Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2025

Anastasius Gruen, Δύο Ποιήματα

 

ANASTASIUS GRUEN 1806-1876

(A., ALEXANDER GRAF VON AUERSPERG)

Δύο  Ποιήματα

 Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Πότε πιά η λύρα, ποιηταί,

  και σας θε να κουράση

και το παλιό τραγούδι σας,

  το αιώνιο, θα σωπάση;

 

Το κέρας της Αμάλθειας

  καιρός πάει πού εκενώθη!

Σαν ποιός ανθός δεν κόπηκε,

  σαν ποιά πηγή δε ‘σώθη;»

 

-«Όσο του ηλιού το φώς εδώ

  τη λάμψη του σκορπίζει

και μιά ματίτσα ανθρώπινη

  με πόθο το αντικρίζει,

 

όσο ο ουρανός γεννά αστραπές

  και ρίχνει αστροπελέκι

και μιά καρδιά τρεμάμενη

  μπρός στο θυμό του στέκει,

 

όσο γλυκό φώς η ίριδα

  στερνά απ’ τη μπόρα χύνει

και μιά καρδιά εδώ λαχταράει

  φιλίωση κι’ ειρήνη,

 

όσο η νυχτιά τον ουρανό

  με αστέρια ζωγραφίζει

και μιά ψυχή τη ζωγραφιά

  τη νοιώθει, τη γνωρίζει,

 

όσο το φώς του φεγγαριού

  γλυκαίνει ένα θλιμμένο

και του δασού το θρόϊσμα

  δροσίζει κουρασμένο,

 

όσο προβάλλουν άνοιξες

  κι΄ ανθούν τριανταφυλλάκια,

χείλη γλυκά χαμογελούν

  κι’  αστράφτουνε ματάκια,

 

όσο στα μαύρα μνήματα

  φυτρώνει κυπαρίσσι,

δυό μάτια κλαίν και μιά καρδιά

   κοντεύει να ‘ραγίση,

 

τόσο στη γης κι’ η θεϊκιά

  η Ποίηση θα μένη

κι’ οι διαλεχτοί της θα σκορπούν

  τραγούδια ευτυχισμένοι.

 

Και τελευταίος ποιητής

  τη γης θα χαιρετίση

ο τελευταίος άνθρωπος,

  στερνά σαν την αφήση!

 

Την πλάση ακόμα ο Κύριος

  στο χέρι του βαστάζει

σαν νέο κι’ όμορφον ανθό!

  Γλυκά πώς την κοιτάζει!

 

Όταν αυτό το λούλουδο

  θα μαραθή, θα σβήση

κι’ η γης σαν την ανθόσκονη

  ολούθε πιά σκορπίση,

 

τότε και μόνο τότε πιά

  ‘ρωτήσετε με βιάση,

άν το τραγούδι το παλιό,

  το αιώνιο, θα σωπάση!

 

          ΔΥΟ  ΓΥΡΙΣΜΕΝΟΙ

Απ’ τον τόπο των δυό κάποτε κινούνε,

πάν των Άλπεων τον κόσμο πιά να ιδούνε.

Πάει ο πρώτος, γιατί η μόδα το εζητούσε,

μα τον άλλον η καρδιά του τον τραβούσε.

 

Κι’ όταν πίσω στην πατρίδα των γυρίσαν,

οι δικοί των στη στιγμή τους τριγυρίσαν

κι’ αρχινούνε να ‘ρωτούνε τον καθένα:

«Άχ, για πέστε μας, σαν τί έχετε ιδωμένα!»

 

Λέγει ο πρώτος και μαζί και χασμουριέται:

«Σαν τί νάειδα: Πάντα πράματα, πού ξαίρτε!

Είδα ‘ρυάκια, δέντρα, δάση και λαγκάδια,

ουρανό παντού γαλάζιο κι’ ηλίου χάδια.»

 

Λέει κι’ ο δεύτερος παρόμοια, μά η ματιά του

πώς αστράφτει, πώς λαμπραίνει κι’ η θωριά του:

«Άχ, τί ‘ρυάκια, τί δεντράκια και λαγκάδια,

τί γαλάζιον ουρανό κι’ ηλιού τί χάδια!».

Μετάφραση: ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ι. ΛΑΜΨΑ

Ελαχιστότατα

   Τα δύο ποιήματα του αυστριακού φιλελεύθερου πολιτικού, νομικού, ποιητή, συγγραφέα και μεταφραστή, Κόμη Άντον Αλεξάντερ φον Άουερσπεργκ, Λουμπιάνα Σλοβενίας 11 Απριλίου 1806- Γκρατς της Αυστρίας 12 Σεπτεμβρίου 1876, προέρχονται από τον Β΄ τόμο «ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΚΛΑΣΣΙΚΩΝ», εκδόσεις Ιωάννης Δ. Κολλάρος. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα, χ.χ. (1934). Ο ρομαντικός ποιητής θεωρείται ένας από τους πρώτους εκπροσώπους-προδρόμους της πολιτικής ποίησης στον Γερμανόφωνο κόσμο, έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο Anastasius Gruen («Αναστάσιος ο πράσινος»). Με την ποίησή του στηλίτευσε την πολιτική διακυβέρνηση του γνωστού μας ανθέλληνα πολιτικού Μέτερνιχ, ενώ σε άλλες του ποιητικές συλλογές εξύμνησε τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό τον Α΄. Η ποίησή του κινείται μέσα στο κλίμα της ρομαντικής ατμόσφαιρας της αυτοκρατορικής εποχής του, των Φυσιολατρικών Ευρωπαϊκών χρόνων. Κρατά το μέτρο και τον ρυθμό της προνεωτερικής παραδοσιακής στιχουργίας και τεχνικής, διαθέτει λεπτό σαρκασμό, οξύ ειρωνικό βλέμμα, μελαγχολική διάθεση, νοσταλγία και αναπόληση για την απλότητα και αμεσότητα της ζωής των ανθρώπων με το φυσικό περιβάλλον των προηγούμενων αιώνων. Το συναίσθημα και η ανάμνηση υπερισχύει της άτεγκτης λογικής. Η εικονοποιία του διαθέτει έντονο εσωτερικό φωτισμό, χρωματισμούς από όλα τα χρώματα της ίριδος και ο λόγος του πλαστικότητα. Φωτεινά τοπία, ομιχλώδη υγρά δάση και άλση, ειδυλλιακή επαρχιακή ατμόσφαιρα, νηνεμία αλλά και θυελλώδεις άνεμοι, έρημα ακρογιάλια, γαλήνια νερά λιμνών, αγροτικές ασχολίες, μύθοι και θρύλοι προερχόμενοι από την τευτονική γερμανική παράδοση και θρησκευτικές προλήψεις του ηρωικού έπους των «Νιμπελούγκεν». Η ζωή στην Φύση, ανθρώπων και οικόσιτων ζώων, άγριων υπάρξεων που ζούνε ελεύθερα στα πυκνά και υγρά δάση ανυπότακτα από την ανθρώπινη ισχύ, ή μέσα στα βάθη των λιμνών και τα έλη, ακολουθεί τους επαναλαμβανόμενους, αιώνιους ρυθμούς της αδιάκοπα, δίχως σταματημό. Ο βίος και οι επιλογές των ανθρώπων, των αγροτικών πληθυσμών, των επαρχιακών τοποθεσιών, οι αντιλήψεις και συμπεριφορές τους είναι άμεσα εξαρτημένες, αλληλένδετες από τις αλλαγές του φυσικού περιβάλλοντος, των εποχών του χρόνου. Κάθε μία από τις τέσσερες εποχές του έτους με τις διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες και ατμόσφαιρας που καλλιεργούν, ρυθμίζει και ορίζει τους κύκλους ζωής και τον ανθρώπινο χρόνο. Οι αυστριακοί και γερμανοί ποιητές αισθάνονται και ερμηνεύουν την Φύση όπως και οι υπόλοιποι ρομαντικοί δημιουργοί της ευρωπαϊκής ηπείρου. Την αντικρίζουν με το ίδιο βλέμμα που την βλέπουν οι άγγλοι και γάλλοι ρομαντικοί, οι φιλόσοφοι και λόγιοι. Έτσι είναι εύλογο, ότι πέρα από τους ερωτικούς μύθους και πινελιές προερχόμενες από τους συμβολισμούς του ιπποτικού κλίματος, η θεματογραφία της ποίησης του Άντον- Αλεξάντερ Γκρυν περιστρέφεται γύρω από τον εκθειασμό του Φυσικού Τοπίου, μιάς ειδυλλιακής ατμόσφαιρας που θυμίζει τον αρχαίο ποιητή Θεόκριτο και άλλους φυσιολάτρες ποιητές της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας. Η Φύση ακόμα στα μάτια των ανθρώπων αντιμετωπίζεται σαν ένα ενιαίο συμπαγές «καλοκουρδισμένο» μυθικών διαστάσεων Όλον, πριν αρχίσει να «τεμαχίζεται» και να διαμερισματοποιείται σε χρηστικά κομμάτια εκμετάλλευσης από την Επιστήμη και την Τεχνολογία, την Οικονομία, τις άλογες και άκαμπτες δυνάμεις της Λογικής. Ο Κόσμος των Ρομαντικών δεν διάρκεσε πολύ, διοχετεύτηκαν όμως οι αντιλήψεις και θεωρίες τους σε μεταγενέστερα μέσα στην Ιστορία κοινωνικά, πολιτικά ανθρωπιστικών πτυχών κινήματα, και της παγκόσμιας τέχνης υπόγεια επαναστατικά ρεύματα. Ακόμα και στον χαώδη και αναρχικό, πολυδιασπασμένο και πολύπτυχο κόσμο των υπερρεαλιστών, τις πολυφορεμένες ιδεών του προτάσεις και αρχές, στους σύγχρονους και μοντέρνους καιρούς μας, συναντάμε ρομαντικά δροσερά ρυάκια που τον αρδεύουν και κρατούν αναμμένες τις λυχνίες του ανθρωπισμού του.

     Δεν έχω ερευνήσει και έτσι δεν γνωρίζω σε πόσους των παλαιότερων ελληνικών γενεών γερμανόγλωσσους έλληνες ποιητές άρεσαν και τους συγκίνησε η ποίηση του ΓΚΡΥΝ, άλλοτε μεταφράζεται ως ΓΚΡΙΝ, έτσι ώστε να καταπιαστούν με την μετάφραση ποιημάτων του. Πόσες γερμανικές ανθολογίες μεταφρασμένων ποιημάτων του από τα γαλλικά ή αγγλικά (που συνηθίζονταν) κυκλοφόρησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Το σύνολο σώμα των ποιητικών του συλλογών είναι άγνωστο στο ευρύ ελληνικό ποιητικό κοινό, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη που έχουν εκδοθεί τα «Άπαντά» του και έχει προσεχθεί η ποίησή του από ομότεχνους ποιητές. Γνωρίζω μόνο τις μεταφράσεις δύο ποιημάτων του από τον Ν. Οικονόμου. Τα ποιήματα «Στην ακρογιαλιά» και «Το δαχτυλίδι» που διαβάζουμε στο βιβλίο «Ανθολογία Γερμανών Ποιητών», Αθήνα 1922. Και για τα δύο αυτά βιβλία (συμπεριλαμβάνω το δίτομο έργο του Δημητρίου Λάμψα) με μεταφράσεις Γερμανικής, Γερμανόφωνης Ποίησης, για όσους ενδιαφέρονται έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα σημειώματα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

16/2/2025.

ΥΓ. Και μία μικρή διευκρίνηση επειδή μου αναφέρθηκε πρόσφατα, ότι συνομιλούν μαζί μου στο διαδίκτυο. Δεν διαθέτω φεις μπουκ, ίσταγκραμ, τικ τοκ, ούτε ενδιαφέρομαι για άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η όποια δημόσια παρουσία μου γίνεται μέσω της πειραϊκής λογοτεχνικής ιστοσελίδας Λογοτεχνικά Πάρεργα. Φιλοδοξώντας να εδραιώσω εντός και εκτός των Μακρών Τειχών την συνείδηση της Πειραϊκής Λογοτεχνικής Σχολής, ακηδεμόνευτης και ανεξάρτητης από τις άλλες επίσημες λογοτεχνικές σχολές της ελληνικής γραμματείας.             

