Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Δημήτρης Δανίκας γράφει για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

 

ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Περιμένω με ενδιαφέρον τον θάνατό μου»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ  ΔΑΝΙΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στο ένθετο «ΠΡΟΣΩΠΑ 21Ος ΑΙΩΝΑΣ» τχ. 93/ 16-12-2000

   Για τον εξαίρετο δημοσιογράφο και κριτικό κινηματογράφου κύριο Δημήτρη Δανίκα, νομίζω ότι ο έλληνας αναγνώστης- αναγνώστρια των παλαιότερων δεκαετιών Εφημερίδων και άλλων εντύπων, αλλά και της σημερινής έντυπης έκδοσης της εφημερίδας «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ», δεν χρειάζεται συστάσεις. Το όνομά του ήταν γνωστό στους φιλαναγνώστες της Γενιάς μας και όχι μόνο, από τα έντυπα του «ΔΟΛ». Αρθρογραφική και κριτική πένα αξιόλογη, σπινθηροβόλα, σαρκαστική, ίσως ορισμένες φορές ειρωνική, με πολιτική άποψη και ξεκάθαρη θέση πάνω στα διάφορα κοινωνικά θέματα και παθογένειες που καυτηρίαζε, σχολίαζε τσουχτερά, για πρόσωπα της πολιτικής επικαιρότητας και του δημόσιου βίου, όπως και συνεχίζει να πράττει. Με την ανάπτυξη και ευρεία διάδοση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Ηλεκτρονικών Μέσων, η φωνή και η παρουσία του κυρίου Δημήτρη Δανίκα μας έγινε γνωστότερη, μια και είναι συχνά προσκεκλημένος στα διάφορα πάνελ και συζητήσεις. Τον διακρίνει η δημοσιογραφική ευθυκρισία, το άκουσμα των λόγων και των λεγομένων του συνομιλητή του ή συνομιλητών του, η με ευγένεια και ειλικρίνεια διατύπωση της γνώμης, των απόψεών του, των κρίσεών του στις συμμετοχές του. Η υπογραφή και το όνομα του κύριου Δημήτρη Δανίκα- όπως και άλλων της παλαιάς φουρνιάς των δημοσιογράφων- τιμά το δημόσιο επάγγελμα ενημέρωσης της κοινής γνώμης με τον καλύτερο τρόπο. Δίχως φυσικά αυτό να σημαίνει ότι ο αναγνώστης ή αναγνώστες των άρθρων και των δημοσιευμάτων του συμφωνούν πάντα με τα όσα γράφει και εκθέτει στις δημόσιες εμφανίσεις του.

    Συνεχίζω κάπως φλύαρα και ίσως άτακτα, επαναληπτικά, μπορεί και κουραστικά να αναρτώ αυτήν την Καλοκαιρινή περίοδο του 2026, στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, παλαιές κρίσεις και σχόλια, δημοσιεύματα εφημερίδων και περιοδικών για το Κινηματογραφικό και Συγγραφικό έργο του Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman που είχα διαφυλάξει. Θέλησα να κάνω ένα πολλαπλό Αφιέρωμα στην μνήμη του με τα όποια στοιχεία και πληροφορίες είχα συγκεντρώσει. Να αναφερθώ ξεχωριστά σε ταινίες του που έχω παρακολουθήσει σε κινηματογραφικές αίθουσες και τηλεοπτικές οθόνες, στα Σενάριά του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και έχουν εκδοθεί αυτόνομα και γνωρίζω, σε ελληνικές θεατρικές σκηνές που παραστάθηκαν έργα του, σε κριτικές στον τύπο, σε συνεντεύξεις του, στην Αυτοβιογραφία του. Παράλληλα, κάνω και μία χρονική αναδρομή των δικών μου καλλιτεχνικών πεπραγμένων, μνημών, εμπειριών και πνευματικών καταστάσεων εκ Πειραιώς, φιλικών συναντήσεων και γνωριμιών που συνδέονται κατά κάποιον τρόπο με τους χρόνους μετά την Μεταπολίτευση του 1974 που παρακολουθήσαμε για πρώτη φορά ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και έκτοτε παραμείναμε φανατικοί θαυμαστές των αριστουργημάτων του. Στην κινηματογραφική μας εκτίμηση και προτίμηση σε αυτά τα μοναδικά αριστουργήματα της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης και του μαγευτικού Σουηδού δημιουργού τους, συνέβαλε όχι μόνο η παιδική μας αγάπη για την Τέχνη του Σινεμά, αλλά, και οι διθυραμβικές συνήθως θετικές κριτικές που έχουμε μέχρι σήμερα διαβάσει για τις ταινίες του, που ενίσχυσαν τις απόψεις μας μετά την παρακολούθηση των ταινιών του. Δίχως σε αυτό το επαινετικό πανόραμα κρίσεων και απόψεων των ελλήνων κινηματογραφικών κριτικών να σημαίνει ότι δεν έχουν δημοσιευτεί σποραδικά και αρνητικά σχόλια. Όμως οι κινηματογραφόφιλοι θαυμαστές του Μπέργκμαν ακόμα και σήμερα υπερτερούν και δεν τον λησμονούν. Κλασικά παραδείγματα η συγκεφαλαιωτική αποτίμηση των ταινιών του από έναν άλλον δάσκαλο του Σινεμά του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου που υπογράφει το λήμμα σ. 384-386 του «Παγκόσμιου Βιογραφικού Λεξικού» τόμος 6ος της «Εκδοτικής Αθηνών- ΤΑ ΝΕΑ» 1999 και άλλων συζητητών για ταινίες του στο διαδίκτυο και ηλεκτρονικές εκδόσεις εφημερίδων.

  Διαβάζοντας εκ νέου τα δύο βιβλία Σεναρίων του «Σκηνές από ένα γάμο» και «Το Αυγό του φιδιού» (έχουμε δημοσιεύσει κριτική για το δεύτερο παλαιότερα) που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα- Α.Α. Λιβάνη» και αντιγράφοντας σιγά-σιγά κριτικές δασκάλων της Έβδομης Τέχνης όπως του Βασίλη Ραφαηλίδη και του Νίνου Φένεκ- Μικελίδη, κάνουμε μία απαραίτητη και αναγκαία στάση σε μία άλλη εξαιρετική κινηματογραφόφιλη φωνή, του έμπειρου και καταρτισμένου κινηματογραφικά πάντα Δημήτρη Δανίκα. Θεωρώντας ότι οι όποιοι αναγνώστες/ αναγνώστριες των Λογοτεχνικών Πάρεργων θα έχουν την ευκαιρία εφόσον το θελήσουν να ξαναθυμηθούν και να διαβάσουν συγκεντρωτικά κρίσεις και απόψεις για το διεθνώς αναγνωρισμένο και βραβευμένο έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Υπομονή λοιπόν μέχρι τα επόμενα Μπεργκμανικά σημειώματα και αναρτήσεις.

  Ανοίγει την αυλαία του κειμένου του ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ:

   «Δεν ακούει, δεν βλέπει, δεν περπατάει καλά και με ενδιαφέρον περιμένει τον θάνατό του. Η ζωή για τον 82χρονο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι ένα απίστευτο βάρος. Αλήθεια, πόσα παιδιά έχει; Μερικοί βιογράφοι του ισχυρίζονται πως είναι 8, όμως ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξή του που παραχώρησε στη σουηδική τηλεόραση- και μάλιστα ύστερα από παρακάλια και διαβεβαιώσεις του στενού του φίλου και συνεργάτη Έρλαντ Γιόζεφσον –τα παιδιά του είναι 9. Στον δρόμο μπορεί να ξέχασε μερικά. «Ποτέ δεν αισθάνθηκα πατέρας. Κάποτε ένας γιός μου μού είπε: «΄΄Δεν υπήρξες για μένα αληθινός πατέρας΄΄». Τα παιδιά γι’ αυτόν προέκυψαν έτσι… τυχαία. Αποκλείεται επίσης να θυμάται πόσα εγγόνια και δισέγγονα έχει. Ούτε τον ακριβή αριθμό των γυναικών του θυμάται. «Όλες τους πάντως αποδείχτηκαν κυρίες». Δημοσίως καμία δεν εξέφρασε παράπονο. Μια «συνάντηση» με τον Μπέργκμαν ίσως να ‘ναι ευλογία. Επισήμως- στα χαρτιά- μόλις… πέντε είχαν το προνόμιο να φέρουν το επίθετο Μπέργκμαν. Η Έλσε ήταν η πρώτη του σύζυγος. Εκείνος ήταν μόλις 25 χρόνων, με ελάχιστη, ίσως και μηδαμινή, σεξουαλική πείρα! «Μικρός ήμουν άσχημος, κοκαλιάρης και άχαρος». Τα κορίτσια τον περιφρονούσαν και μόνο μια 14χρονη χοντρούλα καταδέχτηκε να τον πλησιάσει. «Ίσως να με λυπήθηκε». Ύστερα από 2 χρόνια βιαστικού γάμου ο 27χρονος πια Ίνγκμαρ δίνει τα παπούτσια στην Έλσε. Ο λόγος είναι εξηγήσιμος. Θα συνέβαινε και στον τελευταίο κομπάρσο του έσχατου αθηναϊκού θεάτρου. Είναι τα πρώτα χρόνια του στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου, όπου «επικρατούσε μια διάχυτη ερωτική ατμόσφαιρα». Αμέσως μετά την Έλσε πέφτει πάνω στην Έλεν. Ο γάμος διαρκεί κάτι περισσότερο. Περίπου πέντε χρόνια. Στα χαρτιά, γιατί στην πράξη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Μπέργκμαν έχει ήδη αρχίσει να προπονείται στο αγαπημένο του χόμπι. «Πάντα ερωτευόμουν τις πρωταγωνίστριές μου». Μόνο τις πρωταγωνίστριες; Όσοι τον ξέρουν, αμφιβάλλουν. Η επίσημη σύζυγος αρρωσταίνει και όσο εκείνη πάλευε με τη φυματίωση εκείνος έτρεχε πίσω από κάποια Γκουν. Ένα χρόνο μετά την παντρεύεται, εξακολουθώντας όμως να επιδίδεται στο ίδιο σπορ, βεβαιώνοντας κάθε χρόνο τις επιδόσεις του. Μετά την Γκουν καταφθάνει η Κάμπι. Αυτός ο γάμος διαρκεί 6 χρόνια. Ρεκόρ. Στα 52 του πια τα ‘χει κάνει όλα. Κάτι η κόπωση, κάτι το χαμηλό προφίλ της επόμενης συμβίας του, κάτι ο υπομονετικός της χαρακτήρας και ο γάμος με την Ίνγκριντ, την Πέμπτη-στη σειρά-κυρία Μπέργκμαν, βαστάει 24 ολόκληρα χρόνια. Και μάλιστα η αιτία του χωρισμού τους είναι ο… θάνατος. Ποια ήταν; «Σάμπως την ξέρουμε;» μου έλεγε φυσικότατα συνάδελφος από τη Σουηδία. Η Ίνγκριντ ήταν η φιλική συντροφιά. Τη γυναικεία συντροφιά την αποτελούσαν πολλά ωραία κορίτσια. «Ήμουν περικυκλωμένος από πολλά ωραία πλάσματα», ομολογεί με την ανατριχιαστική ειλικρίνεια που τον διακρίνει. Με την απώλεια της Ίνγκριντ αρχίζει να βαράει το κουδουνάκι. Φτάνει όπου να ‘ναι. Αν γίνει φυτό, θα προτιμούσε εκείνη τη στιγμή να αυτοκτονήσει.

Ο μεγαλύτερος εν ζωή, δραματουργός του κινηματογράφου είναι ένας αποτυχημένος άνθρωπος. Το δηλώνει άνευ περικοκλάδων. Και αισθάνεται τη ζωή σαν ένα μεγάλο, ανυπόφορο βάρος. Πώς εξηγείται αυτή η διάσταση, αυτή η κολοσσιαία αντίφαση, αυτό το χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη; Ίσως μόνο το δικό μας μυαλό, το μυαλό «φυσιολογικών» κοινών θνητών να εκλαμβάνει όλα αυτά σαν χάσμα, σαν σχίσμα ανάμεσα στον καλλιτέχνη- Άγγελο και τον άνθρωπο-Διάβολο. Αν μικρός ήταν όμορφος. Αν από νωρίς έκανε παρέα με κορίτσια. Αν ο πατέρας του δεν ήταν τόσο άκαμπτος και ήταν ας πούμε παπουτσής και όχι ταγμένος πάστωρ της εκκλησίας των διαμαρτυρομένων. Αν δεν είχε συσσωρευτεί μέσα του τόσος θυμός και τόση οργή. Αν δεν «έπνιγε» κάποιον Κριτικό. Αν όλα αυτά που εξομολογείται και πολλά άλλα που θα τα πάρει στον τάφο του δεν είχαν συμβεί στην τρικυμιώδη ζωή του, τότε ίσως η μεν κυρία Έλσε να κέρδιζε έναν απολύτως υγιή και αφοσιωμένο σύζυγο, εμείς όμως να χάναμε την ευλογία μιας «Περσόνα». Τα πράγματα στη ζωή και την Τέχνη δεν είναι αγγελικά πλασμένα. Στην περίπτωση μάλιστα του Μπέργκμαν θα έλεγα πως είναι εντελώς… σατανικά καμωμένα! Μερικές ιδιοφυϊες της Τέχνης προκύπτουν από παρά… φύση καπρίτσια.

Απ’ αυτήν τη συνέντευξη, την τελευταία που έδωσε πριν από μερικούς μήνες στη σουηδική τηλεόραση και που ίσως αποδειχθεί πραγματικά η τελευταία, δύο πράγματα με συγκλόνισαν. Το «ποινικό του μητρώο» και η αυτογνωσία του. Έχει πλήρη συνείδηση των «εγκλημάτων» του και δεν έχει κανένα δισταγμό να τα ομολογήσει. Τι έχει να φοβηθεί; Ούτε τον Χάρο. Τον περιμένει- σου λέει- με ενδιαφέρον. Ανατριχιαστικό. Ξεπερνάει κάθε ανθρώπινο μέτρο. Και κάτι ακόμα πριν σας τον παραδώσω ατόφιον. Όσοι δεν απολαύσουν τα μαθήματα σεναρίου που παραδίδει με την «Απιστία» (Trolosa –προβάλλεται στην Αθήνα) θα… εγκληματήσουν. Μια δική του, από τις τόσες «ασήμαντες» απιστίες του, καταλήγει  σε ιστορία τρόμου.».

   Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Του εύχομαι να καίγεται στην κόλαση»

Ακούγονται πολλά για τα εκρηκτικά, τα βίαια ξεσπάσματα του χαρακτήρα σας…

«Ως νέος, ναι. Μια φορά από τον θυμό μου είχα σπάσει την τζαμαρία σε ραδιοφωνικό στούντιο. Η αλήθεια είναι πως η συμπεριφορά μου ήταν βίαιη. Όμως τα τελευταία είκοσι χρόνια έχω ηρεμήσει. Μερικές φορές αυτά τα ξεσπάσματα με κάνουν να αισθάνομαι αποτυχημένος και ως επαγγελματίας. Τώρα έχω ησυχάσει. Στο περιβάλλον μας είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε και να συνεργαζόμαστε με διαφορετικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει ατμόσφαιρα ηρεμίας και ισορροπίας, όχι όμως και υποταγής. Όταν κάποιος ηθοποιός ή συνεργάτης μου σηκώσει τα χέρια ψηλά λέγοντας «αυτό δεν μπορώ να το κάνω», πρέπει να τον αντιμετωπίσω με πυγμή. Πάντως οι άνθρωποι που διαδίδουν αυτές τις φήμες για τον βίαιο χαρακτήρα μου δεν είχαν ποτέ δουλέψει μαζί μου.».

   Είναι αλήθεια πώς είχατε σπρώξει βάναυσα έναν Κριτικό;

«Έχει συμβεί, αλλά το περιστατικό έχει διογκωθεί. Αυτό που έγινε ήταν εντελώς δικαιολογημένο από τη μεριά μου. Επί σειρά ετών με «κυνηγούσε» με τον πιο άθλιο τρόπο. Μια μέρα σε κάποια πρόβα κουστουμιών τον είδα μπροστά μου και σκέφτηκα πως αν τον… έπιανα ίσως τελικώς να με απάλλασσε από την παρουσία του δια βίου. Ίσως ακόμα και η εφημερίδα του να μην τον άφηνε να γράφει κριτικές για τις παρουσιάσεις μου. Στη συνέχεια το σωματείο των Κριτικών έβγαλε μία ανακοίνωση λέγοντας πώς κανείς δεν έχει δικαίωμα να συμπεριφέρεται έτσι σε κάποιον που γράφει τις απόψεις του. Όμως ομολογώ πώς ύστερα απ’ αυτό το ξέσπασμα αισθάνθηκα περίφημα. Και η αλήθεια είναι πώς δεν τον χτύπησα, απλώς τον άρπαξα από το κολάρο κι αυτός από τον τρόμο του… εξαφανίστηκε στο πάτωμα. Στη συνέχεια μια εισαγγελέας, που βρήκε την ευκαιρία να γίνη διάσημη, μου έβαλε πρόστιμο 5.000 κορόνες. Τώρα έπειτα από τόσα χρόνια εύχομαι να καίγεται στην κόλαση. Ακόμα και σήμερα που είναι νεκρός εξακολουθώ να τον μισώ. Δεν μίσησα πολλούς, αλλά αυτόν ποτέ δεν θα τον συγχωρήσω».

        «Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα πατέρας»

   Μου κάνει εντύπωση πόσο λίγες φορές εμφανίζεται στα κείμενά σας η λέξη «πατέρας»;

  «Ά, πρέπει να σας πω ότι οι μανάδες τους είναι εξαιρετικές κυρίες. Ουδέποτε μίλησαν για μένα με πικρία, λύπη ή απογοήτευση. Ούτε μία απ’ αυτές Θυμάμαι τότε που συγκρούστηκα με έναν από τους γιους μου κι εκείνος μου είπε «ποτέ δεν υπήρξες αληθινός πατέρας για μένα». Μπορεί και να ‘χει δίκιο. Ούτε μια στιγμή στη ζωή μου δεν κατάλαβα ούτε αισθάνθηκα… πατέρας».

Το λέτε με τόση ευκολία, χωρίς τύψεις και ενοχές.

  «Έχετε δίκιο, έτσι είναι. Μπορεί πατέρας να μην ήμουνα, αλλά σας βεβαιώ πώς πάντα ήθελα να είμαι ένας καλός φίλος για τα παιδιά μου. Θυμάμαι τότε που η γυναίκα μου Ίνγκριντ κανόνισε την πρώτη μεγάλη οικογενειακή συνάθροιση στο σπίτι μας στο νησί Φάρο και με τα 9 παιδιά μου (!). Μερικά απ’ αυτά δεν γνώριζαν την ύπαρξη των άλλων. Ύστερα από αυτή την ευχάριστη οικογενειακή συγκέντρωση κάθε 14 Ιουλίου στα γενέθλιά μου τους υποδέχομαι στο Φάρο. Πιστεύω πως μερικοί σαν κι εμένα είμαστε οι τελευταίοι Δεινόσαυροι στον πλανήτη. Δυστυχώς, το είδος πεθαίνει».

  Αφού ο ελεύθερος χρόνος σας ήταν τόσο περιορισμένος, τι σας έσπρωξε να κάνετε τόσα πολλά παιδιά;

    «Ά, ποτέ δεν μπορείς να υπολογίσεις τα όρια και τις αντοχές σου. Άλλωστε, ούτε ένα απ’ αυτά τα παιδιά δεν προέκυψε ύστερα από σχεδιασμό και συνειδητή επιθυμία. Απλώς, έτυχε! Πάντως όλα τους ήταν πλάσματα εκρηκτικών σχέσεων. Μεγάλοι έρωτες. Και όλους αυτούς τους έρωτες εξακολουθώ να τους λατρεύω. Και είναι υπέροχα τώρα να είναι κανείς περικυκλωμένος από τόσα εγγόνια και… δισέγγονα. Μου αρέσει να τα βλέπω να παίζουν και να τιτιβίζουν τριγύρω μου. Φυσικά έπειτα από μία ώρα πονοκεφαλιάζω και παίρνω βάλιουμ για να ηρεμήσω. Αλλά μια και μιλάμε για τύψεις και ενοχές, πρέπει να σας υπενθυμίσω πώς μεγάλωσα σ’ ένα αυστηρό προτεσταντικό περιβάλλον που προσπαθούσε να μου εμφυσήσει την ενοχή σαν συστατικό όρο της ύπαρξής μου. Έτσι όταν ήμουν μικρός για να επιβιώσω έλεγα ψέματα, κορόιδευα και υποκρινόμουν. Μεγαλώνοντας έγινα χειρότερος. Συμπεριφερόμουν προς όλους σαν κόπανος. Εντελώς άθλια. Το βάρος αυτών των ενοχών ήταν ασήκωτο και κάποια στιγμή αποφάσισα να τις πετάξω στα σκουπίδια. Αλλά πρόσεξε κάτι. Άλλο πράγμα είναι η ενοχική συνείδηση και εντελώς άλλο είναι η ενοχοποιημένη, από τους άλλους, συνείδηση. Όσο πετούσα τις ενοχές μου τόσο πείσμωνα με τη δουλειά μου. Έπρεπε να γίνω ο καλύτερος του κόσμου. Κανένα εμπόδιο δεν έπρεπε να μπει ανάμεσα σε μένα και στις επαγγελματικές μου κατακτήσεις. Έτσι από τη μια ως άνθρωπος αισθανόμουν αποτυχημένος και από την άλλη προσπαθούσα να υπερκεράσω αυτή την αποτυχία μέσα από τα επαγγελματικά μου κατορθώματα. Αυτή η αντίφαση με ανάγκασε να πάρω ορισμένες αποφάσεις. Έγινα ένας αυστηρός, άκαμπτος επαγγελματίας γεγονός που την πλήρωσαν οι συνεργάτες μου. Η σχέση μου μαζί τους κατάντησε μια βασανιστική δοκιμασία γι’ αυτούς».

   «Πάντα ερωτευμένος με τις πρωταγωνίστριές μου»

   Να μιλήσουμε για γυναίκες; Η Πινακοθήκη του Μπέργκμαν είναι από τις πλουσιότερες.

    «Όταν ήμουν μικρός δεν υπήρχε ούτε μία. Θυμάμαι τα κορίτσια να κυνηγούν τους ωραίους της παρέας, τον Έρλαντ και τον Σβεν (εννοεί τους στενούς φίλους και συνεργάτες του, τον ηθοποιό Έρλαντ Γιόζεφσον και τον διευθυντή φωτογραφίας Σβεν Νίκβιστ). Για μένα τα εμπόδια ήταν δυσθεώρητα. Έπρεπε να… δουλέψω πολύ σκληρά. Όσο με θυμάμαι, ήμουν πάντα ερωτευμένος. Ο πρώτος μεγάλος έρωτας ήταν η μητέρα μου. Ήταν μια απίστευτα όμορφη γυναίκα. Αλλά κάθε προσφορά λατρείας από μένα σ’ αυτήν ήταν απαγορευμένη. Δυστυχώς… γεννήθηκα αγόρι».

   Απ’ όσο ξέρω, κάθε μεγάλος έρωτας στη ζωή σας διαρκούσε μία τριετία.

  «Λάθος πενταετία ή κάτι τέτοιο».

  Δεν είναι ελάχιστος χρόνος για να ωριμάσει βαθύτερα μια σχέση;

  «Μην ξεχνάτε πως η σχέση μου με την Ίνγκριντ κράτησε 24 χρόνια και πως αν δεν πέθαινε θα διαρκούσε περισσότερο. Όταν την συνάντησα και την παντρεύτηκα, όλες οι άλλες ιστορίες ξεχάστηκαν, θάφτηκαν. Ήταν μια αληθινή αγάπη. Ήμουν 52 ετών όταν παντρευτήκαμε και το αστείο είναι πως έμοιαζε πολύ στη μητέρα μου. Κάτι λέει αυτό. Βέβαια πρέπει να ομολογήσω πώς όλα αυτά τα χρόνια με τριγυρνούσαν πολλά ωραία κορίτσια. Και μη νομίζετε πώς όλα αυτά τα πλάσματα με μίσησαν. Λάθος. Εξακολουθούν να με βλέπουν σαν φίλο τους».

  Και η πρώτη σας σύζυγος; Αν θυμάμαι καλά, την εγκαταλείψατε για κάποια άλλη την ώρα που είχε αρρωστήσει από φυματίωση και σας είχε ανάγκη. Αν αυτή η γυναίκα εξακολουθεί να αισθάνεται φιλικά για σας, τότε πρέπει να είναι πρωταθλήτρια γενναιοδωρίας.

  «Κι όμως, έτσι είναι. Κοιτάξτε, γεννήθηκα κοκαλιάρης, ψηλός και άχαρος. Από την πρώτη στιγμή μίσησα το κορμί σου. Η πρώτη μου μικρή ασήμαντη ερωτική εμπειρία ήρθε καθυστερημένα όταν ήμουν 16 χρόνων. Και μάλιστα ήρθε από κάποια που με λυπήθηκε και που διέθετε τον διπλάσιο όγκο από μένα. Χοντρούλα και άσχημη. Τόσο άσχημη που όταν η μητέρα μου την είδε τρόμαξε και έκανε τα πάντα για να με αποτρέψει. Στην πραγματικότητα οι πρώτες μου αληθινές εμπειρίες άρχισαν το 1943, όταν ήμουν 25 χρονών. Τότε που μπήκα στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να είναι η αιτία του απίστευτου θυμού που μέχρι τότε είχε συσσωρευτεί μέσα μου. Γι’ αυτό όταν ήμουν νέος, ανασφαλής και φοβισμένος, εκτονωνόμουν με ξεσπάσματα οργής και μίσους. Συνεχώς φώναζα και κλωτσούσα. Άρχισα να ηρεμώ όταν κατάλαβα πώς ελέγχω τα εργαλεία της δουλειάς μου. Το αποτέλεσμα ήταν πώς πάντοτε ερωτευόμουν τις πρωταγωνίστριές μου. Φυσικά αυτός ο έρωτας δεν κατέληγε πάντα σε μια μεγάλη σχέση. Με άλλα λόγια, κάπως έτσι άρχιζαν οι επιπλοκές και κάπως έτσι ήρθαν τα παιδιά. Κάθε νέα ταινία, μια νέα ερωτική σχέση κ.ο.κ.».

  «Θα αυτοκτονούσα, το θεωρώ φυσιολογικό»

 Μου φαίνεται αδιανόητο να ανοιγοκλείνει κανείς με τόση ευκολία τις πόρτες των σχέσεων και των χωρισμών του…

   «Κοιτάξτε, αν δεν ελέγξεις τον τρόμο που σου προκαλεί η χαοτική κατάσταση της πραγματικότητας και της προσωπικής σου ζωής, θα διαλυθείς. Αν δεν ήλεγχα πλήρως την κατάσταση θα κατέρρεα μέσα στο χάος. Γι’ αυτό άλλωστε σιχαίνομαι κάθε είδους και μορφή αυτοσχεδιασμού. Θέλω όλα να τα ελέγχω πριν ακόμα τα οργανώσω. Ίσως γι’ αυτό αποφεύγω την κοινωνική ζωή. Όμως εν τέλει είναι αδύνατον να τα ελέγχεις όλα. Τον θάνατο, ας πούμε, δεν μπορείς να τον κουμαντάρεις. Τα τελευταία χρόνια μετά την απώλεια της Ίνγκριντ δεν έχω συναντήσει έξω από τη δουλειά μου ούτε έναν φίλο, έναν γνωστό, έναν συνεργάτη. Φανταστείτε πώς τον Έρλαντ τον βλέπω μόνο στο θέατρο και κάποιες φορές ανταλλάσσουμε μερικές κουβέντες τηλεφωνικώς. Ποτέ μου δεν δυσκολεύτηκα να μείνω μόνος με τον εαυτό μου. Αντιθέτως μονίμως αισθάνομαι την ανάγκη της μοναξιάς και της απομόνωσης. Έτσι με θυμούμαι από μικρό παιδί. Απλά τα χρόνια με την Ίνγκριντ ήταν μία ευχάριστη περίοδος. Αποκλείω να μου ξανασυμβεί κάτι ανάλογο. Τώρα έχω επιστρέψει στη μοναξιά μου, με μοναδική συντροφιά μια βαθιά, ανείπωτη αίσθηση απώλειας. Αυτή την αίσθηση την κουβαλάω διαρκώς μαζί μου. Ταυτόχρονα κουβαλάω μαζί μου και τις δύο άλλες μου αγάπες, το θέατρο και τις πρόβες».

   Νομίζετε πώς ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και για τον θάνατο;

   «Θα ξεκινήσω από τον προθάλαμο του θανάτου. Κανείς δεν μας έχει μιλήσει διεξοδικά για το πόσο σκληρά είναι τα γηρατειά. Ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που αρχίζουν να εμφανίζονται πάνω μου μερικά ταπεινωτικά… γελοία συμπτώματα. Τα γηρατειά από μόνα τους είναι δουλειά πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης! Πίστευα πώς πρώτα εγώ θα πέθαινα και μάλιστα είχα πει στην Ίνγκριντ όταν το διαισθανθεί να μου πιάσει το χέρι σαν σημάδι αποχαιρετισμού. Μερικές φορές αισθάνομαι πώς υπάρχω ερήμην της… ζωής. Προσπαθώ να γεμίζω τα κενά διατηρώντας μια τάξη στην καθημερινότητά μου. Κάθε πρωί σηκώνομαι στις 6 και δουλεύω μέχρι το βράδυ. Κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, όλα αυτά τα χρόνια. Και συνεχίζω την ίδια πορεία με το ίδιο αυστηρό πρόγραμμα. Η ίδια η ζωή για μένα είναι ένα μεγάλο βάρος. Η σκέψη πώς δεν θα ξαναδώ την Ίνγκριντ είναι ανυπόφορη, απαίσια, βασανιστική. Μέσα μου διαρκώς συγκρούονται ερωτήματα για τη ζωή, τον θάνατο, για την Ύπαρξη και την ‘ανυπαρξία’. Έτσι αρχίζω να θέλω να πιστεύω πώς θα ξαναδώ την Ίνγκριντ και πώς υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα. Δεν μπορώ να χωνέψω την ιδέα της οριστικής εξαφάνισης. Τελικά, στην πραγματικότητα έπαψα να φοβάμαι το θάνατο. Αντιθέτως, πιστεύω πως εκείνη η ώρα θα έχει ενδιαφέρον! Το μόνο που με τρομάζει είναι η αναπηρία, η ταπείνωση και η φυτοποίηση. Να γίνω βάρος στους άλλους. Αν το πνεύμα μου είναι αναγκασμένο να ζει σ’ ένα σάπιο κορμί, τότε ελπίζω να έχω τα συγκαλά μου για να πάρω τις αποφάσεις μου.».

  Θα αυτοκτονούσατε;

  «Οπωσδήποτε! Θέλει και ρώτημα; Βρίσκω πως θα ‘ναι το πιο φυσιολογικό φινάλε της ζωής μου».

  Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να ζει μέσα σας το μικρόβιο της περιέργειας.

   «Μα, δεν έχετε ακούσει που λένε για κάποιον που δεν είναι περίεργος ‘τι έπαθε αυτός, άρρωστος είναι;’ Πάντα με θυμάμαι έναν απίστευτα περίεργο τύπο. Η περιέργεια είναι θείο δώρο. Αν σταματήσω να δουλεύω και να ξετρυπώνω, θα πεθάνω στη στιγμή».

     ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, εφ. ΤΑ ΝΕΑ 16/12/2000

Κλείνοντας

   Ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Δανίκας, από όσο γνωρίζω, έχει δημοσιεύσει στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 10/12/2000 κριτική για την ταινία της ηθοποιού Λίβ Ούλμαν «Απιστία» (“TROLOSA”) με τίτλο «Το δημόσιο «στριπτίζ» του Μπέργκμαν», και πρότιτλο «Ο 82χρονος σκηνοθέτης υπαινίσσεται στο σενάριο της ταινίας της Λιβ Ούλμαν “Trolosa” («Απιστία») ότι μπορεί να υπήρξε άφιλος, άπιστος, παντελώς αδιάφορος για την οικογένειά του και ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας φίλου του». Το Σενάριο της ταινίας το έγραψε ο ίδιος ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν σε προχωρημένη ηλικία. Όπως γνωρίζουμε πολλές από τις κινηματογραφικές του παραγωγές στηρίζονται σε δικά του σενάρια. Η ταινία της πρώην γυναίκας του, ηθοποιού Λιβ Ούλμαν, προβάλλονταν εκείνο το διάστημα σε Αθηναϊκές αίθουσες και ήταν η πρώτη της εργασία ως σκηνοθέτης. Αν διαβάσουμε την προσωπογράφηση του Δημήτρη Δανίκα που αναρτούμε σήμερα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, τις κρίσεις του για την ταινία «Απιστία» (θα τις αναρτήσουμε σε επόμενο σημείωμά μας, κάνοντας μνεία του και σε ένα άλλο κριτικό σημείωμά του για την ταινία του Δανού σκηνοθέτη Τόμας Βίντεμπεργκ, και την ταινία του «Οικογενειακή γιορτή» βλέπε εφ. «Τα Νέα» 2/10/ 1998) και προσμετρήσουμε τα όσα μας εξομολογείται στην τελευταία συνέντευξή του ο Σουηδός σκηνοθέτης Ι. Μπέργκμαν, θα διαπιστώσουμε το πόσο δύσκολο και μάλλον «σκοτεινό» σαν άτομο υπήρξε αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Αυτός ο μάγος της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης που δεν έπαψε να ανασκαλεύει συνεχώς το παρελθόν της οικογένειάς του και να μας προσφέρει εξαιρετικά αυτοβιογραφικά πορτραίτα των δικών του ατόμων. Μικρές ιστορίες τους μπλεγμένες με την δική του πορεία ζωής. Θα επιβεβαιώσουν τις απόψεις κριτικών και θεωρητικών της Λογοτεχνίας- και της Καλλιτεχνίας ευρύτερα- που μας υπενθυμίζουν στα κείμενα και τα γραπτά τους ότι άλλο πράγμα είναι το καλλιτεχνικό έργο, το τελικό αποτέλεσμα αθανασίας ενός δημιουργού ως ανάγνωσμα ή θέαμα και άλλο ο ίδιος ο δημιουργός- καλλιτέχνης που το κατασκεύασε σαν άτομο, σαν διακεκριμένη προσωπικότητα μέσα στην Κοινωνία, την στάση και αντιδράσεις του μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον και τον κοινωνικό περίγυρο. Η αναγνώρισή του ότι δεν υπήρξε καλός πατέρας ή σύζυγος, ίσως και η πολυγαμία του, να φανερώνουν το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από τις ενοχές και τις τραυματικές εμπειρίες αγωγής του αυταρχικού και πουριτανού πάστορα πατέρα του σαν παιδί, και οι απορρίψεις του από τα κορίτσια της εποχής του. Πάντως, πέρα από την προσωπική του περιπέτεια, είναι άξιο θαυμασμού πώς αυτός ο παθιασμένος καλλιτέχνης και ταλαντούχος συγγραφέας του προηγούμενου αιώνα, κατόρθωσε να τιθασεύσει τους εσωτερικούς του «δαίμονες», να αναμετρηθεί με ιερά κινηματογραφικά «τέρατα» της εποχής του και να μας προσφέρει κινηματογραφικά έργα υψηλού υπαρξιακού και μεταφυσικού προβληματισμού και δραματικής ποιότητας. Ταινίες που κάτω από ένα σύγχρονο πρίσμα και ερμηνευτικό βλέμμα προσομοιάζουν με τα κλασικά έργα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας αλλά και της σαιξπηρικής. Υλοποίησε με την οπτική του τέχνη τα παιδικά του οράματα, όνειρα και κόσμους της φαντασίας του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8/9/2026  

 

 

      

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ

 

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ  ΠΑΛΛΑΣ

Βουκουρεστίου 1

«Β. Α. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ & Β.Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Α.Ε.»

«ΒΙΚΤΩΡ Γ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Α.Ε.».

Παρουσιάζουν την ταινία

Μ Α Ρ Ι Ο Ν Ε Τ Τ Ε Σ

(FROM THE LIFE OF MARIONETTES)

      ΕΓΧΡΩΜΟΝ

Σκηνοθεσία ΙΝΤΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

Πρωταγωνισταί: ΡΟΜΠΕΡΤ ΑΝΖΟΡΝ, ΚΡΙΣΤΙΝ ΜΠΟΥΤΣΕΓΚΕΡ, ΜΑΡΤΙΝ ΜΠΕΝΡΑΘ

    ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

  Ο Πέτερ Έγκερμαν, παντρεμένος εδώ και χρόνια με την Καταρίνα, περνάει μια κρίσιμη ψυχολογική κατάσταση. Ο γάμος του βρίσκεται σε καμπή και οι σχέσεις τους έχουν οξυνθεί. Και αυτό που δεν τολμά να συνειδητοποιήσει, βρίσκει διέξοδο στα όνειρά του: βλέπει ότι δολοφονεί την Καταρίνα. Πηγαίνει στον ψυχίατρο Μόγκενες και του εξομολογείται τις πιο απόκρυφες σκέψεις του. Αλλά εκείνος, αντί να τον βοηθήσει, σχετίζεται με την Καταρίνα….

[Ψυχολογικό δράμα, γερμανικής παραγωγής 1980

Σκηνοθεσία- Σενάριο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Φωτογραφία Σβεν Νίκβιστ

Ντεκόρ Χέρμπερτ Στράμπελ, Ρολφ Τζέχετμπάουερ

Κοστούμια Σαρλότ Φλέμινγκ, Έγκαν Στράσερ

Μουσική Ρολφ Βίλχελμ

Μοντάζ Πέτρα φον Έλφεν 

Παίζουν Ρόμπερτ Άτζαρν (Πέτερ Έγκερμαν), Κριστίν Μπουκένγκερ (Καταρίνα Έγκερμαν), Μάρτιν Μπένρατ (Μόγκενς Γιένσεν), Ρίτα Ρούσεκ (Καταρίνα Κραφτ (Κα)), Βάλτερ Σμίντινγκερ (Τόμας Ισιντορέ Μάντελμπαουμ (Τιμ), Χάιντς Μπένεντ (Άρθρουρ Μπρένερ), Λόλα Μίτσελ (Καρντέλια Έγκερμαν, μητέρα του Πέτερ), Ρουθ Όλαφς (Νοσοκόμα), Καρλ- Χάιντς Πέλσερ (Ανακριτής), Γκάμπι Νταμ (Γραμματέας).

  " Ένας τριαντάρης άντρας, ο Πέτερ Έγκερμαν, κυνηγάει μια νεαρή γυναίκα, μια πόρνη, και τη σκοτώνει πάνω στη μικροσκοπική σκηνή ενός θεάτρου πορνό. Ο ψυχαναλυτής Μόγκενς Γιένσεν αναλαμβάνει την πραγματογνωμοσύνη για την ψυχική κατάσταση του Πέτερ. Είναι, άλλωστε, γνωστός του. Τον είχε επισκεφτεί, για να του ζητήσει την ιατρική του συμβουλή του, σχετικά με την ακαθόριστη επιθυμία που αισθανόταν να σκοτώσει τη γυναίκα του Καταρίνα. Φεύγοντας, ο Πέτερ κρύφτηκε στο διαμέρισμα του Γιένσεν τον παρακολούθησε να καλεί την Καταρίνα και να της κάνει ερωτικές προτάσεις. Ο Πέτερ, που νόμιζε ότι ο Γιένσεν και η Καταρίνα είχαν σχέσεις, διαπιστώνει πως η γυναίκα του αποκρούει τον γιατρό και την ακούει να εκφράζει το σεβασμό και την αγάπη της γι' αυτόν. Παρ' όλο που έχουν συμφωνήσει σε μια σχέση "ελεύθερη" ο Πέτερ και η Καταρίνα είναι εναλλακτικά ο ένας παιδί του άλλου. Η λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ τους ξεσπάει όταν η Καταρίνα αρνείται να πάει σε γεύμα της πεθεράς της.".

     Διανύουμε χρονολογικά τους τελευταίους μήνες του 1981, ο Ανδρέας Παπανδρέου και το Πασόκ μόλις έχει ανέλθει στην κυβερνητική εξουσία με κεντρικό το σύνθημα της ΑΛΛΑΓΗΣ. Ο Ελληνικός Δημοκρατικός Λαός και οι άλλες αριστερές δυνάμεις πλέουν σε πελάγη πολιτικής ευτυχίας για την επελθούσα πολιτική Αλλαγή. «Το Πασόκ στην Κυβέρνηση ο Λαός στην Εξουσία» ένα από τα πολυχρησιμοποιημένα πολιτικά συνθήματα. Η συντηρητική παράταξη ηττήθηκε εκλογικά κατά κράτος, ο φιλοευρωπαϊστής ηγέτης της και ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας που ενέταξε την Ελλάδα ως ισότιμο μέλος στην τότε ΕΟΚ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έχει μεταπηδήσει στην προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο Λαός πανηγυρίζει στους δρόμους, τις πλατείες, τις αλάνες, οι συζητήσεις και οι κουβέντες στα σπίτια και τα καφενεία, τις καφετέριες και τα ζαχαροπλαστεία στα σουβλατζίδικα, στις δουλειές, τα εμπορικά μαγαζιά, η πολιτικολογία δεν έχει τελειωμό. Η δημοκρατική παράταξη και οι οπαδοί της φωνακλάδικα, ενθουσιαστικά, χαμογελαστά, σαν μεγάλα παιδιά χορεύουν, τραγουδούν, αγκαλιάζονται μεταξύ τους, γιορτάζουν τη Νίκη του Ανδρέα και την Αλλαγή. Η άλλη, η ηττημένη πλευρά, η δεξιά, μουδιασμένη και απογοητευμένη μετρά τις πολιτικές της εκλογικές απώλειες και σχεδιάζει τις αντιπολιτευτικές της κινήσεις, να εκλέξει νέο πολιτικό αρχηγό. Ανάμεσα στις Ράδιο Αρβύλα ειδήσεις- μπαμπούλας που ακούγονταν από πολιτικολογούντες, αξιωματούχους, ιερείς της εκκλησίας και άλλους δημόσιους συντηρητικούς παράγοντες και άτομα, ήταν ότι «ο Ανδρέας θα μας πάρει τα σπίτια», θα «κρατικοποιήσει τα εξοχικά μας», θα μας εντάξει στο «Σύμφωνο της Βαρσοβίας», «θα απαγορεύσει την Ορθόδοξη πίστη μας», «θα κλείσει και θα γκρεμίσει τους Ναούς και τις Εκκλησίες», «θα πάρει τα λεφτά μας από τις τράπεζες» και ένα σωρό άλλα φαιδρά και ανόητα και ακούγονταν, διαδίδονταν από στόμα σε στόμα. Ακόμη και ότι θα αποχωρήσουμε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ την Ατλαντική Δυτική Συμμαχία (Ξεχνώντας πολύ γρήγορα οι αλλόφρονες πουριτανοί και θρησκόληπτοι συμπατριώτες μας, ότι εκείνος που έβγαλε για ένα μικρό χρονικό διάστημα την Ελλάδα από στην στρατιωτική συμμαχία ήταν ο Σερραίος πολιτικός εξαιτίας του Κυπριακού). Μόνο ότι δεν θα μας στείλει στην Σελήνη με αερόστατο ο Ανδρέας δεν ακούγαμε. Ο «εγκάθετος των Αμερικανών», ο «πότης» ο «γυναικάς», ο «άθεος», ο «αντίχριστος», αυτός που ευθύνονταν ακόμη και για τον «θάνατο του πατέρα του», «αυτός που έριξε την Κυβέρνηση του Γέρο Παπανδρέου με αποτέλεσμα τη Δικτατορία». Τέτοιες πολιτικές αρλούμπες και βλακείες διαδίδονταν στις οφ δι ρέκορντ ειδήσεις και διασποράς πληροφορίες υιοθετούνταν στην δημοκρατικών φρονημάτων πατρίδα μας των «ελλάς ελλήνων χριστιανών» ρασοφόρων με αμπέχονο και βέλο συντηρητικά πολιτικό όταν ο Ηγέτης της Αλλαγής και οι συνεργάτες του πολιτικού κινήματος του αντιδικτατορικού ΠΑΚ ανήλθαν στην Κυβερνητική εξουσία της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1981 και άλλαξαν την πορεία των πολιτικών πραγμάτων στην πατρίδα μας. Η βραβευμένη ηθοποιός Μελίνα Μερκούρη θα αναλάμβανε το Υπουργείο Πολιτισμού και θα παρέμενε Υπουργός μέχρι τον θάνατό της. Από την άλλη, δυστυχώς, νωρίς έφυγαν από την ζωή αξιόλογα δημοκρατικά και αντιχουντικά στελέχη όπως ο Αντώνης Τρίτσης, ο Γιώργος Γεννηματάς, ο Πέτρος Μώραλης και άλλοι. Η εργατούπολη Πόλη μας, ο Πειραιάς, εκπροσωπήθηκε από δύο σημαντικούς πολιτικούς, τον μετέπειτα πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και τον Δήμαρχο Γιάννη Παπασπύρου. Σε Κυβερνήσεις του Ανδρέα ως υπουργός συμμετείχε και η Πειραιώτισσα δικηγόρος και ποιήτρια Ρούλα Κακλαμανάκη. Η Ελλάδα και οι Έλληνες ζούσαν ιστορικές στιγμές, πρωτόγνωρου πολιτικού ενθουσιασμού, έστω αν και σήμερα ακόμη, αρκετοί λοιδορούν και υβρίζουν, σιχτιρίζουν αυτήν την πολιτική περίοδο της Γενιάς μας. Οι «πράσινες» κοσμο-λαοθάλασσες πλημμύριζαν τους δρόμους και τις λεωφόρους φωνάζοντας «Εμπρός Ανδρέα για μια Ελλάδα νέα». Η πολιτική μνήμη είναι ακόμη νωπή των χρόνων της Γενιάς μου/μας, εσείς την ιστορία σας εμείς την δική μας.

    Η Ζωή όμως στο μικρό και μεγάλο θριαμβικό μεγαλείο της όπως το αντιλαμβάνονται και οι πιο παθιασμένοι με την Πολιτική δράση ιδεολόγοι (ή πλιατσικολόγοι) ως συνήθως, όπως όλοι μας γνωρίζουμε και ζήσαμε συνεχίστηκε, βρήκε την καθημερινή κοινωνική της ισορροπία αποκτώντας σιγά-σιγά τους ρυθμούς της και οι Κυβερνητικές πλέον ευθύνες προσγείωσαν τους Οραματιστές παλαιούς και νέους Κυβερνήτες μας, και οι Έλληνες και οι Ελληνίδες επανήλθαν στις συνηθισμένες ασχολίες τους συζητώντας και αναλύοντας παθιασμένα τα εκλογικά αποτελέσματα, ενώ συνεχίστηκαν οι καφενειακοί διαξιφισμοί στα πράσινα και μπλε καφενεία για την άνοδο στην εξουσία του Τροτσκιστή ΑΝΔΡΕΑ και οι κομματικές διαγραφές όσων τολμούσαν να αμφισβητήσουν την αρχηγία του λαοπρόβλητου μπαλκονάτου Ηγέτη. Η Πολιτική Μυθοποίησή του μα, και η νύχτια δολοπλοκία της απομυθοποίησής του θα ερχόταν μερικά χρόνια αργότερα με το Ειδικό Δικαστήριο και την μία ψήφο αθώωσης διαφορά του κυρίου με το «γουνάκι». Μέσα σε ένα κλίμα νεανικής τρέλας και εφηβικής ατομικής και πολιτικής νοσταλγίας επανερχόμενοι στην ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής, ακούγεται η ηχώ του συνθήματος που βγαίνει από τα χείλη και τις σωματικές χειρονομίες της «Μαριλού» στο γνωστό σήριαλ της δημόσιας τηλεόρασης: «Αχ! Πασόκ, Πασόκ, Ωραία, Ωραία Χρόνια».

   Δύο φίλοι από τον Πειραιά λοιπόν όχι πολιτικά ομοιδεάτες, αποφασίζουν να ανέβουν στην Αθήνα να παρακολουθήσουν μία ακόμη ταινία, την 41η του Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, τότε, το ψυχολογικό του δράμα «ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ» στον Κινηματογράφο «ΠΑΛΛΑΣ» επί της Βουκουρεστίου κοντά στο Σύνταγμα. Μια παράλληλα ασπρόμαυρη και έγχρωμη ταινία 100 λεπτών μία εξαιρετική πραγματεία πάνω στην ανθρώπινη ψευδαίσθηση περί ελευθερίας και αυτοδιάθεσης μέσα σε ένα κοινωνικό πλέγμα ανεξερεύνητων και ανεξιχνίαστων ιστών και δικτύων από άγνωστές μας μπλεγμένες και περιπεπλεγμένες μεταξύ τους οικογενειακές της ανατροφής μας αιτίες. Το ψυχαναλυτικό αυτό αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διαπραγματεύεται και κάτι ακόμα σημαντικό, την αδυναμία του ορθού λόγου, μέσω της Επιστήμης να αποκωδικοποιήσει την ταυτότητα του ανθρώπινου Εγώ, να λύσει ή ξεκλειδώσει ίσως σωστότερα οριστικά το εσωτερικό εγώ της ανθρώπινης ύπαρξης με σύγχρονα μέσα. Η ψυχική οπισθοδρόμηση, η προδοσία εκ μέρους του ιατρού, η μοναξιά, η υστεροβουλία με δυό λόγια η ανωριμότητα να διαχειριστούν τα του εαυτού τους και των επιλογών τους το ζευγάρι καταγράφεται με ξεκάθαρη ματιά και σαφήνεια, ξεκάθαρες κουβέντες στις εξομολογητικές τους στιγμές και αποκαλύψεις των ψυχικών και συναισθηματικών τους θέλω από τον συγγραφέα- σκηνοθέτη. Ο Μπέργκμαν δεν στρογγυλεύει τα πράγματα και τις καταστάσεις κατά τις φλας μπακ αφηγήσεις του, τα αφήνει με τις αγκαθωτές και τραυματικές κώχες τους οδηγώντας τα στην αναγνώριση της τελικής καταστροφής. Η υποκρισία και η αγριότητα του Εγώ οδηγούν στις συγκρούσεις, την ακοινωνησία και την έλλειψη ουσιαστικής αγάπης και κατανόησης. Ανώριμα Εγώ, ανώριμες χειρονομίες, επαφές και μία αγάπη δομημένη πάνω σε συγκρούσεις και ψευδαισθήσεις.

 Οι δύο κινηματογραφόφιλοι Πειραιώτες (διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων) είναι ο καθηγητής φιλολογίας και συγγραφέας, τεχνοκριτικός κατόπιν πανεπιστημιακός δάσκαλος Μανόλης Βλάχος και ο γράφων. Η διαφορά ηλικίας των δύο φιλότεχνων Πειραιωτών δεν εμπόδισε την φιλική τους σχέση, και να είναι πνευματικά ομοτράπεζοι. Η δική μας μάλλον είναι η τελευταία Γενιά της Ελληνικής Νεολαίας που συγχρωτίζονταν με άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, είχαν άλλο αξιακό σύστημα κοινωνίας σχέσεων μεταξύ τους, δεν θεωρούσαν έναν εικοσάρι «γέρο» όπως σήμερα στην χολιγουντιανή Α.Ι. περίοδο. Ο τεχνοκριτικός και φιλόλογος συγγραφέας Μανόλης Βλάχος προέρχονταν από την φιλική εκπαιδευτική συντροφιά και περιβάλλον της καθηγήτριας των αγγλικών Ιωάννας Βλάχου και ήταν νεανικός συνομήλικος σχεδόν φίλος του συζύγου της Πειραιώτη Φώτη Πετρόπουλου. Στην ίδια φιλική πνευματική συντροφιά συναντούσαμε και τον μετέπειτα καθηγητή- μεταφραστή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο τον Ηλία Κυζηράκο. Μικρή η εργατούπολη Πόλη μας, (προλεταριακός και προσφυγικός ο πληθυσμός της) αλλά με ευάριθμο και σημαντικό πνευματικό και καλλιτεχνικό αξιόλογο δυναμικό. Η Ιστορία της Πειραϊκής Σχολής του Πειραιά συνεχίζονταν ανοδικά από την ίδρυση του Δήμου το 1835 έως των ημερών μας. Ο 20ος και 21ος Αιώνας βρήκε το πρώτο λιμάνι της χώρας με μεγάλες περιόδους οικονομικής, πνευματικής ακμής και καλλιτεχνικής άνθησης αλλά και σποραδικές στην ιστορική του πορεία καθιζήσεις. Είχα διαβάσει την μελέτη του Μανόλη Βλάχου για τον σπουδαίο καραβογράφο Κωνσταντίνο Βολανάκη, τεχνοκριτικά του σημειώματα στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» που συνεργάζονταν, σε έντυπα εικαστικού ενδιαφέροντος και προγράμματα Εκθέσεων ζωγράφων που σποραδικά παρουσίαζε. Συνεργάζονταν στενά με τις εκδόσεις «Ολκός». Τα κατοπινά χρόνια το Ίδρυμα και η Οικογένεια του συγχωρεμένου εφοπλιστή Ιωάννη Λάτση στάθηκε χορηγός σε δύο μνημειώδη βιβλία του τα οποία εξέδωσε, την «Ελληνική Θαλασσογραφία» και το έργο του «Λουϊ Ντυπρέ». Ο Μανόλης Βλάχος ήταν γνωστό και διακεκριμένο πρόσωπο του πνευματικού Πειραιά και μέλος του Φιλολογικού Σωματείου της Πόλης. Μαζί είχαμε παρακολουθήσει αρκετές ταινίες σε κινηματογραφικές αίθουσες του Δήμου Πειραιά και της Αθήνας.

Ο Κινηματογράφος, είτε παγκόσμιος είτε ελληνικός ήταν πάντα ένα φτηνό θέαμα, ένα λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας που άγγιζε τις καρδιές και τα αισθήματα του απλού κόσμου ανεξαρτήτου μορφωτικού επιπέδου και οικονομικής προέλευσης θεατών, φύλου ή ηλικίας. Ευτυχώς τις προηγούμενες δεκαετίες μετά την Μεταπολίτευση, η Πόλη μας ο Πειραιάς διέθετε αρκετές χειμερινές και καλοκαιρινές κινηματογραφικές αίθουσες –και η πρωτεύουσα φυσικά- που προβάλλονταν εξαιρετικές κινηματογραφικές σοβαρές παραγωγές και έργα σταθμοί της Έβδομης Τέχνης φημισμένων σκηνοθετών. Ας μνημονεύσουμε με την ευκαιρία και τον ρόλο της ΕΚΙΤΕΠ στην πολιτιστική «αναγέννηση» του Πειραιά πριν την Δικτατορία και τα έργα που παρουσίαζε μετά την Μεταπολίτευση είτε στο «υπόγειό της» είτε στον Δημοτικό Κινηματογράφο «Σινεάκ».

     Επανερχόμαστε και θυμόμαστε μία ακόμη παλαιά ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, έτσι, όπως επανερχόμαστε συχνά σε παλαιότερους ποιητές και πεζογράφους, στοχαστές και φιλοσόφους που έχουμε διαβάσει, το εφιαλτικό ψυχολογικό δράμα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, «ΜΑΡΙΟΝΕΤΤΕΣ». Η λέξη αναγράφεται με ένα «τ» ή με δύο, ενώ ο πλήρης τίτλος της είναι «Από τη ζωή των μαριονεττών». Ένα έργο διαφορετικής προβληματικής και σκηνοθετικής οπτικής από αυτά που μας έχει συνηθίσει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ή μάλλον, η ταινία αυτή που γυρίστηκε εκτός Σουηδίας δίχως το σταθερό των πρωταγωνιστών του συνεργείο δεν έχει μεταφυσική προβληματική και ατμόσφαιρα. Είναι ένα ακόμα από τα κλασικά έργα δωματίου του, με αστυνομική υφή, ψυχιατρικό κλίμα και εξέταση της ταυτότητας ενός εν δυνάμει δολοφόνου, ο οποίος δολοφονεί στο όνειρό του μία γυναίκα ελαφρών ηθών σε μία παράσταση. Τελείται ένας φόνος μίας γυναίκας όχι όμως στην πραγματικότητα αλλά στην φαντασία ενός συζύγου ο οποίος κατά βάθος θέλει να δολοφονήσει την ίδια του την σύζυγο. Είναι η ανίχνευση μίας δολοφονικής μετάθεσης την οποία ο Μπέργκμαν ερευνά και ανιχνεύει φωτίζοντας πλευρές της προσωπικότητας του εν δυνάμει δολοφόνου από διάφορα πρόσωπα, -τον γιατρό ψυχίατρο, την γυναίκα του, την μητέρα του, άλλους θέτοντας σαν κεντρικό προβληματισμό πού πραγματικά βρίσκεται η ευθύνη στην αποτρόπαια αυτή φαντασιακή της συνείδησης πράξη. Ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για τον της φαντασίας του συζύγου φόνο, ο ίδιος ο μπλεγμένος μέσα στα ψυχικά αδιέξοδά του πρωταγωνιστής σύζυγος ή οι άλλοι, οι γύρω του; Αυτή η εκδοχή της «ενοχικής» αλήθειας, των διαφορετικών εκδοχών ενός κοινωνικού αρνητικού γεγονότος, ανακαλεί στη μνήμη μία ταινία του Ιάπωνα σκηνοθέτη Ακίρα Κουροσάβα, το «Ρασομόν» με το παιχνίδι των πολλών εκδοχών της πραγματικότητας της εξιστόρησης της αλήθειας ενός συμβάντος. Ο Ιάπωνας σημαντικός σκηνοθέτης ήταν ένας από τους αγαπημένους του σκηνοθέτη και συγγραφέα Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ιδιαίτερα ο Μπέργκμαν θαύμαζε και λάτρευε τα έργα εκείνα στα οποία ο Κουροσάβα διαπραγματεύται τον Κόσμο των ανθρώπινων Ονείρων. Η Ψυχιατρική ή η Αντίψυχιατρική και ο Κόσμος της Ψυχανάλυσης του Σίγκμουντ Φρόιντ είχε για τα καλά «εισβάλει» στον κόσμο του κινηματογράφου και όριζε με τα επιστημονικά συμπεράσματά της την θεματολογία του σύγχρονου σινεμά και τους τρόπους που οι σκηνοθέτες εξέταζαν το ποιόν του χαρακτήρα των ηρώων πρωταγωνιστών. Η Κινηματογραφική τέχνη με την τεχνική της ευκολία και ερμηνευτική της προβληματική συγχώνευσε στην διάρκεια της ιστορίας της πλήθος επιστημονικών και της τεχνολογίας συμπερασμάτων του ανθρώπου του προηγούμενου αιώνα. Έφερε στην επιφάνεια του χρόνου παλαιές αρχέγονες ανθρώπινες επιθυμίες, φιλοδοξίες και εγωτικές καταστάσεις, ενοχές και τραύματα, όνειρα και ερωτικές επιθυμίες, αμφιβολίες και απαγορεύσεις κρυμμένες μέσα στην συνείδηση ή υποσυνείδητο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ό,τι συμβόλιζε και εξακολουθεί να συμβολίζει η Αρχαία Τραγωδία και το τελετουργικό των Μυστηριακών Θρησκειών έρχεται ο Κινηματογράφος και το οπτικοποιεί του δίνει την αλληγορική του εκδοχή και διάσταση πάνω στην λευκή οθόνη εξιστορώντας πάθη και αγωνίες, ενοχές και βάσανα, κρυμμένους πόθους και χαρές ανθρώπων στο σύντομο και τυχαίο πέρασμά τους πάνω σε αυτήν την Γη. Αυτό το περιστρεφόμενο γύρω από τον άξονά του πύρινο τόπι που κοχλάζει στα έγκατά του και είναι ένας από τους δορυφόρος της Πηγής της Ζωής του Ήλιου. Αυτό το πολυκάντηλο αστέρι που γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο Κινηματογραφικός φακός υπάρχουν στιγμές και περιπτώσεις στην ιστορία του, που κάθεται στην καρέκλα του Ψυχαναλυτή, Ψυχιάτρου και ακούει, παρατηρεί, εξετάζει, ρωτά των παράξενων συμπεριφορών και κοινωνικών αντιδράσεων επισκέπτη που βρίσκεται πάνω στο κλινικό ντιβάνι. Το βλέμμα του σκηνοθέτη συνοδοιπορεί με αυτό του Ψυχαναλυτή, διευρύνοντας τα ερμηνευτικά του συμπεράσματα από το ένα άτομο στους πολλούς γύρω μας. Το παλαιό μέσα στην Ιστορική παράδοση του ανθρώπου «έστιν ουν οφθαλμός ος τα πανθ’ ορά» της Θείας δικαιοσύνης ή της μεταφυσικής ηθικής ή οντολογικής ευταξίας έχει πλέον στον σύγχρονο Κόσμο μας «έστιν ουν Κινηματογραφικός οφθαλμός……». Τον πρωταγωνιστικό ρόλο μετά τον Θάνατο του Θεού μέσα στις οργανωμένες κοινωνίες ή την βεβαιωμένη Σιωπή του στις ζωές των ανθρώπων πήρε ο Κινηματογραφικός φανός δηλαδή η Εικόνα εξοστρακίζοντας τον Λόγο. «Σαν παλιό Σινεμά…» που λέει ο στίχος του Άρη Δαβαράκη στην Μπαλάντα των Αισθήσεων και των Παραισθήσεων του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι μας εξιστορεί τα πάθια και τους έρωτες, τα βάσανα και τις κρυφές πληγές και τραύματα του Κόσμου τούτου, που δεν έχουν τελειωμό που μας είπε ο Σκιαθίτης ποιητής και πεζογράφος. Τις εκατοντάδες φανερές και απόκρυφες Σκιές των ζωών μας απεικονίζει ο Κινηματογράφος. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η Κινηματογραφική τέχνη μας παρουσιάζει φανταστικά ψέματα ή και ενοχικές υπερβολές στην λευκή οθόνη ανθρώπων δεν παύει να είναι λιγότερη η αλήθεια και η μαγεία του, ούτε αποδυναμώνεται η συμβολιστική ή αλληγορική επιδραστική δυναμική του. Η Εικόνα.

  Η ταινία «Μαριονέτες» προβλήθηκε δύο φορές ακόμη- από όσο γνωρίζω- από την ΕΡΤ-1 στις 26/11/1985 και στις 18/8/1992 όπως οι παλαιές σκόρπιες σημειώσεις μου υπενθυμίζουν. Για την ταινία έγραψε ο σημαντικός κριτικός Βασίλης Ραφαηλίδης στην εφημερίδα «Το Βήμα» 3/11/1981. Η κινηματογραφική κριτική του ματιά συμπεριλαμβάνεται στον 5ο τόμο Ξένες ταινίες ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ Α-Ω Ελληνικές ταινίες του «Λεξικού Ταινιών» με κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη, εκδόσεις «Αιγόκερως» 1983, σελ. 51-52. Η επιμέλεια της σειράς είναι του Δημήτρη Βεργιανάκη και του Γιάννη Σολδάτου.  Για την ταινία ακόμη έγραψε ο έτερος σημαντικός κινηματογραφικός κριτικός ο Νίνος Φένεκ- Μικελίδης στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 2/11/1981. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα κριτικά δημοσιεύματα μια και η ταινία προκάλεσε αίσθηση και σούσουρο όταν προβλήθηκε. Διαφύλαξα επίσης ένα ανώνυμο δημοσίευμα της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 2/11/1980 με τίτλο «Οι μαριονέτες και οι σχέσεις τους», ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ.

   Επιπρόσθετα, να αναφέρουμε, στην σειρά του «Κινηματογραφικού Αρχείου» με νούμερο 34 των εκδόσεων «Αιγόκερως» υπό την διεύθυνση του ιστορικού του ελληνικού κινηματογράφου Γιάννη Σολδάτου το 1986, κυκλοφορεί το Σενάριο της ταινίας ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, «ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ (Από τη ζωή των μαριονετών)» σε Μετάφραση Μάλαμα Σεϊτανίδου, σελίδες 96, δραχμές 250. Το μικρό βιβλιαράκι συνοδεύεται από φωτογραφίες σκηνών από την σκοτεινή και αγχώδη αυτή ταινία, όχι όμως με την γνωστή μεταφυσική του προβληματική, πάνω στις σχέσεις των δύο φύλων. Μάλιστα η παρουσία ενός ομοφυλόφιλου ατόμου, του Τιμ είναι ένα ξάφνιασμα στην προσωπογράφηση των ηρώων πρωταγωνιστών του στην μέχρι τότε (;) σκηνοθετική διαδρομή του. Άτεκνο το νεαρό ζευγάρι, χειραφετημένο αλλά και με προβλήματα, δεν βιώνουν με τον ίδιο τρόπο την ιδανικότερη των συζυγικών σχέσεων μέσα στην οικογενειακή τους εστία. Ο σύζυγος, ο Πήτερ μετά από έναν φανταστικό φόνο μιας γυναίκας ελευθερίων ηθών που διαπράττει και τον βιασμό της παρά φύση πάνω στο σανίδι ενός θιάσου, ζητά την βοήθεια ενός ψυχολόγου, του Μόγκενς κοινού τους φίλου, θεωρώντας ότι έτσι θα τον βοηθούσε θεραπευτικά, θα τον απέτρεπε να βλάψει, να κάνει κακό στην ίδια του την γυναίκα την Καταρίνα που εξακολουθεί να αγαπά και φοβάται μην την σκοτώσει. Στην εξέλιξη της κατά βάθος «συνηθισμένης» αυτής ιστορίας της διαμάχης και ακοινωνησίας των δύο φύλων, ας φέρουμε στην σκέψη μας τις πάρα πολλές και αδικαιολόγητες της εποχής μας Γυναικοκτονίες, αλλά και την θρησκευτική επιταγή «η δε γυνή να φοβείται τον άντρα» και η αντίστοιχη μυθοπλασία του μηνύματός της στην γνωστή ελληνική ταινία, τα πράγματα δεν εξελίσσονται κανονικά, η μεταξύ τους συζυγική σχέση περιπλέκεται καθώς ο σύζυγος ανακαλύπτει κρυμμένος στο Ιατρείο του κοινού τους ιατρού φίλου ότι η γυναίκα του τον απατά με τον ιατρό, έχουνε κρυφή σχέση αρκετό καιρό. Ο κοινός φίλος και ψυχίατρος εξακολουθεί να ποθεί ερωτικά την Καταρίνα-αν και εκείνος παντρεμένος- και να θέλει να συνεχίσουν την κρυφή σχέση τους κάνοντας ένα ταξίδι, εκείνη αρνείται λέγοντάς του ότι αγαπά τον άντρα της, πράγμα που επιτείνει το αδιέξοδο στην επαφή των κεντρικών πρωταγωνιστών:

«Καταρίνα: Ο Πήτερ είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου δεν το καταλαβαίνεις; Όπου κι αν πάω τον κουβαλάω μαζί μου: είναι εδώ μέσα μου. Ποτέ δεν ένιωσα έτσι για άλλον. Αν είχαμε αποκτήσει παιδιά, ίσως να ήταν διαφορετικά- τώρα είμαστε ο ένας το παιδί του άλλου. Όχι δεν είναι αλήθεια. Κανένας μας δεν θέλει να μεγαλώσει. Γι’ αυτό παλεύουμε και τσακωνόμαστε και βγάζουμε τα μάτια μας. Κανένας μας δε θέλει να ‘ναι σοφός και ώριμος. Αλλά έχουμε την ίδια κυκλοφορία, τα νευρικά μας κέντρα αναπτύχθηκαν μαζί μ’ ένα φοβερό τρόπο. Μπορείς να το καταλάβεις αυτό;» λέει η Καταρίνα στον κρυφό εραστή της Μόγκενς και συνεχίζει την προσωπική της εξομολόγηση: «Όταν ο Πήτερ πονάει, αμέσως πονάω κι εγώ. Ο Πήτερ και όλοι οι άλλοι λένε πως είμαι τόσο καταραμένα δυνατή. Φαινομενικά, αυτό είναι αλήθεια. Είμαι ικανή, ευσυνείδητη και έξυπνη, ή τουλάχιστον έτσι λένε όλοι- ένα είδος θηλυκού προτύπου. Ο Πήτερ αρρωσταίνει και υποτίθεται πως εγώ πρέπει να το αντιμετωπίσω, αλλά αρρωσταίνω η ίδια. Δεν μπορώ να τον βοηθήσω καθόλου και δεν μπορεί κι εκείνος να με βοηθήσει. Συνεχώς τρέμω. Θέλω να τρέξω σπίτι, να τον αγκαλιάσω σφιχτά και να του πω: Από δω και μπρός καταλαβαίνω όλα όσα λες, όλα όσα σκέφτεσαι και αισθάνεσαι. Θέλω να τον αγκαλιάσω σφιχτά μέχρι να με νιώσει. Τι στο διάβολο μας εμποδίζει να καταλαβαινόμαστε, αν και ζούμε μαζί και ξέρουμε τα πάντα ο ένας για τον άλλο; Τώρα θα καπνίσω ένα τσιγάρο και θα ηρεμήσω.» σελ. 27-28.

    Πόσο βαθμό αλήθειας εμπεριέχονται στα λόγια της Καταρίνας ως γυναίκας, συζύγου και κρυφής ερωμένης άλλου, και σε τι ποσοστά κυμαίνονται παρόμοιες συζυγικές σχέσεις μέσα στην Κοινωνία; ποιος μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα μέσα στον χρόνο της προσωπικής ιστορίας κάθε ζευγαριού διαχρονικά, αλλά και πως διαχωρίζεται η ερμηνευτική συμβουλευτική του άντρα εραστή από εκείνη της επαγγελματικής του ιδιότητας ως ψυχιάτρου; Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν για άλλη μία φορά καταπιάνεται με το ζήτημα των σχέσεων των δύο φύλων παίρνοντας το μέρος της γυναίκας, ως ισχυρότερη από τον άντρα. Η συνειδητοποίηση της σταδιακής «τρέλας» της εμμονικής ψύχωσης του Πήτερ και ο φόβος του μήπως σκοτώσει την γυναίκα που αγαπάει δεν είναι μόνο συζυγική αλλά πρωτίστως Αντρική. Είναι όπως έλεγε ένα παλαιό σύγγραμμα «Ο Άντρας και πώς κατασκευάζεται». Μέσα στο δεδομένο κοινωνικό, ιστορικό και θρησκευτικό πλαίσιο, από το οικογενειακό του περιβάλλον διαμορφώνοντας τον κεντρικό πυρήνα της ταυτότητάς του και τις άλλες της δημόσιας ή ιδιωτικής συμπεριφοράς του παραμέτρους. Κάθε άρρωστος έχει ανάγκη φροντίδας αλλά ποιος θα φροντίσει τους φροντιστές; Ο Ingmar Bergman δεν καταπιάνεται σε αυτήν την ταινία με μεταφυσικές του ενοχές, αμφιβολίες και διλήμματα, αμφισβητήσεις υπαρξιακών ερωτημάτων αλλά με καθημερινούς ανθρώπους στην γήινή τους διάσταση και αδιέξοδα. Με άτομα που όπως γράφει ο ίδιος στο Σενάριό του δεν ωρίμασαν γιατί δεν ένιωσαν το βάρος της Πατρότητας και της Μητρότητας. Η κάμερά του αντανακλά τις συνειδήσεις ταυτόχρονα και ισότιμα τόσο του αρσενικού όσο και του θηλυκού ήρωα πρωταγωνιστή του. Η συγκινησιακή φόρτιση εξίσου μοιρασμένη τόσο σε θήτες όσο και σε θύματα. Η έρευνα των επίσημων αρχών δεν εξαιρεί κανέναν, ίσως και να μην δικαιολογεί κανέναν σε αυτό το φλας μπακ των παλαιότερων μνημών και σημερινών αποκαλύψεων. Κάθε πιθανότητα κυρίαρχη ως εκδοχή απάντησης.

 Στο αστυνομικό στόρι μπλέκεται και ένα ομοφυλόφιλο πρόσωπο, ο Τιμ όπως προαναφέραμε με τα δικά του αδιέξοδα και προθέσεις. Δεν έχουμε την εμφάνιση του άφυλου Ισμαήλ του κρυμμένου μέσα στο υπόγειο αλλά ενός ορατού «διεκδικητή» του αρσενικού Πήτερ. Η σχέση του γιατρού με την σύζυγο του Πήτερ Έγκερμαν περιπλέκει τα πράγματα, ενώ η μητέρα του Πήτερ Έγκερμαν στην συνομιλία της με τον Ανακριτή μας σκιτσάρει ένα ψυχολογικό πορτραίτο του γιού της ο οποίος σε ένα από τα Όνειρα εφιάλτες που τον βασανίζουν εμφανίζεται να σκοτώνει μία γυναίκα αρτίστα ελευθερίων ηθών που στον συμβολισμό της δολοφονικής του πράξης είναι η επιθυμία του να σκοτώσει την σύζυγό του Καταρίνα Έγκερμαν. Ψυχολογικό δράμα, αστυνομικό θρίλερ, χωρίς την δομική και ατμοσφαιρική ψυχρότητα και αποστασιοποίηση των καθαρόαιμων αστυνομικών ταινιών, ποιος ξέρει. Ή μήπως ένα αυτοβιογραφικών στοιχείων και στιγμών φλας-μπακ σε οραματικές οπτασίες του σκηνοθέτη και της οργιάζουσας φαντασίας του, ένα ακόμη συζυγικό αδιέξοδο με την εμπλοκή ενός γιατρού, δηλαδή της Επιστήμης όπως και αν το ερμηνεύσει κανείς αυτό το έργο, όπως και αν θελήσει ο θεατής να το πλησιάσει, να το προσεγγίσει δεν παύει να είναι ένα από τα σκοτεινότερα σημαντικά έργα του Σουηδού σκηνοθέτη. Ενός σκηνοθέτη που, πάντα αρέσκονταν να μπλέκει την φαντασία με την πραγματικότητα, το όνειρο της ζωής με τον ρεαλισμό της. Αυτό που αναζητούσε μέσα στην σκέψη του με αυτό που πάλευε μέσα στην ίδια του την ζωή. Εδώ η δραματοποίηση θα σημειώναμε αν στέκει είναι πιο παγερή, λιγότερο λυρική, περισσότερο σκληρή και καθόλου καθησυχαστική στην εξέλιξή της. Η ταινία δεν είναι μία κεκαλυμμένη αυταπάτη του από εκείνες που γνωρίζει και χαίρεται να κατασκευάζει παίζοντας με την κάμερά του ο Μπέργκμαν και έπειτα μας τις αφηγείται οπτικώς. Δεν έχουμε μία τεκνοποιία που ταιριάζει με τις κατεστημένες ηθικές αξίες της κοινωνίας και την γενική αποδεκτή εικόνα μιάς οικογένειας, ενός νέου ζευγαριού. Το στόρι βασίζεται πάνω σε μία ομιχλώδη προέκταση μιας προηγούμενης ανασφάλειας του Πήτερ και ενός θρυμματισμένου κοινωνικού περίγυρου. Οι σχέσεις των δύο φύλων είναι στην ουσία μάλλον η σχέση του ενός στην διπλή του ταυτότητα, αν δεν λαθεύω. Είναι ο φωτισμός του θηλυκού και του αρσενικού στοιχείου, συνείδησης και ενστίκτου μαζί, ανεξαρτήτου αποτελέσματος. Το ανθρώπινο ον είναι συμπεριληπτικό (των εμπειριών του) και όχι διαχωριστικό στην αποτελεσματικότητά του, στις επιθυμίες, αντιδράσεις, χειρονομίες και κινήσεων επιλογές του. Αριστεία λυτρώσεως δεν υπάρχουν ούτε μεταφυσικές επινοήσεις. Θα λέγαμε ότι το «σαλόνι» της Θεϊκής λύτρωσης έχει αντικατασταθεί με την «κουζίνα» του κάθε είδους και μορφής ερωτικού και συνειδησιακού μαγειρέματος και τα όποια φαντασιακά ή ρεαλιστικά δολοφονικά κοινωνικά ολοκληρώματά του. Οι Κοινωνίες όπως και οι Σχέσεις δεν «επαναμαγεύονται», μένουν πραγματοποιήσιμα ντοκουμέντα προς εξέταση της Επιστήμης και της Τέχνης και των όποιων συμπερασμάτων τους για εμάς τους θεατές ή αναγνώστες.

Για μία ακόμη φορά η αίσθηση του θανάτου βασανίζει και τυραννάει τον Πήτερ, δηλαδή τον μπλοφατζή Μπέργκμαν που, όπως μας λέει ο βιώνει μία «παρατεταμένη αυτοκτονία». Μια φράση που ενδέχεται να είναι ο πραγματικός υπότιτλος της ταινίας του «Μαριονέτες».

    Το βιβλίο περιλαμβάνει:

-ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, ΠΡΟΛΟΓΟΣ (Ιανουάριος 1980- Φάρο) σελ. 5-6

    Αγαπητοί Συνεργάτες!

  Στο πρώτο μέρος του έργου Σκηνές από ένα γάμο εμφανίζονται δύο μαινόμενα και καταστροφικά πρόσωπα, τα οποία αποκαλούσα Πήτερ και Καταρίνα. Ίσως, στις Σκηνές, να έπρεπε να είχε δοθεί περισσότερος χώρος για τη δράση τους, αλλά ο Γιόχαν και η Μαριάννα κατέλαβαν όλο το πεδίο δράσης και έτσι έπρεπε να τηρήσω σιωπή για τις παραπέρα αντιξοότητες του επικίνδυνου ζεύγους. Σ’ ένα σενάριο που αφορούσε ένα σχέδιο μεγάλης κλίμακας και που ως σύνολο κατέληξε σε αποτυχία (Έρωτας χωρίς εραστές), η καταστροφή του γάμου του Πήτερ και της Καταρίνα αποτελεί ένα από τα θέματά του. Το έργο βούλιαξε, αλλά οι δυό τους αρνήθηκαν να κατέβουν στο βυθό μαζί με το υπόλοιπο ναυάγιο. Με πείσμα επανέρχονταν συνεχώς στα σχέδιά μου. Οι Σκηνές πραγματοποιήθηκαν και τώρα το Από τη ζωή των μαριονετών είναι ένα γεγονός.

  Η δράση εκτυλίσσεται ανάμεσα σε διαφορετικά χρονικά επίπεδα (πριν και μετά την καταστροφή)’ τα φλας- μπακ, επιπλέον, εμπλουτίζονται σε προσωπικές σκηνές. Αυτό φαίνεται πολύπλοκο και δύσκολο στην ανάγνωση, αλλά θα είναι, δίχως αμφιβολία, εύκολο να το καταλάβει κανείς στην ολοκληρωμένη ταινία. Για χάρη της σαφήνειας, έχω προσθέσει τίτλους και κατάλληλες επεξηγήσεις που αναφέρονται στο χρόνο- δε θα χρειαστούν στην τελική παραγωγή (το ελπίζω).

   Για λόγους συνήθειας, στον πρόλογο των σεναρίων μου προσπαθώ να δείξω γιατί έγραψα το έργο. Δεν είναι πάντα τόσο εύκολο. Η εκλογίκευση και η αποφθεγματοποίηση καιροφυλακτούν. Στην περίπτωση αυτή, όμως, είναι μάλλον απλό: Γιατί παρουσιάζεται ένα βραχυκύκλωμα στην συμπεριφορά ενός ατόμου, το οποίο είναι με κάθε τρόπο καλά προσαρμοσμένο και επιβεβαιωμένο; Το Πρόσωπο με πρόσωπο αναφερόταν σ’ ένα παρεμφερές θέμα, αλλά εδώ οι πράξεις του ατόμου είναι καταστρεπτικές και πλήττουν κάποιον άλλο. Πώς και γιατί, λοιπόν παράγεται ένα τέτοιο βραχυκύκλωμα;

   Με σύντομες σχετικά σκηνές, οι οποίες συχνά διακόπτονται ή σκόπιμα κόβονται σε κομμάτια, προσπαθώ, όπως κάποιος που δεν έχει σχέση, να καταγράψω τις στιγμές, όπως αυτές υπήρξαν. Έχ κρατηθεί μακριά από κάθε παρέμβαση, πράγμα που σημαίνει, βέβαια, ότι η αντικειμενικότητα είναι παρόλ’ αυτά μιά σκέτη ψευδαίσθηση. Κανένα από τα δρώντα πρόσωπα, δε μπορεί να ισχυριστεί ότι εξηγεί ή ξεκαθαρίζει το δράμα. Είναι όλοι αναμεμειγμένοι και έτσι μπερδεμένοι. (Ο ψυχίατρος, ο οποίος εξαιτίας του επαγγέλματός του θα μπορούσε να είναι πάρα πολύ κοντά στην κατανόηση, είναι αυτός που βρίσκεται μακρύτερα).

   Η πρόθεση είναι, εκείνοι που θέλουν ή σκέφτονται ότι είναι συναρπαστικό, να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα’ εκείνοι που δεν θέλουν, να μπορέσουν να το δουν (ελπίζω) ως απλή ψυχαγωγία.

-ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΑΡΙΟΝΕΤΩΝ – AUS DEM LEBEN DER MARIONETTEN, σελ. 7

Παραγωγή Personafilm, Bayerische Staats -Schauspiel

Παραγωγός Horst Wendliandt, Ingmar Bergman

Σενάριο- Σκηνοθεσία  Ingmar  Bergman

Φωτογραφία  Sven Nykvist

Μοντάζ  Petra von Oelffen  Geri Ashur (αγγλική βερσιόν)

Μουσική  Rolf Wilhelm

    ΗΘΟΠΟΙΟΙ

Πέτερ Έγκερμαν  Robert Atzorn

Καταρίνα Έγκερμαν  Christine Buchegger

Καθηγητής Γιένσεν  Martin Benrath

Καταρίνα Κραφτ (Κατ)  Rita Russek

Κορντελία Έγκερμαν  Lola Muthel

Τόμας Μαντελμπάουρ (Τιμ)  Walter Schmidinger

Άρθουρ Μπρέννερ  Heinz Bennent

Νοσοκόμα  Ruth Olafs

Αστυνόμος  Karl- Heinz Pelser

Κυρία Άντερς  Gaby Dohm

   Διάρκεια  104 λεπτά

Δυτική Γερμανία, 1980

Ι- Μια συζήτηση υψηλού επιπέδου, σ.9-10

II- Ο Πήτερ πηγαίνει στο γιατρό. Φλας- μπακ σε ασπρόμαυρο, σ. 10-29

III- Συνομιλία με τη μητέρα του Πήτερ Έγκερμαν, σ. 29-33

IV-  Στη μέση της νύχτας. Φλας-μπακ σε ασπρόμαυρο, σ. 33-39

V- Ιντερλούδιο, σ.39-40. Τα ακόλουθα: Μπέλα Μπάρτοκ- μουσική για έγχορδα, κρουστά και τσελέστα. Τρίτο μέρος ADAGIO

VI- Η Καταρίνα και ο Τιμ. Φλας- μπακ σε ασπρόμαυρο, σ.42-52

VII- Συνομιλία με τον Τόμας- Ισιδώρ Μαντελμπάουμ, σ.52-56

VIII- Ο Πήτερ Έγκερμαν υπαγορεύει μια έκθεση. Φλας- μπακ σε ασπρόμαυρο, σ. 56-59

IX- Ο Πήτερ Έγκερμαν γράφει στον Καθηγητή Γιένσεν (Το γράμμα δε στάλθηκε ποτέ. Έγχρωμο), σ.59-68

X- Σκηνή. Φλας- μπακ σε ασπρόμαυρο, σ. 68-78

XI- Η Καταρίνα Έγκερμαν επισκέπτεται την πεθερά της, σ.78-82

XII- Ο Πήτερ και η Κα. Φλας- μπακ σε ασπρόμαυρο σ. 82-93

XIII- Μια τελευταία συζήτηση υψηλού επιπέδου, σ. 93-95

   Εδώ οφείλουμε να επαναλάβουμε κάτι γνωστό, σε όσους έχουν παρακολουθήσει την καλλιτεχνική πορεία του Σουηδού σκηνοθέτη. Ότι ο γιός του Λουθηρανού πάστορα δεν υπήρξε μόνο ένας σημαντικός σκηνοθέτης αλλά και ένας φιλόλογος πολύ άριστος συγγραφέας. Μία ολοκληρωμένη συγγραφική προσωπικότητα που πάνω στα καλοδουλεμένα σενάριά του οικοδομούσε το κινηματογραφικό του στόρι και ξεδίπλωνε την αφηγηματική του οπτική περιπλάνηση. Έτσι βλέπουμε στο παρόν μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο-σενάριο, να δίνει τις συμβουλές και οδηγίες του προς τους ηθοποιούς του και να τονίζει σε εμάς τους θεατές ποιοι είναι οι πραγματικοί στόχοι του έργου του, που, ακόμα και αν δεν επιτεύχθηκαν οι προθέσεις του να αποτελέσει το αποτέλεσμα της ταινίας μία ευχάριστη εμπειρία και απλή ψυχαγωγία όπως τελειώνει ο Πρόλογός του. Κάτι που βεβαιώνει ότι ο δημιουργός Μπέργκμαν πάντα είχε υπόψη του και σέβονταν τον αναγνώστη ή τον θεατή του και λάβαινε υπόψη του τις ενδεχόμενες αντιδράσεις του. Αποφεύγοντας τις σοφιστικέ προβολές της σκέψης του.

   Ας χτυπήσουμε το κουδούνι της πρώτης κριτικής της ταινίας, αυτή του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ

ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ (AUS DEM LEBEN DES MARIONETTEN, 1980).

Τούτη η ασπρόμαυρη γερμανική ταινία του Σουηδού Μπέργκμαν, γυρισμένη το 1980 αμέσως μετά το Αυγό του φιδιού έγινε δεκτή απ’ τους Ευρωπαίους κριτικούς με δυσπιστία και οι περισσότεροι έσπευσαν να την ενταφιάσουν, μαζί με τον δημιουργό της. Η καταφυγή του μεγάλου σκηνοθέτη στον ακαδημαϊσμό και τα παραδοσιακά αφηγηματικά κλισέ τους μπέρδεψε τα μέγιστα. Ο μαιτρ , απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’50 ακόμα τους είχε συνηθίσει στο «εκ βαθέων» εξομολογητικό ύφος και τον αυτοσπαραγμό. Κι έτσι, σάστισαν όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι μ’ ένα κατάψυχρο φιλμ, δομημένο στη βάση ενός εξ αρχής προεπιλεγμένου δραματικού σχήματος που υπηρετεί μία σαφή και καθαρή επιστημονική θέση, που υποκαθιστά τη εντελώς απούσα πια μπεργκμανική μεταφυσική. Ίσως αυτή ακριβώς, η απουσία μεταφυσικής, που βοηθάει το ψάρεμα στα θολά, είναι η αιτία που ενόχλησε τούτο το αριστούργημα.

   Όπως σ’ όλα τα φιλμ του Μπέργκμαν έχουμε κι εδώ ένα κεντρικό πρόσωπο, αγωνιών και σπαρασσόμενο απ’ τις αντιφάσεις του. Μόνο που τούτες οι αντιφάσεις είναι σαφέστατα καθορισμένες από έναν σαφέστατο περίγυρο. Ο επιχειρηματίας που σκοτώνει μία πόρνη, φαινομενικά αναίτια, έχει βαθιά καταχωνιασμένα στο υποσυνείδητό του όλα τα αίτια της πράξης του: Μια αυταρχική μητέρα, μια απωθημένη ομοφυλοφιλία, και μία προβληματική σύζυγο. Η φροϋδική «αρχή της πραγματικότητας» του φοράει σαν κυριακάτικο ρούχο την «καλή συμπεριφορά», που πιέζει τα πάθη και τις φυσικές ροπές. Κάποτε αυτή η πίεση, αποτέλεσμα μιας διακριτικής καταπίεσης, οδηγεί στην έκρηξη που ονομάζεται «διαλεκτικό άλμα». Η ποσοτική διαφοροποίηση οδήγησε στην ποιοτική διαφοροποίηση, και ο ευπρεπής και ήσυχος αστός μετατρέπεται σε δολοφόνο.

   Θέμα κοινότατο και πολύ γνωστό, όχι μόνο από τις τέχνες του θεάματος αλλά κι απ’ το καθημερινό αστυνομικό δελτίο. Ωστόσο αυτό που ενδιαφέρει εδώ δεν είναι το θέμα, αλλά η μπεργκμανική ματιά πάνω στο θέμα. Ο Μπέργκμαν απαλλάσσει το δολοφόνο από κάθε προσωπική- χριστιανική ενοχή. Ο λιγότερος ένοχος, τελικά, είναι τούτος ο ήπιος άνθρωπος με το αγγελικό πρόσωπο (Ρόμπερτ Άτζορν). Και περισσότεροι ένοχοι όλοι οι άλλοι που, ωστόσο, συνεχίζουν να απορούν υποκριτικότατα για το απεγνωσμένο διάβημά του, κι ας είναι αυτοί που κινούν τα νήματα της μαριονέτας- όντας οι και οι ίδιοι μαριονέτες στο απέραντο στο απέραντο κουκλοθέατρο της «ευπρεπούς» καθημερινότητας.

   Τελικά είναι τυχεροί που ο Πέτερ δεν σκότωσε έναν απ’ αυτούς. Και τούτη η τύχη δίνει μια σαρκαστική λάμψη στα μόλις τρομαγμένα πρόσωπα όλων των συνενόχων, που δεν φαίνονται να αποδέχονται την ενοχή τους. Εκτός απ’ τον ομοφυλόφιλο συνεταίρο της συζύγου. Αυτός έχει την ύψιστη πολυτέλεια να είναι τίμιος, γιατί δεν παίζει κανέναν «ευπρεπή» ρόλο: Είναι, απλά και καθαρά, ομοφυλόφιλος και δεν έχει να ντραπεί κανέναν για την ιδιαιτερότητά του. Όλοι οι άλλοι είναι μαριονέτες- και υποψήφιοι αυτόχειρες ή δολοφόνοι στην περίπτωση που η ευαισθησία τους περάσει το κρίσιμο όριο ασφαλείας.

Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 3 Νοεμβρίου 1981

--

Το δεύτερο κουδούνι αναγγέλλει την κρίση του ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ- ΜΙΚΕΛΙΔΗ

Η ΤΑΙΝΙΑ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ

Μαριονέτες σ’ έναν κόσμο εφιαλτικό

   Οι «Μαριονέττες» (ή πιο σωστά «Από την ζωή των μαριονετών») ξεκινάν σαν μια αστυνομική έρευνα γύρω από ένα φόνο. Χωρίς όμως το «σασπένς» των αστυνομικών ταινιών, μια και από την αρχή ξέρουμε τον δολοφόνο. Εκείνο που διαφέρει το Σουηδό σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στην τελευταία του αυτή ταινία, που γύρισε στη Δυτική Γερμανία, χωρίς τους τακτικούς πρωταγωνιστές του (αν και εδώ οι ηθοποιοί του αποδείχνονται το ίδιο έμπειροι με μια Λιβ Ούλμαν ή ένα Μαξ φον Σύντοβ), είναι να σκιαγραφήσει, όσο καλύτερα μπορεί, το πορτραίτο του δολοφόνου-θύματός του, και τα προβλήματά του, που είναι ταυτόχρονα και προβλήματα του ίδιου του σκηνοθέτη.

    Επίκεντρο της ταινίας χρησιμοποιείται ο φόνος (η «καταστροφή» όπως χαρακτηρίζεται από τους ενδιάμεσους τίτλους), που γύρω του στήνονται, χωρίς καμία χρονολογική σειρά, οι διάφορες σκηνές (τόσες μέρες πρίν από την καταστροφή, τόσες μέρες μετά, τόσα λεπτά πριν, κλπ.). Ο ήρωας της ταινίας, Πήτερ Έγκερμαν, βρίσκεται μπροστά στο υπαρξιακό άγχος που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι ήρωες του μπεργκμανικού έργου, από τη «Φυλακή» (1948) μέχρι τη «Φθινοπωρινή σονάτα» (1978). Ένα υπαρξιακό άγχος που εδώ ανάμιχτο με τάσεις εγκληματικές, αλλά και αυτοκτονίας και πού, σύμφωνα με τον ψυχίατρο, οφείλονται σε μια δεσποτική μητέρα, τη λανθάνουσα ομοφυλοφιλία του Πήτερ αλλά και την απωθημένη του επιθετικότητα.

   Όμως, η «ετυμηγορία» του ψυχίατρου (που εδώ παίζει το ρόλο του αστυνομικού στο κλασικό θρίλερ) δεν είναι παρά η μισή- αλήθεια, όπως και τόσες άλλες «αλήθειες» που ακούμε από τα διάφορα πρόσωπα στη διάρκεια της ταινίας. Ο ψυχαναλυτής δεν είναι ο αντικειμενικός επιστήμονας που ερευνά τα γεγονότα (όπως για παράδειγμα ο ανακριτής στους «Τιποτένιους») αλλά ο άνθρωπος που είναι ερωτευμένος με την Καταρίνα, τη γυναίκα του Πήτερ, και που συνειδητά ή υποσυνείδητα θέλει να τον ξεφορτωθεί. Δεν είναι μόνο ο ψυχίατρος που θέλει να χωρίσει τον Πήτερ από την γυναίκα του. Η μητέρα του που αφιέρωσε τη ζωή της για να τον μεγαλώσει, κάνει το παν για να τον αποσπάσει από ένα «αταίριαστο» γάμο, ενώ ο ομοφυλόφιλος συνέταιρος της Καταρίνας, Τιμ, θέλει τον Πήτερ για τον εαυτό του. Αυτός είναι που τελικά θα τον στείλει στην πόρνη και θα σταθεί αιτία να μετατραπεί ο Πήτερ σε δολοφόνο.

   Κι εδώ, οι εξηγήσεις που δίνονται δεν μας αποκαλύπτουν παρά μέρος της αλήθειας. Το περιβάλλον, όπως ξέρουμε, παίζει ρόλο στη διαμόρφωση του ανθρώπου χαρακτήρα (βλ. «Ο θείος μου από την Αμερική» του Ρεναί). Ο Πήτερ όμως, όπως μαθαίνουμε από νωρίς στην ταινία, αποτελεί με την Καταρίνα, ένα και το ίδιο πρόσωπο (η ταύτιση που συναντάμε ανάμεσα στις δύο γυναίκες στην «Περσόνα»), είναι με λίγα λόγια ένα τέλειο ζευγάρι (η σκηνή όπου ο Πήτερ κρυφακούει τη συζήτηση ανάμεσα στη γυναίκα του και τον ψυχίατρο δεν είναι μόνο αποκαλυπτική αλλά κι ενδεικτική του όλου «ηδονοβλεπτικού» χαρακτήρα της ταινίας). Ένα τέλειο ζευγάρι, όμως, απ’ όπου λείπει η «ψυχή», ο λόγος ύπαρξης. Και που οδηγεί τον Πήτερ στο υπαρξιακό του αδιέξοδο. Στα όνειρά του ο Πήτερ βλέπει πάντα πώς δολοφονεί τη γυναίκα του: μιά έμμονη ιδέα που δείχνει την επιθυμία του να καταστρέψει αυτή την «τελειότητα» που τον πνίγει. Σκοτώνοντας όμως την Καταρίνα είναι σαν να σκοτώνει και τον εαυτό του, μια και αποτελεί τμήμα της. Έτσι, η δολοφονία της Καταρίνας, δεν μπορεί παρά να είναι και αυτοκτονία του Πήτερ.

   Κι αν τελικά ο Πήτερ, στη θέση της Καταρίνας, δολοφονεί μιά πόρνη, το έγκλημα δεν είναι παρά μιά «μετάθεση»: η πόρνη λέγεται κι αυτή Καταρίνα κι η όλη ατμόσφαιρα που δημιουργείται πριν από το έγκλημα μοιάζει με την ατμόσφαιρα στο όνειρο του Πήτερ: φωτισμός, χρώματα, κινήσεις, ακόμη κι ορισμένες φράσεις. Με τη δολοφονία αυτή, ο Πήτερ μετατρέπεται σε δρων πρόσωπο, σ’ αντίθεση με τ’ άλλα πρόσωπά της ταινίας, που μόνον παρακολουθούν, που είναι δηλαδή «ηδονοβλεψίες». Είναι ο μόνος που διαλέγει να κάνει κάτι (το θέμα της ελευθερίας του ανθρώπου σ’ αντίθεση με εκείνο της μοίρας), ενώ οι άλλοι παραμένουν ηδονοβλεψίες. Ακόμη κι η σκηνή της δολοφονίας μας παραπέμπει στο θέμα της ηδονοβλεψίας (οι αναφορές στον «Ηδονοβλεψία» του Μάικλ Πάουελ είναι πολλές): εκτυλίσσεται πάνω σε μία σκηνή του «στριπ –τιζ», όπου πιο πριν, από τα μοναχικά «κελλιά» τους, οι θεατές παρακολουθούσαν μια γυμνή χορεύτρια που προσπαθούσε απεγνωσμένα να τους διεγείρει.

   Είναι σημαντικό το ότι υπάρχει μόνον μία στιγμή ευτυχίας στην ταινία του Μπέργκμαν κι αυτή στη διάρκεια ενός ονείρου: ο Πήτερ και η Καταρίνα βρίσκονται αγκαλιασμένοι, ολόγυμνοι, σ’ ένα κάτασπρο ντεκόρ. Η στάση του παραπέμπει στην στάση του εμβρύου, κατάσταση που φαίνεται να επιδιώκει ο ήρωας σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, και που τελικά, με το κλείσιμο στην κλινική, το πετυχαίνει: να επιστρέψει δηλαδή σε μια βρεφική ηλικία (η άλλη σκηνή φέρνει στο νου την «Ψυχώ» του Χίτσκοκ), δηλαδή στην αρχή, έτσι που η γυναίκα του, ξεκομμένη που από τον «υπόλοιπο» εαυτό της, μετατρέπεται κι αυτή σε «ηδονοβλεψία».

   Σ’ ένα δεύτερο όμως επίπεδο, τα φαντάσματα του Πήτερ δεν είναι παρά τα φαντάσματα του ίδιου του Μπέργκμαν. Ο Πήτερ είναι κατά κάποιον τρόπο ο ίδιος ο δημιουργός, που κινεί τα νήματα της ζωής των προσώπων της ταινίας, ενώ η Καταρίνα είναι το δημιούργημά του, που ξεκομμένη από τον Πήτερ- δημιουργό, στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ξεφεύγει από τον δημιουργό κι αποκτά μια δική της προσωπικότητα, γίνεται δηλαδή ένα με το κοινό (που με τη σειρά του είναι ο ηδονοβλεψίας).

   Από την εποχή των «Τιποτένιων» έχουμε να δούμε μιά τόσο αυστηρή κι ελλειπτική στη μορφή της ταινία. Ο Μπέργκμαν (κι ο εξαίρετος φωτογράφος του, Σβόν Νόκβιστ) επιμένει στα πρόσωπα, αναζητά να μπει στο βάθος της σκέψης και της «ψυχής» τους, παραμερίζοντας κάθε τι το περιττό, χρησιμοποιώντας ακόμη και το μαυρόασπρο για να δημιουργήσει τη σωστή ατμόσφαιρα και να τονίσει το κλίμα που κυριαρχεί στην ψυχολογία των προσώπων του. Πλάι στα παλιά του θέματα κι ερωτήματα, που άρχισε να βάζει από την εποχή της «Φυλακής» (η κόλαση είναι γύρω μας, στους άλλους ανθρώπους, γιατί ζούμε, ποιος είναι ο προορισμός μας, γιατί είμαστε εντελώς μόνοι μας; κι όλα τ’ άλλα γιατί (;) αναπτύσσει ταυτόχρονα και άλλα ερωτήματα, χρησιμοποιώντας ένα στιλ που δείχνει όχι μόνο την ωριμότητα και τον ενθουσιασμό του αλλά και τις δυνατότητές του ν’ ανανεώνεται. Μια ταινία κλειδί στο όλο μπεργκμανικό έργο που σημειώνει ταυτόχρονα και μια στροφή στη σκέψη και το ύφος του μεγάλου Σουηδού δημιουργού.

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2 Νοεμβρίου 1981.

      Στο περιοδικό «Διπλό Τηλέραμα» τχ. 980/ 20-11-1985 με την ευκαιρία της προβολή της ταινίας διαβάσουμε:

«Η Κινηματογραφική Λέσχη συνεχίζοντας τα διαδοχικά αφιερώματά της στον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με χρονολογική πρόοδο, φτάνει στην τελευταία περίοδο της ώριμης δημιουργίας του. Παρουσιάζει τα τρία τελευταία οπτικοακουστικά έργα του. Μια κινηματογραφική ταινία, τις «Μαριονέτες» (1980), μια τηλεοπτική ταινία σε φιλμ, το «Μετά την πρόβα» (1984) και μια τηλεοπτική παραγωγή βίντεο τους «Ευλογημένους» (1986). Είναι έργα συγγενικά, ψυχογραφήματα ανθρώπων σε κρίση, απαισιόδοξα δράματα προσώπων σε αδιέξοδο. Συγχρόνως ορίζουν την οριστική μετατόπιση του Μπέργκμαν από τον κινηματογράφο προς το τηλεοπτικό δράμα, προς το θέατρο δωματίου (Ανάμεσα σε αυτά, ο Μπέργκμαν γύρισε μόνο το «Φάνυ και Αλέξανδρος» (1982) ταινία και τηλεοπτική σειρά, μεγαλόπρεπη, νοσταλγική και αισιόδοξη μνήμη και φαντασία από την παιδική του ηλικία, επιτομή και κορωνίδα του έργου του, που παρουσιάστηκε ήδη από την ΕΡΤ-2)».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

6/9/2026      

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Ανδρέας Παπανδρέου στα έδρανα της Ιστορίας

 

3ης του ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

         ή

ο Ανδρέας Παπανδρέου

στα έδρανα του Κοινοβουλίου της Ιστορίας

Από τις πολιτικές αναμνήσεις της γενιάς μας

   Η προσωπική και χαρακτηριστική του καθενός μας Πολιτική εμπειρία ζωής ως ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, σκεπτόμενοι δημοκρατικοί πολίτες, ως πολιτικοποιημένα άτομα και κοινωνικοποιημένα όντα μέσα στα χρονικά και τοπικά όρια μιάς οργανωμένης Πολιτείας με τους κοινοβουλευτικούς της θεσμούς και πολιτικούς κανόνες παιχνιδιού εκλογικής διακυβέρνησης εναλλαγής των εξουσιών όπως μας διδάσκει η Ιστορία της Ανθρωπότητας, και φυσικά η Ελληνική πολιτική ιστορία, είναι όπως φαίνεται κατά την κρίση μας- ίσως λανθασμένη-μία καθαρά ατομική, ξεχωριστή και ιδιαίτερη υπόθεση απογραφής από τον καθέναν μας παρελθοντικών πράξεων και ενεργειών (μας) σχεδόν πάντα αμετάβατων, εμπειριών δύσκολων κατανοήσιμων, καταστάσεων ξένων, «αλλοδαπών» γεγονότων στους νεότερους, συμβάντων, εκδηλώσεων, ανατροπών και κοινωνικών ζυμώσεων και διεργασιών, πρωτόγνωρων αλλαγών μη εύκολα κοινοποιήσημων και μεταδόσεων των –τότε- μηνυμάτων και στόχων, οραμάτων στις νεότερες, επερχόμενες γενιές πολιτικοποιημένων πολιτών που ακολουθούν συνεχίζοντας την ζωή και την πολιτική της ως ενιαίο σώμα, αλλά, δεν έζησαν ούτε μετείχαν ενεργά στα γεγονότα που διαμόρφωσαν και την δική της πολιτική και κοινωνική πορεία. Οι παρελθοντικοί κοινωνικοί αγώνες και η ρητορική τους ως παραδειγματικό μοντέλο μέσα στην Ιστορία είναι ασφαλώς οι αυθεντικές μαρτυρίες ζώντων υποκειμένων ενός ευρύτερου συνόλου ή ενός ατόμου, ανάμεσα στις άλλες που συναποτελούν τα συμπερασματικά εκ των υστέρων πολιτικά της αστικής δημοκρατίας αποτελέσματα στην εξελικτική της διαδρομή. Για άλλους σοσιαλιστικές, σοσιαλδημοκρατικές ή κομμουνιστικές αλλαγές και ανατροπές. Οι πολιτικές επιλογές μίας γενιάς πολιτών- μιάς μερίδας του εκλογικού σώματος έστω- έχει επιπτώσεις όχι μόνο στο παρόν της, τις συνειδησιακές της μεταβολές αντίληψης των πολιτικών πεπραγμένων, οραματικούς στόχους και φιλοδοξίες, θεσμικές αλλαγές, αλλά και στο μέλλον των επερχόμενων γενεών. Το κοινωνικό σύνολο ως σώμα του μωσαϊκού ενός λαού, ενός έθνους, μιάς χώρας, μιάς φυλής, μιάς πατρίδας συν- διαμορφώνεται από τις προηγούμενες γενιές πολιτών σε μία ακολουθία της διαπάλης των ιδεών, των πολιτικών τους πράξεων και επιλογών τους των δράσεών τους, των στόχων τους και ασφαλώς του ηγέτη ή των ηγετών τους που σηματοδοτούν την όποια Αλλαγή. Η προσωπική του καθενός και κάθε μίας πολίτη πολιτική μνήμη- μνήμη της γενιάς τους- αποτελεί μία ξεχωριστή ψηφίδα που συγκεφαλαιωτικά είναι αυτό που ονομάζουμε κοινωνική, πολιτική αγωνιστική συνείδηση και παράδοση, πάλι των γενεών μέσα στον χρόνο, την πολιτική ετερότητα, πολυμορφία και πολυχρωμία της καθημερινότητας του βίου όλων μας. Η πολιτική μνήμη, έστω πολλές φορές αμετάβατη, μη μεταδόσιμη εύκολα σε όλο το εύρος, το βάθος και το πλάτος της αλήθειας και αυθεντικότητας των εμπειριών της, δεν παύει να είναι το σημαντικότερο και μοναδικό εργαλείο ερμηνείας και κατανόησης των πολιτικών, ιστορικών και κοινωνικών πεπραγμένων κάθε γενιάς πολιτών, (αλλά και εκλογικού σώματος) η οποία έβαλε την ιδιαίτερη σφραγίδα της στο χρόνο. Έστω προσλαμβάνοντας και ερμηνεύοντας τα γεγονότα κάτω από την δική της-των πολιτικών μελών της οπτική, που ενδέχεται οι επόμενες πολιτικές γενιές να θεωρήσουν λανθασμένη.

    Και την πολιτική γενιά μας η οποία δεν ασπάζονταν την συντηρητική παράταξη (ανεξάρτητα αν σέβονταν πολιτικές της προσωπικότητες, το ίδιο και από τον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς) την διαμόρφωσε μία ισχυρή και δυναμική προσωπικότητα που επαγγέλλονταν την Σοσιαλιστική Αλλαγή. Και αυτή η πολιτική μέχρι τα μπούνια προσωπικότητα της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας ήταν ο οικονομολόγος πανεπιστημιακός και προδικτατορικός πολιτικός ο Ανδρέας Παπανδρέου. Όταν στις 3ης του Σεπτέμβρη του 1974 ο Ανδρέας όπως αποκαλούσαν πολιτικοί φίλοι και εχθροί με το μικρό του όνομα τον Έλληνα Πολιτικό από την Αχαΐα, ερχόμενος στην Ελλάδα από το εξωτερικό που ζούσε εξόριστος έχοντας δημιουργήσει το ΠΑΚ, ανακοίνωσε μαζί με τους συντρόφους- αντιστασιακούς συνεργάτες του την ίδρυση του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, έφερε τα πάνω κάτω στην ελληνική πολιτική σκηνή και την Ελλάδα. Ο Ανδρέας με την πολιτική του Διακήρυξη έφερε το οραματικό πολιτικό και κοινωνικό ποθούμενο του μισού πληθυσμιακά ποσοστού του Ελληνικού Λαού. Επτά χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, Οκτώβριος του 1981 ο Ανδρέας θα αναλάμβανε το τιμόνι της κυβερνητικής εξουσία δίνοντας το όραμα ελπίδας κοινωνικής αλλαγής και δημοκρατικής προόδου στην κυνηγημένη και κατατρεγμένη μισή πλευρά του εκλογικού σώματος του Ελληνικού Λαού που ηττήθηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε, βασανίστηκε, κυνηγήθηκε από την νικητήρια πολιτικά συντηρητική παράταξη μετά το τέλος του εμφύλιου σπαραγμού. Ο Ανδρέας εξέφρασε τα όνειρα μιάς ολόκληρης εποχής και αρκετών μεταπολεμικών και μετεμφυλιακών γενεών Ελλήνων και Ελληνίδων όπως και της δικής μας Μεταπολιτευτικής Γενιάς. Εξέφρασε τους κοινωνικούς πόθους και προσδοκίες αισιοδοξίας των φτωχών τάξεων, των εργατών και υπαλλήλων, των μικρομεσαίων και μικρό ιδιοκτητών Ελλήνων, των βιοπαλαιστών ανεξάρτητα σε ποια πολιτική παράταξη ανήκαν ή προέρχονταν ή ακόμα και ψήφιζαν. Ο Ανδρέας κυριάρχησε σε μία χρονική περίοδο που η δική μας γενιά έμπαινε στην εφηβεία της και άνοιγε τα φτερά της φαντασίας της για να γνωρίσει τον Κόσμο και την Ανθρωπότητα, να πραγματοποιήσει τα όνειρά της καθώς έβγαινε από τα ασφυκτικά, συντηρητικά δεσμά ενός επτάχρονου δικτατορικού καθεστώτος του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», το οποίο παρέδωσε την πολιτική διακυβέρνηση στον παλαιό πολιτικό και αρχηγό της δεξιάς παράταξης, δημοκρατικών πεποιθήσεων φιλοευρωπαϊστή Κωνσταντίνο Καραμανλή μετά τα τραγικά γεγονότα της Κυπριακής τραγωδίας. Τα θεμέλια της Μεταπολίτευσης τέθηκαν στις 24 Ιουλίου του 1974 και μερικά χρόνια αργότερα ο Ανδρέας διευρύνοντας  πολιτικά και διπλωματικά την εξωτερική πολιτική του Κ. Καραμανλή συνέχισε, συμπληρώνοντας τις πολιτικές συμμαχίες θωρακίζοντας την εξωτερική πολιτική της Ελλάδος ενώ έδωσε φωνή στο εσωτερικό σε κάθε κυνηγημένο Έλληνα πολίτη, αναγνωρίζοντας την Εθνική Αντίσταση. Ο πολιτικός προσανατολισμός της χώρας μας άλλαξε μέσα στα πολιτικά και στρατιωτικά πάντα πλαίσια των δυτικών συμμαχιών.

   «Ο Ανδρέας Παπανδρέου, οικονομολόγος, ακαδημαϊκός, πολιτικός, άνθρωπος πολυμήχανος και πολυπράγμων, λάτρης της μουσικής (της τζαζ και του ρεμπέτικου), λάτρης της ταβέρνας αλλά και του εστιατορίου πέντε αστέρων, ομιλητικός και ανοικτός,  εραστής της παρέας, αλλά και άτομο που δεν μπορούσε να κάνει χωρίς την βαθιά φιλοσοφική συζήτηση, που συγκρούονταν βαθύτατα όταν κάποιος συνάνθρωπός του έπασχε από κάποια σοβαρή ασθένεια, γεμάτος αυτοπεποίθηση αλλά και ανασφάλεια για πολλά, με τρείς γάμους και πέντε παιδιά από δύο διαφορετικές γυναίκες, υπήκοος της Ελλάδας, της Αμερικής και για μικρό διάστημα της Σουηδίας και του Καναδά, σφόδρα αντισταλινιστής, σοσιαλδημοκράτης, με στοιχεία επαναστατικότητας, γλωσσοπλάστης, πολιτικός που «μετατόπισε εντελώς τους όρους λειτουργίας τους ελληνικού πολιτικού συστήματος» (1), πίστευε σε μια Ελλάδα που δεν ανήκε ούτε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας αλλά ούτε αποκλειστικά στο ΝΑΤΟ, μια Ελλάδα που τραβάει τον δικό της «τρίτο» δρόμο, που μίλησε για τον «μικρομεσαίο» και τον «μη προνομιούχο» και όλους εκείνους που δεν είχαν λόγο και πρόσβαση στην εξουσία, Ο Ανδρέας ο πολυμαθής, ο γλωσσομαθής, ο ευγενικός αλλά και ο καταπέλτης, όταν ήθελε, αγαπημένος αλλά και μισητός, έγραψε αμέτρητα άρθρα, δεκαπέντε βιβλία, αλλά μόνο ένα σε πρώτο πρόσωπο, στο οποίο μάλιστα χρησιμοποίησε και την τεχνική της αφήγησης- πρόκειται για το ιστορικό δοκίμιο Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα. Μόνο σε αυτό το έργο αφέθηκε για πρώτη φορά και αφηγήθηκε ελεύθερα τα γεγονότα που οδήγησαν στην δικτατορία των συνταγματαρχών. (2).

   Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο εκπροσωπεί μια σημαντική μεταβολή της συνείδησής του. Έπρεπε καταρχήν να αλλάξει τον τρόπο έκφρασής του, τον τρόπο που είχε κατακτήσει με τα δύο προηγούμενα επαγγέλματά του: τον πολιτικό που έπρεπε να συγκινεί τα πλήθη της εποχής του 1960 και τον ακαδημαϊκό, τον άνθρωπο δηλαδή των γραπτών του κειμένων, που έπρεπε πάντα να συντάσσονται  αποστασιοποιημένα και «ακαδημαϊκώς ορθά» σε τρίτο πρόσωπο.

   Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο είναι μία στροφή που αποδεικνύει την αποδοχή του δικού του ρόλου πια ως «μαχητή» που έζησε σημαντικά γεγονότα και μετείχε στην διαμόρφωση της πολιτικής σκηνής της δεκαετίας του εξήντα. Η στροφή που έκανε προς το πρώτο πρόσωπο δεν πέρασε απαρατήρητη από τον ίδιο.

    Τι σημασία όμως έχει η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο; Διαφέρει από εκείνη που γίνεται σε τρίτο πρόσωπο; Πολύ.

   Πρώτα απ’ όλα για έναν ακαδημαϊκό, αλλά ιδιαίτερα για κάποιον που στηρίζεται στην μαρξιστική ανάλυση ( όπου ο ρόλος του ατόμου θεωρείται δευτερεύων μπροστά στις κινητήριες δυνάμεις της Ιστορίας), παρουσιάζεται το δίλημμα κατά πόσο δικαιούται κανείς να μιλάει για τον εαυτό του, εφόσον στον «αγώνα» παίζουν μεγαλύτερο ρόλο οι ιστορικές συνθήκες. Επιτρεπόταν ή όχι να «προσωποποιήσει» την πρόσφατη εμπειρία του στην Ελλάδα ο Ανδρέας Παπανδρέου;…………»

   Αυτά μας λέει μεταξύ άλλων ο γιός του συγγραφέας Νίκος Παπανδρέου, στο κεφάλαιο 2 με τίτλο «Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο» στο βιβλίο του: «Ανδρέας Παπανδρέου. Η ζωή σε πρώτο ενικό και η τέχνη της πολιτικής αφήγησης» 6η έκδοση, εκδόσεις Καστανιώτη, 2003, σελ.15-17. Ενώ στην σελίδα 96 και 97 στο κεφάλαιο «Η Επιστροφή στην Ελλάδα: το αφήγημα συνεχίζεται» σχετικά με την διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη σημειώνει:

   «Τα συνθήματα του ΠΑΣΟΚ εξέφραζαν και αυτά το νέο όραμα. Η ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ, γνωστή ως «Τρίτη του Σεπτέμβρη», γράφτηκε από ομάδα Ελλήνων στο εξωτερικό και ολοκληρώθηκε ουσιαστικά από τον Ανδρέα στο Καστρί (30). Εκεί παρουσιάζεται το ιδεολογικό τετράπτυχο του ΠΑΣΟΚ: εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση και δημοκρατική διαδικασία. (31) Με ακαδημαϊκό σφρίγος ο κάθε στόχος του είναι και προϋπόθεση για το επόμενο βήμα: «Ο αγώνας του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος για την εθνική μας αναγέννηση, για μια σοσιαλιστική και δημοκρατική Ελλάδα στηρίζεται στην αρχή πως η εθνική μας ανεξαρτησία αποτελεί προϋπόθεση για την πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας.». Το τετράπτυχο δείχνει το «διαφημιστικό» ταλέντο του νεοσύστατου κινήματος, που συνοψίζει σε τέσσερεις προτάσεις την ιδεολογία του, αλλά και εξηγεί τα βήματα που πρέπει να γίνουν ώστε η Ελλάδα να αποκτήσεις την ανεξαρτησία της και την δημοκρατία της.»

   Το τετράπτυχο απλοποιήθηκε με το πέρασμα του χρόνου και μετατράπηκε σε τρίπτυχο και έφτασε σε μία φράση, ένα σύνθημα, που πιστεύω θα το ζήλευαν οι σημερινοί διαφημιστές και πολιτικοί σύμβουλοι. Το σύνθημα ήταν και θα είναι πάντα: «Η Ελλάδα στους Έλληνες»……» σελίδα 97. Στην σημείωση με αριθ. (30) ο συγγραφέας γιός του Ανδρέα Νίκος Παπανδρέου μας λέει ότι: «Η ιστορία της διακήρυξης δεν έχει ακόμα μελετηθεί σε βάθος, γι’ αυτό και υπάρχουν διάφορες εκδοχές της γέννησης της ιδρυτικής πράξης του ΠΑΣΟΚ».

    Αλλά ας μην επεκταθούμε και στραφούμε σε άλλους ερευνητικούς προσανατολισμούς έρευνες που χρειάζονται άλλες πηγές και αναφορές σε ιστορικά και πολιτικά ντοκουμέντα εκείνης της θυελλώδους περιόδου. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο Ανδρέας φώτισε πολιτικά και εν μέρει και κοινωνικά την ενηλικίωσή μας, τουλάχιστον τις δύο πρώτες τετραετίες. Ο μπαλκονάτος Ανδρέας είχε το χάρισμα να μαγεύει και να ξεσηκώνει τα πλήθη, να τα φέρνει σιμά του, να τα χειραγωγεί, να τους εμπνέει ενθουσιασμό, να τους κάνει ίσως να πιστέψουν σε κάτι πολιτικό που και ο ίδιος κατά βάθος να μην πίστευε ή να μην θεωρούσε ότι μπορούσε στην πολιτική του καριέρα να ακολουθήσει. Μας μετέδιδε μία πολιτική ρητορική ακτινοβολία ακόμα και με τους ήχους της φωνής του που ακούγονταν από τα μεγάφωνα. Ήταν ένα είδος πολιτικού «Μεσσία» για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες των χρόνων του και τους έφηβους της Γενιάς μας.

   «Η ρητορική του Ανδρέα είναι ιδιαίτερη. Βάζει το ακροατήριο στη θέση του συνομιλητή και εκείνο αισθάνεται ότι κυκλοφορεί στους διαδρόμους της εξουσίας. Τα έντονα και παρατεταμένα χειροκροτήματα έφερναν μία κάθαρση, μία εκτόνωση συναισθημάτων που μόνο το αρχαίο θέατρο κατόρθωνε. Η ομιλία του τρεφόταν από μια ελπίδα για το μέλλον και μία νοσταλγία για ένα αθώο παρελθόν που δεν υπήρξε ποτέ.». βλέπε σελίδα 138-139 του μυθιστορήματος του Νίκου Παπανδρέου, «Έρωτες στο παρασκήνιο» εκδόσεις Καστανιώτη 2022. 

Ο Γιός του Ανδρέα ο πολιτικός και συγγραφέας Νίκος Παπανδρέου ο οποίος διατελεί και Ευρωβουλευτής με τα ψηφοδέλτια του Πασόκ έχει συγγράψει μία σειρά από αυτοβιογραφικά βιβλία, διηγήματα και κείμενα στα οποία εικονογραφεί τα προσωπικά και πολιτικά πορτραίτα της Οικογένειάς τους. Ο Νίκος Παπανδρέου, δεν φοβάται να μιλήσει για τα λάθη του πολιτικού πατέρα του, ούτε από την άλλη προσπαθεί να τον αγιοποιήσει, βλέπει σαν συγγραφέας από μία απόσταση τα πράγματα και μέσω των εξιστορήσεών του και των ιδιωτικών και άλλων αφηγήσεών του εικονογραφεί την πολιτική εποχή και την κοινωνία τα χρόνια της «δυναστείας» Παπανδρέου ως εξαίρετος «Κλεπτομνήμων».

    Σε ένα άλλο βιβλίο του, το «Ανδρέας Παπανδρέου Ο οικονομολόγος» εκδόσεις Καστανιώτη 2018, στην σελίδα 12 στο κεφάλαιο «εντός της ορθοδοξίας» αναφερόμενος στις οικονομικές αντιλήψεις του Ανδρέα γράφει μεταξύ άλλων:

«Σε αντίθεση με πολλούς άλλους διανοουμένους που αρέσκονται στην κριτική ανάλυση του καπιταλισμού, ο Ανδρέας πήγε ένα βήμα παραπέρα και έκανε συγκεκριμένες προτάσεις για την ανατροπή του καπιταλισμού μέσω της λαϊκής βούλησης.

  Η πορεία της οικονομικής σκέψης του Ανδρέα τροφοδοτείται διαρκώς απ’ την πολύπλοκη ζωή του σε συνδυασμό με τη δίψα του για νέες γνώσεις και μάθηση. Μπορεί μερικές φορές η πορεία αυτή να μοιάζει κυκλική- δηλαδή φεύγει από ένα σημείο ιδεών για να ξαναγυρίσει στο ίδιο το σημείο χρόνια αργότερα-, αλλά στην πράξη η σκέψη του όλο και εμπλουτίζεται από τις νέες του γνώσεις και την πρόοδο στις κοινωνικές επιστήμες. Ενώ γυρίζει στα σημεία εκκίνησης, δηλαδή στα θέματα που τον απασχόλησαν απ’ την εποχή της διατριβής του στο Χάρβαρντ, προχωράει πάντα ένα βήμα παραπέρα. Μια καλύτερη παρομοίωση θα ήταν ότι διαγράφει μια νοητή πορεία που μοιάζει με ελικοειδή σπείρα, όπως εκείνη του DNA. Κάνει κύκλους μεν, αλλά με τον κάθε κύκλο να ανεβαίνει πιο ψηλά. Υπάρχει ίσως και ένα στοιχείο τελεολογίας στη σκέψη του- όλα εκείνα που μελέτησε και όλα εκείνα τα θέματα που τον προβλημάτισαν στην ακαδημαϊκή του ζωή, αλλά και στον πολιτικό του βίο, βρίσκουν την ύστατή τους έκφραση στα τελευταία του βιβλία, ιδιαιτέρως στον Πατερναλιστικό καπιταλισμό και στο βιβλίο με τίτλο Ελευθερία του ανθρώπου. Σε αυτά τα δύο κατορθώνει να συγκεράσει την πολιτική του εμπειρία με την τεχνοκρατική του γνώση.».

   Εύστοχες παρατηρήσεις ακριβοδίκαιες όπως και η προσωπογραφία του που εικονογραφεί η γιός του. Δεν μπορώ να γράψω μετά από τόσες δεκαετίες που έδωσε στην πολιτική δημοσιότητα την διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη και την ανάληψη της πρωθυπουργίας του, με εκατό τοις εκατό σιγουριά αν ο Ανδρέας ήταν ο μεγάλος «παραμυθάς» που είχε ανάγκη η εποχή των νιάτων μας και η βαλτωμένη χώρα μας, η τραυματισμένη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον κατοπινό εμφύλιο και φυσικά την σκοτεινή περίοδο της επταετίας, ή ήταν ένας «προορατικός ηγέτης», ίσως και ένας «Σερλοκ Χόλμς» όπως γράφει ο πεζογράφος Νίκος Παπανδρέου, ο οποίος έχοντας εκ των έσω αναδιφήσει σε πηγές και άμεσες πληροφορίες και επιβεβαιωμένης αλήθειας ντοκουμέντα αφηγείται τα όσα μας αφηγείται. Το βέβαιο είναι ότι ο Ανδρέας υπήρξε ένα πολιτικό είδωλο για την Γενιάς μας και την εποχή του, τον εμπιστευτήκαμε και τον πιστέψαμε, τον ακολουθήσαμε, κατεβήκαμε σε πολυπληθείς πορείες και λαοθάλασσες διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις και όλα αυτά μόνο με την δημόσια παρουσία του. Τον στηρίξαμε όταν οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον έστειλαν στο Ειδικό Δικαστήριο ζητώντας την φυσική και πολιτική του εξόντωση, πικραθήκαμε όταν έκαναν λαϊκό δακρύβρεχτο σήριαλ την περιπέτεια με την υγεία του, θαυμάσαμε τον τολμηρό χαιρετισμό του όταν κατέβηκε από την σκάλα του Αεροπλάνου, γεμίσαμε θλίψη όταν άρχισαν σιγά-σιγά να φεύγουν από την ζωή οι παλαιοί σύντροφοί του και συναγωνιστές του, όπως ο Γεώργιος Γεννηματάς, ο Πέτρος Μώραλης και άλλοι, θυμώσαμε όταν παλαιοί του πολιτικοί συνοδοιπόροι σπίλωσαν την μνήμη του και ένα μέρος του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου της Ελλάδας του γύρισαν την πλάτη και του έσουρναν τα εξ αμάξης. Όμως, ο πολιτικός με το ζιβάγκο, ο άνθρωπος με το ποτήρι ουίσκι στο χέρι και την πίπα στο στόμα, ο πρωθυπουργός που χόρευε τις ζεμπεκιές του με την φωνή της Ρίτας Σακελαρίου και της Σωτηρίας Μπέλλου είναι ακόμα ΕΔΩ. Ωσεί παρόν, ως Μύθος, με τις σκέψεις του, τα λόγια του, τα βιβλία του, το χαρακτηριστικό ηχόχρωμα της φωνής του την μεγάλη του αγκαλιά όταν χαιρετούσε τα πλήθη όλους εμάς και αυτούς που θα ρθουν μετά από εμάς.

Γιατί ο Ανδρέας έκανε πράξη ένα παλαιό σύνθημα- πρόταγμα του Γαλλικού Μάη του 1968, συνένωσε τον Έρωτα με την Πολιτική, δεν εγκλώβισε σε μία θρησκευτικού δόγματος πολιτική συμπεριφορά και ηθικών απαγορεύσεων τα πλήθη τα οποία τον ακολουθούσαν και τον λάτρευαν, τον είχαν σαν ένα εν ζωή Είδωλο.

   Καθυστερημένη υπερβολική αποτίμηση! Ίσως, πάντως σίγουρα μία πολιτική αλήθεια και ανθρώπινη μαρτυρία Ελλήνων και Ελληνίδων της Γενιάς μου των χρόνων του που τον πίστεψαν και τον ακολούθησαν. Γιατί ανεξάρτητα από πια πλευρά της Ιστορίας κατατάσσουμε τον Ανδρέα, ο Ανδρέας δεν διαμορφώθηκε από την εποχή του, την διαμόρφωσε και την μεταποίησε πολιτικά θετικά και αποτελεσματικά. Γι' αυτό ακόμα και Σήμερα τόσα χρόνια από την βιολογική απουσία του είναι εδώ ανάμεσά μας και τον προσφωνούμε όσοι τον γνώρισαν και όσοι δεν ευτύχησαν να ζήσουν στα χρόνια του από τις νεότερες γενιές των πολιτικών και πολιτών με το μικρό του όνομα ο ΑΝΔΡΕΑΣ.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

3ης του Σεπτέμβρη του 2026

Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες 3 του Σεπτέμβρη να περνάς……..