Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Άγριες φράουλες

 

Α Γ Ρ Ι Ε Σ  Φ Ρ Α Ο Υ Λ Ε Σ

«Μοιάζουν τα όνειρά μας/ με ταινία φαντασίας/

Σινεμά είναι ο κόσμος/ Πειραιώς και Κηφισίας/

κι όταν φτάνει η σειρά μας/ Άλλοι μπαίνουν πάντα πρώτοι/

και για μας/ μένει μια θέση/

πίσω- πίσω στον εξώστη

Στριμωχτά».

Στίχοι Βαγγέλης Κωνσταντινίδης. Μουσική Χρήστος Δάντης

   «ΕΝ αρχή ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όχι μόνο γιατί είναι ο τελευταίος εν ζωή, μεγαλύτερος δημιουργός της υφηλίου, ούτε μόνο γιατί οι «Άγριες φράουλες» είναι η πρώτη μεγάλη ταινία της πρώτης περιόδου του. Αλλά και γιατί, χρονικά, οι «Άγριες φράουλες» θα μεταδοθούν πρώτες απ’ όλες τις άλλες καλές ταινίες του τριημέρου….». Αυτά έγραφε η απογευματινή εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 30ης Απριλίου 1993 ενημερώνοντάς μας για τις νέες ταινίες που θα προβάλλονταν το τριήμερο. Παράλληλα με την ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν θα προβάλλονταν και η ιταλική «καυστική σάτιρα» του Έλιο Πέτρι στην ΕΡΤ-2 «Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο». «Άγριες φράουλες» ένα ψυχολογικό δραματικό αριστούργημα με όμορφες σουρεαλιστικές εικόνες, «ντοκιμαντερίστικες» σκληρές σκηνές, έξοχη φωτογραφία και φωτισμοί, εξαιρετικά εξωτερικά γυρίσματα και πλάνα καταπληκτικές ερμηνείες και οργανωμένο πάντα χειρισμό της κάμερας. Ένα σκληρό, παγερό, θανατερό φλας μπακ στο χρόνο, την ζωή του μεγάλης ηλικίας ακαδημαϊκού κουρασμένου από τα χρόνια καθηγητή ιατρικής που αποφασίζει να ταξιδέψει, να μεταβεί στην πανεπιστημιακή σχολή που εργάζονταν μετά από πρόσκληση που λαμβάνει για να τιμηθεί να τον βραβεύσουν. Ένα έργο βραβευμένο στο Φεστιβάλ της Βενετίας και του Βερολίνου: «Ταινία ωριμότητας, απολογισμού μιας ολόκληρης ζωής και υπαρξιακού, φιλοσοφικού στοχασμού. Μεγάλες κουβέντες; Όχι, ακριβώς. Οι «Άγριες φράουλες» θέτουν το βασικό, ατομικό, πρόβλημα της εποχής μας. Της κάθε εποχής. Όσο πιο υψηλά ίσταται το κάθε άτομο, τόσο μεγαλύτερες είναι οι φθορές που έχει υποστεί ο μηχανισμός της «ψυχής» του. Όπως και του καθηγητή στην ταινία, που διασχίζοντας την Σουηδία με το αυτοκίνητο της νύφης του, ανακαλεί στη μνήμη του το παρελθόν. Και σιγά- σιγά αντιλαμβάνεται πόσο μικρός είναι ο εσωτερικός του κόσμος. Παίζουν Γκίναρ Μπγιόρνστραντ, Βίκτορ Σγιόστρομ, Μπίμπι Άντερσον (απόψε 22.03 στην ΕΡΤ-3).». διαβάζουμε στο σημείωμα.

    «Άγριες φράουλες» είναι η απαισιόδοξη αλλά ταυτόχρονα και αισιόδοξων τόνων φιλοσοφία της ανθρώπινης ζωής τραγωδία, μια νοσταλγική αναπόληση στα νιάτα που έφυγαν αφήνοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση, μία αδιόρατη θλίψη και μελαγχολία για ότι ωραίο και συγκλονιστικό σαν βιωμένες στιγμές πέρασε και δεν ξαναγυρίζει. Είναι το προσωπικό φλας μπακ στο χρόνο ζωής, το οδοιπορικό βίου ενός εσωστρεφούς γέρου πια, παράξενου, γκρινιάρη, μοναχικού καθηγητή ακαδημαϊκού, που ζει αποτραβηγμένος και απομονωμένος μεγάλης ηλικίας άτομο, μακριά από τα μέλη της οικογένειάς του με την συντροφιά μίας μεγάλης επίσης ηλικίας πιστής γυναίκας υπηρέτριας, η οποία τον φροντίζει και τον περιποιείται στις δουλειές του σπιτιού και τον ίδιο σαν να ήταν σύζυγός της. Ένα από τα κινηματογραφικά έργα της πρώτης περιόδου της Μπεργκμανικής δημιουργίας που έκαναν γνωστό και διάσημο τον Σουηδό σκηνοθέτη στο παγκόσμιο κινηματογραφόφιλο κοινό. Μια ταινία στέρεα δομημένη με τα γνωστά θεματικά υλικά και προβλήματα που απασχόλησαν από τα πρώτα στάδια της κινηματογραφικής του δημιουργίας τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Η ανθρώπινη μοναξιά, η αποξένωση των ανθρώπων, η ερημία, οι διαλυμένες διαπροσωπικές σχέσεις, τα ατομικά αδιέξοδα και η έλλειψη επικοινωνίας, το αίσθημα του θανάτου που πλησιάζει, αλλά και ο έρωτας και η επιθυμία για επικοινωνία πολλές φορές με λάθος τρόπο που οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα και αποτελέσματα. Η ταινία είναι ένα διπλό ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο, μια ιδιαίτερη εμβάθυνση στα σκοτεινά άδυτα της ψυχής του ανθρώπου. Ένας απολογισμός ζωής παρελθούσας που έφυγε ανεπιστρεπτί μπροστά στην κάμερα κατά την διάρκεια του ταξιδιού με αυτοκίνητο μέσω ενός φλας μπακ ονείρων και μουντών καταστάσεων σκοτεινών κατά την διάρκεια του ταξιδιού του καθηγητή με την νύφη του. Μια αναπάντεχη διασταύρωση με μία νεκροφόρα άμαξα που ο νεκρός που πρόκειται να κηδευτεί και βρίσκεται μέσα στο ξύλινο κιβούρι καθώς αυτό γλιστράει στο δρόμο και ανοίγει το καπάκι, είναι το πτώμα του ίδιου του καθηγητή. Ο οποίος γίνεται μάρτυρας της ίδιας του της κηδείας. Φοβερή σαν σύλληψη σκηνή, με συμβολισμούς σκληρής πρόκλησης, μακάβρια μηνύματα και παγερά πλάνα. Αυτό το εφιαλτικό όνειρο που ζει ο γέρος καθηγητής στην αρχή της ταινίας και το βλέπει από τα παράθυρα του αμαξιού που ταξιδεύει είναι από τα πιο συνταρακτικά στιγμιότυπα του παγκόσμιου κινηματογράφου, σκηνές που αποτυπώνονται ανεξίτηλα στην συνείδηση των θεατών διαχρονικά. Όπως φυσικά και άλλες εμπνευσμένες σκηνοθετικά και σαν σύλληψη σκηνές του Μπέργκμαν. Μοτίβα θανάτου και φθοράς, απογοήτευσης, απαισιοδοξίας των ταινιών του. Ο Ιππότης παίζει Σκάκι με τον Θάνατο, η παρουσία του Θεού σαν Αράχνη στον τοίχο, η Σιωπή του Θεού, η δυναστική παρουσία του και μετά τον θάνατό του στο είδωλο του επισκόπου πατριού του στον Αλέξανδρο, η σχέση μεταξύ πίστης και απιστίας, η έλλειψη οποιασδήποτε μεταφυσικής βεβαιότητας των ανθρώπων, η διάλυση των σχέσεων μέσα στον γάμο, οι βαριές αρρώστιες αλλά και οι ηδονικές στιγμές και τα ερωτικά τσιλημπουρδήματα των συζύγων, η γυναικεία κοκεταρία και μοναξιά, η κουφοβράζουσα εχθρότητα μεταξύ των συζύγων, τα μίση και οι αντιπάθειες, η αλλοτρίωση σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές, οι σχέσεις των παιδιών με τους γονείς και η αυστηρή θρησκευτική πουριτανική αγωγή τους, η αυταρχική συμπεριφορά των γονιών, οι σχέσεις των  μελών της οικογένειας- ιδιαίτερα των ανδρών-με το γυναικείο υπηρετικό προσωπικό. Η «μπετόν αρμέ» διαπαιδαγώγηση και αγωγή του αυστηρού λουθηρανού επισκόπου πατέρα, το σπίτι στην εξοχή, η φύση και οι εποχές της. Οι μίνι παραστάσεις κουκλοθέατρου, η ανακάλυψη της μαγείας του κινηματογραφικού Φανού από τον νεαρό Μπέργκμαν, οι σχέσεις του ως σκηνοθέτη και δασκάλου με τους ηθοποιούς του. Όλα αυτά τα πράγματα και τις καταστάσεις που δεν κουράζεται να μας δείχνει διαρκώς ο Σουηδός σκηνοθέτης μέσα από το σταθερό σαν καλειδοσκόπιο βλέμμα του, σταθερά μοτίβα της προβληματικής του και των εσωτερικών του ψυχογραφήσεων και ιχνογραφήσεων της συνείδησής του θέματα που τον απασχολούν από τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα.

   Ορισμένες φορές παρακολουθώντας ταινίες του Μπέργκμαν έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις ένα είδος σκηνοθετικού ψυχολογικού «παλιμπαιδισμού» της σκέψης του που εικονογραφείται σε διαμερισματοποιημένα πλάνα, διάφορα καρέ και πλούσιες όμορφες εικόνες αισιόδοξων ή απαισιόδοξων αισθήσεων, σεναριακά στιγμιότυπα συναισθημάτων. Αριστουργηματικές αναπολήσεις χρόνων και στιγμών άλλοτε ως ανθρώπινη τραγωδία και άλλοτε ως παρωδία των παιδικών χρόνων. Άλλοτε ως ξέγνοιαστες χαρούμενες αναμνήσεις και παραστάσεις και άλλοτε ως παγίδα των επερχόμενων κατά την ενηλικίωση των μικρών παιδιών αισθημάτων, κατακερματισμένων συναισθημάτων τους, τραυματικές εμπειρίες και ενοχές, μόνιμες εμμονές και ανακυκλώσεις που δεν βρίσκουν λύση.

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού για την παραλαβή του βραβείου του παλαιού καθηγητή θα συναντήσουν δύο ζευγάρια. Το ένα ζευγάρι (άντρας- γυναίκα) είναι παντρεμένο και αντιμετωπίζει-ως συνήθως συμβαίνει στις ταινίες του Μπέργκμαν- σοβαρή και αγεφύρωτη κρίση, το άλλο ζευγάρι, νεανικότερο, ελεύθερο δίχως τις δεσμεύσεις γάμου ακόμα είναι ερωτευμένο, χαρούμενο, ξένοιαστο όλα πάνε «μέλι γάλα» που λένε στην σχέση τους. Χαρακτηριστικές στιγμές αυτοβιογραφικής αναφοράς του, ιδιαίτερων εμπειριών αναμνήσεων και ειδυλλιακών βιωμάτων εικόνες της οικογενειακής και ατομικής του ζωής. Πλάνα προσωπικού του απολογισμού και νοσταλγίας, ανθρώπινης ζεστασιάς και αθωότητας χειρονομίες. Ταινία της πρώτης κινηματογραφικής του περιόδου, έργο σταθμός, πρωτοποριακή ταινία για την εποχή της η οποία έκανε αίσθηση, καλλιέργησε συζητήσεις, επαινετικές κρίσεις, στέκεται δίπλα σε ταινίες αριστουργήματα όπως το «Χαμόγελο Καλοκαιρινής Νύχτας», «Το Καλοκαίρι με την Μόνικα», η σημαδιακή «Έβδομη Σφραγίδα» και ασφαλώς η αξεπέραστη τριλογία του η «Τριλογία της Σιωπής» για να μείνουμε στις πρώτες παραγωγές του μια και όπως γνωρίζουμε οι ταινίες που γύρισε ο Σουηδός σκηνοθέτης ξεπερνούν τις 60 κατά την διάρκεια της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Δομημένο και καλοδουλεμένο σενάριο, συμπαγές σκηνοθετικό οικοδόμημα, βλέμμα περίεργο, ερευνητικό, φορτισμένο με ανθρώπινη θερμότητα και υγρασία κατανόησης. Το βλέμμα του περιπλανιέται ανάμεσα σε δύο χρονικές του ανθρώπου οριακές περιόδους, τα γηρατειά και τα νιάτα, το γήρας ως αναπόληση και την φρεσκάδα των νιάτων ως μέλλον, αυτό που θα αποκαλούσαμε «χαμένο παράδεισο της νιότης» Τον έρωτα και την ανεμελιά του, τον θάνατο με το άγχος του, την αγωνία και το φόβο του. Το παρόν και το παρελθόν, το αιώνιο με το πρόσκαιρο, τις αναμνήσεις και τα παρόντα συναισθήματα, την φθορά και την ακμή, πανανθρώπινες διαχρονικές αγωνίες και βασανισμοί των ανθρώπων, τα όποια δώρα της αγάπης και της ανθρώπινης επαφής. Την συνειδητοποίηση του «Χαμένου Χρόνου» (παραπέμπει στο μυθιστόρημα του γάλλου συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ που ο Μπέργκμαν αγαπούσε, διάβαζε και ήθελε να κινηματογραφήσει) στιγμών της ζωής σε ένα ενιαίο κινηματογραφικό ταμπλό. Σαν κινηματογραφική πρόταση που αντέχει στο χρόνο και βλέπετε πάντα ευχάριστα και με ενδιαφέρον.

   Την ταινία την είχαμε παρακολουθήσει στο αφιέρωμα με τρείς ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στον κινηματογράφο «ΑΛΕΞ» στα Ιλίσια. Βλέπε και ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα 10/8/2026 για την ταινία «Έβδομη σφραγίδα». Οι «Άγριες φράουλες» έχουν προβληθεί σε αφιερώματα και από τα τρία κανάλια της ελληνικής τηλεόρασης ΕΡΤ-1, ΕΡΤ-2 και ΕΡΤ-3 σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Τον Οκτώβριο του 1997 η ταινία παρουσιάστηκε από την ΕΡΤ-1 μεσάνυχτα Παρασκευής. Διαβάζουμε από την εφημερίδα «Ο Ριζοσπάστης» της 5/10/1997 ανωνύμως:

«Ένας απολογισμός μιας ζωής, μιας ζωής μεγάλης σε διάρκεια και μικρής απ’ αισθήματα. Μια ταινία που θεωρήθηκε σταθμός στην 7η τέχνη και την υπέγραψε ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Αναφερόμαστε στο αριστούργημα «Άγριες φράουλες» που γυρίστηκε στα 1975 και θεωρήθηκε ως ένα έργο με πλούσια σκηνοθετικά ευρήματα και διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας και Βερολίνου στα 1958. Ένας ηλικιωμένος καθηγητής απολογείται στον ίδιο του το εαυτό, εικονογραφεί αναμνήσεις του, φωτογραφεί τις τύψεις που βασανίζουν, εντελώς ξαφνικά, το γεμάτο ρυτίδες ανέκφραστο, αλλά συνάμα και τόσο εκφραστικό πρόσωπό του. Το παρόν τινάζεται προς τα πίσω και δίνει τη θέση του στο παρελθόν. Ο καθηγητής βγάζει μια βωβή κραυγή πόνου. Δεν είχε δείξει ποτέ τα συναισθήματά του. Είχε άραγε; Εδώ είναι το ερώτημα. Ο καθηγητής ήταν πάντα απομονωμένος, αποξενωμένος από όλους, ακόμη και από τον ίδιο του το γιό. Και εδώ που τα λέμε, ακόμη και από τον εαυτό του. Ο Βίκτορ Σγιόστρομ, που κρατά τον πρώτο ρόλο, δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας, ένα ρεσιτάλ που άφησε έκπληκτο ακόμη και τον σκηνοθέτη. Πλάι του μεγάλοι ηθοποιοί όπως η ίνγκριντ Τούλιν, η Μπίμπι Άντερσεν, ο Μαξ φον Σίντοφ και ο Γκούναρ Μπγιέρστραντ ερμηνεύουν εξαιρετικά, λιτά και δυνατά τους ρόλους τους, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό κάτω από το άγρυπνο και αυστηρό βλέμμα του Μπέργκμαν…».   

Και κάτι, ελπίζω όχι άσχετο. Οι άγριες φράουλες ως φρούτο παίζουν συμβολικό σημαντικό ρόλο και στην ταινία του ιταλού σκηνοθέτη, του επονομαζόμενου και «κόκκινου κόμη» Λουκίνο Βισκόντι, «Θάνατος στη Βενετία». 

Από την ίδια εφημερίδα διαβάζουμε σχετικά 16 Απριλίου 1998 όταν η ταινία επαναπροβάλλεται από την ΕΡΤ-1 στις 26.50:

 «Είναι μία από τις ωραιότερες και σημαντικότερες ταινίες του σκηνοθέτη, που έπειτα από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα στρέφει το ενδιαφέρον του στο φώς: Στη ζωή. Στη ζωή και το θάνατο. Στην εγκληματική αδιαφορία για την οικογένειά του ακόμα και για το παιδί του μέχρι τη στιγμή της μεταμέλειας, της ανάγκης για προσέγγιση, για επικοινωνία για συγχώρεση. Ο εβδομηντάχρονος καθηγητής της Ιατρικής Ιζακ Μποργκ ετοιμάζεται να φύγει για την πόλη Λουντ, για να γιορτάσει τον Ιωβηλαίο του. Ένα τρομακτικό όνειρο που περισσότερο εφιάλτης μοιάζει, τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι ο θάνατος είναι κοντά του. Ο θάνατος… Και στη ζωή, ο καθηγητής υπήρξε αυστηρός, σοβαρός, απόμακρος, εγωιστής, φυλακισμένος μέσα στον εαυτό του ή μάλλον στο ΕΓΩ του ζει μακριά από όλους. Ο καθηγητής φεύγει με το αυτοκίνητό του στη Λουντ και το ταξίδι αυτό θα είναι μία ευκαιρία για να αναπολήσει μερικές ευτυχισμένες στιγμές από τα νεανικά του χρόνια. Θα, επισκεφτεί τη μητέρα του, θα δει παλιές φωτογραφίες που υα του θυμίσουν κάτι, κάτι που προσπάθησε να ξεχάσει. Τις καλές, τις ήρεμες και ανέμελες στιγμές που ο κλειστός χαρακτήρας του τον εμπόδισε να τις απολαύσει. Θα γνωριστεί με μια παρέα νέων ανθρώπων, θα χαμογελάσει, θα συζητήσει, θα συμμετάσχει στα προβλήματά τους, θα γίνει σχεδόν ανθρώπινος. Έτσι όταν θα φτάσει στη Λουντ, που ζει ο γιός του θα μπορέσει επιτέλους να συμπεριφερθεί σαν πατέρας και σαν παππούς. Με λίγες κουβέντες- δεν είναι συνηθισμένος σε απευθείας έκθεση ψυχής- θα εκφράσει έμμεσα αυτό που νιώθει για πρώτη φορά: Αγάπη αλλά και ανάγκη από την παρουσία των δικών του…». Ενώ παρουσιάζεται και η ταινία του Πίτερ Κοσμίνσκι, «Ανεμοδαρμένα ύψη», μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ από τον ANTENNA.

   Στις 29 Μαϊου του 1999 η εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» ανακοινώνει την προβολή της ταινίας «Άγριες φράουλες» από την ΕΡΤ-3 την ερχόμενη Τρίτη στις 9 μ.μ. Κάτω από τον τίτλο «Υπαρξιακό δράμα, από τον Μπέργκμαν». Διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

«Ευχάριστη έκπληξη τη φορά αυτή- μία ακόμη φορά- έρχεται από το Βορρά. Δηλαδή από τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή από το τρίτο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης, που όπως το συνηθίζει δεν διστάζει να περιλάβει στο κινηματογραφικό της πρόγραμμα μερικές από τις πιο σπουδαίες  κινηματογραφικές παραγωγές και μερικά από τα αξιολογότερα αφιερώματα σε ταινίες σημαντικών σκηνοθετών.

  Την εβδομάδα αυτή, μία εβδομάδα που στα υπόλοιπα κανάλια κυριαρχεί η πλήξη, η επανάληψη και η ασημαντότητα, η ΕΡΤ-3 προβάλλει Μπέργκμαν με μία από τις καλύτερες δημιουργίες του. Ταινία του 1957 σε σενάριο δικό του.

   Οι «Άγριες φράουλες» είναι μία σημαντική, πολυσχιδής ταινία του Μπέργκμαν, που δικαιολογημένα κέρδισε μια θέση στον κατάλογο των δέκα πιο αξιόλογων ταινιών του παγκόσμιου σινεμά της δεκαετίας του ’50 και όπως μπορεί κανείς σήμερα να συμπεράνει, όχι μόνο αυτής. Αμέσως μετά την άλλη μεγάλη του δημιουργία του «Η έβδομη σφραγίδα», που είχε προηγηθεί λίγο νωρίτερα, ο σκηνοθέτης με τις «Άγριες φράουλες» αφήνει πίσω του την ατμόσφαιρα και τα σκοτάδια του Μεσαίωνα για να εστιάσει στο φώς της ζωής. Και μαζί στο νόημά της. Στην ομορφιά και το αδιέξοδό της. Στη διαδρομή και το τέλος της. Τη φορά αυτή όχι με ήρωα τον ιππότη- πρωταγωνιστή της προηγούμενης ταινίας, αλλά με έναν σύγχρονο ηλικιωμένο καθηγητή, που, όπως όλοι οι ήρωες του Μπέργκμαν, αναζητούν, βασανίζονται από τις ίδιες, πανανθρώπινες άλλωστε, αγωνίες…»

    Το Σάββατο 24 Ιουνίου του 2000 η εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» στο αφιέρωμά της «100 ΧΡΟΝΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ» που επιμελήθηκε και επέλεξε ο κινηματογραφικός κριτικός κύριος Νίνος Φένεκ Μικελίδης, στις «Καλύτερες ταινίες μου» δημοσιεύει με το νούμερο 50 την ταινία «Άγριες φράουλες» «μία από τις πιο σύνθετες και πλούσιες, σε φιλοσοφικά και ηθικά θέματα, ταινίες.». (Smultronstallet. Σουηδία 1957. Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τους: Βίκτορ Σέστρομ, Μπίμπι Άντερσον, Ίνγκριντ Τούλιν, Γκούναρ Μπγιόρνστραντ). Τρία χρόνια μετά στις 15 Ιουνίου 2003 στο περιοδικό της εφημερίδας «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» «Η Τέχνη της Ζωής» τχ. 83 ο έμπειρος κινηματογραφικός κριτικός κ. Νίνος Φένεκ Μικελίδης υπογράφει  το «Άγριες φράουλες», «Τα φαντάσματα της νιότης». Το αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ξανά στις αίθουσες.». Ενώ, παράλληλα με αυτό το αριστουργηματικό ταξίδι αυτογνωσίας στο παρελθόν της ζωής του καθηγητή, ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης γράφει και για τον Σουηδικό σινεμά ξεχωριστά, στο: «Η έκπληξη απ’ τη Σουηδία».

    Στην παρούσα ανάρτηση, πρώτη για την ταινία «Άγριες φράουλες», μεταφέρουμε τις απόψεις του δασκάλου του κινηματογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη, και του επίσης δασκάλου έμπειρου Νίνου Φένεκ Μικελίδη. Το πρώτο του κείμενο της 24/6/2000. Την άλλη του ανάλυση και περιγραφή της βραβευμένης ταινίας θα την μεταφέρουμε σε επόμενο σημείωμά μας με αποσπάσματα από το Σενάριο.

        Άγριες  φράουλες

Του ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ

   Κάθε σχεδόν ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (γεν. 1918) είναι και ένα κινηματογραφικό γεγονός. Και σίγουρα καμιά περισσότερο από τις «Άγριες φράουλες», από τις πιο σύνθετες και πλούσιες σε φιλοσοφικά και ηθικά θέματα ταινίες του Σουηδού αυτού δημιουργού.

   Πρωταγωνιστής της ταινίας ο παλαίμαχος σκηνοθέτης του βωβού, ταυτόχρονα «πατέρας» του σύγχρονου σουηδικού κινηματογράφου, Βίκτορ Σέστρομ, που ερμηνεύει τον Ισαάκ Μποργκ, καθηγητή της ιατρικής που ξεκινάει για ένα ταξίδι στο πανεπιστήμιο του Λουντ, όπου πρόκειται να τιμηθεί για τα 50 χρόνια από την αποφοίτησή του. Μαζί του ταξιδεύει και η νύφη του, Μαριάν (Ίνγκριντ Τούλιν) αποφασισμένη να εγκαταλείψει τον άντρα της. Επίκεντρο της ταινίας η πορεία τους, διανθισμένη με τους προσωπικούς καβγάδες τους, πραγματικές και φανταστικές συναντήσεις με διάφορα άγνωστα και γνωστά πρόσωπα, με τους εφιάλτες του ηλικιωμένου Μποργκ που έχει αρχίσει να σκέφτεται το θάνατο, και με ένα λυρικό «διάλειμμα» στο σπίτι όπου ο Μποργκ έζησε τα νεανικά του χρόνια.

   Ανάμεσα στα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία, εκείνα της ζωής και του θανάτου, της παρουσίας του θεού καθώς και των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα (μαζί και της κόλασης τέτοιων σχέσεων) και της ψυχολογίας, ιδιαίτερα των γυναικείων χαρακτήρων. Το κυρίαρχο όμως θέμα είναι εδώ της μοναξιάς που εκφράζεται μέσα από τον κεντρικό ήρωα-για πρώτη και μοναδική φορά στον Μπέργκμαν, άντρας. Πρόσωπο διφορούμενο και αντιφατικό, με τη μοναξιά να είναι στενά δεμένη με το θέμα του θανάτου, πρόσωπο άλλοτε συμπαθητικό κι άλλοτε αντιπαθητικό, συχνά εγωιστικό, σύμφωνα με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζει (ή και που ο ίδιος αντιμετωπίζει) τα άλλα πρόσωπα γύρω του.

   Η ταινία κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, συνδυάζοντας τους διαλόγους με την αφήγηση «οφ», χωρίς ούτε μία στιγμή να δημιουργεί κανένα χάσμα, κι αυτό χάρη στη δεξιοτεχνία με την οποία αντιμετωπίζει ο Μπέργκμαν τις σκηνές του. Δύο (αξέχαστες) σκηνές καθορίζουν και σηματοδοτούν την ταινία: η σκηνή του ονείρου του Μποργκ και η σκηνή που θυμάται, σε φλας- μπακ, τη νεανική του ηλικία. Στην πρώτη, εφιαλτική σχεδόν σκηνή, ο Μποργκ ενώ περπατά σε μια έρημη πόλη, τον πλησιάζει ένας άντρας χωρίς πρόσωπο, στη συνέχεια βλέπει ένα τεράστιο, χωρίς δείκτες, ρολόι και γίνεται μάρτυρας σε μια σύγκρουση νεκροφόρας, που όταν την πλησιάζει και ανοίγει το φέρετρο βλέπει σ’ αυτή νεκρό τον εαυτό του (όνειρο που τον κάνει ν’ αρχίσει να σκέφτεται το θάνατο).

    Στη δεύτερη, ο Μποργκ βρίσκεται στο σπίτι των νεανικών του χρόνων και παρακολουθεί (ο ίδιος παραμένοντας πάντα σε προχωρημένη ηλικία) σκηνές από τη ζωή του: την ξαδέρφη του Μαριάν (Μπίμπι Άντερσον), με την οποία ήταν ερωτευμένος, να τη φλερτάρει κάποιος άλλος, κι αργότερα την ίδια, να του προσφέρει σε μία εκδρομή τους στο δάσος, άγριες φράουλες. Σκηνή δοσμένη με ποίηση και λυρισμό, «διάλειμμα» στους προβληματισμούς και τα υπαρξιακά άγχη των ηρώων της ταινίας. Η ερμηνεία του Σέστρομ ήρεμη, σίγουρη, λιτή αλλά και επιβλητική. Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε τις ερμηνείες των άλλων πρωταγωνιστών, ιδιαίτερα των γυναικών (της Ίνγκριντ Τούλιν και της Μπίμπι Άντερσον) ηθοποιών που συναντάμε και στις κατοπινές θαυμάσιες ταινίες του δημιουργού αυτού.

         ΝΙΝΟ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

--  

ΑΓΡΙΟΦΡΑΟΥΛΕΣ  (SMULTROY STALLET, 1958)

του ΒΑΣΙΛΗ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ

Πρόγραμμα  STUDIO, 1968

Από ΛΕΞΙΚΟ ΤΑΙΝΙΩΝ με ΚΡΙΤΙΚΕΣ του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ. Τόμος ΙΙ. Κ- Μπέργκμαν, εκδόσεις Αιγόκερως, 1982, σελ. 151-152. [Επιμέλεια: Δημήτρης Βεργιανάκης- Γιάννης Σολδάτος]

   Αν ένας πεθαμένος μπορούσε ν’ αγκαλιάσει με μιά πανοραμική ματιά ολόκληρη τη ζωή του, θα είχαμε την αδιάψευστη μαρτυρία για το τι ακριβώς σημαίνει η έννοια «ζωή». Επειδή όμως οι πεθαμένοι είναι «οριστικά και αμετάκλητα» πεθαμένοι, θα μπορούσε θαυμάσια να μιλήσει για λογαριασμό τους ένας ζωντανός που βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού του. Αν και ο μελλοθάνατος δεν εννοεί να καταλάβει πώς σε λίγο θα πάψει να τρώει αγριοφράουλες, και πώς έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τους ζωντανούς για την εντύπωση που τούκανε η γεύση τους, μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό του- ποιητική αδεία- ένας καλλιτέχνης. Αυτό ακριβώς κάνει ο Μπέργκμαν: βλέπει τον κόσμο με το μάτι ενός πεθαμένου, και καταλήγει στο συμπέρασμα πώς η «τελειωμένη ζωή» δεν είναι παρά μιά επάλληλη συσσώρευση ετερόκλητων «γεύσεων», η ποιότητα των οποίων προσδιορίζεται απ’ την ικανότητα «συμμετοχής» στο πανηγύρι που λέγεται ζωή. Το ποσοστό συμμετοχής είναι αντιστρόφως ανάλογο με το ποσοστό εγωισμού ομολογημένου και ανομολόγητου- πράγμα που σημαίνει σε τελική ανάλυση, πώς πεθαίνει αξιοπρεπώς- δηλαδή χωρίς κλαψουρίσματα και μάταιους γόους- μόνο εκείνος που έμαθε να «μετέχει» στο φτιάξιμο της ιστορίας. Η μεταφυσική του Μπέργκμαν κάνει μιά αντίστροφη κυκλική πορεία και συναντάει τον παραδοσιακό ευρωπαϊκό ουμανισμό με τον οποίο και ενώνεται τελικά. Οι Αγριοφράουλες είναι μιά διακριτικά «αισιόδοξη φιλοσοφική τραγωδία» που το θέμα της είναι παλιά όσο κι’ ο θάνατος. Το καινούργιο, βρίσκεται στη φόρμα. Η αργή ανάδυση στο μακρινό παρελθόν και η ταχύτατη κατάδυση στο πολύ κοντινό μέλλον δημιουργούν μιά πολυφωνική αντίστιξη που συγκεκριμενοποιείται με τις συνεχείς χρονικές εναλλαγές του παρόντος και του παρελθόντος, εναλλαγές που διακόπτονται με την παρεμβολή ονειρικών στοιχείων τα οποία παίζουν ένα ρόλο ακομπανιαμέντου που κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του μέλλοντος- δηλαδή του θανάτου. Το διπλό ταξίδι στο χώρο και το χρόνο τελειώνει τη στιγμή ακριβώς που ο γερο- καθηγητής συνειδητοποιεί πώς το βασικό εμπόδιο σ’ ολόκληρο το δρόμο της ζωής του, ήταν αυτή η «μή συμμετοχή», η στωική αδιαφορία για τα πράγματα και τον κόσμο, ο εγωισμός, ο καιροσκοπισμός, ο φιλοτομαρισμός. Το τελευταίο πλάνο είναι ένας σαφέστατος υπαινιγμός για το σημαντικότατο γεγονός της όψιμης συνειδητοποίησης του νοήματος της ζωής. Ξέρουμε πιά, ότι ο Ισαάκ Μπόργκ, αν δεν έμαθε να ζει έμαθε τουλάχιστον τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι πεθαίνουν ανθρώπινα, δηλαδή χωρίς να κλωτσούν απ’ το φόβο της τέλειας και απόλυτης μοναξιάς.

      ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

     Κλείνουμε το πρώτο αυτό σημείωμα για την ταινία «Άγριες φράουλες» με τα Σεναριακά λόγια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Μας λέει ο εβδομηναταεξάχρονος καθηγητής στον απολογισμό της ζωής του στην πρώτη κιόλας εισαγωγική σκηνή:

   «Στα εβδομήντα έξη μου χρόνια, αισθάνομαι πώς είμαι πιά πολύ γέρος για να λέω ψέματα στον εαυτό μου. Μα φυσικά δεν μπορεί να είμαι και πολύ σίγουρος. Η ικανοποίησή μου μπροστά στην ίδια μου τη φιλαλήθεια θα μπορούσε να είναι ανειλικρίνεια μασκαρεμένη, αν και δεν έχω ιδέα τι θα ήταν δυνατό να θέλω να κρύψω. Μ’ όλα τούτα αν για κάποιο λόγο θα έπρεπε να κάνω μία εκτίμηση του εαυτού μου, είμαι βέβαιος πώς θα την έκανα χωρίς ντροπή ή έγνοια για το καλό μου όνομα. Αν όμως μου ζητούσαν να εκφράσω μια γνώμη για κάποιον άλλον, θα ήμουν πολύ προσεκτικός. Υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος κίνδυνος σε μια τέτοια κρίση. Πιθανώτατα, πέφτει κανείς σε σφάλματα, σε υπερβολές, ακόμη και σε φοβερά ψέματα. Παρά να πω λοιπόν τέτοιες ανοησίες, καλύτερα να μη μιλήσω καθόλου……». Σελ. 10-11.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

28 Αυγούστου 2026.

ΥΓ. Και κάτι από τα παράξενα της σύγχρονης σκληρής εποχής μας. Στην δημόσια τηλεόραση παρακολουθήσαμε ένα ντοκιμαντέρ που έδειχνε ότι στην Αργεντινή οι ποδοσφαιρόφιλοι δημιούργησαν μία Εκκλησία την Μαραντονιανή. Όπου οι άνθρωποι, παντρεύονται, βαπτίζονται και τελούν άλλες τελετουργίες στο όνομα –αγίου της Μαραντονιανής Εκκλησίας του ποδοσφαιριστή θρύλου Ντιέγκο Μαραντόνα. Εντυπωσιακό δεν βρίσκεται!!!

 

 

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Ινγκμαρ Μπέργκμαν, Κραυγές και Ψίθυροι

 

   ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop

           Ακούστε με για λίγο

  Θα μπορούσατε ίσως να μ’ ακούσετε για λίγο; Για ένα μόνο λεπτό’ θα ‘θελα να σας πω πώς κάνω μία ταινία για σας. Έγραψα ένα σενάριο γύρω από τέσσερις γυναίκες που βρίσκονται μαζί για λίγες μέρες κάτω από δραματικές συνθήκες. Ζήτησα σε τέσσερες θαυμάσιες ηθοποιούς- που ‘ναι όλες φίλες μου-να παίξουν τους τέσσερεις ρόλους: Χάριετ Άντερσον, Ίνγκριντ Τούλιν, Κάρι Σύλβαν και Λιβ Ούλμαν. Ζήτησα από το φίλο μου Ζβέν Νίκβιστ να κρατήσει την κάμερα όπως πάντα. Ζήτησα από το συνεργείο μου να έρθει για άλλη μιά φορά στο νησί μου. Ανακαλύψαμε μιά παλιά έπαυλη σ’ ένα σιωπηλό πάρκο. Σε διάρκεια σαράντα ημερών κάναμε μιά ταινία που αγαπάμε. Λέγεται: «Κραυγές και ψίθυροι».

    Αν με ρωτήσετε: είναι καλή ή κακή αυτή η ταινία, δε θα ξέρω να σας απαντήσω. Μπορώ να πώ μονάχα πώς είναι κάτι σε μένα πολύ αγαπητό. Γι’ αυτό σας ζητώ να τη δείτε και εύχομαι να την αγαπήσετε και σεις.

   Ένα από τα απαισιόδοξα και μουντά, μελαγχολικά, καταθλιπτικά έργα αλλά κορυφαία σπουδή πάνω στον ανθρώπινο πόνο, την μοναξιά, την ακοινωνησία, τον εγωισμό, την θλίψη, τον φόβο, την διάλυση των σχέσεων- οικογενειακών, συζυγικών-, την διπλοπροσωπία, την αρρώστια τον Θάνατο αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γυρισμένο το 1972 μέσα σε μικρό χρονικό- ούτε ενάμισι μήνα- διάστημα με λιτά μέσα. Με αξεπέραστες γυναικείες και αντρικές ερμηνείες όπως κάθε ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη. Σταθεροί συνεργάτες, φιλική παρέα και συντροφιά καλλιτεχνών με τους οποίους συνεργάζεται σταθερά στις παραγωγές του. Η πορεία προς την απώλεια της Ανιές η διαδρομή απόπειρα αυτογνωσίας των δύο άλλων αδερφάδων της. Πληγές ανοικτές από παλαιά που δεν κλείνουν ούτε και μετά τον θάνατο της Ανιές με την καλλιτεχνική φλέβα που καλύπτει την μοναξιά της. Το φαινόμενο του θανάτου ή σωστότερα, η σκληρή διαδικασία προς αυτόν λόγω της αρρώστιας, είναι η κινητήριος αφορμή για να σμίξουν οι τρείς θηλυκές υπάρξεις με πρώτου βαθμού συγγενείας σχέση και η νεαρότερη γυναίκα η καμαριέρα που φροντίζει την άρρωστη και κατάκοιτη Ανιές με αφοσίωση και τρυφερότητα. Συγκεντρώνονται στην οικογενειακή τους εστία που ιδιοκτήτρια είναι η άρρωστη. Έρχονται κοντά έστω και τυπικά, επιφανειακά για μικρό χρονικό διάστημα, ξεδιπλώνοντας τις μύχιες σκέψεις τους και ψυχικές τους ανάγκες, τις φοβίες τους αλλά και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους. Ένα έξοχο ημερολογιακό φλας μπακ οικογενειακών στιγμών και των τριών αδερφάδων, σκληρών, ψυχρών καταστάσεων και σκοτεινών εικόνων ζωής, προσωπικής τους επιθυμίας για εξομολόγηση και επαφή, σωματική ή συναισθηματική. Ένα ψυχικό των πληγών και συμπεριφορών τους ξεγύμνωμα μέσα στην μητρική τους εστία που ιδιοκτήτρια είναι η ετοιμοθάνατη Ανιές. Μίση γυναικών, πολύτεκνων γυναικών συζύγων με παιδιά που αγαπιούνται από τις μητέρες τους εναντίων των αντρών τους. Ερωτικά κρυφά πάθη κατά την εργασιακή απουσία των συζύγων τους, κοινώς κερατώματα με φιλικούς τους επισκέπτες. Κρυφές ερωτικές επαφές, ζήλιες, απέχθειες και συμπεριφορές προκλητικής κοκεταρίας και εγωτικών αντιδράσεων. Των αδερφάδων ντουέτα συζητητών, των συζύγων των κρυφών εραστών. Ανοικτά κοντραρίσματα αντρών και γυναικών στην επιθυμία κυριαρχίας τους ή αδιαφορίας τους για την διατήρηση του γάμου τους. Μέσα σε δωμάτια που το φως του ήλιου που μπαίνει από το παράθυρο είναι θαμπό, κίτρινο, κυριαρχεί το κόκκινο στις πιο σκληρές του διαθλάσεις και ανταύγειες στις ψυχές των ηρώων, στις λιγοστές επιπλώσεις των δωματίων, στα αντικείμενα στον χώρο. Όπως το θέλησε και το σχεδίασε ο σκηνοθέτης συγγραφέας. Μία κόκκινη σιωπή σε διάφορες χρονικές φάσεις, μία αράχνη που εμφανίζεται, το σκάκι πάνω στο τραπέζι, επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις ταινίες του Μπέργκμαν. Σταθερά ντεκόρ. Σε αυτό το συνεχές πήγαινε έλα της ζωής, μπρος πίσω του χρόνου που τα ρολόγια του σπιτιού έχουν και αυτά την νοηματική και συμβόλων σημασία τους στην εξέλιξη του στόρι. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ταινία «Κραυγές και ψίθυροι» ανήκει στα μεταγενέστερα «υστερόγραφα» της «Σιωπής» της γνωστής Τριλογίας του. Σταθερά ντεκόρ και φόρμες στα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όπως πάντα πολύ καλή η φωτογραφία και η μουσική επένδυση. Η σοβαρή και υπεύθυνη σοφά σχεδιασμένη σκηνοθετική ματιά, των ανθρώπων και των καταστάσεων που βιώνουν, του εσωτερικού και εξωτερικού τοπίου. Το στήσιμο των ηθοποιών μπροστά στην κάμερα, το μεταξύ τους δέσιμο στις εκπληκτικές ερμηνείες τους, οι ανιχνευτικές προσωπογραφίες των προσώπων των ηρώων και ηρωίδων του. Ρυτίδα την ρυτίδα, μαύρη γραμμή την μαύρη γραμμή χαρακιά που αχνοφαίνεται στα πρόσωπά τους, στους σπασμούς τους καθώς ο φακός του Μπέργκμαν εξερευνά την ποιότητα του χαρακτήρα τους και καταγράφει τις συμπεριφορές και τις χειρονομίες μεταξύ τους. Φωτογραφίζει θα λέγαμε «double face» τον αληθινό χαρακτήρα τους. Ίσκιοι και φως της λάμπας πετρελαίου των κεριών είτε του εξωτερικού φυσικού φωτός πάνω στο χιονισμένο φθινοπωρινό περιβάλλον αλληλοσυμπληρώνονται σχηματίζοντας την αλήθεια της ζωής και των καταστάσεων πραγματικότητα. Της θλιβερής και αποπνιχτικής ατμόσφαιρας που φανερά δεν θέλουν να αποδεχθούν οι ήρωες, στον πραγματικό ρεαλισμό των συμπεριφορών τους και των ιδιαίτερων αντιδράσεών τους στην μοναχική πορεία του καθενός καταβάθως με κοινές καταβολές ερημιάς. Συγγενικά θηλυκά μέλη της ίδιας οικογένειας, ανθρώπινες φιγούρες που ορισμένες φορές αισθάνονται ότι κινούνται και δρουν μέσα σε μία ονειρική κατάσταση, ένα κίτρινο θανατερό Όνειρο. Το κίτρινο του Θανάτου με τα πολλαπλά προσωπεία. Το βαθύ, σκουρόχρωμο κόκκινο- που απλώνεται από τις γυναικείες ρόμπες και φορέματα ακόμα και οι ταπετσαρίες είναι κόκκινες, τα νυχτικά των γυναικών, τα βαριά έπιπλα. Οι «βαθυκόκκινοι τοίχοι», «οι τοίχοι κόκκινοι, μαβίζουν στο λυκόφως»- των ανοιχτών πληγών τους το αίμα, επιβάλει ό,τι δεν θέλουν να αποδεχτούν ως σκληρή πραγματικότητα της ακοινωνησίας τους, της έλλειψης ουσιαστικής επαφής στις μεταξύ τους μικρές και μεγάλες σιωπές, μια «σιωπή που πληγώνει πιο πολύ». Τις έχθρες τους συμπεριφορές περιφρόνησης αναμεταξύ τους, την «παγερή ευγένεια που βασιλεύει μεταξύ των δύο κουνιάδων» Φρέντρικ και Ιωακείμ συζύγων των δύο αδερφάδων. Της συρρίκνωσης των εκδηλώσεων ειλικρίνειας, ουσιαστικής αγάπης και αληθινών επαφών. Των τυπικών σχέσεων και των συναντήσεων όλης της οικογένειας σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές ως συνήθεια. Μία προγονική οικία που η παρουσία της μητέρας των τριών κοριτσιών Ανιές, Κάριν και Μαρίας είναι παρούσα ως εποπτεύον πορτραίτο στον τοίχο και η μόνη ψυχική τους "ένωση" στην υπάρχουσα επικρατούσα ακοινωνησία τους. Μία ιταλική εικονογραφία που παρουσιάζει την Αγία Τερέζας να προσεύχεται. Όχι τυχαία καδραρισμένη σε μία οικογένεια που θρησκεύεται και τα μέλη της εξομολογούνται, ενώ «τα ρολόγια κουβεντιάζουν με σιγανές ανάλαφρες φωνές» συνοδεύοντας τους ψιθυρισμούς της ψυχής των προσώπων. Και πάλι, για μία ακόμη φορά η καταφυγή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην παιδική ηλικία, τα ξένοιαστα κοριτσίστικα παιδικά τους χρόνια όταν οι τρείς μικρές αδερφές έπαιζαν ανέμελες και χαρούμενες. Η εξέλιξη όμως της ταινίας δεν βασίζεται στον ρεαλισμό των στοιχείων της σκληρής αλήθεια της ζωής και των σχέσεων των ηρώων πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών, αλλά στην αναμονή του επερχόμενου θανάτου της μίας από τις αδερφές της Ανιές που σιγοσβήνει στο κρεβάτι, αφορμή για φανέρωμα των πραγματικών συναισθημάτων των υπόλοιπων παρευρισκόμενων συγκεντρωμένων γύρω από την ετοιμοθάνατη.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης που έγραψε όπως κάνει συνήθως και το σενάριο της ταινίας,- που βασίζεται η σκηνοθετική του ματιά- ενώ μας δίνει στην αρχή του μικρού βιβλίου που μεταφέρω αποσπάσματα- σκηνικές, κινηματογραφικές οδηγίες και επεξηγήσεις για τις προθέσεις του, -βλέπουμε το ομαδικό πνεύμα με το οποίο σχεδιάζει και υλοποιεί τα έργα του- εισαγάγει προς το τέλος της ιστορίας του, μια μάλλον ασυνήθιστη για τον ορθολογιστή σκηνοθέτη, έχουμε μία εξωπραγματική κατάσταση, ένα είδος «θαύματος» ή αν δεν λαθεύω στον ορισμό «γκραν κινιόλ» στιγμιότυπο. Κάτι σαν τις εξωλογικές μυθικές ιστορίες από τον κόσμο των νεκρών. Το στόρι δεν τελειώνει «ομαλά» μετά τον θάνατο της άρρωστης Ανιές με τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες και τα πρώτα στάδια της αποσύνθεσης του σώματός της αλλά την βλέπουμε, την βάζει ο σκηνοθέτης να συνεχίζει να μιλάει και μετά τον θάνατό της, και όχι μόνο αυτό αλλά και να δακρύζει όπως διαπιστώνει η ψυχοκόρη της Άννα που την φρόντιζε. Η νεκρή αρχίζει να μιλάει μετά τον φυσικό της θάνατο ζητώντας από την καμαριέρα της, την Άννα, να μπουν στο δωμάτιο που βρίσκεται η σορός της και να συνομιλήσει ιδιαίτερα, ξεχωριστά με τις δύο αδερφές της. Η Φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται, η ροή του χρόνου της ζωής και του θανάτου συμπλέκεται με τρόπο εξωλογικό, η ανθρώπινη φωνή εξακολουθεί να βγαίνει και μετά τον θάνατο της άρρωστης και να ζητεί να έρθει σε επικοινωνία συνομιλίας με αυτή των εν ζωή αδερφών της. Η Επιθυμία της Ανιές είναι ακόμα και μετά από τον θάνατό της να φανεί χρήσιμη, να τις φέρει σε επαφή, κοντά την μία αδερφή με την άλλη, να ανοίξει δίαυλο συνομιλίας μαζί τους. Να έρθουν σε κοινωνία σχέσεων έστω και καθυστερημένα, μετά την δική της απώλεια, τα άλλα δύο θηλυκά οικογενειακά μέλη ,κάτι που δυστυχώς δεν κατορθώνει. Η μεταξύ τους ακοινωνησία διατηρείται. Ούτε και αυτό το δραματικό οριστικό γεγονός του Θανάτου της Ανιές κατόρθωσε να συγκινήσει, να κάμψει τον παγερό χαρακτήρα τους, να φέρει τις άλλες δύο αδερφές την Κάριν και την Μαρία κοντύτερα. Να πάψουν να μισιούνται, να εχθρεύονται η μία την άλλη, να κρατούν τις διαπροσωπικές σχέσεις τους κυνικά τυπικές σχεδόν αδιάφορες, ψυχρές. Η επιθυμία της νεκρής Ανιές να τους καλλιεργήσει μία κατάσταση αδερφικής επαφής, φιλικής αγάπης αποτυγχάνει. Την ίδια ψυχρή και παγερή στάση και συμπεριφορά κρατούν οι δύο αδερφές και οι σύζυγοί τους απέναντι στην νεότερη ηλικιακά ψυχοκόρη την Άννα που για δώδεκα χρόνια φροντίζει την αδερφή τους Ανιές. Πάντα σιωπηλή, υπομονετική, τυλιγμένη στην μοναξιά της, στοργική στέκεται κοντά στην αδερφή τους που αργοπεθαίνει, την περιποιείται με υπομονή και καρτερία, δίχως να βαρυγκωμάει, να συλλογίζεται τι θα απογίνει η ίδια μετά τον θάνατο της Ανιές. Οι δύο αδερφάδες και οι σύζυγοί τους αποφασίζουν στις κουβέντες τους να την διώξουν από το σπίτι που έμενε κοντά στην αδερφή τους, την φρόντιζε με στοργή και αγάπη.

   Σε μια από τις κορυφώσεις της εξομολογητικής της διάθεση η Ανιές γράφει στο «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ»:

«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύψω το πρόσωπο μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.

   Τι θ’ απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα κι οι νύχτες δίχως ύπνο. Τι θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου:

    Κρύβομαι στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα. Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.

   Είμαι ωστόσο άδικη όταν μιλώ για μοναξιά, Η Άννα είναι η φίλη μου και η συντροφιά μου. Και πιστεύω τώρα ότι η μοναξιά της είναι σκληρότερη από τα δική μου μοναξιά. Εγώ τουλάχιστον παρηγοριέμαι με τη μουσική, τις ζωγραφιές μου, τα βιβλία μου. Η Άννα, εκείνη δεν έχει τίποτα. Προσπαθώ καμιά φορά να μιλήσω μαζί της για την ίδια. Μα κατεβάζει τότε τα μάτια με ντροπαλοσύνη και κλείνεται στον εαυτό της.».

   Μία ταινία ας το επαναλάβουμε στην ίδια προβληματική της τρίτης ταινίας της σημαντικής Τριλογίας του «Η Σιωπή». Ένα έργο αξιοζήλευτο παιχνίδι σκούρων χρωματισμών με κυρίαρχο φόντο το βαθύ αιμάτινο κόκκινο, όπως το ανθρώπινο αίμα που κυλάει μες στις φλέβες των ηρώων και ηρωίδων- ημών των θεατών μεταφέροντας όλες τις σωματικές μας εμπειρίες. Αλληγορικό σύμβολο των ανοιχτών τραυμάτων της ψυχής και της ανθρώπινης σωματικότητας φαγωμένη από την ακοινωνησία και την αρρώστια. Ως σύμβολο όχι της Τέχνης έργα Αισθητικής απόλαυσης αλλά του ρεαλισμού της ζωής που απολήγει στο φαινόμενο του Θανάτου. Της σταθερής αργής διαδικασίας της αποχύμωσης της ανθρώπινης υλικής σωματικότητας από τις υγρές λειτουργικές της δυνάμεις και αντοχές, άμυνες, έως την ώρα της επικράτησης του Θανάτου και της τελευταίας παρτίδας σκάκι μαζί του και μαζί μας την οριστική ήττα μας. Όταν ολοκληρώνονται οι κοινές των ανθρώπων αναμνήσεις και παύουν οι εμπειρίες και τα ξαφνιάσματα των αντοχών, και πλησίστιες οι δυνάμεις της ζωής υποχωρούν μπροστά στο αιώνιο τίποτα, το άπειρο, το χάος που μας υποδέχεται μέσα στην αιώνια σιωπή του, ολοκληρώνοντας το ραφιναρισμένο σχέδιο της Φύσης του καθενός μας ξεχωριστά και μοναδικά. Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι πέρα από τα ελπιδοφόρα λόγια και προφητείες των Ποιητών. Της αργής φθοράς του άρρωστου Κορμιού όπως το παρατηρούμε εμείς οι θεατές πάνω στην λευκή οθόνη μέσα στην σκοτεινή αίθουσα και το αντιμετωπίζουν οι άλλες τρείς γυναικείες υπάρξεις, οι δύο αδερφές και η καμαριέρα. Έχουμε την αγωνία και το μαρασμό του άλλοτε ακμαίου και δυνατού, ρωμαλέου και γεμάτο αντοχές και επιθυμίες απολαύσεις Σώματος φορτωμένο με τους ζωογόνους χυμούς του, την φρεσκάδα του, του αυτοκίνητου στην ορατή υλικότητά του από τους γύρω του κινήσεις και περιπλανήσεις του. Στην ψηλάφησή του, την χειροπιαστή απτότητά του, τις σπασμωδικές χειρονομίες του πέρα από μεταφυσικές αναγωγές και θρησκευτικούς δογματισμούς και ανόητες εθιμικές και ηθικές προκαταλήψεις των πολιτισμών, περί ανηθικότητας του Κορμιού ως φυλακής της άσπιλης Ψυχής και ως δεσμωτηρίου της αθανασίας της. Σχεδιασμένου και καλοκουρδισμένου από τους από πάντα σταθερούς αιώνιους αναλλοίωτους νόμους της Φύσης μέσα στην μικρό ανθρώπινη Ιστορική περιπέτεια. της ανθηρής καρποφορίας των δυνάμεων του ανθρώπινου Σώματος τόσο ορατές, στην αργή διαδικασία της αποσύνθεσης των ζωογόνων του λειτουργιών και την κατάπτωσή του, την εξασθένισή του, την μη αυτόβουλη περιποίηση των αναγκών του. Αυτές οι άγνωστες συνήθως δυνάμεις και ενέργειες που αναπτύσσονται μετά την έξοδό του από την μητρική κοιλιά και την αυτονόμησή του από τον ομφάλιο μητρικό λώρο στο τυχαίο, άγνωστο χρονικά, περιπετειώδες ταξίδι του στην νέα και αινιγματική Ζωή. Ο πόνος, η αγωνία, η θλίψη, η φθορά, η εγκατάλειψη, η αδυναμία των σωματικών δυνάμεων, η αγχωτική αναπάντεχη σκληρή δοκιμασία της αρρώστιας προς το τελευταίο επεισόδιο μάχης της Ζωής με το αναπόφευκτο, της ολοκληρωτικής ήττας του φαινομένου της Ζωής από τον Θάνατο. Όχι σαν μία πεισιθανάτια εκδήλωση περιγραφής ή εικονογράφησης της ανθρώπινης Τέχνης ως θέαμα αισθητικής αλλά σαν τελεσίδικη του βίου έσχατη κατάσταση. Μη εκ νέου συμμετοχή στην όποια συνέχεια…. Μια διπλή όμως εναγώνια διαδικασία απελπισίας και ματαιότητας αίσθηση, σκοτεινή, προβληματική, ελεγειακή, θρηνώδη, ένας βουβός πόνος, μία αμετάδοτη πικρία, αργόσυρτη εσωτερική αγωνία της βαριάς ανάσας τόσο του ετοιμοθάνατου- αρρώστου πάνω στο κρεβάτι της ανημποριάς, όσο και των οικείων φιλικών και συγγενικών του προσώπων που του συμπαραστέκονται, βρίσκονται δίπλα του, του κρατούν το χέρι, του μιλούν, του στάζουν σταγόνες νερό στα ξεραμένα χείλη του, του σηκώνουν το μαξιλάρι παρατηρώντας τον να φεύγει. Μια ξεχωριστή και των τελευταίων σταδίων «συμπεριφορά» των ενεργειακών δυνάμεων της Φυσικής λειτουργικότητας αυτής που ονομάζουμε και αποδεχόμαστε ως Ψυχή. Ψυχή αυτή η άυλη, άπιαστη και απροσδιόριστη κατάσταση-ενέργεια που γαντζώνεται από εκφράσεις και χειρονομίες της γλώσσας του Σώματος, παραληρήματος της ανθρώπινης φωνής, ηχητικές κραυγές, απόηχοι ήχων, από το βλέμμα των διπλανών, τις χειρονομίες και τα αγγίγματα ζεστασιάς. Ανθρώπινη σωματικότητα και ψυχή ένα στην εμφάνιση της ετερότητας της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης ξεχωριστά. Αυτήν την τρομακτική και μοναδική για την ανθρώπινη ύπαρξη και συνείδηση διαδικασία (μέσω της αρρώστιας και των σοβαρών ανεξέλεγκτων επιπτώσεών της) προς το τελευταίο ταξίδι της προς τον Θάνατο, την αντίπερα όχθη δίχως οβολό ή μάλλον, με τον οβολό του φακού του βλέμματός του που σκιαγραφεί ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στα πρόσωπα των τριών γυναικών αδερφών, διαφορετικής ηλικίας και ιδιοσυγκρασίας και της φιλικής συντρόφου καμαριέρας σκιτσάροντας τα πορτραίτα, τις αντιδράσεις τους, τις συμπεριφορές τους, τις στάσεις τους, τις κινήσεις τους, καταγράφοντας τα λόγια τους, τις σιωπές τους, τις ενδόμυχες σκέψεις τους, τις κρυφές επιθυμίες, τις αποφάσεις τους η μία για την άλλη. Τα πορτραίτα των αντρών, την απόπειρα αυτοκτονίας του Ιωακείμ, άντρα της Μαρίας και την δική της απραξία στην έκκλησή του για βοήθεια. Στην συνέχιση της κυνικότητάς τους και της ακοινωνησίας τους και μετά τον Θάνατο της αδερφής τους. Σαν να μην τους άγγιξε τίποτα από το φοβερό γεγονός της απώλειάς της. Στωικότερη και περισσότερο προστατευτική προς την άρρωστη η νεαρή καμαριέρα η Άννα που έχει χάσει εδώ και χρόνια το παιδί της, της συμπαραστάθηκε η Ανιές και έκτοτε της αφοσιώθηκε με όλες της τις ψυχικές και σωματικές δυνάμεις. Ατομικές ιστορίες ανθρώπων και πώς μπορούμε να λυτρωθούμε από αυτές όταν όλες τους μοιάζουν με τις δικές μας;

     Ανιές, Κάριν, Μαρία, Άννα τέσσερεις γυναικείες υπάρξεις η κάθε μία με το δικό της φορτίο απόγνωσης, μελαγχολίας, και αίσθηση αναγκών και αξιών ζωής μέσα στην μητρική τους εστία συναντώνται για τελευταία φορά, ίσως και μοναδική. Αυτό το δύσκολο στην διαπραγμάτευσή του και των ανθρώπινων χαρακτήρων αποτύπωσή του θέμα σχέσεων και των αντιδράσεών τους και συμπεριφορών τους μπρος στο γεγονός του Θανάτου, μάλλον, κατά την κρίση μας, μόνο ο κινηματογραφικός Φανός μπορεί να φέρει σε πέρας, να ακτινογραφήσει. Δεν αρκεί η λογική εξήγηση της γλώσσας, η αντοχή των λέξεων, της σεναριακής γραφής, ως θραύσματα παραστάσεων. Δεν φτάνει ο χρωστήρας του ζωγράφου, τα χρώματα που απλώνει στον καμβά, η σμίλη του μαρμαρογλύπτη πάνω στο λευκό μάρμαρο, οι ιερές λέξεις των μυστηριακών θρησκειών και δοξασιών. Η Κινηματογραφική τέχνη έχει τις δυνατότητες εκείνες και τα τεχνικά μέσα να μας προσφέρει οπτικά, εν κινήσει από καρέ σε καρέ, από πλάνα σε πλάνα, στιγμιότυπα εικόνων σε στιγμιότυπα, χρωματικές αποχρώσεις και φωτισμούς την ανθρώπινη σταδιακή διαδικασία ανημποριάς και μηδαμινότητας σε όλο της το τραγικό, δραματικό και ανυπεράσπιστο, ανίσχυρο τελικά μεγαλείο προς τον Θάνατο. Ενδέχεται στην κινηματογραφική τέχνη η Σιωπή να είναι «χειροπιαστή», να μπορείς σαν θεατής να την αισθανθείς αμεσότερα δίχως τις έξωθεν μεταφυσικές φοβίες και ηθικολογικές απαγορεύσεις. Η πρόσκαιρη χρονικά στιγμιοτυπική αθανασία των προσώπων που αγαπάμε για δύο ώρες κατά μόνας ή με συντροφιά. Η απεικόνιση της γραφής ως εξήγησης κλείνεται μέσα στην στατικότητα ενός βιβλίου, η κινηματογραφική αναπαράσταση ως Εικόνα είναι μία Κιβωτός εν πλω στον χρόνο. Δεν είναι το ίδιο το φαινόμενο αυτό καθ' αυτό του Θανάτου το θέμα, αυτό ούτως ή άλλως αρχίζει να υφίστανται από την στιγμή της γεννήσεώς μας αλλά η επώδυνη διαδικασία προς αυτόν, στις στιγμές της Σωματικής αρρώστιας, της μικρής μακρόσυρτης διαδρομής και ταλαιπωρίας της ανθρώπινης ύπαρξης είναι που έχει σημασία, μας αγχώνει και μας τρομάζει. Και όχι ίσως, το τελικό αποτέλεσμα η οριστική λύτρωση. Το πώς το ξορκίζει καθένας είναι μία καθαρά προσωπική υπόθεση που διαρκώς αναθεωρείται.

   Ακόμα σκοτεινό και αινιγματικό το παιχνίδι της Φύσης, ακατανόητο και δύσκολα ερμηνεύσιμο σε όλες του τις πολιτιστικές- πολιτισμικές παραμέτρους στην ιστορία της ανθρωπότητας όταν αποφάσισε να αποχωριστεί από τα ένστικτά της. Ο Άνθρωπος, μπορεί να ατενίζει με υπερηφάνεια ή κομπασμό τον Θάνατο, να υψώνει τείχη εγωπαθούς αθανασίας πίστης, αλλά την χορευτική του χορογραφία προς το πλησίασμά του με οδηγό τον ίδιο δεν την αντέχει, δεν μπορεί να την ανακόψει. Όσοι θνητοί έτυχε να παρευρίσκονται δίπλα σε ένα βαριά άρρωστο Σώμα που αργοσβήνει, αργοπεθαίνει, σιγολιώνει, θα ένιωσαν αυτό το ψυχρό και συνάμα θερμό ρίγος εντός τους, ακούγοντας αυτό το ακατανόητο παραλήρημα της φωνής ενός ετοιμοθάνατου, αυτό το ακαταλαβίστικο σιγομουρμούρισμα που παύει πια να «προφητεύει» την παλαιά επικράτειά της ζωής και την ιστορία της, να σημαίνει την ανάσα που βγαίνει και δεν βγαίνει από τα χείλη στην τελευταία προσπάθεια αφήγησης, αυτόν τον εσωτερικό σπαραγμό που χάνεται καθώς διαλύεται το μωσαϊκό της ζωής. Αυτήν την τελευταία αναλαμπή του βλέμματος των τελευταίων κινήσεων του καταφαγωμένου από την αρρώστια Σώματος πριν το πέρασμά του στην άλλη όχθη που τα πάντα αποκτούν την ομορφιά της τελειωτικής τους αμορφίας και διάλυσης. Στα εξόν συνετέθησαν στο κουκλοθέατρο αυτό που λέγεται Ζωή ή Τέχνη, Καλλιτεχνική Δημιουργία που ανοήτως το ανθρώπινο ον πιστεύει ότι ξορκίζει ή με τα εφόδιά της πολεμά τον Θάνατο. Διαβάζουμε και πάλι από τη «Ημερολόγιο της Ανιές» σελ. 44:

   «Παρ’ όλα ταύτα συνεχίζω την ζωγραφική, τη γλυπτική, το γράψιμο, το πιάνο. Άλλοτε πίστευα πώς κάνοντας κάτι το δημιουργικό επικοινωνούσα με τον κόσμο που με τριγύριζε. Ότι εγκατέλειπα την μοναξιά μου. Τώρα ξέρω πώς τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Σε τελευταία ανάλυση ή, τρόπος του λέγειν, καλλιτεχνική μου έκφραση δεν αποτελεί παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια ενάντια στο θάνατο. Κι όμως συνεχίζω. Κανείς άλλος εκτός από την Άννα δεν βλέπει αυτά που κάνω. Δεν ξέρω αν είναι άσκημα ή ωραία. Θα πρέπει να είναι άσκημα.

   Είδα τόσο λίγα πράγματα στη ζωή. Ποτέ δεν με ένοιαξε να ζήσω με τους ανθρώπους και την πραγματικότητά τους. Αναρωτιέμαι τελικά αν αυτή η πραγματικότητα είναι περισσότερο ευαίσθητη απ’ τη δική μου. Εννοώ την αρρώστια.»

  Σκέψεις και συλλογισμοί όχι μόνο καλλιτεχνών αλλά ανθρώπων που εξακολουθούν να παίρνουν τη Ζωή στα σοβαρά όπως και την Καλλιτεχνική δημιουργία.

   Χωρίς υψηλούς τόνους ανθρώπινων φωνών, κραυγαλέους, προσωπικούς άμετρους αναστεναγμούς, με χειρονομίες υψηλών θερμοκρασιακών αντοχών, κάδρα δυστυχίας  έξω ανθρώπινων στιγμιότυπων, συναισθήματα που ξεχειλίζουν από παντού πικρία, θλίψη, αγωνία αλλά και χαμηλόφωνα μουρμουρητά, σιγαλόφωνους ήχους πόνου και απελπισίας, ψιθυρισμούς αδυναμίας εσωτερικών τρανταγμάτων συναισθηματικών αισθήσεων, βραχνά γουργουρητά επιθανάτιας ζωής, βαριές ανάσες γυναικών ένστικτα χαμένα. Απογυμνωμένοι γυναικείοι χαρακτήρες, ελπίδες υποστηρικτικές, ενσωματώνοντας ατομικές του οικογενειακές εμπειρίες και παιδικά, εφηβικά βιώματα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν φιλοτεχνεί μέσω της Έβδομης Τέχνης το όντως φοβερό θέμα και μυστήριο του Θανάτου με οτιδήποτε συνεπάγεται για το ίδιο το άτομο που φεύγει και τους γύρω του παρευρισκόμενους, τον χώρο. Άντρες, γυναίκες, μνήμες, παραστάσεις, ένας γιατρός κρυφός εραστής, ένας πάστορας που παραδέχεται ότι η ετοιμοθάνατη Ανιές έχει μεγαλύτερη πίστη από τον ίδιο. Κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας ταινία δωματίου.

Χρόνος δράσης των προσώπων αρχές του αιώνα, τόπος,-όπως συνήθως αρέσει στον Σουηδό σκηνοθέτη η οικογενειακή εξοχική κατοικία. Οι οδηγίες σαφείς όπως διαβάζουμε στο μεταφρασμένο σενάριο, το γύρισμα έχει τελειώσει μέσα σε 40 ημέρες.

Στο οικογενειακό σπίτι διαμένει η Ανιές που το σπίτι της ανήκει με την καμαριέρα της, την ψυχοκόρη της την Άννα στενά δεμένες από παλιά που την φροντίζει υπομονετικά και στοργικά. Η Ανιές είναι βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη, η υγεία της μέρα με την μέρα επιδεινώνεται κάτι που κάνει τις άλλες δύο αδερφές της την Κάριν δύο χρόνια μεγαλύτερη παντρεμένη και μητέρα πέντε παιδιών και την Μαρία η μικρότερη από τις τρείς αδερφές καλοπαντρεμένη και μητέρα ενός κοριτσιού να την επισκεφτούν, να της συμπαρασταθούν, να μοιραστούν λίγες στιγμές από την τελευταία δοκιμασία της πριν φύγει για το αιώνιο ταξίδι. Ένα γυναικείο «κουαρτέτο» μπροστά στην διαδικασία του Θανάτου, της καλπάζουσας αρρώστιας που οδηγεί σε αυτόν. Η κινηματογραφική κάμερα περισκοπεί και μας δείχνει πώς το εσωτερικεύουν και το εκλαμβάνουν η κάθε μία ξεχωριστά από τις τέσσερεις αυτές γυναικείες φιγούρες ηρωίδες πρωταγωνίστριες της ταινίας και τα δύο δορυφόρα αντρικά πρόσωπα σύζυγοι των δύο γυναικών. Ο Φρέντερικ και ο Ιωακείμ, υπάρχουν και άλλα δύο ακόμα, ο ιατρός και ο πάστορας. Πώς λοιπόν ενσωματώνουν στην ατομική τους ξεχωριστή ψυχολογία και αντιδράσεις, ιδιοσυγκρασίας της συνείδησής τους και της προσωπικότητάς τους της ατομικής τους ιστορίας αυτές οι γυναικείες μορφές, αυτός είναι ο κινηματογραφικός καμβάς και το στόρι της ταινίας.

   «Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς με λέξεις ή με εικόνες τον πόνο και τον θάνατο» μας εξομολογείται ο Σουηδός σκηνοθέτης σελίδα 19 του σεναρίου του. Και συνεχίζει: «Τα δύο αυτά πράγματα όταν παίζονται ή αναπαριστάνονται ξεπέφτουν εύκολα στο άσεμνο, το ανάρμοστο, δηλαδή το χυδαίο. Αν’ παρ’ όλα τούτα προσπαθούμε εδώ να περιγράψουμε με προσοχή, τις τελευταίες στιγμές, το θάνατο και την οδύνη, δεν το κάνουμε ούτε από περιέργεια, ούτε για την απόλαυση να φοβερίσουμε το κοινό και τους εαυτούς μας. Το κάνουμε μόνο και μόνο για να υπάρχει μια στέρεη και διαρκής βάση που πάνω της θα μπορέσουμε να εξελίξουμε το θέμα μας.»

    Σαφείς οι θέσεις και οδηγίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Εδώ παρενθετικά να γράψω ότι υπάρχει μία των ημερών μας σύγχρονη συγκλονιστική και σπαρακτική περιγραφή της ανθρώπινης απώλειας ενός άρρωστου ατόμου, του συντρόφου και στενού φίλου-εραστή του πειραιώτη πανεπιστημιακού και στοχαστή συγγραφέα Βρασίδα Καραλή. Αναφερόμαστε στο εξομολογητικό βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ», σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά που όταν κυκλοφόρησε έκανε τρομερή αίσθηση. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάζεται σε Σχολεία ως υπόδειγμα ζωής αληθινής αυτοθυσίας και ανθρωπιάς μνήμης. Πλέριας Συντροφικότητας.

   Η αυστηρή και πειθαρχημένη και απόλυτη στις αντιδράσεις της Κάριν που εχθρεύεται, μισεί τον πατέρα των παιδιών της, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της και βλέπει τον γάμο της να έχει καταστραφεί. Η γλυκιά και όμορφη κοκέτα και φιλάρεσκη Μαρία η μικρότερη. Μια άγευστη των εμπειριών του Κόσμου που μόνος της «πόθος είναι να αρέσει» προσπαθεί να δώσει αγάπη στην ετοιμοθάνατη αδερφή της αλλά δεν αντέχει να αγγίξει το σώμα της άρρωστης, την επαφή μαζί του. Τέλος η στοργική και υπομονετική, ολιγομίλητη, η Άννα, τριάντα περίπου χρονών που με υπομονή και καρτερία συμπαραστέκεται στην Άνιές. «Μια σιωπηλή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δυό μοναχικές γυναίκες» Μας λέει ο Μπέργκμαν. Κοινή συνιστώσα, η αγωνία, το άγχος, η απελπισία, η ανυπόφορη κατάσταση της αρρώστιας, το πένθος, η απελπισία που απολήγουν τελικά στον Θάνατο. Αλλά και οι μικροσυμφεροντολογισμοί των αδερφών και των συζύγων τους μετά τον θάνατο της Ανιές που, εντελώς άκαρδα και άσπλαχνα θέλουν να διώξουν από το σπίτι την καμαριέρα που φρόντιζε την αδερφή τους και νύφη τους. Η Άννα αποδέχεται στωικά την σκληρή απόφαση και μετά την απώλεια της Ανιές λαμβάνει μία οικονομική βοήθεια και αποχωρεί. Οικογενειακές εικόνες και συμβάντα μεταξύ συγγενών χθεσινά, σημερινά, αυριανά, αιώνια.

  «Κραυγές και Ψίθυροι» ένα έργο υποβλητικό, ατμοσφαιρικό, συγκλονιστικό συγκινητικό, ανθρώπινων διαστάσεων και συνάμα θεατρικών παραμέτρων με ωραία ντεκόρ, φωτισμοί, εκφραστικότητα στις ερμηνείες των ηθοποιών. Σαν σύνολο. Ένα ψυχολογικό δράμα βαθειά ανθρώπινο με έντονες υπαρξιακές κορυφώσεις και δραματουργικών ατομικών σκηνών πινελιές σαν και αυτά που ξέρει να γυρίζει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δημιουργώντας δημιουργικές συζητήσεις γύρω από τις ταινίες του και το όνομά του. Ένας άνεμος συγκλονιστικής ανθρώπινης ζεστασιάς φυσάει σε αυτό το βαθύτατα κοινωνικό δράμα μέσα στην παγερή ατμόσφαιρα της αρρώστιας και του επερχόμενου θανάτου, την κυνική συμπεριφορά των ζωντανών που, συνεχίζουν την ζωή τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Απελπισία για το φαινόμενο εξέλιξης της ζωής ή για το φαινόμενο του θανάτου; Το έργο στηρίζεται σε ένα καλογραμμένο και προσεκτικά σχεδιασμένο σενάριο με αρκετές στιγμές κορυφώσεων και καταβυθίσεις, πλάνα συγκινητικά, οργανωμένο αφηγηματικό στόρι δίχως κοιλιά, χωρίς φιλολογικές ή θρησκευτικές ρητορικότητες και ακαταλαβίστικες κλισέ ψυχιατρικές αναγωγές και διατυπώσεις που θα δυσκόλευαν την κατανόησή του από τον θεατή. Απουσιάζουν οι μεταφυσικές φιοριτούρες και θεολογικές τυποποιημένες προθέσεις, άνοστα κλισέ για ελπίδα και ευχών υποσχέσεις. Φυσικά, παραμένουν σταθερές οι προσωπογραφίες των συμμετεχόντων, η παρουσία ενός πάστορα, η διαφορά ηλικίας μεταξύ των συζύγων, η θηλυκή φιλαρέσκεια, το άγχος του θανάτου, η γυναικεία αλληλεγγύη και συντροφικότητα αλλά και «έχθρα» μεταξύ των οικογενειακών μελών. Μοτίβα κοινά και σε άλλες του ταινίες και φυσικά το θεατρικό γύρισμα, αυτή η κλειστοφοβική αίσθηση μια αίσθηση φθοράς προσώπων, σωμάτων, συνειδήσεων, τόπου και χρόνου πεπερασμένου. Άρτια η δομή της ταινίας, η διαλεκτική της φόρμας της σκηνοθετικής της αναπαράστασης, των υπαρξιακών των ηρώων μεταθέσεων των διαφορετικών χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, όπως το βλέμμα του σκηνοθέτη τους συλλαμβάνει όλους στις πιο κρίσιμες και δραματικές εξομολογήσεις τους, στις στιγμές κοινής εξιστόρησης της αλήθειας τους-ποιάς αλήθειας άραγε των ζωντανών ή της ετοιμοθάνατης- είτε μέσω της γλώσσας είτε μέσω των σωματικών τους επαφών και χειρονομιών, εικόνες που παραπέμπουν σε αρχέγονες μητριαρχικές των κοινωνιών «θρησκευτικές» παραστάσεις και μνήμες. Αρχέγονα σύμβολα εντυπωμένα στο κοινό των κοινωνιών υποσυνείδητο, παραστάσεις που πολλά σημαίνουν ακόμα στις μητριαρχικές κατά βάθος θρησκευτικές ή λαϊκές κοινωνίες μας. Μικρές κινηματογραφικές τοιχογραφίες δηλώσεων των κρυφών μας συναισθημάτων, των δύσκολων συνυπάρξεών μας, ακόμα και της συστέγασης με τα αγαπημένα μας πρόσωπα στην κοινή πατρογονική μας εστία. Ένα υποδόριο θρησκευτικό κλίμα ως αίσθηση μεταιχμίου ζωής και θανάτου απλώνεται στα δωμάτια. Η θηλυκή επικράτεια και πάλι παρούσα σε σχέση με την αντρική όπως συμβαίνει στις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Και φέρνουμε στο νου ένα άλλο πλάνο διαφορετικής προβληματικής την μεγάλη αφίσα ως ντεκόρ με την μόνη αντρική αποτυπωμένη παρουσία στην ταινία του γερμανού σκηνοθέτη Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Την θυμάστε!!! Τα «Πικρά δάκρυα της Πέτερ φον Μπράουν».

   Ζωντανοί αν και βαρεία ταλαιπωρημένοι και ψυχικά κουρασμένοι και διαλυμένοι οι χαρακτήρες των ηρωίδων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με αχαρτογράφητες σκιές συνείδησης που μας αποκαλύπτονται κομμάτι- κομμάτι, πλάνο το πλάνο μέσα από μικρές κινήσεις τους αλλά έντονης κλίμακας δραματικών τόνων, άγχους, εσωτερικών δακρύων, χαμηλών εκρήξεων συμπεριφορών πόνου και θλίψης. Η ατμόσφαιρα αλλάζει μεταξύ της κουβέντας των δύο γιομάτων υγεία αδερφάδων και μεταξύ των δύο αντρών τους. Ο γιατρός αποφάνθηκε για την μοίρα της Ανιές, ο Πάστορας διαβάζει προσευχές νεκρώσιμες από την Βίβλο όμως το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο όπως το θέλησε η Φυσική Μοίρα. Στην όγδοη ενότητα του Σεναρίου «Το Ημερολόγιο της Ανιές, μας εξομολογείται σελίδα. 28:

«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύβω το πρόσωπο μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.

   Τί θ’ απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα, κι οι νύχτες δίχως ύπνο. Τί θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου;

   Κρύβομαι στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα. Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.».

    Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με τα λόγια αυτά ξεγυμνώνει το άγχος της δικής του ψυχής και περιπέτειας ζωής. Ενώ για μία ακόμη φορά μας αποκαλύπτεται αυτή η αμφιθυμία της πίστης του απιστίας, της ταλανιζόμενης βεβαιότητας και αμφιβολίας, της διαρκής ικεσίας του για λύτρωση μέσω των βασάνων και των ταλαιπωριών της ζωής των ανθρώπων, μιάς χριστιανικής αντίληψης. Ο Πάστορας γονατίζει και προσεύχεται μπροστά στην Ανιές λέγοντας της, μέσω της επίκλησης στον παραδοσιακό Θεό της κοινής τους πίστης:

   «Αν είναι αλήθεια ότι μάζεψες τον κάθε πόνο μας στο φτωχό σου το κορμί, κι ότι τους έφερες όλους στο θάνατο, αν συναντήσει το Θεό εκεί ψηλά στο άλλο βασίλειο, αν γυρίσει το βλέμμα του σε σένα, αν μπορέσεις να του μιλήσεις σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει, αν μπορέσεις να μιλήσεις σ’ αυτόν το Θεό, αν μπορέσεις …. Τότε παρακάλεσε για μας. Ανιές αγαπημένο μου μικρό παιδάκι, άκουσε τώρα τι σου λέω. Προσευχήσου για μας που μένουμε σε γη βρώμικη και σκοτεινή, κάτω από έναν ουρανό σκληρό και άδειο. Απόθεσε το φορτίο της οδύνης στα πόδια του Θεού και παρακάλεσέ τον να μας συγχωρέσει. Παρακάλεσέ τον να μας ελευθερώσει από το άγχος, την απόγνωση και τη βαθιά αμφιβολία όπου βρισκόμαστε. Παρακάλεσέ τον να δώσει ένα νόημα στις ζωές μας, Ανιές, εσύ που τόσο υπέφερες πρέπει νάσαι άξια να του μιλήσεις για μας.

    Ταραγμένος ο πάστορας σηκώνεται. Κυττάζει γύρω του αμήχανα με κάποιο χαμόγελο θλίψης. Αισθάνεται πώς πρέπει να δώσει μερικές εξηγήσεις…» σελίδα 30

    Μια συγγενική κινηματογραφική θεώρηση κατάστασης όπως έχουμε στην ταινία του Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιεφ. Από την άλλη, η εμμονή του στην παρουσία του Θεού και όχι στα λογικά επιχειρήματα της απουσίας και απιστίας του φαίνεται σε μία ακόμη ταινία που πρόβαλλε πριν λίγες μέρες το Κανάλι της Βουλής, το γνωστό χρωματικής και ενδυματολογικής πανδαισίας αριστούργημα «Φάννυ και Αλέξανδρος». Στην εκπληκτικής εικαστικής ομορφιάς οικογενειακό του Ονειρόδραμα υπάρχουν- εμφανίζονται δύο πρόσωπα. Το ένα είναι ο Ισμαήλ κλεισμένος μέσα στο υπόγειο ενός κουκλόσπιτου που είναι ο ίδιος ο μικρός Αλέξανδρος και η φυλακισμένη ψυχή του. Η άλλη παρουσία είναι η στιγμιαία εμφάνιση σε ένα και μοναδικό πλάνο του αυταρχικού και αυστηρού επισκόπου πάστορα που έχει παντρευτεί σε δεύτερο γάμο την μητέρα των μικρών παιδιών. Ενώ βρίσκεται χάμω ο μικρός Αλέξανδρος ξαφνικά εμφανίζεται από το πουθενά ο πάστορας πατριός του δίνει μία σφαλιάρα και του λέει αυτά τα συνταρακτικά λόγια και χάνεται. «Μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από μένα». Είναι η παρουσία του Θεού-πατέρα δυνάστη, κυρίαρχου αφέντη που αν και έχει πεθάνει έπειτα από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο σπίτι του, εξακολουθεί να βασανίζει την ψυχή του μικρού Αλέξανδρου. Σε αυτές τις δύο ταινίες βλέπουμε την συνέχεια της προβληματικής του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που διαπραγματεύτηκε στην Τριλογία της Σιωπής και ιδιαίτερα στην Τρίτη ταινία του την «Σιωπή». Ο βραχνάς όμως της παρουσίας και της δυναστείας του Θεού της Βίβλου εξακολουθεί να βασανίζει και να απασχολεί τον Σουηδό σκηνοθέτη. Τώρα που βιολογικά έχει φύγει από κοντά μας θα γνωρίζει σε τι γλώσσα να μιλήσει στο Θεϊκό είδωλο που τον ταλαιπώρησε σε όλον του τον επίγειο βίο. Η αμφιβολία και η άρνηση της ύπαρξής του έμεινε σε εμάς τους θεατές των ταινιών του.

Προσεκτικά τα σκηνοθετικά βήματα και στην παραμικρή λεπτομέρεια με ακρίβεια αρχιτεκτονημένο στο γύρισμά του το έργο, στην αποκάλυψη της «σχετικότητας» της εσωτερικής ατομικής αλήθειας των ηρωίδων και της ψυχολογίας τους. Κάθε μίας θηλυκής φιγούρας ξεχωριστά στην αντιμετώπιση και διαχείριση της αρρώστιας και του Θανάτου. Ένα ακόμα γυναικοκρατούμενο φιλμ του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που δημιούργησε σωρεία σχολιασμών και προσεγγίσεων όταν προβλήθηκε το 1972 στους κινηματογράφους και άνοιξε συζητήσεις επί συζητήσεων με θετικό και αρνητικό πρόσημο από κοινό και κριτικούς.

«Κραυγές και Ψίθυροι» ένα ακόμα έργο σταθμός στην πλούσια κινηματογραφική παραγωγή του Σουηδού σκηνοθέτη. Το είχαμε παρακολουθήσει για πρώτη φορά στον Κινηματογράφο «ΈΛΛΗ» στην Αθήνα 6/10/1982 μαζί με εφηβικό φίλο συγγραφέα και πανεπιστημιακό, κριτικό της λογοτεχνίας από την περιοχή της Αγίας Σοφίας που ασχολήθηκε στις μελέτες του με την Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου τον Βρασίδα Καραλή. Έκτοτε, και τα τρία κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης ΕΡΤ-1,2,3 (31/10/1990, 14 ή 18(;)/11/1998, 4/7/1999 και 15/10/2000 στην ΕΡΤ-3) επαναπρόβαλαν την βραβευμένη αυτή ταινία. Αν η μνήμη δεν με απατά την ίδια περίοδο προβλήθηκε και ένα ντοκιμαντέρ- πορτραίτο του Μπέργκμαν της Αγγλικής τηλεόρασης σε συνεργασία με την Σουηδική όπως οι ελάχιστες τότε σημειώσεις μου δείχνουν. Σκηνοθέτης ήταν ο Μάικλ Γουιντερμπότομ και μιλούσαν όλοι οι συνεργάτες, ηθοποιοί και τεχνικοί του μεγάλου σκηνοθέτη. Πρωταγωνιστές της ταινίας «Κραυγές και Ψίθυροι» ήσαν οι σταθεροί συνεργάτες και συνεργάτιδες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Η Ίνγκριντ Τούλιμ, η Λιβ Ούλμαν, η Κάρι Σίλβα, η Χάριετ Άντερσον, ο Έρλαντ Γιόζεφσον, ο Άντερς Έκ. Ξεσηκώνουμε από το Πρόγραμμα:

   «Για να συμπαρασταθούν στην άρρωστη αδερφή της, την Αγνή, που βρίσκεται πιά κοντά στο θάνατο, δυό αδερφές, η Κάριν και η Μαρία, επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι, μιάν έπαυλη στην εξοχή, που εγκατέλειψαν πρίν χρόνια το γάμο τους.

   Στις στιγμές της κρίσεως, η Κάριν και η Μαρία θα δειλιάσουν, θα φοβηθούν και θα χρειασθή πολύς αγώνας και πολλά δάκρυα για να ξεθωριάσουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, για να ξανακερδίσουν έστω και προσωρινά την αγνότητα των παιδικών…».

«ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ», μια συγκλονιστική ταινία που θα μπορούσαμε να την εντάξουμε στο ατμοσφαιρικό υπαρξιακό κλίμα της ταινίας του «Σιωπή»-του τελευταίου μέρους της περίφημης Τριλογίας του- σαν μία «συνέχεια» της προβληματικής της, εξέλιξής της με έξοχες ερμηνείες όπως πιο πάνω αναφέραμε. Μια ταινία που φέρνει στην επιφάνεια ψυχικούς τραυματισμούς, ανομολόγητες της ανθρώπινης ύπαρξης προγενέστερες αρνητικές καταστάσεις, συνειδητοποιήσεις μιας άλλης εσωτερικής των ηρώων πραγματικότητας. Υποβλητικές εικόνες και ωραία στυλιζαρισμένα πλάνα, κάδρα και ύφος ομοιογενές εξαιρετικής τρυφερότητας και συγκίνησης. Ρεαλιστική ατμόσφαιρα και μία κινηματογραφική διαλεκτική και σύνθεση ηρωϊδων- πρωταγωνιστριών, με υπέροχο κλίμα και πολύ καλή φωτογραφία, που είναι κατά γενική ομολογία των κριτικών κινηματογράφου ένα από τα αριστουργήματα του Σουηδικού σκηνοθέτη και του παγκόσμιου σινεμά.

    Πληροφορίες για την ταινία μπορεί κανείς να διαβάσει στις εφημερίδες «Η Καθημερινή» 28/10/1990, στα «Τα Νέα» Τετάρτη 31/10/1990, στο περιοδικό «Διπλό Τηλέραμα» 31/10/1990. Στην εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» 14/11/1998, την «Ελευθεροτυπία» της 16/11/1998, στο «Βήμα» της 18/11/1998 και 4/7/1999 (Cries and whispers), στον «Ριζοσπάστη» της 15/10/2000  στο περιοδ. «Ραδιοτηλεόραση» τχ. 1753/ 20-9-2003.

    Στην Αθήνα το 1976 από το τυπογραφείο του Λουκά Γιοβάνη, Θεμιστοκλέους 80 στο κέντρο της πρωτεύουσας, κυκλοφόρησε ένα μικρό βιβλιαράκι, μόλις τρία δεκαεξασέλιδα, δηλαδή 48 σελίδες διαστάσεων 14Χ21 cm. Το βιβλίο έγραφε INGMAR BERGMAN, ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ. Φάρο Πέμπτη 3 Ιουνίου 1971. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 1976. Τίτλος πρωτοτύπου: VISKNINGAR OCH POR. Η μάλλον «λαθρόβια» αυτή έκδοση που στάθηκα τυχερός να την διαβάσω στην αγάπη μου για το Σινεμά του Μπέργκμαν περιλαμβάνει:

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Ακούστε με για λίγο, σελίδα 5

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Θα κάνουμε μιά ταινία μαζί, σελ. 6-7

     Αγαπητοί φίλοι

Να που θα κάνουμε και πάλι μια ταινία μαζί. Θα ‘ναι όμως διαφορετική απ’ ότι φτειάνουμε ως τώρα. Γι’ αυτό και το χειρόγραφο θα έχει επίσης άλλη όψη. Θα προσπαθήσουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το μέσο έκφρασης και τις δυνατότητές του, μ’ έναν τρόπο αρκετά πολύπλοκο. Γι’ αυτό και θα πρέπει να σας εξηγήσω πιο αναλυτικά από κάθε άλλη φορά τι προσπαθώ να εκφράσω. Ύστερα θα σκεφτούμε όλοι μαζί με ποιόν τρόπο θα μπορέσουμε κινηματογραφικά και τεχνικά να δώσουμε μια μορφή στα διάφορα προβλήματά μας.

   Αυτή η ιδέα γυρίζει αδιάκοπα μεσ’ το μυαλό μου, μα δεν παρουσιάζεται σαν ένα σύνολο συγκεκριμένο, τελειωμένο.

    Μοιάζει μάλλον με χειρόγραφο γοργό και σκοτεινό: πρόσωπα, κινήσεις, φωνές, χειρονομίες, κραυγές, ίσκιοι και φώς, ατμόσφαιρες και όνειρα, τίποτα το συγκεκριμένο, τίποτα το αληθινά χειροπιαστό εκτός από το στιγμιαίο. Με δυό λόγια: εντυπώσεις μονάχα. Ένα όνειρο, μια νοσταλγία, μια ελπίδα ίσως, κάποιος φόβος όπου το φοβερό ποτέ δεν εκφράζεται…

   Θα μπορούσα να συνεχίσω ώρες και ώρες περιγράφοντας τόνους και χρωματισμούς μα δεν θα προχωρούσαμε. Καλύτερα νομίζω είναι ν’ αρχίσουμε αμέσως.

   Η δράση εκτυλίσσεται στις αρχές του αιώνα. Γυναίκες με φορέματα κομψά, ακριβά, που τις κρύβουν και παράλληλα τις προβάλλουν. Τα εσωτερικά του σπιτιού πρέπει να ‘ναι τέτοια ώστε να προσφέρουν τη φωτεινότητα που επιθυμούμε να ‘χουμε: Αυγές που να μην μοιάζουνε με δειλινά. Απαλές ανταύγειες ενός ξύλου. Ένα φώς μυστηριακό και θαμπό ημερών που χιονίζει. Το αργό σβύσιμο μιας λάμπας πετρελαίου. Η τρυφεράδα ηλιόλουστων ημερών του φθινοπώρου. Ένα κερί χαμένο στα σκοτάδια της νύχτας και όλοι οι ίσκιοι να σαλεύουν ξαφνικά όταν κάποια μορφή διασχίσει τις μεγάλες κάμαρες φορώντας τη φαρδειά της ρόμπα.

    Ταυτόχρονα όμως είναι σημαντικό πολύ το ντεκόρ να μην υποβάλλεται. Πρέπει να προσαρμόζεται, να πλαισιώνει, να ‘ναι παρόν και διακριτικό, υποβλητικό δίχως να τραβά την προσοχή.

   Θα υπάρξει ωστόσο μία ιδιομορφία: όλα τα εσωτερικά θα είναι κόκκινα, με διαφορά στις αποχρώσεις. Μη με ρωτήσετε γιατί’ δεν ξέρω να σας απαντήσω. Αναζήτησα κι ο ίδιος τον λόγο και οι εξηγήσεις που βρήκα ήτανε η μία πιο κωμική από την άλλη. Η μοναδική ερμηνεία που στέκεται ίσως είναι, ότι αυτό το χρώμα αφορά κάτι το εσωτερικό. Από μικρός φανταζόμουν πάντα την ψυχή σα μιά υγρή μεμβράνη με κόκκινες αποχρώσεις.

   Τα έπιπλα, οι διακοσμήσεις, και τα λοιπά αντικείμενα έστω κι αν πρέπει να είναι απόλυτα συγκεκριμένα, θα τα βρούμε με τη φαντασία μας, στο μέτρο φυσικά που προσαρμόζονται στις επιδιώξεις μας. Όπως στα όνειρα: υπάρχει κάτι ακριβώς γιατί το επιθυμούμε, ή γιατί το ‘χουμε ανάγκη μια δεδομένη ώρα.

   Το δράμα έχει τέσσερεις ηρωϊδες. Τέσσερεις γυναίκες. Θα σας τις παρουσιάσω με δύο λέξεις.

ΑΝΙΕΣ, σελ. 9

   Είναι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και μένει εδώ από το θάνατο των γονιών της. Δεν σκέφτηκε ποτέ να το εγκαταλείψει. Σ’ αυτό γεννήθηκε κι αποτελεί ένα μέρος του.

   Άφησε τη ζωή της να κυλήσει ήρεμα και ανεπαίσθητα δίχως σκοπό, δίχως επιθυμία να την αλλάξει. Έχει αόριστες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, ζωγραφίζει λίγο, παίζει πιάνο, όλα μ’ έναν τρόπο ελαφρά παθητικό. Κανένας άντρας δεν μπήκε στη ζωή της. Για κείνη ο έρωτας έμεινε ένα μυστικό κρυμμένο μ’ επιμέλεια που ποτέ δεν της αποκαλύφθηκε. Υποφέρει από μιά θανάσιμη αρρώστια και περνά τις πιο πολλές ώρες της ημέρας στο κρεββάτι. Είναι αυτό το μεγάλο κρεββάτι των γονιών της μεσ’ την παλιά κρεβατοκάμαρα, όμορφη, ωστόσο παραφορτωμένη.

   Δεν παραπονιέται διόλου και δε βρίσκει πώς ο θεός είναι σκληρός. Μέσα απ’ τις προσευχές της απευθύνεται στο Χριστό ταπεινές παρακλείσεις.

 

ΚΑΡΙΝ,  σελ.11

   Δύο χρόνια μεγαλύτερη, παντρεύτηκε έναν άντρα πλούσιο κι εγκαταστάθηκε σε μιάν άλλη περιοχή. Γρήγορα κατάλαβε πώς ο γάμος της ήτανε μια αποτυχία. Ο σύζυγος αυτός- είκοσι χρόνια πιο μεγάλος από κείνη- δεν της εμπνέει παρά αηδία σωματική και ψυχική. Είναι μητέρα πέντε παιδιών, όμως αυτό δεν φαίνεται να την αγγίζει μήτε κι η θλίψη του αποτυχημένου γάμου της. Δείχνει πάντοτε αλαζονική και απλησίαστη αφήνοντας μια αίσθηση δυσκολίας στην επαφή. Αν και η πίστη της στο γάμο μοιάζει ακράδαντη, ο επιφανειακός τούτος αυτοέλεγχος κρύβει ένα μίσος ανέκφραστο για τον άντρα της και μια μνησικακία αιώνια για τη ζωή.

   Η οδύνη και η απελπισία δεν εκφράζονται παρά μονάχα μέσα από όνειρα που κατά διαστήματα τη βασανίζουν.

  Παρ’ όλη όμως αυτή τη συγκρατημένη λύσσα, παρουσιάζεται ανοιχτή σε εξομολογήσεις, τρυφερότητα και επιθυμία επαφής. Το κεφάλαιο όμως τούτο μένει συνήθως κλειστό και αχρησιμοποίητο.

ΜΑΡΙΑ, σελ. 13

   Είναι η μικρότερη από τις αδερφές. Πλούσια επίσης και καλοπαντρεμένη με έναν άντρα όμορφο κι ευχάριστο από ψηλή κοινωνική τάξη. Έχει ένα κοριτσάκι πέντε χρόνων. Κι η ίδια είναι ένα παραχαϊδεμένο παιδί, γλυκό και χαμογελαστό, με μιά περιέργεια κι έναν αισθησιασμό.

   Δίνει μεγάλη σημασία στην ίδια της την ομορφιά καθώς και στην απόλαυση που μπορεί να της προσφέρει το κορμί της. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τον κόσμο που την τριγυρίζει, αρκείται στον εαυτό της και ποτέ δεν προβληματίζεται πάνω σε ηθικούς φραγμούς δικούς της ή των άλλων. Ο μόνος πόθος της είναι ν’ αρέσει.

ΑΝΝΑ, σελ.15

   Είναι η καμαριέρα του σπιτιού. Τριάντα χρονών περίπου. Όταν ήταν πολύ νέα είχε μια κόρη και η Ανιές τις φρόντιζε αυτήν και το παιδί της. Τούτο γέννησε ένα σύνδεσμο ανάμεσα στην Άννα και την Ανιές. Μια σιωπηρή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δύο μοναχικές γυναίκες.

   Το παιδί πέθανε στα τρία του χρόνια, αλλά ο σύνδεσμος της Ανιές με την Άννα διατηρήθηκε.

   Η Άννα μένει σιωπηλή και μακρυνή σαν αγρίμι, πλησιάζεται δύσκολα. Παρ’ όλα αυτά είναι πάντα παρούσα, βλέπει, κατασκοπεύει, ακούει. Το κάθε τι πάνω της μοιάζει βαρύ. Το σώμα της, το πρόσωπό της, το κύτταγμα, το στόμα της.

   Όμως δε λέει τίποτα. Μπορεί ακόμα και να μη σκέφτεται τίποτα.

συνοδεύονται με 4 σκίτσα της μεταφράστριας.

  Ακολουθούν 15 Σεναριακές ενότητες αριθμημένες με αριθμούς 1,2,3, 4 -ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 5-ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ. 6,7, 8-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 10, 11,12, 13-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ και τέλος 15- ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. Εδώ προφανώς υπάρχει κάποιο τυπογραφικό λάθος μια και λείπει το νούμερο 14. Όπως και νάχει η παλαιά αγάπη της μεταφράστριας και εικονογράφου Ελεωνόρας Σταθοπούλου μας πρόσφερε την ευκαιρία να διαβάσουμε ένα ακόμα από τα εκπληκτικά σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, να τον εντάξουμε στους Σουηδούς συγγραφείς και να απολαύσουμε την ταινία.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Αυγούστου 2026

ΥΓ. Έφυγαν αυτό το διάστημα: -Ο ποιητής και εικαστικός, «ο αναχωρητής ζωγράφος του ανθρώπινου ψυχισμού» όπως τον απεκάλεσαν Χρήστος Μαρκίδης ( Δράμα 20/4/1954 –Εξάρχεια, Αθήνα 24/8/2026). –Από την πόλη του Πειραιά έφυγε ο ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Κράξιμο» και άλλων εντύπων, κινηματογραφιστής και ακτιβιστής τρανς με αγώνες για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤ κοινότητας Πάολα  Ρεβενιώτη (Πειραιάς 29/6/1958- Μαρούσι 9/7/2026). – Έφυγε ο γιός του Σταμάτη Κόκοτα, συνθέτης και τραγουδιστής Δημήτρης Κόκοτας (14/12/1968- 25/8/2026).- Από τον χώρο της Αμερικάνικης μουσικής Κάντρι έφυγε η Ντόλι Πάρτον με εξαιρετικές επιτυχίες στο ενεργητικό της.

       

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)

 

ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ, ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ, ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ…

του ΧΡΗΣΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Οι Επιφυλλίδες του «ΒΗΜΑΤΟΣ» 26/1/1974,

Σελίδες 1-2

   Τρία γεγονότα των τελευταίων ημερών, άσχετα μεταξύ τους και από χώρους ζωής φαινομενικά εντελώς διαφορετικούς, βρήκαν μέσα μου ένα παράδοξο συνταίριασμα, που μόνο η «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος, μπορεί να το δικαιολογήση. Θα προσπαθήσω να προσδιορίσω αυτή την υποκειμενική μου θεώρηση, μήπως και αποδειχθή κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

   Τα τρία ετερόκλητα γεγονότα είναι μιά έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα, η τελευταία ταινία του Μπέργκμαν και οι πρόσφατες μεταβολές στην εκκλησιαστική διοίκηση. Δεν είμαι ειδικός για κανένα από τους χώρους όπου ανήκουν αυτά τα τρία περιστατικά γεγονότα- δεν έχω ούτε την πρόθεση ούτε και τις γνώσεις να κάνω τον τεχνοκρίτη ή τον κριτικό του κινηματογράφου ή και τον ειδήμονα σε ζητήματα Κανονικού Δικαίου. Τα όριά μου εξαντλούνται στην «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος.

    Ένας ζωγράφος του τόπου μας, από τους πιό «ιθαγενείς», ο Γιώργος Μανουσάκης, παρουσιάζει την πρόσφατη δουλειά του σε μιάν αίθουσα εκθέσεων της Αθήνας. Όσοι γνωρίζουν την ποιότητα του ανθρώπου, πρέπει να καταλαβαίνουν ότι η έκθεσή του δεν είναι τυχαίο στίγμα της πορείας του τόπου μας. Και ο Μανουσάκης εμφανίζεται, με αυτή την έκθεση, να αλλάζη πορεία- υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του και στα τωρινά. Θα προσπαθήσω να πω τη διαφορά με τη δική του γλώσσα, κι’ άς μη με κρίνουν αυστηρά οι ειδικοί.

   Παληότερα ο Μανουσάκης ζωγράφιζε τοπία, νεοκλασικά χτίσματα, κάτι καφενεία ή μικρομάγαζα, κάτι μαντρότοιχους- λιθοδομές- αυτά είχα δη. Και σε κάθε πίνακά του έβλεπα τότε μιάν ενότητα ή, καλύτερα, την καθολικότητα που έχει η ζωή και ο κόσμος σε κάθε ξεχωριστή λεπτομέρεια, όταν ο άνθρωπος την προσεγγίζη για να την σπουδάση ταπεινά. Ένα καφενείο στα Μεσόγεια ή ένα μπαλκόνι με γλάστρες ήταν ολόκληρη η ζωή μας κοιταγμένη με αγάπη, έτσι όπως την πλησιάζει η καρδιά του ανθρώπου δίχως τις απαιτήσεις ή τα κριτήρια του νου. Η πιό «άσκημη» γωνιά της Αθήνας μπορούσε να μεταμορφωθή από τα χρώματα του Μανουσάκη σε συγκλονιστική μαρτυρία αλήθειας, δηλαδή εκείνης της ομορφιάς που αποκαλύπτει ο κόσμος, όταν τον προσεγγίζη ο άνθρωπος με τρυφερότητα και στοργή. Κι’ αυτή η προσέγγιση θέλει ασκητική αυταπάρνηση, πρέπει να ξεχάσης τα γούστα σου και τις έξυπνες ιδέες σου και να υποταχτής στην αλήθεια της ζωής και του κόσμου και να την αγαπήσης, γιατί η αγάπη είναι η μόνη πηγή της ομορφιάς.

    Τώρα ο Μανουσάκης μοιάζει να αλλάζη πορεία, μοιάζει να προχωράει «στον αντίθετο τρόπο». Και ο «τρόπος» ο αντίθετος από την υποταγή που υπαγορεύει η αγάπη, είναι η προτεραιότητα του νου, ο κόσμος τεμαχισμένος σε έννοιες ή ιδέες ομορφιάς, δηλαδή σε αντικείμενα αποσπασμένα από την ολότητα και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια του κόσμου-κάποια βότσαλα, ένα λουλούδι, κοχύλια, ένα καντήλι- τοποθετημένα σε ένα μη- κόσμο, σε μαύρα φόντα, «επιφάνειες που δεν προσδιορίζονται αντικειμενικά». Σε αυτή τη στάση είδα την κομματιασμένη σήμερα ζωή μας, το λογικό μας που τεμαχίζει τη ζωή και την οργανική της ενότητα, αποσπάσει ένα πήλινο νησιώτικο κανάτι από τον ζωντανό του περίγυρο για να το τοποθετήση στο σαλόνι μας-μιά ιδέα ή μιά έννοια ομορφιάς άσχετη με τη ζωή, συγκαλυμμένη με την κατακομματιασμένη εικόνα του κόσμου μας.

    Η εξήγηση ήταν ο υπερβόρειος σκηνοθέτης με την ταινία του «Κραυγές και ψίθυροι». Εκεί πιά το ανήλεο κομμάτιασμα της ζωής από τη νόηση εύρισκε την αυθεντική ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Η αλήθεια της γυναίκας προσδιορισμένη με το μυαλό και μοιρασμένη σε τέσσερεις γυναικείους τύπους, εκτοπλάσματα της σκέψης του σκηνοθέτη, ενσαρκώσεις των εννοιών που συνέλαβε. Η γυναίκα- χαρακτήρας, η γυναίκα- ψυχολογικό πρόβλημα, κι’ ούτε η παραμικρή υπόνοια για τις κοσμικές διαστάσεις της θηλυκότητας, για τη γυναίκα που είναι η φύση κι ο κόσμος, η πρόκληση για την υποταγή του εγωκεντρισμού της διάνοιας στην αλήθεια της ζωής- υποταγή που λογοποιεί τη φύση και αναδείχνει «εγκάρδιο» το νου και γεννάει την ομορφιά που υπηρετεί την αγάπη.

    Οι τέσσερεις γυναίκες της ταινίας του Μπέργκμαν είναι κι αυτές κομμάτια του κόσμου σε ένα μη κόσμο, σε ένα κατασκευασμένο πλαίσιο εκπληκτικής αρτίστικης «ομορφιάς». Και η κατασκευασμένη ομορφιά υπηρετεί το εγώ και όχι την αγάπη, για αυτό και αναδίνει την παγωνιά του παράλογου. Όλη η ευρωπαϊκή παράδοση της απονενοημένης ομορφιάς, από τις συναισθηματικές Pieta ως τα ευφραντικά instantanes ενός Toulouse Lautrec ή ενός Monet, συγκεφαλαιωμένη στην τραγική κατάληξη αυτού του αισθητικού υποκειμενισμού, που παρακολουθεί από κοντά και τρέφει πάντοτε τον εγωκεντρισμό της διάνοιας: συγκεφαλαιωμένη στην τραγικότητα της κόλασης, που είναι η ζωή δίχως αγάπη κι όπου η αισθητική τρυφερότητα δεν κατορθώνει να αναιρέση το παράλογο τόσο της ζωής όσο και του θανάτου.

    Και η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων; Μα τι άλλο ήταν κι αυτή από ένα κομμάτι της Εκκλησίας αποσπασμένο από τη ζωή της και τοποθετημένο (; Η λέξη είναι αχνή) σε μιά μη- Εκκλησία, σε ένα χώρο άσχετο με την αλήθεια της ζωής και τη ζωντανή αλήθεια- χώρο κατασκευασμένον με συντακτικές πράξεις της πολιτείας και παρασκήνια συναλλαγών και δηλώσεις στον τύπο, όπου τα εδάφια των Νόμων είναι περισσότερα από τα εδάφια της Γραφής.

   Μέσα στην Εκκλησία, μιά Σύνοδος Επισκόπων και ο τρόπος της λειτουργίας της, οι συζητήσεις, οι ψηφοφορίες και οι αποφάσεις της είναι μία ιερουργία της ζωής του κόσμου- όχι ένα «θρησκευτικό» κομμάτι ζωής, αλλά η ολότητα και καθολικότητα της ζωής, που προσεύχεται στο Θεό για να προστατευθή από την παραφθορά των ανθρώπινων σκοπιμοτήτων, έστω των ηθικότερων ή λογικότερων σκοπιμοτήτων. Οι Επίσκοποι συνέρχονται σε Σύνοδο για να ιερουργήσουν την αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που ιερουργούν την Ευχαριστία, τη ζωή του κόσμου στην ενότητά της με το Θεό. Όπως και ο σωστός καλλιτέχνης, δεν ενεργούν σαν ψυχολογικές ή εγωϊστικές μονάδες, αλλά με ασκητική αυταπάρνηση, που κάνει το νου «εγκάρδιο», υπηρετούν ταπεινά την αλήθεια για να φανερώσουν την ομορφιά της ζωής. Δεν αντιπροσωπεύουν τις δικές τους γνώμες και ιδέες, αλλά την κοινή μας εμπειρία και την τραγική μας πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, την εμπειρία της ζωής και της αλήθειας των τοπικών τους Εκκλησιών.

   Σήμερα ο θεσμός της Συνόδου μοιάζει να είναι ένα από τα θρησκευτικά σπαράγματα της κατακομματιασμένης ζωής μας’ ασχολείται αποκλειστικά με «διοικητικά» θέματα αποσπασμένα από την ενότητα και καθολικότητα της ζωής. Και δεν υπάρχει ελπίδα καλυτέρευσης όσο οι θεσμοί μένουν χωρισμένοι από τη ζωή και την καθολική ιερουργία της αλήθειας- αυτό είναι και το δράμα της Δύσης, αιώνες τώρα. Αυτή η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων θα μπορούσε να είναι, πραγματικά, μιά καμπή ή σημάδι αλλαγής ση ζωή του τόπου-του δικού μας εδώ τόπου, όπου η Εκκλησία παραμένει η έσχατη δυνατότητα για την πνευματική και πολιτιστική μας ενότητα και αυτοσυνειδησία. Για πρώτη φορά βλέπουμε στις εφημερίδες να εμφανίζεται ως επείγον πρόβλημα η αποκατάσταση του οργανικού μας δεσμού με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε να σημαίνη τη δυναμική επανεύρεση της πνευματικής και πολιτιστικής οικουμενικότητας του Ορθόδοξου Ελληνισμού. Και για πρώτη φορά βλέπουμε να χαρακτηρίζεται ως αντικανονική και απόβλητη η ηθικιστική διαστροφή της Ορθοδοξίας από τον δυτικό πιετισμό, που λυμαίνεται τον τόπο, χρόνια τώρα, και που στην τελευταία επταετία έφτασε να γίνη εκκλησιαστικό καθεστώς με κοσμικές μεθόδους και την επηρμένη πρόθεση «καθάρσεως» της Εκκλησίας.

   Αλλά τόσο ο δεσμός με το Πατριαρχείο όσο και η αντικανονικότητα του πιετισμού, εμφανίζονται σαν νομοκανονικά, απλώς προβλήματα διοικητικής ευταξίας, άσχετα με την ολότητα της ζωής και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια αλήθειας, αποσπασμένα από τη ζωή, τοποθετημένα σε ένα χώρο  αφηρημένων νομικών διατυπώσεων, ιδέες ή έννοιες αλήθειας άσχετες με τη ζωή. Ποιος θα μπορούσε να μας δείξη κάποτε ότι και μόνο η συναισθηματική αλλοίωση της ορθόδοξης λατρείας από τους πιετιστές, οι ηθικολογικές σκοπιμότητες που εκθηλύνουν τη λατρευτική απαγγελία και ατομικοποιούν την  ευσέβεια αυτό και μόνο το σύμπτωμα έχει για τη ζωή του τόπου πολύ πιο τραγικές συνέπειες κι’ από τη θλιβερώτερη πολιτειακή μεταβολή……

    Μια έκθεση ζωγραφικής, μιά ταινία, μιά Σύνοδος… Ίσως συνθέτουν κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

Χρήστος Γιανναράς Το Βήμα 26/1/1974

 ΜΝΗΜΗ

(Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)              

  Δύο χρόνια πέρασαν από την εκδημία του Χρήστου Γιανναρά, στην μνήμη του αντιγράφουμε μία παλαιά ξεχασμένη μέσα σ’ ένα φάκελο με αποκόμματα εφημερίδων από Μπεργκμανικές ταινίες Επιφυλλίδα. Σάββατο εχθές 22 Αυγούστου στο Κανάλι της Βουλής προβλήθηκε μία ακόμη υπέροχη, αριστουργηματική κινηματογραφική παραγωγή του, το μεθυστικό κινηματογραφικό αυτοβιογραφικό του «Ονειρόδραμα» δωματίου, το «Φάννυ και Αλέξανδρος». Όλα τα μέλη της οικογένειας μαζεμένα σε ένα απολαυστικό συμπόσιο κεφιού, ξεδόματος χαράς και ενδυματολογικών και χρωματικών απολαύσεων. Και από κοντά δύο πρόσωπα. Ο φυλακισμένος Ισμαήλ στο υπόγειο των εγκάτων της συνείδησης και η παρουσία του αυταρχικού και δυνάστη Επισκόπου δεύτερου συζύγου της μητέρας του Αλέξανδρου, πατριού του Αλέξανδρου και της Φαννύς. Σημαδιακή η σφαλιάρα του στον μικρό Αλέξανδρο και τα λόγια του καθώς εμφανίζεται στιγμιαία σε ένα πλάνο μέσα στης χαράς το πανδαιμόνιο της οικογενειακής συγκέντρωσης: «Και μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από Εμένα…» λέει στον φοβισμένο Αλέξανδρο. Συμβολισμός της αιώνιας παρουσίας του δυνάστη-πατέρα Θεού. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε γράφοντας για επόμενο σημείωμά μας για την ταινία.

Η Επιφυλλίδα είχε δημοσιευθεί πριν 52 χρόνια στην πρωινή πολιτική εφημερίδα του ΔΟΛ «Το Βήμα» που ανάμεσα στους συνεργάτες του συναντάμε και το όνομα του καθηγητή θεολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνικού και πολιτικού αρθρογράφου πολυγραφότατου νεαρού τότε Χρήστου Γιανναρά. Διατήρησα την ορθογραφία της εποχής και του εντύπου, ενώ σε μία λέξη βάζω ερωτηματικό μιά και ο χρόνος έχει σβήσει το μελάνι και η λέξη φαίνεται αχνά. Κάνοντας αναδρομή στην αναγνωστική μας μνήμη θυμάμαι ότι από τους χώρους των Επιφυλλίδων της δημοκρατικής εφημερίδας είχαν περάσει σπουδαία ονόματα και επιφανείς επιστήμονες, διανοούμενοι και συγγραφείς διαφόρων κατηγοριών της εποχής. Μάλλον, πρέπει να ήταν της Κυριακάτικης έκδοσης.

  Η θεματικά τριμερής Επιφυλλίδα της πρωινής πολιτικής εφημερίδας «Το Βήμα» δημοσιεύεται στις 26 Ιανουαρίου 1974, τελευταίοι μήνες της δεύτερης περιόδου της δικτατορίας, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και της επερχόμενης μετά ένα εξάμηνο πτώσης της. Η πολιτική μεταπολίτευση επήλθε στην πατρίδα μας στις 24 Ιουλίου του 1974 όταν οι στρατιωτικοί αποφάσισαν να παραδώσουν την εξουσία στους προδικτατορικούς έλληνες πολιτικούς, μετά το Κυπριακό προδοτικό πραξικόπημα και την εισβολή και κατοχή της Μεγαλονήσου. Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, όχι μόνον όσον αφορά την Γλώσσα, την καθιέρωση δηλαδή της Δημοτικής επίσημα από την Ελληνική Πολιτεία (κατάργηση της γραπτής χρήσης της Καθαρεύουσας) πραγματοποιήθηκε- νομοθετήθηκε συνταγματικά δύο χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τις γλωσσικές αρχές και τους κανόνες του βιβλίου της Νεοελληνικής Γλώσσας του καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μανώλη Τριανταφυλλίδη και τις εισηγήσεις και άλλων παλαιών φωτισμένων Δημοτικιστών καθηγητών και λογίων, παιδαγωγών όπως ο Πειραιώτης Ευάγγελος Παπανούτσος, ο Ιωάννης Κακριδής που επιφυλλίδες του έχουν δημοσιευθεί στην προδικτατορική εφημερίδα «Ελευθερία» κλπ. Την ίδια περίοδο ακολούθησε και η υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος, δηλαδή η απαλοιφή  των τόνων (δασείες, ψιλές, βαρίες, οξείες, περισπωμένες) των πνευμάτων, των υπογεγραμμένων των δοτικών κλίσεων από τις λέξεις του Ελληνικού Αλφαβήτου στα Σχολικά βιβλία, στις εφημερίδες, τα περιοδικά, στις νέες εκδόσεις στα δημόσια κρατικά έγγραφα. Έτσι επιτέλους έληξε και τυπικά αλλά και ουσιαστικά, η μακραίωνη διγλωσσία μας που ταλάνιζε το έθνος μας, το λεγόμενο Γλωσσικό ζήτημα και ταλαιπώρησε τον ελληνικό λαό για πάνω από έναν αιώνα, προκαλώντας ακόμα και δημόσιες «ένοπλες» συγκρούσεις και φασαρίες, εφόσον το Γλωσσικό ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με τις εκάστοτε πολιτικές, κυβερνητικές ή πολιτειακές αλλαγές στην πατρίδα μας. Πώς το έγραψε σοφά ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, «… η Ελλάδα ταλανίζεται από την λύσσα του καλογέρου και την μανία του δασκάλου…». Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι χρονολογικά η ιστορία της χρήσης της Δημοτικής γλώσσας τον 20ο αιώνα είναι όση και της πολιτικής μεταπολίτευσης από το 1974 και εδώθε, τουλάχιστον για τις δικές μας σύγχρονες γενιές. Φυσικά, δεν αποδέχθηκαν όλοι οι διανοούμενοι, λόγιοι και συγγραφείς, φιλόλογοι την χρήση της Δημοτικής και την κατάργηση των Αρχαίων στην Εκπαίδευση, υπάρχει ακόμα και σήμερα μία μερίδα ελλήνων που εξακολουθεί να γράφει στο πολυτονικό και να ζητά την επαναφορά των Αρχαίων Ελληνικών ακόμα και από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Δεν είμαι γλωσσολόγος και δεν κατέχω πώς έλυσαν παρόμοια γλωσσικά τους προβλήματα άλλες χώρες αλλά στην Ελλάδα δυσκολευτήκαμε πολύ να πάρουμε αποφάσεις, μία γλωσσική δυστοκία άνευ προηγουμένου. Αν ακούσει κανείς αυτές τις στομφώδεις βυζαντινικούρες ομιλίες ορισμένων δεν μπορεί παρά να μην θυμηθεί ας μου επιτραπεί έναν ορισμό που παλαιότερα υποστήριξα τους «Βυζαντινοεπαίτες», στον εύστοχο του Κώστα Ζουράρη αντίθετο ορισμό «Ευρωλιγούρηδες». Όμως ξεφύγαμε.

   Ο θεολόγος και φιλόσοφος πανεπιστημιακός καθηγητής, συγγραφέας και αρθρογράφος Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935) έφυγε από κοντά μας εβρισκόμενος στα Κύθηρα στις (24 Αυγούστου 2024), συμπληρώνοντας ευδόκιμα και τιμημένα, βραβευμένα τον συγγραφικό του κύκλο. Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από την κοίμησή του, τι γρήγορα που περνούν τα χρόνια μας υπενθυμίζει ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Π. Καβάφης και τα αναμμένα της ζωής μας κεριά σβήνουν. Στο διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί στιγμιότυπα από διάφορες κατά καιρούς συνεντεύξεις του για τους σημερινούς φιλότεχνους που δεν έχουν διαβάσει βιβλία του και δεν έχουν έρθει σε επαφή με την πλούσια αρθρογραφία του. Υπήρξε αν δεν λαθεύω, και πριν την στρατιωτική επταετία συνεργάτης της δημοκρατικής πρωινής εφημερίδας «Το Βήμα» και άλλων σοβαρών περιοδικών και εντύπων των χώρων της Εκκλησίας, της Θεολογίας, των Γραμμάτων.

Η χρονική εμφάνιση του Χρήστου Γιανναρά στα ελληνικά γράμματα, συμπίπτει με την ανθοφορούσα καλλιτεχνικά και καρποφορούσα στις τέχνες και τα γράμματα πολιτιστική δεκαετία του 1960. Έχουμε την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας μας σε διάφορους τομείς, με πνευματικές και καλλιτεχνικές κορυφώσεις που προέρχονται από τους εκπροσώπους της Γενιάς του 1930 αλλά και της κυνηγημένης Εαμικής αριστερής μερίδας πνευματικών δημιουργών, μετά τα τραυματικά γεγονότα του εμφύλιου σπαραγμού και του κοινωνικού και ιδεολογικού τραύματος που δίχασε στα δύο τους Έλληνες με φοβερές και τραγικές συνέπειες σε όλο το πλάτος και το εύρος της ελληνικής κοινωνίας και εκδηλώσεων και δημόσιων συμπεριφορών καθημερινού βίου. Αν είναι ορθή η παρατήρησή μου, η πολιτιστική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1960 συμπίπτει με την Τουριστική ανάπτυξη και την προσέλευση επισκεπτών από όλη την υφήλιο. Εξάλλου, το μουσικό Χατζιδακικό Όσκαρ αλλά και της τραγωδού Κατίνας Παξινού, τα βιβλία και οι ταινίες που γυρίστηκαν με έργα του μυθιστοριογράφου Νίκου Καζαντζάκη, το πρώτο ελληνικό ποιητικό μας Νόμπελ στο πρόσωπο του διπλωμάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη, η σταδιακή διεθνής άνοδο της ποιητικής φήμης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ο εορτασμός των χιλίων χρόνων της Χερσονήσου της Αθωνικής πολιτείας και άλλα πολιτιστικά γεγονότα, όπως οι θεατρικές παραστάσεις της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας από θεατρικά σχήματα όπως του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, του Εθνικού Θεάτρου, του Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, στον μουσικό στίβο οι παρουσίες του Δημήτρη Μητρόπουλου και της Μαρίας Κάλλας κλπ., συνέβαλαν στο να καταστήσουν την χώρα μας κέντρο προσοχής και ενδιαφέροντος. Δυστυχώς όλος αυτός ο πολιτιστικός οργασμός και πνευματική ανάπτυξη διακόπηκε με το πραξικόπημα του 1967 με ολέθρια αποτελέσματα. Που, ακόμα πιο τραγικό στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, σημαντική μάλλον μερίδα του ελληνικού λαού συντάχθηκε με τους συνταγματάρχες, όπως και της επίσημης Ελλαδικής Εκκλησίας και των διοικητικών μηχανισμών της και οργάνων της συστεγαζόμενη κάτω από το γνωστό σύνθημα των τριών νεκρών λέξεων όπως σωστά είπε ο Μικρασιάτης ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

   Ο Χρήστος Γιανναράς συγκαταλέγονταν στην νεότερη σπουδαγμένη «φουρνιά» των Ελλήνων Θεολόγων που έκαναν την εμφάνισή τους συγγραφικά και «δημοσιογραφικά» την δεκαετία αυτή, που, μετά από μία εικοσαετία, οι εφημερίδες μαζί με άλλους δημοσιογραφικούς και επίκαιρους προσδιορισμούς αποκάλεσαν «Νεορθόδοξους». Έχουν κυκλοφορήσει μάλιστα μεταξύ άλλων και δύο τίτλοι βιβλίων που μιλούν για το ρεύμα αυτό. Μία θρησκευτική περί της Ορθόδοξης παράδοσης «ταμπελίτσα» που είτε όσοι τον αποδέχτηκαν (τον ορισμό) ατύπως είτε όσοι τον απέρριψαν χαμογελούσαν αλλά δεν τον «απεμπολούσαν» ή τουλάχιστον οι γύρω από αυτά τα άτομα ακόλουθοι και θαυμαστές των βιβλίων και γραπτών τους. Σηκώνει, βέβαια, αρκετή συζήτηση και επεξηγήσεις στο τι μπορεί να χωρέσει ή αντέξει μέσα στην ταυτοτική του Έλληνα παρουσία δημόσιο χαρακτήρα της παράδοσης και αυτοσυνειδησίας του, η λέξη «Νεορθόδοξος». Ανοιχτό ακόμα κεφάλαιο όπως δείχνουν οι μελέτες και τα σχόλια των μετέπειτα δεκαετιών, εφόσον αποδεχτήκαμε την ιστορική «διαφορά» του Έλλην από το Ρωμιός, είτε με τα αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία και χαρακτηριστικά του είτε ως διαφορετικής συνειδησιακής και της ψυχολογίας μας «κόντρα» χασματικών επιδράσεων και αντιλήψεων, δύο διαφορετικών δρόμων της παράδοσης του Ελληνισμού. Ο Ελληνισμός των Εθνικών Ελλήνων ο Ελληνισμός των Χριστιανών Ελλήνων και το διαμορφωτικό μέσα στην Ιστορία ρεύμα και "καλούπι".

 Σοβαρός και ευγενής πάντα στις δημόσιες εμφανίσεις του ο Χρήστος Γιανναράς, πράος συνομιλητής και μάλλον διαλλακτικός στις απόψεις και κρίσεις του περί Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας θέσεις που εξέφραζε από τα πρώτα του βήματα μέχρι τα εσχατιά του. Μιλούσε και αναφέρονταν στα βιβλία και τα γραπτά του για την διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας, περί του ψυχολογικού συναισθηματικού θρησκεύεστε των Νεοελλήνων. Του εκκλησιαστικού γεγονότος της Θείας Ευχαριστίας ως αλήθεια ζωής και αγαπητικής συνύπαρξης των ανθρώπων ως ένα ενιαίο καθολικό σώμα πιστών και αρκετά ενδοεκκλησιαστικά και θεολογικά άλλα. Ο δεύτερος κεντρικός πυλώνας των ενδιαφερόντων και της προβληματικής του ήταν η διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής και μία εμμονή του ως ιστορικό αποτέλεσμα της εχθρότητας των Ξένων εναντίων των Ελλήνων. Αυτό το «κόντρα γκρεκόρουμ» που μας κατατρέχει σαν οντολογική αγωνία και φόβος, άγχος της πολιτιστικής μας ταυτότητας και καταγωγής που επιβουλεύονται ή εχθρεύονται οι Δυτικοί οι «κουτόφραγκοι» αλλά που, δεν παύει Εμείς οι Έλληνες να θέλουμε να τους μοιάσουμε, να ενταχθούμε στις οικονομικές και στρατιωτικές τους κοινότητες να ζητούμε την οικονομική τους βοήθεια και προστασία. Φυσικά, η εμπειρία του σαν σπουδαστής σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και άλλες δυτικοευρωπαϊκές σπουδές του έδινε ένα κάποιο «προβάδισμα» ακόμα και στις αρνητικές για τους Ξένους λαούς κρίσεις του και την ιστορική τους διαδρομή. Υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες στο δημόσιο διάλογο από τα πλέον προβεβλημένα και ακουστά πρόσωπα της δημόσιας ζωής ανάμεσα στην υπόλοιπη ομάδα των λεγόμενων «Νεορθόδοξων». Οι παρεμβάσεις του, οι ομιλίες και οι διαλέξεις που είχε δώσει πολλές και με πυκνό πάντα ακροατήριο, χωρίς φυσικά ο ίδιος να θελήσει να έχει «σχολή» ακολούθων. Ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά, ο ένας του γιος αν δεν λαθεύω δημοσιογραφεί έχοντας κάνει σπουδές πάνω στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και το σύγχρονο μυθιστόρημα έχοντας εκδώσει και βιβλία. Πολύγλωσσος, κατηρτισμένος πάνω σε θεολογικά ζητήματα, ευρύτερα μορφωμένος, ανήσυχο πνεύμα με πανεπιστημιακές σπουδές στο εξωτερικό και επιρροές από την Γαλλική διανόηση ο Χρήστος Γιανναράς, τάραζε τα νερά σε κάθε του εμφάνιση, ιδιαίτερα μετά την χρονική περίοδο που έκανε στροφή στις πνευματικές του ενασχολήσεις και διεκδίκησε θέση καθηγητή της φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αν θυμάμαι καλά και τον σούσουρο που ξεσηκώθηκε όπως διαβάζαμε στον τύπο και συγκεκριμένα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Τα «βέλη» των σχολίων που εκτοξεύθηκαν εναντίον του σκληρά πανταχόθεν. Σοβαρός ερευνητής και μελετητής της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης και του πολιτισμού της καθ’ ημάς ανατολής, άτομο με ανοιχτούς ορίζοντες σκέψης και προβληματισμών, δεν δίστασε να αναμετρηθεί και να αγγίξει ζέοντα ζητήματα και προβλήματα των καιρών του και της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας. Σαν επιστήμονας και δάσκαλος, στοχαστής περισσότερο έθετε ερωτήματα πάνω σε κρίσιμα διλήμματα του Ελληνισμού και Ελληνικής αυτοσυνειδησίας παρά αποφαίνονταν εξ «άμβωνος» στις απαντήσεις του, όπως δείχνουν οι συγκεφαλαιωτικές των εργασιών του, των μελετών και των βιβλίων του αποτιμήσεις. Από όσο θυμόμαστε δεν φιλοδόξησε να παίξει το ρόλο του διαμορφωτή της γενιάς του και της πίστης του αλλά θέλησε και αγωνίστηκε έντιμα και με ειλικρίνεια να ξεκαθαρίσει αλήθειες και ψέματα πολλών αιώνων καθημερινών συνηθειών μέσα στους εκκλησιαστικούς κύκλους και την εκκλησία. Αλλά οι «σταυρωτές» στην χώρα μας πάντοτε πλεόναζαν έτσι και στην δική του περίπτωση. Οι τίτλοι των βιβλίων του αριθμούν αρκετές δεκάδες ήταν σπουδαίος λόγιος και «λογάς».  Ήταν συνήθως και κυρίως ερωτηματικός ο λόγος και η γραφή του, δίχως να απέφευγε να εκφράζει ευθαρσώς με εντιμότητα και παρρησία την γνώμη του, πάντα με ευγένεια και με δώσεις θλίψης και απογοήτευσης στο ότι δεν γίνονταν αποδεκτός. Σαν μία μοναχική φωνή στην ερημιά του Κόσμου και των Καιρών. Οι σκέψεις και τα λόγια του ενώ δεν παραποιούνταν αρκετές φορές συγκρούονταν με κατεστημένες αντιλήψεις και πνευματικά ή εκκλησιαστικά, θρησκευτικά βολέματα, αδιάφορων κατά βάθος ανθρώπων που κινούνταν μέσα στους εκκλησιαστικούς χώρους. Δεν δίσταζε να μιλήσει ανοιχτά για πρόσωπα που εκτιμούσε και θαύμαζε. Αρκετά όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα εκδηλωτικά ήταν τα εχθρικά συναισθήματα που έτρεφαν απέναντί του, οι διάφοροι κύκλοι. Πανεπιστημιακοί, λόγιοι, στοχαστές, συγγραφείς, φιλόσοφοι, ιερομόναχοι, εκκλησιαστικοί κύκλοι και θρησκευτικών οργανώσεων σωματεία, πολιτικοί αρθρογράφοι και άτομα της πολιτικής, όπως δηλώνουν τα δημοσιεύματα του ημερήσιου και όχι μόνο τότε τύπου οι εφημερίδες και τα περιοδικά και οι δημόσιοι διαξιφισμοί γύρω από το όνομά του. Εύλογα απαντούσε στις περισσότερες από τις επικρίσεις που εκτοξεύονταν εναντίον του, δηλώσεών του και γραπτών του από διάφορες πλευρές ας το επαναλάβουμε με μειλίχια τσουχτερή πένα, λόγο και πολλές φορές σαρκαστικό ύφος. Ορισμένοι τίτλοι βιβλίων "Καταφύγιο Ιδεών" και "Αυτοβιογραφίες του" μιλούσαν από ποιους θρησκευτικούς συντηρητικούς κύκλους προέρχονταν στα νεανικά του χρόνια και προσπάθησε αγωνιζόμενος να αποκοπεί σαν ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα, είχαν ενοχλήσει δεόντως, ακόμα και την επίσημη συντηρητικών αρχών όπως απέδειξε η ελληνική ιστορία και παράδοση Ελλαδική Εκκλησία με τους δογματισμούς της. Αν και αρκετοί τίτλοι από τα δεκάδες βιβλία του ευτύχησαν πολλών επανεκδόσεων και μεταφράσεων στο εξωτερικό πράγμα που σημαίνει ότι η φωνή του προσέχθηκε, αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε από ένα προβληματιζόμενο και σκεπτόμενο κοινό. Συχνό παράπονό του ότι δεν ευτύχησε μιας σοβαρής μελέτης των ιδεών, της σκέψης και των έργων του. Ήταν αν δεν λαθεύω, ο περισσότερες φορές προσκεκλημένος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Διέθετε λέγειν, σωστός χρήστης και διαχειριστής της ελληνικής γλώσσας από όλο το χρονικό εύρος της ιστορικής της παράδοσης. Σε πολλά θα μπορούσαν να τον μεμφθούν μόνο ένα δεν μπορούσαν να του προσάψουν, ότι η γλώσσα και ο λόγος του ήταν ψυχρός, ξύλινος, βαρύγδουπος, ακαταλαβίστικος, αφοριστικά παγωμένος, αποστεωμένος από βυζαντινοπρεπείς κορώνες από άμβωνος. Η γραφή και τα κείμενά του στρωτά, πυκνό το ύφος του αν και συνήθως, αν δεν λαθεύω στις αναγνωστικές μου των βιβλίων του περιπλανήσεις, δεν συνήθιζε να δίνει πηγές ή να έχει πολλές παραπομπές, μια και «χώνευε» μέσα στην προβληματική της σκέψης του, την συλλογιστική του και κατ’ επέκταση πόντιζε άλλων θέσεις, στα γραπτά και των κειμένων του γνώμες τρίτων που επέλεγε στην δική του οικοδόμηση των επιχειρημάτων του και διαπραγματεύονταν στα εξεταζόμενα θέματά του. Εκείνο που τον διέκρινε κυρίως στις ομιλίες, τις συνεντεύξεις του στις δημόσιες εμφανίσεις του ήταν η προσωπική του ματιά και ερμηνεία των δεδομένων με έμφυτη αξιοπρέπεια και αγωγής ευγένεια του χαρακτήρα του. Η σκέψη του άλλοτε ήταν γειωμένη άλλοτε ορθόδοξα ονειροβατούσε. Δεν γνωρίζω όσοι βρίσκονταν κοντά του και ήσαν ομοτράπεζοί του τι γνώμες έχουν για το ποιόν του, πάντως οι θαυμαστές του τον σέβονταν και εκτιμούσαν. Η καθαρότητα διατύπωσης των απόψεών του ανεξάρτητα αν κανείς συμφωνούσε ή διαφωνούσε με τα λεγόμενά του, τις επεξηγήσεις του, τις κοινωνικές προθέσεις του, τις θρησκευτικές σταθερές του, τις πολιτικές διαφοροποιήσεις του, τις ερμηνευτικές προτάσεις του, των στάσεών του απέναντι στα πράγματα και τα συμβαίνοντα στον πολιτικό και εκκλησιαστικό στίβο στην εποχή του, την πολεμική του, δεν αμφισβητούνταν κάθετα και απόλυτα. Η γραφή του που την διαβάζαμε σε μεγάλης κυκλοφορίας ημερήσιες σοβαρές εφημερίδες πχ. «Η Καθημερινή» τα τελευταία χρόνια δεν ήταν διανοουμενίστικη, δεν ήταν ο σοφολογιότατος στοχαστής ο κήρυκας της αλήθειας αν και κριτικός σχολιαστής πολλών γεγονότων και στάσεων προσώπων του δημόσιου και εκκλησιαστικού βίου. Τα κείμενά του ήσαν κατανοητά, εύληπτα και από τον πλέον αδαή αναγνώστη, που χαίρονταν την μεγάλη καλλιέπεια και γλαφυρότητα του λόγου του δίχως να χάνει την επιστημονική του εγκυρότητα. Φυσικά, δεν ήταν όλα τα βιβλία και οι μελέτες του για όλο το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας. Ας το επαναλάβουμε με την σειρά μας, τα θέματά του περιστρέφονταν γύρω από τον εντοπισμό και προσδιορισμό της Ελληνικής Ταυτότητας στην διαχρονία και ιστορική της πορεία. Σε θέματα ανεύρεσης στοιχείων και προσδιορισμών της ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Ζητήματα ιστορικής συνύπαρξης του Ελληνικού Έθνους σε σχέση με τους γύρω λαούς και το δυτικό πολιτιστικό οικοδόμημα και αντίληψη βίου. Για την σχέση του Πατριαρχείου με την Ελλαδική Αυτοκέφαλη Εκκλησία και των όποιων αν υπήρχαν επιπτώσεων πάνω στο σώμα του Ελληνισμού.  Φανερές παραχαράξεις της εκκλησιαστικής ζωής, θρησκευτικές και κοινωνικές της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος και της αυθεντικότητάς του. Σταδιακή μετατροπή της Εκκλησίας σε Θρησκεία, σε θρησκευτική θεραπαινίδα της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και κυρίως των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων και κομματικών κύκλων. Ανταλλαγή του ρόλου και της αποστολής της Εκκλησίας από διακόνισσα του θρησκευόμενου ελληνικού λαού σε εξουσιαστικό καταπιεστικό διοικητικό μηχανισμό με οικονομικά κρατικά ανταλλάγματα και παροχές. Άχαρη επισκοποκρατία και εξουσιολαγνεία. Κηρύγματα άνευ λόγου και αιτίας κούφιων λόγων, προς έμμεσο ή άμεσο εκφοβισμό των πιστών. Με δυό λόγια, καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα της Ελλαδικής Εκκλησίας παράλληλα με της Δυτικής. Ευλόγως μπήκε στο μάτι πολλών και για χρόνια ο άμοιρος, από διάφορες πλευρές του συντηρητικού συστήματος.

 Εδώ κάνοντας μικρή παρένθεση να σημειώσουμε ότι καταξιωμένος έλληνας συγγραφέας και καλός κριτικός βιβλίου με πάνω από 20 τίτλους στο ενεργητικό του ο βραβευμένος κύριος Πέτρος Τατσόπουλος έχει ανοίξει δημόσια πολεμική ενάντια σε μοναχούς και ιεράρχες, σπαταλώντας κατά την ταπεινή μας κρίση το συγγραφικό του ταλέντο. Αν ο ελληνικός λαός στο σύνολό του ήθελε να αλλάξει κάτι στην διοικητική μορφή της εκκλησιαστικής εξουσίας θα είχε αλλάξει αλλά δεν ενδιαφέρεται για τέτοια ζητήματα. Επαναπαύεται στις βυζαντινές τελετουργίες και παρελάσεις, τα πανηγύρια και τα όπα και σε μεγάλες εκκλησιαστικές χειρονομίες άλλων εποχών και σε έναν δεσποτισμό που αν μιλήσεις αρνητικά θα σου πούνε την γνωστή κλισέ απάντηση καραμέλα ξέρεις τι πρόσφερε η εκκλησία την περίοδο της Οθωμανικής σκλαβιάς, λες και οι υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες του ελληνισμού κοιμόντουσαν στις ψηλές ραχούλες και τα όρη τα ψηλά βουνά, συνεργάζονταν με τον ξένο κατακτητή ή διάβαζε όπως στην τελευταία δικτατορία που ξεστόμισαν χείλη ιεράρχη. Ενώ η ελληνική πολιτεία δεν θέλει να ακούσει για διαχωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος κάτι που δεν σημαίνει ούτε εξορία ούτε κατάργηση ή απαγόρευση της πίστης των Ελλήνων. Και έτσι τα πράγματα παραμένουν ως έχουν και ο σώζον εαυτόν σωθήτω είτε εντός είτε εκτός ορθόδοξης Ελλάδος.

Ασφαλώς ο Χρήστος Γιανναράς όπως και άλλοι ορθόδοξοι λόγιοι και στοχαστές, συγγραφείς στα κείμενά τους καυτηρίασε τον σκοτεινό ρόλο και την άμεση διασύνδεση της Εκκλησίας και των εκπροσώπων της με το επτάχρονο δικτατορικό Απριλιανό καθεστώς. Μιλούσε συχνότατα για την ιστορική και πολιτιστική διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής, Ελληνικής Ιδιοπροσωπείας. Μνημόνευε συχνά τον μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζούλια συγγραφέα καλογραμμένων και κατανοητών μελετών, τον Παναγιώτη Κουτρουμπή και άλλους συμφοιτητές του, άντρες και γυναίκες συγγραφείς όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η ποιήτρια Καίτη Χιωτέλη, ορισμένους Επισκόπους που άφησαν πίσω τους ευεργετικά ίχνη στο σώμα της Ελλάδας όπως ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος, ο Κοζάνης... Στις μελέτες του μπορεί αρκετές φορές να ανακύκλωνε ιδέες και σκέψεις του, επανέρχονταν και γίνονταν κουραστικός, επαναληπτικός μην πιστεύοντας ότι γίνονταν πειστικός και αποδεκτός, τον καταλάμβανε αν δεν λαθεύω ένα συγγραφικό άγχος αναγνώρισης και αποδοχής, αλλά πάντα απολάμβανες το εύρωστο προσωπικό του ύφος, την γλωσσική του ομορφιά και ανθηρό λεξιλόγιο, την χαρακτηριστική εικονοποιία του έστω και αν δεν έγραφε μυθοπλασίες, την εκφραστική του δεινότητα, την ιδιαιτερότητα την μεγάλη έγνοια του για την ελληνική γλώσσα, την διακριτικότητά του, τον σεβασμό προς τον συνομιλητή του. Ο Χρήστος Γιανναράς κατά την ταπεινή μου κρίση ήταν ένας στοχαστής, θεολόγος και φιλόσοφος της εποχής μας που ήξερε να ακούει τον συνομιλητή του, να διαβάζει και να ερμηνεύει ουσιαστικά το κείμενο ή το σύγγραμμα που είχε μπροστά του. Ας φέρουμε στο νου μας τις θετικές κρίσεις του για ογκώδεις μελέτες που διάβαζε όπως αυτή για τον πειραιώτη εικαστικό Γιάννη Τσαρούχη, τις μεταφράσεις των δύο τόμων για τον Χίτλερ και τον κοινωνικό περίγυρο. Την αυτοβιογραφία του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν του μεγάλου αυστριακού γλωσσολόγου, την εικαστική και αρχιτεκτονική παρουσία του Δημήτρη Πικιώνη που πάντα σε κάθε ευκαιρία μνημόνευε και άλλων καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος και των τεχνών για να μην επεκταθούμε στις καθαρά θεολογικές του αναφορές και των εκκλησιαστικών πατέρων εργασίες του. Δεν είναι μόνο το «Πρόσωπο και Έρως», η «Μεταφυσική του Σώματος» το «Πείνα και δίψα», το «Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα» (ένα ωραίο ανθολόγιο κειμένων κριτικής αυτοσυνειδησίας. Από τον Χρήστο Βακαλόπουλο έως τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Εμμανουήλ Ροϊδη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Ίωνα Δραγούμη και τον Γεώργιο Σκληρό), «Το Φινις Γκρέκιε», το «Η Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», η «Μαχόμενη απελπισία», η «Κομματοκρατία», η συγκέντρωση των Επιφυλλίδων του κάτω από τον τίτλο «Πόση δημοκρατία αντέχουμε» και πολλά άλλα που ξεχωρίζουν συγγραφικά και τον έκαναν δημοφιλή, είναι η καθόλου συλλογιστική της προβληματικής του, οι συνεχείς καταβυθίσεις του σε άγνωστα μονοπάτια της σκέψης, ζητήματα αδιάφορα για πολλούς διανοητές και συγγραφείς της εποχής του, άτομα του εκκλησιαστικού χώρου που ασκούν εξουσία. Δέχτηκε πολύ «λάσπη» και κακοβουλία από διάφορες πλευρές και άτομα διαφόρων χώρων αλλά υπέμεινε με καρτερία σε ότι έγραφαν εναντίον του είτε αυτοί ήσαν λαϊκοί είτε ήσαν ιερομόναχοι είτε εκκλησιαστικοί παράγοντες. Ακόμα και σήμερα, εν έτη 2026 δεν μετανιώνω που τον υποστήριξα όταν μοναχός από το Περιβόλι της Παναγίας τον κατέκρινε και τον κατηγορούσε για κείμενα που έγραφε πριν την δικτατορία και η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Θα μου πεις εδώ αγιοποιήθηκε ο Πολωνός Πάπας. Τέλος πάντων ο καθείς και η κάθε μία σε αυτή την τυχαία και μοναδική ζωή και οι επιλογές του.

Τα βιβλία και οι μελέτες, τα άρθρα του Χρήστου Γιανναρά πάντα προκαλούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον των αναγνωστών τους. Πολλοί τίτλοι βιβλίων του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες είτε της δυτικής είτε της ανατολικής. Όσο για την ελληνική γλώσσα και την μεγάλη παράδοσή της, προσπάθησε να κρατήσει ένα της Δημοτικής προπύργιο καθαρότητας δίχως να απεμπολεί εκφράσεις προερχόμενες από άλλα γλωσσικά ριζώματα της ιστορίας της και των κειμένων της. Πέρα από τα καθαρά των επιστημονικών του ενδιαφερόντων θέματα που διαπραγματεύτηκε στην συγγραφική του διαδρομή και ερμηνευτικές του προσεγγίσεις ανοίχτηκε και σε θέματα φιλολογικά γράφοντας και δημοσιεύοντας για έλληνες και ελληνίδες ποιήτριες. Όπως η Κική Δημουλά, ο Οδυσσέας Ελύτης και άλλων.

  Δεν γνωρίζω αν η παρούσα επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε πριν 52 χρόνια συμπεριλαμβάνεται σε κάποια από τα αυτόνομα εκδοθέντα βιβλία του όπως συνήθιζε να πράττει εκδοτικά. Ξεχωρίζουν και τα κείμενα τεχνογνωσίας του, όπως βλέπουμε στην περίπτωση του εικαστικού δημιουργού Γιώργου Μανουσάκη. Από τις καλογραμμένες κριτικές του επισημαίνουμε όσα θετικά σχολίασε στην κινηματογραφική κριτική του για την παλαιά ταινία «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Ιταλού κομμουνιστή σκηνοθέτη και ποιητή, πεζογράφου ομοφυλόφιλου Πιέρ Πάολο Παζολίνι (έχει αναρτηθεί στα Λ. Π.). Τώρα, σχετικά με την περίπτωση του Σουηδού σκηνοθέτη, σεναριογράφου και συγγραφέα Ingmar  Bergman ο Χρήστος Γιανναράς έχει μιλήσει σε διάφορα άρθρα του. Αν η μνήμη δεν με απατά, έχει σταθεί κάπως περισσότερο στα τρία έργα που αποτελούν την «Τριλογία της Σιωπής» και σε επιλεγμένες άλλες ταινίες του. Η κρίση του για τις ταινίες του Μπέργκμαν σαν θεατής και χριστιανός ορθόδοξος στοχαστής δεν ήταν πάντα θετικές. Όπως διαβάζουμε για την συγκεκριμένη ταινία «Κραυγές και Ψίθυροι» ένα από τα αριστουργηματικά ψυχοδράματα του Σουηδού σκηνοθέτη. Από την μεριά μας, δηλώσαμε και θα δηλώσουμε εκ νέου, ότι δεν συμφωνούμε με τις απόψεις και τις θέσεις του Χρήστου Γιανναρά για την εξαιρετική αυτή ταινία, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα δημοσιεύαμε τις ελάχιστες αρνητικές κρίσεις του θεατή Γιανναρά. Ο σεβασμός μας προς το έργο του και την πολιτιστική προσφορά του-παρά τις διαφοροποιήσεις μας- παραμένει ζωντανός αν και έχει φύγει από την ζωή.   Εξάλλου, η ανάλυση της ταινίας στην οποία θα προβούμε σε επόμενο σημείωμά μας θα φωτίσει τις όποιες ενστάσεις τρίτων για το έργο, καθώς θα στηριχθούμε και στο σενάριο και στις παρατηρήσεις του ίδιου του Ι. Μπέργκμαν. «Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop” ένα από τα αριστουργήματά του το 1972 γυρισμένο σε 40 ημέρες, με αξεπέραστες σημαδιακές γυναικείες και αντρικές ερμηνείες και πολύ καλή σκηνοθεσία, μία ταινία συγγενική στην προβληματική της με την τρίτη ταινία της σημαντικής Τριλογίας του την γνωστή «Η Σιωπή». Το Σενάριο έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά  σε μετάφραση και εικονογράφηση της Ελεωνόρας Σταθοπούλου, Αθήνα 1976, σελίδες 48

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24 Αυγούστου 2026