Κυριακή 28 Απριλίου 2019

Ο ποιητικός λόγος ενός αντιστασιακού χριστιανού ποιητή


Ο δημοσιογράφος και ποιητής Αντώνης Ζαχαρόπουλος

Τρείς ιππότες
Κι ήτανε μια φορά κι έναν καιρό,
(θυμάμαι που η γιαγιά μου το ‘λεε τότες
σαν παραμύθι τάχα), έναν καιρό,
τρείς ξακουσμένοι αρχόντοι, τρείς Ιππότες.
--
Γκόρο λέγαν τον έναν κι ήταν γίγαντας,
ρήγας σ’ ένα καστέλι του βορρά ΄
για τους εχθρούς , χαμός κάθε του πέρασμα
κι η σπάθα του, όπου πέση, συμφορά!
--
Κι είχε φλάμπουρο μαύρα τα κοντάρια του
κι ανίκητο στρατό, φουσάτα πλήθια ΄
κι είχε το Μίσος στην καρδιά του αχόρταγο
και φίδια χρυσοκέντητα στα στήθια.
--
Γκολφρίδο τον ελέγανε το δεύτερο,
ο άρχοντας ο τρανός σε κάποια χώρα ΄
σαν άνεμος περνούσε στο άσπρο τ’ άτι του
και ξέσπασε στους οχτρούς σαν άγρια μπόρα!
--
Κι είχε νικήσει και Στοιχειά και Δράκοντες,
καλπάζοντας μπροστά παλικαρίσια ΄
τη Δόξα είχε γραμμένη στη σημαία του
και κεφαλή στα στήθια, λιονταρίσια!
--
Κι ο τρίτος, παλικάρι ακόμα αδύναμο,
στη δύναμη δε μοιάζει κανενός ΄
παραμυθένιας χώρας πριγκιπόπουλο,
κι ήτανε τ’ όνομά του, Χριστιανός.
--
Δεν είχε να ιστορήση κατορθώματα
μήτε που είχε νικήσει Δράκο-αράπη!
Σταυρό είχε στα στήθια χρυσοκέντητο
και στην καρδιά είχε κλείσει την Αγάπη!
--
Και σμίξανε κι οι τρείς και ξεκινήσανε,
(μικρό μου αγόρι, μην κοιμάσαι κι άκου!...)
να πολεμήσουν πάν οι τρείς Ιππότες μας,
μακριά, στη χώρα του μεγάλου Δράκου!
--
Κι ήταν ο Δράκος βασιλιάς στους δράκοντες
κι είχε ρημάξει πολιτείες και τόπους,
γκρεμίζοντας βουνά κάτω απ’ τη φτέρνα του
κι έτρωγε κάθε μέρα δέκα ανθρώπους!
--
Ταξίδεψαν οι Ιππότες μας, μερόνυχτα,
πάνω στα φτεροπόδαρά τους άτια
και φτάσανε ΄ κι ο Δράκος τους περίμενε ΄
φωτιές πετούσαν τ’ άγριά του τα μάτια!
--
Πρώτος ο Γκόρος πάει μπροστά του, λέγοντας:
«Το Μίσος, πού στα στήθια μου φωλιάζει,
το μπράτσο μου ας αντριέψη και τη σπάθα μου»,
κι ορμώντας, τ’ άλογό του σπηρουνιάζει.
--
Μά ο Δράκος, ένα βράχο ξεριζώνοντας,
σα μια βροντή το στόμα του τ’ ανοίγει!
Δειλιάζει ο Γκόρος…. Τρομαγμένο τ’ άτι του
πισωπατάει κι όπου φύγει-φύγει!
--
Τότες ορμά ο Γκολφρίδος και φωνάζοντας:
«Του κονταριού μου η Δόξα μεγαλώνει»,
και, φτάνοντας το Δράκο, το κοντάρι του
βαθιά μές στην κοιλιά του το καρφώνει!
--
Ούρλιαξε ο Δράκος κι άφρισε και βρόντηξε,
το στόμα του, ανοιχτό, ξερνάει φαρμάκι ΄
κι αρπάζει τον Γκολφρίδο μες στα νύχια του
και τον ξεσκίζει σαν το κουρελάκι.
