Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Η ταινία του Ι. Μπέργκμαν Πρόσωπο με πρόσωπο

 

Ο Μπέργκμαν δίνει οδηγίες για ένα φίλμ…

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 19/10/1975

   Το κείμενο που ακολουθεί, είναι μία επιστολή την οποία ο σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έστειλε στους ηθοποιούς του και τους τεχνικούς του πρίν από την έναρξη του γυρίσματος της τελευταίας του ταινίας, «Πρόσωπο με πρόσωπο», όπου πρωταγωνιστεί η Λιβ Ούλμαν στον ρόλο μιας ψυχιάτρου.

         ΦΑΡΟ,  Σουηδία

Αγαπητοί συνεργάτες,

Πρόκειται να γυρίσουμε μια ταινία η οποία, κατά κάποιον τρόπο, πραγματεύεται  μια απόπειρα αυτοκτονίας. Στην πραγματικότητα, πραγματεύεται («ως συνήθως» κόντεψα να πώ!) τη Ζωή, τον έρωτα και τον Θάνατο. Και τούτο, επειδή δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο. Για ν’ ασχοληθεί κανείς μ’ αυτό. Για να το σκεφτεί. Για να στεναχωρηθεί γι’ αυτό. Για να είναι ευτυχισμένος απ’ αυτό. Και ούτω καθεξής.

   Αν ένας τίμιος άνθρωπος με ρωτούσε τίμια γιατί έγραψα αυτή την ταινία, για να είναι τίμιος, δεν θα μπορούσα να του απαντήσω ξεκάθαρα. Νομίζω ότι εδώ και ένα διάστημα ζω με ένα άγχος που δεν έχει συγκριμένη αιτία. Είναι σαν να έχει κανείς πονόδοντο και ο ευσυνείδητος οδοντίατρος να μην μπορεί να βρει τίποτε αφύσικο στο δόντι αλλά ούτε και σε ολόκληρο το άτομο. Αφού έδωσα στο άγχος μου διάφορες ετικέτες, που η καθεμιά τους ήταν λιγότερο πειστική από την άλλη, αποφάσισα να το ερευνήσω πιό μεθοδικά.

   Σε βοήθειά μου ήρθαν οι περιπέτειες ενός άλλου ατόμου. Βρήκα ομοιότητες ανάμεσα στις δικές της εμπειρίες και στις δικές μου, με τη διαφορά ότι η δική της κατάσταση ήταν πιό φανερή και ξεκάθαρη και πολύ πιό οδυνηρή.

    Με αυτόν τον τρόπο η κύρια ηρωϊδα της ταινίας μας άρχισε να αποκτά σχήμα ένα προσαρμοσμένο, ικανό και πειθαρχημένο άτομο, μιά άκρως ειδικευμένη επαγγελματίας, με σταδιοδρομία, ικανοποιητικά παντρεμένη με έναν προικισμένο συνάδελφό της και περιβαλλόμενη από όλα τα «ωραία πράγματα της ζωής», όπως λέμε.

    Από την πλευρά μου ωφελήθηκα τα μέγιστα απ’ αυτή τη διαδικασία. Το μαρτύριο, διάχυτο πρίν, απέκτησε όνομα και διεύθυνση και έχασε το φωτοστέφανό του και τον ανησυχητικό του χαρακτήρα. Αν τούτη η ταινία μπορέσει να ωφελήσει και άλλους με τον ίδιο τρόπο, τότε η προσπάθεια δεν θα είναι μάταιη.

    Εξ άλλου, δεν είναι κακό ούτε το να μπορέσει κανείς, με κακόβουλο ή ελεήμον χαμόγελο, να αναγνωρίσει μιά μακρινή ή κοντινή γνωριμία, και αυτό μπορεί να δώσει λαβή για εποικοδομητικές συγκρίσεις, με τις οποίες να προσμετρήσει κανείς τη δική του εξαίρετη κατάσταση με την άθλια κατάσταση του άλλου.

   Επίσης, δεν είναι κακό το να αφεθεί κανείς απλώς να διασκεδάσει για δυό ώρες. Οι εμφανίσιμοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί, οι οποίοι με αξιόλογο τρόπο παρουσιάζουν θλιβερές δραματικές ή διασκεδαστικές καταστάσεις, μας ψυχαγωγούν σχεδόν πάντοτε, άσχετα από το πόσο οδυνηρές τυχαίνει να είναι οι περιπλοκές.

    Από την άλλη, ο συντονιστής τούτης της ταινίας ενδιαφέρεται τρομερά μήπως προκαλέσει την πλήξη ή την αδιαφορία, και αν συμβεί κάτι τέτοιο, δίκαια θα είναι αυτός να πάρει την ντροπή, αυτός να γελοιοποιηθεί δημόσια και σ’ αυτόν να επιβληθούν παραδειγματικά οικονομικά αντίποινα.

    Τί άλλο να πώ; Α, ναι, όπως βλέπετε τον όγκο τούτου του βιβλίου, η ταινία, όταν τελειώσει, θα είναι αρκετά μακρινά, κάμποσα χιλιόμετρα. Προσπάθησα μάταια να τη συμπυκνώσω, αλλά το κάθε πράγμα έχει το μέγεθός του, και εγώ έχω μάθει να είμαι προσεκτικός ως προς τις επεμβάσεις μου στις πράξεις και στις συνομιλίες των ηρώων μου και τη χειραγώγησή τους. Στις δοκιμές πάντοτε ανακαλύπτουμε σημεία που είναι αυταπόδεικτα ή όχι απαραίτητα.

   Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη και το κάθε μέρος σε δύο πράξεις. Το πρώτο μέρος είναι σχεδόν πεζά, ρεαλιστικό, χειροπιαστό. Το δεύτερο μέρος είναι φευγαλέο, άπιαστο: τα «όνειρα» είναι πιο πραγματικά κι από την πραγματικότητα. Επ’ αυτού επιτρέψτε μου να προσθέσω ένα κάπως απρόσμενο σχόλιο. Είμαι εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι στα όνειρα, στις οπτασίες και στα οράματα, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις ταινίες και στα θεατρικά έργα. Ίσως επειδή οι νοητικές υπερβολές αυτού του είδους είναι πολύ ασυμμάζευτες ώστε να είναι «οργανωμένες».

    Η Τζέννυ, μολονότι ψυχίατρος, ποτέ δεν έχει πάρει στα σοβαρά την προέκτασή της, τής πραγματικότητας. Παρά τις ευρύτατες γνώσεις της, είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, νοητικά αναλφάβητη (αρρώστια συνηθισμένη μεταξύ των ψυχιάτρων: θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει ακόμη και επαγγελματική νόσο). Η Τζέννυ είχε πάντοτε την ακλόνητη πεποίθηση ότι το τυρί είναι τυρί, το τραπέζι, τραπέζι, και, πάνω απ’ όλα, ότι το ανθρώπινο πλάσμα είναι ανθρώπινο πλάσμα.

    Η τελευταία αυτή πεποίθησή της είναι ένα από τα πράγματα που η Τζέννυ αναγκάζεται να αναθεωρήσει με τρόπο μάλλον οδυνηρό, όταν, μέσα σε μιά αστραπή, αντιλαμβάνεται ότι η ίδια είναι ένα συνονθύλευμα από άλλους ανθρώπους κι από τον κόσμο ολόκληρο. Ειλικρινά, δεν ξέρω, αν θα είναι ικανή να σηκώσει την ανακάλυψή της.

   Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν απομένει παρά μιά μόνο εναλλακτική λύση, πέρα για πέρα πενιχρή, η ηρωίδα μετατρέπεται σε Τζέννυ Τζάκσον, όπως θα λέγαμε χάριν απλότητας και σιγουριάς, δηλαδή σ’ έναν αποπνικτικό, στατικό συνδυασμό από ξεκομμένες ιδιότητες και καλούπια συμπεριφοράς.

    Από την άλλη, αν αναδεχθεί την καινούργια της γνώση, η ηρωϊδα αφήνεται να συρθεί όλο και περισσότερο προς το κέντρο του δικού της σύμπαντος, ποδηγετούμενη από το φώς της ενοράσεως, σ’ ένα ταξίδι ανακαλύψεως, που όμως ταυτόχρονα την εκθέτει στους άλλους ανθρώπους, σ’ ένα σχέδιο χωρίς πέρας.

    Το θεωρώ σημαντικό πού τα είπα όλα αυτά, δεδομένου ότι έχουν κάποιο νόημα για την στάση μας απέναντι στην ταινία που πρόκειται να γυρίσουμε, τόσο από ανθρώπινη άποψη όσο και από καλλιτεχνική.

    Εννοώ ότι η ταινία που ξεκινάμε, παρέχει επικίνδυνες δυνατότητες καλλιτεχνικής ιδεοδιάρροιας. Το να αποφασίζουμε την κάθε στιγμή τί είναι ορθό, αληθινό και πρέπον, ενδέχεται να αποδειχθεί μάλλον πονηρή υπόθεση. Εξ άλλου, η προσπάθεια δεν πρέπει να είναι φανερή. Πρέπει όλα να δίνουν την εντύπωση της φυσικότητας- και επιπλέον να φαίνεται ότι κατορθώσαμε να δημιουργήσουμε με τα περιορισμένα υλικά μας μέσα.

   Εμπρός λοιπόν για μιά καινούργια περιπέτεια.

ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 19 Οκτωβρίου 1975

      ΑΤΑΚΤΑ  ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΑ

Χειμώνας του 1977, έχουν περάσει τρία χρόνια από το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας στην Ελλάδα, ο Κυπριακός Ελληνισμός ζει το δικό του δράμα και σκλαβιά. Η αποχουντοποίηση άλλοτε αργά άλλοτε όχι συνεχίζεται και αλλάζει σιγά-σιγά τους τρόπους των ζωών μας, τις καθημερινές μας αντιλήψεις και συνήθειες. Οι έλληνες και οι ελληνίδες αποκτούν πολιτικά δικαιώματα και δημοκρατικές ελευθερίες, πολιτεύονται, εγγράφονται σε κομματικούς σχηματισμούς, συμμετέχουν ομαδικώς σε διαδηλώσεις σε πορείες. Αναρίθμητα τα πολιτικά συνθήματα και αιτήματα. Τα πολιτικά πάθη ισχυρά, κυρίαρχα οι αντιπαλότητες έντονες, απόλυτες, διχαστικές, αρκετές φορές ασυλλόγιστες. Εκπληκτική η πολιτική ζωντάνια και ο επαναστατικός ενθουσιασμός του Ελληνικού Λαού, αστών, μικροαστών και προλετάριων, κάθε ηλικίας άτομα χιλιάδες πλάνα ζωής τροφοδότριας, εικόνες οραματισμοί της κατοπινής ιστορικής μνήμης ως ανάμνηση, ως περασμένες αγωνίες και ανασφάλειες, αβεβαιότητες, παρακαταθήκη μηνυμάτων και ελπίδων όσο αντέχει ο προσωπικός και συλλογικός χρόνος του καθενός και της κάθε μίας. Η λογική υποχωρούσε για να προβληθεί το συναίσθημα, το όνειρο. Μια αυθόρμητη αντίστιξη μεταξύ ουτοπικού και ρεαλιστικού, μια οραματική άνθηση πολιτικών πεποιθήσεων ενταγμένες στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πνεύμα και κλίμα της εποχής. Τίποτα σχεδόν δεν ήταν πολιτικά και κοινωνικά «ινκόγκνιτο». Μερίσματα ανθρώπινου προσωπικού βίου μπλεγμένα με την Ελληνική ιστορία της πατρίδας μας, με το τραύμα του Κυπριακού Λαού να απειλεί τον οικουμενικό Ελληνισμό. Από την μία οι κάθε κατηγορίας αντιστασιακοί και από την άλλοι οι υποστηρικτές. Στρατός, Διοίκηση, Δικαιοσύνη και Εκκλησία υπήρξαν συνεργάτες και στυλοβάτες του στρατιωτικού καθεστώτος για επτά χρόνια και προπαγανδιστές της πολιτικής του, των καθημερινών πρακτικών του και της ιδεολογίας του, με τις σχετικές φυσικά ανθρώπινες τιμητικές εξαιρέσεις Ελλήνων των τεσσάρων θεσμών της ελληνικής πολιτείας. Αγωνιστικές αντιχουντικές προσωπικότητες που το πλήρωσαν με φυλακίσεις, βασανιστήρια, εξορίες, δολοφονίες, χάσιμο της εργασίας τους, αυτοεξορίας τους στο εξωτερικό. Το παλαιό πολιτικό σύστημα που ανέτρεψε η χούντα επανήλθε στην κοινοβουλευτική διακυβέρνηση. Ο θεσμός της Βασιλείας με δημοψήφισμα καταργήθηκε. Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ο καντιανός φιλόσοφος και συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσάτσος. Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση και η συνταγματική καθιέρωση της Δημοτικής γλώσσας στην δημόσια διοίκηση κάνει τα πρώτα δειλά βήματά της. Ένας πανζουρλισμός πολύμορφων πολιτιστικών εκδηλώσεων, καλλιτεχνικών δράσεων πραγματοποιούνται «καθ’ άπασα την επικράτεια». Νέοι τίτλοι λογοτεχνικών περιοδικών κάνουν την εμφάνισή τους, από μικρές παρέες συγγραφέων, τίτλοι πολιτικών εφημερίδων κυκλοφορούν μαζί με επανεκδόσεις προδικτατορικών. Οι νέες ηλικιακά φωνές των ελλήνων και ελληνίδων ποιητών και πεζογράφων, δοκιμιογράφων, ας χρησιμοποιήσουμε την κοινόχρηστη λέξη «κουλτουριάρηδων» κάνουν την εμφάνισή τους, αποκτούν βήμα δημόσιας αναγνώρισης ενώ συνεχίζεται η δημιουργική συγγραφική παρουσία των παλαιότερων γενεών διανοούμενων και συγγραφέων. Ορισμένοι από την παλαιά «φρουρά» των μεγάλων μας ποιητών και πεζογράφων έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τα εγκόσμια. Αρχίζουν στις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών οι έλληνες και οι ελληνίδες να διαβάζουν τα (σαλόνια- μικρά ή μεγάλα) Αφιερώματα εις μνήμη τους. Σε μικρό χρονικά διάστημα η Ελλάδα θα αποκτήσει το δεύτερο ποιητικό της Νόμπελ μετά από το πρώτο της, του Μικρασιάτη διπλωμάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη, ο λυρικός μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης της Γενιάς του 1930 θα κατακτήσει επάξια την κορυφή του παγκόσμιου Παρνασσού. Ο Ελληνικός ποιητικός λόγος και η παράδοσή του αποκτά διεθνή απήχηση. Η ιδέα-όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής-για κοινή βράβευση με τον βάρδο ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο, «σκάλωσε» στην κομματική και πολιτική στράτευση του αγωνιστή ποιητή, που είχε βραβευθεί με το Βραβείο Ειρήνης. Ο διεθνούς φήμης μουσικοσυνθέτης μας Μίκης Θεοδωράκης είχε φροντίσει από την δεκαετία του 1960 να μελοποιήσει την έντεχνη Ελληνική Ποίηση και να την καταστήσει κτήμα στα χείλη του ελληνικού λαού- καθημερινό τραγούδι σε ταβέρνες, παρέες και διαδηλώσεις, στάδια. Η έντεχνη ποίηση του «ενός» έγινε τραγούδι στα χείλη των πολλών. Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη, του Μιχάλη Κατσαρού, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Κώστα Βάρναλη κ.ά. απογειώθηκε. Ο Γιάννης Σπανός μας είχε δώσει τα τραγούδια της «Τρίτης Ανθολογίας» σε ποίηση ελλήνων ποιητών ενώ ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις εξακολουθούσε να μας μυσταγωγεί με τις συναυλίες του, τις ονειρικές του μπαλάντες στην Ρωμαϊκή Αγορά και να μας κεντρίζει πολιτικά ελευθερόστομα και «αναρχικά» με τα κείμενά του και τις παρεμβάσεις του στο Τρίτο Πρόγραμμα. Η Λιλιπούπολη είχε αντικαταστήσει ραδιοφωνικά σε ακροαματικότητα την παλαιά «Θεία Λένα» των γονιών μας. Ο Διονύσης Σαββόπουλος προετοίμαζε την μουσική απογείωσή του με το αερόστατο στο Στάδιο της Καλογρέζας. Η «Συννεφούλα» του συνοδοιπορούσε με τους στίχους του Θεσσαλονικιού ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας….» που τραγουδούσε η Δόμνα Σαμίου. Και η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη με το «Υπάρχω» του Χρήστου Νικολόπουλου μπλέκονταν με τα λαϊκά τραγούδια του Δημήτρη Μητροπάνου, την φωνή της Μαρινέλλας και της Λίτσας Διαμάντη. Στο Χάραμα του Βασίλη Τσιτσάνη ο Πειραιώτης εικαστικός και σκηνογράφος, ποιητής Γιάννης Τσαρούχης υποβασταζόμενος έριχνε τις ζεμπεκιές του. Το Μέγαρο Μουσικής ετοιμάζονταν να μας παιδαγωγήσει μουσικά στον κόσμο της κλασικής μουσικής. Ο επίσης Πειραιώτης διάσημος πιανίστας νεαρός Σγούρος δήλωνε την παρουσία του με τα κονσέρτα του. Η στάχτη της Μαρίας Κάλλας σκορπίζονταν στο Ιόνιο πέλαγος. Η σατιρική «αποκαθήλωσή» του Μεγάρου οραματική έμπνευση του εκδότη Χρήστου Λαμπράκη θα ερχόταν αργότερα με την φωνή της Ρίτας Σακελλαρίου «Εγώ δεν πάω Μέγαρο θα μείνω με τον παίδαρο». Ο Σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος είχε άρχισε να διευρύνει τους ορίζοντές του, να ανοίγει τα φτερά του σε ύφη, στιλ, σενάριο, θεματολογία, τεχνικές, να πειραματίζεται, να επανασχεδιάζει τους στόχους του, να αποκτά μεγαλύτερο κοινό θεατών όλων των τάξεων και ηλικιών διαδίδοντας τα μοντέρνα μηνύματά του, να γεμίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες και να «καθηλώνει» μπροστά στις μικρές Οθόνες τους θεατές δίχως να χάνει την λαϊκότητά του. Να προκαλεί θετικά σχόλια και αναλύσεις από τους ιθύνοντες και στο εξωτερικό. Οι δεκάδες συντελεστές οραματιστές του να βρίσκουν εύκολα βήμα στις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών παρουσιάζοντας τις καινούργιες παραγωγές τους, να μας μιλούν για αυτές. Οι μοντέρνες παρουσιάσεις νέων σε ηλικία σκηνοθετών και των ταινιών τους βραβεύονταν στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης και άλλα τοπικά ή διεθνή Φεστιβάλ που συμμετείχαν. Θα σημειώναμε χαριτολογώντας, ότι ο σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος έπαψε να είναι «συμβασιούχος» έγινε «μόνιμος» στις συνειδήσεις και στον χρόνο ψυχαγωγίας του Ελληνικού λαού. Η «κοιλιά» των βιντεοταινιών και τα κινηματογραφικά παράγωγά τους δεν μείωσαν την αξία της Ελληνικής Κινηματογραφικής Τέχνης με την μικρή ασφαλώς εισπρακτική αγορά, αλλά τον «συγκεκριμένο» ιδεολογικό προσανατολισμό και πρόσημο.

   Η κινηματογραφόφιλη γενιά μας πρωτοείδε μετά την μεταπολίτευση σε επιλεγμένα σινεμά της Αθήνας βραβευμένες και αγαπημένες ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και είχε διαβάσει τις επανεκδόσεις των Σεναρίων του από τις εκδόσεις «Γαλαξίας» της εφημερίδας «Η Καθημερινή» στις μεταφράσεις της κριτικού Ροζίτας Σώκου και του Αντρέα Ρικάκη. Έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα σημειώματά μας.

   Από την στιγμή που πρωτοείδαμε ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γίναμε φανατικοί θαυμαστές του, λάτρεις της κλονισμένης μεταφυσικής του αγωνίας, της διάχυσης στις ταινίες του της ατμόσφαιρας της ανθρώπινης οντολογικής μοναξιάς, των φιλοσοφικών ερωτημάτων και καίριων διλημμάτων της ανθρώπινης οντότητας. Αυτό το σταθερό βλέμμα του πάνω στην εξουθενωτική αγωνία και προσωπικό άγχος του φοβισμένου, τρομαγμένου και χαμένου σύγχρονου ανθρώπου με τα όσα συμβαίνουν γύρω του-σαν μεταφυσικά άστεγος- και μέσα του καθώς βυθομετρεί η Κάμερά του τα έγκατα της ψυχής και της συνείδησής του. Είδωλα χαρακτήρων, παγκόσμια σύμβολα θρυμματισμένα που, κατά την κρίση μου ομοιάζουν με χαρακτήρες αρχαίας τραγωδίας, διαθέτοντας ένα «προμηθεϊκό» πνεύμα αν δεν λαθεύω. Μια κινηματογραφική ματιά, βασισμένη σε ένα καλοδομημένο σενάριο που φιλοδόξησε η Εικόνα να υλοποιήσει πάνω στην λευκή οθόνη. Γιατί ίσως ο ένθερμος ενθουσιασμός για την κινηματογραφική του μαγεία μας κάνει να λησμονούμε ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε και ένας σπουδαίος συγγραφέας, ένας ακαταμάχητος και ακούραστος γραφιάς. Δεν είμαι ειδικός για να αποφανθώ αν οι σεναριακές του ιδέες και έννοιες μπορούν όλες να μετατραπούν σε εικόνα, σε κινηματογραφικά καρέ ή πλάνα, όπως τον είχαν κατηγορήσει αρνητές του, το βέβαιο πάντως είναι ότι είτε με τα γραπτά του είτε με τα πλάνα του μας πρόσφερε πάντα ένα αξιοζήλευτο και θαυμαστό αποτέλεσμα. Όσο για τον «απελπισμένο υπαρξισμό» του πόσοι είχαν τα κότσια από τους σκηνοθέτες των χρόνων και της γενιάς του να συγκριθούν μαζί του και να καταπιαστούν με οτιδήποτε ασχολήθηκε η προβληματική του. Για τις «θεούσες» της έβδομης τέχνης και τις μεταφυσικής θα μιλάμε τώρα;

   Κοιτούσαμε λοιπόν, όχι μόνο να βρίσκουμε μόνο χρόνο να παρακολουθήσουμε τις ταινίες του αλλά και να συγκεντρώνουμε και διαβάζουμε οτιδήποτε η ειδησεογραφία της εποχής δημοσίευε στις εφημερίδες και τα περιοδικά που αγοράζαμε, να ανοίγουμε συζήτηση με φιλικά μας πρόσωπα για τα έργα του, την φιλοσοφία και την ποιητική τους, ορισμένα από τα οποία είχαμε παρακολουθήσει μαζί. Οι Κασσάνδρες της άρνησής του που καιροφυλαχτούσαν δεν μας άγγιζαν, ούτε το γεγονός της γνωριμίας μας με την θρησκευτική παράδοση του τόπου μας και της καθ’ ημάς ανατολής ανιχνεύσεις. Διαβάζαμε τα σχόλια που γράφονταν, τις κριτικές για τα έργα του που δημοσιεύονταν κάθε φορά που εμφανίζονταν και προβάλλονταν τα έργα του και αρκετά από αυτά τα δημοσιεύματα τα διαφυλάσσαμε, μια και κύριο μέλημά μας ήταν η Ποίηση και η Λογοτεχνία ευρύτερα. Και φυσικά, οι αναλύσεις και τα κινηματογραφικά εκτενή σχόλια του Βασίλη Ραφαηλίδη είχαν τον πρώτο λόγο στην βοήθεια κατανόησης και ερμηνείας των ταινιών του και των θεματικών του διαπραγματεύσεων. Διαβάζοντάς τα κείμενά του Βασίλη Ραφαηλίδη θαυμάζαμε όχι μόνο την ποιότητα της γραφής του, την ακρίβεια και ευθυβολία της σκέψης του, την άνεση που διέθετε να γράφει τέτοιας κοινωνικής και πολιτικής θεώρησης «κοινωνιολογικής ανάλυσης» κείμενα,- φυσικά από την ατομική του Μαρξιστική οπτική και υλιστική ερμηνεία- την ευρύτητα και το βάθος της συλλογιστικής του. Μιάς φωνής ενός δασκάλου του Σινεμά που απλώνονταν και πέρα από τα όρια των χώρων της Έβδομης Τέχνης και της βιομηχανικής της παραγωγής. Έτσι, όταν αρχές Νοεμβρίου του 1977 πληροφορηθήκαμε την προβολή στην Ελλάδα της νέας ταινίας- της 39ης –του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ» σπεύσαμε να την απολαύσουμε, να την χαρούμε, ίσως και να την συγκρίνουμε με άλλες μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες της χρονιάς που παίζονταν στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.

   Η ταινία προβλήθηκε σε διάφορες κινηματογραφικές αίθουσες της εποχής: Αλκυονίδα, Αττικόν, Άνεσις, Γρανάδα, Καλλιθέα, Λητώ, Μπρόντγουαίη και άλλες όπως έγραφαν οι εφημερίδες. Η Σκηνοθεσία και το Σενάριο ήταν του Ι.  Μπέργκμαν, πρωταγωνιστούσαν οι σταθεροί ηθοποιοί συνεργάτες του Λίβ Ούλμαν, ο Έρλαντ Γιόζεφσον και ο Γκούνναρ Μπγιέρνστραντ. Αν δεν λαθεύω η πανέμορφη Λίβ Ούλμαν ήταν τότε και σύζυγός του.

Αν θυμάμαι σωστά, η Κινηματογραφική Λέσχη του Πειραιά με σημαντική παρουσία στην πόλη μας που πρόβαλε ταινίες στην υπόγεια αίθουσα του Σινεάκ δεν είχε παρουσιάσει έργα του Μπέργκμαν, μπορεί να κάνω λάθος και η μνήμη να με απατά.

   Μεταφέρω τις Οδηγίες του Σκηνοθέτη από το δημοσίευμα του «Βήματος» του 1975 που μας φανερώνει τον τρόπο συνεργασίας του με τους συντελεστές των έργων του, στο πώς τους αντιμετώπιζε και ότι θεωρούσε τις ταινίες του συλογική δουλειά. Παράλληλα, δύο ακόμα δημοσίευμα, το πρώτο από την εφημερίδα «Το Βήμα» της 26 Σεπτεμβρίου 1976 και το δεύτερο από το περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος» τχ. 1226/ 27 Οκτωβρίου 1977, σ. 50. Και τρείς από τις κριτικές του έργου που υπογράφουν γνωστοί κινηματογραφικοί κριτικοί. Νίκος Φένεκ Μικελίδης, Μαρία Παπαδοπούλου και Βασίλης Ραφαηλίδης. Να υπενθυμίσουμε ότι η Μαρία Παπαδοπούλου ήταν σύζυγος του Πειραιώτη κριτικού λογοτεχνίας Κώστα Σταματίου. Οι Κινηματογραφικές κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη πάνω από 13 για ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που είχαν πρωτοδημοσιευθεί σε προγράμματα κινηματογραφικών προβολών, σε εφημερίδες και σχετικά περιοδικά συγκεντρώθηκαν και συμπεριελήφθησαν στον 2 τόμο του «ΛΕΞΙΚΟΥ ΤΑΙΝΙΩΝ»- πέντε τόμοι- με κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη, εκδόσεις Αιγόκερως 1982. Επιμέλεια Δημήτρης Βεργιανάκης και Γιάννης Σολδάτος, ο ιστορικός του ελληνικού κινηματογράφου οποίος είναι και ο διευθυντής της σειράς. Άλλες κινηματογραφικές κριτικές του Ραφαηλίδη συμπεριελήφθησαν και στον τόμο «Πέρα από τον κινηματογράφο», εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1999. Ενώ η κριτική του για την ταινία «Έβδομη Σφραγίδα» του Μπέργκμαν περιλαμβάνεται και στο βιβλίο σελ.33-34 Αφιέρωμα στον Βασίλη Ραφαηλίδη, Σύνταξη-Επιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Σολδάτος, Επιμέλεια κειμένων Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Αιγόκερως 2000.

«Πρόσωπο με πρόσωπο» σε… κλειστό κύκλωμα

Η ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Εφημερίδα  ΤΟ ΒΗΜΑ (;) 26/9/1976

ΠΑΡΙΣΙ, Σεπτέμβριος

   Ο θάνατος, ο έρωτας… ο έρωτας, ο θάνατος. Απ’ τη βασανιστική επωδό που γεννήθηκε απ’ τις «παραλλαγές του για υπαρξιακό κινηματογράφο», ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έβγαλε και το θέμα της 39ης ταινίας του «Πρόσωπο με πρόσωπο». Απ’ τον τίτλο κιόλας καλείσαι να πάρεις μέρος στο παιχνίδι του καθρέφτη και της αυταπάτης: η εικόνα του καθρέφτη βρίσκεται φάτσα στο μοντέλο; Ή μήπως είναι ο θάνατος που κοιτάζει το ζωντανό;

   Η ψυχίατρος Τζέννυ Ίσακσον είναι μόνη. Ο άνδρας της λείπει για τρείς μήνες, η κόρη της έφυγε για διακοπές. Αφοσιώνεται στη δουλειά της κι αποκτά κι εραστή. Κάποια μέρα συναντάει έναν άλλο γιατρό, τον δόκτορα Τζάκομπι που την προσκαλεί. Εκείνη όμως που υποπτεύεται πονηρό σκοπό εκ μέρους του, αρνείται και επιστρέφει στο σπίτι της. Την άλλη μέρα, κι ενώ επισκέπτεται μιά άρρωστή της, πέφτει θύμα απόπειρας βιασμού. Όταν γυρίζει πίσω στο σπίτι της αποπειράται να αυτοκτονήσει.

    Κοινή ιστορία απελπισίας; Ανατομία μιάς «σουηδικού τύπου» σοσιαλιστικής ευτυχίας που έχει στο παθητικό της μιά έντονη τάση προς αυτοκτονία; Αφού πρόκειται για τον δημιουργό της «Νύχτας των σαλτιμπάγκων» είναι φανερό ότι αυτό το «Πρόσωπο με πρόσωπο» δεν είναι μιά ταινία που πραγματεύεται τη «δυσκολία να ζήσεις», έτσι όπως  θα εκδηλωνόταν προς την πλευρά του Σαίν- Τροπέ.

   Πιστός στον εαυτό του, ο Μπέργκμαν βυθίζει το μαχαίρι του πολύ βαθιά, ως το κόκκαλο: πώς να ζήσεις όταν δεν έχεις πιά τη δυνατότητα να ζήσεις;

   Η Τζέννυ καταπίνει ένα ολόκληρο φιαλίδιο με υπνωτικά χάπια κι απορεί: «Δε φοβάμαι, δεν είμαι λυπημένη. Μπορώ να πώ ότι αισθάνομαι καλά». Κι ενώ τα δάχτυλά της ακολουθούν μηχανικά τα σχέδια που διαγράφονται στο χαρτί του τοίχου, ο θάνατος τη γυροφέρνει σαν παλιά φίλη.

   Απ’ την «Έβδομη σφραγίδα» (1956) ως την «Περσόνα» (1966), απ’ τις «Άγριες φράουλες» (1957) ως τις «Κραυγές και ψίθυροι» (1972) η έμμονη ιδέα του θανάτου είναι η σταθερά του Μπέργκμαν. Τον είπαν σκηνοθέτη του μεταφυσικού. Κι όμως, τί πιό συγκεκριμένο απ’ το θάνατο; Τί πιό σαφές και κοφτερό απ’ αυτό το ρεπορτάζ πάνω στην αιμορραγία μιάς ζωής; Η αλήθεια είναι πώς η σκέψη του δημιουργού παρεξέκλινε απ’ τη σιωπή του Θεού (την οποία καταδίωκε στην σκακιέρα της «Έβδομης σφραγίδας») προς τη σιωπή του έρωτα.

   «Ο δεσμός» και οι «Σκηνές από ένα γάμο» (την τελευταία αυτή ταινία ερμήνευε  το ίδιο ζευγάρι που πρωταγωνιστεί και στο «Πρόσωπο με πρόσωπο», η Λίβ Ούλμαν κι ο Έρλαντ Γιόζεφσον) αποτελούν μιά πρώτη μαρτυρία αυτού του τρομερού στεγνώματος που από δειλία, έχουμε βαφτίσει «αγάπη». Και ο πόθος; Η Τζέννυ στη δουλειά της; Βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη μ’ αυτόν τον ουσιαστικό παράγοντα. Μετά απ’ την απόπειρα βιασμού που της έγινε, εξομολογείται: «Τάθελα να με βιάσουν, μά αντιδρούσε το κορμί μου». Μήπως, στο συγκεκριμένο αυτό σημείο, ο Μπέργκμαν πέφτει στην κοινοτοπία του περίφημου ¨επιδιωκόμενου βιασμού»; Η αλήθεια είναι πιό σκληρή: λείπει ο πόθος.

    Αδύνατο να αναλύσεις με σιγουριά αυτή την τραχειά ταινία, τον διάλογό της, το στυλ της, τον τρόπο της ν’ απομονώνει τα πρόσωπα επιμένοντας επάνω τους σαν αδιάκριτο βλέμμα. Όλο και πιό γαζωμένος σ’ αυτόν τον κόσμο του της απελπισίας και της απουσίας (πουθενά ακόμα και το ελάχιστο χιούμορ) ο Μπέργκμαν μαστιγώνει τα όνειρα της Τζέννυ ελπίζοντας να ανακαλύψει το μεγάλο μυστικό. Βάζει μάλιστα κι ένα ερωτηματικό στην σεξουαλική «ομαλότητα» με την ομοφυλοφιλία του Τζάκομπι.

   Αναδιπλωμένο στον εαυτό του σαν μιά αυτοανάλυση, το «Πρόσωπο με πρόσωπο» λειτουργεί σαν μάσκα, σαν διέξοδο και σαν άμυνα. Το σύστημα λειτουργεί σε κλειστό κύκλωμα, ακολουθώντας ένα δικό του κώδικα (έμμονες ιδέες, φαντάσματα, απόγνωση…) και σύμφωνα με σαφή αναγνωριστικά σημάδια (είναι η 18η ταινία του Μπέργκμαν γυρίζει με τον οπερατέρ του Σβέν Νύκβιστ, η 7η ταινία του με την Λίβ Ούλμαν και η 18 με τον Γκουνάρ Μπγέρνστραντ, στον ρόλο του παππού).

    Η μηχανή του Μπέργκμαν, ως το έπακρο νευρωτική, εκφράζει τις συνθήκες ζωής του ίδιου του δημιουργού (την εικασία αυτή επιβεβαιώνει η απομόνωσή του σ’ ένα απρόσιτο νησί, η περίεργη αντίδρασή του έναντι της σουηδικής φορολογίας, η αυτοεξορία του). Που σημαίνει πώς η ταινία αυτή είναι δυσνόητη και ταυτόχρονα γοητευτική απωθητική και ελκυστική. Το «Πρόσωπο με πρόσωπο», σαν κάθε υπερβολικά περίτεχνο παιχνίδι, προκαλεί την πλήρη συνταύτιση (μερικοί θεατές κλαίνε από την συγκίνηση) ή ένα ενοχλημένο ξάφνιασμα που πλησιάζει την ταινία. Να πρόκειται για μιά τιμωρία του έρωτα ή για μιά οδύσσεια της ενδοσκοπήσεως;

Ο καθένας με την αλήθεια του.

   Εφημερίδα Το Βήμα (;) 26/9/1976

--

     «Πρόσωπο με πρόσωπο»

Ο Μπέργκμαν κινηματογραφεί τον Μπέργκμαν!...

Περιοδικό Ο Ταχυδρόμος τχ. 1226/ 27-10-1977, σ. 50-51

Μιά ταινία που προβάλλεται με πολλή επιτυχία στο εξωτερικό και θα παιχτεί και στην Ελλάδα- «εικόνα και ομοίωση» της ίδιας της ζωής του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.

   Μιά γυναίκα διασχίζει τα άδεια δωμάτια ενός σπιτιού. Οι κινήσεις της δείχνουν ηρεμία και αυτοπεποίθηση. Όμως το βλέμμα της κοιτάζει το χώρο γύρω της, τα πατώματα, τους γυμνούς ουδέτερους τοίχους, σαν να τα βλέπει για πρώτη φορά.

   Είναι η Τζένη, η ηρωίδα της καινούργιας ταινίας του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Πρόσωπο με πρόσωπο». Στην πρώτη σκηνή της ταινίας, τη βλέπουμε να φεύγει από το σπίτι της, πού μόλις το πούλησε για να μετακομίσει σε ένα άλλο, πιό άνετο.

    Η Τζένη έχει ό,τι χρειάζεται για να είναι ευτυχισμένη. Μιά πετυχημένη επαγγελματική καριέρα, ένα σύζυγο, μιά κόρη, την εκτίμηση των συναδέλφων και των γνωστών της.

   Είναι αρχές καλοκαιριού. Ο άντρας της λείπει για τρείς μήνες σε επαγγελματικό ταξίδι. Η κόρη της είναι σε κατασκήνωση. Η Τζένη είναι μόνη και, για λίγο, άστεγη. Θα πάει να μείνει με τους γονείς της μητέρας της. Αυτοί την είχαν μεγαλώσει όταν, πριν από πολλά χρόνια, σκοτώθηκαν οι γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

    Στο σπίτι της γιαγιάς την περιμένει το παιδικό της δωμάτιο. Ένας χώρος γεμάτος μνήμες από την παιδική της ηλικία. Είναι, μήπως, αυτό η αφορμή για τις αλλαγές που θα συμβούν στην Τζένη; Είναι τα φαντάσματα του παρελθόντος, που έρχονται να προκαλέσουν τη διανοητική διαταραχή της;

    Η Τζένη είναι ψυχίατρος. Και βρίσκεται, ξαφνικά, στην ανάγκη να υποβάλει σε θεραπεία τον ίδιο τον εαυτό της. Και, μάλιστα, τη στιγμή που αρχίζει να κλονίζεται η πίστη της στην Ψυχιατρική.

    Αλλά και η ίδια η ταινία, δεν είναι παρά μιά προσπάθεια αυτοθεραπείας του δημιουργού της. Σε ένα γράμμα, που έστειλε στους συνεργάτες του, όταν αρχίζει το γύρισμα της ταινίας, ο Μπέργκμαν έγραφε: «Εδώ και κάμποσο καιρό ζούσα μέσα σε μια αγωνία, χωρίς καμιά συγκριμένη αιτία. Δημιούργησα λοιπόν, ένα χαρακτήρα- της ηρωίδας αυτού του φιλμ- που να έχει εμπειρίες ανάλογες με τις δικές μου. Με την διαφορά ότι, η δική της περίπτωση, είναι πιο σαφής και πολύ πιο οδυνηρή…».

   Η σύμπτωση ανάμεσα στο προσωπικό δράμα του δημιουργού και το δράμα της ηρωίδας, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο, από το γεγονός ότι, το σπίτι της γιαγιάς της ηρωίδας, στο φιλμ, αποτελεί λεπτομερή αντιγραφή του σπιτιού της γιαγιάς του ίδιου του Μπέργκμαν.

   Ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι, προετοιμάζοντας την ταινία του, βοηθήθηκε πολύ  ο ίδιος στο να ξεπεράσει τις αγωνίες του. Και ελπίζει να έχει την ίδια επίδραση η ταινία και στους θεατές. Πάντως, ο τρόπος με τον οποίο γιατρεύεται η Τζένη, στο τέλος, δε φαίνεται να είναι και πολύ πειστικός, γιατί οι περισσότεροι σχολιαστές του φιλμ, μιλάνε για «παροδική γιατριά»…

    Ένα μεγάλο μέρος του φιλμ, αποτελεί απεικόνιση των ονείρων. Παράξενες μορφές έρχονται ξαφνικά να την επισκεφτούν. Μνήμες από το μακρινό παρελθόν ζωντανεύουν. Προσπάθεια για φροϋδική ερμηνεία της ψυχικής διαταραχής; Όχι, ακριβώς. «Τα όνειρα στην ταινία μου, είναι περισσότερο προεκτάσεις της πραγματικότητας», λέει ο Μπέργκμαν.

   Γύρω από την Τζένη κινούνται, στην ταινία, μια σειρά από ήρωες που, ο καθένας, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η γιαγιά, πότε τρυφερή και πότε αμείλικτα σκληρή. Ο παππούς, που τον διακατέχει ο φόβος του θανάτου. Η Μαρία, μιά άρρωστη που όλοι θεωρούν την περίπτωσή της ανίατη, αλλά η Τζένη επιμένει να την παρακολουθεί. Ο διευθυντής της κλινικής, που η γυναίκα του τον απατά, με έναν ομοφυλόφιλο. Και ο Τόμας, ένας γιατρός, που θα συμπαρασταθεί στη Τζένη, στις πιο κρίσιμες στιγμές.

   Η Τζένη έχει με τον Τόμας μιά σχέση περισσότερο από φιλική. Δεν γίνονται όμως ποτέ εραστές. Όχι από πουριτανισμό. Η Τζένη όσο λείπει ο άντρας της, έχει, έτσι κι αλλιώς, έναν εραστή. Και ο Τόμας είναι ερωτικά απόλυτα ελεύθερος και μάλιστα, χωρίς να κάνει διάκριση ανάμεσα σε γυναίκες και άντρες. Είναι όμως και οι δύο διανοούμενοι. Και έχουν αποφασίσει να κρατήσουν την σχέση τους πλατωνική.

    Μέσα από τις σχέσεις της ηρωίδας με τους ανθρώπους γύρω της, ο Μπέργκμαν βρίσκει την ευκαιρία να αναπτύξει μια σειρά από θέματα. Και να καταδείξει, για μιά ακόμα φορά, τη σχετικότητα, που υπάρχει  ανάμεσα στον έρωτα και το μίσος, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.

   Η ταινία φαίνεται να είναι μάλλον απαισιόδοξη. Γιατί, αν πιστέψουμε όσα γράφτηκαν στο εξωτερικό γι’ αυτήν οδηγεί στη διαπίστωση ότι, η προσέγγιση της πραγματικότητας, είναι αδύνατη και ότι η ζωή κυριαρχείται από το θάνατο.

   «Είναι μία ταινία με θέμα την αυτοκτονία» λέει ο Μπέργκμαν. Και μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, είναι η πρώτη φανερή εκδήλωση της πνευματικής ταραχής της ηρωϊδας.

    Θριαμβευτική υποδοχή επιφύλαξε το κοινό της Αμερικής, όπου παίζεται εδώ και μήνες. Και οι κριτικοί όλων των εφημερίδων και περιοδικών, έγραψαν διθύραμβους για την ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, που δεν είναι άλλη από τη θαυμάσια Λιβ Ούλμαν. Θαύμασαν τη μοναδική ικανότητα της να περνάει τόσο αβίαστα από τη μία κατάσταση στην άλλη, είπαν ότι η ερμηνεία της επισκιάζει κάθε προηγούμενο και κάποιος δήλωσε ότι τη θεωρεί σαν τη μεγαλύτερη ηθοποιό της εποχής μας.

    Σε χαμηλότερο τόνο, αλλά οπωσδήποτε με ενθουσιασμό, αντιμετώπισαν και την απόδοση του Έρλαντ Τζόζεφσον, που παίζει το ρόλο του Τόμας. Είναι η δεύτερη φορά, μετά το «Σκηνές από ένα γάμο» που ο Τζόζεφσον αποδεικνύεται άξιος παρτεναίρ της Ούλμαν.

   Επιφυλάξεις έχει, όμως, μια μερίδα της κριτικής για τον ίδιο τον Μπέργκμαν. Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» συμπληρώνει, κατά κάποιο τρόπο, μια τριλογία μαζί με το «Κραυγές και ψίθυροι» και το «Σκηνές από ένα γάμο». Οι τρείς αυτές ταινίες διαφέρουν αρκετά από τα προηγούμενα έργα του διάσημου σκηνοθέτη. Έχουν περισσότερη σαφήνεια, πού κάνει πολλούς να μιλάνε για υπεραπλούστευση και αποδυνάτισμα. Αλλά καταφέρνουν, οπωσδήποτε, να προσεγγίσουν ένα πλατύτερο κοινό.

   Και, ακόμα, έχουν μια μοναδική αισθητική λαμπρότητα. Ο μόνιμος φωτογράφος του Μπέργκμαν Σβεν Νύκβιστ κάνει κυριολεκτικά θαύματα, όταν δουλεύει στο έγχρωμο φιλμ. Και όσοι θυμούνται την θαυμάσια δουλειά του στο «Κραυγές και ψίθυροι» δικαιολογημένα περιμένουν να απολαύσουν τώρα το «Πρόσωπο με πρόσωπο».

    Το «Πρόσωπο με πρόσωπο», πρόκειται να παιχτεί σύντομα και στην Αθήνα. Και προβλέπεται να έχει ανάλογη επιτυχία με το «Κραυγές και ψίθυροι», το «Σκηνές από ένα γάμο» και το «Μαγεμένο αυλό».

    Ο Μπέργκμαν, ο άλλοτε «δύσκολος» δημιουργός, αποτελεί τελευταία και στην Ελλάδα μαγνήτη για ένα όλο και μεγαλύτερο κοινό. Ένδειξη υπαναχώρησης του Μπέργκμαν σε πιο απλά θέματα και σε πιο λαϊκή κινηματογραφική γραφή; Ή ένδειξη ωρίμανσης του ελληνικού κοινού; Ίσως, σε κάποιο βαθμό, να ισχύουν και τα δύο.

    Περ. Ο Ταχυδρόμος τχ. 1226/ 27-10-1977   

        ΧΡΟΝΟΣ  ΚΑΙ  ΦΘΟΡΑ

Της Μαρίας Παπαδοπούλου

Εφημερίδα Τα Νέα 8/11/1977

  «ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ»: Σκηνοθεσία Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγ. Λίβ Ούλμαν. Σε διάφορες αίθουσες.

Μια τυπική μπεργκμανική ταινία. Έτσι εύκολα θα μπορούσε κανείς να προσδιορίσει αυτό το φιλμ, του οποίου πράγματι οι συντεταγμένες είναι όμοιες με όλων των άλλων δημιουργιών του Σουηδού σκηνοθέτη.

   Ωστόσο ετούτη εδώ η ταινία είναι και κάτι άλλο. Έχει θα λέγαμε, μια ρεαλιστική σχέση με τον χρόνο. Είναι μία ταινία με σαφέστατη ηλικία. Και πρώτα-πρώτα στα πρόσωπα. Ο περίφημος Θίασος του Μπέργκμαν είναι πια σημαδεμένος από το βάρος της πραγματικής του ηλικίας. Γεγονός που επίσης φαίνεται να σημαδεύει και τον δημιουργό, προσδίδοντας τη σκληρότητα της τετριμμένης αλήθειας στον φιλοσοφικό πυρήνα της θεματικής του. Δεν ξέρω, μα αυτή η ταινία δείχνει καθαρά ότι από το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα» μέχρι το ύστατο πλάνο, εδώ, της Λιβ Ούλμαν, έχει περάσει πολύς, πάρα πολύς καιρός.

   Ο στοχασμός πάνω στη σισυφική αναίτια επανάληψη του κύκλου της ζωής, δεν είναι παρά μιά νεανική κραυγή- διαμαρτυρία- πρόκληση στον ουρανό, το υπαρξιακό άγχος δεν έχει τώρα την αυθάδικη απελπισία ενός εφήβου ή ενός ιππότη, που παίζει σκάκι με τον θάνατο. Θα λέγαμε ότι δεν υπάρχει πιά ούτε κάν μεταφυσική σε τούτο το «Πρόσωπο με πρόσωπο». Υπάρχει αντίθετα η παραδοχή και ο προσγειωμένος φόβος των επερχομένων γηρατειών, φόβος που γίνεται αιχμηρός και εξαιρετικά πραγματικός, καθώς εντοπίζεται σε μιά γυναίκα μέσης ηλικίας. Η ηρωίδα που έχει ακόμα τη γιαγιά της και τον παππού της, αλλά και μιά κόρη, αισθάνεται στο μεσημέρι της ζωής της. Ολοζώντανη με σύζυγο, εραστή και ίσως δίψες σεξουαλικές είναι μιά ισορροπημένη ψυχίατρος, αυτοελεγχόμενη απολύτως μέχρι τη στιγμή που ένας παρ’ ολίγο βιασμός,  λειτουργεί σαν αστραπή και φωτίζει τους τρόμους της. Μεσοστρατίς, λοιπόν κάτι ανάμεσα σε παιδί θλιμμένο και γυναίκα που καθρεφτίζεται στην επερχόμενη ηλικία της γιαγιάς της, αποφασίζει να βάλει, τέρμα στο φόβο της μετάβασης στα γηρατειά αυτοκτονώντας. Η επιστήμη, όμως, τη σώζει από το θάνατο και την ξαναρίχνει «λογική» στη διαδικασία της επώδυνης σήψεως εν ζωή.

    Ένας μονόλογος, λοιπόν, πρόσωπο με πρόσωπο, αυστηρά ατομικός, μιά σχεδόν κλινική περίπτωση, από τις τρέχουσες της ψυχολογίας είναι αυτή εδώ η ταινία του Μπέργκμαν, που δεν απογειώνεται από τον κοινό φόβο για τη ζωούλα μας, όσο και αν μεταμφιέζεται φορώντας τη μάσκα μιάς ευαισθητοποιημένης, λόγω ηλικίας, γυναίκας.

    Με δυό λόγια: Άγχος χωρίς δημιουργική έξαρση στενά ατομικό και ηλικιακό.

       ΜΑΡΙΑ  ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

        ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ

Χρωματιστή σουηδική ταινία Σενάριο- Σκηνοθεσία Ι. Μπέργκμαν

του Νίκου Φένεκ Μικελίδη

Εφ. Ελευθεροτυπία 8/11/1977

   Κάθε ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν και είναι όπως θα το περίμενε πια κανείς, κι ένα δοκίμιο γύρω από τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο. Έτσι κι’ αυτό το «Πρόσωπο με πρόσωπο» που πρωτοείδαμε στο Φεστιβάλ Καννών 1976, και που μας έρχεται στην Ελλάδα κουτσουρεμένο κατά 20 περίπου λεπτά και ντουμπλαρισμένο στ’ αγγλικά, πράγμα που σίγουρα αφαιρεί από την όλη, και σωστή κατανόηση του έργου. Αλήθεια, γιατί από την μία αυτό το κουτσούρεμα (μήπως για να μπορέσει το γραφείο εκμετάλλευσης να κάνει περισσότερες παραστάσεις;) κι από την άλλη αυτή η αδιαφορία σχετικά με το αν οι διάλογοι μιας ταινίας είναι στην πρωτότυπη γλώσσα της ή όχι.

   Πρώτο θέμα της ταινίας μας παρουσιάζει εκείνο της αυτοκτονίας, που αντιμετωπίζει κανείς τόσο συχνά στην σύγχρονη σουηδική κοινωνία. Ηρωίδα για γυναίκα η ψυχίατρος Τζέννυ Ίσακσον, παντρεμένη με ένα, το ίδιο πετυχημένο σαν κι’ αυτή, ψυχίατρο και με μια κόρη δεκατεσσάρων χρονών. Ξαφνικά η πειθαρχημένη αυτή γυναίκα, η τόσο σίγουρη και ικανή που όλοι οι συνάδερφοί της θεωρούν σαν πρότυπο καλής υγείας αντιμετωπίζει μία τρομερή ψυχική κρίση. Ο εφιάλτης με τη μορφή μιάς ηλικιωμένης γυναίκας με γυάλινα μάτια, εισβάλλει στη ζωή της. Παρ’ όλο που η ίδια αρνείται να το δεχτεί, ο φόβος των γηρατειών και του θανάτου αρχίζει να την κυριεύει. Τελικά θα δοκιμάσει ν’ αυτοκτονήσει κι’ είναι μόνο χάρη στη βοήθεια ενός φίλου της γιατρού, και, παρακολουθώντας την αγάπη που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσα στη γιαγιά και τον παππού της που η Τζέννυ θα ξεπεράσει την κρίση της.

   Η ταινία παρουσιάζεται σαν μια σειρά από όνειρα, όνειρα όμως που είναι το ίδιο έντονα και ρεαλιστικά με την πραγματικότητα, γιατί, όπως αναφέρει κι’ ο ίδιος ο Μπέργκμαν σ’ ένα κείμενο που είχε μοιραστεί στις Κάννες, τα όνειρα αυτά δεν είναι «παρά μια προέκταση της πραγματικότητας». Κι’ είναι αυτά τα όνειρα που θα βοηθήσουν την Τζέννυ (όπως βοήθησαν τον γέρο καθηγητή στις «Άγριες φράουλες») να ανακαλύψει τον πραγματικό της εαυτό, αφού πρώτα την αναγκάσουν, με τρόπο αρκετά βίαιο, να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με το είναι της, επιστρέφοντας στις πιο απόκρυφες και απωθημένες γωνίες του εαυτού της και ξαναζώντας την παιδική και εφηβική της ηλικία.

    Μέσα όμως από την κρίση της ηρωϊδας μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε-γι’ άλλη μια φορά στο έργο του Μπέργκμαν-μιάν εικόνα των προβλημάτων και του άγχους της αστικής τάξης της σύγχρονης σουηδικής κοινωνίας. Τα πρόσωπα που παρακολουθούμε ζουν μ’ όλες τις ανέσεις και τα προνόμια μιας καταναλωτικής κοινωνίας, ασφαλείς στον κλειστό τους κόσμο, στην πραγματικότητα όμως αποδείχνονται «ψυχικά ανάπηροι». Γύρω τους, τους σφίγγει η μοναξιά και η έλλειψη συνεννόησης αν και αγωνίζονται, μέσα από τις ασημαντότητες της καθημερινής ζωής, ν’ αποφύγουν να τ’ αντιμετωπίσουν.

    Ο έρωτας και το σεξ-ή πιο σωστά η έλλειψή τους-βρίσκονται έτσι στο κέντρο του όλου μπεργκμανικού έργου. Η ψυχικά κλονισμένη ασθενής (μια νεαρή κοπέλα που είχε αιμομικτικές σχέσεις με τον αδελφό της και που σε μιά συνάντηση με την ψυχίατρο προσπαθεί να τη διεγείρει ερωτικά- δυστυχώς μία από τις σκηνές που εξαφανίστηκαν…) η «ψυχρή» ηρωϊδα που πέφτει θύμα απόπειρας βιασμού, κι’ ενώ από τη μιά αντιστέκεται, από την άλλη, όπως θα παραδεχθεί αργότερα, αποζητούσε την πραγμάτωσή του, οι αναμνήσεις μιάς ασυτηρής παιδικής ζωής (μέχρι το κλείσιμο στο ντουλάπι) αλλά και τα διάφορα φροϋδικά σύμβολα των ονείρων (οι ατέλειωτοι διάδρομοι, το κόκκινο χρώμα του φουστανιού της Τζέννυ, οι καθρέφτες, η φωτιά, τα χέρια κλπ.) όλα τονίζουν και σχολιάζουν το βασικό πρόβλημα της ηρωϊδας.

     Κι’ είναι πραγματικά κρίμα που η τελική σκηνή της ταινίας αφαιρέθηκε έτσι που να μή γίνεται εντελώς κατανοητό το όλο πρόβλημα που τοποθετεί ο Μπέργκμαν. Γιατί, ύστερα από τη σκηνή όπου η Τζέννυ, παρακολουθεί από τη μισόκλειστη πόρτα, το ζευγάρι των δύο γέρων, ερωτευμένων ως την τελευταία τους πνοή ο σκηνοθέτης μας παρουσίαζε την ηρωίδα να βγαίνει στο δρόμο και να βοηθάει, στη διασταύρωση, μιά ηλικιωμένη γυναίκα που είχε τη μορφή της γυναίκας του εφιάλτη της. Και που υπαινίσσεται πώς η ηρωίδα είναι έτοιμη να δεχτεί και να καταλάβει πώς η ίδια δεν είναι παρά ένα άθροισμα διαφόρων ανθρώπων, ένα άθροισμα «ολόκληρου του κόσμου» όπως τονίζει ο ίδιος ο Μπέργκμαν, κι’ όχι απλώς μιά αμετάβλητη και προκαθορισμένη από πρίν γυναίκα, όπως η Τζέννυ Ίσακσον. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ν’ αντιμετωπίσει βαθύτερα και πιό ανθρώπινα τη ζωή και τα προβλήματά της.

         Ν. Φ. Μ.

ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ (ANSIKTE MOT ANSKITE) 1976

Του Βασίλη Ραφαηλίδη

Εφημερίδα Το Βήμα 8/11/1977

   Κατ’ αρχήν, είναι ο Μπέργκμαν αυτός που βρίσκεται εδώ πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του και με το έργο του, κι ύστερα η ηρωίδα του: Γυρισμένη στο τέλος του 1975 τούτη η ταινία του, τοποθετείται στο όριο της αποφασιστικής καμπής του, δηλαδή της εγκατάλειψης της μεταφυσικής και της προσπάθειας ερμηνείας της μόνιμης και πάντα υπάρχουσας αγωνίας του με όρους που απομακρύνονται απ’ την ποιητική αυθαιρεσία, στις εικονοποιήσεις των παρακρούσεών της. Η επιτυχία της και η ευτυχία της ηρωίδας δεν είναι το αποτέλεσμα και το επιστέγασμα της ελεύθερης προσωπικότητας αλλά προϊόν της καταναγκαστικής και ευνουχιστικής αγωγής, που συγκεκριμενοποιείται και συνοψίζεται στις διακανονιστικές της συμπεριφοράς «ηθικές αρχές» του εβραιοχριστιανικού τρομοκρατικού ηθικού κώδικα, που τόσο καλά τον γνωρίζει και τόσο υπέφερε απ’ αυτόν ο Μπέργκμαν σαν γιός πουριτανού πάστορα.

    Συνεπώς, η αποτυχία της Τζέννυ ορίζει και την αποτυχία αυτού του κώδικα που επαγγέλλεται τη δυστυχία προς όφελος των κρατούντων. Ενός ηθικού κώδικα φτιαγμένου για σκλάβους και για τη διαιώνιση της σκλαβιάς τους. (Ο κακά διαβασμένος και μόνιμα παρεξηγημένος Νίτσε θα είχε να πει πάρα πολλά επί του θέματος).

    Η προσωπικότητα και η ειδική περίπτωση της Τζέννυ πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον θεατή στην παραπληρωματική σχέση της με την προσωπικότητα και την ειδική περίπτωση του φίλου της δόκτορα Τόμας (Έρλαντ Γιόζεφσον). Η αποτυχία του όντας γενναία ομολογημένη, δεν επενεργεί διαβρωτικά στην ψυχολογία του-παραπέμπουμε εδώ στη φιλοσοφία του «ηρωϊκού πεσιμισμού» του Καμύ- ενώ η ομοφυλοφιλία του, θέμα που εμφανίζεται στη μπεργκμανική προβληματική για πρώτη φορά, λειτουργεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σαν ενστικτώδης και άτσαλη διαμαρτυρία κατά του ηθικού κώδικα και σαν ασπίδα στον δια της ηθικής ευνουχισμό της προσωπικότητας. Όμοια σαν ασπίδα λειτουργεί και η διαπροσωπική σχέση των δύο γέρων που, με την μέχρι θανάτου αφοσίωση του ενός στον άλλο, καταφέρνουν να ξεπεράσουν τον μεγάλο τρόμο του θανάτου που, πρέπει να το τονίσουμε, αποτελεί το «μεγάλο όπλο» της τρομοκρατικής ηθικής.

   Κι εδώ ακριβώς πρέπει να διατυπωθεί η βασική επιφύλαξη για το τωρινό στάδιο εξέλιξης της μπεργκμανικής προβληματικής. Ούτε το διά της ομοφυλοφιλίας σκάνδαλο, ούτε η διά της αγάπης πράυνση είναι δυνατό να λύσουν το μεγάλο πρόβλημα της αγωνίας και του άγχους, όσο δεν αλλάζουν οι συνθήκες που τα προκαλούν κι όσο η τρέχουσα μεταφυσική ηθική δεν εννοεί να δηλώσει πώς ο θάνατος δεν είναι μυστήριο αλλά ένα απλό βιολογικό γεγονός, οπωσδήποτε ήσσονος σημασίας σε σχέση με το άλλο μεγάλο βιολογικό γεγονός πούναι η ζωή, που πρέπει να οριστεί σαν πλήρως βιωμένος χρόνος.

    ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

    Στα Καλοκαιρινά Αφιερώματα στον σημαντικό Σουηδό δημιουργό Ingmar Bergman, που θα συνεχίσουμε και τον μήνα Αύγουστο στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, επέλεξα να διαμερισματοποιήσω, σαν καρέ-καρέ- κριτικά πλάνο το πλάνο τα δημοσιεύματα που παλαιότερα είχα διαφυλάξει, αλλά ας μου επιτραπεί αυτή η προσωπική επαναληπτικότητα σε έναν μάγο της κινηματογραφικής τέχνης έναν ευφυή και καλλιεργημένο δημιουργό και συγγραφέα που ίσως να μην ενδιαφέρει το κοινό που επισκέπτεται, διαβάζει και αισίως ξεπέρασε τις 730. 000 λίνκ από τότε που δημιουργήθηκε αυτή η Πειραιώτικη του Πολιτισμού ιστοσελίδα. Μια ιστοσελίδα μάλιστα γυμνή από φωτογραφικό και εικαστικό υλικό που θα ομόρφαιναν την κατάθεση των πρωτογενών ή αντιγραφή παλαιότερων κειμένων. Οι αναρτήσεις είναι οι ευχαριστίες της Γενιάς μου σε όσους, όσες και όσα μας επηρέασαν τις προηγούμενες δεκαετίες ανεξάρτητα να ακολουθήσαμε κατόπιν διαφορετικούς δρόμους, μεταφυσικής, πολιτικής ή καλλιτεχνικής ρότας. Στην αντιγραφή διατήρησα την ορθογραφία της εποχής, όπου είναι επώνυμα τα άρθρα αναφέρω τα στοιχεία του συγγραφέα όπου δεν υπάρχουν ή δεν μνημονεύονται οι μεταφραστές τους αναφέρω μόνο τα στοιχεία του εντύπου. Διαλέγω και επιλέγω κριτικές προσπαθώντας όσο αυτό είναι δυνατόν να μην συμπίπτουν οι κρίσεις και οι αναλύσεις, συμπληρώνοντας με τα δικά μου τότε ή σημερινά σχόλια.

    Ο σύγχρονος, των ημερών μας κινηματογραφόφιλος, σίγουρα θα βλέπει και θα ερμηνεύει με άλλο μάτι παρακολουθώντας τα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Οι καιροί, οι ρυθμοί, τα πιστεύω και οι αξίες ζωής άλλαξαν, ακόμα και το φαινόμενο της πίστης ή απιστίας αντίστοιχα, έχει σήμερα άλλες επιδιώξεις και στόχους. Η Τέχνη όμως, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η Έβδομη παραμένει παρούσα, να την γνωρίσουμε, να την χαρούμε, να μας επαναπροβληματίσει, να την συζητήσουμε με αυτούς που το επιθυμούν. Στο διαδίκτυο υπάρχουν νεότερες κρίσεις και αναλύσεις της θεματικής των έργων του από διάφορες περισσότερο από εμένα έμπειρες ιστοσελίδες και ειδικά σαιτ για τον κινηματογράφο. Στηρίχτηκα αποκλειστικά σε ότι είχα συγκεντρώσει-σε επιλογή- τα χρόνια που πρωτοήρθα σε επαφή με τις ταινίες και τα κείμενά του.

Θα συνεχίσουμε περί Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ενθυμούμενοι τον Θεσσαλονικιό ποιητή και εκδότη που έφυγε από κοντά μας στις 11 Αυγούστου του 2020, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον φιλόσοφο και θεολόγο Χρήστο Γιανναρά που έφυγε στις 24 Αυγούστου του 2024 ο οποίος παρ’ ότι ενδιαφέρθηκε για τις ταινίες του Ι. Μπέργκμαν δεν μίλησε πάντοτε θετικά για αυτές.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Με την σκέψη στις τεράστιες καταστροφές των πυρκαγιών σε διάφορα μέρη της χώρας μας και των ταλαίπωρων κατοίκων της, καθώς οι στάχτες μπαίνουν από το παράθυρο.

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Σχετικά με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

 

Σχετικά για τον ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

   «Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι ένα φαινόμενο του σύγχρονου κινηματογράφου. Με πενιχρά τεχνικά μέσα και με ηθοποιούς που διαπλάσσει ο ίδιος, δημιουργεί ταινίες υψηλής ποιότητας και συγκεντρώνει κατά κανόνα όλα τα βραβεία των διεθνών φεστιβάλ. Η διθυραμβική κριτική, επίσημη, δημοσιογραφική ή ανεπίσημη του κινηματογραφικού κοινού, ακολουθείται κάποτε από σφοδρές αντιδράσεις. Είναι γεγονός ότι ο Μπέργκμαν αναζητεί την αλήθεια με τον δικό του τρόπο, μιά αλήθεια δική του και κάποτε προκατειλημμένη από την ίδια την πληθωρική του ευαισθησία. Αλλά η ιδιοφυία του είναι ένα αναμφισβήτητο δεδομένο και το έργο του, παραδεκτό ή όχι, προβληματίζει και τελικά επιβάλλεται. Τα σενάρια του Μπέργκμαν είναι πραγματικά λογοτεχνικά κείμενα. Ταινίες: Αγριοφράουλες, Η Έβδομη σφραγίδα, Μόνικα, Χαμόγελα καλοκαιριάτικης βραδιάς, Πρόσωπο, Η πηγή της Παρθένου, Η Σιωπή….»

Από το οπισθόφυλλο του «Γαλαξία»

    Συνεχίζουμε να αναρτούμε στα Καλοκαιρινά μας σημειώματα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα στοιχεία και πληροφορίες για τον κορυφαίο Σουηδό Σκηνοθέτη και Σεναριογράφο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μία μυθική μορφή της Έβδομης Τέχνης παγκοσμίως. Από τότε που πρωτοείδαμε μετά την μεταπολίτευση σε κινηματογράφους και τηλεοπτικούς δέκτες ταινίες του γίναμε ένθερμοι θαυμαστές του. Σταθεροί λάτρεις των έργων του. Οι ταινίες του έκαναν πάντα θετική αίσθηση, παράξενη έκπληξη, θαυμασμό για την σοφά οργανωμένη τεχνική τους και την σπουδή τους πάνω σε καίρια και ουσιαστικά ερωτήματα και αναζητήσεις του ανθρώπου. Αντιλαμβανόμασταν από την πρώτη στιγμή την αρτιότητα της δομής τους καθώς οικοδομούσε τις θαυμαστές ιστορίες του, τις αυτοβιογραφικές του περιπέτειες, την πρωτότυπη θεματική και προβληματική τους, την φιλοσοφία του ίδιου του σκηνοθέτη και θεατράνθρωπου. Τα οργανωμένα πλάνα του, την αίσθηση του ρυθμού του μοντάζ, η καλή φωτογραφία, η μουσική επένδυση των έργων του. Τις αγωνίες του για την τύχη και πορεία του ανθρώπου, τα ουσιώδη ερωτήματα που μας έθεταν οι ταινίες του πάνω σε ζητήματα φλέγοντα, ουσιαστικά, καίρια της  ταυτότητας ζωής της ανθρώπινης ύπαρξης. Την δική του αλήθεια όπως την εξερευνούσε και διαπραγματεύονταν αυτός ο παθιασμένος μάγος της Κάμερας του κινηματογραφικού φακού. Τα θέματα πίστης ή απιστίας που αναδείκνυε, την ιχνομύθηση της ύπαρξη ή μη του Θεού, την διαχρονική Σιωπή του μέσα στην Ιστορία, την απομάγευση των σύγχρονων Κοινωνιών με την εισβολή της τεχνολογίας, την έλλειψη κάθε μεταφυσικής βεβαιότητας και παρηγοριάς της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου στην δύση. Την άρνηση και κατάρρευση των παλαιών της παράδοσης μύθων, το κουκούλι παρηγοριάς κάθε ανθρώπινης βεβαιότητας, υπαρξιακής σταθεράς μέσα στον Κόσμο. Την χαρτογράφηση της διάλυσης των σχέσεων μεταξύ των ζευγαριών, των οικογενειακών δεσμών, του ρόλου του άντρα και της γυναίκας μέσα στην οικογένεια, την αγωγή των παιδιών ως καθηκοντολογία και όχι μέσα από πλέγματα αγάπης. Την χειραγώγηση της ανθρώπινης ύπαρξης από θρησκευτικές παραδόσεις και πουριτανικά προτάγματα βίου. Της αγωγής ως ηθικολογική αξία και όχι ως ελευθερία προσωπικής έκφρασης και διαχείριση της καθημερινότητας. Το φαινόμενο του Θανάτου και ο καταπληκτικός τρόπος με τον οποίο σε όλες του τις ταινίες φωτίζει και διαπραγματεύεται ο Σουηδός σκηνοθέτης που, αν και έκανε πέντε γάμους απέκτησε αρκετά παιδιά, σύναψε αγαπητικές σχέσεις με αρκετές γυναίκες ηθοποιούς και συνεργάτιδές του, παρέμενε κατά βάθος ένας μοναχικός χαρακτήρας, ασκητικός τύπος αφοσιωμένος και παθιασμένος με την δουλειά του, επιλέγοντας να διαμένει στο νησί του τον Φάρο όπου γύρισε αρκετές ταινίες του. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε ένας κινηματογραφικός σύγχρονος Κοσμοπολίτης δίχως να αποκοπεί από τις Σουηδικές ρίζες του και οικογενειακούς του δεσμούς. Η ματιά του πάνω στην ζωή και τα πράγματα πάντα σοβαρή, μετρημένη, οντολογικών χρωματισμών και αποχρώσεων, ανήσυχη, περίεργη, ερωτηματική, χαρακτηριστική, απαισιόδοξη ή αισιόδοξη, καθόλου διδακτική ή απορριπτική απέναντι στα ανθρώπινα πάθη, συνήθως με μεγάλα αποθέματα κατανόησης και συγχώρεσης απέναντι στα ανθρώπινα συμβάντα και επιλογές. Θρυμματισμένη ενίοτε και συγκρατημένα ελπιδοφόρα ακόμα και όταν εξέταζε, τις επιπτώσεις της βαριάς αρρώστιας στις ζωές των ανθρώπων, τα γηρατειά και την απώλεια του σωματικού ελέγχου και δυνάμεων καθώς ο άνθρωπος γερνάει και τον πλημμυρίζει η αγχωτική διάθεση. Φιλοσοφικός ο στοχασμός του, το βλέμμα του εστιασμένο πάντα στο ουσιώδες, το καίριο, πρωτοποριακό σε σχέση με άλλους κινηματογραφιστές της εποχής του, η μοντέρνα ματιά του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου κάτι «ξένο» για την ελληνική καλλιτεχνική πραγματικότητα. Ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν καθρέφτισε στις ταινίες του τις δικές του προσωπικές εμμονές, ενοχές και πάθη με εντιμότητα και ειλικρίνεια, ανέδειξε τον χαρακτήρα του όπως διαμορφώθηκε μέσα σε ένα πουριτανικό θρησκευτικό περιβάλλον. Μας έδειξε τους δικούς του καλλιτεχνικούς οραματισμούς, καθρέφτισε τις αντανακλάσεις των ονείρων του, την δική του και μόνη αλήθεια όπως την αντιλαμβάνονταν και την αποδέχονταν. Τα όρια μεταξύ ζωής και τέχνης ο Μπέργκμαν τα κατήργησε σκηνοθετώντας αυτό το αποκαλυπτικό και χαριτωμένο παιχνίδι πίσω από τον κινηματογραφικό φανό. Έφερε στην επιφάνεια της καλλιτεχνικής επικαιρότητας της εποχής του στους χώρους της Έβδομης Τέχνης και του Θεάτρου με τις σκηνοθεσίες και τα σενάριά του προβληματισμούς πρωτόγνωρους, εμμονές και ψυχικούς του τραυματισμούς, συναισθήματα σκληρά και κυνικά, μία συνείδηση κυρτωμένη από ψυχώσεις παιδικών του εμπειριών και αναμνήσεων. Χαρτογράφησε συναισθηματικούς του σκοτεινούς ερεθισμούς ως απάντηση σε κινηματογραφικές προτάσεις άλλων σκηνοθετών όπως ο ιταλός Αντονιόνι που έφυγε την ίδια χρονική περίοδο με εκείνον. Άγγιξε θέματα όχι με την θέρμη του Μεσόγειου ανθρώπου αλλά της ψυχρότερης λογικής του Βορείου, του περισσότερου στιλιζαρισμένου βλέμματος. Οι μαγευτικές εικόνες και τα εξαίσια πλάνα που έστηνε μπροστά μας ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δεν διακρίνονταν μόνο για την ποιητική ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν, το αισιόδοξο ή απαισιόδοξο κλίμα που καλλιεργούσαν, αλλά διαισθανόμασταν -σαν θεατές- ότι γινόμασταν μάρτυρες ενός ανοιχτού παιχνιδιού μιας πανάρχαιας τραγικότητας της ανθρώπινης μοίρας που δεν ήταν εύκολο να ξεφύγει ο άνθρωπος. Ήταν δέσμιος αυτής της τραγικότητας που βίωνε πολλές φορές χωρίς σημάδια στον ορίζοντα λύτρωσης. Δίχως υπερβολή θαυμασμού θα σημειώναμε ότι τα έργα του Μπέργκμαν έχουν μια «χειρουργική» ακρίβεια στην αποτύπωσή τους, μία γεωμετρική σοφή σχεδιαστική στο καθρέφτισμά τους, και βέβαια, μία άκρως πρωτότυπη λιτότητα στην χρήση των μέσων που χρησιμοποιούσε δίνοντας ένα αξιοπρόσεκτο τελικό λεπτό και χαρακτηριστικό, κυνικό άλλοτε κινηματογραφικό αποτέλεσμα που δεν γίνονταν να είναι αλλιώς, σε προέτρεπε να το προσέξεις από την στιγμή που το παρακολουθούσες στην λευκή οθόνη, να ανοίξεις συζήτηση μαζί του. Ανεξάρτητα αν συμφωνούσες ή διαφωνούσες με τις ιδέες, τον στοχασμό του την ερμηνεία και τελική έκβαση που έδινε στην ιστορία των αντρών ή γυναικών πρωταγωνιστών του. Σου έξαπτε το ενδιαφέρον να αναζητήσεις ατομικούς σου δρόμους ερμηνείας και στάσεις ζωής, σου καλλιεργούσε συναισθήματα να στραφείς και εξετάσεις τις δικές σου υπαρξιακές σταθερές, να ανιχνεύσεις τις δικές σου οντολογικές βεβαιότητες την αλήθεια τους ή την διάψευσή τους, να αφουγκραστείς τους ψυχικούς σου κραδασμούς που έκρυβες μέσα σου ή κρατούσες σε λήθαργο, με δύο λόγια, δεν γίνονταν να ξεχάσεις τις ταινίες του και να μην θέλεις να τις ξανά παρακολουθήσεις κατανοώντας τες καλύτερα και προσεκτικότερα. Ήταν οι χαρακτηριστικές στιγμές της κινηματογραφικής τέχνης που σου αποτυπώνονταν στην συνείδησή σου ακόμα και -ως θεατής-δεν το προσδοκούσες. Ο Σουηδός  Ίνγκμαρ Μπέργκμαν για τους κινηματογραφόφιλους της Γενιάς μας και άλλους φιλότεχνους υπήρξε ένας ζωντανός θρύλος, εξάλλου, εξακολουθούσε ακόμα να δημιουργεί, να γυρίζει ταινίες, να σκηνοθετεί και να γράφει σενάρια, ήταν παραγωγικός μέχρι το επίγειο τέλος του το Καλοκαίρι του 2007.

   «Συμβαίνει να αισθάνομαι μια έντονη νοσταλγία για όλους και για όλα. Καταλαβαίνω τι εννοεί ο Φελλίνι όταν υποστηρίζει ότι το γύρισμα είναι γι’ αυτόν ένας τρόπος να ζει. Καταλαβαίνω επίσης και τη μικρή του ιστορία για την Ανίτα Έκμπεργκ. Η τελευταία της σκηνή στο έργο Η  Γλυκιά Ζωή (La Dolce Vita)γυρίστηκε σε ένα αυτοκίνητο που ήταν μέσα στο στούντιο. Μόλις γυρίστηκε η σκηνή και τέλειωσε ο ρόλος της στην ταινία, η Ανίτα έβαλε τα κλάματα και δεν ήθελε να βγει από το αυτοκίνητο, κρατώντας σφιχτά και με τα δυό της χέρια το τιμόνι. Είδαν και έπαθαν για να την βγάλουν έξω από το στούντιο.»

Αποτελεί, ενίοτε, ιδιαίτερη ευτυχία να είσαι σκηνοθέτης. Μια απροβάριστη ατάκα γεννιέται στη στιγμή και η κάμερα την καταγράφει. Αυτό ακριβώς συνέβη σήμερα. Ο Αλεξάντερ, δίχως προετοιμασία και πρόβα, έγινε κατάχλωμος’ στο πρόσωπό του διαγράφεται ένας γνήσιος πόνος. Η κάμερα καταγράφει τη σκηνή. Ο πόνος, αυτός ο ασύλληπτος πόνος, φάνηκε εκεί για μερικά δευτερόλεπτα και δεν ξαναφάνηκε ποτέ’ ούτε είχε εμφανιστεί παλιότερα’ αλλά η στιγμή αυτή αποτυπώθηκε στο σελιλόιντ. Τότε είναι που πιστεύω ότι μέρες και μήνες αναμενόμενης ρουτίνας απέδωσαν καρπούς. Ίσως και να ζω για κάτι τέτοιες σύντομες στιγμές

    Σαν αλιεύς μαργαριταριών». Σελ. 96

 Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Ο μαγικός κινηματογράφος, μτφ. Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, έκδοση της εφημερίδας Το Βήμα 2016

    Δεν ξέρω θα έγραφα μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών αν ήταν ο φουρτουνιασμένος ενθουσιασμός των νιάτων μας, οι θυελλώδεις άνεμοι αναζήτησης και υπαρξιακών ανησυχιών που είχαν εισβάλει-τότε- στις συνειδήσεις μας, οι πρώτοι συναισθηματικοί και ερωτικοί μας κραδασμοί που μας έκανε να νιώθουμε μαγεμένα «μαθητούδια» καθώς παρακολουθούσαμε ταινίες του, το βέβαιο πάντως είναι ότι το έργο του επέδρασε θετικά πάνω μας, διαμόρφωσε-όσο την διαμόρφωσε- την σκέψη και την προβληματική μας, και σε ένα επίπεδο και την αισθητική μας. Ας μην λησμονούμε ότι βγαίναμε από ένα επτάχρονο δικτατορικό καθεστώς και μία εκπαιδευτική και θρησκευτική αγωγή και διδασκαλία που ήταν συνδεδεμένη με την στρατοκρατική χούντα και όσων πανάρχαιων θρησκευτικών θεσμών και παραγόντων την στήριζαν με υπερηφάνεια. Η πνοή και ο προβληματισμός του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν μία διέξοδος ανάσας σε ότι μας απασχολούσε ως φαινόμενο της ζωής που ανέτειλε και κατάργηση μεταφυσικών επιβεβλημένων βεβαιοτήτων. Ο Μπέργκμαν μας αφηγήθηκε την ανθρώπινη αγωνία και αγχώδη περιπέτεια της ανθρώπινης ύπαρξης και προβληματισμό, την αναζήτηση σε μονοπάτια άγνωστα για εμάς μέχρι τότε, κάτι που δεν έπραξε η δημόσια πολιτεία ως εκπαιδευτική μέριμνα και αγωγή. Οι ορίζοντές μας άνοιξαν και το φτερούγισμα της φαντασίας μας ξεκίνησε τα πρώτα της ταξίδια εξερεύνησης σε μία αυτογνωσία που ακόμα συνεχίζεται.

Γιατί για την μερίδα εκείνη του πληθυσμού μιάς κρατικής οντότητας, ενός έθνους που είναι φιλότεχνη, αγαπούν τις τέχνες και τα γράμματα, τα διαχρονικά μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία όποια απτά παραγόμενα κάθε μορφής και κατηγορίας της Τέχνης δεν είναι ένα μέσο μόνον πρόσκαιρης ψυχαγωγίας μας, μιάς δίωρης διασκέδασης, ξεδόματος από τα βάσανα της ζωής, και όσον αφορά τον Κινηματογράφο, μία ονειροπόληση ατομική ή συλλογική, αλλά μία αφορμή για συζήτηση με τον εαυτό μας και αυτά που κρύβουμε μέσα μας από την εξωτερική του τόπου που γεννηθήκαμε διαπαιδαγώγησή μας, μία ανοιχτή συνομιλία με τους άλλους γύρω μας και με το ίδιο το «προϊόν» της Τέχνης. Τουλάχιστον με τους ομοϊδεάτες συνοδοιπόρους μας στην πρόσκληση του κινηματογραφικού αποτελέσματος. Τα απτά αποτελέσματα των Τεχνών συνεχίζουν την δημιουργική μας μνήμη την εποικοδομητική ιστορική μέσα στον χρόνο φλυαρία της ανθρώπινης γλώσσας ως προφορικό και γραπτό λόγο. Ως εικόνες ενός «Σπασμένου καθρέφτη» του Κόσμου μας καθώς πάντα ο ιππότης Αντόνιος Μπλόκ θα εξακολουθεί να παίζει Σκάκι με τον Θάνατο, που πάντα θα έχει τον τελευταίο λόγο στην έσχατη του ανθρώπου παρτίδα.

    Ακόμα και σήμερα, Καλοκαίρι του 2026 με τα τόσα φρικτά και φοβερά, επικίνδυνα και δολοφονικά που συμβαίνουν γύρω μας και σε παγκόσμια κλίμακα, που καίγονται ανεξέλεγκτες τεράστιες εκτάσεις στην Ισπανία, την Γαλλία, τον Καναδά, την χώρα μας, που οι σεισμοί στην Νότιο Αμερική και την Ιαπωνία μας δείχνουν ότι τα έγκατα του πλανήτη ακόμα δεν σταθεροποιήθηκαν και οικοδομούμε πάνω σε μία ρευστότητα, που έχει χαθεί κάθε όχι μόνο μεταφυσική αλλά και φυσική- γήινη βεβαιότητα ανεπιστρεπτί, που έχουν ανατραπεί όλες οι μέχρι σήμερα ακόμα και πολιτιστικές μας βεβαιότητες και αξίες και η ανθρώπινη ζωή ως οντολογική ή βιολογική αξία δεν συγκρίνεται ούτε με ένα κίβδηλο νόμισμα στα παλαιοπωλεία των σαράφηδων, οι περιφερειακοί πόλεμοι και στο ευρωπαϊκό έδαφος καλά κρατούν, αναζητώ να δω ταινίες του Ingmar Bergman με την ίδια θέρμη και ενδιαφέρον, να διαβάσω την Αυτοβιογραφία και τα Σενάριά του, ανατρέχω στις κατά καιρούς Συνεντεύξεις του σαν να είναι η πρώτη μου φορά. Ο Σουηδός αυτός ως άνθρωπος και καλλιτέχνης κατόρθωσε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μας και μετά την φυσική της βιολογικής του υπόστασης απώλεια. Φυσικά, θα ήταν υπερβολή το παλαιό πολιτικό σύνθημα «Ο ….. ζει αυτός μας οδηγεί», σίγουρα όμως είναι παρών στις μνήμες μας ακόμα και σήμερα που γέρνουμε και γερνάμε όπως μας είπε η ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά με τις δημιουργίες του που μας κληροδότησε ως καλλιτεχνική παρακαταθήκη. Και το κυριότερο, οπτικοποίησε και έκανε κινηματογραφική ελκυστική μαγευτική ιστορία την κοινόχρηστη ρήση του Γερμανού φιλόσοφου Φρειδερίκου Νίτσε, «Ο Θεός είναι νεκρός» και τα επακόλουθα μέσα στην Ανθρώπινη Ιστορική περιπέτεια. Από την άλλη έχεις την εντύπωση παρακολουθώντας την ζωή και τα έργα του Μπέργκμαν ότι η καθόλου ύπαρξή του και το πάθος του για την κάμερα και την σκηνοθεσία, το «δέσιμό» του με τους καλλιτέχνες συνεργάτες του-πρωταγωνιστές, θυμίζει την ανάλογη περίπτωση του θεατράνθρωπου και «θεατρίνου» άγγλου ελισαβετιανού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Αν διαβάσουμε βιογραφίες του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ θα συναντήσουμε το ίδιο θεατρικό πάθος, έστω και αν προέρχεται από την ανάγκη επαγγελματικής του επιβίωσης του ίδιου και της οικογένειάς του, των συνεργατών ηθοποιών του.

ΙΝΓΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ  Ένας σύγχρονος ασκητής της Κάμερας.

  «Ο ίδιος ο Μπέργκμαν έχει πει για την Τριλογία του: «-Οι τρείς αυτές ταινίες του έχουν θέμα τους όχι μόνο μια πρόοδο αλλά μιά οπισθοχώρηση. «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη…, η βεβαιότητα έχει ξεπεραστεί. Στους «Μεταλαμβάνοντες…, η βεβαιότητα απογυμνώνεται, εκτίθεται. «Η Σιωπή…, η σιωπή του Θεού, είναι η άρνηση της βεβαιότητας. Γι’ αυτό οι ταινίες αποτελούν τριλογία-». Όπως όλα τα κείμενα του Μπέργκμαν, τα σενάρια της Τριλογίας είναι αυθύπαρκτα λογοτεχνικά έργα χωρίς να χάνουν τίποτα με την απουσία της εικόνας. Η Τριλογία «αποκρυσταλλώνει την προσπάθεια του Μπέργκμαν να σπάση τα δεσμά του και να ξεφύγη από την ιδέα περί Θεού, με την οποία τον μεγάλωσε ο πάστορας πατέρας του, και να βρη έναν καινούργιο Θεό, που να ταιριάζη με την αθλιότητα, την σύγχυση και την αναρχία του εικοστού αιώνα». Με το βιβλίο αυτό ολοκληρώνεται σχεδόν το έργο του συγγραφέως στον «Γαλαξία». Έχουν προηγηθεί τα Σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τα έργα Αγριοφράουλες  και Η έβδομη σφραγίδα.». από τις εκδόσεις «Γαλαξίας».

    Μπορεί στις μέρες μας να είναι εξωφρενικές οι ταχύτητες της κινηματογραφικής κάμερας, οι κινηματογραφικοί ρυθμοί να έχουν αλλάξει ραγδαία, ο φακός όμως και τα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν επαναφέρουν την μαγεία του κινηματογράφου στα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, τους καθημερινούς ρυθμούς μας ως πρόταση παρηγορίας και κατανόησης. Ο Μπέργκμαν είναι ο βιρτουόζος της Οθόνης στην ψυχογράφηση της ανθρώπινης ψυχής και ανατόμος των συναισθημάτων της, των ορίων της συνείδησης όσο κανένας άλλος δημιουργός. Δεν είναι μόνο η θεματική του που μας προβάλλει πάνω στην λευκή οθόνη σαν «σκάψιμο» σε ανθρώπινο μεταλλείο, όσο η αλήθεια της δικής του ψυχής που ανακαλύπτουμε στα σενάρια και τα πλάνα των ταινιών του, τα σοφά οργανωμένα καρέ του. Αυτό το αναζητούμενο κάτι, το ποθούμενο της ανθρώπινης ισορροπίας και ευτυχίας του παιχνιδιού της τέχνης που διαδραματίζεται πάνω στη σκηνή της ζωής και του κόσμου, της ιστορίας. Είναι αυτός που σύμφωνα με κοινή αποδοχή θεωρείται «ο μεγάλος εικονοκλάστης Ψυχών, θεωρείται ταραχοποιός του υποσυνείδητου…» βλέπε Δημήτρης Δανίκας που μας έδειξε την υποβάθμιση και την γύμνια της ζωής του ανθρώπου, τα ερείπια της συνείδησής του, τον εκφασισμό της κοινωνίας με αργό και ύπουλο τρόπο από διάφορους μοντέρνους «πλιατσικολόγους» της πίστης, της πολιτικής, της ηθικής, του πολιτισμού…..

    Στο παρόν σημείωμα καταθέτω την ειδησεογραφία και τις πληροφορίες των εφημερίδων και περιοδικών που διαφύλαξα παλαιότερα για δική μου χρήση και ανάγνωση, δίχως φυσικά να εξαντλώ έστω και κατ’ ελάχιστο μία υποφερτή ενδεικτική βιβλιογραφία. Άφησα απέξω τα στοιχεία και τις πληροφορίες για τις θεατρικές του παραστάσεις στην χώρα μας, τις κινηματογραφικές κριτικές και βιβλιοκριτικές. Διαμερισματοποίησα δηλαδή το υλικό. Ίσως και η σημερινή αρθρογραφία στο νέο μας σημείωμα για το Μπέργκμαν να φανεί χρήσιμη σε σημερινούς κινηματογραφόφιλους.

«Ο Κινηματογράφος είναι μία ψύχωση» είπε σε συνέντευξή του το 1977 μιλώντας στην Γερμανία για την νέα του ταινία «Το Αυγό του φιδιού» όταν ζούσε εξόριστος, βλέπε εφημερίδα «Το Βήμα» 21 Αυγούστου 1977 και σε αυτήν την ωραία ψύχωση επανέρχομαι την Καλοκαιρινή αυτή περίοδο.

ΑΝΩΝΥΜΩΣ

-εφ. Ελευθεροτυπία 1/2/1976 Ο Μπέργκμαν συνελήφθη ως ύποπτος φοροφυγάς

-εφ. Το Βήμα 23/4/1976 ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ ΤΟΥ. Ό Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έφυγε από τη Σουηδία. Φόβοι για κυβερνητική κρίση

-εφ. Τα Νέα 24/4/1976 Δεν ξαναγυρίζει στην πατρίδα του. Έρριξε πέτρα πίσω του ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Κι’ η Σουηδία χάνει το συνάλλαγμα που έφερναν οι ταινίες του

-εφ. Ελευθεροτυπία 25/4/1976 Ο Μπέργκμαν εγκατέλειψε για πάντα τη Σουηδία

-εφ. Ελευθεροτυπία 26/4/1976 Αμερική ή Γαλλία θα διαλέξη ο Μπέργκμαν;

-εφ. Τα Νέα 30/4/1976 Ο Μπέργκμαν άφησε την Καφκική Σουηδία

-εφ. Τα Νέα 17/6/1976. Ωτοβλεψίες. Τα Ακίνητα του Μπέργκμαν…

-εφ. Τα Νέα 12/7/1977 «Συγγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με…»

- εφ. Το Βήμα 21/8/1977 Ο κινηματογράφος είναι μιά ψύχωση. Ο ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΜΙΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ. ΜΟΝΑΧΟ Αύγουστος. Συνέντευξη.

-εφ. Τα Νέα 22/12/1977. Ωτοβλεψίες. Σουηδοί ανακήρυξαν … άγιο, τον Μπέργκμαν!.

-εφ. Η Καθημερινή 11/1/1978 Πρόσωπο με Πρόσωπο

-εφ. Εξόρμηση 27/8/1978 Ο Μπέργκμαν γύρισε πάλι στη Σουηδία

-εφ. Ελευθεροτυπία 15/3/1984 Μπέργκμαν έφη

-εφ. Απογευματινή 5/6/1988 Ιγκμαρ Μπέργκμαν: Η ζωή μου

-εφ. Η Καθημερινή 28/10/1990 Μπέργκμαν στο Παρίσι

-εφ. Η Καθημερινή Κυριακή 18/11/1990 σ.63 Ο Μπέργκμαν χωρίς μακιγιάζ. Σαράντα μία ταινίες του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη προβάλλονται, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος που διοργανώνει το Κέντρο Ζορζ Πομπιντού, στο Παρίσι

-εφ. Η Καθημερινή Κυριακή 16/12/1990, σ.35 Η μαγική κάμερα του Νίκβιστ. Ένας από τους κορυφαίους διευθυντές φωτογραφίας και στενός συνεργάτης του Μπέργκμαν μιλάει για τον κινηματογράφο και το έργο του

-εφ. Τα Νέα 13/12/1991 Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έγραψε το σενάριο και ο Μπίλλε Άουγκουστ σκηνοθέτησε την ταινία «Με τις Καλύτερες Προθέσεις»…

-περ. Ο Ταχυδρόμος τχ.47/18-11-1992, σ.94 Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διαφημιστής! Πρίν από τον Φελλίνι, τον Λυντς, τον Άλλεν, τον Σκορτσέζε, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γύρισε εννέα διαφημιστικά σποτ τα οποία σήμερα εκθειάζονται από τους κινηματογραφόφιλους

-εφ. Ελευθεροτυπία Πέμπτη 20/7/1995, σ.27 Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν κι ο τρομερός μπαμπάς του

-εφ. Τα Νέα- Le Monde 10/12/1997. ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ 15 ΧΡΟΝΙΑ Ο Ι. ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΓΥΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΑΙΝΙΑ. Επιστρέφει με… «θόρυβο».

-Εφ. Η Ναυτεμπορική 30/10/1998. Ο «άγνωστος» Μπέργκμαν στο Παλλάς (Αφιέρωμα)

-Ελευθεροτυπία 9/11/1998 Ο κόσμος του Μπέργκμαν. (Αφιέρωμα της ΝΕΤ)

-εφ. Η Καθημερινή 21/2/1999 Οι προσωπικές συζητήσεις του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. (ο γνωστός δημιουργός με το τελευταίο έργο του ολοκλήρωσε μια τριλογία που αφορά τους γονείς του)

-εφ. Το άλλο Βήμα Κυριακή 6/6/1999, σ.3-5. Ο Δημιουργός. Μπέργκμαν Ο εραστής των δαιμόνων

-εφ. Ελευθεροτυπία 8/9/1999 «Ο Μπέργκμαν είχε ως είδωλο τον Χίτλερ»!

-εφ. Η Καθημερινή 9/9/1999 Ο Μπέργκμαν, θαυμαστής του Χίτλερ!

-εφ. Τα Νέα- Le Monde 20/10/1990 Ι. Μπέργκμαν Αναμνήσεις ενός ασυνεπούς καλλιτέχνη

-εφ. Τα Νέα Τετάρτη 3/1/2001, σ. 21/3. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Πορνεία η βιομηχανία του θεάματος

        ΞΕΝΟΙ

-TOM DONNELLY, - ΤΟ ΒΗΜΑ- THE WASHINGTON POST 15/12/1974

Ο Μπέργκμαν αποκαλύπτει τον εαυτό του «ΕΙΜΑΙ ΡΑΝΤΑΡ, ΓΝΩΜΗ ΔΕΝ ΕΧΩ»

-CHARLES CHAMPLIN, -Το ΒΗΜΑ- Los Angeles Times 24/8/1975

ΜΕ «18 ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ». Ο Μπέργκμαν γυρίζει την 37η ταινία του… Και πάλι όμως για την τηλεόραση

-COLIN NARBROUGH,- ΤΟ ΒΗΜΑ –OBSERVER 11/4/ 1976.

Νευρικό κλονισμό προκάλεσε η εφορία στον Μπέργκμαν!... [Με την κατηγορία της φοροδιαφυγής συνελήφθη στη μέση των δοκιμών στο Εθνικό Θέατρο… Τώρα η Σουηδική Κυβέρνηση του ζητεί συγγνώμη. Η κορυφαία, όμως, παραμυθογράφος Λίντγκρεν, που ο φόρος της έφθασε το 102% των εισοδημάτων της, εξέδωσε λίβελλο, σε μορφή παραμυθιού κατά της φορολογικής πολιτικής της Κυβερνήσεως. Αποτέλεσμα ο Πάλμε υποσχέθηκε γενναία έκπτωση σε όλους τους φορολογουμένους.]

- ΤΑ ΝΕΑ 14/7/1978 ΛΟΝΔΙΝΟ

Η ΚΟΡΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- «Ένας ξένος για μένα».

-Η ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ 27/11/1978

-ΑΝΝΑ: ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΣΤΑ 13.

- ΛΙΒ: ΑΓΑΠΩ ΤΟΝ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ [Λίβ Ούλμαν και Άννα Μπέργκμαν. Δυό γυναίκες στη ζωή του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Η Άννα είναι η αγαπημένη του κόρη. Η Λίβ είναι η αγαπημένη του γυναίκα και ηθοποιός. Και οι δύο παίζουν κάποιο ρόλο στη ζωή του, στην καλλιτεχνική του δραστηριότητα, στα όνειρά του.]

         Γ Ε Ν Ι Κ Α

-Μ. Α., (Μαρία Αδαμοπούλου;;) Εφ. Κυριακάτικη Αυγή 28/9/2003, Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΝΕΑΡΟΣ ΜΠΕΡΓΚΑΝ. «Σκέφτομαι ότι γεννήθηκα με τον φόβο».

-ΕΡΣΗ ΒΑΤΟΥ: Επιμέλεια., εφ. Ελευθεροτυπία, Τρίτη 14/7/1998, 27., Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ 80 ΧΡΟΝΩΝ. «Όποιος μου ευχηθεί θα τον… πυροβολώ»

-ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, εφ. Τα Νέα 8/4/1996, ΑΥΤΟΙ. Ο Μπέργκμαν

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, εφ. Τα Νέα 2/10/1998, Αν σήμερα ζούσε ο Σαίξπηρ.

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, εφ. Το Βήμα 26/11/2000, Ρόι Αντερσον. «Σιγά, μη μας ακούσει ο Μπέργκμαν» (συνέντευξη του σουηδού σκηνοθέτη Ρ. Α.)

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, εφ. Το Βήμα 10/12/2000, Το δημόσιο «στριπτίζ» του Μπέργκμαν. Ο 82χρονος σκηνοθέτης υπαινίσσεται στο σενάριο της ταινίας της Λιβ Ούλμαν «Trolosa” («Απιστία») ότι μπορεί να υπήρξε άφιλος, άπιστος, παντελώς αδιάφορος για την οικογένειά του και ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας φίλου του.

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, εφ. Τα Νέα- περ. Πρόσωπα 21ος Αιώνας, τχ. 93/16-12-2000, 37-40, Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, «Περιμένω με ενδιαφέρον τον θάνατό μου».

-ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΛΙΓΚΑΣ, εφ. Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής 26/10/2008, 38., Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΧΩΡΙΣ ΜΟΝΤΑΖ. ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥ ΣΟΥΗΔΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ. Ο σύζυγος, ο πατέρας, ο δημιουργός. Άγνωστες πτυχές της διαδρομής του σε έναν τόμο 500 σελίδων.

-Γ.Ε. ΚΑΡΟΥΖΑΚΗΣ: Επιμέλεια, εφ. Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 22/9/2006, σ. 27. ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. Σβεν Νίκβιστ, διευθυντής φωτογραφίας, πέθανε στα 83 του.

-ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ, εφ. Η Καθημερινή 31/7/2007, ΓΝΩΜΗ. ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

-ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ, εφ. Η Καθημερινή, περ. «Κ» τχ.118/4-9-2005,  σ. 18-23. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. –Οι ήρωες της ταινίας «Σκηνές από ένα γάμο» ξανασυναντώνται 30 χρόνια μετά και πρωταγωνιστούν στο “Saraband”. Η νέα ταινία του 87χρονου σκηνοθέτη που προβλήθηκε πρόσφατα από την σουηδική τηλεόραση και σε λίγες αμερικάνικες αίθουσες, είναι αυτοβιογραφική. «Μας χρησιμοποιεί για να αφηγηθεί κάτι εντελώς προσωπικό», ομολογεί η πρωταγωνίστρια Λιβ Ούλμαν.  

-ΟΛΓΑ ΚΟΛΙΑΤΣΟΥ: Επιμέλεια. Εφ. Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 17/9/1999, 62- DER SPIEGEL. ΨΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΙΕΣ ΣΤΗ ΝΟΡΒΗΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. Το πρώτο μυθιστόρημα της κόρης του, Λιν Ούλμαν.

-ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ, εφ. Ελευθεροτυπία, Μεγάλη Δευτέρα 21/4/1997, σ.10. ΤΟ ΑΝΤΙΟ ΤΟΥ INGMAR BERGMAN. Μιά μεγάλη προσπάθεια του σουηδικού θεάτρου να προσεγγίσει την αρχαία τραγωδία.

-ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΑΝΑΚΗΣ, περ. Paper Magazine τχ. 160/4-8-2007, σ.43. ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ. Ευχόταν να μη γεράσει τόσο ώστε να αναγκαστεί να στραφεί στην θρησκεία. Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μακριά από όσα κάποτε τον ανακήρυξαν σε έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Στα 89 του χρόνια, ταξιδεύει οριστικά πέρα από τον σπασμένο καθρέφτη…

-ΓΙΩΡΓΟΣ –ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ, περ. Έψιλον τχ.855/2-9-2007, 67-72 INGMAR BERGMAN Ένας φιλόσοφος πίσω απ’ την κάμερα

-Η. ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ- Μ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ: Επιμέλεια. Εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή 1/3/1998, σ.34-35

[-ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Απομονωμένος με την τέχνη του και τις αναμνήσεις του…

-Ο Μπέργκμαν για τον εαυτό του]

-ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΝΔΕΝΑΚΗ, Επιμέλεια: εφ. Η Αυγή 23/7/1995

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Εικόνες και σιωπές. «Η αλήθεια είναι ότι ζω χωρίς σταματημό μέσα στην παιδική μου ηλικία. Ζω μέσα στο όνειρό μου».

-Κ. Μαν. (δενάκη) Επιμέλεια: εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή 21/6/1998, σ. 40

Ινγκμαρ Μπέργκμαν, Μοναχική η πορεία του σκηνοθέτη

-Κ. ΜΑΝΔΕΝΑΚΗ, εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή 18/10/ 1998, σ. 36

Η Θεσσαλονίκη τιμά τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Καθώς η ημερομηνία υποδοχής του 39ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πλησιάζει, τα προεόρτια της μεγάλης διοργάνωσης φέρνουν στο «ΟΛΥΜΠΙΟΝ ΙΙ» της Θεσσαλονίκης και στο «Παλλάς» της Αθήνας εικόνες ενός μεγάλου δημιουργού της 7ης Τέχνης. Σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού και με τη στήριξη του Σουηδικού Ινστιτούτου και της Ταινιοθήκης της Σουηδίας, το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης γιορτάζει τα 80 χρόνια του μεγάλου σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν παρουσιάζοντας από τις 16 μέχρι τις 29 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη και από τις 26 Οκτωβρίου μέχρι τις 3 Νοεμβρίου στην Αθήνα αναδρομικό αφιέρωμα στο σύνολο του έργου του.

-ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ: Επιμέλεια, εφ. Τα Νέα 17/3/1998. Ο ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΙ ΞΑΝΑ ΣΕ ΣΚΗΝΗ ΤΗΣ ΣΤΟΚΧΟΛΜΗΣ. «Σινεφίλ» στο θέατρο.

-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ. Φωτογραφίες Marcus Marcetic/ Moment/ Invision Images, περ. Κ- εφ. Η Καθημερινή τχ.219/ 12-8-2007, 15-23

Το νησί του Ι. Μπέργκμαν. [Στην άγρια ομορφιά και την απομόνωση του νησιού Φάρο της Βαλτικής, ο Σουηδός σκηνοθέτης βρήκε «το πραγματικό σπίτι του», που έμελλε να γίνει και η τελευταία κατοικία του: εκεί γύρισε οκτώ από τις ταινίες του και πέρασε τα γεράματά του, εκεί άφησε την τελευταία του πνοή.]

-ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΪΩΣΗΦ, εφ. Ακρόπολις 18/8/1999 ΜΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ ΤΩΡΑ «Άπιστος» ο Μπέργκμαν στα 81 του χρόνια.- Ένα αυτοβιογραφικό σενάριο του μεγάλου σκηνοθέτη γίνεται τηλεταινία από την πρώην σύζυγό του Λιβ Ούλμαν. Τίτλο «Άπιστοι», που αφορά ένα ερωτικό δράμα με μια γυναίκα και δύο άνδρες.

-Α.Ρ., εφ. Ο Κόσμος του Επενδυτή 3/4/1999

ΛΕΝΑ ΕΝΤΡΕ, Η ΝΕΑ ΜΟΥΣΑ ΤΟΥ Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Έγραψε αποκλειστικά γι’ αυτήν το σενάριο της νέας του ταινίας «Άπιστος» που θα γυριστεί το καλοκαίρι.

-Ο. Σ, (Όλγα Σέλλα;), εφ. Η Καθημερινή Τρίτη 27/10/ 1998

Από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, το αφιέρωμα στο Σουηδό σκηνοθέτη Ι. Μπέργκμαν. Από σήμερα μέχρι τις 3 Νοεμβρίου, στο «Παλλάς». «Κάθοδος» αφιερώματος στον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Προβολές και έκθεση σκηνογραφιών των συνεργατών του.

-ΝΙΚΟΥ ΣΕΡΒΕΤΑ (του ανταποκριτή μας στην Σουηδία) εφ. Η ΕΠΟΧΗ Κυριακή 19/7/1998, 21 Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, 80 ετών. «Θα καθήσω στην πολυθρόνα μου και θα έχω δίπλα μου ένα τουφέκι. Όποιος τολμήσει να πλησιάσει για να μου ευχηθεί, θα του ρίξω», είπε πριν από λίγο καιρό ο Ι. Μ. απαντώντας σε ερώτηση για το πώς θα γιορτάσει την 80ή επέτειο των γενεθλίων του.

-Τήλεφος, εφ. Η Καθημερινή 28/2/1995

Έξωση θέλουν να κάνουν στον Ίγκμαρ Μπέργκμαν

-Βασιλική Τζεβελέκου, εφ. Ελεύθερος Τύπος Κυριακής 18/10/1998, σ.7

Αφιέρωμα στον Μπέργκμαν. Η Ελλάδα γιορτάζει τα 80 χρόνια του Σουηδού σκηνοθέτη με την προβολή σαράντα ταινιών του

-Αλίκη Τσιλιχρήστου, Στοκχόλμη. εφ. Ελευθεροτυπία 15/2/1999

«Δεν συγκρίνομαι εγώ με τον Στρίντμπεργκ». Ο 80άρης Ι. Μ. σκηνοθετεί την «Κακοκαιρία», ένα έργο που πραγματεύεται τη συμφιλίωση με τα γηρατειά και μιλά για τη σχέση του με τον «Τιτάνα» της δραματουργίας.

-ΑΛ. ΤΣΙΛΙΧΡΗΣΤΟΥ, Στοκχόλμη εφ. Ελευθεροτυπία Παρασκευή 7/4/2000, σ.27

Ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν για τον έρωτα και το θάνατο. «Η γυναίκα της ζωής μου»

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ, περ. Αντί τχ.902/ 7-9- 2007, 59-60

Από την «αναχώρηση» των Μπέργκμαν και Αντονιόνι στην «Αλεξάντρα» του Σοκούροφ

-Ν. ΧΑΤΖ: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ, εφ. Ελευθεροτυπία Τετάρτη 27/12/ 2000, 32

«Έγινα ο αγγελιοφόρος του Μπέργκμαν» Η Λιβ Ούλμαν, σε μια εκ βαθέων αναπόληση της ζωής και της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας της.

-ΚΥΒΕΛΗ ΧΑΤΖΗΖΗΣΗ, περ. Βήμαgazino ΤΧ.149/ 17 -8-2003, 86-92

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ  Ίνγκμαρ Μπέργκμαν Χειρουργός καρδιάς και εγκεφάλου. [Στην πρώτη του εφηβεία, παθιασμένος ήδη με τον κινηματογράφο, έκλεισε μία από τις πιο σημαντικές συμφωνίες της ζωής του: αντάλλαξε με τον αδερφό του τα 100 χάλκινα στρατιωτάκια του για να αποκτήσει το δικό του χριστουγεννιάτικο δώρο, μια μουβιόλα. Τώρα, στη δύση της ζωής του, παθιασμένος ακόμη με την κινούμενη εικόνα, παρουσιάζει το νέο του έργο, το “Saraband”. Τον ευχαριστούμε.]

--//--

     «Φέτος είδαμε τις Άγριες φράουλες. Έργο δυνατό, που έχει στόχο την ανθρώπινη μοναξιά και τον εγωισμό. Χωρίς φόβο μπορεί να υποστηριχθεί ως το καλύτερο του Μπέργκμαν, και είναι από τα καλύτερα στην ιστορία του κινηματογράφου.

   Η αλήθεια είναι ότι οι τριάντα ταινίες που γύρισε αυτό το φαινόμενο των σαράντα οχτώ χρόνων αποτελούν ισάριθμους σταθμούς της έβδομης Τέχνης.

   Πέρυσι, με τη Σιωπή (που τόσο συζητήθηκε) μας έκανε να δούμε με «γυμνό μάτι» τη σημερινή πραγματικότητα: τη μοναξιά, την ασυνεννοησία, το σεξουαλικό άγχος, τον ξεπεσμό κάθε αξίας’ όλη αυτή τη σημερινή κενότητα του ανθρώπου. Το έργο τελειώνει με την προφητική λέξη, που αφήνει σαν υποθήκη, στον μικρό ανεψιό η θεία που έχει τελειώσει πιά: το πνεύμα.

   Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1918, στην Ουψάλα της Σουηδίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης φιλολογία και ιστορία της Τέχνης.

   Η Σβένσα Φίλμιντουστρι τον προσέλαβε το 1943 ως συγγραφέα. Από τότε ως σήμερα τα σενάρια που έχει δημιουργήσει είναι καθαρή λογοτεχνία και ο ίδιος είναι, χωρίς συζήτηση, συγγραφέας υψηλής στάθμης.

   Ο Μπέργκμαν εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως σκηνοθέτης με την ταινία Κρίσις το 1956.

    Το έργο που τον έκανε γνωστό σ’ όλον τον κόσμο είναι Η Έβδομη σφραγίδα, και αυτό το 1956.

   Τον ίδιο χρόνο πήρε το Ειδικό Βραβείο της Τεχνοκριτικής Επιτροπής των Κανών για μία άλλη αξιόλογη ταινία του- Τα χαμόγελα καλοκαιριάτικης νύχτας.

   Το 1957, του δόθηκε το ίδιο βραβείο για την Έβδομη σφραγίδα. Τον ίδιο χρόνο μας έδωσε το αριστούργημά του, τις Άγριες φράουλες, που πήρε τη χρυσή άρκτο στο Βερολίνο.

   Εκτός Φεστιβάλ, στη Βενετία πήρε το βραβείο της Διεθνούς Κριτικής, και το Μέγα Βραβείο στο Φεστιβάλ του Μαρ ντελ Πλάντα στην Αργεντινή.

    Ο Μπέργκμαν δουλεύει με μιά ομάδα ηθοποιών, όπως η Ίνγκριντ Τούλιν, η Μπίμπι Άντερσον, η Γκούνελ Λίντμπλομ, ο Μάξ φον Σύντωφ, ο Γκούναρ Μπγαίρνστραντ, κ. ά.

   Οι ίδιοι ηθοποιοί είναι μαθητές του (οι περισσότεροι) και βασικά στελέχη του Βασιλικού Θεάτρου της Σουηδίας, του οποίου ο Μπέργκμαν είναι σκηνοθέτης από χρόνια.

    Στις Άγριες φράουλες χρησιμοποίησε σαν ηθοποιό τον μεγάλο Σουηδό σκηνοθέτη Βίκτωρ Σιόστρομ (από τους πρώτους πού κάνανε γνωστό τον κινηματογράφο της χώρας του στον κόσμο).

   Αυτόν τον μήνα δήλωσε στις εφημερίδες ότι τον Απρίλιο που λήγει το συμβόλαιό του με το Βασιλικό Θέατρο, θα πάψει να δουλεύει εκεί, για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον κινηματογράφο.

   Έχει παντρευτεί πέντε φορές, και έχει έξι παιδιά. Η σημερινή γυναίκα του, με την οποία έχει ένα γιο, είναι η διάσημη πιανίστα Κάμπι Λατεράι.

    Το πρόσωπό του στις φωτογραφίες έχει ένα υποτιθέμενο χαμόγελο, αλλά τι κρύβει μέσα του, μόνον αυτός και ο Θεός ξέρουν.

   Στην πατρίδα μας έχουν παιχθεί μόνο τέσσερα έργα του. Η πηγή των παρθένων, Τα χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας, Η Σιωπή και οι Άγριες φράουλες.

   Το ελληνικό κοινό περιμένει να δει κι άλλες δημιουργίες αυτού του μάγου, που μ’ ένα φακό κάνει ποιήματα στο άσπρο πανί.»

      Γιάννης Κοντός, Αθήνα, Φεβρουάριος 1966

-ΚΩΣΤΑΣ  ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, Κλειδί και Κώδικες Θεάτρου. ΙΙ Ελληνικό Θέατρο, Εστία 1984, 347

--ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ, Τα Ευγενή Μέταλλα (Στοιχεία Βιογραφίας), Κέδρος 1994, 17-18  Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

--ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΟΥΡΤΟΒΙΚ, Ημεδαπή Εξορία. Κείμενα για την ελληνική λογοτεχνία 1986-1991, εκδ. opera 1991, σελ. 214. (από το περιοδικό Σχολιαστής, Οκτώβριος 1987, για το μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου).

[Ο Μπέργκμαν, στο «Σκηνές από ένα γάμο» βάζει μια γυναίκα να επισκέπτεται ένα ψυχολόγο και να του λέει ότι όταν αγγίζει ένα τραπέζι, δεν μπορεί να νιώσει ότι αγγίζει ένα τραπέζι. Αλλά ο λόγος που καταφεύγει στον ψυχολόγο είναι ότι θέλει ν’ αποκαταστήσει την επαφή της με τους ανθρώπους, όχι με το τραπέζι.»]

        ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ

ΘΑΝΑΤΟΣ-ΚΗΔΕΙΑ

-Εφ. Ελευθεροτυπία Δευτέρα 20/8/2007, σ.26

Σε στενό κύκλο τάφηκε το Σάββατο ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στο νησάκι του, Φάρο. Σκηνοθέτησε και την κηδεία του

-Εφ. Ελευθεροτυπία Τρίτη 31/7/2007, σ. 32-33

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ 1918-2007

[-Νίκος Φένεκ Μικελίδης, Σφράγισε για πάντα την Έβδομη Τέχνη. Έφυγε στα 89 του χρόνια ο Ι. Μ., από τους μεγάλους του σύγχρονου κινηματογράφου. Σκηνοθέτης της υπαρξιακής τραγωδίας του ανθρώπου και ποιητής της κάμερας, επηρέασε το παγκόσμιο κοινό και γενεές κινηματογραφιστών.

-Μια ζωή στο θέατρο

-Από τον Γούντι στον Τεό

- Β. Κ. Κ. (αλαμαράς), Πρόσωπο με πρόσωπο. (από το βιβλίο «Ο Μπέργκμαν μιλάει για τον Μπέργκμαν» εκδόσεις «Ροές»).

-Εφ. Ο Ριζοσπάστης Τρίτη 31/7/2007

Απώλεια για τον κινηματογράφο και το θέατρο. Απεβίωσε σε ηλικία 89 ετών ο κορυφαίος δημιουργός

-Εφ. Η Καθημερινή Τρίτη 31/7/2007, σ.13

Ο Αναγνώστης της ανθρώπινης ψυχής.

[-Παναγιώτη Παναγόπουλου, Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που έφυγε σε ηλικία 89 ετών καθόρισε την τέχνη του κινηματογράφου και υπήρξε πρότυπο σκηνοθετών.

– Δεν χαριζόταν σε κανέναν.

(Η γνώμη του Ι. Μ. για διάφορους σκηνοθέτες)

-Ηλίας Μαγκλίνης, Βασανισμένοι ήρωες με πολλαπλά αδιέξοδα. Ο «Ψυχοπλακωτικός» σκηνοθέτης περνούσε στις ταινίες του έναν λεπτό και διάχυτο αισθησιασμό.

–«Είμαι ένας σταθμός ραντάρ, ένας καθρέφτης». Αποσπάσματα από συνεντεύξεις του. Στα ελληνικά κυκλοφορούν η Αυτοβιογραφία του με τίτλο «Η μαγική κάμερα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κάκτος» σε μετάφραση Θ. Καλλιφατίδη και ο «Μπέργκμαν μιλάει για τον Μπέργκμαν» εκδόσεις «Ροές» μτφ. Έφη Φρυδά].

-Εφ. Η Καθημερινή Τρίτη 31/7/2007

Μιχάλη Ν. Κατσιγέρα, Σχόλιο. Ο Μπέργκμαν και οι κεκράκτες.

-ΠΑΥΛΟΥ Θ. ΚΑΓΙΟΥ, εφ. Τα Νέα, Τρίτη 31/7/2007, σ. 4/22. ΦΙΝΑΛΕ ΣΤΑ 89 ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. 43 ακτινογραφίες στην ανθρώπινη ψυχή. Ο δημιουργός που βυθίστηκε στο ανθρώπινο υποσυνείδητο κι έφερε στο φώς τις σκιές του, ο Σουηδός σκηνοθέτης Ι.Μ. έφυγε στα 89 του.- Στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής.

-Εφ. Η Αυγή Τρίτη 31/7/2007, σ. 18-19

Μας έδωσε σε εικόνες τα βάθη της ύπαρξης.

ΈΦΥΓΕ ΣΤΑ 89 ΤΟΥ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΟΥΗΔΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

[-Κώστας Τερζής, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ή ο δημιουργός στην εποχή της σκληρότητας

-Με τα δικά του λόγια.

-Γιορν Ντόνερ: Το πρόσωπο του διαβόλου. (απόσπασμα από την ανάλυση του Σουηδού κριτικού κινηματογράφου, στον Τόμο «Ι.Μ.» σε επιμέλεια Διαμαντή Λεβεντάκου, Αθήνα 1973)

-Εφ. Ελεύθερος Τύπος Τρίτη 31/7/2007, σ. 30-31

[-Βασιλική Τζεβελέκου, Με την κάμερα στα παρασκήνια της ζωής και του θανάτου. ΕΦΥΓΕ Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ Ι.Μ. Ο ιδιοφυής «αυτοκράτορας» της παγκόσμιας Τέχνης, από τους μεγάλους ανανεωτές του κινηματογράφου, πέθανε σε ηλικία 89 ετών.

-Δημήτρης Κανέλλης, ΑΠΟΨΗ. Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΥΠΑΡΞΙΣΤΗΣ.]

-Εφ. ΕΘΝΟΣ ΑΟΥΤ, Τρίτη 31/7/2007, σ. 39, 44

[-Ρόμπι Έκσιελ, Ι.Μ. Έβαλε Σφραγίδα στην 7η Τέχνη. Ο κορυφαίος δραματουργός του θεάτρου και του κινηματογράφου, με τα τρία Όσκαρ και τις ταινίες θρύλους, έσβησε στα 89 του.

-«Καλλιτέχνης με βαθιά ανησυχία»

-60 χρόνια στο Πλατό.

-Παντρεύτηκε πέντε φορές, απέκτησε εννέα παιδιά

-Ινγκμαρ Μπέργκμαν, Με τα φίλμ μου γίνομαι δυστυχής… Γιος λουθηρανού ιερέα, κέρδισε το πρώτο του Όσκαρ το 1961 με την «Πηγή των Παρθένων», ενώ με το «Φάνι και Αλέξανδρος» αποχαιρετούσε το σινεμά, κερδίζοντας το τρίτο του βραβείο και στα 84 του δήλωνε ότι δεν αντέχει να παρακολουθεί τις ταινίες του.]

-Χ.Μ. περ. Αθηνόραμα τχ. 377/ 2-8-2007, σ.19

Ο Μεγάλος Αποχαιρετισμός. Δύο από τους ελάχιστους δημιουργούς για τους οποίους η κλισέ φράση «άλλαξαν τον σινεμά» ισχύει απόλυτα μας αποχαιρέτισαν για πάντα και μάλιστα με διαφορά ελάχιστων ωρών. (Ο δεύτερος σκηνοθέτης ήταν ο Μικελάντζελο Αντονιόνι).

-ΚΩΣΤΑΣ  ΤΕΡΖΗΣ, εφ. Κυριακάτικη Αυγή 5/8/2007, σ. 33-34

Μπέργκμαν, ένας τεχνίτης του καθεδρικού ναού.

«Κάποιος που όπως εγώ έτυχε να γεννηθεί μέσα στην οικογένεια ενός πάστορα μαθαίνει από πολύ νωρίς να κοιτάζει πίσω από το παραπέτασμα της ζωής και του θανάτου. Ο πατέρας πηγαίνει σε μια κηδεία, σε μια βάφτιση, ετοιμάζει ένα κήρυγμα (…) Και ακριβώς όπως ο πάστορας έτσι και ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη από ένα κοινό, έχει ανάγκη να πείσει γι’ αυτό που κάνει, είτε δουλεύει στη σκηνή είτε στο στούντιο».

«Θέλω να είναι ένας από τους τεχνίτες του καθεδρικού ναού που υψώνεται σιγά-σιγά πάνω στην πεδιάδα. Θέλω να βγάλω από την πέτρα το κεφάλι ενός δράκοντα, ενός αγγέλου, ενός δαίμονα ή έστω ενός αγίου- αδιάφορο, σε κάθε περίπτωση νιώθω την ίδια χαρά. Δεν έχει σημασία αν είμαι πιστός ή άπιστος, χριστιανός ή ειδωλολάτρης. Εργάζομαι για το χτίσιμο του ναού μαζί με τους άλλους, γιατί είμαι καλλιτέχνης».

      Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

-Εφ. Η Καθημερινή 21/8/2007

Αποχαιρετισμός. Στον Φάρο η τελετή ταφής του Μπέργκμαν.

  Ας κλείσουμε με τον λόγο του ίδιου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν από το αυτοβιογραφικό του Ο μαγικός κινηματογράφος.

   «Όταν γερνάει κανείς μειώνονται οι ανάγκες για διασκέδαση. Μου απομένει απλώς να πω ένα ευχαριστώ για εκείνες τις αδιατάραχτες, ήρεμες ημέρες και για τις όχι και τόσο άυπνες νύχτες. Ο κινηματογράφος μου στο Φορέ μου προσφέρει μια ανεξάντλητη χαρά. Χάρη στη φιλική αντιμετώπιση της εταιρείας Φιλμστάντεν μπορώ να δανείζομαι από την ταινιοθήκη της αμέτρητες παλιές  ταινίες. Τα καθίσματα είναι άνετα, η αίθουσα σφουγγαρισμένη’ σβήνουν τα φώτα και η πρώτη τρεμάμενη εικόνα προβάλλεται πάνω στον άσπρο τοίχο. Ησυχία. Η μηχανή προβολής βουϊζει αδύναμα μέσα στον καλά μονωμένο χώρο. Οι σκιές κινούνται, στρέφουν προς εμένα τα πρόσωπά τους, θέλουν να προσέξω τη μοίρα τους.

   Έχουν περάσει εξήντα χρόνια, αλλά η έξαψη είναι πάντα ίδια.» σ.321

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026