Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Μνήμη Ευγένιου Σπαθάρη

 Μνήμη αιωνία του Σωτήρη και Ευγένιου Σπαθάρη

    Σαν σήμερα πριν δεκαεπτά χρόνια έφυγε από κοντά μας ένας αληθινός πανέλληνας της φυλής μας, ο Ευγένιος Σπαθάρης (Κηφισιά 2/1/1924-Αθήνα 9/5/2009) γιός του λαϊκού καλλιτέχνη Σωτήρη Σπαθάρη (1892-14/4/1974). Οτιδήποτε και να γράψει κανείς για αυτόν τον λαϊκό, αυθεντικό, πηγαίο καλλιτέχνη, πολυτάλαντο Έλληνα Ευγένιο Σπαθάρη-δεύτερη γενιά της φημισμένης οικογένειας των καλλιτεχνών του Θεάτρου Σκιών, όχι μόνο θα είναι λίγα αλλά θα υπολείπονται της σημαντικής φυσιογνωμίας του και προσφοράς του στον Ελληνικό Πολιτισμό και την Ελληνική της λαϊκής μας παράδοσης αυτοσυνειδησία. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά –και δικαίως-και θα γραφτούν και στο μέλλον για αυτόν τον λαϊκό ζωγράφο, τεχνίτη εξαιρετικής ομορφιάς φιγούρων- σκηνικών, σκηνοθέτη, σκηνογράφο, λαϊκό συγγραφέα ιστοριών του Θεάτρου Σκιών, τον «φωτισμένο» Ευγένιο Σπαθάρη με την χαρακτηριστική φωνή και τους βαριούς αξέχαστους χρωματισμούς της, που κουβάλησε στους ώμους του ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής λαϊκής παράδοσης της πατρίδας μας. «Άααχ! θα φάμε θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε» δεν προλάβαινε να τελειώσει εν είδη συνθήματος τα σημαδιακά αυτά λόγια και γινόταν το σώσε, παιδικός πανζουρλισμός, σηκωνόμασταν όρθιου και σκάγαμε στα γέλια. Άκουγες τα παιδικά σφυρίγματα να απλώνονται στην ατμόσφαιρα σαν «πολεμικές» της χαράς ιαχές. Τις παιδικές κραυγές να ξεσπούν αυθόρμητα ενώ τα μικρότερα παιδιά να τσιρίζουν απορημένα. Δεν είναι εκ των υστέρων αναμνήσεις παιδικών στιγμών και καταστάσεων αλλά ειλικρίνεια συναισθημάτων, πηγαιότητα εκφράσεων, μνήμες ανιχνεύσιμες στον χρόνο και στην Πειραϊκή Ιστορία. Δεν συναντούσες συχνά σε άλλες παιδικές- ομαδικές συνάξεις τέτοιον πανζουρλισμό, ίσως μόνο όταν βλέπαμε στην κινηματογραφική σκηνή ταινίες με το δίδυμο του Χοντρού- Λιγνού και φυσικά του Σαρλώ, του Τσάρλι Τσάπλιν. Αλλά και τότε, νομίζω ότι κάπως πρυτάνευε η λογική του μικρού μας μυαλού, διαισθανόμασταν ότι τα κοινωνικά μηνύματα που εκπορεύονταν από αυτές τις χιουμοριστικές ταινίες και τις σκηνές τους, τους χαρακτήρες των φυσιογνωμιών κωμικών-διασκεδαστών όπως αυτή της ταυτότητας του Σαρλώ σκόπευαν σε άλλα μεγέθη κοινωνικής επεξεργασίας. Εξάλλου, ο Κόσμος του Θεάτρου Σκιών, η ατμόσφαιρα και η θεματική των έργων του προέρχονταν αποκλειστικά από την ελληνική αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη ιστορία. Οι Ήρωες και οι Ηρωϊδες του Θεάτρου Σκιών είναι αναγνωρίσιμες όπως οι φωτογραφίες των Ηρώων που κρέμονταν στις σχολικές μας αίθουσες. Ο Καραγκιόζης παρά τις υπερβολές των αλήτικων δράσεών του, την μπαγαποντιά του, τις αναρχίζουσες ιδέες του, την φορτική ζητιανιά του, την πονηρή καπατσοσύνη του, την μπαμπεσιά του, παραμένει στο βάθος ένας αγνός και αθώος χαρακτήρας ενός Έλληνα που δεν ξέρει πώς να επιβιώσει και να σταθεί μέσα σε ένα της πατρίδας του και των εξωτερικών δυναστών του περιβάλλον. Είναι ένας "ραγιάς". Ειρωνεύεται ζητώντας δικαιοσύνη, είναι καρπαζοεισπράκτορας περιμένοντας ελεημοσύνη, ψυχοπονιάρης και ταυτόχρονα βασανιστής του φίλου και προστάτη του Χατζηαβάτη. Θέλει να τα έχει καλά με τον «πολυχρονεμένο Πασά» δηλαδή με τους ανθρώπους της εξουσίας και ταυτόχρονα τους την υποσκάπτει. Και τι δεν σκαρφίζεται για να γελάσει τον θείο του, τον βλάχο τον τσέλιγκα τον Μπάρμπα Γιώργο και πώς τρέχει να του ξεφύγει να μην τον ξυλίσει με την γκλίτσα του όταν παίρνει χαμπάρι τι χουνέρι του έστησε ο ανιψιός του. Χαρακτηριστική η φιγούρα του Πειραιώτη Σταύρακα, βαρύμαγκας και κουτσαβάκης. Ντυμένος πάντα στα μαύρα, με το μπεγλέρι στο χέρι, το μαύρο καπέλο και το σιδερικό στο ζωνάρι. Ο τύπος του Σταύρακα είναι εφεύρεση του Καργκιοζοπαίχτη Γιάννη Μώρου που για χρόνια παρουσίαζε στην Πόλη μας Καραγκιόζη. Είναι «Συριανός» αλλά γέννημα θρέμμα Πειραιώτης. (βλέπε και αναρτήσεις στα Λ.Π. της 22/3/2014 και 25/4/2015 μεταξύ άλλων). Την φιγούρα του Μπάρμπα Γιώργου την «δημιούργησε» ο Καραγκιοζοπαίχτης Γιάννης Ρούλιας. Πριν βγει στο σανίδι ακούγονται απαραίτητα Δημοτικοί σκοποί και κατόπιν βγαίνει ο φουστανελάς με την γκλίτσα. (για να τις βρέξει στο ζαγάρι τον Καραγκιόζη). Άλλη χαρακτηριστική φιγούρα-αυτή που καθιέρωσε ο Μόλλας- είναι ο μυταράς και υδροκέφαλος Ομορφονιός με την χαρακτηριστική φράση που βγαίνει από την μύτη του, το «ουϊτ», ενώ αργά και συλλαβιστά λέει τα τραγούδια του. Ένας μεγαλομπεμπές που επί τη εμφανίση του βγάζει γέλιο. Άλλοι Καραγκιοζοπαίχτες δημιούργησαν άλλες φιγούρες όπως ο Μάρκος Ξάνθου, τον λεβέντη Κρητικό τον καπετάν Μανούσο με τις βράκες. Ο Καραγκιοζοπαίχτης  Μίμαρος πρόσθεσε τον Ζακυνθινό κόντε σορ Διονύσιο που φορά βελάδα και ψηλό καπέλο και όλο τραγουδά ζακυνθινές μακρόσυρτες καντάδες. Πόσο έχει μείνει στα σκονισμένα κιτάπια της σκέψης μου ο «Βίζο λα βίζο λα βίζο» ο Οβριός. Η χορευτική και τραγουδιστική φιγούρα του Σολομών Δανέλια, είναι εφεύρημα του Γιάννη Πρεβεζάνου. Ο θεόρατος Βεληγκέκας, το «μπουλντόκ» του Πασά. Το θεόρατο «κατουρημένο» φίδι όπως λέγαμε τον «καταραμένο Όφι». Το μεγάλο Σεράι του Πασά και απέναντι ακριβώς η ετοιμόρροπη παράγκα του Καραγκιόζη. Και πολλές άλλες φιγούρες, όπως ο Κατσαντώνης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Αλή Πασάς, ο Νικηταράς και άλλοι ήρωες της Επανάστασης. Ο Μέγας Αλέξανδρος και η αδερφή του η Γοργόνα. Φιγούρες που ανάλογα με την ιστορία που μας εξιστορούσε η παράσταση εμφανίζονταν στο λευκό σεντόνι που κινούσε με χάρη και μαεστρία ο εκάστοτε Καραγκιοζοπαίχτης που κρύβονταν στην πίσω μεριά, τραγουδώντας και προσθέτοντας λόγια δικά του για να κάνει ελκυστικότερη την παράσταση που παρακολουθούσαμε με το στόμα ανοιχτό και γουρλωμένα τα μάτια, όλοι εμείς. Φιγούρες από χαρτόνι ή δέρμα που μετά το τέλος της παράστασης τρέχαμε να πάμε να δούμε τι κρύβεται πίσω από το σεντόνι, ποιοι κινούσαν τα νήματα. Ο Καραγκιοζοπαίχτης από την Λειβαδιά Λευτέρης Κελαρινόπουλος, είχε την έξυπνη ιδέα, να φτιάξει τις «σούστες», τα λεγόμενα «γυριστάρια», δηλαδή να μπορούνε να κάνουνε μεταβολή και να αλλάζουν κατεύθυνση οι φιγούρες. Ορισμένες φορές είχαμε παρακολουθήσει παραστάσεις με ζωντανή Ορχήστρα που έπαιζαν τα όργανα και τραγουδούσαν τραγουδιστές κατά την διάρκεια της παράστασης και μετά το τέλος της. Αξέχαστες παιδικές στιγμές, αλησμόνητες. «Τρέξατε Απόψε». «Άλτ εδώ ο Σωτήρης Σπαθάρης» που μας υπενθυμίζει η εικόνα του εξώφυλλου με τα «απομνημονεύματα» του Σωτήρη Σπαθάρη και η τέχνη του Καραγκιόζη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πέργαμος» το 1960 και επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Άγρα» το 1992. Με εισαγωγή του πειραιώτη εικαστικού και σκηνογράφου Γιάννη Τσαρούχη.

    Περιμέναμε με ανυπομονησία να αγοράσουμε τα μικρά φυλλάδια με τις ιστορίες του Καραγκιόζη, να τις διαβάσουμε μονορούφι, να τις ανταλλάξουμε με άλλες που είχαν τα φιλαράκια μας. Αγοράζαμε ξύλινες ή χάρτινες φιγούρες του Θεάτρου Σκιών και στήναμε στα πρόχειρα την δική μας παράσταση, Θεατές και «Καραγκιοζοπαίχτες» μαζί. Δίχως άλλα σύνεργα, μόνο με ένα λευκό σεντόνι και λίγο φως από σπαρματσέτα. Αυτοσχεδιάζαμε και λέγαμε τις δικές μας φανταστικές ιστορίες στους μικρότερους που κοιτάγαμε να τους εντυπωσιάσουμε.

   Στάθηκα τυχερός που από τα παιδικά μου χρόνια-όπως και οι υπόλοιποι νέοι της Γενιάς μου-παρακολουθήσαμε σε υπαίθριες μάντρες, κινηματογραφικές αίθουσες, πλατείες και πάρκα, παραστάσεις του Καραγκιόζη. Το Θέατρο Σκιών υπήρξε τις περασμένες δεκαετίες το κύριο μέσο ψυχαγωγίας μας, σε εμάς τα φτωχόπαιδα των πειραϊκών συνοικιών, σχολιαρόπαιδα με το κοντό παντελονάκι, το κουρεμένο γουλί κεφαλάκι με μόνο μία τούφα μπροστά, ξυπόλυτα «μυξιάρικα», πεινασμένα παιδαρέλια που γυρνάγαμε στους χωματένιους-τότε- δρόμους της Πόλης, στα σοκάκια και τις γειτονιές πιτσιρικοπαρέες αναζητώντας άλλα πιτσιρίκια από άλλη γειτονιά για να παίξουμε ή να ανταλλάξουμε τα παιδικά εικονογραφημένα περιοδικά που διαβάζαμε. Μόνα γλυκίσματά μας ήταν οι κόκκινες ζαχαρωμένες καραμέλες «τσάρλεστον» και η βρεγμένη φέτα ψωμί με την ζάχαρη. Η Εικόνα του Πειραιά της δεκαετίας του 1960-1970 ήταν εντελώς διαφορετική από την σημερινή του όψη με τις θεόρατες πολυκατοικίες και τους «καστρομένους» από μπετόν ορίζοντες. Έστω και αν κάποια σημεία των συνοικιών του τον θυμίζουν στους παλαιότερους ακόμα, η φυσιογνωμία του Πειραιά άλλαξε. Πρωτοείδαμε Καραγκιόζη στον υπαίθριο χώρο της περιοχής του Δηλαβέρη και σε καλοκαιρινά σινεμά του Πειραιά και των γύρω Δήμων: Νίκαιας, Κορυδαλλού, Νεάπολης, Κερατσινίου, Περάματος, Δραπετσώνας κλπ. Η φήμη της εξαιρετικής τέχνης του Καραγκιοζοπαίχτη Ευγένιου Σπαθάρη ήταν περιλάλητη και αγαπητή στις φτωχογειτονιές του Πειραιά όποτε επισκέπτονταν την Πόλη και τις συνοικίες της. Οι λαϊκές και εργατικές τάξεις του Πειραιά θεωρούσαν «υποχρέωσή τους» να παρακολουθήσουν παράσταση του Καραγκιόζη ή να επιτρέψουν στα παιδιά τους να παρευρίσκονται και να ψυχαγωγηθούν. Εξάλλου, οι μεγαλύτερης ηλικίας Πειραιώτες, άντρες και γυναίκες- διατηρούσαν ακόμη ζωντανή στην μνήμη τους των στιγμών της ευχάριστης ψυχαγωγίας τους όταν κατέβαιναν στο Πασαλιμάνι και επισκέπτονταν την Μάντρα του Πειραιώτη Καραγκιοζοπαίχτη Χαρίδημου που βρίσκονταν στην Ακτή Μουτσοπούλου ή πάλι το Θέατρο του Χρυσοστομίδη. Το Θέατρο Σκιών υπήρξε από την γέννησή του ένας αυθεντικός, λαϊκός και πηγαίος άμεσος τρόπος διασκέδασης και ψυχαγωγίας μας, ένας λαϊκός μύθος ψυχαγωγίας για μικρούς και μεγάλους όταν η ασπρόμαυρη τηλεόραση δεν είχε ακόμη εισβάλει στα σπίτια των ανθρώπων και κατακτήσει και καταπατήσει τις ζωές τους. Καθήμενοι χαμαί,- μικροί και μεγάλοι- σε πάγκους ή ψάθινες καρέκλες παρακολουθούσαμε μαγεμένοι και έκπληκτοι την άσπρη ξύλινη σκηνή μπροστά μας που φώτιζαν κεριά ή λούξ με υγραέριο, ενώ εμφανίζονταν πίσω από το άσπρο πανί μετά τον ήχο του κώδωνος αυτές οι χαρακτηριστικές χρωματιστές φιγούρες και πολύχρωμες- διαφανείς ρεκλάμες παρμένες από την ελληνική σύγχρονη ιστορία, ιδιαίτερα από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πόσα στόματα άγνωστα και χείλη μεγάλων δεν φώναζαν γύρω μας «Σούουτ!!!», «πάψτε να φωνάζετε, να χοροπηδάτε σαν κατσίκια», τι σβουριστή ψιλή σφαλιάρα δεν έπεφτε όταν ξεσηκωνόμασταν γεμάτοι χαρά, ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια (τα χάχανα) με την εμφάνιση του πειναλέου κατεργαράκου Καραγκιόζη πάνω στο λευκό πανί. Αυτού του παραπονιάρη μπαμπεσάκου, ανυπόδητου έλληνα με τα μπαλωμένα ρούχα που αναζητούσε δουλειές του ποδαριού για να ταΐσει την Αγλαΐα την γυναίκα του και τα κολλητήρια ολιγόψαχνα, κοκαλιάρικα μικρά παιδιά του, που του φώναζαν «μπαμπάκο πεινάμε». Είρωνας, κατεργάρης, αναρχικός, λαϊκός, πειραχτήρι με χυμώδη έκφραση και άμεσες απαιτήσεις από τους άλλους. Παράδοξος και ψευτάκος, ηρωικό πνεύμα και κωμωδός των πάντων σκαρφίζονταν τα πάντα για να κάνει την δουλειά του, να πετύχει τον τελικό σκοπό του, να φάει δίχως να δουλέψει. Οι γραμμές του χαρακτήρα του είναι καθαρές δεν επιδέχονται διορθώσεις, δεν κρύβουν τα ελαττώματά του αλλά και τις χάρες του. Συγκινεί εδώ και αιώνες τους Έλληνες γιατί εκφράζει τον χαρακτήρα μας, τις αρετές και τα «κουσούρια» μας. Τα πάθη και οι πανουργίες του εκφράζουν το δικό μας λαϊκό ταπέτο. Σκηνοθέτης και σκηνοθετούμενος μαζί. Καραγκιόζης ο Έλληνας όπως έδωσε το όνομα σε θεατρικό του έργο σύγχρονος έλληνας συγγραφέας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

9 Μαϊου 2026     

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Βρασίδας Καραλής τα σκεπτικά ποιήματα και το τελετουργικό άσμα

 ΒΡΑΣΙΔΑΣ  ΚΑΡΑΛΗΣ

 

Η μοναξιά του σύγχρονου διανοουμένου

 

τα σκεπτικά ποιήματα

και

το τελετουργικό άσμα

ιδιωτική έκδοση- Αθήνα1988, σελ.32, διαστάσεις 14Χ20

[ΛΥΧΝΟΣ Ε.Π.Ε. ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ- ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ. ΠΛΑΤΕΙΑ ΘΕΑΤΡΟΥ 24 10552 ΑΘΗΝΑ]

 

    Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στην εισαγωγή του για τον Άγγλο μυστικό ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ, γράφει πως:

«η ποίηση είναι προφητεία και ο ποιητής σε όλες τις μεγάλες εποχές φέρνει για τους άλλους ή για λογαριασμό  των άλλων το μήνυμα του Θεού».

Και θα ήθελα να συμπληρώσω, ότι ο καθένας μας ανάλογα με τα πιστεύω του, τις επιδιώξεις του, και την προσωπική του φιλοσοφία μπορεί να χρησιμοποιήσει τη λέξη Θεός σαν μια μεταβλητή ελευθερίας και στη θέση της να τοποθετήσει ή να προσθέσει οτιδήποτε εκείνος φρονεί.

Το ποιητικό βιβλίο του εφηβικού φίλου, συγγραφέα Βρασίδα Καραλή, αποτελείται από δύο ενότητες ποιημάτων:

«Τα σκεπτικά ποιήματα», μια, συμπυκνωμένη περιγραφή των μικρών και μεγάλων λεπτομερειών του φιλοσοφικού χώρου μέσα στον οποίον κινείται ο ποιητής και της οραματικής του πλοκής, και το «Τελετουργικό άσμα», που είναι μια συμπλεκτική αναφορά σε οικουμενικά κοσμικά προπλάσματα, στους τέσσερεις Ευαγγελιστές, σε Γνωστικές αρχές και δοξασίες και σε «πρωτόλειες» θρησκευτικές τελετουργικές δοξασίες με κοινές παγκόσμιες καταβολές.

Ο πολυσχιδής λόγος του είναι δομημένος με τέτοιον τρόπο, ώστε κάθε πρόταση να παραπέμπει σε αφετηριακές αφορμές τέτοιες, για μια επανερμηνεία του ποιητικού σώματος.

Είναι μια βαθειά σημαντική και δηλωτική γλώσσα-για να θυμηθούμε την αποφθεγματική ρήση του παππού μας σοφού Ηράκλειτου- ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει, που η δυνατότητά της δεν ταυτίζεται με την όποια αλήθεια αυτών που απεικονίζει αλλά, με την επισήμανση και την καταγραφή του τρόπου με τον οποίον η ερμηνεία της αλήθειας αυτής γίνεται κατανοητή και αποδεκτή από τον ίδιο της τον δημιουργό.

Μέσα από έναν προσωπικό παραληρηματικό μονόλογο, αφουγκράζεται τις χθόνιες και υπερουράνιες φθονερές δυνάμεις του Σύμπαντος (φοβερόν και φθονερόν το Θείον) και προσπαθεί, ισορροπώντας πάνω στον ιδεολογικό- ῑδεοσυμπαντικό ιστό της ατομικής του πορείας για να μας καταστήσει κοινωνούς του δικού του οραματικού τέλους. Που δεν είναι παρά το πάνθεον των ένδοξων σκιών των προγόνων μας. Μια και στην κυριολεξία, οι λέξεις, οι έννοιες, οι συσχετισμοί και οι εικόνες της αισθητής πραγματικότητας που με σχολαστική ακρίβεια ανασυνθέτει ο Πειραιώτης ποιητής δεν είναι παρά ένας ξορκισμός του ίδιου του λόγου της ανάπλασης της πραγματικότητας, και η επιστροφή στην πρώτη λευκή αθωότητα, την αθωότητα της καθαρής πνευματικότητας.

Οι οραματικές του παραστάσεις, προσεγγίζουν την πυριφλεγή φαντασία του ποιητή της Αποκάλυψης και των κατά καιρούς επιγόνων του.

Με συσσωρευμένη γνωστική επάρκεια και μια λυρική συναισθηματική ακτινοβολία, ρυτιδώνει τις πνευματικές σταθερές του ατόμου αφήνοντάς τον γυμνό και μονάχο μέσα σε ένα ζοφερό και άναρχο γυαλιστερό και παγωμένο Σύμπαν. Όπου τα στοιχεία που το συναποτελούν, συναναγνωρίζονται και συμπλέκονται με τις αισθητικές αντένες του ποιητή και υιοθετούνται ως σημείο εκκίνησης για τον αποσυνάγωγο αναγνώστη.

Αλχημιστικές ορολογίες, θεωρίες των αρχαίων Γνωστικών, Θεολογικά σύμβολα, Πυθαγόρειες θεωρίες, Πλατωνικές έννοιες και λαϊκές δοξασίες, αλληλοσχετίζονται και διαβαίνουν μπροστά από τις αισθήσεις μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, θέλοντας να μας απορροφήσουν στην χοάνη του παναδαμάτωρα χρόνου.

Αντικαθιστώντας την ασφαλή πίστη μας με τον ξέφρενο και γοητευτικό χορό της φαντασίας του πνεύματος. Ενώ η Ιστορία του Κόσμου σαν άλλη Σαλώμη πετά ένα-ένα τα πέπλα της και αποκαλύπτει τα κάλλη της μέσα στην φωτοχυσία «του φωτός που αστραπωτό γλυκαίνει», στους οιστροβαρεμένους και πνευματοπαρμένους θαυμαστές της.

   Ο Βρασίδας Καραλής υποκαθιστά την προφητική λαλιά των μεταφυσικών δασκάλων του και ιδιαίτερα, των Γνωστικών που με «πειθαρχία» έχει μαθητεύσει σιμά τους με την διανοητική πειθαρχία ενός έγκλειστου σπουδαστή.

Τα αρχέτυπα σύμβολα που υιοθετεί και χρησιμοποιεί με σαφήνεια, Λευκό (με την σημασία που έδιναν στο χρώμα οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι ιερείς), Βασίλισσα Μητέρα, ο Ουροβόρος Όφις και άλλα, δεν είναι παρά οι αποκωδικοποιητικοί μηχανισμοί της ατομικής του ψυχοσύνθεσης που τον βοηθούν να επανερμηνεύσει τον χώρο γύρω του, αλλά και να του σταθούν ευοίωνοι σύντροφοι στο ταξίδι της επιστροφής που με απεγνωσμένη σεμνότητα επιζητά να τερματίσει. Ένας εξαντλητικός μοναχόδρομος ενός σύγχρονου νέου σε ηλικία διανοουμένου που με ενόραση τυφλού προσπαθεί να απαλλάξει από τις εφιαλτικές σκέψεις και μορφοποιημένες ιδεοληψίες που τον δυνάστευσαν από την παιδική του ηλικία και τον φυλάκισαν στα σκοτεινά ασκητικά κελιά της γνώσης. Και ο οποίος αναζητά σαν σκοτεινός αλχημιστής να μεταστοιχειώσει την εμπειρία του «στο μέγα ανθρώπινο Έργο».

‘Η όπως γράφει σχετικά σε ένα ποίημά του ο D. H. Lawrence, συμπληρώνοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου:

«Είναι τρομερό να πέφτεις στα χέρια του ζωντανού Θεού. Μα, είναι πολύ πιο τρομερό να πέφτεις από του ζωντανού Θεού τα χέρια».

      Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Εξόρμηση» 9-Νοεμβρίου 1989

Λογοτεχνικά Πάρεργα: Πειραιάς 14 Ιουλίου 2013.

        Πειραϊκές Μνήμες

   Στα ενδιάμεσα αναγνωστικά και συγγραφικά μου διαστήματα και των αναρτήσεών μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, επανέρχομαι σε βιβλία παλαιών φίλων Πειραιωτών και όχι μόνο. Συγγραφέων διαφόρων ειδών της γραφής που αποτελούν δικαιωματικά μέλη της Πειραϊκής Λογοτεχνικής Σχολής και της παράδοσής της. Μιάς μακραίωνης Λογοτεχνικής παράδοσης η οποία στους σύγχρονους αιώνες έλκει την αφετηρία της στην ίδρυση του Πειραιά σε αυτόνομο Δήμο το 1835-πρώτος Δήμαρχος του Πειραιά ο Κυριακός Α. Σερφιώτης- και συνεχίζεται μέχρι των ημερών μας, βαδίζοντας με τους δικούς της ρυθμούς προς το μέλλον. Καταφεύγω ιδιαίτερα στον ποιητικό λόγο στους μηχανισμούς της φαντασίας και της μνήμης καθώς από την μεριά μου,-όπως και πολλών άλλων νεοελλήνων- προσπαθούμε να υπερβούμε την σκοτεινή και δύσκολη πραγματικότητα που διανύουμε, σε μία πατρίδα και μία ελληνική κοινωνία που δεν θέλει να πάει ούτε μπροστά ούτε πίσω, επαναπαύεται όπως εδώ και αιώνες έχει συνηθίσει και (βολεύεται) σε αρχαιοελληνικά μεγαλεία και βυζαντινές αυτοκρατορικές τελετουργίες. Πνευματικοί Δημιουργοί και Καλλιτέχνες οι οποίοι με το πολύπλευρο έργο τους, την ποικιλία των καλλιτεχνημάτων τους επιτευγμάτων, ποιητές, πεζογράφοι, διηγηματογράφοι, δοκιμιογράφοι, ερευνητές, ιστορικοί, φιλόλογοι, λόγιοι και στοχαστές πανεπιστημιακοί και επιστήμονες, ιχνομύθησαν με «λογισμό και μ’ όνειρο» τα οράματα, τις επιθυμίες, τις φιλοδοξίες, τα όνειρα, τις εμπειρίες και τα βιώματα των γηγενών Πειραιωτών και όσων αντρών και γυναικών φτωχών και μεροκαματιάρηδων ανθρώπων, εσωτερικών μεταναστών πολιτών ήρθαν από διάφορες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας, εγκαταστάθηκαν στα Πειραϊκά χώματα αναζητώντας μία καλύτερη ζωή για αυτούς και τα παιδιά τους. Απόκτησαν με την πάροδο του χρόνου αυτό που αποδεχόμαστε εμείς οι επίγονοι ως πειραϊκή ταυτότητα. Από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα και ιδιαίτερα την περίοδο του Μεσοπολέμου, άρχισε αργά και σταθερά να οικοδομείται η πειραϊκή συνείδηση και πνευματική, λογοτεχνική παράδοση. Παρά του γεγονότος ότι παλαιότεροι αλλά και σύγχρονοι πειραιώτες και αθηναίοι μελετητές και κριτικοί των Πειραϊκών Γραμμάτων και της Πειραϊκής Ιστορίας μιλούν και γράφουν για «παρέες της ταβέρνας» για «φιλική συντροφιά της Φρεαττύδας» για «Λογοτέχνες των Καφενείων» κλπ. Οι κριτικοί «επίσημοι» αυτοί προσδιορισμοί και όροι τους οποίους υιοθετούσαν για αρκετές δεκαετίες στα γραπτά και τα βιβλία τους όσοι αποφάσιζαν να καταγράψουν και να αναφερθούν σε πειραιώτες άντρες και γυναίκες λογοτέχνες και διανοούμενους, καλλιτέχνες και εκδότες λογοτεχνικών περιοδικών, όταν ερευνούσαν παραδείγματος χάριν ενδεικτικά να μνημονεύσουμε τα ονόματα και το έργο του Λάμπρου Πορφύρα, του Νίκου Χαντζάρα, του Παύλου Νιρβάνα, του Γεώργιου Ζουφρέ, του Γεώργιου Στρατήγη, του Κλέαρχου Μιμίκου, της Ισιδώρας Ρόζενταλ Καμαρινέα, της Όλγας Βότση, του Ευάγγελου Παπανούτσου, της Σοφίας Αντωνιάδου και μιάς πλειάδας άλλων πειραϊκών προσωπικοτήτων και πνευματικών φυσιογνωμιών της Πόλης μας, άρχισαν να υποχωρούν καθώς η Πειραϊκή Λογοτεχνική Σχολή και η παράδοσή της άνθιζε περίλαμπρα, καρποφορούσε δημιουργικά, κάλπαζε δυναμικά επάξια και ισότιμα με τις Λογοτεχνικές Σχολές των υπόλοιπων γεωγραφικών περιοχών της Ελλάδας. Η φτωχομάνα και προσφυγομάνα πόλη του Πειραιά, το πρώτο Λιμάνι της χώρας, κατόρθωσε ηρωικά και με μεγάλο μόχθο και δύσκολες προσπάθειες να αποχτήσει, να καλλιεργήσει την δική της αυτόνομη Λογοτεχνική Σχολή και παράδοση. Οι Πειραιώτες κάθε κατηγορίας δημιουργοί και των δύο φύλων, στέκονται εδώ και δεκαετίες δίπλα-ισότιμα με τους Πρωτευουσιάνους, τους Θεσσαλονικείς, τους Κρήτες, τους Επτανήσιους λογοτέχνες και λογίους οι οποίοι από την αρχή της συγγραφικής τους «σταδιοδρομίας» είτε βρήκαν πρόσφορο το έδαφος της Σχολής της γενέθλιας πόλης τους, είτε την οικοδόμησαν με την όποια συγγραφική προσφορά τους. Ο χρόνος της επιθυμίας των Πειραιωτών δημιουργών-να εδραιώσουν την πειραϊκή ταυτότητα- άλλοτε κυλούσε με πυκνότητα άλλοτε με αργούς ρυθμούς, άλλοτε με πνευματική άπνοια, όμως πάντοτε ο στόχος ήταν ο Πειραιάς, η πνευματική του παράδοση και κληρονομιά έστω και αν δεν συνειδητοποιούσαν -οι περισσότεροι- ότι με την παρουσία και το έργο τους, τα γραπτά τους οικοδομούσαν την Πειραϊκή Λογοτεχνική Σχολή και παράδοση.

     Όπως η «μέλισσα» επανέρχομαι σε παλαιά πειραϊκά διαβάσματά μου, ποιητών κυρίως της Γενιάς μου και όχι μόνο, και τρυγώ από τους πλούσιους ανθούς και καρπούς των γραπτών και των βιβλίων τους. Σε αυτήν την διαρκή πειραϊκή συγγραφική παράδοση και σχολή ανήκει επάξια και τιμητικά ο ποιητής και συγγραφέας, μεταφραστής και κριτικός της λογοτεχνίας και του ελληνικού κινηματογράφου, ομότιμος πλέων πανεπιστημιακός καθηγητής Βρασίδας Καραλής. Ο Πειραιώτης φιλόλογος- όπως και τόσοι άλλοι ξενιτεμένοι έλληνες- σταδιοδρόμησε επαγγελματικά ως πανεπιστημιακός δάσκαλος στην μακρινή Αυστραλία, διδάσκοντας στις εκεί ελληνικές κοινότητες την ελληνική γλώσσα, τον ελληνικό πολιτισμό και ιστορία. Σε αυτήν την άλλη Ελλάδα που ευδοκιμεί και παράγει και δημιουργεί στο εξωτερικό ως προσφυγική στους πέντε ηπείρους, διατηρώντας την Ελληνικότητά της, το Οικουμενικό της πνεύμα και συνείδηση, πέρα από την στενή, σκληρή και άκαρδη Ελλαδικότητα του Ελληνικού Κράτους, το οποίο κάνει οτιδήποτε μπορεί για να διώξει τα παιδιά του, να τα ξενιτεύσει, να τα οδηγήσει να γευτούν την αρμύρα και τα βάσανα, τις ταλαιπωρίες της ξενιτειάς.

     Τα πρόσφατα βιβλία που κυκλοφόρησε ο πειραιώτης συγγραφέας Βρασίδας Καραλής έτυχαν αναγνωστικής επιτυχίας και προσέχθηκαν. Αναφέρομαι πρώτον, στο συγκινητικό και σπαραχτικό κείμενο του πένθους της ψυχής του, αυτήν την δραματική ελεγεία για την απώλεια του συντρόφου του Ρόμπερτ. Δεύτερον, τις παιδικές του αναμνήσεις από την Κρέσταινα της Ηλείας που μεγάλωσε κοντά στην γιαγιά και τον παππού του, μία τρυφερή, νοσταλγική ανάγλυφη βιογράφηση των χαρακτήρων και της προσωπικοτήτων τους,-ιδιαίτερα της γιαγιάς του από την οποία άντλησε τα πρώτα γλωσσικά του ερεθίσματα και εμπειριών του βαδίσματα. Κατόπιν, έχουμε την ογκώδη εμπεριστατωμένη και αναλυτική εργασία του πάνω στην ιστορική διαδρομή του Ελληνικού Κινηματογράφου, με ιδιαίτερη προτίμηση στα Μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη, δίχως να προσπερνάμε τις δύο μικρές μελέτες του για τον Θεσσαλονικιό ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο και το βιβλίο του για τον πειραιώτη ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη. Αλλά η συγγραφική του εργατικότητα δεν περιορίζεται σε εκδόσεις βιβλίων, έχουμε και τις εκατοντάδες διάσπαρτες εργασίες του ελληνόγλωσσες και αγγλόγλωσσες σε ελληνικά και ξένα έγκυρα επιστημονικά περιοδικά, όπως αυτές για τον Κωστή Παλαμά στον «Εκηβόλο» ή οι δεκάδες βιβλιοκριτικές του στο περιοδικό «Διαβάζω» για ποιητές και πεζογράφους και έλληνες στοχαστές, συμμετοχές του σε τόμους όπως πχ. για τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, την ποιητική συλλογή «Μικρά Σύρτις» του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Δημοσιεύματα τα οποία μας αποκαλύπτουν έναν σύγχρονο έλληνα- πειραιώτη δημιουργό με ανοιγμένα τα φτερά της σκέψης του ο οποίος αναμετρήθηκε με ξένα πολιτιστικά ρεύματα και καταστάσεις ζωής και εμπειριών ως άλλος Οδυσσέας, ως πολίτης του Κόσμου, ως έλληνας πρωταγωνιστής αν θέλετε και όχι έλληνας κομπάρσος της διάδοσης του ελληνικού πολιτισμού στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Εξέδωσε στα αγγλικά (αμετάφραστες στα ελληνικά ακόμη) μελέτες για τον έλληνα σκηνοθέτη Θεόδωρο Αγγελόπουλο, τον έλληνα μαρξιστή φιλόσοφο Κορνήλιο Καστοριάδη, για Ελληνοαυστραλούς δημιουργούς της ανθηρής ελληνικής παροικίας της Ωκεανίας. Συνέγραψε Προλόγους βιβλίων όπως αυτόν της αλληλογραφίας της παλαιάς φιλικής σχέσης του πεζογράφου Κώστα Ταχτσή που διατηρούσε με Αυστραλό ζωγράφο και την οικογένειά του την περίοδο που ο γνωστός πεζογράφος και μεταφραστής ζούσε ως μετανάστης και εργάζονταν στην μακρινή ήπειρο. Στην συγγραφική κληρονομιά που κληροδοτεί στα Ελληνικά Γράμματα και την Λογοτεχνική Πειραϊκή Σχολή- μέχρι σήμερα- συμπεριλαμβάνονται δύο ποιητικές του συλλογές, η παρούσα που αντιγράφω και η «Ωδή στον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα», και φυσικά οι μεταφράσεις του Βυζαντινών Χρονογράφων με εξαιρετικές εισαγωγές και σχόλια. Η δημοσίευση ακόμη, εξομολογητικών του προσωπικών κειμένων σε ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστοσελίδες όπως αυτό για τον παιδικό του φίλο Αντώνη Σταυροπιεράκο που έφυγε τόσο νωρίς αφήνοντας την τελευταία του πνοή έρημος και μόνος στον Καναδά και πολλά άλλα δημοσιεύματα που διαβάστηκαν και αξιολογήθηκαν θετικά. Ο πειραιώτης λογοτέχνης της ελληνικής διασποράς δεν είναι ένας έλληνας κοσμοπολίτης που φορά τσαρούχια και «τούρκικο φέσι» αλλά ένα οικουμενικό ελληνικό πνεύμα που ανοίγει διάλογο της ελληνικής σκέψης με τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο Βρασίδας Καραλής επίσης, ο Πειραιώτης πανεπιστημιακός, δίδαξε με ευσυνειδησία και σοβαρότητα διατηρώντας τις ελληνικές Πλατωνικές ρίζες της σκέψης του που εξακολουθεί να θητεύει, για πάνω από τριάντα χρόνια ελληνικό πολιτισμό και ελληνική γλώσσα, ελληνική συνείδηση στα Ελληνόπουλα της Αυστραλίας και σε Αυστραλούς που ενδιαφέρονταν για τα ελληνικά γράμματα, Στην εκπαιδευτική του σταδιοδρομία προσμετρούνται τα χρόνια που διδάξει σε πανεπιστήμιο της Ολλανδίας αλλά και σε σχολεία της Αττικής (Ελευσίνα) και της Σαντορίνης. Ο Βρασίδας Καραλής δίδαξε θα τολμούσαμε να γράψουμε κάπως ενθουσιαστικά στους μαθητές του το απόλυτο των πολύπλευρων γνώσεών του και διαβασμάτων του, αλλά πέστε μου αλήθεια, πια σκέψη που επεξεργάζεται τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος γύρω της, που περιηγείται με αναγνωστικό πάθος τα μηνύματα των αρχαίων κειμένων δεν είναι απόλυτη, ή έστω, δεν φτερουγίζει προς τους ορίζοντες του απολύτου καθώς εξετάζει τα διασωθέντα σπαράγματα των αρχαίων ελληνικών κειμένων. Όμως ο Καραλής είναι ένας πραγματικά γειωμένος σύγχρονος έλληνας στοχαστής, δεν συνομιλεί μόνο με τους ζωντανούς με τα γραπτά και τα άρθρα του, τα βιβλία και τα κείμενα του αλλά και με τους κεκοιμημένους συντρόφους και φίλους που έχασε.

    Η γενιά μας, Γενιά του 1980 που ανήκει και ο Βρασίδας Καραλής (γεννήθηκε στην Κρέστενα Ηλείας 25/7/1960) ζήσαμε και έζησε, μεγάλωσε σε μία δεκαετία που καλλιεργούσε τις πρώτες του συντροφικές και φιλικές σχέσεις και ελπίδες ζωής, έκανε όνειρα και είχε προσδοκίες για μία ασκίαστη ζωή, καλύτερο ελπιδοφόρο μέλλον, δικαιότερες συνθήκες διαβίωσης, πολιτικά και κοινωνικά να ζήσουμε και να αισθανθούμε περισσότερο ελεύθεροι από αυτήν των γονιών μας και των παππούδων μας που προέρχονταν από έναν πόλεμο, μία κατοχή και τις μετέπειτα εμφύλιες ιδεολογικές συρράξεις, εξορίες, φυλακίσεις, βάσανα, μετανάστευση και την σκοτεινή επταετία. Και, όταν όλα προσπαθούσαμε να τα οργανώσουμε σε μία τάξη μέσα μας και γύρω μας, να απαλλαγούμε από αυτήν την ξινίλα της συντήρησης και των απαγορεύσεων πανταχόθεν, ξαφνικά, σχεδόν από το «πουθενά» είδαμε και είδε αυτή η Γενιά τον ανθό της νιότης μας να θερίζεται αδιακρίτως, να αποδεκατίζεται από την αρρώστια της ερωτικής ομοφυλόφιλης επιθυμίας και επιλογής των ανθρώπων, την πανδημία του Aids. Δεν ήξερες μέσα σε ένα φουρτουνιασμένο πέλαγος θανάτων και θλίψης, πόνου και μελαγχολίας για ποιόν να δακρύσεις και να πονέσεις, για εσένα που ήσουν ζωντανός και υγιής ή για τους διπλανούς σου, τους φίλους σου, ανεξαρτήτου φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού άτομα που πέθαιναν μόνα και αβοήθητα στα ντιβάνια των Νοσοκομείων σε απομόνωση μακριά από τους δικούς τους. Δίχως την ανθρώπινη ζεστασιά δίπλα τους, ένα χέρι να τους κρατά την παλάμη, να τους κλείσει τα μάτια, να ανασάνει πνοή παρηγοριάς δίπλα τους. Και ο βουβός, κρυφός αυτός πόνος γίνεται ακόμη πιο ισχυρός, πιο έντονος, όταν κανείς είναι συνειδητά από επιλογή μεταφυσικά άστεγος και η ιατρική επιστήμη δεν είχε εφεύρει ακόμη τα κοκτέιλ φαρμάκων της που θα έδινε ελπίδα ζωής και παράταση στους πάσχοντες. Οι νεκροί πλήθαιναν αβάσταχτα μέσα μας και γύρω μας και εμείς ανίσχυροι, αβοήθητοι, στιγματισμένοι «χωρίς Βουλή χωρίς Θεό σαν Βασιλιάς σε αρχαίο δράμα…» που στιχούργησε ο Διονύσης Σαββόπουλος, μοναχικοί, να μην μπορούμε να συμπαρασταθούμε ούτε στους δικούς μας, τα φιλικά μας πρόσωπα αλλά και ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό, μέναμε ανυπεράσπιστοι, απαρηγόρητοι να μας φθείρει η κατακραυγή του κοινωνικού περίγυρου, εθιμικές κοινωνικές συνήθειες αιώνων. Η Μοίρα, έπαιζε μαζί μας και στην Γενιά μας ένα διπλό παιχνίδι, ένα φανερό κρυφτούλι μεταξύ Ζωής και Θανάτου και όποιος και όσο αντέξει το βάρος της απώλειας. Αυτό το παιχνίδι σκάκι του Ιππότη με τον Θάνατο που τόσο εύστοχα και παραστατικά μας έδειξε στην ταινία του «Έβδομη Σφραγίδα» ο σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Οι άτυχοι της ζωής εκείνων των χρόνων έφυγαν ανεπιστρεπτί, πολλοί καταδικασμένοι όχι μόνο από την φοβερή αρρώστια αλλά και την σπιλωτική κατακραυγή της κοινωνίας και των παραδοσιακών θεσμών της, η χαραυγή του θαύματος της ιατρικής επιστήμης θα αργούσε μερικά χρόνια ακόμα να δώσει την σωστή και ορθολογική λύση. Αρκετοί τολμηροί και παράτολμοι που βγήκαν αλώβητοι ερωτικά εκείνες τις κρίσιμες δεκαετίες του 1970 και 1980 σιώπησαν, δεν μίλησαν ποτέ τους, άλλοι εξακολούθησαν να ζουν κάπως απερίσκεπτα, άλλοι στράφηκαν σε επιλογές που δέσμευσαν το σώμα, τις «ψυχικές» τους επιθυμίες στο όνομα μιάς άνωθεν μεταφυσικής πίστης. Άλλοι απαρνήθηκαν τα πάντα βρίσκοντας καταφύγιο σε θρησκευτικές παραδόσεις της Ανατολής ή διεξόδους σε ουσίες. Ας μου επιτραπεί η άποψη, ο λογοτέχνης και στοχαστής πειραιώτης Βρασίδας Καραλής φάνηκε δυνατότερος σαν προσωπικότητα από πολλούς της Γενιάς μας και έδωσε φωνή σε αυτούς που έφυγαν νωρίς, μην προλαβαίνοντας τις ιατρικές εξελίξεις «σωτηρίας». Με τα γραπτά και τα δημοσιεύματά του, συνομίλησε με τους νεκρούς μας και τους «επανέφερε» στην ζωή. Τους θρήνησε «ανασταίνοντας» την φωνή τους μέσα στις ατομικές αφηγήσεις του, τις μικρές ιστορίες των χρόνων του που έκτοτε εξιστορούσε. «Τους νεκρούς μια λέξη αναγεννάει/ το ξόρκι που αναβιώνει τον πόνο τους/ πάνω στην στερεότητα του χρόνου.»

Η ελληνική γλώσσα τον βοήθησε να δημιουργήσει έναν λογοτεχνικό «Μύθο» όπως ξέρει εύστοχα να κάνει από την αρχαιότητα ο ελληνικός λόγος, να μας εξιστορεί τις μικρές προσωπικές των ανθρώπων ιστορίες μέσω της ποίησης. Ο Βρασίδας Καραλής με τον λόγο του δίνει φωνή σε αυτούς που έχουνε φύγει μακριά μας και δεν θα τους ξανά συναντήσουμε ποτέ-ας μην κρυβόμαστε, ο θάνατος είναι θάνατος, τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται στα μέχρι τώρα γραπτά του δεν μιλούν μέσω της δικής του φωνής όπως θα σχεδίαζε ένας επιτυχημένος μυθοπλάστης ποιητής, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν να μιλούν με την δική τους φωνή την συνέχειά της, να αναπνέουν τις ατομικές τους εμπειρίες στους δικούς τους ρυθμούς, τους έδωσε-παραχώρησε χώρο να εξακολουθούν να εκφράζουν τις δικές τους επιθυμίες, νοσταλγικές στιγμές, τις διαψεύσεις τους, την θλίψη τους για αυτό που τους στέρησε η Μοίρα πρόωρα. Την δική τους αλήθεια πραγματικότητας βίου και όχι αυτή που εμείς προβάλουμε πάνω τους εκ των υστέρων. Είναι το δικό τους μήνυμα μέσα στην δική του γραφή. Τα κείμενα του Βρασίδα Καραλή διαθέτουν διπλή μνήμη, αυτήν των δικών του κεκοιμημένων και την μνήμη ανάμνηση την δική του των δικών του περιπετειών ζωής. Οι νεκροί δεν είναι με τους νεκρούς βρίσκονται ανάμεσά μας, μετέχουν σε αυτά που μετέχουν και οι ζωντανοί μέσα στην αορατότητά τους. Ίσως ορισμένες φορές το ποιητικό του ύφος να υπερβαίνει την αναγκαία «συστολή» που απαιτεί η αφηγηματική του πρόθεση και ο τόνος της φωνής του να είναι περισσότερο αιχμηρός, ή να εξιδανικεύει η οπτική του καταστάσεις, όμως στην ουσία της ο λόγος του εκφράζει αλήθειες για τον Ελληνισμό και την ιστορική του πορεία που άλλοι αρνούνται να αγγίξουν ή να μιλήσουν για τις εθνικές μας παθογένειες. Επαναφέρει στην επικαιρότητα του παρόντος χρόνου της εποχής του όσο μπορεί όχι τόσο τα «ηδονικά μυρωδικά» που μας είπε ο Αλεξανδρινός ποιητής όσο όλα αυτά τα των λέξεων και των φράσεων της ελληνικής γλώσσας αδρανή και λησμονημένα υλικά στην διαχρονική τους αποδοχή και τα καταστεί στοιχεία της σύγχρονης μοντέρνας εκφραστικής του έλληνος λόγου των στοχασμών και αναστοχασμών του πάνω στην ζωή και την άλλη της όψη τον θάνατο. Ο Καραλής ποτέ αν δεν λαθεύω, δεν μείωσε το πραγματικό μέγεθος της ζωής και το έργο του προσώπου που αποφάσιζε να ασχοληθεί. Υπερασπίσθηκε μία «ιδεολογική» για την ακρίβεια Πλατωνική και των Νεοπλατωνικών σύγχρονη επεξεργασίας σκέψη και φιλοσοφία και κάτω από αυτήν την οπτική εξέταζε τα προβλήματα και μας εξέθετε τους προβληματισμούς του, τις θέσεις και απόψεις του.

 Ορισμένοι από τους κριτικούς των κειμένων του Βρασίδα Καραλή δημοσιοποιώντας τις θέσεις τους σε ηλεκτρονικά έντυπα, κατατάσσουν τα γραπτά του στην «κουϊρ» αποκλειστικά εκφραστική και λογοτεχνία, σαν η αξιολογότερη και αντιπροσωπευτικότερη της εποχής μας αυτής της κοινωνικής ομάδας που αναζητούσε τον «επίσημο» εκφραστή της και δικαίωση της των επιλογών της. Ας μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε, κατά την γνώμη μας, ο δημόσιος λόγος του ποιητή και συγγραφέα, στοχαστή Βρασίδα Καραλή μπορεί να εμπεριέχει την πλευρά αυτή της ερωτικής έκφρασης και του χώρου της, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν ούτε από αυτήν προέρχονται τα ριζώματά της. Οι υπαρξιακές και οντολογικές προδιαγραφές της σκέψης και των προθέσεών του είναι εντελώς άλλες, οι ποιητικές θερμές χειρονομίες των ιδεών του δεν περιορίζουν το εκκρεμές των γραπτών του σε μία πλευρά της ζωής και της κοινωνίας. Ο λόγος του έχει οικουμενικές διαστάσεις και οντολογικές προσλαμβάνουσες όπως ο διαχρονικά μέσα στην παράδοσή μας Ελληνικός λόγος γνωρίζει μέσα στον Χρόνο και την Ιστορία να καθρεπτίζει, να σημαίνει στις οικουμενικές του προβολές δηλώνοντας την παρουσία του. Ακόμα και το σπαρακτικό προσωπικό αφήγημα της ζωής του και των καταστάσεων που βίωσε, είτε σαν άτομο είτε σαν συγγραφέας κοντά και μαζί με τον σύντροφό του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ» θεωρώ ότι είναι ένα κείμενο αν όχι «ηθικής» θεώρησης ανθρώπινης συμπεριφοράς και αλληλεγγύης, τουλάχιστον είναι υπαρξιακής παιδαγωγίας ελεγεία στο πώς οφείλουμε να διαχειριζόμαστε το προσωπικό μας πένθος. Είναι ένα σύγχρονο μοιρολόι της ελληνικής γλώσσας υφαντουργημένο από επώνυμο τεχνίτη. Ο Βρασίδας Καραλής δεν παύει να μας ξαφνιάζει με τα γραπτά του, τα κάθε φορά διευρυνόμενα όρια της ελληνικής γλώσσας, την περιπέτειά της μέσα στον χρόνο, τις αλλαγές και τις «πειρατείες» της από ξένα αλλόγλωσσα πολιτισμικά πεδία. Αν θελήσουμε να έχουμε μία γενική εποπτεία της ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιεί, και την ποικιλία της θεματικής συγγραφικής του, θα εκπλησσόμασταν από τις καινούργιες ελληνικές λέξεις που «εφευρίσκει», δημιουργεί ή επαναφέρει στην σύγχρονη γλωσσική επιφάνεια από τα κιτάπια του Λεξιλογίου της Ελληνικής Αρχαιότητας επανανοηματοδοτώντας τες σε μία εμπλουτισμένη προβληματική και προοπτική. Αλλά η λεκτική και εκφραστική του φαρέτρα δεν περιορίζεται μόνο στην αρχαία γλωσσική επικράτεια περιλαμβάνει και την βυζαντινή μεταγενέστερη περίοδο και φυσικά την δημώδη παράδοση, τον πλούτο της προφορικότητας, της ντοπιολαλιάς των καθημερινών ανθρώπων. Εδώ φαίνεται ότι ο Πλάτωνας που κουφοβράζει μέσα του συμπλέει και συνδέεται άμεσα με τον σημαντικό έλληνα ποιητή και δάσκαλο της ποίησης, γλωσσοπλάστη στοχαστή Κωστή Παλαμά. Ένας ποιητής που αγαπήθηκε από μεγάλη μερίδα φίλων της ποίησης της Γενιάς μας. Και μέσα σε αυτόν τον πνευματικό λειμώνα του ποιητικού λόγου οφείλουμε να συμπεριλάβουμε τον εθνικό μας ποιητή και τα εθνικά οράματά του τον Διονύσιο Σολωμό και ασφαλώς την ασκητική προβληματική της οντολογίας περί αληθειών της ζωής του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Βρασίδας Καραλής ζήλωσε σιμά τους και επανέφερε στην επιφάνεια τα ουσιαστικότερα και βαθύτερα στοιχεία του έργου τους. Το συνειδητό πέρασμά του από τα βαδίσματα της σκέψης του Ζήσιμου Λορεντζάτου προσανατόλισε πλευρές του εαυτού του.  Βρασίδας Καραλής, ένας έλληνας της διασποράς όπως οι μεγάλοι μας ποιητές των προηγούμενων αιώνων που επεκτείνουν τα σύνορα του ελληνικού τρόπου σκέψης και αντιλήψεων πολιτισμού στις πέντε ηπείρους. Ο Βρασίδας Καραλής δεν είναι Ελλαδικός αλλά Ελληνικός, ανήκει στον Οικουμενικό Ελληνισμό που ταξιδεύει στον χρόνο διαρκώς δίχως εθνικιστική ή σοβινιστική διάθεση, συνομιλώντας υπερηφάνως και ισότιμα με τους άλλους πολιτισμούς και τα επιτεύγματά τους. Ένας σύγχρονος κοσμοπολίτης Οδυσσέας που Ιθάκη του είναι ο Κόσμος όλος. Μπορεί να μην «κατόρθωσε» να ασχοληθεί διεξοδικά και να μας δείξει την περιπέτεια της ελληνικής σκέψης όπως αυτή κατοπτρίζεται στον μεγαλύτερο και σημαντικότερο Έλληνα στοχαστή της διασποράς τον Αδαμάντιο Κοραή, καλλιέργησε όμως άγονα εδάφη, μικρονοϊκές των ελλήνων αντιλήψεις και κατέστησε το ελληνικό πνεύμα καρποφόρο και συνεχώς σε μεγάλη ανθοφορία.

        Η πρώτη του αυτή «πρώιμη» ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό και δηλωτικό τίτλο της κατοπινής πορείας του «τα σκεπτικά ποιήματα και το τελετουργικό άσμα» ανοίγει την αυλαία της με δύο σημαδιακά αποσπάσματα. Ένα Πλατωνικό και ένα με αγγλόγλωσσους στίχους από τον άγγλο ποιητή Ουϊλλιαμ Μπάτλερ Γέητς. Ο αρχαίος φιλόσοφος και πατέρας των Ιδεών και ο ποιητής του "Οράματος" φωτίζουν και την δική του λογοτεχνική ταυτότητα. Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη σελ. 9-20 που περιλαμβάνει «τα σκεπτικά ποιήματα» και σελ. 21-27 «το τελετουργικό άσμα» που έχει ως προσδιοριστικό της ποιητικής του σύλληψης μότο ένα μακροσκελές απόσπασμα από τον προφήτη Ησαϊα.

Αντιγράφουμε:

Ερωτάς, ήν δ’ εγώ, ερώτημα δεομένου

αποκρίσεως δι’ εικόνος λεγομένης.

Σύ δε γε, οίμαι, ούκ είωθας δι’ εικόνων

λέγειν.

     Πλάτων

Και

I seek an image, not a book.

    W. B. Yeats

        Α

Άκουσα άκουσα ότι ποτέ δεν θα βρισκόμουν μόνος

εκεί εκεί πέρα και πώς το σύντροφο βήμα

θ’ ανέτρεπε τις προσταγές τ’ ουρανού

 

Άκουσα άκουσα πώς οι πόθοι εξηγούνται

πώς οι σκέψεις και οι προσευχές επανορθώνουν μόνο

μα κάτι άλλο φθάνει κι αρκεί ν’ αποκαθαίρει

 

αν αλήθεια όμως αν πράγματι γινόμαστε για λίγο

εκλεγμένα σκεύη της βούλησης εκείνης

πού μόνη δωρίζει τον ρυθμό

σ’ αμαρτωλές και δόλιες προθέσεις

αν η απόσπαση γίνεται λύση

όπως οι θάμνοι που έκαιγε ο θεός

 

οι τόποι φανερώνονται με ριγμένα φτερά τότε

και με ειρήνη θανάτου που δεν αφυπνίζει ποτέ

ούτε κάποτε αποδεικνύει τις υπάρξεις

που σάρκωσαν την τάξη αυτή

στην μορφολογία των αισθημάτων τους

 

Άκουσα άκουσα πώς η γαλήνη της ύλης

μου, θα τάραζε σύνολη την γενική γαλήνη

κι άκουσα πώς απ’ ανθρώπους συντριβόμαστε

και τις θελήσεις μας όπως οι θύελλες από θεού

από κινήματα αφέλειας και χάρης

που αποδιώχνουν την συνεχή προσοχή

και πιστοποιούν την ηδονή της ευκολίας

κι ακόμα πώς οι κοντινοί μας απέρχονται

τις πικρότατες ώρες κι αλλότριοι προβαίνουν

άγνωστοι πού κρύβονται από ντροπή

όταν τους προσεγγίζαμε και φθάνουνε

θερμά σαν αποδιώχνονται

 

κι άκουσα πώς ο μυστικός σκοπός που πλάθουν

το φώς και οι φωνές μας

στην ταπεινή απόλαυση μέσα απορροφάται

κι αρχίζει το αριστούργημά του να γυμνώνει

απ’ τον δικό του εκστατισμό και την γαλήνη

 

δεν είναι ψέμα όμως

συχνά προτού οι πράξεις πυκνωθούν

κι αφού ηλεκτρισμός την σκέψη και το σώμα

συγκλονίσει, πέφτει βαρύ το χέρι που αφυπνίζει

το πνεύμα που επινοεί την πρώτη κίνηση

της ύπαρξης στην ύπαρξή μας

 

δεν είναι ψέμα πώς στο μέσα χώμα μέσα μας

αυξάνει το απότιστο φυτό της απιστίας

σ’ αλώνι όθε παρουσίες αλεξίκακες

κυριαρχούν χειρονομώντας στα χαμόφυλλα.

 

Άκουσα άκουσα και πάλλοντας με λέξεις

που πάψανε να προφητεύουν, όλος αίσθημα

αν και δεν γνώριζα τι αισθανόμουν

με συνάρπαξε η ψυχή μου

κι έδιωξα τη νωχέλεια της δυστυχίας

κι από την άλλη όψη γύρισα το νόμισμα

και στην χώρα των μεγάλων υπάρξεων πήγα

ερασιθάνατος και εθελοθάνατος

όλος θυσία και όλος θύμηση.

          Β

Όταν το γέλιο θα ‘ν’ ηχώ αχνή στον τρόμο μιάς ερήμου

κι η ομορφιά και τ’ ανέμελο θησαυρός θαμμένος

όταν ανάμεσα στα σπίτια το πέρασμα της θλίψης

θ’ αναιρεί την άδολη χαρά του ανθρώπου

μες τις ορέξεις και τις κλίσεις του

          αλλά όχι ακόμα

όταν η κάλλιστη λέξη μέσα στον γόνιμο λόγο

λόγο παραβολικό και λόγο φαντασίωσης

θ’ ανάβει την άσπρη φλόγα της εκπύρωσης

          αλλά όχι ακόμα

κι ακόμα σαν η μελέτη της αμετάκλητης απόκλισης

από την ακαριαία και όμως πλήρη θυσία της ψυχής

θα εκφέρει μεταφορικά την αγωνία του άγιου

          αλλά όχι ακόμη

όταν υποταγή κι αγάπη θα οδηγούν

από την σύγχυση των αισθημάτων βαθμιδωτά

στην σύγχυση της απάθειας και την κορφή

του πάθους

κι ακόμη πιό πέρα

           καθώς τα δώδεκα αντικλείδια

θα ξεκλειδώνουν τον αρθρωμένο σκελετό

κι ακόμη πιό πέρα

          πρίν στον διάμεσο χώρο αναχωρήσεις

αλλά όχι ακόμη

          εικόνα ανείδεη κι ανάκουστος ηχός

φώς στο σκοτάδι και σκοτάδι στο φώς

ένα τόξο τεντώνεται πίσω μου

ο Χριστός ο φονιάς ο στρατηλάτης

ταράζει τα σύμπαντα με σάλπιγγες θεοκρισίας

αγαλήνευτος πάνω στην δημιουργία

στην αλλοφροσύνη και την ευφροσύνη

όταν η θύρα τρίζει.

          Γ

Κόψε νυστέρι την καρδιά μας, ανατόμε,

το αύριο παραγνωρίζεται πρίν σαρκωθεί

με την σιγή του καντηλιού και την υπομονή.

Απ’ όλα φαίνεται αυτά να ζωντανεύει

το βέλος της πανούργας ανοχής

για πράγματα που περισσότερο τέρπουν

κι υποτάσσουν περισσότερο στον ζυγό

της αγνωσίας του χρόνου.

 

Τράβα νυστέρι στην καρδιά μας, νεκροτόμε,

έφαγε η σάρκα τα οστά κι όμως πεινάμε.

Στα κρύφια του ερημόσπιτου

ο μάντης προσκυνάει την Κόρη

το σκέπος, το κλειδί και την κορώνα μας

την παρ’ Ομήρω Ελένην καλουμένην.

Εκεί, όταν πρέπει, μα κι όταν δεν ζητείται,

γλείφεται, τρίζει, βρυχάται κι έρπει

φονική η Μελαγχολία.

          Δ

Τέτοιο είν’ το φώς των παραισθήσεων.

Παραδοχή και πέρασμα στον Άδη

που οι κάρπιμες ώρες φέρνουν ταχύτερα.

Έρχεται ο έμπορας κι απαιτεί την πλερωμή του

προτού κληθώ προτού δοθώ προτού παραλογίσω.

Τέτοια είν’ η φλόγα των διακρίσεων.

 

Άλλαξα την αλήθεια με την απόδειξη

και δόλωσα την άδολη καρδιά.

Έχασα την απόδειξη για την αλήθεια.

Κι αν πράγματι κι αν σίγουρα εικάζουμε

απ’ τον αγώνα τούτο πρόσωπα κριμένα

που τώρα φωτίζουν και επιφωτίζονται

τα σύνορα μικραίνουν, ήμουν εδώ, ήμασταν εδώ,

εικόνες άλλων αναμνηστικές, ή πέτρες τύψεων

εκείνου πού δεν έμαθε τα λάθη του.

        Πρός που θα φυγαδέψεις την ψυχή σου τώρα

        αφού οι έσχατοι απεχώρησαν και οι σκιές

        κυκλώνουν το κρανίο σου σαν βουερό μελίσσι

        πρός που θα στρέψεις τον χρωματισμό σου τώρα

        όταν τους ήλιους αποκαθήλωσαν οι φύλακες

        των οραμάτων, αν κι αναπλήρωσε

        ο κουρσάρος που απαιτεί την κατοχή σου

        προτού μέσα στο άχ! και στο ά!

        αυτούσια αναστηθεί η αφή των πνευμάτων

        πρός πού η ανάβαση της συντριβής σου

        θα τελειωθεί βήμα το βήμα εξαγγελίζοντας

        το σώμα σου μ’ έναν λαμπρό ευαγγελισμό;

           Ε

Από την πρώτη πράξη ως το έσχατο τέλος

εκπροσωπούνται οι διαβαθμίσεις

μιάς πνευματοκίνητης πορείας.

Αυτήν ορίζει το ζηνώνειο βέλος.

Φαίνεται στο κρυφό της συμφυϊας

που σπάνια υφίσταται αναλύσεις.

Το στέμμα ανιστορεί της ιστορίας.

 

Για να ‘δω όμως και να πάρω

την φώτιση στον ερχομό του πάθους

στρέφω την θέρμη μου σ’ ακινησία.

Κατανοώ τον άσπλαχνο κουρσάρο

που αθέλητα τελεί την αρμονία

μες στην μοναξιά οτυ μεγάλου βάθους.

Και το καράβι φέρεται στο φάρο.

 

Τα όνειρα γεννάν τον αρνητή μας

με το δοκίμι της αυτοθυσίας.

Να φέρω πρέπει το ποτάμι πρός τον πόντο

μ’ αγώνα μόνος το πέπλο ν’ αποσπάσω

πέπλο ασχήμιας και καταλαλιάς

πού μόνος θαρώ βρόχι δοκιμασίας.

          ΣΤ

Ανάμεσα στα πλάσματα και τον σκοπό τους

η μάνα βυζαίνει φαρμάκι το παιδί της

όταν η καμπάνα κτυπά και το θηρίο γρυλλίζει.

Σκεπτόμενοι την ισότητα των όντων

βλέπουμε στο φονιά την μεγαλοψυχία

και στον φόνο την μεγαλοφροσύνη

όταν η καμπάνα κτυπά και το θηρίο γυρίζει

όλα τα πράγματα νεουργημένα αχνίζουν

τους τέλειους χαιρετισμούς της μετουσίωσης

έρχομαι άξαφνα σημειώνω και καταμετρώ

τις θύρες και τα πρωτοτόκια για να διαλέξω

τον δρόμο που φέρνει στην απάθεια,

στην ψυχοπάθεια, την απροσδόκητη σύμμιξη

ήθους και καταδίκης όταν η καμπάνα κτυπά

είδα το πρόσωπο κι έχασα το μυστήριο

σε μεθόδους επαλήθευσης και αυταπάτης

κι είδα χωρίς όραση το φώς το ακουστικό

τα κινητά ηχούσαν κι αντιφωνούσαν τ’ ακίνητα

        πρέπει να πρέπει να άξιζε τον κόπο

        φεύγουμε δίχως λύπη με γλυκόπικρη χαρμολύπη

την απρόσμενη σύμμιξη φθοράς και αθανασίας

μέσα στα πράγματα και τον σκοπό τους

παράγονται τ’ αμφίρροπα

όταν η καμπάνα καλεί και ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται.

          Ζ

Με τύλιξε το ρόδο στους γύρους της φωτιάς του

έστεργα να καώ και προς την άνοιξη να τρέξω

φρουρές κλειδώναν και χέρια με τραβούσαν

για πού δεν ήξερα μά όχι εκεί

παρά στον εξαγνισμό και την ανταπόδοση.

 

Άνθη της φλόγας με κατάφλεξαν

για την αυτάρκεια της άκρας αρετής

ζωπύρωσε η νύχτα τις φωτιές της

το ρόδο φάνηκε κι αφέθηκε στο θάμα

μες το εγέρθητι των ταπεινών πραγμάτων.

           Η

Θέλω την γνώση και το ακαταμέτρητο

σύνολο της τετρασωμίας

μέσα στο σύμπαν το γυαλιστερό.

Ζητώ το αμάλγαμα της πεμπτουσίας

που σαν απόσπαση γεννάται

σαν σπάσιμο χρυσής ταινίας

σαν σώμα που αμφίβολα διαθλά-

ται, σφύζει, αναγεννάται και γυρίζει

στους λαβυρίνθους της Αποστροφίας.

Στην Αντιχθόνα που σκυφτός πλανιέμαι

ο Εωσφόρος την σιγή υφαίνει

κι όλα τα θάματα στην πίστη καίνε

την ομορφιά προσάναμμα με πόνο.

Εκεί που η νήψις θεομέθυστη σημαίνει

του αποσυνάγωγου τον λόγο

βλέπω το φώς που αστραπωτό γλυκαίνει

την φοβερή φιλία του Αντέρωτα.

          Θ

Μετά τον αγώνα και το μύθο του

για να συντρέξω το όνειρο με την αναδρομή

εξίσταμαι και ίσταμαι σε Θρησκεία και Τέχνη

αναγκασμένος να γράψω κεφαλαία

και σε ορισμένους τύπους της αναγωγικής.

Όμως το μήνυμα γυαλίζει αλλού

εκεί κι αρχίζει η περιπέτεια.

 

Μάθε τον τόπο και την ακαταστασία του

τον χρόνο και την χρονικότητά σου

μάθε την σιωπή

συμπάθα όσους σκέπτονται εν σιωπή

κι αυτούς που υπέφεραν για σένα

τις δοκιμασίες της προσαρμογής.

Πάνω απ’ την ορθή σειρά της λογικής

πέρα απ’ το μάγο πρόσωπο του επέκεινα

στέκω εγώ κι εσύ κι ο κόσμος

δεμένοι στην κλωστή της μιάς αγάπης.

          Ι

Δεν νιώθω το τίποτε δεν νιώθω το πάν

τα απλά αισθήματα μου αποκαλύπτουν

την αυτάρκεια της καθημερινότητας.

Αν το είπω πίστη κι αν το πω πυρά

άν πάλι πω το γεννηθήτω και το άκουσα

δεν είναι παρά εξηγήσεις κι απόδραση

στο εικονικό, δεν είναι παρά ερμηνείες

και φαντασίες ψυχολογικές.

           Έτσι μονάχος

πάλλοντας στην αλλαγή της αλχημείας μου

τραβώ στην άκρη των αρνήσεων μέλποντας

το ευέλπιδο τραγούδι του ανέλπιδου.

 

   Άς φύγει η λύπη κι άς έρθει η χαρά

   και τα θαυμάσια ξύλα άς διώξουν το σαράκι

   πού αν τέλεσε το έργο του τέλειωσε

   την ζωή του και οι νεκροί ακόμη

   άς ανακτήσουνε την γή τους εφόσον τούτο

   θυσία δεν πρέπει να λογίζεται αλλά πορεία

   πού διώχνει την λύπη και φέρνει την χαρά.

 

   Άς φύγει η απόγνωση κι άς έρθει η γνώση

   πού τα δύσκολα λαμπρύνει κι αποβλέπει

   στη δική μας ύψωση και την δική μας κρίση.

   Στα αισθητά και φανταστά μας όρια αφότου

   δεν είν’ το τέλος της ζωής που αποφεύγει

   ο δαίμονας ο φωτοδότης,

            σ’ αυτά

   άς έρθει το γέλιο άς φύγει το δάκρυ θολό

   και στην σφαίρα που το κέντρο της γκρέμισε

   άς φυτρώσουν τα πράγματα τα επονομασμένα.

--//--//--//--

     ΤΟ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ ΑΣΜΑ

ού κατοικηθήσεται Βαβυλών εις τον αιώνα χρό-

νον, ουδέ μη εισέλθωσιν εις αυτήν δια πολλών

γενεών, ουδέ μη διέλθωσιν αυτήν Άραβες, ουδέ

ποιμένες ού μη αναπαύσονται εν αυτή’ και ανα-

παύσωνται εκεί θηρία, και εμπλησθήσονται αι

οικίαι ήχου, και αναπαύσονται εκεί σειρήνες, και

δαιμόνια εκεί ορχήσονται, και ονοκένταυροι εκεί

οίκοις αυτών.

                Ησαϊας, 13, 20-22

Όταν χορός αχόρευτος εκύκλωσε την πλάση

και τον αέρα ρούφηξε η απληστία των όντων

στις τέσσερις πιαστήκαν μάσκες οι ανθρώποι

και στα πενήντα ονόματα

 

Όταν τα ίχνη του χάους στο χώμα φανήκαν

πού τους προφήτες ποτίσανε τα νερά του θανάτου

στις τέσσερις πιαστήκαν λαβές του ουρανού

και στα πενήντα ονόματα

 

Μητέρα, είπα

η κακία δίνει χαρά στα μάτια σου

κάποιος πετά και ματώνει τ’ αστέρια

κι αυτοί πού δέονται κι ονειρεύονται

κάποιον αναζητούν

Πνεύμα των εποχών, θημήσου.

         Β

Ο γιός της φτέρης κι ο γιός του ποταμού

ο γιός της ξερής φτέρης κοιμήθη

στην πύρα, την θύρα του ουρανού.

Ανάμεσα στους ήλιους κυλίστη.

Το χώμα που άγγιξε χλωρό

αυτό που δεν άγγιξε στεγνό.

Στους γαλάτινους δρόμους τα χέρια

των άστρων εντύθη και στον τρόμο της άβυσσος

τους άγνωστους νόμους.

 

Ο γιός της φτέρης κι ο γιός του ποταμού

ο γιός της ξερής φτέρης προσέφερε

το ασκί του με λάδι κι  αίμα ισόβαρο

πρόσφερε το κορμί του κόκκαλο σάρκα

στις φλέβες του παλαιού πατέρα.

Στάθηκε κάτω από τα πόδια

του δημιουργού των δρόμων.

Εκείνος είδε και πολλαπλασιάστηκε.

Έγινε πολυσώματος και παντοσώματος’

αν και ζητούσε την μονοφυϊα.

          Γ

Στάθηκε μόνος στ’ απομόναχο σύμπαν.

Είδα τους μελανούς αρχάγγελους.

Μόνος στ’ απύθμενο σύμπαν

ψυχανέμισμα τις εξόριστες αναμνήσεις.

Ζητούσα παντού τους ανέμους

στην ροή των αντιφάσεων

και στο φιλί μιάς σκιάς.

Ρωτούσα παντού την εγερτήρια ρήση.

Μητέρα, είπα

οι σκύλοι των πυλών υπάρχουν

στα μαύρα πηγάδια κλειδώσαν τα όνειρα

ουρλιάζουν οι νύχτες και φυτρώνουνε μέταλλα

πνεύμα της γης, θυμήσου

τις επιγραφές στα εξώθυρα της γνώσης

την μαγνητική επιρροή του κακού

στο νου π’ ανακάλυψε

την ευταξία των πάντων.

          Δ

Ο γιός και θεός εκρύφτη

στο σκοτάδι της μήτρας

το χρήμα του χρόνου

να δαγκώσει

η ρώμη του έρρεψε κι έπεσε

αύξησε την άσκοπη μεταμόρφωση.

Ο γιός έκαψε τον δαυλό

έφερε την πόσιμη πυρά

έφερε το χέρι

έπλασε καινούργια χέρια.

Το χώμα που άγγιξε χλωρό

το χώμα που κάρπισε ο χαμός.

 

Η θέα έκρυψε τις μάσκες

έδωσε νέο ρυθμό στα φρένα

σκέφτηκε τους εχθρούς

θυμήθηκε τους φυλακισμένους.

Όσα θυμήθηκε πλαστουργήθηκαν.

Η θεά έκαμε τους αρχάγγελους

τον αρχάγγελο- μητέρα

και τον αρχάγγελο- φυτό

τον αρχάγγελο-νεκρό

την- αποστροφή-των- αρχαγγέλων

τον αρχάγγελο- ήρωα.

Έκαμε την δράση επίδραση του μαύρου.

Και τ’ όνομα του γιού:

«Η- ημέρα- του- θανάτου-και-του- χρόνου»

Και τ’ όνομα της θεάς:

«Ο –δημιουργός-τιμωρός-του-βασιλείου».

           Ε

Οι μεγάλες σπορές κατασπάρθηκαν

σπειρί σπειρί τις πήραν θεριστάδες.

Αίμα βραχήκαν απόρρητο ταύρου

ν’ αναστηθεί το αρχαίο κουφάρι.

Οι μεγάλοι σπόροι κακοσπόριασαν

γίναν εγώ κι ο δύσβατος κόσμος

κόσμος-εγώ και κόσμος-ουροβόρος

κύκλος του ατομικού θανάτου.

   Υπάρχει μιά γραφή χωρίς μήνυμα

   και μια κατοχή χωρίς εξουσία.

          ΣΤ

Ο γιός η θεά κι εγώ

η μόνη λύση να είν’ εχθροί

στα ίδια σπάργανα να σβύνουν

στη ζάλη του θανάτου να δίνουν ζωή.

Τους νεκρούς μιά λέξη αναγεννάει

το ξόρκι που αναβιώνει τον πόνο τους

πάνω στην στερεότητα του χρόνου.

Μια καταποντισμένη οικουμένη

ανέρχεται καθημερινά.

Η θεά πλανιέται ξένη στον πλανήτη

διαβάζει στο διάβα της

την συντριβή και τους οιωνούς της.

Η μόνη λύση να γίνουν εχθροί.

 

Γεννήσαν τη γιορτή μοιράσαν τις μάσκες

φέραν τον νεκρό στην μητέρα

μηχανευτήκαν το μαχαίρι

στο στόμα της γης γυαλίζει το γέλιο του θανάτου.

Γεννήσαν την γιορτή κλείσαν τις πύλες

κάμαν τους ήλιους μάτια του ερπετού

την ουρά του κυκλώσαν στους λαιμούς των ανθρώπων.

Έκαμαν τον δημιουργό και την ωραία των αστραπών.

Τον αέρα των εποχών διαμέλισαν

τα στοιχεία δεθήκαν υψωθήκαν οι παρουσίες

των φυλών. Οι πύλες κλειστήκαν.

Οι πύλες των αναλήψεων ήταν κλειστές.

          Ζ

Το φίδι ήπιε την νύχτα κι άπλωσε τα φτερά

τ’ αστέρια αστράψαν στην κοιλιά του.

Τα σπλάχνα μου νιώσανε το τίναγμά σου, Μητέρα

πανίσχυρη βασίλισσα του σκοτεινού μου βασιλείου.

Οι δρόμοι φέρνουν στο χέρι σου.

Κλείνεις κι αρμόζεις τον τρόπο

και το βάρος της ανάβασής μου.

Ξέρω τις τέσσερις μάσκες

την μάσκα του Ταύρου αισθητού

την μάσκα του Αγγέλου εκτιμητού

την μάσκα του Λέοντα με τις μεταμορφώσεις της

την μάσκα του Κριού

και ξέρω ξένα πίσω τους.

              Τα ονόματά σου

με φέραν στην καρδιά του φεγγαριού

και κανέναν δεν βρήκα. Γέμισα μ’ αίμα

τις αποφάσεις και τις πράσινες πράξεις’

από την άγνοια στην αγνεία της αγνωσίας

έσπασα τις γραφές και δεν βρήκα το χειρόγραφο.

Έριξα πέτρα στην αρμονία κι ύγρανα με θεό

το θέαμα του επιστητού. Είδα τους μάγους

να πνίγονται. Κάτω από τις πύλες του κόσμου

κανένα δεν βρήκα και τις ηύρα ανοιχτές.

Ένα πνεύμα τίναξε το στάχυ.

Βρήκα τα πτώματα στα σπλάχνα του ύδατος

και τις ψυχές στο σώμα του νερού.

Τα χρώματα γοούσαν

χλωμός θεός περιπατεί επί πτωμάτων-

η ενότητα αποδόθηκε στο δρώμενο.

Είπα: μέσα από τις θύρες διαβαίνει άνεμος,

δαίμονας άνεμος, το νέο Φίδι.

      --//--//--

  Υιοθετώντας τον στίχο του πειραιώτη ποιητή Βρασίδα Καραλή αυτό είναι «το ευέλπιδο τραγούδι του ανέλπιδου», θα συμπληρώναμε ότι ο στοχαστικός τόνος της φωνής του ποιητή και το συγγραφικό του δημόσιο ταξίδι από το 1988 έως σήμερα, το 2026, δηλώνουν τα σπέρματα ελπίδας και τους καρπούς αναγέννησης που προτείνει η γραφή του. Πολυστρωματική η γραφή του δεν περικλείεται μέσα στα σύνορα της Ελληνικότητας που την εκφράζει ούτε της Παγκοσμιότητας υπερβαίνει τον χρόνο και αναμειγνύει αρμονικά απόκρυφα αινίγματα, αρχέγονα μυστικά, μυστικιστικές παραδόσεις και σύμβολα σε μία ποιητική τελετουργία σαν αυτή των αρχαίων αλχημιστών. Ο ποιητής ως νέος Αλχημιστής ενώνει τα πριν αιώνες λεχθέντα με το σήμερα. Ακούει σαν τον Διονύσιο Σολωμό, Βλέπει σαν τον Ιωάννη της Αποκάλυψης, Συνομιλεί με την Μακρινή Μητέρα όπως ο προφητικός Οδυσσέας Ελύτης μιλά για την αινιγματική ευταξία του κάτω με τον πάνω κόσμο. «ερασιθάνατος και εθελοθάνατος/ όλος θυσία και όλος θύμηση». Ό,τι μας λέει ο Κάρλ Γιούνγκ στο βιβλίο του «Ο Κόσμος και τα Σύμβολά του» μας το υπενθυμίζει ο ποιητής από τον Πειραιά. Ένας Κόσμος «που βρυχάται κι έρπει/ φονική η Μελαγχολία». Ο ποιητικός δρόμος του Βρασίδα Καραλή είναι μοναχικός, ίσως αμυδρά μας θυμίζει ανάλογες στιγμές της ποίησης του Γιάννη Υφαντή, αλλά μάλλον δεν βρήκε μιμητές. Γιατί, ό,τι και να μας λένε οι του Κόσμου Ποιητές, το μυστήριο του Σύμπαντος και του Κόσμου θα παραμείνει Μυστήριο ακατάληπτο από τα ανθρώπινα όντα. Πάντως το ποιητικό και των συμβόλων σύμπαν του ποιητή Βρασίδα Καραλή είναι στον πυρήνα του και στις απολήξεις του Μητριαρχικό. Και το Φίδι είναι ο αρχέγονος συμβολισμός της Γνώσης αυτής που «ως Θεοί έσεσθε», στον αιώνιο καθρέφτη της Γλώσσας και των Σιωπών της.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

6 Μαϊου 2026