--
Κι έμεινε ο Χριστιανός μόνος κι αδύναμος ΄
Το Δράκο να νικήση, ποιος ελπίζει;
Ξεπέζεψε ΄ κατόπι, γονατίζοντας,
τα λόγια τούτα σιγοψιθυρίζει:
--
«Με του Σταυρού τη Χάρη και τη Δύναμη,
με την Αγάπη που ΄χω στην ψυχή μου,
στέκομαι πάντα αγκρέμιστος κι ανίκητος!...
Δώσε, Χριστέ, τη νίκη στο σπαθί μου!»
--
Καβάλησε και χίμηξε σαν άνεμος,
-μπροστά του τα Στοιχειά τρέχουν να φύγουν.
Κι έχει στο χέρι του γιγάντια δύναμη
και το σπαθί του φλόγες το τυλίγουν!
--
Στα στήθια του ο Σταυρός φαντάζει πύρινος ΄
τρέμει μαζί του ο Δράκος να τα βάλη ΄
γυρνάει να φύγη, μ’ άξαφνα σωριάζεται
κι ο Χριστιανός του παίρνει το κεφάλι!
--
Και γίναν πανηγύρια, και χαρμόσυνα
χτυπούσαν οι καμπάνες για το θάμα.
Κι οι ανθρώποι, πού απ’ το Δράκο λευτερώθηκαν,
τον σήκωσαν στα χέρια τους, κι αντάμα
--
θέλησαν να τον κάνουνε και Ρήγα τους,
μ’ αυτός στη μακρινή του πήγε χώρα ΄
και ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα
κι ίσως-ποιος ξέρει;-ζή κι ακόμα τώρα…
…………………….
Και τέλειωσε η γιαγιά το παραμύθι της
κι έλεγε, πρίν ο ύπνος να με πάρη:
«Στοχάσου πώς, κι εσύ, Στοιχειά και Δράκοντες
θα τους νικάς, με του Χριστού τη Χάρη…»
Αντώνης Ζαχαρόπουλος, («Το τραγούδι του παιδιού»)

Σημειώσεις:
Το συγκινητικό ποιητικό παραμυθάκι οι «Τρείς ιππότες», που αντιγράφω πρώτο, στο μικρό αυτό ανθολόγιο της ποιητικής φωνής του Αντώνη Ζαχαρόπουλου, το ερανίστηκα από τον τόμο του ποιητή Νίκου Τυπάλδου, «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» νεοελληνικού χριστιανικού ποιητικού λόγου από το Σολωμό έως το 1973. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας-Αθήνα 1974, σελ.130-133. Ο ποιητής Αντώνης Ζαχαρόπουλος (1922-1985) ανθολογείται και με τα ποιήματα: «Ιεριχώ», «Δαμασκός», «Ιερουσαλήμ», «Σονέτο για μια κοινή ιστορία», «Απολογία», «Οδός Μέρλιν 1943», «Κύπρος», «Το μυρμήγκι ανακάλυψε…», «Αυτό το «μετά Χριστόν». Ο ποιητής εξέδωσε τις εξής συλλογές: «Το τραγούδι του παιδιού (συνεργασία, 1948), «Χιονάνθρωποι» (1951), και «Β΄» (1960), «Σφραγίδες» (συνεργασία 1971). Ελάχιστα στοιχεία κατόρθωσα να βρω για τον χριστιανό και αντιστασιακό ποιητή. Έτσι οι πληροφορίες που συμπληρώνουν τα ανθολογούμενα ποιήματά του, τα αντλώ από έμμεσες πηγές. Δηλαδή από άλλους που τον έχουν ανθολογήσει. Γράφει ο Νίκος Τυπάλδος στο εισαγωγικό του σημείωμα σελ. 26: «Η ποίησή του γίνεται όχι μονάχα βιβλίο, όπως αναρωτιέται ο ίδιος, αλλά και προσευχή και κραυγή και διαμαρτυρία και αγάπη. Ύφος νευρώδες, χωρίς πολλά φραστικά στολίδια».
