ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΚΑΙ ΘΛΙΒΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
του Μάριου
Βαϊάνου
Διασκεδάζει κανείς αληθινά, όταν
παρακολουθεί περιοδικά κι εφημερίδες, όπου κάνουν αποκαλύψεις μερικοί ανίδεοι,
παρουσιάζοντας μεγαλόσχημα την ιδιωτική ζωή και άλλα ιδιαίτερα μερικών, από
τους παληούς μας λογοτέχνες και συγγραφείς, τους οποίους νομίζουν ότι
εγνώρισαν, με τις δυό-τρείς φορές που είδαν στο δρόμο κι άλλες τόσες στα σπίτια
τους, σε στιγμές άφαντης καλωσύνης, κεφιού ή εκγκαρδιότητος, πράγμα που τους
κάμνει κι όλας, να προβαίνουν σε αποκαλύψεις κι επισημάνσεις, νομίζοντας ότι
έμαθαν κι όλα τα μυστικά τους κι έτσι είναι σε θέση να φέρουν στο φώς όλα τα
αινίγματα και το μυστήριο που τους περιέβαλε στη ζωή και το οποίον ζητούν να
διαλευκάνουν και να ξεχύσουν μετά θάνατο οι αυτοσχέδιοι αυτοί βιογράφοι τους…
Κι εν προκειμένω ο Λόγος είναι για τον Ν
α π ο λ έ ο ν τ α Λ α π α θ ι ώ τ η που το περιοδικό τούτο θέλει κάπως ν’
αναστήσει, και να φέρει στην επιφάνεια εξ αφορμής της επιτυχίας του, να
εξασφαλίσει λίγα άγνωστα και ανέκδοτα ντοκουμέντα της ζωής του, τα οποία,
αληθινά, έχουν μια κάποια ιστορική αξία.
Πολλές φορές είδα και διάβασα γραφτά που
αφορούσαν την επίγεια ζωή του ποιητικού αυτού, που ένα απονενοημένο του
διάβημα, τον έφερε αλογάριαστα στον άλλο Κόσμο, τον οποίον, φυσικά ο Ναπολέων
δεν περίμενε να επισκεφτεί και να γνωρίσει τόσο απροετοίμαστα κι απροσδόκητα.
Φυσικά πολλές φορές, αναγκαστικά ο αγαπητός κι αξέχαστος φίλος τον μελέτησε
στις κουβέντες και τις συζητήσεις του με πολλούς για την ύπαρξή του, άγγισε τα
σύνορά του και τον καλολόγισε με το θάνατο της μητέρας του, που του ήταν το πιό
αγαπημένο του πράγμα στη ζωή, αλλά, είμαι βέβαιος απ’ τη στενότατη γνωριμία που
είχα μαζί του, πώς ποτέ δεν περίμενε να βρεθεί στους πράσινους του λειμώνες και
στα Ηλύσια Πεδία του, αν η τύχη με την οποίαν τόσο χαριτωμένα έπαιζε συχνά και
τον συμπαθούσε κι αυτή τόσο, δεν βρίσκονταν τη στιγμή του τραγικού πεπρωμένου
του, αληθινά τυφλή και τον άφησε να της ξεφύγει…
Ο ποιητής δεν συμπαθούσε βέβαια το
θάνατο, αλλά έπαιζε πάντα μαζί του. Κι αν δεν τον ανέφερε στα ποιήματά του
ήταν, γιατί κατά βάθος, τον εφόβιζε η παρουσία του, περί τούτου όμως συχνά
συζητούσε, φιλολογώντας όπως όλοι μας. Αντίθετα με τον ευτυχισμένο βίο του
έκαμνε και την τύχη που πάντα τον ευνόησε και τον ευνοούσε σε όλα ήταν
πανευτυχής μη νοιαζόμενος για τίποτα, αφού όλα τα είχε, από την αγάπη των δικών
του, μέσα στο σπίτι όπου όλα ανθούσαν γι’ αυτόν και τα πάντα ήσαν ρόδινα, ως
τον γύρω του κόσμο που τον περιέβαλε με το θαυμασμό εκτίμηση και αγάπη όπως
ήταν ο πιό λυρικός, ο πιό αισθαντικός και ο πιό εντυπωσιακός ποιητής του καιρού
του. Κι ο ίδιος το ήξερε και χαιρόταν γι’ αυτό τυλιγμένος μέσα στα πέπλα της
ευφροσύνης και της ευτυχίας. Αλλά, για να αρχίσουμε τις αναμνήσεις μας και τις
εντυπώσεις μας, από τον άγνωστο στους πολλούς Λ α π α θ ι ώ τ η, είχε σε μεγάλο
βαθμό ανεπτυγμένη, μέσα του, τη διάθεση του ναρκισσισμού, και δεν θεωρούσε
ευτυχία, αυτά τα οποία είχε: φήμη, ομορφιά, πλούτη, υγεία και ότι άλλο. Και η
μοναξιά που τον συντρόφευεν, ολοένα και στενότερα, και περισσότερο τον έκανε να
υποφέρει. Και σα διέξοδο είχε ανάγκη όλο και περισσότερα,- τάθελε όλα δικά του’
κι άλλη φήμη, κι άλλην ευτυχία, κι άλλες επίγειες και απερίσπαστες ηδονές, ό,τι
και αυτές νάναι: πλατωνικές, αισθησιακές, υλικές κλπ. Με πρότυπο το Όσκαρ
Ουάϊλδ που την ίδια εποχή μεσουρανούσε κι απασχολούσε την υφήλιο με τις σχέσεις
του, τα καπρίτσια του και τα καμώματά του, ο Λαπαθιώτης οικοδομούσε μιάν ζωήν,
όμοια μ’ εκείνου και υπέφερε που δεν ήταν οι συνθήκες όμοιες, εδώ στην Ελλάδα,
για να την πραγματοποιήσει και να την προσαρμόζει στον εαυτό του…
Δεν υπάρχουν π ι ά σύγχρονοί του και
στενοί φίλοι του για να βεβαιώσουν αυτά που γράφω, αλλά και αν υπήρχαν είναι
αδύνατο να γνώριζαν τόσο καλά τον Ναπολέοντα, που από καπρίτσιο, μερικές μέρες
ήταν αχώριστος στην παρέα με μερικούς κι είχε μαζί τους «κοινά μυστικά» της
ζωής του, κι έξαφνα από ιδιοτροπία, αδιαφορία, βαρεμάρα, ή άλλο τί, τους
παρατούσε και τον έχαναν για καιρό, ως που να τούρθει πάλιν η επιθυμία να τους
αναζητήσει, να τους κάμει για λίγο διάστημα συντροφιά με πολλές αποκαλύψεις, κι
ύστερα πάλι να χαθεί, μέσα στη νύχτα της ιδιότροπης ζωής του και της Αθήνας.
