Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΚΙΝΗΣ ΙΑΚΩΒΟΣ

                 ΚΟΜΠΟΣΚΟΙΝΙ  ΘΑΝΑΤΟΥ



     Σάββατο πρωί, στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου στην Νίκαια,
Αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και μοναχές, ενδεδυμένοι την πένθιμη φορεσιά τους, και πλήθος κόσμου, ψέλνουν και μοιρολογούν τον μεταστάντα δεύτερο αρχιερέα της πόλης της Νίκαιας, τον κυρό Ιάκωβο (Παπαθανασίου από τα Μέγαρα).
      Εκείνος, στην μέση του ιερού Ναού να αναπαύεται γαλήνια μέσα στο ξύλινο κιβούρι με το γυάλινο σκέπασμα.
Στέκει σιωπηλός, με τα χέρια σταυρωμένα, αινιγματικά μυστηριώδης για το που πηγαίνει. Με πρόσωπο γαλήνιο, και μια αδιόρατη καλοσύνη να διαφαίνεται στο ξεκούραστο πλέον σώμα του. Θάμπος και φοβισμένη ευδαιμονία.
Φοβερόν το του Θανάτου μυστήριο.
      Θάνατος δια Θανάτου νικάται. Θάνατος φρούδος ώφθη.
      Καθισμένος σε μια γωνιά παρακολουθώ την νεκρώσιμη ακολουθία, και η σκέψη μου, πεταρίζει στο παρελθόν όταν τον πρωτοσυνάντησα.
Ήταν ο δεύτερος μητροπολίτης της μεγάλης πόλης της Νίκαιας, έγινε αυτόνομος Δήμος το 1933, της μεγάλης αυτής προσφυγομάνας πόλης, που οι κάτοικοί της είχαν έρθει εξόριστοι και διωγμένοι από την Μικρά Ασία, μετά την Καταστροφή και τον ξεριζωμό του 1922. Κάτοικοι απλοί, καλοσυνάτοι, πρόσχαροι, φιλόξενοι και αρκετά ομιλητικοί. Έμεναν σε παραγκουπόλεις που έφτιαξαν πρόχειρα για να στεγασθούν. Μικρές καμαρούλες με ξύλινα συνήθως πατώματα, και για σκεπή είχαν τσίγκους με πισσόχαρτο, ή ξύλινες που έσταζαν οροφές. Αλλά όλα σχεδόν τα μικρά πολύχρωμα σπιτάκια αυτά που στέγαζαν τους καημούς τα βάσανα και την φτώχεια των ξεριζωμένων αυτών ανθρώπων, είχαν παρτέρια και μπαλκόνια με λουλούδια. Δεκάδες λουλούδια όλων των ειδών μοσχοβολούσαν και εξακολουθούν να μοσχοβολούν στις γειτονιές και τα σοκάκια της περιοχής. Άνθρωποι θρήσκοι, αλλά και αγωνιστές της βιοπάλης και της πολιτικής. Βενιζελογενείς οι περισσότεροι, αργότερα αριστεροί με μέτωπο κοινωνικά καθαρό, έντιμοι στις συναλλαγές τους και ανδρικό ήθος, που κουβαλούσαν από τις εστίες των προγόνων τους που με βίαιο τρόπο ξεριζώθηκαν.
    Πρώτος μητροπολίτης Νίκαιας υπήρξε ο Γεώργιος Παυλίδης,(1918-1990) άτομο αυστηρό αλλά δίκαιο, συντηρητικών πεποιθήσεων διαφέντεψε την πόλη για μεγάλο χρονικό διάστημα, από το 1967 έως το 1990
     Δεύτερος μητροπολίτης της μετά την εκδημία του Γεωργίου, εκλέχθηκε ο Ιάκωβος, (Παπαθανασίου-Γκίνης)(1990-1994) είχε γεννηθεί το 1936, αρχιγραμματέας της ιεράς συνόδου, ηγουμένευσε μέχρι το θάνατό του το 1994. Στην συνέχεια εκλέχθηκε ο Πειραιώτης Αλέξιος Βρυώνης, γεννήθηκε το 1944.
    Θυμάμαι τις συζητήσεις μας που κάναμε στο Μητροπολιτικό μέγαρο, όταν τρώγαμε μαζί με άλλα πρόσωπα στην κουζίνα, τις διαφωνίες μας, τις γόνιμες για μένα αντιπαραθέσεις. Πάμπολλες φορές φάγαμε μαζί, ιδιαίτερα μετά την συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει μαζί με άλλους ιερείς της Μητρόπολης και την μητέρα του, μια μεγάλης ηλικίας καλοσυνάτη γιαγιά, πρόσχαρη και φιλόξενη και, καλή μαγείρισσα.
       Ο κυρός Ιάκωβος, δεν ήταν ο επίσκοπος που αποζητούσε την δημοσιότητα, δεν του άρεσαν οι μεγάλες χριστιανικές ή εκκλησιαστικές κουβέντες, αυτές που δεν λένε τίποτα στον  απλό πιστό και τις καθημερινές του ανάγκες. Δεν άντεχε όπως μου έλεγε τον έπαινο των πολιτικά ισχυρών και πολιτικά καιροσκόπων, όπως συμβαίνει μάλλον με αρκετούς επισκόπους με τις υλοβιωτικές τους φιλοδοξίες.
     Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει…
     Ήταν μικρός το δέμας αλλά σεμνός στο επισκοπικό του ήθος, σχεδόν αθόρυβος στις διοικητικές του κινήσεις, διακριτικός στις συμβουλευτικές του προτροπές.
     Που φλέγον αμαρτίας την ύλην και εμπιμπρών παθών τας ακάνθας και όλον φωτιζόν με.
    Αγαπούσε πολύ την ψαλτική τέχνη, πίστευε στην νέα γενιά και τα ιδανικά της, και ακολουθούσε την εκκλησιαστική τάξη και παράδοση.
     Στους ιερείς της Μητρόπολης δεν συμπεριφέρονταν όπως γνώριζα δεσποτικά, αλλά με υπομονή, επιείκεια, στοργή και διπλωματικότητα. Γνώριζε ότι είχε αναλάβει μια τεράστια μητροπολιτική περιφέρεια, που ίσως ήταν εκ των πραγμάτων δύσκολο εκκλησιαστικά να διοικηθεί. Είχε αφήσει από ότι είχα μάθει, ανέπαφο τον λειτουργικό μηχανισμό διοίκησης του προκατόχου του.
Μακριά από δήθεν ευσεβείς κόλακες που τον περιτριγύριζαν, προσπαθούσε να αποκοπεί από το ασφυκτικό κλίμα των οργανωσιακών που σαν γάγγραινα περισφίγγει το εκκλησιαστικό σώμα όπως πίστευε.
Δεν αγαπούσε τις πομπώδεις δηλώσεις που έκαναν άλλοι αρχιερείς, από την Ξάνθη και αλλού, υποψήφιοι του αρχιεπισκοπικού θρόνου, παρά γνήσιοι το φρόνημα πνευματικοί ηγέτες. Ούτε συμφωνούσε με τις υπερ συντηρητικές εκδηλώσεις και επιλογές ολιγόνοων που διοικούσαν όμορες μητροπολιτικές περιφέρειες.
Στέκονταν μακριά από εκκλησιαστικές τρόικες και ιδιοτελείς εκκλησιαστικές διασυνδέσεις.
   Εικών ειμί της αρρήτου δόξης σου ει και στίγματα φέρω πταισμάτων.
     Επιζητούσε το συναξαρικό εκκλησιαστικό φρόνημα και αυτό πρόβαλλε στις δημόσιες εμφανίσεις του.
    Πληρούται η ασματογράφος φωνή, τώρα που οι πρόσκαιροι ίσκιοι αναλύθηκαν στο απρόσιτο φως της μιας Αυγής.
     Η συνεργασία του με την Δημοτική αρχή ήταν άψογη, παρότι ιδεολογικά και πολιτικά αντίθετη με τα δικά του πιστεύω σαν έλληνας. Συμπονούσε και συμπαραστέκονταν στον βασανισμένο και πονεμένο προσφυγικό κόσμο της Νίκαιας. Θυμάμαι τις μέρες που κατεβαίναμε στην λαίκή αγορά της περιοχής, μπροστά από την Ποντιακή Στέγη, να αγοράσουμε τρόφιμα. Την έκπληξη και την αγάπη του απλού κόσμου που τον έβλεπαν δίπλα τους, και την επιθυμία τους να ακούσουν ένα καλό τους λόγο και να πάρουν την ευχή του.
Παρότι εσωστρεφής από ιδιοσυγκρασία, δεν διακρίνονταν από το απόμακρο ύφος του Γεωργίου, έτσι η παρουσία του γίνονταν αμέσως αισθητή και πλημμύριζε χαρά τους απλούς ανθρώπους.
   Όμως ου γαρ οίδαμεν, πότε η από της σάρκας ημών έξοδος γίνεται…
     Ο παναδαμάτωρ χρόνος σχεδιάζει αλλιώς.
 Η αιώνιος σιωπή και η παμφάγος νύχτα, το Αναστάσιμο χάος και ο φρικτός Άδης, δεν διακρίνονται  για την φιλευσπλαχνία τους.
Μόνο η χαρμολυπική πίστη μένει στο πρόσωπο του Χριστού  για να θυμίζει τις σταθερές όλο αρμονία μορφές της Μνήμης, που γνωρίζει να διορθώνει και να επουλώνει.
       Και καθώς πένθιμα μελωδούσα  μαζί με τους παρευρισκόμενους το νοερό βλέμμα μου στάθηκε σε μια τοιχογραφία άνω στον τοίχο. Ήταν ο Μυστικός Δείπνος.
    Και για μια στιγμή μου φάνηκε ότι τα πρόσωπα των Αποστόλων που απεικονίζονταν στην αγιογραφία, παραχώρησαν την θέση τους σε αγαπημένους φίλους και αξιοσημείωτους ανθρώπους που έφυγαν αθόρυβα σχεδόν πρόσφατα από κοντά μας.
Τους: Βελισάριο Μουστάκα φίλο και Πειραιώτη συγγραφέα,
Τον φίλο και συνάδελφο Νίκο Βαλμά, τον συγγραφέα και γνωστό μου κάποτε Κώστα Ταχτσή, τον αγαπημένο φίλο και πολύ καλό άτομο και οικογενειάρχη Στέλιο Πισσαρίδη, τον φίλο και ποιητή του νεότερου Πειραιά Ανδρέα Αγγελάκη, τον δάσκαλο Πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη, τον φίλο από την Καλλίπολη του Πειραιά Γιάννη Κόντο που τόσο νέος χάθηκε και αυτός, τον ποιητή, φίλο και μεταφραστή Σωκράτη Ζερβό που έφυγε πολύ νωρίς και είχε τόσα να δώσει, τον δάσκαλο και μεταφραστή πολλών Ελλήνων ποιητών στο εξωτερικό Κίμων Φράϊερ, τον νέο ποιητή Βασίλη Κουρή που τον πρόδωσε τόσο γρήγορα η ευαίσθητη και τρυφερή ποιητική καρδιά του.
   Και στην μέση αυτής της φιλικής ομήγυρης στέκονταν ο Ιάκωβος Παπαθανασίου-Γκίνης, χαμογελώντας γαλήνια και προσφέροντάς τους το σώμα και το αίμα του εσταυρωμένου και αναστηθέντος κατά την παράδοση και τα κοινωνικά ειωθότα αρνίου.
Λέγοντάς τους, ελάτε και σεις οι καρβουνιασμένοι της ζωής, οι παθιασμένοι της αγάπης, οι αμαρτωλοί της προσφοράς, οι εν αγνοία όμορφοι.
Εσείς που προσπαθώντας να ερμηνεύσετε τον ουρανό σωστά, καταφέρατε να ριζώσετε στη μάνα γης με πόνο.
   Και από ψηλά ο δακρυσμένος και αινιγματικός παντοκράτωρ ευλογούσε με την μανική του αγάπη.
     Ιακώβου του σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νίκαιας αιωνία η Μνήμη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα,
«Η Φωνή του Πειραιώς», 22 Νοεμβρίου 1994.
Πειραιάς, 26 Δεκεμβρίου 2013.

  Τι γρήγορα που τα σβηστά ανθρώπινα κεριά πληθαίνουν.                                   

