Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Έφυγε ο περαιώτης συγγραφέας Διονύσιος Χαριτόπουλος

 

    Διονύσης Χαριτόπουλος

(Πειραιάς 27/8/1947- Πέμπτη 8/10/2026)

   Παράξενα τα παιχνίδια της Μοίρας που παίζει μαζί μας, μας κοροϊδεύει, μας ειρωνεύεται, μας ξεγελά χαμογελώντας σαρδόνια και πολλές φορές χαιρέκακα για τις όποιες βεβαιότητές μας, φρούδες ελπίδες αθανασίας μας. Διαφορετικά τα λογαριάζεις, τα περιμένεις, τα προγραμματίζεις και αλλιώς σου έρχονται στην καθημερινότητα του ατομικού σου χρόνου και των καταστάσεων του βίου σου. Αυτές τις μέρες άρχισε ο χορός του Πειραϊκού θανάτου, των απωλειών των Παιδιών του Πειραιά. Πρώτος έφυγε ο ποιητής και κριτικός Αντώνης Ζαρίφης, ακολούθησε ο Μ. Μπακούρης και εχθές ο πεζογράφος και νεότερος βιογράφος του Άρη Βελουχιώτη, ο Διονύσης Χαριτόπουλος.

  Αναρτούσαμε το τελευταίο δίμηνο κριτικές και σχολιασμούς για ταινίες του σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, κυρίως έχοντας κινηματογραφικό οδοδείχτη τον δάσκαλο της έβδομης τέχνης και κριτικό, αρθρογράφο Βασίλη Ραφαηλίδη. Διαβάζοντας εκ νέου τα βιβλία με τις κριτικές του δεν θα μπορούσαμε να μην ανατρέξουμε και στον τόμο που ο Ραφαηλίδης συγκέντρωσε ταινιοκριτικές του για τον Σύγχρονο Ελληνικό Κινηματογράφο, το Νέο. Ξεχωρίσαμε τρείς παλαιές ελληνικές παραγωγές που είχαν σχέση με τον Πειραιά και Πειραιώτες δημιουργούς. Δημοσιεύσαμε πρώτα το τι έγραψε για την βραβευμένη ταινία του Πειραιώτη συγγραφέα και σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη, «Μετέωρο και Σκιά». Μιά χρονική περιπλάνηση μέσω των αφηγήσεων των στενών φίλων του, του εστέτ και δανδή ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (31/10/1888- 7/1/1944). Παράλληλα, ετοιμαζόμασταν να αναρτήσουμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα την κριτική του ταινιοκριτικού για την ταινία του γιού του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, του κινηματογραφιστή Κώστα Βρεττάκου: «Τα παιδιά της Χελιδόνας». Ο Μανιάτης ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος όπως όλοι οι αναγνώστες της ποίησης γνωρίζουμε είχε άμεση σχέση με την πόλη του Πειραιά, διέμενε στο κέντρο της και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλός της. Η προτομή του υπάρχει ακόμα στον πεζόδρομο της οδού Καραϊσκου. Την ταινία «Τα παιδιά της Χελιδόνας» την είχαμε παρακολουθήσει και μας άρεσε. Ωραία πλάνα, καλή φωτογραφία, σκηνοθεσία άψογη με εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα της Μαίρης Χρονοπούλου στις γνωστές δάνειες Τσαρουχικές σκηνές της κινηματογραφικής ανάπλασης. Η ταινία βασίζονταν στο μυθιστόρημα ενός ακόμη σημαντικού σύγχρονου Πειραιώτη, του γνωστού μας μυθιστοριογράφου και διηγηματογράφου Διονύση Χαριτόπουλου, το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983. Το όνομα του συζύγου της δημοσιογράφου Μαλβίνας Κάραλη από τα Ψαρά -η οποία διέμενε για ένα διάστημα στο πρώτο λιμάνι, αναφέρονταν ότι γεννήθηκε στην Αθήνα όπως και σε άλλα βιβλία που καταγράφουν την συγγραφική πορεία του. Από τα πρώτα στιγμιότυπα της μυθοπλασίας των παρουσιάσεων των ηρώων και ηρωίδων (Πάνος, Ακριβή, Σπύρος κλπ. περιοχές του Πειραιά όπως η Τρούμπα κάνουν γνωστή την εικόνα τους στο βιβλίο «Τα παιδιά της χελιδόνας»). Ο Πειραιάς και η ατμόσφαιρά του, το ανθρωπογενές λαϊκό κλίμα του είναι παρόντα σε διάφορα γραπτά του Διονύση Χαριτόπουλου. Η πρώτη ύλη των παιδικών του αναμνήσεων διασπάται αρμονικά και ισορροπημένα στα κατοπινά έργα του έστω και αν η θεματική τους τοιχογραφία και διαπραγμάτευση αλλάζει, τα μοτίβα τροποποιούνται. Η ποιότητα της αναφοράς του στις μεταγενέστερες αφηγήσεις και εξιστορήσεις του ως παιδική και εφηβική μνήμη, το χρονικό βάθος των αναμνήσεών του, αυτό το λειτουργικό φλας μπακ, η παρατηρητικότητα του βλέμματός του ως ενιαίο ταμπλό της καθολικής παράστασης της Πόλης καθώς περιπλανάται στις νεανικές του εξορμήσεις στις φτωχογειτονιές, γνωρίζοντας τα μυστικά και τις οσμές της που κάποτε ένιωσε, οι συγκινητικές περιγραφές του και νοσταλγικές καταθέσεις του, ή όχι και τόσο αθώες όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα και πολιτικά τεκταινόμενα κρίσεις και απόψεις του, καθιστούν τα γραπτά του σημαντικές πρωτογενείς μαρτυρίες της ιστορίας της πόλης αλλά και άλλων περιοχών. Γνωρίζοντας από παλαιά την πεζογραφική παρουσία του πολύ καλού Διονύση Χαριτόπουλου, ενός σεμνού γραφιά,- παρά την εμπορική και αναγνωστική επιτυχία των βιβλίων του, δεν θα μπορούσαμε να μην τον μνημονεύσουμε στις δικές μας εκδοτικές εργασίες πάνω στην πολιτιστική διαδρομή του Πειραιά από την ίδρυση του Δήμου έως των ημερών μας. Που τα πάντα άλλαξαν από την φυσιογνωμία του έως το ήθος των δημοτών του. Δεν θα μπορούσαμε σαν αναγνώστες των βιβλίων του να μην σταθούμε και στα συγγραφικά του χνάρια που χάραξε επάξια και δυναμικά, δημιουργικά στα ελληνικά γράμματα εδώ και δεκαετίες, αλλά ιδιαίτερα, τα τελευταία χρόνια με τις νέες του κυκλοφορίες των πολύ καλών εργασιών του που έχουν άμεση σχέση με τον Πειραιά του όχι και τόσο μακρινού άλλοτε. Βιβλία που έτυχαν ευμενούς αποδοχής και αναγνώρισης, διαβάστηκαν και συζητήθηκαν, προσέχθηκαν και συναρίθμησαν τον πειραιώτη δημιουργό ώς ένα από τα σημαντικά μέλη της Πειραϊκής Σχολής Λογοτεχνίας. Και αναφέρομαι στα δύο του βιβλία που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ» το 2012 και 2016 αντίστοιχα σαν μία συνέχεια της καθόλου και σταθερής ματιάς του και των αναμνήσεών του της σύγχρονης ιστορίας της Πόλης. Ο τίτλος του πρώτου είναι «Εκ Πειραιώς» Διαδρομή 1947-1967 και είναι μία μυθιστορηματική ανάπλαση μιάς τριακονταετίας- αρχινά για την ακρίβεια 7/11/1955- γνωριμίας του αναγνώστη με περιοχές όπως το [Λιμάνι, η Τρούμπα, η Δραπετσώνα, η Αγία Σοφία, η πλατεία Καραϊσκάκη, τα Ταμπούρια, η Αμφιάλη, τα Καμίνια, ο Αγιος Ιωάννης Ρέντης, η Φρεαττύδα, η Πειραϊκή, το Χατζηκυριάκειο, ο Καραβάς και άλλα τοπόσημα και περιοχές του Πειραιά και των όμορων περιοχών που μας δίνονται με έντονη παραστατικότητα και αναγλυφικότητα σαν τους παλαιούς πολιτικούς χάρτες διαφόρων περιοχών της Ελλάδος που είχαμε στις αίθουσες των Σχολείων. Ένα μάθημα κοινωνικής ανθρωπογεωγραφίας και συνοικιών στην πράξη. Μία αμφίδρομη επιρροή και επιδραστικότητα, τόσο του Πειραιά πάνω στους δημότες και κατοίκους του όσο και των κατοίκων πάνω στην ταυτοτική εικόνα και τον χαρακτήρα της Πόλης. Οι σελίδες του πειραϊκού «χρονικού» ανοίγουν με το μότο «στον Πειραιά πατάω στεριά». Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου είναι «Πειραιώτες» Ιστορίες & Ειδήσεις 1947-1967. Εδώ παραλλαγμένη η Σεφερική ρήση (για την Κύπρο), «Πειραιά, ού μ’ εθέσπισεν» ο Χαριτόπουλος χαρτογραφεί τις προσφυγικές «ράτσες» και συνήθειες, ήθη και έθιμα των προσφύγων που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα φιλόξενα χώματα του Πειραιά και έγινε η δεύτερη πατρίδα τους. Είναι η «λιμανίσια η Πειραιώτικη ράτσα» που μας λέει ο συγγραφέας των εγκατεστημένων: Υδραίων, Χίων, Μανιατών, Κρητικών, Μικρασιατών, Πόντιων, Ρουμελιωτών, Πελοποννήσιων, Θεσσαλών, Ηπειρωτών, Καρπάθιων, Νησιωτών διαφόρων νησιών του Αιγαίου, Επτανήσιων.] Οι δύο αυτοί τόμοι συνοψίζουν κατά κάποιον τρόπο θα γράφαμε τις προσωπικές των αναμνήσεών του περιπλανήσεις του Πειραιά τα παιδικά του βιώματα και συγκινήσεις, τις πρώτες αισθήσεις και συναισθηματικές του ταραχές και την κατά κάποιον τρόπο διαμόρφωση της προσωπικότητάς του ως άτομο και ίσως ως συγγραφέα. Ενός δημιουργού που παρά την φήμη του, προέρχεται από λαϊκή στόφα, έκανε διάφορες δουλειές χειρονακτικές για να ζήσει, ζυμώθηκε μέσα στις συνοικίες και πέριξ του Λιμανιού, αλλά δεν έχασε ποτέ το ανθρώπινο πρόσωπό του και το λαϊκό του στοιχείο και ντόμπρο ήθος του. Οι αφηγηματικές ιστορήσεις του Διονύση Χαριτόπουλου συγκροτούν ένα ιστορικό πανόραμα της σύγχρονης μεταπολεμικής ελλάδας- όπως φυσικά και άλλων ελλήνων μυθιστοριογράφων και διηγηματογράφων. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του είναι πραγματικά πρόσωπα, ρεαλιστικά πρότυπα, άτομα της διπλανής πόρτας και πηγάζουν μέσα από τα λαϊκά σπλάχνα της κοινωνίας. Μετέχουν ενεργά στην μικρο Ιστορία της εποχής τους, την διαμορφώνουν με τις μικρές τους δυνάμεις και φιλοδοξίες, τις αλληλεξαρτήσεις τους, τις προστριβές μεταξύ τους, αντιμαχόμενοι τις δυνάμεις της κρατικής εξουσίας, είναι έντονα κοινωνικοποιημένα άτομα. Πολιτικά προσδιορίσημα. Την ιδεολογία που ασπάζονται αν δεν λαθεύω ερμηνευτικά, δεν την ακολουθούν όλοι οι μεροκαματιάρηδες ήρωές του, οι λιμενεργάτες του λιμανιού αν και προέρχονται από την ίδια πολιτική δεξαμενή του θρυλικού αγωνιστή συμβόλου της ηττημένης παράταξης του εμφυλίου της Αριστεράς, του στρατιωτικού «αρχηγού των ατάκτων» που τόσο εύστοχα βιογράφησε τον Άρη στα βιβλία του ο Διονύσης Χαριτόπουλος.

