Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Η ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ

 

Η ΕΒΔΟΜΗ  ΣΦΡΑΓΙΔΑ

του ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

         ΔΙΑΝΟΜΗ

Ιπποκόμος, Γκούνναρ Μπγαίρνστραντ

Θάνατος,  Μπένγκτ  Έκεροτ

Γιόφ,  Νίλς Πόππε

Ιππότης,  Μάξ φον Σύντοβ

Μία,  Μπίμπι Άντερσον

Λίζα,  Ίνγκα Γκίλ

Μάγισσα,  Μώντ Χάνσον

Γυναίκα του Ιππότη,  Ίνγκα Λαντγκρέ

Κορίτσι, Γκούννελ  Λίντμπλουμ

Ραβάλ,  Μπέρτιλ Άντερμπεργκ

Καλόγερος,  Άντερς Έκ

Σιδεράς,  Ώκε Φρίντελ

Ζωγράφος της Εκκλησίας,  Γκούνναρ Ούλσον

Σκάτ, Έρικ Στράντμαρκ

Έμπορος, Μπένκτ- Ώκε Μπένκτσσον

Γυναίκα στο Χάνι,  Γκούντρουν Μπρόστ

Αρχηγός των στρατιωτών, Ούλφ  Γιόχανσον

Νέος καλόγερος,  Λαρς Λίντ

     ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

Σενάριο- Σκηνοθεσία,  Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Διευθυντής Φωτογραφίας,  Λένναρτ  Ούλσον

Βοηθός οπερατέρ,  Γκούνναρ  Φίσερ

Μουσική,  Ώκε Νίλσον

Διευθυντής  ορχήστρας, Έρικ  Νούρντγκρεντ

Χορογραφίες,  Σίξτεν Έρλινγκ

Βοηθός σκηνοθέτη,  Έλσε  Φίσερ

Σκηνικά,  Π. Α. Λούντγκραν

Κοστούμια,  Μαν Λίντουλμ

Μακιγιάζ, Νίλς Νίττελ και Καρλ Λούντ

Ήχος,  Άαμπυ Βεντίν και Λένναρτ Βαλλίν

Ηχητικά  εφφέ,  Έβελντ Άντερσον

Μοντάζ, Λένναρτ Βαλλέν

Διάρκεια: 96 λεπτά

Παραγωγή της Svensk  Filmindustri.

   Σάββατο βράδυ 8 Αυγούστου 2026, ο Πειραιάς έχει ερημώσει. Ξένοι τουρίστες και έλληνες παραθεριστές έχουν κατέβει στο πρώτο λιμάνι και αναμένουν με υπομονή τον απόπλου των πλοίων για τα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, ή το Εξωτερικό. Φεύγουν κατά χιλιάδες για τις Καλοκαιρινές τους διακοπές. Χαμόγελα, πειράγματα, γέλια, για μερικές μέρες, ένα σαββατοκύριακο, μία εβδομάδα, ίσως και μήνα. Να ξεσκάσουν, να ξεδώσουν, να πιουν, να φάνε, να χορέψουν, να ξενυχτίσουν να συναντήσουν καινούργια άτομα, να κάνουνε παρέες, συντροφιές να περάσουν καλά, να λιαστούν στις παραλίες να κολυμπήσουν και ίσως, αν βρουν χρόνο να επισκεφτούν κανέναν αρχαιολογικό χώρο, να περπατήσουν στα στενά γραφικά σοκάκια. Τουρισμός και Διακοπές, Κρουαζιέρες για όλα τα βαλάντια. Τις τελευταίες δεκαετίες όπως ακούσαμε «εις τας ειδήσεις» έχει αναπτυχθεί και ο θρησκευτικός τουρισμός. «Μπίζνες με φούντες» που έλεγαν οι παλαιότεροι που ήταν και θρήσκοι βεβαίως- βεβαίως. Εξάλλου μας αναμένουν τα Κυβερνητικά οικονομικά «πακέτα» της ΔΕΘ. Τώρα, μεταξύ μας, Θεέ του Εμπορίου και των Κλεφτών, Ερμή Τρισμέγιστε, από «πακέτα» πάμε καλά (πολιτικά, μεταφυσικά, θρησκευτικά, οικονομικά, των τεχνών…) στο αμπαλάρισμα έχουμε πρόβλημα. Αδιαχώρητο και στα ΚΤΕΛ. Το κλεινόν άστυ αδειάζει με ταχύτητες γκαζιού φωτός. Οι γκάγκαροι επαρχιώτες πρωτευουσιάνοι όπου φύγει- φύγει. Το δεύτερο και τρίτο μεγάλο «κύμα» φυγής λένε στις ειδήσεις, οι κατά τόπους ανταποκριτές. Ούτε ο Άλφρεντ Τόφλερ δεν θα μπορούσε να προβλέψει τις ελληνικές μας εξαιρέσεις και νοοτροπίες στα βιβλία του. «Με μπουνάτσες και μποφόρια ταξιδεύουν τα βαπόρια…» ακούγεται να τραγουδά η φωνή της αγαπημένης μας Γλυκερίας. Έφυγε και ο τραγουδιστής Λάκης Χαλκιάς. Αφόρητη ζέστη και πολύ υγρασία, ευτυχώς χωρίς αφρικανική σκόνη ή στάχτες. Ο μικρός ανεμιστήρας στο φουλ, τρώγω σμυρναίικα κουλουράκια και πίνω κόκα κόλλα. Ικανοποίηση γεύσεων, μικρών απολαύσεων. Η πανέξυπνη παχουλούλα σκυλίτσα η δίδα Ήρα, φτερνίζεται, ζητάει λιχουδιές, χάδια, διψάει. Με κοιτάζει στα μάτια περιμένει ίσως ένα νεύμα, μία μου κίνηση, κουνά την ουρά της, ζεσταίνεται, χασμουριέται. Βλέπω από το παράθυρο μια γάτα πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου να γλείφεται. Έχουνε χάσει και τα μικρά αλανιάρικα αιλουροειδή την βολή τους, δεν βρίσκουν αυτοκίνητο να πηδήξουν πάνω, να βολευτούν να αρχίζουν να μας κοιτούν μισονυσταγμένα από ψηλά με μισόκλειστα μάτια. Άραγε, τι να σκέφτονται καθώς μας θωπεύουν με περιέργεια… Στην τηλεόραση άλλη μία ωραία αστυνομική περιπέτεια του Ηρακλή Πουαρό- του Βέλτζουμ- της αγγλίδας μυθιστοριογράφου “Agatha Christie, Poirot” με τον David Suchet τελείωσε. Τι ωραία αστυνομική σειρά περιπέτειας. Καλογυρισμένο και το ντοκιμαντέρ με τα μέρη και τις χώρες που επισκέφτηκε η αγγλίδα αστυνομικών έργων συγγραφέας με τον αρχαιολόγο άντρα της, ξεναγός ο ελβετός ηθοποιός Ντέιβιντ Σουσέι με την φωτογραφία στο χέρι, χαμογελαστός να ακολουθεί τα ίχνη της Άγκαθα. Σε άλλο των Σπορ κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης μπορεί κανείς να απολαύσει αυτά τα Θεϊκά- Απολλώνια κορμιά των παγκόσμιων κολυμβητών στους Αγώνες του Υγρού Στίβου στο Παρίσι, να βουτούν στις πισίνες με πειθαρχία και ανάλογο Σωματικό ρυθμικό παλμό. Να στροβιλίζονται στον αέρα, αυτοσυγκέντρωση, συγκρατημένες κινήσεις. Νεανική και Αντρική ομορφάδα, να βουτούν και να αναδύονται από το νερό με χάρη, να σκουπίζονται από τα νερά, να αγκαλιάζονται με τους συναθλητές τους. «Είσαι Θεός ήλιος καλοκαιρινός» τραγουδά ο Γιάννης Πάριος, καθώς η λάγνα όραση βγήκε τηλεοπτικό σεργιάνι… Συλλογιζόμαστε αναπολώντας, άραγε, θα έμπαιναν σε πειρασμό οι Αρχαίοι Έλληνες μαρμαρογλύπτες, οι καλλιτέχνες τεχνίτες καθώς σμίλευαν πάνω στο λευκό ακατέργαστο μάρμαρο τις καμπύλες και τις γραμμές, τα λακκάκια και τις φλέβες του Σώματός των Αθλητών, τους μυς και τους έδιναν την αιώνια μορφή αθανασίας τους στο χρόνο πάνω στην σκληράδα της πέτρας, στους αμφορείς με τα γεωμετρικά σχέδια, τις ληκύθους ή από την άλλη, οι προπονητές τους στις Ολυμπιάδες καθώς γύμναζαν αυτές τις γεμάτο ζωντάνια, πνοή, ρυθμό, συναισθηματική αγαλλίαση, πανέμορφες γυμνές Σωματικές υπάρξεις του αρχαίου κάλλους που είχαν δίπλα τους, μπροστά τους, περπατούσαν μέσα στα στάδια δίπλα-δίπλα, έψαυαν τα μέλη τους δίνοντάς τους τις κατάλληλες οδηγίες. Ίσως ο Ιωάννης Βίνκελμαν να είχε την απάντηση. Ό,τι και να λένε παιδιά του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη του Ηράκλειτου είμαστε, του Πραξιτέλη και του Φειδία, του Ομήρου και όχι του Αβραάμ ή του Μωυσή, του Μωάμεθ ή του Βούδα… Η Οδύσσεια του πνεύματος και της αισθητικής του Ελληνισμού άντεξε και αντέχει παρά την εξωτερική και εσωτερική σκλαβιά του, τους εισβολείς του. Τελευταία είδηση, ο «Ιός του Δυτικού Νείλου» από το τσίμπημα κουνουπιών. Ά, και ένα κόκκινο ελικοπτεράκι προσγειώθηκε στο Σαρακήνικο της Μήλου. «Λαός και Κολωνάκι μοστράρουν μαζί».

  Πάνω στο κομοδίνο τα Σενάρια του Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman, «Η ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ» και «ΑΓΡΙΟΦΡΑΟΥΛΕΣ» όπως τα μετέφρασε η Ροζίτα Σώκου για τις εκδόσεις «Γαλαξία» της εφημερίδας «Η Καθημερινή». Στην νυχτερινή ζώνη του Σαββατιάτικου κινηματογράφου στο Κανάλι της Βουλής προβάλλεται η εμβληματική και βραβευμένη του «Έβδομη σφραγίδα». Ταινία σταθμός της Έβδομης Τέχνης, ορόσημο της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Για να πω την αλήθεια με ξάφνιασε η επιλογή. Είχε χρόνια να προβληθεί ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν από την δημόσια τηλεόραση αν δεν κάνω λάθος. Περίμενα κανένα «Καλοκαιρινό» του φιλμ περισσότερο ίσως «ανάλαφρο» ντάλα Καλοκαίρι και με τέτοια κουφόβραση. (δεν αντέχω, θα την πω την κακιούλα μου, ουδείς άσφαλτος κατά την λαίδη. Ούτε απώλεια παλαιού έλληνα πολιτικού να ήταν, και να είχαν έτοιμη στο συρτάρι τον δημόσιο δεκάρικο επικήδειό του). Η προβληματική και θεματική της συγκεκριμένης ταινίας, δηλαδή της «Έβδομης σφραγίδας» που παραπέμπει στο γνωστό βιβλίο της «Αποκάλυψης», τον κατέστησε παγκοσμίως γνωστό και το όνομά του περιζήτητο στα κινηματογραφικά «σαλόνια» και την ειδησεογραφία. Προώθησε των παλαιότερων χρόνων Σουηδικό κινηματογράφο-όπως και άλλες χαρακτηριστικές του ταινίες «Άγριες φράουλες», «Η Τριλογία της Σιωπής» κλπ. πέρα από τα σύνορα της χώρας του. Ενδεχομένως να μην είναι για τις υψηλής θερμοκρασίας υγρές ξάστερες νύχτες, τις Σεληνόφωτες, την Καλοκαιρινή μας ραστώνη και ψυχαγωγία. «Η Έβδομη σφραγίδα», να «χάνεται» μέσα στον βουητό του Καλοκαιρινού ξεδόματος και ξεκούρασης της ανθρώπινης εύλογης επιθυμίας για ολοήμερες τρελίτσες. «Έχω και κότερο πάμε μία βόλτα», θα μας έλεγε ο Κώστας Βουτσάς. Η ασπρόμαυρη θρυλική παλαιά αυτή κινηματογραφική παραγωγή του προηγούμενου αιώνα, δημιουργία του μάγου και «ταχυδακτυλουργού» Μπέργκμαν, όπως και νάχει, έμεινε στις μνήμες όσων θεατών έτυχε να την παρακολουθήσουν. Άφησε ευχάριστες αν και απαισιόδοξες αναμνήσεις, ανάμεικτες εντυπώσεις και σχολιασμούς όσων από τις προηγούμενες γενιές των φανατικών σινεφίλ την παρακολούθησαν. Οι θετικοί και αρνητικοί προβληματισμοί πάνω στο τι ήθελε να μας πει και έδειχνε η ταινία, οι κάθε κατηγορίας σχολιασμοί της, υπήρξαν έντονοι, εκατοντάδες σε διεθνές επίπεδο όπως μας είπαν οι κινηματογραφικοί κριτικοί, οι δημοσιογραφικές πένες και άλλοι παράγοντες της Έβδομης Τέχνης αλλά και οι σχολιασμοί ημών των απλών θεατών. Όπως και σε ανάλογες περιπτώσεις δημιουργών της τέχνης συμβαίνει, πέρασε και αυτή στην Ιστορία του Παγκόσμιου Κινηματογράφου και εξετάζεται πλέον σαν ένα ακόμα ψηφιδωτό του με την ξεχωριστή αξιοσημείωτη σημασία της.

  Φυσικά, δεν γινότανε να μην την παρακολουθήσω για μία ακόμη φορά, μάλιστα, το διάστημα αυτό που αναρτούμε κριτικές και σχόλια, σημειώματα για τον Σουηδό σκηνοθέτη, σεναριογράφο και συγγραφέα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Με οδηγό την επερχόμενη Αυγουστιάτικη πανσέληνο μπροστά στην μικρή οθόνη.

   Γυρίζω τον χρόνο της προσωπικής μου Κλεψύδρας πίσω και θυμάμαι, αντιγράφοντας επιλεγμένες κρίσεις και απόψεις για την ταινία, τριών σημαντικών ονομάτων Βασίλης Ραφαηλίδης, Νίκος Φένεκ Μικελίδης, Τάσος Γουδέλης. Οι πηγές κρίσεων και σχολίων για τις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι πλέον εκατοντάδες για όσους ενδιαφερόμενους έτσι και αλλιώς.

