Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2026

Μήτσος Παπανικολάου, γιά τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε

 ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ- ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΥΣ

του Μήτσου Παπανικολάου

     «… Ποιός ξέρει’ ίσως, μία μέρα, τη γενεά των ποιητών του μεσοπολέμου να την πούνε στην Ελλάδα: «των κακών εμπόρων».

                    Γιώργος Σεφέρης

ΔΟΚΙΜΕΣ Τρίτος τόμος Παραλειπόμενα (1932- 1971), φιλολογική επιμέλεια Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εκδ. Ίκαρος 1992 σ.347 [Επίμετρο. Στο κεφάλαιο «Πνευματική Επικοινωνία Γαλλίας- Ελλάδας»]

     Διαβάζοντας και ασχολούμενοι το τελευταίο διάστημα με την ποίηση του εστέτ ομοφυλόφιλου ποιητή Ναπολέοντος Λαπαθιώτη υπέρμαχου του κινήματος του αισθητισμού στην Ελλάδα, θαυμαστή του έργου και των θεωριών για την τέχνη και την ζωή του ιρλανδού συγγραφέα Oscar Wilde, διαπιστώνουμε ότι το ενδιαφέρον για τους Έλληνες Ποιητές του Μεσοπολέμου είναι ακόμα έντονο. Εκδίδονται νέοι τίτλοι βιβλίων τους, συγκεντρωτικοί τόμοι των Απάντων τους, αποθησαυρίζονται αδημοσίευτα κείμενά τους, δημοσιεύονται στο διαδίκτυο ποιήματα, πεζά τους μεταφράσεις τους, διεξάγονται συνέδρια και γράφονται μελέτες από πανεπιστημιακούς, φιλολόγους της μέσης εκπαίδευσης, ερευνητές, λογοτέχνες. Με δύο λόγια η παρουσία τους, παρά τον χρόνο που πέρασε, την εισβολή του μοντερνισμού και διαφόρων λογοτεχνικών ρευμάτων στην τέχνη την τεχνική την φόρμα και την ρυθμολογία της Γραφής, την αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών και πνευματικών και καλλιτεχνικών καταστάσεων στο παγκόσμιο πολιτιστικό γίγνεσθαι, η σκόνη και η άμμος της λήθης δεν τους σκέπασε. Οι δημιουργοί αυτοί, αντρικές και γυναικείες φωνές- που σύγχρονοι ανθολόγοι και δοκιμιογράφοι τους κατατάσσουν στις χαμηλόφωνες φωνές, στις ελάσσονες της ελληνικής γραμματείας, ονόματα που εμφανίστηκαν συγγραφικά πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο «κυκλοφορούν» αναγνωστικά ανάμεσά μας. Διαβάζουμε τα έργα τους, ξεφυλλίζουμε τα βιβλία τους με τις σύγχρονες φιλολογικές επιμέλειές, βρίσκονται ανάμεσα σε σύγχρονους τίτλους ποιητικών και πεζογραφικών συλλογών νέων σε ηλικία συγγραφέων στα ράφια των βιβλιοθηκών μας. Τους επαναπροσεγγίζουμε, συζητάμε και απολαμβάνουμε τα έργα τους εκ νέου και αφουγκραζόμαστε την ποιητική, μεταφραστική, κριτική τους λαλιά. Ωριμότεροι αυτοί, ωριμότεροι εμείς στις επιλογές και αναγνώσεις μας ποιός αλήθεια μπορεί να απαντήσει τελεσίδικα σε αυτό το «πονηρό» παιχνίδι των διαχρονικών ανακατατάξεων των λέξεων και της μαγείας που γεννούν κάθε φορά αλλιώς, ως προφορική ή γραπτή πρόταση της Γλώσσας και των αστείρευτων αινιγμάτων της. Ποιήματά τους, πεζά τους, μικρές μελέτες και δοκίμιά τους, κριτικές και θέσεις τους για βιβλία και ποιητές της εποχής τους, απόψεις τους για την τέχνη, την τεχνική της ποίησης και την αισθητική της, την λειτουργία της, την όποια ανταπόκρισή της στο ευρύ κοινό βρίσκουν ευήκοα ώττα στις μέρες μας. Ορισμένες φορές έχουμε την αίσθηση- και μπορεί να μην κάνουμε μεγάλο λάθος στις εκτιμήσεις μας- ότι κάποιοι από αυτούς τους παλαιότερους δημιουργούς της ελληνικής ποιητικής, πεζογραφικής και κριτικής παράδοσης, προσέχονται περισσότερο από τις σύγχρονες γενιές των ελλήνων λογοτεχνών και ασχολουμένων με τα γράμματα, ανοίγουν συνομιλία με το έργο τους, ερευνούν τις θέσεις και τις κρίσεις τους με νέο βλέμμα και πνεύμα κατανόησης της συγγραφικής τους προσπάθειας. Επαναπροσεγγίζονται, όπως ενδέχεται να μην το έπραξαν τους «πλησίασαν» στην εποχή τους οι δικές τους γενιές οι ομότεχνοί τους. Σήμερα παραδείγματος χάρη γνωρίζουμε περισσότερα για την περίπτωση του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη ίσως από ότι στην εποχή του που τον έζησαν από κοντά. Όσοι έχουν μελετήσει- από τις νέες φουρνιές των συγγραφέων (τουλάχιστον μετά την Μεταπολίτευση, Γενιά του 1970, του 1980 κλπ.) τις «Δοκιμές» και άλλες μελέτες του Γιώργου Σεφέρη, τα «Ανοιχτά Χαρτιά» του Οδυσσέα Ελύτη και άλλα θεωρητικά και δοκίμια του Κωστή Παλαμά, θα έχουν διαπιστώσει ότι το εύρος των ονομάτων ποιητών και πεζογράφων, μεταφραστών του Μεσοπολέμου που μνημονεύονται στα έργα τους, δεν έχουν το εύρος της εξέτασης και προσέγγισης που συναντάμε στις μελέτες παραδείγματος χάρη του τελευταίου ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας Αλέξανδρου Αργυρίου, του Μιχάλη Γ. Μερακλή, του Παναγιώτη Μαστροδημήτρη, του Δημητρίου Τσάκωνα, του Φαίδωνος Μπουμπουλίδου. Εξαιρέσεις χρήσιμες αποτελούν οι εργασίες του ποιητή και εκδότη Τάσου Κόρφη, του ποιητή και αναστηλωτή παλαιού πανεπιστημιακού δασκάλου Κώστα Στεργιόπουλου και όσων ασχολήθηκαν συστηματικά με την Μεσοπολεμική περίοδο για να μείνω σε ενδεικτικές όχι αξιολογικές αλλά καταγραφικές μνημονεύσεις.

Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε τις σύγχρονες νεότερες ερευνητικές φωνές ελληνίδων φιλολόγων- σε αντιστοιχία με τις αντρικές- οι οποίες έχουν εκπονήσει σημαντικές εργασίες, έχουν επιμεληθεί και γράψει καίρια μελετήματα, συμμετάσχει σε σύμμεικτες εργασίες και συνέδρια κυκλοφορήσει δικά τους βιβλία στα οποία συναντά κανείς σύγχρονα ερμηνευτικά κλειδιά εξέτασης των ελλήνων και ελληνίδων συγγραφέων του Μεσοπολέμου. Οι τίτλοι των βιβλίων τους, των κειμένων και δημοσιεύσεών τους, οι διδακτορικές τους διατριβές είναι απείρως σε αριθμό υπέρτερες από αυτές των προηγούμενων δεκαετιών. Αν δεν κάνω λάθος, ο θηλυκός δοκιμιακός λόγος-σε αρμονική σχέση με των αντρικών φωνών όχι αντιπαραθετικά-δεν έχει εξετασθεί σφαιρικά, συγκεντρωτικά όπως στην ποίηση. Ώστε να έχουμε μία γενική σφαιρική εικόνα, ένα εκτενές πλαίσιο θηλυκών αναφορών κριτικών φωνών των νέων και μοντέρνων πρωτοποριακών καιρών μας. Και συλλογιζόμαστε, ποια αλήθεια Γυναικεία δοκιμιακή και κριτική γραφίδα θα στέκονταν «ισάξια» ή «ισότιμα» δίπλα στην κριτική φωνή ενός Κωστή Παλαμά, ενός Γιώργου Σεφέρη ενός Ζήσιμου Λορεντζάτου ενός Νικήτα Ράντου ενός Κώστα Βούλγαρη ενός Νάσου Βαγενά ενός Δημήτρη Μαρωνίτη, ενός Γιώργου Π. Σαββίδη. Ενός Πέτρου Σπανδωνίδη, ενός Πέτρου Ωρολογά, ενός Μάρκου Αυγέρη, ενός Ντίνου Χριστιανόπουλου, ενός Θεοδόση Πυλαρινού, ενός Βρασίδα Καραλή, ενός Αλέξη Ζήρα, ενός Κ. Θ. Δημαρά, ενός Παντελή Μπουκάλα, ενός Κώστα Παπαγεωργίου, ενός Γιώργου Ανδρειωμένου, ενός Θ. Νιάρχου ενός Κώστα Κοτζιά και πάει λέγοντας. Η Γενιά του 1970 και η Μεταπολίτευση, ασφαλώς, έχει να μας προτείνει γυναικείες σημαντικές κριτικές φωνές που κοσμούν τον κριτικό λόγο και την κριτική, εμπλούτισαν το κριτικό βλέμμα μας, παράλληλα με τους χώρους της ποιητικής δημιουργίας. Βλέπε ενδεικτικά και όχι αξιολογικά: Μάρυ Θεοδοσοπούλου, Άντεια Φραντζή, Ελισάβετ Κοτζιά, Έλενα Χουζούρη, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Σταυρούλα Παπασπύρου (παρουσιάζει τις καινούργιες πεζογραφικές και άλλες εκδόσεις στην εκπομπή Βιβλιοβούλιο με τον Μανώλη Πιμπλή και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου) και πολλές άλλες γυναικείες κριτικές γραφίδες οι οποίες γράφουν και δημοσιεύουν σε ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και σύγχρονες συνδρομητικές ή μη ιστοσελίδες. Και αν συναριθμήσουμε και τις γυναικείες εκείνες κριτικές και δοκιμιακές φωνές που ασχολήθηκαν με ειδικότερα ζητήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, θεματολογίας, όπως πχ. η Αμαλία Καραλή, «Επιθεώρηση Τέχνης» η Αλεξάνδρα Μπουφέα, «Τα λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής» η Μορφία Μάλλη, οι μελέτες της για τον Νάσο Βαγενά και τον Λευτέρη Πούλιο, η Κυριακή Πετράκου… ερευνήτριες φιλόλογοι που αποδελτίωσαν και εργάστηκαν πάνω σε παλαιούς τίτλους λογοτεχνικών και οικογενειακών περιοδικών («Μπουκέτο», «Ρομάντζο» κ.α.), σε ποιητές της Γενιάς του  1970 στα Θεατρικά Έργα του Νίκου Καζαντζάκη κλπ, και αν προσθέσουμε και τις Ελληνίδες μεταφράστριες ξένων ποιητικών και πεζογραφικών κλασικών έργων, πχ. Μαντώ Αραβαντινού (το μελέτημά της Τα ελληνικά του Τζαίημς Τζόυς) όπως και σύγχρονων σχεδόν άγνωστων στην χώρα μας με μεταφυσική χριστιανική χροιά ποιητών. Δες την περίπτωση της πεζογράφου -κριτικού Νατάσας Κεσμέτη και τους μεταφραστικούς της κύκλους, ή της Βούλας Δαμιανάκου στα Σαιξπηρικά έργα, (σημαντική η προσφορά της μαζί με τον Βασίλη Ρώτα σε μεταφράσεις και μελέτες πάνω στο έργο του Ελισαβετιανού) τότε το θηλυκό πανόραμα της κριτικής σκέψης στην Ελλάδα ενδέχεται να πάρει άλλες διαστάσεις, πέρα από τον δρόμο που άνοιξε μία Άλκη Θρύλος, μία Έλλη Λαμπρίδη, μία Έλλη Αλεξίου, μία Λιλή Ζωγράφου. Τέλος, στους χώρους των Ελληνικών Ανθολογιών δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το όνομα και την προσφορά της ποιήτριας, λαογράφου, ακάματης Αθηνάς Ταρσούλη και της πρωτοπόρας Γυναικείας Ανθολογίας της.

