ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
29 Απριλίου 1863- 29 Απριλίου 1933
Σαν Σήμερα
Στα 1925 είχα φιλοδοξήσει, για μιά στιγμή, να γίνω ο
Έκκερμαν του Καβάφη. Τώρα που το ξανασκέπτομαι, δεν ξέρω πραγματικά αν θα ήμουν
ο ενδεδειγμένος να αναλάβω ένα ρόλο τόσο σβησμένο, μά και τόσο σημαντικό κατά βάθος. Εκείνο πάντως που
ξέρω είναι ότι ο Καβάφης που του είχα κάνει σχετικά κάποιον υπαινιγμό, απέφυγε
να μου δώση σαφή απάντηση’ και είναι αυτό τελικά που μ’ έκανε να εγκαταλείψω
την ιδέα μου. Ωστόσο από τη ναυαγισμένη απόπειρά μου είχ’ αποκομίσει μιά
κάποιαν ωφέλεια. Είχα προχωρήσει κατά ένα ακόμα βήμα στη γνωριμία της ψυχής του
περίεργου εκείνου ανθρώπου. Ή άρνησή του, πού βέβαια δεν ήταν άρνηση, μα που
ασφαλώς δεν ήταν μήτε και συγκατάθεση, μ’ έκανε συχνά να σκεφθώ από τότε: Άραγε
αισθανόταν ο ίδιος την ανάγκη ενός Έκκερμαν; Πολύ αμφιβάλλω. Ο Καβάφης, ναι μέν
ήταν ένας εγκυκλοπαιδικός, δεν ήταν όμως ο θεωρητικός της τέχνης. Αυτά που ίσως
θα έλεγε σ’ έναν Έκκερμαν θα ήταν πολύ σύντομα, πολύ εγωκεντρικά, πολύ περιορισμένα.
Θέλω να πω ότι, ενώ, συνήθως, ξεκινώντας από ένα θέμα συγγενικό με τα θέματα
του κύκλου του έργου του, έστρεφε την ομιλία του πάνω σ’ αυτό, τα όσα έλεγε
σχετικά ήταν υπαγορευμένα από τη διάθεση ενός σχολιαστή μάλλον. Υπογραμμίζω.
Δεν ήταν ο θεωρητικός της ποιήσεως (με τη σημασία που δίνουμε στη λέξη όταν
σκεφτούμε λ.χ. τον Μαλλαρμέ), ή μάλλον ήταν τόσο, όσο χρειαζόταν για να κάνη
πρόδηλη τη διαφορά του ως προς τους άλλους.
Η αλήθεια
είναι ότι υπήρξε σαγηνευτικός ομιλητής. Αλλά ένας ομιλητής που το σπάνιο
χάρισμά του το μεταχειριζόταν για να προσελκύει, ή καλύτερα για να δημιουργεί
τις φιλίες του έργου του. Όταν μιλούσε, τον ενδιέφερε κυρίως η σοφιστική
ανάπτυξη- η τόσον εξάλλου προσωπική- του θέματός του, δηλαδή το παιχνίδι του
λόγου, στο οποίον, όπως ξέρουμε, υπήρχε αρκετή δόση επιδείξεως. Αυτά που
συνήθως έλεγε, νομίζω πώς μάλλον ως τρόπος ενδιέφεραν τον ακροατή του. Μ’ αυτό
δεν θέλω να υποτιμήσω καθόλου τα λεγόμενά του. Θέλω μονάχα να πώ, ότι η πρωτοτυπία τους βρισκόταν αλλού. Και
πράγματι, εκείνο που προκαλούσε το θαυμασμό των ακροατών του ήταν το ύφος του
ήταν η τέχνη του στο χειρισμό του θέματός του, ήταν τα ρητορικά του τα σχήματα.
Και είναι αυτά όλα που με κάνουν να πιστεύω, πώς για πρώτη φορά ίσως ένας
νεώτερος Έλλην ξαναμίλησε τη γλώσσα μας με τέχνη του διαλεγόμενου της
αρχαιότητας. Έμεινε παροιμιώδης η αρχή μιάς απολογίας του, όταν κάποιος του
θύμισε το βαρύ επίθετο που είχε εκστομίσει άλλοτε εναντίον ενός πολέμιου του
έργου του, που κατόπιν όμως έγινε φίλος του: «Δεν το είπα, μα αν το είπα, πού
δεν το είπα…» Και να σκεφθεί κανείς ότι αυτή τη γλώσσα την έμαθε- όπως
ο ίδιος ομολόγησε στον Νάνη Παναγιωτόπουλο- «ωσάν ωτακουστής».
Άλλη
αιτία, που θα τον εμπόδιζε πιθανόν να παραδεχθεί τη δημιουργία ενός δικού του
Έκκερμαν, είναι το γεγονός ότι ο Καβάφης τα μυστικά του τα ήθελε για τον εαυτό
του. Πολλές φορές μου έτυχε να του ζητήσω να μου εξηγήσει, στην περιοχή της
τέχνης του, γιατί ωρισμένο πράγμα το είχε κάνει έτσι και όχι αλλοιώς. Κατά
κανόνα μου αποκρινόταν με ελάχιστα, που τα τέλειωνε συνήθως με την υπεκφυγή: «για
τα άλλα, ποιητής είσαι και ξέρεις». Αυτός λοιπόν ο σπάνιος ομιλητής
πού, όταν το θέμα του ήταν εγκυκλοπαιδικής είτε ιστορικής φύσεως, άνοιγε,
μακρηγορώντας, δέκα τουλάχιστον παρενθέσεις, τη μία μέσα στην άλλη, για να τις
ξανακλείσει πάλι, ύστερ’ από πολλήν ώρα, τη μία πίσω από την άλλη, σαν ένας
θαυματοποιός του λόγου, γινόταν φειδωλότατος σε κάθε απόπειρα του απέναντί του
να εμβαθύνει. Με δύο λέξεις, ο Καβάφης έλεγε εκείνα που ήθελε, και όχι εκείνα
που θα επιθυμούσαν οι φίλοι του έργου του να είχαν ακούσει απ’ αυτόν.
Και είναι
αυτή κυρίως η αιτία πού, όταν ο Γ. Λεχωνίτης του ζήτησε διασαφηνίσεις, όπως τις
λέγει ο ίδιος, πάνω σε ωρισμένα του ποιήματα, δεν αρνήθηκε καθόλου να του τις
δώσει. Δέχτηκε, γιατί, στην περίπτωση τούτη, αυτός που ρωτούσε, παραδεχόταν να
μη του γυρέψει ούτε μιά λέξη παραπάνω από κείνες που ήταν διατεθειμένος να του
δώσει. Μ’ αυτή την προϋπόθεση, ή μάλλον μ’ αυτή τη σιωπηρή συμφωνία, αρχίζει η
συνεργασία τους. Η συγκομιδή που ακολούθησε επιβεβαιώνει τα όσα υποστήριξα ως τώρα.
Το ατύχημα
όμως είναι που η συνεργασία τους δεν έφτασε το τέρμα της. Αλλά και αν ακόμα το
έφτανε, τα ουσιώδη- εκείνα ακριβώς που θα θέλαμε να πληροφορηθούμε- δε νομίζω
πώς ο ποιητής είχε σκοπό να τα πει. Αυτά τουλάχιστο που έχουμε στη διάθεσή μας
δεν δίνουν καμμιά τέτοια υπόσχεση.
Ο Λεχωνίτης
με πολλή, πράγματι, λεπτότητα πήρε απέναντί του το ρόλο του ουδέτερου ακροατή,
εμπνέοντας έτσι ένα βαθύτατο αίσθημα ασφαλείας στην περίφοβα κλειστή ψυχή που
είχ’ επί τέλους αποφασίσει να υπαγορεύσει. Δεν έβαλε κάν ερωτήματα. Χωρίς
καμμιά πλεονεξία ή οπισθοβουλία, πήρε απλώς σημειώσεις. Δηλαδή παραδέχτηκε να
εξαφανιστεί. Και όμως, χάρις σ’ αυτή του τη σοφή ουδετερότητα, έχουμε σήμερα
μερικές αυτούσιες σκέψεις του ποιητή του ίδιου για μερικά του ποιήματα.
Από το
σύνολο των σημειώσεών του παρατηρούμε, ότι ο Λεχωνίτης, από τα 109 ποιήματα που
είχαν προφτάσει να κυττάξουν μαζί, μόνον στο ένα τρίτον περίπου απ’ αυτά
εύρισκε δυσκολία στην κατανόηση. Σ’ αυτόν επάνω τον σημαντικόν αριθμό ο Καβάφης
αναλαμβάνει να δώσει τους πιό σύντομους πληροφοριακούς μονολόγους του.
Εξαιρετικά μόνο για το ποίημα «Νέοι της Σιδώνος», ο ποιητής τον παραπέμπει στα
όσα γράφουν ο Ξενόπουλος και ο Σαρεγιάννης, ο δε Λεχωνίτης προσπαθεί (κι αυτό
γίνεται μόνο μετά τον θάνατο του Καβάφη) να βρει, αναφερόμενος και σε άλλες
ακόμα γνώμες, τη σωστότερη ερμηνεία.
Φιλολογικά
κρινόμενες οι σημειώσεις αυτές παρουσιάζουν, για τους ειδικούς, έν’
αναμφισβήτητο ενδιαφέρον, πρέπει δε να θεωρηθούν, αν και ποσοτικά λίγες, ως η
σοβαρότερη υπηρεσία που πρόσφερε ο Γ. Λεχωνίτης στη Νεοαλεξανδρινή λογοτεχνία
με την οποία είχε δεσμούς, και στην οποία ο ερασιτεχνισμός του είχε δώσει, κατά
καιρούς, μικρά συμπαθητικά διηγήματα. Ιδού τι ακριβώς έγραφε ο ίδιος σ’ ένα
σχέδιο προλόγου που σκόπευε να προτάξει στη δημοσίευσή τους:
«Είχα την
ευτυχίαν να γνωρίσω τον ποιητήν Καβάφην και να τον συναναστραφώ κατά τα
εικοσιπέντε τελευταία έτη της ζωής του.
Περί τα
τέλη του 1930 ηθέλησε, κατόπιν παρακλήσεώς μου, σε μιά σειρά συναντήσεών μας
στο σπίτι του της οδού Lepsius
να
μου δώσει μερικάς διασαφηνίσεις πάνω σ’ ένα αριθμόν εκ των ποιημάτων του.
Εθεώρησα
ότι θα ήτο σκόπιμος η δημοσίευσις αυτών των δια τους αναγνώστας και μελετητάς
οτυ Καβαφικού έργου. Οφείλω να πιστοποιήσω ότι πάν ό,τι περιλαμβάνω εις το
παρόν τομίδιον, ήτοι βραχέα σχόλια, υποδείξεις πηγών, παραπομπάς, λέξεις
γαλλικάς, όλα προέρχονται από τον ποιητήν χωρίς απολύτως καμμιάν παραλαγήν εκ
μέρους μου, χωρίς καμμίαν προσθήκην, με διατήρησιν αυτουσίαν κάθε φράσεως του
ποιητού. Υποθέτω ότι τούτο αποτελεί την αξίαν του παρόντος τομιδίου και
παραμερίζει εντελώς κάθε προσωπικήν μου διεκδίκησιν».
Έπειτα από
το θάνατο του ποιητή, ο Λεχωνίτης, όπως αντιλήφθηκα, δεν είχε σκοπό να
δημοσιεύσει τα «Καβαφικά Αυτοσχόλια», (1). Μάλιστα, στις αρχές του 1941, μου
είπε πώς, αν ήθελα να τα μεταχειριστώ, ήταν έτοιμος να μου τα παραχωρήσει.
Φυσικά όχι μόνον αρνήθηκα να σφετεριστώ τους κόπους του, μα και τον προέτρεψα
να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, όπως το είχε σκεφθεί εδώ και δέκα χρόνια. Σ’
αυτά ήρθε να προστεθεί και κάτι άλλο ακόμα που τελικά, νομίζω, τον επηρεάσε.
Πράγματι,
πολύ σύντομα μου ζήτησε πληροφορίες στην εξακρίβωση ωρισμένων πηγών, καθώς και
την προσωπικήν μου γνώμη για το ποίημα «Νέοι της Σιδώνος». Του τα ετοίμασα και
του τα έστειλα. Εν τω μεταξύ ο Λεχωνίτης συγκέντρωσε, με τη βοήθεια της μνήμης
του, τα όσα αναιρετικά είχε ακούσει από τον ποιητή σχετικά με την απαισιοδοξία
που απέδιδαν σε ωρισμένα του ποιήματα.
Δυστυχώς
τον άτυχο φίλο δεν τον ξαναείδα, παρά λίγες μονάχα μέρες πρίν από το θάνατό του.
Είχα πάει να τον επισκεφθώ, και, θυμάμαι πώς, μολονότι βαρειά άρρωστος, μου
ξαναμίλησε γι’ αυτά τα πράγματα, πού, καθώς έλεγε, θα τα ξανάπιανε πάλι μόλις
θα αισθανόταν καλύτερα. Σήμερα ο Λεχωνίτης δεν υπάρχει.
Υπάρχει
όμως, σαν επιβεβαίωση του πνευματικού του ενδιαφέροντος, το τομίδιο τούτο, που
ευγενικοί συγγενείς είχαν την πρωτοβουλία να το εκδώσουν. Έτσι πραγματοποιείται
εν μέρει ένα πολύτιμο σχέδιο, που την ακριβή του αξία μονάχα το κοινό των
ποιητών και των φίλων της Καβαφικής Μούσας είναι σε θέση να εκτιμήσει.
1., Ο Λεχωνίτης δεν είχε προφτάσει να δώσει τίτλο
στα χειρόγραφά του. Ο τίτλος «Καβαφικά Αυτοσχόλια» είναι δικός μου. (Τ.Μ.)
ΤΙΜΟΣ
ΜΑΛΑΝΟΣ
«Ένας
παράξενος άνθρωπος» ένας μεγάλος ποιητής
Οι
αστρολόγοι ή οι ασχολούμενοι με την αστρολογία, θα έλεγαν ότι δεν είναι τυχαίο
το γεγονός ότι ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης γεννήθηκε και
πέθανε την ίδια ημέρα και τον ίδιο μήνα, 29 Απριλίου του 1863, 29 Απριλίου του
1933. Ασφαλώς, αυτόν τον «σκληρό μήνα» που μας είπε ένας άλλος ποιητής δεν
έφυγε μόνο ο Κ.Π. Καβάφης, Απρίλη μήνα ενδεικτικά να μνημονεύσουμε τον θάνατο
της Καλαματιανής ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη και του εγκατεστημένου στην Γαλλία
έλληνα ποιητή και μεταφραστή Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου ή γνωστότερου Ζαν Μωρεάς.
Τα
Λογοτεχνικά Πάρεργα και ο υποφαινόμενος έχουν μνημονεύσει εκατοντάδες φορές τον
μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή,-στα κείμενά τους και τις αναρτήσεις τους- τον Ποιητή
που δεν είδε τα ποιήματά του τυπωμένα όσο ζούσε. Ότι χειρόγραφο ποίημα έγραφε
το συγκέντρωνε, το έδενε σε «καρφίτσα» και μοίραζε τα ποιήματα στους φίλους και
θαυμαστές της ποίησής του. Δεν ήθελε να εκδώσει τα ποιήματά του. Αυτά
παρέμειναν διάσπαρτα σε περιοδικά της εποχής και δώθηκαν ως ποιητικό σώμα προς
έκδοση από τους κληρονόμους του. Η πρώτη έκδοση Σεγκοπούλου βλέπει το φως της
δημοσιότητας το 1933. Τον στενό του φίλο και την γυναίκα του, μετά τον θάνατο
τον δικό του και του στενού οικογενειακού του φίλου. Ο πανέξυπνος και
πεπαιδευμένος τότε διευθυντής της «Νέας Εστίας» ο συγγραφέας Γρηγόριος
Ξενόπουλος τον έκανε γνωστό στο Αθηναϊκό κοινό και στους πνευματικούς κύκλους
της πρωτεύουσας. Όσοι και όσες έλληνες της Ελλάδας επισκέπτονταν την Αίγυπτο
και την Ελληνική παροικία θεωρούσαν καθήκον τους να τον επισκεφτούν στο σπίτι
του και να του υποβάλλουν τα σέβη τους. Ποιητές, πεζογράφοι, καλλιτέχνες,
ηθοποιοί όλοι περνούσαν να τον γνωρίσουν από κοντά τον γέροντα της
Αλεξάνδρειας, που, έγραφε σε αυτήν την παράξενη ελληνική γλώσσα, σε αυτό το
γλωσσικό ιδίωμα τα ερωτικά, ιστορικά, φιλοσοφικά ποιήματά του. Ένας έλληνας
ποιητής της περιφέρειας που είχε αρνηθεί να ακολουθήσει κατά πόδας τον
Δημοτικισμό που πρέσβευαν ο ποιητής Κωστής Παλαμάς και όσοι άλλοι υιοθέτησαν
την Δημοτική στην ποίησή τους και το έργο του ευρύτερα. Όσο, για τον ερωτικό
του ομοφυλόφιλο βίο, περισσότερα θρυλούνταν ως αίσθηση και ως ψίθυροι
απορρέοντες από τα ποιήματά του, αναφέρονταν πίσω από τα παραβάν των ιδιωτικών
συζητήσεων στις αναμνήσεις τρίτων που τον έζησαν και συνομίλησαν από κοντά μαζί
του, παρά αλήθευαν στις ευρύτερες καθημερινές κοινωνικές διαστάσεις τους. Ας
επαναλάβουμε κάτι το τετριμμένο και χιλιοειπωμένο, ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης,
αυτός ο Έλλην της περιφέρειας, είναι μετά τον Κρητικό Νίκο Καζαντζάκη ο πιο
πολυμεταφρασμένος έλληνας ποιητής παγκοσμίως. Τα βιβλία που κυκλοφόρησαν, οι
μεταφράσεις των ποιημάτων του, οι μελέτες για το έργο και την ζωή του, τα
άρθρα, τα σχόλια, τα κείμενα, τα δημοσιεύματα που έχουν δημοσιευθεί μέχρι
σήμερα στην Ελλάδα και Παγκοσμίως για την αινιγματική και σκηνοθετημένη από τον
ίδιο παρουσία του, πτυχές του βίου του και φυσικά των διασωθέντων ποιημάτων
επίσημων και ανέκδοτων, αποκηρυγμένων και διαφόρων πεζών του και μεταφράσεών
του, ξεπερνούν όσα έχουν γραφεί για τα δύο μας Ελληνικά Ποιητικά Νόμπελ, του
Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη μαζί. Όσον αφορά τώρα, την ελληνική
ποιητική και λογοτεχνική επικράτεια, κάθε γενιά ελλήνων ποιητών και ποιητριών
θεωρεί ένα «είδος υποχρέωσής της» να ασχοληθεί, να γράψει, να μιλήσει για τον
Κωνσταντίνο Π. Καβάφη. Το ίδιο θα συμπληρώναμε συμβαίνει και με τους εκδοτικούς
μας οίκους (επίσημους και «λαθραίους») που συνεχίζουν να επανεκδίδουν τα
ποιήματά του με νέες εισαγωγές και προσθετικά σχόλια, ενώ, παραμένει κλασική η
έκδοση των εκδόσεων «Ίκαρος» των Ποιημάτων του σε φιλολογική επιμέλεια του
καθηγητή Γιώργου Π. Σαββίδη, σε πολλές επανεκδόσεις από το 1963.
Εδώ
και καιρό, στριφογύριζε μέσα στην σκέψη μου να συντάξω ένα σημείωμα και να
αναρτήσω ένα ή και άλλα σημειώματα για έναν Αλεξανδρινό λόγιο, ποιητή και
συγγραφέα που γεννήθηκε στην πόλη μας, τον γνωστό στους φιλολογικούς και
πνευματικούς κύκλους Τίμο Μαλάνο (Πειραιάς 1897- Λωζάνη Ελβετίας 1/9/ 1984). Ο
γνωστός Καβαφολόγος, δοκιμιογράφος και ποιητής-μεταφραστής, κυκλοφόρησε μεταξύ
άλλων στη Θεσσαλονίκη το 1979 την συλλογή του «Ρόδα θαλάμου και άλλα ποιήματα»,
εκτός από τις σελίδες των αναμνήσεών του που έχει κυκλοφορήσει, δεν αναφέρεται
στην πόλη που γεννήθηκε, τον Πειραιά. Αυτό, για να είμαστε δίκαιοι, δεν
συμβαίνει μόνο με τον λόγιο και λογοτέχνη Τίμο Μαλάνο, είναι γνωστά τα ονόματα
και άλλων συγγραφέων και καλλιτεχνών οι οποίοι γεννήθηκαν στο πρώτο λιμάνι και
κατόπιν μετανάστευσαν οικογενειακώς σε διάφορα μέρη του εξωτερικού ή
μετεγκαταστάθηκαν και διέμεναν μόνιμα είτε στην πρωτεύουσα είτε σε άλλες πόλεις
και περιοχές της Ελλάδας. Ο Πειραιάς που έτυχε από διάφορες ιστορικές ή
κοινωνικές συγκυρίες να γεννηθούν έμεινε μία αχλή ανάμνηση αναφοράς δίχως να
περάσει μέσα στο έργο τους ως τόπος, ως εικόνες, ως παραστάσεις, ως αίσθηση
ζωής. Κάτι κοινό και για άλλες γενέθλιες πόλεις λογοτεχνών της χώρας μας.
Ο Τίμος Μαλάνος
ευτύχησε να γνωρίσει από κοντά τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη όπως μας έχει
εξιστορήσει στις προσωπικές του αναμνήσεις στα δοκίμια και τις μελέτες που
έγραψε για το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή και τον ίδιο. Το 1933 από τις
εκδόσεις Γκοβόστη στην Αθήνα, κυκλοφορεί μία από τις πολυσέλιδες μελέτες
του,-ενδέχεται η κυριότερη- με τον γενικό τίτλο «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ» (Ο
άνθρωπος και το έργο του) Μελέτη. Η Μελέτη αυτή ήρθε στο νου μου καθώς διάβαζα
ορισμένες αρνητικές κριτικές για την ποίηση του Επτανήσιου Ανδρέα Κάλβου.
Διάφορα «χολερικά» κείμενα που είδαν το φώς της δημοσιότητας τα οποία
επιδιώκουν από πρόθεση να μειώσουν την αξία της ποίησής του. Ξεφυλλίζοντας
λοιπόν εκ νέου την Μελέτη του Τίμου Μαλάνου για τον Αλεξανδρινό, ο χρόνος
γύρισε τους δείκτες του πίσω, όταν έφηβος ακόμα μετά την μεταπολίτευση αγόραζα
διάφορες μελέτες για τον Κ.Π. Καβάφη, εξάλλου, δεν ήμουν ο μόνος φιλότεχνος της
εποχής εκείνης που αναζητούσαν μελέτες και βιβλία για τον ποιητή αυτόν που: «Κι
όμως αυτός, παρ’ όλο που συναισθάνεται τη θέση του, ζει άβουλα και
παρασυρμένος. Κάποια πάθη κυριεύουν την ύπαρξή του. Κάτι ύποπτες σχέσεις, κάτι
πρόσωπα περίεργα ανακατώνουνται στη ζωή του, κι όλα αυτά, να γινόνταν κάποτε
γνωστά, ξα ξεσπούσαν εξάπαντος σε σκάνδαλο…..» σελ. 13. Το μελέτημα του Τίμου
Μαλάνου κινείται μέσα σε αυτό μάλλον κλίμα, παρά του ότι γνώρισε από κοντά τον
ποιητή, μιλά αρνητικά για τον ίδιο και την ποίησή του στο γενικό περίγραμμα της
μελέτης του. Είναι υπερβολικός ο τόνος των αρνητικών του κρίσεων και μιλά
απαξιωτικά για το έργο του. Όταν γράφει: «Ο ίδιος ενεργεί σαν ένα νευρόσπαστο
αφησμένο στα χέρια της λογικής του.» σ. 24 και «Η φιλαρέσκειά του τόσο για το
πνεύμα του, όσο και για το άτομό του, φτάνει τα όρια της υπερευαισθησίας και
της ψυχώσεως ανεβάζοντάς τον σε επίπεδο τύπου.» σ. 36 και άλλα πολλά, νομίζω
ότι δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε τον Τίμο Μαλάνο στους ακραιφνούς θαυμαστές
της Καβαφικής ποίησης. Αν δεν λαθεύω. Από αναγνωστική επιμονή θέλησα να
απομονώσω τις αρνητικές και υπερβολικές κρίσεις και θέσεις του Τίμου Μαλάνου
και να τις εντάξω ξεχωριστά στα «χολερικά» κείμενα λογοτεχνών κατά λογοτεχνών. Αναζητούσα
μία ευκαιρία για να γράψω το σημείωμα. Θυμήθηκα ότι την χρονική περίοδο που
αγόρασα την μελέτη του Τίμου Μαλάνου ο βιβλιοπώλης μου φωτοτύπησε ένα μικρό βιβλιαράκι,
που είχε επανεκδοθεί σε δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1977 (η πρώτη ήταν στην
Αλεξάνδρεια του 1942) από τις εκδόσεις Δ. Χάρβεϋ & Σια. Το τομίδιο αυτό
ήταν του Γ. Λεχωνίτη, «ΚΑΒΑΦΙΚΑ ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΑ» Με Εισαγωγικό Σημείωμα Τίμου
Μαλάνου. Έχουμε δηλαδή την έκδοση ενός μικρού μελετήματος δύο παλαιών λογίων,
συγγραφέων οι οποίοι ευτύχησαν να γνωρίσουν από κοντά τον Κωνσταντίνο Π.
Καβάφη, να κουβεντιάσουν μαζί του και να εκμαιεύσουν γνώμες και κρίσεις του για
τα ποιήματά του. Και οι δύο ανήκαν στον στενό Καβαφικό κύκλο και οι δύο μίλησαν
για τον ποιητή. Άδραξα την ευκαιρία Σήμερα 29 Απριλίου να μεταφέρω την Εισαγωγή
του γεννημένου στον Πειραιά Τίμου Μαλάνου και παράλληλα να έχουμε και την γνώμη
του Γ. Λεχωνίτη. Ενώ, πίσω από το ποιητικό παραβάν του χρόνου ο ίδιος ο ποιητής
μας μιλά και εκφράζει τις απόψεις του για τα Ποιήματά του. Να σημειώσουμε
ακόμα, ότι ο Τίμος Μαλάνος στην ποιητική του συλλογή συμπεριλαμβάνει και ένα
ποίημά του με τίτλο «ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ «ΣΑΤΡΑΠΕΙΑΣ»», βασισμένο στο γνωστό
ποίημα του Καβάφη «Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ» ποίημα του 1910. Στο 46 σελίδων του Λεχωνίτη,
έχουμε τους τίτλους 39 Καβαφικών ποιημάτων που ο ίδιος ο ποιητής σχολιάζει και
διευκρινίζει τα της ποιήσεώς του.
[ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ, ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ, Η ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ,
ΟΥΤΟΣ ΕΚΕΙΝΟΣ, Η ΠΟΛΙΣ, Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ, ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ, ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ,
ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ, ΤΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ, Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ, ΙΘΑΚΗ, ΗΡΩΔΗΣ ΑΤΤΙΚΟΣ,
ΦΙΛΕΛΛΗΝ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ, ΠΟΛΥ
ΣΠΑΝΙΩΣ, ΛΥΣΙΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΦΟΣ, ΕΥΡΙΩΝΟΣ ΤΑΦΟΣ, ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΣ, Ο ΘΕΟΔΟΤΟΣ,
ΣΟΦΟΙ ΔΕ ΠΡΟΣΙΟΝΤΩΝ, ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΙΟΥ, ΟΡΟΦΕΡΝΗΣ, Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ,
ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΜΝΗΝΟΣ, Η ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΕΥΚΙΔΟΥ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΜΜΟΝΗ, ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ 29
ΕΤΩΝ, ΣΤΑ 610, ΕΝ ΤΩ ΜΗΝΙ ΑΘΥΡ, ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΤΑΦΟΣ, ΚΑΙΣΑΡΙΩΝ, ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ (50
Μ.Χ.), ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ (162-150 Π.Χ.), ΕΙΓΕ ΕΤΕΛΕΥΤΑ, ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400
Μ.Χ.), ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΧΩΝ, ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ, ΣΤΙΧΟΥΡΓΩΝ, ΕΥΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΒΑΛΑ, Ο
ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ, ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΟΧΟΝ ΕΠΙΦΑΝΗ, ΘΕΑΤΡΟΝ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 Μ.Χ.). Στην σελίδα
43 Διαβάζουμε:
[«Το σημείωμα που ακολουθεί είναι απόδοση σχολίων του ίδιου του ποιητή πάνω
στον πεσσιμισμό που, άδικα, όπως έλεγε, απέδιδαν μερικοί σε ωρισμένα του ποιήματα.
(Τ.Μ.)].
Πολλές φορές
ελέχθη ότι το έργον του Καβάφη είναι γεμάτο πεσσιμισμόν. Εν τούτοις, άμα εξετάσει
κανείς τα ποιήματα του Καβάφη προσεκτικά, θα εύρει ότι ο πεσσιμισμός αυτός είναι πολύ λιγώτερος παρ’ ό,τι νομίζουν’
ακόμη η «Μονοτονία», δι’ ήν κάποιος έγραψε ότι είναι ρεκόρ απαισιοδοξίας, ακόμη
και η «Πόλις», ποιήματα αναμφιβόλως απαισιόδοξα αυτά εν εαυτοίς, πρέπει να
ληφθεί υπόψη, ότι δεν εγράφησαν ως αντιπροσωπευτικά μιάς γενικής καταστάσεως της
ανθρωπότητος-αλλά ως μερικά (parties).
Και κάτι επάνω σ’ αυτό το θέμα ήδη έγραψε ο κ. Πολίτης στην Semaine Egyptienne. «Μονοτονία», «Πόλις»-
μπορούσαμε να αναφέρομεν και άλλα ποίήματα- αποβλέπουν εις καταστάσεις ωρισμένων
ατόμων, όχι εις γενικάς καταστάσεις. Η ζωή μερικών ανθρώπων, είτε εξ υπαιτιότητός
των είτε εκ των περιστάσεων, γίνεται τέτοια όπου «την μιά μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη ακολουθεί». «Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει’-είναι τα
χθεσινά τα βαρετά εκείνα.- Και καταντά το αύριο πιά σαν αύριο να μη μοιάζει». Αλλά
δεν εννοεί ο Καβάφης ότι η ζωή όλων των ανθρώπων είναι τέτοια- μερικών μόνον
και ως φαινόμενον του βίου το θεωρεί άξιον να γίνει το θέμα ποιήματος. Στην «Πόλιν»
δεν εννοεί ότι οποιοσδήποτε χάλασε τη ζωή του δεν μπορεί να την σιάξει αλλού. Αλλά
υπάρχουν άτομα που όταν ρημάξουν την ζωή τους σε μιά κώχη μικρή «σ’ όλην την γη
την χάλασαν». Υπάρχουν άτομα για τα οποία για αλλού δεν έχει πλοίον, δεν έχει
οδόν. Μερική περίπτωσις η «Πόλις». Υπάρχουν διάφορα ποιήματα ως η «Σατραπεία», «Μάρτιαι ειδοί», «Θεόδοτος»,
που στο πρώτο διάβασμα, σε ένα πρόχειρο διάβασμα, μοιάζουν πεσσιμιστικά και τα
οποία δεν αμφιβάλλομεν ότι θεωρούνται τέτοια από εκείνους οι οποίοι διέγνωσαν
απαισιοδοξίαν στο έργον του Καβάφη. Αλλά τα Καβαφικά ποιήματα απαιτούν για να
κριθούν, είτε λογοτεχνικώς, είτε φιλοσοφικώς, την πιο μεγάλη προσοχή. Η «Σατραπεία»
π.χ. στο πρώτο διάβασμα φαίνεται τρομερά πεσσιμιστικό ποιήμα-άμα όμως προσέξεις
τον όγδοον στίχον «η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις» αλλάζει όψιν. Αφήνει μιά
χαραγματιά ανοικτή. Η θέσις του οδοιπόρου
για τα Σούσα ίσως δεν ήταν τόσον απηλπισμένη όσον την ενόμιζεν. Ίσως βιάστηκε
να πάει στον Αρταξέρξην. Ίσως οι ευτελείς συνθήκες, μικροπιέσεις και αδιαφορίες
να περνούσαν με τον καιρό. Η πεσσιμιστική χροιά του ποιήματος όσον προσέχομεν
τον όγδοον στίχον τόσον και χάνεται.
Περνούμεν στο
«Μαρτίαι ειδοί». Κι’ αυτό μπορεί να φανεί πεσσιμιστικό ποίημα. Όταν όμως προσέξομεν
τους στίχους 2,3,4,5 και την σύστασιν: «ευθύς να τα γνωρίσεις τα σοβαρά γραφόμενα
του «Αρτεμιδώρου» παύει να είναι πεσσιμιστικό ποίημα εντελώς και γίνεται ποίημα
παραινετικό. Πεσσιμισμός δεν μπορεί να λεχθεί η μισο-συμβουλή που δίδεται: «και
τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις αν δεν
μπορείς». Ο Θεόδοτος» μοιάζει πολύ πεσσιμιστικόν ποίημα. Πολύ ολίγον
πεσσιμιστικόν όμως, όταν προσέξει κανείς μίαν μόνον λέξιν στο δεύτερον στίχον: «κύτταζε».
Μήτε η επικράτησις κατακρίνεται, μήτε η επιζήτησις της δόξας που διαλαλούν αι
πολιτείες και που επικυρώνουν τα τιμητικά ψηφίσματα, αλλά απλώς γίνεται μία σύστασις.
Αυτά τα πράγματα κ ύ τ τ α ζ ε πώς τα αποκτάς- όχι πατώντας σε πτώματα.».
Αυτές είναι
οι οδηγίες ανάγνωσης των ποιημάτων του που μας δίνει ο ίδιος ο ποιητής Κωνσταντίνος
Π. Καβάφης, διορθώνοντας παρερμηνείες ανάγνωσής των από τα χρόνια κιόλας που βρίσκονταν
στη ζωή και διάβαζε κριτικές σε περιοδικά για την ποίησή του. ο Γ. Λεχωνίτης μα
και ο Τίμος Μαλάνος μας διασώζουν την δική του αλήθεια, μία αλήθεια υπεράσπισης
της φιλοσοφίας των ποιημάτων του, ενός έλληνα ποιητή ο οποίος θα μπορούσε άνετα
και με μεγάλη ευκολία να γίνει ένας των ημερών του έλληνας ιστορικός. Η Ιστορία,
ήταν η μεγάλη του αγάπη, -το κρυφό απωθημένο θα γράφαμε- αν και όχι και τόσο
παραγνωρισμένη μια και η παρουσία της και τα πρόσωπά της, οι συντελεστές που
την καθορίζουν και την διαμορφώνουν υπάρχει μέσα στην ομάδα των ιστορικών του
ποιημάτων και όχι μόνο.
Εν τέλει, διαβάζοντας την ποίηση του Αλεξανδρινού
ποιητή διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει «καθαρή ποίηση» αλλά μία ποίηση η οποία
συνδέεται εσωτερικά- οργανικά με την επιστήμη και την τέχνη της Ιστορίας και
την Θεατρική τέχνη.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
29 Απριλίου 2026
ΥΓ. Ερωτήματα όταν «η ανάγκη γίνεται Ιστορία». Καλέ
μου Κύριε, Κύριε, υπενθύμισέ μου, Ο Αντρέας ήταν που μιλούσε με υπερηφάνεια για
τα «τιμημένα γερατεία;»