ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
(1930-31/12/2013)
Στο παρόν δεύτερο σημείωμα για την
κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφράστρια Νόρα Αναγνωστάκη, μία από τις εξέχουσες
γυναικείες φυσιογνωμίες της ελληνικής δοκιμιογραφίας και κριτικής, μεταφέρω το
ποίημα που της αφιέρωσε ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και ορισμένες από τις
κριτικές που γνωρίζω- και ανέφερα στο προηγούμενο σημείωμα- που μιλούν για την
συγκεντρωτική έκδοση των «Δοκιμίων» της από τις εκδόσεις «Νεφέλη» και την
καινοτόμα συμβολή της στην ανάδειξη της πρώτης Μεταπολεμικής Ποιητικής Γενιάς,
και παράλληλα, την σημαντική προσφορά της στον Κριτικό λόγο της Ελληνικής
Λογοτεχνίας και την παρουσίαση ποιητικών εκπροσώπων της Γενιάς του 1970, Γενιά
της Αμφισβήτησης ή τρίτης μεταπολεμικής γενιάς. Πολύ ορθά οι κριτικοί των
βιβλίων της κατά την συγκεντρωτική έκδοσή τους, επεσήμαναν την μεγάλη της
πνευματική καλλιέργεια, τις ευρείες γνώσεις της όσον αφορά τα σύγχρονα-των
χρόνων της-ιδεολογικά ρεύματα της ευρωπαϊκής κριτικής διανόησης, ιδιαίτερα της
αγγλικής και γαλλικής ερμηνευτικής σχολής και προσέγγισης των λογοτεχνικών
κειμένων και την εφαρμογή τους στην κριτική-δοκιμιακή εξέταση και ερωτηματικό
προβληματισμό των κειμένων της. Μίλησαν για την όσφρηση λαγωνικού που διαθέτει.
Οφείλουμε να μην παραβλέπουμε-ιδιαίτερα στις μέρες μας- το γεγονός ότι η
κριτική και δοκιμιακή γραφή της Νόρας Αναγνωστάκη η συλλογιστική της εύρωστης
σκέψης της κυοφορήθηκε και αναπτύχθηκε σε μία δύσκολη κοινωνικά και πολιτικά
εποχή για την χώρα μας και την ελληνική κοινωνία. Αναφέρομαι στο επτάχρονο στρατιωτικό
καθεστώς και στα πολιτικά και πνευματικά «απόνερα» των δεκαετιών πριν από αυτό
του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και των διχαστικών προβολών τους τόσο μέσα στο
κοινωνικό σώμα όσο και στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς χώρους και
περιβάλλοντα. Ως βιωματικές αναμνήσεις και καρποφόρα σκηνική θεματογραφία τους
στην ποίησή τους, στα πεζά τους, στα στοχαστικά και φιλοσοφικά τους δοκίμια.
Κλειστοφοβική πνευματικά και πολλαπλά πολιτικά και ιδεολογικά τραυματισμένη η
ελληνική κοινωνία οχυρώθηκε πίσω από κάλπικους όπως αποδείχτηκε εκ των
ιστορικών υστέρων εθνικούς και θρησκευτικούς ξανά χωνεμένους μεγάλο ιδεατισμούς
και κλισέ μύθους όπως το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» και έχασε τόσο το τρένο της
ανάπτυξης όσο και της ισότιμης συμμετοχής στα ευρωπαϊκά και του δυτικού κόσμου
πνευματικά και καλλιτεχνικά δρώμενα και εξελίξεις. Η ελληνική λογοτεχνία (ποίηση,
πεζογραφία, δοκιμιακός στοχασμός) για πολλές δεκαετίες δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε
να συνομιλήσει με την ευρωπαϊκή και τον κόσμο της. Ακόμα και τα συγγενέστερα
προς αυτήν των Βαλκανικών Λαών πνευματικά και καλλιτεχνικά παράγωγα
υιοθετούνταν μάλλον από μία μερίδα της ελληνικής διανόησης, της ηττημένης και
κυνηγημένης αριστεράς ως υπερασπιστική «ασπίδα» αναφοράς στο ποιες θα ήταν οι
εξελίξεις στην Ελλάδα αν κέρδιζαν στην εμφύλια διαμάχη οι «άλλοι». Δηλαδή, οι
μη συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. Από την μία είχαμε το ακόμα και σήμερα
λογοτεχνικό και πνευματικό πρότυπο της εθνικής μας ταυτότητας, αναφοράς και
προώθησης των θρησκευτικών και εκκλησιαστικών διδαγμάτων βιωμένης ζωής
προερχόμενης από την μεσαιωνική ιστορική περίοδο των προνεωτερικών χρόνων των
ελληνικών κοινοτήτων του αγροτικού ή νησιώτικου πολιτισμού όπως αυτό
εικονογραφείται μέσα στο έργο του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και άλλων
χριστιανών συγγραφέων, και από την άλλη, την εξόριστη λογοτεχνική φωνή του
Δημήτρη Χατζή και αναγνωστικά ευρύτερα γνωστού, του ποιητή και πεζογράφου
Μενέλαου Λουντέμη ως παραδειγματικά μαθήματα πνευματικής μας αγωγής και
καλλιέργειας. Την εργαλειοποίηση από την μία μεριά του θρησκευτικού πιστεύω και
από την άλλη της πολιτικής μαρξιστικής ιδεολογίας ως κοινωνικά εθνικά μοντέλα
προτάσεων ζωής και καθοριστικά στοιχεία της ελληνικής μας αυτοσυνειδησίας και διαχείρισης
της ταυτότητάς μας, όπως καθρεφτίζεται μέσα στην ελληνική λογοτεχνία της
εποχής. Για να μείνω σε τρία χαρακτηριστικά ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας
που τα βιβλία τους διαβάστηκαν από μεγάλες ομάδες του ελληνικού πληθυσμού ακόμα
και αν δεν υπήρξαν «φανατικοί» βιβλιόφιλοι. Περίκλειστη η ελληνική κοινωνία
μέσα στην αγροτο οικονομική της ασφυξία παρά τις αστικές της χρονολογικά
νησίδες εκσυγχρονισμού της, περίκλειστη και η λογοτεχνική της παραγωγή
αντανακλά μία Ελλάδα μετέωρη μεταξύ Ανατολής και Δύσης με την αναμεταξύ τους
γέφυρα το Αρχαιοελληνικό Τουριστικό προϊόν που έλκυε τους ξένους και πωλούσε σε
φτηνή τιμή γνωριμίας τους με την σύγχρονη ανθρωπίνων διαστάσεων ελληνική
φιλοξενία και ζωή. Και μάλλον, οι εξαιρέσεις της αστικής και κοσμοπολίτικης
λογιοσύνης και δημιουργών των εκπροσώπων της Γενιάς του 1930 δεν εύρισκε
«πάντα» μεγάλο αντίκτυπο, απήχηση μάλλον, στα πολυπληθέστερα λαϊκά στρώματα των
ελλήνων και ελληνίδων αναγνωστών, αναγνωστών με την όποια παιδεία και
καλλιέργεια που επαναπαυόντουσαν σε λαϊκές φυλλάδες της ηρωικής εποχής του
1821, στα μυθιστορήματα της Ιωάννας Μπουκουβάλα Αναγνώστου και στις μεταφράσεις
ξένων εικονογραφημένων ρομάντζων των εξωπραγματικών και ιδεαλιστικών ερωτικών
ειδυλλίων που συναντάμε στα πάσης φύσεως λαϊκά περιοδικά και στις ετήσιες
συμβουλές του Καζαμία. Η ηθογράφηση της ελληνικής πραγματικότητας μέσω της
έντεχνης και μη παραδοσιακής τέχνης. Τα συγγραφικά έργα της Γενιάς του 1930
ακούγονταν «μόνο» ή κυρίως προσέχονταν όταν βραβεύονταν διεθνώς έλληνες
δημιουργοί. Κλασσική η περίπτωση του ποιητή νομπελίστα μας Γιώργου Σεφέρη,
(όταν κυκλοφόρησε τις συλλογές του η ανταπόκριση που βρήκε ήταν μηδαμινή) ή
όταν είχαμε την βράβευση και χορηγία ελληνικών έργων- μάλλον σωστότερα
συγγραφέων και καλλιτεχνών- από το αμερικάνικο ίδρυμα Φορντ, βλέπε περίπτωση
Κώστα Ταχτσή και άλλων. Ή όταν η παγκόσμια κινηματογραφική παραγωγή
ενδιαφέρονταν να γυρίσει ταινία με υπόθεση παρμένη από ελληνικά μυθιστορήματα
που θα έκανε γνωστό στο εξωτερικό τον έλληνα συγγραφέα αλλά και πάλι κυρίως την
Ελλάδα και τις φυσικές ομορφιές της ως τουριστικό προϊόν. Οι ελληνικές
συγγραφικές φωνές που ήρθαν σε επαφή από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα-και
προγενέστερα από την περίοδο του Μεσοπολέμου- με τα διάφορα ευρωπαϊκά μοντέρνα
κινήματα όπως είναι του σουρεαλισμού, του φουτουρισμού, του ντανταϊσμού κλπ.
και επεχείρησαν κατόπιν να φέρουν το ελληνικό φιλότεχνο κοινό σε επικοινωνία
μαζί τους, σε έναν ανοιχτό διάλογο (περιορίζομαι στους χώρους της λογοτεχνίας
και δεν επεκτείνομαι στις άλλες τέχνες) δεν είχαν ανταπόκριση ή τουλάχιστον δεν
έτυχαν μιάς ευρείας και ανοιχτής αποδοχής από το ελληνικό κοινό. Για μεγάλο
χρονικό διάστημα οι φωνές του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νικόλαου Κάλας, του Νίκου
Εγγονόπουλου, της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της Ελένης Βακαλό κλπ. έμειναν στο
«περιθώριο» των αναγνωστικών ενδιαφερόντων του αναγνωστικού κοινού. Εδώ
παρενθετικά να αναφέρουμε ότι η πολύτομη σύγχρονη «Ιστορία της Ελληνικής
Λογοτεχνίας» των εκδόσεων «Καστανιώτη» που έγραψε ο έγκριτος ιστορικός και
κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου και βασίζεται κυρίως αποκλειστικά στην αποδελτίωση
των λογοτεχνικών περιοδικών και εντύπων μας αποκαλύπτει όχι μόνο την πληθώρα
των δημοσιευμάτων και δημιουργών που λησμονήθηκαν στον χρόνο αλλά και την
ποιότητα και το είδος των πνευματικών πρωτογενών και δευτερογενών εργασιών που
απασχολούσαν τους Έλληνες και τις Ελληνίδες). Ξεχνάμε αλήθεια πόσες θεατρικές
επιθεωρήσεις δεν ανέβηκαν στις θεατρικές σκηνές σατιρίζοντας και κωμωδόντας
τους υπερρεαλιστές ποιητές και τα έργα τους; Μήπως και η αποδοχή της ποίησης
του όψιμου Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι μεγαλύτερη από αυτήν της πρώτης του
περιόδου; Πχ. των «Προσανατολισμών». Τα θεωρητικά του κείμενα και οι
στοχαστικές και δοκιμιακές και αισθητικές του παρατηρήσεις όπως και του Γιώργου
Σεφέρη δεν διαφέρουν αν δεν λαθεύω από τον καθ’ αυτό ποιητικό τους λόγο; Και
όμως προέρχονται από την ίδια καρποφόρα φυσική ποιητική πηγή. Στην σύνολη
ποιητική και δοκιμιακή παραγωγή του Κωστή Παλαμά δεν συναντάμε την ίδια διττή
προβληματική του; Δεν μετανάστευσαν όλοι οι έλληνες συγγραφείς στην Πόλη των
Φώτων όπως ο ποιητής και μεταφραστή Ζαν Μωρεάς κάνοντας νέα αρχή στην καλλιτεχνική
τους καριέρα. Θέλω να πω με τα παραπάνω ότι, όπως η ελληνική ποίηση και
πεζογραφία δεν κατόρθωσε όπως της αξίζει να αναμετρηθεί και να συνομιλήσει με
την ευρωπαϊκή αντίστοιχή της, και παρέμεινε σε δάνεια στοιχεία και εκλεκτικές
επιλογές τις οποίες εντοπίζουμε μέσα σε ποιητικές συλλογές και μυθιστορήματα, δέσμια
μιάς πολιτικής και θρησκευτικής αντίληψης ως πρόθεση και πρόταση ζωής, το ίδιο
συνέβει και με τον δοκιμιακό λόγο και την κριτική σκέψη. Αν δεν θεωρήσουμε ως
αντιπροσωπευτικό δείγμα νέων κριτικών φωνών τους έλληνες συγγραφείς και λογίους
που διαβάζουμε σε δύο τρία πρωτοποριακά για την εποχή τους περιοδικά όπως «Τα
Νέα Γράμματα», η «Επιθεώρηση Τέχνης» και οι «Εποχές» ο κριτικός λόγος παρέμεινε
και αυτός «εγκλωβισμένος» στις ιστορικές συνθήκες που επικρατούσαν στην πατρίδα
μας και τις πολιτικές παγκοσμίως. Ένα είδος πολιτιστικού «Ψυχρού Πολέμου» αν
στέκει ο όρος. Ο κριτικός προσανατολισμός των επιφανών κριτικών μας ήταν
δεδομένος και ιδεολογικά φορτισμένος από τις συνθήκες των καιρών τους και των
πολιτικών επακόλουθων που κυριαρχούσαν. Την ασφυξία αυτή δεν την άντεξαν πχ. ο Νικήτας
Ράντος ή ο Αλεξανδρινός Καβαφιστής ή ενδέχεται «αντικαβαφιστής» Τίμος Μαλάνος. Θετικά
παραδείγματα είναι ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νικόλαος Σπάνιας,
ο πεζογράφος Βασίλης Αλεξάκης και ο λούμπεν λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος, ο μοντέρνος
κριτικός και συγγραφέας Βρασίδας Καραλής που σταδιοδρόμησε στην μακρινή Ωκεανία,
και οι πανεπιστημιακοί λογοτέχνες που διδάσκουν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού
πχ. Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ όπως ήταν ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Μίμης Σουλιώτης, ο Κωνσταντίνος
Τρυπάνης, ο Δημήτρης Τζιόβας, η Αγαθή Γεωργιάδου και το υπόλοιπο σύγχρονο
καθηγητικό- πανεπιστημιακό ελληνικό δυναμικό που διακονούν τα ελληνικά γράμματα
στο εξωτερικό και φέρνουν σε επαφή όπως και οι μεταφραστές το πνεύμα και την
θεματολογία της ελληνικής λογοτεχνίας με την ξένη του δυτικού κόσμου, της
ευρωπαϊκής ποιητικής και πεζογραφικής παραγωγής.
Επίσης, αν ανατρέξουμε στους ελάχιστους,
μετρημένους στα δάχτυλα Ανθολογικούς τόμους Κριτικής Σκέψης που κυκλοφορούν
στην χώρα μας, θα διαπιστώσουμε την αναλογική απουσία της γυναικείας
εκπροσώπησης σε σχέση με την αντρική. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960
άρχισε αχνά να διακρίνεται η θηλυκή κριτική σκέψη η οποία πήρε τα πάνω της από
την περίοδο της δικτατορίας και άνθησε καταλαμβάνοντας μεγαλύτερους χώρους μετά
την Μεταπολίτευση. Ποιό άλλο ισχυρό παράδειγμα θηλυκής κριτικής γραφής πέρα από
την Άλκη Θρύλο (η οποία ασχολήθηκε κυρίως με την Θεατρική κριτική) έχουμε να
μνημονεύσουμε τις προ πολεμικές και τις μεταπολεμικές δεκαετίες; Δεν αναφέρω
την Ανθολόγο και πεζογράφο Αθηνά Ταρσούλη. Γιατί, δεν νομίζω να άσκησε ισχυρή
επίδραση ούτε η θεωρητική φωνή και συλλογιστική της Γαλάτειας Καζαντζάκη, ούτε
της Έλλης Αλεξίου ούτε ορισμένων άλλων γυναικείων γραφίδων, στάθηκαν κριτικοί φάροι
προς μίμηση από τις μεταγενέστερες ελληνίδες συγγραφείς. Οι περιπτώσεις των
καταγόμενων από τον Πειραιά Σοφία Αντωνιάδου και Ισιδώρα Ρόζενταλ Καμαρινέα,
ξεφεύγει από τα στενώτερα της κριτικής πλαίσια σε σχέση με τα ευρύτερα
ενδιαφέροντά τους και ενασχολήσεις τους. Οι θεωρητικές λογοτεχνικές θέσεις της Σοφίας
Αντωνιάδου αν δεν λαθεύω περιορίζεται σε δύο μακροσκελή κείμενά της στην «Νέα Εστία»
ενώ η Καμαρινέα εστιάζεται στις μεταφράσεις της και την γνωριμία ελληνικών
λογοτεχνικών έργων στο γερμανόφωνο κοινό της εποχής του μετά την εγκατάστασή της
στη Γερμανία. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για την ποιήτρια Ρίτα Μπούμη Παππά. Η
θεωρητική λογοτεχνική επίδραση του ζεύγους Παππά περιορίστηκε στο «ορθόδοξο»
αριστερό ακροατήριο. Αν δεν αστοχεύει η συλλογιστική μας, θα σημειώναμε, ότι η
εμφάνιση της κριτικού Νόρας Αναγνωστάκη είναι μία καινοτόμα και ρηξικέλευθη
αρχή στον γυναικείο κριτικό και δοκιμιακό λόγο στα λογοτεχνικά μας πράγματα.
Δίχως αυτό να ξεκαθαρίσουμε σημαίνει ότι απαξιώνονται όλες οι προγενέστερες
ελληνίδες φωνές που ασχολήθηκαν με την βιβλιοκριτική, την συγγραφή
αυτοβιογραφιών ποιητών και πεζογράφων μας, φώτισαν από ορισμένες πλευρές το
έργο λογοτεχνών μας, δίχως όμως πρόθεση να αρθρώσουν έναν θεωρητικό λόγο. Η
κριτική πρωτοπορία όπως φαίνεται αρχινά με την γραφή της Νόρας Αναγνωστάκη, όχι
η θηλυκή γραφή. Και αυτό, όχι γιατί το υποστηρίζει κάποιος αναγνώστης από τον Πειραιά
των ημερών μας, αλλά γιατί είναι σημαντικό να υπενθυμίζουμε ότι η Νόρα
Αναγνωστάκη μας έδωσε ένα οργανωμένο σύστημα κριτικής ανάλυσης ενός έργου και
μας φώτισε παράλληλα τα διάφορα μονοπάτια που μας οδηγούν σε αυτό. Συνομίλησε τόσο
με τους ποιητές όσο και με τα ποιητικά τους κείμενα και έμμεσα με τον αναγνώστη
τους. Η προβληματική της Αναγνωστάκη όπως εύστοχα στο κριτικό της σημείωμα για
το βιβλίο της «Πνευματικές ασκήσεις» μας λέει η κριτικός κυρία Ελισάβετ Κοτζιά (βλέπε «Η Καθημερινή»
25/ 2/19 90) μας έδειξε την διαδικασία της σκέψης μας στην αναγνωστική μας
επιλογή, μας είπε πώς διαβάζουμε ένα κείμενο ή ένα βιβλίο. Πώς κρίνουμε ή
εξετάζουμε ένα Κείμενο, με δυό λόγια πώς γράφουμε εμείς οι ίδιοι, και τι ίσως
επιδιώκουμε με την γραφή μας. Τι είναι αυτό που μας ωθεί στο γράψιμο; Ποιες
δυνάμεις ενεργοποιούνται μέσα μας στην επιθυμία μας να σχολιάσουμε ένα βιβλίο
ένα κείμενο που διαβάσαμε έτσι ώστε ο κριτικός σχολιασμός μας να λειτουργήσει
ως εφαλτήριο στο αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός άλλου ατόμου. Η κριτική
προβληματική της στοχεύει και στο να δώσει φωνή στο ίδιο το κείμενο, να μας
δείξει πώς λειτουργεί η ποίηση, ο πεζός λόγος, ποια η λειτουργία της γλώσσας
μέσα στο χρόνο και στην διαρκή ροή των διαφόρων λογοτεχνικών ρευμάτων, πώς
επικοινωνεί μαζί μας ένα κείμενο πέρα ακόμα και από τις όποιες προθέσεις του
συγγραφέα του. Η κριτική φωνή της Νόρας Αναγνωστάκη δεν αξιολογεί μάλλον αλλά
περισσότερο εξετάζει την διαδικασία προσεγγίσεών μας με το κείμενο από την μία
και από την άλλη τι επίδραση δέχεται το ίδιο το κείμενο έστω και ολοκληρωμένο,
τυπωμένο. Μπορεί μία συντελεσμένη γραφή να εξακολουθεί να αναπνέει και να
ζυμώνεται και μετά το πέρας της δημοσίευσής της; Και η διπλή αυτή στόχευση της
ή πολυκεντρική που έφερε εις πέρας με επιτυχία η Νόρα Αναγνωστάκη, έχει να μας
πει κάτι σήμερα; Ή μήπως περιορίζεται στο επικαιρικό πολιτικό και ιδεολογικό
συγγραφικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής της; Η απάντηση επαφίεται στον κάθε
συγγραφέα και κάθε άντρα ή γυναίκα κριτικό ξεχωριστά και στο πώς βλέπει και
διαβάζει ένα βιβλίο ή γράφει ένα κείμενο σήμερα και τι επιδιώκει με αυτήν την
δημόσια έκθεσή του. Τι ερωτήσεις θέτει και τι ερωτήματα δέχεται αντίστοιχα. Τόσο
το Κείμενο όσο και ο Δημιουργός και στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση με εμάς τους
Αναγνώστες.
Ο
ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Στη Νόρα Αναγνωστάκη
Σα γύρισε ο
καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι
μισοφαγωμένο
από τα
κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα
κεφάλι πλάι του
να καίει κι
αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το
κεφάλι
να φέγγει
καθώς το
έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να
ψιθυρίζει:
-Τα δέντρα
καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος
χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με
σπασμένο πόδι
μένει
μένει
ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1945-1971), εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1977, σ.180
--
Η
διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη
Δοκίμια, ένζυμα στις πνευματικές
ζυμώσεις της εποχής
Τη Διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη την
έχω παρακολουθήσει βήμα προς βήμα. Η συναναστροφή μου με τα κριτικά της δοκίμια
άρχισε πολλά χρόνια πριν από την άμεση συναναστροφή μου με την ίδια. Ως
συνδρομητής της Κριτικής, όπου δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά ορισμένα από τα
κείμενα του τόμου που παρουσιάζεται σήμερα, είχα την αγαθή τύχη να προσποριστώ
εγκαίρως στους καρπούς της ευαισθησίας της, του κριτικού της στοχασμού, της
εκφραστικής της χάρης. Το ίδιο έγκαιρα έτυχε να διαβάσω και τα κείμενά της που
δημοσιεύτηκαν σε άλλα έντυπα, για να απαρτίσουν εν συνεχεία τους τρείς
επιμέρους τόμους που προηγήθηκαν της συγκεντρωτικής έκδοσης την οποία έχουμε
σήμερα μπροστά μας. Μιλώ βέβαια για τις Μαγικές
Εικόνες (1973), την Κριτική της Παντομίμας (1977) και τις Πνευματικές Ασκήσεις
(1988).
Το «έτυχε», που χρησιμοποίησα λίγο πιο
πάνω, δεν είναι πολύ εύστοχο ρήμα. Η αλήθεια είναι πώς μ’ ενδιέφερε πάντα ό,τι
έγραφε η Νόρα-και, επαναλαμβάνω, πολύ πριν γνωρίσω την ίδια.
Το δίχως άλλο, η προσωπική μου διαδρομή
μέσα στα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Ενδέχεται,
εντούτοις, να θεμελιώνει το δικαίωμα που διεκδικώ να μιλώ σήμερα από δύο κάπως
διαφορετικές οπτικές γωνίες, στην προσπάθειά μου να απαντήσω σε δύο βασικά
ερωτήματα. Πρώτον:
*Ποιο ρόλο
έπαιξαν τα κριτικά της κείμενα τον καιρό της πρώτης τους δημοσίευσης, ως ένζυμα
στις πνευματικές ζυμώσεις της εποχής. Και δεύτερον:
*Πώς
διαβάζονται σήμερα, ποια είναι η σημασία και η αξία τους για τους σημερινούς
αναγνώστες- τόσο εμάς, τους παλαιούς, που βέβαια δεν είμαστε οι ίδιοι που
ήμασταν 35 ή 25 χρόνια πριν, όσο και για τους νέους, που δεν γνώρισαν τις
συνθήκες μέσα στις οποίες ποιήθηκαν τα ποιήματα και τα δοκίμια που γράφτηκαν
απ’ αφορμή τους.
Θα δοκιμάσω να δώσω κάποιες απαντήσεις:
Αξίζει να επισημανθεί, κατ’ αρχάς, ότι η
Νόρα Αναγνωστάκη αντιδρά έγκαιρα, σχεδόν ακαριαία θα έλεγα, στα ποιητικά έργα
της υπό διαμόρφωση ακόμη πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Σκιαγραφεί την ποιητική
φυσιογνωμία και τονίζει τη σημασία των ποιητών από τους σημαντικότερους της
γενιάς τους. Της Ελένης Βακαλό, του Μίλτου Σαχτούρη, του Δημήτρη Παπαδίτσα, του Κλείτου Κύρου και, αργότερα, του Τάκη Σινόπουλου. Αυτό σήμερα μας
φαίνεται αυτονόητο. Όταν η Νόρα Αναγνωστάκη γράφει και δημοσιεύει τα δοκίμιά
της για συνομηλίκους της ποιητές, το εγχείρημα δεν ήταν αυτονόητο. Απαιτούσε
διορατικότητα και τόλμη- που ο χρόνος δικαίωσε.
Πρέπει να
υπογραμμισθεί ακόμη ότι η Αναγνωστάκη δεν περιορίστηκε σε σύντομα βιβλιοκριτικά
σημειώματα, που κι αυτά φυσικά θα είχαν την αξία τους’ έγραψε δοκίμια, τα οποία
εστόχευαν σε μια σφαιρική σύλληψη της ανολοκλήρωτης ακόμη φυσιογνωμίας των
ποιητών που την απασχολούσαν, σε μια πρώιμη διάγνωση των καίριων
χαρακτηριστικών τους.
Επαναλαμβάνω ότι χρειάζεται τόλμη κάτι
τέτοιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αλλά και σήμερα ακόμη, πολλοί
κριτικοί καταπιάνονται με έργα και συγγραφείς που έχουν δοκιμαστεί από τον
χρόνο, έχουν, όπως λέμε, καθιερωθεί. Φυσικά, και αυτή η πρακτική έχει το ρίσκο
της, δεν είναι εύκολη υπόθεση η αναμέτρηση με τη μεγάλη ποιητική φυσιογνωμία- η
κριτικός μας δοκιμάστηκε και σ’ αυτόν τον τομέα με το λαμπρό δοκίμιό της για
τον Σεφέρη-αλλά εδώ απουσιάζει το στοιχείο της ευτολμίας, ή της παρατολμίας, αν
θέλετε.
Η Αναγνωστάκη, λοιπόν, κέρδισε το
στοίχημα που έβαλε με το χρόνο. Κι όχι μόνο γιατί η διαίσθηση της και η
οξυδέρκειά της την οδήγησαν σε ποιητές που αποδείχθηκαν ανθεκτικοί. Η Νόρα
Αναγνωστάκη είναι από τους εξέχοντες κριτικούς της γενιάς της και για άλλους
λόγους, βαθύτερους πιστεύω. Είναι η ίδια θρεμμένη με τις αξίες και τις αγωνίες
αυτής της γενιάς, ζυμωμένη με τη γλώσσα της, εκφραστής του δικού της πνεύματος,
κομίζει εις την τέχνη της δοκιμιογραφίας την ευαισθησία που κομίζουν εις την
τέχνην της ποιήσεως οι ποιητές που μελετά. Η προσέγγισή της, η κριτική της
ματιά είναι σύγχρονη, είναι φρέσκια, μεταπολεμική.
Σε κάποιο δοκίμιό της η Νόρα Αναγνωστάκη
μιλάει για εμπειρική μέθοδο, για όσφρηση λαγωνικού που την οδηγεί στην καρδιά
του ποιήματος, στον πυρήνα του. Φοβούμαι ότι ο αυτοχαρακτηρισμός της μεθόδους
της ως εμπειρικής ενδέχεται να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις. Η Αναγνωστάκη, στην
κριτική της προσέγγιση, δεν εφαρμόζει μια
συγκεκριμένη θεωρητική μέθοδο, αλλά είναι ενήμερη των νεότερων
θεωρητικών και κριτικών ρευμάτων, τα οποία παρακολουθεί και αφομοιώνει. Αυτό
συνάγεται από την προσεκτική μελέτη των δοκιμίων της, όπως και από τη
μεταφραστική της δραστηριότητα. Μεταφράζει-από τα τέλη της δεκαετίας του ’50
ήδη, δηλαδή πολύ νωρίς- Ρολάν Μπαρτ,
Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ, Μισέλ Μπυτόρ, Ζαν Ρουντώ κ.ά. πολύ πρίν οι συγγραφείς
αυτοί γίνουν του συρμού. Από την προσεκτική ανάγνωση των δοκιμίων της, άλλωστε,
προκύπτει η οικείωσή της με τα θεωρητικά κείμενα του Έλιοτ, του Μαλαρμέ, του Βαλερύ-για να σταθεί σε κορυφαία μόνο
ονόματα- καθώς και με το ίδιο το σώμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, κι ιδιαίτερα
της γαλλικής και της αγγλοσαξωνικής.
Είπα λίγο πριν ότι παρακολουθεί και
αφομοιώνει τα νεότερα κριτικά ρεύματα. Επιτρέψτε μου να επιμείνω στην έννοια
της αφομοίωσης. Οι νέες κριτικές και θεωρητικές τάσεις χωνεύονται μέσα της και
λειτουργούν αθόρυβα’ υποστηρίζουν διακριτικά την κριτική της ματιά, την εντελώς
προσωπική, χωρίς να επιδεικνύονται στη βιτρίνα του κειμένου ως σχήματα, με τα οποία μας ταλαιπωρεί τα
τελευταία χρόνια ένα μέρος της κριτικής δοκιμιογραφίας μας. Τίποτε δεν είναι
πια ξένο στη χυμώδη και λαγαρή έκφραση της Νόρας Αναγνωστάκη από την ξύλινη,
θεωρητικίζουσα γλώσσα, με την οποία μόλυνε την κριτική μας η νεοπλουτίστικη
επιστημονικοφάνεια και η ύποπτη σπουδαιοφάνεια όλων εκείνων που δεν διαθέτουν
όσφρηση λαγωνικού.
Μιλώντας για σχήματα και
σχηματοποιήσεις, θα ήθελα να αναφερθώ, συντόμως και παρεκβατικώς έστω, σε κάτι
πρόδηλο αλλ’ όχι κατ’ ανάγκην και αυτονόητο. Η Νόρα Αναγνωστάκη εμφανίζεται από
τις στήλες της Κριτικής, του
περιοδικού που έβγαζε ο Μανόλης
Αναγνωστάκης στη Θεσσαλονίκη από το 1959 ως το 1961. Η Κριτική, θα μπορούσαμε να πούμε πώς είναι ένα περιοδικό της
Αριστεράς- όχι επίσημο, όχι κομματικό, αιρετικό ίσως, αλλά της Αριστεράς, με
την ευρύτερη έννοια, οπωσδήποτε. Κι ωστόσο, κανένα από τα σχήματα της αριστερής
κριτικής εκείνης της εποχής δεν περιορίζει την προσωπική της θεώρηση, δεν
παγιδεύει το παντ’ ανοιχτό, πάντ’ άγρυπνο μυαλό της.
Το πάθος της για τα νεότερα ρεύματα και
η τόλμη της να καταπιάνεται με τα νωπά και ακρυστάλλωτα ακόμη ποιητικά
φαινόμενα είναι ολοφάνερα και σε κατοπινότερα γραπτά της, σε κείμενα της ωριμότητάς
της. Ο αναγνώστης της Διαδρομής της
εύκολα θα διαπιστώσει πόσο έγκαιρα αντιδρά στην ποίηση της γενιάς του ’70
αμέσως σχεδόν μετά την εμφάνισή της, και πόσο εύκολα καταθέτει αξιοσημείωτες
παρατηρήσεις για το τι προσκομίζουν στην τέχνη οι νεότατοι τότε ποιητές αυτής
της γενιάς.
Δεν προτίθεμαι να περιγράψω τον
συγκεντρωτικό τόμο των δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη και να αναφερθώ αναλυτικά
στα περιεχόμενά του. Αυτά μπορεί ο καθένας να τα δει με ένα απλό ξεφύλλισμα.
Εξάλλου, άφησα τελείως έξω από την επισκόπησή μου τα δοκίμιά της τα αφιερωμένα
σε πεζογράφους και πεζογραφήματα-όπως το πρόσφατο, εκτεταμένο, και άκρως
ενδιαφέρον μελέτημά της για την πεζογραφία του Κοσμά Πολίτη- με τα οποία θα ασχοληθεί η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, σύμφωνα με έναν προσυμφωνημένο καταμερισμό
εργασίας προς αποφυγήν αλληλοεπικαλύψεων.
Προτίμησα να σταθώ σε κάποια βασικά
χαρακτηριστικά της δοκιμιογραφίας της που αναφέρεται σε ποιητές και ποιήματα
και είναι, όπως γενικά αναγνωρίζεται, το αντικείμενο που κατά πρώτο λόγο
ερεθίζει το κριτικό της ενδιαφέρον.
Τόνισα, λοιπόν, την εγρήγορσή της
μπροστά στο καινούργιο, το πρωτοφανέρωτο, αυτό που βρίσκεται ακόμη εν τη
γενέσει του, και υπογράμμισα την ευτολμία της να καταπιάνεται με ποιητές πριν
ακόμη αυτοί καθιερωθούν. Την οξεία όσφρηση που της επιτρέπει να εντοπίζει τις
αξιόλογες φωνές και να αναδεικνύει τα ουσιαστικά στοιχεία, τα καίρια μέσα στην
ποίησή τους.
Θα προσθέσω ένα ακόμη χαρακτηριστικό της
γνώρισμα:
Την εντελώς προσωπική ματιά, τη βαθύτατη
εσωτερική προσέγγιση, την ακατάδεκτη στάση της απέναντι σε μια δήθεν
αντικειμενικότητα που συχνά υποκρύπτει ατολμία διατύπωσης προσωπικής άποψης ή
ατροφία αισθαντικής πρόσληψης. Τα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη μου δίνουν
συχνά την εντύπωση ενός intime διαλόγου, και μάλιστα διπλού:
*Διαλόγου με
τον ποιητή και το ποίημα, που είναι βέβαια φανερός, και που μας επιτρέπει να
ακούμε με ευκρίνεια τη φωνή του ποιητή ή του ποιήματος, συνάμα δε και τη δική
της φωνή, κάτι σαν αντίφωνο- με την έννοια που έχει ο όρος στην εκκλησιαστική
μουσική- ή σαν ποιητικό παραπλήρωμα.
*Κι ενός intime διαλόγου με τον αναγνώστη της, που
είναι λιγότερο φανερός, αλλά εξίσου πειστικός και υποβλητικός.
Κλείνω τον σύντομο σχολιασμό που με δύο
συντομότατες απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσα στην αρχή: Ο ρόλος των δοκιμίων
της Διαδρομής την εποχή της πρώτης
τους δημοσίευσης υπήρξε σημαντικός και καθοριστικός για τη διαμόρφωση της
στάσης μας απέναντι στους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς . Ένα μέρος
της κριτικής δοκιμιογραφίας που ακολούθησε στοιχίστηκε, ομολογημένα ή ανομολόγητα,
στους άξονες που είχε θέσει η Νόρα Αναγνωστάκη.
Τα δοκίμια που έχουμε σήμερα
συγκεντρωμένα σε ένα τόμο διαβάζονται και τώρα με εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον. Οι
ποιητές με τους οποίους συνομίλησε εξακολουθούν να μας αφορούν, να μας
γοητεύουν, να μας ενδιαφέρουν ζωηρά. Οι προσεγγίσεις της παραμένουν έγκυρες και
συναρπαστικές. Και η γλώσσα της αρυτίδωτη, στιλπνή, γοητευτική.
Τα δοκίμια της Νόρας Αναγνωστάκη δεν
είναι μόνο δοκίμια για τη λογοτεχνία’ είναι τα ίδια λογοτεχνία.
Σημείωση: Το
παραπάνω είναι Κείμενο που διαβάστηκε το βράδυ της 28ης Μαρτίου
1966, στο Σπίτι της Κύπρου, κατά την παρουσίαση του συγκεντρωτικού τόμου
Διαδρομή. Κριτικά κείμενα (1960- 1995) των εκδόσεων Νεφέλη.
Σπύρος
Τσακνιάς
Περιοδικό
Αντί τχ. 607/ 7-6-1996, σ. 60-61.
--//--
ΝΟΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
Η κριτική της υποψίας
Στη σειρά
λογοτεχνικών εκδηλώσεων του Οργανισμού Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης,
την Τρίτη 4 Νοεμβρίου, πραγματοποιήθηκε τιμητική εκδήλωση για τη Νόρα Αναγνωστάκη. Ομιλητές ήταν η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ο Νάσος Βαγενάς, η Τζένη Μαστοράκη και ο Μίμης
Σουλιώτης.
Η Φραγκίσκη
Αμπατζοπούλου, παρουσιάζοντας το έργο της Νόρας Αναγνωστάκη, υπογράμμισε
ορισμένες ιδιαιτερότητες, που το κάνουν να κατέχει μια εντελώς ξεχωριστή θέση
στα νεοελληνικά γράμματα, και ιδιαίτερα στην εξαιρετικά απαιτητική τέχνη του
κριτικού δοκιμίου.
Αντίθετα από τους άλλους κριτικούς της
γενιάς της, η Ν.Α. δεν είχε ποτέ μία μόνιμη στήλη σε εφημερίδες ή σε μακρόβια
έντυπα. Δεν άσκησε την κριτική επαγγελματικά. Αρνήθηκε να μπει στο στίβο της
αποκλειστικά αξιολογικής κριτικής, -που διαμορφώνει όχι μόνο τα γούστα αλλά και
τις συνθήκες τις αγοράς. Ο βαθύς θεωρητικός προβληματισμός της, η διερεύνηση
των σύγχρονων θεωρητικών ρευμάτων, αλλά κυρίως η ξεχωριστή συγκρότηση της
προσωπικότητάς της την οδήγησε από την αρχή σε ερωτήματα που υπερβαίνουν την
καθαρά αναλυτική κριτική-μία άλλη μορφή επαγγελματισμού, που υπηρετεί καλύτερα
τη διανοητική και πολιτισμική ασφάλεια των πανεπιστημίων. Έτσι οδηγήθηκε σε
προσωπικές λύσεις και συνέθεσε δικές της ερμηνευτικές προτάσεις. Εκείνη έδωσε
πρώτη τα κλειδιά για την ανάγνωση και την κατανόηση δύο ποιητικών γενεών, της
πρώτης μεταπολεμικής (Σαχτούρης,
Παπαδίτσας, Βακαλό) και της γενιάς του ’70, εκείνη υπέδειξε διαφορετικούς
τρόπους ανάγνωσης παλαιότερων δημιουργών, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, τέλος ανέτρεψε τις μέχρι σήμερα ερμηνείες για το
έργο του Κοσμά Πολίτη, με μια νέα
και ρηξικέλευθη ερμηνευτική προσέγγιση.
Στα κριτικά δοκίμια της Νόρας
Αναγνωστάκη κύριο γνώρισμα είναι ένας μέγιστος βαθμός ικανότητας να ακούσει, με
άλλα λόγια να σταθμίσει και να αξιοποιήσει συγκριτικά και δημιουργικά, δηλαδή
συνθετικά, όλους τους λόγους- ή τις φωνές- που περιλαμβάνει η λογοτεχνική
διαδικασία: το λόγο του έργου, το λόγο άλλων κειμένων, το λόγο του αναγνώστη,
το λόγο της εποχής. Αυτή η εγρήγορση στο άκουσμα των πολλαπλών φωνών και της
«ζώσας αλληλενέργειάς τους, όπως την ονόμασε ο Μιχαήλ Μπαχτίν, τη βοηθά να διαβάζει τα κείμενα μέσα από τα
κείμενα, και όχι σαν μετρήσιμα, πραγματοποιημένα αντικείμενα, επί τη βάσει ενός
εξωγενούς ερμηνευτικού μοντέλου. Η Νόρα Αναγνωστάκη αντιμετωπίζει τα έργα
διεισδύοντας σ’ αυτά διαλογικά, δηλαδή προσπαθώντας να δραστηριοποιήσει και να
μεγιστοποιήσει τη διακειμενική προσέγγιση.
Στη σκέψη της αναγνωρίζουμε τις αρχές
της φαινομενολογικής κριτικής, που ξεκινά από τον Χούσσερλ και φτάνει στους γάλλους υπαρξιστές, ενώ τον απόηχό της
ακούμε στους ρώσους φορμαλιστές, που εισήγαγαν την έννοια της α ν ο ι κ ε ί ω σ
η ς. Αρχές της, σύμφωνα με τον Monroe C. Beardsley, είναι ότι ένα ποίημα είναι ξεχωριστό από τις
συγκεκριμένες αναγνώσεις του, ταυτόχρονα όμως σχετίζεται και εξαρτάται από
αυτές, μολονότι καμιά τους δεν εξαντλεί τις ιδιότητές του, και ότι λογοτεχνικό
έργο είναι ένας πολυστρωματικός ή πολλαπλά διαστρωμένος σχηματισμός.
Όμως το έργο
τέχνης είναι προσδιορισμένο χρονικά. Υπάρχει συνεπώς μιά ένταση μεταξύ του
χρόνου του έργου και του χρόνου του ερμηνευτή. Ο ερμηνευτής δεσμεύεται ο ίδιος
από την εποχή του, από τις προκαταλήψεις της, από τις αισθητικές συνήθειες.
Πρέπει να είναι ταυτόχρονα ανοιχτός στο έργο, δηλαδή να έχει «καλή πίστη» , ή
αλλιώς «συμπαθητική φαντασία», που είναι η βασική προυπόθεση του κριτικού κατά
τον Τέλλο Άγρα (1) αλλά είναι και
δύσπιστος ως προς την τρέχουσα αισθητική ρουτίνα. Ένας υποψιασμένος κριτικός
δεν είναι απλώς ένας ενημερωμένος κριτικός, αλλά ένας στοχαστής, ο οποίος
δραστηριοποιεί συνεχώς έναν μηχανισμό ιδεολογικής αυτό-κριτικής. Ένα σημαντικό
δοκίμιο της Nathalie Sarraute έφερε τον τίτλο Η εποχή της υποψίας (1956). Θα μπορούσα να πω ότι στο στοχαστικό
και κριτικό έργο της Νόρας κανένας τίτλος δεν ταιριάζει καλύτερα όσο αυτός: κριτική της υποψίας.
Χάρη σ’ αυτή την κριτική της υποψίας η
Νόρα Αναγνωστάκη οδηγήθηκε, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, στη γόνιμη
αμφισβήτηση της αισθητικής του ρεαλισμού. Αυτός ο αρχικός προβληματισμός θα την
οδηγήσει στη γόνιμη ανάγνωση της ποίησης του Μίλτου Σαχτούρη, της Ελένης
Βακαλό και του Δημήτρη Παπαδίτσα.
Οι τρείς ποιητές δρουν στην απέναντι όχθη του ρεαλισμού, και από εκεί
διαμορφώνουν το προσωπικό τους «ποιητικό όραμα», τον δικό τους «κόσμο», όπως ο
Σαχτούρης. Στην προσέγγισή της η κριτικός χειρίστηκε με κριτική τόλμη και
ευφυϊα τα υλικά που ο ρομαντισμός κληροδότησε στον υπερρεαλισμό: την αντίληψη
για τη «μαγεία» και την «αλχημεία» του στίχου». Η ίδια ανήσυχη αναζήτηση θα την
κάνει να γράψει με οξυδέρκεια για το αντιμυθιστόρημα. Και μέσα από τον ίδιο
προβληματισμό θα αναγνωρίσει το έργο του Κοσμά
Πολίτη, και θα επισημάνει σ’ αυτό τις «παγίδες» της τέχνης του, δηλαδή
παγίδες του ρεαλισμού.
Στο σημαντικό της μελέτημα για τον Κοσμά
Πολίτη η Νόρα Αναγνωστάκη, μέσα από τη διαλογική προσέγγιση, καταλήγει σε πολύ
διαφορετικά από τα μέχρι τώρα συμπεράσματα για τον συγγραφέα της Eroica, και σε μιά νέα του τοποθέτηση.
Ανακαλύπτει, μέσα στα κείμενά του, ίχνη εμφανή της θεοσοφίας, συνεπώς ένα νέο
κλειδί για την ανάγνωση του έργου του: ο Κοσμάς Πολίτης, όχι «κοσμοπολίτης» της
γενιάς του ’30 αλλά ένας Πολίτης του Σύμπαντος, ακολουθεί την κεντρική
θεοσοφική αρχή της αντιπαράθεσης ανθρώπινου μικρόκοσμου και συμπαντικού
μακρόκοσμου, και για το σκοπό αυτό σκηνοθετεί στα έργα του «μαγικούς χώρους».
Χρησιμοποιεί μοντέρνες τεχνικές, αλλά σκοπός του δεν είναι η «παρωδία» του
ρεαλισμού και των τεχνασμάτων αληθοφάνειας, όπως υποστηρίζει στην ανάλυση της Eroica Peter Mackridg, και η μοντέρνα γενικευμένη
αμφισβήτηση, αλλά η συνύπαρξη δύο κωδίκων, του πραγματικού και του φανταστικού,
όπως συμβαίνει στη φανταστική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, που
αποσκοπούν να κρατούν τον αναγνώστη συνεχώς σε μια κατάσταση μετέωρη, που
εντείνει το μυστήριο, τη γοητεία, αλλά και την επώδυνη αίσθηση του
κατακερματισμένου Όλου, αυτήν ακριβώς που δημιουργεί η αντίθεση μικρόκοσμου και
μακρόκοσμου, και που προσπαθεί να θεραπεύσει η δημιουργία «μαγικών κήπων». Ο
Κοσμάς Πολίτης ανήκει κατά βάσιν στην όψιμη ρομαντική παράδοση. Η προσέγγιση
αυτή μας βοηθά να ξανασκεφτούμε και άλλα έργα ελλήνων πεζογράφων.
Καταλήγοντας, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου υπογράμμισε
ότι στη Νόρα Αναγνωστάκη, ως κριτικό, δεν χρωστάμε μόνο ότι εκείνη
πρωτοπαρουσίασε δημιουργούς όπως ο Μίλτος Σαχτούρης, αλλά και ότι εκόμισε στην
τέχνη της κριτικής τον αναστοχασμό και τη διαλογικότητα, που χρειάζονται ένα
πνεύμα γενναιόδωρο, αλλά και βαθιά αντιεξουσιαστικό.
1., Τέλλος
Άγρας, «Κριτική Παλαιά και Νέα». Κριτικά, τ. Β΄ επιμ. Κώστας Στεργιόπουλος,
Ερμής, Αθήνα 1981
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
(δοκίμια- μεταφράσεις)
Μαγικές
εικόνες, Θεσσαλονίκη 1973
Η κριτική
της παντομίμας, Αθήνα 1977
Α.Ρ.
Γκριγιέ, Το σπίτι των ραντεβού (μετάφραση), Αθήνα 1980
Πνευματικές
Ασκήσεις, Αθήνα 1988
Ουίλλιαμ
Σάρογιαν, Με λένε Αράμ (μετάφραση), Αθήνα 1989
«Κοσμάς
Πολίτης», στον τόμο Η μεταπολεμική πεζογραφία, τ. Β΄, Αθήνα 1993
Διαδρομή,
δοκίμια 1960-1995, Αθήνα 1995
Χ.Ν. περιοδικό ΑΝΤΙ τχ.
648/21-11-1997, σ.52-53.
--//--//--
Μια «Διαδρομή» 35 ετών
Η
συναγωγή κριτικών δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη, απόρροια γούστου, παιδείας,
στοχασμού
Η οξυδερκής
κριτικός καταθέτει κείμενα- σταθμούς από την πολύχρονη επαφή της με τα
λογοτεχνικά έργα και τους ανθρώπους.
Τα δοκίμια κριτικής που συγκέντρωσε στη
«Διαδρομή» της (εκδόσεις «Νεφέλη» 1995) η Νόρα Αναγνωστάκη είναι κείμενα
εμφανώς «εμπειρικά»: ακόμη κι όταν γενικεύουν τα κατά περίπτωσιν συμπεράσματα ή
και αναπτύσσουν προδήλως θεωρητικά σχήματα, συγκρατούν (πρωθύστερα, θα λέγαμε:
σαν να προκαταβάλλονται ως σημεία μιας διαδρομής που ήδη επελέγη και στο μέλλον
θα καταστεί προφανής) τον χαρακτήρα ακριβώς της στάθμευσης, της επαφής με τα
κείμενα και τους ανθρώπους’ όμως ο «εμπειρισμός» τους δεν μαρτυρεί κάποιαν
αντιθεωρητική έξαψη, απλώς θέλγει με τη σεμνότητά του. Φυσικά, η ποίηση (το
κύριο αντικείμενό τους) γράφεται κυρίως για να ξαναδιαβάζεται, ενώ η κριτική,
τουλάχιστον αυτού του είδους η κριτική,
πρωτίστως για να διαβάζεται: σ’ αυτήν τη στόχευση οφείλονται και η εγρήγορση
και η τόλμη να συναγάγεις πρόωρα συμπεράσματα προκρίνοντας τον επείγοντα
χαρακτήρα τους (την ανάγκη να συζητήσουμε επομένως) και η επιμονή να
κρίνεις-παρά τη γενική προκατάληψη ως προς αυτό το ζήτημα- προ πάντων τα κείμενα που γράφονται από
συγχρόνους και φίλους (πρότυπη, απ’ αυτήν την άποψη, παραμένει η τελική κριτική
του Άγρα για τον Καρυωτάκη). Όμως η Αναγνωστάκη επιτυγχάνει και ξαναδιαβάζονται
τα δοκίμιά της γιατί διαθέτει ύφος’ το κερδίζει αφαιρώντας, προσέχοντας,
επαναλαμβάνοντας τα ουσιώδη, επιμένοντας σαν να ξανασκέφτεται φωναχτά-
μεταγράφοντας δηλαδή σε στυλ την ίδια τη στόχευση που απειλούσε να το
ματαιώσει. Υπάρχουν λίγα κείμενα (το περί χιούμορ και σάτιρας π.χ. ή τα
«Ποιητικά ‘73» που αστοχούν: η σπουδή να υιοθετηθεί το νέο, τότε, ιδεολόγημα
«αμφισβήτησης» (από αλληλεγγύη, ας πούμε, προς το μέλλον που προεξαγγέλλεται,
κι ας είναι αλλόκοτο) αδικεί το γούστο που σ’ όλο το άλλο βιβλίο φανερώνεται
λεπτό. Όμως η αίσθηση πώς κάποιος ανέλαβε ένα πολιτικό εγχείρημα επιχειρώντας
να κρίνει εξακολουθητικά αλλά και εκτός θεσπισμένου ρόλου τη σύγχρονή του
λογοτεχνική παραγωγή δικαιώνει ακόμη και τα ολισθήματα-και επιτρέπει να συλλάβουμε
την (κάθε) «Διαδρομή» στην ουσιώδη της διάσταση: το κρίσιμο δεν είναι να
καταγραφεί η πορεία μιάς ζωής, αλλά το σχήμα μιας εμμονής’ δεν είναι να
προσκομισθούν τα τεκμήρια άσκησης μιας εξουσίας (ή να αποθεωθεί η
εργασιοθεραπεία), αλλά, καθώς τα κείμενα ξαναπαίζονται στο παιγνίδι του χρόνου
και το ένα διακυβεύει το κύρος του άλλου και το καθιστά σχετικό, καθώς κάτι
εξελίσσεται ακριβώς γιατί ελαύνεται από την ίδια πάντα εμμονή, να κερδηθεί μια
μυστηριώδης ενότητα.
Η ενότητα: απόρροια καλλιεργημένου γούστου,
παιδείας, στοχασμού- και εντέλει ενός ηθικού αιτήματος (δεν γίνεται αλλιώς) που
υπερβαίνει τον καημό να μη φεύγουν όσα λέμε σαν φύλλα στον άνεμο και επιβάλλει
σε (κάθε) διαδρομή να μην αναζητεί αλλού- στη βιογραφία, στον αναγνωρισμένο
ρόλο, στο θέμα που καπαρώθηκε- τον ειρμό της: να τον ψάχνει και τον βρίσκει (ή
να ξεγελιέται πώς τον βρίσκει, αν όλα αυτά είναι μάταια) στην συνοχή του τοπίου
που διασχίζουμε. Το ηθικό αίτημα που υποκινεί τον εν λόγω (αλλά και
οποιονδήποτε) δημόσιο έλεγχο προβάλλεται πάντοτε και στο αντικείμενό του.
Δεν θα έλεγα πώς συμβαίνει το ίδιο με τα
συμπιλήματα (συναγωγές δημοσιογραφικών κειμένων, πάνω απ’ όλα) που
υποκαθίστανται, την τελευταία εικοσαετία τουλάχιστον, στα συγγράμματα τα οποία
ως εκ του θεσμικού τους ρόλου κατ΄ εξοχήν όφειλαν οι συρραφείς- οι
πανεπιστημιακοί προ πάντων, μια και επιμένω να τους φαντάζομαι δασκάλους.
Επιστρατεύεται, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μια θεωρία του αποσπάσματος ή της
«ατμόσφαιρας διαλόγου» ή της διακίνησης ιδεών’ ανομολόγητη παραμένει εντούτοις
η εξυπακουόμενη όσμωση θεσμών και εξουσιών (ένα εξαιρετικό κρίσιμο πρόβλημα),
καθώς και η αντικατάσταση των κριτηρίων από το κύρος που οφείλεται στην άλλοθεν
κερδισμένη δημόσια αίγλη. Εδώ ξεκινά μια μακρά συζήτηση- που δεν αφορά μόνον
τον θεσμό των πανεπιστημίων, ενδεχομένως.
ΓΙΩΡΓΟΣ
ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ
Εφημερίδα Η Καθημερινή, Κυριακή
28/1/1996
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
Κυριακή 22 Μαρτίου
2026
ΥΓ. Οφείλουμε
να ομολογήσουμε ότι μας άρεσε το τηλεοπτικό σποτ της Αρχιεπισκοπής Αθηνών που
βρήκε έναν μοντέρνο τρόπο να συν- εορτάσει η Ορθόδοξη Εκκλησία την Ημέρα της Ποίησης
στο Διαδίκτυο στην πατρίδα μας. Διάφοροι άντρες και γυναίκες ηθοποιοί απήγγειλαν
ποιήματα ελλήνων ποιητών με μία ωραία σκηνοθετική έμπνευση και παρουσία. Σταθήκαμε
ιδιαίτερα στο συγκινητικό ποίημα «Ενός λεπτού σιγή» του Ντίνου Χριστιανόπουλου
το οποίο απήγγειλε ο Ολυμπιονίκης μας κύριος Ιωάννης Μελισσανίδης.
Εσείς που
βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα
χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν'
ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να
υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε
άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μια
φορά;
είπατε να
κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους
απεγνωσμένους;
ΥΓ. Το Συμβούλιο
Επικρατείας ψήφισε υπέρ του γάμου των ομοφυλοφίλων και το δικαίωμα της υιοθεσίας.
Ευχόμαστε τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια αντρών και γυναικών να μην προδώσουν τα οράματά
τους για την δημιουργία οικογένειας και την υιοθέτηση παιδιών. Και το κυριότερο,
να μην κάνουν τα ίδια λάθη που κάνουν οι ετεροφυλόφιλες οικογένειες στην
ανατροφή τους. Και να μην παρκάρουν τα νέα βλαστάρια σε επιλογές που δεν θα
επιθυμούσαν τα ίδια.