  Έφηβος μετά την μεταπολίτευση-όπως όλοι οι νέοι και οι νέες της γενιάς μου/ μας κινηματογραφόφιλοι ανδρωθήκαμε και ανθοφορήσαμε πνευματικά και καλλιτεχνικά περιπλανώμενοι από κινηματογραφική αίθουσα σε κινηματογραφική, βλέποντας με αμείωτο ενδιαφέρον τον σύγχρονο ευρωπαϊκό, αμερικάνικο και παγκόσμιο κινηματογράφο και παράλληλα και το νέο ελληνικό σινεμά, τους πειραματισμούς του, τα κελεύσματά του στα νέα ρεύματα την αλλαγή ρότας της θεματολογίας και θεματογραφίας του, τους καινούργιους συνεργάτες και πρωταγωνιστές του. Οι νέοι καιροί και εμπειρίες, παραστάσεις, βιώματα και εικόνες που ανέτειλαν τις δεκαετίες αυτές, αναζητούσαν το καινούργιο, φρέσκο βλέμμα των δημιουργών να καθρεφτιστούν, να χαρτογραφηθούν για τους μελλούμενους. Τα «καλύτερα κινηματογραφικά μας χρόνια» για να φέρουμε στο νου μας το γνωστό σήριαλ. «Είμασταν όλοι μαζί και τα θέλαμε όλα…». Μία παλαιά ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1975 πάνω στο πρόγραμμα μου δίνει το όνομα του Σινεμά και την περιοχή. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ  ΤΕΧΝΗΣ «Α Λ Ε Ξ», ΙΛΙΣΙΑ. Τηλ. 777… Ταινίες Τέχνης. Με μπλε στυλό αναγράφεται από τον γράφοντα η οδός και ο αριθμός ενός δρόμου. (μάλλον έπρεπε να κατέβω σε αυτήν  την στάση και να πάρω άλλο λεωφορείο).

Διαβάζουμε: Εβδομάδα αφιερωμένη στον ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

1), ΝΥΧΤΑ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΩΝ. Χάριετ Άντερσον- Ότε Γκρόνμπεργκ

2), ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ. Μάξ Φόν- Σύντοβ, -Μπίμπι Άντερσον

3), ΑΓΡΙΕΣ  ΦΡΑΟΥΛΕΣ. Βίκτωρ Σγιόστρομ- Μπίμπι Άντερσον.

Μετά το κείμενο του Προγράμματος αναγράφεται: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Β. ΠΟΥΤΟΒΚΙΝ, ΣΟΥΒΟΡΩΦ. Και 22/12/-4/1/ ΔΕΚΑΠΕΝΘΗΜΕΡΟ ΠΑΙΔΙΚΟ. ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ.

  Από το Πρόγραμμα:

   «Ο Μπέργκμαν γυιός παπά των Ανακτόρων, γεννημένος το 1918 σπούδασε φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Μέχρι το 1940 περίπου, πέρασε μια ιδιόρρυθμη μοναστική ζωή, μελετώντας αδιάκοπα και κυνηγημένος συνεχώς «άλλοτε από το Θεό και άλλοτε από τον Διάβολο» όπως λέει ο ίδιος. Δοκίμια, μυθιστορήματα, παραμύθια είναι οι καρποί του αγώνα και της αγωνίας του, απ’ αυτή τη διερεύνηση των αιτιών του «κακού». Το 1944 δοκιμάζει και ένα νέο όπλο: Γράφει το πρώτο του σενάριο για λογαριασμό του Άλφ Σγιόμπεργκ. Την επόμενη χρονιά, καταγοητευμένος από την καινούργια οπτική γλώσσα, γράφει και σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία, την «Κρίση». Επί δέκα χρόνια μένει στην αφάνεια, κυνηγημένος απ’ τα φαντάσματά του, και το 1955 η τύχη του χαμογελάει: Τα «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» τον κάνουν ξαφνικά γνωστό στον κόσμο ολόκληρο. Ο «θρύλος του Μπέργκμαν», αρχίζει να δημιουργήται. Την επομένη χρονιά, το αριστούργημά του «Η έβδομη σφραγίδα» επικυρώνει την επιτυχία. Το 1958, ο θρίαμβος συνεχίζεται με τις «Αγριοφράουλες» και οι κριτικοί τον κατατάσσουν οριστικά στην πρώτη σειρά των μεγάλων κινηματογραφικών δημιουργών. Ακολουθούν. «Στο κατώφλι της ζωής» το 1958, το «Πρόσωπο» το 1959 και η «Πηγή» το 1960-και το 1961 με το φιλμ «Μέσα από τον σπασμένο καθρέπτη», εγκαινιάζει την συγκλονιστική μεταφυσική του τριλογία με θέμα την διερεύνηση του προβλήματος της ύπαρξης του Θεού. Σ’ αυτό το πρώτο μέρος της τριλογίας ο Θεός «απουσιάζει», στο δεύτερο, τους «Μεταλαμβάνοντες» (1962) κάνει φανερή την παρουσία του και στο τρίτο, την «Σιωπή», ο Θεός «σιωπά». Το 1964 επιχειρεί μιά σατυρική αυτοκριτική στο «Όλες οι γυναίκες του», το 1966 ο ραφιναρισμένος μεταφυσικός του προβληματισμός εγγίζει τα ακρότατα όριά του με την «Περσόνα» και το 1967, η «Ώρα του λύκου» είναι μία δεύτερη προσπάθεια αυτοκριτικής, απελπισμένης αυτή τη φορά. Απ’ τις ταινίες της περιόδου της «αφάνειας» σημειώνουμε τη «Νύχτα των σαλτιμπάγκων» και το «Καλοκαίρι με την Μόνικα», γυρισμένες και οι δύο το 1952.».

