Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Ο Μάριος Βαϊάνος για τον Λαπαθιώτη

 ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΚΑΙ ΘΛΙΒΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Μάριου Βαϊάνου

        Διασκεδάζει κανείς αληθινά, όταν παρακολουθεί περιοδικά κι εφημερίδες, όπου κάνουν αποκαλύψεις μερικοί ανίδεοι, παρουσιάζοντας μεγαλόσχημα την ιδιωτική ζωή και άλλα ιδιαίτερα μερικών, από τους παληούς μας λογοτέχνες και συγγραφείς, τους οποίους νομίζουν ότι εγνώρισαν, με τις δυό-τρείς φορές που είδαν στο δρόμο κι άλλες τόσες στα σπίτια τους, σε στιγμές άφαντης καλωσύνης, κεφιού ή εκγκαρδιότητος, πράγμα που τους κάμνει κι όλας, να προβαίνουν σε αποκαλύψεις κι επισημάνσεις, νομίζοντας ότι έμαθαν κι όλα τα μυστικά τους κι έτσι είναι σε θέση να φέρουν στο φώς όλα τα αινίγματα και το μυστήριο που τους περιέβαλε στη ζωή και το οποίον ζητούν να διαλευκάνουν και να ξεχύσουν μετά θάνατο οι αυτοσχέδιοι αυτοί βιογράφοι τους…

        Κι εν προκειμένω ο Λόγος είναι για τον Ν α π ο λ έ ο ν τ α Λ α π α θ ι ώ τ η που το περιοδικό τούτο θέλει κάπως ν’ αναστήσει, και να φέρει στην επιφάνεια εξ αφορμής της επιτυχίας του, να εξασφαλίσει λίγα άγνωστα και ανέκδοτα ντοκουμέντα της ζωής του, τα οποία, αληθινά, έχουν μια κάποια ιστορική αξία.

        Πολλές φορές είδα και διάβασα γραφτά που αφορούσαν την επίγεια ζωή του ποιητικού αυτού, που ένα απονενοημένο του διάβημα, τον έφερε αλογάριαστα στον άλλο Κόσμο, τον οποίον, φυσικά ο Ναπολέων δεν περίμενε να επισκεφτεί και να γνωρίσει τόσο απροετοίμαστα κι απροσδόκητα. Φυσικά πολλές φορές, αναγκαστικά ο αγαπητός κι αξέχαστος φίλος τον μελέτησε στις κουβέντες και τις συζητήσεις του με πολλούς για την ύπαρξή του, άγγισε τα σύνορά του και τον καλολόγισε με το θάνατο της μητέρας του, που του ήταν το πιό αγαπημένο του πράγμα στη ζωή, αλλά, είμαι βέβαιος απ’ τη στενότατη γνωριμία που είχα μαζί του, πώς ποτέ δεν περίμενε να βρεθεί στους πράσινους του λειμώνες και στα Ηλύσια Πεδία του, αν η τύχη με την οποίαν τόσο χαριτωμένα έπαιζε συχνά και τον συμπαθούσε κι αυτή τόσο, δεν βρίσκονταν τη στιγμή του τραγικού πεπρωμένου του, αληθινά τυφλή και τον άφησε να της ξεφύγει…

        Ο ποιητής δεν συμπαθούσε βέβαια το θάνατο, αλλά έπαιζε πάντα μαζί του. Κι αν δεν τον ανέφερε στα ποιήματά του ήταν, γιατί κατά βάθος, τον εφόβιζε η παρουσία του, περί τούτου όμως συχνά συζητούσε, φιλολογώντας όπως όλοι μας. Αντίθετα με τον ευτυχισμένο βίο του έκαμνε και την τύχη που πάντα τον ευνόησε και τον ευνοούσε σε όλα ήταν πανευτυχής μη νοιαζόμενος για τίποτα, αφού όλα τα είχε, από την αγάπη των δικών του, μέσα στο σπίτι όπου όλα ανθούσαν γι’ αυτόν και τα πάντα ήσαν ρόδινα, ως τον γύρω του κόσμο που τον περιέβαλε με το θαυμασμό εκτίμηση και αγάπη όπως ήταν ο πιό λυρικός, ο πιό αισθαντικός και ο πιό εντυπωσιακός ποιητής του καιρού του. Κι ο ίδιος το ήξερε και χαιρόταν γι’ αυτό τυλιγμένος μέσα στα πέπλα της ευφροσύνης και της ευτυχίας. Αλλά, για να αρχίσουμε τις αναμνήσεις μας και τις εντυπώσεις μας, από τον άγνωστο στους πολλούς Λ α π α θ ι ώ τ η, είχε σε μεγάλο βαθμό ανεπτυγμένη, μέσα του, τη διάθεση του ναρκισσισμού, και δεν θεωρούσε ευτυχία, αυτά τα οποία είχε: φήμη, ομορφιά, πλούτη, υγεία και ότι άλλο. Και η μοναξιά που τον συντρόφευεν, ολοένα και στενότερα, και περισσότερο τον έκανε να υποφέρει. Και σα διέξοδο είχε ανάγκη όλο και περισσότερα,- τάθελε όλα δικά του’ κι άλλη φήμη, κι άλλην ευτυχία, κι άλλες επίγειες και απερίσπαστες ηδονές, ό,τι και αυτές νάναι: πλατωνικές, αισθησιακές, υλικές κλπ. Με πρότυπο το Όσκαρ Ουάϊλδ που την ίδια εποχή μεσουρανούσε κι απασχολούσε την υφήλιο με τις σχέσεις του, τα καπρίτσια του και τα καμώματά του, ο Λαπαθιώτης οικοδομούσε μιάν ζωήν, όμοια μ’ εκείνου και υπέφερε που δεν ήταν οι συνθήκες όμοιες, εδώ στην Ελλάδα, για να την πραγματοποιήσει και να την προσαρμόζει στον εαυτό του…

        Δεν υπάρχουν π ι ά σύγχρονοί του και στενοί φίλοι του για να βεβαιώσουν αυτά που γράφω, αλλά και αν υπήρχαν είναι αδύνατο να γνώριζαν τόσο καλά τον Ναπολέοντα, που από καπρίτσιο, μερικές μέρες ήταν αχώριστος στην παρέα με μερικούς κι είχε μαζί τους «κοινά μυστικά» της ζωής του, κι έξαφνα από ιδιοτροπία, αδιαφορία, βαρεμάρα, ή άλλο τί, τους παρατούσε και τον έχαναν για καιρό, ως που να τούρθει πάλιν η επιθυμία να τους αναζητήσει, να τους κάμει για λίγο διάστημα συντροφιά με πολλές αποκαλύψεις, κι ύστερα πάλι να χαθεί, μέσα στη νύχτα της ιδιότροπης ζωής του και της Αθήνας. Τον ρωτούσα πολλές φορές όταν τον συντρόφευα πειθήνια και  πιστά, τις νυχτερινές και μεταμεσονύχτιες ώρες στους δρόμους της μικρής και μοναχικής, τότε, Αθήνας, στα ξεφτισμένα πάρκα του Μουσείου και του Ζαππείου, και στους άδειους από ζωή και κίνηση, δρόμους του Παγκρατίου, του Κλαθμώνα και αλλού που πεζοπορούσαμε: γιατί, φίλους που τόσο ταλαιπωρήθησαν για να τον  συναντήσουν και τούχαν τόσην εκτίμηση και αγάπη, για το έργο του και τον ανθρωπισμό του, τους αποφεύγει, τους αποκαρδιώνει και τους απομακρύνει με την αδιαφορία του’ κι εκείνος με την μόνιμη απάθειά του που κρεμόταν από τα χείλη του και το ψυχρό χαμόγελο που ανθούσε στο πρόσωπό του και τώκαμνε ψυχρότερο, το νυχτερινό φώς, μου απαντούσε: -Όλοι τους με κουράζουν με τα πράγματα που με ρωτούν. Όλο ερωτήματα μου κάμνουν και τους βαριέμαι… Μη με ρωτάς και συ γιατί θα με χάσεις… Και πραγματικά. Έτσι, ή αλλοιώς, αργά, ή, γρήγορα τον έχανα. Όχι γιατί με βαριόταν-αλλά γιατί βαριόταν τους θαυμαστάς που του πήγαινα…

        ….Αλλά απομακρυνθήκαμε από τη συνέχεια της αφήγησής μας, σχετικά με το θέμα του θανάτου. Ο Λαπαθιώτης λοιπόν θαυμαστής και συνοδοιπόρος του Ουάιλδ, ακολουθώντας πιστά και τ υ φ λ ά τις θεωρίες του βάδιζε πάνω στα ίχνη της μοναδικής ευφυϊας του μεγάλου άγγλου συγγραφέα, χωρίς όμως να μπορεί και να κάμνει ό,τι εκείνος έκαμνε. Γιατί εκείνος πολεμούσε με πράξεις και με την ίδια του τη ζωή την πουριτανική Κοινωνία του Λονδίνου, μόνος κι απογυμνωμένος από το οικογενειακό του περιβάλλον, και με πλήρη ωριμότητα για μιά τέτοια ζωή, ενώ, εδώ, ο Ναπολέων, υπόκειτο στις δεσμεύσεις του οικογενειακού βίου, που τον κατεύθυναν, με πολλήν βέβαια μαλακότητα μητέρα συντηρητική και πατέρας, το ίδιο. Και είναι βέβαιο, αλήθεια πως οι δυό γέροι τον αγαπούσαν υπερβαλλόντως (και είναι γνωστό το τί απάντησεν ο πατέρας του στρατηγός Λεωνίδας Λαπαθιώτης, στο Σπύρο Μελά, όταν αυτός, την επαύριον ενός φιλολογικού αισθητικού σκανδάλου, όπου είχαν αναμιχθεί σ’ αυτό με τη δημοσίευση ελευθεριαζόντων ποιημάτων όλοι οι νέοι ποιηταί της σχολής των αισθητικών, τότε, που έβγαζαν μάλιστα και το περιοδικό «Ανεμώνη», είπε στον στρατηγό, πατέρα του ποιητή: «Έναν έκαμες…». Μα τον διέκοψε ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης για να του συμπληρώσει… «Αλλά Ναπολέοντα!...». Αλλ’ όπως και νάναι υπήρχε και η κοινωνία, που ο πατέρας υπήρξεν επίλεκτο μέλος της: πρίν λίγο Υπουργός, προσωπάρχης παλαιότερα του Υπ. Στρατιωτικών, μέλος της επανάστασης του Γουδί, στρατηγός και άλλα. Έτσι ο Ναπολέων, ήταν συμμαζωμένος κοινωνικά και μόνο φιλολογικά ήταν ελεύθερος να κάμνει ό,τι θέλει.

        (Πολλές φορές η μητέρα του-Μεσολογγίτισσα και δεύτερη ανεψιά του Χαρίλαου Τρικούπη- κουβεντιάζοντας μαζί μου, ενώ τον περίμενα να ντυθεί για να βγούμε έξω, νυχτερινή ώρα, με ρωτούσε: «βλέπετε σεις κ. Β. τίποτε το απαγορευτικό και το άτυπο στη ζωή του Ναπολέοντα; Κάνει τίποτα, που να στεναχωρεί πολλούς της αθηναϊκής κοινωνίας; Γιατί εμείς δεν βλέπουμε να θίγει ουδένα ή να πειράζει επίσης τον κόσμο που γνωρίζει…»

        Η σκανδαλώδης λοιπόν ζωή του Ουάιλδ σε μεταφορές της στον ελληνικό τύπο και στα ξένα έντυπα, γαργαλούσε και ερέθιζε τον Ναπολέοντα που διψούσε ακόμα μεγαλύτερη φήμη στις λιγοστές εκκεντρικότητες που κυκλοφορούσαν γι’ αυτόν, κυριώτερες των οποίων ήσαν ότι είχε αντιστρέψει τη ζωή του εμφανιζόμενος μόνο τη Νύχτα και κοιμώμενος την Ημέρα, ότι απέφευγε συστηματικά το γυναικόκοσμο και δεν έκαμνε παρέα ούτε με γράφουσες, αλλά ούτε και με άλλες γυναίκες, ότι τα ποιήματά του είχαν σπέρματα κακού μέσα τους διαβάζονταν κρυφά, ότι η εκκεντρική νυχτερινή του ζωή ήταν αντικείμενο σχολίων και τέλος ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ήταν ο πρώτος πού- μαζί με τον Τ. Παπατζώνη, όπως ο ίδιος μου είχεν εμπιστευθεί- έβαλε πουκάμισο Μπάυρον (δηλ. ανοιχτό και κοντομάνικο), και κάτι άλλα ακόμα τέτοια. Η φήμη όμως αυτή δεν τον ικανοποιούσε. Διψούσε για μεγαλύτερη, γιατί τη  θεωρούσε παλαιωμένη, κι έψαχνε να βρει νέους τρόπους για να την επαυξήσει, να την κάμει πιό εντυπωσιακή, πιό καταφανή, πιό σκανδαλώδη ιδίως την εποχή της κατοχής, λίγο και πριν από την μοιραία αυτοκτονία του.

