Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν Το Αυγό του φιδιού

 

ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

Το  Αυγό του φιδιού (1977).

Η τεσσαρακοστή ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ   ΠΑΛΛΑΣ

ΠΕΙΡΑΙΩΣ- ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ 152. Τηλέφωνο 4179344

7 Απριλίου 1978

ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ  ΕΓΧΡΩΜΟΝ

ΛΙΒ ΟΥΛΜΑΝ- ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΚΑΡΑΝΤΑΪΝ

Σκηνοθεσία ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

ΣΗΜΕΡΟΝ

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ

   Βερολίνο του Νοέμβρη 1923. Το Μάρκο έχει χάσει την αξία του. Οι άνθρωποι έπαψαν να έχουν εμπιστοσύνη στο παρόν και το μέλλον. Έχουν κυριαρχηθεί από έναν κοινό κρυφό φόβο. Γυρίζοντας ο Έμπελ Ρόζεμπεργκ, ένας Αμερικανός,  στο σπίτι όπου μένει με τον αδερφό του Μαξ, βρίσκει τον Μαξ νεκρό. Έχει αυτοκτονήσει, όπως κι ο Έϊμπελ κι’ ο Μαξ ήταν ακροβάτης σε τσίρκο. Μαζί με την Μανουέλλα, γυναίκα του Μαξ, έκαναν ένα νούμερο. Όμως από τότε που χτύπησε ο Μαξ το χέρι του δεν παίζουν και η Μανουέλλα.

  Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΘΟΝΗΣ

     Έχουν γυριστεί ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου που όσες φορές και να τις δεις δεν τις χορταίνεις. Υπάρχουν φιλμ σκηνοθετών που έχεις παρακολουθήσει αρκετές φορές και είναι πάντα σαν να τα βλέπεις για πρώτη φορά. Έχεις παρακολουθήσει σαν κινηματογραφόφιλος έργα στη ζωή σου τα οποία σε άφησαν κατόπιν αδιάφορο. Η ποικιλία των “Box office” αριστουργημάτων και επιτυχιών είναι μεγάλη από βουβές και ομιλούσες ταινίες, ασπρόμαυρες ή έγχρωμες, που σου έμειναν αξέχαστες, εντυπώθηκαν στην μνήμη σου σημάδεψαν την συνείδησή σου, τις επανέφερες στην σκέψη σου, τις συζήτησες πολλές φορές με τους φίλους σου. Σε άλλες περιπτώσεις συλλογίστηκες ότι θα ήθελες να είχες τις γνώσεις και την εμπειρία να γυρίσεις και εσύ μία παρόμοιας ατμόσφαιρας, θεματικής και σπουδής ταινία. Ποιοί δεν θα ήθελαν να είχαν το ταλέντο ενός Τσάρλι Τσάπλιν, ενός Σεργκέϊ Παρατζάνωφ, ενός Τζών Χιούστον, ενός Γιώργου Τζαβέλλα, ενός Αλέκου Σακελλάριου, ενός Μιχάλη Κακογιάννη κ.ά. «Ζήλεψες» τον σκηνοθέτη και τους συνεργάτες του, το πάθος και την τεχνική του, την ευφυΐα του, τον τρόπο που χειρίζεται την Κάμερα, στο πώς διδάσκει τους ηθοποιούς να στέκονται και να κινούνται μπροστά στον φακό, το πάντα περίεργο βλέμμα του, τις οραματικές του συλλήψεις και επιλογές, την αγάπη του να μας αφηγηθεί τις μικρές ή μεγάλες ιστορίες του. Ένας ψυχαγωγός, ένας διασκεδαστής είναι ο δημιουργός που μας κάνει χαρούμενους έστω και για ένα ονειρικό δίωρο. Μας προσφέρει την ευκαιρία να ξεφύγουμε για ένα διάστημα από τα βάσανα και τα προβλήματα της ζωής. Η Τέχνη ένα ακόμα παιχνίδι της φαντασίας και των ονείρων του ανθρώπου. Ένας τέτοιος μαϊστορας σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι (ας μην χρησιμοποιήσουμε το ρήμα ήταν, υπήρξε) και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Υπάρχουν όμως και φορές, που μετά την παρακολούθηση μίας ταινίας βγαίνεις έξω από την κινηματογραφική αίθουσα, στο δρόμο νιώθεις άβολα, άσχημα, σε έχει πλημμυρίσει ένα παράξενο απροσδιόριστο άγχος, ένας φόβος, κοιτάς γύρω σου με τρόμο, αισθάνεσαι ότι σε παρακολουθούν, από κάπου θα πεταχτούν κάτι παράξενοι και περίεργοι σκοτεινοί τύποι και θα σε συλλάβουν, θα σε βασανίσουν, θα σε φυλακίσουν. Λες και βασιλεύει ένας γενικός τρόμος έξω στην Πόλη, κάτι που δεν αισθανόσουν πριν δεις την ταινία. Και μία τέτοια εφιαλτική και σκοτεινή αίσθηση αισθανθήκαμε όσοι πριν χρόνια παρακολουθήσαμε την ταινία «Το Αυγό του φιδιού», χρησιμοποιώ τον πληθυντικό γιατί, παρ’ ότι είδα την προβολή της μόνος μου στον Πειραιά, βγαίνοντας έξω από το ΠΑΛΛΑΣ και κοντοστάθηκα με αγωνία με ένα σφίξιμο στο στομάχι, άκουγα τι έλεγαν οι γύρω μου τότε θεατές της. Υπερβολή! δεν νομίζω, η γενική εντύπωση των κινηματογραφόφιλων που παρακολούθησαν την ταινία για πρώτη φορά ήταν η ίδια. Αν και για να είμαστε ακριβείς, υπήρξαν ανάλογες περιπτώσεις της Έβδομης Τέχνης, όπου με την προβολή ταινιών σε έκαναν να αισθανθείς το ίδιο, να νιώσεις παρόμοια σκοτεινά και πικρά συναισθήματα. Όπως παραδείγματος χάριν ήταν «Η Δίκη» του Φρανς Κάφκα, «Η Πείνα» του Κνούτ Χάμσον, το «1984» του Όργουελ, ταινίες βασισμένες σε μυθιστορήματα αναγνωρισμένων συγγραφέων. Αλλά και η «Λάμψη» του σημαντικού σκηνοθέτη Στάνλεϋ Κιούμπρικ, «Ο Θρόνος του Αίματος» του Ακίρα Κουροσάβα, το «Σαλό» του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Φιλμ τα οποία είτε ήσουν σταθερός θεατής είτε όχι του Σινεμά εντυπώθηκαν στη συνείδησή σου. Ας πάρουμε τα πράγματα όμως με την σειρά.

  Επτά του Απρίλη του 1978, απογευματάκι, κατεβαίνω στην στάση του Λεωφορείου στην οδό Καλλέργη στην διασταύρωση με την Ασκληπιού, περιμένω το «21», σήμερα «909». Παίρνω το λεωφορείο για τον Πειραιά, στην στάση του Δημοτικού Θεάτρου επί της Ηρώων Πολυτεχνείου (πρώην Βασιλέως Κωνσταντίνου) αποβιβάζομαι. Περνάω απέναντι και περπατώ τον πεζόδρομο της Σωτήρος Διός, στην διασταύρωση με την Γρηγορίου Λαμπράκη (πρώην Βασιλίσσης Σοφίας) στρίβω δεξιά για το ΠΑΛΛΑΣ. Πρώτος στην σειρά «παραλιακός» Κινηματογράφος στο Πασαλιμάνι κοντά στο παλαιό Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Από την απέναντι μεριά της λεωφόρου ακούγονται φωνές και γέλια ατόμων, ευχάριστη οχλαγωγία, ανθρώπινες «μπλεγμένες» φωνές ζεστασιάς προσώπων που κάθονται στο φημισμένο ζαχαροπλαστείο του Παπασπύρου με τα εύγεστα γλυκά, τις πάστες, τα αναψυκτικά και τους καφέδες. Κομμάτι τσιμπημένες οι τιμές του. Ο πεζόδρομος της οδού Κανάρι είναι το γνωστό στους Πειραιώτες «παζάρι». Το Ρολόι-το γνωστό «Αυγό»- συνήθως, ποτέ δεν έδειχνε την σωστή ώρα για να κλείσει κανείς τα ραντεβού του. Η καφετέρια του Μπολέτση. Εκεί κοντά ήταν παλαιότερα και η οικία του πειραιώτη δημοσιογράφου και πεζογράφου Χρήστου Λεβάντα. Ενώ στην διασταύρωση Βασιλέως Γεωργίου και Γρηγορίου Λαμπράκη απέναντι από το Άγαλμα της Μητέρας δέσποζε έρημο αλλά υπερήφανο και φωτισμένο το Νεοκλασικό οίκημα που έζησε ο εικαστικός δάσκαλος και σκηνογράφος, ενδυματολόγος και ποιητής, μεταφραστής Γιάννης Τσαρούχης.

  Με αρκετή αγωνία και κινηματογραφικό ενδιαφέρον έμπαινα στο ΠΑΛΛΑΣ να παρακολουθήσω τη νέα ταινία «Το Αυγό του φιδιού» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Φανατικός κινηματογραφόφιλος και θαυμαστής των Μπεργκμανικών αριστουργημάτων με «έτρωγε» η περιέργεια. Εκείνη πάνω κάτω την περίοδο, είχαν πέσει στα χέρια μου- τότε- από πειραιώτικο βιβλιοπωλείο οι δύο κοτσωμένοι τόμοι των εκδόσεων «Δαρεμά» με το έργο «Ο Αγών μου» του Χίτλερ, του Γερμανού δικτάτορα. Είχα διαβάσει το μεγαλύτερο μέρος του δίτομο βιβλίου. Όταν χρόνια αργότερα επανεκδόθηκε το βιβλίο σε έναν τόμο, σε άλλη μετάφραση από τις εκδόσεις «Κάκτος», με την κατατοπιστική και καλή εισαγωγή του ιατρού Κλεάνθη Γρίβα κράτησα την δεύτερη έκδοση και δώρισα την πρώτη. Δύο ήταν οι σημαντικοί λόγοι που με εξίταραν στην παρακολούθηση της εφιαλτικής και αγχώδους αυτής ταινίας.

Ο πρώτος ήταν στο πως διαπραγματεύθηκε το φαινόμενο του Ναζισμού ο Ι. Μπέργκμαν. Για την ακρίβεια το ζήτημα του ατομικού και συλλογικού φόβου ενός ολόκληρου λαού και μάλιστα πολιτισμένου, που γεννάει το αυταρχικό και δικτατορικό αυτό σύστημα που έκανε την εμφάνισή του στις αρχές του Μεσοπολέμου με τα ολέθρια κοινωνικά και πολιτικά, οικονομικά, πολεμικά καταστροφικά αποτελέσματα και φρικαλεότητες που έλαβαν τέλος με την στρατιωτική ήττα του- των δυνάμεων του άξονα- την νίκη των συμμαχικών αμερικανικών, ευρωπαϊκών και σοβιετικών δυνάμεων. Την αποφυλάκιση και απελευθέρωση των κρατουμένων των στρατοπέδων του Άουσβιτς και του Νταχάου. Η Ελλάδα και ο Ελληνικός Λαός πλήρωσε από την μεριά του βαρύ και ακριβό τίμημα από τις κατοχικές δυνάμεις του άξονα. Οι παντοειδείς καταστροφές που άφησαν πίσω τους τα στρατεύματα κατοχής ήσαν τεράστιες και άργησαν να επουλωθούν. Οι μνήμες όσων ζουν από εκείνη την περίοδο είναι ακόμα ζωντανές. Ο Κόσμος εκείνα τα χρόνια είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο Σφαγείο. Η Τέχνη σε όλες τις κατηγορίες και τα είδη της, ακόμα και σήμερα, δεν θα μπορούσε να μείνει αδιάφορη στα δεινά που έφερε στην ανθρωπότητα ο πόλεμος και ειδικότερα το ναζιστικό καθεστώς. Μένοντας στον χώρο του Κινηματογράφου, δημιουργούς και έργα τους να υπενθυμίσουμε ορισμένους τίτλους σημαδιακών και επιδραστικών φιλμ στους κινηματογραφόφιλους. Τις ταινίες «Καμπαρέ», «Μεφίστο» την «Λίστα του Σίντλερ», την «Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη», το «Σαλό» και αρκετές άλλες. Ο κατάλογος τόσο των πολεμικών όσο και των αντιπολεμικών ταινιών είναι αμέτρητος. Ορισμένες μάλιστα ταινίες βιογραφούν τον αυστριακό δικτάτορα με χιούμορ και καυστικό τρόπο, όπως η κλασική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν «Ο Δικτάτορας», η ρώσικη ταινία του Αλεξάντερ Σοκούροφ, «Μολώχ» κλπ.

  Ο δεύτερος λόγος της κινηματογραφικής μου περιέργειας ήταν ότι στην Μπεργκμανική ταινία «Το Αυγό του φιδιού» ως κεντρικό πρόσωπο πέρα από την Λιβ Ούλμαν πρωταγωνιστούσε ο Ντέηβιντ Καραντάιν. Ένας καλός ηθοποιός ο οποίος έκανε τεράστια επιτυχία και έγινε γνωστότερος στο ευρύ κοινό, αν δεν λαθεύω, όταν εκείνη την χρονική πάνω κάτω περίοδο παίζονταν στην τηλεόραση ένα σήριαλ, το «ΚΟΥΓΚ ΦΟΥ». Ερμήνευε τον ρόλο ενός Κινέζου Βουδιστή ιερέα των Σαολίν. Ζούσε σε ένα Μοναστήρι και από επεισόδιο σε επεισόδιο ταξίδευε σε διάφορα μέρη αντιμετωπίζοντας δυσκολίες και προβλήματα, άτομα αδιάφορα και εχθρικά προς τον τρόπο ζωής και κοσμοθεωρίας που ακολουθούσε. Όντας ιερέας των Σαολίν περιπλανιόταν αντιμετωπίζοντας τους κινδύνους με ηρεμία, πραότητα, αταραξία, καλοσύνη, μυστήριο, πνευματικότητα, αυτοσυγκέντρωση, προσευχή, και με τελετουργικές ιερές «ξυλομαχίες» και ασκήσεις. Πολεμικές ασκήσεις εσωτερικής αυτογνωσίας, αυτοσυγκέντρωσης, μέθοδοι διδασκαλίας των μοναχών Σαολίν που ερμήνευε εξαιρετικά ο ηθοποιός Νταίηβιντ Καραντάιν. Όπως η μνήμη έχει συγκρατήσει, το τηλεοπτικό αυτό σήριαλ είχε μεγάλη ακροαματικότητα όταν προβάλλονταν, αγαπήθηκε από το τηλεοπτικό κοινό της εποχής, ιδιαίτερα το νεανικό. Το ξένο αυτό σήριαλ μας έδειχνε έναν άλλον μακρινό- εξωτικό πολιτισμό με άλλες θρησκευτικές τελετουργικές συνήθειες, φιλοσοφία ζωής και μεταφυσικών δοξασιών. Μαθαίναμε για την Βουδιστική διδασκαλία, τις συμπεριφορές και πρακτικές αγωγής και ανατροφής των Μοναχών- παιδιών και μεγαλύτερων- δίχως να έχουμε διαβάσει τα ιερά κείμενά του ή να έχουμε ταξιδέψει στην Ινδία ή την Κίνα, χώρες πολυπληθείς με μεγάλη αρχαία Βουδιστική παράδοση.

     Μερικά χρόνια αργότερα, μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, το Σενάριο που έγραψε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Το Αυγό του φιδιού» (ORMENS AGG) κυκλοφόρησε στα ελληνικά μεταφρασμένο από τα αγγλικά το 1993 σε μετάφραση Χριστιάννας Σακελλαροπούλου, επιμέλεια Ευαγγελίας Χατζηευστρατίου, εξώφυλλο Κώστα Ζαχαράκη, εκδόσεις «Το Κλειδί»- Λιβάνη, Αθήνα 1993, σελ. 143, δραχμές 1500. Όπως γνωρίζουν όσοι το έχουν διαβάσει το βιβλίο αρχινά με το μότο του συγγραφέα Georg Buchner, «Ο άνθρωπος είναι μια άβυσσος και νιώθω ίλιγγο όποτε κοιτάζω στα βάθη της». Μια ρήση την οποία τονίζει και ο Μπέργκμαν από την μεριά του.

   Γράφει σχετικά ο Μπέργκμαν: «Είναι πολύς καιρός τώρα που ενδιαφέρομαι γι’ αυτήν την περίοδο, την εβδομάδα από τις 3 ως τις 11 Νοεμβρίου, όταν ο Χίτλερ επιχείρησε ένα πραξικόπημα, μπήκε στη φυλακή κι έγραψε το Mein Kampf, την εβδομάδα που σταμάτησε να υπάρχει το γερμανικό νόμισμα- οι άνθρωποι χάνουν τα σπίτια και τα υπάρχοντά τους και τις επιθυμίες τους και δεν έχουν πια ούτε ελπίδες. Ο πυθμένας χάνεται και η άβυσσος χάσκει απειλητική». (από το οπισθόφυλλο)

  Για την έκδοση έγραψαν:

-Ελεάνα Παραγιουδάκη, εφ, Νίκη 28/3/1993,    Διαβάζοντας…. Μπέργκμαν.

  Τα σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αποτελούν μια ειδική, χρήσιμη και ενδιαφέρουσα κατηγορία βιβλίων, όπου ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί και να μελετήσει τα επιτεύγματα του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη μονιμότερα από όσο ο θεατής.

   Το «Αβγό του φιδιού», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Λιβάνη» (Σόλωνος 94) αναφέρεται σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Βερολίνο του 1923 την εποχή που ο πληθωρισμός έφτανε σε ακραία ύψη κι ο Χίτλερ άρχιζε τη συγγραφή του έργου του ο «Αγών μου».

  Στο «Αβγό του φιδιού» ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναλύει με αδυσώπητο τρόπο την κατάσταση που επικρατούσε στην Γερμανία την εποχή του μεσοπολέμου. Αποκαλύπτει δεξιοτεχνικά και απερίφραστα το κοινωνικό υπόβαθρο και τις ψυχολογικές αβύσσους που ανοίγουν όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να μιλούν για εθνικά χαρακτηριστικά.

  Σ’ ένα άρθρο των «Τάϊμς της Νέας Υόρκης», ο συγγραφέας είπε:

   «Σας το λέω, διαισθάνομαι έναν έντονο φόβο για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, σαν να πλησιάζουμε σε κάποιο τέλος. Κι αυτό όχι μόνο στο Μόναχο. Το συναίσθημα είναι το ίδιο έντονο στο Παρίσι, στο Λος Άντζελες, στο Λονδίνο. Υπομένουμε όλοι ένα είδος ενοχής και απομόνωσης. Αυτό συνέβαινε στην διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Οι άνθρωποι λιμοκτονούν στον τρίτο κόσμο, μάχονται για θρησκευτικά θέματα, εκτελούν παιδιά, βασανίζουν οι μεν τους δε. Το βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση. Προσπαθούμε να το εξαλείψουμε, να το εξαφανίσουμε. Αλλά είμαι βέβαιος ότι συνεχίζουμε να το κουβαλάμε μέσα μας». Η μετάφραση έγινε από την Χρ. Σακελλαροπούλου.

