Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

Ένα παλαιό διάγραμμα της Πειραϊκής Λογοτεχνίας

 

ΠΕΙΡΑΪΚΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

     Την περίοδο των πνευματικών ανησυχιών και των καλλιτεχνικών πραγματοποιήσεων εις τον Πειραιά, την άνοιξε με τρόπο «πανηγυρικό» και ιστορικό ο γνωστός Πειραιώτης επιστήμονας και καθηγητής της «φαρμακολογίας» στο Αθήνησι, ιατροφιλόσοφος Θεόδωρος Αφεντούλης, πού στάθηκε και μένει ως τις μέρες μας, πνευματική μορφή και οδηγητής.

     Ο Θ. Αφεντούλης δεν μας άφησε κληρονομιά πλούσια σε λογοτεχνικά κείμενα’ ευτυχώς, γιατί ο Πειραιάς εκείνη την ώρα όπως βρίσκονταν στην εξόρμηση για την αστική του συγκρότηση, χρειάζονταν όχι τον κοινό λογογράφο με τις ποιητικές δοκιμές και τις λυρικές του πρόζες, αλλά τον Αφεντούλη οδηγό, δάσκαλο, αναμορφωτή.

     Με τη φροντίδα και την ενίσχυση του Αφεντούλη κάνει τα πρώτα του βήματα ο γιατρός Πέτρος Αποστολίδης’ το πρώτο βιβλίο, του πασίγνωστου ύστερα από χρόνια Παύλου Νιρβάνα, που έφτασε στην κορυφή του Ελληνικού χρονογραφήματος, σεβαστός και πολύξερος ακαδημαϊκός, οφείλει την έκδοσή του στον Αφεντούλη, και η Νεοελληνική Γραμματεία του οφείλει την προετοιμασία, την εκκίνηση, την ώθηση του Νιρβάνα προς την Τέχνη. Ο Νιρβάνας δεν έμεινε στον Πειραιά’ ξεκίνησε όμως από τον Πειραιά, έκανε τα πρώτα του βήματα στη λογοτεχνία, έζησε για πολλά χρόνια στο Ν. Φάληρο κι’ από το Ν. Φάληρο μεταπήδησε στην Αθήνα.

      Στην ίδια γενεά με τον Νιρβάνα ανήκει κι’ από τον Πειραιά έδωσε τη λυρική ποιητική του δημιουργία ο ποιητής των «Σκιών» Λάμπρος Πορφύρας (1879-1934)’ ο απλός  και πράος , Κύρ-Δημητράκης, όπως τον ήξεραν οι ψαράδες και οι ναυτικοί της Φρεαττύδας επήρε με το στίχο του θέση ανάμεσά στους Νεοκλασσικούς της ελληνικής γραμματολογίας’ αναγνωρίστηκε ως λυρικός ποιητής με μια δική του συμβολική περιγραφικότητα’ η μονάκριβη ποιητική του συλλογή οι «Σκιές», του εξασφάλισαν τη γενική αναγνώριση. Έτσι τιμημένος από τους ιστορικούς της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, αγαπημένος από τους νέους μας ολόκληρης ελληνικής εποχής, που βαθύτατα τους επηρέασεν πέθανε το 1934 κι’ οι πατέρες μας τον απόθεσαν στη μαυρισμένη Πειραϊκή γη, πού της έμεινε πάντα πιστός από την ημέρα που παιδάκι, άγνωστος Δημήτριος Σύψωμος, έφτασε στο μεγάλο λιμάνι της ταξιδεμένος από τη Χίο.

      Μια συνεδρίαση της Αθηναϊκής Ακαδημίας, ένα τιμητικό αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» κ’ ένας δακρύβρεχτος φιλικός αποχαιρετισμός, φροντισμένος από τον Παύλο Νιρβάνα, τον συνόδεψαν στην αιωνία του μετάσταση.

     Μεγαλύτερος από το Νιρβάνα και τον Πορφύρα, Πειραιώτης και ο Γεώργιος Στρατήγης άφησε πολυσέλιδο ποιητικό έργο (καθαρεύουσα και δημοτική) με πατριωτικούς στίχους, με θέματα του Ελληνικού σπιτιού, της αγροτικής ζωής και του νησιώτικου κόσμου (Τήνος).

     Το Λάμπρο Πορφύρα και το Νιρβάνα τους ακολούθησαν στην οδοιπορία τους μια χρυσή σειρά από νέους των πρώτων χρόνων του αιώνα μας, που εγεννήθηκαν στον Πειραιά και που επλησίαζαν την περιοχή της Τέχνης με καθαρή  την ψυχή, με τη διάθεση να δημιουργήσουν καλλιτεχνικά, να ανανεώσουν τις πνευματικές ουσίες της ζωής και να προσφέρουν «από περίσσευμα καρδιάς», την προσωπική τους συμβολή.

      Στις εμφανίσεις των χρόνων αυτών σημειώνεται ο Νίκος Χαντζάρας, πού στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας αναφέρεται μέσα στους πρώτους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (1904, Σικελιανός, Καζαντζάκης, Σκίπης, Βάρναλης, Χαντζάρας). Δημοσιεύει τους πρώτους του στίχους στα περιοδικά της εποχής («Περιοδικόν μας» Βώκου, «Ακρίτας» Σκίπη) και βρίσκεται το 1907 μαζί με τους Φ. και Γ. Λολίτη, Κ. Βάρναλη, Ν. Λαπαθιώτη, Ν. Καρβούνη, Λ. Κ. Παλαμά κλπ. στην εκδοτική ομάδα του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ». Τα ποιήματα του Χαντζάρα, από τα πρώτα της δημιουργίας του ως το τέλος, έμειναν «Ειδυλλιακά», τα θέματά του είναι παρμένα από το χώρο και τα πρόσωπα του Ελληνικού υπαίθρου, ενώ επίσης στην ποίηση του Χαντζάρα ξαναζούν σε νέα πλαστική έκφραση πρόσωπα και γραμμές του κλασικού μας λόγου (Ησίοδος, Θεόκριτος, Λόγγος).

     Με αυστηρή εκλογή από τον ίδιο τον ποιητή και με την εκδοτική φροντίδα του περιοδικού «Μουσικά Χρονικά», εβγήκαν σε βιβλίο 18 μόνον «Ειδύλλια» του Χαντζάρα, που εκέρδισαν τη θετική σύμπτωση της κριτικής.

     Ο Καμπάνης και ο Μελάς, μεταπήδησαν γρήγορα στην Αθήνα κι’ έδωσαν, από την Αθήνα πιά, ο πρώτος το κριτικό και ιστορικό του έργο και ο δεύτερος ιστορικές μονογραφίες, θεατρικά έργα, χρονογραφήματα κλπ.

     Ο Δημοσθένης Βουτυράς, που γεννήθηκε στην Πόλη (1879), έφθασε με την οικογένειά του πεντάχρονο παιδάκι στον Πειραιά, για να κάνη ύστερα από λίγα χρόνια την εμφάνισή του στα Νεοελληνικά γράμματα. Σήμερα ο Βουτυράς είναι από τους «δασκάλους» του Νεοελληνικού διηγήματος με έργο πλούσιο, με στέρεα εφόδια και κοφτερό μάτι. Το έργο του Βουτυρά έχει μια ιδιαίτερη σημασία για τα μέτρα και την ιστορία της Νεοελληνικής πεζογραφίας «ανήκει στο Βουτυρά, η μεγάλη τιμή ότι πρώτος μετάφερε τη Νεοελληνική πεζογραφία απ’ την ύπαιθρο χώρα στη σύγχρονη πολιτεία, ότι αντικατάστησε την εξωτερική γραφικότητα, δηλαδή την ηθογραφία, με τη ρεαλιστική ψυχολογία των ανθρώπων των πόλεων». Από το «Περιοδικόν μας» του Βώκου, που δημοσίευσε το πρωτόλειό του ο Βουτυράς για κάποιον βρακοφόρο νησιώτη, έφθασε στη δύσκολη σύνθεση της ψυχολογίας του ανθρώπου των πόλεων και με την τεχνική του πεζού λόγου, τη γλώσσα, τη μορφή, το ύφος, έμεινε στους κορυφαίους της χορείας των λιγοστών εκλεκτών της Νεοελληνικής πεζογραφίας.

     Με τον Βουτυρά με το φιλολογικό «Περιοδικόν μας» του Γερ. Βώκου, που εβγήκε το Μάρτη του 1900 στον Πειραιά, ολοκληρώνεται η πειραϊκή προσφορά για τη συγκρότηση, τον πλουτισμό και την ανύψωση του Νεοελληνικού λόγου στην πρώτη εποχή της νεώτερης ιστορίας μας, πού την άνοιξε με την ανακαινιστική του πνοή το «Ταξίδι» του Ψυχάρη και την έκλεισε, σφραγίδα πικρή, η Μικρασιατική καταστροφή. Είναι αλήθεια όμως ότι οι Πειραιώτες λογοτέχνες της εποχής αυτής, δεν συνέλαβαν στη δημιουργία τους τον τοπικό τόνο του χώρου τους, τα θέματα του Πειραϊκού περιβάλλοντος και τις ανησυχίες και τους καϋμούς της Πειραϊκής ψυχής. Περισσότερο από όλους αυτούς ίσως ο Βουτυράς, με τον δικό του τρόπο, να άγγιξε μερικά γεγονότα και φαινόμενα Πειραϊκού κύκλου και χρώματος. Ίσως… Η πειραϊκή προσφορά στο Νεοελληνικό χρονικό 1888-1922 δεν είναι μόνον λογοτεχνική ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Βολωνάκης έζησε δούλεψε καλλιτεχνικά και πέθανε στον Πειραιά. Ο αξέχαστος Πολυχρόνης Λεμπέσης, που είναι από τους μεγάλους αγνοημένους της Ελληνικής ζωγραφικής, έζησε πολλά χρόνια στον Πειραιά και δούλεψε, με την αρμονική διαύγεια του σχεδίου του και τον πετυχημένο χρωματισμό του, τις αγιογραφίες του Αγίου Κωνσταντίνου.

     Ο Βολωνάκης και ο Λεμπέσης άφησαν το έργο τους και την ιστορία τους’ μιάν ιστορία που συνεχίζεται αδιάσπαστη ως τις ημέρες μας με το Συρίγο, τη Δροσιάδου, τον Μιχ. Νικολινάκο, τον Αξιώτη, τον Τηνιακό, τον Τουφεξιάν κι’ άλλους.

     Η τοπική πνευματική καλλιέργεια του Πειραιά ανανεώθηκε, στα χρόνια που ακολουθήσανε τη μικρασιατική καταστροφή, με την κίνηση και τις εκδηλώσεις ενός μακρού καταλόγου καλλιτεχνικών συλλογών’ έργο δικαιοσύνης να ξεχωρίσης το έργο και την προσπάθεια της λαμπρής Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών καθώς το ίδιο και για την πρόσφατη κίνηση της Ελληνο-Γαλλικής Ένωσης στις αίθουσες του Γαλλικού Ινστιτούτου. Θετική για την τοπική πνευματική κίνηση στάθηκε η έκθεση των φιλολογικών περιοδικών (Διανοούμενος, Πειραϊκά Γράμματα, Ρυθμός, Αργώ, Πειραϊκά Χρονικά, Νέα Αυγή, Νεοελληνική Μούσα, Ξεκίνημα, Πορεία).

     Κριτική αναφορά προσώπων της δεύτερης περιόδου της Πειραϊκής λογοτεχνίας θα ήταν κάπως δύσκολη’ το έργο τους πρόσφατο, η παρουσία τους τόσο κοντά, μας δυσκολεύουν μιάν αξιολογική θεώρηση. Ο Κώστας Σούκας, ο Χρίστος Λεβάντας, ο Ν. Καββαδίας, είναι έξω από κάθε δυσκολία. Η «Θάλασσα» του Σούκα, με το «αρσενικό ζεστό γράψιμό της» πού της είχε σημειώσει ο Καζαντζάκης με την οξύτατη κριτική ματιά, είναι από τα μοναδικά βιβλία της θαλασσινής μας λογοτεχνίας, που είχε σταματήσει πρίν από το Σούκα στα θαλασσινά κείμενα του Καρκαβίτσα. Η «Φαμίλια του Νώε» του Λεβάντα-μια σειρά από διηγήματα-έχει τη δική της δημιουργική φαντασία, την άμεση διαίσθηση, τη στέρεα εμπειρία. Ακόμη ο Σπάλας, ο Θεοχάρης, ο Δ. Πιτσάκης, ο Λαμπρολέσβιος, η Δασκαλάκη, ο Καρατζάς, ο Καραμήτσος και ο Γεράνης έχουν μια σοβαρή, αναγνωρισμένη θέση στη δεύτερη εποχή της Πειραϊκής λογοτεχνίας.

      Στη μαυρισμένη από τους καπνούς και τα λάδια Πειραϊκή γη, ζει και κινείται μια από τις πιο δημιουργικές προφυλακές του Νεοελληνικού κόσμου. Πρόσφερε στο παρελθόν προσφορά καρδιάς για την εθνική μας πνευματική προβολή. Προσφέρει και σήμερα την προσφορά του.

      Και σημειώνει υποσχέσεις για το μέλλον.

ΜΑΝΩΛΗΣ  ΘΡ.  ΡΟΥΝΗΣ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ  ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ. Ετήσια Λογοτεχνική και Καλλιτεχνική Έκδοση. τόμος Έκτος, 1949, σελίδες 265-267.     

Σημειώσεις:

     Σε μία από τις πρώτες επισκέψεις μου στο περιβόλι της Παναγίας γνώρισα το βιβλιοπωλείο «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ» που διατηρούσε ο γέροντας Ιερόθεος. Λάτρης της τέχνης και της παράδοσης αγιορείτη μοναχού. Φίλος συγγραφέων, καλλιτεχνών και ακούραστος ξεναγός τους στο Ναό του Πρωτάτου. Ακοίμητος φύλακας της αγιορείτικης κληρονομιάς. Στο κελί της συνοδείας του, διέμενε ο πειραιώτης ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης όταν επισκέπτονταν το Όρος καθώς και άλλοι Πειραιώτες. Στο πάντα γεμάτο «ιερή» σκόνη και ακαταστασία χώρο του βιβλιοπωλείου του, έβλεπες τόσους ετερόκλητους τίτλους βιβλίων και περιοδικών, που σε ξάφνιαζε το εύρος των πνευματικών ενδιαφερόντων του λόγιου μοναχού, των διαβασμάτων του. (Το τι χαρτοβασίλειο μάζευε γύρω του). Ανάμεσα στους δεκάδες σκονισμένους παλαιούς και πρόσφατους τίτλους εκκλησιαστικών βιβλίων, αγιορείτικων περιοδικών και φυλλαδίων, σκόρπιων αποκομμάτων και εφημερίδων, εκατοντάδων μικροαντικειμένων της εκκλησιαστικής τέχνης, εύοσμα κουτάκια με λιβάνι, κομποσκοίνια κάθε ποιότητας και ποικιλίας, σταυρουδάκια, ξύλινα κομψοτεχνήματα της εκκλησιαστικής τέχνης, φωτογραφίες αγιορειτών μοναχών και μονών, χάρτες και οδηγούς των μονοπατιών του αγίου όρους, βιβλία για την εκμάθηση της διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής, χειροποίητα θρησκευτικά χειροτεχνήματα, που εμπορεύονταν ο γέροντας. Σε αυτόν τον ζεστό χώρο είδα για πρώτη φορά, δύο παλαιά βιβλία του πειραιώτη Μανώλη Θρ. Ρούνη. (Καστάνιτσα Κυνουρίας της Αρκαδίας 1930-Αθήνα 4/10/2010). Ρώτησα τον γέροντα Ιερόθεο πώς βρέθηκαν οι δύο αυτοί τίτλοι βιβλίων του στο μαγαζί. Μου είπε ότι του τα είχε αφήσει ο πρώην διοικητής του αγίου όρους σε επίσκεψή του. Σαν φιλέρευνος πειραιώτης γνώριζα ότι ο Μανώλης Θρ. Ρούνης είχε διατελέσει διοικητής του Αγίου Όρους. Είχα την τύχη σαν έφηβος, μετά την μεταπολίτευση στην πόλη μου, να παρακολουθήσω διαλέξεις και ομιλίες του, δίχως για να πω την αλήθεια, να ενδιαφερθώ περισσότερο για το άτομό του και τα βιβλία του. Η νιότη περί άλλων επίκαιρων αναζητήσεων πρέσβευε. Και ο Ιερόθεος όπως μου είπε τον είχε γνωρίσει από κοντά, μια και ήταν ήδη στο Όρος, ως δόκιμος μοναχός στην Μονή Σταυρονικήτα, όταν ο πειραιώτης δημοκρατικών πεποιθήσεων νομικός και πολιτικός επιστήμονας διορίσθηκε διοικητής του Αγίου Όρους, Καλοκαίρι του 1964, από την τότε κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου και τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. Ο Μανώλης Θρ. Ρούνης παρέμεινε στην θέση αυτή μέχρι το 1967 που τον κατήργησε, τον έπαυσε στην κυριολεξία το δικτατορικό καθεστώς της 21η Απριλίου, λόγω των δημοκρατικών φρονημάτων του.  Ήταν η πρώτη επαφή μου με τα βιβλία του. Είχα διαβάσει λογοτεχνικά του μελετήματα αλλά, δεν είχα συναντήσει-μέχρι τότε- τίτλους βιβλίων του. Στην ουσία ο πειραιώτης Μανόλης Θρ. Ρούνης, δεν εξέδωσε πολλά βιβλία, και μάλλον στα χρόνια της συγγραφικής του διαδρομής και άλλων πνευματικών του πειραϊκών δραστηριοτήτων, υπήρξε ολιγογράφος. Γνωρίζω πέντε αυτοτελείς τίτλους έργων του, από τους οποίους οι δύο, είναι σύναξη παλαιότερων δημοσιεύσεών του σε λευκώματα και επετηρίδες. Α) «Χρέος και Ευθύνη» Αθήνα 1960 ένα μικρό βιβλίο, στην ουσία, ανάτυπο από παλαιότερο δημοσίευμά του σε πειραϊκό λεύκωμα. Β) «Αθωνικά» είναι δημοσιεύματα του συγγραφέα στην Επετηρίδα της Αθωνιάδος Σχολής, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αστήρ 1966. Γ) «Ο φιλικός Γεώργιος Θ. Λεβέντης», Αθήνα 1967. Είναι παλαιότερη Ομιλία του για συμπατριώτη του Αρκάδα. Δ) «Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και οι Συνεταιρισμοί.- Ξάνθη, χρονικό της συνεταιριστικής πορείας», Αθήνα 1980. Οι απόψεις του Ρούνη για τον πολιτικό είναι ενδιαφέρουσες, από όσο θυμάμαι. Ε) «Αρκαδία. Εικόνες και μνήμες από την Κυνουρία» Κέντρο Καλλιτεχνικής Πράξης, Τρίπολη 2000. Στους πέντε αυτούς αμιγώς τίτλους του να προσθέσουμε και την συμβολή και συμμετοχή του στον τόμο «Φυσιολατρική Σκέψη». Λεύκωμα για τα 50 χρόνια του «Φυσιολατρικού Ομίλου Πειραιώς» 1927-1977. Σε επιμέλεια: των Νότη Δρίτσα, Μανόλη Θρ. Ρούνη και Βελισάριου Μουστάκα». Να συμπληρώσουμε επίσης, ότι ο Μανόλης Θρ. Ρούνης μετείχε ενεργά στα πειραϊκά δρώμενα της πόλης του Πειραιά, είτε μετέχοντας σαν διοικητικό στέλεχος σε σωματεία της πόλης, Φιλολογική Στέγη, ο Ζήνων, κλπ., είτε δίνοντας αρκετές διαλέξεις σε αίθουσες της πόλης, είτε γράφοντας μικρά μελετήματα για συγγραφείς, πειραιώτες και μη. Τρία ποιήματά του δημοσιεύονται στο τεύχος 23/Άνοιξη 1976 στο περιοδικό Φιλολογική Στέγη. Είτε, να σημειώσουμε ακόμα, εκφωνώντας επικήδειους. Βλέπε ενδεικτικά: τα εξαιρετικά τρία δημοσιεύματά του-μελέτη του- στην εφημερίδα Νέοι Καιροί του Γ. Ζ. Πιτσάκη, 19, 20, και 21 Ιανουαρίου 1948, για τον ποιητή των Ειδυλλίων. «Νίκος Χαντζάρας, ο πιστός της ευαισθησίας». Τους επικηδείους του στον θάνατο του δημοσιογράφου και εκδότη Γεωργίου Ζ. Πιτσάκη (10/12/1981), στον πειραιώτη συγγραφέα Γκίκα Μπινιάρη την ίδια χρονιά καθώς και στο μνημόσυνό του στον Πειραϊκό Σύνδεσμο, 9/4/1981. Το μήνυμά του που διάβασε η αδερφή του Λιλίκα, για την απώλεια του πειραιώτη πεζογράφου Κώστα Σούκα το 1981., Την αποχαιρετιστήρια εξόδιο ομιλία του στην μητέρα του τότε προέδρου της Φιλολογικής Στέγης,-Ευαγγελία-στον ιερό ναό του αγίου Σπυρίδωνα Οκτώβρης 1979 κλπ. Να δώσω ακόμα ορισμένες πληροφορίες από ομιλίες τους σε αίθουσες της πόλης μας, που σαν έφηβος τότε, και κουλτουριάρης πειραιώτης, έχω παρακολουθήσει είτε μόνος μου είτε με φιλική εφηβική παρέα. Την ομιλία του στον δημοτικό κινηματογράφο «Σινεάκ» 22/12/1975 στην προβολή του ντοκιμαντέρ για το «Άγιον Όρος» του σκηνοθέτη Βασίλη Μάρου. Ο Ρούνης προλόγισε την ταινία με το «Άθως-άσκηση και περισυλλογή». (αμυδρά θυμίζει τον τίτλο βιβλίο του ποιητή Τάκη Παπατσώνη). Την συμμετοχή του-ομιλία του- στο πολιτικό μνημόσυνο για τον εθνάρχη Ελευθέριο Βενιζέλο 14/3/1976 στο Μοσχάτο. Την διάλεξη που έδωσε μαζί με τον συγγραφέα και κριτικό Δημήτρη Γιάκο, για τον ποιητή Κωστή Παλαμά 27/2/1978, στην αίθουσα του Πειραϊκού Συνδέσμου. Ακόμα την ομιλία του-όπως καλά θυμάμαι- στην ιερά μονή Φανερωμένης, στον λιμενοβραχίονα μπροστά στο λιμάνι της μονής που βρίσκεται το σπίτι και η προτομή του ποιητή Άγγελου Σικελιανού 19/6/1976. (Οικεία και γνώριμη για μένα τοποθεσία μια και για αρκετά παιδικά χρόνια παραθερίζαμε οικογενειακώς. Στα γνωστά μας αντίσκηνα. Επί ηγουμένης Μακρίνας).

     Σε μεταγενέστερες επισκέψεις μου στην χερσόνησο του Άθω, άκουγα διάφορες ειδήσεις για το άτομό του σε επισκέψεις μου σε διάφορες μονές και κελιά, σκήτες. Επαινετικές για τον πειραιώτη παλαιό διοικητή. Αν η μνήμη δεν με απατά, ο γέροντας συγγραφέας Μωυσής είχε στο κελί του και αυτός βιβλία του Ρούνη και εκκλησιαστικά έντυπα με δημοσιεύματά του. Ο γέροντας Μωυσής, για ένα διάστημα, είχε την ευθύνη του μικρού περιοδικού «Πρωτάτο» που εξέδιδε ο Ιερόθεος ο οποίος είχε ιδρύσει και τις  γνωστές μας εκδόσεις. Το ολιγοσέλιδο εκκλησιαστικό αυτό περιοδικό, το «Πρωτάτο» είναι αρκετά χρήσιμο για τους ασχολούμενους με την αγιορείτικη γραμματεία και ιστορία. Στις σελίδες του καταγράφονται σε συνέχειες με αριθμητική σειρά βιβλιογραφικά δελτάρια για το Άγιο Όρος. Ο Ιερόθεος συγκέντρωνε και αποδελτίωνε ότι εκδίδονταν και γράφονταν εντός και εκτός του Αγίου Όρους, εντός και εκτός Ελλάδος. Βιβλία, δημοσιεύματα, άρθρα, κείμενα, σχόλια, ειδήσεις, ανακοινώσεις για εκκλησιαστικά θέματα, ομιλίες μοναχών και άλλων ιερωμένων, που είχαν να κάνουν με το Άγιο Όρος, την Ιστορία του, τις διάφορες θρησκευτικές δραστηριότητες της κοινότητας των αγιορειτών μοναχών. Συστηματική, ευσυνείδητη δουλειά και αποτελεσματική. Τα γενικά ενδιαφέροντά μου εκείνη την περίοδο, δεν αποσπούσαν τόσο έντονα το ενδιαφέρον μου, στην συγκέντρωση δηλαδή βιβλιογραφικών στοιχείων και πληροφοριών για τον πνευματικό Πειραιά. Ήμουν ένας απλός ακροατής στις εκδηλώσεις και μέτοχος κοινωνικών και άλλων δραστηριοτήτων. Τότε πρωτοψέλλιζα τα πρώτα μου ποιήματα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν απολάμβανα τις πνευματικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της πόλης, επισκεπτόμουνα εκθέσεις ζωγραφικής, παρακολουθούσα θεατρικές και κινηματογραφικές παραστάσεις, ερχόμουν σε επικοινωνία με πειραιώτες λογίους και λογοτέχνες. Ο χώρος του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, του Γαλλικού Ινστιτούτου, του Πειραϊκού Συνδέσμου, του Ζήνωνα, του Θωμά (Γερμανικό Ινστιτούτο, δίπλα στο Γαλλικό), ο Νώε, η αίθουσες του σινέ Αττικόν, Σινεάκ και άλλοι χώροι, ήσαν την εποχή εκείνη, τα δικά μας φυτώρια πολιτιστικών συναντήσεων και συναναστροφών.   Η παρουσία του Μανώλη Θρ. Ρούνη μας ήταν γνωστή χωρίς άλλες επεξεργασίες.  Ξεφύλισσα τους δύο παλαιούς τίτλους του Αρκάδα συγγραφέα, στο μαγαζί του Ιερόθεου,  σημείωσα ότι γενικές πληροφορίες συγκέντρωνα για το πρόσωπό του και η όποια περιέργειά μου έμεινε εκεί.  Μερικά χρόνια αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι συστηματικότερα με την ελληνική λογοτεχνία, και με εντονότερο ενδιαφέρον για τα πολιτιστικά πράγματα του Πειραιά, το όνομα Μανώλης Θρ. Ρούνης ήρθε και πάλι στην επιφάνεια της προσοχής μου. (Χρησιμοποιώ τον διπλό ορθογραφικό τύπο του ονόματός του. Με ω και με ο). Άκουγα η παρουσία του να μνημονεύεται από πειραιώτες συγγραφείς, φυσιολάτρες,  διάβαζα ποιήματά του και άρθρα του για έλληνες ποιητές και λογοτέχνες. μάθαινα για διαλέξεις και ομιλίες του. Δημοσιεύματά του συναντούσες σε εφημερίδες του Πειραιά και της Αθήνας. Βλέπε «Χριστιανική», «Η Καθημερινή», «Το Παρόν», (μάλλον και στην «Αυριανή»), «Η Βραδυνή», «Η Φωνή του Πειραιώς», «Οι Νέοι Σκοποί», ο «Χρονογράφος» κ. ά. Ο τότε δήμαρχος Πειραιά, Τάσος Βουλόδημος σε τελετή 20/12/1978, τίμησε με το μετάλλιο της πόλης του Πειραιά τον «Φυσιολατρικό Όμιλο του Πειραιά» για τα 50 χρόνια πολιτιστικής προσφοράς του, και τα πρόσωπα που τον στελεχώνουν. Ο Ρούνης εκφώνησε την Ομιλία στην τελετή αυτή. Τα ποιήματά του Μανώλη Θρ. Ρούνη μου άρεσαν όπως και οι μικρές του μελέτες για έλληνες ποιητές και συγγραφείς, Βλέπε τα σχετικά κείμενα στους ετήσιους τόμους της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς για, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Άγγελο Σικελιανό, τον Νίκο Καζαντζάκη, τον  Ίων Δραγούμη. Τα εισαγωγικά του σημειώματά σχετικά με την πορεία και εξέλιξη της Πειραϊκής Λογοτεχνίας. Συνοπτικά-στην εποχή τους- διαγράμματα των Πειραϊκών γραμμάτων, αναφορές σε λογοτέχνες του παλαιού «καλού» Πειραιά, που είχα διαβάσει και σε πειραϊκά λευκώματα. Τα πρώτα αυτά σημειώματα για τα Πειραϊκά Γράμματα, κατέγραψα, αποδελτίωσα, και δημοσίευσα στην Γενική Βιβλιογραφία που παρουσίασα στις τελευταίες σελίδες της του βιβλίου μου «Πειραϊκό Πανόραμα», Πνευματικό και Καλλιτεχνικό Χρονολόγιο του Πειραϊκού Χώρου 1784-2005, Πειραιάς 2006, από όπου κατά καιρούς δανείζονται τα στοιχεία και τις ανάλογες πληροφορίες οι ασχολούμενοι με τα πράγματα του Πειραιά. Οι τόμοι της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς που γνωρίζω και που περιέχουν δημοσιεύσεις του Μανόλη Θρ. Ρούνη είναι οι εξής: Χρόνος-Τόμος 6ος,/ 1949, σ. «Πειραϊκή Λογοτεχνία». Χρόνος-Τόμος 18ος/ 1961, σ. 79-85, «Σπουδή στον Παπαδιαμάντη» Ηθικές καταβολές και κρίσιμα όρια». Χρόνος-Τόμος 19ος /1962, σ. 79-85, «ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ» (Απόψεις για το έργο του). Χρόνος- Τόμος 20ος/1963, σ. 97-103, «ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ» Από το «Ελεύθερο Πνεύμα» στην «Πνευματική Πορεία». Στο μικρό βιογραφικό στην αριστερή στήλη της σελίδας αναγράφεται σαν ημερομηνία γέννησής του το 1932, είναι λανθασμένη ημερομηνία. Στον ίδιο τόμο στις σελίδες 488-492, δημοσιεύται ένα εκτενέστερο μελέτημα διάγραμμα για τον πνευματικό Πειραιά, το «ΧΡΟΝΙΚΟ ΠΕΙΡΑΪΚΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ» , Κάτι που μας φανερώνει ότι ο Ρούνης, εξακολουθεί να επεξεργάζεται το υλικό του και να το εμπλουτίζει. Και τα δύο του μελετήματα,-αυτό που αντέγραψα και το δεύτερο που επισημαίνω, αποτελούν μία ενότητα μαζί με άλλων πειραιωτών, που προετοίμασαν την έκδοση του «Χρονικού» του Γιάννη Χατζημανωλάκη. Η συμμετοχή του πειραιώτη συγγραφέα όμως, δεν τελειώνει εδώ. Στις επόμενες ακριβώς σελίδες του τόμου ακολουθεί η μικρή του μελέτη, «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ» (Απόψεις για την πνευματική της ζωή), σελ. 493-494. Παρατηρούμε ότι το διάγραμμα της Πνευματικής ζωής της συμπρωτεύουσας του Ρούνη είναι πιο συνοπτικό και τηλεγραφικών αναφορών σε σχέση με τα Πειραϊκά του. Τέλος η συμμετοχή του στον τόμο κλείνει με «ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ 1961» που υπογράφει στην σελίδα 495. Ο Τόμος ολοκληρώνεται με την Θεατρική ανασκόπηση από τον Λέων Κούκουλα. Χρόνος-Τόμος 22ος/1965, σελ. 205-217. «ΆΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ» Ο Ποιητής και Μύστης. Πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη, μάλλον περίληψή της είχε εκφωνήσει στην ομιλία του στην Φανερωμένη. Στους τόμους της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς, δημοσιεύουν αρκετοί πειραιώτες συγγραφείς μέχρι και των χρόνων μας. Κείμενα ή ποιήματα του Μανώλη Θρ. Ρούνη συναντάμε και σε τεύχη του περιοδικού Νέα Εστία, βλέπε «Αρκεί Σοι η Χάρις», Νέα Εστία τχ. 875/Χριστούγεννα 1963, Αφιέρωμα στο Άγιον Όρος κ. ά. Στον τόμο «Πελοποννησιακή Λογοτεχνία»-Η Λογοτεχνία της Αρκαδίας του συγγραφέα Κώστα Μιχ. Σταμάτη, Αθήνα 1996, «Ορίοντας», «Καστανίτσα», «Έξοδος» και σε Ανθολογίες Αρκάδων Ποιητών καθώς και σε θρησκευτικές Ανθολογίες.

     Στο σχετικά μακροχρόνιο αυτό ταξίδι μου στα Πειραϊκά Γράμματα και την ιστορία τους, σε πρόσωπα και καταστάσεις, συμβάντα, εκπλήξεις και πισωγυρίσματα, κρατούσα τις σημειώσεις μου, αυτές που με ενδιέφεραν, μια και δεν ήμουν συλλέκτης ούτε πειραϊκών βιβλίων, ούτε φωτογραφιών, ούτε χαρτών ή άλλων τεκμηρίων της ιστορίας του πρώτου λιμανιού. Επιλέγω και ακόμα προτιμώ, το δημοσιευμένο υλικό και τα βιβλία των πειραιωτών να γονιμοποιεί την δική μου σκέψη, να χαίρομαι το πειραϊκό ταξίδι στο χρόνο. Να απολαμβάνω τα ίχνη παλαιότερων πειραιωτών καλλιτεχνών, να φιλοδοξώ-εις μάτην-να γραφτεί μία Ιστορία των Πειραϊκών γραμμάτων, σύγχρονη, πιστεύοντας ότι η Πόλη και οι πνευματικοί άνθρωποι του Πειραιά-διαχρονικά-έχουν όλο το κριτικό και λογοτεχνικό δικαίωμα να υποστηρίζουν, να υιοθετούν τον όρο Πειραϊκή Σχολή στην καθόλου Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων. Ο Πειραιάς, με τους εκατοντάδες λογίους και καλλιτέχνες του, μουσικούς και εικαστικούς του, ηθοποιούς και επιστήμονές του, ποιητές και ρεμπέτες του, δοκιμιογράφους και δημοσιογράφους του……. είναι μια εργατούπολη με την δική της ταυτότητα. Οι κάτοικοί της προέρχονται από κάθε γωνιά της Ελλάδος, από τα αιματοβαμμένα χώματα της Μικράς Ασίας. Έχει την αρχαία ένδοξη ιστορία του και τα σύμβολα στρατηγούς της (Θεμιστοκλής), μορφές όπως ο Δημήτρης Ροντήρης, η Κατίνα Παξινού, ο Βασίλης Λαούρδας, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Μάριος Πλωρίτης, κλπ., που δυστυχώς εγκλωβίστηκε σε μια νοοτροπία-και έναν όρο, «η πειραϊκή λογοτεχνία της ταβέρνας», της «κλειστής παρέας και συντροφιάς». Αν όμως ερευνήσουμε, εμβαθύνουμε και προσμετρήσουμε το πλήθος των πειραιωτών καλλιτεχνών που δραστηριοποιήθηκαν και παρήγαγαν το καλλιτεχνικό και πνευματικό τους προϊόν πέρα των στενών ορίων του Δήμου Πειραιά, τότε, ισότιμα και επάξια μπορούμε να μιλάμε για Πειραϊκή Πνευματική- Λογοτεχνική Σχολή. Το ζητούμενο αυτό αγωνίζομαι χρόνια τα εμπεδώσω στις συνειδήσεις των νεότερων λογίων Πειραιωτών μα, και, στους εκτός Πειραιά πνευματικούς συγγραφείς. Δεν είναι τι γράφω, έγραψα, δημοσίευσα, εγώ, γιατί γκρινιάζω τόσα χρόνια. Μια εποπτεία των Πειραϊκών γραμμάτων να έχουμε από την ίδρυση του Δήμου και μετά, θα μας αποκαλύψει την αλήθεια της άποψής μου.

     Σε μία επίσκεψη μου σε πειραιώτικο φιλικό σπίτι, είδα και το περιοδικό που ο Μανώλης Θρ. Ρούνης εξέδωσε το 1944. Το «Ξεκίνημα». Πρώτο τεύχος Μάρτης 1944. Όπως προανέφερα, δεν είμαι συλλέκτης και έτσι, παρά την προθυμία των φιλικών μου προσώπων, αρνήθηκα την προσφορά τους, να μου δωρίσουν τα τεύχη, όπως και άλλων εντύπων. Αντέγραψα τα στοιχεία και τις  πληροφορίες που με ενδιέφεραν για τις έρευνές μου, και η «υπόθεση Ρούνης» έμεινε στο Πειραϊκό μικρό μου Αρχείο και την μνήμη μου. Από νούμερο Καλοκαίρι του  2010, της δεύτερης περιόδου του περιοδικού Φιλολογική Στέγη, πληροφορήθηκα τον θάνατό του.

     Το όνομα του Μανόλη Θρ. Ρούνη, ήρθε πάλι στην μνημονική μου επιφάνεια εξαιτίας του ότι αναζήτησα τίτλους βιβλίων για Πειραιώτες δημιουργούς. Χαμένες παλαιές ευκαιρίες που σπονδυλώνουν το πλαίσιο της γενικής έρευνας για την πόλη του Πειραιά.  Τα κείμενα του Μανόλη Θρ. Ρούνη, όπως και άλλων πειραιωτών, για τα Πνευματικά Γράμματα στον Πειραιά, (Λεβάντας, Χαντζάρας, Γιατράκος, Μελάς, κλπ.) προετοίμασαν το βιβλίο του Χατζημανωλάκη του 1973, μαζί και με τα δικά του παλαιότερα σημειώματα και καταγραφές. Έκτοτε, ο δρόμος στρώθηκε και επαναλαμβάνονται οι σταθμοί και οι κόμβοι. Ακόμα και οι εργασίες του πρώην προέδρου της Φιλολογικής είναι εξακολουθητικές επαναλήψεις εμπλουτισμένες με νέα στοιχεία . Οι παλαιές αυτές πρωτόλειες εργασίες είναι τα σκαλοπάτια που ακολουθήθηκαν μέχρι να φτάσει η πειραϊκή γραμματεία σε μια «υποφερτή» επάρκεια και να αποκτήσει τον δικό της βηματισμό. Έκτοτε, συμπληρώνονται τα κενά, οργανώνεται το υλικό, εξετάζονται περιπτώσεις, αναλύονται καταστάσεις, ερμηνεύονται έργα, δημιουργούνται πλαίσια, γίνονται αναφορές, με δυό λόγια, στρώνεται έτη περισσότερο και ανετότερα, τεκμηριώνεται ο δρόμος της Πειραϊκής Σχολής των Πειραϊκών Γραμμάτων. Οι παλαιότεροι δρόμοι και παράδρομοι των Πειραϊκών γραμμάτων μας είναι γνωστοί, ακόμα και τα μονοπάτια τους.  Οι νεότερες σύγχρονες φωνές των πειραιωτών δημιουργών, οφείλουν να αναζητήσουν το υλικό, να προσδιορίσουν πειραιοκεντρικά  τα θέματα που τους απασχολούν, τα λογοτεχνικά είδη που ακολουθούν, οι μνήμες και οι παραστάσεις που μας καταθέτουν, η σχέση τους με την γενέθλια πόλη τους, με δυό λόγια, η «οργανική» σχέση που έχουν με την πνευματική παράδοση της πόλης του Πειραιά είναι το σύγχρονο ζητούμενο. Χωρίς να κλειστούν στα Μακρά του Τείχη και να χάσουν τον διεθνή ορίζοντα της τέχνης. Η σωματοποίηση των πειραϊκών τους εμπειριών και παραστάσεων μέσα στο πολυσχιδές έργο τους, να επαναλάβουμε είναι το Πειραϊκό ζητούμενο της εποχής μας. Η Λήθη, θα φέρει λήθη και ο νοών νοείτω.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Τετάρτη 26 Μαϊου 2021.

ΥΓ. Και μια παράκληση από έναν ανώνυμο φορολογούμενο, χαμηλοσυνταξιούχο έλληνα, προς το πολιτικό σύστημα της χώρας. Είναι κρίμα, αποτελεί όνειδος να υπάρχουν πολιτικά κόμματα εντός του ελληνικού κοινοβουλίου και να μην παραμερίζουν τις όποιες διαφορές τους, και να μην συμφωνήσουν χωρίς παραγράφους και αστερίσκους, να ψηφίζουν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες του Εξωτερικού όπου γης. Η επιστολική ψήφος, δεν είναι χάρη προς τους ξενιτεμένους συμπατριώτες μας, τους διαμένοντες στα τέσσερα σημεία της οικουμένης, είναι υποχρέωση σύσσωμης της ελληνικής πολιτείας, του ελληνικού κράτους απέναντι στους Έλληνες της διασποράς. Που θυμόμαστε την Ομογένεια μόνο όταν τους έχουμε ανάγκη στην υποστήριξη των διπλωματικών μας δικαίων. Είναι άδικο να τους στερούμε το δικαίωμα ψήφου, ότι και αν πολιτικά επιλέγουν να ψηφίσουν οι Έλληνες της διασποράς, όσες δεκαετίες και αν έχουν ξενιτευτεί. Στο κάτω-κάτω, τα εδώ ελληνικά κόμματα χρηματοδοτούνται από εμάς, τους εντός Ελλάδος Έλληνες, ακόμα και σε περιόδους σκληρών μνημονίων και πτώχευσης. Οφείλει το πολιτικό σύστημα της χώρας να δώσει χωρίς αστερίσκους ψήφο στους Έλληνες του Εξωτερικού, αν θέλει να τυγχάνει στοιχειώδους σεβασμού. Ειδάλλως, να θυμηθούν στις επόμενες βουλευτικές εκλογές οι Έλληνες και οι Ελληνίδες, ποια πολιτικά κόμματα και ποιοι βουλευτές αρνήθηκαν την θετική ψήφο τους. Ελλάδα, δεν είναι μόνο το ελληνικό κοινοβούλιο. Ή κάνω λάθος; 

Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Ο έλληνας πολιτικός Αλέξανδρος Παπαναστασίου με τα μάτια τριών ελλήνων λογίων

 Ο δημοσιογράφος Γεώργιος Δημάκος, ο ποιητής Αντώνης Ζαρίφης και ο θεατράνθρωπος Κωστής Μπαστιάς γράφουν για τον πολιτικό Αλέξανδρο Παπαναστασίου

                ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ   ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

              (Τρίπολη 8/7/1876-Αθήνα 17/11/1936)

 

                    Α.  ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

     Οι σκιτσογράφοι των εφημερίδων τον παρουσιάζουν με την σημαία του επαναστάτου. Όταν κάμετε την γνωριμία του ίδιου, στοιχηματίζετε ότι δεν έχετε ιδή πιο ήσυχο κι’ απλό άνθρωπο. Έτσι τον ξεύρουν όσοι έτυχε να συναντήσουν στο δρόμο-και αυτό συμβαίνει καθημερινώς σε πολλούς-τον αρχηγό του Αγροτοεργατικού Κόμματος κ. Αλέξανδρον Παπαναστασίου. Απλός στην εμφάνιση, με το κλασικό πειά λιγνό μπαστουνάκι του στο χέρι κάνει την βόλτα του στους αθηναϊκούς δρόμους, όπως όλοι οι άνθρωποι. Κι’ αυτό γίνεται είτε είναι στα «πράμματα», είτε όχι. Ο κ. Παπαναστασίου είναι ένας από τους λίγους πολιτικούς-ίσως ο μόνος-που δεν έχει «εχθρούς». Η απλότης του όμως αυτή έχει γίνει αφορμή να δημιουργηθούν, πολλές φορές, ένα σωρό παρεξηγήσεις, και ο αρχηγός του Αγροτοεργατικού να βρεθή πρό αδιεξόδου.

     Τον Μάρτιο του 1924, ύστερα από την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, έγιναν στην Ακρόπολη οι γιορτές προς τιμήν του Βύρωνος. Ήταν ένα βράδυ με πανσέληνο, που ανέβηκαν στον Ιερό Βράχο οι επίσημοι και πολύς κόσμος. Οι πρώτοι, όπως συνήθως, έφθαναν ως τα προπύλαια με πολυτελή αυτοκίνητα, οι παρατεταγμένοι, για την τήρηση της τάξεως χωροφύλακες-δεν υπήρχε τότε Αστυνομία Πόλεων-χαιρετούσαν και ο καθένας πήγαινε στη θέση του. Ο κ. Παπαναστασίου, πρωθυπουργός την εποχή εκείνη, είχε λιγάκι αργήσει. Όλοι τον επερίμεναν για ν’ αρχίση η γιορτή. Εκείνος πάλι, αντί να πάρη αυτοκίνητο , όπως και οι άλλοι επίσημοι, προτίμησε να μην αλλάξη σύστημα, κι’ επήγε με τα πόδια. Ντυμένος απλά χώθηκε στο πλήθος. Όταν όμως έφθασε στα προπύλαια, ο σκοπός, πού δεν τον είδε να φοράη ψηλό καπέλο, τον σταμάτησε:

     -Πού πάς; Απαγορεύεται! Του είπε.

     -Μά…. Διεμαρτυρήθη ο κ. Παπαναστασίου.

Ο φρουρός ήταν ανένδοτος.

     -Δεν έχει μα και ξεμά!... Απ’ εδώ μόνον οι επίσημοι περνάνε.

     Ο κ. Παπαναστασίου είδε ότι έπρεπε να κάμη χρήσιν του αξιώματός του.

     -Πρόεδρος της Κυβερνήσεως! Είπε κι’ ετοιμάσθηκε να περάση. Αλλ’ ο σκοπός που εφαντάσθηκε ότι επρόκειτο για «κόλπο» επιτηδείου, τον σταμάτησε θυμωμένος.

     -Ά, ρε σαχλαμάρα!

     Και τον έσπρωξε. Έγινε φασαρία, επενέβη ο μακαρίτης Αραβαντινός-υπουργός τότε-και έτσι μόνον… επετράπη η είσοδος στον πρωθυπουργό!

     Ο κ. Παπαναστασίου μένει στο σπίτι της αδερφής του κυρίας Λοπρέστη. Το ιδιαίτερο του γραφείου του, μιά μικρή κάμαρα, είναι απέναντι από το μαγειρείο. Επάνω στο τραπέζι οι φωτογραφίες του ποιητή Κ. Χατζοπούλου και του ζωγράφου Κώστα Παρθένη. Βιβλία άφθονα και ποικίλα. Οικονομολογικά και κοινωνιολογικά συγγράμματα, μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές.

     -Πώς περνάει τις ώρες του ο κ. Πρόεδρος;

     -Τίποτα το τακτικό! Αποκρίνεται η κ. Λοπρέστη.

     Καμμία τάξις. Δηλαδή; Να, δεν έχει ωρισμένην ώρα φαγητού, ύπνου κλπ. Απ’ αυτής της απόψεως ο κ. Πρόεδρος είναι εντελώς «μποέμ». Πότε σηκώνεται ενωρίς και πότε αργά. Άλλες φορές πάλι τρώγει έξω. Τις ώρες που βρίσκεται σπίτι ή διαβάζει-αν δεν έχει καμμιά άλλη δουλειά επείγουσα-ή κάθεται και ακούει το ραδιόφωνο πού εγκατέστησε τελευταίως. Δεν θα ήταν μάλιστα αδιακρισία αν σημειώσουμε ότι το ραδιόφωνο, με το οποίον ο κ. Πρόεδρος περνάει τόσες ώρες  ευχάριστες, επειδή δεν είχε εξοφλήση τον λογαριασμό του μονομιάς, το πληρώνει με δόσεις!...

     Και μιά και έγινε λόγος περί «μποεμισμού», δεν πρέπει να παραλειφθή και η εξαιρετική αγάπη του κ. Παπαναστασίου προς τους ανθρώπους των Γραμμάτων και του Θεάτρου. Με λογοτέχνας και ηθοποιούς κάνει τακτικά παρέα, παρακολουθεί παραστάσεις, συναυλίες κ. ά.

     Ένα μεσημέρι ο κύρ-Αλέκος-όπως τον αποκαλούν οι συγχωριανοί του Λεβιδιώται- συνηντήθη στην οδόν Σταδίου με τον διηγηματογράφον κ. Βουτυρά.

     Τι γίνεσαι Δημοσθένη; Ρώτησε.

     -Άς τα λέμε καλά, κύριε Πρόεδρε.

     -Βρέ, άς τα προεδριλίκια! Διέκοψεν ο κ. Παπαναστασίου. Πού πάς; Να σε συνοδεύσω!

      Και έχοντας πλάϊ του τον κ. Βουτυρά έφθασεν ως την Ομόνοια, όπου και εχωρίστηκαν σαν καλοί φίλοι.

--

     Επί Οικουμενικής Κυβερνήσεως, τα υπουργεία Γεωργίας και Εθνικής Οικονομίας εστεγάζοντο στο ίδιο οίκημα.  Τα γραφεία των δύο υπουργών-ο κ. Παπαναστασίου ήτο υπουργός της Γεωργίας και ο κ. Γ. Μερκούρης υπουργός της Εθνικής Οικονομίας-ήσαν το ένα πλάϊ στ’ άλλο. Μιά μέρα μπήκε στο γραφείο του κ. Παπαναστασίου ένας άγνωστος. Ο άνθρωπος ενόμιζεν ότι έχει απέναντί του τον κ. Μερκούρη κι’ άρχισε τις διαμαρτυρίες.

     -Κύρ-Γιώργη, έτσι είπαμε; Τα φτιάσατε με τους δημοκρατικούς;

     Ο κ. Παπαναστασίου εκατάλαβε φυσικά την παρεξήγηση κι’ άρχισε να γελάη. Έπειτα άνοιξε την θύρα του γειτονικού γραφείου, όπου έμενεν ο κ. Μερκούρης και παρουσιάζοντας τον άγνωστο είπε:

     -Πάρτονε’ είνε δικός σου!

--

     Χαρακτηριστική είναι η αφηρημάδα του αρχηγού του Αγροτοεργατικού Κόμματος. Πολλές φορές γράμματα, πού πρόκειται να ταχυδρομηθούν επειγόντως, μένουν στην τσέπη του για καιρό. Η αδερφή  του, κ. Λοπρέστη, πού ξέρει την αφηρημάδα του είνε αναγκασμένη να του θυμίζη υποθέσεις του και να φροντίζη για την κάθε του ανάγκη.

      Χρήματα ο κ. Παπαναστασίου δεν παίρνει μαζύ του, παρά ελάχιστα. Τον μισθό του τον εισπράττει η κ. Λοπρέστη. Έτσι μιά φορά που επρόκειτο να πάη σε κάποιο επίσημο χορό, αφού εντύθηκε κι’ ήταν έτοιμος να φύγη, γύρισε κι’ είπε στην αδερφή του:

     -Δεν μου δίνεις και κανένα τάλληρο για την γκαρνταρόμπα;

     Ήταν πάλι επί Οικουμενικής, όταν έγιναν στην Πάτρα τα εγκαίνια των αρδευτικών έργων του Γλαύκου. Στα εγκαίνια θα επήγαιναν πολλοί υπουργοί, μεταξύ των οποίων και ο κ. Παπαναστασίου. Οι επίσημοι θα έφευγαν ατμοπλοϊκώς. Ο κ. Παπαναστασίου, συνοδευόμενος από τον ιδιαίτερό του και συγγενή του κ. Κώστα Παπαναστασίου, κατέβηκε στον Πειραιά. Κι’ αυτή τη φορά εθεώρησε περιττό να φορέση επίσημο ένδυμα. Έτσι στη βάρκα που μπήκε, κανένας από τους δυό ναυτικούς που τραβούσαν κουπί δεν εφαντάσθη ποιος ήταν ο πελάτης των. Και ενώ  η βάρκα επλησίαζε προς το βαπόρι, ο ένας από τους θαλασσινούς δεν μπόρεσε να κρατηθή:

     -Πάνε κι’ αυτοί οι νερόβραστοι να κάνουνε γιορτές! Είπε για τους επισήμους που επιβιβάζοντο. Αν βγάλης τον Παπαναστασίου, οι άλλοι είναι να τους βάλω στη βάρκα μου και να τους γυρίσω πίσω! Τί λές και σύ;

     -Σωστά-σωστά! Απάντησε γελώντας ο κ. Παπαναστασίου.

--

     Την αγάπη του στους «λογίους», ο κ. Παπαναστασίου την εκδηλώνει και εμπράκτως.

     Έτσι εβοήθησε κάποιο νεαρό ποιητή να τυπώση μιά συλλογή ποιημάτων του.

      Κι’ όταν το βιβλίο του εκυκλοφόρησε, του είπε:

     -Στείλε μου καμμιά εικοσαριά τεύχη!

     Ο νέος ποιητής την άλλη μέρα έπαιρνε σ’ ένα φάκελο το αντίτιμο των βιβλίων.

--

     Είναι προληπτικός ο αρχηγός του Αγροτοεργατικού Κόμματος: Έτσι φαίνεται. Να, και μιά απόδειξις. Το ημερολόγιο του γραφείου του δείχνει…. Ιούνιο του 1924! Είναι η ημερομηνία της πτώσεως της Κυβερνήσεώς του. Η Κυβέρνησις Παπαναστασίου κατεψηφίσθη εξ αφορμής μιάς μαγκουριάς, την οποίαν κατέφερεν ο κ. Κολιαλέξης εναντίον βουλευτού άλλης ομάδος.

--

     Η ατμόσφαιρα της ταβέρνας είναι λίαν συμπαθής εις τον κ. Παπαναστασίου. Εκεί κάνει παρέα με λογίους ή άλλους φίλους του. Η πιό αγαπημένη του ταβέρνα είναι του Κούφαλη, στην οδόν Καλλέργη. Κρασί όμως πίνει λίγο. Αλλ’ αυτό αρκεί γιά νάρθη στο κέφι. Κι’ ίσως να μην έχη άδικο ο Λέαντρος-ο τετραπέρατος βοηθός του Κούφαλη-όταν λέγει:

     -Ο κ. Πρόεδρος μεθάει με…. τον αέρα!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΗΜΑΚΟΣ

ΟΙ ΕΞΕΧΟΝΤΕΣ  ΕΛΛΗΝΕΣ (ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΟΔΗ).

ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ. Κυριακή 1 Ιουλίου 1924, σελ. 13-17.

  ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ» ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

      Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου δεν είναι μιά «στερεότυπη» σελίδα της πολιτικής μας ιστορίας. Πρόκειται για μιά φυσιογνωμία πολυδιάστατη, που αν και αποτελεί «παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητά του», για να θυμηθούμε και το στίχο του Οδυσσέα Ελύτη.

     Ο Αλ. Παπαναστασίου γεννήθηκε το 1876 στην Τρίπολη, τελείωσε το Δημοτικό σχολείο στον Πειραιά, όπου ο πατέρας του Παναγιώτης-διδάκτωρ φιλοσοφίας-υπηρετούσε ως γυμνασιάρχης. Μετά από πολύχρονες σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ο Παπαναστασίου θα γυρίσει στην Ελλάδα το 1907, όπου θα δραστηριοποιηθεί στο χώρο της πολιτικής.

     Το πρώτο «κοινωνικοπολιτικό» του στίγμα ο Παπαναστασίου θα μας το δώσει το 1908 όταν μαζί με τον Κ. Τριανταφυλλόπουλο και τον Αλ. Δελμούζο θα συντάξει και θα υπογράψει ένα κείμενο διαμαρτυρίας ενάντια στην κυβέρνηση Θεοτόκη για τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου. Ο τότε υπουργός Παιδείας θα καλέσει σε απολογία το Γενικό Γραμματέα του Πανεπιστημίου Κωστή Παλαμά, προσωπικό φίλο του Παπαναστασίου, γιατί γράφει τα ποιήματά του στη Δημοτική…

     Την ίδια χρονιά θα πρωτοστατήσει στην ίδρυση της περίφημης «Κοινωνιολογικής Εταιρείας». Οι καταστατικές αρχές αυτής της Εταιρείας αντανακλούν σίγουρα την πολιτικο- κοινωνική συνείδηση του Παπαναστασίου και τον πρωτοποριακό χαρακτήρα των πεποιθήσεών του. Ενδεικτικά θα πρέπει να αναφερθούμε στο άρθρο (1 παρ. Ι) που μας λέει ότι σκοπός της ίδρυσης της εταιρείας είναι «Να υποβοηθήσουμε τάς  φιλοσοφικάς, κοινωνιολογικάς και οικονομικάς μελέτας και να τας εκλαϊκεύση».

     Κατ’ αρχή, λοιπόν, άμεση επιδίωξη της ¨Κοινωνιολογικής Εταιρείας» ήταν η απλούστευση της κοινωνικής γνώσης για να μπορεί να συμμετάσχει στον κοινωνικό- πολιτικό προβληματισμό όλο και περισσότερος λαός, έτσι ώστε ο λαός αυτός, αποφεύγοντας τους πατερναλισμούς, να συνειδητοποιηθεί, εμβαθύνοντας στο πολιτικό περιβάλλον της εποχής και να περάσει αβίαστα στη διαδικασία των διεκδικήσεων», όπως έμμεσα περιγράφονται στα επόμενα καταστατικά άρθρα της Εταιρείας. Στην παρ. ΙΙ του άρθρου 1, εδάφιο α. αναφέρεται ότι: «Σκοπός της πολιτείας είναι η δι’ όλα τα μέλη της Κοινωνίας εξασφάλισις και προαγωγή εξ ίσου ευνοϊκών συνθηκών προς ανάπτυξιν της προσωπικότητός των». Εδώ φαίνεται η ευαισθησία του Αλ. Παπαναστασίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Βέβαια η ανθρωπιστική διάσταση του Παπαναστασίου- θα «αποτυπωθεί»-στο Σύνταγμα του 1927, που προερχόταν από το «θνησιγενές» Σύνταγμα του 1925, του οποίου ήταν ο κύριος εμπνευστής. Άρθρο σχετικό με την απαραβίαστη ανάπτυξη της προσωπικότητας περιλήφθηκε και στο Σύνταγμα του 1975. Πρόκειται συγκεκριμένα για το άρθρο 5, όπου και αναφέρεται ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».

     Στο άρθρο 1, παρ. ΙΙ, εδάφιο β΄ του ίδιου καταστατικού της «Κοινωνιολογικής Εταιρείας»: «Προς επίτευξιν του σκοπού τούτου, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να πληρωθεί τελείως αν μη καταστώσι κοινά τα μέσα παραγωγής και ρυθμιστεί η διανομή του πλούτου αναλόγως των αναγκών εκάστου, πρέπει να μεταβάλλεται βαθμιαίως ο οικονομικός και πολιτειακός οργανισμός, κατά το εκάστοτε δυνατόν μέτρον, αδιαφόρως προς την εκ τούτου βλάβην των ατομικών συμφερόντων ωρισμένων προσώπων ή τάξεων».

      Είναι εμφανής οπωσδήποτε η επίδραση της Μαρξιστικής θεωρίας στις «θέσεις» που διατύπωσε ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου μέσα από τις καταστατικές διατάξεις της «Κοινωνιολογικής Εταιρείας». Γιατί, ως γνωστόν, ο Κομμουνισμός, στην εξέλιξή του, περνάει δύο φάσεις: τη φάση του σοσιαλισμού, όπου επικρατεί η αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα σύμφωνα με την εργασία του» και τη φάση του κομμουνισμού, όπου επικρατεί η αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Άρα στις καταστατικές αρχές της «Κοινωνιολογικής Εταιρείας» και στις Μαρξιστικές αρχές υπάρχει αναμφίβολα σε πολλά σημεία μιά ταυτότητα. Όμως για να δούμε πιό φανερά τη Μαρξιστική αυτή επίδραση θα πρέπει να ανατρέξουμε σ’ ένα άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σκρίπ», στις 8/4/1910 με τίτλο «Το Θεσσαλικό ζήτημα». Εκεί σχολιάζει με κριτικό πνεύμα το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά: «Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας εις κανένα κράτος δεν είναι και δεν θα μπορούσε να είναι απεριόριστον απέναντι του γενικώτερου συμφέροντος’ είναι ιστορικόν προϊόν το οποίον δύναται φυσικά να καταργηθεί υπ’ αυτής της δυνάμεως, η οποία το εδημιούργησε, υπό της Πολιτείας».

     Βέβαια αν σ’ όλες τις παραπάνω νύξεις βαραίνει το ιδεαλιστικό στοιχείο, αυτό που έκανε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου να ταυτίζει-δίκαια-το σοσιαλισμό με την κοινωνική δικαιοσύνη, ο ιδεαλισμός αυτός δεν τον εμπόδισε όμως να βλέπει με ρεαλισμό τα πράγματα και να ασκεί κριτική προς όλες τις κατευθύνσεις.

      Γράφει, λοιπόν, στον «Ανεξάρτητο», στις 26-29 Μαϊου του 1936, στο άρθρο «Το Κ.Κ. και ο κίνδυνος του Φασισμού»: «….» «Όπως και άλλοτε έγραψα εις το κομμουνιστικόν κόμα, ο αγών κατά του φασισμού δύναται να διεξαχθεί επιτυχώς από τα κόμματα τα οποία είναι εναντίον κάθε δικτατορίας και αυτής της δικτατορίας του προλεταριάτου. Διότι άλλως ημπορεί να αντιταχθεί ευκόλως ότι δεν είμεθα ειλικρινείς όταν υπερασπίζωμεν τας δημοκρατικάς ελευθερίας, μόνον εφ’ όσον πρόκειται να εμποδίσωμεν την επικράτησιν των άλλων και ότι αντιθέτως τας καταπατούμεν, όταν πρόκειται ημείς να επικρατήσωμεν, ότι είμεθα εναντίον των διώξεων και της ωμής βίας μόνον όταν στρέφονται εναντίον μας και είμεθα έτοιμοι να εφαρμόσωμεν τα σκληρότερα μέτρα, όταν πρόκειται να επιβάλωμεν τα ιδικάς μας ιδέας, όπως έγινεν εις την Ρωσίαν».

      Οι πεποιθήσεις του για τα εκπαιδευτικά πράγματα θα σηματοδοτηθούν από δύο πολιτικές πράξεις, αρκετά εύγλωττες:

     Το 1917 θα εισηγηθεί στη Βουλή την ψήφιση του νόμου 980 για την αναδιοργάνωση του Πολυτεχνείου και τη μετατροπή του σε Ανώτατη Σχολή, ενώ το 1926 θα ιδρύσει το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, το δεύτερο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας.

      Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου το 1922 συντάσσει και δημοσιεύει το «Δημοκρατικό Μανιφέστο», στο οποίο εκφράζεται η αντίθεσή του για την επαναφορά του Κωνσταντίνου από την κυβέρνηση Γούναρη. Η σύνταξη αυτού του μανιφέστου θα του στοιχίσει μιά καταδίκη σε 3 χρόνια φυλακή. Στις 24.3.1924, ως πρωθυπουργός, θα αφορίσει το θεσμό της Μοναρχίας και θα τον θεωρήσει ως «θεσμόν απηρχαιωμένον, εις τον οποίον εδόθη μεσαιωνικόν περιεχόμενον. Με την Δημοκρατίαν αποδίδεται η Ελλάς εις τους Έλληνες, ασφαλίζονται αι ελευθερίαι των, ικανοποιείται η τιμή του περιφρονηθέντος έθνους και επιβάλλεται εις όλους ως υπέρτατος νόμος η υποταγή ενός εκάστου εις την σωτηρίαν, εις το συμφέρον του συνόλου…»

     Στις 13 Απριλίου του ίδιου χρόνου, μετά από Δημοψήφισμα, το πολίτευμα της Ελλάδας θα γίνει Αβασίλευτη Δημοκρατία….

      Το θέμα «Αλέξανδρος Παπαναστασίου» δεν εξαντλείται στα πλαίσια ενός αποσπασματικού σημειώματος, που αποσκοπεί να τον παρουσιάσει όχι με «επετειακό χρώμα», αλλά να αγγίξει και να ανατάμει όσο γίνεται πιο ουσιαστικά τόσο τον πολιτικό του λόγο, όσο και την πολιτική του πράξη. Για να προχωρήσει όμως κανένας σε μια εμπεριστατωμένη μελέτη γύρω από την πολιτική φυσιογνωμία του Αλ. Παπαναστασίου θα πρέπει να συνεκτιμήσει δύο καθοριστικά γεγονότα:

     1.Τίς πολιτικοκοινωνικές συνθήκες της εποχής εκείνης, απ’ όπου θα συμπεράνει την προωθημένη πολιτική σκέψη του Παπαναστασίου. Και:

      2.Τον Ελευθέριο Βενιζέλο, μιά άλλη μεγάλη μορφή της πολιτικής ιστορίας του τόπου μας, που σίγουρα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην προβολή των ιδεών του Αλ. Παπαναστασίου αλλά και στην ουσιαστική πολιτική του δράση.

     Πάντως ο Γεώργιος Παπανδρέου, το 1951, στον εορτασμό των 25 χρόνων από την ίδρυση του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, έδωσε τις σωστές διαστάσεις των δύο ανδρών λέγοντας ότι: «ο Ελευθέριος Βενιζέλος επραγματοποίησε εις την Ελλάδα το Έθνος και το Κράτος. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου εισήγαγεν εις αυτήν τον πνευματικόν και κοινωνικόν χαρακτήρα».

ΒΙΒΛΙΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.., «Αναφορά στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου». Έκδοση Μορφωτικού Ινστιτούτου Αγροτικής Τραπέζης.

2., «Νίκος Καστρινός: «Αλ. Παπαναστασίου, ο Αναμορφωτής και η Δημοκρατία». Εκδόσεις Μπούρου 1975.

3., «Νίκου Κ. Αλεβιζάτου: «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία». Εκδόσεις Αντ. Α. Σάκκουλα. Αθήνα-Κομοτινή 1981.

4., Σύντομο Κοινωνικοπολιτικό Λεξικό. Εκδόσεις «Σύγχρονης Εποχής».

5., Περιοδικό «Αντί» τεύχος 342 (Άρθρο της Κας Μαραγκοπούλου).

6., Αριστ.Ι. Μάνεσης-Γ. Παπαδημητρίου: «Το Σύνταγμα 1975/1986».Έκδοση Σάκκουλα 1986.

ΑΝΤΩΝΗΣ  Α.  ΖΑΡΙΦΗΣ

Περιοδικό Φιλολογική Στέγη τεύχος 39-40/ Άνοιξη 1987, σελίδες 23-26.

       ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ   ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

     Με τον αρχηγό του Εργατικού και Αγροτικού Κόμματος ,(1) τον κύριο Αλέξανδρο Παπαναστασίου, θα περίμεναν οι αναγνώστες μου να διαβάσουν έναν περίπατο πολιτικό. Κι όμως! Λιγοστοί λόγιοι, που έχουνε τα γράμματα για δουλειά τους, κάνουνε τόσο ευχάριστη φιλολογική κουβέντα όσον ο κύριος Παπαναστασίου.

     Η δημοσιογραφική δουλειά μου το θέλει να ‘χω διαρκή νταραβέρια με πολιτικούς, με αρχηγούς και πολιτευόμενους, τρεχάματα σε γραφεία πολιτικά, σκαλίσματα στα παρασκήνια του κοινοβουλευτισμού. Και τ’ αναφέρω αυτό για να δείξω πώς κάτι κατέχω από τα πράγματα και τους ανθρώπους του κύκλου αυτού, πώς ξέρω τι καπνό φουμάρει ο καθένας τους, πώς ξέρω ποιό είναι το μεράκι του ενός και ποιό το βάσανο του άλλου.

     Και θα μου πήτε: ενός πολιτικού το μεράκι του είναι η πολιτική. Σωστός ο λόγος, αλλά δεν φανερώνει και πολλά. Από πολιτική, βλέπεις, ως πολιτική έχει διαφορά. Πολιτικός ήτανε κι ο Περικλής, πολιτικός κι ο Δημοσθένης, πολιτικός κι ο μακαρίτης ο Δεληγιάννης. Για τον πρώτον όμως η πολιτική ήτανε ποίηση, έργο συνθετικό, για τον δεύτερο στενόκαρδη πατριδολατρεία, άγονη αντίδραση, και για τον τρίτον ρουτίνα. Το πόσο είναι κακοτοπιά οι συγκρούσεις, το κατέχω μια χαρά. Και για τούτο ποτέ μου δεν ξεθαρρεύομαι σε συγκρίσεις. Ανέφερα τον Περικλή για να δείξω έναν πολιτικό-πρότυπο, μιά ιδανική μορφή πού γι’ αυτήν η πολιτική στάθηκε πραγμάτωση ανώτερων πόθων, τάση προς υψηλά ιδανικά, προς ορίζοντες πνευματικούς. Αλλοίμονο στον λαό που κυβερνιέται από πολιτικούς που τα σπλάχνα τους δεν συνταράζει ανησυχία πνευματική, που η καρδιά τους δεν συγκινείται για το ωραίο. Τέτοιος πολιτικός είναι η πιο μεγάλη κατάρα  κι αδικία για έναν τόπο…

     Και δύσκολο είναι και πολύ χώρο θα χρειαζόμουνα, αν τον αρχηγό της Δημοκρατικής Ενώσεως πάσχιζα να τον δω στην δράση του την πολιτική. Θα τραβούσαμε μακριά, θα πελαγώναμε, σε θάλασσες ξένες. Για τούτο, τις τόσες μας κουβέντες που κάναμε εδώ και χρόνια για την πολιτική, θα τις ξεχάσω, και θα θυμηθώ μονάχα μιά, την τελευταία πού έκαμα μαζί του, ένα βραδινό, λίγο πρίν σκάση η άνοιξη, δίπλα στην φωτιά την χειμωνιάτικη, κι ακούγοντας στην ραδιόλα τον Σαλιάπιν (2) μα τραγουδάη (και) έναν περίφημο βιολιστή από την Βαρσοβία (να παίζει) ραψωδίες ουγγαρέζικες του Λίστ…

     -Εδώ δίπλα σ’ αυτή την ραδιόλα περνώ μερικές ώρες βραδινές, όταν νοιώθω την ανάγκη να ξεκουραστώ. Ίσως οι μουσικοί με χαρακτηρίσουνε βέβηλο, αλλά εγώ θέλω να εξομολογηθώ την αμαρτία μου: μ’ αρέσει να κουβεντιάζω φιλικά και ταυτόχρονα ν’ ακούω λίγη μουσική, ή να διαβάζω λογοτεχνία ενώ παίζει μιά συμφωνική ορχήστρα. Οι μύστες της μουσικής θα με πάρουνε για βέβηλο κι αυτή την επιθυμία μου θα την θεωρήσουνε ίσως ασέβεια προς μιά τέχνη που δεν είναι πρόθυμη να μοιραστή τους ακροατές της με καμιάν άλλη. Αλλά τι να γίνη; Κι αυτοί μπορεί να ‘χουνε δίκιο, κι εγώ όμως έχω το δίκιο μου. Τυχαίνει βέβαια πολλές φορές η μουσική να με αναγκάζη να παρατάω το διάβασμα και να της παραδίνω όλη μου την προσοχή. Συγκεντρώνομαι σ’ αυτήν και γίνουμαι τότε ο πιο ευλαβής ακροατής της. Δεν συμβαίνει όμως πάντα αυτό, και όσο κι αν έχω την συνείδηση πώς κάνω κάτι παρεξηγήσιμο, το εξομολογούμαι. Αυτό άλλωστε κι αν δεν σας το ‘λεγα, θα το καταλαβαίνατε μόνος σας, αφού το βλέπετε.

     -Κι όταν δεν έχετε συντροφιά, διαβάζετε πολιτική φιλολογία.

     -Όχι πάντα! Χθές το βράδυ λόγου χάριν πέρασα με τα Θεία Δώρα του Παπαντωνίου (3). Ομολογώ πώς αυτή η συλλογή μ’ αρέσει ιδιαιτέρως. Χωρίς να θέλω να μιλήσω σαν ειδικός, σαν άνθρωπος της δουλειάς λέω πώς στους στίχους αυτής της συλλογής βρίσκει ο αναγνώστης την πιό γραφική απλότητα στην έκφραση, κι από παντού αναδίνουμε αυτοί οι στίχοι την καλωσύνη που ωριμάζει μέσα στους πνευματικούς ανθρώπους όταν φτάσουμε σε μιάν ορισμένη ηλικία. Βέβαια οι άνθρωποι που γράφουνε τις κριτικές είναι μέσα στο επάγγελμα, ζούνε τις καθημερινές συναδελφικές αντιθέσεις, τις αντιζηλίες, και όσο και να θέλουνε, δεν καταφέρουν πάντα να ξεχωρίσουν μερικά πράγματα, και πολλές φορές η κρίση τους σκοτίζεται από προσωπικές συμπάθειες ή αντιπάθειες, από εντυπώσεις που τους εμπνέουν λόγοι και αφορμές επαγγελματικές. Διάβασα κι εγώ πολλά, και άκουσα περισσότερα για τις προθέσεις τάχα του ποιητή. Μά τί τα θέλουμε όλα αυτά, όταν έχουμε την ατομική μας συγκίνηση, τις νωπές εντυπώσεις, τις τόσο ζωηρές, πού γεννήθηκαν μόλις το μάτι έπεσε πάνω σ’ ένα τραγούδι; Γιατί να μην σταματάμε σ’ αυτό, αλλά ν’ αναζητάμε χίλια άλλα, ξένα κι άγνωστα, και να θέλουμε καλά και σώνει να θολώσωμε κάτι που μας δείχνετε γάργαρο, σκαλίζοντας τον βυθό; Κάθε άνθρωπος, άλλωστε, δεν είναι προικισμένος μονάχα με αρετές, αλλά και με κακίες. Χαρά σ’ εκείνον που καταφέρη να βγάλη από το έργο του κάθε τέτοια κακή πλευρά και το πνευματικό του φανέρωμα να μην είναι παρά μιά προβολή του πιό καλού εαυτού του. Κάτι τέτοιο νομίζω πώς πέτυχε ο Παπαντωνίου, κι όταν ο άνθρωπος καταφέρη τέτοιο πράγμα, πετύχη να δώση τέτοιο έργο, μπορούμε σίγουρα να πούμε πώς οι αρετές δώσανε μέσα μου την μάχη και νικήσανε. Γιατί ένα καλό βιβλίο είναι μιά μεγάλη νίκη. Το ίδιο χάρηκα και την Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη. Έχουνε οι σελίδες του Μυριβήλη αληθινή ποίηση και βγαίνει απ’ αυτές ένας αγνός ανθρωπισμός.

     Ρώτησα τον πρόεδρο αν παρακολουθή την προλεταριακή φιλολογία.

     -Να σας πώ: ελληνικά προλεταριακά έργα δεν έτυχε να διαβάσω που ν’ αξίζουνε τον κόπο. Πού και πού πέφτουνε στα χέρια μου τέτοια βιβλία, αλλά δεν βρίσκω να υπηρετούνε ούτε την ιδεολογία που καμώνουνται πώς εμπνέει τους συγγραφείς τους, γιατί είναι γραμμένα σαν κηρύγματα, σαν άρθρα και όχι σαν έργα τέχνης. Τούτο είναι το μεγάλο πλεονέκτημα που ξεχωρίζει και που βάζει τον τεχνίτη ψηλότερα από κάθε άλλον: ο τρόπος ο καλλιτεχνικός να παρουσιάση τα φαινόμενα της ζωής. Όταν τούτο δεν πετύχει, τότε το έργο το προλεταριακό δεν ξέρω κατά τι διαφέρει από ανούσια τάχα πατριωτικά ποιήματα, απ’ αυτά που δεν συγκινούνε κανέναν. Τί σημαίνει αν ο ένας λέη ζήτω η πατρίδα κι ο άλλος ζήτω η επανάσταση; Στον ίδιο παρανομαστή καταλήγουνε και οι δυό, και  δεν χωρεί καμμιά αμφιβολία πώς ενώ δεν κάνουνε τέχνη προσφέρουνε και πολύ κακή υπηρεσία στην ιδεολογία που λένε πως θέλουνε να υπηρετήσουνε και να διαδώσουνε. Δεν φτάνει νομίζω να ‘χης  ιδέες για να κάμης λογοτεχνικό έργο. Πρέπει να ‘χεις φαντασία, να συλλαμβάνης ποιητικά το κάθε τί κι έτσι να το παρουσιάζης στους άλλους. Να μην απευθύνεσαι μονάχα στο μυαλό, αλλά σ’ ολόκληρον τον άνθρωπο. Δεν πρέπει να τον κάμης μονάχα να σκεφτή, αλλά και να συγκινηθή, να χαρή και να κλάψη. Τέτοια έργα από λογοτέχνες κομμουνιστές δεν είδα ακόμα. Μόνον ο Πικρός (4) σε μερικά του, εκεί που αφήνει ελεύθερο τον αρτίστα, κάτι καταφέρνει. Σ’ άλλα όμως, όπου υπάρχει θέση από πρίν βαλμένη, όπου θέλει κάτι ν’ αποδείξη, εκεί δεν νομίζω πώς πετυχαίνει τίποτε. Ο Μελάς, αν έχη κάτι αξιόλογο που προβάλλει πιότερο από κάθε άλλη αρετή του, είναι ότι κατάφερε τους ήρωες που έγραψε να τους παρουσιάση με την κατάλληλη έκφραση. Ξέρει να ντύνη τους ανθρώπους του, να ομορφοστολίση τα πράγματα και γι’ αυτό οι τελευταίες ιστορικές μονογραφίες του θα ‘χουν μακριά ζωή, και δεν πρόκειται να χαθούν όπως ένα άρθρο πολιτικοκοινωνικό ή μιά ξερή ιστορική αφήγηση γεγονότων. Πάσχισε με όσα μέσα του δίνει η τέχνη του, να οσφρανθή και να δώση ζωντανές ιστορίες, ζωντανούς ανθρώπους κι όχι ψεύτικες ιστορίες με άψυχα ανδρείκελα.

     -Γενικά πώς βλέπετε την πνευματική μας κίνηση;

      -Δεν νομίζω πώς πρέπει να γκρινιάζωμε και να έχουμε διαρκώς παράπονα. Και οι εργασίες των παλαιών είναι αξιόλογες και οι νέες δείχνουν μιά φιλότιμη προσπάθεια. Μόνον ενδιαφέρον και συμπάθεια πρέπει να έχη νομίζω κανείς για όλη την πνευματική κίνηση. Έτσι τουλάχιστον την βλέπω εγώ.

     -Τα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα πού τόσο συνταράζουν τους λαούς αυτόν τον καιρό βλέπετε να περνούν μέσα στην λογοτεχνία μας;

     -Και βέβαια περνούν. Παράδειγμα ο Μυριβήλης. Δεν φαντάζομαι να μπορούσε άλλος κανείς να θέση καλλίτερα απ’ αυτόν το πρόβλημα του πολέμου ή καλλίτερα την δραματική σύγκρουση πού γίνεται μεταξύ ένοπλης βίας και ανθρωπισμού. Από τις σελίδες της Ζωής εν τάφω ξεπηδά ο πιό σωστός, ο πιό άδολος ανθρωπισμός. Μόνον όταν διάβασα αυτό το βιβλίο κατάλαβα γιατί ο συγγραφεύς του, γιατί ο ποιητής του, αν και φανατικός αντικαπιταλιστής, αν και σοσιαλιστής, αποκρούει τον κομμουνισμό. (5). Το κομμουνιστικό σύστημα βασίζεται πάνω στην βία, στον φόνο. Με τον δρόμο του ματοβαψίματος θέλει ν’ ανέβη στην αρχή, θέλει θύματα πολλά για να οδηγήση στην λύτρωση. Τούτο όμως είναι ολότελα αντίθετο, χτυπιέται φοβερά με τον ανθρωπισμό του Στράτη Μυριβήλη. Καμμιά προσδοκία ευτυχίας, καμμιά γλυκιά γλυκιά υπόσχεση δεν δικαιώνει στην συνείδησή του τον φόνο. Σε κανέναν άνθρωπο, σε κανένα ανθρώπινο θεσμό δεν δίνει το δικαίωμα να σκοτώση ανθρώπους, έστω κι αν πρόκειται με τον τρόπο αυτόν να ωφεληθούνε άλλοι άνθρωποι ή και ολόκληρη η ανθρωπότητα.

1.Το «Αγροτικόν και Εργατικόν Κόμμα» (1928) είναι η μετεξέλιξη της Δημοκρατικής Ενώσεως.

2.Ο Φιοντόρ Ιβάνοβιτς Σαλάπιν (1873-1938)ήταν Ρώσος βαθύφωνος με σπουδαία ερμηνευτική ικανότητα και παγκόσμια αποδοχή. Το 1921 έφυγε από την ΕΣΣΔ και συνέχισε τη διεθνή σταδιοδρομία τους στις ΗΠΑ, το Λονδίνο και το Παρίσι.

3.Τα Θεία Δώρα ήταν ένα εμβληματικό βιβλίο μεταξύ των λογίων και των λογοτεχνών στον Μεσοπόλεμο. Εκδόθηκε το 1923 και στέγασε όσα ποιήματα έγραψε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου από τα τέλη του 19ου αιώνα ως το 1920.

4.Εννοεί τον Πέτρο Πικρό (1896-1956), έναν πεζογράφο, διανοούμενο και πολιτικό ακτιβιστή με αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και έντονες πολιτικές διακυμάνσεις που κυριάρχησε στους κύκλους των κοινωνιστικών λογοτεχνών και λογίων κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου.

5.Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μυριβήλης μετά το 1925 έχει προσχωρήσει σε σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις, που κι αυτές όμως θα τις εγκαταλείψει μετά το 1935, όταν θα υποστηρίξει, μαζί με άλλους λογοτέχνες της γενιάς του, την ανάδυση ενός λαϊκότροπου εθνισμού.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου (Τρίπολη, 1876- Εκάλη Αθηνών, 1936) ήταν νομικός, κοινωνιολόγος και από τις σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες του 20ου αιώνα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα, κοινωνιολογία, φιλοσοφία και οικονομία στην Χαϊδελβέργη (1901-1905), συμπληρώνοντας τις σπουδές του στο Λονδίνο, στο Βερολίνο και στο Παρίσι (1905- 1907), όπου ήταν μέλος σοσιαλιστικών φοιτητικών ομάδων. Επιστρέφοντας στην Αθήνα ίδρυσε (1908) την Κοινωνιολογική Εταιρεία, με συνιδρυτές τους Κ. Τριανταφυλλόπουλο, Θρ. Πετιμεζά, Θαλή Κουτούπη, Αλέξανδρο Δελμούζο, Πάνο Αραβαντινό και Αλέξανδρο Μυλωνά. Η Εταιρεία εξέδωσε δύο επιστημονικά περιοδικά, την Επιθεώρησιν των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών (1908) και την Επιθεώρησιν των Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών (1916). Μετά από πλούσια πολιτική δράση, σε συνεργασία πολλές φορές με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ίδρυσε (1922) τη Δημοκρατική Ένωση και τον επόμενο χρόνο συνέβαλε στην έκδοση της εφημ. Δημοκρατία. Υπήρξε ο ιδρυτής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1924), ο αναδιοργανωτής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου διόρισε ως διευθυντή τον Ζαχαρία Παπαντωνίου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. 1.Χριστίνα Σαραφοπούλου-Παπαναστασίου, Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάννικα, τόμος 48ος , σελ. 109-111. 2. Σπήλιος Παπασπηλιόπουλος, Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 8ος, σελ. 145-147. 3. Αναφορά στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου, [συλλ.] επιμέλεια: Ελ. Σμαραγδή, Μορφωτικό Ίδρυμα ΑΤΕ (Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος) (1986). 4. Νίκος Καστρινός, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Ο αναμορφωτής της Δημοκρατίας (1975).

ΚΩΣΤΗΣ  ΜΠΑΣΤΙΑΣ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ. Δεύτερος κύκλος. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002, σελίδες 305-310. Στην σειρά: Σκέψη, Χρόνος και Δημιουργοί. Διεύθυνση: Θανάσης Θ. Νιάρχος. Εισαγωγή-Επιμέλεια: Αλέξης Ζήρας. Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος. Σελίδες 398, τιμή 22, 88 ευρώ.

Σημειώσεις:

     Οι ασχολούμενοι με την τέχνη και τον πολιτισμό, είτε ως δημιουργοί έργων τέχνης είτε ως παραγωγοί ενός καλλιτεχνικού αποτελέσματος, είτε σαν καταναλωτές-αγοραστές των προϊόντων αυτών, από την μεγάλη μάζα του λαού, επώνυμων ή ανώνυμων ανθρώπων, είναι ταυτόχρονα και πολίτες μιάς κρατικής επικράτειας. Ανήκουν και περπατούν στα χώματα μιας πατρίδας, είναι ζυμωμένη η συνείδησή τους από τα πολιτιστικά και ιστορικά νάματα της χώρας τους, διδάσκονται και ακολουθούν μια κοινωνική και εκπαιδευτική αγωγή που προέρχεται, από το κληροδότημα του συνανήκειν στην ιστορία και τον πολιτισμό του έθνους τους. Κάθε λαός έχει τις δικές του αξίες και πολιτισμικές αναφορές και  πνευματικές σηματοδοτήσεις επικοινωνίας με τους άλλους λαούς. (Δεν χρησιμοποιώ τον όρο λειτούργημα (για την τέχνη και τον καλλιτέχνη) που τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούν πολλοί ανεξαιρέτως δημιουργοί, γιατί κουράστηκα να ακούω αυτήν την βαρύγδουπη ορολογία όταν μπλέκεται στα πεδία της τέχνης η οικονομία. Οι κρατικές επιχορηγήσεις προς τους δημιουργούς και τα άλλου είδους «αβαντάζ». Οι χρηματικές διεκδικήσεις και προσωπικές απολαβές, και δικαίως, μια και ένας καλλιτέχνης πρέπει να ζήσει αυτός και η οικογένειά του. Χρειάζεται οικονομική ενίσχυση για να παράσχει ένα έργο αν δεν κατάγεται από πλούσιο τζάκι. Οι ασχολούμενοι με την κάθε μορφής και ποικιλίας πολιτιστική δραστηριότητα κάνουν μια δουλειά όπως και ο υπόλοιπος πληθυσμός από τις άλλες εργασιακές τάξεις και ομάδες εργαζομένων της χώρας). Τόσο οι δημιουργοί και οι καλλιτέχνες όσο και οι υπόλοιποι, δηλαδή εμείς-που αγοράζουμε και καταναλώνουμε των εκείνων τα προϊόντα και τις δημιουργίες, ανήκουμε σε ένα ιστορικό πολιτιστικό περιβάλλον, ακολουθούμε μια ιστορική εθνική παράδοση, βαδίζουμε πάνω στα χώματα ενός κοινού τόπου καταγωγής, έχουμε κοινές παραστάσεις και προσλαμβάνουσες τρόπου ζωής. Διδασκόμαστε τις πολιτισμικές αξίες της πατρίδας μας. Πρεσβεύουμε τις πνευματικές και μεταφυσικές παρακαταθήκες αιώνων παράδοσης, είμαστε ενταγμένοι σε ένα σύνολο κοινωνικών αξιών και παραγόντων ηθών και εθίμων συμπεριφορές, του ελληνικού έθνους που ανήκουμε. Γνωρίζουμε ποια είναι η κοινή μας εστία, από ποιούς προερχόμαστε, και τι πρέσβευαν ιστορικά οι πρόγονοί μας. Ακολουθούμε με δυό λόγια, διδασκόμαστε, μια εθνική της χώρας μας κουλτούρα όπως και τα άλλα έθνη παγκοσμίως μέσα στην διαδρομή της Ιστορίας (τους). Δεν υπάρχει λαός χωρίς πατρίδα και χωρίς ένα κέντρο εθνικής αναφοράς. Ακόμα και οι επαναστατικές πολιτικές και στρατιωτικές ιδεολογίες του προηγούμενου αιώνα που ζήτησαν να γκρεμίσουν με την βία ή με τις εξεγέρσεις των μεγάλων μαζών τις παλαιές αξίες του έθνους-κράτους, έπλασαν και δημιούργησαν νέα εθνικά ιδεολογήματα βασισμένα πάνω σε παλαιότερες καταγραφές ζωής, εμπλουτισμένες από τις καινούργιες κοινωνικές συνθήκες των ημερών τους και επεξεργασμένες παλαιότερες ιδεολογίες. Η έννοια της εθνικής συνείδησης, της εθνικής κουλτούρας, της κοινής ιστορικής και πολιτιστικής παράδοσης μιας χώρας, δεν είναι κάτι καινούργιο, προέρχεται από την ιστορική κληρονομιά κάθε λαού. Όπως η έννοια της πολιτικής δημοκρατίας προέρχεται από την εποχή του «χρυσού αιώνα» του Περικλή της αρχαίας ελλάδας-και όχι από τα δεσποτικά κράτη της εποχής και αυτή υφίσταται με τις σχετικές ανακολουθίες της, αιώνες τώρα. Πολυπολιτισμικές αυτοκρατορίες υπήρχαν και διατηρήθηκαν για αιώνες, (Ρωμαϊκή, Βυζαντινή κλπ.) πολυπολιτισμικές Δημοκρατίες όμως, που καταργούσαν το έθνος-κράτος δεν κατόρθωσαν μάλλον να ευδοκιμήσουν ιστορικά. Θέλω να πω με τα παραπάνω, ότι όπως ο κάθε ελεύθερος πολίτης έτσι και ο καλλιτέχνης έχει και δικαιούται να έχει πολιτική συνείδηση, να ακολουθεί την πολιτική ιδεολογία της αρεσκείας του, να υποστηρίζει το κόμμα που αποφασίζει θεωρώντας ότι η πολιτική που πρεσβεύει αυτό είναι η ορθότερη για το γενικό καλό της χώρας του. Αν αληθεύουν αυτοί οι συλλογισμοί, τότε θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα. Αν η Τέχνη προηγείται της πολιτικής ή η Πολιτική της τέχνης και σε ποιο βαθμό; Και αν απαντήσουμε, θα πρέπει επίσης να αναρωτηθούμε ποια οφείλει να είναι η προσωπική μας στάση, και η ατομική στάση ενός πνευματικού δημιουργού, ενός καλλιτέχνη, απέναντι στην Πολιτική της εποχής του και της πατρίδας του. Ποια είναι τα όρια μεταξύ πολιτικής τέχνης και κοινωνικής της τέχνης καταγγελία; Ποιες συνθήκες και ποιοι παράγοντες διαμορφώνουν την πολιτική συνείδηση ενός καλλιτέχνη; Και, οφείλει να ενταχθεί σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο που θα του προσδιορίζει τον οραματισμό; ή θα του περιορίσει την καλλιτεχνική του έμπνευση και δημιουργία, μέσα στα ασφυκτικά όρια ενός κομματικού σχηματισμού όποιος και αν είναι αυτός;  Ασφαλώς ότι ερωτήματα ή διλήμματα μπορούμε να θέσουμε για τους καλλιτέχνες, δεν χρειάζεται να σημειώσουμε ότι ισχύουν και για εμάς τους υπόλοιπους, μια και όλοι μας προερχόμαστε και ανήκουμε σε έναν πνευματικό ορίζοντα πολλαπλών αναφορών και εστιάσεων, και ιστορικά γεωγραφικό πλαίσιο κληρονομιάς.

      Στις προηγούμενες δεκαετίες που η γενιά μου ανδρώθηκε, ίσως, τα πολιτικά πάθη μπορεί να ήταν οξυμένα, εξαιτίας του ότι βγαίναμε από μια επτάχρονη δικτατορία, αλλά θεωρώ ότι οι πολιτικοποιημένοι νέοι της γενιάς μας, δεν ήσαν τόσο απόλυτοι και κάθετοι στις απόψεις και επιλογές τους. Θέλω να πω, όσοι από εμάς ανήκαμε σε αυτό που σήμερα αποκαλούν δημοκρατικό τόξο, δηλαδή δεν ακολουθούσαν και ψήφιζαν την συντηρητική παράταξη, δεν διάβαζαν μόνο τα έντυπα τα λεγόμενα δημοκρατικά. Οι νέοι και οι νέες διάβαζαν και εφημερίδες που υποστήριζαν την νεοδημοκρατική παράταξη, έντυπα και περιοδικά που ακολουθούσαν το πολιτικό κόμμα που ίδρυσε ο παλαιός πολιτικός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ή πάλι, όσοι διάβαζαν την εφημερίδα Εξόρμηση ένα κομματικό καθαρά έντυπο του πασοκ που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, διάβαζαν και άλλα έντυπα που υποστήριζαν την αριστερά ή την λεγόμενη δεξιά παράταξη. Το ίδιο συνέβαινε και με τα πολιτικοποιημένα άτομα που διάβαζαν τα κομματικά έντυπα και τις εφημερίδες του παλαιού συνασπισμού και το έντυπό του την Αυγή ή τον Θούριο.  Αγόραζαν και ενημερωνόντουσαν και από εφημερίδες όπως Τα Νέα, Το Βήμα, το περιοδικό Ο Ταχυδρόμος του συγκροτήματος Λαμπράκη, την Καθημερινή και την Μεσημβρινή της Ελένης Βλάχου, τον Ελεύθερο Τύπο του συγκροτήματος Βουδούρη, την Βραδυνή του Τζώρτζη Αθανασιάδη, ακόμα και την «ανάποδη» Εστία, κλπ. Όλοι είχαμε πληροφορηθεί ότι στην εφημερίδα Βραδυνή, ένα καθαρά Καραμανλικό έντυπο, έγραφε για αρκετές δεκαετίες (πρίν την δικτατορία) και συνεργάζονταν μαζί της ο λογοτέχνης Μπάμπης Κλάρας, αδερφός του Άρη Βελουχιώτη. Τα τείχη μεταξύ μας δεν ήσαν τόσο υψωμένα. Υπήρχαν φυσικά οι καλλιτεχνικές και πνευματικές-συγγραφικές αυλές και ομάδες, αλλά τα έντυπα ήταν ποικίλα και μπορούσες να ενημερωθείς για τα πολιτιστικά δρώμενα των περιόδων εκείνων, ακόμα και αν σε είχαν αποκλείσει από τις σελίδες τους ή σε παραγνώριζαν. Στις μέρες μας, μάλλον, υπάρχει ένας πολιτικός και πνευματικός «διχασμός». Ή μαζί μας ή εναντίον μας. Ή θα μας τελειώσουνε ή θα τους τελειώσουμε, κάτι που οδηγεί σε ένα διέξοδο. Σε μια έλλειψη διάθεση επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων πλευρών. Εμπιστοσύνης της μιας πολιτικής και κοινωνικής και πνευματικής μερίδας έναντι της άλλης. Και σε αυτόν τον διχασμό νομίζω ότι συνέβαλε και είναι υπεύθυνο το πολιτικό μας σύστημα, ή μερίδα του πολιτικού μας συστήματος, το οποίο παρασύρει και μερίδα διανοουμένων και καλλιτεχνών στα δικά του πολιτικάντικα παιχνίδια. Οι καλλιτέχνες και οι λόγιοι έμπλεξαν μέσα στα κομματικά γρανάζια της εποχής μας και απεμπόλησαν την πνευματική και καλλιτεχνική τους ελευθερία, ή κάνω λάθος; Και αντί να μιλήσουμε για αυτό το ζήτημα, στο κατά πόσο είναι ελεύθερος ένας καλλιτέχνης «πατρονάροντας» τις θέσεις του α ή β κόμματος της ελληνικής βουλής, θεωρούμε αυτονόητο το γεγονός αυτό και συνήθως προοδευτικό, με αποτέλεσμα ενώ οι πολιτικοί και τα κομματικά τους στελέχη να κάνουν την επαγγελματική δουλειά τους (μια και οι βουλευτές αμείβονται ικανοποιητικά και τα ελληνικά κόμματα χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο), από την άλλη όμως οι καλλιτέχνες και οι παράγοντες του πολιτισμού να διχάζονται, να υψώνουν τείχη, να αγνοούν καλλιτέχνες του άλλου πολιτικού στρατοπέδου, να μην διαβάζουν τα έντυπά τους να μην μιλούν ή αναφέρονται στα έργα τους και τα πρόσωπά τους. Μπορεί να είμαι ίσως υπερβολικός στις εκτιμήσεις αυτές, αλλά η πείρα μου αυτό μου φανερώνει επί των ημερών μας.  Επίσης να προσθέσουμε και κάτι ακόμη, που έχει να κάνει με τον εορτασμό των 200 χρόνων της Ελληνικής Επανάστασης. Οι τηλεοπτικές εκπομπές-ιδιαίτερα στα σοβαρά και μετρημένα κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης-μας δείχνουν εκπληκτικά ντοκιμαντέρ και ακούμε συζητήσεις για την περίοδο πριν, κατά την διάρκεια και μετά την επανάσταση του 1821. Σημαντικοί πανεπιστημιακοί και ιστορικοί μας αναλύουν τα συμβάντα, φωτίζουν θετικές και αρνητικές πτυχές και συμπεριφορές των ελλήνων την περίοδο του ξεσηκωμού. Όλα καλά και άγια, όμως έχω μία απορία, υπήρξαν ιστορικοί οι οποίοι μας μίλησαν και εξακολουθούν να μας μιλούν για τις σφαγές των ελλήνων εναντίον των τούρκων την πολεμική εκείνη περίοδο. Και αναρωτιέμαι, μα γιατί δεν μας μιλούν για τις πολεμικές σφαγές των τούρκων εναντίον των ελλήνων και στο τι γράφουν τα ιστορικά βιβλία της γείτονος χώρας για την περίοδο αυτή, της δικής τους κληρονομιάς; Τι λένε οι τούρκοι ιστορικοί στα δικά τους βιβλία και τι διδάσκει το εκπαιδευτικό τους σύστημα για τις δολοφονίες αμάχων ελλήνων; Θα ήταν ενδιαφέρον να διαβάσουμε ή να ακούσουμε στο πως παρουσιάζει η απέναντι πλευρά στους πολίτες της τα γεγονότα αυτά, την περίοδο του ελληνικού ξεσηκωμού. Ειδάλλως, δεν κατανοώ πως έλληνες πανεπιστημιακοί οι οποίοι σιτίστηκαν ή σιτίζονται από το ελληνικό δημόσιο στέκονται μόνο στα μελανά αν θέλετε, σημεία της ελληνικής ιστορίας. Γιατί να τους πιστέψεις έπειτα; Οι οσάνω ιστορικοί δεν είναι μέλη της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας των κρατικών ελληνικών πανεπιστημίων; Αυτές οι μπορεί λάθος εκτιμήσεις μου, δεν προέρχονται ούτε από καμία αγιοποίηση των ηρώων του 1821 ούτε από μια στάση αρνητική απέναντι στον τούρκικο λαό, ούτε από τάσεις εθνικιστικές, κάθε άλλο, η καλή γειτονία και ειρηνική συνύπαρξη των δύο λαών επιβάλλεται αλλά, όχι πάντα σε βάρος της δικής μας πλευράς; Δεν μπορεί να τονίζονται μονομερώς, ορισμένες πολεμικές ενέργειες των ελλήνων της εποχής εκείνης. Ή κάνω λάθος; Η Κύπρος είναι ακόμα σκλαβωμένη. Δηλαδή, ακούγοντας ορισμένους έλληνες ιστορικούς και πανεπιστημιακούς, νομίζεις ότι μόνο συγνώμη δεν μας λένε να ζητήσουμε από τους τούρκους κατακτητές, επειδή τολμήσαμε να ξεσηκωθούμε και να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας, και να την ελευθερώσουμε από την οθωμανική κατοχή. Αν είναι έτσι, και διδαχθήκαμε μεροληπτικά από τους δασκάλους μας την ιστορία εκείνων των χρόνων, τότε δικαιολογείται ο τούρκος πρόεδρος που πρόσφατα είπε ότι: «κοιτάξτε να δείτε, τι υποστηρίζεται την Ελλάδα, μέσα σε 200 χρόνια δέστε πόσο αύξησε τα γεωγραφικά σύνορά της…» Αγνοώντας τα εκατοντάδες χρόνια που τα μέρη της Μικρά Ασίας και του Αιγαίου ήταν ελληνικά και κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς. Εκτός αν είμαι-είμαστε σαν έλληνες σοβινιστές και θέλουμε να κατακτήσουμε ξένα εδάφη; Η όποια απάντηση στα ερωτήματα δική σας.

      Κάτω από αυτά τα ερωτήματα, αποφάσισα όσο μου επέτρεπαν τα παλαιότερα και νεότερα διαβάσματά μου, να αντιγράψω σημειώματα σε αυτήν την  μικρή ιστοσελίδα, ιστορικά σημειώματα, για ιστορικά πρόσωπα και πολιτικούς όπως τους εικονογραφούν όχι οι επίσημοι ιστορικοί αλλά οι λογοτέχνες και οι ποιητές. Είναι η άλλη ματιά των γεγονότων, πέρα από τις επίσημες κάμερες, έτσι όπως εμπεδώθηκε η ιστορική μνήμη, έτσι όπως καλλιεργήθηκε η παιδεία μας από τις γραφίδες λογοτεχνών και λογίων. Η άλλη, συμπληρωματική πλευρά που καθόρισε τις δικές μας μνήμες και αναγωγές.

      Εδώ εντάσσω και τα παρόντα τρία διαφορετικής χρονολογίας κείμενα για τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Δεν θέλησα να εικονογραφήσω τον χαρακτήρα του από επίσημα χείλη, να παρουσιάσω την επιστημονική του ιδιότητα ή στιγμές της πολιτικής του διαδρομής όπως μας τις περιγράφει η συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα σε σχέση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ή ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και άλλοι διανοούμενοι. 

Επέλεξα τρία κείμενα. Ενός παλαιού νέου δημοσιογράφου και ποιητή του Γεωργίου Δημάκου, που είχα παρουσιάσει ξανά κείμενό του. Ο Δημάκος μας σκιαγραφεί τα προσωπικά «ντεσού» του πολιτικού Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Την άγνωστη ανθρώπινη πλευρά του. Ενός ανθρώπου πράου, μειλίχιου ατόμου, μετρημένου και σεμνού πολιτικού, καθημερινού, δημοκράτη αρχηγού κόμματος, που απέχει πολύ από την εικόνα ενός αρχηγού κράτους, διαχρονικά έλληνα πολιτικού, που έχουμε εμείς οι έλληνες συνηθίσει να βλέπουμε γύρω μας ή έχουμε διαβάσει.  Όχι εξαιτίας κάποιας φαντασιοπληξίας μας, αλλά λόγο της των ελλήνων πολιτικών κυβερνητικές πρακτικές και δημόσιας συμπεριφοράς. Δεν νομίζω ακόμα και σήμερα να συναντάμε έλληνα πολιτικό να περπατά συντροφιά με έναν πχ. πειραιώτη διηγηματογράφο όπως ήταν ο Δημοσθένης Βουτυράς; Ή να πηγαίνει να παρακολουθήσει μια εκδήλωση πεζός, όπως ο Παπαναστασίου; Και να μην αντιδρά βίαια στην μη αναγνώρισή του από εντεταλμένο φύλακα. Ή να χαμογελά με την άποψη του βαρκάρη. 

Το δεύτερο κείμενο υπογράφεται από τον πειραιώτη ποιητή και εκπαιδευτικό Αντώνη Ζαρίφη. Ο Αντώνης Ζαρίφης είναι ένας από τους τελευταίους της γενιάς του άξιος και με σύγχρονη φωνή ποιητής του Πειραιά, όπως επίσης και ένας επαρκής βιβλιοκριτικός και αρθρογράφος. Οι διάσπαρτες βιβλιοκρισίες του, τα σχόλιά του, τα ποιήματά του, οι παρεμβάσεις του σε εφημερίδες και περιοδικά και άλλα έντυπα της πόλης μας κοσμούν τα πειραϊκά γράμματα. Η ματιά του Αντώνη Ζαρίφη είναι και επιστημονική και ποιητική, όπως και η γραφή του. Το κείμενο του μου άρεσε γιατί φωτίζει την επιστημονική πλευρά του Αλέξανδρου Παπαναστασίου από μια οπτική καθόλου πεπατημένη ή στεγνή. Η κοινωνιολογική εικόνα της πολιτικής του μας δίνεται με λόγο απλό, ευσύνοπτο, τεκμηριωμένο. Βασισμένο και σε κρίσεις πολιτικών της εποχής του. Το κείμενο μας κάνει περισσότερο οικείο τον πολιτικό στιγματισμό του δημοκράτη και ανιδιοτελούς παλαιού πολιτικού. 

Το τρίτο κείμενο προέρχεται από τον Συριανό πεζογράφο, δημοσιογράφο και αρθρογράφο, σημαντικό θεατράνθρωπο, είχε διατελέσει διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής και για μικρή περίοδο του εθνικού ιδρύματος Ελληνικής Ραδιοφωνίας Κωστή Μπαστιά. Ένα πολύπλευρο ταλέντο, δημοκρατικών αρχών λόγιος, ο οποίος στην δημοσιογραφική του σταδιοδρομία υπήρξε καινοτόμος και πρωτοποριακός. Ο Κωστής Μπαστιάς ξεκίνησε την δημοσιογραφική του καριέρα από την εφημερίδα Ακρόπολη του Βλάσση Γαβριηλίδη, ενώ στα κατοπινά χρόνια ανέλαβε αρχισυντάκτης και διευθυντής των εφημερίδων Δημοκρατία και Εσπέρα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Ενώ το 1927 εκδίδει ένα πρωτοπόρο και μαχητικό λογοτεχνικό περιοδικό που υποστήριζε την Δημοτική γλώσσα, τα Ελληνικά Γράμματα.  Στο περιοδικό αυτό των μαχητών δημοτικιστών εντάσσεται και η ομάδα του Αλέξανδρου Δελμούζου. Οι ερωτήσεις που κάνει στον πολιτικό ο δημοσιογράφος, είναι και εύστοχες και καίριες, αλλά και οι απαντήσεις που δίνει ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου μας αποκαλύπτουν έναν έλληνα πολιτικό ο οποίος δεν ήταν κλεισμένος στο ελεφάντινο επιστημονικό του κάστρο, των επιστημονικών του σπουδών, ούτε περικυκλωμένος από πολιτικούς και ιδεολογικούς πύργους της εποχής του. Ο Παπαναστασίου βλέπουμε ότι όχι απλώς διαβάζει ελληνική λογοτεχνία-και μάλιστα προλεταριακή-αλλά κατέχει το ζήτημα, έχει γνώμη και δεν φοβάται να την εκφράσει, όπως ίσως δεν θα τολμούσε ένας ιδεολόγος κριτικός και λόγιος της ελληνικής λογοτεχνίας των χρόνων εκείνων. Κάτι που μας επισημαίνει και ο Μπαστιάς. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου είναι ο δεύτερος έλληνας πολιτικός μετά τον Γεώργιο Παπανδρέου που βλέπουμε να δείχνει συστηματικό ενδιαφέρον για την ελληνική ποίηση και λογοτεχνία, να έχει την ανάλογη ερμηνευτική-αναγνωστική υποδομή, να εκφέρει την γνώμη του, να γνωρίζει έλληνες λογοτέχνες και να επιδιώκει την συναναστροφή τους και την συζήτηση μαζί τους. Οι θέσεις του περί προλεταριακής λογοτεχνίας νομίζω είναι και ορθές και επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ο Πέτρος Πικρός είναι το σχετικό παράδειγμα. Σωστές και οι απόψεις που εκφράζει τόσο για την ποιητική συλλογή του Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θεία Δώρα, όσο και για το αντιπολεμικό έργο του μικρασιάτη πεζογράφου Στράτη Μυριβήλη, Η Ζωή εν τάφω. Ένα πεζό, που και στις δύο του «εκδοχές», (αναφέρομαι στις αντιπολεμικές απόψεις του. Κυκλοφορούν και οι δύο εκδοχές γραφής του έργου από τις εκδόσεις Εστία) απετέλεσε σταθμό στην ελληνική λογοτεχνία και όχι μόνο στα μικρασιατικά γράμματα και παράδοση. Σωστές και ακριβοδίκαιες είναι και οι πολιτικές θέσεις που διατυπώνει και για την κομμουνιστική ιδεολογία. Οι κοινωνιολογικές του σπουδές και η πολιτική του δράση, οι κοινωνικοί του αγώνες πάντα από την πλευρά των δημοκρατικών και των σοσιαλιστών, μας εμποδίζουν ακόμα και στην υποψία να μιλήσουμε για αντικομουνισμό του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, κάθε άλλο, ο έλληνας πολιτικός βλέπει την σκοτεινή κοινωνική πλευρά της ιδεολογίας αυτής, που εν μέρει, διατηρείται ακόμα και στις μέρες μας. Αρνούμενοι οι ακολουθούντες την να αναγνωρίσουν τα ιστορικά και πολιτικά και κοινωνικά λάθη της. Πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη εμπιστοσύνης των ανθρώπων, των μεγάλων μαζών στις αρχές που πρεσβεύει το σύστημα αυτό και οι οπαδοί του. Αυτό για μένα είναι το βασικό ζητούμενο. Το καίριο πρόβλημα. Γιατί δεν γίνεται πιστευτή η πολιτική και οικονομική αυτή ιδεολογία από τους ανθρώπους, και το αντίπαλο οικονομικό και πολιτικό στρατόπεδο-το καπιταλιστικό-κέρδισε και κερδίζει συνεχώς έδαφος στις συνειδήσεις και τις ζωές των ανθρώπων, και όχι να στοχοποιούμε έναν πολιτικό ή έναν ψηφοφόρο, έναν απλό εργαζόμενο ως αντικομουνιστή ή όποιον άλλο προσδιορισμό βολεύει το κόμμα. Αλλά αυτό είναι άλλου "καθοδηγητή" ευαγγέλιο.

     Η πολιτική φυσιογνωμία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, η κοινωνική του δράση, οι δημόσιες παρεμβάσεις του, τα κείμενά του, τα γραπτά του, η συμμετοχή στην εδραίωση της αβασίλευτης ελληνικής δημοκρατίας, ο σημαίνων ρόλος του στα ελληνικά πολιτικά πράγματα έχουν καταγραφεί με μεγάλη επάρκεια. Η ελληνική πολιτική σκηνή και ιστορία, υπήρξε τυχερή που στους κόλπους της θήτευσαν προσωπικότητες όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Το πρόβλημα είναι, αν σήμερα, πόσοι και ποιοι πολιτικοί από όλο το ελληνικό πολιτικό φάσμα ακολουθούν τις επιταγές του, τηρούν τις πολιτικές περί δημοκρατίας αξίες του, ζουν και συμπεριφέρονται όπως Εκείνος. Γιατί η εικόνα του σημερινού αστικού πολιτικού μας συστήματος, δεν συνηγορεί υπέρ αυτού. Πράγμα που μάλλον σημαίνει, η πολιτική του παρακαταθήκη θα είναι ένα ακόμα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για την ζωή του, μία ακόμη συνεδρία πανεπιστημιακών και επιστημόνων που θα εμβαθύνουν και θα ερμηνεύσουν το έργο και την παρουσία του. Εκδίδοντας και εμπλουτίζοντας με έναν ακόμη τόμο την βιβλιογραφία του.

Το όνομα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου αναφέρεται και σε αρκετές σελίδες του βιβλίου του Κωστή Μπαστιά, «Φιλολογικοί περίπατοι» Συνομιλίες με 38 συγγραφείς του 20ου αιώνα. Εισαγωγή-Επιμέλεια: Αλέξης Ζήρας, εκδόσεις Καστανιώτης-Αθήνα 1999, της ίδιας σειράς.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Σάββατο 22 Μαϊου 2021

Μέρες ελευθερίας αλλά προπάντων υπευθυνότητας ημών των πολιτών.            

 

Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

ΕΛΛΗΝΌΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΑ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΨΕΥΔΩΝΥΜΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ

Ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα συγγραφικά ψευδώνυμα Ελληνίδων και Ελλήνων

                               (1800- 1969)

Μέλης Βουδούρης, περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 1262/1-2-1980, σ. 268-269. Έτος ΝΔ΄, τ. 107

     Ο Νικόλαος Γ. Σταθάτος  είς την μελέτην του «Όνομα και ψευδώνυμο (Η νομική προστασία τους)», που εδημοσιεύθη εις το πρδ. Νέα Εστία, έτος ΝΓ΄, τόμος 106ος , τεύχος 1254ον, Αθήναι, 1 Οκτωβρίου 1979, σσ. 1364-1366η, γράφει (σ. 1366η) ότι (…):

      «… Στη χώρα μας ο καθηγητής Κυριάκος Ντελόπουλος έκαμε μια σχετική έρευνα και εργασία. Έγραψε και κυκλοφόρησε ένα βιβλίο με τίτλο «Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα», πού αποτελείται από 144 σελίδες και το περιεχόμενό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά πραγματικά ονόματα και ψευδώνυμα. Πολύ κατατοπιστικό όμως είναι και το άρθρο του Γ. Μ. Βαλέτα στη Μ.Ε.Ε., τ. 24ος, σελ. 834.»

      Ας μου επιτραπή να πληροφορήσω τον Νικόλαον Γ. Σταθάτον, ότι υπάρχουν και αι εξής εκδόσεις-συμβολαί εις την βιβλιογραφίαν του θέματος (=συμπληρωματικοί κατάλογοι ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων συγγραφικών ψευδωνύμων Ελληνίδων και Ελλήνων της χρονικής περιόδου 1800-1969,=προσθήκαι, συμπληρώσεις, διορθώσεις εις το-χρήσιμον, παρά τάς ελλείψεις του-, βιβλίον του Κυριάκου Ντελόπουλου: «Νεοελληνικά φιλολογικά ψευδώνυμα» Πρώτη έκδοσις. Αθήναι. Κολλέγιον Αθηνών, 1969, σσ. 1-144, 8ο ):

1). Ξ. Α. Κοκόλης: «Συμπληρωματικός πίνακας ψευδωνύμων», πρδ. Ελληνικά, τόμος 23ος, Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 158-168η.

2). Μ. Βουδούρης: «Θέματα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Φιλολογικά ψευδώνυμα». Ultrecht 1971, σσ. 1-64, 8ο.

3). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα, 1800-1973». Συμπληρωματικός κατάλογος. Δευτέρα σειρά. Ultrecht 1973, σσ. 1-32, 4ο.

4). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα, 1800-1970. Συμπληρωματικός κατάλογος, πρδ. Νέα Σύνορα, έτος 6ον , τεύχος 37-38ον, Αθήναι, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1974, σσ. 432-437η.

5). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα, 1800-1974». Συμπληρωματικός κατάλογος, πρδ. Νέα Σύνορα, έτος 7ον, τεύχος 39-40ον, Αθήναι, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1975, σσ. 15-21η.

6). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα. 1800-1969». Συμπληρωματικός κατάλογος, πρδ. Κυπριακός Λόγος, έτος 8ον, τεύχος 44-45ον, Λευκωσία. Μάρτιος-Ιούνιος 1976, σσ. 154-158η.

7). Μ. Βουδούρης: Συγγραφικά ψευδώνυμα Ελληνίδων και Ελλήνων 1800-1969». Συμβολή τρίτη. Ultrecht 1976, σσ. 1-32, 8ο.

8). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα, 1800-1969». Συμπληρωματικός κατάλογος, πρδ. Ηπειρωτική Εστία, τόμος 26ος , τεύχος 305-306ον, Ιωάννινα. Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1977, σσ. 723-737η.

9). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα, 1800-1969». Συμπληρωματικός κατάλογος, πρδ. Ηπειρωτική Εστία, τόμος 27ος, τεύχος 313-314ον , Ιωάννινα, Μάϊος- Ιούνιος 1978, σσ. 451-458η.

10). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα, 1800-1969». Συμπληρωματικός κατάλογος, πρδ. Θεσσαλική Εστία, τόμος 6ος, τεύχος 35ον , Καλλιθέα-Αττική. Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1978, σσ. 489-494η.

11). Μ. Βουδούρης: «Ελληνικά συγγραφικά ψευδώνυμα, 1800-1969». Συμπληρωματικός κατάλογος, πρδ. Θεσσαλική Εστία, τόμος 6ος, τεύχος 36ον, Καλλιθέα-Αττική, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1978, σσ. 537-542α.

     Άς μου επιτραπή επίσης να πληροφορήσω τον Νικόλαον Γ. Σταθάτον (ο οποίος αγνοεί- δεν μνημονεύει εις την μελέτην του και το άρθρον του Γρηγορίου Ξενόπουλου, 1867-1951. «Φιλολογικά Ψευδώνυμα», πρδ. Η Τέχνη, τεύχος 2ον, Αθήναι, Δεκέμβριος 1898, σσ. 33-35η)-, ότι δεν είναι (ούτε πολύ, ούτε ολίγον…) κατατοπιστικόν το άρθρον του Γεωργίου Μ. Βαλέτα.

ΜΕΛΗΣ  ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ, UTRECHT, 10/1979.

Σημείωση:

                        Μνήμη Γιώργου Βελουδάκη, πειραιώτη

     Ελάχιστα βιογραφικά και εργογραφικά είχα κατορθώσει να πληροφορηθώ για τον πειραιώτη συγγραφέα Μέλη Βουδούρη, όταν συγκέντρωνα στοιχεία για δύο βιβλία μου. Το «Πειραϊκό Πανόραμα» και την «Βιβλιογραφία του Πειραιά». Ακόμα ελαχιστότατα να ακούσω από χείλη γνωστών πειραιωτών δημιουργών που συνομιλούσα. Πειραιώτες που ασχολούνταν με τον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο του Πειραιά και είχαν αφήσει έντονα τα ίχνη τους στα πειραϊκά γράμματα. Οι δύο κρίσεις που άκουσα, ήταν αρνητικά φορτισμένες. Δεν μπορούσα-τότε-να καταλάβω τον λόγο. Το μόνο που γνώριζα με βεβαιότητα ήταν ότι ο Πειραιώτης κομμουνιστής συγγραφέας, ορθότερα μάλλον Νικαιώτης, όπως δείχνουν οι αντιρρητικές επιστολικές του σημειώσεις, είχε εγκατασταθεί μόνιμα στο εξωτερικό. Και όπως φαίνεται, οφείλω να ομολογήσω, ότι μάλλον ακόμα και η ημερομηνία γέννησής του που είχα αντιγράψει από έντυπο του Πειραιά ήταν λανθασμένη. Μετέφερα δηλαδή λανθασμένη χρονολογία. Για να το θέσω όσο μπορώ πιο κομψά και ευγενικά, τα άτομα που είχα ρωτήσει με πληροφόρησαν ότι ο συγγραφέας αυτός συνήθιζε να «βρίζει», να κατηγορεί για αγράμματους, φιλικά προσκείμενους προς την στρατιωτική χούντα λογοτέχνες και δημοσιογράφους. Τα έβαζε με όλους στο όνομα του πιστεύω της δικής του κομματικής πολιτικής «καθαρότητας» που ακολουθούσε. Αποκαλούσε άτομα του πνεύματος και της τέχνης, λογοτέχνες, πολιτικούς, δικηγόρους, προέδρους φιλολογικών σωματείων, τα ίδια τα σωματεία, μητροπολίτες, εκδότες εφημερίδων, δημοσιογράφους, ανθολόγους, ιστορικούς κλπ. φασίστες και κατά κάποιον τρόπο «συνεργάτες» και ανεκτικούς απέναντι σε πρόσωπα της επτάχρονης δικτατορίας. Οι χαρακτηρισμοί του είναι συνεχείς, έντονοι, επαναλαμβανόμενοι και φυσικά άδικοι. Ένας καταγγελτικός λόγος που φυσικά, όπως αργότερα διαπίστωσα, άδικοι ισχυρισμοί που δεν θα μπορούσαν να γίνουν ανεκτοί, από τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του αλλά και να γίνουν αποδεκτοί και πιστευτοί, εκ των υστέρων, από τους νεότερους πειραιώτες. Χαρακτηρισμοί βίαιοι, άσκοποι, άδικοι, χωρίς λόγο. Οι καταγγελίες του, μέσω των επιστολών του και των δημοσιευμάτων του σε συγκεκριμένα κομματικά έντυπα, και όχι μόνο, στρέφονταν ακόμα και σε ποιητές, συγγραφείς που πίστευαν ή ακολουθούσαν το κκε, δηλαδή θα γράφαμε, και εναντίον ιδεολόγων και πολιτικών συντρόφων του. Στο όνομα μιας δογματικής, σκληροπυρηνικής κομματικής καθαρότητας και ατομικής του βιβλιογραφικής επιστημοσύνης και βεβαιότητας που ξεπερνούσε κάθε άλλη προσπάθεια από άλλους δημιουργούς και ερευνητές. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τον «θάψουν» κατά το κοινώς λεγόμενο οι παλαιότεροι, και δεν είχαν άδικο όπως αποδεικνύεται από τα γραπτά του. Η γενιά μου, γνώρισε και συναναστράφηκε αρκετούς  πειραιώτες πνευματικούς δημιουργούς και καλλιτέχνες, αντιστασιακούς και αγωνιστές συγγραφείς, δημοκράτες πειραιώτες, οι οποίοι ανήκαν και ακολούθησαν το κκε και την μαρξιστική ιδεολογία σε όλη τους την ζωή, αλλά δεν εξέφραζαν τόσο ακραίες κρίσεις και κατακρίσεις εναντίον των άλλων.Τόσο απόλυτες θέσεις και δογματικές απόψεις, απορριπτικές εναντίον των συναδέρφων τους δημιουργών και των έργων τους. Ο Μέλης Βουδούρης (δεν γνωρίζω αν ζει ο άνθρωπος, αν ζει να είναι και να περνάει καλά) σταθερά και εξακολουθητικά κατηγορούσε τους πάντες με ακραίους χαρακτηρισμούς, ακόμα και τα παλαιά στελέχη της ΕΔΑ της περιοχής της Νίκαιας είχαν μπει στο στόχαστρό του. Έπαιρνε όλους η μπάλα ανεξαιρέτως. Ο συγγραφέας σαν άλλος Κάτων κομμουνιστής τιμητής, της κομμουνιστικής συγγραφικής καθαρότητας, εξακόντιζε τους κεραυνούς του. Καθόλου μειλίχιος ή συγκαταβατικός, δίχως αναστολές μήπως και ο ίδιος λαθεύει,-σαν ερευνητής-, μήπως εκφέρει μια ενδεχομένως λανθασμένη κρίση ή παράλειψή, σαν ερευνητής, συγγραφέας. Θεωρούσε ότι ήταν ο μόνος συγγραφικά σωστός και ενημερωμένος καταγραφέας των ψευδωνύμων και όχι μόνον της ελληνικής λογοτεχνικής γραμματείας. Στην διάρκεια των ερευνών μου κατόρθωσα να προμηθευτώ δύο τίτλους βιβλίων του. Το ένα μάλιστα, μόλις πρόσφατα. Τα «Θέματα της πνευματικής ζωής του νομού Πειραιώς», εκδόσεις Ελληνοσύνη Den Haag 1979, σελίδες 104, σε πάμφθηνη τιμή. Ένα βιβλίο που το αναζητούσα με σχετική περιέργεια και κάποια δόση αγωνίας να ομολογήσω, μια και πίστευα ότι συνέχιζε προγενέστερες εργασίες πειραιωτών δημιουργών όπως του πεζογράφου και δημοσιογράφου Χρήστου Λεβάντα, του πρώην διοικητή του αγίου όρους συγγραφέα Μανόλη Ρούνη, του πρώτου ιστορικού του Πειραιά Ιωάννη Α. Μελετόπουλου, του τελευταίου ιστορικού του Πειραιά Γιάννη Ε. Χατζημανωλάκη, και ορισμένων άλλων, που είχαν δημοσιεύσει γενικές, συνοπτικές εργασίες και αναμνήσεις τους, για τον πνευματικό χώρο του Πειραιά. Βλέπε ακόμα τον φαληριώτη Παύλο Νιρβάνα, τον Σπύρο Μελά, ή τον Στέλιο Μπινιάρη κλπ. Παλαιές εργασίες που διαβάζουμε σε Πειραϊκά Λευκώματα, σε παλαιούς τίτλους πειραϊκών περιοδικών και εντύπων, σε εφημερίδες, σε ετήσιους τόμους περιοδικών όπως η Φιλολογική Πρωτοχρονιά, η Νέα Εστία. Περιοδικά και εφημερίδες εντός και εκτός των γεωγραφικών ορίων της πόλης μας, σε βιβλία που κυκλοφόρησαν τον προηγούμενο αιώνα. Μικρές, σκόρπιες και άτακτες, σποραδικές και περιληπτικές εργασίες και ατομικές εξομολογήσεις, που συγκεφαλαιώθηκαν στο βιβλίο του Χατζημανωλάκη, «Χρονικό της Πνευματικής Πειραϊκής Ζωής (1835-1973)», Πειραιάς 1973. Στα σχετικά ανάλογα βιβλιογραφικά σημειώματά μου, στους δύο τόμους των βιβλίων μου, καταγράφω ενδεικτικές πηγές και πληροφορίες που αποδελτίωσα. Το δεύτερο βιβλίο ήταν το Μέλης Βουδούρης: «Συγγραφικά Ψευδώνυμα Ελληνίδων και Ελλήνων (1800-1969)-Συμβολή Τρίτη» εκδ. Utrecht 1976, σελ. 32. Οι δύο αυτές μελέτες του καθώς και ορισμένες δημοσιεύσεις του σε λογοτεχνικά περιοδικά, ήταν τα συγγραφικά διαβατήρια του Μέλη Βουδούρη με τα οποία μου έγινε γνωστός.

      Τον Μέλη Βουδούρη όπως προανέφερα, συναντούσα σποραδικά σε έντυπα, περιοδικά, τοπικές εφημερίδες, καθώς συγκέντρωνα στοιχεία για τον πολιτιστικό χώρο του Πειραιά, διάβαζα βιβλιογραφικές εργασίες και δελτάρια περασμένων δεκαετιών. Το «Θέματα της πνευματικής ζωής του νομού Πειραιώς», εκδόσεις Ελληνοσύνη Den Haag 1979, σελ. 104, το προμηθεύτηκα πρόσφατα. Τα «ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΨΕΥΔΩΝΥΜΑ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ (1800-1969)-ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΡΙΤΗ, UTRECHT 1976, σελίδες 32, τα γνώριζα και από τον αξιόλογο συγγραφέα Κυριάκο Ντελόπουλο.  Βλέπε τις εργασίες του, Κυριάκος Ντελόπουλος: «Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα» Αθήνα, Κολλέγιο Αθηνών, 1969, σ. 144. Δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη και ανασυνταγμένη, εκδ. Ελληνικό και Ιστορικό Λογοτεχνικό Αρχείο, Αθήνα, 1983, σ. 336, τέλος, Τρίτη έκδοση επεξεργασμένη με προσθήκες και συμπληρώσεις, Κυριάκος Ντελόπουλος, «Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα 1800-2004», Συμβολή στη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας 2.261 συγγραφείς-4.117 ψευδώνυμα. Εκδόσεις Εστίας, Αθήνα, 2005, σ.450. Βλέπε και ευχαριστίες του Κυριάκου Ντελόπουλου, μεταξύ άλλων προσώπων, στον Μιχάλη (Μέλη) Βουδούρη σελίδα 19.  Ο Ντελόπουλος Καταγράφει 143 ψευδώνυμα πειραιωτών συγγραφέων. Όταν συγκέντρωνα πληροφορίες για τα δικά μου πειραϊκά συγγράμματα και αποδελτίωνα στοιχεία για να καταλογραφήσω τα Πειραϊκά Ψευδώνυμα,-μια πρώτη δημοσίευση και κατάλογος έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Φωνή του Πειραιώς» 2/9/2005, σ. 4, «Πειραϊκά φιλολογικά ψευδώνυμα», και γνώρισα από κοντά τον Ντελόπουλο, και μου ζήτησε να του αποστείλω σε τηλεφωνήματά μας, τα βιβλία και τις εργασίες μου, αναφερθήκαμε στο όνομα του Μέλη Βουδούρη. Το ζήτημα έμεινε εκεί. Συγκεντρώνοντας-από την δική μου πλευρά και έρευνα-ψευδώνυμα πειραιωτών όπου τα συναντούσα. Μια δύσκολη και ίσως παρακινδυνευμένη ερευνητική δουλίτσα μια και πολλά ψευδώνυμα συμπίπτουν. Πχ. το γράμμα Ω, (βλέπε και εφημερίδα Τα Νέα") το διεκδικούν- υιοθετούν αρκετοί συγγραφείς και δημοσιογράφοι και πάει λέγοντας. Στην δεύτερη σελίδα του βιβλίου του Μέλη Βουδούρη: «Συγγραφικά Ψευδώνυμα Ελληνίδων και Ελλήνων" (1800-1969)-Συμβολή Τρίτη, δίδονται οι εξής πληροφορίες: Απρίλιος 1976, Αντίτυπα 500. M. Voudouris  Postbus 1345, Utrecht Nederland.  Jeftha reprodruk b. v.  veemarktplein 42- Utrecht. Το δεκαεξασέλιδο βιβλιαράκι διαστάσεων 14 Χ 20,5 χωρίς περιεχόμενα, περιλαμβάνει: σ. 3-17 ΟΝΟΜΑΤΑ (186)- ΨΕΥΔΩΝΥΜΑ (250), σ. 17-21 ΨΕΥΔΩΝΥΜΑ (250)- ΟΝΟΜΑΤΑ (186), Αλφαβητικός Κατάλογος, σ. 22-28 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ  α) Αυτοτελείς εκδόσεις, σ. 29 β) Εφημερίδες, σ. 29-30, γ) Περιοδικά-περιοδικά συγγράμματα, σ. 29-30, δ) Βιβλιογραφία συγγραφικών ψευδωνύμων (1800-1969), σ. 30 Utrecht, 1970-1976, και ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑΙ σ. 31-32.

       Μόνο μία, αυτοτελή βιβλιογραφική εργασία του Μέλη Βουδούρη να διαβάσει ο πειραιώτης αναγνώστης, για τα ελληνικά ψευδώνυμα, να ξεφυλλίσει περιοδικά που δημοσιεύονται επιστολές του και σημειώματα για το πρόβλημα της Ψευδονυμογραφίας, θα θαυμάσει τον πλούτο και το εύρος των πληροφοριών που καταθέτει, Των πολλαπλών και ποικίλων πηγών που ανέτρεξε, είδε, χρησιμοποίησε για να μας καταθέσει τις ερευνητικές του εργασίες που διαρκώς εμπλούτιζε και συμπλήρωνε, ο φιλέρευνος και πρωτοπόρος αυτός πειραιώτης εργάτης του πνεύματος. Ο άθλος του οφείλουμε να ομολογήσουμε υπήρξε μεγάλος, δυστυχώς όμως, αμαυρώνεται από τις δεκάδες προσωπικές του επικρίσεις εναντίον των πάντων. Βυθίζεται όπως διαπίστωσα στο βιβλίο του τα «Θέματα…» σε έναν φαύλο κύκλο κατακρίσεων εναντίων των άλλων. Φίλων του, συνεργατών και μη. Κάτι που μας φανερώνει μια συγγραφική ανασφάλεια, μια υπερβολική εκτίμηση στις εργασίες του. Μια μονόπαντη ιδεολογική του κρίση ενδύει τις ερευνητικές του προθέσεις και έρευνες. Παραβλέποντας ότι σε τέτοιας μορφής και είδους εργασίες, όπως πολύ σωστά του επισημαίνει μεταξύ άλλων ο πειραιώτης ποιητής και ανθολόγος Στέλιος Γεράνης, που τον ψέγει ο Βουδούρης για το πειραϊκό ανθολόγιό του, παραλείψεις θα υπάρχουν. Οι ανθολογήσεις είναι μια καθαρά προσωπική εκτίμηση και επιλογή του ανθολόγου. Ο Μέλης Βουδούρης δεν κατανόησε ότι πληροφοριακά κενά θα υπάρχουν πάντα, μια και η ζωή των ανθρώπων και οι δραστηριότητές τους, τα γραπτά τους, δεν μπορούν να υπερβούν την ζωή που ρέει και ανανεώνεται, συνεχίζεται.Και μάλιστα σε ένα πνευματικό και κοινωνικό περιβάλλον όπως το πειραϊκό, που για χρόνια δεν υπήρχε μια συστηματική και εξονυχιστική καταγραφή των έργων των συγγραφέων, καταγραφής των διαφόρων ψευδωνύμων των πειραιωτών δημιουργών. Ίσως ακόμα και στις μέρες μας, να μην είναι αποδελτιωμένοι και ταξινομημένοι ένα ποσοστό πειραιωτών δημιουργών και καλλιτεχνών. Χρόνια διαμαρτυρόμουν για τα θέματα σε αυτιά που παρέμεναν κλειστά. Χρειάζεται ειδικό-ξεχωριστό ενδιαφέρον και έρευνα για τέτοια ζητήματα. Ακόμα και στο να συγκεντρωθεί το υλικό, το σκόρπιο και διάσπαρτο αυτό υλικό, στις αίθουσες ενός δημόσιου φορέα. Να εκδοθεί ένα φωτογραφικό άλμπουμ πειραιωτών δημιουργών. Να δείξει ενδιαφέρον η όποια Δημοτική Αρχή και παράγοντες, να γνωρίσουν από κοντά όσους ακόμα βρίσκονται εν ζωή Πειραιώτες δημιουργοί και καλλιτέχνες. Δεν έχουμε ακόμα κατορθώσει να γράψουμε μια Ιστορία των Πειραϊκών Γραμμάτων. Ένα Λεξικό Πειραιωτών Συγγραφέων κλπ. Η Ιστορία και η Αρχαιολογία της πόλης μας, μάλλον, έχει ερευνηθεί και εξετασθεί πολλαπλώς και ίσως ελάχιστα έχει ακόμα να μας δώσει, να γνωρίσουμε μάλλον. Στο πεδίο όμως της λογοτεχνίας τα κενά είναι πολλαπλά και πολύμορφα. Αν αναλογιστούμε ότι στην χορεία των πειραιωτών δημιουργών συμπεριλαμβάνονται και δημιουργοί από τους γύρω όμορους Δήμους. Νίκαια, Κερατσίνι, Πέραμα, ίσως και Κορυδαλλός, Άγιος Ιωάννης Ρέντης, Σαλαμίνα, Δραπετσώνα. Εφόσον δεχόμαστε έναν ενιαίο πειραϊκό χώρο έρευνας και συγγραφικής παραγωγής. Με τις σκέψεις αυτές, δεν παραγνωρίζω τα κατά καιρούς σύγχρονα Πειραϊκά Ανθολόγια που κυκλοφόρησαν στην πόλη μας και για την πόλη μας, απλά επισημαίνω το ανοιχτό πεδίο μπας και γίνει κάτι. Η κοινωνιολογική εικόνα του Πειραιά έχει φωτιστεί επαρκώς το ίδιο και η μουσική-ρεμπέτικη, η ναυτιλιακή του το ίδιο, η Βιομηχανική του πλευρά, ο Εμπορικός του κόσμος και άλλες οικονομικές δραστηριότητες μας είναι γνωστές. Έχουν κυκλοφορήσει σύγχρονες εργασίες, για την περιοχή της Τρούμπας από τον Βασίλη Πισιμίση. Για την θεατρική του εικόνα, υπάρχει ανέκδοτη εργασία της Καίτης Μπρεντάνου, για το Δημοτικό Θέατρο κυκλοφορούν αρκετά και καλά λευκώματα και βιβλία κλπ. Ο χώρος όμως της Λογοτεχνίας του παραμένει μετέωρος. Αναφερόμαστε σαν σε πειραϊκά αερόστατα σε ποιητές και συγγραφείς του Μεσοπολέμου και των νεότερων χρόνων ενδεικτικά.

      Το άτομο, ο συγγραφέας Μέλης Βουδούρης, ήταν όπως φαίνεται άγνωστο στο μεγάλο κοινό που διάβαζε στον Πειραιά. Οι δημόσιες καταγγελίες και ακραίες του απόψεις δημιούργησαν έναν κύκλο άρνησης των εργασιών του και της όποιας προσφοράς του. Δεν θα σταθώ στα αρνητικά σχόλια πειραιωτών, δεν αξίζει τον κόπο, εξάλλου, ο ίδιος με τα γραφόμενά του τα προκαλούσε. Χάνοντας με τον τρόπο αυτόν την εγκυρότητα της ερευνητικής του ματιάς, σωστότερα, αμαυρώνοντάς την. Θα αναφέρω εν τάχει μόνο τον πειραιώτη εκπαιδευτικό Γιώργο Βελουδάκη. Ο Γιώργος Βελουδάκης ήταν ένας εξαίρετος εκπαιδευτικός, οικείος και προσηνής σαν άτομο, φιλικός σαν χαρακτήρας, (με τον μεγάλο κάτασπρο μύστακά του πάντα και τα επίσης μεγάλα γυαλιά του) ο οποίος είχε έντονη δραστηριότητα στον πολιτιστικό και καλλιτεχνικό χώρο του Πειραιά. Αν η πειραϊκή μνήμη δεν με απατά,  ασχολούνταν ιδιαίτερα, με τα θεατρικά πράγματα της πόλης. Ωραίος τύπος, δημοκρατικών-αριστερών φρονημάτων, ανοιχτό μυαλό, φίλος πολλών και εκλεκτών λογίων και αξιόλογων «κουλτουριάρηδων» του παλαιού Πειραιά. Πειραιωτών-αντρών και γυναικών-που μετείχαν ενεργά τις δεκαετίες 1975-1985-1995, ίσως και πιο μπροστά λόγο ηλικίας,  στα πνευματικά δρώμενα της πόλης μας.  Από την εκλεκτή αυτή πειραιώτικη συντροφιά, ήρθα σε επαφή με τον καθηγητή των αγγλικών, αν δεν κάνω λάθος, Γιώργο Βελουδάκη. Κατοικούσε μάλλον στην περιοχή της Καλλίπολης. Ο αδερφός του διατηρούσε φροντιστήριο αγγλικών επί της Βασιλέως Γεωργίου και Φίλωνος γωνία τα παλαιότερα χρόνια, όπως έδειχνε η μεγάλη ταμπέλα που ήταν ανηρτημένη στο γωνιακό κτήριο. Ο Γιώργος Βελουδάκης μου έκανε επίσης μνεία για τον Βουδούρη.  Όταν πολύ πρόσφατα προμηθεύτηκα το βιβλίο του «Θέματα της πνευματικής ζωής του νομού Πειραιώς» εκδόσεις Ελληνοσύνη, Den Haag 1979, σελίδες 104 και διάβασα τα σπονδυλωτά δημοσιεύματά του, τις ποικίλες καταγγελίες του για πρόσωπα, βιβλία και εργασίες άλλων πειραιωτών και νικαιωτών, κατάλαβα γιατί ήσαν δυσαρεστημένοι μαζί του οι Πειραιώτες και μη πνευματικοί δημιουργοί. Από τον λόγο του λείπει η σωστή αξιολόγηση, ο μετρημένος σχολιασμός, η πολιτική μη δογματική κρίση, η θέση της απόστασης που οφείλει να έχει ένας ερευνητής που πρόσφερε με τις ερευνητικές του εργασίες στην πόλη. Η συμπλήρωση των κενών που έγινε από τον ίδιο, για πρώτη φορά, αντί να τον ευχαριστεί, του δημιούργησε μάλλον ένα είδος συγγραφικής ανασφάλειας, με αποτέλεσμα να αρνείται να παραδεχτεί ότι υπάρχουν και οι άλλοι, που έχουν προσφέρει στην πόλη. Δηλαδή να το επαναλάβω, δεν είναι θέσεις μετρημένης κριτικής  και άποψης οι απόλυτες και ακραίες κρίσεις που γράφει εναντίον του ποιητή Στέλιου Γεράνη, του Γιάννη Χατζημανωλάκη, του ποιητή και ηθοποιού Γιώργου Μετσόλη, του συγγραφέα Δημήτρη Λιάτσου, του δημοσιογράφου Κώστα Τρίγκατζη, του Ντελόπουλου, του πολιτευτή Νεράντζη, του Ιωάννη Μελά και πολλών άλλων. Στο όνομα ποιανού σκοπού, στου ότι έφερε στην επιφάνεια περισσότερα στοιχεία και πληροφορίες ο ίδιος; Ότι δεν τον αναφέρουν σε κάθε τους εργασία; Είναι αστείοι ισχυρισμοί για έναν ερευνητή συγγραφέα που ανέτρεξε σε τόσες πηγές, είδε τόσους τόμους εφημερίδων και περιοδικών, γνώρισε από κοντά πρόσωπα και καταστάσεις. Το υλικό που έφερε στην επιφάνεια είναι και σημαντικό και βοήθησε την κατοπινή έρευνα για τα Ψευδώνυμα. Επαναλαμβάνω ότι τις σημαντικές εργασίες του, σε αυτές τις εκδοτικά όχι και τόσο καλές αισθητικά εκδόσεις, κάλυψαν οι ιδεολογικές και κομματικές του εμμονές, και με ότι άδικο στόλιζε σε ατομικό επίπεδο τους γύρω του. Οι βιβλιογραφικές εργασίες του Μέλη Βουδούρη, και άλλες του εκδόσεις που δεν γνωρίζω, είναι εξαιρετικές για την εποχή τους. Ακριβείς, εμπεριστατωμένες, τεκμηριωμένες, εξακριβωμένες. Διαρκώς τις εμπλούτιζε. Εδώ εστιάζεται και το δικό μου ενδιαφέρον να δημοσιεύσω ένα Πειραϊκό σημείωμα στην ιστοσελίδα μου. Να αναζητήσω βιβλία και εργασίες του, να τις αγοράσω και να τις φέρω στην επιφάνεια του παρόντος χρόνου, πέρα από το άτομο. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η πόλις είναι μια Κιβωτός, αν διασώσουμε την Κιβωτό θα διασωθούν όλα τα ανάλογα μικρά ή μεγάλα «ζωάκια» της πόλης. Όλοι μας ανήκουμε στην πόλη, με την σημασία που της δίνει ο Αλεξανδρινός στην ποίησή του. Ο κάθε πειραιώτης και πειραιώτισσα στο πόστο που του έταξε η εποχή του και ο χρόνος που έζησε. Η πειραϊκή ψευδογραφία του οφείλει αυτά που του οφείλει.

Το βιβλίο του «Θέματα της πνευματικής ζωής του νομού Πειραιώς» είναι ένα μονόπαντο σπονδυλωτό βιβλίο που περιέχει τις κατά καιρούς παρεμβάσεις και αρνητικούς του σχολιασμούς για εργασίες άλλων. Μάλλον ο τίτλος δεν αντιστοιχεί στο περιεχόμενό του. Στην δεύτερη σελίδα του μέσα σε παρένθεση δίπλα στο ονοματεπώνυμό του υπάρχει η χρονολογία (1939), μάλλον από τις χρονολογίες των δημοσιευμάτων του μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είναι η ηλικία γέννησής του.

Διαβάζουμε:

-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ (1949-1956) ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΠΑΡΝΗ, 3-4,

Επιστολή προς το περιοδικό Το Περιοδικόν μας που καταγράφει 7 πρώτες άγνωστες αυτοτελείς εκδόσεις (βιβλία) του πειραιώτη συγγραφέα, Σωτήρη Λεωνιδάκη. Στο κείμενο  αυτό γράφει ο Μέλης Βουδούρης για την πρόθεσή του «Από τα στοιχεία που συγκεντρώνω για την σύνταξη μιας Πειραϊκής Βιβλιογραφίας, η οποία θα συμπεριλάβη βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες που έχουν εκδοθή στον Πειραιά (ή αλλού) και στους πέριξ Δήμους του Πειραιώς, (-εκδόσεις Πειραιωτών, γηγενών ή-πρώην-δημοτών/κατοίκων της πόλεως και της περιοχής του Πειραιώς)».

-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ (1945-1964) ΣΤΗΝ 17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1944 ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΝΙΚΑΙΑ, 5-11.

Ο Μ. Β. ξιφουλκεί περί πάντων σε επιστολή του στην εφημερίδα «Λαϊκός Λόγος» που εξέδιδε το κκε της κοκκινιάς. Από τα βέλη του δεν γλυτώνει ούτε η «άθλια κινηματογραφική ταινία» των Γεράσιμου Σταύρου και Άδωνι Κύρου. Προφανώς εννοεί το «μπλόκο». Κάθε επιστολή ή κείμενο καταγγελίας συνοδεύεται και από νεότερες σημειώσεις του συγγραφέα.

-Ο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ  Ή  ΦΕΛΛΟΛΟΓΙΚΟΣ  ΔΩΣΙΛΟΓΟΣ ΝΙΚΑΙΑΣ, 12-18. 

Ας μείνει ασχολίαστο.

-ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΚΤΟΡΟΣ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ, 19-25.

 Όχι που θα γλίτωνε από τα κόκκινα αιχμηρά βέλη του ο πειραιώτης μαθηματικός και υπερρεαλιστής συγγραφέας  Έκτωρ Κακναβάτος. Τον έφαγε ο μαρξιστής ήρωας Αχιλλέας. Το κείμενο και τα στοιχεία που προσθέτει για τις πρώτες ξεχωριστές συλλογές των ποιητών αφορά απάντηση σε κείμενο του κριτικού Ανδρέα Καραντώνη.

-ΟΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ Ο Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, 26-32

Σχολιάζονται τα 4 βιβλία του ποιητή και πρώτου καταγραφέα, τεχνοκριτικού του Πειραιά, Κώστα Θεοφάνους. Παρά τρίχα την γλιτώνει ο αριστερός και δημοκράτης αντιστασιακός καλοκάγαθος σαν άτομο Θεοφάνους. Γράφει ο Μ. Β. « Τα τέσσερα αυτά βιβλία (δι)ά του, είναι-παρά τις ελλείψεις-παραλείψεις-ανακρίβειες που επισημαίνονται-εις το σύνολόν των: α) Μια όχι ευκαταφρόνητη, προσφορά εις την πνευματικήν-εκπολιτιστικήν ζωήν του Πειραιώς (και της πόλεως και του νομού), και εις την ιστοριογραφική-χρονικογράφησή της. Β) Μιά, όχι ευκαταφρόνητη, συμβολή εις την ιστοριογράφηση- χρονικογράφηση του θέματος. «Εικαστικές Τέχνες»: πόλη-νομός Πειραιώς και Ελλάδα, της χρονικής περιόδου 1830-1973».

-Η «ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ» ΚΑΙ Η ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ (1971) ΠΟΙΗΤΡΙΩΝ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΓΕΡΑΝΗ, 33-40

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι ο Μ. Βουδούρης δανείζεται τις φράσεις «Αισθητική χειρουργική» από μια «δικαία διαμαρτυρία του φιλόλογου και αξιόλογου ποιητή Σταύρου Βαβούρη…» Επιστολή 23/11/1973 στο περιοδικό Νέα Σύνορα τχ. 25-26/9,12, 1973. Ο Βουδούρης αναφέρεται στις παραλήψεις τεσσάρων ποιητών από τον Στέλιο Γεράνη. Τα ποιητικά έργα των Αντωνίου Γιαλούρη (1874-1945), Νικολάου Παπακόγκου (1918-1947), Γεωργίου Φούτα ( 1920-1940) και Οδυσσέως Χριστοδούλου (1896-1964). Ποιος θυμάται ποιόν!

-Ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΕΡΑΝΗΣ, Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΒΑΝΤΑΣ, Η ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ ΚΑΙ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, 41-70

Αναφέρεται στα λάθη και τις παραλείψεις κατά τον Βουδούρη, της προσωπικής Ανθολογίας για τον Πειραιά που κυκλοφόρησε ο ποιητής Στέλιος Γεράνης, εκδόσεις Στοά. «Ο Πειραιάς και οι ποιητές του, (Μελέτημα και ανθολόγιο)» εκδόσεις Στοά (Πειραιεύς) 1971, σ.σ. 152. Γράφει στην αρχή ο Μ. Βουδούρης: «Αν ο Στέλιος Γεράνης δεν είχε συμπεριλάβει και στίχους μου στην Ανθολογία του, τον βεβαιώνω ότι δεν θα την εσχολίαζα. Επειδή όμως έχει συμπεριλάβει και στίχους του φίλου του, όπως με αποκαλεί, Μ. Βουδούρη, ( η γνώμη μου για τα στιχουργήματά μου του είναι γνωστή’ πάντως τον ευχαριστώ και για την ανθολόγησή και για το επαινετικό αξιολογικό σχόλιό του, αν και για πολλούς λόγους θα ήθελα να με είχε αγνοήσει), αισθάνομαι την ηθικήν υποχρέωση να διαμαρτυρηθώ (και να τον επικρίνω-καταγγείλω) για την εκ μέρους του περιφρόνηση, (αν πρόκειται για άγνοια ακόμη χειρότερα), ενός σημαντικού αριθμού ποιητριών-ποιητών (και μεμονωμένων ποιημάτων) του Νομού Πειραιώς, πού είτε το θέλει ο Στέλιος Γεράνης, είτε όχι, έχουν θέση στις σελίδες του βιβλίου του….». Αναφέρονται μια σειρά από ονόματα ποιητών και ποιητριών της εποχής.  Να προσθέσω ακόμα έναν από τους επαναλαμβανόμενους απαξιωτικούς του σχολιασμούς, για τον Γ. Χατζημανωλάκη: βλέπε παραπομπή της σ. 49: «Και ο Α. Ν. Γιαλούρης, δεν μνημονεύεται στην ψευδομελέτη του αφιλολόγητου ανερμάτιστου Γιάννη Χατζημανωλάκη: «Η θάλασσα στο έργο των Πειραιωτών λογοτεχνών» (Πειραιεύς 1969), σ.σ. 1-16. Ανάτυπο από την εφημερίδα «Χρονογράφος», Πρωτοχρονιά 1969.

Δείξε μου τον φίλο σου, να σου που τι πολιτικά κουπόνια να μην αγοράσεις.

Ο δε δημοσιογράφος και ποιητής Σώτος Α. Σκούταρης (Μ. Ασία 1913-Νίκαια 1944), παρά του ότι αποδελτιώνονται και καταγράφονται κείμενά του, καλύτερα να μην γράψω για ποιόν πολιτικό έχει συνθέσει ποίημα. Θα βαρυστομαχιάσουμε με τα Μεταξικά.

-Ο Γ. Ε. ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗΣ, Ο Δ. Π. ΛΙΑΤΣΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ (1923-1973) ΤΗΣ (ΝΕΑΣ) ΚΟΚΚΙΝΙΙΑΣ-ΝΙΚΑΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (1835-1973). 70-77

Γιαυτό σου λέω Πάμε, Πάμε να φύγουμε από εδώ και μην ρωτάς που ΠΑΜΕ που λέει και το γνωστό σύνθημα.

-Η ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, 78-79.

Τι να πούμε τι να σχολιάσουμε!!!!

-ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΟΛΟΓΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ ΓΕΡΑΝΗΣ, 88-88

Άμα σε βάλει στο στόχαστρο μαρξιστής κυνηγός δεν γλιτώνεις με τίποτα και ας είσαι και ομοϊδεάτης κόκκινος σύντροφος. Την έβαψες σε όλες τις Διεθνείς συνεδριάσεις.

-ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ (1975) ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΓΕΡΑΝΗ (1920) ΠΡΟΣ ΤΟΝ Μ. ΒΟΥΔΟΥΡΗ (1939), 89-97.

Δημοσιεύεται μια μειλίχια και σοβαρή απαντητική επιστολή, ενός μετρημένου ποιητή όπως ήταν ο Στέλιος Γεράνης στο περιοδικό ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ του Δημήτρη Βαλασκαντζή. Ο Γεράνης όχι μόνο τεκμηριώνει τις θέσεις και επιλογές του, αλλά και δεν αρνείται να παραδεχτεί την βοήθεια στην συγκέντρωση πληροφοριών που δέχτηκε παλαιότερα από τον παλαιό φίλο του Μ. Βουδούρη. Το τι ανταπαντά ο Μ. Β. ανάγεται στον χώρο της…

-Η ΞΥΠΕΤΗ, (ΝΕΑ) ΚΟΚΚΙΝΙΑ, ΝΙΚΑΙΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ Ο Ι. Π. ΜΕΛΑΣ, 98-100

Όχι που θα γλίτωνε από την αιχμή του δόρατός του ο δικηγόρος και ιστορικός Ιωάννης Π. Μελάς, που έγραψε το τρίτομο έργο «Ιστορία της Πόλεως του Πειραιώς», ένα έργο που μου το έταξε πειραιώτης παλαιός ποιητής φίλος και με γέλασε, παρότι του το είχαν δώσει για να μου το δώσει το έκανε γαργάρα. Του το φυλαώ και ακόμα το περιμένω να το διαβάσω. Μην τάξεις του άγιου κερί και του σαλού βιβλίο.

Τέλος, 101-102, δημοσιεύεται το ΜΙΑ ΜΗΝΥΣΙ ΚΑΙ ΔΥΟ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ».

      Το βιβλίο αυτό του Μέλη Βουδούρη, πού μόλις προχθές το αγόρασα, είναι ένα παράξενο και μάλλον «παραπλανητικό» του τίτλου του μελέτημα. Διαθέτει ένα ανοργάνωτο τεκμηριωμένο και κατατοπιστικό θεματικό υλικό για τον Πειραιά και την Νίκαια, το οποίο χάνεται μέσα σε καταγγελίες και άδικες κρίσεις και απόψεις του συγγραφέα του. Αν εξαιρέσουμε τα επιπόλαια σχόλιά του, θα τολμούσαμε να αντιστρέψουμε τις καταγγελίες του και να σημειώσουμε ότι οι παραλήψεις, τα λάθη, οι εσκεμμένες αναφορές, οι σχολιασμοί του, αφορούν τα βιβλία των τριών ελλήνων κομμουνιστών ιστορικών της νεοελληνικής λογοτεχνίας που γνωρίζω. Γιάννη Κορδάτου, Μάρκου Αυγέρη και Νίκου Παππά, και τις Ιστορίες της Λογοτεχνίας των. Σημαντικές, ουσιαστικές παραλήψεις και αγνοήσεις, που κάποτε οφείλουμε να τις επισημάνουμε.

     Αν ο Μέλης Βουδούρης είχε διαχειριστεί διαφορετικά το πλούσιο υλικό του, θα μας άφηνε μια εξαιρετική ερευνητική εργασία, εν συνόλω, που δεν θα την σκέπαζε η λασποβροχή εναντίον των συγχρόνων του.

     Πάντως, αν και άλλα περίμενα να συναντήσω όταν πήρα στο χέρι μου το βιβλίο και άλλα διάβασα, χάρηκα τον πλούτο των πληροφοριών του και παραπομπών του, διόρθωσα την ημερομηνία γεννήσεώς του, πληροφορήθηκα τις συμμετοχές σε άγνωστα έντυπα πειραιωτών δημιουργών αλλά και του Γιάννη Ρίτσου και άλλων για το έργο «Ο σύντροφός μας Νίκος Ζαχαριάδης», Αθήνα 1945, Κείμενα των Μ. Βουδούρη, Γ. Βελουδή, Κ. Βάρναλη, Α, Βουρνά, Γ. Ρίτσου. Στο οπισθόφυλλο καταγράφονται 10 τίτλοι βιβλίων του συγγραφέα που κυκλοφόρησαν στο εξωτερικό,  ένα του Γιώργη Ζάρκου και ένα του Επίκουρου. Όλα από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΟΣΥΝΗ-DEN HAAG.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Τετάρτη 19/5/2021.