Τον ρωτούσα πολλές φορές όταν τον συντρόφευα πειθήνια και πιστά, τις νυχτερινές και μεταμεσονύχτιες
ώρες στους δρόμους της μικρής και μοναχικής, τότε, Αθήνας, στα ξεφτισμένα πάρκα
του Μουσείου και του Ζαππείου, και στους άδειους από ζωή και κίνηση, δρόμους
του Παγκρατίου, του Κλαθμώνα και αλλού που πεζοπορούσαμε: γιατί, φίλους που
τόσο ταλαιπωρήθησαν για να τον
συναντήσουν και τούχαν τόσην εκτίμηση και αγάπη, για το έργο του και τον
ανθρωπισμό του, τους αποφεύγει, τους αποκαρδιώνει και τους απομακρύνει με την
αδιαφορία του’ κι εκείνος με την μόνιμη απάθειά του που κρεμόταν από τα χείλη
του και το ψυχρό χαμόγελο που ανθούσε στο πρόσωπό του και τώκαμνε ψυχρότερο, το
νυχτερινό φώς, μου απαντούσε: -Όλοι τους με κουράζουν με τα πράγματα που με
ρωτούν. Όλο ερωτήματα μου κάμνουν και τους βαριέμαι… Μη με ρωτάς και συ γιατί
θα με χάσεις… Και πραγματικά. Έτσι, ή αλλοιώς, αργά, ή, γρήγορα τον έχανα. Όχι
γιατί με βαριόταν-αλλά γιατί βαριόταν τους θαυμαστάς που του πήγαινα…
….Αλλά απομακρυνθήκαμε από τη συνέχεια
της αφήγησής μας, σχετικά με το θέμα του θανάτου. Ο Λαπαθιώτης λοιπόν θαυμαστής
και συνοδοιπόρος του Ουάιλδ, ακολουθώντας πιστά και τ υ φ λ ά τις θεωρίες του
βάδιζε πάνω στα ίχνη της μοναδικής ευφυϊας του μεγάλου άγγλου συγγραφέα, χωρίς
όμως να μπορεί και να κάμνει ό,τι εκείνος έκαμνε. Γιατί εκείνος πολεμούσε με
πράξεις και με την ίδια του τη ζωή την πουριτανική Κοινωνία του Λονδίνου, μόνος
κι απογυμνωμένος από το οικογενειακό του περιβάλλον, και με πλήρη ωριμότητα για
μιά τέτοια ζωή, ενώ, εδώ, ο Ναπολέων, υπόκειτο στις δεσμεύσεις του
οικογενειακού βίου, που τον κατεύθυναν, με πολλήν βέβαια μαλακότητα μητέρα
συντηρητική και πατέρας, το ίδιο. Και είναι βέβαιο, αλήθεια πως οι δυό γέροι
τον αγαπούσαν υπερβαλλόντως (και είναι γνωστό το τί απάντησεν ο πατέρας του
στρατηγός Λεωνίδας Λαπαθιώτης, στο Σπύρο Μελά, όταν αυτός, την επαύριον ενός
φιλολογικού αισθητικού σκανδάλου, όπου είχαν αναμιχθεί σ’ αυτό με τη δημοσίευση
ελευθεριαζόντων ποιημάτων όλοι οι νέοι ποιηταί της σχολής των αισθητικών, τότε,
που έβγαζαν μάλιστα και το περιοδικό «Ανεμώνη», είπε στον στρατηγό, πατέρα του
ποιητή: «Έναν έκαμες…». Μα τον διέκοψε ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης για να του
συμπληρώσει… «Αλλά Ναπολέοντα!...». Αλλ’ όπως και νάναι υπήρχε και η κοινωνία,
που ο πατέρας υπήρξεν επίλεκτο μέλος της: πρίν λίγο Υπουργός, προσωπάρχης
παλαιότερα του Υπ. Στρατιωτικών, μέλος της επανάστασης του Γουδί, στρατηγός και
άλλα. Έτσι ο Ναπολέων, ήταν συμμαζωμένος κοινωνικά και μόνο φιλολογικά ήταν
ελεύθερος να κάμνει ό,τι θέλει.
(Πολλές φορές η μητέρα
του-Μεσολογγίτισσα και δεύτερη ανεψιά του Χαρίλαου Τρικούπη- κουβεντιάζοντας
μαζί μου, ενώ τον περίμενα να ντυθεί για να βγούμε έξω, νυχτερινή ώρα, με
ρωτούσε: «βλέπετε σεις κ. Β. τίποτε το απαγορευτικό και το άτυπο στη ζωή του
Ναπολέοντα; Κάνει τίποτα, που να στεναχωρεί πολλούς της αθηναϊκής κοινωνίας;
Γιατί εμείς δεν βλέπουμε να θίγει ουδένα ή να πειράζει επίσης τον κόσμο που
γνωρίζει…»
Η σκανδαλώδης λοιπόν ζωή του Ουάιλδ σε
μεταφορές της στον ελληνικό τύπο και στα ξένα έντυπα, γαργαλούσε και ερέθιζε
τον Ναπολέοντα που διψούσε ακόμα μεγαλύτερη φήμη στις λιγοστές εκκεντρικότητες
που κυκλοφορούσαν γι’ αυτόν, κυριώτερες των οποίων ήσαν ότι είχε αντιστρέψει τη
ζωή του εμφανιζόμενος μόνο τη Νύχτα και κοιμώμενος την Ημέρα, ότι απέφευγε
συστηματικά το γυναικόκοσμο και δεν έκαμνε παρέα ούτε με γράφουσες, αλλά ούτε
και με άλλες γυναίκες, ότι τα ποιήματά του είχαν σπέρματα κακού μέσα τους
διαβάζονταν κρυφά, ότι η εκκεντρική νυχτερινή του ζωή ήταν αντικείμενο σχολίων
και τέλος ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ήταν ο πρώτος πού- μαζί με τον Τ. Παπατζώνη,
όπως ο ίδιος μου είχεν εμπιστευθεί- έβαλε πουκάμισο Μπάυρον (δηλ. ανοιχτό και
κοντομάνικο), και κάτι άλλα ακόμα τέτοια. Η φήμη όμως αυτή δεν τον ικανοποιούσε.
Διψούσε για μεγαλύτερη, γιατί τη
θεωρούσε παλαιωμένη, κι έψαχνε να βρει νέους τρόπους για να την
επαυξήσει, να την κάμει πιό εντυπωσιακή, πιό καταφανή, πιό σκανδαλώδη ιδίως την
εποχή της κατοχής, λίγο και πριν από την μοιραία αυτοκτονία του.
(Πόσες φορές στις νυχτερινές
περιπλανήσεις μας μέσα στους έρημους χώρους της Αθήνας, ανάμεσα στο πλάτος των
δρόμων και της μοναξιάς δεν μου εμπιστεύθηκε σχέδια για να τα βάλωμε σ’
ενέργεια κι έτσι να δημιουργηθεί θόρυβος γύρω απ’ τ’ όνομά του… Κάποτε μου
απεκάλυψε επιθυμία του να αναγγελθεί αυτοκτονία του και μάλιστα μου γνώρισε
σχέδιό του,- με το ν ύ και με το σ ί γ μ α- μονταρισμένο και αρχιτεκτονισμένο από
τον ίδιο, περίφημα και ζητούσε μόνο τη συμπαράστασή μου. Κατ’ αυτό, θα κρυβόταν
για μερικές ημέρες στο Μενίδι, σε σπίτι φίλου του, κι εγώ θα πήγαινα στις
εφημερίδες και θα πληροφορούσα υπόνοιές μου, δήθεν, γι’ αυτοκτονία του, αφού
τον έχω χάσει μέρες και δεν τον βρίσκω, θα έγραφα εγώ τα σχετικά, πολύ
διαφημιστικά, όπως ήξερα πώς τα ήθελε, κι αφού δημοσιευόταν και περνούσαν λίγες
ημέρες θα εμφανιζόταν και θα διαψεύδονταν. Και ο θόρυβος θα κρατούσε κάμποσο,
με τούτο και με κείνο. Βέβαια εγώ δεν του αρνιόμουν την συμπαράστασιν αυτήν,
αλλά με την υπόθεση να το σκεφθώ και να το ετοιμάσω, περνούσε κάποιος καιρός
και τα πράγματα ξεχνιόταν ως πού όταν τον έβλεπα, άλλα τον απασχολούσαν και σ’
άλλα ριχνόμαστε και οι δυό μας για την επιτυχία τους).
Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ Λαπαθιώτης παρουσιαζόταν ως
ανθρωπιστής και ζωόφιλος, ούτε όμως το ένα ήταν, ούτε το άλλο. Ικανοποιούσε και
τη μία φορά, όπως και την άλλη ένα του προσφιλές βίτσιο: να είναι μόνο αυτός,
κάτι, που στους άλλους, εύκολα δεν το αναγνώριζε. Ως ζωόφιλος φυσικά μετά το
θάνατο της μητέρας του γιατί πρίν, δεν ξέρω τί γινόταν σπίτι του με την υπόθεση
αυτή, είχε κι έτρεφε πλέον από 10 ή 12 γάτες, τις οποίες, το βράδυ, τις
επισκεπτόμαστε μαζί, μετά το κοινό, λιτό κατοχικό δείπνο που κάμναμε σε κάποιο
εστιατόριο της Ομονοίας, ή κάποια ταβέρνα, γύρω από το σπίτι του- στα Εξάρχεια.
