ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
Το Αυγό του φιδιού (1977).
Η
τεσσαρακοστή ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΠΑΛΛΑΣ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ-
ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΣΟΦΙΑΣ 152. Τηλέφωνο 4179344
7 Απριλίου
1978
ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ
ΦΙΔΙΟΥ ΕΓΧΡΩΜΟΝ
ΛΙΒ ΟΥΛΜΑΝ-
ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΚΑΡΑΝΤΑΪΝ
Σκηνοθεσία
ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
ΣΗΜΕΡΟΝ
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ
Βερολίνο του Νοέμβρη 1923. Το Μάρκο έχει
χάσει την αξία του. Οι άνθρωποι έπαψαν να έχουν εμπιστοσύνη στο παρόν και το
μέλλον. Έχουν κυριαρχηθεί από έναν κοινό κρυφό φόβο. Γυρίζοντας ο Έμπελ
Ρόζεμπεργκ, ένας Αμερικανός, στο σπίτι
όπου μένει με τον αδερφό του Μαξ, βρίσκει τον Μαξ νεκρό. Έχει αυτοκτονήσει,
όπως κι ο Έϊμπελ κι’ ο Μαξ ήταν ακροβάτης σε τσίρκο. Μαζί με την Μανουέλλα,
γυναίκα του Μαξ, έκαναν ένα νούμερο. Όμως από τότε που χτύπησε ο Μαξ το χέρι
του δεν παίζουν και η Μανουέλλα.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΘΟΝΗΣ
Έχουν γυριστεί ταινίες στην ιστορία του
παγκόσμιου κινηματογράφου που όσες φορές και να τις δεις δεν τις χορταίνεις.
Υπάρχουν φιλμ σκηνοθετών που έχεις παρακολουθήσει αρκετές φορές και είναι πάντα
σαν να τα βλέπεις για πρώτη φορά. Έχεις παρακολουθήσει σαν κινηματογραφόφιλος
έργα στη ζωή σου τα οποία σε άφησαν κατόπιν αδιάφορο. Η ποικιλία των “Box office” αριστουργημάτων και επιτυχιών είναι
μεγάλη από βουβές και ομιλούσες ταινίες, ασπρόμαυρες ή έγχρωμες, που σου
έμειναν αξέχαστες, εντυπώθηκαν στην μνήμη σου σημάδεψαν την συνείδησή σου, τις
επανέφερες στην σκέψη σου, τις συζήτησες πολλές φορές με τους φίλους σου. Σε
άλλες περιπτώσεις συλλογίστηκες ότι θα ήθελες να είχες τις γνώσεις και την
εμπειρία να γυρίσεις και εσύ μία παρόμοιας ατμόσφαιρας, θεματικής και σπουδής
ταινία. Ποιοί δεν θα ήθελαν να είχαν το ταλέντο ενός Τσάρλι Τσάπλιν, ενός
Σεργκέϊ Παρατζάνωφ, ενός Τζών Χιούστον, ενός Γιώργου Τζαβέλλα, ενός Αλέκου
Σακελλάριου, ενός Μιχάλη Κακογιάννη κ.ά. «Ζήλεψες» τον σκηνοθέτη και τους
συνεργάτες του, το πάθος και την τεχνική του, την ευφυΐα του, τον τρόπο που
χειρίζεται την Κάμερα, στο πώς διδάσκει τους ηθοποιούς να στέκονται και να
κινούνται μπροστά στον φακό, το πάντα περίεργο βλέμμα του, τις οραματικές του
συλλήψεις και επιλογές, την αγάπη του να μας αφηγηθεί τις μικρές ή μεγάλες
ιστορίες του. Ένας ψυχαγωγός, ένας διασκεδαστής είναι ο δημιουργός που μας
κάνει χαρούμενους έστω και για ένα ονειρικό δίωρο. Μας προσφέρει την ευκαιρία
να ξεφύγουμε για ένα διάστημα από τα βάσανα και τα προβλήματα της ζωής. Η Τέχνη
ένα ακόμα παιχνίδι της φαντασίας και των ονείρων του ανθρώπου. Ένας τέτοιος
μαϊστορας σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι (ας μην χρησιμοποιήσουμε το ρήμα
ήταν, υπήρξε) και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Υπάρχουν όμως και φορές, που μετά την
παρακολούθηση μίας ταινίας βγαίνεις έξω από την κινηματογραφική αίθουσα, στο
δρόμο νιώθεις άβολα, άσχημα, σε έχει πλημμυρίσει ένα παράξενο απροσδιόριστο
άγχος, ένας φόβος, κοιτάς γύρω σου με τρόμο, αισθάνεσαι ότι σε παρακολουθούν,
από κάπου θα πεταχτούν κάτι παράξενοι και περίεργοι σκοτεινοί τύποι και θα σε
συλλάβουν, θα σε βασανίσουν, θα σε φυλακίσουν. Λες και βασιλεύει ένας γενικός
τρόμος έξω στην Πόλη, κάτι που δεν αισθανόσουν πριν δεις την ταινία. Και μία
τέτοια εφιαλτική και σκοτεινή αίσθηση αισθανθήκαμε όσοι πριν χρόνια
παρακολουθήσαμε την ταινία «Το Αυγό του φιδιού», χρησιμοποιώ τον πληθυντικό
γιατί, παρ’ ότι είδα την προβολή της μόνος μου στον Πειραιά, βγαίνοντας έξω από
το ΠΑΛΛΑΣ και κοντοστάθηκα με αγωνία με ένα σφίξιμο στο στομάχι, άκουγα τι
έλεγαν οι γύρω μου τότε θεατές της. Υπερβολή! δεν νομίζω, η γενική εντύπωση των
κινηματογραφόφιλων που παρακολούθησαν την ταινία για πρώτη φορά ήταν η ίδια. Αν
και για να είμαστε ακριβείς, υπήρξαν ανάλογες περιπτώσεις της Έβδομης Τέχνης,
όπου με την προβολή ταινιών σε έκαναν να αισθανθείς το ίδιο, να νιώσεις
παρόμοια σκοτεινά και πικρά συναισθήματα. Όπως παραδείγματος χάριν ήταν «Η
Δίκη» του Φρανς Κάφκα, «Η Πείνα» του Κνούτ Χάμσον, το «1984» του Όργουελ,
ταινίες βασισμένες σε μυθιστορήματα αναγνωρισμένων συγγραφέων. Αλλά και η
«Λάμψη» του σημαντικού σκηνοθέτη Στάνλεϋ Κιούμπρικ, «Ο Θρόνος του Αίματος» του
Ακίρα Κουροσάβα, το «Σαλό» του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Φιλμ τα οποία είτε ήσουν
σταθερός θεατής είτε όχι του Σινεμά εντυπώθηκαν στη συνείδησή σου. Ας πάρουμε
τα πράγματα όμως με την σειρά.
Επτά του Απρίλη του 1978, απογευματάκι,
κατεβαίνω στην στάση του Λεωφορείου στην οδό Καλλέργη στην διασταύρωση με την
Ασκληπιού, περιμένω το «21», σήμερα «909». Παίρνω το λεωφορείο για τον Πειραιά,
στην στάση του Δημοτικού Θεάτρου επί της Ηρώων Πολυτεχνείου (πρώην Βασιλέως
Κωνσταντίνου) αποβιβάζομαι. Περνάω απέναντι και περπατώ τον πεζόδρομο της
Σωτήρος Διός, στην διασταύρωση με την Γρηγορίου Λαμπράκη (πρώην Βασιλίσσης
Σοφίας) στρίβω δεξιά για το ΠΑΛΛΑΣ. Πρώτος στην σειρά «παραλιακός»
Κινηματογράφος στο Πασαλιμάνι κοντά στο παλαιό Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας.
Από την απέναντι μεριά της λεωφόρου ακούγονται φωνές και γέλια ατόμων,
ευχάριστη οχλαγωγία, ανθρώπινες «μπλεγμένες» φωνές ζεστασιάς προσώπων που
κάθονται στο φημισμένο ζαχαροπλαστείο του Παπασπύρου με τα εύγεστα γλυκά, τις
πάστες, τα αναψυκτικά και τους καφέδες. Κομμάτι τσιμπημένες οι τιμές του. Ο
πεζόδρομος της οδού Κανάρι είναι το γνωστό στους Πειραιώτες «παζάρι». Το
Ρολόι-το γνωστό «Αυγό»- συνήθως, ποτέ δεν έδειχνε την σωστή ώρα για να κλείσει
κανείς τα ραντεβού του. Η καφετέρια του Μπολέτση. Εκεί κοντά ήταν παλαιότερα
και η οικία του πειραιώτη δημοσιογράφου και πεζογράφου Χρήστου Λεβάντα. Ενώ
στην διασταύρωση Βασιλέως Γεωργίου και Γρηγορίου Λαμπράκη απέναντι από το Άγαλμα
της Μητέρας δέσποζε έρημο αλλά υπερήφανο και φωτισμένο το Νεοκλασικό οίκημα που
έζησε ο εικαστικός δάσκαλος και σκηνογράφος, ενδυματολόγος και ποιητής,
μεταφραστής Γιάννης Τσαρούχης.
Με αρκετή αγωνία και κινηματογραφικό
ενδιαφέρον έμπαινα στο ΠΑΛΛΑΣ να παρακολουθήσω τη νέα ταινία «Το Αυγό του
φιδιού» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Φανατικός κινηματογραφόφιλος και θαυμαστής των
Μπεργκμανικών αριστουργημάτων με «έτρωγε» η περιέργεια. Εκείνη πάνω κάτω την
περίοδο, είχαν πέσει στα χέρια μου- τότε- από πειραιώτικο βιβλιοπωλείο οι δύο
κοτσωμένοι τόμοι των εκδόσεων «Δαρεμά» με το έργο «Ο Αγών μου» του Χίτλερ, του
Γερμανού δικτάτορα. Είχα διαβάσει το μεγαλύτερο μέρος του δίτομο βιβλίου. Όταν
χρόνια αργότερα επανεκδόθηκε το βιβλίο σε έναν τόμο, σε άλλη μετάφραση από τις
εκδόσεις «Κάκτος», με την κατατοπιστική και καλή εισαγωγή του ιατρού Κλεάνθη
Γρίβα κράτησα την δεύτερη έκδοση και δώρισα την πρώτη. Δύο ήταν οι σημαντικοί
λόγοι που με εξίταραν στην παρακολούθηση της εφιαλτικής και αγχώδους αυτής
ταινίας.
Ο πρώτος
ήταν στο πως διαπραγματεύθηκε το φαινόμενο του Ναζισμού ο Ι. Μπέργκμαν. Για την
ακρίβεια το ζήτημα του ατομικού και συλλογικού φόβου ενός ολόκληρου λαού και
μάλιστα πολιτισμένου, που γεννάει το αυταρχικό και δικτατορικό αυτό σύστημα που
έκανε την εμφάνισή του στις αρχές του Μεσοπολέμου με τα ολέθρια κοινωνικά και
πολιτικά, οικονομικά, πολεμικά καταστροφικά αποτελέσματα και φρικαλεότητες που
έλαβαν τέλος με την στρατιωτική ήττα του- των δυνάμεων του άξονα- την νίκη των
συμμαχικών αμερικανικών, ευρωπαϊκών και σοβιετικών δυνάμεων. Την αποφυλάκιση
και απελευθέρωση των κρατουμένων των στρατοπέδων του Άουσβιτς και του Νταχάου.
Η Ελλάδα και ο Ελληνικός Λαός πλήρωσε από την μεριά του βαρύ και ακριβό τίμημα
από τις κατοχικές δυνάμεις του άξονα. Οι παντοειδείς καταστροφές που άφησαν
πίσω τους τα στρατεύματα κατοχής ήσαν τεράστιες και άργησαν να επουλωθούν. Οι
μνήμες όσων ζουν από εκείνη την περίοδο είναι ακόμα ζωντανές. Ο Κόσμος εκείνα
τα χρόνια είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο Σφαγείο. Η Τέχνη σε όλες τις
κατηγορίες και τα είδη της, ακόμα και σήμερα, δεν θα μπορούσε να μείνει
αδιάφορη στα δεινά που έφερε στην ανθρωπότητα ο πόλεμος και ειδικότερα το
ναζιστικό καθεστώς. Μένοντας στον χώρο του Κινηματογράφου, δημιουργούς και έργα
τους να υπενθυμίσουμε ορισμένους τίτλους σημαδιακών και επιδραστικών φιλμ στους
κινηματογραφόφιλους. Τις ταινίες «Καμπαρέ», «Μεφίστο» την «Λίστα του Σίντλερ», την
«Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη», το «Σαλό» και αρκετές άλλες. Ο κατάλογος τόσο των
πολεμικών όσο και των αντιπολεμικών ταινιών είναι αμέτρητος. Ορισμένες μάλιστα
ταινίες βιογραφούν τον αυστριακό δικτάτορα με χιούμορ και καυστικό τρόπο, όπως
η κλασική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν «Ο Δικτάτορας», η ρώσικη ταινία του
Αλεξάντερ Σοκούροφ, «Μολώχ» κλπ.
Ο δεύτερος λόγος της κινηματογραφικής μου
περιέργειας ήταν ότι στην Μπεργκμανική ταινία «Το Αυγό του φιδιού» ως κεντρικό
πρόσωπο πέρα από την Λιβ Ούλμαν πρωταγωνιστούσε ο Ντέηβιντ Καραντάιν. Ένας
καλός ηθοποιός ο οποίος έκανε τεράστια επιτυχία και έγινε γνωστότερος στο ευρύ
κοινό, αν δεν λαθεύω, όταν εκείνη την χρονική πάνω κάτω περίοδο παίζονταν στην
τηλεόραση ένα σήριαλ, το «ΚΟΥΓΚ ΦΟΥ». Ερμήνευε τον ρόλο ενός Κινέζου Βουδιστή
ιερέα των Σαολίν. Ζούσε σε ένα Μοναστήρι και από επεισόδιο σε επεισόδιο
ταξίδευε σε διάφορα μέρη αντιμετωπίζοντας δυσκολίες και προβλήματα, άτομα
αδιάφορα και εχθρικά προς τον τρόπο ζωής και κοσμοθεωρίας που ακολουθούσε.
Όντας ιερέας των Σαολίν περιπλανιόταν αντιμετωπίζοντας τους κινδύνους με
ηρεμία, πραότητα, αταραξία, καλοσύνη, μυστήριο, πνευματικότητα, αυτοσυγκέντρωση,
προσευχή, και με τελετουργικές ιερές «ξυλομαχίες» και ασκήσεις. Πολεμικές
ασκήσεις εσωτερικής αυτογνωσίας, αυτοσυγκέντρωσης, μέθοδοι διδασκαλίας των
μοναχών Σαολίν που ερμήνευε εξαιρετικά ο ηθοποιός Νταίηβιντ Καραντάιν. Όπως η
μνήμη έχει συγκρατήσει, το τηλεοπτικό αυτό σήριαλ είχε μεγάλη ακροαματικότητα
όταν προβάλλονταν, αγαπήθηκε από το τηλεοπτικό κοινό της εποχής, ιδιαίτερα το
νεανικό. Το ξένο αυτό σήριαλ μας έδειχνε έναν άλλον μακρινό- εξωτικό πολιτισμό με
άλλες θρησκευτικές τελετουργικές συνήθειες, φιλοσοφία ζωής και μεταφυσικών
δοξασιών. Μαθαίναμε για την Βουδιστική διδασκαλία, τις συμπεριφορές και
πρακτικές αγωγής και ανατροφής των Μοναχών- παιδιών και μεγαλύτερων- δίχως να
έχουμε διαβάσει τα ιερά κείμενά του ή να έχουμε ταξιδέψει στην Ινδία ή την
Κίνα, χώρες πολυπληθείς με μεγάλη αρχαία Βουδιστική παράδοση.
Μερικά χρόνια αργότερα, μετά την πρώτη προβολή
της ταινίας, το Σενάριο που έγραψε ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Το Αυγό του φιδιού» (ORMENS AGG) κυκλοφόρησε στα ελληνικά
μεταφρασμένο από τα αγγλικά το 1993 σε μετάφραση Χριστιάννας Σακελλαροπούλου,
επιμέλεια Ευαγγελίας Χατζηευστρατίου, εξώφυλλο Κώστα Ζαχαράκη, εκδόσεις «Το
Κλειδί»- Λιβάνη, Αθήνα 1993, σελ. 143, δραχμές 1500. Όπως γνωρίζουν όσοι το
έχουν διαβάσει το βιβλίο αρχινά με το μότο του συγγραφέα Georg Buchner, «Ο άνθρωπος είναι μια
άβυσσος και νιώθω ίλιγγο όποτε κοιτάζω στα βάθη της». Μια ρήση την οποία τονίζει και ο
Μπέργκμαν από την μεριά του.
Γράφει σχετικά ο Μπέργκμαν: «Είναι πολύς καιρός τώρα που ενδιαφέρομαι γι’ αυτήν την περίοδο, την
εβδομάδα από τις 3 ως τις 11 Νοεμβρίου, όταν ο Χίτλερ επιχείρησε ένα
πραξικόπημα, μπήκε στη φυλακή κι έγραψε το Mein Kampf, την εβδομάδα που σταμάτησε να
υπάρχει το γερμανικό νόμισμα- οι άνθρωποι χάνουν τα σπίτια και τα υπάρχοντά
τους και τις επιθυμίες τους και δεν έχουν πια ούτε ελπίδες. Ο πυθμένας χάνεται
και η άβυσσος χάσκει απειλητική». (από το οπισθόφυλλο)
Για την έκδοση έγραψαν:
-Ελεάνα Παραγιουδάκη, εφ, Νίκη 28/3/1993, Διαβάζοντας…. Μπέργκμαν.
Τα σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αποτελούν
μια ειδική, χρήσιμη και ενδιαφέρουσα κατηγορία βιβλίων, όπου ο αναγνώστης
μπορεί να χαρεί και να μελετήσει τα επιτεύγματα του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη
μονιμότερα από όσο ο θεατής.
Το «Αβγό του φιδιού», που πρόσφατα
κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις «Λιβάνη» (Σόλωνος 94) αναφέρεται σε γεγονότα που
διαδραματίστηκαν στο Βερολίνο του 1923 την εποχή που ο πληθωρισμός έφτανε σε
ακραία ύψη κι ο Χίτλερ άρχιζε τη συγγραφή του έργου του ο «Αγών μου».
Στο «Αβγό του φιδιού» ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
αναλύει με αδυσώπητο τρόπο την κατάσταση που επικρατούσε στην Γερμανία την
εποχή του μεσοπολέμου. Αποκαλύπτει δεξιοτεχνικά και απερίφραστα το κοινωνικό
υπόβαθρο και τις ψυχολογικές αβύσσους που ανοίγουν όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να
μιλούν για εθνικά χαρακτηριστικά.
Σ’ ένα άρθρο των «Τάϊμς της Νέας Υόρκης», ο
συγγραφέας είπε:
«Σας το λέω, διαισθάνομαι έναν έντονο φόβο
για τους ανθρώπους όλου του κόσμου, σαν να πλησιάζουμε σε κάποιο τέλος. Κι αυτό
όχι μόνο στο Μόναχο. Το συναίσθημα είναι το ίδιο έντονο στο Παρίσι, στο Λος
Άντζελες, στο Λονδίνο. Υπομένουμε όλοι ένα είδος ενοχής και απομόνωσης. Αυτό
συνέβαινε στην διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτό συμβαίνει και τώρα. Οι
άνθρωποι λιμοκτονούν στον τρίτο κόσμο, μάχονται για θρησκευτικά θέματα,
εκτελούν παιδιά, βασανίζουν οι μεν τους δε. Το βλέπουμε καθημερινά στην
τηλεόραση. Προσπαθούμε να το εξαλείψουμε, να το εξαφανίσουμε. Αλλά είμαι
βέβαιος ότι συνεχίζουμε να το κουβαλάμε μέσα μας». Η μετάφραση έγινε από την
Χρ. Σακελλαροπούλου.
Σημείωση: Το κείμενο της κριτικού κυρίας Παραγιουδάκη
βασίστηκε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
-εφ. Το Βήμα 28/3/1993
Όταν το σενάριο έχει γράψει ο Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν, μπορεί να θεωρηθεί αυτοτελές δημιούργημα και να εκδοθεί ως
λογοτεχνικό έργο. «Το αβγό του φιδιού», η ταινία- σταθμός που αναφέρεται στη
Γερμανία του Μεσοπολέμου και δείχνει τι συμβαίνει όταν «οι άνθρωποι μιλούν πολύ
για εθνικά χαρακτηριστικά» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Το κλειδί» (μετάφραση
Χριστιάννας Σακελλαροπούλου).
-περιοδικό. Εγώ τχ. 45/7-9-1973
«ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ» ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
Ένα από τα θαυμάσια έργα του Ι. Μ.,
μεταφρασμένο από την Ιωάννα Σακελλαροπούλου. Βερολίνο, Νοέμβριος του 1923. Η
εκστρατεία κατά των Εβραίων έχει αρχίσει να βρίσκει πρόσφορο έδαφος, ενώ ένας
αδιόρατος φόβος πλανιέται στην πόλη. Στο Μόναχο, κάποιος Χίτλερ ετοιμάζει
πραξικόπημα, παρασύροντας μαζί του χιλιάδες στρατιώτες και αρκετούς θερμόαιμους
πολίτες. Στον Άμπελ Ρόζενμπεργκ τον Εβραίο πρωταγωνιστή του έργου, συμβαίνουν
αρκετά παράξενα πράγματα. Γυρίζοντας σπίτι του κάποιο βράδυ, ανακαλύπτει ότι ο
αδερφός του έχει αυτοκτονήσει χωρίς να υπάρχει καμιά φανερή εξήγηση γι’ αυτό.
Παράλληλα, κι άλλοι περίεργοι θάνατοι σημειώνονται στη γειτονιά και κινούν το
ενδιαφέρον της αστυνομίας. Την πολύπλοκη απάντηση σ’ αυτήν την υπόθεση- θρίλερ
θα ανακαλύψει ο αναγνώστης του βιβλίου, μαζί με την ευαισθησία και το
ταπεραμέντο του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.
Σημείωση: προσπερνάμε το λαθάκι του ονόματος
της μεταφράστριας
-Παύλος Κάγιος, εφ. Τα Νέα Τετάρτη 28/4/1993, σ.
38,
«Ένα αφήγημα
συγκλονιστικό»
Στη σειρά «Κινηματογράφος» του εκδοτικού
οίκου «Το κλειδί» κυκλοφορεί αυτό το σενάριο της ομώνυμης ταινίας Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν. Έργο- λογοτεχνικό κείμενο ή ταινία-πού είναι δυστυχώς επίκαιρο. Και
μάλιστα πολύ πιο «καυτό» από την εποχή του (1977) που είχε προβληθεί στους
κινηματογράφους. Κι αυτό φυσικά, είναι επόμενο με την επικίνδυνη εξάπλωση που
έχει πάρει στις μέρες μας το κοινωνικό φαινόμενο-όχι μόνο στη Γερμανία- της
επανεμφάνισης του νεοναζισμού. Ιδιαίτερα στη νεολαία. Στο «Αβγό του φιδιού» ο
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναλύει την εφιαλτική κατάσταση που επικράτησε στη Γερμανία
την εποχή του μεσοπολέμου. Αποκαλύπτει το κοινωνικό υπόβαθρο και το ψυχολογικό
έρεβος της ανθρώπινης ψυχής που γέννησε τον «εθνικισμό». Μας μεταφέρει στο
Βερολίνο του 1923 που ο πληθωρισμός έφτανε σε ακραία ύψη κι ο Χίτλερ άρχιζε τη
συγγραφή του έργου του ο «Αγών μου» όπου οι ιδέες του αιματοκύλησαν την
ανθρωπότητα μετά 12 χρόνια.
Ο Μπέργκμαν καταφέρνει να δώσει μια εντελώς
διαφορετική εικόνα των αιτιών που γέννησαν τον
φασισμό και τον ναζισμό ενώ ταυτόχρονα συνθέτει ένα σπαρακτικό εφιαλτικό
αφήγημα.
-Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, περιοδικό. Κ.ΛΠ. τχ. 2/9, 1993, σ. 30. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Το
Αβγό του φιδιού, Αθήνα 1993. Βλέπε και τχ. 3/12, 1993 τα «Παραλειπόμενα».
«Μια
παράξενη προφητεία του μέλλοντος».
«Και εν ταις ημέραις εκείναις ζητήσουσιν οι άνθρωποι τον θάνατον και ου
μη ευρήσουσιν αυτόν, και επιθυμούσιν αυτόν, και επιθυμούσιν αποθανείν και
φεύγει ο θάνατος απ΄ αυτών..».
Ο λόγος αυτός του Ευαγγελιστή του Τρόμου
είναι ο καταλληλότερος για να απεικονίσει το κυρίαρχο συναίσθημα των ανθρώπων
για την πριν και μετά περίοδο της ανόδου των Ναζί στην εξουσία όταν η αχαμνή
αλλά κυρίαρχος ιδεολογία της φαιάς πανούκλας και οι σκαιοί ευνούχοι της,
πυρπολούσαν το Ράιχσταγκ. Έκαιγαν βιβλία στις πλατείες, -ακόμα και Γερμανών
συγγραφέων-, κακοποιούσαν και καταλόκιζαν τις διάφορες κοινωνικές μειονότητες,
άτομα με διάφορες μορφές και στάδια αναπηρίας, τους ψυχασθενείς, τους
ομοφυλόφιλους που τους στιγμάτιζαν με ροζ τρίγωνα, τους ιερείς διαφόρων δογμάτων,
και γενικά όσους θεωρούσαν ότι «προσβάλλουν» την Αρία φυλή. Εξολόθρευαν
ολόκληρες εθνότητες όπως οι Εβραίοι και χρησιμοποιούσαν ως πειραματόζωα
χιλιάδες ανθρώπινες υπάρξεις-ανεξαρτήτου φυλής- σφραγίζοντάς τους είτε με
αριθμούς στα χέρια, είτε με ροζ τρίγωνα στο πέτο, είτε με το άστρο του Δαβίδ.
Και φυσικά, τους αγωνιστές αντιστασιακούς πατριώτες πολίτες κάθε χώρας που
καταλάμβαναν, όπως Έλληνες και Ελληνίδες. Την ίδια στιγμή που η μεγαλοαστική
τάξη, (της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης) οι έμποροι όπλων, ο ανώτατος κλήρος άμεσα
και φανερά ή υπόγεια συντάσσονταν με τα σκοτοφόρα και νυκτοβατούντα ανθρώπινα
αυτά υβρίδια του ναζισμού (δες τους «Καταραμένους» του Λουκίνο Βισκόντι, το
«Καμπαρέ» του Μπομπ Φος και άλλες ταινίες).
Από την άλλη, η μεσοαστική και μικροαστική
τάξη χόρευε τσάρλεστον κάτω από τους ήχους του «Βερολίνο χορευτής σου είναι ο
θάνατος» ή κορυβαντιούσε στα κάθε είδους πορνεία και καμπαρέ του ρατσιστικού
Βερολίνου. Το «σύνολο» σχεδόν των κατοίκων της Γερμανίας την περίοδο εκείνη
(της Αυστρίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας και όχι μόνο), αποπνέει μια μούχλα
θανάτου και προετοιμάζει με την κραυγαλέα απάθεια και την σιωπή των κατοίκων
της την «Gesonderte Unterbringung» τη θανάτωση εκατομμυρίων ανθρώπων στους
θαλάμους των αερίων και τα σκοτεινά «μπούνκερς» των διαφόρων στρατοπέδων
συγκέντρωσης. Εύστοχα ο θεατρικός συγγραφέας Ευγένιος Ιονέσκο θα σημειώσει ότι
στα στρατόπεδα συγκέντρωσης «είδαμε απλούστατα την εικόνα, κατά κάποιον τρόπο
την πεμπτουσία του κολασμένου κοινωνικού περιβάλλοντος, που σαν από πάντα
είμαστε, καθημερινά, βυθισμένοι μέσα του». Και ο παράδοξα ξεχασμένος και
κακοποιημένος αυστριακός ψυχαναλυτής Βίλχελμ Ράιχ γράφει σε βιβλίο του: «Σήμερα
έχει πια γίνει σ’ όλους φανερό, πως ο φασισμός δεν είναι έργο ενός Χίτλερ ή
Μουσολίνι, αλλά η έκφραση της άλογης δομής του αγελαίου ανθρώπου..
Ο Φασισμός
είναι στην καθαρή μορφή του το άθροισμα απ’ όλες τις άλογες αντιδράσεις του
ανθρώπινου χαρακτήρα».
Ο Ναζισμός, ο Φασισμός δεν ήταν μόνο ένα
μικρό πολιτικό κόμμα ή ένα μικρής εμβέλειας αντιδραστικό κίνημα, αλλά μια
παραλυτική κοσμοθεωρία και ερμηνεία των ανθρωπίνων χαρακτηριστικών και
ιδιοτήτων. Είναι η μορφοποίηση όχι μόνο μιας στείρας και ανιστόρητης
εθνικιστικής και σοβινιστικής μεσοαστικής και πολιτικής πρακτικής, αλλά και η
μέχρι παραλογισμού απεχθής ιδεολογία τόσο προς την πανάρχαια έννοια της
Δημοκρατίας και όλων των πολιτικών και κοινωνικών αρετών που εκπορεύονται από
αυτήν διαχρονικά, όσο και προς την ανθρώπινη σκέψη και δημιουργία γενικότερα.
Και έρχεται στη μνήμη ο σοφός λόγος του επαναστάτη κοινωνιολόγου Χέρμπερτ
Μαρκούζε: «Η παραφροσύνη του συνόλου του συστήματος δικαιολογεί τους
παραλογισμούς των μερών του και κάνει ορθολογιστική επιχείρηση μια σειρά από
εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα».
Και αυτήν την ορθολογιστική εγκληματική
επιχείρηση μοχθηρών ατόμων μας αναλύει
παραστατικά μέσα από το εφιαλτικό σενάριο-αφήγημά του ο αινιγματικός «Θεολόγος»
της Έβδομης Τέχνης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Το κείμενο του μεγάλου Σουηδού συγγραφέα
και σκηνοθέτη είναι μια συνταρακτική τοιχογραφία πάνω στο φαινόμενο του φόβου.
Σπαρακτικής ρητορικής, μα και συνειρμική, που δεν περιτοιχίζεται –το κείμενο-
από μια ιστορική «ντοκουμενταρίστικη» μόνο αναφορά ή σε μια ισορροπημένη μεν
αλλά παγερά πολιτική, κοινωνική και οικονομική έρευνα της περιόδου αυτής, αλλά
σαν σοφή αράχνη ο συγγραφέας υφαίνει τη στοχαστική του σκέψη κλιμακωτά σε μια
προοπτική τρόμου, κοινωνικής ερήμωσης και καθολικής ενοχής και εφιάλτη. Έτσι
όπως την αποπνέει η ζοφερή ατμόσφαιρα της Ναζιστικής περιόδου. Το σενάριο του έργου
όπως έχει λεχθεί-όταν πρωτοπαρουσιάστηκε η κινηματογραφική ταινία το 1978-
είναι μια παράξενη προφητεία του μέλλοντος. Το κείμενο καθώς και η ταινία,
καταγράφει το παθογενές φαινόμενο του Φασισμού και του Ναζισμού. Όχι όμως σαν
μια ιστορική τραγωδία του παρελθόντος αλλά σαν μια προφητεία που θα εξακολουθεί
να παραμένει σύγχρονη, όσο οι άνθρωποι άφρονα αγωνίζονται και
αλληλοκαταστρέφονται για εθνικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά, ή πολιτικά ζητήματα
δογματικής μορφής ή αρηίθοης οικονομικής ευωχίας.
Οι κύριοι πρωταγωνιστές του αφηγήματος, ο
Άμπελ Ρόζενμπεργκ και η γυναίκα του αυτόχειρα αδερφού του Μαξ η Μανουέλα,
τραγικά σύμβολα κάθε εποχής, είναι τα άβουλα, παθητικά καθημερινά συντετριμμένα
άτομα που εμπρός τους υψώνονται τα ογκώδη προβλήματα της ύπαρξης, το φαινόμενο
της κοινωνικής απελπισίας, της προσωπικής απόγνωσης, της εσωτερικής διάψευσης,
της υπαρξιακής αυταπάτης, της ηθικής εξαθλίωσης, τέλος της προσωπικής
δυστυχίας. Άτομα που πασχίζουν άλλοτε με μεγάλη αδιαφορία, ή με τραγική απάθεια
ή ακόμα καταφεύγοντας σε τεχνητές λύσεις (αλκοόλ), άλλοτε πάλι καταφεύγοντας σε
μια άκαιρη και ανεδαφική ψυχαναγκαστική αναζήτηση προστασίας από το
ψευδο-παρηγορητικό θρησκευτικό είδωλο, -αποτυχημένη προσπάθεια της Μανουέλας να
εξομολογηθεί αλλά και επίγνωση του ιερέα ότι ο Θεός δεν μας ακούει πλέον : «Εκείνος δεν μας ακούει όταν προσευχόμαστε
ζητώντας τη βοήθειά Του. Έτσι, πρέπει να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Πρέπει να
δίνουμε ο ένας στον άλλον τη συγγνώμη που ένας απόμακρος Θεός μας αρνείται».
(σελίδα 82). Τραγικά πρόσωπα που προσπαθούν να διασώσουν την ατομικότητά
τους, αναζητώντας μια κοινωνική αξία, ένα ηθικό έρεισμα, μια ατομική
επιβεβαίωση, ένα κάποιο νόημα ζωής για να σταθούν όρθιοι μέσα στην καθημερινή
φθορά και διαφθορά του κοινωνικού και πολιτικού περίγυρου, αλλά και την
δολοφονική απραξία ενός αγελαίου «πατριωτικού» όχλου. Νιώθοντας όπως εύστοχα
έχει γραφεί για την περίοδο εκείνη στο Anus Mundi. «Αύριο η άβυσσος θ’ ανοίξει και τα πάντα θα καταστραφούν». (σελίδα 52).
Τα πρόσωπα του έργου,-Εβραίοι- είναι καταδικασμένα
εξ αιτίας της καταγωγής τους. Για το σύστημα είναι διαφορετικά, άρα μιάσματα.
Βρίσκονται παγιδευμένα στα ασφυκτικά έως θανάτου όρια του ναζιστικού
περιβάλλοντος και μια ειρωνεία της τύχης τα καθιστά μάρτυρες επιστημονικών
πειραμάτων εναντίον της ανθρωπότητας από άλλους ομοεθνείς τους. Χωρίς να
κατανοούν ότι προετοιμάζουν και τη δική τους εξόντωση. Στην αρχή ο Άμπελ παρακολουθεί τα γεγονότα με
συγκαλυμμένη αδιαφορία. «Σε ακούω. Λες
πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Αλλά, ειλικρινά, δεν θα μπορούσαν να με νοιάζουν
λιγότερο. Εγώ κάνω τα ακροβατικά μου στο τραπέζι, τρώω, κοιμάμαι, γαμάω,. Τι
στην ευχή πρέπει να πω; Δεν πιστεύω όλες
αυτές τις πολιτικές αερολογίες». (σελίδα 18). Ο εφησυχασμός του είναι
απόλυτος. Η συνειδητοποίηση της κατάστασής του θα έρθει αργότερα μέσα από τη
δική του καταστροφή, το προσωπικό διαλυτικό άγχος της ύπαρξής του. Όταν πλέον η
προσωπικότητά του θα προσδιορίζεται από μιαν αυξανόμενη παράλυση τρόμου και
αβυσσαλέας ερημιάς. «Η ύπαρξη σήμερα
φαίνεται να ταυτίζεται με ένα βαθύ τρόμο». (σελίδα 16)
Το αφήγημα είναι μια σπουδή πάνω στο φόβο,
στην ατομική κόλαση, σ’ αυτό το πολιορκητικό άγχος που γεννά ο φασισμός και η
περιρρέουσα ατμόσφαιρά του. Η λέξη φόβος είναι η πλέον πολύ επαναλαμβανόμενη
φράση μέσα στο βιβλίο. «Όλοι φοβούνται τώρα,
φοβούνται σε βαθμό τρέλας». (σελίδα 17). «Αυτή η μισοερειπωμένη άθλια πόλη
κατοικείται από αμέτρητους ανθρώπους που ξυπνούν για ν’ αντιμετωπίσουν
ανανεωμένη απελπισία, καινούργιο φόβο». (σελίδα 32). «Τίποτα δεν λειτουργεί
σωστά εκτός από το φόβο» (σελίδα 52). «Ότι ο φόβος είναι το μόνο αληθινό
πράγμα». (σελίδα 81). «Ο φόβος ανεβαίνει σαν ατμός από την άσφαλτο». (σελίδα
76).
Αυτή η ιστορική αποφόρτιση και ταυτόχρονη
αναγωγή της αφήγησης σ’ έναν διάχυτο μεταφυσικό ενοχικό φόβο, στον οποίο
εντάσσει τους ήρωές του ο ‘Ινγκμαρ Μπέργκμαν αποσκοπεί στην απονάρκωση των
αισθήσεών μας και στην αφύπνιση της καθεύδουσας συνείδησής μας. Ώστε καμία
θέληση Θεού ή παραφροσύνη ανθρώπου να κατορθώσει να μας οδηγήσει ξανά σε
τέτοιου είδους ιστορικές περιπέτειες. Αλλά φορτωμένοι με την ιστορική μας μνήμη
και τα βιώματά μας, να μην επιτρέψουμε ξανά να μας αποπλανήσουν οι κάθε είδους
έμποροι της «Εθνικιστικής ηρωίνης» και εκείνοι που διοχετεύουν στην πολιτική
αγορά ενέσεις νοθευμένου πατριωτισμού, αναζητώντας θύματα για τις κερδοφόρες
επιχειρήσεις τους.
Η μετάφραση στρωτή χωρίς νοηματικές
ακρότητες, δίνει το στίγμα των γραφομένων του συγγραφέα και σκηνοθέτη δίχως να
σκοντάφτει σε επικίνδυνους γλωσσικούς σκοπέλους για τις εκδόσεις «Λιβάνη» είναι
της κ. Χριστιάννας Σακελλαροπούλου.
περιοδικό
«Κ.Λ.Π. Και Γράμματα και Τέχνες» τεύχος 2/ Σεπτέμβριος 1993 σελίδα 30. Και
τεύχος 3/ Δεκέμβριος 1993.
Σχετικές πληροφορίες για την ταινία
-εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ
24/10/1976 Ο Μπέργκμαν στην εξορία
ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΔΟ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ
-εφ. ΤΑ ΝΕΑ
18/12/1976 ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ Να πώς γεννιέται η δικτατορία «ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ» Η
ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ
-εφ. ΤΑ ΝΕΑ
(L’ EXPRESS-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΣ- «ΤΑ ΝΕΑ») 7/12/1977
Πώς είδε ο Μπέργκμαν την άνοδο του Χίτλερ. ΝΑΖΙΣΜΟΣ ή… «Το αυγό του φιδιού»
-εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
22/12/1977 Χρυσό μετάλλιο στον Μπέργκμαν
-ΧΡΙΣΤΟΣ
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, περ. Επίκαιρα τχ. 475/ 8- 12-1977
Το αυγό του
φιδιού. Ένα φιλμ τρόμου του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με την Λιβ Ούλμαν και τον «Κούγκ
Φού» Νταίηβιντ Καραντάϊν
-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΨΥΡΡΑΚΗΣ, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 5/1/ 1978
ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΤΑΙΝΙΑ «ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ» Ο Μπέργκμαν και ο ναζισμός
«Το αυγό του φιδιού» 40η ταινία
του Σουηδού πρωτομάστορα του κινηματογράφου, έχει για θέμα τη Γερμανία του 1923
και τη χολέρα του χιτλερισμού. Το δηλητήριο υπάρχει ακόμα στην ατμόσφαιρα,
προειδοποιεί ο Μπέργκμαν.
Ταινία σπουδαία, συγκλονιστική με θέμα το
μικρόβιο του φασισμού, που απειλεί τον σημερινό κόσμο. «Το αυγό του φιδιού»
αποτελεί ήδη μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της φετινής χρονιάς και προκάλεσε
διθυραμβικά σχόλια και κοσμοσυρροή στο Παρίσι, όπου προβάλλεται εδώ και λίγες
μέρες.
Ιστορική ταινία πολιτικοκοινωνική
τοιχογραφία βίαιη και ειλικρινής ταινία που μυρίζει φόβο «το αυγό του φιδιού»
έχει για θέμα την κατεστραμμένη Γερμανία του 1923 ήδη μολυσμένη από τον
χιτλερισμό, που επώαζε τα τέρατα. Και αποσκοπεί στο να μας προειδοποιήσει ότι
το δηλητήριο, βρίσκεται ακόμα στον αέρα σήμερα.
Οραματιστής και ποιητής ο Μπέργκμαν έδωσε
μιάν ακόμη συναρπαστική ταινία.
Η
ΑΙΣΘΗΣΗ
«Θέμα της
ταινίας μου εξήγησε είναι η άνοδος του ναζισμού στο Βερολίνο του Νοεμβρίου 1923
ιδωμένη μέσα από την ιδιωτική ζωή ενός Εβραίου και μιας τραγουδίστριας του
καμπαρέ. Με ντεκόρ τον πληθωρισμό και τον μπολσεβικισμό. Το να κάνω ωστόσο
ταινία δεν συνίσταται για μένα στο να ξεκινήσω από μια πνευματική θεώρηση.
Είναι υπόθεση διαίσθησης. Δουλεύω το σενάριο από το 1965. Μελέτησα την ιστορία
αυτής της περιόδου προσέχοντας ιδιαίτερα την καταβαράθρωση του ανθρώπινου
όντος, τότε που δεν είχε στο νου του παρά τα υλιστικά πράγματα, χάνοντας κάθε
αίσθηση του μέλλοντος.».
Παράλληλα, όταν ο Μπέργκμαν είδε ένα
ντοκυμανταίρ για την πειραματική ιατρική, όπου με την βοήθεια ηλεκτροδίων
μπόρεσαν να μεταβάλλουν, να τηλεκατευθύνουν την συμπεριφορά ενός πιθήκου,
μέθοδο από την οποία εμπνεύστηκε και η Σι Αϊ Έι, αλλά με ανθρώπους αυτή τη
φορά, ο Μπέργκμαν, λέμε, τρομοκρατήθηκε. Και πρόσθεσε το όραμά του από αυτήν
την εμπειρία στην αφήγησή του. Δίνοντας στην ταινία μία συγκινητική προέκταση
για το τι θα μπορούσαμε να ζήσουμε σήμερα και αύριο στον τομέα αυτό της
«προόδου»…
Τα καλύτερα πάντως, στοιχεία, ο Μπέργκμαν τα
διέθετε από προσωπική εμπειρία. Εξομολογείται:
«Σε ηλικία 17 χρόνων, στο 1936 βρισκόμουν
στην Γερμανία. Είδα τον Χίτλερ στις γιορτές του ναζιστικού κόμματος. Ένοιωσα
τον κίνδυνο που απέπνεε ο ενθουσιασμός τον οποίο προκαλούσε. Επιπλέον μένοντας
σε μια οικογένεια της οποίας τα επτά παιδιά είχαν χιτλερικές ιδέες, διάβασα μία
εφημεριδούλα που καλούσε τον πληθυσμό σε αντισημιτισμό. Έπαθα σοκ. Πήγα και
είπα στον νοικοκύρη έναν πάστορα, την αγανάκτησή μου. «Δεν σε ενδιαφέρει εσένα
έναν ξένο μου απάντησε» ξαναγύρισα πολλές φορές στη Γερμανία σε αναζήτηση αυτών
των νεανικών εντυπώσεων. Αυτές οι εντυπώσεις βρίσκονται στην ταινία μου».
Η
ΕΝΟΧΗ
Ο Μπέργκμαν δεν γύρισε φυσικά, την ταινία για
να κάνει αναδρομικό κήρυγμα. Ο φόβος της αντίστασης, η ντροπή για την έλλειψη
αντίστασης που μεταμφιέζεται σε αδιαφορία, η πραγματική αδιαφορία, η απάθεια
που αφήνει να μεγαλώσουν φόβος και ντροπή, η ενοχή που διαβάζουμε στα μάτια των
ηρώων της ταινίας, είναι σημερινά. Το σιωπηλό κοπάδι με το πεθαμένο βλέμμα της
ταινίας, ξέρουμε σήμερα προς ποιά
σφαγεία είχε αρχίσει να βαδίζει στη Γερμανία, στα 1923. Σήμερα ξέρουμε
ότι συνεχίζει να πηγαίνει προς άλλα σφαγεία.
«Ο Χίτλερ πέθανε. Όχι ο χιτλερισμός. «Το
λογικό» παραλήρημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των «πειραμάτων» τους
φαίνεται στον Μπέργκμαν προάγγελος μιάς αποκάλυψης που έρχεται», σημειώνει ο
Ζαν- Λουϊ Μπορύ, στο «Νουβέλ Ομπσερβατέρ».
Το δηλητήριο παραμένει στην ατμόσφαιρα.
Ιδιαίτερα η πεποίθηση, βαθειά φασιστική, ότι η επιστήμη έχει κάθε δικαίωμα
απέναντι στο ανθρώπινο όν. Ότι η επιστήμη μπορεί και πρέπει να ξανά φτιάξει την
φύση σύμφωνα με την ιδέα της, ιδέα για την ανθρωπότητα αποδοτική, παραγωγική,
όπου όλα τα «απόβλητα», «υπάνθρωποι» κάθε είδους θα αποκλειστούν αμείλικτα στο
όνομα της πιό ψυχρής λογικής, αφού εμποδίζουν την καλή λειτουργία της
κοινωνικής μηχανής. Η επιστήμη, αφοσιωμένη ολόψυχα στη διατήρηση της τάξης,
εξυπηρετεί τα κρατικά συμφέροντα. Κράτος- τέρας, να το φίδι του αυγού,
προειδοποιεί ο Μπέργκμαν.
«Ταινία τόσο βαθειά όσο και «Η Σιωπή», τόσο
ανησυχητική όσο και «Η ώρα των λύκων», τόσο συγκινητική, ανυπόφορη όσο το
«Κραυγές και ψίθυροι». «Το αυγό του φιδιού» είναι μία μεγάλη δημιουργία του
Μπέργκμαν… Μια ταινία χωρίς αισιοδοξία. Η απαισιοδοξία του Μπέργκμαν βυθίζει
τις ρίζες της σ’ έναν ουμανισμό με προτεσταντική απόχρωση. Αλλά είναι
ενεργητική απαισιοδοξία. Ο Μπέργκμαν βγάζει μία κραυγή προειδοποίησης. Η
αποκάλυψη έρχεται. Επίκειται. Όσο για την κόλαση, ίσως τη ζούμε ήδη σήμερα»,
προσθέτει ο Μπορύ.
Εξομολογείται ακόμα για τους στόχους του, σαν
δημιουργού, ο Μπέργκμαν.
«Ο δημιουργός μιας ταινίας μπλέκεται σ’ ένα
μέσο έκφρασης που δεν αφορά μόνο τον ίδιο αλλά κι’ εκατομμύρια άλλους ανθρώπους
και πολύ συχνά νιώθει κι’ αυτός την ίδια επιθυμία όπως κι άλλοι καλλιτέχνες.
«Θέλω να πετύχω σήμερα. Θέλω τη δόξα τώρα, θέλω να ευχαριστήσω, να κάνω
χαρούμενους τους ανθρώπους, να τους συγκινήσω αμέσως». Μεσοστρατίς ανάμεσα σ’
αυτή την επιθυμία και την πραγματοποίησή της βρίσκεται το κοινό, που απαιτεί
μόνο ένα πράγμα απ’ τον κινηματογράφο: «Πλήρωσα θέλω να ξεχαστώ, να συγκινηθώ,
να μπερδευτώ, θέλω να ξεχάσω τις στενοχώριες μου, τα οικογενειακά μου, τη
δουλειά μου, θέλω να ξεφύγω απ’ τον εαυτό μου. Κάθομαι εδώ στο σκοτάδι και, σαν
ετοιμόγεννη γυναίκα, περιμένω ανακούφιση.».
Ο κινηματογραφιστής, που, είναι γνώστης
αυτών των απαιτήσεων και που ζει με τα λεφτά του κοινού, βρίσκεται σε μια
κατάσταση πούναι δύσκολη και που του δημιουργεί υποχρεώσεις. Στο φτιάξιμο της
ταινίας του πρέπει πάντοτε να υπολογίσει την αντίδραση του κοινού. Ενώ
προσωπικά, κάνω πάντα στον εαυτό μου αυτή την ερώτηση: «Μπορώ να εκφραστώ
απλούστερα, καθαρότερα, συντομότερα; Θα καταλάβουν όλοι τι θέλω να πω τώρα; Θα
μπορέσει κι’ ο πιο κοινός νους να παρακολουθήσει την πορεία αυτών των
γεγονότων;» Και με περισσότερη ακόμα σημασία αυτήν την ερώτηση: «Μέχρι ποιο
σημείο έχω το δικαίωμα να υποχωρήσω σ’ ένα συμβιβασμό κι’ από πού και πέρα
αρχίζει η υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μου;
Κάθε πειραματισμός αναγκαία περικλείει, ένα
μεγάλο κίνδυνο γι’ αυτό κρατά πάντα το κοινό μακριά και το κράτημα του κοινού
μακριά μπορεί να οδηγήσει στη στειρότητα και την απομόνωση μέσα σ’ ένα
φιλντισένιο πύργο».
Σημείωση: Οι σκέψεις και οι απόψεις που
μεταφέρει ο γνωστός παλαιός δημοσιογράφος Βαγγέλης Ψυρράκης του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν, είναι τα σταθερά διλήμματα και ερωτήματα που θέτει διαρκώς ο Σουηδός
δημιουργός στον εαυτό του και συχνά αναφέρει στις συνεντεύξεις του. Αν δηλαδή γίνεται κατανοητός από το ευρύ κοινό,
αν η προβληματική των ταινιών του έχουν σαφήνεια, καθαρότητα μηνυμάτων, κατανόηση
των στόχων τους, μπορούν δηλαδή με δύο λόγια να αγγίξουν το μεγάλο κοινό. Ένα
ζήτημα που θέτει κάθε καλλιτέχνης στον εαυτό του, αν αφορά το όποιο δημιούργημά
του τον ίδιο μόνο και μερικούς φιλότεχνους ομοιδεάτες του ή μπορεί να
συνεγείρει το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού. Γιαυτό βλέπουμε από ταινία σε
ταινία ο Μπέργκμαν να αλλάζει το ύφος του, να τροποποιεί την οπτική του, να
εμπλουτίζει την προβληματική του, να ανοίγει την θεματική του- αυτοβιογραφική-
βεντάλια, αλλά, να είναι πάντα ανθρωπιστική η ματιά του και ο στόχος του. Το
άτομο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον καλλιτέχνη, όσο βαρύ
και περίπλοκο και αν ήταν το φορτίο της ζωής του άλλο τόσο ασήκωτο και σκοτεινό
ή χαρούμενων στιγμών είναι τα έργα του.
Ενδέχεται στην ιστορία του κινηματογράφου
μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, να μην υπήρξε κινηματογραφιστής ο οποίος
ασχολήθηκε με το φαινόμενο του ναζισμού και του φασισμού από αυτήν την σκοπιά.
Η ψυχολογία των ηρώων μπλεγμένη με την πολιτική τους συνείδηση. Ίσως ο
εργασιομανής Μπέργκμαν να είχε πάντα μέσα του την επιθυμία να γίνει
ψυχαναλυτής. Δεν υπάρχει ήρωας του ή ηρωϊδα του που να μην έχει περάσει από το
κινηματογραφικό του «ντιβάνι» και να μην μας έχει αφηγηθεί την προσωπική του
ιστορία, εξομολογηθεί τις ατομικές του ενοχές, να μην μας έχει αφήσει μια απαισιόδοξη
νότα. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης γνώριζε τα όριά του και
μέσα σε αυτά κινήθηκε σαν δημιουργός. Γι’ αυτό δεν του ήταν εύκολο το κλίμα του
Αμερικάνικου σινεμά και δεν θα μπορούσε να σταδιοδρομήσει στο Χόλλιγουντ παρά τις
προτάσεις που του έγιναν. Στο βιβλίο της Αυτοβιογραφίας του «Μαγική Κάμερα»
είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές που μας κάνει για δύο ιερά τέρατα της Έβδομης
Τέχνης. Τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Τσάρλι Τσάπλιν και την ηθοποιό Γκρέτα
Γκάρμπο. Οι παρατηρήσεις του είναι καθαρά «ψυχαναλυτικές». Μάλιστα οι λεπτές
του αναφορές για την Θεά του Κινηματογράφου δεν ξέρεις αν είναι «θάψιμο» ενός καλλιτέχνη
ή ενός αρσενικού που αναζητά την τέλεια ομορφιά στα γυναικεία πρόσωπα και την
τέλεια εκφραστικότητα. Όπως και νάχει η μέχρι τότε πιο ακριβή γυρισμένη ταινία
του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (ακριβότερη υπήρξε η «Φάννυ και Αλέξανδρος») στοίχησε
κάπου 4.000.000 δολάρια όπως γράφουν οι εφημερίδες της εποχής αποδεικνύει σε
όσους αγαπούν τις ταινίες του και τον θαυμάζουν, αλλά και σε όσους εκφράζουν
αρνητικές γνώμες ότι είναι ένας μεγάλος, σημαντικός και καθόλου μα καθόλου
συνηθισμένος και αναλώσιμος σκηνοθέτης- σεναριογράφος με δυό λόγια καλλιτέχνης.
Όταν μάλιστα παρατηρεί ο θεατής το βλέμμα του να σκιαγραφεί κάθε γκριμάτσα,
κάθε σύσπαση των μυών του προσώπου, κάθε ρυτίδα κούρασης ή σκιά θλίψης, πίκρας
ή οργής, ή ελέους στο βλέμμα, τα μάτια των ηρώων πρωταγωνιστών και
πρωταγωνιστριών του, τότε και ο πιο άσχετος και αδιάφορος δεν μπορεί να μην
συγκινηθεί, να μην σκιρτήσει κάτι μέσα του. Και να μην πει ότι εδώ έχουμε να
κάνουμε με έναν μεγάλο καλλιτέχνη, όσο ενοχικός και απαισιόδοξος και αν μας φαίνονται
οι ταινίες του. Ο Μπέργκμαν, όπως ο ίδιος πάλι μας έχει εξομολογηθεί σε
συνεντεύξεις του, όταν πιάνει την Κάμερα στο χέρι του και σκηνοθετεί αισθάνεται
μία ερωτική, «σεξουαλική ευχαρίστηση» είναι τα λόγια του. Και αυτή η ευχάριστη
ατομική του αίσθηση φαίνεται αμέσως από τον θεατή.
Τέλος, όσον αφορά την συγκεκριμένη ταινία
του θα άξιζε ίσως ιστορικά να γνωρίζαμε πώς είδαν, παρακολούθησαν το «Αυγό του
φιδιού», οι επίγονοι, τα παιδιά των ναζί και των φασιστών και πώς ένιωσαν, αν η
Μπεργκμανική κινηματογραφική έμπνευση και ταλέντο τους βοήθησε να
συνειδητοποιήσουν το τι κακό έκαναν οι πρόγονοί τους στην ανθρωπότητα. Και πόσο
άχρηστοι και επικίνδυνοι είναι οι κάθε είδους φανατισμοί και οι εθνικισμοί στο
όνομα της όποιας καθαρότητας ή γήινης ή μεταφυσικής αλήθειας. Ή μήπως λαθεύουμε
βλέποντα τα επίκαιρα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα των ημερών μας. Πώς το
είπε ο Μελωδός των Ονείρων μας, ο Μάνος Χατζιδάκις στα Σχόλιά του…. «Το τέρας….
-ΓΙΑΝΝΗΣ
ΤΣΕΝΗΣ (ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ Φεβρουάριος του απεσταλμένου μας), περ. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ τχ. 6/
9-2-1978
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, «ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ»
-ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ,
εφ. ΤΑ ΝΕΑ 28/3/1978
Η Γένεση του
Φασισμού. Η ΠΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
«ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ
ΦΙΔΙΟΥ» Μιά ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγωνιστούν: Λίβ Ούλμαν, Ντ.
Καραντάιν, Γκέρτ Φρέμπε (Έμπασυ, Άνεσις, Μπρόντγουαίη, Σελέκτ, Γρανάδα, Λητώ,
Ατλαντίς, Καλλιθέα).
Βερολίνο,
Νοέμβριος 1923. Μια βδομάδα. Κείνη που το μάρκο έχει κατρακυλήσει στο μηδέν.
Θες μιά βαλίτσα για ένα κουτί σπίρτα. Δεν υπάρχει γάλα για τα μωρά. Η εύθραυστη
Δημοκρατία της Βαϊμάρης ξεψυχάει. Ο Άγνωστος Αδόλφος Χίτλερ επιχειρεί
πραξικόπημα στο Μόναχο. Κάπως πρόωρα. Πολύ. Θα καταλήξει στη φυλακή, αλλά θ’
αρχίσει να γράφει το «Μάϊν Κάμπφ».
Βερολίνο,
Νοέμβριος 1923. Μια βδομάδα. Οι αστοί χορεύουν πάντα τσάρλεστον, οργιάζουν στα
πορνεία. Καθηγητές, εβραϊκής καταγωγής- ειρωνεία της Ιστορίας!- πειραματίζονται
σ’ ανθρώπους, προδιαγράφοντας τα πειράματα στα στρατόπεδα δέκα, είκοσι χρόνια
αργότερα. Σε βάρος της φυλής τους…
Σημαδιακή
εβδομάδα. Τη διάλεξε ο Μπέργκμαν για την πιό π ο λ ι τ ι κ ή ταινία του (στο
βάθος είναι όλες «πολιτικές» κι ορισμένες, όπως η «Ντροπή», πιό ξεκάθαρα).
Σημαδιακή βδομάδα, ταυτόχρονα μοναδική αναπαράσταση ενός απώτερου ιστορικού
παρελθόντος και προανάκρουσμα ενός το ίδιο σκοτεινό μέλλοντος. Ο τίτλος
παραπέμπει απευθείας στον «Αρτούρο Ού» του Μπρέχτ: «Γόνιμη είναι πάντα η κοιλιά
πού γεννοβολάει τους φασισμούς…»
Ταινία
ξεχωριστή στη φιλμογραφία του Μπέργκμαν. Πολιτική. Ιστορική. Με μνήμες
προηγούμενου κινηματογράφου, του γερμανικού εξπρεσιονισμού, μνήμες Φρίτς Λάνγκ,
Μούναου. Μας γυρίζει ως το «Ιατρείο του Δρα Καλιγκάρι» (1918). Ωστόσο η
μεταφυσική του Μπέργκμαν ενεδρεύει. Λέει: «Φύγαμε τόσο μακριά από το Θεό που
δεν μας ακούει πιά». Λέει: «Άντε στην Κόλαση». Απαντάει: «Και πού νομίζεις πώς
βρισκόμαστε;».
Πλάνα
σκοτεινά, στο σκούρο πράσινο. Ένα Βελονίνο σάπιο, εφιαλτικό, στο χρώμα του
καθολικού φόβου. Που παραμονεύει και σήμερα σ’ αυτή την τρομοκρατούμενη
Γερμανία 1977-78. Ερμηνεία επιπέδου. Δημιουργίες. Της Ούλμαν. Του Καραντάϊν.
Του Φέρμπε. Τελικά, ίσως όχι απ’ τις πιό μεγάλες ταινίες του Μπέργκμαν. Όμως,
απ’ τις πιό βαριές σε σημασία. Σίγουρα. Είναι το κ λ ί μ α. Είναι η φύτρα του
φασισμού. Ανάγλυφα.
-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 28/3/1978
Το Αυγό του φιδιού (ORMENS AGG) 1977
« Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς τον Μπέργκμαν
να κάνει σαφείς αναφορές στην ιστορία. Ο προβληματισμός του, στον οποίο μας
συνήθισε, είναι κατ’ αρχήν υπαρξιακής και μεταφυσικής τάξης, έστω και αν απ’ το
έργο της τελευταίας περιόδου ο Θεός έχει «εξοριστεί» και έχει υποκατασταθεί απ’
το απόλυτο κενό.
Το αυγό του φιδιού έχει κατ’ αρχήν μιά
κάποια πρόθεση ιστορικότητας. Η δράση τοποθετείται στη Γερμανία του 1923, στη
χρονιά που το φίδι του ναζισμού, κάνει την πρώτη του προσπάθεια να σπάσει το
κέλυφος του αυγού του στο Μόναχο. Το αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ είναι
ήδη μια πρόβα τζενεράλε του δράματος που θα παιχτεί δέκα χρόνια αργότερα. Η
ήττα και ο πληθωρισμός έχουν δημιουργήσει εδώ και μερικά χρόνια το κατάλληλο
κλίμα της αναμονής του Μεσαίωνα, ενώ ο φόβος έχει κατακυριεύσει το πάν.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν φόβο
μάλλον μεταφυσικής τάξης, αφού τα αίτιά του παραμένουν εντελώς ασαφή στη
συνείδηση του κόσμου. Ακριβώς τούτη την ασάφεια θα εκμεταλλευτεί ο καλπαστικά
ανερχόμενος ναζισμός, που αρχίζει ήδη να επαγγέλλεται την «οριστική» απαλλαγή
του γερμανικού λαού απ’ τα δεινά του.
Υπάρχει, λοιπόν ένα σαφές ιστορικό μπαγκράουντ
σε τούτη την αμερικανογερμανική παραγωγή του αυτοεξόριστου στη Γερμανία
Μπέργκμαν. Ωστόσο δεν είναι εδώ η Ιστορία αυτό που τον ενδιαφέρει. Τον
ενδιαφέρει αποκλειστικά ο γενικευμένος φόβος, απόρροια του ιδιότυπου κλίματος
της απόλυτης αβεβαιότητας και της πλήρους ανασφάλειας του γερμανικού λαού. Στην
πραγματικότητα πρόκειται για μια σπουδή πάνω στο φόβο κι όχι πάνω στην Ιστορία.
Απ’ τα παραπάνω γίνεται φανερό πώς ο
Μπέργκμαν τελικά δεν βγαίνει έξω απ’ τα πλαίσια της γνώριμης προβληματικής του.
Μόνο που η εισβολή της Ιστορίας στον ψυχολογισμό- και το αντίστροφο-
δημιουργούν μιά κάποια σύγχυση στον καθορισμό των ορίων της Ιστορίας και της
ψυχολογίας, με συνέπεια μιά ασάφεια στην αποδεσμευόμενη ιδεολογία. Είναι φανερό
πώς ο Μπέργκμαν δεν μπορεί να στοχασθεί σοβαρά πάνω στην Ιστορία, έστω
κοιτώντας την μέσα απ’ το «διαχυτικό φίλτρο» του ψυχολογισμού.
Για να ισορροπήσει προφανώς ανάμεσα στους
δυό πόλους (Ιστορία- ψυχολογία) υιοθετεί στη φόρμα τους τρόπους και τα μέσα του
γερμανικού εξπρεσιονισμού της δεκαετίας του ’20. Ένα ντεκόρ που παραπέμπει
πάντα στην αρχική ρεαλιστική του αφετηρία, αλλά που τελικά «αποδιαρθρώνεται»
από έναν φωτισμό ριζικά αντιρρεαλιστικό, και μία κίνηση των ηθοποιών μέσα στο
ντεκόρ αυστηρά καθορισμένη απ τη γεωμετρία του. Έτσι, φώς, ντεκόρ και άνθρωποι
γίνονται εκφραστικά μέσα ίσης αξίας- κι αυτό δεν βοηθάει καθόλου τον Μπέργκμαν
που έδινε πάντα την απόλυτη προτεραιότητα στους ηθοποιούς. Στην ταινία, οι
πρωταγωνιστές δεν είναι πιά ο Ντέιβιντ Καραντάιν και η Λιβ Ούλμαν, αλλά ο
ντεκορατέρ Ρολφ Τσεχερτγκρούμπερ και κυρίως ο ιδιοφυής φωτογράφος Σβέν Νίκβιστ.
Η δουλειά και των δύο είναι άψογη.».
«Αυγό του φιδιού» μία καθαρά πολιτική
ταινία όσο κι αν αρνείται αυτόν τον ορισμό ο Σουηδός σκηνοθέτης. Τουλάχιστον
έτσι την είδαμε και την ερμηνεύσαμε εμείς οι Νέοι και οι Νέες του Πειραιά όταν
την είδαμε μετά την Μεταπολίτευση. Ένα έργο γεμάτο εικόνες θανάτου, πλάνα και
ατμόσφαιρα σήψης, δηλητηρίου ανεξήγητου για τον ανθρώπινο νου θανάτου, δικαιολόγησής του. Ο
Μπέργκμαν έχει τελειώσει πια με το ζήτημα του Θεού, της ανυπαρξίας του ή της παντελής
Σιωπής του. Τα θεολογικά του θέματα που απεικόνισε την πρώτη περίοδο της καλλιτεχνικής
του δημιουργίας με τις «Τριλογίες» του έχουν υποχωρήσει, όχι όμως και οι κρυφές ενοχές του και προσδοκίες του- έχουν μπει σε δεύτερη
μοίρα αν και σποραδικά μέσα στο Σενάριο του «Αυγού του φιδιού» έχουμε άτακτα την
εμφάνιση μεταφυσικών του ερωτημάτων.
Στην νέα περίοδο της κινηματογραφικής του δημιουργίας τον ενδιαφέρει
περισσότερο το ανθρώπινο ον μέσα στην μοναξιά και την ερήμωση που τον τοποθετεί
η σκέψη του, το μυαλό του και οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις του νου του. Είναι πλέον οι του
κάθε ανθρώπου ξεχωριστά και μοναδικά μονοπάτι αυτογνωσίας από τις ίδιες του νου του δυνάμεις σε έναν Κόσμο βίαιο, έρημο, σκοτεινό, απέλπιδο, αβεβαιότητας από κάθε
πηγή ελπίδας, βουτηγμένο μέσα στο χάος και τη σκοτεινιά, την ομίχλη που τα
πράγματα πια δεν τα διακρίνει η πρωταρχική φωτεινή τους λάμψη και αθωότητα, και
οι λέξεις, η γλώσσα είναι ένας ακόμα παραπλανητικός μηχανισμός των ερμηνειών τους. Η Επιστήμη βαδίζει και αυτή σε μονοπάτια επικίνδυνα. Ο άνθρωπος πλέον είναι
μόνος σε αυτήν τη ζωή και αν υπάρχει λύτρωσή του αυτή προέρχεται, προσδοκάται
μόνο από τον ίδιο τον εαυτό του και τις δυνάμεις του μυαλού του.. Από την
αλληλοβοήθεια και αλληλοκατανόηση αναμεταξύ
μας.
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
13/9/2026