Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

 Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

του Δημήτρη Δασκαλόπουλου

   «Νομίζω ότι αν οι γενεές όσες μπόρεσαν να εργασθούν μετά την έκδοση της Ελληνικής Βιβλιογραφίας εξεδήλωσαν μεγαλύτερη ροπή από τις παλαιότερες, προς την μέτρηση, προς την στάθμιση, απέβαλαν, μερικά, την ρητορικότητα, τούτο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ερευνητικές δυνατότητες τις οποίες άνοιξε η βιβλιογραφία αυτή. Από τις αιτίες που έφεραν την ελληνική λογιοσύνη πιο κοντά προς την πραγματικότητα, η εγγύτερη,  εκείνη, δηλαδή, που έχει άμεση σχέση με τα γράμματα, είναι χωρίς αμφιβολία, η ύπαρξη της Ελληνικής Βιβλιογραφίας. Βεβαίως δουλεύει πάντοτε η πολύπλοκη αλληλενέργεια ανάμεσα στο αίτιο και το αιτιατό, ανάμεσα στο όργανο και την λειτουργία, στην προσφορά και την ζήτηση’ το γεγονός όμως είναι ότι αυτό το έργο ήρθε στην ώρα του και απέδωσε το μέγιστο από όσο μπορούσε κανείς να ευχηθεί» (1).

   Μιά και αφιερώνουμε το πρώτο τούτο Συνέδριο Ελληνικής Βιβλιογραφίας στον Κ. Θ. Δημαρά, τιμώντας έτσι τη γονιμότατη και πολυδύναμη παρουσία του στον χώρο της νεοελληνικής παιδείας, θεώρησα σκόπιμο να ξεκινήσω τη σύντομη εισήγησή μου με δικά του λόγια. Ειπωμένα τούτα τα λόγια για τον αείμνηστο Δημήτριο Σ. Γκίνη και την ευεργετική προσφορά του στον τομέα της εθνικής μας βιβλιογραφίας, μπορούν κάλλιστα να σηματοδοτήσουν την ωφελιμότητα της βιβλιογραφικής έρευνας και σε μικρότερους ή ειδικότερους τομείς, όπως είναι η περιοχή της λογοτεχνίας.

   Αν η αναδρομική εθνική βιβλιογραφία μας διαθέτει ένα μάλλον συστηματικά μελετημένο παρελθόν, τουλάχιστον για την περίοδο μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, είναι γνωστό ότι δε συμβαίνει το ίδιο με τη βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αναζητώντας ένα όχι και τόσο αβίαστο άλλοθι προκειμένου να δικαιολογήσουμε τα πράγματα, μπορούμε να αναλογιστούμε την καθυστέρηση και τη βραδύτητα με την οποία αυτονομήθηκαν οι νεοελληνικές σπουδές, όχι μόνον σε διεθνές αλλά, κυρίως, σε εθνικό επίπεδο. Κάπως διαγραμματικά θα μπορούσα να πω ότι μέχρι το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου η βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας διέρχεται τη νηπιακή της φάση, η οποία σημαδεύεται από δύο αξιομνημόνευτα γεγονότα. Το πρώτο είναι η απροσδόκητη εμφάνιση του Γ. Κ. Κατσίμπαλη στον βιβλιογραφικό χώρο. Ο δεύτερο είναι ότι γράφονται, με αφορμή την πρώτη βιβλιογραφία του Κατσίμπαλη, δύο βαρυσήμαντα κείμενα που παρόμοιά τους δεν αξιώθηκε έκτοτε άλλος βιβλιογράφος ως σχολιασμό της εργασίας του. Πρόκειται για τις εκτενείς βιβλιοκρισίες που γράφτηκαν για τον πρώτο-όπως απεδείχθη εκ των υστέρων-τόμο της παλαμικής βιβλιογραφίας του Κατσίμπαλη. Η μία προέρχεται από τον Βασίλη Λαούρδα, και η δεύτερη, μεθοδολογικώς αξεπέραστη μέχρι σήμερα, από τον Ιωάννη Συκουτρή (2).

   Η βαρειά σκιά του Κατσίμπαλη, ο οποίος σχεδόν μονοπωλεί την εποχή εκείνη τις επιδόσεις στη βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας, και η συχνά παρεξηγημένη και παρεξηγήσιμη συμπεριφορά του φαίνεται να δημιουργούν δυσμενές και υποτιμητικό κλίμα για τη σημασία και τη σπουδαιότητα της βιβλιογραφικής έρευνας. Αν διαβάζω σωστά, εναντίον του Κατσίμπαλη στοχεύει η πετριά που ρίχνει το 1938 ο Πέτρος Χάρης, δίνοντας συνέντευξη στον Γ. Περαστικό: «Αλλά, για κοιτάξτε! Πάρα λίγο να ξεχάσω τους πιο παράδοξους τύπους-της πνευματικής μας κινήσεως. Είναι οι «βιβλιογράφοι». Σε όλον τον κόσμο την δουλειά τους, απλή, μηχανική εργασία, άσχετη εντελώς με την κριτική, την κάνουν υπάλληλοι βιβλιοθηκών, κατώτεροι συνήθως, που δεν έχουν αξιώσεις και δεν αποκτούν οι δυστυχισμένοι ποτέ όνομα. Εδώ οι βιβλιογράφοι θέλουν να γίνουν πνευματικοί οδηγοί. Και μη χειρότερα!»

   Μετά τον πόλεμο, όταν η λογοτεχνία μας αρχίζει να διασχίζει τα σύνορα και να μεταφράζεται σε ξένες γλώσσες, θερμαίνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τη σύγχρονη πνευματική ζωή και είναι φυσικό να αναζητούνται σταθερότερα από άλλοτε και περισσότερο αξιόπιστα ερείσματα για τη μελέτη προσώπων και έργων. Έως το τέλος της δεκαετίας του 1960 ο Κατσίμπαλης θα δώσει το ωριμότερο και συστηματικότερο μέρος του βιβλιογραφικού του έργου, ενώ παράλληλα εμφανίζονται καινούργια ονόματα, καθώς και άλλης μορφής έργα, όπως είναι οι πίνακες λέξεων και οι ευρετηριάσεις περιοδικών. Η βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας διατηρεί, πάντως, μέχρι τις μέρες μας έναν προσωποκεντρικό, θα έλεγα, χαρακτήρα. Το μέγιστο μέρος των βιβλιογραφικών εργασιών που συντάσσονται έχουν ως θέμα τους το έργο λογοτεχνών και τη γύρω από το έργο φιλολογία. Η αριθμητική αύξηση βιβλιογραφικών εργασιών κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει ποσοτική και όχι ειδολογική διαφορά από το παρελθόν. Μια πρόχειρη καταμέτρηση που επιχείρησα, με βάση τα στοιχεία που μας παρέχει ο Γ. Ι. Φουσάρας στο έργο του Βιβλιογραφία των Ελληνικών Βιβλιογραφιών, απέδωσε 30 τίτλους για το χρονικό διάστημα που καλύπτει το έργο αυτό. Αντιθέτως, σύμφωνα με στοιχεία που άντλησα από το βιβλίο του Π.Δ. Μαστροδημήτρη Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία, για τις τελευταίες τέσσερεις δεκαετίες έχουν καταγραφεί περισσότερες από 80 συναφείς εργασίες. Τα στοιχεία αυτά αφορούν, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, βιβλιογραφικές εργασίες για πρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (3).

   Τα έργα των Φουσάρα και Μαστροδημήτρη, που ανέφερα ήδη, συνιστούν (παρά την αυτονόητη ευρύτερη εμβέλειά τους) δείγματα εργασιών από εκείνες που δεν είναι συχνές στον χώρο της μελέτης της λογοτεχνίας μας. Κατά γενικό κανόνα, λιγοστές και μετρημένες στα δάχτυλα είναι οι εργασίες που δεν προσανατολίζονται σε πρόσωπα της νεότερης γραμματείας μας. Αισθάνομαι έτσι την ανάγκη να μνημονεύσω εδώ ενδεικτικά ορισμένα έργα διαφορετικής βιβλιογραφικής πνοής, που ξεφεύγουν από τον συνήθη κανόνα. Αρχίζω με την ανεπανάληπτη και χωρίς ταίρι ίσαμε σήμερα Κριτική βιβλιογραφία του «Κρητικού Θεάτρου» του Μ. Ι. Μανούσακα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη λογοτεχνία μας παρουσιάζει η συνθετική απόπειρα των Κ. Θ. Δημαρά- Αικατερίνης Κουμαριανού- Λουκίας Δρούλια, Modern Greek Culture. A. Selected Bibliography. (In English, French, German, Italian), εργασία που θα ήταν ωφέλιμο για όλους μας να εκσυγχρονίζεται κάθε τόσο. Μοναδική στο είδος της, στο θέμα και τη μεθοδολογία της παραμένει η εργασία του Γ. Π. Σαββίδη Οι Καβαφικές εκδόσεις (1891-1932). Περιγραφή και Σχόλιο. Πολλές ευκολίες παρέχει στον μελετητή η βιβλιογραφική καταγραφή του Γιώργου Α. Παναγιώτου Ελεύθερον Βήμα. Δημοσιεύματα 1922-1944. Με εμπιστοσύνη καταφεύγουμε συχνά στα Αφιερώματα περιοδικών. Συμβολή στην καταγραφή τους (1880- 1980) της Μάρθας Καρπόζηλου. Τώρα που πλησιάζει η συμπλήρωση δεκαετίας από την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού, και μετά την επιδημία των αφιερωμάτων που μαστίζει τα περισσότερα λογοτεχνικά περιοδικά, καιρός είναι να σκεφτεί η κυρία Καρπόζηλου τη συμπληρωμένη επανέκδοση της εργασίας της. Από τον Κυρ. Ντελόπουλο προέρχονται τρεις αξιοσημείωτες συμβολές. Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα (1800-1981), που συμπληρώθηκαν από τις παρατηρήσεις και προσθήκες και άλλων ερευνητών. Καβάφη ιστορικά και άλλα πρόσωπα και Καβάφη Γεωγραφικά (σε συνεργασία με την Μαρία Μ. Καϊρη). Καινοφανής, τέλος, από μεθοδολογική άποψη, είναι ο Βιβλιογραφικός Οδηγός στα 154 Ποιήματα του Καβάφη που συνέταξαν η Diana Haas και ο Μιχάλης Πιερής.

   Η λέξη «μεθοδολογία», την οποία χρησιμοποίησα ήδη αρκετές φορές, αγγίζει ένα θέμα που, όπως φάνηκε και από σχετική παρέμβαση ακροατή στη χθεσινή μέρα του Συνεδρίου μας, χρειάζεται να συζητηθεί και να σχολιαστεί. Το μεθοδολογικό πρόβλημα δεν έχει βεβαίως τον χαρακτήρα ζητούμενου μόνον στις βιβλιογραφίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Χωρίς να θέλω να παρασύρω το ακροατήριο σε περιπτωσιολογικές παρατηρήσεις, βλέπω να αναφύονται εν προκειμένω κυρίως δύο ζητήματα μεθόδου. Το πρώτο είναι η μορφή του βιβλιογραφικού λήμματος. Το δεύτερο, η δομή της βιβλιογραφικής εργασίας. Θα σταθώ για λίγο και στα δύο.

   Η μορφή του λήμματος. Υποθέτω πώς όλοι συμφωνούμε ότι κάθε βιβλιογραφικό λήμμα έχει τρία στοιχεία: όνομα συγγραφέα, τίτλο εργασίας, παραπεμπτικές ενδείξεις. Υποβάλλω ενδεικτικώς στην κρίση σας τα ακόλουθα ερωτήματα:

-Πώς γράφουμε το όνομα του συγγραφέα ενός βιβλίου ή ενός άρθρου; Κώστας Στεργιόπουλος, ή Στεργιόπουλος Κώστας;

-Πώς ταυτίζουμε το ψευδώνυμο συγγραφέα και το πραγματικό του όνομα: μέσα σε παρένθεση ή μέσα σε αγκύλη;

-Αν το άρθρο είναι ανώνυμο ή ανυπόγραφο, θέτουμε στη θέση του ονόματος την ένδειξη: «ανωνύμως», ή απλά τοποθετούμε μια παύλα;

-Μετά το όνομα του συγγραφέα βάζουμε κόμμα ή άνω και κάτω τελεία;

-Συμφωνούμε όλοι ότι πρέπει να ξεχωρίζει τυπογραφικά ο τίτλος ενός βιβλίου από τον τίτλο ενός άρθρου;

-Πρέπει οι τίτλοι μεμονωμένων άρθρων να μπαίνουν σε εισαγωγικά;

-Ο υπότιτλος ενός βιβλίου πρέπει να γράφεται και αυτός με πλάγια στοιχεία, αν δεχτούμε αυτή τη λύση και για τον κυρίως τίτλο;

-Οσάκις δεν υπάρχει ένδειξη χρονολόγησης ενός βιβλίου (πρακτική συνήθης, ακόμη και σε βιβλία μεγάλων εκδοτικών μας οίκων), συμφωνούμε όλοι πώς θέτουμε σε αγκύλη τη χρονολόγηση που γνωρίζουμε από άλλες πηγές, ενώ χρησιμοποιούμε γωνιώδη παρένθεση για τη χρονολόγηση που προέρχεται από κάποια σελίδα του ίδιου του βιβλίου, αλλά όχι από τι σελίδα τίτλου;

-Στις παραπεμπτικές ενδείξεις του λήμματος πώς διακρίνουμε τα περιοδικά από τις εφημερίδες: Προτάσσουμε κάθε φορά (και αναλόγως) συντομογραφία των λέξεων «περιοδικό» ή «εφημερίδα», ή, μήπως, γράφουμε τα περιοδικά με πλάγια στοιχεία και τις εφημερίδες μέσα σε εισαγωγικά;

-Πώς διακρίνουμε αν ένας αριθμός στην παραπομπή αφορά τόμο ή τεύχος περιοδικού;

-Οι τυχόν διευκρινιστικές πληροφορίες του βιβλιογράφου για το συγκεκριμένο λήμμα πρέπει να μπαίνουν εκεί που τελειώνει το λήμμα (μέσα σε παρένθεση ή αγκύλη) ή μήπως θα πρέπει να τις μεταφέρουμε κάτω από το λήμμα;

    Θα παρακαλούσα να μην προσπαθήσουμε να δώσουμε αμέσως τώρα ικανοποιητικές απαντήσεις σε όλα τούτα τα ερωτήματα. Απλώς ας προβληματιστούμε κατ’ ιδίαν, για να καταλήξουμε κάποτε σε γενικώς αποδεκτές απαντήσεις.

   Η δομή της εργασίας. Έχω την εντύπωση ότι η δομή κάθε βιβλιογραφίας υπαγορεύεται από τις ιδιαιτερότητες του δεδομένου θέματος. Ο βιβλιογράφος, κατανέμοντας σε επιμέρους τμήματα και ενότητες το συγκεντρωμένο υλικό, θα πρέπει επιπλέον να λάβει υπόψη του τις ανάγκες και τη διευκόλυνση του χρήστη της βιβλιογραφίας, χωρίς να απιστεί στην ιδιομορφία του θέματός του. Το υλικό είναι προτιμότερο, αν όχι πάντοτε επιβεβλημένο, να παρατίθεται κατά χρονολογική σειρά, και όχι κατά αλφαβητική σειρά των ονομάτων των συγγραφέων κάθε λήμματος. Στις βιβλιογραφίες προσώπων, που όπως είδαμε αποτελούν τον κύριο όγκο στη βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας, έχει περίπου καθιερωθεί η διάκριση του υλικού σε δύο βασικές κατηγορίες: την εργογραφία του βιβλιογραφούμενου και τη φιλολογία γύρω από τα έργα του, πάντα σε χρονολογική ακολουθία. Ριζοσπαστική είναι η δομή που προτείνει ο Φίλιππος Ηλιού στην Εργογραφία Κ.Θ. Δημαρά, όπου με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία ξεχωρίζουν, πάντοτε μέσα στη χρονολογική τους ακολουθία, τα απλά δημοσιεύματα, οι αυτοτελείς εκδόσεις έργων, τα ανάτυπα κ.ο.κ. Μια άλλη, πολύ σημαντική μεθοδολογική πρόταση, είναι εκείνη που εφάρμοσε ο Εμμ. Ι. Μοσχονάς στη Βιβλιογραφία Γιώργου Θεοτοκά. Κάτω από κάθε αυτοτελή έκδοση έργου του Θεοτοκά παρατίθενται οι πρώτες δημοσιεύσεις του έργου (ή αποσπασμάτων), οι τυχόν αναδημοσιεύσεις, οι μεταφράσεις, οι κρίσεις και πληροφορίες για το έργο, καθώς και άλλα συναφή στοιχεία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επιμέρους «σύνολα φιλολογικού και κριτικού υπομνηματισμού, πολύτιμα για τη σφαιρικότερη μελέτη των συγκεκριμένων έργων», όπως είχε παρατηρήσει για ανάλογη περίπτωση ο Γιώργος Κεχαγιόγλου. Ας μου συγχωρηθεί, τέλος, η αναφορά και σε προσωπική μου εργασία (αν δεν παινέσουμε το σπίτι μας, θα πέσει να μας πλακώσει!): Στηριγμένος στη δομή της εργασίας του Μοσχονά για τον Θεοτοκά, προσπάθησα με την Εργογραφία Σεφέρη να δώσω μιαν απάντηση σ’ ένα άλλο σημαντικό και πάντοτε αιωρούμενο ερώτημα: πώς μπορεί να γίνει περισσότερο αναγνώσιμη μια βιβλιογραφική εργασία. Κι ακόμη, πώς μπορεί να προσεταιριστεί, και κατά πόσο μπορεί να προσεταιριστεί έναν δοκιμιακό χαρακτήρα, με υπομνήματα και οπωσδήποτε όχι αυθαίρετα κριτικά σχόλια. (4)

    Όποιος καταπιάνεται σήμερα με βιβλιογραφικές εργασίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, καταπιάνεται με μια περιπέτεια. Το γιατί, το ξέρουμε όλοι. Δε θα διεκτραγωδήσω την κατάσταση των δημόσιων βιβλιοθηκών μας ή τις γενικότερες δυσκολίες για τη συγκέντρωση και τεκμηρίωση του υλικού. Περιορίζομαι να τονίσω την πληθώρα των εντύπων που πρέπει να διεξέλθει ο βιβλιογράφος για να φτάσει σε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Πρίν από μια δεκαετία ο Γιώργος Ζεβελάκης είχε υπολογίσει σε άρθρο του πώς κυκλοφορούσαν περί τα 120 περιοδικά, από αυτά που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως περιοδικά «γενικής παιδείας» (5). Αν προσθέσουμε στον αριθμό αυτόν τις ετήσιες εκδόσεις, τις επετηρίδες, τους σύμμεικτους τόμους, τα επιστημονικά έντυπα, τα περιοδικά του εξωτερικού που ασχολούνται με τη νεοελληνική λογοτεχνία, καθώς και άλλα μη αμιγώς λογοτεχνικά ή φιλολογικά περιοδικά, τις εφημερίδες και τα χιλιάδες βιβλία κάθε χρονιάς, καταλαβαίνουμε για ποιον όγκο υλικού μιλάμε.

    Χωρίς πρόθεση να ιεραρχήσω τις ανάγκες μας, θα έβλεπα ως προτεραιότητες τη συμπλήρωση ή σύνταξη ορισμένων βιβλιογραφικών εργασιών. Έχω και άλλοτε σημειώσει ως επείγουσα ανάγκη τη συμπλήρωση του έργου του Φουσάρα, για το μετά το 1947 διάστημα. Τη συμπλήρωση, επίσης, της εργασίας του Παν. Μουλλά Βιβλιογραφία Ελληνικών Συμμείκτων, καθώς και τη σύνταξη μιας βιβλιογραφίας λογοτεχνικών συμμείκτων. Πρέπει, επίσης, να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη βιβλιογράφηση των λογοτεχνικών περιοδικών. Επιτακτικότερη παραμένει η κάλυψη του κενού που υπάρχει σε εργασίες- εργαλεία: Δε διαθέτουμε ακόμη ένα λεξικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ούτε λεξικών έργων, ούτε κατάλογο περιοδικών. Σε όλα αυτά τα έργα θα μπορούσε να ανατρέξει κανείς με εμπιστοσύνη, ακόμη και για πρωτοβάθμιες, χρηστικές πληροφορίες, που φαίνεται να μην είναι πάντα προσιτές σε πρώτη ζήτηση. Η κυρία Ντία Φιλιππίδη, με την οποία είχαμε μακρά συνεργασία για τα μεθοδολογικά προβλήματα της υπό έκδοσης πλέον βιβλιογραφίας της των μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας σε αγγλική γλώσσα (6) μπορεί να μαρτυρήσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε για να εξακριβώσουμε αξιόπιστα ληξιαρχικά στοιχεία συγχρόνων και παλαιότερων λογοτεχνών, καθώς και για χρονολογίες έκδοσης έργων. Τούτες οι φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες δίνουν το μέτρο των δυσχερειών που εξακολουθούν να υπάρχουν από την έλλειψη βασικών εγχειριδίων.

   Η βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι μέσο πληροφόρησης και μελέτης των έργων, των κειμένων και των συγγραφέων μας. Είναι το σκαλοπάτι για να φτάσουμε κάπου αλλού. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Μια και ξεκίνησα την εισήγησή μου με ένα παράθεμα του τιμώμενου από το Συνέδριό μας Κ. Θ. Δημαρά, ταιριάζει, νομίζω να κλείσω μ’ έναν ακόμη δικό του, σοφό λόγο. Η Βιβλιογραφία «είναι ένας απαραίτητος ενδιάμεσος σταθμός, οπωσδήποτε, μάλιστα, τοποθετημένος πολύ κοντά στην αρχή’ με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί τέρμα» (7).

1., Κ. Θ. Δημαράς: Δημήτριος Σ. Γκίνης, περ. Ερανιστής, τ. ΙΕ΄, 1979, σελ. 330-335 (το παράθεμα στη σελ. 334).

2., Για τη βιβλιογραφική, αλλά και τη συνολικότερη προσφορά του Γ.Κ. Κατσίμπαλη στη νεότερη λογοτεχνία μας, βλ. το βιβλίο μου Γ.Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 1980. Πρβλ. επίσης, το συναφές μελέτημά μου. Βιβλιογραφικά της νεότερης λογοτεχνίας μας, περ. Διαβάζω τ.44, Ιούλ.1981, σελ.27-33 [= Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Τα Βήματα του Χρόνου. Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Διάττων 1987, σελ. 111-130].

3., Η ολοένα ενημερούμενη εργασία του Π. Δ. Μαστροδημήτρη καταγράφει περισσότερες από 100 συναφείς βιβλιογραφίες, στην πρόσφατη, νέα έκδοσή της (6η έκδοση, 1996).

4., Πολυτιμότατο εγκόλπιο, που συστηματοποιεί όλα τα σχετικά βιβλιογραφικά προβλήματα και προτείνει λύσεις, συνιστά το μελέτημα του Χ.Λ. Καράογλου: Βιβλιογραφίες λογοτεχνών. Θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα, περ. Μολυβδο-κονδυλοπελεκητής, τ.5, 1995/96, σελ. 73-118 (και ανάτυπο)

5., Γιώργος Ζεβελάκης: Η ζωή των περιοδικών το 1980, περ. Διαβάζω, τ. 40, Μάρτ. 1981, σελ. 24-32

6., Βλ. το επόμενο κείμενο του παρόντος τόμου, τιτλοφορούμενο «Το βιος μας στην ξενιτιά»

7., Κ. Θ. Δημαράς, ό.π., σελ.333.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Από τον τόμο: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Συμπαθητική Μελάνη. ΘΕΜΑΤΑ- ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ- ΕΡΓΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1999, σελίδες 175-181.

Διευκρινιστικά:

    Όπως όλοι οι ερευνητές ή συγγραφείς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες βιβλιογράφοι φαντάζομαι, ασχολούνται με κάθε μορφής και είδος βιβλιογραφίες, συγκέντρωση λημμάτων για την σύνταξη μιάς βιο-εργογραφίας ενός λογοτέχνη, θα ανατρέχουν τουλάχιστον στις βιβλιογραφικές και θεωρητικές περί των Βιβλιογραφιών εργασίες του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Είναι ο πλέον κατάλληλος για τέτοιας φύσεως λογοτεχνικά ζητήματα των νεότερων γενεών και χρόνων. Θα τολμούσαμε να γράφαμε-ως μη ειδικοί ή βιβλιοθηκονόμοι, ότι «συγκεφαλαιώνει» θεωρίες και μεθόδους που εφαρμόστηκαν από προηγούμενων γενεών ελλήνων βιβλιογράφων στους χώρους της Βιβλιογραφίας και ειδικότερα των πεδίων της Λογοτεχνίας. Ας μου επιτραπεί μόνο εμπειρικά να σημειώσω εν τάχει, ότι στις παλαιότερες χρονολογικά περιόδους ενασχολήσεών μου συγκέντρωσης στοιχείων και πληροφοριών για λογοτεχνικές μου εργασίες και συντάξεις καταλόγων, αποδελτιώσεων, επισκεπτόμενος δημόσιες βιβλιοθήκες και αρχεία, και αντιμετωπίζοντας διάφορους σκοπέλους και δυσκολίες, δεν ανέτρεχα μόνο σε εργασίες προηγούμενων βιβλιογράφων για να δω πώς λύνουν τα συναφή δικά τους προβλήματα, αλλά αποκτώντας μια σχετική οικειότητα με τα άτομα που εργάζονταν σε βιβλιοθήκες τα ρωτούσα πώς είναι οργανωμένο το δικό τους σύστημα βιβλιογράφησης. Άκουγα σε καθαρά πρακτικό επίπεδο αναζήτησης ενός βιβλίου ή πληροφοριακού στοιχείου, την άποψή τους, τι μου έλεγαν. Έβλεπα σε εργαζόμενα πρόσωπα που έδειχναν ένα κάποιο μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα λογοτεχνικά μας πράγματα τι λύσεις έδιναν, πέρα από την κλασική και βαρετή απάντηση «δεν το έχουμε» ή «δεν έχουμε προσωπικό να σας εξυπηρετήσουμε». Ορισμένα προβλήματα λύνονταν πάλι, όταν στεκόσουν τυχερός και πρόσεχες μία παραπομπή σε μία σημείωση ενός άλλου συγγραφέα στο δικό του άρθρο ή συγκεντρωτική εργασία. Όφειλες όμως να ανατρέξεις και να διασταυρώσεις τις πηγές όσο αυτό ήταν δυνατόν. Μία φορά την πάτησα και έκτοτε μου έγινε μάθημα και αναφέρω σχεδόν τα πάντα, φυσικά κάτι θα ξεφύγει στο τελικό αποτέλεσμα είτε στο μάτι ή στο τυπογραφείο. Τα βιβλιογραφικά ζητήματα δεν εξαλείφονται τελείως, τουλάχιστον όμως ελαχιστοποιούνται, περιορίζονται, και μία Βιβλιογραφία είναι πάντα ανοιχτή στο χρόνο έχει αρχή αλλά όχι τέλος. Και ακόμα, το προβληματικό της υπόθεσης είναι όταν έχεις συντάξει, μαζέψεις ένα αρκετά μεγάλο βιβλιογραφικό υλικό για έναν συγγραφέα ή το έργο του, ανακαλύπτεις ότι τυχαία ή καθυστερημένα κάποιος άλλος ερευνητής βιβλιογράφος έχει προηγηθεί και έχει δημοσιεύσει ή εκδώσει την εργασία του. Σε αυτές τις άτυχες περιπτώσεις είσαι υποχρεωμένος να καταστρέψεις το δικό σου υλικό, να το πετάξεις, που με τόσο προσωπικό μόχθο και έξοδα συγκέντρωσες. Αλλά ίσως, όπως μας λέει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος η βιβλιογραφική περιπέτεια δεν είναι αυτοσκοπός, και εντέλει να μην ήταν τόσο άγονο το περιπετειώδες ταξίδι.

      Στην δική μου αντιγραφή του κειμένου του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, μαύρισα τα αναφερόμενα ονόματα και υπογράμμισα με γραμμή τα ουσιαστικότερα σημεία του κειμένου. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος δεν αποφαίνεται εκ καθέδρας, δεν απολυτοποιεί την βιβλιογραφική έρευνα και τα προβλήματα που γεννιούνται, κατά την διαδικασία της συγκέντρωσης του υλικού και την μεθοδολογία παράθεσής του. Τα ερωτήματα που αναφύονται θέτονται με διαλλακτικό τρόπο, περισσότερο ως στοχασμό από τον βιβλιογράφο και όχι αναγκαστική επιταγή μιας «ντιρεκτίβας» βιβλιογραφικών οδηγιών που οφείλει να ακολουθήσει ο συντάκτης της εργασίας. Νηφάλιος, διαλλακτικός, ήρεμος και μάλλον συγκαταβατικός ο λόγος του Δημήτρη Δασκαλόπουλου αντιμετωπίζει τα θέματα όχι ως ανυπέρβλητα εμπόδια, μη λύσης αλλά, ως εσωτερικά ζητήματα της λογοτεχνίας που ίσως και από «μόνα» τους προσφέρουν όποτε παρίσταται η ανάγκη την δεδομένη απάντηση. Και είναι εύλογο και φυσικό να συμβαίνει αυτό για έναν βιβλιογράφο ο οποίος κατόρθωσε στην διάρκεια των βιβλιογραφικών του εργασιών και ερευνών να ανατρέξει, να δει, να ξεφυλλίσει, να πιάσει στα χέρια του το σύνολο σχεδόν των τίτλων των λογοτεχνικών περιοδικών του προηγούμενου αιώνα όπως μας έχει δηλώσει ο ίδιος σε γραπτά του και δηλώσεις του. Η πλούσια και καρποφόρα αυτή ατομική του περιπέτεια, τον γέμισε σοφία, γνώση, εμπειρία, ευρύτητα παιδείας, την απόλαυση μιάς γενικής εποπτείας της ελληνικής γραμματείας, των συγγραφέων και των έργων τους, των δημοσιευμάτων τους όπως καθρεπτίζονται και αποτυπώνονται μέσα στις σελίδες των διαφόρων λογοτεχνικών περιοδικών και συναφών εντύπων. Και, ασφαλώς, το κέρδος δεν είναι μόνο λογοτεχνικό ξεφυλλίζοντας και ανατρέχοντας σε παλαιούς τίτλους λογοτεχνικών περιοδικών είναι και καλλιτεχνικό. Αναγνωρίζουμε εικαστικούς καλλιτέχνες που φιλοτεχνούν τα εξώφυλλα και τις μέσα σελίδες. Τις αισθητικές ποιότητες και τεχνικές διαβαθμίσεις των τυπογραφείων, τις μεθόδους των βιβλιοδετών. Τα δεσίματα των τευχών, τα στοιχεία και τις γραμματοσειρές, τις ένθετες φωτογραφίες, ακόμα και την ποιότητα του μελανιού. Η ανάγνωση ενός τίτλου λογοτεχνικού περιοδικού ή άλλου εντύπου, δεν είναι χρήσιμη μόνο στους βιβλιογράφους και τους ιστορικούς και ερευνητές της ελληνικής ή ξένης γραμματείας αλλά και σε εμάς τους αναγνώστες, στο ευρύ κοινό. Ο ρόλος και η συμβολή λοιπόν των βιβλιογράφων είναι πολύτιμος, χρήσιμος και αναγκαίος, όσο και η πρωτογενής συγγραφική παραγωγή των συγγραφέων.

    Τα ονόματα που αναφέρονται στο παλαιό κείμενο «Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, μας είναι γνωστά, και ορισμένοι τίτλοι βιβλίων έχουν εκδοθεί μεταγενέστερα όπως το ογκωδέστατο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων «Πατάκη», η Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1000 μ.χ.- 2000 μ.χ. των εκδόσεων «Σταφυλίδη», η πολύτομη σειρά ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας των εκδόσεων «Σοκόλη», η επίσης πολύτομη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Αργυρίου των εκδόσεων «Καστανιώτη», η εμπλουτισμένη ανατύπωση της ελληνικής λογοτεχνίας των εκδόσεων «Χάρη Πάτση» για να περιοριστώ σε ενδεικτικούς τίτλους. Και φυσικά έχουν εμπλουτιστεί τα άρθρα και τα δημοσιεύματα σχετικά με την Βιβλιογραφία και έχουν αποδελτιωθεί σε αυτόνομες εκδόσεις τίτλοι ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών. Σημαντική εδώ να τονίσουμε η συμβολή του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου σε κάθε ενδιαφερόμενο βιβλιογράφο, όπως και άλλων Δημόσιων Βιβλιοθηκών και Ιδιωτικών Αρχείων, όπως και του ΕΚΕΒΙ.

    Δεν γνωρίζω αν ακόμα διοργανώνονται Συνέδρια Βιβλιογραφίας από το Κολλέγιο Αθηνών ή άλλες Σχολικές Ιδιωτικές μονάδες, στις Ελληνικές Πανεπιστημιακές Σχολές και τι νέες ιδέες, απόψεις, θέσεις, μεθόδους και πληροφορίες κατατίθενται στις Ημερίδες αυτές σε καιρούς ψηφιοποίησης των πάντων και με μεγάλη ταχύτητα, διεθνών Σχολικών και Εκπαιδευτικών Συναλλαγών, Συνεργασιών και Ανταλλαγών. Τι επίδραση θα έχει πάνω στα πεδία της Βιβλιογραφίας και των Ερευνών η Τεχνική Νοημοσύνη, το Α.Ι. όπου τα πάντα ανατρέπονται, αποκτούν άλλες ανεξέλεγκτες διαστάσεις πρωτόγνωρες, καταργούνται επαγγελματικές ειδικότητες στο άμεσο μέλλον όπως του εκπαιδευτικού, όπως λέγεται στις ειδήσεις που μας έρχονται από άλλες προηγμένες χώρες της Δύσης. Το κατά πόσο θα αποφορτιστεί το ενδιαφέρον των Βιβλιοκριτικών και πόσο θα αλλάξουν οι παραδοσιακοί μέθοδοι σύνταξης μιάς Βιβλιογραφίας και οργάνωσής της, τουλάχιστον ο γράφων δεν γνωρίζει.

Αν όμως ακούσουμε τι μας είπαν στην παρουσίαση της έκδοσης ενός πρόσφατου βιβλίου πάνω στην Τεχνητή Νοημοσύνη και ο ίδιος ο συγγραφέας του κύριος Θεόδωρος Σκυλακάκης για τις επερχόμενες ραγδαίες αλλαγές και εξελίξεις που θα επέλθουν στις κρατικές εργασιακές σχέσεις και τις οικονομικές και προγράμματα διοίκησης της ελληνικής πολιτείας, τότε μάλλον, τα όποια σύγχρονα Βιβλιογραφικά ζητήματα-αν υφίστανται- θα έχουν άλλες διαστάσεις όπως και η σχέση μας ημών των αναγνωστών με την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία και οικουμενικότητα του ανθρώπινου πολιτισμού και των επιτευγμάτων της παράδοσής του.

    Θα ήθελα να κλείσω την σημερινή ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, με αφορμή την παλαιά ομιλία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, με την κατακλείδα της απάντησης του καθηγητή πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας κυρίου Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου σε συνέντευξή του στον κύριο Απόστολο Αποστόλου. Η συζήτηση δημοσιεύτηκε στο γνωστό και καλαίσθητο και με εύρωστη πάντα ενδιαφέρουσα ύλη περιοδικό «το κοράλλι» γράμματα-τέχνες- επιστήμες- ζωή. Τεύχος 47-48/10, 2025. Το περιοδικό είναι τριμηνιαίο, ιδιοκτήτης και εκδότης του είναι ο κ. Γιώργος Γκέλμπεσης και διευθυντής σύνταξης ο κ. Κώστας Χατζηαντωνίου, ενώ τον σχεδιασμό του περιοδικού έχει ο κ. Νίκος Σουπιωνάς. Η συνέντευξη δημοσιεύεται στις σελίδες 97-106. Η προτελευταία ερώτηση είναι:

«Α. Α.-Μπορούμε να φέρουμε τους ανθρώπους πίσω, στην αγάπη και στη ζεστασιά του βιβλίου και της ανάγνωσης; Να τους απομακρύνουμε- έστω και για λίγο- από την ψυχρή οθόνη και την παθητικότητα της (τηλε-) θέασης;

- Κ.Κ. Είναι δύσκολο και αυτό γιατί στην πραγματικότητα γίναμε ένα σύστημα χωρίς αντιθέσεις- μας λείπει η εσωτερική αρνητική και δίνουμε κάθε μέρα διαγωνισμούς στην επίδραση του αφρού των πραγμάτων της ασημαντότητας. Είμαστε σε ένα ανάδρομο πεπρωμένο με παρωδικά προσχήματα. Σήμερα είμαστε σαν να έχουμε πεταχτεί μέσα από τις σελίδες του Borges στο βιβλίο του «Λαχείο της Βαβυλώνας», όπου όλα αποτελούν μιά προσποίηση που αναγκάζουν τον άνθρωπο να κινηθεί στην απάτη και το δόλο, δηλαδή στους προκαθορισμούς της απομίμησης, η οποία (απομίμηση) αποτελεί μιά επιχείρηση ή ένα πρόσημο του τελετουργικού θεάτρου της ζωής μας. Εκεί λοιπόν ο άνθρωπος καθίσταται αδιάφορος και αδιαφοροποίητος, χωρίς αναζητήσεις άλλων εποχών, γιατί όλα κινούνται στη δίνη της ταχύτητας που μας πάει εμπρός χωρίς να ενδιαφερόμαστε για τίποτα από το παρελθόν. Σήμερα έχουμε επενδύσει σ’ ένα μέλλον δίχως όρια. Έχουμε χωνέψει το αδιαφοροποίητο, έχουμε απορρίψει τη νοσταλγία, φοράμε απλώς μιά μάσκα και συναιρούμαστε στη διάθλαση του πραγματικού.

-Είστε αισιόδοξος για το μέλλον;

-Κ.Κ. Θα έλεγα ότι είμαι αισιόδοξος εν πλήρει αισιοδοξία…».

   Όσο για το μέλλον της Βιβλιογραφίας; θεωρώ ότι θα έχει την ίδια τύχη που θα έχει και η ανθρώπινη γραφή μετά από χρόνια, μια και είναι δρόμοι παράλληλοι.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

13 Ιουνίου 2026

        
 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Μνήμη Γιώργου Π. Σαββίδη

 Μνήμη Γιώργου Π. Σαββίδη

11 Μαρτίου 1929- 11 Ιουνίου 1995

    Τα χρόνια θα δείξουν αν κρατήθηκε

     μέσα στην τόση λάσπη ο σπόρος

                    Δημήτρης Δασκαλόπουλος

    Συμπληρώθηκαν 31 χρόνια από τον ξαφνικό και αδόκητο θάνατο του πανεπιστημιακού, επιστήμονα, φιλόλογου, επιμελητή εκδόσεων, αρθρογράφου και κριτικού Γιώργου Π. Σαββίδη. Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος υπήρξε σταθερός συνεργάτης των εφημερίδων «Το Βήμα», «Τα Νέα» καθώς και άλλων εντύπων του Δημοσιογραφικού Συγκροτήματος Λαμπράκη. Ήταν σύζυγος της αδερφής του Χρήστου Λαμπράκη, της φιλολόγου Λένας Λαμπράκη και πατέρας του συγγραφέα και εκδότη Μανόλη Σαββίδη. Από τις δικές του επιμελημένες και φροντισμένες επανεκδόσεις των ποιητικών Απάντων- από τις εκδόσεις «Ίκαρος» των ποιητών Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, του Γιώργου Σεφέρη, του Κώστα Καρυωτάκη, του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, του Άγγελου Σικελιανού και άλλων σημαντικών δημιουργών ήρθε η δική μας γενιά (1980) μετά την μεταπολίτευση σε επαφή, γνώρισε το ποιητικό τους έργο. Διαβάζαμε τα τακτικά βιβλιοκριτικά του εβδομαδιαία και άλλα σημειώματα, τις μικρές του μελέτες και λογοτεχνικές παρεμβάσεις, τα άρθρα και τα σχόλιά του, τις επισημάνσεις του στον τύπο. Το όνομά του και οι φιλολογικές του εργασίες ήσαν γνωστές από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, βλέπε περιοδικό «Εποχές» κλπ. όταν σαν νεαρός φοιτητής έκανε τις πρώτες του εμφανίσεις στα ελληνικά γράμματα. Ο Γιώργος Π. Σαββίδης έχαιρε σεβασμού και θαυμασμού τόσο από τους πνευματικούς και πανεπιστημιακούς κύκλους της χώρας και του εξωτερικού όσο και από τους νέους φιλαναγνώστες και λάτρεις της ελληνικής ποίησης μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος. Η επταετία τον είχε παύσει από τα Πανεπιστημιακά του καθήκοντα από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Διέσωσε τα παλαιά αρχεία και χειρόγραφα ελλήνων ποιητών και μας τα παρουσίασε επιμελώντας τα με αγάπη εκ νέου σχολιασμένα, με ορθές και καίριες επιστημονικές παρατηρήσεις και φιλολογικές «παρεμβάσεις» ή σωστότερα συμπληρώσεις στα κενά τους και ιστορικές- χρονολογικές διευκρινήσεις. Όταν τον Αύγουστο του 2024 στα Λογοτεχνικά Πάρεργα αποδελτιώσαμε το περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» αντιγράψαμε πρώτες νεανικές του πρωτόλειες μεταφράσεις που συναντήσαμε στις σελίδες τευχών του περιοδικού. Η πόλη του Πειραιά ευτύχησε να έχει το Αρχείο του. Το Αρχείο του Γιώργου Π. Σαββίδη βρίσκεται στην κατοχή και την φύλαξη του Ιδρύματος της Βιβλιοθήκης Αικατερίνης Λασκαρίδη για όσους ενδιαφερόμενους.

          ΙΗ

Πολλοί ταπεινοί απόντες.

Κανένας

δεν τους χρειάζεται πια.

    Με την συμπλήρωση 31 χρόνων από την απώλειά του αντιγράφουμε το κείμενο «Αποχαιρετισμού» του κριτικού και συγγραφέα που έφυγε πρόσφατα Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ο οποίος μνημονεύει συχνά την φιλική του σχέση με τον Γ. Π. Σαββίδη με ευγνωμοσύνη, μια και στην δική του πρόσκληση και επιθυμία, παρέμβαση στον διευθυντή της εφημερίδα «Τα Νέα» Λέοντα Καραπαναγιώτη για μία περίπου τριετία/ εξαετία συνολικά από τις 13 Μαρτίου 1993 έως το 1996, οφείλεται η επαγγελματική του συνεργασία με το Δημοσιογραφικό Συγκρότημα γράφοντας βιβλιοκριτικές και παρουσιάσεις. Βλέπε τον τόμο των εκδόσεων «Πατάκη" 1999, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ανισόπεδες Διαβάσεις. Βιβλιοκριτικές στα «ΝΕΑ» 1993-1996». Σελ. 366. Οι εν «θερμώ» αυτές παρουσιάσεις και σχολιασμοί του Δ. Δ., πάνω από 120 τίτλοι, αναφέρονται κυρίως στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία δίχως να παραμελείται και η υπόλοιπη εκδοτική παραγωγή, τα άλλα είδη του γραπτού λόγου, όπως η ποίηση, το δοκίμιο, οι μεταφράσεις.

Το 2016 πάλι από τις εκδόσεις «Πατάκη» ο βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος κυκλοφορεί το Χρονικό της Ζωής και της Εποχής του με τίτλο «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου». Ο τόμος αποτελείται από τρείς εύρωστες και μεστές ενότητες, επίλογο και ένθετο φωτογραφικό υλικό. [-Ο τόπος- Οι άνθρωποι/ Νέοι ορίζοντες/ Προς τον καινούργιο αιώνα, σελ. 259-,/ Επίλογος/ Φωτογραφίες]. Στην τρίτη ενότητα του Χρονικού, σ. 259-322 το οποίο έχει μότο το Σεφερικό «Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.» επισκόπηση τόπων, γεγονότων, ανθρώπων, καταστάσεων, νέων βιβλίων και καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων και εκδόσεων, και συγκεκριμένα στις σελίδες 265 και κατόπιν ο βιβλιοκριτικός μας εξιστορεί τα της πρόσκλησης επαγγελματικής συνεργασίας του στο Συγκρότημα Λαμπράκη με την μεσολάβηση του Γιώργου Π. Σαββίδη ο οποίος εκτιμούσε τις συγγραφικές και εκδοτικές του δραστηριότητες. Η δεύτερη περίοδος συνεργασίας του με το Δημοσιογραφικό Συγκρότημα έγινε κάτω από τον τίτλο «Ο Βιβλιογράφος» που έκανε την εμφάνισή του τον Οκτώβριο του 1993. Εδώ, παρενθετικά, να σημειώσουμε κάτι που συμβαίνει και στις «καλύτερες εκδοτικές οικογένειες» στην σελίδα 272 του Χρονικού υπάρχει χρονολογικό λαθάκι του θανάτου του Γ. Π. Σαββίδη. Διαβάζουμε: «Όλα κυλούσαν ομαλά ως εκείνο το βράδυ της Κυριακής, 11 Ιουνίου του 1996, όταν μας ήρθε το αναπάντεχο μήνυμα του θανάτου του Γ. Π. Σαββίδη στον Λόγγο του Αιγίου, καθώς επέστρεφε από τη Λευκάδα όπου τον είχαν ανακηρύξει επίτιμο δημότη…..».

    Ξέρεις, απ’ όλα τα μέσα συγκοινωνίας

     τα πιο σαράβαλα είναι οι λέξεις

   Το κείμενο «Αποχαιρετισμός» στον Γιώργο Π. Σαββίδη, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 13 Ιουνίου 1995, και μεταφέρθηκε κατόπιν στο βιβλίο του Δ. Δασκαλόπουλος, «Συμπαθητική μελάνη» Θέματα, συγγραφείς, έργα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδόσεις «Ερμής», Αθήνα 1999, σελίδες 113-114.  Στον ίδιο τόμο και στην τρίτη ενότητα, δημοσιεύονται δύο ακόμα εργασίες του Δ. Δασκαλόπουλου για τον Γ. Π. Σαββίδη. -«Ο Γ. Σεφέρης, ο Γ. Π. Σαββίδης και η Κύπρος» και -«Η λειτουργία του θαύματος: Γ. Π. Σαββίδης και Κύπρος». Συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι ο Δ.Δ. έγραψε για εργασίες του Γ. Π. Σαββίδη: - Από τα «Ανέκδοτα» στα «Κρυμμένα». Κ. Π. Καβάφης: Κρυμμένα Ποιήματα. 1877;-1933. Φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης. Εκδόσεις Ίκαρος, 1923,σ. 210.  Βλέπε σ. 73-74/29-1-1994. Και -Μνήμη Γ.Π. Σαββίδη. Κωνσταντίνος (Καισάριος) Δαπόντες: Κήπος Χαρίτων. τρίτη έκδοση, ενημερωμένη και αυξημένη με άγνωστα κείμενα από τον Καθρέπτη γυναικών (1776), τη Γεωγραφικήν ιστορία (1782) κτλ. Φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη. Ερμής 1995, σελ. 444. Σελ. 316-318/ 11 Ιουνίου 1996. Στον τόμο «Ανισόπεδες Διαβάσεις» Βιβλιοκριτικές. Αρκετές αναφορές στο όνομα και τις εργασίες του Γιώργου Π. Σαββίδη συναντάμε και στα βιβλία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου: -«Τα Βήματα του Χρόνου» Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Διάττων 1987. –«Σχόλια στον Σεφέρη», εκδ. Σμίλη και –«Ιχνογραφία Κριτικά Σχόλια», εκδ. Γαβριηλίδης 2007, από όσο γνωρίζω, δίχως να αποκλείω και άλλες αναφορές του στα εκτός εμπορίου βιβλία του.

   ΣΧΟΛΙΟ

Κι αν δεν μπορώ παρά να μιλώ

για πράγματα που δεν αρέσουν

είναι γιατί δεν έχω άλλη φωνή.

Κι από το στόμα μου

-τον φράχτη που έλεγε ο Τυφλός-

ξεφεύγουν μονάχα ρίζες’ οι ρίζες

που θρέφουν τριαντάφυλλα

τυλιγμένες χώμα υγρό νεύρα ζωντανά

που σπαρταράνε σβόλοι μιας καρδιάς

που μόλις

ακούγεται

λίγην ώρα

πριν

σπάσει.

          Αποχαιρετισμός

   Στην ώρα της οδύνης είναι δύσκολο να βάλεις σε τάξη τη σκέψη σου. Δυσκολότερο να ελέγξεις τον τόνο αυτών που θα πεις, μια και η σκιά του ανθρώπου για τον οποίο γράφεις γίνεται εντονότερη τώρα με την απουσία του. Όσα φέρνει στην επιφάνεια η πλημμύρα της μνήμης είναι προσωπικά, αμετάδοτα και, τελικώς, ιδιωτικά. Δεν είναι ο τόνος που θα ταίριαζε για την περίπτωση του Γ. Π. Σαββίδη-πάντα τον ενοχλούσαν οι υπερθετικές εκδηλώσεις αγάπης και θαυμασμού, ακόμη κι αν ήταν άδολες και ανυπόκριτες.

   Συναντηθήκαμε για τελευταία φορά την Τρίτη 6 Ιουνίου, λίγες μέρες πριν φύγει για την τιμητική εκδήλωση που του είχε ετοιμάσει ο Δήμος Λευκάδας. Σ’ έναν δροσερό κήπο στο Χαλάνδρι. Μαζί μας, η Λένα, η Μαρία, ο Μίμης από τη Φλώρινα. «Η πρώτη φορά που κατάλαβα πως η δουλειά μου έπιασε τόπο», είχε πει χαριτολογώντας, «ήταν πρίν από πάρα πολλά χρόνια. Γυρίζαμε από ταξίδι στην Ευρώπη, μ’ ένα αυτοκίνητο γεμάτο βιβλία, δίσκους και αγορές. Ο τελωνειακός υπάλληλος στην Πάτρα, μόλις είδε το διαβατήριο, με ρώτησε: «Είσθε ο Γ. Π. Σαββίδης, ο εκδότης του Καβάφη;», και μας άφησε να περάσουμε, χωρίς να ελέγξει τις αποσκευές μας!». Πόσο τόπο έπιασε η δουλειά του το λένε και θα το λένε οι στρατιές των φιλολόγων που τον είχαν δάσκαλο στη Θεσσαλονίκη, την Κρήτη, την Κύπρο. Θα το λένε όλοι εκείνοι που σκύβουν με αγάπη πάνω στο συνολικό έργο του ή σε μεμονωμένα βιβλία του Καβάφη, του Σεφέρη, του Βαλαωρίτη, του Θεοτοκά, του Βάρναλη, του Βρισιμιτζάκη, του Δαπόντε, του Καρυωτάκη, του Σικελιανού, του Μόντη.

   Θα το λένε, ακόμη, οι νεοελληνιστές της Ευρώπης και της Αμερικής οι οποίοι προσέφυγαν στη βοήθειά του και λογάριαζαν τη φιλολογική του γνώμη. Και το αγγλόφωνο κοινό που γνώρισε μέσα από τις δικές του συνεργασίες και μεταφράσεις την ποίηση του Καβάφη, του Σεφέρη και του Ελύτη.

   Ο Γ. Π. Σαββίδης έδωσε νόημα και περιεχόμενο σε ό,τι αποκαλούμε «Νεοελληνικές Σπουδές». Έδωσε, πλέον, έμπρακτο παράδειγμα για το πώς πρέπει να προσεγγίζουμε και να εκδίδουμε τα νεοελληνικά κείμενα. Γιατί είχε όλον τον γνωστικό οπλισμό για κάτι τέτοιο. Στα γραπτά του, από τα απλά σχόλια έως τις συνθετικές εργασίες, διέβλεπες τη βαθύτατη παιδεία του, τη γλωσσομάθεια, την ακόρεστη φιλομάθεια, αλλά και την αυστηρότητα που δεν ήξερε να χαρίζεται, ακόμη κι αν επρόκειτο για στενούς φίλους ή για συνεργάτες του.

   Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά τα προβλήματα υγείας, δούλευε νυχθημερόν με ζήλο νεοφώτιστου, ανιχνεύοντας περιοχές της λογοτεχνίας μας και έργα που δεν τον είχαν απασχολήσει συστηματικά κατά τα προηγούμενα χρόνια. Το φθινόπωρο θα κρατήσουμε στα χέρια μας τις ανθολογήσεις νεοελλήνων ποιητών που είχε κιόλας παραδώσει για τη νέα σειρά του «Ερμή». Θα δούμε, επίσης, τον Κήπο Χαρίτων του Καισάριου Δαπόντε. Και, όσο, γίνεται συντομότερα, την ξεκινημένη από τον ίδιον «Αλληλογραφία Σεφέρη- Κατσίμπαλη» που με παρακάλεσε, στην τελευταία μας συνάντηση, να ολοκληρώσω.

   Το κενό που αφήνει δεν πρόκειται να καλυφθεί. Πάνω απ’ όλα χάσαμε «το πιό τίμιο, τη μορφή του» Τον άνθρωπο με τα λεπτά γούστα στην καθημερινή του ζωή, που ήθελε πάντα να κρατιέται μακριά από τη μιζέρια και την τσαπατσουλιά, μακριά από τις συμβατικότητες και τον εύκολο λόγο. Ως «συγκάτοικος» στη σελίδα βιβλίου των Νέων, αποχαιρετώ με πραγματική οδύνη τον ακριβότερο φίλο που μου χάρισε η ζωή στα τελευταία είκοσι χρόνια.

   Καλό ταξίδι, Γιώργο!

    Τα βιβλία που μας αναφέρει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, έχουν κυκλοφορήσει.

   Ας κλείσουμε το σημείωμα Μνήμης στον Γιώργο Π. Σαββίδη (μάλλον διπλής Μνήμης) με ποίηση του ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλου από την συλλογή Τα χρόνια που θα ‘ρθουν. Ποιήματα 1958- 2018, εκδόσεις «Πατάκη» 2022.

Ώρα λοιπόν να πηγαίνω.

Σειρά έχουν άλλοι στη σκηνή

ν’ απαγγείλουν τα λόγια τους.

Πλαγιάζω κατά κει που αφουγκράζεται η μνήμη.

Απόψε κιόλας γεμίζω τα πανέρια μου

με νέα κολλυβογράμματα.

 

Ίσως ξανάρθω.

      Προσκυνώ σας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

12 Ιουνίου 2026.      

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη

Για τον Καβάφη

  Ένας «Χαιρετισμός»  που αναπτύχθηκε στο ακόλουθο κείμενο

Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ηνωμένων Εθνών και η Αθηναϊκή Ομάδα Ντίνου Χριστιανόπουλου, έκανε Αφιέρωμα Μνήμης στον Κ.Π. Καβάφη στο ιστορικό εστιατόριο Μαγεμένος αυλός (οδός Αμύντα 4 στο Παγκράτι) στις 6-6 26 και ώρα 12.00 με 14.00. Την ευθύνη της εκδήλωσης είχε η Πρόεδρος, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου, Αναστασία Βαλεντίνη Ρήγα. Στον Μαγεμένο Αυλό, λοιπόν,  και υπό το βλέμμα του Μάνου Χατζιδάκι, του Νίκου Γκάτσου και πολλών άλλων καλλιτεχνών που μας επιτηρούσαν από τα αναρτημένα πορτρέτα τους και τις παλιές στιγμές της δόξας τους, εορτάσαμε Καβάφη, με ομιλίες, απαγγελίες και μελοποιημένα ποιήματα. Εξομολογούμαι ότι ήταν μεγάλη η χαρά μου που βρισκόμουν εκεί, αλλά  και πολύ μεγάλη η αμηχανία μου για το τι θα πω. Γιατί είναι φυσικό, πως ό,τι κι αν πούμε πια δεν θα πρωτοτυπήσουμε, απλώς θα επαναλάβουμε τα ήδη γνωστά και κατακυρωμένα από τον μέγα κριτή, τον χρόνο, και από τους απογόνους λογοτέχνες που ο ποιητής άφησε πίσω του. Και ενώ, όσο ήταν εν ζωή δεν έκανε Σχολή και Κύκλο γύρω του, κάτι σαν αυτό που έκανε ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κωστής  Παλαμάς ή ο Σεφέρης, ο Ελύτης με τη γενιά του τριάντα, ο Καβάφης μόνος του ήταν μια Σχολή. Δυστυχώς δεν έζησε μερικά χρόνια ακόμα, για να δει την ποίηση του να κατακτά διαρκώς και αδιαλείπτως έδαφος στις νεότερες γενιές. Οι Νεοέλληνες, όσοι δεν ήταν και τόσο «ρωμαντικοί», όπως τους χαρακτήρισε εκείνος, τον αγάπησαν και μάλιστα πολύ…

Συγκεκριμένα, ο Καβάφης συζητώντας με τον Γ. Θεοτοκά είπε για τους ποιητές της Αθήνας ότι είναι Ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί!  Και η ποίησή τους Ρωμαντική!

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις 29 Απριλίου 1863. Ήταν γιος του Πέτρου Ιωάννη Καβάφη,  πλουσίου εμπόρου, και της Xαρίκλειας, από καλή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Ήταν το μικρότερο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας. Στην Αλεξάνδρεια έζησε στο σπίτι –σήμερα είναι Μουσείο- της οδού Λέψιους, αρ. 10, όπου τελικά έμεινε μόνος μέχρι το θάνατό του, το 1933. Εντωμεταξύ είχε προσληφθεί ως υπάλληλος στην Εταιρεία Αρδεύσεων, όπου παρέμεινε 30 χρόνια.

   Ο Καβάφης απεχθανόταν τον Ρομαντισμό, την μεγαλοστομία του, την ιδεολογία του, τον τρόπο έκφρασής του. Και όμως ο Μπάιρον, ένας ρομαντικός ποιητής ήταν, ένας Λόρδος, ένας αριστοκράτης που ήρθε στην Ελλάδα, να πολεμήσει και να πεθάνει στα τριάντα έξι του χρόνια, μες στη λάσπη και την ελονοσία του Μεσολογγίου. Ο Ιουλιανός πάλι πέθανε σαν ρομαντικός ήρωας στα 32 του χρόνια. Δεν ξέρω για τον Μπάιρον, αλλά  τον Ιουλιανό ο Καβάφης καθόλου δεν τον συμπαθούσε. Ο Καβάφης δεν αγαπούσε τον ρομαντισμό γιατί ήταν  ρεαλιστής. Έβλεπε τον κόσμο που αλλάζει, κοίταζε με λοξή ματιά και θλίψη τα μεγαλεία, τα νιάτα και τη δόξα  που περνούν και φεύγουν και μόνο για τα όμορφα αγόρια που είχε πάρει ο θάνατος μιλούσε θετικά,  κάνοντας στην ουσία μνημόσυνο και εγκώμιο στην χαμένη νιότη τους.

Ήταν σε όλα του ξεχωριστός. Ο κόσμος που τον έβλεπε να περπατά στην πόλη, στεκόταν και παρατηρούσε τι φορούσε, πώς το φορούσε, πώς στεκόταν, πώς περπατούσε, πώς κοιτούσε, πώς μιλούσε. Πώς μιλούσε; Σαν εξωτικό, περίεργα, σαν να διάλεγε τις λέξεις. Ήταν παράξενος, σαν θεατρίνος, όλο σκέρτσα, αλλά επιβλητικός. Όμως «πίσω και πέρα από όλα αυτά υπήρχε μια χειροποίητη προσωπικότητα που δεν τη συναντά κανείς εύκολα στη ζωή του». Ήταν ένας κύριος που κυκλοφορούσε στην Αλεξάνδρεια «με ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν», όπως τον έβλεπε ο Ε.Μ. Φόρστερ, ο οποίος έφτασε στην πόλη το  1915 ως εθελοντής ερευνητής του Ερυθρού Σταυρού και τον επόμενο χρόνο γνωρίστηκε με τον Καβάφη του οποίου την ποίηση παρουσίασε στο αγγλόφωνο κοινό στη συνέχεια. Το βιβλίο του Φόρστερ για τον Καβάφη εκδόθηκε το 1923 στο Λονδίνο και προκάλεσε το ενδιαφέρον του Τ. S. Eliot κ.ά. Όμως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έχοντας ήδη διαγνώσει την αξία του, τον παρουσίασε ενθουσιαστικά στο ελληνικό κοινό το 1903.

Για όλους τους γνωστούς διανοούμενους της εποχής «ήταν ένα  μικρό σύμπαν με πολλά μυστικά και χαριτωμένες παραδοξότητες…». Νέος ή ώριμος, ήταν πάντα κομψός, ξεχωριστός, μιλούσε περίεργα ή, καλύτερα, «μιλούσε τα ελληνικά με αγγλική προφορά» (Haas, σελ. 119). Δεν ήταν δυνατόν να τον δεις και να μην εντυπωσιαστείς. H φωτογραφία του το 1903 «μιλάει» και δείχνει, και αυτήν έδειχνε και ο ίδιος στους εκδότες του μέχρι την ωριμότητά του· «Ο Καβάφης πριν από χρόνια». Λογικό ήταν η εμφάνισή του, η στάση του, ο λόγος του, ο τρόπος του, όλα να πηγάζουν από την αινιγματική προσωπικότητά του. Όσοι τον συνάντησαν στην Αλεξάνδρεια ή στην Αθήνα, Έλληνες και ξένοι,  έκαναν λόγο για κάτι αλλιώτικο, μοναδικό και εξωτικό. Ο Νίκος Εγγονόπουλος θα έλεγε πως ήταν «ένα πουλί περίεργο» «σα σκεφτικό σα μαδημένο». Στην οδό Λέψιους ο Καβάφης, εκτός από τον Φόρστερ, δέχτηκε σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων, όπως τον Ιταλό φουτουριστή Μαρινέτι, ο οποίος τον είδε σαν «γκριζομάλλη κύριο με κεφάλι χελώνας». Ο Μαρινέτι επισκέφτηκε τον ποιητή μαζί με τον επίσης Ιταλό λογοτέχνη Ανατάζιο Κατράρο, ο οποίος Κατράρο, έγραψε το βιβλίο Ο φίλος μου ο Καβάφης (μετ. Αριστέας Ράλλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1970). Ο ποιητής δέχτηκε στο σπίτι του ακόμα τον Αndre Mourois, τη Μυρτιώτισσα, τον Νίκο Καζαντζάκη, ο οποίος τον είδε σαν καρδινάλιο ή μυστικοσύμβουλο του πάπα στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα, αλλά στα 1927 έγραψε γι’ αυτόν «την πιο εξαιρετική φυσιογνωμία της Αιγύπτου», στην εφ. Ελεύθερος Λόγος. Στην ίδια εφημερίδα, ένα χρόνο μετά, το 1928, έγραψε θετικά σχόλια και ο Τάκης Παπατσώνης. Επαινετικός πολύ ήταν και ο Τέλλος Άγρας, όταν στις 30 Μαρτίου 1921, στην αίθουσα του Ελληνικού Ωδείου, έκανε την πρώτη σοβαρή διάλεξη για τον «Ποιητή Κ. Π. Καβάφη». Ακολούθησαν ο Άλκης Θρύλος το 1924. Ο Κώστας Ουράνης περιέγραφε τον ποιητή ως ρυτιδωμένο Κοραή ή Θύρσο. Ωστόσο, ο Ουράνης και η σύζυγός του, Ελένη  Ουράνη, έδωσαν δεξίωση στο Μέγαρο τους, στις 20 Οκτωβρίου του 1932, όπου ο Δημήτρης Μητρόπουλος έπαιξε στο πιάνο και τραγούδησε τα ποιήματα του Καβάφη που είχε ο ίδιος μελοποιήσει.

Το καλοκαίρι του 1932, πριν ο Καβάφης έρθει στην Αθήνα για λόγους υγείας, ο Αλέξης Μινωτής και η Κατίνα Παξινού επισκέφτηκαν την Αλεξάνδρεια. Εκεί συναντήθηκαν με τον ποιητή και αισθάνθηκαν αμοιβαίο θαυμασμό και σεβασμό. Από την απέναντι όχθη, το 1929, ο Παλαμάς σε μελέτημά του στην εφ. Le Figaro en Grece χαρακτηρίζει ειρωνικά την ποίηση του Καβάφη «σημειώματα που δεν ημπορούν ή που δεν καταδέχονται να γίνουν ποιήματα».

Από τους νεότερους Έλληνες μελετητές, ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε δοκίμια για τον Αλεξανδρινό τα  οποία συμπεριλαμβάνονται στις Δοκιμές και πλήθος άλλοι, Δημήτρης Δημηρούλης, Δημήτρης Δασκαλόπουλος και πολλοί ακόμα. Σήμερα το έργο του Καβάφη έχει μελετηθεί από όλες τις απόψεις: πολιτική, ιστορική, διδακτική, ερωτική, χωρίς ποτέ να εξαντληθεί. Όπως βλέπουμε όλοι είχαν άποψη κι ένα «σχόλιο» για τον Αλεξανδρινό.

 Ο Καβάφης χωρίς τίτλους πολλούς κι ονόματα - φράση που ο ίδιος φύλαγε για τους Βαρβάρους που περιμέναμε- και κόντρα σε κάθε μεμψιμοιρία του ποιητικού κατεστημένου, κατάφερε να είναι δραστικά παρών γιατί έπιασε τον σφυγμό της ζωής και ας έλεγε ο Γιώργος Σαραντάρης ότι ο Καβάφης, «μέσα στο παρελθόν έπαιζε ζάρια» και του έθεσε και το ερώτημα: «Αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη;» διερευνώντας, υποθέτω, την αλήθεια του ποιητή αν ζει στο παρόν ή μήπως ζούσε μόνο με τις σκιές του παρελθόντος.  Σίγουρα τα ποιήματά του δίνουν βιογραφικά στοιχεία και μιλούν για Ρωξάνες «και τέτοια», που θα έλεγε ο ίδιος, αλλά η Αθήνα του καιρού του δεν ήταν έτοιμη ακόμα για το άλλο και το διαφορετικό. Η Αθήνα ζούσε κάτω από τα φτερά του Παλαμά, του ορθού και του σωστού, όπως η κοινωνία της εποχής όριζε ως τοιούτον - ορθόν και σωστόν δηλαδή. Κι ενώ ο μοντερνισμός έμπαινε στην ποίησή μας με τον Καβάφη, η Ελλάδα τον συνειδητοποίησε  μόνο όταν τον τόλμησε ο Σεφέρης.

Αν και ο Καβάφης ανήκει στη γενιά του Παλαμά, η ποίησή του δεν έχει καμιά σχέση με την παλαμική, γιατί, ενώ ο Παλαμάς αγωνίζεται για τη δημοτική γλώσσα, ο Καβάφης στρέφεται προς τους  Φαναριώτες και την καθαρεύουσα, τους Γάλλους ρομαντικούς Ουγκό και Μυσέ. Εκεί που Παλαμάς αισιοδοξεί, ο Καβάφης απαισιοδοξεί. Ο Παλαμάς είναι λυρικός ο Καβάφης αντιλυρικός. Γενικά ο Καβάφης είναι ένας ρομαντικός που  γρήγορα όμως στράφηκε προς τον Παρνασσισμό και τον  Συμβολισμό, όπου ανήκουν και τα σπουδαιότερα ποιήματά του. Συγκεκριμένα, η ιδιόμορφη γλώσσα και το ψευδοϊστορικό πλαίσιο της ποίησής του δημιούργησαν πολλές διχογνωμίες. Άλλοι εντυπωσιάστηκαν άλλοι διαφώνησαν. Ωστόσο η γοητεία της καβαφικής ποίησης  οφείλεται στην ιδιάζουσα γλώσσα, που είναι μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, πεζολογική και ρεαλιστική, με ιδιωματισμούς όμως του περιφερειακού Ελληνισμού. Η γλώσσα αυτή έχει τη δική της γοητεία με την ομοιοκαταληξία που άλλοτε παίζει κι άλλοτε  ειρωνεύεται, με το χαλαρό ιαμβικό μέτρο, τη στίξη, τις παύσεις ακόμα και την τυπογραφική εμφάνισή της. Τέλος, η θεατρική διάσταση που δίνει ο Καβάφης στην ποίησή του ζωντανεύοντας τα πρόσωπα της ιστορίας ή μυθοποιώντας τα πρόσωπα της καθημερινής ζωής, συνιστά ένα πρόσθετο θετικά αξιολογήσιμο στοιχείο. Του Καβάφη τού ήταν απαραίτητα τα ιστορικά πρόσωπα για να ζωντανέψει τη δική του ζωή, για να την δει και να την εννοήσει μέσα από την προοπτική του χρόνου. Η Αλεξάνδρεια μάλιστα, με την οικονομική και πνευματική της άνθιση, το ιστορικό της παρελθόν και το κοσμοπολιτικό της παρόν, του παρείχε το απαραίτητο ντεκόρ. Αναδείχτηκε μάλιστα σε ιδανική πόλη, της οποίας η ανωτερότητα στηριζόταν στο πνεύμα και στην πολυτελή ζωή, κυρίως όμως στην γλώσσα, την ελληνική που έγινε ο φορέας της φήμης και έδωσε συνοχή στον κόσμο. Ωστόσο, όσο σπουδαία κι αν είναι μια εποχή, όση δύναμη κι αν έχει, υπόκειται στη μοίρα της. Και η ιστορική μοίρα αποδείχτηκε σαρωτική. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο Καβάφης ανέδειξε την πτυχή εκείνη της προσωπικότητάς του, που σχετίστηκε με το έθνος, την προγονική δόξα και την απώλεια. Γιατί ο Καβάφης, πέρα από το ποιητικό του ταλέντο, είχε και την πολιτική οξυδέρκεια να καταλάβει την αλλαγή του κόσμου. Την παντοδυναμία της ιστορίας, που γίνεται μοίρα για τους ανθρώπους, την αξιοποίησε στην ποιητική του μυθοπλασία.

Είναι πολλά αυτά που αγαπάμε στον Καβάφη. Από τα πολλά θα αναφέρω την εμμονή του να  παίζει ζάρια στο παρελθόν, κυρίως όμως να σέβεται και να τιμά την ελληνική γλώσσα και το ότι είναι ο ίδιος «Έλλην». Επειδή «Είχε τη μεγάλη ευτυχία -και ήταν σε θέση να την κατανοήσει – ότι ήταν Έλλην», γράφει ο Νίκος Εγγονόπουλος (Πεζά Κείμενα, «Καβάφης ο Τέλειος», σελ.76 Ύψιλον /βιβλία 1987). Κι ακόμη, πάλι ο Εγγονόπουλος, τον βλέπει να γυρνάει τα στενορύμια «νταλγκαδιασμένος και βαρύς», στο ποίημα «Σύντομος Βιογραφία του ποιητού Κωνσταντίνου Καβάφη (και του καθενός μας άλλωστε)». Σαν να μας λέει ο Εγγονόπουλος πως ο καθένας μας ένας Καβάφης είναι.

Από τις εκδόσεις των 154 ποιημάτων του «κανόνα», όπως λέγονται, η πρώτη έγινε από την Ρίκα Σεγκοπούλου. Ακολούθησαν πολλές άλλες αθηναϊκές. Από το 1963 και έπειτα τις εκδόσεις επιμελήθηκε ο Γ. Π. Σαββίδης. Παράλληλα έγιναν  εκδόσεις και μεταφράσεις στο εξωτερικό. Για την προσφορά του στην ποίηση, ο Καβάφης έλαβε το Παράσημον του Φοίνικος από την κυβέρνηση του Παγκάλου στα 1926, και είναι το μόνο που έλαβε όσο ζούσε. Τα προβλήματα στον λάρυγγα που είχαν ήδη αρχίσει, τον οδήγησαν στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός, τον Ιούλιο του 1932 όπου του έγινε τραχειοτομή και έχασε τη φωνή του. Στις 11 Φεβρουαρίου, η υγεία του επιδεινώθηκε. Στις 28 Απριλίου έπαθε συμφόρηση και στις 29 Απριλίου, στις 2 το πρωί, ημέρα των γενεθλίων του, πέθανε. Για τη γλώσσα θα βρούμε πολλές αναφορές, όπως: Την κοινήν ελληνικήν /ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.

Και πόσοι στίχοι για κείνους που βαρβαρίζουν, όπως ο «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης»,  που φοβούμενος «μη χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι /μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά/… / έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας / κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του»

ή στο ποίημα

«Η Σχολή του περιωνύμου φιλοσόφου»

Έμεινε μαθητής του Αμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·

αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά. Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός· κι οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή· τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.

Στο ποίημα «Το τέλος του Αντωνίου»

Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν οι γυναίκες

και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,

με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,

κι οι δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα, «Για τον Αμμόνη, που πέθανε 29 ετών στα 610»

Ραφαήλ, ολίγους στίχους σε ζητούν

για επιτύμβιον του ποιητού Αμμόνη να συνθέσεις.

Κάτι πολύ καλαίσθητον και λείον. Συ θα μπορέσεις,

είσαι ο κατάλληλος, να γράψεις ως αρμόζει

για τον ποιητήν Αμμόνη, τον δικό μας.

Βέβαια θα πεις για τα ποιήματά του —

αλλά να πεις και για την εμορφιά του,

για την λεπτή εμορφιά του που αγαπήσαμε.

Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι.

Όμως την μαστοριά σου όληνα τη θέμε τώρα.

Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας κι η αγάπη μας περνούν.

Το αιγυπτιακό σου αίσθημα χύσε στην ξένη γλώσσα.

Ραφαήλ, οι στίχοι σου έτσι να γραφούν

που να ’χουν, ξέρεις, από την ζωή μας μέσα των,

που κι ο ρυθμός κι η κάθε φράσις να δηλούν

που γι’ Αλεξανδρινό γράφει Αλεξανδρινός.

[1915, 1917*].

«Επάνοδος από την Ελλάδα»

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·

είμεθα Έλληνες κι εμείς — τί άλλο είμεθα; —

αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,

αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις

που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Πολλά έχουν ειπωθεί, αλλά πάντα πολλά μέλλουν να ειπωθούν ακόμα, όμως  γι’ αυτά μια άλλη φορά. 

Ανθούλα Δανιήλ. Δρ Φιλολογίας, Συγγραφέας, κριτικός Λογοτεχνίας

Βιβλιογραφία

Η Βιβλιογραφία είναι απέραντη. Πρόχειρα αναφέρω τα ακόλουθα βιβλία  :

1.,Ατανάζιο Κατράρο, Ο φίλος μου ο Καβάφης, μετ. Αριστέας Ράλλη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1970.

2.,Τίμος Μαλάνος, Αναμνήσεις ενός Αλεξανδρινού, αυτοβιογραφικές, φιλολογικές, κοινωνικές, Ένα αφιέρωμα για τον Καβάφη, εκδ. Μπουκουμάνη, Αθήνα 1971.

3.,Ι. Α. Σαρεγιάννης, Σχόλια στον Καβάφη, πρόλογος Γιώργου  Σεφέρη, εισαγωγή Ζήσιμου Λορεντζάτου, εκδ.  Ίκαρος, Αθήνα 1973. 

4.,Γ. Π. Σαββίδης, Εφήμερον Σπέρμα, (1973-1978), εκδ Ερμής, Αθήνα 1978.

5.,Edmund Keeley, Η Καβαφική Αλεξάνδρεια, Εξέλιξη ενός μύθου, μετ. Τζένη Μαστοράκη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1979.

6.,Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1980.

7.,Στρατής Τσίρκας, Ο πολιτικός Καβάφης, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1980.

8.,Robert Liddell,  Καβάφης, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1980.

9.,Τέλλος Άγρας, Κριτικά, τόμ. Α΄, «Καβάφης Παλαμάς», φιλολογική επιμέλεια Κώστας Στεργιόπουλος, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1981.

10.,Γιώργος Σεφέρης, «Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ. Παράλληλοι», και  «Ακόμη λίγα για τον Αλεξανδρινό», Δοκιμές, Α΄, εκδ. Ίκαρος 1981.

11.,Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Τα πρόσωπα και τα κείμενα, Κ. Π. Καβάφης, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1982. 

12.,Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μαρία Στασινοπούλου, Ο βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, εκδ. Μεταίχμιο, 2002.

13.,Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη (1886-2000) εκδ. Κέντρο, Ελληνικής Γλώσσας, 2003.   

14.,Δημήτρης Δημηρούλης,  Κ. Π. Καβάφης τα ποιήματα δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, εκδ. Gutenberg 2015.

Σημείωση:

Στην εκδήλωση που διοργάνωσε ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ηνωμένων Εθνών και η Αθηναϊκή Ομάδα Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Χαιρέτησαν ή Μίλησαν:

Η καθηγήτρια Πανεπιστημίου κ. Αναστασία Βαλεντίνη Ρήγα ή οποία είχε και την ευθύνη της εκδήλωσης μαζί με τους αξιόλογους συνεργάτες της Γεώργιο Χύμη, Νομικό και Οικονομολόγο και την Επίτιμη Δικηγόρο και ποιήτρια Μαριάννα Βλάχου Καραμβάλη.

Λευτέρης Τζόκας, Σκηνογράφος

Αγγελική Βλαχάκη-Δημητρίου, Φιλόλογος Λυκειάρχης.

Ανθούλα Δανιήλ, Δρ Φιλολογίας, Συγγραφέας, Κριτικός Λογοτεχνίας, Γ.Γ. Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών Ελλάδος.

Βουβονίκος Βασίλης,  Μ.Α. Βυζαντινής Φιλολογίας

Δημήτρης Καραμβάλης, Δοκιμιογράφος, Επιτ. Δικηγόρος

Μαριάννα Βλάχου Καραμβάλη, Επιτ. Δικηγόρος Ποιήτρια Γ.Γ.ΕΣΗΕ,

Μαρία Αλεξανδράκη, Επιτ. Πρόεδρος ΕΕΒΕΠ, Ειδ. Γραμματέας ΕΣΗΕ

Λογοτεχνικά Πάρεργα

Πειραιάς 9 Ιουνίου 2026

 

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, για τον Δ. Δασκαλόπουλο

 Βαγγέλης Χατζηβασιλείου

      μιά Παρουσίαση

για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο

από τον τόμο:

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ. Ανθολογία- Γραμματολογία. Η Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, τόμος ΣΤ΄, επιμέλεια ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ, Αθήνα 2002, σελίδες 654. Τυπογραφική επιμέλεια- Εικονογράφηση: Παναγιώτης Σοκόλης. Διορθώσεις κειμένων: Ιωάννα Ανδρέου- Αθηνά Σοκόλη. Καλλιτεχνική επιμέλεια- Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Αθηνά Σοκόλη. Επεξεργασία φωτογραφιών: Γιάννης Κατσαϊτης. Εκτύπωση: Γρ. Αθ. Γιαννόπουλος.

    Η παρουσίαση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου γίνεται από τον κριτικό κύριο Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στις σελίδες 478 έως 485. Στην σελίδα 79, 80-81 στην αναφορά στους 45 συνολικά ποιητών και ποιητριών που απαρτίζουν την Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά ο επιμελητής του τόμου, ποιητής και κριτικός Κώστας Γ. Παπαγεωργίου μας μιλά για τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο. Επίσης, ο ίδιος ο παρουσιαζόμενος ποιητής και βιβλιογράφος, δηλαδή ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, στις σελίδες 570- 575 μας παρουσιάζει τον ποιητή Γιώργο Ε. Γεωργούση.

    Στο νέο μας σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα αντιγράφουμε τις κρίσεις του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου και τα ποιήματα του Δασκαλόπουλου που διαβάζουμε στον ΣΤ΄ τόμο της Ανθολογίας- Γραμματολογίας των εκδόσεων Σοκόλη. Και αυτή μας η ανάρτηση είναι εις Μνήμη βιβλιογράφου και ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλου, είναι νωπό ακόμα το χώμα που τον υποδέχτηκε. Εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας κυρίως στην ποιητική του φωνή, έστω και καθυστερημένα εκ μέρους μας, μια και η πρώτη γνωριμία μας με το πολύπλευρο έργο του Δ. Δ. είχε πραγματοποιηθεί μέσω των διαφόρων βιβλιογραφικών του εργασιών και επιμέλειες μελετών του για τους μεγάλους μας ποιητές, και των εκδόσεων που είχε φροντίσει. Η χρονική αυτή καθυστέρηση μας δυσκολεύει σήμερα, Ιούνιος του 2026 να έχουμε πρόσβαση στις ποιητικές του συλλογές, αυτόνομες ή στις δύο συγκεντρωτικές. Τα ποιήματά του (αν και ευτυχές γεγονός) από όσο έχουμε πληροφορηθεί έχουν εξαντληθεί, κάτι όμως που δεν μας βοηθά να ανατρέξουμε άμεσα και να διασταυρώσουμε σε ποιές ποιητικές συλλογές, σε ποιές ενότητες ποιημάτων, σε ποιά σελίδα και έκδοση συναντάμε τις αντίστοιχες ποιητικές του μονάδες ή αποσπάσματα από τις οποίες αντλούν οι διάφοροι κατά καιρούς ανθολόγοι του, αν και, όσους έχω υπόψη μου σε μία επί τροχάδην εξέταση προσφάτως, αναφέρουν γενικά τον τίτλο της συλλογής όπως διαβάζουμε στις αντιγραφές μας. Στο παρόν σημείωμά μας θα προσπεράσουμε το «τεχνικό» εσωτερικό της λογοτεχνίας και περί ποιητικών γενεών ζήτημα, -ανά δεκαετίες- στο πόσες για την ακρίβεια αριθμητικά αντρικές και γυναικείες φωνές συμπεριλαμβάνονται στην Δεύτερη Μεταπολεμική Γενεά. Αν ανατρέξουμε στις παλαιές δημοσιεύσεις του κριτικού και ιστορικού της ελληνικής γραμματείας Αλέξανδρου Αργυρίου, σε αυτές του κριτικού και μελετητή κυρίου Αλέξη Ζήρα, (ο οποίος υπογράφει και το λήμμα στο Λεξικό Πατάκη για τον ποιητή) στο γνωστό αφιέρωμα του περιοδικού «Νέες Τομές» και σε άλλες παλαιότερες πηγές, θα διαπιστώσουμε μία αριθμητική απόκλιση των ονομάτων που συναριθμούνται στην Δεύτερη Μεταπολεμική Γενεά. Οι απόψεις των γραμματολόγων και ανθολόγων δεν συμπίπτουν. Θα σταθούμε μόνο σε μία εργασία αυτήν του ποιητή και ανθολόγου Ανέστη Ευαγγέλου και στο βιβλίο του Η Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-1970) Ανθολογία, με εκτενή Εισαγωγή του κριτικού και συγγραφέα κυρίου Γιώργου Αράγη που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο «παρατηρητής» της Θεσσαλονίκης το 1994. Και αυτό το πράττουμε όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά επειδή η παρουσία του ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλου, στα 45 Ονόματα που συμπεριλαμβάνει ο τόμος δεν συναντάται δεν ανθολογείται. Όμως δεν θα ξεστρατίσουμε στο γιατί και πώς με ερωτήματα και απόψεις. Το θέμα μας είναι το τι μας λέει ο κριτικός κύριος Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στο δικό του κείμενο στην Ανθολογία των εκδόσεων «Σοκόλη» για την ποίησή του. Ο ακάματος κριτικός μας είναι γνωστός από παλαιά και φυσικά από την παρουσία του ως κριτικός νέων εκδόσεων στο «Βιβλιοβούλιο» της εκπομπής του Καναλιού της Βουλής. Πριν μερικά χρόνια, για την ακρίβεια το 2018 οι εκδόσεις «Πόλις» κυκλοφόρησαν την ενδιαφέρουσα ογκωδέστατη μελέτη του (δέκα κεφαλαίων) «Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΚΚΡΕΜΟΥΣ. Άτομο και κοινωνία στη νεώτερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017». Ο τόμος είναι αφιερωμένος «Μνήμη Ορέστη και Βικτωρίας». Αξίζει της ιδιαίτερης προσοχής μας η Εισαγωγή του που φέρει τον τίτλο «Από την Κριτική στη Γραμματολογία». Στο «αυτί» της κουβερτούρας του τόμου δίδονται τα βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία του Αθηναίου κριτικού και μελετητή της ελληνικής λογοτεχνίας. Από την μεριά μας θα υπενθυμίσουμε εκ νέου (κάτι που είναι γνωστό φαντάζομαι στους περισσότερους ασχολούμενους με την Ποίηση) στην συνεργασία του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και του συγχωρεμένου κριτικού και ποιητή Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, στην τετράτομη έκδοση των εκδόσεων «ΚΟΤΙΝΟΣ», Αθήνα 2012. Είναι η γνωστή μας «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (20ος αιώνας)» Ανθολόγηση- Επιμέλεια Κώστας Γ. Παπαγεωργίου- Βαγγέλης Χατζηβασιλείου. Στεκόμαστε ιδιαίτερα στον Γ΄ τόμο (1940-1970) και στις σελίδες 422-426 όπου συναντάμε την ποιητική παρουσία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου με τρείς ποιητικές του μονάδες. Με την καταγραφή αυτή συμπεριληπτικά θεωρώ ότι έχουμε ένα κάπως μεγαλύτερο άνοιγμα της ποιητικής βεντάλιας του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Κάτι, που ίσως ενδιαφέρει αν όχι τόσο τους έλληνες και ελληνίδες φίλους της ποίησης στην χώρα μας, όσο τους ξενόγλωσσους από διάφορα μέρη του Κόσμου που βλέπουν την λογοτεχνική ιστοσελίδα από τον Πειραιά. Εδώ ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι κάνει εντύπωση στον γράφοντα, το πόσοι από το κράτος του Βιετνάμ «διαβάζουν» τα Λ.Π. Όπως φαίνεται θα υπάρχει στο κράτος αυτό της Άπω Ανατολής όπως και σε άλλα, ανθηρή ελληνική κοινότητα και ενδιαφέρον από ξένους για τα ελληνικά γράμματα, πέρα φυσικά από την διεθνή ακτινοβολία που έχει το έργο και η παρουσία του Νίκου Καζαντζάκη. Αντιγράφω και τα τρία ποιήματα της Ανθολογίας, συνυπογράφοντας τις απόψεις του κριτικού Βαγγέλη Χατζηβασιλείου που διαβάζουμε στην Ανθολογία των εκδόσεων Σοκόλη. Μια ποιητική φωνή κλασική, νηφάλια, ήρεμων τόνων, που συγχωνεύει μέσα της αρμονικά στιγμές του αρχαίου ελληνισμού, από τον Όμηρο και μεταγενέστερα. Μεταποιεί την ιστορική ύλη σε σύγχρονη πρόταση συνομιλίας μας και γνωριμίας μας με ιστορικές καταστάσεις που βίωσε ο Ελληνισμός τον προηγούμενο αιώνα και χαράχτηκαν στις μνήμες των ανθρώπων τραυματικά και αμετάκλητα. Εξαιρετική η γλώσσα του Δασκαλόπουλου με «χωνεμένο» λεξιλόγιο, ένα ποιητικό αλφαβητάρι που σε αγγίζει, σε συγκινεί, σε παροτρύνει να το γνωρίσεις καλύτερα, ξυπνά νόστους και καταστάσεις που έζησε ο Ελληνισμός και διαβάζεις στα βιβλία της κάπως ψυχρής γραφής της καθ’ εαυτής Ιστορίας. Υπενθυμίζουμε ακόμη, ότι συνεργασίες του Δημήτρη Δασκαλόπουλου έχουμε και σε άλλες σειρές των εκδόσεων «Σοκόλη» βλέπε την περίπτωση της Πεζογραφίας του ποιητή Κωστή Παλαμά, στην πολύτομη σειρά «Η παλαιότερη πεζογραφία μας» τόμος Η΄, όπου ο Δασκαλόπουλος εξετάζει την περίπτωση του Παλαμικού διηγήματος «Ο Θάνατος του παλληκαριού». Ένα από τα πιό εξεταζόμενα και αναγνωρίσιμα πεζά του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά.

        ΠΕΛΤΑΣΤΕΣ

Οι φίλοι έφυγαν ένας ένας.

Στη θέση τους έμεινε μιά ακαθόριστη αίσθηση

του χώρου που άδειασε,

πλάνεμα των ματιών σε μιάν απέραντη έρημο

αμφίβολοι ιριδισμοί στο φώς της μνήμης.

Τη νύχτα κατέβηκα στο πεζούλι της αυλής’

ο άνεμος σφύριζε μιά παλιά επωδό

ανάμεσα σε δέντρα καψαλισμένα απ’ τους κεραυνούς.

Ζύγισα την αγάπη και την προδοσία, όπως φρούτο με φρούτο,

μή έχοντας αντίστοιχα σταθμά.

Να γίνεις αναχωρητής, σκέφτηκα, θα ‘ταν μιά λύση’

ένα γυμνό σπαθί που θα ‘κοβε στα δυό το είναι σου,

μα τη ζωή σου δεν τη θέλησες εκεί.

Θυμήσου το μυστικό ακρογιάλι

μ’ εκείνα τα ελάχιστα συντρίμμια της τρικυμίας:

το φαγωμένο απ’ την αρμύρα καραβόσκοινο,

τη σκουριασμένη άγκυρα, το ανάπηρο κουπί

που πείσμωσε και ρίζωσε ορθό στην άμμο.

Σ’ αυτό τον στρόβιλο που σε παιδεύει ολημερίς

τί να κρατήσεις;

Σε ποιόν Θεό να τάξεις την καρδιά σου…

Δεν είμαστε από τη μαγιά εκείνων των πολύτροπων

που πολλά πάθαν στη θάλασσα μετά το δεκάχρονο μακελειό,

μα και εδώ που ταχτήκαμε να φρουρούμε

τα οστεοφυλάκια των ονείρων,

οι ίδιες μάγισσες, οι ίδιοι κύκλωπες, τα ίδια στοιχειά

παραμονεύουν τη ζωή μας.

Ίσως κάποτε βρούμε τον τρόπο να συναντήσουμε το φώς

γλιστρώντας σαν ανορμήνευτα φυτά

ανάμεσα απ’ αυτούς που μας στερήσαν τη γαλήνη.

--

        ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Με χέρι δανεισμένο από κορμό ελιάς

ο γέροντας έτρωγε αργά με το καλέμι

τη νιόκοπη φλούδα.

Τα μάτια του άδειασαν το πρόσωπο

ήρθαν ν’ αράξουν στ’ αυλάκια της παλάμης:

«Παλεύω χρόνια τον άπιαστο κορμό

το βρώμικο κορμό τούτο το Τίμιο Ξύλο.

Δρασκελάει τις γενιές σα δράκοντας

ζητάει αίμα’ ορφανίζει σπίτια σκορπάει

θανατικό και όλεθρο.

Τις νύχτες του φεγγαριού τον ακούμε

να τρίζει φυλακισμένους στους μεσότοιχους

να πλαγιάζει αδειανά κορμιά

ν’ ανεβαίνει στα εικονίσματα τρεμουλιάζοντας

τη φλόγα του καντηλιού

να πιάνει ψιλή κουβέντα με τη Βρεφοκρατούσα

μπαλσαμωμένα στα τυλιγάδια

παντιέρες σημαίες και λάβαρα

μιάς μάχης χαμένης πρίν αρχίσει

αόρατη λιτανεία που διαβαίνει

τις στεριές, τα πέλαγα και τον καιρό

αφήνοντας στο πέρασμά της

αποκαϊδια και σκουριασμένα λάφυρα.

Δεν ξέρω που αρχίζει και που τελειώνει

αυτή η εφιαλτική πομπή

δε μπορώ πιά να διακρίνω

τους ζωντανούς από τους πεθαμένους.

Παίρνω το χωματόδρομο που κατεβαίνει

σα γιδοκέρατο ως το κύμα,

ανάμεσα σε βούρλα καλαμιές και φρύγανα

για να ματίσω τα δίχτυα ν’ ανοίξω

τα πανιά για το δικό μου ταξίδι

(Αν, μετά από χρόνια, ανταμώσετε

σ’ αυτό ή σ’ άλλο ακρογιάλι

το ναυαγισμένο σκαρί μου

είμαι βέβαιος ότι θα πείτε

πώς ετοίμασα κι εγώ παντιέρες

μιάς μάχης χαμένης πρίν αρχίσει

σημαίες και λάβαρα χιλιοτρυπημένα

για να κυκλοφορούν ανάμεσά τους

τα θερμά λόγια του ήλιου

και τα όνειρα.)

--

         V

           Νόστου δή μνήσαι

                        ΙΛΙΑΔΑ, Κ 509

Απόψε ανηφόρισα στη λέξη νόστος.

Χωράφια μυγδαλιές δεντροπερίβολα

βαριά από την πείνα των καρπών τους.

Μισοτελειωμένα χειρόγραφα οι τάφοι

συνεχίζονται στο κορμί μου.

οι ψυχές κουλουριασμένα έμβρυα

αναπαύονται στο βάθος μητρικής κοιλιάς.

Γυρίζω σημαίνει δοκιμάζομαι

παίρνω το χρόνο αντίστροφα

και κατεβαίνω προς το ρέμα του Αχέροντα

όπου αδρανούν λυγαριές

σαν τόξα αποσταμένα να σκοπεύουν.

Δοκιμάζομαι σημαίνει ανεβαίνω

κύκλους επάλληλους

και βλέπω τις μέρες μας να γίνονται

επαρχιακή πλατεία του μεσοπολέμου

στα μάτια των παιδιών που δίνουν κλωτσιά στον ήλιο.

Κάτω στο γιαλό στο περιγιάλι

Φτάνουν φορτία από εμπορεία Φοινικικά

κι οι διαβάτες αναζητούν πραμάτειες σπάνιες

σίλβιο, ίασπη και αχάτη.

Στο μεταξύ μεγαλώνουν τα δέντρα

απλώνουν ρίζες σαν άνθρωποι.

Κάτω στο γιαλό κάτω στο περιγιάλι

χρησμοδοτούν καμπουριασμένοι σαλτιμπάγκοι

με παραπροίκια και τραχώματα.

Χνωτίζουν οι καπνοί απ’ τα λιβάνια

φλόμωσε ο τόπος, αφανίστηκε το πρόσωπό του.

Κι εμείς εσηκωθήκαμε σύναυγα σα χαλκιάδες

κι επά στη ρούγα ήρθαμε να λέμε πελελάδες.

Όλα κατακυρωμένα σ’ αυτούς

όπου προσφέρουν τ’ όνομά σου χωρίς ν’ αναστενάζουν.

Τί μένει απ’ όλα αυτά;

Μόνο το αίσθημα πώς ξενιτεύεσαι απ’ τη γη σου

χωρίς να μεταναστεύεις.

Φυτεμένοι σαν δέντρα

έχουν κουρνιάσει στις πλαγιές οι αλαφροΐσκιωτοι

γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Κι άλλοι που τραγουδούν για κάποια σύντομη άνοιξη

σε μιά πέμπτη, άγνωστη εποχή.

 

Είναι γλυκύς ο ανήφορος

και το σούρουπο κάθετο στη λέξη νόστος.               

Απαραίτητη διευκρίνιση. Τα ποιήματα είναι στο πολυτονικό και η γραμματοσειρά ή η λέξη αλλάζει από τον ποιητή, δηλώνοντας την οργανική συνέχεια, αφομοίωση αρχαίων λέξεων ή δημώδους εκφραστικής που διατηρούνται και σήμερα ακόμη ζωντανές στα γραπτά πολλών ποιητών. Ωραίες εικόνες και σύμβολα διαχρονικά της παράδοσης.

       ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Παρουσίαση: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

    Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1939. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε για 33 χρόνια στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, απ’ όπου αποχώρησε στο τέλος του 1996. Κατά την τελευταία δεκαπενταετία της υπηρεσίας του ήταν υπεύθυνος του τομέα Εκδόσεων του Ιστορικού Αρχείου της Τράπεζας και διευθυντής των Δημοσίων Σχέσεων.

   Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με αποσπάσματα από τα ποιήματα “Per Aspera ad Astra” και το «Το όραμα του κόσμου», στο περιοδικό Πανσπουδαστική, αρ. φ. 28. 24.2.1960. Εκτός από την ποίηση ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη βιβλιογραφία, και δημοσίευσε πολλές ομοειδείς εργασίες στα περιοδικά Συλλέκτης, Διαβάζω, Νέα Εστία, Χάρτης, Διπλή Εικόνα, Παλίμψηστον, Μαντατοφόρος, Ακτή, Αντί, Εντευκτήριο, Πόρφυρας. Συνεργάστηκε με την εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάννικα, την 28τομη σειρά της Αφηγηματικής πεζογραφίας των εκδόσεων Σοκόλη και το Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό της «Εκδοτικής Αθηνών». Τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας «Τα Νέα» ως κριτικός βιβλίου και επιφυλλιδογράφος από το 1993 έως το 1999.

   Ποιήματα και μελέτες του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, ολλανδικά, ιταλικά, ρουμανικά και τούρκικα.

   Ασχολήθηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά. Στο πλαίσιο αυτό ίδρυσε και διηύθηνε την εκδοτική σειρά Περιοδικά Λόγου και Τέχνης (εκδ. «Διάττων»), στην οποία εκδόθηκαν τρείς τόμοι (Διόνυσος, Ηγησώ- Ποιητική έκδοση, Ζωή). Είναι μέλος της Εταιρείας Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, της Εταιρείας Συγγραφέων, της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας και του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού.

Εργογραφία:

Ποίηση: Απόπλους (ιδιωτική έκδοση), 1963. Επιστροφές, «Ίκαρος», Αθήνα 1973. Αλφαβητάρι. «Ολκός», Αθήνα 1976’ «Διάττων», Αθήνα (3)1992. Νέκυια, «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1978. Γράμματα στον Ερμόλαο, «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1981. Φωνές της σιωπής (συγκεντρωτική έκδοση που περιλαμβάνει τις συλλογές Αλφαβητάρι, Νέκυια και Γράμματα στον Ερμόλαο), «Γνώση», Αθήνα 1982. Κλειδούχος μοίρα. «Διάττων», Αθήνα 1993. Σκοτεινή πανσέληνος. Ποιήματα (1963-1993). «Νεφέλη», Αθήνα 1999.

Βιβλιογραφίες: Εργογραφία Σεφέρη (1931-1979). Βιβλιογραφική δοκιμή. «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1979. Γ.Κ. Κατσίμπαλης. Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα. «Ε.Λ.Ι.Α.», Αθήνα 1980. Βιβλιογραφικά Σικελιανού (1980-1982). «Ε.Λ.Ι.Α.», 1983. Βιβλιογραφία Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992). Εταιρεία Συγγραφέων, Αθήνα 1993. Βιβλιογραφία Αλέξανδρου Κοτζιά (σε συνεργασία με τη Μαρία Ρώτα). Εταιρεία Συγγραφέων- «Κέδρος», Αθήνα 1998. Βιβλιογραφία Γ. Σεφέρη (1922- 2000). «Ίκαρος», Αθήνα 2001.

Δοκίμια- Έρευνες: Τα βήματα του χρόνου. Σημειώσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας, «Διάττων», Αθήνα 1987. Κ.Π. Καβάφης, Σχέδια στο περιθώριο. «Διάττων», Αθήνα 1988. Λογοτεχνικά περιοδικά της Αλεξάνδρειας (1904- 1953) «Διάττων», Αθήνα 1990. Νίκος Γκάτσος. Ένας αφοσιωμένος. «Μπιλιέτο», Παιανία 1998. Συμπαθητική μελάνη (θέματα- συγγραφείς- έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας), «Ερμής», Αθήνα 1999. Ανισόπεδες διαβάσεις, «Πατάκης», Αθήνα 1999.

Επιμέλειες: Γ. Σεφέρης, Η ποίηση στον κινηματογράφο. «Διάττων», Αθήνα 1986. Γ. Σεφέρης-Τ. Μαλάνος, Αλληλογραφία, «Ολκός», Αθήνα 1990. Γ. Σεφέρης, Δοκιμές, τόμος Γ΄ «Ίκαρος», Αθήνα 1992. Νίκος Εγγονόπουλος, «… και σ’ αγαπώ παράφορα» Γράμματα στη Λένα. «Ίκαρος», Αθήνα 1993. Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη. Επιλογή κριτικών κειμένων. «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης», 1996. Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων, «Πατάκης», Αθήνα 1998.

     Σεφερικός από την πρώτη ως την τελευταία συλλογή του, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος τίμησε τον δάσκαλό του όχι με τη μονόχνοτη αντιγραφή και την άχαρη μίμηση, αλλά με τη γόνιμη ανανέωση και τη σταθερή αναδημιουργία. Κρατώντας από τον Σεφέρη τη λιτότητα της γλώσσας και την αμεσότητα του δραματικού περιεχομένου, προχώρησε γρήγορα στη διαμόρφωση των ατομικών του μέσων, συγκροτώντας έναν προσωπικό και ταυτοχρόνως εξωστρεφή ή ανοιχτό ποιητικό κόσμο, που δεν αποκόπηκε ποτέ από το συλλογικό περιβάλλον και την ιστορική μοίρα της εποχής και του τόπου του. Αναζητώντας συχνά στην αρχαιότητα και την κλασική παράδοση τις ρίζες της νεοελληνικής ταυτότητας (άλλη μία σεφερική παράμετρος στη δουλειά του), ο Δασκαλόπουλος απέφυγε εξαρχής –και την αποφεύγει απαρεγκλίτως μέχρι και σήμερα- την ιδεολογική νουθεσία που συνεπάγεται δυνάμει ως κίνδυνος μια τέτοια πνευματική στάση ή οπτική γωνία. Στα ποιήματά του ο ελληνισμός δεν φοράει τήβεννο ενός υπεριστορικού και απροσδιόριστου κοινωνικά ή πολιτικά προτύπου, αλλά, αντιθέτως, προσγειώνεται ομαλά- και χωρίς κραδασμούς ή εκκωφαντικούς θορύβους- στο πεδίο μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής και εθνικής επικράτειας, που αφομοιώνει με τραυματικό τρόπο το παρελθόν της, χάνοντας ή μπερδεύοντας στον «παρόντα χρόνο» τις περισσότερες ζωτικές της κατευθύνσεις και αξίες.

   Και ο «παρών χρόνος» δεν είναι άλλος από την περίοδο του μεταπολέμου και τη διάτρητη ηθική της, που εντυπώθηκε ως εικόνα διαφθοράς και υποχώρησης από κάθε ακέραιη θέση στη συνείδηση όσων είχαν το σθένος ή την αντοχή να παρακολουθήσουν τους ανθρώπους και τις εξελίξεις από τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Και εν προκειμένω η ποίηση για τον Δασκαλόπουλο, όπως και για τον Σεφέρη, δεν σώζει, ακόμη κι όταν κάνει ό,τι μπορεί για να κατανοήσει εκ νέου-και εν κατακλείδι να ανασυντάξει- την ιστορία της: από τον Κάλβο και τον Σολωμό ως τον Παλαμά και τον Καβάφη.

    Σίγουρα, όμως, η ποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως ευαίσθητος παλμογράφος του καιρού της, καταγράφοντας τόσο τα μεγάλα, σημαδιακά του γεγονότα, όσο και τα αδιόρατα, μικρά συμβάντα, που αποκαλύπτουν το βαθύτερο νόημα και το κρυφό μήνυμά του. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του Δασκαλόπουλου, όντας ίσως εντέλει και το πιο σημαντικό.

Επιλογή Βιβλιογραφίας

-Κώστας Βαλέτας: «Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Επιστροφές»’ περ. Αιολικά Γράμματα, τεύχ. 17, Σεπτ. –Οκτ. 1973, σσ. 415-416

-Μπάμπης Κλάρας, εφ. «Η Βραδυνή», 27.11.1973

-Αλέξης Ζήρας: «Δ.Δ., Νέκυια»’ περ. Παραλλάξ, τεύχ. 4, Ιουλ.- Σεπτ. 1978, σ. 250

-Αλέξης Ζήρας, «Δ. Δ. Κλειδούχος μοίρα» περ. Ρεύματα, τεύχ. 19, Μάιος- Ιούνιος 1994, σσ. 120-121

-Ανδρέας Παναγόπουλος, περ. Διαβάζω, τεύχ. 16, Ιαν. 1979, σ.69 (σύντομη κριτική για την ποιητική συλλογή του Νέκυια)

-Αντρέας Καραντώνης: «Δ.Δ. Εργογραφία Σεφέρη (1931-1979) και Νέκυια», περ. Νέα Εστία, τόμ. ΡΗ΄, τεύχ. 1272, 1.7.1980, σσ. 958-959

-Αλέξ. Αργυρίου, λήμμα στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος- Λαρούς- Μπριτάννικα, τόμ. 19, Αθήνα 1981, σ. 428

-Κύπρος Χρυσάνθης: «Δ.Δ. Γράμματα στον Ερμόλαο» περ. Πνευματική Κύπρος, τεύχ. 253-254 Οκτ.-Νοέμβ. 1981, σσ. 23-24

-Κώστας Τσαούσης: «Δ.Δ. Φωνές της σιωπής»’ εφ. «Έθνος», 29.5.1983

-Μ.Γ. Μερακλής: «Μορφές εφαρμοσμένης ποίησης: Δ.Δ. Φωνές της σιωπής»’ περ. Διαβάζω τεύχ. 73, 13 Ιουλ. 1983, σσ. 42-44

-Χ.Λ. [=Χαρά Λουκάκου]: «Δ.Δ. Φωνές της σιωπής» εφ. «Μακεδονία» (Θες/νίκης), 28.9.1983

-Ε. Ν. Μόσχος: «Δ.Δ., Φωνές της σιωπής» περ. Νέα Εστία, τόμ. ΡΙΔ΄, τεύχ. 1354, 1.12.1983, σσ. 1523-1524

-George Thaniel [=Γιώργος Δανιήλ]: «Δ.Δ. Φωνές της σιωπής»’ περ. World Literature Today, Χειμώνας 1984

-Αντρέας Μπελεζίνης: «Δ. Δασκαλόπουλος» Πρακτικά Τετάρτου Συμποσίου Ποίησης. Πανεπιστήμιο Πατρών, 6-8 Ιουλίου 1984. «Γνώση» Αθήνα 1985, σσ. 549-551 και περ. Υδρία, τεύχ. 51-53, Μαρτ. 1985, σσ. 63-65, τώρα και: Κριτικό τρίπτυχο. «Σμίλη», Αθήνα 1991, σσ. 185-187

-Αμάντα Μιχαλοπούλου: «Τα γράμματα της αλφαβήτου: Δ.Δ. Αλφαβητάρι»’ περ. Διαβάζω, τεύχ. 292, 22 Ιουλ. 1992, σσ. 60-61

-Μισέλ Φάϊς: «Δ.Δ., Κλειδούχος μοίρα»’ περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 27, Καλοκαίρι 1994, σσ. 71-72

-Κώστας Σταματίου: «Δ.Δ., Φωνές της σιωπής», εφ. «Τα Νέα» 26.11.1983.

        In memoriam

Πέθανε απόψε ο φίλος μας.

Ως έκλεισε τα μάτια του σκοτείνιασεν η γης

και στης αυλής το ξέφωτο τσακίστηκε μιά γλάστρα.

Μη βάλετε στον τάφο του σταυρό’

θα κατεβούν στο προσκεφάλι του

οι γυάκινθοι που αγάπησε

να του κρατήσουν συντροφιά στη νύχτα

και θα σπιθίσουνε χαμόμηλα στ’ αχείλι

πού κάποτε λαμπάδιαζε το γέλιο του.

Μή βρέξουνε τα σύννεφα

γι’ αυτόν που πόθησε τον ήλιο’

άς μη θολώσουν οι ματιές

γι’ αυτόν που λάτρεψε την ξαστεριά.

Τον έκλαψαν οι νύχτες που ξαγρύπνησε

και οι αυγές που καλημέριζε το φώς’

τον έκλαψαν τ’ ανέστια χελιδόνια’

 

τον έκλαψαν δυό μάτια από τον ουρανό

με μια ψιλή βροχούλα.

                (Επιστροφές, 1973)

--

        [Κράτησα χρόνια…]

Κράτησα χρόνια τούτο το προσωπείο.

Περπάτησε μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.

Στις νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε

ανάβοντας ένα ένα τ’ αστέρια.

Το φόρεσα με χώρεσε γινήκαμ’ ένα.

Ρίζωσε μέσα μου και βλάστησε. Τώρα

αρνούμαι να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.

--

        [Ξένοι]

                De civibus romanis

Ξένοι

σε ξένο τόπο καταντήσαμε.

Αναχωρητές κι ερημίτες

σφίγγες κωφάλαλες

ευδαίμονες εραστές της σιωπής

σ’ αυτή τη χώρα που άνθιζε ο Λόγος

κάτω απ’ το βλέμμα των αγαλμάτων.

                (Αλφαβητάρι, 1976)

--

        Γράμματα στον Ερμόλαο

                  ΙΙΙ

Οι λέξεις δε μας προστατεύουν, Ερμόλαε.

Είναι μιά καταραμένη μεταμφίεση

εικοσιτέσσερα κουρέλια με χοντρές ραφές

αδέξια μπαλώματα σε προδοτικό πανωφόρι.

Θυμάσαι τον ερειπωμένο ταρσανά στις αλυκές;

Θυμάσαι τα ξύλα που κούρνιαζαν σαρακοφαγωμένα

αταξίδευτα ναυάγια της στεριάς;

Ψηλά στα δοκάρια της οροφής

κρέμονταν μαραγκιασμένα ρόδια.

Τα παράθυρα είχαν βλαστήσει σκουριασμένες πρόκες

και κάθε τόσο στρίβανε από ανατολή σε δύση

άνοιγαν κι έκλειναν τρίζοντας

άνοιγαν κι έκλειναν

όπως οι αιδημήτρηδες στον ήλιο. Έτσι κι οι λέξεις.

Πώς να τα πω όλα αυτά;

Πώς να τα συντηρήσω σε μικρά χάρτινα φέρετρα;

Υπάρχουν κι άλλες δύσκολες στιγμές

μπερδεμένο κουβάρι πού δεν περνά

τη μύτη της βελόνας.

Νύχτες παγωμένες του σαρανταοχτώ

να χτυπούν τα πολυβόλα κι ο ουρανός

μιά άσπλαχνη συναστεριά.

Όλα αυτά, άραγε, τα κουβαλάμε μέσα μας

ή μήπως μας σέρνουν δεμένους εκείνα;

Ας ποτιστούν οι λέξεις με δάκρυα κι αίμα

να φυτρώσουν άλλα νοήματα

να δώσουν απαγορευμένους καρπούς

να μας τυλίξουνε μ’ ανεμική κι αντάρα

για να μπορούμε να λέμε τη λέξη καλημέρα

και ν’ ανατέλλουμε τον ήλιο.

           (Γράμματα στον Ερμόλαο, 1981)

--

           Τα χρόνια που θα ‘ρθουν

Τα χρόνια που θα ‘ρθουν

έχουν ένα πρόσωπο που δε μας μοιάζει.

Λιγότερα δέντρα, περισσότερες σκιές

αναποφάσιστα ποτάμια και βουρκωμένες θάλασσες.

Μόνον τα δάχτυλα κρατούν σφιγμένη

τη δική τους αμετάφραστη γλώσσα

και οι ψίθυροι στους κλειστούς χώρους

θυμίζουν πώς γεννιέται ένα λουλούδι.

 

Τα χρόνια που θα ‘ρθουν

τα έχουμε κιόλας ζήσει σε βαθιά σιωπή.

Νυχτώνει πάνω στην πόλη. Ετοιμάσου!

Μεταναστεύουμε σε άλλα τοπία

ταξιδεύοντας μέσα στα νεύρα

ενός γέρου πλάτανου, στο κελάρυσμα του νερού

στην παιδική αθωότητα.

 

Τα χρόνια που θα ‘ρθουν

με μια γεύση στάχτης στις μέρες τους

πάνω από τα ερείπια της πόλης

τροφή για την αξίνα του αρχαιολόγου

είναι τα γηγενή και αταξίδευτα

στις νύχτες του φεγγαριού.

 

Τα χρόνια που θα ‘ρθουν

πάνω από τα ερειπωμένα μας βλέμματα

δε θα θυμούνται τους κλειστούς χώρους

και τα κορμιά μας ακυβέρνητα

στις νύχτες του φεγγαριού.

 

Τα χρόνια που θα ‘ρθουν

πάνω από την προϊστορική ζωή μας

μικρά λουλούδια στη λησμονιά

της καινούριας, αγέρωχης μέρας.

 

Τα χρόνια που θα ‘ρθουν

τυφλά κι ανονείρευτα απ’ το πλατάγισμα

μιας παγωμένης φτερούγας.

 

Τα χρόνια

που θα ‘ρθουν

 

έφτασαν.

           (Κλειδούχος μοίρα, 1993)

--//--

   Στις σελίδες 80-81 όπως προαναφέραμε, ο επιμελητής του τόμου ποιητής και κριτικός Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, γράφει για την παρουσία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Β’ Μεταπολεμικής Γενιάς. Να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τους Γραμματολόγους στην Α΄ Μεταπολεμική Γενιά συγκαταλέγονται όσοι λογοτέχνες γεννήθηκαν μεταξύ 1918 έως 1928, ενώ η Β’ Μεταπολεμική Γενιά οι λογοτέχνες που γεννήθηκαν μεταξύ 1929 έως 1940.

        ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

   Η σχέση του Δημήτρη Δασκαλόπουλου με τον Γιώργο Σεφέρη, που επανειλημμένως έχει επισημανθεί από την κριτική, αφού ξεπέρασε το στάδιο της μαθητείας, εξελίχθηκε σε μία σιωπηρή πνευματική συνομιλία, με εμφανείς τους γόνιμους καρπούς της στην ποίηση του πρώτου. Έτσι, δεν είναι απόρροια επίδρασης αλλά, μάλλον βαθύτερης πνευματικής συγγένειας και επικοινωνίας η αναβίωση, στην περίπτωση του Δασκαλόπουλου, της αγωνίας για τη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου, συνυφασμένη με την αγωνία για τη μοίρα του ελληνισμού. Αν, τώρα, αναζητούσε κανείς μία διαφορά στην έκφραση- και στο βάθος- αυτής της αγωνίας, θα διαπίστωνε ότι στον Σεφέρη η έννοια του ελληνισμού διαδραματίζει σημαντικότερο απ’ ό,τι στον Δασκαλόπουλο ρόλο, προεκτεινόμενη άνετα από τα αρχαία αγάλματα- με ό,τι μπορούν αυτά να συμβολίζουν- στη σύγχρονη θλίψη, η οποία καλύπτει, ως αίσθηση, το σύγχρονο ελληνικό δράμα αλλά και το δράμα του δυτικού πολιτισμού εν γένει. Η αγωνία αυτή, στην ποίηση του Δασκαλόπουλου, κυμαίνεται εκφραζόμενη ανάμεσα σε δύο πλησιέστερους μεταξύ τους και ευκολότερα προσδιορίσημους άξονες: ανάμεσα στον παρηγορητικό- αλλά και τραυματικό για κάθε ευαίσθητη συνείδηση- μύθο της ελληνικής αρχαιότητας και στη σύγχρονη θλίψη, που όμως στην ποίησή του αναδύεται, ως αίσθηση, από την εικόνα του σύγχρονου και, πιο συγκεκριμένα, του μεταπολεμικού ελληνικού κόσμου, έτσι όπως αυτός βγήκε καθημαγμένος από τις γνωστές ιστορικές, ιδεολογικές και κοινωνικές συγκυρίες των μεταπολεμικών χρόνων.

Τα παιδιά της τα μύρωσαν με τσεκουριές

τις θυγατέρες όλες τις κοιμήθηκαν.

Ρήμαξε το κορμί της στένεψε

η γλώσσα της στεριάς

για να την καβαλούν τα κύματα

και να την πνίγει αρμύρα.

Τα ξερονήσια ματωμένα καρφιά

στο άχραντο σώμα.

Τα βήματά της λόγια της μέθης

μικρού παιδιού καλλιγράφημα.

Αθροίζει τα λευκά αθροίζει τα μαύρα

περισσεύει πάντοτε το αναίτιο δάκρυ.

 

Κατάντησε

τομάρι πού άπλωσαν

σε αυλή βυρσοδεψείου.

      («Θούριος»’ Νέκυια, 1978)

--

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8 Ιουνίου 2026