Δεν θέλησα να κάνω ένα φιλολογικό σημείωμα για τον δημοσιογράφο και ποιητή Αντώνη Ζαχαρόπουλο. Τα ποιήματα που έχω διαβάσει, με συγκίνησαν. Διαθέτουν μια ατμόσφαιρα ανθρωπισμού που εκτείνεται από τον χριστιανικό λειμώνα και φτάνει μέχρι την αριστερά και την αντίσταση. Είναι οι ποιητικές φωνές εκείνες που θα τις ονομάζαμε «χριστιανοκοινωνικές». Που ο λόγος τους, ακουμπά τόσο σε μια θρησκευτικότητα με αδρές υπαρξιακές αποχρώσεις, θρησκευτικότητα πόνου και σιγαλόφωνης θλίψης που είναι ενδεδυμένος με σοσιαλιστικές ανθρωπιστικές αξίες της εποχής τους. Εξομολογητικοί τόνοι διακρίνουν την ποίηση του Αντώνη Ζαχαρόπουλου, ακόμα και στα μικρά του και ευαίσθητα Χάϊ Κου
Αυτό το 
«μετά Χριστόν»,
στην ημερομηνία του θανάτου του,
ακόμα θα το σκέφτεται
ο Ηρώδης
Βλέπουμε ότι στην ποιητική φωνή του Αντώνη Ζαχαρόπουλου, η θρησκευτική σκηνογραφία που προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη αποκτά μια διάσταση αιωνιότητας μέχρι των ημερών μας. Ο ποιητικός αυτός νεοχριστιανισμός ορισμένων ποιητών που προέρχονται από τα σπλάχνα του πολέμου και της κατοχής, των κόλπων της ηρωικής εθνικής αντίστασης, είναι η νέα ερμηνευτική και βίωση της ελληνορθόδοξης παράδοσης. Ένας στοχασμός, που δεν απολήγει στην άρνηση αλλά ούτε ίσως και στην πλέρια αποδοχή της πίστης χωρίς ψήγματα υπαρξιακής αγωνίας και διλημματικού στοχασμού. Ενός ποιητικού στοχασμού που διευρύνει την ορθόδοξη δογματική της πίστης και την κάνει να συναντήσει χωρίς φόβο και επιφυλάξεις την άλλη πλευρά, αυτήν της ερμηνευτικής της ανθρώπινης κοινωνίας, της πολιτικής, και συγκεκριμένα, του αριστερού κοινωνικού στοχασμού και δράσης που δείγματά του και αγωνιστικές πρακτικές του γνωρίσαμε τις περασμένες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα στην Νότια Αμερική με την Θεολογία της Απελευθέρωσης. Αλλά και τα παραδείγματα της Νοτίου Αφρικής με τον ιερωμένο Ντέσμοντ Τούτου, ή λίγο παλαιότερα, δεκαετία 1950-1960,στην Αμερικάνικη Ήπειρο με τον δολοφονηθέντα ηγέτη πάστορα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. "I have a dream".  Στις περιπτώσεις εκείνες που ο χριστιανικός ουμανισμός συναντά τον μαρξιστικό αδελφό του. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ακόμα και ο ιδεαλιστικός κόσμος του Ανδρέα Κάλβου εμφορείται από το πνεύμα του Θεού, εξίσου με τον ρομαντικό κόσμο του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού. 
Ο ποιητικός λόγος των χριστιανών ποιητών μετά την απελευθέρωση από τα ναζιστικά στρατεύματα και την κατοχή στην χώρα μας, μας υπενθυμίζει ότι: «Πνεύμα ο Θεός και όπου θέλει πνέει». Δηλαδή μέσα στις καρδιές και την ποίηση των ανθρώπων. Το ρεύμα του κοινωνικού χριστιανισμού δίνει μια άλλη ανάταση στην ερμηνεία και τον σκοπό της ανθρώπινης ιστορίας και περιπέτειας.