  

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΙΕΡΑΚΟΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΙΕΡΑΚΟΣ

ΣΤΟΝ ΦΙΛΟ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΝΩΡΙΣ

     Καλά-καλά δεν πρόλαβε να ανατείλει ο καινούργιος χρόνος και ο μυστικός ιερέας των άγονων ελπίδων μας προσκάλεσε σιμά του έναν ακόμα φίλο και Πειραιώτη, τον καθηγητή κλασικής φιλολογίας σε πανεπιστήμιο του Καναδά, Αντώνη Σταυροπιεράκο.
    Εφηβικός φίλος ο Αντώνης, εκεί που η αγάπη βρίσκεται όπου είναι το χθες της μνήμης, από το Γυμνάσιο της Αγίας Σοφίας, τέλειωσε το πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων και έκανε καριέρα στον Καναδά, ως έγκριτος κλασικός φιλόλογος όπου και άφησε την τελευταία του πνοή, στις αρχές του Γενάρη σε ηλικία μόλις 35 ετών, χτυπημένος από την επάρατο νόσο. Το πρόσωπό του έγινε χθες της μνήμης, εκμαυλιστής έρωτας τον πήρε μακριά από την πόλη του Πειραιά πολύ νωρίς και τον οδήγησε στην ξένη γη χωρίς επιστροφή. Η ανάσα του δεν πρόλαβε να δώσει πνοή στους ανθισμένους ερωτικά κήπους της γενέθλιας πόλης του, δεν έζησε να δει την αναστηλωμένη πόλη των παθών του να κομματιάζεται από βέβηλα οράματα ανέραστων γηγενών Πειραιωτών. Τα αγάλματα των ονείρων του κομματιάστηκαν από τον πολύ έρωτα. Η πόλις του Πειραιά τον εκδικήθηκε γιατί αγάπησε άλλο πρόσωπο περισσότερο από αυτήν. Έδωσε την ραχοκοκαλιά των οραμάτων του σε πρόσωπα μάγους μεταμφιεσμένους σε πατέρες αγγέλους χωρίς φτερά. Και την ημέρα εκείνη της μοιραίας συνάντησης ήταν η μέρα που ανεπαίσθητα ο Αντώνης βρήκε το αληθινό πρόσωπό του, μόνο που το προσωπείο της πόλης του Πειραιά δεν είχε πέσει ακόμα να συντρίψει την ύπαρξή του. Το ντελικάτο μελαψό σώμα του κεραυνοβολήθηκε από την αρματωσιά του θανάτου και λύγισε, τσάκισε. Όσο πιο νέος είναι κανείς, τόσο πιο εύκολος ο θάνατος.
     Η μορφή του- το κάλλος της παιδικής του προσωπικότητας-χαραγμένη με πείσμα μέσα μου, όπως και των άλλων φίλων της εφηβικής μου ηλικίας που χάθηκαν νωρίς, με ευαισθησία, τρυφερότητα και απέραντη θλίψη.
    Φεύγουν οι φίλοι πόλη μου, πόλη του Πειραιά, της λαγνείας του λιμανιού και της απόγνωσης των καψαλισμένων σωμάτων από τον ερωτικό πόθο. Πόλη του Πειραιά, στάθηκες άστοργη στα πιο ευαίσθητα παιδιά σου.
Τους έταξες ερωτική ανάσταση και τους οδήγησες στην σταύρωση του αιώνιου τίποτα. Εκεί που ο εραστής με τον ερωμένο του γίνονται ένα πρόσωπο, μια ανάσα, τα χείλη που φιλούν τα χείλη του, μια ματιά που παγιδεύει το τίποτα και το κάνει να υπάρχει στα μάτια των νέων εφήβων που δεν θα σε γνωρίσουν ποτέ, δεν θα μάθουν ούτε καν το πέρασμά σου από εδώ. Από το λιμάνι του έρωτα και των τύψεων, το λιμάνι του ερωτικού σφρίγους και της σκιάς του θανάτου, το λιμάνι που απλώνει την λάγνα του αύρα εκεί που τα κυπαρίσσια ανθούν χωρίς καρπό, εκεί που τα κύματα ερμηνεύουν τους νέους πόθους των Πειραιωτών. Εκεί που ευημερούν τα ρωμαλέα πάθη, πάνω στα Μακρά τείχη της Ιστορίας της πόλης και της μνήμης.
Παρέα εφηβική, ο Δημήτρης Γκουρούνης, ο Θανάσης Γκόρος, ο Αντώνης Σταυροπιεράκος,ο Βρασίδας Καραλής και εγώ.
Ατέλειωτες οι κουλτουριάρικες συζητήσεις μεταξύ των τριών, του Αντώνη, εμένα, και του Βρασίδα-καθηγητή και συγγραφέα σε πανεπιστήμιο της Αυστραλίας. Ενας έφυγε νωρίς, ο άλλος ξενιτεύτηκε και ο τρίτος παραμένει να σαπίζει από την αρμύρα της πόλης και να ερμηνεύει τις γλαύκες του λιμανιού που οδηγούν τους αρουραίους του έρωτα στο φως, εκεί που η πόλη δεν θα αντικρίσει ποτέ το πρόσωπό της, και θάβει τις σκιές της μαζί με τα παιδιά της.
Εκεί, στην παραλία του Πασαλιμανιού και της Φρεαττύδας μιλούσαμε, τσακωνόμαστε, φιλιώναμε, γινόμασταν ένα με την αύρα του Πειραιά που πάγωνε τις εφηβικές μας αισθήσεις με πείσμα. Εφηβικά τιτιβίσματα για την λογοτεχνία, τον έρωτα που ερχόταν καλπάζοντας με την μαύρη αισθήτα του, προσπαθούσαμε να ερμηνεύσουμε τους πόθους της πόλης μας, να αφουγκραστούμε τις επιθυμίες των κατοίκων της. Ψελλίσματα του ονείρου δικά μας και της πόλης μαζί που η αρμύρα του λιμανιού αποτύπωνε στους δρόμους της περιπλάνησης.
Εκεί, στο παλαιό καλντερίμι του έρωτα και των γνωριμιών, απέναντι από την Ναυτική Σχολή του Πυθαγόρα του Ιάκωβου Μαρκοζάνη,
Εκεί, στο αυγό-το ρολόι-της συνάντησης, απέναντι από την καφετερία του Παπασπύρου, δίπλα στου Μπολέτση, μπροστά από το θερινό Θέατρο, μπροστά από το καφενείο "Αβέρωφ" με τον καλοκαιρινό σινεμά στην ταράτσα του, μπροστά στο μαγαζί "Αμέρικαν πίτσα" που τρώγαμε άσπρες λαχταριστές μακαρονάδες, σαν τα άσπρα κατάλευκα σεντόνια της αθωότητάς μας που ξαπλώναμε πάνω τους, με τους τότε εραστές μας. Ο Πειραιάς της δεκαετίας 1975-1985, ήταν ο δικός μας ερωτικός Πειραιάς, ο Χριστός Πειραιάς μας, όπως θάλεγε και ο σύγχρονος ποιητής του ο Αντρέας Αγγελάκης.
     Με την ΕΚΙΤΕΠ, εκεί στο κέντρο κοντά στην πλατεία Κοραή και το οικείο και πάντα γεμάτο καπνούς υπόγειο καφενείο της, εκεί που μιλάγαμε για έρωτα και κινηματογραφική τέχνη ομού. Εκεί σχεδιάζαμε το μέλλον του νέου ελληνικού κινηματογράφου που συνήθως πάντα, σκηνοθέτες ήμασταν εμείς, οι μοιραίοι άνθρωποι της τέχνης. Με το καφενείο των γυναικών στην απέναντι πλευρά επί της Καραϊσκου το περιβόητο ΝΑΤΖΑ, από το έργο του Αντρέ Μπρετόν. Εκεί που πρωτοδοκιμάσαμε αρωματικό τσάι, παίξαμε σκάκι και τάβλι και γνωρίσαμε το τότε μοιραίο πρόσωπο που μας έκανε να δαγκώσουμε την λαμαρίνα του έρωτα, τον Κώστα, με τα μικρά ρουμπινί μάτια και το αγαλματένιο σώμα του, που ήξερε να το προσφέρει με πάθος. Εκεί πάνω στο πατάρι του καφενείου δώσαμε το πρώτο φιλί και αφεθήκαμε στον χρόνο.
Την μεγάλη αίθουσα του Ροζέ Κλαίρ, στην στροφή κοντά στην πλαζ-πάνω από την πισίνα-που όλα ήσαν ροζ, τυλιγμένα σ'ένα κουκλίστικο περιβάλλον, τρώγαμε σοκολατίνες πάστες και πίναμε μέντα, για να γλυκάνουμε τα βραδινά όνειρα και να έχουν γλυκιά γεύση τα χείλη για την ώρα που θα φιλούσαμε τους πόθους των ωραίων Πειραιωτών.
Το ζεστό στέκι στη στροφή, στην δεξιά πλευρά του δρόμου απέναντι από την Μπουμπουμ,το γνωστό "Διαχρονικό", το τόσο σε εμάς τους εφήβους αγαπημένο μπαράκι, με το φημισμένο-τότε-ισπανικό κρασί σαγκρία.
Η γνωστή ντίσκο "Μπουμπουμ", από την δεξιά πλευρά του δρόμου προς τον Πειραιά, ήταν ο χώρος για τις σχολικές μας εκδηλώσεις, εκεί, γινόμασταν ένα με τα τραγούδια της Ντόνας Σάμμερ, "Μπαντ γκερλς..." του Πατρικ Φερνάντεζ, "born to be a live..." των Μπόνευ Εμ, "Ράσπουτινκ" των ΡίτσιΦάμιλι, του Σιλβέστερ Τζέημς-του πρώτου τραγουδιστή-τραβεστί της Αμερικής-που τραγουδούσε το «γιου μεικ μι φιλ..», αν θυμάμαι καλά, του Γάλλου Κλωντ Φρανσουά, και του γνωστού "Αλεξαντρί Αλεξαντρά.." της περιβόητης Δαλιδά, και τόσων άλλων αστέρων της Ντίσκο της εποχής εκείνης. Και φυσικά, του πρόωρα χαμένου Μάικλ Τζάκσον με το "Θρίλερ" του.
Για τους πιο προχωρημένους, υπήρχε η "Τάουν" με την μουσική ροκ, και τα σκληρά πετάγματα της εφηβικής μας φαντασίας με τα ακούσματα των Ντορς,(Doors) και την βραχνή φωνή του Τζιμάκου, του Τζίμι Χέντριξ με την μαγευτική κιθάρα, και τον παράξενο και μαγευτικό κόσμο των Πινκ Φλόιντ. Για τους άλλους, που κάπνιζαν τα γνωστά τσιγάρα "Κάμελ", υπήρχε ο «καρεκλάς» όπως κοροϊδευτικά τους αποκαλούσαμε, αυτούς που άκουγαν Μπομπ Μάρλει, και μουσική ρέγκε.
Πόσα ξάστερα βράδια δεν ξενυχτήσαμε στον θερινό κινηματογράφο "Καστέλα" με τις πρωτοπόρες ταινίες που τότε, για πρώτη φορά βλέπαμε, Αντονιόνι, Βισκόντι, Παζολίνι, Μπέργκμαν, Φελλίνι, Γκοντάρ.
Πόσες φορές εμείς η τρελοπαρέα, δεν δραπετεύσαμε από το ζέον κορμί μας για να συναντήσουμε τον άλλον, στο ταξίδι του άγνωστου μελιού και της βανίλιας, εκεί στα στενά της Τρούμπας που μύριζαν σπέρμα και μπύρα.
Άλλοτε πάλι, λιγωμένοι από ηδονή και σταυρικά πάθη, γαληνεύαμε στην σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου Χάι Λάιφ, με την σινεμασκόπ οθόνη του, ή κατεβαίναμε τα σκαλιά του κινηματογράφου Αττικόν για να παρακολουθήσουμε την ταινία του Κόππολα, «Αποκάλυψη Τώρα» και τον Μάρλο Μπράντο να διαβάζει την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ, αλλά και τον «Λόρενς της Αραβίας» με τον θρυλικό Πήτερ Οτούλ. Και μετά, απέναντι στην "Στάνη" για γιαούρτι με μέλι και καρύδι, για γλυκά του κουταλιού, που λίγωναν τον λάρυγγα της εφηβικής μας επιθυμίας.
     Ο Πειραιάς που γνωρίσαμε και μαζί του γνωρίσαμε και το σώμα μας, ο Πειραιάς της εφηβείας μας, των παθών μας και των ονείρων μας, δεν ήταν μόνο ο γενέθλιος τόπος μας, υπήρξε ο χώρος, η μεγάλη αγκαλιά της συσσωρευμένης μας αθωότητας, ο τόπος-χρόνος της αποθησαύρισης των ερωτικών χειρονομιών μας, το
γκρίζο τοπίο κατάθεσης των τραυματικών εμπειριών μας, ο άγνωστος τότε πόνος των ονειρικών περιπλανήσεών μας. Ο Πειραιάς της υλικής μας στέρησης, της φτώχειας μας, αλλά και της συναισθηματικής μας πλήρωσης. Ο Πειραιάς της περιδιάβασης στα στενά της ηδονής σοκάκια, στους υγρούς κήπους που μύριζαν λιβάνι και δυόσμο, γιασεμί και ασβέστη, τους κήπους που επαναπαύονταν οι "εκπυρσοκροτημένες" εφηβικές μας επιθυμίες.
Η πόλη που αναδίπλωνε την κουρασμένη υπερηφάνεια μας, η πόλη που οριοθετούσε τις περιπέτειές μας, που άναβε τις κροτίδες της φαντασίας μας με την προκλητική ματιά της, το σαγηνευτικό βλέμμα της, την ηδονική ατμόσφαιρά της.
    Οι Πειραϊκές ημέρες της νιότης μας ένα καράβι γιομάτο θαύματα που περιμένει αρόδο ακόμα να ξεφορτώσει.
    Υπήρξαν εποχές που ο χρόνος των κατοίκων αυτής της πόλης καθορίζονταν από την αμυντική μοναξιά του λιμανιού και την αριστοκρατική λαϊκότητα του.
     Η πόλη μας ακολουθούσε, έτρεχε πίσω από την αψηλάφητη ακόμα ενοχική αθωότητά μας, σε κάθε μας βήμα, παραμόνευε μια στιλπνή έκπληξη.
Πειραιάς, το εφηβικό καταφύγιο των ερωτικών μας ανιχνεύσεων. 
Πειραιάς, ο εξόριστος μάγος που οδήγησε τα ίχνη της μετέπειτα μνήμης μας.
Πειραιάς, ο ονειραγωγός των μυθικών φιλοδοξιών μας και του ύψιστου κάλλους των εφηβικών μας προθέσεων.
Ο κυανόλευκος Πειραιάς, ο Πειραιάς του Δημοτικού Θεάτρου, και των Μακρών τειχών, ο Πειραιάς της Τρούμπας και του Προφήτη Ηλία, της περιοχής του πάρκου Δηλαβέρη και των κρυφών σπηλιών της Πειραϊκής, για εμάς τους διψασμένους για κάθε είδους γνώση και εμπειρία, τους ηλιοβόρους νέους της μεταπολίτευσης, εποχής τόσο ερωτικής και πολιτικής ταυτόχρονα, δεν υπήρξε μόνον ένας γενέθλιος κολασμένος τόπος, αλλά ένα άθροισμα ερωτικών παραδείσων.
Ένα ανοιχτό ημερολόγιο του επερχόμενου θανάτου μας.
      Τώρα που ο Πειραιάς του Αντώνη μετετράπηκε τόσο σύντομα και ξαφνικά σε ένα ατύχημα της κοινής μας ελπίδας, τώρα που ο Αντώνης έγινε φάρος του λιμανιού χωρίς να φωτίζει, τώρα που ο Αντώνης έγινε σιγαλό κύμα που χάνεται στα ανοιχτά του Πειραϊκού πελάγους, τώρα, που ο Πειραιάς κρύβει το όνομά του από τους πολλούς θανάτους των νεαρών παιδιών του τώρα, εμείς, εξόριστοι από την διαρκή συνομιλία με τον χρόνο, ο Βρασίδας από εκεί στο νότιο ημισφαίριο και εγώ εδώ, να μαζεύω τα γυαλάκια της μνήμης, μείναμε πίσω, ορφανοί από φίλους και από πόλη. Μείναμε πίσω, να ιχνογραφούμε το παρελθόν και να ιχνομυθούμε τις σκιές της πόλης που αγαπήσαμε, καθώς οι αχτίδες της ζωής σιγά-σιγά σβήνουν μέσα σε μια Πειραιώτικη πανσέληνο κόκκινη σαν τα τριαντάφυλλα της νιότης μας που μαράθηκαν από την πολύ αρμύρα του έρωτα και της γενέθλιας πόλης.
     Καλό ταξίδι φίλε, καλή αντάμωση, ο Πειραιάς μαζί σου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα,
«Η Φωνή του Πειραιώς», 1 Φεβρουαρίου 1996.
Πειραιάς, 26 Δεκεμβρίου 2013.




