Μία μεταφραστική εκδοχή του «Χρυσού βιβλίου»
Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΗ ΛΕΚΑΤΣΑ
Α Ν Ω Ν Υ Μ Ο Σ
ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ
Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: ΠΑΝΑΓΗΣ
ΛΕΚΑΤΣΑΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ Ι.
ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
επιμέλεια εκδόσεως ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ Νούμερο 85. Αθήνα χ.χ.(*)
(*) Το «περί ύψους»
εκδίδεται μαζί με το έργο «λόγοι» του Αθηναίου ρήτορα ΑΝΔΟΚΙΔΗ 440 π.Χ. σε
εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ευ. Ανδρουλιδάκη. Την επιμέλεια έκδοσης είχε ο
Γιάννης Κορδάτος.
Το ιστορικό της πρώτης μας Ανάγνωσης
Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης του
1974 μετά την πτώση της Δικτατορίας, εμφανίστηκε ένας εκδοτικός πληθωρισμός,
μία πολύμορφη, μεγάλης συγγραφικής και των ειδών ποικιλίας άνθηση νέων εκδόσεων
και μεταφράσεων στην χώρα μας. Νέοι εκδοτικοί οίκοι έκαναν την εμφάνισή τους
στην πρωτεύουσα οι οποίοι ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με την έκδοση και
κυκλοφορία, μετάφραση Αρχαίων Κλασικών Συγγραμμάτων και Συγγραφέων. Ας μας
επιτραπεί να μνημονεύσουμε τις παλαιές εκδόσεις των Βιβλιοπωλείων «Καρδαμίτσα»,
«Παπαδήμα» στην οδό Ιπποκράτους. «Γρηγόρη» στην οδό Σόλωνος, «Ι. Ζαχαρόπουλου»,
«Πάπυρος», οδός Ακαδημίας, «Γεωργιάδη» και άλλων. Ιδιαίτερα οι εκδόσεις και το
βιβλιοπωλείο της «Μήνας Καρδαμίτσα» μεσοτοιχία σχεδόν με το βιβλιοπωλείο και τις
εκδόσεις « Δημητρίου Παπαδήμα» προμήθευαν όχι μόνο τους πανεπιστημιακούς
φοιτητές με πανεπιστημιακά συγγράμματα και μεταφράσεις αρχαίων ελλήνων
συγγραφέων και ποικίλες μελέτες αλλά, και μας ενημέρωναν για τις ξένες
κυκλοφορίες αρχαίων συγγραφέων, όπως των εκδόσεων “Loeb”, “Penguin”, “Belle Lettres” κλπ. Παλαιοί και νέοι εκδοτικοί οίκοι μας κοινώνησαν
για πρώτη φορά με τον αμύθητο πολιτιστικό συγγραφικό πλούτο της Κλασικής
Γραμματείας των Ελλήνων και των Ρωμαίων δημιουργών. Παράλληλα γινόμασταν
κάτοχοι μέσω των νέων μεταφράσεων και εκδόσεων- επανεκδόσεων- της σύγχρονης
ελληνικής και παγκόσμιας Λογοτεχνίας.
Ποίηση, Μυθιστόρημα, Διήγημα, Δοκίμιο, Μελέτες κλπ. Νέοι τίτλοι λογοτεχνικών
περιοδικών έκαναν την εμφάνισή τους στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και στα
περίπτερα τα οποία με τις αποδελτιώσεις τους μας ενημέρωναν και μας
πληροφορούσαν για τις καινούργιες εκδόσεις και κυκλοφορίες. Ας μας επιτραπεί
ενδεικτικά να αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικούς τίτλους, την πασίγνωστη σε όλους
μας «Νέα Εστία» και την νεότερη εκδοτικά ηλικιακά Λογοτεχνική Επιθεώρηση «ΔΙΑΒΑΖΩ».
Το περιοδικό με τα συχνότατα ένθετα «καρφίτσα» δελτάρια κατέγραφε κάθε
βιβλιοκριτική και παρουσία που δημοσιεύονταν στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα σε
περιοδικά και πολιτικές εφημερίδες της εποχής. Ημερήσιες και Εβδομαδιαίες
εφημερίδες οι οποίες και αυτές, είχαν ένθετες σελίδες για το Βιβλίο, τις Νέες
Εκδόσεις και τους Έλληνες και Ξένους Συγγραφείς. Κριτικές σελίδες είχαν η
εφημερίδα «Καθημερινή» κάθε Τρίτη, του συγκροτήματος του ΔΟΛ «Τα Νέα» κάθε
Σάββατο, «Το Βήμα» κάθε Κυριακή. Από τον μη αστικό τύπο, τον αριστερό πολιτικό
χώρο «Η Αυγή» και «Ο Ριζοσπάστης» κάθε Κυριακή δημοσίευαν κριτικές και
συνεντεύξεις συγγραφέων και φυσικά, η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» που με την
έκδοση χρόνια μετά του περιοδικού της «Βιβλιοθήκη» υπήρξε ένα φυτώριο
σημαντικών πληροφοριών και στοιχείων που αφορούσαν την τέχνη του Βιβλίου, τους
Συγγραφείς, τους Μεταφραστές, τους εκδοτικούς οίκους, τους διαφόρους
συντελεστές των νέων εκδόσεων. Επίσης, η εφημερίδα το
«Έθνος», η «Μεσημβρινή», η «Βραδινή», «Η Απογευματινή», η "Εστία" και διάφορες άλλες που
μας πρόσφεραν ένα πανόραμα όσον αφορά τις νέες κυκλοφορίες όχι μόνο για
βιβλιόφιλους. Νέους τίτλους κατέγραφε και στο οπισθόφυλλό της και στο μέσα του
μέρος και η αιωνόβια «Νέα Εστία» σχεδόν από τα πρώτα χρόνια της έκδοσής της.
Δεν μπορούμε να παραλείψουμε και τα διάφορα πολιτικά περιοδικά όπως ο
«Λογοτεχνικός Πολίτης», το «Αντί», «Ο Σχολιαστής» και άλλα σποραδικά
κυκλοφορούντα λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα. Υπήρχε ακόμα η κλασική σειρά
των εκδόσεων αρχαίων συγγραφέων «Πάπυρος» που οι διδάσκοντες σε σχολεία
χρησιμοποιούσαν. Να προσθέσουμε με παλαιά μαθητική εκτίμηση και τα λεγόμενα
«λυσάρια» διαφόρων εκδοτικών οίκων τα οποία δίδονταν από χέρι σε χέρι,
βοηθώντας μας στις εξετάσεις. Μεταφρασμένα αρχαία κείμενα δημοσίευαν και
ορισμένα Προγράμματα Θεατρικών Παραστάσεων με την ευκαιρία του Καλοκαιρινού Φεστιβάλ Αθηνών.
Τα Αρχαία Ελληνικά κείμενα εκδίδονταν και
δημοσιεύονταν είτε μόνο στην αρχαία ελληνική γλώσσα ή παράλληλα με νέες ή
παλαιότερες μεταφράσεις τους από σημαντικούς έλληνες συγγραφείς. Ποιός δεν
θυμάται τα μικρά βιβλιαράκια με τις μεταφράσεις αρχαίων κωμωδιών και τραγωδιών
των μεσοπολεμικών εκδόσεων του Γεωργίου Φέξη, ολιγοσέλιδα μικρού μεγέθους
καφετί βιβλιαράκια με μεταφράσεις των Κώστα Βάρναλη, Νίκου Καζαντζάκη, Πολύβιου
Δημητρακόπουλου, Ηλία Βουτιερίδη, Άγγελου Τανάγρα κ.ά., τα οποία πωλούνταν είτε
στο βιβλιοπωλείο του Λαδιά με το κιλό στην οδό Ιπποκράτους είτε στον πεζόδρομο
στα υπαίθρια κιόσκια μεταξύ Σόλωνος και Πανεπιστημίου, σε υπόγεια παλαιοπωλεία
στο Μοναστηράκι. Οι εκδόσεις «Πάπυρος» διέθεταν ακόμα στο εμπόριο την μετάφραση
του ιστορικού Θουκυδίδη από τον Εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο σε μια καθαρεύουσα
γλώσσα, ενώ οι μελέτες και οι μεταφράσεις του κλασικού φιλόλογου Ιωάννη
Συκουτρή κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι με μεγάλη ευλάβεια. Δύο εκδόσεις από
την «Ακαδημία Αθηνών». Οι τίτλοι αυτοί, ήσαν από τα βιβλία που σοφιζόμασταν
δεκάδες δικαιολογίες να μην τα δανείσουμε σε φίλους και γνωστούς μια και
αισθανόμασταν ότι είμασταν κάτι το ξεχωριστό διαβάζοντάς τα, ενώ, αρκετές φορές,
μετά από την απομάκρυνση εκ της Βιβλιοθήκης μας δεν επιστρέφονταν. Με την σειρά
των βιβλίων της Παλατινής Ανθολογίας μας έφεραν σε επαφή οι τόμοι του Κορίνθιου
ποιητή και μεταφραστή Βασίλη Λαζανά και με τα «πονηρά» της, οι μεταφράσεις του φιλόλογου
και πεζογράφου αξεπέραστου Γιώργου Ιωάννου. Ζούσαμε ταυτόχρονα και την
καρποφόρα καλλιτεχνική περίοδο του Φεστιβάλ Αθηνών, χαρακτηριστικές οι
καινούργιες μεταφράσεις του πεζογράφου Κώστα Ταχτσή, του φιλόλογου και
μεταφραστή Τάσου Ρούσου, του φιλόλογου και θεατρολόγου Κώστα Γεωργουσόπουλου,
του πανεπιστημιακού Μιχάλη Γ. Μερακλή, του πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά, του
Γιάννη Τσαρούχη (αλησμόνητες οι «Τρωάδες» του στο παρκινγκ- θέατρο της οδού
Καπλανών, και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά). Μία από τις προσιτές εκδοτικά και
φτηνές σειρές- βιβλίων τσέπης ήταν και αυτή των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων
«Ε. & Μ. Ζαχαρόπουλου». Οι εκδοτικές και μεταφραστικές δραστηριότητες των
εκδόσεων «Ιωάννη Ζαχαρόπουλου» ήσαν γνωστές από πριν το 1967 χρόνια. Ο μαρξιστής
ιστορικός Γιάννης Κορδάτος, ο πειραιώτης παιδαγωγός και συγγραφέας Ευάγγελος
Παπανούτσος υπήρξαν επιμελητές των εκδόσεων. Η πολύτομη σειρά της «Βασικής
Βιβλιοθήκης» («Αετός») ήσαν οι τόμοι που αγοράζαμε βιβλίο-βιβλίο για την Βιβλιοθήκη
μας. Στις μεταγενέστερες δεκαετίες προστέθηκαν οι πληρέστερες αριθμητικά σειρές
των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων των εκδόσεων «Κάκτος». Δόθηκαν στην αρχή με την
εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και κατόπιν πωλούνταν στα βιβλιοπωλεία. Τέλος,
εμφανίστηκαν οι σειρές των μικρού μεγέθους βιβλίων της σειράς των εκδόσεων
«Επικαιρότητα» με την ενημερωμένη χρονολογικά παραστασιογραφία και τους
συντελεστές των Αρχαίων Τραγωδιών και Κωμωδιών. Υπήρχαν σε χρήση επίσης και οι
τόμοι παλαιών μεταφράσεων των Αρχαίων Τραγωδιών και των Κωμωδιών του Αριστοφάνη
από τις εκδόσεις και το Βιβλιοπωλείο της «Εστίας».
