Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ 5/3/1922- 2/11/1975

 

            ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ

            (5/3/1922-2/11/1975)

     ΕΠΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

   Πέρασαν 51 χρόνια από την δολοφονία του ιταλού ποιητή, σκηνοθέτη, σεναριογράφου, πεζογράφου, «γλωσσολόγου», αιρετικού δημιουργού και αντικομφορμιστή καλλιτέχνη, καθηγητή, μαρξιστή, ομοφυλόφιλου και καθολικού Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Μία σκοτεινή δολοφονία της 1ης προς την 2 Νοεμβρίου του 1975 στην έρημη παραλία της Όστιας που συντάραξε την Ιταλική κοινή γνώμη και εξακολουθεί να γεννά ερωτηματικά για τα κίνητρά της και στο πόσοι ήσαν στην πραγματικότητα οι δολοφόνοι του. Ακόμα και σήμερα, στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, γίνεται αναψηλάφηση της Δίκης και των Δικαστικών συμπερασμάτων και αποφάσεων, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των Ιταλικών Γραμμάτων και ενός σκηνοθέτη με διεθνή ακτινοβολία του προηγούμενου αιώνα. Η δολοφονία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι έχει γυριστεί ταινία, οι τελευταίες ημέρες της ζωής του έγιναν τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, δόθηκαν δεκάδες συνεντεύξεις από τους στενούς άντρες και γυναίκες συνεργάτες ηθοποιούς και άλλους της έβδομης τέχνης συντελεστές που συνεργάστηκαν μαζί του. Εκδόθηκαν βιβλία, γράφτηκαν μελέτες, δημοσιεύθηκαν εκατοντάδες άρθρα στον παγκόσμιο τύπο και εξακολουθούν να δημοσιεύονται σε αφιερωματικά έντυπα του Σινεμά και όχι μόνο. Ο Ιταλικός τύπος αλλά και ο διεθνής, δεν τον λησμόνησε, σε κάθε επέτειο του θανάτου, της γέννησής του ή προβολής ταινιών του είτε μεταφράζονται εκ νέου βιβλία του, είτε δημοσιεύονται παλαιές συνεντεύξεις του ή άγνωστα στους πολλούς ποιήματά του ή παρουσιάζονται αποσπάσματα από την πλούσια αρθρογραφία του στον Ιταλικό τύπο της εποχής. Επαναπροβάλλονται και σχολιάζονται ταινίες του κάτω από νέες και μοντέρνες αναλύσεις, όπως είναι αυτή η αίσθηση του Ιερού στις ζωές και τις σχέσεις των ανθρώπων που εξέτασε με τόση επιμέλεια ο Π. Π. Παζολίνι, την σχέση ανάμεσα στον Μαρξισμό και τον Χριστιανισμό, μια και το ότι ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία δεν τον έκανε να δηλώνει μόνο άθεος αλλά και καθολικός, υποστηρίζοντας αρκετές θέσεις της Καθολικής Εκκλησίας. Ανεβάζονται Θεατρικά του έργα σε θεατρικές σκηνές παγκοσμίως, πραγματοποιούνται Εκθέσεις εικαστικού και ενδυματολογικού ενδιαφέροντος με αυτόν τον πλούτο των ενδυματολογικών και σκηνογραφικών του προτάσεων των διαφόρων ταινιών του με τον οποίο ο Π. Π. Παζολίνι έντυνε τις ηρωίδες και ήρωές του πρωταγωνιστές. Χαρακτηριστικές οι εικόνες της δικής μας Μαρίας Κάλλας στην ταινία «Μήδεια». Ενδυματολογικές προτάσεις που δεν παρουσιάζουν μόνο ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον αλλά και εθνογραφικό- λαογραφικό των χωρών και τοποθεσιών όπου γύρισε ορισμένες από τις ταινίες του, βλέπε «Μήδεια», «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», «Χίλιες και μία Νύχτες» κλπ. πέρα από τα Ιταλικά γεωγραφικά σύνορα σε άλλες ηπείρους όπως η Αφρική. Το κινηματογραφόφιλο κοινό τον κατέταξε ανάμεσα στα αγιολόγια καταραμένων δημιουργών, των παγκόσμιων καλλιτεχνών με τραγικό τέλος και ζωή βάσανο στην διαχρονική ιστορία του Παγκόσμιου Ευρωπαϊκού και όχι μόνο Πολιτισμού. Οι γνώμες για το ποιοί πραγματικά υπήρξαν οι δολοφόνοι του, αν ήταν ο νεαρός «τάξι μπόι»  Πελόζι ή ομάδα νεοφασιστών που τον παρέσυραν σε αυτό το μοιραίο ραντεβού-με ερωτικό δόλωμα- είναι ακόμα ένα ανοιχτό ερώτημα όπως το πρωτοδιατύπωσε η γνωστή ιταλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Οριάνα Φαλάτσι. Πέρασε μισός αιώνας και ένας χρόνος από τότε, και ο φάκελος Π.Π. Παζολίνι παραμένει ακόμα ανοιχτός. Όλοι σχεδόν (;) οι πρωταγωνιστές αυτού του δράματος έχουν  φύγει από την ζωή, το ίδιο και ο νεαρός που καταδικάστηκε και φυλακίστηκε για την δολοφονία του Ιταλού σκηνοθέτη. Η Ιταλική Κοινωνία- μια από τις ισχυρές οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης- εξελίχθηκε προσαρμοζόμενη στις νέες της οικονομίας καπιταλιστικές ανάγκες και οι παλαιοί πολιτικοί της που διαμόρφωσαν το Μεταπολεμικό πρόσωπό της και την πορεία της έχουν φύγει και αυτοί από την ζωή. Άλλες οι σύγχρονες προτεραιότητες της Ιταλικής Νεολαίας και του Ιταλικού Λαού. Η εγγονή του Μπενίτο Μουσολίνι είναι σήμερα πρωθυπουργός της Ιταλικής μπότας.

    Ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι αυτή η μάλλον «αντιφατική» κάπως, καλλιτεχνική έντονη και ανεξάρτητη προσωπικότητα ίσως είναι στην σύγχρονη ιστορία των Ιταλικών γραμμάτων- (δεν αναφερόμαστε στις παλαιότερες γενιές των κλασικών μορφών Πετράρχης, Δάντης, Λεοπάρντι, σύγχρονων ποιητών Τζιουζέπε Ουγκαρέττι, δραματουργών Λουίτζι Πιραντέλλο, Εντουάρντο ντε Φίλιππο κλπ)- η πιο γνωστή στο ελληνικό κοινό φυσιογνωμία αλλά και αυτή που συνδέθηκε με την πολιτική κατάσταση της σύγχρονης Ελλάδας τον προηγούμενο αιώνα. Μετέφρασε στα ιταλικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, έγραψε πρόλογο για τα ποιήματα του Αλέξανδρου Παναγούλη, δημοσίευσε άρθρα ενάντια στην επταετία (1967-1974), έπεισε την ελληνίδα Μαρία Κάλλας να γίνει μέρος των γυναικείων κινηματογραφικών πορτραίτων του σε ταινίες του. Και φυσικά, μέσω των σπουδών του και της κλασικής του παιδείας, γνώστης των αρχαίων ελληνικών τραγωδιών και των μυθικών συμβολισμών τους γύρισε ταινίες με θέματα παρμένα από την αρχαία ελληνική κλασική δραματουργία με μεγάλη επιτυχία. Κινηματογραφικά έργα που αγαπήθηκαν από το ελληνικό κοινό που άντεξαν στον χρόνο και σηματοδότησαν ένα άλλο αισθητικής ρεύμα στην παγκόσμια κινηματογραφική βιομηχανία. Δεν θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με τους ταινιοκριτικούς που υποστηρίζουν ότι όλες οι ταινίες που γύρισε έχουν την ίδια κινηματογραφική ποιοτική αξία, ορισμένες του προκαλούν ακόμα και σήμερα ερωτηματικά για το τι ήθελε να μας μιλήσει και αν υπήρξε ορθή η οπτική του ερμηνευτική και προβληματισμός όπως πχ. η σκληρή ταινία του «Σαλό». Το γενικό όμως κινηματογραφικό του πλαίσιο είναι θετικό παρά τις ελάχιστες «κοιλιές» επαναληπτικές του εμμονές και αντισυμβατικό βλέμμα. Σίγουρα πάντως, σε σχέση με άλλους Ιταλούς σκηνοθέτες του Νεορεαλισμού, είναι ο κύριος κινηματογραφικός εκφραστής που διαπραγματεύτηκε με επιτυχία, σεβασμό, ειλικρίνεια και γνώση τα αιώνια θέματα και  ψυχολογικούς «μύθους» της Αρχαίας Τραγωδίας.  Είναι τεράστια η Ελληνική Βιβλιογραφία του Πιέρ Παζολίνι στα Ελληνικά. Τις προηγούμενες δεκαετίες μετέχοντας σε αφιερώματα περιοδικών από προσωπικές μας έρευνες και ενασχολήσεις κατορθώσαμε να διασώσουμε ένα μάλλον αρκετά μεγάλο μέρος των άρθρων και δημοσιευμάτων στον ελληνικό τύπο και τα περιοδικά, έχοντας παρακολουθήσει όπως φαίνεται όλες τις ταινίες του, είτε στις κινηματογραφικές αίθουσες, είτε στην δημόσια ή ιδιωτική τηλεόραση, είτε σε cd. που έχουν προσφέρει κατά καιρούς ελληνικές εφημερίδες. Και φυσικά,  δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε στις μέρες μας το Διαδίκτυο στο οποίο μπορεί να βρει κανείς στοιχεία για ταινίες του Πιέρ Πάολο Παζολίνι ή να παρακολουθήσει αρκετές από αυτές. Ενώ πανεπιστημιακοί, μεταφραστές, λογοτέχνες και κινηματογραφόφιλοι μετέφρασαν εκ νέου τίτλους πεζών του, ποιημάτων του και κειμένων του πάνω στην τέχνη και τεχνική του κινηματογράφου. Τόσο η Εργογραφία όσο και η Βιβλιογραφία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι είναι ανοιχτή-ευτυχώς- ακόμα και διαρκής. Κάτι, που κάνει τους όποιους ενδιαφερόμενους να έχουν πλέον στις ημέρες μας μια επαρκή πλήρη εικόνα της παρουσίας και του έργου της ελεύθερης αυτής καλλιτεχνικής πολιτικοποιημένης παγκόσμιας προσωπικότητας που τάραξε τα κατεστημένα πολιτικά και κοινωνικά, και ερωτικά νερά της εποχής του, δημιούργησε έχθρες αλλά και πολλούς θαυμαστές έκτοτε. Στην Ιταλία υπάρχει ίδρυμα που έχει συγκεντρώσει την καλλιτεχνική και πνευματική προσφορά του, διαδίδει το έργο του παγκοσμίως και διοργανώνει συνέδρια, ομιλίες, διαλέξεις εις Μνήμη του.

