ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
του Ιωάννου Ν.
Θεοδωρακόπουλου
Το εσωτερικό παράδοξο της Ευρώπης, που
εντείνει τα μέγιστα το δυναμισμό και τη διαλεκτική της, είναι η Μεσόγειος από
το ένα μέρος με τα δύο κλασσικά πνεύματα των Ελλήνων και των Ρωμαίων κι’ από τ’
άλλο μέρος η βόρεια πλευρά της με τα καινούργια αίματα και με τον φαουστικό
τιτανισμό πού τα διακρίνει. Έλληνες και Ρωμαίοι συναντήθηκαν με τους βόρειους,
τους κράτησαν σε όρια, αλλά ενόσω οι δύο λαοί αυτοί ήκμαζαν δεν κατώρθωσαν να
εκπολιτίσουν τους βορείους. Οι Έλληνες δεν πήγαν ποτέ ουσιαστικά πέρα από τον
Δούναβη, αν και το εμπόριό τους έφθασε μέσω των ποταμών της Ρωσσίας ως την Βόρειο
θάλασσα. Και οι Ρωμαίοι δεν πήγαν ουσιαστικά πέρα από το Ρήνο. Η αντινομία αυτή
μεταξύ Μεσογείου και Ευρωπαϊκού Βορρά έφερε το τέλος του αρχαίου κόσμου, οι
βάρβαροι κατέβηκαν στη Μεσόγειο και η αιχμή τους έφθασε ως την Αφρική. Τότε
όμως έγινε κάτι κοσμοϊστορικό για την Ευρώπη και για τη διατήρηση και του
παλαιού πολιτισμού, έστω και κάπως μετουσιωμένου και παραποιημένου. Εκείνο που
μπήκε στη μέση μεταξύ του αρχαίου κόσμου και των βαρβάρων ήταν ο χριστιανισμός
και οριστικώτερα η χριστιανική εκκλησία, η οποία ανέλαβε το βαρύ έργο να
ημερώση τους δυσχαλίνωτους βαρβάρους του Βορρά. Και ήταν άδηλο τί θα γινόταν ο
αρχαίος πολιτισμός, αν δεν γινόταν η παρεμβολή της χριστιανικής Εκκλησίας.
Βέβαιο όμως είναι ότι οι βάρβαροι του Βορρά θα κατέστρεφαν ακόμη περισσότερα,
θα αφάνιζαν πολύ περισσότερα μνημεία και συγγράμματα του αρχαίου κόσμου, αν δεν
τους χαλιναγωγούσε η χριστιανική Εκκλησία, η οποία είχε λάβει εν τω μεταξύ
καιρό να συμφιλιωθή με το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και με την αρχαία τέχνη και
είχε διατρέξει το επιθετικό της στάδιο εναντίον του ελληνισμού και των
«ειδώλων» του. Επίσης εν τω μεταξύ η χριστιανική Εκκλησία είχε παιδαγωγηθεί από
τα πνεύματα του ελληνισμού και του ρωμαϊσμού και ειδικώς από τη διοίκηση του
ρωμαϊκού κράτους, από την οποία εδιδάχθηκε πολλά και παρέλαβε επίσης πολλά.
Όμοια τώρα η χριστιανική Εκκλησία
έρχεται να γίνη παιδαγωγός των βαρβάρων. Και ίσως δεν θα ήταν δυνατόν δίχως
αυτή τη παρεμβολή της χριστιανικής Εκκλησίας να εκπολιτισθούν οι βάρβαροι του
Βορρά, εκτός μόνον από αυτούς που έμειναν στην λεκάνη της Μεσογείου, όπου
υπάρχει ένας αιώνιος νόμος εκπολιτισμού των ανθρώπων. Η χριστιανική Εκκλησία έγινε
έτσι η γέφυρα, ο ενδιάμεσος σταθμός, για να γνωρίσουν οι λαοί του Βορρά το
πνεύμα της Μεσογείου. Την εποχή που ο αρχαίος κόσμος αυτοκαταστρεφόταν,
βαλλόμενος και απ’ έξω από τους βαρβάρους, προπαντός όμως διαλυόμενος από μέσα
του, η χριστιανική Εκκλησία κατώρθωσε να ιδρύση η ίδια την εξουσία της, η οποία
στη Δύση ήταν και κοσμική εξουσία και να αφομοιώση πολλά από τη Ρωμαϊκή
πολιτεία, καθώς επίσης και από τα αγαθά του πνεύματος, τη φιλοσοφία και την
τέχνη και έτσι μέσα στους κλειστούς κόλπους της να έχη αποκαταστήσει πολλά
στοιχεία του παλαιού πολιτισμού. Η νοσταλγία των ανθρώπων για μιά καθολική
ειρήνη, γενικά για μιά καθολικότητα πνεύματος, αφού τα επί μέρους πνεύματα των
λαών είχαν επί αιώνες φιλονικήσει μεταξύ τους και παρά την αυτοκρατορία του
Αλεξάνδρου και της Ρώμης δεν ενώθηκαν, ωφέλησε πολύ την ίδρυση και κραταίωση
της χριστιανικής Εκκλησίας. Οι άνθρωποι
αφήνουν την καθολικότητα του κράτους, γιατί την εδοκίμασαν επάνω τους, δηλαδή
την υπέστησαν χωρίς καμμιά ωφέλεια και έλκονται τώρα από την καθολικότητα του
πνεύματος και το πνεύμα αυτό ήταν που ενσάρκωνε τώρα η Εκκλησία πέρα από τα
έθνη και παλαιές φυλετικές διαφορές. Ό,τι επέβαλε με τη βία της δίχως να
κατορθώση μόνιμα να κρατήση η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, δηλαδή την οικουμενική
ειρήνευση, τούτο έρχεται ο χριστιανισμός να το δώση από μέσα, από το εσωτερικό
του ανθρώπου, από το πνεύμα. Το γεγονός τούτο ο Νίτσε το ωνόμασε εκδίκηση του χριστιανισμού εναντίον της Ρώμης. Η
εξουσία «η εμή ούκ εστί εκ του κόσμου τούτου». Η ελευθερία του ανθρώπου,
ελευθερία του προσώπου από όλα τα έξω που πιέζουν αλλά και συνάμα η εσωτερική
καταξίωση της ψυχής αρχίζει τώρα να είναι το ύψιστο αγαθό για τους ανθρώπους.
Με την ιδέα και την πίστη ότι ο Θεός έλαβε μορφή ανθρώπου, με την άμεση
παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο, ειρηνεύει τώρα το εσωτερικό του ανθρώπου,
γιατί του ανοίγεται άπειρο βάθος και για την ατομικότητά του, αφού η σωτηρία
του είναι ο σκοπός που έφερε το Θεό εδώ κάτω στη γη. Αλλά και κάτι περισσότερο
ακόμη έφερε ο χριστιανισμός, εκήρυξε την ενότητα του ανθρώπου με τον Θεό, τη
χάρη του Θεού δύναται κάθε άνθρωπος να την δεχθή, είτε Ιουδαίος, είτε Έλλην,
είτε Ρωμαίος, είτε βάρβαρος.
Έτσι καταξιώνεται εσωτερικά ο
άνθρωπος, αφού επί αιώνες ολόκληρους το κράτος δεν κατώρθωσε να τον καταξιώση
αλλά τον χώριζε σε Ρωμαίο πολίτη και δούλο, υποχρεωμένο να πληρώνη τους βαρείς
φόρους. Προπαντός η ελληνική Ανατολή που στέναζε βαρύτερα κάτω από την ρωμαϊκή
αυτοκρατορία και πλήρωνε βαρύτερα την ακολασία της αυτοκρατορικής Ρώμης με τον
ιδρώτα της, αλλά κυρίως γιατί είχε εσωτερικότητα πνεύματος κατενόησε ότι ο
χριστιανισμός τοποθετεί πολύ ψηλά τον άνθρωπο και άρχισε να συζητή το παράδοξο
βίωμα της Καινής Διαθήκης. Από τ’ άλλο μέρος το γεγονός ότι το βίωμα τούτο
ίσταται ως παρουσία ζωής, αντέχει ως μαρτύριο και νικάει τον κόσμο δίχως ανάγκη
λογικής, γεννούσε αφάνταστη επιρροή στα πνεύματα των Ελλήνων της εποχής
εκείνης. Ο χριστιανισμός ήταν ωσάν με το βίωμά του να έκοβε την ιστορία στη
μέση. Ό,τι ήταν πρίν από αυτόν το απαξίωνε, είτε αυτοκρατορία της Ρώμης, είτε
τέχνη, είτε φιλοσοφία των Ελλήνων. Ο χριστιανισμός εισβάλλει μέσα στην ιστορική
πραγματικότητα, τη διασπά και γεννά μιά καινούργια διαλεκτική της ιστορίας. Η
ιστορία του ανθρώπου αλλάζει τώρα κέντρο επιστροφής. Η αποκάλυψη υπερβαίνει τη
νοημοσύνη του ανθρώπου και τέμνει την ιστορία στα δύο είς τα πρό και μετά
Χριστόν και της ανοίγει βαθύτατη προοπτική.
Τούτο όμως το πνεύμα ή μάλλον το βίωμα
του αρχαίου χριστιανισμού, όσο κι αν’ κρατήθηκα κλειστό μέσα στην ψυχή των
πιστών, άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται λατρεία, να λαβαίνη αισθητή μορφή με τα
μυστήρια και τη λειτουργία. Την ανατολική Εκκλησία η λατρεία και ο παρακόλουθος
μυστηριακός χαρακτήρας της την προσδιορίζουν απαρχής σχεδόν της ζωής της.
Προπαντός είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας που γίνεται κέντρο όλης της
λατρείας. Η ανάμνηση του πάθους του Χριστού, του θανάτου και της θυσίας, του
αίματός Του αναπτύσσεται, όσο στερεώνεται η Εκκλησία μέσα στον κόσμο ως
μυστηριακό δράμα, ως συμβολική επανάληψη όλης της ζωής του Χριστού. Ότι μέσα
στην ψυχή της ελληνικής Ανατολής ταυτόχρονα με τη μυστηριακή διαμόρφωση του
χριστιανικού βιώματος υπηχεί και η αρχαία θρησκεία των Ελλήνων με τα μυστήριά
της, τούτο είναι πλέον αναμφισβήτητο. Και είναι το κύριο γνώρισμά της
ανατολικής Εκκλησίας, ότι έλκει τον πιστό, τον
θεατή του μυστηρίου προς τη θεία ευχαριστία, προς τη θέωση, γιατί από
την αρχή της λειτουργίας γίνεται και αυτόπτης μάρτυς του μεγάλου γεγονότος. Και
ο ναός του Θεού, η Εκκλησία που χτίζεται τώρα από το πνεύμα το καινούργιο του
χριστιανισμού κρατάει πολλά, αλλά και με τις αναγκαίες μεταβολές, από το αρχαίο
ελληνικό θέατρο. Έτσι το εικονοστάσι έρχεται κατευθείαν από την σκηνοθεσία του
αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Αλλά η λατρεία, δηλαδή το φανέρωμα της πίστεως,
υποχρεώθηκε από τα πράγματα του πολιτισμού να υποκαταστήση μέσα στην εκκλησία
και το στοιχείο της τέχνης, αφού άλλωστε και το κτίσμα, ο ναός, έγινε έργο
τέχνης με το καινούργιο πνεύμα του χριστιανισμού. Και δεν ήταν δυνατόν να γίνη
αλλιώς. Γιατί η Εκκλησία και ως ναός και ως πνεύμα και ως ιεραρχία έγινε από
τους πιστούς, τους Έλληνας πιστούς του χριστιανισμού. Και οι Έλληνες δίχως
τέχνη δεν νοούνται ποτέ. Έτσι ο ναός είναι τώρα γι’ αυτούς το υψηλό θέατρο,
όπου παριστάνεται το θείο δράμα του Γολγοθά και γύρω του συνυφαίνεται με
απαράμιλλη πράγματι τέχνη από τους πατέρες της Εκκλησίας όλη η ιστορία της
Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης.
Η ανομολόγητη αυτή προέκταση των
αρχαίων μυστηρίων των Ελλήνων μέσα στην τελετουργική υπόθεση και μυστηριακή
υπόθεση του χριστιανισμού είναι γεγονός που ωφέλησε τα μέγιστα την ιστορική
τύχη του χριστιανισμού, γιατί ετοίμασε την αισθητική μορφή του χριστιανισμού,
τον εμόρφωσε και ως τέχνη και έτσι ήταν δυνατόν να παραδοθή μετά και στους
βαρβάρους. Και είναι χαρακτηριστικό ότι η μυστηριακή τελετουργική και δραματική
έννοια που κρύβει μέσα του ο χριστιανισμός κορυφώνεται από τους Έλληνας
υμνωδούς της Εκκλησίας στην ακολουθία των παθών και της Αναστάσεως, γιατί εδώ
ακριβώς και το βίωμα της πίστεως ήταν συγκλονιστικότερο και ισχυρότερο. Και από
τ’ άλλο μέρος είχε πολλά ανάλογα μέσα στην παλαιά πίστη των Ελλήνων. Και ως
σήμερα ακόμη εμείς οι Έλληνες συγκλονιζόμαστε περισσότερο από τα Πάθη, το
Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού παρά από τη γέννηση που συγκινεί τους
Δυτικούς και ακόμη περισσότερο τους Βόρειους λαούς της Ευρώπης. Η Μεγάλη
Εβδομάδα είναι για μας το υψηλό θέατρο κι’ έγινε πάντα κατά το πρότυπο της
αρχαίας τραγωδίας. Και μόνον τούτο το γεγονός δείχνει πόσο σοφοί ήσαν οι
πατέρες της Εκκλησίας, γιατί εβάσισαν τη λατρεία επάνω σε πανάρχαια βιώματα του
τόπου, τα οποία, όσο κι’ αν παραμερίσθηκαν από το ορμητικό και υπερούσιο πνεύμα
του χριστιανισμού, έμειναν όμως εν ζωή μέσα στην ψυχή του ελληνικού λαού. Ούτε
την παλαιά ρητορική με την έλξη που ασκούσε απομάκρυναν οι Έλληνες από την
Εκκλησία και την τελετουργία, αλλά εδημιούργησαν πλούτο τύπων και μορφών
ρητορικών για να φανερώσουν το αιώνιο κίνημα της ψυχής που έφερε ο
χριστιανισμός. Από αυτή μάλιστα την ρητορικότητα είναι που δεν κατόρθωσαν να
κρατήσουν σε συντομώτερα όρια τη τελετουργία και μυσταγωγία της ανατολικής
Εκκλησίας. Αντίθετα στη Δυτική Εκκλησία το κέντρο της λατρείας έγινε η θυσία
κι’ όχι η έννοια του μυστηρίου. Όλα τα μυστήρια εκεί, εκτός από το βάπτισμα,
συνδέονται με τη λειτουργία της θυσίας και ό,τι αφορά στο τυπικό της η Δυτική
λειτουργία με τη λατινική της γλώσσα έλαβε χαρακτήρα βαρύτερο και αυστηρότερο.
Επίσης η λατινική γλώσσα από τη φύση της συντομεύει εδώ τους λειτουργικούς
τύπους, οι οποίοι γίνονται εορταστικοί και σεμνοί. Οι πράξεις του θείου
δράματος γενικά συμπυκνώνονται εδώ και κάπως απλοποιούνται. Ανεξάρτητα όμως από
το αιώνιο πνεύμα του χριστιανισμού η Εκκλησία ως υψηλό θέατρο εκράτησε μέσα της
τον Ελληνισμό και προπαντός τον διέσωσε και κατά την εποχή του Βυζαντίου και
κατά την Τουρκοκρατία και μαζί μ’ αυτόν διέσωσε και τη βαθύτατη έλξη του
Έλληνος γενικά προς την υψηλή τέχνη της τραγωδίας. Η Εκκλησία ως ναός, ως
κλειστός χώρος υψηλής, τελετουργικής και μυσταγωγικής μνήμης του θείου δράματος
από το ένα μέρος και η αμφιθεατρική κόγχη της ελληνικής γης από το άλλο, όπου
μέσα κατένειμαν τη θεότητα οι αρχαίοι Έλληνες κατά προσωπικότητες, αυτά ήταν τα
δύο αισθητά συστήματα τέχνης και φύσεως που κράτησαν τους Έλληνες κατά την
βυζαντινή αυτοκρατορία και τουρκοκρατία και μέσα από αυτά προέκυψε το 1821 και
από αυτό αντλεί τη δύναμή του ο σημερινός ελληνισμός. Ο Έλλην, όπως θεάζεται
μέσα στην ευσύνοπτη κόγχη της γής του τα αιώνια έργα των θεών του και των
χειρών του, όμοια και μέσα στο χριστιανικό ναό, ο οποίος είναι η σύνοψη του
τοπίου, θεάζεται το θείο δράμα του Θεού και ακούει το λόγο του Θεού, ο οποίος
γράφτηκε απαρχής στην γλώσσα του.
Οι Έλληνες, όταν δέχονται το Χριστιανισμό
και ακολουθούσαν τη λατρεία-και τον δέχονταν ως ελεύθεροι άνθρωποι ο καθένας
κι’ όχι ομαδικά, όπως έγινε ύστερα από τους βαρβάρους-είχαν μεγάλα κατάλοιπα,
ενθύμια της πανάρχαιας θρησκείας των μέσα στην ψυχή των. Και είχαν ακόμη
μυστήρια ορφικά και διονυσιακά και κατά τόπους διάφορα ιερά και μαντεία, δεν
ήταν γυμνοί από πνεύματα κι’ από θεούς ούτε πάλι ήταν οι θεοί τους αλλόκοτα,
τερατόμορφα όντα, όπως οι θεοί των βαρβάρων, αλλά καθαρά μορφώματα ευσύνοπτα
και αυτοσυγκράτητα. Και τούτο είναι το παράδοξο αλλά και από τη φύση της
ελληνικής ψυχής ευεξήγητο: όσο έχανε τους αρχαίους θεούς της, με τη βαθμιαία
επικράτηση του χριστιανισμού, άλλο τόσο έβαζεν μέσα στη καινούργια θρησκεία και
προπαντός μέσα στη λατρεία, η οποία είναι το αισθητό σώμα του χριστιανισμού, τα
μεγάλα βιώματα της αρχαίας τραγωδίας. Για τον Έλληνα χριστιανό του πρώτου
αιώνα, αλλά και του δευτέρου και του τρίτου, γιατί η αρχαία θρησκεία εζούσε και
τότε έντονα, τόσον ο λόγος του Παύλου ότι
«εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν, οι
γάρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν», όσον και ο λόγος του Ματθαίου «πίομεν εξ αυτού πάντες», δεν πέφτουν
στο κενό αλλά ριζώνουν βαθιά μέσα στην ψυχή του και ενώνονται με άλλους
παλαιότερους λόγους. Ενώνονται και με τους λόγους του Διονύσου και με τα απόηχα
των Ελευσινίων μυστηρίων και με τα ορφικά κατάλοιπα. Από το «λάβετε και πίετε εξ αυτού πάντες» της
Καινής Διαθήκης οι Έλληνες της εποχής εκείνης ένοιωθαν πολύ Παλαιάν Ελλάδα. Ο Ολυμπιόδωρος στα σχόλιά του για τον
Πλατωνικό «Φαίδωνα» και για την ορφική διδασκαλία γράφει «μέρος του Διονύσου εσμέν» και ο Πρόκλος από το άλλο μέρος στα σχόλιά του για τον Πλατωνικό διάλογο
«Κρατύλος» «ο εν εμοί νους διονυσιακός
εστί και άγαλμα όντως του Διονύσου». Η μοίρα του ελληνισμού ήταν να πλαστουργήση
από τον αρχαίο Διόνυσο της Θράκης, που εισέβαλε μανιακός και βάρβαρος στους
τόπους, την αρχαία τραγωδία, γιατί δεν νοείται αρχαία τραγωδία χωρίς τη
θρησκεία του Διονύσου. Επίσης η μοίρα του ελληνισμού ήταν να πλαστουργήση από
τον πρώτο χριστιανισμό, ο οποίος του έσπαζε τα είδωλα και τα έργα της τέχνης
του και τη φιλοσοφία του, με την παλαιά εκείνη πείρα την ορθόδοξη Ανατολική
Εκκλησία ως πνευματικό υψηλό θέατρο του θείου λόγου και δράματος. Το όργιο του
Διονύσου οι Έλληνες το ημέρωσαν, το εξανθρώπισαν και το έκαναν αρχαία τραγωδία.
Αντίς να εξορμούν προς τα όρη έξω και να μαίνωνται οι Έλληνες ως που να φθάσουν
στην απόλυτη έκσταση και να κατακρεουργούν τα θύματα, τα ιερά ζώα του Διονύσου
και να τα κατεσθίουν ωμά, αντίς να παρασυρθούν σ' όλη αυτή την οργιαστικότητα
του καινούργιου θεού που εισέβαλε στον τόπο τους, υπέταξαν όλη αυτή τη φυσική
μανία και την επειθάρχησαν μέσα στην αρχαία τραγωδία. Ο Αισχύλος ημέρωσε τον Διόνυσο και τον ενίκησε ως Έλληνας, γιατί τον
ανάγκασε να ομιλήση, να γίνη λόγος και να παρατήση τη μανιακή και παράφορη
έκσταση. Οι Βάκχοι έγιναν τώρα Απόλλωνες, δηλαδή ημερώθηκαν μέσα στο φώς του
λόγου και του ήθους. Και οι Μαινάδες του
Διονύσου γίνονται Δρυάδες του Παρνασσού, δηλαδή αφήνουν τα περισσότερα άγρια
παρακόλουθα της Θρακικής λατρείας, υποτάσσονται στο πνεύμα του φωτός και
ημερώνονται από αυτό.
Ανάλογα μετέπλασαν το χριστιανισμό οι
Έλληνες των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Δεν τον παρέλαβαν αυτούσιο, γιατί είχαν
στην ψυχή τους και στο πνεύμα μας πολλά ανάλογα, τα οποία άλλωστε ο
χριστιανισμός τα έφερε σ’ αυτούς με τα ίδια ονόματα και την ίδια τη δική τους
γλώσσα. Όπως π.χ. την αφθαρσία, την αιωνιότητα της ψυχής. Οι Έλληνες είχαν την
έννοια της αθανασίας της ψυχής από τον Πλάτωνα
και από τα παλαιά Ορφικά θρησκευτικά
βιώματα. «Το λογικόν της ψυχής άφθαρτον»
είναι λόγος των Ελλήνων. Το σώμα από το άλλο μέρος ο Χριστιανισμός το έβαζε σε
δεύτερη μοίρα αλλά και ως προς αυτό είχαν οι Έλληνες πρότυπα και βιώματα. Για
τους Ορφικούς και τους Πυθαγορείους και
όλα τα νεοθρησκευτικά κινήματα του ελληνισμού κατά τους χριστιανικούς χρόνους
το σώμα ήταν η φρουρά, όπου μέσα κλείστηκε η ψυχή «διά τινάς τιμωρίας». Το σώμα
ήταν και για τους Ορφικούς και ακόμη και για τον Πλάτωνα, ο οποίος ταυτόχρονα το επλαστούργησε ως άγαλμα μέσα στους
διαλόγους του, ήταν το σήμα της ψυχής, δηλαδή ο τύμβος της, «το σώμα εστί ημίν σήμα της ψυχής». Κάθαρση
ψυχής έρχεται να ζητήση ο χριστιανισμός από τον Έλληνα και από όλα τα έθνη της
γης, αλλά οι Έλληνες είχαν και αυτή την έννοια και από τα μυστήριά των και από
τη φιλοσοφία των. «Ο κεκαθαρμένος τε και
τετελεσμένος εκείσε (είς Άδου αφικόμενος) μετά Θεών οικήσει» λέγει ο
Πλάτων. Ομοίωση με το Θεό ζητούσε ο χριστιανισμός. Από τα πυθαγόρεια ρήματα έξ
άλλου ο Έλλην εγνώριζε το «έπου τω Θεώ»
και το «ακολουθείν τώ Θεώ». Αλλά δεν
είναι εδώ ο τόπος ν’ αντιπαραθέσωμε όλα τ’ ανάλογα τα οποία ο χριστιανισμός
έφερνε στους Έλληνες με τα ίδια ονόματα και την ίδια γλώσσα. Η συγχώνευση του
χριστιανισμού με τον Ελληνισμό εκτείνεται ως τα εξωτερικά σχήματα της λατρείας.
Οι χριστιανοί άγιοι δεν είχαν μόνον δική τους αποστολή, αλλά έπρεπε από την
ανάγκη της ιστορικής πραγματικότητας να αναλάβουν και το βάρος και τα έργα των
περασμένων «αγίων». Έτσι έγιναν οι άγιοι
Κοσμάς και Δαμιανός οι διάδοχοι των Διοσκούρων. Οι ιατροί αυτοί και
θεραπευταί των πιστών ακολουθούν το ίχνος της αρχαίας ξυνωρίδος των Διοσκούρων,
οι οποίοι ήταν τα πρότυπα της αρετής, άγιοι, προστάται της φιλίας, βοηθοί των
δυστυχών και σωτήρες των ανθρώπων. Οι Διόσκουροι
έσωζαν όχι μόνον τους πολεμιστάς στη μάχη αλλά συνεβούλευαν όσους είχαν
χρεία και δυστυχία και γιάτρευαν τους αρρώστους που συνέρρεαν από τα διάφορα
μέρη στα ιερά τους. Ακόμη οι Διόσκουροι ήταν οι προστάτες των ναυτιλλομένων και
για τούτο επάνω στις αρχαίες τριήρεις ήταν εγχάρακτες οι εικόνες των
Διοσκούρων. Ο Απόστολος Παύλος, όταν πήγαινε στη Ρώμη, ταξίδεψε με πλοίο, όπου
ήταν εγχάρακτοι οι Διόσκουροι, όπως αναφέρουν οι πράξεις των Αποστόλων’ «παρασήμη Διοσκούροις». Ό,τι έκαναν οι
πατέρες με το πνεύμα τους, τούτο ανέλαβαν να το παραστήσουν εικαστικά οι
ζωγράφοι και εν γένει οι Έλληνες καλλιτέχνες, οι οποίοι παρέστησαν όλες τις
μορφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, οι οποίες ως τότε δεν είχαν από
κανένα παρασταθή. Οι μεταγενέστεροι βυζαντινοί ζωγράφοι ετοποθέτησαν τον
Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δίπλα
στις μορφές των Αποστόλων.
Ο Χριστιανισμός αρχικά εισήλθε
ανείδωλος μέσα στο έδαφος του ελληνισμού και όχι μόνον ανείδωλος αλλά με την
ορμή να καταστρέψη τα είδωλα, όλα τα αισθητά μορφώματα των θεών, δηλαδή τα έργα
της αρχαίας τέχνης. Ως προς αυτό ο χριστιανισμός είχε ακόμη μέσα του τα
κατάλοιπα του ιουδαϊσμού, ο οποίος ήταν θρησκεία ανείδωλη και είχε φοβερό μίσος
εναντίον των ειδώλων. Όλοι οι αγώνες του Ισραήλ εναντίον των άλλων εθνών
εξηγούνται από αυτή την βαθύτατη πίστη, αλλά και όλη η φθορά του Ισραήλ και η κακοτυχία
του αποδίδεται από τους προφήτες στην συναναστροφή του με τα είδωλα είτε από
την Αίγυπτο είτε από τη Βαβυλώνα τα παρελάμβανε. Όπως η έρημος, όπου μέσα
εγεννήθηκε η θρησκεία του Ιεχωβά, είναι δίχως μορφή και δίχως κανένα σχεδόν
αισθητό αντικείμενο, γιατί η ζωή και η μορφή στην έρημο είναι σπανιώτατα, όμοια
και η θρησκεία του Ισραήλ είναι ανείδωλη και μισεί τα είδωλα θανάσιμα. Ο
χριστιανισμός όμως δεν ήρθε από την έρημο αλλά από τη Γαλιλαία’ και όχι μόνον
αυτό, αλλά στη Γαλιλαία την εποχή του χριστιανισμού και πολύ πρίν ήταν και οι
Έλληνες και υπήρχαν ελληνικές πόλεις. Και ο Χριστός ο ίδιος, όταν είδε τους
Έλληνες, είπε: «νύν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου». Υπάρχει μάλιστα σήμερα και ο
έστω αμφισβητούμενος ισχυρισμός ότι ο Χριστός και εκαταλάβαινε και εμιλούσε τα
Ελληνικά. Όσο λοιπόν και αν στην αρχή με την πρώτη έξοδο του χριστιανισμού προς
τα έθνη ωρισμένοι φανατικοί χριστιανοί έσπαζαν τα είδωλα και έσπασαν πράγματι
πολλά, όμως γρήγορα, όσοι Έλληνες έγιναν χριστιανοί, κατώρθωσαν ανθιστάμενοι
και με την τέχνη τους και με τη φιλοσοφία τους να σταματήσουν το κακό. Αλλά και
μέσα από τον Χριστιανισμό γενικώτερα ήρθε η ηρεμώτερη αντιμετώπιση του
ζητήματος. Τα είδωλα δεν είναι θεοί αλλά σύμβολα, τα αγάλματα συμβολίζουν την
έννοια του Θεού. Έτσι κατά τον δεύτερο και τρίτο χριστιανικό αιώνα πλάθονται τα
πρώτα ελληνοχριστιανικά γλυπτά έργα που παριστάνουν το πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός όμως αυτός δεν είναι πολύ
διαφορετικός από τον Απόλλωνα. Ούτε ήταν δυνατόν να γίνη αλλιώς, γιατί η
τέχνη ήταν ελληνική και οι Έλληνες ήταν οι χριστιανοί που πλαστουργούσαν το
πρόσωπο του Χριστού ως Απόλλωνα, και οι Έλληνες ήσαν οι χριστιανοί που ασκούσαν
την τέχνη. Αλλά και όσοι δεν ήταν Έλληνες ακολουθούσαν κατ’ ανάγκην τα ελληνικά
πρότυπα. Ό,τι έγινε με την εκκλησία, η οποία συγχώνευσε μέσα της πολλά από τα
μυστηριακά και τελετουργικά βιώματα των Ελλήνων, το ίδιο γίνεται τώρα με την
τέχνη. Και ήταν σωτήριο ότι οι Έλληνες δεν ακολούθησαν κατά γράμμα τον αρχικό
χριστιανισμό και ότι αμύνθηκαν εναντίον του ολόκληρους αιώνες, ώσπου τον
ανάγκασαν και να φιλοσοφήση και να γίνει φιλότεχνος, γιατί έτσι εξοικειώθηκε ο
χριστιανισμός με το πνεύμα του αρχαίου πολιτισμού και το παρέλαβε, έστω και
μεταποιημένο, μέσα στους κόλπους του. Αλλά και εθνικώς ως φυλή αμύνθηκαν οι
Έλληνες εναντίον του Χριστιανισμού, δεν ακολούθησαν τον λόγο του Παύλου: «ούκ
εστι Ιουδαίος ή Έλλην». Και έπραξαν ορθώς, γιατί, αν ακολουθούσαν κατά γράμμα
το λόγο του Παύλου, τότε θα εχάνονταν ως φυλή. Η ζωτική αυτή άμυνα του
ελληνισμού εναντίον του χριστιανισμού εγέννησε ακριβώς ό,τι ονομάζουμε
ελληνοχριστιανική παράδοση. Η άμυνα αυτή ανάγκασε το χριστιανισμό να
φιλοσοφήση, να πάη στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα, όπου ήταν τα σπουδαστήρια
του ελληνικού πνεύματος. Έλληνες «σοφίαν ζητούσιν», λέγει ο Παύλος, και ακριβώς
τούτο υποχρεώθηκε από τα πράγματα να κάνη ο ίδιος ο χριστιανισμός, να ζητήση τη
σοφία των Ελλήνων στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα.
Από το βιβλίο του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου
«ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ», εκδόσεις «Οι Εκδόσεις των Φίλων», Αθήνα 1971, σελίδες
120-131.
Σχετικά
Συνεχίζουμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα να
αναρτούμε κείμενα του Έλληνα Πλατωνιστή φιλοσόφου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου,
σαν μία επιθυμία μας να επαναγνωρίσουμε την σκέψη, το πνεύμα και ορισμένα από
τα κείμενα του σοφού παλαιού διδασκάλου. Δεν γνωρίζω πόσοι και ποιοι από τους
μαθητές του τον θυμούνται και τον μνημονεύουν ακόμα, αν των ιδεών και της
σκέψης του φιλοσοφικά ίχνη έχουν κάποια σημασία στις σύγχρονες Πλατωνικές
Σπουδές και τους εκπροσώπους τους τόσο στην χώρα μας όσο και διεθνώς. Αν ο
βαθύς και πλούσιος στοχασμός του μπορεί και σήμερα να γονιμοποιήσει σύγχρονους
έλληνες λογίους, διανοητές, στοχαστές, νεοφιλοσόφους, νεοπλατωνιστές και
νεοπλατωνίζοντες, συγγραφείς και αρθρογράφους. Ο Ιωάννης Ν.
Θεοδωρακόπουλος-όπως και άλλοι έλληνες στοχαστές και λόγιοι- είναι παιδιά της
εποχής τους, αυτήν εκφράζουν και από αυτήν έχουν επηρεαστεί, είναι παιδιά της
Νεωτερικότητας ή Μετανεωτερικών Σπουδών όπως αυτές αναπτύχθηκαν στην Δύση και
καλλιεργήθηκαν με αλματικούς ρυθμούς τον προηγούμενο αιώνα πριν τον Μεγάλο
Πόλεμο, κατά την διάρκεια της Μπελ Επόκ και φυσικά μετά το τέλος του Δεύτερου
Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές στο
Δυτικό Πολιτισμό είναι ραγδαίες και δίχως επιστροφή. Η Επιστήμη και η Τεχνολογία
με τα Εφευρήματά τους, τις Ανακαλύψεις τους και τα Επιτεύγματά τους άλλαξαν τις
αντιλήψεις των ανθρώπων, η σκέψη του Ευρωπαίου Ανθρώπου διευρύνθηκε, το πνεύμα
του απλώθηκε με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Οι προγονικές αρχέγονες θρησκευτικές και
κοινωνικές δεσμεύσεις, ηθικές και εκκλησιαστικές απαγορεύσεις γκρεμίστηκαν, οι
παλαιοί Μύθοι και το Θεοκεντρικό τους κοσμοείδωλο δεν γίνονταν πλέον πιστευτώ
από τον σύγχρονο του 20ου και 21ου αιώνα Ευρωπαίο Άνθρωπο
που ήθελε απελευθερωμένος πια να ζήσει και να χαρεί την ζωή του, να ταξιδεύσει,
να γνωρίσει νέους, εξωτικούς πολιτισμούς, να αποκτήσει αστικά δικαιώματα και
ελευθερίες, να γεράσει ειρηνικά και γαλήνια στο σπίτι του κοντά στους δικούς
του και όχι μέσα στα πολεμικά χαρακώματα και στα αιματοβαμμένα λαγούμια στο
όνομα κάποιας Θεϊκής αρχής, κάποιου Αυτοκράτορα ή Βασιλέα κάποιου Εθνικού
Κάϊζερ, ή πολεμόχαρου στρατηγού Λάμαχου υπό τας ευλογίας ενός Πάπα, ενός
Πατριάρχη, ενός θρησκευτικού Ηγέτη. Η κατεστραμμένη Ευρωπαϊκή Ήπειρος στα
μεταπολεμικά χρόνια-και πάλι, για μία ακόμη φορά μέσα στην Ιστορία- στράφηκαν στον
Αρχαίο Θεό Ερμή, αυτόν τον σκανδαλιάρη αρχαίο Έλληνα Θεό προστάτη του Εμπορίου,
των Κλεφτών, Ψυχοπομπό και Αγγελιοφόρο των Θεών. Αποφάσισαν οι Πολιτικοί ηγέτες
της να συνάψουν νέες Εμπορικές συμφωνίες ώστε να μπορούν χωρίς μεγάλους
φορολογικούς δασμούς και οικονομικές δυσκολίες να ενοποιήσουν τις εμπορικές
δυνάμεις τους, να ανοίξουν νέους εμπορικούς δρόμους εισαγωγής και εξαγωγής των
Ευρωπαϊκών προϊόντων τους. Το Ευρωπαϊκό Όραμα των Πολιτικών Ηγετών της Γαλλίας
και της Γερμανίας, με τις Εμπορικές συμφωνίες που σύναψαν μεταξύ τους (για τον
Χάλυβα, κλπ.) έθεσαν τις βάσεις της κατοπινής Ενοποίησης της Ευρωπαϊκής γηραιάς
Ηπείρου. Μπήκαν τα πρώτα θεμέλια του Ευρωπαϊκού Πολιτικού Οικοδομήματος και
μέχρι σήμερα τα Ευρωπαϊκά Σύνορα επεκτείνονται συμπεριλαμβάνοντας στους
διευρυμένους κόλπους τους Κράτη και Εθνότητες της παλαιάς Ανατολικής Ευρώπης
και των Βαλκανικών Χωρών. Μπορεί το Ευρωπαϊκό «Υπερωκεάνιο» να μην πλέει πάντα
με ούριους άνεμους, να συναντά εθνικιστικά «παγόβουνα» στην πορεία του, μπορεί
να επικρατούν κατά καιρούς τοπικά και εθνικά μικρά ή μεγάλα συμφέροντα διαφόρων
κρατών που συναποτελούν το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα, μπορεί οι Ευρωπαϊκοί Θεσμοί να
λειτουργούν ενίοτε με αργούς ρυθμούς, ρυθμούς χελώνας, όμως, παρά τις πολιτικές
δυσκολίες στις λήψεις των αποφάσεων, παρά τους πολεμίους της Ένωσης και τους
Αντιευρωπαϊστές, τους Εμπορικούς και άλλους Πολέμους που δέχεται από άλλες πέρα
του Ευρωπαϊκού εδάφους δυνάμεις,- άλλων Ηπείρων- η Ευρώπη είναι η κοινή μας
Εστία και σε αυτήν ανήκει δικαιωματικά ιστορικά και πολιτιστικά η πατρίδα μας,
η Ελλάδα. Τα θεμέλια της Ευρώπης όπως μας είναι γνωστά και αποδεκτά, είναι η
Κλασική Αρχαία Ελληνική Ανθρωπιστική Παιδεία και Πνεύμα στις ευρύτερες
διαχρονικές διαστάσεις του, το Ρωμαϊκό Δίκαιο και η Πολιτική Κρατική Οργάνωση
του Ρωμαϊκού Imperium, και η ανείδωλη Ιουδαιοχριστιανική Θρησκεία η οποία ερχόμενη
σε επαφή με την Αρχαία των Εθνικών Ελλήνων Θρησκεία και Τελετουργία, την
Γλυπτική και Αρχιτεκτονική Τέχνη και τα Θρησκευτικά Μυστήρια, τον Ελληνικό
Στοχασμό και τα Γράμματα- Τραγωδία και κυρίως, την Ελληνική Γλώσσα στην Ανατολή
και την Λατινική στη Δύση Μορφοποίησε το νέο μεταφυσικό της πρόσωπο, το
θρησκευτικό πιστεύω των ανθρώπων και απόκτησε το κατάλληλο ένδυμα τα εφόδια που
της ήταν αναγκαία ώστε να εξαπλωθεί παγκοσμίως και να κυριαρχήσει είτε με
στρατιωτικά μέσα είτε με ειρηνικό τρόπο μεταλαμπαδεύοντας ένα μεγάλο μέρος του
παλαιού ελληνικού στοχασμού και φιλοσοφικών απόψεων στους μη Έλληνες κατοίκους.
Ο Χριστιανισμός σαν η νέα Θρησκεία-προερχόμενη και αυτή από την Μεσογειακή
Λεκάνη, οφείλει πάρα πολλά στον Αρχαίο των Εθνικών Ελλήνων Πολιτισμό και
Θρησκευτική Παράδοση. Δίχως τα διάφορα διδάγματα των Εθνικών Ελλήνων και την
γλώσσα που με τόση ευκολία οι χριστιανοί ορθόδοξοι έλληνες ονομάζουν
ειδωλολάτρες ή παγανιστές, η ηθική και θρησκευτική διδασκαλία του Ιησού, του
«Υιού του Ανθρώπου» δεν θα ήταν παρά μία ακόμα προφητική αίρεση της Ιουδαϊκής
Θρησκείας και παράδοσης. Συγχωνεύοντας τα τελετουργικά στοιχεία και τις
μεταφυσικές διδασκαλίες της παλαιάς Θρησκείας και της Φιλοσοφίας των διαφόρων
Ελληνικών Σχολών, των Ιδεών ρευμάτων ο Χριστιανισμός απόκτησε ένα οργανωμένο
σύστημα οικοδόμησης των νέων πιστεύω που
κόμισε στην Ιστορία, οικοδομώντας αυτό που οι Χριστιανοί ονομάζουν
Εκκλησία. Η σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού δεν ήταν πάντα εύκολη και
αρμονική, ιδιαίτερα τους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου, η λυσσαλέα έχθρα των
Βυζαντινών Αυτοκρατόρων και Ιεραρχών του νέου δόγματος ενάντια σε ότι θύμιζε
και πρέσβευε η Αρχαία Ελλάδα ήταν άγρια και πολεμική. Πολλά ιερά
αρχιτεκτονήματα και μνημεία καταστράφηκαν στο όνομα του νέου Θεού που
κυριάρχησε στο Ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Πιστοί και οι
Ιερείς της παλαιάς των Εθνικών Ελλήνων Θρησκείας διώχθηκαν, εξορίστηκαν,
δολοφονήθηκαν. Κάθε πιστός της παλαιάς θρησκείας θεωρείτο ειδωλολάτρης και
ταυτίζονταν με την λέξη Έλληνας. Το πολυσυλλεκτικά φυλετικό Ελληνόφωνο Βυζάντιο
εγκολπώθηκε τον μονοθεϊσμό της νέας θρησκείας και σιγά-σιγά απόκτησε το
χριστιανικό του πρόσωπο, ιδεολογία και παράδοση. Με το πέρασμα των αιώνων ο
χριστιανισμός συγχωνεύτηκε με τον Ελληνισμό και απέκτησε την ενιαία του Εικόνα.
Ο Χριστιανισμός απόκτησε με την σειρά του το δικό του Μαρτυρολόγιο και
Αγιολόγιο, μια και τα κυβερνητικά διατάγματα ορισμένων Ρωμαίων Αυτοκρατόρων
καταδίκαζαν την Ιουδαϊκή αίρεση όπως την αποκαλούσαν, τους ακολούθους του
Εβραίου Ραβί που σταυρώθηκε, και έστελναν τους ένθερμούς πιστούς της Νέας
Πίστης στο Κολοσσαίο, στις Φυλακές, στα διάφορα Δεσμωτήρια εκτελώντας τους ή
βασανίζοντάς τους, ζητώντας τους να αλλαξοπιστήσουν και να λατρεύσουν τον
Θεοποιημένο Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Σύμφωνα με τα προσωπικά μου ιστορικά
διαβάσματα, αν δεν λαθεύω, δεν υπάρχουν αρχαίες πηγές που να μας διασώζουν
κείμενα αρχαίων ελλήνων εθνικών φιλοσόφων ή ιερέων, αντρών ή γυναικών μάντεις
των παλαιών Θεών που να ζητούσαν την δολοφονία των χριστιανών νέων πιστών. Το
Μαρτυρολόγιο της νέας πίστης προήλθε από την κυριαρχία της Δυτικής
Αυτοκρατορίας και Διακυβέρνησης. Η Ρώμη ως αυτοκρατορική ιδέα και κυριαρχία
κυνήγησε τους πρώτους αιώνες τον Χριστιανισμό- τους Χριστιανούς Μάρτυρες και
όχι η Αθήνα-Κράτος, παιδαγωγικό και πολιτιστικό χωνευτήρι του Αρχαίου Κόσμου.
Όμως η Ιστορία της Ανθρωπότητας ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς και δεν
στέκεται σε τοπικές, θρησκευτικές, εκκλησιαστικές ή κρατικές διαμάχες,
καταγράφει τα πάντα και ανάλογα ποιες μεταφυσικές κρατικές δοξασίες επικρατούν,
ιδεολογικές αντιλήψεις επιβάλλονται, πνευματικές θεωρίες εμφανίζονται κάθε
στιγμή, πολιτικές δυνάμεις επικρατούν διαμορφώνει τις αξιολογήσεις της, επιβραβεύει
ή καταδικάζει πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις, αφιερώνει σελίδες των βιβλίων
της. Και κατά την ταπεινή μου άποψη μου
κάνει εντύπωση πώς οι σημερινοί πνευματικοί ηγέτες, φιλόσοφοι ή
διανοητές, λόγιοι, θρησκευτικοί ηγέτες της Εποχής μας, δεν συνειδητοποιούν ότι
παρακμάζοντας ο Ευρωπαϊκός Πολιτισμός, φθίνοντας οι αρχές και οι αξίες του όπως
διαμορφώθηκαν από την αρχαία του κληρονομιά αλλά και τους διαρκείς αγώνες την
περίοδο του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, της Μεταρρύθμισης, δεν γκρεμίζεται
και χάνεται μόνο το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα αλλά μαζί του χάνεται και ο αρχαίος
ελληνικός πολιτισμός, το αρχαίο κλασικό πνεύμα και μαζί του σβήνει η
χριστιανική (καθολική- προτεσταντική- ορθόδοξη πίστη και παράδοση), οι αξίες
της Ρωμαϊκής αρχαίας κληρονομιάς. Το ιστορικό λάθος που έγινε όσον αφορά τα
καθ’ ημάς είναι ότι αυτό που οι χριστιανοί ορθόδοξοι πιστοί ονομάζουν Εκκλησία
συνδέθηκε ασφυκτικά με την εκάστοτε πολιτική εξουσία μετά τους αγώνες της
Ελληνικής Ανεξαρτησίας ενάντια των Οθωμανών και της ίδρυσης του Ελληνικού
Κράτους. Η Εκκλησία έγινε πιστή θεραπαινίδα Σουλτάνων, Βασιλέων, Δικτατόρων,
Κυβερνητών, όπως στις μέρες μας όπως της προσάπτουν ότι είναι ένα είδος
πνευματικού εκπροσώπου της Συντηρητικής παράταξης και δεν έχουν άδικο. Η
Εκκλησία δηλαδή ο θεσμός που αντιπροσωπεύει την Ανατολίτικη πλευρά του εαυτού
μας, τα ανατολικά στοιχεία της πολιτισμικής μας ταυτότητας δεν θέλησε να
διαχωριστεί ποτές της από την κρατική εξουσία. Η θεσμική της ασφάλεια ας μην
γελιόμαστε, δεν προέρχεται από το πιστό ποίμνιό της, αυτό που ασπάζεται τις
μεταφυσικές αξιωματικές δοξασίες της αλλά, από την κυβερνητική και πολιτική
εξουσία που κάθε φορά έχει το πάνω χέρι, και. Όσον αφορά την Ελληνική
πραγματικότητα από την εποχή του Μεσοπολέμου και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο
Πόλεμο την πολιτική και κυβερνητική εξουσία και διακυβέρνηση στην χώρα μας την
έχει η λεγόμενη συντηρητική παράταξη, με ελάχιστα διαλείμματα. Μάλιστα, οι
μνήμες του εναγκαλισμού της Εκκλησίας με την Επτάχρονη Δικτατορία και τα
στελέχη της, η ανοιχτή της υποστήριξη στο στρατιωτικό καθεστώς δεν είναι ακόμα
μόνο νωπές αλλά και ενεργές στις συνειδήσεις μεγάλης μερίδας των Ελλήνων και
Ελληνίδων. Οι μέσα στην Ελληνική Ιστορία αυτές απόλυτες στάσεις της και
επιλογές της, έστρεψαν μεγάλη μερίδα των Ελλήνων να αμφισβητήσουν την
πνευματική της προσφορά, να μην έχουν καμία εμπιστοσύνη στην διδασκαλία της και
να θεωρούν τους ιερείς και μοναχούς της κρατικοδίαιτους θρησκευτικούς
εκπροσώπους της πολιτικής εξουσίας. Ενδεχομένως ένας διαχωρισμός της Εκκλησίας
από το Κράτος, μία διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην Εκκλησιαστική εξουσία και
την Ελληνική Πολιτεία να έλυνε το πρόβλημα και να βοηθούσε και τις δύο πλευρές
να αρθρώσουν ελεύθερα και αυτόνομα τον λόγο και τις κοινωνικές προτεραιότητές τους.
Αλλά αυτό, όπως γνωρίζουμε μέχρι σήμερα δεν το επιθυμεί ούτε το θέλει καμία από
τις δύο πλευρές για τα δικά της η κάθε πλευρά «ιδιοτελή» και άλλα συμφέροντα.
Έτσι ο Καισαρο Πατριαρχισμός ή Καισαρο Αρχιεπισκοπικός εξουσιαστικός μηχανισμός
συνεχίζεται με αμφότερες εκδουλεύσεις και εξυπηρετήσεις. Όταν οι Μητροπολίτες ή
Αρχιμανδρίτες συμπεριφέρονται σαν «Κοτζαμπάσηδες, πασάδες και Σεβάσμιοι
Δεσποτάδες κυβερνούσανε την χώρα καλή ώρα…..» που έλεγε ο στίχος ενός παλαιού
τραγουδιού, τι να πεις. Όταν κρατικοί υπάλληλοι αρχιμανδρίτες ή μητροπολίτες
στο διαδίκτυο ζητούν να απολυθούν από την θέση τους άτομα που προσφέρουν τις
υπηρεσίες τους στα Νοσοκομεία γιατί λέει δεν αναρτούν τα εικονίσματα του
Χριστού και της Παναγίας μέσα στα Νοσοκομεία ενώ οι ίδιοι σιτίζονται από το
κράτος, τι να πιστέψεις. Προσωπικά, αν και δεν πιστεύω σε καμία Ανάσταση, ποτέ
δεν με ενόχλησαν οι ιερές εικόνες όπου τις έβλεπα, μια και κατείχα ότι
αποτελούν σύμβολα μιάς αρχαίας θρησκευτικής ελληνικής παράδοσης. Όταν σε καμία πολιτική κυβερνητική παρανομία
και αυθαιρεσία δεν αρθρώθηκε ένας λόγος
της ιεραρχίας ενάντια στις επιλογές των πολιτικών κυβερνητών μας, εις βάρος του
συνόλου των Ελλήνων, αλλά κατά το κοινώς λεγόμενο την κάνουνε «γαργάρα» τι να
σε ενδιαφέρει η αγιοποίηση του τάδε ή του δείνα μοναχού ή λαϊκού και το εμπόριο
λειψάνων; Ενώ ακόμα και σήμερα, εν έτη 2026 ακούς να στέλνουν στο πυρ το
εξώτερο οικουμενικά του Ελληνικού Διαφωτισμού Μεγέθη όπως του Αδαμάντιου Κοραή,
και άλλων Δασκάλων του Ελληνικού Διαφωτισμού τότε για πιά πολιτιστική πρόοδο να
μιλήσουμε; Ενώ και η Καθολική Εκκλησία από την μεριά της αγιοποίησε τον γνωστό
Πολωνό Πάπα της. Η Ελλάδα έμεινε καθυστερημένη για δεκαετίες, γιατί όπως μας
λένε οι Έλληνες Ιστορικοί δεν γνώρισαν την Ευρωπαϊκή Αναγέννηση και Διαφωτισμό
παρέμεινε εγκλωβισμένη η Ελληνική Κοινωνία σε μία Βυζαντινή Θεοκρατική παράδοση
και Μοναστηριακή κλειστοφοβική αντίληψη για το τι είναι ζωή και τι πρόοδος, με
το πάνω χέρι να το έχουν όχι αστοί δημοκράτες πολιτικοί αλλά ένα συντηρητικό
ιερατείο που φρόντιζε και αυγάτιζε τα κεκτημένα της. Είναι άλλο πράγμα η
Ορθόδοξη Παράδοση ζυμωμένη μέσα στους αιώνες με τον Ελληνισμό και άλλο αυτά τα
των εκπροσώπων της μπαϊράκια και αυταρχικές εξουσίες. Ο Ελληνισμός και το σώμα
της Ελλάδας δεν αποτελείται μόνο από Ορθοδόξους και ούτε στηρίζεται σε
πλειοψηφούσες ποσοστώσεις αναλογιών. Την πατρίδα μας, την κοινή μας Εστία την
κατοικούν και την αγαπούν εξίσου με τους Ορθόδοξους Έλληνες, και οι Καθολικοί,
οι Ευαγγελιστές, οι Προτεστάντες, οι Μουσουλμάνοι, οι Αγνωστικιστές, οι Άθεοι,
οι Παγανιστές (αν υπάρχουν), οι Βουδιστές και άλλων θρησκευτικών δογμάτων,
δοξασιών, αιρέσεων άτομα. Απλά οι Ορθόδοξοι ρασοφόροι φωνάζουν περισσότερο και
υποστηρίζονται περισσότερο από την κυβερνητική εξουσία και ιδεολογία σύμφωνα με
τα συμφέροντά της.
Ευτυχώς, δεν χάσαμε το τρένο της
δεύτερης ευκαιρίας την δεκαετία του 1980 όταν ο Εθνάρχης Σερραίος Αστός
Πολιτικός Κωνσταντίνος Καραμανλής με το προσωπικό του πολιτικό μέγεθος και
κυβερνητική θέληση, τις πολιτικές του γνωριμίες κατόρθωσε και ενέταξε την
ΕΛΛΑΔΑ στην τότε ΕΟΚ. Μεγάλο επίτευγμα του σύγχρονου πολιτικού και κοινωνικού
Ελληνισμού. Ο διεθνής προσανατολισμός μας επιτέλους προσδιορίστηκε ουσιαστικά,
καθορίστηκε τελεσίδικα. Ανήκουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση έστω και διατηρώντας
ακόμα ενεργά τα στοιχεία εκείνα της Ανατολίτικης πλευράς και κληρονομιάς μας.
Ό,τι χάσαμε την Βυζαντινή περίοδο από τους εχθρούς της Ένωσης, τους
ανθενωτικούς, ό,τι απωλέσαμε σε πολιτικό και εκπαιδευτικό επίπεδο τους αιώνες
των Ευρωπαϊκών Φώτων, της Αναγέννησης και της Γαλλικής Επανάστασης το πετύχαμε
τα χρόνια μετά την Μεταπολίτευση του 1974. Σταθήκαμε τυχεροί-παρά τα προβλήματα
και τις εσωτερικές μας αγκυλώσεις, τις σκοταδιστικές φωνές. Ευτυχώς, καμία από
τις μεταγενέστερες ελληνικές κυβερνήσεις δεν σκέφτηκε να αποχωρήσουμε από την
Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακόμα και ο μπαλκονάτος
χαρισματικός ρήτορας Αντρέας μπορεί να είχε ως σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το
ίδιο Συνδικάτο» δεν έβγαλε την χώρα από την ασπίδα προστασίας που της παρείχαν
οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Αυτό το Ευρωπαϊκό Όραμα πρέσβευε από
τα μέσα της δεκαετίας του 1940, από το 1946 μας λέει ο Ιωάννης Ν.
Θεοδωρακόπουλος στον Πρόλογο του Βιβλίου του, και μάλιστα ενδιαφέρον
παρουσιάζει η θέση του ότι στην τότε ΕΟΚ ζητά και την συμμετοχή της Μεγάλης
Βρετανίας. Πιστεύει ενθέρμως στην Ευρώπη, στην Οικουμενικότητα του πνεύματός
της και των ανθρωπιστικών αξιών της, μάλιστα σε μία Ενωμένη Ευρώπη με Πολιτικές
και Κοινωνικές Σοσιαλιστικές αποχρώσεις. Ιδέες, που μπορεί και να μην
προσέχθηκαν όσο άξιζε όταν για πρώτη φορά δημοσιεύθηκαν. Και μάλιστα, από τα χείλη ενός Πλατωνιστή
Φιλοσόφου και Στοχαστή περιπλανητή της εξέλιξης του Ελληνικού Πνεύματος και της
διαχρονικής προσφοράς του, στην συμβολή του στην διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού
προσώπου και Πνεύματος.
Το βιβλίο
που κυκλοφόρησε μέσα στην Δικτατορία, 1971, όταν άρχιζαν κάπως να ραγίζουν τα
στεγανά της χούντας και να εκδίδονται δειλά-δειλά βιβλία, από τις εκδόσεις «Οι
Εκδόσεις των Φίλων» του περιοδικού «Ευθύνη» χωρίζεται σε δύο μέρη και
αποτελείται από παλαιότερα και νεότερα κείμενα του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου. Έχουμε:
Πρόλογος, σ.
9-10
Α’ ΕΥΡΩΠΗ
ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ
1., Η
ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, σ.13-40
2., ΕΥΡΩΠΗ
ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, σ. 41-69
3.,
ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ, σ. 70-90
4., ΤΟ
ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, σ. 91-119
5.,
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ, σ. 120-131
Β΄ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ
ΕΥΡΩΠΗ, σ. 133-153.
Διαβάζουμε
στον ΠΡΟΛΟΓΟ
«Το κείμενο «Ευρώπη και Σοσιαλισμός»
εγγράφηκε κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1946. Το ένα τρίτο του κειμένου τούτου
εδημοσιεύθηκε κατά τους τέσσαρες πρώτους μήνες του 1947 σε τέσσαρες συνέχειες
στο περιοδικό «Δημοκρατική Επιθεώρηση». Τα άλλα δύο τρίτα έμειναν αδημοσίευτα
τότε. Και τα δημοσιεύω τώρα δίχως να προσθέσω ή να αφαιρέσω ούτε γραμμή.
Εκδόται του περιοδικού εκείνου ήταν ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Ιωάννης Καραβίδας
και ο υποφαινόμενος. Το περιοδικό «Δημοκρατική Επιθεώρηση» ήταν η συνέχεια του
περιοδικού «Δημοκράτης» που το εβγάζαμε παράνομα κατά την κατοχή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο
συγγραφεύς του κειμένου «Ευρώπη και Σοσιαλισμός» ήδη από το 1946 είναι
πεπεισμένος ότι η Ευρώπη πρέπει να ενωθή για να μπορέση να διατηρήση το Είναι
της και να αμυνθή στην πίεση των δύο υπερδυνάμεων, Αμερικής και Ρωσίας. Επίσης
ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο συγγραφεύς δεν ζητεί μόνον την ένωση
της Ευρώπης, αλλά συνάμα και την ένωση της Μεγάλης Βρετανίας με την Ευρώπη. Επέρασαν
από τότε είκοσι πέντε χρόνια και ούτε η Ευρώπη έχει ενωθή, πραγματικά, ούτε η
Μεγάλη Βρετανία έχει ακόμη γίνει δεκτή στην λεγόμενη Ευρωπαϊκή Οικονομική
Κοινότητα.
Το δεύτερο κείμενο «Ελλάς και Ευρώπη»
εγγράφηκε στα 1963 και εδόθη ως ομιλία στην Αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας
έπειτα από πρόσκληση της Ελληνικής Επιτροπής για την ένωση της Ευρώπης. Η ένωση
της χώρας μας με την λοιπή Ευρώπη, όπως και η πραγματική ένωση της Ευρώπης,
δηλαδή όχι μόνον οικονομική, αλλά και πολιτική, αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Τέλος
η ένωση της Μεγάλης Βρετανίας με την Ευρώπη θα ξαναδώση στην Ευρώπη την
υπερπόντια προοπτική, την οποία απέκτησε από την εποχή της Αναγεννήσεως και
έχασε κατ’ ουσίαν με το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τα ευρωπαϊκά κράτη, ακόμη και
τα μεγάλα, όπως είναι η Γερμανία και η Γαλλία, έγιναν απλές επαρχίες, και τούτο
σημαίνει ότι έχασαν την παγκόσμια προβολή τους. Μόνον αν ενωθούν και
αποτελέσουν πολιτική ενότητα είναι δυνατόν ν’ αποκτήσουν οικουμενική σημασία.».
Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος
Πραγματικά δεν μπορούμε να μην
συνηγορήσουμε στις πολιτικές θέσεις του Ι.Ν.Θ. και μάλιστα, μιάς τόσο
διορατικής σκέψης που πρεσβεύει την Ένωση της Ευρώπης από το τέλος του μέσου
προηγούμενου αιώνα. Είναι τα φωτεινά πολιτικά μυαλά της ελληνικής αστικής τάξης
που πολεμήθηκαν όχι μόνο από το αντίπαλο ιδεολογικά πολιτικό στρατόπεδο αλλά
και από τον ίδιο της πολιτικό συντηρητικό χώρο. Δεν χρειάζεται να θυμίσουμε
πόσοι έλληνες στρατιωτικοί δικτάτορες κατέλαβαν την εξουσία τα τελευταία 70
χρόνια του προηγούμενου αιώνα στην
Ελλάδα, ακόμα και ο καθαρής αστικής πολιτικής νοοτροπίας Ελευθέριος Βενιζέλος
έκανε το κίνημά του από την Θεσσαλονίκη. Ούτε η Ελληνική Δημοκρατία του
Αλέξανδρου Παπαναστασίου κατόρθωσε να μακροημερεύσει. Και μόνο η αναφορά των
ονομάτων του Αλέξανδρου Δελμούζου και του Ιωάννη Καραβίδα και η συνεργασία του
Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου μαζί τους στην έκδοση του περιοδικού «Δημοκρατική
Επιθεώρηση», φανερώνει την ποιότητα και το ήθος του ανδρός. Μιάς ακηδεμόνευτης
σκέψης ενός Πλατωνιστή Στοχαστή που δεν έπαψε να καλλιεργεί συνειδήσεις να
μεταλαμπαδεύει αγωγή Ελληνικότητας μέχρι
την τελευταία στιγμή του επίγειου βίου της. Ο Θεοδωρακόπουλος επισημαίνει στα
κείμενά του την διαφορά του ατόμου από
την μάζα κάτι που καλλιέργησε η πολιτική παράδοση της Ευρώπης και οι διαρκείς
αγώνες των Ευρωπαίων Πολιτών. Τονίζει την αξία του ερευνητικού πνεύματος, και
την Οδυσσειακή εξερευνητική του επιθυμία να γνωρίσει νέους τόπους και
πολιτισμούς, συστήματα διακυβέρνησης, και να ανοίξει νέους εμπορικούς δρόμους.
Ο Δυτικός-Ευρωπαϊκός Πολιτισμός είναι ένας ανοιχτός πολιτισμός δεχτικός σε κάθε
ξένη επίδραση αλλά και παράλληλα, πολιτικά και πολιτισμικά αποικιοκρατικός. Ευρωπαίοι
κάτοικοι είναι αυτοί που εποίκησαν τόσο την Αμερικάνικη Ήπειρο όσο και την
Αυστραλία, την Ασία και την Αφρική, μεταφέροντας και τις όποιες της κληρονομιάς
τους συνήθειες και αρχές. Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος, ως επαρκέστατος
γερμανομαθής δεν παύει να μας λέει ότι έχει διαβάσει το «Κεφάλαιο» του Καρλ
Μαρξ, να χρησιμοποιεί την ερμηνευτική οικονομική του συλλογιστική την μέθοδό
του, έστω και αν διαφωνεί ανοιχτά με τα τότε πολιτικά συστήματα της ανατολικής
Ευρώπης και της Ρωσίας. Θεωρεί ότι στην εποχή που δημοσιεύει τα άρθρα και τα
κείμενά του ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός και το Ευρωπαϊκό πνεύμα βρίσκεται σε μία
καινούργια αρχή, μία αφετηρία μετά την πτώση του την περίοδο του δεύτερου
παγκόσμιου πολέμου και την επιβολή των δυνάμεων του άξονα. Το Ευρωπαϊκό πνεύμα
λαξεύει τη νέα του πορεία βασισμένο στην αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση
και καλλιτεχνική κληρονομιά, την χριστιανική παράδοση. Είναι αυτή η «έκτη
αίσθηση» της Ευρώπης που διαθέτει και κληρονόμησε από την αρχαιότητα όπως μας λέει
ο φιλόσοφος Φρειδερίκος Νίτσε.
Αυτήν την
πολυδιάστατη οραματική πολιτική του Ευρωπαϊκού Πνεύματος μέσα στην Ιστορία
προσπαθεί να αναδείξει η γραφή και η σκέψη του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου. Μια γραφή
ακόμα επίκαιρη που αξίζει να την επαναπροσεγγίσουν όσοι διαθέτουν ακόμα ενεργά
τα στοιχεία της Ανατολικής και Δυτικής ταυτότητάς τους μέσα τους.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
1-17 Μαρτίου
2026