        (Πόσες φορές στις νυχτερινές περιπλανήσεις μας μέσα στους έρημους χώρους της Αθήνας, ανάμεσα στο πλάτος των δρόμων και της μοναξιάς δεν μου εμπιστεύθηκε σχέδια για να τα βάλωμε σ’ ενέργεια κι έτσι να δημιουργηθεί θόρυβος γύρω απ’ τ’ όνομά του… Κάποτε μου απεκάλυψε επιθυμία του να αναγγελθεί αυτοκτονία του και μάλιστα μου γνώρισε σχέδιό του,- με το ν ύ και με το σ ί γ μ α- μονταρισμένο και αρχιτεκτονισμένο από τον ίδιο, περίφημα και ζητούσε μόνο τη συμπαράστασή μου. Κατ’ αυτό, θα κρυβόταν για μερικές ημέρες στο Μενίδι, σε σπίτι φίλου του, κι εγώ θα πήγαινα στις εφημερίδες και θα πληροφορούσα υπόνοιές μου, δήθεν, γι’ αυτοκτονία του, αφού τον έχω χάσει μέρες και δεν τον βρίσκω, θα έγραφα εγώ τα σχετικά, πολύ διαφημιστικά, όπως ήξερα πώς τα ήθελε, κι αφού δημοσιευόταν και περνούσαν λίγες ημέρες θα εμφανιζόταν και θα διαψεύδονταν. Και ο θόρυβος θα κρατούσε κάμποσο, με τούτο και με κείνο. Βέβαια εγώ δεν του αρνιόμουν την συμπαράστασιν αυτήν, αλλά με την υπόθεση να το σκεφθώ και να το ετοιμάσω, περνούσε κάποιος καιρός και τα πράγματα ξεχνιόταν ως πού όταν τον έβλεπα, άλλα τον απασχολούσαν και σ’ άλλα ριχνόμαστε και οι δυό μας για την επιτυχία τους).

        Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ Λαπαθιώτης παρουσιαζόταν ως ανθρωπιστής και ζωόφιλος, ούτε όμως το ένα ήταν, ούτε το άλλο. Ικανοποιούσε και τη μία φορά, όπως και την άλλη ένα του προσφιλές βίτσιο: να είναι μόνο αυτός, κάτι, που στους άλλους, εύκολα δεν το αναγνώριζε. Ως ζωόφιλος φυσικά μετά το θάνατο της μητέρας του γιατί πρίν, δεν ξέρω τί γινόταν σπίτι του με την υπόθεση αυτή, είχε κι έτρεφε πλέον από 10 ή 12 γάτες, τις οποίες, το βράδυ, τις επισκεπτόμαστε μαζί, μετά το κοινό, λιτό κατοχικό δείπνο που κάμναμε σε κάποιο εστιατόριο της Ομονοίας, ή κάποια ταβέρνα, γύρω από το σπίτι του- στα Εξάρχεια. Καθόταν γωνία Κουντουριώτου και Οικονόμου, σ’ ένα παλαιό, αρχοντικό σπίτι, πού ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά είχε τα χάλια του, χωρίς περιποίηση μ’ ένα κατάξερο κήπο, πλάι στη σκάλα που ανέβαζε σ’ αυτό, πίσω από την πόρτα της εισόδου. Τις επισκεπτόμαστε μαζί, για να ξαναβγούμε και πάλι σε πολύωρη περιοδεία, φορτωμένοι στα πακέτα με χαρτιά τυλιγμένα και ντενεκεδάκια με υπολείμματα κατοχικών φαγιών: αποφάγια μακαρόνια, υγρές σάλτσες, νερόπηχτες, κόκκαλα από απίθανο ψαροφάγι και κρέατα…

        Μόλις άνοιγε τρίζοντας η παμπάλαια ξύλινη πόρτα, ένα πλήθος γατιών λυσσασμένων από την πείνα κι’ αποστεωμένων από την κακοπέραση και από την κακομοιριά, καταλερωμένων από την ακαθαρσία του χώρου της ζωής των, ωρμούσε πάνω μας με νιαουρητά και κλαυθηρισμούς αλλά και με άγριες διαθέσεις να φάνε, να τα φάνε όλα, όσα τους πηγαίναμε-και μαζί μ’ αυτά κι εμάς ακόμα… και μαζί με την επίθεση που δεχόμαστε ασυνήθη για ένα νέο επισκέπτη, συνηθισμένη για εμένα που πήγαινα συχνά- από μέρος των, μία άλλη επίθεση, φοβερή και τρομερή συμπλήρωνε την πρώτη: ένα κύμα πνιχτής βρώμας από τη μόνιμη ζωή των ζώων που κανείς δεν τα καθάριζε, δεν τους άνοιγε να κυκλοφορήσουν έξω, δεν αέριζε το σπίτι να πάρει τη μπόχα των πάντων εκεί, πού, βρώμα στη βρώμα συσσωρευόταν στο πάτωμα και όπου αλλού, στο διάδρομο, ή στη γωνιά της κάμαρης που χρησίμευε σαν κοιτώνας όλων αυτών των τετράποδων, αναμίξ πού αποτελούσαν (τώρα) την οικογένεια, και την συντροφιά του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, αλλά και τους κατοίκους του σπιτιού του. Τις περισσότερες φορές σταματούσα στην είσοδο, δεν έμπαινα μέσα κι απόθετα στα αρπάγματα των εξαγριωμένων γατιών το… γεύμα των, που μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού (δεν άναβε ο Ναπολέων καθόλου φώς και ό,τι έκαμνε από γνωριμία του χώρου, των κατατόπιων και συνήθεια) σκορπιζόταν και δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, παρά το κατρακύλισμα των τενεκεδικών και το θρόϊσμα των χάρτινων περιτυλιγμάτων. Σε λίγο ο Ναπολέων αφού… νοικοκύρευε με τον τρόπο του τα τρόφιμα- μου είχε πει πολλές φορές ότι αγαπούσε όλες τις γάτες του, τις οποίες μάζευε από το δρόμο, συναντώντας τες εδώ κι εκεί, αλλά ότι είχε ιδιαίτερη συμπάθεια σε κάποιες απ’ αυτές, που τις φρόντιζε κατάλληλα-φαινόταν μέσα στο ημίφως του διαδρόμου, να τις ταχτοποιεί και να τους μιλεί με τη γλώσσα που τις είχε συνηθίσει κι ύστερα, έβγαινε έκλεινε την πόρτα- πράγμα που το χαιρόμουν ιδιαίτερα, γιατί έβγαζα από τη μύτη το μαντήλι, κι άφηνα πάλι τα ρουθούνια μου να εισπνεύσουν τον καθαρό κι ελεύθερο αέρα του υπαίθρου.

        Του είχα κάμει πολλές παρατηρήσεις, κι είχαμε θορυβωδώς πολλές φορές συζητήσει το θέμα της βρωμιάς αυτής πού τον τύλιγε εκεί, τόσο για τη μοναξιά στην οποία ζούσε, όσο και στο ζήτημα του να έχει μιά γυναίκα να του καθαρίζει καμμιά φορά, και να αισθάνεται σαν άνθρωπος, αλλά πάντα έφερνε στη μέση το ζήτημα πώς ήταν κατοχή, ή πώς ο Χριστοδούλου- ο μέλλων κληρονόμος του- τον οποίον ήδη, είχεν εγκαθιδρύσει στο σπίτι, δεν τα προλάβαινε όλα… (γιατί ετούτος, για να γίνει κληρονόμος και να υιοθετηθεί, είχε την υποχρέωση, να τον φροντίζει για ναρκωτικά, που τα προμηθευόταν εκτός από την Αθήνα κι απ’ τον Πειραιά, κι όλο έτρεχε. Ναρκωτικά, του προμήθευεν επίσης κι ο ηθοποιός Μάριος Ροτζάϊρον, ένας φτωχός διάβολος της πρωτεύουσας, που τον θυμούνται οι παλαιότεροι Αθηναίοι, από τις παραστάσεις Αριστοφανείων έργων, όπως η «Λυσιστράτη» κτλ. όπου, ο φτωχός, έπαιζε γυναικείους ρόλους, με πολύ επιτυχία και μπρίο. Αυτός την εποχή τούτην για την οποία μιλούμε, παρ’ όλον ότι ήταν άρρωστος και τον έκαιγε μόνιμα ο πυρετός, πήγαινε ποδαρόδρομο στο Πειραιά, για να του προμηθέψει τα «καλλυντικά» του, όπως τα έλεγε, χαριεντιζόμενος, με ανταμοιβή, όταν του έφερνε ότι εύρισκε και μας συναντούσε να τον περιμένουμε στο Ζυθεστιατόριο της Ομονοίας «Ελλάς» να του προσφέρει ένα πιάτο μακαρόνια της εποχής, χωρίς φυσικά βούτυρο και τέτοια, αλλά νερόβραστα…)…

        Και το βράδυ περνούσε σ’ αναζήτηση τροφίμων απ’ οπουδήποτε, πολλές φορές και περιπετειών ανεπάντεχων, ως τις 11, που τελείωνε η  ώρα της κυκλοφορίας…

        ΠΟΛΛΟΙ με ρωτούν και ζητούν να μάθουν, πώς συνέβη το «μοιραίο». Πώς δηλαδή, συνέβη ο θάνατος. Βέβαια δεν είναι ώρα να παρουσιάσει κανείς, εδώ, την εκδοχή που πιστεύω, αλλά για να συμπληρώσω τα όσα έγραψα στην αρχή, για την τάση του να είναι πάντα στην επικαιρότητα και να γίνεται λόγος για κείνον, στην εποχή μάλιστα τούτην, της κατοχής, που όλοι τον αγαπούσαν ή τον είχαν ξεχάσει, κι ούτε λόγος γινόταν στις εφημερίδες για το έργο του και τη ζωή του, κι ούτε δημοσιευόταν ποτέ ποίημα του, λόγω της ζωής που κάναμε… οφείλω να πω ότι ο Ναπολέων αποπειράθη ν’ αυτοκτονήσει, μισοπεθαμένος από ναρκωτικά και άλλα, που δόσεις των ποικίλλες επήρε, ευθύς μόλις γύρισε σπίτι του τη νύχτα εκείνη της 8 Ιανουαρίου 1943 και σε κατάσταση μισοαναισθησίας από τις ενέσεις που κάρφωνε στα μπράτσα του, με τη βεβαιότητα πώς θ’ απασχολούσε η απόπειρά του αυτή, με το άκουσμα του πυροβολισμού οι σύνοικοί του και τρέχοντας στην κάμαρά του, με όλα τα ιατρικά, και φαρμακευτικά μέσα της εποχής, ευθύς ως θα έβλεπαν το απονενοημένο του διάβημα! Αλλά, το βράδυ εκείνο, αυτοί όλοι έλλειπαν από το σπίτι. Ήταν του Αγιού Γιαννιού κι είχαν πάει σε συγγενή τους Γιάννη….

        Και όταν γύρισαν το πρωί όλα ήταν διαφορετικά: ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, αβοήθητος είχε υποκύψει τη νύχτα, από το τραύμα, από το δηλητήριο των ναρκωτικών και από την αδυσώπητη επιταγή της Μοίρας που του είχεν ωρίσει ζωή, μόνο μέχρι το βράδυ εκείνο- και τίποτε περισσότερο!

        ΜΑΡΙΟΣ  ΒΑΪΑΝΟΣ

Περιοδικό ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ, Λογοτεχνικό περιοδικό. τεύχος 7/7,8,9, 1970. Αφιέρωμα Ναπολέων Λαπαθιώτης. Μέρος Β’ σελίδες 88-92.

     Η κόλαση των τεχνιτών παραδείσων

 Μεταφέρω μία δεύτερη άποψη για την τραγική απώλεια του εστέτ ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη και των προσωπικών του πιστεύω, ή και την προετοιμασία- σχεδιασμό της αυτοχειρίας του, από τον στενό φίλο και συνεργάτη του Καβαφιστή και συμπαραστάτη των λογοτεχνών Μάριο Βαϊάνο. Ένας θάνατος- όπως αυτός του Λαπαθιώτη- που αναστάτωσε την Αθηναϊκή Κοινωνία της εποχής του και μάλιστα, εν μέσω της σκοτεινής και θυελλώδους περιόδου της Κατοχής. Ας μην ξεχνάμε και την απώλεια του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά, (πρώτη παλλαϊκή αντίσταση του ελληνικού λαού ενάντια στην γερμανική κατοχή) ηγετική ποιητική μορφή της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Οι πνευματικοί κύκλοι της πρωτεύουσας όπως δείχνουν τα διάφορα δημοσιεύματα των περιοδικών και των εφημερίδων των ημερών εκείνων, με την είδηση του θανάτου του ρομαντικού, εστέτ, «καταραμένου» ποιητή έγραψαν και σχολίασαν τον τρόπο της απώλειάς του δημοσιεύοντας θετικές αλλά και αρνητικές κρίσεις για το τραγικό συμβάν. Η αγάπη πάντως και η έγνοια τους για τον αυτόχειρα ποιητή, εκδηλώθηκε στο γεγονός ότι διεξήγαγαν έρανο για να τον κηδέψουν-φορείς, σωματεία, συγγραφείς- όπως είδαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας αντιγράφοντας ορισμένα γνωστά ονόματα Ελλήνων Λογοτεχνών, Εκδοτών περιοδικών κλπ. που συμμετείχαν οικονομικά στον έρανο ώστε να τελεστεί το ξόδι και η ταφή του άπορου ποιητή, όπως διαβάσαμε στο περιοδικό «Νέα Εστία» τον μήνα της απώλειάς του. Εδώ παρενθετικά να σημειώσουμε κάτι ανάλογο που συνέβει είκοσι χρόνια σχεδόν αργότερα, και κάτω από άλλες πολιτικές συνθήκες, με τον θάνατο της ποιήτριας και ηθοποιού Μυρτιώτισσας, ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου. Η πολύ καλή ερωτική ποιήτρια η οποία μετά τον θάνατο του μοναχογιού της ηθοποιού Γιώργου Παππά είχε αποτραβηχτεί από την καλλιτεχνική δημοσιότητα και τα οικονομικά της δεν ήταν αυτά που χρειάζονταν για να ζήσει, μετά τον θάνατό της με την ιδιότητα της απόρου κηδεύτηκε με χρήματα της τότε στρατιωτικής δικτατορικής κυβέρνησης του 1967. Στην μακρά διαδρομή της ελληνικής γραμματείας συναντάμε και άλλες ανάλογες περιπτώσεις ελλήνων και ελληνίδων ποιητών και ποιητριών- συγγραφέων, που στην κυριολεξία πέθαναν στην ψάθα, μόνοι, άκληροι, φτωχοί, «αδόξαστοι» και αγνοημένοι. Φυσικά, δεν συσχετίζουμε περιπτώσεις, απλά μιλάμε για άθλιες κοινωνικές συνθήκες, για δραματικές προσωπικές στιγμές και τραγικά συμβάντα ποιητών, πεζογράφων, λογίων, πνευματικών δημιουργών και καλλιτεχνών οι οποίοι έφυγαν εγκαταλειμμένοι και λησμονημένοι από την επίσημη ελληνική πολιτεία, ή έδωσαν μόνοι τους τέλος στην ζωή τους. Θα μας αντιτείνει κανείς, και δικαίως, τι νόημα έχει η μνημόνευση στο πώς έφυγε ένας ποιητής και κάτω από ποιες σκληρές και αντίξοες καταστάσεις, όταν χιλιάδες άλλα ανώνυμα άτομα πολίτες αυτής της χώρας-τα οποία δεν ανήκαν σε πνευματικούς κύκλους, δεν υπήρξαν ποιητές, δεν είχαν ποιητική φλέβα, δεν ένιωσαν την ανάγκη να δημοσιεύσουν κάτι στην ζωή τους εγκατέλειψαν τα εγκόσμια με τραγικό τρόπο και συνεχίζουν να φεύγουν κάτω από παρόμοιες δύσκολες συνθήκες. Από την μεριά μας καταγράφουμε ένα φρικτό περιστατικό-δεδομένης της ενασχόλησής μας με την περίπτωση του ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη- μία θλιβερή κατάσταση ενός έλληνα δημιουργού που μίλησε κάποτε στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ελλήνων με το έργο του, την ποιότητα της γραφής του, την ευαισθησία της φωνής του, φιλοδόξησε να αλλάξει τα λογοτεχνικά πράγματα στην εποχή του, τόλμησε να αμφισβητήσει το κατεστημένο του καιρού του και ανήκει δικαιωματικά στην ποιητική μας παράδοση. Ο αστός ποιητής (ενδέχεται και κάπως μαλθακός σαν χαρακτήρας) επέλεξε να ζήσει-παρά του ότι αποτελούσε ποιητικό σύμβολο για αρκετούς νέους και εκκολαπτόμενους ποιητές της εποχής του,- και να συναναστρέφεται με λαϊκά άτομα ενός άλλου επιπέδου και καλλιέργειας, κουλτούρα ζωής, άτομα του «περιθωρίου» αταξικής προελεύσεων που ζούσαν στα όρια της κοινωνικής νομιμότητας και αποδοχής των γύρων τους, και ικανοποιούσαν την «ομιχλώδη» πλευρά του εαυτού τους μέσω των τεχνικών παραδείσων, εκφράζοντας τις προσωπικές του ανάγκες και επιλογές. Η πλευρά αυτή του βίου του, δεν τον εμπόδισε να διακόψει τους δεσμούς και τις επαφές του με τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο της Αθηναϊκής Κοινωνίας που αποτελούσε η οικογένειά από την οποία προέρχονταν επίλεκτο μέλος της, και τα μέλη της κινούνταν και δραστηριοποιούνταν στο φώς της ημέρας. Και όλα όσα ο ποιητής επέλεξε να βιώσει τους ήταν ξένα, ή απλά αποτελούσαν μέρος μιας αισθητικής πόζας ενός νεαρού δανδή κομμάτι τοιχογραφίας της ποίησής του που σόκαρε μεν αλλά δεν απασχολούσε τους ίδιους ως ποιητική προβληματική και στάση ζωής.

Στο φαινόμενο Λαπαθιώτη, έχουμε από την μία τον αναγνωρισμένο επαναστάτη ποιητή που δημοσιεύει Μανιφέστα ενάντια στο ποιητικό κατεστημένο των παλαιότερων γενεών, (αλήθεια, και ποια νέα γενιά λογοτεχνών δεν «θάβει» την προγενέστερή της και  επιθυμεί να πάρει την θέση της!)- τον κομψό νέο που φορά ανοιχτό πουκάμισο στις εξόδους του όπως ο Λόρδος Βύρων. Την ατίθαση προσωπικότητα που μιλάει για αυτήν η καλή αθηναϊκή κοινωνία και οι επίσημοι κύκλοι της- και από την άλλη, το ασυμβίβαστο και «ακαπίστρωτο» στα ήθη της εποχής ερωτικό- ομοφυλόφιλο άτομο που θέλησε να ζήσει την ζωή του ριψοκίνδυνα, ανυπόκριτα, πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, με ρίσκα και απόλυτα στον ιδιωτικό του βίο, υπερβαίνοντας τα όρια των σωματικών και ψυχικών αντοχών του, ίσως και των διανοητικών του συλλήψεων. Επέλεξε να ζει το αισθητικώς ζην και παράλληλα να ασχολείται με την ομορφιά της τέχνης, όπως ο δάσκαλός του Όσκαρ Ουάϊλντ με το δραματικό όμως τέλος του. (έφυγε ο ίδιος και όχι η ταπετσαρία του δωματίου του ξενοδοχείου που διέμενε στη Γαλλία όπως έλεγε). Ο καθημερινός βίος του Λαπαθιώτη μετά τον θάνατο των γονιών του και το προστατευτικό οικογενειακό του περιβάλλον που του παρείχαν, είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα δίχως επιστροφή. Ο ίδιος το διαισθάνονταν και το εκμυστηρεύονταν κατά διαστήματα στους στενούς του φίλους και θαυμαστές του έργου του. Ο ελληνικός λαός όμως ζούσε κάτω από την ξένη στρατιωτική κατοχή, τις υλικές καταστροφές, την πείνα, την φτώχεια, τις χιλιάδες στερήσεις και κακουχίες, τους καθημερινούς θανάτους αγωνιστών και εκτελέσεις νεαρών ηρώων από τα λαϊκά στρώματα, ανώνυμων θυσιασθέντων που πάλευαν για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας τους. Δεν «είχε» χρόνο ή αντοχές να σταθεί σε ιδιωτικές εκκεντρικές επιλογές ενός ομοφυλόφιλου ποιητή ο οποίος είχε μπλέξει και στα δίχτυα των επικίνδυνων ουσιών. Εξάλλου, πέρα από τον αξιοθαύμαστο πνευματικό και καλλιτεχνικό οργασμό των χρόνων του Πολέμου και της Κατοχής στην χώρα μας, την συνεχιζόμενη συγγραφική παραγωγή κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες πλήθος ελλήνων και ελληνίδων δημιουργών, το διάστημα αυτό της πρώτης πενταετίας του 1940 και άλλοι έλληνες λογοτέχνες έφυγαν από την ζωή.

  Στο σημείο αυτό, ας μας επιτραπεί να προβούμε σε μία προσωπική μας υπόθεση ή έστω εικασία για την περίπτωση του Λαπαθιώτη εκ των υστέρων, σήμερα που τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα είναι αλλιώς και τα δικαιώματα των ανθρώπων και οι όποιες επιλογές τους έχουν κατοχυρωθεί συνταγματικά. Στα νέα κοινωνικά συμβόλαια του παγκοσμιοποιημένου Κόσμου μας.  Ίσως, λοιπόν, για την ευρύτερη ιστορία των ελληνικών γραμμάτων και των αληθειών της, να είχε κάποιο ενδιαφέρον να γνωρίζαμε τι είπαν και ποιες ήταν οι ατομικές κρίσεις των ερωτικών του από τα λαϊκά στρώματα προερχόμενων συντρόφων του με την αναγγελία του θανάτου του. Όλα αυτά τα ανώνυμα λαϊκά και ενδέχεται και επικίνδυνα αντράκια που σημάδεψαν την ποίησή του κατά τις ερωτικές του νύκτιες περιπλανήσεις και φιγουράρουν στο έργο του ως ανώνυμοι ήρωες μιάς άλλης σκοτεινής ερωτικά εποχής. Φιγούρες λαϊκές, μόρτικες, μάγκικες, σερέτικες, άντρες της πιάτσας και των λιμανιών που ξάπλωσε μαζί τους στα κρεβάτια της ηδονής πίσω από κόκκινους μπερντέδες, φίλησε τα άλικά τους χείλη σε σκοτεινά σοκάκια, έψαυσε τη ρωμαλεότητα του κορμιού τους πίσω από συστάδες δέντρων στο Ζάππειο και σε άλλα απόμερα και σκοτεινά μέρη που σύχναζε. Ατομικές του εμπειρίες, τυχαίων στιγμών συναντήσεις ηδονής, αναμνήσεις σωματικών του ευχαριστήσεων προβολών στον αργαλειό της ποιητικής του δημιουργίας. Ένα αντισυμβατικό και ριψοκίνδυνο παιχνίδι του έρωτα με μεγάλο κόστος για τόση ελάχιστη χαρά που έγινε πρώτη ύλη των έργων του, τροφοδότησε την φαντασία του και τις νοσταλγικές αναμνήσεις του, όπως κάτω από άλλες εξωτερικών του ερωτικών εξόδων προδιαγραφές είναι και ένα μέρος της ποίησης του φίλου του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Εξομολογητικές καταθέσεις, ικετήριες δεήσεις και προσδοκίες για αγάπη και παρηγοριά να αγαπηθεί και να αγαπήσει φανερά, για συντροφικότητα, αφορμές για μεταγενέστερες συγκινήσεις, αναπολήσεις, στοχασμούς όταν οι σωματικές και ψυχικές δυνάμεις ήσαν ακόμα ανθηρές και ποθητές και έγιναν καταθέσεις μέσα στους στίχους του, τα ποιήματά του, τα πεζά του στην  προβληματική της σκέψης του. Μία σπουδή πάνω στους χαμένους καταραμένους παραδείσους του ομοφυλόφιλου έρωτα, της αέναης αναζήτησης της άπιαστης ιδανικής ομορφιάς που έχει σώμα αντρικό. Η ποιητική γλώσσα του Λαπαθιώτη προσεκτικά και ιδιαίτερα προσεγμένη, μεταφέρει αυτούσιο το λυρικό φορτίο συγκίνησης όπως το αισθάνθηκε ο ίδιος σαν άτομο στην εκδήλωση των όχι και τόσο κρυφών του ενδόμυχων επιθυμιών και εκ των υστέρων συλλογισμών του. Τα ποιητικά του μοτίβα δεν έχουν μεγάλο εύρος, κινείται στα ρεύματα του νεορομαντισμού και των νεοσυμβολιστών, με αυτήν την ρέουσα κατάσταση και ατμόσφαιρα που γεννά η ποίησή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λαπαθιώτης σταθερά ακολούθησε τον παραδοσιακό στίχο και ρυθμική και αρνήθηκε την μοντέρνα ποίηση παρά τους ελάχιστους ποιητικούς και στιχουργικούς πειραματισμούς του περισσότερο μάλλον για να διακωμωδήσει ποιητές και έργα τους και όχι να αλλάξει την δική του ποιητική ρότα. Είναι μονοπολική αν δεν λαθεύω η προβληματική του, η οποία φαίνεται και στα πεζά του, που τα τελευταία χρόνια συγκεντρώθηκαν αυτόνομα και κυκλοφόρησαν στο εμπόριο. Η προσκόλλησή του στο άρμα του ρομαντισμού διακρίνεται και στους στοχασμούς του, τις κριτικές του μικρές μελέτες, ακόμα και στους αφορισμούς του. Μιμήσεις ξένων συγγραφέων στα καθ’ ημάς. Η ερωτική του σπουδή και το ενδιαφέρον διοχετεύεται αποκλειστικά(;) ανοιχτά μέσα στην ποίησή του, ενώ στον ιδιωτικό του βίο έπαιζε ένα είδος «κρυφτούλι». Το άρωμα και το χρώμα της ποίησής του έχει αντρική οσμή και σκουρόχρωμες σκιές, η γυναικεία παρουσία απουσιάζει, και μάλιστα ίσως είναι και αρνητική η θέση του απέναντι στις γυναίκες. Η μόνη θηλυκή παρουσία αναφοράς του είναι η εικόνα και η παρουσία της Μητέρας του που της αφιερώνει αρκετές ποιητικές του μονάδες σε σχέση με το συνολικό αριθμό των ποιημάτων του, και τα θηλυκά ονόματα ορισμένων γατών του, σαν σταθερός γατόφιλος. Και κάτι ακόμα, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης κατά την κρίση μου υπήρξε ατόφιος και αυθεντικός στα όποια πάθη του επέλεξε να ικανοποιήσει, δεν χρησιμοποιεί προσωπεία για να σχεδιάσει τον κόσμο της ποίησής του, να σχηματίσει τα ποιητικά του μοτίβα, τα σωματικά πορτραίτα των ερωτικών του συντρόφων, να εκφραστεί όπως ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης που κρύβεται και  παρακολουθεί πίσω από τις σκιές που ρίχνουν στο χώρο τα κεριά των κηροπήγιών του ή τα καφασωτά. Ο Λαπαθιώτης δεν καταφεύγει στην χρήση της ελληνικής ιστορίας, σε πρόσωπα βυζαντινών δυναστειών ή αυτοκρατορικών ελληνιστικών περιόδων πρόσωπα φτασμένα και κυρίαρχα στις συνειδήσεις. Παρελθοντολογικές ιστορικές αναφορές δεν υπάρχουν στα ποιήματά του. Ούτε πάλι ενδύει τα ερωτικά του προσωπεία με την λάμψη των εξωτερικών στολισμών και ενδυμασιών, σε αυτό το ανατολίτικο θολού κλίματος ανατολικής ερωτικής αποχαύνωσης και τολμηρότητας εκφραστικής. Δεν υιοθετεί θηλυκά προσωπεία όπως ο ποιητής Αλέξανδρος Μπάρας για να κρύψει την πραγματική προς το αντρικό φύλο επιθυμία του. Τον δρόμο τον άνοιξε ο γάλλος πεζογράφος Μαρσέλ Προυστ. Ο ερωτικός του λόγος είναι ξεκάθαρος, λυρικός, αισθησιακός, λίγο «δακρύβρεχτος», επαναληπτικός. Δεν έχει την αντρική αψάδα και την σκληρή ρεαλιστικότητα και φετιχιστική διάθεση του ποιητή από την Θεσσαλονίκη Ντίνου Χριστιανόπουλου, ούτε συγγενεύει με την κυνικότητα και την σκληράδα των περιγραφών του Πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη, (ο οποίος βίωσε ασφαλώς άλλες δραματικές καταστάσεις στις ερωτικές του εξορμήσεις) η γραφή του Εξαρχειώτη ντελικάτου ποιητή δηλώνει τις θετικές οσμώσεις και αρνητικές των επιλογών του και των συναισθημάτων του βιώσεις. Οι ερωτικές στάσεις του σε ορισμένα σημεία του αντρικού προσώπου, όπως τα χείλη, επιθυμεί διακαώς να φιλήσει και να φιληθεί από τον εραστή του δηλώνει μία θηλυκή νότα της ψυχοσύνθεσής του που κυριαρχεί ως ταύτιση του με την αναζήτηση της μητρικής παρουσίας. Όμως τα παιχνίδια της Μοίρας ποτέ δεν μπορείς να τα ελέγξεις στην ολότητά τους και ο «ντελικανής» ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης αφέθηκε στα δίχτυα της δίχως επιστροφή. Απόλαυσε και απογοητεύτηκε εξίσου. Ας μην εθελοτυφλούμε, ο ομοφυλόφιλος έρωτας σε σχέση με τον ετεροφυλόφιλο έχει πολλές δυσκολίες και εμπόδια στο διάβα του, δεν στηρίζεται σε φιλοσοφικά στερεότυπα και ιδεαλιστικές ιδέες περί αιωνιότητας των ποιητών και των καλλιτεχνών. Η ζωή άλλα ορίζει και για τους επιλέγοντας τον ομοφυλόφιλο και για κείνους τον ετεροφυλόφιλο. Όσον αφορά την εμπλοκή του με τους τεχνητούς παραδείσους, μία ματιά να ρίξουμε στις ανθολογήσεις των ρεμπέτικων τραγουδιών, στα τραγούδια ρεμπετών και λαϊκών τραγουδιστών θα διαπιστώσουμε ότι είναι γεμάτα από  αναφορές και περιγράφουν καταστάσεις τεχνητών παραδείσων. Δεν είναι μόνο οι περιπτώσεις του Σάρλ Μπωντλαίρ ή του Ναπολέων Λαπαθιώτη. Όσο για τον Πειραϊκό χώρο την περίοδο του Μεσοπολέμου, το μυθιστόρημα του Λαπαθιώτη «Το τάμα της Ανθούλας» και άλλων πεζογράφων εικονογραφούν το τι γίνονταν στα βράχια και τις σπηλιές της Πειραϊκής, και από κοντά η καλή ποίηση του Νίκου Καββαδία και η ρεμπέτικη θρυλική τετράς του Μάρκου Βαμβακάρη. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε, μια και είμαστε παντελώς άσχετοι με τέτοιου είδους επιλογές και επιθυμίες. Πάντως, γνωρίζουμε ότι η εμπλοκή του Ναπολέων Λαπαθιώτη με τις ουσίες έγινε κατά την περίοδο που ακολούθησε ως γραμματέα και μεταφραστής γαλλικών του στρατιωτικού πατέρα του στην Αίγυπτο. Από εκείνη την περίοδο χρονολογείται και η γνωριμία του με τον Καβάφη διατηρώντας θερμές αναμνήσεις και σχετική αλληλογραφία.

   Οι Λογοτεχνικές γραφίδες και αρθρογράφοι των ημερών του θανάτου του πάντως, δεν αμέλησαν να μιλήσουν για την ποιητική, πεζογραφική, δοκιμιακή και μεταφραστική σημαντική προσφορά του αυτόχειρα ποιητή, ο οποίος απασχόλησε τα φώτα της πνευματικής δημοσιότητας την περίοδο του Μεσοπολέμου έως των αρχών του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου περίπου. Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης όπως και ο δάσκαλος της ποίησης Κωστής Παλαμάς πρόλαβε εν ζωή να δει το ποιητικό άστρο των ενδιαφερομένων θαυμαστών του να αργοσβήνει και αυτό τον τρόμαζε. Δεν αποδέχονταν εύκολα ούτε την σωματική του φθορά ούτε την έλλειψη ενδιαφέροντος για το έργο του. Η ελληνική λογοτεχνική ιστορία όμως στην εξελικτική διαδρομή της είχε άλλη άποψη και δεν τον «λησμόνησε» στα αζήτητα της ποίησης όπως τόσοι άλλοι έλληνες ποιητές και ποιήτριες της εποχής του με μη όμορα πάθη και βίο. Και ευτυχώς το σύγχρονο ιστορικό αφήγημα των σύγχρονων και μοντέρνων ημερών μας, μας δίδαξε ότι Μεσσιανικές λόγος λύσεων για τα πάθη και τις αρετές του έρωτα δεν υπάρχουν, δεν υφίστανται. Ο ερωτικός άνθρωπος όποια επιλογή και αν ακολουθήσει είναι δυστυχώς πάντα ευάλωτος και ίσως υποχείριος.

 Το ολοφάνερης προσωπικής οπτικής, θα γράφαμε ιδιοσυγκρασιακής κείμενο του συγγραφέα, εκδότη περιοδικών και ένθερμου Καβαφιστή Μάριου Βαϊάνου (Κάϊρο 1905- Θεσσαλονίκη 25/11/1975), το δανείζομαι από το διπλό αφιέρωμα του τριμηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Σύνορα» τχ. 7/7,8,9, 1970 Μέρος Β΄, σ.88- 92 το οποίο εξέδιδε και ήταν διευθυντής του ο Δημήτρης Βαλασκαντζής με βοηθό σύνταξης τον Μανόλη Καλυκάκη. Η έδρα του ήταν στην οδό Κρέσνας 24-26 Πολύγωνο, Αθήνα. Υπεύθυνος τυπογραφείου «ΧΑΡΤΟΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ» ΠΑΠΠΑ. Νικηταρά 10, δρχ. 15 Το προηγούμενο τεύχος 6/ 4,5,6, 1970 περιλαμβάνει το Α΄ Μέρος Αφιέρωμα στο Ναπολέων Λαπαθιώτη και περιλαμβάνει Ανέκδοτα, Σχέδια, Ποιήματα και Διηγήματα του Ποιητή καθώς και Προλεγόμενα του πεζογράφου Φαίδρου Μπαρλά και ένα κείμενο Μνήμη Ναπ. Λαπαθιώτη.-« Ένας λεπταίσθητος ποιητής και μία τυμβωρυχία στ’ Άπαντά του» του συγγραφέα Πάνου Π. Παναγιωτούνη.

Το κείμενο του Μάριου Βαϊάνου μας δίνει μία γενική αίσθηση ζωής και ιδιωτικότητας εικόνα και ορισμένες ιδιορρυθμίες και κοινωνικές θέσεις του δανδή ποιητή την τελευταία περίοδο του βίου του. Ο πολύς Μάριος Βαϊάνος γνώρισε από κοντά τον ποιητή, ήταν θιασώτης της ποίησής του, ανήκε στον στενό συντροφικό κύκλο των γνωριμιών του και συνεργάτης του στο περιοδικό «Ορίζοντες» που εξέδιδε. Στις αποδελτιώσεις των λογοτεχνικών περιοδικών και εντύπων της περιόδου του Μεσοπολέμου και της Κατοχικής στα περιοδικά που εξέδωσε ο Μάριος Βαϊάνος, «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Ορίζοντες» κλπ., συναντάμε την συγγραφική παρουσία του Λαπαθιώτη.

Με την περίπτωση του Αιγυπτιώτη εκδότη Μάριου Βαϊάνου, ο οποίος συνδέθηκε με την πόλη μας τον Πειραιά στενά μέχρι τους τελευταίους χρόνους της ζωής του και ήσαν ζωντανές οι αναμνήσεις του από τα σχολικά του χρόνια. έχουμε ασχοληθεί στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, βλέπε ημερομηνία 29/3/2015 και σε άλλα σημειώματά μας. (Όπως φυσικά και για τον Ναπολέων Λαπαθιώτη). Καταθέτοντας σχετικά στοιχεία για τον ίδιο και τις πάμπολλες καλλιτεχνικές και πνευματικές του δραστηριότητες, την καλλιτεχνική διαδρομή ενός ακούραστου ρέκτη των ελληνικών γραμμάτων. Στο διαδίκτυο αντλούμε την πληροφορία ότι η ερευνήτρια κ. Δέσποινα Γεμέλου κυκλοφόρησε την διδακτορική της διατριβή, Χίος 2026 με τίτλο: «Ο Μάριος Βαϊάνος και η συμβολή του στην πνευματική ζωή της Ελλάδας κατά τους μεσοπολεμικούς και μεταπολεμικούς χρόνους (1924-1975)».

   Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η διδακτορική εργασία της κυρίας Γεμέλου θα καλύπτει τα όποια κενά πληροφοριών έχουμε για τον Μάριο Βαϊάνο και θα μας προσφέρει ένα καλλιτεχνικό και πνευματικό πορτραίτο του, ένα χρονολογικό διάγραμμα της πορείας και των δραστηριοτήτων του μέσω του Πρακτορείου Πνευματικής Συνεργασίας που διατηρούσε. Προώθηση βιβλίων και παλαιότερων και νεότερων ηλικιακά λογοτεχνών, κυκλοφορία περιοδικών, διοργάνωση Εκθέσεων Εικαστικών δημιουργών, φιλικές συγκεντρώσεις και ομιλίες στο σπίτι του στην οδό Ακομινάτου, παρουσιάσεις νέων συλλογών και πολλά άλλα. Ο Μάριος Βαϊάνος στάθηκε πάντα υποστηρικτικός απέναντι σε ποιητές, πεζογράφους, ζωγράφους, εκδότες περιοδικών και όσων με δύο λόγια ασχολούνταν με τις τέχνες και τα γράμματα και είχαν πνευματικές ανησυχίες, δίχως να κάνει διακρίσεις σε πρώτης ή δεύτερης ή τρίτης κλπ. κατηγορίας δημιουργούς και των έργων τους. Υπήρξε πάντα φιλικός απέναντι στους νέους σε ηλικία συγγραφείς και έτρεχε πάντα πρόθυμα να διαδώσει το έργο τους, να το μοιράσει με δικά του έξοδα, να το ταχυδρομήσει, να το αποστείλει σε φίλους του βιβλιοκριτικούς στις εφημερίδες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Βρέθηκαν δυστυχώς άτομα που καυτηρίασαν αυτήν την δημόσια πρακτική του στήριξης των νέων συγγραφικών δυνάμεων, τον κατηγόρησαν για αυτές του τις ενέργειες και περί τέχνης πεποιθήσεις και απόψεις, ότι δεν είχε διάκριση και αισθητική, δεν ήταν εκλεκτικός, εξομοίωνε συγγραφικές φωνές και έργα αρκετές φορές ανόμοια, πράγμα που θα μπορούσε να μπερδέψει τον αναγνώστη για την πραγματική αξία κάθε καινούργιας δημιουργίας. Η συνολική όμως προσφορά του Μάριου Βαϊάνου ήταν μεγάλη, θετική, ειλικρινέστατη και άδολη, γιατί, εκεί όπου έκλειναν την πόρτα για δημοσίευση ή παρουσίαση του έργου ενός νέου λογοτέχνη πρωτοεμφανιζόμενου, τον αποθάρρυναν, έρχονταν ο Μάριος Βαϊάνος να τον και τους εμψυχώσει, να ενθαρρύνει τους νεοσσούς συγγραφείς στα εκδοτικά και συγγραφικά οράματα, στεκόμενος δίπλα τους, υποστηρικτικός και βοηθός τους στα πρώτα τους βήματα και αυτό δεν είναι ούτε λίγο και καθόλου αμελητέο στην συνεισφορά του στην ελληνική λογοτεχνία. Καθόλου αλαζόνας ή δήθεν, υπήρξε ένας λαϊκής πάστας άτομο, φιλότεχνος και φιλόξενος πάντα στο «σινάφι» των πνευματικών δημιουργών και εικαστικών καλλιτεχνών. Εξάλλου, έχουμε αναφέρει και παλαιότερα, η 12η τομη Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση περιλαμβάνει πάνω κάτω περίπου 6.000 ονόματα αντρών και γυναικών συγγραφέων (σε μία μικρή και εν τάχει πρόχειρη αποδελτίωσή μου) πόσους αλήθεια θυμούνται οι έλληνες αναγνώστες και βιβλιόφιλοι. Πόσους δεν αναφέρει το σύγχρονο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη, πόσα ονόματα απουσιάζουν από την πολύτομη Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Αργυρίου. Το ίδιο δεν συμβαίνει και με τις Ελληνικές Ποιητικές Ανθολογίες; Στην πόλη μας τον Πειραιά, ας δούμε πόσο γρήγορα μάλλον λησμονήθηκαν οι προηγούμενες γενιές των λογοτεχνών από τις σύγχρονες των ημερών μας πνευματικές δυνάμεις και συγγραφείς. Κάνω λάθος στις εκτιμήσεις μου;

  Ας δώσουμε τα Περιεχόμενα του Αφιερωματικού τεύχους, 7, Δεύτερο Μέρος του περιοδικού Νέα Σύνορα.

   Το τεύχος ανοίγει τις σελίδες του με το ποίημα «ΕΛΕΓΕΙΟ» του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη-  είχε πρωτοδημοσιευθεί στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας». Το σονέτο το αντιγράψαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας αφιερωμένων ποιημάτων στον Ν. Λαπαθιώτη.

  Ακολουθούν τέσσερεις ποιητικές παρωδίες του Ν. Λαπαθιώτη, σελ. 76-77 που τις υπογράφει με το ψευδώνυμο ΠΛΑΤΩΝ ΧΑΡΜΙΔΗΣ. Τρείς παρωδίες A LA MANIERE DE… των ποιητών Καβάφη, Σικελιανό και Εμπειρίκο και μία του εαυτού του, της ποίησής του.

 Στις σελίδες 78-85 παρουσιάζονται 20 Σκίτσα του Λαπαθιώτη αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς. Τα ασπρόμαυρα μικρών διαστάσεων σκίτσα αντιπροσωπεύουν διάφορες ανθρώπινες φιγούρες και συνοδεύονται με μικρές λεζάντες.

  Ο Μάριος Βαϊάνος υπογράφει το κείμενο «ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΚΑΙ ΘΛΙΒΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», σ. 88-92.

  Στις σελίδες 93-97  έχουμε λίγα ακόμα Λαπαθιώτικα Σκιτσαρίσματα- σιλουέτες με λεζάντες.

  Στις σελίδες 98-99 διαβάζουμε ιδιόχειρη επιστολή του ποιητή με ημερομηνία 7/2/1938.

  Ακολουθούν 3 φωτογραφίες του ποιητή σε φυσικό μέγεθος, σ. 100-102

  Το Αφιέρωμα κλείνει με τα ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ, σ. 103.

Στην σελίδα 104 έχουμε τίτλους Βιβλίων, Περιοδικών και Εφημερίδων που στάλθηκαν στο περιοδικό. Ξεχωρίζουμε και ονόματα Πειραιωτών συγγραφέων.

Στο εξώφυλλο του περιοδικού υπάρχει σκίτσο του ποιητή ενώ στο οπισθόφυλλο δημοσιεύεται παλαιός χάρτης της νήσου Σάμος. Οι διαστάσεις του περιοδικού είναι 17Χ 24,5. Υπάρχουν και δύο διαφημίσεις, της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και των Φωτο- Οπτικά Ν. Δ. Καπώλης. Ανάμεσα στα ονόματα των συνδρομητών αναγνωρίζουμε και τα: Ιατρόπουλος Δημήτριος, Κυριαζόπουλος Σπύρος, Στέλιος Γεράνης, Μελισσινός Σταύρος, Ελευθέριος Μάϊνας, Κώστας Πηγαδιώτης, Άγγελος Σούλης, Τάσος Πορφύρης, Αθανάσιος Χατζόπουλος, Πάρης Τακόπουλος, Αλίκη Τόμπρου και άλλων.

        Στα ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ, διαβάζουμε σχετικά για την ύλη και των δύο αφιερωματικών τευχών:

«Το σημείωμα του Σικελιανού και τα 27 σκίτσα, βρίσκονται στην κατοχή του φίλου ποιητή Γιώργη Πισκάρεφ. Το σκίτσο του Λαπαθιώτη, οι φωτογραφίες και η επιστολή, στα χέρια του φίλου Μάριου Βαϊάνου, και τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος μας τα πρόσφεραν προς δημοσίευση τελείως αφιλόκερδα.

   Αφιλόκερδα ακόμα μας έστειλε ο κ. Μελής Νικολαϊδης το σημείωμά του, με τα τέσσερα ποιήματα του Λαπαθιώτη, που υπόγραφε τότε ως Πλάτων Χαρμίδης και τις αναμνήσεις του ο φίλος Μάριος Βαϊάνος. Τους ευχαριστούμε.».

A LA MANIERE DE…ΚΑΒΑΦΗΣ

Τύριε ζωγράφε, αβρέ και περισπούδαστε,

την βαθυτάτη τέχνην σου εκτιμώ.

Έχεις μοιράσει τα ηδυπαθή σου χρώματα,

επάνω στον λεπτόν αυτόν σου πίνακα,

μ’ ακρίβειαν και μ’ ευσυνειδησίαν,

που τέρπει και την σκέψιν και την όρασιν.

 

Όμως εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,

εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,

που για να τα εκφράση ο νούς αγνωνιά,

να δυνηθής να εκφράσης μην το στοχασθής…

 

Παιγνίδια της σαρκός, επιθυμίες,

και μεγαλόπνοες τάσεις ηρωϊκές,

εφηβικές ηδονικές κορμοστασιές,

αυτά, ο χρωστήρ σου πιθανόν απεικονίση.

 

Όμως  εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,

εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,

αυτά είναι θαμμένα μεσ’ στη σκέψιν,

μύχια πανωραία και παράβυστα’

αυτά δεν είναι να ειπωθούν ποτέ,

μήτε από χέρι να εκφρασθούν ανθρώπινο…   

A LA MANIERE DE… ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

        ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Τ’ αχνά, τα οκνά τα δειλινά, πώς καθώς πέφτουνε, και να

Προβάλλουν μαύρα τα βουνά, κι αρχίζει να βραδιάζη,

καθένα της, μεσ’ στην ψυχή, σαν ένας θάνατος ηχεί,

και σε δακρύων θερμή βροχή τη θλίψη μας αδειάζει…

 

Κι έτσι όπως γέρνει να χαθή, σ’ ένα παράπονο βαθύ,

πρίν κατεβή να κοιμηθή, θανάσιμα δοσμένο,

μου φέρνει, πάντα στο μυαλό, κάτι απαλό, κάτι καλό,

πού τόζησα, τ’ αναπολώ- και πάλι το προσμένω…

A LA MANIERE DE… ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

          ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ

Έτσι ως ρουθούνισμα βωδιού, με την αψάν ανάσα

που σύγκορμα και σύψυχα νιώθει τη δύναμή του

να ξεχειλάη ακράτητα, και το ζεστό κορμί του

να βγαίνη φλόγα, σαν πηγή, και σπίθος από μέσα,

κι ανοίγοντας τις κόρες του, σαν κρύσταλλα καθάρια,

ρουφάει της μέρας τ’ αδρό φώς, που θρέφει την αλκή του,

όμοια η ψυχή μου σείσθηκε, δική μου και δική του,

τυπώνοντας στην ίδια γη τα ίδια βαρβάτα αχνάρια!

 

Κι ως άστραψε αναπάντεχα του γήλιου το γιορτάσι,

καθρεφτισμένο ξάστερα μεσ’ στ’ αρμυρά πελάη,

κι ο πόθος μου ασυγκράτητος μου γιγαντώθη πλάϊ,

ζητώντας μεσ’ στ πλέριο φώς να πιή και να χορτάση,

κι απαρατώντας του ασκητή τα μαύρα βαρειά ράσα,

διαμάντι πεντακάθαρο, μεσ’ στα διαμάντια τ’ άστρα,

σύφλογα και πασίχαρα, σα μέλισσα βυζάστρα,

χιούμηξεν, όμοια αβάσταχτο, να σμίξη τη γη πάσα!...

A LA MANIERE DE… ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

        (Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΗΣ)

          ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ

Η παρονυχίδα των ενώσεων εμπαίζει τους κονίκλους των κροτ-

άφων, υπόδημα και τελετή- ζουμπούλι. Δεν αποβλέπει τόσο

στον ασπάλακα, πλήν ελλοχεύει με κουφούς θυστάνους, φωταγωγός

ανώφελων υπερθεματιστών, ακροβατικής αυθαιρεσίας. Σμήνος ευθέτων

εξυπηρετήσεων –ανέφελος και πάνδημος Ηρώδης, εκκωφαντικών απομονώ-

σεων και περιστροφικών εξιλαμισμών. Εκκρίσεις αφιλοκερδείς, ευνοϊκοί

λαμπτήρες. Πυροσβέστης εθελοτυφλών προς τα βελουδένια περιθώρεια,

και καταστρατηγών την υποτεινούσαν, μεταξύ λιθίνων παραδείσων. Συλ-

λήψεις ενδομύχων αναιρέσεων, παρεμφερών με Καναρίους νήσους- τρία

πουλάκια κάθουνται, κατάπλασμα, λεκάνη…

        ΠΛΑΤΩΝ  ΧΑΡΜΙΔΗΣ

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20/10/2026

ΥΓ. Την πρώτη φορά που άκουσα την είδηση δεν έδωσα την σημασία που έπρεπε. Κάτι όμως με ξένιζε, την ακούω και δεύτερη και τρίτη φορά. Ποια είδηση; Ο Ηλεκτρονικός Υπολογιστής ΔΑΙΔΑΛΟΣ μπορεί να κάνει σε κλάσμα δευτερολέπτου τόσες πράξεις όσες μπορεί να κάνει το ανθρώπινο μυαλό σε 2.ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. Μάλιστα σωστά το ακούσαμε 2 δισεκατομμύρια χρόνια. Η αρχή της νέας του Ανθρώπου ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑΣ.

 

      

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Γιάγκου Πιερίδη, Τα τελευταία χρόνια του Λαπαθιώτη

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

     ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

του ΓΙΑΓΚΟΥ ΠΙΕΡΙΔΗ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1947, σελ. 93-98

ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, εκδόσεις ΜΑΥΡΙΔΗΣ

    Τρία χρόνια πέρασαν κιόλας- 8 του Γενάρη του 44- από την ημέρα της αυτοκτονίας του. Η «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» στον πρώτο τόμο της οποίας ο ποιητής δημοσίεψε τη συμφωνία του «Μιά Νύχτα με το Φεγγάρι», τιμώντας τη μνήμη του, μου ανέθεσε να μιλήσω εδώ για τα τελευταία χρόνια της ζωής του που δεν είν’ άλλα παρά τα ταραγμένα χρόνια του πολέμου και της κατοχής. Το κάνω μ’ ευχαρίστηση γιατί είμαι ένας από τους τρείς- τέσσερεις που τον έβλεπαν τότε, σχεδόν ξεχασμένο, και τον αναζητούσαν τις λίγες ώρες πού έβγαινε από το σπίτι του.

        Ένας προπολεμικός ξενύχτης.

   Είναι ένας από τους χαρακτηρισμούς που θα μπορούσε κανείς να του δώσει, ακριβέστερα, ένας αθηναίος ξενύχτης που μολαταύτα δεν ξενυχτούσε μέσα στην Αθήνα. Τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, οι συντροφιές της νύχτας τον είχαν χάσει, ποτέ όμως δεν πίστεψαν πώς η απουσία του είταν οριστική. Τόσο τον νόμιζαν δικό τους. Κι’ όμως! Η Αθήνα που τον χάιδεψε παιδί, που τον θαύμασε έφηβο, που τον κολάκεψε άντρα, οι ταβέρνες που λάμπρυνε με την παρουσία του, δεν είχαν πιά γι’ αυτόν κανένα θέλγητρο. Κατάντησαν, σχεδόν όλες, κοσμικές κ’ οι άνθρωποι που τις σύχναζαν, τον άφηναν αδιάφορο.

        Περαίας. Μενίδι, Μέγαρα, Ελευσίνα, να οι τόποι που του πρόσφεραν μπορεί τη διασκέδαση, μπορεί τη νύχτια φυγή από τη σκοτεινή πραγματικότητα.

        Την ημέρα κανένας δεν τον έβλεπε γιατί κοιμόταν, εργαζόταν ή έπαιζε πιάνο. Κι’ ενώ δεν υπήρχε περιοδικό μικρό ή μεγάλο που να μη φιγουράριζε ποίημα ή πεζογράφημά του, γιατί έδινε πρόθυμα ενώ δεν αντάμωνε κανείς στα κιόσκια, έντυπο φιλολογικό, χωρίς την υπογραφή του, σπάνια ν’ ανταμώσει τον ίδιο, και να τον δει όπως διαμορφωνόταν με το πέρασμα του χρόνου.

        Άλλοι μιλούσαν γι’ αυτόν όπως τον γνώρισαν πρίν από δεκαπέντε, από είκοσι, από τριάντα ακόμα κι από σαράντα χρόνια, σαν είταν μαθητής. Έμεινε στάσιμος στην μνήμη τους. Ένας νέος άνθρωπος με φιλντισένια επιδερμίδα, με γαλανά μάτια, όλο τρυφεράδα, με ασαφές χαμόγελο και μ’ ένα κίτρινο μακρουλό πρόσωπο που ο ήλιος ποτέ δε ρόδισε.

        Τέτοιος πάνω- κάτω ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ως τις παραμονές του τελευταίου πολέμου. Κι αυτοί ακόμα που δεν αξιώθηκαν να τον γνωρίσουν, τέτοιο πάνω κάτω τον φαντάστηκαν είτε έπειτα από τις διηγήσεις των παλιών του φίλων, είτε έπειτα από το διάβασμα ποιημάτων του.

        Ο ίδιος άνθρωπος στα χρόνια του πολέμου μα τόσο διαφορετικός!

   Μόλις ανάψουν τα φώτα, ένας πολύ αδύνατος άντρας, με παλιά ρεπούμπλικα και με σηκωμένο το γιακά της λερής καμπαρντίνας του, κατεβαίνει αργά τα πέτρινα σκαλοπάτια μιας υπόγειας ταβέρνας στα Εξάρχεια. Από τον ώμο του κρέμεται ένας σάκος με κρόσσια και μακρυά λουριά. Καθώς κατεβαίνει αργά με το κεφάλι χαμηλωμένο, οι θαμώνες τον παίρνουν για κυνηγό ή ταξιδιώτη πούρχεται από κάπου μακρυά κι είναι βυθισμένος στο δικό του κόσμο. Είναι ο ποιητής μας που βγαίνει τώρα μόλις από το σπίτι του, λίγα μέτρα μακρύτερα, κι έρχεται ίσα στην ταβέρνα να δειπνήσει. Ο σάκος με τα κρόσσια που του δίνει τον ξενικόν αέρα, ούτε του κυνηγιού, ούτε του ταξιδιού είναι αλλά το δικό μας δίχτυ της αγοράς.

        Σταματά λίγα λεπτά στο προτελευταίο σκαλί σεργιανίζει το βλέμμα στις κατσαρόλες, διστάζει για μιά στιγμή κι έπειτα παραγγέλνει με το δάχτυλο. Μετά διευθύνεται δεξιά, σ’ ένα μικρό, μισοφωτισμένο τραπεζάκι χωρίς να ενδιαφερθεί για τους γύρω του.

        Όταν βγάλει τη ρεπούμπλικα, βλέπει κανείς πώς τα άλλοτε πυκνά του μαλλιά αραίωσαν μα δεν άσπρισαν. Το φιλντισένιο πρόσωπο-παλιό τώρα φίλντισι-πιό μακρουλό, πιό αδύνατο και σχεδόν πάντα αξούριστο. Κάτι κόκκινα και μαβιά στίγματα γύρω στο στόμα, δίνουν την εντύπωση πληγής που πηγαίνει ν’ ανοίξει ή και τ’ αντίθετο: που πηγαίνει να κλείσει. Γύρω στα ματόφυλα, ένα λεπτό κόκκινο φιδάκι φανερώνει την κούραση απ’ την πολλή προσήλωση. Τα γαλανά του μάτια έχουν χάσει τα παιχνιδίσματά τους και μολονότι κανένας ήλιος δεν τα ταλαιπώρησε, είναι τώρα πιά ξεθωριασμένα.

    Σπάνια βγάζει την καμπαρντίνα του. Αν όμως τ’ αποφασίσει, ο περίεργος παρατηρητής, ξαφνιάζεται. Ένα σκούρο μάλλινο σπορ σακάκι (το φορούσε και το καλοκαίρι) προβάλει σχεδόν καινούργιο σα νάρχεται ίσα από κάποιο μοντέρνο ραφτάδικο του 1914! Το κόψιμο, ακόμα και τα σχέδια του υφάσματος, βρίσκονται μέσα σε φιγουρίνια της τελευταίας, νομίζω, χρονιάς, πριν από τον περασμένο πόλεμο. Εποχή ακμής ή εποχή- σύμβολο για κείνον που το φορούσε; Ποιός ξέρει.

        Οπωσδήποτε το καντριγιέ αυτό σπορ σακάκι, προδίδει πόσο παλιός είναι ο άνθρωπος με την αβέβαιη ηλικία πούναι σκυμμένος στο πιάτο του και δεν προσέχει κανένα.

Στην υπόγεια τούτη ταβέρνα, τρώει σχεδόν πάντα, μόνος. Πού και πού συντροφεύεται από κάποιο παλιό φίλο ή θαυμαστή ώσπου να καπνίσει το τσιγάρο του. Ποτήρια κρασιού δεν υπάρχουν στο τραπέζι ή αν υπάρχουν πίνει μόνο ο θαυμαστής ή ο φίλος. Ο ίδιος… έπαψε να πίνει… Το κρασί δεν του δίνει πιά καμιά ευχαρίστηση.

        Αμέσως μετά το κάπνισμα του τσιγάρου αρχίζει να τοιμάζει το φαϊ των γάτων του. Είχε τρείς τον τελευταίο καιρό, τρείς μόνο, κι είταν πολύ λυπημένος γι’ αυτό, γιατί στην αρχή του πολέμου είταν δεκατρείς. Αδειάζει ότι έχει μέσα σ’ ένα μεγάλο κουτί κονσέρβας και το κρύβει μέσα στο σάκο του. Σηκώνεται βιαστικός, καληνυχτίζει και σα σκουντημένος από μιά επιταχτική ανάγκη, φεύγει να πάει κατ’ ευθείαν να κλειστεί στο σπίτι του. «Οι γάτες μου πεινούν και περιμένουν» λέει στο σύντροφο, όταν υπάρχει, για να δικαιολογηθεί. Δεν είναι πέρα ως πέρα σωστό.- Οι γάτες μπορούν να περιμένουν ακόμα. Είναι όμως η ώρα, η αμείλιχτη ώρα του ναρκωτικού και τίποτα στον κόσμο δεν έχει πιά σημασία γι’ αυτόν, όξω από το ναρκωτικό του. Κοινός φίλος που αντίκρισε το νεκρό του γυμνό, (εγώ απόφυγα) είδε το στήθος του κατατρυπημένο από τις ενέσεις.

        Λίγους, πολύ λίγους δεχόταν την ημέρα, στο σπίτι του, οδός Κουντουριώτη. Ποιούς; Εκείνους που είχαν προσόντα πολιορκητή, πού επέμεναν και δεν απογοητεύονταν. Κι’ είταν τις περισσότερες φορές νέοι θαυμαστές του έργου του που ήθελαν να τον γνωρίσουν από κοντά και να του εκφράσουν το θαυμασμό τους. Πετύχαιναν μόνο αν είχαν τα προσόντα που ανέφερα. Αλλιώς έπαιρναν πίσω τον κατήφορο της οδού Κουντουριώτη κρατώντας το πρώτο βιβλίο τους που ήρθαν να του προσφέρουν.

        Η άρνησή του να τους δεχθεί ενώ ήξεραν πώς βρισκόταν μέσα, ψύχραινε πολλούς θαυμαστές και φίλους. Δεν παραδέχονταν πώς έπεφταν σε ακατάλληλη ώρα. Νόμιζαν πώς τόκανε από ιδιοτροπία ή κοκεταρία ενώ στην πραγματικότητα η κατάλληλη ώρα για όλο τον κόσμο είταν ακατάλληλη γι’ αυτόν.

        Δεν ήταν παρουσιάσιμος. Ούτε στην περιβολή, ούτε ψυχικά. Χρειαζόταν κάποια προετοιμασία και στα δύο και γι’ αυτό αναγκαζόταν, ώσπου να δύσει ο ήλιος, να κρατάει κλειστή την αυλαία.

        Την άνοιγε όταν άρχιζε να πέφτει το σκοτάδι το τρομερό σκοτάδι, όξω και μέσα μας, της κατοχής. Τότε μόνο δεχόταν τον επίμονο επισκέπτη και κουβέντιαζε μαζί τους. Με φώς ή και στα σκοτεινά. Έπειτα από δυό παραβάσεις, η Ηλεκτρική Εταιρεία, τούχε κόψει την παροχή ρεύματος. Δεν ξέρω αν στενοχωρήθηκε. Μάλλον ευχαριστήθηκε γιατί απόφευγε έτσι τ’ αδιάκριτα κι’ ερευνητικά βλέμματα.

        Ένα αφέγγαρο βράδυ χτύπησα την πόρτα του. κάποιος άγνωστος μου άνοιξε και μ’ οδήγησε στη βιβλιοθήκη του ποιητή. Ούτε υποψία φωτός. Ανάμεσα σε σκιές που μιλούσαν, ξεχώρισα τη φωνή του μα δεν τον έβλεπα. Αυτό όμως δεν το εμπόδισε να εκτελέσει το χρέος τους σαν οικοδεσπότης: Με παρουσίασε και μου σύστησε τους άγνωστους που μπορεί αργότερα ν’ αντάμωσα και να κουβέντιασα μαζί τους μα που εξακολουθούν ως σήμερα να μου είναι άγνωστοι.

        Κάποιο άλλο βράδυ, του ’43, αφού κάναμε ένα μικρό, πολύ μικρό περίπατο, πήγαμε και φάγαμε μαζί στην ταβέρνα. Ψωμί δελτίου εγώ, φραντζόλα αγοραστή εκείνος.

-Ευχάριστο σημείο, του είπα χαμογελώντας. Για ν’ αγοράζεις απ’ όξω ψωμί, σημαίνει πώς τρως όλο το δικό σου, το μεσημέρι.

        Κατέβασε τα μάτια και χαμογέλασε κι αυτός αλλά πόσο διαφορετικά!

   -Πρώτον δεν τρώω το μεσημέρι, τσιμπώ μόνο… Έπειτα δεν μου δίνουν ψωμί από το φούρνο γιατί δεν έχω δελτίο. (*)

  -Δεν έχεις δελτίο!

  -Αμέλησα να περάσω από τον έλεγχο και τώρα που να τρέχω. Χρειάζονται χασομέρια, αστυνομία, διατυπώσεις… Ποιός ο λόγος…

   Ποιός ο λόγος! Ξαφνιάστηκα. Ν’ αμελήσει κανείς το δελτίο του ψωμιού του είνε σα ν’ αμελεί την ίδια του ζωή. Το μόνο που δε σκέφτηκα τότε είναι ότι θεληματικά δεν το ανανέωσε. Ήμουν πολύ μακρυά ακόμα από την ιδέα της αυτοκτονίας που καλλιεργούσε από χρόνια.

        Τον τελευταίο καιρό, ένα χρόνο σχεδόν πριν από το τέλος του, δεν ήταν πιά μόνος. Στο σπίτι και στην υπόγεια ταβέρνα τον συνόδευε ένας καινούργιος φίλος, ο παλαιοβιβλιοπώλης Κ. Χρ. Ο οποίος τον φρόντιζε και τον περιποιόταν σαν αδερφός. Άρχισε να του πουλάει βιβλία από την πολύτιμη βιβλιοθήκη του κι’ έκανε ότι μπορούσε για να μην τον αφήσει να νιώσει τη στέρηση. Δύσκολες μέρες ίσως να πέρασε όχι όμως κι απελπιστικές όπως έγραψαν κι όπως άκουσα να λένε τότε. Τα σπάνια βιβλία του, τα ταμπλό του, τα πολύτιμα αντικείμενα ακόμα κ’ η πλούσια συλλογή αυτογράφων μεγάλων αντρών, θα μπορούσαν να τον συντηρήσουν ένα ή με ενάμιση ακόμα χρόνο. Δεν ήταν λοιπόν οικονομικοί οι λόγοι που τον σκούντησαν στην αυτοκτονία.

        Μου έμενε όμως η απορία: γιατί έτρωγε μιά φορά μόνο την ημέρα; Ξόδευε πολλά και τόκανε για οικονομία; Όχι, τούλειπεν η όρεξη! Η χρήση των ναρκωτικών, μέσα στα τόσα άλλα ολέθρια αποτελέσματα, έχει την ιδιότητα να κλείνει την όρεξη. Οι λίγοι μυημένοι καταλάβαιναν και σώπαιναν. Οι άλλοι, οι πολλοί που τα μάθαιναν από τρίτους, έμεναν με την πρώτη εντύπωση. Το ένιωθε και στενοχωριόταν. Μα πώς να τους εξηγήσει, πώς να τους ξεσκεπάσει τις πραγματικές αφορμές. Ευτυχώς που είχε πάψει να τους βλέπει. Αλλιώς, ο οίκτος του μπορούσε νωρίτερα να τον σκότωνε.

        Η φήμη πώς ο Λαπαθιώτης θ’ αυτοκτονήσει, άρχισε να γίνεται βεβαιότητα. Ο ίδιος μιλούσε γι’ αυτήν σαν ένα γεγονός. Σχετικά μάλιστα έγραψε κάμποσες φορές στον παιδικό του φίλο, τον ποιητή Παπατζώνη. Ο καινούργιος του φίλος ανησύχησε. Τόσο που άφηνε την δουλειά του και πεταγόταν στο σπίτι, δυό τρείς φορές στο διάστημα της ημέρας για να τον παρακολουθεί και προλάβει καμιά τρέλα του.

        Αυτή η φροντίδα, αυτό το ενδιαφέρον, στενοχωρούσε τον ποιητή. Για να του δείξει την ευγνωμοσύνη του αποφάσισε να τον υιοθετήσει. Ο Κ. Χρ. Τον ευχαρίστησε μα όλο και ανάβαλε να πάνε για τις διατυπώσεις. Έβρισκε πώς η αργοπορία είταν ο μόνος τρόπος να τον συγκρατεί στη ζωή. Είταν, επί τέλους, ένας σκοπός.

        Κι’ όμως, ένα μεσημέρι, μπαίνοντας στο δωμάτιό του, μιά βδομάδα πριν από το τέλος, τον είδε ν’ ανακατώνει κάτι χαπάκια στο ποτήρι. Είταν βερονάλ. Όρμησε πάνω του, του τ’ άρπαξε και το πέταξε. «Σου τόπα κι άλλοτε. Το 1944 δεν πρέπει να με βρει ζωντανό» του είπε με κάποια νευρικότητα για την αποτυχία του.

        Στον κ. Μπουντούρη που έβγαζε τότε τη «Φιλολογική Κυριακή» ξανοιγόταν συχνά και του μιλούσε ανεπιφύλακτα. Ένα βροχερό βράδυ πούχαν αποκλειστεί σε κάποιο εστιατόριο στα Εξάρχεια, του ανάπτυξεν, αρκετήν ώρα, τη γνώμη του για τον θάνατο, ψυχρά κι επιστημονικά και με τέτοιες λεπτομέρειες που τον έκανε να σαστίσει και ν’ ανησυχήσει.

        Μεγάλη η έγνοια του μην επιζήσει. Η σκέψη αυτή πολύ τον φόβιζε. Άλλωστε ολάκερη η μελέτη του προβλήματος έγινε για να μη συμβεί κι αποτύχει. Τον τρόμαζε η αποτυχία μα περισσότερο κι απ’ την αποτυχία, η νεκροφάνεια. Στο τελευταίο του γράμμα στον κληρονόμο του, του παράγγειλε «να μην επιτρέψει την ταφή του αν δεν βεβαιωθεί με όλους τους επιστημονικούς όρους ότι δεν πρόκειται περί νεκροφάνειας».

        Αλλά ποιά η αφορμή της αυτοκτονίας του;

        Μήπως επειδή τίποτα πιά δεν τον ενδιέφερε; Μήπως επειδή πολύ έζησε; Μήπως επειδή διόλου δεν έζησε, έκανε όμως επιδειχτικά όσα έκανε για να μας ξεγελάσει για το αντίθετο; Μήπως από μιά βαθειά πίκρα επειδή το έργο του δεν πήρε μεταξύ των συγχρόνων του τη θέση που αυτός νόμιζε πώς έπρεπε νάχει πάρει; Ή μήπως επειδή τα ναρκωτικά τον είχαν τόσο πολύ κυριέψει ώστε έτρεμε και στη σκέψη μόνο ότι μπορούσε να καταλήξει μιά μέρα σε ψυχιατρείο ή σε κάτι χειρότερο: στο δρόμο-να ζητιανεύει;

        Δεν ξέρω ποιά ακριβώς είναι η  αφορμή. Μπορεί όλες μαζί περισσότερο όμως η έμφυτη κλίση του προς την αυτοκτονία. Νέος, παιδί ακόμα, είχε κρύψει από τον πατέρα του, το στρατηγό, ένα ή δύο, δε θυμάμαι καλά, όπλα για να τα μεταχειριστεί… στην κατάλληλη ώρα.

Μου διηγήθηκαν μάλιστα πώς ένα βράδυ δοκίμασε ή πήγε να δοκιμάσει αλλά τον ανακάλυψαν χωρίς όμως να κατορθώσουν να του πάρουν πίσω τα παιχνίδια αυτά της Έντας Γκάμπλερ.

        Αν πιστέψουμε παλιούς του φίλους, την εποχή που μεσουρανούσε στα γράμματα και στις ταβέρνες, έγινε κι άλλη απόπειρα. Μα η αποτυχία, αυτή τη φορά, (κι’ όλες τις άλλες νομίζω), οφείλεται, όχι τόσο σε δειλία ή σε αδεξιότητα, όσο στη σκέψη ότι θα βύθιζε σε απόγνωση τη λατρευτή του μητέρα.

        Νομίζω πώς τίποτα στον κόσμο δεν αγάπησε πραγματικά, όξω από την μητέρα του. Όταν, στα 1937, πέθανε, την έκλαψε σαν μικρό παιδί και έπειτα κλείστηκε και βυθίστηκε στη σιωπή. Έτσι μπορούσε να κουβεντιάζει μαζί της. Να κουβεντιάζει περισσότερο παρά όταν την είχε ζωντανή- γιατί τότε δεν είχε καιρό. Δείγματα της αγάπης του φαντάζομαι να υπάρχουν πολλά μέσα στο ανέκδοτο έργο του, της εποχή εκείνης.

        Λίγους μήνες αργότερα, φάνηκαν στη «Νέα Εστία» (τεύχος 1 Ιουνίου του 37) δυό ποιήματα αφιερωμένα σε κείνην, στα οποία ξεχειλίζει το τρυφερό του αίσθημα. Παραθέτω το δεύτερο με τον τίτλο «Δάκρυα».

        Δεν είναι τίποτα στο σπίτι Μάνα μου,

        να μη σε φέρνη ολάκερη στη σκέψη,

        -Και μήτε τίποτα στη ζωή μου Μάνα μου

        που να μην τόχης κάπως σημαδέψει.

 

        Κι’ ούτε που κάνω βήμα, τώρα, Μάνα μου,

        χωρίς οι λογισμοί σου να με ζώσουν,

        καθώς αγγίζω ή αντικρίζω Μάνα μου

        το κάθε τι που μεταχειριζόσουν…

 

        Κι’ όχι το καθετί, μονάχα. Μάνα μου,

        δικό σου είναι μονάκριβο για μένα,

        μα ως και τα μέρη, που περνούσες, Μάνα μου

        κι’ εκείνα, τα θαρρώ σαν αγιασμένα…

 

        Κι’ όχι τα μέρη εκείνα μόνο, Μάνα μου,

        κάτι, για μένα, έχουν του παραδείσου,

        - μα ως και τον ίδιο τον εαυτό μου, Μάνα μου

        τον αγαπώ, γιατί ήταν παιδί Σου…

              Μένουν οι δοξασίες του.

   Τί πίστευε; Φαίνεται πώς στα τελευταία του χρόνια, βασανιζόταν πολύ από το πρόβλημα της πιο πέρα ζωής. Όπως κάθε άνθρωπος που τοιμάζεται ν’ αφήσει τον κόσμο τούτο, δαγκωμένος από την αμφιβολία, μαχόταν να γνωρίσει πού θα πήγαινε. Φαντάζομαι πώς σε στιγμές παραφοράς, θα κάλεσε τ’ αγαπημένα μεγάλα πνεύματα να του δώσουν ένα σημάδι, ένα πολύ μικρό σημάδι, αν πίσω από την αυλαία υπάρχει κάτι- έστω και διαφορετικό από κείνο που φανταζόμαστε.

  Μά τ’ αγαπημένα πνεύματα, όπως και τ’ άλλα δεν απαντούν. Κ’ η παραφορά του φτάνει σε παροξυσμό.

        Σ’ ένα από τα γράμματα που βρέθηκαν στα χαρτιά του, εξορκίζει την πεθαμένη μητέρα του να του απαντήσει για το μεγάλο ζήτημα της επιβιώσεώς του. Της τοίμασε ένα χαρτάκι κι εκείνη δεν είχε παρά να χαράξει μιά λέξη, μιά μόνη λεξούλα: «Ναί ή όχι».

        Αν ο Καβάφης για τον έναν ή τον άλλον λόγο υποχρεώθηκε να γυρνά και να γερνά μαζί με τους ανθρώπους που τον γνώρισαν νέο, ο Λαπαθιώτης ούτε γυρνούσε μαζί τους. Η διαρκής αλλαγή κέντρων στην αρχή, η διαρκής ανανέωση γνωριμιών κι έπειτα, στα ταραγμένα πολεμικά χρόνια, το μισοσκόταδο της ταβέρνας και το κλείσιμο στο σπίτι του, τον έσωσαν απ’ αυτή την αισθητική συφορά. Έτσι στη μνήμη των παλιών αλλά και των καινούργιων του φίλων, μένει η εικόνα του νέου ανθρώπου με τη φιλντισένια επιδερμίδα, τα γαλανά του μάτια, όλο τρυφεράδα και το ασαφές του χαμόγελο. Για τους πολλούς, μπορώ να πω, πώς πέρασε από τη ζωή στο θάνατο, νέος ακόμα- όπως επιθυμούσε. Κι από την άποψη αυτή, στάθηκε τυχερός.

(*). Ο κληρονόμος του πολύ δυσκολεύτηκε να εκδόσει χωρίς δελτίο, άδεια ταφής, μετά το θάνατό του. Τ’ αστυνομικά τμήματα, καθώς ξέρετε, δεν εκδίδουν τη σχετική άδεια αν δεν καταθέσετε πρώτα το δελτίο ψωμιού.

   ΓΙΑΓΚΟΣ  ΠΙΕΡΙΔΗΣ

Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1947, σελ. 93-98.

Σημειώσεις

-Ανατρέχοντας στην ακόμη εν εξελίξει εργογραφία και βιβλιογραφία του εστέτ ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, θα διαπιστώσουμε ότι και στις μέρες μας το έργο του είναι παρόν και επίκαιρο. Διαβάζεται και εξακολουθεί να απασχολεί το αναγνωστικό κοινό και τους νεότερους φιλολόγους άντρες και γυναίκες ερευνητές αλλά και τους έλληνες μουσουργούς. Τα μελωδικότατα γεμάτα ευαισθησία και μουσικό ρυθμό Ποιήματά του συνεχίζονται να μελοποιούνται ακόμη. Ίσως και επειδή ακολουθούν την παραδοσιακή μετρική και μουσική ρυθμολογία. Υπολογίζεται ότι έχουμε έως τώρα πάνω από 40 μουσικές εκτελέσεις ποιημάτων του συμβολιστή ποιητή τα οποία έχουν ερμηνεύσει θαυμάσια σπουδαίοι έλληνες και ελληνίδες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες. Ο τηλεοπτικός και κινηματογραφικός φακός έχει ασχοληθεί μαζί του. Βλέπε την εκπομπή «Εποχές και Συγγραφείς» που προβλήθηκε από την δημόσια τηλεόραση, και την μεγάλου μήκους βραβευμένη ταινία «Μετέωρο και Σκιά» του πειραιώτη σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη η οποία βρήκε απήχηση από το μεγάλο κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης, μιλώ για εν εξελίξει εργοβιβλιογραφία του, μια και τα ποιητικά του Άπαντα και τα Πεζά του, στις μέρες μας, επανεκδίδονται από διάφορους εκδοτικούς οίκους συμπληρωμένα με σύγχρονες εισαγωγές, σχολιασμούς και επιμέλειες. Φέρνοντας στο φως νέα άγνωστα δημοσιεύματα και κρίσεις του ποιητή Λαπαθιώτη ενός από τους αξιολογότερους έλληνας ποιητές του Μεσοπολέμου. Μπορεί να μην είναι ο αντιπροσωπευτικότερος όπως είναι ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης αλλά, δεν παύει να σημάδεψε εποικοδομητικά τα ελληνικά γράμματα το λογοτεχνικό- ποιητικό πέρασμά του. Μία τραγική περίπτωση ποιητή ο οποίος έκανε το αισθητικώς ζην πράξη και συμπεριφορά του βίου του σαν ένας έλληνας Όσκαρ Ουάϊλντ των χρόνων του. Εξάλλου, είχε μεταφράσει μεταξύ άλλων και την μελέτη του γάλλου συγγραφέα Αντρέ Ζιντ για το μεγάλο ίνδαλμά του. Συνειδητός αισθητιστής ο Λαπαθιώτης από την νεαρή του ηλικία- λέγεται από τους βιογράφους του ότι υπήρξε ένας πολύ ωραίος νέος, ένας μπον- βιβέρ κοκέτης πάντα, καλοντυμένος προσεχτικά, πολύγλωσσος και από στρατιωτική και ευκατάστατη γνωστή πολιτική οικογένεια. Ο πατέρας του διετέλεσε στρατιωτικός και υπουργός του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν χρειάστηκε να εργαστεί ποτέ του, αν και είταν υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζομένων στα δημοσιεύματά του, είχε ασπαστεί την κομμουνιστική ιδεολογία, (τουλάχιστον θεωρητικά), προκλητικός συνήθως στις δημόσιες συγγραφικές παρεμβάσεις και θέσεις του, δες το γνωστό «Μανιφέστο» του ενάντια στην παλαιότερη γενιά των Αθηναίων λογοτεχνών. Επιδίωκε είτε να προκαλέσει με την εκκεντρικότητά του, τις ενδυματολογικές του επιλογές και δημόσιες δηλώσεις του, αψηφώντας όλα τα κοινωνικά στερεότυπα και ηθικά και κοινωνικά πρέπει της Αθηναϊκής κοινωνίας στην εποχή του. Ασφαλώς, ότι προέρχονταν από ευκατάστατη οικογένεια και δεν χρειάστηκε να εργαστεί του πρόσφερε μεγάλες ευκαιρίες και δυνατότητες που δεν είχαν άλλοι Νέοι φιλότεχνοι, κοσμικοί ή των λαϊκών τάξεων Ομοφυλόφιλοι. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης είχε θα λέγαμε όλα τα συν για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, όμως στην διαχείρισή τους και στις επιλογές του επέλεξε να μπλέξει με ουσίες και άλλες βλαπτικές συνήθειες για την υγεία και την ψυχική και σωματική του ισορροπία που τελικά τον οδήγησαν στην επιλογή της αυτοχειρίας του. Όπως ο ίδιος την επέλεξε ή από μία άτυχη όχι και τόσο καλά σχεδιασμένη απόπειρα όπως γράφει σε άρθρο του ένας άλλος στενός φίλος και θαυμαστής του ο Μάριος Βαϊάνος. Το πορτραίτο πάντως που μας σχεδιάζει στο περιοδικό «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» ο Κύπριος συγγραφέας και διαπρύσιος κήρυκας της Καβαφικής ποίησης Γιάγκος Πιερίδης (1897-1970), τρία χρόνια μετά την απώλειά του εν μέσω εμφύλιου σπαραγμού, είναι το συγκλονιστικό και τραγικό συνάμα τέλος με τις προσωπικές ιδιορρυθμίες του ατόμου και ποιητή, γατόφιλου Ναπολέων Λαπαθιώτη.

Μάλιστα, εδώ, θα μας επιτραπεί να κάνουμε μία μικρή αλλά μάλλον αναγκαία παρένθεση. Είναι λάθος να συνδέουμε το φαινόμενο της Ομοφυλοφιλίας που συναντάτε σε μία μερίδα αντρών και γυναικών παγκοσμίως στις ερωτικές τους προτιμήσεις και επιλογές με την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Είναι δύο ανεξάρτητες του ανθρώπου καταστάσεις και επιλογές. Το λάθος κατά την γνώμη μου-αν έχει καμία σημασία- είναι ότι ο Λαπαθιώτης παρά του ότι είχε «όλες» τις οικογενειακές ευκαιρίες- υπερβολική λατρεία των γονιών του ως μοναχοπαίδι, δεν χρειάστηκε να εργαστεί κάτι που του έδινε την δυνατότητα να διαχειριστεί τον χρόνο του όπως εκείνος ήθελε, ήταν μορφωμένος και καλλιεργημένος σε σχέση με άλλους διανοούμενους της εποχής του, με την παρουσία του ως ποιητής και συγγραφέας είχε αποκτήσει μία καλή φήμη και αρκετούς θαυμαστές που υπήρξε σύμβολό τους, έχαιρε της εκτίμησης λογίων και πνευματικών κύκλων όπως του φίλου του ποιητή Τάκη Παπατσώνη, όπως γράφει και ο έτερος φίλος του Γιάγκος Πιερίδης, Η πρόσκληση να τον επισκέπτεται στην οικία του ήταν ανοιχτή από τον γεραρό Κωστή Παλαμά, ενώ ο ποιητής δημοσίευε σε έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά εκείνων των χρόνων αλλά και σε λαϊκά ή λαϊκότερα όπως το «Μπουκέτο» περιοδικό για όλη την οικογένεια. Είχε με δύο λόγια σχηματιστεί ένα καλό πνευματικό κλίμα γύρω από το όνομά του, ήταν από στόφα συγγραφέα, και γνώριζε να ξεχωρίσει την καλή από την μη καλή ποίηση και τέχνη, και το κυριότερο να γράφει, όμως δυστυχώς δεν κατόρθωσε να ελέγξει μία αυτοκαταστροφική του τάση, την χρήση ουσιών, που τελικά τον οδήγησαν στον θάνατο. Αυτό όμως, δεν πρέπει να συσχετίζεται με το ότι υπήρξε και ομοφυλόφιλος, τουλάχιστον δεν πρέπει-από τις μέχρι σήμερα πηγές που γνωρίζουμε για τον βίο του-ότι υπήρξε ο καθοριστικός παράγων. Τώρα το ζήτημα της αισθητικής είναι ένα άλλο πρόβλημα. Κατά πόσο δηλαδή και σε ποιο βαθμό η ανθρώπινη ύπαρξη έχει διδαχτεί μέσα στην ιστορική της διαδρομή να γερνάει ομαλά και αποδεκτά. Το παγιδευτικό παράδειγμα μίμησης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, του Νάρκισσου, και το μεταγενέστερο λογοτεχνικό του άγγλου- ιρλανδού συγγραφέα Όσκαρ Ουάϊλντ και του διάσημου μυθιστορήματός του «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϋ» δεν μπορεί να είναι παράδειγμα μίμησης για να υπερβούμε τους φυσικούς νόμους, την φυσική νομοτέλεια, που είναι η σωματική φθορά και κόπωση για κάθε ζωντανή ύπαρξη πάνω στη γη, η εξάντληση των ψυχικών και πνευματικών και βιολογικών δυνάμεων κάθε έμβιου όντος. Ο άνθρωπος γερνάει-και ευτυχώς-, δεν θα χρειαστεί να πει γυρνώντας στην παραλία το της ερωμένης του Θεού Απόλλωνος «αποθανείν θέλω» που του ζητούσε να την κάνει αθάνατη. Κάθε ηλικία έχει την ομορφιά της και τις δυνάμεις της, τις αντοχές της, χρήζει της ανάλογης φροντίδας. Αυτή την απλή της Φύσεως φιλοσοφία διδαχή και εμπειρία ζωής δεν κατανόησε ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης και όσοι ακολούθησαν το ρεύμα του Αισθητισμού παγκοσμίως και στην χώρα μας, αν δεν λαθεύω. Είτε αυτοί ήταν καλλιτέχνες, συγγραφείς, διανοούμενοι ήσαν ομοφυλόφιλοι είτε ετεροφυλόφιλοι, είτε άντρες είτε γυναίκες δημιουργοί. Είτε άτομα διαφόρων άλλων κοινωνικών και οικονομικών τάξεων. Ακόμα και η Αισθητική έχει τα χρονικά όριά της και ας βασάνισε διαχρονικά μέσα στην Ιστορία τους ανθρώπους, ας προβλημάτισε φιλοσόφους και στοχαστές. Η Αισθητική είναι μία σπουδή πάνω στην αθανασία της Τέχνης και όχι της Ζωής που είναι φθαρτή και στιγμιαία, απειροελάχιστη στην απεραντοσύνη του Χρόνου-Κρόνου.

    Παρόν λοιπόν το έργο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, παρούσα και η τραγική μορφή του. Σχετικό παράδειγμα οι εξαιρετικές εργασίες του συγγραφέα και ιστολόγου κύριου Νίκου Σαραντάκου, ο οποίος από τις εκδόσεις «Ερατώ» επιμελήθηκε τρείς καλαίσθητους τόμους με πεζά του Λαπαθιώτη τα οποία παρέμεναν γνωστά αλλά λησμονημένα εκδοτικά. Ο συγγραφέας και επιμελητής Ν. Σαραντάκος ανάμεσα στις άλλες γλωσσολογικές και αρθρογραφικές της επικαιρότητας ασχολίες του, καταπιάνεται ιδιαίτερα με την συγγραφική παρουσία του Ναπολέων Λαπαθιώτη στο προσωπικό του Ιστολόγιο. Σε μπλοκ του διαδικτύου-και άλλα ηλεκτρονικά μέσα- μπορεί να συναντήσει  ο όποιος ενδιαφερόμενος της ποίησης του αυτοκαταστροφικού στον ιδιωτικό του βίο αλλά καλού ποιητή Λαπαθιώτη τις νέες κυκλοφορίες των ποιητικών του επανεκδόσεων με σχετικούς θετικούς αλλά και αρνητικούς σχολιασμούς όσον αφορά την αξία και την εγκυρότητα της καινούργιας εκδοτικής πρωτοβουλίας και των παραλείψεών τους. Ας προσπεράσουμε την γνωστή κριτική διαμάχη μια και δεν έχουμε στην κατοχή μας νεότερες Λαπαθιωτικές εκδόσεις.

   Πιστός στις παλαιές μας αναγνωστικές αγάπες των νεανικών μας χρόνων, από την μεριά μας στεκόμαστε (μια και δεν έχουμε ούτε φέις- μπουκ, τουίτερ, ίνσταγκραμ κλπ.) ούτε έχουμε προμηθευτεί τις σύγχρονες επανεκδόσεις των βιβλίων του, σε αυτές και αυτούς πού πρώτοι μας πρωτογνώρισαν, μας έφεραν σε επαφή με την ποίησή του, τα πεζά του και τα άτακτα και ίσως αθησαύριστα ακόμη ορισμένα κριτικά του σημειώματα, λογοτεχνικά και κριτικά δημοσιεύματά του, που δηλώνουν την παρουσία του όχι μόνο ως ποιητή αλλά ως κριτικό, σατιρολόγο και καγχαστή κειμένων, συγγραφέων, καταστάσεων και κοινωνικών πρακτικών. Εύστοχα έχει επισημανθεί ότι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης για μία μεγάλη περίοδο της ζωής του, ως άτομο και ως δανδής ποιητής, είχε απασχολήσει την δημόσια κοινή γνώμη και τους φιλολογικούς Αθηναϊκούς κύκλους, και δεν υπήρχε φιλολογικό έντυπο και λαϊκής ποικίλης ύλης περιοδικό που στις σελίδες του να μην δημοσιεύονταν κάτι του Ναπολέων Λαπαθιώτη. 

Ο Λαπαθιώτης διαβάζονταν ευρέως στην εποχή του. Απόμακρος ο ίδιος αλλά όχι τα κείμενά του και οι συνεντεύξεις του. Αντάλλασσε αλληλογραφία τόσο με σημαίνοντα πρόσωπα της ελληνικής ποίησης βλέπε Κ. Π. Καβάφης όσο και με άτομα της πιάτσας, των λαϊκών και φτωχών τάξεων που συνέτρωγε μαζί τους σε λαϊκές ταβέρνες και εστιατόρια. Βλέπε σχετικά την χρήσιμη ερευνητική εργασία της φιλολόγου Αλεξανδρας Κ. Μπουφέα, «Τα Λογοτεχνικά Περιοδικά της Κατοχής», εκδόσεις «Σοκόλη» Αθήνα 2006, με τους τίτλους των περιοδικών, μιας συγκεκριμένης μόνο χρονικής περιόδου της Κατοχής. Στις πληροφορίες που μας δίνει η Μπουφέα είναι και δημοσιεύματα στον τύπο την περίοδο της αυτοχειρίας του. Την παρουσίαση του ποιητή στον Γ΄ τόμο «Η Ανανεωμένη Παράδοση» της Ελληνικής Ποίησης Ανθολογία- Γραμματολογία που επιμελήθηκε ο ποιητής και έγκριτος κριτικός Κώστας Στεριόπουλος. Στο κεφάλαιο «Η Νεορρομαντική και Νεοσυμβολιστική Σχολή», σελίδες 264-275. Ο Κώστας Στεριόπουλος που μας έχει προσφέρει θαυμάσιες εργασίες πάνω στον Τέλλο Άγρα και όχι μόνο συγκαταλέγει τον Λαπαθιώτη μαζί με τους Ρώμο Φιλύρα, Φώτο Γιοφύλλη, Κώστα Ουράνη, Κλέων Β. Παράσχο, Κ.Γ. Καρυωτάκη, Ν. Χάγκερ Μπουφίδη, Τέλλο Άγρα, Μήτσο Παπανικολάου. Ο Λαπαθιώτης μας λέει στην σελίδα 265: «πρωτοεμφανίστηκε το 1901 με το έμμετρο δράμα «Νέρων ο Τύραννος», αλλά την πιο επίσημη εμφάνισή του έκανε από τον «Νουμά» τον Φεβρουάριο του 1905, κι από τότε συνεργάστηκε με ποιήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιητικές πρόζες, κριτικά άρθρα, βιβλιοκρισίες και μεταφράσεις και στα περιοδικά:» (φιλολογικά ή λαίκά ή λαϊκότερα και εφημερίδες)…. Αν προσμετρήσουμε τους τίτλους των κατά καιρούς εντύπων που συναντάμε την παρουσία του ποιητή Λαπαθιώτη είτε με την υπογραφή του είτε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης κ.ά. είναι πάνω από 30. Όχι μικρός αριθμός για έναν ποιητή που τον κατατάσσουν στους ελάσσονες, στις χαμηλές φωνές. Και με τέτοια ριψοκίνδυνη ή επικίνδυνη περιπέτεια βίου;

   Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αρχίσει να επαναπροσεγγίζουμε τους ποιητές αυτούς του Μεσοπολέμου, που άφησαν τα ίχνη τους όχι μόνο στον καιρό τους αλλά είναι ζωντανή ακόμη και σήμερα η μνήμη τους στις συνειδήσεις και την ποίηση των νεότερων γενεών της ελληνικής λογοτεχνίας. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά παραδείγματα δίχως να εξαντλούμε το ζήτημα. Βλέπε Ναπολέων Λαπαθιώτη από τον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο στην γνωστή κλασική έκδοση του «Γεωργίου Φέξη», Αθήνα 1964. Τις αναστυλώσεις του εκδότη και δοκιμιογράφου Τάσου Κόρφη και τις μελέτες του από τις εκδόσεις «Πρόσπερος». Ακόμα, την αναστύλωση των «Ποιητικών Έργων» και Αθησαύριστα Πεζά, του σημαντικού κριτικού και ποιητή Μήτσου Παπανικολάου, μία εξαιρετική και σημαντική φιλολογική έκδοση σε εισαγωγή- επιμέλεια και σημειώσεις του εκπαιδευτικού και ποιητή Μιχαήλ Χ. Ρέμπα, από τις εκδόσεις «Όγδοο», 2023. Την πρόσφατη έκδοση πάνω στο έργο του ποιητή Κώστα Ουράνη του καθηγητή και δοκιμιογράφου Γιώργου Ανδρειωμένου και άλλων εργασίες. Σύγχρονες πανεπιστημιακές –εκδοτικές φιλολογικές προσπάθειες που φανερώνουν το διαρκές ενδιαφέρον του ελληνικού αναγνωστικού κοινού για τις παλαιότερες ποιητικές ελληνικές γενιές. Η φωνή και το έργο τους δεν σιώπησε με την φυσική τους απώλεια και το έργο τους δεν βασίλεψε αλλά κοσμεί τον ουράνιο ποιητικό θόλο της ελληνικής ποιητικής μας παράδοσης και κληρονομιάς.

   Κλείνοντας, δεν θα μπορούσαμε να μην μνημονεύσουμε και τον πεζογράφο και φιλόλογο Γιώργο Ιωάννου ο οποίος σαν γείτονας του Λαπαθιώτη δημοσίευσε άρθρο για την οικία του στο αφιέρωμα του περιοδικού «Η Λέξη». Για το ζήτημα του κατερειπωμένου αρχοντικού της οικογένειας Λαπαθιώτη και της διάσωσής του υπάρχει και το «Ο.., άλλος θάνατος του ποιητή» Διατηρητέο κρίθηκε το σπίτι του Ν. Λαπαθιώτη πριν από δέκα χρόνια κι όμως καταρρέει! Το υπογράφει ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» Κυριακή 30/1/1994. Ενώ η καθηγήτρια Αθηνά Βογιατζόγλου υπογράφει το άρθρο «Οι παρωδίες του Λαπαθιώτη», βλέπε εφημερίδα «Η Αυγή» Κυριακή 24/10/2010 στις «Αναγνώσεις».

Πειραιάς

18/10/2026

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος