Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΔΕΣΜΟΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

 

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»

7  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑΙ  ΔΙΑΤΡΙΒΑΙ

          ΔΕΣΜΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

ΑΘΗΝΑΙ 1975, Σελίδες 554 διαστάσεις 17Χ24, τιμή παλαιοπωλείου 35 ευρώ.

Τυπογραφείον Ιορδάνου Μυρτίδη. Μενάνδρου 23 Αθήναι

Φωτογραφία του καλλιτέχνη φωτογράφου Θανάση Διαμαντόπουλου.

     ΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ

-ΑΝΝΑ ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ- ΓΑΛΑΝΟΥ,

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ, Θ-ΙΑ

    Ο Descartes θεωρούσε τη λογική όργανο που μπορεί να χρησιμοποιηθή σε κάθε είδος συνάντησης. Στο υπαρξιακό όμως επίπεδο η συνάντηση έχει και  ένα «γιατί» αναπάντητο, είναι ένα μυστήριο.

          Την αγάπη για το δάσκαλο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο, που λογικά δείχνεται με το αφιέρωμα αυτό μελετών μαθητών του πάνω στο έργο του ή μ’ αφορμή το έργο του-κι όχι τη συναγωγή ετερόκλητων άρθρων, που έχουν αθροιστική μόνον ενότητα- εμείς οι μαθητές στην πραγματικότητα δεν θα την περιγράψουμε ποτέ ολότελα, αφού είμαστε πάντα μέσα σ’ αυτήν, όχι αντίκρυ της.

          Οι μαθητές, που ξαναστοχάστηκαν το λόγο του Δασκάλου, έφεραν τα μέρη του όπως κάποτε τα παιδιά των φίλων τα μέρη του "συμβόλου". Οι ειδολογικές συμπτώσεις, οι «μαθήσεις» και η  κοινή διαπίστωση της ενότητας όλου του πνευματικού θησαυρού του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου- η αναβίωση της οριζόντιας επικοινωνίας- έγιναν εγγύηση για τη γνωριμία των μαθητών μεταξύ τους, για μιάν αμοιβαία κατανόηση.

          Η πιστότητα αυτή στο λόγο του Δασκάλου δεν είναι όμως δίχως κίνδυνο. Ο κίνδυνος φωλιάζει πάντα στην ερμηνευτική προσπάθεια- χώρια που αυτή έχει πάντα μιά ενδογενή έλλειψη από την υπαγωγή του πρωτότυπου στο αναπλαστικό-και πιό πολύ όταν η ερμηνεία δεν είναι αντικατοπτρισμός, απλή «εξήγηση», ακριβώς γιατί το αντικείμενό της είναι μιά σκέψη διαλεκτική, όπου τα αντίθετα υπάρχουν όπως στη φύση, οι αντινομίες όπως στη ζωή.

          Ο λόγος του ανθρώπου δεν είναι μόνο πληροφοριακός, είναι και κάθετη επικοινωνία. Συνιστώσες της ποιότητας του λόγου του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου είναι η ηθική κατεύθυνση και η μαχητική τάση: όραμα συχνά «ενός όμορφου κόσμου ηθικού» δεν είναι ποτέ παρασιώπηση προβλημάτων, αλλ’ ιστορική κρίση της μεταβλητής πραγματικότητας, ριψοκίνδυνη πάντα επιχείρηση. Το ριψοκίνδυνο αυτό κάνει το φιλοσοφικό λόγο του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου λειτουργικά εποικοδομητικό. Οι θέσεις του επιτρέπουν ή μάλλον επιβάλλουν να κορμιάσουν* πάνω τους προτάσεις, προεκτάσεις, αντίλογοι.

          Έτσι η προσφορά των μαθητών στο Δάσκαλο, εκτός από το πρώτο της νόημα-τη σήμανση και αποτίμηση του φιλοσοφικού προσανατολισμού- αποκτά και πραξιολογική σημασία. Γίνεται ενεργητική συμπεριφορά απέναντι στα καίρια προβλήματα της ζωής του νεοελληνισμού, όπως είναι η πολιτική μας πραγματικότητα, τα κινήματα των νέων, η παιδεία, η γλώσσα μας.

          Πολυεδρικές είναι οι κατανοήσεις, καθώς και οι συντεταγμένες τους-η προσωπικότητα, ο κοινωνικός ρόλος, οι ειδικές σπουδές και γνώσεις –ποικίλλουν. Ο πνευματικός άνθρωπος που ξόδεψε τη ζωή του για τα γράμματα, ο ξεριζωμένος ερευνητής και το «πάθος- μάθος» του, ο ερευνητής που έμεινε στον τόπο του και πλήρωσε το προνόμιο της τιμιότητας με την αδιαφορία των «επισήμων» της πνευματικής τάξης, ο εκπαιδευτικός με τους πολύχρονους μόχθους για την παιδεία, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ο νέος φιλόλογος, κι άλλοι έρχονται σήμερα εδώ να μιλήσουν όπως στα αποκαλυπτήρια ενός αγάλματος, έτσι που ταιριάζει στο σύμβολο που παριστάνει το άγαλμα: την ελευθερία της σκέψης, δυνατή ελευθερία για τον άνθρωπο. Σε τέτοια αποκαλυπτήρια δεν ταιριάζουν ύμνοι, αλλ’ αποδείξεις υπεύθυνου προσανατολισμού.

          Οι μελέτες του τόμου δημοσιεύονται με τη γλωσσική ευθύνη των συγγραφέων. Έτσι ο τόμος με τη γλωσσική πολυτυπία του φανερώνει ότι ο άνθρωπος, το όν που μιλάει, δεν είναι μόνο ο χώρος ενός δομικού όλου, της γλώσσας, αλλά και ο Λόγος του. Έτσι ακόμη το αφιέρωμα γίνεται ζωγραφικό απείκασμα του γλωσσικού μας προβλήματος, όχι τόσο ως προβλήματος –καθώς τόδειξε και ο ίδιος ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος- μονομαχίας καθαρεύουσας και δημοτικής, αλλ’ ως προβλήματος καθιέρωσης μιάς δημοτικής, κι εντός της τής συγκρότησης και πραγμάτωσης μορφών «υψηλής δημοτικής γλώσσας».

          Η κατά το δυνατό ειδολογική ταξινόμηση των μελετών έγινε πάνω στη διαίρεση: οντολογία, γνωσιολογία, γλωσσική προβληματική, ηθική, ψυχολογία, ιστορική σκέψη, νεοελληνική πραγματικότητα. Εκτός σειράς ένας λόγος προοιμιακός’ η πρώτη μελέτη, αποτελεί γενική παρουσίαση της φιλοσοφικής σκέψης του Ι.Ν.Θ. Τη σειρά κορυφώνει η μελέτη πού, αντίστοιχα, μέσα από τα προβλήματα του νεοελληνισμού φωτίζει ολόκληρο το πνευματικό πρόσωπο του Ι.Ν.Θ.

          Ξεκινήσαμε το αφιέρωμα αυτό με μέσα τον ενθουσιασμό και την αγάπη μας για το δάσκαλο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλο. Ή πραγματοποίηση της έκδοσης οφείλεται στην ανταπόκριση που βρήκαν τα δυό αυτά μοναδικά μας εφόδια στα Μέλη της Εφορείας του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», τα οποία, έπειτα από εισήγηση του Προέδρου του Φιλολογικού Τμήματος κ. Γ. Ζώρα, μας πρόσφεραν την πολύτιμη συμπαράσταση του «Παρνασσού» κι οι λόγοι μας έγιναν έργο.

     Αθήνα, Οκτώβριος 1975

*Σημείωση Την λέξη κορμιάσουν την άφησα όπως την διαβάζω απέφυγα να την θεωρήσω λάθος και είναι κουρνιάσουν κατά την αντιγραφή των Προλεγόμενων της κ. Άννας Κελεσίδου-Γαλανού.  

-ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών,

ΞΥΝΔΕΣΜΟΥ ΧΑΡΙΝ, ΙΓ΄-ΙΣΤ΄

          Στις πραγματείες και μελέτες που περιέχονται στον τόμο αυτό, τιμητικό αφιέρωμα ενός κύκλου μαθητών και φίλων στα εβδομηνταπεντάχρονα του σεβαστού Διδασκάλου Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, εξετάζονται, αναλύονται και φωτίζονται τόσες απόψεις και διαστάσεις, γνωσιολογικές, οντολογικές, αισθητικές, ηθικές, ιστορικές και γλωσσικές από το πολύπτυχο και πολυδιάστατο φιλοσοφικό του έργο, ώστε να μη μείνει ουσιαστικά μεγάλο περιθώριο για ειδικώτερες θεωρήσεις και αξιολογήσεις. Αν παρ’ όλ’ αυτά αισθάνομαι κι εγώ την ανάγκη να προτάξω αυτές τις προοιμιακές γραμμές ύστερ’ από ευγενική παραχώρηση των υπευθύνων της εκδόσεως, η ανάγκη αυτή υπαγορεύεται από διπλό χρέος: πρώτα το βαθύτατα προσωπικό χρέος προς τον Διδάσκαλο που ποδηγέτησε τα πρώτα μου βήματα στο φιλοσοφικό χώρο και μου πρόσφερεν αμέριστη την ηθική του συμπαράσταση σε αποφασιστικές στιγμές της πορείας μου, και ύστερα από συνείδηση του γενικώτερου χρέους που επιβάλλει αυτό τούτο  το έργο του φιλοσόφου με τις λαμπρές αξίες που πραγμάτωσε και με τη γόνιμη επίδραση που άσκησε στην πορεία και την άρθρωση της νεοελληνικής φιλοσοφικής σκέψεως.

          Όσο πολύτιμη κι αν υπήρξεν η συμβολή και άλλων πανεπιστημιακών διδασκάλων και εξωπανεπιστημιακών στοχαστών και μελετητών στη διαμόρφωση φιλοσοφικής παιδείας στον τόπο μας και όσο κι αν η σημερινή σκέψη επηρεάζεται από διαφορετικές φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές κατηγορίες, που διαμορφώθηκαν μέσα στην αντιφατική εξέλιξη των νεοελληνικών πραγμάτων , πώς τις τελευταίες δεκαετίες, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να παραγνωρίζη κανένας το γεγονός, πώς ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος με τη μακρόχρονη οιστρηλατημένη διδασκαλία του μέσα και έξω από τα Πανεπιστήμια, με τον πλούτο της συγγραφικής του παραγωγής και με την πολλαπλή δράση του σε καίριους τομείς της πνευματικής μας ζωής δημιούργησε στην Ελλάδα τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις για μία νέα, ουσιαστική συγκρότηση και μιά συστηματικώτερη ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού. Με το πολύπλευρο έργο του ο Θεοδωρακόπουλος δεν εζήτησε να ικανοποιήση εφήμερες προσωπικές φιλοδοξίες ή να εξυπηρετήση εξωεπιστημονικές σκοπιμότητες, αλλά το αφιέρωσεν ολόκληρο σ’ ένα και μόνο σκοπό: στη δημιουργία μιάς βαθειάς εννοιολογικής υποδοχής και υποδομής, πού η αξία και η απόδοσή τους γίνονται ορατές σε μεγάλο μέρος της φιλοσοφικής παραγωγής του τόπου μας από τα μεταπολεμικά χρόνια και δώθε.

          Θυμάμαι με τί ξαλάφρωμα και τί ενθουσιασμό πρωτακούστηκεν ο λόγος του στα 1939 στις αίθουσες διδασκαλίας της Φιλοσοφικής Σχολής των Αθηνών. Ο λόγος αυτός έφερνε για πρώτη φορά σε όλους μας πρωτάκουστα μηνύματα από την ζωή και την κίνηση του πνεύματος, επλάταινε ξαφνικά τους ορίζοντες της ψυχής και αγκάλιαζεν ερωτικά τη σκέψη. Ήταν ένας λόγος πολύ διαφορετικός στην υφή, στο χρώμα και στον τόνο του από εκείνον που ως τότε ηχούσε μονότονα και στείρα στις άδειες δεξαμενές του σχολαστικισμού- ένας λόγος σπαθί που ξεχώριζε την αλήθεια από το ψεύδος, που ξεχείλιζε από το πάθος της πρωταρχικότητας και καλούσε τις νεαρές συνειδήσεις στην εσωτερική άσκηση και πειθαρχία, σε μία αύξουσα εγρήγορση και αυτοσυνειδησία.

          Και όμως η σημασία του φιλοσοφικού λόγου του Θεοδωρακόπουλου δεν έγκειται μονάχα στο ότι ελευθέρωσε τη νεοελληνική σκέψη από την ασφυκτική περίπτυξη των γλωσσικών και εννοιολογικών σχολαστικισμών με την καταξίωση της δημοτικής στο χώρο της φιλοσοφικής εννοιολογίας και εννοιοπλασίας. Η σημασία του βρίσκεται βαθύτερα ακόμα κι από την αφυπνιστική και διεγερτική δύναμη που άσκησε στην ψυχή και την σκέψη των νέων’ βρίσκεται με λίγα λόγια στην καινούργια σχέση που αποκατέστησε με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση και ιδιαίτερα με τα πλατωνικά και πλωτινικά κείμενα, σχέση που μας αποκάλυψε την εσωτερική όψη της αρχαίας Διαλεκτικής και Μεταφυσικής στις λαμπρότερες κορυφώσεις τους. Από την διεθνή αναγνώριση των σχετικών με τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο έργων του που είδαν το φώς στα γερμανικά και από το πλήθος των διδακτορικών διατριβών και άλλων μελετών Ελλήνων ερευνητών που αναφέρονται συχνά σ’ αυτά καταφαίνεται πόσες δημιουργικές παρορμήσεις χρωστά η νέα γενεά στη διδασκαλία και τη συγγραφή του Θεοδωρακόπουλου.

          Αλλά το έργο του Θεοδωρακόπουλου δεν εξαντλείται μόνο σ’ αυτή την ενεργοποίηση της σχέσεως προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφική παράδοση και στην επέκτασή της στη φιλοσοφική σκέψη των Πατέρων. Ο ελληνοκεντρικός στοχασμός του δεν τον εμπόδισε ν’ αγωνιστή όσο λίγοι στον τόπο αυτό για τη στενώτερη σύνδεση με την ευρωπαϊκή φιλοσοφική σκέψη και ειδικώτερα με τα μεγάλα συστήματα του γερμανικού ιδεαλισμού (Kant, Fichte, Hegel, Schelling), χωρίς να παραγνωρίζη και τη σημασία των μετέπειτα αντιμεταφυσικών και αντισυστηματικών φιλοσοφικών εξελίξεων (Nietzsche, Jaspers κλπ.). Το κύριο γνώρισμα της αναστροφής του με την ευρωπαϊκή φιλοσοφία δεν είναι η άλογη και άβουλη υποταγή στα ξένα εννοιολογικά σχήματα, αλλά η εσωτερική αφομοίωση και επεξεργασία τους, ο ελληνικός μετασχηματισμός των εννοιών και κατηγοριών, ο γνήσιος εξελληνισμός και ενοφθαλμισμός τους στον κορμό και στα μέτρα της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας. Ομολογώ ότι δεν ξέρω αν υπάρχη καλύτερος τρόπος για να τεθή τέρμα στο όργιο των ανελλήνιστων μεταφράσεων φιλοσοφικών έργων με τις γνωστές γλωσσικές και εννοιολογικές παραμορφώσεις τους από την αβίαστη και φυσιολογική προσαρμογή τους στα δεδομένα της δικής μας γλωσσικής πραγματικότητας, όπως την πραγματοποιεί το έργο του Θεοδωρακόπουλου με την όλη του γλωσσική και εννοιολογική άρθρωση.