Η σειρά των βιβλίων του «Ι. Ζαχαρόπουλου»
έχουν όλα το ίδιο τυπογραφικό μέγεθος 12Χ18, διαφορετικού χρώματος εξώφυλλο, άλλαζε
ο χρωματισμός ανάλογα με την κατηγορία του αρχαίου συγγραφέα: άσπρο, κίτρινο,
θαλασσί. Τα «τσέπης» αυτά πολυσέλιδα βιβλία αγαπήθηκαν πολύ στην εποχή τους.
Διαθέτουν πλούσια Εισαγωγή του επιμελητή- μεταφραστή, στην αριστερή σελίδα δημοσιεύεται
το αρχαίο κείμενο και στην δεξιά η μετάφρασή του, στο κάτω μέρος των σελίδων
αναγράφονταν οι σχολιασμοί και οι παραπομπές. Ορισμένες σειρές, πχ. των αρχαίων
ιστορικών κυκλοφόρησαν με δύο μεταφραστικές γλωσσικές εκδοχές, του αρχαίου
κειμένου στην τρέχουσα δημοτική γλώσσα και στην κάπως πιο απλοποιημένη της
μορφή Δημοτική, την ομιλούμενη εκείνα τα χρόνια. Η αρίθμηση ήταν η ίδια και τα
βιβλία άδετα ενώ η τιμή τους ήταν σχετικά φτηνή. Χαρακτηριστική έμεινε η
φωτογραφία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εφημερίδα
«Ελευθεροτυπία» να περπατά κρατώντας στο χέρι του τον «Σοφιστή». Με την
εκδοτική αυτή σειρά ήρθε σε επαφή λοιπόν η δική μου γενιά, γενιά του 1980 και
γνωρίσαμε εκτενέστερα τα Κλασικά Κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και τους
Αρχαίους των Εθνικών Ελλήνων Συγγραφείς. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται
θεατρόφιλους να παρακολουθούν παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών ή κωμωδιών στο Ηρώδειο
ή την Επίδαυρο κρατώντας στο χέρι τα αντίστοιχα βιβλία του Αισχύλου, του
Ευριπίδη, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη. Τα δύο μεγάλα Ομηρικά Έπη Ιλιάδα και
Οδύσσεια κυκλοφορούσαν σε μεταφράσεις των Ιωάννη Κακριδή- Νίκου Καζαντζάκη, του
Ιάκωβου Πολυλά, του Αργύρη Εφταλιώτη, ενώ έκαναν την εμφάνισή τους και οι
μεταφρασμένες Ομηρικές Ραψωδίες από τον κλασικό φιλόλογο και νεοελληνιστή
κριτικό Δημήτρη Μαρωνίτη μερικά χρόνια αργότερα.
Τα βιβλία
των εκδόσεων «Ι. Ζαχαρόπουλου» με τις φροντισμένες επιμέλειές τους, τους
ακριβείς σχολιασμούς τους, τις προσεγμένες μεταφράσεις τους, τον σχεδιασμό των
σειρών τους, την επιλεγμένη εποπτεία των επιμελητών τους είχαν καθιερωθεί στην
αναγνωστική συνείδηση των ελλήνων και ελληνίδων αναγνωστών παρά του γεγονότος
ότι δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκαν όλες οι κατηγορίες των σειρών τους. Η σειρά σταμάτησε κάπως απότομα. Όπως και νάχει, τα βιβλία αυτά άνοιξαν τους ορίζοντες
της φιλιστορίας μας και των ενδιαφερόντων μας για τα Αρχαία Ελληνικά Γράμματα.
Στην προσπάθεια-τότε- αυτή, συνηγόρησαν και οι μελέτες του Ιωάννη Ν.
Θεοδωρακόπουλου, του Αριστόξενου Σκιαδά, του Ιωάννη Κακριδή των Γαλλίδων
λογοτεχνών- ιστορικών Μαργαρίτας Γιουρσενάρ και της Ζακλίν ντε Ρομιλύ, η δε
ιστορικής θεματολογίας πεζογράφος Μαρύ Ρενώ μας μυούσε με τις λαϊκές εκδόσεις
των «Βίπερ» στον βίο και την πολιτεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με ογκώδεις
μυθιστορηματικές βιογραφίες.
Στο νούμερο 85 της σειράς «Βιβλιοθήκη
Αρχαίων Συγγραφέων» των εκδόσεων «Ι. Ζαχαρόπουλος» παλαιές δραχμές 150 δίχως
χρονολογία έκδοσης, έχουμε την παρουσίαση δύο κλασικών έργων. Του Ανωνύμου «Περί
Ύψους» σε μετάφραση Παναγή Λεκατσά και οι «Λόγοι» του αθηναίου ρήτορα Ανδοκίδη
σε μετάφραση Ε. Ανδρουλιδάκη. Αν δεν λαθεύω το όνομα του δημοσιογράφου
Ανδρουλιδάκη το συναντάμε στην προδικτατορική πολιτική δημοκρατική, Παπανδρεική
εφημερίδα «Ελευθερία» που τερματίστηκε η έκδοσή της στην αρχή της επτάχρονης
στρατιωτικής περιόδου.
Το «περί
Ύψους» του Ανωνύμου, θεωρείται μαζί με την «Ποιητική» του Αριστοτέλους το
σπουδαιότερο και σημαντικότερο έργο Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας από τα
Κείμενα που μας κληροδότησε η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Ειδικότερα το «Περί
Ύψους», έργο που δεν μας διασώθηκε ολόκληρο σε σχέση με την «Ποιητική», ένα πυκνογραμμένο
και κάπως στριφνό αλλά σπουδαίο κείμενο, παρουσιάζει πλήθος δυσκολιών στην
ανάγνωσή του, την ερμηνεία του, την εξέτασή του, την κατάταξή του, τον
προσδιορισμό του θεωρητικού του λόγου την θεματολογία του, μιά και το έργο μας
διασώθηκε έχοντας πολλά κειμενικά και νοηματικά χάσματα. Οι παραδειγματικές του
αναφορές προερχόμενες από παλαιότερων αρχαίων περιόδων συγγραφικά αποσπάσματα
και καταθετήρια στίχων ποιητών είναι πάνω κάτω 50 οι άμεσες, και έχουμε και
αρκετά εμβόλιμα δάνεια που ερανίζεται ο συγγραφέας για να τεκμηριώσει και
οικοδομήσει την Κριτική Θεωρία του περί «Υψηλού» στην Λογοτεχνία και
προεκτεινόμενη διαχρονικά στον χρόνο στην τέχνη της Γραφής και της ανθρώπινης
καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Δύσκολο στην ανάγνωσή του πυκνογραμμένο,
σφιχτό Κλασικό (με την έννοια του διαχρονικού μέσα στο ιστορικό διάβα του
ανθρώπινου πολιτισμού) Κείμενο, με δεκάδες εσωτερικές αναφορές και υπομνήσεις,
υπομνηματισμούς, χρειάζεται ο αναγνώστης να διαθέτει γερή και ισχυρή υποδομή
πάνω στην αρχαία ελληνική γραμματεία, γνώσεις περιφερειακές της γραφής, δηλαδή
του κοινωνικού και ιστορικού περιγράμματος που κυοφορήθηκε το έργο, και ας μην
είμαστε σίγουροι για τον συγγραφέα του. Ευρεία παιδεία και εποπτεία πάνω στα
Αρχαία Κείμενα και την ιστορική παράδοσή τους. Σε ιστορικές περιόδους της
Ελληνικής Αρχαιότητας που ο Επικός ή ο Λυρικός Ποιητής σαν (Homo faber) ζούσε μέσα στην Κοινωνία,
αποτελούσε αναπόσπαστο ισότιμο μέλος της, διαμόρφωνε τις συνειδήσεις των
συμπολιτών του, αποθέωνε ή καταδίκαζε συγκεκριμένες πολιτικές δράσεις και
ιδέες, ατομικές ή συλλογικές συμπεριφορές, ενέργειες του κοινωνικού σώματος ως
αποτέλεσμα εκλογικών επιλογών ή εθνικών προτεραιοτήτων. Ήταν αυτό που στους
κατοπινούς αιώνες του δυτικού πολιτισμού ο Μεσαιωνικός Δυτικός Κόσμος
προσδιόρισε και θεωρούσε, ως τον δημιουργικό και λειτουργικό ρόλο που
διαδραμάτιζε ο Καλλιτέχνης ως πρακτικός Τεχνίτης, ως Μαϊστορας Τεχνίτης της
απτής καθημερινότητας μέσα στην Κοινωνία, όχι ως ξένο σώμα αλλά ως ισότιμο με
τα άλλα μέλη της. Την θέση αυτή ενστερνίζονταν, όπως μας λένε τα γραπτά τους,
και δικοί μας Έλληνες Λόγιοι και μία σημαντική μερίδα των Ελλήνων Συγγραφέων- Κριτικών
μας. Βλέπε Ζήσιμος Λορεντζάτος, Χρήστος Γιανναράς και ορισμένοι άλλοι. Η
κατοπινή ιστορική πολιτιστική περίοδος της Αναγέννησης και του Ουμανισμού στον
Δυτικό Κόσμο όπως γνωρίζουμε, διαφοροποίησε τον ρόλο του Καλλιτέχνη από την
Κοινωνία, τον εξύψωσε στα ουράνια δίνοντάς του άλλη αίγλη και πνευματική
προοπτική μέσα σε αυτήν, υπερτονίζοντας τις καλλιτεχνικές του αξιακές
θεωρήσεις, και εκθειάζοντας όσο πιο άμεσα και σταθερά μπορούσε τον σημαίνοντα
ρόλο και την εφυϊα του, το διακεκριμένο ταλέντο του, την καλλιτεχνική του
ευρηματικότητα και δυναμική φιλοσοφία-επαναστατική συνήθως, έναντι του απλού
καθημερινού ανθρώπου τεχνίτη και των παραγόμενων κοινωνικών άμεσων αναγκών του
προϊόντων. Θέλω να πω ότι σταδιακά στους μοντέρνους καιρούς μας, φτάσαμε, στους
σύγχρονους καιρούς του 20ου και 21ου αιώνα, να βλέπουμε ένας πίνακας
ζωγραφικής του ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο να τιμάτε όπως ακούσαμε στις
ειδήσεις κάπου 145.000.000 ευρώ ή ένα χειρόγραφο ενός ευρωπαίου συγγραφέα να
βγαίνει στην διατίμηση-δημοπρασία και να πωλείται αρκετά εκατομμύρια. Πράγμα που σημαίνει-αν
δεν κάνουμε λάθος, ότι ο όποιος δημιουργός, ο ποιητής ο πεζογράφος και το έργο
του απομακρύνθηκε από τις πραγματικές αληθινές πολιτιστικές και καλλιτεχνικές
και κοινωνικές ρεαλιστικές ανάγκες των ανθρώπων, την πρακτικότητα των
δημιουργημάτων από την καθημερινότητά του και την χρήση του. Ως χρήστες ενός
έργου τέχνης ως κάτοχοί του, ως αναγνώστες ή ως θεατές του, δεν συμμετέχουμε
πλέον στην συζήτηση που ανοίγει μαζί μας το Έργο, ένα Βιβλίο, μία Ποιητική
Συλλογή, ένα Μυθιστόρημα όπως θα φιλοδοξούσε ο συγγραφέας και δημιουργός του.
