Διονύσης Χαριτόπουλος
(Πειραιάς
27/8/1947- Πέμπτη 8/10/2026)
Παράξενα τα παιχνίδια της Μοίρας που παίζει
μαζί μας, μας κοροϊδεύει, μας ειρωνεύεται, μας ξεγελά χαμογελώντας σαρδόνια και
πολλές φορές χαιρέκακα για τις όποιες βεβαιότητές μας, φρούδες ελπίδες
αθανασίας μας. Διαφορετικά τα λογαριάζεις, τα περιμένεις, τα προγραμματίζεις
και αλλιώς σου έρχονται στην καθημερινότητα του ατομικού σου χρόνου και των
καταστάσεων του βίου σου. Αυτές τις μέρες άρχισε ο χορός του Πειραϊκού θανάτου,
των απωλειών των Παιδιών του Πειραιά. Πρώτος έφυγε ο ποιητής και κριτικός
Αντώνης Ζαρίφης, ακολούθησε ο Μ. Μπακούρης και εχθές ο πεζογράφος και νεότερος
βιογράφος του Άρη Βελουχιώτη, ο Διονύσης Χαριτόπουλος.
Αναρτούσαμε το τελευταίο δίμηνο κριτικές και
σχολιασμούς για ταινίες του σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, κυρίως έχοντας
κινηματογραφικό οδοδείχτη τον δάσκαλο της έβδομης τέχνης και κριτικό,
αρθρογράφο Βασίλη Ραφαηλίδη. Διαβάζοντας εκ νέου τα βιβλία με τις κριτικές του
δεν θα μπορούσαμε να μην ανατρέξουμε και στον τόμο που ο Ραφαηλίδης συγκέντρωσε
ταινιοκριτικές του για τον Σύγχρονο Ελληνικό Κινηματογράφο, το Νέο. Ξεχωρίσαμε
τρείς παλαιές ελληνικές παραγωγές που είχαν σχέση με τον Πειραιά και Πειραιώτες
δημιουργούς. Δημοσιεύσαμε πρώτα το τι έγραψε για την βραβευμένη ταινία του
Πειραιώτη συγγραφέα και σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη, «Μετέωρο και Σκιά». Μιά χρονική
περιπλάνηση μέσω των αφηγήσεων των στενών φίλων του, του εστέτ και δανδή ποιητή
του Μεσοπολέμου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (31/10/1888- 7/1/1944). Παράλληλα, ετοιμαζόμασταν
να αναρτήσουμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα την κριτική του ταινιοκριτικού για την
ταινία του γιού του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, του κινηματογραφιστή Κώστα
Βρεττάκου: «Τα παιδιά της Χελιδόνας». Ο Μανιάτης ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος
όπως όλοι οι αναγνώστες της ποίησης γνωρίζουμε είχε άμεση σχέση με την πόλη του
Πειραιά, διέμενε στο κέντρο της και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλός της. Η
προτομή του υπάρχει ακόμα στον πεζόδρομο της οδού Καραϊσκου. Την ταινία «Τα
παιδιά της Χελιδόνας» την είχαμε παρακολουθήσει και μας άρεσε. Ωραία πλάνα,
καλή φωτογραφία, σκηνοθεσία άψογη με εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα της
Μαίρης Χρονοπούλου στις γνωστές δάνειες Τσαρουχικές σκηνές της κινηματογραφικής
ανάπλασης. Η ταινία βασίζονταν στο μυθιστόρημα ενός ακόμη σημαντικού σύγχρονου
Πειραιώτη, του γνωστού μας μυθιστοριογράφου και διηγηματογράφου Διονύση
Χαριτόπουλου, το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983. Το
όνομα του συζύγου της δημοσιογράφου Μαλβίνας Κάραλη από τα Ψαρά -η οποία
διέμενε για ένα διάστημα στο πρώτο λιμάνι, αναφέρονταν ότι γεννήθηκε στην Αθήνα
όπως και σε άλλα βιβλία που καταγράφουν την συγγραφική πορεία του. Από τα πρώτα
στιγμιότυπα της μυθοπλασίας των παρουσιάσεων των ηρώων και ηρωίδων (Πάνος,
Ακριβή, Σπύρος κλπ. περιοχές του Πειραιά όπως η Τρούμπα κάνουν γνωστή την
εικόνα τους στο βιβλίο «Τα παιδιά της χελιδόνας»). Ο Πειραιάς και η ατμόσφαιρά
του, το ανθρωπογενές λαϊκό κλίμα του είναι παρόντα σε διάφορα γραπτά του
Διονύση Χαριτόπουλου. Η πρώτη ύλη των παιδικών του αναμνήσεων διασπάται αρμονικά
και ισορροπημένα στα κατοπινά έργα του έστω και αν η θεματική τους τοιχογραφία
και διαπραγμάτευση αλλάζει, τα μοτίβα τροποποιούνται. Η ποιότητα της αναφοράς
του στις μεταγενέστερες αφηγήσεις και εξιστορήσεις του ως παιδική και εφηβική
μνήμη, το χρονικό βάθος των αναμνήσεών του, αυτό το λειτουργικό φλας μπακ, η
παρατηρητικότητα του βλέμματός του ως ενιαίο ταμπλό της καθολικής παράστασης
της Πόλης καθώς περιπλανάται στις νεανικές του εξορμήσεις στις φτωχογειτονιές,
γνωρίζοντας τα μυστικά και τις οσμές της που κάποτε ένιωσε, οι συγκινητικές
περιγραφές του και νοσταλγικές καταθέσεις του, ή όχι και τόσο αθώες όσον αφορά
τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα και πολιτικά τεκταινόμενα κρίσεις και απόψεις
του, καθιστούν τα γραπτά του σημαντικές πρωτογενείς μαρτυρίες της ιστορίας της
πόλης αλλά και άλλων περιοχών. Γνωρίζοντας από παλαιά την πεζογραφική παρουσία
του πολύ καλού Διονύση Χαριτόπουλου, ενός σεμνού γραφιά,- παρά την εμπορική και
αναγνωστική επιτυχία των βιβλίων του, δεν θα μπορούσαμε να μην τον
μνημονεύσουμε στις δικές μας εκδοτικές εργασίες πάνω στην πολιτιστική διαδρομή
του Πειραιά από την ίδρυση του Δήμου έως των ημερών μας. Που τα πάντα άλλαξαν
από την φυσιογνωμία του έως το ήθος των δημοτών του. Δεν θα μπορούσαμε σαν
αναγνώστες των βιβλίων του να μην σταθούμε και στα συγγραφικά του χνάρια που
χάραξε επάξια και δυναμικά, δημιουργικά στα ελληνικά γράμματα εδώ και δεκαετίες,
αλλά ιδιαίτερα, τα τελευταία χρόνια με τις νέες του κυκλοφορίες των πολύ καλών
εργασιών του που έχουν άμεση σχέση με τον Πειραιά του όχι και τόσο μακρινού
άλλοτε. Βιβλία που έτυχαν ευμενούς αποδοχής και αναγνώρισης, διαβάστηκαν και
συζητήθηκαν, προσέχθηκαν και συναρίθμησαν τον πειραιώτη δημιουργό ώς ένα από τα
σημαντικά μέλη της Πειραϊκής Σχολής Λογοτεχνίας. Και αναφέρομαι στα δύο του βιβλία
που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ» το 2012 και 2016 αντίστοιχα σαν μία
συνέχεια της καθόλου και σταθερής ματιάς του και των αναμνήσεών του της
σύγχρονης ιστορίας της Πόλης. Ο τίτλος του πρώτου είναι «Εκ Πειραιώς» Διαδρομή
1947-1967 και είναι μία μυθιστορηματική ανάπλαση μιάς τριακονταετίας- αρχινά
για την ακρίβεια 7/11/1955- γνωριμίας του αναγνώστη με περιοχές όπως το
[Λιμάνι, η Τρούμπα, η Δραπετσώνα, η Αγία Σοφία, η πλατεία Καραϊσκάκη, τα
Ταμπούρια, η Αμφιάλη, τα Καμίνια, ο Αγιος Ιωάννης Ρέντης, η Φρεαττύδα, η
Πειραϊκή, το Χατζηκυριάκειο, ο Καραβάς και άλλα τοπόσημα και περιοχές του
Πειραιά και των όμορων περιοχών που μας δίνονται με έντονη παραστατικότητα και
αναγλυφικότητα σαν τους παλαιούς πολιτικούς χάρτες διαφόρων περιοχών της
Ελλάδος που είχαμε στις αίθουσες των Σχολείων. Ένα μάθημα κοινωνικής
ανθρωπογεωγραφίας και συνοικιών στην πράξη. Μία αμφίδρομη επιρροή και
επιδραστικότητα, τόσο του Πειραιά πάνω στους δημότες και κατοίκους του όσο και
των κατοίκων πάνω στην ταυτοτική εικόνα και τον χαρακτήρα της Πόλης. Οι σελίδες
του πειραϊκού «χρονικού» ανοίγουν με το μότο «στον Πειραιά πατάω στεριά». Ο
τίτλος του δεύτερου βιβλίου είναι «Πειραιώτες» Ιστορίες & Ειδήσεις
1947-1967. Εδώ παραλλαγμένη η Σεφερική ρήση (για την Κύπρο), «Πειραιά, ού μ’
εθέσπισεν» ο Χαριτόπουλος χαρτογραφεί τις προσφυγικές «ράτσες» και συνήθειες,
ήθη και έθιμα των προσφύγων που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα φιλόξενα χώματα
του Πειραιά και έγινε η δεύτερη πατρίδα τους. Είναι η «λιμανίσια η Πειραιώτικη
ράτσα» που μας λέει ο συγγραφέας των εγκατεστημένων: Υδραίων, Χίων, Μανιατών,
Κρητικών, Μικρασιατών, Πόντιων, Ρουμελιωτών, Πελοποννήσιων, Θεσσαλών,
Ηπειρωτών, Καρπάθιων, Νησιωτών διαφόρων νησιών του Αιγαίου, Επτανήσιων.] Οι δύο
αυτοί τόμοι συνοψίζουν κατά κάποιον τρόπο θα γράφαμε τις προσωπικές των
αναμνήσεών του περιπλανήσεις του Πειραιά τα παιδικά του βιώματα και
συγκινήσεις, τις πρώτες αισθήσεις και συναισθηματικές του ταραχές και την κατά
κάποιον τρόπο διαμόρφωση της προσωπικότητάς του ως άτομο και ίσως ως συγγραφέα.
Ενός δημιουργού που παρά την φήμη του, προέρχεται από λαϊκή στόφα, έκανε
διάφορες δουλειές χειρονακτικές για να ζήσει, ζυμώθηκε μέσα στις συνοικίες και πέριξ
του Λιμανιού, αλλά δεν έχασε ποτέ το ανθρώπινο πρόσωπό του και το λαϊκό του
στοιχείο και ντόμπρο ήθος του. Οι αφηγηματικές ιστορήσεις του Διονύση
Χαριτόπουλου συγκροτούν ένα ιστορικό πανόραμα της σύγχρονης μεταπολεμικής
ελλάδας- όπως φυσικά και άλλων ελλήνων μυθιστοριογράφων και διηγηματογράφων. Οι
ήρωες και οι ηρωίδες του είναι πραγματικά πρόσωπα, ρεαλιστικά πρότυπα, άτομα
της διπλανής πόρτας και πηγάζουν μέσα από τα λαϊκά σπλάχνα της κοινωνίας.
Μετέχουν ενεργά στην μικρο Ιστορία της εποχής τους, την διαμορφώνουν με τις μικρές
τους δυνάμεις και φιλοδοξίες, τις αλληλεξαρτήσεις τους, τις προστριβές μεταξύ
τους, αντιμαχόμενοι τις δυνάμεις της κρατικής εξουσίας, είναι έντονα κοινωνικοποιημένα
άτομα. Πολιτικά προσδιορίσημα. Την ιδεολογία που ασπάζονται αν δεν λαθεύω
ερμηνευτικά, δεν την ακολουθούν όλοι οι μεροκαματιάρηδες ήρωές του, οι
λιμενεργάτες του λιμανιού αν και προέρχονται από την ίδια πολιτική δεξαμενή του
θρυλικού αγωνιστή συμβόλου της ηττημένης παράταξης του εμφυλίου της Αριστεράς,
του στρατιωτικού «αρχηγού των ατάκτων» που τόσο εύστοχα βιογράφησε τον Άρη στα
βιβλία του ο Διονύσης Χαριτόπουλος.
Ο Διονύσης Χαριτόπουλος μας πρόσφερε στα
γραπτά του εκπληκτικές τοιχογραφίες του έμψυχου ανθρωπογενούς τοπίου του πειραϊκού
λαού, δεν μας καθρέφτισε «πακεταρισμένες» φυσιογνωμίες και καταστάσεις μη
οικείες στον κάθε πειραιώτη. Χαρτογράφησε με καθαρά λαϊκά αυθεντικά χρώματα και
νοσταλγικές πινελιές λαϊκές συνοικίες και σοκάκια που έσφυζαν από ζωή, ανθρωπιά,
καλοσύνη, μυρωδιές εργατικής κουζίνας, ανθρώπινη φτώχεια και οικονομική
εξαθλίωση αλλά πειραιώτες με ανθρώπινο πρόσωπο και χαρακτήρα, παρά τις
κοινωνικές επιλογές του περιθωρίου που μερίδα από αυτούς ακολουθούσαν. Ρεμπέτες
του ντουνιά ναυτικοί πειραιώτες. Δίνει την απαιτούμενη προσοχή τόσο στην
ανάπλαση της μεγάλης εικόνας μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι της ζωής των ανθρώπων
όσο και στις μικρολεπτομέρειες των ιστορικών συνθηκών που ορίζουν και
καθορίζουν τις ζωές τους. Η αφηγηματική δομή των ιστορικών περιπετειών του
είναι ισορροπημένη, στρωτή, δεν έχει χάσματα, οι δράσεις των προσώπων είναι
ξεκαθαρισμένες όπως και οι ρόλοι τους μέσα στην κοινωνία από όπου τους παίρνει
και τους θέτει μέσα στις λευκές σελίδες των βιβλίων του ως αληθινά σύμβολα, ως
πρότυπα χαρακτήρων. Οι Πειραιώτες στα κείμενα του Χαριτόπουλου είναι φορείς
μίας ιστορικής συνείδησης και ίσως και αποστολής. Οι στάσεις και οι αντιδράσεις
τους δεν εκφράζουν μόνο τους ίδιους και τα άτομα που εμπλέκονται μαζί τους αλλά
την ίδια την Πόλη, την Ιστορία της, τις γνωστές και άγνωστες πτυχές και
τοποθεσίες της, την ατμόσφαιρά της σαν κάτι το ξεχωριστό, το ντόμπρο, το
αντρίκιο το μπεσαλίδικο στις μεταξύ τους συμφωνίες και συναλλαγές να μην θέλει
χαθεί από την παράδοσή της. Είναι πράγματι απορίας άξιο πώς αυτή η φτωχομάνα
Πόλη, αυτό το πετρώδες και με πάμπολλες επιχωματώσεις Λιμάνι που δέχθηκε στα
σπλάχνα του κάθε καρυδιάς καρύδι από όλη την ελληνική επικράτεια κατόρθωσε να
οργανώσει και να αφομοιώσει όλες αυτές τις ετερόνομες και ετερόκλητες
ανθρώπινες ταυτότητες και το προγονικό τους πολιτιστικό εποικοδόμημα από όλη
την Ελλάδα σε μία ενιαία ανθρώπινη ταυτότητα και εικόνα, την Πειραϊκή. Στο
πρώτο Λιμάνι της χώρας από των αρχαιοτάτων χρόνων κανένας κάτοικος δεν είναι
«κομπάρσος», όλοι όσοι μετεγκαταστάθηκαν στην Πόλη κατόρθωσαν, αγωνίστηκαν όχι
χωρίς θυσίες είναι πρωταγωνιστές της ιστορίας και της εξέλιξής του. Ζωτικός
επαρκής χώρος των συνειδήσεων των Πειραιωτών είναι η ίδια η Πόλη, αυτό το
κακοτράχαλο πέταλο που σιγά-σιγά απλώθηκε και απόκτησε μία κυρίαρχη παρουσία
ανάμεσα στις άλλες πόλεις και λιμάνια της πατρίδας μας με διεθνή προβολή και
ακτινοβολία.
Δρόμοι και
σοκάκια, αλάνες που έπαιζαν τα παιδιά ποδόσφαιρο, λαϊκές συνοικίες και
τοποθεσίες που τους χωματόδρομούς τους χάρασσαν τα αμάξια των νερουλάδων με τις
στάμνες, οι μανάβηδες με τα φρέσκα ζαρζαβατικά στα καλάθια και τις καλαθούνες, οι
πλανόδιοι έμποροι των προικιών των παιδιών τους. Ο νεαρός Χαριτόπουλος περπατά
την περιοχή της Αγίας Σοφίας και παρατηρεί τις αλλαγές της ρυμοτομίας της και
θυμάται, συγκινείται, φέρνει στο νου του παραστάσεις, εικόνες και γεγονότα που
έζησε, βίωσε, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, φανέρωσε τις πρώτες του
συναισθηματικές ανάγκες, μοίρασε τα πρώτα του χαμόγελα στους γύρω του,
συνάντησε τα πρόσωπα με τα οποία συνδέθηκε στα κατοπινά χρόνια του βίου του.
Παιδικές και εφηβικές του νεανικές του αναμνήσεις, νοσταλγικές και της ωριμότητάς
του ονειρικές στιγμές και δύσκολες περιπέτειες ζωής φτωχών οικογενειών των
δεκαετιών μετά το 1960. Όταν η Πόλη άρχιζε να αλλάζει όψη, να βαδίζει τα πρώτα
στάδια της αστικοποίησής της αφήνοντας πίσω αργά και σταθερά το προσφυγικό
προφίλ και παρελθόν της. Συγκινητικές στιγμές και αποτυπώσεις ευαισθησίας νεανικών
στιγμών, μνημών όπως τις βίωσε, τις επεξεργάστηκε η νεαρή του συνείδηση και
διαμόρφωσαν το ήθος του χαρακτήρα του, καλλιέργησαν την ανθρωπιστική μορφή της
ψυχής του, τα συναισθήματά του για τους ανθρώπους γύρω του και για την ίδια την
Πόλη. Καθημερινά μοτίβα λυρισμού και συγκινήσεων γνωστά στα άτομα της γενιάς
του Πειραιώτες που αποφάσισαν στα κατοπινά τους χρόνια να μας ξαναθυμίσουν, να
ζωγραφίσουν με τα κείμενά τους, τα γραπτά τους το ανάγλυφο μαγευτικό είδωλο της
Πόλης των νιάτων τους.
Ο Πειραιάς που έζησε και μεγάλωσε ο Διονύσης
Χαριτόπουλος δεν του πρόσφερε μόνο την πνοή της ζωής του,- έστω και μέσα σε ένα
κλίμα και μία ατμόσφαιρα συνθηκών φτώχειας και ανέχειας, του εμφύσησε την ανάσα
της κοινωνικοποίησής του, την λαϊκότητα του χαρακτήρα του, την ρεμπέτικη
λεβεντιά του, την δημοκρατική και ανεξάρτητη συνείδησή του. Ο Χαριτόπουλος ούτε
μας κολακεύει ως Πειραιώτες ούτε μας σνομπάρει σαν φτασμένος, απλά μας
παρακολουθεί, μας ιχνομυθεί και μας περιγράφει μέσα στο πλαίσιο της πειραϊκής
περιπέτειάς μας ως δρώντα πρόσωπα με φανερούς τους κώδικες της Πειραϊκής μας
ταυτότητας ανοιχτή στο χρόνο.
Η θαλάσσια αύρα
της πόλης του μεταδικτατορικού Πειραιά νότισε το πρόσωπό του και πότισε τις
σελίδες των βιβλίων του δίνοντας διέξοδο και όραμα στην ύπαρξή του. Η σκόνη του
χρόνου από τις προσφυγικές συνοικίες του Πόρτο Λεόνε δεν τον σκεπάζει δεν
αποχρωματίζει τους ορίζοντες της φαντασίας του καθώς τις περπατά με άγρυπνο πάντα
βλέμμα, τις αντένες των αισθήσεών του άγρυπνες. Παρατηρεί και εξερευνά
ανθρώπους και τοποθεσίες, αναγνωρίζει λησμονημένα ή χαμένα τοπόσημα της Πόλης,
ακούει λέξεις αμίλητες πια, μιάς άλλης εποχής και συνθηκών ζωής. Όλα όσα του
χάρισε ο Πειραιάς χαλύβδωσαν το ηθικό του, οχύρωσαν την θέλησή του για
επιβίωση, καλλιέργησαν την υπερηφάνεια της προέλευσής του. Ταυτίστηκε με ότι
σκιτσάρισε μέσα στα γραπτά του για τον Πειραιά ως απαραίτητοι ρυθμοί της
προσωπικής του ανάσας.
Πειραιάς μια μυθική ιστορία οι άνθρωποί
του και ο κόσμος τους, τα όνειρά τους, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες του, οι
δημιουργοί του. Το αγωνιστικό γλαροπούλι του ο Διονύσης Χαριτόπουλος.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
10/10/2026