Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)

 

ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ, ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ, ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ…

του ΧΡΗΣΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Οι Επιφυλλίδες του «ΒΗΜΑΤΟΣ» 26/1/1974,

Σελίδες 1-2

   Τρία γεγονότα των τελευταίων ημερών, άσχετα μεταξύ τους και από χώρους ζωής φαινομενικά εντελώς διαφορετικούς, βρήκαν μέσα μου ένα παράδοξο συνταίριασμα, που μόνο η «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος, μπορεί να το δικαιολογήση. Θα προσπαθήσω να προσδιορίσω αυτή την υποκειμενική μου θεώρηση, μήπως και αποδειχθή κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

   Τα τρία ετερόκλητα γεγονότα είναι μιά έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα, η τελευταία ταινία του Μπέργκμαν και οι πρόσφατες μεταβολές στην εκκλησιαστική διοίκηση. Δεν είμαι ειδικός για κανένα από τους χώρους όπου ανήκουν αυτά τα τρία περιστατικά γεγονότα- δεν έχω ούτε την πρόθεση ούτε και τις γνώσεις να κάνω τον τεχνοκρίτη ή τον κριτικό του κινηματογράφου ή και τον ειδήμονα σε ζητήματα Κανονικού Δικαίου. Τα όριά μου εξαντλούνται στην «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος.

    Ένας ζωγράφος του τόπου μας, από τους πιό «ιθαγενείς», ο Γιώργος Μανουσάκης, παρουσιάζει την πρόσφατη δουλειά του σε μιάν αίθουσα εκθέσεων της Αθήνας. Όσοι γνωρίζουν την ποιότητα του ανθρώπου, πρέπει να καταλαβαίνουν ότι η έκθεσή του δεν είναι τυχαίο στίγμα της πορείας του τόπου μας. Και ο Μανουσάκης εμφανίζεται, με αυτή την έκθεση, να αλλάζη πορεία- υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του και στα τωρινά. Θα προσπαθήσω να πω τη διαφορά με τη δική του γλώσσα, κι’ άς μη με κρίνουν αυστηρά οι ειδικοί.

   Παληότερα ο Μανουσάκης ζωγράφιζε τοπία, νεοκλασικά χτίσματα, κάτι καφενεία ή μικρομάγαζα, κάτι μαντρότοιχους- λιθοδομές- αυτά είχα δη. Και σε κάθε πίνακά του έβλεπα τότε μιάν ενότητα ή, καλύτερα, την καθολικότητα που έχει η ζωή και ο κόσμος σε κάθε ξεχωριστή λεπτομέρεια, όταν ο άνθρωπος την προσεγγίζη για να την σπουδάση ταπεινά. Ένα καφενείο στα Μεσόγεια ή ένα μπαλκόνι με γλάστρες ήταν ολόκληρη η ζωή μας κοιταγμένη με αγάπη, έτσι όπως την πλησιάζει η καρδιά του ανθρώπου δίχως τις απαιτήσεις ή τα κριτήρια του νου. Η πιό «άσκημη» γωνιά της Αθήνας μπορούσε να μεταμορφωθή από τα χρώματα του Μανουσάκη σε συγκλονιστική μαρτυρία αλήθειας, δηλαδή εκείνης της ομορφιάς που αποκαλύπτει ο κόσμος, όταν τον προσεγγίζη ο άνθρωπος με τρυφερότητα και στοργή. Κι’ αυτή η προσέγγιση θέλει ασκητική αυταπάρνηση, πρέπει να ξεχάσης τα γούστα σου και τις έξυπνες ιδέες σου και να υποταχτής στην αλήθεια της ζωής και του κόσμου και να την αγαπήσης, γιατί η αγάπη είναι η μόνη πηγή της ομορφιάς.

    Τώρα ο Μανουσάκης μοιάζει να αλλάζη πορεία, μοιάζει να προχωράει «στον αντίθετο τρόπο». Και ο «τρόπος» ο αντίθετος από την υποταγή που υπαγορεύει η αγάπη, είναι η προτεραιότητα του νου, ο κόσμος τεμαχισμένος σε έννοιες ή ιδέες ομορφιάς, δηλαδή σε αντικείμενα αποσπασμένα από την ολότητα και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια του κόσμου-κάποια βότσαλα, ένα λουλούδι, κοχύλια, ένα καντήλι- τοποθετημένα σε ένα μη- κόσμο, σε μαύρα φόντα, «επιφάνειες που δεν προσδιορίζονται αντικειμενικά». Σε αυτή τη στάση είδα την κομματιασμένη σήμερα ζωή μας, το λογικό μας που τεμαχίζει τη ζωή και την οργανική της ενότητα, αποσπάσει ένα πήλινο νησιώτικο κανάτι από τον ζωντανό του περίγυρο για να το τοποθετήση στο σαλόνι μας-μιά ιδέα ή μιά έννοια ομορφιάς άσχετη με τη ζωή, συγκαλυμμένη με την κατακομματιασμένη εικόνα του κόσμου μας.

    Η εξήγηση ήταν ο υπερβόρειος σκηνοθέτης με την ταινία του «Κραυγές και ψίθυροι». Εκεί πιά το ανήλεο κομμάτιασμα της ζωής από τη νόηση εύρισκε την αυθεντική ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Η αλήθεια της γυναίκας προσδιορισμένη με το μυαλό και μοιρασμένη σε τέσσερεις γυναικείους τύπους, εκτοπλάσματα της σκέψης του σκηνοθέτη, ενσαρκώσεις των εννοιών που συνέλαβε. Η γυναίκα- χαρακτήρας, η γυναίκα- ψυχολογικό πρόβλημα, κι’ ούτε η παραμικρή υπόνοια για τις κοσμικές διαστάσεις της θηλυκότητας, για τη γυναίκα που είναι η φύση κι ο κόσμος, η πρόκληση για την υποταγή του εγωκεντρισμού της διάνοιας στην αλήθεια της ζωής- υποταγή που λογοποιεί τη φύση και αναδείχνει «εγκάρδιο» το νου και γεννάει την ομορφιά που υπηρετεί την αγάπη.

    Οι τέσσερεις γυναίκες της ταινίας του Μπέργκμαν είναι κι αυτές κομμάτια του κόσμου σε ένα μη κόσμο, σε ένα κατασκευασμένο πλαίσιο εκπληκτικής αρτίστικης «ομορφιάς». Και η κατασκευασμένη ομορφιά υπηρετεί το εγώ και όχι την αγάπη, για αυτό και αναδίνει την παγωνιά του παράλογου. Όλη η ευρωπαϊκή παράδοση της απονενοημένης ομορφιάς, από τις συναισθηματικές Pieta ως τα ευφραντικά instantanes ενός Toulouse Lautrec ή ενός Monet, συγκεφαλαιωμένη στην τραγική κατάληξη αυτού του αισθητικού υποκειμενισμού, που παρακολουθεί από κοντά και τρέφει πάντοτε τον εγωκεντρισμό της διάνοιας: συγκεφαλαιωμένη στην τραγικότητα της κόλασης, που είναι η ζωή δίχως αγάπη κι όπου η αισθητική τρυφερότητα δεν κατορθώνει να αναιρέση το παράλογο τόσο της ζωής όσο και του θανάτου.

    Και η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων; Μα τι άλλο ήταν κι αυτή από ένα κομμάτι της Εκκλησίας αποσπασμένο από τη ζωή της και τοποθετημένο (; Η λέξη είναι αχνή) σε μιά μη- Εκκλησία, σε ένα χώρο άσχετο με την αλήθεια της ζωής και τη ζωντανή αλήθεια- χώρο κατασκευασμένον με συντακτικές πράξεις της πολιτείας και παρασκήνια συναλλαγών και δηλώσεις στον τύπο, όπου τα εδάφια των Νόμων είναι περισσότερα από τα εδάφια της Γραφής.

   Μέσα στην Εκκλησία, μιά Σύνοδος Επισκόπων και ο τρόπος της λειτουργίας της, οι συζητήσεις, οι ψηφοφορίες και οι αποφάσεις της είναι μία ιερουργία της ζωής του κόσμου- όχι ένα «θρησκευτικό» κομμάτι ζωής, αλλά η ολότητα και καθολικότητα της ζωής, που προσεύχεται στο Θεό για να προστατευθή από την παραφθορά των ανθρώπινων σκοπιμοτήτων, έστω των ηθικότερων ή λογικότερων σκοπιμοτήτων. Οι Επίσκοποι συνέρχονται σε Σύνοδο για να ιερουργήσουν την αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που ιερουργούν την Ευχαριστία, τη ζωή του κόσμου στην ενότητά της με το Θεό. Όπως και ο σωστός καλλιτέχνης, δεν ενεργούν σαν ψυχολογικές ή εγωϊστικές μονάδες, αλλά με ασκητική αυταπάρνηση, που κάνει το νου «εγκάρδιο», υπηρετούν ταπεινά την αλήθεια για να φανερώσουν την ομορφιά της ζωής. Δεν αντιπροσωπεύουν τις δικές τους γνώμες και ιδέες, αλλά την κοινή μας εμπειρία και την τραγική μας πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, την εμπειρία της ζωής και της αλήθειας των τοπικών τους Εκκλησιών.

   Σήμερα ο θεσμός της Συνόδου μοιάζει να είναι ένα από τα θρησκευτικά σπαράγματα της κατακομματιασμένης ζωής μας’ ασχολείται αποκλειστικά με «διοικητικά» θέματα αποσπασμένα από την ενότητα και καθολικότητα της ζωής. Και δεν υπάρχει ελπίδα καλυτέρευσης όσο οι θεσμοί μένουν χωρισμένοι από τη ζωή και την καθολική ιερουργία της αλήθειας- αυτό είναι και το δράμα της Δύσης, αιώνες τώρα. Αυτή η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων θα μπορούσε να είναι, πραγματικά, μιά καμπή ή σημάδι αλλαγής ση ζωή του τόπου-του δικού μας εδώ τόπου, όπου η Εκκλησία παραμένει η έσχατη δυνατότητα για την πνευματική και πολιτιστική μας ενότητα και αυτοσυνειδησία. Για πρώτη φορά βλέπουμε στις εφημερίδες να εμφανίζεται ως επείγον πρόβλημα η αποκατάσταση του οργανικού μας δεσμού με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε να σημαίνη τη δυναμική επανεύρεση της πνευματικής και πολιτιστικής οικουμενικότητας του Ορθόδοξου Ελληνισμού. Και για πρώτη φορά βλέπουμε να χαρακτηρίζεται ως αντικανονική και απόβλητη η ηθικιστική διαστροφή της Ορθοδοξίας από τον δυτικό πιετισμό, που λυμαίνεται τον τόπο, χρόνια τώρα, και που στην τελευταία επταετία έφτασε να γίνη εκκλησιαστικό καθεστώς με κοσμικές μεθόδους και την επηρμένη πρόθεση «καθάρσεως» της Εκκλησίας.

   Αλλά τόσο ο δεσμός με το Πατριαρχείο όσο και η αντικανονικότητα του πιετισμού, εμφανίζονται σαν νομοκανονικά, απλώς προβλήματα διοικητικής ευταξίας, άσχετα με την ολότητα της ζωής και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια αλήθειας, αποσπασμένα από τη ζωή, τοποθετημένα σε ένα χώρο  αφηρημένων νομικών διατυπώσεων, ιδέες ή έννοιες αλήθειας άσχετες με τη ζωή. Ποιος θα μπορούσε να μας δείξη κάποτε ότι και μόνο η συναισθηματική αλλοίωση της ορθόδοξης λατρείας από τους πιετιστές, οι ηθικολογικές σκοπιμότητες που εκθηλύνουν τη λατρευτική απαγγελία και ατομικοποιούν την  ευσέβεια αυτό και μόνο το σύμπτωμα έχει για τη ζωή του τόπου πολύ πιο τραγικές συνέπειες κι’ από τη θλιβερώτερη πολιτειακή μεταβολή……

    Μια έκθεση ζωγραφικής, μιά ταινία, μιά Σύνοδος… Ίσως συνθέτουν κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

Χρήστος Γιανναράς Το Βήμα 26/1/1974

 ΜΝΗΜΗ

(Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)              

  Δύο χρόνια πέρασαν από την εκδημία του Χρήστου Γιανναρά, στην μνήμη του αντιγράφουμε μία παλαιά ξεχασμένη μέσα σ’ ένα φάκελο με αποκόμματα εφημερίδων από Μπεργκμανικές ταινίες Επιφυλλίδα. Σάββατο εχθές 22 Αυγούστου στο Κανάλι της Βουλής προβλήθηκε μία ακόμη υπέροχη, αριστουργηματική κινηματογραφική παραγωγή του, το μεθυστικό κινηματογραφικό αυτοβιογραφικό του «Ονειρόδραμα» δωματίου, το «Φάννυ και Αλέξανδρος». Όλα τα μέλη της οικογένειας μαζεμένα σε ένα απολαυστικό συμπόσιο κεφιού, ξεδόματος χαράς και ενδυματολογικών και χρωματικών απολαύσεων. Και από κοντά δύο πρόσωπα. Ο φυλακισμένος Ισμαήλ στο υπόγειο των εγκάτων της συνείδησης και η παρουσία του αυταρχικού και δυνάστη Επισκόπου δεύτερου συζύγου της μητέρας του Αλέξανδρου, πατριού του Αλέξανδρου και της Φαννύς. Σημαδιακή η σφαλιάρα του στον μικρό Αλέξανδρο και τα λόγια του καθώς εμφανίζεται στιγμιαία σε ένα πλάνο μέσα στης χαράς το πανδαιμόνιο της οικογενειακής συγκέντρωσης: «Και μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από Εμένα…» λέει στον φοβισμένο Αλέξανδρο. Συμβολισμός της αιώνιας παρουσίας του δυνάστη-πατέρα Θεού. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε γράφοντας για επόμενο σημείωμά μας για την ταινία.

Η Επιφυλλίδα είχε δημοσιευθεί πριν 52 χρόνια στην πρωινή πολιτική εφημερίδα του ΔΟΛ «Το Βήμα» που ανάμεσα στους συνεργάτες του συναντάμε και το όνομα του καθηγητή θεολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνικού και πολιτικού αρθρογράφου πολυγραφότατου νεαρού τότε Χρήστου Γιανναρά. Διατήρησα την ορθογραφία της εποχής και του εντύπου, ενώ σε μία λέξη βάζω ερωτηματικό μιά και ο χρόνος έχει σβήσει το μελάνι και η λέξη φαίνεται αχνά. Κάνοντας αναδρομή στην αναγνωστική μας μνήμη θυμάμαι ότι από τους χώρους των Επιφυλλίδων της δημοκρατικής εφημερίδας είχαν περάσει σπουδαία ονόματα και επιφανείς επιστήμονες, διανοούμενοι και συγγραφείς διαφόρων κατηγοριών της εποχής. Μάλλον, πρέπει να ήταν της Κυριακάτικης έκδοσης.

  Η θεματικά τριμερής Επιφυλλίδα της πρωινής πολιτικής εφημερίδας «Το Βήμα» δημοσιεύεται στις 26 Ιανουαρίου 1974, τελευταίοι μήνες της δεύτερης περιόδου της δικτατορίας, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και της επερχόμενης μετά ένα εξάμηνο πτώσης της. Η πολιτική μεταπολίτευση επήλθε στην πατρίδα μας στις 24 Ιουλίου του 1974 όταν οι στρατιωτικοί αποφάσισαν να παραδώσουν την εξουσία στους προδικτατορικούς έλληνες πολιτικούς, μετά το Κυπριακό προδοτικό πραξικόπημα και την εισβολή και κατοχή της Μεγαλονήσου. Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, όχι μόνον όσον αφορά την Γλώσσα, την καθιέρωση δηλαδή της Δημοτικής επίσημα από την Ελληνική Πολιτεία (κατάργηση της γραπτής χρήσης της Καθαρεύουσας) πραγματοποιήθηκε- νομοθετήθηκε συνταγματικά δύο χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τις γλωσσικές αρχές και τους κανόνες του βιβλίου της Νεοελληνικής Γλώσσας του καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μανώλη Τριανταφυλλίδη και τις εισηγήσεις και άλλων παλαιών φωτισμένων Δημοτικιστών καθηγητών και λογίων, παιδαγωγών όπως ο Πειραιώτης Ευάγγελος Παπανούτσος, ο Ιωάννης Κακριδής που επιφυλλίδες του έχουν δημοσιευθεί στην προδικτατορική εφημερίδα «Ελευθερία» κλπ. Την ίδια περίοδο ακολούθησε και η υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος, δηλαδή η απαλοιφή  των τόνων (δασείες, ψιλές, βαρίες, οξείες, περισπωμένες) των πνευμάτων, των υπογεγραμμένων των δοτικών κλίσεων από τις λέξεις του Ελληνικού Αλφαβήτου στα Σχολικά βιβλία, στις εφημερίδες, τα περιοδικά, στις νέες εκδόσεις στα δημόσια κρατικά έγγραφα. Έτσι επιτέλους έληξε και τυπικά αλλά και ουσιαστικά, η μακραίωνη διγλωσσία μας που ταλάνιζε το έθνος μας, το λεγόμενο Γλωσσικό ζήτημα και ταλαιπώρησε τον ελληνικό λαό για πάνω από έναν αιώνα, προκαλώντας ακόμα και δημόσιες «ένοπλες» συγκρούσεις και φασαρίες, εφόσον το Γλωσσικό ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με τις εκάστοτε πολιτικές, κυβερνητικές ή πολιτειακές αλλαγές στην πατρίδα μας. Πώς το έγραψε σοφά ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, «… η Ελλάδα ταλανίζεται από την λύσσα του καλογέρου και την μανία του δασκάλου…». Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι χρονολογικά η ιστορία της χρήσης της Δημοτικής γλώσσας τον 20ο αιώνα είναι όση και της πολιτικής μεταπολίτευσης από το 1974 και εδώθε, τουλάχιστον για τις δικές μας σύγχρονες γενιές. Φυσικά, δεν αποδέχθηκαν όλοι οι διανοούμενοι, λόγιοι και συγγραφείς, φιλόλογοι την χρήση της Δημοτικής και την κατάργηση των Αρχαίων στην Εκπαίδευση, υπάρχει ακόμα και σήμερα μία μερίδα ελλήνων που εξακολουθεί να γράφει στο πολυτονικό και να ζητά την επαναφορά των Αρχαίων Ελληνικών ακόμα και από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Δεν είμαι γλωσσολόγος και δεν κατέχω πώς έλυσαν παρόμοια γλωσσικά τους προβλήματα άλλες χώρες αλλά στην Ελλάδα δυσκολευτήκαμε πολύ να πάρουμε αποφάσεις, μία γλωσσική δυστοκία άνευ προηγουμένου. Αν ακούσει κανείς αυτές τις στομφώδεις βυζαντινικούρες ομιλίες ορισμένων δεν μπορεί παρά να μην θυμηθεί ας μου επιτραπεί έναν ορισμό που παλαιότερα υποστήριξα τους «Βυζαντινοεπαίτες», στον εύστοχο του Κώστα Ζουράρη αντίθετο ορισμό «Ευρωλιγούρηδες». Όμως ξεφύγαμε.

   Ο θεολόγος και φιλόσοφος πανεπιστημιακός καθηγητής, συγγραφέας και αρθρογράφος Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935) έφυγε από κοντά μας εβρισκόμενος στα Κύθηρα στις (24 Αυγούστου 2024), συμπληρώνοντας ευδόκιμα και τιμημένα, βραβευμένα τον συγγραφικό του κύκλο. Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από την κοίμησή του, τι γρήγορα που περνούν τα χρόνια μας υπενθυμίζει ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Π. Καβάφης και τα αναμμένα της ζωής μας κεριά σβήνουν. Στο διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί στιγμιότυπα από διάφορες κατά καιρούς συνεντεύξεις του για τους σημερινούς φιλότεχνους που δεν έχουν διαβάσει βιβλία του και δεν έχουν έρθει σε επαφή με την πλούσια αρθρογραφία του. Υπήρξε αν δεν λαθεύω, και πριν την στρατιωτική επταετία συνεργάτης της δημοκρατικής πρωινής εφημερίδας «Το Βήμα» και άλλων σοβαρών περιοδικών και εντύπων των χώρων της Εκκλησίας, της Θεολογίας, των Γραμμάτων.

Η χρονική εμφάνιση του Χρήστου Γιανναρά στα ελληνικά γράμματα, συμπίπτει με την ανθοφορούσα καλλιτεχνικά και καρποφορούσα στις τέχνες και τα γράμματα πολιτιστική δεκαετία του 1960. Έχουμε την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας μας σε διάφορους τομείς, με πνευματικές και καλλιτεχνικές κορυφώσεις που προέρχονται από τους εκπροσώπους της Γενιάς του 1930 αλλά και της κυνηγημένης Εαμικής αριστερής μερίδας πνευματικών δημιουργών, μετά τα τραυματικά γεγονότα του εμφύλιου σπαραγμού και του κοινωνικού και ιδεολογικού τραύματος που δίχασε στα δύο τους Έλληνες με φοβερές και τραγικές συνέπειες σε όλο το πλάτος και το εύρος της ελληνικής κοινωνίας και εκδηλώσεων και δημόσιων συμπεριφορών καθημερινού βίου. Αν είναι ορθή η παρατήρησή μου, η πολιτιστική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1960 συμπίπτει με την Τουριστική ανάπτυξη και την προσέλευση επισκεπτών από όλη την υφήλιο. Εξάλλου, το μουσικό Χατζιδακικό Όσκαρ αλλά και της τραγωδού Κατίνας Παξινού, τα βιβλία και οι ταινίες που γυρίστηκαν με έργα του μυθιστοριογράφου Νίκου Καζαντζάκη, το πρώτο ελληνικό ποιητικό μας Νόμπελ στο πρόσωπο του διπλωμάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη, η σταδιακή διεθνής άνοδο της ποιητικής φήμης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ο εορτασμός των χιλίων χρόνων της Χερσονήσου της Αθωνικής πολιτείας και άλλα πολιτιστικά γεγονότα, όπως οι θεατρικές παραστάσεις της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας από θεατρικά σχήματα όπως του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, του Εθνικού Θεάτρου, του Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, στον μουσικό στίβο οι παρουσίες του Δημήτρη Μητρόπουλου και της Μαρίας Κάλλας κλπ., συνέβαλαν στο να καταστήσουν την χώρα μας κέντρο προσοχής και ενδιαφέροντος. Δυστυχώς όλος αυτός ο πολιτιστικός οργασμός και πνευματική ανάπτυξη διακόπηκε με το πραξικόπημα του 1967 με ολέθρια αποτελέσματα. Που, ακόμα πιο τραγικό στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, σημαντική μάλλον μερίδα του ελληνικού λαού συντάχθηκε με τους συνταγματάρχες, όπως και της επίσημης Ελλαδικής Εκκλησίας και των διοικητικών μηχανισμών της και οργάνων της συστεγαζόμενη κάτω από το γνωστό σύνθημα των τριών νεκρών λέξεων όπως σωστά είπε ο Μικρασιάτης ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

   Ο Χρήστος Γιανναράς συγκαταλέγονταν στην νεότερη σπουδαγμένη «φουρνιά» των Ελλήνων Θεολόγων που έκαναν την εμφάνισή τους συγγραφικά και «δημοσιογραφικά» την δεκαετία αυτή, που, μετά από μία εικοσαετία, οι εφημερίδες μαζί με άλλους δημοσιογραφικούς και επίκαιρους προσδιορισμούς αποκάλεσαν «Νεορθόδοξους». Έχουν κυκλοφορήσει μάλιστα μεταξύ άλλων και δύο τίτλοι βιβλίων που μιλούν για το ρεύμα αυτό. Μία θρησκευτική περί της Ορθόδοξης παράδοσης «ταμπελίτσα» που είτε όσοι τον αποδέχτηκαν (τον ορισμό) ατύπως είτε όσοι τον απέρριψαν χαμογελούσαν αλλά δεν τον «απεμπολούσαν» ή τουλάχιστον οι γύρω από αυτά τα άτομα ακόλουθοι και θαυμαστές των βιβλίων και γραπτών τους. Σηκώνει, βέβαια, αρκετή συζήτηση και επεξηγήσεις στο τι μπορεί να χωρέσει ή αντέξει μέσα στην ταυτοτική του Έλληνα παρουσία δημόσιο χαρακτήρα της παράδοσης και αυτοσυνειδησίας του, η λέξη «Νεορθόδοξος». Ανοιχτό ακόμα κεφάλαιο όπως δείχνουν οι μελέτες και τα σχόλια των μετέπειτα δεκαετιών, εφόσον αποδεχτήκαμε την ιστορική «διαφορά» του Έλλην από το Ρωμιός, είτε με τα αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία και χαρακτηριστικά του είτε ως διαφορετικής συνειδησιακής και της ψυχολογίας μας «κόντρα» χασματικών επιδράσεων και αντιλήψεων, δύο διαφορετικών δρόμων της παράδοσης του Ελληνισμού. Ο Ελληνισμός των Εθνικών Ελλήνων ο Ελληνισμός των Χριστιανών Ελλήνων και το διαμορφωτικό μέσα στην Ιστορία ρεύμα και "καλούπι".

 Σοβαρός και ευγενής πάντα στις δημόσιες εμφανίσεις του ο Χρήστος Γιανναράς, πράος συνομιλητής και μάλλον διαλλακτικός στις απόψεις και κρίσεις του περί Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας θέσεις που εξέφραζε από τα πρώτα του βήματα μέχρι τα εσχατιά του. Μιλούσε και αναφέρονταν στα βιβλία και τα γραπτά του για την διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας, περί του ψυχολογικού συναισθηματικού θρησκεύεστε των Νεοελλήνων. Του εκκλησιαστικού γεγονότος της Θείας Ευχαριστίας ως αλήθεια ζωής και αγαπητικής συνύπαρξης των ανθρώπων ως ένα ενιαίο καθολικό σώμα πιστών και αρκετά ενδοεκκλησιαστικά και θεολογικά άλλα. Ο δεύτερος κεντρικός πυλώνας των ενδιαφερόντων και της προβληματικής του ήταν η διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής και μία εμμονή του ως ιστορικό αποτέλεσμα της εχθρότητας των Ξένων εναντίων των Ελλήνων. Αυτό το «κόντρα γκρεκόρουμ» που μας κατατρέχει σαν οντολογική αγωνία και φόβος, άγχος της πολιτιστικής μας ταυτότητας και καταγωγής που επιβουλεύονται ή εχθρεύονται οι Δυτικοί οι «κουτόφραγκοι» αλλά που, δεν παύει Εμείς οι Έλληνες να θέλουμε να τους μοιάσουμε, να ενταχθούμε στις οικονομικές και στρατιωτικές τους κοινότητες να ζητούμε την οικονομική τους βοήθεια και προστασία. Φυσικά, η εμπειρία του σαν σπουδαστής σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και άλλες δυτικοευρωπαϊκές σπουδές του έδινε ένα κάποιο «προβάδισμα» ακόμα και στις αρνητικές για τους Ξένους λαούς κρίσεις του και την ιστορική τους διαδρομή. Υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες στο δημόσιο διάλογο από τα πλέον προβεβλημένα και ακουστά πρόσωπα της δημόσιας ζωής ανάμεσα στην υπόλοιπη ομάδα των λεγόμενων «Νεορθόδοξων». Οι παρεμβάσεις του, οι ομιλίες και οι διαλέξεις που είχε δώσει πολλές και με πυκνό πάντα ακροατήριο, χωρίς φυσικά ο ίδιος να θελήσει να έχει «σχολή» ακολούθων. Ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά, ο ένας του γιος αν δεν λαθεύω δημοσιογραφεί έχοντας κάνει σπουδές πάνω στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και το σύγχρονο μυθιστόρημα έχοντας εκδώσει και βιβλία. Πολύγλωσσος, κατηρτισμένος πάνω σε θεολογικά ζητήματα, ευρύτερα μορφωμένος, ανήσυχο πνεύμα με πανεπιστημιακές σπουδές στο εξωτερικό και επιρροές από την Γαλλική διανόηση ο Χρήστος Γιανναράς, τάραζε τα νερά σε κάθε του εμφάνιση, ιδιαίτερα μετά την χρονική περίοδο που έκανε στροφή στις πνευματικές του ενασχολήσεις και διεκδίκησε θέση καθηγητή της φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αν θυμάμαι καλά και τον σούσουρο που ξεσηκώθηκε όπως διαβάζαμε στον τύπο και συγκεκριμένα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Τα «βέλη» των σχολίων που εκτοξεύθηκαν εναντίον του σκληρά πανταχόθεν. Σοβαρός ερευνητής και μελετητής της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης και του πολιτισμού της καθ’ ημάς ανατολής, άτομο με ανοιχτούς ορίζοντες σκέψης και προβληματισμών, δεν δίστασε να αναμετρηθεί και να αγγίξει ζέοντα ζητήματα και προβλήματα των καιρών του και της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας. Σαν επιστήμονας και δάσκαλος, στοχαστής περισσότερο έθετε ερωτήματα πάνω σε κρίσιμα διλήμματα του Ελληνισμού και Ελληνικής αυτοσυνειδησίας παρά αποφαίνονταν εξ «άμβωνος» στις απαντήσεις του, όπως δείχνουν οι συγκεφαλαιωτικές των εργασιών του, των μελετών και των βιβλίων του αποτιμήσεις. Από όσο θυμόμαστε δεν φιλοδόξησε να παίξει το ρόλο του διαμορφωτή της γενιάς του και της πίστης του αλλά θέλησε και αγωνίστηκε έντιμα και με ειλικρίνεια να ξεκαθαρίσει αλήθειες και ψέματα πολλών αιώνων καθημερινών συνηθειών μέσα στους εκκλησιαστικούς κύκλους και την εκκλησία. Αλλά οι «σταυρωτές» στην χώρα μας πάντοτε πλεόναζαν έτσι και στην δική του περίπτωση. Οι τίτλοι των βιβλίων του αριθμούν αρκετές δεκάδες ήταν σπουδαίος λόγιος και «λογάς».  Ήταν συνήθως και κυρίως ερωτηματικός ο λόγος και η γραφή του, δίχως να απέφευγε να εκφράζει ευθαρσώς με εντιμότητα και παρρησία την γνώμη του, πάντα με ευγένεια και με δώσεις θλίψης και απογοήτευσης στο ότι δεν γίνονταν αποδεκτός. Σαν μία μοναχική φωνή στην ερημιά του Κόσμου και των Καιρών. Οι σκέψεις και τα λόγια του ενώ δεν παραποιούνταν αρκετές φορές συγκρούονταν με κατεστημένες αντιλήψεις και πνευματικά ή εκκλησιαστικά, θρησκευτικά βολέματα, αδιάφορων κατά βάθος ανθρώπων που κινούνταν μέσα στους εκκλησιαστικούς χώρους. Δεν δίσταζε να μιλήσει ανοιχτά για πρόσωπα που εκτιμούσε και θαύμαζε. Αρκετά όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα εκδηλωτικά ήταν τα εχθρικά συναισθήματα που έτρεφαν απέναντί του, οι διάφοροι κύκλοι. Πανεπιστημιακοί, λόγιοι, στοχαστές, συγγραφείς, φιλόσοφοι, ιερομόναχοι, εκκλησιαστικοί κύκλοι και θρησκευτικών οργανώσεων σωματεία, πολιτικοί αρθρογράφοι και άτομα της πολιτικής, όπως δηλώνουν τα δημοσιεύματα του ημερήσιου και όχι μόνο τότε τύπου οι εφημερίδες και τα περιοδικά και οι δημόσιοι διαξιφισμοί γύρω από το όνομά του. Εύλογα απαντούσε στις περισσότερες από τις επικρίσεις που εκτοξεύονταν εναντίον του, δηλώσεών του και γραπτών του από διάφορες πλευρές ας το επαναλάβουμε με μειλίχια τσουχτερή πένα, λόγο και πολλές φορές σαρκαστικό ύφος. Ορισμένοι τίτλοι βιβλίων "Καταφύγιο Ιδεών" και "Αυτοβιογραφίες του" μιλούσαν από ποιους θρησκευτικούς συντηρητικούς κύκλους προέρχονταν στα νεανικά του χρόνια και προσπάθησε αγωνιζόμενος να αποκοπεί σαν ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα, είχαν ενοχλήσει δεόντως, ακόμα και την επίσημη συντηρητικών αρχών όπως απέδειξε η ελληνική ιστορία και παράδοση Ελλαδική Εκκλησία με τους δογματισμούς της. Αν και αρκετοί τίτλοι από τα δεκάδες βιβλία του ευτύχησαν πολλών επανεκδόσεων και μεταφράσεων στο εξωτερικό πράγμα που σημαίνει ότι η φωνή του προσέχθηκε, αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε από ένα προβληματιζόμενο και σκεπτόμενο κοινό. Συχνό παράπονό του ότι δεν ευτύχησε μιας σοβαρής μελέτης των ιδεών, της σκέψης και των έργων του. Ήταν αν δεν λαθεύω, ο περισσότερες φορές προσκεκλημένος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Διέθετε λέγειν, σωστός χρήστης και διαχειριστής της ελληνικής γλώσσας από όλο το χρονικό εύρος της ιστορικής της παράδοσης. Σε πολλά θα μπορούσαν να τον μεμφθούν μόνο ένα δεν μπορούσαν να του προσάψουν, ότι η γλώσσα και ο λόγος του ήταν ψυχρός, ξύλινος, βαρύγδουπος, ακαταλαβίστικος, αφοριστικά παγωμένος, αποστεωμένος από βυζαντινοπρεπείς κορώνες από άμβωνος. Η γραφή και τα κείμενά του στρωτά, πυκνό το ύφος του αν και συνήθως, αν δεν λαθεύω στις αναγνωστικές μου των βιβλίων του περιπλανήσεις, δεν συνήθιζε να δίνει πηγές ή να έχει πολλές παραπομπές, μια και «χώνευε» μέσα στην προβληματική της σκέψης του, την συλλογιστική του και κατ’ επέκταση πόντιζε άλλων θέσεις, στα γραπτά και των κειμένων του γνώμες τρίτων που επέλεγε στην δική του οικοδόμηση των επιχειρημάτων του και διαπραγματεύονταν στα εξεταζόμενα θέματά του. Εκείνο που τον διέκρινε κυρίως στις ομιλίες, τις συνεντεύξεις του στις δημόσιες εμφανίσεις του ήταν η προσωπική του ματιά και ερμηνεία των δεδομένων με έμφυτη αξιοπρέπεια και αγωγής ευγένεια του χαρακτήρα του. Η σκέψη του άλλοτε ήταν γειωμένη άλλοτε ορθόδοξα ονειροβατούσε. Δεν γνωρίζω όσοι βρίσκονταν κοντά του και ήσαν ομοτράπεζοί του τι γνώμες έχουν για το ποιόν του, πάντως οι θαυμαστές του τον σέβονταν και εκτιμούσαν. Η καθαρότητα διατύπωσης των απόψεών του ανεξάρτητα αν κανείς συμφωνούσε ή διαφωνούσε με τα λεγόμενά του, τις επεξηγήσεις του, τις κοινωνικές προθέσεις του, τις θρησκευτικές σταθερές του, τις πολιτικές διαφοροποιήσεις του, τις ερμηνευτικές προτάσεις του, των στάσεών του απέναντι στα πράγματα και τα συμβαίνοντα στον πολιτικό και εκκλησιαστικό στίβο στην εποχή του, την πολεμική του, δεν αμφισβητούνταν κάθετα και απόλυτα. Η γραφή του που την διαβάζαμε σε μεγάλης κυκλοφορίας ημερήσιες σοβαρές εφημερίδες πχ. «Η Καθημερινή» τα τελευταία χρόνια δεν ήταν διανοουμενίστικη, δεν ήταν ο σοφολογιότατος στοχαστής ο κήρυκας της αλήθειας αν και κριτικός σχολιαστής πολλών γεγονότων και στάσεων προσώπων του δημόσιου και εκκλησιαστικού βίου. Τα κείμενά του ήσαν κατανοητά, εύληπτα και από τον πλέον αδαή αναγνώστη, που χαίρονταν την μεγάλη καλλιέπεια και γλαφυρότητα του λόγου του δίχως να χάνει την επιστημονική του εγκυρότητα. Φυσικά, δεν ήταν όλα τα βιβλία και οι μελέτες του για όλο το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας. Ας το επαναλάβουμε με την σειρά μας, τα θέματά του περιστρέφονταν γύρω από τον εντοπισμό και προσδιορισμό της Ελληνικής Ταυτότητας στην διαχρονία και ιστορική της πορεία. Σε θέματα ανεύρεσης στοιχείων και προσδιορισμών της ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Ζητήματα ιστορικής συνύπαρξης του Ελληνικού Έθνους σε σχέση με τους γύρω λαούς και το δυτικό πολιτιστικό οικοδόμημα και αντίληψη βίου. Για την σχέση του Πατριαρχείου με την Ελλαδική Αυτοκέφαλη Εκκλησία και των όποιων αν υπήρχαν επιπτώσεων πάνω στο σώμα του Ελληνισμού.  Φανερές παραχαράξεις της εκκλησιαστικής ζωής, θρησκευτικές και κοινωνικές της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος και της αυθεντικότητάς του. Σταδιακή μετατροπή της Εκκλησίας σε Θρησκεία, σε θρησκευτική θεραπαινίδα της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και κυρίως των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων και κομματικών κύκλων. Ανταλλαγή του ρόλου και της αποστολής της Εκκλησίας από διακόνισσα του θρησκευόμενου ελληνικού λαού σε εξουσιαστικό καταπιεστικό διοικητικό μηχανισμό με οικονομικά κρατικά ανταλλάγματα και παροχές. Άχαρη επισκοποκρατία και εξουσιολαγνεία. Κηρύγματα άνευ λόγου και αιτίας κούφιων λόγων, προς έμμεσο ή άμεσο εκφοβισμό των πιστών. Με δυό λόγια, καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα της Ελλαδικής Εκκλησίας παράλληλα με της Δυτικής. Ευλόγως μπήκε στο μάτι πολλών και για χρόνια ο άμοιρος, από διάφορες πλευρές του συντηρητικού συστήματος.

 Εδώ κάνοντας μικρή παρένθεση να σημειώσουμε ότι καταξιωμένος έλληνας συγγραφέας και καλός κριτικός βιβλίου με πάνω από 20 τίτλους στο ενεργητικό του ο βραβευμένος κύριος Πέτρος Τατσόπουλος έχει ανοίξει δημόσια πολεμική ενάντια σε μοναχούς και ιεράρχες, σπαταλώντας κατά την ταπεινή μας κρίση το συγγραφικό του ταλέντο. Αν ο ελληνικός λαός στο σύνολό του ήθελε να αλλάξει κάτι στην διοικητική μορφή της εκκλησιαστικής εξουσίας θα είχε αλλάξει αλλά δεν ενδιαφέρεται για τέτοια ζητήματα. Επαναπαύεται στις βυζαντινές τελετουργίες και παρελάσεις, τα πανηγύρια και τα όπα και σε μεγάλες εκκλησιαστικές χειρονομίες άλλων εποχών και σε έναν δεσποτισμό που αν μιλήσεις αρνητικά θα σου πούνε την γνωστή κλισέ απάντηση καραμέλα ξέρεις τι πρόσφερε η εκκλησία την περίοδο της Οθωμανικής σκλαβιάς, λες και οι υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες του ελληνισμού κοιμόντουσαν στις ψηλές ραχούλες και τα όρη τα ψηλά βουνά, συνεργάζονταν με τον ξένο κατακτητή ή διάβαζε όπως στην τελευταία δικτατορία που ξεστόμισαν χείλη ιεράρχη. Ενώ η ελληνική πολιτεία δεν θέλει να ακούσει για διαχωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος κάτι που δεν σημαίνει ούτε εξορία ούτε κατάργηση ή απαγόρευση της πίστης των Ελλήνων. Και έτσι τα πράγματα παραμένουν ως έχουν και ο σώζον εαυτόν σωθήτω είτε εντός είτε εκτός ορθόδοξης Ελλάδος.

Ασφαλώς ο Χρήστος Γιανναράς όπως και άλλοι ορθόδοξοι λόγιοι και στοχαστές, συγγραφείς στα κείμενά τους καυτηρίασε τον σκοτεινό ρόλο και την άμεση διασύνδεση της Εκκλησίας και των εκπροσώπων της με το επτάχρονο δικτατορικό Απριλιανό καθεστώς. Μιλούσε συχνότατα για την ιστορική και πολιτιστική διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής, Ελληνικής Ιδιοπροσωπείας. Μνημόνευε συχνά τον μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζούλια συγγραφέα καλογραμμένων και κατανοητών μελετών, τον Παναγιώτη Κουτρουμπή και άλλους συμφοιτητές του, άντρες και γυναίκες συγγραφείς όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η ποιήτρια Καίτη Χιωτέλη, ορισμένους Επισκόπους που άφησαν πίσω τους ευεργετικά ίχνη στο σώμα της Ελλάδας όπως ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος, ο Κοζάνης... Στις μελέτες του μπορεί αρκετές φορές να ανακύκλωνε ιδέες και σκέψεις του, επανέρχονταν και γίνονταν κουραστικός, επαναληπτικός μην πιστεύοντας ότι γίνονταν πειστικός και αποδεκτός, τον καταλάμβανε αν δεν λαθεύω ένα συγγραφικό άγχος αναγνώρισης και αποδοχής, αλλά πάντα απολάμβανες το εύρωστο προσωπικό του ύφος, την γλωσσική του ομορφιά και ανθηρό λεξιλόγιο, την χαρακτηριστική εικονοποιία του έστω και αν δεν έγραφε μυθοπλασίες, την εκφραστική του δεινότητα, την ιδιαιτερότητα την μεγάλη έγνοια του για την ελληνική γλώσσα, την διακριτικότητά του, τον σεβασμό προς τον συνομιλητή του. Ο Χρήστος Γιανναράς κατά την ταπεινή μου κρίση ήταν ένας στοχαστής, θεολόγος και φιλόσοφος της εποχής μας που ήξερε να ακούει τον συνομιλητή του, να διαβάζει και να ερμηνεύει ουσιαστικά το κείμενο ή το σύγγραμμα που είχε μπροστά του. Ας φέρουμε στο νου μας τις θετικές κρίσεις του για ογκώδεις μελέτες που διάβαζε όπως αυτή για τον πειραιώτη εικαστικό Γιάννη Τσαρούχη, τις μεταφράσεις των δύο τόμων για τον Χίτλερ και τον κοινωνικό περίγυρο. Την αυτοβιογραφία του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν του μεγάλου αυστριακού γλωσσολόγου, την εικαστική και αρχιτεκτονική παρουσία του Δημήτρη Πικιώνη που πάντα σε κάθε ευκαιρία μνημόνευε και άλλων καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος και των τεχνών για να μην επεκταθούμε στις καθαρά θεολογικές του αναφορές και των εκκλησιαστικών πατέρων εργασίες του. Δεν είναι μόνο το «Πρόσωπο και Έρως», η «Μεταφυσική του Σώματος» το «Πείνα και δίψα», το «Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα» (ένα ωραίο ανθολόγιο κειμένων κριτικής αυτοσυνειδησίας. Από τον Χρήστο Βακαλόπουλο έως τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Εμμανουήλ Ροϊδη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Ίωνα Δραγούμη και τον Γεώργιο Σκληρό), «Το Φινις Γκρέκιε», το «Η Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», η «Μαχόμενη απελπισία», η «Κομματοκρατία», η συγκέντρωση των Επιφυλλίδων του κάτω από τον τίτλο «Πόση δημοκρατία αντέχουμε» και πολλά άλλα που ξεχωρίζουν συγγραφικά και τον έκαναν δημοφιλή, είναι η καθόλου συλλογιστική της προβληματικής του, οι συνεχείς καταβυθίσεις του σε άγνωστα μονοπάτια της σκέψης, ζητήματα αδιάφορα για πολλούς διανοητές και συγγραφείς της εποχής του, άτομα του εκκλησιαστικού χώρου που ασκούν εξουσία. Δέχτηκε πολύ «λάσπη» και κακοβουλία από διάφορες πλευρές και άτομα διαφόρων χώρων αλλά υπέμεινε με καρτερία σε ότι έγραφαν εναντίον του είτε αυτοί ήσαν λαϊκοί είτε ήσαν ιερομόναχοι είτε εκκλησιαστικοί παράγοντες. Ακόμα και σήμερα, εν έτη 2026 δεν μετανιώνω που τον υποστήριξα όταν μοναχός από το Περιβόλι της Παναγίας τον κατέκρινε και τον κατηγορούσε για κείμενα που έγραφε πριν την δικτατορία και η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Θα μου πεις εδώ αγιοποιήθηκε ο Πολωνός Πάπας. Τέλος πάντων ο καθείς και η κάθε μία σε αυτή την τυχαία και μοναδική ζωή και οι επιλογές του.

Τα βιβλία και οι μελέτες, τα άρθρα του Χρήστου Γιανναρά πάντα προκαλούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον των αναγνωστών τους. Πολλοί τίτλοι βιβλίων του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες είτε της δυτικής είτε της ανατολικής. Όσο για την ελληνική γλώσσα και την μεγάλη παράδοσή της, προσπάθησε να κρατήσει ένα της Δημοτικής προπύργιο καθαρότητας δίχως να απεμπολεί εκφράσεις προερχόμενες από άλλα γλωσσικά ριζώματα της ιστορίας της και των κειμένων της. Πέρα από τα καθαρά των επιστημονικών του ενδιαφερόντων θέματα που διαπραγματεύτηκε στην συγγραφική του διαδρομή και ερμηνευτικές του προσεγγίσεις ανοίχτηκε και σε θέματα φιλολογικά γράφοντας και δημοσιεύοντας για έλληνες και ελληνίδες ποιήτριες. Όπως η Κική Δημουλά, ο Οδυσσέας Ελύτης και άλλων.

  Δεν γνωρίζω αν η παρούσα επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε πριν 52 χρόνια συμπεριλαμβάνεται σε κάποια από τα αυτόνομα εκδοθέντα βιβλία του όπως συνήθιζε να πράττει εκδοτικά. Ξεχωρίζουν και τα κείμενα τεχνογνωσίας του, όπως βλέπουμε στην περίπτωση του εικαστικού δημιουργού Γιώργου Μανουσάκη. Από τις καλογραμμένες κριτικές του επισημαίνουμε όσα θετικά σχολίασε στην κινηματογραφική κριτική του για την παλαιά ταινία «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Ιταλού κομμουνιστή σκηνοθέτη και ποιητή, πεζογράφου ομοφυλόφιλου Πιέρ Πάολο Παζολίνι (έχει αναρτηθεί στα Λ. Π.). Τώρα, σχετικά με την περίπτωση του Σουηδού σκηνοθέτη, σεναριογράφου και συγγραφέα Ingmar  Bergman ο Χρήστος Γιανναράς έχει μιλήσει σε διάφορα άρθρα του. Αν η μνήμη δεν με απατά, έχει σταθεί κάπως περισσότερο στα τρία έργα που αποτελούν την «Τριλογία της Σιωπής» και σε επιλεγμένες άλλες ταινίες του. Η κρίση του για τις ταινίες του Μπέργκμαν σαν θεατής και χριστιανός ορθόδοξος στοχαστής δεν ήταν πάντα θετικές. Όπως διαβάζουμε για την συγκεκριμένη ταινία «Κραυγές και Ψίθυροι» ένα από τα αριστουργηματικά ψυχοδράματα του Σουηδού σκηνοθέτη. Από την μεριά μας, δηλώσαμε και θα δηλώσουμε εκ νέου, ότι δεν συμφωνούμε με τις απόψεις και τις θέσεις του Χρήστου Γιανναρά για την εξαιρετική αυτή ταινία, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα δημοσιεύαμε τις ελάχιστες αρνητικές κρίσεις του θεατή Γιανναρά. Ο σεβασμός μας προς το έργο του και την πολιτιστική προσφορά του-παρά τις διαφοροποιήσεις μας- παραμένει ζωντανός αν και έχει φύγει από την ζωή.   Εξάλλου, η ανάλυση της ταινίας στην οποία θα προβούμε σε επόμενο σημείωμά μας θα φωτίσει τις όποιες ενστάσεις τρίτων για το έργο, καθώς θα στηριχθούμε και στο σενάριο και στις παρατηρήσεις του ίδιου του Ι. Μπέργκμαν. «Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop” ένα από τα αριστουργήματά του το 1972 γυρισμένο σε 40 ημέρες, με αξεπέραστες σημαδιακές γυναικείες και αντρικές ερμηνείες και πολύ καλή σκηνοθεσία, μία ταινία συγγενική στην προβληματική της με την τρίτη ταινία της σημαντικής Τριλογίας του την γνωστή «Η Σιωπή». Το Σενάριο έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά  σε μετάφραση και εικονογράφηση της Ελεωνόρας Σταθοπούλου, Αθήνα 1976, σελίδες 48

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24 Αυγούστου 2026

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Η πιανίστα ΤΖΙΝΑ ΜΠΑΧΑΟΥΕΡ

 Τ Ζ Ι Ν Α  Μ Π Α Χ Α Ο Υ Ε Ρ

(21/5/1913-22/8/1976)

    founding artist

   Αύγουστος ο «σκληρός μήνας» θανάτων για να συμπληρώσω το μηνολόγιο του άγγλου ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ. Μίνι καύσωνας, υγρασία, έλευση κουνουπιών. Η Πόλη βουβή, άδεια, έρημη. Που και που ο άνεμος φέρνει στάχτες, η αναπνοή λαχανιάζει, η θλίψη των καμένων, οι ανθρώπινες απώλειες οι καταστροφές, η ξηρασία. Ο Πλανήτης σε κρίση. Κόσμος συνωστίζεται στα λιμάνια, στις προβλήτες, αναμένοντας τις αναχωρήσεις των πλοίων. Για κοντινούς ή μακρινούς προορισμούς ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός. Οι τελευταίοι αδειούχοι, ελάχιστοι οι επιστρέφοντες. Ο ανεμιστήρας στο φουλ, μπουκαλάκια νερό και αναψυκτικά δροσίζουν τη γεύση. Δυό ρόγες σταφύλι και ένα γινωμένο ροδάκινο. Αίσθηση ζωής. Το βλέμμα σου πέφτει στους λουόμενους ανά την παραλιακή επικράτεια της χώρας. Ψιλοζηλεύεις τους κολυμβητές, αυτούς που λιάζονται στις παραλίες, τις ακτές, τα μικρά και μεγάλα μέλη των άγνωστών σου οικογενειών πάνω στις ξαπλώστρες, τα παιδάκια που παίζουν χαρούμενα και αμέριμνα με τα κουβαδάκια τους στην άμμο στριγκλίζοντας μεταξύ τους. Η μη αίσθηση του παλιρροιακού Χρόνου του Ανθρώπου που καλπάζει πάνω στα αφρισμένα κύματα του βίου. Περασμένες της νιότης μας μικρές θερινές απολαύσεις ανεπανάληπτες της ψυχής και του σώματος αισθήσεις, μνήμες και παραστάσεις, εικόνες της Φύσης και Ζωής ατελεύτητες.

   Αύγουστος ο ελληνικός, ο σταφυλοφόρος, ο σικομυρωδάτος, ο πενθοφόρος, θέρισε πολλές ελληνικές προσωπικότητες φέτος στο πέρασμά του, τερματίζοντας την Καλοκαιρινή περίοδο.   Συνοδεύουμε τους νεκρούς μας, συνομιλούμε μαζί τους, μας κάνουν ερωτήσεις, μας θέτουν διλήμματα, απορίες. Δεν ξέρουμε τι να τους απαντήσουμε. Θρηνούμε ακούγοντας να μεταφέρουν το μέλλον μας. Ακούμε τον ψίθυρο που κάνουν οι ψυχές τους αναζητώντας λίγη περασμένη δροσιά ζωής. Ίσως και να μας ζηλεύουν. Θυμάστε τα λόγια του Αχιλλέα βρισκόμενος στον Κάτω Κόσμο που βάζει στα χείλη του ο ποιητής των ποιητών ο Όμηρος; Κάλλιο έσχατος κολλήγας και αγρότης ζωντανός να σπέρνω και να καλλιεργώ την γη στο φως του Ήλιου παρά πρώτος ανάμεσα στους νεκρούς, στα σκοτάδια. (σε δική μου ελεύθερη ελπίζω όχι αυθαίρετη απόδοση). Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχω την αίσθηση ότι το Πειραιώτικο αυτό ιστολόγιο για την λογοτεχνία, την ποίηση, τις τέχνες και τα γράμματα, τον πολιτισμό κοντεύει να μετατραπεί σε ένα είδος «γραφείου λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών- πολιτιστικών τελετών». Ένα «ανοιχτό μνημόσυνο για κεκοιμημένους της γλώσσας, των λέξεων». Ακούγεται λιγάκι μακάβριο αλλά με τόσους αναπάντεχους και ίσως μη αναμενόμενους θανάτους, φυσιογνωμιών που η τρελή και ανόητη φαντασία σου τους είχε πλάσει «αθάνατους!!!». Τρομάζεις, στρέφεσαι στην ανάρτηση πληροφοριών των Μπεργκμανικών ταινιών για μία άλλη αίσθηση του χρόνου προηγούμενων δεκαετιών, όταν ακόμα οι σημερινοί νεκροί είχαν την ζωή μπροστά τους.

    Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα στα πλαίσια των πολιτιστικών και πνευματικών αφιερωμάτων τους λοιπόν αγαπητοί μου παραθεριστές της έρημης Πόλης και των γεμάτων Παραλιών, σε πρόσωπα, συγγραφείς και κριτικούς, ποιητικά, δοκιμιακά και πεζογραφικά έργα, παλαιές και σύγχρονες εκδόσεις, καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες που σημάδεψαν τα χρόνια της ενηλικίωσής μας και όχι μόνο μετά την Μεταπολίτευση, προσωπικότητες των χώρων της Τέχνης οι οποίες διαμόρφωσαν κατά κάποιον τρόπο την συνείδηση και την αισθητική της γενιάς μας, τις καλλιτεχνικές μας συνήθειες, επιλογές και αντιλήψεις, ευαισθησίες, θέλησαν να δημοσιεύσουν δύο πρόχειρα λόγια- παρ’ ότι έχουν επίγνωση ότι δεν είναι της αρμοδιότητάς τους- για την διάσημη Ελληνίδα ρομαντική πιανίστα που μεσουράνησε τον προηγούμενο αιώνα παγκοσμίως την Τζίνα Μπαχάουερ. Η Τζίνα Μπαχάουερ υπήρξε μία μορφή αγαπητή, θαυμαστή, σεβαστή μουσική προσωπικότητα που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, μια διεθνώς καταξιωμένη και αναγνωρισμένη Ελληνίδα κλασική πιανίστα. Η μουσική της φήμη στο εξωτερικό, αν δεν λαθεύω, ήταν παράλληλη με εκείνη του κορυφαίου μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου αν όχι και με την φήμη της Μαρίας Κάλλας. Η Τζίνα Μπαχάουερ γεννήθηκε στην Αθήνα από πατέρα αυστριακό και μητέρα ιταλίδα με εβραϊκές ρίζες καταγωγής, διέμενε στην Αθήνα στην περιοχή του Χαλανδρίου. Φημολογείται ότι σε ηλικία μόλις οκτώ ετών έδωσε το πρώτο της ρεσιτάλ σε φιλανθρωπική εκδήλωση υπέρ των τραυματιών του πολέμου. Έκτοτε, έχαιρε απέραντου θαυμασμού και εκτίμησης σαν μία από τις δημοφιλέστερες και εμπειρότερες πιανίστριες όλων των εποχών θα γράφαμε δίχως διάθεση υπερβολής. Η ελληνίδα Τζίνα Μπαχάουερ υπήρξε μια πραγματικά σπάνια περίπτωση καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας και σημαίνον μέλος της παγκόσμιας πιανιστικής παράδοσης και των κύκλων της Μουσικής, αλλά και της ελληνικής και ξένης υψηλής κοινωνίας. Οι εμφανίσεις της άφηναν πάντοτε άριστες εντυπώσεις, καλλιεργούσαν στο ακροατήριό της ένα κλίμα ζωηρότατης πιανιστικής ευφορίας και όχι μόνο. Η υποδοχή από το ελληνικό και διεθνές κοινό της ήταν πάντα εντυπωσιακή από τα πρώτα χρόνια της δημόσιας παρουσίας της σε νεαρή ακόμα ηλικία. Αν και το ανώνυμο λήμμα της «Εκπαιδευτικής Εγκυκλοπαίδειας» της «Εκδοτικής Αθηνών- εφ. Τα Νέα» Αθήνα 1999, σελ. 354, μας πληροφορεί ότι: «Στο ευρύτερο κοινό άφησε την εικόνα μιας αριστοκράτισσας παρωχημένων εποχών, όχι άσχετη με την σχεδόν αδιάλειπτη παρουσία, στις αθηναϊκές συναυλίες της, της τέως βασιλικής οικογένειας με την οποία συνδεόταν φιλικά».  Το παίξιμό της όπως και πάλι μας πληροφορεί το ανώνυμο λήμμα: «χαρακτηρίζει σπάνια τεχνική αρτιότητα συνδυασμένη με τέλειο έλεγχο της ποιότητας του ήχου και των λεπτότερων εκφραστικών αποχρώσεων: ήταν ικανή να τις επαναλαμβάνει με εντυπωσιακή ακρίβεια και πιστότητα σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου έργου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν ικανή και για μια βαθύτερη πνευματικότητα, όπως στην αλησμόνητη ερμηνεία της (Ηρώδειο, 8.9.74) του Κονσέρτου για πιάνο του Γκρηγκ, μοναδική ίσως σε παγκόσμια κλίμακα.»  Έδωσε πολυάριθμα ρεσιτάλ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Υπολογίζονται σε πάνω από 600 τα ρεσιτάλ της που έδωσε στα Συμμαχικά Στρατεύματα της Μέσης Ανατολής κατά την δύσκολη σκοτεινή πολεμική περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μπροστά στους Έλληνες του εξωτερικού. Η ίδια διέμενε τότε στην Αίγυπτο. Η φήμη της εδραιώθηκε στα κατοπινά χρόνια παγκοσμίως και ως δασκάλα πιάνου. Υπήρξε καθηγήτρια στο Ωδείο Αθηνών στο οποίο είχε μαθητεύσει ως μαθήτρια κοντά στον Βάλντεμαρ Φρήμανν, ενώ περάτωσε τις σπουδές της ως φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών. Το κοινό των θαυμαστών της σταθερά μεγάλωνε, οι μαθητές και μαθήτριές της την λάτρευαν, την εκτιμούσαν βαθύτατα για την μεγάλη της αγάπη και προσφορά στην κλασική μουσική, την τέχνη του πιάνου, την πιανιστική της δεξιοτεχνία, ταλαντούχα αξιοσύνη αλλά και τις άλλες της κοινωνικές προσφορές στην Μουσική ή όπως στην περίπτωση βοήθειας των παιδιών της Κύπρου μετά την εθνική τραγωδία, την ξένη κατοχή και προσφυγιά. Μεγάλη υπήρξε και η βοήθειά της-μέσω των διεθνών γνωριμιών της-στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αθηνών.

   Η Τζίνα Μπαχάουερ δεν υπήρξε μόνο ένα ας μας επιτραπεί η έκφραση «μεγάλο μουσικό κέρδος» για την χώρα μας αλλά και ένα διακεκριμένο και καταξιωμένο αναπόσπαστο κεφάλαιο της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς διαχρονικά. Ενδέχεται να είναι η δεύτερη διασημότερη παγκοσμίως ελληνίδα μετά την Μαρία Κάλλας της μουσικής σκηνής. Ας μην εισέλθουμε όμως σε ξένα της κλασικής μουσικής χωράφια, αλλά και μην λησμονώντας τις ελληνικές μουσικές μεγαλοφυείς περιπτώσεις οικουμενικής εμβέλειας όπως του βαρύτονου Γιάννη Αγγελόπουλου που διέμενε στον Πειραιά, του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Το έμφυτο ταλέντο της Τζίνας Μπαχάουερ και η μουσική της ευστροφία φανερώθηκε όπως είδαμε από την νεαρή της ηλικία και σχολιάσθηκε ευμενώς κατά την διάρκεια και των υπολοίπων χρόνων της βραβευμένης καριέρας της διεθνώς. Ως αρχή της μουσικής της σταδιοδρομία θεωρείται το 1935 με την συμμετοχή της με τον αρχιμουσικό Δημήτρη Μητρόπουλο. Περιόδευσε σε διάφορες ηπείρους όπως στην Αυστραλία, την Νέα Ζηλανδία, της ΗΠΑ, όπου το 1971 έδωσε «το πρώτο της ρεσιτάλ στο Κέντρο Κένεντι της Ουάσιγκτον ως «ιδρύτρια καλλιτέχνιδα» (founding artist). Ισχυρή και θερμή η έφεσή της, η παθιασμένη θέλησή της για την Μουσική, πυρετώδη η αγάπη της, σταθερή η αφοσίωσή της στο πιάνο. Δημιούργησε μία ηχητική δική της γλώσσα και συνδυασμούς αποτέλεσμα της βαθειάς και ουσιαστικής της μακροχρόνιας πολύμοχθης παιδείας, καθημερινής εξάσκησης της και αγωγής διδασκαλία. Η μουσική της ευαισθησία μεγάλη, διέθεται μιά σπάνια ευελιξία στις εκτελέσεις της, οι έμπειρες πιανιστικές της κινήσεις και η «πλαστικότητα» του ατομικού της ύφους ήταν εμφανείς. Κατείχε την ευχέρεια να συνδυάζει το κλασικό με το σύγχρονο, την μοντέρνα πιανιστική φόρμα σε ένα μαγευτικό αποτέλεσμα αντιληπτό ακόμα και στον πλέον αμύητο μουσικόφιλο ακροατή. Προικισμένη η ερμηνευτική της πιανιστική αρτιότητα, εκπληκτικές οι εκτελέσεις της, ονειρική η τεχνική της ικανότητα. Καλλιεργούσε μουσικά στους ακροατές τις προϋποθέσεις μιάς άλλης ατμόσφαιρας, ενός άλλου κλίματος που «έσβηνε» μέσα στις ηχητικές πολυχρωμίες των πλήκτρων των πιάνων-κατά την διάρκεια των εκτελέσεών της- που ακολουθούσαν αρμονικά την εσωτερική της ευαισθησίας και γυναικεία τρυφερότητα και αισθαντικότητα. Σίγουρα και τα άλλα μουσικά της προσόντα και βαθιές γνώσεις, οι δημόσιες πρωτοβουλίες της κατέστησαν την Τζίνα Μπαχάουερ την διασημότερη πιανιστική μορφή στο διεθνές μουσικό στερέωμα. Η Ελληνίδα πιανίστρια στάθηκε ίση προς ίσους μπροστά σε μεγάλες μορφές της μουσικής της εποχής της. Οι μουσικές της παραστάσεις, εμφανίσεις και τα πάμπολλα ρεσιτάλ που συμμετείχε εντός και εκτός Ελλάδος-είτε ως σολίστ είτε μαζί με άλλες μουσικές φυσιογνωμίες των χρόνων εκείνων, οι επίσημες διδασκαλίες της σε διακεκριμένα πρόσωπα της εποχής (μαθήτριά της μεταξύ άλλων υπήρξαν η πρώην πριγκίπισσα Ειρήνη της Ελλάδος και ο τότε Βασιλιάς Παύλος)- πάντα γέμιζαν τις αίθουσες και τους συναυλιακούς χώρους. Οι συμμετοχές της με διεθνούς φήμης Ορχήστρες όπως αυτές της Νέας Υόρκης και άλλων πολιτειών της Αμερικής άφηναν θετικές εντυπώσεις, γράφουν όσοι ακτινογραφούν την μουσική της διαδρομή. Με σοβαρές σπουδές στο ενεργητικό της η πρόωρα χαμένη πιανίστρια, έφυγε μόλις στα 63 της, σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών και κατόπιν μαθήτευσε κοντά σε σημαντικά μουσικά μεγέθη όπως ο Σεργκέϊ Ραχμάνινωφ και ο Άλφρεντ Κορτό στην Παρισινή Ecole Normale de Musique. Αμέτρητες οι εμφανίσεις και συναυλίες της στο εξωτερικό, οι περιοδείες της σε αρκετές πολιτείες της Αμερικής ερμηνεύοντας έργα σπουδαίων κλασικών συνθετών όπως προαναφέραμε. Έφυγε ξαφνικά από την ζωή στον ύπνο της στο σπίτι που διέμενε στο Χαλάνδρι, (την βρήκε ο σύζυγός της διευθυντής Ορχήστρας Άλεξ Σέρμαν) στις 22 Αυγούστου του 1976, κάνοντας το μουσικόφιλο κοινό της Αθήνας που ανέμενε να την απολαύσει στο Καλοκαιρινό Φεστιβάλ στο κατάμεστο Θέατρο του Ηρώδου του Αττικού να παγώσει, να αναστατωθεί και φυσικά να λυπηθεί. Το μουσικοτραφές και μουσικόφιλο κοινό του προηγούμενου αιώνα είχε παρακολουθήσει κονσέρτα της, την είχε ακούσει σε συμμετοχές της σε ραδιοφωνικές εκπομπές και είχαμε μαγευτεί από την λαμπρότητα του ύφους της, του ξεχωριστού της στιλ, την τεχνική της δεξιοτεχνία την λιτή συγκίνηση που σκορπούσε, την πιανιστική της φινέτσα που κάθε φορά ανανεωνόταν. Η Τζίνα Μπαχάουερ η Ελληνίδα πιανίστα, πρόσφερε πάντα στους ακροατές της με την άρτια εμπειρία και κατάρτισή της ένα θαυμάσιο μουσικής ψυχαγωγίας αποτέλεσμα.

   Δεν είμαστε ειδικοί ούτε ιθύνοντες μουσικοκριτικοί, απλά κοινοί φιλότεχνοι μουσικόφιλοι που αγαπούν τα διάφορα είδη της ελληνικής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας μουσικής και φυσικά της κλασικής. Το Τρίτο Πρόγραμμα του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι όπως και οι συναυλίες του Μεγάρου που ίδρυσε ο μουσικόφιλος εκδότης Χρήστος Λαμπράκης υπήρξε μεγάλο μουσικό σχολείο και εκπαιδευτήριο κλασικής μουσικής της γενιάς μας. Εδώ παρενθετικά, εκ Πόλεως Πειραιώς να γράψουμε ότι είναι ακόμα έντονη η απορία μας πώς έσβησαν τα Μουσικά φώτα της δημοσιότητας από ένα πειραιώτικο παιδί θαύμα τον εξαίρετο πιανίστα Δημήτρη Σγούρο, πώς χάθηκε από το μουσικό προσκήνιο ξαφνικά. Ένας μικρός μουσικός «μύθος» της Πόλης μας τις προηγούμενες δεκαετίες.

   Αναρτώντας αυτό το σημείωμα στην μνήμη της, δεν πιστεύουμε ότι η τιμημένη και βραβευμένη Ελληνίδα πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ έχει ανάγκη της δικής μας αφιερωματικής αναφοράς στην πειραιώτικη ιστοσελίδα μας για να μείνει ζωντανό το όνομά της. Η διεθνής βραβευμένη της παρουσία, η αναγνωρισημότητά της, η ακτινοβολία του όνομά της και το έργο που άφησε πίσω της αποτελούν παραδειγματικό σημείο για τους λάτρεις της μουσικής και του ελληνικού και παγκόσμιου πολιτισμού. Το Ίδρυμα που δημιουργήθηκε στο όνομά της με ξεχωριστή έγνοια και επιμέλεια φροντίζει να διατηρηθεί το έργο της και η παρουσία της ζωντανή, βοηθώντας τις νέες γενιές των Μουσικών.

   Από την μεριά μας, αντιγράφω δύο πληροφοριακά κείμενα. Το πρώτο είναι από τον ιστότοπο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο και είναι προσβάσημα τα στοιχεία σε όλους μας. Το δεύτερο είναι γραμμένο πριν μισό αιώνα από τον Νίκο Παπουτσόπουλο, και το αντιγράφω από την σελίδα 266, του 7ου τόμου, Σεπτέμβρης ’75- Αύγουστος ’76 ετήσια έκδοση κριτικής ενημέρωσης  του «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76» καλλιτεχνική πνευματική ζωή του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου «ΩΡΑ», Ξενοφώντος 7 στην Αθήνα. Εκδότης- Διευθυντής- Υπεύθυνος έκδοσης: Ασαντούρ Μπαχαριάν. Επιμελητής σύνταξης: Μιχαήλ Μήτρας. Καλλιτεχνική επιμέλεια: Άγγελος Καμπάνης. Διεκπεραίωση: Νίτσα Αλαμάνου. Συγκέντρωση και ταξινόμηση πληροφοριακού υλικού: Αγγελική Μεσσάρη, Γιώργος Α. Παναγιώτου, Γιώργος Πλαπούτας, Νίνα Τέτση, Γιάννα Τσιώμη.

--//--//--

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Τζίνα Μπαχάουερ

Πιανίστρια

Αυστριακής και Ιταλικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21/5/1910. Από μικρή ηλικία εκδήλωσε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική. Σπούδασε πιάνο με τον Πολωνό πιανίστα Βόλντεμαρ Φρήμαν στο Ωδείο Αθηνών, αποφοιτώντας με δίπλωμα και χρυσό μετάλλιο (1929). Το διάστημα 1929/31 συνέχισε σπουδές με τον Άλφρεντ Κορτό στην Εθνική Σχολή Μουσικής του Παρισιού (Ecole Normale de Musique). Σποραδικά πήρε, επίσης, μαθήματα από τον συνθέτη Σεργκέι Ραχμάνινοφ στη Γαλλία και στην Ελβετία (1933/35). Πρωτοεμφανίστηκε σε συναυλία με ορχήστρα το 1930. Το 1933 απέσπασε το Μετάλλιο της Τιμής στο Διεθνή Διαγωνισμό της Βιέννης. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε το 1935, σε συναυλία υπό τον Δημήτρη Μητρόπουλο και το 1937 στο Παρίσι σε συναυλία υπό τον Πιερ Μοντέ. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, δίνοντας 630 συναυλίες για τις συμμαχικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής. Το 1947 πρωτοεμφανίστηκε στο Λονδίνο, με τη Νέα Ορχήστρα του Λονδίνου υπό τον αρχιμουσικό Άλεκ Σέρμαν, μελλοντικό δεύτερο σύζυγό της. Το 1950 εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χόλ της Νέας Υόρκης. Υπήρξε στενή φίλη του αμερικανού αρχιμουσικού Μωρίς Αμπραβανέλ και εμφανιζόταν τακτικά στις ΗΠΑ με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Γιούτα. Έκανε διεθνή σταδιοδρομία. Το ρεπερτόριό της εκτεινόταν από τον Μότσαρτ μέχρι τον Στραβίνσκι. Το 1976 ιδρύθηκε ο Διεθνής Διαγωνισμός Πιάνου «Τζίνα Μπαχάουερ» στην Πόλη Σόλτ Λέικ. Ερμηνείες της διασώζονται στην εμπορική δισκογραφία (EMI, Mercury κ.ά.). Απεβίωσε στην Αθήνα στις 22/8/1976. Κατά την περίοδο 1960-/70 διετέλεσε μέλος του ΔΣ της ΕΛΣ.

--//--//--//--

ΤΖΙΝΑ  ΜΠΑΧΑΟΥΕΡ

 (1913-1976)

του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

   Πέθανε σε ηλικία 63 χρόνων η διάσημη πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ, την Κυριακή 22 Αυγούστου 1976, ενώ 4.000 θεατές καθισμένοι στις κερκίδες του Ηρωδείου περίμεναν να την δούν και να την ακούσουν να ερμηνεύση σαν σολίστ το τρίτο κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ουάσινγκτον και τον αρχιμουσικό Άνταλ Ντοράτι.

   Την είδηση του θανάτου της Τζίνας Μπαχάουερ ανήγγειλε στους θεατές του Ηρωδείου ο πρόεδρος του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού κ. Δασκαλάκης.

     Η Τζίνα Μπαχάουερ γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Αυστριακούς, οι οποίοι είχαν εγκατασταθή στην Ελλάδα. Η Τζίνα Μπαχάουερ από πολύ μικρή μελετούσε πιάνο και από 7 μόλις χρόνων άρχισε να συστηματοποιή τη μουσική της μελέτη παρακολουθώντας μαθήματα στο Ωδείο Αθηνών, το οποίο και της απένειμε το χρυσό μετάλλιο. Αργότερα η Μπαχάουερ συνέχισε τις σπουδές της στην Εκόλ Νορμάλ ντέ Μυζίκ των Παρισίων και το 1933 πήρε το Πρώτο βραβείο του Δήμου της Βιέννης. Από τα πρώτα της βήματα γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αλλά μιά οικογενειακή οικονομική κρίση την ανάγκασε να αφήση κάθε σκέψη για καριέρα και άρχισε να διδάσκη στο Ωδείο Αθηνών.

   Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος την βρήκε στο Κάϊρο. Στα χρόνια του πολέμου έδωσε αμέτρητα κονσέρτα σε νοσοκομεία και στρατιωτικούς καταυλισμούς για τα συμμαχικά στρατεύματα.

    Από την εποχή εκείνη χρονολογούνται οι στενοί δεσμοί της με τη βασιλική οικογένεια (δίδαξε και πιάνο στην πριγκίπισσα Ειρήνη), τους οποίους και διατήρησε μέχρι τέλους της ζωής της, μένοντας προσηλωμένη στην «ιδεολογία» της δυναστείας.

    Στην Αίγυπτο επίσης γνώρισε τον συνθέτη Γιάννη Χρήστου, που κι αυτός χάθηκε πρόωρα, τον οποίο αργότερα βοήθησε να κάνη σημαντικές γνωριμίες με μουσικές προσωπικότητες στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αγγλία.

    Μετά τον πόλεμο η Τζίνα Μπαχάουερ, αφού το 1947 εμφανίστηκε για πρώτη φορά σαν σολίστ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και το 1950 με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης με διευθυντή τον αείμνηστο Έλληνα αρχιμουσικό Δημήτρη Μητρόπουλο, ανεγνωρίσθη διεθνώς, κατέκτησε το φιλόμουσο κοινό ολόκληρου σχεδόν του κόσμου, συμπράττοντας με τις μεγαλύτερες ορχήστρες και αποσπώντας τις καλύτερες κριτικές.

   Προ εικοσαετίας, περίπου, γνωρίστηκε με τον γνωστό Άγγλο αρχιμουσικό σερ Άλεκ Σέρμαν, τον οποίον παντρεύτηκε και με τον οποίο έζησε μέχρι τον αιφνίδιο θάνατός της.

     Οι εμφανίσεις της μεγάλης Ελληνίδας πιανίστας αποτελούσαν πάντοτε στο Φεστιβάλ Αθηνών ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός. Η ίδια αγαπούσε το Φεστιβάλ και πρόσφερε σ’ αυτό τις υπηρεσίες της. Χάρη στις δικές της γνωριμίες, τους δικούς της αγώνες και τις δικές της προσπάθειες το Φεστιβάλ Αθηνών πλουτιζόταν και με περισσότερα γνωστά μουσικά ονόματα και με τα πιο διάσημα μουσικά συγκροτήματα του κόσμου. Είναι ακόμη γνωστό πώς τα χρήματά της διέθετε για κοινωφελείς σκοπούς, όπως πρίν δύο λόγια λόγου χάρη διέθετε τα χρήματα από τις συναυλίες και τα κοντσέρτα της για τα παιδιά της Κύπρου.

   Οι πραγματικά σοβαρές σπουδές της Τζίνα Μπαχάουερ, η μελέτη της, η επιμονή της, μα περισσότερο η αγάπη της για τη μουσική και ιδιαίτερα το πιάνο την οδήγησαν σε μιά συνεχή τελειοποίηση. Συνέχεια, όπως έλεγε η ίδια, μελετούσε πολλές ώρες και προσπαθούσε να βελτιώνη την τεχνική της. Ο ελληνικός και διεθνής Τύπος αφιέρωσε ολόκληρες  σελίδες στη μνήμη της μεγάλης πιανίστας. Προσωπικότητες της εποχής μας δήλωσαν τη λύπη τους για το θάνατό της Τζίνας Μπαχάουερ.

    Ένα σημαντικό μουσικό κεφάλαιο για την Ελλάδα, και ιδιαίτερα για το Φεστιβάλ Αθηνών χάθηκε. Και μετά τον θάνατό της όμως, με το ίδρυμα που δημιουργείται στην Αθήνα, στη μνήμη της Τζίνα Μπαχάουερ, η συμβολή της στους νέους που σπουδάζουν μουσικά αλλά και στη μουσική δημιουργία του τόπου μας είναι σημαντική.

     ΝΙΚΟΣ  ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

    Σαν Υστερόγραφο, πριν ολοκληρώσουμε την ανάρτηση πρόχειρα θα ήθελα να συμπληρώσω ελάχιστα από το «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76». Των σελίδων Μουσική-Χορός σύμβουλοι ήσαν ο Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου και ο Χάρης Ξανθουδάκης. Την Μουσική ταυτότητα της Χρονιάς είχαν ο Νίκος Παπουτσόπουλος και η Ελένη Καραϊνδρου. Την Αποτίμηση έκαναν οι Κάτια Βρεττού, Γιώργος Λεωτσάκος, Καίτη Ρωμανού και ο Μίλτος Καρατζάς. Ενώ από τις άλλες Τέχνες έχουμε τις εξής απώλειες: Του δασκάλου και διασώστη ιστορικών τεκμηρίων του Ελληνικού Θεάτρου Γιάννη Σιδέρη (1898-1975). Του παθιασμένου θεατράνθρωπου πού δίχως την δική του πολύμοχθη συμβολή και ερευνητικές κοπιώδεις εργασίες ενδέχεται να είχε υφανθεί διαφορετικά η Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. Από τις πλαστικές τέχνες έχουμε την απώλεια του ζωγράφου και δασκάλου καλών τεχνών στο Κολλέγιο «Ανατόλια» Γιώργου Ν. Παραλή (1908-1975) γεννημένου στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής και εγκατεστημένου στην Θεσσαλονίκη όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Το 1976 από τον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών έχουμε επίσης τις απώλειες των ποιητών, μεταφραστών και δοκιμιογράφων, του ποιητή και στοχαστή Τάκη Κ. Παπατσώνη (1895-1976), του Θεσσαλονικιού ποιητή και δοκιμιογράφου Γιώργου Θέμελη (1900-1976). Και εκ της Πόλεως Πειραιώς της γνωστής μας «Μαρίτσας» κατά τον συγγραφέα και πολιτικό Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Πειραιώτισσας πεζογράφου, ποιήτριας και ταξιδιογράφου Μαρίας Περ. Ράλλη (1905-1976) αδερφής της μεγάλης μας τραγωδού Κατίνας Παξινού της εικαστικού Βαρβάρας Κωνσταντοπούλου εγκατεστημένης στην Αγγλία και της Δημοτικής Συμβούλου Πειραιά Αθηνάς Δηλαβέρη της οικογένειας αλευροβιομηχάνων Κωνσταντοπούλου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

 22/8/2026

 

 

 

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη

 

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

(SASOM EN SPEGEL) 1961

 Του Βασίλη Ραφαηλίδη

Πρόγραμμα  STUDIO 1968

   Η ταινία έχει σαν μότο μια φράση από την προς Κορινθίους Επιστολή που αποτελεί και το κλειδί για την κατανόησή της «Τώρα βλέπουμε όπως μέσα από έναν καθρέφτη. Τώρα είμαστε πρόσωπο με πρόσωπο». Τί προσπαθεί να δει μέσα στον καθρέφτη-πού τον «σπάσαν» κατά την μεταφορά οι Έλληνες εισαγωγείς-ο Μπέργκμαν; Το είδωλό του; Ίσως. Ξέρει, όμως, καλά, πώς το είδωλο αυτό είναι δυνατόν να παραμορφωθεί ανάλογα με την ποιότητα του γυαλιού- της συνείδησης-και πώς υπάρχει μόνο σε σχέση με το ανακλώμενο αντικείμενο. Τρέμει μπροστά στην απόλυτη βεβαιότητα πώς τα κάθε είδους είδωλα είναι σκιώδεις παραστάσεις που εξαφανίζονται μαζί με τα αντικείμενα που τις δημιουργούν. Θάθελε πολύ να πιστέψει στην ύπαρξη ενός «ειδώλου χωρίς αντικείμενο», ενός «ειδώλου καθ’ εαυτό», ενός Θεού, ενός «πρωταρχικού αιτίου», ενός φορέα πάνω στον οποίο θα αποτυπωνόταν μόνιμα και αιώνια οι μορφές του κόσμου τούτου. Όμως, η πίστη δεν μπορεί ποτέ να εξισωθεί με την βεβαιότητα του ανήσυχου ερευνητή που μένει μετέωρος μεταξύ ουρανού και γης και αιωρείται εκεί μέχρι το θάνατό του χωρίς να μάθει ποτέ τον τρόπο με τον οποίο η πίστη μεταλλάσει σε βεβαιότητα. Ο παραμορφωτικός καθρέφτης της τρελής Κάριν λίγο έλειψε να δημιουργήσει για δικό της και μόνο λογαριασμό- και με βάση τα αναμφισβήτητα «προνόμια» της παντοδύναμης τρέλας, -ένα θαυμαστό είδωλο που, δυστυχώς γι’ αυτήν-και για τον Μπέργκμαν- μεταμορφώνεται στο τέλος σε μιά τεράστια αράχνη που την περισφίγγει ασφυκτικά. Ώστε τα είδωλα μπορούν ν’ αλλάξουν μορφές σύμφωνα με την γωνία όρασης. Η απάντηση που δίνει ο αγωνιών Μπέργκμαν είναι καταφατική. Τώρα που έκανε τη διάγνωση, δεν του μένει παρά να τοποθετήσει τον εαυτό του απέναντι στον καθρέφτη του με τέτοιον τρόπο ώστε το είδωλο που θα δημιουργηθεί νάναι αυτό ακριβώς που εκείνος θέλει. Τώρα ξέρει πώς το μόνο είδωλο που μπορεί νάχει κάποια αξία είναι η αγάπη σ’ όλες της τις μορφές, από τις πιό ταπεινές και απαράδεκτες απ’ την καθιερωμένη ηθική,-όπως ο αιμομικτικός έρωτας της Κάριν και του αδερφού της,- μέχρι τις πιό γενικευμένες, όπως η Χριστιανική Αγάπη. Αυτή η χωρίς όρους παραδοχή της αγάπης, που αποτελεί τη μόνη «αποδεδειγμένη» και βεβαιωμένη ελπίδα σωτηρίας είναι μιά θέση καθαρά μπεργκμανική  που μπορούμε και να την απορρίψουμε αν μας αρέσει. Όμως δεν μπορούμε να απορρίψουμε και το επιμύθιο: «Πρέπει να βρεις κάτι για να πιαστείς. Κι’ απ’ την Αγάπη, από την πιό ταπεινή ως την πιό καθαρή, μπορείς να πιαστείς».

   Από Λεξικό Ταινιών με κριτικές του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ. Τόμος ΙΙ, Κ- Μπέργκμαν, εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982, σελ. 154-155. [Επιμέλεια: Δημήτρης Βεργιανάκης- Γιάννης Σολδάτος.

        ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΦΙΛΜ

    Δέκα έξι χρόνια μετά την πρώτη προβολή της ταινίας στον Κινηματογράφο ΣΤΟΥΝΤΙΟ στην Πλατεία Αμερικής στην Αθήνα,-την χρονολογία 1966 την ερανιζόμαστε από την κριτική του δασκάλου του Σινεμά και κριτικού αξέχαστου Βασίλη Ραφαηλίδη (αλλά και ένα γρήγορο πέρασμα από τις εφημερίδες της εποχής και τις ανακοινώσεις των νέων ταινιών)-, ένας άλλος γνωστός Κινηματογράφος της πρωτεύουσας το ΙΛΙΟΝ οδός Πατησίων 113 και Τροίας 34,-κοντά στο κτήριο της ΓΣΕΕ, στις 6/6/1982 προβάλλει το αριστούργημα αυτό του Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όπως μας λέει το πρόγραμμα όταν δύο φορές παρακολουθήσαμε τότε αυτό το ασπρόμαυρο φιλμ το οποίο διαρκούσε περίπου μιάμιση ώρα. Για την ακρίβεια 84 έως 90 λεπτά σημείωναν οι ειδικοί. Η χώρα βρίσκονταν κάτω από τον πολιτικό και κυβερνητικό αστερισμό του Πασόκ, ο Ανδρέας κάλπαζε στα πολιτικά και κοινωνικά οράματά μας. Η Μελίνα υπουργός πολιτισμού.

   Η σημαντική αυτή ταινία Σουηδικής παραγωγής ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, που τόσο θόρυβο ξεσήκωσε όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά δημοσίως στις κινηματογραφικές αίθουσες εντός και εκτός Ελλάδος, βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης παραγωγής το 1962. Η ταινία είναι το εικοσιτετράωρο στόρι μίας οικογένειας η οποία κατοικεί σε ένα απομονωμένο νησί. Μια ερημική νησιώτικη τοποθεσία αγαπημένο φόντο των ταινιών του Μπέργκμαν. Ας θυμηθούμε το ιδιωτικό του νησί, τον Φάρο στο οποίο διέμενε και έχει γυρίσει ταινίες του.

«Το σπίτι είναι χτισμένο σε μιά μακριά γλώσσα άμμου, απομονωμένο και ανεμοδαρμένο. Έχει δύο πατώματα και είναι πράσινο σκούρο εκεί που ο ήλιος και η κακοκαιρία δεν γυάλισαν το ξύλο ώσπου να του δώσουν ένα τόνο πιό ανοιχτόχρωμο και λαμπερό. Το πίσω μέρος του σπιτιού δίνει σε ένα μεγάλο κήπο γεμάτο χόρτα και θάμνους και προστατεύεται εν μέρει από τα αδιάκριτα βλέμματα μ’ ένα ψηλό φράχτη.

Το σπίτι κατοικείται. Φρεσκοπλυμένα ρούχα έχουν απλωθή για στέγνωμα και ανεμίζουν. Τα παράθυρα είναι ανοιχτά πίσω από ξεχαρβαλωμένα παντζούρια. Βραδιάζει’ από την ταραγμένη και σκοτεινή θάλασσα φτάνουν φωνές και γέλια. Ξαφνικά μέσα από τα κύματα βλέπουμε να ξεπετάγονται τέσσερα κεφάλια και σε λίγο τέσσερις άνθρωποι προχωρούν στην στρωτή ανηφορική ακτή. Αναπνέουν με θόρυβο, σαν να κολύμπησαν ώρα πολλή, και γελούν’ ταλαιπωρημένοι, προχωρούν ο ένας κοντά στον άλλον και μοιάζουν με τέσσερεις μαύρες φιγούρες μπροστά στον ήλιο που δύει και στις ταραγμένες φλόγες που ανταυγάζουν στο νερό. Δύο άνδρες, ένας έφηβος, μιά γυναίκα.

Σκαρφαλώνουν στη μακριά ξύλινη προβλήτα, που οι πάγοι έχουν τσακίσει εδώ κι εκεί, και τυλίγονται σε πετσέτες και μπουρνούζια.»…

    Έτσι ανοίγει η αυλαία του σεναρίου του αριστουργηματικού αυτού έργου γραμμένο από τον Μπέργκμαν και διαβάζει ο έλληνας αναγνώστης στην μετάφραση της Ροζίτας Σώκου και του Αντρέα Ρικάκη που κυκλοφόρησαν – η Τριλογία- από τις εκδόσεις «Γαλαξία» Αθήνα 1971 σε επανεκδόσεις. Οι καθαρές και ωραίες ανάγλυφες περιγραφές εξωτερικών τοπίων και εσωτερικών χώρων και η επίπλωσή τους, η βαθειά ψυχογράφηση ανθρώπινων χαρακτήρων, το ακριβές σκιτσάρισμα χαρακτηριστικών ατομικής τυπολογίας των ηρώων και των ηρωίδων του, τα κοντινά των προσώπων πλάνα του, οι σωστοί φωτισμοί και οι σκιές, οι γωνιώδεις λήψεις του, η προσωπική του καταβύθιση στα αινιγματικά και σκοτεινά άδυτα της ανθρώπινης συνείδησης και ψυχολογίας φανερώνουν την αξιόλογη παρουσία του Μπέργκμαν ως σπουδαίου συγγραφέα πέρα από αυτήν του σκηνοθέτη. Τα Σενάριά του που είναι μικρές αλλά ουσιαστικές και αληθινές σπουδές πάνω στην υπαρξιακή αγωνία και άγχος του σύγχρονου ανθρώπου, ας το επαναλάβουμε όπως και σε προηγούμενες αναρτήσεις μας, είναι αυτόνομα μικρά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όπως και το παρόν ψυχολογικό δράμα που παρουσιάζουμε.

   Ο πατέρας, ο Ντάβιντ, είναι συγγραφέας, κλεισμένος στον εαυτό του, ασχολείται αποκλειστικά με την συγγραφική του τέχνη παραμελώντας την οικογένειά του, στέκεται μακριά από τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζουν τα παιδιά του κατά την διάρκεια της ενηλικίωσής τους. Τον ενδιαφέρει περισσότερο η συγγραφική του καταξίωση παρά η οικογενειακή του εστία. Η πατρική παρουσία-απουσία που συμβολίζει και παραπέμπει και στην Θεία, γνωρίζει ότι η κόρη του η Κάριν αργόσυρτα και με φοβερά ξεσπάσματα οδηγείται στην τρέλα, την σχιζοφρένεια, στο σάλεμα των λογικών της. Είναι παντρεμένη με τον Μάρτιν ο οποίος εξασκεί το επάγγελμα του ιατρού. Η ιατρική του ιδιότητα όμως είναι ανίσχυρη απέναντι στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Κάριν η σύζυγός του. Δεν μπορεί να την βοηθήσει στο αδιέξοδο που περνάει. Η Κάριν ανακαλύπτει το ιατρικό ημερολόγιο του γιατρού άντρα της, ο οποίος σημειώνει στις σελίδες του τα διάφορα χρονικά στάδια εξέλιξης προς την τρέλα της συζύγου του Κάριν. Αποφασίζεται η συγκέντρωση για ένα οικογενειακό γεύμα παρουσία όλων των μελών. Στην σκέψη μας έρχεται το θεατρικό έργο του άγγλου ποιητή Τόμας Στέρν Έλιοτ. Στην Μπεργκμανική κοινή συνεστίαση συμβαίνουν δύο πράγματα. Φανερώνεται και μας αποκαλύπτεται η απογοήτευση των δύο παιδιών, της Κάριν και του μικρότερου Μίνους προς τον πατέρα τους, τον Ντάβιντ, την αδιαφορία του απέναντί τους, όπως παρουσιάζεται με έμμεσο τρόπο μέσα από μία παράσταση ενός θεατρικού έργου που παίζεται από τον μικρότερο γιό. Το μοτίβο αυτό, δηλαδή η εμβόλιμη παρουσίαση μιάς μίνι θεατρικής αυτοσχέδιας παράστασης ή κουκλοθέατρου, παιχνιδιού μαριονεττών, κατά την σύναξη μελών της οικογένειας μέσα στο σπίτι είτε για να γευματίσουν είτε για να συζητήσουν είναι συχνό στα έργα και την έκθεση αυτοβιογραφικών του στιγμών. Ο Μπέργκμαν μας εξιστορεί τις πρωτόλειες θεατρικές του και σκηνοθετικές του απόπειρες με θεατές τα μέλη της οικογένειάς του που ταυτόχρονα είναι και πρωταγωνιστές των σκηνικών ιστοριών του. Είναι το πρώτο του παιδικό ακροατήριο. Αν το εκφράζω σωστά είναι όχι ακριβώς το Θέατρο μέσα στο Θέατρο όπως το έχουμε στα Σαιξπηρικά έργα αλλά και άλλων νεότερων θεατρικών συγγραφέων αλλά το Θέατρο μία αυτοσχέδια Θεατρική παράσταση μέσα στο Κινηματογραφικό έργο στην διάρκεια της αφήγησής της. Ο ιατρός σύζυγος της Κάριν-που όπως είπαμε- δεν μπορεί να συμπαρασταθεί και βοηθήσει την γυναίκα του Κάριν στα στάδιά της προς την τρέλα (όχι την «ιερή μανία») φεύγει το επόμενο πρωί μαζί με τον πατέρα των παιδιών τον Ντάβιντ για ψάρεμα. Οι δύο άντρες πηγαίνουν να ρίξουν τα δίχτυα, ενώ η Κάριν μένει μόνη με τον μικρό της αδερφό, τον Μίνους, ο οποίος διαβάζει το βιβλίο της Λατινικής γραμματικής του “Affirmo me facturum esse ut possim” και ταυτόχρονα κοιτά ένα «άσεμνο» περιοδικό που έχει ο Μίνους σχολιάζοντας. Η Κάριν μέσα στην υπερένταση ζητά από τον Μίνους να του εξομολογηθεί κάτι από την «τρέλα της» που δεν καταλαβαίνει ο άντρας της ούτε οι γύρω της, εκείνος δέχεται και του λέει ότι μπορεί να περάσει μέσα από έναν τοίχο.

ΚΑΡΙΝ- Μπαίνω σε μια μεγάλη αίθουσα, βασιλεύει η σιωπή και το φώς. άνθρωποι κινούνται, πάνε κι έρχονται; Μερικοί μου απευθύνουν τον λόγο, έτσι που τους καταλαβαίνω. Είναι τόσο ευχάριστα και αισθάνομαι εμπιστοσύνη. Πολλά πρόσωπα λάμπουν από ένα αστραφτερό φώς. Όλοι τον περιμένουν, εκείνον που πρόκειται να έρθη, όμως κανείς δεν ανησυχεί. Λένε ότι θα μπορέσω να λάβω μέρος, ότι θα είμαι από τους δικούς τους όταν αυτό θα συμβή.

ΜΙΝΟΥΣ- Γιατί κλαίς;

ΚΑΡΙΝ- Όχι, δεν είναι τίποτε, δεν είναι τίποτε, τίποτε το σοβαρό, όμως καμμιά φορά δοκιμάζω τόση νοσταλγία, καταλαβαίνεις; Μίνους; Περιμένω εκείνη την στιγμή, όταν η πόρτα θ’ ανοίξη και όλα τα πρόσωπα θα στραφούν προς Εκείνον, αυτόν που θα έρθη.

ΜΙΝΟΥΣ- Ποιος είναι αυτός που θα έρθη;

ΚΑΡΙΝ- Δεν ξέρω, κανείς δεν είπε κάτι το συγκεκριμένο, όμως πιστεύω ότι ο Θεός θα αποκαλυφθή μπροστά μας. Ότι θα έρθη σε μας, μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο και από αυτή την πόρτα (Παύση). Είναι όλοι τόσο ήρεμοι και τόσο τρυφεροί. Και περιμένουν. Και η αγάπη τους… ΑΓΑΠΗ…» σελίδα 54.

   Όμως Εκείνος δεν εμφανίζεται (μόνο στο δεύτερο μέρος της Τριλογίας ως αράχνη στον τοίχο και τελικά ως Σιωπή) και έτσι ο άνθρωπος διαλυμένος μέσα στην μοναξιά του, τυλιγμένος μέσα στην τραγικότητα της απελπισία του, γυμνός μέσα στην ερημιά του, αβοήθητος από τους γύρω του, ενώνεται με την απόλυτη σιωπή που επικρατεί γύρω του που στην ουσία είναι η Σιωπή του Θεού. Μια υπαρξιακή του ανθρώπινου όντος ακοινωνησία δίχως σημεία βεβαιότητας, πλέγματα μεταφυσικής προστασίας. Τι απομένει από όλη αυτήν την ανθρώπινη τραγικότητα, την ανθρώπινη άλλοτε τραγωδία άλλοτε κωμωδία μέσα στην Ιστορία, το αγωνιώδες και αγχωτικό ταξίδι της ανθρώπινης συνείδησης, το θρυμματισμό της ψυχής μπροστά στον «Σπασμένο καθρέφτη» που καθρεφτίζεται το είδωλο του ανθρώπινου προσώπου. Αυτό που κάποτε ο άνθρωπος οραματίστηκε ως καθολική του Εικόνα και πλέον δεν υπάρχει πια, παρά μόνο η σπαρακτική κραυγή της υπενθύμισής του, της υπόμνησής του ως ψηλάφηση των σχέσεων και της αγάπης των ανθρώπων μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Σουηδό σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν η πορεία προς την αυτοκαταστροφή, με ένα στυφό χαμόγελο στα ανθρώπινα χείλη. Σύμφωνα με τον Έλληνα ποιητή και στοχαστή Νίκο Καζαντζάκη ο διαρκής αγώνας της ανθρώπινης ύπαρξης πάνω στο αιώνιο τίποτα, το μηδέν. Ή όπως το εξέφρασε ποιητικά ο Ανδρέας Κάλβος την Λύρα μου χτυπώ πάνω στο ανοιχτό μνήμα μου. Όλο αυτό το ταξίδι της ανθρώπινης αυτογνωσίας και σκοτεινής και τραγικής μικρής περιπλάνησης των τεσσάρων ηρώων-πρωταγωνιστών επενδύεται αρμονικά με την Σουϊτα νούμερο 2 για τσέλο του αγαπημένου κλασικού συνθέτη του Μπέργκμαν, του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπάχ, ο οποίος έχει επενδύσει και άλλες του ταινίες.

   Μέσα σε ένα παλαιό ναυάγιο ενός ιστιοφόρου σε μία ξεχασμένη ερημιά απομακρυσμένη ακροθαλασσιά θα ρίξει τα δίχτυα του σαν άλλος «αλιεύς» ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, θα θέσει τα υπαρξιακά του ερωτήματα, θα δώσει τις λογικές και θρησκευτικών αποχρώσεων απαντήσεις του, θα αυτοσαρκαστεί και θα διακωμωδήσει την ιδιότητα του πατέρα συγγραφέα και τη φήμης του, θα παίξει το παιχνίδι της πίστης και της απιστίας, της ελπίδας της έλευσης Εκείνου και της αμφιβολίας της, πλέγμα προβληματισμών του που επανέρχονται με διαφορετικούς τρόπους και φόρμες στις ταινίες και στην σκέψη του. Εδώ μέσα στην υγρασία και την βροχή μέσα στο ιστιοφόρο μέσα στην τρέλα της κρίσης της θα τραβήξει κοντά της σαν προστασία η Κάριν τον μικρό της αδερφό τον Μίνους. Ενώ πιο πέρα γαμπρός-ο ιατρός άντρας της Κάριν και πεθερός ο συγγραφέας πατέρας της, σε ένα άλλο σημείο της παραθαλάσσιας ερημιάς θα ξεγυμνώνουν τα λάθη των δικών τους ψυχών και επιλογών οικογενειακών τους πράξεων αποδοχής, που, τραυμάτισαν τόσο την μητέρα και σύζυγο του συγγραφέα πατέρα όσο και την άρνηση αποδοχής της αρρώστιας της κόρης. Ενώ ο ιατρός σύζυγος της Κάριν καταγράφει στις ημερολογιακές του σημειώσεις ότι δεν θέλει να παραδεχτεί πέρα από την επιστήμη του. Αλληγορικές συγκινητικές και τρυφερές εικόνες δανεισμένες από την Καινή Διαθήκη, μέσα από ένα της υπαρξιστικής φιλοσοφίας σύγχρονο του 20ου αιώνα πρίσμα εξέτασης, προερχόμενο ακόμα από τον Σιόρεν Κίργκεγκαρντ και τα δίπολα σχήματα ερμηνειών του Αύγουστου Στρίνμπεργκ που είναι «βουτηγμένο» διαρκώς το βλέμμα του.

   Στην Κάριν μέσα σε αυτό το αποπνιχτικό και του ναυαγίου περιβάλλον θα εκδηλωθεί η εσωτερική της κρίση, το όνειρό της να της παρουσιασθεί και να της μιλήσει ο Θεός, κάτι που δεν καταλαβαίνει ο μαθητής μικρός της αδερφός Μίνους και την αντιμετωπίζει με πόνο και απορία και ατολμία χειρονομιών. Ο Μπέργκμαν στις στιγμές αυτές στις σεναριακές σελίδες της γραφής του και σκηνοθετικές στιγμές του φακού του κάτω από τους ήχους και το νερό της βροχής στα όσα συμβαίνουν μεταξύ των δύο αδερφών, αποφεύγει τις φιλολογικές ερμηνείες, τις στοχαστικές επεξηγήσεις, τις δικαιολογητικές ηθικής ερμηνείας αναφορές, τους διανοουμενίστικους πειραματισμούς της κάμεράς του που θα σόκαραν οπτικά τους θεατές. Δεν υιοθετεί μεταφυσικές ρητορικές, «φόρμες» «καταδικαστικές» που βλέπουμε σε άλλες του ταινίες. Εδώ τα πρόσωπα βρίσκονται ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό τους, στην καθαρότητα της μορφής τους, στην κρίση της συνείδησής τους, στην αθωότητα της εικόνας τους, στην ικετήρια φωνή για βοήθεια και συνάντηση με Αυτόν, ως προσδοκώμενο ζητούμενο. Ζητώντας μία αιτία, μία αφορμή οι ήρωες να αποπλύνουν την προηγούμενη στειρότητα των συμπεριφορών τους, να επανέλθουν στην αδαμιαία τους αθωότητα, να κατανοήσουν τους άλλους, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Η ένταση των στιγμών είναι μεγάλη, η αγωνία κορυφώνεται, το τρέμουλο της έκφρασης των τεσσάρων ηρώων- πρωταγωνιστών είναι έκδηλο, καθαρό, εμφανές σε κάθε σπασμό του προσώπου τους σε κάθε απόπειρα χειρονομίας, σε κάθε τόνο της θλιμμένης τους φωνής. Τέσσερα πρόσωπα ξεγυμνώνουν το προσωπείο του άλλου και το δικό τους ή σωστότερα βοηθούν τον άλλον να πετάξει το ψεύτικο προσωπείο του, το κοινωνικά επίπλαστο που τον εμποδίζει να έρθει σε κοινωνία αγάπης με τον άλλον, να αισθανθούν την ζεστασιά της αγάπης, δηλαδή το ολοκληρωμένο ως βιωμένη έννοια πρόσωπο της εμφάνισης του Θεού. Η ακατανοησία, η μοναξιά, η ερημία, ο πόνος και η αγωνία, το άγχος του ανθρώπου σε όλη του την εκφραστική, συνειδησιακή, ψυχική πληρότητα μέσω της έβδομης τέχνης και των σεναρίων της Τριλογίας, καθώς το Σώμα της Κάριν γίνεται αφορμή μέσω των κρίσεών της να καταργηθούν τα ηθικά τείχη, να πέσουν οι μάσκες του αποκλεισμού και της ακοινωνησίας. Ένας νέος κόσμος ανοίγεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια του μικρού Μίνους καθώς περιμένουν το ασθενοφόρο να παραλάβει την αδερφή του να την οδηγήσει στην Κλινική. Οι κρίσεις της αρρώστιας της στάθηκε η αιτία της αυτοσυνειδησίας των δύο εφησυχασμένων αντρών.

«Βλέπεις, Κάριν, σχηματίζουμε ένα μαγικό κύκλο γύρω μας και αφήνουμε απ’ έξω όλα όσα δεν αποτελούν μέρος των μυστικών παιχνιδιών. Κάθε φορά που η ζωή σπάζει τον κύκλο, τα παιχνίδια γίνονται ασήμαντα και γκρίζα και γελοία. Τότε σχηματίζουμε καινούργιους κύκλους και χτίζουμε καινούργια τείχη.» σελ. 71.

Λέει ο πατέρας της απευθυνόμενος στην κόρη του. Ενώ σε μία δική του επίγνωση προτεραιοτήτων και αξιών της ζωής του λέει και πάλι:

«Όταν σκέπτωμαι όλα τα χρόνια της ζωής μου, που τα θυσίασα στην δήθεν τέχνη μου, μου έρχεται ναυτία.».

   Αλήθεια αυτήν την προσωπική ερώτηση πόσοι και πόσοι λογοτέχνες και καλλιτέχνες δεν την έχουν κάνει στον εαυτό τους; Και αν δεχθούμε ως μεταβλητή την λέξη Τέχνη και θέσουμε τον ορισμό Πίστη ή αντίστοιχα Απιστία, προσκόλληση στα υλικά αγαθά σε κατηγορίες πολιτικής, κοινωνικής ή θρησκευτικής ή νομικής εξουσίας, στο χρήμα, τον αθλητισμό, την ιδεολογία και τόσες άλλες «τυραννικές» ανθρώπινες δραστηριότητες και δυνατότητες που μας παράσχει ο «Πολιτισμός σαν πηγή δυστυχίας» που μας είπε ο Σ. Φρόϋντ, τότε, πόσα προσωπικά μας «Τοτέμ και Ταμπού» θα παραμερίσουμε και θα αποτινάξουμε από πάνω μας.

   Τον ίδιο ερωτηματικό στοχασμό κάνει και η Κάριν με την δική της «σαλεμένη» λογική.

«ΚΑΡΙΝ.- Δεν μπορούμε να ζούμε σε δυό κόσμους συγχρόνως. Πρέπει να διαλέξουμε, δεν έχω την δύναμη να πηγαίνω αδιάκοπα από τον έναν κόσμο στον άλλον. Δεν έχω την δύναμη.».

Κάτι που θυμίζει το Ευαγγελικό «Πάσα την βιοτική αποθόμεθα μέριμνα» που κάνουν ότιδήποτε περνά από το χέρι τους και μπορούν οι ηγέτες των θρησκειών και εκκλησιών όπου γης να το υπερβούνε μέσα στην Ιστορία.

  Το «Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη» είναι η πρώτη από τις περίφημες κινηματογραφικές του Τριλογίες που τον έκανε γνωστό παγκοσμίως και εκτόξευσαν την φήμη του διεθνώς ως έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του Κινηματογράφου διαχρονικά και όχι αδίκως. Τα δύο άλλα μέρη της τριλογίας είναι οι ΜΕΤΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΕΣ  ή κατά άλλη συγγενική μετάφραση οι ΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΕΣ και ΦΥΣΙΚΑ η ολοκλήρωση της ερωτηματικής υπαρξιακής του προβληματική η ΣΙΩΠΗ. Έργα του Μπέργκμαν τα οποία συμπληρώνουν την μεταφυσική προβληματική και οντολογικό στοχασμό, τα συχνά επαναλαμβανόμενα ερωτήματα και απορίες, τα διλήμματα και τις αμφιβολίες, τις αρνήσεις και καταφάσεις που θέτει στο ερωτηματικό λόγο του ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στις πάνω από 70 ταινίες του, τα σενάριά του, τα γραπτά του, αλλά όπως φαίνεται και ως άτομο. Ο ίδιος, σε μία από τις συνεντεύξεις του μας είπε:

  Το «ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ» όπως και τους «ΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΕΣ» και την «ΣΙΩΠΗ», τα απεκάλεσα έργα δωματίου. Είναι σαν την μουσική δωματίου, μουσική όπου μ’ έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό φωνών και τρόπων εξερευνάς την ουσία κάποιων θεμάτων. Το φόντο σχεδόν χάνεται σαν σε ομίχλη, το υπόλοιπο είναι διύλιση.».

    Το ψυχολογικό- υπαρξιακό αυτό δράμα για το οποίο ο ίδιος ο Μπέργκμαν με ειλικρίνεια μας λέει τι πιστεύει για αυτήν του την ταινία και τις διάφορες εσωτερικές κρίσεις που πέρασε και πώς τις ξεπέρασε ή τις αντιμετώπισε, στην επιθυμία του να αποτυπώσει και ιχνηλατήσει τέτοιας υφής μεταφυσικά ζητήματα σχεδόν άγνωστα στην τέχνη του κινηματογράφου μέχρι την εμφάνιση του Μπέργκμαν το είχα παρακολουθήσει θυμάμαι δύο φορές την ίδια εβδομάδα, ενώ μεταγενέστερα, 1986 και 1993 το είδα ξανά σε προβολές του από την ΕΡΤ-2 και την σταθερά Κινηματογραφόφιλη από παλαιά ΕΡΤ-3. Σε αφιερώματα για τα 100 χρόνια από την Κινηματογραφική τέχνη. Κάτι που μας κάνει να υποψιαστούμε αν δεν λαθεύουμε ότι επαναλήφθηκαν και στο πρόσφατο αφιέρωμα της δημόσιας τηλεόρασης στο Κανάλι της Βουλής. Αν δεν λαθεύουμε. Εξάλλου, οι ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν πάντα είναι από τα καλύτερα προβολής προφίλ της Έβδομης Τέχνης και όαση μπροστά στην ξηρασία των σύγχρονων βίαιων ρυθμών και θεματολογίας ταινιών.

   Διαβάζουμε στο ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ του ΙΛΙΟΝ

«ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΦΙΛΜ. ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ. Ταινία Σουηδικής παραγωγής της Σ.Φ. Σκηνοθέτης: ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. Πρωταγωνισταί: ΜΑΞ ΦΟΝ ΣΥΝΤΟΒ- ΧΑΡΡΙΕΤ ΑΝΤΕΡΣΟΝ.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

   Ό,τι ωραιότερο παρουσίασε ως τώρα ο παγκόσμιος Κιν/φος. Κατέκτησε Κοινό και Κριτικούς με την σπάνια ομορφιά της. Το ανεπανάληπτο αριστούργημα του κορυφαίου  Σκηνοθέτη ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. Απετέλεσε σταθμό στην ιστορία του Κινηματογράφου με τους σπάνιους παλμούς του έρωτα, με τις τιτάνιες αποκορυφώσεις σ’ αυτό το μοναδικό αριστούργημα όλων των εποχών».

   Ακόμα και σήμερα, έν έτη 2026 μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών παρακολουθώντας την ταινία ο σύγχρονος θεατής διαπιστώνουμε ότι τα όσα επαινετικά γράφτηκαν για την ταινία αυτή δεν είναι υπερβολικά, αποτελούν οι ταινίες τους μία από τις ενδοξότερες στιγμές της έβδομης τέχνης. Ούτε οι διθυραμβικές απόψεις ενός κοινού και κριτικών πού με την εμφάνιση του Σκηνοθέτη Μπέργκμαν έμεινε αποσβολωμένο και σοκαρισμένο όχι μόνο από την πρωτότυπη προβληματική της ταινίας αλλά και την διαπραγμάτευση ενός τόσο ιδιαίτερου θέματος, όπως είναι η τρέλα και η αιμομιξία. Μία ασυνήθιστη κατάσταση με πανάρχαιες- αρχέγονες καταβολές εικόνες, σκηνές και παραστάσεις που είχαμε συναντήσει και διαβάσει όλοι μας στις Παγκόσμιες Μυθολογίες, στα Ιερά Βιβλία των Θρησκειών, σε έργα της Αρχαίας Τραγωδίας, στις Απόκρυφες αφηγήσεις της Ιστορίας της Ανθρωπότητας μέσα στην Πολιτιστική και Πολιτισμική περιπέτεια του Ανθρώπινου είδους στην Ιστορική και Κοινωνική του εξέλιξη στο Χρόνο. Μετά τις έρευνες και τις μελέτες του πατέρα της Ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόϋντ και τα Κλινικά συμπεράσματά του, φυσικά και των μαθητών του, όπως ο Κάρλ Γιούνγκ και ο Κόσμος των Συμβόλων του και ανθρωπολόγων όπως ο Μαλινόφσκι, ο Τζόζεφ Κάμπελ, τον προηγούμενο θυελλώδη αιώνα, τον 20ο, των εκατοντάδων ανακαλύψεων και εξερευνήσεων στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και συνείδησης, οι ιδιωτικές αυτές καταστάσεις και οι εξαιρέσεις των ερωτικών συμβάντων, τις διαβάζαμε σε ορισμένα βιβλία μυθιστοριογράφων και τις συναντούσαμε σποραδικά στην διεθνή ειδησεογραφία των Κοινωνικών Ηθών των Πέντε Ηπείρων ως κατακριτέες μεμονωμένες επιλογές ατόμων κλειστών συνήθων κοινωνιών, απαγορευμένων από την επίσημη νομοθεσία και το άγραφτο εθιμικό δίκαιο σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα θρησκευτικά και κοινωνικά ήθη και έθιμα εκάστου λαού τους κανόνες κοινωνικής συνύπαρξης μιάς οργανωμένης Πολιτείας, ως κοινωνικό σκάνδαλο είτε στην Ανατολή είτε στην Δύση. Ο φιλόλογος, συγγραφέας σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ingmar Bergman, ο διανοούμενος και στοχαστής Σουηδός όπως κατανοούμε στην ταινία του, φάνηκε να είναι γνώστης παρόμοιων κοινωνικών ερωτικών φαινομένων και ψυχικών καταστάσεων, κάτι που δεν μας φανερώνει μόνον το μορφωτικό του επίπεδο και το εύρος των ενδιαφερόντων του αλλά και το τι απασχόλησε την σκέψη του και κέντρισε την συνείδησή του ως προβληματική και ενδιαφέρον κατά διαστήματα. Και ασφαλώς το γεγονός ότι είχε μελετήσει και ερευνήσει τομείς της Ψυχανάλυσης και των συμπερασμάτων της και Κλινικών περιπτώσεων της που δεν απείχαν άλλωστε (οι έρευνες και τα συμπεράσματά της, η εξερεύνηση του ασυνείδητου, τα Όνειρα, οι Οραματισμοί κλπ.) και τόσο μακριά χρονολογικά από τα χρόνια των σπουδών του στο εξωτερικό και της διαμόρφωσης της προσωπικότητάς του ως άτομο και ως καλλιτέχνη. Ας μην λησμονούμε και τις εξερευνήσεις και τους πειραματισμούς των διαφόρων Κινημάτων των Σουρεαλιστών, ιδιαίτερα των Γάλλων. Την ερμηνευτική αυτή διαπίστωση της ταινίας και άλλων του φυσικά έργων, δεν την βλέπουμε μόνο στην σκηνοθετική του ματιά στο πώς διαχειρίζεται ο φακός του το θέμα και ιδιαίτερα την θέση της γυναίκας μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, δίπλα στον άντρα ως σύζυγο, ερωμένη, μητέρα, γιαγιά, αδερφή, τον γυναικείο ψυχισμό, την ερωτική συμπεριφορά και σεξουαλικότητα, αλλά, στο πώς αυτές οι λεπτές και ισορροπημένες καταστάσεις και ανθρώπινες συμπεριφορές,-έστω ως περιπτωσιολογικές- αντιδράσεις αυτό το υλικό ατομικής του έρευνας μεταποιείται στα εξαιρετικά σενάριά του και στην οθόνη. Εδώ εν τάχει παρενθετικά να σημειώσουμε ότι η γυναικεία σεξουαλικότητα καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος στην κινηματογραφική διαπραγμάτευση και αποτύπωση στις ταινίες του Μπέργκμαν από ότι η αντρική. Το ίδιο συμβαίνει και με την γυναικεία ομοφυλοφιλία λανθάνουσα ή φανερή σε σχέση με την αντρική. Κλασικό παράδειγμα το «Κραυγές και Ψίθυροι» και άλλα του έργα της ώριμης περιόδους του. Επανερχόμενοι, όπως στην δεδομένη περίπτωση βασίστηκε η αφήγηση της ιστορίας της ταινίας. Όπως και σε άλλες του κινηματογραφικές περιπτώσεις η πρωταγωνίστρια ηρωίδα του είναι μία τραυματισμένη ψυχικά ύπαρξη, η οποία έπειτα από ορισμένα γεγονότα εντός του οικογενειακού της περιβάλλοντος που την τραυμάτισαν την οδήγησαν αργά και σταδιακά στην τρέλα, στην μη επικοινωνία με το περιβάλλον της. Στην σταδιακή αυτή κατάσταση συνέτεινε η αχαρακτήριστη συμπεριφορά του θα λέγαμε «λογίου» πατέρα της, της απουσίας ενός Θεού ως πρότυπο λυτρωτή των ψυχολογικών δεσμών της, της παντελής απουσία του ως στήριγμα ή σωστότερα στο δεύτερο μέρος της τριλογίας ως αράχνη στον τοίχο και στο τρίτο μέρος ως παντελής και αιώνια Σιωπή.

Στο Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη η σκηνοθεσία και το σενάριο ήταν του Ι. Μπέργκμαν. Η Φωτογραφία του Σβεν Νίκβιστ. Το  Ντεκόρ Π. Α. Λούντγκρεν. Το Μοντάζ Ούλα Ρίγκε και η Μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ερμηνευτές οι σταθεροί συνεργάτες πρωταγωνιστές του οι: Χάριετ Άντερσεν στον ρόλο της κόρης, Κάριν. Ο Γκούναρ Μπγιέρνστραντ στον ρόλο του πατέρα συγγραφέα Ντάβιντ. Ο Μαξ φον Σίντοβ στον ρόλο του συζύγου ιατρού Μάρτιν. Και στο ρόλο του μικρού αδερφού Μίνους ο Λαρς Πάσγκαρντ.

    Στις τελευταίες στιχομυθίες της ταινίας υπάρχει ο διάλογος-συζήτηση του πατέρα με τον μικρό του γιό, ένας διάλογος που συγκεφαλαιώνει το μήνυμα της εξαιρετικής αυτής ταινίας ή ορθότερα, το πρώτο μέρος της Τριλογίας της.

ΝΤΑΒΙΝΤ. -Θέλω μόνο να σου δώσω την αίσθηση της δικής μου ελπίδας.

ΜΙΝΟΥΣ. -Είναι η αγάπη του Θεού;

ΝΤΑΒΙΝΤ. -Είναι η γνώση ότι η αγάπη υπάρχει σαν μια πραγματικότητα στον κόσμο των ανθρώπων.

ΜΙΝΟΥΣ.- Και φυσικά πρόκειται για κάποιο είδικό είδος αγάπης.

ΝΤΑΒΙΝΤ. – Κάθε είδος αγάπης, Μίνους! Την πιό ψηλή και την πιό χαμηλή, την πιο φτωχή και την πιο πλούσια, την πιο γελοία και την πιο όμορφη. Εκείνη που είναι παράφορη και εκείνη που είναι αρρωστημένη. Κάθε είδος αγάπης.

ΜΙΝΟΥΣ (χαμηλόφωνα). – Η νοσταλγία, η επιθυμία της αγάπης.

ΝΤΑΒΙΝΤ. – Η επιθυμία και η άρνηση. Δυσπιστία και εμπιστοσύνη.

ΜΙΝΟΥΣ. – Μ’ άλλα λόγια, η αγάπη θα ήταν η απόδειξη που ζητώ.

ΝΤΑΒΙΝΤ. – Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν η αγάπη είναι η απόδειξη ότι υπάρχει Θεός, ή αν η αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός. Όμως αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία.

ΜΙΝΟΥΣ. –Για σένα, Θεός και αγάπη είναι το ίδιο φαινόμενο.

ΝΤΑΒΙΝΤ. – Η στειρότητα και η βρωμερή μου απληστία επαναπαύονται σε αυτή τη σκέψη. (Σωπαίνει).

ΜΙΝΟΥΣ. –Μίλα, λοιπόν, μπαμπά!

ΝΤΑΒΙΝΤ. –Η στειρότητα ξαφνικά μεταμορφώνεται σε πλούτο και η απελπισία μεταμορφώνεται σε ζωή. Και είναι σαν μια χάρη, Μίνους. Είναι σαν να μου χαρίζεται η ποινή του θανάτου.

ΜΙΝΟΥΣ. –Είναι τρομερό πόσο εξωπραγματικός είσαι μπαμπά. Νοιώθω όμως πολύ καλά ότι πιστεύεις όσα λες. Και αυτό με κάνει να τρέμω σύγκορμος……» σελ. 81-82

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20 Αυγούστου 2026

ΥΓ. Πολύ ωραίο το Αυγουστιάτικο Κινηματογραφικό αφιέρωμα της ΕΡΤ-1. Προσέξαμε ιδιαίτερα και μας άρεσε η συγκινητική και τρυφερή Γαλλική ταινία «Χορεύοντας πάνω στον τάφο» αν μεταφέρω σωστά τον τίτλο προχθές. Η ερωτική ιστορία δύο ερωτευμένων ομοφυλόφιλων αγοριών-το πρώτο ερωτικό ξύπνημα του ενός- και η σχέση μεταξύ τους, μεταξύ των οικογενειών τους και των γύρω τους.