Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

 

ΦΑΝΝΥ  ΚΑΙ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

        ή

«Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ»

του ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

    Πέρασαν σαράντα δύο χρόνια από τότε που προβλήθηκε για πρώτη φορά 19/1/1984 στην Ελλάδα, το κορυφαίο έργο της ζωής του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στον κινηματογράφο «ΕΛΛΗ» στην Αθήνα και προβλήθηκε στις 22 Αυγούστου 2026 από το Κανάλι της Βουλής στην κινηματογραφική της Σαββατιάτικη νυχτερινή ζώνη. Χρησιμοποιώ την χρονολογία που το είδα για πρώτη φορά και ως υπότιτλο της έγχρωμης, τρίωρης ταινίας δανείζομαι αυτόν που έδωσε στο δικό του τότε δημοσίευμα στην πρωινή εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 1/11/1984 «Η ποίηση της εφηβείας» ο Stefano Reggiani. Άγνωστων σε εμένα λοιπόν στοιχείων. Συνεχίζω να βλέπω τα κινηματογραφικά αριστουργήματα του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου να διαβάζω τις κριτικές για τις ταινίες του τα διάφορα αποκόμματα από τις εφημερίδες που είχα παλαιότερα διαφυλάξει, τα σχόλια και τις άτακτες σημειώσεις που είχα κάνει όταν πρωτοείδα τις βραβευμένες ταινίες του. Σαββατόβραδο εχθές, 29 Αυγούστου στο Κανάλι της Βουλής έδειξε ένα ωραίο, καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ για την ζωή και το έργο του, τους τρόπους που γύριζε τις ταινίες του, τα σχεδιαστικά του πλάνα, την φιλοσοφία του, στο πως εκπαίδευε τους συνεργάτες του, τους κατά καιρούς τόπους και σπίτια διαμονής του, τα συγγενικά του πρόσωπα –γυναίκες του, παιδιά του- και πολλά άλλα γύρω από την επίγεια καλλιτεχνική διαδρομή του με ξεναγό την Μ. φον Τρότα σκηνοθέτιδα και νεότερους δημιουργούς. Θαύμαζες στο πώς αυτός ο απαισιόδοξος και εμμονικός σκηνοθέτης εργάζονταν τόσο σχολαστικά, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια, προσκαλούσε για να μην πούμε «απαιτούσε» από τους ηθοποιούς συνεργάτες του να ακολουθήσουν τις οδηγίες του ενώ, παράλληλα δέχονταν τις όποιες αντιρρήσεις του πάνω σε ατάκες των σεναρίων του. Όλα ήσαν τόσο καλοκουρδισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα σε μία φόρμα σταθερή που συνένωνε το ακριβολόγο, λιτό και δωρικό σενάριο με το σκηνοθετικό του βλέμμα, την πάντα περίεργη και εξερευνητική ψυχών, συνειδήσεων και ανθρώπινων σωμάτων κάμερά του. Ένας ρυθμός, μία σταθερή αφήγηση είτε των απαισιόδοξων στιγμών του είτε των αισιόδοξων, των χαρών της ζωής. Το πένθιμο εναλλάσσεται με το χαροποιό το στοιχείο της διασκέδασης, της κωμωδίας όπως στα έργα του Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ, ή στην παρούσα κινηματογραφική πολυπρόσωπη τοιχογραφία της πολυμελούς οικογένειας της ταινίας Φάννυ και Αλέξανδρος. Ο Φάρος, το προσωπικό του νησί- ασκητήριο. Πώς να μην θαυμάσεις αυτόν τον μαγευτικό μάγο της Έβδομης Τέχνης έστω και με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του. Αξεπέραστος, λυρικός, τρυφερός, ονειρικός, οραματικός, αιώνιος.

    Άλλα νεανικά χρόνια, όταν πρωτοπαρακολουθήσαμε την εκπληκτική αυτή ταινία ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, άλλες εμπειρίες ζωής, επιλογές ενός κινηματογραφόφιλου που εξακολουθεί ακόμα να μαγεύεται και να απολαμβάνει τα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, να ονειροπολεί μαζί τους ή να θλίβεται για το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ίσως οι συνθήκες του Κόσμου και η μεταφυσική και υλική «ειδωλολατρία» του. Αν και για να είμαστε ειλικρινείς όπως μας έλεγε το χθεσινό ντοκιμαντέρ και ο ίδιος ο Μπέργκμαν ήταν προληπτικός και μάλλον πίστευε σε δεισιδαιμονίες και φαντάσματα.

Αυτήν λοιπόν, την Καλοκαιρινή περίοδο με την ανεξέλεγκτη καλοκαιρινή λαύρα και τις καταστροφικές πυρκαγιές, τις φονικές κατολισθήσεις στο μακρινό Νεπάλ και το Θιβέτ, στην ερημία της πειραϊκής επικράτειας που τα σήμαντρα των εκκλησιών χτυπούν για πιστούς και απίστους, μεταφυσικά άστεγους ή αγνωστικιστές και τους εκδρομείς να δίνουν μίνι συνεντεύξεις στα κανάλια, έτσι σαν να τρώγω μία φέτα δροσερό καρπούζι, ένα τσαμπί σταφύλι ή να έχω την γλυκειά γεύση ενός ροδάκινου στα χείλη το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε ιδιαίτερα σε μία από τις κορυφαίες μορφές της Έβδομης Τέχνης τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, θέλοντας να «ξεκαθαρίσω» παλιές μου οφειλές με ταινίες του και ατομικές του προβληματικές και στοχαστικά διλήμματα και αναπάντητα ακόμα ερωτήματα. Γιατί η ορατότητα των αποτελεσμάτων και των διαφόρων κατηγοριών και ειδών της Τέχνης του κάθε καλλιτέχνη δεν είναι παρά ένα μέσο μύησής μας στον Κόσμο, μιά ανοιχτή, επαναλαμβανόμενη, έστω και κουραστική συνομιλία μας ημών των θεατών- αναγνωστών με τα μυστήρια και τα αινίγματα της Φύσης στην ρέουσα διαδρομή του Χρόνου. Όπου Ζωή και Θάνατος, Χρόνος και Τόπος, Παρόν και Μέλλον, Παρελθόν Ένα. Αυτός ο «Κόσμος ο μικρός ο μέγας» όπως σοφά μας λάλησε ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Το σεναριακό και κινηματογραφικό έργο του με απασχολεί το τελευταίο διάστημα, επαναφέροντας στην σκέψη μου μνήμες και εικόνες παλαιές, εμπειριών παραστάσεις, πρώτων μου επαφών με έναν δημιουργό που επηρέασε την γενιά μου/ μας θέλω να πιστεύω θετικά, επιδραστικά, σαν αντίληψη ζωής, άλυτων μεταφυσικών ερωτημάτων και διλήμματα, αλλά όχι μόνο τους νεολαίους των πρώτων δεκαετιών μετά την Μεταπολίτευση του 1974 αλλά και τις προηγούμενες από εμάς γενιές αν φέρουμε στο νου μας το τι σχόλια και δημοσιεύματα γράφτηκαν από την στιγμή που άρχισαν να προβάλλονται στην πατρίδα μας οι ταινίες του και να μεταφράζονται τα σενάριά του από την Ροζίτα Σώκου και τον Ανδρέα Ρικάκη και τις κινηματογραφικές και αναγνωστικές επόμενες δεκαετίες. Γράφοντας η κάθε γενιά το δικό της ημερολόγιο ιστορίας ζωής, εξιστορώντας αυτά που βίωνε και αυτά που οραματίζονταν να ζήσει. Αναρτώ στα Λογοτεχνικά Πάρεργα ό,τι στοιχείο και πληροφορία κατόρθωσα να διασώσω στον χρόνο γύρω από τον ίδιο και τις ταινίες του, δίχως φυσικά να εξαντλώ την καταγραφή, αυτό θα ακούγονταν ως αστείο. Αναρτώ τις κριτικές και τα σχόλια κυρίως ανά τίτλο ταινίας του ή κατά περίοδο της δημιουργίας του. Διαβάζω τα Σενάριά του και τα μεταφρασμένα στα ελληνικά Βιβλία του παρακολουθώντας ταινίες του όχι φυσικά ως ειδικός κριτικός του Σινεμά, ως μέλος ομάδας κριτικών, και μάλιστα ετεροχρονισμένος, αλλά σαν ένας σταθερός θεατής των ταινιών του από παλαιά όποτε του δίνονταν η ευκαιρία του χρόνου και της ζωής του. Απολαμβάνω τα έργα του έστω και αν τα έχω δει αρκετές φορές και έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από τις πρώτες τους δημόσιες προβολές. Δεν κουράζομαι να τα βλέπω και κάθε φορά διαπιστώνω και κάτι καινούργιο, έναν προβληματισμό, μία χειρονομία ένα πλάνο που δεν το είχα προσέξει ή δεν του είχα δώσει την πρέπουσα σημασία. Κρατώ νέες σημειώσεις προσπαθώντας να μην συμπέσουν-όσο αυτό είναι εφικτό- με τα κριτικά σχόλια που αντιγράφω στις Μπεργκμανικές αναρτήσεις μου. Οι κινηματογραφικές του παραγωγές εξάλλου αποτελούν σταθμός στην παγκόσμιο ιστορία της Έβδομης Τέχνης, τι να πει ένας «ψευτοκουλτουριάρης» σταθερός θεατής εκ Πόλεως Πειραιώς, παρά μόνον την δική του κινηματογραφική αλήθεια και αίσθηση, εντυπώσεις. Ομολογώ, ότι τα Σενάρια και τα Κείμενά του, τα αντιμετωπίζω κάτω από ένα φιλολογικό πρίσμα, βλέπω δηλαδή τον Σκηνοθέτη Μπέργκμαν σαν έναν καταξιωμένο βραβευμένο Σουηδό συγγραφέα που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του αποκτώντας διεθνή φήμη και αναγνώριση, αγαπήθηκε φανατικά και άκουσε τα θετικά αλλά και αρνητικά σχολιανά του. Δεν έχω παρακολουθήσει το σύνολο των ταινιών του οι οποίες υπερβαίνουν τις έξη δεκάδες, δεν έχουν προβληθεί όλες στην Ελλάδα αν δεν κάνω λάθος. Αλλά, και με όσες έχω δει (αρκετές φορές την κάθε μία μπορώ να πω ότι έχω μυηθεί στην προβληματική της σκέψης του, χαρτογραφήσει την θεματολογία του, τις δεκάδες ιδέες και οραματισμούς του, τα καλλιτεχνικά του όνειρα, αναγνωρίζω τον κόσμο της ψυχοσύνθεσής του και βαθμών της συνείδησής του, ακόμα και όταν μας περιπαίζει εμάς τους θεατές μέσω του φακού του αφηγούμενος ιστορίες και εφιάλτες που, ίσως και να μην έζησε περισσότερο από τις στιγμές και τους χρόνους της χαράς του και των ερωτικών γυναικείων απολαύσεών του. 5 γάμοι δεν είναι και λίγοι, χώρια τις άλλες ερωτικές του περιπέτειες. Θέλω να πιστεύω τώρα που το καντράν ταχύτητας του χρόνου της ζωής μου πλησιάζει την τελευταία στροφή των προσωπικών μου Ονείρων, έχω αρχίσει να καταλαβαίνω καλύτερα την τεχνική του με την οποία χειρίστηκε την Κάμερά του, και, επικέντρωσε την προβληματική του βλέμματός του. Τώρα, κατά πόσο το παιδικό και γεμάτο απορίες και ερωτήσεις βλέμμα των παιδιών, των δύο μικρών αδερφών, της Φαννύς και του Αλεξάνδρου έλαβαν τις απαντήσεις που περίμεναν ή λυτρώθηκαν από εγκιβωτισμένες μέσα στην προσωπικότητά τους φόβους και ενοχές ή η τρομερή του ειδώλου εμφάνιση του δυνάστη και τρομαχτικού και αυταρχικού Επισκόπου πατριού κηδεμόνα τους-παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την μητέρα των παιδιών- αν και είχε πεθάνει σε μία πυρκαγιά, εξακολουθεί να ταλαιπωρεί την ζωή και τα όνειρα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως η φράση, η σημαδιακή φράση που λέει στον μικρό Αλέξανδρο σε ένα στιγμιαίο πέρασμά του μετά τον θάνατό του ο πουριτανός και απαίσιος σαν χαρακτήρας Επίσκοπος: «Και μην νομίζεις ότι θα ξεφύγεις, θα απαλλαγείς από εμένα….», όταν οικοδομεί και σκιαγραφεί το οικογενειακό του «Χορόδραμα» βίου ο Σουηδός σκηνοθέτης στο Φάννυ και Αλέξανδρος, αυτό το Αμλετικό φάντασμα, δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι έφερε την λύτρωση στα δύο μικρά αδέρφια. Η γέννηση των δύο νέων μελών της πολυμελούς οικογένειας από την μητέρα τους ίσως είναι η αισιόδοξη χαραμάδα που αφήνει για το τέλος ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Τα επερχόμενα νέα μέλη είναι σπορά του Επισκόπου ας μην το λησμονούμε.

 Ευτύχησα να παρακολουθήσω θεατρικά του έργα εξαιρετικά παιγμένα σε ελληνικές σκηνές, με τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Μηνά Χατζησάββα, την Άννα Βαγενά που θα αναφερθούμε σε άλλες αναρτήσεις μας. Πέρα όμως από τους θετικούς και επαινετικούς σχολιασμούς των έργων του στέκομαι και σε ορισμένες αρνητικές κρίσεις που έχω διαβάσει ανοίγοντας συζήτηση με όλο το κριτικό φάσμα ανεξαρτήτου πρόσημου. Σαν να ερευνώ και εξετάζω το έργο ενός συγγραφέα. Σαν να έχω μπροστά μου το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα αφηγούμενος την ζωή του, των θεατρίνων συνεργατών του, του προσωπικού του θιάσου ενός θιάσου από Μαριονέτες όπου ο Σουηδός δραματουργός κρατά τα νήματα των κινήσεών τους και των αντιδράσεών τους. Σε μία στιγμή στο ντοκιμαντέρ για το έργο του, ακούγεται να λέγεται από μία πρώην σύζυγό του και ηθοποιό των ταινιών του ότι «τα προσωπεία των χαρακτήρων του αλλάζουν αλλά τα αυτοβιογραφούμενα πρόσωπα είναι τα ίδια». Μια τεράστια τοιχογραφία εκφράσεων και αντιδράσεων με κοινούς παρανομαστές αναφορών.

  Ταινία την ταινία διαβάζω τις παλαιές σημειώσεις μου και τα στοιχεία εκείνα από τρίτους θεωρώντας τα χρήσιμα να τα αντιγράψω για τον σημερινό κινηματογραφόφιλο, δίνοντας ξεχωριστή έμφαση στις έγκυρες, έμπειρες και πολύπειρες γνώσεις ελλήνων κριτικών του κινηματογράφου, ώστε ο όποιος ενδιαφερόμενος θελήσει να ανοίξει συζήτηση με τις ταινίες του. Αρχινώντας εκ νέου μία σημερινή, Καλοκαίρι του 2026, εξερεύνηση στις ταινίες του, στην προβληματική της σκέψης του στο σταθερά εστιασμένο πάντα βλέμμα του σε εμμονές του, στις «παγιωμένες» ιδέες του,  ακλόνητες απόψεις του για την Τέχνη, την Κινηματογραφική δημιουργία, το Θέατρο, του ρόλου και την διδασκαλία των ηθοποιών, το ανέβασμα και την παράσταση πάνω στην λευκή οθόνη ή το θεατρικό σανίδι μιας αυτοβιογραφικής του ιστορίας από εκείνες που γνωρίζει τόσο αριστοτεχνικά να μας αφηγείται αυτός ο μάγος της Κάμερας. Ας μην ξεχνάμε ότι τα μέλη της Οικογένειας της Φαννύς και του Αλέξανδρου είναι ηθοποιοί, θιασάρχες και ότι ο πατέρας του πεθαίνει πάνω στην οικογενειακή σκηνή απαγγέλλοντας Άμλετ, η δε γιαγιά των παιδιών υπήρξε φημισμένη ηθοποιός που της ζητούν να επανέλθει στην θεατρική δράση και η ταινία τελειώνει με την μητριαρχική φιγούρα της γιαγιάς να διαβάζει το τελευταίο θεατρικό του Αύγουστου Στρίνμπεργκ, το «Ονειρόδραμα» αυτού του μισογύνη. Φωτογραφίζοντας ενδέχεται τον ίδιο το Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Σταθερά μοτίβα των ταινιών του, η διαπραγμάτευση ζητημάτων μεταφυσικής και ανθρώπινης οντολογίας. Ανοιχτά ερωτήματα περί Θρησκείας, Πίστης ή Απιστίας, ύπαρξης ή μη του Θεού, ενός Βιβλικού Θεού αυστηρού, πουριτανού, δυνάστη, κυρίαρχου, αποτρόπαιου ως επεμβατική παρουσία. Αρνητικές όμως παραμένουν οι αντιδράσεις, οι συμπεριφορές και οι σχέσεις στις ζωές των ανθρώπων, στις διαπροσωπικές τους επαφές και μετά τον Θάνατό του, το Κενό που αφήνει η τελεσίδικη Σιωπή του. Αυτή η έλλειψη οντολογικών και κοινωνικών Βεβαιοτήτων μετά τον Θάνατο του Θεού ή την πλήρη Σιωπή του μέσα στην Ιστορική εξέλιξη και πολιτιστική διαδρομή του ανθρώπινου όντος που απασχόλησε τον Μπέργκμαν. Το φάντασμα της κατοπινής παρουσίας του ως σκοτεινό είδωλο, επαναλαμβανόμενη τελετουργία και απεικονίσεων της τέχνης της ζωγραφικής και της μαρμαρογλυπτικής ή ξυλογλυπτικής, των αγιογραφιών στις ναοδομίες. Αυτοβιογραφικών στιγμών οι ταινίες του η θεματογραφία τους εικονογραφεί συγγενικών μελών σχέσεις, την σχέση μεταξύ των δύο φύλων, τις δυσκολίες του έγγαμου βίου, της διάλυσης των γάμων, της ανατροφής των παιδιών από νταντάδες ερωμένες των συζύγων, τις οικογενειακές συγκεντρώσεις σε ετήσιες θρησκευτικές εορτές. Την θέση της γυναίκας σε σχέση με αυτή του άντρα και τα ανεκτά τσιλημπουρδήματα του αλλά και τις κρυφές όχι και τόσο ερωτοδουλειές της γιαγιάς με τον παλαιό Εβραίο φίλο της. Η παρουσία του δίφυλου ή μάλλον άφυλου Ισμαήλ ως προέκταση, άλτερ έγκο του ίδιου του μικρού Αλέξανδρου. Ο σκηνοθετικός φακός του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν όπως και όσων καταπιάνονται με την τέχνη και την μαγεία του κινηματογράφου, γνωρίζει να σταματά τον χρόνο με τα κοντινά πλάνα, τις ανάγλυφες εικόνες, τα μουντά καρέ, τις πολύχρωμες ονειρικές ή εφιαλτικές σκοτεινών χρωμάτων καταστάσεις που μας παρουσιάζει, τις γωνίες λήψεις των προσώπων, τον σωστό φωτισμό, την ανάλογη μουσική επένδυση, το στήσιμο των ηθοποιών μέσα στο κάδρο, το γενικό πλαίσιο που κινούνται, τις ακριβείς χειρονομίες τους και τα βλέμματά τους, με ότι τεχνικά μέσα διαθέτει ο σκηνοθέτης, δίχως να τον περιορίζει στις στιγμές και τα στιγμιότυπα που μας εμφανίζει πάνω στην λευκή οθόνη η φωτεινή δέσμη των σκιών σχηματίζοντας μία άλλη αιωνιότητα στην ανθρώπινη φαντασία και ταξίδι απόλαυσης στην διάρκεια του χρόνου. Ο κινηματογραφικός χρόνος κατορθώνει να ενώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σε μία αλληλένδετη διαδρομή αλληλοσυσχετισμών, συγκινήσεων, εμπειριών, καταστάσεων και συναισθημάτων, μνημών και αναμνήσεων κρατώντας κάθε χρονική περίοδος την υπαρξιακή της αυτοτέλεια και αυτονομία. Ως καλλιτεχνική πρόταση παροντικής απόλαυσης. Και οι ταινίες του Μπέργκμαν μας δείχνουν όχι μόνο ότι ανήκουν στην αβάντ γκάρντ της ελίτ του Σινεμά, αλλά ότι είναι μία καλλιτεχνική δημιουργία συλλογικής προσπάθειας, φιλικής ομαδικής παρέας και αποτελέσματος, αποδεκτής για το ευρύ κοινό. Και όχι μόνο η πρωτοποριακή ή εμπορικών κερδών δουλειά ενός μόνο καλλιτέχνη.