Και εδώ, γεννάται το ερώτημα, το Έργο Τέχνης απομακρύνθηκε από τις ανάγκες του
Ανθρώπου, ξέκοψε από τις πραγματικές του ρίζες ή η Ζωή έμεινε πίσω και
ασθμαίνοντας προσπαθεί να το συλλάβει και να κατανοήσει τη νέα αποστολή του; Το
χειροποίητο καλλιτέχνημα από άμεσο χρηστικό αντικείμενο στις καθημερινές
ανάγκες μιάς οικογένειας έγινε ένα πάρα πολύ κομψό και «ειδικό» προϊόν που
αφορούσε τους λίγους και οικονομικά εύπορους, τους Μαικήνας, οι οποίοι επί
παραγγελία ζητούσαν από τον σημαντικότερο αναγνωρισμένο Δημιουργό της εποχής
τους, Συγγραφέα, να κατασκευάσει ένα έργο για να εκτεθεί στα παλάτια τους, να
στολίσει τις πολυτελείς οικίες τους, να γεμίσει τις εκκλησίες και τους ιερούς
ναούς τους. Κάτι αν δεν παρανοώ ως πολυτελές δόλωμα πίστης και αισθητικής
απόλαυσης σίγουρα. Ο Καλλιτέχνης στην υπηρεσία της εξουσίας των οικονομικά
ισχυρών, πού, καθόριζαν τι πρέπει να ακολουθήσει και τι όχι ο απλός, φτωχός,
καθημερινός πολίτης και ποια ήταν τα μεταφυσικά όριά του και οι προσδοκίες του.
Ή πάλι, ο Ποιητής συνέθετε Έργα όχι για τους ανθρώπους γύρω του, μέσω της
δουλειάς και της τέχνης του αλλά για να εκθειάσει και να υμνήσει κλέη και βίους
Βασιλέων, Αυτοκρατόρων, Μελών δυναστειών, Παπών, ή Στραταρχών. Λέγεται, ότι τα
ποιήματα που έχουν γραφεί για τον Μεγάλο Ναπολέοντα υπερβαίνουν τις σελίδες
ενός και μόνο τόμου. Ας μην λησμονούμε και την ελληνική περίπτωση του Μεγάλου
Αλεξάνδρου, και δεν ξεχνάμε ότι σε ερώτηση προς τον ισπανό ζωγράφο Σαλβαντόρ
Νταλί για ποιους ζωγραφίζει, εκείνος απάντησε: «Μα ασφαλώς για ζάμπλουτους
Αμερικανούς». Την εικαστική εμπορική στρατηγική του πατέρα της Ποπ Άρτ του Άντυ
Ουόρχωλ. Προσφάτως παρακολουθήσαμε δύο ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ, το «Οικονομική
Εξουσία, Μεγαλοτραπεζίτες και Εφοπλιστές και το Εμπόριο της Τέχνης», στο που
και γιατί επενδύουνε και πια τα οικονομικά τους συμφέροντα των ισχυρών του
χρήματος, και το επίσης ενδιαφέρον φιλμ με την ζωή και την αλλαγή στάσης, το
συνειδησιακό δίλημμα που τέθηκε στον μεγαλύτερο κωμικό ηθοποιό των αιώνων τον
Σαρλώ, τον Τσάρλυ Τσάπλιν. Όταν η πουριτανική βιομηχανία του Χόλυγουντ
αποφάσισε να στραφεί προς τον ομιλούντα κινηματογράφο και να απαγορεύσει και
λογοκρίνει το έμφυτο χαρακτηριστικό ταλέντο του Σαρλώ, ο οποίος ήθελε να
συνεχίζει να ψυχαγωγεί το μεγάλο κοινό με τις Βουβές ανθρώπινης ατμόσφαιρας και
φιλανθρωπίας κωμωδίες του, την δεκαετία του 1930. Ο Τσάρλι Τσάπλιν,
διαισθάνθηκε ότι οι σύγχρονοι ομιλούντες κινηματογραφικοί καιροί τον άφηναν
πίσω. Το μπρίλιαντ όμως ταλέντο του και η εξυπνάδα του τον οδήγησε στο να γυρίσει τους «Μοντέρνους
Καιρούς» με την τελευταία ξεκαρδιστική σκηνή να λέει μία ακαταλαβίστικη παρλάτα
που γινόταν από τους θεατές κατανοητή μέσω της για πρώτη φορά στην οθόνη
τεχνική της Παντομίμας. Εξαιρετική σύλληψη από έναν πραγματικό Μαϊστορα
Οικουμενικό Καλλιτέχνη που αγιογράφησε με την άκρα ευσπλαχνία και φιλανθρωπία
του, τα προβλήματα της φτωχολογιάς, τις οικονομικές δυσκολίες της εργατικής
τάξης, το πώς υποδέχτηκε τους ευρωπαίους μετανάστες η μεγάλη και πλούσια αχανής
χώρα η Αμερική. Η Ήπειρος που δημιούργησε το Αμερικανικό Θαύμα στηριζόμενη σε
ξένα εργατικά και αυτόχθονα φτωχά χέρια και μόχθο. Τέλος, ιδιωτικό κανάλι πρόβαλε
μία εξαιρετική αγγλική ταινία, με την πραγματική ζωή του κατάδικου και
«ψυχασθενή» ατόμου που δημιούργησε πρώτος, το πρώτο Λεξικό της Αγγλικής Γλώσσας
του πανεπιστημίου του Καίμπριτζ. Γιατί τα εμβόλιμα παραπάνω, ίσως γιατί κατά
την ταπεινή γνώμη μας οφείλουμε να αναρωτηθούμε,- ως νεφεληγερέτες αναγνώστες-
για ποια οικονομικά στρώματα Καλλιτεχνών και Συγγραφέων γράφτηκε το «Περί
Ύψους» και σε ποιους απευθύνονταν; Κάνουμε ετεροχρονισμένο λάθος;
Το «Περί Ύψους» είναι ένα βιβλίο που
εισαγάγει τον αναγνώστη του σε άγνωστά και ενδέχεται και αχαρτογράφητα των
αρχαίων θεωριών περί Κριτικής της Λογοτεχνίας νερά. Είναι ένα θεωρητικό κλασικό
σύγγραμμα που χρειάζεται υπομονή, επιμονή, πείσμα και γνώσεις, και αρκετή
θέληση για να διαβαστεί με επάρκεια, εξεταστεί το πληροφοριακό του υλικό και να
κατανοηθεί και το υποδεχτούμε και σήμερα ακόμα ως υπόδειγμα μοντέλου Γραφής της
Θεωρητικής Κριτικής Σκέψης στην χώρα μας. Και τα όποια αναγνωστικής κατανόησής
του προβλήματα αυξάνουν, σε όσους και όσες δεν είναι ειδικοί, μυημένοι στον
αρχαίο θεωρητικό κριτικό λόγο και στοχασμό και δεν έχουν εντρυφήσει στο θέμα
και την προβληματική του ή δεν θα τους απασχολήσει εκ νέου μετά την όποια
επιφανειακή ή προσεκτικότερη ανάγνωση του Κειμένου αυτού. Θα αρκεστούν στα
αναγνωστικά εφόδια που έλαβαν και δεν θα αναζητήσουν να γεφυρώσουν τα κενά των
σελίδων του και διευρύνοντας τον αναγνωστικό χρόνο μέσα στην Ιστορία του
Ανθρώπινου Πολιτισμού δεν θα αναζητήσουν πηγές ξένες και ελληνικές που πρόσεξαν
το Κείμενο αυτό, το σπούδασαν και το ερεύνησαν μέχρι την Τρίτη Χιλιετία. Από
την μεριά μας, μόνο ένα εμπεριστατωμένο άρθρο γνωρίζουμε το οποίο μας
κατατοπίζει για την περιπέτεια του «Περί Ύψους» μέσα στον ιστορικό της Γραφής
χρόνο. Το με τίτλο «Ο ΛΟΓΓΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ» του ποιητή και
θεωρητικού της λογοτεχνίας ομότιμου πανεπιστημιακού κ. Νάσου Βαγενά το οποίο
δημοσιεύτηκε στις σελίδες 15-24 ως ομιλίας- συμμετοχής του στα Πρακτικά
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ», Ιόνιο Πανεπιστήμιο Τμήμα Ιστορίας, Κέρκυρα 2009
τον τόμο με τα Πρακτικά επιμελήθηκε ο ομότιμος πανεπιστημιακός και συγγραφέας
κ. Θεοδόσης Πυλαρινός. Η εισήγηση του Νάσου Βαγενά γίνεται με αφορμή της
έκδοσης και μετάφρασης του Μ. Ζ. Κοπιδάκη.
Ο συγγραφέας του «Περί Ύψους» εξετάζει
παραδειγματικά με παραπομπές και εσωτερικές αναφορές διάφορα έργα της
αρχαιότητας και δίχως φυσικά να είμαστε ειδικοί παρά απλοί και σταθεροί
φιλαναγνώστες βιβλίων της αρχαίας γραμματείας, θα γράφαμε ότι προτείνει ένα
μοντέλο θεώρησης της «υψηλής» τέχνης της γραφής και της κριτικής της που
οφείλει να έχει υπόψη του ένας λογοτέχνης ως συγγραφικό «καθήκον», και
παράλληλα, το οφειλόμενο αναγνωστικών προδιαγραφών «υψηλό» κριτήριο του αναγνώστη.