                                              

Η ΓΕΝΝΗΣΗ στην ΤΕΧΝΗ

Η  ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Η εικαστική έκφραση όταν ο κόσμος ήταν απλός

«Ήνεγκεν γαστήρ  ηγιασμένη Λόγον, Σαφὠς αφλέκτω ζωγραφουμένη βάτω…».

       Στην εποχή μας, η γλώσσα της Τέχνης έχει αντικατασταθεί από την τεχνοπανουργία της διαφήμισης. Η σημερινή Τέχνη συμβάλλει μάλλον στην απομυθοποίηση του κόσμου, των ιερών μέχρι πρόσφατα παραδοσιακών του συμβόλων, χωρίς να παράγει νέους μύθους-τα τόσο αναγκαία σωστικά ψεύδη, κατά τον θείο Πλάτωνα-παρά την διατήρηση και διεύρυνση των υπαρχόντων.
Παλαιότερα, όταν ο κόσμος-κόσμημα ήταν απλός, και τα άρρητα μυστήριά του ήσαν πιο πρόδηλα, η ποιητική μνήμη και η εικαστική έκφραση και αποτύπωση των διαφόρων ιστορικών ή παραμυθιακών γεγονότων, υπήρξαν ο συνδετικός ιστός του ανθρώπου με το επέκεινα.
     Ο κύκλος του Θείου δράματος, απογράφηκε, υμνήθηκε, απεικονίστηκε σμιλεύτηκε, αρχιτεκτονήθηκε τόσο από λαϊκούς όσο και από φημισμένους καλλιτέχνες και πάσης φύσεως δημιουργούς.
      Στον Ελλαδικό χώρο, η Βυζαντινή ειρηνόχυτη εικονογραφία και ηδυμελή υμνογραφία, ακολουθώντας πιστά και με σέβας την χριστιανική γραμματεία, στάθηκαν οι τρυφεροί συνοδοιπόροι στην πορεία του πιστού για εμβάθυνση, κατανόηση και αποδοχή των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών δογμάτων.
     Η Βυζαντινή Τέχνη, αυστηρή στο ύφος της, λιτή στην θεματολογία της, σαφής στις μεταφυσικές της προθέσεις, ακριβής στους χρωματικούς τονισμούς και σκιές της, συντηρητική στις επιλογές της, παράδοξα οικεία στις θρησκευτικές της προτροπές, σεμνή στις γενικότερες προθέσεις της και μάλλον ταπεινή στο ρεαλισμό των σκηνών της, με περισσή χάρη και ακριβολογία σκιαγράφησε την παρουσία του Εμμανουήλ-ο Θεός μεθ’ ημών-στην γη. Υπακούοντας στους αυστηρούς κανόνες μιας λειτουργικής ζωής και ενός χριστιανικού ορθόδοξου ήθους, που διαμορφώθηκε κατά την διάρκεια των αιώνων, από τα πιο ποιητικά, ερωτικά και ακμαία στοιχεία που συνθέτουν τον Ελληνικό μεταφυσικό και όχι μόνο πολιτισμό.
Η λειτουργικότητά της μέσα στο εκκλησιαστικό και κοινωνικό σώμα, κάποτε, συμπλήρωνε και ορθοτομούσε τον Λόγο της αληθείας.
      Αντίθετα, μάλλον ο ρόλος της Τέχνης στον Δυτικό κόσμο, υπήρξε πρώτιστα καθαρά αισθητικός, και σίγουρα διακοσμητικός στην ζωή των περισσοτέρων ανθρώπων. Ήταν οι προσταγές και τα κελεύσματα φωτισμένων Παπών και Μαικήνων της εποχής της Αναγέννησης και μετέπειτα που ώθησαν του καλλιτέχνες να ασχοληθούν με την θρησκευτική τέχνη. Οι ευκατάστατη αστική τάξη και οι διάφοροι κατά καιρούς πλούσιοι και μορφωμένοι φεουδάρχες είναι που διαμόρφωσαν το αισθητικό κριτήριο των απλών ανθρώπων. Η εικαστική Τέχνη στην Δύση, εξυμνούσε μάλλον περισσότερο την διανοητική πλευρά του Κόσμου, υποσκελίζοντας την μυστηριακή, την πιο μεταφυσικά ανερμήνευτη.
Δεν αφουγκραζόταν τα ανεξερεύνητα και ανεξιχνίαστα κρίματα Θεού όπως τα αντιλαμβανόντουσαν οι άνθρωποι της Ανατολής με την μεγαλύτερη μυστηριακή παράδοση και εμπειρία. Δεν συγκροτούσε σκηνές και εικόνες σύμβολα του Θείου δράματος αυτόνομα, αλλά παράλληλα με την ανθρώπινη περιπέτεια με ότι αυτό θρησκευτικά συνεπάγεται, και το κυριότερο ίσως, δεν συναιρούσε  τον Θείο με τον Ανθρώπινο Χρόνο. Αλλά απαλλαγμένη από το βάρος της θρησκευτικής παράδοσης και των δογμάτων της, και απομακρυσμένη από το όραμα ενός άλλου κόσμου που παροικεί κι ενοικεί ο όμβρος του πνεύματος, και η λογική και η άλογη δημιουργία υπουργεί το Μυστήριο της ενανθρώπισης, μετασχημάτισε τον θεολογικό λόγο σε κοινωνικό. Αποκλείοντας τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί. Έτσι η εικαστική ματιά και η τέχνη ευρύτερα, αποδεσμεύτηκε από τις θρησκευτικές του δόγματος επιταγές, και αυτονομήθηκε ραγδαία και αποκαλυπτικά.
      Σπάζοντας την Βυζαντινή ακαμψία-βλέπε Τζότο ντι Μποντόνε, πλάθοντας ρευστές, χορευτικές μορφές ανθρώπινων ή αγγελικών συμπλεγμάτων, βλέπε Σάντρο Μποτιτσέλι, η Δυτική τέχνη μορφοποίησε τις ιστορικές αφηγήσεις της θρησκευτικής παράδοσης και επανερμήνευσε τα βιβλικά ιερά κείμενα χωρίς να την ενδιαφέρει η όποια αλήθεια των δογμάτων της, Έμεινε στο καθαρά αισθητικό μέρος της αναπαράστασης και των προσώπων ή θείων σκηνών. Η συνομιλία του καλλιτέχνη είναι μια μη θρησκευτική συνομιλία με την πίστη του πιστού, αλλά μια ανοιχτή συζήτηση με άλλους ομοτέχνους του καλλιτέχνες περί της σημασίας και επίδρασης του φυσικού φωτός μέσα στον πίνακα καθώς και των διαφόρων σκιών που δημιουργούν την κατάλληλη ατμόσφαιρα στην προτεινόμενη αναπαράσταση.
   Οι εικαστικοί τεχνίτες, έπαψαν να αναπαριστάνουν τις μορφές των αγίων και των άλλων ιερών προσώπων της αγίας οικογένειας σαν φιγούρες ενός άλλου κόσμου με το ανάλογο μυστήριο και δέος, πέρα από την κατανόηση των ανθρώπινων αισθήσεων, και έστρεψαν την προσοχή τους προς την ανατομία του ανθρωπίνου σώματος, το εξωτερικό κάλλος των οικείων προσώπων τους.  Φτιάχτηκαν πορτρέτα που τα πρόσωπα των αγίων δεν απεικόνιζαν την πραγματική εικόνα του τιμωμένου προσώπου αλλά αυτά των καθημερινών προσώπων της εποχής των. Συγχωνεύθηκε το μεταφυσικό σε μια απτή και οικεία ρεαλιστική καθημερινότητα χωρίς άλλες αναζητήσεις και προβληματισμούς. Έτσι οι εικόνες απόκτησαν ψυχολογική και κοινωνική εκφραστικότητα, αποκαδραρίστηκαν από το ιερό τους πλαίσιο. Τα διάφορα ιερά και θρησκευτικά γεγονότα και συμβάντα δεν συντελούνταν πλέον στον Ουρανό, αλλά εδώ κάτω στην Γη, κι είχαν φυσικά πεπερασμένη διάρκεια.
Ακόμα και η σημαντική για την Χριστιανική θρησκεία σκηνή της γέννησης αντικαταστάθηκε από αυτήν της προσκύνησης των Μάγων.
Οι δημιουργοί εκφράζουν τώρα την χαρά και την ανεμελιά της ζωής, την ξενοιασιά του βίου, τις ευχάριστες σκηνές στην ύπαιθρο και όχι την ειρήνη και μακαριότητα του ουρανού. Εκφράζουν την ομορφιά της τροφαντής σάρκας και όχι την δόξα της στέρησης. Την οδύνη των ανθρωπίνων επιλογών και τις συνέπειες των επιθυμιών αυτών, και όχι την γαλήνη της απάθειας, την σκελετοποίηση του κορμιού από την αδιαφορία των γήινων. Μια εικαστική ματιά παντελώς διαφορετική από αυτήν της Βυζαντινής παράδοσης και ερμηνευτικής, όπως έπραξαν οι διάφοροι εκφραστές της παράδοσης αυτής, οι Βυζαντινοί αγιογράφοι οι επί το πλείστον ανώνυμοι, αλλά και ο Θεοφάνης ο Έλληνας, ο Αντρέι Ρουμπλιόφ, ο Πανσέληνος, ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά, ο επί των ημερών μας κυρ Φώτης Κόντογλου και πολλοί άλλοι.
       Έτσι συναντάμε στον πίνακα η «Προσκύνηση των Μάγων», την τρυφερή και χαροποιό «ειδωλολατρικότητα» του Μποτιτσέλι, ο οποίος τοποθετεί την γέννηση μέσα στα ερείπια Συναγωγής και αναγνωρίζουμε με ευκολία στα ερχόμενα για προσκύνηση το θείο βρέφος άτομα, τα πρόσωπα της οικογένειας των Μεδίκων.
Στην «Παναγία και το βρέφος» του Λορέντζο Μόνακο, θαυμάζουμε περισσότερο τις αδρές και έξοχες διακοσμητικές λεπτομέρειες, διαφεύγοντάς μας το ίδιο το ιερό συμβάν της γέννησης.
    Κάτι που κάνει τον Φώτη Κόντογλου να γράψει: «Εξ άλλου ούτοι καταστρέφουν την απλότητα του μυστηρίου της ενανθρωπίσεως, βάζοντας γύρω εις το θείον βρέφος, όπου το ζωγραφίζουν, ανάμεσα εις διάφορα αρχαία χαλάσματα και άλλα ανάρμοστα σκηνοθετήματα, πλήθος από ανθρώπους, άλογα, καμήλους, σκύλους, το οποίον νομίζει κανείς ότι ταράσσεται με φωνάς και θόρυβον πολύν, ωσάν να πρόκειται δια θεατρικήν παράστασιν…», δες Έκφρασις, τόμος Β΄ σελίδα 158.
     Ή πάλι, βλέπουμε την κάπως πομπώδη και μάλλον αυθαίρετη σύνθεση του Ντομένικο Γκιρλαντάγιο, που ανάμεσα σε ένα κλασικό φόντο, που ελάχιστα ανακαλεί στην μνήμη μας την χαροποιό σκηνή του μυστηρίου, τοποθετεί τον αφέσιο Σωτήρα μπροστά από μια σαρκοφάγο.
     Αντίθετα στον Βυζαντινό κόσμο, η γέννηση βασισμένη στα κείμενα του ευαγγελιστή Ματθαίου, του ευαγγελιστή Λουκά, και το πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, ιχνογραφήθηκε με ταπείνωση σεμνότητα, δέος, από δημιουργούς που προέρχονταν από ένα άλλο είδος θρησκευτικής παράδοσης και ένα άλλο μεταφυσικό ήθος, και φυσικά, μια βαθειά συναίσθηση του μυστηρίου της γέννησης όπως αρμόζει σε έναν ορθόδοξο πιστό της καθ’ ημάς ανατολής.
     Χωρίς την κοινωνική θεατρικότητα, την εικαστική προοπτική, το μεγαλόφωνο του καλλιτέχνη ύφος, τον σκιάζοντα την γέννηση διάκοσμο, την ταύτιση θείου και ανθρώπινου στοιχείου, και τον διανοητικό εκλεκτισμό των δυτικών καλλιτεχνών, η πηγαία παραδοσιακή, συντηρητική σταθερή αισθητική θεώρηση του Βυζαντινού καλλιτέχνη, με την γνώση των δογματικών αληθειών της πίστης του στο δισάκι του, τον βοήθησαν στο να μην συμπλέξει τον εδώ με τον άλλον κόσμο, να μην αποναρκοθετήσει τα όρια της παράδοσής του, και να ισορροπεί ανάμεσα στον θείο γνόφο και την ανθρώπινη ύπαρξη προς σωτηρία και παραμυθία του ανθρώπινου προσώπου αλλά και δόξας του δημιουργού του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα,
«Εξόρμηση» Κυριακή 5 Ιανουαρίου 1992.

