ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ- ΤΖΑΙΗΜΣ ΤΖΟΥΣ
του Μήτσου
Παπανικολάου
«… Ποιός ξέρει’ ίσως, μία μέρα, τη γενεά
των ποιητών του μεσοπολέμου να την πούνε στην Ελλάδα: «των κακών εμπόρων».
Γιώργος Σεφέρης
ΔΟΚΙΜΕΣ
Τρίτος τόμος Παραλειπόμενα (1932- 1971), φιλολογική επιμέλεια Δημήτρης
Δασκαλόπουλος, εκδ. Ίκαρος 1992 σ.347 [Επίμετρο. Στο κεφάλαιο «Πνευματική
Επικοινωνία Γαλλίας- Ελλάδας»]
Διαβάζοντας και ασχολούμενοι το τελευταίο
διάστημα με την ποίηση του εστέτ ομοφυλόφιλου ποιητή Ναπολέοντος Λαπαθιώτη υπέρμαχου
του κινήματος του αισθητισμού στην Ελλάδα, θαυμαστή του έργου και των θεωριών
για την τέχνη και την ζωή του ιρλανδού συγγραφέα Oscar Wilde, διαπιστώνουμε ότι το ενδιαφέρον για
τους Έλληνες Ποιητές του Μεσοπολέμου είναι ακόμα έντονο. Εκδίδονται νέοι τίτλοι
βιβλίων τους, συγκεντρωτικοί τόμοι των Απάντων τους, αποθησαυρίζονται
αδημοσίευτα κείμενά τους, δημοσιεύονται στο διαδίκτυο ποιήματα, πεζά τους
μεταφράσεις τους, διεξάγονται συνέδρια και γράφονται μελέτες από πανεπιστημιακούς,
φιλολόγους της μέσης εκπαίδευσης, ερευνητές, λογοτέχνες. Με δύο λόγια η
παρουσία τους, παρά τον χρόνο που πέρασε, την εισβολή του μοντερνισμού και διαφόρων
λογοτεχνικών ρευμάτων στην τέχνη την τεχνική την φόρμα και την ρυθμολογία της
Γραφής, την αλλαγή των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών και πνευματικών και
καλλιτεχνικών καταστάσεων στο παγκόσμιο πολιτιστικό γίγνεσθαι, η σκόνη και η
άμμος της λήθης δεν τους σκέπασε. Οι δημιουργοί αυτοί, αντρικές και γυναικείες
φωνές- που σύγχρονοι ανθολόγοι και δοκιμιογράφοι τους κατατάσσουν στις
χαμηλόφωνες φωνές, στις ελάσσονες της ελληνικής γραμματείας, ονόματα που
εμφανίστηκαν συγγραφικά πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο «κυκλοφορούν»
αναγνωστικά ανάμεσά μας. Διαβάζουμε τα έργα τους, ξεφυλλίζουμε τα βιβλία τους
με τις σύγχρονες φιλολογικές επιμέλειές, βρίσκονται ανάμεσα σε σύγχρονους
τίτλους ποιητικών και πεζογραφικών συλλογών νέων σε ηλικία συγγραφέων στα ράφια
των βιβλιοθηκών μας. Τους επαναπροσεγγίζουμε, συζητάμε και απολαμβάνουμε τα
έργα τους εκ νέου και αφουγκραζόμαστε την ποιητική, μεταφραστική, κριτική τους
λαλιά. Ωριμότεροι αυτοί, ωριμότεροι εμείς στις επιλογές και αναγνώσεις μας
ποιός αλήθεια μπορεί να απαντήσει τελεσίδικα σε αυτό το «πονηρό» παιχνίδι των
διαχρονικών ανακατατάξεων των λέξεων και της μαγείας που γεννούν κάθε φορά
αλλιώς, ως προφορική ή γραπτή πρόταση της Γλώσσας και των αστείρευτων
αινιγμάτων της. Ποιήματά τους, πεζά τους, μικρές μελέτες και δοκίμιά τους,
κριτικές και θέσεις τους για βιβλία και ποιητές της εποχής τους, απόψεις τους
για την τέχνη, την τεχνική της ποίησης και την αισθητική της, την λειτουργία
της, την όποια ανταπόκρισή της στο ευρύ κοινό βρίσκουν ευήκοα ώττα στις μέρες
μας. Ορισμένες φορές έχουμε την αίσθηση- και μπορεί να μην κάνουμε μεγάλο λάθος
στις εκτιμήσεις μας- ότι κάποιοι από αυτούς τους παλαιότερους δημιουργούς της
ελληνικής ποιητικής, πεζογραφικής και κριτικής παράδοσης, προσέχονται περισσότερο
από τις σύγχρονες γενιές των ελλήνων λογοτεχνών και ασχολουμένων με τα
γράμματα, ανοίγουν συνομιλία με το έργο τους, ερευνούν τις θέσεις και τις κρίσεις
τους με νέο βλέμμα και πνεύμα κατανόησης της συγγραφικής τους προσπάθειας. Επαναπροσεγγίζονται,
όπως ενδέχεται να μην το έπραξαν τους «πλησίασαν» στην εποχή τους οι δικές τους
γενιές οι ομότεχνοί τους. Σήμερα παραδείγματος χάρη γνωρίζουμε περισσότερα για
την περίπτωση του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη ίσως από ότι στην εποχή του που τον
έζησαν από κοντά. Όσοι έχουν μελετήσει- από τις νέες φουρνιές των συγγραφέων
(τουλάχιστον μετά την Μεταπολίτευση, Γενιά του 1970, του 1980 κλπ.) τις
«Δοκιμές» και άλλες μελέτες του Γιώργου Σεφέρη, τα «Ανοιχτά Χαρτιά» του Οδυσσέα
Ελύτη και άλλα θεωρητικά και δοκίμια του Κωστή Παλαμά, θα έχουν διαπιστώσει ότι
το εύρος των ονομάτων ποιητών και πεζογράφων, μεταφραστών του Μεσοπολέμου που
μνημονεύονται στα έργα τους, δεν έχουν το εύρος της εξέτασης και προσέγγισης
που συναντάμε στις μελέτες παραδείγματος χάρη του τελευταίου ιστορικού της
ελληνικής λογοτεχνίας Αλέξανδρου Αργυρίου, του Μιχάλη Γ. Μερακλή, του Παναγιώτη
Μαστροδημήτρη, του Δημητρίου Τσάκωνα, του Φαίδωνος Μπουμπουλίδου. Εξαιρέσεις
χρήσιμες αποτελούν οι εργασίες του ποιητή και εκδότη Τάσου Κόρφη, του ποιητή
και αναστηλωτή παλαιού πανεπιστημιακού δασκάλου Κώστα Στεργιόπουλου και όσων
ασχολήθηκαν συστηματικά με την Μεσοπολεμική περίοδο για να μείνω σε ενδεικτικές
όχι αξιολογικές αλλά καταγραφικές μνημονεύσεις.