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

Βασίλης Κρεμμυδάς, Ευρώπη, via ΗΠΑ

 

ΕΥΡΩΠΗ, via  ΗΠΑ

του Βασίλη Κρεμμυδά

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ Τετάρτη 14/10/1998, σ.31

 

      Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολύ μακρινό, ως τις αρχές του αιώνα μας που εκπνέει, ας πούμε, οι οικονομικοκοινωνικές πραγματικότητες δικαιολογούσαν τη διαίρεση της Ευρώπης του χάρτη σε δύο κομμάτια- σε μια Δυτική Ευρώπη ανεπτυγμένη και σε μια Ανατολική καθυστερημένη, παρά την πολύ μεγάλη ανάπτυξη που είχε σημειωθεί στη Ρωσία. Αυτή η ανεπτυγμένη Δυτική Ευρώπη εξακολουθούσε τότε να είναι ο κυρίαρχος του κόσμου, από κάθε άποψη.

          Ακολούθησαν ο ευρωπαϊκός Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Οκτωβριανή Επανάσταση’ η δεύτερη ήταν η απαρχή της διαίρεσης της Ευρώπης σε Δυτική και Ανατολική και στο πολιτικό επίπεδο. Ακόμη όμως οι συνεχώς υψούμενοι δείκτες διείσδυσης του αμερικανικού κεφαλαίου και στην ευρωπαϊκή οικονομία δεν έδειχναν ικανοί να ανατρέψουν τις ισορροπίες και να αμφισβητήσουν την παγκόσμια κυριαρχία της Ευρώπης’ εννοώ την υπεροχή των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών. Το πρώτο μεγάλο γεγονός που έμμεσα επέδειξε την αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής οικονομικής υπεροχής από την αμερικανική οικονομία ήταν η νέου τύπου οικονομική κρίση του 1929.

          Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ανέτρεψε τα πάντα στις παγκόσμιες ισορροπίες-και στην Ευρώπη: όχι μόνον έδωσε την ευκαιρία στις ΗΠΑ να εμφανιστούν ως ο αποφασιστικός πρωταγωνιστής και, τελικά, ως ο μόνος νικητής, αλλά, επιπλέον, το τέλος του βρήκε τις μεγάλες συμμαχικές τους χώρες της Ευρώπης να τους χρωστούν τεράστια ποσά. Το τέλος του, όμως, εσήμανε και την ένταξη της πολιτικής διαίρεσης της Ευρώπης σε Δυτική και Ανατολική.

          Τα λέγω όλα αυτά, για να εξηγήσω ότι έως πριν από δέκα περίπου χρόνια η διαίρεση της Ευρώπης του χάρτη σε Ανατολική και Δυτική οφειλόταν στους πολύ διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και, κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια, στα διαφορετικά πολιτικοκοινωνικά καθεστώτα’ όταν αυτά έπεσαν, αποκαλύφθηκε ότι η διαφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης είχε μεγαλώσει.

          Στο μεταξύ, η παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ στο οικονομικό και εν πολλοίς και στο πολιτιστικό επίπεδο, ή καλύτερα στο επίπεδο της κουλτούρας, τους επιτρέπει να αποφασίζουν και για τη διαίρεση της Ευρώπης και τη συμπεριφορά απέναντί της. Μια νοητή γραμμή, που περνάει από το μέσο της Αδριατικής και συνεχίζει βόρεια, διαιρεί την Ευρώπη και τη συμπεριφορά των  ΗΠΑ απέναντί της: αριστερά από τη γραμμή, στη Δυτική Ευρώπη, οικονομική διείσδυση και πολιτική πίεση δεξιά της η γλώσσα των όπλων, με τη μια ή την άλλη μορφή της, για τον έναν ή τον άλλο λόγο’ υπαρκτό και ανύπαρκτο.

          Το γεγονός ότι σήμερα η μορφή και ο ρόλος της Ευρώπης του χάρτη προσδιορίζονται από τις ΗΠΑ, και όχι από την ίδια, είναι αποτέλεσμα της στάσης της: η Ευρώπη,  εννοώ η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενδιαφέρθηκε έως τώρα να διαμορφώσει τους όρους ενός παγκόσμιου οικονομικού ρόλου, παράλληλου με αυτόν των ΗΠΑ, και όχι να ρυθμίσει τα του οίκου της’ η Ευρώπη δεν έχει κατορθώσει- και είναι πια αμφίβολο αν θα κατορθώσει- να συγκροτήσει μια συνολική ευρωπαϊκή πολιτική, να ορίσει, με απλούστερα λόγια, και να περιγράψει τον εαυτό της’ ένας καθαρά ευρωπαϊκός λόγος, κάτι σαν έναν νέο διαφωτιστικό λόγο, είναι ανύπαρκτος’ οι ΗΠΑ έχουν το δικό τους, που είναι αντιευρωπαϊκός και αντιδιαφωτιστικός.

          ΒΑΣΙΛΗΣ  ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

--

Και από την σελίδα του ΕΚΕΒΙ, αντιγράφουμε:

     Κρεμμυδάς, Βασίλης Ν., 1935-2017

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς γεννήθηκε το 1935 στη Μεσσήνη Μεσσηνίας• εκεί τελείωσε το γυμνάσιο. Το 1959 έλαβε πτυχίο Ιστορίας και αρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1964 έως το 1967 έκανε μεταπτυχιακές σπουδές οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Lyon και στην τότε Ecole Pratique des Hautes Etudes, στο Παρίσι. Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης το 1972 με τη διατριβή "Το εμπόριο της Πελοποννήσου στον 18ο αιώνα". Το 1981 εκλέχτηκε υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών με το βιβλίο "Συγκυρία και εμπόριο στην προεπαναστατική Πελοπόννησο, 1793-1821". Το 1965-1967 διατέλεσε λέκτωρ των νέων ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Lyon. Επί 17 χρόνια εργάστηκε στην ιδιωτική εκπαίδευση (Λύκειο Ζηρίδη και Σχολή Μωραΐτη) και το 1979-1982 δίδαξε ως ειδικός επιστήμων στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Το 1982 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο και το 1987 καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είχε προσκληθεί (professeur invite) δύο φορές σε πανεπιστήμια του Παρισιού. Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της Επιτροπής Τέχνης και Πολιτισμού της Βουλής και διευθυντής της αυτοτελούς δημόσιας υπηρεσίας "Αρχεία Πρωθυπουργού, Υπουργών, Υφυπουργών και της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης". Τα ιδιαίτερα επιστημονικά ενδιαφέροντά του ήταν προσανατολισμένα στις οικονομικές και κοινωνικές πραγματικότητες του τέλους της Τουρκοκρατίας και του ελληνικού 19ου αιώνα και σε ζητήματα της Επανάστασης του 1821 και των πρώτων δεκαετιών του βίου του ελληνικού κράτους.

Έφυγε από τη ζωή στις 12 Νοεμβρίου 2017, σε ηλικία 82 ετών.

--

    Για «Ευρολιγούρηδες» μόνο!    

     Η επιφυλλίδα του έγκριτου ιστορικού Βασίλη Κρεμμυδά (Μεσσήνη 25/9/1935- Αθήνα 12/11/2017) δημοσιεύεται στην σελίδα 3 του «ένθετου» «ΠΑΝΟΡΑΜΑ» της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 1998, στην οποία ο ιστορικός ήταν συνεργάτης. Στον τόμο με τίτλο «Επιφυλλίδες» που κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις Gutenberg, ο κυρός ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς δεν περιλαμβάνει το σύνολο των επιφυλλίδων του. Στην ίδια σελίδα της πολιτικής απογευματινής εφημερίδας, στεγάζονται κάτω από τον τίτλο «Μουσεία χωρίς προμελέτη;» η κριτική εικαστικών τεχνών του τεχνοκριτικού Χάρη Καμπουρίδη, και, η «Θεατρική παιδεία» στην στήλη «Το Πνεύμα του τόνου» του φιλόλογου, κριτικού θεάτρου και θεατρικού δασκάλου μαθητή του πειραιώτη σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη, του Κώστα Γεωργουσόπουλου που  έφυγε πρόσφατα από κοντά μας και έκανε φτωχότερο τον κόσμο του Θεάτρου και έφερε θλίψη στους θεράποντες της πανάρχαιας τέχνης του Θέσπη.

Η επιφυλλίδα του έλληνα ιστορικού ήρθε στην σκέψη μου εκ νέου καθώς προσπαθώ και από την μεριά μου σαν έλληνας και ευρωπαίος φορολογούμενος πολίτης να κατανοήσω όλα αυτά τα παράξενα και ενδεχομένως επικίνδυνα για τις ζωές μας πολιτικά πράγματα που συμβαίνουν στις μέρες μας στην εσωτερική και παγκόσμια πολιτική σκηνή. Με την ανάληψη της εξουσίας του πρώην προέδρου αμερικανού πλανητάρχη, μετά από τις ελεύθερες εκλογές που διεξήχθησαν στην μεγάλη πέραν του Ατλαντικού ήπειρο και τα υψηλά εκλογικά ποσοστά που συγκέντρωσε ο ίδιος και το κόμμα των ρεπουμπλικάνων. Οι πολίτες και οι πολιτικοί παράγοντες του δυτικού και όχι μόνο κόσμου, αισθάνθηκαν ότι κάτι άλλαξε ή πρόκειται να αλλάξει στην διεθνή σκακιέρα, αφήνοντας όμως αναπάντητο το ερώτημα αν η κυβερνητική αυτή αλλαγή θα ήταν υπέρ των συμφερόντων τους και των δικών τους κρατών ή όχι. Τα πρώτα κυβερνητικά διατάγματα που υπέγραψε ο πρόεδρος Ντόλαντ Τραμπ και οι εξαγγελίες του, έδειξαν με τον πλέον ξεκάθαρο και σαφή τρόπο τόσο στους αμερικανούς πολίτες όσο και στους κατοίκους των συμμαχικών Ευρωπαϊκών κρατών ότι η πορεία και οι εξελίξεις στην  παγκόσμια πολιτική σκηνή θα είναι από τούδε και στο εξής παντελώς διαφορετική. Οι ΗΠΑ, στην τρίτη χιλιετία της πολιτικής ιστορίας του ανθρωπίνου γένους παρουσιάζεται, ως η μόνη όπως φαίνεται ηγέτιδα και πανίσχυρη δύναμη του Δυτικού κόσμου. Οι κυβερνητικές του παρεμβατικές αποφάσεις συνάδουν με τις θέσεις και πεποιθήσεις του «να κάνουμε την Αμερική και πάλι μεγάλη και ισχυρή», βρήκε θετική, υποστηρικτική πλειοψηφική ανταπόκριση, αποδοχή από σημαντική μερίδα του εκλογικού αμερικανικού σώματος. Η εξωτερική πολιτική, η διπλωματία και η στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους τους, τις φιλικές, συμμαχικές δυνάμεις της ευρωπαϊκής ηπείρου επανεξετάζονται, επαναπροσδιορίζονται, επανακαθορίζονται σύμφωνα και αποκλειστικά με τα όποια συμφέροντα της ηγέτιδας καπιταλιστικής υπερδύναμης. Το γεγονός αυτό, η εδώ και χρόνια κουρασμένη και κορεσμένη πνευματικά και ασθμαίνουσα πολιτικά διχασμένη γηραιά Ευρώπη, μία ήπειρο υπεύθυνη στην ιστορική της διαδρομή για την αποικιακή της πολιτική και ακόμα πιο υπεύθυνη και υπαίτια των δύο παγκόσμιων πολέμων και της κυοφορίας ακραίων και καταστροφικών ιδεών, φασιστικών κινημάτων στο έδαφός της που την αιματοκύλησαν, με σύγχρονες εκλεγμένες ηγεσίες της προερχόμενες από τους σωλήνες του τραπεζικού συστήματος και της νομικής επιστήμης και μόνο, ή οικογενειακά παραδοσιακά τζάκια, είναι δύσκολο να κατανοήσουν οι Ευρωπαϊκές ηγεσίες και ο Ευρωπαίος στην τελική ανάλυση κάτοικος την πολιτική επιχειρηματική σκέψη ενός μπίζνεσμαν πολιτικού, και μάλιστα, όταν ο συγκεκριμένος δισεκατομμυριούχος αμερικανός πολιτικός δεν προέρχεται από τα παραδοσιακά σπλάχνα του αμερικάνικου νομικού κατεστημένου, αντιμετωπίζει την πολιτική διαχείριση της κυβερνητικής του εξουσίας σαν να ηγείται και διευθύνει τις ατομικές του επιχειρήσεις. Με μοναδική εύλογη φιλοδοξία και στόχο το οικονομικό κέρδος και υπερκέρδος, παραδοσιακές και δοκιμασμένες πρακτικές των καιρών μας στις πτώσεις και ανόδους των δεικτών του καπιταλιστικού συστήματος. Και με το Ευρωπαϊκό μας οικοδόμημα τι γίνεται; Θα αναρωτηθεί εύλογα ο ενεργός ευρωπαίος πολίτης. Μήπως η υπάρχουσα Ενοποίηση όπως βεβιασμένα έγινε δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και δεν ήταν παρά μία πολιτική «φούσκα»; Εξυπηρετούσε άλλες γεωπολιτικές σκοπιμότητες και σχεδιασμούς; Και κατόπιν, πως μπορείς να αφήσεις από έξω από την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση την ισχυρά κρατική οντότητα και αχανή επικράτεια της Μεγάλης Αρκούδας, της Ρωσίας. Όταν οι Ευρωπαίοι δυτικοί ηγέτες των ανοιχτών αστικών δημοκρατιών αποφασίζουν να ενσωματώσουν στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα όλα τα πρώην ανατολικά κομμουνιστικά κράτη που βρίσκονταν κάτω από την κηδεμονία της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης. Τα κράτη και οι εθνότητες που αποσκίρτησαν από αυτήν μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 και το εσωτερικό γκρέμισμα της τότε ανατολικής υπερδύναμης και ο Κόσμος μας έπαψε να είναι διπολικός. Μήπως οι Ευρωπαϊκές πολιτικές αντιμαχόμενες διαρκώς μεταξύ τους δυνάμεις στο διάβα της Ιστορίας, ακολουθούν την λανθασμένη στρατηγική ταχτική του Κορσικανού Μεγάλου Ναπολέοντος, και μεταγενέστερα του Αυστριακού την καταγωγή γερμανού δικτάτορα Φύρερ Αδόλφου Χίτλερ, που θέλησαν και οι δύο αυτές ιστορικές μορφές να κατακτήσουν την αχανή και πλούσια σε υπέδαφος Ορθόδοξη Ρωσία με την ισχύ των όπλων, εκστρατεύοντας στρατιωτικά εναντίον της και όχι με την πολιτική και πολιτιστική διπλωματία; Ο ρεαλισμός και η κυνικότητα της αλήθειας της Παγκόσμιας Ιστορίας στα συμπερασματικά της καθέκαστα, μας έχει φανερώσει ότι η πολιτιστική, πνευματική, καλλιτεχνική διπλωματία, συνήθως δεν είναι παρά ο άλλος Δούρειος Ίππος της εξαγωγής της κυριαρχίας του ενός κράτους προς το άλλο, της μία ηπείρου προς τις υπόλοιπες, όπως και αν μετά βαπτίζεται η ιδεολογική σκοπιμότητα από τις γηγενείς δυνάμεις που την προωθούν. Το παράδειγμα της αμερικάνικης χολιγουντιανής κινηματογραφικής παραγωγής και μουσικής προβολής ως παγκόσμια και μονοδιάστατη πρόταση καλλιέργειας και κουλτούρας, μορφωτικών ιδανικών του σύγχρονου ατόμου, αλλά και γιατί όχι, των πανεπιστημιακών κοινοτήτων και ιδρυμάτων εξαγόμενη παιδεία, «επιβολή» μιας μονοσήμαντης «πολιτικής ορθότητας» και των διχαστικών απαγορεύσεων κάθε άλλης φωνής και περίπτωση εξέτασης ενός παλαιότερου ή νεότερου συμβάντος και κοινωνικών αξιών, ποδηγέτηση της σκέψης, επικροτεί ίσως το ερωτηματικό επιχείρημα που θέτουμε. Τα πάντα πλέον ελέγχονται και «καθοδηγούνται» από μικρές ελίτ, και μας προβάλλονται ως απαραίτητο και αναγκαίο καταναλωτικό και μορφωτικό προϊόν των αναγκών μας. Γενάτε όμως το ζήτημα, πώς μπορεί να αντιμετωπίσει βρισκόμενη η Ευρωπαϊκή ήπειρος ανάμεσα στις συμπληγάδες μέσα στις οποίες είναι εγκλωβισμένη, δίχως τα αναγκαία εφόδια όταν απεμπολεί παραδοσιακές της αξίες και πολιτισμικές αρχές δοκιμασμένες της προϊστορίας της; Ήτανε λάθος ή όχι η πολιτική επιλογή του Ηνωμένου Βασιλείου να εγκαταλείψει το δυσκίνητο ευρωπαϊκό υπερωκεάνιο; Από την μία-η Ευρωπαϊκή ήπειρος- έχει απέναντί της την παραδοσιακά συμμαχική της υπερδύναμη και τα σύγχρονα συμφέροντά της και από την άλλη, τις έτερες περιφερειακές ισχυρές δυνάμεις της Ασίας όπως είναι η Κίνα, η Ινδία και ορισμένες άλλες κρατικές οικονομικά καπιταλιστικές οντότητες της Άπω Ανατολής. Διαθέτει τις αναγκαίες εκείνες πολιτικές δυνάμεις και οικονομικές υποδομές ώστε να αντιμετωπίσει την νέα ιστορική της πραγματικότητα η Ευρώπη; Μήπως πληρώνει τα λάθη και τις επιλογές της των δύο μέτρων και των δύο σταθμών που ακολούθησε μέχρι σήμερα; Έχει ισχυρή και πειστική φωνή, μπορεί να αρθρώσει σύγχρονο συγκεφαλαιωτικό των επιμέρους πολιτισμικών παραδοσιακών μορφωμάτων και των ταυτοτήτων της λόγο η Ευρωπαϊκή ήπειρος, το μωσαϊκό ιστορικής και πολιτιστικής πανσπερμίας των λαών της; ή ανακυκλώνει με στόμφο περασμένα της μεγαλεία όχι και τόσων σίγουρων και σταθερών θεμελίων προσφοράς της εντός των συνόρων της και εκτός. Και, εισερχόμενοι μέσα στους νέους ρυθμούς πραγματικότητας της παγκόσμιας διακυβέρνησης, μήπως οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η κλασική αντιπροσωπευτική δημοκρατία όπως την διδαχτήκαμε από την αρχαία ελληνική αθηναϊκή δημοκρατία του Περικλή έκλεισε τον ιστορικό της κύκλο; Και να δούμε με τι αυτή έχει ή πάει να αντικατασταθεί; Εντέλει, ποιών μηχανισμών είμαστε «πειραματόζωα» της Ιστορίας, της Πολικής ή της Οικονομίας; Μήπως η μέχρι σήμερα εκπαιδευτική και πολιτιστική αγωγή μας βασίζονταν πάνω σε λανθασμένα της ιστορικής κατανόησης θεμέλια; Ποια η αλήθεια της θεωρίας και ποια η αλήθεια του παραδείγματος; Που τελειώνει το σωστικό ψεύδος κατά Πλάτωνα και που η διδαχή των κατά συνθήκη ψευδών του Μαξ Νορντάου; Σίγουρα τέτοιου είδους ερωτήματα δεν θα τα λύσει ούτε ο γράφων ούτε και η μικρή αυτή λογοτεχνική ιστοσελίδα, μόνο μπορεί να ευελπιστεί σε καλύτερες μελλοντικές ανθρώπινες συνθήκες και φυσικά στον τερματισμό των περιφερειακών πολέμων ανά την υφήλιο.  

     Ο Μεσσήνιος ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς, με τις επιστημονικές ιστορικές του εργασίες, διασταύρωσε θα γράφαμε την «καθαρή» επιστήμη της Ιστορίας με τους μηχανισμούς, τους νόμους και τις αρχές της επιστήμης της Οικονομίας, χωρίς κανένα από τα δύο αυτά Επιστημονικά γνωστικά πεδία ερμηνείας της ανθρωπότητας να χάνουν, να  απεμπολούν κάτι από την ερευνητική τους εγκυρότητά τους, την επιστημονική τους ακεραιότητα και την αυτοτέλεια τους. Ο Βασίλης Κρεμμυδάς μας έμαθε-έδωσε, την Ελληνική Ιστορία κατανοητή σαν Παραμύθι. Αν τον κατανόησα σωστά στα διαβάσματά μου μας γνώρισε πτυχές της Οικονομικής Ιστορίας των Μεσαιωνικών Ελληνικών Χρόνων, της Επανάστασης του 1821 και των πρώτων χρόνων του ελληνικού ελεύθερου κράτους, με έναν εύληπτο λόγο, καθαρό και σοβαρό ύφος κατανοητή γραφή και επιχειρηματολογία. Της Οικονομίας όχι ως αυτοτελούς επιστήμης αλλά σε συνάρτηση με τις κοινωνικές και εθνικές διαστάσεις, συσχετίσεις και αλληλεπιδράσεις, διεργασίες, την αμεσότητα των γεγονότων της Ιστορίας. Οι ψυχροί μηχανισμοί της Οικονομίας και οι αριθμητικοί τους δείχτες, τα οικονομικών ενδιαφερόντων και εμπορικών εργασιών και εξαγωγών σχεδιαγράμματα, συνδέθηκαν αρμονικά με τις ιστορικές εξελίξεις που συνέβησαν μέσα στο ελληνικό σώμα και των ελλήνων προερχόμενων από διάφορες γεωγραφικές περιοχές της χώρας ερμηνευτικά πλαίσια. Τα ερευνητικά του ενδιαφέρονταν εστιάζονται στην έρευνα και εξέταση των κοινωνικών και οικονομικών διεργασιών και συνθηκών του Νεότερου Μεσαιωνικού Ελληνισμού. Του Μεσαιωνικού Ελληνισμού κατά την ιστορική περίοδο που αυτός βρίσκονταν κάτω από το ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και μάλιστα, περιφερειακών οικονομικών και εμπορικών κέντρων της Ελλάδας όπως είναι η Πελοπόννησος. Οι ερευνητικές εργασίες του καθηγητή Βασίλη Κρεμμυδά δεν ήσαν κατανοητές και χρήσιμες μόνο σε φιλίστορες αναγνώστες, αλλά σε κάθε έλληνα συνειδητό αναγνώστη πολίτη-πέρα από τους επιστημονικούς και ερευνητικούς κύκλους της επιστήμης της ιστορίας που ενδιαφέρεται, για την εξελικτική ιστορική παράδοση του τόπου μας δίχως εθνικές, θρησκευτικές ή ιδεολογικές προκαταλήψεις. Ζητήματα που θεωρούνται  ταμπού να συζητηθούν ή να φωτιστούν ερμηνευτικά με διαφορετικό τρόπο από το επίσημο εκπαιδευτικό μας σύστημα και διδασκαλίας μας. Ο Νίκος Σβορώνος, ο Φίλιππος Ηλιού, ο Σπύρος Ασδραχάς, ο Βασίλης Σφυρόερας, ο Διονύσιος Κόκκινος, ο Σπύρος Μαρκεζίνης μας έκαναν με τις μελέτες, τα βιβλία και τις εργασίες τους να αγαπήσουμε την Ιστορία και να μην την αντιμετωπίζουμε ως ένα παγερό πεδίο στην αναγνωστική μας ευχαρίστηση και εξέταση της ελληνικής μας ιδιοπροσωπείας και του χαρακτήρα της ταυτότητας της παράδοσής μας. Την Ιστορία όχι ως αυτόνομο παραχθέν προϊών περασμένων ιστορικών και άλλων γεγονότων εχόντων σχέση αποκλειστικά τους «καθαρόαιμους» Ιστορικούς και τις διάφορες Σχολές τους.  Αλλά την Ιστορία-αν δεν λαθεύουμε- που φώτισε τομείς έρευνας και πλευρές της ελληνικής ποίησης, πεζογραφίας και δοκιμιακής γραμματείας του ελληνικού έθνους. Τα γρανάζια της Ιστορίας, της Οικονομίας και της Μυθοπλασίας συμπλέχτηκαν φέρνοντας ένα επιθυμητό αποτέλεσμα στην κατανόηση των προβλημάτων του Νέου Ελληνισμού.