Καθόταν γωνία Κουντουριώτου και Οικονόμου, σ’ ένα παλαιό, αρχοντικό σπίτι, πού
ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά είχε τα χάλια του, χωρίς περιποίηση μ’ ένα κατάξερο
κήπο, πλάι στη σκάλα που ανέβαζε σ’ αυτό, πίσω από την πόρτα της εισόδου. Τις
επισκεπτόμαστε μαζί, για να ξαναβγούμε και πάλι σε πολύωρη περιοδεία, φορτωμένοι
στα πακέτα με χαρτιά τυλιγμένα και ντενεκεδάκια με υπολείμματα κατοχικών
φαγιών: αποφάγια μακαρόνια, υγρές σάλτσες, νερόπηχτες, κόκκαλα από απίθανο
ψαροφάγι και κρέατα…
Μόλις άνοιγε τρίζοντας η παμπάλαια
ξύλινη πόρτα, ένα πλήθος γατιών λυσσασμένων από την πείνα κι’ αποστεωμένων από
την κακοπέραση και από την κακομοιριά, καταλερωμένων από την ακαθαρσία του
χώρου της ζωής των, ωρμούσε πάνω μας με νιαουρητά και κλαυθηρισμούς αλλά και με
άγριες διαθέσεις να φάνε, να τα φάνε όλα, όσα τους πηγαίναμε-και μαζί μ’ αυτά
κι εμάς ακόμα… και μαζί με την επίθεση που δεχόμαστε ασυνήθη για ένα νέο
επισκέπτη, συνηθισμένη για εμένα που πήγαινα συχνά- από μέρος των, μία άλλη
επίθεση, φοβερή και τρομερή συμπλήρωνε την πρώτη: ένα κύμα πνιχτής βρώμας από
τη μόνιμη ζωή των ζώων που κανείς δεν τα καθάριζε, δεν τους άνοιγε να
κυκλοφορήσουν έξω, δεν αέριζε το σπίτι να πάρει τη μπόχα των πάντων εκεί, πού,
βρώμα στη βρώμα συσσωρευόταν στο πάτωμα και όπου αλλού, στο διάδρομο, ή στη
γωνιά της κάμαρης που χρησίμευε σαν κοιτώνας όλων αυτών των τετράποδων, αναμίξ
πού αποτελούσαν (τώρα) την οικογένεια, και την συντροφιά του Ναπολέοντα
Λαπαθιώτη, αλλά και τους κατοίκους του σπιτιού του. Τις περισσότερες φορές
σταματούσα στην είσοδο, δεν έμπαινα μέσα κι απόθετα στα αρπάγματα των εξαγριωμένων
γατιών το… γεύμα των, που μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού (δεν άναβε ο Ναπολέων
καθόλου φώς και ό,τι έκαμνε από γνωριμία του χώρου, των κατατόπιων και
συνήθεια) σκορπιζόταν και δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, παρά το κατρακύλισμα των
τενεκεδικών και το θρόϊσμα των χάρτινων περιτυλιγμάτων. Σε λίγο ο Ναπολέων
αφού… νοικοκύρευε με τον τρόπο του τα τρόφιμα- μου είχε πει πολλές φορές ότι
αγαπούσε όλες τις γάτες του, τις οποίες μάζευε από το δρόμο, συναντώντας τες
εδώ κι εκεί, αλλά ότι είχε ιδιαίτερη συμπάθεια σε κάποιες απ’ αυτές, που τις
φρόντιζε κατάλληλα-φαινόταν μέσα στο ημίφως του διαδρόμου, να τις ταχτοποιεί
και να τους μιλεί με τη γλώσσα που τις είχε συνηθίσει κι ύστερα, έβγαινε
έκλεινε την πόρτα- πράγμα που το χαιρόμουν ιδιαίτερα, γιατί έβγαζα από τη μύτη
το μαντήλι, κι άφηνα πάλι τα ρουθούνια μου να εισπνεύσουν τον καθαρό κι
ελεύθερο αέρα του υπαίθρου.
Του είχα κάμει πολλές παρατηρήσεις, κι
είχαμε θορυβωδώς πολλές φορές συζητήσει το θέμα της βρωμιάς αυτής πού τον
τύλιγε εκεί, τόσο για τη μοναξιά στην οποία ζούσε, όσο και στο ζήτημα του να
έχει μιά γυναίκα να του καθαρίζει καμμιά φορά, και να αισθάνεται σαν άνθρωπος,
αλλά πάντα έφερνε στη μέση το ζήτημα πώς ήταν κατοχή, ή πώς ο Χριστοδούλου- ο
μέλλων κληρονόμος του- τον οποίον ήδη, είχεν εγκαθιδρύσει στο σπίτι, δεν τα
προλάβαινε όλα… (γιατί ετούτος, για να γίνει κληρονόμος και να υιοθετηθεί, είχε
την υποχρέωση, να τον φροντίζει για ναρκωτικά, που τα προμηθευόταν εκτός από
την Αθήνα κι απ’ τον Πειραιά, κι όλο έτρεχε. Ναρκωτικά, του προμήθευεν επίσης
κι ο ηθοποιός Μάριος Ροτζάϊρον, ένας φτωχός διάβολος της πρωτεύουσας, που τον
θυμούνται οι παλαιότεροι Αθηναίοι, από τις παραστάσεις Αριστοφανείων έργων,
όπως η «Λυσιστράτη» κτλ. όπου, ο φτωχός, έπαιζε γυναικείους ρόλους, με πολύ
επιτυχία και μπρίο. Αυτός την εποχή τούτην για την οποία μιλούμε, παρ’ όλον ότι
ήταν άρρωστος και τον έκαιγε μόνιμα ο πυρετός, πήγαινε ποδαρόδρομο στο Πειραιά,
για να του προμηθέψει τα «καλλυντικά» του, όπως τα έλεγε, χαριεντιζόμενος, με
ανταμοιβή, όταν του έφερνε ότι εύρισκε και μας συναντούσε να τον περιμένουμε
στο Ζυθεστιατόριο της Ομονοίας «Ελλάς» να του προσφέρει ένα πιάτο μακαρόνια της
εποχής, χωρίς φυσικά βούτυρο και τέτοια, αλλά νερόβραστα…)…
Και το βράδυ περνούσε σ’ αναζήτηση
τροφίμων απ’ οπουδήποτε, πολλές φορές και περιπετειών ανεπάντεχων, ως τις 11,
που τελείωνε η ώρα της κυκλοφορίας…
ΠΟΛΛΟΙ με ρωτούν και ζητούν να μάθουν,
πώς συνέβη το «μοιραίο». Πώς δηλαδή, συνέβη ο θάνατος. Βέβαια δεν είναι ώρα να
παρουσιάσει κανείς, εδώ, την εκδοχή που πιστεύω, αλλά για να συμπληρώσω τα όσα
έγραψα στην αρχή, για την τάση του να είναι πάντα στην επικαιρότητα και να
γίνεται λόγος για κείνον, στην εποχή μάλιστα τούτην, της κατοχής, που όλοι τον
αγαπούσαν ή τον είχαν ξεχάσει, κι ούτε λόγος γινόταν στις εφημερίδες για το
έργο του και τη ζωή του, κι ούτε δημοσιευόταν ποτέ ποίημα του, λόγω της ζωής
που κάναμε… οφείλω να πω ότι ο Ναπολέων αποπειράθη ν’ αυτοκτονήσει,
μισοπεθαμένος από ναρκωτικά και άλλα, που δόσεις των ποικίλλες επήρε, ευθύς
μόλις γύρισε σπίτι του τη νύχτα εκείνη της 8 Ιανουαρίου 1943 και σε κατάσταση
μισοαναισθησίας από τις ενέσεις που κάρφωνε στα μπράτσα του, με τη βεβαιότητα
πώς θ’ απασχολούσε η απόπειρά του αυτή, με το άκουσμα του πυροβολισμού οι
σύνοικοί του και τρέχοντας στην κάμαρά του, με όλα τα ιατρικά, και φαρμακευτικά
μέσα της εποχής, ευθύς ως θα έβλεπαν το απονενοημένο του διάβημα! Αλλά, το
βράδυ εκείνο, αυτοί όλοι έλλειπαν από το σπίτι. Ήταν του Αγιού Γιαννιού κι
είχαν πάει σε συγγενή τους Γιάννη….
Και όταν γύρισαν το πρωί όλα ήταν
διαφορετικά: ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, αβοήθητος είχε υποκύψει τη νύχτα, από το
τραύμα, από το δηλητήριο των ναρκωτικών και από την αδυσώπητη επιταγή της
Μοίρας που του είχεν ωρίσει ζωή, μόνο μέχρι το βράδυ εκείνο- και τίποτε
περισσότερο!
ΜΑΡΙΟΣ
ΒΑΪΑΝΟΣ
Περιοδικό
ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ, Λογοτεχνικό περιοδικό. τεύχος 7/7,8,9, 1970. Αφιέρωμα Ναπολέων
Λαπαθιώτης. Μέρος Β’ σελίδες 88-92.
Η κόλαση των τεχνιτών παραδείσων
Μεταφέρω μία δεύτερη άποψη για την τραγική
απώλεια του εστέτ ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη και των προσωπικών
του πιστεύω, ή και την προετοιμασία- σχεδιασμό της αυτοχειρίας του, από τον
στενό φίλο και συνεργάτη του Καβαφιστή και συμπαραστάτη των λογοτεχνών Μάριο
Βαϊάνο. Ένας θάνατος- όπως αυτός του Λαπαθιώτη- που αναστάτωσε την Αθηναϊκή
Κοινωνία της εποχής του και μάλιστα, εν μέσω της σκοτεινής και θυελλώδους περιόδου
της Κατοχής. Ας μην ξεχνάμε και την απώλεια του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά,
(πρώτη παλλαϊκή αντίσταση του ελληνικού λαού ενάντια στην γερμανική κατοχή)
ηγετική ποιητική μορφή της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Οι πνευματικοί κύκλοι της
πρωτεύουσας όπως δείχνουν τα διάφορα δημοσιεύματα των περιοδικών και των
εφημερίδων των ημερών εκείνων, με την είδηση του θανάτου του ρομαντικού, εστέτ,
«καταραμένου» ποιητή έγραψαν και σχολίασαν τον τρόπο της απώλειάς του
δημοσιεύοντας θετικές αλλά και αρνητικές κρίσεις για το τραγικό συμβάν. Η αγάπη
πάντως και η έγνοια τους για τον αυτόχειρα ποιητή, εκδηλώθηκε στο γεγονός ότι
διεξήγαγαν έρανο για να τον κηδέψουν-φορείς, σωματεία, συγγραφείς- όπως είδαμε
σε προηγούμενο σημείωμά μας αντιγράφοντας ορισμένα γνωστά ονόματα Ελλήνων Λογοτεχνών,
Εκδοτών περιοδικών κλπ. που συμμετείχαν οικονομικά στον έρανο ώστε να τελεστεί το
ξόδι και η ταφή του άπορου ποιητή, όπως διαβάσαμε στο περιοδικό «Νέα Εστία» τον
μήνα της απώλειάς του. Εδώ παρενθετικά να σημειώσουμε κάτι ανάλογο που συνέβει
είκοσι χρόνια σχεδόν αργότερα, και κάτω από άλλες πολιτικές συνθήκες, με τον
θάνατο της ποιήτριας και ηθοποιού Μυρτιώτισσας, ψευδώνυμο της Θεώνης
Δρακοπούλου. Η πολύ καλή ερωτική ποιήτρια η οποία μετά τον θάνατο του μοναχογιού
της ηθοποιού Γιώργου Παππά είχε αποτραβηχτεί από την καλλιτεχνική δημοσιότητα
και τα οικονομικά της δεν ήταν αυτά που χρειάζονταν για να ζήσει, μετά τον
θάνατό της με την ιδιότητα της απόρου κηδεύτηκε με χρήματα της τότε
στρατιωτικής δικτατορικής κυβέρνησης του 1967. Στην μακρά διαδρομή της
ελληνικής γραμματείας συναντάμε και άλλες ανάλογες περιπτώσεις ελλήνων και
ελληνίδων ποιητών και ποιητριών- συγγραφέων, που στην κυριολεξία πέθαναν στην
ψάθα, μόνοι, άκληροι, φτωχοί, «αδόξαστοι» και αγνοημένοι. Φυσικά, δεν
συσχετίζουμε περιπτώσεις, απλά μιλάμε για άθλιες κοινωνικές συνθήκες, για
δραματικές προσωπικές στιγμές και τραγικά συμβάντα ποιητών, πεζογράφων, λογίων,
πνευματικών δημιουργών και καλλιτεχνών οι οποίοι έφυγαν εγκαταλειμμένοι και
λησμονημένοι από την επίσημη ελληνική πολιτεία, ή έδωσαν μόνοι τους τέλος στην
ζωή τους. Θα μας αντιτείνει κανείς, και δικαίως, τι νόημα έχει η μνημόνευση στο
πώς έφυγε ένας ποιητής και κάτω από ποιες σκληρές και αντίξοες καταστάσεις,
όταν χιλιάδες άλλα ανώνυμα άτομα πολίτες αυτής της χώρας-τα οποία δεν ανήκαν σε
πνευματικούς κύκλους, δεν υπήρξαν ποιητές, δεν είχαν ποιητική φλέβα, δεν
ένιωσαν την ανάγκη να δημοσιεύσουν κάτι στην ζωή τους εγκατέλειψαν τα εγκόσμια
με τραγικό τρόπο και συνεχίζουν να φεύγουν κάτω από παρόμοιες δύσκολες
συνθήκες. Από την μεριά μας καταγράφουμε ένα φρικτό περιστατικό-δεδομένης της
ενασχόλησής μας με την περίπτωση του ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη-
μία θλιβερή κατάσταση ενός έλληνα δημιουργού που μίλησε κάποτε στις ψυχές και
τις συνειδήσεις των ελλήνων με το έργο του, την ποιότητα της γραφής του, την
ευαισθησία της φωνής του, φιλοδόξησε να αλλάξει τα λογοτεχνικά πράγματα στην
εποχή του, τόλμησε να αμφισβητήσει το κατεστημένο του καιρού του και ανήκει
δικαιωματικά στην ποιητική μας παράδοση. Ο αστός ποιητής (ενδέχεται και κάπως
μαλθακός σαν χαρακτήρας) επέλεξε να ζήσει-παρά του ότι αποτελούσε ποιητικό
σύμβολο για αρκετούς νέους και εκκολαπτόμενους ποιητές της εποχής του,- και να
συναναστρέφεται με λαϊκά άτομα ενός άλλου επιπέδου και καλλιέργειας, κουλτούρα
ζωής, άτομα του «περιθωρίου» αταξικής προελεύσεων που ζούσαν στα όρια της
κοινωνικής νομιμότητας και αποδοχής των γύρων τους, και ικανοποιούσαν την
«ομιχλώδη» πλευρά του εαυτού τους μέσω των τεχνικών παραδείσων, εκφράζοντας τις
προσωπικές του ανάγκες και επιλογές. Η πλευρά αυτή του βίου του, δεν τον
εμπόδισε να διακόψει τους δεσμούς και τις επαφές του με τον πνευματικό και
καλλιτεχνικό κόσμο της Αθηναϊκής Κοινωνίας που αποτελούσε η οικογένειά από την
οποία προέρχονταν επίλεκτο μέλος της, και τα μέλη της κινούνταν και
δραστηριοποιούνταν στο φώς της ημέρας. Και όλα όσα ο ποιητής επέλεξε να βιώσει
τους ήταν ξένα, ή απλά αποτελούσαν μέρος μιας αισθητικής πόζας ενός νεαρού
δανδή κομμάτι τοιχογραφίας της ποίησής του που σόκαρε μεν αλλά δεν απασχολούσε
τους ίδιους ως ποιητική προβληματική και στάση ζωής.
Στο
φαινόμενο Λαπαθιώτη, έχουμε από την μία τον αναγνωρισμένο επαναστάτη ποιητή που
δημοσιεύει Μανιφέστα ενάντια στο ποιητικό κατεστημένο των παλαιότερων γενεών,
(αλήθεια, και ποια νέα γενιά λογοτεχνών δεν «θάβει» την προγενέστερή της
και επιθυμεί να πάρει την θέση της!)- τον
κομψό νέο που φορά ανοιχτό πουκάμισο στις εξόδους του όπως ο Λόρδος Βύρων. Την
ατίθαση προσωπικότητα που μιλάει για αυτήν η καλή αθηναϊκή κοινωνία και οι
επίσημοι κύκλοι της- και από την άλλη, το ασυμβίβαστο και «ακαπίστρωτο» στα ήθη
της εποχής ερωτικό- ομοφυλόφιλο άτομο που θέλησε να ζήσει την ζωή του
ριψοκίνδυνα, ανυπόκριτα, πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, με ρίσκα και απόλυτα
στον ιδιωτικό του βίο, υπερβαίνοντας τα όρια των σωματικών και ψυχικών αντοχών
του, ίσως και των διανοητικών του συλλήψεων. Επέλεξε να ζει το αισθητικώς ζην
και παράλληλα να ασχολείται με την ομορφιά της τέχνης, όπως ο δάσκαλός του
Όσκαρ Ουάϊλντ με το δραματικό όμως τέλος του. (έφυγε ο ίδιος και όχι η ταπετσαρία
του δωματίου του ξενοδοχείου που διέμενε στη Γαλλία όπως έλεγε). Ο καθημερινός βίος
του Λαπαθιώτη μετά τον θάνατο των γονιών του και το προστατευτικό οικογενειακό
του περιβάλλον που του παρείχαν, είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα δίχως
επιστροφή. Ο ίδιος το διαισθάνονταν και το εκμυστηρεύονταν κατά διαστήματα στους
στενούς του φίλους και θαυμαστές του έργου του. Ο ελληνικός λαός όμως ζούσε
κάτω από την ξένη στρατιωτική κατοχή, τις υλικές καταστροφές, την πείνα, την
φτώχεια, τις χιλιάδες στερήσεις και κακουχίες, τους καθημερινούς θανάτους
αγωνιστών και εκτελέσεις νεαρών ηρώων από τα λαϊκά στρώματα, ανώνυμων
θυσιασθέντων που πάλευαν για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας
τους. Δεν «είχε» χρόνο ή αντοχές να σταθεί σε ιδιωτικές εκκεντρικές επιλογές
ενός ομοφυλόφιλου ποιητή ο οποίος είχε μπλέξει και στα δίχτυα των επικίνδυνων
ουσιών. Εξάλλου, πέρα από τον αξιοθαύμαστο πνευματικό και καλλιτεχνικό οργασμό
των χρόνων του Πολέμου και της Κατοχής στην χώρα μας, την συνεχιζόμενη
συγγραφική παραγωγή κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες πλήθος ελλήνων και
ελληνίδων δημιουργών, το διάστημα αυτό της πρώτης πενταετίας του 1940 και άλλοι
έλληνες λογοτέχνες έφυγαν από την ζωή.
Στο σημείο αυτό, ας μας επιτραπεί να προβούμε
σε μία προσωπική μας υπόθεση ή έστω εικασία για την περίπτωση του Λαπαθιώτη εκ
των υστέρων, σήμερα που τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα είναι αλλιώς και τα
δικαιώματα των ανθρώπων και οι όποιες επιλογές τους έχουν κατοχυρωθεί
συνταγματικά. Στα νέα κοινωνικά συμβόλαια του παγκοσμιοποιημένου Κόσμου μας. Ίσως, λοιπόν, για την ευρύτερη ιστορία των
ελληνικών γραμμάτων και των αληθειών της, να είχε κάποιο ενδιαφέρον να
γνωρίζαμε τι είπαν και ποιες ήταν οι ατομικές κρίσεις των ερωτικών του από τα
λαϊκά στρώματα προερχόμενων συντρόφων του με την αναγγελία του θανάτου του. Όλα
αυτά τα ανώνυμα λαϊκά και ενδέχεται και επικίνδυνα αντράκια που σημάδεψαν την
ποίησή του κατά τις ερωτικές του νύκτιες περιπλανήσεις και φιγουράρουν στο έργο
του ως ανώνυμοι ήρωες μιάς άλλης σκοτεινής ερωτικά εποχής. Φιγούρες λαϊκές,
μόρτικες, μάγκικες, σερέτικες, άντρες της πιάτσας και των λιμανιών που ξάπλωσε
μαζί τους στα κρεβάτια της ηδονής πίσω από κόκκινους μπερντέδες, φίλησε τα
άλικά τους χείλη σε σκοτεινά σοκάκια, έψαυσε τη ρωμαλεότητα του κορμιού τους
πίσω από συστάδες δέντρων στο Ζάππειο και σε άλλα απόμερα και σκοτεινά μέρη που
σύχναζε. Ατομικές του εμπειρίες, τυχαίων στιγμών συναντήσεις ηδονής, αναμνήσεις
σωματικών του ευχαριστήσεων προβολών στον αργαλειό της ποιητικής του
δημιουργίας. Ένα αντισυμβατικό και ριψοκίνδυνο παιχνίδι του έρωτα με μεγάλο
κόστος για τόση ελάχιστη χαρά που έγινε πρώτη ύλη των έργων του, τροφοδότησε
την φαντασία του και τις νοσταλγικές αναμνήσεις του, όπως κάτω από άλλες
εξωτερικών του ερωτικών εξόδων προδιαγραφές είναι και ένα μέρος της ποίησης του
φίλου του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Εξομολογητικές καταθέσεις,
ικετήριες δεήσεις και προσδοκίες για αγάπη και παρηγοριά να αγαπηθεί και να
αγαπήσει φανερά, για συντροφικότητα, αφορμές για μεταγενέστερες συγκινήσεις,
αναπολήσεις, στοχασμούς όταν οι σωματικές και ψυχικές δυνάμεις ήσαν ακόμα
ανθηρές και ποθητές και έγιναν καταθέσεις μέσα στους στίχους του, τα ποιήματά
του, τα πεζά του στην προβληματική της
σκέψης του. Μία σπουδή πάνω στους χαμένους καταραμένους παραδείσους του ομοφυλόφιλου
έρωτα, της αέναης αναζήτησης της άπιαστης ιδανικής ομορφιάς που έχει σώμα
αντρικό. Η ποιητική γλώσσα του Λαπαθιώτη προσεκτικά και ιδιαίτερα προσεγμένη,
μεταφέρει αυτούσιο το λυρικό φορτίο συγκίνησης όπως το αισθάνθηκε ο ίδιος σαν
άτομο στην εκδήλωση των όχι και τόσο κρυφών του ενδόμυχων επιθυμιών και εκ των
υστέρων συλλογισμών του. Τα ποιητικά του μοτίβα δεν έχουν μεγάλο εύρος,
κινείται στα ρεύματα του νεορομαντισμού και των νεοσυμβολιστών, με αυτήν την
ρέουσα κατάσταση και ατμόσφαιρα που γεννά η ποίησή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο
Λαπαθιώτης σταθερά ακολούθησε τον παραδοσιακό στίχο και ρυθμική και αρνήθηκε
την μοντέρνα ποίηση παρά τους ελάχιστους ποιητικούς και στιχουργικούς
πειραματισμούς του περισσότερο μάλλον για να διακωμωδήσει ποιητές και έργα τους
και όχι να αλλάξει την δική του ποιητική ρότα. Είναι μονοπολική αν δεν λαθεύω η
προβληματική του, η οποία φαίνεται και στα πεζά του, που τα τελευταία χρόνια
συγκεντρώθηκαν αυτόνομα και κυκλοφόρησαν στο εμπόριο. Η προσκόλλησή του στο
άρμα του ρομαντισμού διακρίνεται και στους στοχασμούς του, τις κριτικές του
μικρές μελέτες, ακόμα και στους αφορισμούς του. Μιμήσεις ξένων συγγραφέων στα
καθ’ ημάς. Η ερωτική του σπουδή και το ενδιαφέρον διοχετεύεται αποκλειστικά(;)
ανοιχτά μέσα στην ποίησή του, ενώ στον ιδιωτικό του βίο έπαιζε ένα είδος
«κρυφτούλι». Το άρωμα και το χρώμα της ποίησής του έχει αντρική οσμή και
σκουρόχρωμες σκιές, η γυναικεία παρουσία απουσιάζει, και μάλιστα ίσως είναι και
αρνητική η θέση του απέναντι στις γυναίκες. Η μόνη θηλυκή παρουσία αναφοράς του
είναι η εικόνα και η παρουσία της Μητέρας του που της αφιερώνει αρκετές
ποιητικές του μονάδες σε σχέση με το συνολικό αριθμό των ποιημάτων του, και τα
θηλυκά ονόματα ορισμένων γατών του, σαν σταθερός γατόφιλος. Και κάτι ακόμα, ο
Ναπολέων Λαπαθιώτης κατά την κρίση μου υπήρξε ατόφιος και αυθεντικός στα όποια
πάθη του επέλεξε να ικανοποιήσει, δεν χρησιμοποιεί προσωπεία για να σχεδιάσει
τον κόσμο της ποίησής του, να σχηματίσει τα ποιητικά του μοτίβα, τα σωματικά
πορτραίτα των ερωτικών του συντρόφων, να εκφραστεί όπως ο Κωνσταντίνος Π.
Καβάφης που κρύβεται και παρακολουθεί
πίσω από τις σκιές που ρίχνουν στο χώρο τα κεριά των κηροπήγιών του ή τα
καφασωτά. Ο Λαπαθιώτης δεν καταφεύγει στην χρήση της ελληνικής ιστορίας, σε
πρόσωπα βυζαντινών δυναστειών ή αυτοκρατορικών ελληνιστικών περιόδων πρόσωπα
φτασμένα και κυρίαρχα στις συνειδήσεις. Παρελθοντολογικές ιστορικές αναφορές
δεν υπάρχουν στα ποιήματά του. Ούτε πάλι ενδύει τα ερωτικά του προσωπεία με την
λάμψη των εξωτερικών στολισμών και ενδυμασιών, σε αυτό το ανατολίτικο θολού
κλίματος ανατολικής ερωτικής αποχαύνωσης και τολμηρότητας εκφραστικής. Δεν
υιοθετεί θηλυκά προσωπεία όπως ο ποιητής Αλέξανδρος Μπάρας για να κρύψει την
πραγματική προς το αντρικό φύλο επιθυμία του. Τον δρόμο τον άνοιξε ο γάλλος πεζογράφος
Μαρσέλ Προυστ. Ο ερωτικός του λόγος είναι ξεκάθαρος, λυρικός, αισθησιακός, λίγο
«δακρύβρεχτος», επαναληπτικός. Δεν έχει την αντρική αψάδα και την σκληρή
ρεαλιστικότητα και φετιχιστική διάθεση του ποιητή από την Θεσσαλονίκη Ντίνου
Χριστιανόπουλου, ούτε συγγενεύει με την κυνικότητα και την σκληράδα των
περιγραφών του Πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη, (ο οποίος βίωσε ασφαλώς άλλες
δραματικές καταστάσεις στις ερωτικές του εξορμήσεις) η γραφή του Εξαρχειώτη
ντελικάτου ποιητή δηλώνει τις θετικές οσμώσεις και αρνητικές των επιλογών του
και των συναισθημάτων του βιώσεις. Οι ερωτικές στάσεις του σε ορισμένα σημεία
του αντρικού προσώπου, όπως τα χείλη, επιθυμεί διακαώς να φιλήσει και να
φιληθεί από τον εραστή του δηλώνει μία θηλυκή νότα της ψυχοσύνθεσής του που
κυριαρχεί ως ταύτιση του με την αναζήτηση της μητρικής παρουσίας. Όμως τα
παιχνίδια της Μοίρας ποτέ δεν μπορείς να τα ελέγξεις στην ολότητά τους και ο
«ντελικανής» ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης αφέθηκε στα δίχτυα της δίχως
επιστροφή. Απόλαυσε και απογοητεύτηκε εξίσου. Ας μην εθελοτυφλούμε, ο
ομοφυλόφιλος έρωτας σε σχέση με τον ετεροφυλόφιλο έχει πολλές δυσκολίες και
εμπόδια στο διάβα του, δεν στηρίζεται σε φιλοσοφικά στερεότυπα και ιδεαλιστικές
ιδέες περί αιωνιότητας των ποιητών και των καλλιτεχνών. Η ζωή άλλα ορίζει και
για τους επιλέγοντας τον ομοφυλόφιλο και για κείνους τον ετεροφυλόφιλο. Όσον
αφορά την εμπλοκή του με τους τεχνητούς παραδείσους, μία ματιά να ρίξουμε στις
ανθολογήσεις των ρεμπέτικων τραγουδιών, στα τραγούδια ρεμπετών και λαϊκών
τραγουδιστών θα διαπιστώσουμε ότι είναι γεμάτα από αναφορές και περιγράφουν καταστάσεις τεχνητών
παραδείσων. Δεν είναι μόνο οι περιπτώσεις του Σάρλ Μπωντλαίρ ή του Ναπολέων
Λαπαθιώτη. Όσο για τον Πειραϊκό χώρο την περίοδο του Μεσοπολέμου, το
μυθιστόρημα του Λαπαθιώτη «Το τάμα της Ανθούλας» και άλλων πεζογράφων
εικονογραφούν το τι γίνονταν στα βράχια και τις σπηλιές της Πειραϊκής, και από
κοντά η καλή ποίηση του Νίκου Καββαδία και η ρεμπέτικη θρυλική τετράς του
Μάρκου Βαμβακάρη. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε, μια και είμαστε παντελώς άσχετοι
με τέτοιου είδους επιλογές και επιθυμίες. Πάντως, γνωρίζουμε ότι η εμπλοκή του
Ναπολέων Λαπαθιώτη με τις ουσίες έγινε κατά την περίοδο που ακολούθησε ως
γραμματέα και μεταφραστής γαλλικών του στρατιωτικού πατέρα του στην Αίγυπτο.
Από εκείνη την περίοδο χρονολογείται και η γνωριμία του με τον Καβάφη
διατηρώντας θερμές αναμνήσεις και σχετική αλληλογραφία.
Οι Λογοτεχνικές γραφίδες και αρθρογράφοι των
ημερών του θανάτου του πάντως, δεν αμέλησαν να μιλήσουν για την ποιητική,
πεζογραφική, δοκιμιακή και μεταφραστική σημαντική προσφορά του αυτόχειρα ποιητή,
ο οποίος απασχόλησε τα φώτα της πνευματικής δημοσιότητας την περίοδο του
Μεσοπολέμου έως των αρχών του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου περίπου. Ο ποιητής
Ναπολέων Λαπαθιώτης όπως και ο δάσκαλος της ποίησης Κωστής Παλαμάς πρόλαβε εν
ζωή να δει το ποιητικό άστρο των ενδιαφερομένων θαυμαστών του να αργοσβήνει και
αυτό τον τρόμαζε. Δεν αποδέχονταν εύκολα ούτε την σωματική του φθορά ούτε την
έλλειψη ενδιαφέροντος για το έργο του. Η ελληνική λογοτεχνική ιστορία όμως στην
εξελικτική διαδρομή της είχε άλλη άποψη και δεν τον «λησμόνησε» στα αζήτητα της
ποίησης όπως τόσοι άλλοι έλληνες ποιητές και ποιήτριες της εποχής του με μη
όμορα πάθη και βίο. Και ευτυχώς το σύγχρονο ιστορικό αφήγημα των σύγχρονων και
μοντέρνων ημερών μας, μας δίδαξε ότι Μεσσιανικές λόγος λύσεων για τα πάθη και
τις αρετές του έρωτα δεν υπάρχουν, δεν υφίστανται. Ο ερωτικός άνθρωπος όποια
επιλογή και αν ακολουθήσει είναι δυστυχώς πάντα ευάλωτος και ίσως υποχείριος.
Το ολοφάνερης προσωπικής οπτικής, θα γράφαμε
ιδιοσυγκρασιακής κείμενο του συγγραφέα, εκδότη περιοδικών και ένθερμου
Καβαφιστή Μάριου Βαϊάνου (Κάϊρο 1905- Θεσσαλονίκη 25/11/1975), το δανείζομαι
από το διπλό αφιέρωμα του τριμηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Σύνορα» τχ.
7/7,8,9, 1970 Μέρος Β΄, σ.88- 92 το οποίο εξέδιδε και ήταν διευθυντής του ο
Δημήτρης Βαλασκαντζής με βοηθό σύνταξης τον Μανόλη Καλυκάκη. Η έδρα του ήταν στην
οδό Κρέσνας 24-26 Πολύγωνο, Αθήνα. Υπεύθυνος τυπογραφείου «ΧΑΡΤΟΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ»
ΠΑΠΠΑ. Νικηταρά 10, δρχ. 15 Το προηγούμενο τεύχος 6/ 4,5,6, 1970 περιλαμβάνει
το Α΄ Μέρος Αφιέρωμα στο Ναπολέων Λαπαθιώτη και περιλαμβάνει Ανέκδοτα, Σχέδια,
Ποιήματα και Διηγήματα του Ποιητή καθώς και Προλεγόμενα του πεζογράφου Φαίδρου
Μπαρλά και ένα κείμενο Μνήμη Ναπ. Λαπαθιώτη.-« Ένας λεπταίσθητος ποιητής και
μία τυμβωρυχία στ’ Άπαντά του» του συγγραφέα Πάνου Π. Παναγιωτούνη.
Το κείμενο
του Μάριου Βαϊάνου μας δίνει μία γενική αίσθηση ζωής και ιδιωτικότητας εικόνα
και ορισμένες ιδιορρυθμίες και κοινωνικές θέσεις του δανδή ποιητή την τελευταία
περίοδο του βίου του. Ο πολύς Μάριος Βαϊάνος γνώρισε από κοντά τον ποιητή, ήταν
θιασώτης της ποίησής του, ανήκε στον στενό συντροφικό κύκλο των γνωριμιών του
και συνεργάτης του στο περιοδικό «Ορίζοντες» που εξέδιδε. Στις αποδελτιώσεις
των λογοτεχνικών περιοδικών και εντύπων της περιόδου του Μεσοπολέμου και της
Κατοχικής στα περιοδικά που εξέδωσε ο Μάριος Βαϊάνος, «Αλεξανδρινή Τέχνη»,
«Ορίζοντες» κλπ., συναντάμε την συγγραφική παρουσία του Λαπαθιώτη.
Με την
περίπτωση του Αιγυπτιώτη εκδότη Μάριου Βαϊάνου, ο οποίος συνδέθηκε με την πόλη
μας τον Πειραιά στενά μέχρι τους τελευταίους χρόνους της ζωής του και ήσαν
ζωντανές οι αναμνήσεις του από τα σχολικά του χρόνια. έχουμε ασχοληθεί στα
Λογοτεχνικά Πάρεργα, βλέπε ημερομηνία 29/3/2015 και σε άλλα σημειώματά μας.
(Όπως φυσικά και για τον Ναπολέων Λαπαθιώτη). Καταθέτοντας σχετικά στοιχεία για
τον ίδιο και τις πάμπολλες καλλιτεχνικές και πνευματικές του δραστηριότητες,
την καλλιτεχνική διαδρομή ενός ακούραστου ρέκτη των ελληνικών γραμμάτων. Στο
διαδίκτυο αντλούμε την πληροφορία ότι η ερευνήτρια κ. Δέσποινα Γεμέλου
κυκλοφόρησε την διδακτορική της διατριβή, Χίος 2026 με τίτλο: «Ο Μάριος Βαϊάνος
και η συμβολή του στην πνευματική ζωή της Ελλάδας κατά τους μεσοπολεμικούς και
μεταπολεμικούς χρόνους (1924-1975)».
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η διδακτορική
εργασία της κυρίας Γεμέλου θα καλύπτει τα όποια κενά πληροφοριών έχουμε για τον
Μάριο Βαϊάνο και θα μας προσφέρει ένα καλλιτεχνικό και πνευματικό πορτραίτο του,
ένα χρονολογικό διάγραμμα της πορείας και των δραστηριοτήτων του μέσω του
Πρακτορείου Πνευματικής Συνεργασίας που διατηρούσε. Προώθηση βιβλίων και παλαιότερων
και νεότερων ηλικιακά λογοτεχνών, κυκλοφορία περιοδικών, διοργάνωση Εκθέσεων
Εικαστικών δημιουργών, φιλικές συγκεντρώσεις και ομιλίες στο σπίτι του στην οδό
Ακομινάτου, παρουσιάσεις νέων συλλογών και πολλά άλλα. Ο Μάριος Βαϊάνος στάθηκε
πάντα υποστηρικτικός απέναντι σε ποιητές, πεζογράφους, ζωγράφους, εκδότες
περιοδικών και όσων με δύο λόγια ασχολούνταν με τις τέχνες και τα γράμματα και
είχαν πνευματικές ανησυχίες, δίχως να κάνει διακρίσεις σε πρώτης ή δεύτερης ή τρίτης
κλπ. κατηγορίας δημιουργούς και των έργων τους. Υπήρξε πάντα φιλικός απέναντι
στους νέους σε ηλικία συγγραφείς και έτρεχε πάντα πρόθυμα να διαδώσει το έργο τους,
να το μοιράσει με δικά του έξοδα, να το ταχυδρομήσει, να το αποστείλει σε
φίλους του βιβλιοκριτικούς στις εφημερίδες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Βρέθηκαν δυστυχώς άτομα που καυτηρίασαν αυτήν την δημόσια πρακτική του στήριξης
των νέων συγγραφικών δυνάμεων, τον κατηγόρησαν για αυτές του τις ενέργειες και
περί τέχνης πεποιθήσεις και απόψεις, ότι δεν είχε διάκριση και αισθητική, δεν
ήταν εκλεκτικός, εξομοίωνε συγγραφικές φωνές και έργα αρκετές φορές ανόμοια,
πράγμα που θα μπορούσε να μπερδέψει τον αναγνώστη για την πραγματική αξία κάθε
καινούργιας δημιουργίας. Η συνολική όμως προσφορά του Μάριου Βαϊάνου ήταν
μεγάλη, θετική, ειλικρινέστατη και άδολη, γιατί, εκεί όπου έκλειναν την πόρτα
για δημοσίευση ή παρουσίαση του έργου ενός νέου λογοτέχνη πρωτοεμφανιζόμενου,
τον αποθάρρυναν, έρχονταν ο Μάριος Βαϊάνος να τον και τους εμψυχώσει, να ενθαρρύνει
τους νεοσσούς συγγραφείς στα εκδοτικά και συγγραφικά οράματα, στεκόμενος δίπλα
τους, υποστηρικτικός και βοηθός τους στα πρώτα τους βήματα και αυτό δεν είναι
ούτε λίγο και καθόλου αμελητέο στην συνεισφορά του στην ελληνική λογοτεχνία.
Καθόλου αλαζόνας ή δήθεν, υπήρξε ένας λαϊκής πάστας άτομο, φιλότεχνος και
φιλόξενος πάντα στο «σινάφι» των πνευματικών δημιουργών και εικαστικών
καλλιτεχνών. Εξάλλου, έχουμε αναφέρει και παλαιότερα, η 12η τομη
Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση περιλαμβάνει πάνω κάτω
περίπου 6.000 ονόματα αντρών και γυναικών συγγραφέων (σε μία μικρή και εν τάχει
πρόχειρη αποδελτίωσή μου) πόσους αλήθεια θυμούνται οι έλληνες αναγνώστες και
βιβλιόφιλοι. Πόσους δεν αναφέρει το σύγχρονο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
των εκδόσεων Πατάκη, πόσα ονόματα απουσιάζουν από την πολύτομη Ιστορία της
Ελληνικής Λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Αργυρίου. Το ίδιο δεν συμβαίνει και με τις
Ελληνικές Ποιητικές Ανθολογίες; Στην πόλη μας τον Πειραιά, ας δούμε πόσο
γρήγορα μάλλον λησμονήθηκαν οι προηγούμενες γενιές των λογοτεχνών από τις σύγχρονες
των ημερών μας πνευματικές δυνάμεις και συγγραφείς. Κάνω λάθος στις εκτιμήσεις
μου;
Ας δώσουμε τα Περιεχόμενα του Αφιερωματικού
τεύχους, 7, Δεύτερο Μέρος του περιοδικού Νέα Σύνορα.
Το τεύχος ανοίγει τις σελίδες του με το
ποίημα «ΕΛΕΓΕΙΟ» του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη- είχε πρωτοδημοσιευθεί στο αφιέρωμα της «Νέας
Εστίας». Το σονέτο το αντιγράψαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας αφιερωμένων
ποιημάτων στον Ν. Λαπαθιώτη.
Ακολουθούν τέσσερεις ποιητικές παρωδίες του
Ν. Λαπαθιώτη, σελ. 76-77 που τις υπογράφει με το ψευδώνυμο ΠΛΑΤΩΝ ΧΑΡΜΙΔΗΣ.
Τρείς παρωδίες A LA MANIERE DE… των ποιητών Καβάφη, Σικελιανό και Εμπειρίκο και μία του
εαυτού του, της ποίησής του.
Στις σελίδες 78-85 παρουσιάζονται 20 Σκίτσα
του Λαπαθιώτη αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς. Τα ασπρόμαυρα μικρών
διαστάσεων σκίτσα αντιπροσωπεύουν διάφορες ανθρώπινες φιγούρες και συνοδεύονται
με μικρές λεζάντες.