          Μ’ αυτό το δημιουργικό του άνοιγμα προς την ελληνική και ευρωπαϊκή παράδοση ο Θεοδωρακόπουλος κατόρθωσε να γίνη αυτουργός φιλοσοφίας νεοελληνικής, αν με τον όρο αυτό δεν νοείται ένα συγκεκριμένο φιλοσοφικό σύστημα αλλά μιά ιδιαίτερη σχέση προς το πνεύμα και τη μοίρα του Νεοελληνισμού σε όλες τις ιστορικές αποχρώσεις των. Ο Θεοδωρακόπουλος ταυτίστηκε με τη μοίρα αυτή, την ανάλυσε και την ξεδίπλωσε τόσο ιστορικά και κατηγοριολογικά, ώστε ο λόγος του να ηχή στον εννοιολογικό χώρο με την ίδια σχεδόν τραγική μουσικότητα και ουσιαστικότητα που αναδίνεται από τη μούσα των μεγάλων ποιητών μας, του Σολωμού, του Παλαμά, του Καβάφη, του Σεφέρη και άλλων. Αυτό άλλωστε δεν είναι τυχαίο, γιατί η φιλοσοφική ανάλυση του Θεοδωρακόπουλου παρ’ όλο τον αυστηρό λογικό οπλισμό της δεν αγνόησε ποτέ το πάθος και τη  σκέψη των ποιητών, όπως το μαρτυρούν οι βαθυστόχαστες ερμηνείες του στον Faust του Goethe. Παρ’ όλην όμως την αποκαλυπτική διείσδυση στον ποιητικό και γενικώτερα στον αισθητικό χώρο ο Θεοδωρακόπουλος δεν παρασύρθηκε από τον πειρασμό της φτηνής στιχουργίας, αλλά κράτησεν άτρωτη τη φιλοσοφική του αξιοπρέπεια και παρέμεινε ο αυστηρός οπλίτης του πεζού φιλοσοφικού λόγου.

          Έτσι οι νέοι που είτε σπουδάζουν σήμερα φιλοσοφία στα εδώ πανεπιστήμια ή γυρίζουν από τις μεταπτυχιακές φιλοσοφικές σπουδές τους στο εξωτερικό δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν γνήσια τα ιδιαίτερα προβλήματα που θέτει η φιλοσοφική εργασία στον τόπο μας- προβλήματα που σχετίζονται με την συγκρότηση νεοελληνικού φιλοσοφικού λόγου-, αν δεν περάσουν και από τα εννοιολογικά εργαστήρια εκείνων που εμόχθησαν για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν τη συνέχεια και την εξέλιξη του φιλοσοφικού στοχασμού στην Ελλάδα. ‘Αλλωστε ο Θεοδωρακόπουλος είναι ο ακαδημαϊκός δάσκαλος που όχι μόνο με την ποιότητα της θεωρητικής του διδασκαλίας και συγγραφής, αλλά και έμπρακτα απόδειξε την ακοίμητη έγνοια του για την ελληνική νεότητα ιδρύοντας περιοδικά και κέντρα φιλοσοφικής έρευνας και διδασκαλίας και γενικά συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση των πραγμάτων της παιδείας μας. Ιδιαίτερα η πολύπλευρη ηθική και επιστημονική υποστήριξη που παρέχει ακόμα στους νέους, σ’ αυτούς που θέλουν να την αξιοποιήσουν πραγματικά, μαρτυρεί το βάθος της μέριμνάς του για το μέλλον της φιλοσοφίας στον τόπο μας.

          Όσο για κείνους που πρωτοστάτησαν στο έργο της προετοιμασίας και της εκδόσεως του αφιερώματος αυτού είναι χρέος όλων που συνεργάζονται σ’ αυτόν τον τόμο να τους εκφράσουμε τον πιό θερμό έπαινο για τον ευγενικό και αποδοτικό μόχθο τους. Ο κοινός δεσμός που συνέχει την ψυχή και την σκέψη αυτών που  έζησαν άμεσα τον παλμό της φιλοσοφικής διδασκαλίας και την αστείρευτη ακτινοβολία της προσωπικότητας του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου δεν μπορούσε να βρη ωραιότερη έκφραση παρά σ’ αυτή τη δέσμη μελετών που του προσφέρονται εξ αφορμής του σεβαστού ιωβηλαίου του. Άς μου επιτραπή να θεωρήσω ότι και τα λιγοστά τούτα προοιμιακά λόγια συμπροσφέρονται μ’ αυτήν «ξυνδέσμου χάριν» (Πλάτωνος Επινομίς 984).

Σημείωση:

Ασφαλώς δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι η επιστημονικές εργασιακές και πανεπιστημιακές κατηγορίες που συνοδεύουν τα ονόματα των συμμετεχόντων στο Αφιέρωμα του τόμου «ΔΕΣΜΟΣ» που κυκλοφόρησε πριν μισό αιώνα, αφορούν την τότε τους κατάσταση. Οι περισσότεροι από τους μαθητές του Δασκάλου Πλατωνιστή Φιλοσόφου είναι πλέον ομότιμοι καθηγητές ενώ άλλοι, έχουν φύγει από την ζωή. Τα Κείμενα Μνήμης και Τιμής προς τον Ακαδημαϊκό Φιλόσοφο Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο γράφτηκαν όταν ακόμα βρίσκονταν στη ζωή και αντιμετώπιζε ατυχίες και βάσανα στον προσωπικό και οικογενειακό του βίο. Θάνατοι μελών της οικογένειάς του. Εύλογα σήμερα που έχουν περάσει πενήντα ένα χρόνια από την έκδοση του Αφιερώματος, διαισθανόμαστε την χαρά και την ικανοποίηση που θα αισθάνθηκε ο διακεκριμένος Έλληνας Πλατωνιστής Φιλόσοφος όταν πήρε στα χέρια του τον πολυσέλιδο τόμο και διάβασε τα δημοσιεύματα των μαθητών του. Είδε την νέα γενιά των ελλήνων φοιτητών και φοιτητριών του να σκύβουν πάνω στα έργα και τα βιβλία του, να τα μελετούν, να τα ερευνούν και να τα σχολιάζουν. Την καθαρή του φιλοσοφική γλωσσική έκφραση, την χρήση της «υψηλής Δημοτικής» όπως ο ίδιος μας λέει που χρησιμοποιεί στην ανάλυση των συμπερασμάτων του, την ενσωμάτωση στο τότε σώμα της ελληνικής γλώσσας για πρώτη φορά μιάς φιλοσοφικής ορολογίας που εφευρίσκει και προτείνει στην εξέταση των θεμάτων του, στις μεταφράσεις και κρίσεις του. Καθώς παύει να χρησιμοποιεί την Καθαρεύουσα στα γραπτά του και να υιοθετεί μία Δημοτική κάπως διαφορετική από την περισσότερο «στρωτή» θα λέγαμε από αυτήν που χρησιμοποιούν δύο παλαιοί και σταθεροί του φίλοι των νιάτων και των σπουδών του οι πολιτικοί και φιλόσοφοι συγγραφείς Κωνσταντίνος Τσάτσος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Και οι τρείς είχαν σπουδάσει στην Γερμανία και είχαν κοινή σε γενικές γραμμές πνευματική και φιλοσοφική παιδεία και πορεία. Ανήκαν στην ελληνική φοιτητική και πανεπιστημιακή γενιά των «Χαϊδελβεργιανών». Ήσαν γέννημα της εποχής και φιλοσοφικής ατμόσφαιρας Πλατωνιστών, Νεοπλατωνιστών και του Ευρωπαϊκού Δικαίου επιφανών καθηγητών όπως ο Heinrich Rickert, ο Karl Jaspers, ο Kurt Wildhagen, του φημισμένου αρχαίου Μεσαιωνικού Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. «Το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης ιδρύθηκε έπειτα από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης και μάλιστα στα 1386, και είναι το τρίτο, κατά χρονική ακολουθία, γερμανικό Πανεπιστήμιο, γιατί το πρώτο ήταν το γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας που ιδρύθηκε στα 1348.» μας λέει στις προσωπογραφίες που σκιαγράφησε του μικρού χωριού και της γύρω φύσης και των αυτοκρατορικών αρχιτεκτονημάτων, του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, στο βιβλίο του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», Αθήνα 1980, σελίδες 320 που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν την απώλειά του. Εν τάχει εδώ να αναφέρουμε ότι η «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη» αποτελεί το 1ο από τα 5 μέρη σελ. 9-72 του αυτοβιογραφικού καλογραμμένου βιβλίου του. Στο 2ο, το 3ο και το 4ο  μέρος έχουμε τις προσωπογραφίες των τριών καθηγητών του που μνημονεύουμε παραπάνω όπως τους έζησε στην διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων ο νεαρός μουσικόφιλος Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος. Στο 5ο μέρος περιγράφεται με θερμά και ενθουσιαστικά λόγια η προσωπικότητα της μητέρας του Κωνσταντίνου και του Θεμιστοκλή Τσάτσου, της Θεοδώρας Τσάτσου. Ακολουθεί το ΣΤ΄ μέρος με τους «Πίνακες Ονομάτων». Προοιμιακά να αναφέρουμε ότι κατά την διάρκεια των σπουδών και των φιλοσοφικών εργασιών του στην «Ρομαντική πόλη», δηλαδή την Χαϊδελβέργη ο έλληνας σπουδαστής γνώρισε από κοντά και τον σκιαγραφεί στο βιβλίο του τον διάσημο ποιητή Στέφαν Γκέοργκ. «Είχα την καλή τύχη να γνωρίσω τον Stefan George ένα βράδυ στο σπίτι του Gundolf. Η προσωπικότης του Stefan George ασκούσε μιά επιβολή στον συνάνθρωπό του και άφηνε μιά αυστηρά εντύπωση πάνω του. Όμως, ήταν συνάμα μιά μορφή ιδιαίτερα επιμελημένη σε όλα. Πρέπει να ομολογήσω ότι το  γνώρισμα αυτό του Stefan George με απέκρουσε να τον πλησιάσω περισσότερο. Όταν ερχόταν στην Χαϊδελβέργη, έμενε στο σπίτι του Gundolf …» σελ. 30, και κάτι ακόμα, γράφει στην σελίδα 11: «Θέλω εδώ να μνημονεύσω ότι στο Μόναχο στην πλατεία του Odeon ένα απόγευμα είδαμε μαζί με τον εξάδελφό μου από απόσταση δύο ή τριών μέτρων τον Χίτλερ. Χωρίς να το καταλάβωμε πώς, την στιγμήν εκείνη, πιστοί οπαδοί του Χίτλερ, εδημιούργησαν στην πλατεία ένα κύκλο, κρατώντας ο ένας σφιχτά τα χέρια του άλλου και στην μέση του κύκλου παρουσιάστηκε ο Χίτλερ και άρχισε να ομιλή. Αμέσως συναθροίστηκε πολύς κόσμος. Έπειτα από δεκαπέντε περίπου λεπτά της ώρας ήρθε μία δύναμη της αστυνομίας και διέλυσε την συγκέντρωση. Εκείνο το οποίο έκανε εντύπωση και σε μένα και στον εξάδελφό μου δεν ήταν το τι έλεγε ο Χίτλερ, αλλά η έκφραση του προσώπου του και περισσότερο απ’ όλα των ματιών του. «Έχει τα μάτια μιάς ύαινας» μου είπε ο εξάδελφός μου και πράγματι την ίδια εντύπωση είχα και γώ.». Άραγε, τι θα σκέφτηκε ο έλληνας φιλόσοφος και πανεπιστημιακός όταν ο γερμανός δικτάτορας και τα στρατεύματά του το 1940 εισέβαλαν στην πατρίδα μας και επέφεραν τεράστιες καταστροφές και σκοτώνοντας χιλιάδες έλληνες και ελληνίδες αγωνιστές πατριώτες. Παράξενα τα παιχνίδια της Μοίρας στο διάβα της Ιστορίας. Πάντως όλοι οι συμμετέχοντες στο Αφιέρωμα αισθάνονταν τυχεροί που υπήρξαν μαθητές του, τον θυμούνται με καλοσύνη και σεβασμό, και χαίρονταν την συνδυαστική διαλεκτική του νου του, το ελεύθερο φτερούγισμα του φρονήματός του, την συνθετική προβληματική του, την πρωτοπόρα για την εποχή του σκέψη του, το δημοκρατικό του χαρακτήρα, την εργατικότητά του. Μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του όπως μας λένε οι πνευματικοί συναθλητές τους έγραφε, επιμελούνταν τις εργασίες του και φρόντιζε να είναι συνεπής στις δημόσιες υποχρεώσεις του και τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί.  

-ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΧΤΣΟΓΛΟΥ Συγγραφέας,

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ*, 1-32

*Ομιλία που δόθηκε στην αίθουσα της Χ.Α.Ν. Αθηνών στη σειρά «Ελληνικές προσωπικότητες» την 20η Φεβρουαρίου 1974. Το χειρόγραφο διαβάστηκε εναλλάξ από τον συγγραφέα και την καλλιτέχνιδα του θεάτρου Όλγα Κοντέλλη. Εδώ δημοσιεύεται με μερικές προσθήκες. –Είναι αυτονόητο, ότι στην εργασία αυτή χρησιμοποιήθηκαν όλα τα βασικά έργα του Ι.Ν.Θ., τα οποία ο αναγνώστης θα δει στην Εργογραφία του, στο τέλος του Αφιερώματος.

Σημείωση:

 Αρμονικά μέσα στα κείμενο του Γιάννη Κουχτσόγλου, διαβάζουμε και τις κρίσεις τρίτων για εργασίες του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου. Του στοχαστή Ντίμη Αποστολόπουλου που στο βιβλίο του «Σύντομη ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας» Αθήνα 1949 κάνει λόγο για την ελληνοκεντρικότητα του Πλατωνιστή φιλοσόφου που την ταυτίζει με την οικουμενικότητα. Γράφει: "Μ’ ό,τι καταπιάστηκε ο Ι. Θ., θέλησε, συνειδητοποιώντας τον προορισμό του σαν ακαδημαϊκού δασκάλου, αλλά και σα συγγραφέα με πνευματικά καθήκοντα πλατύτερα, να του δώσει παιδευτικό χαρακτήρα. Όμως ποτέ δεν περιορίστηκε σ’ έναν απλό διδακτισμό. Η διδασκαλία του πηγάζει από οργανωμένη πνευματικότητα. Έχει πλαστικότητα, εύρος, επιχειρηματολογική πειθώ. Καθαρόαιμος Έλληνας στη σκέψη, ελληνολάτρης στην ψυχή, περισσότερο, όμως, οικουμενικός παρά ελληνοκεντρικός, πλατωνιστής, ένθερμος από εκλεκτική συγγένεια με τον μεγάλο θεμελιωτή της φιλοσοφίας του Αγαθού, ταύτισε την αυτόφωτη ελληνική ιστορία χιλιετηρίδων με την μετέπειτα ιστορία της Ευρώπης σε κάθε της ζωτική έκφανση. Γιατί, σύμφωνα με τη διδασκαλία του, η πολιτική και πνευματική ιστορία της Ευρώπης, ο ευρωπαϊκός ουμανισμός ιδιαίτερα, είναι ελληνική κληρονομική καταβολή.»….. Γράφει ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος:  «Αν και το ελληνικό πνεύμα έχει πατρίδα, όμως από τα πράγματα έχει χαρακτήρα οικουμενικό. Είναι πνεύμα, γενικά, του ανθρώπου. Ενώ κανένα από τα γνωστά πνεύματα αφήνω τους παλαιούς λαούς της Ανατολής, των ευρωπαϊκών λαών, ούτε το γαλλικό, ούτε το γερμανικό, ούτε το ιταλικό, όση μεγάλη σημασία κι αν είχαν για τη διαμόρφωση της Ευρώπης, κανένα από αυτά δεν έχει τούτον τον καθολικό οικουμενικό χαρακτήρα». («Ελλάς και Ευρώπη».

          Στο ίδιο κείμενο έχουμε και τις κρίσεις του Πειραιώτη Βασίλειου Λαούρδα, και του Κώστα Γεωργούλη από τις Βιβλιοκρισίες τους στο περιοδικό «Νέα Εστία» για την μελέτη «Εισαγωγή στον Πλάτωνα». 

-ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κ. ΜΑΡΚΗ Υφυγητού Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης,

ΜΕΤΑΞΥ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗΣ. ΤΟΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 33-69

          Αρχινά το κείμενο με τις παρατηρήσεις του ο Δημήτρης Κ. Μαρκής:

«Έχουν περάσει είκοσι περίπου χρόνια από την ημέρα εκείνη του Οκτωβρίου 1954, που για πρώτη φορά άκουσα τον Ι.Ν. Θ. ως αρχάριος φοιτητής στην Αθήνα. Αν και από τότε έζησα και σκέφτηκα δέκα πέντε περίπου χρόνια κάτω από την επίδραση άλλων φιλοσοφικών δασκάλων, όπως του αείμνηστου Adorno, του μετακριτικού Habermas και του διαλεκτικού φιλοσόφου  της γλώσσας Liebrucks, τα πρώτα αυτά χρόνια με το δάσκαλο, που με εισήγαγε στο μυστικό του φιλοσοφικού στοχασμού και θαυμασμού, ήταν για μένα αποφασιστικό».  Ενώ παρακάτω μας μιλά για τις παρατηρήσεις του γύρω από τα τέσσερα σημεία της εξέτασης του έργου του Θεοδωρακόπουλου: τις δυσκολίες μίας κριτικής του φιλοσοφικού έργου του Ι.Ν. Θ., που πηγάζουν από τα ενδόμυχα προβλήματα της φιλοσοφικής κριτικής, εν γένει. 2. Τον υπερβατικό ιδεαλισμό του Θεοδωρακόπουλου. 3. Την διαλεκτική Ερμηνευτική του. και τέλος 4. Την φιλοσοφία του Νεοελληνισμού, και την ακτινοβόλο του κριτική της Ιδεολογίας μέσα στη διχασμένη ελληνική ζωή.».

-ΦΙΛΙΠΠΟΥ Β. ΚΑΡΓΟΠΟΥΛΟΥ Ερευνητού του Πανεπιστημίου Βοστώνης,

ΛΟΓΙΚΗ, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 71-97

          Διαβάζουμε: «Υπάρχουν δύο τρόποι για να δούμε το παρελθόν: η ιστορία και η εμπειρία. Πολλοί στοχαστές στην θέση της εμπειρίας έχουν την μνήμη, ωστόσο σ’ έναν τόσο στενά συνδεδεμένο κόσμο, η προσωπική μνήμη δεν είναι αρκετή για να στηρίξη την ιδέα που έχουμε για τους καιρούς, στους οποίους ζούμε. Η διαχωριστική αυτή γραμμή ανάμεσα σε ιστορία και εμπειρία δεν ορίζεται καθαρά και γίνεται έτσι πάντοτε βάση για διαφωνίες και παρεξηγήσεις σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα. Το ακαθόριστο τούτο σύνορο, για καλό ή για κακό, κυμαίνεται μέσα σ’ ένα πλατύ φάσμα της γνώσεώς μας του παρελθόντος: υπάρχουν ιστορικοί που μας ζητούν να θεωρήσουμε τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, ως ιστορία και όχι ως εμπειρία, όπως εξ άλλου υπάρχουν, την στιγμή αυτήν που γράφω, Έλληνες για τους οποίους, συναισθηματικά τουλάχιστον, η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι ιστορία αλλά εμπειρία……»

-ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΟΥΚΑΝΟΥ Πτυχ. Φιλ. (Αθήναι) Mag. Art. (Heidelberg),

Η ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 99-126

          «Στο κέντρο της όλης φιλοσοφίας του Ι. Θ. στέκεται το γνωσιολογικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα που το δούλεψε μεθοδικά και βαθιά, με σκοπό να φωτίση πλήρως την έννοια του λογικού συνειδότος, το οποίον μας οδηγεί εις γνώσιν με αντικειμενικόν κύρος.

    Χωρίς την ενότητα δεν θα υπήρχε κατά τον Ι.Ν. Θ. κόσμος, δηλαδή ενιαίο σύστημα σχέσεων κατανοητό από το πνεύμα του ανθρώπου. Έτσι οι καταστάσεις συνδέονται, επειδή μπορώ να τις συσχετίσω σύμφωνα με το νόμο αιτίας και αποτελέσματος. Με το νόμο τούτο συνδέουμε το τώρα με το πριν αιτιοκρατικώς. Και έτσι οι νόμοι της φύσεως είναι νόμοι του πνεύματός μας περί της φύσεως…..».

-ΜΙΧΑΗΛ Φ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Δρος Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Freiburg i. Br.,

Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 127-155. [1. Προλεγόμενα. 2. Προσωκρατική και σωκρατική διαλεκτική- Σοφιστική. 3. Πλατωνική διαλεκτική (α) Η διαλεκτική ως θεωρία και κριτική της κρίσεως. β) Η διαλεκτική ως ετερολογική σχέσις και θεωρία των ιδεών. γ) Η διαλεκτική ετερολογία ψυχής και ιδέας, μύθου και λόγου). Συμπέρασμα.]

          Μας λέει ο Μ.Δ. Δημητρακόπουλος: «Ο νέος που έρχεται σε κοινωνία και ομιλία με τον Ι.Ν.Θ. μαθαίνει ν’ αρχίζη να «δίνη λόγο» όχι μονάχα στον εαυτό του για τα όντα, αλλά ταυτόχρονα και στον ίδιο τον διδάσκαλο, σαν σε αληθινό πατέρα του Λόγου, για το φώς που άναψε εκείνος στην ψυχή του μαθητού και ζητάει κατά κάποιο τρόπο διαλεκτικά πάλι την απόκριση να λάβη.»

-ΜΑΙΡΗΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ- ΧΡΙΣΤΟΦΕΛΛΗ Φιλολόγου,

Η ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΖΩΗ. ΔΟΚΙΜΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΥΦΟΥΣ ΤΟΥ, 157-162

          Διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Ο Ι.Ν. Θ. θα ζη την πραγματικότητα αυτού του τόπου με όλη του την υπόσταση, έχει για στόχο του ακοίμητο να φέρη στο φώς την ουσία αυτής της πραγματικότητας, την τωρινή και παντοτινή. Από τούτην την εσωτερικότατη επικοινωνία έρχεται ο λόγος του ο προφορικός και ο γραπτός. Νιώθεις τον στοχασμό του να χύνεται πλουσιοπάροχα μέσα στη γλώσσα με το πάθος και την ενάργεια μιάς όρθιας πίστης.

    Έχομε εδώ μια γλώσσα, που είναι πηγαίο ξεχείλισμα νου και ψυχής. Ζυμωμένη με ποίηση και πνεύμα, η γλώσσα του κατορθώνει τούτη την ακριβή ισορροπία: ξεδιπλώνει τον θεωρητικό στοχασμό με ακέραιη την λογική του συνέπεια και ωστόσο η ποιητική υφή του λόγου δεν τον αφήνει πουθενά ακάλυπτο.».

-ΜΑΡΙΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΥ- ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟΥ Φιλολόγου- Ιστορικού.

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Α΄. ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΡΦΗΜΑ ΣΤΗ ΛΕΞΗ. Β΄ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΟ ΛΟΓΟ), 163- 191.

Σημείωση

[Αντικείμενο της παρούσης μελέτης είναι η συγκεκριμένη, ατομική γλώσσα του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, όπως αυτή οργανώνεται και φανερώνεται ως λόγος και γραφή, μέσα σε τρία κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικά του έργα: Την «Εισαγωγή στον Πλάτωνα», την «Εισαγωγή» στο «Φαίδρο» και τον «Φάουστ» του Γκαίτε.

          Η γλώσσα- λόγος και γραφή- λειτουργεί ως σύνταγμα, συνδυασμός σημάτων πάνω στο γραμμικό και αμετάθετο χώρο και ως σύστημα σχέσεων και συσχετισμών, όπου συνενώνονται όχι τα σήματα, αλλά τα σημαινόμενα.

          Η γλώσσα του Ι. Ν. Θ. στα τρία αυτά έργα μελετήθηκε ως σύστημα του τύπου σημαίνον/ σημαινόμενον, σε όλη την πορεία της ερμηνευτικής παρουσίασης και ανάλυσης των πλατωνικών κειμένων και του «Φάουστ». Η επιλογή των έργων αυτή καθ’ εαυτή περιέχει στοιχεία της υποκειμενικής μας κρίσης. Για τούτο, η παρακάτω εργασία αυτοπροσδιορίζεται ως επισήμανση, καταγραφή και περιγραφή μερικών και όχι καθολικών γλωσσικών χαρακτήρων και φαινομένων του λόγου και της γραφής του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου.]. Και ακόμα: «Ο λόγος του Ι.Ν. Θ. «είναι κατ΄’ εξοχήν λόγος προφορικός. 1. Δεν παρεμποδίζει την φυσική του ροή. 2.δεν αλλοιώνει την ακουστική εικόνα των δομών, ούτε εξασθενεί την ένταση της μουσικής μορφής του λόγου. 3. Δεν επιχειρεί την εκτομή των επαναλήψεων. 4. Δεν αποβάλλει τα μικρότατα εκείνα σήματα όπως… 5. Δεν αγνοεί κανένα από τα ζωτικά κύτταρα που ζούν και ανανεώνονται σε κάθε άσκηση της ομιλίας, είτε αφήγηση λέγεται είτε διδασκαλία είτε κουβέντα…»

          Ο λόγος σε γενικές γραμμές του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου γεννήθηκε μέσα στην άσκηση του ζωντανού διαλόγου, όπως είναι οι Πλατωνικοί Διάλογοι που ερευνά. Ας μην λησμονούμε και την αγάπη του για την Μουσική και την πρώτη του επιθυμία να σπουδάσει Μουσική στο εξωτερικό πριν τον κερδίσει η Φιλοσοφία. Αυτό φαίνεται και στην μελέτη του για τον Φάουστ του Γκαίτε.

-ΑΝΝΑΣ ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ- ΓΑΛΑΝΟΥ Δρος Φιλοσοφίας Συντάκτου του Κέντρου Φιλοσοφίας,

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, (Ι. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΗ, ΟΙ ΠΟΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ (1 Από το «είδωλο» στο πρόσωπο. 2. Από τον κάποιο στον ένα. 3. Το πρόσωπο και ο λόγος. Από το μύθο στο λόγο-έργο. 4. Η υποκειμενικότητα ή αντίσταση στο πνεύμα της αφαίρεσης. 5. Πρόσωπο και καλλιτέχνημα. Φύση, δημιουργία και ιστορία.) ΙΙ. Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ. ΙΙΙ. Η ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΑΘΜΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. (Η ηθική ελευθερία)), 193-228

-ΜΥΡΤΩΣ ΔΡΑΓΩΝΑ- ΜΟΝΑΧΟΥ Δρος Φιλοσοφίας Συντάκτου του Κέντρου Φιλοσοφίας,

ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΑΘΟ. Ο ΗΘΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ, [ 1., Ο κίνδυνος. 2., Τόποι παράλληλοι. 3., Η διέξοδος. 4., Απολογία. 5. Η θέση (1. Αρχές, αντικείμενο, σκοπός της ηθικής. 2., Σκοπός της ζωής α. ελευθερία., β. Ελευθερία- ιδέα του αγαθού., γ. Ιδέα του αγαθού. 3., Ηθικές αρχές. Αξίες. 4. Αιτήματα, δέον χρέος. 5. Ο άνθρωπος, η φύση, η ιστορία. 6., Η άρνηση. 1. Ιστορικά. 2. Διαίρεση συστημάτων. 3. Ηθική-Γνώση. 5. Η κριτική α. Ηδονισμός- ωφελιμισμός (Bentham)., β. Πρόοδος- εξέλιξη (Spencer). 7. Επιλεγόμενα.]. 229-286

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΡΝΟΥ Διευθυντού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών Belmont/ USA, Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ, 287-296

-Γ. ΑΛΑΤΖΟΓΛΟΥ- ΘΕΜΕΛΗ Συντάκτου του Κέντρου Φιλοσοφίας,

ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Ι. Ν. Θ. 297-323

[Στην εκτενή ανάλυση του συγγραφέα εξετάζεται η σχέση της Ψυχολογίας με την Φιλοσοφίας σύμφωνα με τον Ι. Ν. Θ. Το ενδιαφέρον του Ι. Ν.Θ. για την Ψυχολογία κινείται στη θεώρηση της σχέσης Ψυχολογίας και Φιλοσοφίας και στη θεώρηση της Ψυχολογίας καθαυτήν. Στην σελίδα 299 ο Γ. Α.-Θέμελης διευκρινίζει ότι: «Ο Ι. Ν. Θ. είναι και από ιδιοσυγκρασία και από την όλη του θεωρητική τοποθέτηση αντίθετος στον ψυχολογισμό. Τον πολεμά και με λογικά και με πραγματικά επιχειρήματα»].

-ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΜΑΝΤΑ- ΣΤΑΪΚΟΥ Αρχαιολόγου- Πανεπιστημιακής Βοηθού, ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ «ΑΓΩΝΙΣΜΑ» ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, (Πορεία δημιουργίας/ «Αγώνισμα» ελευθερίας/  325-336

-ΦΟΙΒΟΥ Ι. ΚΟΤΣΑΠΑ Εκπαιδευτικού, ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ, 337-348

-ΝΙΚΟΥ ΧΑΡΛΑ Φιλολόγου, Ι. Ν. Θ.: Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ, 349-367

-ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών,

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΝ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 369-379

-ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΜΠΑΓΙΟΝΑ Καθηγητού του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ, 381-399

-ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ Δ. ΠΑΠΟΥΛΙΑ Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,

ΕΝΔΟΚΟΣΜΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ, 400-416

ΛΙΝΟΥ Γ. ΜΠΕΝΑΚΗ Διευθυντού του Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών,

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 417-439

ΡΩΞΑΝΗΣ Δ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ Συνεργάτιδος του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.,

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ Ι.Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 441-449

-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΣΙΚΗ- ΓΚΙΒΑΛΟΥ Διδάκτορος του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Συντάκτου του Ιστορικού Λεξικού,

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ [1. Ιστορία. 2. Λογοτεχνία. 3. Οι νέοι] 451-462

-ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΝΤ. ΜΠΟΧΛΟΓΥΡΟΥ Ψυχολόγου Διδάκτορος Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Μονάχου,

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΒΙΟΝ [Α΄ Εισαγωγικά. Β΄Περί την έννοιαν της ζωής. Γ΄ Περί την φιλοσοφίαν της ζωής. Δ΄ Φιλοσοφία της ζωής και σύγχρονοι νεοελληνικοί προβληματισμοί επί του βίου. Ε΄ Η παρουσία του Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου και η φιλοσοφία της ζωής εις τον σύγχρονον νεοελληνικόν βίον. ΣΤ΄ Επιλεγόμενα], 463-485

-ΑΓΓΕΛΙΚΑΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ- ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρχαιολόγου- Πανεπιστημιακής Βοηθού,

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 487-494

Γράφει: «Την αισιοδοξία και το αγωνιστικό θάρρος η νέα γενεά τα αντλούμε ακριβώς από το νόημα του ελληνικού Εικοσιένα, όπως μας το αποκάλυψε ο Ι.Ν. Θ., ο μεγάλος μας δάσκαλος. Σε ένα μεγάλο αιώνιο σύμβολο, ελληνικής και παγκόσμιας μαζί ακτινοβολίας και κύρους εμύησε η διδασκαλία του, ο λόγος και η φωνή της Διοτίμας. Γιατί πέρα και από τα κείμενα του με τη στέρεη διαλεκτική, την διαύγεια  και την μεταφυσική προοπτική, τον βλέπουμε ως πνευματική ζωντανή παρουσία απάνω στην έδρα και ακούμε τον προφορικό του λόγο, αργό, μεστό, και επίσημο και σύγχρονα θερμό, φιλικό πατρικό. Αυτός πρό παντός ο λόγος, που ως προφορικός είναι εφήμερος, έχει εγγραφή στην ψυχή μας ανεξίτηλα. Άλλωστε ζωή αυθεντική σημαίνει ακριβώς τραγική συνείδηση του εφήμερου μαζί και του Αιώνιου. Το εφήμερο μας καλεί στον υπεύθυνον αγώνα της ελληνικής και ανθρώπινης δημιουργίας. Η ίδια όμως η κλήση του και ως οραματισμός του μέλλοντος έχουν το λυτρωτικό στοιχείο της αιωνιότητας….»

-Ε. Ν. ΠΛΑΤΗ Επιθεωρητού Μέσης Εκπαιδεύσεως,

Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ. «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΏΝ» (1945) «Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΙΔΕΑ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ» (1945). ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ (Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄, Η΄), 495-546

Σημείωση:

    Πυκνογραμμένη η πολυσέλιδη μελέτη του Ε.Ν. Πλατή μιάς πιο διευρυμένης προβληματικής πάνω στα προβλήματα του Νέου Ελληνισμού σε σχέση με τα κείμενα των άλλων συμμετεχόντων. Στέκεται στον δοκιμιακό λόγο του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, αυτόν διερευνά και εξετάζει ενδελεχώς καταθέτοντας παράλληλα και τις απόψεις του για την ελληνική γλώσσα και το μέλλον της που το βρίσκει δυσοίωνο, ενώ στην γλωσσική έκθεση των επιχειρημάτων του μας δηλώνει ότι: «…Στα παραθέματά μας θα σεβόμαστε στην ουσία ολόπλευρα το θεοδωρακοπούλειο κείμενο, καμιά φορά όμως θα το προσαρμόζουμε άβλαβα στη ροή του δικού μας λόγου. Αντίθετα, στην ορθογραφία θα προτιμήσουμε την ομοιομορφία και θα το γράψουμε όπως και το δικό μας κείμενο, σχεδόν δηλαδή κατά την εξελιγμένη ήδη ορθογραφία Τριανταφυλλίδη, μολονότι ο Ι.Ν.Θ. ακολουθεί την ορθογραφία γενικά της καθαρεύουσας.» Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος όταν συζητά με τους συναδέλφους- συναθλητές φιλοσόφους και στενούς φίλους του όπως ο πολιτικός και συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσάτσος, για την γλώσσα που χρησιμοποιεί στα γραπτά του, αν είναι δηλαδή καθαρή δημοτική, γράφει ότι υιοθετεί την «υψηλή δημοτική» μία στρωτή δημοτική εμπλουτισμένη σε σημεία της με λέξεις μιάς παραδοσιακής προφορικότητας και βασισμένη στους κανόνες χρήσης της καθαρεύουσας. Και μόνο το απόσπασμα της Ζ΄ Πλατωνικής Επιστολής που μετέφρασε να έχουμε υπόψη μας, αντιλαμβανόμαστε το γλωσσικό του στιλ και ύφος. Εξάλλου, είναι ο πρώτος που εφευρίσκει και χρησιμοποιεί φιλοσοφικές εκφράσεις και λεπτές έννοιες για να διατυπώσει στα ελληνικά την διαλεκτική της σκέψης του και τους φιλοσοφικούς του πλατωνικούς και άλλους συλλογισμούς. Να εκφράσει υψηλά νοήματα και αισθήματα μέσω όχι του ποιητικού λόγου αλλά του πεζού. Ας μην λησμονούμε ακόμα ότι ο Ε.Ν. Πλατής έχει δημοσιεύσει στο περιοδικό «Ιωλκός» του 1967 το άρθρο «Λόγια δημοτική και γλωσσικός πουρισμός». Και ο Ε.Ν. Πλατής στέκεται σε δύο δοκίμια του Θεοδωρακόπουλου, «Το πνεύμα του νεοελληνισμού και η τροπή των καιρών» και το «Η Ελλάς ως ιδέα, ο πόλεμος και οι ιδεολογίες». Με βάση αυτά τα δύο πεζά του (δίχως να αγνοεί και άλλα του, όπως την κλασική και αξεπέραστη, θεμελιακή «Εισαγωγή στον Πλάτωνα») εκθέτει τις σκέψεις του για την ποιητικότητα της γλώσσας του Θεοδωρακόπουλου όπως αυτή εφαρμόζεται στον πεζό λόγο, στα πεζά του κείμενα. Και έχει δίκιο ο Ε.Ν. Πλατής, ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος δεν γράφει ποίηση, δεν αποπειράται να παρουσιάσει τις σκέψεις του μέσω της ποιητικής φόρμας και τα διάφορα είδη της, αλλά η εμφανής γλωσσική ποιητικότητά του και εκφραστική διοχετεύεται στον πεζό του λόγο. Και  εδώ εντοπίζεται μεταξύ άλλων η διαφορά του ως δασκάλου της φιλοσοφίας με τους άλλους έλληνες καθηγητές της εποχής του και των προηγούμενων γενεών πανεπιστημιακών στην χώρα μας. Εδώ ας σταθώ, που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός και να αναφέρουμε ότι κατά την γνώμη μας ποιητικότητα έχουν και τα κείμενα της πρώτης ελληνίδας φιλοσόφου Έλλης Λαμπρίδη φίλης του Νίκου Καζαντζάκη. (βλέπε: Έλλη Λαμπρίδη, «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία». Νέα έκδοση συμπληρωμένη, με προλεγόμενα του Κωνσταντίνου Ι Δεσποτόπουλου και επιμέλεια και επίμετρο του Λίνου Γ. Μπενάκη, έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2004. Αλλά και το μελέτημά της «Φανταστικός διάλογος με τον WITTGENSTEIN», Ακαδημία Αθηνών 2004.). Ποιητικά γλωσσικά στοιχεία αναγνωρίζουμε και στο φιλοσοφικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη «ΑΣΚΗΤΙΚΗ» παρά το σκοτεινό ύφος του και την δυσνόητη κάπως έκφρασή του και μάλλον σπειροειδή συλλογιστική του. Ας υπενθυμίσουμε και το τι πρέσβευε ο Νίκος Καζαντζάκης για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας, «Ύστερα από πεντακόσια, χίλια χρόνια η ελληνική γλώσσα δε θα μιλιέται» όπως το καταγράφει ο φίλος και μαθητής του Παντελής Πρεβελάκης στο «Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας». Σε αυτήν λοιπόν την «ψυχικότητα της δημοτικής και όχι το τυπικό της» την ενιαία γραμματική φόρμα της με την οποία εκφράζεται ο Ι.Ν. Θ. ενδιατρίβει ο Ε.Ν. Πλατής. Ο Ε.Ν.Θ. μας λέει: «είναι ένας πλατωνικός μυστικός που πιστεύει στη σύνθεση των αντινομιών, με τη βαθύκολπη επενέργεια της ιδέας στον εμπειρικό κόσμο. Αυτά που γράφει για τον Πλάτωνα, ότι σ’ αυτόν «αρμόζονται και αρμονίζονται οι μεγάλες αντινομίες της ζωής, η αίσθηση με τη νόηση, ο θυμός με τη χάρη, η εμπειρία με την τέχνη, η φαντασία με το μέτρο, ο μύθος με το λόγο, οι πολλοί θεοί της Ελλάδας με την ιδέα του αγαθού…., ο άνθρωπος με την πολιτεία, ο αισθητός λόγος με το νοητό, ο άνθρωπος με τη φύση, η ζωή με το θάνατο» και ότι «τα μέτρα του πλατωνικού λόγου είναι συμμετρικά και μ’ όλα τα νεύματα της φύσης γύρωθέ μας, της μιάς και αιώνιας ελληνικής, αλλά και της πολύτροπης μήτρας των πάντων» αυτά όχι μόνο ισχύουν αλλά και ασπάζεται ο μαθητής του Θεοδωρακόπουλου Ε.Ν. Πλατής καθώς βρίσκει όλες αυτές τις αξιακές Πλατωνικές φιλοσοφικές αρχές να ακτινοβολούν με ποιητική παραστατικότητα στα πεζά του δασκάλου του, κάνοντας μία σωστή παρατήρηση: «Η ποίηση τούτη δεν ξεπερνά ποτέ την αντοχή του πεζού λόγου’ αντίθετα, του δίνει πνοή, τον μεταμορφώνει σε «υψηλό πεζό λόγο» κατά την ορολογία του Θεοδωρακόπουλου». Άραγε, προεκτείνοντας το συλλογισμό του σε άλλα πεδία και είδη γραφής, την καθεαυτό Πεζογραφία, ποιοι ή ποιες πεζογράφοι διαθέτουν αυτό το τάλαντο στα πεζά τους, τα μυθιστορήματά τους. Σίγουρα πάντως αναγνωρίζουμε αυτήν την ποιητικότητα στον Δημήτρη Δημητριάδη, στον Γιώργο Χειμωνά, σε πεζά του Δημήτρη Χατζή, στον Γιώργο Ιωάννου για να περιοριστώ σε ενδεικτικά ονόματα. Όσο για την όχι μάλλον τελεσίδικη θέση του για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας ο Ε.Ν. Πλατής ας δούμε τι μας λέει στις σελίδες 541-542:

«Κάποτε μιά από τις διεθνείς γλώσσες της αρχαιολογίας ήταν η νεοελληνική. Τώρα ο κάθε επιστήμονας, όταν έχει κάτι να πει, το γράφει ξενόγλωσσα. Για ποιόν να το γράψει εδώ ελληνικά; Όταν η ελληνική επιστήμη δε συμμετέχει στον παγκόσμιο επιστημονικό διάλογο παρά απλώς μεταγράφει καθυστερημένα μερικά του πορίσματα, τραυλίζοντας μάλιστα στην ορολογία. Οι καλλιτέχνες μας πάλι, αντί να υποφέρουν τα πάνδεινα εδώ, μεταθέτουν τις έδρες των στις μεγάλες εστίες του Εξωτερικού και εξασφαλίζουν την αξιοπρέπειά τους και την αναγκαία για τη δημιουργία τους άνεση. Εξ άλλου ξένοι θα εγκαθίστανται διαρκώς περισσότεροι στον τόπο μας, κύριοι των ακτών μας, δίνοντας τον τόνο στην αριστοκρατία μας, και τα παιδιά τους αντί ν’ αφομοιώνονται στον ελληνισμό θα συγκροτούν αυτά εστίες αφομοίωσης του ελληνισμού. Δε θ’ αργήσουν άλλωστε να ιδρυθούν ξενόγλωσσα πανεπιστήμια για τις ανάγκες της υψηλής μας μικτής κοινωνίας. Τελικά, θ’ αρχίσουν και οι πεζογράφοι μας να εκφράζονται ξενόγλωσσα, ώστε δε θ' απομείνουν παρά οι ποιητές, κινούμενοι σαν ερημίτες στο έλεος της νεοελληνικής απαιδευσιάς και της εκμεταλλευτικής αδηφαγίας εκδοτών και βιβλιοπωλών. Όταν όμως ένα έθνος χάσει την πνευματική του ηγεσία, πώς να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα;

          Όταν κανείς δίνει τον εαυτό του σε τέτοιους στοχασμούς, αισθάνεται την ανάγκη να ξαναγυρίσει στο δοκίμιο του Ι.Ν.Θ. και να εισπνεύσει εκεί το ζωογόνο αέρα της πίστης; Αλλά τούτο δεν αρκεί. Πρέπει να πάρει και τη δύναμη ν’ αγωνιστεί, για να βοηθήσει από το μικρό του τομέα το έθνος μας να εξοπλιστεί για τον νέο που περιμένει κίνδυνο: την πνευματική και φυλετική, με ειρηνικά μέσα, διάβρωση που θα οδηγήσει στην εθνική διάλυση. Εύχεται όμως να μην συνεχίσουν τον αγώνα, όπως ως τώρα, τα εκλεκτά μόνο άτομα και ο ανόθευτος αλλ’ από την καθ’ όλου παιδεία ολοένα νοθευμένος λαός’ παρά να τον αναλάβει στο πρακτικό επίπεδο η πολιτεία, μιά πολιτεία που θάχει προηγουμένως διαμορφώσει τον εαυτό της με τρόπο άξιο να τον διεξαγάγει νικηφόρα.».

          Προφητικός ή διορατικός ο λόγος και η σκέψη του Ε.Ν. Πλατή σίγουρα πάντως αληθεύουν οι στοχασμοί και οι σκέψεις του στις μέρες μας εν έτη 2026. Ίσως γιατί ποτέ Εμείς, οι απανταχού της Γης Έλληνες και οι μόνιμοι κάτοικοι αυτής της κοινής μας εστίας της Ελλάδας δεν θελήσαμε να αποφασίσουμε το εκκρεμές της ιστορικής μας παράδοσης του «Χαμένου Κέντρου μας», που θα σταματήσει. Στην κλασικοτραφή και φιλοσοφομάνα Αθήνα, των Δημοκρατικών Αθηναίων Πόλη, στην Αυτοκρατορική Βυζαντινή ελληνόγλωσση αλλά όχι Ελληνική Πόλη της Κωνσταντινούπολης, πολιτεία των χριστιανών ιερέων και των μοναχών, ή σε άλλες ελληνόφωνες και ελληνοκατοικημένες κοσμοπολίτικες Πόλεις της Μεσογειακής λεκάνης όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, ίσως και της Ιερουσαλήμ. Άλλων Εστιών του Ελληνισμού ανά τον Κόσμο, στις ΗΠΑ, την Αυστραλία την Ασία κλπ. Με την έλευση και την επιβολή του Χριστιανισμού ο φιλοσοφικός και πνευματικός στοχασμός και περί του Ανθρώπου και της Φύσης προβληματισμός μεταπλάστηκε εγκαταλείποντας τις καθαρές πηγές του Ορθού Λόγου και της Επιστημονικής Εξήγησης ακόμα και του Παρμενίδη ερώτημα «Τι το Ον» έγινε ποιος ο αληθής δρόμος της σωτηρίας, της «αλήθειας» για τους Χριστιανούς. Λησμονήθηκε η θεολογία του Ξενοφάνη, η Ελληνική Πλατωνική Θεολογία, ο Θεολογικός λόγος του Πλωτίνου. Γιατί στην ουσία τους, στο πλάτος και το βάθος τους τα Πλατωνικά Έργα είναι τα Θεολογικά Έργα της Ελληνικής Μεταφυσικής μας Παράδοσης. Είναι η Θεολογία σύλληψης ενός Θεού αν θέλετε των Φιλοσόφων και όχι των Εθνικών Ιερέων, του ταμπλό της Ομηρικής Επικής ποίησης ή των Χριστιανών Μοναχών και Ιερέων, Πατριαρχών. Τι οφείλει αλήθεια η Προφητολογία των Εκκλησιαστικών Πατέρων στον ιερό Πλωτίνο και τις εξίσου ιερές, το θεολογικό σύστημα των «Εννεάδων του;». Ποιος είναι μεγαλύτερος πειρασμός, να αδιαφορήσεις και να χάσεις ένα νοητό Παράδεισο που πρεσβεύουν οι ορθόδοξοι χριστιανοί ή να στραφείς σε μία πορεία προς μία νοητή πνευματική ευωχία στο νησί των Μακάρων; Προβολές του νου πάνω στην πολιτιστική εικονογραφία της Χριστιανικής Διδασκαλίας ή της των Εθνικών Παγανιστών των Αρχαίων Ελλήνων Μαρτυρία. Με ποια εμπνευσμένα εφόδια «σώζεται» η Ελληνικότητα, με της Ορθοδοξίας δόγματα ή της αδογμάτιστης ελευθερίας και ελευθεροφροσύνης των ανθρώπων των Εθνικών Ελλήνων; Ο Κόσμος πλέον είναι ένα μεγάλο χωριό και εμείς μία μικρή κουκκίδα κακοτράχαλης γης στην βαλκανική γεωγραφική περιφέρεια της Ευρώπης. Παραφράζοντας τον λόγο του Πλατωνιστή Δασκάλου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, ο Λόγος της Ποίησης δεν είναι καταγραφέας μνημειακών επιτευγμάτων και σχολιάστρια παλαιών, γερασμένων και κουρασμένων ακίνητων σαν αγάλματα συμβόλων και βιωμένων στον παλαιό χρόνο της ζωής καταστάσεων αλλά ιέρεια που δεν ερμηνεύει ούτε τα σήματα των αρχαίων Ελληνικών Θεών ούτε τα νεύματα του Ενός Θεού των Χριστιανών, αλλά την σημερινή του Ανθρώπου σκληρή και ωμή κυνική ιστορική πραγματικότητα, έξω και πέρα από Εκκλησίες και Μοναστήρια, από Μαντεία και ιερούς Ναούς και Θέατρα παραστάσεων Αρχαίων Τραγωδιών. Τα άλλα, μάλλον όπως μας αποδεικνύει η Ιστορία του Καπιταλισμού και των άλλων φυσικά πολιτικών συστημάτων είναι για κρατικοδίαιτους βυζαντινούς ισόβιους πρεσβευτές τω «Αγνώστω Θεώ» ή τοις «Αγνώστοις Θεοίς» όσοι διαβάζουν γνωρίζουν ποιος έλληνας πολιτικός και κοινωνιολογικός στοχαστής έκανε πρώτος αυτή την αλλαγή στην αρχαία ρήση σε βιβλία του.

          Ο κλεινός Φρειδερίκος Νίτσε έλεγε ότι ο Χριστιανισμός είναι ο Πλατωνισμός για τις μάζες. Ίσως εννοούσε ότι μέσω της Θείας Λειτουργίας των Χριστιανών η Ελληνικότητα σαν πλήρωμα όλου του Ελληνικού Λαού κοινωνεί με τα Πλατωνικά ιδεώδη. Τώρα γιατί οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν ειδωλοποιήσει και θαυμάζουν και τρέχουν πίσω από χολιγουντιανούς αστέρες, δευτεροκλασάτους ηθοποιούς της αμερικάνικης παραγωγής, σταρ του Μουσικού στερεώματος και αθλητές έχουν ως πρότυπα ζωής και αξιών, δεν νομίζω να είναι υπεύθυνος για αυτό ούτε η γραφή ούτε ο λόγος του Πλατωνιστή φιλοσόφου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου.

-ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

1., ΒΙΒΛΙΑ (1-33) τίτλοι

2., ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ (1-142)

3., ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ (1-13)

4., ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (1-2) τίτλοι.

          Ας σταθεί αυτό το Αφιέρωμα όχι σαν ένα επετειακό μνημόσυνο σε έναν παλαιό Πλατωνιστή έλληνα φιλόσοφο αλλά μία αφορμή να ανατρέξουμε και να μελετήσουμε τα Πλατωνικά Έργα και την Φιλοσοφία Ζωής των Αρχαίων Ελλήνων. Είχανε και αυτοί τους δικούς τους Μάρτυρες, Οσίους και Μαρτυρία Αλήθειας της παράδοσής τους. Έστω και αν η σημερινή ιστορική και πολιτική μας πραγματικότητα περίτρανα μας αποδεικνύει ότι «είτε με τις Αρχαιότητες είτε με Ορθοδοξία» που τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος, και τις ανθρωπιστικές διδαχές και των δύο Ελληνικών παραδόσεων κατόρθωσαν να σταματήσουν το Κακό, τον Θάνατο, την Αδικία, τους Πολέμους και να φέρουν Ειρήνη στον Κόσμο. Τα πρόσφατα πολιτικά και στρατιωτικά συμβαίνοντα του Κόσμου μας δηλώνουν σε τι Θεό ομνύουν όλες οι εξουσίες. Πολιτικές, Οικονομικές, Θρησκευτικές, Εκκλησιαστικές. Και μάλλον, δεν λαθεύουμε, οι Πατριαρχικές επιλογές είναι με ξεκάθαρο πρόσημο.

«Ράδιο Παράγκα» έλεγαν μία νυχτερινή εκπομπή στο Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Γεώργιος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

1 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Από τις ειδήσεις: 1. Στους διεθνείς πλειστηριασμούς ένας πίνακας του διάσημου Ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο εκτιμήθηκε- πουλήθηκε για 145 εκατομμύρια δολάρια. Πού αρχινά η Τέχνη και που το Εμπόριο άραγε.

2.,Αρχιμανδρίτης της Βορείου Ελλάδος καταχράστηκε από αφελείς πιστούς πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ καθώς τους έταζε ότι μόλις πεθάνει ο τάδε μητροπολίτης θα εκλεγεί στην θέση του ο ίδιος. Γι’ αυτό φαίνεται τον πίστευαν και τον βοηθούσαν οι πιστοί για να έχουν μέσο, ίσως και βύσμα στην άλλη ζωή.

3., Η πτώση ενός Εκκλησιαστικού συμβόλου που μέχρι χθες τον συμπεριελάμβαναν τα Σχολικά Βιβλία ως Εθνικό παράδειγμα ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Αναφερόμαστε στον πατήρ Αντώνιο της «ΚΙΒΩΤΟΥ». Καταδικάστηκε σε μεγάλο χρηματικό ποσό και βγήκε σε μεσημεριανή εκπομπή αναζητώντας οικονομική στήριξη. Έχασε ότι δημιούργησε και στήριξε με μόχθο τόσες δεκαετίες και βρέθηκε στο εδώλιο. Έχει δίκιο στην επιχειρηματολογία του ή κάποιες «σκοτεινές δυνάμεις» θέλανε να βάλουν στο χέρι την όλη προσπάθεια και τα οικονομικά της. Ποιος ξέρει; Κρίμα, δεν μπορείς να εμπιστευτείς κανέναν και τίποτα πλέον. Δεν ξέρεις τι να πιστέψεις ή τι όχι. Στο πραιτόριο του προσωπικού του Μαρτυρίου δίνει τις δικές του απαντήσεις αλήθειας, αρνούμενος να σιωπήσει όπως ο Θεός που πιστεύει και διακονούσε. Πώς να μην σταθείς στο ταμπλό με το μαύρο Κοράκι που κρατούσε μία κοπελίτσα χθες στην συγκέντρωση στο Σύνταγμα για το δυστύχημα των Τεμπών και τις 57 Αθώες νεανικές υπάρξεις που χάθηκαν τόσο άδικα και με φριχτό τρόπο. Το πλακάτ έγραφε «ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΜΥΡΙΖΕΙ ΘΑΝΑΤΟ».  

      

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Ποιητικό Τρισάγιο για τους 57 νεκρούς των Τεμπών

 

ΠΟΙΗΤΙΚΟ  ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΕΙΣ  ΜΝΗΜΗ

ΤΩΝ 57 ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ

          Ο  ΕΧΘΡΟΣ

Τα Νιάτα μου ήταν μιά καταιγίδα σκοτεινή,

Εδώ κι εκεί από λαμπρές αχτίδες φωτισμένη’

Τόσο μου τον ερήμαξαν βροχές και κεραυνοί,

Πού δροσερός στον κήπο μου καρπός δεν απομένει.

 

Βαθιά μου το φθινόπωρο έχει κιόλας απλωθεί,

Και θα χρειαστεί και το τσαπί ν’ αδράξω και το φτυάρι,

Κι αυτή μου πού η νεροποντή την έχει συνεπάρει

Κι ανοίξαν λάκκοι μνήματα, να ξανασιάξω γη.

 

Μά ποιος θα πει αν τα λουλούδια τα νέα μου που λαχταρώ

Σ’ αυτό το χώμα το πλυμένο ωσάν ακρογιαλιά,

Θε να ‘βρουν την τροφή για ν’ αυξηθούν, τη μυστικιά;

 

-Ώ πόνε! Ώ πόνε! Μας την τρώει τη ζωή μας ο Καιρός,

Κι ο σκοτεινός Εχθρός που την καρδιά μου ροκανίζει

Απ’ το αίμα εμείς που χάνουμε, σφρίγος κι αλκή αυξαίνει χλοΐζει.

--//--

          Η  ΖΩΝΤΑΝΗ  ΛΑΜΠΑΔΑ

Προβαίνουν τα Μάτια αυτά τα ολόφωτα μπροστά μου,

Οπού θα τα μαγνήτισε ένας Άγγελος σοφός’

Τα θεία τ’ αδέλφια προχωρούν, που αδέλφια είναι δικά μου,

Τινάζοντας στα μάτια μου ένα διαμαντένιο φώς.

 

Το βήμα μου στης Ομορφιάς το δρόμο τ’ οδηγούνε,

Κάθε παγίδα διώχνοντας κι αμάρτημα βαρύ’

Σκλάβο τους μ’ έχουνε κι αυτά πιστά με υπηρετούνε’

Όλος υπάκουος στη ζωντανή λαμπάδα είμαι αυτή.

 

Μάτια μαγευτικά λάμπετε, καθώς εν πλήρει ημέρα

Τα νεκροκέρια, με μιά μυστική φεγγοβολή’

Τους κοκκινίζει ο ήλιος το φώς, αλλ’ όμως δεν το σβήνει’

 

Το Θάνατο εκείνα, εσείς τη Ζωή δοξολογάτε’

Προβαίνετε και την ανάστασή μου τραγουδάτε,

Αστέρια που τη φλόγα σας ήλιος κανείς δε σβήνει!

  --//--

          Η  ΡΑΓΙΣΜΕΝΗ  ΚΑΜΠΑΝΑ

Γλυκόπικρο ν’ ακούς, τις νύχτες τις χειμερινές,

Δίπλα στο τζάκι που σπιθοβολάει και που καπνίζει,

Οι αναμνήσεις να ‘ρχονται αγάλια οι μακρινές,

Τους ήχους της στην καταχνιά η καμπάνα ενώ σκορπίζει.

 

Μακάριο σήμαντρο, με τα γλωσσίδια τα γερά,

Καλοστεκούμενο, ζωηρό, μ’ όλα τα γερατειά σου,

Πού ίδιος γεροσκοπός, μπρός στη σκηνή του π’ αγρυπνά,

Πιστά αναδίνεις τα θρησκευτικά ανακράσματά σου!

 

Εμέ η ψυχή μου εράγισε, κι αν κάποτε θελήσει,

Όταν πονά, τον κρύον αέρα, το νυχτερινό,

Με τα τραγούδια της τα θλιβερά να τον γεμίσει,

 

Μοιάζ’ η φωνή της με ρόγχο πληρωμένου, εκεί κάτου,

Πλάει σε λάκκο αιματερό, μες σε νεκρούς σωρό,

Ασάλευτου, στον φριχτό αγώνα του θανάτου!

  --//--

          ΑΝΑΡΧΙΚΟ

Στο αυτόφωρο να προσαχθεί

και άνευ δίκης να καταδικασθεί

ο εχθρός του αρχηγού ή του λαού,

του κράτους ή της πολιτείας,

του Έθνους ή της Εκκλησίας,

του νόμου ή του στρατού,

ή όποιας άλλης επίσημης αρχής

που δεν ανέχεται οξυδερκείς

παρατηρήσεις κριτικής,

πού κλείνει στα σίδερα της φυλακής,

ή μέσα σε οίκους ενοχής,

τους οπαδούς της ανοχής

των Μαύρων, των Μιγάδων,

των ράπ και των ροκάδων,

των άσεμνων ντυμένων νέων

και των ανήθικα γενναίων.

 

Έτσι θ’ αποκατασταθεί η τάξη

πού έχει ο νεόκοσμος ταράξει’

κι άς μείνουν ανοιχτά μονάχα τα σκυλάδικα

να τραγουδούν ελεύθερα τα άδικα

που έχουν ατιμωρητί οι άρχοντες διαπράξει.

   --//--

          ΕΘΝΙΚΟΦΡΟΣΥΝΗ

Παλιόπαιδα, και έσυραν τον ποιητή

στο δικαστήριο της εθνικοφροσύνης’

απήτησαν ευθύς εκεί να δώσει λόγο

γιατί το έργο του τάχα τροφοδοτεί

το μίσος, την λοιδωρία και το ψόγο,

που τελευταία φούντωσαν κατά της Ρωμιοσύνης.

 

Αιτία τέτοιας και τόσης κομπορρημοσύνης

το ποίημα εκείνο που ξενίζει

γιατί μιλά για μιάν Ελλάδα που πληγώνει,

γιά μία χώρα που στο πέλαγο αρμενίζει

βάρκα ακυβέρνητη στα κύματα, και μόνη.

    --//--

          ΔΡΟΜΟΔΕΙΚΤΗΣ

Ιστορικό τεκμήριο, ασφαλώς,

ο Δρομοδείκτης σας αυτός.

Μιλάει για καρόδρομους με χώματα

μετρά τις αποστάσεις με ώρες και μ’ οργιές

και σημειώνει πόλεις και χωριά με ονόματα

που αγνοούν οι χάρτες (επίσημοι ή τοπικοί)

και μνημονεύουν μόνο κάτι παράξενες γριές,

αυτές που ορφάνεψαν μικρές και μείναν χήρες νιές,

 

Ο Δρομοδείκτης, παρωχημένης σίγουρα εποχής,

είναι άχρηστος για μας τους νέους εισβολείς,

που με το ευαγγέλιο και τον σταυρό στο χέρι

παντού, σ’ όλου του κόσμου εξάγουμε τα μέρη

(βέβαια πρώτα εκεί που μας συμφέρει)

το δίκαιο και τα δικαιώματα του Ανθρώπου,

άσχετα από το κόστος της βίας και του κόπου.

   --//--

          Η  ΛΗΘΗ

Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε

την πικρία της ζωής. Όντας βυθήσει

ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,

μην τους κλαίς, ο καημός σου όσος και νάναι.

 

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση’

μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει

ά στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.

 

Κι αν πιούν θολό νερό, ξαναθυμούνται,

διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδείλι,

πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

 

Ά δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι,

τους ζωντανούς τα μάτια σου άς θρηνήσουν.

Θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.

       Το ποίημα «Ο Εχθρός», «Η Ζωντανή λαμπάδα», και «Η Ραγισμένη καμπάνα» είναι από τα «εικοσιοχτώ ποιήματα του Charles  Baudelaire σε Επιλογή- Μετάφραση Κλέων Παράσχος, επιμέλεια Αλέξης Ζήρας, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1981. Τα ποιήματα «Αναρχικό», «Εθνικοφροσύνη» και «Δρομοδείκτης» είναι από την συλλογή «Μέμφομαι τον Αιώνα» της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 2001. Το Σονέτο «Λήθη» του επτανήσιου ποιητή και ήρωα του Δρίσκου Λορέντζου Μαβίλη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο «Έργα» του, Αλεξάνδρεια 1922.

 Συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από την Εθνική Τραγωδία των ΤΕΜΠΩΝ και ο Ελληνικός Λαός δεν ξέχασε την απώλεια των 57 Νέων αγοριών και κοριτσιών σπουδαστών που χάθηκαν τόσο άδικα και με φρικτό τρόπο, και τους 150 τραυματισμένους. Μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις και πορείες διοργανώθηκαν σε όλη την χώρα και το εξωτερικό. Όλη η Ελλάδα μια φωνή ζητώντας Δικαιοσύνη και την Αλήθεια. Το δάκρυ των Νέων και ο πόνος των συγγενών και των Φίλων τους λίπασμα θρήνου αγάπης, οργής και απόγνωσης για τα παιδιά και τους μεγαλύτερους που δεν πρόλαβαν να ΖΗΣΟΥΝ.

    Ας μας επιτραπεί από τα Λογοτεχνικά Πάρεργα να εκφράσουμε μία προσωπική μας ανθρωπιστική θέση, σαν Έλληνες πολίτες ταλαίπωροι αυτής της χώρας. Η Τέχνη της Ποιήσεως ποτέ δεν έμεινε αμέτοχη στις Τραγωδίες του Έθνους μας. Μια και ο παλμός των συγκεντρώσεων συμπαράστασης απλώθηκε σε όλη την υφήλιο όπου υπάρχει Ελληνισμός.  Αν είμασταν πιστοί ενός οποιουδήποτε χριστιανικού-εκκλησιαστικού δόγματος και παράδοσης, θα παρακαλούσαμε τους Εκκλησιαστικούς άρχοντες της Ορθοδόξου Εκκλησίας να Αγιοποιήσουν τα 57 Σώματα και τις Ψυχές τους. Έλληνες και Αλλοδαποί, αγόρια και κορίτσια και μεγαλύτερης ηλικίας άτομα που χάθηκαν τόσο άδικα, φρικτά και τραγικά στο Σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Και μετά από τρία χρόνια προσπαθούν οι πονεμένοι και βασανισμένοι Γονείς και Συγγενείς, οι φίλοι και συμμαθητές τους να βεβαιωθούν τι περιέχεται μέσα στα ξύλινα φέρετρα που έθαψαν άρον-άρον οι αρχές, χωρίς να τους επιτραπεί να θρηνήσουν τα σπλάχνα τους οι οικείοι τους σε ένα κοιμητήριο. Τρία χρόνια αδιάκοπων αγώνων και πόνου ζητούν το αυτονόητο, Δικαιοσύνη και τιμωρία των πραγματικών ενόχων. Αλλά, τι συλλογίζομαι ο ανόητος, ο «μωρός» θα με χαρακτηρίσουν οι σοφολογιότατοι της ορθόδοξης θεολογικής καθαρότητας και αυθεντικής δογματικής των βεβαιοτήτων της πίστης τους (τα πουκάμισα έξω τους ενοχλούν μόνο). Αλλά μήπως η Βυζαντινή Μεγαλοπρέπεια των Χριστιανών-Ορθόδοξων ταγών μας θα τους επέτρεπε να Αγιοποιήσουν τους 120 Έλληνες που χάθηκαν στην μεγάλη πυρκαγιά στο Μάτι πριν λίγα χρόνια, τους 26 στις πλημμύρες στην Μάνδρα, τους πάνω από 3000 Έλληνες όπως έγραψαν οι εφημερίδες ότι αυτοκτόνησαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των τριών μνημονίων που επιβλήθηκαν στην πατρίδα μας; Κατά τα άλλα «πατρίς, θρησκεία-εκκλησία…» και η εξέδρα με τους επισήμους μπροστά-μπροστά. Τρίτη Ρώμη να μην υπάρξει. Τα Πρωτεία.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

28 Φεβρουαρίου 2026 ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ

ΥΓ. Ένα από τα συνθήματα που είχαν αναρτηθεί στην συγκέντρωση, το συλλαλητήριο στο Σύνταγμα για την τραγωδία των Τεμπών και κρατούσε ένα νεαρό κορίτσι, ήταν ένα μαύρο Κοράκι που πάνω έγραφε με άσπρα γράμματα «ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΜΥΡΙΖΕΙ ΘΑΝΑΤΟ».

Ήταν το Κοράκι του Έντγκαρ Άλαν Πόε που έκρωζε «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» μαζί με τους συγκεντρωμένους στα 160 σημεία σε όλη την χώρα. Αυτοί οι σύγχρονοι ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ πλημμυρισμένοι στο ΠΕΝΘΟΣ.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μουσικολόγος Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

του ΧΡΗΣΤΟΥ  ΛΕΒΑΝΤΑ

περιοδικό ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1964.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΤΕΧΝΕΣ

 Έτος Τέταρτο, σ.66-71

Διευθυντής ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΓΙΑΚΗΣ

ΓΡΑΦΕΙΑ: ΚΛΕΙΣΘΕΝΟΥΣ 17 ΑΘΗΝΑ

Εξώφυλλο Σταύρος Μαμινάκης

          Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Σ  Χ Α Τ Ζ Ι ΔΑ Κ Ι Σ

     Στις 3 Νοεμβρίου 1963 σε βαθύ γήρας, έσβησε στον Πειραιά, όπου διέμενε από χρόνια μιά μορφή, που με το πνευματικό έργο του και κύρια με την ανεκτίμητη συμβολή του, στην περισυλλογή, την καταγραφή και τη διάσωσι των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής μουσικής παράδοσης, αλλά και με το υπόδειγμα ζωής, που μας προσέφερε, στάθηκε άξιος, κατά πάντα, γόνος της Κρήτης: Ο Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις, πούχε γεννηθή στις 28 του Δεκέμβρη 1871 στο Ηράκλειο. Ήταν, καθώς ξέρουμε και καθώς, έχει βεβαιωθή από αδιάψευστα στοιχεία, που προέκυψαν από σχετικές έρευνες και μελέτες Κρητικών ερευνητών και ιστοριογράφων έγγονος του θρυλικού Γωνιακού ήρωα του ονομαστού «Χαϊνη» που τόσο τον έχει τραγουδήσει η Κρητική δημοτική ποίηση, για τη λεβεντιά και το μαρτυρικό θάνατό του, του Μιχάλη Βλάχου. Πάει καιρός που χάρις εις άοκνη εργασία του κ. Ν. Σταυρινίδη βρέθηκε στο Τούρκικο αρχείο του Ηρακλείου το Σουλτανικό Φερμάνι της καταδίκης του Μιχάλη Βλάχου σε θάνατο, με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 1856. Παιδί της μοναχοκόρης του Χρυσάνθης, που είχε σωθή, ύστερα από τον αποκεφαλισμό του- που έγινε στο Μεϊντάνι στις 18 Φλεβάρη 1857- με τη φροντίδα των δημογερόντων του Ηρακλείου, «Θυγάτριο» μόλις τριών χρόνων τότε, κι’ είχεν υιοθετηθή  κι’ ανατραφή απ’ τον έμπορο Μάρκο Ελευθεράκη, εκ του γάμου του με τον Φοδελιανό Ιωάννη.

          Ο Μιχάλης Βλάχος-που οι Σφακιανοί χάρις εις την αδρειωσύνη του και την ομορφιά του τον είχε ονοματίσει έτσι- ανήκει ιστορικά στην οικογένεια Καλησπέρη, οικογένεια παλιών αγωνιστών πούχαν παράδοση να εξακολουθούν την πάλη κατά του Τούρκου δυνάστη και μετά τις αναγκαστικές «περιόδους ειρήνης» που τα πολυάριθμα πάντα φουσάτα της Πύλης επέβαλαν στον σε αέναο ξεσηκωμό ευρισκόμενο λαό της Κρήτης.

          Ο τελευταίος που έκλεισε τον αριθμό των αγωνιστών υπήρξε ο Μελέτιος Καλησπέρης, ο ηγούμενος της Μονής Ιερουσαλήμ της επαρχίας Μαλεβυζίου, θείος του Μιχάλη Βλάχου, αδελφός του πατέρα του, πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής των δώδεκα επαρχιών της μέσης και ανατολικής Κρήτης στον αγώνα του 1866 που, ύστερα από μακρόχρονη εξορία στην Πόλη, αξιώθηκε υπέργηρος να ξαναδή το χώμα της Κρήτης και που όλη του την στοργή έριχνε, μαζί με την Χαριστή, την γυναίκα του Μιχάλη Βλάχου, στον μόνον από τους εγγονούς του Βλάχου στην Κρήτη διαβιούντα, τον Γιωργή, τότε μικρό παιδί.

          Από την πλευρά μητέρας ο Γεώργιος Χατζιδάκις είχε περίφημη παράδοση προγόνων που αγάπησαν και θυσιάστηκαν για την Κρήτη. Την παράδοση αυτή, της αγάπης για την Κρήτη την μετουσίωσε θαυμάσια στον τομέα της Τέχνης. Δίδει ολόκληρη την ζωή του, μία ζωή σπουδής και μελέτης, για να συλλέξη και να καταγράψη ότι υπάρχει κίνδυνος να χαθή απ’ όσα εκφράζει σ’ άλλους τομείς, εκτός από τον τομέα του πολέμου και των όπλων, η ψυχή του λαού της Κρήτης.

          Πασχίζει να μη χαθή τίποτε από τους «παληούς σκοπούς», τους παληούς χορούς από τη ζωντανή αυτή έκφραση της ψυχής του Κρητικού. Έχει την πίστη πως στους ήχους της κρητικής λύρας, στα τσακίσματα και στη λυγεράδα του χορευτή, στο ωραίο και αγέρωχο της Κρητικής μελωδίας, αποκαλύπτεται όλο το μεγαλείο της Κρήτης από τους παληούς χρόνους ίσαμε τους τωρινούς.

Η συνειδητή ιστορία του Γ.Ι. Χατζιδάκι, του σπουδαίου αυτού Κρητικού, αρχίζει με την μετακίνηση του νεαρού τότε παιδιού από την Κρήτη στο Πειραιά.

          Οι γονιοί του Γ. Χατζιδάκι, μαζί με τα παιδιά τους, για να περισωθούν από τους καταδιωγμούς των Τούρκων, στα χρόνια των Κρητικών Επαναστάσεων και ολοκαυτωμάτων, στο 1889 είχαν καταφύγει στον Πειραιά, όπου εκείνος σπούδαζε αποφοιτήσας απ’ το Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων, εγγραφείς έπειτα και παρακολουθήσας μαθήματα Νομικής, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο διάστημα των σπουδών του, εκδηλώθηκε η αγάπη του στα πνευματικά έργα και ιδιαίτερα στη Μουσική,- από παιδί αιστάνονταν ακατανίκητη ροπή στη μουσική, σε ηλικία δε 15 χρόνων, ήταν το πρώτο κλαρίνο στη Φιλαρμονική Ηρακλείου-με την ανάμειξή του στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του Πειραιά και στη δημοσιογραφία. Υπήρξε τότε μεταξύ των ιδρυτών του Πειραϊκού Συλλόγου από τον οποίο εξεπήδησεν αργότερα ο και ήδη λειτουργών περίλαμπρος «Πειραϊκός Σύνδεσμος», ο πρωτοστατήσας στην ανασυγκρότηση επί δημαρχίας Τρύφωνος Μουτζόπουλου, της υπό διάλυσι τελούσης Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιώς, με Αρχιμουσικόν τον περίφημον Βαυαρόν Ανδρέαν Σάϊλερ, διευθυντήν της Μουσικής της Φρουράς Αθηνών και μετέπειτα Γεν. Επιθεωρητήν των Στρατιωτικών Μουσικών του Κράτους, συντάξας και το κανονισμόν της το 1898 καθώς και στην υποβοήθησι του Δήμου, με την μουσική του ενημέρωσι αλλά και την γνώσι ξένων γλωσσών- ήταν κάτοχος της Ιταλικής και Γαλλικής- στην μετάκλησι εξαιρέτων και αρτίας συγκροτήσεως μεγάλων Ιταλικών Μελοδραμάτων θιάσων, για να δίνουν παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς.

          Τότε είχε πρωτοπαιχθή από την Δημοτική Φιλαρμονική Πειραιώς, υπό την διεύθυνσιν του Σάϊλερ, που το εναρμόνισε, το πρώτο μουσικό έργο του για πιάνο, η «Πυρρύχη» δηλαδή ο Καστρινός πηδηχτός χορός, που εξεδόθη και από τον Αθηναίο εκδότη Ζ. Βελούδιο. Η παρτιτούρα του, υπάρχει και τώρα στο Αρχείο της Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιώς. Σύγχρονα δίδασκε στη Σχολή της Φιλαρμονικής και σε εργάτες των Πειραϊκών εργοστασίων μουσική και επωφελούμενος της συρροής στον Πειραιά Κρητών προσφύγων, άρχισε να μεταγράφη και να καταρτίζη συλλογές, ακροώμενος φημισμένους Κρητικούς λυράρηδες, λαϊκές μουσικές συνθέσεις της Κρήτης, τραγούδια καθώς και χορούς.

          Τον ίδιο καιρό και συγκεκριμένα από το 1896- νεαρώτατος ακόμα είχε μπη στη δημοσιογραφία και συνεργαζόταν τακτικά στο «Άστυ» του Δ. Κακλαμάνου, στην «Εφημερίδα των Συζητήσεων» του  Β. Δεληγιώργη και στην «Ακρόπολη» του Βλ. Γαβριηλίδη.

          Στα 1899, ένα χρόνο μετά την Αυτονομία της Κρήτης, ο Γεώργιος Χατζιδάκις επανήλθε στην Κρήτη και εγκατεστάθη στο Ηράκλειο όπου ίδρυσε τον Μουσικό Σύλλογο "Απόλλωνα» και τη Φιλαρμονική του Δήμου και μαζί με τον φωτισμένο εκδότη και τυπογράφο Στυλιανό Αλεξίου που τα παιδιά του (1) –η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η Έλλη Αλεξίου, ο Λευτέρης Αλεξίου,- αναδείχθηκαν στα νεοελληνικά γράμματα, κι’ έγιναν απ’ τις πρώτες μορφές τους, τον αλησμόνητο επιστήμονα Ξανθουδίδη, που φρόντισε την έκδοση του «Ερωτόκριτου», τον Καζαντζάκη κι άλλους Ηρακλειώτες λόγιους και φιλότεχνους, προώθησε την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του.

          Στο μεταξύ συνέχιζε ακάματα και μεθοδικά την έρευνα, συλλογή και μελέτη των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής μουσικής, περιερχόμενος την Κρήτη, και καταγράφοντας, ακροώμενος, τους λαϊκούς τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, τους μουσικούς τόνους τους.

          Το ήθος, η ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια, αλλά και η νομική του κατάρτισι, έγιναν αφορμή στο διάστημα αυτό, να μην μείνη αχρησιμοποίητος από την νεοσύστατη Κρητική Πολιτεία και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Έτσι κλήθηκε να οργανώση νομοθετικά την Τελωνιακή υπηρεσία, τούτο δε συνετέλεσε να μπη στον τελωνειακό κλάδο, υπηρετήσας αρχικώς σαν τελώνης στον Αγ. Νικόλαο και έπειτα από δέκα χρόνια, όταν επανεγκατεστάθηκε στον Πειραιά, έγγαμος πιά και πατέρας τριών παιδιών-ο δεύτερος είναι διακεκριμένος ήδη παιδίατρος κ. Σοφοκλής Γ. Χατζιδάκις, γνωστός και στους πνευματικούς κύκλους ως τακτικός συνεργάτης στο περιοδικό «Ακτίνες» με το όνομα, που ανήκει στην γενιά του, «Καλησπέρης» (2)-σαν ανώτερος υπάλληλος και στην Τελωνιακή υπηρεσία του πρώτου Ελληνικού λιμανιού.

   Το μεγάλο πάθος του, όμως προς την Κρητική μουσική, ουδέποτε και μέχρι του θανάτου του, έπαυσε να υπηρετή. Έτσι μεγάλη και πολυσήμαντη είναι η εισφορά του: Μελέτες του, δημοσιευμένες κατά το 1909 και το 1911 στο τότε εκδιδόμενο περιοδικό «Κρητική Στοά» (τόμος Β και Γ) για τους Κρητικούς χορούς, με τεχνική ανάλυσι των δύο από τα πιό κύρια ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης, το «Σε ψηλό Βουνό» και το «Πότε θα κάμη ξαστεριά»- προκάλεσαν τόση απήχηση στους μουσικολογικούς κύκλους, ώστε ασχολήθηκε με αυτές και το τότε έγκυρο μουσικό περιοδικό «Η Μουσική», που έβγαινε στην Πόλη από τον Γ. Παχτικό. Σε τεύχος του έγραψε μεταξύ άλλων ότι «ο εξ Ηρακλείου Κρήτης έγκριτος μουσικολόγος κ. Γ. Χατζιδάκις, λύει το ζήτημα της εναρμονίσεως των Ελληνικών δημοτικών ασμάτων διότι υποδεικνύει την δημιουργίαν ειδικών Ελληνικών χαρακτηριστικών συγχορδιών, προς αρμονικήν επένδυσιν της δημοτικής μας μουσικής».

          Πρέπει επίσης να προστεθή, ότι χαρακτηριστική της προκληθείσης εντυπώσεως, είναι ότι από τα πρώτα του αυτά μελετήματα του Γ. Χατζιδάκι, παρακινήθηκαν να κατέβουν τότε στην Κρήτη για να μεταγράψουν ριζίτικα τραγούδια, ο αξέχαστος Ν. Νάζος, διευθυντής στα χρόνια εκείνα του Ωδείου Αθηνών και ο διακεκριμένος καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής Ψάχος.

          Επηκολούθησαν νεώτερα μελετήματά του και επανεκδόσεις του Καστρινού πηδηχτού, για μαντολίνο και βιολί, κατά το 1910, που προκάλεσαν νέα ανεπιφύλαχτα εγκωμιαστικά κριτικά σχόλια των μουσικολόγων.

          Συγκεκριμένα διαβάζουμε στο τότε εκδιδόμενο στην Αθήνα από τον Δ.Ι. Καλογερόπουλο περιοδικό «Πινακοθήκη»- έτος Θ΄ τεύχος 104 Οκτωβρίου 1909- τις ακόλουθες κρίσεις:

          «Σπουδαιοτάτην συμβολήν εις την λαογραφίαν, παρέχει ο εν Ηρακλείω της Κρήτης κ. Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις, δια της εκδόσεως της μουσικής Κρητικών χορών. Πρώτον μουσικόν τεμάχιον εξεδόθη ο Πηδηχτός Μαλεβυζιώτικος και Καστρινός, θα ακολουθήσουν και αι λοιπαί σειραί του Πηδηχτού, ήτοι Κονδυλιές της Μεσσαράς, της Πεδιάδος και του Μεραμβελίου. Ο ρυθμός των Κρητικών χορών, είναι χαρακτηριστικός, διακρινόμενος διά την γοργότητα. Τα μέλη μεταγράφησαν πιστώς εις την εκτέλεσιν παλαιών εγχώριων οργανοπαιχτών απηλλάγησαν δε, από κάθε νεωτέραν προσθήκην ή τροποποίησιν».

          Εξ άλλου, στα «Παναθήναια» του Κιμ. Μηχαηλίδη – Έτος Ι τεύχος 224, 31 Ιανουαρίου 1910- διαβάζουμε κριτικό σημείωμα, με υπογραφή Θ. Κλ…. Για την έκδοση «Κρητικοί χοροί» Α΄ πηδηχτός Μαλεβυζιώτικος και Καστρινός, μεταγραφή δια μανδολίνο ή βιολί υπό Γ. Ι. Χατζιδάκι, στο οποίο εξαιρείται ο μόχθος του για να περισωθούν τα δημοτικά μας τραγούδια και προστίθεται: «Το δημοσιευθέν αυτό δείγμα της επιπόνου, αλλά πολυτίμου Εθνικής εργασίας του κ. Χατζιδάκι, εμπνέει την εμπιστοσύνην την οποίαν πρέπει να έχη τίς είς το έργον του».

          Περνάνε τα χρόνια, οι καιροί, χωρίς να σταματήση ο μόχθος του, η έρευνα, η μελέτη και η διάσωσι των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής λαϊκής μουσικής. Και ο Γεώργιος Σκλάβος αναγνωρίζει τούτο στο κατά την μεταπολεμικήν περίοδο εκδοθέν από τον Σπύρο Μελά, στην Αθήνα περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία» (τεύχος 60), δημοσιεύοντας σ’ αυτό μελέτη του περί Κρητικής Μουσικής, ότι ο κ. Γ. Χατζιδάκις, «πρώτος εγνώρισε την δημοτικήν Κρητικήν εις τον Ελληνικόν μουσικόν κόσμον». Την αυτήν αναγνώρισιν κάνει το 1954 και ο διάσημος Ελβετός Αρχιμουσικός Σαμουήλ Μπομποβί, που είχε μελετήσει τις εργασίες του Γ. Χατζιδάκι και είχε κατέβει τότε στην Κρήτη για την ηχογράφηση Κρητικών τραγουδιών. Ακόμα και ο εξαίρετος Κρητικός πεζογράφος Παντελής Πρεβελάκης στον «Κρητικό» του, κάνει περιγραφή Κρητικού γλεντιού, βασιζόμενος στην εργασία του για τους Κρητικούς χορούς που είχε δημοσιευθή στην «Κρητική Στοά» του Ηρακλείου του 1910.

          Οι Κρητικοί γνώριζαν και παρακολουθούσαν με αγάπη την εργασία του, πρίν μας δώκη το ογκώδες βιβλίο του για την «Κρητική Μουσική» 1958, που τιμήθηκε και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Έργο, που στάθηκε αποκορύφωμα του πολύχρονου και πολύμοχθου πάθους του, για τον λαϊκό μουσικό πλούτο της πατρίδας του. Σχετικό σημείωμα, δημοσιεύτηκε και στην «Κνωσό» το Μηνιάτικο δελτίο του φερώνυμου Αθηναϊκού Συλλόγου Κρητών- Έτος 2ον Αρ. 11, Αύγουστος 1954, σελ. 26 από τον Ο.Θ. (Οδυσσέα Θαλασσινό) αναφέρονται βιογραφικά στοιχεία του και εξαίρεται το έργο του.

          Ο αξέχαστος μεγάλος μας μουσουργός Ακαδημαϊκός Μανώλης Καλομοίρης, στον πρόλογο της «Κρητικής Μουσικής» (Ιστορία, μουσικά συστήματα, τραγούδια και χοροί), που εξεδόθηκε το 1958 (σ. 240 σχ. 80) αναφέρει ότι «γνώριζε και παρακολουθούσε την πολύτιμη λαογραφική και ιστορική προσφορά του σχετικά με τη λαϊκή μουσική της Κρήτης και ο κύριος Χατζιδάκις, ξάνοιξε πλέρια στα μάτια της ψυχής μου την ασύγκριτη λεβεντιά και ομορφιά της Κρητικής μουσικής» και προσθέτει:

          «Όμως έτσι όπως έχω μπροστά μου τον ογκωδέστατο αυτό τόμο, που πραγματεύεται για το Κρητικό λαϊκό τραγούδι απ’ όλες τις απόψεις, ιστορικές, λαογραφικές, επιστημονικές και με τόσες μεταγραφές τραγουδιών, σε Ευρωπαϊκή παρασημαντική, νοιώθει κανείς μαζί με το σεβασμό και το θαυμασμό στην καταπληκτική απόδοση- έργο ολόκληρης ζωής- και κάποιο δέος για τον άθλο και τον επιδιωκόμενο σκοπό». Ανάλογα ευμενέστατες, ήταν και οι κρίσεις του Ακαδημαϊκού Ορλάνδου, στην εισήγησί του στην Ακαδημία Αθηνών για την απονομή του βραβείου. Αλλά θερμά, εγκωμιαστικά, στάθηκαν και τα κριτικά σημειώματα που δημοσιεύτηκαν από μουσικολόγους και άλλους σχολιαστές στον Αθηναϊκό και Κρητικό τύπο.

          Μέχρι την εσχάτη ώρα, του φθαρτού πεπρωμένου του ανθρώπου, ο σεβαστός και προσφιλέστατός μας, ακάματος αυτός Κρητικός γέροντας, πούχε αναθάλλει στην τόση καρπερή γη του Φόδελε, κάτω από τη σκιά του θρύλου του μεγάλου Γκρέκο, δούλευε πάνω απ’ τους όγκους των πολύτιμων χαρτιών του-μας αφήκε κληρονομιά τέσσαρες ακόμα ογκώδεις πολύτιμες συλλογές καταγραφών του για Κρητικά τραγούδια, χορούς και λαϊκές μελωδίες- μέσα στο σπίτι του, στην οδό Σαχτούρη 68 στον Πειραιά, επανεξετάζοντας και διορθώνοντας αυτές για την τελείωση της προσφοράς του, πούχε σταθή πάθος και αυτοσκοπός του για εξήντα σχεδόν χρόνια…

          Κι’ έσβησε ήσυχα απ’ ανάμεσά μας και σεμνά, όπως γεμάτος πραότητα και σεμνότητα ήταν στη ζωή του, παθαινόμενος να σταθή Άξιος της Κρήτης. «Να μην την ντροπιάση ποτές» καθώς παθαίνονται και μιά άλλη μεγάλη και αυτοδυναστευόμενη στο πνευματικό ιδανικό μορφή της: Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας του «Καπετάν- Μιχάλη». Έσβησε, αφήνοντας όμως πίσω του, στην πατρίδα και στο Έθνος του, αποθησαυρισμένους τους μουσικούς αναπαλμούς της, την ίδια την λυρική φωνή της, το τραγούδι της, πού είναι κάτι πολύ  περισσότερο από ένα τραγούδι: Η ψυχή της, με την πιό φωτεινή  κι’ ανέσπερη λαμπάδα!

            ΧΡΗΣΤΟΣ  ΛΕΒΑΝΤΑΣ

1., Ο Ροδαμάνθυς Αλεξίου, παιδί του Στυλιανού, ασχολούνταν και με το Κρητικό λαϊκό τραγούδι.

2., Καλησπέρηδες, προσωνυμία που δίνονταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας στους κυκλοφορούντας κρυφά αγωνιστές.

Σχετικά:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

(Ηράκλειο 28/12/1871- Πειραιάς 3/11/1963)

 Ο ΔΙΑΠΡΕΠΗΣ  ΚΡΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΟΣ

    «Κατά τους Προϊστορικούς χρόνους η Μουσική δεν ήτο τέχνη αυτοτελής και αυθύπαρκτος. Συνυπήρχε με τον Χορόν και την Ποίησιν, ως ένα σύνολον αδιαίρετον και αδιάσπαστον. Επρώτευον η Ποίησις και ο Χορός, η δε Μουσική εχρησίμευεν ως θεραπαινίς αυτών, και δια των ήχων και του ρυθμού συνετέλει εις την πληρεστέραν ερμηνείαν των στίχων. Την αυτήν υπηρεσίαν παρείχε και η όρχησις, δια της κινήσεως των ποδιών και των μιμήσεων….»

            Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις

           Τις παλαιότερες δεκαετίες-που τα κουράγια άντεχαν και τα πόδια βαστούσαν- κατέβαινα στον Πειραιά και πήγαινα για κολύμπι στην πλαζ της Τερψιχόρης με τα πόδια από το σπίτι μου. Το ίδιο έπραττα όταν επισκεπτόμουν σπίτια γνωστών πειραιωτών λογίων, ποιητών, φίλων που διέμεναν είτε στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου, είτε στην περιοχή της Πηγάδας, είτε στην Καλλίπολη. Στην επιστροφή και πάλι κατέβαινα με τα πόδια μέχρι την στάση επί της Βασιλέως Κωνσταντίνου (νυν Ηρώων Πολυτεχνείου) μπροστά στα παλαιά Γραφεία της ΕΥΔΑΠ δίπλα σε μία εμπορική τράπεζα και παίρνοντας το παλαιό «21» ή σήμερα «904» επέστρεφα. Ανέβαινα λοιπόν την οδό Σαχτούρη και ανάλογα έστριβα ή έφτανα μέχρι την περιοχή που βρίσκεται το κτήριο του «ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΥ» το γνωστό «ΜΕΤΑΞΑ» (παλαιά θερινή έπαυλη του πολιτικού Σκουλούδη) πίσω από την εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Η πλατεία Πηγάδα με τον ευρύχωρο χώρο της, την παιδική της χαρά και τα παγκάκια της φημίζονταν για τα οικογενειακά φαγάδικά της. Παραδοσιακά εστιατόρια με καλό και φτηνό φαγητό, τα στέκια της για τους λάτρεις των θαλασσινών εδεσμάτων (τα πλοκάμια των ψημένων χταποδιών κρέμονταν μπροστά στα ουζερί), τα ζαχαροπλαστεία της κλπ. Σχεδόν πάντα όμως περνούσα μπροστά από το παλαιό δίπατο ερειπωμένο οίκημα με το καγκελοφραγμένο μπαλκόνι του (με τα σχέδιά του) και τα ξύλινα παράθυρά του στο νούμερο 68 της οδού Σαχτούρη. Μπροστά στην παλαιά πόρτα υπήρχαν «ξεχασμένοι» λογαριασμοί ή διάφορα διαφημιστικά προσπέκτους προϊόντων. Δεν έδινα και πολύ σημασία, εξάλλου δεν ήταν η μοναδική περιοχή, διαμέρισμα του Δήμου που συναντάει κανείς παλαιά, εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα κτήρια. Μονοκατοικίες ή δίπατα σπίτια που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και ομορφιά και διέμεναν στους ευρύχωρους χώρους τους, στα μεγαλοαστικά διαμορφωμένα και στολισμένα δωμάτιά τους γνωστοί γόνοι πλούσιων πειραιώτικων οικογενειών, εφοπλιστές, βιομήχανοι αλλά και ποιητές, καθηγητές, μουσικοί, διανοούμενοι, έμποροι. Από τα «Πειραιώτικα» του ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα έως τις δημοσιογραφικές αναμνήσεις Πειραιωτών λογίων διαβάζουμε ωραίες απεικονίσεις και ανάγλυφες περιγραφές της περιοχής και των κατοίκων της. Περνώντας μπροστά από την Σαχτούρη 68 πάντα αναρωτιόμουν με μελαγχολία άραγε ποιοί κατοικούσαν σ’ αυτό το σπίτι, τι όνειρα έκαναν, τι στόχους της ζωής τους πέτυχαν, τι αποτυχίες και δράματα παίχτηκαν μέσα στα δωμάτιά τους. Πόσες χαρές και λύπες άκουσαν οι τοίχοι του. Γάμοι, βαφτίσια, αρραβώνες, παιδιά, αρρώστιες, θάνατοι, πένθη, αποτυχίες, οικονομικές καταστροφές ή επιτυχίες, μνήμες ζωής ατελεύτητης ανοιχτές στον χρόνο και τον τόπο. Όλος ο τυχαίος κύκλος της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη που ποτέ κανείς μας δεν γνωρίζει πού θα καταλήξει πότε και πώς. Σε ένα από τα περάσματά μου παρατήρησα μία μεταλλική μικρή πινακίδα που βρίσκονταν στην πόρτα, υπήρχε γραμμένο ένα όνομα «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ». Συλλογίστηκα ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού θα ήταν κάποιο άτομο που κατάγεται από την Μεγαλόνησο, το επίθετο παρέπεμπε σε Κρητικό, παραξενεύτηκα λιγάκι μια και γνωρίζουμε ότι η συνοικία των Κρητών βρίσκονταν από την άλλη μεριά της Πόλης στην περιοχή της Καστέλας. Έπειτα προσπάθησαν να θυμηθώ αν είχα συναντήσει ξανά το επίθετο αυτό και μάλιστα με κατάληξη γραμμένη όχι με «η» αλλά «ι» (τριτόκλιτη). Ο χρόνος πέρασε ανέμελα και το όνομα λησμονήθηκε στα κατάστιχα του νου μου. Χρόνια αργότερα, στο υπόγειο παλαιοπωλείο της Αθήνας «Κουλτούρα» του κ. Παύλου, στην οδό Σόλωνος που αγόραζα βιβλία πειραιώτικα για τις εργασίες μου συνάντησα μία ανατύπωση ενός πολυσέλιδου μελετήματος που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1958. Ήτα ένα ειδικό βιβλίο για Μουσικούς,  συγγραφέας του ο Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις και ο τίτλος του «ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ» Ιστορία, Μουσικά Συστήματα, Τραγούδια και Χοροί. Σελίδες 242 με Πρόλογο του Ακαδημαϊκού Μανώλη Καλομοίρη. Ενδιαφερόμουν και άκουγα Μουσική σαν μουσικόφιλος και μουσοτραφής αλλά δεν ασχολιόμουν ιδιαίτερα. Γνώριζα τα χρήσιμα βιβλία Κλασικής Μουσικής που κυκλοφορούσαν οι εκδόσεις «Ζαχαρόπουλος», τα βιβλία των εκδόσεων «Νεφέλη», αγόραζα δίσκους από το Δισκοπωλείο μέσα στην Στοά της Όπερας, από το Δισκάδικο του Νίκου Ξυλούρη (το είχε η γυναίκα του), τον «Θεοφανίδη» και των αδερφών «Γεωργιάδη» στον Πειραιά όπως όλοι οι φιλότεχνοι πειραιώτες των χρόνων εκείνων. Για τον σπουδαίο Κρητικό Μουσικολόγο και συλλέκτη Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι δεν είχα ακούσει τίποτα. Τουλάχιστον η μνήμη μου δεν είχε συγκρατήσει. Έτσι παρά του ότι μου άρεσαν τα Ριζίτικα, τραγουδούσα Κρητικές μαντινάδες και γνωστά τραγούδια, μου άρεσε η Κρητική λύρα και οι πηδηχτοί χοροί, ο στιχουργός και συνθέτης, λυρικός μπαλλαντοποιός Λουδοβίκος των Ανωγείων, δεν ασχολιόμουν ερευνητικά παραπέρα. Ακόμα και όταν συγκέντρωνα υλικό για το «Πειραϊκό Πανόραμα» δεν πέρασε από την σκέψη μου ότι αυτή η σημαντική λησμονημένη μουσική φυσιογνωμία που διέμενε στον Πειραιά είχε συνδεθεί με την Πειραϊκή Μουσική Παράδοση. Ξεφύλλισα το βιβλίο, διάβασα τον Πρόλογο του Μανώλη Καλομοίρη και συνέχισα στην ανεύρεση βιβλίων σχετικών με την φιλολογία, το δοκίμιο, τον ποιητικό και πεζό λόγο, την ιστορία του Πειραιά. Έχοντας κυκλοφορήσει το βιβλίο μου σε σπίτι φίλου πεζογράφου πειραιώτη συνάντησα ξανά το βιβλίο και πληροφορήθηκα-τότε- για την σχέση του συγγραφέα του με την Πόλη μας. Το όνομα του Γεωργίου Ι. Χατζιδάκι επανήλθε εκ νέου στη σκέψη μου όταν άρχισα να ξεφυλλίζω ορισμένους τόμους της «ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ», αναζητούσα παλαιά δημοσιεύματα του δημοσιογράφου και πεζογράφου, κριτικού Χρήστου Λεβάντα. Γνώριζα ότι εκτός από αυτά που είχαμε εντοπίσει σε γενικές γραμμές και έχουμε διαβάσει σε πειραϊκά έντυπα και εφημερίδες και σε λογοτεχνικά περιοδικά της πρωτεύουσας, υπήρχαν αθησαύριστα- ασυγκέντρωτα κείμενά του, Πρόλογοί του σε βιβλία τρίτων δες πχ. Νίκος Ορφανός, «Κρητικά Διηγήματα» Α΄ έκδοση 1967, Β΄ Έκδοση 1987, Γ΄ έκδοση 1990 όπου στην συλλογή αυτή των 252 σελίδων και 50 Κρητικών Διηγημάτων έχουμε ανάμεσα στους τέσσερεις Προλόγους και αυτόν του Πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα. Οι άλλοι είναι: της ποιήτριας Σοφίας Μαυροειδή- Παπαδάκη, του συγγραφέα και μουσουργού Μανώλη Γ. Σκουλούδη (αν θυμάμαι καλά τα κείμενά του τα διαβάζαμε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»), της συγγραφέως Άννας Κελεσίδου Γαλανού και του πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα. Τα Κρητικής θεματολογίας καλογραμμένα Διηγήματα συνοδεύονται και από Κρητικό Γλωσσάρι αρκετά χρήσιμο για μη Κρητικούς. Σε τόμους λοιπόν της «ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ» της δεκαετίας του 1960 συναντάμε τα ονόματα Κρητών συγγραφέων που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στον Πειραιά, όπως ο Χ. Λεβάντας, ο Βελισσάριος Μουστάκας κ.ά.

Στον τόμο του 1964 διάβασα για το λίμπρο ντόρο, την καταγωγή και την ζωή την καλλιτεχνική μουσική παρουσία του Γεωργίου Ι. Χατζιδάκι ο οποίος φοίτησε σε Πειραϊκό Γυμνάσιο και διέμενε μόνιμα στον Πειραιά και υπήρξε ένας από τους κυριότερους συντελεστές της Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιά και Μουσικός δάσκαλος για Πειραιώτες της εποχής του. Από τα λεγόμενα του Χρήστου Λεβάντα ο άοκνος και «ταμένος» στον ιερό Μουσικό σκοπό του της διάσωσης της Κρητικής Μουσικής των Τραγουδιών και των Χορών του τόπου του, Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις βλέπουμε ένα άτομο το οποίο αγωνίστηκε να μάθει μουσική τους Πειραιώτες, να αποκτήσουν Μουσικό «αυτί». Από την πολιτιστική ιστορία του Πειραιά γνωρίζουμε, αλλά και της χώρας, η δεκαετία 1960 πριν την επταετία ήταν η πλέον «χρυσή» παραγωγικά σε κάθε πολιτιστικό τομέα και καλλιτεχνική έκφραση. Από τις μεγαλειώδεις συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη έως τις θεατρικές παραστάσεις του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και τις συναυλίες. Την ίδρυση πολιτιστικών κέντρων και Στέκια, τον Πειραϊκό Κινηματογράφο. Τα «Παιδιά του Πειραιά» όπως τα τραγούδησε ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις βίωσαν την πολιτιστική τους άνοιξη που σταμάτησε η επταετία. Λίγη από την τότε ατμόσφαιρα έζησε και η δική μου Πειραϊκή γενιά μετά την μεταπολίτευση.

          Το κείμενο του Χρήστου Λεβάντα είναι καλογραμμένο και μας παράσχει τις πληροφορίες εκείνες που καλύπτουν την ζωή και την μουσική περιπέτεια του Γεωργίου Ι. Χατζιδάκι, τον αδικαίωτο ίσως αγώνα του να ολοκληρώσει και να δημοσιεύσει το μουσικό καταγραφικό του ερευνητικό έργο και να το προσφέρει ως μουσικό κειμήλιο στις επόμενες γενεές που δυστυχώς δεν έτυχε του ενδιαφέροντος η πολύτιμη εργασία του. Μας έμεινε όμως το μελέτημά του «Κρητική Μουσική» που είδε το φως της δημοσιότητας το 1958. Ο τόμος περιλαμβάνει Τον Πρόλογο του Μανώλη Καλομοίρη πού γράφτηκε την Λαμπρή του 1958 στο Παλαιό Φάληρο. Την Εισαγωγή και τις Σημειώσεις του συγγραφέα. Χωρίζεται σε Τρία Μέρη. Στο πρώτο έχουμε τους «προϊστορικούς χρόνους» 5 Κεφάλαια. Στο δεύτερο μέρος «μουσικά συστήματα» 15 Κεφάλαια. Στο μέρος τρίτο «Σύγχρονος Κρητική Δημώδη Μουσική» Κεφάλαια 12. Στο τέταρτο μέρος «Περί Κρητικών Χορών» Κεφάλαια 12. Ο τόμος περιλαμβάνει ακόμα «Πίνακες Τραγουδιών», «Βιβλιογραφία», «Γλωσσάριον». Η επιλογή του Χρήστου Λεβάντα να συντάξει το πληροφοριακό αυτό κείμενο για τον Μουσικολόγο Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι δείχνει και την συνεχή αγάπη του για τον τόπο καταγωγή τους και το ενδιαφέρον του. Σε σημεία του κειμένου του έχουμε την χρήση Κρητικής γλωσσικής διαλέκτου.    
      Δεν θέλησα να προσθέσω περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μας δίνει ο Χρήστος Λεβάντας, ας χαρούμε αναγνωστικά το κείμενο και ας μνημονεύσουμε τον Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι. Η πόλη του Πειραιά του το οφείλει ή κάνω λάθος;

          Από τον ΠΡΟΛΟΓΟ του Μανώλη Καλομοίρη

          «Μια τόσο σπουδαία και διεξοδική μελέτη για το Κρητικό Τραγούδι του κ. Γ. Χατζιδάκη δεν μπορεί κανείς ελαφρά τη καρδία να την κρίνη και να την αναλύση. Πρόκειται για ένα σοβαρό έργο που πιστεύω θα αποτελέση σταθμό και αφετηρία στη μελέτη του δημοτικού μας τραγουδιού. Την πολύτιμη λαογραφική και ιστορική προσφορά του κ. Χατζιδάκη σχετικά με τη λαϊκή μουσική της Κρήτης τη γνώριζα και την παρακολουθούσα από πολύ καιρό χρόνια και χρόνια. Και μπορώ να πω πως πρώτος ο κύριος Χατζιδάκης ξάνοιξε πλέρια στα μάτια της ψυχής μου την ασύγκριτη λεβεντιά και ομορφιά της Κρητικής Μαντινάδας. Όμως έτσι όπως έχω μπροστά μου τον ογκωδέστατο αυτό τόμο που πραγματεύεται για το Κρητικό λαϊκό  τραγούδι από όλες τις απόψεις, ιστορικές, λαογραφικές, επιστημονικές και με τόσες μεταγραφές τραγουδιών σε Ευρωπαϊκή παρασημαντική, νοιώθει κανείς μαζί με το σεβασμό και το θαυμασμό στην καταπληκτική απόδοση- έργο ολόκληρης ζωής- και κάποιο δέος για τον άθλο και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Με το σημείωμα αυτό δεν κρίνω το έργο του κ. Χατζιδάκη γι’ αυτό θα μου χρειαζότανε πολύς χρόνος και πολλή μελέτη που δυστυχώς δεν διαθέτω ούτε επαρκώ. Θέλω μόνο να σφίξω το χέρι του σεβαστού συγγραφέα και να του εκφράσω το θαυμασμό και τη συγκίνηση που  ένοιωσα παρακολουθώντας στις σελίδες του βιβλίου του τα ιστορικά και το ξετύλιγμα της Λαϊκής Κρητικής Μουσικής.».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Φεβρουαρίου 2026