   Ο Διονύσης Χαριτόπουλος μας πρόσφερε στα γραπτά του εκπληκτικές τοιχογραφίες του έμψυχου ανθρωπογενούς τοπίου του πειραϊκού λαού, δεν μας καθρέφτισε «πακεταρισμένες» φυσιογνωμίες και καταστάσεις μη οικείες στον κάθε πειραιώτη. Χαρτογράφησε με καθαρά λαϊκά αυθεντικά χρώματα και νοσταλγικές πινελιές λαϊκές συνοικίες και σοκάκια που έσφυζαν από ζωή, ανθρωπιά, καλοσύνη, μυρωδιές εργατικής κουζίνας, ανθρώπινη φτώχεια και οικονομική εξαθλίωση αλλά πειραιώτες με ανθρώπινο πρόσωπο και χαρακτήρα, παρά τις κοινωνικές επιλογές του περιθωρίου που μερίδα από αυτούς ακολουθούσαν. Ρεμπέτες του ντουνιά ναυτικοί πειραιώτες. Δίνει την απαιτούμενη προσοχή τόσο στην ανάπλαση της μεγάλης εικόνας μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι της ζωής των ανθρώπων όσο και στις μικρολεπτομέρειες των ιστορικών συνθηκών που ορίζουν και καθορίζουν τις ζωές τους. Η αφηγηματική δομή των ιστορικών περιπετειών του είναι ισορροπημένη, στρωτή, δεν έχει χάσματα, οι δράσεις των προσώπων είναι ξεκαθαρισμένες όπως και οι ρόλοι τους μέσα στην κοινωνία από όπου τους παίρνει και τους θέτει μέσα στις λευκές σελίδες των βιβλίων του ως αληθινά σύμβολα, ως πρότυπα χαρακτήρων. Οι Πειραιώτες στα κείμενα του Χαριτόπουλου είναι φορείς μίας ιστορικής συνείδησης και ίσως και αποστολής. Οι στάσεις και οι αντιδράσεις τους δεν εκφράζουν μόνο τους ίδιους και τα άτομα που εμπλέκονται μαζί τους αλλά την ίδια την Πόλη, την Ιστορία της, τις γνωστές και άγνωστες πτυχές και τοποθεσίες της, την ατμόσφαιρά της σαν κάτι το ξεχωριστό, το ντόμπρο, το αντρίκιο το μπεσαλίδικο στις μεταξύ τους συμφωνίες και συναλλαγές να μην θέλει χαθεί από την παράδοσή της. Είναι πράγματι απορίας άξιο πώς αυτή η φτωχομάνα Πόλη, αυτό το πετρώδες και με πάμπολλες επιχωματώσεις Λιμάνι που δέχθηκε στα σπλάχνα του κάθε καρυδιάς καρύδι από όλη την ελληνική επικράτεια κατόρθωσε να οργανώσει και να αφομοιώσει όλες αυτές τις ετερόνομες και ετερόκλητες ανθρώπινες ταυτότητες και το προγονικό τους πολιτιστικό εποικοδόμημα από όλη την Ελλάδα σε μία ενιαία ανθρώπινη ταυτότητα και εικόνα, την Πειραϊκή. Στο πρώτο Λιμάνι της χώρας από των αρχαιοτάτων χρόνων κανένας κάτοικος δεν είναι «κομπάρσος», όλοι όσοι μετεγκαταστάθηκαν στην Πόλη κατόρθωσαν, αγωνίστηκαν όχι χωρίς θυσίες είναι πρωταγωνιστές της ιστορίας και της εξέλιξής του. Ζωτικός επαρκής χώρος των συνειδήσεων των Πειραιωτών είναι η ίδια η Πόλη, αυτό το κακοτράχαλο πέταλο που σιγά-σιγά απλώθηκε και απόκτησε μία κυρίαρχη παρουσία ανάμεσα στις άλλες πόλεις και λιμάνια της πατρίδας μας με διεθνή προβολή και ακτινοβολία.

Δρόμοι και σοκάκια, αλάνες που έπαιζαν τα παιδιά ποδόσφαιρο, λαϊκές συνοικίες και τοποθεσίες που τους χωματόδρομούς τους χάρασσαν τα αμάξια των νερουλάδων με τις στάμνες, οι μανάβηδες με τα φρέσκα ζαρζαβατικά στα καλάθια και τις καλαθούνες, οι πλανόδιοι έμποροι των προικιών των παιδιών τους. Ο νεαρός Χαριτόπουλος περπατά την περιοχή της Αγίας Σοφίας και παρατηρεί τις αλλαγές της ρυμοτομίας της και θυμάται, συγκινείται, φέρνει στο νου του παραστάσεις, εικόνες και γεγονότα που έζησε, βίωσε, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, φανέρωσε τις πρώτες του συναισθηματικές ανάγκες, μοίρασε τα πρώτα του χαμόγελα στους γύρω του, συνάντησε τα πρόσωπα με τα οποία συνδέθηκε στα κατοπινά χρόνια του βίου του. Παιδικές και εφηβικές του νεανικές του αναμνήσεις, νοσταλγικές και της ωριμότητάς του ονειρικές στιγμές και δύσκολες περιπέτειες ζωής φτωχών οικογενειών των δεκαετιών μετά το 1960. Όταν η Πόλη άρχιζε να αλλάζει όψη, να βαδίζει τα πρώτα στάδια της αστικοποίησής της αφήνοντας πίσω αργά και σταθερά το προσφυγικό προφίλ και παρελθόν της. Συγκινητικές στιγμές και αποτυπώσεις ευαισθησίας νεανικών στιγμών, μνημών όπως τις βίωσε, τις επεξεργάστηκε η νεαρή του συνείδηση και διαμόρφωσαν το ήθος του χαρακτήρα του, καλλιέργησαν την ανθρωπιστική μορφή της ψυχής του, τα συναισθήματά του για τους ανθρώπους γύρω του και για την ίδια την Πόλη. Καθημερινά μοτίβα λυρισμού και συγκινήσεων γνωστά στα άτομα της γενιάς του Πειραιώτες που αποφάσισαν στα κατοπινά τους χρόνια να μας ξαναθυμίσουν, να ζωγραφίσουν με τα κείμενά τους, τα γραπτά τους το ανάγλυφο μαγευτικό είδωλο της Πόλης των νιάτων τους.

   Ο Πειραιάς που έζησε και μεγάλωσε ο Διονύσης Χαριτόπουλος δεν του πρόσφερε μόνο την πνοή της ζωής του,- έστω και μέσα σε ένα κλίμα και μία ατμόσφαιρα συνθηκών φτώχειας και ανέχειας, του εμφύσησε την ανάσα της κοινωνικοποίησής του, την λαϊκότητα του χαρακτήρα του, την ρεμπέτικη λεβεντιά του, την δημοκρατική και ανεξάρτητη συνείδησή του. Ο Χαριτόπουλος ούτε μας κολακεύει ως Πειραιώτες ούτε μας σνομπάρει σαν φτασμένος, απλά μας παρακολουθεί, μας ιχνομυθεί και μας περιγράφει μέσα στο πλαίσιο της πειραϊκής περιπέτειάς μας ως δρώντα πρόσωπα με φανερούς τους κώδικες της Πειραϊκής μας ταυτότητας ανοιχτή στο χρόνο.

Η θαλάσσια αύρα της πόλης του μεταδικτατορικού Πειραιά νότισε το πρόσωπό του και πότισε τις σελίδες των βιβλίων του δίνοντας διέξοδο και όραμα στην ύπαρξή του. Η σκόνη του χρόνου από τις προσφυγικές συνοικίες του Πόρτο Λεόνε δεν τον σκεπάζει δεν αποχρωματίζει τους ορίζοντες της φαντασίας του καθώς τις περπατά με άγρυπνο πάντα βλέμμα, τις αντένες των αισθήσεών του άγρυπνες. Παρατηρεί και εξερευνά ανθρώπους και τοποθεσίες, αναγνωρίζει λησμονημένα ή χαμένα τοπόσημα της Πόλης, ακούει λέξεις αμίλητες πια, μιάς άλλης εποχής και συνθηκών ζωής. Όλα όσα του χάρισε ο Πειραιάς χαλύβδωσαν το ηθικό του, οχύρωσαν την θέλησή του για επιβίωση, καλλιέργησαν την υπερηφάνεια της προέλευσής του. Ταυτίστηκε με ότι σκιτσάρισε μέσα στα γραπτά του για τον Πειραιά ως απαραίτητοι ρυθμοί της προσωπικής του ανάσας.

        Πειραιάς μια μυθική ιστορία οι άνθρωποί του και ο κόσμος τους, τα όνειρά τους, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες του, οι δημιουργοί του. Το αγωνιστικό γλαροπούλι του ο Διονύσης Χαριτόπουλος.       

 Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

10/10/2026

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

7+1 ποιήματα για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

 Ποιήματα αφιερωμένα στον ποιητή

        Ναπολέων Λαπαθιώτη

1., ΤΟΥ Ν. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ  ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Τώρα που έχεις ξεφύγει απ’ του βίου το κλάμα

        κι είσαι ολόφωτο πνέμα,

η ψυχή σου απορεί για το ανθρώπινο δράμα

        που σου ερούφα το αίμα:

 

Είχες έρθει να ψάλης τ’ ώριο φώς που αναβρύζει

        απ’ της φύσης τα σπλάχνα,

και το εξαίσιο τραγούδι σου, Ποιητή, μας βυθίζει

        μεσ’ στου πόνου την άχνα.

 

Εκαθόσουν στο πιάνο κι απ’ του δρόμου το βάθος

        στης νυχτιάς τη γαλήνη,

μ’ έχει αγγίξει ο καημός και τ’ αδιέξοδο πάθος

        της καρδιάς σου που εθρήνει.

 

Κι όταν σου ‘φυγε η μάνα, που κρατούσε αναμμένο

        της στοργής το καντήλι,

σ’ ένα σκότος φριχτό σε είδα πιά βουτηγμένο,

        βουτηγμένο ως τα χείλη.

 

Μοναχή συντροφιά σου μένει η θύμηση τώρα,

        το στοιχειό του σπιτιού σου’

όλο πάει να σημάνη κι αναβάλλεται η ώρα

        του στερνού λυτρωμού σου.

 

Πώς ανάσανε φίλε, όταν λεύτερο σε είδα

        να κινάς για άλλα μέρη!

Σ’ ακλουθώ με το νου μου στην καινούργια Πατρίδα

        που με δέχτηκε αστέρι.

          ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

2., ΕΛΕΓΕΙΟ

Δεν ήταν θάνατος αυτός ο Ξένος,

που εκείνο το βαθύ κ’ εξαίσιο βράδι

ήρθε σιγά, κρυφά μες στο σκοτάδι,

σαν ένας αδερφός αγαπημένος,

 

και σταυρωτά σε φίλησε, σα χάδι…

Έτσι πολύ κι’ αναίτια λυπημένος,

ήταν ένας χλωμός Εσταυρωμένος,

που εκείνο το βαθύ κ’ εξαίσιο βράδι,

 

σε μιάν Αποκαθήλωση μοιραία

-τριανταφυλλάκι σε γυμνή ρομφαία-

κάρφωσε την ψυχή σου… Σαν αστείο,

 

τώρα θα σου φανεί να μάθεις ότι

έγραψα τούτο το φτωχό ελεγείο

«Εις μνήμην Ναπολέοντα Λαπαθιώτη…»

10 Ιανουαρίου 1944

        ΑΝΤΩΝΗΣ  ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ

3.,  ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, αυτόχειρ

              (Ιανουαρίου 7, 1944)

Όχι αβροκόμης’ φαλακρός στους δρόμους της Αθήνας

εγύριζες κι αντίκριζες το φάντασμα της πείνας.

Ποθούσες το ανέφικτο, το υψηλό, τ’ ωραίο,

μα σκόνταφτες και έπεφτες σ’ έρωτα αγοραίο.

 

Σ’ εκφράζει το ανεπίφθονο’ της μουσικής η ρίμα,

ριπίδια, αγάπες, ρεμβασμοί, μαρμαρυγές, η τρίλια

χαύνου πουλιού κι εκστατικού, του τραγουδιού το νήμα,

κομβιοδόχες, οιμωγές, της ομορφιάς τα μίλια…

 

Χλωμός δανδής τί τρυφερά, με έπαρση και με χαρά

απήγγελλες του Ιρλανδού Wilde τα πονηρά ρητά.

Κλινοχαρέστατη ψυχή’ ήσουν για ένα σονέτο

όχι για σφαίρες, σφαγιασμούς, το κοφτερό στιλέτο.

 

Η πάμφωτη Ευρώπη μας, μέγα νεκροταφείο.

Ο μενεξές μαράθηκε και γέρνει το λοφίο.

Μά το παράξενο είν’ αυτό: με του γονιού σου το πιστόλι

δεχθήκαμε μιά σφαίρα στην καρδιά:, εσύ, εγώ και όλοι…

        ΝΙΚΟΣ  ΣΠΑΝΙΑΣ

4.,  ΣΤΟΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Του Αίαντα την ορμή, ά, που επήρες,

ποιές μάγισσες σε σύρανε, ποιές μούσες,

έτσι μεμιάς κι ανοίχτηκαν οι θύρες

της νύχτας στη ζωή π’ αναζητούσες;

 

Σου έδωκε η βουβή της η γαλήνη

-ήξερε πάντα σένανε να δίνει-

έρωτες άστατους, ντροπές, οδύνη,

ό,τι η ζωή κενό ‘νιώθεις ν’ αφήνει.

 

Τώρα, μονάχα θύμηση αργοστάζει

ολόπικρη σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε

και λίγα άνθη ταχτικά σκορπάνε,

 

στο χώμα το φτωχό όπου σκεπάζει

τα μάτια τ’ ανοιχτά τα παγωμένα,

και κλαίνε, κλαίνε σιγανά για σένα.

 3.2.1956

    ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Στοχάζοντάς σε, Λαπαθιώτη, είδα

απόψε του εαυτού μου τη σφραγίδα.

Όνειρα να ‘ταν τάχα που περνάνε

ή σχήματα άϋλα όπου κυλάνε;

 

Μέσα στου πάθους το γλυκό μαρτύριο

είν’ η ζωή μας φανερό μυστήριο

τη μέρα μείς καθόλου δε ζητάμε

μπλάβα μονάχα ερέβη αγαπάμε.

 

Γιατί μπορούμε στο μουντό διασίδι

την κάθε πράξη π’ άλλος για βρισίδι

θα θώρ’ η ηθική να την κρατάμε

 

πίνουμ’ ατέλειωτα, άς μετράει

η κάθε νύχτα ό,τι κερνάει

δείχνοντας έτσι πώς την αγαπάμε.

 Φεβρουάριος 1957

  ΑΔΩΝΙΣ  ΦΑΤΟΥΡΟΣ   

5.,  ΄΄ΙΔΑΝΙΚΟΙ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ΄΄

        ΝΑΠ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Τέλειωσε το γράμμα βιαστικά

σ’ ένα χαρτί δυό λέξεις μόνο γράφει:

‘’Μητέρα μου, σε σένα στοργικά

η τελευταία μου σκέψη…» Κι’ υπογράφει.

 

Χλωμός απ’ το παράθυρο κυττά

και πνίγεται η φωνή του μες στο σάλο,

ύστερα, κάθε σκέψη σταματά.

Πιέζει τη σκαντάλη. Τίποτ’ άλλο…

    ΝΙΚΟΣ  ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΑΚΗΣ

6.,    ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

 (Ένα ποίημα για τον Λαπαθιώτη του Α.Β. Στρατή)

        Είναι στιγμές που πνίγομαι, που πνίγομαι,

          ανοίγω το παράθυρο και μένω’

          ολόβαθα σα να με στραγκαλίζουνε,

          με πνίγει κάποιο δάκτυλο κομμένο

              Ν. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Πέντε δάχτυλα ανοιχτά- συνήθως μουτζώνουν’

(ενδεχομένως και να χαιρετούν, όταν κινούνται).

 

Τέσσερα δάχτυλα δεν ξέρω ακόμα τι κάνουν,

εκτός αν χτυπούν ανυπόμονα πάνω στο τραπέζι.

 

Τρία δάχτυλα κρατούν ένα νυστέρι ή γράφουν.

(Μερικές φορές κάνουν τον σταυρό τους).

 

Δυό δάχτυλα αγκαλιάζουν μιά πέννα και νύγουν χορδές’

αραδιάζουν αυτές τις γραμμές που τώρα διαβάζετε

 

Ένα δάχτυλο στην αρχή χαϊδεύει’ έπειτα δείχνει

(Στο τέλος μπορεί και να τραβήξει την σκανδάλη).

    (στο σπίτι του Ιντ., ξημερώνοντας 26 Φλεβάρη ’95)

          Α.Β. ΣΤΡΑΤΗ  

7.,      ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

   Αθηναίος ποιητής

Ναπολέων Λαπαθιώτης

του Λεωνίδα

(Κυπριακής καταγωγής)

και της Βασιλικής Παπαδοπούλου

(από υδραίικο σόι)

ενθάδε κείμαι

αυτόχειρ

σωτηρίω έτος 1944

Ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης.

Ελληνόπαις έμορφος, δανδής, εστέτ

και ολίγον ωραιοπαθής

αναζητητής της ιδανικής Ομορφιάς

ιδαλγός

στους νύχτιους περιπάτους μου

στις σκοτεινές συνοικίες των Αθηνών

τα στενά σοκάκια

ξόδεψα τα όνειρα της Ζωής μου.

Κουρασμένος περιπλανητής

της ηδονής του κόσμου τούτου

γνήσιο τέκνον.

Το συναξάρι της ψυχής μου

καθρέφτισα στο πέρασμά μου

στο φως της Σελήνης

αντιφέγγισα τις σκιές

του μαρτυρίου μου

Στα άνθη των λουλουδιών

άφησα τα ίχνη της μοναξιάς μου

στην υγρασία των κήπων

«τάφιλον γήρας» μου

σκόρπισα, άκαρπα

Στην στιγμιαία θέρμη

άγνωστων κορμιών

συντρόφων της νύχτας

αφέθηκα

ανυπεράσπιστος και αθώος.

Εγώ ο φέρων το ένδοξο όνομα Ναπολέων

φίλος θαυμαστής

του Αλεξανδρινού ποιητή

και του Ιρλανδού Όσκαρ.

Μακριά από ρήτορας και σοφιστάς

της ηθικής των σωμάτων

χρησμοδότας και μίμους

των άφιλων τεχνών

κανονάρχες και σκανδαλολόγους

των νεανικών μου χρόνων

όταν η Ομορφιά των Άλλων

φώτιζε την ύπαρξή μου.

Το σαράκι του χρόνου

ποτίζει το μάρμαρο του τάφου

της υστεροφημίας μου

«Ήμουν και δεν ήμουν»

παρωδώντας

τώρα ενθάδε κείμαι

σπονδός και στάχτη

της Ποίησής μου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πηγές

-Το ποίημα της Μυρτιώτισσας ψευδώνυμο της ποιήτριας και μεταφράστριας, ηθοποιού Θεώνης Δρακοπούλου, το αντέγραψα από το πειραιώτικο περιοδικό (Πειραϊκά) Γράμματα τχ.3/3, 1944, σ. 116

-Το Σονέτο του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη (εμπνευστή της Βουλής των Εφήβων), το δανείστηκα από το Β΄ Μέρος του Αφιερώματος του περιοδικού Νέα Σύνορα, τχ. 7/7,8,9, 1970, σ. 73. Το τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό του εκδότη- Διευθυντή Δημήτρη Βαλασκαντζή, αφιέρωσε 2 τεύχη του στον ποιητή του Μεσοπολέμου. Το αμέσως προηγούμενο τχ.6/4,5,6, 1970. Το Σονέτο έχει μεταφερθεί και σε άλλα αφιερώματα για τον ποιητή, ενώ έχει προηγηθεί η δημοσίευσή του στη Νέα Εστία του 1944. 

-Το ποίημα του ελληνοαμερικανού ποιητή και μεταφραστή Νίκου Σπάνια, το ερανίστηκα από τον τόμο του Θανάση Θ. Νιάρχου, «Ποιητές για ποιητές» Χειραψία πάνω από την άβυσσο. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, εκδ. Καστανιώτη, 2002, σελ. 165. [Η Ανθολογία είναι αφιερωμένη από τον ανθολόγο και συγγραφέα Θ.Θ. Νιάρχο «Στα πνευματικά μου παιδιά Βασίλη και Θοδωρή Ντούμα».

-Το 1984, τεύχος 33/ μάρτης- απρίλης  ’84, το σύγχρονο λογοτεχνικό περιοδικό Η ΛΕΞΗ ελληνική και ξένη λογοτεχνία, που εξέδιδαν οι ποιητές- μεταφραστές Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Θ. Νιάρχος, κυκλοφορούν το τεύχος Αφιέρωμα στο Ναπολέων Λαπαθιώτη (1888-1944). Από το τεύχος αυτό αντιγράφω τα δύο Σονέτα αφιερωμένα στον ποιητή του Μεσοπολέμου του Άδωνη Φατούρου σελ. 236-237. Το σύνολο των περιεχομένων όλων των τευχών του περιοδικού το έχουμε αποδελτιώσει και αναρτήσει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα.

  Προεισαγωγικά πληροφορούμαστε για τον Επτανήσιο ποιητή: [ Ο Άδωνις (Γιώργος) Φατούρος γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 12.9.1924 και πέθανε στην Αθήνα στις 3.11.1982. Ποιήματα άρχισε να γράφει από πολύ νωρίς. Για πολλά χρόνια εργαζόταν σε ασφαλιστικές εταιρείες. Υπάρχει η ανεξακρίβωτη πληροφορία ότι εξέδωσε μιά ποιητική συλλογή γύρω στα 1960. Χειρόγραφα του Λαπαθιώτη και του Καβάφη (τα απόκτησε από τον κληρονόμο του Λαπαθιώτη με τον οποίο για χρόνια έκανε στενότατη παρέα), που φίλος της «Λέξης» είχε δει κάποτε στο αρχείο του, πουλήθηκαν γύρω στα 1965 σε άγνωστο αγοραστή].

-Το λιτό οκτάστιχο του ποιητή Νίκου Τουτουντζάκη, το αντιγράφουμε από τον 17ο τόμο του 1960 της ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ, ετήσια λογοτεχνική και καλλιτεχνική έκδοση των τυπογραφικών εκδόσεων με διευθυντή τον Αριστ. Ν. Μαυρίδη στην Αθήνα. Οι ετήσιοι τόμοι της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς έκαναν την εκδοτική εμφάνισή τους το 1943 μέσα στην Κατοχή και εξακολουθούν να εκδίδονται. Τόμοι της έχουν φιλοξενήσει μελέτες για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, όπως του στενού του φίλου Κύπριου συγγραφέα και φανατικού θιασώτη της ποίησης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη Γιάγκου Πιερίδη. Βλέπε τον τόμο του 1947, όπου διαβάζουμε ένα συγκινητικό πορτραίτο των τελευταίων χρόνων της ζωής του ποιητή. «Ναπολέων Λαπαθιώτης, τα τελευταία του χρόνια», σ. 96-97.

 Το δίστροφο αφιέρωμα του Νίκου Τουτουντζάκη γράφτηκε το 1946, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, και δεν αφορά μόνο την περίπτωση της αυτοχειρίας του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη. Κάτω από τον γενικό τίτλο «Ιδανικοί Αυτόχειρες» συστεγάζει και δύο άλλες περιπτώσεις ελλήνων αυτόχειρων ποιητών. Πρώτον, του Κορίνθιου Ρώμου Φιλύρα ψευδώνυμο του Ιωάννη Β. Οικονομόπουλου (1888- Δρομοκαϊτειο Νοσοκομείο Αττικής 9/9/1942). Να σημειώσουμε ότι ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας όπως έμεινε γνωστός στα Γράμματά μας, τέλειωσε το Α΄ Γυμνάσιο Πειραιά. Η οικογένειά του από το 1903 είχε εγκατασταθεί στην Πόλη μας και ο ποιητής συμμετείχε στα πνευματικά δρώμενα του πρώτου λιμανιού. Και, δεύτερον, του Τριπολιτσιώτη ποιητή και μεταφραστή Κώστα Καρυωτάκη (Τρίπολη 30/10/ 1896- Πρέβεζα 21/7/1928). Αφιερώνει τέσσερα τετράστιχα στον πρώτο και ένα τετράστιχο στον δεύτερο. Τα αντιγράφουμε για να έχουμε μία εικόνα της αφιερωματικής ενότητας.

ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

Του στίχου ιππότη,

Ρώμε Φιλύρα,

εντύθης τη ρίμα

πορφύρα.

 

Στο ευρύ μέτωπό σου

η σκέψη στεφάνι,

οικόσημο η καρδιά

σου φτάνει.

 

Στης σιωπής σου τον πύργο

ιαχές ως συνήθως

των  πιστών θαυμαστών

φτάνουν πλήθος.

 

Κι’ η φωνή σου ουρλιαχτό

μπρός στην όψιμη νίκη:

Μακρυά, μακρυά!

Λύκοι, λύκοι!

--//--

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Της πιστολιάς ο αντίλαλος

θανάτου μήνυμα

δεν έφερε για σένα,

της μοναξιάς λουλούδι.

Στις ρεματιές τον πήρανε τ’ αηδόνια

τον έστειλαν τραγούδι.

   Ο Νίκος Τουτουντζάκης υπογράφει και το «Χρονικό Ναπολέοντα Λαπαθιώτη» σ. 222- 227 στο αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού «Η Λέξη» τχ. 33/3,4, 1984.

-Το ποίημα «Δακτυλικά αποτυπώματα» του Α.Β. ΣΤΡΑΤΗ, ψευδώνυμο του Κρητικού συγγραφέα Βαγγέλη Ψαραδάκη (όπως ο ίδιος αναφέρει σε προσωπικό του σχόλιο σε ιστοσελίδα για τον Ν. Λαπαθιώτη) το αντιγράφω από το αφιερωματικό τεύχος στον ποιητή του περιοδικού «Οδός Πανός» διπλό τεύχος 79-80/5,6,7,8, 1995 που εκδίδει ο πειραιώτης ποιητής και στιχουργός Γιώργος Χρονάς. Το αφιέρωμα στον Ν. Λ. με την συμπλήρωση πενήντα χρόνων από τον θάνατο του ποιητή, ανοίγει την αυλαία του με «Πενήντα συν κάτι για τον Λαπαθιώτη» του Α. Β. ΣΤΡΑΤΗ. Μια εκτενής περιπλάνηση χωρισμένη σε μικρές ενότητες που έχουν τίτλο γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, μετά το πέρας της εξέτασης της ποίησης του Ναπολέων Λαπαθιώτη δημοσιεύται το ποίημά του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8/10/2026       

         

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γράφει για τον Ν. Λαπαθιώτη

 

     Ο Κ Τ Ω   Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

στη μνήμη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

του Ντίνου Χριστιανόπουλου

περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ τχ.1/Πρωτοχρονιά 1959, σ. 19-21

        Τ Ο  Κ Α Λ Ο Κ Α Ι Ρ Ι  Κ Υ Λ Η Σ Ε…

Το καλοκαίρι κύλησε σε μιά φωνή που σβήνει,

και πριν ακόμα να σβηστεί, η ψυχή τη νοσταλγεί,

νάρθει με ιλαρότητα το ρίγος ν’ απαλύνει

και μες απ’ τις ραγισματιές μιά νέα καρδιά να βγεί.

 

Το καλοκαίρι κύλησε και πριν να ρθει το ρίγος,

έσβησεν η γλυκύτατη φωνή οριστικά,

αφήνοντας ακόμα μιά ραγισματιά. Τί λίγος,

τί λίγος που είταν ο καιρός που έζησες γλυκά!...

    Η  Ε Λ Ε Γ Ε Ι Α  Μ Ι Α Σ  Φ Ι Λ Ι Α Σ

Είταν αρχή και ρόδινος σου φαίνονταν ο κόσμος

και μέσα σου σε φλόγιζε η πιό κρυφή ορμή.

Τα βράδια που χωρίζατε, μου έλεγες μ’ ελπίδα:

-Δεν είναι δυσκολότερο στον κόσμο απ΄ το κορμί.

 

Πόσο κρατούν οι εφήμερες αγάπες, δεν το ξέρεις;

έσκυψε μέσα σου να πιεί κ’ ήβρε πηγή θολή.

Πέρασαν μέρες. Μιά νυχτιά μου είπες πικραμένος:

-Δεν είναι δυσκολότερο στον κόσμο απ’ το φιλί.

 

Στο γέρμα πότε φτάσατε; Είχε περάσει λίγος

καιρός, και χωριστήκαμε ψυχρά και βιαστικά.

Είρθες να μ’ έβρεις κλαίγοντας και μούπες ραγισμένα:

-Απ’ όλα, δυσκολότερα δυό λόγια φιλικά.

 

Τώρα τις νύχτες τριγυρνάς στο σπίτι του αποκάτω

κι αν τύχει κ’ έβγει, προσπερνά χωρίς να σε ιδεί.

Και τότε με παράπονο και σπαραγμό μου λέγεις:

-Απ’ όλα τ’ ακριβότερα, η ματιά του πιο ακριβή…

        Γ Ρ Α Μ Μ Α  Σ Ε  Φ Ι Λ Ο

Την υπόσχεση που σούδασα

δύσκολο να την κρατήσω.

Μες στην ξέχειλη ομορφιά

πώς να μη λυγίσω;

 

Δεν είναι ένας, μήτε δυό:

παντού το κάλλος ξεχειλίζει’

φτάνει ως με σε η πλημμύρα του,

μα δε σ’ αγγίζει.

 

Απ’ την καντήλα σώνεται

σιγά-σιγά το λάδι,

σώνεται κ’ η νιότη μας

χωρίς φιλί και χάδι.

 

Άνοιξη, κι ανθίζουνε

στις γειτονιές οι κήποι,

ανθεί και το παράπονο

εντός μου για ό,τι λείπει.

 

Η σάρκα του καλοκαιριού

πώς μ’ αναταράζει!

Φίλε μου, η αγάπη σου

άδικα κοπιάζει.

 

Φθινόπωρο, και πέσανε

κίτρινα τα φύλλα

και νιώθω μέσα μου μιάν ύπουλη ανατριχίλα.

 

Μα το χειμώνα, που όλα γύρω μου

στέκουν βουβά και παγωμένα,

άγρια και βάρβαρα πεθύμησα

να  ξεχαστώ σε χέρια ξένα…

        Τ Υ Ψ Η

Ό,τι πιό τρυφερό κι άσπιλο μέσα μου,

μου τόχεις τσαλαπατημένο’

κι αυτό που κράταγα άχραντο κι αμόλυντο,

κι αυτό στα χέρια σου θρυμματισμένο.

 

Μα εγώ τη δόλια σκέφτομαι μανούλα μου,

που με νομίζει αγνό και τίμιο ακόμα.

-Ένας σου λόγος μοναχά θα την κατέβαζε

μ’ ανοιχτά μάτια, απ’ τον καημό, στο χώμα…

   Φ Ι Λ Ε  Μ Ο Υ,  Σ Ε  Π Ε Ρ Ι Μ Ε Ν Α…

Φίλε μου, σε περίμενα κι απόψε μες στην παγωνιά,

με σηκωμένο το γιακά και με σφιγμένη σκέψη.

Γύρω μου όλα σκοτεινά, και στης ψυχής μου την ερμιά

ο όψη της μητέρας μου είρθε να με παιδέψει.

 

Φίλε μου, όταν στέκομαι και περιμένω στη γωνιά,

η όψη της μητέρας μου κατάκαρδα με σφάζει,

κι όσο αργείς, η ύπουλη γύρω κ’ εντός μου σκοτεινά

νιώθω ένα έγκλημα φριχτό να μου προετοιμάζει…

        Π Ρ Ω Τ Ο Β Ρ Ο Χ Ι

Το γράμμα της μητέρας μου κ’ η αναπάντεχη βροχή

μ’ έκαναν πάλι σκεφτικό και μελαγχολημένο

και τίποτα πιά δεν μπορεί να μου απαλύνει την ψυχή,

παρά μονάχα η σκέψη σου, αγόρι αγαπημένο.

 

Σ’ νάφερε το θάνατο η αναπάντεχη βροχή

κ’ η πένα της μητέρας μου σα νάταν βουρκωμένη

και μοναχά η σκέψη σου, γλυκύτατή μου απαντοχή,

μοιάζει γλυκιά φεγγοβολή που ακόμα με ζεσταίνει...

    Ω, Π Ο Σ Ο Ν  Α Φ Ι Λ Ο Ξ Ε Ν Ο Σ…

Ώ, πόσον αφιλόξενος αυτό το βράδι ο δρόμος,

ο δρόμος ο ερημικός της πρώτης μας κραιπάλης!

Έτσι, καθώς εδιάβαινα, μετά από τόσα χρόνια,

τη γλύκα τρυφερότατης μου ξύπνησεν αγκάλης.

 

Ώ, πόσον αφιλόξενος αυτό το βράδι ο δρόμος,

ο δρόμος που μου δίδαξε πρώτος το Μυστικό!

Έτσι καθώς εδιάβαινα, σκυφτός και πικραμένος,

δεν ξέρω γιατί μούκανε τόσο πολύ κακό…

        Σ Ι Γ Α – Σ Ι Γ Α

Σιγά- σιγά ξεφτίζουνε μέσα μου

τα πρόσωπα τ’ αγαπημένα

και τα στιγμιότυπα της μέθης μου

κι αυτά ξεφτίζουν ένα-ένα.

 

Δεν έμεινε ούτε μιά ανάμνηση

που να με συγκινεί ακόμα

και μονάχα μια γεύση ολόπικρη

μου πλημμυράει καρδιά και στόμα…

   ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

  Είναι στιγμές που η μοντέρνα ποίηση, με την οξύτητα και με την έντασή της, μας κουράζει, και τότε νιώθουμε την ανάγκη να γυρίσουμε και πάλι για λίγο σε μερικούς αισθηματικούς ποιητές που αγαπήσαμε κάποτε. Η λυρική συγκομιδή του σύγχρονου ποιητικού λόγου δεν κατάφερε να ξεριζώσει από μέσα μας τη νοσταλγία για τους στίχους εκείνους που λίκνισαν τα πρώτα μας βήματα’ μόνο που τώρα επιστρέφουμε πιό απαιτητικοί, πιό αυστηροί.

   Ένας από τους ποιητές, στους οποίους επιστρέφουμε πάλι πιο πλούσιοι αλλά και πιό κουρασμένοι, είναι και ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Η ποίησή του μελαγχολική και λεπτεπίλεπτη, μας πλημμυρίζει κάποτε με κείνο το φθινοπωρινό της ρίγος, με κείνη την αισθησιακή της τρυφερότητα, που γίνονταν με τον καιρό σπαραχτικό τραγούδι.

   Απαγγείλαμε στίχους στις βόλτες μας, διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε τα ποιήματά του, αφήνοντας τη μουσική του να μας λικνίζει.