    Αυτές οι γενικές πληροφορίες δίνονται στο Πρόγραμμα του Κινηματογράφου «ΑΛΕΞ». Εκείνο που παλαιότερα είχαμε σημειώσει είναι το γεγονός ότι πέρα από τις κλασικές Αθηναϊκές Αίθουσες στην Αθήνα όπως η «Αλκυονίδα», το «Ίλιον», το «Στούντιο», το «Αττικόν», ο «Απόλλων», το «Ράδιο Σίτυ», το «Βοξ», το «Ρεξ», η «Έλλη», η «Όπερα» και άλλες αίθουσες, παρουσίαζαν ταινίες ποιότητας του σύγχρονου ευρωπαϊκού και αμερικάνικου σινεμά αλλά και του τότε σοβιετικού κινηματογράφου. Προβολές που αγαπήθηκαν από το ευρύ κοινό και συζητήθηκαν δεόντως. Η Κινηματογραφική μας αισθητική άλλαζε, η οπτική μας πάνω στο χώρο, στο πώς βλέπαμε την παρουσία του ανθρώπου μέσα στις καινούργιες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Ανατρεπτικές ιδέες γεννιόταν σχεδόν από το πουθενά, οι συνειδησιακοί προβληματισμοί μας τροποποιούνταν, οι δημόσιες κρίσεις μας άλλαζαν. Οι απόψεις μας απέναντι στο πολιτικό, μεταφυσικό, θρησκευτικό, εκκλησιαστικό, ιδεολογικό κατεστημένο αυταρχικό σύστημα της εποχής τροποποιούνταν, απορρίπτονταν, ξεμακρύναμε από αξίες καταπιεστικές, ήθη και έθιμα της παράδοσης μουχλιασμένα. Οι κοινωνικές προκαταλήψεις γκρεμίζονταν μετά το πέρας της στρατιωτικής επταετίας. Άλλαζαν τα μουσικά μας ακούσματα, οι τρόποι που χορεύαμε και διασκεδάζαμε, οι αίθουσες με τα φωτορυθμικά οι ενδυματολογικές μας εμφανίσεις. Θα σημειώναμε αν στέκει άλλαζε η «χορογραφία» της ζωής μας μέσω των διαφόρων ειδών και κατηγοριών προϊόντων της ελληνικής και παγκόσμιας Τέχνης. Η Τέχνη έγινε οδηγός μας σε πολλές επιλογές μας, μοντάριζε στιγμές και στιγμιότυπα της ζωής μας, διαμόρφωνε πλάνα επιλογών μας και πιστεύω μας. Είμασταν οι θεατές και το θέαμα μαζί των Νέων Εποχών στην πατρίδα μας. Αποδεσμευόμασταν και απομακρυνόμασταν από μία παραδοσιακή εκπαιδευτική πουριτανική και αυταρχική αγωγή της «ελλάς ελλήνων χριστιανών», τιμωρητικές συμπεριφορές μεγαλυτέρων μας που έκλειναν τους ορίζοντές μας μέσα σε πλέγματα συντήρησης, σκοταδισμού, σκουριασμένων ενοχών και άγχους που δεν μας αναλογούσε ούτε μας αφορούσε. Περιόριζαν δραστικά τα ατομικά, ιδιωτικά μας οράματα και δικαιώματα, μας εμπόδιζαν να γνωρίσουμε νέους κόσμους και ανθρώπους, συνήθειες και κοινωνικές συμπεριφορές τους, βιωματικές επιλογές τους άγνωστες μέχρι τότε σε εμάς. Ζούσαμε σε ένα είδος «βαλκάνιου πολιτικού, κοινωνικού και θρησκευτικού κλουβιού». Καθυπόταζε τις φτερούγες των ονείρων μας όλη αυτή η σκουριασμένη εκπαιδευτική και θρησκευτική της επταετίας που έφερε συγκεκριμένο όνομα πολιτικών και θρησκευτικών εξουσιαστών καθοδηγητών. Αρχίσαμε να ερχόμαστε σε επαφή με παραδόσεις άλλων πολιτισμών, λαών έργα, διδασκαλίες, συμπεριφορές. Το μονοπώλιο της εθνικής και χριστιανικής μας ηθικολογίας υποχώρησε, νέοι ήχοι και φωνές ανθρώπων, τραύματα και αρετές βίου εμπειρίες ήρθαν και προστέθηκαν στις μεταφυσικές μας αμφιβολίες και αναζητήσεις. Εκπαιδευτικές μας απαγορεύσεις στο όνομα ενός εθνικού μεταφυσικού φόβου, μιας παράδοσης της καθ’ ημάς ανατολής, εντελώς τσαρουχοφόρας, ως μόνης ορθής δόξας άρχισε να τρίζει. Κούφια λόγια που λέγονταν για να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν και οι εσωτερικοί δυνάστες μας πάντα επικυρίαρχοι. Ένα επαναλαμβανόμενο αλισβερίσι συγκεκριμένων εξουσιών που ανακυκλώνονταν εις βάρος μας. Οι συνειδήσεις μας συγκροτούνταν από νέες, πρωτόγνωρες εμπειρίες και παραστάσεις, μεταφυσικά συμφραζόμενα και επιθυμίες ζωής. Δεν χωρούσαμε πλέον σε αυτόν τον στενό κορσέ ιδεολογίας της ένδοξής μας εθνικοφροσύνης. Είμασταν ανοιχτοί σε νέες περιπέτειες αφήγησης της προσωπικής μας ιστορίας δίχως βεβαιότητες, στερεότυπα και κεντρικές αρχές αναφοράς, αξιολογικά τείχη. Το ιστορικό γεγονός ότι ζούσαμε σε περίοδο παγκόσμιας ειρήνης-πέρα από τους περιφερειακούς και τοπικούς πολέμους- μας πρόσφερε την ευκαιρία να εκτεθούμε σωματικά, ψυχικά, συνειδησιακά, συναισθηματικά, πνευματικά. Λησμονούν ακόμα και σήμερα οι επίσημοι κρατικοί εκπρόσωποι και μηχανισμοί της μεταφυσικής και θρησκευτικοπολιτικής εξουσίας ότι δεν είμασταν πια τα παιδιά του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του κυρ Φώτη Κόντογλου, είχαμε αρχίσει να γινόμαστε τα παιδιά του κοσμοπολίτη άγιου ταξιδευτή Νίκου Καζαντζάκη με τον πλούτο των ιδεών του και των αγωνιών και αγώνων του. Παιδιά του μεγάλου Φρειδερίκου Νίτσε και των σύγχρονων υπαρξιστών φιλοσόφων, όπως ο Ζαν Πωλ Σαρτρ. Παιδιά ποιητών και συγγραφέων, στοχαστών που έβλεπαν την ζωή με άλλο μάτι, είχαν έρθει σε επαφή με άλλες παραδόσεις και πνευματικά και καλλιτεχνικές περιπλανήσεις. Κάθε παλαιά βεβαιότητα θρυμματίζονταν όπως και τα ευχολόγια περί ατομικής μας αθανασίας. Η Ζωή ήταν μία και μοναδική, στα χέρια μας, ξεδιπλώνονταν στο ενθάδε κάθε στιγμής, στο τώρα πολλές φορές δίχως σκοπό, το ευμετάβλητο σήμερα, δεν μας αφορούσε το σωτηριολογικό αύριο ενός πανάρχαιου ιμάντα μεταφυσικών εθνικών παραδόσεων άλλων μυθικών εποχών της ιστορίας της ανθρωπότητας. Σωματογραφούσαμε τους δικούς μας, της γενιάς μας μύθους αν θέλετε και είχαμε κάθε δικαίωμα. Δεν γυρίζαμε με εθνικά και θρησκευτικά λιβανιστήρια στο χέρι αλλά με πυξίδες των νέων οριζόντων που γύριζαν προς πάσα κατεύθυνση. Ακόμα και οι πύλες του διαστήματος ανοίγονταν μπροστά στα έκθαμβα μάτια του Ανθρώπου. Εξάλλου, εμείς οι νέες γενιές της μεταπολίτευσης είχαμε πρόσφατη την διασύνδεση της δικτατορίας με το κράτος, την εκκλησία και την εκπαίδευση, τους μεγαλόσχημους τους. Οι μνήμες νωπές με ελάχιστες εξαιρέσεις πραγματικά φωτισμένων αντιστασιακών αγωνιζόμενων Ελλήνων που τίμησαν τον Ελληνικό Λαό. Γιατί λοιπόν να μην θεωρούμε ακόμα και σήμερα δικές τους τις ενοχές μεταφυσικής πίστης και όχι δικές μας τις παραδοχές μεταφυσικές απιστίας; Ο Σουηδός σκηνοθέτης και τα έργα του έρχονταν να προστεθούν στο παζλ των αναζητήσεών μας και προβληματισμών μας. Μας φώτιζαν ή μας σκοτείνιαζαν αν θέλετε ακόμα περισσότερο το αύριο που μας περίμενε.