Μια συγκεφαλαίωση της χριστιανικής αγωνίας και υπαρξιακής βιωματικής αναζήτησης στα ελληνικά μας γράμματά είναι ολόκληρο σχεδόν το έργο του ποιητή και συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη. Όπου η στερεότητα και η βεβαιότητα της πίστης έχει αντικατασταθεί με την γονιμοποιό αμφιβολία της. Που είναι εξίσου, μια άλλη μορφή αποδοχή της πίστης. Στα έργα αυτά των χριστιανών και της θύραθεν παιδείας ποιητών και συγγραφέων, ο ήρωας αγαπά με απόλυτη υπευθυνότητα και πιστεύει με βεβαιότητα ευθύνης. Η ριζοσπαστική κοινωνικότητα μετατρέπεται σε οραματική θρησκευτική υποκειμενικότητα. Το δέον γενέσθαι της ανθρώπινης υπαρξιακής ολοκλήρωσης.      
Ο Δημήτρης Σ. Χατζηπέτρος
στην «ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» εισαγωγή Ευάγγελος Ν. Μόσχος, για την Κυπριακή Ποίηση: Αντώνης Πιλλάς, εκδόσεις «Αστήρ»-Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου-Αθήνα 1996, που ανθολόγησε είκοσι δύο χρόνια μετά εκείνη του Τυπάλδου, ανθολογεί τον Αντώνη Ζαχαρόπουλο (1923-1985) και πάλι με τα ποιήματα «ΙΕΡΙΧΩ», «ΔΑΜΑΣΚΟΣ», «ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ», «ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», «ΑΠΟΛΟΓΙΑ»
Τις ποιητικές συνθέσεις, σελίδες 158-164, τις ερανίζεται όπως αναφέρει στην σελίδα των περιεχομένων 637, από την ποιητική συλλογή «Χιονάνθρωποι» Αθήνα 1952. Στο εισαγωγικό σημείωμα «Το Θρησκευτικό  Βίωμα στη Μεταπολεμική μας Ποίηση» ο πειραιώτης δοκιμιογράφος και δικηγόρος Ευάγγελος Ν. Μόσχος τον μνημονεύει μόνο ονομαστικά ανάμεσα στους άλλους έλληνες θρησκευτικούς ποιητές μέχρι το 1995.
ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Άφησα τόσα χρόνια να χαθούν
ψάχνοντας σ’ ακατάληπτα βιβλία ΄
κοινή, θα πεις, ανθρώπινη ιστορία,
που χρόνια οι νικημένοι ανιστορούν.
--
Άφησα τόσα χρόνια κι αντηχούν
τα λόγια μες στην άδειαν εκκλησία,
τη μόνη που απόχτησα σοφία
ήρθαν στεγνά τα χείλη μου να ειπούν,
--
τη γνωστή την πικρή, σαν επωδός
που ακούγεται θριαμβικού παιάνα
το ‘μαθα πώς «ουκ ‘εστιν άλλη οδός»,
--
κι ήπια από την πηγή τη βρυσομάνα,
κι ένιωσα τη χαρά του αναστημένου
ψαύοντας τις πληγές του Εσταυρωμένου…  
Την πρώτη του ποιητική συλλογή την πρόσεξε μεταξύ άλλων και ο ιστορικός της λογοτεχνίας Γιάννης Κορδάτος, ο οποίος στο κεφάλαιο «ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΠΟΙΗΣΗ» της «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» (Από το 1453 ώς το 1961) με πρόλογο του ποιητή Κώστα Βάρναλη, εκδόσεις «ΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ» -Αθήνα 1962 (Ακαδημίας 52 Αθήνα), του αφιερώνει επαινετικές 4 περίπου σελίδες και τον ανθολογεί με ποιήματά του στις σελίδες 724-727. 
Γράφει ο ιστορικός Γιάννης Κορδάτος:
(«Στα 1951 κυκλοφόρησε μια ποιητική συλλογή με τίτλο: «Χιονάνθρωποι». Το όνομα του ποιητή: Αντώνης Ζαχαρόπουλος. Πολλοί από τους φιλολογούντες την πρόσεξαν. Στίχοι απλοί αλλά και μεστοί και ρυθμικοί. Ευχέρεια στον εκφραστικό τρόπο. Πυκνές ιδέες και ρεαλιστικές εικόνες. Ο Ζαχαρόπουλος θυμάται τα περασμένα, τη στρατιωτική ζωή, τη φτώχεια, την καταπίεση του λαού, τους καταχτητές, την Εθνική Αντίσταση, τον εμφύλιο πόλεμο, το Μακρονήσι.
     Θα ξεσηκώσω μερικά από τα τραγούδια του. Να ένα, που επιγράφεται «Οδός Μέρλιν 1943»:
Mein lieber Fritz,
Άδικα περιμένεις.
Θα κουραστείς με μένα, δε λυγίζω ΄
ότι και να μου πεις
δε θα προδώσω.
Ότι κι’ αν σκαρφιστείς
δεν το φοβάμαι ΄
μήτε το πάτημα της μπότας σου
τα δάχτυλά μου,
κι’ αν πεις για το ντουφέκι,
που εσύ τρέμεις μονάχα
στ’ άκουσμά του
διόλου δεν το φοβάμαι.
Σου φαίνεται παράξενο,
mein lieber Fritz.
Τρέμεις μπροστά στο θάνατο
και δεν καταλαβαίνεις
πώς οι άλλοι δεν φοβούνται ΄
τρέμεις μπροστά στο θάνατο
σαν τα παιδιά που τρέμουν το
Δράκο
Εσύ που όλα τα ξέρεις
φαίνεται πώς δεν το’ μαθες ακόμα
πώς πάνε χρόνια τώρα
πού πέθανε ο θάνατος στην Ιερουσαλήμ.
Mein Lieber Fritz,
αδελφέ μου, μη φοβάσαι……..
     Ο ποιητής μαζί με την αγανάχτησή του για τα βασανιστήρια που γίνονται στο ανακριτικό Τμήμα της οδού Μέρλιν εκφράζει και ένα βαθύ ανθρωπισμό. Συγχωρεί και οραματίζεται τη συναδέλφωση με τους χθεσινούς καταχτητές.
     Αλλά η ανθρωπιά του δε βρίσκει κατανόηση. Όλα στο περίγυρό του, έμειναν όπως τα άφησε όπως ήταν πρίν. Οι πολλοί είναι άστεγοι και πεινούν. Οι λίγοι έχουν τα πάντα κι’ οργιάζουν:
Αδερφέ μου
δε βρίσκω ένα κομμάτι γης,
ένα κομμάτι γης
όσο να φτάνει
να χτίσω τ’ όνειρό μου.
Έχω ένα όνειρο,
αδερφέ μου,
και δεν έχω πού να το χτίσω.
Γέμισε ο κόσμος χαλάσματα,
γέμισε ο κόσμος χαμούς,
και παιδικά μάτια δακρυσμένα ΄
γέμισαν οι πολιτείες
κλειστά παράθυρα
κι’ οι δρόμοι
κυνηγημένα βήματα ΄
κι’ είναι ντροπή να τραγουδάς
αδερφέ μου,
να τραγουδάς απλά και ξέγνοιαστα ΄
είναι ντροπή.
………………………………….
Αδερφέ μου,
είμαι ένας ξένος
σ’ έναν κόσμο παράξενο.
Είμαι ένας ξένος
κι’ έχω ένα όνειρο
και δεν έχω που να το χτίσω ΄
κι’ έχω μιά καρδιά
και δεν έχω τι να την κάνω......
     Ο μικρός λαός που θέλει να ζήσει να απολαύσει τη χαρά της ζωής, χτυπάει πόρτες μα τις βρίσκει κλειστές. Αλλ’ αφού κανένας δε γυρίζει να ακούσει τον πόνο μου, το δάκρυ θα το πάρω μοναχός μου:
Κύριε,
είμαι από κείνους
τους «πεινώντας».
Είμαι από τους «διψώντας
την δικαιοσύνην».
Είμαι από κείνους που πίστεψαν στα λόγια σου
για  τους φτωχούς και τους κυνηγημένους.
Σκέψου ό,τι θες για μένα,
όμως των ουρανών η βασιλεία
τόσο μακριά είναι ακόμα,
κι’ εγώ, Κύριε, πεινώ…
Πασχίζω να κρατήσω
τα χέρια μου στην προσευχή δεμένα
και σφίγγονται άθελά μου,
σε γροθιές.