Πειραιάς, Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013.                                  

ΡΕΝΑ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ-ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

ΡΕΝΑ  ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ

                         ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

     Την Μαρίνα δεν την συνάντησα ποτέ από κοντά. Την ήξερα όμως από παιδί, από τη μελοποίηση του έργου της «Κατάσταση Πολιορκίας», αυτού του πολιτικού μοιρολογιού από τον Μίκη Θεοδωράκη. Άκουγα και ψιθύριζα τους μαγευτικούς στίχους της από την  μελαγχολικά τρυφερή, ρωμαλέα και αγωνιστική φωνή της Μαρίας Φαραντούρη.
     Αλήθεια, και τι δεν οφείλουμε στον Θεοδωράκη, σε αυτόν που σαν μυσταγωγός της θρησκείας της Ποίησης, μας κοινώνησε αμέτρητες φορές μέσα από τις μουσικές του συνθέσεις, με τον ποιητικό λόγο, τόσων και τόσων σημαντικών Ποιητών. (Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Μιχάλης Κατσαρός, Κώστας Καρυωτάκης, Γιάννης Ρίτσος κ.λ.π.). Σε αυτόν που με την μουσική του βοήθησε τις μεγάλες μάζες των ανθρώπων να μάθουν, να αγαπήσουν και να τραγουδήσουν τον ποιητικό λόγο σε δύσκολες για την Ελλάδα πολιτικές και κοινωνικές εποχές.
Ο Θεοδωράκης κατόρθωσε να κάνει τον έντεχνο λόγο των ποιητών να συμπορευτεί με τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες των απλών καθημερινών ανθρώπων, των εργατών, των οικοδόμων, των εργαζομένων στα ναυπηγεία, των εμπόρων και άλλων που για πολλές δεκαετίες πριν την Δικτατορία της 21ης Απριλίου και μετά την Μεταπολίτευση του 1974, δέσποσε η μουσική του στο πολιτικό στερέωμα. Δεν νοείται αγωνιστική πρωτοβουλία, πολιτικός αγώνας, ή συνδικαλιστική διεκδίκηση χωρίς μουσική και μελοποιημένη ποίηση από τον Θεοδωράκη. Οι μεγάλες μάζες, αγωνίζονταν, απεργούσαν και εμψυχώνονταν με την μουσική του. Και με τον τρόπο αυτόν, ο ποιητικός λόγος γίνονταν κτήμα όλων μας.
Όπως οφείλουμε να αναφέρουμε και άλλοι συνθέτες, όπως ο Μελωδός των ονείρων μας, ο μεγάλος ερωτικός, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Μαρκόπουλος με τις ανδροπρεπείς μουσικές τους συνθέσεις σε στίχους του Κ. Χ. Μύρη, ο Πειραιώτης Δήμος Μούτσης με τους συγκλονιστικούς υπαρξιακού προβληματισμού στίχους του και τις λιτές μουσικές του συνθέσεις, ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Γιάννης Σπανός με τις ερωτικής υφής και κοινωνικού προβληματισμού μουσικές τους συνθέσεις, και άλλοι πολλοί οι οποίοι δεν γεφύρωσαν μόνο τον ποιητικό λόγο με την εξαίσια μουσική τους, αλλά οικοδόμησαν ένα άλλο Ελληνικό ήθος ζωής (μετά την μεταπολίτευση), διεύρυναν και διαμόρφωσαν την πολιτιστική παράδοση του τόπου ο καθένας στον τομέα του. Αλλά και ο Μίμης Πλέσσας από κοντά με τις εκατοντάδες μουσικές μελωδίες του και
Χιλιοτραγουδημένα κομμάτια του, έδωσαν τη δυνατότητα στους άγνωστους περί τα ποιητικά ανθρώπους, να ανακαλύψουν καινούργιες συγκινησιακές καταστάσεις, να αφουγκραστούν άλλους γνησιότερους και αυθεντικότερους μουσικούς και κοινωνικούς κραδασμούς, να εκφράσουν με ένα βαθύτερο και ουσιαστικότερο τρόπο τα πολιτικά τους πιστεύω, τις κοινωνικές τους ανησυχίες, τα προσωπικά τους συναισθήματα, το αγωνιστικό τους φρόνημα, να ξεδιπλώσουν ανετότερα και αυθεντικότερα τους καημούς και τα προβλήματα της καθημερινότητά τους.
Η μουσική του Μίκη, συγκεφαλαιώνει μια Ρωμαίικη αγωνιστική στάση ζωής, ένα βλέμμα βασανιστικά Ελληνοκεντρικό, ένα φρόνημα Βαλκάνιο, μια ευαίσθητη Μεσόγεια ματιά πονεμένου, πολιτικά και κοινωνικά αγωνιζόμενο ανθρώπου. Οι μουσικές του συνθέσεις, κάποτε-όταν οι άνθρωποι ήσαν πολικοποιημένοι και δεν δρούσαν σαν αυτόνομες κομματικές οι άλλες μονάδες-έφτιαχναν αγωνιστικό «εκκλησίασμα», δημιουργούσαν κοινωνικές ομάδες αγωνιζόμενων και πολιτικά σκεπτόμενων δραστήριων ανθρώπων.
      Την ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη, είχα την τύχη να την βρω μπροστά μου πριν μερικά χρόνια. Μια ερευνητική μου εργασία για τον Γυναικείο ποιητικό λόγο στον Ελληνικό χώρο, με έκανε να αναζητήσω τα δικά της ποιητικά ίχνη. Με θαυμασμό και συγκίνηση ανακάλυψα ότι ήταν η Μαρίνα της «Κατάστασης Πολιορκίας», και κόρη, της γνωστής αγωνίστριας και συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου. Ακόμα θυμάμαι το σεμνό και χιουμοριστικό τόνο της φωνής της, την αξιοπρέπεια ζωής που διέκρινε τα λόγια της, την ειλικρινή της διάθεση. Πικράθηκα όταν διάβασα στις εφημερίδες τα σύντομα κείμενα που αναφέρονταν στον πνιγμό της. Αλλά πιο πολύ πικράθηκα, όταν θέλοντας να γράψω μερικές σκέψεις για το έργο της, αναζήτησα μάταια, γράφω για δεύτερη φορά, μάταια, στοιχεία για αυτό. Ίσως να κάνω εγώ λάθος, όμως δεν βρήκα ούτε έναν στίχο της στις δεκάδες έγκυρες ποιητικές Ανθολογίες που κυκλοφορούν, ακόμα και στις αμιγώς Γυναικείες Ανθολογίες. Δεν συνάντησα ούτε μία γραμμή στις τριάντα περίπου Ιστορίες της Ελληνικής Λογοτεχνίας που κοίταξα. Εξαίρεση αποτελεί μια ισχνή αναφορά στην σελίδα 213, του Denis Kohler. Μια ανεξήγητη σιωπή σκέπασε εκείνη και το μικρό της έργο. Ούτε στα αφιερωματικά τεύχη των λογοτεχνικών και των άλλων περιοδικών για την Δικτατορία του 1967 και την Αντιστασιακή δράση, αυτά τουλάχιστον που είχα κατορθώσει να συγκεντρώσω, βρήκα αναφορά σε εκείνην και την συγγραφική της παρουσία.
Ακόμα και όταν η «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ» εκδόθηκε για δεύτερη φορά το 1990 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, ελαχιστότατα ήταν τα λόγια για την έκδοση.
     Η Ελληνική κοινωνία-παρά τις μεγαλόστομες και υπερφίαλες υποσχέσεις, λόγια και άλλα εθνικοπατριωτικά τινά-στάθηκε πάντοτε κυνικά αδιάφορη σε θέματα και προβληματισμούς που αφορούν την ποιητική δημιουργία και τους ίδιους τους ποιητές γενικότερα.
(να θυμηθούμε ποιοι ποιητές έμεινα έξω από την Ακαδημία; Να θυμηθούμε τι είδους τιμητική σύνταξη θέλησαν να δώσουν στον ποιητή Νίκο Καρούζο; Να θυμηθούμε ακόμα και την άρνηση βοήθειας στα τελευταία της, της Φλέρυ Νταντωνάκη; Και τόσες άλλες επί των ημερών μας περιπτώσεις).
    Αλλά, και οι διάφοροι «μεσάζοντες» κριτικοί των εφημερίδων συνήθως αλλά και των περιοδικών, πολλές φορές επιδεικτικά αρνητικοί, κάλυψαν με παγερό πέπλο σιωπής εκατοντάδες αξιόλογους δημιουργούς σε πολλούς τομείς της τέχνης, αρνήθηκαν να γνωστοποιήσουν στο ευρύ κοινό το έργο τους, τους αγνόησαν με κομπασμό και υπερηφάνεια που υπηρετούσαν εκείνοι τα θέσφατα των Λογοτεχνικών αξιών, μένοντας οι άλλοι, οι σεμνοί δημιουργοί, αμνημόνευτοι και αδικαίωτοι στο λογοτεχνικό πέρασμά τους.
Αλλά είναι πλέον γνωστό, ότι όπως και στην άλλη Ιστορία, το ίδιο και στην Λογοτεχνική, τις κρίσεις και αξιολογήσεις τις κάνουν οι ισχυροί, και οι έχοντες την πνευματική και κάθε άλλου είδους εξουσία. Έτσι οι θέσεις είναι συνήθως προκαθορισμένες και συνήθως «μεροληπτικές».
      Η λογοτεχνία στην Ελλάδα, ενίοτε εξυπηρετεί κρατικές, ή κομματικές, ή και θρησκευτικές συνήθως σκοπιμότητες και ανάγκες. Είναι ενταγμένη σε μια εγχώρια προσδιορίσημη και ελεγχόμενη κρατικίστικα κοινωνική και ιδεολογική αναφορά.  Ασφαλώς υπάρχουν και οι πολλές εξαιρέσεις, όμως, τόσο δύσκολα γίνονται γνωστές και εκ των υστέρων στο μεγάλο αναγνωστικό κοινό.
Ίσως, γιατί γνωρίζουμε πλέον όλοι μας, ότι ζούμε σε μια πατρίδα-μητριά, και κάθε τι το αυθεντικό και επαναστατικό που δημιουργούμε θεωρείται ύποπτο.
     Η Ρένα Χατζηδάκη γεννήθηκε στις Γερμανικές φυλακές της Αγιάς στην Κρήτη, στις 18/7/1943 και πνίγηκε καθώς κολυμπούσε στην Τζιά στα μέσα του Αυγούστου του 2003, όπως έγραψαν οι εφημερίδες της 19/8/2003.
Ήταν η μοναχοκόρη της συγγραφέως Λιλής Ζωγράφου. Ήταν ψυχοθεραπεύτρια στο επάγγελμα.
Παρουσιάστηκε στα γράμματα με ποιήματά της, στα τέλη της δεκαετίας του 1950.