   Αυτές οι γενικόλογες και επαναλαμβανόμενες απόψεις δεν προέρχονταν από έλληνες πολίτες θιασώτες του συστήματος της τότε σοβιετικής ένωσης ή κανενός κομμουνιστικού καθεστώτος που γκρεμίστηκε το 1989, αλλά ενός Έλληνα που προσδοκούσε σε μία σύγχρονη Αστική Δημοκρατία βασισμένη στα επιτεύγματα της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, της ισότητας των Ανθρώπων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, του Ουμανισμού και της Αναγέννησης. Τα οφέλη της Παιδείας, της Επιστήμης, των Τεχνών, της Τεχνολογίας, των Εφευρέσεων, της Ιατρικής Επιστήμης που απαλύνει τους σωματικούς πόνους και τα τραύματα, παρατείνει το προσδόκιμο της ανθρώπινης ζωής δίχως να ζητά να σε παγιδεύσει σε μεταφυσικά ιεραρχικά διαπιστευτήρια. Δεν μπορούμε να ζούμε αιωνίως σαν χώρα και σαν λαός μέσα σε Εθνικές της παράδοσής μας κατακόμβες. Οφείλουμε να ανοίξουμε τα παραθύρια της σκέψης μας, τις πόρτες του στοχασμού μας, την καλώς εννοούμενη περιέργειά μας που μας τονίζει και ο Μπέργκμαν. Δεν μπορεί να εθελοτυφλούμε, να μην βλέπουμε πώς ζει η υπόλοιπη αλλοεθνής και αλλόθρησκη ανθρωπότητα, πως ψυχαγωγείται, πώς εκπαιδεύεται, πως διασκεδάζει, ποιο το αξιακό της σύστημα, τι πρεσβεύει ως ποιότητα ζωής, ποια αστικά δικαιώματα απολαμβάνει. Αυτοί οι «κουτόφραγκοι» με την λογική και τον ρεαλισμό και την μεθοδικότητά τους και εργατικότητά τους μας προστατεύουν και όχι οι παλαιοί φολκλορικοί μύθοι της παράδοσής μας. Το ζήτημα είναι αν θα εκσυγχρονιστούμε αστικά ολοκληρωτικά- έστω και καθυστερημένα- ή θα υιοθετήσουμε έναν «βλαχαδερό» αστισμό θρησκευτικών παραμέτρων. Η λέξη «βλαχαδερά» όχι υποτιμητικά αλλά όπως τον πρότεινε στην αρθρογραφία του γνωστός πανεπιστημιακός και φιλόσοφος-θεολόγος μεγάλου πνευματικού και καλλιέργειας εκτοπίσματος.

Με τέτοιες ιδέες, θέσεις, απορίες και διλήμματα πώς μπορεί να μην στραφεί κανείς στην υπαρξιακή προβληματική του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, έστω και της περασμένης πεντηκονταετίας, να αναζητήσει κλειδιά ερμηνείας της οντολογίας του, να ερευνήσουμε μαζί του για την παρουσία ή μή, την ανυπαρξία και τελικά την Σιωπή του Θεού. «Τι είναι Θεός, τι δεν είναι Θεός και τι ανάμεσό τους;» μας είπε ο αρχαίος τραγωδός Ευριπίδης εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και παραμένει ανοιχτό και αναπάντητο ακόμα το ερώτημα ως κύριο στοιχείο και συστατικό του στοχασμού μας. Ο Κόσμος είναι αυθύπαρκτος, αυτοκίνητος, αιώνιος, αυτοδημιούργητος και αυτοτροφοδοτούμενος μας δίδαξε η Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία. Και εμείς αναζητάμε ποιόν συνάντησαν οι τρείς Μάγοι με τα Δώρα μετά την σφαγή των νηπίων; Υπολογίζονται σε 800.000 χιλιάδες οι Ευρωπαίοι που θανατώθηκαν από την Καθολική Ιερά Εξέταση, αλήθεια αυτοί πήγαν μετά την θανάτωσή τους, στην Κόλαση, στο Πουργκατόριο, ή σε καμιά Ορθόδοξη του Παραδείσου σκήτη; Αναμένουν και τα 50.000.000 των νεκρών των τελευταίων δύο παγκόσμιων πολέμων του 20ου αιώνα. Ίσως ανόητες κλισέ σκέψεις στην διαδικασία του γήρατος, εκ Πειραιώς, ποιος ξέρει που η αλήθεια και που το ζωογόνο και παρηγορητικό ψέμα μέσα στην Ιστορία του Ελληνισμού και των κατά καιρούς παραδόσεών του.

   «Η Έβδομη σφραγίδα» είναι μία σημαντική και σημαδιακή ταινία σταθμός του Σουηδού σκηνοθέτη, μία ασπρόμαυρη ταινία με ξεχωριστή φιλοσοφία και μεταφυσική ταυτότητα που προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δυνατές συγκινήσεις ακόμα και σήμερα σε πλήθος θεατών της όπου και όποτε προβάλλεται. Δεν ανήκει στην κατηγορία του Μουσειακού είδους των Κινηματογραφικών Αφιερωμάτων. Μια ταινία προκλητικό ορόσημο, ασυνήθιστη ως προς την θεματική και προβληματική της. Ένα από τα ελάχιστα αριστουργήματα στην ιστορία της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης. Χιλιάδες κάθε φορά σινεφίλ θεατές την παρακολουθούν με ξεχωριστό ενδιαφέρον, πρωτόγνωρη συγκίνηση και περιέργεια ως προς τα μηνύματά της. Εξετάζουν την τεχνική της δομής της, το ύφος της, το στιλ της, την καλή φωτογραφία της, την θεματική της, χαρτογραφούν πλάνα και εικόνες της, τους μεταφυσικούς της ερεθισμούς, τις απαντήσεις που προτείνει και λένε οι ήρωές της. Τα πρωτότυπα πλάνα της τυλιγμένα μέσα στην θρησκευτική μεσαιωνική ομίχλη και το θεατρικό παιχνίδι και διασκέδαση περιφερόμενων φτωχών ηθοποιών και ταχυδακτυλουργών. Όμως ξεχωριστά στέκονται σε εκείνες τις στιγμές στην ύπαιθρο, μέσα στην φύση που ο Ιππότης  Αντόνιους Μπλόκ παίζει Σκάκι με τον Θάνατο. Σπάνιας αντίληψης οπτικό και κινηματογραφικό εφεύρημα, ταρακούνημα συνειδησιακό πέρα από χρόνο, τόπο, παράδοση. Εικόνα δανεισμένη από παλαιές εικονογραφήσεις σε τοιχογραφίες μεσαιωνικών ναών. Απαισιόδοξα τα μηνύματά της, ναι, αλλά καταλυτικά. Χαιρόμαστε την νοηματική της μεταφυσική καθαρότητα, την σύμπνοια των ηθοποιών μεταξύ τους, το θετικό τελικό σχεδιαστικό αποτέλεσμα της καθόλου παραγωγής της. Την κάπως ζωώδη επιθυμία και χαρά ζωής του ιπποκόμη Γιενς, ακολούθου του Ιππότη, πάντα αισιόδοξος και δίκαιος απέναντι στους αδικημένους, που γλεντά την ζωή με γυναίκες, με καλό κρασί και καλό φαγητό, πιστός ακόλουθος, κουρασμένος και εξαντλημένος από τις πολεμικές θρησκευτικές εκστρατείες. Θυμίζει το Δίδυμο του Δον Κιχώτη του Θερβάντες. Μα, και το μπουλούκι των περιπλανώμενων ηθοποιών, σαν τσίρκου ομάδα, έχει την δική του συμβολή στο στόρι της ταινίας. Αθώοι, μικροκατεργαρέοι μεροκαματιάρηδες ηθοποιοί, μεροδούλι μεροφάι, οικογενειάρχες που ζούνε μέσα στην φύση, κοιμούνται όλοι μαζί πηγαίνουν με τις γυναίκες των άλλων δεν έχουν μεταφυσικές ανησυχίες μέσα στον κύκλο ζωής της αθωότητά τους και της απλότητάς τους. Ένας άλλος κόσμος από αυτόν που ανήκει και πρεσβεύει ο Ιππότης και η συντεχνία από την οποία προέρχεται. Ο Θάνατος καραδοκεί για όλους στο τέλος ακόμα και για τον θρησκόληπτο ηγούμενο που απειλεί καθώς περνά με το αυτομαστιγωνόμενο τσούρμο του και φοβίζει τους ανθρώπους στο δρόμο. Αν συγκρίνει ο θεατής τα κοντινά πλάνα του Θανάτου που εμφανίζεται στην οθόνη και παίζει Σκάκι με τον Ιππότη Μπλοκ και το κοντινό πλάνο την ώρα που μιλά και απειλή ο καλόγερος, φοβάμαι ότι δεν διαφέρουν τα πρόσωπά τους. Η ίδια παγωμάρα και σκληράδα. Μόνο που στην μία περίπτωση είναι σιωπηλή ενώ στην άλλη μοβόρα, εκδικητική και απειλητική. Σκοτεινή ταινία, σκοτεινοί άνθρωποι, σκοτεινές διδασκαλίες άλλων αιώνων και εποχών σε περιόδους που βασίλευε ο τρόμος της πανδημίας του θανάτου της Πανώλης πάνω από την Ευρώπη και αποδεκάτιζε τους πάντες. Χαμογελαστούς και κακομούτσουνους, θεατρίνους και καθημερινούς αγρότες.

 Η ταινία είναι μία μεταφυσική αλληγορία με θέμα την ζωή και τις μικροχαρές της, μα κυρίως τον Θάνατο και την πανταχού παρούσα παρουσία του, την αγάπη και την ανθρωπιά των ανθρώπων και τον χαμό τους δίχως έλεος και βοήθεια. Σε μία Ευρώπη που την θερίζει η πανδημία της πανώλης τον 14ο αιώνα και οι άνθρωποι φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι, αποδεκατισμένοι από την πανδημία και τις άλλες αρρώστιες τρομοκρατημένοι από θρησκόληπτους καλόγηρους πιστεύουν ότι το Κακό οφείλεται στις αμαρτίες τους, είναι πηγή δικών τους ενοχών, είναι θέλημα του Θεού.

  Το στόρι της ταινίας, σε σκηνοθεσία και σενάριο του Ίγκμαρ Μπέργκμαν φαντάζει εκ πρώτης όψεως μιας άλλης σκοτεινής εποχής αναπαράστασης, ίσως και λίγο απλοϊκό!!. Είναι η προσωπική ιστορία του Ιππότη του Αντόνιου Μπλοκ με τον ιπποκόμο του Γιεν την εποχή της επιστροφής τους από τις Σταυροφορίες αναζητώντας χώρο να ξεκουραστούν, να διαμείνουν με τα κουρασμένα άλογά τους καθώς επιστρέφουν στα σπίτια τους. Η παρουσία του Θανάτου προαναγγέλλεται με τον ανθρώπινο σκελετό στην παραλία που είναι τόσο «λαλίστατος» σε ερώτηση του Γιενς, ο οποίος αποφεύγει να πει την αλήθεια όταν τον ρωτά ο Ιππότης αφέντης του. Δύο πλευρές της ζωής άκρως αντίθετες. Με την εμφάνιση του Θανάτου με το δρεπάνι που έρχεται να του πάρει την ζωή, ο Ιππότης Αντόνιους Μπλόκ προσπαθεί με τεχνάσματα σοφίζεται «σοφίσματα» να ξεγελάσει τον Θάνατο, προσκαλώντας τον να παίξουν μία παρτίδα Σκάκι. Όσο ο Θάνατος δεν κερδίζει την παρτίδα Σκάκι ο Ιππότης θα παραμένει ζωντανός, αν χάσει την παρτίδα θα χάσει και την ζωή του και θα ακολουθήσει τον Θάνατο. Ένα σφυροκόπημα 100 περίπου λεπτών παιχνιδιού της ζωής και του θανάτου. Μία συμμετοχή σε ένα υπαίθριο μπουλούκι ηθοποιών που περιπλανώνται στο άγνωστο, καθημερινό μικρόκοσμό τους. Μικρές ομάδες ανθρώπων, κόσμοι αντιλήψεων και αξιών που συγχρωτίζονται, διασκεδάζοντας, τραγουδώντας, χορεύοντας, υποκρινόμενοι πάνω στην υπαίθρια σκηνή την ζωή, τις σχέσεις των ανθρώπων, τις πονηριές τους, τις δυνάμεις τους, τελικά την αναμενόμενη πορεία του θανάτου τους εν χορό, σε μία χορευτική αλυσίδα καθώς το παιχνίδι Σκάκι έλαβε τέλος και το αναμενόμενο θαύμα χάθηκε σαν μία μακρινή, θολή ανέγγιχτη οπτασία. Ναι ταινία θρύλος αξεπέραστη, μας γεμίζει ακόμα με συγκινήσεις και συναισθήματα.

    Η δραματική « Έβδομη σφραγίδα» έχει προβληθεί από όσο γνωρίζω και παλαιότερα από την ΕΡΤ-1, Δέκα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα στις 22 Οκτωβρίου 1997 όπως μας λένε οι εφημερίδες «Τα Νέα» και «Ελευθεροτυπία» εκείνης της ημερομηνίας, ενώ στην «Ελευθεροτυπία» της Παρασκευής 20 Αυγούστου 2004, ο κριτικός Νίνος Φ. Μικελίδης μας ενημερώνει για την «Η Αποκάλυψη κατά Ίνγκμαρ Μπέργκμαν». Στις καινούργιες επανεκδόσεις ταινιών της εβδομάδας.