       Και κάτι επί Προσωπικού

Φανατικός κινηματογραφόφιλος (θα τολμούσα να έγραφα από τα γεννοφάσκια μου) ο ιταλός σκηνοθέτης Πιέρ Πάολο Παζολίνι μπήκε στην ζωή μου σχεδόν αμέσως μετά την μεταπολίτευση του 1974 στην Ελλάδα. Η τότε ελληνική ασπρόμαυρη τηλεόραση με τα δύο κανάλια της, μας εισήγαγε από πολύ νωρίς στην τέχνη της έβδομης τέχνης με τις ξένες ταινίες που πρόβαλλε. Ήταν η ψυχαγωγία μας την περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας. Έφηβος ακόμα, πριν κλείσω τα 18, όταν άρχισα να ανοίγω τα φτερά των πολιτιστικών μου ενδιαφερόντων είχα παρακολουθήσει δύο ταινίες του σε κινηματογραφική αίθουσα της Αθήνας. Μετά από τόσες δεκαετίες, δεν θυμάμαι αν είδα πρώτη την ταινία του «Θεώρημα» ή «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», όπως και νάχει, η ευχαρίστηση, η χαροποιός ταραχή, η έκπληξη και η μαγεία που ένιωσα και η εντύπωση που αποκόμισα παρακολουθώντας τα πρώτα αυτά Παζολινικά αριστουργήματα έχει αποτυπωθεί βαθειά στην συνείδησή μου. Η φαντασία ενός νέου «κουλτουριάρη», τρομάρα του, με τις ιδιαίτερες σωματικές και πνευματικές ευαισθησίες και καλλιτεχνικά γούστα, που άρχιζε να γνωρίζει δειλά-δειλά την πολιτιστική πιάτσα της εποχής του σημαδεύτηκε δυναμικά από την μαγεία του φακού της κινηματογραφικής τέχνης, ιδιαίτερα τις ποιοτικές ταινίες στις οποίες ανήκουν κατά κοινή αποδοχή οι ταινίες του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, του Σεργκέι Αιζενστάιν, του Παραντζάνοφ, του Βισκόντι. Οι κλασικές ταινίες των παιδικών και εφηβικών μας χρόνων, Σαρλώ, Χοντρός-Λιγνός, Μπάστερ Κήτον, Τσίτσο και Φράνκο, η Μαίρη Πόπινς, οι ιταλικές ταινίες γουέστερν «σπαγγέτι», τα πολύωρα σινεμασκόπ επικά έργα με θέματα από την ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία και ιστορία, (ο Μασίστας, η Οδύσσεια, η Ιλιάδα, οι Τελευταίες Ημέρες της Πομπηίας, ο Σπάρτακος, ο Καλιγούλας κ. ά.) οι θρησκευτικές υπερπαραγωγές οι Δέκα Εντολές, ο Χιτών, τα γαλλικά αριστουργήματα Η Γέφυρα των Στεναγμών, οι Τρείς Σωματοφύλακες, οι Άθλιοι, Ο Αρχισηδηρουργός, τα αμερικάνικα γουέστερν Ο Καλός ο Κακός και ο Άσχημος, Μονομαχία στο Ελ Πάσο, Για ένα Τρύπιο Δολάριο, οι ταινίες του Δράκουλα με τον Κρίστοφερ Λη, τέλος, η ταινία Σούπερ Σταρ Υπέρλαμπρο Άστρο (το έχω δει πάνω από 30 φορές), για να μνημονεύσω μόνο ταινίες του ξένου παγκόσμιου ρεπερτορίου, είχαν προετοιμάσει την αγάπη μας για τον κινηματογράφο και καλλιέργησαν την αισθητική μας. Επηρέασαν και τροφοδότησαν την καλλιτεχνική μας πρόθεση, ενδιαφέρον και πορεία. Ο ελληνικός και παγκόσμιος κινηματογράφος ήταν αυτός που πρώτος καλλιέργησε την ευαισθησία μας, διέπλασε την αισθητική μας, διαμόρφωσε το βλέμμα μας, εδραίωσε την πεποίθησή μας για τον άμεσο ρόλο και την σχέση της Τέχνης με την Πολιτική, δηλαδή με τα καθημερινά προβλήματα της Κοινωνίας. Οι ταινίες του ρώσου σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν, οι πολιτικές ταινίες του δικού μας Κώστα Γαβρά, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, (ένα ιστορικό πανόραμα της ήττας και των Ιδεολογικών διαψεύσεων, των βασάνων της αριστεράς) τι άλλο απεικονίζουν παρά την πολιτική και οικονομική διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Ο σκηνοθετικός τους εστιασμός είναι μία ανελέητη κριτική της αστικής δημοκρατίας, της μεγαλοαστικής τάξης, των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών θεσμών του καπιταλιστικού ή του κομμουνιστικού συστήματος αντίστοιχα της εποχής τους. Οι ταινίες του Λουκίνο Βισκόντι με τα αιθέρια μαγευτικά πλάνα, τα ονειρικά εσωτερικά και εξωτερικά σκηνικά του, τον διάκοσμό του, μπορεί να σε αφήσουν αδιάφορο αν έχεις παρακολουθήσει έστω και μία ταινία του ιταλού σκηνοθέτη; Οι έντονες μυρωδιές των λουλουδιών του ακόμα διαχέονται στον χώρο. Οι οντολογικές και φιλοσοφικές ταινίες του θεολόγου σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν τι άλλο είναι παρά μία αδυσώπητη κριτική απέναντι στην προτεσταντική ηθική, τον εφαρμοσμένο κοινωνικά χριστιανισμό και χριστιανική ηθική των παιδικών και οικογενειακών του χρόνων. Οι ταινίες του Μπέργκμαν όπως και του Καρλ Ντράγιεφ δεν είναι η σύγχρονη ερμηνεία της χριστιανικής θρησκείας και παράδοσης στον αιώνα που πέρασε; Οι ταινίες του γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ δεν αποτελούν την σύγχρονη πηγή κριτικής απέναντι στον φασισμό της εποχής μας, την ανάδειξη των προβλημάτων των εργατών μεταναστών, του ρατσισμού απέναντι στις ερωτικά και σεξουαλικά μειονότητες; Οι ταινίες του Παζολίνι ανήκουν σε αυτές τις κατηγορίες της έβδομης τέχνης. Στα κινηματογραφικά εκείνα είδη και υφής έργα που τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι κοινά, παγκόσμια, αφορούν τα μεγάλα σύνολα των κοινωνιών. Ο Κινηματογράφος μάλλον, περισσότερο από την τέχνη του μυθιστορήματος ή το ποιητικό γεγονός έδρασε και διέπλασε καταλυτικά τις ανθρώπινες συμπεριφορές, αντιδράσεις, τον χαρακτήρα του σύγχρονου μοντέρνου ανθρώπου του 20ου και 21ου αιώνα. Ο κινηματογραφικός ήρωας αποτυπώνεται ευκολότερα στο μυαλό του θεατή παρά του αναγνώστη. Οι μυθιστορηματικοί ήρωες του ρομαντικού επαναστάτη Βίκτωρος Ουγκώ μάλλον, «αγαπήθηκαν» ή έγιναν γνωστοί και οικείοι από τις ερμηνείες του Ζαν Γκαμπέν, παρά από την ανάγνωση των δύο τόμων του έργου στα ελληνικά. Η ερμηνεία της Γκρέτα Γκάρμπο στην ταινία Βασίλισσα Χριστίνα έμεινε θρυλική στην γνωριμία μας με το σουηδικό βασιλικό λάβ στόρι. Η αμερικανίδα Κάθριν Χέμπορντ ερμήνευσε δραματικά και ανεπανάληπτα το ρόλο της Εκάβης στην κινηματογραφική μεταφορά της τραγωδίας Τρωάδες του Μιχάλη Κακογιάννη και έκανε ακόμη περισσότερο αγαπητή την δυστοτόκο Βασίλισσα των Τρώων. Η Ρόμι Σνάιντερ ως Βασίλισσα Σίσσυ, έγινε το ρομαντικό παραμύθι κάθε ερωτευμένης κορασίδας. Ο Ρον Στάιγκερ στο ρόλο του Μεγάλου Ναπολέοντα ανεπανάληπτος. Ο Μάρλο Μπράντο στην Αποκάλυψη Τώρα κλασικός όπως και στο «Νονό». Η Γκλέντα Τζάκσον  στην Βασίλισσα Ελισάβετ, (δύο φορές την είδαμε στο «Αττικόν» του Πειραιά) ο Ζεράρ Ντε Παρτιέ στον Δαντών αξέχαστος, οπτικοί εν κινήσει πρωταγωνιστές δεν μας φώτισαν ανετότερα ιστορικές πτυχές των προηγούμενων αιώνων και του 20ου  Αιώνα; Δεν ψυχογράφησαν με μεγαλύτερη άνεση και μαεστρία πορτραίτα ηρώων, ιστορικών και πολιτικών προσωπικοτήτων και επαναστατών, ανθρώπων του πνεύματος και της Τέχνης, βλέπε Λέων Τρότσκι, Εμιλιάνο Ζαπάτα, Τσε Γκεβάρα, Ρασπούντι, Μαρία Στιούαρτ, Ρισελιέ,  Ελευθέριος Βενιζέλος, Νίκος Μπελογιάννης, Αρθούρος Ρεμπώ, Καραβάτζιο, Ρέμπραντ, Βαν Γκογκ, Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Λουδοβίκος ο Β’ της Βαυαρίας κλπ. Η ιστορία του κινηματογράφου δεν είναι παρά μία συλλογική περιπέτεια και συνεργασία ταλαντούχων ατόμων στην επιθυμία τους να εικονογραφήσουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου, να φωτίσουν τις κρυφές στοές της ψυχής και της προσωπικότητας του ανθρώπου. Είναι παγκόσμιος, λαϊκός, μοντέρνος, αντισυμβατικός, ανεξάρτητος, προοδευτικός, έχει την δική του πρόταση αισθητικής και ανάλυσης και ερμηνείας των θεμάτων που απασχολούν την Κοινωνία, τους πολίτες μιάς πολιτείας και ενός κράτους σε όλες τις περιόδους της ιστορίας τους. Ο Κινηματογράφος είναι μία άλλη όψη πολιτικής κριτικής και συλλογικής συμμετοχής των ανθρώπων στα κοινά.

     Οι ταινίες του Πιέρ Πάολο Παζολίνι ανεξάρτητα από τον βαθμό της καλλιτεχνικής τους αξία, την ποιότητα της τεχνικής τους, την σκηνοθετική εξάντληση του ποιητή σκηνοθέτη (όπως διακρίνουμε σε ορισμένα έργα του) την σπουδή τους σε σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, την αριστερή του ματιά, την διαπραγμάτευση αρχαίων ελληνικών θεμάτων, είναι αν τις εξετάσουμε εν συνόλω, ταινίες καταγγελίας του πολιτικού συστήματος της εποχής του. Τα έργα του κινούνται με μία λεπτή ισορροπία μεταξύ λαϊκού και έντεχνου. Λαϊκότητας και Λογιοσύνης αντισυμβατική ρητορική. Την άποψη αυτή την στηρίζουμε ανάμεσα στα άλλα στοιχεία και στο εξής. Ευφυής καλλιτέχνης και αριστερός διανοούμενος ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι χρησιμοποίησε στις ταινίες του ηθοποιούς-πρόσωπα όχι μόνο του λεγόμενου κινηματογραφικού ιταλικού πανθέου, όπως η κλασική Άννα Μανιάνι, η Συλβάνα Μαγκάνο, η δική μας Μαρία Κάλλας αλλά, εκπαίδευσε και καθοδήγησε σκηνοθετικά απλούς ιταλούς της αγροτικής επαρχίας, άγνωστα λαϊκά παιδιά και ιταλούς άντρες και γυναίκες και τους έκανε διάσημους, λαϊκές φυσιογνωμίες κατοίκων των χωρών που γύριζε τις ταινίες του. Ανέδειξε την αυθεντικότητα του χαρακτήρα τους, την αθωότητα και πονηρία των επιλογών τους, την αγραμματοσύνη τους, τον μπρούτο ερωτισμό τους, την ιερότητα της ματιάς τους, την παράδοσή τους πριν τους διαβρώσει ο καπιταλιστικός καταναλωτισμός. Ο Παζολίνι δημιούργησε με τις ταινίες του μία σύγχρονη ταξική και εργατική πινακοθήκη της Ιταλίας τον προηγούμενο αιώνα. Πάτησε σε δύο βάρκες. Της ιερής λαϊκότητας και της μορφωμένης λογιοσύνης. Αυθεντικός αλλά και προκλητικός. Ασυμβίβαστος αλλά και ανεξέλεγκτος ερωτικά, καταγγελτικός αλλά και λάτρης της δημοσιότητας. Ήταν ιδιαίτερα, τις δύο τελευταίες δεκαετίες πριν την δολοφονία του στο κέντρο της επικαιρότητας της χώρας του. Τσιγκλούσε με βία συνειδήσεις και άτομα δίχως να τον ενδιαφέρουν οι όποιες συνέπειες. Από ταινία σε ταινία αγωνίστηκε να σχηματίσει το πορτραίτο του με τις φωτεινές και σκοτεινές σκιές του. Πέτυχε να συγκεντρώσει τα φώτα της δημοσιότητας πάνω του, στα γραφόμενα και λεγόμενά του, περισσότερο ίσως από τις ίδιες του τις κινηματογραφικές ταινίες. Με τις ταινίες του ήθελε μάλλον από ένα σημείο και έπειτα να καθοδηγεί ιδεολογικά τους θεατές του παρά να καλλιεργεί το αισθητικό τους κριτήριο, ήταν συνέχεια της συγγραφικής του παραγωγής. Επέλεξε να παίξει ένα επικίνδυνο παιχνίδι στην προσωπική του ζωή και στις πολιτικές αντιδράσεις του καλυπτόμενος ίσως, ή θεωρώντας ότι η πνευματική του παρουσία και καλλιτεχνική προσφορά στους Ιταλούς και την εργατική της τάξη θα έκανε τους άλλους να παραβλέψουν τις ακραίες και επικίνδυνες συμπεριφορές του. Ότι θα του συγχωρήσουν το επικίνδυνο ρίσκο των ατομικών του επιλογών. Ο βίος του μπλέχτηκε αναπόσπαστα με την κινηματογραφική του τέχνη. Έφυγε πολύ νωρίς και άδικα.  Ταινίες όπως Μάμα Ρόμα, Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Θεώρημα, Μήδεια, Μικρά και Μεγάλα Πουλιά, και με ερωτηματικά το Σαλό, είναι έργα που ανήκουν στην θετική ιστορία και διαδρομή της έβδομης τέχνης. Η φιλοδοξία του για μεγαλύτερη αναγνώριση και βράβευση της κινηματογραφικής του δημιουργίας δεν επιτεύχθηκε όσο επεδίωξε. Έμεινε μέσα στα κινηματογραφικά σύγχρονα πλαίσια του Ιταλικού κινηματογράφου του καιρού του. Ένας σκηνοθέτης μεταξύ των άλλων ιταλών του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα. Ο Παζολίνι σκιαμάχησε με πραγματικούς και φανταστικούς «ανεμόμυλος». Εγκλωβίστηκε μέσα στα προσωπικά του αδιέξοδα προσπαθώντας να δώσει μορφή και φόρμα στο ερωτικό του πρόσωπο. Ακραίες κοινωνικές επιλογές του ενόχλησαν, επικίνδυνοι τρόποι ζωής του τον έφεραν σε αδιέξοδο. Ο καλλιτέχνης και αντιφασίστας, ο αντισυμβατικός διανοούμενος, η αιρετική φωνή σκιάστηκε από την τάση του να γευτεί ότι πιο άγριο και ακατέργαστο, πρωτόγονο, κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή και συνείδηση. Η πνευματική του προσφορά, η πολιτικά αγωνιστική του διαδρομή δεν θα τον έφερναν σε πλεονεκτικότερη θέση στα στέκια που τριγυρνούσε και αυτό δεν το κατανόησε. Αντίθετα, μάλλον, ο εύκολος πλουτισμός ήταν εύκολο και δελεαστικό δόλωμα  των λαϊκών τάξεων νέων σε ηλικία που «αγιοποίησε» στα έργα του. Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα  της Ιταλίας τον ξεπέρασε, τον άφησε πίσω, ο ίδιος ήθελε να υπερβεί τα επιτρεπτά όριά συμμετοχής του στα κοινά με αποτέλεσμα τα γνωστά φρικτά αποτελέσματα της δολοφονίας του. Αυτό που ονομάζουμε γενικά Σύστημα δεν υποκύπτει ποτέ στις πολιτικές ονειροφαντασίες ενός επαναστάτη, ούτε στην γραφίδα ενός διανοούμενου ή την καλλιτεχνική ματιά του, τον θυσιάζει, τον καταστρέφει, τον τσακίζει για να κατακτήσει το πολυπληθέστερο καταναλωτικό πλήθος με όποιο κρυφό ή φανερό αποτέλεσμα. Το καταναλωτικό σύνολο κινεί την Ιστορία και όχι η μονάδα. Η μονάδα ταράσσει για λίγο και τυχαία τις ισορροπίες της πολιτικής και κοινωνικής ευταξίας μέχρι να γαληνεύσουν οι ταραχές των διαφόρων αγορών, ιδεολογικών και οικονομικών. Ο αμφισβητίας του συστήματος είναι πάντα ο αμνός που θα θυσιαστεί δήθεν για το καλό όλων, μέσα στην Ιστορία που ανακυκλώνει τα αδιέξοδά της αδιαφορώντας για τους πάντες και τα πάντα. Και φυσικά για ευαίσθητους και ρομαντικούς καλλιτέχνες.

Στη μνήμη του ομοφυλόφιλου ποιητή και σκηνοθέτη ένα μικρό στιγμιότυπο της περασμένης μνήμης μας. Συλλογιζόμενοι εντέλει, ποιοι είναι πιο επικίνδυνοι, οι Άνθρωποι, επικίνδυνη είναι η Μνήμη ή η Τέχνη που συγκρατεί και συγκροτεί τον πόνο, την θλίψη, την πίκρα της βιωματικής εμπειρίας σε λέξεις, φράσεις, προτάσεις, γραφή.

    Πάνε χρόνια που συνάντησα σε έναν χώρο δύο αδέρφια τα οποία είχαν γεννηθεί και κατοικούσαν σε χώρα της Αφρικής από Έλληνες γονείς που ζούσαν και εργάζονταν στην Μαύρη Ήπειρο. Μορφωμένα και σπουδαγμένα ελληνόπουλα, επιστήμονες, έρχονταν κατά διαστήματα στην Ελλάδα. Μία γνωριμία και μία συζήτηση που ακόμα δεν λέει να φύγει από την μνήμη μου, παρά τις τόσες δεκαετίες που έχουν περάσει. Τα δύο αδέρφια μου εξομολογήθηκαν το εξής: Ο ένας αδερφός δεν ήταν ομοφυλόφιλος ο άλλος ήταν. Στην Αφρική που ζούσε η οικογένειά του τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα στην γενικότερη χριστιανική ανατροφή τους. Καθώς η συζήτηση μεταξύ μας αποκτούσε ανθρώπινο, θερμό ενδιαφέρον και ανταλλαγή ομοφυλόφιλων εμπειριών μου είπε ο ένας από τους αδερφούς. «Οι γονείς μας όταν πληροφορήθηκαν ότι εγώ ήμουν ομοφυλόφιλος για να με τιμωρήσουν με έβαλαν σε ένα ξύλινο κλουβί και με κρέμασαν από τα κλαδιά ενός δέντρου, προς φρονηματισμό». Συγκλονιστική όσο και φρικτή οικογενειακή εικόνα ηθικής «διαπαιδαγώγησης» των νεαρών ελλήνων, πρακτικές εφαρμόσιμες και απάνθρωπες της ελληνικής κοινωνίας και μάλιστα του εξωτερικού. Ήταν τέτοιο το σοκ όταν άκουσα τον άγνωστό μου φίλο να μου εξομολογείται το τι τράβηξε από την «αγία χριστιανική- ορθόδοξη ελληνική οικογένεια» που, δεν ήθελα να τον πιστέψω, και ζήτησα από τον αδερφό του να μου επιβεβαιώσει τα λεγόμενα. Το ίδιο μου απάντησε και ο αδερφός του για δικά του παιδικά- εφηβικά, όχι ερωτικά παραπτώματα. Τα δύο αδέρφια μεγάλωσαν, ο ένας αδερφός έκανε την δική του οικογένεια, ο άλλος συζούσε με έναν ερωτικό του σύντροφο αλλά δεν διατήρησαν σχεδόν καθόλου επαφή με την οικογένειά τους. Τα τραύματα που τους προκάλεσαν δεν τα ξεπέρασαν ποτέ. Είναι η πρώτη φορά που εξομολογούμαι αυτήν την νεανική μου ανάμνηση μια και έχει αποτυπωθεί μέσα μου τόσο έντονα που δεν θα με εγκαταλείψει ποτέ. Το κάνω για όλους αυτούς που δημόσια μας αναθεματίζουν, μας καταριούνται, μας βρίζουν, μας σπιλώνουν, μας αποκλείουν, ή άλλες φορές και βιαιοπραγούν εναντίον των ομοφυλόφιλων και μάλιστα, κοκορεύονται ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, καθολικοί, προτεστάντες, ευαγγελιστές ή άλλων θρησκευτικών δογμάτων πιστοί της παράδοσης και μιας Εκκλησίας που διδάσκει λένε την «αγάπη», την «αλληλεγγύη» και άλλα μεγάλα ανέξοδα λόγια. Αρκεί φυσικά να μετανιώσεις για τις αμαρτίες σου. Αλήθεια, όλοι αυτοί έχουν μετανιώσει για τις δικές τους αμαρτίες και συμπεριφορές, δεν νομίζω. Γιατί, αν το είχαν πράξει θα είχαν πιο ανθρώπινο χαρακτήρα και συμπεριφορά. Η Ελληνική Ιστορία και πολιτισμική- πνευματική παράδοση μας φανερώνει και μας δηλώνει ότι ο Ελληνισμός και η πατρίδα μας στην διαχρονία τους δεν είναι ένα ενιαίο σώμα. Είναι ένα μωσαϊκό αντίθετων θεωριών και ιδεολογιών ζωής πίστη, βιωμένων διαφορετικών εμπειριών και προσωπικών καταστάσεων αλήθειας που οφείλουμε να το αποδεχτούμε ως την μόνη πραγματικότητα. Το Μαρτυρολόγιό τους είναι διαφορετικό από το δικό μας. Οι μεν κριτές μας ελέγχουν τους αρμούς της εξουσίας και έχουν την συμπαράσταση της οικονομικής εξουσίας  και τα πολιτικά συντηρητικά κονέ τους από την μία, και από την άλλη Εμείς ως σκλαβωμένο και βασανισμένο μέλος του Ελληνισμού. Πάμφτωχοι, ρακένδυτοι, άνεργοι, άρρωστοι, ανέστιοι, βασανισμένοι και άθεοι. Και όποιος αντέξει σ' αυτήν την ζούγκλα των….

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

3 Νοεμβρίου 2026

Ευτυχώς δεν βρέχει αν και όλα είναι μούσκεμα.                        

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Για την ταινία ΘΕΟΦΙΛΟΣ του Λάκη Παπαστάθη

 

Ποιητικό Αγιολόγιο

        ή

Μνήμη ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

 (2/11/1911-18/3/1996)

«…Αποφασισμένος ο Θεόφιλος να πολεμήσει, αλλ’ απ’ την άλλη όψη των πραγμάτων, ακριβώς όπως κι οι ποιητές, φροντίζει από μιάς αρχής να οργανώσει τη ζωή του με τέτοιον τρόπο που ν’ αντέχει σ’ όλων των ειδών τις αντιξοότητες. Σάμπως μιά μυστική φωνή να του δίδαξε ότι η ελευθερία είναι πάντοτε μιά σχέση αντίστροφα ανάλογη ανάμεσα στον πλούτο των υλικών αγαθών και στον πλούτο της ψυχής, περιορίζει τις πραχτικές του ανάγκες στο ελάχιστο. Ένα πιάτο φαί, ένα ρούχο, ένα σελάχι με μπογιές. Κι εκτείνει τις παρορμήσεις του τις ψυχικές σ’ ένα μήκος απέραντο ζωγραφικών οραμάτων. Έτοιμος να πορευτεί μέσα στη γενική χλεύη, που κάτι του λέει ότι δε θ’ αργήσει να ‘ρθει. Και πραγματικά, αν είναι αληθινές οι μαρτυρίες που έχουμε, ο γλυκύτατος αυτός άνθρωπος χρειάστηκε, όχι λίγες φορές, ν’ αντιμετωπίσει την βαναυσότητα.

          Το έκανε με το συνηθισμένο του τρόπο, να μην ανοίγει διάλογο αλλά ν’ αφήνει τις ζωγραφιές να μιλούν για λόγου του. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί μέσα του αυτόματα κι εκδηλώνεται κάποτε με τη χάρη αλλά και την επιμονή ενός πείσματος παιδικού. Τον κορόιδεψαν, τον γιουχάισαν, κάποτε έφτασαν και να τον πετροβολήσουν. Κι η απόκρισή τους ήταν ένας Καραϊσκάκης, δυό φορές πιό μεγάλος από τον Άι- Γιώργη, «εν ξιφήρεις» όπως έγραφε ο ίδιος από κάτω. Του πετούσαν ένα πιάτο με αποφάγια, οι κοπέλες, χαχανίζοντας. Κι εκείνος ανιστορούσε για χάρη τους τα πάθη του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. Με το πρώτο σήμα κινδύνου, είχε το προσκλητήριό του έτοιμο. Κι ολάκαιρη τότε η παρακαταθήκη των Ηρώων και των Αγωνιστών έμπαινε σε κίνηση, με τ’ αλόγατα, με τα δέντρα, με τα ποτάμια, έτοιμη ν’ απολογηθεί για λογαριασμό του. Ήταν άλλωστε η Φύση και ο Ήρωας, τα δυό μοναδικά πράγματα που καμιά δύναμη δεν μπορούσε να του αφαιρέσει. Το ένστικτό του ήξερε που τον οδηγούσε όταν τον έβαζε, μικρό παιδί, να παίρνει τις ερημιές ή να σκαλίζει τις φυλλάδες των γραμματισμένων.

   Στο φτωχικό καμαράκι όπου ξεψύχησε, δεν βρέθηκε παρά μιά μικρή κασέλα ζωγραφισμένη κι αυτή απ’ όλες τις μεριές-λες και δεν ήταν τρόπος να ησυχάσει αν έμενε κάποιο κενό γύρω του αζωγράφιστο- με τριανταφυλλιές παραστάσεις επάνω σε γαλαζοπράσινο φόντο. Και μέσα, όλο το βιός του, ένα κεράκι, ένα σελάχι, δυό- τρία εσώρουχα και άλλα τόσα βιβλία. Κι ακόμη κάτι: το προσωπικό του σημειωματάριο. Ένας τόμος χοντρός από συρραμμένα λογής φύλλα που τα γέμιζε με παράξενα σχέδια κι αντιγραφές από αγαπητά διαβάσματα. Καθώς τον ξεφυλλίζω αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να μη θυμηθώ με πόση  ευλάβεια τον περιέσωσε και τον έφερε ένα βράδυ στη Μυτιλήνη, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.

   Με τριών ειδών μελάνια, μπλε, βιολεττί και κόκκινο, ο Θεόφιλος, ανθολογεί εκεί μέσα σκόρπια και ανάκατα, όσα η δίψα του για μάθηση μπόρεσε να συνάξει……». σ.214-215

          Οδυσσέας Ελύτης, ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ, εκδ. ΑΣΤΕΡΙΑΣ, Αθήνα 1974, σελ. 516, δρχ. 400. [ Π ΖΩΓΡΑΦΟΣ  ΘΕΟΦΙΛΟΣ, σ. 207-251. Κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό βιβλίο από τον εκδοτικό οίκο «Αστερίας» και στη σειρά Ο νέος ελληνικός μύθος μαζί με 16 έγχρωμες εκτός κειμένου εικόνες του ζωγράφου, τον Δεκέμβριο του 1973. Ένα μικρό μέρος είχε δημοσιευθεί  με τον τίτλο «Η αισθητική και συναισθηματική καταγωγή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ» στο περιοδικό ‘’Αγγλοελληνική Επιθεώρηση’’ Τόμος 3ος, Αρ. 1, Μάϊος 1947].  

Θ Ε Ο Φ Ι Λ Ο Σ

του Λάκη Παπαστάθη

ΛΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ

     ΘΕΟΦΙΛΟΣ

   του Βασίλη Ραφαηλίδη

   Η ζωγραφική δεν ανήκει στα πιο ζωηρά ενδιαφέροντά μου. Και νομίζω πώς ούτε ο Λάκης Παπαστάθης ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη ζωγραφική.

  Δηλώνω λοιπόν αναρμόδιος να κρίνω σα ζωγράφο τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1868-1934). Αναρμόδιος, επίσης, για μια έγκυρη προσέγγιση της ζωγραφικής του Θεόφιλου δηλώνει έμμεσα (δια της ταινίας του) και ο Παπαστάθης. Δεν είναι ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος αυτός που τον ενδιαφέρει, στην ποιητική κινηματογραφική βιογραφία, (που δεν είναι ακριβώς βιογραφία), που φέρει τον τίτλο Θεόφιλος, και που θα μπορούσε, κάλλιστα, να φέρει σαν τίτλο το όνομα οποιουδήποτε άλλου καλλιτέχνη, με ανάλογο προς το Θεόφιλο ψυχισμό και συμπεριφορά. Συνεπώς, είναι τούτος ακριβώς ο ψυχισμός του ανθρώπου που έτυχε να είναι ζωγράφος, και όχι ο ίδιος ο ζωγράφος, που ενεργοποίησε τον ψυχισμό ενός άλλου καλλιτέχνη, που έτυχε να είναι κινηματογραφιστής.