Σημείωση: Το κείμενο της κριτικού κυρίας Παραγιουδάκη βασίστηκε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

-εφ. Το Βήμα 28/3/1993

  Όταν το σενάριο έχει γράψει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μπορεί να θεωρηθεί αυτοτελές δημιούργημα και να εκδοθεί ως λογοτεχνικό έργο. «Το αβγό του φιδιού», η ταινία- σταθμός που αναφέρεται στη Γερμανία του Μεσοπολέμου και δείχνει τι συμβαίνει όταν «οι άνθρωποι μιλούν πολύ για εθνικά χαρακτηριστικά» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Το κλειδί» (μετάφραση Χριστιάννας Σακελλαροπούλου).

-περιοδικό. Εγώ τχ. 45/7-9-1973

   «ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ» ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

    ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

   Ένα από τα θαυμάσια έργα του Ι. Μ., μεταφρασμένο από την Ιωάννα Σακελλαροπούλου. Βερολίνο, Νοέμβριος του 1923. Η εκστρατεία κατά των Εβραίων έχει αρχίσει να βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ενώ ένας αδιόρατος φόβος πλανιέται στην πόλη. Στο Μόναχο, κάποιος Χίτλερ ετοιμάζει πραξικόπημα, παρασύροντας μαζί του χιλιάδες στρατιώτες και αρκετούς θερμόαιμους πολίτες. Στον Άμπελ Ρόζενμπεργκ τον Εβραίο πρωταγωνιστή του έργου, συμβαίνουν αρκετά παράξενα πράγματα. Γυρίζοντας σπίτι του κάποιο βράδυ, ανακαλύπτει ότι ο αδερφός του έχει αυτοκτονήσει χωρίς να υπάρχει καμιά φανερή εξήγηση γι’ αυτό. Παράλληλα, κι άλλοι περίεργοι θάνατοι σημειώνονται στη γειτονιά και κινούν το ενδιαφέρον της αστυνομίας. Την πολύπλοκη απάντηση σ’ αυτήν την υπόθεση- θρίλερ θα ανακαλύψει ο αναγνώστης του βιβλίου, μαζί με την ευαισθησία και το ταπεραμέντο του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.

Σημείωση: προσπερνάμε το λαθάκι του ονόματος της μεταφράστριας

-Παύλος Κάγιος, εφ. Τα Νέα Τετάρτη 28/4/1993, σ. 38,

«Ένα αφήγημα συγκλονιστικό»

  Στη σειρά «Κινηματογράφος» του εκδοτικού οίκου «Το κλειδί» κυκλοφορεί αυτό το σενάριο της ομώνυμης ταινίας Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Έργο- λογοτεχνικό κείμενο ή ταινία-πού είναι δυστυχώς επίκαιρο. Και μάλιστα πολύ πιο «καυτό» από την εποχή του (1977) που είχε προβληθεί στους κινηματογράφους. Κι αυτό φυσικά, είναι επόμενο με την επικίνδυνη εξάπλωση που έχει πάρει στις μέρες μας το κοινωνικό φαινόμενο-όχι μόνο στη Γερμανία- της επανεμφάνισης του νεοναζισμού. Ιδιαίτερα στη νεολαία. Στο «Αβγό του φιδιού» ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναλύει την εφιαλτική κατάσταση που επικράτησε στη Γερμανία την εποχή του μεσοπολέμου. Αποκαλύπτει το κοινωνικό υπόβαθρο και το ψυχολογικό έρεβος της ανθρώπινης ψυχής που γέννησε τον «εθνικισμό». Μας μεταφέρει στο Βερολίνο του 1923 που ο πληθωρισμός έφτανε σε ακραία ύψη κι ο Χίτλερ άρχιζε τη συγγραφή του έργου του ο «Αγών μου» όπου οι ιδέες του αιματοκύλησαν την ανθρωπότητα μετά 12 χρόνια.

   Ο Μπέργκμαν καταφέρνει να δώσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα των αιτιών που γέννησαν τον  φασισμό και τον ναζισμό ενώ ταυτόχρονα συνθέτει ένα σπαρακτικό εφιαλτικό αφήγημα.  

-Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, περιοδικό. Κ.ΛΠ.  τχ. 2/9, 1993, σ. 30. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Το Αβγό του φιδιού, Αθήνα 1993. Βλέπε και τχ. 3/12, 1993 τα «Παραλειπόμενα».

«Μια παράξενη προφητεία του μέλλοντος».

   «Και εν ταις ημέραις εκείναις ζητήσουσιν οι άνθρωποι τον θάνατον και ου μη ευρήσουσιν αυτόν, και επιθυμούσιν αυτόν, και επιθυμούσιν αποθανείν και φεύγει ο θάνατος απ΄ αυτών..».

  Ο λόγος αυτός του Ευαγγελιστή του Τρόμου είναι ο καταλληλότερος για να απεικονίσει το κυρίαρχο συναίσθημα των ανθρώπων για την πριν και μετά περίοδο της ανόδου των Ναζί στην εξουσία όταν η αχαμνή αλλά κυρίαρχος ιδεολογία της φαιάς πανούκλας και οι σκαιοί ευνούχοι της, πυρπολούσαν το Ράιχσταγκ. Έκαιγαν βιβλία στις πλατείες, -ακόμα και Γερμανών συγγραφέων-, κακοποιούσαν και καταλόκιζαν τις διάφορες κοινωνικές μειονότητες, άτομα με διάφορες μορφές και στάδια αναπηρίας, τους ψυχασθενείς, τους ομοφυλόφιλους που τους στιγμάτιζαν με ροζ τρίγωνα, τους ιερείς διαφόρων δογμάτων, και γενικά όσους θεωρούσαν ότι «προσβάλλουν» την Αρία φυλή. Εξολόθρευαν ολόκληρες εθνότητες όπως οι Εβραίοι και χρησιμοποιούσαν ως πειραματόζωα χιλιάδες ανθρώπινες υπάρξεις-ανεξαρτήτου φυλής- σφραγίζοντάς τους είτε με αριθμούς στα χέρια, είτε με ροζ τρίγωνα στο πέτο, είτε με το άστρο του Δαβίδ. Και φυσικά, τους αγωνιστές αντιστασιακούς πατριώτες πολίτες κάθε χώρας που καταλάμβαναν, όπως Έλληνες και Ελληνίδες. Την ίδια στιγμή που η μεγαλοαστική τάξη, (της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης) οι έμποροι όπλων, ο ανώτατος κλήρος άμεσα και φανερά ή υπόγεια συντάσσονταν με τα σκοτοφόρα και νυκτοβατούντα ανθρώπινα αυτά υβρίδια του ναζισμού (δες τους «Καταραμένους» του Λουκίνο Βισκόντι, το «Καμπαρέ» του Μπομπ Φος και άλλες ταινίες).

   Από την άλλη, η μεσοαστική και μικροαστική τάξη χόρευε τσάρλεστον κάτω από τους ήχους του «Βερολίνο χορευτής σου είναι ο θάνατος» ή κορυβαντιούσε στα κάθε είδους πορνεία και καμπαρέ του ρατσιστικού Βερολίνου. Το «σύνολο» σχεδόν των κατοίκων της Γερμανίας την περίοδο εκείνη (της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας και όχι μόνο), αποπνέει μια μούχλα θανάτου και προετοιμάζει με την κραυγαλέα απάθεια και την σιωπή των κατοίκων της την «Gesonderte Unterbringung» τη θανάτωση εκατομμυρίων ανθρώπων στους θαλάμους των αερίων και τα σκοτεινά «μπούνκερς» των διαφόρων στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εύστοχα ο θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ιονέσκο θα σημειώσει ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης «είδαμε απλούστατα την εικόνα, κατά κάποιον τρόπο την πεμπτουσία του κολασμένου κοινωνικού περιβάλλοντος, που σαν από πάντα είμαστε, καθημερινά, βυθισμένοι μέσα του». Και ο παράδοξα ξεχασμένος και κακοποιημένος αυστριακός ψυχαναλυτής Βίλχελμ Ράιχ γράφει σε βιβλίο του: «Σήμερα έχει πια γίνει σ’ όλους φανερό, πως ο φασισμός δεν είναι έργο ενός Χίτλερ ή Μουσολίνι, αλλά η έκφραση της άλογης δομής του αγελαίου ανθρώπου..

Ο Φασισμός είναι στην καθαρή μορφή του το άθροισμα απ’ όλες τις άλογες αντιδράσεις του ανθρώπινου χαρακτήρα».

   Ο Ναζισμός, ο Φασισμός δεν ήταν μόνο ένα μικρό πολιτικό κόμμα ή ένα μικρής εμβέλειας αντιδραστικό κίνημα, αλλά μια παραλυτική κοσμοθεωρία και ερμηνεία των ανθρωπίνων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων. Είναι η μορφοποίηση όχι μόνο μιας στείρας και ανιστόρητης εθνικιστικής και σοβινιστικής μεσοαστικής και πολιτικής πρακτικής, αλλά και η μέχρι παραλογισμού απεχθής ιδεολογία τόσο προς την πανάρχαια έννοια της Δημοκρατίας και όλων των πολιτικών και κοινωνικών αρετών που εκπορεύονται από αυτήν διαχρονικά, όσο και προς την ανθρώπινη σκέψη και δημιουργία γενικότερα. Και έρχεται στη μνήμη ο σοφός λόγος του επαναστάτη κοινωνιολόγου Χέρμπερτ Μαρκούζε: «Η παραφροσύνη του συνόλου του συστήματος δικαιολογεί τους παραλογισμούς των μερών του και κάνει ορθολογιστική επιχείρηση μια σειρά από εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα».

    Και αυτήν την ορθολογιστική εγκληματική επιχείρηση  μοχθηρών ατόμων μας αναλύει παραστατικά μέσα από το εφιαλτικό σενάριο-αφήγημά του ο αινιγματικός «Θεολόγος» της Έβδομης Τέχνης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Το κείμενο του μεγάλου Σουηδού συγγραφέα και σκηνοθέτη είναι μια συνταρακτική τοιχογραφία πάνω στο φαινόμενο του φόβου. Σπαρακτικής ρητορικής, μα και συνειρμική, που δεν περιτοιχίζεται –το κείμενο- από μια ιστορική «ντοκουμενταρίστικη» μόνο αναφορά ή σε μια ισορροπημένη μεν αλλά παγερά πολιτική, κοινωνική και οικονομική έρευνα της περιόδου αυτής, αλλά σαν σοφή αράχνη ο συγγραφέας υφαίνει τη στοχαστική του σκέψη κλιμακωτά σε μια προοπτική τρόμου, κοινωνικής ερήμωσης και καθολικής ενοχής και εφιάλτη. Έτσι όπως την αποπνέει η ζοφερή ατμόσφαιρα της Ναζιστικής περιόδου. Το σενάριο του έργου όπως έχει λεχθεί-όταν πρωτοπαρουσιάστηκε η κινηματογραφική ταινία το 1978- είναι μια παράξενη προφητεία του μέλλοντος. Το κείμενο καθώς και η ταινία, καταγράφει το παθογενές φαινόμενο του Φασισμού και του Ναζισμού. Όχι όμως σαν μια ιστορική τραγωδία του παρελθόντος αλλά σαν μια προφητεία που θα εξακολουθεί να παραμένει σύγχρονη, όσο οι άνθρωποι άφρονα αγωνίζονται και αλληλοκαταστρέφονται για εθνικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά, ή πολιτικά ζητήματα δογματικής μορφής ή αρηίθοης οικονομικής ευωχίας.

  Οι κύριοι πρωταγωνιστές του αφηγήματος, ο Άμπελ Ρόζενμπεργκ και η γυναίκα του αυτόχειρα αδερφού του Μαξ η Μανουέλα, τραγικά σύμβολα κάθε εποχής, είναι τα άβουλα, παθητικά καθημερινά συντετριμμένα άτομα που εμπρός τους υψώνονται τα ογκώδη προβλήματα της ύπαρξης, το φαινόμενο της κοινωνικής απελπισίας, της προσωπικής απόγνωσης, της εσωτερικής διάψευσης, της υπαρξιακής αυταπάτης, της ηθικής εξαθλίωσης, τέλος της προσωπικής δυστυχίας. Άτομα που πασχίζουν άλλοτε με μεγάλη αδιαφορία, ή με τραγική απάθεια ή ακόμα καταφεύγοντας σε τεχνητές λύσεις (αλκοόλ), άλλοτε πάλι καταφεύγοντας σε μια άκαιρη και ανεδαφική ψυχαναγκαστική αναζήτηση προστασίας από το ψευδο-παρηγορητικό θρησκευτικό είδωλο, -αποτυχημένη προσπάθεια της Μανουέλας να εξομολογηθεί αλλά και επίγνωση του ιερέα ότι ο Θεός δεν μας ακούει πλέον : «Εκείνος δεν μας ακούει όταν προσευχόμαστε ζητώντας τη βοήθειά Του. Έτσι, πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Πρέπει να δίνουμε ο ένας στον άλλον τη συγγνώμη που ένας απόμακρος Θεός μας αρνείται». (σελίδα 82). Τραγικά πρόσωπα που προσπαθούν να διασώσουν την ατομικότητά τους, αναζητώντας μια κοινωνική αξία, ένα ηθικό έρεισμα, μια ατομική επιβεβαίωση, ένα κάποιο νόημα ζωής για να σταθούν όρθιοι μέσα στην καθημερινή φθορά και διαφθορά του κοινωνικού και πολιτικού περίγυρου, αλλά και την δολοφονική απραξία ενός αγελαίου «πατριωτικού» όχλου. Νιώθοντας όπως εύστοχα έχει γραφεί για την περίοδο εκείνη στο Anus Mundi. «Αύριο η άβυσσος θ’ ανοίξει και τα πάντα θα καταστραφούν». (σελίδα 52).

     Τα πρόσωπα του έργου,-Εβραίοι- είναι καταδικασμένα εξ αιτίας της καταγωγής τους. Για το σύστημα είναι διαφορετικά, άρα μιάσματα. Βρίσκονται παγιδευμένα στα ασφυκτικά έως θανάτου όρια του ναζιστικού περιβάλλοντος και μια ειρωνεία της τύχης τα καθιστά μάρτυρες επιστημονικών πειραμάτων εναντίον της ανθρωπότητας από άλλους ομοεθνείς τους. Χωρίς να κατανοούν ότι προετοιμάζουν και τη δική τους εξόντωση.  Στην αρχή ο Άμπελ παρακολουθεί τα γεγονότα με συγκαλυμμένη αδιαφορία. «Σε ακούω. Λες πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Αλλά, ειλικρινά, δεν θα μπορούσαν να με νοιάζουν λιγότερο. Εγώ κάνω τα ακροβατικά μου στο τραπέζι, τρώω, κοιμάμαι, γαμάω,. Τι στην ευχή πρέπει να πω; Δεν πιστεύω  όλες αυτές τις πολιτικές αερολογίες». (σελίδα 18). Ο εφησυχασμός του είναι απόλυτος. Η συνειδητοποίηση της κατάστασής του θα έρθει αργότερα μέσα από τη δική του καταστροφή, το προσωπικό διαλυτικό άγχος της ύπαρξής του. Όταν πλέον η προσωπικότητά του θα προσδιορίζεται από μιαν αυξανόμενη παράλυση τρόμου και αβυσσαλέας ερημιάς. «Η ύπαρξη σήμερα φαίνεται να ταυτίζεται με ένα βαθύ τρόμο». (σελίδα 16)

     Το αφήγημα είναι μια σπουδή πάνω στο φόβο, στην ατομική κόλαση, σ’ αυτό το πολιορκητικό άγχος που γεννά ο φασισμός και η περιρρέουσα ατμόσφαιρά του. Η λέξη φόβος είναι η πλέον πολύ επαναλαμβανόμενη φράση μέσα στο βιβλίο. «Όλοι φοβούνται τώρα, φοβούνται σε βαθμό τρέλας». (σελίδα 17). «Αυτή η μισοερειπωμένη άθλια πόλη κατοικείται από αμέτρητους ανθρώπους που ξυπνούν για ν’ αντιμετωπίσουν ανανεωμένη απελπισία, καινούργιο φόβο». (σελίδα 32). «Τίποτα δεν λειτουργεί σωστά εκτός από το φόβο» (σελίδα 52). «Ότι ο φόβος είναι το μόνο αληθινό πράγμα». (σελίδα 81). «Ο φόβος ανεβαίνει σαν ατμός από την άσφαλτο». (σελίδα 76).

      Αυτή η ιστορική αποφόρτιση και ταυτόχρονη αναγωγή της αφήγησης σ’ έναν διάχυτο μεταφυσικό ενοχικό φόβο, στον οποίο εντάσσει τους ήρωές του ο ‘Ινγκμαρ Μπέργκμαν αποσκοπεί στην απονάρκωση των αισθήσεών μας και στην αφύπνιση της καθεύδουσας συνείδησής μας. Ώστε καμία θέληση Θεού ή παραφροσύνη ανθρώπου να κατορθώσει να μας οδηγήσει ξανά σε τέτοιου είδους ιστορικές περιπέτειες. Αλλά φορτωμένοι με την ιστορική μας μνήμη και τα βιώματά μας, να μην επιτρέψουμε ξανά να μας αποπλανήσουν οι κάθε είδους έμποροι της «Εθνικιστικής ηρωίνης» και εκείνοι που διοχετεύουν στην πολιτική αγορά ενέσεις νοθευμένου πατριωτισμού, αναζητώντας θύματα για τις κερδοφόρες επιχειρήσεις τους.

     Η μετάφραση στρωτή χωρίς νοηματικές ακρότητες, δίνει το στίγμα των γραφομένων του συγγραφέα και σκηνοθέτη δίχως να σκοντάφτει σε επικίνδυνους γλωσσικούς σκοπέλους για τις εκδόσεις «Λιβάνη» είναι της κ. Χριστιάννας Σακελλαροπούλου.

περιοδικό «Κ.Λ.Π. Και Γράμματα και Τέχνες» τεύχος 2/ Σεπτέμβριος 1993 σελίδα 30. Και τεύχος 3/ Δεκέμβριος 1993.  

  Σχετικές πληροφορίες για την ταινία

 

-εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 24/10/1976  Ο Μπέργκμαν στην εξορία ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ 18/12/1976 ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ Να πώς γεννιέται η δικτατορία «ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ» Η ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ (LEXPRESS-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΣ- «ΤΑ ΝΕΑ») 7/12/1977 Πώς είδε ο Μπέργκμαν την άνοδο του Χίτλερ. ΝΑΖΙΣΜΟΣ ή… «Το αυγό του φιδιού»

-εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 22/12/1977 Χρυσό μετάλλιο στον Μπέργκμαν

-ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, περ. Επίκαιρα τχ. 475/ 8- 12-1977

Το αυγό του φιδιού. Ένα φιλμ τρόμου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με την Λιβ Ούλμαν και τον «Κούγκ Φού» Νταίηβιντ Καραντάϊν

-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΨΥΡΡΑΚΗΣ, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 5/1/ 1978

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΤΑΙΝΙΑ «ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ» Ο Μπέργκμαν και ο ναζισμός

    «Το αυγό του φιδιού» 40η ταινία του Σουηδού πρωτομάστορα του κινηματογράφου, έχει για θέμα τη Γερμανία του 1923 και τη χολέρα του χιτλερισμού. Το δηλητήριο υπάρχει ακόμα στην ατμόσφαιρα, προειδοποιεί ο Μπέργκμαν.

  Ταινία σπουδαία, συγκλονιστική με θέμα το μικρόβιο του φασισμού, που απειλεί τον σημερινό κόσμο. «Το αυγό του φιδιού» αποτελεί ήδη μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της φετινής χρονιάς και προκάλεσε διθυραμβικά σχόλια και κοσμοσυρροή στο Παρίσι, όπου προβάλλεται εδώ και λίγες μέρες.

   Ιστορική ταινία πολιτικοκοινωνική τοιχογραφία βίαιη και ειλικρινής ταινία που μυρίζει φόβο «το αυγό του φιδιού» έχει για θέμα την κατεστραμμένη Γερμανία του 1923 ήδη μολυσμένη από τον χιτλερισμό, που επώαζε τα τέρατα. Και αποσκοπεί στο να μας προειδοποιήσει ότι το δηλητήριο, βρίσκεται ακόμα στον αέρα σήμερα.

   Οραματιστής και ποιητής ο Μπέργκμαν έδωσε μιάν ακόμη συναρπαστική ταινία.

    Η  ΑΙΣΘΗΣΗ

«Θέμα της ταινίας μου εξήγησε είναι η άνοδος του ναζισμού στο Βερολίνο του Νοεμβρίου 1923 ιδωμένη μέσα από την ιδιωτική ζωή ενός Εβραίου και μιας τραγουδίστριας του καμπαρέ. Με ντεκόρ τον πληθωρισμό και τον μπολσεβικισμό. Το να κάνω ωστόσο ταινία δεν συνίσταται για μένα στο να ξεκινήσω από μια πνευματική θεώρηση. Είναι υπόθεση διαίσθησης. Δουλεύω το σενάριο από το 1965. Μελέτησα την ιστορία αυτής της περιόδου προσέχοντας ιδιαίτερα την καταβαράθρωση του ανθρώπινου όντος, τότε που δεν είχε στο νου του παρά τα υλιστικά πράγματα, χάνοντας κάθε αίσθηση του μέλλοντος.».

   Παράλληλα, όταν ο Μπέργκμαν είδε ένα ντοκυμανταίρ για την πειραματική ιατρική, όπου με την βοήθεια ηλεκτροδίων μπόρεσαν να μεταβάλλουν, να τηλεκατευθύνουν την συμπεριφορά ενός πιθήκου, μέθοδο από την οποία εμπνεύστηκε και η Σι Αϊ Έι, αλλά με ανθρώπους αυτή τη φορά, ο Μπέργκμαν, λέμε, τρομοκρατήθηκε. Και πρόσθεσε το όραμά του από αυτήν την εμπειρία στην αφήγησή του. Δίνοντας στην ταινία μία συγκινητική προέκταση για το τι θα μπορούσαμε να ζήσουμε σήμερα και αύριο στον τομέα αυτό της «προόδου»…

   Τα καλύτερα πάντως, στοιχεία, ο Μπέργκμαν τα διέθετε από προσωπική εμπειρία. Εξομολογείται:

   «Σε ηλικία 17 χρόνων, στο 1936 βρισκόμουν στην Γερμανία. Είδα τον Χίτλερ στις γιορτές του ναζιστικού κόμματος. Ένοιωσα τον κίνδυνο που απέπνεε ο ενθουσιασμός τον οποίο προκαλούσε. Επιπλέον μένοντας σε μια οικογένεια της οποίας τα επτά παιδιά είχαν χιτλερικές ιδέες, διάβασα μία εφημεριδούλα που καλούσε τον πληθυσμό σε αντισημιτισμό. Έπαθα σοκ. Πήγα και είπα στον νοικοκύρη έναν πάστορα, την αγανάκτησή μου. «Δεν σε ενδιαφέρει εσένα έναν ξένο μου απάντησε» ξαναγύρισα πολλές φορές στη Γερμανία σε αναζήτηση αυτών των νεανικών εντυπώσεων. Αυτές οι εντυπώσεις βρίσκονται στην ταινία μου».

    Η  ΕΝΟΧΗ

  Ο Μπέργκμαν δεν γύρισε φυσικά, την ταινία για να κάνει αναδρομικό κήρυγμα. Ο φόβος της αντίστασης, η ντροπή για την έλλειψη αντίστασης που μεταμφιέζεται σε αδιαφορία, η πραγματική αδιαφορία, η απάθεια που αφήνει να μεγαλώσουν φόβος και ντροπή, η ενοχή που διαβάζουμε στα μάτια των ηρώων της ταινίας, είναι σημερινά. Το σιωπηλό κοπάδι με το πεθαμένο βλέμμα της ταινίας, ξέρουμε σήμερα προς ποιά  σφαγεία είχε αρχίσει να βαδίζει στη Γερμανία, στα 1923. Σήμερα ξέρουμε ότι συνεχίζει να πηγαίνει προς άλλα σφαγεία.

   «Ο Χίτλερ πέθανε. Όχι ο χιτλερισμός. «Το λογικό» παραλήρημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των «πειραμάτων» τους φαίνεται στον Μπέργκμαν προάγγελος μιάς αποκάλυψης που έρχεται», σημειώνει ο Ζαν- Λουϊ Μπορύ, στο «Νουβέλ Ομπσερβατέρ».

   Το δηλητήριο παραμένει στην ατμόσφαιρα. Ιδιαίτερα η πεποίθηση, βαθειά φασιστική, ότι η επιστήμη έχει κάθε δικαίωμα απέναντι στο ανθρώπινο όν. Ότι η επιστήμη μπορεί και πρέπει να ξανά φτιάξει την φύση σύμφωνα με την ιδέα της, ιδέα για την ανθρωπότητα αποδοτική, παραγωγική, όπου όλα τα «απόβλητα», «υπάνθρωποι» κάθε είδους θα αποκλειστούν αμείλικτα στο όνομα της πιό ψυχρής λογικής, αφού εμποδίζουν την καλή λειτουργία της κοινωνικής μηχανής. Η επιστήμη, αφοσιωμένη ολόψυχα στη διατήρηση της τάξης, εξυπηρετεί τα κρατικά συμφέροντα. Κράτος- τέρας, να το φίδι του αυγού, προειδοποιεί ο Μπέργκμαν.

   «Ταινία τόσο βαθειά όσο και «Η Σιωπή», τόσο ανησυχητική όσο και «Η ώρα των λύκων», τόσο συγκινητική, ανυπόφορη όσο το «Κραυγές και ψίθυροι». «Το αυγό του φιδιού» είναι μία μεγάλη δημιουργία του Μπέργκμαν… Μια ταινία χωρίς αισιοδοξία. Η απαισιοδοξία του Μπέργκμαν βυθίζει τις ρίζες της σ’ έναν ουμανισμό με προτεσταντική απόχρωση. Αλλά είναι ενεργητική απαισιοδοξία. Ο Μπέργκμαν βγάζει μία κραυγή προειδοποίησης. Η αποκάλυψη έρχεται. Επίκειται. Όσο για την κόλαση, ίσως τη ζούμε ήδη σήμερα», προσθέτει ο Μπορύ.

  Εξομολογείται ακόμα για τους στόχους του, σαν δημιουργού, ο Μπέργκμαν.

    «Ο δημιουργός μιας ταινίας μπλέκεται σ’ ένα μέσο έκφρασης που δεν αφορά μόνο τον ίδιο αλλά κι’ εκατομμύρια άλλους ανθρώπους και πολύ συχνά νιώθει κι’ αυτός την ίδια επιθυμία όπως κι άλλοι καλλιτέχνες. «Θέλω να πετύχω σήμερα. Θέλω τη δόξα τώρα, θέλω να ευχαριστήσω, να κάνω χαρούμενους τους ανθρώπους, να τους συγκινήσω αμέσως». Μεσοστρατίς ανάμεσα σ’ αυτή την επιθυμία και την πραγματοποίησή της βρίσκεται το κοινό, που απαιτεί μόνο ένα πράγμα απ’ τον κινηματογράφο: «Πλήρωσα θέλω να ξεχαστώ, να συγκινηθώ, να μπερδευτώ, θέλω να ξεχάσω τις στενοχώριες μου, τα οικογενειακά μου, τη δουλειά μου, θέλω να ξεφύγω απ’ τον εαυτό μου. Κάθομαι εδώ στο σκοτάδι και, σαν ετοιμόγεννη γυναίκα, περιμένω ανακούφιση.».

   Ο κινηματογραφιστής, που, είναι γνώστης αυτών των απαιτήσεων και που ζει με τα λεφτά του κοινού, βρίσκεται σε μια κατάσταση πούναι δύσκολη και που του δημιουργεί υποχρεώσεις. Στο φτιάξιμο της ταινίας του πρέπει πάντοτε να υπολογίσει την αντίδραση του κοινού. Ενώ προσωπικά, κάνω πάντα στον εαυτό μου αυτή την ερώτηση: «Μπορώ να εκφραστώ απλούστερα, καθαρότερα, συντομότερα; Θα καταλάβουν όλοι τι θέλω να πω τώρα; Θα μπορέσει κι’ ο πιο κοινός νους να παρακολουθήσει την πορεία αυτών των γεγονότων;» Και με περισσότερη ακόμα σημασία αυτήν την ερώτηση: «Μέχρι ποιο σημείο έχω το δικαίωμα να υποχωρήσω σ’ ένα συμβιβασμό κι’ από πού και πέρα αρχίζει η υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μου;

   Κάθε πειραματισμός αναγκαία περικλείει, ένα μεγάλο κίνδυνο γι’ αυτό κρατά πάντα το κοινό μακριά και το κράτημα του κοινού μακριά μπορεί να οδηγήσει στη στειρότητα και την απομόνωση μέσα σ’ ένα φιλντισένιο πύργο».

Σημείωση: Οι σκέψεις και οι απόψεις που μεταφέρει ο γνωστός παλαιός δημοσιογράφος Βαγγέλης Ψυρράκης του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, είναι τα σταθερά διλήμματα και ερωτήματα που θέτει διαρκώς ο Σουηδός δημιουργός στον εαυτό του και συχνά αναφέρει στις συνεντεύξεις του. Αν  δηλαδή γίνεται κατανοητός από το ευρύ κοινό, αν η προβληματική των ταινιών του έχουν σαφήνεια, καθαρότητα μηνυμάτων, κατανόηση των στόχων τους, μπορούν δηλαδή με δύο λόγια να αγγίξουν το μεγάλο κοινό. Ένα ζήτημα που θέτει κάθε καλλιτέχνης στον εαυτό του, αν αφορά το όποιο δημιούργημά του τον ίδιο μόνο και μερικούς φιλότεχνους ομοιδεάτες του ή μπορεί να συνεγείρει το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού. Γιαυτό βλέπουμε από ταινία σε ταινία ο Μπέργκμαν να αλλάζει το ύφος του, να τροποποιεί την οπτική του, να εμπλουτίζει την προβληματική του, να ανοίγει την θεματική του- αυτοβιογραφική- βεντάλια, αλλά, να είναι πάντα ανθρωπιστική η ματιά του και ο στόχος του. Το άτομο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον καλλιτέχνη, όσο βαρύ και περίπλοκο και αν ήταν το φορτίο της ζωής του άλλο τόσο ασήκωτο και σκοτεινό ή χαρούμενων στιγμών είναι τα έργα του.

  Ενδέχεται στην ιστορία του κινηματογράφου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, να μην υπήρξε κινηματογραφιστής ο οποίος ασχολήθηκε με το φαινόμενο του ναζισμού και του φασισμού από αυτήν την σκοπιά. Η ψυχολογία των ηρώων μπλεγμένη με την πολιτική τους συνείδηση. Ίσως ο εργασιομανής Μπέργκμαν να είχε πάντα μέσα του την επιθυμία να γίνει ψυχαναλυτής. Δεν υπάρχει ήρωας του ή ηρωϊδα του που να μην έχει περάσει από το κινηματογραφικό του «ντιβάνι» και να μην μας έχει αφηγηθεί την προσωπική του ιστορία, εξομολογηθεί τις ατομικές του ενοχές, να μην μας έχει αφήσει μια απαισιόδοξη νότα. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης γνώριζε τα όριά του και μέσα σε αυτά κινήθηκε σαν δημιουργός. Γι’ αυτό δεν του ήταν εύκολο το κλίμα του Αμερικάνικου σινεμά και δεν θα μπορούσε να σταδιοδρομήσει στο Χόλλιγουντ παρά τις προτάσεις που του έγιναν. Στο βιβλίο της Αυτοβιογραφίας του «Μαγική Κάμερα» είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές που μας κάνει για δύο ιερά τέρατα της Έβδομης Τέχνης. Τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Τσάρλι Τσάπλιν και την ηθοποιό Γκρέτα Γκάρμπο. Οι παρατηρήσεις του είναι καθαρά «ψυχαναλυτικές». Μάλιστα οι λεπτές του αναφορές για την Θεά του Κινηματογράφου δεν ξέρεις αν είναι «θάψιμο» ενός καλλιτέχνη ή ενός αρσενικού που αναζητά την τέλεια ομορφιά στα γυναικεία πρόσωπα και την τέλεια εκφραστικότητα. Όπως και νάχει η μέχρι τότε πιο ακριβή γυρισμένη ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (ακριβότερη υπήρξε η «Φάννυ και Αλέξανδρος») στοίχησε κάπου 4.000.000 δολάρια όπως γράφουν οι εφημερίδες της εποχής αποδεικνύει σε όσους αγαπούν τις ταινίες του και τον θαυμάζουν, αλλά και σε όσους εκφράζουν αρνητικές γνώμες ότι είναι ένας μεγάλος, σημαντικός και καθόλου μα καθόλου συνηθισμένος και αναλώσιμος σκηνοθέτης- σεναριογράφος με δυό λόγια καλλιτέχνης. Όταν μάλιστα παρατηρεί ο θεατής το βλέμμα του να σκιαγραφεί κάθε γκριμάτσα, κάθε σύσπαση των μυών του προσώπου, κάθε ρυτίδα κούρασης ή σκιά θλίψης, πίκρας ή οργής, ή ελέους στο βλέμμα, τα μάτια των ηρώων πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών του, τότε και ο πιο άσχετος και αδιάφορος δεν μπορεί να μην συγκινηθεί, να μην σκιρτήσει κάτι μέσα του. Και να μην πει ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν μεγάλο καλλιτέχνη, όσο ενοχικός και απαισιόδοξος και αν μας φαίνονται οι ταινίες του. Ο Μπέργκμαν, όπως ο ίδιος πάλι μας έχει εξομολογηθεί σε συνεντεύξεις του, όταν πιάνει την Κάμερα στο χέρι του και σκηνοθετεί αισθάνεται μία ερωτική, «σεξουαλική ευχαρίστηση» είναι τα λόγια του. Και αυτή η ευχάριστη ατομική του αίσθηση φαίνεται αμέσως από τον θεατή.

   Τέλος, όσον αφορά την συγκεκριμένη ταινία του θα άξιζε ίσως ιστορικά να γνωρίζαμε πώς είδαν, παρακολούθησαν το «Αυγό του φιδιού», οι επίγονοι, τα παιδιά των ναζί και των φασιστών και πώς ένιωσαν, αν η Μπεργκμανική κινηματογραφική έμπνευση και ταλέντο τους βοήθησε να συνειδητοποιήσουν το τι κακό έκαναν οι πρόγονοί τους στην ανθρωπότητα. Και πόσο άχρηστοι και επικίνδυνοι είναι οι κάθε είδους φανατισμοί και οι εθνικισμοί στο όνομα της όποιας καθαρότητας ή γήινης ή μεταφυσικής αλήθειας. Ή μήπως λαθεύουμε βλέποντα τα επίκαιρα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα των ημερών μας. Πώς το είπε ο Μελωδός των Ονείρων μας, ο Μάνος Χατζιδάκις στα Σχόλιά του…. «Το τέρας….   

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΕΝΗΣ (ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ Φεβρουάριος του απεσταλμένου μας), περ. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ τχ. 6/ 9-2-1978

 Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, «ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ»

-ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, εφ. ΤΑ ΝΕΑ 28/3/1978

Η Γένεση του Φασισμού. Η ΠΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ» Μιά ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγωνιστούν: Λίβ Ούλμαν, Ντ. Καραντάιν, Γκέρτ Φρέμπε (Έμπασυ, Άνεσις, Μπρόντγουαίη, Σελέκτ, Γρανάδα, Λητώ, Ατλαντίς, Καλλιθέα).

Βερολίνο, Νοέμβριος 1923. Μια βδομάδα. Κείνη που το μάρκο έχει κατρακυλήσει στο μηδέν. Θες μιά βαλίτσα για ένα κουτί σπίρτα. Δεν υπάρχει γάλα για τα μωρά. Η εύθραυστη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ξεψυχάει. Ο Άγνωστος Αδόλφος Χίτλερ επιχειρεί πραξικόπημα στο Μόναχο. Κάπως πρόωρα. Πολύ. Θα καταλήξει στη φυλακή, αλλά θ’ αρχίσει να γράφει το «Μάϊν Κάμπφ».

Βερολίνο, Νοέμβριος 1923. Μια βδομάδα. Οι αστοί χορεύουν πάντα τσάρλεστον, οργιάζουν στα πορνεία. Καθηγητές, εβραϊκής καταγωγής- ειρωνεία της Ιστορίας!- πειραματίζονται σ’ ανθρώπους, προδιαγράφοντας τα πειράματα στα στρατόπεδα δέκα, είκοσι χρόνια αργότερα. Σε βάρος της φυλής τους…

Σημαδιακή εβδομάδα. Τη διάλεξε ο Μπέργκμαν για την πιό π ο λ ι τ ι κ ή ταινία του (στο βάθος είναι όλες «πολιτικές» κι ορισμένες, όπως η «Ντροπή», πιό ξεκάθαρα). Σημαδιακή βδομάδα, ταυτόχρονα μοναδική αναπαράσταση ενός απώτερου ιστορικού παρελθόντος και προανάκρουσμα ενός το ίδιο σκοτεινό μέλλοντος. Ο τίτλος παραπέμπει απευθείας στον «Αρτούρο Ού» του Μπρέχτ: «Γόνιμη είναι πάντα η κοιλιά πού γεννοβολάει τους φασισμούς…»

Ταινία ξεχωριστή στη φιλμογραφία του Μπέργκμαν. Πολιτική. Ιστορική. Με μνήμες προηγούμενου κινηματογράφου, του γερμανικού εξπρεσιονισμού, μνήμες Φρίτς Λάνγκ, Μούναου. Μας γυρίζει ως το «Ιατρείο του Δρα Καλιγκάρι» (1918). Ωστόσο η μεταφυσική του Μπέργκμαν ενεδρεύει. Λέει: «Φύγαμε τόσο μακριά από το Θεό που δεν μας ακούει πιά». Λέει: «Άντε στην Κόλαση». Απαντάει: «Και πού νομίζεις πώς βρισκόμαστε;».

Πλάνα σκοτεινά, στο σκούρο πράσινο. Ένα Βελονίνο σάπιο, εφιαλτικό, στο χρώμα του καθολικού φόβου. Που παραμονεύει και σήμερα σ’ αυτή την τρομοκρατούμενη Γερμανία 1977-78. Ερμηνεία επιπέδου. Δημιουργίες. Της Ούλμαν. Του Καραντάϊν. Του Φέρμπε. Τελικά, ίσως όχι απ’ τις πιό μεγάλες ταινίες του Μπέργκμαν. Όμως, απ’ τις πιό βαριές σε σημασία. Σίγουρα. Είναι το κ λ ί μ α. Είναι η φύτρα του φασισμού. Ανάγλυφα.  

-ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 28/3/1978

   Το Αυγό του φιδιού (ORMENS AGG) 1977

  « Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς τον Μπέργκμαν να κάνει σαφείς αναφορές στην ιστορία. Ο προβληματισμός του, στον οποίο μας συνήθισε, είναι κατ’ αρχήν υπαρξιακής και μεταφυσικής τάξης, έστω και αν απ’ το έργο της τελευταίας περιόδου ο Θεός έχει «εξοριστεί» και έχει υποκατασταθεί απ’ το απόλυτο κενό.

   Το αυγό του φιδιού έχει κατ’ αρχήν μιά κάποια πρόθεση ιστορικότητας. Η δράση τοποθετείται στη Γερμανία του 1923, στη χρονιά που το φίδι του ναζισμού, κάνει την πρώτη του προσπάθεια να σπάσει το κέλυφος του αυγού του στο Μόναχο. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ είναι ήδη μια πρόβα τζενεράλε του δράματος που θα παιχτεί δέκα χρόνια αργότερα. Η ήττα και ο πληθωρισμός έχουν δημιουργήσει εδώ και μερικά χρόνια το κατάλληλο κλίμα της αναμονής του Μεσαίωνα, ενώ ο φόβος έχει κατακυριεύσει το πάν.

   Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν φόβο μάλλον μεταφυσικής τάξης, αφού τα αίτιά του παραμένουν εντελώς ασαφή στη συνείδηση του κόσμου. Ακριβώς τούτη την ασάφεια θα εκμεταλλευτεί ο καλπαστικά ανερχόμενος ναζισμός, που αρχίζει ήδη να επαγγέλλεται την «οριστική» απαλλαγή του γερμανικού λαού απ’ τα δεινά του.

   Υπάρχει, λοιπόν ένα σαφές ιστορικό μπαγκράουντ σε τούτη την αμερικανογερμανική παραγωγή του αυτοεξόριστου στη Γερμανία Μπέργκμαν. Ωστόσο δεν είναι εδώ η Ιστορία αυτό που τον ενδιαφέρει. Τον ενδιαφέρει αποκλειστικά ο γενικευμένος φόβος, απόρροια του ιδιότυπου κλίματος της απόλυτης αβεβαιότητας και της πλήρους ανασφάλειας του γερμανικού λαού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια σπουδή πάνω στο φόβο κι όχι πάνω στην Ιστορία.

   Απ’ τα παραπάνω γίνεται φανερό πώς ο Μπέργκμαν τελικά δεν βγαίνει έξω απ’ τα πλαίσια της γνώριμης προβληματικής του. Μόνο που η εισβολή της Ιστορίας στον ψυχολογισμό- και το αντίστροφο- δημιουργούν μιά κάποια σύγχυση στον καθορισμό των ορίων της Ιστορίας και της ψυχολογίας, με συνέπεια μιά ασάφεια στην αποδεσμευόμενη ιδεολογία. Είναι φανερό πώς ο Μπέργκμαν δεν μπορεί να στοχασθεί σοβαρά πάνω στην Ιστορία, έστω κοιτώντας την μέσα απ’ το «διαχυτικό φίλτρο» του ψυχολογισμού.

   Για να ισορροπήσει προφανώς ανάμεσα στους δυό πόλους (Ιστορία- ψυχολογία) υιοθετεί στη φόρμα τους τρόπους και τα μέσα του γερμανικού εξπρεσιονισμού της δεκαετίας του ’20. Ένα ντεκόρ που παραπέμπει πάντα στην αρχική ρεαλιστική του αφετηρία, αλλά που τελικά «αποδιαρθρώνεται» από έναν φωτισμό ριζικά αντιρρεαλιστικό, και μία κίνηση των ηθοποιών μέσα στο ντεκόρ αυστηρά καθορισμένη απ τη γεωμετρία του. Έτσι, φώς, ντεκόρ και άνθρωποι γίνονται εκφραστικά μέσα ίσης αξίας- κι αυτό δεν βοηθάει καθόλου τον Μπέργκμαν που έδινε πάντα την απόλυτη προτεραιότητα στους ηθοποιούς. Στην ταινία, οι πρωταγωνιστές δεν είναι πιά ο Ντέιβιντ Καραντάιν και η Λιβ Ούλμαν, αλλά ο ντεκορατέρ Ρολφ Τσεχερτγκρούμπερ και κυρίως ο ιδιοφυής φωτογράφος Σβέν Νίκβιστ. Η δουλειά και των δύο είναι άψογη.».

    «Αυγό του φιδιού» μία καθαρά πολιτική ταινία όσο κι αν αρνείται αυτόν τον ορισμό ο Σουηδός σκηνοθέτης. Τουλάχιστον έτσι την είδαμε και την ερμηνεύσαμε εμείς οι Νέοι και οι Νέες του Πειραιά όταν την είδαμε μετά την Μεταπολίτευση. Ένα έργο γεμάτο εικόνες θανάτου, πλάνα και ατμόσφαιρα σήψης, δηλητηρίου ανεξήγητου για τον ανθρώπινο νου θανάτου, δικαιολόγησής του. Ο Μπέργκμαν έχει τελειώσει πια με το ζήτημα του Θεού, της ανυπαρξίας του ή της παντελής Σιωπής του. Τα θεολογικά του θέματα που απεικόνισε την πρώτη περίοδο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας με τις «Τριλογίες» του έχουν υποχωρήσει, όχι όμως και οι κρυφές ενοχές του και προσδοκίες του- έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα αν και σποραδικά μέσα στο Σενάριο του «Αυγού του φιδιού» έχουμε άτακτα την εμφάνιση μεταφυσικών του ερωτημάτων.  Στην νέα περίοδο της κινηματογραφικής του δημιουργίας τον ενδιαφέρει περισσότερο το ανθρώπινο ον μέσα στην μοναξιά και την ερήμωση που τον τοποθετεί η σκέψη του, το μυαλό του και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις του νου του. Είναι πλέον οι του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά και μοναδικά μονοπάτι αυτογνωσίας από τις ίδιες του νου του δυνάμεις σε έναν Κόσμο βίαιο, έρημο, σκοτεινό, απέλπιδο, αβεβαιότητας από κάθε πηγή ελπίδας, βουτηγμένο μέσα στο χάος και τη σκοτεινιά, την ομίχλη που τα πράγματα πια δεν τα διακρίνει η πρωταρχική φωτεινή τους λάμψη και αθωότητα, και οι λέξεις, η γλώσσα είναι ένας ακόμα παραπλανητικός μηχανισμός  των ερμηνειών τους. Η Επιστήμη βαδίζει και αυτή σε μονοπάτια επικίνδυνα. Ο άνθρωπος πλέον είναι μόνος σε αυτήν τη ζωή και αν υπάρχει λύτρωσή του αυτή προέρχεται, προσδοκάται μόνο από τον ίδιο τον εαυτό του και τις δυνάμεις του μυαλού του.. Από την αλληλοβοήθεια και αλληλοκατανόηση  αναμεταξύ μας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

13/9/2026    

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Σκηνές από ένα γάμο

 

     ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

       ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΑΜΟ

  Το έργο «Σκηνές από ένα γάμο» είναι ένα από τα αριστουργήματα του Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman που παρουσιάζουμε σήμερα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, ολοκληρώνοντας σιγά-σιγά τις παρουσιάσεις ταινιών του που έχουμε παρακολουθήσει πάνω από μία φορά, την Καλοκαιρινή αυτή περίοδο αφιέρωμα στη μνήμη του. Ένα ακόμη κλασικό και χαρακτηριστικό έργο της Μπεργκμανικής καλλιτεχνικής δημιουργίας και σύλληψης γυρισμένο με ελάχιστα, λιτά μέσα, σενάριο σφιχτοδεμένο, βλέμμα ακριβές και παρατηρητικό, άψογοι διάλογοι με ψυχιατρικές αναφορές, κεντρικά πρόσωπα για άλλη μία φορά επιλεγμένα στην πρώτη «γραμμή» ενώ στο βάθος της ιστορίας έχουμε την υπόμνηση των δορυφόρων συγγενικών ατόμων της οικογένειας. (παιδιά, πεθερικά κλπ.). Μια ταινία με άψογη τεχνική καθόλου διδακτική στις όποιες απαισιόδοξες προθέσεις των μηνυμάτων της στην διερεύνηση των σχέσεων των δύο συζύγων, των σχέσεων ενός ζευγαριού μέσα στον γάμο. Ενός γάμου φαινομενικά ευτυχισμένου ενώ στην ουσία του διαλυμένου. Φιλμ δωματίου, γυρισμένο σε οικείο σπιτικό περιβάλλον, με δωμάτια στολισμένα λιτά με μεγάλες κουρτίνες να εμποδίζουν το εξωτερικό φως, απέριττο ντεκόρ, αίθουσες γραφείου εργασίας των αστών ηρώων που η δράση τους έχει άμεση σχέση με τον χώρο. Μία Κάμερα σταθερά εστιασμένη σε αντιδράσεις και συσπάσεις προσώπων, να περισκοπεί κινήσεις, προσεγγίσεις και στάσεις σωμάτων. Πάντα άγρυπνο και περίεργο το βλέμμα του σκηνοθέτη να εξερευνά τα πρόσωπα των ανθρώπων, τις σωματικές τους χειρονομίες και αντιδράσεις, εκδηλώσεις συναισθημάτων τους, ψυχικούς ερεθισμούς, σκιρτήματα αγάπης, άγχος έλλειψη επικοινωνίας. Ελάχιστοι οι απαραίτητοι φωτισμοί και οι φωτοσκιάσεις, οι γωνίες λήψης, σκιαγραφούν χαρακτήρες με επιμέλεια, παρουσιάζουν άτομα σε απόγνωση, συχνά κοντράστ του ζεύγους των δύο φύλων. Εναλλαγές ρόλων των πρωταγωνιστών, συνειδητοποιήσεις αυτογνωσίας ενός παντρεμένου ζευγαριού σε κρίση στην ρουτίνα της καθημερινότητάς του. Ενός άντρα και μίας γυναίκας διαρκώς σε θέση μάχης μέσα στα δεσμά του γάμου,- παρά την εξωτερική φαινομενική εικόνα της ευτυχίας από τους γύρω- μιας μακροχρόνιας σχέσης στις στιγμές των συγκρούσεών τους. Μία ιστορία απλή, συνηθισμένη, όπως χιλιάδες άλλες που συμβαίνουν γύρω μας, δίπλα μας στα διπλανά διαμερίσματα των πολυκατοικιών μας. Αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές των δύο φύλων μέσα στον γάμο που βαλτώνει την δυναμική του έρωτα εντείνει τα περιθώρια ακοινωνησίας. Μια παρατεταμένη διαδικασία αυτογνωσίας που με μαεστρία κινηματογραφεί ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν μέσα από τα και με τα αδιέξοδα της σχέσης των δύο ατόμων. Μία διήγηση απλή, κατανοητή, οικεία μας, εύληπτη χαρτογράφηση των μυστικών περιπετειών ζωής και συναισθηματικών αδιεξόδων ενός άντρα και μίας γυναίκας στα πάνω και τα κάτω των στιγμών του έρωτά τους, της σχέσης τους, της αγάπης τους, του μη κατά βάθος οριστικού χωρισμού τους. Συζυγικές συγκρούσεις συνηθισμένες της «κρεβατοκάμαράς» τους (;) ή του εσωτερικού τους ταραγμένου ψυχικού κόσμου (;). Κακόηχες συζυγικές μελωδίες αψιμαχιών των δύο φύλων, του αρσενικού και του θηλυκού φιλμογραφούνται σε ενιαία ή ξεχωριστά ταμπλό. Βιογραφούν τις καταστάσεις τους και τις κοινές ή διαφορετικών σκηνών εμπειρίες τους. Έξι κεντρικές Σκηνές περιλαμβάνει το Σενάριό του, διάλογοι οργανωμένοι με συγγραφική δομή να διαβαστούν και αυτόνομα, σπονδυλώνουν την ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» καθιστώντας την προσωπική τους ατομική ιστορία και δική μας ιστορία, αφήγηση των δικών μας προβλημάτων, των σχέσεών μας μέσα στον γάμο.

«Το έργο αυτό πήρε τρείς μήνες για να γραφτεί, αλλά ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ζωής μου σαν εμπειρία. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα είχε καλύτερη κατάληξη αν ήταν αντίστροφα, παρ’ όλο που θα φαινόταν ωραιότερο. Έχω αισθανθεί ένα είδος τρυφερότητας γι’ αυτούς τους ανθρώπους, όσο ασχολιόμουν μαζί τους. Είναι μάλλον αντιφατικοί, μερικές φορές αγχώδικα παιδικοί, άλλοτε πάλι αρκετά ώριμοι. Μιλάνε λέγοντας κουταμάρες, κάθε τόσο ξεστομίζοντας κάτι έξυπνο και ευαίσθητο. Είναι νευρικοί, χαρούμενοι, εγωιστικοί, κουτοί, καλοσυνάτοι, σοφοί, αυτοθυσιαζόμενοι, τρυφεροί, θυμωμένοι, απαλοί, συναισθηματικοί, ανυπόφοροι και αξιαγάπητοι. Όλα μπερδεμένα μαζί. Ας δούμε τώρα τι θα συμβεί». Μας λέει ο Μπέργκμαν ολοκληρώνοντας τον Πρόλογό του, σελ. 10

        Ενώ απευθυνόμενος σε εμάς τους αναγνώστες και ενδεχόμενους θεατές της ταινίας στην αρχή μας λέει:

«Για να προλάβω τον ανήσυχο αναγνώστη από το να χαθεί μέσα στο κείμενο, αποφάσισα, αντίθετα με τις συνήθειές μου, να γράψω κάποιο σχόλιο πάνω στις έξη σκηνές. Όσοι ενοχλούνται με τέτοιου είδους υποδείξεις, θα πρέπει να παραλείψουν τις επόμενες γραμμές». Σελ. 7.

    Λόγια και σκέψεις ενός υπεύθυνου και σοβαρού καλλιτέχνη ο οποίος σχεδιάζει και στην παραμικρή της λεπτομέρεια τόσο την συγγραφική όσο και την κινηματογραφική του δουλειά, μην παραβλέποντας και τον ρόλο που παίζει στην κατανόηση και αποδοχή ενός καλλιτεχνικού αποτελέσματος, θέαμα, βιβλίο, ο θεατής ή ο αναγνώστης.

 Κοινά τα προβλήματα των ηρώων πρωταγωνιστών πάνω στην λευκή οθόνη και ημών των θεατών που την παρακολουθούμε. Τονισμοί απαισιοδοξίας και κλίματος φαινομενικής ευτυχίας μέσα στις συζυγικές σχέσεις. Συμβιβασμοί και υποχωρήσεις, ακραίων στιγμών βίαιες συμπεριφορές του ενός προς το άλλο φύλο. Διπλό ερωτικές επιλογές και «ξενοπηδήματα» μέσα στον γάμο ενώ ακόμα κρυφοκαίει ο ερωτικός πόθος και έλξη του ενός προς τον άλλο σύζυγο.  Ανατομία μιάς σχέσης που έχει φτάσει στην ολοκλήρωσή της και όμως και πάλι φθείρεται, ξεφτίζει, αλλοιώνεται, αρχίζει η προσπάθεια νέας αγωνίας από την αρχή, για «συγκόλληση» των θραυσμάτων του καθρέφτη της συζυγικής σχέσης μέσα στο παραδοσιακό κάδρο του κοινωνικού θεσμού του γάμου. Στενή ψηλάφηση μιάς παμπάλαιας διαμάχης μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού στοιχείου μέσα στην φύση, στον γάμο που «επιβάλει» το κοινωνικό και εθιμικά θρησκευτικό πρέπει, στις μετωπικές τους συγκρούσεις κυριαρχίας, υποχωρήσεων και αμοιβαίας κατανόησής τους, στην πικρία τους και τις ατομικές τους θλιβερές και των θλίψεών τους στιγμές. Το βλέμμα του Μπέργκμαν δεν πρωτοτυπεί, δεν κατασκευάζει μοντέλα σχέσεων, αποτυπώνει μία συνηθισμένη καθημερινότητα στις ευτυχισμένες τους στιγμές και στις ρουτινιάρικες ενός ζεύγους που έχουν έρθει σε γάμου κοινωνία. Ένας άντρας και μία γυναίκα, «θήραμα» και «θηρευτής» μαζί όπως καθένας μας στις ιδιαίτερες σχέσεις μας, στις κοινωνικές συμβάσεις μας γνωρίζει. Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς έστω και μία φορά στην ζωή του αυτήν την ταινία, ανεξάρτητα πιστεύω αν έχει παντρευτεί ή όχι.

   Τα έργα του Ίνγκριντ Μπέργκμαν- τα περισσότερα τουλάχιστον- δεν γράφτηκαν, σχεδιάστηκαν και προβλήθηκαν στην μεγάλη ή μικρή οθόνη για να μας δώσουν ένα πανοραμικό αυτοβιογραφικό σχεδίασμα πινακοθήκης μελών της οικογένειάς του και του ίδιου του σκηνοθέτη ως παιδιού και μόνο, αλλά αφορούν και εμάς τους ίδιους, τις ζωές μας και την περιπέτειά της, τα κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά μας, των επαφών μεταξύ μας και τις αντιδράσεις μας, τα αδιέξοδά μας, τα διλήμματά μας, τις επιλογές και τα λάθη μας. Εκφράζουν τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και μεταφυσικά πιστεύω, αμφιβολίες και αμφισβητήσεις μας, τους μετασχηματισμούς και μεταβολές του χαρακτήρα μας. Οι ταινίες του, έστω και αν έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από την πρώτη τους παρουσίαση πέρα από τα κινηματογραφικά σύνορα της Σουηδίας παραμένουν επίκαιρες, βλέπονται με ενδιαφέρον. Οι δημιουργίες του δεν είναι ηθογραφίες μιάς εποχής των αρχών του περασμένου αιώνα οικογενειακών του αποκλειστικά σχέσεων έστω και αν τις αποτυπώνει με ξεκάθαρο τρόπο. Είναι η δραματική ψυχογράφηση προσώπων στις κορυφώσεις και τις πτώσεις τους στην διαδικασία τους να ερμηνεύσουν το περιβάλλον τους και την θέση τους μέσα σε αυτό, να αποτινάξουν ό,τι πουριτανικό και σκουριασμένο κουβαλά μέσα της η παραδοσιακή διαπαιδαγώγησή τους και η ηθική αγωγή τους, να εκφράσουν με ειλικρίνεια τα συναισθήματά τους, τις κρυφές επιθυμίες τους, τα συνειδησιακά τους φτερουγίσματα, να βρουν απαντήσεις στα οντολογικά τους ερωτήματα. Να πραγματώσουν το βίο τους μέσω του θεατρικού παιχνιδιού, της καταφυγής στο όνειρο, στους οραματισμούς της φαντασίας τους. Πολλές φορές έχεις την αίσθηση βλέποντας ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ή διαβάζοντας κείμενά του, είναι σαν να περιμένει από εμάς τους θεατές του- αναγνώστες του, να τον βοηθήσουμε, να του δώσουμε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τα φτερά των ονείρων του, της φαντασίας του. Από εδώ προέρχεται και το σταθερό άγχος του αν γίνονται κατανοητές οι ταινίες του, αν θα αρέσει το τελικό του αποτέλεσμα ως ευχάριστη διασκέδαση, ψυχαγωγία, ή θα εκληφθεί σαν ένα ακόμη εγκεφαλικό του καλλιτεχνικό εγχείρημα. Το προσωπικό της ζωής του άλμπουμ όμως που ξεφυλλίζει στις ταινίες του, είναι και τηρουμένων των κοινωνικών συνθηκών και δικό μας, καθώς αφηγείται τις μικρές του ιστορίες, στιγμιότυπα της καθημερινότητάς μας και περιόδους ανθρώπινων καταστάσεων που αναγνωρίζουμε δίπλα μας. Όχι και τόσο ιδιαίτερες, ξεχωριστές συμπεριφορές δικών μας ατόμων που ήρθε και ο ίδιος σε επαφή, αποτυπώθηκαν στην μνήμη του. Σκοτεινές ή φωτεινές, ομιχλώδεις ή σκουρόχρωμες εικόνες που διέπλασαν τον χαρακτήρα του σαν άτομο και σαν καλλιτέχνη μέσα στο ιστορικό διάβα της σουηδικής κοινωνίας και των κοινωνικών αλλαγών της. Σε αυτό το κουκλοθέατρο που λέγεται ζωή και κάποιος άλλος ταγμένος από την Μοίρα κινεί τα νήματα. Φυσικά, η ταινία του Μπέργκμαν που προβλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και ήταν σκηνοθετημένη στην αρχική της «κόπια» για να παιχτεί στην Σουηδική τηλεόραση σε συνέχειες, βρίσκεται στον αντίποδα δύο άλλων εξαιρετικών ταινιών που σπουδάζουν την ερωτική σχέση ενός άντρα και μιάς γυναίκας παρά τις κάποιες αμυδρές ομοιότητες στις σχέσεις των ζευγαριών. Αναφέρομαι παραδειγματικά στην αξέχαστη «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ του 1959 που είχε προηγηθεί και επίσης στην Γαλλική ταινία του Κλώντ Λελούς του 1966 «Ένας άντρας και μία γυναίκα». Κινηματογραφικές επιτυχίες διαχρονικές που γνώριζε ο Σουηδός σκηνοθέτης.

Η ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» όπως πολύ ορθά επισημαίνει στο διθυραμβικό κριτικής κείμενό του ο δάσκαλος του Κινηματογράφου Βασίλης Ραφαηλίδης είναι ένα αριστούργημα που θα μας μείνει αξέχαστο, αλησμόνητο. Ακόμα και σήμερα βλέπεται με μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο ως δίωρη ψυχαγωγία αλλά ως σπουδή και ουσιαστικό προβληματισμό πάνω στον κοινωνικό θεσμό του γάμου και των σχέσεων που καλλιεργούνται μεταξύ των ζευγαριών στον χρόνο της συμβίωσης τους με όλες τις αναμενόμενες ή απρόβλεπτες συμβάσεις και συμβιβασμούς τους, αμοιβαίες υποχωρήσεις τους και εγωιστικά πείσματά τους. Το ότι είναι γονείς δύο κοριτσιών που αγαπούν, δεν αναιρεί τα προβλήματα και τα αδιέξοδα της γαμικής τους σχέσης.

Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι τα όσα έχει δημοσιεύσει (και έχουμε διαβάσει) σε προγράμματα ταινιών (Στούντιο), στην εφημερίδα «Το Βήμα», στο περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» κ. ά., τις περασμένες δεκαετίες ο στοχαστής και θεωρητικός του Σινεμά κυρός Βασίλης Ραφαηλίδης για τις ταινίες της πρώιμης περιόδου αλλά και της μεταγενέστερης ωριμότερής του Σουηδού σκηνοθέτη ( Σε Μπεργκμανικές τριλογίες που έχουμε αναφερθεί στο Πειραϊκό μας ιστολόγιο) δεν είναι λόγια κριτικής αβροφροσύνης, ενθουσιαστικές αποτιμήσεις, υπερβολές ενός φανατικού θαυμαστή ενός από τους σπουδαιότερους και μεγαλύτερους σκηνοθέτες παγκοσμίως της Έβδομης Τέχνης στην ιστορία της διαχρονικά. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης δεν έχει μάθει να χαρίζεται, ούτε σε σκηνοθέτες ούτε σε έργα τους, αυτό μας φανερώνει η συνολική ανάγνωση των κινηματογραφικών κριτικών του πολύτομου «Λεξικού των Ταινιών» των εκδόσεων «Αιγόκερως». Ακόμα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός στις κριτικές του, ότι εντάσσει τις καλλιτεχνικές κινηματογραφικές δημιουργίες μέσα σε ένα ιστορικό και κοινωνικό- πολιτικό- ιδεολογικό πλαίσιο που δεν μας αφήνει αδιάφορους, αντίθετα μάλιστα συμπληρώνει τα ερμηνευτικά μας κενά. Κάθε ταινία που κρίνει είναι και ένα στάδιο, ένα σκαλοπάτι μύησής μας στην Έβδομη τέχνη.

Ο Κινηματογράφος-που δεν έχει συμπληρώσει μία εκατονταπενταετία από την γέννησή του την εφεύρεσή του-, είναι μία τέχνη ευρέως διαδεδομένη που προέρχεται από τα σπλάχνα της Κοινωνίας, αυτήν εκφράζει και τους Ανθρώπους που κινούνται και αναπνέουν μέσα της, ως κοινωνικό σώμα, στιγμές τους, αναμνήσεις τους, συμπεριφορές ετερόκλητων ατόμων, (ως συνόλου) διαφορετικών πληθυσμιακά πολιτιστικών ταυτοτήτων χαρακτήρες και ίχνη ταυτότητας και εμπειριών ζωής. Θετικά ή αρνητικά συμβάντα ανθρώπινων πράξεων και επιπτώσεων τους στο χώρο και το χρόνο, ανθρώπινες καταστάσεις ανεξέλεγκτες, οριακές, ονείρων περιπλανήσεις και οραματικές φιλοδοξίες. Περιπέτειες βίου και μικροιστορίες, αδιέξοδα και βάσανα, έρωτες και μίση καθρεφτίζει, αντανακλά ανθρώπων πάθη τρομερά, χαρακτηριστικά, -ως τελευταία από τις ανθρώπινες τέχνες ο κινηματογράφος- σκοτεινά πάνω στην λευκή οθόνη ως μία πραγματικότητα που διαιωνίζεται στον χρόνο και την ιστορία. Οπτική, κινηματογραφική αφήγηση με λέξεις και εικόνες, πλάνα και σκηνές, χρώματα και ντεκόρ. Συμπύκνωση εμπειριών πριν λησμονηθούν. Ο έλληνας κριτικός γνωρίζει την τέχνη του Σινεμά από τα μέσα, την έχει σπουδάσει και «χωνέψει» την λειτουργία του, τις τεχνικές του, τις ανάγκες και ατέλειές του, τις συμπεριφορές της δημόσιας εικόνας των συνεργατών και των παραγόντων του, την εμπορική βιομηχανία του. Τους πειραματισμούς του, τις οικονομικές του σκοπιμότητες που δημιουργούνται γύρω από αυτόν σαν ένα ακόμα ευρέως γνωστό καταναλωτικό προϊόν του πολιτισμού, του θεάματος, της τέχνης ως ψυχαγωγία, ως μέσο λαϊκής διασκέδασης και προπαγάνδας. Παρακολουθεί ανελλιπώς ταινίες των διαφόρων φεστιβάλ, ξέρει τι γίνεται πίσω από τα φώτα της επικαιρότητας στις Κάννες, είναι ενήμερος των ξένων κινηματογραφικών παραγωγών και των νέων ρευμάτων και κινηματογραφικών ιδεών, πειραματισμών των νέων σκηνοθετών. Ποιοι προωθούνται και ποιοι όχι. Διακρίνει την Αμερικάνικη από την Ευρωπαϊκή Κινηματογραφική βιομηχανία και παραγωγή. Το Σταρ σύστεμ του Χόλλυγουντ. Τις επιτυχημένες στιγμές του Ελληνικού Κινηματογράφου και τις αποτυχίες του. Αναγνωρίζει το άλλο βλέμμα και προβληματική των ευρωπαίων καλλιτεχνών και συντελεστών του, την θεματική τους το κινηματογραφικό τους άρωμα. Μαζί με τον έλληνα βραβευμένο σκηνοθέτη Θεόδωρο Αγγελόπουλο εκδίδουν στην εποχή τους ένα από τα πρώτα σοβαρά περιοδικά αμιγώς για τον Κινηματογράφο στην Ελλάδα, αρθρογραφεί και γράφει διαρκώς κινηματογραφικές κριτικές για ταινίες ποιοτικές ή και εμπορικές. Η κριτική του βεντάλια είναι μεγάλη, πολύχρωμη με πάμπολλες αναφορές σε πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, αντιλήψεις για την κινηματογραφική τέχνη και την ιστορία της. Αναφέρεται στην σημασία των ρόλων των ηθοποιών στην διαδρομή τους. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης μπορεί να μην γύρισε ο ίδιος ταινίες, υπήρξε όμως ένας μαρξιστής μαϊστορας του Κινηματογράφου, ένας ελευθερόφρων κοσμοπολίτης στοχαστής που θα γράφαμε αβίαστα ότι κρατούσε νοερώς πάντα την Κάμερά του όταν έγραφε και δημοσίευε τις κρίσεις του με τόλμη, οξύτητα αλλά και δικαιοσύνη, εντιμότητα, γλαφυρότητα εκφραστική και λόγο σταράτο. Μία γραφή αξιοζήλευτη και προπάντων διδακτική (με την καλή έννοια), έμπειρη, με ύφος απλό, λαϊκό, κατανοητό, καθόλου αφοριστικό για τον Κινηματογράφο, ούτε διανοουμενίστικο παρά το βάθος της εμπειρίας του και των σπουδών του. Τα Κείμενά του υπήρξαν ένα είδος ανοιχτού λαϊκού πανεπιστημίου, ελεύθερα μαθήματα για τον καθένα μας, τον κάθε έλληνα και κάθε ελληνίδα που διάβαζε τα δημοσιεύματά του για τον Κινηματογράφο και τις προβολές των καινούργιων ταινιών. Δεν «πλάσαρε» ταινίες, δεν προωθούσε, παρουσίαζε. Είχε πάντα αίσθηση των εντύπων που έγραφε. Δεν χρειαζόταν να είσαι ειδικός για να κατανοήσεις αυτά που έγραφε κρίνοντας ταινίες, δεν ήταν απαραίτητο να ανήκεις σε καμία κατηγορία ειδικών του σινεμά, χρειαζόταν απλά να αγαπάς την έβδομη τέχνη και να αφήνεσαι στην μαγεία και τα όνειρά της. Προσπερνούσες τις ιδεολογικές του προσεγγίσεις αν δεν ήσουν μαρξιστής, τις υλιστικές του ερμηνευτικές και κοιτούσες να καταλάβεις τις ιστορικές παραμέτρους και ιστορικά ιδεολογήματα με τα οποία εμπλούτιζε τις κριτικές του θέσεις. Οι ταινίες ήσαν αναπόσπαστο καθρέφτισμα των ιστορικών και κοινωνικών ή πολιτικών γεγονότων της εποχής τους και φυσικά των προθέσεων του σκηνοθέτη. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν ένας μοντέρνος έλληνας Διαφωτιστής του καιρού μας και παράλληλα, ένας οικουμενικών διαστάσεων θιασώτης και κριτικός του ορθού λόγου και καθαρής σκέψης. Πίστευε στα πνευματικά επιτεύγματα της Γαλλικής Επανάστασης του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης και φιλοδοξούσε μέσα στους κύκλους της ανθρώπινης Ιστορίας να τερματίσει ο καταπιεστικός και απάνθρωπος εξουσιαστικός κύκλος του καπιταλιστικού συστήματος. Διαψεύσθηκε σε αυτή του την επιθυμία παταγωδώς όπως κάθε οραματιστής αγωνιστής, όπως ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος. Ο καπιταλισμός νίκησε κατά κράτος τα άλλα συστήματα που ο ίδιος γέννησε στην προσπάθεια κυριαρχίας και εξάπλωσής του. Ο Ραφαηλίδης επεδίωξε από την μεριά του έχοντας δημόσιο λόγο και φωνή μέσω των μακροσκελών κειμένων και άρθρων του, προβολής του, να κάνει τους σύγχρονους Έλληνες κοινωνούς των επιτευγμάτων της σύγχρονης Επιστήμης των Γραμμάτων και των Τεχνών επιτευγμάτων. Καλλιέργησε μία άλλη Αισθητική (κινηματογραφική και μη) περισσότερο καλλιτεχνική παρά μεταφυσική ή θρησκευτικών αγκυλώσεων και προκαταλήψεων, αντιλήψεων άλλων χρόνων. Είχε μεγάλη ευφράδεια λόγου, άνεση στο γράψιμο, ήταν περισσότερο αναλυτικός αλλά και όπου χρειάζονταν συνθετικός και συμπεριληπτικός. Αγαπούσε την καλή ζωή και τις διασκεδάσεις, ήταν παθιασμένος γυναικάς δίχως να πάψει να υποστηρίζει τους ομοφυλόφιλους και τα κοινωνικά και νομικά δικαιώματά τους. Ορισμένες φορές στις εμφανίσεις του γίνονταν είρων απέναντι στους συνομιλητές του, όσον αφορά την πολιτική τους επιλογή και κατεύθυνση, μία σιγουριά που του έδινε το μεγάλο παγκράουν των γνώσεών του. Σύμφωνα με δικές του δηλώσεις και γραφόμενα ήταν άθεος, δηλαδή άθρησκος και μεταφυσικά φυσιολάτρης και φυσικά δεν ήταν φιλικός απέναντι στην χριστιανική θρησκεία και παράδοση. Οι θέσεις του για την εξέλιξη του Ελληνισμού προκαλούσαν αρκετές συμπάθειες αλλά και αντιπάθειες. Τα ολοσέλιδα συνήθως κείμενα του Βασίλη Ραφαηλίδη ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στην εφημερίδα το «Έθνος» που συνεργάζονταν, ήσαν εξαιρετικής υφής και είχαν κάτι που συνήθως δεν συναντούσε ο αναγνώστης σε άλλους αρθρογράφους της εποχής, δεν τα βαριόσουνα. Τα μεγαλόπνοα άρθρα του με μεγάλη ποικιλία ιστορικών και κοινωνικών θεμάτων και ασφαλώς πολιτικών με τα οποία καταπιάνονταν, δεν σε έκαναν να γυρίσεις σελίδα στην εφημερίδα που κρατούσες στα χέρια σου, σου κρατούσαν το ενδιαφέρον και ενεργοποιούσαν πνευματικές σου δυνάμεις να ψάξεις με την σειρά σου να ανακαλύψεις την κοινωνική- πολιτική- θρησκευτική- ιδεολογική ιστορική αλήθεια που ένα ολόκληρο εκμεταλλευτικό σύστημα εξουσίας σου κρύβει και σε κρατάει δέσμιο μέσα στην άγνοια και την παραπληροφόρηση, την οικονομική και απάνθρωπη σκλαβιά. Είμαστε- εμείς οι πολίτες- ένα ακόμη άχρηστο καταναλωτικό προϊόν για την όποια μορφής εξουσία. Ποτέ τα κείμενά του δεν ήσαν μονοθεματικά, η γλώσσα του στρωτή δεν χρειαζόσουν Λεξικά για να την ερμηνεύσεις, κατανοήσεις. Ανέπτυξε ένα δικό του ύφος και τρόπο στις εμπεριστατωμένες αναλύσεις και ερμηνείες του π.χ. για τον Μαρξ, την Ελληνική Ιστορία, την Παγκόσμιο. Διαπιστώνουμε από τα βιβλία και την αρθρογραφία του, τις δημοσιεύσεις του, ότι τα ενδιαφέροντά του απλώνονταν και πέρα από εκείνα της κριτικής και παρουσίασης των κινηματογραφικών ταινιών και της διδασκαλίας του Σινεμά. Το όνομά του έχαιρε σεβασμού και εκτίμησης παρά τις κατά καιρούς συγγραφικές και άλλες των λόγων του υπερβολές.

  Όσον αφορά τώρα τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο Βασίλης Ραφαηλίδης εξετάζει εκ του σύνεγγυς την κινηματογραφική του προβληματική και φιλοσοφία,  γνωρίζει την σκηνοθετική του προϊστορία και τις βραβεύσεις του, την σταδιακή του εξέλιξη και τα στάδιά της, την ενασχόλησή του και την αγάπη του για την Θεατρική τέχνη, κάτι τόσο εμφανές μέσα στις ταινίες του. Λες και παρακολουθούμε μία θεατρική παράσταση μέσω των κινηματογραφικών πλάνων και εικόνων. Το στήσιμο των ηθοποιών και οι δράσεις τους, πάντα έχουν μία βεβαιωμένη θεατρικότητα στις ταινίες του. Ο Ραφαηλίδης γνωρίζει τα μυστικά των τεχνικών δυσκολιών του κινηματογράφου, τις παθιασμένες αντοχές του Μπέργκμαν και πως ή πότε τις ξεπερνά. Τις όποιες αδυναμίες του ως σκηνοθέτη, την ευφυή διαπραγματευτική του ικανότητα μεταφυσικών θεμάτων και την καθολική ρητορική του. Τις εμμονές του και την όσφρηση του στο τι είναι αισθητικά και οπτικά τέλεια οργανωμένο. Τις ξένες σκηνοθετικές και άλλες προσλήψεις του και προτιμήσεις του σε συγκεκριμένους δημιουργούς και έργα τους. Ορισμένους τους γνώρισε από κοντά και τους θαύμαζε άλλους δεν τους εκτιμούσε. Το πάθος του για το Σινεμά και τους συντελεστές του, την στενή και σταθερή ειλικρινή σχέση του με τους συνεργάτες του- ηθοποιούς και τεχνικούς, άντρες και γυναίκες πρωταγωνιστές που έδεναν πάντα μεταξύ τους αρμονικά και ισορροπημένα σαν μία φιλική καλλιτεχνική και συντροφική ομάδα με ένα κατά βάθος κοινό καλλιτεχνικό στόχο κάτω από τις δικές του οδηγίες ή καλύτερα σοφές συμβουλές. Στην ιστορία του Κινηματογράφου έχουμε μία σπάνια περίπτωση, και στις αντιλήψεις του μεγάλου κοινού των θεατών του, στους ειδικούς κριτικούς του, ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι οι άντρες και οι γυναίκες σταθεροί συνεργάτες πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες των ταινιών του Μπέργκμαν μαζί του. Αυτό το συλλογικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και των ηθοποιών δέσιμο διακρίνεται αμέσως από το κινηματογραφόφιλο κοινό καθώς οι ηθοποιοί αναγνωρίζονται χωρίς δυσκολία αν τους δούμε να συμμετάσχουν σε άλλες παραγωγές έξω από το Σουηδικό κινηματογραφικό πλαίσιο που τους θέλει ο Μπέργκμαν. Ορισμένοι μάλιστα κριτικοί, επεσήμαναν το γεγονός ότι οι ήρωες πρωταγωνιστές του Μπέργκμαν ήσαν τόσο «δεμένοι» με την Σουηδική ταυτότητα του σκηνοθέτη που δεν κατόρθωσαν να κάνουν διεθνή αυτόνομη καριέρα. Το θεώρησαν ως κάτι αρνητικό για την ατομική τους εξέλιξη. Ασφαλώς αυτή η κρίση εμπεριέχει μία απολυτότητα. Πάντως η ταύτιση με την διδασκαλία και την κινηματογραφική σκηνοθετική οπτική μαζί του είναι ολοφάνερη. Αλλά δεν είναι «κακό» να αναγνωρίσουμε το τι οφείλει ο σταθερός θίασος του Μπέργκμαν στον δάσκαλό τους και μέντορά τους. Κάτω από αυτό το συνολικό πρίσμα εξέτασης των απόψεων και των θέσεων του Βασίλη Ραφαηλίδη θα υποστηρίζαμε, δίχως να είμαστε ειδικοί, ότι η οπτική εξέτασή του των έργων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δεν είναι καθόλου υπερβολική ή χαριστική, είναι καίρια και για εμάς τους κινηματογραφόφιλους θεατές επωφελής και χρήσιμη.

   Ευτύχησα τέλος, τα χρόνια μετά την μεταπολίτευση να συναναστραφώ με καλλιεργημένα άτομα από τον Πειραιά, φιλικές συντροφιές που αγαπούσαν σταθερά τις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Και ίσως το κυριότερο, ποτέ δεν διαφωνήσαμε στις επαινετικές κρίσεις και απόψεις μας.

Την ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» την είχαμε παρακολουθήσει σε κινηματογράφο στην Αθήνα και κατόπιν εκ νέου σε άλλες κινηματογραφικές αίθουσες,- στις επανεκδόσεις της- και αν δεν κάνω λάθος και στην τηλεόραση. Στο διάβα του χρόνου διαβάσαμε και το Σενάριο της ταινίας που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα-Αντώνης Λιβάνης», Αθήνα 1983. Η μετάφραση του βιβλίου «Σκηνές από ένα γάμο» είναι του Φίλιππου Δραγούμη σελίδες 230, δραχμές παλαιές 350, στην σειρά του εκδοτικού οίκου «Παγκόσμια Λογοτεχνία». Διαβάζουμε από το οπισθόφυλλο, «Κριτική από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»»:

«Τα σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αποτελούν μια ειδική, χρήσιμη κα ενδιαφέρουσα κατηγορία βιβλίων, όπου ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί και να μελετήσει τα επιτεύγματα του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη μονιμότερα παρ’ όσο ο θεατής. Στο «Σκηνές από ένα γάμο» ο Μπέργκμαν αναλύει με τον αδυσώπητο τρόπο του τη σημερινή κατάσταση της νόμιμης συμβίωσης των δύο φύλων, και αποκαλύπτει δεξιοτεχνικά αλλά και απερίφραστα τις βασικές πλευρές της: τον παράγοντα των προσωπικών σχέσεων, το κοινωνικό υπόβαθρο και τις ψυχολογικές αβύσσους που ανοίγει ο καταναγκαστικός συγχρωτισμός. Το ύψος του Μπέργκμαν στο «Σκηνές από ένα γάμο» είναι τέτοιο ώστε, αν η ταινία αποτελεί σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου, το σενάριό της είναι μια πρωτότυπη και εξαιρετικά σημαντική συμβολή στην εξέλιξη της πεζογραφίας.».

   Η έκδοση περιλαμβάνει: -τον ΠΡΟΛΟΓΟ του Ι. Μπέργκμαν γραμμένο στο νησί της μόνιμης διαμονής του Φάρο, Μάιος 1972, σ. 7-10 και Έξι Σκηνές.

-ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ Αθωότητα και Πανικός (Πρόσωπα ΓΙΟΧΑΝ-ΜΑΡΙΑΝ-ΚΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΥΑ, κόρες τους- ΚΥΡΙΑ ΠΑΛΜ, δημοσιογράφος- ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ- ΠΕΤΕΡ- ΚΑΤΑΡΙΝΑ), σ. 11-53.

-ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ η Τέχνη να Σκούζεις Κάτω απ’ το Χαλί (Πρόσωπα ΓΙΟΧΑΝ- ΜΑΡΙΑΝ-ΚΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΥΑ, κόρες τους- ΚΥΡΙΑ ΖΑΚΟΜΠΙ- ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ- ΕΥΑ), σ. 54-92

-ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ Πάολα (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ- ΚΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΥΑ, κόρες τους), σ.93- 118

-ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ Η Κοιλάδα των Δακρύων (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ), σ. 119-150

-ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ Οι Αγράμματοι (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ- ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ), σ. 151-186

-ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ Στη Μέση της Νύχτας, σ’ ένα Σκοτεινό Σπίτι, Κάπου στον Κόσμο (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ- ΕΥΑ- ΑΡΝ- Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝ), σ. 187-228.

  Δυστυχώς μία πλημμύρα του υπόγειου σπιτιού παλαιότερα, κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού αρχείου που συνήθιζα να συγκεντρώνω και να αποδελτιώνω αποκόμματα περιοδικών και εφημερίδων, κρίσεις από βιβλία για καλλιτεχνικά και συγγραφικά, του πνεύματος γεγονότα και δραστηριότητες. Έτσι, παραθέτω ότι έχει διασωθεί από εκείνη την «ονειροπόλα» ένδοξη κινηματογραφική εποχή που τα φτερά της νεανικής και εφηβικής μας φαντασίας είχαν ανοίξει και φτερουγίζαμε καλλιτεχνικά και πνευματικά από μυροβόλο λουλούδι σε μυροβόλο ανθό.

   Γι’ αυτή την εμπειρία και περιπέτεια του έγγαμου βίου θα μιλήσουμε εν τάχει που εικονογραφεί στην ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» που σχεδίασε πρώτα για την Σουηδική τηλεόραση και μετά την επιτυχία της την προσάρμοσε χρονικά και μας την πρόσφερε στην μεγάλη οθόνη ο Ι. Μπέργκμαν. Ταινία του 1975 διάρκεια περίπου 150 λεπτά.

Οφείλουμε να δούμε την προβολή της ταινίας και την κοινωνική προβληματική της μέσα στο κλίμα και το κοινωνικό και πολιτικό πνεύμα της εποχής της. Διανύουμε την δεκαετία του 1970. Ο Κόσμος μας είναι διπολικός, δύο στρατιωτικοί συνασπισμοί κυριαρχούν. Αρχή του τέλους της δυτικής αποικιοκρατίας με τις παραδοσιακές της μορφές. Τέλος Πολέμου στο Βιετνάμ, στην Ινδοκίνα, περιφερειακές συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή, την Άπω και την Αφρικανική Ήπειρο. Δικτατορικά καθεστώτα στη Νότιο Αμερική και την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Μέσα του 1970 αρχή των πτώσεών τους στην Πορτογαλία, επανάσταση των γαρυφάλλων, στην Ισπανία θάνατος του Φράγκο, πτώση της Ελληνικής χούντας, Κυπριακή Τραγωδία. Τριγμοί στα πολιτικά καθεστώτα του Ανατολικού μπλοκ. Εμφάνιση των πρώτων νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων στις ΗΠΑ και την Αγγλία. Επικράτηση των «Φιλελέ» διανοουμένων και των πρώτων γιάπηδων χρηματιστών και τραπεζιτών. Μεγάλες, πολυπληθείς αντικυβερνητικές διαδηλώσεις ενάντια στις Αμερικανικές επεμβάσεις και τερματισμός του πολέμου στο Βιετνάμ. «Αποκάλυψη Τώρα». Η Δυτική Νεολαία στους δρόμους διαδηλώνει με Συνθήματα την Παγκόσμια Ειρήνη και το τέλος των Πολέμων. Τα Φιλειρηνικά κινήματα σε έξαρση. Οι Μπήτλις. Πτώση της Κυβέρνησης Ρίτσαρντ Νίξον. Ανατροπή του προέδρου της Χιλής Σαλβαντόρ Αλλιέντε. Το κίνημα των Χίπις και οι αντιλήψεις τους περί κοινοβιακής ζωής και ελεύθερων ερωτικών σχέσεων έχει εξαπλωθεί παγκοσμίως. «Ο Νονός». Ο απόηχος του Γαλλικού Μάη του 1968 είναι ακόμα ζωντανός καθώς και η Μουσική λαοθάλασσα του Γούντστοκ. Ο Γαλλικός Κινηματογράφος, «Η Χιροσίμα αγάπη μου» και «Ο θάνατος στη Βενετία» «Οι Καταραμένοι» του Λουκίνο Βισκόντι και το «Θεώρημα» του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Ο Μπόμπ Ντύλαν και η Τζόαν Μπαέζ, το «Ουρλιαχτό» του Άλεν Γκίνσμπεργκ και το «Κοράκι» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, τα βιβλία του Έρμαν Έσσε και ο «Οδυσσέας» του Τζέημς Τζόυς. «Το Καμπαρέ» και η «Εμμανουέλλα». Καινούργιοι μουσικοί- κινηματογραφικοί και των διαφόρων τεχνών δρόμοι ανοίγονται, νέα επαναστατικά ρεύματα καλλιεργούνται. Η Μουσική Ντίσκο και η σεξουαλική απελευθέρωση, αυτοδιάθεση των ερωτικών μειονοτήτων. Η Δυτική Κοινωνία και νεολαία σε αναβρασμό- οι μνήμες του τέλους του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ακόμα νωπές όπως και τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης. Κοχλάζουν οι νέες ανατρεπτικές ιδέες και επαναστατικές φωνές, η κονκάρδα στο πέτο της νεολαίας με τον «Τσε» κυριαρχεί, μαζί με τα συνθήματα και τα στρατιωτικά αμπέχονα. Πτώση της Κυβέρνησης του Σαλβαντόρ Αλλιέντε, δεύτερο Ελληνικό Ποιητικό Νόμπελ, Οδυσσέας Ελύτης. Καινούργιες φρέσκιες απόψεις για την ζωή, τον έρωτα, τις σχέσεις των δύο φύλων, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις σωματικές επιλογές των ατόμων ακούγονται, υιοθετούνται, προτάσσονται. Παραδοσιακοί οικογενειακοί δεσμοί διαρρηγνύονται, αγνοούνται, παραμερίζονται από τις νεότερες γενιές της γηραιάς ηπείρου. Πλείστα από τα παλαιά κοινωνικά ήθη και θρησκευτικές απαγορεύσεις καταρρίπτονται, αμφισβητούνται, αρνούνται οι αξίες τους από τις νέες γενιές, συντηρητικών πολιτικών και μεταφυσικών προτύπων. Πανάρχαια παραδοσιακά Ταμπού πέφτουν, οι επαναστατημένοι και οργισμένοι νέοι αρνούνται κάθε σύστημα εξουσίας (πατρικής, θεϊκής, πολιτικής κλπ.) δεσμεύσεις των προηγούμενων γενεών, οικογενειακές παραδόσεις και σχέσεις αποδεκτές ως μοντέλα βίου των γονιών τους αιώνων αμφισβητούνται και αγνοούνται. Ο Βίλχελμ Ράϊχ και οι θεωρίες του περί λειτουργίας του Σεξ στις ζωές των ανθρώπων, της σεξουαλικής λίμπιντο, τις ελεύθερες ή ελευθεριάζουσες ερωτικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων επικρατούν. Σωματική και Ερωτική αυτοδιάθεση αντρών και γυναικών. Έρωτας και Σεξ εκτός Γάμου ή ανοιχτών Σχέσεων, πολλαπλών ερωτικών επιλογών και φύλων, δίχως δεσμεύσεις, χωρίς περιορισμούς και προκαταλήψεις. Διαβάζονται οι ιδέες περί Αγάπης του Έριχ Φρομ και άλλων διανοητών, ψυχιάτρων και ψυχαναλυτών. Μισέλ Φουκώ και οι ανατρεπτικές αντιλήψεις του. Τόμας Τζάζ και το κίνημα της Αντιψυχιατρικής. Οι αετοφωλιές των ιδεών του Σίγκμουντ Φρόϋντ, του Κάρλ Γιουνγκ, του Φρειδερίκου Νίτσε και του Ζαν Πωλ Σαρτρ αναμειγνύονται με τον Κόσμο και αντιλήψεις της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας και τα Ομηρικά Έπη. Ο θεσμός του γάμου είναι και αυτός ένας ακόμη μηχανισμός κοινωνικής καταπίεσης του συστήματος (καπιταλιστικού ή κομμουνιστικού). Καταστολής των ανθρώπινων ερωτικών αναγκών, κατάλοιπα ενός πατριαρχικού συστήματος μεταφυσικής πουριτανικής εξουσίας. Κεντρικό σύνθημα των Νέων που επιλέγουν να θραύσουν κάθε Ταμπού, θεϊκό είδωλο κοινωνικής μίμησης των προηγούμενων γενεών οι νέοι ορίζοντες ερωτικών σχέσεων και σωματικής απόλαυσης. Ανατροπή των πάντων, κανένας συμβιβασμός με παλαιότερα μοντέλα βίου και συνηθειών του, της αστικής ή μικροαστικής κοινωνίας, καμία υποχώρηση στην σωματική ευχαρίστηση και αυτοδιαχείριση των ερωτικών αναγκών του ατόμου. Χειραφέτηση και ανάδειξη της γυναικείας σεξουαλικότητας, κατάργηση των φαλλοκρατικών στερεοτύπων της παλαιάς αγροτικής θεοκρατικής κοινωνίας. Ερωτικές σχέσεις των δύο φύλων έξω από τα δεσμά του Γάμου. Διαχωριστικές συνοριακές γραμμές και όρια μεταξύ του Χθες και του Σήμερα, του Αύριο που οραματίζονται οι Νέοι και οι Νέες εκείνων των μεταπολεμικών γενεών.

   Και μέσα σε αυτόν τον κοινωνικό και των ηθών και προσωπικών εθίμων συνηθειών αναβρασμό έρχεται ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και μας μιλά για την συζυγία γάμου μεταξύ ενός ερωτευμένου άντρα και μιάς ερωτευμένης γυναίκας εντός της θεσμοθετημένης σχέσης του αλλά και εκτός, μετά το διαζύγιό τους. Ακτινογραφεί την σχέση και τα προβλήματα ενός παντρεμένου ζευγαριού. Εξετάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Καταπιάνεται με τα μικροπροβλήματα και την καθημερινότητα ενός ζευγαριού ως κύριοι πρωταγωνιστές στον δικό τους-αλλά και δικό μας- μικρόκοσμο. Ξεδιπλώνει το νήμα μιάς φαινομενικά ευτυχισμένης σχέσης ενός ζευγαριού που απολαμβάνει την κατ’ επίφαση αρμονία των συζυγικών του στιγμών, έχοντας δύο παιδιά και πεθερικά, καθώς τα χρώματα και οι ιριδισμοί της ελεύθερης-σε κοινή αποδοχή σχέση τους- εντός των δεσμών του γάμου αρχίζουν να ξεθωριάζουν, να ξεφτίζουν, να εμφανίζονται τα προβλήματα, τα αδιέξοδα. Η εντός του γάμου συμβίωση σύμφωνα με τον Μπέργκμαν των δύο φύλων δεν είναι παρά μία διαρκής σύγκρουση, μία πάλι των δύο φύλων παρά του γεγονότος ότι αγαπιούνται ο καθηγητής σύζυγος με την δικηγόρο γυναίκα του. Από ότι διατηρούσε ενωμένο το ζευγάρι τόσα χρόνια μετά την γέννηση των δύο κοριτσιών τους δηλώνεται ότι δεν υπάρχει πια. Οι εξωσυζυγικές τους σχέσεις, οι απιστίες τόσο του άντρα όσο και της γυναίκας δεν φαίνεται να επηρεάζει καθόλου την προσωπική τους σχέση. Ούτε τους φέρνει κοντύτερα ούτε τους απομακρύνει τον έναν από τον άλλον, αν και η τελική έκβαση αυτής της ταραχώδους σχέσης ενός παντρεμένου ζευγαριού που διαπραγματεύεται ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έχει αίσιο τέλος στα μάτια των θεατών.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης με το «Σκηνές από ένα γάμο» κατόρθωσε να μας κάνει συμμέτοχους αυτής της προβληματικής σχέσης, καταργώντας ερωτικά και σχέσεων του ζεύγους στερεότυπα, υπερβαίνοντας «πανηδονιστικές» αντιλήψεις και συμπεριφορές που επικρατούσαν τις δεκαετίες αυτές στην ευρωπαϊκή ήπειρο και επεκράτησαν τελικά στον Δυτικό και όχι μόνο καπιταλιστικό Κόσμο. Ο Μπέργκμαν κάνει μία στροφή στην σκηνοθετική προβληματική του, μετά τις μεταφυσικές τριλογίες του και αναζητήσεις του πάνω στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία και την παντελή Σιωπή του Θεού, που τον καταξίωσαν ως μία από τις σπουδαιότερες μορφές της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης, χαρακτηριστικές οι ταινίες του «Έβδομη Σφραγίδα», «Σιωπή», «Άγριες Φράουλες» κλπ. στρέφει το βλέμμα του και πάλι στις ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, στο καθιερωμένο γνωστό μοντέλο ανθρώπινης συνύπαρξης που ούτως ή άλλως αποτελεί διαχρονικά ένα μυστήριο, ένα αίνιγμα, πολλές φορές μία χαώδη κατάσταση που την διακρίνει μία αοριστία που καλύπτεται κάτω από σωματικές ή συναισθηματικές ανάγκες και άλλες κοινωνικές συνήθειες, παραδοσιακές επιταγές, συμβιβασμούς. Μέσα από μία άψογη και καλά δομημένη κινηματογραφική τεχνική και υψηλή αισθητική χαρτογραφεί μία σχέση όχι μόνο ετοιμόρροπη εντός γάμου αλλά και περιπλεγμένη από καλές των δύο μελών προθέσεις με αβέβαια αποτελέσματα. Τι είναι τελικά ο γάμος, δεσμά ή ευτυχία. Συναισθηματικό «καρνάγιο» ή σωματική των απολαύσεων «ξέρα». Κοινωνική υποκρισία ή άνοιγμα κοινωνίας προς το έτερο ήμισυ της συζυγίας. Φυλακή της προσωπικότητας του Άλλου ή συμπλήρωσή της; Ο Μπέργκμαν ίσως να μην δίνει τελική απάντηση, ίσως και ο ίδιος να εξακολουθούσε να τον απασχολεί ως ζήτημα άλυτο. Εξάλλου, οι πέντε Γάμοι του και οι πάμπολλες εξωσυζυγικές του ερωτικές σχέσεις με πρωταγωνίστριές του δείχνουν ότι σαν άτομο δεν είχε κατασταλαγμένη γνώμη, ή κάνω λάθος!!!       

Σχετικές πληροφορίες

-CHARLES  CHAMPLIN, (Los Angeles Times-ΤΟ ΒΗΜΑ), εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 9/12/1973.

Ο Μπέργκμαν ανατέμνει και πάλι τον θεσμό του γάμου.

Με ένα «σήριαλ» έξη επεισοδίων στη σουηδική τηλεόραση.

   Πριν από μερικούς μήνες ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έγραψε και εγύρισε για την Σκανδιναβική τηλεόραση έξη επεισόδια διάρκειας 50 λεπτών το καθένα, που το ονόμασε «Σκηνές από έναν Γάμο».

   Η τηλεόραση παρουσίαζε την σειρά αυτή κάθε Τετάρτη βράδυ στις 8 και ήταν τόσο διαλυτική η επίδραση του προγράμματος αυτού σε όλες τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής που δεν μπορεί να συγκριθή παρά μόνο με την αναστάτωση που είχε φέρει στην καθημερινή ρουτίνα η παρουσίαση του «Μύθου των Φορσάϊτ» στην αγγλική τηλεόραση.

   Όταν τέλειωσε το πρόγραμμα ο Μπέργκμαν είπε από την Στοκχόλμη, όπου βρισκόταν την περασμένη εβδομάδα:

   «Αναγκάστηκα να αλλάξω τον αριθμό τηλεφώνου μου. Μου τηλεφωνούσαν μέρα νύχτα για να συζητήσουν μαζί μου τα προβλήματα του γάμου τους και να ζητήσουν την συμβουλή μου. Μένω, ξέρετε, σ’ ένα μικρό νησί στην Βαλτική, το Φάροε, όπου ζούνε κυρίως αγρότες και ψαράδες. Για πρώτη φορά τους άρεσε πραγματικά κάτι που έκανα και το κουβέντιαζαν μαζί μου στο φέρυ- μπόουτ πηγαίνοντας στο νησί».

   Ο Μπέργκμαν μετασκεύασε τα επεισόδια αυτά που είχε ετοιμάσει για την τηλεόραση σε δυό ταινίες των δύο ωρών η κάθε μία τους, μεταφρασμένες για την Αμερικάνικη αγορά και τώρα γίνονται οι διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς εισαγωγείς. Παρακολούθησα μία από τις προβολές πρίν λίγες μέρες και όντως πρόκειται για μεγάλη και συναισθηματικά δύσκολη προβολή. Δεν μου είναι όμως δυνατόν να φανταστώ τις «Σκηνές από έναν Γάμο» να προβάλλονται παρά μόνο με την μορφή ενός ενιαίου έργου, διαρκείας τεσσάρων ωρών, που θα διακόπτεται, από ένα μεγάλο διάλειμμα. Η ένταση του έργου είναι τρομακτική και πιστεύω πώς η απήχησή του και το ενδιαφέρον του θα είναι πολύ πιό άμεσα στο Αμερικάνικο κοινό απ’ οτιδήποτε άλλο έκανε ως τώρα ο Μπέργκμαν στην εκπληκτική του σταδιοδρομία.

   «Μην περιμένετε καλό τέλος», λέει ο Μπέργκμαν στην εισαγωγή που έγραψε. «Όσο κι αν θα ήταν ωραίο να τέλειωνε καλά, μόνο για χάρη των ανθρώπων με τα διακριτικά καλλιτεχνικά αισθητήρια που θα νοιώθουν αισθητικά αηδιασμένοι μετά την πρώτη σκηνή αυτού του αρκετά ευκολονόητου έργου».

  Οι «Σκηνές από έναν Γάμο» είναι όπως λέγεται ένα έργο προσιτό στο κοινό. Ο Μπέργκμαν έχει καταφέρει να ρίξη μιά προσεκτική και διαπεραστική ματιά στο γάμο, πράγμα που δεν κατόρθωσε απόλυτα στην ταινία «Η Επαφή» και που το πέτυχε περισσότερο στο σενάριό του για το «Ψέμα». Στην πραγματικότητα «Το Ψέμα» είναι ένα μικρό μέρος μιάς ιδέας που εδώ, απλώνεται και γίνεται ένα ολόκληρο τοπίο.

   Το «Σκηνές από έναν Γάμο» παρακολουθεί επί μια δεκαετία την ζωή ενός ζευγαριού της Λιβ Ούλμαν και του Έρλαντ Τζόζεφσον που έπαιζε τον εραστή της στο «Κραυγές και Ψίθυροι». Όταν τους βλέπουμε να δίνουν συνέντευξη σε ένα γυναικείο περιοδικό φαίνονται σαν τα τέλεια πρότυπα ενός υπεροπτικά επιτυχημένου γάμου. Εκείνος είναι επιστήμονας και εκείνη δικηγόρος και έχουν δέκα χρόνια που είναι παντρεμένοι.

   Χωρίζουν, δημιουργούν άλλους δεσμούς, παίρνουν διαζύγιο, ξαναπαντρεύονται χωριστά ο καθένας τους και τέλος ξαναβρίσκονται σαν παράνομοι εραστές σε ένα εξοχικό σπίτι και περνάνε μαζί μια σκοτεινή νύχτα σαν κατατρεγμένοι ναυαγοί ή σαν άνθρωποι που περιμένουν την καταστροφή να έρθη.

   «Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα κουβάρι», λέει ο Μπέργκμαν στην εισαγωγή του, «και οι ζωές τους στηρίζονται σε ένα σωρό από απαράδεκτους συμβιβασμούς. Όμως κατά κάποιον τρόπο οι άνθρωποί μου είναι τώρα πολίτες ενός κόσμου πιό ρεαλιστικού και αισθάνονται διαφορετικά από πρίν. Τουλάχιστον έτσι νομίζω εγώ».

    Ο Μπέργκμαν που περιγράφει τον χαρακτήρα της γυναίκας εξίσου καλά, όσο και οι άλλοι σημερινοί σκηνοθέτες, συχνά κατηγορείται ότι την υποβιβάζει. Ωστόσο, το πορτραίτο της Λιβ Ούλμαν που μας δίνει, όταν εκείνη αρχίζει να καταλαβαίνει πόσο μεγάλο μέρος της ζωής της ξόδεψε προσπαθώντας να γίνη αυτό που οι άλλοι περίμεναν απ’ αυτήν, είναι ίσως η συμπαθέστερη απόδοση απ’ όσες έχουμε δει πάνω στην νέα αυτή συνείδηση.

   Στο έργο υπάρχει μιά καταπληκτική σκηνή, όπου εκείνη διαβάζει με υπερηφάνεια, στον άνδρα της που έχει χωρίσει, αποσπάσματα από τα ημερολόγιά της την εποχή που άρχιζε να καταλαβαίνη τον κόσμο, ενώ την ίδια στιγμή, ο κινηματογραφικός φακός μας δίνει παλιές φωτογραφίες από τα παιδικά της χρόνια. Η σκηνή είναι πολύ συγκινητική. Ιδίως όταν τελικά ο φακός γυρίζει προς το μέρος του ανδρός της και βλέπουμε πώς ο Τζόζεφσον έχει αποκοιμηθεί και δεν άκουσε λέξη.

   Το έργο δεν είναι ούτε υπέρ, ούτε κατά του θεσμού του γάμου,- ο Μπέργκμαν τον έχει υποστηρίξει τον θεσμό αυτόν πέντε φορές-αλλά θέτει το ερώτημα κατά πόσον σαν θεσμός ο γάμος δεν πνίγει τον αληθινόν έρωτα. «Και το έργο αυτό» είπε ο Μπέργκμαν πρό ημερών, «είναι γυρισμένο πάνω στην αληθινή αγάπη». Αν το έργο του δεν έχει καλό τέλος, υπάρχει κι εδώ όπως υπήρξε και στο «Κραυγές και Ψίθυροι» μια νότα αισιοδοξίας, μιά ανανεωμένη γνώση τόσο της ανάγκης για τον έρωτα, όσο και της δύναμής του.

   Το ζευγάρι που έχει ο Μπέργκμαν στο έργο του περνάει απ’ όλες τις δυσκολίες και τον πόνο της ζωής, μέχρι που φτάνει μια στιγμή που ο καθένας τους αποκτά και μια νέα γνώση του εαυτού τους. Και αυτό δεν γίνεται μόνο από παραδοχή αλλά έχει άμεση σχέση με τον έρωτα. Ελευθερωμένοι από την υπερηφάνεια και τις συμβατικότητες, είναι σε θέση να συμπαρασταθούν ο ένας στον άλλον σαν δύο άνθρωποι που είναι κουρντισμένοι ο ένας στις ανάγκες του άλλου και είναι πιά σε θέση να τις αντιμετωπίσουν με γνώμονα την πραγματικότητα.

   «Μερικά από τα έργα μου ήταν δύσκολα και γεμάτα προβλήματα για μένα», λέει ο Μπέργκμαν για την δουλειά του. «Τούτο όμως ήταν όμορφο και ήταν μια χαρά για μένα από την αρχή».

   Το «Σκηνές από έναν Γάμο» είναι το κατ’ εξοχήν έργο με δύο χαρακτήρες. Είναι ένας διάλογος πάνω στον γάμο, μιά αλύπητη ψυχολογική αναζήτηση που γίνεται ανάμεσα σ’ ένα αντρόγυνο που δεν είναι απόλυτα σίγουρα για το τί –αν υπήρξε κάν- πήγε στραβά στο γάμο τους.

       CHARLES CHAMPLIN

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 10/2/1976. Και σελ. 162-164 του «Λεξικού Ταινιών με κριτικές του» εκδ. Αιγόκερως 1982

-ΤΑΚΗΣ ΤΖΑΜΑΛΙΚΟΣ, περ. Ευθύνη τχ. 66/6, 1977, ΟΤΑΝ ΜΙΚΡΥΝΕΙ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΑΜΟ

     (Ι. Μπέργκμαν: Σκηνές από ένα γάμο

   Κάθε καινούργια ταινία του Μπέργκμαν δεν μου αφήνει αμφιβολίες  για την ευαισθησία του δημιουργού ετούτου απέναντι στην τραγικότητα. Ολοένα μου εδραιώνεται η αρχική διαίσθηση, που μεταβάλλεται σε αναμφίβολη βεβαιότητα, ότι ο πλάστης αυτός αποκαλύπτει διαδοχικά την πολυμέρεια της σύγχρονης τραγωδίας- χωρίς «έλεον» ωστόσο και «φόβον», κι αλίμονο χωρίς «κάθαρσιν».

Κάθε φορά βρίσκεται κανείς καταντικρύ μιάς πρόκλησης για βαθύ και ουσιαστικό στοχασμό, που θα οδηγήσει σε καίριες συνειδητοποιήσεις για την ατέλεια ωρισμένων κοινωνικών δομών μα και πολιτιστικών κατευθύνσεων. Έτσι το ψυχικό του τοπίο φορτίζεται στο έπακρο κι όταν αστραπές σχίσουν τον κατασκότεινον ορίζοντα, τότε φωτίζονται, για μια στιγμή, τα τραγικά αδιέξοδα που φωληάζουν, ανείκαστα κάποτε, στο ψυχικό χάος. Είναι η μυσταγωγική στιγμή που η Τέχνη αποφαίνεται τις γνήσιες εντοπίσεις της.

   Τα έργα του Μπέργκμαν, βαλμένα στην καθημερινή ζωή, την αναλύουν κατά τρόπο απροσδόκητα εξουθενωτικό. Μια ζωογόνα ωστόσο εξουθένωση, προμήνυμα πνευματικής ανάκαμψης, απ’ όπου πάντα ξεπηδά τελλούρια δύναμη για θεμελιακές αναθεωρήσεις, ακόμη και για γόνιμη άρνηση. Διακρίνει κάποτε κανείς μιάν απλούστευση στο ύφος, που θυμίζει έντονα τη μεγαλειώδη εκείνη «απλότητα» του μύθου της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Υπάρχει η λιτότητα, η αυξημένη συναίσθηση του περιττού, κυρίως στο λόγο. Το πολύ βάρος δίνεται στην κίνηση και κάποτε («Κραυγές και Ψίθυροι») στο χρώμα. Νοιώθει κανείς έντονα, εντονότατα, ότι μεταλαμβάνει από τα σπουδαία φθέγματα κυρίως όταν οι ήρωες δεν μιλούν…

   Αυτή η φειδώ στη χρήση του λόγου διαφοροποιεί κατά τρόπο θεμελιακό το έργο του Μπέργκμαν από την αρχαία τραγωδία. Απ’ τη στιγμή όμως που το διαπιστώνει κανείς, το δέχεται σχεδόν μ’ ανακούφιση. Κάποτε ο λόγος είχε φρεσκάδα, η μεγαληγορία ανταποκρινόταν πράγματι σε περιεχόμενο μέγα-το έσχατα τραγικό. Ο λόγος ήταν στην περίοδο της ιδανικής του θεραπείας. Μά σήμερα όπου το λεφούσι των μνηστήρων του ασέλγησε πάνω σ’ αυτόν, που η άκοπη μεγαληγορία εκφυλίστηκε σε πομφόλυγα, που χιλιάδες σελίδες με κοινοτοπίες τυπώνονται καθημερινά, μόνο το δέος κι η σεμνότητα απέναντι στο λόγο, που επάγει αιδώ στη χρήση του, αποτελεί μιάν ένδειξη γνησιότητας. Στις μέρες μας άθλος είναι το απλό και ουσιώδες και η απόδοσή του σε βάθος μεσ’ απ’ το μερικό, το απτό, το ιθαγενές.

   Έτσι λοιπόν εδώ ο γάμος φαίνεται να είναι η αφορμή για να τεθεί η βαθύτερη προβληματική. Αυτή αφορά όχι μόνον το άτομο σε συνάρτηση με το κοινωνικό του πλαίσιο-ακόμη κι όταν αυτό εκφράζεται απ’ το συζυγικό ταίρι- αλλά το αφορά πρώτιστα κατά την υπόστασή του καθεαυτήν όπως αυτή φαίνεται μεσ’ απ’ τις απεγνωσμένες της αναζητήσεις που συχνά σφραγίζονται από μιάν έντονη τραγικότητα…

   Το κοινωνικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο τοποθετείται ο γάμος, προσφέρεται για να τεθεί η προβληματική τούτη. Γιατί η σουηδική κοινωνία είναι από εκείνες που έχουν σε μεγάλο βαθμό λυμένο κάθε πρόβλημα που σχετίζεται με την υλική φύση των μελών της, πρωτοπορεί, άρα θα αποτελέσει το σκηνικό όπου πάνω του θα ξετυλιχθεί το δράμα του αύριο… Η διάδοχη κοινωνία καθ’ εαυτήν είναι από τώρα ένα πρόβλημα, και σαν προοπτική και σαν προοίμιο- εκεί που δίνει τις πρώτες ενδείξεις της έλευσής της- και ο γάμος που εδώ περιγράφεται είναι μια μικρή αλλά τυπική έκφανσή της. Φαίνεται καθαρά μια τραγική απουσία της λογικά αναμενόμενης αλληλουχίας στις ψυχικές μεταπτώσεις, καθώς διαδέχονται η μία την άλλη σε μιάν αναζήτηση όπου η ευτυχία, αν και παραμένει στην ουσία της υποκειμενική υπόθεση έχει χάσει τα κριτήρια- ακόμη και τα υποκειμενικά- που την σκιαγραφούν. Απ’ την στιγμή που ο άνθρωπος θα αντικρύσει την υπόστασή του σε όλο το υπαρξιακό της βάθος και αναζητήσει την έσχατη προοπτική του, θα γίνη ο πλάνης σε μονοπάτια άλογα και σκοτεινά, όπου συχνά αντιφάσκει κατά τρόπο στο βάθος τραγικό, ενώ το τέρμα είναι αβέβαιο και ίσως να μην έρθει ποτέ. Και μένει ο ίδιος αιχμάλωτος και ενεργούμενο της ανακόλουθής του υποδομής.

………………………………………………

    …… Σαν τ’ όνειρο γίνει πραγματικότητα χάνει την αίγλη του οράματος κι η ψυχική ανταπόκριση μέσα σ’ αυτό δεν έχει τίποτε απ’ τη συγκίνηση της γλυκειάς προσδοκίας. Η πραγματικότητα, ακόμα κι η πιο ποθητή, έχει πάντα κάτι το ωμό. Κι αυτή που ανταποκρίνεται στην πραγμάτωση του ονείρου έχει στο βάθος κάτι τραγικό. Κι είναι ακόμη τραγικότερη όταν η προσδοκία είναι αδύνατο ν’ ανανεωθεί μεσ’ από καινούργια όνειρα και τα γιοφύρια για την αυταπάτη έχουνε πιά ανέκκλητα γκρεμιστεί.

   Τάκης  ΤΖΑΜΑΛΙΚΟΣ

-ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ, εφ. Ελευθεροτυπία 23/8/2007, σ. 24. Σχέσεις ζευγαριού και…

Σκηνές από ένα γάμο.

ΕΓΡΑΨΑΝ

1., ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ- ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

     Σχέσεις ζευγαριού και…

  Σκηνές από ένα γάμο

Σουηδία 1974. Σκηνοθεσία- Σενάριο Ι. Μπέργκμαν

Ηθοποιοί: Λιβ Ούλμαν, Έρλαντ Γιόζεφσον, Μπίμπι Άντερσον, Γκούνελ Λίντμλπομ. 169 λεπτά.

   Σε επανέκδοση η αριστουργηματική ταινία του Μπέργκμαν, η πιο ολοκληρωμένη ανάλυση των (μακρόχρονων) σχέσεων ενός παντρεμένου ζευγαριού. Έξοχες ερμηνείες από το ζευγάρι Ούλμαν- Γιόζεφσον.

   Μιά ταινία, που ξεκίνησε αρχικά ως τηλεοπτική μίνι σειρά των έξι 50λεπτών επεισοδίων, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία στη Σουηδία και στο εξωτερικό, μετατράπηκε τελικά σε μία εξαίρετη τρίωρης διάρκειας ταινία, στην οποία ο Μπέργκμαν καταπιάνεται με ένα από τα πιό αγαπημένα του θέματα: εκείνο των σχέσεων του ζευγαριού αλλά και της σταδιακής διάλυσής τους. Η ταινία παρακολουθεί τη σχέση ανάμεσα στον καθηγητή Γιόχαν (Γιόζεφσον) και τη δικηγόρο γυναίκα του Μαριάν (Ούλμαν), στα πρώτα δέκα χρόνια του γάμου τους, περίοδο αληθινής ερωτικής σχέσης, μέχρι το χωρισμό τους και την (κάπως ρομαντική, θλιμμένη) συνάντησή τους, δέκα χρόνια αργότερα, όταν και οι δύο έχουν παντρευτεί άλλο ταίρι.

        Από τις πρώτες σκηνές βλέπουμε τον έρωτα του ζευγαριού να διαλύεται, παρ’ όλο που στο ζευγάρι δεν παύει να αισθάνεται στοργή ο ένας για τον άλλον. Εδώ δεν κυριαρχούν τα άγχη και τα αδιέξοδα των παλιότερων ταινιών του όπως στη «Νύχτα των σαλτιμπάγκων» ή στο «Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη». Αντίθετα, εδώ κυριαρχεί μια ασυνήθιστη γαλήνη. Ακόμη και η σκηνή όπου ο Γιόχαν αναγγέλλει στη Μαριάν ότι ερωτεύθηκε κάποιαν άλλη γι’ αυτό και θα την εγκαταλείψει, η ατμόσφαιρα εξακολουθεί να παραμένει ήρεμη. Η γυναίκα του που εξακολουθεί να τον αγαπά, δέχεται την απόφασή του στωικά, σχεδόν με συμπόνια. Υπάρχει στον καθένα μια αποδοχή της μοναξιάς, η αποδοχή που τους προσφέρει την ηρεμία. Ηρεμία που συναντάμε στις τελευταίες ταινίες ενός Μπέργκμαν που έχει συμβιβαστεί με τη ζωή- «Κραυγές και ψίθυροι» και «Σαραμπάντ», όπου βλέπουμε μία νέα συνάντηση του ζευγαριού από τις «Σκηνές από ένα γάμο». Υπάρχουν βέβαια και οι πληγές, οι ενοχές, οι αλληλοκατηγορίες, ακόμη και οι βίαιες σκηνές-όπως εκείνη όπου ο Γιόχαν χτυπά την Μαριάν κι ύστερα αρχίζει να κλαίει –από τη σχέση τους όμως δεν παύει να υπάρχει και η έλξη. Ο χρόνος επουλώνει τις πληγές και κρατάει μόνο τις ωραίες, καλές στιγμές. Κι είναι χάρη σ’ αυτές που βλέπουμε τους δυό τους να συναντιούνται κάθε τόσο, ύστερα από χρόνια, και να κάνουν έρωτα, ακόμη κι όταν έχουν χωρίσει.

        Με κάμερα των 16χλστμ., με πλάνα κοντινά, φωτογραφημένα με ξεχωριστή αγάπη από τον Σβεν Νίκβιστ (που πέθανε λίγους μήνες πριν από τον Μπέργκμαν), ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης ακολουθεί το ζευγάρι του στα διάφορα στάδια της σχέσης τους, από εκείνη της συνέντευξης που δίνουν σε δημοσιογράφο μέχρι την τελευταία συνάντησή τους, είκοσι χρόνια μετά, σ’ ένα εξοχικό, καταγράφοντας εξονυχιστικά, με επιμονή, οξυδέρκεια αλλά και συμπάθεια, την όλη (μαζί και την σκληρή) συμπεριφορά τους. Τριάντα τρία χρόνια μετά, η ταινία παραμένει φρέσκια, πάντα αριστουργηματική, είδος μουσικής δωματίου, με μουσικά όργανα τις έξοχες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών.

2., ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

Σκηνές από ένα γάμο (SCENER UR ETT AKTENSKAP) 1973.

    «Έγραψα αυτό το φιλμ σε τρείς μήνες. Το γύρισα σε τέσσερις. Αλλά μου χρειάσθηκε η πείρα μιας ζωής. Παρακαλώ όπως ευαρεστηθείτε να του αφιερώσετε ένα βράδυ από τη ζωή σας».

  Είναι μιά ελαφρώς σαρκαστική έκκληση και μαζί μιά δημόσια εξομολόγηση ενός άνδρα που παντρεύθηκε (και χώρισε) πέντε φορές για να του μείνουν τελικά απ’ αυτόν τον μαραθώνιο του γάμου, οκτώ παιδιά, τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια, συν ένα απ’ την Λιβ Ούλμαν που δεν την παντρεύθηκε. Αυτός ο σπαραχτικός Καζανόβας που σήμερα είναι εργένης λέγεται Ίνγκμαρ Μπέργκμαν-και σας παρακαλούμε και μείς μαζί του να του αφιερώσετε ένα απ’ τα βράδια της συζυγικής σας ζωής. Μπορεί να υποστείτε ένα τρομακτικό σοκ αν πιστεύετε φανατικά την «ιερότητα» του γάμου, αλλά σε αντιστάθμιση θα πληροφορηθείτε με τον πιό απλό και, κυρίως, τον πιό πειστικό τρόπο πώς ο γάμος είναι όντος μέγα μυστήριο- αλλά ψυχολογικό- που συνιστά την πιό πολύπλοκη, την πιό αντιφατική και κυρίως την πιό εύθραυστη απ’ την ατέρμονη ποικιλία των ανθρώπινων σχέσεων.

  Τούτο το εκπληκτικό φιλμ θα σας μάθει και κάτι άλλο, σχετικό με την τέχνη του κινηματογράφου. Ένας χείμαρρος λέξεων που θα τρομοκρατούσε κι έναν βιρτουόζο της θεατρικής τέχνης κι ένας υπερφλύαρος καταρράκτης από γκρό πλάν που ρέουν καταιγιστικά επί τρείς ώρες περίπου όχι μόνο δεν κουράζουν με την έλλειψη δράσης, αλλά δημιουργούν μια τέτοια «εσωτερική» ένταση που έχεις την ψευδαίσθηση ότι το γκρό πλάν, δηλαδή το κατεξοχήν ψυχολογικό πλάνο, γίνεται ξαφνικά γενικό πλάνο, μέσα στο οποίο καλπάζει μιά στρατιά από «καβαλάρηδες της κόλασης» που ξέφυγαν από κάποιο φανταστικό γουέστερν που θάταν αδύνατο να γυρισθεί.

        Αυτό το ψυχολογικό (;) δράμα, λοιπόν, με το κοινότατο, το τετριμμένο και το χιλιοανεπτυγμένο θέμα «γάμος», δεν είναι παρά μιά συγκλονιστική περιπέτεια που εικονοποιεί παραλλαγμένα μιά ρήση του Στρίντμπεργκ, του μεγάλου δασκάλου του Μπέργκμαν: «Δεν ξέρω τίποτα πιό φρικτό από έναν άνδρα και μιά γυναίκα που αλληλομισιούνται».

   Η μπεργκμανική παραλλαγή έγκειται στο ότι ο άνδρας και η γυναίκα δεν αλληλομισιούνται ακριβώς: αλληλοβασανίζονται μ’ έναν συνεχώς εναλλασσόμενο «σαδομαζοχιστικό» τρόπο, κι ωστόσο αγαπούν παθολογικά ο ένας τον άλλο, μέχρι που στο τέλος ξανασμίγουν, σας εραστές αυτή τη φορά και όχι σαν σύζυγοι. Αλλά για να φτάσουν εκεί έπρεπε να μεσολαβήσει μιά ερωμένη, ένας γελοίος ξυλοδαρμός και, φυσικά, ένα διαζύγιο.

   Πρέπει να σταθούμε στο «παθολογικά» που προαναφέραμε, γιατί οι Σκηνές από ένα γάμο, δεν είναι παρά μιά σοφή σπουδή πάνω στην «ψυχοπαθολογία του γάμου».

        Το φιλμ ανοίγει με μιά επίδειξη συζυγικής- σοσιαλδημοκρατικής- σουηδικής ευτυχίας: Μιά δημοσιογράφος συζητά μ’ ένα τυπικό πανευτυχές ζευγάρι Σουηδών αστών, τον Γιόχαν και την Μαριάν, που έχουν δύο κόρες, ένα όμορφο σπιτικό, δυό ζευγάρια πεθερικών-και όσα λεφτά χρειάζονται για να στιλβωθεί η εικόνα της «αιώνιας ευτυχίας».

        Δεύτερη σεκάνς (ή κεφάλαιο, κατά την λογοτεχνική ορολογία): Το ως άνω πανευτυχές ζευγάρι παραθέτει αστικό γεύμα σ΄ ένα δεύτερο πανευτυχές ζευγάρι που όμως στη διάρκεια του γεύματος αποδεικνύεται πώς βρίσκεται, λόγω υπερβάλλουσας ευτυχίας, στα πρόθυρα της σχιζοφρένειας, και στο κατώφλι του διαζυγίου. Το δεύτερο ζευγάρι γίνεται καθρέφτης του πρώτου, και ο θεατής, απ’ την αρχή, είναι σίγουρος για την εξέλιξη.

        Τρίτη σεκάνς: Ο Γιόχαν στο γραφείο του (είναι καθηγητής της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, και το επάγγελμά του αυτό θα παίξει καθοριστικό αλλά αφανή ρόλο στην μυθοπλασία) δέχεται και μιά δεύτερη βολή έξωθεν: Η βοηθός του αμφισβητεί την ποιότητα του ποιητικού του ταλέντου και του αφαιρεί έτσι ένα βασικό ψυχολογικό έρεισμα, πράγμα αναγκαίο για να δικαιολογηθούν όσα θ’ ακολουθήσουν.

        Τέταρτη σεκάνς: Η Μαριάν στο γραφείο της (είναι δικηγόρος ειδικευμένη στο οικογενειακό δίκαιο, και το επάγγελμά της αυτό θα παίξει ομοίως καθοριστικό αλλά αφανή ρόλο στη μυθοπλασία) δέχεται κι αυτή μιά δεύτερη βολή έξωθεν: Μιά γηραιά πελάτισσα ζητάει διαζύγιο αφού πάντρεψε τα παιδιά της πού, όπως σ’ όλους σχεδόν τους γάμους, αποτελούν την συγκολλητική ουσία του εύθραυστου δεσμού.

        Τρείς βολές-τρία ευθύβολα χτυπήματα, από πρόσωπα εξωοικογενειακά. Από κει και μέχρι τα τέλος θα παρακολουθήσουμε τη σοφή αποδόμηση του μοντέλου και τέλειου γάμου που εμπεριέχει την θρυαλλίδα που θα τον ανατινάξει. Η αλυσίδα των συμβάσεων και της ευπρεπούς συμπεριφοράς θα σπάσει απότομα από μιά σχιζοειδή κρίση ειλικρίνειας του συζύγου που ομολογεί πώς έχει φιλενάδα, και εγκαταλείπει σύζυγο και τέκνα για "να βρεί τον εαυτό του’’ και τη χαμένη λευτεριά του.

        Όμως, δεν την βρίσκει: Η Πάολα είναι ένας αναδιπλασιασμός της Μαριάν κι ένας κρίκος που κλείνει τον φαύλο κύκλο. Κι’ έτσι, ο δευτεροπαντρεμένος πιά Γιόχαν επιστρέφει στην δευτεροπαντρεμένη Μαριάν, και οι πρώην σύζυγοι απατούν τους δεύτερους συζύγους τους! Μεφιστοφελικός σαρκασμός που αγγίζει τα όρια της μεγαλοφυϊας !!

        Μέχρι την τελική συνάντηση, η πορεία του άνδρα είναι καθοδική και της γυναίκας ανοδική. Παρά την έμμονη ιδέα του συζύγου για το «χάσιμο της ελευθερίας του» ο «συζυγικός ζυγός» πιέζει μόνο τον τράχηλο της συζύγου, η οποία αποκτά πράγματι τη λευτεριά της αμέσως μετά το διαζύγιο. Ο Γιόζεφ δεν είναι παρά ο Μπέργκμαν αλλά η εντιμότητα και ο γνωστός φανατικός φεμινισμός του τελευταίου αποκλείει τη μεροληψία του «ισχυρού αρσενικού» που αποδεικνύεται ανίσχυρο μέχρι γελοιότητας. Η οικονομικά καθορισμένη ανδροκρατία έχει ήδη διαβρωθεί ανεπανόρθωτα απ’ την διαφοροποίηση των οικονομικών συνθηκών που επέφεραν μιά διαφοροποίηση και στην ιεραρχία των αφεντάδων.

        Εκτός απ’ τα πρόσωπα της εισαγωγής (δημοσιογράφος- ζευγάρι φίλων- βοηθός του καθηγητή- πελάτισσα της δικηγορίνας) στη μυθοπλασία δεν παρεμβαίνει κανένα άλλο πρόσωπο, ούτε καν αυτά του κοντινού συγγενικού περιβάλλοντος. Η ερωμένη, οι κόρες και οι γονείς των συζύγων θα παραμείνουν μέχρι το τέλος οι αόρατοι δευτεραγωνιστές που, όμως, θα οδηγούν τη δράση εκ του αφανούς και θα κάνουν συνεχώς παρούσα την αόρατη παρουσία τους μέσα απ’ το διάλογο, και σπανιότερα από ένα τηλέφωνο μονής κατεύθυνσης. Πρόκειται για τα πρόσωπα που αποτελούν τον αόρατο κλοιό και δημιουργούν το κλίμα ασφυξίας για τους δυό συζύγους.

        Όμως, δεν λείπουν μόνο οι δευτεραγωνιστές απ’ αυτό το ντουέτο για βιολί και βιόλα που παίζουν την συνταρακτικότερη «οπτική» μουσική δωματίου που γνωρίζουμε. Λείπουν ακόμα: Η μουσική, οι θόρυβοι που έχουν περιορισθεί στο αναγκαίο μίνιμουμ, οι κινήσεις της κάμερας που κάνει μόνο απλές διορθώσεις και το ντεκόρ που γεμίζει το κάδρο μόνο στα ελάχιστα μεσαία πλάνα. (Είπαμε ήδη ότι το φιλμ είναι δουλεμένο σχεδόν μόνο με γκρό πλάν κι αυτά τα πλάνα είναι αχωρικά). Ποτέ ο κινηματογράφος δεν είχε προσεγγίσει κάν μιά τέτοια συνταρακτική λιτότητα, ποτέ δεν είχε αποποιηθεί το εφέ με τόση επιμονή, ποτέ ο λόγος και η σιωπή δεν είχαν γίνει με τέτοια ένταση κυριαρχικά εκφραστικά στοιχεία, ποτέ το γκρό πλάν δεν χρησιμοποιήθηκε περιγραφικά- αυτό θεωρούνταν αντιφατικό προς την ίδια του τη φύση-ποτέ το ανθρώπινο πρόσωπο δεν αντιμετωπίσθηκε σαν «τοπίο» και σαν χώρος μιάς κάποιας δράσης. (Η Λιβ Ούλμαν και ο Έρλαντ Γιόζεφσον πρέπει να δεινοπάθησαν, αλλά η ερμηνεία τους θα μείνει στην ιστορία της κινηματογραφικής υποκριτικής ενώ η ταινία θα μείνει, σίγουρα, στην ιστορία του κινηματογράφου).

        Θα διαπράξετε τη γκάφα της ζωής σας αν για οποιονδήποτε λόγο χάσετε τούτη την οδύσσεια των ανθρώπινων σχέσεων, που οπωσδήποτε σας αφορά ή θα σας αφορά στο μέλλον, ακόμα κι αν η μεγαλειώδης κινηματογραφική τέχνη του Μπέργκμαν σας αφήνει τελείως αδιάφορους, ακόμα κι αν αντιμετωπίζεται τον κινηματογράφο σαν μιά φθηνή σαββατοκυριακάτικη διασκέδαση. Δείτε τούτο το φιλμ που γυρίσθηκε για την σουηδική τηλεόραση (παίχτηκε σε τρείς συνέχειες) και σπάστε τους δέκτες σας μέσω των οποίων δυό ελληνικά κανάλια βάλθηκαν να μας αποβλακώσουν προγραμματισμένα με σκηνές από γάμους ελληνικούς και βλάχικους και άλλα ανάλογα εγχώρια προγράμματα που καθορίζουν το στίγμα του πολιτισμού μας για τον οποίο δεν λέμε να ντραπούμε. Ίσως ντραπούμε τώρα που ένα αριστούργημα της σουηδικής μικρής οθόνης φθάνει στον ευρωπαϊκό νοτιότατο νότο μέσω της μεγάλης οθόνης και χάρις σ’ αυτήν.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ. Εφ. Το Βήμα 10/2/1976

   Από την Δεύτερη Σκηνή του έργου με τα λόγια του Ίνγκριντ Μπέργκμαν:

ΓΙΟΧΑΝ Νομίζω ότι η ζωή έχει την αξία που εσύ ο ίδιος της αποδίδεις, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Αρνούμαι να ζώ κάτω απ’ το μάτι της αιωνιότητας.

    Και από την Πέμπτη Σκηνή του έργου μιλάει ο Γιόχαν

ΓΙΟΧΑΝ Θα σου πώ κάτι κοινότοπο. Είμαστε συναισθηματικά αγράμματοι. Κι όχι μόνο εμείς-  σχεδόν όλοι, κι αυτό είναι το καταθλιπτικό. Μας διδάσκουν τα πάντα για το σώμα, για την αγροτική παραγωγή στη Μαδαγασκάρη και για την τετραγωνική ρίζα του π, ή όπως στο διάολο τη λένε, αλλά ούτε μια λέξη για την ψυχή. Αγνοούμε βαθιά όχι μόνο τους άλλους, αλλά και τον εαυτό μας. Υπάρχουν πολλά ανεύθυνα λόγια, στις μέρες μας, που λένε ότι τα παιδιά θα ‘πρεπε να μεγαλώνουν γνωρίζοντας τα πάντα για τη συναδέλφωση, την κατανόηση, την συνύπαρξη και την ισότητα κι όλα τ’ άλλα που αντιπροσωπεύουν την τωρινή οργή. Μα δεν του ‘κοψε κανενός να πει ότι πρέπει πρώτα να μάθουμε κάτι για τον εαυτό μας και τα δικά μας αισθήματα. Το δικό μας φόβο, τη μοναξιά και το θυμό. Καταλήγουμε χωρίς ελπίδα, αμαθείς, και γεμάτοι ενοχές, ανάμεσα στα χαλάσματα των φιλοδοξιών μας. Να γνωρίσεις σ’ ένα παιδί την ψυχή του είναι κάτι σχεδόν απρεπές. Σε αντιμετωπίζουν σαν διαφθορέα. Πώς είναι δυνατό να καταλάβεις τους άλλους, αν δεν γνωρίσεις πρώτα τον εαυτό σου;……….

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

11/9/2026