ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ
ΚΑΙ ΤΟΝ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ
«Ο
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πριν αναλάβει την τελευταία υπεράσπιση της Κωνσταντινουπόλεως, είχε καταφέρει να
επεκτείνει τα όρια του κρατιδίου του έως την Πίνδο, είχε δηλαδή επιτύχει να
ανασυστήσει, όχι από την Κωνσταντινούπολη, αλλά από την Ελλαδική πλευρά-και θα
δούμε τη σημασία αυτού του πράγματος- ένα πρώτο Ελληνικό βασίλειο….»
Νίκος
Σβορώνος
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
-Τον είδες
με τα μάτια σου, γιαγιά, τον Βασιλέα,
ή μήπως και
σε φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,
σαν παραμύθι τάχα;
-Τον είδα με
τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,
πα να γενώ
κατό χρονώ, κι ακόμα το θυμούμαι,
σαν νάταν χθες μονάχα.
Στην πόλη,
στην Χρυσόπορτα, στον πύργον από κάτου,
είν’ ένα
σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σαν παλάτι,
σαν άγιο παρακκλήσι.
Κανένας
Τούρκος δεν μπορεί να κρατηθεί κοντά του,
κανείς της
σιδερόπορτας ναυρή το μονοπάτι,
να πα να το μηνύση.
Μόνο κανένας
Χριστιανός, κανένας που το ξέρει
περνά ‘π’
αυτού κρυφά-κρυφά και τον σταυρό του κάνει
με φόβο και μ’ ελπίδα.
Έτσι κ’ εγώ,
βαστούμενη στο πατρικό μου χέρι,
επήγα και
προσκύνησα. Και εδ’ αυτού μ’ εφάνη-
Όχι μ’ εφάνη! Είδα:
Μέσ’ στο
σκοτάδι το βαθύ εν’ άστρο, σαν λυχνάρι,
σάν μία
φλόγα μυστική απ’ τον Θεό αναμμένη,
γαλάζια λάμψη χύνει.
Και φέγγει
την λευκόχλωμη του Βασιλέως χάρη,
πού με
κλεισμένα βλέφαρα εξαπλωμένα μένει
στην αργυρή του κλίνη.
-Απέθανε,
γιαγιά;- Πότε, παιδάκι μου! Κοιμάται,
κοιμάται
μόνο! Την χρυσή κορώνα στο κεφάλι,
το σκήπτρο του στο χέρι.
Και, σαν
παλιοί του σύντροφοι, πιστοί του παραστάται,
στα στήθη τ’
ο Σταυραετός, στα πόδια του προβάλλει
δικέφαλο Ξαφτέρι.
Επάν’ απ’ το
κεφάλι του, η ασπίδα παραστέκει’
κ’ εκεί πού
το χρυσόπλεκτο, το ψηφωτό ζωνάρι
την μέση του κατέχει,
σαν αστραπή
‘π’ απέμεινε χωρίς αστροπελέκι,
ζερβιά, ως
κάτου κρέμεται τ’ αστραφτερό θηκάρι-
μέσα σπαθί δεν έχει!
-Γιατί,
γιαγιά; Πού είναί το; Βαμμένο μεσ’ στο
αίμα,
ακόμ’ ως
τώρα βρίσκεται σ’ ενός αγγέλου χέρι,
στον ουρανόν επάνου…
Ήτανε τότε
που η Τουρκιά την Πόλιν επολέμα.
Μέσα μιά
φούχτα ελεύθεροι, απ’ έξω μύριο ασκέρι
οι σκλάβοι του Σουλτάνου.
Κι’ ο
Μωχάμετ ο ίδιος του πα στ’ άγριό του τ’ άτι:
-Δός μου της
Πόλης τα κλειδιά! Του Κωνσταντίνου κράζει,
και το σπαθί σου δός μου!
-Έλα και
παρ’ τα! λέγ’ αυτός του Τούρκου του μουχτάτη.
Εγώ δεν δίνω
τίποτε! Τίποτ’, ενόσω βράζει
μιά στάλα γαίμα εντός μου!
Κ’ επρόλαβαν
τα λάβαρα, κι’ αρχίνησεν η μάχη!
Σαράντα
μέρες πολεμούν, σαράντα μερονύχτια
χτυπιούνται και χτυπούνε.
οι Τούρκοι
σαν τα κύματα κ’ οι Χριστιανοί σαν βράχοι,
Κι’ ούτε των
Φράγκων προδοσιές, ούτε των φλάρων δίχτυα
τον Βασιλέα σειούνε.
Απ’ τες
σαράντα κ’ ύστερα Θεός τον παραγγέλλει:
-Για του
λαού τα κρίματα, είναι γραφτό να γίνη,
προσκύνα τον Σουλτάνο!-
Μ’ αυτός, το
χέρι στο σπαθί, πεισμώνεται’ δε θέλει!
-Πρίν μπρός
σε Τούρκο τύραννο το γόνατό μου κλίνη
πες κάλλιο ν’ αποθάνω!-
Έξ’ απ’ το
κάστρο χύνεται με σπάθα γυμνωμένη,
και σφάζει
Τούρκων κατοστές κι’ Αγαρηνών χιλιάδες-
Εκείνος κι’ ο στρατός του.
Μά ήτ’
ολίγος ο στρατός, κ’ οι πρώτοι λαβωμένοι!
Επέσαν τ’
αρχοντόπουλα’ έφυγαν οι Ρηγάδες,
κι’ απέμεινεν ατός του.
Όσο τον
ζώνουν τα σκυλιά, τόσο χτυπά και σφάζει,
σαν
πληγωμένος λέοντας, σαν τίγρη της ερήμου,
πού τα παιδιά της σκώσουν.
Μα κεί του
πέφτει τ’ άλογο! Και πέφτ’ αυτός και κράζει:
-Δεν
βρίσκετ’ ένας Χριστιανός να παρ’ την κεφαλή μου,
πρίν πάν και με σκλαβώσουν;
Μιά τρίχα,
και τον σκότωνεν αράπικη λεπίδα!
Μά δεν το
ήθελ’ ο Θεός. Δεν ήθελε ν’ αφήση
των Χριστιανών το Γένος
αιώνια δίχως
βασιλιά κ’ ελευθερίας ελπίδα.
Γι’ αυτό
προστάζ’ έν’ άγγελο να πα να τον βοθήση,
σαν ήταν κυκλωμένος.
Κι’ αυτός
τον Μαύρο λακπατά, τον Βασιλέ γλυτώνει’
το κοφτερό
του το σπαθί του παίρν’ από το χέρι,
τους Τούρκους διασκορπίζει.
Πά στα λευκά
του τα φτερά τον Βασιλέα σκώνει,
μεσ’ στο
πλατύ το σπήλαιο, που σ’ είπα, τόνε φέρει,
κ’ εκεί τόνε κοιμίζει.
-Και τώρα
πιά δεν ημπορεί, γιαγιάκα, να ξυπνήση;
-Ώ, βέβαια!
Καιρούς καιρούς, σηκώνει το κεφάλι,
στον ύπνο τον βαθύ του,
και βλέπ’ αν
ήρθεν’ η στιγμή, πόχ’ ο Θεός ορίσει,
και βλέπ’ αν
ήρθ’ ο άγγελος για να του φέρη πάλι
το κοφτερό
σπαθί του.
-Και θάρθη
ναι, γιαγιάκα μου; -Θάρθη, παιδί μου, θάρθη.
Και όταν
έρθη, τί χαρά στη γη στην οικουμένη,
σ’ όποιους θα ζούνε τότε!
Διπλό τριπλό
θα πάρουμεν αυτό που μας επάρθη,
κ’ η Πόλη κ’
η Αγιά Σοφιά δική μας θενά γένη.
-Πότε, γιαγιά μου; Πότε;
-Όταν
τρανέψης, γιόκα μου, κι’ αρματωθής, και κάμης
τον όρκο
στην Ελευθεριά, συ κι’ όλ’ η νεολαία,
να σώσετε την χώρα,
Τότε θενάρθ’
ο άγγελος κι’ αγγελικαί δυνάμεις,
να μβούνε,
να ξυπνήσουνε, να πούν στον Βασιλέα
πώς ήλθε πιά η ώρα!
Κι’ ο
Βασιλιάς θα σηκωθή την σπάθα του να δράξη,
και,
στρατηγός σας, θενά μβή στο πρώτο του βασίλειο
τον Τούρκο να χτυπήση.
Και χτύπα-
χτύπα, θα τον πα μακρά να τον πετάξη,
πίσω στην
Κόκκινη Μηλιά, και πίσ’ από τον ήλιο,
πού πιά να μη γυρίση!
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ
ΤΑ ΑΠΑΝΤΑ
Τόμος Β΄. Πρόλογος Σπύρου Μελά. Εισαγωγαί Κλέων Παράσχου- Κ. Μαμώνη. Επιμέλεια
Κ. Μαμώνη. Εκδοτικός οίκος Χρίστου Γιοβάνη, Αθήναι 1967, σ.57-60.
ΜΠΟΛΙΒΑΡ,
ένα ελληνικό ποίημα.
«………………………………..
Σαν μιλάς,
φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το πάν,
Από τις
επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια
ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα
χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή
πόλη κοντά στη λίμνη,
Μπολιβάρ,
είσαι ωραίος σαν Έλληνας.
Σε
πρωτοσυνάντησα, σαν είμουνα παιδί, σ’ ένα ανηφορικό καλντιρίμι του Φαναριού,
Μιά καντήλα
στο Μουχλιό φώτιζε το ευγενικό πρόσωπό σου.
Μήπως νάσαι,
άραγες, μιά από τις μύριες μορφές που πήρε, κι’ άφησε, διαδοχικά, ο
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος;
………………………….».
ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, τόμος Β΄, εκδόσεις «Ίκαρος»,
Αθήνα 1977, σελ. 14-15.
ΤΡΙΤΗ – 29 ΜΑΪΟΥ 1453
«…………………………….
Συμβαίνει σ’ όλους τους λαούς κατά τις
κρίσιμες ώρες, στροφή της ιστορίας τους, οπότε η ψυχή τους συγκλονίζεται και
δίνει τη λύση, καλή ή κακή. Οι λαοί τότες ή διαλύονται, ή δείχνουν αδόκητο
θάρρος κι αυτοθυσία (όπως οι Έλληνες του Αλβανικού πολέμου) που σε κάνει ν’
απορείς από πού φανερώθηκε τέτοια θαυμαστή έξαρση. Αλλά εκείνη την 29η Μαϊου
1453, η Ελληνική ψυχή, βρέθηκε εξαντλημένη από έναν υπεράνθρωπο αγώνα και
λύγισε, ανίκανη πιά να δημιουργήσει θρύλο, ανίκανη να δώσει αλησμόνητο παράδειγμα.
Το τραγικό είναι πώς αναγκάστηκε να το δώσει ένας άνθρωπος- ο Κωνσταντίνος
Παλαιολόγος. Αυτός αποφάσισε να πράξει το χρέος του ως το τέλος. Από τη στιγμή
που φώναξε στα παλληκάρια του «εμπρός παιδιά, πάμε να πεθάνουμε!» έγινε το
προσκλητήριο του θανάτου. Δεν ξέρω πολλούς βασιλιάδες να πορεύτηκαν προς τη
θανή, με τόση χαρά, όχι γήϊνη και
προσωρινή χαρά, παρά κάποια άλλη, βαθύτερη αιώνια, που δεν μπορεί να τη
νιώσεις χωρίς να εγκαταλείψεις τη ζωή.
Μετά την απομάκρυνση του Ιουστινιάνη και των
Γενοβέζων, δεν απόμενε στον εχθρό άλλο εμπόδιο, παρά ο βασιλιάς και η
σωματοφυλακή του. Αυτοί οι απροσκύνητοι στάθηκαν πίσω από τις επάλξεις του
Αγίου Ρωμανού, το σπουδαιότερο κέντρο της μάχης, κι εξακολούθησαν να
υπερασπίζονται με το θάρρος της απόγνωσης τα ερείπια. Ωστόσο ο Μωάμεθ, στην
άλλη μεριά της τάφρου, νευριασμένος από τις περιπέτειες μιάς μάχης που έγερνε
προς την αποτυχία, παρακολούθησε με καρδιοχτύπι κάτι που συνέβαινε στον
Περίβολο του Αγίου Ρωμανού. Δεν μπόρεσε να καταλάβει τί ακριβώς γινόταν εκεί,
πρόσεξε όμως την αιφνίδια εξαφάνιση των θωρακοφόρων της Γένοβας, γιατί δεν
έβλεπε να γυαλίζουν τώρα στον ήλιο οι θώρακές τους. Δραστήριος κι ανοιχτομάτης
καθώς ήταν μυρίστηκε αμέσως ότι είχε φτάσει η ψυχολογική στιγμή, που με τόση
λαχτάρα περίμενε, πώς οι μοίρες κλώθαν τώρα το πεπρωμένο κατά τη δική του
βούληση. Πήδησε από την θέση του και, πηγαίνοντας προς τα δύο τάγματα που
κρατούσε εφεδρεία, φώναξε δυνατά, σα να διαλαλούσε το θρίαμβό του:
-«Φίλοι μου, γίναμε κύριοι της Πόλης, την
επήραμε σας λέω! Φεύγουν μπροστά μας οι Γκιαούρηδες, δεν αντέχουν άλλο. Λίγος
κόπος χρειάζεται και νικήσαμε. Μη στέκεστε, ορμήστε μαζί μου να μπούμε στην
Πόλη».
Είπε και στ’ αλήθεια τρόχασε πρώτος ο
σουλτάνος μ’ όλο το επιτελείο και τους γενίτσαρους. Σαν έφτασαν στην τάφρο, οι
στρατιώτες του φιλοτιμήθηκαν να τον προσπεράσουν και ξεχύθηκαν σα λυσσασμένα
σκυλιά να καβαλήσουν το σταύρωμα. Εκεί ξανάρχισε σκληρότατος αγώνας, ενώ πρίν
είχε κάπως κοπάσει. Καλά κατάλαβε ο Μωάμεθ πώς δεν υπήρχε πιά φρούριο, τείχος ή
πύργος. Ένα εμπόδιο σταματάει το στρατό του- η ελληνική καρδιά. Όσοι Αγαρηνοί
κι αν πλησίαζαν τις επάλξεις δεν κατάφερναν να σταθούν απάνω. Μόνο ένας
γενίτσαρος από το Λοπάδι της Βιθυνίας, ο Ουλουμπατλή Χασάν, έμπηξε στ’ ονομαστό
σταύρωμα τη σημαία του και διατηρήθηκε σπαθίζοντας κάμποσην ώρα εκεί, για να
μπορέσουν κι άλλοι γενίτσαροι να πλησιάσουν. Γύρω τους έγινε τότε μεγάλος
αγώνας, ωσότου οι «Καβαλάριοι» κατάφεραν να χτυπήσουν τον Χασάν στο κεφάλι, κι
όχι μόνο γονατιστόν να τον αποτελειώσουν, αλλά και τους συντρόφους του να τους
ρίξουν κάτω. Πάλι κρατήθηκε ασάλευτη η γραμμή της άμυνας, πάλι δεν άφησαν την
τούρκικη πλημμύρα να ξεχειλίσει. Όταν ο Μωάμεθ είδε πώς οι στρατιώτες που
μάζεψε δεν αρκούσαν, για να περάσουν στην Πόλη, έστειλε τους πασάδες του να του
φέρουν αμέσως τα καλύτερα παλληκάρια του στρατού. Αδιαφορούσε για τους άλλους
Πύργους, γιατί ένιωθε πώς εδώ, στου Ρωμανού, με ρημαγμένα τα τείχη και
λιγοστούς τους υπερασπιστές, εδώ ήταν το άνοιγμα που πρόσμενε. Μιάν ώρα; Δυό
ώρες ακόμα θ’ άντεχαν; Κι αλήθεια, όσο προχωρούσε το πρωί, τόσοι περισσότεροι
γεροδεμένοι Τούρκοι πρόστρεχαν στην επίθεση κι ανέβαιναν με πείσμα τίς σκάλες,
επειδή στεκόταν κοντά τους και τους έβλεπε ο σουλτάνος. Γενίτσαροι και
βαζιβουζούκοι, πειθαρχημένοι κι άτακτοι, μουσουλμάνοι κάν χριστιανοί, όλοι
δείχνανε προθυμία, ελπίζοντας να τους προσέξει ο Πατισάχ και να λάβουν τιμές
και χρήματα.
Το αφήγημα του αγώνα των υπερασπιστών, από
δω και πέρα, καταντάει δραματικό. Το ακαταμάχητο θάρρος τους δεν αρκούσε, γιατί
ρίχνονταν καταπάνω τους πιό πολλοί εχθροί απ’ όσους πρόφτασαν να σκοτώσουν. Ο
Κωνσταντίνος για να μην εμποδίζεται στις κινήσεις τους, πέταξε την
αυτοκρατορική στολή και παλεύει τώρα με το πουκάμισο. Το πρόσωπό του τόχει
χαλάσει, τόχει ζαρώσει πιά η κούραση.
Γύρω του αγωνίζονται αποφασισμένοι να πουλήσουν ακριβά τη ζωή τους,
λίγοι, απελπιστικά λίγοι, που δεν περιμένουν από πουθενά βοήθεια, κι όμως
κάποια βοήθεια τους έρχεται. Είναι ο Δημήτριος Καντακουζηνός πού, μόλις έμαθε
την αναχώρηση του Ιουστινιάνη και των Γενοβέζων, μάντεψε σε τί κρίσιμη θέση θα
βρισκόταν ο βασιλιάς του, και βιάστηκε να του παρασταθεί, αφήνοντας τη φύλαξη
της Κερκόπορτας σ’ έναν αξιωματικό. Τούτη η επικουρία έδωσε μιάν αναπνοή στους
σωματοφύλακες, μα η κατάσταση δεν αργεί να γίνει της απελπισίας, αφού πολλοί
απ’ αυτούς σκοτώνονται, ενώ οι Αγαρηνοί ολοένα πληθαίνουν. Ο Κωνσταντίνος
πληγώνεται στο πόδι από σπαθιά Τούρκου που τον είχε ξεκάνει ο ίδιος, κι ενώ τον
νόμιζε πεθαμένο, αυτός, πρίν ψυχοπαραδώσει, πρόφτασε και τόνε λάβωσε.
Τέλος τάγμα από νεοφερμένους γενιτσάρους
σκαρφαλώνει το σταύρωμα και χιμάει καταπάνω στους τελευταίους υπερασπιστές. Η
άμυνα «μέχρι εσχάτων» θρυμματίζεται. Όσοι απόμειναν ζωντανοί κυκλώνουν τον
αυτοκράτορα, για να υπερασπιστούν το ιερό του πρόσωπο. Κανένας δεν σκέπτεται
τον εαυτό του, όλοι κάνουν μιά τελευταία προσπάθεια να σωθεί ο αυτοκράτορας, μα
η μαρτυρική θυσία τους είναι ασθενικό ανάχωμα για να κρατήσει τον αφηνιασμένο
τούρκικο χείμαρρο. Ο ένας μετά τον άλλον θανατώνονται. Η τελευταία εξάδα, γύρω
του, κάνει θαύματα αντρειοσύνης. Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και άρχοντας Βρανάς
φωνάζουν «εμπρός! Εμπρός» κι όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, σπρώχνουν πέρα τα
πρωτοπαλλήκαρα του Μωάμεθ. Ο Δόν Φραγκίσκος Τολεδάνος, σαν τρελός σκίζει με τα
δόντια τους γενίτσαρους, όσους δεν προφταίνει να κόψει με το σπαθί. Ο Ιωάννης
Δαλμάτης με τον πιστό Καντακουζηνό και το γιό του Μεγάλου Δομέστιχου Ματθαίο
Σγουρομάλλη, αετοί στην γρηγοράδα, ξεκάναν όσους πλησιάζουν τον αυτοκράτορα.
Ολόγυρα σ’ αυτή την εξέδρα μαζεύονται πολλοί εχθροί, όμως ακόμη περισσότεροι
προσπερνάνε βιαστικοί για να κατεβούν στην Πόλη να λαφυραγωγήσουν. Ο
Κωνσταντίνος που το βλέπει φωνάζει: «Η Πόλη κυριεύεται κι εγώ ζω ακόμη;». Δεν
υποφέρει να τον πιάσουν οι Τούρκοι ζωντανό. Ξεφεύγει από τον προστατευτικό
κύκλο των συντρόφων του και ορμά μέσα στην πύκνα των εχθρών, για να σκοτώσει
και να σκοτωθεί. Ο ιδρώτας τρέχει από κάθε πόρο του. Τα μακριά μαλλιά του
σαλεύουν καθώς κουνά γρήγορα, δεξιά- αριστερά το κεφάλι, λές κι είναι φίδια
εξαγριωμένα. Από μικρός στάθηκε δεινός ξιφομάχος, έτσι καταφέρνει ν’ αντιμετωπίζεται
από τα αίματα των Αγαρηνών, βρίσκεται παντού, λες κι ο Κωνσταντίνος, δεν
βαστάει μόνο ένα, παρά δέκα σπαθιά. Κάποια μυστική δύναμη ακτινοβολά από τον
ψηλό άντρα, το βασιλιά, που αθλητικός και τεχνίτης στον αγώνα, κοπανάει τον
εχθρό με βαριούς χτύπους. Ξέρουν οι Τούρκοι πώς δε θα γλυτώσει, θα τον
σκοτώσουν, ωστόσο καθένας τους διστάζει να τον πλησιάσει. Για ν’ αποφύγει το
χατζάρι κάποιου γενίτσαρου, φέρνει ο Κωνσταντίνος τ’ αριστερό χέρι μπροστά, που
σκίζεται ως το κόκκαλο και τον απογεμίζει αίματα.
Το δραματικότερο θέαμα αυτής της τραγικής
σε ανισότητας μάχης, είναι ο θάνατός του. Κατά τις 10 το πρωί ο βασιλιάς έχει
απομονωθεί. Σαν σε όνειρο μισοκαταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του, γιατί μόλις
προλαβαίνει ν’ αποκρούει τα χτυπήματα των εχθρών. Θολά βλέπει να πέφτουν ο
Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Τολεδάνος κι ο Σγουρομάλλης. Έχει χάσει από μπροστά του
τον Δαλμάτη και τον Καντακουζηνό. Στην αγωνία του αναστενάζει.
-«Δεν υπάρχει κανένας χριστιανός να πάρει το
κεφάλι μου;»
Όχι, δεν υπάρχει. Ένας γενίτσαρος του σκίζει
όλο το μέτωπο και τα αίματα του κλείνουν τα μάτια. Τετέλεσται. Καθώς δεν μπορεί
τίποτα πια να δει, δέχεται δύο ακόμα χτυπήματα και πέφτει νεκρός. Κατάμονος.
Δεν ήταν τούτο θάνατος αυτοκράτορα, με γύρω φρουρά, με σάλπιγγες και τη
βασιλική πορφύρα για σάβανο. Ο Κωνσταντίνος αγωνίστηκε σαν κοινός στρατιώτης.
Έτσι ο θάνατός του πέρασε απαρατήρητος. Κανένας Τούρκος, που θάπαιρνε
κολοσσιαία αμοιβή αν πήγαινε το κεφάλι του στο σουλτάνο, δεν φαντάστηκε πώς ο
μεσόκοπος άντρας, με το καταματωμένο πουκάμισο, ήτανε βασιλιάς. Σαράντα οχτώ
χρονών.
Τα όνειρά του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
δεν τα πήρε μαζί του στον τάφο. Έγιναν όνειρο του Γένους, κληρονομιά για τους
αυριανούς σκλάβους που τους εξαγόραζε τη δουλεία. Έδωσε στους Έλληνες καθαρή
γραμμή πορείας. Ο θάνατός του στερνή λάμψη, που όμως μετατράπηκε σε δυνατό φώς
και το Έθνος, μ’ ευλάβεια το κράτησε άσβεστο επί αιώνες. Ο σπόρος που έσπειρε,
ύστερα από πολλά χρόνια μαύρης σκλαβιάς, άνθισε και ξαναβρήκε το δρόμο της η
Φυλή. Η ταπεινή θανή του έμοιασε με νίκη, γιατί βοήθησε να σταθεί το μεγάλο
έργο- η ελευθερία μας.
Όπως οι αληθινοί ήρωες έτσι κι ο
Κωνσταντίνος μετά το θάνατό του, αναστήθηκε στον μυστικό κόσμο της καρδιάς των
ανθρώπων. Η λαϊκή ευαισθησία ένιωσε το μεγαλείο του και τον αποθανάτισε. Πεντακόσια
χρόνια τώρα ο Κωνσταντίνος θρηνείται και μοιρολογιέται, όσο κανένας άλλος γιατί
ο λαός ποτέ δεν παύει να ξαναζεί τα παραμύθια του. Δεν έχει τόση σημασία τι
έφτιαξαν οι τρανοί βασιλιάδες ενόσω ζούσαν, όσο τι άφησαν πίσω τους
πεθαίνοντας. Το έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου μετριέται όχι με το τι πέτυχε
ζωντανός (κανένας δεν μπορεί να τον κατηγορήσει, επειδή γεννήθηκε κάτω από
άτυχο αστερισμό), αλλά για τον συγκλονιστικό θρύλο που χάρισε ο θάνατός του,
θρύλο που δεν έχει όμοιό του στην ιστορία. Σε ποιόν άλλο τόπο υπάρχει παράδοση
ενός «Μαρμαρωμένου βασιλιά» πού Άγγελος Κυρίου τον άρπαξε και τον φυλάγει, για
να τον αναστήσει, όταν έρθει το πλήρωμα του Χρόνου;
Ευτύχημα για το Έθνος ότι ο Κωνσταντίνος ο
ΙΑ΄ βρέθηκε στο θρόνο το έτος της καταστροφής. Χάρη σ’ αυτόν, το ξέπνοο
Βυζάντιο, πριν σβήσει, ξάφνιασε τον κόσμο με τον ηρωισμό του, ώστε στο τέλος
της Νέας Ρώμης να σταθεί λαμπρότερο από το ντροπιασμένο τέλος της Αρχαίας. Και
μαζί με τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα, είχε ο Κωνσταντίνος το βασιλικότερο θάνατο που
μπορεί να ποθήσει ηγέτης.
ΧΡΗΣΤΟΣ
Π. ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, 7η έκδοση, εκδόσεις
Βιβλιοπωλείο της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 2013, σελ.304-309.
ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ
ΧΡΟΝΙΚΟΝ
Μνημόσυνο στον Παλαιολόγο
-ΤΡΙΤΗ 1
ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 25 της Πολιορκίας του Βυζαντίου, σ. 11-17.
«Είτανε 6 του Απριλίου, μέρα Παρασκευή,
πεντακόσια είκοσι χρόνια σωστά πριν από μας.
Στις 6 του Απρίλη 1453, ο αυτοκράτορας των
χριστιανών Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος άφησε το παλάτι της Βλαχέρνας, «το Υψηλόν
Παλάτιον» όπως τόλεγαν, γιατί είτανε σε θέση πολύ ψηλή, μαγευτική, αφού πρώτα
αποχαιρέτησε τους δικούς του υπηρέτες, παλατιανούς και συγγενείς. Όλοι τους
κλαίανε και του φιλούσανε τα χέρια και τον κοιτούσαν λυπημένοι, θαρρείς κι’
έφευγε σ’ εκστρατεία μακρινή. Τόξεραν πώς πήγαινε στη θέση της τιμής όπως
ταίριαζε στη σειρά και στην τάξη του, όμως ξέρανε ακόμα πώς είταν φόβος να μην
ξαναγύριζε. Αν με τη δύναμη του Θεού νικούσε τους βαρβάρους, τότε θα τον
δεχόταν πάλι το Υψηλόν Παλάτιον. Μ’ αν οι εχτροί νικούσαν, τότε δε θα
ξαναπατούσε το κατώφλι του. Και δε θα τον ξανάβλεπαν ποτέ.»
-ΤΕΤΑΡΤΗ 2
ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 26η της Πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.18-24
«…Με
φαρμακωμένο πόνο στην καρδιά μετρά ο Κωνσταντίνος τους λιγοστούς τοξότες,
θωρακοφόρους, φρουρούς έναν εδώ έναν παρέκει. Μετρά κι’ αναθυμάται τον αριθμό
γραμμένο με μεγάλα ματωμένα γράμματα στην μνήμη του, άσβηστον. Κάθε φορά
θαρρεί- τον βλέπει όπως εκείνη τη στιγμή που του τον παρουσίασαν οι γραμματικοί
του: Τέσσερεις χιλιάδες εννιακόσιοι εβδομήντα τρείς (4.973) ντόπιοι μαθημένοι
και αμάθητοι. Δυό χιλιάδες ακόμα ξένοι που τόχαν για πατρίδα τους το ξακουστό,
το ευτυχισμένο Βυζάντιο. Άλλοι πάλι που ήρθανε με τη διάθεσή τους για να
βοηθήσουνε βλέποντας τη μεγάλη ανάγκη. Κι’ όλοι τούτοι μιά χούφτα Ιταλοί-
Γενοβέζοι πιότερο και Βενετσιάνοι-πενήντα Ρωμαίοι που έστειλε όλο- όλο για
βοήθεια ο Πάπας, καναδυό Σπανιόλοι και λιγοστοί Τούρκοι μισθοφόροι. Κι’
απέναντι- μόνο σε μιά μεριά- ξέρει ο Αυτοκράτορας, πώς στρατοπέδευσαν εχτροί
ψημένοι σε πολέμους με τα λαμπρά φουσάτα τους και πλούτος μπόλικο. Είναι εκεί
αντικριστοί στις τρείς Πόρτες και καρτερούν την ώρα ο Μπεϊλερμπέης της Ανατολής
Ισαάκ πασάς μαζί μ’ έναν άλλο Ανατολίτη τον Μαχμούτ, άντρα σημαντικό και πιο
υποληπτικό απ’ όλους τους Οθωμανούς άρχοντες.
Αποφασισμένος και σιωπηλός σταματάει κάθε
τόσο ο Πολέμαρχος Βασιλιάς στον καθένα από τους 95 Πύργους που βρίσκονται στο
πέρασμά του…».
-ΠΕΜΠΤΗ 3
ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 27η της Πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.25-30
«Πολλούς αιώνες τώρα η Αυτοκρατορία
βρίσκεται στενεμένη από θάλασσα. Πάνε χρόνια πολλά που δεν εξουσιάζει πλέον
αυτή τα πέλαγα. Πάνε αγύριστοι οι καιροί που ξάπλωνε τη δύναμή της από την
Περσία ως τις Άλπεις, από τη Μαιώτιδα ως την Αχρίδα, τον Πόντο και τη Μεσόγειο.
Και κάποτε, όταν εκείνος ο κραταιός Ιουστινιανός νικούσε, οι Βυζαντινοί αετοί
κυμάτιζαν στις Βαλεαρίδες και στην ωραία Κύπρο αντάμα.
Όλα τούτα, τώρα φαντάζουνε σαν παραμύθια
απίστευτα και το κράτος μαζεύτηκε μόνο στην τεράστια τριγωνική πολιτεία που
στέκεται πανέμορφη πάνω στους εφτά λόφους της. Ακόμη και ο Γαλατάς απέναντί
της-δυό πατημασιές δρόμο- είναι στα χέρια των Γενοβέζων που κάνουνε μπρος τον
φίλο και στα κρυφά δίνουνε χέρι στο Σουλτάνο.». Και: «στη θάλασσα, μετά την
Υπεραγία Θεοτόκο, έχουν, τα θάρρη τους οι ογδόντα χιλιάδες ψυχές της
Κωνσταντινούπολης.».
-ΤΕΤΑΡΤΗ 9
ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 33η της πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.57-62
«Από τη μιά οι αποπνευματημένοι οπαδοί της
πιο πνευματικής θρησκείας που γνώρισε στην ιστορία της η γερασμένη τούτη
σφαίρα. «Αγάπα τον Πλησίον σου». Και μαζί η απάρνηση του σώματος, τα πετάγματα
σε χώρους λαμπρούς όπου κυριαρχεί το πνεύμα και οι μυστικές ανησυχίες του.
«Πνεύμα ο Θεός». Και συνέχεια το κυνηγητό της σάρκας, το ξεντύσιμο του ανθρώπου
από το περιττό, το μισητό σχεδόν φορτίο του σώματος. Με το να μουρμουρίζει, να
ψέλνει, να υμνεί, αιώνες το Βυζάντιο ευχές τέτοιες: «Τάς της σαρκός
επαναστάσεις κατάστειλον και πάν γεώδες και υλικόν φρόνημα κοίμησον» έφτασε να
το θάψει το γεώδες και το υλικό που βρίσκεται μέσα σε κάθε ζωντανό πλάσμα του
καλού Θεού.
Τώρα βροντά, βρουχιέται τρομαχτική στο
ξεχείλισμα της η περιφρονημένη δύναμη του άσκεπτου ζώου. Είναι εκεί έξω,
περιμένει παμφάγα η μυριοκέφαλη μάζα-τα στρατεύματα της Ανατολής, της Ρούμελης
τ’ ασκέρια, οι κένταυροι καβαλαραίοι, οι Μπασιμπουζούκοι και οι άκαρδες εκείνες
μηχανές που ονομάζονται γενίτσαροι, δίχως υποψία να τους βαραίνει καμμιά πώς
παραπέρα από το σώμα υπάρχει και κάποια ανησυχία που λέγεται «πνεύμα».
Εκτός από τα πανίσχυρα οικονομικά αίτια,
ιδού που τ’ οδήγησε η υπερβολική λατρεία του πνεύματος, το κραταιό, κάποτε
Βυζάντιο. Μικρολογία, λογομαχία, γύρω σε μάταιες, άπιαστες σκιές. Στενόκαρδος
φανατισμός, προσήλωση στον τύπο. Τύπος και δόγμα ενώ η ζωή ολόγυρα η βάρβαρη,
πλάθει δικούς της τύπους και δόγματα και νόμους καταπώς θέλει αυτή στην
παντοδυναμία της. Γκρεμίζονται πίσω οι αιώνες, μπροστά ανοίγονται κόσμοι
καινούριοι και τώρα δίχως πηγή ζωής ψάχνει το απομεινάρι της Κοσμοκράτειρας που
νάβρει τόπο να πιαστεί.».
-ΠΕΜΠΤΗ-ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
17-18 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 41η -42η της πολιορκίας του Βυζαντίου, σ. 91-94
«Η ζωή μέσα στο πολιορκημένο Βυζάντιο μέρα
με την μέρα πνίγει όλο και πιο αβάσταχτη. Κι’ όλα μαρτυρούνε πώς θα πηγαίνει
έτσι από το κακό στο χειρότερο. Ποιός από τους δυό θ’ απαυδήσει πρώτος; Οι
ογδόντα αποκλεισμένες χιλιάδες με τους αρρώστους, τους ανάπηρους, τους
γέροντες, τα παιδιά ή οι τριακόσιες από τάλλο μέρος; Τριακόσιες χιλιάδες άντρες
γεροί, σκληροί, πάνω στα νιάτα τους οι περισσότεροι. Και με πλούτη και με
εφόδια άσωστα. Η Μικρασία η γόνιμη, από τα βάθη της ως τα παράλια, κι’ η Θράκη,
τα νησιά στέλνουν τα χρειαζούμενα. Βουνό φτάνουν τα άλευρα, η ξυλεία, τα ρούχα,
η μπαρούτη, οι τροφές. Σύνεργα για τον πόλεμο, ζώα, άνθρωποι παραπανιστά,
περίσσια, χύνονται αλύπητα. Οχτακόσιες χιλιάδες χτήνη, μικρά μεγάλα, βοηθούνε
με τον τρόπο τους κι’ αυτά. Και σακούλια το μάλαμα, το ασήμι για τις πληρωμές.
Χώρια πιά οι αρπαγές και τα χαρίσματα που δίνουνε με το στανιό οι φοβισμένοι
υπήκοοι. Αυτά κι’ αυτά υπολογίζουν ώρες-ώρες οι πολιορκημένοι χριστιανοί και
μαύρη απελπισία τους ποτίζει. Ο θρήνος τους ξεσπάει πικρός γιατί θρηνούν τον
ίδιο τον εαυτό τους. Δεν είναι να γλυτώσουν όσο κι αν πολεμούν. Υποψία πώς θα
βαρεθούν ποτέ οι εχτροί, δεν χαράζει από πουθενά. Εκτός πιά αν φανεί βοήθεια.
Μα και η θαμπή ελπίδα τούτη μέρα με τη μέρα ξεμακραίνει. Με τον καιρό μάλιστα
φαντάζει πιά ολότελα απίστευτη.».
-ΚΥΡΙΑΚΗ 20
ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 44η της πολιορκίας του Βυζαντίου.
«Ποτέ ένα κράτος δεν αντιμετώπισε εχτρούς
τόσους, όπως το περιλάλητο Βυζάντιο κι’ όμως με την αχτινοβολία του κατάφερνε
πολλές φορές τα πρωτόγονα στίφη ν τα μεταμορφώνει σε έθνη. Τώρα πλανιέται πια
γι’ αυτό το ίδιο ο φόβος πως τα στίφη πάνε να το καταπιούνε. Να σβήσουν, όχι
μια ή πολλές πόλεις, αλλά μια Ιδέα.
Να αποβάλλουν από τις σελίδες της ιστορίας
τη Μεγάλη Ανατολική Αυτοκρατορία.»
-ΔΕΥΤΕΡΑ 21
ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 45η της πολιορκίας του Βυζαντίου.
«Με άοκνη επιμονή το Ισλάμ κατάκτησε
σιγά-σιγά, τα παλαιά δεκαέξι θέματα της Μικράς Ασίας, της μάνας που επί αιώνες
έθρεψε με τον ανθρώπινό της πλούτο την Αυτοκρατορία όλη.»
Και
«Κι ας είναι
όλη η ιστορία του Βυζαντινού κράτους μια ασταμάτητη πορεία μέσα στον κίνδυνο.
Κίνδυνος από εσωτερικούς εχτρούς, ιδέες καινούργιες, αγώνες ανάμεσα σε τάξεις,
εκκλησιαστικά σχίσματα, διαμάχες θρησκευτικές, που χρονίζουν και ταράζουνε το
μεγάλο οικοδόμημα ως τη ρίζα του. Επικίνδυνες επαναστάσεις στρατηγών και
μισθοφόρων, ταραχές από την κληρονομική διαδοχή στον επίζηλο θρόνο, από την
αρπαγή της εξουσίας ή την εκλογή Ελέω Θεού. Κι’ απ’ έξω όλες οι οροσειρές της
γνώριμης οικουμένης ξεχύνανε ρεύματα παγωμένα και άγριες ορδές, που κατέβαιναν
αλλόφρονες από τη μανία της αρπαγής.».
-ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
25 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 49η της πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.134-140
«Μάθε,
σεβαστέ βασιλιά των χριστιανών, άρχισε ο Ισμαήλ Χάμψα, όταν τέλειωσαν τα
καλωσορίσματα και οι τυπικές ευγένειες, ότι όλα τάχουμε ετοιμασμένα για τη
μεγάλη έφοδό μας. Τη νίκη την έχουμε σίγουρη από πριν γι’ αυτό καλύτερα να μας
αφήσεις την πόλη αχάλαστη. Ο Πολυχρονεμένος Αυθέντης μου σου δίνει εγγύηση,
ό,τι θέλεις, πώς είσαι ελεύθερος κι’ εσύ και οι συγγενείς σου να φύγετε με τα
υπάρχοντά σας. Κι’ όσοι από τους κατοίκους θέλουν να σε ακολουθήσουν είναι στη
θέλησή τους να το πράξουνε. Δίνει ακόμη ο τιμημένος Κύριός μου να ηγεμονεύεις
στην Πελοπόννησο κάτω πάντα υπό την Υψηλή του επικυριαρχία. Έτσι θα γλιτώσεις
τη ζωή σου και τη ζωή των άλλων. Αν όμως επιμένεις να συνεχιστεί ο πόλεμος τότε
και η πόλη θα καταστραφεί κι’ εσείς όλοι θα χαθείτε. Οι κάτοικοι θα σφαγούνε
και οι γυναίκες, οι θυγατέρες σας, τα παιδιά θα πουληθούνε σκλάβοι στα πέρατα
της οικουμένης».
Τότε ο
Αυτοκράτορας στράφηκε στη Σύγκλητο και τους μεγιστάνες που είχανε συγκεντρωθεί
ν’ ακούσουν τις επίσημες προτάσεις του εχτρού, πήρε τη γνώμη τους κι’
αποκρίθηκε αξιόπρεπα:
«Να πεις του Υψηλού Αυθέντου σου Αμηρά Χάμζα,
αν θέλει να ζήσει μαζί μας, σαν καλός γείτονας ειρηνικά, όπως έζησαν οι
πρόγονοί του, θα δοξάσουμε το Θεό. Εκείνοι λογάριαζαν και τιμούσαν τους δικούς
μου γονείς σαν πατέρα τους. Και την πόλη αυτή που βλέπεις σαν πατρίδα. Σε
στιγμές δύσκολες του βίου, σ’ αυτήν εδώ βρίσκανε άσυλο και καταφυγή. Ας
κρατήσει ακόμη και τα φρούρια που μας άρπαξε και τη δική μας γη κι’ άς τα έχει
ως δίκαια παρμένα. Τον ετήσιο φόρο που θα πληρώνουμε άς τον ορίσει ανάλογο με
τους μικρούς μας πόρους. Και άς γυρίσει πίσω στο καλό. Γιατί που το ξέρει αν
νομίζοντας πώς θα κερδίσει, βρεθεί άξαφνα ζημιωμένος!».
-ΤΡΙΤΗ 29
ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 53η της πολιορκίας του Βυζαντίου
«Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
πέφτει ανάμεσα στο μέγα πλήθος των μαχητών που έδωσαν τη ζωή α υ τ ο π ρ ο α ι
ρ έ τ ω ς για μα υπερασπίσουν την
περικαλλή πατρίδα και την Πίστη εις Εκείνον που υπόσχεται Νομήν της ψυχής
αιωνίαν.
«Ην δε πάσα
η ζωή του αοιδίμου εν βασιλεύσι και γαληνοτάτου και μάρτυρος τούτου χρόνοι
τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρείς και ημέραι είκοσι».».
ΤΑΤΙΑΝΑ
ΣΤΑΥΡΟΥ
Σημειώσεις Ανθολογίου:
«…. Ο έσχατος βασιλιάς Κωνσταντίνος ο
ΙΑ΄ ανέβαινε στην εξουσία το 1449 μέσα σε δραματικές συνθήκες. Καθώς οι
αντιτιθέμενοι στην ένωση με τη Ρώμη άρχισαν λυσσασμένη επίθεση ενάντια στον
βασιλιά και ενάντια στους οπαδούς της συμφωνίας με τους καθολικούς, μια μερίδα
της βυζαντινής αντιτάχθηκε σε κάθε βοήθεια από τη Δύση, παρά το γεγονός ότι τα
τουρκικά στρατεύματα προχωρούσαν προς την Κωνσταντινούπολη και την
περικύκλωναν. Απέναντι από τον πύργο της Ανατολίας (Αναντολού Χισσάρ), που τον
είχε χτίσει ο Βαγιαζήτ Α΄ στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, ο Μωάμεθ Β΄ μόλις
ανακηρύχθηκε σουλτάνος το 1451, κατασκεύασε στην ευρωπαϊκή ακτή, τον πύργο της
Ευρώπης (Ρούμελη Χισσάρ) απαγορεύοντας με τον τρόπο αυτό, κάθε πέρασμα πλοίου
από το Βόσπορο. Σε λίγο ο τουρκικός στρατός περικύκλωνε την πόλη….». Robert Mantran, «Η Καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη τον αιώνα του Σουλεϊμάν του
Μεγαλοπρεπούς», μτφ. Γιάννης Αγγέλου, εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα 1991.
1., Στο ίδιο
Βυζαντινό κλίμα είναι και τα ποιήματα του Γεωργίου Βιζυηνού: «Το Μπαλουκλί (Τα ψάρια της
Ζωοδόχου Πηγής)», σ. 50 και «Η Αγία Σοφία» σ.51. Ο «τελευταίος Παλαιολόγος»
περιλαμβάνεται στην συλλογή του Γεωργίου Βιζυηνού «Ατθίδες αύραι» σελ. 455-626
του Β΄ τόμου των Απάντων του. Η συλλογή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά με τίτλο «Συλλογή
ποιημάτων Γεωργίου Μ. Βιζυηνού, μετά μιάς εικόνος υπό Alph. Legros εν Λονδίνω, Trubner and Co 1883.
2., Ο
σουρεαλιστής ποιητής και εικαστικός Νίκος
Εγγονόπουλος δεν έχει υφάνει ξεχωριστό ποίημα για τον τελευταίο αυτοκράτορα
του Βυζαντίου Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ούτε έχει δημοσιεύσει τίτλο ποιήματός του
με το όνομά του. Υπάρχει μόνο αναφορά του ονόματος του βυζαντινού αυτοκράτορα
στην γνωστή σύνθεσή του «Μπολιβάρ ένα
ελληνικό ποίημα» που κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 1944. Σε άλλες
του μεταγενέστερες χρονικά ποιητικές του συλλογές συναντάμε ποιήματά του με
σύγχρονες εντυπώσεις και σκέψεις του για την Κωνσταντινούπολη. Όπως π.χ. το
«Ενθύμιον της Κωνσταντινουπόλεως» από την συλλογή του «Η Επιστροφή των πουλιών»
έκδοση του 1946 αφιερωμένη στον «Ι. Ν.», σελ. 116. Ή το ποίημά του για την
βυζαντινή αυτοκρατόρισσα, την «Θεανώ» σ. 77 της ίδιας συλλογής, ενώ για την «Η
«ωραία Μαρίκα η Πολίτισσα»» μας μιλά στο ποίημά του «Αμαζόνες» σ. 45 της
συλλογής του «Μην ομιλείτε εις τον Οδηγόν» στον Α΄ τόμο των ποιητικών του
Απάντων. Την εικόνα της Κωνσταντινουπόλεως την συναντάμε και στο πολύστιχο
ποίημά του «Η Βυκάνη» όπου και οι Κωνσταντινουπολίτικες ρίζες του διαβάζουμε: «Συνέπεια: εις την Κωνσταντινούπολη
γεννήθηκε ο πατέρας μου…» μας λέει στο ποίημά του με μότο της γαλλίδας
ποιήτριας Κόμησσας ντε Νοάϊγ. σελ. 98-100 της συλλογής του «Στην Κοιλάδα με
τους Ροδώνες» Ίκαρος 1978, ενώ ο βυζαντινός στρατηγός Φλάβιος «ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ»
φιγουράρει στο ομότιτλο ποίημα της σελίδας 161.
3., Το ιστορικό μυθιστόρημα του Χρήστου Π. Ζαλοκώστα, αποτελείται από
12 κεφάλαια και τον μονοσέλιδο Πρόλογο του πεζογράφου. Εκδόθηκε για πρώτη φορά
το 1966, έκτοτε, έτυχε πολλών επανεκδόσεων. Αντιγράφουμε μερικές ελάχιστες
ακόμα θέσεις του συγγραφέα από το έργο: «Πέρ’ από το Βυζάντιο, εκείνη την
εποχή, δεν υπήρχε παρά το χάος.» μας λέει ο Ζαλοκώστας. Και παρακάτω: «Το
Βυζάντιο στάθηκε το πρώτο κράτος που έδειξε κατανόηση στις ανάγκες της
φτωχολογιάς. Είχε φιλανθρωπία που θα τη ζήλευε και σύγχρονος λαός. Δίπλα στο
βασιλιά υπήρχε ο «Επί των δεήσεων» που του παρουσίαζε, όποιο λαϊκό ή φτωχό,
ζητούσε βοήθεια, και διόριζαν «Ορφανοτρόφο», είδος υπουργού Προνοίας, για να
φροντίζει όχι μόνο τα ορφανά, μα και κάθε απόκληρο της ζωής. Σπουδαία ποσά του
χορηγούσε το Δημόσιο Ταμείο. Έτσι ποτέ δεν πείνασαν οι κακότυχοι στην
Κωνσταντινούπολη, ούτ’ έγιναν στάσεις από φτώχεια, μολονότι αδιάκοποι πόλεμοι
και λεηλασίες συχνά φέρνανε σε απόγνωση τον κοσμάκη. Υπήρχαν θαυμάσια
νοσοκομεία που τα υπηρετούσαν αριστοκράτισσες…..» σ. 11.
4., ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ, ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ. ΧΡΟΝΙΚΟΝ Μνημόσυνο
στον Παλαιολόγο. Έκδοση του Βιβλιοπωλείου της «ΕΣΤΙΑΣ» χ.χ. σελίδες 182.
Το Χρονικό της συγγραφέως Τατιάνας Σταύρου,
κατά την κρίση μας, είναι από τα ωραιότερα πεζά που έχουν γραφτεί για την Άλωση
της Κωνσταντινούπολης και τον τελευταίο της αυτοκράτορα. Ο φιλέρευνος και
ενδιαφερόμενος για το Βυζάντιο φιλαναγνώστης και την πρόσληψή του από την
νεοελληνική ποίηση, πεζογραφία, θέατρο έχει μπροστά του ένα θαυμάσιο
καλογραμμένο ευαίσθητο ψυχογράφημα για τον «Μαρμαρωμένο Βασιλιά», τον
Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄ τον Δραγάτση. Συγκλονιστικές περιγραφές,
συγκινητικές εικόνες, στρωτή γραφή, νηφάλιο ύφος, γλώσσα φουρτουνιασμένη από
συγκίνηση πλούσιο λεξιλόγιο, τεκμηριωμένες θέσεις. Η Ιστορία ως μυθιστορηματική
πρόταση. Μία ημερολογιακή Βυζαντινή περιπέτεια των τελευταίων σκοτεινών
τραγικών στιγμών της αυτοκρατορίας και των ελλήνων και ξένων υπερασπιστών της.
Όχι ως μυθοπλασία αλλά ως ιστορικό χρονικό. Βασιζόμενη η πεζογράφος Τατιάνα
Σταύρου σε πρωτογενείς βυζαντινές πηγές της Άλωσης, και τον εθνικό μας ιστορικό
Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, παρακολουθεί βήμα-βήμα, ημέρα την ημέρα τις 29
τελευταίες Μαγιάτικες στιγμές της και τα σταδιακά στάδια της επερχόμενης
καταστροφής της Βασιλίδας των Πόλεων. Το βιβλίο γράφτηκε από την συγγραφέα 520
χρόνια μετά την Άλωση. Χωρίζεται σε Ημερήσιες ενότητες κάτι που βοηθά τον
αναγνώστη να κατανοήσει ανετότερα τα δραματικά γεγονότα των τελευταίων στιγμών
και να συμπάσχει με τις αγωνίες και τα δραματικά ημερόνυχτα των υπερασπιστών,
και της τελευταίας Βυζαντινής ηγεσίας, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄ τον
Δραγάτση. Το Χρονικό θυμίζει το υψηλό πάθος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, με
θέμα την ιστορική μεταγενέστερη χριστιανική- βυζαντινή περίοδο του Ελληνισμού.
Γράφει
μεταξύ άλλων στον Πρόλογό της:
«Αυτές τις ύστατες 29 ημέρες του
Μαϊου όπου η ένταση φτάνει στο άωτον θέλησε η συγγραφεύς να αναστήσει με όσο
γίνεται περισσότερη ιστορική μέριμνα, σεβασμό και πίστη. «Σωφρώνως και ευσεβώς
και δικαίως» όπως ταιριάζει στα φοβερά πάθη των Βυζαντινών μαρτύρων και ηρώων.
Αν την αφιερώνει στον Μεγαλομάρτυρα βασιλέα τους είναι γιατί πιστεύει
ότι με τη θυσία του γεφυρώνει ένα ιστορικό χάσμα τεσσάρων αιώνων. Στην εποχή
που βρίσκονται οι ρίζες της τωρινής μας ύπαρξης καταπώς διαμορφώθηκε στους
χρόνους της εξουθένωσής μας.
Μέσα
στο ζοφερό ύπνο της δουλείας, λαμπάδα ορθή, η μορφή του η αποπνευματωμένη,
παρηγορούσε, εμψύχωνε και οδηγούσε προς την Ανάσταση.
Έγινε θρύλος, έγινε παραμύθι, τραγούδι έγινε μιά και δεν έπαυσε ποτέ να
συντροφεύει το ορφανεμένο Γένος με την απόκοσμη παρουσία του.
Μαρμαρωμένος και ζωντανός, νικημένος και νικητής του θανάτου ντύθηκε
όλες τις όψεις που του έδωσε η λαϊκή φαντασία. Ανταποκρίθηκε σε όλες τις
λαχτάρες της ψυχής ενός χιλιοβασανισμένου λαού και δεν τον αποχωρίστηκε ως την
κάποια δικαίωσή του.».
Η Ημερήσια
διαμερισματοποίηση του πεζογραφήματος είναι από την πρώτη ως την τελευταία
ημέρα της Πολιορκίας. -ΤΡΙΤΗ 1 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 25 της Πολιορκίας του
Βυζαντίου, σ. 11-17, -ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 53 της Πολιορκίας του
Βυζαντίου.
--
ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ
ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ
«..
το δε κατά συνθήκην, ότι φύσει των
ονομάτων ουδέν εστίν, αλλ’ όταν γένηται
σύμβολον’ επεί δηλούσι γε…»
Αριστοτέλης, «Περί Ερμηνείας» κεφ. 1-10
Κωνσταντίνε
Παλαιολόγε
σύμβολο των
παιδικών χρόνων
θρύλος της ιστορίας
εξιστορούμενος
στα
Εικονογραφημένα Κλασσικά
Πολύχρωμη
Ζωγραφιά
στον τοίχο
με την υγρασία
πλάι στους
Ήρωες του 1821
τον
Σπαρτιάτη Λεωνίδα
στην Σχολική
Αίθουσα
Μακρινοί
ήχοι μουσικού τραγουδιού
για τον
Μαρμαρωμένο Βασιλιά
παράσταση
του Θεάτρου Σκιών
δίπλα στον
Μέγα Αλέξανδρο.
Σε
οραματίστηκα να περπατάς αγκαλιά
με τον
Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα
συζητώντας
για την
συνείδηση
του Νέου
Ελληνισμού
Αργοναύτες
του Γένους των Ελλήνων
Νόστοι ιεροί
ανάμεσα στα
αγριολούλουδα των
«ελπιδοφόρων»
ερειπίων.
Την Ορφική
λύρα παίζοντας
περήφανοι
και δοξασμένοι
κουβεντιάζοντας
για Πλάτωνα και Αριστοτέλη
στις
Καστροπολιτείες του Μυστρά
στις
«αμμουδιές του Ομήρου»
αγναντεύοντας
το Αιγαίο
με τα
ναυάγια του Ελληνισμού
τον ματωμένο
Βόσπορο
Και πάλι
για μία
ακόμη φορά
Σήμερα
αλητεύω μέσα
στο όνειρο
της Ιστορίας
και της Ποίησης
γ.χ.μ.
«Το δε την πόλιν σοι δούναι ούκ εμόν εστίν
ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη’ κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως
αποθανούμεν και ού φεισόμεθα της ζωής ημών».
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
28-29 Μαϊου
2026
ΥΓ. «… Ποθούμε όλοι μας να βοηθιόμαστε αναμεταξύ μας. Έτσι είναι οι πολιτισμένοι
άνθρωποι. Δε θέλουμε να περιφρονούμε και να μισούμε ο ένας τον άλλον. Υπάρχει θέση
για όλους σ’ αυτό τον κόσμο. Κι’ η γη είναι πλούσια και μπορεί να μας θρέψη όλους.
Ο δρόμος της ζωής μπορεί να είναι ελεύθερος και θαυμάσιος αλλά εμείς τον χάσαμε
αυτόν τον δρόμο…» . Από την «Έκκληση προς τους ανθρώπους» στον μονόλογο του Τσάρλι
Τσάπλιν της ταινίας «Ο Δικτάτωρ».