   Βέβαια, θα ήταν αδύνατο να δομηθεί ένα σενάριο που κάνει συγκεκριμένες αναφορές σ’ έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, χωρίς να εκμεταλλευτεί κάποια συγκεκριμένα βιογραφικά δεδομένα. Πάντως, τα βιογραφικά δεδομένα εδώ λειτουργούν προσχηματικά. Ο θαυμασμός του σκηνοθέτη (και σεναρίστα) δεν στρέφεται τόσο προς το Θεόφιλο, όσο προς την «ναϊβιτέ» (την αφέλεια) της δημιουργικής ικανότητας,  αυτήν ακριβώς που αποτελεί τον απροσδιόριστο αρχικό πυρήνα εκείνου που ονομάζεται «ταλέντο», το οποίο είναι, βέβαια, αναγκαία προϋπόθεση για την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά από μόνο του δεν θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει στην πληρότητα της έκφρασης, που συνιστά τη λεγόμενη «Μεγάλη Τέχνη», την οποία η αισθητική αντιδιαστέλλει σαφέστατα προς την «Τέχνη». Σημειώνουμε πώς, όταν η αισθητική κάνει λόγο για «Μεγάλη Τέχνη», σε καμιά περίπτωση δεν επιχειρεί να αξιολογήσει την τέχνη. Απλούστατα, η «Μεγάλη Τέχνη» είναι όρος. Και δηλώνεται μ’ αυτόν η τέχνη που στο αφετηριακό ταλέντο μπολιάζει τη γνώση, το μυαλό, την τεχνική, και την ανάγει τελικά σε μια πολύπλοκη δομή, στην οποία το ταλέντο αρχίζει να είναι ο πυρήνας, αλλά τόσο καλά κρυμμένος πίσω απ’ τη «σάρκα», όσο και το κουκούτσι του βερίκοκου στο κέντρο του καρπού.

   Η Μεγάλη Τέχνη, που προϋποθέτει τη σύνθεση, απ’ το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα μπαίνει σε μια περίοδο παρακμής που συνεχίζεται. Είναι η εποχή που αρχίζει να προβάλλεται έντονα η «προσωπικότητα του δημιουργού», και η λέξη «δημιουργός» γράφεται, πλέον, με κεφαλαίο Δ, για να είναι σαφέστερη η παραπομπή στο Δημιουργό Θεό, που έφτιαξε, λέει, τον κόσμο εκ του μηδενός, όπως περίπου και ο καλλιτέχνης, που τώρα πια θέλει κι αυτός να δημιουργεί εκ του μηδενός, χωρίς επιρροές, και συνεπώς χωρίς γνώση. Ο απαίδευτος καλλιτέχνης γίνεται περίπου ένα ιδανικό. Και η μανιώδης αναζήτηση «λαϊκών δημιουργών» αρχίζει αυτήν ακριβώς την περίοδο. Ενώ οι λιγότερο λαϊκοί καλλιτέχνες έχουν ανάγκη απ’ τη μετάθεση των προτύπων τους πέρα και πάνω απ’ τη γνώση, στην περιοχή του «καθαρού ταλέντου», αυτού και μόνο που κατ’ ανάγκην και κατά οικονομίαν διαθέτει ο απαίδευτος λαϊκός καλλιτέχνης. Ήδη ο ρομαντισμός έχει προετοιμάσει έξοχα αυτή την κατάσταση, που δεν είναι παρά ένας εκπεσμένος στο «στοιχειώδες μίνιμουμ» ρομαντισμός.

   Στη ζωγραφική και τη μουσική, τέχνες εν πολλοίς «αστόχαστες», που μπορεί, δηλαδή, να τις υπηρετήσει κανείς με μεγάλη επιτυχία χωρίς να διαθέτει κατ’ ανάγκην και μεγάλη παιδεία, το αίτημα για μια «επιστροφή στο άδολο ταλέντο» βρήκε μεγαλύτερη απήχηση. Όμως, στην ποίηση, στον κινηματογράφο, και κυρίως στο μυθιστόρημα η Τέχνη είτε είναι Μεγάλη, είτε είναι ασήμαντη. Τα σπουδαία πεζογραφικά και ποιητικά έργα του αιώνα μας, π.χ. Η έρημη χώρα του Έλιοτ, ο Οδυσσέας του Τζόϋς. Σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου του Προυστ, και κυρίως κυριότατα, ο Δόκτωρ Φάουστους τους Τόμας Μάν, ένα κυριολεκτικά συντριπτικό στην πολυεδρικότητα και τη συνθετικότητά του έργο, είναι αδύνατον να νοηθούν και να ερμηνευτούν στη βάση του αιτήματος για επιστροφή στο «άδολο ταλέντο», αυτό που αναζητούσε ο Αντονέν Αρτώ.

   Στην Ελλάδα, το παραπάνω αίτημα το φέρνει και το επιβάλλει η «γενιά του ‘30», στην οποία οφείλει και την καθήλωσή της «στο μίνιμουμ» η ελληνική τέχνη και η ελληνική σκέψη. Κοιτάτε τι γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα γνωστό περισσότερο σαν «μανιφέστο της γενιάς του ‘30»: «Προσωπικά, ένας οποιοσδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι μ’ ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής. Είμαι σύμφωνος να τουφεκίζουν τους ληστές, μα θα έδινα πολλά για ν’ ακούσω τις εξομολογήσεις τους, ενώ η εξομολόγηση του κ. Καβάφη, σκορπισμένη σε εκατόν πενήντα ποιήματά του, δεν προσθέτει τίποτα στη γνώση μου των ανθρωπίνων παθών». Έξοχα, λοιπόν! Ο Θεοτοκάς προτιμάει τον Γιαγκούλα απ’ τον Καβάφη!!!

   Με το παραπάνω οικτρό μανιφέστο, η τεμπελιά εγκαθίσταται μονίμως στα ελληνικά γράμματα. Από δω και πέρα, όλοι θα πιάνονται από το ταλέντο, σαν από σανίδα σωτηρίας. Και  ο Παπαδιαμάντης, ο Θεόφιλος και ο Μακρυγιάννης θα γίνουν η Αγία Τριάδα των γραμμάτων και της τέχνης μας. Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε την αξία των παραπάνω, σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν αυτοί να λειτουργήσουν σαν πρότυπα, άξια να καθοδηγήσουν την Μεγάλη Τέχνη, η οποία άλλωστε δεν μπήκε ποτέ σαν θεωρητικό αίτημα στον τόπο μας, εξαιτίας της καθήλωσης στα παραπάνω «εθνικά πρότυπα», που κατεβάζουν το μέτρο σύγκρισης στο αναγκαίο μίνιμουμ του ταλέντου που, επαναλαμβάνουμε, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του στη Μεγάλη Τέχνη. (Η περίπτωση του Καβάφη, που τόσο περιφρόνησε η γενιά του ’30, είναι πολύ ενδεικτική επί του προκειμένου. Και ο συνεχιζόμενος διωγμός του Καζαντζάκη, του μόνου Έλληνα δημιουργού που αυτοδίκαια ανήκει στη Μεγάλη Τέχνη, είναι μια ντροπή που δύσκολα θα την αποβάλλουμε).

   Η γενιά του ’30, προετοιμάζει το κίνημα των νεορθόδοξων. Και το κίνημα των νεορθόδοξων συγχέεται σήμερα μ’ ένα αισθητικό λαϊκισμό, τύπου Σαββόπουλου. Τούτος ο λαϊκισμός αμφισβητεί τα πάντα, κι ως εκ τούτου μπορεί να εμφανίζεται σαν «προοδευτική» τάση. Αμφισβητεί τα πάντα, πλην φυσικά της «ελληνικής ψυχής», που κανείς, βέβαια, δεν μπόρεσε να μας πει σε τι ακριβώς συνίσταται. Οι απόγονοι της γενιάς του ’30 είναι πιο αγράμματοι απ’ τους πνευματικούς προγόνους τους. Και πιστεύω, ενσυνείδητα απατεώνες. Τουλάχιστον η γενιά του ’30 έχει το άλλοθι του κουρασμένου από τις δύσκολες περιπλανήσεις στην ευρωπαϊκή σκέψη που, ωστόσο, τη γνώριζε καλά. Ενώ τούτοι εδώ επαναφέρουν την τυπικά ορθόδοξη πνευματική οκνηρία και την προτείνουν σαν πνευματικό αγαθό και σαν πρότυπο. Κατά βάθος, ωστόσο, δεν τους συνδέει τίποτα με την παραδοσιακή ορθοδοξία. Που, τουλάχιστον αυτή, δεν καταφεύγει σε ανόητα ασμάτια για να εκφράσει μια εντελώς ψεύτικη διαμαρτυρία, που προκάλεσε τόση σύγχυση σ’ αυτόν τον τόπο.

   Ο Παπαστάθης δεν είναι ούτε ορθόδοξος, ούτε νεορθόδοξος, ούτε, βέβαια ανήκει στη γενιά του ’30. Είναι απλώς, ένας φανατικός θαυμαστής του «πρωταρχικού και στοιχειώδους», του «καθαρού ταλέντου», της «χαρισματικής έμπνευσης», του «αξιοθαύμαστου άλογου». Κι απ’ αυτήν την άποψη συνδέεται έμμεσα, κι ίσως ασυνείδητα, και με τη γενιά του ’30 και με το κίνημα των νεορθοδόξων.

   Όμως, αυτός έχει ένα αφοπλιστικό ελαφρυντικό: Είναι ειλικρινά έντιμος. Και άδολος, όσο τουλάχιστον ο Θεόφιλος. Ίσως είναι ο μόνος σ’ αυτόν τον τόπο που δικαιούται να μιλάει έγκυρα, και χωρίς να προκαλεί υποψίες, για την «ελληνική ψυχή», τούτη την πομφόλυγα του Ράμφου, που, σ’ αυτόν, είναι ένα ρητορικό τέχνασμα πίσω απ’ το οποίο είναι δυνατό να κρύβονται πολλά. Ενώ, πίσω από τον Παπαστάθη κρύβεται μόνο ο Παπαστάθης. Που αρνείται ωστόσο να απαγκιστρωθεί απ’ το «καθαρό και στοιχειώδες», το οποίο, κατά τον Αξελό, δεν θα επιτρέψει ποτέ στους Έλληνες να συλλάβουν την πολυπλοκότητα του κόσμου και θα ομφαλοσκοπούνται ναρκισσευόμενοι αιωνίως. Εν πάση περιπτώσει, είναι δικαίωμά του. Εμάς,  μας αρκεί το αναμφισβήτητο γεγονός πώς ο Παπαστάθης είναι όντως έντιμος, κι ότι πιστεύει με γνήσιο πάθος, που διϋλίζεται μέσα απ’ τη σχολαστικά ειδική γνώση, πως ο Θεόφιλος είναι ένας χαρακτήρας δραματουργικά σημαίνων, που θα άξιζε τον κόπο να του αφιερωθεί μια ταινία.

   Άλλωστε, ο Παπαστάθης είχε προετοιμαστεί για το εγχείρημα χρόνια πριν, με μια έξοχη τηλεοπτική ταινία για τη ζωγράφο Έρση Χατζημιχάλη, κόρη της Αγγελικής Χατζημιχάλη. (Το γεγονός πως η Χατζημιχάλη και ο Χατζημιχαήλ είναι και… χατζήδες και ζωγράφοι είναι, βέβαια, μία σύμπτωση, όμως η επιλογή και η δραματοποίηση αυτών των δύο χαρακτήρων απ’ τον ίδιο σκηνοθέτη δεν είναι καθόλου συμπτωματική. Πράγματι, υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στο Χατζημιχαήλ και την Χατζημιχάλη: το στοιχειώδες και το προνοητικό).

   Τα παραπάνω σημαίνουν πώς, όσο και να διαφωνούμε με την προβληματική του Παπαστάθη, αποκλείεται να μην του αναγνωρίσουμε τη μεγάλη του επιτυχία σαν κινηματογραφιστή σ’ αυτό το φιλμ. Η πίστη του (στον Θεόφιλο και σ’ ό,τι συνεπάγεται τούτος ο στοιχειώδης χαρακτήρας), αυτόν τουλάχιστον, τον έσωσε. Όσο για τους νεορθόδοξους ας συνεχίσουν να αναζητούν την σωτηρία τους στο Άγιον Όρος, όπου ωστόσο δεν θα τολμήσουν ποτέ να κλειστούν και να γίνουν μοναχοί. Όχι μόνο γιατί είναι «βαριά η καλογερική» κατά το δη λεγόμενον, αλλά και διότι εκεί δεν γίνονται δεξιώσεις, που σου επιτρέπουν να παριστάνεις άνετα τον κοσμικό «κοσμοκαλόγερο». (Ο Παπαδιαμάντης που  καμώνονται πως τον αγαπούν ιδιαίτερα, δεν θα τους αναγνώριζε ποτέ σαν ιδεολογικά ομοίους του).

   Ωστόσο, ο Παπαστάθης δε σώθηκε μόνο από την πίστη του στο Θεό-φίλο. Σώθηκε από την ιδιαιτερότητα, τη συνθετότητα και την πολυπλοκότητα της κινηματογραφικής αισθητικής, που απ’ την ίδια της την φύση αντιστρατεύεται το δόγμα του στοιχειώδους. (Η λεγόμενη «μίνιμαλ τέχνη» αποτελεί τάση της σύγχρονης τέχνης). Γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει «στοιχειώδης κινηματογράφος»- με εξαίρεση πάντως τα κινητοεικαστικά δοκίμια του Μακ Λάρεν, που δεν είναι ακριβώς κινηματογράφος, αλλά ζωγραφική «εν κινήσει» με υλικό φορέα το φιλμ. Ακόμα και στον πιο άτεχνο κινηματογράφο, είναι αναγκαστική η διαπλοκή των πολλών κωδίκων που συμμετέχουν στη δόμηση της ταινίας. Αυτό σημαίνει πώς ένας κινηματογραφιστής μπορεί να περιγράψει έναν στοιχειώδη χαρακτήρα σαν το Θεόφιλο, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι σαν κινηματογραφιστής-Θεόφιλος. Δεν μπορώ να φανταστώ το Θεόφιλο, όχι μόνο κινηματογραφιστή, αλλά ούτε καν θεατή του κινηματογράφου.