Το 1958 εκδίδει μια μικρή ποιητική συλλογή με τον τίτλο «ΠΟΙΗΜΑΤΑ». Για το βιβλιαράκι αυτό, υπάρχει ένα επαινετικότατο σύντομο κείμενο της Άλκης Θρύλου,(της Ελένης Νεγρεπόντη, γυναίκας του ποιητή Κώστα Ουράνη)
στο περιοδικό «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» του 1960 στην σελίδα 298. Αργότερα την συναντάμε στο γνωστό περιοδικό της Αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» στο τεύχος 105/του Σεπτεμβρίου του 1963. Ενδιαφέρον προκαλεί η παρουσία της στο περιοδικό, όχι με ποιήματά της ή κάποιο πεζό της, αλλά με κείμενό της που αφορά την ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, σελίδες 323-327.
      Από την νεαρή ηλικία της, εντάχθηκε στο Αριστερό κίνημα, συνεργάστηκε με το γνωστό περιοδικό της εποχής «Πανσπουδαστική», μετά με τον Ασαντούρ Μπαχαριάν και τη γνωστή χαράκτρια Βάσω Κατράκη στην Γκαλερί «ΩΡΑ»(ποιος δεν θυμάται τον εκθεσιακό χώρο στο Σύνταγμα, εκεί στην οδό Ξενοφώντος 7, και το ετήσιο «Χρονικό» που εξέδιδε), καθώς και με διάφορους εκδότες περιοδικών και βιβλίων, ως κριτικός, αρθογράφος, μεταφράστρια, και επιμελήτρια εκδόσεων. Υπήρξε από την ίδρυσή του μέλος του Αντιδικτατορικού Πατριωτικού Μετώπου. Η Δικτατορία της 21ης  Απριλίου, την συλλαμβάνει τον Οκτώβριο του 1967 και την κρατά για σαράντα τρεις μέρες στη Γενική Ασφάλεια των Αθηνών, και στη συνέχεια ως υπόδικη στις Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ.
Μέσα στις φυλακές και κάτω από άθλιες και εξοντωτικές για την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια συνθήκες, η Μαρίνα, θα γράψει διάφορα ποιήματα τα οποία και θα καταστρέψει. Σώθηκαν τα ποιήματα της «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ», που αρχικά είχαν τον τίτλο «ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΒΕΡΩΦ», από την συγκρατούμενή της Σύλβα Ακρίτα, που φρόντισε να τα αντιγράψει. Αργότερα, δόθηκε ο οριστικός τίτλος της συλλογής που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Αυτά αναφέρει ο συνθέτης στο ημερολόγιο του και γράφονται στον δεύτερο τόμο των έργων του συνθέτη με τον τίτλο «Μελοποιημένη ποίηση»-Συμφωνικά-Μετασυμφωνικά-Ορατόρια-, σελίδα 132, εκδόσεις Ύψιλον 1998.
      Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, κυκλοφόρησε σε βιβλίο για πρώτη φορά το 1974 από τις εκδόσεις Ολκός.
Το ποιητικό αυτό έργο, ίσως είναι το πρώτο αντιδικτατορικό κείμενο εναντίον της Δικτατορίας των αφρόνων Συνταγματαρχών. Έπειτα μάλλον ακολουθεί η δήλωση του Νομπελίστα ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη, τα κείμενα του περιοδικού «Συνέχεια», και αρκετά αργότερα τα 18 Κείμενα το 1970 από τις εκδόσεις Κέδρος.
      Δεν διαβάζει κανείς συχνά, ένα τόσο πυκνό και δραματικό κείμενο. Η σπαρακτική αυτή ποιητική σύνθεση, που είναι τόσο έντονα συγκινησιακά φορτισμένη, και αποτελεί σημαντικότατη μαρτυρία για την εποχή εκείνη, ξανά προσφέρει στην ποίηση την κοινωνική λειτουργικότητά της. Σαν σιγαλόφωνο λαϊκό μοιρολόι ακούγεται ο ήχος της γυναικείας φωνής μέσα στις ναρκωμένες και ψεύτικες μουσικές απολαύσεις της εποχής μας. Το ασφυκτικό και δυναστευτικό εξωτερικό περιβάλλον, συμπλέκεται με τον εσωτερικό χώρο της ποιήτριας με έναν τρόπο τρομερά αποκαλυπτικό και συνάμα τρυφερά ερωτικό. Το λυρικό στοιχείο συρρικνώνεται για να αναδειχθεί η δραματικότητα της ιστορικής στιγμής, και η ψυχική κατάσταση της δημιουργού. Η πολιτική εξαγγελία δεν διολισθαίνει σε κραυγαλέες μηνυματικές αναφορές, όπως συμβαίνει με αρκετές συνθέσεις του μεγάλου ποιητή και αγωνιστή Γιάννη Ρίτσου,
(ποιος δεν θυμάται «Τα παιδιά της ΚΝΕ που λένε στην ζωή το μεγάλο Ναι», τα Σοβιετικά τανκς σαν μπαλλαρίνες του Μπολσόι που καταλάμβαναν τις χώρες του Ανατολικού μπλόκ, τις συνθέσεις για τον πατερούλη και άλλες ποιητικές καταθέσεις μάλλον ανάξιες για το μέγεθος και το ύψος ενός πραγματικά μεγάλου Έλληνα ποιητή όπως είναι ο Ρίτσος),
ή θα λέγαμε και του είρωνα κι σαρκαστή ποιητή Κώστα Βάρναλη, αλλά χαμηλόφωνα χαρτογραφεί τον εσωτερικό κόσμο της Μαρίνας, και κατεπέκταση και των άλλων συγκρατούμενών της, την εποχή εκείνη.
Έτσι, ο ιδιωτικός λόγος αποκτά μια πανανθρώπινη εμβέλεια, καθώς μπολιάζεται με βιώματα και ψυχικές καταστάσεις οικουμενικότερων διαστάσεων, που αφορούν πολιτικά δύσκολα γεγονότα. Ο απεγνωσμένος ερωτικός κραδασμός εξαλλάσσεται σε ελπιδοφόρο όραμα, και η πολιτική προσδοκία της ελευθερίας από τα δεσμά, μέσα από τον έμπλεο λύπης ποιητικό λόγο, κοινοποιείται με κοφτές και μικρές παρακλήσεις και νηφάλιες μουντές αποχρώσεις αγωνιστικών συναισθημάτων. Ένας λόγος ενταγμένος μέσα στο κλίμα του πολιτικού αδιεξόδου και του κοινωνικού παράλογου.
Η φωνή της είναι λιτή, δραματικά φορτισμένη και συνάμα γεμάτη ένταση και υπονοούμενα σιωπής. Μελαγχολικά και στωικά απηχεί τις μύχιες προθέσεις της συνείδησης. Η τραγικότητα των στιγμών που βιώνει η ποιήτρια, διαμορφώνει και το ήθος του ποιητικού της λόγου.
Λέξεις νοτισμένες με πίκρα και απόγνωση. Λέξεις μυρωμένες από τον προσωπικό της μελλούμενο θάνατο. Λέξεις που αντλούνται από την μεγάλη κοινή δεξαμενή του υπαρξιακού φόβου. Λέξεις που αιμορραγούν και φορτίζουν την μνήμη. Λέξεις που μοιρολογούν την ζωή που χάνεται αδικαίωτα. Μέσα σε ένα της πατρίδας εχθρικό περιβάλλον. Μια γλώσσα που εξακτινώνεται μέχρι τις παρυφές της χαοτικής διάλυσης των συναισθημάτων, για να πολιτογραφήσει τα ισοπεδωτικά τοπία γύρω της, τις σπαταλημένες ματιές, τους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων, των νεκρών εικόνων, της μεγάλης νύχτας που έφτασε πριν…, και ακόμα συνεχίζεται. Σαν το μικρό παιδί που σημαδεύεται από την πρώτη γνώση της μοναξιάς, όπως επαναλαμβάνει αρκετές φορές η ποιήτρια μέσα στο έργο της. Μια ποιητική γλώσσα αποκαλυπτική τόσο στις προθέσεις της όσο και στους στόχους της. Όπως είναι η γλώσσα των μικρών παιδιών που ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι ο κόσμος είναι γεμάτος εφιαλτικές εικόνες, παραστάσεις τρομερές και σύμβολα μακάβρια, διάφορα πιστεύω θανατολάγνα, και τραυλίζοντας προσπαθούν να χουχουλιάσουν στις πιο σκοτεινές γωνιές της συνείδησής τους, με μάτια υγρά και τρομαγμένα, χείλη και παλάμες σφικτές.
    Ο προβληματικός πολιτικά και κοινωνικά χώρος και ο ιστορικός χρόνος της εποχής εκείνης, είναι που διαμορφώνουν το ύφος της φωνής της, και καθορίζουν την προσωπική ποιητική της εξομολόγηση και φωνή διαμαρτυρίας.
Το ποιητικό της ύφος μας αποκαλύπτει την στοχαστική επεξεργασία μιας τραυματισμένης συνείδησης όμως παρόλα αυτά, έντονα εκλεπτυσμένης και καλλιεργημένης.
       Σίγουρα, η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ, είναι ένα πολιτικό ποίημα-ποταμός, που στέκεται ισάξια δίπλα σε αντρικές φωνές ποιητικής δημιουργίας, όπως είναι εκείνες των Μανόλη Αναγνωστάκη, του Τάσου Λειβαδίτη, και ασφαλώς του μεγάλου δασκάλου Γιάννη Ρίτσου. Η άρτια οργάνωση του ποιητικού υλικού, η οικονομία του λόγου, η λεκτική και στιχουργική μελαγχολική υπερηφάνεια του κειμένου, η γυναικεία ερωτική ανάσα που διατρέχει το έργο, οι ηχητικές του αρμονίες, η βαθιά βιωματική φόρτιση των λέξεων, οι υπαρξιακές πυκνώσεις της γλώσσας που δεν προέρχονται από φαντασιακές καταστάσεις, αλλά την ίδια την παράλογη και αποτρόπαια ιστορική πραγματικότητα, συνθέτουν την υφή ενός ρέοντος στίχου και κρυσταλλώνουν την εξωτερική και εσωτερική ζοφερή περιπέτεια της δημιουργού.
     Η Μαρίνα υφαίνει με λέξεις την ατομική της μοίρα, και κλώθει το ποιητικό νήμα από μια αίσθηση που σημαδεύεται από την πρώτη γνώση της ανθρώπινης μοναξιάς.
    Και είναι αυτή η πρώτη γνώση της μοναξιάς που σχημάτισε και διαμόρφωσε, αλλά και περιχαράκωσε και την δική της ατομικότητα, αυτή της Ρένας Χατζηδάκη, και μετά το τέλος της Δικτατορίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό,
«Οδός Πανός» τεύχος 128/4,5,6,2005 σελίδες 41-44.
Πειραιάς, Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013              

                   

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ

ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ  Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ (305-240)

                       ΟΛΙΓΗ ΛΙΒΑΣ

        Ο Έλληνας ποιητής και λόγιος Καλλίμαχος υπήρξε ένας από τους πολυγραφότερους συγγραφείς της Ελληνιστικής εποχής. Φημολογείται ότι έγραψε περί τους 800 περίπου τόμους. Άλλοι λένε ότι γεννήθηκε το 310, άλλοι αναβιβάζουν την ημερομηνία στο 305 προ Χριστού, στην Κυρήνη της Βορείου Αφρικής και πέθανε το 240 μάλλον σύμφωνα με τις περισσότερες αναφορές για το άτομό του.
   Το Λεξικό της Σουϊδας, αναφέρει τα εξής:
«Καλλίμαχος, υιός του Βάττου και Μεσάτμας, Κυρηναίος, γραμματικός, μαθητής Ερμοκράτους του Ιασέως, γραμματικού, γαμετήν εσχηκώς την Ευφράτου του Συρακουσίου θυγατέρα., αδελφής δε αυτού παις ην ο νέος Καλλίμαχος, ο γράψας περί νήσων δι’ επών, ούτω δε γέγονεν επιμελέστατος, ως γράψαι μεν ποιήματα εις παν μέτρον, συντάξαι δε και καταλογάδην πλείστα, και εστίν αυτώ τα γεγραμμένα βιβλία υπερ τα οκτακόσια…» (σελίδα 603, εκδόσεις Θύραθεν 2002).
    Το δε Εγχειρίδιο Κλασικών Σπουδών, το The Oxford Companion to Classical Literature-του M. C. Howatson, εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη 1996, σελίδα 376-377 αναφέρει τα εξής:
«Κατά περιπτώσεις αναφέρεται και ως Βαττιάδης(γιος δηλαδή του Βάττου). Κατά την βασιλεία του Πτολεμαίου του 2ου του Φιλάδελφου, βασιλιά της Αιγύπτου από το 285-246 π.χ., έφτασε στην Αλεξάνδρεια, και από εκεί του ανέθεσε ο βασιλιάς να ετοιμάσει το μεγάλο κατάλογο (πίνακες) όλων των βιβλίων της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης. Το πελώριο αυτό εγχείρημα (ο κατάλογος αριθμούσε 120 τόμους) όχι μόνο ωφέλησε τη βιβλιοθήκη παρά και επηρέασε πραγματικά το ύφος του ποιητή, όπως και άλλοι Ελληνιστικοί ποιητές, που συνδύαζαν την ποίηση με τη φιλοσοφική μύηση, βρήκε κατά τις έρευνές του υλικό που μπορούσε να το επεξεργαστεί και να το ενσωματώσει στο στίχο του…».
       Στο έργο του Καλλίμαχου, δεν συναντάμε μια χρονική θεματική διαδοχή. Δεν έχουμε μια προσδιορισμένη ιστορική ή μυθολογική θεματική ενότητα που ξεδιπλώνεται στο σύνολο ποιητικό corpus, όπως στο έργο του Ησιόδου ή του Ομήρου και άλλων ποιητών της αρχαιότητας. Ούτε είναι ο ποιητής που συνθέτει πολεμικά εγερτήρια για να παρακινήσει προς άμυνα τους τρυφηλούς νέους της πατρίδας του, όπως έπραττε ο πατέρας της ελεγειακής ποίησης Καλλίνος ο Εφέσιος και άλλοι αρχαίοι λυρικοί ποιητές.
   Δεν ανήκει στους εκπροσώπους της διδακτικής ποίησης που χρησιμοποιούν δύσκολες εκζητημένες εκφράσεις όπως είναι οι Χαλκιδαίοι ελεγειακοί ποιητές, Λυκόφρων (330 π.χ.) και Ευφορίων (276 π.χ.)
που, παρ’ όλη την επαινετή τους προσπάθεια νοιώθουμε να ρέπουν ενίοτε προς τον άγονο ρητορισμό και την επίδειξη πολυμάθειας, ποιητές μιας διδακτικής ποίησης που επιδιώκει να αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο που την συνέδεε με τους παλαιούς μύθους, τις λαϊκές παραδόσεις και δεισιδαιμονίες. Ούτε συνέθετε μεγάλα επικά διδακτικά ποιήματα για να εκφράσει τις απόψεις του-κατά παραγγελία-για τα ουράνια σώματα και τους διάφορους αστερισμούς, όπως ο Άρατος από τους Σολούς(315) ο μαθητής του Εφέσιου γραμματικού και ποιητή Μενεκράτη. Αλλά, μέσα από τα λιτά, πυκνά, επεξεργασμένα εξάμετρά του, ή δίστιχά του, τα σατυρικά του δράματα, τις κωμωδίες του, τους ιάμβους του, ή τα μεγαλύτερα συνθετικά του έργα, όπως είναι τα «Αίτια» και οι «Έξι Ύμνοι» του, ανακαλύπτουμε μικρούς επιλεγμένους θεματικούς πυρήνες, (παραδείγματος χάριν, τα Επιγράμματά του, χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες, αυτή που αναφέρεται στους όρκους του έρωτα και η άλλη, που έχει σχέση με τον θάνατο) μικρογραφικές πραγματεύσεις ή επιγραμματικά βιτρό, που επιλεκτική τους αναφορά και η ποιητική ανάκληση και επανερμηνεία τους, μας αποκαλύπτουν τις αισθητικές τους αρχές, τους επιδιωκόμενους στόχους, τα καλλιτεχνικά κριτήρια που διέπουν τις επιλογές του, τις θέσεις του για του πολέμιους της ποίησής του, την προτίμησή του για της μικρής φόρμας ποίηση, τις μεταφυσικές του αναζητήσεις, τις ερωτικές του ιδιαίτερες προτιμήσεις, και ασφαλώς, την ευρύτερη διάθεση της κοσμοπολίτικης και κοσμολάγνας εποχής του.
Μιας εποχής, που μολονότι η φλόγα της ορθολογικής έρευνας είχε αρχίσει να τρεμοπαίζει και παρά το μεγάλο ρεύμα που μπορεί να παρατηρήσει κανείς προς τις μυστηριακές θρησκείες και τις λατρείες της ανατολής, ήταν εποχή ασυνήθιστα απαλλαγμένη από τον σκοταδισμό και τις διάφορες λογοκρισίες, μια εποχή που παρείχε εύκολη μετακίνηση στους ανθρώπους, δίνοντάς τους την δυνατότητα να αλλάζουν τόπο διαμονής και σπιτικό, όταν αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα. Κατά κανόνα όμως, ο στοχασμός και η δημοσιοποίηση των πεποιθήσεών τους και των ανακαλύψεών τους δεν υπόκειντο σε περιορισμούς. Σημειώνει στο βιβλίο του «Ο Ελληνιστικός Κόσμος», εκδόσεις Βανιάς 1993, ο μελετητής της Ελληνιστικής περιόδου Frank W. Wabank.
    Οι μικροί αυτοί θεματικοί πυρήνες αίσθησης της ποίησης του Καλλίμαχου, διαφαίνονται στα έργα του και είναι πολύτιμοι και για το ότι έχουν θέση πολιτισμικών τεκμηρίων. Δηλαδή μας αποκαλύπτουν
Το ιστορικό υπόβαθρο και την κοινωνική ατμόσφαιρα, καθώς και τις άλλες κοινωνικές διεργασίες των ανθρώπων της Αλεξανδρινής εποχής.
   Η Αλεξάνδρεια δίδει τον τόνο της πνευματικής δημιουργίας και οι διάφοροι ποιηταί εξ άλλων πόλεων αισθάνονται την ανάγκη να θητεύσουν εις την φιλόξενον αυλή των Πτολεμαίων και να ζωογονηθούν από την πνευματικήν πηγήν του νέου Ελληνισμού. Γράφει εύστοχα ο καθηγητής Αριστόξενος Σκιαδάς στο βιβλίο του «Αρχαίος Λυρισμός 2», Αθήνα 1986.
     Ο Καλλίμαχος, ασφαλώς δεν είναι ούτε ηθογράφος όπως ο Ηρόδοτος, ο Λουκιανός, ή οι Βουκόλοι ποιητές Φιλιτάς από την Κω ο ιδρυτής της Βουκολικής ποίησης, ή ο προικισμένος Θεόκριτος(315), ούτε ο άκρατος νατουραλιστής, όπως ο ιστορικός Θουκυδίδης, ή ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης, ή ακόμα ο τρυφερός Λόγγος, δεν επεδίωξε να συγγράψει ένα εγχειρίδιο του κοινωνικού βίου των ανθρώπων της εποχής του. Αν και το έργο του πανεπιστήμονα όπως τον αποκάλεσε η συγγραφέας Ουράνα Διοματάρη,-δες το βιβλίο της, «Ο ποιητής γράφει την Ιστορία του κόσμου», εκδόσεις Τάσος Πιτσιλός 1985-είναι τεράστιο και πολύπλευρο και αρκετά πολυσύνθετο για την εποχή του και τα ενδιαφέροντα των λόγιων. Μια, που το Βιβλιοθηκονομικό του μόνο έργο, «Πίνακες των εν πάση παιδεία διαλαμψάντων και ων συνέγραψαν» που τους συνόδευε με βιογραφικά, ιστορικά και κριτικά σημειώματα, αποτελούνται από (120) εκατόν είκοσι βιβλία.
       Οι νόμοι που διέπουν τον φυσικό κόσμο, οι ηθικοί κανόνες, το εθιμικό δίκαιο, η μυθολογούσα δοξασία του Δωδεκαθέου, η Πασχάλια Θεολογία του Άδωνη και του Πάνα, οι πολιτικές αρχές και άλλα. είναι για τον αυλικό ποιητή μια τρομερή αλλά μάλλον αμετάκλητη πραγματικότητα. Ο ένδοξος αυτός ποιητής ανήκει ίσως στους έσχατους επιγόνους της κλασικής δοξασμένης εποχής, για τους οποίους τα τελικά ηθικά όρια της αρχαίας Πόλης, οι πνευματικές αξίες, οι κοινωνικοί ιστοί που συγκροτούν το άστυ, δεν είναι
απλά εφευρήματα του πολιτιστικού περίγυρου, αλλά θεμελιώδεις και ουσιαστικοί νόμοι, της αιδούς, του καλού, του αισχρού, του αγαθού, του ήθους, της αρετής, του κάλλους, της ανδρείας κ.λ.π.
Ο έμμισθος Αλεξανδρινός δεν είναι ο ευφώρατος ανατροπέας της καθεστηκυίας κοινωνικής τάξης της εποχής του και της ιεραρχίας των αξιών της, έστω και αν ενθυλακώνει μέσα στους στίχους του ψήγματα των ιδεολογικών, καλλιτεχνικών και άλλων  αρχών του. Δεν είναι ο ακραίος θιασώτης του σωτάδειου μέτρου.
Ο Καλλίμαχος δεν έγραψε τολμηρούς, δηκτικούς στίχους για να καυτηριάσει τους ηγεμόνες του Ελληνιστικού κόσμου, όπως ο σύγχρονός του Σωτάδης από την Μαρώνεια της Θράκης. (Έλληνας ιαμβογράφος και σατιρικός ποιητής του 3ου αιώνα, που επινόησε έναν «ευέλικτο τύπο μέτρου»).
Ο Αλεξανδρινός ποιητής είναι ο εξανθρωπιστής μάλλον του υπάρχοντος συστήματος της εποχής του και όχι ο ανακαινιστής του.
Προτείνει έναν ορθολογικότερο τρόπο ερμηνείας του εποικοδομήματος και έναν λειτουργικότερο τρόπο διαχείρισής του. Αν και το μόνο που του απομένει, είναι να εισάγει νέους Θεούς σε παλαιούς ναούς. Ο αντιπροσωπευτικότερος και ποιητικότερος ποιητής της εποχής του με τις τεράστιες γνώσεις του, δεν θυσίασε την  έξοδό του από τα ιδιωτικά σπουδαστήρια για χάρη της τύρβης της αγοράς και του πλήθους ή τα πολιτικά χαρακώματα των χρόνων του, όπως θα έλεγε ένας σημερινός διανοούμενος ο τόσο παρεξηγημένος Γάλλος υπαρξιστής Ζαν Πωλ Σαρτρ.
     Ο Καλλίμαχος, ανδρώθηκε από την εποχή του αλλά, δεν κατόρθωσε ή δεν επεδίωξε να την διαμορφώσει ριζικά, ή να συμβάλλει αποφασιστικότερα στην ανατροπή της. Ίσως δεν το επιθυμούσε ή ήταν πέρα από την προσωπική του ιδιοσυγκρασία να οικοδομήσει έναν συνολικό μύθο μέσα στο έργο του. Να δημιουργήσει ένα πολυπρισματικό οικουμενικό σύμβολο, ένα ποιητικό πρότυπο πάνω στο οποίο-η και με αφορμή-θα στηρίζονταν και θα απέθεταν τις ελπίδες, τις αγωνίες, τα ανδραγαθήματα, τα πάθη και τα μεταφυσικά τους αδιέξοδα οι άνθρωποι της εποχής του, όπως έπραξε ο παππούς μας Όμηρος, οι αρχαίοι τραγικοί ή αν θέλετε οι τέσσερις Ευαγγελιστές με τον χριστιανικό μύθο. Ή ακόμα ο Παύλος, ο θεμελιωτής του εκκλησιαστικού ιδεότυπου της χριστιανικής αγάπης.
    Γιατί ο πραγματικός ποιητής, όπως θάλεγε ίσως και ο θείος Πλάτων, είναι ή μεγάλος παραμυθάς, ή μεγάλος συμβολοευρέτης. Ο Καλλίμαχος δεν ξεπέρασε τα κράσπεδα της πολιτισμένης υπαινικτικής ειρωνείας και του σκώμματος. Δεν έγινε ποτέ ένας μαθητής του Αριστοφάνη. Ο μειλίχιος ποιητής, διέπλευσε με ανοιχτά πανιά και λαγαρή σκέψη τον μυστικιστικό μεταφυσικό στρόβιλο της εποχής του μελωδώντας ότι:
«είχα ταπεινή ζωή με λίγο βιός, ούτε κάτι φοβερόν έπραξα, ούτε αδίκησα κανένα. Καλή μου γης, εγώ ο Μικόλος, αν κάτι πονηρό παίνεψα, μήτε εσύ ελαφριά να μου γενείς, μήτε και τ’ άλλα πνεύματα που μ’ έχετε»
Επίγραμμα 26.