     Τα κείμενα και τα άρθρα του Βασίλη Κρεμμυδά σε όποιο έντυπο και εφημερίδα και αν δημοσιεύονταν έκαναν εντύπωση, ήταν εποικοδομητική πρόσκληση προς συζήτηση για κάθε ενδιαφερόμενο. Όπως ασφαλώς και άλλων σύγχρονων Ιστορικών ερευνητών και συγγραφέων. Είναι οι σύγχρονοι Έλληνες Επιστήμονες της Ιστοριογραφίας που άνοιξαν τα κλειστά παραθυρόφυλλα της επιστήμης της Ιστορίας και φύσηξε νέο, φρέσκο αεράκι ερμηνείας και πλησιάσματός της, πέρα από τα παλαιά στερεότυπα και κλισέ ερμηνείας της. Κάτι απαραίτητο και αναγκαίο στους σύγχρονους καιρούς μας τόσο για την πατρίδας μας όσο και για εμάς τους Έλληνες, σαν οργανικά αναπόσπαστα μέλη τόσο της Βαλκάνιας όσο και της γενικής Ευρωπαϊκής Ιστορίας και πολιτικού και πολιτιστικού εποικοδομήματος.

      Και δύο ερωτήματα σαν Υστερόγραφο του παρόντος σημειώματος. Πρώτον, αληθεύει ότι μεγάλο ξένο Πανεπιστήμιο προσκάλεσε έλληνα πολιτικό ηγέτη που έφερε το τρίτο μνημόνιο στην χώρας μας πριν λίγα χρόνια, και δεσμευτήκαμε για έναν αιώνα, για να δώσει ομιλίες; Καμ μπακ μαντάμ Μέρκελ, Καμ Μπακ, είναι πολύ νωρίς για να λησμονήσουμε τις ψεύτικές υποσχέσεις του που μας έδωσε για να ανέλθει στην εξουσία, να υπογράψει όσα υπέγραψε, α, και να φτιάξει το Ινστιτούτο-Ίδρυμά του κάτι που πολιτικά φοριέται πολύ τελευταία παγκοσμίως. Και δεύτερον, πιστεύει αλήθεια το σύνολο του πολιτικού μας συστήματος με αυτήν του την δημόσια εμφάνιση στους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε απαντήσεις που δίνουν οι βουλευτές σε πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθμού υποθετικές ερωτήσεις της δημοσιογραφίας, ότι προσφέρουν υπηρεσία στον έλληνα πολίτη; Σε αυτά που υποστηρίζουν και λένε οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι στο Κανάλι της Βουλής μπροστά σε άδεια έδρανα, ή στα ελάχιστα άτομα που παίζουν ή κοιτάζουν το κινητό τους ή χασκογελούν αναμεταξύ τους, (πλείστες φορές τα Θεωρία της Βουλής έχουν περισσότερα άτομα που παρακολουθούν τις συνεδριάσεις από τους 300 επαγγελματίες εκλεγμένους από εμάς εκπροσώπους μας) όταν το παγκόσμιο σκηνικό γύρω μας αλλάζει με τρομακτικές και ιλιγγιώδεις ταχύτητες, ότι με ανούσια προπαγανδιστικά τσιτάτα γίνονται πιστευτοί; Ότι όλοι εμείς τα κουτορνίθια ασπάζονται την επαγγελματική δημοκρατία που μας διατυμπανίζουν; Ότι πιστεύουμε στην ακηδεμόνευτη δικαιοσύνη τους θεσμούς της; Ότι οφείλουμε να αποδεχτούμε την κυβερνητική κανονικότητά τους ή την ακτιβιστική «αερολογία» των αντιπολιτευτικών δυνάμεων; Και έπειτα, αναρωτιόμαστε γιατί εκλέγονται δισεκατομμυριούχοι ως σωτήρες των χωρών τους; Τροχοφόροι της πολιτικής παγκόσμιας τάξης. Κάνουμε λάθος ή μήπως το καράβι λάθος αρμενίζει;

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

14 Φεβρουαρίου 2025.

Του αγίου Υακίνθου εορτάζουμε συν-έλληνες ερωτύλοι, ακούγοντας και σιγοψιθυρίζοντας Μάνο Χατζηδάκι και Λουδοβίκο των Ανωγείων. Έστω και για τις πολύ νεότερες ηλικιακά γενιές, «Σε περίπτωση που….»

           

 

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

Χριστόφορος Μηλιώνης, Περί παίδων αγωγής

 

            Π Ε Ρ Ι  Π Α Ι Δ Ω Ν   Α Γ Ω Γ Η Σ

του Χριστόφορου  Μηλιώνη

εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 1997, σ. 26

      Από τον καιρό που «αποσύρθηκα» από την εκπαίδευση, σπάνια γυρνώ να κοιτάξω πίσω μου. Γι’ αυτό και ελάχιστα απασχόλησα αυτή τη στήλη με θέματα εκπαιδευτικά. Και όχι πως έριξα μαύρη πέτρα. Αλλά δεν θέλω να το κάνω σαν τους παλιούς γυμνασιάρχες που, μετά τη συνταξιοδότησή τους, περνούσαν κάθε πρωί να πιούνε τον καφέ τους «στο γραφείο τους», ώσπου γινόντουσαν βαρετοί. Καλό είναι αυτές οι σχέσεις να μην κακοφορμίζουν.

          Αλλά όπως και να το κάνεις, τριάντα χρόνια δεν φεύγουν  από πάνω σου μ’ ένα σφουγγάρι. Είναι κι οι τελευταίες «μεταρρυθμίσεις» που σε προκαλούν και δεν σ’ αφήνουν ν’ αγιάσεις. Που όλο κυοφορούνται και πάλι οπισθοδρομούν. Που όλο αναγγέλλονται και όλο ανακαλούνται, για να εμφανιστούν ξανά μεταλλαγμένες.

          Εκείνο, λοιπόν, που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση μέσα σ’ αυτή τη βαβούρα είναι ότι όλος ο «προβληματισμός» αρμοδίων και αναρμοδίων περιστρέφεται γύρω από θέματα διαδικαστικά, θα τα έλεγα; Πώς θα περνάνε οι μαθητές από τάξη σε τάξη, πώς και πόσες φορές θα εξετάζονται, πώς θα είναι διατυπωμένες οι ερωτήσεις ώστε να ασκούν την κρίση και όχι τη μνήμη (τι πρωτότυπος προβληματισμός!), πώς θα μπαίνουν στα Πανεπιστήμια. Δεν λέω, πρέπει κι αυτά να ρυθμιστούν.

          Όμως ούτε λέξη για θέματα αγωγής; Πού βρίσκεται- υποθέτω-στον πυρήνα της Εκπαίδευσης;

          Εντύπωση μου έκανε η απάντηση μιας κυρίας-όχι ανώνυμης-στην τηλεόραση, που όταν την ρωτήσανε «τι θα θέλατε να μάθει το παιδί σας στο σχολείο», απάντησε με έκδηλη ικανοποίηση για την ευφυΐα της: «Να μάθει πώς να μαθαίνει!». Τι είδους άνθρωπος θέλει να βγει από το σχολείο, αυτό δεν φαινόταν να την απασχολεί. Αλλά και ποιόν απασχολεί; Δεν ξέρω κανένα φροντιστήριο που να υπόσχεται την παροχή πρόσθετης βοήθειας σε θέματα αγωγής.

          Ξέρω τι θα μου αντιτάξετε: Την αγωγή σήμερα δεν την παρέχει το σχολείο. Διαφωνώ βέβαια, αλλά εντάξει, ας το δεχτώ, και μάλιστα σ’ αυτήν την απόλυτη διατύπωση

          Μπαίνει όμως τότε το επόμενο ερώτημα: Ποιος, σήμερα, την παρέχει; Η οικογένεια μήπως με τους πολυάσχολους γονείς και τους δεσμούς που γίνονται ολοένα και χαλαρότεροι; Οι καφετέριες, όπου καραδοκούν τα βαποράκια; Μήπως η τηλεόραση που περιφέρει τον φακό από έγκλημα σε έγκλημα, με τους εκφωνητές που αγωνίζονται να «μεταφέρουν το κλίμα»- της παράνοιας ή της σήψης-μέσα στα σπίτια μας; Ή τα δεκάδες ιλουστρασιόν έντυπα που περιέχουν τα πάντα σε προκλητικές εικόνες εκτός από οδοδείχτες; Πινακίδες δηλαδή που να δείχνουν τον σωστό δρόμο.

          Δικαίωμά σας βέβαια να ρωτάτε τι σημαίνει σωστός δρόμος κ.λπ. Όμως μην έρχεστε ύστερα και διαμαρτύρεστε για την έλλειψη αξιών και τα παρόμοια. Και μη μιλάτε για κοινωνία παρακμής. Και, τελικά, μη διαμαρτύρεστε όταν τα καρφιά, όπου κάθεστε, αρχίζουν να σας τρυπούν τα πισινά. Όλα εδώ πληρώνονται.

          Ο Χριστόφορος Μηλιώνης είναι φιλόλογος και πεζογράφος.

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ Παρασκευή, 17/10/1997, σελ. 6 της σελίδας «Πανόραμα».

Επιφυλλίδες

Χριστόφορος Μηλιώνης, (Περιστέρι Πωγωνίου του νομού Ιωαννίνων 1932- Αθήνα 5/1/2017).

      Συμπληρώθηκαν στις 5 Ιανουαρίου του 2025 οκτώ χρόνια από την απώλεια του πεζογράφου, δοκιμιογράφου, διηγηματογράφου, μεταφραστή και φιλόλογου Χριστόφορου Μηλιώνη. Ο Χριστόφορος Μηλιώνης υπήρξε μία από τις σημαντικές συγγραφικές φωνές της Β’ Μεταπολεμικής Γενιάς. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και σταδιοδρόμησε ως καθηγητής, γυμνασιάρχης, λυκειάρχης και σχολικός σύμβουλος στην Μέση Εκπαίδευση σε Σχολεία της Ελλάδας και της Κύπρου (1957-1991). Υπήρξε μέλος της επιτροπής, μετά την μεταπολίτευση του 1974, η οποία σχεδίασε τα Σχολικά εγχειρίδια για το Γυμνάσιο και το Λύκειο, «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (1976-1983). Δραστήριος και παραγωγικός πεζογράφος, σημαντική και ενεργητική πνευματική παρουσία, με θετικές παρεμβάσεις στα εκπαιδευτικά κοινά, ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων. Διετέλεσε επίσης, μέλος της εκδοτικής ομάδας των λογοτεχνικών περιοδικών της περιοχής των Ιωαννίνων «Ενδοχώρα» (1959-1967) και «Δοκιμασία» (1973-1974). Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1986) για το βιβλίο του «Καλαμάς κι Αχέροντας», με το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» (2000) για «Τα φαντάσματα του Γιορκ» και Βραβείο πεζού λόγου από το «Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη» (2005). Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το (1954) με το διήγημά του «Για ένα δίκαννο» στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία». Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε το (1961) με τίτλο «Παραφωνία», έκτοτε, είτε με το όνομά του είτε χρησιμοποιώντας τα ψευδώνυμα Κωνσταντίνος Ζήκος, Χάρης Σέκερης, Φ. Μακαρίου, δημοσίευσε και κυκλοφόρησε σημαντικά έργα του από διάφορα είδη της γραφής. Μυθιστόρημα, Διήγημα, Νουβέλες, Δοκίμια και Μελετήματα, Μεταφράσεις αρχαίων κειμένων. Τα βιβλία του Χριστόφορου Μηλιώνη από την πρώτη στιγμή που είδαν το φως της εκδοτικής δημοσιότητας προσέχθηκαν, συζητήθηκαν από τους κριτικούς, αγαπήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό, αποτιμήθηκε θετικά η πολύπλευρη συγγραφική παρουσία του. Πεζά του ανθολογήθηκαν και μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές και βαλκάνιες γλώσσες. Υπήρξε σεμνός και διακριτικός και πάντα καίριος στις πνευματικές και συγγραφικές του παρεμβάσεις. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά και μη περιοδικά και έντυπα, όπως «Γράμματα και Τέχνες», «Η Λέξη», «Το Δέντρο», «Νέα Πορεία», «Ηπειρωτική Εστία», «Κυπριακά Χρονικά», «Ελίτροχος», «Αντί» κ. ά. Δημοσιεύματα και επιφυλλίδες του διαβάζουμε στις «Φιλολογικές σελίδες» της πρωινής εφημερίδας «Η Καθημερινή» και στην απογευματινή «Τα Νέα» από όπου μία επιφυλλίδα του αντιγράφουμε και αναδημοσιεύουμε στην ιστοσελίδα μας, θεωρώντας ότι τα λεγόμενα του πεζογράφου και εκπαιδευτικού Χριστόφορου Μηλιώνη διατηρούν και σήμερα την επικαιρότητά τους και την σημασία τους, τόσο για την εκπαιδευτική κοινότητα όσο και για την ελληνική κοινωνία και την αγωγή των παιδιών της. Σημαντικά ονόματα της κριτικής ελληνικής γραμματείας ασχολήθηκαν με το έργο του όπως: ο Αλέξης Ζήρας, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, η Ελισάβετ Κοτζιά, ο Αλέξανδρος Αργυρίου, ο Γιώργος Δ. Παγανός, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ο Σπύρος Τσακνιάς, ο Παναγιώτης Μουλάς, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και πολλοί άλλοι. Τίτλοι λογοτεχνικών περιοδικών αφιέρωσαν το σύνολο των σελίδων τους στο έργο του. Ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε ένα από τα μελετήματά του αυτό για «ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Σαββάλα το 2002. Ο Δ. Χ. Σκλαβενίτης συνέγραψε και επιμελήθηκε το βιβλίο «Χριστόφορος Μηλιώνης, Χρονολόγιο, εργογραφία, βιβλιογραφία, ανθολόγιο 1954-2002» από τις εκδόσεις Σοκόλη 2003. Πριν δύο χρόνια, οι εκδόσεις Αιγόκερως 2023, σε επιμέλεια του συγγραφέα και ομότιμου καθηγητή Ευάγγελου Γρ. Αυδίκου, εξέδωσαν τον σύμμεικτο τόμο (19 συμμετοχές παλαιότερων  και νεότερων συγγραφέων): «Χριστόφορος Μηλιώνης. Νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην πεζογραφία του». Της σειράς Δυτικά της Πίνδου. Γραφές για λογοτέχνες, Υπεύθυνος και επιμελητής σειράς: Ευάγγελος Γρ. Αυδίκος.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 12/2/2025   

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

Ιακώβος Πολυλάς, Η Ποιητική Μετάφρασις

 

Η  ΠΟΙΗΤΙΚΗ   ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

    του Ιάκωβου  Πολυλά

     Ποιητική μετάφρασις, όσον καλή και αν είναι, έχει μόνον την αξίαν ιχνογραφικής ή χαλκογραφικής αντιγραφής μιάς Παναγίας του Ραφαήλου. Τόσον μικρόν και άχαρι, κατά την γνώμην εξόχου κριτικού του αιώνος μας, είναι το έργον του μεταφραστού. Την κρίσιν ταύτην θα ελέγαμεν υπερβολικώς αυστηράν, εάν δεν εφοβούμεθα μήπως η διαφωνία μας αποδοθή εις την αξίωσιν, ότι ημείς έχομεν αποκτήσει θέσιν μεταξύ των καλών μεταφραστών’ αρκούμεθα να παρατηρήσωμεν μόνον τούτο, ότι των ομηρικών επών η μετάφρασις του Voss, αν και κρίνεται τεχνικώς ελλιπής, έκαμε τον Όμηρον πάγκοινον ψυχαγωγικόν ανάγνωσμα εις την Γερμανίαν, η δε του Μόντη, αν και εις πολλά της μέρη δεν σώζει τον αρχαίον χαρακτήρα, όμως μεταδίδει εις την ψυχήν των ομοεθνών του την ζωήν και το πνεύμα του αθανάτου πρωτοτύπου.

          Βεβαίως αι ποιητικαί μεταφράσεις υποθέτουν αρκετήν φανταστικήν δύναμιν και ενθουσιασμόν, και μόνον όταν μετέχουν των υψηλών τούτων ιδιοτήτων, δεν θεωρούνται πλέον έργα μηχανικά, αλλά καλλιτεχνικά και ικανά να συντελέσουν εις εξημέρωσιν και εξευγενισμόν της γλώσσης, και εις μόρφωσιν της καλαισθησίας, κυρίως όταν, εις την φιλολογικήν απορίαν του έθνους, σπανίζουν τα πρωτότυπα δημιουργήματα. Και τούτο αληθεύει ιδίως όταν μία φιλολογία, καθώς η ιδική μας, μεταβαίνη από την παιδικήν εις την νεανικήν ηλικίαν της, εις την κρίσιμον εκείνην εποχήν, όπου κινδυνεύει να πάθη από μαρασμόν, εάν στερήται αρκετής και εκλεκτής πνευματικής τροφής. Σήμερον δε όταν ήδη πολλοί αισθάνωνται την ανάγκην να δοθή εις την γλώσσαν μας άλλη φιλολογική διαμόρφωσις, συμφωνοτέρα προς την φύσιν της και τον οργανισμόν της, θα ήταν καλόν να εννοήσωμεν, ότι εις την λύσιν του προβλήματος τούτου ολίγον θα ωφελήση η ξερή και ψυχρά θεωρία, έως ού δεν ανευρεθούν και δεν χρησιμοποιηθούν τεχνικώς οι αφανείς θησαυροί της δημοτικής μας γλώσσης, διότι τότε μόνον θα αποδειχθή το ζητούμενον, δηλαδή κατά πόσον αυτή έχει μέσα της την ικανότητα να γίνη όργανον φιλολογικόν. Εάν πιστεύωμεν εις τον προορισμόν της τούτον, άς έχωμεν και το θάρρος να την μεταχειρισθώμεν εις αγώνα με τας μορφωμένας γλώσσας των αρχαίων και των νεωτέρων. (*)

          Εις τούτο αποβλέπει και η προκειμένη μετάφρασις (**). Ηθελήσαμεν, και την φοράν ταύτην, να δοκιμάσωμεν, εάν η γλώσσα μας, οποίαν ημείς την εννοούμεν, δύναται να παρουσιασθή καλοπρόσωπος εις την προσπάθειαν να αντικαταστήση την ωραιότητα εξαίσιου πρωτοτύπου, με το να προσπεράση αβίαστα όσας δυσκολίας απαντά ο μεταφραστής εις την συντομίαν της εις το άκρον συνθετικής γλώσσης των Λατίνων, εις την γλαφυρότητα και εις ακρίβειαν της φράσεως και εις την σοφήν κατασκευήν των διστίχων, όπου η συμμετρία και η χάρις, δύο φαινομενικώς ασυμβίβαστοι ιδιότητες, συνυπάρχουν και αντιβοηθούνται, όπου η τέχνη παρακολουθεί την αφέλειαν και η αφέλεια την τέχνην.

          Το ηρωελεγείον, όπως και όλα τα άλλα μέτρα, επήραν οι Λατίνοι από τους Έλληνας. Το μέτρον τούτο έχει την αρετήν να συνδυάζη με την επικήν μεγαλοπρέπειαν την λυρικήν γοργότητα, ώστε είναι αρμόδιον να εκφράση τάς διαφόρους διαθέσεις της ψυχής. Μη παραδεχόμενοι την κατά την κρίσιν μας, νόθον εισαγωγήν αρχαίων μέτρων εις την νεωτέραν στιχουργίαν, ενομίσαμεν ότι, διά να διατηρήσωμεν τον εξωτερικόν και εσωτερικόν χαρακτήρα του ηρωελεγείου, δυνάμεθα, χωρίς παραβίασιν του κανονικού ρυθμού, να επεκτείνωμεν από δύο συλλαβάς το δεκαπεντασύλλαβων, ώστε ο νέος αυτός στίχος να ανταποκρίνεται προς τον εξάμετρον, και ο δεύτερος, δεκαπεντασύλλαβος, προς τον πεντάμετρον.

(*) Κατά πόσον το δημοτικόν μας ιδίωμα δύναται να ανταγωνισθή προς νεωτέραν φιλολογικήν γλώσσαν μαρτυρεί η εξαισία μετάφρασις του Κορυδαλλού του Shelley (υπό Εφταλιώτη Εστία 1890, τόμ. Α΄, αριθ. 25), αν και ημείς δεν συμφωνούμεν καθ’ όλα με την γλωσσικήν μέθοδον του αξιοτίμου μεταφραστού.

(**) [Πρόκειται για το μετάφρασμα του Γ΄ Ελεγείου του Αλβίου Τιβούλου, που δημοσιεύεται σ’ αυτό τον τόμο στη σειρά «Μικρά μεταφράσματα»]. Σ. 306-307.

          ΙΑΚΩΒΟΣ  ΠΟΛΥΛΑΣ

          ΑΛΒΙΟΥ ΤΙΒΟΥΛΛΟΥ: ΕΛΕΓΕΙΟ Γ΄

Χωρίς εμέ του Αιγαίου τον αφρόν θα σχίσετε, ώ Μεσσάλα’

   είθε και σύ και οι σύντροφοι να μή με λησμονήτε’

στ’ άγνωστα χώματά της ασθενή κρατεί η Φαιακία’

   μή, μαύρε θάνατε, ώ σκληρέ, σ’ εμέ το χέρι απλώσεις’

μή μου το απλώσεις, δέομαι’ σιμά δεν έχω τη μητέρα

   τα κόκκαλά μου αφού καούν να κλείσει στην ποδιά της,

την αδελφήν με μυρ’ ασσυριακά την τέφραν μου να ράνει

   και στην ταφήν μου με λυτές να οδύρεται πλεξίδες’

δεν έχω την Δηλίαν μου’ και αυτή, πρίν με ξεπροβοδήσει,

   όλους, μου είπαν, τους θεούς είχ’ ερωτήσει πρώτα’

τρίτην φοράν τον ιερόν λαχνόν επήρε από το αγόρι,

   και άσφαλτ’ από το τρίστρατο της έφερνε σημεία’

αν κι εδηλούσαν όλα επιστροφήν, τα δάκρυά της ερρέαν,

   και ως πήγαινα τα μάτια της θλιφτά με ακολουθούσαν’

κι εγώ που την εθάρρευα προτού, καθώς εσυνταζόμουν

   ανήσυχος κάθε αφορμήν ζητούσ’ αργοπορίας’

πότε μου πταίαν όρνεα κακά και τέρατα του ολέθρου,

   πότε του Κρόνου η σεβαστή μ’ εμπόδιζεν ημέρα’

πόσες ξεκίνησα φορές κι ενώ το πόδι στο κατώφλι

   σκόνταψε, ώ πόσα θλιβερά προμάντευε η ψυχή μου.

Άς μην αναχωρεί κανείς εάν ο Έρως δεν το θέλει.

   ειδεμή άβουλα θεού πώς κίνησε άς θυμάται.

Τί μ’ ωφελεί στην Ίσιδα θεάν το σέβας σου, ώ Δηλία,

   τα σείστρα εκείνα οπού συχνά τα χέρια σου κρατούσαν;

και τί στον νόμον της πιστή σ’ αγνόν να λούεσαι λουτήρα,

    και μόνη, δε το λησμονώ, σ’ αγνήν να πέφτεις κλίνην;

Τώρα, θεά, γενού σ’ εμέ βοηθός, και πόσα θεραπεύεις

   εικόνες δείχνουν κρεμαστές πολλές είς τον ναόν σου,

αν σου προσφέρει εκείνα οπού για με σου ετάχθηκε η Δηλία,

   στα πρόθυρά σου με λινό μαγνάδι σκεπασμένη,

και κάθε ημέρα δυό φορές, λαμπρή στο πλήθος των Φαρίων,

   με τα μαλλιά της απλωτά να σε δοξολογήσει’

στους πατρικούς Πενάτες μου κι εγώ να φθάσω και να καίω

   εις τον αρχαίον Λάρητα λιβάνι κάθε μήνα.

Πόσο ευτυχούσε ο κόσμος στον καιρόν που κυβερνούσε ο Κρόνος,

   πριν τόσοι δρόμοι απέραντοι παντού την γην ανοίξουν’

δεν είχεν αψηφήσει ακόμ’ η δρυς τα γαλανά πελάγη

   ουδέ πλατιά στον άνεμον τον κόλπον της απλώσει,

ουδέ για κέρδη σ’ άγνωστες στεριές παράδερνεν ο ναύτης,

   ουδέ με είδη ξένης γης, εβάρυνε το πλοίον’

τότε δεν είχε ο ταύρος στον ζυγόν την δύναμίν του σκύψει

   και μήτ’ ο ίππος χαλινόν είχε δαγκάσει ακόμη’

θύραν δεν είχε ανθρώπου κατοικία και στους αγρούς κανένας

   λίθος να δείχνει σύνορα δεν ήταν στυλωμένος’

το δένδρο εις τον αμέριμνον θνητόν εχάριζε το μέλι,

   γάλα γεμάτο πρόσφερνεν η αρνάδα το μαστάρι’

οργή, διχόνοια, πόλεμος, ποσώς δεν ήσαν, και κανένας

   μ’ άπονην τέχνην χαλκουργός δεν είχε κόψει ξίφος’

αλλά στο κράτος του Διός σφαγές, φόνοι, ποτέ δεν λείπουν,

θάλασσα, τώρα, και άπειροι, τώρα, θανάτου τρόποι.

Μή, ώ Πατέρα! Επίορκος εγώ δεν είμαι για να τρέμω,

   ή λόγον πρόφερα ποτέ βαρύν στους Αθανάτους’

αλλ’ αν η Μοίρα εχάραξε ως εδώ το μάκρος της ζωής μου

   τούτ’ άς γραφθούν στο μάρμαρον οπού νεκρόν θα μ’ έχει.

«Εδώ κείται από θάνατον πικρόν σβημένος ο Τιβούλιος

   ενώ παράδερνε παντού στο πλάγι του Μεσσάλα».

Όμως εμέ, του Έρωτος πιστός ως είμαι, θα οδηγήσει

   η Αφροδίτ’ η ίδια στο ηλύσιο περιβόλι’

εκεί δεν παύουν άσματα, χοροί, και ως τύχει σκορπισμένα

   πουλιά με λεπτόν λάρυγγα γλυκά τραγούδια χύνουν’

χέρσος ο αγρός κιννάμωμον γεννά και εις όλα της τα μέρη

   η αγαθή γη τριαντάφυλλα γεμίζει ευωδιασμένα,

και με τ’ αγόρι ανάμικτες γελούν και παίζουν οι παρθένες

   και ο Έρως αδιάκοπα πολέμου πλέκει αιτίες.

Αυτού μένουν εκείνοι, οπού σκληρή ώρα θανάτου επήρε

   απ’ την αγάπην και φορούν όλοι μυρτιάς στεφάνι.

Αλλά τόπος επάρατος βαθιά στο απέραντο σκοτάδι

    στέκει και μαύροι ποταμοί βροντούν ολόγυρά του.

Η Τισιφόνη ξέπλεκη, με οχιές που έχει για μαλλιά της,

    μανίζει και παντού σκορπά των ασεβών τα πλήθη’

στ’ άνοιγμα εμπρός ο Κέρβερος, φριχτός με στόματα δρακόντων,

   ουρλιάζει ανύστακτος σιμά στον χάλκινον πυλώνα’

του Ιξίονος, πού ετόλμησ’ ο ασεβής την Ήραν να πειράξει,

   τα μέλη ο γλήγορος τροχός τ’ αμαρτωλά γυρίζει’

Ο Τιτυός σ’ εννέα πλέθρα γης εξαπλωμένος τρέφει

   με σπλάχνα αιματοστάλακτα το επίμονο γεράκι’

στην λίμνην μέσα ο Τάνταλος σκυφτός την δίψαν του να σβύσει

   το νερό βλέπει ανέλπιστα να σύρεται απ’ εμπρός του,

και οι Δαναϊδες, που σκληρά πολύ στην Κύπριδ’ ανομήσαν,

   ρίχνουν εις στάμνες άπατες τα ύδατα της λήθης.

Αυτού να πέσει, αν είναι, ο πονηρός της ποθητής μου πλάνος,

   πού ευχήθη μες το στράτευμα να φθείρω την ζωήν μου.

αλλά συ μείνε αμόλυντη, ώ καλή, και της αγνής σου γνώμης

   πιστός να στέκει φύλακας εις το πλευρό σου η γραία.

Παραμυθάκια να σου λέγει αυτή, και άμα τον λύχνον στήσει

   από ηλακάτην φουντωτήν μακρύν να βγάζει γνέμα

και η κόρη, ενώ στο έργον το βαρύ προσηλωμένη γέρνει,

   αγάλι από το νύσταγμα το εργόχειρο ν’ αφήνει’

έξαφνα εγώ να φθάσω αυτού, χωρίς προμήνυμα να λάβεις,

   αλλά ουρανόθεν να φανώ στο πλάγι σου σταλμένος’

τότε, όπως νάσαι, με όλες τες μακρυές πλεξίδες ανωκάτω,

   πετάξου εμπρός μου με γυμνό το πόδι σου, ώ Δηλία.

Δόστε, θεοί μου, εκείνο το ιλαρό δροσάτο χαραμέρι

   σ’ εμάς να φέρουν της λευκής Ηούς οι ροδιν’ ίπποι.

                   Albius  Tibullus, σ. 481-483.

 

Παρασχολιάζοντας  

         «Ο Ιάκωβος Πολυλάς έζησε ανάμεσα στην Αθήνα και στην Κέρκυρα, ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ανάμεσα στην αρχαία και στη νέα Ελλάδα, ανάμεσα στον Όμηρο και το Σολωμό και ο άθλος του είναι πώς όντας κατάκορφα της ψυχής του Νεοέλληνας, κατάφερε να ενώσει την Ελλάδα με την Ευρώπη, να αναστήσει την αρχαία μεσ’ απ’ τη νέα Ελλάδα, να φέρει την Κέρκυρα στην Αθήνα και να κάνει πανελλήνιο το Σολωμό. Ο Πολυλάς συνέχισε το οικοδομικό έργο του Σολωμού, το πήρε απ’ τα χέρια του δασκάλου και πάλαιψε με την τολμηρή προσωπικότητά του για να χτίσει τον πνευματικό μας πολιτισμό. Ο Πολυλάς είναι πανελλήνια μορφή αναγεννητή και στον πνευματικό και στον πολιτικό τομέα.»

                        Γιώργος  Βαλέτας

     Στα Σαιξπηρικά σημειώματα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα το τελευταίο διάστημα, μιλώντας για ορισμένες από τις ελληνικές μεταφράσεις των Σονέτων του άγγλου δραματουργού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ που έχουμε διαβάσει, αναφερθήκαμε ακροθιγώς σε ένα μικρό φιλολογικό κείμενο που επανήλθε στη μνήμη μας, σχετικά με την μετάφραση ξένων ποιητικών έργων στην ελληνική γλώσσα. Τίτλος του «κούτσικου» φιλολογικού αυτού κειμένου είναι «Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ» και το υπογράφει ένα από τα πλέον οξυδερκή πνεύματα των ελληνικών γραμμάτων και ενδεχομένως, ο σπουδαιότερος θεμελιωτής της νεοελληνικής κριτικής σκέψης στην πατρίδα μας, μετά την επανάσταση του 1821 και την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους από τον οθωμανικό ζυγό. Ο Κερκυραίος  λόγιος, πολυμαθής κριτικός και διηγηματογράφος, μεταφραστής και εκδότης εφημερίδων, επτανήσιος πολιτευτής- χρημάτισε βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου επί πρωθυπουργίας Χαριλάου Τρικούπη-, ένθερμος, αγωνιστής υποστηρικτής της Ενώσεως της Επτανησιακής πολιτείας με τον κεντρικό κορμό της Ελλάδας, ο γλωσσομαθής Ιάκωβος Πολυλάς (Κέρκυρα 1/10/1825 - 25/7/ 1896). Ο εμβριθής αυτός φιλόλογος και κριτικός που θεωρήθηκε «πρόδρομος» του Γιάννη Ψυχάρη, τον αποκάλεσαν όχι αδίκως και υπερβολικά ο «απόστολος» του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, υπήρξε μαθητής και συνεχιστής του, ερμηνευτής και «εκλαϊκευτής» του, και ήταν και μπορεί ακόμα να είναι, η πρώτη και ίσως «μοναδική» οδός γνωριμίας και αποδοχής μας, ημών των νεοελλήνων με το Έργο του πρώτου της Επτανησιακής Σχολής και πρωτοκορυφαίου της νεοελληνικής λογοτεχνίας Σολωμού. Ιάκωβος Πολυλάς, ένα πνεύμα διαρκώς ανήσυχο πέρα και πάνω από την εποχή του, πολλαπλά δημιουργικό, κριτικά σπινθηροβόλο, καρποφόρο, συνθετικό και αναλυτικό μαζί. Μια προσωπικότητα των ελληνικών γραμμάτων πρωτοπόρα στην εποχή της, μεταφραστής και σχολιαστής, μετέφρασε σε άψογη για τα χρόνια του δημοτική γλώσσα τα εμβληματικά θεατρικά έργα «Τρικυμία» (1855) και «Άμλετ» (1889), του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ συνοδεύοντάς τα με εκπληκτικούς σχολιασμούς και παρατηρήσεις. Οι δύο αυτές κύριες του αξιοπρεπείς μεταφράσεις, από τότε που κυκλοφόρησαν προσέχτηκαν και εκτιμήθηκαν από τους ειδικούς και τους πνευματικούς κύκλους των Επτανήσων και όχι μόνο. Από τα αρχαία ελληνικά μετέφρασε και εξέδωσε ακόμα τα Ομηρικά έπη «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια» (η μετάφραση του Πολυλά υπήρξε μετά την μεταπολίτευση και την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976, διδακτέα ύλη στην μέση εκπαίδευση), ακόμα Λατίνους ποιητές και ορισμένους σύγχρονους όπως μας δείχνουν τα «Μεταφράσματά» του. Διετέλεσε γραμματέας από την ίδρυσή της έως τον τερματισμό των εργασιών της, της Ιονίου Εταιρείας (1860-1864) η οποία είχε σαν στόχο την διάδοση και προαγωγή των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, επίσης ανέλαβε την θέση του αρχισυντάκτη της εφημερίδας «Η Αναγέννηση» που εξέδιδε το ομώνυμο σωματείο στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κέρκυρα. Κατά την διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας υπήρξε μαχητικός δημοσιογράφος και πολιτικός αρθρογράφος. Δημοσιεύματά του, κείμενά και κριτικά του σχόλια, σατιρολογήματα, διαβάζουμε στην σατιρική εφημερίδα «Ο Κώδων», στο φιλελεύθερων πολιτικών θέσεων έντυπο «Ρήγας Φεραίος», και στην επίσης σατιρική εφημερίδα «Βούκινο» την οποία εξέδιδε με την συνεργασία του Γεωργίου Καλοσγούρου. Όμως ο μετριοπαθής Κερκυραίος σοβαρός πολιτικός και υπέρμαχος της χρήσης και υιοθέτησης μιάς Δημοτικής γλώσσας νηφαλιότερου ύφους και εκφραστικής στον δημόσιο λόγο και την συγγραφική τέχνη, μακριά από τις ακραίες γλωσσικές επιθυμίες του μεταγενέστερου Γιάννη Ψυχάρη («Το Ταξίδι») ή τις θέσεις του πειραιώτη Αλέξανδρου Πάλλη («Κούφια Καρύδια») και ορισμένων άλλων «πολιτικά αναρχιζόντων» Δημοτικιστών, του ευρύτερου κλίματος του περιοδικού «Ο Νουμάς», (το γνωστό περιοδικό όργανο των Δημοτικιστών) παρ’ ότι δεν μας άφησε μεγάλο πεζογραφικό έργο, (τρία διηγήματα), ποιητικό (ορισμένα σονέτα) ή μεταφραστικό, όπως ομογνωμούν το σύνολο των μελετητών του, υπήρξε ένας άρτια καταρτισμένος και με ευρεία παιδεία, πολυμαθής έλληνας συγγραφέας, κυρίως κριτικός και θεωρητικός, μελετητής της ελληνικής γραμματείας. Ο προερχόμενος από ευκατάστατο και καλλιεργημένο οικογενειακό περιβάλλον-αν και ορφανός από μικρή ηλικία από πατέρα Ιάκωβος Πολυλάς, θεωρείται όχι αδίκως, ένας από τους επιφανέστερους επτανήσιους δημιουργούς. Ο πολύγλωσσος και πλατειά μορφωμένος Κερκυραίος λόγιος, συμπεριλαμβάνεται ως ο δεύτερος μετά τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό, αρχηγέτης της Επτανησιακής Σχολής. Το κριτικό του έργο και τα ερμηνευτικά του μελετήματα, οι πρόλογοι και οι επιμέλειες του Ιάκωβου Πολυλά, οι θεωρητικές του σοβαρές και οξυδερκείς θέσεις του για την ελληνική γλώσσα και άλλα φιλολογικά ζητήματα που τον απασχόλησαν είναι κάτι σπάνιο για τα ελληνικά γράμματα του 19ου αιώνα. Η πολυμέρεια του χαρακτήρα του, τα πνευματικά του ενδιαφέροντα, η κριτική οξυδέρκεια της σκέψης του, η πολιτική του ακεραιότητα-κατά τα τρία διαστήματα των βουλευτικών του υποχρεώσεων- εκτιμήθηκαν από πολύ νωρίς από τους πνευματικούς κύκλους και διανοουμένους των χρόνων του τόσο της Ιονίου Πολιτείας όσο και της κεντρικής Ελλάδας. Χαρακτηριστική είναι η θετική γνώμη και τα όσα έγραψε για τον Ιάκωβο Πολυλά ο δάσκαλος και ποιητής, πάντα πατρικός συμβουλάτορας Κωστής Παλαμάς και οι επαινετικές κρίσεις άλλων λογίων της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Γράφει μεταξύ άλλων σημαντικών ο Κωστής Παλαμάς (σε γλώσσα όχι Δημοτική) στο «Το έργον του κριτικού» πρωτοδημοσιευμένο στην «Εστία» του 1891, τώρα και στα «Άπαντα» του ποιητή των εκδόσεων «Μπίρη» και στο «ΙΙ Παράρτημα» της έκδοσης των «Κριτικών Κειμένων» του Ιάκωβου Πολυλά, του «Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη» σε επιμέλεια του ομότιμου καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινού, σελίδες 393-406:

«….Αλλά και θα ετύφλωττα προς ουσιώδη, αν παρέλειπα συγχρόνως να ομολογήσω ότι ο Πολυλάς αποτελεί ξεχωριστόν όλως και αξιοθαύμαστον φαινόμενον εν τη φιλολογία της νεωτέρας Ελλάδος’ αμφιβάλλω δε αν και ξένων εθνών αι φιλολογίαι δύνανται να επιδείξουν μεταφραστήν αριστουργημάτων, ούτινος η μεταφραστική εργασία υψούται εις τοιαύτην περιωπήν’ εργασία πρωτότυπος όλως, νέαν γλώσσαν, νέους ρυθμούς και σχεδόν νέαν ποίησιν παράγουσα’ εργασία την οποίαν εμπνέει η φαντασία, αλλά πρό παντός διαφωτίζει ο Λόγος. Διότι, ενώ οι διάδοχοι του Σολωμού εκληρονόμησαν ιδίως το αίσθημα του διδασκάλου και απήχησαν εις τα έργα των την μαγείαν των στίχων του, το έργον του Πολυλά ορμάται εκ της διανοίας και των περί ποιήσεως και τέχνης σκέψεων του ποιητού, των εγκατεσπαρμένων εις τους πεζογραφικούς προλόγους και σημειώσεις του’ ιδεών και σκέψεων τας οποίας αυτός πάλιν ο Πολυλάς εξεκαθάρισε και διεφώτισε και διηρμήνευσε και παρέδωκεν ούτω εις το ελληνικόν κοινόν δια της ωραίας περί Σολωμού μελέτης του, προς ανυπολόγιστον κέρδος των νεοελληνικών γραμμάτων. Ο κ. Πολυλάς είνε κριτικός, κατά την ευρυτάτην σημασίαν της λέξεως’ κατέχει το δώρον του συλλαμβάνειν τας γενικάς εννοίας των πραγμάτων, και η εργασία του δεν είνε ή υψηλή τις απόπειρα προς εφαρμογήν αυτών.». Και συνεχίζει παρακάτω ο Κωστής Παλαμάς: «Η φιλοσοφική ιδιότης του πνεύματος αυτού αναδεικνύεται εις τον αγώνα του τον πολυχρόνιον, τον απεγνωσμένον σχεδόν, της δια της μεταφράσεως των κλασικών αριστουργημάτων διαμορφώσεως της νεωτέρας ελληνικής’ το ότι δεν ωπισθοχώρησε φρικιών πρό της επικρατούσης γλωσσικής αναρχίας, το ότι δεν αφέθη τυφλός να παρασυρθή από την επιβολήν και την έξιν της καθαρευούσης’ το ότι δεν ηρκέσθη εις τον πρωτόγονον τύπον της αφελούς δημοτικής γλώσσης, αλλ’ ωνειροπόλησε και μεγαλοτόλμως ανέλαβε βαθμηδόν δημιουργίαν νέου γλωσσικού τύπου, αξίου της τέχνης και αξίου του εθνους’ το ότι τα αντιτιθέμενα και συγκρουόμενα ταύτα στοιχεία ανέλαβε να συνενώση εις αρμονικόν σύνολον και εκ του χάους να εξαγάγη έναν κόσμον ταύτα πάντα δύνανται να προκαλέσωσι παντοίας αμφισβητήσεως ίσως περί του βασίμου του έργου του και του δυνατού της εφαρμογής του, αλλ’ ουδεμία, κατά την γνώμην μου, συγχωρείται αμφισβήτησις της φιλοσοφικής ευρύτητος και της διαγνωστικής δυνάμεως του πνεύματος αυτού…..».   

Όμως πέρα και πάνω από όλα αυτά τα θετικά και σημαντικά που έχουν γραφτεί, δημοσιευτεί για την προσωπικότητα, τις κριτικές απόψεις και θέσεις, το οξύ πνεύμα και την ριζοσπαστική σκέψης του Ιάκωβου Πολυλά, τις ουσιαστικές απόψεις του για την «φιλολογική μας γλώσσα», την ευστοχία της κριτικής του απάντησης στον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, «Πόθεν η μυστικοφοβία…», την κριτική του των «Ειδώλων» του Εμμανουήλ Ροϊδη και αρκετές άλλες ευσύνοπτες συγγραφικές φιλολογικές εργασίες του,  δίχως να τα παραβλέπουμε ή να τα προσπερνάμε όλα τα άξια λόγου δημοσιεύματά του ως αρχειακά ντοκουμέντα απαραίτητα και χρήσιμα στην γενική «προϊστορία» ή των αρχών της εξέλιξης της καθολικής ιστορίας της ελληνικής γραμματείας, των φιλολογικών μας πραγμάτων τους τελευταίους δύο αιώνες, η συμβολή του Ιάκωβου Πολυλά υπήρξε τεράστια, σημαδιακή και καθοριστική για τα φιλολογικά γράμματα στην πατρίδα μας, όσον αφορά το έργο του εθνικού μας ποιητή και την επιμέλεια και έκδοση, την φροντίδα των «Απάντων» του Διονυσίου Σολωμού. Τα «ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ» στο έργο του Διονυσίου Σολωμού είναι ο αναμμένος ακόμα φάρος  ερμηνείας, που φωτίζει το έργο του. Οικογενειακός φίλος της καλλιεργημένης μητέρας του, ο Ιάκωβος Πολυλάς γνώρισε από τα παιδικά του χρόνια τον Κόντε Διονύσιο Σολωμό, σταθερό επισκέπτη της οικογενειακής του εστίας. Μαθητής του, βοηθός του σε πνευματικά ζητήματα, φίλος και συμπαραστάτης του, επιμελητής και εκδότης των Ευρισκομένων Απάντων του εθνικού μας ποιητή (1859), με τα «Προλεγόμενα» στο συγκεντρωμένο και επεξεργασμένο από τον Πολυλά Σολωμικό έργο, έγινε ο πλέον κατάλληλος για όλους του μελετητές, ερευνητές, γραμματολόγους, φιλολόγους και κριτικούς, ιστορικούς της ελληνικής λογοτεχνίας, ακόμα και ανώνυμους φιλαναγνώστες που θα ήθελαν να ασχοληθούν, να ερευνήσουν, να κατανοήσουν το ποιητικό και υπόλοιπο έργο του Διονυσίου Σολωμού. Ο Πολυλάς ήταν ο «κατάλληλος άνθρωπος», ο επαρκέστατος στην κατάλληλη χρονική στιγμή που έφερε σε επαφή, μας έδωσε τα κατάλληλα φιλολογικά εργαλεία και ερμηνευτικά κλειδιά να γνωρίσουμε και αποδεχτούμε τον Διονύσιο Σολωμό ως τον πρώτο των νεοελληνικών μας γραμμάτων. Ενδεχομένως να ήταν διαφορετική η μοίρα του Σολωμικού έργου δίχως το σοβαρό και αμέριστο ενδιαφέρον και φροντίδα του Ιάκωβου Πολυλά. Τα «Προλεγόμενα» του Ιάκωβου Πολυλά υπήρξαν για αρκετές δεκαετίες και είναι ακόμα ο μόνος φακός ερμηνείας και αποδοχής της Σολωμικής ποίησης. Στου Πολυλά τις εργασίες οφείλουμε την γνωριμία μας και την αγάπη μας, την αποδοχή μας για την ποίηση του Σολωμού, ακόμα και η δική μας γενιά των φιλότεχνων μετά το 1974. Δεν ήταν «Ο Ύμνος» του Σολωμού που μας έφερε σε επαφή μαζί του, και ας ξέραμε απέξω πολλούς του στίχους και ας σιγοψιθυρίζαμε ακολουθώντας τον μουσικό ρυθμό του Νικόλαου Μάντζαρου, ήταν το διάβασμα των «Προλεγόμενων» που μας κοινώνησε με την Σολωμική ποιητή φλέβα και όχι ο άχαρος σχολιασμός των διδασκάλων μας στις σχολικές αίθουσες που, περισσότερο, λειτουργούσαν ως «φερέφωνα» της εθνικής ιδεολογίας της εποχής παρά ως ενημερωμένοι φιλόλογοι. Αν δεν ήταν ο Ιάκωβος Πολυλάς ίσως να μην τον γνωρίζαμε και τον αναγνωρίζαμε όσο του άξιζε του Σολωμού. Χωρίς τα «Προλεγόμενα» του, την επιμέλεια και θέρμη της αγάπης του για το έργο του συμπατριώτη του ποιητή και την ευθύνη που ανέλαβε στην έκδοση ίσως και διάδοση των Απάντων του, η ιστορία της ελληνικής γραμματείας θα είχε άλλη εξέλιξη, άλλο μπορεί αφετηριακό κέντρο αναφοράς και εξέτασης. Ακόμα και σήμερα που οι αναγνωστικές προτιμήσεις μας έχουν αλλάξει, η φιλολογία στον τόπο μας έχει ανοίξει τα φτερά της και έχει αποκτήσει χαρακτήρα κοσμοπολίτικο, τον λυρικό και ρομαντικό Διονύσιο Σολωμό (κατά Γ. Βελουδή) εξακολουθούμε να τον βλέπουμε με την λυχνία που μας τον φώτισε ο Ιάκωβος Πολυλάς και αυτό, δεν πρέπει να το λησμονούμε, παρά τις δεκάδες σύγχρονες μελέτες και καινούργια δοκίμια που έχουν γραφτεί, βιβλία νέων μελετητών που έχουν κυκλοφορήσει για την αξία του Διονυσίου Σολωμού. Πόσο απέχουν οι κρίσεις του Καιροφύλλα για την παρουσία του Δ. Σολωμού από αυτές του Πολυλά είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Η εξεταστική μας πορεία και προβληματική εξαρτήθηκε από την δική του καθαρά οπτική, εύστοχα και ακριβοδίκαια μεταξύ άλλων επαινετικών επιθετικών προσδιορισμών που έχουν δοθεί στον Ιάκωβο Πολυλά θα επικροτήσουμε και τον χαρακτηρισμό του ως ο απόστολος του Διονυσίου Σολωμού και της ποίησής του, του αξίζει, έστω και αν δεν συναντάμε στην δική του πορεία την μεταστροφή του Σαούλ.  Διπλό το κληροδότημα στα ελληνικά γράμματα, (Σολωμός- Πολυλάς) οφειλόμενη τιμή μνημόνευσης στην ανάπτυξη και καλλιέργεια των Σολωμικών Σπουδών για κάθε γενιά νέων ποιητών και λογίων. Είναι και θα παραμείνει ο αναστηλωτής. Απαραίτητα, καρποφόρα εφόδια τα φιλολογικά- κριτικά του σχόλια. Τα ελληνικά γράμματα και ο νεοελληνικός πολιτισμός οφείλουν στον Κερκυραίο λόγιο Ιάκωβο Πολυλά πολλά. Για τους όποιους περισπούδαστους «κακεντρεχείς» αναγνώστες αυτής της ιστοσελίδας ας μας πιστώσουν τον υπερβολικό μας τόνο και τα λεγόμενα, τα αφήνουμε πίσω μας.

     Σ’ ένα παλαιό ολιγοσέλιδο άρθρο του, ο Σολωμιστής καθηγητής κυρός Νικόλαος Β. Τωμαδάκης με τίτλο: «Επτανησιακά φιλολογικά: Ο Πολυλάς ποιητής και σονεττογράφος», βλέπε περιοδικό «Νέα Εστία» τχ.236/15/10/1936, τόμ, 20ος, σ. 1418-1421, αναφέρει σχετικά, αξιολογώντας το έργο του Ιάκωβου Πολυλά, μια δεκαπενταετία πριν την έκδοση των Απάντων του (1950) από τον χαλκέντερο αναστηλωτή Γιώργο Βαλέτα: «Και το μάζεμα σε τόμο της πρωτότυπής του παραγωγής-των τριών σονέττων, των τριών διηγημάτων, των τριών άλλων τραγουδιών κει ελεγείων- των μικρότερων του μεταφράσεων και κάποιων γραμμάτων του φιλολογικών που έτυχε να ιδώ και να νομίσω όχι ανάξια ενδιαφέροντος, δίπλα στο κριτικό του έργο και τις πραγματείες του για τη γλώσσα, θα ‘δινε μια καθολικώτερη ιδέα του έργου του εξαιρετικά περίεργου αυτού επτανήσιου λογίου και στοχαστή, στον οποίον αποκλειστικά οφείλει ο νεοελληνικός πολιτισμός το Σολωμό, ως τον νιώθουμε και σήμερ’ ακόμα, που καμμιά μεταφυσική επιπολαιότητα δεν κατόρθωσε να ερμηνεύση κατά τρόπο διάφορο καλλιτεχνικά και για να ‘μια δίκαιος τα κείμενα του Σολωμού, μαζεμένα, αντιγραμμένα, σχολιασμένα, μεταφρασμένα, καταταγμένα τέλος με το χέρι και την ισόρροπη κρίσι του, κρίσι που ολοένα θα θαυμάζωμε όσο εισχωρούμε και στο μηχανισμό και στην οντότητα του μεγάλου έργου, κρίσι που τη δυνάμωσεν η αγάπη προς το μεγάλο ηθικό ανάστημα του Σολωμού και την έθρεψε η γνώσις, αναντικατάστατη πιά.».

      Συμφωνούν μέχρι σήμερα, δίχως φιλολογικές ενστάσεις- το σύνολο των ελλήνων και ελληνίδων επιστημόνων και έγκυρων ερευνητών, ότι διασώθηκε στην μορφή που το γνωρίζουμε το ποιητικό corpus του Διονυσίου Σολωμού από τον Πολυλά. Κάτω από μιαν άλλη φιλολογική προοπτική και εξέταση,-τα κυκλοφορούντα ήδη ποιήματα- ο ποιητής Κωστής Παλαμάς μας γνώρισε το έργο του έτερου σημαντικού επτανήσιου ποιητή, του άγνωστου στην όψη οικοδιδασκάλου Ανδρέα Κάλβου.  Ο Ιάκωβος Πολυλάς διατηρούσε αλληλογραφία του με άλλους ομοτέχνους του πολύ νεότερούς του, βλέπε την περίπτωση του ήρωα ποιητή Λορέντζου Μαβίλη και άλλων. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και την σημασία τους έχουν-όταν γράφτηκαν στην εποχή τους-, τα κριτικά και φιλολογικά του δοκίμια για την ελληνική δημοτική γλώσσα, την δημοτική μας παράδοση, οι λαογραφικές μελέτες του, τα παραμύθια, το δημοτικό τραγούδι κλπ. Οι ασχολούμενοι γραμματολόγοι με την Επτανησιακή Σχολή (ας δώσουμε δειγματοληπτικά δύο ονόματα, του Γεωργίου Ζώρα και Γιώργου Ανδρειωμένου) ούτε γίνεται ούτε μπορούν να προσπεράσουν το όνομα και το μέγεθός του, ότι συγγραφικά πάνω στην ελληνική φιλολογία μας κληροδότησε, με ότι πλούτισε την σύγχρονη μετεπαναστατική ελληνική κριτική σκέψη, κριτικό θεωρητικό λόγο, την ελληνική διανόηση ευρύτερα.

          Το 1950 ο χαλκέντερος Γιώργος Βαλέτας- ακούραστος αναστηλωτής των «Απάντων» πολλών ελλήνων συγγραφέων, στην σειρά «Νεοελληνική Βιβλιοθήκη κυκλοφορεί σε πρώτη έκδοση τον τόμο ΠΟΛΥΛΑΣ. «ΑΠΑΝΤΑ» Τα Λογοτεχνικά και Κριτικά, αναστύλωσε ο Γ. Βαλέτας, εκδόσεις Ν. Δ. Νίκας, Αθήνα, 1950. Πανομοιότυπη επανέκδοση με συμπλήρωμα από ανέκδοτα έργα κυκλοφόρησε το 1959, σελίδες 520. Ο τόμος είναι αφιερωμένος από τον Ιάκωβο Πολυλά στον φίλο και συνεργάτη του «Μνήμη Γ. Καλοσγούρου». Από αυτήν την έκδοση αντιγράφω το μικρό του φιλολογικό «Ποιητική μετάφρασις» σελ. 306-307 καθώς και την μετάφραση της Γ΄ Ελεγείας, βιβλίο Α΄, σελ. 481-483 του Λατίνου ποιητή Albius Tibullus, μετάφραση που στηρίζει τις θεωρητικές απόψεις του κειμένου του Ιάκωβου Πολυλά. Τον Απρίλιο του 2015 στην Αθήνα, οι εκδόσεις του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη στην σειρά εκδόσεών τους «Νεοελληνική Βιβλιοθήκη», σε φιλολογική επιμέλεια, εισαγωγή και σχόλια του ομότιμου καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινού κυκλοφορεί ο τόμος Ιάκωβος Πολυλάς, «Τα κριτικά κείμενα», σελίδες 470. Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει χτενισμένο γλωσσικά το κείμενο «Ποιητική μετάφρασις», σελ. 239-244.

Συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι στις σελίδες «ΜΙΚΡΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΑΤΑ», του Ιάκωβου Πολυλά της έκδοσης του Γιώργου Βαλέτα, διαβάζουμε και την μετάφραση «ΤΥΡΤΑΙΟΥ: ΠΟΛΕΜΙΣΤΗΡΙΟΝ», το «ΕΛΕΓΕΙΟ ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΕΝΟΣ ΚΑΣΤΡΟΥ» του Φρ. Μάτισσον, και απόσπασμα «ΑΠΟ ΤΟΥΣ «ΤΕΧΝΙΤΕΣ» ΤΟΥ ΣΙΛΛΕΡ». Για όσους ενδιαφέρονται προτείνουμε την καλογραμμένη εργασία του καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο κυρίου Πάνου Καραγιώργου, «Το έργο των Επτανησίων Μεταφραστών» η οποία είναι αναρτημένη στο διαδίκτυο και μπορεί ο καθένας να διαβάσει δίχως να είναι συνδρομητή. Σε αυτήν την συγκεντρωτική, συμπεριληπτική κατάθεση μπορούμε να δούμε τι μετέφραζαν οι Επτανήσιοι, ποια ονόματα και από ποια χώρα και την αντίστοιχη γλωσσική επικράτεια, καθώς και οι της αρχαίας κλασικής γραμματείας και οι λατινιστές.

     Από την έκδοση του ιδρύματος «Κώστα και της Ελένης Ουράνη», και την Εισαγωγή του επιμελητή Θεοδόση Πυλαρινού, στην παρουσίαση «ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΟΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ» σελ. 53-54, διαβάζουμε:

«Στην Εστία ο Πολυλάς δημοσιεύει τρείς μικρές φιλολογικές μελέτες, στις οποίες είναι φανερό το ενδιαφέρον του για θέματα μικρότερης σημασίας, για ψηφίδες που συμπληρώνουν τη θεωρητική και τη γραμματολογική προσφορά του. Θα μπορούσε να τις εκλάβει κανείς ως άτυπες σημειώσεις ή σχόλια των ευρύτερων μελετών ή των δοκιμίων του.

          Το κείμενο του Πολυλά «Ποιητική μετάφρασις», δημοσιεύτηκε το 1891. Είναι ένα σύντομο κείμενο, εισαγωγικό της μεταφραστικής εργασίας του στις ελεγείες του Τίβουλλου’ δοκίμιο για τη θεωρία της μετάφρασης θα το χαρακτηρίζαμε.

          Τονίζει τη σημασία της μετάφρασης ως κειμενικού είδους, το οποίο μεταδίδει το πνεύμα των πρωτότυπων αριστουργημάτων. Τη μετάφραση των απαιτητικών ποιητικών έργων ο Πολυλάς τη συνδέει με τη συνύπαρξη ενθουσιασμού και φαντασίας’ θεωρεί δε ότι οι καλαίσθητες μεταφράσεις αναπληρώνουν μερικώς την έλλειψη πρωτότυπων λογοτεχνικών κειμένων και διαμορφώνουν λεπτά αισθητικά κριτήρια στους αναγνώστες. Δίνει έμφαση στη ζωτική σημασία της γλώσσας της μετάφρασης, ώστε να καταστεί εργαλείο ποιοτικής μετάδοσης, προϋπόθεση της οποίας θεωρεί ακριβώς την καλλιέργεια της γλώσσας. Επενδύει στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της ως μορφωτικού συντελεστή, με το σκεπτικό ότι μπορεί να φέρει τον αναγνώστη σε επαφή τόσο με την αρχαία ελληνική και τη λατινική όσο και με τις γλώσσες των προηγμένων ευρωπαϊκών λογοτεχνών.

          Οι μετρικές του καινοτομίες είναι γνωστές από προγενέστερες μεταφράσεις του, ενώ η τόλμη του υποδηλώνει το ανανεωτικό πνεύμα του. Η χρήση νέων μέτρων στην απόπειρά του αυτή (η εναλλαγή ρν προκειμένω δεκαεπτασύλλαβου με δεκαπεντασύλλαβο) εντάσσεται στη λογική της προσαρμογής στο ήθος της δημοτικής και στην ευρυθμότερη απόδοση της ποίησης του Τίβουλλου».

          Όσον αφορά την περίπτωση του άγγλου δραματουργού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και τα δύο έργα του που καταπιάστηκε να μεταφράσει στα ελληνικά ο Κερκυραίος Ιάκωβος Πολυλάς, αξίζει να διαβάσουμε εκ νέου την μικρότερη σε έκταση «Μελέτη εις την Τρικυμία» και την μακροσκελέστατη «Μελέτη εις τον Αμλέτον». Το Σαιξπηρικό έργο «Άμλετ» όπως αναφέραμε σε προηγούμενη καταγραφή έχει επανεκδοθεί από τις εκδόσεις «Ιδεόγραμμα». Για δε την Αλληλογραφία του Ιάκωβου Πολυλά με τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη, βλέπε και την παρουσίαση της πειραιώτισσας καθηγήτριας Μαρίας Μαντουβάλου, «Ανέκδοτος Αλληλογραφία Πολυλά- Μαβίλη», Αθήνα 1969, στην σειρά «Κείμενα και Μελέται Νεοελληνικής Φιλολογίας». Στην τρίτη κατά σειρά επιστολή του Ιάκωβου Πολυλά από την Κέρκυρα, που αποστέλλει ο επτανήσιος μεταφραστής στον Λορέντζο Μαβίλη που βρίσκεται για σπουδές στη Γερμανία, πληροφορεί τον νεαρό ποιητή Λαυρέντιο για τις διορθώσεις της μετάφρασης, τα προλεγόμενα και τα σημειώματα εις τον «Αμλέτον. Γράφει ο Πολυλάς στο νεαρότερο φίλο και σπουδαστή ήρωα της μάχης του Δρίσκου, ποιητή και μεταφραστή Μαβίλη: «Καταγίνομαι εις τα προλεγόμενα και εις τα σημειώματα εις τον Αμλέτον’ εις την μετάφρασιν έχω κάμει αρκετάς μεταβολές, και τώρα νομίζω ότι θα είναι κάπως presentable.». Ενώ, για την «Μεταφραστική Ηθική του Ιακώβου Πολυλά» αξίζει να διαβάσουμε την χρήσιμη μελέτη του κυρίου Δημητρίου Πολυχρονάκη η οποία δημοσιεύεται στον τόμο «ΑΜΛΕΤΟΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΑΙΚΣΠΕΙΡΟΥ» έμμετρος μετάφραση Ιακώβου Πολυλά, φιλολογική επιμέλεια Μάρας Γιάννη, προμετωπίδα Γιάννης Κυριακίδη, εκδόσεις «Ιδεόγραμμα», Αθήνα, 9, 2000, και για επιπλέον, το αφιερωματικό τεύχος στον Ιάκωβο Πολυλά του διπλού Κερκυραϊκού λογοτεχνικού περιοδικού «Πόρφυρας».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025