Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Κώστας Βρεττάκος, Τα παιδιά της Χελιδόνας

 ΚΩΣΤΑΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Τα παιδιά της Χελιδόνας

του Βασίλη Ραφαηλίδη

Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» 15/11/1987

  Το κοινωνικό ον που είναι ο άνθρωπος, είναι ταυτόχρονα και υποκείμενο και αντικείμενο της Ιστορίας. Δηλαδή την Ιστορία, και την υφίσταται και τη φτιάχνει. Ακόμα και στην περίπτωση που αρνείται να πάρει ενεργά μέρος στο ιστορικό γίγνεσθαι, θα υποστεί αναγκαστικά τις συνέπειες των πράξεων των άλλων που ενεργούν, είτε ενσυνείδητα, είτε παρορμητικά, παρασυρμένοι απ’ τη «δίνη των γεγονότων». Τελικά, κανείς δεν μπορεί να μείνει έξω απ’ αυτή τη δίνη, αφού ο άνθρωπος είναι «καταδικασμένος» να είναι κοινωνικό ον. Κάτι τέτοιο εννοεί ο Σαρτρ όταν λέει πώς «η κόλαση είναι οι Άλλοι». Αλλά οι Άλλοι είναι απαραίτητοι, προκειμένου το υποκείμενο να αναφυεί ως υποκείμενο. Δεν νοείται υποκείμενο ξεκομμένο από ένα άλλο υποκείμενο, που λειτουργεί σαν αντικείμενο για το πρώτο, παραμένοντας υποκείμενο για τον εαυτό του. Συνεπώς αφού οι Άλλοι είναι αναγκαίοι, αναγκαία είναι και η κόλαση των άλλων, που γίνεται και δική μου. Είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε μας αρέσει είτε όχι, είμαστε και υποκείμενα και αντικείμενα της Ιστορίας, που είναι πάντα η Ιστορία των Άλλων, ακόμα και στην περίπτωση που κι εγώ μετέχω ενεργά και ενσυνείδητα σ’ αυτήν.

   Η συμμετοχή μου όμως στην Ιστορία δεν δικαιολογεί την οικειοποίηση της Ιστορίας για λογαριασμό μου, που άλλωστε είναι αδύνατη έτσι κι αλλιώς. Η Ιστορία, δηλαδή οι Άλλοι, πάντα θα με υπερβαίνει, και πάντα θα νιώθω την ύπαρξή μου να προηγείται ματαίως της ουσίας της. Μιας ουσίας που έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει, παρά μόνο σ’ ένα επίπεδο φαντασιακό- μεταφυσικό.

        Κι έτσι, η ύπαρξή μου γίνεται μια μορφή περιεχόμενο, ή μάλλον μ’ ένα περιεχόμενο που το ορίζω εγώ και μόνο, όντας ολικά και απόλυτα υπεύθυνος για τη δική μου ύπαρξη, που δεν «πληρώνεται» με περιεχόμενο παρά μόνο τη στιγμή του θανάτου, τότε που σταματούμε να κάνουμε λόγο για «ύπαρξη» και η ουσία της ανόργανης ύλης επιβάλλεται οριστικά πάνω στη ζώσα και δρώσα συνείδηση, που καθώς «ουσιοποιείται» με το θάνατο, αυτοκαταργείται ως συνείδηση.

        Λοιπόν, η ύπαρξη προηγείται αναγκαστικά της ουσίας, εκτός και αν προεκτείνουμε την έννοια της ύπαρξης και μετά τον θάνατο, πράγμα που συμβαίνει συχνά μέσα στην υπαρξιακή δίνη, αυτή που δημιουργεί την υπαρξιακή ναυτία, που την αντέχουν μόνο όσοι έχουν πολύ γερό στομάχι. Οι άλλοι, θα καταφύγουν στο χάπι της μεταφυσικής, και ποτέ δεν θα καταλάβουν πώς έπαιρναν χάπι, αφού ποτέ δεν θα έχουν τη δυνατότητα να αντιληφθούν, πώς ήταν χάπι. Ήρωας λοιπόν είναι αυτός, που δεν έχει ανάγκη, προκειμένου να πεθάνει εν πλήρει συνειδήσει, του γεγονότος του χωρίς συνέχεια τέλους.

        Μέχρι τότε, η ύπαρξη θα προηγείται της φαντασιακής ουσίας, και θα είναι το μόνο «ουσιαστικό». Και τούτη η πάντα δυστυχής ύπαρξη, θα παίρνει το όποιο νόημα της απ’ τους Άλλους, απ΄ την κόλαση που είναι οι Άλλοι, χωρίς τους οποίους είναι αδύνατο να υπάρξουμε. Αλλά οι Άλλοι, το είπαμε ήδη, θέλουν δεν θέλουν, δημιουργούν Ιστορία, εφόσον παραμένουν κοινωνικά όντα. Ο Ρόμπινσον Κρούζο είναι μόνο ένας ρομαντικός μύθος, που προσπαθεί να παρακάμψει τον σκόπελο που λέγεται Άλλος, πάνω στον οποίο μονίμως σκοντάφτουμε. Και δεν μπορούμε να καταργήσουμε τον Άλλο, γιατί δεν μπορούμε να «καταργήσουμε» την Ιστορία, που θα τελείται με πλήρη αδιαφορία για την ύπαρξή μας, σ’ όλες τις περιπτώσεις: Είτε είμαστε υποκείμενα μόνο της Ιστορίας, είτε είμαστε αντικείμενα μόνο, είτε και τα δύο, που είναι και το ενδεικνυόμενο, για λόγους όχι μόνο κοινωνικούς, αλλά και καθαρά υπαρξιακούς. Υπάρχουμε δια της Ιστορίας αναγκαστικά. Και μερικοί πρωτοπόροι, όχι μόνο υπάρχουν δια της Ιστορίας παθητικά όπως οι πολλοί, αλλά υπάρχουν και για την Ιστορία, μετέχοντας σ’ αυτήν ενεργώς στο μέτρο των δυνάμεων και των δυνατοτήτων τους.

        Όταν η Ιστορία αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς, τα δράμα της ιστορικής ύπαρξης του ανθρώπου δεν γίνεται εύκολα νοητό, κυρίως απ’ τους βραδύνοες. Όμως, η κατάσταση αλλάζει άρδην, όταν επιταχύνεται ο ρυθμός της Ιστορίας, τόσο, που να μην έχεις καιρό ν’ αποφασίσεις, αν πρέπει να πάρεις μέρος στο ιστορικό γίγνεσθαι. Είναι εύκολο να κρίνεις τα της στράτευσης εκ των υστέρων και απ’ την απόσταση ασφαλείας του χρόνου, όμως είναι απελπιστικά δύσκολο, όπως θα έλεγε ο Μελρώ- Ποντύ, να διακυβεύει την ύπαρξή σου, τη στιγμή που το ιστορικό γεγονός τελείται, όταν δηλαδή είναι αδύνατον να ξέρεις, αν η απόφασή σου θ’ αποδειχθεί σωστή ή λανθασμένη. Και φυσικά η κυρίως ειπείν δικαίωση, συνεπώς και η υπαρξιακή δικαίωση, εξ ορισμού ανήκει σ΄ αυτούς που ποντάρουν σωστά. Όσο για τους ηττημένους, απομένει πάντα η παρηγοριά της ηθικής δικαίωσης, και το κατευναστικό δόγμα του «δικαιώματος στο λάθος».

        Για εννιά χρόνια, απ’ το 1940 μέχρι το 1949 το ελληνικό ιστορικό γίγνεσθαι δέχεται μια τέτοια επιτάχυνση, και τα γεγονότα υφίστανται τόσες ανατροπές, που η εγγενής εθνική μας σχιζοφρένεια αποκορυφώνεται αυτή την περίοδο. Και μέχρι το 1974, κανείς δεν ξέρει αν ανήκει στους νικητές ή στους ηττημένους. Βέβαια, απ’ αυτή την ιστορική δίνη, νικητήρια τοπικά βγήκε η Δεξιά. Όμως η Αριστερά ποτέ δεν έπαψε να ισχυρίζεται, πώς η ήττα της ήταν μόνο ένας πρόσκαιρος σταθμός προς την τελική και αναπόφευκτη νίκη, για την οποία όμως δεν κάνει τίποτα ή σχεδόν τίποτα πια. Η Αριστερά, περιορίζεται μετά την ήττα, στο να υποστηρίζει «δραστήρια» όλους τους απεργιακούς αγώνες όλων των εργαζομένων συλλήβδην, κι αυτών τον ουβριερισμό τον ονομάζει σοσιαλισμό. Η Αριστερά, λοιπόν, έχει πάρει τέτοια ουβριεριστική φόρα, που θα υποστήριζε ενδεχομένως και μια «δίκαιη» απεργία των… εργοδοτών!! Η ζωοποιός και ζωογόνος τρέλα δεν πάει πια στα βουνά, όπως τον καιρό της κατοχής και του εμφύλιου. Σήμερα ζούμε στην εποχή των απολογισμών (ακόμα!) και των ψύχραιμων αποτιμήσεων και αποφάσεων. Σε αντίθεση με την περίοδο ’40-’49, το ιστορικό γίγνεσθαι σήμερα έχει τόσο επιβραδυνθεί, ο ιστορικός χρόνος ξεχείλωσε και τάνυσε τόσο πολύ, που εκείνα τα γεγονότα μοιάζουν να ανήκουν σε ένα είδος προϊστορίας, για τα περιστατικά της οποίας, φαίνεται να έχουμε μόνο ενδείξεις και καθόλου αποδείξεις.

        Βέβαια, όλοι οι  ήρωες κουράζονται κάποτε. Και όσοι «δεν πέθαναν νωρίς» πεθαίνουν σε ρελαντί, στο χρόνο του διαρκούς μέλλοντα, μέσα στον οποίο έχει εγγραφεί και ο παρατατικός σε μια μακάβρια διπλοτυπία. Σήμερα, ζούμε στο κενό του «φοντύ- ανσενέ» ενός δράματος που τελέστηκε χωρίς, ωστόσο, και να τελειώσει, (η Ιστορία έτσι κι αλλιώς δεν τελειώνει ποτέ), και ενός άλλου δράματος, που άρχισε ήδη να γράφεται. Σήμερα, δεν είναι τα πρόσωπα που ζητούν συγγραφέα (στον Πιραντέλο είναι έξι τον αριθμό, αλλά ο αριθμός καθεαυτός δεν είναι κάτι που ενδιαφέρει) είναι ο συγγραφέας που ζητάει πρόσωπα. Και, ώ, της ειρωνείας, τη στιγμή που βρίσκει έξι πρόσωπα (ίσως αυτά που ψάχνουν τον Πιραντέλο) τα χάνει κιόλας. Μιλάμε, απ’ την αρχή αυτού του κειμένου, για τον Κώστα Βρεττάκο, σαν- σεναρίστα (μαζί με την Σούλα Δρακοπούλου) και σκηνοθέτη μιας εκπληκτικής ταινίας, που έχει τίτλο Τα παιδιά της Χελιδόνας.

        Η Χελιδόνα είναι χωριό ελληνικό. Συνεπώς, τα παιδιά της Χελιδόνας θα μπορούσαν να είναι κάποιοι κάτοικοι αυτού του χωριού. Ή, όλοι οι κάτοικοι αυτού του χωριού. Ή, όλοι οι Έλληνες, που θα μπορούσαν να είναι κάτοικοι αυτού του χωριού. Μ’ άλλα λόγια, Χελιδόνα είναι η Ελλάδα. Πρόκειται για μια χελιδόνα που της χάλασαν τη φωλιά, κάπου ανάμεσα στα 1941 και 1944. Από τότε μέχρι σήμερα, κάποια χελιδόνια γίναν κάργες, όπως ο ήρωας που υποδύεται ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, μερικά άλλα μεταμορφώθηκαν σε σπουργιτάκια, όπως ο ήρωας που υποδύεται ο Ηλίας Λογοθέτης, ενώ μια Τρίτη συνομοταξία «πτηνών» προσπαθεί μάταια να διατηρήσει τα αρχικά γνωρίσματα του είδους, όπως η ηρωϊδα που υποδύεται η Μαίρη Χρονοπούλου. Αυτοί (και αυτές) δηλώνουν μετωνυμικά πώς, παρά ταύτα, τίποτα δεν αποκλείει τον ερχομό μιας καινούργιας άνοιξης. (Σε τούτη τη βαθύτατα ποιητική ταινία, όπου η ποίηση λες και φοβάται να εμφανιστεί ευθέως σαν τέτοια, γιατί δεν ταιριάζει στη βαρβαρότητα της ελληνικής Ιστορίας, το όνομα Φωτεινή δεν μπορεί να είναι τυχαίο, όπως άλλωστε τίποτα δεν είναι τυχαίο μέσα σε μια φιλμική δομή τέλεια ελεγχόμενη απ’ την αρχή μέχρι το τέλος).

        Όλοι οι χαρακτήρες κινούνται γύρω από έναν ελλειπόντα απ’ τον φιλμικό χώρο, άξονα, τον Άγγελο, τον αόρατο και πανταχού παρόντα πρωταγωνιστή, που θα πεθάνει στο τέλος στην φωλιά του, όπου κουρνιάζει από τότε που σκόρπισαν τα άλλα πουλιά, τρομαγμένα απ’ τους κυνηγούς. Τους κυνηγούς, βέβαια, δεν θα τους δούμε ποτέ σ’ αυτό το φιλμ. Θα ήταν περιττό, άλλωστε, αφού τους έχουμε δει ήδη στο φερώνυμο φιλμ του Αγγελόπουλου, όπου η δράση καθοδηγείται από ένα πτώμα, ενώ εδώ καθοδηγείται, αλλά πολύ χαλαρά, πολύ διακριτικά, από ένα υποψήφιο πτώμα, που θα γίνει, χωρίς ωστόσο και να το δούμε, κυρίως ειπείν πτώμα μόνο στο τέλος. Πάντως, τον Αχέροντα για τον «άλλο κόσμο» δεν θα τον διασχίσει μια ψυχή. Θα τον διασχίσει ένα σύμβολο, το νεκρικό στεφάνι με το σφυροδρέπανο. Έστω και συμβολικά λοιπόν, η επανάσταση συνεχίζεται. Μόνο που τώρα, συνεχίζεται μόνο συμβολικά. Άλλωστε, οι Άγγελοι δεν ήταν ποτέ του κόσμου τούτου. Και οι άγγελοι της κοινωνίας του μέλλοντος, ανήκουν στο μέλλον. Ο παράδεισος για τους επαναστάτες βρίσκεται σ’ έναν άγνωστο τόπο, που αναμένεται να αναδυθεί μέσα απ’ το χρόνο, όπως στην Κοσμογονία του Ησιόδου.

        Αφού, λοιπόν, σε τούτον τον τόπο τίποτα δεν έμεινε στη θέση του, κι όλα βούλιαξαν στα νερά τεχνητών λιμνών, γεμάτων με κώνωπες ανωφελείς, είναι φυσικό να έχει αλλάξει μαζί με το χώρο και ο χρόνος. Ο κάθε χαρακτήρας του φιλμ ζει και σήμερα σε χρόνο, είτε παρατατικό, είτε αόριστο. Πάντως, όχι ενεστώτα. Άλλωστε, για την Ελλάδα, ο ιστορικός χρόνος δεν ήταν ποτέ ενεστώτας. Ήταν είτε παρατατικός που δολίως προτεινόταν σαν ενεστώτας (κοίτα και τις τρομερές ιστορίες με τους «αρχαίους μας προγόνους») είτε μέλλον, που το ίδιο δολίως προτεινόταν επίσης σαν ενεστώτας (κοίτα και την αριστερή εκδοχή της αισιοδοξίας). Στην ελληνική Ιστορία, οι γραμματικοί και οι ιστορικοί χρόνοι είναι σταθερά μπερδεμένοι, πράγμα που συνιστά και την χαριτωμένα ποιητική ιδιαιτερότητα της εθνικής μας σχιζοφρένειας.

        Είπαμε ήδη, πώς το φιλμ λειτουργεί σαν ένα πελώριο, φανταστικό «φροντύ-ανσενέ», που προεκτείνει το παρελθόν στο παρόν και το διπλοτυπώνει πάνω του, δημιουργώντας μια παγίδα για τους χαρακτήρες, που έτσι εγκλωβισμένοι στο χρόνο, δεν ξέρουν πια αν ζουν στο παρόν ή στο παρελθόν. Μάλλον ζουν και στους δύο χρόνους ταυτόχρονα, όπως όλοι οι έχοντες μια κάποια ηλικία Έλληνες. Δεν πρόκειται εδώ για μια λειτουργία της μνήμης. Πρόκειται για μια μνήμη που είναι λειτουργία. Λειτουργία εξουθενωτική, καθότι συνεχώς και αδιάλειπτα παρούσα σαν τρέχουσα πραχτική. Ο ιστορικός χρόνος στην Ελλάδα, συνεπώς και η μνήμη που είναι χρονικής τάξεως ψυχική λειτουργία, είναι διπλής κατευθύνσεως: Ένας τέτοιος χρόνος είναι φυσικό να μην συμπορεύεται ποτέ με τον μαθηματικό (το χρόνο του ρολογιού), που είναι μονής κατευθύνσεως.

        Η παγίδα λοιπόν είναι καλά στημένη. Και το υποκείμενο της ιστορίας (ο δρων άνθρωπος) δεν διακρίνεται πλέον απ’ το αντικείμενο της Ιστορίας (τον άνθρωπο που υφίσταται την Ιστορία). Το πάθος αναφέρεται εξίσου και στο θύτη και το θύμα. Στον αμφίδρομο χρόνο, οι ρόλοι είναι μεταλλάξιμοι. Όλοι είμαστε και θύτες και θύματα. Και δεδομένου ότι η άρνηση είναι πάντα ισχυρότερη απ’ την κατάφαση, τελικά όλοι είμαστε θύματα σε τούτο τον τόπο. Συνεπώς η ιστορική τραγωδία εύκολα γίνεται γενικευμένο υπαρξιακό δράμα στην Ελλάδα, και το υπαρξιακό δράμα παίρνει ανετότατα τις διαστάσεις της ιστορικής τραγωδίας. Στη χώρα των πολλαπλών συγχύσεων, τούτη η σύγχυση δεν είναι απ’ τις μικρότερες. Θα λέγαμε, μάλιστα, πώς είναι η  «ορίζουσα» σύγχυση, η καθορίζουσα το πεδίο δράσης όλων των συγχύσεων, όπως θα έλεγε ο Μισέλ Φουκώ, ο ιδιοφυής μελετητής της «μικρής Ιστορίας».

        Ούτως εχόντων των ιστορικών πραγμάτων, τα φιλμικά δρώμενα σε τούτο το φιλμ, όπου η δράση ανακυκλώνεται και αυτοκαταστρέφεται αφήνοντας στη θέση του επιμύθιου μια πελώρια τρύπα που λειτουργεί σαν ερωτηματικό, είναι φυσικό να συστρέφεται σ’ έναν χρόνο κυκλικό, με κέντρο τον ελλείποντα παρελθόντα χρόνο και άξονα περιστροφής τον ελλείποντα κεντρικό ήρωα. Η αφήγηση δεν προωθείται, όπως στο ακαδημαϊκό δράμα, προς ένα τέλος και συνεπώς δεν έχει μια κάθαρση. Ο θάνατος του Άγγελου δεν ορίζει και το τέλος του δράματος, που συνεχίζει και μετά το τέλος.

        Αφού, λοιπόν, οι ήρωες δεν έχουν την αναγκαία στο ακαδημαϊκό δράμα αστυνομία, κρύβοντας επιτέλους τον δράστη- δημιουργό, πρέπει να εφευρεθεί απ’ τους σεναρίστες ένα «μοτέρ της μυθοπλασίας», δηλαδή ένα πρόσχημα που να δομεί τα δρώμενα σε ένα ενιαίο και αυστηρά συγκροτημένο σύνολο. Είναι καταφάνερο πώς, αυτό το μοτέρ θα ήταν αδύνατο να το βρουν οι σεναρίστες έτοιμο στο μυθιστόρημα του Διονύση Χαριτόπουλου, απ’ όπου αντλεί το σενάριο τον μύθο του. Διότι ο δημοσιογράφος (Αλέκος Αλεξανδράκης) και ο σκηνοθέτης και ο σκηνοθέτης (Πέρης Μιχαηλίδης) περιπλέκονται στα δρώμενα για δυο κυρίως λόγους, που δεν υπάρχει λόγος να υφίστανται και στην προφανώς γραμμική αφήγηση του μυθιστορήματος: Αφενός για να αποδομήσουν την μυθιστορηματική δομή και να την αναδομήσουν με καθαρά κινηματογραφικό τρόπο, και αφετέρου, κι αυτό είναι το σημαντικότερο, για να κάνουν δραματικά σημαίνουσα τη λειτουργία του ιστορικού χρόνου. Ο σκηνοθέτης του τηλεοπτικού φιλμ (που θα μπορούσε θαυμάσια να είναι ο σκηνοθέτης του φιλμ που μας απασχολεί, δηλαδή ο Βρεττάκος) απέχει χρονικά απ’ τον δημοσιογράφο κατά μία γενιά. Συνεπώς, ο δημοσιογράφος βρίσκεται πιο κοντά στην Ιστορία (που γίνεται φιλμική ιστορία) κατά τριάντα χρόνια περίπου. Κι ωστόσο και οι δύο απέχουν το ίδιο απ’ την Ιστορία. Ο χρόνος είναι σταματημένος για όλους. Όλες οι ηλικίες έχουν την ίδια ηλικία. Όλοι είναι το ίδιο γέροι σ’ αυτόν τον τόπο.

        Το φιλμ μέσα στο φιλμ (το φιλμ που βλέπουμε και το φιλμ που δεν ολοκληρώνει ο σκηνοθέτης-ήρωας του φιλμικού μύθου) δεν είναι φορμαλιστικό εύρημα. Είναι η καταδήλωση της παγίδας, στην οποία έχουν πιαστεί όλοι οι ήρωες. Βασικό ρόλο στο φταίξιμο αυτής της παγίδας, που είναι ένα απ’ τα σπουδαιότερα ελληνικά φιλμ που είδαμε ποτέ, παίζει το φως του Άρη Σταύρου. Άλλωστε, μια παγίδα ποιητική, μόνο με φώς θα μπορούσε να σταθεί.

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ,

Ελληνικός Κινηματογράφος. Κριτική (1965-1995), εκδόσεις Αιγόκερως, 1995, σελ.155-159

     Μία ταινία ένα μυθιστόρημα

Σεκάνς πρώτη

   «Τα παιδιά της χελιδόνας» είναι βραβευμένη ταινία του σκηνοθέτη και συγγραφέα Κώστα Βρεττάκου παραγωγής του ίδιου, της ΕΡΤ-1 και του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου 1987, όπως μας λένε οι σχετικές πληροφορίες οι οποίες είναι αναρτημένες σε σχετικές κινηματογραφικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο. Η ταινία έκανε αίσθηση και σχολιάστηκε θετικά ποικιλοτρόπως όταν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες και την χάρηκε το κινηματογραφόφιλο κοινό. Την έχουμε παρακολουθήσει δύο φορές. Την επαναπρόβαλε η δημόσια τηλεόραση και την χρονιά θανάτου του σκηνοθέτη (γ. 1938- θ. 6/11/ 2018) ο κινηματογράφος «Τριανόν» στην Αθήνα την παρουσίασε με εισήγηση του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου, την πρόσφερε επίσης στους αναγνώστες της η εφημερίδα «Η εφημερίδα των Συντακτών».

  Η ταινία βασίζεται στο Μυθιστόρημα του πειραιώτη πεζογράφου Διονύση Χαριτόπουλου, «τα παιδιά της χελιδόνας» εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1983, σ. 122, εξώφυλλο Αντώνη Γιαννακόπουλου, δρχ. 300

Σεκάνς δεύτερη

   Το μυθιστόρημα του Διονύση Χαριτόπουλου αποτελείται από 26 ενότητες της μίας σελίδας όπως είναι η εισαγωγική του Πάνου, τον υποδύθηκε ο Ηλίας Λογοθέτης, ο οποίος ανοίγει την αυλαία του βιβλίου με την θλιβερή διαπίστωση σ.7:

-Θες να σου πω, καμιά, ιστορία απ’ τ’ αντάρτικα;

-Όχι.

-Τότε, τι θες;

-Σου είπα.

-Αυτά, άστα. Είναι δικά μας’ οικογενειακά. Αν θες να τα ‘χουμε καλά, μην ανακατεύεσαι. Γι’ αυτά δεν έχει δικαίωμα να σου μιλήσει κανείς.

-Γιατί;

-Μόνο εγώ ξέρω’ και θα μιλήσω όταν έρθει η ώρα. Θα τους αποδείξω, ποιος είναι ο Πάνος και ποιοί είναι αυτοί. Έχω ντοκουμέντα, που θα τους τινάξω όλους στον αέρα. Όλους. Γιατί είναι όλοι ψεύτες και ρουφιάνοι. Δεν λέει κανείς την αλήθεια.

-Γιατί;

-Είναι τα συμφέροντα στη μέση. Ξέρεις τι μπορούνε να κάνουνε τα συμφέροντα. Εγώ είχα γείτονα, αυτόν που ανακάλυψε να κινιούνται τα αυτοκίνητα με νερό, αντί για βενζίνα. Τον φάγανε τα μεγάλα συμφέροντα. Αυτά κυβερνάνε.

Και περατώνεται η μυθιστορηματική ιστορία με την 26η ενότητα και την εκ νέου ερωτηματική και συμπερασματική φωνή του Πάνου που καταλαμβάνει το ένα τρίτο της σελίδας. Είναι ο ακροτελεύτιος λόγος των απαντήσεων που δίνει ο ένας από τα παιδιά της Χελιδόνας, σ. 121

-Από την περιουσία, δε δικαιούται κανείς μας,ούτε μια δεκάρα. Τίποτα απολύτως.

-Γιατί;

-Δεν ξέρω… Θα το αποκαλύψω, όταν έρθει η ώρα. Η περιουσία πάντως, ανήκει σε άλλον. Είναι γραμμένη στα χαρτιά. Απ’ τ’ αδέρφια δεν ήταν κανείς άξιος να την πάρει.

-Γιατί;

-Παιδιά της Χελιδόνας είμαστε εμείς; Άμα μας κόψουν τα κεφάλια και τα γυρνάνε στο τσουβάλι, από σπίτι σε σπίτι- όπως ο πατέρας- δε θα βρεθεί, ούτε μια πόρτα ν’ ανοίξει, να πάρει ένα.

   Την φωνή του Πάνου τον ακούμε και στην ενότητα 8 και 21.

-Ο Άγγελος δεν πρόκειται να σου μιλήσει. Αποκλείεται.

-Γιατί;

-Ούτε η Φωτεινή’ αυτή είναι ανώτερη από άντρας. Της κάνανε εγχείρηση σκωληκοειδίτη, ζωντανή, στο βουνό. Κράταγε το πουρνάρι ζωντανή, χωρίς νάρκωση και την κόψανε, χωρίς να βγάλει κιχ. Κι αν τολμήσει κανείς απ’ τους άλλους να σου μιλήσει, θα βγω να τον διαψεύσω. Έχω ντοκουμέντα για όλα. Ποιος σκότωσε τον αδερφό μας το Θωμά; Γιατί τον σκοτώσανε, δεν πνίγηκε. Απ’ το νερό τον βγάλανε ζωντανό, αλλά τον φάγανε με μια ένεση που του κάνανε.

-Ποιος;

-Δεν ξέρω… Ποιος έκαψε το σπίτι μας; Τη δεύτερη φορά δεν το κάψανε οι Γερμανοί, όπως είπανε Εμείς, είμαστε πάνω, στη ράχη και βλέπαμε. Το σπίτι κάηκε, τη δεύτερη μέρα, που η Γερμανοί είχανε φύγει στο Καρπενήσι. Κάποιος άλλος το έκαψε επομένως…

-Ποιος;

-Δεν ξέρω… Πάντως όχι οι Γερμανοί. Υπήρξαν άνθρωποι δικοί, που κάνανε περισσότερη ζημιά κι από τους Γερμανούς κι από τους Ιταλούς κι απ’ όλους. Κι όμως, αυτά τα φίδια, είναι σήμερα στα πράγματα. Σελ. 37

Σεκάνς τρίτη

Οι άλλοι κεντρικοί ήρωες και δευτερεύοντες που σπονδυλώνουν το έργο είναι οι οποίοι ερμηνεύονται από: Η μικρή αδερφή, η Ακριβή-αδιάφορη για την πολιτική (αν και για να έχει μερίδα στην κληρονομιά θα έφτανε όπως λέει: «Μέχρι τον Παπανδρέου θα φτάσω γι’ αυτό το θέμα. Γιατί ψηφήσαμε Αλλαγή;» σελ.117- την πάντρεψαν (παρά την θέλησή της) με τον Γιάννη τον φούρναρη ένα καλοκάγαθο άτομο που βοήθησε τελικά όλα τα μέλη της οικογένειάς της. Της τον προξένεψε ο Σπύρος ο αδερφός της. Έκαναν δύο παιδιά και ο άντρας της πεθαίνει τυφλός. Η ίδια εμφανίζεται κυρίως στα κεφάλαια 2,5,11,14,16,19,24 την υποδύθηκε η ηθοποιός Μαρία Μαρτίκα η οποία έλαβε Ειδικό Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας.- Ο μεγάλος αδερφός, ο Σπύρος, συντάσσεται με την πλευρά των χιτών, ενάντια των «μπολσεβίκων», ασκεί το επάγγελμα του μάγειρα και σταδιοδρομεί στο εμπορικό ναυτικό, νυμφεύεται μία χήρα με δύο παιδιά, δρα κυρίως στα κεφάλαια 3,7,12,15,22. Ψηφίζει πάντα «εθνικά Παπάγο πρώτα και μετά Καραμανλή», σελ. 109. Τον ερμήνευσε θαυμάσια ο πειραιώτης ηθοποιός Βασίλης Διαμαντόπουλος ο οποίος έλαβε και το Β΄ Βραβείο Αντρικού Ρόλου. -Ο άλλος αδερφός ο Σωτήρης, ξεκίνησε ως μπακαλόπαιδο στην Θεσσαλονίκη, όταν το έσκασε από το σπίτι του για καλύτερη τύχη. Μετά την Κατοχή εργάζεται στον Πειραιά, σε μία λάντζα στον Άγιο Βασίλειο, στην Πηγάδα στην αρχή, κατόπιν ως φούρναρης με την βοήθεια του γαμπρού του Γιάννη. Μετά τον γάμο του έμεινε με την γυναίκα και την πεθερά του σε ένα καμαράκι στην Πετρούπολη. Τον βλέπουμε στα κεφάλαια 4,6,10,18,23. Την πολεμική περίοδο της εισβολής των Γερμανικών δυνάμεων παραλίγο να εκτελεστή ως λιποτάκτης στρατού. εξασκεί διάφορα αγροτικά επαγγέλματα. Στην ενότητα 10 αναγκάζεται να φύγει από την δουλειά του που έβοσκε πρόβατα, γιατί τον φλέρταρε ερωτικά το παντρεμένο και με τρία παιδιά φιλάνθρωπο και αφεντικό του. Γράφει: «Ο γέρος με πήρε να κοιμηθώ στο σπίτι. Τη νύχτα μου έγινε τσιμπούρι, τόσο που αναγκάστηκα να φύγω έξω. Μου φαινόταν άσκημο, ένας άντρας θηρίο να ζητάει η ψυχούλα του τέτοιο….». Και «από το γέρο έφυγα, γιατί παρεξηγηθήκαμε γι’ αυτή τη δουλειά και μόνο. Δεν ήταν κακός άνθρωπος, είχε αυτή την πάθηση. Πήγα σε έναν άλλο, που είχε πρόβατα στην Αμπλιανή.» σελ. 46. Παντρεύτηκε μία κοπέλα από την περιοχή της Αγίας Σοφίας του Πειραιά όπου είχε εγκατασταθεί. Ήταν φιλελεύθερων πολιτικών προτιμήσεων και δεν συμφωνούσε με τις αριστερές επιλογές των τριών άλλων αδερφών του και την υποστήριξη των ανταρτών. Τον ερμήνευσε ο ηθοποιός Στέλιος Λιονάκης.

«Είμαι φιλελεύθερος άνθρωπος δημοκράτης. Δεν είμαι δειλός σαν τον μεγάλο, αλλά δεν μ’ αρέσανε και των αλλονών οι επιπολαιότητες. Βγήκανε στο βουνό, να κάνουνε τι; Βρε, τα βάζει κανείς με το στρατό… Βρεθήκατε δέκα ξυπόλυτοι να φτιάξετε δικό σας κράτος; Ο Άγγελος με την Φωτεινή και τον Πάνο; Γίνονται αυτά’ ντιπ χαϊβάνια είστε; Οι Γερμανοί θέλανε και φύγανε’ εσείς τους διώξατε; Γυρίσανε στα σπίτια τους, δεν ήταν από δω. Ετούτοι όμως δεν φεύγουνε. Θα σας καθαρίσουνε όλους. Δε θ’ αφήσουνε ρουθούνι. Κοιτάξτε να τα βρείτε, γιατί ούτε αυτοί μπορούν να φύγουν από ‘δω, ούτε σεις. Είναι κι αυτοί Έλληνες, πώς να το κάνουμε. Δεν είστε μόνο εσείς». σελ.87.

Η κεντρική φιγούρα της αντάρτισσας κόρης, της Φωτεινής, η οποία καταδικάστηκε από το στρατοδικείο, έκανε στις φυλακές Αβέρωφ και στα κρατητήρια ως υπόδικη στην ΕΣΑ Πειραιώς, στον 963 λόχο στην περιοχή της Τερψιθέας. Στις φυλακές της οδού Κάστορος κρατήθηκε πέντε χρόνια. Κλέφτηκε και παντρεύτηκε έναν καπετάνιο του ΕΛΑΣ τον καπετάν Ψαριανό, ο οποίος υπήρξε καταζητούμενος του ελληνικού στρατού. Κατά την διάρκεια της Δίκης της από το Στρατοδικείο-λόγω της σχέσης της με τον Ψαριανό- η αδερφή της Ακριβή έκανε ότι μπορούσε για να την αποφυλακίσει, να αθωωθεί, αν και είχε καταδικαστεί «πεντάκις εις θάνατον», ζητώντας την βοήθεια του δικηγόρου και πολιτικού από τον Πειραιά Σάββα Παπαπολίτη το νομικό του γραφείο βρίσκονταν κοντά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Βλέπε τις ενότητες 15 και 16. Την παρουσία και την φωνή της Φωτεινής την αναγνωρίζουμε στα κεφάλαια 9,13,17,20,25. Στην μεγάλη οθόνη αποδόθηκε εκπληκτικά από την πάντα εκθαμβωτική Μαίρη Χρονοπούλου. Η οποία κέρδισε επάξια το Α΄ Βραβείο Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

Μας συστήνεται στην 9η ενότητα σελ.39 κάνοντας την αυτόνομη εμφάνισή της στο μυθιστόρημα:

Μου λένε, καμιά φορά:

-Εγωίστρια είσαι. Δε μιλάς σε κανένα.

-Τι να πω; λέω. Ακούω.

-Γιατί δε μιλάς, να πεις κάτι κι εσύ.

-Όταν με ρωτάτε απαντάω.

-Πολύ την ακατάδεκτη κάνεις.

Δεν είμαι εγωίστρια, ούτε ακατάδεκτη. Αλλά τί να πω’ σε ποιόν να μιλήσω. Άμα ακούει ο άλλος πώς ήσουνα στο βουνό, έκανες φυλακή, σου λέει, ποιός ξέρει τί να ‘ναι αυτή. Γι’ αυτό δε μιλάω’ δε θέλω σχέσεις. Δε θέλω να ξέρει κανένας που, ήμουνα και τί έκανα. Αρκετά. Εδώ τα ίδια μου τ’ αδέρφια δε γυρίσανε να με κοιτάξουνε. Δε νοιάστηκε κανείς τους να πει, τί, γίνεται αυτή η αδερφή’ ζει, πέθανε; Θα νοιαστεί ο ξένος κόσμος; Και δε θέλω βρε αδερφέ, αρκετά. Πέρασα μια ζωή που δεν την εύχομαι ούτε στον εχθρό μου. Δε μετάνιωσα, γιατί δε νιώθω να ‘κανα τίποτα κακό’ αλλά βασανίστηκε πολύ…

          Γεννήθηκα στη Χελιδόνα Καρπενησίου’ το ’26 με γράφουνε, γιατί τα χαρτιά καήκανε. Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έβγαινα στην πλατεία του χωριού, όπου ανέβαινε στην καρέκλα ένας χωριανός μας ταξιδεμένος και μίλαγε. Μίλαγε πάντα αριστερά. Τον λέγανε μπολσεβίκο… Εγώ με τον Πάνο, κάνουμε παντίους τρόπους, να ξεφύγουμε απ’ τον πατέρα, να πάμε να τον ακούσουμε. Μ’ αρέσανε αυτά που έλεγε’ ότι, θ’ αλλάξει ο κόσμος, θα βελτιωθεί η κατάσταση, θα είμαστε καλύτερα, θα έχουμε δουλειές… Οι χωριανοί τον ακούγανε’ τι να πούνε του ανθρώπου. Ήτανε ταξιδεμένος, πιο μορφωμένος’ έτσι, κανονικός, εμφανίσιμος άντρας, λίγο, ασπρομάλλης και μ’ άρεσε’ κρεμόμουνα απ’ τα χείλια του.

Ο πατέρας δεν ήθελε να πηγαίνουμε’ ήτανε φιλελεύθερος.».

Σεκάνς τέταρτη  

 Στην ταινία του Κώστα Βρεττάκου τον ρόλο του Μαρκιανού του δημοσιογράφου ερευνητή ο σκηνοθέτης τον επεφύλαξε για τον ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου ηθοποιό και σκηνοθέτη παλαίμαχο Αλέκο Αλεξανδράκη ο οποίος έλαβε και το Α΄ Βραβείο Αντρικού Ρόλου. Οι υπόλοιποι ρόλοι που συναντάμε στην ταινία και οι ερμηνευτές τους είναι: Ο Υπεύθυνος Εκπομπής τον ερμήνευσε ο ηθοποιός και θιασάρχης Στέφανος Ληναίος, η σύζυγός του ηθοποιός Έλλη Φωτίου ήταν Πειραιώτισσα. Ο Πέρης Μιχαηλίδης υποδύθηκε τον ρόλο του σκηνοθέτη Ιάσωνα. Στον ρόλο του Φύλακα ο τραγουδιστής και ηθοποιός, ροκάς και μεταφραστής Δημήτρης Πουλικάκος. Η Σοφία Αλιμπέρτη ερμήνευσε την Φλώρα, η Ηρώ Κυριακάκη την Φανή. Ο θεατρικός και τηλεοπτικός ταλαντούχος ηθοποιός Βλαδίμηρος Κυριακίδης το ρόλο του Λεωνίδα, ο Γιάννης Κότσικας σαν Αστυνόμος και ο Ρολάνδος Χρέλιας στο ρόλο του Σχολικού Φύλακα. Ένα σημαντικό καστ παλαιότερων και νεότερων πρωταγωνιστών που στάθηκαν αντάξιοι των ρόλων τους και των επιλογών του σκηνοθέτη και ήσαν οι έμψυχοι «πυλώνες» του έργου. Το Μοντάζ ήταν του Χρίστου Σαντατσόγλου, τα Σκηνικά της Θάλειας Ιστικοπούλου, τα Κοστούμια της Φανής Τσουλογιάννη, την Μουσική έγραψε ο Γιώργος Τσαγκάρης και την Διεύθυνση Φωτογραφίας είχε ο Άρης Σταύρου. «Τα παιδιά της χελιδόνας» ήταν μία παραγωγή του 1987 και κέρδισαν ακόμα το Βραβείο καλύτερου Σεναρίου, το Βραβείο Ήχου και ειδικό Βραβείο καλύτερης ποιότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Σεκάνς πέμπτη

Ο σκηνοθέτης Κώστας Βρεττάκος διετέλεσε υπεύθυνος- διευθυντής του Φεστιβάλ για μακρό διάστημα ενώ ανάμεσα στις άλλες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες έχει κυκλοφορήσει μία Ποιητική συλλογή με τίτλο «Προστιθέμενη Αξία» εκδόσεις «Πόλις» 2018, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, και τα πεζά «Περαστικός από το Ρέκβιεμ» μυθιστορία εκδόσεις «Ποταμός» 2009 και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 2016 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Ασκήσεις Περιέργειας» είδος πεζογραφημάτων τα οποία περιλαμβάνουν πολλά γεγονότα και στοιχεία του οικογενειακού του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα της μητέρας του, συζύγου του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου. Ο Κώστας Βρεττάκος γεννήθηκε το 1938και έφυγε από κοντά μας στις 6 Νοεμβρίου του 2018. Ήταν επίσης συνιδρυτής του εκδοτικού οίκου «Τρία Φύλλα» τα οποία εξέδωσαν τα Ποιητικά Άπαντα του πατέρα του Νικηφόρου Βρεττάκου κλπ.

    Το έργο

   Η Δραματική και Πολιτική συνάμα εξαιρετική έγχρωμη αυτή ταινία διάρκειας 118 λεπτών «Τα παιδιά της χελιδόνας», διαπραγματεύεται τις ζοφερές και τραγικές επιπτώσεις στις ζωές και τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, την διάπλαση της ψυχολογίας και των συνειδήσεών τους που έφερε ο Πόλεμος, η Γερμανική και Ιταλική Κατοχή, τα χρόνια της Πείνας και του λοιμού, οι στερήσεις, τα κυνηγητά και οι απαγορεύσεις, οι ξεριζωμοί και οι μεταναστεύσεις, τα χρόνια που ακολούθησαν αμέσως μετά την Απελευθέρωση, η δραματική περιπέτεια του Εμφύλιου Πολέμου, του εθνικού σπαραγμού και εθνικού τραύματος του καθόλου σώματος του ελληνικού λαού και του ελληνισμού στις ευρύτερές του προεκτάσεις. Η πατρίδα μας διχάστηκε όπως και οι έλληνες. Μέσα από την προσωπική εξιστόρηση και καταγραφή της ιστορίας ζωής των μελών μιας πολυμελούς ελληνικής φτωχής αγροτικής οικογένειας από το χωριό Χελιδόνα της περιοχής Καρπενησίου, το αποκαλούσαν «Νέα Ελβετία», ο σκηνοθέτης Κώστας Βρεττάκος ιχνομυθεί και ανιχνεύει σοβαρά και ντοκουμενταρισμένα στο πώς διαμόρφωσαν οι σκοτεινές και αντίξοες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες εκείνων των χρόνων τις συνειδήσεις των ατόμων, τις στάσεις τους απέναντι στον κοινωνικό περίγυρο και τις προσωπικές τους σχέσεις, τις συναισθηματικές τους ανάγκες, τις ψυχολογικές και κοινωνικές τους αντιδράσεις. Τις έχθρες που γεννήθηκαν από τις ιδεολογικές και πολιτικές τους επιλογές, τους διαξιφισμούς αναμεταξύ τους για μικροσυμφέροντα, τα μίση και τα πισώπλατα λόγια «μαχαιρώματα» στις αναμεταξύ τους φιλοδοξίες και απαιτήσεις. Η αδιαφορία αλλά και η έγνοια άλλοτε, η αδελφική αλληλεγγύη μελών της ίδιας οικογένειας έρχεται στο φως με την εξιστόρηση των συμβάντων ξεχωριστά από το κάθε έναν αδερφό ή αδερφή. Κάθε ένα από τα πέντε αδέρφια μας δίνει την δική του εικόνα και ερμηνεία των συμβάντων, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις πράξεις του και τις ενέργειές του, τις πολιτικές επιλογές του ή έχθρες του. Είτε όσα από τα αδέρφια ήσαν με την πλευρά των Ανταρτών είτε όσα ήσαν με την πλευρά της αντίθετης πλευράς της Φιλελεύθερης, του Ελληνικού Στρατού. Η εμφύλια διχόνοια ήταν εκείνες τις δεκαετίες ομοτράπεζη των ελληνικών οικογενειών και σπιτιών, είτε της επαρχίας είτε των αστικών περιοχών. Έχουμε τις ατομικές αφηγήσεις περιπέτειας ζωής και δράσεων μιάς ελληνικής αγροτικής φτωχής πολυμελούς οικογένειας η οποία αποτελείται εκτός από τον πατέρα και την μάνα και από πέντε παιδιά από  τα πρώτα τους βαδίσματα έως τα γεράματά τους. Τον Σπύρο, τον Σωτήρη, την Ακριβή, την Φωτεινή και τον Άγγελο, διαφορετικής ψυχοσύνθεσης προσωπικότητες, αντιδράσεων και ιδεολογικών προτιμήσεων στην ωρίμανσή τους το καθένα. Καθένα από τα παιδιά μας λέει την δική του εκδοχή αλήθειας. Βλέπουμε την αλήθεια του ενός μέλους να απαντάει ή να συμπληρώνει την αλήθεια του άλλου αλλά αντεστραμμένη. Ό,τι θετικό για τον εαυτό του και τις ανάγκες του, τα παράπονά του μας αφηγείται ο ένας από τα αδέρφια ακολουθεί η αντίθετη εκδοχή και θέση από το άλλο. Μια διαρκή συνομιλία μεταξύ των αδερφών που εξιστορούν σαν παραμύθι μα με καθόλου θαύματα αλλά πολλές πληγές το στόρι μιας οικογένειας, μιάς εποχής, ανατρεπτικών και εχθρικών καταστάσεων που δηλώνουν το στίγμα ενός ολόκληρου λαού και μιας πατρίδας σε εθνική κρίση όπως ήταν η Ελλάδα εκείνες τις φρικτές περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Τόσο ο συγγραφέας του έργου όσο και ο σκηνοθέτης του μας δίνουν με ανάγλυφο τρόπο, ωραίες και συγκινητικές περιγραφικές πινελιές το ταξίδι προς την ενηλικίωσή των πέντε παιδιών-αδερφών, τις εξαρτήσεις τους και τις επιρροές τους από τα πολεμικά, κατοχικά και εμφυλιακά τραύματα που έχουν εμποτίσει την οικογένειά τους και το άμεσο περιβάλλον τους. Την απεγνωσμένη προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τα πατρικά δεσμά και τις εθιμικές παραδόσεις, την μεγάλη φτώχεια και οικονομική ανέχεια που τους καταταλαιπωρεί τους κρατά δέσμιους και τους οδηγεί σε έναν αργό θάνατο. Μην μπορώντας να ορθοποδήσουν επαγγελματικά ο καθένας και κάθε μία αυτόνομα, κάνοντας το δικό τους σπιτικό και υλοποιώντας τα δικά τους όνειρα. Η ωρίμανσή τους γίνεται βίαια εξαιτίας των εξωτερικών ιστορικών αντίξοων συνθηκών, όπως είναι η Γερμανική και Ιταλική εισβολή και κατοχή της Ελλάδας, ο πόλεμος και η κατοχική περίοδος, τα χρόνια της πείνας και του λοιμού, της εμφύλιας σύρραξης και τα εμφύλια πάθη και τραύματα, πληγές που άνοιξαν όλες αυτές οι ιστορικές καταστάσεις πάνω στο ελληνικό σώμα της πατρίδας μας, και νότισαν δραματικά και ανεξίτηλα τις προηγούμενες γενιές των Ελλήνων βυθίζοντάς τους στην μεταξύ τους έχθρα. Όχι μόνο μεταξύ των συμπατριωτών τους αλλά και μεταξύ των μελών της ίδιας οικογένειας. Ένα εθνικό χάσμα που δεν θα γέμιζε με άνθη όπως πρέσβευε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός αλλά με λουλούδια από τα επιτάφια στέφανα πάνω στους τάφους και των δύο πολιτικών και ιδεολογικών πλευρών. Εκείνη την χρονική περίοδο όπου και να έστρεφες το βλέμμα σου αγρίευε η ψυχή σου. Ήταν ίσως αδύνατο να βρεις και να ακούσεις την αλήθεια από κανέναν τους. Η Οδύσσεια των Ελλήνων άρχισε μετά το πέρας και του Πολέμου και της Κατοχής και της εμφύλιας στρατιωτικής σύρραξης αναμεταξύ μας. Η μεγάλη οικονομική ανέχεια, η έκδηλη σε κάθε δραστηριότητα του βίου φτώχεια, η έλλειψη εργασιών, η εργασιακή εκμετάλλευση και οι κακές συνθήκες εργασίας ήσαν παρούσες σε κάθε βήμα που επιχειρούσαν να κάνουν οι άντρες και οι γυναίκες εκείνων των χρόνων. Όλοι και όλες προσπαθούσαν να βελτιώσουν τις ζωές τους με όποιον τρόπο μπορούσαν, να γλυτώσουν από το μίζερο και ανθυγιεινό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον που μεγάλωναν. Να αποδεσμευτούν από τα δεσμά μέσα στα οποία γεννήθηκαν, ανατράφηκαν, μεγάλωσαν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Συναντάμε την πρώιμη-από μικρή παιδική ηλικία κιόλας τάση των αδερφών για ανεξαρτησία, την μετανάστευσή τους σε άλλα μέρη της χώρας για καλύτερη ζωή. Πειραιάς, Θεσσαλονίκη, Λαμία, Αμερική. Εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση για εύρεση εργασίας και καλύτερων συνθηκών ζωής και απόκτηση χρημάτων για να γλιτώσουν από την φτώχεια και την αγραμματοσύνη των δικών τους. Κανένα από τα παιδιά δεν θέλει να ακολουθήσει την στερημένη ζωή των γονιών τους, να βόσκει τα ζωντανά, να κάνει αγροτικές δουλειές. Θέλουν να σπουδάσουν, να παντρευτούν τους εκλεκτούς ή εκλεκτές της καρδιάς τους (και όχι αυτούς που τους επιβάλλουν ο πατέρας ή τα αδέρφια). Καθένα από τα παιδιά προσπαθεί να βρει το δρόμο του, να αποκτήσει την ανεξαρτησία του, να πραγματώσει τους στόχους και τα όνειρά τους, να πάψουν να είναι τα «βλαχάκια» και να τα κοροϊδεύουνε, να φοράνε το παντελόνι τους με εσώρουχο από μέσα. Ο πατέρας χασάπης και βοσκός, η μάνα στο σπίτι, πεθαίνει το ’43 εν μέσω Κατοχής, αγράμματοι και οι δύο, τι μπορούν να τους προσφέρουν, παρά μόνο στεναχώρια και στερήσεις. Τι τους απομένει, η φυγή από τα πάτρια εδάφη, η μετανάστευση, ένας καλός γάμος, μια ελπίδα που τους τάζει ο ιδεολόγος ντελάλης του χωριού. Το αριστερό κίνημα και η εκπρόσωποί του που βρίσκονται στα βουνά και πολεμούν να καταλάβουν την εξουσία. Όλη η αριστερή ηγεσία περνάει ονομαστικώς από τις σελίδες του βιβλίου, τα λάθη τους, οι αστοχίες τους, οι απόλυτες κοινωνικές συμπεριφορές τους και απαιτήσεις τους, οι πολεμικές τους επιχειρήσεις και εκβιασμοί. Το ίδιο και από την άλλη πλευρά των πολιτικών χαρακωμάτων, των δεξιών εθνικιστών. Σε κάποιο σημείο λέει ένας ήρωας του μυθιστορήματος. «Οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, οι Αντάρτες μας έκαψαν το σπίτι, τώρα κάψτε το και εσείς ο ελληνικός στρατός». Από πουθενά δεν υπάρχει σωτηρία. Ούτε μέσα στο σπίτι που μεγάλωσαν τα αδέρφια ούτε έξω, στην κοινωνία, στα μεγάλα αστικά κέντρα που μεταναστεύουν. Ακόμα και οι πρώτου βαθμού συγγενείας άτομα θέλουν να συνάψουν ερωτικές σχέσεις με τις δύο θυγατέρες, όπως στην περίπτωση της Φωτεινής, να τις εκμεταλλευτούν με κάθε μέσο. Τι μπορεί να περιμένει ο νέος άνθρωπος από έναν κόσμο κατεστραμμένο από τις πολεμικές επιχειρήσεις και τα εμφύλια πάθη και μίση. Ποιους να αποκηρύξει και με ποιους να πάει; Ο ξεσπιτωμός είναι καθολικός. «Σαν την Μικρασία έγινε» λέει σε κάποια στιγμή η Φωτεινή, και «όσοι δεν μπορούσαν να φύγουν, ήσαν γέροι ή κατάκοιτοι τους σκότωναν». «Μας εγκαταλείψανε στην τύχη μας» λέει σε άλλο σημείο. Να η πραγματικότητα της αλήθειας της ιστορίας για κάθε φτωχό άτομο και οικογένεια στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια.

Το επίθετο της οικογένειας δεν αναφέρεται, κάτι που την καθιστά αντιπροσωπευτικό σύμβολο, όλων των ελληνικών οικογενειών εκείνων των ταραγμένων πολιτικά και πολεμικά περιόδων. Οι αδερφοί του πατέρα και θείοι των παιδιών έχουνε μεταναστεύσει στην Αμερική για καλύτερες συνθήκες ζωής, έχουν τα μαγαζιά τους, δεν κοιτούν πίσω τους πια. Για μικρό χρονικό διάστημα μεταβαίνει και ο πατέρας με τον μικρό γιό τον Σπύρο με την προοπτική να σταδιοδρομήσουν επαγγελματικά και να βοηθήσουν αυτούς που έμειναν πίσω στο χωριό, την μάνα και τα υπόλοιπα αδέρφια. Μετά από «λόγια» που βάζουν στον πατέρα τα αδέρφια του ενάντια στον μικρό μαθητή, τον ανιψιό τους Σπύρο, βλέποντας ότι το «κλίμα» δεν τον σηκώνει» στην Αμερική ο πατέρας χωρίς φράγκο στην τσέπη παίρνει τον μικρό του γιο από το Σχολείο και επιστρέφει πίσω στο χωριό. Το ταξίδι της μετανάστευσης απέτυχε εν τη γεννέση του. Η επιστροφή είναι μοιραία για όλα τα μέλη της οικογένειας και για το κάθε ένα ξεχωριστά. Η φτώχεια δεν αναχαιτίζεται, τα προβλήματα μεταφέρονται στους ώμους των νεότερων μελών με δυσβάσταχτο σωματικό και ψυχικό κόστος και απόγνωση. Η μία κόρη η Ακριβή, φεύγει για τον Πειραιά και εγκαθίσταται. Ο Σπύρος που ακολουθεί αναζητά διέξοδο στα καράβια όπου έχουν λεφτά ως μάγειρας. Οι άλλοι βολοδέρνουν εργασιακά αναζητώντας πρόχειρες λύσεις σε διάφορα μέρη της χώρας. Από την μία οι αντάρτες από την άλλοι οι χίτες άντε να ισορροπήσουν τα μέλη της οικογένειας. Το τίμημα είναι μεγάλο όποια πλευρά και αν υιοθετήσουν. Τα πάθη και τα μίση έντονα διχάζουν αδέρφια, γονείς από τα παιδιά τους, όταν μάλιστα η φτώχεια είναι μεγάλη και παρατεταμένη, σκληρή. Ο φατριασμός ισχυρός, ακλόνητος με πολλά κοινωνικά πλοκάμια. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος υπήρξε μιά λυσσαλέα αδελφοκτόνο αντιπαλότητα μεταξύ της δεξιάς και αριστερής παράταξης και ιδεολογίας στην χώρα μας αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων και των συμμάχων τους (Ιταλών) από την Ελλάδα. Με την εμπλοκή ξένων και πάλι δυνάμεων, ο εμφύλιος σπαραγμός τέλειωσε το 1949 με την ήττα των αριστερών πολιτικών δυνάμεων και την κυριαρχία της φιλελεύθερης ιδεολογίας και πολιτικής επικράτησης ως σύστημα διακυβέρνησης. Έκτοτε –και με το παγκόσμιο μοίρασμα του σύγχρονου Κόσμου μας σε δύο πολιτικά στρατόπεδα από τις μεγάλες και ισχυρές στρατιωτικά και οικονομικά δυνάμεις- άλλαξε και η πολιτική μοίρα και πορεία της πατρίδας μας, σταθεροποιήθηκαν οι συμμαχίες της κατά την περίοδο του Ψυχρού πολέμου που έληξε το 1989 με την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ και την επανένωση της Ανατολικής με τη Δυτική Γερμανία σε ένα ενιαίο ομόσπονδο κράτος.

 Η αιματοβαμμένη της πατρίδας μας ιστορική περιπέτεια, σκοτεινή και τραγική περίοδο για τον ελληνικό λαό, τοιχογραφείται στην μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Κώστα Βρεττάκο με επιδραστική πειθώ, αναπαραστατική σκληρή πλαστικότητα, έντονο λυρισμό και ευαισθησία, νότες μελαγχολίας και απαισιόδοξης διάθεσης. Ο ρεαλισμός του βλέμματός του δεν αφήνει περιθώρια στον θεατή να μην συμμετάσχει ενεργά στα δρώμενα και να πάρει θέση. Η  σπουδή του καλλιτέχνη πάνω σε ένα τόσο σοβαρό θέμα απαιτεί ιδιαίτερη, προσεκτικής ισορροπίας εξέταση. Η Ιστορία δεν ξαναγράφεται όπως και τα όνειρα και οι ελπίδες των ανθρώπων.

   Οι δικές μας, νεότερες μεταπολιτευτικές γενιές-σε όποια παράταξη και αν ανήκαν οι γονείς τους- ευτυχώς δεν ζήσαμε πόλεμο ή κατοχή, δεν ζήσαμε τον εμφύλιο πόλεμο άμεσα αλλά «έμμεσα» το εμφύλιο τραύμα, μέσω των διώξεων, των εξοριών, των φυλακίσεων, των πολιτικών απαγορεύσεων, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, της  τελευταίας δικτατορικής περιόδου στην χώρα μας. Ο κινηματογραφικός φακός δεν στάθηκε αδιάφορος στα τότε ιστορικά φρικτά περιστατικά και γεγονότα, απεικόνισε στην μεγάλη οθόνη τον εμφύλιο πόλεμο και εθνικό μας τραύμα συμπερασματικά ιστορικά. Κλασικό παράδειγμα οι ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, και μερικών άλλων παλαιών και σύγχρονων κινηματογραφιστών. Το ενδιαφέρον της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής για δεκαετίες, εστιάστηκε στην περιγραφή της περιόδου του Πολέμου, της Γερμανικής και Ιταλικής Εισβολής, της Κατοχής, των ετών της πείνας, της απελευθέρωσης, των ηρωικών αγωνιστικών αντιστασιακών ανδραγαθημάτων του Ελληνικού Λαού. Εμπορικές ταινίες σημαντικών και δημοφιλών παραγωγών με μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες που αναφέρονταν και εξιστορούσαν τα ηρωικά αντιστασιακά κατορθώματα και τις αγωνιστικές δράσεις των ελλήνων στρατιωτών, αξιωματικών και ηρωικών μορφών του ελληνικού λαού ενάντια στους ιταλούς και γερμανούς κατακτητές παρουσιάστηκαν στους ελληνικούς κινηματογράφους. Η ταινία «Υπολοχαγός Νατάσα» πχ. με την εθνική μας σταρ Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της χρονιάς όταν προβλήθηκε. Οι πολεμικές ταινίες του Τζέημς Πάρη, του σκηνοθέτη Νίκου Φώσκολου, του Γιώργου Τζαβέλα, του Αλέκου Σακελλάριου και άλλων μορφών του ελληνικού κινηματογράφου, δίδαξαν στις νεότερες μετεμφυλιακές γενιές των ελλήνων την ελληνική ιστορία εκείνης της περιόδου, αμεσότερα και επιδραστικότερα από ότι τα ίδια τα βιβλία της ελληνικής ιστορίας των ιστορικών. Τα αμιγώς ιστορικά βιβλία θέλουν χρόνο για να χωνευτούν και να επεξεργαστούν ενώ αντίθετα, η κινηματογραφική οθόνη ή η τηλεοπτική εικόνα ενός ιστορικού ντοκιμαντέρ επιδρά και αφομοιώνεται γρηγορότερα από τον τηλεθεατή ακόμα και αυτόν που έχει χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Όπως και νάχει, δύο υπήρξαν οι δίαυλοι γνωριμίας μας με την σκοτεινή αυτή εποχή του εμφύλιου πολέμου και τα μεταγενέστερα τραυματικά καθέκαστά του στις ζωές και συνήθειες και δημόσιες πρακτικές των ελλήνων. Ο πρώτος ήταν το άμεσο οικογενειακό και συγγενικό, φιλικό περιβάλλον που μεγαλώναμε όσοι προέρχονταν από την μερίδα εκείνη της ηττημένης αριστερής και κομμουνιστικής παράταξης και των διώξεών της, (μέχρι σχεδόν το 1974 μετά την μεταπολίτευση) και φυσικά από την άλλη πλευρά των ιδεολογικών φιλελεύθερων χαρακωμάτων το συντηρητικό και δεξιό περιβάλλον της μερίδας εκείνης του ελληνικού λαού και των εκπροσώπων του, που νικήτρια πλέον κατείχε τους μηχανισμούς και τους αρμούς της κυβερνητικής και πολιτικής εξουσίας μετά το 1950. Η γενιά η δική μου παραδείγματος χάρη, γενιά του 1980, ότι δραματικό βίωσε από το τέλος του εμφύλιου σπαραγμού το διδάχτηκε μέσω των αναμνήσεων των μεγαλυτέρων, τις δικές τους ατομικές ή συλλογικές μνήμες, καταγραφές και εξιστορήσεις. Ο δεύτερος δίαυλος γνωριμίας μας υπήρξε ο ελληνικός κινηματογράφος-και τα ιστορικά ή πολεμικά τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ- και ιδιαίτερα ο Νέος Σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος που άνοιξε τις φτερούγες του μετά την επταετία (1967-1974) στους νέους ορίζοντες και ρεύματα της Ιστορίας. Νέοι σε ηλικία και σπουδαγμένοι (στο εξωτερικό) σκηνοθέτες συλλογίζονται στο πώς με τον κινηματογραφικό φανό θα αναπαραστήσουν παλαιότερες και νεότερες χρονολογικά περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας και της καθόλου παράδοσης του Ελληνισμού, της ανίχνευσης της Ελληνικής Συνέχειας μέχρι των ημερών μας. Όλο το Ιστορικό Πανόραμα της ελληνικής μας ζωής και παράδοσης απασχόλησε την έβδομη τέχνη όπως και τις άλλες μορφές και είδη των τεχνών. Μια εν τάχει εξέταση της διαχρονικής ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου όπως μας την δίνουν δύο ιστορικοί του, ενδεικτικά να αναφέρω τα ονόματα του Γιάννη Σολδάτου και του Βρασίδα Καραλή και των ταινιοκριτικών του Βασίλη Ραφαηλίδη και των άλλων κριτικών του Σινεμά που δημοσιοποίησαν τις απόψεις και θέσεις τους σε εφημερίδες και περιοδικά-και στις μέρες μας σε ηλεκτρονικές ιστοσελίδες- θα μας αποκαλύψει του λόγου το ιστορικό αληθές. Ούτε τόσο τα ιστορικά βιβλία, ούτε ίσως η σχολική μας εκπαίδευση βοήθησαν τους μαθητές και νέους της χώρας μας να κατανοήσουν, να πάρουν μυρωδιά το πια είναι στην πραγματικότητα η αληθινή ελληνική ιστορία και πώς μας την διδάσκουν οι κρατικοί υπεύθυνοι, όσο ένας χαρακτηριστικός κινηματογραφικός ήρωας με τις πράξεις του, μία αντιστασιακών δράσεων φιγούρα πάνω στην λευκή οθόνη. Ίσως και να μην λαθεύω και τόσο στις εκτιμήσεις μου.

   Η βραβευμένη ταινία «Τα παιδιά της χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου, οφείλουμε να την δούμε κάτω από το γενικό αυτό πρίσμα εξέτασης και ερμηνείας της ελληνικής ιστορίας και ειδικότερα των επιπτώσεων που είχε πάνω στις ζωές και την καθημερινότητα των ελλήνων ο εμφύλιος πόλεμος και τις όποιες ψυχικές πληγές ή συνειδησιακά τραύματα, του κορμιού βασανισμούς και μνήμες άφησε πίσω του.

  Ο Κώστας Βρεττάκος έκανε ότι μπορούσε καλύτερο καλλιτεχνικά να αποδώσει το πνεύμα και το μήνυμα του μυθιστορήματος του πεζογράφου Διονύση Χαριτόπουλου. Και το στοίχημα αυτό με τον εαυτό του το πέτυχε με τον καλύτερο τρόπο και απολαυστικό για εμάς τους θεατές.

 Η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία και λόγω ότι την πλαισίωναν ένα καστ εξαιρετικών ελλήνων αντρών και γυναικών σημαντικών ηθοποιών που έδεναν αρμονικά μεταξύ τους δίχως ο θεατής να διακρίνει υπερβολικές αντιμετωπίσεις στις ιδιαίτερες του καθενός και κάθε μίας ερμηνείες τους, υποκριτική τους δεινότητα. Διαισθανόσουν ότι όλοι οι συντελεστές της κινηματογραφικής παραγωγής δούλευαν σαν ένα αρμονικό και καλά σχεδιασμένο σύνολο για να δώσουν ένα σωστά οργανωμένο λειτουργικό κινηματογραφικό αποτέλεσμα. Τελικά, ο βιωμένος χρόνος της ιστορικής περιπέτειας της ζωής μας και ο καλλιτεχνικός μας, ο χρόνος ο παρελθών και ο χρόνος ο παρόν είναι ενιαίος όπως θα μας έλεγε ο ποιητής Τόμας Στερν Έλιοτ.

 Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

14/10/2026

ΥΓ. Με την πρόσφατη απώλεια του συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλου, πληροφορήθηκα από το διαδίκτυο ότι ο πειραιώτης πεζογράφος είχε ολοκληρώσει την Πειραϊκή τριλογία του-που σχολιάσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας τα δύο του βιβλία, με έναν ακόμη τίτλο του. «Πειραιάς Βαθύς» εκδόσεις «Τόπος», Αθήνα 2016. Για όσους ενδιαφέρονται.

Η καταρρακτώδης βροχή μπαίνει από παντού στο σπίτι.      

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Έφυγε ο περαιώτης συγγραφέας Διονύσιος Χαριτόπουλος

 

    Διονύσης Χαριτόπουλος

(Πειραιάς 27/8/1947- Πέμπτη 8/10/2026)

   Παράξενα τα παιχνίδια της Μοίρας που παίζει μαζί μας, μας κοροϊδεύει, μας ειρωνεύεται, μας ξεγελά χαμογελώντας σαρδόνια και πολλές φορές χαιρέκακα για τις όποιες βεβαιότητές μας, φρούδες ελπίδες αθανασίας μας. Διαφορετικά τα λογαριάζεις, τα περιμένεις, τα προγραμματίζεις και αλλιώς σου έρχονται στην καθημερινότητα του ατομικού σου χρόνου και των καταστάσεων του βίου σου. Αυτές τις μέρες άρχισε ο χορός του Πειραϊκού θανάτου, των απωλειών των Παιδιών του Πειραιά. Πρώτος έφυγε ο ποιητής και κριτικός Αντώνης Ζαρίφης, ακολούθησε ο Μ. Μπακούρης και εχθές ο πεζογράφος και νεότερος βιογράφος του Άρη Βελουχιώτη, ο Διονύσης Χαριτόπουλος.

  Αναρτούσαμε το τελευταίο δίμηνο κριτικές και σχολιασμούς για ταινίες του σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, κυρίως έχοντας κινηματογραφικό οδοδείχτη τον δάσκαλο της έβδομης τέχνης και κριτικό, αρθρογράφο Βασίλη Ραφαηλίδη. Διαβάζοντας εκ νέου τα βιβλία με τις κριτικές του δεν θα μπορούσαμε να μην ανατρέξουμε και στον τόμο που ο Ραφαηλίδης συγκέντρωσε ταινιοκριτικές του για τον Σύγχρονο Ελληνικό Κινηματογράφο, το Νέο. Ξεχωρίσαμε τρείς παλαιές ελληνικές παραγωγές που είχαν σχέση με τον Πειραιά και Πειραιώτες δημιουργούς. Δημοσιεύσαμε πρώτα το τι έγραψε για την βραβευμένη ταινία του Πειραιώτη συγγραφέα και σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη, «Μετέωρο και Σκιά». Μιά χρονική περιπλάνηση μέσω των αφηγήσεων των στενών φίλων του, του εστέτ και δανδή ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (31/10/1888- 7/1/1944). Παράλληλα, ετοιμαζόμασταν να αναρτήσουμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα την κριτική του ταινιοκριτικού για την ταινία του γιού του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, του κινηματογραφιστή Κώστα Βρεττάκου: «Τα παιδιά της Χελιδόνας». Ο Μανιάτης ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος όπως όλοι οι αναγνώστες της ποίησης γνωρίζουμε είχε άμεση σχέση με την πόλη του Πειραιά, διέμενε στο κέντρο της και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλός της. Η προτομή του υπάρχει ακόμα στον πεζόδρομο της οδού Καραϊσκου. Την ταινία «Τα παιδιά της Χελιδόνας» την είχαμε παρακολουθήσει και μας άρεσε. Ωραία πλάνα, καλή φωτογραφία, σκηνοθεσία άψογη με εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα της Μαίρης Χρονοπούλου στις γνωστές δάνειες Τσαρουχικές σκηνές της κινηματογραφικής ανάπλασης. Η ταινία βασίζονταν στο μυθιστόρημα ενός ακόμη σημαντικού σύγχρονου Πειραιώτη, του γνωστού μας μυθιστοριογράφου και διηγηματογράφου Διονύση Χαριτόπουλου, το οποίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983. Το όνομα του συζύγου της δημοσιογράφου Μαλβίνας Κάραλη από τα Ψαρά -η οποία διέμενε για ένα διάστημα στο πρώτο λιμάνι, αναφέρονταν ότι γεννήθηκε στην Αθήνα όπως και σε άλλα βιβλία που καταγράφουν την συγγραφική πορεία του. Από τα πρώτα στιγμιότυπα της μυθοπλασίας των παρουσιάσεων των ηρώων και ηρωίδων (Πάνος, Ακριβή, Σπύρος κλπ. περιοχές του Πειραιά όπως η Τρούμπα κάνουν γνωστή την εικόνα τους στο βιβλίο «Τα παιδιά της χελιδόνας»). Ο Πειραιάς και η ατμόσφαιρά του, το ανθρωπογενές λαϊκό κλίμα του είναι παρόντα σε διάφορα γραπτά του Διονύση Χαριτόπουλου. Η πρώτη ύλη των παιδικών του αναμνήσεων διασπάται αρμονικά και ισορροπημένα στα κατοπινά έργα του έστω και αν η θεματική τους τοιχογραφία και διαπραγμάτευση αλλάζει, τα μοτίβα τροποποιούνται. Η ποιότητα της αναφοράς του στις μεταγενέστερες αφηγήσεις και εξιστορήσεις του ως παιδική και εφηβική μνήμη, το χρονικό βάθος των αναμνήσεών του, αυτό το λειτουργικό φλας μπακ, η παρατηρητικότητα του βλέμματός του ως ενιαίο ταμπλό της καθολικής παράστασης της Πόλης καθώς περιπλανάται στις νεανικές του εξορμήσεις στις φτωχογειτονιές, γνωρίζοντας τα μυστικά και τις οσμές της που κάποτε ένιωσε, οι συγκινητικές περιγραφές του και νοσταλγικές καταθέσεις του, ή όχι και τόσο αθώες όσον αφορά τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα και πολιτικά τεκταινόμενα κρίσεις και απόψεις του, καθιστούν τα γραπτά του σημαντικές πρωτογενείς μαρτυρίες της ιστορίας της πόλης αλλά και άλλων περιοχών. Γνωρίζοντας από παλαιά την πεζογραφική παρουσία του πολύ καλού Διονύση Χαριτόπουλου, ενός σεμνού γραφιά,- παρά την εμπορική και αναγνωστική επιτυχία των βιβλίων του, δεν θα μπορούσαμε να μην τον μνημονεύσουμε στις δικές μας εκδοτικές εργασίες πάνω στην πολιτιστική διαδρομή του Πειραιά από την ίδρυση του Δήμου έως των ημερών μας. Που τα πάντα άλλαξαν από την φυσιογνωμία του έως το ήθος των δημοτών του. Δεν θα μπορούσαμε σαν αναγνώστες των βιβλίων του να μην σταθούμε και στα συγγραφικά του χνάρια που χάραξε επάξια και δυναμικά, δημιουργικά στα ελληνικά γράμματα εδώ και δεκαετίες, αλλά ιδιαίτερα, τα τελευταία χρόνια με τις νέες του κυκλοφορίες των πολύ καλών εργασιών του που έχουν άμεση σχέση με τον Πειραιά του όχι και τόσο μακρινού άλλοτε. Βιβλία που έτυχαν ευμενούς αποδοχής και αναγνώρισης, διαβάστηκαν και συζητήθηκαν, προσέχθηκαν και συναρίθμησαν τον πειραιώτη δημιουργό ώς ένα από τα σημαντικά μέλη της Πειραϊκής Σχολής Λογοτεχνίας. Και αναφέρομαι στα δύο του βιβλία που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ» το 2012 και 2016 αντίστοιχα σαν μία συνέχεια της καθόλου και σταθερής ματιάς του και των αναμνήσεών του της σύγχρονης ιστορίας της Πόλης. Ο τίτλος του πρώτου είναι «Εκ Πειραιώς» Διαδρομή 1947-1967 και είναι μία μυθιστορηματική ανάπλαση μιάς τριακονταετίας- αρχινά για την ακρίβεια 7/11/1955- γνωριμίας του αναγνώστη με περιοχές όπως το [Λιμάνι, η Τρούμπα, η Δραπετσώνα, η Αγία Σοφία, η πλατεία Καραϊσκάκη, τα Ταμπούρια, η Αμφιάλη, τα Καμίνια, ο Αγιος Ιωάννης Ρέντης, η Φρεαττύδα, η Πειραϊκή, το Χατζηκυριάκειο, ο Καραβάς και άλλα τοπόσημα και περιοχές του Πειραιά και των όμορων περιοχών που μας δίνονται με έντονη παραστατικότητα και αναγλυφικότητα σαν τους παλαιούς πολιτικούς χάρτες διαφόρων περιοχών της Ελλάδος που είχαμε στις αίθουσες των Σχολείων. Ένα μάθημα κοινωνικής ανθρωπογεωγραφίας και συνοικιών στην πράξη. Μία αμφίδρομη επιρροή και επιδραστικότητα, τόσο του Πειραιά πάνω στους δημότες και κατοίκους του όσο και των κατοίκων πάνω στην ταυτοτική εικόνα και τον χαρακτήρα της Πόλης. Οι σελίδες του πειραϊκού «χρονικού» ανοίγουν με το μότο «στον Πειραιά πατάω στεριά». Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου είναι «Πειραιώτες» Ιστορίες & Ειδήσεις 1947-1967. Εδώ παραλλαγμένη η Σεφερική ρήση (για την Κύπρο), «Πειραιά, ού μ’ εθέσπισεν» ο Χαριτόπουλος χαρτογραφεί τις προσφυγικές «ράτσες» και συνήθειες, ήθη και έθιμα των προσφύγων που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα φιλόξενα χώματα του Πειραιά και έγινε η δεύτερη πατρίδα τους. Είναι η «λιμανίσια η Πειραιώτικη ράτσα» που μας λέει ο συγγραφέας των εγκατεστημένων: Υδραίων, Χίων, Μανιατών, Κρητικών, Μικρασιατών, Πόντιων, Ρουμελιωτών, Πελοποννήσιων, Θεσσαλών, Ηπειρωτών, Καρπάθιων, Νησιωτών διαφόρων νησιών του Αιγαίου, Επτανήσιων.] Οι δύο αυτοί τόμοι συνοψίζουν κατά κάποιον τρόπο θα γράφαμε τις προσωπικές των αναμνήσεών του περιπλανήσεις του Πειραιά τα παιδικά του βιώματα και συγκινήσεις, τις πρώτες αισθήσεις και συναισθηματικές του ταραχές και την κατά κάποιον τρόπο διαμόρφωση της προσωπικότητάς του ως άτομο και ίσως ως συγγραφέα. Ενός δημιουργού που παρά την φήμη του, προέρχεται από λαϊκή στόφα, έκανε διάφορες δουλειές χειρονακτικές για να ζήσει, ζυμώθηκε μέσα στις συνοικίες και πέριξ του Λιμανιού, αλλά δεν έχασε ποτέ το ανθρώπινο πρόσωπό του και το λαϊκό του στοιχείο και ντόμπρο ήθος του. Οι αφηγηματικές ιστορήσεις του Διονύση Χαριτόπουλου συγκροτούν ένα ιστορικό πανόραμα της σύγχρονης μεταπολεμικής ελλάδας- όπως φυσικά και άλλων ελλήνων μυθιστοριογράφων και διηγηματογράφων. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του είναι πραγματικά πρόσωπα, ρεαλιστικά πρότυπα, άτομα της διπλανής πόρτας και πηγάζουν μέσα από τα λαϊκά σπλάχνα της κοινωνίας. Μετέχουν ενεργά στην μικρο Ιστορία της εποχής τους, την διαμορφώνουν με τις μικρές τους δυνάμεις και φιλοδοξίες, τις αλληλεξαρτήσεις τους, τις προστριβές μεταξύ τους, αντιμαχόμενοι τις δυνάμεις της κρατικής εξουσίας, είναι έντονα κοινωνικοποιημένα άτομα. Πολιτικά προσδιορίσημα. Την ιδεολογία που ασπάζονται αν δεν λαθεύω ερμηνευτικά, δεν την ακολουθούν όλοι οι μεροκαματιάρηδες ήρωές του, οι λιμενεργάτες του λιμανιού αν και προέρχονται από την ίδια πολιτική δεξαμενή του θρυλικού αγωνιστή συμβόλου της ηττημένης παράταξης του εμφυλίου της Αριστεράς, του στρατιωτικού «αρχηγού των ατάκτων» που τόσο εύστοχα βιογράφησε τον Άρη στα βιβλία του ο Διονύσης Χαριτόπουλος.

   Ο Διονύσης Χαριτόπουλος μας πρόσφερε στα γραπτά του εκπληκτικές τοιχογραφίες του έμψυχου ανθρωπογενούς τοπίου του πειραϊκού λαού, δεν μας καθρέφτισε «πακεταρισμένες» φυσιογνωμίες και καταστάσεις μη οικείες στον κάθε πειραιώτη. Χαρτογράφησε με καθαρά λαϊκά αυθεντικά χρώματα και νοσταλγικές πινελιές λαϊκές συνοικίες και σοκάκια που έσφυζαν από ζωή, ανθρωπιά, καλοσύνη, μυρωδιές εργατικής κουζίνας, ανθρώπινη φτώχεια και οικονομική εξαθλίωση αλλά πειραιώτες με ανθρώπινο πρόσωπο και χαρακτήρα, παρά τις κοινωνικές επιλογές του περιθωρίου που μερίδα από αυτούς ακολουθούσαν. Ρεμπέτες του ντουνιά ναυτικοί πειραιώτες. Δίνει την απαιτούμενη προσοχή τόσο στην ανάπλαση της μεγάλης εικόνας μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι της ζωής των ανθρώπων όσο και στις μικρολεπτομέρειες των ιστορικών συνθηκών που ορίζουν και καθορίζουν τις ζωές τους. Η αφηγηματική δομή των ιστορικών περιπετειών του είναι ισορροπημένη, στρωτή, δεν έχει χάσματα, οι δράσεις των προσώπων είναι ξεκαθαρισμένες όπως και οι ρόλοι τους μέσα στην κοινωνία από όπου τους παίρνει και τους θέτει μέσα στις λευκές σελίδες των βιβλίων του ως αληθινά σύμβολα, ως πρότυπα χαρακτήρων. Οι Πειραιώτες στα κείμενα του Χαριτόπουλου είναι φορείς μίας ιστορικής συνείδησης και ίσως και αποστολής. Οι στάσεις και οι αντιδράσεις τους δεν εκφράζουν μόνο τους ίδιους και τα άτομα που εμπλέκονται μαζί τους αλλά την ίδια την Πόλη, την Ιστορία της, τις γνωστές και άγνωστες πτυχές και τοποθεσίες της, την ατμόσφαιρά της σαν κάτι το ξεχωριστό, το ντόμπρο, το αντρίκιο το μπεσαλίδικο στις μεταξύ τους συμφωνίες και συναλλαγές να μην θέλει χαθεί από την παράδοσή της. Είναι πράγματι απορίας άξιο πώς αυτή η φτωχομάνα Πόλη, αυτό το πετρώδες και με πάμπολλες επιχωματώσεις Λιμάνι που δέχθηκε στα σπλάχνα του κάθε καρυδιάς καρύδι από όλη την ελληνική επικράτεια κατόρθωσε να οργανώσει και να αφομοιώσει όλες αυτές τις ετερόνομες και ετερόκλητες ανθρώπινες ταυτότητες και το προγονικό τους πολιτιστικό εποικοδόμημα από όλη την Ελλάδα σε μία ενιαία ανθρώπινη ταυτότητα και εικόνα, την Πειραϊκή. Στο πρώτο Λιμάνι της χώρας από των αρχαιοτάτων χρόνων κανένας κάτοικος δεν είναι «κομπάρσος», όλοι όσοι μετεγκαταστάθηκαν στην Πόλη κατόρθωσαν, αγωνίστηκαν όχι χωρίς θυσίες είναι πρωταγωνιστές της ιστορίας και της εξέλιξής του. Ζωτικός επαρκής χώρος των συνειδήσεων των Πειραιωτών είναι η ίδια η Πόλη, αυτό το κακοτράχαλο πέταλο που σιγά-σιγά απλώθηκε και απόκτησε μία κυρίαρχη παρουσία ανάμεσα στις άλλες πόλεις και λιμάνια της πατρίδας μας με διεθνή προβολή και ακτινοβολία.

Δρόμοι και σοκάκια, αλάνες που έπαιζαν τα παιδιά ποδόσφαιρο, λαϊκές συνοικίες και τοποθεσίες που τους χωματόδρομούς τους χάρασσαν τα αμάξια των νερουλάδων με τις στάμνες, οι μανάβηδες με τα φρέσκα ζαρζαβατικά στα καλάθια και τις καλαθούνες, οι πλανόδιοι έμποροι των προικιών των παιδιών τους. Ο νεαρός Χαριτόπουλος περπατά την περιοχή της Αγίας Σοφίας και παρατηρεί τις αλλαγές της ρυμοτομίας της και θυμάται, συγκινείται, φέρνει στο νου του παραστάσεις, εικόνες και γεγονότα που έζησε, βίωσε, πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, φανέρωσε τις πρώτες του συναισθηματικές ανάγκες, μοίρασε τα πρώτα του χαμόγελα στους γύρω του, συνάντησε τα πρόσωπα με τα οποία συνδέθηκε στα κατοπινά χρόνια του βίου του. Παιδικές και εφηβικές του νεανικές του αναμνήσεις, νοσταλγικές και της ωριμότητάς του ονειρικές στιγμές και δύσκολες περιπέτειες ζωής φτωχών οικογενειών των δεκαετιών μετά το 1960. Όταν η Πόλη άρχιζε να αλλάζει όψη, να βαδίζει τα πρώτα στάδια της αστικοποίησής της αφήνοντας πίσω αργά και σταθερά το προσφυγικό προφίλ και παρελθόν της. Συγκινητικές στιγμές και αποτυπώσεις ευαισθησίας νεανικών στιγμών, μνημών όπως τις βίωσε, τις επεξεργάστηκε η νεαρή του συνείδηση και διαμόρφωσαν το ήθος του χαρακτήρα του, καλλιέργησαν την ανθρωπιστική μορφή της ψυχής του, τα συναισθήματά του για τους ανθρώπους γύρω του και για την ίδια την Πόλη. Καθημερινά μοτίβα λυρισμού και συγκινήσεων γνωστά στα άτομα της γενιάς του Πειραιώτες που αποφάσισαν στα κατοπινά τους χρόνια να μας ξαναθυμίσουν, να ζωγραφίσουν με τα κείμενά τους, τα γραπτά τους το ανάγλυφο μαγευτικό είδωλο της Πόλης των νιάτων τους.

   Ο Πειραιάς που έζησε και μεγάλωσε ο Διονύσης Χαριτόπουλος δεν του πρόσφερε μόνο την πνοή της ζωής του,- έστω και μέσα σε ένα κλίμα και μία ατμόσφαιρα συνθηκών φτώχειας και ανέχειας, του εμφύσησε την ανάσα της κοινωνικοποίησής του, την λαϊκότητα του χαρακτήρα του, την ρεμπέτικη λεβεντιά του, την δημοκρατική και ανεξάρτητη συνείδησή του. Ο Χαριτόπουλος ούτε μας κολακεύει ως Πειραιώτες ούτε μας σνομπάρει σαν φτασμένος, απλά μας παρακολουθεί, μας ιχνομυθεί και μας περιγράφει μέσα στο πλαίσιο της πειραϊκής περιπέτειάς μας ως δρώντα πρόσωπα με φανερούς τους κώδικες της Πειραϊκής μας ταυτότητας ανοιχτή στο χρόνο.

Η θαλάσσια αύρα της πόλης του μεταδικτατορικού Πειραιά νότισε το πρόσωπό του και πότισε τις σελίδες των βιβλίων του δίνοντας διέξοδο και όραμα στην ύπαρξή του. Η σκόνη του χρόνου από τις προσφυγικές συνοικίες του Πόρτο Λεόνε δεν τον σκεπάζει δεν αποχρωματίζει τους ορίζοντες της φαντασίας του καθώς τις περπατά με άγρυπνο πάντα βλέμμα, τις αντένες των αισθήσεών του άγρυπνες. Παρατηρεί και εξερευνά ανθρώπους και τοποθεσίες, αναγνωρίζει λησμονημένα ή χαμένα τοπόσημα της Πόλης, ακούει λέξεις αμίλητες πια, μιάς άλλης εποχής και συνθηκών ζωής. Όλα όσα του χάρισε ο Πειραιάς χαλύβδωσαν το ηθικό του, οχύρωσαν την θέλησή του για επιβίωση, καλλιέργησαν την υπερηφάνεια της προέλευσής του. Ταυτίστηκε με ότι σκιτσάρισε μέσα στα γραπτά του για τον Πειραιά ως απαραίτητοι ρυθμοί της προσωπικής του ανάσας.

        Πειραιάς μια μυθική ιστορία οι άνθρωποί του και ο κόσμος τους, τα όνειρά τους, οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες του, οι δημιουργοί του. Το αγωνιστικό γλαροπούλι του ο Διονύσης Χαριτόπουλος.       

 Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

10/10/2026

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

7+1 ποιήματα για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

 Ποιήματα αφιερωμένα στον ποιητή

        Ναπολέων Λαπαθιώτη

1., ΤΟΥ Ν. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ  ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Τώρα που έχεις ξεφύγει απ’ του βίου το κλάμα

        κι είσαι ολόφωτο πνέμα,

η ψυχή σου απορεί για το ανθρώπινο δράμα

        που σου ερούφα το αίμα:

 

Είχες έρθει να ψάλης τ’ ώριο φώς που αναβρύζει

        απ’ της φύσης τα σπλάχνα,

και το εξαίσιο τραγούδι σου, Ποιητή, μας βυθίζει

        μεσ’ στου πόνου την άχνα.

 

Εκαθόσουν στο πιάνο κι απ’ του δρόμου το βάθος

        στης νυχτιάς τη γαλήνη,

μ’ έχει αγγίξει ο καημός και τ’ αδιέξοδο πάθος

        της καρδιάς σου που εθρήνει.

 

Κι όταν σου ‘φυγε η μάνα, που κρατούσε αναμμένο

        της στοργής το καντήλι,

σ’ ένα σκότος φριχτό σε είδα πιά βουτηγμένο,

        βουτηγμένο ως τα χείλη.

 

Μοναχή συντροφιά σου μένει η θύμηση τώρα,

        το στοιχειό του σπιτιού σου’

όλο πάει να σημάνη κι αναβάλλεται η ώρα

        του στερνού λυτρωμού σου.

 

Πώς ανάσανε φίλε, όταν λεύτερο σε είδα

        να κινάς για άλλα μέρη!

Σ’ ακλουθώ με το νου μου στην καινούργια Πατρίδα

        που με δέχτηκε αστέρι.

          ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

2., ΕΛΕΓΕΙΟ

Δεν ήταν θάνατος αυτός ο Ξένος,

που εκείνο το βαθύ κ’ εξαίσιο βράδι

ήρθε σιγά, κρυφά μες στο σκοτάδι,

σαν ένας αδερφός αγαπημένος,

 

και σταυρωτά σε φίλησε, σα χάδι…

Έτσι πολύ κι’ αναίτια λυπημένος,

ήταν ένας χλωμός Εσταυρωμένος,

που εκείνο το βαθύ κ’ εξαίσιο βράδι,

 

σε μιάν Αποκαθήλωση μοιραία

-τριανταφυλλάκι σε γυμνή ρομφαία-

κάρφωσε την ψυχή σου… Σαν αστείο,

 

τώρα θα σου φανεί να μάθεις ότι

έγραψα τούτο το φτωχό ελεγείο

«Εις μνήμην Ναπολέοντα Λαπαθιώτη…»

10 Ιανουαρίου 1944

        ΑΝΤΩΝΗΣ  ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ

3.,  ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, αυτόχειρ

              (Ιανουαρίου 7, 1944)

Όχι αβροκόμης’ φαλακρός στους δρόμους της Αθήνας

εγύριζες κι αντίκριζες το φάντασμα της πείνας.

Ποθούσες το ανέφικτο, το υψηλό, τ’ ωραίο,

μα σκόνταφτες και έπεφτες σ’ έρωτα αγοραίο.

 

Σ’ εκφράζει το ανεπίφθονο’ της μουσικής η ρίμα,

ριπίδια, αγάπες, ρεμβασμοί, μαρμαρυγές, η τρίλια

χαύνου πουλιού κι εκστατικού, του τραγουδιού το νήμα,

κομβιοδόχες, οιμωγές, της ομορφιάς τα μίλια…

 

Χλωμός δανδής τί τρυφερά, με έπαρση και με χαρά

απήγγελλες του Ιρλανδού Wilde τα πονηρά ρητά.

Κλινοχαρέστατη ψυχή’ ήσουν για ένα σονέτο

όχι για σφαίρες, σφαγιασμούς, το κοφτερό στιλέτο.

 

Η πάμφωτη Ευρώπη μας, μέγα νεκροταφείο.

Ο μενεξές μαράθηκε και γέρνει το λοφίο.

Μά το παράξενο είν’ αυτό: με του γονιού σου το πιστόλι

δεχθήκαμε μιά σφαίρα στην καρδιά:, εσύ, εγώ και όλοι…

        ΝΙΚΟΣ  ΣΠΑΝΙΑΣ

4.,  ΣΤΟΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Του Αίαντα την ορμή, ά, που επήρες,

ποιές μάγισσες σε σύρανε, ποιές μούσες,

έτσι μεμιάς κι ανοίχτηκαν οι θύρες

της νύχτας στη ζωή π’ αναζητούσες;

 

Σου έδωκε η βουβή της η γαλήνη

-ήξερε πάντα σένανε να δίνει-

έρωτες άστατους, ντροπές, οδύνη,

ό,τι η ζωή κενό ‘νιώθεις ν’ αφήνει.

 

Τώρα, μονάχα θύμηση αργοστάζει

ολόπικρη σ’ αυτούς που σ’ αγαπάνε

και λίγα άνθη ταχτικά σκορπάνε,

 

στο χώμα το φτωχό όπου σκεπάζει

τα μάτια τ’ ανοιχτά τα παγωμένα,

και κλαίνε, κλαίνε σιγανά για σένα.

 3.2.1956

    ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Στοχάζοντάς σε, Λαπαθιώτη, είδα

απόψε του εαυτού μου τη σφραγίδα.

Όνειρα να ‘ταν τάχα που περνάνε

ή σχήματα άϋλα όπου κυλάνε;

 

Μέσα στου πάθους το γλυκό μαρτύριο

είν’ η ζωή μας φανερό μυστήριο

τη μέρα μείς καθόλου δε ζητάμε

μπλάβα μονάχα ερέβη αγαπάμε.

 

Γιατί μπορούμε στο μουντό διασίδι

την κάθε πράξη π’ άλλος για βρισίδι

θα θώρ’ η ηθική να την κρατάμε

 

πίνουμ’ ατέλειωτα, άς μετράει

η κάθε νύχτα ό,τι κερνάει

δείχνοντας έτσι πώς την αγαπάμε.

 Φεβρουάριος 1957

  ΑΔΩΝΙΣ  ΦΑΤΟΥΡΟΣ   

5.,  ΄΄ΙΔΑΝΙΚΟΙ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ΄΄

        ΝΑΠ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Τέλειωσε το γράμμα βιαστικά

σ’ ένα χαρτί δυό λέξεις μόνο γράφει:

‘’Μητέρα μου, σε σένα στοργικά

η τελευταία μου σκέψη…» Κι’ υπογράφει.

 

Χλωμός απ’ το παράθυρο κυττά

και πνίγεται η φωνή του μες στο σάλο,

ύστερα, κάθε σκέψη σταματά.

Πιέζει τη σκαντάλη. Τίποτ’ άλλο…

    ΝΙΚΟΣ  ΤΟΥΤΟΥΝΤΖΑΚΗΣ

6.,    ΔΑΚΤΥΛΙΚΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

 (Ένα ποίημα για τον Λαπαθιώτη του Α.Β. Στρατή)

        Είναι στιγμές που πνίγομαι, που πνίγομαι,

          ανοίγω το παράθυρο και μένω’

          ολόβαθα σα να με στραγκαλίζουνε,

          με πνίγει κάποιο δάκτυλο κομμένο

              Ν. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Πέντε δάχτυλα ανοιχτά- συνήθως μουτζώνουν’

(ενδεχομένως και να χαιρετούν, όταν κινούνται).

 

Τέσσερα δάχτυλα δεν ξέρω ακόμα τι κάνουν,

εκτός αν χτυπούν ανυπόμονα πάνω στο τραπέζι.

 

Τρία δάχτυλα κρατούν ένα νυστέρι ή γράφουν.

(Μερικές φορές κάνουν τον σταυρό τους).

 

Δυό δάχτυλα αγκαλιάζουν μιά πέννα και νύγουν χορδές’

αραδιάζουν αυτές τις γραμμές που τώρα διαβάζετε

 

Ένα δάχτυλο στην αρχή χαϊδεύει’ έπειτα δείχνει

(Στο τέλος μπορεί και να τραβήξει την σκανδάλη).

    (στο σπίτι του Ιντ., ξημερώνοντας 26 Φλεβάρη ’95)

          Α.Β. ΣΤΡΑΤΗ  

7.,      ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

   Αθηναίος ποιητής

Ναπολέων Λαπαθιώτης

του Λεωνίδα

(Κυπριακής καταγωγής)

και της Βασιλικής Παπαδοπούλου

(από υδραίικο σόι)

ενθάδε κείμαι

αυτόχειρ

σωτηρίω έτος 1944

Ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης.

Ελληνόπαις έμορφος, δανδής, εστέτ

και ολίγον ωραιοπαθής

αναζητητής της ιδανικής Ομορφιάς

ιδαλγός

στους νύχτιους περιπάτους μου

στις σκοτεινές συνοικίες των Αθηνών

τα στενά σοκάκια

ξόδεψα τα όνειρα της Ζωής μου.

Κουρασμένος περιπλανητής

της ηδονής του κόσμου τούτου

γνήσιο τέκνον.

Το συναξάρι της ψυχής μου

καθρέφτισα στο πέρασμά μου

στο φως της Σελήνης

αντιφέγγισα τις σκιές

του μαρτυρίου μου

Στα άνθη των λουλουδιών

άφησα τα ίχνη της μοναξιάς μου

στην υγρασία των κήπων

«τάφιλον γήρας» μου

σκόρπισα, άκαρπα

Στην στιγμιαία θέρμη

άγνωστων κορμιών

συντρόφων της νύχτας

αφέθηκα

ανυπεράσπιστος και αθώος.

Εγώ ο φέρων το ένδοξο όνομα Ναπολέων

φίλος θαυμαστής

του Αλεξανδρινού ποιητή

και του Ιρλανδού Όσκαρ.

Μακριά από ρήτορας και σοφιστάς

της ηθικής των σωμάτων

χρησμοδότας και μίμους

των άφιλων τεχνών

κανονάρχες και σκανδαλολόγους

των νεανικών μου χρόνων

όταν η Ομορφιά των Άλλων

φώτιζε την ύπαρξή μου.

Το σαράκι του χρόνου

ποτίζει το μάρμαρο του τάφου

της υστεροφημίας μου

«Ήμουν και δεν ήμουν»

παρωδώντας

τώρα ενθάδε κείμαι

σπονδός και στάχτη

της Ποίησής μου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πηγές

-Το ποίημα της Μυρτιώτισσας ψευδώνυμο της ποιήτριας και μεταφράστριας, ηθοποιού Θεώνης Δρακοπούλου, το αντέγραψα από το πειραιώτικο περιοδικό (Πειραϊκά) Γράμματα τχ.3/3, 1944, σ. 116

-Το Σονέτο του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη (εμπνευστή της Βουλής των Εφήβων), το δανείστηκα από το Β΄ Μέρος του Αφιερώματος του περιοδικού Νέα Σύνορα, τχ. 7/7,8,9, 1970, σ. 73. Το τριμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό του εκδότη- Διευθυντή Δημήτρη Βαλασκαντζή, αφιέρωσε 2 τεύχη του στον ποιητή του Μεσοπολέμου. Το αμέσως προηγούμενο τχ.6/4,5,6, 1970. Το Σονέτο έχει μεταφερθεί και σε άλλα αφιερώματα για τον ποιητή, ενώ έχει προηγηθεί η δημοσίευσή του στη Νέα Εστία του 1944. 

-Το ποίημα του ελληνοαμερικανού ποιητή και μεταφραστή Νίκου Σπάνια, το ερανίστηκα από τον τόμο του Θανάση Θ. Νιάρχου, «Ποιητές για ποιητές» Χειραψία πάνω από την άβυσσο. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, εκδ. Καστανιώτη, 2002, σελ. 165. [Η Ανθολογία είναι αφιερωμένη από τον ανθολόγο και συγγραφέα Θ.Θ. Νιάρχο «Στα πνευματικά μου παιδιά Βασίλη και Θοδωρή Ντούμα».

-Το 1984, τεύχος 33/ μάρτης- απρίλης  ’84, το σύγχρονο λογοτεχνικό περιοδικό Η ΛΕΞΗ ελληνική και ξένη λογοτεχνία, που εξέδιδαν οι ποιητές- μεταφραστές Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Θ. Νιάρχος, κυκλοφορούν το τεύχος Αφιέρωμα στο Ναπολέων Λαπαθιώτη (1888-1944). Από το τεύχος αυτό αντιγράφω τα δύο Σονέτα αφιερωμένα στον ποιητή του Μεσοπολέμου του Άδωνη Φατούρου σελ. 236-237. Το σύνολο των περιεχομένων όλων των τευχών του περιοδικού το έχουμε αποδελτιώσει και αναρτήσει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα.

  Προεισαγωγικά πληροφορούμαστε για τον Επτανήσιο ποιητή: [ Ο Άδωνις (Γιώργος) Φατούρος γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 12.9.1924 και πέθανε στην Αθήνα στις 3.11.1982. Ποιήματα άρχισε να γράφει από πολύ νωρίς. Για πολλά χρόνια εργαζόταν σε ασφαλιστικές εταιρείες. Υπάρχει η ανεξακρίβωτη πληροφορία ότι εξέδωσε μιά ποιητική συλλογή γύρω στα 1960. Χειρόγραφα του Λαπαθιώτη και του Καβάφη (τα απόκτησε από τον κληρονόμο του Λαπαθιώτη με τον οποίο για χρόνια έκανε στενότατη παρέα), που φίλος της «Λέξης» είχε δει κάποτε στο αρχείο του, πουλήθηκαν γύρω στα 1965 σε άγνωστο αγοραστή].

-Το λιτό οκτάστιχο του ποιητή Νίκου Τουτουντζάκη, το αντιγράφουμε από τον 17ο τόμο του 1960 της ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ, ετήσια λογοτεχνική και καλλιτεχνική έκδοση των τυπογραφικών εκδόσεων με διευθυντή τον Αριστ. Ν. Μαυρίδη στην Αθήνα. Οι ετήσιοι τόμοι της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς έκαναν την εκδοτική εμφάνισή τους το 1943 μέσα στην Κατοχή και εξακολουθούν να εκδίδονται. Τόμοι της έχουν φιλοξενήσει μελέτες για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, όπως του στενού του φίλου Κύπριου συγγραφέα και φανατικού θιασώτη της ποίησης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη Γιάγκου Πιερίδη. Βλέπε τον τόμο του 1947, όπου διαβάζουμε ένα συγκινητικό πορτραίτο των τελευταίων χρόνων της ζωής του ποιητή. «Ναπολέων Λαπαθιώτης, τα τελευταία του χρόνια», σ. 96-97.

 Το δίστροφο αφιέρωμα του Νίκου Τουτουντζάκη γράφτηκε το 1946, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, και δεν αφορά μόνο την περίπτωση της αυτοχειρίας του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη. Κάτω από τον γενικό τίτλο «Ιδανικοί Αυτόχειρες» συστεγάζει και δύο άλλες περιπτώσεις ελλήνων αυτόχειρων ποιητών. Πρώτον, του Κορίνθιου Ρώμου Φιλύρα ψευδώνυμο του Ιωάννη Β. Οικονομόπουλου (1888- Δρομοκαϊτειο Νοσοκομείο Αττικής 9/9/1942). Να σημειώσουμε ότι ο ποιητής Ρώμος Φιλύρας όπως έμεινε γνωστός στα Γράμματά μας, τέλειωσε το Α΄ Γυμνάσιο Πειραιά. Η οικογένειά του από το 1903 είχε εγκατασταθεί στην Πόλη μας και ο ποιητής συμμετείχε στα πνευματικά δρώμενα του πρώτου λιμανιού. Και, δεύτερον, του Τριπολιτσιώτη ποιητή και μεταφραστή Κώστα Καρυωτάκη (Τρίπολη 30/10/ 1896- Πρέβεζα 21/7/1928). Αφιερώνει τέσσερα τετράστιχα στον πρώτο και ένα τετράστιχο στον δεύτερο. Τα αντιγράφουμε για να έχουμε μία εικόνα της αφιερωματικής ενότητας.

ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

Του στίχου ιππότη,

Ρώμε Φιλύρα,

εντύθης τη ρίμα

πορφύρα.

 

Στο ευρύ μέτωπό σου

η σκέψη στεφάνι,

οικόσημο η καρδιά

σου φτάνει.

 

Στης σιωπής σου τον πύργο

ιαχές ως συνήθως

των  πιστών θαυμαστών

φτάνουν πλήθος.

 

Κι’ η φωνή σου ουρλιαχτό

μπρός στην όψιμη νίκη:

Μακρυά, μακρυά!

Λύκοι, λύκοι!

--//--

Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Της πιστολιάς ο αντίλαλος

θανάτου μήνυμα

δεν έφερε για σένα,

της μοναξιάς λουλούδι.

Στις ρεματιές τον πήρανε τ’ αηδόνια

τον έστειλαν τραγούδι.

   Ο Νίκος Τουτουντζάκης υπογράφει και το «Χρονικό Ναπολέοντα Λαπαθιώτη» σ. 222- 227 στο αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού «Η Λέξη» τχ. 33/3,4, 1984.

-Το ποίημα «Δακτυλικά αποτυπώματα» του Α.Β. ΣΤΡΑΤΗ, ψευδώνυμο του Κρητικού συγγραφέα Βαγγέλη Ψαραδάκη (όπως ο ίδιος αναφέρει σε προσωπικό του σχόλιο σε ιστοσελίδα για τον Ν. Λαπαθιώτη) το αντιγράφω από το αφιερωματικό τεύχος στον ποιητή του περιοδικού «Οδός Πανός» διπλό τεύχος 79-80/5,6,7,8, 1995 που εκδίδει ο πειραιώτης ποιητής και στιχουργός Γιώργος Χρονάς. Το αφιέρωμα στον Ν. Λ. με την συμπλήρωση πενήντα χρόνων από τον θάνατο του ποιητή, ανοίγει την αυλαία του με «Πενήντα συν κάτι για τον Λαπαθιώτη» του Α. Β. ΣΤΡΑΤΗ. Μια εκτενής περιπλάνηση χωρισμένη σε μικρές ενότητες που έχουν τίτλο γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, μετά το πέρας της εξέτασης της ποίησης του Ναπολέων Λαπαθιώτη δημοσιεύται το ποίημά του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8/10/2026