Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Ινγκμαρ Μπέργκμαν ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ (HOSTSONATEN 1978)

   23 Ιανουαρίου 1979, μιά φιλική συντροφιά τριών ατόμων από τον Πειραιά, αποφασίζουν να παρακολουθήσουν το νέο έργο του Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Φθινοπωρινή Σονάτα. Τα άτομα αυτά είναι ο γράφων και η καθηγήτρια αγγλικών και γυμνασιάρχης Ιωάννα Βλάχου με τον σύζυγό της Φώτη Πετρόπουλο γηγενή Πειραιώτη. Και οι τρείς αγαπούν τον Μπέργκμαν και τα έργα του. Το Πειραιώτικο ζευγάρι μεγαλύτερης ηλικίας από τον γράφοντα, έχει παρακολουθήσει ταινίες του από την δεκαετία του 1960 όταν άρχισαν να προβάλλονται οι ταινίες του στην χώρα μας και έκτοτε έγιναν φανατικοί θαυμαστές του, το ίδιο και ο γράφων μετά την μεταπολίτευση όταν πρωτοείδε ταινίες του στην μεγάλη οθόνη. Στις φιλικές συγκεντρώσεις στο σπίτι της οικογένειας Βλάχου στο κέντρο του Πειραιά και στις συζητήσεις τους, όταν μιλούσαν για κινηματογράφο πάντα αναφέρονταν και στον Σουηδό σκηνοθέτη με θαυμασμό. Αναφέρονταν σε χαρακτηριστικές σκηνές και πλάνα ταινιών του ιδιαίτερα της «Τριλογίας της Σιωπής». Ο κινηματογράφος ήταν το «ΕΤΟΥΑΛ» στην Καλλιθέα.

Πληροφορούμαστε από το Πρόγραμμα:

ΕΤΟΥΑΛ τηλ. 9592… ΔΙΑΘΕΤΟΜΕΝ ΤΑ ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΗΧΟΥ.

ΣΗΜΕΡΟΝ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ ( THE AUTUMN SONATA)

Σενάριο- Σκηνοθεσία ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

Φωτογραφία ΣΒΕΝ ΝΥΚΒΙΣΤ

Μουσική ΣΟΠΕΝ Πρέλυντ Νο 2.- ΜΠΑΧ Σουίτα Νο 4. – ΧΑΪΝΤ Σονάτα.

Πρωταγωνιστούν ΙΝΓΚΡΙΝΤ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- ΛΙΒ ΟΥΛΜΑΝ- ΛΕΝΑ ΝΑΫΜΑΝ –ΧΑΛΒΑΡ ΜΠΙΟΡΚ

    ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

   Την πιανίστα Σαρλότ εγκαταλείπει ο εραστής και σύντροφος στις καλλιτεχνικές περιοδείες της, κι’ απογοητευμένη δέχεται την πρόσκληση της κόρης της Εύας να την επισκεφθεί. Δεν είχαν ιδωθεί επτά χρόνια. Η Εύα είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος παντρεμένη μ’ έναν πάστορα που μένει στη Νορβηγία.

   Η συνάντηση όμως αυτή αντί να την γεμίσει χαρά και τις δυό τις πικραίνει περισσότερο. Η Εύα κατηγορεί τη μητέρα της για εγκατάλειψη των παιδιών της.

   Η Σαρλότ είχε βάλει στο νοσοκομείο τη δεύτερη κόρη της που έπασχε από μιά χρόνια ασθένεια των μυώνων αλλά η Εύα είχε πάρει την αδερφή της και την έφερε κοντά της. Μετά από ένα τρομερό διαπληκτισμό ένα βράδυ μεταξύ μητέρας και κόρης η Σαρλότ ξαναφεύγει. Αργότερα η Εύα γράφει στην μητέρα της να ξαναπάει για μιά πιό ώριμη αναθεώρηση των σχέσεών τους….

   Η συνέχεια επί της οθόνης

    Η ταινία Φθινοπωρινή Σονάτα  είναι ίσως, αν δεν κάνω λάθος, η πιο μουσική κινηματογραφική του παραγωγή. Φυσικά δεν εννοούμε κατηγορίας μιούζικαλ, ένα είδος με το οποίο δεν καταπιάστηκε ούτε ήταν μέσα στους κινηματογραφικούς του στόχους. Ο Μπέργκμαν την περίοδο αυτή σκηνοθετεί έργα ή διασκευάζει- προσαρμόζει ταινίες του για την Σουηδική τηλεόραση και επανέρχεται με φρεσκάδα στην κινηματογραφική οθόνη. Και σε αυτήν την καλλιτεχνική του δημιουργία διακρίνουμε τα σταθερά αυτοβιογραφικά του στοιχεία και μοτίβα, αναφορές αλλά με κάπως διακριτικότερο και όχι έντονο τρόπο και διάθεση. Οι Μουσικές πιανιστικές εκτελέσεις και τα έργα κλασικών ευρωπαίων συνθετών δεν επενδύουν μόνο αριστοτεχνικά και αρμονικά την ταινία αλλά της δίνουν και τους τόνους και επιτονισμούς των εσωτερικών της ρυθμών, καθορίζουν ως ύφος την εξέλιξής της, ως ένα από τα κύρια συστατικά της υπόθεσης. Η ατμόσφαιρα πλημμυρίζει μουσική, ακόμα και όταν δεν ακούγονται μουσικοί ήχοι σε πλάνα της υπόθεσής της, χρειάζεται να ακουστεί μόνο η ανθρώπινη φωνή και οι εσωτερικοί χρωματισμοί των πρωταγωνιστών γυναικών. Και πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικό το κινηματογραφικό αποτέλεσμα όταν η κεντρική ηρωίδα γύρω από την οποία ξετυλίγεται το στόρι, η μητέρα  (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) είναι μία πετυχημένη και αναγνωρισμένη σολίστας πιάνου η οποία περνάει την κρίση της ηλικίας της, φόβοι του επερχόμενου θανάτου της, σε μία περίοδο που ο εραστής της την έχει εγκαταλείψει, και έχοντας αρχίσει να αγχώνουν  την καταξιωμένη πιανίστα τα πρώτα στάδια κρίσης για την αξία της καλλιτεχνικής της δημιουργίας. Η μία άρρωστη κατάκοιτη κόρη της βρίσκεται σε ίδρυμα την έχει βάλει η μάνα τους, η άλλη κόρη της η (Λίβ Ούλμαν) προσκαλεί την μητέρα τους να την επισκεφθεί. Έχουν να συναντηθούν πάνω από μία επταετία λόγω επαγγελματικών και άλλων υποχρεώσεων της καλλιτέχνιδος μητέρας. Η μητέρα δεν γνωρίζει ότι η κόρη της έχει πάρει την παράλυτη αδερφή της από το ίδρυμα και την φροντίζει στο δικό της σπίτι που διαμένει όταν την προσκαλεί. Καταξιωμένη πιανίστα η μάνα με μεγάλη εμπειρία αλλά και η κόρη με την σχετική ακόμη απειρία της λατρεύουν την πιανιστική τέχνη και κατά την διάρκεια της συνάντησής τους ερμηνεύουν πιανιστικές εκτελέσεις γνωστών μουσικών κομματιών. Οι θεατές απολαμβάνουν την εμπειρία και την δεξιοτεχνία της διάσημης μητέρας και την απειρία της κόρης. Εξάλλου, όπως διαπιστώνουμε, το δεύτερο μισό του τίτλου της ταινίας έχει άμεση σχέση, προσδιοριστική της θεματογραφίας της. Η ταινία πλημμυρίζει, είναι εμβαπτισμένη μέσα σε ένα μουσικής κλίμα, το κινηματογραφικό δροσερό αεράκι συγχωνεύεται με εκείνο της μουσικής. Η ματιά του σκηνοθέτη δεν είναι διανοουμενίστικη, ενός φανατικού μουσικόφιλου που απευθύνεται αποκλειστικά σε μουσικόφιλους και μουσικομανείς προσωπικότητες μυημένους στη μαγεία της Μουσικής, είναι απλή και κατανοητή για το ευρύ κοινό. Η Μουσική επένδυση μας αποκαλύπτει ότι ο σεναριακός λόγος δηλώνει και η οπτική της κάμερας φανερώνει ως ιχνομύθηση στην σχέση επικοινωνίας ή μη της μάνας με την κόρη, των δύο γυναικών πρωταγωνιστών. Η σταθερή αγάπη για την Μουσική του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δεν μας φανερώνεται μόνο από τις σταθερές μουσικές επενδύσεις των έργων του, τις μουσικές του γέφυρες, στην προσωπική του αυτοβιογραφία που κυκλοφόρησε μας εξομολογείται ότι στο σπίτι που διέμενε μόνιμα στο νησί Φάρος της Βαλτικής, η Μουσική πλημμύριζε τα δωμάτια όλο το εικοσιτετράωρο.

   ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ, μία ακόμη ταινία αριστούργημα με εξαίρετες όπως πάντα ερμηνείες των πρωταγωνιστών- σταθερών συνεργατών του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με την χαρακτηριστική μουσική επένδυση με έργα κλασικών μουσικοσυνθετών που έγραψαν ιστορία στον χώρο της Μουσικής διαχρονικά, μετά το 1979 την παρακολούθησα εκ νέου από την ΕΡΤ-2 στις 5/8/1983, και πάλι στις 26/9/1997 και εκ νέου από το ίδιο κανάλι ως ΝΕΤ στις 21/11/1998 και πραγματικά δεν την «χόρταινα».

   Και το νέο-τότε- αυτό έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διάρκειας 90 λεπτών παραγωγής του 1978 θεωρήθηκε ένα ακόμη αριστούργημά του. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1983 θα μας δώσει το κύκνειο άσματα του το «Φάννυ και Αλέξανδρος». «Φθινοπωρινή Σονάτα» ένα δίχως αμφιβολία καταπληκτικό έργο από αυτά που γνώριζε να μας προσφέρει ο μάγος της Έβδομης Τέχνης καθ’ όλη την διάρκεια της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Με ένα θαυμάσιο καστ γυναικών και αντρών ηθοποιών που έδεναν μεταξύ τους αρμονικά, ισορροπημένα, συμπληρωματικά, στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων και των ταυτοτήτων της ιδιαίτερης ψυχολογίας τους και της ψυχοσύνθεσής τους. Προσφέροντάς μας ένα δυνατό και εντυπωσιακό ρεσιτάλ ερμηνείας τους, σε ένα ψυχόδραμα δωματίου. Οι ηθοποιοί υπηρέτησαν τους ρόλους που υποδύθηκαν κάτω από την σοφή καθοδήγηση και διδασκαλία εκφραστικής ερμηνείας του Μπέργκμαν με τον καλύτερο τρόπο, της μεγάλης εμπειρίας τους, των τεχνικών της ηθοποιίας τους, την ατομική του καθενός δεξιοτεχνία και υποκριτική μαεστρία. Οι φωτισμοί και οι λειτουργικές διαδρομές τους μέσα στην ταινία όπως πάντα ήσαν υποβλητικοί, καθοριστικοί, προερχόμενοι από τον έμπειρο συνεργάτη του Σβεν Νύκβιστ του οποίου οι φωτισμοί είναι προέκταση της φιλοσοφίας και της προβληματικής του σκηνοθέτη. Αποκαλύπτουν τόσο τις εσωτερικές σκέψεις και στόχους του σκηνοθέτη όσο και την αυθεντική εκφραστικότητα των ηθοποιών. Οι γωνίες λήψεων των σωμάτων όπως σοφά τις σχεδίαζε το βλέμμα του Μπέργκμαν μέσα στον χώρο ήσαν εκπληκτικές, οι λιτές γυναικείες χειρονομίες τους, οι εχθρικές ή αντίστοιχα συμφιλιωτικές αντιδράσεις, οι ψυχολογικές τους εντάσεις, η στιγμές τρυφερότητας που δεν χάθηκε παντελώς μεταξύ μάνας και κόρης, το ύφος των προσώπων της κάθε μιάς, οι «σπαρακτικοί» ή οι «εχθρικοί» ήχοι των φωνών τους που θύμιζαν μουσικές μαλακές ή σκληρές νότες αναδεικνύοντας τα συναισθήματά τους που φώλιαζαν μέσα τους. Οι σκιές που δημιουργούσαν οι γυναικείες φιγούρες στο χώρο, οι παλαιές πληγές που «ξύνονταν» κατά τις συνομιλίες τους, οι αρνητικές διαπιστώσεις ακοινωνησίας μεταξύ της ταλαντούχας και διάσημης πιανίστας μάνας και της κόρης της. Μία κόρη που ήθελε να είναι δίπλα της η μάνα της και όχι η φημισμένη καλλιτέχνιδα. Μια κόρη ψυχικά τραυματισμένη που κατηγορεί την μητέρα της για μητρική εγκατάλειψη, αδιαφορία, έλλειψη μητρικού ενδιαφέροντος, οικειοθελή απομάκρυνση από κοντά της. Μία υπεροπτική και εγωπαθής μάνα που την ερμηνεύει η λάμπουσα πάντα Ίνγκριντ Μπέργκμαν και η «προβληματική» και άπειρη ακόμη πιανίστα κόρη της η όμορφη Λίβ Ούλμαν μία από τις συζύγους του σουηδού σκηνοθέτη. Σταθερό μοτίβο της Μπεργκμανικής δημιουργίας οι σχέσεις και αντιπαλότητες μεταξύ γονιών και παιδιών, οι εχθρότητες, οι επαναλαμβανόμενες διαμάχες μεταξύ ηλικιών και γενεών στην διαδικασία γκρεμίσματος των συμβόλων ψυχολογικής και συναισθηματικής βεβαιότητας της ωρίμανσης των παιδιών μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον και της απώλειας της αθωότητας, του θαυμασμού του παιδικού βλέμματος, της φαντασίας, στην σταδιακή αλλαγή προτύπων και στάσεων στην ζωή τους. Οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ μιάς ισχυρής προσωπικότητας αλλά και εγωίστριας μάνας (ή γιαγιάς) και μιάς άβουλης κόρης. Δύο γυναικείες φιγούρες σε έναν πόλεμο νεύρων, συναισθηματικών αψιμαχιών, συνειδησιακών συγκρούσεων προβολών αξιών ζωής πάνω στον καθρέφτη της επικοινωνίας των συναντήσεών τους. Στην σύντομη συγκατοίκησή τους και συνομιλίας τους μετά από επτά χρόνια που είχαν να συναντηθούν μάνα και κόρη, ξυπνούν οι αρνητικές τους μνήμες, ανασκαλεύονται παλαιές πληγές, τσακωμοί και διαφωνίες, φθαρμένες γοητείες, αίσθηση εγκατάλειψης και μοναξιάς, υπαρξιακά κενά, αποτέλεσμα των αρνητικών καταστάσεων. Εμφανίζονται «διεκδικητικές» υικές συμπεριφορές επιβίωσης, αυτόνομες ομιλίες που αντικατοπτρίζουν τις δύο γυναικείες ταυτότητες. Συγκρούσεις που βγαίνουν αβίαστα από την κοινή πρόσκαιρη συγκατοίκηση, καλλιεργούνται γυναικείες ενδοοικογενειακές «εχθροπραξίες», πρακτικές αδιαφορίας και χωρισμοί, παραινέσεις για κατανόηση και επαναπροβληματισμό. Πεποιθήσεις φροντίδας που οφείλουν να γκρεμιστούν, δεν έφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα. Η μαλθακή κόρη κατηγορεί την δυναμική καλλιτέχνιδα μάνα ότι ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την μουσική της καριέρα και αναγνώριση εγκαταλείποντας ουσιαστικά την φροντίδα των κοριτσιών της. Θέτοντας την καριέρα της πάνω από την αγάπη των παιδιών της. Βάζοντας την παράλυτη κόρη της σε ίδρυμα θεωρεί ότι «ξόφλησε» με τις ηθικές και υλικές υποχρεώσεις της απέναντί της. Δεν στάθηκε δίπλα στις δύο κόρες της όσο εκείνες θα ήθελαν, είχαν ανάγκη, προσδοκούσαν. Το δίλημμα που θέτει και σε άλλες του ταινίες ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν μεταξύ της ιδιότητας του Καλλιτέχνη και του ανθρώπου ως βιολογική ύπαρξη και ανάγκη. Του μητρικού ή πατρικού φίλτρου αγάπης και ενδιαφέροντος μέσα στην οικογενειακή σχέση και εστία και οι διαπροσωπικές τους σχέσεις και πόσο αυτός ο ρόλος υποσκελίζεται ή υποσκάπτεται, υποχωρεί η φροντίδα αυτή από τον καλλιτέχνη πατέρα ή καλλιτέχνιδα μάνα. Ποια ιδιότητα νοηματοδοτεί περισσότερο την αλήθεια της ζωής; Τι είναι σημαντικότερο σε αυτή την τυχαία και άγνωστη περιπέτεια που λέγεται ζωή, η καλλιτεχνική δημιουργία και δόξα του καλλιτέχνη δημιουργού ή η καθημερινή στοργική και τρυφερή επαφή με την οικογένειά σου; Το χειροκρότημα και ο θάνατος πάνω στο σανίδι ή στο οικογενειακό κρεβάτι δίπλα σε αγαπημένα σου φιλικά ή συγγενικά άτομα; Ο οικειοθελής εγκλεισμός σου η απομόνωσή σου σε ένα ασκητήριο στο όνομα ενός αναφή και αβέβαιης ύπαρξης Θεού ή ο βασανιστικός αγώνας μέσα στην κοινωνία κοντά στους ανθρώπους; Δύο γυναικείες υπάρξεις σε μία συνομιλία τους ενώπιος ενωπίω. Καταπιεστική η μάνα και μάλλον καλλιτεχνικά «φιλόδοξη» θέτει ως προτεραιότητα της ζωής της την καλλιτεχνική της καριέρα ζώντας μακριά από τα παιδιά της και με μία διαλυμένη ερωτική σχέση, μετά την εγκατάλειψη της από τον εραστή της διαισθανόμενη το τέλος της συναντά την κόρη της έπειτα από πρόσκλησή της. Ποια στέκεται όρθια στα πόδια της και ποια λυγίζει, η ταινία κινείται μεταξύ βεβαιότητας και αβεβαιότητος. Και στην ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ η φωτεινότητα και σκοτεινότητα της οικογενειακής εστίας επαναλαμβάνεται, του χώρου ως γενικό πλαίσιο είναι χαρακτηριστικές, καθρεφτίζοντας τις ψυχές και τις συνειδήσεις των μελών τους. Το σπίτι που δρουν και ενεργούν οι ήρωες- πρωταγωνιστές σταθερό ντεκόρ στην αφήγηση της ιστορίας, ο στολισμός των δωματίων, η φυσική ατμόσφαιρα, το στήσιμο των ηθοποιών μέσα στο κινηματογραφικό κάδρο, οι υποβλητικοί φωτισμοί που ακολουθούν τις εναλλαγές των συναισθημάτων μάνας και κόρης στις ατομικές τους περιπλανήσεις των αναμνήσεων. Οι κόντρες μεταξύ των δύο γυναικών σε οριακές τους στιγμές, οι στιγμές συμφιλίωσης και τελικής αισιόδοξης έκβασης. Οι εκδηλώσεις τρυφερότητας και η πιανιστική διδακτική της μάνας στην κόρη στην εκτέλεση μουσικής σύνθεσης. Το σφιχτό και καλοδουλεμένο, ακριβολόγο Σενάριο που βασίζεται η ταινία είναι για μία ακόμη φορά του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, συγγραφέας ένα, μία ονειρική μαγεία, ένα φανταστικό κινηματογραφικό ταξίδι. Και, όπως συνήθως, έχουμε στην εξομολογητική εξιστόρηση των ιστοριών του Σουηδού καλλιτέχνη μετά την φουρτούνα της ζωής, την θυελλώδη αναταραχή των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών, τις συνειδησιακές διλημματικές σχέσεις, ενοχές, φόβους, της ψυχής τραυματισμούς και ομιχλώδεις αναμνήσεις, την σκληρή διαπάλη ανάμεσα στα δύο φύλα, την συνειδησιακή κατάρρευση, το ψυχικό κουρέλιασμα, τον τρόμο της αίσθησης του κενού, την μεταφυσική αβεβαιότητα μετά τον Θάνατο του Θεού, (η ανθρώπινη ύπαρξη παραγνωρίζει ή δεν αποδέχεται αυτό που κάπου στην «Σούμα» του έλεγε ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης, «Ο Θεός δεν είναι η απάντηση στις ανθρώπινες αναζητήσεις αλλά ένα αναπάντητο ερώτημα», όπως η μνήμη μου έχει συγκρατήσει. Μόνο ο Φρειδερίκος Νίτσε ίσως θα μπορούσε να διαισθανθεί αυτήν την θεολογική πρόταση μέσα στην δημιουργική ομίχλη της σκέψης του. Καλλιεργώντας μία Θεολογία του Αθεϊσμού ως αντιπρόταση στο Θάνατο του Θεού της Ιστορίας και της Μεταφυσικής ελπιδοφορίας) επέρχεται η γαλήνη, η νηνεμία, η ηρεμία, η απόπειρα επαναπροσέγγισης της σχέσης μάνας και κόρης. Την κίνηση κάνει πρώτη η κόρη στην αποκατάσταση της επικοινωνία μεταξύ τους, προσφέροντας μία αισιόδοξη νότα σε εμάς τους θεατές, αχτίδα ελπίδας κοινωνίας και ζωής ως συνέχειας στο χρόνο. Η Ζωή συνεχίζεται και με τα βιολογικά της προτάγματα και τις καλλιτεχνικές της ευαισθησίες και αποτελέσματα- κληροδοτήματα στην απειρότητά της. Και φυσικά, περιττό να δώσουμε περισσότερες ερμηνευτικές επεξηγήσεις για τα εξαιρετικά κομμάτια κλασικών ευρωπαίων μουσικοσυνθετών και την σημασία τους που ακούγονταν και επένδυαν την ταινία και πλημμυρίζουν τον χώρο. Μόνο μετά την προβολή της ταινίας να θελήσουμε να ακούσουμε τα έργα αυτών των κλασικών μουσικοσυνθετών οφείλουμε να πράξουμε αν μας άφησε κάτι η ταινία.

   «Φθινοπωρινή Σονάτα» μία οπτική και μουσική μαγεία από τις λίγες στιγμές της παγκόσμιας κινηματογραφικής τέχνης στην εποχή της προβολής της και όχι μόνο. Ακόμα και στις πλέον σκοτεινές ταινίες του ο Μπέργκμαν, του απαισιόδοξου κλίματος που καλλιεργεί της μεταφυσικής θεματολογίας του και θεματογραφίας προβληματικής του, των ατομικών του αδιεξόδων που βιογραφεί, χαρτογράφησης των εσωτερικών πτυχών της συνείδησης των ηρώων και ηρωίδων του, υπάρχει μία χαραμάδα αισιοδοξίας, μία ακτίνα ελπίδας, μία ανάσα ζωής με τα πάνω και τα κάτω της που συνεχίζεται στον χρόνο και απλώνεται στον τόπο. Ο Θάνατος του Θεού και η Σιωπή του, η απώλεια των ανθρώπινων βεβαιοτήτων μετά την Σιωπή του, την διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων και της ακοινωνησίας τους, αναπληρώνεται κατά κάποιον τρόπο το κενό αυτό από την επίκληση της αγάπης, του έρωτα, της απόκτησης απογόνων ως μελλοντική ελπιδοφορία. Με την γέννηση μιάς νέας ζωής μέσα στην οικογένεια είτε με άλλης ελπιδοφόρας έκβασης ολοκλήρωσης της αφήγησης της ιστορίας του. Οι αισιόδοξες αυτές νότες συνέχισης της ζωής ως αναζήτησης ή προσφοράς αγάπης ως έρωτα καρπός προσφέρει και ένα άλλου είδους δημιουργικής συνέχειας στους θιάσους και τα μέλη των υπαίθριων θεατρίνων για τους οποίους τόσο ενδιαφέρθηκε και εμφανίζονται, πρωταγωνιστούν στις ταινίες του και διαμορφώνουν την ρητορική του άλλοτε λάτρη των γυναικών και άλλοτε μισογύνη σκηνοθέτη, όπως μας λέει για το μεγάλο του πρότυπο, τον θεατρικό συγγραφέα Αύγουστο Στρίνμπεργκ.

   Αναφέρω ορισμένες από τις πληροφορίες που είχα διαφυλάξει για την ταινία.

-εφ. Τα Νέα 20/9/1977. ΔΥΟ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ – ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ.

-περ. Επίκαιρα τχ. 486/ 24-11-1977 ΟΙ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ/ LEXPRESS αποκλειστικότης «ΤΑ ΝΕΑ» 18/10/1978. ΙΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. Μπέργκμαν σύν Μπέργκμαν ίσον «Σονάτα του φθινοπώρου» ΜΙΑ «ΑΙΣΙΟΔΟΞΗ» ΤΑΙΝΙΑ

-εφ. Ελευθεροτυπία 19/11/1978, της Κίτσας Μπόνζου: Κοινή συνεργασία των δυό Μπέργκμαν και της Λήβ Ούλμαν. «Φθινοπωρινή σονάτα» για τρία ιερά τέρατα. Σε μια προσπάθεια να ανακτήσει ο κινηματογράφος το χαμένο του έδαφος, ετοιμάζεται αυτή η υπερπαραγωγή, με τη συνύπαρξη 3 μεγάλων της 7ης τέχνης.

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ 23/1/1979 της Μαρίας Παπαδοπούλου: Γονείς και παιδιά

-εφ. Η Απογευματινή 23/1/1979. ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ

-εφ. Το Βήμα 23/1/1979 Φθινοπωρινή Σονάτα

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ 5/8/1993 του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη: ΙΝΓΚΡΙΝΤ ΚΑΙ ΙΓΚΜΑΡ Τους ένωσε η σωστή ώρα.

-εφ. Μεσημβρινή 5/8/1993 Φθινοπωρινή σονάτα

-εφ. Ο Κόσμος του Επενδυτή 21/11/1998 Έντονο μίσος, βαθιά αγάπη.

   ΕΓΡΑΨΑΝ   

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ (HOSTSONATEN, 1978)

Του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ

Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 23/1/1979

    Ύστερα από μια άτυχη περιπλάνηση στο χώρο της Ιστορίας και του εξπρεσιονισμού (Το αυγό του φιδιού), ο Μπέργκμαν, επιστρέφοντας στην πατρίδα του επιστρέφει και στο γνώριμό του κλίμα του σπαραχτικού «εσωτερικού τοπίου» όπου, για πολλοστή φορά, θα τοποθετήσει μιά ακόμα παραλλαγή του τυπικού στην μπεργκμανική προβληματική μοτίβου της σπαρασσόμενης απ’ τις αντιφάσεις της «καλής συνείδησης». Η διαδικασία της κατασκευής του φιλμ δεν θα είναι παρά η τόσο γνώριμή μας απ’ όλες τις «συνειδησιακές» ταινίες του προσπάθεια αποφλοίωσης των χαρακτήρων, μέχρι που να φτάσει στον γυμνό πυρήνα τους, όπου έχουν σωρευτεί μυριάδες δαίμονες που συνωθούνται για να βγουν τελικά, στο φώς και να πάρουν μέρος σ’ ένα δράμα στο οποίο είναι οι ουσιαστικοί πρωταγωνιστές.

    Η Φθινοπωρινή Σονάτα είναι μία περισσότερο ώριμη, πιο στοχαστική και, κυρίως, πιο συγκαταβατική ανακατασκευή του Πίσω απ’ τον σπασμένο καθρέφτη (1961). Όπως εκεί έτσι κι εδώ έχουμε στον άξονα της δραματουργίας, το πρόβλημα της μη επικοινωνίας, εντοπισμένο στις σχέσεις γονέων-παιδιών. Μόνο που, στην καινούργια ταινία, ο Μπέργκμαν θα είναι πιο δίκαιος αφού η κριτική του θα είναι αμφίστομη και δεν θα αθωώσει τον πιο αδύνατο απ’ τους δυό πόλους της σύγκρουσης, το παιδί. Άλλωστε, ο μανιχαϊσμός της πρώτης ταινίας θα παραμεριστεί εντελώς: Το πρόβλημα πιά δεν είναι να βρει αν το δίκαιο βρίσκεται απ’ τη μεριά της μάνας (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) ή της κόρης (Λίβ Ούλμαν) αλλά να ερευνήσει τη διαλεχτική αυτής της τρομαχτικής σύγκρουσης.

    Στο παιχνίδι της αλήθειας (όπως θα δούμε, δεν πρόκειται για σχήμα λόγου) θα πάρουν μέρος δυό κύρια πρόσωπα και δυό βοηθητικά. Η μητέρα, μιά διάσημη πιανίστα δυναμική και εγωίστρια, που ασχολούνταν πάντα με τις δυό κόρες της, μόνο παρεμπιπτόντως, στο περιθώριο δύο κονσέρτων, μιά κόρη άκρως ευαίσθητη και άβουλη που μεγάλωσε υπό την σκιά της μητέρας, που ισοπεδώθηκε πλήρως απ’ την πανίσχυρη προσωπικότητα της τελευταίας και που δεν διαθέτει κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ένας παπάς, σύζυγος της πρώτης κόρης, στο πρεσβυτέριο του οποίου θα εκτυλιχθεί το δράμα κεκλεισμένων των θυρών και που αυτός θα το παρακολουθήσει εντελώς ψυχρά και ψύχραιμα, σαν που ταιριάζει σε άνθρωπο τοποθετημένο υπεράνω της ευτέλειας των εγκοσμίων και τέλος, μιά δεύτερη κόρη βουβή κι ανάπηρη που κι αυτή δεν θα πάρει, φυσικά μέρος στη σύγκρουση. Όπως κι ο παπάς, αλλά όχι απ’ την έξοδο κινδύνου της μεταφυσικής, έχει δραπετεύσει στη χώρα των αμέτοχων όπου, βέβαια, οι συγκρούσεις, η αγωνία και το άγχος χάνουν το νόημά τους.

   Η μεγάλη κόρη θα καλέσει τη διάσημη μητέρα στο πρεσβυτέριο για λίγες μέρες και θα φέρει εκεί από το άσυλο ανιάτων και την ανάπηρη αδερφή της. Θα σκηνοθετήσει έτσι το δράμα, ανεβάζοντας όλα τα πρόσωπα επί σκηνής.

    Στην αρχή των δύο εικοσιτετραώρων που κρατά η επίσκεψη της μητέρας (και το δράμα) τίποτα δεν προαλείφει το σπάσιμο των ψυχολογικών υπονόμων. Το λογοκριτικό υπερεγώ, καθοδηγημένο από την άψογη συμβατικότητα της αστικής καλής συμπεριφοράς καλύπτει προς το παρόν καλά τον οχετό του υποσυνείδητου.

   Σε λίγο, η συμβατικότητα του «ευπρεπώς ζην», σήμα κατατεθέν της αστικής υποκρισίας, θα υποστεί τις πρώτες ρωγμές απ’ τη συμπύκνωση του εγωισμού της μητέρας απ’ τη μιά και την πλήρη εξουδετέρωση της κόρης απ’ την άλλη στην εκπληκτική σκηνή του πιάνου, όταν η μητέρα παίζει τέλεια το πρελούδιο του Σοπέν που η κόρη τόπαιξε, πρίν εντελώς αδέξια. Είναι η οριακή στιγμή ανάμεσα στην συμβατική ευπρέπεια της καλής συμπεριφοράς που τυλίγει το δράμα και δεν του επιτρέπει να εκραγεί και της αλήθειας που θα εισβάλλει, με τη μορφή απανωτών εξομολογήσεων, οι οποίες θα προσδέσουν στον ενεστώτα χρόνο του δράματος ολόκληρη την οδυνηρή και απωθημένη προϊστορία του.

   Έχοντας απελευθερώσει τους δαίμονές τους και οι δύο γυναίκες θα μπορέσουν ίσως στο μέλλον να ζήσουν το υπόλοιπο του βίου τους ειρηνικά, ανθρώπινα και, εν πάση περιπτώσει, λιγότερο συμβατικά. Τουλάχιστον, δεν θα ανταλλάσσουν πιά φιλοφρονήσεις. Το πρώτο και δύσκολο βήμα προς την πάντα οδυνηρή αλήθεια έχει γίνει και η διαφαινόμενη στο τέλος αισιοδοξία δεν είναι αδικαίωτη: Η επίκληση της κόρης για φιλία και αλληλεγγύη φαίνεται πως θα βρει απήχηση σε μια μητέρα που τώρα ξέρει πώς η δόξα της ήταν σκοροφαγωμένη απ’ την πίσω, την αόρατη πλευρά.

   Ο σχεδόν γέρος πιά Μπέργκμαν (είναι σήμερα 61 ετών), κηρύσσει εδώ την ειρήνη και την συμφιλίωση. Κι’ αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις προηγούμενες θέσεις τους στις ανάλογες «εσωτερικοποιημένες» ταινίες του, όπου στο τέλος η σύγκρουση έπαιρνε τη μορφή ενός είδους προσωρινής αναστολής, ίσα-ίσα για να κλείσει το δράμα επί σκηνής και να συνεχιστεί πίσω απ’ την αυλαία. Μια τέτοια συμφιλιωτική θέση ίσως δεν αρέσει στους αδιάλλαχτους, που θα βρουν εδώ έναν Μπέργκμαν «αναθεωρητή» του ίδιου του εαυτού του. Τουλάχιστον, άς του αναγνωρίσουν το δικαίωμα να ημερώνει καθώς γερνάει. Ο βιολογικός συντηρητισμός δεν είναι ταυτόσημος με τον κοινωνικοπολιτικό. Άλλωστε πριν φτάσει στην πιθανή συμφιλίωση μητέρας και κόρης τις περνάει και τις δύο μέσα απ’ το καθαρτήριο της αδυσώπητης κριτικής του.

Βλέπε σελίδες 167-168 στο Λεξικό Ταινιών με κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη τόμος 2ος, εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982.

        ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ

«ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ». Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγωνιστούν Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Λίβ Ούλμαν. (Παλλάς, Αθηνά, Δαναός, Ετουάλ, Νιρβάνα, Πτί Παλαί)…

Της ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 23/1/1979

   Πάει καιρός που είχαμε προσέξει πόσο ουσιαστικά απόντα είναι τα παιδιά στο έργο του Μπέργκμαν. Πιασμένος στη μέγγενη του υπαρξιακού άγχους, μεταφυσικός, δοσμένος στους προσωπικούς του εφιάλτες, συνεχώς στοχαζόμενος, ο μεγάλος σκηνοθέτης δεν είχε ασχοληθεί μέχρι τώρα παρά μόνο με τον εαυτό του και την προβολή αυτού του εαυτού πάνω στους, κατά περιόδους συνομήλικούς του. Με το «φυσικό» εγωισμό του καλλιτέχνη όχι μονάχα πετάει έξω από το γάμο τα παιδιά, όπως στην ταινία του «Σκηνές από ένα γάμο» αλλά φτάνει στο σημείο να αρνηθεί την πατρότητα στον εφιάλτη με το παιδί- μέδουσα που υπάρχει στην «Ώρα του Λύκου».

   Απλά, φυσικά, ο Μπέργκμαν με τους πέντε γάμους και τα οκτώ παιδιά, αρνείται όπως όλοι οι απόλυτοι δημιουργοί να παίξει το ρόλο του ζωικού πατέρα. Όμως, τα παιδιά- μέδουσες όσο και να τα απωθεί στα υποσυνείδητα βάθη, αναδύονται στην επιφάνεια, και γίνονται οδυνηρά παρόντα, όταν το φθινόπωρο έρχεται και η αυτάρκεια των νεανικών χρόνων του πατέρα έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Αυτή είναι κι η φθινοπωρινή ώρα του Μπέργκμαν, αυτό και το βαθύτατο σπαραχτικό θέμα της ύστατης ταινίας του. Πιστός στην αρχή του να χρησιμοποιεί γυναίκες για να περάσει μέσα από τον ευαίσθητο καθρέφτη της φύσης τους τα δικά του προβλήματα, ο σκηνοθέτης προβάλλει τον εαυτό του πάνω στην ηρωίδα ετούτης της ταινίας. Ανάλογη με εκείνον, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν είναι ένας άνθρωπος με φοβερή προσωπικότητα, δοσμένος στην τέχνη του που αρνείται με τη σειρά της την μητρότητα. Πιανίστα επιτυχημένη, έχει δύο παιδιά και καλείται έπειτα από μακρόχρονη απουσία να αναμετρηθεί μαζί τους. Ό,τι ακολουθεί είναι μία εξομολόγηση εκ βαθέων, ένας απολογισμός της ζωής και της στάσης της ηρωίδας και του δημιουργού της ταυτόχρονα καθώς αντιμετωπίζει το αμείλικτο «κατηγορώ» των παιδιών. Η σχέση μάνας-κόρης, γονιού-παιδιού, ανοίγει στην οθόνη σα μια βαθύτερη κρυφή πληγή. Όμως, καθώς, ο πάντοτε αυτοβιογραφούμενος Μπέργκμαν κάνει και την προσωπική του απολογία εδώ, ετούτη η ταινία είναι κατοικημένη από πάμπολλες αναφορές σε προηγούμενα φιλμ του.

   Ωστόσο, αυτή η δύσκολη «σονάτα σκοτεινών αισθημάτων» που απαιτεί μιάν εξ ίσου δύσκολη κινηματογραφικά συνειδησιακή ερμηνεία, κυριαρχείται και ελέγχεται από τον σκηνοθέτη κατά τρόπο μεγαλοφυή. Οι «Κραυγές και ψίθυροι» κόρης και μάνας, η προσπάθεια ταύτισης της πρώτης με τη δεύτερη όπως στην «Περσόνα» η ανάγκη αγάπης, η ερημιά, η αδυναμία επικοινωνίας, ο εφιάλτης της μάνας όπως στην «Ώρα του Λύκου», κι ακόμα η εξομολόγηση της ηλικιωμένης ηρωίδας που συνειδητοποιεί την ανωριμότητά της λέγοντας ότι υπήρξε ένα παιδί που φοβότανε την κόρη της και ζητούσε απ’ αυτή βοήθεια, δίνουν ένα μεγαλειώδες όσο και τρομερό φιλμ. Φιλμ τυπικά Μπεργκμανικό, που χωρίζεται σε δύο φινάλε: Ένα αισιόδοξο με την ελπίδα επικοινωνίας ανάμεσα στη μάνα και την κόρη και ένα απαισιόδοξο με τον αφανισμό του λογικού της άλλης κόρης, που η ανελέητη συμπεριφορά του γονιού την έχει ρίξει σε βρεφική κατάσταση, την έχει μεταβάλει σε ωρυόμενο φυτό, σε ένα τερατώδες μωρό, που ζητάει με άναρθρες κραυγές το μητρικό χάδι.

   Ολόκληρο το έργο κινείται στο ημίφως των εσωτερικών χώρων με μια εκπληκτική φωτογραφία που δίνει τις σκιές του απωθημένου πάθους των σχέσεων έλξης- απώθησης που ορίζουν σε βάθος τους εξωτερικά συμβατικούς «δεσμούς αίματος». Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και η Λιβ Ούλμαν είναι απλούστατα υπέροχες.

   Συνολικά: Μια ταινία τρομακτικού ενδιαφέροντος.

          ΜΑΡΙΑ  ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟΥΣ ΕΝΩΣΕ Η ΣΩΣΤΗ ΩΡΑ

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 5/8/1993

  Ο τολμών νικά, συνηθίζουμε να λέμε στην Ελλάδα και στην περίπτωσή της Σουηδής Ίνγκριντ Μπέργκμαν ταιριάζει απόλυτα. Ένα ραβασάκι στην τσέπη του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και η συνεργασία μαζί του έγινε πραγματικότητα.

    Σήμερα Πέμπτη στις 22.00 η ΕΡΤ-2 μεταδίδει το προϊόν αυτής της συνεργασίας που λέγεται «Φθινοπωρινή σονάτα» και την οποία, βέβαια, είχαμε απολαύσει στους κινηματογράφους το 1979 και σε πολλαπλές επαναλήψεις.

  Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν όμως ήταν που είχε την τόλμη και το θάρρος και έτσι δικαιωματικά ανήκει η υπερηφάνεια του αποτελέσματος. Η Ίνγκριντ ωστόσο, έπαιρνε πάντοτε τέτοιες πρωτοβουλίες και της απέδιδαν. Κάπως έτσι είχε γίνει και το 1948 όταν κάθησε κι έγραψε εκείνο το ενθουσιώδες γράμμα στον Ρομπέρτο Ροσελίνι.

   Βρισκόμαστε όμως στο 1973 στις Κάννες. Η Ίνγκριντ είναι πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ κι ο Ίνγκμαρ συνοδεύει εκτός συναγωνισμού το θανατερό αριστούργημά του «Κραυγές και ψίθυροι». Διθυραμβικές κριτικές, αποθεωτική υποδοχή. Η κινηματογραφική καριέρα της Ίνγκριντ έχει καθήσει. Πλησιάζει τα 60 και πάλι καλά που έχει επιβιώσει εκεί που άλλες έχουν εξαφανιστεί. Δεν ήταν για εξαφάνιση διότι δεν ήταν και τυχαία. Αλλά για κινηματογραφική πρωταγωνίστρια να βρεθούν και ρόλοι σ’ αυτή την ηλικία… Δύσκολο. Ποιος θα γράψει και ποιος θα χρηματοδοτήσει όταν η πελατεία είναι κυρίως νέας ηλικίας.

   Η Ίνγκριντ θέλει κάτι μεγάλο για να δικαιώσει κι αυτή τη φάση της ηλικίας της. Το ’40 θριάμβευσε στο Χόλιγουντ, το ’50 στην Ιταλία με τον Ροσελίνι κι επιστροφή με «Αναστασία», το ’60 θέατρο στην Ευρώπη και Φρανσουά Σαγκάν, το ’70 τι;

   Κάθεται και γράφει ένα σημείωμα στον Μπέργκμαν όπου απλά του ζητάει συνεργασία. Το βράδυ στη σουηδική δεξίωση τον πλησιάζει και του περνά το χαρτάκι.

   Θα μεσολαβήσει ο πρώτος κλονισμός της υγείας της με την αφαίρεση του ενός μαστού αλλά κι ένα τρίτο Όσκαρ για β΄ ρόλο, για τη συμμετοχή της στο «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές». Το Χόλιγουντ της στέλνει το μήνυμα  ότι την υιοθετεί ως καρατερίστα για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Κι ο Μπέργκμαν αργεί. Όμως φαίνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια δουλεύει την ιδέα στο μυαλό του.

   Κι όταν την ειδοποιεί, αυτό που έχει υπόψη του για κείνη δεν θα είναι απλώς μια συνεργασία και ένας καλός ρόλος. Θα είναι το καλωσόρισμα της στην ίδια τη Σουηδία από την οποία νεώτατη κάποτε ξενιτεύτηκε για να κατακτήσει τον κόσμο. Και εντελώς συμπτωματικά θα είναι το κύκνειο άσμα της στη Μεγάλη Οθόνη. Με άλλα λόγια ο Μπέργκμαν της προσφέρει την ολοκλήρωση του κύκλου της.

   Με προβλήματα και ο Μπέργκμαν εκείνο τον καιρό, ζει κατά κάποιον τρόπο εξόριστος στη Γερμανία αφού οι αρχές της χώρας του τον κυνηγούν για φορολογικές εκκρεμότητες. Μέσα από τα προσωπικά του έχει νιώσει την Ίνγκριντ και της έχει φτιάξει μια ηρωίδα, σχεδόν αυτοβιογραφική, που όμως είναι και δική του. Διότι το θέμα είναι να σε εμπνέει κάποιος. Η Σοφία Λόρεν είχε κάνει αλλεπάλληλες προτάσεις στον Μπέργκμαν, είχε ασκήσει πιέσεις προς αυτόν, πότε μόνη της άλλοτε δια του συζύγου της Κάρλο Πόντι… Τίποτα. Το όνειρο της ζωής της ήταν να δουλέψει κάποτε με τον Μπέργκμαν. Όμως ο Ίνγκμαρ δεν μπορούσε να πιάσει το μεσογειακό ταμπεραμέντο της. Ούτε στη Σουηδία μπορούσε να την καλέσει και να δει τη φλογερή Ναπολιτάνα να πάσχει ως εσωστρεφής Σουηδή, ούτε ο ίδιος μπορούσε να κατέβει στην Ιταλία και να πιάσει την ψυχοσύνθεση της μεσογειακής γυναίκας.

   Με την Ίνγκριντ όμως ήταν αλλιώς. Και της έγραψε την ιστορία μιας πιανίστα, που έχει φύγει από τη Σουηδία, έχει γίνει διάσημη ανά τον κόσμο αλλά έχει αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους ανθρώπους που έμειναν πίσω της. Έχει πληγώσει, χωρίς να της έχει επιστρέψει η αδιαφορία της να το αντιληφθεί. Όμως η ζωή την περιμένει. Και ο Μπέργκμαν, που σε εκείνη τη φάση της μεγάλης καριέρας του έχει προχωρήσει από τα υπαρξιακά αδιέξοδα και τα συζυγικά προβλήματα στις σχέσεις γονέων και παιδιών (με το «Πρόσωπο με πρόσωπο») χάρη στην Ίνγκριντ προχωρά στην καρδιά της νέας θεματολογίας του. Η μάνα με την κόρη συγκρούονται. Η Λίβ Ούλμαν, βασίλισσα για χρόνια στην καρδιά και στην οθόνη του Ίνγκμαρ γίνεται η καταπιεσμένη κόρη, που έζησε στην σκιά της μάνας ισοπεδωμένη από την προσωπικότητα αλλά και την αδιαφορία εκείνης. Ισοπεδωμένη και στην ταινία από την Ίνγκριντ, όπου σε κάποιες δραματικές σκηνές μπορεί να κάνει αγγέλους ως ηθοποιούς αλλά εκείνη που κυριαρχεί και δεσπόζει είναι η Ίνγκριντ μάνα-σταρ Μπέργκμαν, η οποία θα δοξαστεί και στην Αμερική ξανά και θα κερδίσει το βραβείο των Κριτικών Νέας Υόρκης καθώς και της αρχαιότερης ένωσης όλων, του National Board of Review. Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν θα προταθεί και για το Όσκαρ μαζί με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στο σενάριο.

    Όμως στην Αμερική, εκείνη την εποχή, λάμπει μια δική τους μεγάλη και νεώτερη, η Τζέιν Φόντα. Και το πρόβλημα το Βιετνάμ τους καίει περισσότερο από τις σχέσεις γονέων και παιδιών ή από την καριέρα του Μπέργκμαν. Και η Τζέιν Φόντα θα την κερδίσει για το «Γυρισμό», το ίδιο και το σενάριο της δικής της ταινίας (διάρκεια «Φθινοπωρινής σονάτας»: 93).

   ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 5/8/1993

    Την ίδια χρονική περίοδο που πρωτοπαρακολουθήσαμε 23/1/1979 στο Σινέ ΕΤΟΥΑΛ την «Φθινοπωρινή Σονάτα» η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 5 Αυγούστου 1979 δημοσιεύει συνέντευξη της ηθοποιού Ιζαμπέλλας Ροσελλίνι. Τίτλος «Ήταν και οι δυό υπέροχοι γονείς». Η ΙΖΑΜΠΕΛΛΑ ΡΟΣΕΛΛΙΝΙ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ –ΤΗΝ ΙΝΓΚΡΙΝΤ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ-ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΙΤΑΛΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ. Το δημοσίευμα υπογράφει η Barbara  Grizzuti –Harrison.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

1 Σεπτεμβρίου 2026

   

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

 

ΦΑΝΝΥ  ΚΑΙ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

        ή

«Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ»

του ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

    Πέρασαν σαράντα δύο χρόνια από τότε που προβλήθηκε για πρώτη φορά 19/1/1984 στην Ελλάδα, το κορυφαίο έργο της ζωής του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στον κινηματογράφο «ΕΛΛΗ» στην Αθήνα και προβλήθηκε στις 22 Αυγούστου 2026 από το Κανάλι της Βουλής στην κινηματογραφική της Σαββατιάτικη νυχτερινή ζώνη. Χρησιμοποιώ την χρονολογία που το είδα για πρώτη φορά και ως υπότιτλο της έγχρωμης, τρίωρης ταινίας δανείζομαι αυτόν που έδωσε στο δικό του τότε δημοσίευμα στην πρωινή εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 1/11/1984 «Η ποίηση της εφηβείας» ο Stefano Reggiani. Άγνωστων σε εμένα λοιπόν στοιχείων. Συνεχίζω να βλέπω τα κινηματογραφικά αριστουργήματα του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου να διαβάζω τις κριτικές για τις ταινίες του τα διάφορα αποκόμματα από τις εφημερίδες που είχα παλαιότερα διαφυλάξει, τα σχόλια και τις άτακτες σημειώσεις που είχα κάνει όταν πρωτοείδα τις βραβευμένες ταινίες του. Σαββατόβραδο εχθές, 29 Αυγούστου στο Κανάλι της Βουλής έδειξε ένα ωραίο, καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ για την ζωή και το έργο του, τους τρόπους που γύριζε τις ταινίες του, τα σχεδιαστικά του πλάνα, την φιλοσοφία του, στο πως εκπαίδευε τους συνεργάτες του, τους κατά καιρούς τόπους και σπίτια διαμονής του, τα συγγενικά του πρόσωπα –γυναίκες του, παιδιά του- και πολλά άλλα γύρω από την επίγεια καλλιτεχνική διαδρομή του με ξεναγό την Μ. φον Τρότα σκηνοθέτιδα και νεότερους δημιουργούς. Θαύμαζες στο πώς αυτός ο απαισιόδοξος και εμμονικός σκηνοθέτης εργάζονταν τόσο σχολαστικά, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια, προσκαλούσε για να μην πούμε «απαιτούσε» από τους ηθοποιούς συνεργάτες του να ακολουθήσουν τις οδηγίες του ενώ, παράλληλα δέχονταν τις όποιες αντιρρήσεις του πάνω σε ατάκες των σεναρίων του. Όλα ήσαν τόσο καλοκουρδισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα σε μία φόρμα σταθερή που συνένωνε το ακριβολόγο, λιτό και δωρικό σενάριο με το σκηνοθετικό του βλέμμα, την πάντα περίεργη και εξερευνητική ψυχών, συνειδήσεων και ανθρώπινων σωμάτων κάμερά του. Ένας ρυθμός, μία σταθερή αφήγηση είτε των απαισιόδοξων στιγμών του είτε των αισιόδοξων, των χαρών της ζωής. Το πένθιμο εναλλάσσεται με το χαροποιό το στοιχείο της διασκέδασης, της κωμωδίας όπως στα έργα του Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ, ή στην παρούσα κινηματογραφική πολυπρόσωπη τοιχογραφία της πολυμελούς οικογένειας της ταινίας Φάννυ και Αλέξανδρος. Ο Φάρος, το προσωπικό του νησί- ασκητήριο. Πώς να μην θαυμάσεις αυτόν τον μαγευτικό μάγο της Έβδομης Τέχνης έστω και με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του. Αξεπέραστος, λυρικός, τρυφερός, ονειρικός, οραματικός, αιώνιος.

    Άλλα νεανικά χρόνια, όταν πρωτοπαρακολουθήσαμε την εκπληκτική αυτή ταινία ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, άλλες εμπειρίες ζωής, επιλογές ενός κινηματογραφόφιλου που εξακολουθεί ακόμα να μαγεύεται και να απολαμβάνει τα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, να ονειροπολεί μαζί τους ή να θλίβεται για το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ίσως οι συνθήκες του Κόσμου και η μεταφυσική και υλική «ειδωλολατρία» του. Αν και για να είμαστε ειλικρινείς όπως μας έλεγε το χθεσινό ντοκιμαντέρ και ο ίδιος ο Μπέργκμαν ήταν προληπτικός και μάλλον πίστευε σε δεισιδαιμονίες και φαντάσματα.

Αυτήν λοιπόν, την Καλοκαιρινή περίοδο με την ανεξέλεγκτη καλοκαιρινή λαύρα και τις καταστροφικές πυρκαγιές, τις φονικές κατολισθήσεις στο μακρινό Νεπάλ και το Θιβέτ, στην ερημία της πειραϊκής επικράτειας που τα σήμαντρα των εκκλησιών χτυπούν για πιστούς και απίστους, μεταφυσικά άστεγους ή αγνωστικιστές και τους εκδρομείς να δίνουν μίνι συνεντεύξεις στα κανάλια, έτσι σαν να τρώγω μία φέτα δροσερό καρπούζι, ένα τσαμπί σταφύλι ή να έχω την γλυκειά γεύση ενός ροδάκινου στα χείλη το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε ιδιαίτερα σε μία από τις κορυφαίες μορφές της Έβδομης Τέχνης τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, θέλοντας να «ξεκαθαρίσω» παλιές μου οφειλές με ταινίες του και ατομικές του προβληματικές και στοχαστικά διλήμματα και αναπάντητα ακόμα ερωτήματα. Γιατί η ορατότητα των αποτελεσμάτων και των διαφόρων κατηγοριών και ειδών της Τέχνης του κάθε καλλιτέχνη δεν είναι παρά ένα μέσο μύησής μας στον Κόσμο, μιά ανοιχτή, επαναλαμβανόμενη, έστω και κουραστική συνομιλία μας ημών των θεατών- αναγνωστών με τα μυστήρια και τα αινίγματα της Φύσης στην ρέουσα διαδρομή του Χρόνου. Όπου Ζωή και Θάνατος, Χρόνος και Τόπος, Παρόν και Μέλλον, Παρελθόν Ένα. Αυτός ο «Κόσμος ο μικρός ο μέγας» όπως σοφά μας λάλησε ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Το σεναριακό και κινηματογραφικό έργο του με απασχολεί το τελευταίο διάστημα, επαναφέροντας στην σκέψη μου μνήμες και εικόνες παλαιές, εμπειριών παραστάσεις, πρώτων μου επαφών με έναν δημιουργό που επηρέασε την γενιά μου/ μας θέλω να πιστεύω θετικά, επιδραστικά, σαν αντίληψη ζωής, άλυτων μεταφυσικών ερωτημάτων και διλήμματα, αλλά όχι μόνο τους νεολαίους των πρώτων δεκαετιών μετά την Μεταπολίτευση του 1974 αλλά και τις προηγούμενες από εμάς γενιές αν φέρουμε στο νου μας το τι σχόλια και δημοσιεύματα γράφτηκαν από την στιγμή που άρχισαν να προβάλλονται στην πατρίδα μας οι ταινίες του και να μεταφράζονται τα σενάριά του από την Ροζίτα Σώκου και τον Ανδρέα Ρικάκη και τις κινηματογραφικές και αναγνωστικές επόμενες δεκαετίες. Γράφοντας η κάθε γενιά το δικό της ημερολόγιο ιστορίας ζωής, εξιστορώντας αυτά που βίωνε και αυτά που οραματίζονταν να ζήσει. Αναρτώ στα Λογοτεχνικά Πάρεργα ό,τι στοιχείο και πληροφορία κατόρθωσα να διασώσω στον χρόνο γύρω από τον ίδιο και τις ταινίες του, δίχως φυσικά να εξαντλώ την καταγραφή, αυτό θα ακούγονταν ως αστείο. Αναρτώ τις κριτικές και τα σχόλια κυρίως ανά τίτλο ταινίας του ή κατά περίοδο της δημιουργίας του. Διαβάζω τα Σενάριά του και τα μεταφρασμένα στα ελληνικά Βιβλία του παρακολουθώντας ταινίες του όχι φυσικά ως ειδικός κριτικός του Σινεμά, ως μέλος ομάδας κριτικών, και μάλιστα ετεροχρονισμένος, αλλά σαν ένας σταθερός θεατής των ταινιών του από παλαιά όποτε του δίνονταν η ευκαιρία του χρόνου και της ζωής του. Απολαμβάνω τα έργα του έστω και αν τα έχω δει αρκετές φορές και έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από τις πρώτες τους δημόσιες προβολές. Δεν κουράζομαι να τα βλέπω και κάθε φορά διαπιστώνω και κάτι καινούργιο, έναν προβληματισμό, μία χειρονομία ένα πλάνο που δεν το είχα προσέξει ή δεν του είχα δώσει την πρέπουσα σημασία. Κρατώ νέες σημειώσεις προσπαθώντας να μην συμπέσουν-όσο αυτό είναι εφικτό- με τα κριτικά σχόλια που αντιγράφω στις Μπεργκμανικές αναρτήσεις μου. Οι κινηματογραφικές του παραγωγές εξάλλου αποτελούν σταθμός στην παγκόσμιο ιστορία της Έβδομης Τέχνης, τι να πει ένας «ψευτοκουλτουριάρης» σταθερός θεατής εκ Πόλεως Πειραιώς, παρά μόνον την δική του κινηματογραφική αλήθεια και αίσθηση, εντυπώσεις. Ομολογώ, ότι τα Σενάρια και τα Κείμενά του, τα αντιμετωπίζω κάτω από ένα φιλολογικό πρίσμα, βλέπω δηλαδή τον Σκηνοθέτη Μπέργκμαν σαν έναν καταξιωμένο βραβευμένο Σουηδό συγγραφέα που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του αποκτώντας διεθνή φήμη και αναγνώριση, αγαπήθηκε φανατικά και άκουσε τα θετικά αλλά και αρνητικά σχολιανά του. Δεν έχω παρακολουθήσει το σύνολο των ταινιών του οι οποίες υπερβαίνουν τις έξη δεκάδες, δεν έχουν προβληθεί όλες στην Ελλάδα αν δεν κάνω λάθος. Αλλά, και με όσες έχω δει (αρκετές φορές την κάθε μία μπορώ να πω ότι έχω μυηθεί στην προβληματική της σκέψης του, χαρτογραφήσει την θεματολογία του, τις δεκάδες ιδέες και οραματισμούς του, τα καλλιτεχνικά του όνειρα, αναγνωρίζω τον κόσμο της ψυχοσύνθεσής του και βαθμών της συνείδησής του, ακόμα και όταν μας περιπαίζει εμάς τους θεατές μέσω του φακού του αφηγούμενος ιστορίες και εφιάλτες που, ίσως και να μην έζησε περισσότερο από τις στιγμές και τους χρόνους της χαράς του και των ερωτικών γυναικείων απολαύσεών του. 5 γάμοι δεν είναι και λίγοι, χώρια τις άλλες ερωτικές του περιπέτειες. Θέλω να πιστεύω τώρα που το καντράν ταχύτητας του χρόνου της ζωής μου πλησιάζει την τελευταία στροφή των προσωπικών μου Ονείρων, έχω αρχίσει να καταλαβαίνω καλύτερα την τεχνική του με την οποία χειρίστηκε την Κάμερά του, και, επικέντρωσε την προβληματική του βλέμματός του. Τώρα, κατά πόσο το παιδικό και γεμάτο απορίες και ερωτήσεις βλέμμα των παιδιών, των δύο μικρών αδερφών, της Φαννύς και του Αλεξάνδρου έλαβαν τις απαντήσεις που περίμεναν ή λυτρώθηκαν από εγκιβωτισμένες μέσα στην προσωπικότητά τους φόβους και ενοχές ή η τρομερή του ειδώλου εμφάνιση του δυνάστη και τρομαχτικού και αυταρχικού Επισκόπου πατριού κηδεμόνα τους-παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την μητέρα των παιδιών- αν και είχε πεθάνει σε μία πυρκαγιά, εξακολουθεί να ταλαιπωρεί την ζωή και τα όνειρα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως η φράση, η σημαδιακή φράση που λέει στον μικρό Αλέξανδρο σε ένα στιγμιαίο πέρασμά του μετά τον θάνατό του ο πουριτανός και απαίσιος σαν χαρακτήρας Επίσκοπος: «Και μην νομίζεις ότι θα ξεφύγεις, θα απαλλαγείς από εμένα….», όταν οικοδομεί και σκιαγραφεί το οικογενειακό του «Χορόδραμα» βίου ο Σουηδός σκηνοθέτης στο Φάννυ και Αλέξανδρος, αυτό το Αμλετικό φάντασμα, δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι έφερε την λύτρωση στα δύο μικρά αδέρφια. Η γέννηση των δύο νέων μελών της πολυμελούς οικογένειας από την μητέρα τους ίσως είναι η αισιόδοξη χαραμάδα που αφήνει για το τέλος ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Τα επερχόμενα νέα μέλη είναι σπορά του Επισκόπου ας μην το λησμονούμε.

 Ευτύχησα να παρακολουθήσω θεατρικά του έργα εξαιρετικά παιγμένα σε ελληνικές σκηνές, με τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Μηνά Χατζησάββα, την Άννα Βαγενά που θα αναφερθούμε σε άλλες αναρτήσεις μας. Πέρα όμως από τους θετικούς και επαινετικούς σχολιασμούς των έργων του στέκομαι και σε ορισμένες αρνητικές κρίσεις που έχω διαβάσει ανοίγοντας συζήτηση με όλο το κριτικό φάσμα ανεξαρτήτου πρόσημου. Σαν να ερευνώ και εξετάζω το έργο ενός συγγραφέα. Σαν να έχω μπροστά μου το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα αφηγούμενος την ζωή του, των θεατρίνων συνεργατών του, του προσωπικού του θιάσου ενός θιάσου από Μαριονέτες όπου ο Σουηδός δραματουργός κρατά τα νήματα των κινήσεών τους και των αντιδράσεών τους. Σε μία στιγμή στο ντοκιμαντέρ για το έργο του, ακούγεται να λέγεται από μία πρώην σύζυγό του και ηθοποιό των ταινιών του ότι «τα προσωπεία των χαρακτήρων του αλλάζουν αλλά τα αυτοβιογραφούμενα πρόσωπα είναι τα ίδια». Μια τεράστια τοιχογραφία εκφράσεων και αντιδράσεων με κοινούς παρανομαστές αναφορών.

  Ταινία την ταινία διαβάζω τις παλαιές σημειώσεις μου και τα στοιχεία εκείνα από τρίτους θεωρώντας τα χρήσιμα να τα αντιγράψω για τον σημερινό κινηματογραφόφιλο, δίνοντας ξεχωριστή έμφαση στις έγκυρες, έμπειρες και πολύπειρες γνώσεις ελλήνων κριτικών του κινηματογράφου, ώστε ο όποιος ενδιαφερόμενος θελήσει να ανοίξει συζήτηση με τις ταινίες του. Αρχινώντας εκ νέου μία σημερινή, Καλοκαίρι του 2026, εξερεύνηση στις ταινίες του, στην προβληματική της σκέψης του στο σταθερά εστιασμένο πάντα βλέμμα του σε εμμονές του, στις «παγιωμένες» ιδέες του,  ακλόνητες απόψεις του για την Τέχνη, την Κινηματογραφική δημιουργία, το Θέατρο, του ρόλου και την διδασκαλία των ηθοποιών, το ανέβασμα και την παράσταση πάνω στην λευκή οθόνη ή το θεατρικό σανίδι μιας αυτοβιογραφικής του ιστορίας από εκείνες που γνωρίζει τόσο αριστοτεχνικά να μας αφηγείται αυτός ο μάγος της Κάμερας. Ας μην ξεχνάμε ότι τα μέλη της Οικογένειας της Φαννύς και του Αλέξανδρου είναι ηθοποιοί, θιασάρχες και ότι ο πατέρας του πεθαίνει πάνω στην οικογενειακή σκηνή απαγγέλλοντας Άμλετ, η δε γιαγιά των παιδιών υπήρξε φημισμένη ηθοποιός που της ζητούν να επανέλθει στην θεατρική δράση και η ταινία τελειώνει με την μητριαρχική φιγούρα της γιαγιάς να διαβάζει το τελευταίο θεατρικό του Αύγουστου Στρίνμπεργκ, το «Ονειρόδραμα» αυτού του μισογύνη. Φωτογραφίζοντας ενδέχεται τον ίδιο το Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Σταθερά μοτίβα των ταινιών του, η διαπραγμάτευση ζητημάτων μεταφυσικής και ανθρώπινης οντολογίας. Ανοιχτά ερωτήματα περί Θρησκείας, Πίστης ή Απιστίας, ύπαρξης ή μη του Θεού, ενός Βιβλικού Θεού αυστηρού, πουριτανού, δυνάστη, κυρίαρχου, αποτρόπαιου ως επεμβατική παρουσία. Αρνητικές όμως παραμένουν οι αντιδράσεις, οι συμπεριφορές και οι σχέσεις στις ζωές των ανθρώπων, στις διαπροσωπικές τους επαφές και μετά τον Θάνατό του, το Κενό που αφήνει η τελεσίδικη Σιωπή του. Αυτή η έλλειψη οντολογικών και κοινωνικών Βεβαιοτήτων μετά τον Θάνατο του Θεού ή την πλήρη Σιωπή του μέσα στην Ιστορική εξέλιξη και πολιτιστική διαδρομή του ανθρώπινου όντος που απασχόλησε τον Μπέργκμαν. Το φάντασμα της κατοπινής παρουσίας του ως σκοτεινό είδωλο, επαναλαμβανόμενη τελετουργία και απεικονίσεων της τέχνης της ζωγραφικής και της μαρμαρογλυπτικής ή ξυλογλυπτικής, των αγιογραφιών στις ναοδομίες. Αυτοβιογραφικών στιγμών οι ταινίες του η θεματογραφία τους εικονογραφεί συγγενικών μελών σχέσεις, την σχέση μεταξύ των δύο φύλων, τις δυσκολίες του έγγαμου βίου, της διάλυσης των γάμων, της ανατροφής των παιδιών από νταντάδες ερωμένες των συζύγων, τις οικογενειακές συγκεντρώσεις σε ετήσιες θρησκευτικές εορτές. Την θέση της γυναίκας σε σχέση με αυτή του άντρα και τα ανεκτά τσιλημπουρδήματα του αλλά και τις κρυφές όχι και τόσο ερωτοδουλειές της γιαγιάς με τον παλαιό Εβραίο φίλο της. Η παρουσία του δίφυλου ή μάλλον άφυλου Ισμαήλ ως προέκταση, άλτερ έγκο του ίδιου του μικρού Αλέξανδρου. Ο σκηνοθετικός φακός του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν όπως και όσων καταπιάνονται με την τέχνη και την μαγεία του κινηματογράφου, γνωρίζει να σταματά τον χρόνο με τα κοντινά πλάνα, τις ανάγλυφες εικόνες, τα μουντά καρέ, τις πολύχρωμες ονειρικές ή εφιαλτικές σκοτεινών χρωμάτων καταστάσεις που μας παρουσιάζει, τις γωνίες λήψεις των προσώπων, τον σωστό φωτισμό, την ανάλογη μουσική επένδυση, το στήσιμο των ηθοποιών μέσα στο κάδρο, το γενικό πλαίσιο που κινούνται, τις ακριβείς χειρονομίες τους και τα βλέμματά τους, με ότι τεχνικά μέσα διαθέτει ο σκηνοθέτης, δίχως να τον περιορίζει στις στιγμές και τα στιγμιότυπα που μας εμφανίζει πάνω στην λευκή οθόνη η φωτεινή δέσμη των σκιών σχηματίζοντας μία άλλη αιωνιότητα στην ανθρώπινη φαντασία και ταξίδι απόλαυσης στην διάρκεια του χρόνου. Ο κινηματογραφικός χρόνος κατορθώνει να ενώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σε μία αλληλένδετη διαδρομή αλληλοσυσχετισμών, συγκινήσεων, εμπειριών, καταστάσεων και συναισθημάτων, μνημών και αναμνήσεων κρατώντας κάθε χρονική περίοδος την υπαρξιακή της αυτοτέλεια και αυτονομία. Ως καλλιτεχνική πρόταση παροντικής απόλαυσης. Και οι ταινίες του Μπέργκμαν μας δείχνουν όχι μόνο ότι ανήκουν στην αβάντ γκάρντ της ελίτ του Σινεμά, αλλά ότι είναι μία καλλιτεχνική δημιουργία συλλογικής προσπάθειας, φιλικής ομαδικής παρέας και αποτελέσματος, αποδεκτής για το ευρύ κοινό. Και όχι μόνο η πρωτοποριακή ή εμπορικών κερδών δουλειά ενός μόνο καλλιτέχνη.

   Πολλά τα ζητήματα που απασχόλησαν την προβληματική του Σουηδού Σκηνοθέτη είτε αυτά ήσαν γήινα, της καθημερινότητας της ζωής θέματα και καταστάσεις, περιπλανήσεις της φαντασίας, επιλογές οικογενειακές ή ατομικές είτε αφορούσαν την σφαίρα της μεταφυσικής και των πεδίων που ανοίγονταν προς εξέταση, της πίστης ή άρνησής της, το φαινόμενο του Θανάτου, της αρρώστιας και της αντιμετώπισής της, τις διαπροσωπικές ερωτικές σχέσεις των αντρών της οικογένειας με το υπηρετικό προσωπικό κ.ά., που με το χάρισμα των Μουσών που διέθεται, του αναμφισβήτητου ταλέντου του, της ευρηματικής του ευφυΐας, των γνώσεών του, οπτικοποίησε πάνω στην λευκή οθόνη ως Όνειρο για εμάς τους θαυμαστές και θεατές του, ότι τον στοίχειωνε ως ενοχικό βίωμα, ταλάντευμα σκέψης, σκοτεινός εφιάλτης, παιδική φοβία και μνήμη αλλά και χαρούμενων στιγμών διασκέδασης. Βλέποντας και παρατηρώντας πάντα μέσα από ένα Φανό τον Κόσμο γύρω του, προέκταση της όρασής του. Μία σύγχρονη εικονογραφία ψυχογράφησης του ανθρώπινου προσώπου, αποτυποτική ταυτότητά του, σημαδιακή καταβύθιση στην ανθρώπινη συνείδηση. Ένας κινηματογραφικός ακροβατισμός στον χρόνο μαγευτικός, ονειρικός, λυρικός, αισιόδοξος και απαισιόδοξος, τρυφερότητας, ανεπανάληπτος. Απεικόνιση της ρευστότητας που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή στην πτυχοποιία της και της συνείδησης στεναγμός, κραυγή απελπισίας. Οι ήρωες ανθρώπινοι πρωταγωνιστές του Μπέργκμαν γνωρίζονται τόσο από τις εξομολογούμενες εμφανίσεις τους όσο και από τους συμβολισμούς τους μέσα στην ροή του χρόνου ως ζωντανές υπάρξεις, εμφανίσεως είδωλα, προσκλητήρια μίσους, αγάπης, συντροφικότητας, θερμών νοσταλγικών επαφών σχέσεων που παραμένουν ανοιχτές οι πληγές και οι τραυματισμοί τους οι αμφιβολίες τους. Αναζητούν την αγάπη και τρόπους να την προσφέρουν μέσα σε έναν Κόσμο χωρίς πνευματικές σταθερές και άλλες βεβαιότητες, πέρα από την βαρύτητα των υλικών αγαθών μέσα στα οποία κινούνται. Μοναχικά φτερουγίσματα δεσμευτικής αυτοσυνειδησίας μέσα στην ανορθογραφία του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Οι πρωταγωνιστές του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διαρκώς ταξιδεύουν είναι κάπως «ανέστιοι», περιφέρονται στους δρόμους, κοιμούνται στα λιβάδια, σε εξωτερικούς χώρους σε έρημα δωμάτια ξενοδοχείων, επιστρέφουν από μεγάλα ταξίδια, με άμαξες, αμάξια, τρένα. Σταματούν και διανυκτερεύουν σε σταθμούς που δεν έχουν όνομα, τα τοπία είναι ερημικά, άνυδρα. Ή πάλι οι ταινίες του είναι έργα δωματίου, οι δράσεις εκτυλίσσονται μέσα σε μεγάλα αρχοντικά, αριστοκρατικά σπίτια και αίθουσες με πλούσια διακόσμηση και ατμόσφαιρα. Οι ήρωες και ηρωίδες του Μπέργκμαν είναι πλάνητες, σαν τους θιάσους των τσίρκων, των θεατρικών μπουλουκιών, βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση, σε συναισθηματική και εκφραστική ρευστότητα. Διαθέτουν «μεγαλοαστική συμπεριφορά», «πατριαρχική» αντίληψη αγωγής ακόμη και οι γυναίκες. Ο Σουηδός σκηνοθέτης ξεφυλλίζει το «άλμπουμ» της οικογενειακής του ζωής προσθέτοντας από ταινία σε ταινία νέες φωτογραφίες αναμνήσεων. Τίποτα το εφήμερο ως προσωπικής του ιστορίας εξιστόρηση όλα έχουν την αφετηρία τους και την αιτία τους σε μία εξέλιξη καταστάσεων- φωτεινών ή σκοτεινών- πολλαπλών ταχυτήτων.

   Ο οικουμενικός καλλιτέχνης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι αξεπέραστος είτε την πρώτη περίοδο κατασκευής των ταινιών του είτε στις επόμενες, μέχρι την τελευταία του κινηματογραφική παραγωγή όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, το ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, λέγοντάς μας στις συνεντεύξεις του ότι θα σταματήσει πλέον να κάνει ταινίες. Θα ασχοληθεί αποκλειστικά με το Θέατρο. Ο Μπέργκμαν με την καλλιτεχνική δημιουργική σοφία που απόκτησε και διαθέτει απευθύνεται πάντα στις ταινίες του διπλά. Επιθυμεί να ανοίξει συζήτηση πρώτα με τους συνεργάτες του και κατόπιν, μετά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, με εμάς τους θεατές διαχρονικά και το πετυχαίνει  άριστα και εύστοχα. Ο κέρδισε το στοίχημα με την φήμη και την ιστορία της κινηματογραφικής τέχνης.

   Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιές σημειώσεις μου της χρονιάς που προβλήθηκε η ταινία, το 1984, γνωρίζω τα εξής ονόματα που υπογράφουν σε εφημερίδες και περιοδικά τις κρίσεις τους για την αυτοβιογραφική έγχρωμη ταινία του ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. 1) Ανδρέας Τύρος, «Το μεγαλείο του Μπέργκμαν» εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 22/1/1984. 2) Stefano Reggiani, «Η ποίηση της εφηβείας» εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 1/1/1984. 3) Μαρία Παπαδοπούλου, «Η φωτεινή πλευρά ενός μεγάλου» εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» 21/1/1984. 4) Νίκος Φωκάς, «Ο κόσμος του Μπέργκμαν» εφ. «Εξόρμηση» 21/1/1984. 5) Νίκος Κολοβός, περιοδικό «Η ΛΕΞΗ» τχ. 33/ 3, 4, 1984, στις σελίδες του περιοδικού «η κρίση του κινηματογράφου» Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Φαννύ και Αλέξανδρος» ή «Το Ονειρόδραμα».  «Η ταινία αρχίζει με μιά θεατρική παράσταση και τελειώνει με την προετοιμασία μίας άλλης…. Ο Αλέξανδρος είναι ένας ονειροπαρμένος μικρός Άμλετ. Συγχέει την αλήθεια με το ψέμα….» Τα 100 πρώτα τεύχη του περιοδικού «Η Λέξη» από όσο γνωρίζω έχουν ψηφιοποιηθεί και αναρτηθεί στο διαδίκτυο για όσους θέλουν  να διαβάσουν το καλογραμμένο κείμενο. Και όπως εύστοχα τελειώνει ο έμπειρος κριτικός Νίκος Κολοβός την κινηματογραφική κρίση του:

««Ξεκινώντας από μια ρεαλιστική, ασήμαντη βάση, ο δημιουργός αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του…». Να προπορεύεται και να συμπληρώνει το πραγματικό. Αυτά διαβάζει η γιαγιά Έλενα Έκνταλ στο νεαρό Αλέξανδρο που έγειρε στα γόνατά της.

   Τα γράφει ο Στρίντμπεργκ στο «Ονειρόδραμά» του. Τα δείχνει ο Μπέργκμαν στο κινηματογραφικό του «Ονειρόδραμα»».

   Επίσης, έχω διαφυλάξει ορισμένα μικρά ανώνυμα αποκόμματα εφημερίδων άμεσης σχέσης με την ταινία, τα: -εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» της 27/4/ 1982, Στοκχόλμη , Απρίλιος, «Αυτό θάναι το «κύκνειο άσμα» του Μπέργκμαν ;» προαναγγέλλουν την ταινία. – εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» 5/3/1981, «Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ ΦΙΛΜ», μιλούν για την προετοιμασία του έργου:

  *Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΦΙΛΜ:

Στα 62 του χρόνια σήμερα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και με ενθουσιασμό εφήβου ετοιμάζει να γυρίσει ένα ακόμα φιλμ μεγάλου μήκους: το ‘’Φάννυ και Αλέξανδρος’’, με κεφαλαία του Σουηδικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου, που διευθύνεται από τον επίσης διακεκριμένο σκηνοθέτη Γέρν Ντόννεφ. Θα είναι μία ταινία που θα στοιχίσει πολύ και σε χρήμα (γύρω στα εφτάμισι εκατομμύρια δολλάρια) αλλά και σε χρόνο, αφού ο ίδιος ο Μπέργκμαν εδήλωσε ότι το γύρισμα θα του πάρει 130 μέρες, απ’ την 1η Σεπτεμβρίου 1981 ως το Μάρτη του ’82.

   Στην ταινία θα παίξουν πολλοί γνωστοί ηθοποιοί, σε πρώτους ρόλους, 140 άλλοι σε δευτερεύοντες χαρακτήρες και γύρω στους 1000, κομπάρσοι, πολλοί απ’ τους οποίους θα χρησιμοποιηθούν σε μικρούς ρόλους. «Κάπου δημοσιεύτηκε ότι το «Φάννυ και Αλέξανδρος»- είπε ο ίδιος ο Μπέργκμαν- θα είναι μιά ταινία αυτοβιογραφική, πάνω στα παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια κι ότι ο Αλέξανδρος είναι το άλτερ έγκο του. Αλλά δεν είναι ακριβώς η αλήθεια. Το φιλμ θ’ αφηγείται το χρονικό μιάς μεσοαστικής οικογένειας που ζει σε μιά κωμόπολη, στα 1910. Αρχηγός της οικογένειας είναι μιά… πατριαρχική γιαγιά με τρείς παντρεμένους γιούς, και τα παιδιά τους. Το φιλμ δείχνει ένα χρόνο από τη ζωή τους. Και θα είναι, όπως το βλέπω από τώρα εγώ, μιά μεγάλη ταπισσερί υφασμένη με πολύ χρώμα και κόσμο, σπίτια και δάση, μυστηριώδη υπόγεια και σπήλαια, μυστικά και νυχτερινούς ουρανούς. Ίσως είναι λίγο ρομαντικός. Η Φάννυ είναι δέκα ετών κι ο Αλέξανδρος 12 κι έχουν μιά μεγαλύτερη αδερφή, 14 ετών την Αμάντα, που θα παίζει η Λιν Ούλλμαν (σ.σ. κόρη του Μπέργκμαν απ’ το γάμο του με την Λιβ Ούλλμαν). Είναι ένας ρόλος που της έρχεται γάντι…». Σε ερώτηση αν το φιλμ αυτό θα είναι συνέχεια στη «Φθινοπωρινή Σονάτα» και «Απ’ τη ζωή των μαριονεττών», ο Μπέργκμαν διευκρίνισε. «Εκεί, ο γάμος ήταν νεκρόος και πααγερός, ενώ στο «Φάννυ και Αλέξανδρος» υπάρχει μέσα απ’ τη ζεστασιά της οικογένειας».  

 Και ακόμη μία είδηση, που διαβάζουμε στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της 30/1/1984 που, ακόμα και σήμερα, το 2026 προκαλεί αλγεινή εντύπωση και απορία, την ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ και τα άτομα που την υποστηρίζουν υπογράφοντας. Δέκα χρόνια μετά την Μεταπολίτευση και Τρία χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ανδρέα, όταν μάλιστα το «κύκνειο αυτό άσμα» δεν περιλαμβάνει ούτε σκηνές πορνό ούτε άλλου είδους βωμολοχίες, πέρα από μία οξεία κριτική στην στάση και την αυταρχική συμπεριφορά αγωγής απέναντι στα δύο μικρά αδέρφια, της Φάννυ και του Αλεξάνδρου από τον Λουθηρανό πάστορα Επίσκοπο πατριό τους και την αδερφή του. Ο χρόνος όμως η κινηματογραφική τέχνη και οι ανά την υφήλιο θεατές δικαίωσαν τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και το τρυφερό, ευαίσθητο, σκληρό μεν, ωραίο αυτό οικογενειακό κινηματογραφικό «παραμύθι» που βλέπετε κάθε φορά με εξαιρετικό ενδιαφέρον και απόλαυση.

Και τα σκυλιά δεμένα

«Τα μάθατε; ‘’Εξάπτει, τη φαντασία των νέων κάτω των 17 ετών και τους αποπροσανατολίζει με τα ηθικά διδάγματα, τους διαλόγους και την εν γένει αντιμετώπιση του θέματος, που πραγματεύεται τρόπους ξένους και καινούργιους για την ελληνική πραγματικότητα’’.

Ποιό; Το αριστούργημα του Μπέργκμαν «Φάννυ και Αλέξανδρος», ύμνοι στη Ζωή (με κεφαλαίο Ζ) στην αγάπη, στην αισιοδοξία, στον Άνθρωπο. Και κατόπιν αυτού, απαγορεύεται από τούδε και στο εξής να το ζουν (το δούν;) οι κάτω των 17 ετών νέοι.

     Και μη χειρότερα…

   Όπως μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου της Πανομ- φιλμς, έτσι αποφάσισαν οι Κώστας Γιαννέλος, (δικηγόρος, Γεώργιος Χαρτοκάλης (δημοσιογράφος), Μάγειρα Κωνσταντίνα (υπάλληλος της Γραμματείας Τύπου), Κάστορας Σταύρος (σκηνοθέτης) και Γεώργιος Νικολουδάκης, το επάγγελμα του οποίου δεν μας δηλώνεται.

   Ο Θεός, ή κάποιος τέλος πάντων, ας βάλει το χέρι του.»

ΑΥΤΟ ΘΑΝΑΙ ΤΟ «ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ» ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ;

  ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ, Απρίλιος

Πρίν από λίγες μέρες, γυρίστηκε και η τελευταία σκηνή της σουηδικής ταινίας «Φαννύ και Αλέξανδρος»- της «πιο μεγάλης, μακριάς και ακριβής ταινίας» της καρριέρας του, όπως είπε ο ίδιος ο Μπέργκμαν, ήδη το 1979, όταν τέλειωσε το γράψιμο του σεναρίου, στο ήσυχο νησί των Κατσικιών.

   Ο Μπέργκμαν είχε πει τότε: «Έχω την εντύπωση πως τα παιδιά διαθέτουν ένα φανταστικό ραντάρ, στραμμένο προς όλα όσα συζητούν οι ενήλικες. Πιστεύω, ωστόσο, ότι τα παιδιά αναγκάστηκαν να υποστούν μια κατάσταση πνευματικής στέρησης, με την ένοχη επίγνωση των ενηλίκων. Έτσι, ευνουχίζεται τελείως η φαντασία που διαθέτουν, η ευαισθησία τους για ό,τι πνευματικό και μαζί η τεράστια δυνατότητά τους να μπορούν αργότερα να το πραγματοποιήσουν».

          Θα  γράψει ιστορία

  Ο Μπέργκμαν τέλειωσε ένα έργο που φαίνεται ότι θα γράψει ιστορία, όχι μόνο στα πλαίσια της φιλμογραφίας του, αλλά-όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα- και στα πλαίσια του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Για πρώτη φορά, ύστερα από 45 ταινίες που σκηνοθέτησε, έχει για πρωταγωνιστές δύο παιδιά: τη Φάννυ που την υποδύεται η 11χρονη Περνίλλα Άλβιν, και τον Αλέξανδρο, που τον ερμηνεύει ο 12χρονος Μπέρτιλ Γιούβε. Η απουσία των παιδιών από το «πρώτο πλάνο» των προηγούμενων ταινιών του, παρά την έμμεση και συχνά αποφασιστική σημασία τους στα οικογενειακά δράματα πού μας έχει αφηγηθεί, οφείλεται στο ότι ο σκηνοθέτης θεωρούσε δύσκολο και κοπιαστικό να έχει στο σετ, παιδιά, και στο ότι φοβόταν πώς «δεν θα είχε την ικανότητα να τα περιγράψει σωστά.»

  Ο Μπέργκμαν έχει κλείσει πια τα 64 χρόνια του.

    «Φαίνεται πώς γέρασα τόσο λέει- που μπορώ πιά να συναλλάσσομαι με παιδιά. Μου έφυγε όλος ο εκνευρισμός που ένιωθα παλιά απέναντί τους. Τώρα τα βρίσκω διασκεδαστικά και μάλιστα συγκινητικά. Στην ταινία, άλλωστε, όλοι οι ενήλικες έχουν λίγο-πολύ, παιδιάστικη συμπεριφορά.».

Ο Μπέργκμαν αρνείται ότι το φιλμ αποτελεί ένα είδος αυτοβιογραφίας του και ότι ο Αλέξανδρος είναι ο ίδιος όταν ήταν παιδί. «Πρόκειται για το χρονικό μιάς μεγαλοαστικής οικογένειας ανάμεσα στα Χριστούγεννα του 1910 και την άνοιξη του 1912». Είναι μία πολυμελής οικογένεια, που προσπαθεί να διατηρήσει την ενότητά της. Με μια «μάτερ φαμίλιας» τη γιαγιά Ελένα Εκνταλ. (Γκουντ Βώλγκρεν, τους τρείς γιούς της, Όσκαρ (Άλαν Έντβαλ, πατέρα των δύο παιδιών), Καρλ (Μπαίργκε Άλσεν) και Γκούσταβ Άντολφ (Γιάρλ Κούλλε), τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, συγγενείς και φίλους.

      Διάρκεια: 3 ώρες

Όλα συμβαίνουν σε μια μικρή πόλη, με επισκοπή, θέατρο και πανεπιστήμιο. (Τα εξωτερικά γυρίστηκαν στην Ουπσάλα, όπου έζησε και ο ίδιος ο Μπέργκμαν όταν ήταν έφηβος στο σπίτι της γιαγιάς του).

        «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ταινία είναι ρομαντική-λέει ο σκηνοθέτης-αλλά όχι σε βαθμό που να μην μπορείς να την ανεχτείς».

  Η ταινία θα διαρκεί τρείς ώρες. Είναι η πιο ακριβή που γυρίστηκε ποτέ στη Σουηδία (πάνω από 300 εκατομμύρια δραχμές), αλλά και αυτή με το μεγαλύτερο αριθμό ερμηνευτών: παίζουν πράγματι 60 ηθοποιοί (οι 20 έχουν πρώτους ρόλους), πάνω από 1000 κομπάρσοι και συμμετέχει ο αχώριστος συνεργάτης του Μπέργκμαν, ο οπερατέρ Σβέν Νύκβιστ, που θεωρείται ειδικός «στην ανάλυση των παιχνιδιών του φωτός».

   Θα είναι αυτή η τελευταία ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη; Ναι, απαντάει κατηγορηματικά ο ίδιος. Και ετοιμάζεται να επιστρέψει στο νησί του των Κατσικιών, που το βρέχει η Βαλτική, για να «διαβάσει όσα βιβλία δεν έχει διαβάσει», για να «ξεκουραστεί από μιά μακριά καριέρα και για ν’ αναζωογονηθεί ψυχικά και σωματικά μέσα σε μία φύση ακόμη αμόλυντη».

        Η ποίηση της εφηβείας

Stefano Reggiani, ΤΟ ΒΗΜΑ 1/11/1984

  Η τελευταία ταινία του Μπέργκμαν «Φανή και Αλέξανδρος» αποδεικνύει την ποιητική ποιότητα του σουηδού σκηνοθέτη.

ΡΩΜΗ, Ιανουάριος.

Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ λέει ότι αυτή είναι η τελευταία του ταινία, ότι με το «Φανή και Αλέξανδρος» αποχαιρετά τον κινηματογράφο. Μακάρι να μην είναι αλήθεια, αλλά βλέποντας την ταινία αυτή καταλαβαίνει κανείς ότι ο μεγάλος σουηδός σκηνοθέτης την διηύθηνε με την έντονη συγκίνηση και το ελεγχόμενο πάθος ενός ανθρώπου που ανακεφαλαιώνει τα έργα και τα όνειρα μιάς ολόκληρης ζωής. Είναι μια υπέροχη άθροιση των μπεργκμανιανών μοτίβων, η πίστη και η μαγεία, ο φόβος και το μυστήριο, η δυσκολία της ζωής και η λύτρωση που έρχεται με το θάνατο.

   Υπήρξε μία περίοδος που ο Μπέργκμαν θεωρείτο ένα είδος κινηματογραφικού φιλοσόφου που απευθυνόταν σε θεατές μέσης κουλτούρας, αλλά πολύ φιλόδοξους: Το έργο «Φανή και Αλέξανδρος» αποδεικνύει πάνω απ’ όλα την ποιητική ποιότητα του Μπέργκμαν.

   Είναι η ιστορία μιας οικογένειας ηθοποιών στις αρχές του αιώνα. Δύο αδερφάκια, ο μικρός Αλέξανδρος και η μικρή Φανή, ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από την φαντασία της τέχνης και την σκληρότητα της εμπειρίας.

   Ο Μπέργκμαν δεν απαρνιέται κανένα από τους αυτοβιογραφικούς του φόβους, αλλά προσθέτει και μια χαρούμενη νότα (όπως στα «Χαμόγελα μιας καλοκαιρινής νύχτας»), καθώς και μία νέα φιλοσοφία που νικά τις αμφιβολίες και τις υπαρξιακές αγωνίες: οι άνθρωποι είναι μόνοι, δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από τον κόσμο, η ευτυχία συνίσταται στον συμβιβασμό με την πραγματικότητα, η ευτυχία είναι το μικρό ή μεγάλο πανηγύρι του έρωτα και των αισθήσεων.

    Η βάση του έργου είναι ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δείπνο της οικογένειας Έκνταλ. Η γιαγιά είναι μία πρώην θεατρίνα που δεν έχει εγκαταλείψει τον πόθο για τη σκηνή ούτε και για τον εραστή της. Από τους τρείς γιούς μόνο ο ένας, ο πατέρας της Φανής και του Αλέξανδρου, κάνει τον σαιξπηρικό ηθοποιό στο οικογενειακό θεατράκι. Οι άλλοι δύο εκπροσωπούν δύο διαφορετικές οικογενειακές καταστάσεις. Τη δυστυχία του καθηγητή που ξεσπάει τα νεύρα του πάνω στην υποτακτική γυναίκα του και τον ζωηρό έμπορο που απατάει με την καμαριέρα μία σύζυγο πολύ εκλεπτυσμένη για τα γούστα του.

   Μέσα στο κλίμα αυτό της πλούσιας και ανικανοποίητης αστικής τάξης, η φαντασία του Αλέξανδρου και οι αναμνήσεις του Μπέργκμαν ανακατατάσσονται σ’ ένα ανήσυχο και εκδικητικό όραμα: μετά το θάνατο του πατέρα στη σκηνή, την ώρα που ερμηνεύει το φάντασμα του Άμλετ, η φαντασία εξηγεί την πραγματικότητα, ο νέος γάμος της μητέρας του Αλέξανδρου δεν είναι παρά μιά προδοσία του πατρικού φαντάσματος. Ο πατριός του Αλέξανδρου, ο επίσκοπος Βέργερος, δεν είναι παρά η προέκταση της μεγάλης υποκρισίας των μεγάλων.

   Από δω και μπρος τα γεγονότα της ταινίας, είναι «ηθελημένα» από τον Αλέξανδρο, όπως η πυρκαγιά, όπου βρίσκει τον θάνατο ο Βέργερος, όπως η συνάντηση με την εβραϊκή παράδοση και τον εκδικητικό θεό της, όπως η αποδοχή της τύψης σαν υπόσχεση για την ωριμότητα.

   Λέει το φάντασμα του Βέργερου στον Αλέξανδρο: θα σε κυνηγάω παντού. Γύρω όμως από το παιδί Μπέργκμαν η λαϊκή πραγματικότητα προετοιμάζει τα μικρά πρότυπα της ευτυχίας της. Δύο καινούργια αδερφάκια γεννιούνται και η γιαγιά αρχίζει να απαγγέλλει Στρίνμπεργκ, «αυτός ο μισογύνης».

         Η φωτεινή πλευρά ενός μεγάλου

          ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Κριτική παρουσίαση ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «ΤΑ ΝΕΑ» 21/1/1984

«ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ» Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγωνιστές: Μπέρτιλ Γκούβε, Έρλαντ Γιόζεφσον, Χάριετ Άντερσον.

(Παλλάς, Έλλη, Δαναός, Αλκυονίς, Ιλίσια, Μπρόντγουαίη).

   ΟΠΟΙΟΣ μιλάει, όπως ο Μπέργκμαν, για τη ζωή, μέσα από φιλοσοφικούς μύθους και ιστορίες που δείχνουν την αέναη, παράλογη πορεία του Σίσυφου, την υπαρξιακή αγωνία, το πεπερασμένο του ανθρώπου και τον καραδοκούντα θάνατο σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο, δεν σημαίνει πώς δεν την αγαπάει και πώς αποστρέφεται τις χαρές που προσφέρει.

   Το αντίθετο μάλιστα. Σ’ όλα του τα έργα αυτός ο σκοτεινός ποιητής της υπερβόρειας απελπισίας έχει σκηνές-κλειδιά που φανερώνουν μιαν απροκάλυπτη λατρεία για τη ζωή. Ακόμη και στα πιο «μαύρα» του φιλμ όπως η «Έβδομη σφραγίδα» ή το «Κραυγές και ψίθυροι» υπάρχει ένας έντονος υγιής ερωτισμός πότε με την αισθησιακή επίθεση του γιατρού στη Λιβ Ούλμαν όταν δίπλα πεθαίνει η αδερφή της κι άλλοτε, στην παλαιότερη «Σφραγίδα» σ’ εκείνη τη λατρευτική εικόνα της Μπίμπι Άντερσον με το μωρό στην αγκαλιά, εικόνα που συμπληρώνεται από το διάλογο ιππότη και υπηρέτη. «Μα τι υπάρχει επιτέλους;», ερωτά ο πρώτος. Και ο άλλος απαντά: «Ο θρίαμβος του να είσαι ζωντανός».

   Το «Φαννύ και Αλέξανδρος» είναι μία απέραντη χυμώδης εικονογράφηση αυτής της απάντησης.

   Μια τοιχογραφία, όπως λέει ο ίδιος ο Μπέργκμαν της χαράς του υπάρχειν, μια ερωτική εξομολόγηση προς τη ζωή.

   Ταυτόχρονα, καθώς ο δημιουργός της δηλώνει ότι αποσύρεται πια από τον κινηματογράφο, η ταινία αυτή είναι επίσης και μία σύνοψη του έργου του.

   Το φιλμ περιέχει όλα τα μοτίβα της προβληματικής του Μπέργκμαν από τα μεταφυσικά ερωτήματα περί Θεού και θανάτου μέχρι το ακανθώδες θέμα της χρησιμότητας της τέχνης. Όμως όλα αυτά σε τούτο το ύστατο όπως θέλει ο ίδιος έργο του, εντάσσονται σε μιάν απλή ανακεφαλαίωση, χωρίς να είναι φορτισμένα με άγχος και σκοτεινές αγωνίες. Εδώ, κυριαρχεί το τραγούδι της ζωής, η συμφιλίωση μαζί της, η χαρούμενη διάθεση και η αγάπη για τον άνθρωπο.

   Για να δώσει αυτή την πιο φιλοσοφική για μας ταινία του, ο Μπέργκμαν εμπνέεται από τον Επίκουρο και χρησιμοποιεί τους τρόπους των κωμωδιών του Σαίξπηρ. Εικόνες σαν όνειρο όχι καλοκαιρινής, αλλά χειμωνιάτικης νύχτας, ερωτικά ξεφαντώματα, κωμικά τερτίπια, μιά ξαφνική τρικυμία που προκαλεί ένας θάνατος και ένας στεγνός ιερέας, μαγικά παιχνίδια και πάλι νηνεμία, έρωτας και χαρά.

   Η τοιχογραφία θα μπορούσε να εκληφθεί και σα μια εικονογράφηση του ναού της ζωής που περιγράφει το πέρασμα από την παγανιστική βακχεία στην αυστηρή στεγνή εποχή του χριστιανισμού απ’ όπου ο άνθρωπος βγαίνει και πάλι στο φώς της χαράς και του καλού.

   Ταινία κατά βάση αυτοβιογραφική το «Φαννύ και Αλέξανδρος» έχει πλαίσιο ένα πλούσιο αστικό σπίτι των αρχών του αιώνα, που γεμίζει η πολυμελής μητριαρχική οικογένεια με κεφαλή τη θεατρίνα γιαγιά. Σ’ αυτό το εκπληκτικό σπίτι- ντεκόρ ο μικρός Αλέξανδρος με την αδελφούλα του Φαννύ παρακολουθούν το θίασο- οικογένεια να παίζει τους ρόλους της ζωής. Ο θάνατος του πατέρα θα φέρει τη σκοτεινιά με την εισβολή ενός επισκόπου στη σκηνή που θα παντρευτεί τη μητέρα και θα σκοτώσει με τον πουριτανισμό του κάθε ομορφιά. Στην πάλη του καλού με το κακό που ο Μπέργκμαν που κάτι ξέρει σα γιος πάστορα, δίνει το ρόλο του κακού στον εκπρόσωπο της Εκκλησίας. Όμως, η εξιλαστήρια φωτιά θα αφανίσει  το μισητό επίσκοπο και όλα θα ξαναγίνουν φωτεινά και ωραία μέσα σε μια αποθέωση γλυκών χρωμάτων, δανεισμένων από τη φλαμανδική ζωγραφική.

    Μια γοητευτική συμφωνία της χαράς σε τρία μέρη με εκατοντάδες ηθοποιούς και απίστευτη εικαστική τελειότητα είναι αυτό το τρίωρο «αντίο» του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη στον κινηματογράφο. Πρώτη και τελευταία μεγαλειώδης υπερπαραγωγή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν το «Φαννύ και Αλέξανδρος» είναι όχι μόνο η σύνοψη έργου μιας ολόκληρης ζωής αλλά και μήνυμα αισιοδοξίας και προέρχεται από έναν κορυφαίο στοχαστή της Έβδομης Τέχνης.

        Το  μεγαλείο του Μπέργκμαν

του ΑΝΔΡΕΑ  ΤΥΡΟΥ, εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 22/1/1984

  ΦΑΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (1983) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ένας χρόνος απ’ τη ζωή μιάς πολυμελούς μεγαλοαστικής οικογένειας στη Σουηδία των αρχών του αιώνα. Θέατρο, θρησκεία, ζωή και θάνατος περνούν μέσα από τα παιδικά μάτια δύο αδελφών. Το φιλμ, που μοιάζει μ’ ανακεφαλαίωση της μπεργκμανικής δημιουργίας, είναι το επικρατέστερο για το φετινό όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Τη φωτογραφία έκανε ο Σβεν Νύκβιστ και παίζουν οι Μπέρτιλ Γούβε, Γκουν Βάλγκρεν, Έρλαντ Τζόζεφσον, Χάριετ Άντερσον κ.α.

(Παλλάς, Έλλη, Δαναός, Αλκυονίς, Ιλίσια, Μπρόντγουέη).

        Αν ο Σουηδός δημιουργός μείνει πιστός στην πρόθεσή του να μην κάνει άλλη ταινία, αυτή η τελευταία του φαντάζει σίγουρα σαν η ιδανική καλλιτεχνική και πνευματική του υποθήκη. Ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει ν’ αναφερθούμε διεξοδικά στις πολύμορφες πτυχές αυτού του σύνθετου κομψοτεχνήματος.

    Εύκολα αναγνωρίζει κανείς την παρουσία όλων σχεδόν των βασικών θεμάτων του: Μόνο που για πρώτη φορά αντικρίζονται από την οπτική γωνία τεσσάρων παιδικών ματιών, βλέμματα που εναλλάσσονται με περισσότερο αντικειμενικά, της μηχανής, του αφηγητή, των άλλων προσώπων, της ίδιας της ζωής.

   Κι αυτή η τελευταία δεν είναι αποκλειστικά ο κλειστός χώρος του εσωτερικού δράματος. Τα χρώματά της περνούν από το ψυχρό γκρι στο βαθύ, ζεστό κόκκινο, όπως τα συναισθήματα, οι προσδοκίες, οι ανεξίτηλες μνήμες, τα μεταφυσικά οράματα, οι ερωτικές εξομολογήσεις, το φάντασμα του Άμλετ.

    Η ματιά μας βυθίζεται στο παρελθόν που ζωντανεύει οικείο, καθημερινό σαν τους χαρακτήρες του Μπαλζάκ, όπου το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι κι η αγωνία στον ύμνο της ζωής. Περισσότερο από αυτοβιογραφικό χρονικό ή τοιχογραφία, τούτο το αριστούργημα είναι μία σύνοψη αλλά και μιά συμφιλίωση μ’ ό,τι ταλάνισε χρόνια το νου και την καρδιά του Μπέργκμαν- καλλιτέχνη.

    Μετά που χάθηκε ο θεός, ο Μπέργκμαν ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς μαζί του στο όνομα της Απόλυτης Τέχνης, εκεί που το καθετί είναι πιθανό, καθώς πάνω στην εύθραυστη πραγματικότητα η φαντασία όλο και υφαίνει τα καινούργια σχέδια.

        Ο κόσμος του Μπέργκμαν

του ΝΙΚΟΥ ΦΩΚΑ, εφ. «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» 21/1/1984

   Από τις πρώτες ταινίες του («Το λιμάνι», «Η φυλακή», «Καλοκαίρι με τη Μόνικα»), μέχρι τις τελευταίες του («Σκηνές από ένα γάμο», «Φθινοπωρινή σονάτα», «Μαριονέτες»), ο Σουηδός σκηνοθέτης, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν κατάφερε να φτιάξει ένα ιδιότυπο, προσωπικό κόσμο, κατοικημένο από τις εμπειρίες και τις έμμονες ιδέες του δημιουργού του: το πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, τις σχέσεις του ζευγαριού και το θέμα της δυσκολίας της συνεννόησης, ο κόσμος του θεάτρου και γενικά του θεάματος.

    Αυτός ο κόσμος είναι και το επίκεντρο της τελευταίας, μεγάλης διάρκειας (τρίωρης για τις κινηματογραφικές αίθουσες και σχεδόν έξι ώρες για την τηλεόραση) ταινίας δημιουργίας του Μπέργκμαν , «Φάνυ και Αλέξανδρος». Η ιστορία της εκτυλίσσεται στην πόλη Ουψάλα (γενέτειρα του ίδιου του Μπέργκμαν), στη διάρκεια μιας χρονιάς, αρχίζοντας από τα Χριστούγεννα του 1907 και τελειώνοντας τα επόμενα Χριστούγεννα. Ο δεκάχρονος Αλέξανδρος, κι οχτάχρονη αδερφή του, Φάνυ, μεγαλώνουν σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, που το διευθύνει η ηλικιωμένη Έλενα Έκνταλ, πρώην ιδιοκτήτρια και ηθοποιός του θεάτρου της πόλης, που τώρα διευθύνει ο γιός της, Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι παντρεμένος με την Έμιλυ και η Φάνυ και ο Αλέξανδρος είναι παιδιά τους.

   Στην πολυμελή αυτή οικογένεια βρίσκουμε ακόμη τον Καρλ, δεύτερο γιό της Έλενας, και τη Γερμανίδα γυναίκα του, Λύδια, και τέλος, τον Γκούσταβ Άντολφ, που δεν σταματά ν’ απατά τη γυναίκα του Άλμα.

   Όταν ο Όσκαρ πεθαίνει από συγκοπή της καρδιάς, η χήρα του θα ερωτευθεί και θα παντρευτεί τον επίσκοπο, Έντβαρντ Βέργκερους, που θα αποδειχθεί ένας απολυταρχικός και αυστηρών ηθών άνθρωπος, που θα κάνει τη ζωή της Έμιλυ και των δύο παιδιών αφόρητη.

   Με την εξέλιξη της ιστορίας και των καταστάσεων που έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τα δύο παιδιά αλλά και οι μεγάλοι, αρχίζουν να διαφαίνονται και ν’ αναπτύσσονται τα γνωστά θέματα του μπεργκμανικού έργου: η Φάνυ και ο Αλέξανδρος μεγαλώνουν σε έναν κόσμο του θεάματος αλλά και θρησκευτικής καταπίεσης (έναν κόσμο αντίστοιχο μ’ εκείνον στον οποίο μεγάλωσε κι ο ίδιος ο Μπέργκμαν), φέροντας στο νου ταινίες όπως «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» και «Χειμωνιάτικο φως», οι σχέσεις ανάμεσα στον Γκούσταβ Άντολφ και την Άλμα, οδηγούν σε αδιέξοδο, άγχος αλλά και συμφιλίωση, όπως σε τόσες ταινίες του Μπέργκμαν, το μυστήριο και η μαγεία που δημιουργούνται γύρω από τα παιδιά, ιδιαίτερα μέσα από τις σχέσεις τους με τον Εβραίο φίλο της οικογένειας, Ισαάκ Γιακόμπ και του ανηψιού του, Ισμαήλ, φέρνουν στο νου τη μαγεία και το μυστικισμό που κυριαρχούν σε ταινίες όπως «Το πρόσωπο», κ. ά.

   Βέβαια, πάνω και ίσως απ’ όλα τ’ άλλα, κυριαρχεί το θέμα της γυναίκας και του κόσμου της, είτε αυτή είναι ηλικιωμένη όπως η Έλενα, που ζει με τις αναμνήσεις της είτε ώριμη γυναίκα που αναζητά την ευτυχία, όπως η Έμιλυ, είτε γυναίκα βασανισμένη όπως η Λυδία είτε γυναίκα που έχει συμφιλιωθεί με τη μοίρα της, όπως η Άλμα, είτε ακόμη γυναίκα που ζει μόνο για την ηδονή, όπως η γκουβερνάντα Μάι. Αυτό τον κόσμο, ο σκηνοθέτης της «Νύχτας των σαλτιμπάγκων» και του «Κραυγές και Ψίθυροι» ξέρει να δίνει με τρόπο ανεπανάληπτο, διεισδύοντας στις πιο ενδόμυχες σχέσεις των ηρωίδων του, σκιτσάροντας το χαρακτήρα τους στα πιο ουσιαστικά και ενδιαφέροντα στοιχεία τους.

    Και βέβαια, όπως και στο προηγούμενο έργο του, ο Μπέργκμαν καταφέρνει ν’ αποσπάσει απ’ όλες (αλλά και από τους άντρες ηθοποιούς του), θαυμάσιες ερμηνείες: τη Γκουν Βάλγκρεν (Έλενα), την Εύα Φρέλινγκ (Έμιλυ), τη Μαριάν Αμίνοφ (Μπλέντα Βέργκερους- μητέρα του Επισκόπου), τη Χάριετ Άντερσον (Γιουστίνα, μαγείρισσα στο σπίτι του Βέργκερους), τον Γιαν Μάλμσγιε (Επίσκοπο Βέργκερους), τον Γκιούναρ Μπγιέρνστραντ (Φίλιπ Λάνταλ), τον Έρλαντ Γιόζεφσον (Ισαάκ Γιακόμπι), τον Μπέρτιλ Γκούβε (Αλέξανδρο), την Περνίλα Άλβιν (Φάνυ) και όλους τους άλλους.».

     Μια ωραία περιδιάβαση σε εξαιρετικά χρήσιμα κινηματογραφικά σημειώματα παρελθόντων ετών για όσους αγαπούν τον Κινηματογράφο και ιδιαίτερα τις ταινίες του Ingmar Bergman. Στην αντιγραφή διατήρησα την ορθογραφία των εφημερίδων της εποχής και δεν ομογενοποίησα τα κύρια ονόματα των δύο μικρών αδερφών ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

   Τέλος αν το άτομο και ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά του Λουθηρανού χριστιανού Επισκόπου Βέργκερους, τα λόγια του, ανακαλούν στην μνήμη σας ανάλογες περιπτώσεις Ελλήνων ας μείνει ο προβληματισμός ανοιχτός….

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

30 Αυγούστου 2026