  Η Γενιά του 1970 και οι επόμενες από αυτήν Γενιές, ευτύχησαν να ανδρωθούν (αν εξαιρέσουμε την χουντική περίοδο της επταετίας 1967-1974) σε καλύτερες κοινωνικές συνθήκες και πολιτικής ελευθερίας καταστάσεις από ότι οι προηγούμενες γενιές των ελλήνων δημιουργών που αντιμετώπισαν ζητήματα σοβαρής επιβίωσης, φτώχειας, οικονομικής ανέχειας, κινδύνους και φυλακίσεις από επαναλαμβανόμενα στρατιωτικά κινήματα, πολιτικές αναταραχές, εθνικούς διχασμούς, πολεμικές επιχειρήσεις, κατοχές και καταστροφών από δύο παγκόσμιους πολέμους και μία μικρασιατική καταστροφή. Η χρονική πολιτική περίοδος μετά το 1974 είναι αλήθεια, η μόνη εδώ και μισό αιώνα σταθερή πολιτικά στην ιστορία της πατρίδας μας. Τα κοινοβουλευτικά κόμματα εναλλάσσονται στην κυβερνητική εξουσία, παρά την εθνική μας φαγωμάρα και ασυνεννοησία η χώρα μας προόδευσε, αναπτύχθηκε οικονομικά αλλά και πτώχευσε πανηγυρικά και με υπερηφάνεια ημών των Ελλήνων. Αρχόντων και Αρχομένων (το πετύχαμε και αυτό σαν παιδιά του Χαριλάου Τρικούπη). Οι Έλληνες και Ελληνίδες λογοτέχνες, ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, φιλόλογοι, οι ασχολούμενοι με τα Γράμματα και τις Τέχνες σπούδασαν σε ξένα πανεπιστήμια και κολλέγια,-πολλοί από αυτούς σταδιοδρόμησαν σε Μεγάλα Εκπαιδευτήρια της Δύσης, Ευρώπη, Αμερική, της άπω Ανατολής, Αυστραλίας κλπ. μετά το πέρας των σπουδών τους, όπου η Ελληνική Ομογένεια Μεταναστών από όλη την Ελλάδα αποτελεί σημαντικό και διακριτό κομμάτι των ντόπιων ξένων λαών και εθνών. Έλληνες Επιστήμονες διέπρεψαν και διαπρέπουν σε όλους σχεδόν τους τομείς της Επιστήμης, της Τεχνολογίας, των Κλασικών και Νεότερων Φιλολογικών Γραμμάτων του Πολιτισμού. Οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς (ποιητές, πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, βιβλιοκριτικοί και άλλες κατηγορίες) είναι πολύγλωσσοι, πολυτάλαντοι με αρκετές εκπαιδευτικές και άλλες καλλιτεχνικές περγαμηνές στο ενεργητικό τους. Στα χρόνια των δημιουργικών τους εμφανίσεων στην λογοτεχνική ας μας επιτραπεί ο όρος «πιάτσα» μετέφεραν στην επικράτεια των ελληνικών γραμμάτων και του ελληνικού αναγνωστικού κοινού τις θεωρίες, τις απόψεις, τα μοντέλα, τους κανόνες, τις ερευνητικές αντιλήψεις, τις μοντέρνες και πρωτοποριακές θέσεις δυτικοευρωπαίων και αμερικανών στοχαστών, διανοητών, κριτικών της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και πολιτισμού. Φυσικά, αυτό συνέβαινε και με τις προηγούμενες γενιές των ελλήνων λογοτεχνών δεν είναι κάτι καινούργιο στο πνευματικό ελληνικό στερέωμα. Ο Κωστής Παλαμάς παραδείγματος χάρη δεν υπήρξε μόνο ο εθνικός μας ποιητής αλλά και ο σημαντικός κριτικός της ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Η κριτική του φωνή έχει Γαλλικές επιρροές και εφόδια, το ίδιο και ο σημαντικός δοκιμιογράφος, μεταφραστής και ποιητής Κλέων Παράσχος. Ο Κρητικός φιλόσοφος και στοχαστής ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καζαντζάκης είναι γλωσσικά και πολιτισμικά πανσπερμιστής. Ορισμένα λογοτεχνικά περιοδικά έχουν ξεχωριστό εμφανές ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Το περιοδικό «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» πρότεινε και προσεγγίζει περισσότερο την αγγλοσαξωνική ματιά εξέτασης των λογοτεχνικών πραγμάτων. Το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» έχει αριστερές καταβολές και προλεταριακή οπτική σύμφωνα με τα ιδεολογικά συμβαίνοντα της εποχής, όπως και οι «Πρωτοπόροι». Οι «Εποχές» που τερμάτισαν τον κύκλο τους με την εγκαθίδρυση της στρατιωτικής επταετίας διακρίνονται για τον αστικό και «μεγαλοαστικό» τους χαρακτήρα. Η μακρόβια παραδοσιακή «Νέα Εστία» κράτησε μία πιο δεκτική στάση και επαφής της με τα ευρωπαϊκά και δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα και φωνές και όχι μόνο. Το πληροφοριακό της υλικό πάνω σε θέματα, ζητήματα και έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και των εκπροσώπων τους, ενημέρωσης, υπερβαίνει στατιστικά κάθε άλλη περιοδική εκδοτική προσπάθεια. Η «Νέα Εστία» και η πολυθεματική πολιτική της πάντως, για να είμαστε ειλικρινείς μια και παλαιότερα εμείς οι νεότεροι αναγνώστες της μετά την Μεταπολίτευση την ειρωνευόμασταν για την λογοτεχνική ακαδημαϊκή της κοκεταρία, υπήρξε περισσότερο «φιλελεύθερη» στην συγγραφική ρητορική της, επιλογές και συνεργάτες της, την θεματολογία της. Η «Καινούργια Εποχή» έκλεινε ως προς τα ενδιαφέροντά της προς την Ιταλική και λατινοαμερικάνικη επικράτεια. Οι σύγχρονοι τίτλοι περιοδικών όπως «Το Δέντρο», «Η Λέξη», το «Διαβάζω», οι «Τομές», τα «Γράμματα και οι Τέχνες» που η δικιά μας γενιά γνώρισε καλύτερα (ενδεικτικοί οι τίτλοι) είχαν την δική τους λογοτεχνική πολιτική και τους συνεργάτες τους, τις συνεργασίες τους. Τα μη Αθηναϊκά περιοδικά «Διαγώνιος», «Παρατηρητής», «Εντευκτήριο», «Πόρφυρας» , «Η Γραφή» ακολούθησαν μια συγγραφική εντοπιότητα δίχως να αποκλείουν από τις σελίδες τους τα εκτενή γενικά αφιερώματα σε έλληνες ποιητές και ποιήτριες, λογοτέχνες από όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας. Η «Ευθύνη» ακολούθησε μία πολιτική κάπως όχι αμιγώς λογοτεχνική, αλλά στοχαστικού και φιλοσοφικού προβληματισμού, θρησκευτικής θεώρησης της κοινωνίας με έμφαση στην ελληνική γλώσσα. Οι συνεργάτες της διετέλεσαν ακαδημαϊκοί, πολιτικοί, παράγοντες, κατείχαν καίριες θέσεις μέσα στην ελληνική κοινωνία και διοίκηση. Τα λογοτεχνικά πράγματα τα άφησε ο εκδοτικός οίκος και ο λογοτέχνης που την εξέδιδε για τους τόμους των «Τετραδίων» της, τις «Αστρολάβος» μικρές εκδόσεις της και τις εκδόσεις ποιητικών Απάντων και διανοουμένων. Τα «περιοδικά «Ο Χάρτης» και το «Τραμ» υποστήριξαν όπως το προδικτατορικό «Πάλι» μία πιο ρηξικέλευθη μοντέρνα γραμμή επαφής μας με την ελληνική και ξένη μοντέρνα ή μοντερνιστική παραγωγή. Το πολυσυζητημένο περιοδικό «Εκηβόλος» είχε μία πιο «αριστοκρατική (;)» ματιά και θεώρηση των λογοτεχνικών πραγμάτων αν δεν λαθεύω. Οι πρωτογενείς συγγραφείς που συμμετείχαν σε αυτά τα περιοδικά και άλλων τίτλων με κριτικές του επεμβάσεις, δοκιμιακές τους προτάσεις, μεταφράσεις, ποιήματα και πεζά τους, μα και οι υπόλοιποι περιστασιακοί φίλοι και συνεργάτες συντελεστές που έγραφαν και δημοσίευαν κατά κύριο λόγο μετέφεραν στα καθ’ ημάς απόψεις και θέσεις, θεωρητικά λογοτεχνικά μοντέλα κριτικής σκέψης και σχήματα ανάλυσης δυτικών διανοητών και στοχαστών, κριτικών και βιβλιοκριτικών της πεζογραφίας και της ποίησης, καθιερωμένες μορφές της δυτικής παιδείας και πολιτισμού. Θα αντιτείνει κάποιος μα και η αγγλίδα πεζογράφος ως εκδότρια, η Βιρτζίνια Γουλφ το ίδιο έπραξε με τον εκδοτικό της οίκο και την επιθυμία της να υποστηρίξει και διαδώσει το μοντέρνο μυθιστόρημα, το νέο στιλ της αγγλοσαξονικής γραφής κλπ. Βλέπε περίπτωση Τζαίημς Τζόϋς. Θέλω να πω, ότι σε αυτές τις περιοδικές σύγχρονες εκδόσεις της πρωτεύουσας και της επαρχίας στην  πατρίδα μας μαθαίνουμε, πληροφορούμαστε περισσότερα πράγματα για τους ξένους κριτικούς και τις κριτικές τους θέσεις παρά για τις κρίσεις και απόψεις των δικών μας δοκιμιογράφων και κριτικών φωνών του παρελθόντος (φυσικά υπήρχαν και τα επετειακά αφιερώματα). Τα παραδοσιακά κλασικά έργα της ελληνικής γραμματείας εξετάζονται πλέον κάτω από ένα άλλο κριτικής πρίσμα σύμφωνα με τα δυτικοευρωπαϊκά μοντέλα και κανόνες υποδοχής όπως εφαρμόζονται στον δυτικό χώρο για το τι είναι καθαρή ποίηση και πεζογραφία, τι αυθεντική λογοτεχνία και τι όχι, ποια τα όρια της παραλογοτεχνίας ή ασημότητα γραφής ενός έλληνα συγγραφέα και των δύο φίλων. Τα ονόματα των ελλήνων Κριτικών και Βιβλιοκριτικών που υιοθετούν ξένες απόψεις και θεωρίες στα δημοσιεύματά τους είναι γνωστά μας, γνωρίζουμε και έχουμε διαβάσει τις θέσεις και τις κριτικές τους εργασίες και τι κάθε μία φωνή αποδέχεται και υποστηρίζει. Ασφαλώς, η Ελληνική Λογοτεχνία στις ευρύτερές της διαστάσεις και παραμέτρους,- όπως υποστηρίζουν οι αρμόδιοι-είναι ακόμα εγκλωβισμένη μέσα σε ένα της ελληνικής λαλιάς στενό πλαίσιο αμίλητο πέρα από τα γεωγραφικά γλωσσικά μας σύνορα και μιας βαλκάνιας συγγραφικής θεματογραφίας και θεματολογίας που όπως έχει λεχθεί, δεν έχει να πει κάτι το ενδιαφέρον στις άλλες ξένες λογοτεχνικές παραδόσεις και δυτικό αναγνωστικό κοινό με την πλούσια παραδοσιακή και μοντέρνα κληρονομιά. Ας δούμε στατιστικά ποιοι συμμετέχουν στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης κάθε χρόνο, ποιοι Έλληνες συγγραφείς μεταφράζονται και συζητιούνται και γιατί. (Τα κριτήρια είναι αμιγώς ποιοτικά ή ενέχουν και το στοιχείο της εκδοτικής εμπορικότητας άραγε). Μικρή η Ελληνική βιβλιοαγορά, μικρότερο ακόμα το ελληνικό αναγνωστικό κοινό όπως μας λένε οι αρμόδιοι που διαβάζει, ανοίγει που και που κανένα βιβλίο. Προτιμά το ελληνικό κοινό άλλα είδη και κατηγορίες ψυχαγωγία και πνευματικής ανάτασης και επικοινωνίας του με τους άλλους. Άρα, συμπερασματικά για μία περιφερειακή της Ευρώπης λογοτεχνία της χερσονήσου του Αίμου με τις ιδιαίτερες ιστορικά πολιτιστικές της πνευματικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις τι απομένει ως διέξοδο προβολής της για να μην παραμείνει εσαεί εγκλωβισμένη στην γεωγραφική συγγραφική επικράτεια που την παράγει, η μεταλαμπάδευση μεταπρατικά των ξένων κανόνων και θεωριών μόνο, ή η ανάπτυξη και των δικών της κριτικών δυνάμεων κριτικής σκέψης και στοχασμού; Σύμφωνοι, αλλά με την δική μας προγενέστερη παλαιότερη συγγραφική και κριτική, δοκιμιακή παραγωγή τι γίνεται; Αφήνουμε όλες αυτές τις κριτικές και συγγραφικές φωνές που εμφανίστηκαν-και αποδέχτηκαν ως συγγραφική τους παράδοση- στα αζήτητα των υπογείων των Μουσείων μας και των Δημόσιων Βιβλιοθηκών μας; Και ίσως, κάπου, κάποτε, κάποιος θα ενδιαφερθεί για αυτούς και θα τους επαναφέρει στην επιφάνεια όχι τόσο από αναγνωστική αγάπη αλλά από αναγκαστική επαγγελματική ή εκπαιδευτική υποχρέωση; Της εκάστοτε εθνικής μας πολιτικής, και των σύγχρονων αναγκών μας για ψηφιακή καταγραφή και ευρετηρίαση σε ό,τι έχει εμφανιστεί ως προφορικός και γραπτός λόγος τουλάχιστον από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μεταγενέστερα. Ερώτηση θέτουμε δεν δίνουμε «προκάτ» απαντήσεις ούτε έχουμε λύσεις που βγαίνουν από το κεφάλι του Δία.

   Όπως προαναφέραμε στην αρχή του σημειώματός μας, το τελευταίο διάστημα το ενδιαφέρον μας για τους Ποιητές του Μεσοπολέμου και τους Πεζογράφους έχει ενταθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κώστας Ουράνης, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου είναι μερικά από τα ονόματα που επανήλθαν στην λογοτεχνική επιφάνεια με νέα ματιά προσέγγισής τους και επανατοποθέτησής τους ως ζωντανό λογοτεχνικό σώμα ανάμεσά μας. Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα- μια Πειραϊκή ιστοσελίδα-και ο γράφων, δείχνουν μία ιδιαίτερη αδυναμία- προτίμηση στις παλαιότερες γενιές ποιητών, κριτικών και βιβλιοκριτικών φωνών, θεωρώντας ότι είναι η δική μας ουσιαστική και σοβαρή αντιπρόταση- σύμφωνα με τις δικές κριτικές και συγγραφικές δυνάμεις- απέναντι στις εκατοντάδες ξένες κριτικές επιδράσεις και σχολές, ρεύματα, δίχως αυτό να σημαίνει ότι θέλουμε να είμαστε- παραμείνουμε ο φτωχός επαρχιώτης συγγενής της παγκόσμιας λογοτεχνικής παράδοσης και διαρκούς παραγωγής, που εξαντλεί τα όποια συγγραφικά και κριτικά επιτεύγματά του στο μικρής γλωσσικής δεξαμενής αναγνωστικό ελληνικό κοινό. Το τι κατορθώνουμε; Πραγματικά δεν γνωρίζουμε ούτε μπορούμε και έχουμε τα τεχνικά μέσα να το επιβεβαιώσουμε. Ίσως και να μην βρίσκεται σε αυτήν την ερώτηση η ουσιαστική όποια προσφορά των Λογοτεχνικών Πάρεργων.

  Ποιο όμως είναι το κομμάτι αυτό των παλαιότερων και νεότερων κριτικών γενεών των ελλήνων και ελληνίδων που φυλάνε ακόμα τις «Θερμοπύλες» της Κριτικής Σκέψης και Στοχασμού στα Ελληνικά Γράμματα στην χώρα μας; Ποιες ελληνικές και ελληνόγλωσσες (βλέπε ποιητικές προτάσεις του θεατρολόγου Βάλτερ Πούχνερ) αντρικές ή γυναικείες φωνές αυξάνουν τα Κριτικά ή Ποιητικά “data” των ημερών μας; όχι σαν ένα Μουσειακό παραδειγματικό της κριτικής είδος για τουριστική χρήση αναγνώστες, ούτε σαν μία ακόμη επαγγελματική ή ερασιτεχνική Επετειακή αναφορά μνημόνευσης των ονομάτων τους ή υποχρεωτική εκπαιδευτική- φιλολογική επιμέλειας εργασία για τα πανεπιστημιακά έδρανα ως καθήκον. Αλλά όπως από την μεριά μας πιστεύουμε, σαν μία Ελληνική ακόμη ζωντανή και επίκαιρη, σύγχρονη αντιπρόταση κοινωνίας, επικοινωνίας και συνομιλίας μας στις Κριτικές μορφές και φωνές του Δυτικού- Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και των παραδόσεών του. Μπορούν άραγε Ελληνικές Κριτικές Φωνές του προηγούμενου αιώνα-από όλο το φάσμα των τεχνών και ιδεών- να αποτελέσουν μοντέλο εξέτασης ευρωπαϊκών δημιουργημάτων και σημείο αναφοράς για τους ειδικούς και το αλλόγλωσσο δυτικό αναγνωστικό κοινό; Ισότιμα, ισάξια και δίχως αίσθηση κριτικής κατωτερότητας απέναντι στις Κριτικές φωνές της Δυτικής παράδοσης που επεκράτησαν και εξακολουθούν να επικρατούς ως φωτισμοί εξέτασης κλασικών έργων και επιτευγμάτων;  Ή μήπως είναι ανεφάρμοστες και αίολες θεωρήσεις και ατομικές απόψεις ενός ιστολόγου από την πόλη του Πειραιά και τίποτα παραπάνω, μονολογική κουβεντοφλυαρία και παραέξω δεν ισχύει;

  Ποιά η αξία και η σημασία Κριτικών φωνών του Μεσοπολέμου και όχι χρονολογικά μόνο, όπως του Κλέων Παράσχου, του Μήτσου Παπανικολάου, του Γιάννη Χατζίνη, του Πέτρου Χάρη και όσων ονομάτων αναφέραμε παραπάνω Σήμερα; Θα είχαν την ευτυχή τύχη οι παλαιοί αυτοί Έλληνες Κριτικοί να ακούσουν από το στόμα των Ευρωπαίων Κριτικών συναδέλφων τους, παραλλαγμένο το του Κωστή Παλαμά για τον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο. «Παραμερίζουμε Έλληνα Κριτικέ για να περάσεις;» ή θα είχαν το θάρρος ενός σύγχρονου έλληνα μουσικού και στιχουργού ο οποίος έδωσε την κασέτα με τα τραγούδια του στον Μελωδό των Ονείρων μας Μάνο Χατζιδάκι λέγοντάς του κ. Χατζιδάκι ακούστε την είμαστε συνάδερφοι;». Θα μπορούσε να το ισχυριστεί αυτό ένας Έλληνας Κριτικός- Βιβλιοκριτικός μπροστά σε έναν Αμερικανό του μεγέθους ενός Χάρολντ Μπλούμ; Ότι είναι συνάδελφοι, αυτός από την μεριά της υπερδύναμης και ο έλληνας από την χώρα της Μεσογείου με την τεράστια πολιτιστική, καλλιτεχνική και πνευματική κληρονομιά; Και, τελικά, οι Δυτικοευρωπαίοι Κριτικοί διαβάζουν (σε μετάφραση) τους Έλληνες Κριτικούς και ποια είναι η γνώμη τους, έχουμε πληροφορηθεί άραγε;

   Αυτά και άλλα στροβιλίζουν στο μυαλό μου ανοίγοντας συνομιλία με την αρθρογραφία και βιβλιοκριτική φωνή του Μήτσου Παπανικολάου  καθώς διαβάζω το βιβλίο του: ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ «κριτικά», σε επιμέλεια κειμένων Τάσου Κόρφη και Γραφική επιμέλεια Γ. Ν. Πετάνης εκδόσεις «Πρόσπερος», Αθήνα 1980, σελ. 136 Βιβλίο 17ο της εκδοτικής σειράς. Στην προηγούμενη ανάρτησή μας για τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο, όπως τον είδε μεταξύ άλλων ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, αντιγράψαμε στο πώς υποδέχτηκε σε κριτικό του σημείωμα ο Μήτσος Παπανικολάου (1938) τις τρείς πρώτες ποιητικές συλλογές του Νομπελίστα μας ποιητή Ο. Ελύτη. Στο σημερινό, μεταφέρουμε τις κριτική αρθρογραφία του Μήτσου Παπανικολάου για την παρουσία του Ράινερ Μαρία Ρίλκε και του Τζαίημς Τζόυς

        ΡΑΙΝΕΡ  ΜΑΡΙΑ  ΡΙΛΚΕ

   Ο Ρίλκε, Γερμανός τη γλώσσα και Τσέχος την καταγωγή, ήταν για όλους εκείνους που ζητάνε στην ποίηση το απόσταγμα μιας ζωής που κυμαίνεται μεταξύ του ονείρου και του πόνου, ο μεγαλύτερος ίσως ποιητής του σύγχρονου κόσμου. Συγκέντρωνε τον άπειρο θαυμασμό των εξαιρετικών ανθρώπων κι ήτανε σεβαστός κι αγαπητός και σ’ αυτούς ακόμα που δεν είχαν γνωρίσει όλο το μεγάλο έργο του, αλλά είχαν συγκινηθεί από λίγους στίχους του, τυχαία διαβασμένους. Γι’ αυτό, όταν επέθανε, στα 1926, ο θάνατός του προκάλεσε την εντύπωση που δίνουν οι μεγάλες κι  ανεπανόρθωτες απώλειες για την ανθρωπότητα.

        Και όμως, για τον ίδιο τον Ρίλκε ο θάνατός του δεν είχε καμιά σημασία. Πεθαίνοντας δεν πήγαινε «να ξαναβρεί μες στην αιωνιότητα τον εαυτό του», όπως λέει ο Μαλλαρμέ στο περίφημο σονέτο του για τον Πόε. Όχι, ο Ρίλκε δεν περίμενε την αιωνιότητα για να ξαναβρεί τον εαυτό του. Κι όταν ζούσε, η φωνή του, το βλέμμα του και το γράψιμό του φανέρωναν κιόλας μερικούς τρόπους σκέψεως κι αισθήσεως, που ένας κοινός άνθρωπος δεν μπορεί να τους συλλάβει παρά μόνο, ίσως, στις τελευταίες του στιγμές. Το κάθε τι στη ζωή του το ξεχώριζε μιά βαθειά και λεπτή φιλοσοφική γνώση, μία απροσδιόριστη διακριτικότητα και μιά ευγένεια που συχνά έμοιαζε με περιφρόνηση. Στις τελευταίες του στιγμές, έχοντας απόλυτη συναίσθηση ότι σε λίγο θα πέθαινε, ήθελε να τον αφήσουν μόνο για να μη δουν τους σπασμούς του προσώπου του κι αρνήθηκε απολύτως να του κάνουν ενέσεις, που ίσως θα παρέτειναν τη ζωή του, γιατί, όπως έλεγε, ήθελε το θάνατο τ ο  δ ι κ ό  τ ο υ και όχι το θάνατο των γιατρών. Ήθελε αυτό που λέει αριστουργηματικά σε κάποιο του ποίημα:

        Κύριε, δώσε στον καθένα το θάνατό του,

        ένα θάνατο που  να πηγάζει απ’ τη ζωή του,

        που να κλείνει λίγη αγάπη,

        λίγη γνώση, λίγη φτώχεια.

        Γιατί είμαστε η φλούδα και το φύλλο

        κι ο μεγάλος θάνατος που κλείνει ο καθένας μέσα του

        αυτός είναι ο καρπός που όλα γύρω του στρέφουν.

…………………………………..

        Έτσι η ζωή είναι τ’ όνειρο ενός ονείρου

        μα το ξύπνημα βρίσκεται αλλού.

   Αυτή η ιδέα του θανάτου που σφραγίζει ολόκληρο το έργο του, αυτή η βαθειά κατανόηση του μεγάλου μυστικού, που σιγά-σιγά μεγαλώνει μέσα μας σαν μιά πληγή κι απλώνεται και πλαταίνει για ν’ ανθίσει τέλος στην ύστατη στιγμή, όταν όλα πια φαίνονται συντελεσμένα, δίνει στα πράγματα που ατενίζει στο έργο του μιάν αξία ανυπολόγιστη και μιά δεύτερη ζωή υπέροχη. Όταν ο Ρίλκε σταματούσε μπρός σ΄ ένα πράγμα, δεν περιοριζόταν μονάχα να το κοιτάζει αφηρημένα, όπως θα μπορούσε να κάνει, αφού ή ξ ε ρ ε πολύ καλά ότι έπρεπε μιά μέρα να τ’ αφήσει όλα, αλλά το περιέβαλλε μ’ αυτή την αλλόκοτη  τρυφερότητα, μ’ αυτήν την πολύ γλυκειά και παθητική ευαισθησία του ανθρώπου που ξεχωρίζει, περ’ απ’ το σχήμα ενός πράγματος, τους μυστικούς λόγους της παρουσίας του και την αρχή που προέχει της θλιβερής του μοίρας. Κανείς δεν ήταν περισσότερο ερωτευμένος με τη ζωή και την ομορφιά όσο ο εραστής αυτός του θανάτου.

   Μιά συγκίνηση γεμάτη μουσικές ανατριχίλες ξεχειλίζει απ’ τα ποιήματά του κι απλώνεται παντού, χαϊδεύοντας και τα πιό ταπεινά ακόμη πράγματα. Ο ποιητή τ’ αγαπάει όλα, όλα τα καταλαβαίνει, όλα τον ενθουσιάζουν: οι καρποί, τα λουλούδια, ένα τοπίο, μιά στιγμή, μιά σκέψη, και η γοητεία αυτής της μουσικής μεγαλώνει ακόμα περισσότερο με τη θελκτική κοκεταρία και τον γνήσιο τόνο μαγείας, που έχει συχνά το ύφος του, τόσο στα ποιήματά του, όσο και στα πεζά του.

   Ο αισθητός κόσμος, οι εποχές, οι πόλεις, οι άνθρωποι και το αξιοθρήνητο παρουσιαστικό τους, όλα όσα μας περιστοιχίζουν, όλα όσα-όπως νομίζουμε- μας εξουσιάζουν κι όλα όσα εξουσιάζουμε, όλ' αυτά σπανίως αγαπήθηκαν από ποιητή με τόση θέρμη, με τόσο πάθος. Ο Ρίλκε ήταν ένας αδερφός του Πόε, του Νοβάλις και των ελάχιστων άλλων ανθρώπων που συνδέουν την ανθρωπότητα μ’ εκείνο που την ξεπερνάει και θα της ξεφεύγει πάντοτε, ήταν από τους ελάχιστους εκείνους ανθρώπους πού, όταν φεύγουν για να γυρίσουν στην αιώνια πατρίδα τους λένε: «Πόσο ο κόσμος είναι μόνος!»

   Όταν διαβάζει κανείς οποιοδήποτε έργο του Ρίλκε, εγκαταλείπεται ολόκληρος σ’ αυτό με χαρά και μ’ απέραντη ανακούφιση. Βλέπει εκεί μέσα, άσωτα σκορπισμένα, ένα σωρό πράγματα που του έλειπαν. Ό,τι ζητούσε χωρίς να το ξέρει, το αναγνωρίζει έξαφνα κάτω απ’ τις γραμμές του βιβλίου. Ποιά άλλη μπορεί να είναι η λεγόμενη λύτρωση της τέχνης, αν όχι αυτή;

   Η ποίηση πιά στην περίπτωση αυτή παίρνει όλο τον αποκαλυπτικό της τόνο. Όσο ο Ρίλκε προχωρεί στα βάθη και στα ύψη, που ήταν ανεξερεύνητα πρίν απ’ αυτόν, τόσο μας κυριεύει η αγωνία κι η  σκοτεινή επιθυμία ενός π ι ό π έ ρ α α κ ό μ η, στο οποίο θα μπορούσε, αν ήθελε, να μας παρασύρει ο ποιητής. Μα ο Ρίλκε ξέρει την τέχνη να μην τα φανερώνει όλα και να σταματάει πάντα μπρός σε μιά κλεισμένη  πόρτα, χωρίς να την ανοίγει, γιατί ποιά αξία έχει το μυστικό, άμα αποκαλύπτεται ολόκληρο; Σελίδες 13-15

         ΤΖΕΗΜΣ  ΤΖΟΫΣ

  Οι μεγαλοφυϊες ποτέ σχεδόν δεν μπορούν να κατανοηθούν απόλυτα από την εποχή τους. Κανένα έργο δεν επιβάλλεται σαν αριστούργημα στους συγχρόνους του συγγραφέα του. Διαισθανόμαστε ίσως τις σύγχρονές μας μεγαλοφυϊες, ενθουσιαζόμαστε με τα μεγάλα έργα της εποχής μας, μα έχουμε πάντα και τις αμφιβολίες μας, αν όχι και τη δυσπιστία μας. Μόνο με το θάνατο και με το χρόνο γίνεται η δίκαιη αποκατάσταση. Έτσι, ως χθές ακόμα ζούσε ανάμεσά μας ο Τζέημς Τζόϋς, ένας συγγραφέας που πολύ σύντομα θα τοποθετηθεί πλάι στο Ντοστογιέφσκυ, αν όχι και πιό ψηλά ακόμα. Και όμως πόσοι τον ήξεραν; Αν ελέγαμε σε κανένα: «Διάβασε τον «Οδυσσέα» του Τζόϋς, είναι έργο μνημειώδες…», θα μας απαντούσε: «Δεν υπάρχουν μνημειώδη έργα στην εποχή μας». Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στα θ α ύ μ α τ α του καιρού τους, ούτε και στους σύγχρονους ήρωες. Έτσι δεν πίστεψαν στο Σωκράτη, στο Χριστό, στους μεγάλους επιστήμονες και στους  αποστόλους της ομορφιάς και της αλήθειας.

   Έτσι επίσης, όταν βγήκε το μυθιστόρημα του Τζόϋς «Οδυσσέας», οι οπαδοί της αρτηριοσκληρωτικής παράδοσης, αυτοί που φοβούνται κάθε τί το νέο, ρίχτηκαν εναντίον του, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα. Έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να το χαρακτηρίσουν ως αισχρό και ανήθικο «χυδαιολόγημα». Οι  άλλοι, όμως, εκείνοι που βλέπουν καθαρά, διακήρυξαν απερίφραστα ότι ο "Οδυσσέας" όχι μόνο είν’ ένα αριστούργημα, απ’ αυτά που κάθε αιώνας δεν έχει παρά ένα ή δύο, μα κι ότι σημείωσε σταθμό και συγχρόνως μιά επανάσταση, χωρίς προηγούμενο, στην ιστορία του μυθιστορήματος.

   Μά πόσοι ήταν οι τελευταίοι; Ελάχιστοι μέσα στο πλήθος. Και ο συγγραφέας του «Οδυσσέα» πέθανε πριν από ένα περίπου μήνα, αγνοημένος απ’ την εποχή του.

   Ο Τζέημς Τζόϋς γεννήθηκε το 1882, στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας. Εκτός απ’ την πατρίδα του, έμεινε διαδοχικά αρκετό διάστημα στο Παρίσι, στην Ελβετία και προπάντων στην Τεργέστη. Το πρώτο του βιβλίο, μιά συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο «Μουσική Δωματίου» κυκλοφόρησε το 1907. Ύστερα θέλησε να εκδώσει ένα τόμο διηγημάτων, τους «Ανθρώπους του Δουβλίνου». Μα ο εκδότης, όταν το διάβασε, τα βρήκε πολύ τολμηρά και ξαναγύρισε τα χειρόγραφα στο συγγραφέα, γιατί φοβόταν μήπως κατασχεθούν αν τα τύπωνε. Ο Τζόυς τότε έστειλε μιά επιστολή στο Γεώργιο Ε΄ της Αγγλίας, υποβάλλοντάς του συγχρόνως και τα χειρόγραφά του. Μα ο βασιλικός γραμματεύς του απάντησε ότι το πρωτόκολλο δεν επέτρεπε στο Βασιλέα να δίνει τη γνώμη του. Τέλος, μετά πολλά, ο εκδότης πείστηκε και τύπωσε το βιβλίο. Την ίδια όμως ημέρα που επρόκειτο να κυκλοφορήσει, ένας άγνωστος, κάποιος πουριτανός χωρίς άλλο, πήγε κι αγόρασε όλα τ’ αντίτυπά του, εκτός από ένα που το πήρε ο Τζόϋς. Και αμέσως, μπροστά στα μάτια του συγγραφέα, τους έβαλε φωτιά και τα ‘καψε. Έπειτ’ απ’ αυτό, ο Τζόϋς φοβήθηκε τον αγγλικό πουριτανισμό, και γι’ αυτό το επόμενο έργο του: «Πορτραίτο του καλλιτέχνη στη νεότητά του», το τύπωσε μετά δύο χρόνια σ’ έναν εκδότη της Νέας Υόρκης.

   Την ίδια εποχή πήγε κι εγκαταστάθηκε- κρύφτηκε μάλλον-στην Τεργέστη. Έμεινε εκεί πολλά χρόνια, ζώντας αθόρυβα κι αποτραβηγμένα, κι εκεί άρχισε να γράφει το μεγάλο έργο του, τον «Οδυσσέα». Κατόπιν έμεινε για λίγο καιρό στη Ζυρίχη κι από κει πήγε στο Παρίσι, όπου και πέρασε τα είκοσι σχεδόν τελευταία χρόνια της ζωής του. Κατοικούσε σ’ ένα διαμέρισμα της πλατείας Άλμα μαζί με τη γυναίκα του, την κόρη του και το γιό του, και δεχόταν κάθε βράδυ φίλους τους, που τους γοήτευε με τη διήγηση των αναμνήσεών του και με τα παλιά ιρλανδικά τραγούδια που τους τραγουδούσε με την εξαίσια φωνή του. Κατά τα τελευταία αυτά χρόνια υπέφερε πολύ απ’ τα μάτια του και στο τέλος έχασε σχεδόν το φώς του. Μα στάθηκε καρτερικός, και παρ’ όλη την πάθησή του εξακολουθούσε να εργάζεται εντατικά για να συμπληρώσει το έργο του- το τεράστιο αυτό έργο που πολύ σύντομα, με την εκτυφλωτική λάμψη του, θα σκεπάσει πολλά άλλα έργα που τα θεωρούσε μεγάλα η εποχή μας. σελ. 57-58.

   Το άρθρο του Μήτσου Παπανικολάου για τον ποιητή και πεζογράφο Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» τον Σεπτέμβρη του 1937 κάτω από τον γενικό τίτλο «Πορτραίτα ποιητών». Αυτό για τον ιρλανδό πεζογράφο Τζέημς Τζόϋς στην «Νέα Εστία» του 1941. Και τα δύο ανθολογήθηκαν και περιλαμβάνονται στο Μήτσος Παπανικολάου, Κριτικά, επιμέλεια Τάσου Κόρφη, εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1980

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

7/11/2026  

 

   

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ 5/3/1922- 2/11/1975

 

            ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ

            (5/3/1922-2/11/1975)

     ΕΠΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

   Πέρασαν 51 χρόνια από την δολοφονία του ιταλού ποιητή, σκηνοθέτη, σεναριογράφου, πεζογράφου, «γλωσσολόγου», αιρετικού δημιουργού και αντικομφορμιστή καλλιτέχνη, καθηγητή, μαρξιστή, ομοφυλόφιλου και καθολικού Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Μία σκοτεινή δολοφονία της 1ης προς την 2 Νοεμβρίου του 1975 στην έρημη παραλία της Όστιας που συντάραξε την Ιταλική κοινή γνώμη και εξακολουθεί να γεννά ερωτηματικά για τα κίνητρά της και στο πόσοι ήσαν στην πραγματικότητα οι δολοφόνοι του. Ακόμα και σήμερα, στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, γίνεται αναψηλάφηση της Δίκης και των Δικαστικών συμπερασμάτων και αποφάσεων, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των Ιταλικών Γραμμάτων και ενός σκηνοθέτη με διεθνή ακτινοβολία του προηγούμενου αιώνα. Η δολοφονία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι έχει γυριστεί ταινία, οι τελευταίες ημέρες της ζωής του έγιναν τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, δόθηκαν δεκάδες συνεντεύξεις από τους στενούς άντρες και γυναίκες συνεργάτες ηθοποιούς και άλλους της έβδομης τέχνης συντελεστές που συνεργάστηκαν μαζί του. Εκδόθηκαν βιβλία, γράφτηκαν μελέτες, δημοσιεύθηκαν εκατοντάδες άρθρα στον παγκόσμιο τύπο και εξακολουθούν να δημοσιεύονται σε αφιερωματικά έντυπα του Σινεμά και όχι μόνο. Ο Ιταλικός τύπος αλλά και ο διεθνής, δεν τον λησμόνησε, σε κάθε επέτειο του θανάτου, της γέννησής του ή προβολής ταινιών του είτε μεταφράζονται εκ νέου βιβλία του, είτε δημοσιεύονται παλαιές συνεντεύξεις του ή άγνωστα στους πολλούς ποιήματά του ή παρουσιάζονται αποσπάσματα από την πλούσια αρθρογραφία του στον Ιταλικό τύπο της εποχής. Επαναπροβάλλονται και σχολιάζονται ταινίες του κάτω από νέες και μοντέρνες αναλύσεις, όπως είναι αυτή η αίσθηση του Ιερού στις ζωές και τις σχέσεις των ανθρώπων που εξέτασε με τόση επιμέλεια ο Π. Π. Παζολίνι, την σχέση ανάμεσα στον Μαρξισμό και τον Χριστιανισμό, μια και το ότι ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία δεν τον έκανε να δηλώνει μόνο άθεος αλλά και καθολικός, υποστηρίζοντας αρκετές θέσεις της Καθολικής Εκκλησίας. Ανεβάζονται Θεατρικά του έργα σε θεατρικές σκηνές παγκοσμίως, πραγματοποιούνται Εκθέσεις εικαστικού και ενδυματολογικού ενδιαφέροντος με αυτόν τον πλούτο των ενδυματολογικών και σκηνογραφικών του προτάσεων των διαφόρων ταινιών του με τον οποίο ο Π. Π. Παζολίνι έντυνε τις ηρωίδες και ήρωές του πρωταγωνιστές. Χαρακτηριστικές οι εικόνες της δικής μας Μαρίας Κάλλας στην ταινία «Μήδεια». Ενδυματολογικές προτάσεις που δεν παρουσιάζουν μόνο ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον αλλά και εθνογραφικό- λαογραφικό των χωρών και τοποθεσιών όπου γύρισε ορισμένες από τις ταινίες του, βλέπε «Μήδεια», «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», «Χίλιες και μία Νύχτες» κλπ. πέρα από τα Ιταλικά γεωγραφικά σύνορα σε άλλες ηπείρους όπως η Αφρική. Το κινηματογραφόφιλο κοινό τον κατέταξε ανάμεσα στα αγιολόγια καταραμένων δημιουργών, των παγκόσμιων καλλιτεχνών με τραγικό τέλος και ζωή βάσανο στην διαχρονική ιστορία του Παγκόσμιου Ευρωπαϊκού και όχι μόνο Πολιτισμού. Οι γνώμες για το ποιοί πραγματικά υπήρξαν οι δολοφόνοι του, αν ήταν ο νεαρός «τάξι μπόι»  Πελόζι ή ομάδα νεοφασιστών που τον παρέσυραν σε αυτό το μοιραίο ραντεβού-με ερωτικό δόλωμα- είναι ακόμα ένα ανοιχτό ερώτημα όπως το πρωτοδιατύπωσε η γνωστή ιταλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Οριάνα Φαλάτσι. Πέρασε μισός αιώνας και ένας χρόνος από τότε, και ο φάκελος Π.Π. Παζολίνι παραμένει ακόμα ανοιχτός. Όλοι σχεδόν (;) οι πρωταγωνιστές αυτού του δράματος έχουν  φύγει από την ζωή, το ίδιο και ο νεαρός που καταδικάστηκε και φυλακίστηκε για την δολοφονία του Ιταλού σκηνοθέτη. Η Ιταλική Κοινωνία- μια από τις ισχυρές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης- εξελίχθηκε προσαρμοζόμενη στις νέες της οικονομίας καπιταλιστικές ανάγκες και οι παλαιοί πολιτικοί της που διαμόρφωσαν το Μεταπολεμικό πρόσωπό της και την πορεία της έχουν φύγει και αυτοί από την ζωή. Άλλες οι σύγχρονες προτεραιότητες της Ιταλικής Νεολαίας και του Ιταλικού Λαού. Η εγγονή του Μπενίτο Μουσολίνι είναι σήμερα πρωθυπουργός της Ιταλικής μπότας.

    Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι αυτή η μάλλον «αντιφατική» κάπως, καλλιτεχνική έντονη και ανεξάρτητη προσωπικότητα ίσως είναι στην σύγχρονη ιστορία των Ιταλικών γραμμάτων- (δεν αναφερόμαστε στις παλαιότερες γενιές των κλασικών μορφών Πετράρχης, Δάντης, Λεοπάρντι, σύγχρονων ποιητών Τζιουζέπε Ουγκαρέττι, δραματουργών Λουίτζι Πιραντέλλο, Εντουάρντο ντε Φίλιππο κλπ)- η πιο γνωστή στο ελληνικό κοινό φυσιογνωμία αλλά και αυτή που συνδέθηκε με την πολιτική κατάσταση της σύγχρονης Ελλάδας τον προηγούμενο αιώνα. Μετέφρασε στα ιταλικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, έγραψε πρόλογο για τα ποιήματα του Αλέξανδρου Παναγούλη, δημοσίευσε άρθρα ενάντια στην επταετία (1967-1974), έπεισε την ελληνίδα Μαρία Κάλλας να γίνει μέρος των γυναικείων κινηματογραφικών πορτραίτων του σε ταινίες του. Και φυσικά, μέσω των σπουδών του και της κλασικής του παιδείας, γνώστης των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών και των μυθικών συμβολισμών τους γύρισε ταινίες με θέματα παρμένα από την αρχαία ελληνική κλασική δραματουργία με μεγάλη επιτυχία. Κινηματογραφικά έργα που αγαπήθηκαν από το ελληνικό κοινό που άντεξαν στον χρόνο και σηματοδότησαν ένα άλλο αισθητικής ρεύμα στην παγκόσμια κινηματογραφική βιομηχανία. Δεν θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με τους ταινιοκριτικούς που υποστηρίζουν ότι όλες οι ταινίες που γύρισε έχουν την ίδια κινηματογραφική ποιοτική αξία, ορισμένες του προκαλούν ακόμα και σήμερα ερωτηματικά για το τι ήθελε να μας μιλήσει και αν υπήρξε ορθή η οπτική του ερμηνευτική και προβληματισμός όπως πχ. η σκληρή ταινία του «Σαλό». Το γενικό όμως κινηματογραφικό του πλαίσιο είναι θετικό παρά τις ελάχιστες «κοιλιές» επαναληπτικές του εμμονές και αντισυμβατικό βλέμμα. Σίγουρα πάντως, σε σχέση με άλλους Ιταλούς σκηνοθέτες του Νεορεαλισμού, είναι ο κύριος κινηματογραφικός εκφραστής που διαπραγματεύτηκε με επιτυχία, σεβασμό, ειλικρίνεια και γνώση τα αιώνια θέματα και  ψυχολογικούς «μύθους» της Αρχαίας Τραγωδίας.  Είναι τεράστια η Ελληνική Βιβλιογραφία του Πιέρ Παζολίνι στα Ελληνικά. Τις προηγούμενες δεκαετίες μετέχοντας σε αφιερώματα περιοδικών από προσωπικές μας έρευνες και ενασχολήσεις κατορθώσαμε να διασώσουμε ένα μάλλον αρκετά μεγάλο μέρος των άρθρων και δημοσιευμάτων στον ελληνικό τύπο και τα περιοδικά, έχοντας παρακολουθήσει όπως φαίνεται όλες τις ταινίες του, είτε στις κινηματογραφικές αίθουσες, είτε στην δημόσια ή ιδιωτική τηλεόραση, είτε σε cd. που έχουν προσφέρει κατά καιρούς ελληνικές εφημερίδες. Και φυσικά,  δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε στις μέρες μας το Διαδίκτυο στο οποίο μπορεί να βρει κανείς στοιχεία για ταινίες του Πιέρ Πάολο Παζολίνι ή να παρακολουθήσει αρκετές από αυτές. Ενώ πανεπιστημιακοί, μεταφραστές, λογοτέχνες και κινηματογραφόφιλοι μετέφρασαν εκ νέου τίτλους πεζών του, ποιημάτων του και κειμένων του πάνω στην τέχνη και τεχνική του κινηματογράφου. Τόσο η Εργογραφία όσο και η Βιβλιογραφία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι είναι ανοιχτή-ευτυχώς- ακόμα και διαρκής. Κάτι, που κάνει τους όποιους ενδιαφερόμενους να έχουν πλέον στις ημέρες μας μια επαρκή πλήρη εικόνα της παρουσίας και του έργου της ελεύθερης αυτής καλλιτεχνικής πολιτικοποιημένης παγκόσμιας προσωπικότητας που τάραξε τα κατεστημένα πολιτικά και κοινωνικά, και ερωτικά νερά της εποχής του, δημιούργησε έχθρες αλλά και πολλούς θαυμαστές έκτοτε. Στην Ιταλία υπάρχει ίδρυμα που έχει συγκεντρώσει την καλλιτεχνική και πνευματική προσφορά του, διαδίδει το έργο του παγκοσμίως και διοργανώνει συνέδρια, ομιλίες, διαλέξεις εις Μνήμη του.

       Και κάτι επί Προσωπικού

Φανατικός κινηματογραφόφιλος (θα τολμούσα να έγραφα από τα γεννοφάσκια μου) ο ιταλός σκηνοθέτης Πιέρ Πάολο Παζολίνι μπήκε στην ζωή μου σχεδόν αμέσως μετά την μεταπολίτευση του 1974 στην Ελλάδα. Η τότε ελληνική ασπρόμαυρη τηλεόραση με τα δύο κανάλια της, μας εισήγαγε από πολύ νωρίς στην τέχνη της έβδομης τέχνης με τις ξένες ταινίες που πρόβαλλε. Ήταν η ψυχαγωγία μας την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας. Έφηβος ακόμα, πριν κλείσω τα 18, όταν άρχισα να ανοίγω τα φτερά των πολιτιστικών μου ενδιαφερόντων είχα παρακολουθήσει δύο ταινίες του σε κινηματογραφική αίθουσα της Αθήνας. Μετά από τόσες δεκαετίες, δεν θυμάμαι αν είδα πρώτη την ταινία του «Θεώρημα» ή «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», όπως και νάχει, η ευχαρίστηση, η χαροποιός ταραχή, η έκπληξη και η μαγεία που ένιωσα και η εντύπωση που αποκόμισα παρακολουθώντας τα πρώτα αυτά Παζολινικά αριστουργήματα έχει αποτυπωθεί βαθειά στην συνείδησή μου. Η φαντασία ενός νέου «κουλτουριάρη», τρομάρα του, με τις ιδιαίτερες σωματικές και πνευματικές ευαισθησίες και καλλιτεχνικά γούστα, που άρχιζε να γνωρίζει δειλά-δειλά την πολιτιστική πιάτσα της εποχής του σημαδεύτηκε δυναμικά από την μαγεία του φακού της κινηματογραφικής τέχνης, ιδιαίτερα τις ποιοτικές ταινίες στις οποίες ανήκουν κατά κοινή αποδοχή οι ταινίες του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, του Σεργκέι Αιζενστάιν, του Παραντζάνοφ, του Βισκόντι. Οι κλασικές ταινίες των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων, Σαρλώ, Χοντρός-Λιγνός, Μπάστερ Κήτον, Τσίτσο και Φράνκο, η Μαίρη Πόπινς, οι ιταλικές ταινίες γουέστερν «σπαγγέτι», τα πολύωρα σινεμασκόπ επικά έργα με θέματα από την ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία και ιστορία, (ο Μασίστας, η Οδύσσεια, η Ιλιάδα, οι Τελευταίες Ημέρες της Πομπηίας, ο Σπάρτακος, ο Καλιγούλας κ. ά.) οι θρησκευτικές υπερπαραγωγές οι Δέκα Εντολές, ο Χιτών, τα γαλλικά αριστουργήματα Η Γέφυρα των Στεναγμών, οι Τρείς Σωματοφύλακες, οι Άθλιοι, Ο Αρχισηδηρουργός, τα αμερικάνικα γουέστερν Ο Καλός ο Κακός και ο Άσχημος, Μονομαχία στο Ελ Πάσο, Για ένα Τρύπιο Δολάριο, οι ταινίες του Δράκουλα με τον Κρίστοφερ Λη, τέλος, η ταινία Σούπερ Σταρ Υπέρλαμπρο Άστρο (το έχω δει πάνω από 30 φορές), για να μνημονεύσω μόνο ταινίες του ξένου παγκόσμιου ρεπερτορίου, είχαν προετοιμάσει την αγάπη μας για τον κινηματογράφο και καλλιέργησαν την αισθητική μας. Επηρέασαν και τροφοδότησαν την καλλιτεχνική μας πρόθεση, ενδιαφέρον και πορεία. Ο ελληνικός και παγκόσμιος κινηματογράφος ήταν αυτός που πρώτος καλλιέργησε την ευαισθησία μας, διέπλασε την αισθητική μας, διαμόρφωσε το βλέμμα μας, εδραίωσε την πεποίθησή μας για τον άμεσο ρόλο και την σχέση της Τέχνης με την Πολιτική, δηλαδή με τα καθημερινά προβλήματα της Κοινωνίας. Οι ταινίες του ρώσου σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν, οι πολιτικές ταινίες του δικού μας Κώστα Γαβρά, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, (ένα ιστορικό πανόραμα της ήττας και των Ιδεολογικών διαψεύσεων, των βασάνων της αριστεράς) τι άλλο απεικονίζουν παρά την πολιτική και οικονομική διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Ο σκηνοθετικός τους εστιασμός είναι μία ανελέητη κριτική της αστικής δημοκρατίας, της μεγαλοαστικής τάξης, των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών θεσμών του καπιταλιστικού ή του κομμουνιστικού συστήματος αντίστοιχα της εποχής τους. Οι ταινίες του Λουκίνο Βισκόντι με τα αιθέρια μαγευτικά πλάνα, τα ονειρικά εσωτερικά και εξωτερικά σκηνικά του, τον διάκοσμό του, μπορεί να σε αφήσουν αδιάφορο αν έχεις παρακολουθήσει έστω και μία ταινία του ιταλού σκηνοθέτη; Οι έντονες μυρωδιές των λουλουδιών του ακόμα διαχέονται στον χώρο. Οι οντολογικές και φιλοσοφικές ταινίες του θεολόγου σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν τι άλλο είναι παρά μία αδυσώπητη κριτική απέναντι στην προτεσταντική ηθική, τον εφαρμοσμένο κοινωνικά χριστιανισμό και χριστιανική ηθική των παιδικών και οικογενειακών του χρόνων. Οι ταινίες του Μπέργκμαν όπως και του Καρλ Ντράγιεφ δεν είναι η σύγχρονη ερμηνεία της χριστιανικής θρησκείας και παράδοσης στον αιώνα που πέρασε; Οι ταινίες του γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ δεν αποτελούν την σύγχρονη πηγή κριτικής απέναντι στον φασισμό της εποχής μας, την ανάδειξη των προβλημάτων των εργατών μεταναστών, του ρατσισμού απέναντι στις ερωτικά και σεξουαλικά μειονότητες; Οι ταινίες του Παζολίνι ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες της έβδομης τέχνης. Στα κινηματογραφικά εκείνα είδη και υφής έργα που τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι κοινά, παγκόσμια, αφορούν τα μεγάλα σύνολα των κοινωνιών. Ο Κινηματογράφος μάλλον, περισσότερο από την τέχνη του μυθιστορήματος ή το ποιητικό γεγονός έδρασε και διέπλασε καταλυτικά τις ανθρώπινες συμπεριφορές, αντιδράσεις, τον χαρακτήρα του σύγχρονου μοντέρνου ανθρώπου του 20ου και 21ου αιώνα. Ο κινηματογραφικός ήρωας αποτυπώνεται ευκολότερα στο μυαλό του θεατή παρά του αναγνώστη. Οι μυθιστορηματικοί ήρωες του ρομαντικού επαναστάτη Βίκτωρος Ουγκώ μάλλον, «αγαπήθηκαν» ή έγιναν γνωστοί και οικείοι από τις ερμηνείες του Ζαν Γκαμπέν, παρά από την ανάγνωση των δύο τόμων του έργου στα ελληνικά. Η ερμηνεία της Γκρέτα Γκάρμπο στην ταινία Βασίλισσα Χριστίνα έμεινε θρυλική στην γνωριμία μας με το σουηδικό βασιλικό λάβ στόρι. Η αμερικανίδα Κάθριν Χέμπορντ ερμήνευσε δραματικά και ανεπανάληπτα το ρόλο της Εκάβης στην κινηματογραφική μεταφορά της τραγωδίας Τρωάδες του Μιχάλη Κακογιάννη και έκανε ακόμη περισσότερο αγαπητή την δυστοτόκο Βασίλισσα των Τρώων. Η Ρόμι Σνάιντερ ως Βασίλισσα Σίσσυ, έγινε το ρομαντικό παραμύθι κάθε ερωτευμένης κορασίδας. Ο Ρον Στάιγκερ στο ρόλο του Μεγάλου Ναπολέοντα ανεπανάληπτος. Ο Μάρλο Μπράντο στην Αποκάλυψη Τώρα κλασικός όπως και στο «Νονό». Η Γκλέντα Τζάκσον  στην Βασίλισσα Ελισάβετ, (δύο φορές την είδαμε στο «Αττικόν» του Πειραιά) ο Ζεράρ Ντε Παρτιέ στον Δαντών αξέχαστος, οπτικοί εν κινήσει πρωταγωνιστές δεν μας φώτισαν ανετότερα ιστορικές πτυχές των προηγούμενων αιώνων και του 20ου  Αιώνα; Δεν ψυχογράφησαν με μεγαλύτερη άνεση και μαεστρία πορτραίτα ηρώων, ιστορικών και πολιτικών προσωπικοτήτων και επαναστατών, ανθρώπων του πνεύματος και της Τέχνης, βλέπε Λέων Τρότσκι, Εμιλιάνο Ζαπάτα, Τσε Γκεβάρα, Ρασπούντι, Μαρία Στιούαρτ, Ρισελιέ,  Ελευθέριος Βενιζέλος, Νίκος Μπελογιάννης, Αρθούρος Ρεμπώ, Καραβάτζιο, Ρέμπραντ, Βαν Γκογκ, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Λουδοβίκος ο Β’ της Βαυαρίας κλπ. Η ιστορία του κινηματογράφου δεν είναι παρά μία συλλογική περιπέτεια και συνεργασία ταλαντούχων ατόμων στην επιθυμία τους να εικονογραφήσουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου, να φωτίσουν τις κρυφές στοές της ψυχής και της προσωπικότητας του ανθρώπου. Είναι παγκόσμιος, λαϊκός, μοντέρνος, αντισυμβατικός, ανεξάρτητος, προοδευτικός, έχει την δική του πρόταση αισθητικής και ανάλυσης και ερμηνείας των θεμάτων που απασχολούν την Κοινωνία, τους πολίτες μιάς πολιτείας και ενός κράτους σε όλες τις περιόδους της ιστορίας τους. Ο Κινηματογράφος είναι μία άλλη όψη πολιτικής κριτικής και συλλογικής συμμετοχής των ανθρώπων στα κοινά.

     Οι ταινίες του Πιέρ Πάολο Παζολίνι ανεξάρτητα από τον βαθμό της καλλιτεχνικής τους αξία, την ποιότητα της τεχνικής τους, την σκηνοθετική εξάντληση του ποιητή σκηνοθέτη (όπως διακρίνουμε σε ορισμένα έργα του) την σπουδή τους σε σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, την αριστερή του ματιά, την διαπραγμάτευση αρχαίων ελληνικών θεμάτων, είναι αν τις εξετάσουμε εν συνόλω, ταινίες καταγγελίας του πολιτικού συστήματος της εποχής του. Τα έργα του κινούνται με μία λεπτή ισορροπία μεταξύ λαϊκού και έντεχνου. Λαϊκότητας και Λογιοσύνης αντισυμβατική ρητορική. Την άποψη αυτή την στηρίζουμε ανάμεσα στα άλλα στοιχεία και στο εξής. Ευφυής καλλιτέχνης και αριστερός διανοούμενος ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι χρησιμοποίησε στις ταινίες του ηθοποιούς-πρόσωπα όχι μόνο του λεγόμενου κινηματογραφικού ιταλικού πανθέου, όπως η κλασική Άννα Μανιάνι, η Συλβάνα Μαγκάνο, η δική μας Μαρία Κάλλας αλλά, εκπαίδευσε και καθοδήγησε σκηνοθετικά απλούς ιταλούς της αγροτικής επαρχίας, άγνωστα λαϊκά παιδιά και ιταλούς άντρες και γυναίκες και τους έκανε διάσημους, λαϊκές φυσιογνωμίες κατοίκων των χωρών που γύριζε τις ταινίες του. Ανέδειξε την αυθεντικότητα του χαρακτήρα τους, την αθωότητα και πονηρία των επιλογών τους, την αγραμματοσύνη τους, τον μπρούτο ερωτισμό τους, την ιερότητα της ματιάς τους, την παράδοσή τους πριν τους διαβρώσει ο καπιταλιστικός καταναλωτισμός. Ο Παζολίνι δημιούργησε με τις ταινίες του μία σύγχρονη ταξική και εργατική πινακοθήκη της Ιταλίας τον προηγούμενο αιώνα. Πάτησε σε δύο βάρκες. Της ιερής λαϊκότητας και της μορφωμένης λογιοσύνης. Αυθεντικός αλλά και προκλητικός. Ασυμβίβαστος αλλά και ανεξέλεγκτος ερωτικά, καταγγελτικός αλλά και λάτρης της δημοσιότητας. Ήταν ιδιαίτερα, τις δύο τελευταίες δεκαετίες πριν την δολοφονία του στο κέντρο της επικαιρότητας της χώρας του. Τσιγκλούσε με βία συνειδήσεις και άτομα δίχως να τον ενδιαφέρουν οι όποιες συνέπειες. Από ταινία σε ταινία αγωνίστηκε να σχηματίσει το πορτραίτο του με τις φωτεινές και σκοτεινές σκιές του. Πέτυχε να συγκεντρώσει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του, στα γραφόμενα και λεγόμενά του, περισσότερο ίσως από τις ίδιες του τις κινηματογραφικές ταινίες. Με τις ταινίες του ήθελε μάλλον από ένα σημείο και έπειτα να καθοδηγεί ιδεολογικά τους θεατές του παρά να καλλιεργεί το αισθητικό τους κριτήριο, ήταν συνέχεια της συγγραφικής του παραγωγής. Επέλεξε να παίξει ένα επικίνδυνο παιχνίδι στην προσωπική του ζωή και στις πολιτικές αντιδράσεις του καλυπτόμενος ίσως, ή θεωρώντας ότι η πνευματική του παρουσία και καλλιτεχνική προσφορά στους Ιταλούς και την εργατική της τάξη θα έκανε τους άλλους να παραβλέψουν τις ακραίες και επικίνδυνες συμπεριφορές του. Ότι θα του συγχωρήσουν το επικίνδυνο ρίσκο των ατομικών του επιλογών. Ο βίος του μπλέχτηκε αναπόσπαστα με την κινηματογραφική του τέχνη. Έφυγε πολύ νωρίς και άδικα.  Ταινίες όπως Μάμα Ρόμα, Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Θεώρημα, Μήδεια, Μικρά και Μεγάλα Πουλιά, και με ερωτηματικά το Σαλό, είναι έργα που ανήκουν στην θετική ιστορία και διαδρομή της έβδομης τέχνης. Η φιλοδοξία του για μεγαλύτερη αναγνώριση και βράβευση της κινηματογραφικής του δημιουργίας δεν επιτεύχθηκε όσο επεδίωξε. Έμεινε μέσα στα κινηματογραφικά σύγχρονα πλαίσια του Ιταλικού κινηματογράφου του καιρού του. Ένας σκηνοθέτης μεταξύ των άλλων ιταλών του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα. Ο Παζολίνι σκιαμάχησε με πραγματικούς και φανταστικούς «ανεμόμυλος». Εγκλωβίστηκε μέσα στα προσωπικά του αδιέξοδα προσπαθώντας να δώσει μορφή και φόρμα στο ερωτικό του πρόσωπο. Ακραίες κοινωνικές επιλογές του ενόχλησαν, επικίνδυνοι τρόποι ζωής του τον έφεραν σε αδιέξοδο. Ο καλλιτέχνης και αντιφασίστας, ο αντισυμβατικός διανοούμενος, η αιρετική φωνή σκιάστηκε από την τάση του να γευτεί ότι πιο άγριο και ακατέργαστο, πρωτόγονο, κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή και συνείδηση. Η πνευματική του προσφορά, η πολιτικά αγωνιστική του διαδρομή δεν θα τον έφερναν σε πλεονεκτικότερη θέση στα στέκια που τριγυρνούσε και αυτό δεν το κατανόησε. Αντίθετα, μάλλον, ο εύκολος πλουτισμός ήταν εύκολο και δελεαστικό δόλωμα  των λαϊκών τάξεων νέων σε ηλικία που «αγιοποίησε» στα έργα του. Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα  της Ιταλίας τον ξεπέρασε, τον άφησε πίσω, ο ίδιος ήθελε να υπερβεί τα επιτρεπτά όριά συμμετοχής του στα κοινά με αποτέλεσμα τα γνωστά φρικτά αποτελέσματα της δολοφονίας του. Αυτό που ονομάζουμε γενικά Σύστημα δεν υποκύπτει ποτέ στις πολιτικές ονειροφαντασίες ενός επαναστάτη, ούτε στην γραφίδα ενός διανοούμενου ή την καλλιτεχνική ματιά του, τον θυσιάζει, τον καταστρέφει, τον τσακίζει για να κατακτήσει το πολυπληθέστερο καταναλωτικό πλήθος με όποιο κρυφό ή φανερό αποτέλεσμα. Το καταναλωτικό σύνολο κινεί την Ιστορία και όχι η μονάδα. Η μονάδα ταράσσει για λίγο και τυχαία τις ισορροπίες της πολιτικής και κοινωνικής ευταξίας μέχρι να γαληνεύσουν οι ταραχές των διαφόρων αγορών, ιδεολογικών και οικονομικών. Ο αμφισβητίας του συστήματος είναι πάντα ο αμνός που θα θυσιαστεί δήθεν για το καλό όλων, μέσα στην Ιστορία που ανακυκλώνει τα αδιέξοδά της αδιαφορώντας για τους πάντες και τα πάντα. Και φυσικά για ευαίσθητους και ρομαντικούς καλλιτέχνες.

Στη μνήμη του ομοφυλόφιλου ποιητή και σκηνοθέτη ένα μικρό στιγμιότυπο της περασμένης μνήμης μας. Συλλογιζόμενοι εντέλει, ποιοι είναι πιο επικίνδυνοι, οι Άνθρωποι, επικίνδυνη είναι η Μνήμη ή η Τέχνη που συγκρατεί και συγκροτεί τον πόνο, την θλίψη, την πίκρα της βιωματικής εμπειρίας σε λέξεις, φράσεις, προτάσεις, γραφή.

    Πάνε χρόνια που συνάντησα σε έναν χώρο δύο αδέρφια τα οποία είχαν γεννηθεί και κατοικούσαν σε χώρα της Αφρικής από Έλληνες γονείς που ζούσαν και εργάζονταν στην Μαύρη Ήπειρο. Μορφωμένα και σπουδαγμένα ελληνόπουλα, επιστήμονες, έρχονταν κατά διαστήματα στην Ελλάδα. Μία γνωριμία και μία συζήτηση που ακόμα δεν λέει να φύγει από την μνήμη μου, παρά τις τόσες δεκαετίες που έχουν περάσει. Τα δύο αδέρφια μου εξομολογήθηκαν το εξής: Ο ένας αδερφός δεν ήταν ομοφυλόφιλος ο άλλος ήταν. Στην Αφρική που ζούσε η οικογένειά του τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα στην γενικότερη χριστιανική ανατροφή τους. Καθώς η συζήτηση μεταξύ μας αποκτούσε ανθρώπινο, θερμό ενδιαφέρον και ανταλλαγή ομοφυλόφιλων εμπειριών μου είπε ο ένας από τους αδερφούς. «Οι γονείς μας όταν πληροφορήθηκαν ότι εγώ ήμουν ομοφυλόφιλος για να με τιμωρήσουν με έβαλαν σε ένα ξύλινο κλουβί και με κρέμασαν από τα κλαδιά ενός δέντρου, προς φρονηματισμό». Συγκλονιστική όσο και φρικτή οικογενειακή εικόνα ηθικής «διαπαιδαγώγησης» των νεαρών ελλήνων, πρακτικές εφαρμόσιμες και απάνθρωπες της ελληνικής κοινωνίας και μάλιστα του εξωτερικού. Ήταν τέτοιο το σοκ όταν άκουσα τον άγνωστό μου φίλο να μου εξομολογείται το τι τράβηξε από την «αγία χριστιανική- ορθόδοξη ελληνική οικογένεια» που, δεν ήθελα να τον πιστέψω, και ζήτησα από τον αδερφό του να μου επιβεβαιώσει τα λεγόμενα. Το ίδιο μου απάντησε και ο αδερφός του για δικά του παιδικά- εφηβικά, όχι ερωτικά παραπτώματα. Τα δύο αδέρφια μεγάλωσαν, ο ένας αδερφός έκανε την δική του οικογένεια, ο άλλος συζούσε με έναν ερωτικό του σύντροφο αλλά δεν διατήρησαν σχεδόν καθόλου επαφή με την οικογένειά τους. Τα τραύματα που τους προκάλεσαν δεν τα ξεπέρασαν ποτέ. Είναι η πρώτη φορά που εξομολογούμαι αυτήν την νεανική μου ανάμνηση μια και έχει αποτυπωθεί μέσα μου τόσο έντονα που δεν θα με εγκαταλείψει ποτέ. Το κάνω για όλους αυτούς που δημόσια μας αναθεματίζουν, μας καταριούνται, μας βρίζουν, μας σπιλώνουν, μας αποκλείουν, ή άλλες φορές και βιαιοπραγούν εναντίον των ομοφυλόφιλων και μάλιστα, κοκορεύονται ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, καθολικοί, προτεστάντες, ευαγγελιστές ή άλλων θρησκευτικών δογμάτων πιστοί της παράδοσης και μιας Εκκλησίας που διδάσκει λένε την «αγάπη», την «αλληλεγγύη» και άλλα μεγάλα ανέξοδα λόγια. Αρκεί φυσικά να μετανιώσεις για τις αμαρτίες σου. Αλήθεια, όλοι αυτοί έχουν μετανιώσει για τις δικές τους αμαρτίες και συμπεριφορές, δεν νομίζω. Γιατί, αν το είχαν πράξει θα είχαν πιο ανθρώπινο χαρακτήρα και συμπεριφορά. Η Ελληνική Ιστορία και πολιτισμική- πνευματική παράδοση μας φανερώνει και μας δηλώνει ότι ο Ελληνισμός και η πατρίδα μας στην διαχρονία τους δεν είναι ένα ενιαίο σώμα. Είναι ένα μωσαϊκό αντίθετων θεωριών και ιδεολογιών ζωής πίστη, βιωμένων διαφορετικών εμπειριών και προσωπικών καταστάσεων αλήθειας που οφείλουμε να το αποδεχτούμε ως την μόνη πραγματικότητα. Το Μαρτυρολόγιό τους είναι διαφορετικό από το δικό μας. Οι μεν κριτές μας ελέγχουν τους αρμούς της εξουσίας και έχουν την συμπαράσταση της οικονομικής εξουσίας  και τα πολιτικά συντηρητικά κονέ τους από την μία, και από την άλλη Εμείς ως σκλαβωμένο και βασανισμένο μέλος του Ελληνισμού. Πάμφτωχοι, ρακένδυτοι, άνεργοι, άρρωστοι, ανέστιοι, βασανισμένοι και άθεοι. Και όποιος αντέξει σ' αυτήν την ζούγκλα των….

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

3 Νοεμβρίου 2026

Ευτυχώς δεν βρέχει αν και όλα είναι μούσκεμα.                        

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Για την ταινία ΘΕΟΦΙΛΟΣ του Λάκη Παπαστάθη

 

Ποιητικό Αγιολόγιο

        ή

Μνήμη ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

 (2/11/1911-18/3/1996)

«…Αποφασισμένος ο Θεόφιλος να πολεμήσει, αλλ’ απ’ την άλλη όψη των πραγμάτων, ακριβώς όπως κι οι ποιητές, φροντίζει από μιάς αρχής να οργανώσει τη ζωή του με τέτοιον τρόπο που ν’ αντέχει σ’ όλων των ειδών τις αντιξοότητες. Σάμπως μιά μυστική φωνή να του δίδαξε ότι η ελευθερία είναι πάντοτε μιά σχέση αντίστροφα ανάλογη ανάμεσα στον πλούτο των υλικών αγαθών και στον πλούτο της ψυχής, περιορίζει τις πραχτικές του ανάγκες στο ελάχιστο. Ένα πιάτο φαί, ένα ρούχο, ένα σελάχι με μπογιές. Κι εκτείνει τις παρορμήσεις του τις ψυχικές σ’ ένα μήκος απέραντο ζωγραφικών οραμάτων. Έτοιμος να πορευτεί μέσα στη γενική χλεύη, που κάτι του λέει ότι δε θ’ αργήσει να ‘ρθει. Και πραγματικά, αν είναι αληθινές οι μαρτυρίες που έχουμε, ο γλυκύτατος αυτός άνθρωπος χρειάστηκε, όχι λίγες φορές, ν’ αντιμετωπίσει την βαναυσότητα.

          Το έκανε με το συνηθισμένο του τρόπο, να μην ανοίγει διάλογο αλλά ν’ αφήνει τις ζωγραφιές να μιλούν για λόγου του. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί μέσα του αυτόματα κι εκδηλώνεται κάποτε με τη χάρη αλλά και την επιμονή ενός πείσματος παιδικού. Τον κορόιδεψαν, τον γιουχάισαν, κάποτε έφτασαν και να τον πετροβολήσουν. Κι η απόκρισή τους ήταν ένας Καραϊσκάκης, δυό φορές πιό μεγάλος από τον Άι- Γιώργη, «εν ξιφήρεις» όπως έγραφε ο ίδιος από κάτω. Του πετούσαν ένα πιάτο με αποφάγια, οι κοπέλες, χαχανίζοντας. Κι εκείνος ανιστορούσε για χάρη τους τα πάθη του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Με το πρώτο σήμα κινδύνου, είχε το προσκλητήριό του έτοιμο. Κι ολάκαιρη τότε η παρακαταθήκη των Ηρώων και των Αγωνιστών έμπαινε σε κίνηση, με τ’ αλόγατα, με τα δέντρα, με τα ποτάμια, έτοιμη ν’ απολογηθεί για λογαριασμό του. Ήταν άλλωστε η Φύση και ο Ήρωας, τα δυό μοναδικά πράγματα που καμιά δύναμη δεν μπορούσε να του αφαιρέσει. Το ένστικτό του ήξερε που τον οδηγούσε όταν τον έβαζε, μικρό παιδί, να παίρνει τις ερημιές ή να σκαλίζει τις φυλλάδες των γραμματισμένων.

   Στο φτωχικό καμαράκι όπου ξεψύχησε, δεν βρέθηκε παρά μιά μικρή κασέλα ζωγραφισμένη κι αυτή απ’ όλες τις μεριές-λες και δεν ήταν τρόπος να ησυχάσει αν έμενε κάποιο κενό γύρω του αζωγράφιστο- με τριανταφυλλιές παραστάσεις επάνω σε γαλαζοπράσινο φόντο. Και μέσα, όλο το βιός του, ένα κεράκι, ένα σελάχι, δυό- τρία εσώρουχα και άλλα τόσα βιβλία. Κι ακόμη κάτι: το προσωπικό του σημειωματάριο. Ένας τόμος χοντρός από συρραμμένα λογής φύλλα που τα γέμιζε με παράξενα σχέδια κι αντιγραφές από αγαπητά διαβάσματα. Καθώς τον ξεφυλλίζω αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να μη θυμηθώ με πόση  ευλάβεια τον περιέσωσε και τον έφερε ένα βράδυ στη Μυτιλήνη, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.

   Με τριών ειδών μελάνια, μπλε, βιολεττί και κόκκινο, ο Θεόφιλος, ανθολογεί εκεί μέσα σκόρπια και ανάκατα, όσα η δίψα του για μάθηση μπόρεσε να συνάξει……». σ.214-215

          Οδυσσέας Ελύτης, ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ, εκδ. ΑΣΤΕΡΙΑΣ, Αθήνα 1974, σελ. 516, δρχ. 400. [ Π ΖΩΓΡΑΦΟΣ  ΘΕΟΦΙΛΟΣ, σ. 207-251. Κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο «Αστερίας» και στη σειρά Ο νέος ελληνικός μύθος μαζί με 16 έγχρωμες εκτός κειμένου εικόνες του ζωγράφου, τον Δεκέμβριο του 1973. Ένα μικρό μέρος είχε δημοσιευθεί  με τον τίτλο «Η αισθητική και συναισθηματική καταγωγή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ» στο περιοδικό ‘’Αγγλοελληνική Επιθεώρηση’’ Τόμος 3ος, Αρ. 1, Μάϊος 1947].  

Θ Ε Ο Φ Ι Λ Ο Σ

του Λάκη Παπαστάθη

ΛΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ

     ΘΕΟΦΙΛΟΣ

   του Βασίλη Ραφαηλίδη

   Η ζωγραφική δεν ανήκει στα πιο ζωηρά ενδιαφέροντά μου. Και νομίζω πώς ούτε ο Λάκης Παπαστάθης ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη ζωγραφική.

  Δηλώνω λοιπόν αναρμόδιος να κρίνω σα ζωγράφο τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1868-1934). Αναρμόδιος, επίσης, για μια έγκυρη προσέγγιση της ζωγραφικής του Θεόφιλου δηλώνει έμμεσα (δια της ταινίας του) και ο Παπαστάθης. Δεν είναι ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος αυτός που τον ενδιαφέρει, στην ποιητική κινηματογραφική βιογραφία, (που δεν είναι ακριβώς βιογραφία), που φέρει τον τίτλο Θεόφιλος, και που θα μπορούσε, κάλλιστα, να φέρει σαν τίτλο το όνομα οποιουδήποτε άλλου καλλιτέχνη, με ανάλογο προς το Θεόφιλο ψυχισμό και συμπεριφορά. Συνεπώς, είναι τούτος ακριβώς ο ψυχισμός του ανθρώπου που έτυχε να είναι ζωγράφος, και όχι ο ίδιος ο ζωγράφος, που ενεργοποίησε τον ψυχισμό ενός άλλου καλλιτέχνη, που έτυχε να είναι κινηματογραφιστής.

   Βέβαια, θα ήταν αδύνατο να δομηθεί ένα σενάριο που κάνει συγκεκριμένες αναφορές σ’ έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, χωρίς να εκμεταλλευτεί κάποια συγκεκριμένα βιογραφικά δεδομένα. Πάντως, τα βιογραφικά δεδομένα εδώ λειτουργούν προσχηματικά. Ο θαυμασμός του σκηνοθέτη (και σεναρίστα) δεν στρέφεται τόσο προς το Θεόφιλο, όσο προς την «ναϊβιτέ» (την αφέλεια) της δημιουργικής ικανότητας,  αυτήν ακριβώς που αποτελεί τον απροσδιόριστο αρχικό πυρήνα εκείνου που ονομάζεται «ταλέντο», το οποίο είναι, βέβαια, αναγκαία προϋπόθεση για την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά από μόνο του δεν θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει στην πληρότητα της έκφρασης, που συνιστά τη λεγόμενη «Μεγάλη Τέχνη», την οποία η αισθητική αντιδιαστέλλει σαφέστατα προς την «Τέχνη». Σημειώνουμε πώς, όταν η αισθητική κάνει λόγο για «Μεγάλη Τέχνη», σε καμιά περίπτωση δεν επιχειρεί να αξιολογήσει την τέχνη. Απλούστατα, η «Μεγάλη Τέχνη» είναι όρος. Και δηλώνεται μ’ αυτόν η τέχνη που στο αφετηριακό ταλέντο μπολιάζει τη γνώση, το μυαλό, την τεχνική, και την ανάγει τελικά σε μια πολύπλοκη δομή, στην οποία το ταλέντο αρχίζει να είναι ο πυρήνας, αλλά τόσο καλά κρυμμένος πίσω απ’ τη «σάρκα», όσο και το κουκούτσι του βερίκοκου στο κέντρο του καρπού.

   Η Μεγάλη Τέχνη, που προϋποθέτει τη σύνθεση, απ’ το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα μπαίνει σε μια περίοδο παρακμής που συνεχίζεται. Είναι η εποχή που αρχίζει να προβάλλεται έντονα η «προσωπικότητα του δημιουργού», και η λέξη «δημιουργός» γράφεται, πλέον, με κεφαλαίο Δ, για να είναι σαφέστερη η παραπομπή στο Δημιουργό Θεό, που έφτιαξε, λέει, τον κόσμο εκ του μηδενός, όπως περίπου και ο καλλιτέχνης, που τώρα πια θέλει κι αυτός να δημιουργεί εκ του μηδενός, χωρίς επιρροές, και συνεπώς χωρίς γνώση. Ο απαίδευτος καλλιτέχνης γίνεται περίπου ένα ιδανικό. Και η μανιώδης αναζήτηση «λαϊκών δημιουργών» αρχίζει αυτήν ακριβώς την περίοδο. Ενώ οι λιγότερο λαϊκοί καλλιτέχνες έχουν ανάγκη απ’ τη μετάθεση των προτύπων τους πέρα και πάνω απ’ τη γνώση, στην περιοχή του «καθαρού ταλέντου», αυτού και μόνο που κατ’ ανάγκην και κατά οικονομίαν διαθέτει ο απαίδευτος λαϊκός καλλιτέχνης. Ήδη ο ρομαντισμός έχει προετοιμάσει έξοχα αυτή την κατάσταση, που δεν είναι παρά ένας εκπεσμένος στο «στοιχειώδες μίνιμουμ» ρομαντισμός.

   Στη ζωγραφική και τη μουσική, τέχνες εν πολλοίς «αστόχαστες», που μπορεί, δηλαδή, να τις υπηρετήσει κανείς με μεγάλη επιτυχία χωρίς να διαθέτει κατ’ ανάγκην και μεγάλη παιδεία, το αίτημα για μια «επιστροφή στο άδολο ταλέντο» βρήκε μεγαλύτερη απήχηση. Όμως, στην ποίηση, στον κινηματογράφο, και κυρίως στο μυθιστόρημα η Τέχνη είτε είναι Μεγάλη, είτε είναι ασήμαντη. Τα σπουδαία πεζογραφικά και ποιητικά έργα του αιώνα μας, π.χ. Η έρημη χώρα του Έλιοτ, ο Οδυσσέας του Τζόϋς. Σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου του Προυστ, και κυρίως κυριότατα, ο Δόκτωρ Φάουστους τους Τόμας Μάν, ένα κυριολεκτικά συντριπτικό στην πολυεδρικότητα και τη συνθετικότητά του έργο, είναι αδύνατον να νοηθούν και να ερμηνευτούν στη βάση του αιτήματος για επιστροφή στο «άδολο ταλέντο», αυτό που αναζητούσε ο Αντονέν Αρτώ.

   Στην Ελλάδα, το παραπάνω αίτημα το φέρνει και το επιβάλλει η «γενιά του ‘30», στην οποία οφείλει και την καθήλωσή της «στο μίνιμουμ» η ελληνική τέχνη και η ελληνική σκέψη. Κοιτάτε τι γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα γνωστό περισσότερο σαν «μανιφέστο της γενιάς του ‘30»: «Προσωπικά, ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μ’ ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής. Είμαι σύμφωνος να τουφεκίζουν τους ληστές, μα θα έδινα πολλά για ν’ ακούσω τις εξομολογήσεις τους, ενώ η εξομολόγηση του κ. Καβάφη, σκορπισμένη σε εκατόν πενήντα ποιήματά του, δεν προσθέτει τίποτα στη γνώση μου των ανθρωπίνων παθών». Έξοχα, λοιπόν! Ο Θεοτοκάς προτιμάει τον Γιαγκούλα απ’ τον Καβάφη!!!

   Με το παραπάνω οικτρό μανιφέστο, η τεμπελιά εγκαθίσταται μονίμως στα ελληνικά γράμματα. Από δω και πέρα, όλοι θα πιάνονται από το ταλέντο, σαν από σανίδα σωτηρίας. Και  ο Παπαδιαμάντης, ο Θεόφιλος και ο Μακρυγιάννης θα γίνουν η Αγία Τριάδα των γραμμάτων και της τέχνης μας. Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε την αξία των παραπάνω, σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν αυτοί να λειτουργήσουν σαν πρότυπα, άξια να καθοδηγήσουν την Μεγάλη Τέχνη, η οποία άλλωστε δεν μπήκε ποτέ σαν θεωρητικό αίτημα στον τόπο μας, εξαιτίας της καθήλωσης στα παραπάνω «εθνικά πρότυπα», που κατεβάζουν το μέτρο σύγκρισης στο αναγκαίο μίνιμουμ του ταλέντου που, επαναλαμβάνουμε, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του στη Μεγάλη Τέχνη. (Η περίπτωση του Καβάφη, που τόσο περιφρόνησε η γενιά του ’30, είναι πολύ ενδεικτική επί του προκειμένου. Και ο συνεχιζόμενος διωγμός του Καζαντζάκη, του μόνου Έλληνα δημιουργού που αυτοδίκαια ανήκει στη Μεγάλη Τέχνη, είναι μια ντροπή που δύσκολα θα την αποβάλλουμε).

   Η γενιά του ’30, προετοιμάζει το κίνημα των νεορθόδοξων. Και το κίνημα των νεορθόδοξων συγχέεται σήμερα μ’ ένα αισθητικό λαϊκισμό, τύπου Σαββόπουλου. Τούτος ο λαϊκισμός αμφισβητεί τα πάντα, κι ως εκ τούτου μπορεί να εμφανίζεται σαν «προοδευτική» τάση. Αμφισβητεί τα πάντα, πλην φυσικά της «ελληνικής ψυχής», που κανείς, βέβαια, δεν μπόρεσε να μας πει σε τι ακριβώς συνίσταται. Οι απόγονοι της γενιάς του ’30 είναι πιο αγράμματοι απ’ τους πνευματικούς προγόνους τους. Και πιστεύω, ενσυνείδητα απατεώνες. Τουλάχιστον η γενιά του ’30 έχει το άλλοθι του κουρασμένου από τις δύσκολες περιπλανήσεις στην ευρωπαϊκή σκέψη που, ωστόσο, τη γνώριζε καλά. Ενώ τούτοι εδώ επαναφέρουν την τυπικά ορθόδοξη πνευματική οκνηρία και την προτείνουν σαν πνευματικό αγαθό και σαν πρότυπο. Κατά βάθος, ωστόσο, δεν τους συνδέει τίποτα με την παραδοσιακή ορθοδοξία. Που, τουλάχιστον αυτή, δεν καταφεύγει σε ανόητα ασμάτια για να εκφράσει μια εντελώς ψεύτικη διαμαρτυρία, που προκάλεσε τόση σύγχυση σ’ αυτόν τον τόπο.

   Ο Παπαστάθης δεν είναι ούτε ορθόδοξος, ούτε νεορθόδοξος, ούτε, βέβαια ανήκει στη γενιά του ’30. Είναι απλώς, ένας φανατικός θαυμαστής του «πρωταρχικού και στοιχειώδους», του «καθαρού ταλέντου», της «χαρισματικής έμπνευσης», του «αξιοθαύμαστου άλογου». Κι απ’ αυτήν την άποψη συνδέεται έμμεσα, κι ίσως ασυνείδητα, και με τη γενιά του ’30 και με το κίνημα των νεορθοδόξων.

   Όμως, αυτός έχει ένα αφοπλιστικό ελαφρυντικό: Είναι ειλικρινά έντιμος. Και άδολος, όσο τουλάχιστον ο Θεόφιλος. Ίσως είναι ο μόνος σ’ αυτόν τον τόπο που δικαιούται να μιλάει έγκυρα, και χωρίς να προκαλεί υποψίες, για την «ελληνική ψυχή», τούτη την πομφόλυγα του Ράμφου, που, σ’ αυτόν, είναι ένα ρητορικό τέχνασμα πίσω απ’ το οποίο είναι δυνατό να κρύβονται πολλά. Ενώ, πίσω από τον Παπαστάθη κρύβεται μόνο ο Παπαστάθης. Που αρνείται ωστόσο να απαγκιστρωθεί απ’ το «καθαρό και στοιχειώδες», το οποίο, κατά τον Αξελό, δεν θα επιτρέψει ποτέ στους Έλληνες να συλλάβουν την πολυπλοκότητα του κόσμου και θα ομφαλοσκοπούνται ναρκισσευόμενοι αιωνίως. Εν πάση περιπτώσει, είναι δικαίωμά του. Εμάς,  μας αρκεί το αναμφισβήτητο γεγονός πώς ο Παπαστάθης είναι όντως έντιμος, κι ότι πιστεύει με γνήσιο πάθος, που διϋλίζεται μέσα απ’ τη σχολαστικά ειδική γνώση, πως ο Θεόφιλος είναι ένας χαρακτήρας δραματουργικά σημαίνων, που θα άξιζε τον κόπο να του αφιερωθεί μια ταινία.

   Άλλωστε, ο Παπαστάθης είχε προετοιμαστεί για το εγχείρημα χρόνια πριν, με μια έξοχη τηλεοπτική ταινία για τη ζωγράφο Έρση Χατζημιχάλη, κόρη της Αγγελικής Χατζημιχάλη. (Το γεγονός πως η Χατζημιχάλη και ο Χατζημιχαήλ είναι και… χατζήδες και ζωγράφοι είναι, βέβαια, μία σύμπτωση, όμως η επιλογή και η δραματοποίηση αυτών των δύο χαρακτήρων απ’ τον ίδιο σκηνοθέτη δεν είναι καθόλου συμπτωματική. Πράγματι, υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στο Χατζημιχαήλ και την Χατζημιχάλη: το στοιχειώδες και το προνοητικό).

   Τα παραπάνω σημαίνουν πώς, όσο και να διαφωνούμε με την προβληματική του Παπαστάθη, αποκλείεται να μην του αναγνωρίσουμε τη μεγάλη του επιτυχία σαν κινηματογραφιστή σ’ αυτό το φιλμ. Η πίστη του (στον Θεόφιλο και σ’ ό,τι συνεπάγεται τούτος ο στοιχειώδης χαρακτήρας), αυτόν τουλάχιστον, τον έσωσε. Όσο για τους νεορθόδοξους ας συνεχίσουν να αναζητούν την σωτηρία τους στο Άγιον Όρος, όπου ωστόσο δεν θα τολμήσουν ποτέ να κλειστούν και να γίνουν μοναχοί. Όχι μόνο γιατί είναι «βαριά η καλογερική» κατά το δη λεγόμενον, αλλά και διότι εκεί δεν γίνονται δεξιώσεις, που σου επιτρέπουν να παριστάνεις άνετα τον κοσμικό «κοσμοκαλόγερο». (Ο Παπαδιαμάντης που  καμώνονται πως τον αγαπούν ιδιαίτερα, δεν θα τους αναγνώριζε ποτέ σαν ιδεολογικά ομοίους του).

   Ωστόσο, ο Παπαστάθης δε σώθηκε μόνο από την πίστη του στο Θεό-φίλο. Σώθηκε από την ιδιαιτερότητα, τη συνθετότητα και την πολυπλοκότητα της κινηματογραφικής αισθητικής, που απ’ την ίδια της την φύση αντιστρατεύεται το δόγμα του στοιχειώδους. (Η λεγόμενη «μίνιμαλ τέχνη» αποτελεί τάση της σύγχρονης τέχνης). Γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει «στοιχειώδης κινηματογράφος»- με εξαίρεση πάντως τα κινητοεικαστικά δοκίμια του Μακ Λάρεν, που δεν είναι ακριβώς κινηματογράφος, αλλά ζωγραφική «εν κινήσει» με υλικό φορέα το φιλμ. Ακόμα και στον πιο άτεχνο κινηματογράφο, είναι αναγκαστική η διαπλοκή των πολλών κωδίκων που συμμετέχουν στη δόμηση της ταινίας. Αυτό σημαίνει πώς ένας κινηματογραφιστής μπορεί να περιγράψει έναν στοιχειώδη χαρακτήρα σαν το Θεόφιλο, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι σαν κινηματογραφιστής-Θεόφιλος. Δεν μπορώ να φανταστώ το Θεόφιλο, όχι μόνο κινηματογραφιστή, αλλά ούτε καν θεατή του κινηματογράφου.

    Ο κινηματογράφος λοιπόν διαψεύδει την αξία και τη σημασία του «στοιχειώδους στην τέχνη». Συνεπώς, ο Παπαστάθης… διαψεύδει τον ίδιο του τον εαυτό, κάνοντας αυτήν την ταινία που, ωστόσο τον αντιπροσωπεύει απόλυτα (όπως άλλωστε, και τον Δημήτρη Καταλειφό, που η τέχνη του, όμως, του επιτρέπει την προσέγγιση της «μίνιμαλ τέχνης»). Φυσικά, πρόκειται για μια αντίφαση. Και καταλαβαίνουμε απόλυτα τον Παπαστάθη που δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει ο κινηματογράφος, αλλά η ποίηση. Παραταύτα, κάνει εδώ ένα θαυμάσιο κινηματογράφο, ακριβώς γιατί ο ίδιος ο κινηματογράφος του αφαιρεί τη δυνατότητα να προσεγγίσει τη «μίνιμαλ τέχνη» Και καθώς αγωνιά να την προσεγγίσει , φτάνει σε μια λιτότητα τόση, όση του επιτρέπει μια τέχνη που είναι αδύνατο να προσεγγίσει τη λιτότητα άλλων τεχνών.

   Ενώ, λοιπόν, ο Παπαστάθης θα ήθελε πολύ να είναι ένας κινηματογραφικός Θεόφιλος, του το αποκλείει η τέχνη που επιλέγει να εκφραστεί. Ο κινηματογράφος δεν αγαπάει τους Θεόφιλους, παρότι οι κινηματογραφιστές μπορεί να τους αγαπούν. Αν, λοιπόν, η γοητεία, κατά τον Μποντριγιάρ, είναι εκείνη η δυσκαθόριστη κατάσταση που αναδύεται απ' τη σύγκρουση αυτού που φανερώνεται κι αυτού που προσπαθεί να κρυφτεί, τότε εύκολα θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς τη γοητεία μιας ταινίας σαν το Θεόφιλο. Ο Παπαστάθης προσπαθεί να παραμείνει ταπεινός, αλλά ο αλαζονικός από τη φύση του κινηματογράφος δεν του το επιτρέπει. Ευτυχώς Μπορεί, λοιπόν, κανείς να θαυμάζει το «στοιχειώδες ταλέντο» και τη «μίνιμαλ τέχνη», αλλά όταν επιχειρήσει να κάνει κινηματογράφο θα τα ξεχάσει αναγκαστικά και τα δύο. Ίσως το παραπάνω το εξηγεί και μια παλιά παρατήρησή μου: Όσο πιο καλός χριστιανός είναι κανείς (θυμίζουμε την απαίτηση του χριστιανισμού για το «μίνιμουμ») τόσο πιο κακός θεατής του κινηματογράφου γίνεται. Αλλά και τόσο προσεγγίζει το μάξιμουμ της δυνατής αφαίρεσης σε μια τέχνη που δυστροπεί στην αφαίρεση, όταν επιχειρήσει να κάνει κινηματογράφο. (Βλέπε, για παράδειγμα, τον κινηματογράφο του Ντράγιερ και του Μπρεσόν). Ο κινηματογράφος είναι «βέβηλη» τέχνη, και δύσκολα ανέχεται την αγιότητα.

Βασίλης Ραφαηλίδης,

Εφημερίδα «ΈΘΝΟΣ» 22/11/1987.  Και στο Βασίλης Ραφαηλίδης, Ελληνικός Κινηματογράφος, Κριτική 1965-1995, εκδ. Αιγόκερως 1995, σελ. 159-163

--

ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ 

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

του Βρασίδα  Καραλή

 «Από την άλλη πλευρά της πολιτικής, ο Λάκης Παπαστάθης με τον Θεόφιλο επιχείρησε μια (κάπως άνιση) αποτύπωση της «δημώδους χρονικότητας» στον ελληνικό κινηματογράφο με βάση τη ζωή του σημαντικότερου ναϊφ ζωγράφου της χώρας. Το εγχείρημά του παρέμεινε ατελές, καθώς η ταινία απέπνεε ένα αίσθημα βουκολικής λαϊκότητας, μελοδραματικού συναισθηματισμού και σοβαροφανούς νοσταλγίας μιας προνεωτερικής εποχής, ενώ το κοινό τη βρήκε στείρα και ματαιόδοξη. Η ταινία έμοιαζε λίγο- πολύ σαν μια διαδοχή κινούμενων σχεδίων, χωρίς βάθος και προοπτική, με τον Δημήτρη Καταλειφό να ερμηνεύει το ρόλο του σχεδόν αφηρημένος.»

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ

Κεφάλαιο «Η δεκαετία του 1980: Ελπίδα και απογοήτευση» σελ. 312. Στον τόμο Β. Καραλής, Μια Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, μετάφραση: Αχιλλέας Ντελλής, εκδ. Δώμα/ βιβλία στην Αθήνα, 2023.

      ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ

Του Μήτσου Παπανικολάου

Κάποιος ξένος κριτικός, δεν θυμάμαι ποιός, είπε πώς ο συρρεαλισμός είν’ ένας καινούργιος ρομαντισμός, αν και πολύ διαφορετικός από τον πρώτο… Τα λόγια αυτά τα ξαναθυμήθηκα τελευταία, διαβάζοντας τα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη. Πραγματικά, η πιο ρομαντική διάθεση είναι χυμένη και στις τρείς μικρές πλακέτες (1) που μας δίνουν το τόσο πλούσιο σε ποίηση και τόσο αντιπροσωπευτικό για την εποχή  του έργο του νεαρότατου αυτού ποιητή.

        Υπάρχουν στην ποίηση στοιχεία αιώνια κι ακατάλυτα και τα στοιχεία αυτά ξαναγυρίζουν με τους καιρούς, μεταμορφωμένα κι αγνώριστα ίσως, μα στο βάθος πάντοτε τα ίδια. Ο συρρεαλισμός –και σ’ αυτό υπερέχει από τις προηγούμενες σχολές- απόρριψε απ’ την ποίηση όλα τα περιττά, όλα τα τεχνητά στοιχεία της και προσπάθησε να κρατήσει ό,τι πιό πολύτιμο και πιό αληθινό απ’ την ουσία της. Δημιούργησε έτσι, μπορεί να πει κανείς, μιά έκτη αίσθηση, την ποιητική, που δεν εξαρτάται από τις άλλες, μα τις έχει  σκλάβες της. Δημιουργία καθαρά ρομαντική που είχε συνέπεια τη λύτρωση των λέξεων από  τις κακιές τους σημασίες και, το σπουδαιότερο, την αποκάλυψη, μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα, μιάς χώρας άγνωστης και μεγάλης, όπου εμπόδιζαν ως τώρα την είσοδο η λογική και η γνώση.

        Ο Ελύτης ήταν από τους πρώτους στην Ελλάδα κι ο μόνος ίσως, που αποδέχτηκε το συρρεαλισμό σ’ αυτή- την ευρύτερη, νομίζω, -θεωρία του. Μερικοί άλλοι θέλησαν να τη στενέψουν για να είναι περισσότερο συρρεαλιστές, μα, μου φαίνεται, απότυχαν, γιατί αντί να δώσουν νέα σημασία στις παλιές λέξεις, έψαξαν να βρουν καινούργιες και εξεζητημένες που, γυμνές από ποίηση, κάνουν, σχεδόν, κωμική εντύπωση.

   Οι λέξεις του Ελύτη είναι οι πιό απλές, οι πιό καθημερινές, οι λέξεις της κουβέντας. Κι έτσι έπρεπε να είναι. Δεν είναι δυνατό να φανταστεί κανείς το υποσυνείδητο με λεξικά στη διάθεσή του για να βρίσκει τις λέξεις του. Μα οι καθημερινές λέξεις του Ελύτη, όχι μόνο παίρνουν χίλιες σημασίες, όχι μόνο αντηχούνε γεμάτες μουσική, μα έχουν ακόμα τη σπάνια δύναμη να μας δίνουν, με το δέσιμό τους σε φράσεις, εικόνες που κλείνουν όλη τη συγκίνηση κι όλη την ομορφιά κάποιων ονείρων. Το ποίημα «Ελένη» από τις «Σποράδες» αποτελεί αριστουργηματικό υπόδειγμα σ’ αυτό το είδος:

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μούσκεψαν τα λόγια που είχαν γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχαν μοναδικό τους προορισμό Εσένα!

Κατά που θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δεν μας λογαριάζει πιά ο καιρός

Κατά που θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας

Κι είμαστε –σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη-

Μόνοι ολομόναχοι, τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

  Θα έπρεπε να μπορώ να παραθέσω αποσπάσματα απ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα του Ελύτη για να δείξω πόσο, και στις τρείς του συλλογές, πολύτιμη, εκλεκτή και-γιατί όχι; Μοναδική είναι η ποίησή του.

   Άκουσα να λένε ότι ο Ελύτης έχει επηρεαστεί από τον Ελυάρ. Δεν το βλέπω πουθενά αυτό. Εκτός από κάποια επίδραση του “Poisson Soluble” του Μπρετόν στα εφτά ποιήματα των «Προσανατολισμών» που έχουν τον τίτλο «Διόνυσος», ο Ελύτης είναι πρωτότυπος και προσωπικός. Δεν έχω την τιμή να τον ξέρω, και, όπως έμαθα, είναι σήμερα μόλις 23-24 χρόνων. Έ, ποιός άλλος ποιητής μας, κι ο μεγαλύτερος ακόμα, έγραψε στα είκοσί του χρόνια στίχους όπως αυτοί:

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ

Στο σημάδι ετούτο που παλεύει

Πάντα κοντά στη θάλασσα

Νιάτα στο βράχο επάνω, στήθος

Με στήθος προς τον άνεμο

Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος

Πού δεν είναι άλλος από άνθρωπος

Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες

Στιγμές του, με νερά τα οράματα

Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του

Ά, Ζωή

Παιδιού που γίνεται άντρας

Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος

Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται

Η σκιά ενός γλάρου.

   Πρέπει να είναι κανένας πολύ ξεχωριστός για ν’ αρχίζει με τέτοια ποιήματα, όταν οι άλλοι τραυλίζουν δεκαπεντασυλλάβους και ομοιοκαταληξίες.

        Πολλοί θα θελήσουν ίσως να ειρωνευτούν τον ενθουσιασμό μου για ένα ποιητή που κι αυτός προκάλεσε ανόητες δημοσιογραφικές ειρωνείες. Μα μου είναι αδιάφορο. Ξέρω πώς απευθύνομαι σε πολύ λίγους ανθρώπους και μόνο σ’ αυτούς θέλω να τονίσω τη μ ε γ ά λ η σημασία του Ελύτη για τη νεοελληνική ποίηση. Αυτός, και δυό –τρείς άλλοι ακόμα σύγχρονοι θα τη βγάλουν από την αντικειμενικότητά της και θα της δώσουν όλο το βάθος της και όλη την αλήθεια της, για να δημιουργήσουν μιά ποίηση με πραγματικά δική της ζωή.

        Ο Ελύτης είναι βέβαια στην αρχή ακόμα. Μά τί λαμπρή αρχή! Από τώρα κιόλας παίρνει τη θέση του πλάι στους μεγαλύτερους λυρικούς μας. Οι εικόνες του, εικόνες που διαδέχονται η μιά την άλλη γεμάτες από μιά τρυφερή νεανική νοσταλγία, γεμάτη θερινή δροσιά, εικόνες θερμές, πυκνές, εγκάρδιες, πλούσιες σε γλυκούς χρωματισμούς- δημιουργούν τον πιό καθαρό, τον πιό αγνό λυρισμό. Δεν υπάρχουν εκεί μέσα σοφές ίσως εκζητήσεις, μα ψεύτικες. Τα τοπία του Ελύτη έχουν όλη τη διάφανη και την καινούργια ομορφιά των τοπίων που τα καθάρισαν οι βροχές κι οι άνεμοι κι ακόμα των πρώτων τοπίων της δημιουργίας. Η φύση του είναι νέα και τόσο γοητευτική, σα να την αντικρίζουν για πρώτη φορά τα μάτια του παιδιού ή του κοιμισμένου. Κι εκεί μέσα ο ποιητής, παιδί κι αυτός, πλανιέται με τις πιό απόκρυφες σκέψεις του, απαλλαγμένες εντελώς από τα δεσμά της λογικής και ζητάει να βρει το «νόμισμα της ζωής», όπως λέει ο ίδιος. Περίπατος θαυμαστός που λίγοι μπορούν να τον κάνουν, όπως και λίγοι μπορούν να ακολουθήσουν τον ποιητή σ’ αυτόν.

        Δημιουργός ενός δικού του κόσμου ο Ελύτης αισθάνεται επιτακτικά την ανάγκη να ταιριάζει τους ήχους, τις συλλαβές και τις πνοές σε μιά καινούργια γλώσσα με πολύ πλατειές έννοιες, μιά  γλώσσα γεμάτη υποβολή, κίνηση και μουσική. Έτσι τα λόγια του γίνονται τρυφερά ψιθυρίσματα, εκμυστηρεύσεις, ψιθυρισμένες στο αυτί, πολύχρωμες φωνές, παλιές, νέες, γνώριμες, ξένες φωνές του πάθους και της αγάπης, φωνές της ψυχής.

        Για να μπει κανείς μέσα στην ποίηση του Ελύτη, πρέπει να αγνοήσει εντελώς τη γνώμη που έχουν πολλοί, ότι ο ποιητής γράφει για ν’ αναπαραστήσει με μορφή διαφορετική τις καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου. Αυτοί που επιμένουν στη λογική, άς μη διαβάσουν αυτά τα ποιήματα που δεν έχουν καμιά λογική. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που παραδέχονται αυτό που γράφει ο Νοβάλις στα «Αποσπάσματά» του: «Η ποίηση είν’ εντελώς προσωπική και γι’ αυτό ούτε περιγράφεται, ούτε προσδιορίζεται. Αυτός που δεν ξέρει, που δεν αισθάνεται απ’ ευθείας τί είναι ποίηση, δε μπορεί ποτέ να σχηματίσει καμιά ιδέα της: η ποίηση είν’ η ποίηση, απέραντα διαφορετική από την τέχνη του γραψίματος. Ζητάμε με την ποίηση να δημιουργήσουμε, χρησιμοποιώντας την ίδια ως όργανο, ψυχικές καταστάσεις, μυήσεις, εικόνες. Η ποίηση ειν’ η τέχνη που εξυψώνει τα αισθήματα. Η ποίηση είν’ η αναπαράσταση του αισθήματος, του εσωτερικού κόσμου στο σύνολό του. Όσο ένα ποίημα είναι πιό προσωπικό, τόσο πιό κοντά βρίσκεται στη σημασία της ποιήσεως».

        Σ’ αυτούς τους άλλους λοιπόν, που πιστεύουν σε μιά ποίηση, στην αληθινή και στην αιώνια, είτε ρομαντισμός, είτε συμβολισμός, είτε συρρεαλισμός λέγεται, απευθύνονται τα ποιήματα του Ελύτη. Αυτοί μόνο θα ανακαλύψουν όλη τη γοητεία τους και θα καταλάβουν ότι έχουν μπροστά τους έναν Ποιητή.

        Οι πρώτοι, οι άνθρωποι που θέλουν ποίηση λογική, έχουν τα εννέα δέκατα των ποιημάτων μας. Τί άλλο θέλουν;

        Η ποίηση του Ελύτη είναι τόσο αληθινή, έχει τόση δική της ύπαρξη, ώστε, πολλές φορές, όταν μας δίνει μιά εικόνα και την παραβάλλουμε με μιά ανάλογή της από την πραγματικότητα, η τελευταία μας φαίνεται ψεύτικη. Εδώ η ποίηση ούτε αντιγράφει, ούτε μιμείται, ούτε εξωραϊζει τη φύση. Δημιουργεί ένα δικό της κόσμο, όπου όλα είναι όνειρο ή οπτασία, όπου η πραγματικότητα χάνεται κι η ζωή ξεντύνεται τα ρούχα που της φόρεσαν οι άνθρωποι για να παρουσιαστεί γυμνή, όπως την έκαναν τα χέρια του δημιουργού της.

        Μέσα στις «Σποράδες», πολύ περισσότερο από τις δύο προηγούμενες συλλογές, ο Ελύτης δίνει τη δύναμη της τέχνης του. Αγάπες, εντυπώσεις, απογοητεύσεις και νοσταλγίες, κατασταλαγμένες στο άδυτο της ψυχής, ξαναζωντανεύουν, μεσ’ από εικόνες τρομαχτικά υποβλητικές, με ένα λυρισμό που μπορεί να φέρει την ποιητική συγκίνηση ως τα δάκρυα:

Ώ νεότητα

πληρωμή του ήλιου

Αιμάτινη στιγμή

Πού αχρηστεύει το θάνατο.

        Όταν ένας ποιητής έχει τέτοιους στίχους, ξεφεύγει εντελώς από τις προσωρινές και συμβατικές σχολές και γίνεται κλασικός, έστω κι αν είναι εικοσιτριών χρόνων.    

(1)., Προσανατολισμοί (1936), Κλεψύδρα του Αγνώστου (1937). Σποράδες (1938).

Μήτσος Παπανικολάου, ΚΡΙΤΙΚΑ, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1980. Επιμέλεια: Τάσου Κόρφη, σ.67-71.

   Βρέχει στον Πειραιά. Το ταβάνι στάζει, το κρεβάτι μουσκεύει, ευτυχώς έχει φέξει. Η  Ήρα φοβισμένη από τους κεραυνούς κρύβεται στα πόδια μου. Διαβάζω τα Ποιήματα και τα Κριτικά του βασανισμένου Μήτσου Παπανικολάου όπως τα επιμελήθηκε ο ποιητής και εκδότης Τάσος Κόρφης. Πόσο προφητικός, (χωρίς εισαγωγικά) ο λόγος του, διορατική η κριτική του ματιά πάνω στις πρώτες ποιητικές εμφανίσεις του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Εύστοχες οι επισημάνσεις του, καθοριστικές στις κατοπινές ερμηνευτικές προσεγγίσεις του έργου του Ελύτη. Και, τί τιμή για ένα νεαρό να διαβάζει αυτά τα ουσιαστικά και καίρια που γράφονται για τις τρείς πρώτες συλλογές του. Η κριτική φωνή του Μήτσου Παπανικολάου για τον πρωτοεμφανιζόμενο νεαρό λυρικό ποιητή έχει αναδημοσιευθεί εκ νέου και σε άλλες σύγχρονες εκδόσεις για τον Ο. Ελύτη, όπως στην έκδοση των εκδόσεων «Άκμων», 1979. Βλέπε και Βιβλιογραφία Ο.Ε. Πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» 26/3/1938. Στην έκδοση των εκδόσεων «Πρόσπερος» σε επιμέλεια του Τάσου Κόρφη με τα «ΚΡΙΤΙΚΑ» του ποιητή Μήτσου Παπανικολάου με το τραγικό τέλος, δημοσιεύονται και δύο ακόμα Άρθρα για Έλληνες ποιητές. Τον ποιητή Κώστα Γ. Καρυωτάκη στο ίδιο περιοδικό, και, στον επίσης άτυχο ποιητή Γιώργο Σαραντάρη- νεκρολογία- στο περιοδικό της «Νέας Εστίας». Ο Κριτικός λόγος του υδραίου- πειραιώτη ποιητή Μήτσου Παπανικολάου είτε αυτός έχει να κάνει με ξένους ποιητές είτε με έλληνες, είναι από τους σημαντικότερους οδοδείχτες αν θέλουμε να κατανοήσουμε το ποιητικό σύμπαν των φωνών του Μεσοπολέμου ακόμα και στις μέρες μας.  

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026