Ο Λογγίνος-εφ’ όσον αποδεχόμαστε ότι αυτός είναι ο συγγραφέας του έργου,
στάθηκε πρωτοπόρος στη εποχή του, μια και δεν καλλιέργησε πρώτος μόνο, αλλά άνοιξε
ένα νέο και πρωτόγνωρο πεδίο στην ιστορία της γραφής του αρχαίου κόσμου. Άνοιξε
ένα καινούργιο κεφάλαιο, αυτό της Νεοελληνικής Λογοτεχνικής Κριτικής και της
Ιστορίας της το οποίο όπως επισημαίνει ο Νάσος Βαγενάς παραμένει έως «σήμερα
ακόμη άγραφο». Τελειώνει συνοψίζοντας την εισήγησή του: «Οι σχέσεις της
νεοελληνικής κριτικής με τον Λογγίνο, από τις απαρχές της έως σήμερα, αποτελούν
ένα σημαντικό κεφάλαιο της, άγραφης ακόμη, ιστορίας της νεοελληνικής
λογοτεχνικής κριτικής’ το κεφάλαιο αυτό και η ιστορία που θα το περιλάβει,
ελπίζω ότι θα γραφούν κάποτε.». Στεκόμενοι από την μεριά μας σε ενδεικτικούς
έλληνες λογοτέχνες που στο έργο τους συναντάμε το πνεύμα και τις αρχές του
«Περί Ύψους», να μνημονεύσουμε τους ποιητές Κωστή Παλαμά, Απόστολο Μελαχρινό,
τον Γιώργο Σεφέρη, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον δημοτικιστή συγγραφέα Γιάννη
Ψυχάρη, τον Κλείτο Ιωαννίδη, τους στοχαστές και μελετητές της ελληνικής
λογοτεχνίας Άριστο Καμπάνη, τον Κλέωνα Παράσχο, τον Αριστόξενο Σκιαδά, τον
Ξενοφώντα Κοκόλη, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον
κλασικό φιλόλογο Ιωάννη Συκουτρή, τον Δημήτρη Μαρωνίτη, την Αθανασία Γλυκοφρύδη Λεοντσίνη, τον Βρασίδα
Καραλή και άλλων, οι οποίοι άνοιξαν διάλογο με το έργο του Λογγίνου, το εξέτασαν,
το ερμήνευσαν, ορισμένοι το μετέφρασαν ή το ποιητικοποίησαν. Πάντως, ούτε στον
ελληνικό λογοτεχνικό και των ελληνικών γραμμάτων χώρο πέρασε απαρατήρητο ένα
τέτοιας υψηλής κριτικής αισθητικής έργο.
Η
σπουδή πάνω σε καθαρά θεωρητικά προβλήματα της Γραφής δεν αφορά μόνο την
αξιολόγηση ενός έργου αλλά και στο πώς και με ποια κριτικά εφόδια πρέπει να
εξετάζεται και απολαμβάνεται στην ανάγνωσή του. Η Γραφή είναι το πρωτεύον, όταν
η πρώτη έμπνευση ως σύλληψη, μέσω της επιθυμίας ενός συγγραφέα, χαράσσεται με
τα στοιχεία-σήματα επικοινωνίας της γλώσσας στο λευκό χαρτί. Όταν η πρωτογενής
«άυλη» ακόμη έμπνευση μεταποιείται σε απτή υλική λέξη, αποτυπώνεται με μία
σύνταξη οργανωμένων γραμμάτων που οδηγούν σε ένα λειτουργικό νοηματικό
αποτέλεσμα. Η Κριτική Θεώρηση της Γραφής είναι ο ενδιάμεσος κρίκος γνωριμίας
μας μαζί της, ως τελεσθέν αποτέλεσμα πλέον, αδιαπραγμάτευτο ή μη δεν έχει
σημασία, το αποτέλεσμα των υλικών και των στοιχείων της Γραφής δίδεται ως έχει
στο νέο του ταξίδι στο χρόνο. Η μεταγενέστερη χρονολογικά Κριτική Θεωρία περί
της λογοτεχνικότητάς της και των μοντέλων εξέτασής της αποτελεί μία άλλης
κατηγορίας και είδος Γραφή, ανεξάρτητη και αυτόνομη, μια Γραφή που δεν ανάγεται
στην πρώτη σύλληψη του αρχικού συγγραφέα αλλά στο αποτέλεσμα της σύλληψής του
ως γραπτό Κείμενο από τον Κριτικό με τις δικές του των διαβασμάτων του
προσλαμβάνουσες και εμπειρίες παραστάσεων. Έχουμε δηλαδή την διάρκεια και
συνέχειά της με έναν άλλο τρόπο στον μέλλοντα χρόνο, αρκετές φορές
«μεταποιημένο» από την φαντασία του κριτικού ή του αναγνώστη.
Το υποστυλωμένο με δεκάδες παλαιότερες
κειμενικές παραπομπές αυτό Κριτικής Θεωρίας της αρχαιότητας έργο, το «Περί
Ύψους», «αγνώστου» για πολλούς «τεχνογράφου» πατρός, σπουδάζει και φωτίζει
προβληματισμούς κριτικής θεμελίωσης, θεωρητικού λόγου και στοχασμού, αισθητικής
θεωρίας γραμμένο σαν απαντητική επιστολή σε προγενέστερό του κείμενο από φίλο
του συμβουλευτικά, κυοφορημένο μέσα σε ένα κλίμα πατρικής συμβουλευτικής
παρότρυνσης. Είναι το μοναδικό θεωρητικό κείμενο της Αρχαιότητας στο οποίο
εξετάζονται θέματα καθαρά αφορόντα την Λογοτεχνία, οικοδομημένο με λογοτεχνικά
υλικά. Το εν ήδη απαντητικών επιστολών αυτό «κουτσουρεμένο» Κείμενο από την
στιγμή που εντοπίστηκε, δημιούργησε δεκάδες προβλήματα στην κριτική του
αποτίμηση και ορθή αξιολόγηση, υπήρξε θετική η αποδοχή του από έλληνες και
ξένους λόγιους και συγγραφείς αλλά με τις ανάλογες δυσκολίες στην προσέγγισή
του, τα κενά στο διάβασμά του, τις ελλείψεις του ως ενιαίο κείμενο διασωθέν της
αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Για την πρόσληψή του και την υπόμνησή του πριν
τον 20ο και 21 αιώνα, έχουν αναφερθεί οι ερευνητές που ασχολήθηκαν
με τους έλληνες διαφωτιστές και των χρόνων τους. Από την στιγμή που
ανακαλύφθηκαν τα χειρόγραφά του μία μικρή αλλά σταθερή ροή ενδιαφέροντος
κυοφορήθηκε στον ελληνικό και ευρωπαϊκό χώρο που οι απολήξεις της φθάνουν μέχρι
των πρόσφατων μεταφράσεων του έργου.
Το «Περί Ύψους» είναι το είδος εκείνο της
θεωρητικής κριτικής εποπτείας της λειτουργίας της Γραφής, της σημασίας του
«Υψηλού», σύμφωνα με τις αξιακές θεωρητικές αρχές και αντιλήψεις του Αρχαίου Κόσμου,
ή τουλάχιστον μίας πνευματικής του μερίδας και εκπαιδευτικής αγωγής. Μιά
αποδελτιωτική παραδειγματική καταγραφή αναφοράς αποσπασμάτων έργων Αρχαίων Συγγραφέων
στην πρόθεση να μας μιλήσει και να οριστεί, αναδειχθεί το «Υψηλό», σύμφωνα με
τις 5 κατηγοριοποιήσεις του αγνώστου πατρότητας κειμένου. Ας σημειώσουμε και
αυτήν την εκδοχή. Δεν είναι μόνο τα συγγραφικά χάσματα που συναντάμε στο έργο
(όπως βλέπουμε και στην παρούσα έκδοση που επιμελήθηκε και μας πρόσφερε ο
έλληνας εθνογράφος Παναγής Λεκατσάς
στην εποχή του), ένα αβέβαιης πατρότητας μικρό σχετικά έργο!. Σταθερή πεποίθηση
που επαναλαμβάνουν και επισημαίνουν όσοι από τους σύγχρονους ερευνητές και
γραμματολόγους καταπιάστηκαν μαζί του. Στα ελληνικά γράμματα γνωρίζουμε ότι το
έργο του Διονυσίου ή Λογγίνου «Περί Ύψους» μεταφράστηκε για πρώτη φορά το 1927
στην Αθήνα από τον Π. Σ. Φωτιάδη.
Υπάρχει ακόμη- από όσο παλαιότερα φρόντισα να προμηθευτώ η σημαντική ερευνητική
έκδοση και μετάφραση του πανεπιστημιακού κυρίου Μ. Ζ. Κοπιδάκη, «Διονυσίου Λογγίνου, ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ», έκδοση «Βικελαίας
Δημοτικής Βιβλιοθήκης», Ηράκλειο 1990, σελίδες 288, τιμή 2080 παλαιές δραχμές.
Στην σειρά 1- Κείμενα Ελληνικά. Αξιοσημείωτη και καλαίσθητη έκδοση-όπως είναι
όλες της «Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης» που ήρθε να μας συμπληρώσει με
καινούργια σύγχρονα στοιχεία και ερευνητικές επιστημονικές πληροφορίες για το
δύσκολο αυτό στην ερμηνεία και σημασία του, ακόμα και στο διάβασμά του κείμενο.
Η ξένη βιβλιογραφία και αρθρογραφία που μας παράσχει ο κύριος Μ.Ζ. Κοπιδάκης
δηλώνει περίτρανα την παγκόσμια αναγνώριση και αποδοχή του στριφνού αυτού
αρχαίου κειμένου, την υποδοχή του από την επιστημονική φιλολογική κοινότητα
διεθνώς. Συμπληρώνει όπως είναι φυσικό τα δεδομένα που μας παράσχει ο Παναγής
Λεκατσάς στην δική του εργασία στην εποχή του. Η μεταφραστική γλώσσα του
καθηγητή κυρίου Κοπιδάκη είναι σύγχρονη, στρωτή, το ύφος του απλό και κατανοητό
στον αμύητο αναγνώστη ο οποίος αποφασίζει να ταξιδέψει στον χρόνο βουτώντας σε
βαθειά και αχαρτογράφητα νερά. Η επεξηγηματική του γραφή στην διασάφηση των
στριφνών, δύσκολων και σκοτεινών νοημάτων και εννοιών του «Περί Ύψους» στέκεται
βοηθητική παρά αποτρεπτική στην εξερεύνησή του και την γνωριμία μας μαζί του.
Ας αντιγράψουμε σχετικά αυτά που μας λέει στην σελίδα 48 της Εισαγωγής του: «Ο μεγάλος άγνωστος που συνέγραψε το Περί
ύψους στάθηκε πράγματι, κατά τη μνημειώδη διατύπωση του W. Rhys Roberts, “the last great critic of ancient Greece and (in some
sense) the first international critic of a wider words”.