    Ο κινηματογράφος λοιπόν διαψεύδει την αξία και τη σημασία του «στοιχειώδους στην τέχνη». Συνεπώς, ο Παπαστάθης… διαψεύδει τον ίδιο του τον εαυτό, κάνοντας αυτήν την ταινία που, ωστόσο τον αντιπροσωπεύει απόλυτα (όπως άλλωστε, και τον Δημήτρη Καταλειφό, που η τέχνη του, όμως, του επιτρέπει την προσέγγιση της «μίνιμαλ τέχνης»). Φυσικά, πρόκειται για μια αντίφαση. Και καταλαβαίνουμε απόλυτα τον Παπαστάθη που δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει ο κινηματογράφος, αλλά η ποίηση. Παραταύτα, κάνει εδώ ένα θαυμάσιο κινηματογράφο, ακριβώς γιατί ο ίδιος ο κινηματογράφος του αφαιρεί τη δυνατότητα να προσεγγίσει τη «μίνιμαλ τέχνη» Και καθώς αγωνιά να την προσεγγίσει , φτάνει σε μια λιτότητα τόση, όση του επιτρέπει μια τέχνη που είναι αδύνατο να προσεγγίσει τη λιτότητα άλλων τεχνών.

   Ενώ, λοιπόν, ο Παπαστάθης θα ήθελε πολύ να είναι ένας κινηματογραφικός Θεόφιλος, του το αποκλείει η τέχνη που επιλέγει να εκφραστεί. Ο κινηματογράφος δεν αγαπάει τους Θεόφιλους, παρότι οι κινηματογραφιστές μπορεί να τους αγαπούν. Αν, λοιπόν, η γοητεία, κατά τον Μποντριγιάρ, είναι εκείνη η δυσκαθόριστη κατάσταση που αναδύεται απ' τη σύγκρουση αυτού που φανερώνεται κι αυτού που προσπαθεί να κρυφτεί, τότε εύκολα θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς τη γοητεία μιας ταινίας σαν το Θεόφιλο. Ο Παπαστάθης προσπαθεί να παραμείνει ταπεινός, αλλά ο αλαζονικός από τη φύση του κινηματογράφος δεν του το επιτρέπει. Ευτυχώς Μπορεί, λοιπόν, κανείς να θαυμάζει το «στοιχειώδες ταλέντο» και τη «μίνιμαλ τέχνη», αλλά όταν επιχειρήσει να κάνει κινηματογράφο θα τα ξεχάσει αναγκαστικά και τα δύο. Ίσως το παραπάνω το εξηγεί και μια παλιά παρατήρησή μου: Όσο πιο καλός χριστιανός είναι κανείς (θυμίζουμε την απαίτηση του χριστιανισμού για το «μίνιμουμ») τόσο πιο κακός θεατής του κινηματογράφου γίνεται. Αλλά και τόσο προσεγγίζει το μάξιμουμ της δυνατής αφαίρεσης σε μια τέχνη που δυστροπεί στην αφαίρεση, όταν επιχειρήσει να κάνει κινηματογράφο. (Βλέπε, για παράδειγμα, τον κινηματογράφο του Ντράγιερ και του Μπρεσόν). Ο κινηματογράφος είναι «βέβηλη» τέχνη, και δύσκολα ανέχεται την αγιότητα.

Βασίλης Ραφαηλίδης,

Εφημερίδα «ΈΘΝΟΣ» 22/11/1987.  Και στο Βασίλης Ραφαηλίδης, Ελληνικός Κινηματογράφος, Κριτική 1965-1995, εκδ. Αιγόκερως 1995, σελ. 159-163

--

ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗΣ 

ΘΕΟΦΙΛΟΣ

του Βρασίδα  Καραλή

 «Από την άλλη πλευρά της πολιτικής, ο Λάκης Παπαστάθης με τον Θεόφιλο επιχείρησε μια (κάπως άνιση) αποτύπωση της «δημώδους χρονικότητας» στον ελληνικό κινηματογράφο με βάση τη ζωή του σημαντικότερου ναϊφ ζωγράφου της χώρας. Το εγχείρημά του παρέμεινε ατελές, καθώς η ταινία απέπνεε ένα αίσθημα βουκολικής λαϊκότητας, μελοδραματικού συναισθηματισμού και σοβαροφανούς νοσταλγίας μιας προνεωτερικής εποχής, ενώ το κοινό τη βρήκε στείρα και ματαιόδοξη. Η ταινία έμοιαζε λίγο- πολύ σαν μια διαδοχή κινούμενων σχεδίων, χωρίς βάθος και προοπτική, με τον Δημήτρη Καταλειφό να ερμηνεύει το ρόλο του σχεδόν αφηρημένος.»

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ

Κεφάλαιο «Η δεκαετία του 1980: Ελπίδα και απογοήτευση» σελ. 312. Στον τόμο Β. Καραλής, Μια Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, μετάφραση: Αχιλλέας Ντελλής, εκδ. Δώμα/ βιβλία στην Αθήνα, 2023.

      ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ

Του Μήτσου Παπανικολάου

Κάποιος ξένος κριτικός, δεν θυμάμαι ποιός, είπε πώς ο συρρεαλισμός είν’ ένας καινούργιος ρομαντισμός, αν και πολύ διαφορετικός από τον πρώτο… Τα λόγια αυτά τα ξαναθυμήθηκα τελευταία, διαβάζοντας τα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη. Πραγματικά, η πιο ρομαντική διάθεση είναι χυμένη και στις τρείς μικρές πλακέτες (1) που μας δίνουν το τόσο πλούσιο σε ποίηση και τόσο αντιπροσωπευτικό για την εποχή  του έργο του νεαρότατου αυτού ποιητή.

        Υπάρχουν στην ποίηση στοιχεία αιώνια κι ακατάλυτα και τα στοιχεία αυτά ξαναγυρίζουν με τους καιρούς, μεταμορφωμένα κι αγνώριστα ίσως, μα στο βάθος πάντοτε τα ίδια. Ο συρρεαλισμός –και σ’ αυτό υπερέχει από τις προηγούμενες σχολές- απόρριψε απ’ την ποίηση όλα τα περιττά, όλα τα τεχνητά στοιχεία της και προσπάθησε να κρατήσει ό,τι πιό πολύτιμο και πιό αληθινό απ’ την ουσία της. Δημιούργησε έτσι, μπορεί να πει κανείς, μιά έκτη αίσθηση, την ποιητική, που δεν εξαρτάται από τις άλλες, μα τις έχει  σκλάβες της. Δημιουργία καθαρά ρομαντική που είχε συνέπεια τη λύτρωση των λέξεων από  τις κακιές τους σημασίες και, το σπουδαιότερο, την αποκάλυψη, μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα, μιάς χώρας άγνωστης και μεγάλης, όπου εμπόδιζαν ως τώρα την είσοδο η λογική και η γνώση.

        Ο Ελύτης ήταν από τους πρώτους στην Ελλάδα κι ο μόνος ίσως, που αποδέχτηκε το συρρεαλισμό σ’ αυτή- την ευρύτερη, νομίζω, -θεωρία του. Μερικοί άλλοι θέλησαν να τη στενέψουν για να είναι περισσότερο συρρεαλιστές, μα, μου φαίνεται, απότυχαν, γιατί αντί να δώσουν νέα σημασία στις παλιές λέξεις, έψαξαν να βρουν καινούργιες και εξεζητημένες που, γυμνές από ποίηση, κάνουν, σχεδόν, κωμική εντύπωση.

   Οι λέξεις του Ελύτη είναι οι πιό απλές, οι πιό καθημερινές, οι λέξεις της κουβέντας. Κι έτσι έπρεπε να είναι. Δεν είναι δυνατό να φανταστεί κανείς το υποσυνείδητο με λεξικά στη διάθεσή του για να βρίσκει τις λέξεις του. Μα οι καθημερινές λέξεις του Ελύτη, όχι μόνο παίρνουν χίλιες σημασίες, όχι μόνο αντηχούνε γεμάτες μουσική, μα έχουν ακόμα τη σπάνια δύναμη να μας δίνουν, με το δέσιμό τους σε φράσεις, εικόνες που κλείνουν όλη τη συγκίνηση κι όλη την ομορφιά κάποιων ονείρων. Το ποίημα «Ελένη» από τις «Σποράδες» αποτελεί αριστουργηματικό υπόδειγμα σ’ αυτό το είδος:

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μούσκεψαν τα λόγια που είχαν γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχαν μοναδικό τους προορισμό Εσένα!

Κατά που θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δεν μας λογαριάζει πιά ο καιρός

Κατά που θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας

Κι είμαστε –σα να πέρασε μέσα μας η ομίχλη-

Μόνοι ολομόναχοι, τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

  Θα έπρεπε να μπορώ να παραθέσω αποσπάσματα απ’ όλα σχεδόν τα ποιήματα του Ελύτη για να δείξω πόσο, και στις τρείς του συλλογές, πολύτιμη, εκλεκτή και-γιατί όχι; Μοναδική είναι η ποίησή του.

   Άκουσα να λένε ότι ο Ελύτης έχει επηρεαστεί από τον Ελυάρ. Δεν το βλέπω πουθενά αυτό. Εκτός από κάποια επίδραση του “Poisson Soluble” του Μπρετόν στα εφτά ποιήματα των «Προσανατολισμών» που έχουν τον τίτλο «Διόνυσος», ο Ελύτης είναι πρωτότυπος και προσωπικός. Δεν έχω την τιμή να τον ξέρω, και, όπως έμαθα, είναι σήμερα μόλις 23-24 χρόνων. Έ, ποιός άλλος ποιητής μας, κι ο μεγαλύτερος ακόμα, έγραψε στα είκοσί του χρόνια στίχους όπως αυτοί:

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ

Στο σημάδι ετούτο που παλεύει

Πάντα κοντά στη θάλασσα

Νιάτα στο βράχο επάνω, στήθος

Με στήθος προς τον άνεμο

Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος

Πού δεν είναι άλλος από άνθρωπος

Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες

Στιγμές του, με νερά τα οράματα

Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του

Ά, Ζωή

Παιδιού που γίνεται άντρας

Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος

Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται

Η σκιά ενός γλάρου.

   Πρέπει να είναι κανένας πολύ ξεχωριστός για ν’ αρχίζει με τέτοια ποιήματα, όταν οι άλλοι τραυλίζουν δεκαπεντασυλλάβους και ομοιοκαταληξίες.

        Πολλοί θα θελήσουν ίσως να ειρωνευτούν τον ενθουσιασμό μου για ένα ποιητή που κι αυτός προκάλεσε ανόητες δημοσιογραφικές ειρωνείες. Μα μου είναι αδιάφορο. Ξέρω πώς απευθύνομαι σε πολύ λίγους ανθρώπους και μόνο σ’ αυτούς θέλω να τονίσω τη μ ε γ ά λ η σημασία του Ελύτη για τη νεοελληνική ποίηση. Αυτός, και δυό –τρείς άλλοι ακόμα σύγχρονοι θα τη βγάλουν από την αντικειμενικότητά της και θα της δώσουν όλο το βάθος της και όλη την αλήθεια της, για να δημιουργήσουν μιά ποίηση με πραγματικά δική της ζωή.

        Ο Ελύτης είναι βέβαια στην αρχή ακόμα. Μά τί λαμπρή αρχή! Από τώρα κιόλας παίρνει τη θέση του πλάι στους μεγαλύτερους λυρικούς μας. Οι εικόνες του, εικόνες που διαδέχονται η μιά την άλλη γεμάτες από μιά τρυφερή νεανική νοσταλγία, γεμάτη θερινή δροσιά, εικόνες θερμές, πυκνές, εγκάρδιες, πλούσιες σε γλυκούς χρωματισμούς- δημιουργούν τον πιό καθαρό, τον πιό αγνό λυρισμό. Δεν υπάρχουν εκεί μέσα σοφές ίσως εκζητήσεις, μα ψεύτικες. Τα τοπία του Ελύτη έχουν όλη τη διάφανη και την καινούργια ομορφιά των τοπίων που τα καθάρισαν οι βροχές κι οι άνεμοι κι ακόμα των πρώτων τοπίων της δημιουργίας. Η φύση του είναι νέα και τόσο γοητευτική, σα να την αντικρίζουν για πρώτη φορά τα μάτια του παιδιού ή του κοιμισμένου. Κι εκεί μέσα ο ποιητής, παιδί κι αυτός, πλανιέται με τις πιό απόκρυφες σκέψεις του, απαλλαγμένες εντελώς από τα δεσμά της λογικής και ζητάει να βρει το «νόμισμα της ζωής», όπως λέει ο ίδιος. Περίπατος θαυμαστός που λίγοι μπορούν να τον κάνουν, όπως και λίγοι μπορούν να ακολουθήσουν τον ποιητή σ’ αυτόν.

        Δημιουργός ενός δικού του κόσμου ο Ελύτης αισθάνεται επιτακτικά την ανάγκη να ταιριάζει τους ήχους, τις συλλαβές και τις πνοές σε μιά καινούργια γλώσσα με πολύ πλατειές έννοιες, μιά  γλώσσα γεμάτη υποβολή, κίνηση και μουσική. Έτσι τα λόγια του γίνονται τρυφερά ψιθυρίσματα, εκμυστηρεύσεις, ψιθυρισμένες στο αυτί, πολύχρωμες φωνές, παλιές, νέες, γνώριμες, ξένες φωνές του πάθους και της αγάπης, φωνές της ψυχής.

        Για να μπει κανείς μέσα στην ποίηση του Ελύτη, πρέπει να αγνοήσει εντελώς τη γνώμη που έχουν πολλοί, ότι ο ποιητής γράφει για ν’ αναπαραστήσει με μορφή διαφορετική τις καταστάσεις του εξωτερικού κόσμου. Αυτοί που επιμένουν στη λογική, άς μη διαβάσουν αυτά τα ποιήματα που δεν έχουν καμιά λογική. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που παραδέχονται αυτό που γράφει ο Νοβάλις στα «Αποσπάσματά» του: «Η ποίηση είν’ εντελώς προσωπική και γι’ αυτό ούτε περιγράφεται, ούτε προσδιορίζεται. Αυτός που δεν ξέρει, που δεν αισθάνεται απ’ ευθείας τί είναι ποίηση, δε μπορεί ποτέ να σχηματίσει καμιά ιδέα της: η ποίηση είν’ η ποίηση, απέραντα διαφορετική από την τέχνη του γραψίματος. Ζητάμε με την ποίηση να δημιουργήσουμε, χρησιμοποιώντας την ίδια ως όργανο, ψυχικές καταστάσεις, μυήσεις, εικόνες. Η ποίηση ειν’ η τέχνη που εξυψώνει τα αισθήματα. Η ποίηση είν’ η αναπαράσταση του αισθήματος, του εσωτερικού κόσμου στο σύνολό του. Όσο ένα ποίημα είναι πιό προσωπικό, τόσο πιό κοντά βρίσκεται στη σημασία της ποιήσεως».

        Σ’ αυτούς τους άλλους λοιπόν, που πιστεύουν σε μιά ποίηση, στην αληθινή και στην αιώνια, είτε ρομαντισμός, είτε συμβολισμός, είτε συρρεαλισμός λέγεται, απευθύνονται τα ποιήματα του Ελύτη. Αυτοί μόνο θα ανακαλύψουν όλη τη γοητεία τους και θα καταλάβουν ότι έχουν μπροστά τους έναν Ποιητή.

        Οι πρώτοι, οι άνθρωποι που θέλουν ποίηση λογική, έχουν τα εννέα δέκατα των ποιημάτων μας. Τί άλλο θέλουν;

        Η ποίηση του Ελύτη είναι τόσο αληθινή, έχει τόση δική της ύπαρξη, ώστε, πολλές φορές, όταν μας δίνει μιά εικόνα και την παραβάλλουμε με μιά ανάλογή της από την πραγματικότητα, η τελευταία μας φαίνεται ψεύτικη. Εδώ η ποίηση ούτε αντιγράφει, ούτε μιμείται, ούτε εξωραϊζει τη φύση. Δημιουργεί ένα δικό της κόσμο, όπου όλα είναι όνειρο ή οπτασία, όπου η πραγματικότητα χάνεται κι η ζωή ξεντύνεται τα ρούχα που της φόρεσαν οι άνθρωποι για να παρουσιαστεί γυμνή, όπως την έκαναν τα χέρια του δημιουργού της.

        Μέσα στις «Σποράδες», πολύ περισσότερο από τις δύο προηγούμενες συλλογές, ο Ελύτης δίνει τη δύναμη της τέχνης του. Αγάπες, εντυπώσεις, απογοητεύσεις και νοσταλγίες, κατασταλαγμένες στο άδυτο της ψυχής, ξαναζωντανεύουν, μεσ’ από εικόνες τρομαχτικά υποβλητικές, με ένα λυρισμό που μπορεί να φέρει την ποιητική συγκίνηση ως τα δάκρυα:

Ώ νεότητα

πληρωμή του ήλιου

Αιμάτινη στιγμή

Πού αχρηστεύει το θάνατο.

        Όταν ένας ποιητής έχει τέτοιους στίχους, ξεφεύγει εντελώς από τις προσωρινές και συμβατικές σχολές και γίνεται κλασικός, έστω κι αν είναι εικοσιτριών χρόνων.    

(1)., Προσανατολισμοί (1936), Κλεψύδρα του Αγνώστου (1937). Σποράδες (1938).

Μήτσος Παπανικολάου, ΚΡΙΤΙΚΑ, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1980. Επιμέλεια: Τάσου Κόρφη, σ.67-71.

   Βρέχει στον Πειραιά. Το ταβάνι στάζει, το κρεβάτι μουσκεύει, ευτυχώς έχει φέξει. Η  Ήρα φοβισμένη από τους κεραυνούς κρύβεται στα πόδια μου. Διαβάζω τα Ποιήματα και τα Κριτικά του βασανισμένου Μήτσου Παπανικολάου όπως τα επιμελήθηκε ο ποιητής και εκδότης Τάσος Κόρφης. Πόσο προφητικός, (χωρίς εισαγωγικά) ο λόγος του, διορατική η κριτική του ματιά πάνω στις πρώτες ποιητικές εμφανίσεις του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Εύστοχες οι επισημάνσεις του, καθοριστικές στις κατοπινές ερμηνευτικές προσεγγίσεις του έργου του Ελύτη. Και, τί τιμή για ένα νεαρό να διαβάζει αυτά τα ουσιαστικά και καίρια που γράφονται για τις τρείς πρώτες συλλογές του. Η κριτική φωνή του Μήτσου Παπανικολάου για τον πρωτοεμφανιζόμενο νεαρό λυρικό ποιητή έχει αναδημοσιευθεί εκ νέου και σε άλλες σύγχρονες εκδόσεις για τον Ο. Ελύτη, όπως στην έκδοση των εκδόσεων «Άκμων», 1979. Βλέπε και Βιβλιογραφία Ο.Ε. Πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» 26/3/1938. Στην έκδοση των εκδόσεων «Πρόσπερος» σε επιμέλεια του Τάσου Κόρφη με τα «ΚΡΙΤΙΚΑ» του ποιητή Μήτσου Παπανικολάου με το τραγικό τέλος, δημοσιεύονται και δύο ακόμα Άρθρα για Έλληνες ποιητές. Τον ποιητή Κώστα Γ. Καρυωτάκη στο ίδιο περιοδικό, και, στον επίσης άτυχο ποιητή Γιώργο Σαραντάρη- νεκρολογία- στο περιοδικό της «Νέας Εστίας». Ο Κριτικός λόγος του υδραίου- πειραιώτη ποιητή Μήτσου Παπανικολάου είτε αυτός έχει να κάνει με ξένους ποιητές είτε με έλληνες, είναι από τους σημαντικότερους οδοδείχτες αν θέλουμε να κατανοήσουμε το ποιητικό σύμπαν των φωνών του Μεσοπολέμου ακόμα και στις μέρες μας.  

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Πέτρος Τατσόπουλος, Το παιδί του Διαβόλου

 

«Όρθρου βαθέος»

       ή

πέφτει η βροχή

    Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026, εθνική εορτή. Ξημερώματα, 4.30 έξω πίσσα σκοτάδι. Με ξυπνά ξαφνικά ο θόρυβος της δυνατής βροχής, ο ήχος των σταγόνων από το ταβάνι που στάζει πάνω στο κρεβάτι και σε μία λεκάνη δίπλα στο κρεβάτι στο πάτωμα. Μεγάλο και έντονο το πρόβλημα, πέρα από την υγρασία που περονιάζει τα κόκαλα, σε σκεβρώνει. Ξυπνώ αγχωμένος και πικραμένος με το σοβαρό πρόβλημα που έχει η ταράτσα του σπιτιού. Το νερό της βροχής πέφτει πάνω στα κλινοσκεπάσματα και μουσκεύει σεντόνια και στρώμα, στάζει σε διάφορα σημεία της οροφής. Ο σουβάς του ταβανιού που έχει πέσει από μέσα εδώ και μερικά χρόνια, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η ταράτσα χρειάζεται σωστή μόνωση όσο πάει και γίνεται πιο επικίνδυνη η κατάσταση και οι συνθήκες μέσα στο δωμάτιο ιδιαίτερα όταν βρέχει. Σηκώνομαι, βάζω ένα μεγάλο χοντρό νάιλον πάνω στο κρεβάτι και απλώνω πάνω του μεγάλες πετσέτες. Μία συγχορδία ήχων των σταγόνων της βροχής «όρθρου βαθέος» όπως έγραψε σε ποίημά του ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος. Που να με πάρει ο ύπνος ξανά. Παίρνω το τελευταίο βιβλίο του πεζογράφου και κριτικού λογοτεχνίας κυρίου Πέτρου Τατσόπουλου, «ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ» Μια αληθινή ιστορία. Επιμέλεια έκδοσης Ελένη Μπούρα, διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Κατερίνα Λελούδη, σχεδιασμός εξωφύλλου Σαβίνα Χριστοπούλου σελ.362 εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 10,2024. 16.60 ευρώ που έχω αρχίσει να διαβάζω και το απομακρύνω από το κομοδίνο δίπλα μου μην βραχεί. Το Μυθιστόρημα του προβεβλημένου και καταξιωμένου συγγραφέα είναι αφιερωμένο στην «Ελένη» και αποτελείται από 31 κεφάλαια. Είναι το 23 βιβλίο που κυκλοφορεί του γνωστότατου πεζογράφου και κριτικού, παρουσιαστή ιστορικών εκπομπών από το 1980 όταν έκανε την επίσημη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα «Οι Ανήλικοι». Ο πολυγραφότατος κύριος Πέτρος Τατσόπουλος έχει εκδόσεις εκτός από μυθιστορήματα, διηγήματα, βιβλίο με κριτικά του σημειώματα, πολιτικά κείμενα και μία σειρά άλλων βιβλίων που περιλαμβάνουν τις δημόσιες συγγραφικές και δημοσιογραφικές του παρουσίες και συνεργασίες σε έντυπα και εφημερίδες, καθώς και την συμμετοχή του σε συλλογικές εκδόσεις. Βλέπε το σπονδυλωτό μυθιστόρημα «Το παιχνίδι των τεσσάρων» 1998 (σε συνεργασία με τον πειραιώτη Κώστα Μουρσελά τον θεατρικό δημιουργό Γιώργο Σκούρτη, τον Αντώνη Σουρούνη). Μια έκδοση που ανακαλεί στην μνήμη μία ανάλογη των εκδόσεων «Εστία» «Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων», ακόμα και ένα έργο της αγγλίδας συγγραφέως αστυνομικών βιβλίων Άγκαθα Κρίστι βλέπε τις περιπέτειες του Βέλγου Ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό.

Το ίδιο κάνω και με δύο παλαιότερες εκδόσεις με τα Ποιήματα και τις Κριτικές του Μήτσου Παπανικολάου των εκδόσεων «Πρόσπερος» του Τάσου Κόρφη μην μουσκέψουν και αυτές. Το φως του πορτατίφ ανοιχτό, κάθισα σε μία καρέκλα και προσπάθησα μισονυσταγμένα να ξεφυλλίσω τα βιβλία να αποσπάσω την σκέψη μου από το πρόβλημα της οροφής. Έτσι κύλησε η βροχερή μέρα-όπως και τις υπόλοιπες που έβρεχε και εξακολουθεί να βρέχει καταρρακτωδώς, ανοίγοντας ελάχιστα την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Τι να δεις και τι να ακούσεις, τα κούφια τετριμμένα λόγια των πολιτικών, τις κορώνες των επισήμων ή τις βυζαντινές μεγαλαυχίες και μεταφυσικές υποσχέσεις των ιερωμένων. «αποτείχισης» όπως άκουσα για πρώτη φορά την λέξη σε ένα βιντεάκι στο «γιου τιουμπ» από έναν ιερωμένο να κάνει σε μητροπολίτη της κεντρικής ελλάδας γιατί είναι λέει οικουμενιστής. Με λίγη επιμονή και πείσμα έπιασα στα χέρια μου το Μυθιστόρημα του Πέτρου Τατσόπουλου ο οποίος σύμφωνα με την φιλοσοφία του περί Ζωής ως λογοτέχνης και διανοούμενος, αγωνίζεται να ξεσκεπάσει πρόσωπα και θρησκευτικές πρακτικές που αντιβαίνουν την ειλικρινή πίστη των απλών ελλήνων πιστών. Οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι είναι φοβερά ενήμερος με ότι καταπιάνεται, βιβλιοκρίνει ή συζητά δημόσια στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ, βλέπε και ραδιοφωνικές του εκπομπές για τα νέα βιβλία. Ο κύριος Πέτρος Τατσόπουλος-σύμφωνα με τα λεγόμενά του- φιλοδοξεί να κάνει το χριστεπώνυμο ποίμνιο της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας και το μεγάλο πληθυσμιακά θρησκευόμενο κομμάτι του Ελληνικού Λαού που τον ακούει ή διαβάζει τα γραπτά του όχι να καταργήσει την όποια μεταφυσική του πίστη και πατροπαράδοτη ευσέβεια, την χριστιανική του δομημένη στην ψυχοσύνθεσή του ελπιδοφορία και ψυχολογικό αποκούμπι μιας μακραίωνης ιστορικής παράδοσής του, εθνικό-φολκλορικής και επιδεικτικής βυζαντινής αυτοκρατορικής μεγαλοπρέπειας στην ουσία της τυπολογικής της εκφραστικής και εικόνας, αλλά να το κάνει λιγότερο εύπιστο και υποψιασμένο, δύσπιστο σε ό,τι γράφεται και λέγεται από εκκλησιαστικού άμβωνος (ναών ή μοναστηριών) να μην παραμυθιάζεται με ό,τι ακούγεται από χείλη και περιβάλλοντα άκριτα μια και άλλος είναι ο ρόλος των ρασοφόρων και όχι η εμπλοκή τους με την εκάστοτε κρατική εξουσία και η ατομική τους δημόσια προβολή, ή σύμπλευσή τους με οικονομικών παραγόντων δοσοληψίες και εμπορικές πρωτοβουλίες ή περιφορές ιερών λειψάνων και μαρτύρων της πίστης. Να προβληματιστεί ο αγνός και άδολος πιστός με τα έργα και τις ημέρες εκκλησιαστικών ανδρών ιδιαίτερα μοναχών και να πάψει να πιστεύει σε ότι του σερβίρουν ως θρησκευτικό θέσφατο και ορθό- ως θαύματος παρέμβαση του Θείου εν έτη 2026 όντας ισότιμο μέλος η πατρίδα μας της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης, όπως το οραματίστηκε ο αστός και συντηρητικός πολιτικός Κωνσταντίνος Καραμανλής και άλλες πολιτικές δυνάμεις της τότε εποχής της ένταξής μας. Να μην ασπάζεται a priori οποία Θεία εμφάνιση ή λαϊκό θαύμα- δάκρυα εικόνων- του προτείνουν, το οποίο αντιβαίνει τους βασικούς κανόνες της λογικής συλλογιστικής και ερμηνείας, επιστημονικής έρευνας και εξήγησης . Μια και η θρησκοληψία και ο φανατισμός πρυτανεύουν στους οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά καιρούς μας. Χρονικές ιστορικά περίοδοι ανατροπής και αλλαγής των πάντων κάθε μέχρι σήμερα πνευματικής, θρησκευτικής και φιλοσοφικής ή ψυχολογικής βεβαιότητάς μας. Ο Πολιτισμός μας καταρρέει από μέσα λόγω αδιαφορίας και έλλειψη πλέον εμπιστοσύνης σε παλαιών ιερών συμβόλων αναφορές. Και μέσα σε αυτήν την διαρκή ρευστότητα και τον πολιτιστικό χυλό βρίσκουν βήμα επιρροής οι επιτήδειοι θρησκόληπτοι και πνευματικοί «αγύρτες» έτοιμοι να ξεγελάσουν την αθωότητα και αφέλεια του απλού πιστού και στρωμάτων του ελληνικού λαού ευρύτερα σε διάφορους τομείς της Κοινωνίας. Και αυτό φάνηκε έντονα την περίοδο της πανδημίας, του κόβιντ, που είτε το πλήρωμα της εκκλησίας είτε μεγάλα στρώματα του ελληνικού λαού διχάστηκαν σε εμβολιαστές και αντί εμβολιαστές με εχθρικές μεταξύ τους προθέσεις και στάσεις απέναντι στις οδηγίες της Ιατρικής Επιστήμης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Πέτρος Τατσόπουλος μεταφέροντας τις εύλογες ενστάσεις εναντίον των αντι εμβολιαστών του Μητροπολίτη Δωδώνης. Ακόμα και σήμερα, που τα ιατρικά πράγματα σχετικά με την πανδημία έχουνε μπει σε μία ιατρική και της ελληνικής κοινωνίας σειρά, και έχει υποχωρήσει το πρόβλημα, υπάρχουν ρασοφόροι οι οποίοι σε μικρά τηλεοπτικά σποτάκια καταφέρονται εναντίον της ιατρικής επιστήμης, θυμούνται ακόμη το ζήτημα με τις ταυτότητες 666 και αρνούνται να τις παραλάβουν όπως δηλώνουν, καταριούνται τους αντίθετους με αυτούς έχοντας απόψεις, ακόμα και τους ζωόφιλους και άλλα φαιδρά ομνύοντας σε κάτι τερατώδεις προφητολογίες και γεροντολαγνείες που είτε πιστεύεις είτε δεν πιστεύεις στην χριστιανική πίστη λες ότι δεν είναι δυνατόν να λέγονται τέτοια πράγματα, τέτοιος πνευματικός και κοινωνικός παραλογισμός και αχταρμάς, και να υπάρχει κόσμος που τα πιστεύει,  τα υιοθετεί, και μάλιστα αυτά τα μαυροφορεμένα άτομα να έχουν τόσους ακολούθους όσους δεν θα είχε ο Νοστράδαμος αν ζούσε σήμερα. Στην δεδομένη περίπτωση ισχύει μία διαπίστωση ενός ιερωμένου ο οποίος σε κήρυγμά του αναφέρει ότι «Οι Έλληνες ζουν σαν ειδωλολάτρες και πιστεύουν σαν ορθόδοξοι χριστιανοί». Κάτι που κατά την κρίση μας σαν απλοί πολίτες που ζούμε σε αυτήν την χώρα, δηλώνει και την μεγάλη προσωπική μας ευθύνη για το τι ψηφίζουμε, ποιους ψηφίζουμε να μας εκπροσωπήσουν και ποιους ασπαζόμαστε ως πολιτικούς και πνευματικούς ηγέτες μας. Μία Ελλάδα σε διαρκή και παρατεταμένη κρίση-που προσπαθεί να ξεφύγει αλλά δεν μπορεί μια και η διαφθορά είναι τεράστια, η διαπλοκή επίσης μεταξύ των θεσμών- όπως είπε στην σοβαρή, ουσιαστική και πολύ ωραία και κατανοητή συζήτηση ο ελληνοαμερικανός επιστήμονας καθηγητής Ιατρικής κύριος Γιάννης Ιωαννίδης σε συνέντευξή του στο κανάλι “Open” στην εκπομπή «Καθαρές κουβέντες» του δημοσιογράφου κύριου Σπύρου Χαριτάτου. «Η Ελλάδα πάσχει από μία αχρηστοκρατία σε όλους τους θεσμούς… ευθύνη έχουν οι πολιτικοί και οι έχοντες εξουσία. Ένα κηφηναριό που εμποδίζει τους ικανούς να εξελιχθούν. Η πτώση μας είναι ραγδαία». Στο βαθμό που ασπαζόμαστε όλοι μας, αισθανόμαστε σαν εκλογικό σώμα αυτά που μας συμβαίνουν, την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και την τελμάτωση της κοινωνίας μας, τότε δεν μπορούμε να βγάλουμε απέξω τους 10.000 περίπου εκκλησιαστικό προσωπικό, ιερωμένους μοναχούς, αρχιμανδρίτες, μητροπολίτες, ηγούμενους κλπ από αυτήν την γενική παρακμή και κοινωνική, πνευματική παθογένεια και σκανδαλοεπικράτεια. Ίσως εδώ είναι που σαν αναγνώστες κατά την κρίση μας λαθεύει ο Πέτρος Τατσόπουλος, δεν λαμβάνει ως ιστορικό δεδομένο ότι βιώνουμε όλοι μας μία πολιτιστική «σήψη», πολιτική, πνευματική, μεταφυσική και οι ηγετικές δυνάμεις που μας κυβερνούν είναι σάρξ εκ της σαρκός μας. Πόσες φορές δεν μίλησαν και έγραψαν, δημοσίευσαν άρθρα και εξέδωσαν βιβλία τους για το τέλος του Ελληνισμού και της Ελλάδος Έλληνες στοχαστές και διανοούμενοι, φιλόσοφοι και συγγραφείς ακόμα και ιερωμένοι του προηγούμενου αιώνα για το αργόσυρτο και επιθανάτιο αυτό τέλος που όλοι μας ζούμε; Να αναφέρω μόνο ένα τρανταχτό όνομα του προηγούμενου αιώνα, αυτό του συγχωρεμένου Χρήστου Γιανναρά, ενός ορθόδοξου στοχαστή που δεν μπορείς να του προσάψεις ότι ήταν ενάντια στην Ορθοδοξία και την Εκκλησία, και άλλες περιπτώσεις ελλήνων καλλιεργημένων και αξιόλογων προσωπικοτήτων όπως ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος, που θα χαμογελούσε με όλα αυτά τα πνευματικά και κοινωνικά παράδοξα γύρω μας. Τα ιερά μαντζούνια που γιατρεύουν ανίατες ασθένειες, τα τηλεοπτικά πολύ εισπρακτικά σε εισιτήρια σήριαλ μεγάλης ακροαματικότητας, τις θρησκευτικές ταινίες με βίους αγίων, τις σαύρες που δίνουν απάντηση αν υπάρχει Θεός. Τις πρόωρες χρονολογικά σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο αγιοποιήσεις. Τίτλους εφημερίδων που γράφουν ότι έρχεται οσονούπω η Δευτέρα παρουσία και ότι είμαστε «τυφλοί» όσοι δεν βλέπουμε να πλησιάζουν οι Ιππότες της Αποκάλυψης. Δυστυχώς, αυτά τα «χαβαλεδιάρικα» αντί να τα προσπερνάμε μειδιώντας τα πιστεύουμε όπως τα πίστευαν οι πρόγονοί μας την περίοδο της Τουρκοκρατίας όπως γράφει στα βιβλία του ο Κυριάκος Σιμόπουλος στην σειρά βιβλίων του «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα». Πάντως, αν θέλουμε να κοκορευόμαστε ότι είμαστε «παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη» που λέει το λαϊκό άσμα, απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων δεν μας αξίζει να πιστεύουμε σε τέτοιες ακατανόητες προλήψεις, δεισιδαιμονίες, κουφιολογίες που μας παρασύρουν σε δρόμους όχι αυτογνωσίας μας ως χώρα αλλά και άτομα ξεχωριστά αλλά σε αδιέξοδο. Αυτός ο διασυρμός της δημόσιας κοινής λογικής μας από όσους έχουν οποιοδήποτε είδος και μορφή εξουσία και προβολή. Μια τέτοια Ιστορική Παράδοση όσο μακραίωνη και αν είναι, όσο σκληρό και αν ακούγεται, οφείλουμε να την προσπερνάμε ή να την καταργήσουμε στην πράξη, στον καθημερινό βίο μας και στις αναμεταξύ μας σχέσεις μιας και έχει χάσει την αυθεντικότητά της ή μπορεί και να μην είχε ποτέ αυθεντικότητα η όποια αλήθεια της. Ήταν γεμάτη αυταπάτες θαυμάτων.

  Οι σταγόνες της βροχής συνόδευαν το τέμπο του ρυθμού των παλαιών ποιημάτων του Μήτσου Παπανικολάου στο υπόλοιπο της ημέρας. Το βιβλίο του κυρίου Πέτρου Τατσόπουλου θα περίμενε την συνέχεια της ανάγνωσής του για ηρεμότερες αναγνωστικές καταστάσεις και καιρικές συνθήκες. Εξάλλου οι πρώτες εκατό σελίδες του μου φανέρωσαν ότι ήμουν παντελώς άσχετος με τα στοιχεία και τις πληροφορίες των ρεπορτάζ που βήμα το βήμα εκθέτει τις απόψεις και την προσωπική περιπέτειά του συγγραφέα και την ενδεχόμενη εμπλοκή του σε νομικά ζητήματα. Ο ίδιος κρατά μία ισορροπία στα λεγόμενα των όσων λέγονται εναντίον του και των απόψεών του, τεκμηριώνει με χρονολογίες και στοιχεία τα γεγονότα, παραθέτει γνώμες και πρακτικές τρίτων, προσπαθεί να εντοπίσει «το κλειδί» των διαφόρων κατά την κρίση του οικονομικών σκανδάλων και όσων εμπλέκονται σε αυτά. Το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου δεν είναι μυθοπλασία, αποτέλεσμα δηλαδή της σχεδιαστικής του φαντασίας και συγγραφικής εμπειρίας τόσων δεκαετιών, μιάς έμπνευσης με αρχή μέση και τέλος, αλλά ένα καλογραμμένο περιπετειώδες ταξίδι αληθινών γεγονότων, πραγματικών συμβάντων, υπαρκτών προσώπων, ξεκάθαρων εχθρικών αντιδράσεων προς τον ίδιο τον συγγραφέα, ρίσκων κριτικής και ερωτημάτων ως διάγνωση καταστάσεων, εμπλοκή πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας που ο ίδιος συμμετέχει ως ένα «είδος» Σερλοκ Χολμς, που ξιφουλκεί με τα κακώς συμβαίνοντα μετά από μία περιπέτεια με την υγεία του. Και μία συνειδητή απιστία του απέναντι στην πίστη των πολλών για ένα προσωπικό ενδιαφέρον ενός Θεού που επεμβαίνει στις ζωές και τις αντιλήψεις των ανθρώπων που τον πιστεύουν. Αντίθετα στέκεται εχθρικός σε όσους τον αμφισβητούν και τον αρνούνται.  Βλέπει επίσης στο δικό του αφήγημα  την εμπλοκή ξένων ομόδοξων δυνάμεων του Βορρά στα ελληνικά πράγματα, την εμπλοκή της πολιτικής με την εκκλησιαστική εξουσία και την φανερή ή κρυφή προπαγάνδα σε σφαίρες επιρροών. Ηγούμενοι Μονών που ασχολούνται με το «ριαλ εστέιτ» και τις μπίζνες παρά με τα μοναστικά τους καθήκοντα γενόμενοι οικονομικοί χορηγοί ταινιών για βίους αγίων. Φιγούρες μοναχών λες και βγαίνουν από τις σελίδες του βιβλίου «Το Όνομα του Ρόδου» του ιταλού συγγραφέα και φιλόσοφου Ουμπέρτο Έκο στην ελληνικότερη του εκδοχή μεταφυσική και πολιτική πραγματικότητα και διαστάσεις της σήμερον. Σαν πρώτη αναγνωστική εντύπωση των 11 πρώτων κεφαλαίων του, θα μπορούσε κανείς να το προσεγγίσει ας το επαναλάβουμε ως αστυνομικό ανάγνωσμα, ένα πολιτικό και οικονομικό θρίλερ των σύγχρονων ημερών μας με πολλούς μα πάρα πολλούς διαπλεκόμενους ήρωες από διάφορα κοινωνικά στρώματα και θέσεις εξουσίας της ελληνικής πολιτείας. Πολιτικά πρόσωπα, πρώην πρωθυπουργοί, τηλεοπτικές περσόνες, τικ τόκερ, αγιορείτες μοναχοί και μητροπολίτες της ελλαδικής ορθόδοξης εκκλησίας, εφοπλιστές, δημοσιογράφοι και διευθυντές- ιδιοκτήτες εφημερίδων, μία σειρά δημόσιων παραγόντων της κοινωνίας εμπλέκονται σε έναν ασφυκτικό ιστό που δυσκολεύεσαι να βρεις την αρχή και πιο το τέλος, αν θα υπάρξει ποτέ ξεκαθάρισμα αυτής της στενής διαπλοκής στο μέλλον. Στις αρετές του βιβλίου είναι ο αυτοσαρκασμός του εαυτού του, ο οποίος έχει την δική του σημασία, ενός κριτικού συγγραφέα «λούστρου» που απολύθηκε από τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας που εργάζονταν για μία παρεξηγημένη πρωτιάς συνέντευξη. Αλλά όπως λέει και ο ίδιος, πλησιάζει τα 66 και για λίγο ακόμα θα τον ανέχεται το κατεστημένο. Αυτό που δεν ανατρέπεται ούτε με την Σισύφεια αγωνιώδη προσπάθεια. Η διάρθρωση του βιβλίου είναι κινηματογραφική θα μπορούσε να γίνει σήριαλ σημειώνω στο περιθώριο των σελίδων. Όσο για την γλώσσα του, είναι στρωτή, λαγαρή, με αρκετές αν δεν λαθεύω αγγλικές σύγχρονες λέξεις εκφράσεις ορολογίας, κάτι που δεν «συνάδει» (;) με τις πρώτες πεζογραφικές του εργασίες, αλλά έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τότε που ο νεαρός πεζογράφος Π. Τατσόπουλος ξιφουλκούσε με τον συγγραφέα του «Τρίτου Στεφανιού» δημόσια, ενώ σήμερα δίνει συχνότατες συνεντεύξεις και τυγχάνει δημόσιας προβολής περισσότερο από κάθε άλλον έλληνα πεζογράφο προσπαθώντας να δικαιολογήσει και αιτιολογήσει τις θέσεις και τις επιχειρηματολογικές του κρίσεις των κακώς κειμένων, των οικονομικών ατασθαλιών, σοβαρών ζητημάτων της Ελλαδικής Εκκλησίας και Κοινωνίας. Το βιβλίο είναι μάλλον μέρος μίας τριλογίας, «Η καλοσύνη των ξένων» μια αληθινή ιστορία και «το όπιο του λαού» μια ανορθόδοξη προσέγγιση. Ή τουλάχιστον κινείται σε αυτήν την ρεπορτάζ εξομολογητική του προβληματική και παρατήρηση των γεγονότων, στα οποία εμπλέκονται όλα τα πραγματικά πρόσωπα και ο ίδιος. Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ονόματα εκκλησιαστικών ηγετών, πρόσωπα οικονομικών παραγόντων, άτομα της τηλεόρασης και της κυβερνητικής εξουσίας των τελευταίων χρόνων. Μία συχνή παρέλαση κάθε είδους και κατηγορίας σωτήρων μας οι οποίοι κυκλοφορούν γύρω μας, ανάμεσά μας τα τελευταία χρόνια, επίγειοι και επουράνιοι που προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις ζωές μας με οικονομικό τίμημα βεβαίως- βεβαίως.

Γιατί, όπως θα μας έλεγε με συγκατάβαση για τα προβλήματά μας Κερδώος Ερμής άνευ χρημάτων ούτε αγιοποιήσεις πραγματοποιούνται ούτε στεγανοποιήσεις ταρατσών γίνονται, συμφωνώντας με τον αρχαίο ρήτορα Δημοσθένη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

31/10/2026

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Μνήμη ποιητή Τάσου Λειβαδίτη

 

 ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

(Αθήνα 20/4/1922- Αθήνα 30/10/1988)

         ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ

   Ήταν νύχτα κι είχα πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση του αιώνα: θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; χίλιες σκέψεις με τυραννούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον τυφλό της αντικρινής κάμαρας να προχωράει στο διάδρομο κρατώντας έναν λύχνο, ήταν έτοιμος να κατέβει τη σκάλα, «τί τον θέλει τον λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ’ έστειλε»

        και βαλθήκαμε με ζέση κι οι δυό επί τω έργω… σ. 9

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πιά με τα μεγάλα

λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας-αλλά μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε, κατά που πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά, που πήγε ο άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, υπάρχει ακόμα ο κόσμος,- τώρα στη γλώσσα μας μπερδεύονται παλιά τραγούδια, κανείς δεν μας καταλαβαίνει και μόνο τα παιδιά μαντεύουν πιο πολλά, μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά πετάνε για να μη θυμούνται-ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απομένει παρά λίγη στάχτη, όπου σκυμμένοι τα βράδια σχεδιάζουμε σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα κι ανάμεσά τους την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα

        ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τις πιό ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος. σ.14

ΠΡΟΛΟΓΟΣ  ΣΤΗΝ  ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Κάποτε θα ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος.

Κι’ η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ. σ.16

ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Λησμονημένοι κι άγνωστοι ζήσαμε, σπόνδυλοι από

   ναούς ερειπωμένους, μαύρες στοές,

παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο

   υποσχόταν-

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών που πιάνουν

   από νωρίς φιλίες με το χώμα. σ.18

ΜΑΘΗΜΑ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Αξιοθρήνητοι είμαστε, παλεύοντας τη νύχτα

με τα όνειρα, τη μέρα με τους θρύλους, κι ύστερα η παράκρουση, η καταφρόνια, τα σφαγμένα ζώα, ο πυρετός. Κι άραγε κατά που κοιτάζουν τ’ ανεστραμμένα των νεκρών;

        Έτσι είχαμε πάντα έναν δρόμο να ξεφύγουμε… σ.19

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

        Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιάν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή και τώρα πιά τα ‘χω μπερδέψει- δεν ξέρω αν βρίσκομαι στο τέλος ή στην αρχή, αν πρέπει να φύγω ή να ξαναγυρίσω, και ποιό δρόμο να πάρω και να πάω πού;- εξάλλου σκοτείνιασε

        και τα σκυλιά γαβγίζουν, σταματώντας τους περαστικούς στα σύνορα του ανείπωτου. σ. 26

ΤΑ ΨΕΥΔΗ  ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

        Ποτέ δε φανταζόμουν ότι τόσες πολλές μέρες κάνουν μιά τόσο λίγη ζωή. σ.28

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ  ΑΙΤΙΕΣ

Κι αυτοί που μαζεύουν τ’ αποφόρια του κόσμου

   δεν είναι για να τα φορέσουν,

απλώς σκεπάζουν το βράδυ τη λάμπα, για να

    μπορούν να συγχωρούν. σ. 29

        ΕΙΣ  ΜΝΗΜΗΝ

        Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα ‘ναι από

μιάν άλλη εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι αμήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ακόμα ξένοι, οι λέξεις θα ‘χουν γίνει φαντάσματα, στο δρόμο θα βρίσκεις καμιά φορά ένα επισκεπτήριο, αλλά δε θα ‘χουμε μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του υπερπέραν- και μόνον εγώ, τότε, ο τρελός θα σηκωθώ και θα φωνάξω: «σύντροφοι», σαν ν’ απαντάω στην ατέλειωτη αυτή σιωπή…

                Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο- με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις. σ.34

ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ

        Η ζωή δεν έχει έλεος σαν τα παιδιά, ούτε φιλίες

σαν την ποίηση. Κι ο κόσμος μοιάζει της μητέρας

μου: αγαπημένος

    και χαμένος για πάντα. σ. 37

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

        Είμαστε αυτοί που αιώνια πηγαίνουν, δεν είχαμε ποτέ έναν τόπο δικό μας, που πάμε; Από πού ερχόμαστε; Καμιά φορά κατοικούμε για λίγο κάπου, αλλά  γρήγορα μας ξαναθυμάται η Μοίρα και φεύγουμε.

        Και μόνο καμιά φορά την ώρα που βραδιάζει κι ανατριχιάζουν οι λίγες βιολέτες στους φράχτες, ένα παράξενο θάμπος μας πλημμυρίζει, μιά αίσθηση σαν να ξαναγυρίζουμε εκεί απ’ όπου μας είχαν για πάντα διώξει.

        Ή μήπως το λυκόφως είναι η μόνη μας πατρίδα…. σ.44

          ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

2

Κύριε, μόνο με τη σιωπή σε νιώθουμε. Κάθε ομιλία

   σε πληγώνει.

Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απ’ όπου,

    μαζί με το αίμα σου,

στάζει και λίγη απεραντοσύνη. σ.48

4

Κύριε, είσαι κρυμμένος πίσω από τόσα αινίγματα,

   ίσκιους, σκοτεινές παραβολές-πώς να σε βρώ;

Όμως είναι στιγμές που σ’ αναγνωρίζω: μιά

   ξαφνική αφθονία στην καρδιά μου σε προδίνει. σ. 50

7

    Η γέννηση της ομιλίας

Κύριε, είσαι το μέγα άπειρο που ανασαίνουμε, ο

   απέραντος δρόμος που πηγαίνουμε.

Είσαι η απερίγραπτη σιωπή που την ακούμε μέσα μας

   και μιλάμε- για να μην πεθάνουμε από τρόμο.  σ.53

         Ο  ΑΔΕΛΦΟΣ  ΙΗΣΟΥΣ

                Η ταφή

   Πέθανε ύστερα από λίγες μέρες. Τον θάψαμε

στην άκρη ενός παλιού κοιμητηρίου, δυό άνθρωποι όλοι κι όλοι κι ένα περαστικό αδέσποτο σκυλί που είχε σταθεί και μας κοιτούσε. Έβρεχε.

        Έτσι, κάθε που βλέπω τώρα ένα σκυλί, ξέρω κατά που πέφτει η Παράδεισος.  σ.65

              ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ

        ΑΓΙΟΤΗΤΑ

   Ημερολόγιο ήσυχο στον τοίχο, μιά ημερομηνία

κι οι άγιοι σιωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι,

σημειωμένοι μόνο με το μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους.

 

   Κύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει. σ. 69

        ΠΑΛΙΕΣ  ΦΙΛΙΕΣ

   Και μή σας ανησυχεί- είναι απλό: σταυρώνετε

τα χέρια πάνω στο τραπέζι κι εκείνο θα έρθει μόνο

του.

    Το μυστήριο σας γνωρίζει κι άς μην το θυμόσαστε. σ.75

        ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΡΙΣΜΟΙ

  Κι όταν πιά δε θα ‘χω με τί άλλο να ζήσω, θα

πάρω έναν μεγάλο καθρέφτη και θα στέκομαι στις

γωνίες, όπως αυτοί με τις ζυγαριές ή τους βίους των αγίων, κι εκεί για λίγες δεκάρες θ’ αφήνω να

καθρεφτίζονται οι περαστικοί, βλέποντας για μιά στιγμή μέσα στο βάθος του καθρέφτη

   όλη την έρημο που μας ακολουθεί… σ.85

        ΒΙΟΣ

Η μέρα έφυγε τυλιγμένη στην εφήμερη βουή,

Αλλά το βράδυ ο ονειροπόλος ρίχνει λίγο αλάτι

   πάνω στην πέτρα

και προσκαλεί τον Θεό του. σ.96

   Τάσος Λειβαδίτης ο σημαντικότερος και μελωδικότερος, λυρικός ποιητής της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς. Σεμνός αγωνιστής της αριστεράς, ελεήμων προσωπικότητα, τίμιος και άδολος χαρακτήρας. Φωνή αληθινή και ειλικρινή. Σήκωσε στωικά και καρτερικά τον αγωνιστικό σταυρό της ζωής του και έζησε αθόρυβα και διακριτικά. Η ποιητική του ανάσα μεταξύ άλλων σημαντικών ανθρωπιστικών και αγωνιστικών προβολών του διακρίνεται από μία χριστιανική θρησκευτικότητα στην σκηνογραφία της και τους συμβολισμούς της, μεταποιημένη σε αγωνιστική ενατένιση και εγκαρτέρηση ως καθημερινή πράξη και εμπειρία συναδέλφωσης των λαών. Τα βάσανα και οι καημοί του Κόσμου γίνονται πρώτη ύλη της ποίησής του σε μία πανανθρώπινη Θεική αίσθηση και διάσταση στην απεραντοσύνη ενός σιωπηλού ουρανού. Εύοσμο ρόδο η ποίησή του όπως και του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη γιατί όπως μας είπε ο Τάσος Λειβαδίτης: «Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μιά φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό». Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα σαν ΣΗΜΕΡΑ 30 Οκτωβρίου 1988. Ο έλληνας ποιητής που όπως λέει σε στίχους του, «Έζησα μες στη ματαιότητα/ και πάνω στον Ωκεανό…» και « πεθαίνουμε στερημένοι σ’ έναν παράδεισο από λέξεις», από την συλλογή του «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα». Τα ποιήματα που αντιγράφω προέρχονται από την συλλογή του «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ» εκδόσεις «Κέδρος» Αθήνα 1983, σελίδες 120, δραχμές 300. Η λυρική και συγκινητική συλλογή του χωρίζεται στις εξής ενότητες: -Δάφνες για νικημένους 36 ποιήματα- Συνομιλίες 12 ποιήματα- Ο αδελφός Ιησούς 4 ποιήματα – Διανυκτέρευση. 44 ποιήματα. Ποιητικός λόγος δωρικός, ακριβής, μουσικός πυκνών ανθρωπιστικών νοημάτων. Ο καλύτερος της γενιάς του. Μεταξύ άλλων ασχολήθηκε με την κριτική βιβλίου παρουσιάζοντας έργα ελλήνων και ξένων συγγραφέων, με την μετάφραση, την αρθρογραφία,  ενώ έγραψε διηγήματα μοντέρνου ρυθμού και φόρμας «Το Εκκρεμές» και στίχους τραγουδιών που άγγιξαν τις καρδιές και τις ψυχές του ελληνικού λαού που μελοποιήθηκαν από σημαντικούς συνθέτες. Τα λαϊκά και τρυφερά τραγούδια του βρίσκονται στα χείλη κάθε ευαίσθητου και ονειροπόλου πολίτη και ας μην γνωρίζει ποιος είναι ο στιχουργός τους. Τάσος Λειβαδίτης μία σπάνια ποιητική πολύχυμη παρουσία που το όνομά του και η γραφή του κοσμούν τα ελληνικά γράμματα και ας έζησε κάτω από την σκιά του πολύκλαδου και πολύριζου δέντρου της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

30 Οκτωβρίου 2026

Με την σκέψη στην τραγωδία που περνά αυτές τις μέρες η πατρίδα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, του Θερβάντες, του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα του Πικάσο και του Μπουνουέλ.