        Οι πρώτοι του στίχοι είταν γραμμένοι με τόλμη, ξεχείλιζαν ηδονικότατα. Έφηβος της ζωής και της ποιήσεως, παιδί του πάθους και του έρωτα, αδέσμευτος από κάθε πρόληψη, εμφανίστηκε με στίχους πού και σήμερα ξαφνιάζουν με την λιτότητα και την πεζολογία τους. Θαρρείς και δε νοιάζονταν παρά μόνο πώς να εξομολογηθεί, πώς να τραγουδήσει τους έρωτές του, τις χαρές του, τις άπληστες στιγμές της ηδονής-κι άς σκανδαλίζονταν οι σεμνότυφοι με τον νεαρό αυτό εστέτ’ υπήρχε η νεολαία που μεθούσε με τους στίχους του, που ζούσε στην τόλμη του Λαπαθιώτη την τόλμη των δικών της αισθήσεων. Δεν είχε φανεί ακόμα ο Αλεξανδρινός εκείνος, ο «ανδρείος της ηδονής»- τα λιγοστά ποιήματα που είχε γράψει ως τότε είταν ακόμα συμβολικά- κ’ η νεολαία διψούσε για ίνδαλμα, είθελε τον ποιητή της. Κ’ έπειτα, δεν είταν μόνο η τόλμη: απέναντι στο χείμαρρο της στιχουργημένης φιλοσοφίας του Παλαμά και στο στυλιζαρισμένο συμβολισμό της θολής μουσικής του Χατζόπουλου, οι πολύ απλοί, οι πολύ πεζολογικοί στίχοι του Λαπαθιώτη είρθαν σαν ένα φρεσκάρισμα, σα μια ανανέωση:

        Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε στα πλούτη,

        δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να ντυθεί

        -μα ‘ναι το πιό καλό παιδί, που μες στην πλάση τούτη

        μπορεί ν’ απαντηθεί!

 

Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,

τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά

-μα το μεγάλωσε το φώς, αυτό που μεγαλώνει

τα ξένοιαστα πουλιά…

 

Κι άλλοτε μούτυχε ξανά, στο διάβα κάποιου δρόμου,

να περπατήσω συντροφιά με διάφορα παιδιά

-μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,

σα μια μικρή καρδιά…

 

Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι,

κι αυτό δεν έχει πιό καλό κοστούμι να ντυθεί,

τότε γυρίζει τη ματιά- και μου χαμογελάει,

να παρηγορηθεί…

Εν τω μεταξύ τα χρόνια πέρασαν’ οι πίκρες περίσσεψαν’ οι απογοητεύσεις πλήθαιναν. Τούτοι οι έρωτες που απελπισμένα ελπίζουν σε μιάν ανταπόκριση και πάντα τσακίζονται στην εξουθένωση, δε βγαίνουν σε καλό. Κι’ ο Λαπαθιώτης, ο Ουάϊλντ του ελληνικού αισθητισμού, δεν έχει πια τραγούδια για τη λαγνεία και τα λαγγέματα. Αρχίζει τώρα να κλαίει για το δράμα του, η ποίησή του γίνεται χρονικό της αυτοκαταστροφής του, κ’ οι εικόνες του είναι τόσο πολύ ζυμωμένες με τον πόνο, που μπήγονται μέσα μας σα δάχτυλο σε πληγή. Τα ποιήματά του γίνονται πιό μουσικά, θαρρείς και θέλει να κρυφτεί στη μουσική. Κι ο συμβολισμός, που περιφρόνησε κάποτε, θα τούρθε τώρα σαν αποκούμπι, δικαιωμένο πια κι από την ίδια τη ζωή του. Θ’ αρχίσουν τα φθινόπωρα, τα ξεχασμένα λουλούδια, η μουσική στο πιάνο, η ρέμβη του απογεύματος, τα πεζοδρόμια της νύχτας, τα χλομά πρόσωπα, οι μουσικές ρίμες, οι διαλεχτές λέξεις, η επιμελημένη στιχουργία. Προπάντων να μη πούμε καθαρά ποιά πάθη μας συγκλονίζουν, προπάντων να κρύψουμε την κόλαση που μας αγκαλιάζει, μέσα στα φύλλα που πέφτουν, στα πεταμένα λουλούδια-κι άς ξεχειλίζει από κάθε μας λέξη η πίκρα μας, κι ας μη μπορεί να κρυφτεί η απόγνωσή μας:

        Γιατί είμαστε σαν κάποια ρόδα,

        πεσμένα μες στην παγωνιά,

        ρόδα, πού τάλιωσαν μιά ρόδα,

        καθώς περνούσ’ απ΄ τη γωνιά,

 

        που, αν και κομμένα, κι όλο χώμα,

        και κυλισμένα καταγής,

        δεν ξέρω τί θυμίζει ακόμα

        πώς είσαν άνθη της αυγής…

Κάθε φορά που η κουβέντα το φέρνει στον έρωτα, τα λόγια γυρίζουν στο θάνατο. Βουλιάζει με μιά μελαγχολία που αρνιέται τη ζωή, αναζητάει το θάνατο σαν τον έσχατο εραστή, σαν την τελευταία ζεστή αγκαλιά. Η μεταφυσική τον απασχολεί με περισσότερη ένταση, η θανατοφιλία αρχίζει να διαποτίζει τους στίχους του, το δράμα του παίρνει τρομαχτικές διαστάσεις’ χαρίζει τα υπάρχοντά του για λίγο χασίς, από παντού ακούει «το βραχνό τραγούδι του θανάτου», υπογράφει πιά σαν ένας μελλοθάνατος:

        Και μην κοιτάς πού τάχα δεν το δείχνω

        και βαδίζω με βήμα θαρρετό’

        -μα, κάθε μου ματιά που γύρω ρίχνω,

        μοιάζει σαν κάτι ν’ αποχαιρετώ…

Αρχίζει πάλι προς το τέλος να στιχουργεί πιό απλά, να εξομολογείται τα σχέδιά του για το στερνό του ταξίδι. Μα είναι αλήθεια πώς σπαταλήθηκε στην αισθηματολογία. Ώ, αν μπορούσε ο Λαπαθιώτης να εκφράζονταν με λόγια πιό κοφτερά, να μιλούσε με κείνο το σπασμένο ρυθμό, με κείνη τη ρημαγμένη μουσική, της σύγχρονης ποίησης: Μα δε μπορούσε’ και τα πιό πολλά ποιήματά του φαντάζουν σα μιά αισθηματική στιχουργία, πού, ευτυχώς, τη σώζουν αρκετοί δυνατοί, πυρακτωμένοι στίχοι. Μα το υπόλοιπο μέρος του έργου του δεν μπορεί πιά να κερδίσει τον απαιτητικό αναγνώστη των ημερών μας.

    …. Κ’ ύστερα είρθε η φοβερή εκείνη νύχτα της αυτοκτονίας του. Όλοι την περίμεναν, είταν κάτι που το φοβούνταν, κι όμως κανείς δεν το πίστευε στα σοβαρά. Όταν το πρωί της εννάτης Ιανουαρίου 1944 οι εφημερίδες έγραψαν πώς ο «νικημένος της ζωής» αυτοκτόνησε με περίστροφο, ένα βάρος πλάκωσε την καρδιά όσων τον διάβαζαν και τον αγαπούσαν. Τους τάραξε το γεγονός και δεν επρόσεξαν τον τρόπο. Εντούτοις, οι κοντινότεροι φίλοι του βεβαιώνουν πώς αυτοκτόνησε μ’ έναν τρόπο πιό τραγικό: μ’ ένα μπαλτά-ώρες ολόκληρες έσκαβε τα στήθη του μ’ ένα μπαλτά… Μα ο κ. Βαϊάνος, ο μόνος ίσως που γνώριζε τον Λαπαθιώτη καλύτερα από κάθε άλλον, αποκαλύπτει πώς ο Ναπολέων δεν αποπειράθηκε στα σοβαρά ν’ αυτοκτονήσει, αλλά πήγε να σκηνοθετήσει μιάν αυτοχειρία, για να κινήσει πάλι το ενδιαφέρον εκείνων που είχαν αρχίσει να τον ξεχνούν. Μ’ ένα μαχαίρι προσπάθησε να τρυπήσει λίγο το στήθος του αλλά δεν υπολόγισε καλά και τρύπησε την καρδιά. Ώρες πολλές σπαρτάρησε ώσπου να ξεψυχήσει. Την τρίτη μέρα τον ανακάλυψαν, τέλος, οι γειτόνοι, σπάζοντας την εξώπορτα του έρημου σπιτιού, όταν πιά είχε αρχίσει να μυρίζει…

        Όπως και να το πάρει κανείς, υπάρχει κάτι το δραματικό σ’ όλη αυτή την ιστορία. Δεν ξέρεις τί να κάνεις να σαρκάσεις ή να κλάψεις το νάρκισσο, που άθελά του μετέτρεψε μιά ψεύτικη αυτοχειρία σε αληθινή, κάνοντας ν’ αναβλύσει από το στήθος του ένα ποτάμι αίμα, σβήνοντας με αβέβαιο χέρι τη φωτιά που του έδινε τη ζωή…

     τη φωτιά εκείνη που καίει ακόμα και θα καίει, ώσπου να ξεθωριάσουν οι ωραίοι μελαγχολικοί στίχοι του.

        ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, εξάμηνο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό. Εκδότης Ντίνος Χριστιανόπουλος. Γραφική επιμέλεια: Κάρολος Τσίζεκ. Έτος δεύτερο, τεύχος 1/ Πρωτοχρονιά 1959, Θεσσαλονίκη, σελίδες 16-21.

Ελάχιστα σχετικά:

        Κι’ εξάλλου, τί σημαίνει Ομορφιά;

          Η μυστική και μακρινή υπόσχεση μιάς

          ευτυχίας που μας περιμένει.-

             Ναπολέων Λαπαθιώτης

   Αναρτήσαμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα στις 2 Οκτωβρίου την άποψη του κριτικού και δασκάλου της κινηματογραφικής τέχνης Βασίλη Ραφαηλίδη για την βραβευμένη κινηματογραφική ταινία του πειραιώτη σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη, «Μετέωρο και Σκιά». Η πολύ ωραία του πειραιώτη φιλόλογου και σκηνοθέτη ταινία, που άγγιξε το κινηματογραφικό κοινό όταν προβλήθηκε ( παίχτηκε και από την δημόσια τηλεόραση και κυκλοφόρησε και σε cd.) καθρεφτίζει με ευαισθησία, προσοχή και διακριτικότητα, τις ιδιωτικές στιγμές βίου του μελαγχολικού, ευαίσθητου, λεπτεπίλεπτου, εύθραυστου ψυχικά ερωτικού ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη. Μέσα από τις ατομικές αφηγήσεις, εξομολογητικές διαδρομές, το βλέμμα στενών του φίλων, ατόμων που τον γνώριζαν από κοντά, τον συναναστρέφονταν και συνεργάστηκαν μαζί του, ο πειραιώτης Τάκης Σπετσιώτης μας πρόσφερε μία θαυμάσια καλλιτεχνική δουλειά. Η ταινία «Μετέωρο και Σκιά» ήταν η δική του προσωπική οφειλή και έρευνα, μέσω των βιβλιογραφικών πηγών και στοιχείων, πληροφοριών πάνω στα ιδιωτικά ίχνη της ζωής του εστέτ ποιητή. Μας τον προσωπογράφησε ως άτομο κυρίως μέσα στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες των χρόνων του και όχι ως ποιητή. Του τραγικού, νοσταλγικού ποιητή που φιλοδόξησε να γίνει ένα είδος Όσκαρ Ουάϊλντ της Ελλάδος. Μόνο που ο προκλητικός και κυνικός στην δημόσια κριτική του, ενάντια στα Βικτωριανά ήθη- αυτάρεσκος ορισμένες φορές όπως φαίνεται σαν χαρακτήρας, πετυχημένος και αναγνωρισμένος σπουδαίος ιρλανδός ποιητής και θεατρικός εστέτ, ομοφυλόφιλος- παντρεμένος με παιδιά συγγραφέας, δεν ήταν εύκολο να γίνει υποδειγματικό παράδειγμα για το ελληνικό επαρχιώτικο Αθηναϊκό κοινό και κοινωνικά της πατρίδας μας ήθη και περιβάλλον του Μεσοπολέμου. Εξάλλου, ακόμα και το ίνδαλμά του, ο θεατρικός συγγραφέας της «Σαλώμης», ο πεζογράφος του «Πορτραίτου του Ντόριαν Γκρέϋ», του «Εκ Βαθέων», των αριστουργηματικών παιδικών ιστοριών και παραμυθιών, ο ποιητής της «Μπαλάντας του Ρήντιγκ» και των φημισμένων πολυπρόσωπων θεατρικών του έργων που παρασταίνονταν στις μεγάλες θεατρικές σκηνές των χρόνων του, δεν απέφυγε την διαπόμπευση και την δημόσια καταδίκη του σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση, εξαιτίας ενός άδοξου έρωτα. Πέθανε πάμφτωχος στην Γαλλία, βοηθούμενος από ελάχιστους φίλους του στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Κατασπατάλησε το ταλέντο του προκαλώντας και ζώντας εκκεντρικά, και επιδεικτικά. Θεωρούσε ότι η τσουχτερή και κοφτερή, αιχμηρή κριτική της αγγλικής βικτωριανής κοινωνίας και των ηθών της θα έμενε αναπάντητη από τους ιθύνοντες και ο ίδιος θα έμενε στο απυρόβλητο. Όμως ο Κόσμος και οι Κοινωνίες έπαψαν να αλλάζουν με τα λόγια των Ποιητών, όπως ίσως τους προηγούμενους αιώνες του Ρομαντισμού, ή του απώτατου αρχαίου ελληνικού παρελθόντος που τα Ομηρικά Έπη και ο Όμηρος ήταν αρχηγέτης ήθους χαρακτήρων και διαμορφωτής ανθρώπινων συνειδήσεων, πολιτών. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και όσοι ακολούθησαν το κίνημα του Αισθητισμού δημιουργοί, ήρθαν μάλλον χρονολογικά καθυστερημένοι. Οι δρόμοι της σύγχρονης Λογικής και της Φιλοσοφίας, των Νέων Ιδεών, τα επιτεύγματα της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, δεν άφηναν χώρο για την φυσική Ομορφιά είτε του αντρικού κάλλους είτε του γυναικείου σώματος αισθητικό κομψότητα. Η ανθρώπινη Ομορφιά πιά δεν προέρχεται από την Φύση και τα όποια ψυχικά και άλλα χαρίσματα του ανθρώπου, αλλά από την ποιότητα και την χρήση των καλλυντικών αν δεν κάνω λάθος. Του φαίνεστε και όχι του είσαι.

 Ο αυτόχειρας αισθητής ποιητής- παρ’ όλα τα προσωπικά του αδιέξοδα, την άρνησή του να πάρει στα χέρια του την ζωή του πριν και μετά τον θάνατο των γονιών του, υπήρξε ένας θρύλος στην εποχή του, τους πνευματικούς κύκλους της γενιάς του. Μεσουράνησε και συζητήθηκε τόσο στην ιδιωτική του ζωή όσο και στην τέχνη του, δακτυλοδεικτούμενος όπως θα έλεγε η ηθοποιός Μαρίκα Νέζερ, για σχεδόν δύο δεκαετίες (1920-1940) πριν σβήσει το άστρο του με δραματικό τρόπο στα χρόνια της γερμανικής κατοχής και της πείνας. Έφυγε ή σχεδίασε τον θάνατό του- όπως έγραψε ο φίλος του Μάριος Βαϊάνος στο άρθρο του «Ένας θάνατος μια πικρή και θλιβερή ιστορία» σελ. 88-92, του Β΄ μέρους του Αφιερώματος στο Ναπολέων Λαπαθιώτης του περιοδικού «Νέα Σύνορα» τχ. 7/7,8,9, 1970, με έναν σκοτεινό και θλιβερό, περίεργο τρόπο, στην τελευταία πατρική του οικεία στην περιοχή των Εξαρχείων στην Αθήνα, κάτι που κάνει πιο συμπαθητική και ενδιαφέρουσα την φυσιογνωμία του νάρκισσου έλληνα ποιητή ακόμα και σήμερα, μετά την πάροδο τόσων χρόνων. Τα έξοδα της ταφής του ανέλαβαν ορισμένοι δικοί του με έρανο, όπως αναφέρει το περιοδικό «Νέα Εστία» σελ. 119 τχ. 398-399/ 1-15/8/1944, τόμος 35ος, «Ένας θάνατος κ’ ένας έρανος». «Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έδωσε τέλος στη ζωή του τη νύχτα της 7ης προς την 8η Ιανουαρίου. Κηδεύτηκε με έρανο έπειτ’ από τέσσερεις ημέρες, κατά την επιθυμία του, τ’ απόγευμα της 11ης Ιανουαρίου. Ο έρανος έδωσε τ’ ακόλουθα ποσά». Ανάμεσα στα ονόματα διαβάζουμε και εκείνα των Μ. Καραγάτση, Θράσος Καστανάκης, Λιλή Ιακωβίδου, Νίκος Καββαδίας, Στράτης Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης, Τατιάνα Σταύρου, Κώστας Ουράνης, Κ. Καρθαίος, Παναγής Λεκατσάς, Πέτρος Χάρης, Τάκης Παπατσώνης, Διαλεκτή Ζευγώλη, Μυρτιώτισσα, Κώστας Ελευθερουδάκης και πολλοί άλλοι. Ακόμα το περιοδικό «Νέα Εστία», η Λέσχη Επτανήσου, ο Σύνδεσμος Ελλήνων Λογοτεχνών κλπ. Η μικρή αυτή παράθεση γνωστών ονομάτων μας φανερώνει την αποδοχή που είχε το έργο του, το οποίο δεν είχε περιοριστεί μόνο στην θητεία του στον ποιητικό λόγο αλλά και στο δοκίμιο και την μετάφραση, την συγγραφή διηγημάτων και μυθιστορήματος, παρά την επικίνδυνη και έκλυτη ζωή που ζούσε τα τελευταία χρόνια του βίου του, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο πρώτα της μητέρας του και κατόπιν του πατέρα του.

   Την ποίησή του την έχουν κατατάξει οι γραμματολόγοι και οι ανθολόγοι στις «χαμηλές φωνές», βλέπε Μανόλης Αναγνωστάκης. Συγκαταλέγεται στους ελάσσονες, αισθηματολόγους ποιητές, βλέπε και την άποψη του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου και άλλων μελετητών. Όμως πάντα, ο Λαπαθιώτης, με τον έναν ή άλλον τρόπο ήταν παρόν ανάμεσά μας, με την αχλή της εικόνας του, ορισμένες τουλάχιστον ποιητικές του μονάδες και πεζά. Τόσο ο ριψοκίνδυνος και επικίνδυνος νύκτιος βίος του, όσο και η πνευματική του δημιουργία και άλλες καλλιτεχνικές ανησυχίες τον καθιστούσαν παρόντα στα δρώμενα της εποχής του, και φυσικά, σε αυτό έπαιξε ενδέχεται ρόλο το γεγονός της πολιτικής και στρατιωτικής θέσης του πατέρα του. Αν και για να είμαστε δίκαιοι και σωστοί, από τα παιδικά του χρόνια, στο Δημοτικό έδειξε την έφεσή του προς τα γράμματα, την ποίηση, το θέατρο. Εμπνεύστηκε και συνέθεσε το δίπρακτο δράμα «Νέρων ο Τύραννος» που το εξέδωσε ο δώρο ο πατέρας του. Βλέπε την Αυτοβιογραφία του «Η Ζωή μου». Συμμετέχει στην συντακτική ομάδα του περιοδικού «Ηγησώ», γνωρίζει τον ορφικό ποιητή και εμπνευστή της αναβίωσης της αναπαράστασης της Αρχαίας Τραγωδίας στο θέατρο της Επιδαύρου Άγγελο Σικελιανό. Σκανδαλίζει με ερωτικό του ποίημα στο περιοδικό «Ανεμώνη». Συνεργάζεται με τα «Παναθήναια» το περιοδικό «Ο Νουμάς» που δημοσιεύει το «Μανιφέστο» του ενάντια των «ρουτινιάριδων» παλαιότερων ελλήνων δημιουργών. Μαζί με τον ποιητή Νίκο Χάγκερ Μπουφίδη εκδίδουν την ολιγόζωη εφημερίδα «Καλλιτεχνική και Φιλολογική Ζωή». Εντάσσεται στους υποστηρικτές της ποίησης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Μεταφράζει το επιστημονικό μυθιστόρημα του Χ. Ουέλς, «Η μηχανή του χρόνου», την μελέτη του Αντρέ Ζίντ για τον Όσκαρ Ουάϊλντ. Συμπεριλαμβάνεται στην αξιόλογη ανθολογία που επιμελείται ο ποιητής και κριτικός Τέλλος Άγρας, «Οι Νέοι», και σε πολιτιστικό περιοδικό του Φώτου Γιοφύλλη. Δημοσιεύει στο αριστερό περιοδικό «Οι Νέοι Πρωτοπόροι» και στο περιοδικό «Νέοι Βωμοί» το αντιπολεμικό του διήγημα, «Τα μαραμένα μάτια». Συνεργάζεται ως κριτικός στην εφημερίδα «Πειθαρχία». Σταθερός συνεργάτης με τη «Νέα Εστία», δίνει συνεντεύξεις του στα «Νεοελληνικά Γράμματα», την «Σύγχρονη Σκέψη». Στο λαϊκό περιοδικό «Μπουκέτο» δημοσιεύει σε συνέχεις το αφήγημά του «Το τάμα της Ανθούλας» που έχει άμεση σχέση με την πόλη του Πειραιά. Χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Αιθήρ ενώ με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης δημοσιεύει στην «Πνευματική Ζωή» του Μέλη Νικολαϊδη ποιήματα A la maniere de… Καβάφης, A la maniere de Σικελιανός. Χαρμόσυνο.  A la maniere de… Εμπειρίκος (Ο Υπερρεαλιστής) Εξοπλισμός. Ακόμα και του εαυτού του ως ποιητή, βλέπε το A la maniere de… Λαπαθιώτης. Μελαγχολία. Κάτι που μας δείχνει τους ποιητικούς του πειραματισμούς. Έμμετρα και πεζά τα ποιήματά του, η φωνή του, αλλά πάντα ποιητικά φορτισμένη και με ισχυρή ευαισθησία. Μεταφράζει έξοχα τις «Καμπάνες» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, το ποίημα «Η Ψυχή της Νύχτας» του Μωρίς Μαίτερλινγκ και άλλους. Ενώ κρίσεις και θέσεις του για ξένους συγγραφείς δημοσιεύονται στην «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» και το περιοδικό της. Σε φιλολογική επιμέλεια και επιλεγόμενα του Νίκου Σαραντάκου, κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Ερατώ» 2011, 3 τόμοι με πεζά του. «Κάπου περνούσε μια φωνή. Σελίδες μιάς Αθήνας περασμένης», «Ο Μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες», και «Τα Μαραμένα Μάτια και άλλες ιστορίες». Ασχολούμενος όπως φαίνεται ερασιτεχνικά με την τέχνη του σκίτσου, παρώδησε σε ασπρόμαυρα πρωτόλεια σκίτσα-φιγούρες διάφορα πρόσωπα και τον εαυτό του. Βλέπε τα 2 τεύχη του αφιερώματος «Νέα Σύνορα». Ο εκκεντρικός ποιητής βλέπουμε ότι αναζητούσε διάφορους τομείς της τέχνης για να εκφράσει την καλλιτεχνική του φλέβα, τις ανησυχίες του, τα διλήμματά του, τους προβληματισμού του. Πώς να περάσει απαρατήρητη μία όμορφη και παράξενη, νέα παρουσία ενός Αθηναίου ρομαντικού ποιητή από την Αθηναϊκή κοινωνία της εποχής του. Πόσοι από αυτούς που συναναστρέφονταν είχαν τις ευκαιρίες που είχε ο ίδιος, την προστασία του οικογενειακού του περιβάλλοντος, την υποστήριξη των γονιών του ως μοναχοπαίδι. Και, δεν είναι εύλογο, μετά 1937 που πεθαίνει πρώτη η μητέρα του, ο ποιητής να καταρρεύσει και το αρχοντικό του να βυθιστεί στο πένθος και την θλίψη, όταν μετά από έξι χρόνια θα φύγει και ο στρατιωτικός και πολιτικός πατέρας του;

        ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ….

Το σπίτι μου δεν έχει πιά καρδιά’

το σπίτι μου με τυραννεί σαν ξένο’

το σπίτι μου μια πλάκα είναι βαριά,

που με πνίγει,-και μόλις ανασαίνω.

 

Την ίδια μέρα που έφυγες Εσύ,

κι αυτό, με μιάς, μου πήρε τη στοργή του:

Μητέρα, αν ήξερες πώς με μισεί,

γιατί μ’ άφησες μόνο στην οργή του;…

 

Μα όλα από Σένα παίρνουν ευωδιά

κι από την παρουσία τη μαγική Σου,

-κι αυτό που το θαρρούσα για καρδιά,

δεν ήτανε δική του, μα δική Σου!

 

Τώρα παλεύω σ’ ένα αργό βραχνά.

Κοίταξέ με, λουσμένο στον ιδρώτα.

Λυπήσου με, και γύρισε ξανά:

κάνε το σπίτι καθώς ήταν πρώτα…   

Δεν έκλεισαν μόνο τα πατζούρια και οι πόρτες του σπιτιού του, δεν μαράθηκε ο ανθοφόρος κήπος του, ξεράθηκαν τα πολύχρωμα και εύοσμα λουλούδια του αλλά και οι πόρτες της ψυχής του, βυθίζοντας τον ποιητή και το άτομο Λαπαθιώτη στον πόνο και την θλίψη. Η περίοδος της ξεγνοιασιάς και της «ανεμελιάς» των φροντίδων της καθημερινότητας έλαβε τέλος με την απώλεια των δύο στενών αγαπημένων του προσώπων. Το βάρος της ζωής του πλέον πέφτει αποκλειστικά στους αδύναμους ώμους του, ο ποιητής και ο άνθρωπος Ναπολέων Λαπαθιώτης λυγίζει, δεν αντέχει, αρνείται να σηκώσει το βάρος της ευθύνης της διαχείρισης της ζωής του. Η εμπλοκή του με τα ναρκωτικά επιτείνει την κατάστασή του και τον οδηγεί στον θάνατο. Λίγους μήνες πριν την αυτοκτονία του στο περιοδικό του φίλου του «Ορίζοντες» του Μάριου Βαϊάνου, δημοσιεύει ένα προφητικό του πεζό το «Η αγωνία», ενώ από τις εκδόσεις «Φλόγα» κυκλοφορεί η μετάφραση της μελέτης του Γάλλου πεζογράφου Αντρέ Ζίντ, για τον Όσκαρ Ουάϊλντ. Έτσι, όπως εύστοχα γράφει η καθηγήτρια Χριστίνα Ντουνιά: «με μια συμβολική αναφορά στο ίνδαλμα των νεανικών του χρόνων, ο Λαπαθιώτης αποχαιρετά τα εγκόσμια, με το ίδιο περίπου συναίσθημα της απογοήτευσης και της μοναξιάς που διακατέχει και τον Ουάϊλντ τις τελευταίες του μέρες.», σελ. 21, στο «Ημερολόγιο 2009», αφιέρωμα στον Ναπολέων Λαπαθιώτη, εκδόσεις Μεταίχμιο.

        Ο μύθος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ως ατόμου, (παρά τα ατομικά του αδιέξοδα) αλλά και ως ποιητή, συνεχίζει να ταξιδεύει στο χρόνο με πληγωμένους έρωτες, στιγμών θλίψης, νοσταλγικές αναμνήσεις, όμορφες εικόνες, δακρυσμένες τρυφερές και γιομάτο ευαισθησία πικρές μνήμες. Μιάς ζωής που ότι δεν κατόρθωσε ο ποιητής να ολοκληρώσει στον βιολογικό χρόνο της επίγειας ζωής του το πέτυχε μέσα στο έργο του.

        ΠΑΙΔΙΚΑ ΓΛΥΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

Παιδικά γλυκά μου χρόνια, μαγικά μου πρώτα χρόνια,

πού, αν κι ανέλπιδα χαμένα, καθώς τ’ άνθη μες στα χιόνια,

-σα χλωμές αυγές ονείρου, από σκοτάδι μιας ερήμου,

πάντα φέγγετε μπροστά μου, σύντροφοί μου και φρουροί.

 

Κι όταν έρχεται το βράδι, πιο βαρύ κι από το μολύβι,

κι ό,τι δίνει κι ό,τι κλείνει με συντρίβει και με θλίβει,

το περίτρομο μυαλό μου, στην αγάπη σας γυρίζει,

και μιά φλόγα, μιάν ελπίδα, το κρατεί και το στηρίζει!

 

Κι όσο, λες, έχουν πεθάνει της αγάπης σας οι κρίνοι,

κι ο καιρός τη θύμησή σας προσπαθεί ν’ απομακρύνη,

τόσο πιότερο σας νιώθω, πιο κοντά μου, πιο δικά μου,

μαγικά, χαμένα χρόνια,- πρώτα χρόνια παιδικά μου… Ν. Λαπαθιώτης

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς 6/10/2026