Α Γ Ρ Ι Ε Σ Φ Ρ Α Ο Υ Λ Ε Σ
«Μοιάζουν
τα όνειρά μας/ με ταινία φαντασίας/
Σινεμά
είναι ο κόσμος/ Πειραιώς και Κηφισίας/
κι
όταν φτάνει η σειρά μας/ Άλλοι μπαίνουν πάντα πρώτοι/
και
για μας/ μένει μια θέση/
πίσω-
πίσω στον εξώστη
Στριμωχτά».
Στίχοι Βαγγέλης Κωνσταντινίδης. Μουσική Χρήστος Δάντης
«ΕΝ αρχή ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όχι
μόνο γιατί είναι ο τελευταίος εν ζωή, μεγαλύτερος δημιουργός της υφηλίου, ούτε
μόνο γιατί οι «Άγριες φράουλες» είναι η πρώτη μεγάλη ταινία της πρώτης περιόδου
του. Αλλά και γιατί, χρονικά, οι «Άγριες φράουλες» θα μεταδοθούν πρώτες απ’
όλες τις άλλες καλές ταινίες του τριημέρου….». Αυτά έγραφε η απογευματινή εφημερίδα
«ΤΑ ΝΕΑ» της 30ης Απριλίου 1993 ενημερώνοντάς μας για τις νέες
ταινίες που θα προβάλλονταν το τριήμερο. Παράλληλα με την ταινία του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν θα προβάλλονταν και η ιταλική «καυστική σάτιρα» του Έλιο Πέτρι στην
ΕΡΤ-2 «Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο». «Άγριες φράουλες» ένα ψυχολογικό
δραματικό αριστούργημα με όμορφες σουρεαλιστικές εικόνες, «ντοκιμαντερίστικες»
σκληρές σκηνές, έξοχη φωτογραφία και φωτισμοί, εξαιρετικά εξωτερικά γυρίσματα
και πλάνα καταπληκτικές ερμηνείες και οργανωμένο πάντα χειρισμό της κάμερας.
Ένα σκληρό, παγερό, θανατερό φλας μπακ στο χρόνο, την ζωή του μεγάλης ηλικίας
ακαδημαϊκού κουρασμένου από τα χρόνια καθηγητή ιατρικής που αποφασίζει να ταξιδέψει,
να μεταβεί στην πανεπιστημιακή σχολή που εργάζονταν μετά από πρόσκληση που
λαμβάνει για να τιμηθεί να τον βραβεύσουν. Ένα έργο βραβευμένο στο Φεστιβάλ της
Βενετίας και του Βερολίνου: «Ταινία ωριμότητας, απολογισμού μιας
ολόκληρης ζωής και υπαρξιακού, φιλοσοφικού στοχασμού. Μεγάλες κουβέντες; Όχι,
ακριβώς. Οι «Άγριες φράουλες» θέτουν το βασικό, ατομικό, πρόβλημα της εποχής
μας. Της κάθε εποχής. Όσο πιο υψηλά ίσταται το κάθε άτομο, τόσο μεγαλύτερες
είναι οι φθορές που έχει υποστεί ο μηχανισμός της «ψυχής» του. Όπως και του
καθηγητή στην ταινία, που διασχίζοντας την Σουηδία με το αυτοκίνητο της νύφης
του, ανακαλεί στη μνήμη του το παρελθόν. Και σιγά- σιγά αντιλαμβάνεται πόσο
μικρός είναι ο εσωτερικός του κόσμος. Παίζουν Γκίναρ Μπγιόρνστραντ, Βίκτορ Σγιόστρομ,
Μπίμπι Άντερσον (απόψε 22.03 στην ΕΡΤ-3).». διαβάζουμε στο σημείωμα.
