Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Νεοελληνική Δραματουργία και Θρησκεία

 

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

        Σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο η θρησκεία και τα δόγματα τα θρησκευτικά και η θρησκευτικότητα γενικώς εμφανίζονται να επιδρούν σε δραματουργίες άλλων χωρών στην Ελλάδα δεν έχουμε μιά εμμονή πάνω στο θέμα. Αν ρίξει κανείς μία ματιά στο παλιότερο θέατρό μας απουσιάζει τελείως η σχέση. Δεν γίνεται ποτέ η θρησκεία αντικείμενο της δραματουργίας ούτε προβλήματα πίστεως θεμελιώνουν έναν δραματουργικό πυρήνα πράγματα που έγιναν στις καθολικές χώρες και ιδιαιτέρως στις προτεσταντικές. Στην Ελλάδα το πρόβλημα αυτό, η θρησκευτικότητα, η πίστη ή η απιστία να γίνουν θέματα δραματουργικά και πυρήνες δραματουργικοί πού να προκαλούν τις συγκρούσεις δεν είναι πολύ συχνό πρόβλημα. Αντιθέτως είναι πολύ συχνό πρόβλημα στις καθολικές χώρες και πάρα πολύ συχνό πρόβλημα στις προτεσταντικές χώρες. Στις προτεσταντικές χώρες είναι κυρίαρχο πρόβλημα γιατί εκεί η θρησκεία είναι σχεδόν μία φιλοσοφία ζωής και άπτεται με την τρέχουσα ηθική. Δεν έχω παρά να θυμίσω τη δραματουργία του Μπέργκμαν που τα περισσότερα έργα του ουσιαστικά στηρίζονται πάνω στην έννοια της αμφιβολίας, της απιστίας, της σιωπής του Θεού. Τέτοιου είδους προβληματισμούς εμείς δεν έχουμε και θα ‘λεγα ευτυχώς, διότι ο Θεός εδώ πολύ λιγότερο από ό,τι σε άλλες περιοχές μπαίνει στο παιχνίδι της καθημερινής ζωής παρόλο ότι είμαστε κατά κανόνα ευσεβής λαός (ευσεβής, όχι με την έννοια των τακτικών εκκλησιαζόμενων ανθρώπων) αλλά ο λαός μας έχει μιάν ευσέβεια, έναν σεβασμό για τα πράγματα, υπάρχει μιά αγαπητική σχέση και για την ανθρώπινη επικοινωνία, για την κτίση, τα πράγματα του Θεού, τα κτιστά.

        Εκτός από τη Θυσία του Αβραάμ τα άλλα έργα του κρητικού θεάτρου, στην τραγωδία και πολύ περισσότερο στην κωμωδία διαπνέονται από όλο το πνεύμα της απουσίας της θρησκευτικότητας, που διαπνέεται όλος ο κόσμος της Αναγέννησης’ υπάρχει ένα γύρισμα της πλάτης στα προβλήματα αυτά σε ολόκληρη την αναγεννησιακή Ευρώπη ως αντίδραση στη μεσαιωνική εμμονή πάνω σ’ αυτά τα θέματα. Η Θυσία του Αβραάμ σήμερα πιά είναι αποδεδειγμένο ότι πρώτον, δεν είναι όπως νομίστηκε Μυστήριο και δεύτερον, σαφώς δεν έχει γίνει για να παιχτεί, παρόλο ότι πολλοί σημαντικοί Έλληνες άνθρωποι του θεάτρου το είδαν σαν θεατρικό κείμενο και μας έπεισαν ότι μπορεί να έχει μιά σκηνική αποτελεσματικότητα. Θυμίζω τις παραστάσεις του Μινωτή και την πρώτη επαγγελματική παράσταση του Πολίτη με σκηνικά του Κόντογλου. Στη Θυσία το θέμα της πίστεως τίθεται με αναγεννησιακό τρόπο, βαθιά δογματικό αλλά δραματικό θέμα. Εκεί σχεδόν η θεία επιταγή αντιμετωπίζεται ως τυραννική επέμβαση του θείου στα πράγματα. Είναι τόσο τρυφερές οι αντιδράσεις του παιδιού και της μάνας απέναντι στην αδικία, ώστε εκείνο που επικρατεί είναι η δραματική σύγκρουση-πώς θα αντιμετωπίσει η μάνα το χάσιμο του παιδιού της, πώς θα παρακαλέσει ένα παιδί τον πατέρα του να μην το σφάξει-παρά το ίδιο το θρησκευτικό ζήτημα που τίθεται, της υποταγής δηλαδή ενός ανθρώπου στη θεία εντολή. Αυτό σχεδόν παρέλκει, δηλαδή εξαφανίζεται μπροστά στο δραματικό πρόβλημα. Είναι περισσότερο πρόσχημα για να ειπωθεί η δραματικότητα της κατάστασης, το αδιέξοδο ενός πατέρα που εντέλλεται να κάνει μιά τέτοιου είδους φοβερή θυσία, παρά ο ενθουσιασμός της πίστης που μπορεί να νοιώσει κανένας για τον θρίαμβο ενός πιστού ο οποίος κατορθώνει να υποτάξει ακόμη και την πατρική στοργή στη θεία εντολή.

        Από κει και πέρα σε ολόκληρη την πορεία από την κρητική αναγέννηση σχεδόν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα δεν έχουμε σημαντική δραματουργία που να έχει σαν κεντρικό μοτίβο κάποιο θρησκευτικό πρόβλημα, την πίστη, την απιστία ή το σκάνδαλο. Τα μεγάλα έργα μας από τον Χάση μέχρι τον Βασιλικό του Μάτεσι είναι δράματα κοινωνικά. Σε όλο το Χουρμούζη, σ’ αυτόν τον μεγάλο κοινωνικό θεατρικό συγγραφέα (ο πρώτος που αναφέρεται στα ήθη και στα προβλήματα της κοινωνίας που διαμορφώνεται μετά την ίδρυση του νέου κράτους), δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα, ούτε καν με την έννοια της διαφωτιστικής αντιθρησκευτικής πολιτικής. Την εποχή εκείνη υπήρχε μιά έντονη ζύμωση στα προβλήματα τα θρησκευτικά (αυτοκέφαλο της ελλαδικής Εκκλησίας, επίθεση του καθολικισμού με τη λεοντή της Ουνίας, αναθεματισμός του Καϊρη από τον Μακρυγιάννη) όμως στα θεατρικά έργα, στον Βυζάντιο, Χουρμούζη (όλοι διαφωτισμένοι) δεν υπάρχουν θρησκευτικά ζητήματα, έως και τα πρώτα χρόνια της μεγάλης μορφολογικής και γλωσσικής επανάστασης που είναι το κωμειδύλλιο, το δραματικό ειδύλλιο και η επιθεώρηση, δηλαδή τότε που η στροφή γίνεται προς τη δημοτική γλώσσα και εγκαταλείπεται η καθαρευουσιάνικη ποιητική, η καταφυγή στους μύθους.

        Στον Ξενόπουλο δεν αντιμετωπίζεται αυτό το θέμα, που θα μπορούσε γιατί αντλούσε ανάλογα θέματα αστικής ιδεολογίας, έστω και αν δεν είχαμε στην Ελλάδα ποτέ μιά προωθημένη αστική τάξη. Ο Ίψεν έχει πολλά τέτοια προβλήματα. Ο Μπράντ είναι ιερωμένος και θέτει πρόβλημα συνειδησιακό: όταν πεθαίνει το παιδί του πρέπει να πάει να μεταλάβει κάποιον που πεθαίνει στα φιόρδ. Ξέρει όταν πάει να μεταλάβει αυτόν τον άνθρωπο, θα πεθάνει το παιδί του και τελικά πεθαίνει το παιδί του. Μέγα πρόβλημα που θεμελιώνει όλη την μετέπειτα ιψενική δραματουργία: ουσιαστικά ο άνθρωπος πρέπει να είναι ο εαυτός του, να κατακτήσει τον ίδιο του τον εαυτό όχι με την έννοια της αυτογνωσίας της σωκρατικής, αλλά ως αυτοκατόρθωμα αυτό που θα θεμελιώσει αργότερα ο Κίργκερκαρντ στον σύγχρονο θρησκευτικό υπαρξισμό.

        Τα μεγάλα προβλήματα της θρησκείας τίθενται ουσιαστικά από τους ποιητές μας, τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη. Αφήνω τελείως τον Παπαφλέσσα του Μελά. Ο Παπαφλέσσας είναι ένας άνθρωπος που δεν είναι παπάς, κι αυτό αντιμετωπίζει ο Μελάς: είναι ένας γυναικάς, ένας επαναστάτης’ το ιδιότυπο του πράγματος δραματουργικά είναι ότι είναι και ρασοφόρος. Το πρόβλημά του ωστόσο δεν είναι θρησκευτικό: δεν έχει κάποιο δίλημμα ή αδιέξοδο πίστεως. Το μόνο που ο Μελάς αντιμετώπισε κοινωνικά αλλά έχει ενδιαφέρον είναι ο Ιούδας, όπου αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της αιτίας της προδοσίας’ ο Ιούδας εμφανίζεται ως κοινωνικός επαναστάτης, ο οποίος δεν αποδέχεται την υποταγή που φαίνεται στα μάτια του να εκπροσωπεί ο Ιησούς, ότι δηλαδή είχε υποσχεθεί μιά εξέγερση, και την οποία από ανοησία, από παρεξήγηση ή από δική του ιδεοληψία θεωρούσε ότι έπρεπε να είναι μιά επανάσταση πολιτική, μιά επανάσταση δομική της κοινωνίας και όχι μιά επανάσταση θρησκευτική, μιά ανάσταση ψυχών, αυτό που επεδίωξε τελικά ο Χριστός. Ο Ιούδας είχε κοινωνικούς προβληματισμούς, ήταν παιδί του εξεγερμένου αιώνα, γι’ αυτό πρόδωσε τον Χριστό, όταν είδε να καταρρέουν τα δικά του οράματα που είχε στηρίξει πολλές ελπίδες. Αν και δεν έχουμε ζητήματα δογματικά που λύνονται, ωστόσο μας αφορά το έργο ως προς το θέμα αφού είναι αντλημένο από τη θρησκεία.

        Τα θεολογικά προβλήματα τα θέτουν ο Σικελιανός κι ο Καζαντζάκης. Ο πολύ παρεξηγημένος Καζαντζάκης θεολογούσε εμμόνως, όπως και όλοι οι αμφιβάλλοντες. Οι άνθρωποι που αμφιβάλλουν διυλίζουν τον κώνωπα. Κάποτε βρέθηκα με έναν άθεο φίλο στο Άγιον Όρος και εκείνος για να προβοκάρει, να ερεθίσει έναν ασκητή του είπε: «Εγώ, δέσποτα, δεν πιστεύω, είμαι άθεος». Ο γέροντας απάντησε: «Κοντά είμαστε». Ο Καζαντζάκης θεολογούσε. Το πρόβλημά του ήταν πάντοτε θεολογικό, δηλαδή οντολογικό: αν απαντάει ή δεν απαντάει στα ερωτήματά μας ο Θεός, αν πορευόμαστε ή δεν πορευόμαστε με τον Θεό, ανεξάρτητα αν ο ήρωάς του ήταν ο Χριστός, ο Βούδας, ο Καποδίστριας ή ο Χριστόφορος Κολόμβος. Είχε κάτι πολύ βαθιά θεολογικό κι ασκητικό. Εξάλλου είναι ο συγγραφέας μιάς Ασκητικής- δεν έχει σημασία αν η Ασκητική του είναι μη χριστιανική όταν δογματίζει εκεί ότι «καθήκον του ανθρώπου είναι να φωνάζει στην έρημο». Αυτό έχει έναν ηρωισμό. Μπορεί να έχει νιτσεϊκές ρίζες αλλά ποιός είπε ότι ο Νίτσε ήταν λιγότερο από τους άλλους θεολογίζων; Φυσικά δεν μιλάμε μόνο για μιά δραματουργία που πρέπει να καταφάσκει αλλά και για μιά δραματουργία που μπορεί να μάχεται τη θρησκεία, όπως ο Δον Ζουάν του Μολιέρου, ο οποίος πολεμά την θρησκεία και πληρώνει για τη βλασφημία του.

        Εκείνος που έθεσε καθέτως το πρόβλημα είναι ο Σικελιανός, ο οποίος πίστευε, δεν ήταν αμφιβάλλων, όπως ο Καζαντζάκης. Στο Χριστό στη Ρώμη ξεκινά από τις Πράξεις των Αποστόλων, που αναφέρονται στον προσηλυτισμό των Ελλήνων, πρόβλημα που απασχολούσε κυρίως τον Σικελιανό, ο οποίος προσπαθούσε να συνυπάρξουν μέσα στην ποίησή του ο Διόνυσος με το Χριστό χωρίς να νοιώθει ότι βλασφημεί, γιατί δεν έβλεπε τον Διόνυσο σαν ένα ειδωλολατρικό κατάλοιπο που περνάει στη ζωή μας, αλλά ως θρησκευτικότητα ως μανική σχέση με το θείο, κι έτσι ακριβώς μπορούσε να συνδυάσει αυτά τα δύο, χωρίς να νοιώθει ότι κάνει αλληλοπεριχωρήσεις της μιάς θρησκείας μέσα στην άλλη, ότι θέλει δηλαδή να ειδωλολατρίσει τον χριστιανισμό ή να εκχριστιανίσει τα είδωλα. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Ο Σικελιανός δεν έκανε συμπιλήματα αλλά προσπάθησε να κάνει μιά υπέρβαση: να δεί τις δύο αυτές θρησκευτικότητες κάτω από ένα κοινό πρίσμα ως υπόβαθρο της ευσέβειας αυτού του τόπου, αυτού του λαού’ το έβλεπε σαν εκφράσεις του έλληνα ανθρώπου. Δεν έβλεπε τον Χριστό με την θεολογική του καταγωγή από τον εβραϊκό κόσμο αλλά ως πρόσληψη του ελληνισμού: πώς τον δέχτηκε και πώς τον διαμόρφωσε το ελληνικό πνεύμα. Από την άλλη πλευρά, στη διονυσιακή λατρεία αναγνώριζε μιά κατάφαση στη ζωή. Έτσι προσπάθησε να συνδυάσει αυτά τα δύο. Μ’ αυτό τον τρόπο έβλεπε στο Χριστό στη Ρώμη την προέλευση των Ελλήνων στον χριστιανισμό ξεκινώντας πιθανώς από τις Πράξεις των Αποστόλων, όπου περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο προσελήφθη το κήρυγμα του Παύλου στον Άρειο Πάγο. Όταν ήρθε ο Παύλος στην Αθήνα, μίλησε, αφού πρώτα είχε αναφερθεί στον άγνωστο Θεό, δηλαδή αφού είχε διαπιστώσει τα αδιέξοδα των Ελλήνων: είχαν δοκιμάσει όλους τους θεούς και ειρωνικώ τω τρόπω καθαρά σωκρατικώ βρήκαν καταφύγιο στον άγνωστο Θεό σαν μιά έσχατη ελπίδα αφού κανείς δεν τους ικανοποιούσε από τους άλλους υπάρχοντες σε μία κατ’ είδωλο Αθήνα με βωμούς του Άμμωνος, του Οσίριδος. Στο βράχο ανέβηκαν όλες οι Σχολές: στωικοί, ηδονιστές κ.λπ. Όταν τους είπε σας φέρνω νέο Θεό και όταν τον ρώτησαν τί πρεσβεύει, εκείνος απάντησε: τί σημασία έχει τί πρεσβεύει’ είναι ένας Θεός που πέθανε και αναστήθηκε. Οι μισοί έφυγαν γελώντας ειρωνικά’ άλλοι όμως έμειναν και ρωτούσαν εμμόνως. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Οι Έλληνες τον δέχτηκαν γιατί είχαν φθάσει σε αδιέξοδα, είχαν φτάσει στο τέλος της λογικής’ μόνο εκείνοι μπορούσαν να καταλάβουν ότι μόνο πλέον αυτό το παράλογο (όπως το διατύπωσε ο Τερτυλλιανός «πιστεύω γιατί είναι παράλογο») δεν πήγαινε παραπέρα’ είχαν σκαλώσει στο σκάνδαλο του θανάτου, που διατυπώνεται έξοχα στο πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης. Ο Παύλος τους είπε εγώ σας φέρνω αυτόν που πάτησε τον θάνατο θανάτω, και τους έδωσε διέξοδο. Αυτά απασχολούσαν πάρα πολύ τον Σικελιανό. Τον απασχολεί κυρίως το πρόβλημα της Αναστάσεως.

        Το έργο του Σικελιανού Χριστός Λυόμενος ή Ο θάνατος του Διγενή βασίζεται σε μιά μελέτη του Ανρί Γκρεγκουάρ επάνω στην αίρεση των Παυλικιανών, οι οποίοι απέρριπταν τον εσταυρωμένο Ιησού και ανύψωναν ως σύμβολο τον αναστάντα. Ο Σικελιανός παίρνει το κείμενο αυτό και γράφει το 1945 ένα έργο θεμελιώδες, όχι μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό, γραμμένο την εποχή που βγαίνουμε από την κατοχή κι ελπίζουμε σε έναν καινούργιο κόσμο. Η θρησκεία των Παυλικιανών είχε προσληφθεί από τους Ακρίτες. Από αυτήν την άποψη οι Ακρίτες ήταν αιρετικοί. Τους τοποθετεί να ζουν στα άκρα κατά φύσιν:  ζούν μέσα στη φύση, λατρεύουν τη φύση και τελετουργούν εν υπαίθριω. Έχουν υψώσει τον αναστάντα Χριστό ως σύμβολο’ δεν δέχονται τον Εσταυρωμένο γιατί τον θεωρούν σύμβολο υποταγής, σύμβολο πένθους, δηλαδή δουλειά της ψυχής. Αυτή είναι η θέση της. Έρχεται ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Μακεδών να τους επιβάλλει την Ορθοδοξία και τον υποδέχονταν με τα ήθη τους: του παραθέτουν τραπέζι, κάνουν ένα γλέντι στο ύπαιθρο κι ακολουθεί κοινή λειτουργία των πρωτευουσιάνων και των αιρετικών. Ο πατριάρχης Πολύευκτος καλεί την ώρα της κοινωνίας έναν-έναν τους πιστούς, μεταλαμβάνει ο αυτοκράτορας και όταν έρχεται η σειρά του Διγενή του αρπάζει το δισκοπότηρο και το πίνει όλο. Γίνεται σκάνδαλο και τον σκοτώνουν πισώπλατα. Το έργο είναι η πιο πετυχημένη μεταφορά της φόρμας της αρχαίας τραγωδίας στην σύγχρονη οπτική, με έξι χορικά, αγγελική ρήση, με κομμούς, όπως ο θρήνος των γυναικών για τον πεθαμένο Διγενή. Έχω την εντύπωση ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό έργο και κρίμα που δεν παίζεται συχνότερα, αφού έχει παιχτεί μόνο δύο φορές. Είναι ίσως το θεολογικότερο έργο της νεοελληνικής δραματουργίας γιατί είναι ταυτόχρονα πολύ καλό θέατρο γιατί δεν θέτει μόνο προβλήματα αν και μπορεί κάποιος να έχει αντιρρήσεις δογματικές.

        Είναι έλλειψη παράδοσης ή είδος σεβασμού των δραματουργών μας να μην ανεβάζουν στη σκηνή ιερωμένους; Ίσως επειδή η δική μας θρησκεία είναι λαϊκή, οι ιερείς μας δεν είναι λόγιοι, όπως είναι στον καθολικισμό και ιδιαιτέρως στον προτεσταντισμό’ δεν είναι ο πυρήνας μιάς κοινωνικής τάξης, ο οποίος εκφράζει τα ήθη. Ο παπάς-ζευγάς της Ελλάδος δεν είναι πρόσωπο της κουλτούρας, είναι πρόσωπο της κοινότητας, είναι άλλο πράγμα. Κατά καιρούς μονάχα σε κάποια από τα λαϊκά θεάματα, σε έργα ή διασκευές όπως ο Χριστός ξανασταυρώνεται υπήρχαν παπάδες γιατί ήταν κεντρικό θέμα: ο παπάς ο καλός και ο κακός, που αντιπροσωπεύουν τις δύο δυνάμεις, την προοδευτική και την επαναστατημένη εκκλησία. Αλλιώς δεν υπάρχουν ιερωμένοι στη σκηνή.

        Οι νεότεροι συγγραφείς μας απ’ τον Καμπανέλλη κι εδώ δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Ίσως επειδή το έργο τους είναι κοινωνικό’ προσπαθούν να κάνουν ανατομία των κοινωνικών μας προβλημάτων περισσότερο, των αδιεξόδων της κοινωνίας μας, της μιζέριας της κοινωνικής’ μιάς κοινωνίας ανολοκλήρωτης χωρίς θεσμούς ή με θεσμούς που συνεχώς καταπατώνται και φυσικό είναι να έχουν στραμμένη προς τα εκεί την προσοχή τους. Ο μόνος από τους νέους συγγραφείς μας που έχει ένα θρησκευτικό ζητούμενο και πολλές φορές ένα θρησκευτικό τόνο, ιδιαίτερα στα νεότερα έργα του, είναι ο Βασίλης Ζιώγας. Είναι επηρεασμένος λίγο από την Ορθοδοξία και περισσότερο από μία ανατολική θρησκευτικότητα, δεν θα έλεγα τον Βουδισμό ή τον Ινδουισμό αλλά μιά θρησκευτικότητα πάντως μεταφυσική. Στο έργο του Φιλοκτήτης, που παίρνει το θέμα από τον αρχαίο μύθο, συνδυάζει τις δύο παραδόσεις μ’ έναν τρόπο σχεδόν ιδιοφυή: τα γεγονότα του μύθου- ο Φιλοκτήτης ο γνωστός μονήρης ήρωας, ο αποδιωγμένος στη Λήμνο, όπου πάει ο Οδυσσέας να του πάρει τα όπλα-γίνονται στο επίπεδο της πραγματικότητας και της ιστορίας, εδώ μπροστά μας ως μιά ρεαλιστική σύγκρουση διαφόρων ιδεολογιών και σκοπιμοτήτων ενώ ο χορός της τραγωδίας αποτελείται από ασκητές στυλίτες. Βρίσκονται στους στύλους τους και βλέπουν τους ανθρώπους κάτω από την προοπτική της αιωνιότητας. Βλέπουν την ιστορία περίπου ως στιγμιαία, μπροστά από τη διάσταση του αιωνίου και του  άναρχου’ βλέποντας μέσα από τη δική τους διάσταση του ανοικτού ουρανού βλέπουν τον κλειστό ουρανό της γης και μυκτηρίζουν προσπαθώντας να συλλάβουν τί είναι αυτή η ανοησία που λέγεται ανθρώπινη ιστορία και πολιτική όταν υπάρχει η διάσταση του θείου. Χωρίς να υπάρχει τίποτα το ορθόδοξο, είναι ένα έργο θρησκευτικής εμπνεύσεως πολύ ενδιαφέρον.

        Ένα άλλο έργο επίσης σημαντικό που έχει μιά τέτοια διάσταση είναι το τελευταίο έργο του Άγγελου Τερζάκη ο Πρόγονος ή Προγονός (τον τίτλο τον δίνει πάντα με κεφαλαία και μπορεί να τονιστεί και με τις δύο τονικές διαφορές). Είναι ένα κατεξοχήν θεολογικό έργο το οποίο ως δραματική δομή θυμίζει τον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόργκμαν του Ίψεν. Για όσους όμως ξέρουν τον Τερζάκη με τις μεγάλες υπαρξιακές αμφιβολίες κι αναζητήσεις, ο Πρόγονος είναι ο Θεός. Ουσιαστικά είναι μία αλληγορία. Ο Τερζάκης προσπαθεί να δει το σημερινό αδιέξοδο του ανθρώπου κάτω από την προοπτική μιάς τυραννικής παρουσίας που κάνει τους ανθρώπους ενόχους- το αιώνιο πρόβλημα του Τερζάκη- κι απολογούμενος απέναντι στη συνείδησή τους και στην ιστορία. Στις βυζαντινές του τραγωδίες αγγίζει θρησκευτικά θέματα, στον Σταυρό και το σπαθί, στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ και στη Θεοφανώ, αλλά το πρόβλημά τους δεν είναι θεολογικό. Άντλησε από το Βυζάντιο κατ’ αναλογία με τον Σαίξπηρ’ όπως εκείνος άντλησε από τον αγγλικό Μεσαίωνα έτσι κι αυτός άντλεί από τον βυζαντινό Μεσαίωνα για να θίξει σύγχρονα θέματα: εξουσίας, υπαρξιακής ενοχής, ερωτικής επικοινωνίας και προβλήματα ενοχής φόνου (ο φόνος ως υπαρξιακό γεγονός, ως αμάρτημα, παράβασης βασικού κανόνα της φύσης). Αυτά τα αντιμετωπίζει ο Τερζάκης όχι με θρησκευτική πάντα οπτική ή με δογματική οπτική. Οι ήρωές του ζούν στο Μεσαίωνα. Στη Θεοφανώ ο Τσιμισκής μετά τη σφαγή ουσιαστικά μετανιώνει, πέφτει στα γόνατα, προσκυνάει το θείο, αλλά αυτό δεν αρκεί για να ονομάσω το έργο θρησκευτικής έμπνευσης ή με θρησκευτικές ρίζες. Απλούστατα, ο Τερζάκης λαμβάνει υπόψη του και τη θρησκευτικότητα των ηρώων του, δηλαδή μιά διάσταση μεταφυσική που έχουν οι άνθρωποι, μιά διάσταση ανοιχτή για τα πράγματα.

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, σελ. 163-174

από το βιβλίο «ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» σε επιμέλεια Ιωσήφ Βιβιλάκης. Εξώφυλλο Κώστας Χουχουλής. Συντονιστής της σειράς «ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ- 34» Μάριος Μπέγζος. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σελ. 178, τιμή 14 ευρώ.

«Είπεν άφρων εν καρδία αυτού ουκ έστι Θεός» Ψαλμός 14ος.

   Μεγάλη Τρίτη σήμερα, και ο ραδιοφωνικός σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος από τις 7 το πρωί δημιουργεί την κατανυκτική ατμόσφαιρα με τις βυζαντινές υμνολογίες και ψαλμωδίες που αναμεταδίδει από την Μονή Πετράκη.

«Τον Νυμφώνα σου βλέπω….» ψάλλει η Ειρήνη Παπά

     Συνεχίζουμε την ανάγνωση κειμένων και την ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα παλαιότερων δημοσιευμάτων που θεωρούμε ότι ταιριάζουν με το θρησκευτικό κλίμα των ημερών που διανύουμε. Σήμερα, αναρτούμε ένα συνοπτικό αλλά κατατοπιστικό ανάγνωσμα για την σχέση της Νεοελληνικής Δραματουργίας με την Θρησκεία αρχομένης από το Κρητικό Θέατρο και αγγίζει χαρακτηριστικά κράσπεδα της δραματουργίας των ημερών μας. Το κείμενο προσέγγισης υπογράφει ο γνωστός κλασικός φιλόλογος και θεατρολόγος, μεταφραστής και στιχουργός Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ένας καλλιεργημένος καθηγητής και συγγραφέας που για πάνω από μισό αιώνα μας δίδαξε με τα δημοσιεύματά του στα διάφορα έντυπα, τις εφημερίδες και τα βιβλία που εξέδωσε μετά την μεταπολίτευση, να παρακολουθούμε καλό ελληνικό σύγχρονο και ξένο θέατρο. Ο έμπειρος και κατηρτισμένος θεατρικός κριτικός που «έπαιζε» στα δάκτυλα την αρχαία τραγωδία και κωμωδία, την μαγεία της Θεατρικής Τέχνης του σύγχρονου και παλαιότερου ρεπερτορίου, ο ηθοποιός μαθητής του «Πειραϊκού Θεάτρου» του πειραιώτη σκηνοθέτη δασκάλου Δημήτρη Ροντήρη, μας μύησε στα μυστικά της σκηνής και των παρασκηνίων, μας μίλησε για τις μοντέρνες ερμηνείες αντρών και γυναικών ηθοποιών. Επεσήμανε καθοδηγώντας μας τους πρωταγωνιστικούς και δευτερεύοντες ρόλους μιάς παράστασης, είτε αυτή προέρχονταν από την Εθνική Σκηνή είτε από περιφερειακό θίασο. Φώτισε τους τρόπους και τις μεθόδους ανεβάσματος μιάς σκηνικής παρουσίας, των μετεχόντων συντελεστών ενός θιάσου που παρουσίαζε την δουλειά του στα Αθηναϊκά θέατρα ή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Καυτηρίασε αρνητικά νοοτροπίες και των καλλιτεχνών τουπέ ή επαίνεσε την σκηνοθετική οπτική ενός μοντέρνου νέου σκηνοθέτη. Με τις κριτικές του ανέδειξε τα σημεία εκείνα στα οποία συγκλείνουν ή αποκλίνουν οι νέες θεατρικές παραγωγές από τις προγενέστερές τους, που καινοτομούν οι νέες θεατρικές προτάσεις ή ακολουθούν την ίδια πεπατημένη των προηγούμενων εργατών της θεατρικής μαγείας. Στις δημόσιες θεατρικές του κρίσεις ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αρκετές φορές τις συμπλήρωνε κάνοντας αναδρομή σε προηγούμενα συγγραφικά έργα ενός θεατρικού δημιουργού, στην εξέλιξή του, στο θεατρικό του στυλ και ατομικό του ύφος. Δεν παρουσίαζε μόνο τις νέες παραστάσεις που ανέβαιναν αλλά αναφέρονταν και στην ίδια την θεατρική γραφή-το κείμενο, μας προσκαλούσε να γευτούμε την ποιότητα του λόγου και τις αρετές ενός θεατρικού έργου ως ανάγνωσμα πριν παρασταθεί πάνω στην σκηνή. Οι θεατρικές του κριτικές αποτελούσαν την εγκυρότερη πηγή επιβεβαίωσης μιάς παράστασης που ανέβαινε στις θεατρικές σκηνές, στους υπαίθριους χώρους. Κατείχε όσο λίγοι από τα μέσα-σαν παλαιός ηθοποιός- την ερμηνευτική δεξιοτεχνία και αξία ενός ηθοποιού, το έμφυτο ταλέντο του. Διέβλεπε τους ερασιτεχνισμούς του ή την ωριμότητά του, την ευσυνειδησία του, τις τεχνικές προσέγγισής του στον ρόλο που επέλεξε να ερμηνεύσει. Ήταν αυστηρώς αν διαισθάνονταν ότι ο ηθοποιός δεν ποιεί ήθος, αν θα σταδιοδρομήσει επαγγελματικά αισίως, αν διακονεί το θεατρικό σανίδι μην έχοντας τα εφόδια και απλά παίζει με τους ρόλους και εμάς το κοινό. Γερή γραφίδα, μεστή νοημάτων, πλούσια γραφή, ώριμη και πολυδιάστατη θεατρικά η κριτική σκέψη του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ανήκε στην κατηγορία των θεατράνθρωπων της παλαιάς θεατρικής «στόφας» από όπου προέρχονται οι φωνές ενός Φώτου Πολίτη, ενός Στάθη Δρομάζου, ενός Τάσου Λιγνάδη… και συγχρόνων καθηγητών πανεπιστημιακών σχολών της Θεατρολογίας μας που διακονούν συστηματικά ή περιστασιακά την θεατρική κριτική. Η Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου έχει να επιδείξει σπουδαία ονόματα αντρών και γυναικών μέχρι τις μέρες μας τα οποία είτε με ενθουσιαστικό τρόπο είτε με αρνητικό, χλευαστικό σχολιασμό στάθηκαν συνήγοροι του θεατρικού παιχνιδιού που συντελείται μέσα σε ένα το πολύ δίωρο και μετά χάνεται στον χρόνο, αποτελεί θεατρική προϋπηρεσία ενός ερμηνευτή ή ευχάριστη ανάμνηση ψυχαγωγίας ενός θεατή αποτυπωμένη μέσα σε ένα θεατρικό πρόγραμμα. Αρχινώντας από τον πρώτο που άνοιξε του θεατρικού στασιδιού την Ιστορία στην χώρα μας, τον ιστορικό Νικόλαο Λάσκαρη και τον σημαντικότερο μέχρι σήμερα, τον εργασιομανή φιλόλογο και παθιασμένο δάσκαλο του θεάτρου Γιάννη Σιδέρη που διέσωσε ότι μπορούσε να διασωθεί με προσωπικό μόχθο, ατομικό μεράκι, ιδία έξοδα και ξόδεμα ατομικού του χρόνου. Ένα ζωντανό παράδειγμα θεατρικού μύστη για αυτούς που τον γνώρισαν από κοντά, για εκείνους που μελέτησαν τις εργασίες και τα βιβλία του για όλους εμάς που θέλουμε να κρατούμε αναμμένο το λυχναράκι του θεατρικού του φωτός μπρός στο εικονοστάσι της θεατρικής παιδείας και της ιστορικής διαδρομής της στην πατρίδα μας. Από την τεράστια θεατρική παρακαταθήκη που μας κληροδότησε με τις άπειρες εργασίες, τα βιβλία και τις δημοσιεύσεις του αυτό το ελληνο-αυστρικό «θεριό» θεατρικής μνήμης και καλλιέργειας ο Βάλτερ Πούχνερ έως την έμπειρη και καταξιωμένη θεατρολόγο καθηγήτρια Κυριακή Πετράκου και την εξαιρετική εργασία της πάνω στο Θέατρο του Νίκου Καζαντζάκη και όχι μόνο, η σειρά είναι ενιαία και αδιάσπαστη. Και από τον Θεόδωρο Γραμματά ως τον ηθοποιό Μήτσο Λυγίζο με τις θεατρικές προσεγγίσεις τους, και τον σύγχρονο νεότερο ηλικιακά Ιωσήφ Βιβιλάκη ο δρόμος της θεατρικής αγωγής και ψυχαγωγίας είναι ενιαίος. Και, πώς μπορούμε να λησμονήσουμε το μέγεθος που λέγεται Αλέξης Σολομός ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη και θεωρητικού του θεάτρου και τις μελέτες του, τον «Άγιο Βάκχο» του μεταξύ άλλων, μα, και την μεγάλη μορφή του Πειραιώτη Μάριου Πλωρίτη και πόσα δεν πρόσφερε στην υπηρεσία του Θεάτρου, δεν καθοδήγησε συμβουλευτικά και προστάτευσε από λανθασμένες ενέργειες άντρες και γυναίκες υποκριτές ερμηνεύτριες, από την δεκαετία του 1960 που έγραφε τα κριτικά κινηματογραφικά και θεατρικά σημειώματά του στην δημοκρατική εφημερίδα «Ελευθερία» η παράδοση συνεχίζεται τιμητικά και ακουμπά στις θεατρικές ανακοινώσεις της Χαράς Μπακονικόλα, και την προσφορά της Άλκης Θρύλου και των πάνω από 15 πυκνογραμμένους τόμους των θεατρικών κριτικών της και σημειωμάτων της, και όσους άλλους λόγω χώρου, κριτικούς του θεάτρου και των δύο φύλων δεν αναφέρουμε. Ονόματα και κείμενα, δημοσιεύματα που μας εφοδίασαν με στοιχεία και ουσιαστικές πληροφορίες και θεατρικά μυστικά, μας μπόλιασαν με μαρτυρίες βιωματικών γνώσεων έτσι ώστε να έχουμε την άνεση-εμείς οι νεότεροι θεατρόφιλοι εραστές του- να κατανοούμε και να νιώθουμε καλύτερα την τέχνη του αρχαίου Θεού Διονύσου. Αυτού του πολύχυμου ιερού Αμπέλου που γευόμαστε μέχρι σήμερα μέσω της χριστιανικής θείας κοινωνίας. «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και….» ικετεύει από το ψαλτήρι ο χριστιανός πιστός. Μας δίδαξαν να αποκωδικοποιούμε τα όποια μηνύματα μιάς θεατρικής παράστασης, να ξεκλειδώνουμε τα μυστικά κλειδιά της θεατρικής τέχνης, να διακρίνουμε τι καινούργιο κομίζουν τα έργα των σύγχρονων νέων ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Πώς πορεύτηκε η θεατρική μεταπολεμική δραματουργία μετά την εμφάνιση της θεατρικής γραφής του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Πώς το εξωλογικό στοιχείο της αινιγματικής σημαντικής της θείας παρέμβασης μετουσιώνεται σε καθημερινή πράξη στους κύκλους της ζωής μας και των βασάνων της και περιπετειών της. Θέατρο και Ελληνική Κοινωνία ως Κοινότητα επί τω αυτώ για αιώνες στην χώρα μας αποτελούν ένα ενιαίο κράμα παράδοσης. Στην Αυλή της ενοριακής μας παρουσίας και έμπροσθεν του ιερού των ιερών ναών εικονίσματα ως επαναλαμβανόμενη ιερουργία του ανθρώπινου πόνου των θαυμάτων της αιωνιότητας της πρόσκαιρης και τυχαίας παρουσίας μας πάνω σε αυτό το τόπι που ονομάζουμε Γη. Ένας ευαγγελισμός λειτουργικών καταστάσεων και δραματουργικών στιγμιότυπων της χαρμολυπικής παρουσίας Θεών και Ανθρώπων είναι η Θεατρική Τέχνη, αυτή που έλκει τα ιερά σήματα του Θείου και των παρεμβάσεών του στο ενθάδε και στο χθόνιο στερέωμα. Αυτήν την συνέχεια της «πανάμομης» θεατρικής τελετουργίας και το σκηνικό τελετουργικό του αντέγραψε και η Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της βήματα, στην δική της θρησκευτική ιστορική πορεία προοπτικής ως νέο του Ευαγγελίου μήνυμα αναστάσεως, ως Τέχνη του Θεάτρου που σκέπει υπό την προστασία της η παρθένος αειπάρθενος Μάνα Παναγιά- Εκάβη.

Να συμπληρώσουμε μόνο, ότι ορισμένες φορές η κριτική φωνή του Κώστα Γεωργουσόπουλου προκαλούσε εχθρότητες, αντιπάθειες, μίλησαν ακόμα και για κριτικές του μεροληψίες σε παραστάσεις που ανέβαιναν και οι μεταφράσεις των κειμένων ήταν δικές του. Όμως, ουδείς και ουδεμία μπορεί να αμφισβητήσει ότι η δημόσια παρουσία και λόγος του, οι κριτικές απόψεις και θέσεις του ήσαν μαθήματα θεατρικής παιδείας για εμάς τους νεότερους, ένας άλλος τρόπος θεατρικής προσέγγισης για τους αναγνώστες του, όπως την τέχνη του κινηματογράφου στα μεταπολιτευτικά χρόνια μας την δίδαξαν τα κείμενα και οι αναλύσεις του καθαρόαιμου μαρξιστή διανοητή και πεπαιδευμένου Βασίλη Ραφαηλίδη.

     Σωστές οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται στη «Νεοελληνική δραματουργία και θρησκεία» του Κώστα Γεωργουσόπουλου, που διαβάζουμε στην εξαιρετική αυτή συλλογή των έξι κειμένων που απευθύνονται όχι μόνο στο στενό ειδικό κοινό των θεατρολόγων αλλά σε όλους εμάς, στο ευρύ κοινό. Εξετάζει τα θεατρικά πράγματα με την σωστή χρονολογική τους σειρά και συγγραφή κριτηρίων παραγωγής τους και επανατοποθετεί εσφαλμένες αντιλήψεις που έχουμε για ορισμένα από αυτά στις σωστές τους βάσεις, την θέση που κατέχουν ερμηνευτικά μέχρι σήμερα (πριν 20 χρόνια που κυκλοφόρησε το βιβλίο και παρουσιάστηκαν οι «ανακοινώσεις»). Έργα σταθμοί μέσα στην ιστορική διαδρομή της Νεοελληνικής δραματουργίας τους τελευταίους δύο αιώνες στην πατρίδα μας και την σχέση των ποιητικών και θεατρικών αυτών έργων με την θρησκεία και εκκλησιαστική παράδοση τα σκηνικά τους μοτίβα, τους εθνικούς- εκκλησιαστικούς συμβολισμούς, τα διάφορα ταμπλό της εικονοποιίας τους, τα δρώντα στις συνειδήσεις των πιστών στιγμιότυπα του Θείου δράματος και πώς αυτές οι πρώτες ιερές προτυπώσεις και σκηνική παρουσία γίνονται ποιητική- θεατρική ύλη και αφορμή για θεατρική παράσταση δίχως κατ’ ανάγκη να ανήκουν στην κατηγορία αυτή που αποκαλούμε καθαρής μορφής και είδους χριστιανικό θέατρο που ακολουθεί στενά την δογματική εκκλησιαστική ερμηνευτική. Σκιαγραφείται χαρακτηριστικά η σχέση των οσάνω ποιητών και συγγραφέων με την θρησκεία, την ορθόδοξη βιωματική. Οι συγγραφείς των έργων δεν είναι θρησκευτικοί συγγραφείς αλλά δημιουργοί της θύραθεν και κλασικής παιδείας με ανοίγματα της σκέψης του και προς τις δύο ελληνικές παραδόσεις της Ελλάδος, την Παγανιστική και την Χριστιανική, κοινός ο ιμάντας πολιτιστικής μεταφοράς μέσα στους αιώνες του Εθνικού και του Χριστιανού Έλληνα.

     Τα ενδεικτικά ονόματα που μνημονεύονται και τα έργα τους, μας είναι γνωστά, οικεία, αγαπητά, κατέχουμε τους συγγραφικούς πειραματισμούς τους και την επιθυμία τους να συνενώσουν το αρχαίο των εθνικών-παγανιστών ελλήνων πνεύμα με το κατοπινό χριστιανικό και ιουδαϊκό όπως το συγχώνευσε μέσα στους αιώνες η ορθόδοξη μονοθεϊστική ελληνική παράδοση. Αφομοιώνοντας ό,τι της ήταν ωφέλιμο στην κατοχύρωση της δογματικής εκκλησιαστικής διδασκαλίας της. Το ίδιο έπραξαν και οι θεατρικοί συγγραφείς εκείνοι που άντλησαν και από τις δύο πηγές της ελληνικής ποιητικής και θεατρικής παράδοσης το υλικό τους. Ενώ άλλοι, όπως ο Βασίλης Ζιώγας καλλιέργησε έναν μεταφυσικό θρησκευτικό λόγο προερχόμενο από τα μυστήρια της Ανατολής και όχι αποκλειστικά της Μέσης Ανατολής μην λησμονώντας και τα αρχαία της ελληνικής τραγωδίας πρότυπα. Το κράμα του Άγγελου Σικελιανού πέτυχε αν και γνωρίζουμε ότι το έργο και οι πνευματικές του δράσεις και ενέργειες κλείνουν περισσότερο προς το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και φιλοσοφία ζωής. Ο Άγγελος Σικελιανός δεν είναι τυχαίο ότι αποκαλείται ακόμα και σήμερα Ορφικός. Και σαν μεγάλος οραματιστής και ποιητής που υπήρξε ξεπέρασε τους σκοπέλους τόσο του αυτοκράτορα Ιουλιανού και τις αίολες θρησκευτικές του απόψεις, όσο και τα Νομοκανονικά σχέδια οργάνωσης της Νέας Πολιτείας του που ονειρεύονταν να ιδρύσει ο πρώτος Έλληνας, ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθωνας. Η περίπτωση του Νίκου Καζαντζάκη έχει χιλιοσχολιαστεί και πάλι κάτι περισσεύει που δεν έχει αποσαφηνιστεί από το ογκώδες πρωτότυπο και μεταφραστικό, ταξιδιωτικό και μυθιστορηματικό έργο του όσον αφορά τις θέσεις και τις προσωπικές του αντιλήψεις για το αν ήταν πιστός όχι στις διάφορες Εκκλησίες του Χριστού μέσα στους αιώνες, αλλά και στον ίδιο τον Χριστό και αυτόν Εσταυρωμένο. Ως διαχρονικό θυσιαστικό σύμβολο ελπιδοφορίας της ανθρωπότητας, ελέους και παρηγοριάς στις ανθρώπινες ψυχές των απλών και φτωχών ανθρώπων. Αυτός ο ιδεότυπος μεγάλος ψαράς των ανθρώπινων ψυχών που εξακολουθεί αιώνες τώρα να έλκει στα δίκτυα της διδασκαλίας και των εντολών του τους πιστούς ακολούθους του. Το αίνιγμα Νίκος Καζαντζάκης και το τι πραγματικά σαν άτομο, σαν ιδιοσυγκρασία πίστευε για τον Χριστό και την θρησκεία και εκκλησία που οικοδόμησε ακόμα παραμένει ανοιχτό πάνω στον Κρητικό του τάφο με τον υψωμένο της ανθρώπινης γωνίας σταυρό του. Τα έργα του αποτελούνται από μικρές καθημερινές ιστορίες και απλές κατανοητές παραβολές, στην επιθυμία του να διαχωρίσει τον καλό χριστιανικό στάχυ από τον κακό. Θρησκευτική φύση ο μεγάλος αγωνιστής Κρητικός στροβιλίζεται γύρω από τα φιλοσοφικά του προβλήματα αλλά γνωρίζει να τιμά στα βιβλία του τον λευίτη παπά από τον πονηρό ρασοφόρο που μόνος του σκοπός είναι το οικονομικό κέρδος φορώντας την λεοντή του θρησκευτικού σωτήρα. Ο Άγγελος Τερζάκης αποτελεί μία εξαιρετική εξαίρεση στην ιστορία του ελληνικού στοχασμού και την ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας και του ελληνικού θεάτρου. Καλλιεργημένος, σοβαρός, υπεύθυνος και αποτελεσματικός από όποια δημόσια θέση υπηρέτησε  μας άφησε ένα έργο στο σύνολό του που μάλλον δεν έχει αναγνωριστεί σε όλες του τις διαστάσεις και θεωρητικές προεκτάσεις στους θεατρικούς χώρους. Ο Άγγελος Τερζάκης έμεινε μάλλον στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων σαν ένας σοβαρός, αστός δημιουργός της Γενιάς του 1930 που τον θυμόμαστε σε θεατρικές επετειακές εκδηλώσεις. Τα θεατρικά του έργα είναι περισσότερο γνωστά από τις τηλεοπτικές διασκευές τους στην ασπρόμαυρη ελληνική τηλεόραση τις περασμένες δεκαετίες και τους ερμηνευτές τους. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά αυτό φανερώνει η έλλειψη σύγχρονου θεατρικού ενδιαφέροντος και εργασιών πάνω στα μυθιστορήματά του και στον στοχαστικό και θεωρητικό του λόγο, το θέατρό του. Άραγε, με ποιόν έλληνα στοχαστή θα μπορούσαμε να τον παραβάλλουμε και το θεματικά βυζαντινής προβληματικής θέατρό του, ίσως μέσω των χαρακτήρων και των φυσιογνωμιών των βυζαντινών προσώπων που προβάλλει περισσότερο ιστορεί παρά θεατρικά αναμορφώνει με σύγχρονους προβληματισμούς και ζητήματα. Ίσως.

        Παγανισμός λοιπόν ή Ορθοδοξία ως κύριο συστατικό της Ελληνικότητας και τι οφείλει να επιλέξει από τις δύο αυτές ισχυρές ελληνικές παραδόσεις η ελληνική σύγχρονη δραματουργία; Σίγουρα ο νεοέλληνας θεατρικός δραματουργός  δεν θέτει τέτοια διλήμματα πλέον μέσα στην Ιστορία της μετανεωτερικής εποχής μας. Τα μυριάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος είναι άλλης φύσεως και θεώρησης ζωής και μεταφυσικού- οντολογικού προβληματισμού. Το θεατρικό έργο «Ο Ιούδας» του Σπύρου Μελά παραδόξως έρχεται στην επιφάνεια ως πρόταση των πολιτικών και κυβερνητικών τους προθέσεων και της οικονομικής οργάνωσης της ευημερίας των λαών. Πολιτική ή Θρησκευτική η επαναστατική διδασκαλία του Υιού του Ανθρώπου, ποιος μπορεί να πάρει την απόφαση να τελεσιδικίση στην απάντησή του όταν το αιματοβαμμένο Μαρτυρολόγιο των ανθρώπων που θυσιάστηκαν και σταυρώνονται καθημερινά είναι απέραντο και από τις δύο θεωρήσεις μας. Το θέατρο και ο θεατρικός λόγος και η παράστασή του έχει σκεπαστεί από την λάμψη μιάς χλιδάτης θεαματικότητας και σκηνοθετικής ή των ηθοποιών πειραματική πανουργία σήμερα. Το κείμενο είναι πάρεργο μπρος την επιθυμία για προβολή ατόμου ή συνόλων που συντελούν στην παράστασή του. Η ιερότητα του κειμένου αρχαίου των εθνικών ελλήνων ή των χριστιανικών μετέπειτα χρόνων έχει απολεσθεί. Έμεινε ο σκελετός από μικρά ευφυολογήματα και πιασάρικες ατάκες που ξεσηκώνουν το ένστικτο αλλά όχι το φτερούγισμα της ψυχής. Και σίγουρα ο λόγος του δασκάλου Καρόλου Κουν κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας δεν ισχύει πια. Οι Καιροί αυτό δείχνουν κάνω λάθος;

      Το κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου είναι ξεκάθαρο και στις προθέσεις του για τους συγγραφείς και για τα έργα που μας μιλά. Είναι μία σοβαρή και αξιόλογη παρουσία ανάμεσα στους άλλους συμμετέχοντες και τα κείμενα που διαπραγματεύεται ο καθένας και η κάθε μία.

        Το βιβλίο περιλαμβάνει:

-Τον Πρόλογο του επιμελητή του Ιωσήφ Βιβιλάκη που αναφέρεται στην ταυτότητα του κάθε συγγραφέα και του κειμένου του, σελ.9- 15.

-Νίκος Χουρμουζιάδης, Θρησκεία και Θέατρο στην Αρχαία Ελλάδα, σελ.17-45.

-Χαρά Μπακονικόλα, Οι Θεοί της αρχαίας τραγωδίας, σελ. 47-84.

-Ιωσήφ Βιβιλάκης, Εκκλησία και Θέατρο στο Βυζάντιο, σελ. 85-114.

(*Να θυμίσουμε και την εργασία του πειραιώτη Μάριου Πλωρίτη)

-Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, «Υπερβατικά» στοιχεία σε έργα του Κρητικού και του Επτανησιακού Θεάτρου, σελ. 115-140.

-Βάλτερ Πούχνερ, Το αίσθημα του  ιερού και του ευτράπελου στα ελληνικά λαϊκά δρώμενα, σελ. 141-161.

-Κώστας Γεωργουσόπουλος, Νεοελληνική δραματουργία και θρησκεία, σελ. 163-174.

-Βιογραφικά Συγγραφέων, σελ. 175-178.

        Στο οπισθόφυλλο μεταφέρεται η αρχή του Προλόγου του Επιμελητή. Διαβάζουμε:

«Θρησκεία και Θέατρο συνδέονται με μιά σχέση καταγωγής. Το αρχαίο δράμα ανατέλλει μέσα από το θρησκευτικό τραγούδι του διθύραμβου, το νεότερο ευρωπαϊκό θέατρο κυοφορείται εντός της μεσαιωνικής λατρευτικής πράξης της χριστιανικής λειτουργίας. Εθνολογικές- ανθρωπολογικές μελέτες, θρησκειολογικές προσεγγίσεις καθώς και η προϊστορία του θεάτρου τεκμηριώνουν ότι δεν υπάρχει λαός σε ολόκληρο τον πλανήτη, του οποίου η λαϊκή παράδοση να μην περικλείει τελετές και δρώμενα, έναν μίμο-ιερουργό που να δραματοποιεί αυτοσχεδιαστικά ή να παίζει συνειδητά απέναντι στο θεό του ένα δράμα προορισμένο να καλύπτει τις ανάγκες και τις σκοπιμότητες της κοινότητας που υπηρετεί. Θεολογία, Θρησκειολογία και Θέατρο συναντιούνται στην αναζήτηση του βιώματος της πίστης προς τον Θεό και στις ψηλαφήσεις της ουσίας της θεατρικής πράξης.»

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Μεγάλη Τρίτη, 7 του Απρίλη του 2026

ΥΓ. Πώς κατορθώνει πάντα το πολιτικό προσωπικό μας να στρέψει αλλού τα φώτα της επικαιρότητας προς συζήτηση είναι πράγματι ένα επαναλαμβανόμενο «Θαύμα» για να παραμείνουν όλα ως έχουν. Η πολιτική και κοινωνική μας παθογένεια ημών των εκλογέων και των πολιτικών εκπροσώπων μας μεταξύ της Αγίας Πρόκλας και του Ποντίου Πιλάτου.                        

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Μεγάλη Δευτέρα 2026

 

Μεγάλη Δευτέρα 2026

«πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου, και γάρ ουκ ηδυνήθησάν μοι». Ψαλμός 128.

        Δεν γνωρίζω αν είναι η βουλιμία μου για ανθρώπινη γνώση (αυτή η οίηση της απόκτησής της μέσα στο περιορισμένο, απειροελάχιστο χρονικό όριο του βίου μας) ή η όποια μεταφυσική μου απιστία, είναι που με κάνει να ρέπω εκ νεότητός μου, στο διάβασμα βιβλίων και την ανάγνωση μελετών Θρησκειολογίας και Ιστορίας των διαφόρων μέχρι σήμερα Πολυθεϊστικών ή των τριών Μονοθεϊστικών Θρησκειών που εμφανίστηκαν στο διάβα της Ιστορίας της Ανθρωπότητας. Ή πάλι, η αγάπη μου για το Θέατρο και την Αρχαία Τραγωδία και τον Πολιτισμό στις ευρύτερες μορφές και διαστάσεις και εξακτινώσεις του μέσα στον χρόνο. Την επιθυμία ανίχνευσης των πολιτιστικών εκείνων στοιχείων και ιστορικών δεδομένων της ελληνικής μας παράδοσης διαχρονικά, όλα εκείνα τα συστατικά του πνεύματος μηνύματα και ανθρωπιστικές διδαχές που συναπαρτίζουν και συναποτελούν το οικοδόμημα που ονομάζουμε Ελληνικότητα και την όποια οικουμενική προσφορά του. Ο Ελληνισμός που υπερβαίνει την Ελλάδα και τον Ελληνικό χώρο που τον κυοφόρησε. Εξάλλου, οι σταθεροί αναγνώστες της αρχαίας και νεότερης ελληνικής γραμματείας και των επιτευγμάτων της, γνωρίζουν ότι κάθε γενιά ελλήνων ανανοηματοδοτούν τα παλαιότερα της ελληνικής πολιτιστικής μας παράδοσης καταθετήρια-του προφορικού ή του γραπτού λόγου-και θέτουν τα δικά τους ερωτήματα, εκφράζουν τις δικές τους απορίες, προβαίνουν στις δικές τους επιλογές και κρίσεις, αναθεωρώντας ακόμα και θέσεις και αρχές, αξίες των προηγούμενων γενεών. Δεν ζούμε σε προνεωτερικές εποχές αλλά μετανεωτερικές συνθήκες και καταστάσεις. Το ερώτημα που θα οδηγούνταν ο Αρχαίος Ελληνικός Θρησκευτικά Πολυεθνικός Κόσμος αν δεν υπερίσχυε η Νέα Θρησκεία από την Ανατολή, δηλαδή ο Χριστιανισμός, επανατίθεται πάλι σε νέες επαναξιολογήσεις. Τα δύο ουσιώδη και βασικά οντολογικά και υπαρξιακά ερωτήματα προβάλλουν πάντα μπροστά μας. Η Ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση και ιστορία, έθεσε το ερώτημα: «Ποιός έφτιαξε, δημιούργησε τον Κόσμο;» στο βασικό αυτό ερώτημα της Παλαιάς Διαθήκης απάντησε η διδασκαλία της συνέχειάς της, η Καινή Διαθήκη, δηλαδή ο Χριστιανισμός μέσω ενός ιστορικού θεϊκών διαστάσεων ιερού συμβόλου του ανθρώπου από την Γαλιλαία, του Ιησού. Ο Υιός του Ανθρώπου ως μεταφυσικός ιδεότυπος που υπερβαίνει τα όρια της Ιστορίας και μας μιλά για το παρόν ως αιωνιότητα σε όσους αποδέχονται την διδασκαλία του. Ο Ιησούς έζησε 33 χρόνια και τα τελευταία χρόνια του επίγειου βίου του δίδαξε με απλά λόγια και μικρές παραβολές το Ευαγγέλιό του. Οι τρείς συνοπτικοί Ευαγγελιστές (Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς) σκιαγράφησαν το επίγειο πορτραίτο του μαρτυρίου του και των διδασκαλιών του. Προσκάλεσε κοντά του μία μικρή φιλική παρέα ψαράδων και φτωχών μαθητών του και άρχισε να διδάσκει τους Μακαρισμούς του και άλλες προφητείες. Μαρτύρησε από την πολιτική και θρησκευτική εξουσία της εποχής του, σταυρώθηκε και για μια πληθυσμιακά τεράστια μερίδα της ανθρωπότητας Αναστήθηκε, ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ως Υιός του Θεού όπως πιστεύουν οι πιστοί του. Ο Χριστιανισμός με τα διάφορα δόγματά του και εκδοχές ερμηνείας του μέσα στην Ιστορία και τις τοπικές του θρησκευτικές παραδόσεις, αποτελεί μία από τις πέντε μεγάλες Θρησκείες της Ανθρωπότητας, η οποία επικράτησε κυρίως στον Δυτικό Κόσμο και σε όσες ηπείρους και χώρες μέσω της αποικιοκρατίας επικράτησε. Δημιούργησε την δική του παράδοση και καλλιέργησε τα γράμματα, τις τέχνες, τον πολιτισμό. Γέννησε μεγάλα πνεύματα μέσα στους αιώνες όπως και προσωπικότητες που τον αμφισβήτησαν. Αν δούμε τις μεγάλες φυσιογνωμίες της Ιστορίας που τον αμφισβήτησαν όλοι σχεδόν προέρχονται από τα δικά του  σπλάχνα και θρησκευτική ή εκκλησιαστική παράδοση ζωής. Ίσως το ιστορικό του λάθος, το μεγαλύτερο, να είναι ότι προσδέθηκε σε κάθε κρατική εξουσία. Σε εξουσία είτε στρατιωτική, είτε αυτοκρατορική, είτε βασιλική, είτε δικτατορική, είτε σοσιαλιστική, είτε των αστικών δημοκρατιών καθεστώτα. Η Θρησκεία όπως μας λένε οι κοινωνιολόγοι και οι φιλόσοφοι, οι διανοητές έγινε θεραπαινίδα και θιασώτρια του Καπιταλισμού συστήματος και του κοινωνικού οικοδομήματος στο δυτικό ημισφαίριο. Η ασφυκτική πρόσδεση της όποιας Θρησκείας ή Εκκλησίας με την Κρατική Εξουσία-όπως και ο Χριστιανισμός (στην Καθολική, Προτεσταντική, Ορθόδοξη κλπ. εκδοχή του) την έκανε να χάσει, να απεμπολήσει το μεγαλύτερο  μέρος των πνευματικών της αξιών και πνευματικών μηνυμάτων της περί ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, και να «καταντήσει» μία Ποιμαντική προπαγανδίστρια των ανθρώπων εχόντων την κυριαρχία, και για το ποίμνιο, του «σφάξε με αγά μου να αγιάσω» ή ορθότερα, «σιώπα, γέννα, δούλευε, νιώθε ένοχος γιατί παρακούς τις εντολές της άνωθεν θεϊκής εξουσίας και άμα ταπεινωθείς μέχρις διαλύσεως και εξακολουθείς να πιστεύεις, τότε ενδέχεται να κερδίσεις την Βασιλεία των Ουρανών, να συναντήσεις τα φιλικά και συγγενικά σου πρόσωπα. Έτσι ο Κόσμος μας θα είναι αγγελικά πλασμένος, με εμάς ως πρόβατα και αμνοερίφια, και οι συντηρητικές και αντιανθρώπινες δυνάμεις της Ιστορίας θα έχουν πάντα το πάνω χέρι καθώς και οι θρησκευτικοί, πολιτικοί και οικονομικοί εκπρόσωποί τους. Τα πάντα θα διατηρούνται ως έχουν στην δική σου προσωπική και συλλογική μικρό ασφάλεια και βεβαιότητα πίστης όπως την παρέδωσαν οι παλαιότεροι στους νεότερους, αν δεν αμφιβάλλεις, αν δεν είσαι ολιγόπιστος, αν δεν είσαι αρνητής και κακόδοξος, αιρετικός και ανυπάκουος, αρνησίθρησκος. Με δύο λόγια, αν δεν θέτεις και δεν επιθυμείς να θέτεις απλά και βασικά ερωτήματα για την ζωή σου και την καλυτέρευση των συνθηκών της, αλλά, επαναπαύεσαι στην ελληνική κινηματογραφική εκδοχή των αγίων παθών του ιταλού σκηνοθέτη, του δακρύβρεχτου Τζεφιρέλι και παρακολουθεί με τον ίδιο θρησκευτικό ζήλο την ελληνική σειρά αλλά “Mega” του βίου του….. και όλων των άλλων σήριαλ που σήμερα δεν γίνεται να μην υπάρχει και ένας ρασοφόρος να ερμηνεύει έναν ρόλο. Ο ευαίσθητος παλαιότερα Ζαλμάς άνοιξε τον δρόμο. Ή να παρακολουθείς στο διαδίκτυο διάφορους εκκλησιαστικούς παράγοντες από ομότιμους εκκλησιαστικούς καθηγητές και άλλους να κατηγορούν και να γράφουν αρές ενάντια στον νυν αρχιεπίσκοπο, στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης και σε άλλους γιατί, τόλμησαν, το αυτονόητο, να επιτρέψουν σε μουσικά εκκλησιαστικά σχήματα και θεατρικά δρώμενα να παρασταθούν μέσα σε ιερούς ναούς. Τώρα ποιοί οπισθοδρομούν και ποιοί όχι, αν τα σχόλια που δημοσιεύονται από κάτω από τα τηλεοπτικά μαθήματα είναι ορθόδοξα και χριστιανικά-και μάλιστα, εν μέσω της κατανυκτικής μεγάλης εβδομάδος, τότε φοβάμαι ότι ως συνειδητός άθεος σεβόμενος τα υγειά στοιχεία της παράδοσης των Ελλήνων, θα έλεγα ότι το χριστιανικό- ορθόδοξο οξυγόνο της πίστης για να περιοριστώ στην δική μας χώρα έχει τελειώσει οριστικά προ πολλού και αμετάκλητα και μένει μόνο ένα εθιμοτυπικό άχαρο ή στην καλύτερη περίπτωση ο χειροκροτιτικός ενθουσιασμός και πρώτοι-πρώτοι στην εξέδρα των επισήμων στις σχολικές και στρατιωτικές εκδηλώσεις και παρελάσεις. Τόσο ράσο ούτε στην επταετία που θα έλεγε και η κεντρική ηρωίδα της παλαιάς Φωσκολιάδας. Τί θέλει ο σημερινός άνθρωπος-εμείς δηλαδή ο μεταμοντέρνοι νεοέλληνες- κρατική ασφάλεια, εκκλησιαστική ελπιδοφορία και νίκες πολλές, παγκόσμιες στον αθλητισμό νίκες, που θα δοξάζουν τον Ελληνισμό στα πέρατα της Οικουμένης. Α! και φτηνή ηλεκτρική ενέργεια και πετρελαίου, και να φτάνει των σούπερ μάρκετ καταναλωτικά προϊόντα που είναι τα μόνα που αγγίζουν τον Θεό. Εκσυγχρονιζόμαστε αδέλφια, απόγονοι του Μακρυγιάννη, του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και των βυζαντινών αυτοκρατόρων με τις χρυσοκέντητες ενδυμασίες, μόνο, που να, μαζί εκσυγχρονίσαμε και την οικονομική και πνευματική μας ρεμούλα. Δεν διανοούμαι αν συνόδευα και εγώ μαζί με τον κυρό δάσκαλο και θεατρολόγο Κώστα Γεωργουσόπουλο και την φιλική του παρέα στην επίσκεψή τους στην χερσόνησο του Άθω, και συν μαρτυρούσα ότι «δεν πιστεύω» την ξύπνια απάντηση που θα λάβαινα ή που θα βρισκόμουν.

«Τα θεολογικά προβλήματα τα θέτουν ο Σικελιανός κι ο Καζαντζάκης. Ο πολύ παρεξηγημένος Καζαντζάκης θεολογούσε εμμόνως, όπως όλοι οι αμφιβάλλοντες. Οι άνθρωποι που αμφιβάλλουν διυλίζουν τον κώνωπα. Κάποτε βρέθηκα με έναν άθεο φίλο στο Άγιον Όρος και εκείνος για να προβοκάρει, να ερεθίσει έναν ασκητή του είπε: «Εγώ δέσποτα, δεν πιστεύω, είμαι άθεος». Ο γέροντας απάντησε: «Κοντά είμαστε».

Από το κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου, «Νεοελληνική Δραματουργία και Θρησκεία» σελ. 167-168 στο βιβλίο «Θρησκεία και Θέατρο στην Ελλάδα» εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2005, με συντονιστή της σειράς Θρησκειολογία-34. Τον καθηγητή Μάριο Μπέγζο. Την επιμέλεια του τόμου είχε ο Ιωσήφ Βιβιλάκης, συμμετέχουν ακόμα με κείμενά τους ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος, ο θεατρολόγος Βάλτερ Πούχνερ, η Χαρά Μπακονικόλα και ο Νίκος Χουρμουζιάδης.

    Ο Άγνωστος Θεός να βάλει και τα δυό του τα χέρια να με κρατήσει στις νεφέλες της μακαριότητάς του, μια και το Κακό μέσα στον Κόσμο και την Ιστορία υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την Χριστιανική Θεία Αποκάλυψη. Ενώ, σε τηλεοπτική της συνέντευξη η βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, εξέφρασε την διαφωνία της με την απόφαση του εθνάρχη Ελευθέριου Βενιζέλου να εκστρατεύσει να απελευθερώσει και να διαφυλάξει την κυριαρχία της Σμύρνης στα μέρη της Ιωνίας. Η Αρβελέρ θεωρεί στρατηγικό λάθος του Βενιζέλου να προστατεύσει την κυριαρχία της κοσμοπολίτικης και πολυεθνικής Σμύρνης έπρεπε να ελευθερώσει την Κωνσταντινούπολη και να διαφυλάξει τα Στενά. Αλλά ας μην επεκταθούμε.

   Από την άλλη, οι Αρχαίοι Εθνικοί ή Παγανιστές Έλληνες διερωτούνται συνεχώς θέτουν το Ερώτημα: Τί Είναι ο Κόσμος; Από τί στοιχεία αποτελείται; Είναι Αιώνιος; Οι Αρχαίοι Έλληνες δεν πίστευαν ασφαλώς ότι τον Κόσμο τον έφτιαξε το Ομηρικό Δωδεκάθεο, ούτε και καμμιά άλλη των αρχαίων ποιητών μυθική δοξασία. Ο Κόσμος υπάρχει από πάντα από μόνος του, πορεύεται και κινείται μέσα στην αυτάρκειά του, την ενεργειακή φυσική αυτοκίνησή του. Όσα ερωτήματα έθεταν οι έλληνες στοχαστές δεν ήταν παρά ερμηνευτικά σκαλοπάτια του συγκεκριμένου λογικού και εκπαιδευτικού συστήματος που εφάρμοζαν στους κλειστούς και πολλές φορές αριστοκρατικούς κύκλους των μαθητών τους. Η Σχολή των Αθηνών ή ακόμα και οι άλλες Σχολές της Ιωνίας και άλλων αρχαίων περιοχών του Αιγαίου δεν ήσαν παρά τα σημερινά Ιδιωτικά Κολλέγια της εποχής μας για σοϊλήδες νεαρόπαιδες που έχουν σπίτι με πισίνα και τον ελεύθερο χρόνο τους κάνουν ιππασία ή ταξιδεύουν σε εξωτικά νησιά φορολογικούς παραδείσους.

Συλλογίζομαι λοιπόν, πώς θα ήταν ο Κόσμος μας, η ιστορική πορεία του Δυτικού Κόσμου εάν επικρατούσε ο Παγανισμός όπως τον πρέσβευαν οι Εθνικοί Έλληνες και τον διαστρέβλωναν οι Ρωμαίοι Θεοποιημένοι Αυτοκράτορες ή του έδωσαν την μεταγενέστερη ερμηνεία του η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Εξάλλου, η έννοια της Ψυχής εισήλθε μέσα στην δυτική προβληματική από τον θείο Πλάτωνα και τον Κόσμο των Ιδεών του και των πρώτων Νεοπλατωνικών συνεχιστών του με προεξάρχοντα τον Πλωτίνο και τη διδασκαλία του. Ο δε Πλούταρχος έκανε λόγο στον «Αιγυπτιακών του Μυστηρίων» βιβλίο περί Κόλασης, άσε το Μοναστηριακό «κλαμπ» των Πυθαγορείων. “O Tempora o Mores” που θα μας έλεγε ο Κικέρων ή σωπάστε πια ανίερα χείλη.

Την ώθηση στην ανάγνωση Θρησκευτικών ή Θρησκειολογικών μελετών και βιβλίων εκ νεότητός μας την αντλήσαμε- τα κατοπινά αποτελέσματα χρεώνονται σε εμάς και όχι στους αξιοσημείωτους αυτούς έλληνες και ξένους στοχαστές και συγγραφείς- από τον Mircea Eliade και τα βιβλία του όπως «Κόσμος και Ιστορία» Ο Μύθος της Αενάου Επαναλήψεως, η μελέτη του πανεπιστημιακού από το Σικάγο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1966 σε μετάφραση του θεολόγου καθηγητή Θεμιστοκλέους Θ. Λαζάκη όπως και άλλα του βιβλία που υπήρχαν μετά την μεταπολίτευση και την δεκαετία του 1980 στις προσθήκες των βιβλιοπωλείων. Βλέπε «Το Ιερό και το Βέβηλο» εκδόσεις «Αρσενίδης» κλπ. Ακολούθησαν τα μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του μεγάλου ποιητή-φιλόσοφου Φρειδερίκου Νίτσε, τα βιβλία και οι μελέτες του Κάρλ Γιουνγκ, και φυσικά, ο δικός μας Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος έθεσε τις βάσεις όχι βεβαιοτήτων της πίστης μας αλλά αμφιβολίας της απιστίας μας. Αυτός ο τόσο παρεξηγημένος έλληνας στοχαστής ασκητής γραφιάς που, με ότι καταπιάνονταν ως θεματικό μοτίβο συγγραφικά διέκρινες πάντα την μεταφυσική του αγωνία, την αβεβαιότητα να προσδιορίσει ένα κέντρο μεταφυσικής αναφοράς. Και πώς θα μπορούσαμε να παραλείψουμε το όνομα και τα βιβλία του Χρήστου Γιανναρά με το άπλωμα της ορθόδοξης σκέψης και προβληματικής του. Αλλά και την φωνή του Στέλιου Ράμφου.

        Μεγάλη Δευτέρα και η εκκλησιαστική ποίηση και υμνολογία ακούγεται από το ραδιόφωνο, ένα μικρό κεράκι αναμμένο δίπλα μου για τους κεκοιμημένους δικούς, τους αδιάβαστους, τους λησμονημένους, τους εξόριστους της ζωής, αυτούς που λοξοδρόμησαν, για αυτούς που σιχτίρισαν όσα όλοι οι άλλοι πιστεύουν και θεωρούν απόλυτη βεβαιότητα, αγνοώντας την βασανισμένη ύπαρξη και την απιστία των άλλων. Τους στιγματισμένους από τους ανθρώπους και τους θεούς. Τους αμακάριστους «βοήθητι εν τη απιστία μου».  

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Μεγάλη Δευτέρα 6 του Απρίλη 2026

ΥΓ. Τελικά σε αυτήν την χώρα και σε αυτήν τη ζωή ίσως το μόνο σίγουρο είναι τα οικονομικά σκάνδαλα και οι γάτες που ανεβαίνουν πάνω στα καπό των αυτοκινήτων και μας περιεργάζονται αφ’ υψηλού.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Ανθούλα Δανιήλ Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος

 

Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος …

              μια σωκρατική μετεμψύχωση….

     Σαν από τύχη αγαθή, ο μέγας Έλληνας  φιλόσοφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, γεννήθηκε την ίδια μέρα και την ίδια χρονιά με τον μεγάλο μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη· 28 Φεβρουαρίου 1900. Ο  Ποιητής ήταν από τη Σμύρνη, ο φιλόσοφος από  τον Βασσαρά Λακωνίας, για την οποία Λακωνία, ο έτερος φιλόσοφος, σχεδόν συμπατριώτης του Θεοδωρακόπουλου, Παναγιώτης Πατριαρχέας, υποστήριζε ότι υπήρξε η γενέτειρα της Φιλοσοφίας, χωρίς να παραβλέπει την Ιωνία. Στο σύγγραμμά του,  «Η αφετηρία προς το φιλοσοφείν και η γένεσις της φιλοσοφίας εν Σπάρτη», επιχειρηματολογούσε  σχετίζοντάς την με την πρώιμη δωρική σκέψη. Ας αναφέρουμε το πασίγνωστο ρητό Το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν.

Ο Θεοδωρακόπουλος, λοιπόν γεννήθηκε στην πατρίδα της Φιλοσοφίας, σπούδασε με υποτροφία στη Ριζάρειο Σχολή (1915-1920) και στη Βιέννη (1920-1922), αλλά και Φιλολογία και Φιλοσοφία στην Χαϊδελβέργη (1922-1925) Καρλ, Γιάσπερς, Άλφρεντ Βέμπερ, Έντουαρντ Χόφμαν, Ερνστ Ρόμπερτ Κούρτιους, Φρίντριχ Γκούντολφ και ιδίως Ερρίκο Ρίκερτ, για τις φιλοσοφικές απόψεις του οποίου αργότερα συνέγραψε και εξέδωσε ιδιαίτερο βιβλίο.

  Ο Θεοδωρακόπουλος αναγορεύτηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, το 1925, με θέμα της διατριβής του «Διαλεκτική του Είναι στον Πλάτωνα», η οποία δημοσιεύτηκε δύο χρόνια αργότερα και το 1928 δημοσιεύτηκε και η  μονογραφία για τη «Μεταφυσική του Είναι στον Πλωτίνο». Την ίδια χρονιά, 1928,  επέστρεψε στην Ελλάδα. Από το 1929 μέχρι το 1940 εξέδωσε, με τη συνεργασία των Κωνσταντίνου Τσάτσου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου, τους οποίους είχε γνωρίσει και με τους οποίους είχε σχετισθεί ήδη από την παραμονή του στη Χαϊδελβέργη, το «Αρχείο της Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών», του οποίου ήταν και διευθυντής, στο οποίο είχε δημοσιεύσει και δικά του άρθρα, όπως π.χ. «Η έννοια της φιλοσοφίας και η έννοια της ιστορίας της φιλοσοφίας», «Φιλοσοφία και Ψυχολογία» κ.ά.

Εδώ ακριβώς μπορούμε να επικαλεστούμε και την μαρτυρία του Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος μιλάει για «τον ερχομό στο  Πανεπιστήμιο των νέων καθηγητών, του  Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου [που] γνώριζαν δόξες και ασκούσανε πάνω στους νέους μιαν αδιαφιλονίκητη γοητεία». Μάλιστα, μιλάει για  ένα «νεότευκτο καράβι», το καράβι της γενιάς του  –βρισκόμαστε στα 1934-, το οποίο πομπωδώς είχαν βαφτίσει «Ιδεοκρατική φιλοσοφική Ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών». Τα Σαββατόβραδα «τρώγαμε όλοι μαζί, καθηγητές και φοιτητές, στη Φοιτητική Λέσχη, γύρω από ένα μακρύ τραπέζι, σα σε κοινόβιο μοναστηριού. Ύστερα ανεβαίναμε σ’ ένα από τα εντευκτήρια του πρώτου ορόφου, όπου διαβάζαμε κείμενα φιλοσοφικά, τον Descartes ή τον Fichte, και τα συζητούσαμε με πάθος» (Ανοιχτά Χαρτιά «Το Χρονικό μιας Δεκαετίας», σελ. 250-251).

Ο Θεοδωρακόπουλος εξάντλησε όλη την κλίμακα των αξιωμάτων που επιτρέπει η θέση του, έφτασε και στην ακαδημαϊκή έδρα. Τέλος, ίδρυσε στο χωριό Μαγούλα, κοντά στη Σπάρτη και στον Μυστρά, την ελεύθερη φιλοσοφική σχολή Ο Πλήθων  με σκοπό να διασώσει την πνευματική και ηθική ταυτότητα του σύγχρονου ελληνισμού, σαν να επιβεβαίωνε την άποψη του Πατριαρχέα, αν και δεν ήταν απαραίτητο, για τις  ρίζες της Φιλοσοφίας και στη Σπάρτη.

Το πλαίσιο έχει στηθεί, όπως σε έναν πλατωνικό διάλογο. Όμως όλα τα παραπάνω μπορούν να αντιγραφούν από τις αφηγήσεις άλλων, εκείνο που θα βαρύνει σ’ αυτό το κείμενο είναι η  προσωπική εμπειρία που έρχεται εδώ να προσθέσει τη δική της ανεξίτηλη πινελιά.

    Μπήκε στο κατάμεστο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής· εγώ στο πρώτο έτος. Ψαράκι θαμπωμένο και πελαγωμένο, με μάτι γουρλωμένο… Στα έδρανα και στο πλήθος των ορθίων στέκονταν φοιτητές και από άλλες Σχολές που είχαν ακούσει και ήξεραν ποιος είναι ο Καθηγητής που διδάσκει Πλάτωνα. «Εισαγωγή στον Πλάτωνα»! Αυτό ήταν το μάθημα, αν και η Εισαγωγή δεν ήταν μόνο στον Πλάτωνα, αλλά στη ζωή που τρέχει και χάνεται και στην ανέμελη νιότη που η αξία της είναι αυτή η ίδια η άγνοια…

«Γιατί τα νιάτα δεν είναι σοφά. Και τι αξία θα είχαν τα νιάτα, αν ήταν σοφά», είπε κι αμέσως με απάλλαξε από ένα βαρύ φορτίο που λύγιζε τις νεανικές μου πλάτες με την ενοχή ότι έν οίδα ότι ουδέν οίδα…

Κι όπως Εκείνος μπήκε και ανέβηκε στο βάθρο και στηρίχτηκε με το πλάι του στην έδρα, το ένα πόδι κάθετο -κόντρα πόστο, μια στάση που επινόησαν οι Έλληνες γλύπτες τον 5ο αιώνα π. Χ. όταν το βάρος του σώματος έπεφτε στο ένα πόδι και το κεφάλι έστρεφε στο πλάι. Είναι η εποχή που  η γλυπτική  κάνει ένα βήμα μπροστά και δίνει κίνηση και χάρη στο άγαλμα.

Εκείνος, ο Καθηγητής, έσπασε τον πάγο και κατάργησε την απόσταση από το «εκκλησίασμά»  του, μιλώντας σαν πατέρας μας ή καλύτερα σαν μεγαλύτερος στην ηλικία φίλος μας ή, ακόμα καλύτερα, σαν να ήταν ο Σωκράτης, ο δάσκαλος του Πλάτωνα. Η εικόνα, ορκίζομαι, έμοιαζε του Σωκράτη, έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον ή έτσι ήθελα να νομίζω. Είχε  το ύφος χαρίεν και τα μαλλιά λευκά και ανάκατα και μακριά ακουμπούσαν στους ώμους.

Οι ψυχολόγοι μπορεί να έλεγαν πως αυτό που εγώ έβλεπε ήταν ένα déjà vu, σαν να είχε γίνει πραγματικότητα η ευχή που κάποτε έκανα, να είχα ζήσει στην εποχή του Περικλή και να ήμουν η Ασπασία που σαν Διοτίμα θα συζητούσε με τον Σωκράτη στο Συμπόσιο…

Εκείνη τη μέρα του θαύματος, μια ευχή μου έπαιρνε σάρκα και οστά κι εγώ στο τέλος της χρονιάς, έπαιρνα ένα τεράστιο 9 -εννιά-στο μάθημα της Φιλοσοφίας, τόσο που αναρωτιόμουνα αν αυτόν τον βαθμό τον πήρα γιατί κατάλαβα το μάθημά του ή εκείνος κατάλαβε τον θαυμασμό μου· μια ψηφίδα εγώ ασήμαντη στο μέγα πλήθος. Δεν τόλμησα ποτέ να πάω στην έδρα κοντά να του μιλήσω ή να ακούσω τι τον ρωτούσαν οι άλλοι. Η αίσθηση οικειότητας, ωστόσο, θαυμασμού και γοητείας με κατέκλυζε κάθε φορά που μας έκανε μάθημα Εκείνος. Μας συμφιλίωνε με την άγνοια μας και μας έδινε κίνητρα να την καταπολεμήσουμε. Μας έδειχνε τα μονοπάτια της Αθήνας πλάι στον Ιλισσό που περπατούσε με τους μαθητές του ο άλλος του εαυτός, ο Σωκράτης, λες και επανελάμβανε τα λόγια του τα θεϊκά.

Αντιγράφω από το οπισθόφυλλο του πανεπιστημιακού μου συγγράμματος τα δύο σημειώματα και σχολιάζω ταυτόχρονα:

«Τρία πρέπει να είναι τα αθλοθετήματα της ζωής μας: η πορεία προς την αρχαιότητα», το πρώτο. Αυτό το είχα επιλέξει λόγω σπουδών.Το δεύτερο,  «η πορεία προς τον έξω κόσμο», αυτή μας την έδωσε με την πρώτη επαφή ο Δάσκαλος. Ο κόσμος απλωνόταν έξω από το Αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής, όχι τόσο τοπικά, όσο ποιοτικά, στο μέγα βάθος του σκοτεινού μυαλού μου,  όπου  άλλου είδους προκλήσεις έρχονταν να απωθήσουν τις τρέχουσες που ήδη ήξερα. Ωστόσο κι εκείνες που δεν ήξερα, μου είχαν κάνει νεύμα από το μάθημα Φιλοσοφίας στην τότε έκτη ή ογδόη Γυμνασίου. Τέλος, τρίτο αθλοθέτημα,   «και, το μεγαλύτερο και επιπονότερο, αλλά και γονιμότερο, είναι η επιστροφή στον εαυτό μας». Να και η δελφική προτροπή, σκέφτηκα: Γνώθι σ’ αυτόν. «Κανένα απ' αυτά, και προ παντός το πρώτο αθλοθέτημα της ζωής μας, η πορεία προς την αρχαιότητα, δεν θα φέρει μήτε τώρα καρπούς, αν δεν τη ζήσομε με το θάμασμα. Μονάχα οι κουρασμένοι δεν θαυμάζουνε και δεν αγαπούνε»

([Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος, Εισαγωγή στον Πλάτωνα]. Αυτό το τελευταίο ήταν σαν να είχε γραφτεί εγκαυστικά στη ψυχή μου και είχε γίνει προμετωππίδα μου. Εγώ κούραση δεν ένιωσα ποτέ ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή.

Στο δεύτερο σημείωμα διέκρινα ότι η ερμηνεία στα παραπάνω σοφά λόγια του Δασκάλου μου, ίσως  απαιτούσε τον χωρισμό της  λογικής από την ποίηση της φιλοσοφίας, ίσως όμως «είναι ανάγκη κάποτε αυτός ο χωρισμός να υπερπηδηθεί, δηλαδή λογική και ποίηση στον Πλάτωνα να ερμηνευθούν όχι μόνο χωριστά, αλλά και στη βαθύτατη αμοιβαία σχέση που έχει το ένα με το άλλο». Εδώ ο Δάσκαλός μου με έσωζε από μια ανεπιθύμητη απαισιοδοξία. «Το αίτημα τούτο της ερμηνείας με παρακολουθούσε όλη την τελευταία δεκαετία που είχα την ευκαιρία να διδάσκω Πλάτωνα στη νέα μας γενεά», έγραφε. [Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος, Πρόλογος στην έκδοση του 1941].

Η «σύνθεση» είναι η απάντηση και φεύγω πάραυτα για να τον προλάβω μαζί με τους άλλους που προπορεύονται δυόμισι χιλιάδες χρόνια… Στήνω αφτί και τους ακούω:

Ο Σωκράτης συνδιαλέγεται με τον Φαίδρο, βαδίζοντας στις όχθες του Ιλισσού, ενώ κοιτάζουν πού μπορούν να καθήσουν και να συζητήσουν άνετα. Εντωμεταξύ, ανυπόδητος ο Φαίδρος (σήμερα), και ο Σωκράτης (πάντα) περπατώντας,  βρέχουν τα πόδια τους στα καθαρά νερά του ιερού ποταμού, αφού και η ώρα της μέρας και η εποχή το επιτρέπουν. Και ο κατάλληλος τόπος είναι εκεί, μπροστά τους, στον υψηλότατο πλάτανο, στη σκιά, με το ελαφρό αεράκι, που θα κάτσουν και αν θέλουν θα ξαπλώσουν κιόλας…

Και η συζήτηση θα πάει μακριά, στο Συμπόσιο, θα πετάξει με το άρμα του Ηνίοχου που πρέπει να ελέγχει καλά το λευκό και το μαύρο άλογο του άρματός του… την ψυχή και τη σάρκα, αλλιώς θα γκρεμιστεί… όπως ο «Ανδρόγυνος», όταν ο Δίας ένιωσε ότι απειλείται από τους ανθρώπους και τους έκοψε στα δυο και πέταξε τα κομμάτια τους στη γη «Και όλα έγιναν συντρίμμια» και ο ομφαλός είναι το σημείο της τομής, είπε ο Δάσκαλος, και μας άφησε άφωνους, μαθαίνοντας πως αυτή ήταν η αιτία που το ένα μισό αναζητεί το έτερόν του ήμισυ για να ολοκληρωθεί.

Άκουγε, βέβαια, το ένιωθε, στην κρατημένη μας ανάσα, πως πρώτη φορά μαθαίναμε γι’ αυτόν τον μύθο, και «θαμάζαμε» τα δύο καταδικασμένα μισά, που περιπλανώμενα και θλιμμένα  αναζητούσαν το έτερόν τους ήμισυ. Μια ωραία φράση που συνηθίζαμε να λέμε, αλλά και να αγνοούμε την πηγή της,  το βάθος και τη σημασία της.

Ο αρχαίος μύθος, αφηγημένος από τον Αριστοφάνη στο Συμπόσιο, θα μπορούσε να  ταιριάξει με αντίστροφή διαδικασία, στον άλλον, όταν ο Θεός είδε τον Αδάμ μόνο και θλιμμένο στον παράδεισο και γι’ αυτό από το πλευρά του έπλασε την Εύα· για να μην είναι μόνος. Και ο Μέγας Δάντης έβαλε τους δυο καταδικασμένους από έρωτα –τον Πάολο και την Φρατζέσκα- να περιπλανιούνται στην Κόλαση, πλάτη με  πλάτη, μαζί δεμένοι, για να μην βλέπονται, τιμωρημένοι, σαν να ’θελε να πει πως είναι αδύνατον να έχεις ποτέ την ευτυχία ολόκληρη στον κόσμο μέσα. Αρχαίος μύθος, θρησκευτικός και μεσαιωνικός στο ίδιο καταλήγουν.

Ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, στην έδρα με το ένα χέρι ψηλά, κρατάει το βιβλίο, όπως ο Σωκράτης με το δάχτυλο υψωμένο προς τα πάνω, στον πίνακα του Ζακ Λουί Νταβίντ· δείχνει τον ουρανό και τον κόσμο των Ιδεών… Έτσι, σ’ αυτή τη στάση έχει μείνει στην άφθαρτη μνήμη που κατοικεί στο φθαρτό μου σώμα: Σωκράτης, Πλάτων και θεός και Δάσκαλος!!!

               Ανθούλα Δανιήλ

Διευκρινιστικά-συμπληρωματικά

        Εξακολουθώ να μελετώ τα βιβλία του Πλατωνιστή Δασκάλου της Φιλοσοφίας Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, παράλληλα με τις άλλες λογοτεχνικές εργασίες στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Να αντιγράφω ορισμένες από τις εργασίες του που μου κεντρίζουν ακόμα το ενδιαφέρον, θεωρώντας και ευελπιστώντας ότι θα τύχουν κάποιας προσοχής των ελλήνων και ξένων αναγνωστών από διάφορες ηπείρους που βλέπουν, διαβάζουν, ίσως και αντιγράφουν, οτιδήποτε αναρτάται- (ό,τι ενδιαφέρει τον καθένα και κάθε μία τέλος πάντων) στην Πειραιώτικη αυτή Ιστοσελίδα. Προσπαθούσα να σκεφτώ αν γνώριζα κάποιο πρόσωπο-συγγραφέα- που θα τον είχε Καθηγητή στις πανεπιστημιακές του σπουδές. Να του ζητούσα αν ήθελε να μου γράψει δυό λόγια από τις εντυπώσεις του ως φοιτητής ή φοιτήτρια του φωτισμένου και πρωτοπόρου έλληνα Πλατωνιστή Δασκάλου της Φιλοσοφίας και είχε δημοσιεύσει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Η σκέψη πήγε στην φιλόλογο και κριτικό Ανθούλα Δανιήλ, η οποία είναι όχι μόνο πολιτιστικά δραστήρια αλλά και σαν κριτικός βιβλίων ενεργή και παραγωγική. Κριτικές και λογοτεχνικές μελέτες της διαβάζουμε συχνότατα σε διάφορα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ πρόσφατα, έτυχε και ειδικής βράβευσης. Της έστειλα λοιπόν ένα ηλεκτρονικό μήνυμα και εκείνη ανταποκρίθηκε παρά τις ανειλημμένες συγγραφικές και άλλες υποχρεώσεις της. Από την δική μου μεριά σιγά-σιγά και προσεκτικά αντιγράφω την Πλατωνική «7η Επιστολή» σε μετάφραση του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου ώστε να την αναρτήσω, παρά του ότι υπάρχει ήδη αναρτημένη στο διαδίκτυο και σε ορισμένες ιστοσελίδες σχολιασμένη. Η Πολιτική θεώρηση του ίδιου του αρχαίου έλληνα φιλοσόφου, το πολιτικό του πάθος και πνεύμα μας αποκαλύπτεται άμεσα στην Επιστολή αυτή που απέστειλε στους πολιτικούς συντρόφους και συγγενείς του Δίωνος. Και, λαμβάνοντας υπόψη μας τα έργα του «Πολιτεία», τους «Νόμους» και τον «Γοργία» κυρίως (σε σχέση με τα άλλα του έργα, τα φιλοσοφικά και παιδαγωγικά), έχουμε την σαφή σκιαγράφηση των προσωπικών του Πολιτικών θέσεων, των Αρχών και Πολιτειακών Ιδεών που πρέσβευε ο μέγιστος των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Το τι είδους και κυβερνητικής μορφής Πολίτευμα επιθυμούσε για την Πολιτεία του, την ποιότητα, τις αρετές και παιδεία των Αρχόντων που θα αναλάμβαναν την εξουσία. Έκτοτε, σχεδόν όλοι οι φιλόσοφοι και στοχαστές, πολιτειολόγοι, διανοητές του δυτικού κόσμου δεν είναι, χωρίς ίχνος εθνικής υπερβολής θα σημειώναμε, παρά σχολιαστές των Πλατωνικών Ιδεών. Όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με την διδασκαλία του Αριστοτέλους. Η «7η Επιστολή» συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Εισαγωγή στον Πλάτωνα» πέμπτη έκδοση, Αθήνα 1970, σελίδες 77-111 πριν το 5 κεφάλαιο του τόμου που ο Θεοδωρακόπουλος αναφέρεται στην «Χρονολόγηση των Πλατωνικών Διαλόγων». Πρώτη έκδοση της «Εισαγωγής» 1941.

     Το καλογραμμένο πληροφοριακό και των νεανικών της αναμνήσεων κείμενο που μου απέστειλε η Ανθούλα Δανιήλ, δεν αποπνέει μόνο άρωμα γυναίκας και εφηβικής συγκίνησης. Τις πρώτες της συστολές και συγκινήσεις μιάς συνεσταλμένης ελληνίδας φοιτήτριας μπροστά στο παρουσιαστικό και στον «ογκόλιθο» της Πλατωνικής Φιλοσοφικής Σκέψης Δάσκαλό της Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο που τον άκουγε να διδάσκει, αλλά και ένα άτομο από κάποια γειτονιά της Αθήνας που διψούσε από τα νεανικά της χρόνια για γνώση, για παιδεία, μια φοιτήτρια που άνοιγε τα φτερά της και αναζητούσε δρόμους και μονοπάτια που θα την οδηγούσαν στους πολιτιστικούς λειμώνες της ελληνικής και παγκόσμιας Τέχνης του ανθρώπου. Και, αυτό, φάνηκε στην μεταγενέστερη ακαδημαϊκή της σταδιοδρομία, όταν μετά την περάτωση των σπουδών της δεν περιορίστηκε μόνο στα καθηγητικά της και εκπαιδευτικά αυστηρώς καθήκοντα, αλλά άπλωσε τα ενδιαφέροντά της και σε άλλους τομείς όπως είναι η συγγραφή βιβλίων, η δημοσίευση βιβλιοκριτικών και συγγραφή μελετών για έλληνες και ελληνίδες λογοτέχνες, την συμμετοχή της σε λογοτεχνικά συνέδρια και, ακόμα, κατά την διάρκεια των καθηγητικών της καθηκόντων-πριν την συνταξιοδότησή της- υπεύθυνη έκδοσης Σχολικού περιοδικού του Υπουργείου Παιδείας για τους Ελληνόπαιδες του Εξωτερικού. Εδώ να υπενθυμίσουμε και την περίπτωση του αξέχαστου φιλόλογου και πεζογράφου Γιώργου Ιωάννου και το περιοδικό του. Θα άξιζε πιστεύω, κάποτε, να ενδιαφερθούν οι αρμόδιοι του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων να συντάξει μία εκτενή εργασία για τους έλληνες καθηγητές και ελληνίδες καθηγήτριες και δασκάλους της Δημόσιας Εκπαίδευσης-και ίσως όχι μόνο της Δημόσιας- τους καθηγητές εκείνους που δεν περιορίστηκαν μόνο στα επαγγελματικά εκπαιδευτικά τους καθήκοντα, και επεκτάθηκαν σε άλλες μορφωτικές και πολιτιστικές ασχολίες και σε τομείς της Τέχνης όπως η ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία, το θέατρο, οι εικαστικές τέχνες, η μουσική, η ιστορία, η θεολογία, η κλασική και λατινική γραμματεία, η λογοτεχνική έρευνα και το δοκίμιο, η βιβλιοκριτική, η μετάφραση, η έκδοση εντύπων κλπ. Η σύνταξη και η καταγραφή πληροφοριακών και άλλων στοιχείων και συγγραφικών δεδομένων μιάς τέτοιας κατηγορίας Καταλόγου, θα μας αποκάλυπτε το τι κρυμμένους εκπαιδευτικούς θησαυρούς μας έχει δώσει μέχρι των ημερών μας η Δημόσια Εκπαίδευση, όλων των Εκπαιδευτικών βαθμίδων στην διαδρομή της Ιστορίας της Ελληνικής Εκπαίδευσης. Το εύρος αντρών και γυναικών φιλολόγων-συγγραφέων είναι τεράστιο και θα αδικούσα αν ανέφερα γνωστά μας ονόματα και των δύο φύλων, πέρα από το γεγονός ότι δεν είναι της παρούσης και θα ξεστρατίζαμε πάρα πολύ.

          Στο πρώτο σκέλος των αναμνήσεών της η Ανθούλα Δανιήλ μας δίνει γνωστές πληροφορίες τις οποίες αντλούμε και από το βιβλίο του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», Αθήνα 1980, ο οποίος με την σειρά του λίγο πριν φύγει από την ζωή, συνέγραψε τις δικές του φοιτητικές αναμνήσεις, τις εκπαιδευτικές του ενασχολήσεις σε δύο Πανεπιστήμια της εσπερίας που σπούδασε, τους φημισμένους στην εποχή τους φιλόσοφους καθηγητές που μαθήτευσε κοντά τους και συναναστράφηκε, μη αποδεχόμενος την πρόταση να σταδιοδρομήσει ως πανεπιστημιακός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος δεν περιορίζεται μόνο στα των χώρων του Πανεπιστημίου αλλά μας δίνει εκπληκτικές εικόνες και του χωριού και της ευρύτερης τοποθεσίας της Χαϊδελβέργης. Από τα φοιτητικά του εκείνα χρόνια χρονολογείται και η στενή φιλία και πνευματική του συνεργασία με την οικογένεια του Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Κωνσταντίνου Τσάτσου που θα κρατήσει μία ζωή. Και νοερώς, συλλογιζόμαστε διαβάζοντας τις φοιτητικές αναμνήσεις της Ανθούλας Δανιήλ, ότι έχουμε μπροστά μας τις προσωπικές παλαιές νεανικές αναμνήσεις του τιμημένου μετέπειτα Πλατωνιστή Καθηγητή και τις σπουδαστικές αναμνήσεις, μάλιστα αρίστης στο μάθημά του (9 ο βαθμός της) και πώς τον εξυψώνει με συνεσταλμένο τρόπο στα μάτια μας καθώς σαν κλασική φιγούρα αρχαίου φιλοσόφου στέκεται μπροστά στην έδρα και διδάσκει τους τότε φοιτητές του με την πλούσια κόμη του και την στιβαρότητα του σωματικού του όγκου. Υψώνοντας το δάκτυλό του προς τα πάνω, που μας κεντρίζει την περιέργεια αν ήταν η σωματική στάση που υιοθετούσε ο Δάσκαλος ή είναι απόρροια της εύρωστης φαντασίας του γνωστής εικαστικής μας εικονογραφίας της «Σχολής των Αθηνών». Αλλά, κάθε πιστεύω μαθητής ή φοιτητής/ ια κρατά μέσα στο σεντούκι των αναμνήσεών του όπως πρωτοφαντάστηκε την εικόνα του δασκάλου του.

          Για την πρωτοβουλία που είχε στην εποχή του ο Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου να εκδώσουν ένα αμιγώς φιλοσοφικό περιοδικό για τους φιλοσοφικούς κύκλους της εποχής του, ένα περιοδικό που εκδίδονταν ανελλιπώς με την αμέριστη φροντίδα του Θεοδωρακόπουλου από το 1929 έως την αρχή του Πολέμου, το 1940 μας μίλησαν στις δικές τους αναμνήσεις μεταξύ άλλων ο πολιτικός και φιλόσοφος Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο πολιτικός και κοινωνιολόγος Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ο πρώην πρωθυπουργός (Πάτρα 13/12/1902- Αθήνα 11/9/1986), δίνει προς δημοσίευση στο περιοδικό «Νέα Εστία» τχ. 759/ 1959, μία διάλεξή του στην γερμανική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ της Γερμανίας. Βλέπε το βιβλίο του «Ποίηση και Αλήθεια στη νεοελληνική ζωή». Την ίδια χρονιά η 33 ενοτήτων Ομιλία του Π. Κανελλόπουλου εκδίδεται από τις εκδόσεις της «Εστίας». Τριάντα χρόνια αργότερα επανεκδίδεται από τις εκδόσεις «Κένταυρος» Αθήνα 1989. Ο λόγιος Παναγιώτης Κανελλόπουλος ακολουθεί το πνεύμα του Υπερίωνα, κεντρικού προσώπου του ομώνυμου βιβλίου του γερμανού ρομαντικού ποιητή Φρήντριχ Χαίλντερλιν στην αναζήτηση της ιδανικής πλατωνικής ομορφιάς. Στην 33η ενότητα του μικρού αυτού συνοπτικής εικόνας της Ελληνικής Ποίησης, μιλά για τον Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο και το φιλοσοφικό σύστημα διδασκαλίας του και συγκεκριμένα για το «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών». Αναφέρει μεταξύ άλλων στην σελίδα 72: 

«Το «Αρχείον Φιλοσοφίας» το ίδρυσαν, μαζί με τον Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, κι άλλοι τέσσερεις φίλοι: Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος που, αν και ειδικός στη Φιλοσοφία Δικαίου, διακρίθηκε και ως ποιητής και δοκιμιογράφος, κι έγραψε κι ένα σημαντικό βιβλίο, όπου ερμηνεύεται φιλοσοφικά το ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά’ Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, που είναι ο δημιουργός μιάς πρωτότυπης πολιτειολογίας’ ο Μιχάλης Τσαμαδός, ένας ευγενικός εραστής της φιλοσοφίας, που έχει αποδώσει στα ελληνικά το έργο του Νάτορπ Η περί ιδεών θεωρία του Πλάτωνος’ κι ένας τέταρτος, που δεν μπορώ ν’ αποφύγω να τον μνημονεύσω τελευταίο: εννοώ τον εαυτό μου.». Ενώ παρακάτω μας δίνει ονόματα γνωστών μας λογίων που συνδέθηκαν με τον Κύκλο του «Αρχείου» όπως ο Πλατωνιστής καθηγητής στο Χάρβαντ, Ραφαήλ Δήμος, Ο Ν. Ι. Τουλ, ο έλληνας υπαρξιστής ποιητής που χάθηκε στον πόλεμο νεότατος αγαπητός μας Γιώργος Σαραντάρης, ο καθηγητής Κώστας Δεσποτόπουλος, ο πολιτικός και οικονομολόγος Παναγής Παπαληγούρας, ο Πειραιώτης καθηγητής και συγγραφέας Βασίλειος Λαούρδας, ο επίσης τραγικά χαμένος πάνω στον ανθό της ηλικίας του αισθητιστής και ποιητής Δημήτριος Καπετανάκης, ο κλασικός φιλόλογος Ιωάννης Συκουτρής, ο φιλόλογος Ιωάννης Κακριδής, ο μαθηματικός  Παναγιώτης Ζερβός, ο θεολόγος Βασίλειος Βέλλας, ο ποινικολόγος Χαράλαμπος Τζωρτζόπουλος και πολλοί άλλοι.

    Ο Λάκων καθηγητής της Ιστορίας της Φιλολογίας και συγγραφέας Παναγιώτης Ν. Πατριαρχέας (1909- 26/5/ 1974), ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έφυγε σχετικά νωρίς από την ζωή. Υπάρχει σχετικό κείμενο νεκρολογίας του στην «Επετηρίδα του Πανεπιστημίου» από τον Ν. Γ. Μελανίτη. Το όνομά του και τα βιβλία του μάλλον δεν μνημονεύονται πια από τους νεότερους.

          Όσον αφορά τον νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη και το βιβλίο του «Ανοιχτά Χαρτιά» από το οποίο ερανίζεται η Ανθούλα Δανιήλ το απόσπασμα των αναμνήσεών του, δεν νομίζω να χρειαζόμαστε συστάσεις. Να συμπληρώσουμε μόνο ότι το 516 σελίδων βιβλίο του με σχέδια εξωφύλλου του εικαστικού Γιάννη Μόραλη εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Αστερίας», Αθήνα 1974. Το όνομα του Πλατωνιστή δασκάλου αναφέρεται στην σελίδα 272 μαζί με εκείνα των νέων Καθηγητών Κ. Τσάτσου και του Π. Κανελλόπουλου «που γνώριζαν δόξες και ασκούσανε πάνω στους νέους μιάν αδιαφιλονίκητη γοητεία». Αλλά όπως μας εξομολογείται στην συνέχεια ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης: «Όταν είσαι εικοσιδύο χρονών δεν είναι τόσο για τη μορφή και για την τελειότητα, όσο για την περιπέτεια όπου το πνεύμα είναι δυνατόν να σε οδηγήσει, που ενδιαφέρεσαι. Κατανοητές ή όχι οι θεωρίες που ακούγαμε, ήταν άλλες τόσες Σειρήνες πού μας τραβούσανε μακριά. Κι ο προβληματισμός καταντούσε για μένα μιά ηδονή, σαν την επιβίβαση σε καράβι.» σελ. 273.

          Και αυτήν την ούρια περιπέτεια της φιλοσοφικής σκέψης και των ιδεών του παλαιού Πλατωνιστή δασκάλου από τον Βασσαρά της Σπάρτης, Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο θελήσαμε να επαναφέρουμε στην σύγχρονη επιφάνεια στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Στην σημερινή μας ανάρτηση είχαμε πλοηγό τις φοιτητικές αναμνήσεις της φιλολόγου και κριτικού Ανθούλας Δανιήλ.

          Σάββατο του Λαζάρου σήμερα και αύριο Κυριακή των Βαϊων, ας ολοκληρώσουμε το σημερινό μας σημείωμα με ένα δίστιχο από το ποιητικό αναλόγιο του Οδυσσέα Ελύτη και το ποίημα «ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ» από την συλλογή του «Το Φωτόδεντρο και η Δεκάτη Τετάρτη Ομορφιά».

          «Πρέπει να ‘ταν των Βαϊων τ’ ουρανού    επειδή και τα πουλιά κατέβαιναν μ’ ένα κλαδάκι πράσινο στο ράμφος και στον ύπνο μου».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

4 του Απρίλη 2026  

      

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Από τα ποιητικά θησαυρίσματα του Οδυσσέα Ελύτη

 

Από τα ποιητικά θησαυρίσματα του Οδυσσέα Ελύτη

              ή

Ποιητικός Πασχαλινός Εορτασμός

     Εισερχόμεθα- αύριο, -Σάββατο του Λαζάρου-στην τελευταία εβδομάδα, την Μεγαλοβδομάδα του εορτασμού του Πάσχα. Μια άκρως ποιητική και υμνολογική εβδομάδα της Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Παράδοσης του απανταχού Ελληνισμού. Νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, πιστοί και ολιγόπιστοι, άθεοι και χλιαροί, ένθερμοι ζηλωτές και αδιάφοροι, βάρβαροι έλληνες και μη έλληνες βάρβαροι, επί δικαίων και αδίκων το Φως της Ποίησης θα καταυγάσει τις ψυχές μας, επί Κυρίων και Δούλων. Η λάμπουσα σκιά του θα σκέπει ζωντανούς και κεκοιμημένους μαζί, σε μία ιερή λειτουργία της ενθάδε παρούσας ζωής με το αινιγματικό επέκεινα του μέλλοντος αιώνος. Σε μία ιστορική ακολουθία συνέχειας του χρόνου κάθε φορά ως παρόν. Το παρόν της Ποίησης της αιματοβαμμένης Μνήμης των Ανθρώπων που συνεχίζεται ως υμνωδία, ως υμνολογία, ως ποίηση, ως στίχος, ως σήματα ιερής βαρύτητας λέξεων, ως γλώσσα προσωπική και ταυτόχρονα οικουμενική, που μας υπενθυμίζει κάθε φορά ότι ο ανθρώπινος πόνος, η προσωπική δυστυχία της ζωής μας είναι ουσιαστικά καταστάσεων-ρήματα αμετάβατα. Μία ψηφιδωτών εικονογραφία πανάρχαιων συμβόλων, στιγμών της ζωής καταστάσεων και ελπίδων. Αυτό που υπήρξε και ελπίζεται ατομικά και συλλογικά ως εορταστική σύναξη. Ο Άχραντος λόγος της Ποίησης.

        Και, για όσους και όσες μπαίνουν και βλέπουν, διαβάζουν τα Λογοτεχνικά Πάρεργα από την Ελλάδα και παγκοσμίως, ένα μικρό πασχαλινό «αυγό» ως δωράκι, που πάνω του αναγράφει αποσπάσματα από την γνωμική ποίηση της μεταθανάτιας συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη «ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ» η οποία κυκλοφόρησε το 1998 από τις εκδόσεις «Ίκαρος». Μια ποίηση πεμπτουσία της Ελυτικής μαγείας, γνωμικές ποιητικές σταλαγματιές σοφίας, ρήσεις ολιγόστιχης βαθειάς εμπειρίας, ποιητικής αθωότητας δωρικότητα, άσπιλου παιχνιδίσματος των αισθήσεων. Μια ποίηση έμπλεη φωτός που σελαγίζει με τους κυματισμούς της ελληνικής γλώσσας στο χρόνο. Φτερουγίζει με τα φτερά των αγγέλων των ελληνικών λέξεων μπροστά στον «Ήλιο της Δικαιοσύνης». Πανηγυρίζει ουρανοβόρα, Μελίζει ανθοφόρα, Κοσμεί τον ακάνθινο στέφανο της ζωής με τα εύοσμα λουλουδάκια της ποίησής του. Άφατο μύρο παράδοσης της Ελληνικότητας είναι η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, λαμπρότητας όραμα της ελληνικής γλώσσας από τους πανάρχαιους ιστορικούς αιώνες μέχρι του παρόντος και μεταγενέστερα. Μυστική αγγελικότητα ελευθερίας, ευδία της ψυχής στο βάθος του ορίζοντα που ενώνεται ο ασβεστωμένος τρούλος ενός εξωκκλησιού με το ρευστό μπλε του ουρανού. Εκεί που ενώνεται ο αναστεναγμός του πόνου ή της ευτυχίας του ανθρώπου με τους θλιμμένους παφλασμούς της θάλασσας. Στην αέναη διαλεκτική του χρόνου του θανάτου με την ζωή ως νεφέλη ονείρων. Ως αναστάσιμο μνήμα-σήμα της ελληνικής γλώσσας, ενός παιδιού που παίζει στην παραλία με τα «ροζ-βιολετί» βότσαλα των λέξεων δίπλα σε αρχαία ναυάγια και θρύλους της φαντασίας, σχηματίζοντας πάνω στην άμμο τα νέα και πάλι ερωτήματα προς την Γοργόνα που αχνοφαίνεται στο βάθος να κολυμπά δίπλα σε χαμογελαστά και χαροποιά δελφίνια. Την γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική στις αμμουδιές του Ομήρου.

-ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΓΝΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

Όσο κι αν μειώνω αυτά που σημειώνω

     πάντα κρατώ τον όνο

Πού θα με φέρει πίσω σ’ όσα δεν

    Έσωσε να λύσω.

--//--

-Σε δύο μόνον πράγματα χρησιμεύουν οι λεγόμενοι συγγενείς: να πίνουν το λικέρ της γιορτής σου και τον καφέ της κηδείας σου.

--//--

-Κι έναν πόντο πιό ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει ο Θεός.

--//--

-Ναι, θα πεθάνουμε από μιάν άποψη όλοι μας. Αλλά όμως θα εξακολουθούμε να ‘μαστε της ίδιας μας της ύλης ο συνεχής κι ατέρμονος όρθρος.

-//--

-Στις Κυκλάδες οι μικρές εκκλησίες αφθονούν και λάμπουν όπως τα βότσαλα. Αλλού πουθενά χριστιανοί δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο ειδωλολάτρες. Και είναι με το μέρος τους ο Θεός.

--//--

-Έχε το νου σου μην και χαθεί το δοχείο της φαντασίας σου.

Δε θα σου μείνει μήτε Αινστάιν μήτε άγιος Χαράλαμπος.

--//--

-Η φθήνια φτάνει κάποτε να στοιχίζει τόσο ακριβά, που ανάγκη πάσα να γίνεις μέγας επιφυλλιδογράφος.

--//--

-Έχω πει τόσες πολλές αλήθειες, που μοιάζει με ψέματα.

--//--

-Το πινέλο του ζοφερού δεν πιάνει ποτέ στο μαύρο

Χρειάζονται αλήθειες, ακόμη και για να πεις ψέματα.

--//--

-Οι πενταροδεκάρες της ατιμίας που μήτε παίρνεις είδηση αποτελούν εντούτοις, όπως το αντίστροφο ενός εράνου, την απώλεια του μισού κεφαλαίου σου.

--//--

-Από την τρέχουσα πραγματικότητα στην απώτατη προφταίνω να καταλάβω ποιός είμαι.

--//--

-Η σκέψη ξεβάφει, ο νους ποτέ.

--//--

-Στα ερείπια συχνάζουν οι μέλισσες και οι πρώην ιδέες.

--//--

-Με λίγα σπουργίτια, μία βρύση και κανέναν άνθρωπο, μ’ αυτά μόνον, γίνεται να φτιάξεις το μοναστήρι πασών των θεοτήτων.

--//--

-Το θαύμα είναι πάντοτε μονογενές. Η παραμικρή προσθήκη ευφυϊας Μαγιού το μεταβάλλει σε γεωμετρημένο λαχανόκηπο.

--//--

-Μάργαρον ύδωρ.

--//--

-Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισσέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.

--//--

-Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη. Γι’ αυτό βλέπεις να καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες, χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά.

--//--

-Ώ δύσβατη, δύσβατη ζωή, από ποιό σοκάκι γίνεται κανείς να σε περάσει!

--//--

-Πήρε τα φύλλα κίτρινα ο αέρας βροχερές κιθάρες.

--//--

-Κι ένα άστρο που σου κρύβεται, μην τύχει κι είσαι ο ιδιοκτήτης του.

--//--

-οποσακισούν.

--//--

-Καθ’ οδόν βρίσκεις τον Οδυσσέα σου, και πάλι ζήτημα είναι. Θέλει να κοιμάσαι μ’ ανοιχτά πανιά και μ’ ανεβασμένη την άγκυρά σου.

--//--

-Πιο κοντός απ’ τη λύπη του ο άνθρωπος.

--//--

-Φανού πρίγκιπας πρίν την ώρα σου

Αλλιώς θα ‘ναι αργά ως και για το διωγμό σου.

--//--

-Να φωτογραφίζεις αν γίνεται τη στεναχώρια σου την ώρα που περνάει το τρένο κι αστραποβολούν τα παραθυράκια της.

--//--

-Τρέφομαι απ’ αυτά που οι άλλοι νηστεύουν για να σώσουν την ψυχή τους. Χρειάζεται κάποτε να γίνεται παρά ένα φωνήεν αισθηματικό το στομάχι μας.

--//--

-Πολέδρα του αδάμαντος εστέ η ζωή μας.

--//--

-Η ομορφιά μπορεί να πουλιέται. Στις τράπεζες όμως δεν κατατίθεται ποτέ. Ο τόκος θα ήτανε μία φθορά επιπλέον στο υποτιθέμενο κεφάλαιο.

--//--

-Στο μυαλό του καθενός περιμένει μιά κότα.

--//--

-κείνον, ός Ζεφύρου τε σι-

       γάζει πνοάς

αιψηράς –οπόταν τε χει-

    μώνος σθένει

φρίσσων Βορέας επι-

    σπέρχη, πόντον τ’ ωκύαλον

ριπαίσι ταράξη

--//--

-Κάποτε νιώθω να ‘μαι ανάμεσα σ’ αυτούς που δε γνώρισα ποτέ.

--//--

-Για να φτάσεις στον οργασμό δεν σου χρειάζεται Shakespeare.

--//--

-Γιατί και ο έρως μιά θαυματουργία είναι.

--//--

-Το πλήν του ενός με αγγίζει.

          Πού θα ‘λεγε τινάς τις Πυθαγόρειος.

--//--

-Οι ιδέες είναι σαν τα φαντάσματα, περνάς ανάμεσά τους κι αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν. Τις κλοτσάς, κι εκείνες δεν σαλεύουν! Εάν δεν τους λείψεις εσύ, δεν πρόκειται να λείψουν ποτέ.

--//--

-Τα ορθογραφικά λάθη στη γεύση τα διορθώνεις με λίγο πετραδάκι άμπωτης και πολύ νερό της λουϊζας.

--//--

-Η εξ απροσεξίας ανορθογραφία στα νοήματα μπορεί κάποτε να βγάζει σε Martin Heidegger, όπως και στη μουσική σε Carl Maria von Weber.     Η εκ προμελέτης όμως μόνον στον Picasso και εναντίον εκείνου του «όχι πάντοτε» που είπε κάποτε ο ίδιος.

--//--

-Για να τις φθάσει να λάμπουν ο χρυσοχόος τις λέξεις του, προηγουμένως τις βουτά στο φαρμάκι. Γι’ αυτό καθετί πικρό γοητεύει. Όπως η άγουρη ελιά και του Εμπεδοκλέους το ήτορ.

--//--

-Όπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο, έτσι κι ο ποιητής την αφροσύνη του σε πικρόν υδράργυρον, αλλ’ αγάπης.

--//--

-Τον κορυδαλλό τον ακούς μόνον όταν δεν τον βλέπεις, όπως την έμπνευση τη βρίσκεις μόνον όταν δεν την κυνηγάς.

--//--

-Το κατά λάθος λάθος μπορεί να σε οδηγήσει και σε άλλα επόμενα, δεν σε επαναφέρει όμως στο σωστό ποτέ.

--//--

-Να πετύχεις μονόλογο σε όλες τις διαλέκτους του τρεχούμενου νερού.

--//--

-Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ του μη όντος όν λογαριάζει.

--//--

-Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά, που να μη  ματώνει ποτέ η ευλάβεια.

-----//------

        Πάσχα και το γλυκό κρασί της ποίησης του Νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη μας κοινωνεί και στο τραπέζι του Μυστικού Δείπνου και στο γεύμα της Ανάστασης. Πρόσκληση αγρύπνιας της ποιητικής ευωδίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026.

Εσπερινός της του Λαζάρου……