Δώδεκα
κεκραγάρια
ή
του Δείπνου
σου του Μυστικού Λόγε
Σκηνή 1η
«Εν τω μέσω
της νυκτός» μαζευτήκαμε αγαπημένοι μου μαθητές δια τον φόβο αυτών που θα έρθουν
μετά από εμάς και θα μιλήσουνε στο όνομά μας, φορώντας άμφια χρυσοποίκιλτα,
κρατώντας ράβδους της εξουσίας, από άμβωνος κραδαίνοντας αρές και κατάρες,
υψώνοντας κατά των ανθρώπων τον λόγο της αρετής τους.
Σκηνή 2η
«Από φυλακής
πρωίας μέχρι νυκτός» ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο γυρνούσε μέσα στα υγρά
και στενά σοκάκια της Φλωρεντίας αναζητώντας τα πρόσωπα που θα έκανε μοντέλα
των πινάκων του. Καρδινάλιοι και Μαικήνες Άρχοντες του παράγγελναν πίνακές του
για να κοσμήσουν τις Εκκλησίες τους, να στολίσουν τα Αρχοντικά τους, να
δοξάσουν το όνομά τους στους αιώνες των αιώνων. Έβγαινε από το ασκητικό καμαράκι
του φορώντας την αρματωσιά του για τον φόβο των δολοφόνων συμπολιτών του. Αψύς
και οξύθυμος λογομαχούσε μέσα στις ταβέρνες, κοιμόταν με Κασσιανές πόρνες και
αγγελόμορφους νεαρούς μαχαιροβγάλτες αναζητώντας το κρυφό φώς της ψυχής τους.
Τους ρακένδυτους, τους φτωχούς που ζητιάνευαν μπροστά στους Μεγαλόπρεπους
Ιερούς Ναούς, τους εξαθλιωμένους και πεινασμένους με απλωμένα τα χέρια μπροστά
από τα Μέγαρα των φιλότεχνων Τραπεζιτών. Τα ανθρώπινα αμαρτωλά μοντέλα με τα
οποία θα φιλοτεχνούσε τα πρόσωπα της σκηνογραφίας του Θείου Δράματος.
Χαρτόπαιζε μέσα σε σκοτεινές αίθουσες με κάποιον ονόματι Φιοντόρ από την
παγωμένη και μακρινή Αυτοκρατορική Ρωσία που έγραφε μυθιστορήματα. Μεθούσε
μέχρι λιποθυμίας με έναν έλληνα ψάλτη και ποιητή ονόματι κυρ Αλέξανδρο που θαύμαζε
την ζωγραφική του μαεστρία. Αυτό το μαγευτικό παιχνίδισμα των σκιών με το φώς
που κατόρθωνε στους πίνακές του, το θαυμαστό συνταίριασμα της γήινης ύπαρξης με
την θεία φύση του ανθρώπου. Αυτήν την απαλή μελωδία των χρωμάτων και των
γραμμών του που μόνο ένας σαλός που γεύτηκε την Ουράνια Ομορφιά μπορούσε να
αποδώσει. Άτυχε Καραβάτζο της Μοίρας οι σκοτεινές δυνάμεις έκοψαν νωρίς το νήμα
της ζωής σου.
Σκηνή 3η
«Πληρώσωμεν
την εσπερινή δέηση ημών τω Κυρίω». Έλθετε νεφέλες της θείας μακαριότητας εξ
ουρανού κοντά μας, εδώ κάτω στην θερμή γεννήτρα και τροφό γη που στενάζει από
ανθρώπινο πόνο και βάσανα. Ρίξτε τις μυριάδες σταγόνες του ελέους σας και
λυτρώστε μας από τον θάνατο, γιατρέψτε μας από τις αρρώστιες, θεραπεύστε μας
από τις επιδημίες. Απαλλάξτε μας από τις ανθρώπινες αμάχες, πολεμήστε το Κακό
που κυβερνά τον Κόσμο. Χαρίστε μας το Φώς του Ήλιου της Δικαιοσύνης και της
Δόξας των πλασμάτων σου Ώ! Φώς της Αιώνιας Ανοίξεως.
Σκηνή 4η
«Πάντοτε νύν
και αείν» Βυζαντινοί μίμοι ψαλμωδοί ξορκίζουν τον θάνατο που γεύεται ως
ζαχαρωτό ένα μικρό παιδί από την πόλη του Μεξικού του Κόσμου τούτου.
Σκηνή 5η
«Ευλόγησον
άγιε δέσποτα» ότι «Πολύς ο Διόνυσος παρ’ ημίν βακχεύει» σκυφτή μέσα στο στασίδι
της η Μάνα Παναγιά Εκάβη σιγοψιθυρίζει.
Σκηνή 6η
«Καιρός του
σπέρνει και καιρός του θερίζει» ως μακρινός απόγονος του ποιμένα πατριάρχη
Αβραάμ έρχομαι σιμά σου ιερέ Νυμφίε της Δόξας να με υποδεχτείς με όλα τα
ζωντανά μου και την σπορά μου. Σε ικετεύω με τα ουράνια δώρα σου κάρπισε το
χώμα τούτο, κάνε να βλαστήσει καρπούς ανθοφόρους η ξερή γη, δώσε τροφή στα
ζωντανά και πότισε τους αγρούς. Συ η πηγή της ζωής ως αίμα και σώμα κοινωνίας,
χορταίνει και ξεδιψά κάθε ζωντανή ύπαρξη επί της γης.
Σκηνή 7η
«Η εν
πολλαίς αμαρτίαις…» Σαν άσπιλη λαμπάδα ερωτικού πάθους προσέρχομαι σιμά σου Ω,
Κύριε. Κάθαρε της ψυχής μου το ένδυμα, απόπλυνε από τους σκοτεινούς σπίλους το
σώμα μου, ευλόγησε το λιβάνι της ικεσίας των δακρύων μου, των παθών των ερώτων
μου στάσου έλεος.
Σκηνή 8η
«Ω Φώς των
οφθαλμών μου» Λέγεται ότι κάποιος τρελός εραστής του Ουρανού ονόματι Θεόφιλος
από τα μέρη της Μικράς Ασίας κοντοπίθαρος, φτωχός, αναμαλλιάρης και άπλυτος με
μια περικεφαλαία στο κεφάλι και ένα κασελάκι με χρώματα και πινέλα γυρίζει στα
καφενεία των Ελλήνων ικετεύοντας τους δουλειά για ένα κομμάτι ψωμί, για δύο
ελιές και μία ντομάτα. Ξέρετε, τους έλεγε με την απροσποίητη αυθεντική λαλιά
του ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: «εγώ είμαι αυτός που ζωγράφισε τον Μέγα Αλέξανδρο, Ήρωες
αγωνιστές του 1821 με φορεσιές Αρχαίων Ελλήνων. Είμαι αυτός που ζωγράφισε τον
Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, την ποιμενική ζωή των Ελλήνων και άλλα που θα
θαυμάζουν οι μελλούμενες γενεές των Ελλήνων». Γυρνά μονάχος και με κυρτό το
σώμα φορώντας την φουστανέλα του, κρατώντας την σπάθα του, παιανίζοντας την
λερωμένη σημαία του, τα σφιχτοδεμένα στα πόδια του βαριά τσαρούχια του ζητώντας
τους, παρακαλώντας τους να τους στολίσει τα σπίτια με τις λαμπροφόρες
χρωματοπίκιλτες ζωγραφιές του. Απαλά γαλάζια χρώματα, φωτεινές γραμμές και
περιγράμματα, σκιτσάρισμα καθαρότητας Ελλήνων ανθρώπων θεσπέσιων αναλαμπών
ανθρωπιάς και γαλήνης. Λαμπάδες αναμμένης προσωπογραφίας στην επίγεια λευκότητα
του απειθάρχητου νου του στο μπόϊ και το μέτρο των απλών ανθρώπων με άσπιλα
πάθη. Σώματα που εκπέμπουν φως μιάς εσωτερικής επίγειας και ουράνιας θερμότητας
και πρόσωπα που βλασταίνουν προνομιούχα λαϊκή ομορφιά. Τοπίο παραδείσιας
αγροτικής ζωής και θαλάσσιας φρεσκάδας. Ονόματα και φιγούρες γνωστές μας, οικείες
που ευωδιάζουν παράδοση Ελληνικότητας. Ένας Αθανάσιος Διάκος που μαρτυρεί
υπερηφάνως και μια ομάδα μετωπική χορευτών και χορευτριών που γλεντούν με χαρά
σε μία πανηγυρική ατμόσφαιρα εθνικής υπερηφάνειας. Αίσθηση και συναισθήματα
μιάς λαϊκής τέχνης αθώας και καθαρής, γαλήνιας μέσα στον σάλαγο των ηρωικών
γεγονότων που υπερβαίνουν την αριστοκρατική τέχνη της δυτικής καλλιτεχνίας στην
αντίληψη της ελληνικής αισθητικής. Καθάρια Καλοκαιρινή ατμόσφαιρα
προσωπογραφίες και φυσικά ηλιόλουστα τοπία που εικονογραφήθηκαν από έναν
αυτοδίδαχτο λαϊκό μικρασιάτη φουστανελά φτωχό αγιογράφο της ελληνικής ψυχής που
το βλέμμα του άγγιζε τον Ουρανό και το χέρι του τον Όλυμπο. Τον Θεόφιλο.
Κελαηδούσε το φτωχό αηδόνι του Πηλίου και οι γύρω του που δεν άκουγαν τους
γλυκόηχους κελαηδισμούς των χρωμάτων του, τον αγνοούσαν, τον περιέπαιζαν τα
μικρά παιδιά πετώντας του πετραδάκια, κορόιδευαν αυτόν τον μικροκαμωμένο
ψωμόλυσσα ζωγράφο που ζωγράφιζε ικετεύοντας για μία φέτα ψωμί, ένα μπουκάλι
λάδι και λίγη φέτα, να αγοράσει τα χρώματά του και τα πινέλα του, και τον
λυπόνταν που γύριζε σε πλατείες και καφενεία θερμοπαρακαλώντας και εκείνοι,
ελάχιστες φορές και περιπτώσεις, οι τρανοί και απάνθρωποι συνέλληνες χριστιανοί
του έδιναν να ασπρίσει τους τοίχους των σπιτιών τους, να ασβεστώσει τις μάντρες
τους, να σχεδιάσει με σχέδια τις οροφές των δωματίων τους. Και εκείνος
πεινασμένος και τυλιγμένος μέσα στην ασφάλεια των φωτεινών οραμάτων του δούλευε
υπάκουα και αγόγγυστα, εκπληρώνοντας τον ιερό σκοπό που είχε τάξει τον εαυτό
του. Την Ελλάδα ως Όνειρο Ηρωικής και Θαυματουργούς αίσθησης που διδάχθηκε μέσα
στον χρόνο και την ιστορία να κυοφορεί και να καλλιεργεί τους δημιουργικούς και
πολιτιστικούς μύθους της. Το θαύμα της Μυτιλήνης, το θαύμα της Εδέμ των
χρωμάτων του.
Σκηνή 9η
«Και εν τω
ελέη σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου». Διαβάζεις από το αναλόγιο του έργου
του αυστριακού πανεπιστημιακού γλωσσολόγου και φιλόσοφου, δασκάλου σε δημοτικό
και βοηθό κηπουρού σε μοναστήρι Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν. «Κόσμος και Ζωή είναι
ένα και το αυτό».- «Ο θάνατος είναι που δίνει στη ζωή το νόημά της».- «Στον
θάνατο, ο κόσμος δεν αλλάζει, αλλά παύει να υπάρχει».- «Η ζωή μας δεν έχει
τέλος’ με την ίδια έννοια που το οπτικό μας πεδίο δεν έχει όρια.».- «Η λύση του
αινίγματος της ζωής σε χώρο και χρόνο βρίσκεται εκτός χώρου και χρόνου.». –«Με
άλλα λόγια, η πίστη, ως εκφραζομένη με συστηματικούς όρους με βάση τα
αποδεικτικά στοιχεία, μπορεί μόνο να είναι η τελευταία συνέπεια- στην οποία
πολυάριθμοι τρόποι του σκέπτεσθαι και του πράττειν αποκρυσταλλώνονται και
συναντώνται.»- «Η δύναμη μιάς πίστης δεν είναι συγκρίσιμη με την ένταση του
πόνου.».- «Πίστη σημαίνει υποταγή σε κάποιαν εξουσία. Άπαξ και υποτάχτηκες, δεν
μπορείς, δίχως να επαναστατήσεις εναντίον της, να τη θέσεις υπό κρίσιν, και να
τη βρεις ξανά αξιόπιστη.».- «Το πώς
έχουν τα πράγματα, αυτό είναι ο Θεός.».- Το πώς έχουν τα πράγματα στον κόσμο
είναι εντελώς αδιάφορο για το Ανώτερο. Ο Θεός δεν φανερώνεται μέσα στον
κόσμο.».- «Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείς τη λέξη ‘Θεός’ δεν δείχνει ποιον
εννοείς, αλλά τι εννοείς». –«Αν ο Θεός κοιτούσε στις ψυχές μας, δεν θα μπορούσε
να δει εκεί για ποιον μιλάμε.».
Σημείωση: Οι μεταφράσεις των ρήσεων του
Βιτγκενστάιν είναι του Κωστή Μ Κωβαίου και του πειραιώτη καθηγητή και κριτικού
της λογοτεχνίας Βαγγέλη Αθανασόπουλου, από τα βιβλία τους Λ. Β. «Αφορισμοί
& Εξομολογήσεις» εκδόσεις Καρδαμίτσα 1993 και Λ. Β. «Διαλέξεις για την
θρησκευτική πίστη» εκδόσεις Αστρολάβος/ Ευθύνη 1984.
Σκηνή 10η
«Ερχόμενος ο
Κύριος προς το εκούσιο πάθος» Απαρνήθηκα τις χαρές της ζωής για Σένα. Στερήθηκα
τις ηδονές του βίου για Σένα. Λησμόνησα την επίγεια πατρίδα μου για την δική
σου βασιλεία που ποθούσα για Σένα. Την ζεστασιά των δικών μου αρνήθηκα για την
δική σου θερμότητα για Σένα. Συνομίλησα με τους κεκοιμημένους μάρτυρές σου για
Σένα. Πληγώθηκα σωματικά μιμούμενος το δικό σου μαρτύριο για Σένα. Θυσίασα τα
πλούτη της γης και τις δόξες για Σένα. Απέφυγα τους ολέθριους δρόμους της
«αμαρτίας» για Σένα. Νυμφίε της Ανάστασης. Και Εσύ έμεινες σιωπηλός, απόμακρος
και αδιάφορος μέσα στην Ιστορία. Στέλνοντάς ελάχιστα σήματα μέσα στους αιώνες
που μηνούσαν: «Μα, δεν κατανόησες ποτέ σου ότι με σταύρωσαν, πέθανα ολοκληρώνοντας
την αποστολή μου;». «Πότε επιτέλους θα αποδεχτείς ότι δεν αναστήθηκα»; Το Κενό Μνημείο
στηρίζεται στην δική σου ευπιστία μέσα στους αιώνες της πίστης σας.
Σκηνή 11η
«Πάσαν την
βιοτικήν αποθώμεθα μέριμνα» Απολαμβάνω την επίγεια αταραξία της πίστης μου. Υμνολογώ
τον ήλιο της δικαιοσύνης που φωτίζει δικαίους και αδίκους. Διαβάζω την παλαιά
σοφία των γραφών. Ευημερώ μέσα στην κοινωνία των συναθροισθέντων πιστών. Επαναπαύομαι
με τα λόγια των παλαιών προφητειών και δεν αμφιβάλλω. Ευημερώ μέσα στις βεβαιότητες
της πίστης μου και συντάσσομαι με τις εξουσίες του Κόσμου τούτου. Απαρνούμαι τα
εγκόσμια. Οικοδομώ Εκκλησίες που δοξάζουν το όνομά σου. Χορήγησέ τα σημάδια της
δουλικής Σωτηρίας μου Κύριε των Δυνάμεων Διόνυσε και Χριστέ μου.
Σκηνή 12η
Συγκεντρώθηκαν
οι 12 μαθητές του Υιού του Ανθρώπου για το τελευταίο τους κοινό γεύμα με τον Δάσκαλό
τους στον Κήπο της Γεσθημανής. Απλοί ψαράδες και μαραγκοί μάστορες φτωχοί το
πνεύματι. Φοροεισπράκτορες, μέλη της ίδιας οικογένειας, και ένας επαναστάτης της
Ρωμαϊκής εξουσίας που ανέμενε ο Ραββί να τους οδηγήσει στην εξέγερση. Αυτός που
θα τον πρόδιδε σύμφωνα με το θεϊκό σχέδιο και θα γίνονταν ο «αποδιοπομπαίος τράγος»
μέσα στην Ιστορία της Χριστιανικής Θρησκείας- Εκκλησίας. Αυτό το ιερό σκηνικό και
ιερουργικές στιγμές εικονογράφησε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Ισομοίρασε τα δώδεκα
κομμάτια του ψωμιού ο Χριστός και έφαγαν όλοι το μερτικό που τους αναλογούσε
μυστηριακά από το σώμα του αλιέα των ψυχών. Το ίδιο έπραξε και με το κρασί και όλοι
ήπιαν μυστηριακά από το αίμα του αμπελουργού των ζωών τους. Έριξαν όλοι στην γη
το συχώριο του αναμενόμενου θυσιαστικού μαρτυρικού θανάτου που ανέμενε τον Κύριό
τους. Θάνατος επί του Σταυρού. Ο Άνθρωπος από την Γαλιλαία άρχισε να τους ευλογεί
και να τους λαλεί τους Μακαρισμούς του. Όταν τέλειωσε το τελευταίο Δείπνο, άλλοι
αποσύρθηκαν, άλλοι κοιμήθηκαν άλλοι περιπάτησαν μέσα στον Κήπο. Εκείνος που προέβλεπε
ότι θα παραδώσει σε λίγο την ζωή του, μόνος και λυπημένος, απογοητευμένος, αποσύρθηκε
για να προσευχηθεί όχι για τον εαυτό του αλλά για τους δώδεκα μαθητές του τι τύχη
τους περίμενε μετά την δική του φυσική μαρτυρική, ατιμωτική απώλεια. Καθώς
απομακρυνόταν γύρισε και τους κοίταξε για τελευταία φορά να επαναπαύονται μέσα
στην μακαριότητα της συντροφιάς και την εμπιστοσύνη που τους προσκαλούσε η μέχρι
τότε τρίχρονη διδασκαλία του.
Εκείνος,
απομακρύνθηκε περιμένοντας να τον συλλάβουν. Ήταν ακόμα ένα ιστορικό πρόσωπο της
Ιστορίας του Λαού του που τον εχθρεύονταν οι δυνάμεις της πολιτικής και της θρησκευτικής
εξουσίας της εποχής του. Ο Μύθος της Αναστάσεώς του θα ακολουθούσε μερικά χρόνια
αργότερα και θα εδραιώνονταν από τον απόστολο Παύλο που θα οικοδομούσε την Εκκλησία
των πιστών ακολούθων του.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
Τετάρτη 8 του ξανθού Απρίλη του 2026.
Ο Μυστικός Δείπνος.