         Η εποχή που παρουσιάστηκε το έργο του έμμισθου Αλεξανδρινού, κυοφορεί έντονα τα στοιχεία του συγκρητισμού και των κάθε είδους και μορφής ιδεολογικών ζυμώσεων. Η αιχμηρή ιχνογράφηση της σύνθεσης της ποίησής του, η δεξιοτεχνία της απεικόνισης των διαφόρων ιστορικών συμβάντων, η συνειδητή επιλογή των θεμάτων, η ευλυγισία στον εντοπισμό του θεματικού πυρήνα, οι θωπείες της γνώσης έτσι όπως διαθλώνται στην έκφραση και στα λεκτικά σήματα, οι εύστοχες «εν αμφιβολία» επανερμηνείες των μύθων-ιδιαίτερα στους Ύμνους- καθώς και υπαγωγή του θεματικού μοτίβου σε μια προσχεδιασμένη ερμηνευτική προσέγγιση που διευθύνει την οργάνωση του εννοιολογικού ποιητικού υλικού, πέρα από τις συμβατικότητες της εποχής και την κάποια υφέρπουσα ορισμένες φορές γραφικότητα της απεικόνισης, επιτυγχάνεται με την συμπύκνωση του στοχασμού και των εκφραστικών μέσων, κάτω από την στιβαρή καθοδήγηση ενός αισθήματος ορθολογισμού(και αιτιακής αναφοράς). Ενός καθοριστικού κοινωνικού σκεπτικισμού, μιας ποιητικής επιστημοσύνης και ενός λεπτοφυέστατου σαρκασμού και κόσμιας ειρωνείας που αποπνέει η σκέψη του και αντικατοπτρίζεται στην σύνολη ποιητική του δημιουργία. Έναντι της μυθολογούσας αναφοράς παλαιών δοξασιών, του όποιου θρησκευτικού ανορθολογισμού και των διαφόρων τομέων της προαπερχόμενης παράδοσης, που αναχαιτίζουν την ιστορική προοπτική της σκέψης του ποιητή και ασφαλώς, υπολείπονται του σχεδιασμού της. Τα παλαιά παραδοσιακά αυτά στοιχεία, οι καθιερωμένες μορφές της ποιητικής παράδοσης, όπως τα αποκαλεί και πάλι ο Αριστόξενος Σκιαδάς, εγκαλούνται από την μνήμη του καλλιτέχνη για να την εμψυχώσουν και όχι να την ποδηγετήσουν, όπως μάλλον συμβαίνει στον Αλεξανδρινό την καταγωγή ελληνιστικό ποιητή  Απολλώνιο τον Ρόδιο, (περίπου 295-215 π.χ.) τον εισηγητή του ερωτικού στοιχείου στην Επική ποίηση, και συγγραφέα των γνωστών «Αργοναυτικών». Ή πάλι, επιδιώκουν να συγχωνευτούν με τον επίσης χαμηλόφωνο εξομολογητικό ερωτικό τόνο των ελεγειακών σπαραγμάτων του ωχρού μελετητή, του πρώτου λόγιου ποιητή και γραμματικού του Φιλιτά από την Κω.(περίπου 338 π.χ.). Του κηδεμόνα του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου του 2ου του Φιλάδελφου, μνημονεύεται από τους Ρωμαίους ποιητές Οβίδιο και Προπέρτιο.
     Ο Καλλίμαχος, στέκεται διστακτικός αν θα πρέπει να ακολουθήσει με άνεση και ελευθερία τις ιδιαίτερες ψυχικές του ανάγκες και την προσωπική του ιδιοσυγκρασία όπως έπραξε με τα Ειδύλλια του ο Θεόκριτος, ο προικισμένος αυτός βουκόλος ποιητής, του τρίτου αιώνα π.χ. όπως τον αποκαλεί ο ιστορικός Δημήτρης Τσιμπουκίδης.
Γράφει στο 46ο Επίγραμμά του ο Καλλίμαχος:
«Πολύ καλό βρήκε ο Πολύφημος το ξόρκι για τον ερωμένο. Ναι, μα τη Γη, δεν είναι αμαθής ο Κύκλωπας. Οι Μούσες τον έρωτα αδυνατίζουν, Φίλιππε. Πανάκεια για όλα η λυρική σοφία». Έτσι θαρρώ. Μα και η νηστεία είναι ότι πρέπει για τα πονηρά: τη νόσο τη φιλόπαιδα κόβει στη ρίζα. Για μας υπάρχουν τόσα γιατρικά για τον έρωτα…».
    Λέξεις που εύκολα θα είχαν βγει από το στόμα φανατισμένων και απαίδευτων καλόγερων του χριστιανικού μυθολογικού δόγματος ή από τα χείλη προεπιστημονικών γιατρών σεξολογίας, σαν και αυτές που συνηθίζει να ξεστομίζει ένας αρκετά γνωστός κακός θεατρικός συγγραφέας και σεξολόγος γιατρός που επιδιώκει με «γεροντική μανία», να περάσει στο πάνθεο των αθανάτων και της Ακαδημίας.
       Ο Καλλίμαχος ερωτοζυγιάζεται παίζοντας. Σε ένα άλλο του Επίγραμμα το 41ο γράφει:
«Η μισή ψυχή μου αναπνέει ακόμα την άλλη μισή, δεν ξέρω, ο Έρωτας ή ο Άδης αν την άρπαξε, πάντως έγινε άφαντη. Σε ποιο από τα παιδιά να πήγε πάλι. Κι ας απαγόρεψα πολλές φορές τη «δραπέτισσα», νέοι, μην τη δέχεστε…, της αξίζει ο θάνατος με λιθοβολισμό, ξέρω πως τάχει με κακόν έρωτα κι εκεί στριφογυρνά».
      Στίχοι που θυμίζουν αμυδρά το γνωστό ποίημα «Ομνύω», του Αλεξανδρινού ερωτικού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη. Ενός ποιητή που τόσο έχει επηρεαστεί από τον Καλλίμαχο. Αλλά, και ένας λιθοβολισμός, που όσο και αν είναι ποιητικός παραπέμπει στις πιο μισαλλόδοξες περιόδους της εβραϊκής παλαιάς διαθήκης.
     Επανερχόμενος στα προαναφερθέντα, τα παραδοσιακά λοιπόν αυτά στοιχεία, έχουν θέση «διακοσμητικού» πλαισίου. Τίποτα δηλαδή περισσότερο από μία ευρεία και διαδεδομένη τάση, εμφανή σε Εθνικούς ποιητές (τους αποκαλούμενους από τους μετέπειτα χριστιανούς νεοπαγανιστές) και δημιουργούς της εποχής του που αλλάζει δραματικά, αμετάκλητα και με μεγάλη ταχύτητα, ποιητές που δεν συμμερίζονταν τίποτα περισσότερο από μια γενική συγγένεια προτιμήσεων και αναγκών στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Ήταν ένας μανιχαϊκός «παγανισμός». Και πιστεύω ότι θα γίνει σαφέστατος ο όρος που χρησιμοποιώ, αν φέρουμε στην μνήμη μας τα διάφορα ρεύματα των αρχαίων Γνωστικών, των Ένθεων, όπως θα έλεγε και ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ. Ένα σημερινό παράδειγμα είναι μάλλον ο λόγος και τα ποιητικά κείμενα, ενός πολύ σημαντικού και αξιόλογου και πολύ αγαπητού σε εμένα, ο αδρός και ρωμαλέος αλλά και κρυπτικός αλλά και πομπώδης και καμιά φορά στομφώδης ποιητικός λόγος του Άγγελου Σικελιανού, αυτού του μύστη δημιουργού.
      Στην Καλλιμάχειο δημιουργία, θα ανιχνεύσουμε μια εν «διαμορφώσει» ρεαλιστική ερμηνευτική προσέγγιση των μυθικών δοξασιών, που νοτίζοντας την με ένα αρμυρό εξομολογητικό τόνο θα καταλήξουν σε αυτό το χαρακτηριστικό παιχνίδι, το παιχνίδι των αμφίδρομων επιθυμιών. Και έτσι, ενώ αποπειράται να επαναπροσδιορίσει με έναν πιο υποκειμενικό τρόπο τα στοιχεία της παράδοσης, ταυτόχρονα υποδηλώνει και την εξάρτησή του από αυτά. Η λεπτή και διακριτική του ειρωνεία υποσκάπτει τα θεμέλιά της χωρίς ωστόσο να την παρωδεί ή να την  εξευτελίζει με ποιητικό τρόπο. Κάτι που μας δίδαξαν με ευστοχία ο δάσκαλός του αρχαίο τραγικός Ευριπίδης και οι επί πληρωμή αρχαίοι δάσκαλοι Σοφιστές. Ο αρχαίος τραγικός ποιητής ο Ευριπίδης, είναι αυτός που πρώτος έσπασε τους παλαιούς ιστούς που έδεναν την τραγική ποίηση με την θρησκεία και το μυθολογικό κοσμοείδωλό της, πράγμα που επέφερε μάλλον το τέλος της τραγωδίας.
     Η ερμηνευτική αυτή επανατοποθέτηση των μεταφυσικών και οντολογικών προβλημάτων του νέου σκεπτόμενου ατόμου, έχει την αφετηρία της στο ιοστέφανο άστυ, την Αθήνα, πατρίδα της επιστήμης, της έρευνας, της σοφίας και της αμφισβήτησης, αλλά και της αισθητικής, του έρωτα και της θεατρικής τέχνης. Και  ακόμα, στους φημισμένους και μάλλον παρεξηγημένους Σοφιστές. Οι οποίοι με τα ρηξικέλευθα διδάγματά τους και πρωτοπόρα μηνύματά τους, αντιτάχθηκαν με θάρρος στο στιβαρό και ρωμαλέο Αισχύλειο θρησκευτικό πνεύμα, και σήμαναν την αρχή του τέλους του Ελληνικού κλασικού κόσμου και των αξιών του, έστω και αν αργότερα η Σοφόκλεια διδαχή του εθιμικού δικαίου της Αντιγόνης, θα υπερισχύσει εκείνης του ορθολογιστή Κρέοντα.
 Για τους μετεωροσοφιστάς όπως τόσο άδικα τους σατιρίζει η Αττική Κωμωδία και ειδικότερα ο Αριστοφάνης στο έργο του «Νεφέλες», ο άνθρωπος είναι το κέντρο του Σύμπαντος και πρέπει να φροντίζει μόνο για το «δοκείν» και όχι για το «είναι», μια που η θρησκεία, η ηθική και το δίκαιο του είναι δοσμένα νόμω και όχι φύσει.
΄Ετσι ο «δισσός» λόγος των Σοφιστών που κλόνισε ως τα βάθρα τον παλαιό Αττικό δεσμό του ανθρώπου με το Θείο, την Πόλη του και τον Νόμο, άνοιξε το δρόμο στο αντιθρησκευτικό και νοησιοκρατικό πνεύμα, στον ατομικισμό αλλά και στον κοσμοπολιτισμό, και ακόμα, στην εγκυκλοπαιδικότητα και στον ανώτερο ανθρωπισμό. Σε όλες τις τάσεις εκείνες που δυναμώνοντας όσο προχωρούσε ο τέταρτος αιώνας επικράτησαν και έδωσαν τον τόνο στα Ελληνιστικά χρόνια. Όπως εύστοχα και καίρια γράφει ο καθηγητής και πρώην υπουργός παιδείας Κωνσταντίνος Τρυπάνης, στο ενδιαφέρον βιβλίο του, «Η Αλεξανδρινή Ποίηση», τόμος Α, εκδόσεις Ανατολή 1943.
      Ο Καλλίμαχος είναι ένας πρόδρομος των μετέπειτα Εγκυκλοπαιδιστών και των κριτικά σκεπτόμενων Θεϊστών. Ο στοχασμός του, το κοσμοείδωλό του, η συστηματική ενοποίηση των εκφραστικών στοιχείων της γραφής του, όπως διακρίνεται από την συνθετική συγκρότηση μιας ποίησης μικρών διαστάσεων, χαμηλών στιγμών ευφορίας, ψιθυριστών συναισθημάτων, σκοτεινών ενίοτε διαθέσεων, απύρετων ερωτικών επιθυμιών, αόριστων πολιτικών θέσεων, φευγαλέων διδακτικών τόνων, με αυτήν την αναμφίβολη αφηγηματική άνεση και ρυθμικότητα του στίχου, ανακαλεί έντονα στην μνήμη όχι μόνο την ατμόσφαιρα των αρχαίων ελληνικών λυρικών και ελεγειακών ποιητών, αλλά η ποιητική του πολυεπιστημοσύνη και η φορτισμένη με πλήθος ιστορικά και άλλα στοιχεία ποιητική του φόρμα, θυμίζουν έντονα τα Κάντος του Αμερικανού ποιητή Έζρα Πάουντ. Ο Καλλίμαχος δεν διαβάζεται εύκολα χωρίς υπομνηματισμό.
Ο Κυρηναίος ποιητής θυμίζει περισσότερο ελεγειακό ονειροπόλο, «πολύγνωσο» παρά έναν παθιασμένο απόστολο μιας άλλης εποχής. Γιαυτό και ζούσε μάλλον περισσότερο σε ένα αιώνιο αντάντε παρά μέσα στο σάλαγο ενός αλέγκρο φουριόζο.
     Σε ένα άκρως ενδιαφέρον κείμενο που έγραψε ο Brunno Snell, (δες το σύγγραμμά του «Η ανακάλυψη του πνεύματος», έκδοση Μ.Ι.Ε.Τ. 1981 και «Μετρική της Αρχαίας Ελληνικής Ποιήσεως», Αθήνα 1969), και μας μιλά για το παιχνίδι στον Καλλίμαχο, ανάμεσα στα άλλα πολύ κατατοπιστικά και ενδιαφέροντα, γράφει χαρακτηριστικά.
Αυτό το πνευματώδες παιχνίδι ο Καλλίμαχος το οφείλει στη ρητορική παράδοση…. Ο Καλλίμαχος εγκατέλειψε νωρίς την υπερβολική χρήση των ηχητικών μέσων που χρησιμοποίησε ο εισηγητής Γοργίας, αλλά αυτό το έκανε περισσότερο από καλαισθησία παρά από πεποίθηση ότι η μορφή του λόγου πρέπει να καθορίζεται από τον αντικειμενικό σκοπό. Η παγίδευση του αισθήματος με την ευφωνία και ο πλούτος των λεξιλογικών σχέσεων που τονίζεται περίτεχνα και παιχνιδιάρικα με την χρήση των αντιθέσεων, των αναφορών κ.τ.λ., παραμένει ο κυρίαρχος στόχος….
Ο Καλλίμαχος αποφεύγει να υιοθετήσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πεζού λόγου, όπως είναι η ρητή έκφραση του λογικού ειρμού, αντίθετα η έκθεση των σκέψεών του θυμίζει την Ομηρική απλοϊκότητα.
Αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις ανάμεσα στις άλλες ενδιαφέρουσες θέσεις του μελετητή.
      Ο Καλλίμαχος μεγάλωσε σε μια εποχή που ο ασφυκτικός έλεγχος του κόσμου από την φιλοσοφία είχε υποχωρήσει. Η ζωή μπορούσε και πάλι ελεύθερα να ανασάνει, και οι άνθρωποι ανακάλυπταν ξανά αυτήν την τόσο σπουδαία γοητεία της απλοϊκής αυθορμησίας.
Γιαυτό και τα άτομα επεδίωκαν να επιστρέψουν στην πρωταρχική γλώσσα της ανθρωπότητας που είναι η ποίηση.
      Η λιτότητα των εκφραστικών μέσων της ποίησης του ποιητή και γραμματικού της Ελληνιστικής περιόδου, η παιγνιώδης προσέγγιση των εξεταζόμενων θεμάτων, η σκωπτική του προδιάθεση επιδιώκουν να προσφέρουν την αίσθηση ενός ενιαίου ελεγειακού ποιητικού συνόλου. Η καθαρότητα ακόμα της περιγραφής των συναισθημάτων, οι ιδέες που αναβλύζουν με μαγευτικό τρόπο και ταχύτητα από το ευρύτερο πολυπολιτισμικό χώρο της Αλεξάνδρειας των επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αυτής της πρωτεύουσας των ηδονών και του ασκητισμού, οι διάφορες θεωρίες που ξεπηδούν από τις ανάγκες της ίδιας της ζωής των απλών ανθρώπων, από τον καθημερινό πολύμοχθο βίο των Αλεξανδρινών, η στιλπνάδα της επιγραμματικής ατμόσφαιρας, συντείνουν στο να διαφανεί η «φιλοσοφική προέκταση» της Καλλιμάχειας δημιουργίας, αλλά και της σκέψης του πεπαιδευμένου ανθρώπου της εποχής.
Του καλλιεργημένου ανθρώπου, του λόγιου δημιουργού που η ευρυμάθειά του μπολιάζει δημιουργικά το έργο του, φορτώνοντας το ίσως, με τις αναγκαίες κριτικές σταθερές χωρίς να το γονατίζει. Χωρίς δηλαδή η ποιητική αίσθηση να αλλοιωθεί από το βάρος ενός γνωσιολογικού φορτίου όπως συμβαίνει με το έργο του Έζρα Πάουντ. (έργο μπολιασμένο από πολλές αλλόγλωσσες παραδόσεις, φόρμες και λεκτικά σήματα).
    Για τον Καλλίμαχο, γνώση σημαίνει μνήμη και αίσθηση ομορφιάς. Και η μνήμη προσδιορίζει την ποιητική φόρμα, και η ομορφιά φωτίζει από τα μέσα όπως συμβαίνει και στην Καβαφική ποίηση.
     Ο ποιητής είναι ένας κοσμοπολίτης της ελληνιστικής αναγέννησης που θυμίζει έντονα τον Λατινοαμερικανό συγγραφέα Χόρχε Λουί Μπόρχες.
Ίσως αμυδρά να συγγενεύει και με μια μικρή πλευρά του λησμονημένου στις μέρες μας Κωστή Παλαμά, χωρίς ασφαλώς να υπάρχουν αρκετά σταθερά μέτρα σύγκρισης με το τιτάνιο έργο του. Η ζωή και τα διαβάσματά του συγχέονται.
«Ο Καλλίμαχος είναι ένας άνθρωπος των γραμμάτων με την σύγχρονη έννοια του όρου», σημειώνει η ερευνήτρια, φιλόλογος, ιστορικός και συγγραφέας, η σημαντικότερη ξενόγλωσση Ελληνίδα της εποχής μας Jacquelline de Romilly, στο έργο της «Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία», εκδόσεις Καρδαμήτσα 1988.
    Στον Κυρηναίο επιγραμματοποιό το ποιητικό εκφραστικό του ιδίωμα επιδιώκει να αποσπαστεί από το θέμα που γλωσσικά επενδύει και να απομακρυνθεί από αυτό με έναν τρόπο όχι πάντα ευδιάκριτο. Το γλωσσικό ιδίωμα, του μεταφιλοσόφου ποιητή είναι επιλεγμένο προσεκτικά. Το μέτρο του είναι το Ομηρικό εξάμετρο, έτσι όπως αυστηρά το επεξεργάστηκε ο ποιητής Αρχίλοχος και το υιοθέτησε ο Νόννος και ο ίδιος.
Χρησιμοποιεί μέσα στο έργο του κοινές λέξεις φορτίζοντάς τες με μια δική του αισθαντικότητα, παράλληλα με την χρήση της παραδιδόμενης γλώσσας, του χρησιμοποιούμενου πριν από αυτόν λογοτεχνικού είδους.
Οι Αλεξανδρινοί ποιητές γνωρίζουμε ότι αρέσκονταν στην χρησιμοποίηση νέων λέξεων ή «νέας γλώσσας», λέξεων σπανίων και δυσνόητων κάποτε-κάποτε, και επεδίωκαν να καλλιεργήσουν νέους γλωσσικούς σχηματισμούς και τα «άπαξ λεγόμενα». Οι λέξεις κερδίζουν σε βάθος και προικίζονται με νέα νοήματα. Καινούργιοι γλωσσικού τύποι και νεόκοπες εκφράσεις κάνουν την εμφάνισή τους στο ποιητικό στερέωμα.
     Ολόκληρο το έργο του Καλλίμαχου, ιδιαίτερα όμως τα Επιγράμματά του ξεχωρίζει για την πλούσια εσωτερικότητα του κόσμου του, την προσήνεια των προθέσεων των χαρακτήρων του, την τρυφερότητα της φωνής μιας κοινωνίας βουλιαγμένης πια πίσω στα βάθη του χρόνου. Σημειώνει ένας από τους δεκάδες μεταφραστές του ο συγγραφέας Θανάσης Παπαθανασόπουλος.
     Μια επεξεργασμένη γλώσσα και φροντισμένη γλώσσα που επιδρά στην μορφολογία, και δεν σκιαγραφεί μόνο την οργάνωση των ανθρωπίνων σχέσεων και την διαρκή σχέση του ανθρώπου απέναντι στο φυσικό περιβάλλον, αλλά διαμορφώνει και αποκαλύπτει την ποιότητα των σχέσεων αυτών. Και ενώ την πραγμάτευση την διακρίνει ο έντονος ελεγειακός τόνος, το πνεύμα που την ερμηνεύει είναι ρεαλιστικό. Ενός συγκινητικού ρεαλισμού που εξαρτάται από την ερμηνεία των περιγραφόμενων καταστάσεων, καθώς οι καταστάσεις αυτές παραπέμπουν στην σκηνογραφία της παραδοσιακής Εθνικής-«παγανιστικής» μυθολογίας και θεολογίας και υποδηλώνουν μια τρυφερή αίσθηση που συναντάει άνετα τον χώρο που την περιβάλλει.
Με τον τρόπο αυτόν έχουμε το κλιμακωτό βάθος του ποιητικού τοπίου. Την απόσταση του χρόνου και κατά συνέπεια την προοπτική του ποιητικού δράματος. Την αναπαράστασή του με την μνήμη, δηλαδή την παραστατική του θέματος. Τέλος, στην αναγωγή του με την κριτική διάνοια και την φαντασία στη διάσταση εκείνη που παραβολή και ποίημα ταυτίζονται.
Γιαυτό και η χρήση του συγκεκριμένου αυτού γλωσσικού ιδιώματος υπερέχει ορισμένες φορές ή και συναγωνίζεται το περιγραφόμενο θέμα, καθώς αποκρυσταλλώνει με δεξιοτεχνία την ποιητική αίσθηση από την αδρότητα του περιγράμματος και την άπνοη τονική διαβάθμιση της όποιας διακοσμητικότητας.
Επιδίωξη του Καλλίμαχου είναι η εύρυθμος και αρμονική διάταξη της καλλιτεχνικής αίσθησης και όχι η ιστορική αναφορά, ή επανάληψη των μυθικών αρχών. Έτσι μεταλλάσσει ακόμα και τις προσωπικές του καταστάσεις, τα διάφορα γεγονότα, τις όποιες ερωτικές του επιθυμίες, σε καλλιτεχνική προδιάθεση.
Το ζητούμενο δεν είναι τόσο το ίδιο το γεγονός, ή ακόμα θα λέγαμε το συναίσθημα μάλλον του γεγονότος αυτού, όσο η συνειδητοποίησή του.
    Και αυτό, διακρίνεται περισσότερο ξεκάθαρα στα Επιγράμματά του, και ιδιαίτερα σε εκείνα στα οποία μας μιλά για την κλίση του προς τα παιδιά. Δηλαδή την παιδική εφηβική ομορφιά.
Ο Καλλίμαχος ελέγχει με έναν «απόλυτο» τρόπο την ποιητική του έκφραση, έστω και αν είναι όχι μόνο ευδιάκριτο αλλά και επισημαίνεται επακριβώς το γένος του προσώπου. Δεν θα συναντήσουμε στον Καλλίμαχο τις εκφραστικές τολμηρότητες άλλων ερωτικών επιγραμματοποιών, όπως αυτές καταγράφονται στο πασίγνωστο διαχρονικά βιβλίο της «Παλατινής Ανθολογίας», την «Στράτωνος Μούσα Παιδική», και την γνωστή και απολαυστική μετάφραση του πεζογράφου αλησμόνητου Γιώργου Ιωάννου. Αλλά και αρκετών άλλων όπως του Αντρέα Λεντάκη, του Βασίλη Λαζανά κ.λ.π.
     Ο ερωτικός λόγος του Καλλίμαχου, ο εκουσίως εξειδικευμένος λόγος του έχει κάτι από την ατμόσφαιρα και την αφαιρετική διάθεση των Σονέτων του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, και θυμίζει ορισμένα Ρουμπαγιάτ του Πέρση ποιητή Ομάρ Καγιάμ.
    Η έλλειψη της συναίσθησης μιας ηθικής καταπίεσης, η αυστηρότητα ή η υποκρισία των ηθών δεν βαραίνουν τον ποιητή. Ο λόγος του είναι ζυγισμένος, μετρημένος και προσεκτικά διατυπωμένος. Και είναι περισσότερο λόγος περί έρωτος, περί της αισθητικής ομορφιάς, παρά επιγραμματικά ποιήματα προς το αντρικό ερωτικό αντικείμενο. Ο Καλλίμαχος αποσιωπά διακριτικά την ερωτική εμπειρία και τονίζει περισσότερο την αίσθηση της εμπειρίας αυτής. Ο ερωτισμός με την ευρύτερη έννοια του όρου, υμνογραφείται, ενώ αντίθετα υποχωρεί η επιθυμία. Και ασφαλώς στον Καλλίμαχο δεν συναντάμε την γνωστή μεταμφίεση των ρόλων του Μαρσέλ Προύστ. Η υποβολή της ερωτικής αίσθησης είναι τόση, ώστε να μην μένει τίποτε στη σκιά ή υπονοούμενο. Η συγκίνηση είναι άμεση και καταλυτική, η χαρά πηγαία και ο αισθησιασμός βαθύς.
Μια αρχαία Ελληνική παράδοση που μας λέει ότι η ομορφιά διαμορφώνει τον χαρακτήρα των ευαίσθητων ανθρώπων, βελτιώνει την ηθική τους στάση, και προάγει την προσωπική τους αρετή.
Γράφει ο ίδιος:
«Αν με τη θέλησή μου Αρχίνε σου νυχτοτραγούδησα, πες μύριες κατηγορίες. Μα αν άθελα μου ήρθα, άσε το θυμό. Το ανόθευτο κρασί κι ο έρωτας μ’ ανάγκασαν, καθώς ο ένας μ’ έσερνε, κι ο άλλος δεν μου επέτρεπε να λογικευτώ. Σαν ήρθα όμως δε φώναξα ποιος ήταν ή τίνος γιος, μα φίλησα το κατώφλι. Αν τούτο είναι αδίκημα, αδικώ». Επίγραμμα 42. ΄Η πάλι σε άλλο του επίγραμμα γράφει:
«Τον όμορφο μελαχρινό Θεόκριτο, αν μούχει μίσος, τετράκις να μισήσεις, μα αν μ’ αγαπά, αγάπα τον. Ναι εύχομαι στο Γανυμήδη, ουράνιε Δία. Κι εσύ ερωτεύθηκες κάποτε, κι ας μην μακρηγορήσω»
Επίγραμμα 52.
      Παρόμοια τεχνική χρησιμοποιεί ο Καλλίμαχος και όταν διαπραγματεύεται το θέμα του Θανάτου. Το ίδιο το γεγονός του θανάτου έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Αυτό που κρατιέται στην ποιητική επιφάνεια είναι η συνειδητοποίηση του φρικτού αυτού γεγονότος. Η συναίσθησή του και η απορρέουσα από αυτό απέραντη και αβάσταχτη θλίψη. Μια μελαγχολική διάθεση και ένα βουβό αξιοπρεπές παράπονο συνοδεύει τους σύντομους και λιγόλογους θυμαλγείς στίχους του.
     Ο Καλλίμαχος ευτυχώς αποφεύγει να γίνει όπως και στα ερωτικά θέματά του, ο ύπατος εξομολόγος αμαρτημάτων που ακόμα δεν έγιναν, όπως θα έλεγε ο Καρλ Κράους.
Και το τραγικότερο είναι ίσως ότι ανάμεσα στα θέματα των Καλλιμάχειων αυτών επιγραμμάτων πρωτεύοντα ρόλο κατέχουν αυτά που αναφέρονται στην παιδική θνησιμότητα.
Όπως το επίγραμμα 16, όπου οι θυγατέρες των Σαμίων κήδευσαν την μικρή και χαριτωμένη Κρηθίδα την πολύμυθον. Ή πάλι το επίγραμμα 19, το οποίο διακρίνεται για την υποδειγματική του περιεκτικότητα, όπου μέσα σε δύο μόνο στίχους φανερώνεται όλος ο ψυχικός βουβός πόνος, και η τραυματική εμπειρία του δύστυχου πατέρα που έθαψε τον δωδεκαετή γιο του τον Νικοτέλη. Την πολλήν ελπίδα όπως χαρακτηριστικά λέει: «Το δωδεκάχρονο παιδί έθαψε ο πατέρας Φίλιππος εδώ, τη μεγάλη ελπίδα του, τον Νικοτέλη».
      Επιτύμβια επιγράμματα για μικρά παιδιά θα ήθελα να προσθέσω ότι δεν συναντάμε πάρα πολύ συχνά.
Μια σύντομη επαφή με τα επιτύμβια της Ανθολογίας θα μας φανέρωνε περίπου δέκα ακόμα περιπτώσεις επιγραμματοποιών που ασχολήθηκαν με το θέμα.
Όπως παραδείγματος χάριν οι: Ποσείδιππος, Αντίπατρος ο Σιδώνιος, Λουκιανός, ο Βιάνωρ και ορισμένοι άλλοι. Και ασφαλώς διαβάζοντας το σπαρακτικό επίγραμμα του Καλλίμαχου, δεν θα μπορούσαμε να μην θυμηθούμε και το έργο «ο Τάφος» του Κωστή Παλαμά.
      Παρότι λοιπόν οι θεματικές διαφοροποιήσεις στον Καλλίμαχο είναι αρκετά συχνές, ο υφολογικός του τρόπος, αυτός ο ερμηνευτικά αναγκαίος όρος υποκαθιστά μέσω της σάτιρας και της λεπτής ειρωνείας το ίδιο το θέμα.
΄Ετσι η όποια σπουδαιότητα του θέματος δεν καθορίζει την ποιητική ατμόσφαιρα του έργου, αλλά μάλλον συμβαίνει το αντίθετο.
      Ο Καλλίμαχος δεν είναι ο κουρασμένος πεσιμιστής που η σκέψη του συνβηματίζει με την διαδεδομένη διάθεση της εποχής του. Δεν είναι ο πολύμυθος καλλιτέχνης που αιωρείται σε ένα φιλοσοφικά μεταφυσικό ελκυστικό κενό όπως ήταν ο κόσμος των Κυνικών.
Μέσα από την εσκεμμένη ίσως αοριστία της ποιητικής του ατμόσφαιρας ανακαλεί και ιχνογραφεί την ανθρώπινη τοιχογραφία της εποχής του και την συμπληρώνει με την φιλολογικότητα της έμπνευσής του.
΄Η παραφράζοντας τον ουσιαστικό λόγο της μεγάλης συγγραφέας, ερωτικότατης Μαργαρίτας Γιουρσενάρ, για τον ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη, δες το έργο της «Το στεφάνι και η Λύρα», εκδόσεις Χατζηνικολή 1986.
     Η ποιητική του αναπόληση, τον κατέστησε κυρίαρχο του χρόνου. Η πιστότητά του στην ποιητική εμπειρία, καταλήγει σε μια θεωρία της αθανασίας, και το έργο του και το όνομά του νίκησαν επάξια το σκοτάδι της λήθης.

Callimachus,  Hymns and Epigrams, Loeb 1977.
Καλλίμαχος, Επιγράμματα, μετάφραση Θανάσης Παπαθανασόπουλος, εκδόσεις Μελέαγρος 1992.
Καλλίμαχος, Ύμνοι Α΄, μετάφραση Πάικος Νικολαϊδης-Ασλάνης, Αθήνα 1993.
Και αρκετές μεταφράσεις άλλων σκόρπιες σε διάφορες ανθολογίες.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη δημοσίευση,
περιοδικό «Κυμοθόη», τεύχος 6,7/Μάρτης 1997,
σελ. 68-75.
Πειραιάς, Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013.