Η έκδοση
αυτή υπήρξε και η αφορμή του γραψίματος από τον Νάσο Βαγενά του δικού του
άρθρου όπως προαναφέραμε.
Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της
«Βικελαίας», για την ακρίβεια, το 2024 όπως έχουμε πληροφορηθεί από σελίδες του
διαδικτύου, μια άλλη φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας η κυρία Ελευθερία Δήμου
θα αποτολμήσει με επιτυχία ένα νέον εκδοτικό άθλο. Μετέφρασε, έγραψε την
εισαγωγή και σχολίασε το «Περί Ύψους» του Λογγίνου για τις εκδόσεις «Κουκίδα». Από την μεριά μας να τονίσουμε μόνο ότι η
έκδοση αυτή-δεν την έχουμε στα χέρια μας- υλοποιήθηκε από μία γυναικεία κριτική
γραφίδα που ήρθε να προστεθεί ισάξια με τις άλλες των δύο αντρών εργασίες. Οι
των αρχαίων ελληνικών κειμένων επανεκδόσεις- μεταφράσεις κειμένων και έργων-
είναι κάτι παρήγορο σε εποχές που η λεξιπενία μας αυξάνει και τα κλασικά
γράμματα και οι κλασικές σπουδές διεθνώς υποχωρούν, στο όνομα της τεχνολογίας
και των οικονομικών επιστημών. Οι μαλακές επιστήμες θα έλεγαν οι παλαιότεροι
υποχωρούν έναντι των σκληρών.
Το «Περί Ύψους» είναι ένα πυκνογραμμένο και
σφιχτό στη δομή του με πολλές παραδειγματικές αναφορές κείμενο, το σχολαστικό
ύφος του δυσκολεύει ακόμα περισσότερο το πλησίασμά του από τον άγευστο σε
τέτοιας κατηγορίας ζητήματα σημερινό αναγνώστη. Από άποψης γλωσσικής διατύπωσης
σε σημεία του παρουσιάζει δυσκολίες όχι μόνο στα χασματικά του, έχεις την αίσθηση
μίας ακατέργαστης υφολογικής απλότητας μάλλον, στην διευκρινιστική σπονδύλωση
της νοηματικής του κειμένου συλλογιστικής και προβληματικής της φυσικά σταθερών
ισοζυγιών ποιητικής του. Συναντάμε κενά τόσο μεταξύ των κεφαλαίων όσο και στην
σωστή διάταξη και ομαλή συνέχεια της γραφής του. Σίγουρα πάντως, με τα νέα
επιστημονικά ερευνητικά και φιλολογικά δεδομένα της εποχής μας η επαναφορά στην
επιφάνεια του χρόνου μιάς τέτοιας μορφής και είδους αρχαίο κείμενο- μοναδικό
μέσα στην αρχαία γραμματεία, αποτελεί παρήγορο και ελπιδοφόρο «μήνυμα» για
όσους και όσες ακόμα ενδιαφέρονται για τέτοιας κατηγορίας της Γραφής ζητήματα.
Στις εκδόσεις του «Ι. Ζαχαρόπουλου» καταλαμβάνει
τις σελίδες 28 έως 143 στην «δίγλωσση» εκδοχή και έκδοση του. Στις αριστερές
σελίδες δημοσιεύεται το Αρχαίο Κείμενο και στις δεξιές η μετάφρασή και ο
σχολιασμός του. Στις πρώτες 28 σελίδες του τόμου παρουσιάζεται η σχολαστική
ερευνητική και ερμηνευτική εργασία του πρώτου έλληνα Εθνολόγου Θιακιού Παναγή
Λεκατσά (συζύγου της Γαλαξιδιώτισσας πεζογράφου γεννημένης στον Πειραιά Εύας
Βλάμη. Δασκάλου του ποιητή και συγγραφέα παλαιού αντιστασιακού Δημάρχου του
Υμηττού Αντρέα Λεντάκη. Πασίγνωστο και χιλιοτραγουδισμένο το τραγούδι «Χτυπούν
το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα", που έγραψε για τον συγκρατούμενό του την
περίοδο της επταετίας ο Μίκης Θεοδωράκης) ο οποίος κατηγοριοποιώντας τις
σελίδες της Εισαγωγής του μας δίνει πληροφορίες σχετικά με την Έκδοση των
προηγηθέντων Μεταφράσεων και Σχολιαστών του, των Κενών που παρουσιάζονται στις
διασωθείσες σελίδες του, των προηγούμενων Ξένων Εκδόσεων του, του
σημαντικότατου αυτού Θεωρητικού Έργου Κριτικής της Λογοτεχνίας, ένα κλασικό
κληροδότημα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ας
αντιγράψουμε τις ενότητες της Εισαγωγής:
[-1. ΓΙΑ ΤΗΝ
ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ, 5-10.
-2. ΧΡΟΝΟΣ,
ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ, 10-11
-3. ΑΦΟΡΜΗ
ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ, 11-14
-4. ΣΥΝΘΕΣΗ
ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, 14-23.
(Στις
σελίδες 19-23 δημοσιεύονται «σχεδιαγράμματα» των «Τετραφύλλων» 24, 25, 26, 27,
28, 29, «τα χάσματα του κειμένου στο κυριώτερο χειρόγραφο (Parisinus 2036) απ’ όπου και τα άλλα
προέρχονται, μπορούμε δίνοντας κατά το υπόδειγμα του Lebegue την σχηματική άποψη του χειρογράφου,
να τα εκθέσουμε όπως ακολούθως, συμπεραίνοντας μαζί και την ύλη που χάθηκε:…
Ενώ παρουσιάζονται και τα προβλήματα των 3 εμβόλιμων χωρίων», σημειώνει ο
μεταφραστής και σχολιαστής του Παναγής Λεκατσάς.).
-5.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ, 23
-6. Η
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, 24-25
-Ακολουθούν
οι 10 ΚΩΔΙΚΕΣ, 26-27 που συμβουλεύτηκε ο έλληνας μεταφραστής του και έπεται το
ΚΕΙΜΕΝΟ σελ. 28-143 με τις εξής επικεφαλίδες.
1. Ι.
Επίκριση του έργου του Κεκοιλίου.
2. ΙΙ. Το
Ύψος είναι διδακτό ή όχι;
ΛΕΙΠΟΥΣΙ ΦΥΛΛΑ
3. ΙΙΙ.
Υπόκενος όγκος κ.ά.
4. IV. Το ψυχρό ύφος.
5. V, VI. Από πού τα σφάλματα’ δυσχέρειες στη
διάγνωση του ύψους κ.ά.
6. VII.
Πώς θ’ αντιλαμβανόμαστε το υψηλό.
7. VIII. Οι πέντε τόποι του Ύψους.
8. IX. Α΄ Στοιχεία του υψηλού: μεγάλα
διανοήματα,
ΛΕΙΠΟΥΣΙ ΦΥΛΛΑ ΕΞ
9………
Παραδείγματα υψηλής φαντασίας.
10.
Παρέκβαση για τη σχέση Ιλιάδας και Οδύσσειας.
11. Χ. Ότι η
εκλογή των άκρων και κυριωτάτων αιτία ύψους και πώς.
12. ΧΙ. Για
την αύξηση
13. ΧΙΙ.
Συνέχεια για την αύξηση. Σύγκριση Δημοσθένη και Κικέρωνα.
ΛΕΙΠΟΥΣΙ ΦΥΛΛΑ ΔΥΟ
14. ΧΙΙΙ.
Πώς ο Πλάτων μεγεθύνεται και για τη μίμηση.
15. XIV. Ποιούς νάχουμε κριτές για την άξια
δημιουργία.
16. XV. Για τις «φαντασίες».
17. XVI. Για τα σχήματα.
18. XVII. Πώς συμμαχούν με το ύψος τα
σχήματα.
19. XVIII. Ερωτήσεις και αποκρίσεις.
ΛΕΙΠΟΥΝ ΦΥΛΛΑ ΔΥΟ
20. XIX… (XX.-XXI.) Ασύνδετα’ συνδρομή σχημάτων σε
ασύνδετο σχήμα.
21. XXII. Υπερβατά.
22. XXIII. (XXIV- XXV- XXVI- XXVII). Πολύπτωτα.
23. XXVIII. (XXIX.). Για την περίφραση
24. XXX. Εκλογή των λέξεων.
ΛΕΙΠΟΥΝΕ ΦΥΛΛΑ ΤΕΣΣΑΡΑ
25. XXXI. Ιδιωτισμοί
26. XXXII. Για τη χρήση των μεταφορών
27. Το
λάθος.
28. XXXIII.
Το μεγάλο αλλ’ αμαρτημένο, και το αδιάπτωτο αλλά μέτριο ύφος.
29. XXXIV. Συνέχεια. Σύγκριση Δημοσθένη και
Υπερείδη.
30. XXXV. Η έμφυτη προς το Υψηλό τάση.
31. XXXVI. Η δικαίωση της μεγαλοφυϊας.
32. XXXVII. Παραβολές και εικόνες.
ΛΕΙΠΟΥΝ ΦΥΛΛΑ ΔΥΟ
33. XXXVIII. Υπερβολές
34. XXXIX. Η σύνθεση των στοιχείων του λόγου.
35. XL. Συγκρότηση των λέξεων.
36. XLI. (XLII.-XLIII.). Μικροποιά στοιχεία.
37. XLIV. Η στειρότητα σε μεγαλοφυϊες. Η
αιτία.
ΛΕΙΠΕΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Σημείωση: Το τελευταίο κεφάλαιο σύμφωνα με την
αρίθμηση της μετάφρασης του Παναγή Λεκατσά φέρει μάλλον από τυπογραφικό λάθος
το νούμερο 31 αντί του 37. Το έργο τελειώνει όπως γράφει και πάλι ο Παναγής
Λεκατσάς με την επισήμανση «Λείπουν τα
παραπέρα». Όπου το κείμενο έχει χάσμα, λείπουν σελίδες, υπάρχουν οι αναγκαίες
διευκρινιστικές πληροφορίες από τον Κώδικα που αντλείται. Άρα, αν κατανοούμε
σωστά έχουμε μπροστά μας ένα αρχαίο κείμενο «ημιτελές» και ανοιχτό στο χρόνο
και η όποια ανίχνευσή του περαιτέρω αποβαίνει ενδέχεται «ματαία;».
Το «Περί Ύψους» είναι ένα μάλλον δυσκολοερμήνευτο
θεωρητικό κείμενο, ένα κείμενο αισθητικής θεωρίας και κριτικής τεχνογνωσίας της
αρχαίας ελληνικής γραμματείας που μας έχει διασωθεί έστω και με χάσματα,
απολεσθείσες σελίδες και με πυκνότητα λόγου που επιτείνει την ανάγνωσή του και
διερεύνησή του. Είναι το μοναδικό στο είδος του έργο όμως που μας έχει διασωθεί
από την συγγραφική παράδοση του αρχαίου κόσμου. Το «Περί Ύψους» το «χρυσό
βιβλίο» όπως γράφει στην σελίδα 9 ο έλληνας εθνολόγος Παναγής Λεκατσάς που το
επιμελήθηκε επιστημονικά, το φρόντισε εκδοτικά, το σχολίασε επισταμένως στην
γενική εμφάνιση του κειμένου, στις επιμέρους λεπτομέρειές του, στις δυσκολίες
της ερμηνείας του, στα κενά αποσπάσματά του που έχουν χαθεί και το μετέφρασε στην
γλώσσα που έγραφαν και μιλούσαν οι έλληνες στα χρόνια του Παναγή Λεκατσά, ίσως
να αποτολμούσε κάποιος ερευνητής του προσπερνώντας τις δομικές δυσκολίες του,
να το «μεταπλάσει» για τις ανάγκες των σύγχρονων συγγραφικών δεδομένων. Ελπίζω
αυτό να μην θεωρηθεί «ύβρις». Το «Περί Ύψους» είναι ξανά επαναλαμβάνουμε
κουραστικώς όχι μόνο ένα δύσκολο βιβλίο τόσο στην ανάγνωσή του όσο και στο
ερμηνευτικό του πλησίασμα με τα κριτικά και θεωρητικά δεδομένα των χρόνων μας,
αλλά και ένα έργο με αινιγματική! Καταγωγή, εικάζεται. Δεν έχει εντοπιστεί
μέχρι των ημερών μας λένε ξένοι και έλληνες ειδικοί ερευνητές του που
καταπιάστηκαν μαζί του, η πατρότητά του. Ποιος έγραψε αυτό το τόσο θεωρητικό
κείμενο άραγε; Όσοι γραμματολόγοι θέλησαν να το εξετάσουν, να το μελετήσουν, να
το πλησιάσουν, να προσδιορίσουν την σύνολη νοηματική του σύλληψη, να εικάσουν
τι γράφονταν στα κενά των σελίδων του που έχουν χαθεί, να ερμηνεύσουν το
περιεχόμενό του στην κειμενική ολότητά του, να το κατατάξουν με νέα ματιά, και
να μας πληροφορήσουν για το ποιος ενδέχεται να είναι ο συγγραφέας του μας
έδωσαν διάφορες απαντήσεις. Το «Περί Ύψους» είναι άνευ συγγραφικής πατρότητας,
οι ερευνητές, μεταφραστές, σχολιαστές και εκδότες του δεν συνομολογούν για το
ποιος είναι ο πραγματικός συγγραφέας του. Το σε μορφή Επιστολικής απάντησης
αρχαίο κριτικής θεωρίας της λογοτεχνίας κείμενο, δεν μας παράσχει σαφή εικόνα
για το ποιος το έγραψε και σε ποιόν στην ουσία απαντάει ή ανταπαντάει. Μόνο από
τους αρχαίους συγγραφείς και τα αποσπάσματα και την ποικιλία των κειμένων τους
που αναφέρονται στο έργο υποψιαζόμαστε περί τίνος πρόκειται. Σίγουρα το «Περί
Ύψους» ανάγεται στην Κριτική της Κριτικής των Κειμένων αλλά όχι στο «Ομηρικό
πρόβλημα»
Ε Ι Σ Α
Γ Ω Γ Η
Το μικρό τούτο σύγγραμμα περί Ύψους είναι
το μοναδικό της ελληνικής τεχνογραφίας που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν έργο
δημιουργικής κριτικής και δυναμικής αισθητικής θεωρίας. Η λοιπή Ελληνική
τεχνογραφία, από τις θολές για μας απόψεις των Σοφιστών, που πρώτοι διερεύνησαν
τις ιδιομορφίες του λόγου και δια μέσου του Αριστοτέλη, του Θεοφράστου, των
Στωικών, του Απολλοδώρου, του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως, του Κεκιλίου, του
Δημητρίου και των άλλων, γνωστών και αγνώστων, που ασχολήθηκαν με την έρευνα
των γνήσιων όρων της τέχνης του λόγου και των χαρακτήρων του ύφους, όχι μόνο
δεν ξεπέρασε την ίδια την περιοχή της διαβαίνοντας στις ανώτερες σφαίρες της
συνθετικής αισθητικής θεωρίας, αλλά και με την επίμονην ανάλυση των στοιχείων
και των μερικώτερων ιδιομορφιών του ύφους έμεινε το περισσότερο στο πεδίο της
απλής τεχνολογίας. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς και ο Δημήτριος προχωρούνε κάπως
πιό πέρα, διακρίνοντας τους γνήσιους και παρεμβατικούς χαρακτήρες του ύφους και
μελετώντας τους σε κάποια σχετικήν αυτοτέλεια, ένα περίφημο τέλος έργο, το περί
Ποιητικής του Αριστοτέλη, έμεινε μοναδικό στο είδος του, δίχως να δημιουργήσει
σχολή και συνέχεια. Όλη η ελληνική τεχνογραφική παράδοση πηγάζει από ένα
τεχνολογικό δοκίμιο- από το ΙΙΙ βιβλίο της Ρητορικής
του ίδιου, και δευτερώτερα από το Περί
λέξεως του Θεοφράστου.
Το κυριώτερο χαρακτηριστικό της
παράδοσης αυτής είναι πώς αντιμετωπίζει το λογοτέχνημα σαν ένα αυθυπόστατο
καλλιτέχνημα, ανεξάρτητο από την προσωπικότητα του δημιουργού του, που τα πάθη
του, οι ιδέες του, τα οράματά του, η δαιμόνια συγκίνηση της έμπνευσης, η βίωση
όλων τούτων, η ψυχική και πνευματική τέλος εμπειρία που αποκρυσταλλώνεται στο
έργο δεν ενδιαφέρουν σχεδόν καθόλου’ εκείνο που κυρίως πρωτεύει είναι η έρευνα
του πώς οι κορυφαίοι του λόγου διδάσκαλοι σ’ όλα τα είδη της ποίησης και
του πεζού και με ποιά μέσα κατώρθωσαν να
δώσουν στην ιδέα τεχνικήν έκφραση τόσο τέλεια που να επιτύχουν στον ανώτερο
βαθμό την επιζητούμενην εντύπωση-για την παραστατικότητα, τη δείνωση ή την
ηδονή. Ένα είδος γραμματικής που αρχίζει από τα στοιχειώδη μόρια του λόγου,
μελετάει τη σύνθεσή τους στα κώλα, στις φράσεις, στις περιόδους, και προχωρεί
στα σχήματα κι ύστερα, στην ανώτατη απόδοσή της, στη μουσική συγκρότηση του
λόγου και στο χώρισμα των χαρακτήρων του ύφους. Η παράδοση της Αριστοτελικής
σχολής που επιβάλλει τη μελέτη του καθόλου και παραμερίζει κάθε ανάμειξη του
υποκειμενικού στοιχείου, βαραίνει σ’ όλη την ελληνική τεχνογραφία: μελετώνται
τα παραδείγματα κι’ αναζητούνται οι κανόνες, και οι κανόνες αυτοί αποτελούν το
καθόλου.
Απεναντίας το «περί Ύψους» είναι το
έργο που διασυνδέει την ελληνική τεχνογραφία με την ανεπτυγμένη στα νεώτερα
χρόνια αισθητική θεωρία, και καθαυτό το αριστούργημα της ελληνικής
τεχνογραφίας. Όργανο πολεμικής, εξακοντιζόμενο κατά της σχολής του Απολλοδώρου
που μαθητής του φαίνεται ο Κεκίλιος, είναι περισσότερο ομολογία αισθητικής
πίστεως παρά τεχνολογική πραγματεία. Έξοχα καλλιεργημένη αισθητική συνείδηση,
με μεγάλη κι ακονισμένη πάνω σ’ όλη την ελληνική λογοτεχνία κριτική πείρα, ο
Ανώνυμος συγγραφέας της μικρής πραγματείας ξεπερνάει τις λογοτεχνικές
μερικότητες των ιδιομορφιών του ύφους που σ’ αυτά κατατρίφτηκε ολόκληρη η
Ελληνική τεχνογραφία κι αντιμετωπίζει το υψηλό σαν αισθητική κατηγορία. Βλέπει
έπειτα το δημιούργημα σαν κάτι που έχει άμεση συνάρτηση με την ηθική βίωση, όχι
σαν αυτοτελές καλλιτέχνημα, και με τη μελέτη του πάθους, που πρώτος την
επιχειρεί, υποσημειώνει πρώτος στην παράδοση της Ελληνικής τεχνογραφίας τη
σχέση του δημιουργήματος προς τις ψυχοπνευματικές δυνάμεις, που η υπεροχή τους
και η ειλικρίνειά τους εμψυχώνει τα τεχνικά μέσα. Από την άλλη όμως κρατιέται
πάντα μέσα στα πλαίσια της ελληνικής τεχνογραφίας, γιατί δεν πρόφτασε να δη το
υψηλό σαν κατηγορία της ίδιας πάντοτε φύσης, αλλά δίπλα στο ίδιο το υψηλό
θεώρησε σαν τέτοιο και μερικότητες, από την τάξη των συντελεστικών στοιχείων,
την απλή έξαρση των αισθημάτων και των στοχασμών, τη λαμπρότητα των εικόνων, τη
δύναμη της συνθέσεως κι άλλα. Μολοντούτο, ό,τι η θέση τούτη του στερεί σε
βάθος, του το αποδίνει σε θησαυρικό πλούτο κριτικών παρατηρήσεων και
διαπιστώσεων.
1.
ΓΙΑ
ΤΗΝ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Για πολλά χρόνια από την edition princeps του
Robortello (Basil. 1554) και μέχρι του 1808, όταν από μιά παρατήρηση του
Ιταλού Amati άρχισε η αμφισβήτηση για την πατρότητα του έργου, το περί Ύψος
αποδιδόταν, σύμφωνα με τις επιγραφές των χειρογράφων (ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΛΟΓΓΙΝΟΥ,
ΛΟΓΓΙΝΟΥ) στον Διονύσιο Λογγίνο που κατά ένα περίεργο τρόπο ταυτιζόταν
στην αντίληψη με τον Λογγίνο τον Κάσσιο
τον υπουργό της Ζηνοβίας. Το όνομα του Αμμώνιου στο κεφ. ΧΙΙΙ, 3 όπου αναγνώριζαν παλαιότερα το
όνομα του αρχηγού των νεοπλατωνικών Αμμωνίου Σακκά και το χωρίο εκείνο του κεφ.
ΙΧ, 9 όπου αναφέρεται η αρχή της Γένεσης, σταθεροποιούσαν την πεποίθηση ότι
πρόκειται για το Λογγίνο τον Κάσσιο, γιατί και νεοπλατωνικός στάθηκε και φυσικό
ήταν ένας ρήτορας εθνικός να ξέρη στα χρόνια του την Παλαιά Διαθήκη- 3ος
αιώνας μ. Χ. Όταν όμως ο Cirolamo Amati που παρέλαβε για την έκδοση του Weiske τα χειρόγραφα του Βατικανού, πού
περιείχαν το περί Ύψους, βρήκε σ’ ένα απ’ αυτά την επιγραφή ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ Ή
ΛΟΓΓΙΝΟΥ και μ’ επιστολή του προς τον Weiske υποστήριξε απ’ αφορμή την επιγραφή αυτή πώς για πολλούς
λόγους η πατρότητα του έργου γινόταν αμφίβολη, άρχισε να καταρρέει η πεποίθηση
για το Λογγίνο τον Κάσσιο και ν’ ανακύπτουν φανερά πλέον οι λόγοι που
καθιστούσαν αδύνατο σ’ αυτόν το έργο. Ο Αμμώνιος που αναφέρεται στο κεφ. ΧΙΙΙ 3ον δεν είναι ο Αμμώνιος
Σακκάς, αλλά γραμματικός από τα Σχόλια Α της Ιλιάδος (Α, 540) έργο, περί των υπό
του Πλάτωνος μετενηνεγμένων εξ Ομήρου. Το τεκμήριο επίσης του παρατιθέμενου
χωρίου από τη Γέννηση (ΙΧ, 9) και νόθο να μην είναι, δεν μπορεί να θεωρηθή σαν
αποκλειστικό ντοκουμέντο για συγγραφέα της 3ης εκατονταετηρίδας.
Έπειτα το «περί Ύψους» διαφέρει ριζικά και
στο ύφος και στο περιεχόμενο από τα έργα του Λογγίνου. Η Ρητορική του Λογγίνου
δεν διασώθηκε ολόκληρη, αν βασιστούμε
στην επιτομή της από κάποιον Ανώνυμο, Ανωνύμου Περί ρητορικής (Sive epitome artis rhetoricae Longini) βλέπουμε πώς τα πρότυπα που ανάμεσά
τους ο Νεοπλατωνικός ρήτορας κατατάσσει και τον Πλάτωνα, ο Αισχίνης ο
Σωκρατικός, ο Ισοκράτης και ο Λυσίας, είναι ολότελα διαφορετικά από κείνα που
διαπρέπουν στο «περί Ύψους». ‘Επειτα ενώ το ύφος του «περί Ύψους» πάλλεται όλο
σα φλόγα από τη συγκίνηση της ψυχής που καθώς προσπελάζει ταθάνατα έργα
δονείται από την εξαίσια χαρά τους, και ποικίλλεται και διαθνίζεται και, παρά
την επιτήδευσή του, αναδίνει δροσιά και παρθενικότητα, το ύφος του Λογγίνου
είναι στεγνό, καταπονητικό, μονότονο- ανόμοιο πέρα για πέρα.
Έτσι, όταν πιά θεωρήθηκε απότομα σαν
αναχρονισμός η αντίληψη ότι το έργο ανήκει στο Λογγίνο τον Κάσσιο, βιάστηκαν οι
ονομαστοί της εποχής καθώς και οι κατοπινοί φιλόλογοι να ανακαλύψουν την
πατρότητά του. Ο Amati πρότεινε τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα, ο Weiske τον Διονύσιο τον Περγαμηνό, ο Vaucher τον Πλούταρχο, ο Egger τον Αίλιο Διονύσιο και ο Christ τον Θέωνα.
Καμμιά ωστόσο από τις υποθέσεις αυτές δεν είναι πιθανή, έστω και
πιθανοφανής. Οι αρχές και οι απόψεις του Διονυσίου του Αλικαρνασσέα είναι
ριζικά αντίθετες με τις απόψεις του συγγραφέα μας’ έπειτα στάθηκε στενώτατος
φίλος με τον Κικίλιο που συμμεριζόταν τις απόψεις του, ώστε να απορρίπτεται
ασυζήτητα η υπόθεση ότι σε κάποια στιγμή με το έργο τούτο αποκήρυξε τις απόψεις
του και έστρεψε ενάντια στο μεγάλο του φίλο ένα τόσο ζωηρής πολεμικής έργο.
Αλλά γιατί να αποδίδεται το έργο στον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα ή στον Διονύσιο
τον Περγαμηνό ή στον Αίλιο Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα, όταν είναι πιά φανερό πώς
το ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ της επιγραφής είναι τόσο αυθεντικό όσο και το ΛΟΓΓΙΝΟΣ; Δεν είναι
το σύγγραμμα τούτο το μόνο που αποδίδεται σε δυό συγγραφείς από τα χειρόγραφα χωρίς
νανήκη ούτε στον ένα ούτε στον άλλο. Ο κώδικας του Βατικανού 1302 φέρνει έργο
επιγραφόμενο περί Μελίσσου, Ξενοφάνους, Ζήνωνος, που ένα πρώτο χέρι το επέγραψε
του Αριστοτέλη κι ένα δεύτερο του Θεοφράστου΄ κι όμως ούτε στον Αριστοτέλη,
ούτε στον Θεόφραστο ανήκει. Το πιθανώτερο λοιπόν και στη δική μας περίπτωση
είναι πως το έργο παραδόθηκε χωρίς όνομα συγγραφέα στους αντιγραφείς, κι ένας
απ’ αυτούς το απέδωκε υποθετικά στον πιο φημισμένο τεχνογράφο της παρακμής,
στον Διονύσιο (τον Αλικαρνασσέα), απ’ όπου το πρώτο μέρος της επιγραφής. Ύστερα
όμως ο ίδιος, ισορροπώντας μοιραίες αμφιβολίες, ή άλλος, επηρεασμένος από τον
Λογγίνο τον Κάσσιο, που το δραματικό τέλος του τεκμηρίωνε όσα γράφονται στο
«περί Ύψους» για τη μεγαλοφροσύνη, κι από κάποιες ομοιότητες χωρίων του
Λογγίνου με χωρία του «περί Ύψους», πρόσθεσε διαζευτικά και τόνομα του
δευτέρου. Όσο για την υπόθεση του Vaucher, που βασίστηκε μάλιστα σε πλατειά
συγκριτική μελέτη με τα έργα του Πλουτάρχου, κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο
δεν έκαμε λόγο. Η γνώμη τέλος του Christ, πώς ίσως ανήκει στον Θέωνα,
συγγραφέα του 1ου μ.Χ., που έγραψε μιά πραγματεία Περί συντάξεως λόγων δεν διατυπώθηκε
παρά σαν υπόθεση ανίκανη να εξηγήση τίποτε, μια και τίποτε δεν ξέρουμε γι’ αυτό
τον συγγραφέα.
Έτσι είναι φανερό πώς όχι μόνο δεν μπορούμε
να το αποδώσουμε σε κανέναν απ’ αυτούς που στα χρόνια της παρακμής φημίστηκαν
για σπουδαίοι τεχνογράφοι, αλλά κι ότι
δεν πρέπει ναναζητούμε τον συγγραφέα ανάμεσά τους’ Πρόκειται για ένα περίεργο
φιλολογικό πρόβλημα που μ’ άλλα κριτήρια πρέπει ναναζητήσουμε τη λύση του. Δυό
πραγματείες του ίδιου συγγραφέα που αναφέρει το «περί Ύψους» (κεφ. ΧΧΧΙΧ, 1):
περί Συνθέσεως Λόγων κι ίσως κι άλλη μια περί Ξενοφώντος (κεφ. VIII, I)
δεν διασώθηκαν, ούτε και σε καμμιά παραπομπή άλλου συγγραφέα αναφέρονται.
Το ίδιο πάλι το «περί Ύψους» δεν αναφέρεται
από κανένα συγγραφέα της αρχαίας περιόδου’ ο πιο παληός που το αναφέρει είναι ο
Ιωάννης Σικελιώτης, συγγραφέας του 13ου αιώνα, δηλαδή κατά τρείς
αιώνες μεταγενέστερος από το αρχαιότερο χειρόγραφο του «περί Ύψους» (P [arisinus 2036])…….
………………………
Για το συγγραφέα λοιπόν, άλλο από ό,τι
μπορεί να συναχθή από το ίδιο το έργο του δεν γνωρίζουμε. Πνεύμα ευρύτατο με
έξοχες κριτικές ικανότητες, γνωρίζει ολόκληρη την Ελληνική φιλολογία και κρίνει
τη Λατινική. Ανήκει στην παρακμή, μα είναι απαλλαγμένος από την κόπωση του
υπερπολιτισμού, κι’ απ’ ό,τι ωραίο και φανερό έχει φανερώσει η Ελληνική ανάταση
αντλεί εξαίσια δροσιά και ζωτικότητα πνεύματος. Μολονότι με δέος αντιμετωπίζει
τα αθάνατα πρότυπα και δεν διανοείται καν να διεκδικήση πρωτοτυπία ή να συναγωνιστή
για την αθανασία, αλλά σημειώνει και ταξινομεί τις απόψεις του, δημιουργεί έξοχης
πρωτοτυπίας έργο και κατακτά την αθανασία. Αλλά πάνω απ’ όλα θαυμάζει κανείς
στο έργο του τη μεγαλοφροσύνη εκείνη που φεγγοβολεί ανάμεσα από κάθε του
στοχασμό και που τον οδηγεί ασφαλώς προς τη γνήσια φύση του υψηλού, που ο ίδιος
το ορίζει: μεγαλοφροσύνης απήχημα. Διασυνδέει πρώτος αυτός την ηθική τελείωση
σε γενεσιουργό λόγο των αθάνατων έργων με την αντίληψη ότι η ηθική ατέλεια
μοιραίως εμφιλοχωρεί σα σπέρμα αρρώστιας σε κάθε δημιουργίας, και διακηρύσσει
τη μεγαλοφυϊα ανάπηρη χωρίς το ηθικό στοιχείο. Έτσι μπορούμε να δούμε στο σκιαζόμενο
πρόσωπό του μιάν από τις έξοχες φυσιογνωμίες του Ελληνικού πνεύματος, που τα χρόνια
της παρακμής την κράτησαν στο περιθώριο της ζωής και τη στέρησαν από τις συνθήκες
τις απαραίτητες για τη διαμόρφωση μιάς ιστορικής προσωπικότητας.».
Ενώ, στο τρίτο κεφάλαιο ο Παναγής Λεκατσάς
στην Εισαγωγή του με τίτλο «Αφορμή και Θέση του Έργου¨, σλ. 11 αναφέρει ότι:
«Αφορμή του «περί Ύψους» στάθηκε προσωπική παράκληση
ενός φίλου, κάποιου Ποστούμιου Τερεντιανού, Ρωμαίου, που προχειριζόταν για
πολιτικός και μελετούσε, όπως άλλωστε όλοι οι μορφωμένοι Λατίνοι των χρόνων
του, τα Ελληνικά Γράμματα, σπουδάζοντας τον πιο πολύτιμο για τους σπουδαίους της
εποχής του κλάδο, τη Ρητορική τέχνη. Ο Ανώνυμος συγγραφέας μας και ο Τερεντιανός
μελέτησαν μαζί ανάμεσα στάλλα και την πραγματεία που είχε συνθέσει για το υψηλό
ο Κεκίλιος και ωρισμένες παρατηρήσεις του Ανωνύμου παρακίνησαν τον Τερεντιανό
να του ζητήση καταγραμμένες τις απόψεις του. Ο συγγραφέας συνέταξε τότε το «περί
Ύψους» όχι σαν διδαχτικό βιβλίο, όπως όλα της Ελληνικής τεχνογραφίας, αλλά σαν
απάντηση στις απόψεις του Κεκιλίου, αλλού διορθωτική, αλλού αναιρετική κι αλλού
συμπληρωματική. Για τούτο και το θέμα δεν αναπτύσσεται απαρέγκλιτα στο
προδιαγραμμένο σχέδιο, αλλά παρακολουθεί ανάμεσα από πολλούς μαιάνδρους τη
γενική πρόβαση των ιδεών που το κύριο θέμα του διεγείρει»…..
Προσπάθησα να δώσω το γενικό περίγραμμα του «Περί
Ύψους» αρχαίο κείμενο που βασίζεται σε πέντε πηγές, «απ’ όπου το πιο πολύ απορρέει
το υψηλό του λόγου και οι πέντε όμως αυτές κατηγορίες προυποθέτουν σε βάση κοινή
τη δύναμη στο λόγο, που χωρίς αυτήν απολύτως τίποτε δεν γίνεται.»
Κλείνουμε το σημείωμα με μία παλαιά
βιβλιοκριτική της έκδοσης των αρχών της δεκαετίας του 1960 από τον Αλέξανδρο Ι.
Νοταρά.
Α Ν Ω Ν Υ Μ
Ο Υ
(ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
Ή ΛΟΓΓΙΝΟΥ)
Π Ε Ρ Ι Υ Ψ Ο Υ Σ
Η μοίρα των Ελλήνων είναι να ξαναζούνε την
ιστορία τους δια μέσου μισοσυντριμμένων από το χρόνο κι από τη λήθη μνημείων.
Εν τούτοις, αυτό το μισοσυντριμμένο εξακολουθεί να μας προσφέρει το τέλειο
κάλλος και να ποτίζει μ’ έξαρση και πόνο τη ζωή μας.
Ένα από τα γραπτά μνημεία-κατάλοιπα
του ελληνικού πνεύματος είναι και το μικρό σύγγραμμα- με μεγάλο όμως πνευματικό
ανάστημα- που επιγράφεται «Περί Ύψους», έργο ενός Έλληνα του Α΄ μετά Χριστόν
αιώνα που κρύβεται κάτω από αμφίβολα για την ιστορικήν αλήθεια ονόματα:
Διονυσίου ή Λογγίνου. Είναι θαυμαστή η τέχνη της ιστορίας να μισοβυθίζει σιγά-σιγά
στην αβεβαιότητα και στην αφαίρεση του θρύλου έναν-ένα, τους πολύ παληούς της
τροφίμους.
Ποιό είναι το αντικείμενο που
διαπραγματεύεται το «Περί Ύψους» και πως παρουσιάζεται, ποιά στοιχεία
συναπαρτίζουν την προσωπικότητα του συγγραφέα του, όπως προβάλλεται ανάμεσα από
το έργο του;
Το «Περί Ύψους» είναι μιά τεχνογραφική
πραγματεία που εξετάζει την αισθητική κατηγορία του Υψηλού. Το ερώτημα που
θέτει με μιά θαυμαστή σαφήνεια είναι τούτο: ποιό είναι το Υψηλό μέσα στην τέχνη
του λόγου. Είναι έργο γραμμένο με πολλή δύναμη και μ’ ένα ύφος κόσμια πολεμικό,
γιατί αντιμετωπίζει τη θεωρία της σχολής του Απολλόδωρου και του μαθητή του
Κεκίλιου. Δεν αποτελεί διδακτική ομολογία αισθητικού πιστεύω. Σ’ αυτό οφείλεται
και η κάποια ασάφεια στη διαίρεση του βιβλίου, ασάφεια που του προσδίδει μιά
ζωντάνια, μιά γοητεία και μιά δροσερήν αμεσότητα. Για κείνους τους νέους της
σημερινής εποχής που η επικοινωνία τους με την τέχνη του λόγου, είτε για ποίηση
είτε για πεζογραφία κ.λ.π. πρόκειται, έχει την μορφή διαλόγου γεμάτου ανησυχία
και πάθος, το «Περί Ύψους» δεν μπορεί, πρέπει να είναι το πρίσμα ανάμεσα από το
οποίο θα ζούν και θα παρατηρούν τα κείμενα του λόγου.
Ο συγγραφέας προβάλλει μέσα από το
έργο του σαν ένας έξοχα καλλιεργημένος άνθρωπος, μιά ευαίσθητη και κριτική
αισθητική συνείδηση, ένας που διασκελίζοντας το πρόσκαιρο οικειώθηκε το φώς και
τη χαρά των αιώνιων αξιών. Σ’ αυτό του τον θαυμαστό διασκελισμό οφείλεται και
ένα από τα σημαντικότερα προτερήματα του βιβλίου: ότι μιλεί για προβλήματα που
είναι και της εποχής μας προβλήματα αλλά που ουσιαστικά εβασάνισαν τους
ευαίσθητους και υπεύθυνους στα βιώματά τους ανθρώπους κάθε εποχής.
Προικισμένος με μιά απίστευτα πλούσια
συγκομιδή από διαβάσματα και στοχασμούς, ο συγγραφέας διαθέτει και μιά αβίαστη
και χαριτωμένη διαλεκτική δύναμη που κληροδοτεί στο κείμενό του μιά κίνηση στα
νοήματα, μιά δύναμη στις συγκρίσεις. Οι κριτικές του παρατηρήσεις είναι βαθύτατες
και εκπληκτικές, όλα δε, όσα γράφει διαποτίζονται από ένα αλάλητο πάθος: το
πάθος της Αθανασίας της Τέχνης.
Συμπληρωματικά πρέπει να σημειωθή πώς
το βιβλίο έχει ύφος επιστολής συζητητικής κι απευθύνεται σ’ ένα φίλο του
συγγραφέα, τον Ποστούμιο Τερεντιανό.
Ποιές είναι οι πηγές απ’ όπου απορρέει
το Υψηλό; Αναρωτιέται ο συγγραφέας. Πέντε, καθορίζει πώς είναι. «Και οι πέντε
όμως αυτές κατηγορίες προϋποθέτουν σα βάση κοινή τη δύναμη στο λόγο, που χωρίς
αυτήν τίποτε απολύτως δεν γίνεται. Η πρώτη τώρα και η σπουδαιότερη απ’ αυτές είναι η ευχέρεια στη
σύλληψη αδρών και υψηλών ιδεών… η δεύτερη, το σφοδρό και γεμάτο έξαρση πάθος.
Αλλά τα δύο τούτα συστατικά στοιχεία του Ύψους είναι περισσότερο φυσικά
χαρίσματα, ενώ τάλλα τρία είναι και προϊόντα τέχνης, η ταιριαστή δηλαδή
συγκρότηση των σχημάτων- (κι’ είναι τα σχήματα δύο ειδών, άλλα του στοχασμού κι
άλλα της φράσης)- και η ευγένεια της έκφρασης, πού κι αυτής πάλι στοιχεία είναι
η εκλογή των λέξεων από τη μιά και η χρήση της μεταφοράς και η επεξεργασμένη
φράση από την άλλη’ πέμπτη τέλος πηγή του μεγαλοδύναμου λόγου, που σ’ αυτή
περιλαμβάνονται κι όλα τα προηγούμενα, είναι η σύνθεση που τα κορυφώνει σ’
υπέροχο και μεγαλόπρεπο ύφος».
Θα ομολογήσει ο αναγνώστης πώς σπάνια
συναντά κανείς κείμενα προικισμένα με τέτοια λάμπουσα σαφήνεια, με τέτοια
λακωνικότητα. Και πιό κάτου ο συγγραφέας μας λέει πώς προτιμά από ένα κείμενο
αψεγάδιαστο τεχνικά αλλά μέτριο σε ύψος, εκείνο που μπορεί να έχει ψεγάδια αλλά
το υψηλό τ’ ανεβάζει ψηλά, στη θεϊκή μεγαλοφροσύνη.
Το «Περί Ύψους» επισφραγίζεται με την
θέση ενός προβλήματος που βρίσκεται και
σήμερα στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας: «…. Πώς συμβαίνει τελοσπάντων στην
εποχή μας να υπάρχουν λογοτέχνες και ρήτορες πειστικότατοι, παραγωγικοί κι
έξοχα ικανοί στα θέλγητρα του λόγου-αλλά φύσεις πολύ υψηλές... δεν γεννιούνται
πιά».
Σ’ αυτό το καίριο ερώτημα, ο
συγγραφέας αποκρίνεται επιγραμματικά, πώς καταστρέφει τις μεγαλοφυΐες «… αυτός
εδώ ο απεριόριστος πόλεμος που κρατά τις επιθυμίες μας και, μα την αλήθεια,
κοντά σ’ αυτόν, τα πάθη που πολιορκούν και ξεθεμελιώνουν το σύγχρονο βίο. Η
αγάπη του πλούτου, που η αχόρταγη αναζήτησή του μας έχει γίνει μόνιμη
αρρώστεια, και η φιληδονία, καταδουλώνουν ή καλλίτερα καταποντίζουν αύτανδρα τη
ζωή μας».
Ο συγγραφέας του βιβλίου αυτού είναι
ένας κλασσικός, που σημαίνει πώς είναι αιώνια επίκαιρος.
(Μετάφραση: Παναγή Λεκατσά).
ΑΛΕΞ. Ι. ΝΟΤΑΡΑΣ
Περιοδικό
ΕΥΘΥΝΗ Χρόνος Α΄. τεύχος 7/ 7,1961, σ.55.
Διατήρησα την ορθογραφία του κειμένου και της
μετάφρασης.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
3 Μαϊου 2026
ΥΓ. Η ακρίβεια,
της ακρίβειας, τη ακρίβεια, την ακρίβεια, ώ Κυβέρνηση των τεχνοκρατών Αρίστων.