ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ
του Κώστα Γεωργουσόπουλου
Σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο η
θρησκεία και τα δόγματα τα θρησκευτικά και η θρησκευτικότητα γενικώς
εμφανίζονται να επιδρούν σε δραματουργίες άλλων χωρών στην Ελλάδα δεν έχουμε
μιά εμμονή πάνω στο θέμα. Αν ρίξει κανείς μία ματιά στο παλιότερο θέατρό μας
απουσιάζει τελείως η σχέση. Δεν γίνεται ποτέ η θρησκεία αντικείμενο της
δραματουργίας ούτε προβλήματα πίστεως θεμελιώνουν έναν δραματουργικό πυρήνα
πράγματα που έγιναν στις καθολικές χώρες και ιδιαιτέρως στις προτεσταντικές.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα αυτό, η θρησκευτικότητα, η πίστη ή η απιστία να γίνουν
θέματα δραματουργικά και πυρήνες δραματουργικοί πού να προκαλούν τις
συγκρούσεις δεν είναι πολύ συχνό πρόβλημα. Αντιθέτως είναι πολύ συχνό πρόβλημα
στις καθολικές χώρες και πάρα πολύ συχνό πρόβλημα στις προτεσταντικές χώρες.
Στις προτεσταντικές χώρες είναι κυρίαρχο πρόβλημα γιατί εκεί η θρησκεία είναι
σχεδόν μία φιλοσοφία ζωής και άπτεται με την τρέχουσα ηθική. Δεν έχω παρά να
θυμίσω τη δραματουργία του Μπέργκμαν
που τα περισσότερα έργα του ουσιαστικά στηρίζονται πάνω στην έννοια της
αμφιβολίας, της απιστίας, της σιωπής του Θεού. Τέτοιου είδους προβληματισμούς
εμείς δεν έχουμε και θα ‘λεγα ευτυχώς, διότι ο Θεός εδώ πολύ λιγότερο από ό,τι
σε άλλες περιοχές μπαίνει στο παιχνίδι της καθημερινής ζωής παρόλο ότι είμαστε
κατά κανόνα ευσεβής λαός (ευσεβής, όχι με την έννοια των τακτικών
εκκλησιαζόμενων ανθρώπων) αλλά ο λαός μας έχει μιάν ευσέβεια, έναν σεβασμό για
τα πράγματα, υπάρχει μιά αγαπητική σχέση και για την ανθρώπινη επικοινωνία, για
την κτίση, τα πράγματα του Θεού, τα κτιστά.
Εκτός από τη Θυσία του Αβραάμ τα άλλα
έργα του κρητικού θεάτρου, στην τραγωδία και πολύ περισσότερο στην κωμωδία
διαπνέονται από όλο το πνεύμα της απουσίας της θρησκευτικότητας, που διαπνέεται
όλος ο κόσμος της Αναγέννησης’ υπάρχει ένα γύρισμα της πλάτης στα προβλήματα
αυτά σε ολόκληρη την αναγεννησιακή Ευρώπη ως αντίδραση στη μεσαιωνική εμμονή
πάνω σ’ αυτά τα θέματα. Η Θυσία του Αβραάμ σήμερα πιά είναι
αποδεδειγμένο ότι πρώτον, δεν είναι όπως νομίστηκε Μυστήριο και δεύτερον, σαφώς
δεν έχει γίνει για να παιχτεί, παρόλο ότι πολλοί σημαντικοί Έλληνες άνθρωποι
του θεάτρου το είδαν σαν θεατρικό κείμενο και μας έπεισαν ότι μπορεί να έχει
μιά σκηνική αποτελεσματικότητα. Θυμίζω τις παραστάσεις του Μινωτή και την πρώτη επαγγελματική παράσταση του Πολίτη με σκηνικά του Κόντογλου. Στη Θυσία το θέμα της πίστεως τίθεται με αναγεννησιακό τρόπο, βαθιά
δογματικό αλλά δραματικό θέμα. Εκεί σχεδόν η θεία επιταγή αντιμετωπίζεται ως
τυραννική επέμβαση του θείου στα πράγματα. Είναι τόσο τρυφερές οι αντιδράσεις
του παιδιού και της μάνας απέναντι στην αδικία, ώστε εκείνο που επικρατεί είναι
η δραματική σύγκρουση-πώς θα αντιμετωπίσει η μάνα το χάσιμο του παιδιού της,
πώς θα παρακαλέσει ένα παιδί τον πατέρα του να μην το σφάξει-παρά το ίδιο το
θρησκευτικό ζήτημα που τίθεται, της υποταγής δηλαδή ενός ανθρώπου στη θεία
εντολή. Αυτό σχεδόν παρέλκει, δηλαδή εξαφανίζεται μπροστά στο δραματικό
πρόβλημα. Είναι περισσότερο πρόσχημα για να ειπωθεί η δραματικότητα της
κατάστασης, το αδιέξοδο ενός πατέρα που εντέλλεται να κάνει μιά τέτοιου είδους
φοβερή θυσία, παρά ο ενθουσιασμός της πίστης που μπορεί να νοιώσει κανένας για
τον θρίαμβο ενός πιστού ο οποίος κατορθώνει να υποτάξει ακόμη και την πατρική
στοργή στη θεία εντολή.
Από κει και πέρα σε ολόκληρη την πορεία
από την κρητική αναγέννηση σχεδόν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα δεν
έχουμε σημαντική δραματουργία που να έχει σαν κεντρικό μοτίβο κάποιο
θρησκευτικό πρόβλημα, την πίστη, την απιστία ή το σκάνδαλο. Τα μεγάλα έργα μας
από τον Χάση μέχρι τον Βασιλικό του Μάτεσι είναι δράματα κοινωνικά. Σε όλο το Χουρμούζη, σ’ αυτόν τον μεγάλο κοινωνικό θεατρικό συγγραφέα (ο
πρώτος που αναφέρεται στα ήθη και στα προβλήματα της κοινωνίας που
διαμορφώνεται μετά την ίδρυση του νέου κράτους), δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα,
ούτε καν με την έννοια της διαφωτιστικής αντιθρησκευτικής πολιτικής. Την εποχή
εκείνη υπήρχε μιά έντονη ζύμωση στα προβλήματα τα θρησκευτικά (αυτοκέφαλο της
ελλαδικής Εκκλησίας, επίθεση του καθολικισμού με τη λεοντή της Ουνίας,
αναθεματισμός του Καϊρη από τον Μακρυγιάννη) όμως στα θεατρικά έργα,
στον Βυζάντιο, Χουρμούζη (όλοι
διαφωτισμένοι) δεν υπάρχουν θρησκευτικά ζητήματα, έως και τα πρώτα χρόνια της
μεγάλης μορφολογικής και γλωσσικής επανάστασης που είναι το κωμειδύλλιο, το
δραματικό ειδύλλιο και η επιθεώρηση, δηλαδή τότε που η στροφή γίνεται προς τη
δημοτική γλώσσα και εγκαταλείπεται η καθαρευουσιάνικη ποιητική, η καταφυγή
στους μύθους.
Στον Ξενόπουλο δεν αντιμετωπίζεται αυτό το θέμα, που θα μπορούσε γιατί αντλούσε
ανάλογα θέματα αστικής ιδεολογίας, έστω και αν δεν είχαμε στην Ελλάδα ποτέ μιά
προωθημένη αστική τάξη. Ο Ίψεν έχει
πολλά τέτοια προβλήματα. Ο Μπράντ είναι ιερωμένος και θέτει πρόβλημα
συνειδησιακό: όταν πεθαίνει το παιδί του πρέπει να πάει να μεταλάβει κάποιον
που πεθαίνει στα φιόρδ. Ξέρει όταν πάει να μεταλάβει αυτόν τον άνθρωπο, θα
πεθάνει το παιδί του και τελικά πεθαίνει το παιδί του. Μέγα πρόβλημα που
θεμελιώνει όλη την μετέπειτα ιψενική δραματουργία: ουσιαστικά ο άνθρωπος πρέπει
να είναι ο εαυτός του, να κατακτήσει τον ίδιο του τον εαυτό όχι με την έννοια
της αυτογνωσίας της σωκρατικής, αλλά ως αυτοκατόρθωμα αυτό που θα θεμελιώσει
αργότερα ο Κίργκερκαρντ στον
σύγχρονο θρησκευτικό υπαρξισμό.
Τα μεγάλα προβλήματα της θρησκείας
τίθενται ουσιαστικά από τους ποιητές μας, τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη.
Αφήνω τελείως τον Παπαφλέσσα του Μελά. Ο Παπαφλέσσας είναι ένας άνθρωπος
που δεν είναι παπάς, κι αυτό αντιμετωπίζει ο Μελάς: είναι ένας γυναικάς, ένας
επαναστάτης’ το ιδιότυπο του πράγματος δραματουργικά είναι ότι είναι και
ρασοφόρος. Το πρόβλημά του ωστόσο δεν είναι θρησκευτικό: δεν έχει κάποιο
δίλημμα ή αδιέξοδο πίστεως. Το μόνο που ο Μελάς αντιμετώπισε κοινωνικά αλλά
έχει ενδιαφέρον είναι ο Ιούδας, όπου
αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της αιτίας της προδοσίας’ ο Ιούδας εμφανίζεται ως
κοινωνικός επαναστάτης, ο οποίος δεν αποδέχεται την υποταγή που φαίνεται στα
μάτια του να εκπροσωπεί ο Ιησούς, ότι δηλαδή είχε υποσχεθεί μιά εξέγερση, και
την οποία από ανοησία, από παρεξήγηση ή από δική του ιδεοληψία θεωρούσε ότι
έπρεπε να είναι μιά επανάσταση πολιτική, μιά επανάσταση δομική της κοινωνίας
και όχι μιά επανάσταση θρησκευτική, μιά ανάσταση ψυχών, αυτό που επεδίωξε
τελικά ο Χριστός. Ο Ιούδας είχε κοινωνικούς προβληματισμούς, ήταν παιδί του
εξεγερμένου αιώνα, γι’ αυτό πρόδωσε τον Χριστό, όταν είδε να καταρρέουν τα δικά
του οράματα που είχε στηρίξει πολλές ελπίδες. Αν και δεν έχουμε ζητήματα
δογματικά που λύνονται, ωστόσο μας αφορά το έργο ως προς το θέμα αφού είναι
αντλημένο από τη θρησκεία.
Τα θεολογικά προβλήματα τα θέτουν ο Σικελιανός κι ο Καζαντζάκης. Ο πολύ παρεξηγημένος Καζαντζάκης θεολογούσε εμμόνως, όπως και όλοι οι αμφιβάλλοντες. Οι
άνθρωποι που αμφιβάλλουν διυλίζουν τον κώνωπα. Κάποτε βρέθηκα με έναν άθεο φίλο
στο Άγιον Όρος και εκείνος για να προβοκάρει, να ερεθίσει έναν ασκητή του είπε:
«Εγώ, δέσποτα, δεν πιστεύω, είμαι άθεος».
Ο γέροντας απάντησε: «Κοντά είμαστε».
Ο Καζαντζάκης θεολογούσε. Το πρόβλημά του ήταν πάντοτε θεολογικό, δηλαδή
οντολογικό: αν απαντάει ή δεν απαντάει στα ερωτήματά μας ο Θεός, αν πορευόμαστε
ή δεν πορευόμαστε με τον Θεό, ανεξάρτητα αν ο ήρωάς του ήταν ο Χριστός, ο
Βούδας, ο Καποδίστριας ή ο Χριστόφορος Κολόμβος. Είχε κάτι πολύ βαθιά θεολογικό
κι ασκητικό. Εξάλλου είναι ο συγγραφέας μιάς Ασκητικής- δεν έχει
σημασία αν η Ασκητική του είναι μη χριστιανική όταν δογματίζει εκεί ότι
«καθήκον του ανθρώπου είναι να φωνάζει στην έρημο». Αυτό έχει έναν ηρωισμό.
Μπορεί να έχει νιτσεϊκές ρίζες αλλά ποιός είπε ότι ο Νίτσε ήταν λιγότερο από τους άλλους θεολογίζων; Φυσικά δεν μιλάμε
μόνο για μιά δραματουργία που πρέπει να καταφάσκει αλλά και για μιά
δραματουργία που μπορεί να μάχεται τη θρησκεία, όπως ο Δον Ζουάν του Μολιέρου,
ο οποίος πολεμά την θρησκεία και πληρώνει για τη βλασφημία του.
Εκείνος που έθεσε καθέτως το πρόβλημα
είναι ο Σικελιανός, ο οποίος
πίστευε, δεν ήταν αμφιβάλλων, όπως ο Καζαντζάκης.
Στο Χριστό
στη Ρώμη ξεκινά από τις Πράξεις των Αποστόλων, που αναφέρονται στον
προσηλυτισμό των Ελλήνων, πρόβλημα που απασχολούσε κυρίως τον Σικελιανό, ο οποίος προσπαθούσε να
συνυπάρξουν μέσα στην ποίησή του ο Διόνυσος με το Χριστό χωρίς να νοιώθει ότι
βλασφημεί, γιατί δεν έβλεπε τον Διόνυσο σαν ένα ειδωλολατρικό κατάλοιπο που
περνάει στη ζωή μας, αλλά ως θρησκευτικότητα ως μανική σχέση με το θείο, κι
έτσι ακριβώς μπορούσε να συνδυάσει αυτά τα δύο, χωρίς να νοιώθει ότι κάνει
αλληλοπεριχωρήσεις της μιάς θρησκείας μέσα στην άλλη, ότι θέλει δηλαδή να
ειδωλολατρίσει τον χριστιανισμό ή να εκχριστιανίσει τα είδωλα. Δεν είναι εκεί
το πρόβλημα. Ο Σικελιανός δεν έκανε
συμπιλήματα αλλά προσπάθησε να κάνει μιά υπέρβαση: να δεί τις δύο αυτές
θρησκευτικότητες κάτω από ένα κοινό πρίσμα ως υπόβαθρο της ευσέβειας αυτού του
τόπου, αυτού του λαού’ το έβλεπε σαν εκφράσεις του έλληνα ανθρώπου. Δεν έβλεπε
τον Χριστό με την θεολογική του καταγωγή από τον εβραϊκό κόσμο αλλά ως πρόσληψη
του ελληνισμού: πώς τον δέχτηκε και πώς τον διαμόρφωσε το ελληνικό πνεύμα. Από
την άλλη πλευρά, στη διονυσιακή λατρεία αναγνώριζε μιά κατάφαση στη ζωή. Έτσι
προσπάθησε να συνδυάσει αυτά τα δύο. Μ’ αυτό τον τρόπο έβλεπε στο Χριστό
στη Ρώμη την προέλευση των Ελλήνων στον χριστιανισμό ξεκινώντας πιθανώς
από τις Πράξεις των Αποστόλων, όπου περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο
προσελήφθη το κήρυγμα του Παύλου στον Άρειο Πάγο. Όταν ήρθε ο Παύλος στην Αθήνα, μίλησε, αφού πρώτα
είχε αναφερθεί στον άγνωστο Θεό, δηλαδή αφού είχε διαπιστώσει τα αδιέξοδα των
Ελλήνων: είχαν δοκιμάσει όλους τους θεούς και ειρωνικώ τω τρόπω καθαρά
σωκρατικώ βρήκαν καταφύγιο στον άγνωστο Θεό σαν μιά έσχατη ελπίδα αφού κανείς
δεν τους ικανοποιούσε από τους άλλους υπάρχοντες σε μία κατ’ είδωλο Αθήνα με
βωμούς του Άμμωνος, του Οσίριδος. Στο βράχο ανέβηκαν όλες οι Σχολές: στωικοί,
ηδονιστές κ.λπ. Όταν τους είπε σας φέρνω νέο Θεό και όταν τον ρώτησαν τί
πρεσβεύει, εκείνος απάντησε: τί σημασία έχει τί πρεσβεύει’ είναι ένας Θεός που
πέθανε και αναστήθηκε. Οι μισοί έφυγαν γελώντας ειρωνικά’ άλλοι όμως έμειναν
και ρωτούσαν εμμόνως. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Οι Έλληνες τον δέχτηκαν γιατί είχαν φθάσει
σε αδιέξοδα, είχαν φτάσει στο τέλος της λογικής’ μόνο εκείνοι μπορούσαν να
καταλάβουν ότι μόνο πλέον αυτό το παράλογο (όπως το διατύπωσε ο Τερτυλλιανός
«πιστεύω γιατί είναι παράλογο») δεν πήγαινε παραπέρα’ είχαν σκαλώσει στο
σκάνδαλο του θανάτου, που διατυπώνεται έξοχα στο πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης. Ο Παύλος τους είπε εγώ σας
φέρνω αυτόν που πάτησε τον θάνατο θανάτω, και τους έδωσε διέξοδο. Αυτά
απασχολούσαν πάρα πολύ τον Σικελιανό. Τον απασχολεί κυρίως το πρόβλημα της
Αναστάσεως.
Το έργο του Σικελιανού Χριστός
Λυόμενος ή Ο θάνατος του Διγενή βασίζεται σε μιά μελέτη του Ανρί Γκρεγκουάρ επάνω στην αίρεση των Παυλικιανών, οι οποίοι απέρριπταν τον
εσταυρωμένο Ιησού και ανύψωναν ως σύμβολο τον αναστάντα. Ο Σικελιανός παίρνει
το κείμενο αυτό και γράφει το 1945
ένα έργο θεμελιώδες, όχι μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό, γραμμένο την εποχή
που βγαίνουμε από την κατοχή κι ελπίζουμε σε έναν καινούργιο κόσμο. Η θρησκεία
των Παυλικιανών είχε προσληφθεί από τους Ακρίτες.
Από αυτήν την άποψη οι Ακρίτες ήταν αιρετικοί. Τους τοποθετεί να ζουν στα άκρα
κατά φύσιν: ζούν μέσα στη φύση, λατρεύουν
τη φύση και τελετουργούν εν υπαίθριω. Έχουν υψώσει τον αναστάντα Χριστό ως
σύμβολο’ δεν δέχονται τον Εσταυρωμένο γιατί τον θεωρούν σύμβολο υποταγής,
σύμβολο πένθους, δηλαδή δουλειά της ψυχής. Αυτή είναι η θέση της. Έρχεται ο
αυτοκράτορας Βασίλειος ο Μακεδών να
τους επιβάλλει την Ορθοδοξία και τον υποδέχονταν με τα ήθη τους: του παραθέτουν
τραπέζι, κάνουν ένα γλέντι στο ύπαιθρο κι ακολουθεί κοινή λειτουργία των
πρωτευουσιάνων και των αιρετικών. Ο πατριάρχης Πολύευκτος καλεί την ώρα της κοινωνίας έναν-έναν τους πιστούς,
μεταλαμβάνει ο αυτοκράτορας και όταν έρχεται η σειρά του Διγενή του αρπάζει το
δισκοπότηρο και το πίνει όλο. Γίνεται σκάνδαλο και τον σκοτώνουν πισώπλατα. Το
έργο είναι η πιο πετυχημένη μεταφορά της φόρμας της αρχαίας τραγωδίας στην σύγχρονη
οπτική, με έξι χορικά, αγγελική ρήση, με κομμούς, όπως ο θρήνος των γυναικών
για τον πεθαμένο Διγενή. Έχω την εντύπωση ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό έργο
και κρίμα που δεν παίζεται συχνότερα, αφού έχει παιχτεί μόνο δύο φορές. Είναι
ίσως το θεολογικότερο έργο της νεοελληνικής δραματουργίας γιατί είναι
ταυτόχρονα πολύ καλό θέατρο γιατί δεν θέτει μόνο προβλήματα αν και μπορεί
κάποιος να έχει αντιρρήσεις δογματικές.
Είναι έλλειψη παράδοσης ή είδος σεβασμού
των δραματουργών μας να μην ανεβάζουν στη σκηνή ιερωμένους; Ίσως επειδή η δική
μας θρησκεία είναι λαϊκή, οι ιερείς μας δεν είναι λόγιοι, όπως είναι στον
καθολικισμό και ιδιαιτέρως στον προτεσταντισμό’ δεν είναι ο πυρήνας μιάς
κοινωνικής τάξης, ο οποίος εκφράζει τα ήθη. Ο παπάς-ζευγάς της Ελλάδος δεν είναι
πρόσωπο της κουλτούρας, είναι πρόσωπο της κοινότητας, είναι άλλο πράγμα. Κατά
καιρούς μονάχα σε κάποια από τα λαϊκά θεάματα, σε έργα ή διασκευές όπως ο Χριστός
ξανασταυρώνεται υπήρχαν παπάδες γιατί ήταν κεντρικό θέμα: ο παπάς ο
καλός και ο κακός, που αντιπροσωπεύουν τις δύο δυνάμεις, την προοδευτική και
την επαναστατημένη εκκλησία. Αλλιώς δεν υπάρχουν ιερωμένοι στη σκηνή.
Οι νεότεροι συγγραφείς μας απ’ τον Καμπανέλλη κι εδώ δεν έχουν τέτοια
προβλήματα. Ίσως επειδή το έργο τους είναι κοινωνικό’ προσπαθούν να κάνουν
ανατομία των κοινωνικών μας προβλημάτων περισσότερο, των αδιεξόδων της
κοινωνίας μας, της μιζέριας της κοινωνικής’ μιάς κοινωνίας ανολοκλήρωτης χωρίς
θεσμούς ή με θεσμούς που συνεχώς καταπατώνται και φυσικό είναι να έχουν
στραμμένη προς τα εκεί την προσοχή τους. Ο μόνος από τους νέους συγγραφείς μας
που έχει ένα θρησκευτικό ζητούμενο και πολλές φορές ένα θρησκευτικό τόνο,
ιδιαίτερα στα νεότερα έργα του, είναι ο Βασίλης
Ζιώγας. Είναι επηρεασμένος λίγο από την Ορθοδοξία και περισσότερο από μία
ανατολική θρησκευτικότητα, δεν θα έλεγα τον Βουδισμό ή τον Ινδουισμό αλλά μιά
θρησκευτικότητα πάντως μεταφυσική. Στο έργο του Φιλοκτήτης, που παίρνει
το θέμα από τον αρχαίο μύθο, συνδυάζει τις δύο παραδόσεις μ’ έναν τρόπο σχεδόν
ιδιοφυή: τα γεγονότα του μύθου- ο Φιλοκτήτης ο γνωστός μονήρης ήρωας, ο
αποδιωγμένος στη Λήμνο, όπου πάει ο Οδυσσέας
να του πάρει τα όπλα-γίνονται στο επίπεδο της πραγματικότητας και της
ιστορίας, εδώ μπροστά μας ως μιά ρεαλιστική σύγκρουση διαφόρων ιδεολογιών και
σκοπιμοτήτων ενώ ο χορός της τραγωδίας αποτελείται από ασκητές στυλίτες.
Βρίσκονται στους στύλους τους και βλέπουν τους ανθρώπους κάτω από την προοπτική
της αιωνιότητας. Βλέπουν την ιστορία περίπου ως στιγμιαία, μπροστά από τη
διάσταση του αιωνίου και του άναρχου’
βλέποντας μέσα από τη δική τους διάσταση του ανοικτού ουρανού βλέπουν τον
κλειστό ουρανό της γης και μυκτηρίζουν προσπαθώντας να συλλάβουν τί είναι αυτή
η ανοησία που λέγεται ανθρώπινη ιστορία και πολιτική όταν υπάρχει η διάσταση
του θείου. Χωρίς να υπάρχει τίποτα το ορθόδοξο, είναι ένα έργο θρησκευτικής
εμπνεύσεως πολύ ενδιαφέρον.
Ένα άλλο έργο επίσης σημαντικό που έχει
μιά τέτοια διάσταση είναι το τελευταίο έργο του Άγγελου Τερζάκη ο Πρόγονος ή
Προγονός (τον τίτλο τον δίνει πάντα με κεφαλαία και μπορεί να τονιστεί
και με τις δύο τονικές διαφορές). Είναι ένα κατεξοχήν θεολογικό έργο το οποίο
ως δραματική δομή θυμίζει τον Ιωάννη
Γαβριήλ Μπόργκμαν του Ίψεν. Για όσους όμως ξέρουν τον Τερζάκη
με τις μεγάλες υπαρξιακές αμφιβολίες κι αναζητήσεις, ο Πρόγονος είναι ο Θεός. Ουσιαστικά
είναι μία αλληγορία. Ο Τερζάκης προσπαθεί
να δει το σημερινό αδιέξοδο του ανθρώπου κάτω από την προοπτική μιάς τυραννικής
παρουσίας που κάνει τους ανθρώπους ενόχους- το αιώνιο πρόβλημα του Τερζάκη- κι
απολογούμενος απέναντι στη συνείδησή τους και στην ιστορία. Στις βυζαντινές του
τραγωδίες αγγίζει θρησκευτικά θέματα, στον Σταυρό και το σπαθί, στον Αυτοκράτορα
Μιχαήλ και στη Θεοφανώ, αλλά το πρόβλημά τους δεν είναι θεολογικό.
Άντλησε από το Βυζάντιο κατ’ αναλογία με τον Σαίξπηρ’ όπως εκείνος άντλησε από τον αγγλικό Μεσαίωνα έτσι κι
αυτός άντλεί από τον βυζαντινό Μεσαίωνα για να θίξει σύγχρονα θέματα: εξουσίας,
υπαρξιακής ενοχής, ερωτικής επικοινωνίας και προβλήματα ενοχής φόνου (ο φόνος
ως υπαρξιακό γεγονός, ως αμάρτημα, παράβασης βασικού κανόνα της φύσης). Αυτά τα
αντιμετωπίζει ο Τερζάκης όχι με θρησκευτική πάντα οπτική ή με δογματική οπτική.
Οι ήρωές του ζούν στο Μεσαίωνα. Στη Θεοφανώ ο Τσιμισκής μετά τη σφαγή
ουσιαστικά μετανιώνει, πέφτει στα γόνατα, προσκυνάει το θείο, αλλά αυτό δεν
αρκεί για να ονομάσω το έργο θρησκευτικής έμπνευσης ή με θρησκευτικές ρίζες.
Απλούστατα, ο Τερζάκης λαμβάνει υπόψη του και τη θρησκευτικότητα των ηρώων του,
δηλαδή μιά διάσταση μεταφυσική που έχουν οι άνθρωποι, μιά διάσταση ανοιχτή για
τα πράγματα.
ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, σελ. 163-174
από το
βιβλίο «ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» σε επιμέλεια Ιωσήφ Βιβιλάκης. Εξώφυλλο
Κώστας Χουχουλής. Συντονιστής της σειράς «ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ- 34» Μάριος Μπέγζος.
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σελ. 178, τιμή 14 ευρώ.
«Είπεν άφρων εν καρδία
αυτού ουκ έστι Θεός» Ψαλμός 14ος.
Μεγάλη Τρίτη σήμερα, και ο ραδιοφωνικός
σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος από τις 7 το πρωί δημιουργεί την κατανυκτική
ατμόσφαιρα με τις βυζαντινές υμνολογίες και ψαλμωδίες που αναμεταδίδει από την
Μονή Πετράκη.
«Τον Νυμφώνα
σου βλέπω….» ψάλλει η Ειρήνη Παπά
Συνεχίζουμε
την ανάγνωση κειμένων και την ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα παλαιότερων
δημοσιευμάτων που θεωρούμε ότι ταιριάζουν με το θρησκευτικό κλίμα των ημερών
που διανύουμε. Σήμερα, αναρτούμε ένα συνοπτικό αλλά κατατοπιστικό ανάγνωσμα για
την σχέση της Νεοελληνικής Δραματουργίας με την Θρησκεία αρχομένης από το
Κρητικό Θέατρο και αγγίζει χαρακτηριστικά κράσπεδα της δραματουργίας των ημερών
μας. Το κείμενο προσέγγισης υπογράφει ο γνωστός κλασικός φιλόλογος και
θεατρολόγος, μεταφραστής και στιχουργός Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ένας
καλλιεργημένος καθηγητής και συγγραφέας που για πάνω από μισό αιώνα μας δίδαξε
με τα δημοσιεύματά του στα διάφορα έντυπα, τις εφημερίδες και τα βιβλία που
εξέδωσε μετά την μεταπολίτευση, να παρακολουθούμε καλό ελληνικό σύγχρονο και
ξένο θέατρο. Ο έμπειρος και κατηρτισμένος θεατρικός κριτικός που «έπαιζε» στα
δάκτυλα την αρχαία τραγωδία και κωμωδία, την μαγεία της Θεατρικής Τέχνης του
σύγχρονου και παλαιότερου ρεπερτορίου, ο ηθοποιός μαθητής του «Πειραϊκού
Θεάτρου» του πειραιώτη σκηνοθέτη δασκάλου Δημήτρη Ροντήρη, μας μύησε στα
μυστικά της σκηνής και των παρασκηνίων, μας μίλησε για τις μοντέρνες ερμηνείες αντρών
και γυναικών ηθοποιών. Επεσήμανε καθοδηγώντας μας τους πρωταγωνιστικούς και
δευτερεύοντες ρόλους μιάς παράστασης, είτε αυτή προέρχονταν από την Εθνική
Σκηνή είτε από περιφερειακό θίασο. Φώτισε τους τρόπους και τις μεθόδους ανεβάσματος
μιάς σκηνικής παρουσίας, των μετεχόντων συντελεστών ενός θιάσου που παρουσίαζε
την δουλειά του στα Αθηναϊκά θέατρα ή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου.
Καυτηρίασε αρνητικά νοοτροπίες και των καλλιτεχνών τουπέ ή επαίνεσε την
σκηνοθετική οπτική ενός μοντέρνου νέου σκηνοθέτη. Με τις κριτικές του ανέδειξε
τα σημεία εκείνα στα οποία συγκλείνουν ή αποκλίνουν οι νέες θεατρικές παραγωγές
από τις προγενέστερές τους, που καινοτομούν οι νέες θεατρικές προτάσεις ή
ακολουθούν την ίδια πεπατημένη των προηγούμενων εργατών της θεατρικής μαγείας. Στις
δημόσιες θεατρικές του κρίσεις ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αρκετές φορές τις
συμπλήρωνε κάνοντας αναδρομή σε προηγούμενα συγγραφικά έργα ενός θεατρικού
δημιουργού, στην εξέλιξή του, στο θεατρικό του στυλ και ατομικό του ύφος. Δεν
παρουσίαζε μόνο τις νέες παραστάσεις που ανέβαιναν αλλά αναφέρονταν και στην
ίδια την θεατρική γραφή-το κείμενο, μας προσκαλούσε να γευτούμε την ποιότητα
του λόγου και τις αρετές ενός θεατρικού έργου ως ανάγνωσμα πριν παρασταθεί πάνω
στην σκηνή. Οι θεατρικές του κριτικές αποτελούσαν την εγκυρότερη πηγή
επιβεβαίωσης μιάς παράστασης που ανέβαινε στις θεατρικές σκηνές, στους
υπαίθριους χώρους. Κατείχε όσο λίγοι από τα μέσα-σαν παλαιός ηθοποιός- την
ερμηνευτική δεξιοτεχνία και αξία ενός ηθοποιού, το έμφυτο ταλέντο του. Διέβλεπε
τους ερασιτεχνισμούς του ή την ωριμότητά του, την ευσυνειδησία του, τις
τεχνικές προσέγγισής του στον ρόλο που επέλεξε να ερμηνεύσει. Ήταν αυστηρώς αν
διαισθάνονταν ότι ο ηθοποιός δεν ποιεί ήθος, αν θα σταδιοδρομήσει επαγγελματικά
αισίως, αν διακονεί το θεατρικό σανίδι μην έχοντας τα εφόδια και απλά παίζει με
τους ρόλους και εμάς το κοινό. Γερή γραφίδα, μεστή νοημάτων, πλούσια γραφή,
ώριμη και πολυδιάστατη θεατρικά η κριτική σκέψη του Κώστα Γεωργουσόπουλου,
ανήκε στην κατηγορία των θεατράνθρωπων της παλαιάς θεατρικής «στόφας» από όπου
προέρχονται οι φωνές ενός Φώτου Πολίτη, ενός Στάθη Δρομάζου, ενός Τάσου Λιγνάδη…
και συγχρόνων καθηγητών πανεπιστημιακών σχολών της Θεατρολογίας μας που
διακονούν συστηματικά ή περιστασιακά την θεατρική κριτική. Η Ιστορία του
Ελληνικού Θεάτρου έχει να επιδείξει σπουδαία ονόματα αντρών και γυναικών μέχρι
τις μέρες μας τα οποία είτε με ενθουσιαστικό τρόπο είτε με αρνητικό, χλευαστικό
σχολιασμό στάθηκαν συνήγοροι του θεατρικού παιχνιδιού που συντελείται μέσα σε
ένα το πολύ δίωρο και μετά χάνεται στον χρόνο, αποτελεί θεατρική προϋπηρεσία
ενός ερμηνευτή ή ευχάριστη ανάμνηση ψυχαγωγίας ενός θεατή αποτυπωμένη μέσα σε
ένα θεατρικό πρόγραμμα. Αρχινώντας από τον πρώτο που άνοιξε του θεατρικού
στασιδιού την Ιστορία στην χώρα μας, τον ιστορικό Νικόλαο Λάσκαρη και τον
σημαντικότερο μέχρι σήμερα, τον εργασιομανή φιλόλογο και παθιασμένο δάσκαλο του
θεάτρου Γιάννη Σιδέρη που διέσωσε ότι μπορούσε να διασωθεί με προσωπικό μόχθο,
ατομικό μεράκι, ιδία έξοδα και ξόδεμα ατομικού του χρόνου. Ένα ζωντανό
παράδειγμα θεατρικού μύστη για αυτούς που τον γνώρισαν από κοντά, για εκείνους
που μελέτησαν τις εργασίες και τα βιβλία του για όλους εμάς που θέλουμε να
κρατούμε αναμμένο το λυχναράκι του θεατρικού του φωτός μπρός στο εικονοστάσι
της θεατρικής παιδείας και της ιστορικής διαδρομής της στην πατρίδα μας. Από
την τεράστια θεατρική παρακαταθήκη που μας κληροδότησε με τις άπειρες εργασίες,
τα βιβλία και τις δημοσιεύσεις του αυτό το ελληνο-αυστρικό «θεριό» θεατρικής
μνήμης και καλλιέργειας ο Βάλτερ Πούχνερ έως την έμπειρη και καταξιωμένη
θεατρολόγο καθηγήτρια Κυριακή Πετράκου και την εξαιρετική εργασία της πάνω στο
Θέατρο του Νίκου Καζαντζάκη και όχι μόνο, η σειρά είναι ενιαία και αδιάσπαστη.
Και από τον Θεόδωρο Γραμματά ως τον ηθοποιό Μήτσο Λυγίζο με τις θεατρικές
προσεγγίσεις τους, και τον σύγχρονο νεότερο ηλικιακά Ιωσήφ Βιβιλάκη ο δρόμος
της θεατρικής αγωγής και ψυχαγωγίας είναι ενιαίος. Και, πώς μπορούμε να
λησμονήσουμε το μέγεθος που λέγεται Αλέξης Σολομός ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη
και θεωρητικού του θεάτρου και τις μελέτες του, τον «Άγιο Βάκχο» του μεταξύ άλλων,
μα, και την μεγάλη μορφή του Πειραιώτη Μάριου Πλωρίτη και πόσα δεν πρόσφερε
στην υπηρεσία του Θεάτρου, δεν καθοδήγησε συμβουλευτικά και προστάτευσε από
λανθασμένες ενέργειες άντρες και γυναίκες υποκριτές ερμηνεύτριες, από την
δεκαετία του 1960 που έγραφε τα κριτικά κινηματογραφικά και θεατρικά σημειώματά
του στην δημοκρατική εφημερίδα «Ελευθερία» η παράδοση συνεχίζεται τιμητικά και
ακουμπά στις θεατρικές ανακοινώσεις της Χαράς Μπακονικόλα, και την προσφορά της
Άλκης Θρύλου και των πάνω από 15 πυκνογραμμένους τόμους των θεατρικών κριτικών
της και σημειωμάτων της, και όσους άλλους λόγω χώρου, κριτικούς του θεάτρου και
των δύο φύλων δεν αναφέρουμε. Ονόματα και κείμενα, δημοσιεύματα που μας
εφοδίασαν με στοιχεία και ουσιαστικές πληροφορίες και θεατρικά μυστικά, μας
μπόλιασαν με μαρτυρίες βιωματικών γνώσεων έτσι ώστε να έχουμε την άνεση-εμείς
οι νεότεροι θεατρόφιλοι εραστές του- να κατανοούμε και να νιώθουμε καλύτερα την
τέχνη του αρχαίου Θεού Διονύσου. Αυτού του πολύχυμου ιερού Αμπέλου που
γευόμαστε μέχρι σήμερα μέσω της χριστιανικής θείας κοινωνίας. «Κύριε, Κύριε,
επίβλεψον εξ ουρανού και….» ικετεύει από το ψαλτήρι ο χριστιανός πιστός. Μας
δίδαξαν να αποκωδικοποιούμε τα όποια μηνύματα μιάς θεατρικής παράστασης, να
ξεκλειδώνουμε τα μυστικά κλειδιά της θεατρικής τέχνης, να διακρίνουμε τι
καινούργιο κομίζουν τα έργα των σύγχρονων νέων ελλήνων και ξένων συγγραφέων.
Πώς πορεύτηκε η θεατρική μεταπολεμική δραματουργία μετά την εμφάνιση της
θεατρικής γραφής του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Πώς το εξωλογικό στοιχείο της αινιγματικής
σημαντικής της θείας παρέμβασης μετουσιώνεται σε καθημερινή πράξη στους κύκλους
της ζωής μας και των βασάνων της και περιπετειών της. Θέατρο και Ελληνική Κοινωνία
ως Κοινότητα επί τω αυτώ για αιώνες στην χώρα μας αποτελούν ένα ενιαίο κράμα
παράδοσης. Στην Αυλή της ενοριακής μας παρουσίας και έμπροσθεν του ιερού των
ιερών ναών εικονίσματα ως επαναλαμβανόμενη ιερουργία του ανθρώπινου πόνου των
θαυμάτων της αιωνιότητας της πρόσκαιρης και τυχαίας παρουσίας μας πάνω σε αυτό
το τόπι που ονομάζουμε Γη. Ένας ευαγγελισμός λειτουργικών καταστάσεων και
δραματουργικών στιγμιότυπων της χαρμολυπικής παρουσίας Θεών και Ανθρώπων είναι
η Θεατρική Τέχνη, αυτή που έλκει τα ιερά σήματα του Θείου και των παρεμβάσεών
του στο ενθάδε και στο χθόνιο στερέωμα. Αυτήν την συνέχεια της «πανάμομης»
θεατρικής τελετουργίας και το σκηνικό τελετουργικό του αντέγραψε και η
Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της βήματα, στην δική της θρησκευτική
ιστορική πορεία προοπτικής ως νέο του Ευαγγελίου μήνυμα αναστάσεως, ως Τέχνη
του Θεάτρου που σκέπει υπό την προστασία της η παρθένος αειπάρθενος Μάνα
Παναγιά- Εκάβη.
Να
συμπληρώσουμε μόνο, ότι ορισμένες φορές η κριτική φωνή του Κώστα
Γεωργουσόπουλου προκαλούσε εχθρότητες, αντιπάθειες, μίλησαν ακόμα και για
κριτικές του μεροληψίες σε παραστάσεις που ανέβαιναν και οι μεταφράσεις των
κειμένων ήταν δικές του. Όμως, ουδείς και ουδεμία μπορεί να αμφισβητήσει ότι η
δημόσια παρουσία και λόγος του, οι κριτικές απόψεις και θέσεις του ήσαν
μαθήματα θεατρικής παιδείας για εμάς τους νεότερους, ένας άλλος τρόπος
θεατρικής προσέγγισης για τους αναγνώστες του, όπως την τέχνη του
κινηματογράφου στα μεταπολιτευτικά χρόνια μας την δίδαξαν τα κείμενα και οι
αναλύσεις του καθαρόαιμου μαρξιστή διανοητή και πεπαιδευμένου Βασίλη Ραφαηλίδη.
Σωστές οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται
στη «Νεοελληνική δραματουργία και θρησκεία» του Κώστα Γεωργουσόπουλου, που
διαβάζουμε στην εξαιρετική αυτή συλλογή των έξι κειμένων που απευθύνονται όχι μόνο
στο στενό ειδικό κοινό των θεατρολόγων αλλά σε όλους εμάς, στο ευρύ κοινό.
Εξετάζει τα θεατρικά πράγματα με την σωστή χρονολογική τους σειρά και συγγραφή
κριτηρίων παραγωγής τους και επανατοποθετεί εσφαλμένες αντιλήψεις που έχουμε
για ορισμένα από αυτά στις σωστές τους βάσεις, την θέση που κατέχουν ερμηνευτικά
μέχρι σήμερα (πριν 20 χρόνια που κυκλοφόρησε το βιβλίο και παρουσιάστηκαν οι «ανακοινώσεις»).
Έργα σταθμοί μέσα στην ιστορική διαδρομή της Νεοελληνικής δραματουργίας τους
τελευταίους δύο αιώνες στην πατρίδα μας και την σχέση των ποιητικών και
θεατρικών αυτών έργων με την θρησκεία και εκκλησιαστική παράδοση τα σκηνικά
τους μοτίβα, τους εθνικούς- εκκλησιαστικούς συμβολισμούς, τα διάφορα ταμπλό της
εικονοποιίας τους, τα δρώντα στις συνειδήσεις των πιστών στιγμιότυπα του Θείου
δράματος και πώς αυτές οι πρώτες ιερές προτυπώσεις και σκηνική παρουσία γίνονται
ποιητική- θεατρική ύλη και αφορμή για θεατρική παράσταση δίχως κατ’ ανάγκη να
ανήκουν στην κατηγορία αυτή που αποκαλούμε καθαρής μορφής και είδους
χριστιανικό θέατρο που ακολουθεί στενά την δογματική εκκλησιαστική ερμηνευτική.
Σκιαγραφείται χαρακτηριστικά η σχέση των οσάνω ποιητών και συγγραφέων με την
θρησκεία, την ορθόδοξη βιωματική. Οι συγγραφείς των έργων δεν είναι θρησκευτικοί
συγγραφείς αλλά δημιουργοί της θύραθεν και κλασικής παιδείας με ανοίγματα της σκέψης
του και προς τις δύο ελληνικές παραδόσεις της Ελλάδος, την Παγανιστική και την Χριστιανική,
κοινός ο ιμάντας πολιτιστικής μεταφοράς μέσα στους αιώνες του Εθνικού και του Χριστιανού
Έλληνα.
Τα ενδεικτικά ονόματα που μνημονεύονται
και τα έργα τους, μας είναι γνωστά, οικεία, αγαπητά, κατέχουμε τους
συγγραφικούς πειραματισμούς τους και την επιθυμία τους να συνενώσουν το αρχαίο των
εθνικών-παγανιστών ελλήνων πνεύμα με το κατοπινό χριστιανικό και ιουδαϊκό όπως
το συγχώνευσε μέσα στους αιώνες η ορθόδοξη μονοθεϊστική ελληνική παράδοση.
Αφομοιώνοντας ό,τι της ήταν ωφέλιμο στην κατοχύρωση της δογματικής
εκκλησιαστικής διδασκαλίας της. Το ίδιο έπραξαν και οι θεατρικοί συγγραφείς
εκείνοι που άντλησαν και από τις δύο πηγές της ελληνικής ποιητικής και
θεατρικής παράδοσης το υλικό τους. Ενώ άλλοι, όπως ο Βασίλης Ζιώγας καλλιέργησε
έναν μεταφυσικό θρησκευτικό λόγο προερχόμενο από τα μυστήρια της Ανατολής και
όχι αποκλειστικά της Μέσης Ανατολής μην λησμονώντας και τα αρχαία της ελληνικής
τραγωδίας πρότυπα. Το κράμα του Άγγελου Σικελιανού πέτυχε αν και γνωρίζουμε ότι
το έργο και οι πνευματικές του δράσεις και ενέργειες κλείνουν περισσότερο προς
το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και φιλοσοφία ζωής. Ο Άγγελος Σικελιανός δεν είναι
τυχαίο ότι αποκαλείται ακόμα και σήμερα Ορφικός. Και σαν μεγάλος οραματιστής
και ποιητής που υπήρξε ξεπέρασε τους σκοπέλους τόσο του αυτοκράτορα Ιουλιανού
και τις αίολες θρησκευτικές του απόψεις, όσο και τα Νομοκανονικά σχέδια
οργάνωσης της Νέας Πολιτείας του που ονειρεύονταν να ιδρύσει ο πρώτος Έλληνας,
ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθωνας. Η περίπτωση του Νίκου Καζαντζάκη έχει
χιλιοσχολιαστεί και πάλι κάτι περισσεύει που δεν έχει αποσαφηνιστεί από το
ογκώδες πρωτότυπο και μεταφραστικό, ταξιδιωτικό και μυθιστορηματικό έργο του
όσον αφορά τις θέσεις και τις προσωπικές του αντιλήψεις για το αν ήταν πιστός
όχι στις διάφορες Εκκλησίες του Χριστού μέσα στους αιώνες, αλλά και στον ίδιο
τον Χριστό και αυτόν Εσταυρωμένο. Ως διαχρονικό θυσιαστικό σύμβολο ελπιδοφορίας
της ανθρωπότητας, ελέους και παρηγοριάς στις ανθρώπινες ψυχές των απλών και
φτωχών ανθρώπων. Αυτός ο ιδεότυπος μεγάλος ψαράς των ανθρώπινων ψυχών που
εξακολουθεί αιώνες τώρα να έλκει στα δίκτυα της διδασκαλίας και των εντολών του
τους πιστούς ακολούθους του. Το αίνιγμα Νίκος Καζαντζάκης και το τι πραγματικά
σαν άτομο, σαν ιδιοσυγκρασία πίστευε για τον Χριστό και την θρησκεία και εκκλησία
που οικοδόμησε ακόμα παραμένει ανοιχτό πάνω στον Κρητικό του τάφο με τον υψωμένο
της ανθρώπινης γωνίας σταυρό του. Τα έργα του αποτελούνται από μικρές
καθημερινές ιστορίες και απλές κατανοητές παραβολές, στην επιθυμία του να
διαχωρίσει τον καλό χριστιανικό στάχυ από τον κακό. Θρησκευτική φύση ο μεγάλος
αγωνιστής Κρητικός στροβιλίζεται γύρω από τα φιλοσοφικά του προβλήματα αλλά γνωρίζει
να τιμά στα βιβλία του τον λευίτη παπά από τον πονηρό ρασοφόρο που μόνος του
σκοπός είναι το οικονομικό κέρδος φορώντας την λεοντή του θρησκευτικού σωτήρα.
Ο Άγγελος Τερζάκης αποτελεί μία εξαιρετική εξαίρεση στην ιστορία του ελληνικού
στοχασμού και την ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας και του ελληνικού θεάτρου.
Καλλιεργημένος, σοβαρός, υπεύθυνος και αποτελεσματικός από όποια δημόσια θέση
υπηρέτησε μας άφησε ένα έργο στο σύνολό
του που μάλλον δεν έχει αναγνωριστεί σε όλες του τις διαστάσεις και θεωρητικές
προεκτάσεις στους θεατρικούς χώρους. Ο Άγγελος Τερζάκης έμεινε μάλλον στην
ιστορία των ελληνικών γραμμάτων σαν ένας σοβαρός, αστός δημιουργός της Γενιάς
του 1930 που τον θυμόμαστε σε θεατρικές επετειακές εκδηλώσεις. Τα θεατρικά του
έργα είναι περισσότερο γνωστά από τις τηλεοπτικές διασκευές τους στην
ασπρόμαυρη ελληνική τηλεόραση τις περασμένες δεκαετίες και τους ερμηνευτές τους.
Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά αυτό φανερώνει η έλλειψη σύγχρονου θεατρικού
ενδιαφέροντος και εργασιών πάνω στα μυθιστορήματά του και στον στοχαστικό και
θεωρητικό του λόγο, το θέατρό του. Άραγε, με ποιόν έλληνα στοχαστή θα
μπορούσαμε να τον παραβάλλουμε και το θεματικά βυζαντινής προβληματικής θέατρό
του, ίσως μέσω των χαρακτήρων και των φυσιογνωμιών των βυζαντινών προσώπων που
προβάλλει περισσότερο ιστορεί παρά θεατρικά αναμορφώνει με σύγχρονους
προβληματισμούς και ζητήματα. Ίσως.
Παγανισμός λοιπόν ή Ορθοδοξία ως κύριο
συστατικό της Ελληνικότητας και τι οφείλει να επιλέξει από τις δύο αυτές
ισχυρές ελληνικές παραδόσεις η ελληνική σύγχρονη δραματουργία; Σίγουρα ο
νεοέλληνας θεατρικός δραματουργός δεν
θέτει τέτοια διλήμματα πλέον μέσα στην Ιστορία της μετανεωτερικής εποχής μας.
Τα μυριάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος είναι άλλης
φύσεως και θεώρησης ζωής και μεταφυσικού- οντολογικού προβληματισμού. Το
θεατρικό έργο «Ο Ιούδας» του Σπύρου Μελά παραδόξως έρχεται στην επιφάνεια ως πρόταση
των πολιτικών και κυβερνητικών τους προθέσεων και της οικονομικής οργάνωσης της
ευημερίας των λαών. Πολιτική ή Θρησκευτική η επαναστατική διδασκαλία του Υιού
του Ανθρώπου, ποιος μπορεί να πάρει την απόφαση να τελεσιδικίση στην απάντησή
του όταν το αιματοβαμμένο Μαρτυρολόγιο των ανθρώπων που θυσιάστηκαν και σταυρώνονται
καθημερινά είναι απέραντο και από τις δύο θεωρήσεις μας. Το θέατρο και ο
θεατρικός λόγος και η παράστασή του έχει σκεπαστεί από την λάμψη μιάς χλιδάτης
θεαματικότητας και σκηνοθετικής ή των ηθοποιών πειραματική πανουργία σήμερα. Το
κείμενο είναι πάρεργο μπρος την επιθυμία για προβολή ατόμου ή συνόλων που
συντελούν στην παράστασή του. Η ιερότητα του κειμένου αρχαίου των εθνικών
ελλήνων ή των χριστιανικών μετέπειτα χρόνων έχει απολεσθεί. Έμεινε ο σκελετός
από μικρά ευφυολογήματα και πιασάρικες ατάκες που ξεσηκώνουν το ένστικτο αλλά
όχι το φτερούγισμα της ψυχής. Και σίγουρα ο λόγος του δασκάλου Καρόλου Κουν
κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας δεν ισχύει πια. Οι Καιροί αυτό δείχνουν κάνω λάθος;
Το κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου
είναι ξεκάθαρο και στις προθέσεις του για τους συγγραφείς και για τα έργα που
μας μιλά. Είναι μία σοβαρή και αξιόλογη παρουσία ανάμεσα στους άλλους
συμμετέχοντες και τα κείμενα που διαπραγματεύεται ο καθένας και η κάθε μία.
Το βιβλίο περιλαμβάνει:
-Τον Πρόλογο
του επιμελητή του Ιωσήφ Βιβιλάκη που αναφέρεται στην ταυτότητα του κάθε
συγγραφέα και του κειμένου του, σελ.9- 15.
-Νίκος
Χουρμουζιάδης, Θρησκεία και Θέατρο στην Αρχαία Ελλάδα, σελ.17-45.
-Χαρά
Μπακονικόλα, Οι Θεοί της αρχαίας τραγωδίας, σελ. 47-84.
-Ιωσήφ
Βιβιλάκης, Εκκλησία και Θέατρο στο Βυζάντιο, σελ. 85-114.
(*Να
θυμίσουμε και την εργασία του πειραιώτη Μάριου Πλωρίτη)
-Σπύρος Α.
Ευαγγελάτος, «Υπερβατικά» στοιχεία σε έργα του Κρητικού και του Επτανησιακού
Θεάτρου, σελ. 115-140.
-Βάλτερ
Πούχνερ, Το αίσθημα του ιερού και του
ευτράπελου στα ελληνικά λαϊκά δρώμενα, σελ. 141-161.
-Κώστας
Γεωργουσόπουλος, Νεοελληνική δραματουργία και θρησκεία, σελ. 163-174.
-Βιογραφικά
Συγγραφέων, σελ. 175-178.
Στο οπισθόφυλλο μεταφέρεται η αρχή του
Προλόγου του Επιμελητή. Διαβάζουμε:
«Θρησκεία
και Θέατρο συνδέονται με μιά σχέση καταγωγής. Το αρχαίο δράμα ανατέλλει μέσα
από το θρησκευτικό τραγούδι του διθύραμβου, το νεότερο ευρωπαϊκό θέατρο
κυοφορείται εντός της μεσαιωνικής λατρευτικής πράξης της χριστιανικής
λειτουργίας. Εθνολογικές- ανθρωπολογικές μελέτες, θρησκειολογικές προσεγγίσεις
καθώς και η προϊστορία του θεάτρου τεκμηριώνουν ότι δεν υπάρχει λαός σε
ολόκληρο τον πλανήτη, του οποίου η λαϊκή παράδοση να μην περικλείει τελετές και
δρώμενα, έναν μίμο-ιερουργό που να δραματοποιεί αυτοσχεδιαστικά ή να παίζει
συνειδητά απέναντι στο θεό του ένα δράμα προορισμένο να καλύπτει τις ανάγκες
και τις σκοπιμότητες της κοινότητας που υπηρετεί. Θεολογία, Θρησκειολογία και
Θέατρο συναντιούνται στην αναζήτηση του βιώματος της πίστης προς τον Θεό και
στις ψηλαφήσεις της ουσίας της θεατρικής πράξης.»
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
Μεγάλη
Τρίτη, 7 του Απρίλη του 2026
ΥΓ. Πώς
κατορθώνει πάντα το πολιτικό προσωπικό μας να στρέψει αλλού τα φώτα της επικαιρότητας
προς συζήτηση είναι πράγματι ένα επαναλαμβανόμενο «Θαύμα» για να παραμείνουν όλα
ως έχουν. Η πολιτική και κοινωνική μας παθογένεια ημών των εκλογέων και των
πολιτικών εκπροσώπων μας μεταξύ της Αγίας Πρόκλας και του Ποντίου Πιλάτου.