     Άλλαξαν, λέει, ο ποιητής, οι καιροί, η καταπίεση και η εκμετάλλευση έχει βυθίσει τους εργαζόμενους στη φτώχεια και την πείνα:
Εδώ είναι πολιτείες από τσιμέντο,
εδώ είναι πολιτείες δίχως καρδιά.
Εδώ είναι, Κύριε, φάμπρικες
πού θρέφονται με σάρκες….
Είμαι από τα σκουλήκια της ζωής
κι’ είναι χιλιάδες οι φτέρνες.
Είναι χιλιάδες φτέρνες
και δεν μπορώ να πω
πώς «Πράος ειμί»,
Κύριε!
Για μια φορά μονάχα,
Γεννηθήτω το Θέλημά Μου.
     Να και ένα άλλο που το επιγράφει «Γυρισμός από το Μακρονήσι»:
Σήμερα
χτύπησα
την πόρτα του σπιτιού μου
σαν ξένος.
Χτύπησα
την πόρτα του σπιτιού μου
μην τολμώντας
ν’ ανοίξω και να μπώ.
……………..
Η μάνα μου
ρίχτηκε στην αγκαλιά μου
κι’ έκλαιγε
Δεν έλεγε τίποτες,
έκλαιγε μονάχα.
Ύστερα η αδελφούλα μου
ζήτησε να της ιστορήσω
πώς πέρασα
στο… «θαυμαστό» ταξίδι μου.
Ήρθαν και κάποιοι φίλοι
κι’ όλο ρωτούσαν και ρωτούσαν.
…………………
Δεν ήξεραν
πώς πάνε μήνες τώρα
πού έθαψα την καρδιά μου
σε κάποια ρεματιά.
Δεν ήξεραν
πώς έμπηξα ένα σταυρό με τ’ όνομά μου
σε κάποια ρεματιά.
Δεν ήξεραν
για τους μικρούς θανάτους
τους καθημερινούς,
τους ανεπαίσθητους
πού φτιάχνουν ένα θάνατο
χειρότερο από το θάνατο…
Δεν ήξεραν!
      Ο Ζαχαρόπουλος δεν κρύβει τη δυσαρέσκειά του για ό,τι γινόταν στην Αθήνα και σ’ όλη την Ελλάδα κατά το δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Όσοι τυχόν τολμούσαν να πούν τη γνώμη τους και να διαφωνήσουν με την ηγεσία, αμέσως χαρακτηρίζονταν προδότες.
      Παραθέτω το παρακάτω σατιρικό του ποίημα, γραμμένο σε στυλ Καβάφη: Επιγράφεται «Αλεξάνδρεια 33 μ. Χ.- Αθήνα 1951 μ. Χ.»:
Τι εποχή στην Αλεξάνδρεια!
Να μην μπορεί κανείς να ειπεί την γνώμη του,
δίχως να κινδυνεύει
να τον χαρακτηρίσουν ως προδότην
(τώρα από προδοσίες άλλο τίποτε).
Αν πεις πώς το παράκαμεν ο Αντώνιος
με τους διεφθαρμένους έρωτάς του
ξεχνώντας τα συμφέροντα της πόλεως
στους κόρφους της εκφύλου βασιλίσσης μας,
τότε θα ειπούν πώς είσαι του Οκτάβιου
και, βέβαια, πρέπει να τιμωρηθείς.
Αν, πάλι, ειπείς (γιατί έχεις γνώμη ελεύθερη
και δύνασαι να σκέπτεσαι όπως θέλεις)
πως θα μπορούσεν δίχως εκστρατείες
και στόλους και θυμούς να συμβιβάσει
τα πράγματα ο Οκτάβιος και πως
από φιλοδοξία και μόνον το έκαμεν
(τους μάθαμε δα πλέον τους Ρωμαίους!)
τότε θα ειπούν πώς είσαι του Αντωνίου
και πρέπει να φοβείσαι ΄
βρίθουν, άλλωστε, οι δρόμοι κατασκόπων…
     Ο Ζαχαρόπουλος είναι «δυσαρεστημένος». Ειν’ απ’ αυτούς που είδαν τις ελπίδες τους να διαψεύδονται.

Στο ανώνυμο λήμμα της «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» του Χάρη Πάτση τόμος 6ος, σελ. 615, αναφέρονται τα εξής:
Ζαχαρόπουλος Αντώνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1923. Σπούδασε χημικός, αλλά ασχολήθηκε συγχρόνως και με την δημοσιογραφία. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Χιονάνθρωποι» Α΄ (1952) και Β΄ (1960) και μετέφρασε στα ελληνικά τον «Φόνο στην Μητρόπολη» του Έλιοτ. Η ποίησή του εντάσσεται στην θρησκευτική. Ανθολογείται με τα ποιήματα «ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ», «ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 33 μ.Χ.-Αθήναι 1951 μ.Χ.», «ΔΑΜΑΣΚΟΣ».
Ένα γενικό μάλλον οργανωμένο εκδοτικά πληροφοριακό σημείωμα αναφέρεται στο τρίτομο έργο του Νίκου Παπαδημητρίου, «ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΪΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» εκδόσεις «Παγκόσμιος Εκδοτικός Οργανισμός Χρήστος Γιοβάνης-Αθήνα 1985. Στον τρίτο τόμο και στις σελίδες 79-82, αναφέρονται τα εξής:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ 1922-1985
Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη.
Εγκατέλειψε τη Χημεία κα σπούδασε και έγινε επαγγελματίας δημοσιογράφος αμέσως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αφού προηγουμένως κατά τη διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής είχε λάβει ενεργό μέρος στην εθνική αντίσταση. Μέχρι το θάνατό του εργάστηκε ως συντάκτης γραφείου, σχολιαστής και μεταφραστής στις εφημερίδες «Ελευθερία», «Αθηναϊκή», «Έθνος», «Τα Νέα» κ. ά., καθώς και σε διάφορα περιοδικά και άλλα έντυπα ως τακτικός ή έκτακτος συνεργάτης.
     Σε όλα σχεδόν τα χρόνια της δημοσιογραφικής του σταδιοδρομίας απασχολήθηκε  στον τομέα των «εξωτερικών ειδήσεων» και του «ξένου Τύπου» και σύντομα αναδείχθηκε σε επιτελικό στέλεχος του κλάδου του σε διάφορες εφημερίδες στις οποίες εργάστηκε κατά διαστήματα. Ενημερωμένος πάντοτε στις διεθνείς εξελίξεις και προικισμένος με αλάνθαστο δημοσιογραφικό αισθητήριο, χειρίστηκε με υπευθυνότητα την ειδησεογραφία μεγάλων γεγονότων σε παγκόσμια κλίμακα και σχολίασε τις κατά καιρούς ανακατατάξεις στις διάφορες χώρες με επιτυχείς εκτιμήσεις, επισημάνσεις και προβλέψεις. Με τις ίδιες ικανότητες επισκοπούσε τα δημοσιεύματα των ξένων εφημερίδων και περιοδικών από τα οποία συνέθεσε για τον αθηναϊκό Τύπο ενημερωτικές αναλύσεις πάνω στα διεθνή επικαιρότητα.
     Από την αρχή της καριέρας του εργάστηκε στην εφημερίδα «Ελευθερία» που κυκλοφόρησε στα χρόνια της ιταλογερμανικής κατοχής και συνέχισε την έκδοσή της και μετά την απελευθέρωση υπό την διεύθυνση του Πάνου Κόκκα. Προϊστάμενος του τμήματος «εξωτερικών ειδήσεων» της εφημερίδας μέχρι τη διακοπή της έκδοσής της την επομένη του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967, έγραψε και δημοσίευσε παράλληλα, διπλωματικές και πολιτικές επισκοπήσεις, άρθρα και σχόλια για τις διεθνείς εξελίξεις. Εργάστηκε, επίσης, επί πολλά χρόνια στο «Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων», στον ίδιο τομέα και σε επιτελικές θέσεις. Πραγματοποίησε, τέλος, δημοσιογραφικές αποστολές σε διάφορες χώρες της Βαλκανικής, της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής και κάλυψε διεθνείς διασκέψεις και συναντήσεις.
     Στη Λογοτεχνία εμφανίστηκε από νέος με ποιήματα, πεζογραφήματα, κριτικές και δοκίμια σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά και άλλα φιλολογικά έντυπα. Έχει αξιολογηθεί κυρίως στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης και τα κείμενά του, διαποτισμένα από τις ανησυχίες του σύγχρονου ανθρώπου, διακρίνονται για την ευαισθησία, την μουσικότητα και την τεχνική τους αρτιότητα. Ακόμα και για τον συμβολισμό τους που μέσα από ιστορικές αναδρομές εκφράζει και ερμηνεύει σημερινές ανθρώπινες αναζητήσεις και αγωνίες, με την αισθαντικότητα ενός «αληθινού»-όπως τον χαρακτήρισε κάποτε ο Κώστας Βάρναλης-ποιητή.
     Εκτός από τη μία ποιητική συλλογή του που έχει εκδοθεί, ποιητικά και πεζογραφικά κείμενά του παραμένουν ανέκδοτα ή δημοσιευμένα σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια. Σε μια προσπάθεια της γυναίκας του Φωτεινής Α. Ζαχαροπούλου να εκδοθούν τα ανέκδοτα έργα του, κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του ένας τόμος με διηγήματά του. Το συγγραφικό του έργο συμπληρώνουν  οι μεταφράσεις του από τα αγγλικά των βιβλίων «Φόνος στη Μητρόπολη» του Τ. Σ. Έλιοτ και «Καλοκαιριάτικη μπόρα» του Ε. Π. Κάλντγουελ. Κείμενά του και σχόλια για το έργο του έχουν καταχωρηθεί σε πολλές ανθολογίες και ειδικές λογοτεχνικές εκδόσεις.
Έργα: «Χιονάνθρωποι» ποιήματα (1952). «Ερρίκος ΙΧ και άλλα διηγήματα» (1988)
Ανθολογείται με τα ποιήματα: «ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ», «Η ΝΥΧΤΑ», «ΑΠΛΟ… ΠΟΛΥ ΑΠΛΟ», «ΟΔΟΣ ΜΕΡΛΙΝ 1943», «ΑΠΟΨΕ ΑΚΟΥ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ».
ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ
Το τραίνο
που διάβηκε κι απόψε απ’ το χωριό
και βιαστικό δεν στάθηκε,
μόνο που άφησε φεύγοντας
στα μάτια τα χωριάτικα
κάτι λευκά, αργοσάλευτα μαντήλια,
που άφησε σαν ανάμνηση,
στο λόγγο, έναν αντίλαλο,

λίγη καπνιά στα δέντρα,
και άφησε σαν καθρέφτισμα
στα τζάμια των σπιτιών το πέρασμα του
και στις καρδιές μια θλίψη,
το τραίνο
που δεν στάθηκε
κι άξαφνα γοργοπέρασε
και χάθηκε,
μας γέρασε….
--
ΑΠΟΨΕ ΑΚΟΥ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ
Απόψε ας ξαποστάσουμε για λίγο.
Απόψε ας ξαπλωθούμε εδώ στα βράχια,
μεσόστρατα στ’ ανέβασμα,
κι ας πούμε κι ας σκεφτούμε…
Απόψε, άκου που θέλω να σου πω,
για τους θανάτους
πού γίνανε στο δρόμο μας,
πού γίνανε σιμά μας,
που εμείς, μήτε τους νιώσαμε,
γιατί είχαμε τα μάτια μας
μονάχα στην κορφή,
γιατί είχαμε στο νου μας
το φτάσιμο μονάχα.
Απόψε, άκου που θέλω να σου πω
για τους θανάτους,
που θα μπορούσε να μην είχαν γίνει
το χέρι μας αν ήταν απλωμένο,
τα χείλη μας αν είχαν πει ένα λόγο.
Απόψε, άκου που θέλω να σου πω
για τους θανάτους,
που φτάσαν στην κορφή
πριν από μας…
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 28 Απριλίου 2019
Πάσχα Ανθρώπων Πάσχα   
                
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου