Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Η ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ

 

Η ΕΒΔΟΜΗ  ΣΦΡΑΓΙΔΑ

του ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

         ΔΙΑΝΟΜΗ

Ιπποκόμος, Γκούνναρ Μπγαίρνστραντ

Θάνατος,  Μπένγκτ  Έκεροτ

Γιόφ,  Νίλς Πόππε

Ιππότης,  Μάξ φον Σύντοβ

Μία,  Μπίμπι Άντερσον

Λίζα,  Ίνγκα Γκίλ

Μάγισσα,  Μώντ Χάνσον

Γυναίκα του Ιππότη,  Ίνγκα Λαντγκρέ

Κορίτσι, Γκούννελ  Λίντμπλουμ

Ραβάλ,  Μπέρτιλ Άντερμπεργκ

Καλόγερος,  Άντερς Έκ

Σιδεράς,  Ώκε Φρίντελ

Ζωγράφος της Εκκλησίας,  Γκούνναρ Ούλσον

Σκάτ, Έρικ Στράντμαρκ

Έμπορος, Μπένκτ- Ώκε Μπένκτσσον

Γυναίκα στο Χάνι,  Γκούντρουν Μπρόστ

Αρχηγός των στρατιωτών, Ούλφ  Γιόχανσον

Νέος καλόγερος,  Λαρς Λίντ

     ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Σενάριο- Σκηνοθεσία,  Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Διευθυντής Φωτογραφίας,  Λένναρτ  Ούλσον

Βοηθός οπερατέρ,  Γκούνναρ  Φίσερ

Μουσική,  Ώκε Νίλσον

Διευθυντής  ορχήστρας, Έρικ  Νούρντγκρεντ

Χορογραφίες,  Σίξτεν Έρλινγκ

Βοηθός σκηνοθέτη,  Έλσε  Φίσερ

Σκηνικά,  Π. Α. Λούντγκραν

Κοστούμια,  Μαν Λίντουλμ

Μακιγιάζ, Νίλς Νίττελ και Καρλ Λούντ

Ήχος,  Άαμπυ Βεντίν και Λένναρτ Βαλλίν

Ηχητικά  εφφέ,  Έβελντ Άντερσον

Μοντάζ, Λένναρτ Βαλλέν

Διάρκεια: 96 λεπτά

Παραγωγή της Svensk  Filmindustri.

   Σάββατο βράδυ 8 Αυγούστου 2026, ο Πειραιάς έχει ερημώσει. Ξένοι τουρίστες και έλληνες παραθεριστές έχουν κατέβει στο πρώτο λιμάνι και αναμένουν με υπομονή τον απόπλου των πλοίων για τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, ή το Εξωτερικό. Φεύγουν κατά χιλιάδες για τις Καλοκαιρινές τους διακοπές. Χαμόγελα, πειράγματα, γέλια, για μερικές μέρες, ένα σαββατοκύριακο, μία εβδομάδα, ίσως και μήνα. Να ξεσκάσουν, να ξεδώσουν, να πιουν, να φάνε, να χορέψουν, να ξενυχτίσουν να συναντήσουν καινούργια άτομα, να κάνουνε παρέες, συντροφιές να περάσουν καλά, να λιαστούν στις παραλίες να κολυμπήσουν και ίσως, αν βρουν χρόνο να επισκεφτούν κανέναν αρχαιολογικό χώρο, να περπατήσουν στα στενά γραφικά σοκάκια. Τουρισμός και Διακοπές, Κρουαζιέρες για όλα τα βαλάντια. Τις τελευταίες δεκαετίες όπως ακούσαμε «εις τας ειδήσεις» έχει αναπτυχθεί και ο θρησκευτικός τουρισμός. «Μπίζνες με φούντες» που έλεγαν οι παλαιότεροι που ήταν και θρήσκοι βεβαίως- βεβαίως. Εξάλλου μας αναμένουν τα Κυβερνητικά οικονομικά «πακέτα» της ΔΕΘ. Τώρα, μεταξύ μας, Θεέ του Εμπορίου και των Κλεφτών, Ερμή Τρισμέγιστε, από «πακέτα» πάμε καλά (πολιτικά, μεταφυσικά, θρησκευτικά, οικονομικά, των τεχνών…) στο αμπαλάρισμα έχουμε πρόβλημα. Αδιαχώρητο και στα ΚΤΕΛ. Το κλεινόν άστυ αδειάζει με ταχύτητες γκαζιού φωτός. Οι γκάγκαροι επαρχιώτες πρωτευουσιάνοι όπου φύγει- φύγει. Το δεύτερο και τρίτο μεγάλο «κύμα» φυγής λένε στις ειδήσεις, οι κατά τόπους ανταποκριτές. Ούτε ο Άλφρεντ Τόφλερ δεν θα μπορούσε να προβλέψει τις ελληνικές μας εξαιρέσεις και νοοτροπίες στα βιβλία του. «Με μπουνάτσες και μποφόρια ταξιδεύουν τα βαπόρια…» ακούγεται να τραγουδά η φωνή της αγαπημένης μας Γλυκερίας. Έφυγε και ο τραγουδιστής Λάκης Χαλκιάς. Αφόρητη ζέστη και πολύ υγρασία, ευτυχώς χωρίς αφρικανική σκόνη ή στάχτες. Ο μικρός ανεμιστήρας στο φουλ, τρώγω σμυρναίικα κουλουράκια και πίνω κόκα κόλλα. Ικανοποίηση γεύσεων, μικρών απολαύσεων. Η πανέξυπνη παχουλούλα σκυλίτσα η δίδα Ήρα, φτερνίζεται, ζητάει λιχουδιές, χάδια, διψάει. Με κοιτάζει στα μάτια περιμένει ίσως ένα νεύμα, μία μου κίνηση, κουνά την ουρά της, ζεσταίνεται, χασμουριέται. Βλέπω από το παράθυρο μια γάτα πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου να γλείφεται. Έχουνε χάσει και τα μικρά αλανιάρικα αιλουροειδή την βολή τους, δεν βρίσκουν αυτοκίνητο να πηδήξουν πάνω, να βολευτούν να αρχίζουν να μας κοιτούν μισονυσταγμένα από ψηλά με μισόκλειστα μάτια. Άραγε, τι να σκέφτονται καθώς μας θωπεύουν με περιέργεια… Στην τηλεόραση άλλη μία ωραία αστυνομική περιπέτεια του Ηρακλή Πουαρό- του Βέλτζουμ- της αγγλίδας μυθιστοριογράφου “Agatha Christie, Poirot” με τον David Suchet τελείωσε. Τι ωραία αστυνομική σειρά περιπέτειας. Καλογυρισμένο και το ντοκιμαντέρ με τα μέρη και τις χώρες που επισκέφτηκε η αγγλίδα αστυνομικών έργων συγγραφέας με τον αρχαιολόγο άντρα της, ξεναγός ο ελβετός ηθοποιός Ντέιβιντ Σουσέι με την φωτογραφία στο χέρι, χαμογελαστός να ακολουθεί τα ίχνη της Άγκαθα. Σε άλλο των Σπορ κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης μπορεί κανείς να απολαύσει αυτά τα Θεϊκά- Απολλώνια κορμιά των παγκόσμιων κολυμβητών στους Αγώνες του Υγρού Στίβου στο Παρίσι, να βουτούν στις πισίνες με πειθαρχία και ανάλογο Σωματικό ρυθμικό παλμό. Να στροβιλίζονται στον αέρα, αυτοσυγκέντρωση, συγκρατημένες κινήσεις. Νεανική και Αντρική ομορφάδα, να βουτούν και να αναδύονται από το νερό με χάρη, να σκουπίζονται από τα νερά, να αγκαλιάζονται με τους συναθλητές τους. «Είσαι Θεός ήλιος καλοκαιρινός» τραγουδά ο Γιάννης Πάριος, καθώς η λάγνα όραση βγήκε τηλεοπτικό σεργιάνι… Συλλογιζόμαστε αναπολώντας, άραγε, θα έμπαιναν σε πειρασμό οι Αρχαίοι Έλληνες μαρμαρογλύπτες, οι καλλιτέχνες τεχνίτες καθώς σμίλευαν πάνω στο λευκό ακατέργαστο μάρμαρο τις καμπύλες και τις γραμμές, τα λακκάκια και τις φλέβες του Σώματός των Αθλητών, τους μυς και τους έδιναν την αιώνια μορφή αθανασίας τους στο χρόνο πάνω στην σκληράδα της πέτρας, στους αμφορείς με τα γεωμετρικά σχέδια, τις ληκύθους ή από την άλλη, οι προπονητές τους στις Ολυμπιάδες καθώς γύμναζαν αυτές τις γεμάτο ζωντάνια, πνοή, ρυθμό, συναισθηματική αγαλλίαση, πανέμορφες γυμνές Σωματικές υπάρξεις του αρχαίου κάλλους που είχαν δίπλα τους, μπροστά τους, περπατούσαν μέσα στα στάδια δίπλα-δίπλα, έψαυαν τα μέλη τους δίνοντάς τους τις κατάλληλες οδηγίες. Ίσως ο Ιωάννης Βίνκελμαν να είχε την απάντηση. Ό,τι και να λένε παιδιά του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη του Ηράκλειτου είμαστε, του Πραξιτέλη και του Φειδία, του Ομήρου και όχι του Αβραάμ ή του Μωυσή, του Μωάμεθ ή του Βούδα… Η Οδύσσεια του πνεύματος και της αισθητικής του Ελληνισμού άντεξε και αντέχει παρά την εξωτερική και εσωτερική σκλαβιά του, τους εισβολείς του. Τελευταία είδηση, ο «Ιός του Δυτικού Νείλου» από το τσίμπημα κουνουπιών. Ά, και ένα κόκκινο ελικοπτεράκι προσγειώθηκε στο Σαρακήνικο της Μήλου. «Λαός και Κολωνάκι μοστράρουν μαζί».

  Πάνω στο κομοδίνο τα Σενάρια του Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman, «Η ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ» και «ΑΓΡΙΟΦΡΑΟΥΛΕΣ» όπως τα μετέφρασε η Ροζίτα Σώκου για τις εκδόσεις «Γαλαξία» της εφημερίδας «Η Καθημερινή». Στην νυχτερινή ζώνη του Σαββατιάτικου κινηματογράφου στο Κανάλι της Βουλής προβάλλεται η εμβληματική και βραβευμένη του «Έβδομη σφραγίδα». Ταινία σταθμός της Έβδομης Τέχνης, ορόσημο της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Για να πω την αλήθεια με ξάφνιασε η επιλογή. Είχε χρόνια να προβληθεί ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν από την δημόσια τηλεόραση αν δεν κάνω λάθος. Περίμενα κανένα «Καλοκαιρινό» του φιλμ περισσότερο ίσως «ανάλαφρο» ντάλα Καλοκαίρι και με τέτοια κουφόβραση. (δεν αντέχω, θα την πω την κακιούλα μου, ουδείς άσφαλτος κατά την λαίδη. Ούτε απώλεια παλαιού έλληνα πολιτικού να ήταν, και να είχαν έτοιμη στο συρτάρι τον δημόσιο δεκάρικο επικήδειό του). Η προβληματική και θεματική της συγκεκριμένης ταινίας, δηλαδή της «Έβδομης σφραγίδας» που παραπέμπει στο γνωστό βιβλίο της «Αποκάλυψης», τον κατέστησε παγκοσμίως γνωστό και το όνομά του περιζήτητο στα κινηματογραφικά «σαλόνια» και την ειδησεογραφία. Προώθησε των παλαιότερων χρόνων Σουηδικό κινηματογράφο-όπως και άλλες χαρακτηριστικές του ταινίες «Άγριες φράουλες», «Η Τριλογία της Σιωπής» κλπ. πέρα από τα σύνορα της χώρας του. Ενδεχομένως να μην είναι για τις υψηλής θερμοκρασίας υγρές ξάστερες νύχτες, τις Σεληνόφωτες, την Καλοκαιρινή μας ραστώνη και ψυχαγωγία. «Η Έβδομη σφραγίδα», να «χάνεται» μέσα στον βουητό του Καλοκαιρινού ξεδόματος και ξεκούρασης της ανθρώπινης εύλογης επιθυμίας για ολοήμερες τρελίτσες. «Έχω και κότερο πάμε μία βόλτα», θα μας έλεγε ο Κώστας Βουτσάς. Η ασπρόμαυρη θρυλική παλαιά αυτή κινηματογραφική παραγωγή του προηγούμενου αιώνα, δημιουργία του μάγου και «ταχυδακτυλουργού» Μπέργκμαν, όπως και νάχει, έμεινε στις μνήμες όσων θεατών έτυχε να την παρακολουθήσουν. Άφησε ευχάριστες αν και απαισιόδοξες αναμνήσεις, ανάμεικτες εντυπώσεις και σχολιασμούς όσων από τις προηγούμενες γενιές των φανατικών σινεφίλ την παρακολούθησαν. Οι θετικοί και αρνητικοί προβληματισμοί πάνω στο τι ήθελε να μας πει και έδειχνε η ταινία, οι κάθε κατηγορίας σχολιασμοί της, υπήρξαν έντονοι, εκατοντάδες σε διεθνές επίπεδο όπως μας είπαν οι κινηματογραφικοί κριτικοί, οι δημοσιογραφικές πένες και άλλοι παράγοντες της Έβδομης Τέχνης αλλά και οι σχολιασμοί ημών των απλών θεατών. Όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις δημιουργών της τέχνης συμβαίνει, πέρασε και αυτή στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου και εξετάζεται πλέον σαν ένα ακόμα ψηφιδωτό του με την ξεχωριστή αξιοσημείωτη σημασία της.

  Φυσικά, δεν γινότανε να μην την παρακολουθήσω για μία ακόμη φορά, μάλιστα, το διάστημα αυτό που αναρτούμε κριτικές και σχόλια, σημειώματα για τον Σουηδό σκηνοθέτη, σεναριογράφο και συγγραφέα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Με οδηγό την επερχόμενη Αυγουστιάτικη πανσέληνο μπροστά στην μικρή οθόνη.

   Γυρίζω τον χρόνο της προσωπικής μου Κλεψύδρας πίσω και θυμάμαι, αντιγράφοντας επιλεγμένες κρίσεις και απόψεις για την ταινία, τριών σημαντικών ονομάτων Βασίλης Ραφαηλίδης, Νίκος Φένεκ Μικελίδης, Τάσος Γουδέλης. Οι πηγές κρίσεων και σχολίων για τις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι πλέον εκατοντάδες για όσους ενδιαφερόμενους έτσι και αλλιώς.

  Έφηβος μετά την μεταπολίτευση-όπως όλοι οι νέοι και οι νέες της γενιάς μου/ μας κινηματογραφόφιλοι ανδρωθήκαμε και ανθοφορήσαμε πνευματικά και καλλιτεχνικά περιπλανώμενοι από κινηματογραφική αίθουσα σε κινηματογραφική, βλέποντας με αμείωτο ενδιαφέρον τον σύγχρονο ευρωπαϊκό, αμερικάνικο και παγκόσμιο κινηματογράφο και παράλληλα και το νέο ελληνικό σινεμά, τους πειραματισμούς του, τα κελεύσματά του στα νέα ρεύματα την αλλαγή ρότας της θεματολογίας και θεματογραφίας του, τους καινούργιους συνεργάτες και πρωταγωνιστές του. Οι νέοι καιροί και εμπειρίες, παραστάσεις, βιώματα και εικόνες που ανέτειλαν τις δεκαετίες αυτές, αναζητούσαν το καινούργιο, φρέσκο βλέμμα των δημιουργών να καθρεφτιστούν, να χαρτογραφηθούν για τους μελλούμενους. Τα «καλύτερα κινηματογραφικά μας χρόνια» για να φέρουμε στο νου μας το γνωστό σήριαλ. «Είμασταν όλοι μαζί και τα θέλαμε όλα…». Μία παλαιά ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1975 πάνω στο πρόγραμμα μου δίνει το όνομα του Σινεμά και την περιοχή. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ  ΤΕΧΝΗΣ «Α Λ Ε Ξ», ΙΛΙΣΙΑ. Τηλ. 777… Ταινίες Τέχνης. Με μπλε στυλό αναγράφεται από τον γράφοντα η οδός και ο αριθμός ενός δρόμου. (μάλλον έπρεπε να κατέβω σε αυτήν  την στάση και να πάρω άλλο λεωφορείο).

Διαβάζουμε: Εβδομάδα αφιερωμένη στον ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

1), ΝΥΧΤΑ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΩΝ. Χάριετ Άντερσον- Ότε Γκρόνμπεργκ

2), ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ. Μάξ Φόν- Σύντοβ, -Μπίμπι Άντερσον

3), ΑΓΡΙΕΣ  ΦΡΑΟΥΛΕΣ. Βίκτωρ Σγιόστρομ- Μπίμπι Άντερσον.

Μετά το κείμενο του Προγράμματος αναγράφεται: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Β. ΠΟΥΤΟΒΚΙΝ, ΣΟΥΒΟΡΩΦ. Και 22/12/-4/1/ ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΟ ΠΑΙΔΙΚΟ. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ.

  Από το Πρόγραμμα:

   «Ο Μπέργκμαν γυιός παπά των Ανακτόρων, γεννημένος το 1918 σπούδασε φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Μέχρι το 1940 περίπου, πέρασε μια ιδιόρρυθμη μοναστική ζωή, μελετώντας αδιάκοπα και κυνηγημένος συνεχώς «άλλοτε από το Θεό και άλλοτε από τον Διάβολο» όπως λέει ο ίδιος. Δοκίμια, μυθιστορήματα, παραμύθια είναι οι καρποί του αγώνα και της αγωνίας του, απ’ αυτή τη διερεύνηση των αιτιών του «κακού». Το 1944 δοκιμάζει και ένα νέο όπλο: Γράφει το πρώτο του σενάριο για λογαριασμό του Άλφ Σγιόμπεργκ. Την επόμενη χρονιά, καταγοητευμένος από την καινούργια οπτική γλώσσα, γράφει και σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, την «Κρίση». Επί δέκα χρόνια μένει στην αφάνεια, κυνηγημένος απ’ τα φαντάσματά του, και το 1955 η τύχη του χαμογελάει: Τα «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» τον κάνουν ξαφνικά γνωστό στον κόσμο ολόκληρο. Ο «θρύλος του Μπέργκμαν», αρχίζει να δημιουργήται. Την επομένη χρονιά, το αριστούργημά του «Η έβδομη σφραγίδα» επικυρώνει την επιτυχία. Το 1958, ο θρίαμβος συνεχίζεται με τις «Αγριοφράουλες» και οι κριτικοί τον κατατάσσουν οριστικά στην πρώτη σειρά των μεγάλων κινηματογραφικών δημιουργών. Ακολουθούν. «Στο κατώφλι της ζωής» το 1958, το «Πρόσωπο» το 1959 και η «Πηγή» το 1960-και το 1961 με το φιλμ «Μέσα από τον σπασμένο καθρέπτη», εγκαινιάζει την συγκλονιστική μεταφυσική του τριλογία με θέμα την διερεύνηση του προβλήματος της ύπαρξης του Θεού. Σ’ αυτό το πρώτο μέρος της τριλογίας ο Θεός «απουσιάζει», στο δεύτερο, τους «Μεταλαμβάνοντες» (1962) κάνει φανερή την παρουσία του και στο τρίτο, την «Σιωπή», ο Θεός «σιωπά». Το 1964 επιχειρεί μιά σατυρική αυτοκριτική στο «Όλες οι γυναίκες του», το 1966 ο ραφιναρισμένος μεταφυσικός του προβληματισμός εγγίζει τα ακρότατα όριά του με την «Περσόνα» και το 1967, η «Ώρα του λύκου» είναι μία δεύτερη προσπάθεια αυτοκριτικής, απελπισμένης αυτή τη φορά. Απ’ τις ταινίες της περιόδου της «αφάνειας» σημειώνουμε τη «Νύχτα των σαλτιμπάγκων» και το «Καλοκαίρι με την Μόνικα», γυρισμένες και οι δύο το 1952.».

    Αυτές οι γενικές πληροφορίες δίνονται στο Πρόγραμμα του Κινηματογράφου «ΑΛΕΞ». Εκείνο που παλαιότερα είχαμε σημειώσει είναι το γεγονός ότι πέρα από τις κλασικές Αθηναϊκές Αίθουσες στην Αθήνα όπως η «Αλκυονίδα», το «Ίλιον», το «Στούντιο», το «Αττικόν», ο «Απόλλων», το «Ράδιο Σίτυ», το «Βοξ», το «Ρεξ», η «Έλλη», η «Όπερα» και άλλες αίθουσες, παρουσίαζαν ταινίες ποιότητας του σύγχρονου ευρωπαϊκού και αμερικάνικου σινεμά αλλά και του τότε σοβιετικού κινηματογράφου. Προβολές που αγαπήθηκαν από το ευρύ κοινό και συζητήθηκαν δεόντως. Η Κινηματογραφική μας αισθητική άλλαζε, η οπτική μας πάνω στο χώρο, στο πώς βλέπαμε την παρουσία του ανθρώπου μέσα στις καινούργιες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Ανατρεπτικές ιδέες γεννιόταν σχεδόν από το πουθενά, οι συνειδησιακοί προβληματισμοί μας τροποποιούνταν, οι δημόσιες κρίσεις μας άλλαζαν. Οι απόψεις μας απέναντι στο πολιτικό, μεταφυσικό, θρησκευτικό, εκκλησιαστικό, ιδεολογικό κατεστημένο αυταρχικό σύστημα της εποχής τροποποιούνταν, απορρίπτονταν, ξεμακρύναμε από αξίες καταπιεστικές, ήθη και έθιμα της παράδοσης μουχλιασμένα. Οι κοινωνικές προκαταλήψεις γκρεμίζονταν μετά το πέρας της στρατιωτικής επταετίας. Άλλαζαν τα μουσικά μας ακούσματα, οι τρόποι που χορεύαμε και διασκεδάζαμε, οι αίθουσες με τα φωτορυθμικά οι ενδυματολογικές μας εμφανίσεις. Θα σημειώναμε αν στέκει άλλαζε η «χορογραφία» της ζωής μας μέσω των διαφόρων ειδών και κατηγοριών προϊόντων της ελληνικής και παγκόσμιας Τέχνης. Η Τέχνη έγινε οδηγός μας σε πολλές επιλογές μας, μοντάριζε στιγμές και στιγμιότυπα της ζωής μας, διαμόρφωνε πλάνα επιλογών μας και πιστεύω μας. Είμασταν οι θεατές και το θέαμα μαζί των Νέων Εποχών στην πατρίδα μας. Αποδεσμευόμασταν και απομακρυνόμασταν από μία παραδοσιακή εκπαιδευτική πουριτανική και αυταρχική αγωγή της «ελλάς ελλήνων χριστιανών», τιμωρητικές συμπεριφορές μεγαλυτέρων μας που έκλειναν τους ορίζοντές μας μέσα σε πλέγματα συντήρησης, σκοταδισμού, σκουριασμένων ενοχών και άγχους που δεν μας αναλογούσε ούτε μας αφορούσε. Περιόριζαν δραστικά τα ατομικά, ιδιωτικά μας οράματα και δικαιώματα, μας εμπόδιζαν να γνωρίσουμε νέους κόσμους και ανθρώπους, συνήθειες και κοινωνικές συμπεριφορές τους, βιωματικές επιλογές τους άγνωστες μέχρι τότε σε εμάς. Ζούσαμε σε ένα είδος «βαλκάνιου πολιτικού, κοινωνικού και θρησκευτικού κλουβιού». Καθυπόταζε τις φτερούγες των ονείρων μας όλη αυτή η σκουριασμένη εκπαιδευτική και θρησκευτική της επταετίας που έφερε συγκεκριμένο όνομα πολιτικών και θρησκευτικών εξουσιαστών καθοδηγητών. Αρχίσαμε να ερχόμαστε σε επαφή με παραδόσεις άλλων πολιτισμών, λαών έργα, διδασκαλίες, συμπεριφορές. Το μονοπώλιο της εθνικής και χριστιανικής μας ηθικολογίας υποχώρησε, νέοι ήχοι και φωνές ανθρώπων, τραύματα και αρετές βίου εμπειρίες ήρθαν και προστέθηκαν στις μεταφυσικές μας αμφιβολίες και αναζητήσεις. Εκπαιδευτικές μας απαγορεύσεις στο όνομα ενός εθνικού μεταφυσικού φόβου, μιας παράδοσης της καθ’ ημάς ανατολής, εντελώς τσαρουχοφόρας, ως μόνης ορθής δόξας άρχισε να τρίζει. Κούφια λόγια που λέγονταν για να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν και οι εσωτερικοί δυνάστες μας πάντα επικυρίαρχοι. Ένα επαναλαμβανόμενο αλισβερίσι συγκεκριμένων εξουσιών που ανακυκλώνονταν εις βάρος μας. Οι συνειδήσεις μας συγκροτούνταν από νέες, πρωτόγνωρες εμπειρίες και παραστάσεις, μεταφυσικά συμφραζόμενα και επιθυμίες ζωής. Δεν χωρούσαμε πλέον σε αυτόν τον στενό κορσέ ιδεολογίας της ένδοξής μας εθνικοφροσύνης. Είμασταν ανοιχτοί σε νέες περιπέτειες αφήγησης της προσωπικής μας ιστορίας δίχως βεβαιότητες, στερεότυπα και κεντρικές αρχές αναφοράς, αξιολογικά τείχη. Το ιστορικό γεγονός ότι ζούσαμε σε περίοδο παγκόσμιας ειρήνης-πέρα από τους περιφερειακούς και τοπικούς πολέμους- μας πρόσφερε την ευκαιρία να εκτεθούμε σωματικά, ψυχικά, συνειδησιακά, συναισθηματικά, πνευματικά. Λησμονούν ακόμα και σήμερα οι επίσημοι κρατικοί εκπρόσωποι και μηχανισμοί της μεταφυσικής και θρησκευτικοπολιτικής εξουσίας ότι δεν είμασταν πια τα παιδιά του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του κυρ Φώτη Κόντογλου, είχαμε αρχίσει να γινόμαστε τα παιδιά του κοσμοπολίτη άγιου ταξιδευτή Νίκου Καζαντζάκη με τον πλούτο των ιδεών του και των αγωνιών και αγώνων του. Παιδιά του μεγάλου Φρειδερίκου Νίτσε και των σύγχρονων υπαρξιστών φιλοσόφων, όπως ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Παιδιά ποιητών και συγγραφέων, στοχαστών που έβλεπαν την ζωή με άλλο μάτι, είχαν έρθει σε επαφή με άλλες παραδόσεις και πνευματικά και καλλιτεχνικές περιπλανήσεις. Κάθε παλαιά βεβαιότητα θρυμματίζονταν όπως και τα ευχολόγια περί ατομικής μας αθανασίας. Η Ζωή ήταν μία και μοναδική, στα χέρια μας, ξεδιπλώνονταν στο ενθάδε κάθε στιγμής, στο τώρα πολλές φορές δίχως σκοπό, το ευμετάβλητο σήμερα, δεν μας αφορούσε το σωτηριολογικό αύριο ενός πανάρχαιου ιμάντα μεταφυσικών εθνικών παραδόσεων άλλων μυθικών εποχών της ιστορίας της ανθρωπότητας. Σωματογραφούσαμε τους δικούς μας, της γενιάς μας μύθους αν θέλετε και είχαμε κάθε δικαίωμα. Δεν γυρίζαμε με εθνικά και θρησκευτικά λιβανιστήρια στο χέρι αλλά με πυξίδες των νέων οριζόντων που γύριζαν προς πάσα κατεύθυνση. Ακόμα και οι πύλες του διαστήματος ανοίγονταν μπροστά στα έκθαμβα μάτια του Ανθρώπου. Εξάλλου, εμείς οι νέες γενιές της μεταπολίτευσης είχαμε πρόσφατη την διασύνδεση της δικτατορίας με το κράτος, την εκκλησία και την εκπαίδευση, τους μεγαλόσχημους τους. Οι μνήμες νωπές με ελάχιστες εξαιρέσεις πραγματικά φωτισμένων αντιστασιακών αγωνιζόμενων Ελλήνων που τίμησαν τον Ελληνικό Λαό. Γιατί λοιπόν να μην θεωρούμε ακόμα και σήμερα δικές τους τις ενοχές μεταφυσικής πίστης και όχι δικές μας τις παραδοχές μεταφυσικές απιστίας; Ο Σουηδός σκηνοθέτης και τα έργα του έρχονταν να προστεθούν στο παζλ των αναζητήσεών μας και προβληματισμών μας. Μας φώτιζαν ή μας σκοτείνιαζαν αν θέλετε ακόμα περισσότερο το αύριο που μας περίμενε.

   Αυτές οι γενικόλογες και επαναλαμβανόμενες απόψεις δεν προέρχονταν από έλληνες πολίτες θιασώτες του συστήματος της τότε σοβιετικής ένωσης ή κανενός κομμουνιστικού καθεστώτος που γκρεμίστηκε το 1989, αλλά ενός Έλληνα που προσδοκούσε σε μία σύγχρονη Αστική Δημοκρατία βασισμένη στα επιτεύγματα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, της ισότητας των Ανθρώπων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, του Ουμανισμού και της Αναγέννησης. Τα οφέλη της Παιδείας, της Επιστήμης, των Τεχνών, της Τεχνολογίας, των Εφευρέσεων, της Ιατρικής Επιστήμης που απαλύνει τους σωματικούς πόνους και τα τραύματα, παρατείνει το προσδόκιμο της ανθρώπινης ζωής δίχως να ζητά να σε παγιδεύσει σε μεταφυσικά ιεραρχικά διαπιστευτήρια. Δεν μπορούμε να ζούμε αιωνίως σαν χώρα και σαν λαός μέσα σε Εθνικές της παράδοσής μας κατακόμβες. Οφείλουμε να ανοίξουμε τα παραθύρια της σκέψης μας, τις πόρτες του στοχασμού μας, την καλώς εννοούμενη περιέργειά μας που μας τονίζει και ο Μπέργκμαν. Δεν μπορεί να εθελοτυφλούμε, να μην βλέπουμε πώς ζει η υπόλοιπη αλλοεθνής και αλλόθρησκη ανθρωπότητα, πως ψυχαγωγείται, πώς εκπαιδεύεται, πως διασκεδάζει, ποιο το αξιακό της σύστημα, τι πρεσβεύει ως ποιότητα ζωής, ποια αστικά δικαιώματα απολαμβάνει. Αυτοί οι «κουτόφραγκοι» με την λογική και τον ρεαλισμό και την μεθοδικότητά τους και εργατικότητά τους μας προστατεύουν και όχι οι παλαιοί φολκλορικοί μύθοι της παράδοσής μας. Το ζήτημα είναι αν θα εκσυγχρονιστούμε αστικά ολοκληρωτικά- έστω και καθυστερημένα- ή θα υιοθετήσουμε έναν «βλαχαδερό» αστισμό θρησκευτικών παραμέτρων. Η λέξη «βλαχαδερά» όχι υποτιμητικά αλλά όπως τον πρότεινε στην αρθρογραφία του γνωστός πανεπιστημιακός και φιλόσοφος-θεολόγος μεγάλου πνευματικού και καλλιέργειας εκτοπίσματος.

Με τέτοιες ιδέες, θέσεις, απορίες και διλήμματα πώς μπορεί να μην στραφεί κανείς στην υπαρξιακή προβληματική του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, έστω και της περασμένης πεντηκονταετίας, να αναζητήσει κλειδιά ερμηνείας της οντολογίας του, να ερευνήσουμε μαζί του για την παρουσία ή μή, την ανυπαρξία και τελικά την Σιωπή του Θεού. «Τι είναι Θεός, τι δεν είναι Θεός και τι ανάμεσό τους;» μας είπε ο αρχαίος τραγωδός Ευριπίδης εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και παραμένει ανοιχτό και αναπάντητο ακόμα το ερώτημα ως κύριο στοιχείο και συστατικό του στοχασμού μας. Ο Κόσμος είναι αυθύπαρκτος, αυτοκίνητος, αιώνιος, αυτοδημιούργητος και αυτοτροφοδοτούμενος μας δίδαξε η Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία. Και εμείς αναζητάμε ποιόν συνάντησαν οι τρείς Μάγοι με τα Δώρα μετά την σφαγή των νηπίων; Υπολογίζονται σε 800.000 χιλιάδες οι Ευρωπαίοι που θανατώθηκαν από την Καθολική Ιερά Εξέταση, αλήθεια αυτοί πήγαν μετά την θανάτωσή τους, στην Κόλαση, στο Πουργκατόριο, ή σε καμιά Ορθόδοξη του Παραδείσου σκήτη; Αναμένουν και τα 50.000.000 των νεκρών των τελευταίων δύο παγκόσμιων πολέμων του 20ου αιώνα. Ίσως ανόητες κλισέ σκέψεις στην διαδικασία του γήρατος, εκ Πειραιώς, ποιος ξέρει που η αλήθεια και που το ζωογόνο και παρηγορητικό ψέμα μέσα στην Ιστορία του Ελληνισμού και των κατά καιρούς παραδόσεών του.

   «Η Έβδομη σφραγίδα» είναι μία σημαντική και σημαδιακή ταινία σταθμός του Σουηδού σκηνοθέτη, μία ασπρόμαυρη ταινία με ξεχωριστή φιλοσοφία και μεταφυσική ταυτότητα που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δυνατές συγκινήσεις ακόμα και σήμερα σε πλήθος θεατών της όπου και όποτε προβάλλεται. Δεν ανήκει στην κατηγορία του Μουσειακού είδους των Κινηματογραφικών Αφιερωμάτων. Μια ταινία προκλητικό ορόσημο, ασυνήθιστη ως προς την θεματική και προβληματική της. Ένα από τα ελάχιστα αριστουργήματα στην ιστορία της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης. Χιλιάδες κάθε φορά σινεφίλ θεατές την παρακολουθούν με ξεχωριστό ενδιαφέρον, πρωτόγνωρη συγκίνηση και περιέργεια ως προς τα μηνύματά της. Εξετάζουν την τεχνική της δομής της, το ύφος της, το στιλ της, την καλή φωτογραφία της, την θεματική της, χαρτογραφούν πλάνα και εικόνες της, τους μεταφυσικούς της ερεθισμούς, τις απαντήσεις που προτείνει και λένε οι ήρωές της. Τα πρωτότυπα πλάνα της τυλιγμένα μέσα στην θρησκευτική μεσαιωνική ομίχλη και το θεατρικό παιχνίδι και διασκέδαση περιφερόμενων φτωχών ηθοποιών και ταχυδακτυλουργών. Όμως ξεχωριστά στέκονται σε εκείνες τις στιγμές στην ύπαιθρο, μέσα στην φύση που ο Ιππότης  Αντόνιους Μπλόκ παίζει Σκάκι με τον Θάνατο. Σπάνιας αντίληψης οπτικό και κινηματογραφικό εφεύρημα, ταρακούνημα συνειδησιακό πέρα από χρόνο, τόπο, παράδοση. Εικόνα δανεισμένη από παλαιές εικονογραφήσεις σε τοιχογραφίες μεσαιωνικών ναών. Απαισιόδοξα τα μηνύματά της, ναι, αλλά καταλυτικά. Χαιρόμαστε την νοηματική της μεταφυσική καθαρότητα, την σύμπνοια των ηθοποιών μεταξύ τους, το θετικό τελικό σχεδιαστικό αποτέλεσμα της καθόλου παραγωγής της. Την κάπως ζωώδη επιθυμία και χαρά ζωής του ιπποκόμη Γιενς, ακολούθου του Ιππότη, πάντα αισιόδοξος και δίκαιος απέναντι στους αδικημένους, που γλεντά την ζωή με γυναίκες, με καλό κρασί και καλό φαγητό, πιστός ακόλουθος, κουρασμένος και εξαντλημένος από τις πολεμικές θρησκευτικές εκστρατείες. Θυμίζει το Δίδυμο του Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Μα, και το μπουλούκι των περιπλανώμενων ηθοποιών, σαν τσίρκου ομάδα, έχει την δική του συμβολή στο στόρι της ταινίας. Αθώοι, μικροκατεργαρέοι μεροκαματιάρηδες ηθοποιοί, μεροδούλι μεροφάι, οικογενειάρχες που ζούνε μέσα στην φύση, κοιμούνται όλοι μαζί πηγαίνουν με τις γυναίκες των άλλων δεν έχουν μεταφυσικές ανησυχίες μέσα στον κύκλο ζωής της αθωότητά τους και της απλότητάς τους. Ένας άλλος κόσμος από αυτόν που ανήκει και πρεσβεύει ο Ιππότης και η συντεχνία από την οποία προέρχεται. Ο Θάνατος καραδοκεί για όλους στο τέλος ακόμα και για τον θρησκόληπτο ηγούμενο που απειλεί καθώς περνά με το αυτομαστιγωνόμενο τσούρμο του και φοβίζει τους ανθρώπους στο δρόμο. Αν συγκρίνει ο θεατής τα κοντινά πλάνα του Θανάτου που εμφανίζεται στην οθόνη και παίζει Σκάκι με τον Ιππότη Μπλοκ και το κοντινό πλάνο την ώρα που μιλά και απειλή ο καλόγερος, φοβάμαι ότι δεν διαφέρουν τα πρόσωπά τους. Η ίδια παγωμάρα και σκληράδα. Μόνο που στην μία περίπτωση είναι σιωπηλή ενώ στην άλλη μοβόρα, εκδικητική και απειλητική. Σκοτεινή ταινία, σκοτεινοί άνθρωποι, σκοτεινές διδασκαλίες άλλων αιώνων και εποχών σε περιόδους που βασίλευε ο τρόμος της πανδημίας του θανάτου της Πανώλης πάνω από την Ευρώπη και αποδεκάτιζε τους πάντες. Χαμογελαστούς και κακομούτσουνους, θεατρίνους και καθημερινούς αγρότες.

 Η ταινία είναι μία μεταφυσική αλληγορία με θέμα την ζωή και τις μικροχαρές της, μα κυρίως τον Θάνατο και την πανταχού παρούσα παρουσία του, την αγάπη και την ανθρωπιά των ανθρώπων και τον χαμό τους δίχως έλεος και βοήθεια. Σε μία Ευρώπη που την θερίζει η πανδημία της πανώλης τον 14ο αιώνα και οι άνθρωποι φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι, αποδεκατισμένοι από την πανδημία και τις άλλες αρρώστιες τρομοκρατημένοι από θρησκόληπτους καλόγηρους πιστεύουν ότι το Κακό οφείλεται στις αμαρτίες τους, είναι πηγή δικών τους ενοχών, είναι θέλημα του Θεού.

  Το στόρι της ταινίας, σε σκηνοθεσία και σενάριο του Ίγκμαρ Μπέργκμαν φαντάζει εκ πρώτης όψεως μιας άλλης σκοτεινής εποχής αναπαράστασης, ίσως και λίγο απλοϊκό!!. Είναι η προσωπική ιστορία του Ιππότη του Αντόνιου Μπλοκ με τον ιπποκόμο του Γιεν την εποχή της επιστροφής τους από τις Σταυροφορίες αναζητώντας χώρο να ξεκουραστούν, να διαμείνουν με τα κουρασμένα άλογά τους καθώς επιστρέφουν στα σπίτια τους. Η παρουσία του Θανάτου προαναγγέλλεται με τον ανθρώπινο σκελετό στην παραλία που είναι τόσο «λαλίστατος» σε ερώτηση του Γιενς, ο οποίος αποφεύγει να πει την αλήθεια όταν τον ρωτά ο Ιππότης αφέντης του. Δύο πλευρές της ζωής άκρως αντίθετες. Με την εμφάνιση του Θανάτου με το δρεπάνι που έρχεται να του πάρει την ζωή, ο Ιππότης Αντόνιους Μπλόκ προσπαθεί με τεχνάσματα σοφίζεται «σοφίσματα» να ξεγελάσει τον Θάνατο, προσκαλώντας τον να παίξουν μία παρτίδα Σκάκι. Όσο ο Θάνατος δεν κερδίζει την παρτίδα Σκάκι ο Ιππότης θα παραμένει ζωντανός, αν χάσει την παρτίδα θα χάσει και την ζωή του και θα ακολουθήσει τον Θάνατο. Ένα σφυροκόπημα 100 περίπου λεπτών παιχνιδιού της ζωής και του θανάτου. Μία συμμετοχή σε ένα υπαίθριο μπουλούκι ηθοποιών που περιπλανώνται στο άγνωστο, καθημερινό μικρόκοσμό τους. Μικρές ομάδες ανθρώπων, κόσμοι αντιλήψεων και αξιών που συγχρωτίζονται, διασκεδάζοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας, υποκρινόμενοι πάνω στην υπαίθρια σκηνή την ζωή, τις σχέσεις των ανθρώπων, τις πονηριές τους, τις δυνάμεις τους, τελικά την αναμενόμενη πορεία του θανάτου τους εν χορό, σε μία χορευτική αλυσίδα καθώς το παιχνίδι Σκάκι έλαβε τέλος και το αναμενόμενο θαύμα χάθηκε σαν μία μακρινή, θολή ανέγγιχτη οπτασία. Ναι ταινία θρύλος αξεπέραστη, μας γεμίζει ακόμα με συγκινήσεις και συναισθήματα.

    Η δραματική « Έβδομη σφραγίδα» έχει προβληθεί από όσο γνωρίζω και παλαιότερα από την ΕΡΤ-1, Δέκα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα στις 22 Οκτωβρίου 1997 όπως μας λένε οι εφημερίδες «Τα Νέα» και «Ελευθεροτυπία» εκείνης της ημερομηνίας, ενώ στην «Ελευθεροτυπία» της Παρασκευής 20 Αυγούστου 2004, ο κριτικός Νίνος Φ. Μικελίδης μας ενημερώνει για την «Η Αποκάλυψη κατά Ίνγκμαρ Μπέργκμαν». Στις καινούργιες επανεκδόσεις ταινιών της εβδομάδας.

ΟΙ  ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Π Ρ Ι Σ Μ Α

Συνομιλία με τον θάνατο

   «Θέλω να εξομολογηθώ, αλλά νιώθω κενός…» λέει ο ιππότης Αντώνιους Μπλοκ στον ψευδοϊερέα, που στην πραγματικότητα είναι ο θάνατος. «Η έβδομη σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, 1956. Φιλμ βασισμένο στο θεατρικό έργο του «Ζωγραφική σε ξύλο». Ο μεσαιωνικός σταυροφόρος Μπλοκ αναζητεί το νόημα της ύπαρξής του εν εσχάτοις. Κερδίζει βιολογικό χρόνο παίζοντας σκάκι με τον θάνατο. Η παρτίδα είναι εκκρεμής, ο θάνατος υποκρίνεται τον εξομολογητή για να μάθει την επόμενη κίνηση του Μπλοκ. Η φωτογραφία είναι ένα πλάνο από τη σχετική σκηνή. Ο Μπέργκμαν δίνει την εκδοχή του, μέσω του ηθοποιού του Μπεν Ένκεροτ, για το πρόσωπο του θανάτου: «κλασική» άποψη, μόνο που η έκφραση του Ένκεροτ είναι, εκτός από απειλητική, και κάπως στοχαστική. Ο Μαξ φον Σύντοφ ως ιππότης, δεν ξέρει ακόμα ότι μιλάει εκ βαθέων στο θάνατο σ’ αυτή την παράδοξη εξομολόγηση. Η ικετευτική του έκφραση, για κάποιον που αγνοεί το περιεχόμενο της σκηνής, μοιάζει να έχει επιστρατευθεί ακριβώς για τον αντίθετο λόγο της σύλληψης αυτής της επικοινωνίας: εμείς, έχοντας σε πρώτο πλάνο τη λευκή «μάσκα» του Ένκεροτ, νομίζουμε ότι ο Μπλοκ παρακαλεί για τη σωτηρία του. Ο ιππότης, όμως, εκείνη τη στιγμή περιγράφει την ανάγκη του για γνώση. Αδιαφορεί για το σωματικό του τέλος. Ο θάνατος αμφιβάλλει: «Θέλεις εγγύηση…». Ιππότης: «Πές το όπως θέλεις. Είναι τόσο αδύνατο να νιώσω τον Θεό; Γιατί κρύβεται σε υποσχέσεις και θαύματα; Τι θα συμβεί σε όσους δεν πιστεύουν; (…) Θέλω να μ’ αγγίξει ο Θεός, να μου μιλήσει, αλλά εκείνος σωπαίνει. Του φωνάζω, αλλά είναι σαν να μην υπάρχει». Θάνατος: «Ίσως να μην υπάρχει». Ιππότης: «Τότε η ζωή είναι φρικτή. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει αντιμέτωπος με τον θάνατο, ξέροντας πώς όλα είναι μηδέν».

   Επιλέγει και σχολιάζει ο ΤΑΣΟΣ  ΓΟΥΔΕΛΗΣ

Εφημερίδα «Τα Νέα» περ. τχ.73/ 29-7-2000

--//--

   Η  Έβδομη σφραγίδα (95΄)

ΕΡΤ-1 23.50

Δραματική (πέντε αστερίσκοι)

   (Der Sjunde Insegiet). Μαυρόασπρη σουηδική ταινία 1956. Σκηνοθεσία- σενάριο: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Η εποχή του θανάτου και της Δευτέρας Παρουσίας φτάνει σ’ αυτή την αλληγορική ταινία, με φόντο το Μεσαίωνα και με πρωταγωνιστή έναν ιππότη που, επιστρέφοντας από τις Σταυροφορίες, καλείται σ’ ένα παιχνίδι σκακιού από έναν κουκουλοφόρο και ντυμένο στα μαύρα Θάνατο . Ένα ατέλειωτο, δύσκολο παιχνίδι που συνεχίζεται στη διάρκεια της μακράς πορείας του ιππότη μέσα από μια Ευρώπη που τη σαρώνει η πανώλης και που όμως βρίσκει καιρό να διασκεδάσει με το πέρασμα ενός τσίρκου. Ο Μπέργκμαν φτιάχνει μιαν από τις καλύτερες και αξέχαστες ταινίες του, διανθισμένη με μερικές από τις πιο συγκλονιστικές οπτικά συναρπαστικές, εικόνες που συναντάμε στο έργο του. Με τους Μαξ φον Στίντοφ, Γκούναρ Μπγιόρνστραντ, Μπένγκετ Έκεροτ, Νιλς Πόπε, Μπίμπι Άντερσον, Γκιούνελ Λίντμπλόμ.

    Ν(ΙΝΟΣ)  Φ(ΕΝΕΚ)  Μ(ΙΚΕΛΙΔΗΣ)

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 22/10/1997

--//--//--

 Η Αποκάλυψη κατά Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Νέες ταινίες

(πέντε αστεράκια- Αριστούργημα)

   Τρείς θαυμάσιες επανεκδόσεις δίνουν το δικό τους στίγμα σε μια εβδομάδα κατά την οποία οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν παραμερίσει σημαντικά τις όποιες άλλες εκδηλώσεις.

Και πρώτα η αριστουργηματική «Έβδομη σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, που την ακολουθούν η απολαυστική κομεντί «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν, με μια θαυμάσια Μελίνα, και το κλασικό μελόδραμα «Η γέφυρα της αμαρτίας» του Μέρβιν ΛεΡόι. Στο πρόγραμμα και μια σύγχρονη ισπανική κωμωδία. «Η άλλη πλευρά του κρεβατιού» του Εμίλιο Μαρτίνεθ Λάζαρο. Στις αίθουσες συνεχίζονται και οι δύο άλλες του Ντασσέν, «Φαίδρα» και «Τοπ Καπί», με πρωταγωνίστρια πάντα τη Μελίνα.

    Η έβδομη σφραγίδα

Det sjunde inseglet. Σουηδία 1957

Σκηνοθεσία- σενάριο: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Ηθοποιοί: Μαξ φον Σίντοβ, Γκούναρ Μγιόρνστραντ, Νιλς Πόπε, Μπίμπι Άντερσον. 105 λεπτά.

   Επανέκδοση μιας αριστουργηματικής ταινίας που επέβαλε παγκόσμια τον Μπέργκμαν ως έναν από τους αληθινά μεγάλους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Μια εκπληκτική μεσαιωνική αλληγορία πάνω στην ανθρωπότητα και το μέλλον της, ταινία που ταυτόχρονα βάζει μερικά από τα τακτικά θέματα του σκηνοθέτη της, ανάμεσά τους κι εκείνα της πίστης και της ύπαρξης ή μη του Θεού.

   Η ταινία ξεκινά με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Αποκαλύψεως, σχετικά με την έβδομη σφραγίδα (απ’ όπου και ο τίτλος της ταινίας) για να μας αφηγηθεί μια ιστορία στη διάρκεια μιας μέρας στο Μεσαίωνα, όπου ένας ιππότης, ο Αντόνιος Μπλοκ (Μαξ φον Σίντοβ), επιστρέφοντας από τις Σταυροφορίες,  βρίσκεται σε μια Ευρώπη που τη ρημάζει η πανώλη, μετατρέποντας τη σε έρματο των δεισιδαιμονιών, της μαύρης μαγείας και της μισαλλοδοξίας. Τον ιππότη θα επισκεφτεί ένας μαυροντυμένος Θάνατος, απαιτώντας να τον πάρει μαζί του, αυτός όμως καταφέρνει να κερδίσει μια μικρή αναβολή πείθοντας το Θάνατο να παίξει μαζί του μια παρτίδα σκάκι, ενώ, ενδιαμέσως από το παιχνίδι, παρακολουθούμε τη βασανιστική πορεία του ιππότη μέσα από καταστραμμένους τόπους.

   Ο Μπέργκμαν κάνει μια από τις πιο λαμπρές εικαστικά ταινίες του, φτιάχνοντας με τη μαυρόασπρη, υποβλητική φωτογραφία του (έξοχη η δουλειά του κάμεραμαν Γκούναρ Φίσερ, που συνθέτει με ξεχωριστή έμπνευση το κάθε πλάνο) μια ζοφερή ατμόσφαιρα, όπου σχεδόν σε κάθε πλάνο κυριαρχεί η σκιά του θανάτου, βάζοντας ταυτόχρονα το θέμα της πίστης και της ύπαρξης ή μη του Θεού, ενώ, πλάι στις αναφορές στη βιβλική Αποκάλυψη και την Ημέρα της Κρίσεως υπάρχει κι εκείνο μιας γενικότερης, πυρηνικής καταστροφής του πλανήτη μας- δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ταινία γυρίστηκε σε μια περίοδο όπου ο «ψυχρός πόλεμος» βρισκόταν στο απόγειό του.

    Σκηνές όπως εκείνες του ιππότη να παίζει σκάκι με τον Θάνατο και να του βάζει διάφορα αναπάντητα ερωτήματα, των παρελάσεων και των μοναχών και των θρησκόληπτων πιστών που αυτομαστιγώνονται, της νεαρής κοπέλας που την καίνε για μάγισσα, του περιπλανώμενου θιάσου ηθοποιών, της μουγκής κοπέλας που τελικά μιλά ή εκείνης του φινάλε, με το Θάνατο να οδηγεί τους βασικούς πρωταγωνιστές σ’ ένα χορό θανάτου, είναι σκηνές που χαράσσουν ανεξίτηλα στη μνήμη του θεατή-πολλές μάλιστα από τις σκηνές του έχουν αντιγραφεί, συχνά σε μορφή παρωδίας, σε αρκετές ταινίες, ανάμεσά τους κι από τον Γούντι Άλεν. Ποτέ στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου η «επόμενη μέρα» δεν δόθηκε με τέτοιες εφιαλτικές, ζοφερές εικόνες.»  

ΚΡΙΤΙΚΗ  ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ  ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 20 Αυγούστου 2004.

--//--//--

ΕΒΔΟΜΗ  ΣΦΡΑΓΙΔΑ (DET SJUNDE INSEYLET 1956)

Του Βασίλη Ραφαηλίδη

 Πρόγραμμα του κινηματογράφου STUDIO, 1968

   «Η αγωνία μου δεν είναι ίδια μ’ εκείνη των θρήσκων παρ’ όλο που εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο», λέει ο Μπέργκμαν σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη. Πραγματικά, η μεταφυσική αγωνία, η έλλειψη ικανοποίησης από τα προταθέντα-και συνεχώς προτεινόμενα-κοσμοθεωριακά συστήματα, η ανικανότητα της παραδοσιακής ηθικής να ικανοποιήσει το ερευνητικό κι’ ανήσυχο πνεύμα του δημιουργού και, κυρίως, η ενοχλητική παρουσία του αισθήματος του «τέλους», οδήγησαν τον Μπέργκμαν σε μιά μανιασμένη αναζήτηση ενός «προσωπικού» Θεού πού, στα έργα της ωριμότητας γίνεται ολοένα και περισσότερο απρόσωπος μέχρι που χάνεται τελείως μέσα σε γενικευμένες και αόριστες μεταφυσικές θέσεις. Όπως και νάναι, η μεταφυσική του Μπέργκμαν, έχει μιά εξαιρετικά λεπτή διανοουμενίστικη ποιότητα και, αν δεν υπήρχε πίσω της το πανίσχυρο στήριγμα της τιμιότητας και της ειλικρίνειας του δημιουργού για να της δώσει εκείνη την εντελώς προσωπική γεύση της εναγώνιας εξομολόγησης, θα κινδύνευε να καταρρεύσει από μόνη της, εξαιτίας, ακριβώς, της αοριστίας. Στην Έβδομη σφραγίδα, αυτή η μεταφυσική αγωνία είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένη, η αλληγορία αποχτά μια μοναδική διαύγεια, τα σύμβολα είναι τέλεια αποκαθαρμένα, σε σημείο που να μην αφήνουν κανένα περιθώριο για παρερμηνείες. Η ταινία, μοιάζει μ’ ένα απλοϊκότατο μεταφυσικό παιχνίδι, κατανοητό κι’ απ’ τον πιό ακατατόπιστο στα φιλοσοφικά προβλήματα θεατή. Η συνεχής παρουσία του θανάτου όχι μόνο σαν αίσθημα αλλά και σαν απτό σύμβολο, ο αυτοσαρκασμός, του δημιουργού για την ανικανότητα να δώσει μιά προσωπική λύση στο πρόβλημα της σκοπιμότητας της ζωής και του θανάτου, η ισοπέδωση κάθε «σωτηριακής κοσμοθεωρίας», η βασανιστική παραδοχή ενός απλού βιολογικού γεγονότος (του θανάτου), η ειρωνεία των αφελών δογματικών και των εμπόρων της μεταφυσικής αγωνίας οι οποίοι προσπαθούν να «σώσουν» άλλους τη στιγμή που δεν κατάφεραν να σώσουν τους εαυτούς τους, και, το σημαντικότερο, η ανικανότητα του κυνισμού ή της «κεκτημένης γνώσης»- προσωποποιούμενης τέλεια απ’ τον υπηρέτη του Μαξ φον Σύντοφ-για την εξεύρεση μιας κάποιας λύσης στο πάντα άλυτο πρόβλημα του παραλογισμού της ύπαρξης, όλα αυτά δημιουργούν μια τέλεια ισορροπημένη στο φόρμα της μεταφυσική ιλαροτραγωδία που, σαν μόνη λύση προτείνει την άνευ όρων συμμετοχή στο ατέλειωτο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου.

    Πρόγραμμα STUDIO, 1968

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

Από τον τόμο ΛΕΞΙΚΟ ΤΑΙΝΙΩΝ  ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ. ΤΟΜΟΣ ΙΙ Κ- Μπέργκμαν, εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982, σελ.155-156

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

11 Αυγούστου 2026

ΥΓ. Η ανάρτηση αυτή για την ταινία «Έβδομη Σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είχε προγραμματιστεί να δημοσιευθεί στα Λογοτεχνικά Πάρεργα αύριο, 11 Αυγούστου που συμπληρώνονται 6 χρόνια από την απώλεια του Θεσσαλονικιού ποιητή και εκδότη Ντίνου Χριστιανόπουλου (20/3/1931- 11/8/2020) Εις Μνήμη του. Δυστυχώς, ξαφνικοί θάνατοι εκδοτών- δημοσιογράφων, ηθοποιών-σκηνοθετών, φιλοσόφων- συγγραφέων, με έκαναν να επισπεύσω κατά μία ημέρα την ανάρτηση.

Έφυγαν από την ζωή:

- ο βραβευμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης και τραγουδοποιός Νίκος Καλογερόπουλος (1/8/1952-9/8/2026). 

– Σε προχωρημένη ηλικία έφυγε σήμερα ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος (1939-10/8/ 2026). Με δεκάδες μελέτες στο ενεργητικό του, για την παράδοση, την γλώσσα, την φιλοσοφία.

- Από την πόλη του Πειραιά έφυγε από την ζωή ο εκδότης και δημοσιογράφος της παραδοσιακής τοπικής ημερήσιας απογευματινής εφημερίδας «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» στην οδό Νοταρά 77 Παύλος Μιχ. Πέτσας (18/6/1941- 3/8/2026). Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 6 Αυγούστου στον ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στον Πειραιά. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έως τον Ιούλιο του 2005 που η εφημερίδα τερμάτισε την κυκλοφορία της την έκδοση και την διεύθυνση είχε ο Παύλος Μ. Πέτσας. Από την εφημερίδα «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» πέρασαν όλοι σχεδόν οι παλαιότεροι και σύγχρονοι λόγιοι, διανοούμενοι, συγγραφείς και δημοσιογράφοι της Πόλης. Αναντικατάστατη η προσφορά του. Συλλυπητήρια στην σύζυγό του, τις δύο κόρες του και τον γιό του, τα εγγόνια του. Η μία του κόρη, η Ροδαμάνθη Πέτσα-Δαφνομήλη ακολούθησε το επάγγελμα του δημοσιογράφου.

 

 

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Ο Θανάσης Λάλας συνομιλεί με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

 

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ

ΣΥΝΟΜΙΛΕΊ ΜΕ ΤΟΝ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 18/12/1994, σελ. Γ12/-Γ21

         Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Ο άνθρωπος είναι παιδί της αβεβαιότητας

   ΙΝΓΚΜΑΡ Μπέργκμαν… Ένας μύθος του παγκόσμιου κινηματογράφου και θεάτρου. Ένας άνθρωπος που προσπάθησε να κάνει τα όνειρά του ταινίες και εμείς τις βλέπουμε σε κλειστές αίθουσες σαν «ανθοδέσμες εικόνων» στο σκοτάδι. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν… Η σιωπή του Θεού, ο σπασμένος καθρέφτης, η ψυχή κομματάκια έτοιμα να συναρμολογηθούν ξανά από την αρχή για να αντέξει, οι σχέσεις των ανθρώπων σε κοινή θέα, οι συνήθειες που έγιναν πέτρες και μας πλάκωσαν, η Φάνι στο περβάζι του παλιού παραθύρου και ο Αλέξανδρος κάτω από το τραπέζι, να προσπαθεί να μαντέψει από τα πόδια τι φρονεί η κεφαλή. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν … Ένας από τους τρεις-τέσσερις σημαντικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου, ένας φανατικός του Στρίντμπεργκ και του Μπαχ, ένας καταδιωκόμενος στην ίδια του την χώρα, ένας ψηλόλιγνος κύριος που ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την αχαριστία, την τιμωρία από αυτούς που ωφέλησε, την αμαρτία και την αχαριστία του ιεραρχικού μας συστήματος. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν… ο σκηνοθέτης μιας από τις ταινίες που βλέπω και ξαναβλέπω χωρίς να χορταίνω, μιας ταινίας που δεν τελειώνει, όσες φορές και αν την έχεις δει, όσο προσοχή κι αν της έχεις δώσει. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ένας κύριος 76 χρόνων που μοιάζει ακόμη με παιδί, που έζησε παρεμπιπτόντως και μεγαλούργησε γιατί δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει… Για μένα, ένα πρόσωπο που ονειρευόμουν να συναντήσω κι ας πεθάνω… Δεν πέθανα, βέβαια, και γι’ αυτό σας γράφω τώρα, για ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα, για μια συζήτηση που κράτησε 40 λεπτά, σε ένα μεγάλο δωμάτιο σαν αυτά που είδαμε στο «Φάνι και Αλέξανδρος» με μεγάλα παράθυρα, βαριά έπιπλα και ένα μικρό τραπέζι… Ο ένας στο ένα «κεφάλι» του τραπεζιού σαν αρχηγός της οικογένειας και ο άλλος-δηλαδή εγώ- στο άλλο κεφάλι σαν συγγενής εξ αποστάσεως, σαν μέλος μιας οικογένειας που ζει στις σκοτεινές αίθουσες και τρέφεται με εικόνες του Ταρκόφσκι, του Φελίνι, του Μπουνιουέλ, του Κουστουρίτσα, του Κόπολα και του Μπέργκμαν. Σήμερα, προσκεκλημένος στο σαλόνι του «Βήματος» ένας κύριος που σπάνια μιλάει δημόσια, αλλά ξέρει ότι κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του! Εγώ είμαι πια σίγουρος ότι το δάχτυλο του Θεού κάνει τα αδύνατα δυνατά και τα δυνατά αδύνατα!

-Σπάνια δίνετε συνεντεύξεις…

«Δεν δίνω ποτέ πιά… Δεν έχω τίποτε να πω και βαριέμαι!».

-Τώρα τί κάνετε;

«Δίνω συνέντευξη στο επίθετό σας… (χαμογελάει) Σας είπα… δεν θα σας έδινα ποτέ συνέντευξη αν δεν λεγόσασταν Λάλας... Χάριν του επιθέτου σας βρίσκεστε εδώ, εδώ απέναντί μου!»

-Τί σημαίνει η λέξη «Λάλας» για σας;

(χαμογελάει και σκέφτεται) «Με πάει πίσω στην παιδική μου ηλικία… «Λάλα» φωνάζαμε τη δεσποινίδα Νίλσον. Η Έλεν Νίλσον έζησε κοντά στη μητέρα μου και δίπλα στη γιαγιά μου μισόν αιώνα! Μαγείρευε κατάπληκτικά, ήταν αυστηρή, με αρχές και αφοσιωμένη εκτός από τη γιαγιά και στον Θεό… Όταν πέθανε η γιαγιά, ήρθε στο σπίτι μας και συνέχισε να ζει μ’ εμάς ώσπου πέθανε! Τα παιδιά την φοβόμασταν αλλά και την λατρεύαμε… Δεν μας χάλαγε ποτέ χατίρι… Όταν σας άκουσα να μου λέτε «πόσο σημαντικό είναι για σας να μιλήσετε μαζί μου» σκέφτηκα «άλλος ένας ενοχλητικός…». Ετοιμαζόμενος να σας πω «ευχαριστώ» και να κλείσουμε το τηλέφωνο, όταν είπατε τη μαγική φράση… «Σας ευχαριστώ έστω και αν μου  αρνείστε… Γιατί τώρα μπορώ να πω στον εαυτό μου: Λάλα, προσπάθησες, έκανες ό,τι μπορούσες, αλλά ο κύριος Μπέργκμαν δυστυχώς δεν σου έκανε το χατίρι…»

-Δυστυχώς τα χατίρια είναι σαν τις χάρες… Κάποια στιγμή γίνονται, αλλά ποτέ δεν απαιτείς να γίνουν…

 «Όταν άκουσα αυτή τη φράση από το στόμα σας, ένιωσα ότι αρνιόμουν στη δεσποινίδα Νίλσον… την αγαπημένη μου ‘Λάλα’… Με κυρίευσαν οι τύψεις… Αν θυμάστε, βουβάθηκα για λίγο και μετά σας είπα ‘δεν μπορώ να σας δω τον Ιούλιο, αλλά στις αρχές Σεπτεμβρίου ίσως βρω λίγο χρόνο’… Θυμάστε».

-Πώς δεν θυμάμαι… αστειεύεστε; Και μετά βουβάθηκα εγώ… Σιώπησα! (γέλια)

  «Η βουβαμάρα διαφέρει από τη σιωπή!»

-Σε τι;

  «Στη μία περίπτωση θέλεις να μιλήσεις αλλά έχει χαθεί η φωνή σου, ενώ στην περίπτωση της σιωπής έχεις φωνή αλλά προτιμάς να μη μιλήσεις… Η βουβαμάρα είναι ένα άδειο δωμάτιο που σε πλακώνει, ενώ η σιωπή ένας κήπος όπου ανθούν χιλιάδες συναισθήματα, ταυτόχρονα και η μυρωδιά τους σου ‘σπάει τη μύτη’»! (χαμογελάει)

-Υπάρχουν σιωπές που σας καθόρισαν στη ζωή σας;

  «Η ‘σιωπή’ του Θεού! Υπήρξε για μένα καθοριστική… γιατί μέσω της ‘σιωπής’ του Θεού αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι ότι δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα για τίποτα! Ο άνθρωπος είναι παιδί της αβεβαιότητας, που δεν αντέχει τη φύση του να προσπαθεί ρωτώντας να ανακαλύψει τις ρίζες του… Και το πιο μυστήριο όλων είναι ότι η τη στιγμή που αγγίζει την απάντηση στο ερώτημά του αντιλαμβάνεται πώς η απάντηση αυτή δεν είναι μία και μοναδική! Οι απαντήσεις είναι χιλιάδες, ενώ το ερώτημα παραμένει ένα!»

-Ο Θεός, πού κρύβεται; Στα ερωτήματα ή τις απαντήσεις;

  «Ο Θεός δεν κρύβεται. Φανερός είναι όπου κι αν στραφείς, αρκεί να θες να τον δεις! Ο Θεός έχει την ευκολία να είναι τα πάντα, αλλά όταν πας να τον περιορίσεις σε ένα πράγμα δεν χάνει ευκαιρία να σε βγάλει ψεύτη, να αρνηθεί την παρουσία του… Ο Θεός κατοικεί στη βεβαιότητα πώς τίποτε δεν είναι βέβαιο!»

-Είναι επινόηση του ανθρώπου ο Θεός;

  «Χωρίς την ύπαρξη των ανθρώπων ο Θεός θα ήταν μια δυνατότητα χωρίς αξία χρήσης… Οι άνθρωποι υπάρχουν για να είναι αναγκαία η ύπαρξη του Θεού και ο Θεός για να μην πεθαίνουν οι άνθρωποι στη βεβαιότητα! Ποτέ δεν έχασα τον χρόνο μου σπαζοκεφαλιάζοντας με το αν η κότα έκανε το αβγό ή το αβγό την κότα… (γέλια). Αυτό που πάντα με ενδιέφερε ήταν ο λόγος ύπαρξης του αβγού και της κότας!».

-Άρα, ο Θεός είναι αναγκαίος για τον άνθρωπο και ο άνθρωπος για τον Θεό…

  «Ακριβώς… Για να συνεχίζουν οι άνθρωποι να ανοίγουν πόρτες!»

-Η αναζήτηση του Θεού οδηγεί τον άνθρωπο στη γνώση;

  «Αναζητώντας ο άνθρωπος τον Θεό συστήνετε στον εαυτό του! Και καταλαβαίνω ότι για να δραπετεύσει από το «τίποτα» και να αγγίξει το «όλο» πρέπει να βρεθεί με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Προσπαθώντας να αγγίξει ο άνθρωπος τον Θεό αγγίζει τους γύρω ανθρώπους. Αυτή είναι και η σωτηρία του ανθρώπου… Η επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους! Ο Θεός είναι η αφορμή του ανθρώπου να συναντήσει τον άνθρωπο…»

-Ο πατέρας σας ήταν ιερέας;

  «Ναι…»

-Σας μιλούσε για τον Θεό;

  «Μεγάλωσα με την έννοια της αμαρτίας, με τη σημασία της τιμωρίας, με την ευχή της συγχώρησης».

-Αποδεχόσασταν αδιαμαρτύρητα αυτές τις έννοιες; Ιδιαίτερα της τιμωρίας;

  «Έζησα από παιδί τον φασισμό που πηγάζει από ένα αυστηρώς ιεραρχικό σύστημα…»

-Υπήρχαν στιγμές απόδρασης όσο ήσασταν παιδί από την αυστηρότητα αυτού του ιεραρχικού συστήματος;

  «Ήταν αδύνατον να ξεφύγει κανείς… Πιστεύω ότι ο φασισμός δεν αφήνει περιθώρια για έναν Σπάρτακο…»

-Τι είναι ο φασισμός;

  «Ένα ψηλό σπίτι που δεν έχει παράθυρα ούτε πόρτες… Μπορείς μέσα σ’ αυτό το σπίτι να ονειρεύεσαι μια εκδρομή στον έξω κόσμο, αλλά το βάσανο είναι ότι δεν υπάρχει διέξοδος… Με νύχια και με δόντια προσπαθείς να ρίξεις τους τοίχους, αλλά το μόνο που καταφέρνεις είναι να πληγώνεις τα δάχτυλά σου! Το κακό είναι ότι σου λένε πως το σπίτι το χτίσανε ψηλό χωρίς παράθυρα και πόρτες για να μην κινδυνεύει η ψυχή σου. Τα ιεραρχικά συστήματα είναι μεγάλες φυλακές της σωτηρίας της ψυχής μας!» (γέλια)

-Διαφύγατε ποτέ από τον φασισμό του ιεραρχικού συστήματος μέσα στο οποίο γεννηθήκατε;

  «Ευτυχώς κάποια στιγμή ξέφυγα»

-Πώς;

  «Μέσα από τη γνώση. Η γνώση σε κάνει περίεργο και η περιέργεια ενεργητικό, δηλαδή ελεύθερο!»

-Ποιά ήταν η πρώτη πηγή γνώσης για σας;

«Η φαντασία μου!»

-Υπάρχει κάτι σήμερα που βλέποντας τον εαυτό σας στον καθρέφτη σας θυμίζει τους γονείς σας;

  «Η έμφυτη τελειομανία που με διακρίνει… Οι γονείς μου ήταν συγγενείς της τελειότητας!»

-Τι έχετε έντονα στον χαρακτήρα σας που δεν θυμίζει τους γονείς σας;

   «Μιά εξαιρετική ικανότητα στο ψέμα που περνάει για αλήθεια… Είμαι ψεύτης περιωπής! Το ψέμα-όπως έχω γράψει κιόλας- υπήρξε για μένα διέξοδος… Λέγοντας ψέματα απέφευγα την τιμωρία!»

-Κάνοντας μια βουτιά στη μνήμη σας, θυμάστε τη στιγμή που είπατε το πρώτο σας ψέμα;

  (χαμογελάει) «Ήταν χειμώνας… Φοβερό κρύο και χιόνι. Ήμασταν στο πάρκο και παίζαμε χιονοπόλεμο… Εκείνη την ημέρα παίζοντας σπάσαμε πολλά τζάμια… Όταν το αντιληφθήκαμε ο φύλακας μας πρόδωσε στον πατέρα μου… Ο πατέρας μου ρώτησε εμένα και τον αδελφό μου ποιος έσπασε τα τζάμια… Μας απείλησε ότι θα μας τιμωρούσε αν δεν ομολογούσαμε… Εγώ προτίμησα να πω ότι επειδή κρύωνα έφυγα και δεν ήμουν εκεί όταν έσπασαν τα τζάμια».

-Σας πίστεψε;

  «Όχι… Μα κατάλαβε και με τιμώρησε διπλά… Παρ’ όλα αυτά είχα ανακαλύψει το ψέμα… Ήταν ζήτημα χρόνου να εκπαιδευτώ στο ψέμα και να μη με καταλάβουν».

-Σε τι διαφέρει το ψέμα από το παραμύθι;

  «Τα παραμύθια είναι ο φανταστικός κόσμος που δίνει μια άλλη διάσταση του πραγματικού… Με τα παραμύθια κατανοούμε πιο εύκολα την πραγματικότητα. Με το ψέμα γυρίζουμε την πλάτη στη σκληρή πραγματικότητα! Το παραμύθι θα είναι ένας τρόπος ζωής, ενώ το ψέμα ένας τρόπος αποφυγής!».

-Γιατί στα παιδιά αρέσουν τα παραμύθια;

«Γιατί δεν πονάνε… Τα παραμύθια έχουν τα προνόμια της παιδικής ηλικίας…»

-Τι εννοείτε;

  «Στα παραμύθια όπως και στην παιδική ηλικία, δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει η αίσθηση του χρόνου, οι απαγορεύσεις… Στα παραμύθια τα όρια είναι οι σκιές, ο χρόνος ποτάμι... Στα παραμύθια, όπως και στην παιδική ηλικία, δύσκολα διακρίνει κανείς τη φαντασία από την πραγματικότητα».

-Ο κινηματογράφος είναι ένα παραμύθι με κινούμενες εικόνες που πολλοί ξεγελιούνται και το πιστεύουν για πραγματικότητα;

  «Όταν ο κινηματογράφος δεν είναι ντοκουμέντο, είναι όνειρο».

-Εσείς, τι κινηματογράφο κάνατε; Ντοκουμέντο ή όνειρο;

  «Προσπάθησα να κινηθώ στον χώρο των ονείρων! Δυστυχώς τα κατάφερα σε ελάχιστες περιπτώσεις…» (χαμογελάει)

-Υπάρχει ένας σκηνοθέτης που τα κατάφερε ολοκληρωτικά;

  «Ο Ταρκόσφκι. Ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης όλων των εποχών!»

-Τον συναντήσατε ποτέ;

   «Τον συνάντησα μερικές φορές… Και ευτυχώς που τον συνάντησα».

-Γιατί ευτυχώς;

  «Αν δεν τον είχα συναντήσει, δεν θα είχα ποτέ καταλάβει γιατί απέτυχα σε ό,τι εκείνος πέτυχε»

-Θεωρείτε τον εαυτό σας αποτυχημένο;

  «Δεν κατάφερα να κάνω απολύτως-εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις-το όνειρό μου»

-Πείτε μου μια περίπτωση όπου το πετύχατε…

  «Στο ‘’Φάνι και Αλέξανδρος’’! Σταμάτησα τον κινηματογράφο όταν τον άρχισα… Γιατί για μένα η τελευταία μου ταινία ήταν η πρώτη μου!»

-Γιατί σταματήσατε τον κινηματογράφο;

  «Γιατί αντιδρούσε το σώμα μου. Αρνιόταν να συνεχίσει. Από παιδί υποφέρω από σωματικούς πόνους. Δυστυχώς είμαι από τις περιπτώσεις που τα πάντα τα βιώνουν και σωματικά. Υποφέρω! Όταν άρχισα να στήνω την επόμενη ταινία μετά το ‘’Φάνι και Αλέξανδρος’’, έπεσα στο κρεβάτι του θανάτου. Το σώμα μου αρνιόταν να συνεχίσει. Το δικό μου νευρικό σύστημα, βλέπετε, είναι εγκατεστημένο στο στομάχι μου. Τα έντερά μου πάντα σαμποτάριζαν ό,τι και αν προσπαθούσα να κάνω. Αυτή ήταν η τυραννία μου από παιδί… ή μάλλον η αναπηρία μου. Στο σχολείο έφθανε μόνο η απειλή ‘’να με συλλάβει ο καθηγητής αδιάβαστο’’ για να τα ‘’κάνω πάνω μου’’! (γέλια).

-Φοβερό βάσανο…

  «Μια σχετική λύτρωση ήταν για μένα η συμβουλή ενός γιατρού πολλά χρόνια αργότερα… Μου είχε πει: ‘’Δεχτείτε την κατάστασή σας και ζήστε μ’ αυτήν!’’. Τελικά σήμερα λέω ότι το μόνο μου ‘’επίτευγμα’’ στην καλλιτεχνική μου πορεία είναι που απαιτούσα και είχα σε όλα τα θέατρα του κόσμου όπου δούλεψα μια δική μου τουαλέτα για τέτοιες ώρες ‘’ανάγκης’’!» (γέλια).

-Μόνο ο Ταρκόφσκι πέτυχε να κάνει τον κινηματογράφο όνειρο;

  «Και ο Μπουνιουέλ… Στο ίδιο σπίτι με τον Ταρκόφσκι, για να είμαι ειλικρινής, συγκατοικούν ο Φελίνι, ο Μελιές και ο φίλος μου Ακίρα Κουροσάβα. Ο Αντονιόνι-όπως έχω ξαναπεί- έζησε μαζί τους για λίγο, αλλά μετά άνοιξε την πόρτα κι έφυγε από το όνειρό του! Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί! Ίσως από βαρεμάρα…»

-Γιατί τελικά ασχοληθήκατε με τον κινηματογράφο;

  «Δεν ξέρω… Από μικρός μαγευόμουν μέσα στο σκοτάδι να σκορπάει εικόνες! Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνησή μου σαν παιδί, μέσα στο σκοτάδι της κάμαράς μου, να γυρίζει τη χειροκίνητη μανιβέλα και να βλέπω τη μια εικόνα πίσω από την άλλη να ξεπετάγονται από τη μουβιόλα!».

-Είχατε δική σας μουβιόλα;

  «Ναι… Όχι ακριβώς δική μου…» (γέλια)

-Τι εννοείτε;    

  «Η μουβιόλα ήταν δώρο χριστουγεννιάτικο των γονιών μου στον αδελφό μου! Δεν θα σας πω πώς ένιωσα όταν ο αδελφός μου άνοιξε το κουτί και είδα τη μουβιόλα! Μίσησα τόσο πολύ τον πατέρα μου… Άρχισα μα στριγκλίζω μέχρις εξαντλήσεως!» (γέλια)

-Μαύρα Χριστούγεννα…

  «Το χειρότερο από την άποψη αυτή… Από μια άλλη άποψη όμως είχαμε στο σπίτι μια μουβιόλα… Είχα ‘’σπάσει’’ το κεφάλι μου να βρω τρόπο να την αποκτήσω».

-Τελικά την αποκτήσατε;

  «Την επόμενη μέρα…»

-Πώς;

  «Την αντάλλαξα με 150 χάλκινα στρατιωτάκια… Ο αδελφός μου ήταν μεγάλος κατακτητής  διαθέτοντας χιλιάδες στρατιωτάκια και έδινε οτιδήποτε είχε προκειμένου να αυξήσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις!» (γέλια).

-Θυμάστε τις πρώτες εικόνες που είδατε να ξεπηδούν μέσα από τη μουβιόλα σας;

  «Ήταν μια ταινία 3 μέτρων, 35 χιλιοστών που λεγόταν ‘’Κυρία Χόλι!’’ (γέλια)

-Τι ήταν η κυρία Χόλι;

  (χαμογελάει) «Μια μεσογειακή θεά. Η πρώτη εικόνα που είδα χωμένος μέσα στην γκαρνταρόμπα της κάμαράς μου ήταν μια γυναίκα να κοιμάται στην εξοχή.. Φορούσε την εθνική της ενδυμασία… Το φοβερό ήταν ότι γυρνώντας τη μανιβέλα η γυναίκα ξυπνούσε… Σηκωνόταν όρθια και χτένιζε τα μαλλιά της… Όσο πιο γρήγορα κινούσα τη μανιβέλα τόσο πιο απότομα ξυπνούσε…»

-Πριν από αυτό είχατε πάει ποτέ στον κινηματογράφο; προτού πάρετε δηλαδή τη μουβιόλα…

  «Λίγους μήνες πριν, αν δεν κάνω λάθος».

-Τι είχατε δει;

  «Τον ‘’Ωραίο Μαύρο’’! Έτσι ονομαζόταν το μαύρο άλογο που πρωταγωνιστούσε! (γέλια) Με τις πρώτες εικόνες που είδα μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι! Αρρώστησα βαριά και παραμένω άρρωστος με τον κινηματογράφο ως σήμερα…»

-«Αρρώστια» είναι ο κινηματογράφος;

  «Για μένα, ναι! Εξαιτίας του δεν μπόρεσα να ζήσω ποτέ ήσυχα… Μόλις έβγαινα από τα στούντια τελειώνοντας μια ταινία, έπεφτα του θανατά… Όταν έμπαινα στα στούντιο, τα έντερά μου άρχιζαν συναυλίες! (γέλια). Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα… Ήταν μια αρρώστια παιδική που ποτέ δεν ξεπέρασα. Με τα χρόνια κατάλαβα αυτό που έλεγε ο Φελίνι: ‘’Το να κάνεις ταινίες είναι ένας τρόπος να ζεις!’’. Το ίδιο πιστεύω κι εγώ… Αν δεν έφτιαχνα ταινίες ίσως να είχα ήδη πεθάνει!».

-Κάθε ταινία που τελειώνει είναι ένας μικρός θάνατος;

  «Την τελευταία μέρα λίγο πριν γυριστεί η τελευταία σκηνή νιώθεις ότι στέκεις στο χείλος του γκρεμού. Με το που ακούγεται το τελευταίο ‘’στοπ’’, πέφτεις στο γκρεμό και αρπάζεσαι για να σωθείς απ’ ό,τι βρεις… κρατιέσαι με όλη σου τη δύναμη για να μην πέσεις και τσακιστείς!».

-Πώς σώζεστε τελικά;

  «Κανείς δεν σώζεται, νομίζω… Απλώς ζεις κουβαλώντας έναν ακόμη θάνατο. Αυτό είναι η ζωή… Ένα φορτηγό που περνάει διάφορα και στον δρόμο του φορτώνει θανάτους… Ώσπου γεμίζει η καρότσα του θανάτους και παίρνει δρόμο, για τη μεγάλη χωματερή, όπου χιλιάδες πεθαμένες στιγμές μας αδειάζονται πάνω σε χιλιάδες χαμένες στιγμές άλλων!».

-Σας φοβίζει ο θάνατος;

  «Με φοβίζει η αβεβαιότητα της ζωής όσο και το αβέβαιον του θανάτου».

-Πιστέψατε ποτέ στον Παράδεισο και την Κόλαση;

  «Εδώ είναι ο Παράδεισος, εδώ και η Κόλαση».

-Πείτε μου μια στιγμή που φιλοξενηθήκατε στον Παράδεισο…

  (χαμογελάει) «Είναι κάθε στιγμή που η κάμερα κατέγραφε κάτι άπιαστο. Κάτι που γεννήθηκε για μια στιγμή και πέθανε… αλλά πρόλαβε η κάμερα να το γράψει. Βουτάμε στη ζωή από ψηλά, με σκοπό να ανακαλύψουμε τον ‘’βυθό’’ της. Όσο αντέχει η ‘’αναπνοή’’ μας ψάχνουμε να πιάσουμε το ‘’άπιαστο’’… Το ‘’άπιαστο’’ είναι το πιο πολύτιμο ‘’ψάρι’’ της ζωής. Κάθε φορά που πιάνουμε το ‘’άπιαστο’’, νιώθουμε ‘’μοναδικοί’’ ψαράδες… Θεοί! Μια φορά, σε μια πρες κόμφερανς με ρώτησε μια νεαρή δημοσιογράφος: ‘’Ποια είναι η ευτυχία του να είστε σκηνοθέτης’’. Και εγώ της είπα: ‘’Όποια είναι η ευτυχία του δύτη μαργαριταριών’’!».

-Η επιφάνεια της θάλασσας δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον με τον βυθό για σας;

  (χαμογελάει) «Στην επιφάνεια διασκεδάζει κανείς, στον βυθό ψυχαγωγείται, μαθαίνει! Και τα δύο είναι απαραίτητα στη ζωή…».

-Υπάρχει μια συμβουλή κάποιου που δεν θα ξεχάσετε ποτέ;

  «’’Πριν φυτέψεις ένα δέντρο χρειάζεται να ξέρεις πώς να το κλαδέψεις για να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο! Φυτεύεις επειδή ξέρεις να κλαδεύεις’’!» (χαμογελάει)

-Ποιος σας το είπε αυτό;

  «Ο Καρλ Άντερς Ντούμλινγκ… Ένας από τους ανθρώπους που με ενθάρρυναν να γίνω σκηνοθέτης!».

-Πώς το χρησιμοποιήσατε αυτό στην τέχνη σας;

  (χαμογελάει) «Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση… Γιατί σημασία έχει κάθε συμβουλή να επεμβαίνει στη ζωή και να την καθαρίζει…».

-Πόσο μάλλον στο έργο… Πώς χρησιμοποιήσατε λοιπόν αυτή τη «συμβουλή» στο έργο σας;

  (σκέφτεται) «Ήμουν πάντα της άποψης ότι το μοντάζ γίνεται στο γύρισμα… και ο ρυθμός υπάρχει στο σενάριο! Δηλαδή, πριν έρθει η ώρα του μοντάζ, το μοντάζ πρέπει να έχει γίνει… Μόνο αν ξέρεις να ‘’κλαδέψεις’’ μια σκηνή, το γύρισμα δεν γίνεται άσκοπο! Πολλοί προσπαθούν στο τέλος, στο μοντάζ, να δώσουν τον ρυθμό, αλλά μάταια… Ο ρυθμός πρέπει να περιέχεται στο σενάριο. Ο ρυθμός είναι το παν, είναι η αρχή… Γιατί ο ρυθμός βοηθάει τα αισθήματα να μπουν ψυχή και τις ιδέες στο μυαλό.»

-Πώς είναι η κάμαρα της ψυχής;

  (χαμογελάει) «… Στην ψυχή τα πάντα πετούν χωρίς να χάνουν το βάρος τους, ενώ στο μυαλό υπολογίζουν το βάρος τους και σπαζοκεφαλιάζουν να βρουν τον τρόπο να πετάξουν… Το αεροπλάνο είναι έργο του μυαλού, η μουσική του Μπαχ έργο της ψυχής».

-Όλα τα μεγάλα έργα τέχνης είναι έργα της ψυχής;

  «Όχι απαραίτητα».

-Εσείς μεγαλώσατε με τη διάθεση να πετάξετε χωρίς να χάσετε το βάρος σας;

  (χαμογελάει) «Εγώ γέρασα προσπαθώντας να γράψω μία φράση ισάξια του Στρίνμπεργκ… Τελικά ο Στρίντμπεργκ για μένα ήταν οδηγός… Ο Στρίντμπεργκ και ο Μπαχ…».

-Τι σας έμαθε ο Στρίντμπεργκ;

  «Ότι αμαρτάνοντας διεκδικείς με αξιώσεις την αγιοσύνη…» (γέλια).

-Και ο Μπαχ;

  «Πόσο σημαντικό είναι Θεέ μου, να μη χάσω τη χαρά μου! Σε όλη μου τη ζωή κοιμόμουν- ξυπνούσα με αυτό που ο Μπαχ έλεγε ‘’χαρά του’’! Αυτό με έσωσε. Ό,τι έκανα ως τώρα στη ζωή μου το έκανα για τη ‘’χαρά μου’’ κι εγώ! Και αν ανησυχούσα με το επερχόμενο γήρας, ήταν μόνο γιατί φοβόμουν μήπως χάσω τη ‘’χαρά μου’’!.

-Έχετε κλάψει ποτέ από χαρά;

 «Κλαίω σπάνια… σχεδόν ποτέ. Όταν κλαίω, κλαίω μόνο από χαρά… Μικρός, έκλαιγα πολύ και η  μητέρα μου νόμιζε ότι ήταν κόλπο για να πετύχω αυτό που ήθελα… Γι’ αυτό με τιμωρούσε σκληρά.. Ώσπου έπαψα να κλαίω για να μη με τιμωρεί».

-Γιατί οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή κλαίγοντας και όχι γελώντας;

  «Γιατί η ζωή είναι μια μεγάλη σκοτεινή σπηλιά όπου κυριαρχούν στην αρχή μόνο οι σκιές και φόβοι… Κλαίμε και παίρνουμε δύναμη από την ηχώ του κλάματός μας!».

-Όταν λέτε ‘’γηρατειά’’ τι εννοείτε; Τι είναι το γήρας;

  (χαμογελάει) «Οι συνέπειες του χρόνου… κάτι για το οποίο ούτε δυσανασχετώ ούτε χαίρομαι!»

-Ο χρόνος φθείρει μόνο το σώμα ή και το μυαλό και την ψυχή;

  «Σας είπα και στην αρχή της κουβέντας μας… όλη μου τη ζωή την πέρασα εξαρτημένος από το σώμα μου… Ό,τι κι αν συνέβαινε στην ψυχή και στο μυαλό μου, είχε συνέπειες στο σώμα μου… Αυτό, θα μου πείτε, δεν συνεπάγεται πώς ο,τι συμβαίνει στο σώμα πλήττει το μυαλό και την ψυχή μου… Θα συμφωνήσω με τον συλλογισμό, αλλά η πραγματικότητα έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η σχέση ψυχής και σώματος είναι αμφίδρομη! Δυστυχώς. Όσο περνάει ο καιρός η λύση των προβλημάτων γίνεται όλο και πιο καθυστερημένα… γενικότερα νομίζω, στα γηρατειά οι αποφάσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Εξαντλείται εύκολα… Μετά, οι αισθήσεις προ του επερχόμενου τέλους οξύνονται και βλέπεις πράγματα που δεν θα τα έβλεπες παλιότερα… Βλέπεις και λάθη περισσότερα και αυτό σε σκοτώνει, ιδιαίτερα αν είσαι φύση τελειωμένη, όπως εγώ!».

-Υπάρχουν όνειρα που δεν έχετε πραγματοποιήσει;

  «Αν και κοιμάμαι πολύ λίγο… σχεδόν μένω άϋπνος… ονειρεύομαι ακόμη. Ξέρω ότι τώρα όσο περισσότερο ονειρεύομαι τόσο χειρότερο για μένα…».

-Γιατί;

  «Γιατί τα όνειρα υπάρχουν για να κινητοποιούν την ακινησία της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα είναι ήδη πληκτική. Αν δεν υπήρχαν τα όνειρα, θα ήταν ανυπόφορη. Μόνο που η σκληρή πραγματικότητα για έναν κύριο 76 χρόνων είναι ότι δύσκολα πια τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα. Γιατί η μόνη πραγματικότητα όταν είσαι 76 χρονών είναι πώς αύριο θα ανταλλάξεις ίσως χειραψία με τον θάνατο».

-Τι είναι, λέτε, ο θάνατος;

  «Μια εμπειρία που ποτέ δεν θα μάθεις τίποτε απ’ αυτήν. Μια άχρηστη εμπειρία… αλλά αναπόφευκτη… Γι’ αυτό λέω, ο θάνατος δεν αφορά αυτόν που φεύγει, αλλά αυτούς που μένουν. Και τον Θεό…» (γέλια).

-Ποια είναι η βασικότερη διαφορά μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου;

  «Το θέατρο είναι ποτάμι… Άλλοτε ρηχό, άλλοτε βαθύ, άλλοτε πλατύ και άλλοτε στεγνό… Πολλές φορές αυτό το ποτάμι παρασύρει σκουπίδια και πιο σπάνια γίνεται δρόμος για να τον διασχίσουν καράβια ψυχές που θέλουν να πάνε κάπου αλλού. Ο κινηματογράφος είναι ψάρεμα… Σε μια θάλασσα απέραντη ρίχνεις την μπετονιά σου-με το ανάλογο δόλωμα πάντα- και ελπίζεις να πιάσεις το ‘άπιαστο’ και να το φυλακίσεις!».

-Εσάς σας ενδιαφέρει περισσότερο το ψάρεμα ή το ποτάμι;

  (χαμογελάει) «Τώρα που έχω κόψει το ψάρεμα… Το ποτάμι είναι πιο εύκολο για μένα… Ξέρετε, στο θέατρο το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο όταν περνάνε τα χρόνια… Ελέγχονται οι αδυναμίες και οι ηθοποιοί μπορούν σε ένα μεγάλο βαθμό να διορθώσουν τα λάθη σου. Στον κινηματογράφο πρέπει να είσαι συνέχεια σε εγρήγορση. Κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει. Γι’ αυτό αποτραβήχτηκα, νομίζω, την κατάλληλη ώρα… Δεν θα ήθελα να δω κρυφά συνεργάτες και ηθοποιούς να λυπούνται το τέρας, να νιώθουν συμπόνια για το τέρας!».

-Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που λένε ότι ο σκηνοθέτης πεθαίνει στη σκηνή και στα πλατό…

  «Έχω δει βασιλιάδες να σέρνονται στη σκηνή σαν κουρασμένοι γελωτοποιοί. Χτυπημένοι από τη βαριεμάρα να σέρνονται και να απολαμβάνουν, αντί χειροκροτήματος, απανωτά σφυρίγματα και, αντί του γέλιου, μια δολοφονική σιωπή. Το θέατρο δεν είναι τσίρκο… Το θέατρο μπορεί να ζήσει και χωρίς εμάς. Όταν δεν μπορούμε πια να προσφέρουμε στο θέατρο, δεν χάνει το θέατρο, χάνουμε εμείς. Γι’ αυτό κι εγώ πήρα το καπέλο μου όσο ακόμη μπορώ να σηκώσω το χέρι μου να κάνω κι αυτό και βγήκα στον κόσμο των γηρατειών… Άλλωστε η δημιουργικότητα στα γηρατειά-το έχω γράψει και πει χιλιάδες φορές- δεν είναι αυταπόδεικτη. Έρχεται όποτε θέλει αυτή και με τους όρους της. Όπως συμβαίνει και με την σεξουαλικότητα… Μειώνεται σταδιακά και έρχεται όποτε θέλει αυτή!». (γέλια).

-Ερωτευτήκατε ποτέ τρελά;

  «Μόνο τρελά. Ολοκληρωτικά».

-Ποιος ήταν ο πρώτος σας έρωτας;

  (χαμογελάει) «Ήταν στο τσίρκο… Μας είχε πάει η θεία Άννα. Ήταν νέα, ντυμένη στα άσπρα, καβάλα σε ένα μαύρο άλογο. Την ερωτεύτηκα τρελά από την πρώτη στιγμή… Την λέγανε Εσμεράλδα και για ένα μεγάλο διάστημα της ζωής μου κυριαρχούσε στα όνειρά μου. Είχα πλάσει μάλιστα και μια ιστορία που την έλεγα στους φίλους μου».

-Η ιστορία τι έλεγε;

  (χαμογελάει) «Ότι οι γονείς μου με είχαν πουλήσει στο τσίρκο για να γίνω ακροβάτης και να βγαίνω στη σκηνή μαζί με την Εσμεράλδα… Όταν έφτασαν οι φαντασιώσεις μου στ’ αφτιά της μητέρας μου, με τιμώρησε… και με πήγε στον γιατρό… Ο γιατρός διέγνωσε τότε: ‘’Το παιδί σας πρέπει πολύ σύντομα να μάθει να διακρίνει τη φαντασία από την πραγματικότητα…». Πολύ φοβάμαι ότι ποτέ δεν διέκρινα τα σαφή όρια της φαντασίας από την πραγματικότητα… Ίσως αυτό είναι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν… Ένα παιδί που μεγάλωσε χωρίς να μάθει ποτέ τα όρια που διακρίνουν την φαντασία από την πραγματικότητα».  

-Σας ευχαριστώ…

   «Όχι εμένα… Τη δεσποινίδα Λάλα των παιδικών μου χρόνων… που δεν μου χάλαγε χατίρι…»

-Πείτε μου για το τέλος μια φράση που σας αντιπροσωπεύει;

  (χαμογελάει) «Από μωρό υπέφερα από χιλιάδες ακαθόριστες αρρώστιες… Όλες αυτές οι αρρώστιες αποδεικνύουν ότι τελικά το σκεφτόμουν πολύ και δεν μπορούσα να αποφασίσω αν ήθελα να πεθάνω ή να ζήσω!».

-Να είστε καλά!

    ΘΑΝΑΣΗΣ  ΛΑΛΑΣ

Σχετικά των σύγχρονων καιρών

   Πέμπτη βράδυ 6 Αυγούστου του 2026, παλαιότερα στους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τους τηλεοπτικούς δέκτες θα μιλούσαν και θα έδειχναν ντοκιμαντέρ από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ρήψη από τον Αμερικανικό Στρατό της πρώτης Ατομικής βόμβας στην Χιροσίμα και κατόπιν στο Ναγκασάκι, την Συνθήκη παράδοσης της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας η οποία είχε συνταχθεί με τις δυνάμεις του Άξονα και είχε εισβάλει στην επίσης Αυτοκρατορική Κίνα. Σίγουρα, κάποιο δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι θα επαναπρόβαλε την εξαιρετική ταινία «Χιροσίμα αγάπη μου» (1959) του Αλέν Ρενέ βασισμένη σε σενάριο από το μυθιστόρημα της Μαργκερίτ Ντυράς. Ή ακόμη άλλη πολεμική ταινία της δραματικής εκείνης εποχής στην Παγκόσμιο Ιστορία της Ανθρωπότητας. «Η Γέφυρα του ποταμού Κβάϊ», «Καλά Χριστούγεννα μίστερ Λώρενς» κλπ. Την Αυτοκρατορική αίγλη της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου-και της στρατιωτικής της ήττας προσπάθησε μερικές δεκαετίες αργότερα, με τον «προσωπικό του στρατό» να «ξεπλύνει» ο ποιητής και πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας Γιούκιο Μισίμα, σκηνοθετώντας την θεαματική αυτοκτονία του μαζί με τους εραστές συντρόφους- ακολούθους του, έφυγε από την ζωή μετά από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα. Οι Καιροί είχαν αλλάξει, η αυστηρή παλαιά παράδοση των Σαμουράϊ δεν συγκινούσε τις νέες Ιαπωνικές γενιές, η στρατιωτική τελετουργία και τα ήθη τους είχαν γίνει τουριστικό αξιοθέατο για ξένους επισκέπτες. Η Δυτική και ειδικότερα η Αμερικάνικη επικυριαρχία στρατιωτική, πολιτική και πολιτιστική είχε αρχίσει να κυριαρχεί και να αποδίδει οικονομικούς καρπούς και τα περασμένα Αυτοκρατορικά μεγαλεία ανήκαν πλέον στις σελίδες των ιστορικών βιβλίων και τα ντοκιμαντέρ, ως απόδειξη στο που μπορεί να οδηγήσει ο παραλογισμός και η αφροσύνη του ανθρώπου με τα γνωστά αποτελέσματα-χιλιάδων αθώων, αμάχων νεκρών και τραυματιών από την ρήψη της ατομικής βόμβας.

   Τα ελληνικά δημόσια και ιδιωτικά κανάλια έχουν σαν κύριο θέμα τους ακόμη-εύλογο και φυσικό- τις μεγάλες πυρκαγιές που κατέκαψαν χιλιάδες στρέμματα δασικών εκτάσεων, κατέστρεψαν σπίτια και οικογενειακές επιχειρήσεις, στάνες και μαντριά, κάηκαν ζώα σε διάφορες περιοχές της χώρας. Φυσικές καταστροφές της κλιματικής αλλαγής που άφησαν πίσω τους «Σεληνιακό τοπίο» θα έλεγαν οι παλαιοί ρεπόρτερ. Σκοπιμότητες, προσωπικές αμέλειες, ανθρώπινη βλακεία, άλλοι λόγοι απερισκεψίας, πυρομανείς, έλλειψη κεντρικού και μακροπρόθεσμου κρατικού σχεδιασμού… δεν είμαι αρμόδιος, δεν γνωρίζω να απαντήσω ούτε έχω στερεότυπες λύσεις, το σίγουρο πάντως είναι ότι χρόνο με τον χρόνο η ελληνική πανίδα και χλωρίδα στην πατρίδα μας χάνεται, καταστρέφεται και μαζί της ανθρώπινες ζωές, μνήμες, βάσανα, όνειρα και κόποι μιάς ζωής και εκατοντάδες οικόσιτα ζώα γίνονται στάχτη αποκαΐδια. Ας μας επιτραπούν τρείς χαρακτηριστικές εικόνες που δηλώνουν το δράμα της καταστροφής. Η πρώτη, μία μεγάλης ηλικίας γυναίκα η οποία δήλωσε μπροστά στην κάμερα ότι «στο τέλος του χρόνου θα εξοφλούσα το δάνειο που είχα πάρει από τις τράπεζες για να χτίσω το σπίτι που διέμενα εγώ μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Τώρα έγιναν όλα στάχτη καταστράφηκαν όλα δεν έχω που να μείνω». Η δεύτερη εικόνα έδειχνε σε κάποιο μέρος της επαρχίας να γίνεται ένα πανηγύρι και οι πανηγυριώτες να χορεύουν και να πετάν βεγγαλικά, ενώ ως φόντο στο βάθος, έδειχνε η Κάμερα το βουνό να καίγεται, οι φλόγες να φαίνονται σαν πολιορκητικός κλοιός. Ο αγαπημένος τραγουδιστής που βρίσκονταν στην σκηνή ζήτησε να μην ανάβουν βεγγαλικά. Άραγε ήθελε πολύ σκέψη για να μην το κάνουν οι παρευρισκόμενοι που διασκέδαζαν; Και η τρίτη εικόνα, τηλεοπτικό πλάνο έδειχνε κατάκοπους από την κούραση, εξαντλημένους από την προσπάθεια σβησίματος των δεκάδων φωτιών Πυροσβέστες να στέκονται για λίγο να ξαποστάσουν, να πιούν μια γουλιά νερό, και να πετάγονται μπροστά τους τηλεοπτικοί ρεπόρτερ με ένα μαρκούτσι στο χέρι μπροστά στο πρόσωπό τους και να τους ρωτούν ό,τι μπορείς να φανταστείς για μία είδηση λες και δεν έβλεπαν, δεν γνώριζαν τι γίνεται γύρω τους εδώ και μέρες. Ας μην αναφέρουμε πώς αντέδρασε ημίγυμνο πιτσιρίκι σε ανάλογη περίπτωση, μπροστά σε δημοσιογράφο γνωστού «ανοιχτού» τηλεοπτικού σταθμού και τι λέξη είπε καθώς κατέβαινε από την βάρκα που μετέφερε κατοίκους σε ασφαλές μέρος μια και καίγονταν ο τόπος που διέμεναν. Δημοσιογραφικές υπερβολές που δεν ήταν απαραίτητες στην ενημέρωσή μας. Ηπιότερος και συγκρατημένος ο λόγος του οικογενειάρχη ηθοποιού κυρίου Χαλκιά που έχασε το σπίτι που αγωνίστηκε εργαζόμενος να αφήσει κάτι στα παιδιά του. Οι κόποι μιας ζωής στάχτη από την μία στιγμή στην άλλη. Η σύγχρονη σκληρή και άσπλαχνη πραγματικότητα της Ζωής που κάνουμε ό,τι μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να την αυξήσουμε.

    Με τι διάθεση να συνεχίσεις να ασχοληθείς με θέματα Ποίησης, Τέχνης, Λογοτεχνίας, Κουλτούρας; Και ποιους αφορούν αυτά μέσα σε αυτό το κακό, το κλίμα απαισιοδοξίας, την αποπνιχτική ατμόσφαιρα, τις καταστροφές, τα όσα γράφεις, φλυαρείς, αναρτάς στο μπλοκ σου. Η Ζωή όμως συνεχίζεται…. Με τα εμπόδιά της, τα βάσανά της, τις σκοτούρες της. Οι τηλεοπτικοί δέκτες στις ειδήσεις έδειχναν τις εκατοντάδες κόσμου με τα μπαγκάζια τους, τα ζωάκια τους, τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητά τους, τις φιλικές τους παρέες, οικογένειες χαρούμενες να φεύγουν με «αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς…» που τραγουδούσε η Σωτηρία Μπέλλου. Κατεβαίνουν στο Πρώτο Λιμάνι και αποπλέουν με γεμάτα τα πλοία, άλλοι από την Ραφήνα και το Λαύριο για τα Νησιά, για προορισμούς του εξωτερικού ή σε ορεινές περιοχές της Ελλάδος με τα αμάξιά τους, τα λεωφορεία, τα πούλμαν. Ουρές στα διόδια, η Ζωή συνεχίζεται…..

   Άλλαξα κανάλι κάνοντας ζάπινγκ να πάρω μία ανάσα. Μεταφέρθηκα σε τηλεοπτικά ηρεμότερα νερά, στο Κανάλι της Βουλής. Έπεσα πάνω σε μία ενδιαφέρουσα παρουσίαση, εξομολόγηση των εργασιακών πεπραγμένων της πορείας του δημοσιογράφου, συγγραφέα και εικαστικού κυρίου Θανάση Λάλα. Ο οποίος αν κατανοώ ορθά έχει δημιουργήσει ένα τηλεοπτικό κανάλι (;) και παίρνει συνεντεύξεις. Παρακολούθησα αυτήν με τον ποιητή και μεταφραστή Τίτο Πατρίκιο. Εδώ ανοίγοντας μικρή παρένθεση να αναφέρουμε ότι στο «γιου τιουμπ» μπορεί κανείς να παρακολουθήσει ενδιαφέρουσες εκπομπές πολιτιστικού περιεχομένου, στο «Πατάρι του Gutenberg» όπως αυτή του ποιητή και μεταφραστή κύριου Διονύση Καψάλη για την ζωή και τα θεατρικά έργα του ελισαβετιανού δραματουργού και ποιητή Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ.

   Ο κύριος Θανάσης Λάλας είναι ένας επιτυχημένος δημοσιογράφος, συγγραφέας, εικαστικός, με αρκετά βιβλία στο ενεργητικό του, δεν χρειάζεται νομίζω βαρύγδουπες συστάσεις. Υπήρξε και εξακολουθεί να είναι γνωστός και αγαπητός τόσο ως εκδότης περιοδικών και ραδιοφωνικός παραγωγός στον ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας 9, 84 επί Δημαρχίας Μιλτιάδη Έβερτ, όσο και στην συνεργασία του με το εκδοτικό συγκρότημα του ΔΟΛ του αείμνηστου Χρήστου Λαμπράκη και του διευθυντή της εφημερίδας «Το Βήμα» Σταύρου Π. Ψυχάρη, έχοντας δημιουργήσει το «δικό του» κοινό. Συγκαταλέγεται στην παλιά φρουρά των ελλήνων δημοσιογράφων όπως ο Γιώργος Βότσης, ο Γιώργος Λιάνης, ο Γιάννης Δημαράς, ο Γιώργος Μασσαβέτας, η Ελένη Βλάχου, ο Γιάννης Λάμψας, ο Λέων Καραπαναγιώτης, ο Γεώργιος Μπόμπολας, ο Κίτσος Τεγόπουλος, ο Σεραφείμ Φυντανίδης, ο Πάνος Κόκκας, η Μαρία Ρεζάν ο Πέτρος Κωστόπουλος, η Άννα Παναγιωταρέα, η Λιάννα Κανέλλη, ο Νίκος Χατζηνικολάου, η Τέρενς Κουικ, ο Γιώργος Παπαδάκης, ο Γιάννης Πρετεντέρης, ο Τζώρτζης Αθανασιάδης, ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο Ηλίας Κανέλλης, ο Σταύρος Π. Ψυχάρης και άλλα δημοσιογραφικά στελέχη, ονόματα αντρών και γυναικών, εκδότες εφημερίδων και περιοδικών που οικοδόμησαν το πρόσωπο και την εικόνα, την ποιότητα και το ύφος της σύγχρονης ελληνικής δημοσιογραφίας μετά την μεταπολίτευση. Ο δημόσιος λόγος και τα γραπτά τους, τα έντυπα των δημοσιογράφων και οι εκδόσεις διαμόρφωσαν την κοινή γνώμη, επηρέαζαν κυβερνητικές αποφάσεις, καλλιεργούσαν θετικά ή αρνητικά τις πολιτικές και ιδεολογικές κρίσεις των ελλήνων ψηφοφόρων, έστρεφαν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού σε επίκαιρα θέματα και διεθνή φλέγοντα ζητήματα, μετέφεραν ξένες ανταποκρίσεις που υπερέβαιναν τα σύνορα της χώρας μας, ποδηγετούσαν αν θέλετε, τις δημόσιες αντιλήψεις και αντιδράσεις του ελληνικού λαού. Η Ελληνική κοινωνία και η οικογένεια άλλαζε με μεγάλες ταχύτητες μετά την μεταπολίτευση, και μαζί τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων και σε αυτό συνέτειναν και τα διαφόρων ιδεολογικών προσεγγίσεων και αποχρώσεων εκδοτικά συγκροτήματα και δημοσιογραφικές πένες. Άνοιγαν πόρτες ελευθερίας και έκλειναν αυτές του φόβου και της υποταγής όπως έλεγε στην συνέντευξή του ο κ. Λάλας. Ακόμα και η εφημερίδα (το ταληράκι) του συγκροτήματος της «Αυριανής» για ένα διάστημα επηρέαζε τις κυβερνητικές αποφάσεις της τότε «Σοσιαλιστικής Αλλαγής». Τίτλοι εφημερίδων όπως «Το Βήμα», «Τα Νέα», η «Ελευθεροτυπία», το «Έθνος», ο «Ελεύθερος Τύπος» ξεπερνούσαν κατά μεγάλα διαστήματα σε τιράζ πωλήσεων τις 300.000 χιλιάδες φύλλα ημερησίως και ακόμα περισσότερα το Σαββατοκύριακο. Οι ελληνικές εφημερίδες όποια πολιτική παράταξη και ιδεολογία και αν υποστήριζαν δεν βρίσκονταν μόνο πάνω στα τραπεζάκια των παραδοσιακών καφενείων αλλά έμπαιναν πλέον δυναμικά σε κάθε ελληνικό σπίτι Οι έλληνες τα πρώτα μετά το 1974 χρόνια δεν εμπιστεύονταν και τόσο την δημόσια τηλεόραση και τα δύο της κεντρικά κανάλια, προτιμούσαν τις εφημερίδες. Το αναγνωστικό ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού αυξήθηκε όταν εισήχθησαν στις μέσα σελίδες των εφημερίδων τα λεγόμενα πολυσέλιδα «Ένθετα». Ο κύριος Λάλας στην συνέντευξή του ανέφερε ότι αυτό ήταν ιδέα του Σταύρου Π. Ψυχάρη και υιοθετήθηκε πρώτα από την εφημερίδα το «Βήμα». Ένθετα που αφορούσαν τις Τέχνες και τα Γράμματα, τους Συγγραφείς και τις Νέες Εκδόσεις, τα Τυπογραφεία, τις Επιστήμες και τις Νέες Ιατρικές Εφευρέσεις, τον Κινηματογράφο και το Θέατρο, τις παραστάσεις του Αρχαίου Δράματος, τον Χορό, την Μουσική. Την Αρχιτεκτονική, θέματα της πρόσφατης και παλαιότερης Ιστορίας, τις Θαλάσσιες εξερευνήσεις, τις Καταδύσεις, το Διάστημα. Την εξέλιξη της Μόδας και Ένδυσης, Γυναικείων και Αντρικών αξεσουάρ, Οικιακά Είδη, Σχολικά και Παιδείας, τον κόσμο και τους ανθρώπους της Μαγειρικής και Ζαχαροπλαστικής, της Διαφήμισης κλπ. Σύγχρονης ποικίλης ύλης ιλουστρασιόν περιοδικά δίδονταν μαζί με το πακέτο των εφημερίδων. Αν θυμάμαι σωστά το εκδοτικό συγκρότημα του γνωστού Τραπεζίτη που είχε αγοράσει τις εφημερίδες «Καθημερινή» και «Μεσημβρινή», η εφημερίδα «24 Ώρες» τα Ένθετά της ήταν διαφορετικά ανάλογα με την γεωγραφική περιφέρεια και Πόλη ή Δήμο που στέλνονταν από τα Πρακτορεία οι εφημερίδες. Ο πολυγραφότατος Βασίλης Βασιλικός στο βιβλίο του «Κ» διεκτραγωδεί τα του τότε οικονομικού σκανδάλου. Παλαιοί τίτλοι περιοδικών «υποχωρούσαν» όπως το «Φαντάζιο», το «Ντόμινο», «Η Γυναίκα», «Το Πάνθεον» τα «Επίκαιρα», «Ο Ταχυδρόμος» και εμφανίζονταν νέοι όπως το «Κλικ», η “Marry Claire” το “Play boy”, περιοδικά για την «Αστρονομία», την «Αεροδυναμική», «Τα Ταξίδια στο εξωτερικό», την «Αστρολογία». Το «Νάσιοναλ Γκεογκράφικ», το «Γεω..» «Το Σκάκι», τα Διάφορα «Σταυρόλεξα», μετέπειτα «Τα Ιστορικά», η «Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας», περιοδικά για την τέχνη της «Μαγειρικής», τον διεθνή και ντόπιο Τουρισμό και μία πλειάδα άλλων τηλεοπτικών εντύπων που ασχολούνταν με τα κους-κους των παρασκηνίων της τηλεόρασης και του θεάματος, των σελέμπριτοι.

   Ο κύριος Θανάσης Λάλας όπως ήταν φυσικό αναφέρθηκε περισσότερο στην συνεργασία του με το Συγκρότημα του κυρού Χρήστου Λαμπράκη τους συνεργάτες του κατά την περίοδο του 9,84, την συλλογική, ομαδική προσπάθεια. Ο λόγος του καθαρός, ευθύς, ειλικρινής, δίκαιος, διαλλακτικός, καθόλου αφοριστικός και προ πάντων μας μίλησε για την δημοσιογραφική του φιλοσοφία η οποία στηρίζονταν και βασίζεται ακόμα στην σκληρή ασφαλώς δουλειά αλλά κυρίως την συλλογική δουλειά και προσπάθεια, των κοινών δημοσιογραφικών στόχων ανεξάρτητα αν συμφωνούσαν όλοι οι νέοι τότε συνεργάτες μεταξύ τους, είχα την ίδια γνώμη πάνω σε ένα θέμα που αποφάσιζαν να παρουσιάσουν ή να αναδείξουν, να εκδώσουν ένα περιοδικό. Τα «κακά παιδιά» δεν ήταν και τόσο «κακά» όσο θεωρούσαμε όταν τους ακούγαμε και παρακολουθούσαμε τω καιρώ εκείνω. Οι θέσεις και οι κρίσεις που εξέφρασε για άτομα γνωστά του χώρου της δημοσιογραφίας και εκδότες ήταν δίκαιες, σωστές, μακριά από τα να είναι μεροληπτικές ή εμπαθείς. Ξεκάθαρος ο λόγος του, καθόλου σοφιστικέ ούτε υμνητικός ούτε αφοριστικός, καταδικαστικός όπως γνωρίζει ο κ. Θανάσης Λάλας να παίρνει συνεντεύξεις από άλλους, έμοιαζε με την ίδια τολμηρότητα και ευθυκρισία να συνεντευξιάζεται με τον εαυτό του, να ακτινογραφεί την δημοσιογραφική του διαδρομή, τις συνεργασίες του. Δεν μιλούσε από δημοσιογραφικού «άμβωνος» αυτόν τον άχαρο και κλισέ λόγο τον ξύλινο, που ακούς και διαβάζεις συχνά. Ακούσαμε πράγματα όχι με έναν θεατρικό έντασης τρόπο που θα άρεσαν ή θα χάϊδευαν τα αυτιά των ακροατών-θεατών της εκπομπής του Καναλιού της Βουλής, αλλά δίχως να προσβάλλει κανέναν, δίχως το τουπέ του «ξερόλα» και φτασμένου, μόνο η δική μου «γνώμη-ιδέα είναι η σωστή» εξέφραζε την άποψή του για δημοσιογραφικές στιγμές, καταστάσεις και περιστατικά άγνωστα ίσως στους πολλούς έξω από τα δημοσιογραφικά γραφεία, πρόσωπα «μύθους» της ελληνικής δημοσιογραφίας. Ονόματα ισχυρά που μεσουράνησαν για πολλές δεκαετίες στην δημόσια πολιτική και κοινωνική σκηνή, που, αν δεν κάνω λάθος, μια και δεν αγοράζω πλέον καινούργια βιβλία, (η ενημέρωσή μου γίνεται από την εκπομπή «Βιβλιοβούλιο» και το αναγνωστικό πινκ πονγκ μεταξύ των δύο παρουσιαστών) ή ηλεκτρονικά περιοδικά, νέες εκδόσεις βιβλίων και κυκλοφορίες πάνω στην ελληνική σύγχρονη δημοσιογραφία προσπαθούν να αποδομήσουν το Εκδοτικό Συγκρότημα, πρόσωπά του, τον εκδότη του, πράγματα, συμπεριφορές συνεργατών εργαζομένων του, καταστάσεις, γεγονότα, αποφάσεις τους. Κύριος άξονας του «κακού» ο εκδότης του ΔΟΛ και γύρω του οι άλλοι. Μια δημοσιογραφική μεμψιμοιρία άνευ προηγουμένου και μισοκακιούλες πίσω από το δημοσιογραφικό παραβάν. Τα έντυπα πάντως του Συγκροτήματος Λαμπράκη που έμπαιναν στο σπίτι μας και διαβάζονταν άλλη εντύπωση μας έδιναν, όσον αφορά την λεγόμενη προοδευτική παράταξη.

 Ο κύριος Θανάσης Λάλας δεν «φτύνει εκεί που ήπιε νερό» που λέει η παροιμία. Μίλησε για τις δημοσιογραφικές του οφειλές στα πρώτα του βήματα σε μία γλώσσα καθαρή, αναφέρθηκε στα άτομα που του πρόσφεραν την ευκαιρία να αναδειχθεί στην νεαρή του ηλικία, να κάνει καριέρα δημοσιογραφική και να διαπρέψει, με τόλμη, θάρρος και αποφασιστικότητα, και αρκετές φορές και με πλάκα, χιούμορ, και πέτυχε ή όπως ο ίδιος έλεγε πέτυχαν ομαδικώς αυτός και οι συνεργάτες του. Αυτό που έκανε θετική εντύπωση είναι ότι μιλούσε πάντα για συλλογική δουλειά και ομαδικό αποτέλεσμα, δημοσιογράφων, ηχοληπτών, τεχνικών και άλλων παραγόντων που αποτελούσαν ή μάλλον διαμόρφωναν το ομαδικό πνεύμα, την συλλογική προσπάθεια. Ότι θετικό, δυναμικό, ανατρεπτικό και πρωτοποριακό παρήχθη τότε, δεν ήταν αποκλειστικά δικής του προσπάθειας, ιδέας, έμπνευσης, απόφασης ενός και μόνο ατόμου αλλά συλλογικής.

Ευφυής, έξυπνος, ετοιμόλογος, καπάτσος, διαβασμένος, ενημερωμένος, καλλιεργημένος, με φλέβες ευαισθησίας, με άποψη, θέση, γνώριζε να κάνει ερωτήσεις σε έναν καλλιτέχνη ή πολιτικό, άτομο που είχε δημόσιο λόγο και επηρέαζε τα κοινά της χώρας του (βλέπε Ανδρέα Παπανδρέου) να παίρνει τις απαντήσεις που ήθελε δίχως να κουράζει το αναγνωστικό κοινό του ή να προσβάλει τον συνομιλητή του. Κολυμπούσε μέσα στα νερά του συνομιλητή του με τα δικά του σωσίβια αν στέκει η παρομοίωση. Άλλοτε ενθουσιώδης άλλοτε απαισιόδοξος όσον αφορά το μέλλον της δημοσιογραφίας στην χώρα μας αλλά και το επίπεδο αντίληψης των ελλήνων πολιτικών μας μέχρι σήμερα. Το παράδειγμα που αναφέρθηκε είναι συγκλονιστικό, στο ότι η εφημερίδα «Το Βήμα» πήρε συνεντεύξεις παλαιότερα από Έλληνες πολιτικούς όλων των Κομμάτων για το πώς θα είναι τα ευρωπαϊκά πράγματα και στην πατρίδα μας μετά από δέκα χρόνια,-οι εξελίξεις στην χώρα μας- με τον όρο να δημοσιευτούν οι απαντήσεις μετά την παρέλευση της δεκαετίας και κανένας έλληνας πολιτικός δεν έπεσε μέσα, δεν έδωσε εύστοχη, σωστή πολιτική απάντηση, είναι συνταρακτικό και θλιβερό για το μέλλον αυτού του τόπου, για το που βαδίζει με τέτοιους πολιτικάντηδες και κομματάρχες. Όπως επίσης και το άλλο παράδειγμά του, ότι η δημοσιογραφική ύλη των εφημερίδων ήταν κοντά στα προβλήματα της καθημερινότητας των Ελλήνων, οι δημοσιογράφοι έπρατταν το ίδιο, δεν ακολουθούσαν κατά πόδας τα κελεύσματα της εργοδοσίας τους. Σήμερα οι πολιτικοί μας συνομιλούν και συνεντευξιάζονται μόνο με δημοσιογράφους και απαντούν σε όσες ερωτήσεις ή υποθετικές ερωτήσεις θέλουν εκείνοι. Είναι η πολιτική της δημοσιογραφίας που καθορίζει τα γεγονότα και όχι οι Πολιτικοί που μιλούν για την Πολιτική και τα προβλήματα των απλών ανθρώπων. Παρόμοιες θέσεις έχει εκφράσει από το ίδιο Κανάλι και ο Γιώργος Βότσης και άλλες δημοσιογραφικές φωνές. Εύστοχες παρατηρήσεις αλλά ποιος τις ακούει, με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, και με τι κριτήρια ψηφίζουμε εμείς οι πολίτες και ποιους ως εκπροσώπους μας. Η ευθύνη ανήκει σε εμάς τους Έλληνες για να παραφράσουμε ένα παλαιό σύνθημα. Εδώ κάνουν πολιτικό κουμάντο όχι η αστική ή η εργατική τάξη αλλά οι γεροντάδες και άλλοι βυζαντινόπληκτοι παρατρεχάμενοι εξουσιολάτρες. Δέστε και ακούστε τι λέγονται στο διαδίκτυο και σε τι Κόσμο πρεσβεύουν.

  Ο κύριος Θανάσης Λάλας υπήρξε ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση-ίσως και την κατάλληλη στιγμή- που διείδαν δημοσιογράφοι όπως ο Λέων Καραπαναγιώτης και ο Σταύρος Π. Ψυχάρης που τον εμπιστεύτηκαν και φυσικά ο Χρήστος Λαμπράκης, του έδωσαν την δυνατότητα να ανοίξει τα φτερά του και να δημιουργήσει, να τολμήσει, να ριψοκινδυνεύσει, να «ξεσκουριάσει» κατεστημένες αντιλήψεις και πρακτικές, να ανοίξει νέες πόρτες να μην φοβάται ο Έλληνας σύγχρονος άνθρωπος-πολίτης όπως θέλουν οι μηχανισμοί της εκάστοτε εξουσίας. Ανοιχτό μυαλό και ανοιχτή σκέψη, πως μπορεί να μην είναι αποδεκτά τα δημοσιογραφικά και συγγραφικά του αποτελέσματα και ό,τι θετικό άφησε πίσω του. Η στροφή του προς τον χώρο των εικαστικών (μοιάζει κάπως με Ακριθάκη (;)) δηλώνει ένα ακόμα τάλαντό του και τους διαρκείς χτύπους της καλλιτεχνικής του φλέβας.

    Ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα προηγούμενων δημοσιογραφικών εργασιών του ήταν και η Συνέντευξή του με τον Σουηδό σκηνοθέτη και σεναριογράφο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν του οποίου την συζήτηση μαζί του μεταφέρω από σαλόνι της εφημερίδας «Το άλλο Βήμα» της 18 Δεκεμβρίου 1994 στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Στην Καλοκαιρινή σειρά των Μπεργκμανικών αναρτήσεών μας.

  Η ενδιαφέρουσα αυτή Συζήτηση, εντάσσεται σε μία σειρά συναντήσεων του με αξιοσημείωτα πρόσωπα-καλλιτέχνες, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, συγγραφείς, ποιητές, δημοσιογράφους, εικαστικούς, μουσικοσυνθέτες, προσωπικότητες ελλήνων και του εξωτερικού της παγκόσμιας διανόησης της εποχής τους που την σημάδεψαν ευεργετικά και χαρακτηριστικά με το έργο και την προσφορά τους, τα γραπτά τους, τον λόγο τους, και το όνομά τους συζητήθηκε. Φυσικά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι είχε πίσω του ένα οργανωμένο με ιστορική δημοσιογραφική και εκδοτική παράδοση Συγκρότημα με ένα σημαντικό επιτελείο επιλεγμένων συνεργατών με διεθνή αναγνώριση και μεγάλο τιράζ κυκλοφορίας. Κανένα πρωϊνό φύλλο και από τα Κυριακάτικα δεν είχε τόση μεγάλη κυκλοφορία, ακόμα και η σοβαρή παραδοσιακή «Καθημερινή». Ίσως ούτε και το «Έθνος» που όπως ανέφερε σε άλλη στιγμή της ομιλίας του ο Θ. Λάλας ο εκδότης του έδινε δουλειά σε πάνω από 18.000 οικογένειες. Ο Θανάσης Λάλας συνομιλεί μαζί τους εκμαιεύοντας ό,τι καλύτερο φυλάσσουν μέσα στην ψυχή τους και δημιουργικό στην συνείδησή τους, ως ιδέα και καλλιτεχνική πρόταση, ως καλλιτεχνική δημιουργία με οικουμενική ταυτότητα. Οι ενδιαφέρουσες αυτές Συνεντεύξεις εντάσσονται σε μία σειρά με τίτλο «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΛΑΛΑ» Σειρά Α΄ και Β΄, και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το 1996 του Ι. Μπέργκμαν είναι το ν.1.

Στην Πρώτη Σειρά, συναντάμε τα ονόματα των: -Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (σκηνοθέτης- σεναριογράφος).- Χάρολντ Πίντερ (θεατρικός συγγραφέας).- Τάκης (εικαστικός).- Μποστ (γελοιογράφος- κωμωδιογράφος).- Κλαούντιο Αμπάντο (μουσικός).- Τομ Ρόμπινς (συγγραφέας).-  Λέων Καραπαναγιώτης (δημοσιογράφος).- Μάνος Χατζιδάκις (Ο Μελωδός των Ονείρων μας).- Ζυράννα Ζατέλη (Μυθιστοριογράφος). – Άλεν Γκίνσμπεργκ (Μπήτ ποιητής).

Στην Δεύτερη Σειρά έχουμε:- Ουμπέρτο Έκο (φιλόσοφος- συγγραφέας).- Σλαβα Ραστροπόβιτς (μουσικός).- Μίλτος Σαχτούρης (ποιητής).-Βαγγέλης (μουσικός/ συνθέτης). – Πέτερ Πρέστον (δημοσιογράφος/ συγγραφέας). – Κενζαμπούρο Όε (συγγραφέας). – Αλέκος Φασιανός (εικαστικός).- Γούντυ Άλλεν (σκηνοθέτης). –Εμίρ Κουστορίτσα (σκηνοθέτης),- Σέιμους Χίνυ ( Νομπελίστας ποιητής).

   Η σειρά αυτή των εκδόσεων «Καστανιώτη» Το ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. Συζητήσεις με τον Θανάση Λάλα, είναι μικρού μεγέθους, διαστάσεων 10 Χ15 έχει 42 σελίδες του Ι. Μπέργκμαν, στοιχεία για τον συνεντευξιαζόμενο στο τέλος, φωτογραφία του στο εξώφυλλο και ΠΡΟΛΟΓΟ του Σταύρου Π. Ψυχάρη. Οι υπόλοιπες σελίδες είναι διαφημίσεις των άλλων βιβλίων της σειράς. Η τιμή τους πάμφθηνη. Μεταφέρονται αυτούσιες οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις. Μπροστά μόνο από τις απαντήσεις του Σουηδού σκηνοθέτη-στο βιβλίο- έχουμε τα αρχικά του Ι. Μ. Μια σύγκριση με το περιεχόμενο του φύλλου της εφημερίδας θα μας φανερώσει δύο μόνο λεξούλες με διαφορετική ορθογραφία. Αμελητέα πράγματα.

  Όπως εύκολα μπορεί να παρατηρήσει ο αναγνώστης, του 1ου στην σειρά βιβλίου με την συνέντευξη του Θανάση Λάλα με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας πλησιάζει διστακτικά τον φτασμένο και βραβευμένο Ingmar Bergman, ο οποίος έχει σταματήσει να δίνει πλέον συνεντεύξεις. Ένα απρόοπτο και τυχαίο γεγονός, το ότι δηλαδή ο έλληνας δημοσιογράφος φέρει το επίθετο μιάς παιδικής γκουβερνάντας και οικιακής βοηθού της οικογένειας του Σουηδού σκηνοθέτη, τον κάνει να αλλάξει γνώμη, και να κλείσουν ραντεβού για την ωραία και εποικοδομητική συζήτηση, κάτι που χαροποιεί και ποιεί τιμή για τον Έλληνα, που ήθελε να τον γνωρίσει από κοντά. Αυτόν τον τιτάνα της Έβδομης Τέχνης, ακριβοθώρητο και κάπως παράξενο και ιδιόρρυθμο απαισιόδοξο σκηνοθέτη του θεάτρου και του κινηματογράφου. Κατ’ αρχάς μας κάνει εντύπωση ότι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην ηλικία πια των 76 ετών και στον απολογισμό του βίου του διαρκώς χαμογελάει. Δεν είναι κακομούτσουνος ούτε κακόκεφος, πράγμα που διευκολύνει την συνάντηση και την συνομιλία τους. Ο Θανάσης Λάλας τον ρωτά και ταυτόχρονα ακούγοντας τις απαντήσεις που του δίνει συμμετέχει στην ροή με νέα ερώτηση που προέρχεται από την απάντηση και όχι περί υποθετικών πραγμάτων. Η γκάμα των ερωτήσεων μεγάλη άπτονται ενδεικτικά: των παιδικών του χρόνων, τα του οικογενειακού του περιβάλλοντος, την σχέση του με τον πάστορα πατέρα του, τις μεταφυσικές του ανησυχίες, τα θεολογικά του οντολογικά και υπαρξιακά περί Θεού ερωτήματα και τις απαντήσεις που δίνει ο Μπέργκμαν μέσω των ταινιών του, στα σενάριά του και στην Αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε με τον χαρακτηριστικό τίτλο κλειδί «Ο μαγικός κινηματογράφος». Το τι πιστεύει για το φαινόμενο του Θανάτου, τον Παράδεισο, την Κόλαση. Την στενή και παθιασμένη του σχέση με τον κινηματογράφο, τα πρώτα του ξεκινήματα και σκηνοθετικά ερεθίσματα, τα έργα και τους σκηνοθέτες που εκτιμά και επηρεάστηκε από αυτούς, οι δύο μεγάλες του αγάπες ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ θεατρικός συγγραφέας και ο θρησκευτικός συνθέτης Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, και ασφαλώς η επίδραση του υπαρξιστή φιλόσοφου Σιόρεν Κίργκερκαρντ. Ο Λάλας δεν πιέζει τον συνομιλητή του, δεν προσπαθεί να τον καπελώσει με δικές του απαντήσεις, να τον αποπροσανατολίσει. Οι ερωτήσεις είναι εύστοχες, εντός της Μπεργκμανικής θεματικής και προβληματικής και καταλαμβάνει μεγάλο εύρος της προσωπικής του ζωής και σαν καλλιτέχνης. Στα μεταφυσικά θέματα δεν επεκτείνεται απλά ακούει και συμπληρώνει- διευρύνοντας τα όρια της ερώτησης- όποτε χρειάζεται. Η σχέση του ψέματος με το παραμύθι που τον ρωτά εύστοχη και δίνει αφορμή στον Μπέργκμαν να μιλήσει για την διαφορά και τι ο ίδιος πιστεύει. Η περίπτωση των Ονείρων πάλι μέσα στις ταινίες του, η διαφορά ονείρων και πραγματικότητας είναι ένα άλλο ανοιχτό ζήτημα στην εξέταση των ταινιών του Σουηδού σκηνοθέτη πριν και μετά της ταινίας «Φάνυ και Αλέξανδρος». Σχετικά με το τι πιστεύει για τον Θάνατο, τι για την Ψυχή, αν ο Κινηματογράφος είναι αρρώστια οι απαντήσεις δεν είναι πάντα μάλλον ξεκάθαρες ως προς την βεντάλια των ερμηνειών του και εξηγήσεων. Αν ο βυθός ή η επιφάνεια της Θάλασσας πάλι, αξίζει περισσότερο προς εξερεύνηση ο Μπέργκμαν καλύπτει την θεωρία του με γενικό στερεότυπο παράδειγμα. Με δύο λόγια, που βρίσκεται η «κάμαρα της ψυχής» ποιος αλήθεια γνωρίζει να απαντήσει με σχετική βεβαιότητα!!. Η μεγάλη αγάπη του Σουηδού σκηνοθέτη είναι το Θέατρο και φυσικά μιλά για την σχέση του μαζί του, σε κάθε του συνέντευξη το τονίζει διαρκώς. Όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης ή μη ύπαρξης του Θεού και του επακόλουθου της πίστης ή της απιστίας που τον απασχόλησε στην πρώτη περίοδο των ταινιών του, φοβάμαι ότι πολύ αρνητικός ντόρος έγινε τα παλαιότερα χρόνια με τις ταινίες του, τους συμβολισμούς του, τις εικόνες και τα σκοτεινά και αινιγματικά πλάνα του. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι πάντα μπερδεμένος σε αυτά τα φιλοσοφικά και οντολογικής υφής ζητήματα. Οι θέσεις του είναι επαμφοτερίζουσες, μία κατάσταση που πότε γέρνει προς την Ερώτηση και πότε προς τις διάφορες εκδοχές των Απαντήσεων που δίνονται κάθε φορά με άλλη νοηματική βαρύτητα και χροιά επεξεργασίας. Δεν κλείνει το θέμα τελειωτικά είτε προς την μία πλευρά, της πίστης, είτε προς την άλλη, της απιστίας. Παρ’ όλα όσα μας εξομολογείται κατά καιρούς. Έμεινε δεσμώτης ενός πουριτανικού θεολογικού του περιβάλλοντος, και η λύτρωση της Γνώσης που επικαλείται είναι περισσότερο για να περιπλέξει τα πράγματα παρά να τα λύσει. Τον οδήγησε σε ορισμένες του ταινίες σε μία εγκεφαλική προσέγγιση κινηματογραφικής εξιστόρησης ανοιχτών πανάρχαιων ερωτημάτων πάνω στην χριστιανική μεταφυσική και την ηθική της. Έπειτα, δεν ξεκαθαρίζεται-και πέρα από την συγκεκριμένη περίπτωση του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν- ένας βασικός όρος. Αθεΐα και Άθεος είναι αυτός που δεν πιστεύει στην ύπαρξη ενός ανώτατου όντος δημιουργού του σύμπαντος και της ανθρώπινης ζωής. Δέχεται την φυσική εξέλιξη του Κόσμου και της Ζωής όπως την όρισε ο Κάρολος Δαρβίνος στις μελέτες και έρευνές του και άλλοι επιστήμονες και φυσιοδίφες. Ενώ το να μην πιστεύεις στην ιστορία και προφητολογία των Ιουδαίων και των Χριστιανών και στην ύπαρξη του Εμμανουήλ, του Υιού του Ανθρώπου που λέγεται κατά την παράδοση ότι ήταν Υιός του Θεού και δεν πέθανε πάνω στον σταυρό και αναστήθηκε, είναι μία επιμέρους θρησκευτική άρνηση, μία μη αποδοχή της ιστορίας και μυθολογίας ενός άλλου λαού με τις δικές του προφητικές παραδόσεις και διδασκαλίες. Ο Κόσμος όπως πρέσβευε ο Αρχαίος Ελληνισμός και φιλοσοφία υπήρχε από πάντα και είναι αρκετά φιλόδοξο για το ανθρώπινο ον σαν πιστεύω να θεωρεί ότι κάποιο ανώτατο και αιώνιο Ον θα ασχοληθεί μαζί του-μας, και θα φροντίσει τα επίγειά μας και τα μεταφυσικά ουράνιά μας. Αφού ασφαλώς μας έχει δεσμεύσει με εκατοντάδες απαγορεύσεις και υποταγές σε κελεύσματα άλλων εποχών μέσα στην Ιστορία. Δυστυχώς την περίοδο του Βυζαντίου διαστρεβλώθηκαν βασικές κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας, του στοχασμού και των ιδεών του Οικουμενικού Ελληνισμού, και το γεγονός ότι η πατρίδα μας δεν γνώρισε όπως της άξιζε ήρθε σε επαφή με τα Επιστημονικά επιτεύγματα του Ευρωπαικού Διαφωτισμού και του Ουμανισμού περιέπλεξε ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Η Ελλάδα δεν αστικοποιήθηκε σαν πολίτευμα διακυβέρνησης μέσα στην καθόλου Ιστορία της με ελάχιστα χρονικά διαστήματα εξαιρέσεων ακόμα και σήμερα που είμαστε πλήρες μέλος της Ευρώπης. Μια θολούρα μεταφυσικής ειδωλολατρίας επικρατεί πέρα από πρόσωπα και βαθμούς πίστης ή αντίστοιχα απιστίας. Ο Σουηδός σκηνοθέτης προέρχεται από μια άλλη γενιά Ευρωπαίων και έναν Κόσμο και μία μεταφυσική αντίληψή που ολοκλήρωσε και έκλεισε τον κύκλο της, έμεινε ως συναισθηματική ανάμνηση ενός «άδειου πουκάμισου» μεγαλοιδεατισμών αυτοκρατορικών τελετών και τελετουργιών σαν τα πολύχρωμα εφέ και τα ντεκόρ μιας ταινίας που την επενδύουν για να κάνουν ελκυστική την θεματογραφία της και το «ανιαρό» επαναληπτικό σενάριό της.

   Το αν θα κυοφορήσει και επιβιώσει ο σύγχρονος Ελληνισμός στο μέλλον ή αν όχι μέσα σε αυτήν την πανσπερμία αντιλήψεων και μεταφυσικών θεωριών και ιδεών, λαών και παγκοσμιοποιημένων εθνών δεν γνωρίζω και δεν πιστεύω στους προφήτες και σε προφητείες. Σεβαστές μέσα στην ροή του χρόνου της Ιστορίας και οι δύο τάσεις. Της πίστης και της απιστίας ισότιμες, ελεύθερες, συμπλέουσες, δικαιωματικές εξηγήσιμες.

ΥΓ. Άραγε ποιος είναι καλύτερος σκηνοθέτης, αυτός που ρωτά ή αυτός που απαντά;

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8 Αυγούστου 2026