Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Γράμμα στον Ορέστη

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ

Στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας πρώτη διδάξασα ηθοποιός, η Μαρία Κεχαγιόγλου

Του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Κάθε παράσταση, όπως όλοι ξέρουμε, είναι ένα πειστικό «υποτίθεται».

          Νομίζω πώς σε μιά παρουσίαση αυτού του μονολόγου αυτό το «υποτίθεται», και  μάλιστα επαυξημένο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση.

          Γι αυτό προτείνω η σκηνή να είναι σε συνθήκες πρόβας. Τα ελάχιστα πράγματα που χρειάζονται να είναι τα πρόχειρα και άσχετα που χρησιμοποιούμε στις δοκιμές. Μόνο η πόρτα στο βάθος θα χρειαστεί να είναι πιό συγκεκριμένη.

          Έρχεται στη σκηνή η ηθοποιός που θα υποδυθεί την Κλυταιμνήστρα. Κρατά καφέ, τσιγάρο και πλησιάζει ένα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο που θα το χρησιμοποιήσει για τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι ένα κηροπήγιο, ένα τασάκι, μολύβια, αρκετά χαρτιά γραμμένα, λευκά, τσαλακωμένα, άλλα όχι. Παίρνει μερικά χαρτιά και τα τοποθετεί σαν «δήθεν» σκόρπια μπροστά και πλάι απ’ το τραπέζι, στο πάτωμα. Ανάβει το κερί, κάθεται σε σκαμνί και σβήνει το τσιγάρο της. Παίρνει ένα απ’ τα τσαλακωμένα χαρτιά και αρχίζει να διαβάζει αργά και καθαρά σαν για να επιβεβαιώσει ότι αυτά που έχει γράψει είναι καλά διατυπωμένα.

        Ορέστη, αγαπημένη μου γιέ

ξέρω πώς οι μέρες μου είναι μετρημένες και τρέμω που δε σε βλέπω να ‘ρχεσαι.

    Δεν είναι μόνο η λαχτάρα μου να σε δω, έστω και για τελευταία φορά, που μ’ έχει κάμει να στοιχειώσω στο παράθυρο που βλέπει στο δρόμο. Πιό πολύ είν’ ο φόβος μου ότι μπορεί να ‘ρθεις όταν θα ‘ναι αργά πιά. Ότι μπορείς ν’ ακούσεις μόνο από τους άλλους πώς έγιναν όσα έγιναν, και ποτέ από μένα. Όμως ποιός άλλος μπορεί να ξέρει για μένα πιό πολλά από εμένα την ίδια; Εγώ έκαμα αυτό που δε θα μπορούσε ποτέ κανείς να φανταστεί, εγώ αναγκάστηκα να σκοτώσω…

   (Σταματά να διαβάζει, πιάνει ένα μολύβι και γράφει.)

Πόσο εύκολο είναι για τους άλλους να θέλουν… (σταματά να γράφει και συνεχίζει λέγοντας αυτά που έχει να πει παρασυρόμενη όλο και πιό πολύ απ’ αυτά που νιώθει)

να πιστέψεις μόνο αυτά που θα σου πουν εκείνοι. Και πόσο πιό εύκολο θα είναι όταν εγώ δε θα μπορώ πιά να μιλήσω. Τί δύσκολη που είν’ η θέση μου, Ορέστη. Εγώ είμαι μάνα σας. Δεν πρέπει, ούτε στιγμή, να σου περάσει από το νου ότι επιδιώκω να σε παρασύρω προς το μέρος μου. Είστε και οι δυό παιδιά μου, είσαι ο Ορέστης μου! και η  αδελφή σου, ό,τι κι αν έχει κάνει, είναι η Ηλέκτρα μου!

        Πού γυρίζεις, Ορέστη, γιατί αργείς….; Αν ερχόσουνα γρήγορα, θα την προλάβαινες, εσένα θα σ’ άκουγε…. Θα την έπαιρνες απ’ τους παλιανθρώπους που την έχουνε περικυκλώσει και εκμεταλλεύονται το πάθος της για τον πατέρα της. Ξέρεις τί της είπε την ημέρα που  ξεκινούσε για την Τροία, έξω στην αυλή, μπροστά στον κόσμο, φορώντας τη μεγάλη του στολή, καβάλα στο άλογό του: «Τί κρίμα, αν ήσουν άντρας, θ’ άφηνα εσένα να μου προσέχεις τις Μυκήνες»… κι από την ώρα εκείνη βάλθηκε να του αποδείξει πώς είναι ικανή να το κάμει…! μίσησε θανάσιμα τον Αίγισθο πρίν ακόμη τον δει… οργάνωσε την απαγωγή σου στη Φωκίδα, γιατί λέει ο Αίγισθος κι εγώ είχαμε σκοπό να ξεκάνουμε κι εσένα… τρέχει από πλατεία σε πλατεία, μιλά για εκδίκηση, με καταγγέλλει σαν διεφθαρμένη, διεστραμμένη, αρχομανή, αιμοχαρή…

        Δε με νοιάζει για τη ζωή μου, Ορέστη. Δεν παρακαλώ να ‘ρθεις γρήγορα για να μη με σκοτώσει. Για την Ηλέκτρα με νοιάζει. Ξέρω τί σημαίνει να λερώσεις τα χέρια σου με αίμα, μου έμελλε κι αυτό στη ζωή μου. Αν λερώσει τα χέρια της με το αίμα της μάνας της, θα ρημάξει την ψυχή της για πάντα.

(Νομίζει πώς άκουσε κάποιο θόρυβο. Ανησυχεί, σβήνει το κερί, στρέφει προς την πόρτα, αφουγκράζεται. Δεν ακούει τίποτα αλλά σαν λαχανιασμένη απ’ την ανησυχία ανάβει το κερί και συνεχίζει.)

Γι’ αυτό και μόνο με τρομάζει κάθε ψίθυρος που ακούω στο διάδρομο, όχι για να φυλαχτώ. Τρείς φορές την παρακάλεσα να ‘ρθει να μιλήσουμε. Δεν ήρθε. Της έγραψα. Έστειλε πίσω το γράμμα χωρίς να το ανοίξει. Τώρα παρακαλώ να με σκοτώσει ένας άλλος, όχι η ίδια. Το γράμμα που θέλω να διαβάσεις θα το τελειώσω απόψε;. Θα ρθει κατά τις τρείς η παραμάνα σου να της το δώσω κρυφά απ’ το παράθυρο, ή θα το κρύψω κάτω από ένα σανίδι, στο πάτωμα, να το βρει εκεί…

        Έχω πολύ αγάπη ακόμα μέσα μου, Ορέστη, κι είναι παράλογο να μη νε νοιάζει καθόλου για τη ζωή μου. Αγαπώ εσάς, αγαπώ τον Αίγισθο, θα ‘θελα να ζήσω για να σας αγαπώ, αλλά δεν θα μ’ αφήσουν. Αλλά πότε με άφησαν; Ουσιαστικά τη ζωή μου την αποχαιρέτησα απ’ την πρώτη μέρα που ήρθα στις Μυκήνες, μα αυτό  κανείς άλλος δεν το ήξερε, γιατί δεν άφησα κανέναν να το καταλάβει, ήταν το μοιραίο μου μυστικό. Το ίδιο καλά ξέρω και τώρα ότι ήρθε το τέλος. Φάνηκε άλλωστε απ’ την ώρα που ο πατέρας σου γύρισε απ’ την Τροία ίδιος κι απαράλλαχτος, όπως όταν έφυγε. Ο ίδιος άνθρωπος που λήστεψε ως και τη μητρότητά μου….!

        Πού είσαι, Ορέστη; Γιατί να σου τα γράψω αντί να σου τα λέω! Έστειλα ως τώρα εφτά ανθρώπους να σε βρούνε. Πού έχεις πάει;

(Προσπαθεί να τακτοποιήσει τα σκόρπια πάνω στο κιβώτιο χαρτιά.)

        Πρέπει όμως να τα γράψω, και να βιαστώ μάλιστα. Και δεν είν’ εύκολο όπως φαίνεται… να, ορίστε, λέω, λέω, κι ακόμη δε σου ‘χω πει τίποτα. Πελαγοδρομώ, ενώ πρέπει να σου διηγηθώ γεγονότα. Αυτό θα κάμω από δώ και κάτω, σου το υπόσχομαι. Όμως σε παρακαλώ, αγοράκι μου, πρίν τα διαβάσεις, σκέψου- όχι για να είσαι επιεικής αλλά για να κρίνεις πιό σωστά- σκέψου πώς αυτά τα μαρτυρά κάποιος που είναι πιά πέρα από αυταπάτες, εγωπάθειες και ματαιότητες. Ειδικά απόψε νιώθω πολύ μακριά, σκέφτομαι όσα γίνανε και μου φαίνεται σαν ψέμα ότι χωράνε τόσα πολλά σε μιά μηδαμινότητα, όπως η ανθρώπινη ζωή…

(Ξαναπιάνει μολύβι και γράφει προσφέροντας με έξαψη την κάθε λέξη.)

Τον πατέρα σου, Ορέστη, δεν τον διάλεξα εγώ για άντρα μου.

(Αφήνει πάλι το μολύβι.)

Εμάς τις γυναίκες μας αφήνουν να διαλέγουμε μόνο το νυφικό μας, όχι και τη ζωή μας. Με δώσανε στον Αγαμέμνονα. Κι αφού αυτός θα ήταν ο άντρας μου, έκανα με το μικρό μου το μυαλό τα πάντα για ν’ αγαπηθούμε, να είναι το σπίτι μας ωραίο, χαρούμενο, ήθελα να τον θαυμάζω. Αλλά ο πατέρας σου ήταν ένας άνθρωπος απρόσιτος, χαμένος μέσα σ’ έναν άπληστο, σ’ έναν θεοσκότεινο εγωισμό. Ό,τι και να έκανα για να τον ευχαριστήσω δεν άκουγα ποτέ έναν καλό λόγο. Μ’ έβλεπε σαν οφειλέτη που του δίνει αυτά που του χρωστά. Όταν δεν έβλεπα να γίνεται αυτό πού ήθελε, ακόμη κι αν ήταν κάτι φύσει αδύνατον, φρένιαζε, έδερνε, υποπτευόταν ότι πάνε να τον ταπεινώσουν. Επειδή το πρώτο μας παιδί ήταν κορίτσι, κι όχι αγόρι όπως περίμενε, έφυγε απ’ τις Μυκήνες για να μην το βλέπει και γύρισε ύστερ’ από μήνες. Όταν ανταμώσαμε, εντελώς τυχαία, στον κήπο, εγώ είχα το παιδί στην αγκαλιά, πλησίασε, το κοίταξε σα να ΄ταν περίεργο φαινόμενο και είπε «με απογοητεύσατε κι εσύ κι αυτό»…

        Έτσι σημαδιακά άρχισε η ζωή της Ηλέκτρας. Όταν άρχισε να μεγαλώνει και να καταλαβαίνει πιά, η μόνη τρυφερή κουβέντα που άκουγε απ’ το στόμα του ήταν το «πόσο θα την αγαπούσε αν ήταν αγόρι». Η Ηλέκτρα τριβόταν στα πόδια του, τον κοίταζε παρακλητικά, λαχταρούσε να την πάρει στα χέρια του, να σφιχτεί απάνω του. Αυτός τίποτα…, και ενώ το κοριτσάκι μου ζητιάνευε την αγάπη του, αυτός λες και ευχαριστιόταν να το διώχνει από κοντά του, να το βλέπει να κρύβεται πίσω απ’ τις πόρτες και να κλαίει. Έτσι, σιγά σιγά, μέσα στο παιδικό της μυαλό ζυμώθηκε η  ιδέα ότι εγώ που τη γέννησα κορίτσι της φταίω. Άρχισε να με αποφεύγει. Ύστερα να με κοιτάζει εξεταστικά, σαν να ψάχνει να καταλάβει ποιά είμαι, τί είμαι. Άπλωνα τα χέρια να την πάρω κοντά μου, να τη χαϊδέψω, κι αυτή τραβιότανε πίσω τρομαγμένη, λες και πήγαινα να τη χτυπήσω. Κι ενώ εγώ με τη λατρεία που της έδειχνα μέρα με τη μέρα την έχανα, εκείνος με την αντιπάθεια του την κέρδιζε. Στο τέλος έγινε πάθος και στους δυό, ο πατέρας να φανερώνει όλο και πιό πολύ την απέχθειά του και η  κόρη τη λατρεία της. Ένιωθα τόσο μονάχη, τόσο ξένη…

        Ο πατέρας σου, σ’ αυτό δεν τον αδικώ, γυρεύοντας το γιό που δεν του γέννησα, ξαναήρθε. Όλους τους εννιά μήνες που ήμουν έγκυος, προσευχόμουν να ‘ναι αγόρι. Όταν και πάλι γέννησα κορίτσι, βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που έπιασε μέσα μου ο σπόρος που  το ‘καμε. Είμαι μάνα και δε θα ‘πρεπε ν’ αμαρτήσω έτσι βαριά. Μετάνιωσα πικρά, έκλαψα, και ούτε έχω πάψει να κλαίω. Και νιώθω και ένοχη, Ορέστη. Μπορεί για την κακοτυχία της Ιφιγένειας να φταίει η βλαστήμια μου εκείνη. Ποιός ξέρει… Αλλά πάντως δεν τη θυσίασα εγώ την Ιφιγένειά μας έτσι άσπλαχνα, έτσι παγερά…

        Η ζωή στο σπίτι έγινε ακόμα χειρότερη. Ο πατέρας σου ξέκοψε εντελώς από μας. Αν δεν άκουγα τη φωνή του απ’ έξω, δε θα ‘χα άλλο σημάδι ότι υπάρχει. Και ασφαλώς θα σκεφτόταν πώς να με ξεφορτωθεί, να παντρευτεί με άλλην- και μακάρι να το είχε κάμει. Αλλά δυστυχώς δεν τόλμησε γιατί θα σκέφτηκε πώς η ρήξη με την οικογένειά μου θα αποδυνάμωνε τη θέση του στη συμμαχία. Οι κοπέλες, Ορέστη, παντρεύονται για ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, να γίνουν σύντροφοι, μητέρες.

Οι άντρες παντρεύονται για να κυριαρχούν…

        Την Ιφιγένειά μου τη μεγάλωσα σε τέτοια μοναξιά που ο Θεός ούτε σε αγρίμι του βουνού να μην τη δώσει. Ούτε κι η Ηλέκτρα, αντιγράφοντας φυσικά τον πατέρα της, ερχόταν να δει την αδελφή της. Και μιά μέρα που είδε το μωρό αφύλαχτο στην αυλή, του γέμισε το στόμα με χώμα. Αν δεν ήταν η παραμάνα εκεί κοντά να τρέξει, θα το είχαμε βρει πνιγμένο…

        Ορέστη αγάπη μου, μην πάρεις στραβά όσα λέω για την Ηλέκτρα. Μην πάει ο νους σου ότι πάω να τη βγάλω τέρας και μάλιστα από παιδί. Το δράμα μας είναι πώς ενώ κανείς μας δε γεννήθηκε τέρας, κάνουμε τερατώδεις πράξεις. Κι αυτό πού θέλω να καταλάβεις καλά είναι πώς δεν έχασα μόνο την Ιφιγένεια εξαιτίας του, έχασα και την Ηλέκτρα. Αυτός την έκαμε να ντρέπεται που είναι κορίτσι, να μισήσει και τον εαυτό της και μένα. Ξέρεις ότι δεν έχυσε ούτ’ ένα δάκρυ για τη θυσία της ιφιγένειας…; και ασφαλώς για να μη φανεί ότι πάει κόντρα στον πατέρα της… Ούτε και τώρα θα είχε κάμει σκοπό της ζωής της το θάνατό μου αν ήταν άντρας. Γιά το γυναικείο της φύλο θέλει να πάρει εκδίκηση, όχι για τον πατέρα της…

(Νομίζει και πάλι ότι άκουσε θόρυβο απ’ τη μεριά της πόρτας. Πάει ως εκεί, αφουγκράζεται, κάτι άλλο της περνά απ’ το νου και ρωτά με πνιχτή φωνή.)

Ορέστη…. Ορέστη…;;

(Διαπιστώνει πώς κανείς δεν είναι έξω. Στρέφει και αρχίζει να μιλά ερχόμενη αργά προς τα μπρός όπου υποτίθεται υπάρχει ένα παράθυρο.)

Ώ Θεέ μου, ας άνοιγες την πόρτα να φανείς, να προλάβεις το λάθος που πάει να κάνει, να της πεις ότι εσύ δε θα το ‘κανες ποτέ… ποτέ… είναι τόσο ωραία έξω, έχει ένα φεγγάρι τεράστιο… Είχαμε πάει με τον Αίγισθο και κλέψαμε σταφύλια… πέρυσι ήταν…;

(Πηγαίνει βιαστικά στο τραπέζι και ξαναδιαβάζει.)