   Πολλά τα ζητήματα που απασχόλησαν την προβληματική του Σουηδού Σκηνοθέτη είτε αυτά ήσαν γήινα, της καθημερινότητας της ζωής θέματα και καταστάσεις, περιπλανήσεις της φαντασίας, επιλογές οικογενειακές ή ατομικές είτε αφορούσαν την σφαίρα της μεταφυσικής και των πεδίων που ανοίγονταν προς εξέταση, της πίστης ή άρνησής της, το φαινόμενο του Θανάτου, της αρρώστιας και της αντιμετώπισής της, τις διαπροσωπικές ερωτικές σχέσεις των αντρών της οικογένειας με το υπηρετικό προσωπικό κ.ά., που με το χάρισμα των Μουσών που διέθεται, του αναμφισβήτητου ταλέντου του, της ευρηματικής του ευφυΐας, των γνώσεών του, οπτικοποίησε πάνω στην λευκή οθόνη ως Όνειρο για εμάς τους θαυμαστές και θεατές του, ότι τον στοίχειωνε ως ενοχικό βίωμα, ταλάντευμα σκέψης, σκοτεινός εφιάλτης, παιδική φοβία και μνήμη αλλά και χαρούμενων στιγμών διασκέδασης. Βλέποντας και παρατηρώντας πάντα μέσα από ένα Φανό τον Κόσμο γύρω του, προέκταση της όρασής του. Μία σύγχρονη εικονογραφία ψυχογράφησης του ανθρώπινου προσώπου, αποτυποτική ταυτότητά του, σημαδιακή καταβύθιση στην ανθρώπινη συνείδηση. Ένας κινηματογραφικός ακροβατισμός στον χρόνο μαγευτικός, ονειρικός, λυρικός, αισιόδοξος και απαισιόδοξος, τρυφερότητας, ανεπανάληπτος. Απεικόνιση της ρευστότητας που κρύβει μέσα της η ανθρώπινη ψυχή στην πτυχοποιία της και της συνείδησης στεναγμός, κραυγή απελπισίας. Οι ήρωες ανθρώπινοι πρωταγωνιστές του Μπέργκμαν γνωρίζονται τόσο από τις εξομολογούμενες εμφανίσεις τους όσο και από τους συμβολισμούς τους μέσα στην ροή του χρόνου ως ζωντανές υπάρξεις, εμφανίσεως είδωλα, προσκλητήρια μίσους, αγάπης, συντροφικότητας, θερμών νοσταλγικών επαφών σχέσεων που παραμένουν ανοιχτές οι πληγές και οι τραυματισμοί τους οι αμφιβολίες τους. Αναζητούν την αγάπη και τρόπους να την προσφέρουν μέσα σε έναν Κόσμο χωρίς πνευματικές σταθερές και άλλες βεβαιότητες, πέρα από την βαρύτητα των υλικών αγαθών μέσα στα οποία κινούνται. Μοναχικά φτερουγίσματα δεσμευτικής αυτοσυνειδησίας μέσα στην ανορθογραφία του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Οι πρωταγωνιστές του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διαρκώς ταξιδεύουν είναι κάπως «ανέστιοι», περιφέρονται στους δρόμους, κοιμούνται στα λιβάδια, σε εξωτερικούς χώρους σε έρημα δωμάτια ξενοδοχείων, επιστρέφουν από μεγάλα ταξίδια, με άμαξες, αμάξια, τρένα. Σταματούν και διανυκτερεύουν σε σταθμούς που δεν έχουν όνομα, τα τοπία είναι ερημικά, άνυδρα. Ή πάλι οι ταινίες του είναι έργα δωματίου, οι δράσεις εκτυλίσσονται μέσα σε μεγάλα αρχοντικά, αριστοκρατικά σπίτια και αίθουσες με πλούσια διακόσμηση και ατμόσφαιρα. Οι ήρωες και ηρωίδες του Μπέργκμαν είναι πλάνητες, σαν τους θιάσους των τσίρκων, των θεατρικών μπουλουκιών, βρίσκονται διαρκώς σε κίνηση, σε συναισθηματική και εκφραστική ρευστότητα. Διαθέτουν «μεγαλοαστική συμπεριφορά», «πατριαρχική» αντίληψη αγωγής ακόμη και οι γυναίκες. Ο Σουηδός σκηνοθέτης ξεφυλλίζει το «άλμπουμ» της οικογενειακής του ζωής προσθέτοντας από ταινία σε ταινία νέες φωτογραφίες αναμνήσεων. Τίποτα το εφήμερο ως προσωπικής του ιστορίας εξιστόρηση όλα έχουν την αφετηρία τους και την αιτία τους σε μία εξέλιξη καταστάσεων- φωτεινών ή σκοτεινών- πολλαπλών ταχυτήτων.

   Ο οικουμενικός καλλιτέχνης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι αξεπέραστος είτε την πρώτη περίοδο κατασκευής των ταινιών του είτε στις επόμενες, μέχρι την τελευταία του κινηματογραφική παραγωγή όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, το ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, λέγοντάς μας στις συνεντεύξεις του ότι θα σταματήσει πλέον να κάνει ταινίες. Θα ασχοληθεί αποκλειστικά με το Θέατρο. Ο Μπέργκμαν με την καλλιτεχνική δημιουργική σοφία που απόκτησε και διαθέτει απευθύνεται πάντα στις ταινίες του διπλά. Επιθυμεί να ανοίξει συζήτηση πρώτα με τους συνεργάτες του και κατόπιν, μετά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, με εμάς τους θεατές διαχρονικά και το πετυχαίνει  άριστα και εύστοχα. Ο κέρδισε το στοίχημα με την φήμη και την ιστορία της κινηματογραφικής τέχνης.

   Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιές σημειώσεις μου της χρονιάς που προβλήθηκε η ταινία, το 1984, γνωρίζω τα εξής ονόματα που υπογράφουν σε εφημερίδες και περιοδικά τις κρίσεις τους για την αυτοβιογραφική έγχρωμη ταινία του ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. 1) Ανδρέας Τύρος, «Το μεγαλείο του Μπέργκμαν» εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 22/1/1984. 2) Stefano Reggiani, «Η ποίηση της εφηβείας» εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 1/1/1984. 3) Μαρία Παπαδοπούλου, «Η φωτεινή πλευρά ενός μεγάλου» εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» 21/1/1984. 4) Νίκος Φωκάς, «Ο κόσμος του Μπέργκμαν» εφ. «Εξόρμηση» 21/1/1984. 5) Νίκος Κολοβός, περιοδικό «Η ΛΕΞΗ» τχ. 33/ 3, 4, 1984, στις σελίδες του περιοδικού «η κρίση του κινηματογράφου» Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Φαννύ και Αλέξανδρος» ή «Το Ονειρόδραμα».  «Η ταινία αρχίζει με μιά θεατρική παράσταση και τελειώνει με την προετοιμασία μίας άλλης…. Ο Αλέξανδρος είναι ένας ονειροπαρμένος μικρός Άμλετ. Συγχέει την αλήθεια με το ψέμα….» Τα 100 πρώτα τεύχη του περιοδικού «Η Λέξη» από όσο γνωρίζω έχουν ψηφιοποιηθεί και αναρτηθεί στο διαδίκτυο για όσους θέλουν  να διαβάσουν το καλογραμμένο κείμενο. Και όπως εύστοχα τελειώνει ο έμπειρος κριτικός Νίκος Κολοβός την κινηματογραφική κρίση του:

««Ξεκινώντας από μια ρεαλιστική, ασήμαντη βάση, ο δημιουργός αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του…». Να προπορεύεται και να συμπληρώνει το πραγματικό. Αυτά διαβάζει η γιαγιά Έλενα Έκνταλ στο νεαρό Αλέξανδρο που έγειρε στα γόνατά της.

   Τα γράφει ο Στρίντμπεργκ στο «Ονειρόδραμά» του. Τα δείχνει ο Μπέργκμαν στο κινηματογραφικό του «Ονειρόδραμα»».

   Επίσης, έχω διαφυλάξει ορισμένα μικρά ανώνυμα αποκόμματα εφημερίδων άμεσης σχέσης με την ταινία, τα: -εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» της 27/4/ 1982, Στοκχόλμη , Απρίλιος, «Αυτό θάναι το «κύκνειο άσμα» του Μπέργκμαν ;» προαναγγέλλουν την ταινία. – εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» 5/3/1981, «Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ ΦΙΛΜ», μιλούν για την προετοιμασία του έργου:

  *Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΦΙΛΜ:

Στα 62 του χρόνια σήμερα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και με ενθουσιασμό εφήβου ετοιμάζει να γυρίσει ένα ακόμα φιλμ μεγάλου μήκους: το ‘’Φάννυ και Αλέξανδρος’’, με κεφαλαία του Σουηδικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου, που διευθύνεται από τον επίσης διακεκριμένο σκηνοθέτη Γέρν Ντόννεφ. Θα είναι μία ταινία που θα στοιχίσει πολύ και σε χρήμα (γύρω στα εφτάμισι εκατομμύρια δολλάρια) αλλά και σε χρόνο, αφού ο ίδιος ο Μπέργκμαν εδήλωσε ότι το γύρισμα θα του πάρει 130 μέρες, απ’ την 1η Σεπτεμβρίου 1981 ως το Μάρτη του ’82.

   Στην ταινία θα παίξουν πολλοί γνωστοί ηθοποιοί, σε πρώτους ρόλους, 140 άλλοι σε δευτερεύοντες χαρακτήρες και γύρω στους 1000, κομπάρσοι, πολλοί απ’ τους οποίους θα χρησιμοποιηθούν σε μικρούς ρόλους. «Κάπου δημοσιεύτηκε ότι το «Φάννυ και Αλέξανδρος»- είπε ο ίδιος ο Μπέργκμαν- θα είναι μιά ταινία αυτοβιογραφική, πάνω στα παιδικά κι εφηβικά μου χρόνια κι ότι ο Αλέξανδρος είναι το άλτερ έγκο του. Αλλά δεν είναι ακριβώς η αλήθεια. Το φιλμ θ’ αφηγείται το χρονικό μιάς μεσοαστικής οικογένειας που ζει σε μιά κωμόπολη, στα 1910. Αρχηγός της οικογένειας είναι μιά… πατριαρχική γιαγιά με τρείς παντρεμένους γιούς, και τα παιδιά τους. Το φιλμ δείχνει ένα χρόνο από τη ζωή τους. Και θα είναι, όπως το βλέπω από τώρα εγώ, μιά μεγάλη ταπισσερί υφασμένη με πολύ χρώμα και κόσμο, σπίτια και δάση, μυστηριώδη υπόγεια και σπήλαια, μυστικά και νυχτερινούς ουρανούς. Ίσως είναι λίγο ρομαντικός. Η Φάννυ είναι δέκα ετών κι ο Αλέξανδρος 12 κι έχουν μιά μεγαλύτερη αδερφή, 14 ετών την Αμάντα, που θα παίζει η Λιν Ούλλμαν (σ.σ. κόρη του Μπέργκμαν απ’ το γάμο του με την Λιβ Ούλλμαν). Είναι ένας ρόλος που της έρχεται γάντι…». Σε ερώτηση αν το φιλμ αυτό θα είναι συνέχεια στη «Φθινοπωρινή Σονάτα» και «Απ’ τη ζωή των μαριονεττών», ο Μπέργκμαν διευκρίνισε. «Εκεί, ο γάμος ήταν νεκρόος και πααγερός, ενώ στο «Φάννυ και Αλέξανδρος» υπάρχει μέσα απ’ τη ζεστασιά της οικογένειας».  

 Και ακόμη μία είδηση, που διαβάζουμε στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της 30/1/1984 που, ακόμα και σήμερα, το 2026 προκαλεί αλγεινή εντύπωση και απορία, την ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ και τα άτομα που την υποστηρίζουν υπογράφοντας. Δέκα χρόνια μετά την Μεταπολίτευση και Τρία χρόνια μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ανδρέα, όταν μάλιστα το «κύκνειο αυτό άσμα» δεν περιλαμβάνει ούτε σκηνές πορνό ούτε άλλου είδους βωμολοχίες, πέρα από μία οξεία κριτική στην στάση και την αυταρχική συμπεριφορά αγωγής απέναντι στα δύο μικρά αδέρφια, της Φάννυ και του Αλεξάνδρου από τον Λουθηρανό πάστορα Επίσκοπο πατριό τους και την αδερφή του. Ο χρόνος όμως η κινηματογραφική τέχνη και οι ανά την υφήλιο θεατές δικαίωσαν τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και το τρυφερό, ευαίσθητο, σκληρό μεν, ωραίο αυτό οικογενειακό κινηματογραφικό «παραμύθι» που βλέπετε κάθε φορά με εξαιρετικό ενδιαφέρον και απόλαυση.

Και τα σκυλιά δεμένα

«Τα μάθατε; ‘’Εξάπτει, τη φαντασία των νέων κάτω των 17 ετών και τους αποπροσανατολίζει με τα ηθικά διδάγματα, τους διαλόγους και την εν γένει αντιμετώπιση του θέματος, που πραγματεύεται τρόπους ξένους και καινούργιους για την ελληνική πραγματικότητα’’.

Ποιό; Το αριστούργημα του Μπέργκμαν «Φάννυ και Αλέξανδρος», ύμνοι στη Ζωή (με κεφαλαίο Ζ) στην αγάπη, στην αισιοδοξία, στον Άνθρωπο. Και κατόπιν αυτού, απαγορεύεται από τούδε και στο εξής να το ζουν (το δούν;) οι κάτω των 17 ετών νέοι.

     Και μη χειρότερα…

   Όπως μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου της Πανομ- φιλμς, έτσι αποφάσισαν οι Κώστας Γιαννέλος, (δικηγόρος, Γεώργιος Χαρτοκάλης (δημοσιογράφος), Μάγειρα Κωνσταντίνα (υπάλληλος της Γραμματείας Τύπου), Κάστορας Σταύρος (σκηνοθέτης) και Γεώργιος Νικολουδάκης, το επάγγελμα του οποίου δεν μας δηλώνεται.

   Ο Θεός, ή κάποιος τέλος πάντων, ας βάλει το χέρι του.»

ΑΥΤΟ ΘΑΝΑΙ ΤΟ «ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ» ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ;

  ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ, Απρίλιος

Πρίν από λίγες μέρες, γυρίστηκε και η τελευταία σκηνή της σουηδικής ταινίας «Φαννύ και Αλέξανδρος»- της «πιο μεγάλης, μακριάς και ακριβής ταινίας» της καρριέρας του, όπως είπε ο ίδιος ο Μπέργκμαν, ήδη το 1979, όταν τέλειωσε το γράψιμο του σεναρίου, στο ήσυχο νησί των Κατσικιών.

   Ο Μπέργκμαν είχε πει τότε: «Έχω την εντύπωση πως τα παιδιά διαθέτουν ένα φανταστικό ραντάρ, στραμμένο προς όλα όσα συζητούν οι ενήλικες. Πιστεύω, ωστόσο, ότι τα παιδιά αναγκάστηκαν να υποστούν μια κατάσταση πνευματικής στέρησης, με την ένοχη επίγνωση των ενηλίκων. Έτσι, ευνουχίζεται τελείως η φαντασία που διαθέτουν, η ευαισθησία τους για ό,τι πνευματικό και μαζί η τεράστια δυνατότητά τους να μπορούν αργότερα να το πραγματοποιήσουν».

          Θα  γράψει ιστορία

  Ο Μπέργκμαν τέλειωσε ένα έργο που φαίνεται ότι θα γράψει ιστορία, όχι μόνο στα πλαίσια της φιλμογραφίας του, αλλά-όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα- και στα πλαίσια του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Για πρώτη φορά, ύστερα από 45 ταινίες που σκηνοθέτησε, έχει για πρωταγωνιστές δύο παιδιά: τη Φάννυ που την υποδύεται η 11χρονη Περνίλλα Άλβιν, και τον Αλέξανδρο, που τον ερμηνεύει ο 12χρονος Μπέρτιλ Γιούβε. Η απουσία των παιδιών από το «πρώτο πλάνο» των προηγούμενων ταινιών του, παρά την έμμεση και συχνά αποφασιστική σημασία τους στα οικογενειακά δράματα πού μας έχει αφηγηθεί, οφείλεται στο ότι ο σκηνοθέτης θεωρούσε δύσκολο και κοπιαστικό να έχει στο σετ, παιδιά, και στο ότι φοβόταν πώς «δεν θα είχε την ικανότητα να τα περιγράψει σωστά.»

  Ο Μπέργκμαν έχει κλείσει πια τα 64 χρόνια του.

    «Φαίνεται πώς γέρασα τόσο λέει- που μπορώ πιά να συναλλάσσομαι με παιδιά. Μου έφυγε όλος ο εκνευρισμός που ένιωθα παλιά απέναντί τους. Τώρα τα βρίσκω διασκεδαστικά και μάλιστα συγκινητικά. Στην ταινία, άλλωστε, όλοι οι ενήλικες έχουν λίγο-πολύ, παιδιάστικη συμπεριφορά.».

Ο Μπέργκμαν αρνείται ότι το φιλμ αποτελεί ένα είδος αυτοβιογραφίας του και ότι ο Αλέξανδρος είναι ο ίδιος όταν ήταν παιδί. «Πρόκειται για το χρονικό μιάς μεγαλοαστικής οικογένειας ανάμεσα στα Χριστούγεννα του 1910 και την άνοιξη του 1912». Είναι μία πολυμελής οικογένεια, που προσπαθεί να διατηρήσει την ενότητά της. Με μια «μάτερ φαμίλιας» τη γιαγιά Ελένα Εκνταλ. (Γκουντ Βώλγκρεν, τους τρείς γιούς της, Όσκαρ (Άλαν Έντβαλ, πατέρα των δύο παιδιών), Καρλ (Μπαίργκε Άλσεν) και Γκούσταβ Άντολφ (Γιάρλ Κούλλε), τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, συγγενείς και φίλους.

      Διάρκεια: 3 ώρες

Όλα συμβαίνουν σε μια μικρή πόλη, με επισκοπή, θέατρο και πανεπιστήμιο. (Τα εξωτερικά γυρίστηκαν στην Ουπσάλα, όπου έζησε και ο ίδιος ο Μπέργκμαν όταν ήταν έφηβος στο σπίτι της γιαγιάς του).

        «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ταινία είναι ρομαντική-λέει ο σκηνοθέτης-αλλά όχι σε βαθμό που να μην μπορείς να την ανεχτείς».

  Η ταινία θα διαρκεί τρείς ώρες. Είναι η πιο ακριβή που γυρίστηκε ποτέ στη Σουηδία (πάνω από 300 εκατομμύρια δραχμές), αλλά και αυτή με το μεγαλύτερο αριθμό ερμηνευτών: παίζουν πράγματι 60 ηθοποιοί (οι 20 έχουν πρώτους ρόλους), πάνω από 1000 κομπάρσοι και συμμετέχει ο αχώριστος συνεργάτης του Μπέργκμαν, ο οπερατέρ Σβέν Νύκβιστ, που θεωρείται ειδικός «στην ανάλυση των παιχνιδιών του φωτός».

   Θα είναι αυτή η τελευταία ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη; Ναι, απαντάει κατηγορηματικά ο ίδιος. Και ετοιμάζεται να επιστρέψει στο νησί του των Κατσικιών, που το βρέχει η Βαλτική, για να «διαβάσει όσα βιβλία δεν έχει διαβάσει», για να «ξεκουραστεί από μιά μακριά καριέρα και για ν’ αναζωογονηθεί ψυχικά και σωματικά μέσα σε μία φύση ακόμη αμόλυντη».

        Η ποίηση της εφηβείας

Stefano Reggiani, ΤΟ ΒΗΜΑ 1/11/1984

  Η τελευταία ταινία του Μπέργκμαν «Φανή και Αλέξανδρος» αποδεικνύει την ποιητική ποιότητα του σουηδού σκηνοθέτη.

ΡΩΜΗ, Ιανουάριος.

Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ λέει ότι αυτή είναι η τελευταία του ταινία, ότι με το «Φανή και Αλέξανδρος» αποχαιρετά τον κινηματογράφο. Μακάρι να μην είναι αλήθεια, αλλά βλέποντας την ταινία αυτή καταλαβαίνει κανείς ότι ο μεγάλος σουηδός σκηνοθέτης την διηύθηνε με την έντονη συγκίνηση και το ελεγχόμενο πάθος ενός ανθρώπου που ανακεφαλαιώνει τα έργα και τα όνειρα μιάς ολόκληρης ζωής. Είναι μια υπέροχη άθροιση των μπεργκμανιανών μοτίβων, η πίστη και η μαγεία, ο φόβος και το μυστήριο, η δυσκολία της ζωής και η λύτρωση που έρχεται με το θάνατο.

   Υπήρξε μία περίοδος που ο Μπέργκμαν θεωρείτο ένα είδος κινηματογραφικού φιλοσόφου που απευθυνόταν σε θεατές μέσης κουλτούρας, αλλά πολύ φιλόδοξους: Το έργο «Φανή και Αλέξανδρος» αποδεικνύει πάνω απ’ όλα την ποιητική ποιότητα του Μπέργκμαν.

   Είναι η ιστορία μιας οικογένειας ηθοποιών στις αρχές του αιώνα. Δύο αδερφάκια, ο μικρός Αλέξανδρος και η μικρή Φανή, ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα από την φαντασία της τέχνης και την σκληρότητα της εμπειρίας.

   Ο Μπέργκμαν δεν απαρνιέται κανένα από τους αυτοβιογραφικούς του φόβους, αλλά προσθέτει και μια χαρούμενη νότα (όπως στα «Χαμόγελα μιας καλοκαιρινής νύχτας»), καθώς και μία νέα φιλοσοφία που νικά τις αμφιβολίες και τις υπαρξιακές αγωνίες: οι άνθρωποι είναι μόνοι, δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από τον κόσμο, η ευτυχία συνίσταται στον συμβιβασμό με την πραγματικότητα, η ευτυχία είναι το μικρό ή μεγάλο πανηγύρι του έρωτα και των αισθήσεων.

    Η βάση του έργου είναι ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δείπνο της οικογένειας Έκνταλ. Η γιαγιά είναι μία πρώην θεατρίνα που δεν έχει εγκαταλείψει τον πόθο για τη σκηνή ούτε και για τον εραστή της. Από τους τρείς γιούς μόνο ο ένας, ο πατέρας της Φανής και του Αλέξανδρου, κάνει τον σαιξπηρικό ηθοποιό στο οικογενειακό θεατράκι. Οι άλλοι δύο εκπροσωπούν δύο διαφορετικές οικογενειακές καταστάσεις. Τη δυστυχία του καθηγητή που ξεσπάει τα νεύρα του πάνω στην υποτακτική γυναίκα του και τον ζωηρό έμπορο που απατάει με την καμαριέρα μία σύζυγο πολύ εκλεπτυσμένη για τα γούστα του.

   Μέσα στο κλίμα αυτό της πλούσιας και ανικανοποίητης αστικής τάξης, η φαντασία του Αλέξανδρου και οι αναμνήσεις του Μπέργκμαν ανακατατάσσονται σ’ ένα ανήσυχο και εκδικητικό όραμα: μετά το θάνατο του πατέρα στη σκηνή, την ώρα που ερμηνεύει το φάντασμα του Άμλετ, η φαντασία εξηγεί την πραγματικότητα, ο νέος γάμος της μητέρας του Αλέξανδρου δεν είναι παρά μιά προδοσία του πατρικού φαντάσματος. Ο πατριός του Αλέξανδρου, ο επίσκοπος Βέργερος, δεν είναι παρά η προέκταση της μεγάλης υποκρισίας των μεγάλων.

   Από δω και μπρος τα γεγονότα της ταινίας, είναι «ηθελημένα» από τον Αλέξανδρο, όπως η πυρκαγιά, όπου βρίσκει τον θάνατο ο Βέργερος, όπως η συνάντηση με την εβραϊκή παράδοση και τον εκδικητικό θεό της, όπως η αποδοχή της τύψης σαν υπόσχεση για την ωριμότητα.

   Λέει το φάντασμα του Βέργερου στον Αλέξανδρο: θα σε κυνηγάω παντού. Γύρω όμως από το παιδί Μπέργκμαν η λαϊκή πραγματικότητα προετοιμάζει τα μικρά πρότυπα της ευτυχίας της. Δύο καινούργια αδερφάκια γεννιούνται και η γιαγιά αρχίζει να απαγγέλλει Στρίνμπεργκ, «αυτός ο μισογύνης».

         Η φωτεινή πλευρά ενός μεγάλου

          ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Κριτική παρουσίαση ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, «ΤΑ ΝΕΑ» 21/1/1984

«ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ» Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγωνιστές: Μπέρτιλ Γκούβε, Έρλαντ Γιόζεφσον, Χάριετ Άντερσον.

(Παλλάς, Έλλη, Δαναός, Αλκυονίς, Ιλίσια, Μπρόντγουαίη).

   ΟΠΟΙΟΣ μιλάει, όπως ο Μπέργκμαν, για τη ζωή, μέσα από φιλοσοφικούς μύθους και ιστορίες που δείχνουν την αέναη, παράλογη πορεία του Σίσυφου, την υπαρξιακή αγωνία, το πεπερασμένο του ανθρώπου και τον καραδοκούντα θάνατο σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο, δεν σημαίνει πώς δεν την αγαπάει και πώς αποστρέφεται τις χαρές που προσφέρει.

   Το αντίθετο μάλιστα. Σ’ όλα του τα έργα αυτός ο σκοτεινός ποιητής της υπερβόρειας απελπισίας έχει σκηνές-κλειδιά που φανερώνουν μιαν απροκάλυπτη λατρεία για τη ζωή. Ακόμη και στα πιο «μαύρα» του φιλμ όπως η «Έβδομη σφραγίδα» ή το «Κραυγές και ψίθυροι» υπάρχει ένας έντονος υγιής ερωτισμός πότε με την αισθησιακή επίθεση του γιατρού στη Λιβ Ούλμαν όταν δίπλα πεθαίνει η αδερφή της κι άλλοτε, στην παλαιότερη «Σφραγίδα» σ’ εκείνη τη λατρευτική εικόνα της Μπίμπι Άντερσον με το μωρό στην αγκαλιά, εικόνα που συμπληρώνεται από το διάλογο ιππότη και υπηρέτη. «Μα τι υπάρχει επιτέλους;», ερωτά ο πρώτος. Και ο άλλος απαντά: «Ο θρίαμβος του να είσαι ζωντανός».

   Το «Φαννύ και Αλέξανδρος» είναι μία απέραντη χυμώδης εικονογράφηση αυτής της απάντησης.

   Μια τοιχογραφία, όπως λέει ο ίδιος ο Μπέργκμαν της χαράς του υπάρχειν, μια ερωτική εξομολόγηση προς τη ζωή.

   Ταυτόχρονα, καθώς ο δημιουργός της δηλώνει ότι αποσύρεται πια από τον κινηματογράφο, η ταινία αυτή είναι επίσης και μία σύνοψη του έργου του.

   Το φιλμ περιέχει όλα τα μοτίβα της προβληματικής του Μπέργκμαν από τα μεταφυσικά ερωτήματα περί Θεού και θανάτου μέχρι το ακανθώδες θέμα της χρησιμότητας της τέχνης. Όμως όλα αυτά σε τούτο το ύστατο όπως θέλει ο ίδιος έργο του, εντάσσονται σε μιάν απλή ανακεφαλαίωση, χωρίς να είναι φορτισμένα με άγχος και σκοτεινές αγωνίες. Εδώ, κυριαρχεί το τραγούδι της ζωής, η συμφιλίωση μαζί της, η χαρούμενη διάθεση και η αγάπη για τον άνθρωπο.

   Για να δώσει αυτή την πιο φιλοσοφική για μας ταινία του, ο Μπέργκμαν εμπνέεται από τον Επίκουρο και χρησιμοποιεί τους τρόπους των κωμωδιών του Σαίξπηρ. Εικόνες σαν όνειρο όχι καλοκαιρινής, αλλά χειμωνιάτικης νύχτας, ερωτικά ξεφαντώματα, κωμικά τερτίπια, μιά ξαφνική τρικυμία που προκαλεί ένας θάνατος και ένας στεγνός ιερέας, μαγικά παιχνίδια και πάλι νηνεμία, έρωτας και χαρά.

   Η τοιχογραφία θα μπορούσε να εκληφθεί και σα μια εικονογράφηση του ναού της ζωής που περιγράφει το πέρασμα από την παγανιστική βακχεία στην αυστηρή στεγνή εποχή του χριστιανισμού απ’ όπου ο άνθρωπος βγαίνει και πάλι στο φώς της χαράς και του καλού.

   Ταινία κατά βάση αυτοβιογραφική το «Φαννύ και Αλέξανδρος» έχει πλαίσιο ένα πλούσιο αστικό σπίτι των αρχών του αιώνα, που γεμίζει η πολυμελής μητριαρχική οικογένεια με κεφαλή τη θεατρίνα γιαγιά. Σ’ αυτό το εκπληκτικό σπίτι- ντεκόρ ο μικρός Αλέξανδρος με την αδελφούλα του Φαννύ παρακολουθούν το θίασο- οικογένεια να παίζει τους ρόλους της ζωής. Ο θάνατος του πατέρα θα φέρει τη σκοτεινιά με την εισβολή ενός επισκόπου στη σκηνή που θα παντρευτεί τη μητέρα και θα σκοτώσει με τον πουριτανισμό του κάθε ομορφιά. Στην πάλη του καλού με το κακό που ο Μπέργκμαν που κάτι ξέρει σα γιος πάστορα, δίνει το ρόλο του κακού στον εκπρόσωπο της Εκκλησίας. Όμως, η εξιλαστήρια φωτιά θα αφανίσει  το μισητό επίσκοπο και όλα θα ξαναγίνουν φωτεινά και ωραία μέσα σε μια αποθέωση γλυκών χρωμάτων, δανεισμένων από τη φλαμανδική ζωγραφική.

    Μια γοητευτική συμφωνία της χαράς σε τρία μέρη με εκατοντάδες ηθοποιούς και απίστευτη εικαστική τελειότητα είναι αυτό το τρίωρο «αντίο» του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη στον κινηματογράφο. Πρώτη και τελευταία μεγαλειώδης υπερπαραγωγή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν το «Φαννύ και Αλέξανδρος» είναι όχι μόνο η σύνοψη έργου μιας ολόκληρης ζωής αλλά και μήνυμα αισιοδοξίας και προέρχεται από έναν κορυφαίο στοχαστή της Έβδομης Τέχνης.

        Το  μεγαλείο του Μπέργκμαν

του ΑΝΔΡΕΑ  ΤΥΡΟΥ, εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 22/1/1984

  ΦΑΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (1983) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ένας χρόνος απ’ τη ζωή μιάς πολυμελούς μεγαλοαστικής οικογένειας στη Σουηδία των αρχών του αιώνα. Θέατρο, θρησκεία, ζωή και θάνατος περνούν μέσα από τα παιδικά μάτια δύο αδελφών. Το φιλμ, που μοιάζει μ’ ανακεφαλαίωση της μπεργκμανικής δημιουργίας, είναι το επικρατέστερο για το φετινό όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Τη φωτογραφία έκανε ο Σβεν Νύκβιστ και παίζουν οι Μπέρτιλ Γούβε, Γκουν Βάλγκρεν, Έρλαντ Τζόζεφσον, Χάριετ Άντερσον κ.α.

(Παλλάς, Έλλη, Δαναός, Αλκυονίς, Ιλίσια, Μπρόντγουέη).

        Αν ο Σουηδός δημιουργός μείνει πιστός στην πρόθεσή του να μην κάνει άλλη ταινία, αυτή η τελευταία του φαντάζει σίγουρα σαν η ιδανική καλλιτεχνική και πνευματική του υποθήκη. Ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει ν’ αναφερθούμε διεξοδικά στις πολύμορφες πτυχές αυτού του σύνθετου κομψοτεχνήματος.

    Εύκολα αναγνωρίζει κανείς την παρουσία όλων σχεδόν των βασικών θεμάτων του: Μόνο που για πρώτη φορά αντικρίζονται από την οπτική γωνία τεσσάρων παιδικών ματιών, βλέμματα που εναλλάσσονται με περισσότερο αντικειμενικά, της μηχανής, του αφηγητή, των άλλων προσώπων, της ίδιας της ζωής.

   Κι αυτή η τελευταία δεν είναι αποκλειστικά ο κλειστός χώρος του εσωτερικού δράματος. Τα χρώματά της περνούν από το ψυχρό γκρι στο βαθύ, ζεστό κόκκινο, όπως τα συναισθήματα, οι προσδοκίες, οι ανεξίτηλες μνήμες, τα μεταφυσικά οράματα, οι ερωτικές εξομολογήσεις, το φάντασμα του Άμλετ.

    Η ματιά μας βυθίζεται στο παρελθόν που ζωντανεύει οικείο, καθημερινό σαν τους χαρακτήρες του Μπαλζάκ, όπου το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι κι η αγωνία στον ύμνο της ζωής. Περισσότερο από αυτοβιογραφικό χρονικό ή τοιχογραφία, τούτο το αριστούργημα είναι μία σύνοψη αλλά και μιά συμφιλίωση μ’ ό,τι ταλάνισε χρόνια το νου και την καρδιά του Μπέργκμαν- καλλιτέχνη.

    Μετά που χάθηκε ο θεός, ο Μπέργκμαν ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς μαζί του στο όνομα της Απόλυτης Τέχνης, εκεί που το καθετί είναι πιθανό, καθώς πάνω στην εύθραυστη πραγματικότητα η φαντασία όλο και υφαίνει τα καινούργια σχέδια.

        Ο κόσμος του Μπέργκμαν

του ΝΙΚΟΥ ΦΩΚΑ, εφ. «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» 21/1/1984

   Από τις πρώτες ταινίες του («Το λιμάνι», «Η φυλακή», «Καλοκαίρι με τη Μόνικα»), μέχρι τις τελευταίες του («Σκηνές από ένα γάμο», «Φθινοπωρινή σονάτα», «Μαριονέτες»), ο Σουηδός σκηνοθέτης, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν κατάφερε να φτιάξει ένα ιδιότυπο, προσωπικό κόσμο, κατοικημένο από τις εμπειρίες και τις έμμονες ιδέες του δημιουργού του: το πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, τις σχέσεις του ζευγαριού και το θέμα της δυσκολίας της συνεννόησης, ο κόσμος του θεάτρου και γενικά του θεάματος.

    Αυτός ο κόσμος είναι και το επίκεντρο της τελευταίας, μεγάλης διάρκειας (τρίωρης για τις κινηματογραφικές αίθουσες και σχεδόν έξι ώρες για την τηλεόραση) ταινίας δημιουργίας του Μπέργκμαν , «Φάνυ και Αλέξανδρος». Η ιστορία της εκτυλίσσεται στην πόλη Ουψάλα (γενέτειρα του ίδιου του Μπέργκμαν), στη διάρκεια μιας χρονιάς, αρχίζοντας από τα Χριστούγεννα του 1907 και τελειώνοντας τα επόμενα Χριστούγεννα. Ο δεκάχρονος Αλέξανδρος, κι οχτάχρονη αδερφή του, Φάνυ, μεγαλώνουν σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, που το διευθύνει η ηλικιωμένη Έλενα Έκνταλ, πρώην ιδιοκτήτρια και ηθοποιός του θεάτρου της πόλης, που τώρα διευθύνει ο γιός της, Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι παντρεμένος με την Έμιλυ και η Φάνυ και ο Αλέξανδρος είναι παιδιά τους.

   Στην πολυμελή αυτή οικογένεια βρίσκουμε ακόμη τον Καρλ, δεύτερο γιό της Έλενας, και τη Γερμανίδα γυναίκα του, Λύδια, και τέλος, τον Γκούσταβ Άντολφ, που δεν σταματά ν’ απατά τη γυναίκα του Άλμα.

   Όταν ο Όσκαρ πεθαίνει από συγκοπή της καρδιάς, η χήρα του θα ερωτευθεί και θα παντρευτεί τον επίσκοπο, Έντβαρντ Βέργκερους, που θα αποδειχθεί ένας απολυταρχικός και αυστηρών ηθών άνθρωπος, που θα κάνει τη ζωή της Έμιλυ και των δύο παιδιών αφόρητη.

   Με την εξέλιξη της ιστορίας και των καταστάσεων που έχουν ν’ αντιμετωπίσουν τα δύο παιδιά αλλά και οι μεγάλοι, αρχίζουν να διαφαίνονται και ν’ αναπτύσσονται τα γνωστά θέματα του μπεργκμανικού έργου: η Φάνυ και ο Αλέξανδρος μεγαλώνουν σε έναν κόσμο του θεάματος αλλά και θρησκευτικής καταπίεσης (έναν κόσμο αντίστοιχο μ’ εκείνον στον οποίο μεγάλωσε κι ο ίδιος ο Μπέργκμαν), φέροντας στο νου ταινίες όπως «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» και «Χειμωνιάτικο φως», οι σχέσεις ανάμεσα στον Γκούσταβ Άντολφ και την Άλμα, οδηγούν σε αδιέξοδο, άγχος αλλά και συμφιλίωση, όπως σε τόσες ταινίες του Μπέργκμαν, το μυστήριο και η μαγεία που δημιουργούνται γύρω από τα παιδιά, ιδιαίτερα μέσα από τις σχέσεις τους με τον Εβραίο φίλο της οικογένειας, Ισαάκ Γιακόμπ και του ανηψιού του, Ισμαήλ, φέρνουν στο νου τη μαγεία και το μυστικισμό που κυριαρχούν σε ταινίες όπως «Το πρόσωπο», κ. ά.

   Βέβαια, πάνω και ίσως απ’ όλα τ’ άλλα, κυριαρχεί το θέμα της γυναίκας και του κόσμου της, είτε αυτή είναι ηλικιωμένη όπως η Έλενα, που ζει με τις αναμνήσεις της είτε ώριμη γυναίκα που αναζητά την ευτυχία, όπως η Έμιλυ, είτε γυναίκα βασανισμένη όπως η Λυδία είτε γυναίκα που έχει συμφιλιωθεί με τη μοίρα της, όπως η Άλμα, είτε ακόμη γυναίκα που ζει μόνο για την ηδονή, όπως η γκουβερνάντα Μάι. Αυτό τον κόσμο, ο σκηνοθέτης της «Νύχτας των σαλτιμπάγκων» και του «Κραυγές και Ψίθυροι» ξέρει να δίνει με τρόπο ανεπανάληπτο, διεισδύοντας στις πιο ενδόμυχες σχέσεις των ηρωίδων του, σκιτσάροντας το χαρακτήρα τους στα πιο ουσιαστικά και ενδιαφέροντα στοιχεία τους.

    Και βέβαια, όπως και στο προηγούμενο έργο του, ο Μπέργκμαν καταφέρνει ν’ αποσπάσει απ’ όλες (αλλά και από τους άντρες ηθοποιούς του), θαυμάσιες ερμηνείες: τη Γκουν Βάλγκρεν (Έλενα), την Εύα Φρέλινγκ (Έμιλυ), τη Μαριάν Αμίνοφ (Μπλέντα Βέργκερους- μητέρα του Επισκόπου), τη Χάριετ Άντερσον (Γιουστίνα, μαγείρισσα στο σπίτι του Βέργκερους), τον Γιαν Μάλμσγιε (Επίσκοπο Βέργκερους), τον Γκιούναρ Μπγιέρνστραντ (Φίλιπ Λάνταλ), τον Έρλαντ Γιόζεφσον (Ισαάκ Γιακόμπι), τον Μπέρτιλ Γκούβε (Αλέξανδρο), την Περνίλα Άλβιν (Φάνυ) και όλους τους άλλους.».

     Μια ωραία περιδιάβαση σε εξαιρετικά χρήσιμα κινηματογραφικά σημειώματα παρελθόντων ετών για όσους αγαπούν τον Κινηματογράφο και ιδιαίτερα τις ταινίες του Ingmar Bergman. Στην αντιγραφή διατήρησα την ορθογραφία των εφημερίδων της εποχής και δεν ομογενοποίησα τα κύρια ονόματα των δύο μικρών αδερφών ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

   Τέλος αν το άτομο και ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά του Λουθηρανού χριστιανού Επισκόπου Βέργκερους, τα λόγια του, ανακαλούν στην μνήμη σας ανάλογες περιπτώσεις Ελλήνων ας μείνει ο προβληματισμός ανοιχτός….

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

30 Αυγούστου 2026

   

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Άγριες φράουλες

 

Α Γ Ρ Ι Ε Σ  Φ Ρ Α Ο Υ Λ Ε Σ

«Μοιάζουν τα όνειρά μας/ με ταινία φαντασίας/

Σινεμά είναι ο κόσμος/ Πειραιώς και Κηφισίας/

κι όταν φτάνει η σειρά μας/ Άλλοι μπαίνουν πάντα πρώτοι/

και για μας/ μένει μια θέση/

πίσω- πίσω στον εξώστη

Στριμωχτά».

Στίχοι Βαγγέλης Κωνσταντινίδης. Μουσική Χρήστος Δάντης

   «ΕΝ αρχή ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όχι μόνο γιατί είναι ο τελευταίος εν ζωή, μεγαλύτερος δημιουργός της υφηλίου, ούτε μόνο γιατί οι «Άγριες φράουλες» είναι η πρώτη μεγάλη ταινία της πρώτης περιόδου του. Αλλά και γιατί, χρονικά, οι «Άγριες φράουλες» θα μεταδοθούν πρώτες απ’ όλες τις άλλες καλές ταινίες του τριημέρου….». Αυτά έγραφε η απογευματινή εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» της 30ης Απριλίου 1993 ενημερώνοντάς μας για τις νέες ταινίες που θα προβάλλονταν το τριήμερο. Παράλληλα με την ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν θα προβάλλονταν και η ιταλική «καυστική σάτιρα» του Έλιο Πέτρι στην ΕΡΤ-2 «Η εργατική τάξη πάει στον Παράδεισο». «Άγριες φράουλες» ένα ψυχολογικό δραματικό αριστούργημα με όμορφες σουρεαλιστικές εικόνες, «ντοκιμαντερίστικες» σκληρές σκηνές, έξοχη φωτογραφία και φωτισμοί, εξαιρετικά εξωτερικά γυρίσματα και πλάνα καταπληκτικές ερμηνείες και οργανωμένο πάντα χειρισμό της κάμερας. Ένα σκληρό, παγερό, θανατερό φλας μπακ στο χρόνο, την ζωή του μεγάλης ηλικίας ακαδημαϊκού κουρασμένου από τα χρόνια καθηγητή ιατρικής που αποφασίζει να ταξιδέψει, να μεταβεί στην πανεπιστημιακή σχολή που εργάζονταν μετά από πρόσκληση που λαμβάνει για να τιμηθεί να τον βραβεύσουν. Ένα έργο βραβευμένο στο Φεστιβάλ της Βενετίας και του Βερολίνου: «Ταινία ωριμότητας, απολογισμού μιας ολόκληρης ζωής και υπαρξιακού, φιλοσοφικού στοχασμού. Μεγάλες κουβέντες; Όχι, ακριβώς. Οι «Άγριες φράουλες» θέτουν το βασικό, ατομικό, πρόβλημα της εποχής μας. Της κάθε εποχής. Όσο πιο υψηλά ίσταται το κάθε άτομο, τόσο μεγαλύτερες είναι οι φθορές που έχει υποστεί ο μηχανισμός της «ψυχής» του. Όπως και του καθηγητή στην ταινία, που διασχίζοντας την Σουηδία με το αυτοκίνητο της νύφης του, ανακαλεί στη μνήμη του το παρελθόν. Και σιγά- σιγά αντιλαμβάνεται πόσο μικρός είναι ο εσωτερικός του κόσμος. Παίζουν Γκίναρ Μπγιόρνστραντ, Βίκτορ Σγιόστρομ, Μπίμπι Άντερσον (απόψε 22.03 στην ΕΡΤ-3).». διαβάζουμε στο σημείωμα.

    «Άγριες φράουλες» είναι η απαισιόδοξη αλλά ταυτόχρονα και αισιόδοξων τόνων φιλοσοφία της ανθρώπινης ζωής τραγωδία, μια νοσταλγική αναπόληση στα νιάτα που έφυγαν αφήνοντας μια γλυκόπικρη αίσθηση, μία αδιόρατη θλίψη και μελαγχολία για ότι ωραίο και συγκλονιστικό σαν βιωμένες στιγμές πέρασε και δεν ξαναγυρίζει. Είναι το προσωπικό φλας μπακ στο χρόνο ζωής, το οδοιπορικό βίου ενός εσωστρεφούς γέρου πια, παράξενου, γκρινιάρη, μοναχικού καθηγητή ακαδημαϊκού, που ζει αποτραβηγμένος και απομονωμένος μεγάλης ηλικίας άτομο, μακριά από τα μέλη της οικογένειάς του με την συντροφιά μίας μεγάλης επίσης ηλικίας πιστής γυναίκας υπηρέτριας, η οποία τον φροντίζει και τον περιποιείται στις δουλειές του σπιτιού και τον ίδιο σαν να ήταν σύζυγός της. Ένα από τα κινηματογραφικά έργα της πρώτης περιόδου της Μπεργκμανικής δημιουργίας που έκαναν γνωστό και διάσημο τον Σουηδό σκηνοθέτη στο παγκόσμιο κινηματογραφόφιλο κοινό. Μια ταινία στέρεα δομημένη με τα γνωστά θεματικά υλικά και προβλήματα που απασχόλησαν από τα πρώτα στάδια της κινηματογραφικής του δημιουργίας τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Η ανθρώπινη μοναξιά, η αποξένωση των ανθρώπων, η ερημία, οι διαλυμένες διαπροσωπικές σχέσεις, τα ατομικά αδιέξοδα και η έλλειψη επικοινωνίας, το αίσθημα του θανάτου που πλησιάζει, αλλά και ο έρωτας και η επιθυμία για επικοινωνία πολλές φορές με λάθος τρόπο που οδηγεί σε λανθασμένα συμπεράσματα και αποτελέσματα. Η ταινία είναι ένα διπλό ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο, μια ιδιαίτερη εμβάθυνση στα σκοτεινά άδυτα της ψυχής του ανθρώπου. Ένας απολογισμός ζωής παρελθούσας που έφυγε ανεπιστρεπτί μπροστά στην κάμερα κατά την διάρκεια του ταξιδιού με αυτοκίνητο μέσω ενός φλας μπακ ονείρων και μουντών καταστάσεων σκοτεινών κατά την διάρκεια του ταξιδιού του καθηγητή με την νύφη του. Μια αναπάντεχη διασταύρωση με μία νεκροφόρα άμαξα που ο νεκρός που πρόκειται να κηδευτεί και βρίσκεται μέσα στο ξύλινο κιβούρι καθώς αυτό γλιστράει στο δρόμο και ανοίγει το καπάκι, είναι το πτώμα του ίδιου του καθηγητή. Ο οποίος γίνεται μάρτυρας της ίδιας του της κηδείας. Φοβερή σαν σύλληψη σκηνή, με συμβολισμούς σκληρής πρόκλησης, μακάβρια μηνύματα και παγερά πλάνα. Αυτό το εφιαλτικό όνειρο που ζει ο γέρος καθηγητής στην αρχή της ταινίας και το βλέπει από τα παράθυρα του αμαξιού που ταξιδεύει είναι από τα πιο συνταρακτικά στιγμιότυπα του παγκόσμιου κινηματογράφου, σκηνές που αποτυπώνονται ανεξίτηλα στην συνείδηση των θεατών διαχρονικά. Όπως φυσικά και άλλες εμπνευσμένες σκηνοθετικά και σαν σύλληψη σκηνές του Μπέργκμαν. Μοτίβα θανάτου και φθοράς, απογοήτευσης, απαισιοδοξίας των ταινιών του. Ο Ιππότης παίζει Σκάκι με τον Θάνατο, η παρουσία του Θεού σαν Αράχνη στον τοίχο, η Σιωπή του Θεού, η δυναστική παρουσία του και μετά τον θάνατό του στο είδωλο του επισκόπου πατριού του στον Αλέξανδρο, η σχέση μεταξύ πίστης και απιστίας, η έλλειψη οποιασδήποτε μεταφυσικής βεβαιότητας των ανθρώπων, η διάλυση των σχέσεων μέσα στον γάμο, οι βαριές αρρώστιες αλλά και οι ηδονικές στιγμές και τα ερωτικά τσιλημπουρδήματα των συζύγων, η γυναικεία κοκεταρία και μοναξιά, η κουφοβράζουσα εχθρότητα μεταξύ των συζύγων, τα μίση και οι αντιπάθειες, η αλλοτρίωση σε έναν κόσμο χωρίς σταθερές, οι σχέσεις των παιδιών με τους γονείς και η αυστηρή θρησκευτική πουριτανική αγωγή τους, η αυταρχική συμπεριφορά των γονιών, οι σχέσεις των  μελών της οικογένειας- ιδιαίτερα των ανδρών-με το γυναικείο υπηρετικό προσωπικό. Η «μπετόν αρμέ» διαπαιδαγώγηση και αγωγή του αυστηρού λουθηρανού επισκόπου πατέρα, το σπίτι στην εξοχή, η φύση και οι εποχές της. Οι μίνι παραστάσεις κουκλοθέατρου, η ανακάλυψη της μαγείας του κινηματογραφικού Φανού από τον νεαρό Μπέργκμαν, οι σχέσεις του ως σκηνοθέτη και δασκάλου με τους ηθοποιούς του. Όλα αυτά τα πράγματα και τις καταστάσεις που δεν κουράζεται να μας δείχνει διαρκώς ο Σουηδός σκηνοθέτης μέσα από το σταθερό σαν καλειδοσκόπιο βλέμμα του, σταθερά μοτίβα της προβληματικής του και των εσωτερικών του ψυχογραφήσεων και ιχνογραφήσεων της συνείδησής του θέματα που τον απασχολούν από τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα.

   Ορισμένες φορές παρακολουθώντας ταινίες του Μπέργκμαν έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις ένα είδος σκηνοθετικού ψυχολογικού «παλιμπαιδισμού» της σκέψης του που εικονογραφείται σε διαμερισματοποιημένα πλάνα, διάφορα καρέ και πλούσιες όμορφες εικόνες αισιόδοξων ή απαισιόδοξων αισθήσεων, σεναριακά στιγμιότυπα συναισθημάτων. Αριστουργηματικές αναπολήσεις χρόνων και στιγμών άλλοτε ως ανθρώπινη τραγωδία και άλλοτε ως παρωδία των παιδικών χρόνων. Άλλοτε ως ξέγνοιαστες χαρούμενες αναμνήσεις και παραστάσεις και άλλοτε ως παγίδα των επερχόμενων κατά την ενηλικίωση των μικρών παιδιών αισθημάτων, κατακερματισμένων συναισθημάτων τους, τραυματικές εμπειρίες και ενοχές, μόνιμες εμμονές και ανακυκλώσεις που δεν βρίσκουν λύση.

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού για την παραλαβή του βραβείου του παλαιού καθηγητή θα συναντήσουν δύο ζευγάρια. Το ένα ζευγάρι (άντρας- γυναίκα) είναι παντρεμένο και αντιμετωπίζει-ως συνήθως συμβαίνει στις ταινίες του Μπέργκμαν- σοβαρή και αγεφύρωτη κρίση, το άλλο ζευγάρι, νεανικότερο, ελεύθερο δίχως τις δεσμεύσεις γάμου ακόμα είναι ερωτευμένο, χαρούμενο, ξένοιαστο όλα πάνε «μέλι γάλα» που λένε στην σχέση τους. Χαρακτηριστικές στιγμές αυτοβιογραφικής αναφοράς του, ιδιαίτερων εμπειριών αναμνήσεων και ειδυλλιακών βιωμάτων εικόνες της οικογενειακής και ατομικής του ζωής. Πλάνα προσωπικού του απολογισμού και νοσταλγίας, ανθρώπινης ζεστασιάς και αθωότητας χειρονομίες. Ταινία της πρώτης κινηματογραφικής του περιόδου, έργο σταθμός, πρωτοποριακή ταινία για την εποχή της η οποία έκανε αίσθηση, καλλιέργησε συζητήσεις, επαινετικές κρίσεις, στέκεται δίπλα σε ταινίες αριστουργήματα όπως το «Χαμόγελο Καλοκαιρινής Νύχτας», «Το Καλοκαίρι με την Μόνικα», η σημαδιακή «Έβδομη Σφραγίδα» και ασφαλώς η αξεπέραστη τριλογία του η «Τριλογία της Σιωπής» για να μείνουμε στις πρώτες παραγωγές του μια και όπως γνωρίζουμε οι ταινίες που γύρισε ο Σουηδός σκηνοθέτης ξεπερνούν τις 60 κατά την διάρκεια της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Δομημένο και καλοδουλεμένο σενάριο, συμπαγές σκηνοθετικό οικοδόμημα, βλέμμα περίεργο, ερευνητικό, φορτισμένο με ανθρώπινη θερμότητα και υγρασία κατανόησης. Το βλέμμα του περιπλανιέται ανάμεσα σε δύο χρονικές του ανθρώπου οριακές περιόδους, τα γηρατειά και τα νιάτα, το γήρας ως αναπόληση και την φρεσκάδα των νιάτων ως μέλλον, αυτό που θα αποκαλούσαμε «χαμένο παράδεισο της νιότης» Τον έρωτα και την ανεμελιά του, τον θάνατο με το άγχος του, την αγωνία και το φόβο του. Το παρόν και το παρελθόν, το αιώνιο με το πρόσκαιρο, τις αναμνήσεις και τα παρόντα συναισθήματα, την φθορά και την ακμή, πανανθρώπινες διαχρονικές αγωνίες και βασανισμοί των ανθρώπων, τα όποια δώρα της αγάπης και της ανθρώπινης επαφής. Την συνειδητοποίηση του «Χαμένου Χρόνου» (παραπέμπει στο μυθιστόρημα του γάλλου συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ που ο Μπέργκμαν αγαπούσε, διάβαζε και ήθελε να κινηματογραφήσει) στιγμών της ζωής σε ένα ενιαίο κινηματογραφικό ταμπλό. Σαν κινηματογραφική πρόταση που αντέχει στο χρόνο και βλέπετε πάντα ευχάριστα και με ενδιαφέρον.

   Την ταινία την είχαμε παρακολουθήσει στο αφιέρωμα με τρείς ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στον κινηματογράφο «ΑΛΕΞ» στα Ιλίσια. Βλέπε και ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα 10/8/2026 για την ταινία «Έβδομη σφραγίδα». Οι «Άγριες φράουλες» έχουν προβληθεί σε αφιερώματα και από τα τρία κανάλια της ελληνικής τηλεόρασης ΕΡΤ-1, ΕΡΤ-2 και ΕΡΤ-3 σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Τον Οκτώβριο του 1997 η ταινία παρουσιάστηκε από την ΕΡΤ-1 μεσάνυχτα Παρασκευής. Διαβάζουμε από την εφημερίδα «Ο Ριζοσπάστης» της 5/10/1997 ανωνύμως:

«Ένας απολογισμός μιας ζωής, μιας ζωής μεγάλης σε διάρκεια και μικρής απ’ αισθήματα. Μια ταινία που θεωρήθηκε σταθμός στην 7η τέχνη και την υπέγραψε ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Αναφερόμαστε στο αριστούργημα «Άγριες φράουλες» που γυρίστηκε στα 1975 και θεωρήθηκε ως ένα έργο με πλούσια σκηνοθετικά ευρήματα και διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας και Βερολίνου στα 1958. Ένας ηλικιωμένος καθηγητής απολογείται στον ίδιο του το εαυτό, εικονογραφεί αναμνήσεις του, φωτογραφεί τις τύψεις που βασανίζουν, εντελώς ξαφνικά, το γεμάτο ρυτίδες ανέκφραστο, αλλά συνάμα και τόσο εκφραστικό πρόσωπό του. Το παρόν τινάζεται προς τα πίσω και δίνει τη θέση του στο παρελθόν. Ο καθηγητής βγάζει μια βωβή κραυγή πόνου. Δεν είχε δείξει ποτέ τα συναισθήματά του. Είχε άραγε; Εδώ είναι το ερώτημα. Ο καθηγητής ήταν πάντα απομονωμένος, αποξενωμένος από όλους, ακόμη και από τον ίδιο του το γιό. Και εδώ που τα λέμε, ακόμη και από τον εαυτό του. Ο Βίκτορ Σγιόστρομ, που κρατά τον πρώτο ρόλο, δίνει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας, ένα ρεσιτάλ που άφησε έκπληκτο ακόμη και τον σκηνοθέτη. Πλάι του μεγάλοι ηθοποιοί όπως η ίνγκριντ Τούλιν, η Μπίμπι Άντερσεν, ο Μαξ φον Σίντοφ και ο Γκούναρ Μπγιέρστραντ ερμηνεύουν εξαιρετικά, λιτά και δυνατά τους ρόλους τους, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό κάτω από το άγρυπνο και αυστηρό βλέμμα του Μπέργκμαν…».   

Και κάτι, ελπίζω όχι άσχετο. Οι άγριες φράουλες ως φρούτο παίζουν συμβολικό σημαντικό ρόλο και στην ταινία του ιταλού σκηνοθέτη, του επονομαζόμενου και «κόκκινου κόμη» Λουκίνο Βισκόντι, «Θάνατος στη Βενετία». 

Από την ίδια εφημερίδα διαβάζουμε σχετικά 16 Απριλίου 1998 όταν η ταινία επαναπροβάλλεται από την ΕΡΤ-1 στις 26.50:

 «Είναι μία από τις ωραιότερες και σημαντικότερες ταινίες του σκηνοθέτη, που έπειτα από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα στρέφει το ενδιαφέρον του στο φώς: Στη ζωή. Στη ζωή και το θάνατο. Στην εγκληματική αδιαφορία για την οικογένειά του ακόμα και για το παιδί του μέχρι τη στιγμή της μεταμέλειας, της ανάγκης για προσέγγιση, για επικοινωνία για συγχώρεση. Ο εβδομηντάχρονος καθηγητής της Ιατρικής Ιζακ Μποργκ ετοιμάζεται να φύγει για την πόλη Λουντ, για να γιορτάσει τον Ιωβηλαίο του. Ένα τρομακτικό όνειρο που περισσότερο εφιάλτης μοιάζει, τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι ο θάνατος είναι κοντά του. Ο θάνατος… Και στη ζωή, ο καθηγητής υπήρξε αυστηρός, σοβαρός, απόμακρος, εγωιστής, φυλακισμένος μέσα στον εαυτό του ή μάλλον στο ΕΓΩ του ζει μακριά από όλους. Ο καθηγητής φεύγει με το αυτοκίνητό του στη Λουντ και το ταξίδι αυτό θα είναι μία ευκαιρία για να αναπολήσει μερικές ευτυχισμένες στιγμές από τα νεανικά του χρόνια. Θα, επισκεφτεί τη μητέρα του, θα δει παλιές φωτογραφίες που υα του θυμίσουν κάτι, κάτι που προσπάθησε να ξεχάσει. Τις καλές, τις ήρεμες και ανέμελες στιγμές που ο κλειστός χαρακτήρας του τον εμπόδισε να τις απολαύσει. Θα γνωριστεί με μια παρέα νέων ανθρώπων, θα χαμογελάσει, θα συζητήσει, θα συμμετάσχει στα προβλήματά τους, θα γίνει σχεδόν ανθρώπινος. Έτσι όταν θα φτάσει στη Λουντ, που ζει ο γιός του θα μπορέσει επιτέλους να συμπεριφερθεί σαν πατέρας και σαν παππούς. Με λίγες κουβέντες- δεν είναι συνηθισμένος σε απευθείας έκθεση ψυχής- θα εκφράσει έμμεσα αυτό που νιώθει για πρώτη φορά: Αγάπη αλλά και ανάγκη από την παρουσία των δικών του…». Ενώ παρουσιάζεται και η ταινία του Πίτερ Κοσμίνσκι, «Ανεμοδαρμένα ύψη», μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Έμιλι Μπροντέ από τον ANTENNA.

   Στις 29 Μαϊου του 1999 η εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» ανακοινώνει την προβολή της ταινίας «Άγριες φράουλες» από την ΕΡΤ-3 την ερχόμενη Τρίτη στις 9 μ.μ. Κάτω από τον τίτλο «Υπαρξιακό δράμα, από τον Μπέργκμαν». Διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

«Ευχάριστη έκπληξη τη φορά αυτή- μία ακόμη φορά- έρχεται από το Βορρά. Δηλαδή από τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή από το τρίτο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης, που όπως το συνηθίζει δεν διστάζει να περιλάβει στο κινηματογραφικό της πρόγραμμα μερικές από τις πιο σπουδαίες  κινηματογραφικές παραγωγές και μερικά από τα αξιολογότερα αφιερώματα σε ταινίες σημαντικών σκηνοθετών.

  Την εβδομάδα αυτή, μία εβδομάδα που στα υπόλοιπα κανάλια κυριαρχεί η πλήξη, η επανάληψη και η ασημαντότητα, η ΕΡΤ-3 προβάλλει Μπέργκμαν με μία από τις καλύτερες δημιουργίες του. Ταινία του 1957 σε σενάριο δικό του.

   Οι «Άγριες φράουλες» είναι μία σημαντική, πολυσχιδής ταινία του Μπέργκμαν, που δικαιολογημένα κέρδισε μια θέση στον κατάλογο των δέκα πιο αξιόλογων ταινιών του παγκόσμιου σινεμά της δεκαετίας του ’50 και όπως μπορεί κανείς σήμερα να συμπεράνει, όχι μόνο αυτής. Αμέσως μετά την άλλη μεγάλη του δημιουργία του «Η έβδομη σφραγίδα», που είχε προηγηθεί λίγο νωρίτερα, ο σκηνοθέτης με τις «Άγριες φράουλες» αφήνει πίσω του την ατμόσφαιρα και τα σκοτάδια του Μεσαίωνα για να εστιάσει στο φώς της ζωής. Και μαζί στο νόημά της. Στην ομορφιά και το αδιέξοδό της. Στη διαδρομή και το τέλος της. Τη φορά αυτή όχι με ήρωα τον ιππότη- πρωταγωνιστή της προηγούμενης ταινίας, αλλά με έναν σύγχρονο ηλικιωμένο καθηγητή, που, όπως όλοι οι ήρωες του Μπέργκμαν, αναζητούν, βασανίζονται από τις ίδιες, πανανθρώπινες άλλωστε, αγωνίες…»

    Το Σάββατο 24 Ιουνίου του 2000 η εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» στο αφιέρωμά της «100 ΧΡΟΝΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ» που επιμελήθηκε και επέλεξε ο κινηματογραφικός κριτικός κύριος Νίνος Φένεκ Μικελίδης, στις «Καλύτερες ταινίες μου» δημοσιεύει με το νούμερο 50 την ταινία «Άγριες φράουλες» «μία από τις πιο σύνθετες και πλούσιες, σε φιλοσοφικά και ηθικά θέματα, ταινίες.». (Smultronstallet. Σουηδία 1957. Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τους: Βίκτορ Σέστρομ, Μπίμπι Άντερσον, Ίνγκριντ Τούλιν, Γκούναρ Μπγιόρνστραντ). Τρία χρόνια μετά στις 15 Ιουνίου 2003 στο περιοδικό της εφημερίδας «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» «Η Τέχνη της Ζωής» τχ. 83 ο έμπειρος κινηματογραφικός κριτικός κ. Νίνος Φένεκ Μικελίδης υπογράφει  το «Άγριες φράουλες», «Τα φαντάσματα της νιότης». Το αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ξανά στις αίθουσες.». Ενώ, παράλληλα με αυτό το αριστουργηματικό ταξίδι αυτογνωσίας στο παρελθόν της ζωής του καθηγητή, ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης γράφει και για τον Σουηδικό σινεμά ξεχωριστά, στο: «Η έκπληξη απ’ τη Σουηδία».

    Στην παρούσα ανάρτηση, πρώτη για την ταινία «Άγριες φράουλες», μεταφέρουμε τις απόψεις του δασκάλου του κινηματογράφου Βασίλη Ραφαηλίδη, και του επίσης δασκάλου έμπειρου Νίνου Φένεκ Μικελίδη. Το πρώτο του κείμενο της 24/6/2000. Την άλλη του ανάλυση και περιγραφή της βραβευμένης ταινίας θα την μεταφέρουμε σε επόμενο σημείωμά μας με αποσπάσματα από το Σενάριο.

        Άγριες  φράουλες

Του ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ

   Κάθε σχεδόν ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (γεν. 1918) είναι και ένα κινηματογραφικό γεγονός. Και σίγουρα καμιά περισσότερο από τις «Άγριες φράουλες», από τις πιο σύνθετες και πλούσιες σε φιλοσοφικά και ηθικά θέματα ταινίες του Σουηδού αυτού δημιουργού.

   Πρωταγωνιστής της ταινίας ο παλαίμαχος σκηνοθέτης του βωβού, ταυτόχρονα «πατέρας» του σύγχρονου σουηδικού κινηματογράφου, Βίκτορ Σέστρομ, που ερμηνεύει τον Ισαάκ Μποργκ, καθηγητή της ιατρικής που ξεκινάει για ένα ταξίδι στο πανεπιστήμιο του Λουντ, όπου πρόκειται να τιμηθεί για τα 50 χρόνια από την αποφοίτησή του. Μαζί του ταξιδεύει και η νύφη του, Μαριάν (Ίνγκριντ Τούλιν) αποφασισμένη να εγκαταλείψει τον άντρα της. Επίκεντρο της ταινίας η πορεία τους, διανθισμένη με τους προσωπικούς καβγάδες τους, πραγματικές και φανταστικές συναντήσεις με διάφορα άγνωστα και γνωστά πρόσωπα, με τους εφιάλτες του ηλικιωμένου Μποργκ που έχει αρχίσει να σκέφτεται το θάνατο, και με ένα λυρικό «διάλειμμα» στο σπίτι όπου ο Μποργκ έζησε τα νεανικά του χρόνια.

   Ανάμεσα στα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία, εκείνα της ζωής και του θανάτου, της παρουσίας του θεού καθώς και των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα (μαζί και της κόλασης τέτοιων σχέσεων) και της ψυχολογίας, ιδιαίτερα των γυναικείων χαρακτήρων. Το κυρίαρχο όμως θέμα είναι εδώ της μοναξιάς που εκφράζεται μέσα από τον κεντρικό ήρωα-για πρώτη και μοναδική φορά στον Μπέργκμαν, άντρας. Πρόσωπο διφορούμενο και αντιφατικό, με τη μοναξιά να είναι στενά δεμένη με το θέμα του θανάτου, πρόσωπο άλλοτε συμπαθητικό κι άλλοτε αντιπαθητικό, συχνά εγωιστικό, σύμφωνα με τον τρόπο που τον αντιμετωπίζει (ή και που ο ίδιος αντιμετωπίζει) τα άλλα πρόσωπα γύρω του.

   Η ταινία κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, συνδυάζοντας τους διαλόγους με την αφήγηση «οφ», χωρίς ούτε μία στιγμή να δημιουργεί κανένα χάσμα, κι αυτό χάρη στη δεξιοτεχνία με την οποία αντιμετωπίζει ο Μπέργκμαν τις σκηνές του. Δύο (αξέχαστες) σκηνές καθορίζουν και σηματοδοτούν την ταινία: η σκηνή του ονείρου του Μποργκ και η σκηνή που θυμάται, σε φλας- μπακ, τη νεανική του ηλικία. Στην πρώτη, εφιαλτική σχεδόν σκηνή, ο Μποργκ ενώ περπατά σε μια έρημη πόλη, τον πλησιάζει ένας άντρας χωρίς πρόσωπο, στη συνέχεια βλέπει ένα τεράστιο, χωρίς δείκτες, ρολόι και γίνεται μάρτυρας σε μια σύγκρουση νεκροφόρας, που όταν την πλησιάζει και ανοίγει το φέρετρο βλέπει σ’ αυτή νεκρό τον εαυτό του (όνειρο που τον κάνει ν’ αρχίσει να σκέφτεται το θάνατο).

    Στη δεύτερη, ο Μποργκ βρίσκεται στο σπίτι των νεανικών του χρόνων και παρακολουθεί (ο ίδιος παραμένοντας πάντα σε προχωρημένη ηλικία) σκηνές από τη ζωή του: την ξαδέρφη του Μαριάν (Μπίμπι Άντερσον), με την οποία ήταν ερωτευμένος, να τη φλερτάρει κάποιος άλλος, κι αργότερα την ίδια, να του προσφέρει σε μία εκδρομή τους στο δάσος, άγριες φράουλες. Σκηνή δοσμένη με ποίηση και λυρισμό, «διάλειμμα» στους προβληματισμούς και τα υπαρξιακά άγχη των ηρώων της ταινίας. Η ερμηνεία του Σέστρομ ήρεμη, σίγουρη, λιτή αλλά και επιβλητική. Χωρίς βέβαια να ξεχνάμε τις ερμηνείες των άλλων πρωταγωνιστών, ιδιαίτερα των γυναικών (της Ίνγκριντ Τούλιν και της Μπίμπι Άντερσον) ηθοποιών που συναντάμε και στις κατοπινές θαυμάσιες ταινίες του δημιουργού αυτού.

         ΝΙΝΟ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

--  

ΑΓΡΙΟΦΡΑΟΥΛΕΣ  (SMULTROY STALLET, 1958)

του ΒΑΣΙΛΗ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ

Πρόγραμμα  STUDIO, 1968

Από ΛΕΞΙΚΟ ΤΑΙΝΙΩΝ με ΚΡΙΤΙΚΕΣ του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ. Τόμος ΙΙ. Κ- Μπέργκμαν, εκδόσεις Αιγόκερως, 1982, σελ. 151-152. [Επιμέλεια: Δημήτρης Βεργιανάκης- Γιάννης Σολδάτος]

   Αν ένας πεθαμένος μπορούσε ν’ αγκαλιάσει με μιά πανοραμική ματιά ολόκληρη τη ζωή του, θα είχαμε την αδιάψευστη μαρτυρία για το τι ακριβώς σημαίνει η έννοια «ζωή». Επειδή όμως οι πεθαμένοι είναι «οριστικά και αμετάκλητα» πεθαμένοι, θα μπορούσε θαυμάσια να μιλήσει για λογαριασμό τους ένας ζωντανός που βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού του. Αν και ο μελλοθάνατος δεν εννοεί να καταλάβει πώς σε λίγο θα πάψει να τρώει αγριοφράουλες, και πώς έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τους ζωντανούς για την εντύπωση που τούκανε η γεύση τους, μπορεί να μιλήσει για λογαριασμό του- ποιητική αδεία- ένας καλλιτέχνης. Αυτό ακριβώς κάνει ο Μπέργκμαν: βλέπει τον κόσμο με το μάτι ενός πεθαμένου, και καταλήγει στο συμπέρασμα πώς η «τελειωμένη ζωή» δεν είναι παρά μιά επάλληλη συσσώρευση ετερόκλητων «γεύσεων», η ποιότητα των οποίων προσδιορίζεται απ’ την ικανότητα «συμμετοχής» στο πανηγύρι που λέγεται ζωή. Το ποσοστό συμμετοχής είναι αντιστρόφως ανάλογο με το ποσοστό εγωισμού ομολογημένου και ανομολόγητου- πράγμα που σημαίνει σε τελική ανάλυση, πώς πεθαίνει αξιοπρεπώς- δηλαδή χωρίς κλαψουρίσματα και μάταιους γόους- μόνο εκείνος που έμαθε να «μετέχει» στο φτιάξιμο της ιστορίας. Η μεταφυσική του Μπέργκμαν κάνει μιά αντίστροφη κυκλική πορεία και συναντάει τον παραδοσιακό ευρωπαϊκό ουμανισμό με τον οποίο και ενώνεται τελικά. Οι Αγριοφράουλες είναι μιά διακριτικά «αισιόδοξη φιλοσοφική τραγωδία» που το θέμα της είναι παλιά όσο κι’ ο θάνατος. Το καινούργιο, βρίσκεται στη φόρμα. Η αργή ανάδυση στο μακρινό παρελθόν και η ταχύτατη κατάδυση στο πολύ κοντινό μέλλον δημιουργούν μιά πολυφωνική αντίστιξη που συγκεκριμενοποιείται με τις συνεχείς χρονικές εναλλαγές του παρόντος και του παρελθόντος, εναλλαγές που διακόπτονται με την παρεμβολή ονειρικών στοιχείων τα οποία παίζουν ένα ρόλο ακομπανιαμέντου που κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του μέλλοντος- δηλαδή του θανάτου. Το διπλό ταξίδι στο χώρο και το χρόνο τελειώνει τη στιγμή ακριβώς που ο γερο- καθηγητής συνειδητοποιεί πώς το βασικό εμπόδιο σ’ ολόκληρο το δρόμο της ζωής του, ήταν αυτή η «μή συμμετοχή», η στωική αδιαφορία για τα πράγματα και τον κόσμο, ο εγωισμός, ο καιροσκοπισμός, ο φιλοτομαρισμός. Το τελευταίο πλάνο είναι ένας σαφέστατος υπαινιγμός για το σημαντικότατο γεγονός της όψιμης συνειδητοποίησης του νοήματος της ζωής. Ξέρουμε πιά, ότι ο Ισαάκ Μπόργκ, αν δεν έμαθε να ζει έμαθε τουλάχιστον τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι πεθαίνουν ανθρώπινα, δηλαδή χωρίς να κλωτσούν απ’ το φόβο της τέλειας και απόλυτης μοναξιάς.

      ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

     Κλείνουμε το πρώτο αυτό σημείωμα για την ταινία «Άγριες φράουλες» με τα Σεναριακά λόγια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Μας λέει ο εβδομηναταεξάχρονος καθηγητής στον απολογισμό της ζωής του στην πρώτη κιόλας εισαγωγική σκηνή:

   «Στα εβδομήντα έξη μου χρόνια, αισθάνομαι πώς είμαι πιά πολύ γέρος για να λέω ψέματα στον εαυτό μου. Μα φυσικά δεν μπορεί να είμαι και πολύ σίγουρος. Η ικανοποίησή μου μπροστά στην ίδια μου τη φιλαλήθεια θα μπορούσε να είναι ανειλικρίνεια μασκαρεμένη, αν και δεν έχω ιδέα τι θα ήταν δυνατό να θέλω να κρύψω. Μ’ όλα τούτα αν για κάποιο λόγο θα έπρεπε να κάνω μία εκτίμηση του εαυτού μου, είμαι βέβαιος πώς θα την έκανα χωρίς ντροπή ή έγνοια για το καλό μου όνομα. Αν όμως μου ζητούσαν να εκφράσω μια γνώμη για κάποιον άλλον, θα ήμουν πολύ προσεκτικός. Υπάρχει πάρα πολύ μεγάλος κίνδυνος σε μια τέτοια κρίση. Πιθανώτατα, πέφτει κανείς σε σφάλματα, σε υπερβολές, ακόμη και σε φοβερά ψέματα. Παρά να πω λοιπόν τέτοιες ανοησίες, καλύτερα να μη μιλήσω καθόλου……». Σελ. 10-11.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

28 Αυγούστου 2026.

ΥΓ. Και κάτι από τα παράξενα της σύγχρονης σκληρής εποχής μας. Στην δημόσια τηλεόραση παρακολουθήσαμε ένα ντοκιμαντέρ που έδειχνε ότι στην Αργεντινή οι ποδοσφαιρόφιλοι δημιούργησαν μία Εκκλησία την Μαραντονιανή. Όπου οι άνθρωποι, παντρεύονται, βαπτίζονται και τελούν άλλες τελετουργίες στο όνομα –αγίου της Μαραντονιανής Εκκλησίας του ποδοσφαιριστή θρύλου Ντιέγκο Μαραντόνα. Εντυπωσιακό δεν βρίσκεται!!!

 

 

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Ινγκμαρ Μπέργκμαν, Κραυγές και Ψίθυροι

 

   ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop

           Ακούστε με για λίγο

  Θα μπορούσατε ίσως να μ’ ακούσετε για λίγο; Για ένα μόνο λεπτό’ θα ‘θελα να σας πω πώς κάνω μία ταινία για σας. Έγραψα ένα σενάριο γύρω από τέσσερις γυναίκες που βρίσκονται μαζί για λίγες μέρες κάτω από δραματικές συνθήκες. Ζήτησα σε τέσσερες θαυμάσιες ηθοποιούς- που ‘ναι όλες φίλες μου-να παίξουν τους τέσσερεις ρόλους: Χάριετ Άντερσον, Ίνγκριντ Τούλιν, Κάρι Σύλβαν και Λιβ Ούλμαν. Ζήτησα από το φίλο μου Ζβέν Νίκβιστ να κρατήσει την κάμερα όπως πάντα. Ζήτησα από το συνεργείο μου να έρθει για άλλη μιά φορά στο νησί μου. Ανακαλύψαμε μιά παλιά έπαυλη σ’ ένα σιωπηλό πάρκο. Σε διάρκεια σαράντα ημερών κάναμε μιά ταινία που αγαπάμε. Λέγεται: «Κραυγές και ψίθυροι».

    Αν με ρωτήσετε: είναι καλή ή κακή αυτή η ταινία, δε θα ξέρω να σας απαντήσω. Μπορώ να πώ μονάχα πώς είναι κάτι σε μένα πολύ αγαπητό. Γι’ αυτό σας ζητώ να τη δείτε και εύχομαι να την αγαπήσετε και σεις.

   Ένα από τα απαισιόδοξα και μουντά, μελαγχολικά, καταθλιπτικά έργα αλλά κορυφαία σπουδή πάνω στον ανθρώπινο πόνο, την μοναξιά, την ακοινωνησία, τον εγωισμό, την θλίψη, τον φόβο, την διάλυση των σχέσεων- οικογενειακών, συζυγικών-, την διπλοπροσωπία, την αρρώστια τον Θάνατο αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γυρισμένο το 1972 μέσα σε μικρό χρονικό- ούτε ενάμισι μήνα- διάστημα με λιτά μέσα. Με αξεπέραστες γυναικείες και αντρικές ερμηνείες όπως κάθε ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη. Σταθεροί συνεργάτες, φιλική παρέα και συντροφιά καλλιτεχνών με τους οποίους συνεργάζεται σταθερά στις παραγωγές του. Η πορεία προς την απώλεια της Ανιές η διαδρομή απόπειρα αυτογνωσίας των δύο άλλων αδερφάδων της. Πληγές ανοικτές από παλαιά που δεν κλείνουν ούτε και μετά τον θάνατο της Ανιές με την καλλιτεχνική φλέβα που καλύπτει την μοναξιά της. Το φαινόμενο του θανάτου ή σωστότερα, η σκληρή διαδικασία προς αυτόν λόγω της αρρώστιας, είναι η κινητήριος αφορμή για να σμίξουν οι τρείς θηλυκές υπάρξεις με πρώτου βαθμού συγγενείας σχέση και η νεαρότερη γυναίκα η καμαριέρα που φροντίζει την άρρωστη και κατάκοιτη Ανιές με αφοσίωση και τρυφερότητα. Συγκεντρώνονται στην οικογενειακή τους εστία που ιδιοκτήτρια είναι η άρρωστη. Έρχονται κοντά έστω και τυπικά, επιφανειακά για μικρό χρονικό διάστημα, ξεδιπλώνοντας τις μύχιες σκέψεις τους και ψυχικές τους ανάγκες, τις φοβίες τους αλλά και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους. Ένα έξοχο ημερολογιακό φλας μπακ οικογενειακών στιγμών και των τριών αδερφάδων, σκληρών, ψυχρών καταστάσεων και σκοτεινών εικόνων ζωής, προσωπικής τους επιθυμίας για εξομολόγηση και επαφή, σωματική ή συναισθηματική. Ένα ψυχικό των πληγών και συμπεριφορών τους ξεγύμνωμα μέσα στην μητρική τους εστία που ιδιοκτήτρια είναι η ετοιμοθάνατη Ανιές. Μίση γυναικών, πολύτεκνων γυναικών συζύγων με παιδιά που αγαπιούνται από τις μητέρες τους εναντίων των αντρών τους. Ερωτικά κρυφά πάθη κατά την εργασιακή απουσία των συζύγων τους, κοινώς κερατώματα με φιλικούς τους επισκέπτες. Κρυφές ερωτικές επαφές, ζήλιες, απέχθειες και συμπεριφορές προκλητικής κοκεταρίας και εγωτικών αντιδράσεων. Των αδερφάδων ντουέτα συζητητών, των συζύγων των κρυφών εραστών. Ανοικτά κοντραρίσματα αντρών και γυναικών στην επιθυμία κυριαρχίας τους ή αδιαφορίας τους για την διατήρηση του γάμου τους. Μέσα σε δωμάτια που το φως του ήλιου που μπαίνει από το παράθυρο είναι θαμπό, κίτρινο, κυριαρχεί το κόκκινο στις πιο σκληρές του διαθλάσεις και ανταύγειες στις ψυχές των ηρώων, στις λιγοστές επιπλώσεις των δωματίων, στα αντικείμενα στον χώρο. Όπως το θέλησε και το σχεδίασε ο σκηνοθέτης συγγραφέας. Μία κόκκινη σιωπή σε διάφορες χρονικές φάσεις, μία αράχνη που εμφανίζεται, το σκάκι πάνω στο τραπέζι, επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις ταινίες του Μπέργκμαν. Σταθερά ντεκόρ. Σε αυτό το συνεχές πήγαινε έλα της ζωής, μπρος πίσω του χρόνου που τα ρολόγια του σπιτιού έχουν και αυτά την νοηματική και συμβόλων σημασία τους στην εξέλιξη του στόρι. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ταινία «Κραυγές και ψίθυροι» ανήκει στα μεταγενέστερα «υστερόγραφα» της «Σιωπής» της γνωστής Τριλογίας του. Σταθερά ντεκόρ και φόρμες στα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όπως πάντα πολύ καλή η φωτογραφία και η μουσική επένδυση. Η σοβαρή και υπεύθυνη σοφά σχεδιασμένη σκηνοθετική ματιά, των ανθρώπων και των καταστάσεων που βιώνουν, του εσωτερικού και εξωτερικού τοπίου. Το στήσιμο των ηθοποιών μπροστά στην κάμερα, το μεταξύ τους δέσιμο στις εκπληκτικές ερμηνείες τους, οι ανιχνευτικές προσωπογραφίες των προσώπων των ηρώων και ηρωίδων του. Ρυτίδα την ρυτίδα, μαύρη γραμμή την μαύρη γραμμή χαρακιά που αχνοφαίνεται στα πρόσωπά τους, στους σπασμούς τους καθώς ο φακός του Μπέργκμαν εξερευνά την ποιότητα του χαρακτήρα τους και καταγράφει τις συμπεριφορές και τις χειρονομίες μεταξύ τους. Φωτογραφίζει θα λέγαμε «double face» τον αληθινό χαρακτήρα τους. Ίσκιοι και φως της λάμπας πετρελαίου των κεριών είτε του εξωτερικού φυσικού φωτός πάνω στο χιονισμένο φθινοπωρινό περιβάλλον αλληλοσυμπληρώνονται σχηματίζοντας την αλήθεια της ζωής και των καταστάσεων πραγματικότητα. Της θλιβερής και αποπνιχτικής ατμόσφαιρας που φανερά δεν θέλουν να αποδεχθούν οι ήρωες, στον πραγματικό ρεαλισμό των συμπεριφορών τους και των ιδιαίτερων αντιδράσεών τους στην μοναχική πορεία του καθενός καταβάθως με κοινές καταβολές ερημιάς. Συγγενικά θηλυκά μέλη της ίδιας οικογένειας, ανθρώπινες φιγούρες που ορισμένες φορές αισθάνονται ότι κινούνται και δρουν μέσα σε μία ονειρική κατάσταση, ένα κίτρινο θανατερό Όνειρο. Το κίτρινο του Θανάτου με τα πολλαπλά προσωπεία. Το βαθύ, σκουρόχρωμο κόκκινο- που απλώνεται από τις γυναικείες ρόμπες και φορέματα ακόμα και οι ταπετσαρίες είναι κόκκινες, τα νυχτικά των γυναικών, τα βαριά έπιπλα. Οι «βαθυκόκκινοι τοίχοι», «οι τοίχοι κόκκινοι, μαβίζουν στο λυκόφως»- των ανοιχτών πληγών τους το αίμα, επιβάλει ό,τι δεν θέλουν να αποδεχτούν ως σκληρή πραγματικότητα της ακοινωνησίας τους, της έλλειψης ουσιαστικής επαφής στις μεταξύ τους μικρές και μεγάλες σιωπές, μια «σιωπή που πληγώνει πιο πολύ». Τις έχθρες τους συμπεριφορές περιφρόνησης αναμεταξύ τους, την «παγερή ευγένεια που βασιλεύει μεταξύ των δύο κουνιάδων» Φρέντρικ και Ιωακείμ συζύγων των δύο αδερφάδων. Της συρρίκνωσης των εκδηλώσεων ειλικρίνειας, ουσιαστικής αγάπης και αληθινών επαφών. Των τυπικών σχέσεων και των συναντήσεων όλης της οικογένειας σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές ως συνήθεια. Μία προγονική οικία που η παρουσία της μητέρας των τριών κοριτσιών Ανιές, Κάριν και Μαρίας είναι παρούσα ως εποπτεύον πορτραίτο στον τοίχο και η μόνη ψυχική τους "ένωση" στην υπάρχουσα επικρατούσα ακοινωνησία τους. Μία ιταλική εικονογραφία που παρουσιάζει την Αγία Τερέζας να προσεύχεται. Όχι τυχαία καδραρισμένη σε μία οικογένεια που θρησκεύεται και τα μέλη της εξομολογούνται, ενώ «τα ρολόγια κουβεντιάζουν με σιγανές ανάλαφρες φωνές» συνοδεύοντας τους ψιθυρισμούς της ψυχής των προσώπων. Και πάλι, για μία ακόμη φορά η καταφυγή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην παιδική ηλικία, τα ξένοιαστα κοριτσίστικα παιδικά τους χρόνια όταν οι τρείς μικρές αδερφές έπαιζαν ανέμελες και χαρούμενες. Η εξέλιξη όμως της ταινίας δεν βασίζεται στον ρεαλισμό των στοιχείων της σκληρής αλήθεια της ζωής και των σχέσεων των ηρώων πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών, αλλά στην αναμονή του επερχόμενου θανάτου της μίας από τις αδερφές της Ανιές που σιγοσβήνει στο κρεβάτι, αφορμή για φανέρωμα των πραγματικών συναισθημάτων των υπόλοιπων παρευρισκόμενων συγκεντρωμένων γύρω από την ετοιμοθάνατη.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης που έγραψε όπως κάνει συνήθως και το σενάριο της ταινίας,- που βασίζεται η σκηνοθετική του ματιά- ενώ μας δίνει στην αρχή του μικρού βιβλίου που μεταφέρω αποσπάσματα- σκηνικές, κινηματογραφικές οδηγίες και επεξηγήσεις για τις προθέσεις του, -βλέπουμε το ομαδικό πνεύμα με το οποίο σχεδιάζει και υλοποιεί τα έργα του- εισαγάγει προς το τέλος της ιστορίας του, μια μάλλον ασυνήθιστη για τον ορθολογιστή σκηνοθέτη, έχουμε μία εξωπραγματική κατάσταση, ένα είδος «θαύματος» ή αν δεν λαθεύω στον ορισμό «γκραν κινιόλ» στιγμιότυπο. Κάτι σαν τις εξωλογικές μυθικές ιστορίες από τον κόσμο των νεκρών. Το στόρι δεν τελειώνει «ομαλά» μετά τον θάνατο της άρρωστης Ανιές με τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες και τα πρώτα στάδια της αποσύνθεσης του σώματός της αλλά την βλέπουμε, την βάζει ο σκηνοθέτης να συνεχίζει να μιλάει και μετά τον θάνατό της, και όχι μόνο αυτό αλλά και να δακρύζει όπως διαπιστώνει η ψυχοκόρη της Άννα που την φρόντιζε. Η νεκρή αρχίζει να μιλάει μετά τον φυσικό της θάνατο ζητώντας από την καμαριέρα της, την Άννα, να μπουν στο δωμάτιο που βρίσκεται η σορός της και να συνομιλήσει ιδιαίτερα, ξεχωριστά με τις δύο αδερφές της. Η Φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται, η ροή του χρόνου της ζωής και του θανάτου συμπλέκεται με τρόπο εξωλογικό, η ανθρώπινη φωνή εξακολουθεί να βγαίνει και μετά τον θάνατο της άρρωστης και να ζητεί να έρθει σε επικοινωνία συνομιλίας με αυτή των εν ζωή αδερφών της. Η Επιθυμία της Ανιές είναι ακόμα και μετά από τον θάνατό της να φανεί χρήσιμη, να τις φέρει σε επαφή, κοντά την μία αδερφή με την άλλη, να ανοίξει δίαυλο συνομιλίας μαζί τους. Να έρθουν σε κοινωνία σχέσεων έστω και καθυστερημένα, μετά την δική της απώλεια, τα άλλα δύο θηλυκά οικογενειακά μέλη ,κάτι που δυστυχώς δεν κατορθώνει. Η μεταξύ τους ακοινωνησία διατηρείται. Ούτε και αυτό το δραματικό οριστικό γεγονός του Θανάτου της Ανιές κατόρθωσε να συγκινήσει, να κάμψει τον παγερό χαρακτήρα τους, να φέρει τις άλλες δύο αδερφές την Κάριν και την Μαρία κοντύτερα. Να πάψουν να μισιούνται, να εχθρεύονται η μία την άλλη, να κρατούν τις διαπροσωπικές σχέσεις τους κυνικά τυπικές σχεδόν αδιάφορες, ψυχρές. Η επιθυμία της νεκρής Ανιές να τους καλλιεργήσει μία κατάσταση αδερφικής επαφής, φιλικής αγάπης αποτυγχάνει. Την ίδια ψυχρή και παγερή στάση και συμπεριφορά κρατούν οι δύο αδερφές και οι σύζυγοί τους απέναντι στην νεότερη ηλικιακά ψυχοκόρη την Άννα που για δώδεκα χρόνια φροντίζει την αδερφή τους Ανιές. Πάντα σιωπηλή, υπομονετική, τυλιγμένη στην μοναξιά της, στοργική στέκεται κοντά στην αδερφή τους που αργοπεθαίνει, την περιποιείται με υπομονή και καρτερία, δίχως να βαρυγκωμάει, να συλλογίζεται τι θα απογίνει η ίδια μετά τον θάνατο της Ανιές. Οι δύο αδερφάδες και οι σύζυγοί τους αποφασίζουν στις κουβέντες τους να την διώξουν από το σπίτι που έμενε κοντά στην αδερφή τους, την φρόντιζε με στοργή και αγάπη.

   Σε μια από τις κορυφώσεις της εξομολογητικής της διάθεση η Ανιές γράφει στο «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ»:

«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύψω το πρόσωπο μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.

   Τι θ’ απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα κι οι νύχτες δίχως ύπνο. Τι θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου:

    Κρύβομαι στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα. Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.

   Είμαι ωστόσο άδικη όταν μιλώ για μοναξιά, Η Άννα είναι η φίλη μου και η συντροφιά μου. Και πιστεύω τώρα ότι η μοναξιά της είναι σκληρότερη από τα δική μου μοναξιά. Εγώ τουλάχιστον παρηγοριέμαι με τη μουσική, τις ζωγραφιές μου, τα βιβλία μου. Η Άννα, εκείνη δεν έχει τίποτα. Προσπαθώ καμιά φορά να μιλήσω μαζί της για την ίδια. Μα κατεβάζει τότε τα μάτια με ντροπαλοσύνη και κλείνεται στον εαυτό της.».

   Μία ταινία ας το επαναλάβουμε στην ίδια προβληματική της τρίτης ταινίας της σημαντικής Τριλογίας του «Η Σιωπή». Ένα έργο αξιοζήλευτο παιχνίδι σκούρων χρωματισμών με κυρίαρχο φόντο το βαθύ αιμάτινο κόκκινο, όπως το ανθρώπινο αίμα που κυλάει μες στις φλέβες των ηρώων και ηρωίδων- ημών των θεατών μεταφέροντας όλες τις σωματικές μας εμπειρίες. Αλληγορικό σύμβολο των ανοιχτών τραυμάτων της ψυχής και της ανθρώπινης σωματικότητας φαγωμένη από την ακοινωνησία και την αρρώστια. Ως σύμβολο όχι της Τέχνης έργα Αισθητικής απόλαυσης αλλά του ρεαλισμού της ζωής που απολήγει στο φαινόμενο του Θανάτου. Της σταθερής αργής διαδικασίας της αποχύμωσης της ανθρώπινης υλικής σωματικότητας από τις υγρές λειτουργικές της δυνάμεις και αντοχές, άμυνες, έως την ώρα της επικράτησης του Θανάτου και της τελευταίας παρτίδας σκάκι μαζί του και μαζί μας την οριστική ήττα μας. Όταν ολοκληρώνονται οι κοινές των ανθρώπων αναμνήσεις και παύουν οι εμπειρίες και τα ξαφνιάσματα των αντοχών, και πλησίστιες οι δυνάμεις της ζωής υποχωρούν μπροστά στο αιώνιο τίποτα, το άπειρο, το χάος που μας υποδέχεται μέσα στην αιώνια σιωπή του, ολοκληρώνοντας το ραφιναρισμένο σχέδιο της Φύσης του καθενός μας ξεχωριστά και μοναδικά. Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι πέρα από τα ελπιδοφόρα λόγια και προφητείες των Ποιητών. Της αργής φθοράς του άρρωστου Κορμιού όπως το παρατηρούμε εμείς οι θεατές πάνω στην λευκή οθόνη μέσα στην σκοτεινή αίθουσα και το αντιμετωπίζουν οι άλλες τρείς γυναικείες υπάρξεις, οι δύο αδερφές και η καμαριέρα. Έχουμε την αγωνία και το μαρασμό του άλλοτε ακμαίου και δυνατού, ρωμαλέου και γεμάτο αντοχές και επιθυμίες απολαύσεις Σώματος φορτωμένο με τους ζωογόνους χυμούς του, την φρεσκάδα του, του αυτοκίνητου στην ορατή υλικότητά του από τους γύρω του κινήσεις και περιπλανήσεις του. Στην ψηλάφησή του, την χειροπιαστή απτότητά του, τις σπασμωδικές χειρονομίες του πέρα από μεταφυσικές αναγωγές και θρησκευτικούς δογματισμούς και ανόητες εθιμικές και ηθικές προκαταλήψεις των πολιτισμών, περί ανηθικότητας του Κορμιού ως φυλακής της άσπιλης Ψυχής και ως δεσμωτηρίου της αθανασίας της. Σχεδιασμένου και καλοκουρδισμένου από τους από πάντα σταθερούς αιώνιους αναλλοίωτους νόμους της Φύσης μέσα στην μικρό ανθρώπινη Ιστορική περιπέτεια. της ανθηρής καρποφορίας των δυνάμεων του ανθρώπινου Σώματος τόσο ορατές, στην αργή διαδικασία της αποσύνθεσης των ζωογόνων του λειτουργιών και την κατάπτωσή του, την εξασθένισή του, την μη αυτόβουλη περιποίηση των αναγκών του. Αυτές οι άγνωστες συνήθως δυνάμεις και ενέργειες που αναπτύσσονται μετά την έξοδό του από την μητρική κοιλιά και την αυτονόμησή του από τον ομφάλιο μητρικό λώρο στο τυχαίο, άγνωστο χρονικά, περιπετειώδες ταξίδι του στην νέα και αινιγματική Ζωή. Ο πόνος, η αγωνία, η θλίψη, η φθορά, η εγκατάλειψη, η αδυναμία των σωματικών δυνάμεων, η αγχωτική αναπάντεχη σκληρή δοκιμασία της αρρώστιας προς το τελευταίο επεισόδιο μάχης της Ζωής με το αναπόφευκτο, της ολοκληρωτικής ήττας του φαινομένου της Ζωής από τον Θάνατο. Όχι σαν μία πεισιθανάτια εκδήλωση περιγραφής ή εικονογράφησης της ανθρώπινης Τέχνης ως θέαμα αισθητικής αλλά σαν τελεσίδικη του βίου έσχατη κατάσταση. Μη εκ νέου συμμετοχή στην όποια συνέχεια…. Μια διπλή όμως εναγώνια διαδικασία απελπισίας και ματαιότητας αίσθηση, σκοτεινή, προβληματική, ελεγειακή, θρηνώδη, ένας βουβός πόνος, μία αμετάδοτη πικρία, αργόσυρτη εσωτερική αγωνία της βαριάς ανάσας τόσο του ετοιμοθάνατου- αρρώστου πάνω στο κρεβάτι της ανημποριάς, όσο και των οικείων φιλικών και συγγενικών του προσώπων που του συμπαραστέκονται, βρίσκονται δίπλα του, του κρατούν το χέρι, του μιλούν, του στάζουν σταγόνες νερό στα ξεραμένα χείλη του, του σηκώνουν το μαξιλάρι παρατηρώντας τον να φεύγει. Μια ξεχωριστή και των τελευταίων σταδίων «συμπεριφορά» των ενεργειακών δυνάμεων της Φυσικής λειτουργικότητας αυτής που ονομάζουμε και αποδεχόμαστε ως Ψυχή. Ψυχή αυτή η άυλη, άπιαστη και απροσδιόριστη κατάσταση-ενέργεια που γαντζώνεται από εκφράσεις και χειρονομίες της γλώσσας του Σώματος, παραληρήματος της ανθρώπινης φωνής, ηχητικές κραυγές, απόηχοι ήχων, από το βλέμμα των διπλανών, τις χειρονομίες και τα αγγίγματα ζεστασιάς. Ανθρώπινη σωματικότητα και ψυχή ένα στην εμφάνιση της ετερότητας της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης ξεχωριστά. Αυτήν την τρομακτική και μοναδική για την ανθρώπινη ύπαρξη και συνείδηση διαδικασία (μέσω της αρρώστιας και των σοβαρών ανεξέλεγκτων επιπτώσεών της) προς το τελευταίο ταξίδι της προς τον Θάνατο, την αντίπερα όχθη δίχως οβολό ή μάλλον, με τον οβολό του φακού του βλέμματός του που σκιαγραφεί ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στα πρόσωπα των τριών γυναικών αδερφών, διαφορετικής ηλικίας και ιδιοσυγκρασίας και της φιλικής συντρόφου καμαριέρας σκιτσάροντας τα πορτραίτα, τις αντιδράσεις τους, τις συμπεριφορές τους, τις στάσεις τους, τις κινήσεις τους, καταγράφοντας τα λόγια τους, τις σιωπές τους, τις ενδόμυχες σκέψεις τους, τις κρυφές επιθυμίες, τις αποφάσεις τους η μία για την άλλη. Τα πορτραίτα των αντρών, την απόπειρα αυτοκτονίας του Ιωακείμ, άντρα της Μαρίας και την δική της απραξία στην έκκλησή του για βοήθεια. Στην συνέχιση της κυνικότητάς τους και της ακοινωνησίας τους και μετά τον Θάνατο της αδερφής τους. Σαν να μην τους άγγιξε τίποτα από το φοβερό γεγονός της απώλειάς της. Στωικότερη και περισσότερο προστατευτική προς την άρρωστη η νεαρή καμαριέρα η Άννα που έχει χάσει εδώ και χρόνια το παιδί της, της συμπαραστάθηκε η Ανιές και έκτοτε της αφοσιώθηκε με όλες της τις ψυχικές και σωματικές δυνάμεις. Ατομικές ιστορίες ανθρώπων και πώς μπορούμε να λυτρωθούμε από αυτές όταν όλες τους μοιάζουν με τις δικές μας;

     Ανιές, Κάριν, Μαρία, Άννα τέσσερεις γυναικείες υπάρξεις η κάθε μία με το δικό της φορτίο απόγνωσης, μελαγχολίας, και αίσθηση αναγκών και αξιών ζωής μέσα στην μητρική τους εστία συναντώνται για τελευταία φορά, ίσως και μοναδική. Αυτό το δύσκολο στην διαπραγμάτευσή του και των ανθρώπινων χαρακτήρων αποτύπωσή του θέμα σχέσεων και των αντιδράσεών τους και συμπεριφορών τους μπρος στο γεγονός του Θανάτου, μάλλον, κατά την κρίση μας, μόνο ο κινηματογραφικός Φανός μπορεί να φέρει σε πέρας, να ακτινογραφήσει. Δεν αρκεί η λογική εξήγηση της γλώσσας, η αντοχή των λέξεων, της σεναριακής γραφής, ως θραύσματα παραστάσεων. Δεν φτάνει ο χρωστήρας του ζωγράφου, τα χρώματα που απλώνει στον καμβά, η σμίλη του μαρμαρογλύπτη πάνω στο λευκό μάρμαρο, οι ιερές λέξεις των μυστηριακών θρησκειών και δοξασιών. Η Κινηματογραφική τέχνη έχει τις δυνατότητες εκείνες και τα τεχνικά μέσα να μας προσφέρει οπτικά, εν κινήσει από καρέ σε καρέ, από πλάνα σε πλάνα, στιγμιότυπα εικόνων σε στιγμιότυπα, χρωματικές αποχρώσεις και φωτισμούς την ανθρώπινη σταδιακή διαδικασία ανημποριάς και μηδαμινότητας σε όλο της το τραγικό, δραματικό και ανυπεράσπιστο, ανίσχυρο τελικά μεγαλείο προς τον Θάνατο. Ενδέχεται στην κινηματογραφική τέχνη η Σιωπή να είναι «χειροπιαστή», να μπορείς σαν θεατής να την αισθανθείς αμεσότερα δίχως τις έξωθεν μεταφυσικές φοβίες και ηθικολογικές απαγορεύσεις. Η πρόσκαιρη χρονικά στιγμιοτυπική αθανασία των προσώπων που αγαπάμε για δύο ώρες κατά μόνας ή με συντροφιά. Η απεικόνιση της γραφής ως εξήγησης κλείνεται μέσα στην στατικότητα ενός βιβλίου, η κινηματογραφική αναπαράσταση ως Εικόνα είναι μία Κιβωτός εν πλω στον χρόνο. Δεν είναι το ίδιο το φαινόμενο αυτό καθ' αυτό του Θανάτου το θέμα, αυτό ούτως ή άλλως αρχίζει να υφίστανται από την στιγμή της γεννήσεώς μας αλλά η επώδυνη διαδικασία προς αυτόν, στις στιγμές της Σωματικής αρρώστιας, της μικρής μακρόσυρτης διαδρομής και ταλαιπωρίας της ανθρώπινης ύπαρξης είναι που έχει σημασία, μας αγχώνει και μας τρομάζει. Και όχι ίσως, το τελικό αποτέλεσμα η οριστική λύτρωση. Το πώς το ξορκίζει καθένας είναι μία καθαρά προσωπική υπόθεση που διαρκώς αναθεωρείται.

   Ακόμα σκοτεινό και αινιγματικό το παιχνίδι της Φύσης, ακατανόητο και δύσκολα ερμηνεύσιμο σε όλες του τις πολιτιστικές- πολιτισμικές παραμέτρους στην ιστορία της ανθρωπότητας όταν αποφάσισε να αποχωριστεί από τα ένστικτά της. Ο Άνθρωπος, μπορεί να ατενίζει με υπερηφάνεια ή κομπασμό τον Θάνατο, να υψώνει τείχη εγωπαθούς αθανασίας πίστης, αλλά την χορευτική του χορογραφία προς το πλησίασμά του με οδηγό τον ίδιο δεν την αντέχει, δεν μπορεί να την ανακόψει. Όσοι θνητοί έτυχε να παρευρίσκονται δίπλα σε ένα βαριά άρρωστο Σώμα που αργοσβήνει, αργοπεθαίνει, σιγολιώνει, θα ένιωσαν αυτό το ψυχρό και συνάμα θερμό ρίγος εντός τους, ακούγοντας αυτό το ακατανόητο παραλήρημα της φωνής ενός ετοιμοθάνατου, αυτό το ακαταλαβίστικο σιγομουρμούρισμα που παύει πια να «προφητεύει» την παλαιά επικράτειά της ζωής και την ιστορία της, να σημαίνει την ανάσα που βγαίνει και δεν βγαίνει από τα χείλη στην τελευταία προσπάθεια αφήγησης, αυτόν τον εσωτερικό σπαραγμό που χάνεται καθώς διαλύεται το μωσαϊκό της ζωής. Αυτήν την τελευταία αναλαμπή του βλέμματος των τελευταίων κινήσεων του καταφαγωμένου από την αρρώστια Σώματος πριν το πέρασμά του στην άλλη όχθη που τα πάντα αποκτούν την ομορφιά της τελειωτικής τους αμορφίας και διάλυσης. Στα εξόν συνετέθησαν στο κουκλοθέατρο αυτό που λέγεται Ζωή ή Τέχνη, Καλλιτεχνική Δημιουργία που ανοήτως το ανθρώπινο ον πιστεύει ότι ξορκίζει ή με τα εφόδιά της πολεμά τον Θάνατο. Διαβάζουμε και πάλι από τη «Ημερολόγιο της Ανιές» σελ. 44:

   «Παρ’ όλα ταύτα συνεχίζω την ζωγραφική, τη γλυπτική, το γράψιμο, το πιάνο. Άλλοτε πίστευα πώς κάνοντας κάτι το δημιουργικό επικοινωνούσα με τον κόσμο που με τριγύριζε. Ότι εγκατέλειπα την μοναξιά μου. Τώρα ξέρω πώς τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Σε τελευταία ανάλυση ή, τρόπος του λέγειν, καλλιτεχνική μου έκφραση δεν αποτελεί παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια ενάντια στο θάνατο. Κι όμως συνεχίζω. Κανείς άλλος εκτός από την Άννα δεν βλέπει αυτά που κάνω. Δεν ξέρω αν είναι άσκημα ή ωραία. Θα πρέπει να είναι άσκημα.

   Είδα τόσο λίγα πράγματα στη ζωή. Ποτέ δεν με ένοιαξε να ζήσω με τους ανθρώπους και την πραγματικότητά τους. Αναρωτιέμαι τελικά αν αυτή η πραγματικότητα είναι περισσότερο ευαίσθητη απ’ τη δική μου. Εννοώ την αρρώστια.»

  Σκέψεις και συλλογισμοί όχι μόνο καλλιτεχνών αλλά ανθρώπων που εξακολουθούν να παίρνουν τη Ζωή στα σοβαρά όπως και την Καλλιτεχνική δημιουργία.

   Χωρίς υψηλούς τόνους ανθρώπινων φωνών, κραυγαλέους, προσωπικούς άμετρους αναστεναγμούς, με χειρονομίες υψηλών θερμοκρασιακών αντοχών, κάδρα δυστυχίας  έξω ανθρώπινων στιγμιότυπων, συναισθήματα που ξεχειλίζουν από παντού πικρία, θλίψη, αγωνία αλλά και χαμηλόφωνα μουρμουρητά, σιγαλόφωνους ήχους πόνου και απελπισίας, ψιθυρισμούς αδυναμίας εσωτερικών τρανταγμάτων συναισθηματικών αισθήσεων, βραχνά γουργουρητά επιθανάτιας ζωής, βαριές ανάσες γυναικών ένστικτα χαμένα. Απογυμνωμένοι γυναικείοι χαρακτήρες, ελπίδες υποστηρικτικές, ενσωματώνοντας ατομικές του οικογενειακές εμπειρίες και παιδικά, εφηβικά βιώματα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν φιλοτεχνεί μέσω της Έβδομης Τέχνης το όντως φοβερό θέμα και μυστήριο του Θανάτου με οτιδήποτε συνεπάγεται για το ίδιο το άτομο που φεύγει και τους γύρω του παρευρισκόμενους, τον χώρο. Άντρες, γυναίκες, μνήμες, παραστάσεις, ένας γιατρός κρυφός εραστής, ένας πάστορας που παραδέχεται ότι η ετοιμοθάνατη Ανιές έχει μεγαλύτερη πίστη από τον ίδιο. Κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας ταινία δωματίου.

Χρόνος δράσης των προσώπων αρχές του αιώνα, τόπος,-όπως συνήθως αρέσει στον Σουηδό σκηνοθέτη η οικογενειακή εξοχική κατοικία. Οι οδηγίες σαφείς όπως διαβάζουμε στο μεταφρασμένο σενάριο, το γύρισμα έχει τελειώσει μέσα σε 40 ημέρες.

Στο οικογενειακό σπίτι διαμένει η Ανιές που το σπίτι της ανήκει με την καμαριέρα της, την ψυχοκόρη της την Άννα στενά δεμένες από παλιά που την φροντίζει υπομονετικά και στοργικά. Η Ανιές είναι βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη, η υγεία της μέρα με την μέρα επιδεινώνεται κάτι που κάνει τις άλλες δύο αδερφές της την Κάριν δύο χρόνια μεγαλύτερη παντρεμένη και μητέρα πέντε παιδιών και την Μαρία η μικρότερη από τις τρείς αδερφές καλοπαντρεμένη και μητέρα ενός κοριτσιού να την επισκεφτούν, να της συμπαρασταθούν, να μοιραστούν λίγες στιγμές από την τελευταία δοκιμασία της πριν φύγει για το αιώνιο ταξίδι. Ένα γυναικείο «κουαρτέτο» μπροστά στην διαδικασία του Θανάτου, της καλπάζουσας αρρώστιας που οδηγεί σε αυτόν. Η κινηματογραφική κάμερα περισκοπεί και μας δείχνει πώς το εσωτερικεύουν και το εκλαμβάνουν η κάθε μία ξεχωριστά από τις τέσσερεις αυτές γυναικείες φιγούρες ηρωίδες πρωταγωνίστριες της ταινίας και τα δύο δορυφόρα αντρικά πρόσωπα σύζυγοι των δύο γυναικών. Ο Φρέντερικ και ο Ιωακείμ, υπάρχουν και άλλα δύο ακόμα, ο ιατρός και ο πάστορας. Πώς λοιπόν ενσωματώνουν στην ατομική τους ξεχωριστή ψυχολογία και αντιδράσεις, ιδιοσυγκρασίας της συνείδησής τους και της προσωπικότητάς τους της ατομικής τους ιστορίας αυτές οι γυναικείες μορφές, αυτός είναι ο κινηματογραφικός καμβάς και το στόρι της ταινίας.

   «Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς με λέξεις ή με εικόνες τον πόνο και τον θάνατο» μας εξομολογείται ο Σουηδός σκηνοθέτης σελίδα 19 του σεναρίου του. Και συνεχίζει: «Τα δύο αυτά πράγματα όταν παίζονται ή αναπαριστάνονται ξεπέφτουν εύκολα στο άσεμνο, το ανάρμοστο, δηλαδή το χυδαίο. Αν’ παρ’ όλα τούτα προσπαθούμε εδώ να περιγράψουμε με προσοχή, τις τελευταίες στιγμές, το θάνατο και την οδύνη, δεν το κάνουμε ούτε από περιέργεια, ούτε για την απόλαυση να φοβερίσουμε το κοινό και τους εαυτούς μας. Το κάνουμε μόνο και μόνο για να υπάρχει μια στέρεη και διαρκής βάση που πάνω της θα μπορέσουμε να εξελίξουμε το θέμα μας.»

    Σαφείς οι θέσεις και οδηγίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Εδώ παρενθετικά να γράψω ότι υπάρχει μία των ημερών μας σύγχρονη συγκλονιστική και σπαρακτική περιγραφή της ανθρώπινης απώλειας ενός άρρωστου ατόμου, του συντρόφου και στενού φίλου-εραστή του πειραιώτη πανεπιστημιακού και στοχαστή συγγραφέα Βρασίδα Καραλή. Αναφερόμαστε στο εξομολογητικό βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ», σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά που όταν κυκλοφόρησε έκανε τρομερή αίσθηση. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάζεται σε Σχολεία ως υπόδειγμα ζωής αληθινής αυτοθυσίας και ανθρωπιάς μνήμης. Πλέριας Συντροφικότητας.

   Η αυστηρή και πειθαρχημένη και απόλυτη στις αντιδράσεις της Κάριν που εχθρεύεται, μισεί τον πατέρα των παιδιών της, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της και βλέπει τον γάμο της να έχει καταστραφεί. Η γλυκιά και όμορφη κοκέτα και φιλάρεσκη Μαρία η μικρότερη. Μια άγευστη των εμπειριών του Κόσμου που μόνος της «πόθος είναι να αρέσει» προσπαθεί να δώσει αγάπη στην ετοιμοθάνατη αδερφή της αλλά δεν αντέχει να αγγίξει το σώμα της άρρωστης, την επαφή μαζί του. Τέλος η στοργική και υπομονετική, ολιγομίλητη, η Άννα, τριάντα περίπου χρονών που με υπομονή και καρτερία συμπαραστέκεται στην Άνιές. «Μια σιωπηλή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δυό μοναχικές γυναίκες» Μας λέει ο Μπέργκμαν. Κοινή συνιστώσα, η αγωνία, το άγχος, η απελπισία, η ανυπόφορη κατάσταση της αρρώστιας, το πένθος, η απελπισία που απολήγουν τελικά στον Θάνατο. Αλλά και οι μικροσυμφεροντολογισμοί των αδερφών και των συζύγων τους μετά τον θάνατο της Ανιές που, εντελώς άκαρδα και άσπλαχνα θέλουν να διώξουν από το σπίτι την καμαριέρα που φρόντιζε την αδερφή τους και νύφη τους. Η Άννα αποδέχεται στωικά την σκληρή απόφαση και μετά την απώλεια της Ανιές λαμβάνει μία οικονομική βοήθεια και αποχωρεί. Οικογενειακές εικόνες και συμβάντα μεταξύ συγγενών χθεσινά, σημερινά, αυριανά, αιώνια.

  «Κραυγές και Ψίθυροι» ένα έργο υποβλητικό, ατμοσφαιρικό, συγκλονιστικό συγκινητικό, ανθρώπινων διαστάσεων και συνάμα θεατρικών παραμέτρων με ωραία ντεκόρ, φωτισμοί, εκφραστικότητα στις ερμηνείες των ηθοποιών. Σαν σύνολο. Ένα ψυχολογικό δράμα βαθειά ανθρώπινο με έντονες υπαρξιακές κορυφώσεις και δραματουργικών ατομικών σκηνών πινελιές σαν και αυτά που ξέρει να γυρίζει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δημιουργώντας δημιουργικές συζητήσεις γύρω από τις ταινίες του και το όνομά του. Ένας άνεμος συγκλονιστικής ανθρώπινης ζεστασιάς φυσάει σε αυτό το βαθύτατα κοινωνικό δράμα μέσα στην παγερή ατμόσφαιρα της αρρώστιας και του επερχόμενου θανάτου, την κυνική συμπεριφορά των ζωντανών που, συνεχίζουν την ζωή τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Απελπισία για το φαινόμενο εξέλιξης της ζωής ή για το φαινόμενο του θανάτου; Το έργο στηρίζεται σε ένα καλογραμμένο και προσεκτικά σχεδιασμένο σενάριο με αρκετές στιγμές κορυφώσεων και καταβυθίσεις, πλάνα συγκινητικά, οργανωμένο αφηγηματικό στόρι δίχως κοιλιά, χωρίς φιλολογικές ή θρησκευτικές ρητορικότητες και ακαταλαβίστικες κλισέ ψυχιατρικές αναγωγές και διατυπώσεις που θα δυσκόλευαν την κατανόησή του από τον θεατή. Απουσιάζουν οι μεταφυσικές φιοριτούρες και θεολογικές τυποποιημένες προθέσεις, άνοστα κλισέ για ελπίδα και ευχών υποσχέσεις. Φυσικά, παραμένουν σταθερές οι προσωπογραφίες των συμμετεχόντων, η παρουσία ενός πάστορα, η διαφορά ηλικίας μεταξύ των συζύγων, η θηλυκή φιλαρέσκεια, το άγχος του θανάτου, η γυναικεία αλληλεγγύη και συντροφικότητα αλλά και «έχθρα» μεταξύ των οικογενειακών μελών. Μοτίβα κοινά και σε άλλες του ταινίες και φυσικά το θεατρικό γύρισμα, αυτή η κλειστοφοβική αίσθηση μια αίσθηση φθοράς προσώπων, σωμάτων, συνειδήσεων, τόπου και χρόνου πεπερασμένου. Άρτια η δομή της ταινίας, η διαλεκτική της φόρμας της σκηνοθετικής της αναπαράστασης, των υπαρξιακών των ηρώων μεταθέσεων των διαφορετικών χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, όπως το βλέμμα του σκηνοθέτη τους συλλαμβάνει όλους στις πιο κρίσιμες και δραματικές εξομολογήσεις τους, στις στιγμές κοινής εξιστόρησης της αλήθειας τους-ποιάς αλήθειας άραγε των ζωντανών ή της ετοιμοθάνατης- είτε μέσω της γλώσσας είτε μέσω των σωματικών τους επαφών και χειρονομιών, εικόνες που παραπέμπουν σε αρχέγονες μητριαρχικές των κοινωνιών «θρησκευτικές» παραστάσεις και μνήμες. Αρχέγονα σύμβολα εντυπωμένα στο κοινό των κοινωνιών υποσυνείδητο, παραστάσεις που πολλά σημαίνουν ακόμα στις μητριαρχικές κατά βάθος θρησκευτικές ή λαϊκές κοινωνίες μας. Μικρές κινηματογραφικές τοιχογραφίες δηλώσεων των κρυφών μας συναισθημάτων, των δύσκολων συνυπάρξεών μας, ακόμα και της συστέγασης με τα αγαπημένα μας πρόσωπα στην κοινή πατρογονική μας εστία. Ένα υποδόριο θρησκευτικό κλίμα ως αίσθηση μεταιχμίου ζωής και θανάτου απλώνεται στα δωμάτια. Η θηλυκή επικράτεια και πάλι παρούσα σε σχέση με την αντρική όπως συμβαίνει στις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Και φέρνουμε στο νου ένα άλλο πλάνο διαφορετικής προβληματικής την μεγάλη αφίσα ως ντεκόρ με την μόνη αντρική αποτυπωμένη παρουσία στην ταινία του γερμανού σκηνοθέτη Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Την θυμάστε!!! Τα «Πικρά δάκρυα της Πέτερ φον Μπράουν».

   Ζωντανοί αν και βαρεία ταλαιπωρημένοι και ψυχικά κουρασμένοι και διαλυμένοι οι χαρακτήρες των ηρωίδων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με αχαρτογράφητες σκιές συνείδησης που μας αποκαλύπτονται κομμάτι- κομμάτι, πλάνο το πλάνο μέσα από μικρές κινήσεις τους αλλά έντονης κλίμακας δραματικών τόνων, άγχους, εσωτερικών δακρύων, χαμηλών εκρήξεων συμπεριφορών πόνου και θλίψης. Η ατμόσφαιρα αλλάζει μεταξύ της κουβέντας των δύο γιομάτων υγεία αδερφάδων και μεταξύ των δύο αντρών τους. Ο γιατρός αποφάνθηκε για την μοίρα της Ανιές, ο Πάστορας διαβάζει προσευχές νεκρώσιμες από την Βίβλο όμως το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο όπως το θέλησε η Φυσική Μοίρα. Στην όγδοη ενότητα του Σεναρίου «Το Ημερολόγιο της Ανιές, μας εξομολογείται σελίδα. 28:

«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύβω το πρόσωπο μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.

   Τί θ’ απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα, κι οι νύχτες δίχως ύπνο. Τί θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου;

   Κρύβομαι στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα. Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.».

    Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με τα λόγια αυτά ξεγυμνώνει το άγχος της δικής του ψυχής και περιπέτειας ζωής. Ενώ για μία ακόμη φορά μας αποκαλύπτεται αυτή η αμφιθυμία της πίστης του απιστίας, της ταλανιζόμενης βεβαιότητας και αμφιβολίας, της διαρκής ικεσίας του για λύτρωση μέσω των βασάνων και των ταλαιπωριών της ζωής των ανθρώπων, μιάς χριστιανικής αντίληψης. Ο Πάστορας γονατίζει και προσεύχεται μπροστά στην Ανιές λέγοντας της, μέσω της επίκλησης στον παραδοσιακό Θεό της κοινής τους πίστης:

   «Αν είναι αλήθεια ότι μάζεψες τον κάθε πόνο μας στο φτωχό σου το κορμί, κι ότι τους έφερες όλους στο θάνατο, αν συναντήσει το Θεό εκεί ψηλά στο άλλο βασίλειο, αν γυρίσει το βλέμμα του σε σένα, αν μπορέσεις να του μιλήσεις σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει, αν μπορέσεις να μιλήσεις σ’ αυτόν το Θεό, αν μπορέσεις …. Τότε παρακάλεσε για μας. Ανιές αγαπημένο μου μικρό παιδάκι, άκουσε τώρα τι σου λέω. Προσευχήσου για μας που μένουμε σε γη βρώμικη και σκοτεινή, κάτω από έναν ουρανό σκληρό και άδειο. Απόθεσε το φορτίο της οδύνης στα πόδια του Θεού και παρακάλεσέ τον να μας συγχωρέσει. Παρακάλεσέ τον να μας ελευθερώσει από το άγχος, την απόγνωση και τη βαθιά αμφιβολία όπου βρισκόμαστε. Παρακάλεσέ τον να δώσει ένα νόημα στις ζωές μας, Ανιές, εσύ που τόσο υπέφερες πρέπει νάσαι άξια να του μιλήσεις για μας.

    Ταραγμένος ο πάστορας σηκώνεται. Κυττάζει γύρω του αμήχανα με κάποιο χαμόγελο θλίψης. Αισθάνεται πώς πρέπει να δώσει μερικές εξηγήσεις…» σελίδα 30

    Μια συγγενική κινηματογραφική θεώρηση κατάστασης όπως έχουμε στην ταινία του Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιεφ. Από την άλλη, η εμμονή του στην παρουσία του Θεού και όχι στα λογικά επιχειρήματα της απουσίας και απιστίας του φαίνεται σε μία ακόμη ταινία που πρόβαλλε πριν λίγες μέρες το Κανάλι της Βουλής, το γνωστό χρωματικής και ενδυματολογικής πανδαισίας αριστούργημα «Φάννυ και Αλέξανδρος». Στην εκπληκτικής εικαστικής ομορφιάς οικογενειακό του Ονειρόδραμα υπάρχουν- εμφανίζονται δύο πρόσωπα. Το ένα είναι ο Ισμαήλ κλεισμένος μέσα στο υπόγειο ενός κουκλόσπιτου που είναι ο ίδιος ο μικρός Αλέξανδρος και η φυλακισμένη ψυχή του. Η άλλη παρουσία είναι η στιγμιαία εμφάνιση σε ένα και μοναδικό πλάνο του αυταρχικού και αυστηρού επισκόπου πάστορα που έχει παντρευτεί σε δεύτερο γάμο την μητέρα των μικρών παιδιών. Ενώ βρίσκεται χάμω ο μικρός Αλέξανδρος ξαφνικά εμφανίζεται από το πουθενά ο πάστορας πατριός του δίνει μία σφαλιάρα και του λέει αυτά τα συνταρακτικά λόγια και χάνεται. «Μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από μένα». Είναι η παρουσία του Θεού-πατέρα δυνάστη, κυρίαρχου αφέντη που αν και έχει πεθάνει έπειτα από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο σπίτι του, εξακολουθεί να βασανίζει την ψυχή του μικρού Αλέξανδρου. Σε αυτές τις δύο ταινίες βλέπουμε την συνέχεια της προβληματικής του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που διαπραγματεύτηκε στην Τριλογία της Σιωπής και ιδιαίτερα στην Τρίτη ταινία του την «Σιωπή». Ο βραχνάς όμως της παρουσίας και της δυναστείας του Θεού της Βίβλου εξακολουθεί να βασανίζει και να απασχολεί τον Σουηδό σκηνοθέτη. Τώρα που βιολογικά έχει φύγει από κοντά μας θα γνωρίζει σε τι γλώσσα να μιλήσει στο Θεϊκό είδωλο που τον ταλαιπώρησε σε όλον του τον επίγειο βίο. Η αμφιβολία και η άρνηση της ύπαρξής του έμεινε σε εμάς τους θεατές των ταινιών του.

Προσεκτικά τα σκηνοθετικά βήματα και στην παραμικρή λεπτομέρεια με ακρίβεια αρχιτεκτονημένο στο γύρισμά του το έργο, στην αποκάλυψη της «σχετικότητας» της εσωτερικής ατομικής αλήθειας των ηρωίδων και της ψυχολογίας τους. Κάθε μίας θηλυκής φιγούρας ξεχωριστά στην αντιμετώπιση και διαχείριση της αρρώστιας και του Θανάτου. Ένα ακόμα γυναικοκρατούμενο φιλμ του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που δημιούργησε σωρεία σχολιασμών και προσεγγίσεων όταν προβλήθηκε το 1972 στους κινηματογράφους και άνοιξε συζητήσεις επί συζητήσεων με θετικό και αρνητικό πρόσημο από κοινό και κριτικούς.

«Κραυγές και Ψίθυροι» ένα ακόμα έργο σταθμός στην πλούσια κινηματογραφική παραγωγή του Σουηδού σκηνοθέτη. Το είχαμε παρακολουθήσει για πρώτη φορά στον Κινηματογράφο «ΈΛΛΗ» στην Αθήνα 6/10/1982 μαζί με εφηβικό φίλο συγγραφέα και πανεπιστημιακό, κριτικό της λογοτεχνίας από την περιοχή της Αγίας Σοφίας που ασχολήθηκε στις μελέτες του με την Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου τον Βρασίδα Καραλή. Έκτοτε, και τα τρία κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης ΕΡΤ-1,2,3 (31/10/1990, 14 ή 18(;)/11/1998, 4/7/1999 και 15/10/2000 στην ΕΡΤ-3) επαναπρόβαλαν την βραβευμένη αυτή ταινία. Αν η μνήμη δεν με απατά την ίδια περίοδο προβλήθηκε και ένα ντοκιμαντέρ- πορτραίτο του Μπέργκμαν της Αγγλικής τηλεόρασης σε συνεργασία με την Σουηδική όπως οι ελάχιστες τότε σημειώσεις μου δείχνουν. Σκηνοθέτης ήταν ο Μάικλ Γουιντερμπότομ και μιλούσαν όλοι οι συνεργάτες, ηθοποιοί και τεχνικοί του μεγάλου σκηνοθέτη. Πρωταγωνιστές της ταινίας «Κραυγές και Ψίθυροι» ήσαν οι σταθεροί συνεργάτες και συνεργάτιδες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Η Ίνγκριντ Τούλιμ, η Λιβ Ούλμαν, η Κάρι Σίλβα, η Χάριετ Άντερσον, ο Έρλαντ Γιόζεφσον, ο Άντερς Έκ. Ξεσηκώνουμε από το Πρόγραμμα:

   «Για να συμπαρασταθούν στην άρρωστη αδερφή της, την Αγνή, που βρίσκεται πιά κοντά στο θάνατο, δυό αδερφές, η Κάριν και η Μαρία, επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι, μιάν έπαυλη στην εξοχή, που εγκατέλειψαν πρίν χρόνια το γάμο τους.

   Στις στιγμές της κρίσεως, η Κάριν και η Μαρία θα δειλιάσουν, θα φοβηθούν και θα χρειασθή πολύς αγώνας και πολλά δάκρυα για να ξεθωριάσουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, για να ξανακερδίσουν έστω και προσωρινά την αγνότητα των παιδικών…».

«ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ», μια συγκλονιστική ταινία που θα μπορούσαμε να την εντάξουμε στο ατμοσφαιρικό υπαρξιακό κλίμα της ταινίας του «Σιωπή»-του τελευταίου μέρους της περίφημης Τριλογίας του- σαν μία «συνέχεια» της προβληματικής της, εξέλιξής της με έξοχες ερμηνείες όπως πιο πάνω αναφέραμε. Μια ταινία που φέρνει στην επιφάνεια ψυχικούς τραυματισμούς, ανομολόγητες της ανθρώπινης ύπαρξης προγενέστερες αρνητικές καταστάσεις, συνειδητοποιήσεις μιας άλλης εσωτερικής των ηρώων πραγματικότητας. Υποβλητικές εικόνες και ωραία στυλιζαρισμένα πλάνα, κάδρα και ύφος ομοιογενές εξαιρετικής τρυφερότητας και συγκίνησης. Ρεαλιστική ατμόσφαιρα και μία κινηματογραφική διαλεκτική και σύνθεση ηρωϊδων- πρωταγωνιστριών, με υπέροχο κλίμα και πολύ καλή φωτογραφία, που είναι κατά γενική ομολογία των κριτικών κινηματογράφου ένα από τα αριστουργήματα του Σουηδικού σκηνοθέτη και του παγκόσμιου σινεμά.

    Πληροφορίες για την ταινία μπορεί κανείς να διαβάσει στις εφημερίδες «Η Καθημερινή» 28/10/1990, στα «Τα Νέα» Τετάρτη 31/10/1990, στο περιοδικό «Διπλό Τηλέραμα» 31/10/1990. Στην εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» 14/11/1998, την «Ελευθεροτυπία» της 16/11/1998, στο «Βήμα» της 18/11/1998 και 4/7/1999 (Cries and whispers), στον «Ριζοσπάστη» της 15/10/2000  στο περιοδ. «Ραδιοτηλεόραση» τχ. 1753/ 20-9-2003.

    Στην Αθήνα το 1976 από το τυπογραφείο του Λουκά Γιοβάνη, Θεμιστοκλέους 80 στο κέντρο της πρωτεύουσας, κυκλοφόρησε ένα μικρό βιβλιαράκι, μόλις τρία δεκαεξασέλιδα, δηλαδή 48 σελίδες διαστάσεων 14Χ21 cm. Το βιβλίο έγραφε INGMAR BERGMAN, ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ. Φάρο Πέμπτη 3 Ιουνίου 1971. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 1976. Τίτλος πρωτοτύπου: VISKNINGAR OCH POR. Η μάλλον «λαθρόβια» αυτή έκδοση που στάθηκα τυχερός να την διαβάσω στην αγάπη μου για το Σινεμά του Μπέργκμαν περιλαμβάνει:

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Ακούστε με για λίγο, σελίδα 5

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Θα κάνουμε μιά ταινία μαζί, σελ. 6-7

     Αγαπητοί φίλοι

Να που θα κάνουμε και πάλι μια ταινία μαζί. Θα ‘ναι όμως διαφορετική απ’ ότι φτειάνουμε ως τώρα. Γι’ αυτό και το χειρόγραφο θα έχει επίσης άλλη όψη. Θα προσπαθήσουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το μέσο έκφρασης και τις δυνατότητές του, μ’ έναν τρόπο αρκετά πολύπλοκο. Γι’ αυτό και θα πρέπει να σας εξηγήσω πιο αναλυτικά από κάθε άλλη φορά τι προσπαθώ να εκφράσω. Ύστερα θα σκεφτούμε όλοι μαζί με ποιόν τρόπο θα μπορέσουμε κινηματογραφικά και τεχνικά να δώσουμε μια μορφή στα διάφορα προβλήματά μας.

   Αυτή η ιδέα γυρίζει αδιάκοπα μεσ’ το μυαλό μου, μα δεν παρουσιάζεται σαν ένα σύνολο συγκεκριμένο, τελειωμένο.

    Μοιάζει μάλλον με χειρόγραφο γοργό και σκοτεινό: πρόσωπα, κινήσεις, φωνές, χειρονομίες, κραυγές, ίσκιοι και φώς, ατμόσφαιρες και όνειρα, τίποτα το συγκεκριμένο, τίποτα το αληθινά χειροπιαστό εκτός από το στιγμιαίο. Με δυό λόγια: εντυπώσεις μονάχα. Ένα όνειρο, μια νοσταλγία, μια ελπίδα ίσως, κάποιος φόβος όπου το φοβερό ποτέ δεν εκφράζεται…

   Θα μπορούσα να συνεχίσω ώρες και ώρες περιγράφοντας τόνους και χρωματισμούς μα δεν θα προχωρούσαμε. Καλύτερα νομίζω είναι ν’ αρχίσουμε αμέσως.

   Η δράση εκτυλίσσεται στις αρχές του αιώνα. Γυναίκες με φορέματα κομψά, ακριβά, που τις κρύβουν και παράλληλα τις προβάλλουν. Τα εσωτερικά του σπιτιού πρέπει να ‘ναι τέτοια ώστε να προσφέρουν τη φωτεινότητα που επιθυμούμε να ‘χουμε: Αυγές που να μην μοιάζουνε με δειλινά. Απαλές ανταύγειες ενός ξύλου. Ένα φώς μυστηριακό και θαμπό ημερών που χιονίζει. Το αργό σβύσιμο μιας λάμπας πετρελαίου. Η τρυφεράδα ηλιόλουστων ημερών του φθινοπώρου. Ένα κερί χαμένο στα σκοτάδια της νύχτας και όλοι οι ίσκιοι να σαλεύουν ξαφνικά όταν κάποια μορφή διασχίσει τις μεγάλες κάμαρες φορώντας τη φαρδειά της ρόμπα.

    Ταυτόχρονα όμως είναι σημαντικό πολύ το ντεκόρ να μην υποβάλλεται. Πρέπει να προσαρμόζεται, να πλαισιώνει, να ‘ναι παρόν και διακριτικό, υποβλητικό δίχως να τραβά την προσοχή.

   Θα υπάρξει ωστόσο μία ιδιομορφία: όλα τα εσωτερικά θα είναι κόκκινα, με διαφορά στις αποχρώσεις. Μη με ρωτήσετε γιατί’ δεν ξέρω να σας απαντήσω. Αναζήτησα κι ο ίδιος τον λόγο και οι εξηγήσεις που βρήκα ήτανε η μία πιο κωμική από την άλλη. Η μοναδική ερμηνεία που στέκεται ίσως είναι, ότι αυτό το χρώμα αφορά κάτι το εσωτερικό. Από μικρός φανταζόμουν πάντα την ψυχή σα μιά υγρή μεμβράνη με κόκκινες αποχρώσεις.

   Τα έπιπλα, οι διακοσμήσεις, και τα λοιπά αντικείμενα έστω κι αν πρέπει να είναι απόλυτα συγκεκριμένα, θα τα βρούμε με τη φαντασία μας, στο μέτρο φυσικά που προσαρμόζονται στις επιδιώξεις μας. Όπως στα όνειρα: υπάρχει κάτι ακριβώς γιατί το επιθυμούμε, ή γιατί το ‘χουμε ανάγκη μια δεδομένη ώρα.

   Το δράμα έχει τέσσερεις ηρωϊδες. Τέσσερεις γυναίκες. Θα σας τις παρουσιάσω με δύο λέξεις.

ΑΝΙΕΣ, σελ. 9

   Είναι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και μένει εδώ από το θάνατο των γονιών της. Δεν σκέφτηκε ποτέ να το εγκαταλείψει. Σ’ αυτό γεννήθηκε κι αποτελεί ένα μέρος του.

   Άφησε τη ζωή της να κυλήσει ήρεμα και ανεπαίσθητα δίχως σκοπό, δίχως επιθυμία να την αλλάξει. Έχει αόριστες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, ζωγραφίζει λίγο, παίζει πιάνο, όλα μ’ έναν τρόπο ελαφρά παθητικό. Κανένας άντρας δεν μπήκε στη ζωή της. Για κείνη ο έρωτας έμεινε ένα μυστικό κρυμμένο μ’ επιμέλεια που ποτέ δεν της αποκαλύφθηκε. Υποφέρει από μιά θανάσιμη αρρώστια και περνά τις πιο πολλές ώρες της ημέρας στο κρεββάτι. Είναι αυτό το μεγάλο κρεββάτι των γονιών της μεσ’ την παλιά κρεβατοκάμαρα, όμορφη, ωστόσο παραφορτωμένη.

   Δεν παραπονιέται διόλου και δε βρίσκει πώς ο θεός είναι σκληρός. Μέσα απ’ τις προσευχές της απευθύνεται στο Χριστό ταπεινές παρακλείσεις.

 

ΚΑΡΙΝ,  σελ.11

   Δύο χρόνια μεγαλύτερη, παντρεύτηκε έναν άντρα πλούσιο κι εγκαταστάθηκε σε μιάν άλλη περιοχή. Γρήγορα κατάλαβε πώς ο γάμος της ήτανε μια αποτυχία. Ο σύζυγος αυτός- είκοσι χρόνια πιο μεγάλος από κείνη- δεν της εμπνέει παρά αηδία σωματική και ψυχική. Είναι μητέρα πέντε παιδιών, όμως αυτό δεν φαίνεται να την αγγίζει μήτε κι η θλίψη του αποτυχημένου γάμου της. Δείχνει πάντοτε αλαζονική και απλησίαστη αφήνοντας μια αίσθηση δυσκολίας στην επαφή. Αν και η πίστη της στο γάμο μοιάζει ακράδαντη, ο επιφανειακός τούτος αυτοέλεγχος κρύβει ένα μίσος ανέκφραστο για τον άντρα της και μια μνησικακία αιώνια για τη ζωή.

   Η οδύνη και η απελπισία δεν εκφράζονται παρά μονάχα μέσα από όνειρα που κατά διαστήματα τη βασανίζουν.

  Παρ’ όλη όμως αυτή τη συγκρατημένη λύσσα, παρουσιάζεται ανοιχτή σε εξομολογήσεις, τρυφερότητα και επιθυμία επαφής. Το κεφάλαιο όμως τούτο μένει συνήθως κλειστό και αχρησιμοποίητο.

ΜΑΡΙΑ, σελ. 13

   Είναι η μικρότερη από τις αδερφές. Πλούσια επίσης και καλοπαντρεμένη με έναν άντρα όμορφο κι ευχάριστο από ψηλή κοινωνική τάξη. Έχει ένα κοριτσάκι πέντε χρόνων. Κι η ίδια είναι ένα παραχαϊδεμένο παιδί, γλυκό και χαμογελαστό, με μιά περιέργεια κι έναν αισθησιασμό.

   Δίνει μεγάλη σημασία στην ίδια της την ομορφιά καθώς και στην απόλαυση που μπορεί να της προσφέρει το κορμί της. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τον κόσμο που την τριγυρίζει, αρκείται στον εαυτό της και ποτέ δεν προβληματίζεται πάνω σε ηθικούς φραγμούς δικούς της ή των άλλων. Ο μόνος πόθος της είναι ν’ αρέσει.

ΑΝΝΑ, σελ.15

   Είναι η καμαριέρα του σπιτιού. Τριάντα χρονών περίπου. Όταν ήταν πολύ νέα είχε μια κόρη και η Ανιές τις φρόντιζε αυτήν και το παιδί της. Τούτο γέννησε ένα σύνδεσμο ανάμεσα στην Άννα και την Ανιές. Μια σιωπηρή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δύο μοναχικές γυναίκες.

   Το παιδί πέθανε στα τρία του χρόνια, αλλά ο σύνδεσμος της Ανιές με την Άννα διατηρήθηκε.

   Η Άννα μένει σιωπηλή και μακρυνή σαν αγρίμι, πλησιάζεται δύσκολα. Παρ’ όλα αυτά είναι πάντα παρούσα, βλέπει, κατασκοπεύει, ακούει. Το κάθε τι πάνω της μοιάζει βαρύ. Το σώμα της, το πρόσωπό της, το κύτταγμα, το στόμα της.

   Όμως δε λέει τίποτα. Μπορεί ακόμα και να μη σκέφτεται τίποτα.

συνοδεύονται με 4 σκίτσα της μεταφράστριας.

  Ακολουθούν 15 Σεναριακές ενότητες αριθμημένες με αριθμούς 1,2,3, 4 -ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 5-ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ. 6,7, 8-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 10, 11,12, 13-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ και τέλος 15- ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. Εδώ προφανώς υπάρχει κάποιο τυπογραφικό λάθος μια και λείπει το νούμερο 14. Όπως και νάχει η παλαιά αγάπη της μεταφράστριας και εικονογράφου Ελεωνόρας Σταθοπούλου μας πρόσφερε την ευκαιρία να διαβάσουμε ένα ακόμα από τα εκπληκτικά σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, να τον εντάξουμε στους Σουηδούς συγγραφείς και να απολαύσουμε την ταινία.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Αυγούστου 2026

ΥΓ. Έφυγαν αυτό το διάστημα: -Ο ποιητής και εικαστικός, «ο αναχωρητής ζωγράφος του ανθρώπινου ψυχισμού» όπως τον απεκάλεσαν Χρήστος Μαρκίδης ( Δράμα 20/4/1954 –Εξάρχεια, Αθήνα 24/8/2026). –Από την πόλη του Πειραιά έφυγε ο ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Κράξιμο» και άλλων εντύπων, κινηματογραφιστής και ακτιβιστής τρανς με αγώνες για τα δικαιώματα της ΛΟΑΤ κοινότητας Πάολα  Ρεβενιώτη (Πειραιάς 29/6/1958- Μαρούσι 9/7/2026). – Έφυγε ο γιός του Σταμάτη Κόκοτα, συνθέτης και τραγουδιστής Δημήτρης Κόκοτας (14/12/1968- 25/8/2026).- Από τον χώρο της Αμερικάνικης μουσικής Κάντρι έφυγε η Ντόλι Πάρτον με εξαιρετικές επιτυχίες στο ενεργητικό της.