«Άγριες
φράουλες» είναι η απαισιόδοξη αλλά ταυτόχρονα και αισιόδοξων τόνων φιλοσοφία
της ανθρώπινης ζωής τραγωδία, μια νοσταλγική αναπόληση στα νιάτα που έφυγαν
αφήνοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση, μία αδιόρατη θλίψη και μελαγχολία για ότι
ωραίο και συγκλονιστικό σαν βιωμένες στιγμές πέρασε και δεν ξαναγυρίζει. Είναι
το προσωπικό φλας μπακ στο χρόνο ζωής, το οδοιπορικό βίου ενός εσωστρεφούς
γέρου πια, παράξενου, γκρινιάρη, μοναχικού καθηγητή ακαδημαϊκού, που ζει
αποτραβηγμένος και απομονωμένος μεγάλης ηλικίας άτομο, μακριά από τα μέλη της
οικογένειάς του με την συντροφιά μίας μεγάλης επίσης ηλικίας πιστής γυναίκας
υπηρέτριας, η οποία τον φροντίζει και τον περιποιείται στις δουλειές του
σπιτιού και τον ίδιο σαν να ήταν σύζυγός της. Ένα από τα κινηματογραφικά έργα
της πρώτης περιόδου της Μπεργκμανικής δημιουργίας που έκαναν γνωστό και διάσημο
τον Σουηδό σκηνοθέτη στο παγκόσμιο κινηματογραφόφιλο κοινό. Μια ταινία στέρεα
δομημένη με τα γνωστά θεματικά υλικά και προβλήματα που απασχόλησαν από τα
πρώτα στάδια της κινηματογραφικής του δημιουργίας τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Η
ανθρώπινη μοναξιά, η αποξένωση των ανθρώπων, η ερημία, οι διαλυμένες
διαπροσωπικές σχέσεις, τα ατομικά αδιέξοδα και η έλλειψη επικοινωνίας, το
αίσθημα του θανάτου που πλησιάζει, αλλά και ο έρωτας και η επιθυμία για
επικοινωνία πολλές φορές με λάθος τρόπο που οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα
και αποτελέσματα. Η ταινία είναι ένα διπλό ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο, μια ιδιαίτερη
εμβάθυνση στα σκοτεινά άδυτα της ψυχής του ανθρώπου. Ένας απολογισμός ζωής
παρελθούσας που έφυγε ανεπιστρεπτί μπροστά στην κάμερα κατά την διάρκεια του
ταξιδιού με αυτοκίνητο μέσω ενός φλας μπακ ονείρων και μουντών καταστάσεων
σκοτεινών κατά την διάρκεια του ταξιδιού του καθηγητή με την νύφη του. Μια
αναπάντεχη διασταύρωση με μία νεκροφόρα άμαξα που ο νεκρός που πρόκειται να
κηδευτεί και βρίσκεται μέσα στο ξύλινο κιβούρι καθώς αυτό γλιστράει στο δρόμο
και ανοίγει το καπάκι, είναι το πτώμα του ίδιου του καθηγητή. Ο οποίος γίνεται
μάρτυρας της ίδιας του της κηδείας. Φοβερή σαν σύλληψη σκηνή, με συμβολισμούς
σκληρής πρόκλησης, μακάβρια μηνύματα και παγερά πλάνα. Αυτό το εφιαλτικό όνειρο
που ζει ο γέρος καθηγητής στην αρχή της ταινίας και το βλέπει από τα παράθυρα
του αμαξιού που ταξιδεύει είναι από τα πιο συνταρακτικά στιγμιότυπα του
παγκόσμιου κινηματογράφου, σκηνές που αποτυπώνονται ανεξίτηλα στην συνείδηση
των θεατών διαχρονικά. Όπως φυσικά και άλλες εμπνευσμένες σκηνοθετικά και σαν
σύλληψη σκηνές του Μπέργκμαν. Μοτίβα θανάτου και φθοράς, απογοήτευσης,
απαισιοδοξίας των ταινιών του. Ο Ιππότης παίζει Σκάκι με τον Θάνατο, η παρουσία
του Θεού σαν Αράχνη στον τοίχο, η Σιωπή του Θεού, η δυναστική παρουσία του και
μετά τον θάνατό του στο είδωλο του επισκόπου πατριού του στον Αλέξανδρο, η
σχέση μεταξύ πίστης και απιστίας, η έλλειψη οποιασδήποτε μεταφυσικής
βεβαιότητας των ανθρώπων, η διάλυση των σχέσεων μέσα στον γάμο, οι βαριές αρρώστιες
αλλά και οι ηδονικές στιγμές και τα ερωτικά τσιλημπουρδήματα των συζύγων, η
γυναικεία κοκεταρία και μοναξιά, η κουφοβράζουσα εχθρότητα μεταξύ των συζύγων,
τα μίση και οι αντιπάθειες, η αλλοτρίωση σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές, οι
σχέσεις των παιδιών με τους γονείς και η αυστηρή θρησκευτική πουριτανική αγωγή
τους, η αυταρχική συμπεριφορά των γονιών, οι σχέσεις των μελών της οικογένειας- ιδιαίτερα των
ανδρών-με το γυναικείο υπηρετικό προσωπικό. Η «μπετόν αρμέ» διαπαιδαγώγηση και
αγωγή του αυστηρού λουθηρανού επισκόπου πατέρα, το σπίτι στην εξοχή, η φύση και
οι εποχές της. Οι μίνι παραστάσεις κουκλοθέατρου, η ανακάλυψη της μαγείας του
κινηματογραφικού Φανού από τον νεαρό Μπέργκμαν, οι σχέσεις του ως σκηνοθέτη και
δασκάλου με τους ηθοποιούς του. Όλα αυτά τα πράγματα και τις καταστάσεις που
δεν κουράζεται να μας δείχνει διαρκώς ο Σουηδός σκηνοθέτης μέσα από το σταθερό
σαν καλειδοσκόπιο βλέμμα του, σταθερά μοτίβα της προβληματικής του και των
εσωτερικών του ψυχογραφήσεων και ιχνογραφήσεων της συνείδησής του θέματα που
τον απασχολούν από τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα.
Ορισμένες φορές παρακολουθώντας ταινίες του
Μπέργκμαν έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις ένα είδος σκηνοθετικού ψυχολογικού
«παλιμπαιδισμού» της σκέψης του που εικονογραφείται σε διαμερισματοποιημένα
πλάνα, διάφορα καρέ και πλούσιες όμορφες εικόνες αισιόδοξων ή απαισιόδοξων
αισθήσεων, σεναριακά στιγμιότυπα συναισθημάτων. Αριστουργηματικές αναπολήσεις
χρόνων και στιγμών άλλοτε ως ανθρώπινη τραγωδία και άλλοτε ως παρωδία των
παιδικών χρόνων. Άλλοτε ως ξέγνοιαστες χαρούμενες αναμνήσεις και παραστάσεις
και άλλοτε ως παγίδα των επερχόμενων κατά την ενηλικίωση των μικρών παιδιών
αισθημάτων, κατακερματισμένων συναισθημάτων τους, τραυματικές εμπειρίες και
ενοχές, μόνιμες εμμονές και ανακυκλώσεις που δεν βρίσκουν λύση.
Κατά την
διάρκεια του ταξιδιού για την παραλαβή του βραβείου του παλαιού καθηγητή θα
συναντήσουν δύο ζευγάρια. Το ένα ζευγάρι (άντρας- γυναίκα) είναι παντρεμένο και
αντιμετωπίζει-ως συνήθως συμβαίνει στις ταινίες του Μπέργκμαν- σοβαρή και
αγεφύρωτη κρίση, το άλλο ζευγάρι, νεανικότερο, ελεύθερο δίχως τις δεσμεύσεις
γάμου ακόμα είναι ερωτευμένο, χαρούμενο, ξένοιαστο όλα πάνε «μέλι γάλα» που
λένε στην σχέση τους. Χαρακτηριστικές στιγμές αυτοβιογραφικής αναφοράς του, ιδιαίτερων
εμπειριών αναμνήσεων και ειδυλλιακών βιωμάτων εικόνες της οικογενειακής και
ατομικής του ζωής. Πλάνα προσωπικού του απολογισμού και νοσταλγίας, ανθρώπινης
ζεστασιάς και αθωότητας χειρονομίες. Ταινία της πρώτης κινηματογραφικής του
περιόδου, έργο σταθμός, πρωτοποριακή ταινία για την εποχή της η οποία έκανε
αίσθηση, καλλιέργησε συζητήσεις, επαινετικές κρίσεις, στέκεται δίπλα σε ταινίες
αριστουργήματα όπως το «Χαμόγελο Καλοκαιρινής Νύχτας», «Το Καλοκαίρι με την
Μόνικα», η σημαδιακή «Έβδομη Σφραγίδα» και ασφαλώς η αξεπέραστη τριλογία του η
«Τριλογία της Σιωπής» για να μείνουμε στις πρώτες παραγωγές του μια και όπως
γνωρίζουμε οι ταινίες που γύρισε ο Σουηδός σκηνοθέτης ξεπερνούν τις 60 κατά την
διάρκεια της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Δομημένο και καλοδουλεμένο σενάριο,
συμπαγές σκηνοθετικό οικοδόμημα, βλέμμα περίεργο, ερευνητικό, φορτισμένο με
ανθρώπινη θερμότητα και υγρασία κατανόησης. Το βλέμμα του περιπλανιέται ανάμεσα
σε δύο χρονικές του ανθρώπου οριακές περιόδους, τα γηρατειά και τα νιάτα, το
γήρας ως αναπόληση και την φρεσκάδα των νιάτων ως μέλλον, αυτό που θα
αποκαλούσαμε «χαμένο παράδεισο της νιότης» Τον έρωτα και την ανεμελιά του, τον
θάνατο με το άγχος του, την αγωνία και το φόβο του. Το παρόν και το παρελθόν,
το αιώνιο με το πρόσκαιρο, τις αναμνήσεις και τα παρόντα συναισθήματα, την
φθορά και την ακμή, πανανθρώπινες διαχρονικές αγωνίες και βασανισμοί των
ανθρώπων, τα όποια δώρα της αγάπης και της ανθρώπινης επαφής. Την συνειδητοποίηση
του «Χαμένου Χρόνου» (παραπέμπει στο μυθιστόρημα του γάλλου συγγραφέα Μαρσέλ
Προυστ που ο Μπέργκμαν αγαπούσε, διάβαζε και ήθελε να κινηματογραφήσει) στιγμών
της ζωής σε ένα ενιαίο κινηματογραφικό ταμπλό. Σαν κινηματογραφική πρόταση που
αντέχει στο χρόνο και βλέπετε πάντα ευχάριστα και με ενδιαφέρον.
Την ταινία την είχαμε παρακολουθήσει στο
αφιέρωμα με τρείς ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στον κινηματογράφο «ΑΛΕΞ» στα Ιλίσια.
Βλέπε και ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα 10/8/2026 για την ταινία «Έβδομη
σφραγίδα». Οι «Άγριες φράουλες» έχουν προβληθεί σε αφιερώματα και από τα τρία
κανάλια της ελληνικής τηλεόρασης ΕΡΤ-1, ΕΡΤ-2 και ΕΡΤ-3 σε διαφορετικά χρονικά
διαστήματα. Τον Οκτώβριο του 1997 η ταινία παρουσιάστηκε από την ΕΡΤ-1
μεσάνυχτα Παρασκευής. Διαβάζουμε από την εφημερίδα «Ο Ριζοσπάστης» της
5/10/1997 ανωνύμως:
«Ένας
απολογισμός μιας ζωής, μιας ζωής μεγάλης σε διάρκεια και μικρής απ’ αισθήματα.
Μια ταινία που θεωρήθηκε σταθμός στην 7η τέχνη και την υπέγραψε ο
μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Αναφερόμαστε στο αριστούργημα
«Άγριες φράουλες» που γυρίστηκε στα 1975 και θεωρήθηκε ως ένα έργο με πλούσια
σκηνοθετικά ευρήματα και διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας και Βερολίνου στα
1958. Ένας ηλικιωμένος καθηγητής απολογείται στον ίδιο του το εαυτό,
εικονογραφεί αναμνήσεις του, φωτογραφεί τις τύψεις που βασανίζουν, εντελώς
ξαφνικά, το γεμάτο ρυτίδες ανέκφραστο, αλλά συνάμα και τόσο εκφραστικό πρόσωπό
του. Το παρόν τινάζεται προς τα πίσω και δίνει τη θέση του στο παρελθόν. Ο
καθηγητής βγάζει μια βωβή κραυγή πόνου. Δεν είχε δείξει ποτέ τα συναισθήματά
του. Είχε άραγε; Εδώ είναι το ερώτημα. Ο καθηγητής ήταν πάντα απομονωμένος,
αποξενωμένος από όλους, ακόμη και από τον ίδιο του το γιό. Και εδώ που τα λέμε,
ακόμη και από τον εαυτό του. Ο Βίκτορ Σγιόστρομ, που κρατά τον πρώτο ρόλο,
δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας, ένα ρεσιτάλ που άφησε έκπληκτο ακόμη
και τον σκηνοθέτη. Πλάι του μεγάλοι ηθοποιοί όπως η ίνγκριντ Τούλιν, η Μπίμπι
Άντερσεν, ο Μαξ φον Σίντοφ και ο Γκούναρ Μπγιέρστραντ ερμηνεύουν εξαιρετικά,
λιτά και δυνατά τους ρόλους τους, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό κάτω από το
άγρυπνο και αυστηρό βλέμμα του Μπέργκμαν…».
Και κάτι, ελπίζω όχι άσχετο. Οι άγριες φράουλες ως φρούτο παίζουν συμβολικό σημαντικό ρόλο και στην ταινία του ιταλού σκηνοθέτη, του επονομαζόμενου και «κόκκινου κόμη» Λουκίνο Βισκόντι, «Θάνατος στη Βενετία».
Από την ίδια εφημερίδα
διαβάζουμε σχετικά 16 Απριλίου 1998 όταν η ταινία επαναπροβάλλεται από την
ΕΡΤ-1 στις 26.50:
«Είναι
μία από τις ωραιότερες και σημαντικότερες ταινίες του σκηνοθέτη, που έπειτα από
τα σκοτάδια του Μεσαίωνα στρέφει το ενδιαφέρον του στο φώς: Στη ζωή. Στη ζωή
και το θάνατο. Στην εγκληματική αδιαφορία για την οικογένειά του ακόμα και για
το παιδί του μέχρι τη στιγμή της μεταμέλειας, της ανάγκης για προσέγγιση, για
επικοινωνία για συγχώρεση. Ο εβδομηντάχρονος καθηγητής της Ιατρικής Ιζακ Μποργκ
ετοιμάζεται να φύγει για την πόλη Λουντ, για να γιορτάσει τον Ιωβηλαίο του. Ένα
τρομακτικό όνειρο που περισσότερο εφιάλτης μοιάζει, τον κάνει να
συνειδητοποιήσει ότι ο θάνατος είναι κοντά του. Ο θάνατος… Και στη ζωή, ο
καθηγητής υπήρξε αυστηρός, σοβαρός, απόμακρος, εγωιστής, φυλακισμένος μέσα στον
εαυτό του ή μάλλον στο ΕΓΩ του ζει μακριά από όλους. Ο καθηγητής φεύγει με το
αυτοκίνητό του στη Λουντ και το ταξίδι αυτό θα είναι μία ευκαιρία για να
αναπολήσει μερικές ευτυχισμένες στιγμές από τα νεανικά του χρόνια. Θα,
επισκεφτεί τη μητέρα του, θα δει παλιές φωτογραφίες που υα του θυμίσουν κάτι,
κάτι που προσπάθησε να ξεχάσει. Τις καλές, τις ήρεμες και ανέμελες στιγμές που
ο κλειστός χαρακτήρας του τον εμπόδισε να τις απολαύσει. Θα γνωριστεί με μια
παρέα νέων ανθρώπων, θα χαμογελάσει, θα συζητήσει, θα συμμετάσχει στα προβλήματά
τους, θα γίνει σχεδόν ανθρώπινος. Έτσι όταν θα φτάσει στη Λουντ, που ζει ο γιός
του θα μπορέσει επιτέλους να συμπεριφερθεί σαν πατέρας και σαν παππούς. Με
λίγες κουβέντες- δεν είναι συνηθισμένος σε απευθείας έκθεση ψυχής- θα εκφράσει
έμμεσα αυτό που νιώθει για πρώτη φορά: Αγάπη αλλά και ανάγκη από την παρουσία
των δικών του…». Ενώ παρουσιάζεται και η ταινία του Πίτερ
Κοσμίνσκι, «Ανεμοδαρμένα ύψη», μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Έμιλι
Μπροντέ από τον ANTENNA.
Στις 29
Μαϊου του 1999 η εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» ανακοινώνει την προβολή της
ταινίας «Άγριες φράουλες» από την ΕΡΤ-3 την ερχόμενη Τρίτη στις 9 μ.μ. Κάτω από
τον τίτλο «Υπαρξιακό δράμα, από τον Μπέργκμαν». Διαβάζουμε μεταξύ άλλων:
«Ευχάριστη
έκπληξη τη φορά αυτή- μία ακόμη φορά- έρχεται από το Βορρά. Δηλαδή από τη
Θεσσαλονίκη, δηλαδή από το τρίτο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης, που όπως το
συνηθίζει δεν διστάζει να περιλάβει στο κινηματογραφικό της πρόγραμμα μερικές
από τις πιο σπουδαίες κινηματογραφικές
παραγωγές και μερικά από τα αξιολογότερα αφιερώματα σε ταινίες σημαντικών
σκηνοθετών.
Την εβδομάδα αυτή, μία εβδομάδα που στα
υπόλοιπα κανάλια κυριαρχεί η πλήξη, η επανάληψη και η ασημαντότητα, η ΕΡΤ-3
προβάλλει Μπέργκμαν με μία από τις καλύτερες δημιουργίες του. Ταινία του 1957
σε σενάριο δικό του.
Οι «Άγριες φράουλες» είναι μία σημαντική,
πολυσχιδής ταινία του Μπέργκμαν, που δικαιολογημένα κέρδισε μια θέση στον κατάλογο
των δέκα πιο αξιόλογων ταινιών του παγκόσμιου σινεμά της δεκαετίας του ’50 και
όπως μπορεί κανείς σήμερα να συμπεράνει, όχι μόνο αυτής. Αμέσως μετά την άλλη
μεγάλη του δημιουργία του «Η έβδομη σφραγίδα», που είχε προηγηθεί λίγο
νωρίτερα, ο σκηνοθέτης με τις «Άγριες φράουλες» αφήνει πίσω του την ατμόσφαιρα
και τα σκοτάδια του Μεσαίωνα για να εστιάσει στο φώς της ζωής. Και μαζί στο
νόημά της. Στην ομορφιά και το αδιέξοδό της. Στη διαδρομή και το τέλος της. Τη
φορά αυτή όχι με ήρωα τον ιππότη- πρωταγωνιστή της προηγούμενης ταινίας, αλλά
με έναν σύγχρονο ηλικιωμένο καθηγητή, που, όπως όλοι οι ήρωες του Μπέργκμαν, αναζητούν,
βασανίζονται από τις ίδιες, πανανθρώπινες άλλωστε, αγωνίες…»
Το Σάββατο 24 Ιουνίου του 2000 η εφημερίδα
«ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» στο αφιέρωμά της «100 ΧΡΟΝΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ» που επιμελήθηκε
και επέλεξε ο κινηματογραφικός κριτικός κύριος Νίνος Φένεκ Μικελίδης, στις
«Καλύτερες ταινίες μου» δημοσιεύει με το νούμερο 50 την ταινία «Άγριες
φράουλες» «μία από τις πιο σύνθετες και πλούσιες, σε φιλοσοφικά και ηθικά
θέματα, ταινίες.». (Smultronstallet. Σουηδία 1957.
Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τους: Βίκτορ Σέστρομ, Μπίμπι Άντερσον,
Ίνγκριντ Τούλιν, Γκούναρ Μπγιόρνστραντ). Τρία χρόνια μετά στις 15 Ιουνίου 2003
στο περιοδικό της εφημερίδας «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» «Η Τέχνη της Ζωής» τχ.
83 ο έμπειρος κινηματογραφικός κριτικός κ. Νίνος Φένεκ Μικελίδης υπογράφει το «Άγριες φράουλες», «Τα φαντάσματα της
νιότης». Το αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ξανά στις αίθουσες.». Ενώ,
παράλληλα με αυτό το αριστουργηματικό ταξίδι αυτογνωσίας στο παρελθόν της ζωής
του καθηγητή, ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης γράφει και για τον Σουηδικό σινεμά
ξεχωριστά, στο: «Η έκπληξη απ’ τη Σουηδία».
Στην παρούσα
ανάρτηση, πρώτη για την ταινία «Άγριες φράουλες», μεταφέρουμε τις απόψεις του
δασκάλου του κινηματογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη, και του επίσης δασκάλου έμπειρου Νίνου
Φένεκ Μικελίδη. Το πρώτο του κείμενο της 24/6/2000. Την άλλη του ανάλυση και
περιγραφή της βραβευμένης ταινίας θα την μεταφέρουμε σε επόμενο σημείωμά μας με
αποσπάσματα από το Σενάριο.
Άγριες φράουλες
Του ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ
Κάθε σχεδόν ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
(γεν. 1918) είναι και ένα κινηματογραφικό γεγονός. Και σίγουρα καμιά
περισσότερο από τις «Άγριες φράουλες», από τις πιο σύνθετες και πλούσιες σε
φιλοσοφικά και ηθικά θέματα ταινίες του Σουηδού αυτού δημιουργού.
Πρωταγωνιστής της ταινίας ο παλαίμαχος σκηνοθέτης
του βωβού, ταυτόχρονα «πατέρας» του σύγχρονου σουηδικού κινηματογράφου, Βίκτορ
Σέστρομ, που ερμηνεύει τον Ισαάκ Μποργκ, καθηγητή της ιατρικής που ξεκινάει για
ένα ταξίδι στο πανεπιστήμιο του Λουντ, όπου πρόκειται να τιμηθεί για τα 50
χρόνια από την αποφοίτησή του. Μαζί του ταξιδεύει και η νύφη του, Μαριάν
(Ίνγκριντ Τούλιν) αποφασισμένη να εγκαταλείψει τον άντρα της. Επίκεντρο της
ταινίας η πορεία τους, διανθισμένη με τους προσωπικούς καβγάδες τους,
πραγματικές και φανταστικές συναντήσεις με διάφορα άγνωστα και γνωστά πρόσωπα,
με τους εφιάλτες του ηλικιωμένου Μποργκ που έχει αρχίσει να σκέφτεται το
θάνατο, και με ένα λυρικό «διάλειμμα» στο σπίτι όπου ο Μποργκ έζησε τα νεανικά
του χρόνια.
Ανάμεσα στα θέματα με τα οποία καταπιάνεται
η ταινία, εκείνα της ζωής και του θανάτου, της παρουσίας του θεού καθώς και των
σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα (μαζί και της κόλασης τέτοιων σχέσεων) και της
ψυχολογίας, ιδιαίτερα των γυναικείων χαρακτήρων. Το κυρίαρχο όμως θέμα είναι
εδώ της μοναξιάς που εκφράζεται μέσα από τον κεντρικό ήρωα-για πρώτη και
μοναδική φορά στον Μπέργκμαν, άντρας. Πρόσωπο διφορούμενο και αντιφατικό, με τη
μοναξιά να είναι στενά δεμένη με το θέμα του θανάτου, πρόσωπο άλλοτε
συμπαθητικό κι άλλοτε αντιπαθητικό, συχνά εγωιστικό, σύμφωνα με τον τρόπο που
τον αντιμετωπίζει (ή και που ο ίδιος αντιμετωπίζει) τα άλλα πρόσωπα γύρω του.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και
το φανταστικό, συνδυάζοντας τους διαλόγους με την αφήγηση «οφ», χωρίς ούτε μία
στιγμή να δημιουργεί κανένα χάσμα, κι αυτό χάρη στη δεξιοτεχνία με την οποία
αντιμετωπίζει ο Μπέργκμαν τις σκηνές του. Δύο (αξέχαστες) σκηνές καθορίζουν και
σηματοδοτούν την ταινία: η σκηνή του ονείρου του Μποργκ και η σκηνή που
θυμάται, σε φλας- μπακ, τη νεανική του ηλικία. Στην πρώτη, εφιαλτική σχεδόν
σκηνή, ο Μποργκ ενώ περπατά σε μια έρημη πόλη, τον πλησιάζει ένας άντρας χωρίς
πρόσωπο, στη συνέχεια βλέπει ένα τεράστιο, χωρίς δείκτες, ρολόι και γίνεται
μάρτυρας σε μια σύγκρουση νεκροφόρας, που όταν την πλησιάζει και ανοίγει το
φέρετρο βλέπει σ’ αυτή νεκρό τον εαυτό του (όνειρο που τον κάνει ν’ αρχίσει να
σκέφτεται το θάνατο).
Στη δεύτερη, ο Μποργκ βρίσκεται στο σπίτι
των νεανικών του χρόνων και παρακολουθεί (ο ίδιος παραμένοντας πάντα σε
προχωρημένη ηλικία) σκηνές από τη ζωή του: την ξαδέρφη του Μαριάν (Μπίμπι
Άντερσον), με την οποία ήταν ερωτευμένος, να τη φλερτάρει κάποιος άλλος, κι
αργότερα την ίδια, να του προσφέρει σε μία εκδρομή τους στο δάσος, άγριες
φράουλες. Σκηνή δοσμένη με ποίηση και λυρισμό, «διάλειμμα» στους
προβληματισμούς και τα υπαρξιακά άγχη των ηρώων της ταινίας. Η ερμηνεία του
Σέστρομ ήρεμη, σίγουρη, λιτή αλλά και επιβλητική. Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε τις
ερμηνείες των άλλων πρωταγωνιστών, ιδιαίτερα των γυναικών (της Ίνγκριντ Τούλιν
και της Μπίμπι Άντερσον) ηθοποιών που συναντάμε και στις κατοπινές θαυμάσιες
ταινίες του δημιουργού αυτού.
ΝΙΝΟ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
--
ΑΓΡΙΟΦΡΑΟΥΛΕΣ (SMULTROY STALLET, 1958)
του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ
Πρόγραμμα STUDIO, 1968
Από ΛΕΞΙΚΟ
ΤΑΙΝΙΩΝ με ΚΡΙΤΙΚΕΣ του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ. Τόμος ΙΙ. Κ- Μπέργκμαν, εκδόσεις
Αιγόκερως, 1982, σελ. 151-152. [Επιμέλεια: Δημήτρης Βεργιανάκης- Γιάννης Σολδάτος]
Αν ένας πεθαμένος μπορούσε ν’ αγκαλιάσει με
μιά πανοραμική ματιά ολόκληρη τη ζωή του, θα είχαμε την αδιάψευστη μαρτυρία για
το τι ακριβώς σημαίνει η έννοια «ζωή». Επειδή όμως οι πεθαμένοι είναι «οριστικά
και αμετάκλητα» πεθαμένοι, θα μπορούσε θαυμάσια να μιλήσει για λογαριασμό τους
ένας ζωντανός που βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού του. Αν και ο μελλοθάνατος
δεν εννοεί να καταλάβει πώς σε λίγο θα πάψει να τρώει αγριοφράουλες, και πώς
έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τους ζωντανούς για την εντύπωση που τούκανε η
γεύση τους, μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό του- ποιητική αδεία- ένας
καλλιτέχνης. Αυτό ακριβώς κάνει ο Μπέργκμαν: βλέπει τον κόσμο με το μάτι ενός
πεθαμένου, και καταλήγει στο συμπέρασμα πώς η «τελειωμένη ζωή» δεν είναι παρά
μιά επάλληλη συσσώρευση ετερόκλητων «γεύσεων», η ποιότητα των οποίων
προσδιορίζεται απ’ την ικανότητα «συμμετοχής» στο πανηγύρι που λέγεται ζωή. Το
ποσοστό συμμετοχής είναι αντιστρόφως ανάλογο με το ποσοστό εγωισμού
ομολογημένου και ανομολόγητου- πράγμα που σημαίνει σε τελική ανάλυση, πώς
πεθαίνει αξιοπρεπώς- δηλαδή χωρίς κλαψουρίσματα και μάταιους γόους- μόνο
εκείνος που έμαθε να «μετέχει» στο φτιάξιμο της ιστορίας. Η μεταφυσική του
Μπέργκμαν κάνει μιά αντίστροφη κυκλική πορεία και συναντάει τον παραδοσιακό
ευρωπαϊκό ουμανισμό με τον οποίο και ενώνεται τελικά. Οι Αγριοφράουλες είναι
μιά διακριτικά «αισιόδοξη φιλοσοφική τραγωδία» που το θέμα της είναι παλιά όσο
κι’ ο θάνατος. Το καινούργιο, βρίσκεται στη φόρμα. Η αργή ανάδυση στο μακρινό
παρελθόν και η ταχύτατη κατάδυση στο πολύ κοντινό μέλλον δημιουργούν μιά
πολυφωνική αντίστιξη που συγκεκριμενοποιείται με τις συνεχείς χρονικές
εναλλαγές του παρόντος και του παρελθόντος, εναλλαγές που διακόπτονται με την
παρεμβολή ονειρικών στοιχείων τα οποία παίζουν ένα ρόλο ακομπανιαμέντου που
κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του μέλλοντος- δηλαδή του θανάτου. Το
διπλό ταξίδι στο χώρο και το χρόνο τελειώνει τη στιγμή ακριβώς που ο γερο-
καθηγητής συνειδητοποιεί πώς το βασικό εμπόδιο σ’ ολόκληρο το δρόμο της ζωής
του, ήταν αυτή η «μή συμμετοχή», η στωική αδιαφορία για τα πράγματα και τον
κόσμο, ο εγωισμός, ο καιροσκοπισμός, ο φιλοτομαρισμός. Το τελευταίο πλάνο είναι
ένας σαφέστατος υπαινιγμός για το σημαντικότατο γεγονός της όψιμης
συνειδητοποίησης του νοήματος της ζωής. Ξέρουμε πιά, ότι ο Ισαάκ Μπόργκ, αν δεν
έμαθε να ζει έμαθε τουλάχιστον τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι πεθαίνουν
ανθρώπινα, δηλαδή χωρίς να κλωτσούν απ’ το φόβο της τέλειας και απόλυτης μοναξιάς.
ΒΑΣΙΛΗΣ
ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ
Κλείνουμε το πρώτο αυτό σημείωμα για την
ταινία «Άγριες φράουλες» με τα Σεναριακά λόγια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Μας λέει
ο εβδομηναταεξάχρονος καθηγητής στον απολογισμό της ζωής του στην πρώτη κιόλας
εισαγωγική σκηνή:
«Στα
εβδομήντα έξη μου χρόνια, αισθάνομαι πώς είμαι πιά πολύ γέρος για να λέω ψέματα
στον εαυτό μου. Μα φυσικά δεν μπορεί να είμαι και πολύ σίγουρος. Η ικανοποίησή
μου μπροστά στην ίδια μου τη φιλαλήθεια θα μπορούσε να είναι ανειλικρίνεια
μασκαρεμένη, αν και δεν έχω ιδέα τι θα ήταν δυνατό να θέλω να κρύψω. Μ’ όλα τούτα
αν για κάποιο λόγο θα έπρεπε να κάνω μία εκτίμηση του εαυτού μου, είμαι βέβαιος
πώς θα την έκανα χωρίς ντροπή ή έγνοια για το καλό μου όνομα. Αν όμως μου ζητούσαν
να εκφράσω μια γνώμη για κάποιον άλλον, θα ήμουν πολύ προσεκτικός. Υπάρχει πάρα
πολύ μεγάλος κίνδυνος σε μια τέτοια κρίση. Πιθανώτατα, πέφτει κανείς σε σφάλματα,
σε υπερβολές, ακόμη και σε φοβερά ψέματα. Παρά να πω λοιπόν τέτοιες ανοησίες,
καλύτερα να μη μιλήσω καθόλου……». Σελ. 10-11.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
28 Αυγούστου
2026.
ΥΓ. Και κάτι
από τα παράξενα της σύγχρονης σκληρής εποχής μας. Στην δημόσια τηλεόραση
παρακολουθήσαμε ένα ντοκιμαντέρ που έδειχνε ότι στην Αργεντινή οι ποδοσφαιρόφιλοι
δημιούργησαν μία Εκκλησία την Μαραντονιανή. Όπου οι άνθρωποι, παντρεύονται,
βαπτίζονται και τελούν άλλες τελετουργίες στο όνομα –αγίου της Μαραντονιανής Εκκλησίας
του ποδοσφαιριστή θρύλου Ντιέγκο Μαραντόνα. Εντυπωσιακό δεν βρίσκεται!!!