ΟΙ  ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Π Ρ Ι Σ Μ Α

Συνομιλία με τον θάνατο

   «Θέλω να εξομολογηθώ, αλλά νιώθω κενός…» λέει ο ιππότης Αντώνιους Μπλοκ στον ψευδοϊερέα, που στην πραγματικότητα είναι ο θάνατος. «Η έβδομη σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, 1956. Φιλμ βασισμένο στο θεατρικό έργο του «Ζωγραφική σε ξύλο». Ο μεσαιωνικός σταυροφόρος Μπλοκ αναζητεί το νόημα της ύπαρξής του εν εσχάτοις. Κερδίζει βιολογικό χρόνο παίζοντας σκάκι με τον θάνατο. Η παρτίδα είναι εκκρεμής, ο θάνατος υποκρίνεται τον εξομολογητή για να μάθει την επόμενη κίνηση του Μπλοκ. Η φωτογραφία είναι ένα πλάνο από τη σχετική σκηνή. Ο Μπέργκμαν δίνει την εκδοχή του, μέσω του ηθοποιού του Μπεν Ένκεροτ, για το πρόσωπο του θανάτου: «κλασική» άποψη, μόνο που η έκφραση του Ένκεροτ είναι, εκτός από απειλητική, και κάπως στοχαστική. Ο Μαξ φον Σύντοφ ως ιππότης, δεν ξέρει ακόμα ότι μιλάει εκ βαθέων στο θάνατο σ’ αυτή την παράδοξη εξομολόγηση. Η ικετευτική του έκφραση, για κάποιον που αγνοεί το περιεχόμενο της σκηνής, μοιάζει να έχει επιστρατευθεί ακριβώς για τον αντίθετο λόγο της σύλληψης αυτής της επικοινωνίας: εμείς, έχοντας σε πρώτο πλάνο τη λευκή «μάσκα» του Ένκεροτ, νομίζουμε ότι ο Μπλοκ παρακαλεί για τη σωτηρία του. Ο ιππότης, όμως, εκείνη τη στιγμή περιγράφει την ανάγκη του για γνώση. Αδιαφορεί για το σωματικό του τέλος. Ο θάνατος αμφιβάλλει: «Θέλεις εγγύηση…». Ιππότης: «Πές το όπως θέλεις. Είναι τόσο αδύνατο να νιώσω τον Θεό; Γιατί κρύβεται σε υποσχέσεις και θαύματα; Τι θα συμβεί σε όσους δεν πιστεύουν; (…) Θέλω να μ’ αγγίξει ο Θεός, να μου μιλήσει, αλλά εκείνος σωπαίνει. Του φωνάζω, αλλά είναι σαν να μην υπάρχει». Θάνατος: «Ίσως να μην υπάρχει». Ιππότης: «Τότε η ζωή είναι φρικτή. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει αντιμέτωπος με τον θάνατο, ξέροντας πώς όλα είναι μηδέν».

   Επιλέγει και σχολιάζει ο ΤΑΣΟΣ  ΓΟΥΔΕΛΗΣ

Εφημερίδα «Τα Νέα» περ. τχ.73/ 29-7-2000

--//--

   Η  Έβδομη σφραγίδα (95΄)

ΕΡΤ-1 23.50

Δραματική (πέντε αστερίσκοι)

   (Der Sjunde Insegiet). Μαυρόασπρη σουηδική ταινία 1956. Σκηνοθεσία- σενάριο: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Η εποχή του θανάτου και της Δευτέρας Παρουσίας φτάνει σ’ αυτή την αλληγορική ταινία, με φόντο το Μεσαίωνα και με πρωταγωνιστή έναν ιππότη που, επιστρέφοντας από τις Σταυροφορίες, καλείται σ’ ένα παιχνίδι σκακιού από έναν κουκουλοφόρο και ντυμένο στα μαύρα Θάνατο . Ένα ατέλειωτο, δύσκολο παιχνίδι που συνεχίζεται στη διάρκεια της μακράς πορείας του ιππότη μέσα από μια Ευρώπη που τη σαρώνει η πανώλης και που όμως βρίσκει καιρό να διασκεδάσει με το πέρασμα ενός τσίρκου. Ο Μπέργκμαν φτιάχνει μιαν από τις καλύτερες και αξέχαστες ταινίες του, διανθισμένη με μερικές από τις πιο συγκλονιστικές οπτικά συναρπαστικές, εικόνες που συναντάμε στο έργο του. Με τους Μαξ φον Στίντοφ, Γκούναρ Μπγιόρνστραντ, Μπένγκετ Έκεροτ, Νιλς Πόπε, Μπίμπι Άντερσον, Γκιούνελ Λίντμπλόμ.

    Ν(ΙΝΟΣ)  Φ(ΕΝΕΚ)  Μ(ΙΚΕΛΙΔΗΣ)

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 22/10/1997

--//--//--

 Η Αποκάλυψη κατά Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Νέες ταινίες

(πέντε αστεράκια- Αριστούργημα)

   Τρείς θαυμάσιες επανεκδόσεις δίνουν το δικό τους στίγμα σε μια εβδομάδα κατά την οποία οι Ολυμπιακοί Αγώνες έχουν παραμερίσει σημαντικά τις όποιες άλλες εκδηλώσεις.

Και πρώτα η αριστουργηματική «Έβδομη σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, που την ακολουθούν η απολαυστική κομεντί «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν, με μια θαυμάσια Μελίνα, και το κλασικό μελόδραμα «Η γέφυρα της αμαρτίας» του Μέρβιν ΛεΡόι. Στο πρόγραμμα και μια σύγχρονη ισπανική κωμωδία. «Η άλλη πλευρά του κρεβατιού» του Εμίλιο Μαρτίνεθ Λάζαρο. Στις αίθουσες συνεχίζονται και οι δύο άλλες του Ντασσέν, «Φαίδρα» και «Τοπ Καπί», με πρωταγωνίστρια πάντα τη Μελίνα.

    Η έβδομη σφραγίδα

Det sjunde inseglet. Σουηδία 1957

Σκηνοθεσία- σενάριο: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Ηθοποιοί: Μαξ φον Σίντοβ, Γκούναρ Μγιόρνστραντ, Νιλς Πόπε, Μπίμπι Άντερσον. 105 λεπτά.

   Επανέκδοση μιας αριστουργηματικής ταινίας που επέβαλε παγκόσμια τον Μπέργκμαν ως έναν από τους αληθινά μεγάλους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Μια εκπληκτική μεσαιωνική αλληγορία πάνω στην ανθρωπότητα και το μέλλον της, ταινία που ταυτόχρονα βάζει μερικά από τα τακτικά θέματα του σκηνοθέτη της, ανάμεσά τους κι εκείνα της πίστης και της ύπαρξης ή μη του Θεού.

   Η ταινία ξεκινά με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Αποκαλύψεως, σχετικά με την έβδομη σφραγίδα (απ’ όπου και ο τίτλος της ταινίας) για να μας αφηγηθεί μια ιστορία στη διάρκεια μιας μέρας στο Μεσαίωνα, όπου ένας ιππότης, ο Αντόνιος Μπλοκ (Μαξ φον Σίντοβ), επιστρέφοντας από τις Σταυροφορίες,  βρίσκεται σε μια Ευρώπη που τη ρημάζει η πανώλη, μετατρέποντας τη σε έρματο των δεισιδαιμονιών, της μαύρης μαγείας και της μισαλλοδοξίας. Τον ιππότη θα επισκεφτεί ένας μαυροντυμένος Θάνατος, απαιτώντας να τον πάρει μαζί του, αυτός όμως καταφέρνει να κερδίσει μια μικρή αναβολή πείθοντας το Θάνατο να παίξει μαζί του μια παρτίδα σκάκι, ενώ, ενδιαμέσως από το παιχνίδι, παρακολουθούμε τη βασανιστική πορεία του ιππότη μέσα από καταστραμμένους τόπους.

   Ο Μπέργκμαν κάνει μια από τις πιο λαμπρές εικαστικά ταινίες του, φτιάχνοντας με τη μαυρόασπρη, υποβλητική φωτογραφία του (έξοχη η δουλειά του κάμεραμαν Γκούναρ Φίσερ, που συνθέτει με ξεχωριστή έμπνευση το κάθε πλάνο) μια ζοφερή ατμόσφαιρα, όπου σχεδόν σε κάθε πλάνο κυριαρχεί η σκιά του θανάτου, βάζοντας ταυτόχρονα το θέμα της πίστης και της ύπαρξης ή μη του Θεού, ενώ, πλάι στις αναφορές στη βιβλική Αποκάλυψη και την Ημέρα της Κρίσεως υπάρχει κι εκείνο μιας γενικότερης, πυρηνικής καταστροφής του πλανήτη μας- δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ταινία γυρίστηκε σε μια περίοδο όπου ο «ψυχρός πόλεμος» βρισκόταν στο απόγειό του.

    Σκηνές όπως εκείνες του ιππότη να παίζει σκάκι με τον Θάνατο και να του βάζει διάφορα αναπάντητα ερωτήματα, των παρελάσεων και των μοναχών και των θρησκόληπτων πιστών που αυτομαστιγώνονται, της νεαρής κοπέλας που την καίνε για μάγισσα, του περιπλανώμενου θιάσου ηθοποιών, της μουγκής κοπέλας που τελικά μιλά ή εκείνης του φινάλε, με το Θάνατο να οδηγεί τους βασικούς πρωταγωνιστές σ’ ένα χορό θανάτου, είναι σκηνές που χαράσσουν ανεξίτηλα στη μνήμη του θεατή-πολλές μάλιστα από τις σκηνές του έχουν αντιγραφεί, συχνά σε μορφή παρωδίας, σε αρκετές ταινίες, ανάμεσά τους κι από τον Γούντι Άλεν. Ποτέ στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου η «επόμενη μέρα» δεν δόθηκε με τέτοιες εφιαλτικές, ζοφερές εικόνες.»  

ΚΡΙΤΙΚΗ  ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ  ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 20 Αυγούστου 2004.

--//--//--

ΕΒΔΟΜΗ  ΣΦΡΑΓΙΔΑ (DET SJUNDE INSEYLET 1956)

Του Βασίλη Ραφαηλίδη

 Πρόγραμμα του κινηματογράφου STUDIO, 1968

   «Η αγωνία μου δεν είναι ίδια μ’ εκείνη των θρήσκων παρ’ όλο που εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο», λέει ο Μπέργκμαν σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη. Πραγματικά, η μεταφυσική αγωνία, η έλλειψη ικανοποίησης από τα προταθέντα-και συνεχώς προτεινόμενα-κοσμοθεωριακά συστήματα, η ανικανότητα της παραδοσιακής ηθικής να ικανοποιήσει το ερευνητικό κι’ ανήσυχο πνεύμα του δημιουργού και, κυρίως, η ενοχλητική παρουσία του αισθήματος του «τέλους», οδήγησαν τον Μπέργκμαν σε μιά μανιασμένη αναζήτηση ενός «προσωπικού» Θεού πού, στα έργα της ωριμότητας γίνεται ολοένα και περισσότερο απρόσωπος μέχρι που χάνεται τελείως μέσα σε γενικευμένες και αόριστες μεταφυσικές θέσεις. Όπως και νάναι, η μεταφυσική του Μπέργκμαν, έχει μιά εξαιρετικά λεπτή διανοουμενίστικη ποιότητα και, αν δεν υπήρχε πίσω της το πανίσχυρο στήριγμα της τιμιότητας και της ειλικρίνειας του δημιουργού για να της δώσει εκείνη την εντελώς προσωπική γεύση της εναγώνιας εξομολόγησης, θα κινδύνευε να καταρρεύσει από μόνη της, εξαιτίας, ακριβώς, της αοριστίας. Στην Έβδομη σφραγίδα, αυτή η μεταφυσική αγωνία είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένη, η αλληγορία αποχτά μια μοναδική διαύγεια, τα σύμβολα είναι τέλεια αποκαθαρμένα, σε σημείο που να μην αφήνουν κανένα περιθώριο για παρερμηνείες. Η ταινία, μοιάζει μ’ ένα απλοϊκότατο μεταφυσικό παιχνίδι, κατανοητό κι’ απ’ τον πιό ακατατόπιστο στα φιλοσοφικά προβλήματα θεατή. Η συνεχής παρουσία του θανάτου όχι μόνο σαν αίσθημα αλλά και σαν απτό σύμβολο, ο αυτοσαρκασμός, του δημιουργού για την ανικανότητα να δώσει μιά προσωπική λύση στο πρόβλημα της σκοπιμότητας της ζωής και του θανάτου, η ισοπέδωση κάθε «σωτηριακής κοσμοθεωρίας», η βασανιστική παραδοχή ενός απλού βιολογικού γεγονότος (του θανάτου), η ειρωνεία των αφελών δογματικών και των εμπόρων της μεταφυσικής αγωνίας οι οποίοι προσπαθούν να «σώσουν» άλλους τη στιγμή που δεν κατάφεραν να σώσουν τους εαυτούς τους, και, το σημαντικότερο, η ανικανότητα του κυνισμού ή της «κεκτημένης γνώσης»- προσωποποιούμενης τέλεια απ’ τον υπηρέτη του Μαξ φον Σύντοφ-για την εξεύρεση μιας κάποιας λύσης στο πάντα άλυτο πρόβλημα του παραλογισμού της ύπαρξης, όλα αυτά δημιουργούν μια τέλεια ισορροπημένη στο φόρμα της μεταφυσική ιλαροτραγωδία που, σαν μόνη λύση προτείνει την άνευ όρων συμμετοχή στο ατέλειωτο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου.

    Πρόγραμμα STUDIO, 1968

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

Από τον τόμο ΛΕΞΙΚΟ ΤΑΙΝΙΩΝ  ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ. ΤΟΜΟΣ ΙΙ Κ- Μπέργκμαν, εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982, σελ.155-156

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

11 Αυγούστου 2026

ΥΓ. Η ανάρτηση αυτή για την ταινία «Έβδομη Σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είχε προγραμματιστεί να δημοσιευθεί στα Λογοτεχνικά Πάρεργα αύριο, 11 Αυγούστου που συμπληρώνονται 6 χρόνια από την απώλεια του Θεσσαλονικιού ποιητή και εκδότη Ντίνου Χριστιανόπουλου (20/3/1931- 11/8/2020) Εις Μνήμη του. Δυστυχώς, ξαφνικοί θάνατοι εκδοτών- δημοσιογράφων, ηθοποιών-σκηνοθετών, φιλοσόφων- συγγραφέων, με έκαναν να επισπεύσω κατά μία ημέρα την ανάρτηση.

Έφυγαν από την ζωή:

- ο βραβευμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης και τραγουδοποιός Νίκος Καλογερόπουλος (1/8/1952-9/8/2026). 

– Σε προχωρημένη ηλικία έφυγε σήμερα ο φιλόσοφος και συγγραφέας Στέλιος Ράμφος (1939-10/8/ 2026). Με δεκάδες μελέτες στο ενεργητικό του, για την παράδοση, την γλώσσα, την φιλοσοφία.

- Από την πόλη του Πειραιά έφυγε από την ζωή ο εκδότης και δημοσιογράφος της παραδοσιακής τοπικής ημερήσιας απογευματινής εφημερίδας «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» στην οδό Νοταρά 77 Παύλος Μιχ. Πέτσας (18/6/1941- 3/8/2026). Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 6 Αυγούστου στον ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου στον Πειραιά. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έως τον Ιούλιο του 2005 που η εφημερίδα τερμάτισε την κυκλοφορία της την έκδοση και την διεύθυνση είχε ο Παύλος Μ. Πέτσας. Από την εφημερίδα «Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» πέρασαν όλοι σχεδόν οι παλαιότεροι και σύγχρονοι λόγιοι, διανοούμενοι, συγγραφείς και δημοσιογράφοι της Πόλης. Αναντικατάστατη η προσφορά του. Συλλυπητήρια στην σύζυγό του, τις δύο κόρες του και τον γιό του, τα εγγόνια του. Η μία του κόρη, η Ροδαμάνθη Πέτσα-Δαφνομήλη ακολούθησε το επάγγελμα του δημοσιογράφου.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου