Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Για την κριτική φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη

ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

 (1930-31/12/2013)

        Στο παρόν δεύτερο σημείωμα για την κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφράστρια Νόρα Αναγνωστάκη, μία από τις εξέχουσες γυναικείες φυσιογνωμίες της ελληνικής δοκιμιογραφίας και κριτικής, μεταφέρω το ποίημα που της αφιέρωσε ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και ορισμένες από τις κριτικές που γνωρίζω- και ανέφερα στο προηγούμενο σημείωμα- που μιλούν για την συγκεντρωτική έκδοση των «Δοκιμίων» της από τις εκδόσεις «Νεφέλη» και την καινοτόμα συμβολή της στην ανάδειξη της πρώτης Μεταπολεμικής Ποιητικής Γενιάς, και παράλληλα, την σημαντική προσφορά της στον Κριτικό λόγο της Ελληνικής Λογοτεχνίας και την παρουσίαση ποιητικών εκπροσώπων της Γενιάς του 1970, Γενιά της Αμφισβήτησης ή τρίτης μεταπολεμικής γενιάς. Πολύ ορθά οι κριτικοί των βιβλίων της κατά την συγκεντρωτική έκδοσή τους, επεσήμαναν την μεγάλη της πνευματική καλλιέργεια, τις ευρείες γνώσεις της όσον αφορά τα σύγχρονα-των χρόνων της-ιδεολογικά ρεύματα της ευρωπαϊκής κριτικής διανόησης, ιδιαίτερα της αγγλικής και γαλλικής ερμηνευτικής σχολής και προσέγγισης των λογοτεχνικών κειμένων και την εφαρμογή τους στην κριτική-δοκιμιακή εξέταση και ερωτηματικό προβληματισμό των κειμένων της. Μίλησαν για την όσφρηση λαγωνικού που διαθέτει. Οφείλουμε να μην παραβλέπουμε-ιδιαίτερα στις μέρες μας- το γεγονός ότι η κριτική και δοκιμιακή γραφή της Νόρας Αναγνωστάκη η συλλογιστική της εύρωστης σκέψης της κυοφορήθηκε και αναπτύχθηκε σε μία δύσκολη κοινωνικά και πολιτικά εποχή για την χώρα μας και την ελληνική κοινωνία. Αναφέρομαι στο επτάχρονο στρατιωτικό καθεστώς και στα πολιτικά και πνευματικά «απόνερα» των δεκαετιών πριν από αυτό του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και των διχαστικών προβολών τους τόσο μέσα στο κοινωνικό σώμα όσο και στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς χώρους και περιβάλλοντα. Ως βιωματικές αναμνήσεις και καρποφόρα σκηνική θεματογραφία τους στην ποίησή τους, στα πεζά τους, στα στοχαστικά και φιλοσοφικά τους δοκίμια. Κλειστοφοβική πνευματικά και πολλαπλά πολιτικά και ιδεολογικά τραυματισμένη η ελληνική κοινωνία οχυρώθηκε πίσω από κάλπικους όπως αποδείχτηκε εκ των ιστορικών υστέρων εθνικούς και θρησκευτικούς ξανά χωνεμένους μεγάλο ιδεατισμούς και κλισέ μύθους όπως το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και έχασε τόσο το τρένο της ανάπτυξης όσο και της ισότιμης συμμετοχής στα ευρωπαϊκά και του δυτικού κόσμου πνευματικά και καλλιτεχνικά δρώμενα και εξελίξεις. Η ελληνική λογοτεχνία (ποίηση, πεζογραφία, δοκιμιακός στοχασμός) για πολλές δεκαετίες δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να συνομιλήσει με την ευρωπαϊκή και τον κόσμο της. Ακόμα και τα συγγενέστερα προς αυτήν των Βαλκανικών Λαών πνευματικά και καλλιτεχνικά παράγωγα υιοθετούνταν μάλλον από μία μερίδα της ελληνικής διανόησης, της ηττημένης και κυνηγημένης αριστεράς ως υπερασπιστική «ασπίδα» αναφοράς στο ποιες θα ήταν οι εξελίξεις στην Ελλάδα αν κέρδιζαν στην εμφύλια διαμάχη οι «άλλοι». Δηλαδή, οι μη συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. Από την μία είχαμε το ακόμα και σήμερα λογοτεχνικό και πνευματικό πρότυπο της εθνικής μας ταυτότητας, αναφοράς και προώθησης των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών διδαγμάτων βιωμένης ζωής προερχόμενης από την μεσαιωνική ιστορική περίοδο των προνεωτερικών χρόνων των ελληνικών κοινοτήτων του αγροτικού ή νησιώτικου πολιτισμού όπως αυτό εικονογραφείται μέσα στο έργο του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και άλλων χριστιανών συγγραφέων, και από την άλλη, την εξόριστη λογοτεχνική φωνή του Δημήτρη Χατζή και αναγνωστικά ευρύτερα γνωστού, του ποιητή και πεζογράφου Μενέλαου Λουντέμη ως παραδειγματικά μαθήματα πνευματικής μας αγωγής και καλλιέργειας. Την εργαλειοποίηση από την μία μεριά του θρησκευτικού πιστεύω και από την άλλη της πολιτικής μαρξιστικής ιδεολογίας ως κοινωνικά εθνικά μοντέλα προτάσεων ζωής και καθοριστικά στοιχεία της ελληνικής μας αυτοσυνειδησίας και διαχείρισης της ταυτότητάς μας, όπως καθρεφτίζεται μέσα στην ελληνική λογοτεχνία της εποχής. Για να μείνω σε τρία χαρακτηριστικά ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας που τα βιβλία τους διαβάστηκαν από μεγάλες ομάδες του ελληνικού πληθυσμού ακόμα και αν δεν υπήρξαν «φανατικοί» βιβλιόφιλοι. Περίκλειστη η ελληνική κοινωνία μέσα στην αγροτο οικονομική της ασφυξία παρά τις αστικές της χρονολογικά νησίδες εκσυγχρονισμού της, περίκλειστη και η λογοτεχνική της παραγωγή αντανακλά μία Ελλάδα μετέωρη μεταξύ Ανατολής και Δύσης με την αναμεταξύ τους γέφυρα το Αρχαιοελληνικό Τουριστικό προϊόν που έλκυε τους ξένους και πωλούσε σε φτηνή τιμή γνωριμίας τους με την σύγχρονη ανθρωπίνων διαστάσεων ελληνική φιλοξενία και ζωή. Και μάλλον, οι εξαιρέσεις της αστικής και κοσμοπολίτικης λογιοσύνης και δημιουργών των εκπροσώπων της Γενιάς του 1930 δεν εύρισκε «πάντα» μεγάλο αντίκτυπο, απήχηση μάλλον, στα πολυπληθέστερα λαϊκά στρώματα των ελλήνων και ελληνίδων αναγνωστών, αναγνωστών με την όποια παιδεία και καλλιέργεια που επαναπαυόντουσαν σε λαϊκές φυλλάδες της ηρωικής εποχής του 1821, στα μυθιστορήματα της Ιωάννας Μπουκουβάλα Αναγνώστου και στις μεταφράσεις ξένων εικονογραφημένων ρομάντζων των εξωπραγματικών και ιδεαλιστικών ερωτικών ειδυλλίων που συναντάμε στα πάσης φύσεως λαϊκά περιοδικά και στις ετήσιες συμβουλές του Καζαμία. Η ηθογράφηση της ελληνικής πραγματικότητας μέσω της έντεχνης και μη παραδοσιακής τέχνης. Τα συγγραφικά έργα της Γενιάς του 1930 ακούγονταν «μόνο» ή κυρίως προσέχονταν όταν βραβεύονταν διεθνώς έλληνες δημιουργοί. Κλασσική η περίπτωση του ποιητή νομπελίστα μας Γιώργου Σεφέρη, (όταν κυκλοφόρησε τις συλλογές του η ανταπόκριση που βρήκε ήταν μηδαμινή) ή όταν είχαμε την βράβευση και χορηγία ελληνικών έργων- μάλλον σωστότερα συγγραφέων και καλλιτεχνών- από το αμερικάνικο ίδρυμα Φορντ, βλέπε περίπτωση Κώστα Ταχτσή και άλλων. Ή όταν η παγκόσμια κινηματογραφική παραγωγή ενδιαφέρονταν να γυρίσει ταινία με υπόθεση παρμένη από ελληνικά μυθιστορήματα που θα έκανε γνωστό στο εξωτερικό τον έλληνα συγγραφέα αλλά και πάλι κυρίως την Ελλάδα και τις φυσικές ομορφιές της ως τουριστικό προϊόν. Οι ελληνικές συγγραφικές φωνές που ήρθαν σε επαφή από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα-και προγενέστερα από την περίοδο του Μεσοπολέμου- με τα διάφορα ευρωπαϊκά μοντέρνα κινήματα όπως είναι του σουρεαλισμού, του φουτουρισμού, του ντανταϊσμού κλπ. και επεχείρησαν κατόπιν να φέρουν το ελληνικό φιλότεχνο κοινό σε επικοινωνία μαζί τους, σε έναν ανοιχτό διάλογο (περιορίζομαι στους χώρους της λογοτεχνίας και δεν επεκτείνομαι στις άλλες τέχνες) δεν είχαν ανταπόκριση ή τουλάχιστον δεν έτυχαν μιάς ευρείας και ανοιχτής αποδοχής από το ελληνικό κοινό. Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι φωνές του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικόλαου Κάλας, του Νίκου Εγγονόπουλου, της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της Ελένης Βακαλό κλπ. έμειναν στο «περιθώριο» των αναγνωστικών ενδιαφερόντων του αναγνωστικού κοινού. Εδώ παρενθετικά να αναφέρουμε ότι η πολύτομη σύγχρονη «Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων «Καστανιώτη» που έγραψε ο έγκριτος ιστορικός και κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και βασίζεται κυρίως αποκλειστικά στην αποδελτίωση των λογοτεχνικών περιοδικών και εντύπων μας αποκαλύπτει όχι μόνο την πληθώρα των δημοσιευμάτων και δημιουργών που λησμονήθηκαν στον χρόνο αλλά και την ποιότητα και το είδος των πνευματικών πρωτογενών και δευτερογενών εργασιών που απασχολούσαν τους Έλληνες και τις Ελληνίδες). Ξεχνάμε αλήθεια πόσες θεατρικές επιθεωρήσεις δεν ανέβηκαν στις θεατρικές σκηνές σατιρίζοντας και κωμωδόντας τους υπερρεαλιστές ποιητές και τα έργα τους; Μήπως και η αποδοχή της ποίησης του όψιμου Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι μεγαλύτερη από αυτήν της πρώτης του περιόδου; Πχ. των «Προσανατολισμών». Τα θεωρητικά του κείμενα και οι στοχαστικές και δοκιμιακές και αισθητικές του παρατηρήσεις όπως και του Γιώργου Σεφέρη δεν διαφέρουν αν δεν λαθεύω από τον καθ’ αυτό ποιητικό τους λόγο; Και όμως προέρχονται από την ίδια καρποφόρα φυσική ποιητική πηγή. Στην σύνολη ποιητική και δοκιμιακή παραγωγή του Κωστή Παλαμά δεν συναντάμε την ίδια διττή προβληματική του; Δεν μετανάστευσαν όλοι οι έλληνες συγγραφείς στην Πόλη των Φώτων όπως ο ποιητής και μεταφραστή Ζαν Μωρεάς κάνοντας νέα αρχή στην καλλιτεχνική τους καριέρα. Θέλω να πω με τα παραπάνω ότι, όπως η ελληνική ποίηση και πεζογραφία δεν κατόρθωσε όπως της αξίζει να αναμετρηθεί και να συνομιλήσει με την ευρωπαϊκή αντίστοιχή της, και παρέμεινε σε δάνεια στοιχεία και εκλεκτικές επιλογές τις οποίες εντοπίζουμε μέσα σε ποιητικές συλλογές και μυθιστορήματα, δέσμια μιάς πολιτικής και θρησκευτικής αντίληψης ως πρόθεση και πρόταση ζωής, το ίδιο συνέβει και με τον δοκιμιακό λόγο και την κριτική σκέψη. Αν δεν θεωρήσουμε ως αντιπροσωπευτικό δείγμα νέων κριτικών φωνών τους έλληνες συγγραφείς και λογίους που διαβάζουμε σε δύο τρία πρωτοποριακά για την εποχή τους περιοδικά όπως «Τα Νέα Γράμματα», η «Επιθεώρηση Τέχνης» και οι «Εποχές» ο κριτικός λόγος παρέμεινε και αυτός «εγκλωβισμένος» στις ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν στην πατρίδα μας και τις πολιτικές παγκοσμίως. Ένα είδος πολιτιστικού «Ψυχρού Πολέμου» αν στέκει ο όρος. Ο κριτικός προσανατολισμός των επιφανών κριτικών μας ήταν δεδομένος και ιδεολογικά φορτισμένος από τις συνθήκες των καιρών τους και των πολιτικών επακόλουθων που κυριαρχούσαν. Την ασφυξία αυτή δεν την άντεξαν πχ. ο Νικήτας Ράντος ή ο Αλεξανδρινός Καβαφιστής ή ενδέχεται «αντικαβαφιστής» Τίμος Μαλάνος. Θετικά παραδείγματα είναι ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νικόλαος Σπάνιας, ο πεζογράφος Βασίλης Αλεξάκης και ο λούμπεν λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος, ο μοντέρνος κριτικός και συγγραφέας Βρασίδας Καραλής που σταδιοδρόμησε στην μακρινή Ωκεανία, και οι πανεπιστημιακοί λογοτέχνες που διδάσκουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού πχ. Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ όπως ήταν ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Μίμης Σουλιώτης, ο Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Δημήτρης Τζιόβας, η Αγαθή Γεωργιάδου και το υπόλοιπο σύγχρονο καθηγητικό- πανεπιστημιακό ελληνικό δυναμικό που διακονούν τα ελληνικά γράμματα στο εξωτερικό και φέρνουν σε επαφή όπως και οι μεταφραστές το πνεύμα και την θεματολογία της ελληνικής λογοτεχνίας με την ξένη του δυτικού κόσμου, της ευρωπαϊκής ποιητικής και πεζογραφικής παραγωγής.

   Επίσης, αν ανατρέξουμε στους ελάχιστους, μετρημένους στα δάχτυλα Ανθολογικούς τόμους Κριτικής Σκέψης που κυκλοφορούν στην χώρα μας, θα διαπιστώσουμε την αναλογική απουσία της γυναικείας εκπροσώπησης σε σχέση με την αντρική. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 άρχισε αχνά να διακρίνεται η θηλυκή κριτική σκέψη η οποία πήρε τα πάνω της από την περίοδο της δικτατορίας και άνθησε καταλαμβάνοντας μεγαλύτερους χώρους μετά την Μεταπολίτευση. Ποιό άλλο ισχυρό παράδειγμα θηλυκής κριτικής γραφής πέρα από την Άλκη Θρύλο (η οποία ασχολήθηκε κυρίως με την Θεατρική κριτική) έχουμε να μνημονεύσουμε τις προ πολεμικές και τις μεταπολεμικές δεκαετίες; Δεν αναφέρω την Ανθολόγο και πεζογράφο Αθηνά Ταρσούλη. Γιατί, δεν νομίζω να άσκησε ισχυρή επίδραση ούτε η θεωρητική φωνή και συλλογιστική της Γαλάτειας Καζαντζάκη, ούτε της Έλλης Αλεξίου ούτε ορισμένων άλλων γυναικείων γραφίδων, στάθηκαν κριτικοί φάροι προς μίμηση από τις μεταγενέστερες ελληνίδες συγγραφείς. Οι περιπτώσεις των καταγόμενων από τον Πειραιά Σοφία Αντωνιάδου και Ισιδώρα Ρόζενταλ Καμαρινέα, ξεφεύγει από τα στενώτερα της κριτικής πλαίσια σε σχέση με τα ευρύτερα ενδιαφέροντά τους και ενασχολήσεις τους. Οι θεωρητικές λογοτεχνικές θέσεις της Σοφίας Αντωνιάδου αν δεν λαθεύω περιορίζεται σε δύο μακροσκελή κείμενά της στην «Νέα Εστία» ενώ η Καμαρινέα εστιάζεται στις μεταφράσεις της και την γνωριμία ελληνικών λογοτεχνικών έργων στο γερμανόφωνο κοινό της εποχής του μετά την εγκατάστασή της στη Γερμανία. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για την ποιήτρια Ρίτα Μπούμη Παππά. Η θεωρητική λογοτεχνική επίδραση του ζεύγους Παππά περιορίστηκε στο «ορθόδοξο» αριστερό ακροατήριο. Αν δεν αστοχεύει η συλλογιστική μας, θα σημειώναμε, ότι η εμφάνιση της κριτικού Νόρας Αναγνωστάκη είναι μία καινοτόμα και ρηξικέλευθη αρχή στον γυναικείο κριτικό και δοκιμιακό λόγο στα λογοτεχνικά μας πράγματα. Δίχως αυτό να ξεκαθαρίσουμε σημαίνει ότι απαξιώνονται όλες οι προγενέστερες ελληνίδες φωνές που ασχολήθηκαν με την βιβλιοκριτική, την συγγραφή αυτοβιογραφιών ποιητών και πεζογράφων μας, φώτισαν από ορισμένες πλευρές το έργο λογοτεχνών μας, δίχως όμως πρόθεση να αρθρώσουν έναν θεωρητικό λόγο. Η κριτική πρωτοπορία όπως φαίνεται αρχινά με την γραφή της Νόρας Αναγνωστάκη, όχι η θηλυκή γραφή. Και αυτό, όχι γιατί το υποστηρίζει κάποιος αναγνώστης από τον Πειραιά των ημερών μας, αλλά γιατί είναι σημαντικό να υπενθυμίζουμε ότι η Νόρα Αναγνωστάκη μας έδωσε ένα οργανωμένο σύστημα κριτικής ανάλυσης ενός έργου και μας φώτισε παράλληλα τα διάφορα μονοπάτια που μας οδηγούν σε αυτό. Συνομίλησε τόσο με τους ποιητές όσο και με τα ποιητικά τους κείμενα και έμμεσα με τον αναγνώστη τους. Η προβληματική της Αναγνωστάκη όπως εύστοχα στο κριτικό της σημείωμα για το βιβλίο της «Πνευματικές ασκήσεις» μας λέει η κριτικός κυρία Ελισάβετ Κοτζιά (βλέπε «Η Καθημερινή» 25/ 2/19 90) μας έδειξε την διαδικασία της σκέψης μας στην αναγνωστική μας επιλογή, μας είπε πώς διαβάζουμε ένα κείμενο ή ένα βιβλίο. Πώς κρίνουμε ή εξετάζουμε ένα Κείμενο, με δυό λόγια πώς γράφουμε εμείς οι ίδιοι, και τι ίσως επιδιώκουμε με την γραφή μας. Τι είναι αυτό που μας ωθεί στο γράψιμο; Ποιες δυνάμεις ενεργοποιούνται μέσα μας στην επιθυμία μας να σχολιάσουμε ένα βιβλίο ένα κείμενο που διαβάσαμε έτσι ώστε ο κριτικός σχολιασμός μας να λειτουργήσει ως εφαλτήριο στο αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός άλλου ατόμου. Η κριτική προβληματική της στοχεύει και στο να δώσει φωνή στο ίδιο το κείμενο, να μας δείξει πώς λειτουργεί η ποίηση, ο πεζός λόγος, ποια η λειτουργία της γλώσσας μέσα στο χρόνο και στην διαρκή ροή των διαφόρων λογοτεχνικών ρευμάτων, πώς επικοινωνεί μαζί μας ένα κείμενο πέρα ακόμα και από τις όποιες προθέσεις του συγγραφέα του. Η κριτική φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη δεν αξιολογεί μάλλον αλλά περισσότερο εξετάζει την διαδικασία προσεγγίσεών μας με το κείμενο από την μία και από την άλλη τι επίδραση δέχεται το ίδιο το κείμενο έστω και ολοκληρωμένο, τυπωμένο. Μπορεί μία συντελεσμένη γραφή να εξακολουθεί να αναπνέει και να ζυμώνεται και μετά το πέρας της δημοσίευσής της; Και η διπλή αυτή στόχευση της ή πολυκεντρική που έφερε εις πέρας με επιτυχία η Νόρα Αναγνωστάκη, έχει να μας πει κάτι σήμερα; Ή μήπως περιορίζεται στο επικαιρικό πολιτικό και ιδεολογικό συγγραφικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής της; Η απάντηση επαφίεται στον κάθε συγγραφέα και κάθε άντρα ή γυναίκα κριτικό ξεχωριστά και στο πώς βλέπει και διαβάζει ένα βιβλίο ή γράφει ένα κείμενο σήμερα και τι επιδιώκει με αυτήν την δημόσια έκθεσή του. Τι ερωτήσεις θέτει και τι ερωτήματα δέχεται αντίστοιχα. Τόσο το Κείμενο όσο και ο Δημιουργός και στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση με εμάς τους Αναγνώστες.   

Ο  ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

              Στη Νόρα Αναγνωστάκη

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου

στον ουρανό

φάνηκε

ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο

από τα κόκκινα μυρμήγκια

της φωτιάς

κι ένα κεφάλι πλάι του

να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη

        βροχή

να λάμπει το κεφάλι

να φέγγει

καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο

        η φωτιά

να ψιθυρίζει:

-Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά

ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα

       τα φτερά

κι ο πόνος

σκύλος με σπασμένο πόδι

μένει

μένει

ΜΙΛΤΟΥ  ΣΑΧΤΟΥΡΗ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1945-1971), εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1977, σ.180

--

        Η διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη

Δοκίμια, ένζυμα στις πνευματικές ζυμώσεις της εποχής

        Τη Διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη την έχω παρακολουθήσει βήμα προς βήμα. Η συναναστροφή μου με τα κριτικά της δοκίμια άρχισε πολλά χρόνια πριν από την άμεση συναναστροφή μου με την ίδια. Ως συνδρομητής της Κριτικής, όπου δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά ορισμένα από τα κείμενα του τόμου που παρουσιάζεται σήμερα, είχα την αγαθή τύχη να προσποριστώ εγκαίρως στους καρπούς της ευαισθησίας της, του κριτικού της στοχασμού, της εκφραστικής της χάρης. Το ίδιο έγκαιρα έτυχε να διαβάσω και τα κείμενά της που δημοσιεύτηκαν σε άλλα έντυπα, για να απαρτίσουν εν συνεχεία τους τρείς επιμέρους τόμους που προηγήθηκαν της συγκεντρωτικής έκδοσης την οποία έχουμε σήμερα μπροστά μας. Μιλώ βέβαια για τις Μαγικές Εικόνες (1973), την Κριτική της Παντομίμας (1977) και τις Πνευματικές Ασκήσεις (1988).

        Το «έτυχε», που χρησιμοποίησα λίγο πιο πάνω, δεν είναι πολύ εύστοχο ρήμα. Η αλήθεια είναι πώς μ’ ενδιέφερε πάντα ό,τι έγραφε η Νόρα-και, επαναλαμβάνω, πολύ πριν γνωρίσω την ίδια.

        Το δίχως άλλο, η προσωπική μου διαδρομή μέσα στα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Ενδέχεται, εντούτοις, να θεμελιώνει το δικαίωμα που διεκδικώ να μιλώ σήμερα από δύο κάπως διαφορετικές οπτικές γωνίες, στην προσπάθειά μου να απαντήσω σε δύο βασικά ερωτήματα. Πρώτον:

*Ποιο ρόλο έπαιξαν τα κριτικά της κείμενα τον καιρό της πρώτης τους δημοσίευσης, ως ένζυμα στις πνευματικές ζυμώσεις της εποχής. Και δεύτερον:

*Πώς διαβάζονται σήμερα, ποια είναι η σημασία και η αξία τους για τους σημερινούς αναγνώστες- τόσο εμάς, τους παλαιούς, που βέβαια δεν είμαστε οι ίδιοι που ήμασταν 35 ή 25 χρόνια πριν, όσο και για τους νέους, που δεν γνώρισαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ποιήθηκαν τα ποιήματα και τα δοκίμια που γράφτηκαν απ’ αφορμή τους.

        Θα δοκιμάσω να δώσω κάποιες απαντήσεις:

   Αξίζει να επισημανθεί, κατ’ αρχάς, ότι η Νόρα Αναγνωστάκη αντιδρά έγκαιρα, σχεδόν ακαριαία θα έλεγα, στα ποιητικά έργα της υπό διαμόρφωση ακόμη πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Σκιαγραφεί την ποιητική φυσιογνωμία και τονίζει τη σημασία των ποιητών από τους σημαντικότερους της γενιάς τους. Της Ελένης Βακαλό, του Μίλτου Σαχτούρη, του Δημήτρη Παπαδίτσα, του Κλείτου Κύρου και, αργότερα, του Τάκη Σινόπουλου. Αυτό σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο. Όταν η Νόρα Αναγνωστάκη γράφει και δημοσιεύει τα δοκίμιά της για συνομηλίκους της ποιητές, το εγχείρημα δεν ήταν αυτονόητο. Απαιτούσε διορατικότητα και τόλμη- που ο χρόνος δικαίωσε.

Πρέπει να υπογραμμισθεί ακόμη ότι η Αναγνωστάκη δεν περιορίστηκε σε σύντομα βιβλιοκριτικά σημειώματα, που κι αυτά φυσικά θα είχαν την αξία τους’ έγραψε δοκίμια, τα οποία εστόχευαν σε μια σφαιρική σύλληψη της ανολοκλήρωτης ακόμη φυσιογνωμίας των ποιητών που την απασχολούσαν, σε μια πρώιμη διάγνωση των καίριων χαρακτηριστικών τους.

        Επαναλαμβάνω ότι χρειάζεται τόλμη κάτι τέτοιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αλλά και σήμερα ακόμη, πολλοί κριτικοί καταπιάνονται με έργα και συγγραφείς που έχουν δοκιμαστεί από τον χρόνο, έχουν, όπως λέμε, καθιερωθεί. Φυσικά, και αυτή η πρακτική έχει το ρίσκο της, δεν είναι εύκολη υπόθεση η αναμέτρηση με τη μεγάλη ποιητική φυσιογνωμία- η κριτικός μας δοκιμάστηκε και σ’ αυτόν τον τομέα με το λαμπρό δοκίμιό της για τον Σεφέρη-αλλά εδώ απουσιάζει το στοιχείο της ευτολμίας, ή της παρατολμίας, αν θέλετε.

        Η Αναγνωστάκη, λοιπόν, κέρδισε το στοίχημα που έβαλε με το χρόνο. Κι όχι μόνο γιατί η διαίσθηση της και η οξυδέρκειά της την οδήγησαν σε ποιητές που αποδείχθηκαν ανθεκτικοί. Η Νόρα Αναγνωστάκη είναι από τους εξέχοντες κριτικούς της γενιάς της και για άλλους λόγους, βαθύτερους πιστεύω. Είναι η ίδια θρεμμένη με τις αξίες και τις αγωνίες αυτής της γενιάς, ζυμωμένη με τη γλώσσα της, εκφραστής του δικού της πνεύματος, κομίζει εις την τέχνη της δοκιμιογραφίας την ευαισθησία που κομίζουν εις την τέχνην της ποιήσεως οι ποιητές που μελετά. Η προσέγγισή της, η κριτική της ματιά είναι σύγχρονη, είναι φρέσκια, μεταπολεμική.

        Σε κάποιο δοκίμιό της η Νόρα Αναγνωστάκη μιλάει για εμπειρική μέθοδο, για όσφρηση λαγωνικού που την οδηγεί στην καρδιά του ποιήματος, στον πυρήνα του. Φοβούμαι ότι ο αυτοχαρακτηρισμός της μεθόδους της ως εμπειρικής ενδέχεται να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις. Η Αναγνωστάκη, στην κριτική της προσέγγιση, δεν εφαρμόζει μια  συγκεκριμένη θεωρητική μέθοδο, αλλά είναι ενήμερη των νεότερων θεωρητικών και κριτικών ρευμάτων, τα οποία παρακολουθεί και αφομοιώνει. Αυτό συνάγεται από την προσεκτική μελέτη των δοκιμίων της, όπως και από τη μεταφραστική της δραστηριότητα. Μεταφράζει-από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 ήδη, δηλαδή πολύ νωρίς- Ρολάν Μπαρτ, Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ, Μισέλ Μπυτόρ, Ζαν Ρουντώ κ.ά. πολύ πρίν οι συγγραφείς αυτοί γίνουν του συρμού. Από την προσεκτική ανάγνωση των δοκιμίων της, άλλωστε, προκύπτει η οικείωσή της με τα θεωρητικά κείμενα του Έλιοτ, του Μαλαρμέ, του Βαλερύ-για να σταθεί σε κορυφαία μόνο ονόματα- καθώς και με το ίδιο το σώμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, κι ιδιαίτερα της γαλλικής και της αγγλοσαξωνικής.

        Είπα λίγο πριν ότι παρακολουθεί και αφομοιώνει τα νεότερα κριτικά ρεύματα. Επιτρέψτε μου να επιμείνω στην έννοια της αφομοίωσης. Οι νέες κριτικές και θεωρητικές τάσεις χωνεύονται μέσα της και λειτουργούν αθόρυβα’ υποστηρίζουν διακριτικά την κριτική της ματιά, την εντελώς προσωπική, χωρίς να επιδεικνύονται στη βιτρίνα του κειμένου ως σχήματα, με τα οποία μας ταλαιπωρεί τα τελευταία χρόνια ένα μέρος της κριτικής δοκιμιογραφίας μας. Τίποτε δεν είναι πια ξένο στη χυμώδη και λαγαρή έκφραση της Νόρας Αναγνωστάκη από την ξύλινη, θεωρητικίζουσα γλώσσα, με την οποία μόλυνε την κριτική μας η νεοπλουτίστικη επιστημονικοφάνεια και η ύποπτη σπουδαιοφάνεια όλων εκείνων που δεν διαθέτουν όσφρηση λαγωνικού.

        Μιλώντας για σχήματα και σχηματοποιήσεις, θα ήθελα να αναφερθώ, συντόμως και παρεκβατικώς έστω, σε κάτι πρόδηλο αλλ’ όχι κατ’ ανάγκην και αυτονόητο. Η Νόρα Αναγνωστάκη εμφανίζεται από τις στήλες της Κριτικής, του περιοδικού που  έβγαζε ο Μανόλης Αναγνωστάκης στη Θεσσαλονίκη από το 1959 ως το 1961. Η Κριτική, θα μπορούσαμε να πούμε πώς είναι ένα περιοδικό της Αριστεράς- όχι επίσημο, όχι κομματικό, αιρετικό ίσως, αλλά της Αριστεράς, με την ευρύτερη έννοια, οπωσδήποτε. Κι ωστόσο, κανένα από τα σχήματα της αριστερής κριτικής εκείνης της εποχής δεν περιορίζει την προσωπική της θεώρηση, δεν παγιδεύει το παντ’ ανοιχτό, πάντ’ άγρυπνο μυαλό της.

        Το πάθος της για τα νεότερα ρεύματα και η τόλμη της να καταπιάνεται με τα νωπά και ακρυστάλλωτα ακόμη ποιητικά φαινόμενα είναι ολοφάνερα και σε κατοπινότερα γραπτά της, σε κείμενα της ωριμότητάς της. Ο αναγνώστης της Διαδρομής της εύκολα θα διαπιστώσει πόσο έγκαιρα αντιδρά στην ποίηση της γενιάς του ’70 αμέσως σχεδόν μετά την εμφάνισή της, και πόσο εύκολα καταθέτει αξιοσημείωτες παρατηρήσεις για το τι προσκομίζουν στην τέχνη οι νεότατοι τότε ποιητές αυτής της γενιάς.

        Δεν προτίθεμαι να περιγράψω τον συγκεντρωτικό τόμο των δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη και να αναφερθώ αναλυτικά στα περιεχόμενά του. Αυτά μπορεί ο καθένας να τα δει με ένα απλό ξεφύλλισμα. Εξάλλου, άφησα τελείως έξω από την επισκόπησή μου τα δοκίμιά της τα αφιερωμένα σε πεζογράφους και πεζογραφήματα-όπως το πρόσφατο, εκτεταμένο, και άκρως ενδιαφέρον μελέτημά της για την πεζογραφία του Κοσμά Πολίτη- με τα οποία θα ασχοληθεί η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, σύμφωνα με έναν προσυμφωνημένο καταμερισμό εργασίας προς αποφυγήν αλληλοεπικαλύψεων.

        Προτίμησα να σταθώ σε κάποια βασικά χαρακτηριστικά της δοκιμιογραφίας της που αναφέρεται σε ποιητές και ποιήματα και είναι, όπως γενικά αναγνωρίζεται, το αντικείμενο που κατά πρώτο λόγο ερεθίζει το κριτικό της ενδιαφέρον.

        Τόνισα, λοιπόν, την εγρήγορσή της μπροστά στο καινούργιο, το πρωτοφανέρωτο, αυτό που βρίσκεται ακόμη εν τη γενέσει του, και υπογράμμισα την ευτολμία της να καταπιάνεται με ποιητές πριν ακόμη αυτοί καθιερωθούν. Την οξεία όσφρηση που της επιτρέπει να εντοπίζει τις αξιόλογες φωνές και να αναδεικνύει τα ουσιαστικά στοιχεία, τα καίρια μέσα στην ποίησή τους.

        Θα προσθέσω ένα ακόμη χαρακτηριστικό της γνώρισμα:

        Την εντελώς προσωπική ματιά, τη βαθύτατη εσωτερική προσέγγιση, την ακατάδεκτη στάση της απέναντι σε μια δήθεν αντικειμενικότητα που συχνά υποκρύπτει ατολμία διατύπωσης προσωπικής άποψης ή ατροφία αισθαντικής πρόσληψης. Τα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη μου δίνουν συχνά την εντύπωση ενός intime διαλόγου, και μάλιστα διπλού:

*Διαλόγου με τον ποιητή και το ποίημα, που είναι βέβαια φανερός, και που μας επιτρέπει να ακούμε με ευκρίνεια τη φωνή του ποιητή ή του ποιήματος, συνάμα δε και τη δική της φωνή, κάτι σαν αντίφωνο- με την έννοια που έχει ο όρος στην εκκλησιαστική μουσική- ή σαν ποιητικό παραπλήρωμα.

*Κι ενός intime διαλόγου με τον αναγνώστη της, που είναι λιγότερο φανερός, αλλά εξίσου πειστικός και υποβλητικός.

        Κλείνω τον σύντομο σχολιασμό που με δύο συντομότατες απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσα στην αρχή: Ο ρόλος των δοκιμίων της Διαδρομής την εποχή της πρώτης τους δημοσίευσης υπήρξε σημαντικός και καθοριστικός για τη διαμόρφωση της στάσης μας απέναντι στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς . Ένα μέρος της κριτικής δοκιμιογραφίας που ακολούθησε στοιχίστηκε, ομολογημένα ή ανομολόγητα, στους άξονες που είχε θέσει η Νόρα Αναγνωστάκη.

        Τα δοκίμια που έχουμε σήμερα συγκεντρωμένα σε ένα τόμο διαβάζονται και τώρα με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον. Οι ποιητές με τους οποίους συνομίλησε εξακολουθούν να μας αφορούν, να μας γοητεύουν, να μας ενδιαφέρουν ζωηρά. Οι προσεγγίσεις της παραμένουν έγκυρες και συναρπαστικές. Και η γλώσσα της αρυτίδωτη, στιλπνή, γοητευτική.

        Τα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη δεν είναι μόνο δοκίμια για τη λογοτεχνία’ είναι τα ίδια λογοτεχνία.

Σημείωση: Το παραπάνω είναι Κείμενο που διαβάστηκε το βράδυ της 28ης Μαρτίου 1966, στο Σπίτι της Κύπρου, κατά την παρουσίαση του συγκεντρωτικού τόμου Διαδρομή. Κριτικά κείμενα (1960- 1995) των εκδόσεων Νεφέλη.

        Σπύρος Τσακνιάς

Περιοδικό Αντί τχ. 607/ 7-6-1996, σ. 60-61.

--//--

 ΝΟΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Η κριτική της υποψίας

Στη σειρά λογοτεχνικών εκδηλώσεων του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, την Τρίτη 4 Νοεμβρίου, πραγματοποιήθηκε τιμητική εκδήλωση για τη Νόρα Αναγνωστάκη. Ομιλητές ήταν η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ο Νάσος Βαγενάς, η Τζένη Μαστοράκη και ο Μίμης Σουλιώτης.

        Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, παρουσιάζοντας το έργο της Νόρας Αναγνωστάκη, υπογράμμισε ορισμένες ιδιαιτερότητες, που το κάνουν να κατέχει μια εντελώς ξεχωριστή θέση στα νεοελληνικά γράμματα, και ιδιαίτερα στην εξαιρετικά απαιτητική τέχνη του κριτικού δοκιμίου.

        Αντίθετα από τους άλλους κριτικούς της γενιάς της, η Ν.Α. δεν είχε ποτέ μία μόνιμη στήλη σε εφημερίδες ή σε μακρόβια έντυπα. Δεν άσκησε την κριτική επαγγελματικά. Αρνήθηκε να μπει στο στίβο της αποκλειστικά αξιολογικής κριτικής, -που διαμορφώνει όχι μόνο τα γούστα αλλά και τις συνθήκες τις αγοράς. Ο βαθύς θεωρητικός προβληματισμός της, η διερεύνηση των σύγχρονων θεωρητικών ρευμάτων, αλλά κυρίως η ξεχωριστή συγκρότηση της προσωπικότητάς της την οδήγησε από την αρχή σε ερωτήματα που υπερβαίνουν την καθαρά αναλυτική κριτική-μία άλλη μορφή επαγγελματισμού, που υπηρετεί καλύτερα τη διανοητική και πολιτισμική ασφάλεια των πανεπιστημίων. Έτσι οδηγήθηκε σε προσωπικές λύσεις και συνέθεσε δικές της ερμηνευτικές προτάσεις. Εκείνη έδωσε πρώτη τα κλειδιά για την ανάγνωση και την κατανόηση δύο ποιητικών γενεών, της πρώτης μεταπολεμικής (Σαχτούρης, Παπαδίτσας, Βακαλό) και της γενιάς του ’70, εκείνη υπέδειξε διαφορετικούς τρόπους ανάγνωσης παλαιότερων δημιουργών, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, τέλος ανέτρεψε τις μέχρι σήμερα ερμηνείες για το έργο του Κοσμά Πολίτη, με μια νέα και ρηξικέλευθη ερμηνευτική προσέγγιση.

        Στα κριτικά δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη κύριο γνώρισμα είναι ένας μέγιστος βαθμός ικανότητας να ακούσει, με άλλα λόγια να σταθμίσει και να αξιοποιήσει συγκριτικά και δημιουργικά, δηλαδή συνθετικά, όλους τους λόγους- ή τις φωνές- που περιλαμβάνει η λογοτεχνική διαδικασία: το λόγο του έργου, το λόγο άλλων κειμένων, το λόγο του αναγνώστη, το λόγο της εποχής. Αυτή η εγρήγορση στο άκουσμα των πολλαπλών φωνών και της «ζώσας αλληλενέργειάς τους, όπως την ονόμασε ο Μιχαήλ Μπαχτίν, τη βοηθά να διαβάζει τα κείμενα μέσα από τα κείμενα, και όχι σαν μετρήσιμα, πραγματοποιημένα αντικείμενα, επί τη βάσει ενός εξωγενούς ερμηνευτικού μοντέλου. Η Νόρα Αναγνωστάκη αντιμετωπίζει τα έργα διεισδύοντας σ’ αυτά διαλογικά, δηλαδή προσπαθώντας να δραστηριοποιήσει και να μεγιστοποιήσει τη διακειμενική προσέγγιση.

        Στη σκέψη της αναγνωρίζουμε τις αρχές της φαινομενολογικής κριτικής, που ξεκινά από τον Χούσσερλ και φτάνει στους γάλλους υπαρξιστές, ενώ τον απόηχό της ακούμε στους ρώσους φορμαλιστές, που εισήγαγαν την έννοια της α ν ο ι κ ε ί ω σ η ς. Αρχές της, σύμφωνα με τον  Monroe C. Beardsley,  είναι ότι ένα ποίημα είναι ξεχωριστό από τις συγκεκριμένες αναγνώσεις του, ταυτόχρονα όμως σχετίζεται και εξαρτάται από αυτές, μολονότι καμιά τους δεν εξαντλεί τις ιδιότητές του, και ότι λογοτεχνικό έργο είναι ένας πολυστρωματικός ή πολλαπλά διαστρωμένος σχηματισμός.

Όμως το έργο τέχνης είναι προσδιορισμένο χρονικά. Υπάρχει συνεπώς μιά ένταση μεταξύ του χρόνου του έργου και του χρόνου του ερμηνευτή. Ο ερμηνευτής δεσμεύεται ο ίδιος από την εποχή του, από τις προκαταλήψεις της, από τις αισθητικές συνήθειες. Πρέπει να είναι ταυτόχρονα ανοιχτός στο έργο, δηλαδή να έχει «καλή πίστη» , ή αλλιώς «συμπαθητική φαντασία», που είναι η βασική προυπόθεση του κριτικού κατά τον Τέλλο Άγρα (1) αλλά είναι και δύσπιστος ως προς την τρέχουσα αισθητική ρουτίνα. Ένας υποψιασμένος κριτικός δεν είναι απλώς ένας ενημερωμένος κριτικός, αλλά ένας στοχαστής, ο οποίος δραστηριοποιεί συνεχώς έναν μηχανισμό ιδεολογικής αυτό-κριτικής. Ένα σημαντικό δοκίμιο της Nathalie Sarraute έφερε τον τίτλο Η εποχή της υποψίας (1956). Θα μπορούσα να πω ότι στο στοχαστικό και κριτικό έργο της Νόρας κανένας τίτλος δεν ταιριάζει καλύτερα όσο αυτός: κριτική της υποψίας.

        Χάρη σ’ αυτή την κριτική της υποψίας η Νόρα Αναγνωστάκη οδηγήθηκε, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, στη γόνιμη αμφισβήτηση της αισθητικής του ρεαλισμού. Αυτός ο αρχικός προβληματισμός θα την οδηγήσει στη γόνιμη ανάγνωση της ποίησης του Μίλτου Σαχτούρη, της Ελένης Βακαλό και του Δημήτρη Παπαδίτσα. Οι τρείς ποιητές δρουν στην απέναντι όχθη του ρεαλισμού, και από εκεί διαμορφώνουν το προσωπικό τους «ποιητικό όραμα», τον δικό τους «κόσμο», όπως ο Σαχτούρης. Στην προσέγγισή της η κριτικός χειρίστηκε με κριτική τόλμη και ευφυϊα τα υλικά που ο ρομαντισμός κληροδότησε στον υπερρεαλισμό: την αντίληψη για τη «μαγεία» και την «αλχημεία» του στίχου». Η ίδια ανήσυχη αναζήτηση θα την κάνει να γράψει με οξυδέρκεια για το αντιμυθιστόρημα. Και μέσα από τον ίδιο προβληματισμό θα αναγνωρίσει το έργο του Κοσμά Πολίτη, και θα επισημάνει σ’ αυτό τις «παγίδες» της τέχνης του, δηλαδή παγίδες του ρεαλισμού.

        Στο σημαντικό της μελέτημα για τον Κοσμά Πολίτη η Νόρα Αναγνωστάκη, μέσα από τη διαλογική προσέγγιση, καταλήγει σε πολύ διαφορετικά από τα μέχρι τώρα συμπεράσματα για τον συγγραφέα της Eroica, και σε μιά νέα του τοποθέτηση. Ανακαλύπτει, μέσα στα κείμενά του, ίχνη εμφανή της θεοσοφίας, συνεπώς ένα νέο κλειδί για την ανάγνωση του έργου του: ο Κοσμάς Πολίτης, όχι «κοσμοπολίτης» της γενιάς του ’30 αλλά ένας Πολίτης του Σύμπαντος, ακολουθεί την κεντρική θεοσοφική αρχή της αντιπαράθεσης ανθρώπινου μικρόκοσμου και συμπαντικού μακρόκοσμου, και για το σκοπό αυτό σκηνοθετεί στα έργα του «μαγικούς χώρους». Χρησιμοποιεί μοντέρνες τεχνικές, αλλά σκοπός του δεν είναι η «παρωδία» του ρεαλισμού και των τεχνασμάτων αληθοφάνειας, όπως υποστηρίζει στην ανάλυση της Eroica   Peter Mackridg, και η μοντέρνα γενικευμένη αμφισβήτηση, αλλά η συνύπαρξη δύο κωδίκων, του πραγματικού και του φανταστικού, όπως συμβαίνει στη φανταστική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, που αποσκοπούν να κρατούν τον αναγνώστη συνεχώς σε μια κατάσταση μετέωρη, που εντείνει το μυστήριο, τη γοητεία, αλλά και την επώδυνη αίσθηση του κατακερματισμένου Όλου, αυτήν ακριβώς που δημιουργεί η αντίθεση μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, και που προσπαθεί να θεραπεύσει η δημιουργία «μαγικών κήπων». Ο Κοσμάς Πολίτης ανήκει κατά βάσιν στην όψιμη ρομαντική παράδοση. Η προσέγγιση αυτή μας βοηθά να ξανασκεφτούμε και άλλα έργα ελλήνων πεζογράφων.

        Καταλήγοντας, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου υπογράμμισε ότι στη Νόρα Αναγνωστάκη, ως κριτικό, δεν χρωστάμε μόνο ότι εκείνη πρωτοπαρουσίασε δημιουργούς όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, αλλά και ότι εκόμισε στην τέχνη της κριτικής τον αναστοχασμό και τη διαλογικότητα, που χρειάζονται ένα πνεύμα γενναιόδωρο, αλλά και βαθιά αντιεξουσιαστικό.

1., Τέλλος Άγρας, «Κριτική Παλαιά και Νέα». Κριτικά, τ. Β΄ επιμ. Κώστας Στεργιόπουλος, Ερμής, Αθήνα 1981

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (δοκίμια- μεταφράσεις)

Μαγικές εικόνες, Θεσσαλονίκη 1973

Η κριτική της παντομίμας, Αθήνα 1977

Α.Ρ. Γκριγιέ, Το σπίτι των ραντεβού (μετάφραση), Αθήνα 1980

Πνευματικές Ασκήσεις, Αθήνα 1988

Ουίλλιαμ Σάρογιαν, Με λένε Αράμ (μετάφραση), Αθήνα 1989

«Κοσμάς Πολίτης», στον τόμο Η μεταπολεμική πεζογραφία, τ. Β΄, Αθήνα 1993

Διαδρομή, δοκίμια 1960-1995, Αθήνα 1995

Χ.Ν. περιοδικό ΑΝΤΙ τχ. 648/21-11-1997, σ.52-53.

--//--//--

           Μια «Διαδρομή» 35 ετών

      Η συναγωγή κριτικών δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη, απόρροια γούστου, παιδείας, στοχασμού

Η οξυδερκής κριτικός καταθέτει κείμενα- σταθμούς από την πολύχρονη επαφή της με τα λογοτεχνικά έργα και τους ανθρώπους.

        Τα δοκίμια κριτικής που συγκέντρωσε στη «Διαδρομή» της (εκδόσεις «Νεφέλη» 1995) η Νόρα Αναγνωστάκη είναι κείμενα εμφανώς «εμπειρικά»: ακόμη κι όταν γενικεύουν τα κατά περίπτωσιν συμπεράσματα ή και αναπτύσσουν προδήλως θεωρητικά σχήματα, συγκρατούν (πρωθύστερα, θα λέγαμε: σαν να προκαταβάλλονται ως σημεία μιας διαδρομής που ήδη επελέγη και στο μέλλον θα καταστεί προφανής) τον χαρακτήρα ακριβώς της στάθμευσης, της επαφής με τα κείμενα και τους ανθρώπους’ όμως ο «εμπειρισμός» τους δεν μαρτυρεί κάποιαν αντιθεωρητική έξαψη, απλώς θέλγει με τη σεμνότητά του. Φυσικά, η ποίηση (το κύριο αντικείμενό τους) γράφεται κυρίως για να ξαναδιαβάζεται, ενώ η κριτική, τουλάχιστον αυτού του είδους η  κριτική, πρωτίστως για να διαβάζεται: σ’ αυτήν τη στόχευση οφείλονται και η εγρήγορση και η τόλμη να συναγάγεις πρόωρα συμπεράσματα προκρίνοντας τον επείγοντα χαρακτήρα τους (την ανάγκη να συζητήσουμε επομένως) και η επιμονή να κρίνεις-παρά τη γενική προκατάληψη ως προς αυτό το ζήτημα-  προ πάντων τα κείμενα που γράφονται από συγχρόνους και φίλους (πρότυπη, απ’ αυτήν την άποψη, παραμένει η τελική κριτική του Άγρα για τον Καρυωτάκη). Όμως η Αναγνωστάκη επιτυγχάνει και ξαναδιαβάζονται τα δοκίμιά της γιατί διαθέτει ύφος’ το κερδίζει αφαιρώντας, προσέχοντας, επαναλαμβάνοντας τα ουσιώδη, επιμένοντας σαν να ξανασκέφτεται φωναχτά- μεταγράφοντας δηλαδή σε στυλ την ίδια τη στόχευση που απειλούσε να το ματαιώσει. Υπάρχουν λίγα κείμενα (το περί χιούμορ και σάτιρας π.χ. ή τα «Ποιητικά ‘73» που αστοχούν: η σπουδή να υιοθετηθεί το νέο, τότε, ιδεολόγημα «αμφισβήτησης» (από αλληλεγγύη, ας πούμε, προς το μέλλον που προεξαγγέλλεται, κι ας είναι αλλόκοτο) αδικεί το γούστο που σ’ όλο το άλλο βιβλίο φανερώνεται λεπτό. Όμως η αίσθηση πώς κάποιος ανέλαβε ένα πολιτικό εγχείρημα επιχειρώντας να κρίνει εξακολουθητικά αλλά και εκτός θεσπισμένου ρόλου τη σύγχρονή του λογοτεχνική παραγωγή δικαιώνει ακόμη και τα ολισθήματα-και επιτρέπει να συλλάβουμε την (κάθε) «Διαδρομή» στην ουσιώδη της διάσταση: το κρίσιμο δεν είναι να καταγραφεί η πορεία μιάς ζωής, αλλά το σχήμα μιας εμμονής’ δεν είναι να προσκομισθούν τα τεκμήρια άσκησης μιας εξουσίας (ή να αποθεωθεί η εργασιοθεραπεία), αλλά, καθώς τα κείμενα ξαναπαίζονται στο παιγνίδι του χρόνου και το ένα διακυβεύει το κύρος του άλλου και το καθιστά σχετικό, καθώς κάτι εξελίσσεται ακριβώς γιατί ελαύνεται από την ίδια πάντα εμμονή, να κερδηθεί μια μυστηριώδης ενότητα.

        Η ενότητα: απόρροια καλλιεργημένου γούστου, παιδείας, στοχασμού- και εντέλει ενός ηθικού αιτήματος (δεν γίνεται αλλιώς) που υπερβαίνει τον καημό να μη φεύγουν όσα λέμε σαν φύλλα στον άνεμο και επιβάλλει σε (κάθε) διαδρομή να μην αναζητεί αλλού- στη βιογραφία, στον αναγνωρισμένο ρόλο, στο θέμα που καπαρώθηκε- τον ειρμό της: να τον ψάχνει και τον βρίσκει (ή να ξεγελιέται πώς τον βρίσκει, αν όλα αυτά είναι μάταια) στην συνοχή του τοπίου που διασχίζουμε. Το ηθικό αίτημα που υποκινεί τον εν λόγω (αλλά και οποιονδήποτε) δημόσιο έλεγχο προβάλλεται πάντοτε και στο αντικείμενό του.

        Δεν θα έλεγα πώς συμβαίνει το ίδιο με τα συμπιλήματα (συναγωγές δημοσιογραφικών κειμένων, πάνω απ’ όλα) που υποκαθίστανται, την τελευταία εικοσαετία τουλάχιστον, στα συγγράμματα τα οποία ως εκ του θεσμικού τους ρόλου κατ΄ εξοχήν όφειλαν οι συρραφείς- οι πανεπιστημιακοί προ πάντων, μια και επιμένω να τους φαντάζομαι δασκάλους. Επιστρατεύεται, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μια θεωρία του αποσπάσματος ή της «ατμόσφαιρας διαλόγου» ή της διακίνησης ιδεών’ ανομολόγητη παραμένει εντούτοις η εξυπακουόμενη όσμωση θεσμών και εξουσιών (ένα εξαιρετικό κρίσιμο πρόβλημα), καθώς και η αντικατάσταση των κριτηρίων από το κύρος που οφείλεται στην άλλοθεν κερδισμένη δημόσια αίγλη. Εδώ ξεκινά μια μακρά συζήτηση- που δεν αφορά μόνον τον θεσμό των πανεπιστημίων, ενδεχομένως.

        ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ

Εφημερίδα Η Καθημερινή, Κυριακή 28/1/1996

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι μας άρεσε το τηλεοπτικό σποτ της Αρχιεπισκοπής Αθηνών που βρήκε έναν μοντέρνο τρόπο να συν- εορτάσει η Ορθόδοξη Εκκλησία την Ημέρα της Ποίησης στο Διαδίκτυο στην πατρίδα μας. Διάφοροι άντρες και γυναίκες ηθοποιοί απήγγειλαν ποιήματα ελλήνων ποιητών με μία ωραία σκηνοθετική έμπνευση και παρουσία. Σταθήκαμε ιδιαίτερα στο συγκινητικό ποίημα «Ενός λεπτού σιγή» του Ντίνου Χριστιανόπουλου το οποίο απήγγειλε ο Ολυμπιονίκης μας κύριος Ιωάννης Μελισσανίδης.

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας

κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,

έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,

ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,

έστω και μια φορά;

είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή

για τους απεγνωσμένους;

ΥΓ. Το Συμβούλιο Επικρατείας ψήφισε υπέρ του γάμου των ομοφυλοφίλων και το δικαίωμα της υιοθεσίας. Ευχόμαστε τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια αντρών και γυναικών να μην προδώσουν τα οράματά τους για την δημιουργία οικογένειας και την υιοθέτηση παιδιών. Και το κυριότερο, να μην κάνουν τα ίδια λάθη που κάνουν οι ετεροφυλόφιλες οικογένειες στην ανατροφή τους. Και να μην παρκάρουν τα νέα βλαστάρια σε επιλογές που δεν θα επιθυμούσαν τα ίδια.     

 


Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Νόρα Αναγνωστάκη Η Κριτική της Παντομίμας

 

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

«Τί να τα κάνω τα τραγούδια σας

ποτέ δεν λένε την αλήθεια

ο κόσμος υποφέρει και πονά

και σεις τα ίδια παραμύθια

 

Τί να τα κάνω τα κάνω τα τραγούδια σας

ποτέ δε λένε την αλήθεια

ο κόσμος υποφέρει και πονά

και σεις τα ίδια παραμύθια

 

Τί να τα κάνω τα τραγούδια σας

είναι πολύ ζαχαρωμένα

ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα

μα δεν ταιριάζουνε για μένα.»

 

 

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

είναι πολύ ζαχαρωμένα

ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα

μα δεν ταιριάζουνε για μένα.»

Στίχοι: Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ερμηνεία: Δόμνα Σαμίου- Διονύσης Σαββόπουλος

Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

        21 Μαρτίου του 2026 εορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης. Εορτάζεται και αυτή, στην χώρα μας, όπως όλα τα υπόλοιπα υλικά καταναλωτικά προϊόντα του σύγχρονου βίου όλων μας. Κατορθώσαμε με ευστοχία ανάμεσα στις υπερκαταναλωτικές μας συνήθειες και «ανάγκες» να εντάξουμε και αυτό που ονομάζουμε Πνευματικό προϊόν, δηλαδή την Τέχνη. Την Ποίηση, τον Πεζό λόγο, την Υμνολογία των Εκκλησιών, την Βυζαντινή Μουσική, τις Εικαστικές Τέχνες, το Θέατρο, την Έβδομη Τέχνη, τα διάφορα είδη και κατηγορίες της Δυτικής και Ελληνικής Μουσικής. Ακόμα και τα Λαϊκά Πανηγύρια και το παραδοσιακό Δημοτικό Τραγούδι απόκτησαν τους λεγόμενους «φαν» του Διαδικτύου με τα ανάλογα λινκ, βεβαίως- βεβαίως. Ασφαλώς, δεν εξαιρούμε ούτε την παρούσα Λογοτεχνική Ιστοσελίδα από αυτό το σύγχρονο παιχνίδι της καταναλωτικής δημοσιότητας και «σφοδρής» επιθυμίας μας για αναγνώριση, τα της Καλλιτεχνικής δημιουργίας «σερφινγκ» μέχρι την στιγμή που θα μας αντικαταστήσει η Α.Ι. Η Τεχνητή Νοημοσύνη προς δόξα και τιμή του Δυτικού Πολιτισμού και των Επιστημονικών και Καλλιτεχνικών Επιτευγμάτων των σύγχρονων εξελίξεων. Τους διάφορους Πολέμους όμως και Στρατιωτικές επεμβάσεις που διεξάγονται γύρω μας, δίπλα μας, στην Μέση Ανατολή και σε Ευρωπαϊκό έδαφος τους παρακολουθούμε στις τηλεοράσεις μας απαθείς, ακούμε τους θορύβους των βομβών στις ειδήσεις των ραδιοφώνων μας βαριεστημένα. Αθώοι σκοτώνονται-ακόμα και μέσα στα καταφύγιά τους-, άμαχοι δολοφονούνται χωρίς αιτία ενώ ασκούν τις καθημερινές τους ασχολίες και οικογενειακές τους υποθέσεις από τα ουράνια ντρόουν. Τα σιδερένια πουλιά του ουρανού που λένε οι ιερές γραφές. Παρακολουθούμε τον εξανδραποδισμό χιλιάδων ατόμων από τις πατρογονικές τους εστίες λίγο πριν γκρινιάξουμε για τις νέες αυξήσεις των τιμών στα σούπερ μάρκετ. Οι εξορίες των ανθρώπων από τα χώματά τους συνεχίζονται. Προσφυγιά λαών και ανθρώπων, φτώχεια, πείνα και εξαθλίωση. Οι μανάδες χάνουν τα παιδιά τους, τα παιδιά βλέπουν μπροστά τους να σκοτώνονται οι γονείς τους να ορφανεύουν, γεμάτα απορία και δάκρυα. Δεν ξέρουν προς τα πού να κοιτάξουν-στραφούν για σωτηρία, προς τα πού να ανοίξουν την χούφτα τους να πάρουν μία φέτα ψωμί. Αθώοι χάνουν τα σωματικά τους μέλη από βόμβες που πέφτουν από τον Ουρανό. Έναν Ουρανό που εξακολουθεί το ανθρώπινο ζώο να τον φορτώνει με Θεούς και Σύμβολα, Μύθους επίγειας παρηγοριάς του. Ο Πόλεμος, η Έρις, το Κακό εξακολουθεί να κυριαρχεί, συνεχίζεται εδώ και αιώνες, στο όνομα πιού αλήθεια Οικονομικού συμφέροντος!!! ποιάς Αστικής Δυτικού τύπου (ή Ανατολικού) Δημοκρατίας!!!, ποιού Δικαίου!!! ποιανού Θεού!!! -του Ιεχωβά, του Χριστού, του Αλλάχ, του Ζωροάστρη, του Δία, του Διονύσου, του Αγνώστου ή όποιας άλλης πνευματικής μεταφυσικής αρχής και εξουσίας. Ποια της Μοίρας μας νομοτέλεια μέσα στην ιστορική διαδρομή και εξέλιξη της Ανθρωπότητας επιβάλει τους Πολέμους μεταξύ των Λαών, των Φυλών, των Κρατών, των Εθνών, τις παγκόσμιες συρράξεις και καταστροφές μεταξύ Ηπείρων; Μπορεί κανείς να δώσει σαφή απάντηση εκτός από τον αρχαίο έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη; ή τον σκοτεινό Ηράκλειτο; Μήπως οι πανάρχαιοι Θεοί του Πετρελαίου γνωρίζουν την απάντηση;

        ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ

Σημάδια- τύψεις στα φύλλα

τζίφρες μιάς άλλης θεότητας

του πετρελαίου.

        Για αυτήν την πανάρχαια και ταυτόχρονα επίκαιρη πάντα Θεότητα μας μιλά ο ποιητής Γιώργος Δανιήλ στο τρίστιχό του της συλλογής «Τα αδιέξοδα και τα τερπνά» εκδόσεις Εγνατία- Θεσσαλονίκη 1980.

 Έτσι το παιδί με το Ταμπούρλο-που δεν είναι ηλικιακά παιδί πια, αποφάσισε να εορτάσει την Ημέρα της Ποίησης με τον δοκιμιακό λόγο μιας βραβευμένης αξιόλογης κριτικού, δοκιμιογράφου και μεταφράστριας της νεότερης ελληνικής γραμματείας. Της σημαντικής γυναικείας φωνής συζύγου του ποιητή από την Θεσσαλονίκη Μανόλη Αναγνωστάκη, της Νόρας Αναγνωστάκη (1930-31/12/2013). Μιάς συγγραφέως που υπήρξαμε θαυμαστής του μεταφραστικού και δοκιμιακού της έργου από όταν πρωτοδιαβάσαμε εδώ και χρόνια την μετάφρασή της, ενός παιδικού βιβλίου του Ουίλλιαμ Σάρογιαν «Με λένε Άραμ» (νομίζω είχε κυκλοφορήσει πρώτα στις εκδόσεις Βίπερ ή Άγκυρα και μετά από τη Νεφέλη όταν το διαβάσαμε ξανά) και τις κριτικές της στους ετήσιους τόμους του «ΧΡΟΝΙΚΟΥ» της γνωστής Γκαλερί «ΩΡΑ». Μεταγενέστερα σε παλαιοβιβλιοπωλείο συναντήσαμε και αποκτήσαμε τεύχη του περιοδικού «ΚΡΙΤΙΚΗ» που εξέδιδε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Η Νόρα Αναγνωστάκη είχε την επιμέλεια και την φροντίδα της έκδοσης, τις διορθώσεις και συμμετείχε με κείμενά της.

Τις δεκαετίες 1980 και 1990 προμηθευτήκαμε και διαβάσαμε τα βιβλία της:

-«Μαγικές Εικόνες» Επτά Δοκίμια 1960-1965 α΄ έκδοση 1973, β’ έκδοση «Νεφέλη» 1980, σελ. 134. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον ποιητή σύντροφό της «στον Μανόλη». Περιλαμβάνει: - Προοίμιο στην ποίηση της Ελένης Βακαλό, 7-20. Το μελέτημα για την υπερρεαλίστρια ποιήτρια και εικαστικό είχε δημοσιευθεί στην «Κριτική» το 1960. –Και το «Οι «Δύσκολοι Καιροί» μέσα από την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», 21-43 πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Κριτική» του 1959.- το «Το παράθυρο προς την ποίηση και ο Δ. Π. Παπαδίτσας», 74-75 και αυτό στην «Κριτική» του 1961.- Το «Ο Σεφέρης της Μνήμης και της Λησμονιάς στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος, ά», 76-90 που αρχινά με τον Καβαφικό στίχο «… Η μυστική βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων», είναι η συμμετοχή της στο αφιέρωμα «Για τον Σεφέρη» 1961. – Ένα ακόμα κείμενο για την ποιήτρια Ελένη Βακαλό γράφει η Ν. Α. «Η Έννοια των Τυφλών», 91-104. Το σύντομο κείμενο αρχινά με στίχους του Διονυσίου Σολωμού «Το πουλί που βασιλεύει/ πάνου εις τ’ άλλα τα πουλιά,/ γρηγορώτατα αναδεύει/ τα αιθερόλαμνα φτερά.// τρέχει, χάνεται, και πίνει/ τόλμην πίνει ο οφθαλμός/ από τ’ άστρον, οπού χύνει/ κύματα άφθαρτα φωτός.». βλέπε περιοδικό «Διάλογος» 1962. –Η κριτική της για την συλλογή του Θεσσαλονικιού ποιητή Κλείτου Κύρου με τίτλο «Μικρή σπουδή για τους «Κλειδάριθμους» του Κλείτου Κύρου», 105-115 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό που εξέδιδε ο συγγραφέας Τηλέμαχος Αλαβέρας «Νέα Πορεία» το 1964.- Για τις «Νεότερες τάσεις στην πεζογραφία», 116-129 μας μιλά στο τελευταίο δοκίμιό της. Είναι διάλεξή της την Άνοιξη του 1964 που δημοσιεύθηκε ένα χρόνο αργότερα το 1965 στο περιοδικό «Ενδοχώρα». 

Οκτώ χρόνια αργότερα, 1988 οι εκδόσεις «στιγμή» της εκδίδουν το βιβλίο «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ», σελίδες 80. Το βιβλίο περιέχει τρείς μελέτες της. Για τον ποιητή και κριτικό από τον Πύργο Τάκη Σινόπουλο, για τον ποιητή, δοκιμιογράφο και αρθρογράφο, μεταφραστή, θεωρητικό της λογοτεχνίας, ομότιμο πανεπιστημιακό Νάσο Βαγενά και για τον ζωγράφο σύζυγο της Ελένης Βακαλό και ιδρυτή της «Σχολής Βακαλό» Γιώργο Βακαλό. Το βιβλίο είναι αφιέρωμα στον γιό της «Ανέστη». Η έκδοση αρχίζει με το «ΣΗΜΕΙΩΜΑ» της σελίδας 11-12 από το περιοδικό «Κύματα» 1981. «Γίνεσαι επαγγελματίας στο γράψιμο-όχι με την έννοια της κερδοσκοπίας, αλλά της εξειδίκευσης. Είναι φοβερό να μπορείς κάθε στιγμή να γράψεις κάτι που στέκει. Είναι αηδιαστική η ευκολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα μπορεί να λειτουργήσει και σαν αναπηρία στους πολυγραφότατους συγγραφείς. Όσο κι αν πιστεύω πώς η άσκηση στο γράψιμο είναι απαραίτητη, έχω την εντύπωση ότι η δημιουργική δουλειά δεν βγαίνει σωστή χωρίς μεγάλες περιόδους ανάπαυλας (και γιατί όχι και τεμπελιάς). Δεν χρειάζεται και ο νους του δημιουργού την αγρανάπαυσή του; Κάθε τι ζωντανό δεν χρειάζεται για να γεννηθεί ένα στάδιο κυοφόρίας;……».- Το «Μελετώντας Τάκη Σινόπουλο», 13-36, δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα για τον ποιητή στο 51ο τεύχος, τον Νοέμβριο του 1980 του περιοδικού «Εποπτεία». -Ακολουθεί η κριτική της για την «Η Συντεχνία» του ποιητή Νάσου Βαγενά, 37-57, που δημοσιεύτηκε στο «Χρονικό» του 1976. –Τέλος, έχουμε το «Με της ψυχής το φεγγαρίσιο φώς…», 57-77. Το κείμενο για τον «παραμυθά ζωγράφο, με την υπέρκομψη τεχνική….» τον Γιώργο Βακαλό αρχινά με γράμμα της Νόρας Αναγνωστάκη στην ποιήτρια Ελένη Βακαλό. Εξαιρετικό τεχνοκριτικό κείμενο, γραμμένο με ευαισθησία, λυρισμό και αγάπη.

Το 1995 η κριτικός και δοκιμιογράφος, μεταφράστρια Νόρα Αναγνωστάκη θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Νεφέλη» το συγκεντρωτικό τόμο «ΔΙΑΔΡΟΜΗ» ΔΟΚΙΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ (1960-1995), σελίδες 280 με μακέτα εξωφύλλου του Αριστείδη Αντονά και διορθώσεις της Αρετής Μπουκάλα. Ο εύρωστος συγκεντρωτικός τόμος είναι αφιερωμένος «στον Μανόλη». Περιλαμβάνει τα παλαιότερά της -«Μαγικές Εικόνες (1960-1965). –την «Κριτική της Παντομίμας (1970-1975)», - τις «Πνευματικές Ασκήσεις» και ακόμα, το δοκίμιο της για τον Σμυρνιό πεζογράφο «ΚΟΣΜΑ ΠΟΛΙΤΗ» ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη. Η εκτενής ανάλυση των βιβλίων του Κοσμά Πολίτη ερανίζεται από τόμο της σειράς «Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία» των εκδόσεων «Παναγιώτη Σοκόλη» 1993.

    Το παρόν κείμενο που αναρτώ σήμερα- Ημέρα της Ποίησης- προέρχεται από το βιβλίο της «Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ (1970-1975)» εκδόσεις Κέδρος 1977, σελίδες 112, δραχμές 350. «Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ» είναι το δεύτερο βιβλίο της. Ο τόμος περιλαμβάνει τα εξής κείμενα.

-Μια μαρτυρία, 9-16

        Η προσωπική της διλημματική εξομολόγηση ότι «Το πρώτο μου σφάλμα ήταν ότι με τη γλώσσα άλλου καιρού, θέλησα ν’ αρχίσω να μιλώ για πράγματα σημερινά…» Είναι ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουν όλοι όσοι ασχολούνται με συγγραφείς παλαιότερων γενεών και εποχών θέλοντας να μιλήσουν για προβλήματα του σήμερα. Χωρίς να γνωρίζουν με βεβαιότητα αν εκφράζουν των παλαιών δημιουργών την αλήθεια και των χρόνων τους ή την τωρινή, την δική τους. Ποιητικές χειρονομίες και ήχοι που συναντώνται στον χρόνο και συνοδοιπορούν στο μέλλον ως κοινή παράδοση.

-Ερωτήματα που (ίσως) απαντούν, 17-22

        Εύστοχη η διαπίστωση της αρχής του κειμένου: «Πιστεύω πώς πνευματική ζωή του τόπου μας δεν είναι μόνο τα έργα της λογοτεχνίας, της τέχνης, της διανόησης, αλλά ολόκληρη πάλη κινήσεων που τείνει να συντηρήσει ή να καταστρέψει την πνευματική του υπόσταση».

-Απολογισμοί και ερωτηματικά, 23-40

        «Δουλειά μου δεν είναι να κρίνω, αλλά να ζώ τα πράγματα του καιρού μου και του τόπου μου κάνοντας ό,τι μπορώ.

        Απλώς τυχαίνει να μπορώ να γράφω.

        Το γράψιμο είναι ένας από τους τρόπους που με βοηθάνε να μαθαίνω και να φανερώνω τι άνθρωπος είμαι και πώς βλέπω τους ανθρώπους  και τα έργα τους στην κίνησή τους μες στον κόσμο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ίσως μπορέσω να βοηθήσω και τους άλλους. Οι περισσότεροι δεν γράφουν, βρίσκουν όμως άλλους τρόπους να φανερώνουν ποιοι είναι, να βοηθούν ή να ζημιώνουν.

        Μ’ άλλα λόγια θεωρώ τον τρόπο ζωής του κάθε ανθρώπου σαν την σπουδαιότερη δουλειά που κάνει. Κανένας δεν είναι ανεπάγγελτος ή άνεργος εφόσον είναι ζωντανός.

        Το θέμα είναι ποιός προωθεί τη ζωή και ποιός την πάει πίσω.»

        Εύστοχες παρατηρήσεις ή μάλλον συμβουλές ενός ατόμου με παιδεία, μόρφωση, κατανόηση των ανθρώπινων ορίων και δυνατοτήτων. Μία κριτικός που δεν καβάλησε το καλάμι της βραβευμένης αναγνώρισής της και της αποδοχής της από τους πνευματικούς κύκλους. Καίριος και σεμνός λόγος ενός άξιου δημιουργού. Μιάς κριτικού που ξέρει να διαβάζει, να προβληματίζεται πάνω στα έργα που διαβάζει, να συσχετίζει και να εκφράζει με σεβασμό την γνώμη της και τις προτιμήσεις της, δίχως κριτικές τυμπανοκρουσίες. Δίχως κριτικές ιερεμιάδες ή πατριαρχικές ή παπικές κριτικές αυθεντίες, μοναδικότητας της κριτικής αλήθειας.

-Το στοιχείο της σάτιρας και του χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά, 41-68

        Ενδιαφέρον και πρωτότυπο για την εποχή του το παραπάνω κείμενο. Υπάρχει μία μεγάλη μερίδα ελλήνων και ελληνίδων ποιητών και ποιητριών που χτυπά δυνατά μέσα τους η χιουμοριστική φλέβα. Από τον Γεώργιο Σουρή έως τον Γιάννη Σκαρίμπα και από τον πεζογράφο Εμμανουήλ Ροϊδη έως την σατιρική και σαρκαστική φλέβα του Κώστα Καρυωτάκη και του Κώστα Βάρναλη είναι κοινή η γραμμή. Περιοριζόμενοι στις νεότερες γενιές του προηγούμενου αιώνα μην παραβλέποντας τους Καθαρευουσιάνους δημιουργούς. Η Νόρα Αναγνωστάκη διασαφηνίζει την διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και την γελοιογραφία, την διαφορά ανάμεσα του χιούμορ και της σάτιρας. Μας ζητά να φαντασθούμε, γράφει: «Ας φαντασθούμε λοιπόν το χιούμορ σαν μία ψιλή χρωματιστή ίνα στην ύφανση ενός σκουρόχρωμου υφαντού. Η ποιητική γλώσσα είναι διάστικτη από τους χρωματικούς αυτούς τόνους αλλά η ποικιλία της διάταξής τους, οι ποσοτικές αναλογίες και η τεχνική της ύφανσής τους, δηλαδή η δομή τους, είναι διαφορετική σε κάθε ποιητή. Η τεχνική αυτή της γλώσσας είναι εξαιρετικά λεπτή, δύσκολη και πολύπλοκη γιατί πρέπει να ισοζυγίζει διαρκώς βάρος πραγμάτων και ελαφρότητα έκφρασης σε κείνο το σημείο της ισορροπίας που εξασφαλίζει την ποιητική υπόσταση και σε κείνο το σημείο ψυχισμού που χωρίς να ξεχνάς τί σου συμβαίνει να μπορείς και να το αντέχεις. Διότι η πηγή του χιούμορ και της σάτιρας δεν είναι το ξεχείλισμα του κεφιού από ευδαιμονική ευφορία. Οι καιροί δεν είναι μόνο δύσκολοι αλλά και άσχημοι». Αφουγκραζόμαστε τους ποιητικούς ήχους της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου, του Βασίλη Στεργιάδη, του Γιάννη Κοντού, της Τζένης Μαστοράκη, του Γιάννη Πατίλη, του Κώστα Οικονόμου, του Μίμη Σουλιώτη, του Δημήτρη Καλοκύρη, του Μίλτου Σαχτούρη, του Γιώργου Χουλιάρα. Όπως η Ν.Α. μας επισημαίνει, οι Νέοι Ποιητές (των χρόνων εκείνων) κάνουν χρήση του αμφίστομου όπλου που λέγεται χιούμορ και σάτιρα. Από τον χώρο της Πειραιώτικης ποιητικής παράδοσης ο θεατράνθρωπος και ποιητής Αλέκος Χρυσοστομίδης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την σάτιρα, ενώ σκοτεινή, πικρή και απαισιόδοξη είναι η σατιρική σαρκαστική φωνή του Ανδρέα Αγγελάκη.

-Ποιητικά 1973, 69-100

[Το πιο «πλούσιο» και ίσως πιο ενδιαφέρον σε κρίσεις κείμενο του βιβλίου. Αν και στην κατακλείδα του ποιητικού αυτού καλειδοσκοπίου που κυκλοφόρησαν την κρίσιμη πολιτικά και ιστορικά χρονιά του 1973 αναφέρει: «Νομίζω πώς πρέπει να έγινε αντιληπτό ότι δεν έκανα κριτική καλών ή κακών βιβλίων του 1973, αλλά των βιβλίων που έτυχε να βγούν αυτή τη χρονιά από ποιητές έτσι διαμορφωμένους ώστε να δίνουν στο σύνολό τους ένα μέρος της εικόνας της κοινωνικής και ποιητικής μας πραγματικότητας». Η Νόρα Αναγνωστάκη μας δίνει μια στατιστική παρουσίαση των νέων ποιητικών συλλογών που κυκλοφόρησαν εκείνη την χρονιά όπως συνήθιζε να κάνει στο τέλος κάθε χρονικής περιόδου το «Χρονικό». Αρχινώντας με την διαπίστωση του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Ο Ρίλκε έλεγε πώς «τρακόσοι ποιητές δεν υπάρχουν». Και συνεχίζει: «Η ψυχρή στατιστική μας δίνει την πληροφορία ότι από το 1970 ως το 1973 κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα 1500 ποιητικά βιβλία. Φέτος φτάσαμε τα 424. Χαρακτηριστική είναι η προοδευτική αύξηση του αριθμού από χρόνο σε χρόνο, με ρυθμό ανερχόμενου πυρετού…..» Από το βλέμμα και την πένα της Νόρας Αναγνωστάκη περνούν οι εξής έλληνες ποιητές και ποιήτριες και οι συλλογές τους. Οι περισσότεροι προέρχονται από την τρίτη μεταπολεμική γενιά. «Η ποίηση έγινε ένα άσυλο φωνής του ρημαγμένου ψυχισμού των Ελλήνων» γράφει ενώ για τους ποιητές αναφέρει «Οι ποιητές είναι οι υπερευαίσθητοι και βασικά υπεύθυνοι φορείς αυτού του λαϊκού αισθήματος. Ίσως γι’ αυτό φτάσαμε και σε μιά λαϊκή χρήση της ποίησης (της τέχνης γενικότερα) κι απ’ την πλευρά της ποίησης κι απ’ την πλευρά του κοινού. (Π,χ, Οι μουσικοί μελοποιούν ποιήματα, οι ποιητές γράφουν τραγούδια, κι όλος ο κόσμος τα τραγουδάει σα να βρίσκει ό,τι έχει χάσει, κι όλα του τα όνειρα). Σ’ αυτή τη μυστική συμφωνία των πολλών με τους λίγους, σ’ αυτή τη διόλου μεταφυσική αλληλεγγύη φτάσανε και οι άνθρωποι και οι τέχνες αυτά τα κρίσιμα χρόνια, σ’ αυτή την κοινοκτημοσύνη των μέσων που μας κρατούν ζωντανούς. Και ο καθένας δίνει, όχι μόνο ποιήματα, μουσική, ζωγραφιές αν είναι καλλιτέχνης, ούτε απλή συμμετοχή αν ανήκει στο κοινό αλλά όση ζωή διαθέτει.». Τα ονόματα που περνούν από μπροστά μας και οι συλλογές τους εν είδη ποιητικού πανοράματος είναι. Οδυσσέας Ελύτης, «Ήλιος ο Ηλιάτορας», τα «Ρω του Έρωτα», το «Άξιον Εστί» «Μονόγραμμα». Ενδιαφέρουσα η θέση της ότι «Ο ηλιάτορας είναι η μετατροπή του «Άξιον Εστί» σε τραγούδι. Η μεταφορά σύψυχης της ουσίας του «Άξιον Εστί» (ακόμα και της δομής του) στην απλούστερη διάρθρωση σύνθεσης και στους απλούς στίχους του ήλιου του ηλιάτορα!». Ο Γιάννης Ρίτσος και οι «Χειρονομίες» του. Μας λέει: «Η λαϊκή χειρονομία του Ρίτσου είχε το μάκρος των χρόνων του βίου του και το άπλωμα της προσφοράς του τεράστιου έργου του στην κοινή χρήση.» ενώ παρακάτω: «Ο Ρίτσος έκανε με την ποίησή του ό,τι έκανε ο Προύστ με την πεζογραφία. Με την αναπλαστική μνήμη μας δημιουργεί συνείδηση υπάρξεως, μέσα στον ελληνικό χώρο». Ακολουθεί ο Θεσσαλονικιός ποιητής και κριτικός Γιώργος Θέμελης και οι συλλογές του «Δενδρόκηπος ΙΙ» και «Περιστροφή». Υποστηρίζει: «Στον Θέμελη σταθερός και αμετακίνητος στόχος ήταν πάντοτε η εξερεύνηση του μυστηρίου της ύπαρξης και του νοήματός της». Ακολουθούν οι ποιήτριες Ζέφη Δαράκη με τον σημαδιακό τίτλο του βιβλίου της «Ο κήπος με τα εγκαύματα» και η Μαρία Καραγιάννη με την «Η κατάδυση και ο Πυθμένας». «Το πρώτο ποίημα του «Πυθμένα» (1967-1971) νομίζεις πώς είναι σελίδα από την Αποκάλυψη». Επαινετική είναι η κρίση της για τον Δημήτρη Παπαδίτσα. Σημειώνει: «Ήταν γραφτό ν’ αποκτήσει η ποίησή μας τον Ορφέα της και να προστεθεί στην αρχαία αποκρυφιστική μας παράδοση ένας ακόμα μύστης: Ο Δημήτρης Παπαδίτσας. Ήδη από τις «Ουσίες» του διαγραφόταν αυτή η στροφή και με τα τέσσερα επόμενα βιβλία του (το τελευταίο είναι η «Διάρκεια και ενδέκατη παραλλαγή») ο ποιητής μας στέλνει συνεχώς σήματα της αρχαίας πηγής πού τον δροσίζει: Θαλής ο Μιλήσιος, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Απολλώνιος ο Ρόδιος (γιατί όχι και ο Απολλώνιος ο Τυανεύς πούκανε θαύματα σαν το Χριστό;) Ο Πυθαγόρας και ο Πλάτωνας που μαθήτευσαν στα ιερατεία της Αιγύπτου, ο Ιωάννης της Πάτμου. Αν μπεις σ’ αυτόν τον κύκλο της σαγήνης και αφεθείς στη μαγνητική του περιδίνηση, δεν επιστρέφεις πιά στα εγκόσμια πάθη». Ακολουθούν οι Δημήτρης Χριστοδούλου με τη «Μετοικεσία», ο Δημήτρης Λευκορείτης με τις «Τυραννίες» και η Μαρία Κυρτζάκη με τις «Λέξεις». Η Χρύσα Προκοπάκη με τις «Αποστάσεις» Για την βιβλιογράφο του ποιητή της Ρωμιοσύνης γράφει: «Τα καλλίτερα ποιήματα του βιβλίου είναι τα λυρικά του, αυτά που δύσκολα τους παραδίδεται, κι έχουν ροή και μαλακή αναδίπλωση του στίχου, αρμονικά ταιριάζοντας κοιτάσματα βιωμάτων και ειλικρίνεια έκφρασης.» Ενώ για την ποιήτρια και διορθώτρια κειμένων και βιβλίων βλέπε (Λούντβιχ Βιτγκενστάιν) άμεση είναι η αποδοχή του ποιητικού της λόγου: «Η Μαρία Κυρτζάκη είναι μία εξαιρετικά ευπαθής και λεπτής υφής ποιήτρια χωρίς να της λείπει το θάρρος των κοφτών περιγραμμάτων και η σταθερότητα του βλέμματος. Το λάθος της είναι ότι υποκύπτει συχνά στη μουσική επωδό των επαναλαμβανόμενων λέξεων, στην ευκολία της γοητείας τους όπως ηχούν και ξαναηχούν τα τονισμένα νοήματά τους.». έπεται ο ποιητής Γ. Ξ. Στογιαννίδης και το έβδομο βιβλίο του με τον αυτοσατιρικό τίτλο «Περίπτερο», την «Ενοχή της αθωότητας» (1966) και την πρώτη του συλλογή «Περιστέρια στο φώς» (1949). Η κυνηγημένη ποιήτρια και πεζογράφος Βικτώρια Θεοδώρου με την «Η εκδρομή» «Αφιερώνεται «σ’ αυτές που έζησαν στο ερημονήσι», στις συνεξόριστές της.». Από την Κύπρο μας έρχεται «μία σπουδαία έκπληξη» το βιβλίο «Το αγγείο με τα σχήματα» του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Η κοινωνική  ποίηση ακούγεται με την συλλογή «Αγωγή» του Δημήτρη Σεκέρη. Από τον Πειραιά μας έρχεται η ποιητική φωνή του Ανδρέα Αγγελάκη με το «Πύον». Οι θηλυκές φωνές της ποίησης και του δοκιμίου Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και η Γιολάντα Πέγκλη εμφανίζονται με την συλλογή «Οίκος» και «Αγκάθι το αμάραντο» αντίστοιχα. Από τους νεότερους ποιητές της Γενιάς του 1970 έχουμε τον Λευτέρη Πούλιο και την «Ποίηση ΙΙ» βλέπε για τον ποιητή μελέτη της φιλολόγου και δοκιμιογράφου Μορφίας Μάλλη, και του ποιητή, κριτικού και εκδότη του περιοδικού «Πλανόδιο» Γιάννη Πατίλη και το βιβλίο του «Αλλά τώρα προσέχτε!...». Ο ποιητής και συγγραφέας Γιάννης Κοντός εμφανίζεται με «Το Χρονόμετρο» ενώ με το πρώτο της βιβλίο εμφανίζεται η πεζογράφος Λία Μεγάλου (Σεφεριάδη;) με το «Ο δραπέτης στο δέντρο». Αρκετά τα σχόλια για την σκληρή ποίηση της καλής ποιήτριας Ρούλα Αλαβέρα από την Θεσσαλονίκη με τον «άγριο» τίτλο «Το κρανιοτρύπανο». Γράφει με ειλικρίνεια, δηλώνοντας την «αδυναμία της;»: «Θα χρειαζόταν μία συστηματική κριτική για ν’ αναλυθεί σωστά και δίκαια αυτό το δύσκολο και ωραίο ποίημα, από κάποιον που θα είχε ένα άλλοθι αντικειμενικότητας- ποιόν άραγε;-πού εγώ, νομίζω- δεν διαθέτω.». Τέλος, κλείνει την περιδιάβασή της με «Τρείς παλιοί ποιητές, με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα…» Τον Κωνσταντινουπολίτη Πέτρο Χρονά και το βιβλίο του «Ανάμεσα στα φίδια και στ’ αηδόνια», τον Στέργιο Βαλιούλη από την Θεσσαλονίκη και το βιβλίο του «Παρένθεση» και τον ποιητή και ανθολόγο Σπύρο Κοκκίνη και το βιβλίο του με τον απαισιόδοξο τίτλο «Στόμα Θανάτου».  Ενώ ο ποιητικός λόγος του Βασίλη Καραβίτη, ηχεί στα αυτιά μας με το βιβλίο του «Το παιχνίδι της επαφής».

        Πλούσιος ο ποιητικός ανθώνας που μας παρουσιάζει η κριτικός Νόρα Αναγνωστάκη. Το πλήθος των ονομάτων αντρών και γυναικών ποιητών μας είναι γνωστά εκτός από δύο μάλλον ονόματα που ενδέχεται να μην συνέχισαν την ποιητική τους πορεία μετά την Μεταπολίτευση.

-Η Κριτική της παντομίμας, 101-108.

        Τα κείμενα προέρχονται είτε από παλαιότερα δημοσιεύματα της συγγραφέως είτε από διαλέξεις της. Η αυλαία των Κειμένων ανοίγει με τον λόγο της Νόρας Αναγνωστάκη.

Διαβάζουμε:

«Αυτά τα λίγα που έγραψα στη διάρκεια της δικτατορίας δεν χρειάζονται κανένα πρόλογο. Φτάνει ο αναγνώστης να ξαναθυμηθεί (ή να φαντασθεί, αν είναι τόσο νέος) πώς ζούσαμε κι εκδηλωνόμαστε τότε. Και τον παρακαλώ (έχει κάποια σημασία) να τα διαβάσει με τη σειρά του βιβλίου, δηλαδή με τη σειρά που γράφτηκαν.».

        Τα ελάχιστα αυτά διευκρινιστικά που μας λέει η κριτικός, δεν δεσμεύουν καθοδηγητικά την ανάγνωσή μας ή την σκέψη μας, αλλά είναι επιβοηθητικές συμβουλευτικές προτροπές στην ανάγνωση των κειμένων έτσι ώστε να κατανοήσουμε ανετότερα την συλλογιστική της σκέψης της, την εξέλιξη της κριτικής της ματιάς και την αναγνωστική- κριτική της μέθοδο. Δύο από τα αναδημοσιευμένα Κείμενα έχουν ως μότο, το «Μιά μαρτυρία» λόγια του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, «…. Τί λές; Ως πότε θα πηγαίνη ομπρός αυτή η υπόθεση; Ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλή ‘ς έναν τρόπον, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλή μίαν γλώσσαν δική τους;». Το Κείμενο είναι αναδημοσίευση από την έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα», Α΄ έκδοση, Ιούλιος 1970. Η δεύτερη ρήση προέρχεται από τον άγγλο ποιητή και κριτικό Τόμας Στερν Έλιοτ, “To do the useful thing, to say the courageous thing, to contemplate the beautiful thing that is enough for one man’s life”. Το Κείμενο είναι από τον τόμο του «Χρονικού» 1971. Το τρίτο κατά σειρά κείμενο προέρχεται από το περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Εξάντας» τεύχος 1ο /1972. Το εκτενέστερο που αναφέρεται «στο στοιχείο της σάτιρας…» είναι Κείμενο διάλεξης που δόθηκε στην «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης 9/5/1973 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Αθήνας «Η Συνέχεια» τχ.4/ 6, 1973. «Τα Ποιητικά 1973» παρουσιάστηκαν στο «Χρονικό 73» 1973 με την εξής διευκρίνιση της Ν.Α.: [«Η κατάσταση μετά τα δραματικά γεγονότα του Νοέμβρη επέβαλε τη διαγραφή ωρισμένων φράσεων που θα καθιστούσαν αδύνατη τη δημοσίευση του κειμένου. Δημοσιεύεται εδώ στη μορφή που είχε παραδοθεί τότε στον εκδότη»]. Τέλος, «Η Κριτική της παντομίμας» που δίνει και τον συγκεντρωτικό τίτλο του βιβλίου όπως σημειώνει η κριτικός είναι «Κείμενο ειδικά γραμμένο για ξένο κοινό» βλέπε “The times Literary Supplement” 3844 (1975) 1368-9., και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Κώδικας», τχ.2/1976.

        Η Κριτική της Παντομίμας

  « Άς κάνουμε ένα μικρό πείραμα, για να δούμε πόσο αντέχει στη δοκιμασία της αποτελεσματικής λειτουργίας του αυτό το όργανο, που λέγεται γλώσσα. Θα σας δώσω ένα μικρό κείμενο κριτικής μου, που δημοσιεύτηκε το 1973, έκτο χρόνο της δικτατορίας στην Ελλάδα. Σημασία έχει όχι τί μπορεί να γραφτεί τώρα, με δημοκρατική ασυδοσία και πλήρη ασφάλεια, αλλά τί γραφόταν τότε που η πνευματική έκφραση τυραννίστηκε, και επέζησε όπως και οι άνθρωποι, εφευρίσκοντας μέσα και τρόπους ζωής. Τώρα θα γίνει ο έλεγχος, αν ωρίμασε κάποια γλώσσα ή κάποιοι άνθρωποι που θα γίνουν και το στήριγμα αυτού του- διόλου ανάλαφρου- σταυρού, που λέγεται ελληνική δημοκρατία του έτους 1975. Ιδού το κείμενο:

        Ιδιαίτερα πρέπει να προσέξουμε το βιβλίο του Γιάννη Πατίλη «Αλλά τώρα προσέχτε…» Τί υγεία και τί νιάτα έχει αυτό το παιδί των εικοσιέξη χρονώ, που δεν είναι λιγότερο πικραμένο απ’ τον καθένα μας! Αν επιτρέπεται η έκφραση, έχει την υγεία της δυστυχίας, δηλαδή σκληρή διαύγεια της σκέψης που διώχνει τη θολούρα και τους ομιχλώδεις ατμούς του μυαλού, θλίψη που έγινε ψυχρό κρύσταλλο κι όχι ρυάκια δακρύων, ευαισθησία που είναι συναίσθηση χαμού κι όχι φτερουγίσματα καρδιάς, γλώσσα στιλέτο κι όχι περικοκλάδα, αθλητικό πάθος για τη ζωή κι όχι ερωτοτροπίες με σκιές θανάτου, κυκλική ματιά που ρίχνει ηλιακό, αττικό φώς, παντού, κι όχι μισοφέγγαρο μιάς ατέλειωτης νύχτας, χέρια που μπορούν να ξεπαστρέψουν τη διάλυση όπου υπάρχει σα διάχυτη λέπρα σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους, ακατάβλητο χιούμορ και χαμόγελο σαν ασπίδα, για την αντοχή της τραγωδίας.

        Από τον Πατίλη και μερικούς άλλους νέους ποιητές, έρχεται στην ποίησή μας το πρώτο, θετικά επιθετικό κύμα ζωής, δηλαδή αυτό που χτυπάει αλύπητα το κακό, όπου το βρίσκει, όποιον ευθύνεται, για όποια καταστροφή, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, καταργώντας τα «αιώνια» θύματα και τους «αιώνιους» θύτες, τοποθετώντας στη σωστή του βάση ένα παγκόσμιο κι όχι μόνο τοπικό πρόβλημα. Ποιητής Αθηναίος κι όχι Δωριεύς. Σε τέτοιους νέους θα έπρεπε να εμπιστευτούμε το μέλλον.

        Ποιά είναι η σημασία αυτού του κειμένου που μπορεί και σήμερα να τη συλλάβει ακόμα και ο απαθής ξένος αναγνώστης, που δεν έχει ιδέα τί γίνεται στην Ελλάδα; Με τις ίδιες περίπου λέξεις του κειμένου θα δώσω τη ρηχή και άχρωμη περιγραφή των γεγονότων, που επισημαίνονται, για να δω αν λειτουργεί τουλάχιστο σαν πληροφορία η γλώσσα. «Το ελληνικό πρόβλημα είναι μιά τραγωδία καταπίεσης του λαού, που έχει την ψυχολογία του «αιώνιου θύματος»’ ότι κάθε έλληνας είναι πικραμένος και δυστυχής αλλά υπάρχουν δυό όψεις δυστυχίας (πού προβάλλονται αντιστοίχως στην ποίηση), η νοσηρή, πού είναι αδρανής, και η υγιής, που έχει τα ανθρώπινα μέσα (σκέψη, αισθήματα, ευαισθησία, γλώσσα, μάτια, χέρια) να εξαπολύσει ένα επιθετικό κύμα ζωής (η νέκρα εξυπακούεται) στη διάλυση, που οφείλεται όχι μόνο στους καταπιεστές, αλλά και στους καταπιεζόμενους’ ότι το τοπικό αυτό πρόβλημα καταπίεσης είναι σύστοιχο με το παγκόσμιο πρόβλημα πού υπάρχει είτε μεταξύ κρατών είτε μέσα σε κάθε κοινωνία. Και η πρόταση της ελπίδας; Να εμπιστευτεί ο κόσμος το μέλλον στο πνεύμα της Αθήνας κι όχι της Σπάρτης!».

        Έτσι θλιβερά γυμνό μένει το δέντρο, όταν του ρίξεις όλα τα φύλλα. Ελπίζω να υπάρξουν αναγνώστες που θα το δουν ολόκληρο και, με λίγη φαντασία, θ’ ακούσουν και τα πουλιά του.

        Ο Έλιοτ μου έμαθε τον κανόνα ότι A critic must have a very highly developed sense of fact- και η ζωή του τόπου μου δε μ’ άφησε ούτε στιγμή να τον ξεχάσω.

        Αυτή λοιπόν ήταν τότε η πραγματικότητα, αλλά και τα ανοίγματα της ψυχής που ισορροπούσαν την αντοχή μας στην πίεσή της, ήταν κι αυτά πραγματικότητα.

        Μά, θα ρωτήσει ο επαρκής ξένος αναγνώστης, τί είδους κριτική είν’ αυτή, που δεν αναλύει τη λειτουργία της ποιητικής γλώσσας και δεν ανακαλύπτει την αισθητική εγκυρότητα των σημασιών της;

        Του απαντώ ότι αυτή είναι η κριτική της παντομίμας.

        Τα χρόνια εκείνα στην Ελλάδα ο λόγος ήταν απαγορευμένος. Δεν μιλούσαμε.. Κάθε πνευματική έκφραση, κάθε πράξη, ακόμα και η γραφή πέρα από τα λόγια της, ήταν μία εμφατική χειρονομία με διπλή σημασία: Δήλωση άρνησης της τυραννίας και πράξη επικοινωνίας μ’ αυτόν το ρημαγμένο, βουβό κι αβοήθητο κόσμο των ελλήνων ανθρώπων. Όσο ωρίμαζε η τυραννία, τόσο ωρίμαζε και η τεχνική της χειρονομίας, πλήθαιναν οι κατευθύνσεις των κινήσεών της, βάθαιναν τα μηνύματά της και γίνονταν φορέας αγωγής και κουλτούρας. Ο στόχος ήταν ένας:  Να κρατηθούμε ζωντανοί, δηλαδή να καταπολεμήσουμε την αδράνεια στο κακό, αλλά και στο καλό. Η μίμηση των κινήσεων της ζωής σ’ ένα φιμωμένο κι ακινητοποιημένο τόπο είναι απ’ τις πιό επικίνδυνες, γιατί μπορεί να καταλήξει σε αδέξιες καρικατούρες. Αυτό δεν το αποφύγαμε. Η παντομίμα είναι μία σπουδαία τέχνη, κι όσοι πέτυχαν στο στόχο τους ήταν συνήθως γεροί τεχνίτες στη δουλειά τους κι είχαν συνείδηση της χειρονομίας τους. Διανοούμενοι, μουσικοί, ζωγράφοι, ποιητές, πεζογράφοι, γελοιογράφοι και όλοι εκείνοι που οι συνειδητές τους πράξεις τους οδήγησαν στις φυλακές και στις εξορίες.

        Θα σας φέρω ένα παράδειγμα μιάς ώριμης χειρονομίας της ποιητικής γλώσσας των νέων μας ποιητών. Ένα από τα μέσα, που χρησιμοποίησαν σαν εκφραστικό εργαλείο, ήταν η σάτιρα και το χιούμορ. Σας παραθέτω ένα απόσπασμα από μιά μελέτη μου, γραμμένη κι αυτή το 1973, γι’ αυτό ακριβώς το θέμα:

        Οι ίδιοι οι ποιητές δεν μπορούν να καταλήξουν σ’ ένα χαμόγελο ολοστρόγγυλο, που μπορεί να κατρακυλήσει σε γέλιο. Καγχάζουν αλλά δεν γελούν. Δεν έχουν αυταπάτες. Έχουν όμως κουράγιο. Μας προτείνουν να κρατήσουμε, να μην ξεχάσουμε τουλάχιστον τα βασικά στοιχεία των εκδηλώσεων της χαράς. Μας διδάσκουν μιάν υγιεινή μοντέρνα γυμναστική των μυών στις κινήσεις του χαμόγελου και του γέλιου. Μας διδάσκουν τη μίμηση μιάς πράξεως σπουδαίας και τελείας. Είναι μιά γενιά που σιχάθηκε την κατά κόρον δραματοποίηση του τραγικού, δηλαδή τελικά την ωραιοποίηση του μέσω της τέχνης, και πέρασε ενσυνείδητα και αποφασιστικά στη διακωμώδηση όχι του δραματικού, αλλά του δραματοποιημένου ύφους, ίσως για να περισώσει την αξιοπρέπεια του τραγικού απ’ την ασεβή πολυχρησία, για να το αναδείξει θα έλεγα, κρατώντας μιάν απόσταση σεβασμού. Ίσως επιχειρούν την κάθαρση της ιλαροτραγωδίας.

        Όποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη γλώσσα των άλαλων, δεν θα καταλάβει τίποτα κι απ΄ την κριτική της παντομίμας.

        Και βέβαια δεν πλουτίζει έτσι ένας λαός, όσο κι αν κουβαλάει στα κόκαλά του ένα παρανοϊκό ζωικό πείσμα.

        Όμως, μέσα σ’ αυτόν τον φουρτουνιασμένο χρόνο της δημοκρατίας, μετρώντας τις αμέτρητες συμφορές της δικτατορίας που χάσκουν μπροστά μας κι όχι πίσω μας, δε βρίσκω άλλο κέρδος απ’ τη δραματική συντήρηση αυτού του ζωικού πείσματος μ’ αυτά τα παράλογα και μαγικά μέσα.

        «Αν επιδιώκεις ένα αποτέλεσμα, μιμήσου το». Αυτό είναι ένα από τα βασικά αξιώματα της άλλης πανάρχαιας τέχνης, της μαγείας. Πώς λειτουργεί λοιπόν η ζωντανή γλώσσα της μαγικής χειρονομίας, που έχει και πάλι για μοναδικά εργαλεία τις λέξεις και θέλει να μεταφέρει όχι μόνο έννοιες και σημασίες, αλλά κι έναν παλμό που είναι η τρίτη διάσταση των λέξεων, που μπορεί ν’ αγγίξει τις καρδιές των ανθρώπων;

        Υπάρχουν λέξεις συγγενικές στο νόημα και στον ήχο, που κρατούν μεταξύ τους πολύ φρόνιμες αποστάσεις’ πχ. πόνος- συμπόνια, ελευθερία- φιλελευθερισμός. Υπάρχουν όμως και άλλες λέξεις, που είναι εντελώς ερημικές κι ακατοίκητες για τον περισσότερο κόσμο’ πχ, εξορία, φυλακή, προσφυγιά. Η μοναξιά των λέξεων είναι τόσο μεγάλη, όσο και η μοναξιά των λαών.

        Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι, σ’ αυτόν τον καταραμένο κόσμο, που αγαπούν την Ισπανία επειδή αγάπησαν το Λόρκα, ενώ είναι μάλλον απίθανο να υπάρχουν άνθρωποι που αγάπησαν την Αμερική επειδή τους αρέσει ο Γκίνσμπεργκ.

        Υπάρχουν κάτι χώρες, που σε μιά ρομαντική εποχή τις ερωτεύονταν κι οι ξένοι ποιητές: Η Ελλάδα του Μπάυρον. Φαίνεται πώς κι οι λαοί έχουν ψυχή κι οι ποιητές τους είναι κάτι σαν άγγελοι ή δαίμονες, που την κρατούν και μας τη δείχνουν. Αλλά ποιοί τη βλέπουν; Πόσοι και πού σκορπισμένοι; Και με ποιά εξουσία για την εφαρμογή του ανθρώπινου μέτρου;

        Αυτοί που εκτοξεύουν τα διαστημόπλοια είναι εκείνοι-οι ίδιοι- που αλυσοδένουν τα μικρά καράβια- λαούς, ποιητές, ανθρώπους.

        Πόσο αντέχει λοιπόν στη δοκιμασία αποτελεσματικά η ανθρώπινη γλώσσα;

        Τώρα θα βάλω ν’ ακούσω μουσική.».

    Είναι αρκετοί οι έλληνες κριτικοί που έγραψαν για τα βιβλία που κυκλοφόρησε και μίλησαν για την δουλειά της. Το σύνολο των κριτικών γνωμών που δημοσιεύτηκαν στον τύπο- εφημερίδες και περιοδικά-για τα βιβλία και την κριτική της φωνή και σκέψη είναι όλα επαινετικά. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες σύγχρονες ελληνίδες δοκιμιογράφους.

Αναφέρουμε ενδεικτικά ονόματα των κριτικών της:

-Βενετία Αποστολίδου, περ. «Ποίηση» τχ. 7/ Ανοιξη- Καλοκαίρι 1996, σ.257-261 «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΡΙΤΙΚΟΥ: ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ».

-Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εφ. «Τα Νέα» 23/1/1996. «Χωρίς παντομίμες» (β/κη)

-Αλέξης Ζήρας, Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκη 2007, σ. 89-90

-Ελισάβετ Κοτζιά, εφ. «Η Καθημερινή» 25/2/ 1990. «Πνευματικές ασκήσεις» (β/κη).

-Γιώργος Κοροπούλης, εφ. «Η Καθημερινή» Κυριακή 28/1/1996. «Μια «Διαδρομή» 35 χρόνων. Η συναγωγή κριτικών δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη, απόρροια γούστου, παιδείας, στοχασμού. (β/κη).

-Γιάννης Κουβαράς, περ. «Σχεδία» τχ. 9-10/ 11,12, 1989. «Πνευματικές Ασκήσεις» (β/κη). Βλέπε και το βιβλίο του «Επί πτερύγων Βιβλίων» τόμος Β΄ εκδ. Σοκόλη 1995

-Γιάννης Κουβαράς, εφ. «Η Καθημερινή» 9/7/1996. «Τα δοκίμια κριτικής της Νόρας Αναγνωστάκη» Ένα βιβλίο απεριόριστων διαδρομών. (β/κη για «Διαδρομή»)

-Π. Κρ. (ημνιώτη), εφ. «Η Αυγή» Κυριακή 11/2/ 1996. «Μια σεμνή «Διαδρομή»». Στις προσθήκες των βιβλιοπωλείων ένας τόμος με το δοκιμιακό έργο της Νόρας Αναγνωστάκη. σ.33.

-ΜΑΤΖ, εφ. «Η  Αυγή» 5/3/1989. «Πνευματικές Ασκήσεις»

-Δώρα Μεντή, περ. «Μαντατοφόρος» τχ.41/ 1996, σ.166-170. (β/κη)

--Τίμος Μαλάνος, Η Δύναμη των Αισθήσεων», «Πρόσπερος» 1984

-Χ.Ν. περιοδικό «Αντί» τχ. 648/21-11.1997 «Η κριτική της υποψίας».

-Δήμητρα Παυλάκου, εφ. «Η Αυγή» 3/3/1996. «Δοκίμια ευαισθησίας και γνώσης» (β/κη)

-Σπύρος Τσακνιάς, περ. «Αντί» τχ. 607/7-6-1996. «Η διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη». Δοκίμια ένζυμα στις πνευματικές ζυμώσεις της Εποχής. (β/κη). Βλέπε και το βιβλίο του «Δακτυλικά αποτυπώματα».

-Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, εφ. «Ελευθεροτυπία» Τετάρτη 13/3/1996. «Τα «τι» και τα «πώς» της κριτικής». (β/κη)

-Σοφιανός Χρυσοστομίδης, εφ. «Η Αυγή» 28/4/1996. «Επτά βιβλία».

Και σχετικά: -εφ. «Η Εποχή» 25/3/1989.

- εφ. «Το Βήμα» 26/11/1995. (για «Διαδρομή»)

–εφ. «Η Αυγή» 28/4/1996 στην στήλη «ελεύθερα και απροκατάληπτα».

- Ο Χαρτοκόπτης, περιοδικό «Αντί» τχ. 603/ 12-4-1996. Σ.65.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

21 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Ακούστε τα παλαιά μαθήματα Ζωγραφικής του πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη με το γνωστό χιουμοριστικό ύφος στο ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ του Ελληνικού Ραδιοφώνου. Διαλέξεις σοφίας, γνώσης και βιωματικής εμπειρίας. Για το τί είναι πραγματικά Ελληνικό στην Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, τί είναι ουσιαστικά Κλασικό και τί αυθεντικά Λαϊκό. Ποιά τα σφάλματά μας και ποιες οι αρετές ημών των Νεοελλήνων. Ποιά τα στοιχεία της Ελληνικότητάς μας. Ευγνωμοσύνη οφείλουμε στον Μελωδό των Ονείρων μας Μάνο Χατζιδάκι που ηχογράφησε τα 10 αυτά μαθήματα και τα άφησε πολιτιστική κληρονομιά στο χρόνο.