        Και ύστερα ήρθε η ώρα μου για σένα, Ορέστη. Άχ, γιόκα μου, δε μου πάει να μιλήσω έτσι, δεν το ‘χω ξανακάμει, αλλά πρέπει, πρέπει να σου πω ακριβώς πώς έγινε χωρίς να κρύψω ή ν’ αλλάξω τίποτα… είχε μεθύσει όπως το συνήθιζε, αλλ’ αυτή τη φορά… δεν ήξερε ούτε που είναι ούτε με ποιάν είναι. Τον ένιωσα μες στον ύπνο μου να σέρνεται πάνω μου, να μουρμουρίζει τ’ όνομα μιάς Χαριτούλας, μαζί με διάφορες χυδαιολογίες. Τα χνώτα του βρωμούσαν αφόρητα, κρασιά, φαγιά, μου ‘ρθε να ξεράσω. Τον έσπρωξα να γλιτώσω, να φύγω, αλλά πρόλαβε και με άρπαξε. Άρχισε να λέει βρωμιές ανήκουστες, να με δέρνει. Μ’ έριξε στο κρεβάτι κι έπεσε σαν βουβάλι απάνω μου. Έμπηξα τα νύχια μου στο λαιμό του, αν είχα τη δύναμη, θα τον έπνιγα. Μάνιασε, με χτύπησε τόσο δυνατά που έμεινα αναίστητη. Άμα συνήλθα, είχε φύγει, αφού πρώτα με βίασε, και κατ’ αυτόν όχι εμένα, τη Χαριτούλα, πού νόμιζε πώς είμαι. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ήρθε. Κι η αποφορά απ’ την κρασίλα και την ιδρωτίλα του η τελευταία ανάμνηση απ’ το γάμο μας. Την άλλη μέρα πήγα και του  τα είπα για να τα ξέρει. Αλλιώς, αν έπιανα παιδί, θα ήταν ικανός να πει ότι το ‘κανα με άλλον. Είπε απλώς πώς θα το ‘χει υπόψη του.

        Έτσι περίεργα ήρθες στον κόσμο, αγόρι μου, μοναδική μου χαρά. Δεν είναι ασυνάρτητη η ζωή; Να ορίστε, ακόμη κι αυτή τη στιγμή, σε λέω «μοναδική μου χαρά», κι όμως μπορεί να ‘καμα κάτι που καμιά άλλη μάνα να μην το έχει κάμει στο παιδί της. Μπορεί με όσα αηδιαστικά κι ανατριχιαστικά σου είπα να δηλητηρίασα αγιάτρευτα την παιδική σου ψυχή. Μπορεί να τα ‘παιξα όλα για όλα, και να τα ‘χασα όλα, να σιχαθείς και κείνον και μένα. Αλλά είμαι σε απόγνωση. Δεν έχω άλλον τρόπο να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, κι αυτό μόνο και μόνο για να μη χάσω και σένα. Θα σε χάσω, Ορέστη αν δε σου πώ όλη την αλήθεια, αν δε μάθεις πώς γίνεται ένα παιδί, τί έδωσε εκείνος, τί έδωσα εγώ. Εμένα είσαι αίμα μου, γάλα μου, πόνος μου, χαρά μου, ξενύχτια, νανουρίσματα, άγγιγμα τ’ ουρανού…

        Δεν θα τα ‘λεγα αυτά, που  άλλωστε κάθε μάνα τα ζει και τα νιώθει- κι είναι φυσικό και θείο να ‘ναι έτσι-αν δεν μου είχε αρπάξει τα πάντα ο αρσενικός του εγωισμό. Κι όχι μονάχα ο δικός του! Ξέρεις τί άκουγα να λένε οι άνθρωποί του όταν κάλεσα τον Αίγισθο στις Μυκήνες…; «σώστε το γιό του, πάρτε της τον Ορέστη, αυτή η μέγαιρα θα τον σκοτώσει.»

        «Τον γιό του.» Και σε πήρανε, με πρωτεργάτη την Ηλέκτρα, για να μην σε σκοτώσω, εγώ… Έχω κι εγώ ευθύνες, Ορέστη, έκαμα κι εγώ λάθη. Άργησα πολύ να καταλάβω πώς ήταν ολέθριο να κρύβω την αλήθεια. Μην το κάμεις ποτέ. Νομίζουμε πώς άμα την αφήνουμε ήσυχη, μας αφήνει και κείνη… τί λάθος…! Αν είχα τη γνώση να μην παίζω μπροστά στους άλλους την ευτυχισμένη σύζυγο και μητέρα, για να μή σπιλωθεί ο άντρας, ο αρχηγός, ο οίκος, το σόι, αν είχα την τόλμη να φύγω, δε θα είχαμε γίνει ένα σπίτι που σφάζει ο ένας τον άλλον. Δεν ήξερα τί αποταμιεύω με το να κρύβω την αλήθεια, και την άφησα να γεννοβολά όσα γίνανε ύστερα. Γι’ αυτό σου τα λέω όλα, αγόρι μου, και ορισμένα έτσι ωμά! συγχώρεσέ με… Μα αν το ξανακάμω, θα ‘ναι σαν να σου αφήνω κληρονομιά μιά σιωπή που ταϊζει φίδια…

        Νύχτα γεννήθηκες…! Έβρεχε μάλιστα του καλού καιρού κι όλοι λέγανε πώς το παιδί θα ‘ναι γούρικο… πανευτυχής που απέκτησε γιό-ποτέ όμως όσο εγώ-άλλαξε λίγο, μου φερόταν πιό ανθρωπινά. Όταν ήθελε να σε δει, παράγγελνε να σε πάω η ίδια στο δωμάτιό του. Όταν ερχόταν εκείνος σε μας, έσκυβε πάνω απ’ την κούνια σου κι έλεγε «μπράβο της έ; Επιτέλους, τα κατάφερε». Εμένα, έστω κι αυτά, ειρωνικά και διφορούμενα, μου φτάνανε για να ‘μια ευχαριστημένη. Τόσο συγκαταβατική είχα γίνει. Με ενδιέφερε μόνο το ότι επιτέλους ήταν σωστός πατέρας, έστω για ένα μας παιδί.

        Οι αδελφές σου είχαν πιά αρχίσει μαθήματα, η Ηλέκτρα μάλιστα έκανε τους δασκάλους της να τα χάσουνε. Μάθαινε σε μιά μέρα όσα άλλα παιδιά μαθαίνανε σε δέκα. Όταν φτιάχνανε την καινούρια πύλη, πήγαινε συνέχεια να βλέπει, ζήταγε απ’ τους τεχνίτες σμίλη και σφυρί, ήθελε να σκαλίζει και κείνη. Στο τέλος της δώσανε. Μιά άλλη φορά έφτιαξε μόνη της με μιά σειρά καλάμια ένα ρολόι του ήλιου. Και δεν ήταν ακόμη δέκα χρονώ. Ναι… Η Ιφιγένεια ήταν βέβαια τρία χρόνια πιό μικρή, το χρυσό μου μόνο στη μουσική ήταν καλή. Και οι δύο, Ορέστη, σ’ αγαπούσαν πολύ, κάνανε σαν τρελές. Ωστόσο αυτό που έδειχνε να νιώθει η Ηλέκτρα, όταν σ’ έπαιρνε αγκαλιά, ήταν κάτι παραπάνω από αγάπη. Μαντεύεις τί; Μόλις μεγάλωσες τόσο που να μπορεί να σε πάρει απ’ το χέρι να σε πάει περίπατο, έψαχνε να βρεί που ειν’ ο πατέρας σας για να περάσετε από κοντά να σας δει. Ήταν σαν να του λέει «να, ορίστε, τώρα έχεις γιό, μή θυμώνεις πιά επειδή εγώ είμαι κορίτσι». Αμφιβάλλω αν ο πατέρας σου το κατάλαβε ποτέ… Πάντως περάσαμε τότε λίγα ήρεμα χρόνια, τα καλύτερα μάλλον, γι’ αυτό και λίγα. Όταν έκλεισες τα πέντε-το θυμάσαι;- ανέλαβε ο ίδιος την ανατροφή σου. Είπε ότι ήθελε ο ίδιος να διαπαιδαγωγήσει το γιό του. Ξέρεις πιό καλά από μένα ότι πολύ λίγο ασχολήθηκε. Απλώς έδινε οδηγίες στους παιδαγωγούς σου. Εσύ όμως, αγόρι μου, το ‘σκαγες κρυφά κι ερχόσουν να μου πεις ότι πονά η κοιλίτσα σου για να μην κάνεις μάθημα ή να μου φέρεις το δόντι που σου ‘πεσε να το δώσουμε στον ποντικό να το φάει και να μας φέρει το άλλο… Είχα βέβαια και την Ιφιγένεια. Ορέστη όλους σας αγαπώ το ίδιο, αλλά έτσι ήρθαν τα πράγματα πού μόνο με την Ιφιγένεια ευχαριστήθηκα, χόρτασα παιδί. Με την Ιφιγένεια! για σκέψου… Τί γλυκιά που ήταν, τί όμορφη, και τί ψεύτρα, Θεέ μου… τί ψέματα κατέβαζε για να με κάνει να τα βλέπω όλα μιά χαρά…

        Και ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Αμέσως μόλις βρέθηκε το πρόσχημα να τον αρχίσουν. Το πόσο αχρείαστος και άδικος ήταν δεν το λέω πιά μόνο εγώ, το λέει πρώτα-πρώτα το κακό τέλος που είχαν όλοι αυτοί που τον θέλανε… Είχα την ελπίδα ότι μπορεί να γυρίσει άλλος άνθρωπος. Ότι τουλάχιστο για όσους γλιτώσουνε η Τροία θα είναι ένα καλό μάθημα. Εσχάτη πλάνη. Ο Αγαμέμνονας γύρισε με μυαλό θριαμβευτή. Πήγε στην Τροία, είδε, έφυγε, χωρίς ούτε και εκεί επί δέκα χρόνια να καταλάβει τίποτα.

        Στην αρχή αναρωτήθηκα, «μήπως έπαιζε θέατρο; μήπως χρειάζεται κάποια βοήθεια για να βγει από τη σπηλιά του με τα λάθη και τις αυταπάτες του… Αλλά όταν τόλμησα να τον ρωτήσω με τρόπο αν άξιζαν τόσες θυσίες, έγινε θηρίο, ούρλιαξε πώς μου απαγορεύει να ξαναθίξω αυτό το θέμα, πώς «σε τέτοια ζητήματα μιά γυναίκα δεν είναι σε θέση να ‘χει γνώμη». Καταλαβαίνεις, Ορέστη; Μου απαγόρεψε  να ‘χω γνώμη για έναν πόλεμο που τον πλήρωσα με την Ιφιγένειά μου. Μα όσο πιό πολύ σου την απαγορεύουνε, τόσο πιό ανάγκη την έχεις… Άλλοτε δεν είχα γνώμη σε τίποτα. Ο ίδιος μ’ έκανε να ‘χω για όλα. Άκου λοιπόν κι άλλα γι’ αυτόν τον ένδοξό τους πόλεμο. Τόση ήταν η υστερία τους που ως και η φτωχολογιά του Άργους, η πιό δαρμένη και πεινασμένη στον κόσμο, οπλίστηκε πρώτη και καλύτερη και ξεφώνιζε μέρα νύχτα «στην Τροία, στην Τροία». Λες και τους χρωστούσαν οι Τρωαδίτες όσα τους είχαν στερήσει οι Αργίτες.

        Για μένα όμως το πιό θλιβερό απ’ όλα, ήταν οι μανάδες από τη Σπάρτη που συνόδεψαν τα παιδιά τους ως εδώ με την ευχή «ή τάν ή επί τάς»… Για ποιό λόγο νεκρά τα παιδιά τους, παρά ηττημένα; Για ποιόν εχθρό; Που τον είδαν τον εχθρό;

        Αν ήξερα τότε όσα ξέρω τώρα, θα ‘βγαινα να τους έλεγα «γυναίκες, ψάξτε τον εχθρό σας μέσα στην Σπάρτη, εγώ τον βρήκα μέσα στις Μυκήνες»… Τί να λένε τώρα…; μη σου πάει ο νους ότι τα λέω αυτά για να σου παραστήσω την τόσο μεγαλόψυχη που πονά ακόμα και τους ξένους… όχι, Ορέστη… τα λέω μόνο και μόνο για να ξαναπώ ότι εγώ δεν έβαλα ποτέ τίποτα πιό πάνω απ’ τη ζωή των παιδιών μου. Τί σχέση είχε η μήτρα μου, ο ομφάλιος λώρος μου με τα συμφέροντά τους στην Τροία;  Να γιατί ως την τελευταία μου ανάσα δεν πρόκειται να χωρέσει στο μυαλό μου η θυσία της Ιφιγένειας, ούτε να του το συγχωρήσω ποτέ κι άς είναι πιά νεκρός κι απόνεκρος.

(Τινάζεται όρθια φράζοντας με το χέρι το στόμα φοβισμένη κι η ίδια απ’ αυτό που ξεστόμισε, κάνει δυό τρία άσκοπα βήματα, γονατίζει ανάμεσα στα σκόρπια χαρτιά, πιάνει ένα αφηρημένη και λέει…)

        Ορέστη, θυμάσαι τίποτα;… μιά μαμά τρέμει άμα το παιδί της αργεί να γυρίσει απ’ το παιχνίδι, τρέμει γιατί του πρήστηκαν οι αμυγδαλές του, επειδή έχει πυρετό… Για τέτοιους αστείους λόγους την πιάνει τρόμος. Καταλαβαίνεις τί σημαίνει να της πάρουν το παιδί για να το… φτάνει… Έτσι κι αλλιώς ο πόνος μου για την Ιφιγένεια δε χωράει πουθενά… Όμως κάτι άλλο ήθελα να πώ…

(Πάει στο τραπέζι, ψαχουλεύει στα χαρτιά για να βρει κάποιο φύλλο. Το βρίσκει και διαβάζει.)

Ναι, αυτό, ότι επειδή πονώ για λογαριασμό μου, γι’ αυτό πονώ και για τους άλλους. Αλλά και για έναν άλλο λόγο, Ορέστη, επειδή γνώρισα τον Αίγισθο… αυτός μ’ έμαθε να καταλαβαίνω τους άλλους.

        Ας έρθω λοιπόν στην ενοχή μου για τον Αίγισθο… Θα βρεις χίλιους ανθρώπους στο Άργος που θα σε βεβαιώσουν ότι δεν τον έφερα εγώ στις Μυκήνες. Ο λαός τον ήθελε, Ορέστη, κι ο λαός τον έφερε. Αλλά για να μην νομίζεις ότι αρχίζω με δικαιολογίες, σου λέω αμέσως-αμέσως ότι πιό πολύ απ’ όλους ήθελα εγώ να ‘ρθει. Από τότε που τον είχε εξορίσει ο πατέρας σου, ζούσε αποτραβηγμένος σε μιά ερημιά στον Πάρνωνα. Όσοι τον είχαν συναντήσει μιλούσαν για ένα σοφό, μοναχικό άνθρωπο. Όταν τον ρώτησαν τί προμηνάει η κατάσταση που δημιούργησε ο πόλεμος, είπε: «η Τροία θα είναι το τέλος του Άργους».

   Και ήταν καιρός πιά να το πει κάποιος καθαρά, ο πόλεμος που δεν έλεγε να τελειώσει ξεζούμιζε τη χώρα. Σε ποιόν άλλον θα ΄στρεφαν οι Αργίτες τα μάτια τώρα πού καταριόντουσαν και τον πόλεμο και τον Αγαμέμνονα; Έστειλα ανθρώπους που τον ήξεραν από παλιά και του ζήτησαν να ‘ρθει. Άφησε την ακίνδυνη ζωή στο βουνό και ήρθε στις Μυκήνες. Μόνος, άοπλος, με μόνη ακολουθία τις ιδέες του, το θάρρος του και τη μεγάλη του καρδιά. Η πρώτη απόφασή του ήταν να σταματήσουν οι αποστολές στην Τροία. Και η πρώτη δήλωση στη συνέλευση, πώς θα ξέφευγε στον Πάρνωνα μόλις έφτιαχνε πάλι η ζωή στο Άργος και άμα εσύ, Ορέστη, έμπαινες στα δεκαοχτώ.

(Χουφτιάζει και με τα δυό χέρια μάτσο τα χαρτιά απ’ το τραπέζι, σηκώνεται… βηματίζει μπροστά, κάπου-κάπου της πέφτουν χαρτιά απ’ τα χέρια).

Γιέ μου, δύσκολα λέγονται τα πάντα από μια γυναίκα, και πιό πολύ από μιά μάνα στο παιδί της, αλλά πρέπει να τα ξέρεις κι αυτά από μένα την ίδια. Γιατί ενώ ο έρωτας για τη γυναίκα είναι ό,τι πιό ιερό, είναι κι ο πιό εύκολος τρόπος να τη διασύρουν. Τη χρονιά που ήρθε ο Αίγισθος στις Μυκήνες, ήμουν τριάντα έξι χρονών. Στην ηλικία που ο ποιητής τη λέει απόγεμα. Αν με ρωτούσε κανείς τότε «τί είναι η ζωή…;» θα του απαντούσα «μιά τιμωρία πού όλοι την ζουν και όλοι την κρατούν μυστική, που από την αρχή του κόσμου οι γονείς δεν τη φανερώνουν στα παιδιά τους, τα παιδιά τους στα δικά τους παιδιά, και η τιμωρία με το ψευδώνυμο ζωή συνεχίζεται». Τόσα ήξερα, τόσα έλεγα. Ο Αίγισθος μ’ έκανε ν’ αλλάξω ιδέα. Να δω πώς η ζωή δεν είναι βέβαια  ανθόσπαρτη όλες τις μέρες, αλλά ούτε σώνει και καλά μιά ισόβια θλίψη, ότι δεν είναι πάντα η μοίρα που μας κακομεταχειρίζεται… κάνουμε κι εμείς οι άνθρωποι κακή χρήση της μοίρας μας…

        Πρώτη η Ηλέκτρα έκαμε ό,τι μπορούσε για να φτάσουμε ως εδώ…! η Ηλέκτρα, αυτό το αιώνιο θύμα του πατέρα της.

        Έτσι προετοιμάστηκαν από μέρους τους αυτά που έμελλε να γίνουν μόλις θα γύριζε ο Αγαμέμνων. Αλλά και από μας. Γιατί ήρθαν πολλοί που πρότειναν στον Αίγισθο να φύγει πριν γυρίσει ο πατέρας σου. Είπε: «αν φύγω σαν τον κλέφτη, θα ‘χουνε δίκιο να με πούνε κλέφτη». Και ήταν αμετάπειστος. Τόσο αθώα ψυχή έχει, Ορέστη. Μοιραία συμφώνησα με ό,τι αποφάσισε, παρ’ όλο που έβλεπα πώς έκανε λάθος. Το ‘βλεπα πεντακάθαρα ποιο θα ήταν το τέλος. Θα γλίτωνε όποιος χτυπούσε πρώτος.

        Την απόφαση την πήρα εγώ, όχι ο Αίγισθος. Αναγκάστηκα να την πάρω. Θα ‘δινα και τη ζωή μου για να σώσω το δάσκαλό μου, τον έρωτά μου, τον άντρα μου. Που  εγώ τον κάλεσα στις Μυκήνες κι ήμουν υπεύθυνη για τη ζωή του. Δεν του είπα τί απόφαση πήρα, όλα εγώ τα έκαμα με τους δικούς μου έμπιστους. Ο Αίγισθος τα έμαθε όταν πιά είχαν όλα τελειώσει. Αλλά τελειώσει μόνο για τον Αγαμέμνονα, όχι και για μας. Στις Μυκήνες οι άλλοι είναι πάντα πιό δυνατοί…

(Βηματίζει αφηρημένη προς το προσκήνιο, τα χαρτιά που κρατούσε της γλιστρούν λίγα-λίγα απ’ τα χέρια, σκορπάνε στο πάτωμα.)

        Τώρα είναι στο δωμάτιό του, το ακριανό που βλέπει προς τη θάλασσα. Μπορεί να μην έχει κοιμηθεί ακόμα, κάθεται και διαβάζει μέχρι αργά, ξεχνάει να φάει. Πρίν αρχίσω να σου γράφω, του πήγα ζεστό κρασί, τυρί, καρύδια και παξιμάδια, κάτι τέτοια του αρέσουν. Από κείνον πήρα το χαρτί για το γράμμα… και δεν μείναμε και πολλά φύλλα… λες να μή μου φτάσουνε; Ήταν περιττό να σου γράψω και τί του αρέσει να τρώει, αλλά τώρα πάει, αν τα σβήσω, θα μουντζουρώσω τη σελίδα και θα αναρωτιέσαι κιόλας τί ήταν αυτά που έσβησα. Και εκτός αυτού, ποιός ο λόγος…; Ναι, γιέ μου, αγαπώ τον Αίγισθο, αν τον είχες γνωρίσει, θα καταλάβαινες… να γιατί λέω ότι αυτός με γέννησε, μου ‘δωσε φως, αν τον αφήνανε ανεμπόδιστο, θα μπορούσε να γεννήσει ένα ολόκληρο άλλο Άργος, να σου παραδώσει άλλες Μυκήνες, καθαρές επιτέλους και ήσυχες… Δεν έγινε, κι ούτε μπορεί πιά να γίνει. Είχαμε κάνει τάμα να μη χυθεί πιά σταγόνα αίμα. Δεν το ξεφύγαμε. Τώρα μας έχουν κυκλώσει από παντού. Αποχαιρετήσαμε το όνειρο να φύγουμε και να ζήσουμε ήσυχα στον Πάρνωνα. Και περιμένουμε…

(Ξανάρχεται στο τραπέζι και γράφει. Ταυτόχρονα ανοίγει αθόρυβα η πόρτα και εμφανίζεται η ΗΛΕΚΤΡΑ που παραμερίζει για να περάσει ο ΟΡΕΣΤΗΣ. Ή ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ συνεχίζει ανύποπτη.)

        Τελειώνω, Ορέστη, έγραψα ό,τι είχα να σου πω. Όμως… προς Θεού, μην παρασυρθείς κι εσύ απ’ τα καμώματα του παππού σου και του  πατέρα σου! ελευθερώσου, Ορέστη. Και ακόμη, γιέ μου, σώσε την Ηλέκτρα μας, δε φταίει η αδελφή σου. Ό,τι κι αν έχει κάμει, συγχώρησέ την. Διάβασέ της το γράμμα μου και εξήγησέ της ότι ποτέ, μα ποτέ…

   (Ο ΟΡΕΣΤΗΣ την έχει πλησιάσει και σαν να κρατά με τα δυό χέρια μαχαίρι ετοιμάζεται να τη χτυπήσει. Τα φώτα σβήνουν στην τελική κίνησή του.)

            ΤΕΛΟΣ

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ, ΘΕΑΤΡΟ. ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄ ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ. Εκδόσεις Κέδρος, 4, 1994, σελίδες 240. «ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ», σελ. 23-36.

Σχετικά

        ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

    (Νάξος 2/12/1921-Αθήνα 29/3/2011)

     Δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατό του.

     Ο ΣΤ΄ τόμος των Θεατρικών Απάντων του σημαντικότερου Νεοέλληνα Θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη (Νάξος 2/12/1921- Αθήνα 29/3/ 2011) αφιερώνεται όπως μας λέει ο ίδιος: « Ο τόμος αυτός αφιερώνεται στον Κάρολο Κούν, στον φίλο, στον συνεργάτη, στον δάσκαλο». Ο τόμος Περιλαμβάνει:

-ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Ο μύθος των Ατρειδών στο νεότερο θέατρο (*), σ.11-18

[*Το εισαγωγικό κείμενο «Ο μύθος των Ατρειδών» του Θεατρολόγου καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης κυρίου Νικηφόρου Παπανδρέου αναδημοσιεύεται από το Πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου για την παράσταση του τρίπτυχου «Ο Δείπνος». Τα τρία μονόπρακτα τα οποία αποτελούν την σύγχρονη εκδοχή του Αρχαίου Μύθου των Ατρειδών είναι: -ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ, - Ο ΔΕΙΠΝΟΣ, - ΠΑΡΟΔΟΣ ΘΗΒΩΝ. Το θεατρικό αυτό τρίπτυχο παραστάθηκε  για πρώτη φορά στη ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ του ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ κατά την χειμερινή περίοδο 1992-1993. Το δεύτερο στη σειρά μονόπρακτο Ο ΔΕΙΠΝΟΣ δανείζει τον τίτλο στην παράσταση. Την επίβλεψη, την διδασκαλία και την σκηνοθεσία του έργου είχε ο ίδιος ο έμπειρος θεατρικός  συγγραφέας. Βοηθός σκηνοθέτης ήταν η Μαρία Κωνσταντάρου. Τα Σκηνικά και τα Κουστούμια ήταν της Ντόρας Λελούδα και την Μουσική συνέθεσε η Ολυμπία Κυριακάκη.]

-Σημείωμα του συγγραφέα για την παράσταση του τρίπτυχου «Ο Δείπνος», σελ. 19-20

    «Όταν το θέατρο γίνει ζωή σου, σκέψη σου, μοίρα σου, μοίρα σου, τα όρια ανάμεσα στον κόσμο της καθημερινής σου ζωής και στον κόσμο που ζούν η Κλυταιμνήστρα, ο Άμλετ, η κυρία Άλβινγκ, παύουν να υπάρχουν. Ζείς ταυτόχρονα και μέσα στην ανθρωπότητα αυτή του Θεάτρου και τη νιώθεις το ίδιο υπαρκτή όσο και την άλλη. Συχνά μάλιστα οι εμπειρίες και οι γνώσεις σου από αυτήν διαφωτίζουν και ξεδιαλύνουν διφορούμενες παρατηρήσεις σου, καταστάσεις και προβληματισμούς που έχεις βιώσει. Η σχέση σου με τα θεατρικά πρόσωπα δεν είναι λόγια, γίνεται ανθρώπινη σχέση. Αυτή άλλωστε η διαρκώς ανανεούμενη ζωντανή σχέση μαζί τους είναι η απόδειξη της αιωνιότητάς τους. Και αυτός είναι και ο λόγος που η χρήση καταστάσεων και χαρακτήρων, παρμένων από τραγικούς μύθους, μπορεί να κάμει αμέσως οικεία και σαφή στο θεατή τα τωρινά που επιχειρείς να πεις.

        Μια τέτοια ανθρώπινη σχέση, τωρινή σχέση μαζί τους, έκαμα χρήση των θεατρικών προσώπων που θα δείτε σ’ αυτή την παράσταση. Και-περιττό ίσως να το λέω-ούτε κατά διάνοια ή αφελής σκέψη να αναπαραγάγω «τραγωδία». Ο μονόλογος και τα δύο μονόπρακτα που με γενικό τίτλο Ο Δείπνος παρουσιάζονται στη Νέα Σκηνή, ανήκουν σε μιά σειρά οκτώ μικρού μήκους έργων που  έγραψα τα τελευταία δύο χρόνια. Σε όλα αυτά θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός «σπουδές και απόπειρες», χαρακτηρισμός που εξηγεί και την πρόθεσή μου.

        Όπως συμβαίνει πάντα, το ερέθισμα γι’ αυτά που γράφουμε προϋπάρχει, συχνά και δεκαετίες, την ώρα που πιάνουμε χαρτί και μολύβι για να τα δουλέψουμε. Ο μονόλογος Γράμμα στον Ορέστη βούιζε πολλά χρόνια μέσα μου. Και αφορμή ήταν το ότι κάθε φορά πού έβλεπα παραστάσεις της Ορέστειας, της Ηλέκτρας, ήμουνα πάντα με το μέρος της Κλυταιμνήστρας. Αυτήν κατανοούσα, αυτήν εδικαίωνα, την ένιωθα σαν τη μεγάλη αδικημένη, έγινε ένα απ’ τα πιό αγαπημένα μου και κοντινά «θεατρικά» πρόσωπα. Η λατρεία που είχα για τους γονιούς μου, το πιστεύω μου για το πατρικό σπίτι, η ψυχροπολεμική εποχή στην οποία ζήσαμε, σίγουρα αιμοδότησαν με προσωπικά μου συναισθήματα αυτά που η Κλυταιμνήστρα νιώθει και προσπαθεί να γράψει στον Ορέστη.

        Το μονόπρακτο Ο Δείπνος γράφτηκε μετά το Γράμμα στον Ορέστη και είναι γέννημά του, σαν ιδέα. Λέει σε κάποια στιγμή ο Αίγισθος «ζούμε για να κάνουμε, πεθαίνουμε για να σκεφτόμαστε». Η φράση αυτή μου ήρθε στο νου όταν τέλειωνα το μονόλογο της Κλυταιμνήστρας. Στη συνέχεια σκέφτηκα πώς θα ταίριαζε στο στόμα του Αίγισθου… Θα μπορούσε να το λέει νεκρός στο νεκρό Αγαμέμνονα…. Πότε και πού;… κάπου που ανταμώνουν όλοι οι Ατρείδες, νεκροί και ζωντανοί, όταν πιά όλα έχουν γίνει και, αντί να τους χωρίζει, τους ενώνει το τίποτα που τους απόμεινε.

        Και το μονόπρακτο Πάροδος Θηβών βούιζε πολλά χρόνια μέσα μου. Ξεκίνησε απ’ τη σκέψη πώς στις τωρινές παραστάσεις τραγωδίας λείπει ένας δεύτερο χορός. Ο χορός της φτωχολογιάς, των μεροκαματιάρηδων. Εκείνων πού, με μόνη ενοχή την ανελέητη ανάγκη του μεροκάματου, βρίσκονται να έχουν κοινή μοίρα με τους αφέντες τους. Κοινή, και έως καταστροφής και αυτοί. Αλλά αυτοί για ένα κομμάτι ψωμί.

        Η παράσταση του Δείπνου στη Νέα Σκηνή είναι δική μου επιλογή-και με επιμονή. Την οικειότητα σκηνής και πλατείας που δημιουργείται στη μικρή της αίθουσα την είδα σαν ένα ουσιαστικό συντελεστή σ’ αυτήν ειδικά την παράσταση.»

          ΙΑΚΩΒΟΣ  ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ  

Ακολουθούν τα Έργα

-ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ, σελ.23-36

-Ο ΔΕΙΠΝΟΣ, σελ. 37-68

Πρόσωπα του έργου και πρώτοι διδάξαντες ηθοποιοί:

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Τάκης Βουλαλάς

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Μαρία Κεχαγιόγλου

ΑΙΓΙΣΘΟΣ: Χαράλαμπος Χατζηδάκης

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ: Όλγα Αλεξανδροπούλου

στην ηλικία που θανατώθηκαν αλλά χωρίς τίποτα το νεκρικό στην όψη

ΟΡΕΣΤΗΣ: Δημήτρης Λιγνάδης

ΗΛΕΚΤΡΑ: Ελισάβετ Γιαννοπούλου

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ: Ελένη Παναγιώτου

Και οι τρείς νέοι ακόμα, δείχνουν εντούτοις πρόωρα γερασμένοι και πιό φθαρμένοι απ’ τους νεκρούς ψυχικά.

ΦΟΛΟΣ: Ιάκωβος Ψαρράς

ένας μεσήλικας αγρότης, ο κατά Ευριπίδην  συμβατικός σύζυγος της Ηλέκτρας  

-ΠΑΡΟΔΟΣ ΘΗΒΩΝ, σελ. 69-90

Πρόσωπα του έργου και πρώτοι διδάξαντες ηθοποιοί:

ΗΘΟΠΟΙΟΣ και

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ:  Ντίνος Δουλγεράκης

ΦΥΛΑΚΑΣ:  Ιάκωβος Ψαρράς

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ:  Μαρία Κωνσταντάρου

ΚΟΡΗ ΤΟΥΣ:   Βίκυ Πρωτογεράκη

ΘΕΡΑΠΩΝ:  Σπύρος Κωνσταντόπουλος

-ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΙΨΕΝ, σελ. 93-139

-Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ μια συνομιλία και μη συνομιλία ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, σελ. 141-156

-ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ…; σελ. 157-174

-Ο ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΚΛΩΠΕΣ Ή Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ μιά σύντομη και αφελής νυχτερινή κωμωδία, σελ. 175-202.

Ο τόμος συνοδεύεται με κείμενα των:

-ΘΟΔΩΡΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Μύθος και διακειμενικότητα στη δραματουργία του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σελ.203-226

Και

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ «Ο ΔΕΙΠΝΟΣ» σελ. 227-240.

[1., ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, «ΤΑ ΝΕΑ», Απρίλιος 1993, σελ. 229-230.

2., ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», Απρίλιος 1993.

3., ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ, «ΕΘΝΟΣ», Απρίλιος 1993, σελ. 233-234.

4., ΠΕΡΣΕΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ, «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ», Απρίλιος 1993, σελ. 234-236

5., ΒΑΪΟΣ ΠΑΓΚΟΥΡΕΛΗΣ, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ» Μάρτιος 1993, σελ. 236-238

6., ΘΥΜΕΛΗ, «Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», Μάρτιος 1993, σελ. 238-240.].

Μεταξύ των σελίδων 82-83 δημοσιεύονται 16 ασπρόμαυρες (ένθετες) φωτογραφίες από την παράσταση των τριών μονόπρακτων. (Οι φωτογραφίες από την παράσταση του τρίπτυχου «Ο Δείπνος» είναι του Στούντιου ΔΕΛΤΑ.

Σημειώνουμε:

-Κάθε τόμος των Θεατρικών Απάντων του Ιάκωβου Καμπανέλλη που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Κέδρος» συνοδεύεται και από ενδεικτικές κριτικές για τις παραστάσεις ή κείμενα που ψηλαφούν τις διακειμενικές του συγγένειες, τις αναφορές του, τις επιρροές του και τα εξελικτικά στάδια της θεατρικής του δραματουργίας. Όπως στην δεδομένη περίπτωση των τριών μονόπρακτων στην σύγχρονη και μοντέρνα διαπραγμάτευση του «Μύθου των Ατρειδών». Ο κύκλος της αρχαίας ιστορικής αφήγησης του «Μύθου των Ατρειδών» και των Οικογενειακών Προσώπων που την αποτελούν και τις διάφορες καταστάσεις και γεγονότα που απορρέουν από αυτόν, έχει επηρεάσει και επιδράσει σε συγγραφείς, έλληνες και ξένους, πέρα από τον καθαυτό Θεατρικό χώρο και θεατρικούς συγγραφείς. Η μνήμη τους όπως και του έτερου μεγάλου κύκλου της Αρχαίας Τραγωδίας του «Κύκλου των Λαβδακιδών» επέδρασε και απασχόλησε ποιητές και πεζογράφους, διηγηματογράφους, εικαστικούς κλπ. Είναι δεκάδες τα έργα των συγγραφέων από την Αναγέννηση και δώθε στον ευρωπαϊκό θεατρικό χώρο που έχουν σαν θέμα τους δύο αυτούς αρχαίους θρησκευτικούς κύκλους της αρχαίας τραγωδίας. Από φιλοσόφους όπως ο Βολταίρος μέχρι θεατρικούς συγγραφείς όπως ο Ρακίνας, και από τους θεατρικούς δραματουργούς του 20ου αιώνα όπως ο αμερικανός δραματουργός Ευγένιος Ο. Νηλ και το έργο του «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (Ο γυρισμός- οι κυνηγημένοι-οι στοιχειωμένοι» μετάφραση στα ελληνικά από την πειραιώτισσα ηθοποιό Δέσπω Διαμαντίδου, εκδ. Δωδώνη 1986 νούμερο 90/91 έως το θεατρικό έργο του υπαρξιστή φιλοσόφου Ζαν Πωλ Σαρτρ «Οι Μύγες» σε εισαγωγή και μετάφραση Γιώργου Πρωτόπαπα, εκδ. Δωδώνη 1987 νούμερο 89 η θεατρική παράδοση είναι ενιαία στην μεταφορά στα καθ’ ημάς των αρχαίων τραγωδιών στην πάντα σύγχρονη και καινοτόμα ανάπλασή τους. Από την πλευρά των ελλήνων δραματουργών να υπενθυμίσουμε δύο ενδεικτικές περιπτώσεις ελλήνων θεατρικών συγγραφέων (που έχω διαβάσει) δίχως να περιοριζόμαστε μόνο σε αυτά τα δύο ονόματα και έργα. Την τριμερή τραγωδία «ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ» του Κώστα Μαρίνη, Αθήνα 1939 (η τραγωδία όπως μας λέει ο Μεσήνιος καθηγητή Κώστας Μαρίνης γράφτηκε όταν υπηρετούσε στρατιώτης στην Μικρά Ασία και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καλαματιανή εφημερίδα «Λαϊκή Φωνή» σε τριάντα εφτά συνέχειες). Η δεύτερη περίπτωση είναι του γνωστού διπλωμάτη και ποιητή Αλέξανδρου Μάτσα. Ο Αλέξανδρος Μάτσας διαπραγματεύεται τον αρχαίο μύθο το 1945 και συνθέτει την τρίπρακτη «Κλυταιμνήστρα» του. Το 1959 γράφει το έργο «Κροίσος» και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Γαλαξία» της Ελένης Βλάχου σε έναν τόμο νούμερο 49 «Αλέξανδρου Μάτσα, Θέατρο» Αθήνα 1962. Όπως γράφει το Μάτσας «Η Κλυταιμνήστρα εδιδάχθη εις το Βασιλικόν Θέατρον Αθηνών κατά την χειμερινήν περίοδον 1956-1957. Αμφότερα τα έργα μεταδόθησαν από τα θεατρικά προγράμματα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών». Και στην ελληνική θεατρική παραγωγή των σύγχρονων χρόνων είναι σημαντική. Αξιοσημείωτη επίσης είναι και η ανάπλαση του αρχαίου μύθου «Ορέστεια» ή μεμονωμένων ηρώων όπως ο Ορέστης, η Κλυταιμνήστρα, ο Αγαμέμνων, η Ηλέκτρα, η Χρυσόθεμις κλπ. από έλληνες πεζογράφους και κυρίως ποιητές με την προεξάρχουσα περίπτωση του αγωνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσου και την εξαιρετική του «Τέταρτη Διάσταση» που, δεν προκάλεσε και προκαλεί ακόμα αίσθηση και συγκίνηση είτε όταν διαβάζονται τα ποιητικά αυτά θεατρόμορφα έργα μεμονωμένα, είτε όταν παρουσιάζονται σε θεατρικές σκηνές. Ας μας επιτραπεί να μνημονεύσουμε ενδεικτικά ένα ακόμα όνομα από τα δεκάδες των ελλήνων ποιητών που υιοθέτησαν ως ποιητικός τους θέμα σε συλλογές τους την Κλυταιμνήστρα τον φιλόλογο και καθηγητή Σταύρο Βαβούρη ο οποίος-σε συζητήσεις του δεν έπαυε να αναφέρεται στον «Μύθο των Ατρειδών» και τα πρόσωπά του, που επέδρασαν και στην δική του ποιητική φωνή. Είναι γνωστό όχι μόνο στους σταθερούς ή «φανατικούς» θεατρόφιλους ότι κυκλοφορούν δεκάδες μελέτες που εξετάζουν το θέμα μέχρι σήμερα. Στο διαδίκτυο μάλιστα συναντά ο όποιος ενδιαφερόμενος αρκετές ιστοσελίδες που έχουν διαμερισματοποιήσει ανάλογα τον αρχαίο ήρωα ή ηρωίδα (Ορέστης, Κλυταιμνήστρα, Ηλέκτρα) και αντιγράψει απόσπασμα ή το σχετικό ποίημα παλαιότερων και νεότερων δημιουργών. Συναντά κανείς και τις δύο διδακτορικές διατριβές της κυρίας Μαριάνθης Καλύβας, «Οι Μεταμορφώσεις του Μύθου των Ατρειδών στο Νεοελληνικό Μεταπολεμικό Θέατρο» Πάτρα 2022 και της κυρίας Ευσεβίας Χασάπη- Χριστοδούλου, «Η Αρχαιοελληνική Μυθολογία στο Νεοελληνικό Δράμα» Αθήνα 1997. Πολλές άλλες μελέτες και έρευνες πάνω στην Αρχαία Τραγωδία και τους τρείς αρχαίους τραγικούς (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) συναντά κανείς στις προσθήκες των βιβλιοπωλείων ή σε παλαιοπωλεία μια και η ελληνική και διεθνής Βιβλιογραφία και Αρθρογραφία συνεχίζεται ακάθεκτη και πλουτίζει τις νέες οπτικές της ερμηνείας τους και έρευνες.

Μνημονεύω τα παραπάνω για να δηλώσω ότι τα ερευνητικά, βιβλιογραφικά εργαλεία που διαθέτουμε στις μέρες μας είναι χιλιάδες, αυτό σημαίνει ότι θα είναι μάλλον αντιγραφικός πλεονασμός εκ μέρους μου να επεκταθώ στο θέμα, αφού, όταν παρακολούθησα τον «Δείπνο» σε ελληνικές σκηνές δεν ασχολήθηκα περαιτέρω ούτε έγραψα θεατρική κριτική που θα δήλωνε την αίσθηση που μου έκανε η παράσταση και μάλιστα του δεύτερου μονόπρακτου, του «Δείπνου» όπου κυριαρχεί σε δύο επίπεδα η συνομιλία των ηρώων τόσο των ζωντανών όσο και των νεκρών σε αυτό της εμπνευσμένης σύλληψης σύγχρονο Νεκρόδειπνο ή διπλού Μυστικού Δείπνου. Θα περιοριστούμε λοιπόν σε σημειώσεις μας στο περιθώριο των σελίδων του μονόπρακτου «Γράμμα στον Ορέστη» και σε άτακτες σε φύλλο με εκφράσεις, προτάσεις, λόγια, σκέψεις, απόψεις θέσεις, του ανθρωπιστή και φεμινιστή Ιάκωβου Καμπανέλλη που μας άρεσαν, τις βρήκαμε ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες, και άξιες μνημόνευσης σε αυτό το Θέατρο μέσα στο Θέατρο που οικοδομεί αυτός ο ανεξάντλητος σε θεατρική μαγεία και ταλέντο όχι μόνο θεατρικός συγγραφέας αλλά και στιχουργός και ποιητής και πεζογράφος. Ο έλληνας αγωνιστής πατριώτης που κρατήθηκε ως αιχμάλωτος την περίοδο του Πολέμου και της Κατοχής και στάλθηκε ως κατάδικος πρώτα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Inzersdorf της Βιέννης και κατόπιν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης αιχμαλώτων Mauthausen. Ο έλληνας πατριώτης απελευθερώθηκε από τα αμερικανικά στρατεύματα στις 5 Μαϊου του 1945. Τις φριχτές αυτές βιωματικές του εμπειρίες τις κατέγραψε κατόπιν στο πεζό του «Μάουτχάουζεν» και στους εξαιρετικούς στίχους που έγραψε και κυκλοφόρησαν σε δίσκο το 1966 σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη.  Το 2020 από τις εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφόρησε ένας ενδιαφέρον τόμος σε φροντίδα και επιμέλεια του συγγραφέα Θάνου Φωσκαρίνη με την συνεργασία της κόρης του ποιητή Κατερίνας Ι. Καμπανέλλη. Ο τόμος που έχει τίτλο Ιάκωβος Καμπανέλλης, «ΑΚΟΥΣΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΚΙ ΕΛΑ» τραγούδια και ποιήματα, συγκεντρώνει τον δημοσιευμένο και αδημοσίευτο έμμετρο λόγο και τους στίχους των τραγουδιών του Ιάκωβου Καμπανέλλη καθώς και από αδημοσίευτα χειρόγραφά του που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του μετά την απώλειά του. Η δουλειά είναι εξαιρετική και ο έπαινος στους συντελεστές της είναι αυτονόητος. Όπως γνωρίζουμε, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης που μας δίδαξε καλό ελληνικό θέατρο ζητώντας παράλληλα την συμμετοχή μας και τις απόψεις ημών των θεατών σε ό,τι νέο θεατρικά μας πρότεινε και παρακολουθούσαμε στις ελληνικές σκηνές, έγραψε και σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, διασκεύασε έργα και έγραψε στίχους των τραγουδιών των θεατρικών και κινηματογραφικών παραστάσεων καθώς και αυτοτελώς ποιήματα. Ο Νάξιος δραματουργός δεν είναι μόνο γνωστός από την κλασική «Αυλή των Θαυμάτων», το θρυλικό «Το Παραμύθι χωρίς Όνομα» ή το αντιστασιακό του έργο που παίχτηκε από τον Θίασο της Τζένης Καρέζης και του Κώστα Καζάκου την τελευταία περίοδο της χούντας «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» με την αντρίκια φωνή του Νίκου Ξυλούρη να ερμηνεύει στίχους του σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου αλλά και από την πασίγνωστη αγαπητή μας «Στέλλα» με την ελληνίδα τελευταία θεά Μελίνα Μερκούρη, τον Γιώργο Φούντα, την Βούλα Ζουμπουλάκη, τον Κώστα Κακαβά, τον Διονύση Παπαγιανόπουλο και άλλους εκλεκτούς συντελεστές. Ο ελληνικός λαός από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 δεν έρχεται σε επαφή με τον ηθοποιό πρώτα και κατόπιν θεατρικό συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη γιού μιας πολύτεκνης οικογένειας της Νάξου τους Στέφανου Καμπανέλλη από τα 9 παιδιά της οικογένειας ο Ιάκωβος είναι το 6 στην σειρά και της Αικατερίνης Λάσκαρης. Οι πρόγονοι της οικογένειάς του κατάγονται από το Αϊβαλί Μικράς Ασίας και ο προπάππους του είχε το επίθετο Θαλασσινός και επειδή ήταν κωδωνοκρούστης πήρε το επίθετο Καμπανέλλης, η δε μητέρα του κατάγονταν από παλαιά αρχοντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Με τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένειά του, κλείνει το φαρμακείο του πατέρα του εγκαθίσταται οικογενειακός στην Αθήνα περιοχή του Μεταξουργείου και σπουδάζει στη Σιβιτανίδειο οικοδόμος σχεδιαστής. Μετά την αποφοίτησή του από την σχολή εργάζεται ως σχεδιαστής 1938-1942 στην Εταιρεία ΓΕΤΕ Αφοί Αργυρόπουλοι ΑΕ. Το μεγάλο πάθος του για το Θέατρο τον κερδίζει και έτσι αυτό το «παιδί φανατικό για Θέατρο» που δεν κατόρθωσε να πάρει απολυτήριο Γυμνασίου  στρέφεται προς την συγγραφή Θεατρικών Έργων παρακολουθεί εκατοντάδες θεατρικές παραστάσεις της εποχής του και γίνεται ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς θεατρικούς συγγραφείς της Ελλάδας και αναγνωρισμένος και καταξιωμένος διεθνώς. Και μόνο το «ΕΠΙΜΕΤΡΟ» ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ 1921-2011 ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ» σελίδες 275-308 που ύφανε με εξαιρετική επιμέλεια και αγάπη ο συγγραφέας Θάνος Φωσκαρίνης Μάρτιος 2019- Ιανουάριος 2020 βασιζόμενος σε 11 Βιβλιογραφικές πηγές και στο Προσωπικό Αρχείο του Καμπανέλλη που του παραχώρησε η κόρη του, και ανιχνεύσουμε τα χρονολογικά ίχνη της καλλιτεχνικής και συγγραφικής του πορείας θα θαυμάσουμε το φτωχόπαιδο από τη Νάξο, τον έλληνα πατριώτη και εξόριστο και φυσικά τον μάγο θεατρικό συγγραφέα και στιχουργό, του οποίου αρκετά τραγούδια έχουμε τραγουδήσει ίσως δίχως να γνωρίζουμε ότι είναι δικά του. Όπως και νάχει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είναι μία ζώσα πολιτιστική παρουσία της χώρας μας, και είναι ακόμα λίγα αυτά που έχουν γραφεί για τον ίδιο και το πολύπλευρο έργο του ενδέχεται να υπερβαίνει ακόμα και τον ογκώδη τόμο που έγραψε και εξέδωσε για τον Ι. Κ. ο ιστορικός του Θεάτρου και ποιητής Βάλτερ Πούχνερ.

        Ας αντιγράψουμε ορισμένες από τις φράσεις και προτάσεις του που φανερώνουν την ανθρωπιστική διάθεση της γραφής του, την χριστιανικών αποχρώσεων φωνή του, την λαϊκή του φόρμα και την παρουσία του ισότιμα όλων των θεατρικών του ηρώων, ελλήνων προερχόμενων από τις προλεταριακές τάξεις, τις ανάγκες, τα όνειρα, τα οράματα και τις προσδοκίες του. Και παράλληλα, την ανάδειξη της θέσης της γυναίκας, την ανάδειξη των κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει μέσα στον χρόνο μέσα στην Κοινωνία και την Οικογενειακή της Εστία. Τις πανάρχαιες εθιμικές αντιλήψεις περί διαφοράς του άντρα από την γυναίκα, την ανωτερότητα του αρσενικού έναντι της κατωτερότητας του θηλυκού. Αυτήν την εθιμική και κοινωνική κρούστα και αντιλήψεις προσπαθεί να θραύσει με την φωνή της Κλυταιμνήστρας ο Καμπανέλλης στα μονόπρακτα αυτά. Η δικαιολόγηση της Κλυταιμνήστρας, της γυναίκα και μάνας, ερωμένης προέρχεται από την ίδια την εξομολόγησή της και τα όσα γράφει στον γιό της Ορέστης που προετοιμάζεται να σκοτώσει εκδικούμενος τον θάνατο του πατέρα του με την παρότρυνση της αδερφής του Ηλέκτρας. Η εξομολογητική φωνή, η απολογητική της Βασίλισσας Μητέρας Κλυταιμνήστρας ανατρέπει τις αντιλήψεις μας για την εικόνα που τις έδωσαν οι αρχαίοι τραγικοί και η μυθολογική της περιβολή. Ο Αγαμέμνων παρουσιάζεται σαν ένας σκληρός και αυταρχικός στρατιωτικός ο οποίος το μόνο που έμαθε να πράττει είναι να διεξάγει πολέμους και να απατά την γυναίκα του, όντας μέθυσος και μπερμπάντης. Η πατρική του αντίληψη και επιθυμία να γεννοβολά η γυναίκα του μόνο αρσενικά παιδιά- κάτι που σαν κοινωνική αντίληψη είναι ακόμα παρούσα μέσα στην ελληνική κοινωνία και πατριαρχικές οικογένειες-κυρίως της επαρχίας-τον καθιστά ακόμα πιο βίαιο και με «αποκρουστικό» πρόσωπο και συμπεριφορά. Από την άλλη, ο Αίγισθος είναι η αφορμή για να ελευθερωθούν οι προσωπικής της χειραφέτησης δυνάμεις της μάνας και ερωμένης Κλυταιμνήστρας η οποία αναλαμβάνει και την ευθύνη για όσα έχουν συμβεί και εκφράζει ανοιχτά την αντίθεσή της στην εκστρατεία των Ελλήνων και τον Πόλεμο στην Τροία. Το μητρικό της ένστικτο δεν περιορίζεται μόνο στην άκαιρη θυσία της δικής της κόρης της Ιφιγένειας αλλά και των γυναικών μανάδων της Τροίας. Ο φόβος της ακόμα μην τυχόν καταδικαστεί η κόρη της Ηλέκτρα για τον δικό της φόνο ανατρέπει τα μέχρι σήμερα δεδομένα δικαιολόγηση της πεισματικής και άκαρδης συμπεριφοράς της ηρωίδας Ηλέκτρα. Το ταμπλό της ψυχογραφίας των Ηρώων του Ιάκωβου Καμπανέλλη παραπέμπει στις εργασίες του Σίγκμουντ Φρόϋντα και τις εργασίες του πάνω στην Αρχαία Τραγωδία που ενστερνίστηκαν μεγάλο  μέρος των σύγχρονων ερμηνευτών και δείχνει την ευρεία όχι μόνο θεατρική του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ο θεατρικός του λόγος μοιάζει σαν να προαναγγέλλει κοινωνικές και άλλες παθογένειες που αντιμετωπίζουν στις μέρες μας αρκετές ελληνικές οικογένειες και ξεχωριστά το γυναικείο φύλο. Που θεωρείται ως κοινωνική αξία ως υπόδουλη και κτήμα του άντρα της. Αυτά τα πανάρχαια δεσμά προσπαθεί να σπάσει η θεατρική φωνή του Ιάκωβου Καμπανέλλη και να μας καταστήσει απολογούμενους στο πραιτόριο της συνείδησης του καθενός μας. Το Γράμμα στον Ορέστη έρχεται ως σύγχρονη απάντηση στον αρχαίο τραγικό λόγο να «ξεπλύνει» την σπίλωση του ονόματος Κλυταιμνήστρα μέσα στον χρόνο, όπως μας τον κληροδότησαν οι αρχαίοι. Αυθεντικός λαϊκός ο λόγος  Καμπανέλλη, γνήσιος, πηγαίος, φιλεύσπλαχνος, δίχως στασίδια αντικοινωνικών συμπεριφορών και καταστάσεων να αμαυρώνουν την αντρική θεώρηση της ματιάς του και γραφής του. Δεν ισοπεδώνει χαρακτήρες ο λόγος του, προσπαθεί να κατανοήσει και να φέρει στην σύγχρονη επιφάνεια την θετική όψη της ψυχής των ανθρώπων πέρα από τις εξωτερικές αντιδράσεις και ενέργειές τους. Τους δημόσιους ρόλους τους που τους επέβαλαν το πολιτικό, θρησκευτικό, οικονομικό σύστημα διαπαιδαγώγησής τους. Η αγωγή συμπεριφοράς του φύλου τους. Έχουμε την αίσθηση διαβάζοντας τα έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη ότι έχουμε αν στέκει ο όρος, μία «Θεατρική Ποιμαντική» δανείζομαι τον όρο «Ποιμαντική» από την εκκλησιαστική προβληματική και τα συνακόλουθα αποτελέσματά της στις συνειδήσεις των πιστών. Υπάρχει μία φράση από έργο του θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Σκούρτη, τους «Μουσικούς» όπως η μνήμη έχει συγκρατήσει. Λέει ο άντρας ήρωας: «Είναι γυναίκα μου και την κάνω οτιδήποτε θέλω». Μια θέση και μία φράση που ποτέ δεν θα διανοείτο να εκφέρει ή να υποστηρίξει η θεατρική φωνή του Καμπανέλλη, ο Καμπανέλλης δεν φλερτάρει με την εξουσία δεν χαϊδεύει τα αυτιά της, είναι ενάντια της. Έζησε στο πετσί του τις σκληρές της πλευρές πάνω στους ώμους του λαού του, βίωσε την σκληρότερη και περισσότερη απάνθρωπη όψη της, την στρατιωτική σαν κρατούμενος στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως.  Είναι ένας έλληνας πολίτης του κόσμου που μάχεται με τον λόγο και την γραφή του, την ικμάδα της σκέψης του και το θεατρικό του ταλέντο για πανανθρώπινα ιδανικά, της αλληλεγγύης, της φιλίας, της ισότητας των ανθρώπων και των φύλων, την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής μας. Τις ίδιες ευκαιρίες κοινωνικής εξέλιξης για τους άντρες και τις γυναίκες. Αυτή η αισιόδοξη αν και πονεμένη ματιά του είναι που πλάθει τον ορίζοντα τόσο των δικών του όσο και των δικών μας προσδοκιών για έναν άλλο δικαιότερο και ελεύθερο κόσμο. Όχι ως μία ρομαντική αναπόληση του μέλλοντος μέσα στην Ιστορία, μια αναστάσιμη προσδοκία σε κάτι που θα απολαύσουμε μετά την εδώ επίγεια παρουσία μας ως εγγύηση στα μεταφυσικά πιστεύω μας και στις αναφορές μας σε θρησκευτικά παλαιών προσδοκιών αρχέτυπα και σύμβολα. Αλλά στην πίστη σε μία σκληρή κοινωνική πραγματικότητα και αντίξοες συνθήκες όπου οι κοινωνικοί μας αγώνες και οι καθημερινές μας στάσεις απέναντι στις παθογένειες και στα πισωγυρίσματα της εκάστοτε εξουσίας θα αλλάξει το σκηνικό των ζωών μας και των επιλογών μας. Θα τις καταστήσει πιο ανθρώπινες, στα πραγματικά και όχι ιδεατά μέτρα του ανθρώπου και των αναγκών του. Αυτόν τον ορίζοντα προσδοκιών προσκομίζει η γραφή του, μέσα από τους διάφορους θεατρικούς κώδικες που χρησιμοποιεί, σκηνοθετικές τεχνικές και μεθοδολογικές προτάσεις στους ηθοποιούς που ερμηνεύουν τους ρόλους των ηρώων και ηρωίδων του. Συγγραφέα, κείμενο, γλώσσα, θέατρο, κοινωνία, πολιτικό σύστημα, θεατής και παράσταση κάθε φορά μιάς νέας προσέγγισης και ερμηνευτικού πλησιάσματος είναι η επαφή με το θέατρο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Πέρα από γνωστά στερεότυπα, αναπαραστατικά ερμηνευτικά προσωπεία είτε της πολιτικής είτε της θρησκευτικής εξουσίας. Όχι στα παρασκήνια αλλά πάνω στο σανίδι γινόμαστε συμμέτοχοι στο θέατρό του. Ο θεατής όπως και ο συγγραφέας, ακόμα και ο ερμηνευτής είναι ένας από τους πολλούς ρυθμιστές- διαμορφωτές της αντικειμενικότητας των όσων συμβαίνουν και των πραγμάτων και όχι της όποιας θεατρικής «καθαρμένης» αλήθειας της παράστασης που διαρκώς επαναγράφεται σε κάθε της παρουσία.

Γράφει:

«Το δράμα μας είναι πώς ενώ κανείς μας δε γεννήθηκε τέρας, κάνουμε τερατώδεις πράξεις».

«Ουσιαστικά την ζωή μου την αποχαιρέτησα απ’ την πρώτη μέρα που ήρθα στις Μυκήνες, μα αυτό κανείς άλλος δεν το ήξερε, γιατί δεν άφησα κανέναν να το καταλάβει, ήταν το μοιραίο μου μυστικό».

«Μου απαγόρεψε να ‘χω γνώμη για έναν πόλεμο που τον πλήρωσα με την Ιφιγένειά μου. Μα όσο πιο πολύ σου την απαγορεύουνε, τόσο πιο ανάγκη την έχεις… Άλλοτε δεν είχα γνώμη για τίποτα.»

«Για ποιό λόγο νεκρά τα παιδιά τους, παρά ηττημένα; Για ποιόν εχθρό; Που τον είδαν τον εχθρό;».

«…επειδή πονώ για λογαριασμό μου, γι’ αυτό πονώ και για τους άλλους».

«τι είναι η ζωή…;» θα του απαντούσα «μια τιμωρία που όλοι την ζουν και όλοι την κρατούν μυστική, που από την αρχή του κόσμου οι γονείς δεν την φανερώνουν στα παιδιά τους, τα παιδιά τους στα δικά τους παιδιά, και η τιμωρία με το ψευδώνυμο ζωή συνεχίζεται».

«Γιέ μου, δύσκολα λέγονται τα πάντα από μια γυναίκα, και πιο πολύ από μια μάνα στο παιδί της, αλλά πρέπει να τα ξέρεις και αυτά από μένα την ίδια. Γιατί ενώ ο έρωτας για την γυναίκα είναι ό,τι πιο ιερό, είναι κι ο πιο εύκολος τρόπος να τη διασύρουν.».

«Οι κοπέλες, Ορέστη, παντρεύονται για ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, να γίνουν σύντροφοι, μητέρες. Οι άντρες παντρεύονται για να κυριαρχούν».                        

        Η γραφή του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι στο παλαιό πολυτονικό σύστημα. Στην αντιγραφή των κειμένων-όπως συμβαίνει και με άλλες αναρτήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή- μεταφέρεται στο μονοτονικό. Κράτησα την ορθογραφία της έκδοσης του βιβλίου ακόμα και αν ελάχιστες φορές συνάντησα λαθάκια. Δεν άλλαξα διπλούς τύπους λέξεων, όπως το χρονικό επίρρημα «ακόμη- ακόμα».

-Είναι ευδιάκριτη η τεχνική το «Θέατρο μέσα στο Θέατρο» που υιοθετεί ο πολύπειρος και ταλαντούχος θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης. Και εξαιτίας του ότι την τραγική Βασίλισσα Μητέρα Κλυταιμνήστρα την βάζει να χρησιμοποιεί δύο τεχνικές στο μονόπρακτό του ο συγγραφέας, δηλαδή από την μία τον προφορικό λόγο, φαίνεται ότι απευθύνεται άμεσα στον αγαπημένο της γιό και δολοφόνο της Ορέστη, και από την άλλη σταματάει την ροή και του γράφει το Γράμμα σε διάφορα χρονικά στάδια μέσα στο δωμάτιό της, διαχώρισα την τυπογραφική μορφή, τις επεξηγηματικές προτάσεις και τις σκούρυνα. Κατά την αντιγραφή πρόσεξα να μεταφέρω τις τρείς τελείες (…) που έχουμε σε πολλές προτάσεις του έργου κάτι που σημαίνει ότι ο λόγος-γραφή συνεχίζεται στο χρόνο σύμφωνα με την θεατρική γραφή και σκηνοθετική σύλληψη του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Οι αναγνώστες των θεατρικών αυτών Μονόπρακτων-αλλά και άλλων του έργων-θα διαπιστώσουν ότι το Θέατρο του Καμπανέλλη εισάγει αρμονικά και ισορροπημένα ένα επιπλέον θεατρικό στοιχείο στην αρχιτεκτονική δομή των έργων του, την λαϊκή παρουσία και ζωή, τον λόγο και το αξιακό ανθρωπιστικό σύστημα αγωγής και δημόσιας συμπεριφοράς ατόμων προερχόμενα από τις λαϊκές τάξεις. Επώνυμα άτομα ή ανώνυμα συνήθως υπηρέτες που δεν διαφέρει η περιπέτεια της ζωής τους από τα άλλα μέλη και ήρωες που σπονδυλώνουν το έργο εμπλουτίζοντας τα υλικά του από διάφορες τάξεις στην οικοδόμηση των έργων του και στην διαμόρφωση του χαρακτήρα των μικρών και μεγάλων ηρώων του. Κάτι που αξίζει να προσεχθεί επίσης είναι ότι τα έργα και η γραφή του Καμπανέλλη δεν είναι μόνο έμπλεα ανθρωπιστικών μηνυμάτων και ελεήμονος συμπεριφοράς καθώς επαναδιαπραγματεύονται είτε αρχαίους μύθους είτε μοτίβα άλλων κοινωνικών σύγχρονων καταστάσεων, αλλά αν δεν λαθεύω, η ατμόσφαιρα που αποπνέει ο λόγος του είναι θα λέγαμε χριστιανικός. Δίχως να συγκαταλέγεται το Θέατρό του στο είδος του «Χριστιανικού Θεάτρου»  αναγνωρίζουμε συχνά στοιχεία του και του κλίματος του. Όπως στο τρίπτυχο «Γράμμα στον Ορέστη» που συνενώνει την έννοια της αρχαιοελληνικής Μοίρας με την έννοια της Αμαρτίας όπως προσδιορίζεται από την χριστιανική φιλοσοφία-θεολογική διδασκαλία στις ζωές των ανθρώπων τις ενέργειες και τις πράξεις τους. Τα ονόματα των αρχαίων Θεών ελάχιστα αναφέρονται (κυρίως στα ποιήματά του) ενώ το όνομα Χριστός και Παναγία συχνότερα. Αλλά αυτό το ζήτημα χρειάζεται άλλου είδους συνολική των έργων του έρευνα και εξέταση.

-Το φεμινιστικό στοιχείο στις ευρύτερες του κοινωνικές και ιστορικές διαστάσεις πρυτανεύει στα έργα του. Η Γυναίκα και οι ανάγκες της, ο ρόλος της μέσα στην κοινωνία, η ενεργητική της συμμετοχή στα κοινά ως μητέρα και ερωμένη ως τροφός φαίνεται ξεκάθαρα όπως και ο λόγος της Κλυταιμνήστρας που αγωνιά ενώ αγαπά υπερβολικά τον γιό της για τις κόρες της και τις ενέργειές τους και τις επιπτώσεις στις ζωές και τον χαρακτήρα τους.     

Ο σεμνός έλληνας πατριώτης αγωνιστής-Ιάκωβος Καμπανέλλης υπήρξε κρατούμενος πρώτα στο στρατόπεδο Inzersdorf στο γερμανικό ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Mauthausen, από την εισβολή των κατακτητών έως την απελευθέρωσή του 5/5/1945 από τον αμερικάνικο στρατό, ας μην λησμονούμε να το αναφέρουμε.

-Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ανανέωσε και εμπλούτισε το Νεοελληνικό Θέατρο όχι μόνο με την σύγχρονη διαπραγμάτευση του κύκλου του Μύθου των Ατρειδών αλλά και με τις υπόλοιπες λειτουργίες της δραματουργίας του και έδωσε νέα πνοή στο σύγχρονο μεταπολεμικό θέατρο ενσωματώνοντας στην διαδρομή του ότι πιο ουσιαστικό, αληθινό και απαραίτητο είχε να προσφέρει η ελληνική και παγκόσμια πραγματικότητα και οι τεχνικές της παγκόσμιας θεατρικής σκηνής.

        Τέλος, η απολογητική της εξομολογητικής φωνής της Κλυταιμνήστρας αξίζει να παραλληλισθεί με τις αντρικές και γυναικείες φωνές της ποιητικής σύνθεσης του Γιάννη Ρίτσου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026           

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Για την κριτική φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη

ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

 (1930-31/12/2013)

        Στο παρόν δεύτερο σημείωμα για την κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφράστρια Νόρα Αναγνωστάκη, μία από τις εξέχουσες γυναικείες φυσιογνωμίες της ελληνικής δοκιμιογραφίας και κριτικής, μεταφέρω το ποίημα που της αφιέρωσε ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και ορισμένες από τις κριτικές που γνωρίζω- και ανέφερα στο προηγούμενο σημείωμα- που μιλούν για την συγκεντρωτική έκδοση των «Δοκιμίων» της από τις εκδόσεις «Νεφέλη» και την καινοτόμα συμβολή της στην ανάδειξη της πρώτης Μεταπολεμικής Ποιητικής Γενιάς, και παράλληλα, την σημαντική προσφορά της στον Κριτικό λόγο της Ελληνικής Λογοτεχνίας και την παρουσίαση ποιητικών εκπροσώπων της Γενιάς του 1970, Γενιά της Αμφισβήτησης ή τρίτης μεταπολεμικής γενιάς. Πολύ ορθά οι κριτικοί των βιβλίων της κατά την συγκεντρωτική έκδοσή τους, επεσήμαναν την μεγάλη της πνευματική καλλιέργεια, τις ευρείες γνώσεις της όσον αφορά τα σύγχρονα-των χρόνων της-ιδεολογικά ρεύματα της ευρωπαϊκής κριτικής διανόησης, ιδιαίτερα της αγγλικής και γαλλικής ερμηνευτικής σχολής και προσέγγισης των λογοτεχνικών κειμένων και την εφαρμογή τους στην κριτική-δοκιμιακή εξέταση και ερωτηματικό προβληματισμό των κειμένων της. Μίλησαν για την όσφρηση λαγωνικού που διαθέτει. Οφείλουμε να μην παραβλέπουμε-ιδιαίτερα στις μέρες μας- το γεγονός ότι η κριτική και δοκιμιακή γραφή της Νόρας Αναγνωστάκη η συλλογιστική της εύρωστης σκέψης της κυοφορήθηκε και αναπτύχθηκε σε μία δύσκολη κοινωνικά και πολιτικά εποχή για την χώρα μας και την ελληνική κοινωνία. Αναφέρομαι στο επτάχρονο στρατιωτικό καθεστώς και στα πολιτικά και πνευματικά «απόνερα» των δεκαετιών πριν από αυτό του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και των διχαστικών προβολών τους τόσο μέσα στο κοινωνικό σώμα όσο και στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς χώρους και περιβάλλοντα. Ως βιωματικές αναμνήσεις και καρποφόρα σκηνική θεματογραφία τους στην ποίησή τους, στα πεζά τους, στα στοχαστικά και φιλοσοφικά τους δοκίμια. Κλειστοφοβική πνευματικά και πολλαπλά πολιτικά και ιδεολογικά τραυματισμένη η ελληνική κοινωνία οχυρώθηκε πίσω από κάλπικους όπως αποδείχτηκε εκ των ιστορικών υστέρων εθνικούς και θρησκευτικούς ξανά χωνεμένους μεγάλο ιδεατισμούς και κλισέ μύθους όπως το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και έχασε τόσο το τρένο της ανάπτυξης όσο και της ισότιμης συμμετοχής στα ευρωπαϊκά και του δυτικού κόσμου πνευματικά και καλλιτεχνικά δρώμενα και εξελίξεις. Η ελληνική λογοτεχνία (ποίηση, πεζογραφία, δοκιμιακός στοχασμός) για πολλές δεκαετίες δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να συνομιλήσει με την ευρωπαϊκή και τον κόσμο της. Ακόμα και τα συγγενέστερα προς αυτήν των Βαλκανικών Λαών πνευματικά και καλλιτεχνικά παράγωγα υιοθετούνταν μάλλον από μία μερίδα της ελληνικής διανόησης, της ηττημένης και κυνηγημένης αριστεράς ως υπερασπιστική «ασπίδα» αναφοράς στο ποιες θα ήταν οι εξελίξεις στην Ελλάδα αν κέρδιζαν στην εμφύλια διαμάχη οι «άλλοι». Δηλαδή, οι μη συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. Από την μία είχαμε το ακόμα και σήμερα λογοτεχνικό και πνευματικό πρότυπο της εθνικής μας ταυτότητας, αναφοράς και προώθησης των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών διδαγμάτων βιωμένης ζωής προερχόμενης από την μεσαιωνική ιστορική περίοδο των προνεωτερικών χρόνων των ελληνικών κοινοτήτων του αγροτικού ή νησιώτικου πολιτισμού όπως αυτό εικονογραφείται μέσα στο έργο του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και άλλων χριστιανών συγγραφέων, και από την άλλη, την εξόριστη λογοτεχνική φωνή του Δημήτρη Χατζή και αναγνωστικά ευρύτερα γνωστού, του ποιητή και πεζογράφου Μενέλαου Λουντέμη ως παραδειγματικά μαθήματα πνευματικής μας αγωγής και καλλιέργειας. Την εργαλειοποίηση από την μία μεριά του θρησκευτικού πιστεύω και από την άλλη της πολιτικής μαρξιστικής ιδεολογίας ως κοινωνικά εθνικά μοντέλα προτάσεων ζωής και καθοριστικά στοιχεία της ελληνικής μας αυτοσυνειδησίας και διαχείρισης της ταυτότητάς μας, όπως καθρεφτίζεται μέσα στην ελληνική λογοτεχνία της εποχής. Για να μείνω σε τρία χαρακτηριστικά ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας που τα βιβλία τους διαβάστηκαν από μεγάλες ομάδες του ελληνικού πληθυσμού ακόμα και αν δεν υπήρξαν «φανατικοί» βιβλιόφιλοι. Περίκλειστη η ελληνική κοινωνία μέσα στην αγροτο οικονομική της ασφυξία παρά τις αστικές της χρονολογικά νησίδες εκσυγχρονισμού της, περίκλειστη και η λογοτεχνική της παραγωγή αντανακλά μία Ελλάδα μετέωρη μεταξύ Ανατολής και Δύσης με την αναμεταξύ τους γέφυρα το Αρχαιοελληνικό Τουριστικό προϊόν που έλκυε τους ξένους και πωλούσε σε φτηνή τιμή γνωριμίας τους με την σύγχρονη ανθρωπίνων διαστάσεων ελληνική φιλοξενία και ζωή. Και μάλλον, οι εξαιρέσεις της αστικής και κοσμοπολίτικης λογιοσύνης και δημιουργών των εκπροσώπων της Γενιάς του 1930 δεν εύρισκε «πάντα» μεγάλο αντίκτυπο, απήχηση μάλλον, στα πολυπληθέστερα λαϊκά στρώματα των ελλήνων και ελληνίδων αναγνωστών, αναγνωστών με την όποια παιδεία και καλλιέργεια που επαναπαυόντουσαν σε λαϊκές φυλλάδες της ηρωικής εποχής του 1821, στα μυθιστορήματα της Ιωάννας Μπουκουβάλα Αναγνώστου και στις μεταφράσεις ξένων εικονογραφημένων ρομάντζων των εξωπραγματικών και ιδεαλιστικών ερωτικών ειδυλλίων που συναντάμε στα πάσης φύσεως λαϊκά περιοδικά και στις ετήσιες συμβουλές του Καζαμία. Η ηθογράφηση της ελληνικής πραγματικότητας μέσω της έντεχνης και μη παραδοσιακής τέχνης. Τα συγγραφικά έργα της Γενιάς του 1930 ακούγονταν «μόνο» ή κυρίως προσέχονταν όταν βραβεύονταν διεθνώς έλληνες δημιουργοί. Κλασσική η περίπτωση του ποιητή νομπελίστα μας Γιώργου Σεφέρη, (όταν κυκλοφόρησε τις συλλογές του η ανταπόκριση που βρήκε ήταν μηδαμινή) ή όταν είχαμε την βράβευση και χορηγία ελληνικών έργων- μάλλον σωστότερα συγγραφέων και καλλιτεχνών- από το αμερικάνικο ίδρυμα Φορντ, βλέπε περίπτωση Κώστα Ταχτσή και άλλων. Ή όταν η παγκόσμια κινηματογραφική παραγωγή ενδιαφέρονταν να γυρίσει ταινία με υπόθεση παρμένη από ελληνικά μυθιστορήματα που θα έκανε γνωστό στο εξωτερικό τον έλληνα συγγραφέα αλλά και πάλι κυρίως την Ελλάδα και τις φυσικές ομορφιές της ως τουριστικό προϊόν. Οι ελληνικές συγγραφικές φωνές που ήρθαν σε επαφή από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα-και προγενέστερα από την περίοδο του Μεσοπολέμου- με τα διάφορα ευρωπαϊκά μοντέρνα κινήματα όπως είναι του σουρεαλισμού, του φουτουρισμού, του ντανταϊσμού κλπ. και επεχείρησαν κατόπιν να φέρουν το ελληνικό φιλότεχνο κοινό σε επικοινωνία μαζί τους, σε έναν ανοιχτό διάλογο (περιορίζομαι στους χώρους της λογοτεχνίας και δεν επεκτείνομαι στις άλλες τέχνες) δεν είχαν ανταπόκριση ή τουλάχιστον δεν έτυχαν μιάς ευρείας και ανοιχτής αποδοχής από το ελληνικό κοινό. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι φωνές του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικόλαου Κάλας, του Νίκου Εγγονόπουλου, της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της Ελένης Βακαλό κλπ. έμειναν στο «περιθώριο» των αναγνωστικών ενδιαφερόντων του αναγνωστικού κοινού. Εδώ παρενθετικά να αναφέρουμε ότι η πολύτομη σύγχρονη «Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων «Καστανιώτη» που έγραψε ο έγκριτος ιστορικός και κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και βασίζεται κυρίως αποκλειστικά στην αποδελτίωση των λογοτεχνικών περιοδικών και εντύπων μας αποκαλύπτει όχι μόνο την πληθώρα των δημοσιευμάτων και δημιουργών που λησμονήθηκαν στον χρόνο αλλά και την ποιότητα και το είδος των πνευματικών πρωτογενών και δευτερογενών εργασιών που απασχολούσαν τους Έλληνες και τις Ελληνίδες). Ξεχνάμε αλήθεια πόσες θεατρικές επιθεωρήσεις δεν ανέβηκαν στις θεατρικές σκηνές σατιρίζοντας και κωμωδόντας τους υπερρεαλιστές ποιητές και τα έργα τους; Μήπως και η αποδοχή της ποίησης του όψιμου Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι μεγαλύτερη από αυτήν της πρώτης του περιόδου; Πχ. των «Προσανατολισμών». Τα θεωρητικά του κείμενα και οι στοχαστικές και δοκιμιακές και αισθητικές του παρατηρήσεις όπως και του Γιώργου Σεφέρη δεν διαφέρουν αν δεν λαθεύω από τον καθ’ αυτό ποιητικό τους λόγο; Και όμως προέρχονται από την ίδια καρποφόρα φυσική ποιητική πηγή. Στην σύνολη ποιητική και δοκιμιακή παραγωγή του Κωστή Παλαμά δεν συναντάμε την ίδια διττή προβληματική του; Δεν μετανάστευσαν όλοι οι έλληνες συγγραφείς στην Πόλη των Φώτων όπως ο ποιητής και μεταφραστή Ζαν Μωρεάς κάνοντας νέα αρχή στην καλλιτεχνική τους καριέρα. Θέλω να πω με τα παραπάνω ότι, όπως η ελληνική ποίηση και πεζογραφία δεν κατόρθωσε όπως της αξίζει να αναμετρηθεί και να συνομιλήσει με την ευρωπαϊκή αντίστοιχή της, και παρέμεινε σε δάνεια στοιχεία και εκλεκτικές επιλογές τις οποίες εντοπίζουμε μέσα σε ποιητικές συλλογές και μυθιστορήματα, δέσμια μιάς πολιτικής και θρησκευτικής αντίληψης ως πρόθεση και πρόταση ζωής, το ίδιο συνέβει και με τον δοκιμιακό λόγο και την κριτική σκέψη. Αν δεν θεωρήσουμε ως αντιπροσωπευτικό δείγμα νέων κριτικών φωνών τους έλληνες συγγραφείς και λογίους που διαβάζουμε σε δύο τρία πρωτοποριακά για την εποχή τους περιοδικά όπως «Τα Νέα Γράμματα», η «Επιθεώρηση Τέχνης» και οι «Εποχές» ο κριτικός λόγος παρέμεινε και αυτός «εγκλωβισμένος» στις ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν στην πατρίδα μας και τις πολιτικές παγκοσμίως. Ένα είδος πολιτιστικού «Ψυχρού Πολέμου» αν στέκει ο όρος. Ο κριτικός προσανατολισμός των επιφανών κριτικών μας ήταν δεδομένος και ιδεολογικά φορτισμένος από τις συνθήκες των καιρών τους και των πολιτικών επακόλουθων που κυριαρχούσαν. Την ασφυξία αυτή δεν την άντεξαν πχ. ο Νικήτας Ράντος ή ο Αλεξανδρινός Καβαφιστής ή ενδέχεται «αντικαβαφιστής» Τίμος Μαλάνος. Θετικά παραδείγματα είναι ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νικόλαος Σπάνιας, ο πεζογράφος Βασίλης Αλεξάκης και ο λούμπεν λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος, ο μοντέρνος κριτικός και συγγραφέας Βρασίδας Καραλής που σταδιοδρόμησε στην μακρινή Ωκεανία, και οι πανεπιστημιακοί λογοτέχνες που διδάσκουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού πχ. Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ όπως ήταν ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Μίμης Σουλιώτης, ο Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Δημήτρης Τζιόβας, η Αγαθή Γεωργιάδου και το υπόλοιπο σύγχρονο καθηγητικό- πανεπιστημιακό ελληνικό δυναμικό που διακονούν τα ελληνικά γράμματα στο εξωτερικό και φέρνουν σε επαφή όπως και οι μεταφραστές το πνεύμα και την θεματολογία της ελληνικής λογοτεχνίας με την ξένη του δυτικού κόσμου, της ευρωπαϊκής ποιητικής και πεζογραφικής παραγωγής.

   Επίσης, αν ανατρέξουμε στους ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα Ανθολογικούς τόμους Κριτικής Σκέψης που κυκλοφορούν στην χώρα μας, θα διαπιστώσουμε την αναλογική απουσία της γυναικείας εκπροσώπησης σε σχέση με την αντρική. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 άρχισε αχνά να διακρίνεται η θηλυκή κριτική σκέψη η οποία πήρε τα πάνω της από την περίοδο της δικτατορίας και άνθησε καταλαμβάνοντας μεγαλύτερους χώρους μετά την Μεταπολίτευση. Ποιό άλλο ισχυρό παράδειγμα θηλυκής κριτικής γραφής πέρα από την Άλκη Θρύλο (η οποία ασχολήθηκε κυρίως με την Θεατρική κριτική) έχουμε να μνημονεύσουμε τις προ πολεμικές και τις μεταπολεμικές δεκαετίες; Δεν αναφέρω την Ανθολόγο και πεζογράφο Αθηνά Ταρσούλη. Γιατί, δεν νομίζω να άσκησε ισχυρή επίδραση ούτε η θεωρητική φωνή και συλλογιστική της Γαλάτειας Καζαντζάκη, ούτε της Έλλης Αλεξίου ούτε ορισμένων άλλων γυναικείων γραφίδων, στάθηκαν κριτικοί φάροι προς μίμηση από τις μεταγενέστερες ελληνίδες συγγραφείς. Οι περιπτώσεις των καταγόμενων από τον Πειραιά Σοφία Αντωνιάδου και Ισιδώρα Ρόζενταλ Καμαρινέα, ξεφεύγει από τα στενώτερα της κριτικής πλαίσια σε σχέση με τα ευρύτερα ενδιαφέροντά τους και ενασχολήσεις τους. Οι θεωρητικές λογοτεχνικές θέσεις της Σοφίας Αντωνιάδου αν δεν λαθεύω περιορίζεται σε δύο μακροσκελή κείμενά της στην «Νέα Εστία» ενώ η Καμαρινέα εστιάζεται στις μεταφράσεις της και την γνωριμία ελληνικών λογοτεχνικών έργων στο γερμανόφωνο κοινό της εποχής του μετά την εγκατάστασή της στη Γερμανία. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για την ποιήτρια Ρίτα Μπούμη Παππά. Η θεωρητική λογοτεχνική επίδραση του ζεύγους Παππά περιορίστηκε στο «ορθόδοξο» αριστερό ακροατήριο. Αν δεν αστοχεύει η συλλογιστική μας, θα σημειώναμε, ότι η εμφάνιση της κριτικού Νόρας Αναγνωστάκη είναι μία καινοτόμα και ρηξικέλευθη αρχή στον γυναικείο κριτικό και δοκιμιακό λόγο στα λογοτεχνικά μας πράγματα. Δίχως αυτό να ξεκαθαρίσουμε σημαίνει ότι απαξιώνονται όλες οι προγενέστερες ελληνίδες φωνές που ασχολήθηκαν με την βιβλιοκριτική, την συγγραφή αυτοβιογραφιών ποιητών και πεζογράφων μας, φώτισαν από ορισμένες πλευρές το έργο λογοτεχνών μας, δίχως όμως πρόθεση να αρθρώσουν έναν θεωρητικό λόγο. Η κριτική πρωτοπορία όπως φαίνεται αρχινά με την γραφή της Νόρας Αναγνωστάκη, όχι η θηλυκή γραφή. Και αυτό, όχι γιατί το υποστηρίζει κάποιος αναγνώστης από τον Πειραιά των ημερών μας, αλλά γιατί είναι σημαντικό να υπενθυμίζουμε ότι η Νόρα Αναγνωστάκη μας έδωσε ένα οργανωμένο σύστημα κριτικής ανάλυσης ενός έργου και μας φώτισε παράλληλα τα διάφορα μονοπάτια που μας οδηγούν σε αυτό. Συνομίλησε τόσο με τους ποιητές όσο και με τα ποιητικά τους κείμενα και έμμεσα με τον αναγνώστη τους. Η προβληματική της Αναγνωστάκη όπως εύστοχα στο κριτικό της σημείωμα για το βιβλίο της «Πνευματικές ασκήσεις» μας λέει η κριτικός κυρία Ελισάβετ Κοτζιά (βλέπε «Η Καθημερινή» 25/ 2/19 90) μας έδειξε την διαδικασία της σκέψης μας στην αναγνωστική μας επιλογή, μας είπε πώς διαβάζουμε ένα κείμενο ή ένα βιβλίο. Πώς κρίνουμε ή εξετάζουμε ένα Κείμενο, με δυό λόγια πώς γράφουμε εμείς οι ίδιοι, και τι ίσως επιδιώκουμε με την γραφή μας. Τι είναι αυτό που μας ωθεί στο γράψιμο; Ποιες δυνάμεις ενεργοποιούνται μέσα μας στην επιθυμία μας να σχολιάσουμε ένα βιβλίο ένα κείμενο που διαβάσαμε έτσι ώστε ο κριτικός σχολιασμός μας να λειτουργήσει ως εφαλτήριο στο αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός άλλου ατόμου. Η κριτική προβληματική της στοχεύει και στο να δώσει φωνή στο ίδιο το κείμενο, να μας δείξει πώς λειτουργεί η ποίηση, ο πεζός λόγος, ποια η λειτουργία της γλώσσας μέσα στο χρόνο και στην διαρκή ροή των διαφόρων λογοτεχνικών ρευμάτων, πώς επικοινωνεί μαζί μας ένα κείμενο πέρα ακόμα και από τις όποιες προθέσεις του συγγραφέα του. Η κριτική φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη δεν αξιολογεί μάλλον αλλά περισσότερο εξετάζει την διαδικασία προσεγγίσεών μας με το κείμενο από την μία και από την άλλη τι επίδραση δέχεται το ίδιο το κείμενο έστω και ολοκληρωμένο, τυπωμένο. Μπορεί μία συντελεσμένη γραφή να εξακολουθεί να αναπνέει και να ζυμώνεται και μετά το πέρας της δημοσίευσής της; Και η διπλή αυτή στόχευση της ή πολυκεντρική που έφερε εις πέρας με επιτυχία η Νόρα Αναγνωστάκη, έχει να μας πει κάτι σήμερα; Ή μήπως περιορίζεται στο επικαιρικό πολιτικό και ιδεολογικό συγγραφικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής της; Η απάντηση επαφίεται στον κάθε συγγραφέα και κάθε άντρα ή γυναίκα κριτικό ξεχωριστά και στο πώς βλέπει και διαβάζει ένα βιβλίο ή γράφει ένα κείμενο σήμερα και τι επιδιώκει με αυτήν την δημόσια έκθεσή του. Τι ερωτήσεις θέτει και τι ερωτήματα δέχεται αντίστοιχα. Τόσο το Κείμενο όσο και ο Δημιουργός και στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση με εμάς τους Αναγνώστες.   

Ο  ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

              Στη Νόρα Αναγνωστάκη

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου

στον ουρανό

φάνηκε

ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο

από τα κόκκινα μυρμήγκια

της φωτιάς

κι ένα κεφάλι πλάι του

να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη

        βροχή

να λάμπει το κεφάλι

να φέγγει

καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο

        η φωτιά

να ψιθυρίζει:

-Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά

ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα

       τα φτερά

κι ο πόνος

σκύλος με σπασμένο πόδι

μένει

μένει

ΜΙΛΤΟΥ  ΣΑΧΤΟΥΡΗ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1945-1971), εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1977, σ.180

--

        Η διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη

Δοκίμια, ένζυμα στις πνευματικές ζυμώσεις της εποχής

        Τη Διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη την έχω παρακολουθήσει βήμα προς βήμα. Η συναναστροφή μου με τα κριτικά της δοκίμια άρχισε πολλά χρόνια πριν από την άμεση συναναστροφή μου με την ίδια. Ως συνδρομητής της Κριτικής, όπου δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά ορισμένα από τα κείμενα του τόμου που παρουσιάζεται σήμερα, είχα την αγαθή τύχη να προσποριστώ εγκαίρως στους καρπούς της ευαισθησίας της, του κριτικού της στοχασμού, της εκφραστικής της χάρης. Το ίδιο έγκαιρα έτυχε να διαβάσω και τα κείμενά της που δημοσιεύτηκαν σε άλλα έντυπα, για να απαρτίσουν εν συνεχεία τους τρείς επιμέρους τόμους που προηγήθηκαν της συγκεντρωτικής έκδοσης την οποία έχουμε σήμερα μπροστά μας. Μιλώ βέβαια για τις Μαγικές Εικόνες (1973), την Κριτική της Παντομίμας (1977) και τις Πνευματικές Ασκήσεις (1988).

        Το «έτυχε», που χρησιμοποίησα λίγο πιο πάνω, δεν είναι πολύ εύστοχο ρήμα. Η αλήθεια είναι πώς μ’ ενδιέφερε πάντα ό,τι έγραφε η Νόρα-και, επαναλαμβάνω, πολύ πριν γνωρίσω την ίδια.

        Το δίχως άλλο, η προσωπική μου διαδρομή μέσα στα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Ενδέχεται, εντούτοις, να θεμελιώνει το δικαίωμα που διεκδικώ να μιλώ σήμερα από δύο κάπως διαφορετικές οπτικές γωνίες, στην προσπάθειά μου να απαντήσω σε δύο βασικά ερωτήματα. Πρώτον:

*Ποιο ρόλο έπαιξαν τα κριτικά της κείμενα τον καιρό της πρώτης τους δημοσίευσης, ως ένζυμα στις πνευματικές ζυμώσεις της εποχής. Και δεύτερον:

*Πώς διαβάζονται σήμερα, ποια είναι η σημασία και η αξία τους για τους σημερινούς αναγνώστες- τόσο εμάς, τους παλαιούς, που βέβαια δεν είμαστε οι ίδιοι που ήμασταν 35 ή 25 χρόνια πριν, όσο και για τους νέους, που δεν γνώρισαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ποιήθηκαν τα ποιήματα και τα δοκίμια που γράφτηκαν απ’ αφορμή τους.

        Θα δοκιμάσω να δώσω κάποιες απαντήσεις:

   Αξίζει να επισημανθεί, κατ’ αρχάς, ότι η Νόρα Αναγνωστάκη αντιδρά έγκαιρα, σχεδόν ακαριαία θα έλεγα, στα ποιητικά έργα της υπό διαμόρφωση ακόμη πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Σκιαγραφεί την ποιητική φυσιογνωμία και τονίζει τη σημασία των ποιητών από τους σημαντικότερους της γενιάς τους. Της Ελένης Βακαλό, του Μίλτου Σαχτούρη, του Δημήτρη Παπαδίτσα, του Κλείτου Κύρου και, αργότερα, του Τάκη Σινόπουλου. Αυτό σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο. Όταν η Νόρα Αναγνωστάκη γράφει και δημοσιεύει τα δοκίμιά της για συνομηλίκους της ποιητές, το εγχείρημα δεν ήταν αυτονόητο. Απαιτούσε διορατικότητα και τόλμη- που ο χρόνος δικαίωσε.

Πρέπει να υπογραμμισθεί ακόμη ότι η Αναγνωστάκη δεν περιορίστηκε σε σύντομα βιβλιοκριτικά σημειώματα, που κι αυτά φυσικά θα είχαν την αξία τους’ έγραψε δοκίμια, τα οποία εστόχευαν σε μια σφαιρική σύλληψη της ανολοκλήρωτης ακόμη φυσιογνωμίας των ποιητών που την απασχολούσαν, σε μια πρώιμη διάγνωση των καίριων χαρακτηριστικών τους.

        Επαναλαμβάνω ότι χρειάζεται τόλμη κάτι τέτοιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αλλά και σήμερα ακόμη, πολλοί κριτικοί καταπιάνονται με έργα και συγγραφείς που έχουν δοκιμαστεί από τον χρόνο, έχουν, όπως λέμε, καθιερωθεί. Φυσικά, και αυτή η πρακτική έχει το ρίσκο της, δεν είναι εύκολη υπόθεση η αναμέτρηση με τη μεγάλη ποιητική φυσιογνωμία- η κριτικός μας δοκιμάστηκε και σ’ αυτόν τον τομέα με το λαμπρό δοκίμιό της για τον Σεφέρη-αλλά εδώ απουσιάζει το στοιχείο της ευτολμίας, ή της παρατολμίας, αν θέλετε.

        Η Αναγνωστάκη, λοιπόν, κέρδισε το στοίχημα που έβαλε με το χρόνο. Κι όχι μόνο γιατί η διαίσθηση της και η οξυδέρκειά της την οδήγησαν σε ποιητές που αποδείχθηκαν ανθεκτικοί. Η Νόρα Αναγνωστάκη είναι από τους εξέχοντες κριτικούς της γενιάς της και για άλλους λόγους, βαθύτερους πιστεύω. Είναι η ίδια θρεμμένη με τις αξίες και τις αγωνίες αυτής της γενιάς, ζυμωμένη με τη γλώσσα της, εκφραστής του δικού της πνεύματος, κομίζει εις την τέχνη της δοκιμιογραφίας την ευαισθησία που κομίζουν εις την τέχνην της ποιήσεως οι ποιητές που μελετά. Η προσέγγισή της, η κριτική της ματιά είναι σύγχρονη, είναι φρέσκια, μεταπολεμική.

        Σε κάποιο δοκίμιό της η Νόρα Αναγνωστάκη μιλάει για εμπειρική μέθοδο, για όσφρηση λαγωνικού που την οδηγεί στην καρδιά του ποιήματος, στον πυρήνα του. Φοβούμαι ότι ο αυτοχαρακτηρισμός της μεθόδους της ως εμπειρικής ενδέχεται να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις. Η Αναγνωστάκη, στην κριτική της προσέγγιση, δεν εφαρμόζει μια  συγκεκριμένη θεωρητική μέθοδο, αλλά είναι ενήμερη των νεότερων θεωρητικών και κριτικών ρευμάτων, τα οποία παρακολουθεί και αφομοιώνει. Αυτό συνάγεται από την προσεκτική μελέτη των δοκιμίων της, όπως και από τη μεταφραστική της δραστηριότητα. Μεταφράζει-από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 ήδη, δηλαδή πολύ νωρίς- Ρολάν Μπαρτ, Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ, Μισέλ Μπυτόρ, Ζαν Ρουντώ κ.ά. πολύ πρίν οι συγγραφείς αυτοί γίνουν του συρμού. Από την προσεκτική ανάγνωση των δοκιμίων της, άλλωστε, προκύπτει η οικείωσή της με τα θεωρητικά κείμενα του Έλιοτ, του Μαλαρμέ, του Βαλερύ-για να σταθεί σε κορυφαία μόνο ονόματα- καθώς και με το ίδιο το σώμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, κι ιδιαίτερα της γαλλικής και της αγγλοσαξωνικής.

        Είπα λίγο πριν ότι παρακολουθεί και αφομοιώνει τα νεότερα κριτικά ρεύματα. Επιτρέψτε μου να επιμείνω στην έννοια της αφομοίωσης. Οι νέες κριτικές και θεωρητικές τάσεις χωνεύονται μέσα της και λειτουργούν αθόρυβα’ υποστηρίζουν διακριτικά την κριτική της ματιά, την εντελώς προσωπική, χωρίς να επιδεικνύονται στη βιτρίνα του κειμένου ως σχήματα, με τα οποία μας ταλαιπωρεί τα τελευταία χρόνια ένα μέρος της κριτικής δοκιμιογραφίας μας. Τίποτε δεν είναι πια ξένο στη χυμώδη και λαγαρή έκφραση της Νόρας Αναγνωστάκη από την ξύλινη, θεωρητικίζουσα γλώσσα, με την οποία μόλυνε την κριτική μας η νεοπλουτίστικη επιστημονικοφάνεια και η ύποπτη σπουδαιοφάνεια όλων εκείνων που δεν διαθέτουν όσφρηση λαγωνικού.

        Μιλώντας για σχήματα και σχηματοποιήσεις, θα ήθελα να αναφερθώ, συντόμως και παρεκβατικώς έστω, σε κάτι πρόδηλο αλλ’ όχι κατ’ ανάγκην και αυτονόητο. Η Νόρα Αναγνωστάκη εμφανίζεται από τις στήλες της Κριτικής, του περιοδικού που  έβγαζε ο Μανόλης Αναγνωστάκης στη Θεσσαλονίκη από το 1959 ως το 1961. Η Κριτική, θα μπορούσαμε να πούμε πώς είναι ένα περιοδικό της Αριστεράς- όχι επίσημο, όχι κομματικό, αιρετικό ίσως, αλλά της Αριστεράς, με την ευρύτερη έννοια, οπωσδήποτε. Κι ωστόσο, κανένα από τα σχήματα της αριστερής κριτικής εκείνης της εποχής δεν περιορίζει την προσωπική της θεώρηση, δεν παγιδεύει το παντ’ ανοιχτό, πάντ’ άγρυπνο μυαλό της.

        Το πάθος της για τα νεότερα ρεύματα και η τόλμη της να καταπιάνεται με τα νωπά και ακρυστάλλωτα ακόμη ποιητικά φαινόμενα είναι ολοφάνερα και σε κατοπινότερα γραπτά της, σε κείμενα της ωριμότητάς της. Ο αναγνώστης της Διαδρομής της εύκολα θα διαπιστώσει πόσο έγκαιρα αντιδρά στην ποίηση της γενιάς του ’70 αμέσως σχεδόν μετά την εμφάνισή της, και πόσο εύκολα καταθέτει αξιοσημείωτες παρατηρήσεις για το τι προσκομίζουν στην τέχνη οι νεότατοι τότε ποιητές αυτής της γενιάς.

        Δεν προτίθεμαι να περιγράψω τον συγκεντρωτικό τόμο των δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη και να αναφερθώ αναλυτικά στα περιεχόμενά του. Αυτά μπορεί ο καθένας να τα δει με ένα απλό ξεφύλλισμα. Εξάλλου, άφησα τελείως έξω από την επισκόπησή μου τα δοκίμιά της τα αφιερωμένα σε πεζογράφους και πεζογραφήματα-όπως το πρόσφατο, εκτεταμένο, και άκρως ενδιαφέρον μελέτημά της για την πεζογραφία του Κοσμά Πολίτη- με τα οποία θα ασχοληθεί η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, σύμφωνα με έναν προσυμφωνημένο καταμερισμό εργασίας προς αποφυγήν αλληλοεπικαλύψεων.

        Προτίμησα να σταθώ σε κάποια βασικά χαρακτηριστικά της δοκιμιογραφίας της που αναφέρεται σε ποιητές και ποιήματα και είναι, όπως γενικά αναγνωρίζεται, το αντικείμενο που κατά πρώτο λόγο ερεθίζει το κριτικό της ενδιαφέρον.

        Τόνισα, λοιπόν, την εγρήγορσή της μπροστά στο καινούργιο, το πρωτοφανέρωτο, αυτό που βρίσκεται ακόμη εν τη γενέσει του, και υπογράμμισα την ευτολμία της να καταπιάνεται με ποιητές πριν ακόμη αυτοί καθιερωθούν. Την οξεία όσφρηση που της επιτρέπει να εντοπίζει τις αξιόλογες φωνές και να αναδεικνύει τα ουσιαστικά στοιχεία, τα καίρια μέσα στην ποίησή τους.

        Θα προσθέσω ένα ακόμη χαρακτηριστικό της γνώρισμα:

        Την εντελώς προσωπική ματιά, τη βαθύτατη εσωτερική προσέγγιση, την ακατάδεκτη στάση της απέναντι σε μια δήθεν αντικειμενικότητα που συχνά υποκρύπτει ατολμία διατύπωσης προσωπικής άποψης ή ατροφία αισθαντικής πρόσληψης. Τα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη μου δίνουν συχνά την εντύπωση ενός intime διαλόγου, και μάλιστα διπλού:

*Διαλόγου με τον ποιητή και το ποίημα, που είναι βέβαια φανερός, και που μας επιτρέπει να ακούμε με ευκρίνεια τη φωνή του ποιητή ή του ποιήματος, συνάμα δε και τη δική της φωνή, κάτι σαν αντίφωνο- με την έννοια που έχει ο όρος στην εκκλησιαστική μουσική- ή σαν ποιητικό παραπλήρωμα.

*Κι ενός intime διαλόγου με τον αναγνώστη της, που είναι λιγότερο φανερός, αλλά εξίσου πειστικός και υποβλητικός.

        Κλείνω τον σύντομο σχολιασμό που με δύο συντομότατες απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσα στην αρχή: Ο ρόλος των δοκιμίων της Διαδρομής την εποχή της πρώτης τους δημοσίευσης υπήρξε σημαντικός και καθοριστικός για τη διαμόρφωση της στάσης μας απέναντι στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς . Ένα μέρος της κριτικής δοκιμιογραφίας που ακολούθησε στοιχίστηκε, ομολογημένα ή ανομολόγητα, στους άξονες που είχε θέσει η Νόρα Αναγνωστάκη.

        Τα δοκίμια που έχουμε σήμερα συγκεντρωμένα σε ένα τόμο διαβάζονται και τώρα με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον. Οι ποιητές με τους οποίους συνομίλησε εξακολουθούν να μας αφορούν, να μας γοητεύουν, να μας ενδιαφέρουν ζωηρά. Οι προσεγγίσεις της παραμένουν έγκυρες και συναρπαστικές. Και η γλώσσα της αρυτίδωτη, στιλπνή, γοητευτική.

        Τα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη δεν είναι μόνο δοκίμια για τη λογοτεχνία’ είναι τα ίδια λογοτεχνία.

Σημείωση: Το παραπάνω είναι Κείμενο που διαβάστηκε το βράδυ της 28ης Μαρτίου 1966, στο Σπίτι της Κύπρου, κατά την παρουσίαση του συγκεντρωτικού τόμου Διαδρομή. Κριτικά κείμενα (1960- 1995) των εκδόσεων Νεφέλη.

        Σπύρος Τσακνιάς

Περιοδικό Αντί τχ. 607/ 7-6-1996, σ. 60-61.

--//--

 ΝΟΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Η κριτική της υποψίας

Στη σειρά λογοτεχνικών εκδηλώσεων του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, την Τρίτη 4 Νοεμβρίου, πραγματοποιήθηκε τιμητική εκδήλωση για τη Νόρα Αναγνωστάκη. Ομιλητές ήταν η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ο Νάσος Βαγενάς, η Τζένη Μαστοράκη και ο Μίμης Σουλιώτης.

        Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, παρουσιάζοντας το έργο της Νόρας Αναγνωστάκη, υπογράμμισε ορισμένες ιδιαιτερότητες, που το κάνουν να κατέχει μια εντελώς ξεχωριστή θέση στα νεοελληνικά γράμματα, και ιδιαίτερα στην εξαιρετικά απαιτητική τέχνη του κριτικού δοκιμίου.

        Αντίθετα από τους άλλους κριτικούς της γενιάς της, η Ν.Α. δεν είχε ποτέ μία μόνιμη στήλη σε εφημερίδες ή σε μακρόβια έντυπα. Δεν άσκησε την κριτική επαγγελματικά. Αρνήθηκε να μπει στο στίβο της αποκλειστικά αξιολογικής κριτικής, -που διαμορφώνει όχι μόνο τα γούστα αλλά και τις συνθήκες τις αγοράς. Ο βαθύς θεωρητικός προβληματισμός της, η διερεύνηση των σύγχρονων θεωρητικών ρευμάτων, αλλά κυρίως η ξεχωριστή συγκρότηση της προσωπικότητάς της την οδήγησε από την αρχή σε ερωτήματα που υπερβαίνουν την καθαρά αναλυτική κριτική-μία άλλη μορφή επαγγελματισμού, που υπηρετεί καλύτερα τη διανοητική και πολιτισμική ασφάλεια των πανεπιστημίων. Έτσι οδηγήθηκε σε προσωπικές λύσεις και συνέθεσε δικές της ερμηνευτικές προτάσεις. Εκείνη έδωσε πρώτη τα κλειδιά για την ανάγνωση και την κατανόηση δύο ποιητικών γενεών, της πρώτης μεταπολεμικής (Σαχτούρης, Παπαδίτσας, Βακαλό) και της γενιάς του ’70, εκείνη υπέδειξε διαφορετικούς τρόπους ανάγνωσης παλαιότερων δημιουργών, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, τέλος ανέτρεψε τις μέχρι σήμερα ερμηνείες για το έργο του Κοσμά Πολίτη, με μια νέα και ρηξικέλευθη ερμηνευτική προσέγγιση.

        Στα κριτικά δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη κύριο γνώρισμα είναι ένας μέγιστος βαθμός ικανότητας να ακούσει, με άλλα λόγια να σταθμίσει και να αξιοποιήσει συγκριτικά και δημιουργικά, δηλαδή συνθετικά, όλους τους λόγους- ή τις φωνές- που περιλαμβάνει η λογοτεχνική διαδικασία: το λόγο του έργου, το λόγο άλλων κειμένων, το λόγο του αναγνώστη, το λόγο της εποχής. Αυτή η εγρήγορση στο άκουσμα των πολλαπλών φωνών και της «ζώσας αλληλενέργειάς τους, όπως την ονόμασε ο Μιχαήλ Μπαχτίν, τη βοηθά να διαβάζει τα κείμενα μέσα από τα κείμενα, και όχι σαν μετρήσιμα, πραγματοποιημένα αντικείμενα, επί τη βάσει ενός εξωγενούς ερμηνευτικού μοντέλου. Η Νόρα Αναγνωστάκη αντιμετωπίζει τα έργα διεισδύοντας σ’ αυτά διαλογικά, δηλαδή προσπαθώντας να δραστηριοποιήσει και να μεγιστοποιήσει τη διακειμενική προσέγγιση.

        Στη σκέψη της αναγνωρίζουμε τις αρχές της φαινομενολογικής κριτικής, που ξεκινά από τον Χούσσερλ και φτάνει στους γάλλους υπαρξιστές, ενώ τον απόηχό της ακούμε στους ρώσους φορμαλιστές, που εισήγαγαν την έννοια της α ν ο ι κ ε ί ω σ η ς. Αρχές της, σύμφωνα με τον  Monroe C. Beardsley,  είναι ότι ένα ποίημα είναι ξεχωριστό από τις συγκεκριμένες αναγνώσεις του, ταυτόχρονα όμως σχετίζεται και εξαρτάται από αυτές, μολονότι καμιά τους δεν εξαντλεί τις ιδιότητές του, και ότι λογοτεχνικό έργο είναι ένας πολυστρωματικός ή πολλαπλά διαστρωμένος σχηματισμός.

Όμως το έργο τέχνης είναι προσδιορισμένο χρονικά. Υπάρχει συνεπώς μιά ένταση μεταξύ του χρόνου του έργου και του χρόνου του ερμηνευτή. Ο ερμηνευτής δεσμεύεται ο ίδιος από την εποχή του, από τις προκαταλήψεις της, από τις αισθητικές συνήθειες. Πρέπει να είναι ταυτόχρονα ανοιχτός στο έργο, δηλαδή να έχει «καλή πίστη» , ή αλλιώς «συμπαθητική φαντασία», που είναι η βασική προυπόθεση του κριτικού κατά τον Τέλλο Άγρα (1) αλλά είναι και δύσπιστος ως προς την τρέχουσα αισθητική ρουτίνα. Ένας υποψιασμένος κριτικός δεν είναι απλώς ένας ενημερωμένος κριτικός, αλλά ένας στοχαστής, ο οποίος δραστηριοποιεί συνεχώς έναν μηχανισμό ιδεολογικής αυτό-κριτικής. Ένα σημαντικό δοκίμιο της Nathalie Sarraute έφερε τον τίτλο Η εποχή της υποψίας (1956). Θα μπορούσα να πω ότι στο στοχαστικό και κριτικό έργο της Νόρας κανένας τίτλος δεν ταιριάζει καλύτερα όσο αυτός: κριτική της υποψίας.

        Χάρη σ’ αυτή την κριτική της υποψίας η Νόρα Αναγνωστάκη οδηγήθηκε, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, στη γόνιμη αμφισβήτηση της αισθητικής του ρεαλισμού. Αυτός ο αρχικός προβληματισμός θα την οδηγήσει στη γόνιμη ανάγνωση της ποίησης του Μίλτου Σαχτούρη, της Ελένης Βακαλό και του Δημήτρη Παπαδίτσα. Οι τρείς ποιητές δρουν στην απέναντι όχθη του ρεαλισμού, και από εκεί διαμορφώνουν το προσωπικό τους «ποιητικό όραμα», τον δικό τους «κόσμο», όπως ο Σαχτούρης. Στην προσέγγισή της η κριτικός χειρίστηκε με κριτική τόλμη και ευφυϊα τα υλικά που ο ρομαντισμός κληροδότησε στον υπερρεαλισμό: την αντίληψη για τη «μαγεία» και την «αλχημεία» του στίχου». Η ίδια ανήσυχη αναζήτηση θα την κάνει να γράψει με οξυδέρκεια για το αντιμυθιστόρημα. Και μέσα από τον ίδιο προβληματισμό θα αναγνωρίσει το έργο του Κοσμά Πολίτη, και θα επισημάνει σ’ αυτό τις «παγίδες» της τέχνης του, δηλαδή παγίδες του ρεαλισμού.

        Στο σημαντικό της μελέτημα για τον Κοσμά Πολίτη η Νόρα Αναγνωστάκη, μέσα από τη διαλογική προσέγγιση, καταλήγει σε πολύ διαφορετικά από τα μέχρι τώρα συμπεράσματα για τον συγγραφέα της Eroica, και σε μιά νέα του τοποθέτηση. Ανακαλύπτει, μέσα στα κείμενά του, ίχνη εμφανή της θεοσοφίας, συνεπώς ένα νέο κλειδί για την ανάγνωση του έργου του: ο Κοσμάς Πολίτης, όχι «κοσμοπολίτης» της γενιάς του ’30 αλλά ένας Πολίτης του Σύμπαντος, ακολουθεί την κεντρική θεοσοφική αρχή της αντιπαράθεσης ανθρώπινου μικρόκοσμου και συμπαντικού μακρόκοσμου, και για το σκοπό αυτό σκηνοθετεί στα έργα του «μαγικούς χώρους». Χρησιμοποιεί μοντέρνες τεχνικές, αλλά σκοπός του δεν είναι η «παρωδία» του ρεαλισμού και των τεχνασμάτων αληθοφάνειας, όπως υποστηρίζει στην ανάλυση της Eroica   Peter Mackridg, και η μοντέρνα γενικευμένη αμφισβήτηση, αλλά η συνύπαρξη δύο κωδίκων, του πραγματικού και του φανταστικού, όπως συμβαίνει στη φανταστική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, που αποσκοπούν να κρατούν τον αναγνώστη συνεχώς σε μια κατάσταση μετέωρη, που εντείνει το μυστήριο, τη γοητεία, αλλά και την επώδυνη αίσθηση του κατακερματισμένου Όλου, αυτήν ακριβώς που δημιουργεί η αντίθεση μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, και που προσπαθεί να θεραπεύσει η δημιουργία «μαγικών κήπων». Ο Κοσμάς Πολίτης ανήκει κατά βάσιν στην όψιμη ρομαντική παράδοση. Η προσέγγιση αυτή μας βοηθά να ξανασκεφτούμε και άλλα έργα ελλήνων πεζογράφων.

        Καταλήγοντας, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου υπογράμμισε ότι στη Νόρα Αναγνωστάκη, ως κριτικό, δεν χρωστάμε μόνο ότι εκείνη πρωτοπαρουσίασε δημιουργούς όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, αλλά και ότι εκόμισε στην τέχνη της κριτικής τον αναστοχασμό και τη διαλογικότητα, που χρειάζονται ένα πνεύμα γενναιόδωρο, αλλά και βαθιά αντιεξουσιαστικό.

1., Τέλλος Άγρας, «Κριτική Παλαιά και Νέα». Κριτικά, τ. Β΄ επιμ. Κώστας Στεργιόπουλος, Ερμής, Αθήνα 1981

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (δοκίμια- μεταφράσεις)

Μαγικές εικόνες, Θεσσαλονίκη 1973

Η κριτική της παντομίμας, Αθήνα 1977

Α.Ρ. Γκριγιέ, Το σπίτι των ραντεβού (μετάφραση), Αθήνα 1980

Πνευματικές Ασκήσεις, Αθήνα 1988

Ουίλλιαμ Σάρογιαν, Με λένε Αράμ (μετάφραση), Αθήνα 1989

«Κοσμάς Πολίτης», στον τόμο Η μεταπολεμική πεζογραφία, τ. Β΄, Αθήνα 1993

Διαδρομή, δοκίμια 1960-1995, Αθήνα 1995

Χ.Ν. περιοδικό ΑΝΤΙ τχ. 648/21-11-1997, σ.52-53.

--//--//--

           Μια «Διαδρομή» 35 ετών

      Η συναγωγή κριτικών δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη, απόρροια γούστου, παιδείας, στοχασμού

Η οξυδερκής κριτικός καταθέτει κείμενα- σταθμούς από την πολύχρονη επαφή της με τα λογοτεχνικά έργα και τους ανθρώπους.

        Τα δοκίμια κριτικής που συγκέντρωσε στη «Διαδρομή» της (εκδόσεις «Νεφέλη» 1995) η Νόρα Αναγνωστάκη είναι κείμενα εμφανώς «εμπειρικά»: ακόμη κι όταν γενικεύουν τα κατά περίπτωσιν συμπεράσματα ή και αναπτύσσουν προδήλως θεωρητικά σχήματα, συγκρατούν (πρωθύστερα, θα λέγαμε: σαν να προκαταβάλλονται ως σημεία μιας διαδρομής που ήδη επελέγη και στο μέλλον θα καταστεί προφανής) τον χαρακτήρα ακριβώς της στάθμευσης, της επαφής με τα κείμενα και τους ανθρώπους’ όμως ο «εμπειρισμός» τους δεν μαρτυρεί κάποιαν αντιθεωρητική έξαψη, απλώς θέλγει με τη σεμνότητά του. Φυσικά, η ποίηση (το κύριο αντικείμενό τους) γράφεται κυρίως για να ξαναδιαβάζεται, ενώ η κριτική, τουλάχιστον αυτού του είδους η  κριτική, πρωτίστως για να διαβάζεται: σ’ αυτήν τη στόχευση οφείλονται και η εγρήγορση και η τόλμη να συναγάγεις πρόωρα συμπεράσματα προκρίνοντας τον επείγοντα χαρακτήρα τους (την ανάγκη να συζητήσουμε επομένως) και η επιμονή να κρίνεις-παρά τη γενική προκατάληψη ως προς αυτό το ζήτημα-  προ πάντων τα κείμενα που γράφονται από συγχρόνους και φίλους (πρότυπη, απ’ αυτήν την άποψη, παραμένει η τελική κριτική του Άγρα για τον Καρυωτάκη). Όμως η Αναγνωστάκη επιτυγχάνει και ξαναδιαβάζονται τα δοκίμιά της γιατί διαθέτει ύφος’ το κερδίζει αφαιρώντας, προσέχοντας, επαναλαμβάνοντας τα ουσιώδη, επιμένοντας σαν να ξανασκέφτεται φωναχτά- μεταγράφοντας δηλαδή σε στυλ την ίδια τη στόχευση που απειλούσε να το ματαιώσει. Υπάρχουν λίγα κείμενα (το περί χιούμορ και σάτιρας π.χ. ή τα «Ποιητικά ‘73» που αστοχούν: η σπουδή να υιοθετηθεί το νέο, τότε, ιδεολόγημα «αμφισβήτησης» (από αλληλεγγύη, ας πούμε, προς το μέλλον που προεξαγγέλλεται, κι ας είναι αλλόκοτο) αδικεί το γούστο που σ’ όλο το άλλο βιβλίο φανερώνεται λεπτό. Όμως η αίσθηση πώς κάποιος ανέλαβε ένα πολιτικό εγχείρημα επιχειρώντας να κρίνει εξακολουθητικά αλλά και εκτός θεσπισμένου ρόλου τη σύγχρονή του λογοτεχνική παραγωγή δικαιώνει ακόμη και τα ολισθήματα-και επιτρέπει να συλλάβουμε την (κάθε) «Διαδρομή» στην ουσιώδη της διάσταση: το κρίσιμο δεν είναι να καταγραφεί η πορεία μιάς ζωής, αλλά το σχήμα μιας εμμονής’ δεν είναι να προσκομισθούν τα τεκμήρια άσκησης μιας εξουσίας (ή να αποθεωθεί η εργασιοθεραπεία), αλλά, καθώς τα κείμενα ξαναπαίζονται στο παιγνίδι του χρόνου και το ένα διακυβεύει το κύρος του άλλου και το καθιστά σχετικό, καθώς κάτι εξελίσσεται ακριβώς γιατί ελαύνεται από την ίδια πάντα εμμονή, να κερδηθεί μια μυστηριώδης ενότητα.

        Η ενότητα: απόρροια καλλιεργημένου γούστου, παιδείας, στοχασμού- και εντέλει ενός ηθικού αιτήματος (δεν γίνεται αλλιώς) που υπερβαίνει τον καημό να μη φεύγουν όσα λέμε σαν φύλλα στον άνεμο και επιβάλλει σε (κάθε) διαδρομή να μην αναζητεί αλλού- στη βιογραφία, στον αναγνωρισμένο ρόλο, στο θέμα που καπαρώθηκε- τον ειρμό της: να τον ψάχνει και τον βρίσκει (ή να ξεγελιέται πώς τον βρίσκει, αν όλα αυτά είναι μάταια) στην συνοχή του τοπίου που διασχίζουμε. Το ηθικό αίτημα που υποκινεί τον εν λόγω (αλλά και οποιονδήποτε) δημόσιο έλεγχο προβάλλεται πάντοτε και στο αντικείμενό του.

        Δεν θα έλεγα πώς συμβαίνει το ίδιο με τα συμπιλήματα (συναγωγές δημοσιογραφικών κειμένων, πάνω απ’ όλα) που υποκαθίστανται, την τελευταία εικοσαετία τουλάχιστον, στα συγγράμματα τα οποία ως εκ του θεσμικού τους ρόλου κατ΄ εξοχήν όφειλαν οι συρραφείς- οι πανεπιστημιακοί προ πάντων, μια και επιμένω να τους φαντάζομαι δασκάλους. Επιστρατεύεται, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μια θεωρία του αποσπάσματος ή της «ατμόσφαιρας διαλόγου» ή της διακίνησης ιδεών’ ανομολόγητη παραμένει εντούτοις η εξυπακουόμενη όσμωση θεσμών και εξουσιών (ένα εξαιρετικό κρίσιμο πρόβλημα), καθώς και η αντικατάσταση των κριτηρίων από το κύρος που οφείλεται στην άλλοθεν κερδισμένη δημόσια αίγλη. Εδώ ξεκινά μια μακρά συζήτηση- που δεν αφορά μόνον τον θεσμό των πανεπιστημίων, ενδεχομένως.

        ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ

Εφημερίδα Η Καθημερινή, Κυριακή 28/1/1996

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι μας άρεσε το τηλεοπτικό σποτ της Αρχιεπισκοπής Αθηνών που βρήκε έναν μοντέρνο τρόπο να συν- εορτάσει η Ορθόδοξη Εκκλησία την Ημέρα της Ποίησης στο Διαδίκτυο στην πατρίδα μας. Διάφοροι άντρες και γυναίκες ηθοποιοί απήγγειλαν ποιήματα ελλήνων ποιητών με μία ωραία σκηνοθετική έμπνευση και παρουσία. Σταθήκαμε ιδιαίτερα στο συγκινητικό ποίημα «Ενός λεπτού σιγή» του Ντίνου Χριστιανόπουλου το οποίο απήγγειλε ο Ολυμπιονίκης μας κύριος Ιωάννης Μελισσανίδης.

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας

κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,

έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,

ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,

έστω και μια φορά;

είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή

για τους απεγνωσμένους;

ΥΓ. Το Συμβούλιο Επικρατείας ψήφισε υπέρ του γάμου των ομοφυλοφίλων και το δικαίωμα της υιοθεσίας. Ευχόμαστε τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια αντρών και γυναικών να μην προδώσουν τα οράματά τους για την δημιουργία οικογένειας και την υιοθέτηση παιδιών. Και το κυριότερο, να μην κάνουν τα ίδια λάθη που κάνουν οι ετεροφυλόφιλες οικογένειες στην ανατροφή τους. Και να μην παρκάρουν τα νέα βλαστάρια σε επιλογές που δεν θα επιθυμούσαν τα ίδια.