Εδώ
οφείλουμε να επισημάνουμε τις σύγχρονες νεότερες ερευνητικές φωνές ελληνίδων
φιλολόγων- σε αντιστοιχία με τις αντρικές- οι οποίες έχουν εκπονήσει σημαντικές
εργασίες, έχουν επιμεληθεί και γράψει καίρια μελετήματα, συμμετάσχει σε
σύμμεικτες εργασίες και συνέδρια κυκλοφορήσει δικά τους βιβλία στα οποία
συναντά κανείς σύγχρονα ερμηνευτικά κλειδιά εξέτασης των ελλήνων και ελληνίδων
συγγραφέων του Μεσοπολέμου. Οι τίτλοι των βιβλίων τους, των κειμένων και
δημοσιεύσεών τους, οι διδακτορικές τους διατριβές είναι απείρως σε αριθμό
υπέρτερες από αυτές των προηγούμενων δεκαετιών. Αν δεν κάνω λάθος, ο θηλυκός
δοκιμιακός λόγος-σε αρμονική σχέση με των αντρικών φωνών όχι αντιπαραθετικά-δεν
έχει εξετασθεί σφαιρικά, συγκεντρωτικά όπως στην ποίηση. Ώστε να έχουμε μία
γενική σφαιρική εικόνα, ένα εκτενές πλαίσιο θηλυκών αναφορών κριτικών φωνών των
νέων και μοντέρνων πρωτοποριακών καιρών μας. Και συλλογιζόμαστε, ποια αλήθεια
Γυναικεία δοκιμιακή και κριτική γραφίδα θα στέκονταν «ισάξια» ή «ισότιμα» δίπλα
στην κριτική φωνή ενός Κωστή Παλαμά, ενός Γιώργου Σεφέρη ενός Ζήσιμου
Λορεντζάτου ενός Νικήτα Ράντου ενός Κώστα Βούλγαρη ενός Νάσου Βαγενά ενός
Δημήτρη Μαρωνίτη, ενός Γιώργου Π. Σαββίδη. Ενός Πέτρου Σπανδωνίδη, ενός Πέτρου
Ωρολογά, ενός Μάρκου Αυγέρη, ενός Ντίνου Χριστιανόπουλου, ενός Θεοδόση
Πυλαρινού, ενός Βρασίδα Καραλή, ενός Αλέξη Ζήρα, ενός Κ. Θ. Δημαρά, ενός
Παντελή Μπουκάλα, ενός Κώστα Παπαγεωργίου, ενός Γιώργου Ανδρειωμένου, ενός Θ.
Νιάρχου ενός Κώστα Κοτζιά και πάει λέγοντας. Η Γενιά του 1970 και η
Μεταπολίτευση, ασφαλώς, έχει να μας προτείνει γυναικείες σημαντικές κριτικές
φωνές που κοσμούν τον κριτικό λόγο και την κριτική, εμπλούτισαν το κριτικό
βλέμμα μας, παράλληλα με τους χώρους της ποιητικής δημιουργίας. Βλέπε
ενδεικτικά και όχι αξιολογικά: Μάρυ Θεοδοσοπούλου, Άντεια Φραντζή, Ελισάβετ
Κοτζιά, Έλενα Χουζούρη, Ανθούλα Δανιήλ, Αγάθη Γεωργιάδου, Σταυρούλα Παπασπύρου
(παρουσιάζει τις καινούργιες πεζογραφικές και άλλες εκδόσεις στην εκπομπή
Βιβλιοβούλιο με τον Μανώλη Πιμπλή και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου) και πολλές
άλλες γυναικείες κριτικές γραφίδες οι οποίες γράφουν και δημοσιεύουν σε
ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και σύγχρονες συνδρομητικές ή μη ιστοσελίδες.
Και αν συναριθμήσουμε και τις γυναικείες εκείνες κριτικές και δοκιμιακές φωνές
που ασχολήθηκαν με ειδικότερα ζητήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, θεματολογίας,
όπως πχ. η Αμαλία Καραλή, «Επιθεώρηση Τέχνης» η Αλεξάνδρα Μπουφέα, «Τα
λογοτεχνικά περιοδικά της Κατοχής» η Μορφία Μάλλη, οι μελέτες της για τον Νάσο
Βαγενά και τον Λευτέρη Πούλιο, η Κυριακή Πετράκου… ερευνήτριες φιλόλογοι που
αποδελτίωσαν και εργάστηκαν πάνω σε παλαιούς τίτλους λογοτεχνικών και
οικογενειακών περιοδικών («Μπουκέτο», «Ρομάντζο» κ.α.), σε ποιητές της Γενιάς
του 1970 στα Θεατρικά Έργα του Νίκου
Καζαντζάκη κλπ, και αν προσθέσουμε και τις Ελληνίδες μεταφράστριες ξένων
ποιητικών και πεζογραφικών κλασικών έργων, πχ. Μαντώ Αραβαντινού (το μελέτημά
της Τα ελληνικά του Τζαίημς Τζόυς) όπως και σύγχρονων σχεδόν άγνωστων στην χώρα
μας με μεταφυσική χριστιανική χροιά ποιητών. Δες την περίπτωση της πεζογράφου
-κριτικού Νατάσας Κεσμέτη και τους μεταφραστικούς της κύκλους, ή της Βούλας
Δαμιανάκου στα Σαιξπηρικά έργα, (σημαντική η προσφορά της μαζί με τον Βασίλη
Ρώτα σε μεταφράσεις και μελέτες πάνω στο έργο του Ελισαβετιανού) τότε το θηλυκό
πανόραμα της κριτικής σκέψης στην Ελλάδα ενδέχεται να πάρει άλλες διαστάσεις,
πέρα από τον δρόμο που άνοιξε μία Άλκη Θρύλος, μία Έλλη Λαμπρίδη, μία Έλλη
Αλεξίου, μία Λιλή Ζωγράφου. Τέλος, στους χώρους των Ελληνικών Ανθολογιών δεν
μπορούμε να παραβλέψουμε το όνομα και την προσφορά της ποιήτριας, λαογράφου,
ακάματης Αθηνάς Ταρσούλη και της πρωτοπόρας Γυναικείας Ανθολογίας της.
Η Γενιά του 1970 και οι επόμενες από αυτήν
Γενιές, ευτύχησαν να ανδρωθούν (αν εξαιρέσουμε την χουντική περίοδο της
επταετίας 1967-1974) σε καλύτερες κοινωνικές συνθήκες και πολιτικής ελευθερίας
καταστάσεις από ότι οι προηγούμενες γενιές των ελλήνων δημιουργών που
αντιμετώπισαν ζητήματα σοβαρής επιβίωσης, φτώχειας, οικονομικής ανέχειας,
κινδύνους και φυλακίσεις από επαναλαμβανόμενα στρατιωτικά κινήματα, πολιτικές
αναταραχές, εθνικούς διχασμούς, πολεμικές επιχειρήσεις, κατοχές και καταστροφών
από δύο παγκόσμιους πολέμους και μία μικρασιατική καταστροφή. Η χρονική
πολιτική περίοδος μετά το 1974 είναι αλήθεια, η μόνη εδώ και μισό αιώνα σταθερή
πολιτικά στην ιστορία της πατρίδας μας. Τα κοινοβουλευτικά κόμματα εναλλάσσονται
στην κυβερνητική εξουσία, παρά την εθνική μας φαγωμάρα και ασυνεννοησία η χώρα
μας προόδευσε, αναπτύχθηκε οικονομικά αλλά και πτώχευσε πανηγυρικά και με
υπερηφάνεια ημών των Ελλήνων. Αρχόντων και Αρχομένων (το πετύχαμε και αυτό σαν
παιδιά του Χαριλάου Τρικούπη). Οι Έλληνες και Ελληνίδες λογοτέχνες, ποιητές,
πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, φιλόλογοι, οι ασχολούμενοι με τα Γράμματα και τις
Τέχνες σπούδασαν σε ξένα πανεπιστήμια και κολλέγια,-πολλοί από αυτούς
σταδιοδρόμησαν σε Μεγάλα Εκπαιδευτήρια της Δύσης, Ευρώπη, Αμερική, της άπω
Ανατολής, Αυστραλίας κλπ. μετά το πέρας των σπουδών τους, όπου η Ελληνική Ομογένεια
Μεταναστών από όλη την Ελλάδα αποτελεί σημαντικό και διακριτό κομμάτι των
ντόπιων ξένων λαών και εθνών. Έλληνες Επιστήμονες διέπρεψαν και διαπρέπουν σε
όλους σχεδόν τους τομείς της Επιστήμης, της Τεχνολογίας, των Κλασικών και
Νεότερων Φιλολογικών Γραμμάτων του Πολιτισμού. Οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς (ποιητές,
πεζογράφοι, δοκιμιογράφοι, βιβλιοκριτικοί και άλλες κατηγορίες) είναι
πολύγλωσσοι, πολυτάλαντοι με αρκετές εκπαιδευτικές και άλλες καλλιτεχνικές
περγαμηνές στο ενεργητικό τους. Στα χρόνια των δημιουργικών τους εμφανίσεων
στην λογοτεχνική ας μας επιτραπεί ο όρος «πιάτσα» μετέφεραν στην επικράτεια των
ελληνικών γραμμάτων και του ελληνικού αναγνωστικού κοινού τις θεωρίες, τις
απόψεις, τα μοντέλα, τους κανόνες, τις ερευνητικές αντιλήψεις, τις μοντέρνες
και πρωτοποριακές θέσεις δυτικοευρωπαίων και αμερικανών στοχαστών, διανοητών,
κριτικών της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και πολιτισμού. Φυσικά, αυτό συνέβαινε και
με τις προηγούμενες γενιές των ελλήνων λογοτεχνών δεν είναι κάτι καινούργιο στο
πνευματικό ελληνικό στερέωμα. Ο Κωστής Παλαμάς παραδείγματος χάρη δεν υπήρξε
μόνο ο εθνικός μας ποιητής αλλά και ο σημαντικός κριτικός της ελληνικής και
ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Η κριτική του φωνή έχει Γαλλικές επιρροές και εφόδια,
το ίδιο και ο σημαντικός δοκιμιογράφος, μεταφραστής και ποιητής Κλέων Παράσχος.
Ο Κρητικός φιλόσοφος και στοχαστής ποιητής και πεζογράφος Νίκος Καζαντζάκης
είναι γλωσσικά και πολιτισμικά πανσπερμιστής. Ορισμένα λογοτεχνικά περιοδικά
έχουν ξεχωριστό εμφανές ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Το περιοδικό «Αγγλοελληνική
Επιθεώρηση» πρότεινε και προσεγγίζει περισσότερο την αγγλοσαξωνική ματιά
εξέτασης των λογοτεχνικών πραγμάτων. Το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» έχει
αριστερές καταβολές και προλεταριακή οπτική σύμφωνα με τα ιδεολογικά
συμβαίνοντα της εποχής, όπως και οι «Πρωτοπόροι». Οι «Εποχές» που τερμάτισαν τον
κύκλο τους με την εγκαθίδρυση της στρατιωτικής επταετίας διακρίνονται για τον
αστικό και «μεγαλοαστικό» τους χαρακτήρα. Η μακρόβια παραδοσιακή «Νέα Εστία»
κράτησε μία πιο δεκτική στάση και επαφής της με τα ευρωπαϊκά και
δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα και φωνές και όχι μόνο. Το πληροφοριακό της υλικό πάνω
σε θέματα, ζητήματα και έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και των εκπροσώπων τους,
ενημέρωσης, υπερβαίνει στατιστικά κάθε άλλη περιοδική εκδοτική προσπάθεια. Η
«Νέα Εστία» και η πολυθεματική πολιτική της πάντως, για να είμαστε ειλικρινείς
μια και παλαιότερα εμείς οι νεότεροι αναγνώστες της μετά την Μεταπολίτευση την
ειρωνευόμασταν για την λογοτεχνική ακαδημαϊκή της κοκεταρία, υπήρξε περισσότερο
«φιλελεύθερη» στην συγγραφική ρητορική της, επιλογές και συνεργάτες της, την
θεματολογία της. Η «Καινούργια Εποχή» έκλεινε ως προς τα ενδιαφέροντά της προς
την Ιταλική και λατινοαμερικάνικη επικράτεια. Οι σύγχρονοι τίτλοι περιοδικών
όπως «Το Δέντρο», «Η Λέξη», το «Διαβάζω», οι «Τομές», τα «Γράμματα και οι
Τέχνες» που η δικιά μας γενιά γνώρισε καλύτερα (ενδεικτικοί οι τίτλοι) είχαν
την δική τους λογοτεχνική πολιτική και τους συνεργάτες τους, τις συνεργασίες
τους. Τα μη Αθηναϊκά περιοδικά «Διαγώνιος», «Παρατηρητής», «Εντευκτήριο»,
«Πόρφυρας» , «Η Γραφή» ακολούθησαν μια συγγραφική εντοπιότητα δίχως να
αποκλείουν από τις σελίδες τους τα εκτενή γενικά αφιερώματα σε έλληνες ποιητές
και ποιήτριες, λογοτέχνες από όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας. Η «Ευθύνη»
ακολούθησε μία πολιτική κάπως όχι αμιγώς λογοτεχνική, αλλά στοχαστικού και
φιλοσοφικού προβληματισμού, θρησκευτικής θεώρησης της κοινωνίας με έμφαση στην
ελληνική γλώσσα. Οι συνεργάτες της διετέλεσαν ακαδημαϊκοί, πολιτικοί,
παράγοντες, κατείχαν καίριες θέσεις μέσα στην ελληνική κοινωνία και διοίκηση.
Τα λογοτεχνικά πράγματα τα άφησε ο εκδοτικός οίκος και ο λογοτέχνης που την
εξέδιδε για τους τόμους των «Τετραδίων» της, τις «Αστρολάβος» μικρές εκδόσεις της
και τις εκδόσεις ποιητικών Απάντων και διανοουμένων. Τα «περιοδικά «Ο Χάρτης»
και το «Τραμ» υποστήριξαν όπως το προδικτατορικό «Πάλι» μία πιο ρηξικέλευθη
μοντέρνα γραμμή επαφής μας με την ελληνική και ξένη μοντέρνα ή μοντερνιστική
παραγωγή. Το πολυσυζητημένο περιοδικό «Εκηβόλος» είχε μία πιο «αριστοκρατική
(;)» ματιά και θεώρηση των λογοτεχνικών πραγμάτων αν δεν λαθεύω. Οι πρωτογενείς
συγγραφείς που συμμετείχαν σε αυτά τα περιοδικά και άλλων τίτλων με κριτικές
του επεμβάσεις, δοκιμιακές τους προτάσεις, μεταφράσεις, ποιήματα και πεζά τους,
μα και οι υπόλοιποι περιστασιακοί φίλοι και συνεργάτες συντελεστές που έγραφαν
και δημοσίευαν κατά κύριο λόγο μετέφεραν στα καθ’ ημάς απόψεις και θέσεις, θεωρητικά
λογοτεχνικά μοντέλα κριτικής σκέψης και σχήματα ανάλυσης δυτικών διανοητών και
στοχαστών, κριτικών και βιβλιοκριτικών της πεζογραφίας και της ποίησης,
καθιερωμένες μορφές της δυτικής παιδείας και πολιτισμού. Θα αντιτείνει κάποιος
μα και η αγγλίδα πεζογράφος ως εκδότρια, η Βιρτζίνια Γουλφ το ίδιο έπραξε με
τον εκδοτικό της οίκο και την επιθυμία της να υποστηρίξει και διαδώσει το
μοντέρνο μυθιστόρημα, το νέο στιλ της αγγλοσαξονικής γραφής κλπ. Βλέπε
περίπτωση Τζαίημς Τζόϋς. Θέλω να πω, ότι σε αυτές τις περιοδικές σύγχρονες
εκδόσεις της πρωτεύουσας και της επαρχίας στην
πατρίδα μας μαθαίνουμε, πληροφορούμαστε περισσότερα πράγματα για τους
ξένους κριτικούς και τις κριτικές τους θέσεις παρά για τις κρίσεις και απόψεις
των δικών μας δοκιμιογράφων και κριτικών φωνών του παρελθόντος (φυσικά υπήρχαν
και τα επετειακά αφιερώματα). Τα παραδοσιακά κλασικά έργα της ελληνικής
γραμματείας εξετάζονται πλέον κάτω από ένα άλλο κριτικής πρίσμα σύμφωνα με τα
δυτικοευρωπαϊκά μοντέλα και κανόνες υποδοχής όπως εφαρμόζονται στον δυτικό χώρο
για το τι είναι καθαρή ποίηση και πεζογραφία, τι αυθεντική λογοτεχνία και τι
όχι, ποια τα όρια της παραλογοτεχνίας ή ασημότητα γραφής ενός έλληνα συγγραφέα
και των δύο φίλων. Τα ονόματα των ελλήνων Κριτικών και Βιβλιοκριτικών που
υιοθετούν ξένες απόψεις και θεωρίες στα δημοσιεύματά τους είναι γνωστά μας,
γνωρίζουμε και έχουμε διαβάσει τις θέσεις και τις κριτικές τους εργασίες και τι
κάθε μία φωνή αποδέχεται και υποστηρίζει. Ασφαλώς, η Ελληνική Λογοτεχνία στις
ευρύτερές της διαστάσεις και παραμέτρους,- όπως υποστηρίζουν οι αρμόδιοι-είναι ακόμα
εγκλωβισμένη μέσα σε ένα της ελληνικής λαλιάς στενό πλαίσιο αμίλητο πέρα από τα
γεωγραφικά γλωσσικά μας σύνορα και μιας βαλκάνιας συγγραφικής θεματογραφίας και
θεματολογίας που όπως έχει λεχθεί, δεν έχει να πει κάτι το ενδιαφέρον στις
άλλες ξένες λογοτεχνικές παραδόσεις και δυτικό αναγνωστικό κοινό με την πλούσια
παραδοσιακή και μοντέρνα κληρονομιά. Ας δούμε στατιστικά ποιοι συμμετέχουν στην
Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης κάθε χρόνο, ποιοι Έλληνες συγγραφείς
μεταφράζονται και συζητιούνται και γιατί. (Τα κριτήρια είναι αμιγώς ποιοτικά ή
ενέχουν και το στοιχείο της εκδοτικής εμπορικότητας άραγε). Μικρή η Ελληνική βιβλιοαγορά,
μικρότερο ακόμα το ελληνικό αναγνωστικό κοινό όπως μας λένε οι αρμόδιοι που
διαβάζει, ανοίγει που και που κανένα βιβλίο. Προτιμά το ελληνικό κοινό άλλα
είδη και κατηγορίες ψυχαγωγία και πνευματικής ανάτασης και επικοινωνίας του με
τους άλλους. Άρα, συμπερασματικά για μία περιφερειακή της Ευρώπης λογοτεχνία
της χερσονήσου του Αίμου με τις ιδιαίτερες ιστορικά πολιτιστικές της
πνευματικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις τι απομένει ως διέξοδο προβολής της
για να μην παραμείνει εσαεί εγκλωβισμένη στην γεωγραφική συγγραφική επικράτεια
που την παράγει, η μεταλαμπάδευση μεταπρατικά των ξένων κανόνων και θεωριών
μόνο, ή η ανάπτυξη και των δικών της κριτικών δυνάμεων κριτικής σκέψης και
στοχασμού; Σύμφωνοι, αλλά με την δική μας προγενέστερη παλαιότερη συγγραφική
και κριτική, δοκιμιακή παραγωγή τι γίνεται; Αφήνουμε όλες αυτές τις κριτικές
και συγγραφικές φωνές που εμφανίστηκαν-και αποδέχτηκαν ως συγγραφική τους
παράδοση- στα αζήτητα των υπογείων των Μουσείων μας και των Δημόσιων
Βιβλιοθηκών μας; Και ίσως, κάπου, κάποτε, κάποιος θα ενδιαφερθεί για αυτούς και
θα τους επαναφέρει στην επιφάνεια όχι τόσο από αναγνωστική αγάπη αλλά από
αναγκαστική επαγγελματική ή εκπαιδευτική υποχρέωση; Της εκάστοτε εθνικής μας
πολιτικής, και των σύγχρονων αναγκών μας για ψηφιακή καταγραφή και ευρετηρίαση
σε ό,τι έχει εμφανιστεί ως προφορικός και γραπτός λόγος τουλάχιστον από την
ίδρυση του ελληνικού κράτους και μεταγενέστερα. Ερώτηση θέτουμε δεν δίνουμε
«προκάτ» απαντήσεις ούτε έχουμε λύσεις που βγαίνουν από το κεφάλι του Δία.
Όπως προαναφέραμε στην αρχή του σημειώματός
μας, το τελευταίο διάστημα το ενδιαφέρον μας για τους Ποιητές του Μεσοπολέμου
και τους Πεζογράφους έχει ενταθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κώστας Ουράνης,
ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Μήτσος Παπανικολάου είναι μερικά από τα ονόματα που
επανήλθαν στην λογοτεχνική επιφάνεια με νέα ματιά προσέγγισής τους και
επανατοποθέτησής τους ως ζωντανό λογοτεχνικό σώμα ανάμεσά μας. Τα Λογοτεχνικά
Πάρεργα- μια Πειραϊκή ιστοσελίδα-και ο γράφων, δείχνουν μία ιδιαίτερη αδυναμία-
προτίμηση στις παλαιότερες γενιές ποιητών, κριτικών και βιβλιοκριτικών φωνών,
θεωρώντας ότι είναι η δική μας ουσιαστική και σοβαρή αντιπρόταση- σύμφωνα με
τις δικές κριτικές και συγγραφικές δυνάμεις- απέναντι στις εκατοντάδες ξένες
κριτικές επιδράσεις και σχολές, ρεύματα, δίχως αυτό να σημαίνει ότι θέλουμε να
είμαστε- παραμείνουμε ο φτωχός επαρχιώτης συγγενής της παγκόσμιας λογοτεχνικής
παράδοσης και διαρκούς παραγωγής, που εξαντλεί τα όποια συγγραφικά και κριτικά
επιτεύγματά του στο μικρής γλωσσικής δεξαμενής αναγνωστικό ελληνικό κοινό. Το
τι κατορθώνουμε; Πραγματικά δεν γνωρίζουμε ούτε μπορούμε και έχουμε τα τεχνικά
μέσα να το επιβεβαιώσουμε. Ίσως και να μην βρίσκεται σε αυτήν την ερώτηση η
ουσιαστική όποια προσφορά των Λογοτεχνικών Πάρεργων.
Ποιο
όμως είναι το κομμάτι αυτό των παλαιότερων και νεότερων κριτικών γενεών των
ελλήνων και ελληνίδων που φυλάνε ακόμα τις «Θερμοπύλες» της Κριτικής Σκέψης και
Στοχασμού στα Ελληνικά Γράμματα στην χώρα μας; Ποιες ελληνικές και
ελληνόγλωσσες (βλέπε ποιητικές προτάσεις του θεατρολόγου Βάλτερ Πούχνερ)
αντρικές ή γυναικείες φωνές αυξάνουν τα Κριτικά ή Ποιητικά “data” των ημερών
μας; όχι σαν ένα Μουσειακό παραδειγματικό της κριτικής είδος για τουριστική
χρήση αναγνώστες, ούτε σαν μία ακόμη επαγγελματική ή ερασιτεχνική Επετειακή αναφορά
μνημόνευσης των ονομάτων τους ή υποχρεωτική εκπαιδευτική- φιλολογική επιμέλειας
εργασία για τα πανεπιστημιακά έδρανα ως καθήκον. Αλλά όπως από την μεριά μας
πιστεύουμε, σαν μία Ελληνική ακόμη ζωντανή και επίκαιρη, σύγχρονη αντιπρόταση
κοινωνίας, επικοινωνίας και συνομιλίας μας στις Κριτικές μορφές και φωνές του
Δυτικού- Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και των παραδόσεών του. Μπορούν άραγε Ελληνικές
Κριτικές Φωνές του προηγούμενου αιώνα-από όλο το φάσμα των τεχνών και ιδεών- να
αποτελέσουν μοντέλο εξέτασης ευρωπαϊκών δημιουργημάτων και σημείο αναφοράς για
τους ειδικούς και το αλλόγλωσσο δυτικό αναγνωστικό κοινό; Ισότιμα, ισάξια και
δίχως αίσθηση κριτικής κατωτερότητας απέναντι στις Κριτικές φωνές της Δυτικής
παράδοσης που επεκράτησαν και εξακολουθούν να επικρατούς ως φωτισμοί εξέτασης
κλασικών έργων και επιτευγμάτων; Ή μήπως
είναι ανεφάρμοστες και αίολες θεωρήσεις και ατομικές απόψεις ενός ιστολόγου από
την πόλη του Πειραιά και τίποτα παραπάνω, μονολογική κουβεντοφλυαρία και παραέξω
δεν ισχύει;
Ποιά η αξία και η σημασία Κριτικών φωνών του
Μεσοπολέμου και όχι χρονολογικά μόνο, όπως του Κλέων Παράσχου, του Μήτσου
Παπανικολάου, του Γιάννη Χατζίνη, του Πέτρου Χάρη και όσων ονομάτων αναφέραμε
παραπάνω Σήμερα; Θα είχαν την ευτυχή τύχη οι παλαιοί αυτοί Έλληνες Κριτικοί να
ακούσουν από το στόμα των Ευρωπαίων Κριτικών συναδέλφων τους, παραλλαγμένο το
του Κωστή Παλαμά για τον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο. «Παραμερίζουμε
Έλληνα Κριτικέ για να περάσεις;» ή θα είχαν το θάρρος ενός σύγχρονου έλληνα
μουσικού και στιχουργού ο οποίος έδωσε την κασέτα με τα τραγούδια του στον
Μελωδό των Ονείρων μας Μάνο Χατζιδάκι λέγοντάς του κ. Χατζιδάκι ακούστε την
είμαστε συνάδερφοι;». Θα μπορούσε να το ισχυριστεί αυτό ένας Έλληνας Κριτικός-
Βιβλιοκριτικός μπροστά σε έναν Αμερικανό του μεγέθους ενός Χάρολντ Μπλούμ; Ότι
είναι συνάδελφοι, αυτός από την μεριά της υπερδύναμης και ο έλληνας από την
χώρα της Μεσογείου με την τεράστια πολιτιστική, καλλιτεχνική και πνευματική
κληρονομιά; Και, τελικά, οι Δυτικοευρωπαίοι Κριτικοί διαβάζουν (σε μετάφραση)
τους Έλληνες Κριτικούς και ποια είναι η γνώμη τους, έχουμε πληροφορηθεί άραγε;
Αυτά και άλλα στροβιλίζουν στο μυαλό μου ανοίγοντας
συνομιλία με την αρθρογραφία και βιβλιοκριτική φωνή του Μήτσου Παπανικολάου καθώς διαβάζω το βιβλίο του: ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
«κριτικά», σε επιμέλεια κειμένων Τάσου Κόρφη και Γραφική επιμέλεια Γ. Ν.
Πετάνης εκδόσεις «Πρόσπερος», Αθήνα 1980, σελ. 136 Βιβλίο 17ο της
εκδοτικής σειράς. Στην προηγούμενη ανάρτησή μας για τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο,
όπως τον είδε μεταξύ άλλων ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, αντιγράψαμε στο πώς υποδέχτηκε
σε κριτικό του σημείωμα ο Μήτσος Παπανικολάου (1938) τις τρείς πρώτες ποιητικές
συλλογές του Νομπελίστα μας ποιητή Ο. Ελύτη. Στο σημερινό, μεταφέρουμε τις
κριτική αρθρογραφία του Μήτσου Παπανικολάου για την παρουσία του Ράινερ Μαρία
Ρίλκε και του Τζαίημς Τζόυς
ΡΑΙΝΕΡ
ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ
Ο Ρίλκε, Γερμανός τη γλώσσα και Τσέχος την
καταγωγή, ήταν για όλους εκείνους που ζητάνε στην ποίηση το απόσταγμα μιας ζωής
που κυμαίνεται μεταξύ του ονείρου και του πόνου, ο μεγαλύτερος ίσως ποιητής του
σύγχρονου κόσμου. Συγκέντρωνε τον άπειρο θαυμασμό των εξαιρετικών ανθρώπων κι
ήτανε σεβαστός κι αγαπητός και σ’ αυτούς ακόμα που δεν είχαν γνωρίσει όλο το
μεγάλο έργο του, αλλά είχαν συγκινηθεί από λίγους στίχους του, τυχαία
διαβασμένους. Γι’ αυτό, όταν επέθανε, στα 1926, ο θάνατός του προκάλεσε την
εντύπωση που δίνουν οι μεγάλες κι ανεπανόρθωτες
απώλειες για την ανθρωπότητα.
Και όμως, για τον ίδιο τον Ρίλκε ο
θάνατός του δεν είχε καμιά σημασία. Πεθαίνοντας δεν πήγαινε «να ξαναβρεί μες
στην αιωνιότητα τον εαυτό του», όπως λέει ο Μαλλαρμέ στο περίφημο σονέτο του
για τον Πόε. Όχι, ο Ρίλκε δεν περίμενε την αιωνιότητα για να ξαναβρεί τον εαυτό
του. Κι όταν ζούσε, η φωνή του, το βλέμμα του και το γράψιμό του φανέρωναν
κιόλας μερικούς τρόπους σκέψεως κι αισθήσεως, που ένας κοινός άνθρωπος δεν
μπορεί να τους συλλάβει παρά μόνο, ίσως, στις τελευταίες του στιγμές. Το κάθε
τι στη ζωή του το ξεχώριζε μιά βαθειά και λεπτή φιλοσοφική γνώση, μία
απροσδιόριστη διακριτικότητα και μιά ευγένεια που συχνά έμοιαζε με περιφρόνηση.
Στις τελευταίες του στιγμές, έχοντας απόλυτη συναίσθηση ότι σε λίγο θα πέθαινε,
ήθελε να τον αφήσουν μόνο για να μη δουν τους σπασμούς του προσώπου του κι
αρνήθηκε απολύτως να του κάνουν ενέσεις, που ίσως θα παρέτειναν τη ζωή του,
γιατί, όπως έλεγε, ήθελε το θάνατο τ ο δ
ι κ ό τ ο υ και όχι το θάνατο των
γιατρών. Ήθελε αυτό που λέει αριστουργηματικά σε κάποιο του ποίημα:
Κύριε, δώσε στον καθένα το θάνατό του,
ένα θάνατο που να πηγάζει απ’ τη ζωή του,
που να κλείνει λίγη αγάπη,
λίγη γνώση, λίγη φτώχεια.
Γιατί είμαστε η φλούδα και το φύλλο
κι ο μεγάλος θάνατος που κλείνει ο
καθένας μέσα του
αυτός είναι ο καρπός που όλα γύρω του
στρέφουν.
…………………………………..
Έτσι η ζωή είναι τ’ όνειρο ενός ονείρου
μα το ξύπνημα βρίσκεται αλλού.
Αυτή η ιδέα του θανάτου που σφραγίζει
ολόκληρο το έργο του, αυτή η βαθειά κατανόηση του μεγάλου μυστικού, που
σιγά-σιγά μεγαλώνει μέσα μας σαν μιά πληγή κι απλώνεται και πλαταίνει για ν’
ανθίσει τέλος στην ύστατη στιγμή, όταν όλα πια φαίνονται συντελεσμένα, δίνει
στα πράγματα που ατενίζει στο έργο του μιάν αξία ανυπολόγιστη και μιά δεύτερη
ζωή υπέροχη. Όταν ο Ρίλκε σταματούσε μπρός σ΄ ένα πράγμα, δεν περιοριζόταν
μονάχα να το κοιτάζει αφηρημένα, όπως θα μπορούσε να κάνει, αφού ή ξ ε ρ ε πολύ
καλά ότι έπρεπε μιά μέρα να τ’ αφήσει όλα, αλλά το περιέβαλλε μ’ αυτή την
αλλόκοτη τρυφερότητα, μ’ αυτήν την πολύ
γλυκειά και παθητική ευαισθησία του ανθρώπου που ξεχωρίζει, περ’ απ’ το σχήμα
ενός πράγματος, τους μυστικούς λόγους της παρουσίας του και την αρχή που
προέχει της θλιβερής του μοίρας. Κανείς δεν ήταν περισσότερο ερωτευμένος με τη
ζωή και την ομορφιά όσο ο εραστής αυτός του θανάτου.
Μιά συγκίνηση γεμάτη μουσικές ανατριχίλες
ξεχειλίζει απ’ τα ποιήματά του κι απλώνεται παντού, χαϊδεύοντας και τα πιό
ταπεινά ακόμη πράγματα. Ο ποιητή τ’ αγαπάει όλα, όλα τα καταλαβαίνει, όλα τον
ενθουσιάζουν: οι καρποί, τα λουλούδια, ένα τοπίο, μιά στιγμή, μιά σκέψη, και η
γοητεία αυτής της μουσικής μεγαλώνει ακόμα περισσότερο με τη θελκτική κοκεταρία
και τον γνήσιο τόνο μαγείας, που έχει συχνά το ύφος του, τόσο στα ποιήματά του,
όσο και στα πεζά του.
Ο αισθητός κόσμος, οι εποχές, οι πόλεις, οι
άνθρωποι και το αξιοθρήνητο παρουσιαστικό τους, όλα όσα μας περιστοιχίζουν, όλα
όσα-όπως νομίζουμε- μας εξουσιάζουν κι όλα όσα εξουσιάζουμε, όλ' αυτά σπανίως
αγαπήθηκαν από ποιητή με τόση θέρμη, με τόσο πάθος. Ο Ρίλκε ήταν ένας αδερφός
του Πόε, του Νοβάλις και των ελάχιστων άλλων ανθρώπων που συνδέουν την
ανθρωπότητα μ’ εκείνο που την ξεπερνάει και θα της ξεφεύγει πάντοτε, ήταν από
τους ελάχιστους εκείνους ανθρώπους πού, όταν φεύγουν για να γυρίσουν στην
αιώνια πατρίδα τους λένε: «Πόσο ο κόσμος είναι μόνος!»
Όταν διαβάζει κανείς οποιοδήποτε έργο του
Ρίλκε, εγκαταλείπεται ολόκληρος σ’ αυτό με χαρά και μ’ απέραντη ανακούφιση.
Βλέπει εκεί μέσα, άσωτα σκορπισμένα, ένα σωρό πράγματα που του έλειπαν. Ό,τι
ζητούσε χωρίς να το ξέρει, το αναγνωρίζει έξαφνα κάτω απ’ τις γραμμές του
βιβλίου. Ποιά άλλη μπορεί να είναι η λεγόμενη λύτρωση της τέχνης, αν όχι αυτή;
Η ποίηση πιά στην περίπτωση αυτή παίρνει όλο
τον αποκαλυπτικό της τόνο. Όσο ο Ρίλκε προχωρεί στα βάθη και στα ύψη, που ήταν
ανεξερεύνητα πρίν απ’ αυτόν, τόσο μας κυριεύει η αγωνία κι η σκοτεινή επιθυμία ενός π ι ό π έ ρ α α κ ό μ
η, στο οποίο θα μπορούσε, αν ήθελε, να μας παρασύρει ο ποιητής. Μα ο Ρίλκε
ξέρει την τέχνη να μην τα φανερώνει όλα και να σταματάει πάντα μπρός σε μιά
κλεισμένη πόρτα, χωρίς να την ανοίγει,
γιατί ποιά αξία έχει το μυστικό, άμα αποκαλύπτεται ολόκληρο; Σελίδες 13-15
ΤΖΕΗΜΣ
ΤΖΟΫΣ
Οι μεγαλοφυϊες ποτέ σχεδόν δεν μπορούν να
κατανοηθούν απόλυτα από την εποχή τους. Κανένα έργο δεν επιβάλλεται σαν
αριστούργημα στους συγχρόνους του συγγραφέα του. Διαισθανόμαστε ίσως τις
σύγχρονές μας μεγαλοφυϊες, ενθουσιαζόμαστε με τα μεγάλα έργα της εποχής μας, μα
έχουμε πάντα και τις αμφιβολίες μας, αν όχι και τη δυσπιστία μας. Μόνο με το
θάνατο και με το χρόνο γίνεται η δίκαιη αποκατάσταση. Έτσι, ως χθές ακόμα ζούσε
ανάμεσά μας ο Τζέημς Τζόϋς, ένας συγγραφέας που πολύ σύντομα θα τοποθετηθεί
πλάι στο Ντοστογιέφσκυ, αν όχι και πιό ψηλά ακόμα. Και όμως πόσοι τον ήξεραν;
Αν ελέγαμε σε κανένα: «Διάβασε τον «Οδυσσέα» του Τζόϋς, είναι έργο
μνημειώδες…», θα μας απαντούσε: «Δεν υπάρχουν μνημειώδη έργα στην εποχή μας».
Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στα θ α ύ μ α τ α του καιρού τους, ούτε
και στους σύγχρονους ήρωες. Έτσι δεν πίστεψαν στο Σωκράτη, στο Χριστό, στους
μεγάλους επιστήμονες και στους
αποστόλους της ομορφιάς και της αλήθειας.
Έτσι επίσης, όταν βγήκε το μυθιστόρημα του
Τζόϋς «Οδυσσέας», οι οπαδοί της αρτηριοσκληρωτικής παράδοσης, αυτοί που
φοβούνται κάθε τί το νέο, ρίχτηκαν εναντίον του, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα.
Έφθασαν μάλιστα μέχρι του σημείου να το χαρακτηρίσουν ως αισχρό και ανήθικο
«χυδαιολόγημα». Οι άλλοι, όμως, εκείνοι
που βλέπουν καθαρά, διακήρυξαν απερίφραστα ότι ο "Οδυσσέας" όχι μόνο
είν’ ένα αριστούργημα, απ’ αυτά που κάθε αιώνας δεν έχει παρά ένα ή δύο, μα κι
ότι σημείωσε σταθμό και συγχρόνως μιά επανάσταση, χωρίς προηγούμενο, στην
ιστορία του μυθιστορήματος.
Μά πόσοι ήταν οι τελευταίοι; Ελάχιστοι μέσα
στο πλήθος. Και ο συγγραφέας του «Οδυσσέα» πέθανε πριν από ένα περίπου μήνα,
αγνοημένος απ’ την εποχή του.
Ο Τζέημς Τζόϋς γεννήθηκε το 1882, στο
Δουβλίνο της Ιρλανδίας. Εκτός απ’ την πατρίδα του, έμεινε διαδοχικά αρκετό
διάστημα στο Παρίσι, στην Ελβετία και προπάντων στην Τεργέστη. Το πρώτο του
βιβλίο, μιά συλλογή ποιημάτων με τον τίτλο «Μουσική Δωματίου» κυκλοφόρησε το
1907. Ύστερα θέλησε να εκδώσει ένα τόμο διηγημάτων, τους «Ανθρώπους του
Δουβλίνου». Μα ο εκδότης, όταν το διάβασε, τα βρήκε πολύ τολμηρά και ξαναγύρισε
τα χειρόγραφα στο συγγραφέα, γιατί φοβόταν μήπως κατασχεθούν αν τα τύπωνε. Ο
Τζόυς τότε έστειλε μιά επιστολή στο Γεώργιο Ε΄ της Αγγλίας, υποβάλλοντάς του
συγχρόνως και τα χειρόγραφά του. Μα ο βασιλικός γραμματεύς του απάντησε ότι το
πρωτόκολλο δεν επέτρεπε στο Βασιλέα να δίνει τη γνώμη του. Τέλος, μετά πολλά, ο
εκδότης πείστηκε και τύπωσε το βιβλίο. Την ίδια όμως ημέρα που επρόκειτο να
κυκλοφορήσει, ένας άγνωστος, κάποιος πουριτανός χωρίς άλλο, πήγε κι αγόρασε όλα
τ’ αντίτυπά του, εκτός από ένα που το πήρε ο Τζόϋς. Και αμέσως, μπροστά στα μάτια
του συγγραφέα, τους έβαλε φωτιά και τα ‘καψε. Έπειτ’ απ’ αυτό, ο Τζόϋς φοβήθηκε
τον αγγλικό πουριτανισμό, και γι’ αυτό το επόμενο έργο του: «Πορτραίτο του
καλλιτέχνη στη νεότητά του», το τύπωσε μετά δύο χρόνια σ’ έναν εκδότη της Νέας Υόρκης.
Την ίδια εποχή πήγε κι εγκαταστάθηκε- κρύφτηκε
μάλλον-στην Τεργέστη. Έμεινε εκεί πολλά χρόνια, ζώντας αθόρυβα κι αποτραβηγμένα,
κι εκεί άρχισε να γράφει το μεγάλο έργο του, τον «Οδυσσέα». Κατόπιν έμεινε για
λίγο καιρό στη Ζυρίχη κι από κει πήγε στο Παρίσι, όπου και πέρασε τα είκοσι
σχεδόν τελευταία χρόνια της ζωής του. Κατοικούσε σ’ ένα διαμέρισμα της πλατείας
Άλμα μαζί με τη γυναίκα του, την κόρη του και το γιό του, και δεχόταν κάθε βράδυ
φίλους τους, που τους γοήτευε με τη διήγηση των αναμνήσεών του και με τα παλιά
ιρλανδικά τραγούδια που τους τραγουδούσε με την εξαίσια φωνή του. Κατά τα
τελευταία αυτά χρόνια υπέφερε πολύ απ’ τα μάτια του και στο τέλος έχασε σχεδόν
το φώς του. Μα στάθηκε καρτερικός, και παρ’ όλη την πάθησή του εξακολουθούσε να
εργάζεται εντατικά για να συμπληρώσει το έργο του- το τεράστιο αυτό έργο που
πολύ σύντομα, με την εκτυφλωτική λάμψη του, θα σκεπάσει πολλά άλλα έργα που τα
θεωρούσε μεγάλα η εποχή μας. σελ. 57-58.
Το άρθρο του Μήτσου Παπανικολάου για τον
ποιητή και πεζογράφο Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νεοελληνικά
Γράμματα» τον Σεπτέμβρη του 1937 κάτω από τον γενικό τίτλο «Πορτραίτα ποιητών».
Αυτό για τον ιρλανδό πεζογράφο Τζέημς Τζόϋς στην «Νέα Εστία» του 1941. Και τα δύο
ανθολογήθηκαν και περιλαμβάνονται στο Μήτσος Παπανικολάου, Κριτικά, επιμέλεια Τάσου
Κόρφη, εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1980
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
7/11/2026