Ο Μάριος Βαϊάνος υπογράφει το κείμενο «ΕΝΑΣ
ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΚΑΙ ΘΛΙΒΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», σ. 88-92.
Στις σελίδες 93-97 έχουμε λίγα ακόμα Λαπαθιώτικα Σκιτσαρίσματα-
σιλουέτες με λεζάντες.
Στις σελίδες 98-99 διαβάζουμε ιδιόχειρη
επιστολή του ποιητή με ημερομηνία 7/2/1938.
Ακολουθούν 3 φωτογραφίες του ποιητή σε φυσικό
μέγεθος, σ. 100-102
Το Αφιέρωμα κλείνει με τα ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ, σ. 103.
Στην σελίδα
104 έχουμε τίτλους Βιβλίων, Περιοδικών και Εφημερίδων που στάλθηκαν στο
περιοδικό. Ξεχωρίζουμε και ονόματα Πειραιωτών συγγραφέων.
Στο εξώφυλλο
του περιοδικού υπάρχει σκίτσο του ποιητή ενώ στο οπισθόφυλλο δημοσιεύεται
παλαιός χάρτης της νήσου Σάμος. Οι διαστάσεις του περιοδικού είναι 17Χ 24,5. Υπάρχουν
και δύο διαφημίσεις, της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και των Φωτο- Οπτικά Ν. Δ. Καπώλης.
Ανάμεσα στα ονόματα των συνδρομητών αναγνωρίζουμε και τα: Ιατρόπουλος Δημήτριος,
Κυριαζόπουλος Σπύρος, Στέλιος Γεράνης, Μελισσινός Σταύρος, Ελευθέριος Μάϊνας, Κώστας
Πηγαδιώτης, Άγγελος Σούλης, Τάσος Πορφύρης, Αθανάσιος Χατζόπουλος, Πάρης Τακόπουλος,
Αλίκη Τόμπρου και άλλων.
Στα ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ, διαβάζουμε σχετικά
για την ύλη και των δύο αφιερωματικών τευχών:
«Το σημείωμα
του Σικελιανού και τα 27 σκίτσα, βρίσκονται στην κατοχή του φίλου ποιητή Γιώργη
Πισκάρεφ. Το σκίτσο του Λαπαθιώτη, οι φωτογραφίες και η επιστολή, στα χέρια του
φίλου Μάριου Βαϊάνου, και τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος μας τα πρόσφεραν προς
δημοσίευση τελείως αφιλόκερδα.
Αφιλόκερδα ακόμα μας έστειλε ο κ. Μελής Νικολαϊδης
το σημείωμά του, με τα τέσσερα ποιήματα του Λαπαθιώτη, που υπόγραφε τότε ως Πλάτων
Χαρμίδης και τις αναμνήσεις του ο φίλος Μάριος Βαϊάνος. Τους ευχαριστούμε.».
A LA MANIERE DE…ΚΑΒΑΦΗΣ
Τύριε ζωγράφε,
αβρέ και περισπούδαστε,
την βαθυτάτη
τέχνην σου εκτιμώ.
Έχεις μοιράσει
τα ηδυπαθή σου χρώματα,
επάνω στον
λεπτόν αυτόν σου πίνακα,
μ’ ακρίβειαν
και μ’ ευσυνειδησίαν,
που τέρπει
και την σκέψιν και την όρασιν.
Όμως εκείνα τ’
άρρητα, τ’ ανέκαθεν,
εκείνα τα
μεγάλα και τ’ αθάνατα,
που για να
τα εκφράση ο νούς αγνωνιά,
να δυνηθής
να εκφράσης μην το στοχασθής…
Παιγνίδια της
σαρκός, επιθυμίες,
και μεγαλόπνοες
τάσεις ηρωϊκές,
εφηβικές
ηδονικές κορμοστασιές,
αυτά, ο
χρωστήρ σου πιθανόν απεικονίση.
Όμως εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,
εκείνα τα
μεγάλα και τ’ αθάνατα,
αυτά είναι
θαμμένα μεσ’ στη σκέψιν,
μύχια πανωραία
και παράβυστα’
αυτά δεν είναι
να ειπωθούν ποτέ,
μήτε από χέρι
να εκφρασθούν ανθρώπινο…
A LA MANIERE DE… ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ
Τ’ αχνά, τα
οκνά τα δειλινά, πώς καθώς πέφτουνε, και να
Προβάλλουν μαύρα
τα βουνά, κι αρχίζει να βραδιάζη,
καθένα της,
μεσ’ στην ψυχή, σαν ένας θάνατος ηχεί,
και σε δακρύων
θερμή βροχή τη θλίψη μας αδειάζει…
Κι έτσι όπως
γέρνει να χαθή, σ’ ένα παράπονο βαθύ,
πρίν κατεβή να
κοιμηθή, θανάσιμα δοσμένο,
μου φέρνει,
πάντα στο μυαλό, κάτι απαλό, κάτι καλό,
πού τόζησα, τ’
αναπολώ- και πάλι το προσμένω…
A LA MANIERE DE… ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ
ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ
Έτσι ως
ρουθούνισμα βωδιού, με την αψάν ανάσα
που σύγκορμα
και σύψυχα νιώθει τη δύναμή του
να ξεχειλάη
ακράτητα, και το ζεστό κορμί του
να βγαίνη φλόγα,
σαν πηγή, και σπίθος από μέσα,
κι ανοίγοντας
τις κόρες του, σαν κρύσταλλα καθάρια,
ρουφάει της μέρας
τ’ αδρό φώς, που θρέφει την αλκή του,
όμοια η ψυχή
μου σείσθηκε, δική μου και δική του,
τυπώνοντας
στην ίδια γη τα ίδια βαρβάτα αχνάρια!
Κι ως άστραψε
αναπάντεχα του γήλιου το γιορτάσι,
καθρεφτισμένο
ξάστερα μεσ’ στ’ αρμυρά πελάη,
κι ο πόθος
μου ασυγκράτητος μου γιγαντώθη πλάϊ,
ζητώντας μεσ’
στ πλέριο φώς να πιή και να χορτάση,
κι απαρατώντας
του ασκητή τα μαύρα βαρειά ράσα,
διαμάντι
πεντακάθαρο, μεσ’ στα διαμάντια τ’ άστρα,
σύφλογα και
πασίχαρα, σα μέλισσα βυζάστρα,
χιούμηξεν, όμοια
αβάσταχτο, να σμίξη τη γη πάσα!...
A LA MANIERE DE… ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ
(Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΗΣ)
ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ
Η παρονυχίδα
των ενώσεων εμπαίζει τους κονίκλους των κροτ-
άφων,
υπόδημα και τελετή- ζουμπούλι. Δεν αποβλέπει τόσο
στον
ασπάλακα, πλήν ελλοχεύει με κουφούς θυστάνους, φωταγωγός
ανώφελων
υπερθεματιστών, ακροβατικής αυθαιρεσίας. Σμήνος ευθέτων
εξυπηρετήσεων
–ανέφελος και πάνδημος Ηρώδης, εκκωφαντικών απομονώ-
σεων και
περιστροφικών εξιλαμισμών. Εκκρίσεις αφιλοκερδείς, ευνοϊκοί
λαμπτήρες.
Πυροσβέστης εθελοτυφλών προς τα βελουδένια περιθώρεια,
και
καταστρατηγών την υποτεινούσαν, μεταξύ λιθίνων παραδείσων. Συλ-
λήψεις
ενδομύχων αναιρέσεων, παρεμφερών με Καναρίους νήσους- τρία
πουλάκια
κάθουνται, κατάπλασμα, λεκάνη…
ΠΛΑΤΩΝ
ΧΑΡΜΙΔΗΣ
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
20/10/2026
ΥΓ. Την πρώτη
φορά που άκουσα την είδηση δεν έδωσα την σημασία που έπρεπε. Κάτι όμως με ξένιζε,
την ακούω και δεύτερη και τρίτη φορά. Ποια είδηση; Ο Ηλεκτρονικός Υπολογιστής ΔΑΙΔΑΛΟΣ
μπορεί να κάνει σε κλάσμα δευτερολέπτου τόσες πράξεις όσες μπορεί να κάνει το
ανθρώπινο μυαλό σε 2.ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. Μάλιστα σωστά το ακούσαμε 2
δισεκατομμύρια χρόνια. Η αρχή της νέας του Ανθρώπου ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑΣ.