Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

 Ο  ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ  ΜΕΣΑ  ΣΤΗΝ  ΙΣΤΟΡΙΑ

Του ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Καθηγητού Πανεπιστημίου- Ακαδημαϊκού

Προέδρου Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός»

Ανατύπωσις εκ του περιοδικού «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ», ΤΟΜ. ΚΑ΄ ΑΡΙΘΜΟΣ 1. Αθήνα 1979, σελ. 16, διαστάσεις 17Χ 24. (καρφίτσα) ευρώ 14

          Το κείμενο είναι Ομιλία του Προέδρου του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» την 8ην Δεκεμβρίου για τα 2300 χρόνια από το θάνατο του Αριστοτέλη.

          Συμπληρώνονται φέτος 2300 χρόνια από τον θάνατο του Αριστοτέλους, του μεγιστάνος της Φιλοσοφίας. Ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός» έρχεται απόψε να τιμήσει με την πανηγυρική αυτή συνεδρία τη μνήμη του μεγάλου φιλοσόφου.

          Δύο λαμπρά γεγονότα πνευματικά έγιναν κατά το περασμένο θέρος για να τιμήσουν το Σταγειρίτη. Το πρώτο είναι το Συμπόσιο που οργάνωσε η U.N.E.S.C.O. εις την έδραν της, όπου και είχα την τιμή να συμμετάσχω ενεργώς, το δεύτερον είναι το Παγκόσμιον Συνέδριον του Αριστοτέλους, που οργάνωσε το Υπουργείο του Πολιτισμού και των Επιστημών στη Θεσσαλονίκη. Και τα δύο αυτά γεγονότα ήσαν, όπως είπα, λαμπρότατα και επιτυχέστατα. Και είς το Παρίσι εδοξάσθη ο Αριστοτέλης και εις την ιδιαιτέρα του πατρίδα, τη Μακεδονία.

          Οι Έλληνες έχομε όχι μόνο το χρέος, αλλά και το δικαίωμα να τιμούμε τον Αριστοτέλη. Το χρέος, επειδή ο Αριστοτέλης ήταν Έλληνας φιλόσοφος και επειδή και εμείς είμεθα Έλληνες και ομιλούμε την ίδια γλώσσα, που ομιλούσε ο Αριστοτέλης, επειδή η ελληνική γλώσσα είναι μία και αδιαίρετη από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα. Οι αλλοιώσεις της μορφής της γλώσσας δεν μεταβάλλουν τον βασικό της χαρακτήρα. Το δικαίωμα όμως να εορτάσωμε τον Αριστοτέλη, και να τον τιμήσωμε, το αντλούμε από ένα μοναδικό ιστορικό γεγονός, ότι καθ’ όλους τους είκοσι και τρείς αιώνες από τον θάνατο του Αριστοτέλους, οι Έλληνες εσπούδαζαν και εσχολίαζαν τον Αριστοτέλη.

          Αμέσως μετά τον θάνατο του φιλοσόφου άρχισεν ο σχολιασμός των έργων του και είναι γνωστά τα μεγάλα συγγράμματα της Αλεξανδρινής γραμματείας, όπου άνδρες περισπούδαστοι σχολιάζουν και ερμηνεύουν τον Αριστοτέλη. Όγκος συγγραμμάτων προέκυψε κατά την εποχή αυτή. Αναφέρω μόνο δύο λαμπρά ονόματα, το όνομα του Αλεξάνδρου Αφροδισιέως και το όνομα του Ιωάννου του Φιλοπόνου.

          Μετά την εποχή αυτή, κατά την βυζαντινή εποχή, ο Αριστοτέλης ήταν μόνιμο και σταθερό αντικείμενο μελέτης των βυζαντινών. Αλλά και κατά την σκοτεινήν περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες, είτε εις τα μοναστήρια, είτε εις άλλους τόπους, εμελετούσαν τον Αριστοτέλη. Ελησμόνησα να αναφέρω τους ευλαβείς μοναχούς, οι οποίοι δίχως καμμιά μισαλλοδοξία επί αιώνες αντέγραφαν τα κείμενα των δύο μεγάλων Πατέρων της φιλοσοφίας, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Κατά την Τουρκοκρατία, δεν έπαψαν οι Έλληνες να ασχολούνται με τον Αριστοτέλη. Κατά την περίοδο αυτή όμως ο Αριστοτέλης εισήχθη από τους Έλληνες λαϊκούς ζωγράφους στους νάρθηκες των εκκλησιών, μαζί με τον Πλάτωνα και αργότερα εισήχθη και εις τον κυρίως ναό. Το γεγονός τούτο βέβαια δηλώνει ποιός ήτο ο θαυμασμός και η λατρεία προς τον Αριστοτέλη και το διδάσκαλό του τον Πλάτωνα. Γι’ αυτό είπα ότι το δικαίωμα να τιμήσωμε τον Αριστοτέλη οι σημερινοί Έλληνες το αντλούμε από αυτό το καταπληκτικό γεγονός.

          Ο Αριστοτέλης, όταν εισήλθεν εις την Ακαδημίαν ως έφηβος, ήτο δεκαεννέα ετών. Κατήλθε από τα Στάγιρα εις την Αθήνα και εισήλθε μαζί με πολλούς νέους άλλους, οι οποίοι έρχονταν από τα διάφορα σημεία της Ελλάδος για να εισαχθούν στην Ακαδημία. (Έχομε μιά περιγραφή από τον Μ. Βασίλειον περί του κλίματος της Ακαδημίας και γενικά περί της πόλεως των Αθηνών. Είναι βέβαια η ιστορία αυτή πολύ μεταγενέστερη, αλλά δίδει μιά εικόνα της Ακαδημίας και της πόλεως των Αθηνών, ως της πόλεως της πανεπιστημιακής. Αξίζει να διαβάση κανείς τα όσα γράφει ο Μέγας Βασίλειος. Όμως ο καιρός εδώ δε μας το επιτρέπει.)

          Όταν ο Αριστοτέλης εισήλθεν εις την Ακαδημίαν, ο Πλάτων ήτο εξήντα ενός ετών, δηλαδή εις την ακμήν της ζωής του. Την εποχήν εκείνην είχε γράψει και δημοσιεύσει τον «Φαίδρο», το ποιητικώτατο και κριτικώτατο αυτό έργο και πολύ πιθανόν είχε τελειώσει τη συγγραφή του «Θεαιτήτου», χωρίς ο «Θεαίτητος» να είχε ακόμη εκδοθή. Ο Αριστοτέλης είναι βέβαιον ότι θα διάβασε με μεγάλη λαχτάρα τον «Φαίδρο», και θα ήταν σε θέση να εκτιμήση την ποιητική μεγαλοφυϊα του δασκάλου, πολύ περισσότερο όταν θα εδιάβασε, με πολλή μεγάλη συλλογή το δεύτερο και κριτικό μέρος του «Φαίδρου», το οποίον ανταποκρίνεται στην κριτική του διάθεση. Το έργο όμως, το οποίο θα τον ενθουσίασε περισσότερο είναι ο «Θεαίτητος», ένα από τα κατ’ εξοχήν κριτικά έργα του Πλάτωνος.

          Όντας ακόμη μέσα στην Ακαδημία ο Αριστοτέλης άρχισε να συγγράφη και τα συγγράμματά του αυτά ήσαν διάλογοι κατά το πρότυπο των διαλόγων του διδασκάλου. Όμως οι διάλογοι  αυτοί απλώς παρενέβαλλαν πρόσωπα να ομιλούν δίχως να έχουν τη δραματικότητα και την πλαστικότητα των πλατωνικών διαλόγων. Έχουμε ορισμένα αποσπάσματα από αυτούς τους διαλόγους και δυνάμεθα να κρίνωμε το ύφος το συγγραφικό του Αριστοτέλους. Βεβαίως δεν πρέπει να παραλείψωμε να ειπούμε ότι οι τελευταίοι διάλογοι του Πλάτωνος έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Ο Αριστοτέλης ακολούθησε τους τελευταίους αυτούς διαλόγους, όπου κατ’ ουσίαν ο λόγος είναι συνεχής και τυπικώς μόνο διακόπτεται για να αλλάξη το πρόσωπο που ομιλεί. Τα πρώτα αυτά συγγράμματα του Αριστοτέλους συζητούν μεγάλα θέματα της φιλοσοφίας, όπως αυτό τούτο το θέμα της φιλοσοφίας. Υπάρχει διάλογος «Περί Φιλοσοφίας» και για άλλα μεγάλα φιλοσοφικά θέματα.

          Αν ήταν τώρα επιγραμματικώς να χαρακτηρίσωμε το μέγεθος της συμβολής του Αριστοτέλους εις την φιλοσοφίαν, πρέπει να πούμε ότι αυτό, που ο Πλάτων είς τον διάλογόν του «Σοφιστής» εχαρακτήρισε «γιγαντομαχία περί της ουσίας», ο Αριστοτέλης το έφερε είς πέρας. Είς τον «Σοφιστήν» ο Πλάτων εκθέτει την φιλοσοφία και τη συμβολή των προδρόμων του, κυρίως των λεγομένων προσωκρατικών και εκεί αξιολογούν ακριβώς το έργον των προσωκρατικών φιλοσόφων, των γιγάντων αυτών και μεγάλων δημιουργών, ωνόμασε την όλη αυτή προσπάθεια, «γιγαντομαχία περί της ουσίας». Όμως η εποχή κατά την οποίαν εγράφη ο «Σοφιστής» ήταν η κατ’ εξοχήν κριτική εποχή του Πλάτωνος- ο Πλάτων εις τον «Σοφιστή» ασκεί αυτοκριτική- και εκεί προσθέτει ότι όλοι αυτοί οι πρόδρομοι, όλοι αυτοί οι μεγάλοι άνδρες μας είπαν ένα μύθο περί της ουσίας, ωσάν εμείς να είμεθα παιδιά. Έχει, λοιπόν, αυτή την αυτοσυνειδησία ο Πλάτων, ότι ο ίδιος έχει προχωρήσει πάρα πολύ πέρα από το σημείο όπου είχαν φθάσει οι πρόδρομοί του, τόσον ώστε να χαρακτηρίση την όλη προσωκρατική φιλοσοφία ως ένα μύθο.

          Οπωσδήποτε η γιγαντομαχία περί της ουσίας εφαρμόζεται πρώτα στον ίδιο τον Πλάτωνα και αυτός έκαμε γιγαντομαχία περί της ουσίας. Αυτήν ακριβώς τη γιγαντομαχία περί της ουσίας, περί του τί εστίν, περί του τί υπάρχει, περί του τί είναι το όν, ο Αριστοτέλης την έφερε για τον αρχαίο κόσμο στο τέλος.

          Στα λογικά του συγγράμματα έγινε ο θεμελιωτής της Λογικής. Και πρώτα-πρώτα εξεχώρισε ο Αριστοτέλης τις τρείς βασικές λειτουργίες του λογικού του ανθρώπου.  Οι τρείς αυτές βασικές, λογικές λειτουργίες είναι η έννοια, η κρίσις και ο συλλογισμός. Αυτά είναι τα τρία λογικά κατορθώματα του ανθρώπου. Η έννοια είναι προϋπόθεσις της κρίσεως και η κρίσις είναι προϋπόθεσις του συλλογισμού. Η έννοια έχει γενικό νόημα. Όπως το νόημα της κρίσεως είναι γενικό, έτσι και το νόημα του συλλογισμού είναι γενικό, γιατί ο συλλογισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά σχέσεις κρίσεων.

          Είς τα «Μετά τα Φυσικά», το μέγα έργο του  Αριστοτέλους, έλαβε την ονομασία του από μία τυχαία κατάταξη, που έκαμε ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος κατά την έκδοση των συγγραμμάτων του Αριστοτέλους. Το έργο τούτο, το οποίο από τον Αριστοτέλη ονομάζεται «Πρώτη Φιλοσοφία» ή «Θεολογία», στην κατάταξη, που έκαμε ο Ανδρόνικος, το ετοποθέτησε έπειτα από τα «Φυσικά» και έγραψε στην επικεφαλίδα της περγαμηνής τα «Μετά Φυσικά» και από κει, από την τυχαία και ολωσδιόλου συμπτωματική ονομασία προέκυψε και ο όρος Μεταφυσική. Ο Αριστοτέλης, στο έργο αυτό, το οποίον, όπως είπα, χαρακτηρίζει ως την «Πρώτη Φιλοσοφία» ή «Θεολογία», αναπτύσσει το σύνολο των οντολογικών εννοιών. Είναι, δηλαδή εδώ, ο θεμελιωτής της οντολογίας. Συνάμα καταλήγει στην έννοια του Θεού, την οποίαν όμως θα εξηγήσω αργότερα.

          Εις τα Ηθικά συγγράμματά του, και ιδίως εις τα «Ηθικά Νικομάχεια» ο Αριστοτέλης λαξεύει τα αγάλματα όλων των ηθικών αξιών, όλων των αρετών του ανθρώπου, του ελεύθερου ανθρώπου και κατά ένα απίθανο τρόπο λαξεύει το άγαλμα της αρετής, που λέγεται φιλία. Τα κεφάλαια περί φιλίας είναι τα ωραιότερα που έχουν ποτέ γραφτή από άνθρωπο.

          Εις τα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης ακολουθών τον Πλάτωνα προσπάθησε να εύρη και να ορίση ποιά είναι η ουσία της πολιτείας, συνάμα δε τί είναι οι νόσοι της πολιτείας, ποιες είναι οι ασθένειες της πολιτείας. Ο Πλάτων ομιλεί εις την «Πολιτείαν» του για τη νοσούντα και φλεγμαίνουσα  πολιτεία και επέμενε σ’ αυτή τη νοσούσα και φλεγμαίνουσα πολιτεία- και αυτή βέβαια είναι η Αθηναίων πολιτεία, στην εποχή, που έγραφε ο Πλάτων το έργο αυτό.

          Και ο Αριστοτέλης, λέγω, κατά το υπόδειγμα του Πλάτωνος, μας έδωσε κρυστάλλινη έννοια περί του τί είναι πολιτική, τί είναι πολιτικόν όν και πολιτικόν ζώον. Ο άνθρωπος είναι πολιτικόν όν. Είναι η πρώτη φορά μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητος, όπου ορίζεται ο άνθρωπος ως πολιτικόν όν. Είναι η πρώτη φορά δηλαδή στην Ελλάδα, που υπάρχει η έννοια του πολίτη. Σ’ όλους τους περασμένους πολιτισμούς δεν υπάρχει η  έννοια του πολίτη.

          Υπάρχει η γνώμη, η οποία έρχεται από μακρυά, τον τελευταίο αιώνα του Βυζαντίου, ότι ο Αριστοτέλης διαφέρει τόσον πολύ από τον Πλάτωνα, ώστε είναι μιά ολωσδιόλου διαφορετική νοοτροπία και ένας ολωσδιόλου διαφορετικός τρόπος του φιλοσοφικώς σκέπτεσθαι. Αυτή η γνώμη είναι μία πλάνη, η οποία επεκράτησε τότε. Όμως, όποιος γνωρίζει τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα διαπιστώνει ότι ο Αριστοτέλης παρέλαβε όλες τις έννοιες του Πλάτωνος. Το σύνολο των εννοιών, που διετύπωσε και επεξειργάσθη ο Πλάτων, παρέλαβε ο Αριστοτέλης και το συγχώνευσε μέσα στο σύστημά του. Υπάρχει όμως ένα σημείο εις το οποίο διαφέρει ριζικώς ο Αριστοτέλης από τον Πλάτωνα και αυτό το σημείο είναι του πώς ορίζει την ουσία ο Πλάτων. Για τον Πλάτωνα ουσία είναι κάτι το νοητό. Από τα μαθηματικά, τα οποία είναι νοητά, μπορούμε να ευκολυνθούμε, και από αυτά μπορούμε να καταλάβωμε ευκολώτερα πώς εννοεί ο Πλάτων την ιδέα ως κάτι το νοητό. Η ιδέα είναι υπεραισθητή, η ιδέα είναι μόνο νοητή και αυτή είναι η ουσία των πραγμάτων και αυτή είναι η ουσία της γνώσεως. Αντίθετα ο Αριστοτέλης λέγει ότι η ουσία είναι το τόδε τί, το συγκεκριμένο, δεδομένο αντικείμενο. Φέρνω ένα παράδειγμα, το οποίο και ο ίδιος λέγει: ο Σωκράτης ως παρουσία είναι η ουσία. Το ότι ο Σωκράτης είναι φιλόσοφος, το ότι είναι αθηναίος πολίτης, ότι είναι ξυπόλητος και ούτω καθ’ εξής, αυτά δεν είναι ουσία, αλλά τα συμβεβηκότα της ουσίας, δηλ. παρεπόμενα της ουσίας, συνυπάρχουν με την ουσία, χωρίς να είναι ουσία. Περί το τόδε τί λοιπόν, περιστρέφεται όλη η περί ουσίας θεωρία του Αριστοτέλους. Αυτό είναι το σημείον, όπου χωρίζεται από το δάσκαλό του.

          Όμως και εδώ υπάρχει η συγγένεια, υπάρχει κάτι που ανήκει στον Πλάτωνα και δεν μπορούσε κι ο Αριστοτέλης να το παρίδη. Όταν ο Αριστοτέλης αναλύη τον  όρο της ουσίας, και θα δούμε παρακάτω κατά ποίον τρόπον τον αναλύει, τον αναλύει στην ύλη, στη μορφή και στην ενέργεια. Η μορφή, η οποία ακριβώς όπως λέγει και ο Αριστοτέλης, είναι το τιμιώτερον, η μορφή είναι ακριβώς το κατάλοιπο της πλατωνικής ιδέας. Η πλατωνική ιδέα στον Αριστοτέλη ενώνεται με την ύλη και ονομάζεται μορφή, εις δε το ζωικό κόσμο ονομάζεται από τον Αριστοτέλη εντελέχεια. Είναι ένας όρος, που έφτιαξε ο ίδιος ο Αριστοτέλης και ο οποίος επεκράτησε μέχρι σήμερα στη γλώσσα όλων των φιλοσοφούντων. Εντελέχεια είναι αυτό που έχει το σκοπό μέσα του. Ένα φυτό ή ένα ζώο ή ο άνθρωπος ως σώμα και ως ψυχή, έχει το σκοπό μέσα του. Η εντελέχεια είναι ακριβώς εκείνη, η οποία διαμορφώνει το όλον. Η ψυχή κατά τον Αριστοτέλη είναι μία εντελέχεια. Η πλέον πολύτιμη εντελέχεια. Έτσι το υπόλοιπο αυτό της πλατωνικής ιδέας αποτελεί βασικό στοιχείο της φιλοσοφίας του Αριστοτέλους.

          Υπάρχει και ένα άλλο σημείο με το οποίο χωρίζεται ο Αριστοτέλης από τον Πλάτωνα και το σημείο αυτό είναι η έννοια περί θεού. Κατά τον Πλάτωνα ο θεός είναι δημιουργός εις τον «Τίμαιον», όπου ο Πλάτων ομιλεί μυθικώς περί θεού, γιατί την έννοια του θεού εις την «Πολιτείαν» του την έχει ήδη ορίσει ως την ιδέαν του αγαθού, η οποία δεν είναι προσιτή σχεδόν ούτε στο νου του ανθρώπου. Τόσο επέκεινα τοποθετείται η ιδέα του θεού. Είς τον «Τίμαιον» όμως, όπου ο λόγος είναι μυθικός ο Πλάτων εισάγει την έννοια του δημιουργού. Δημιουργός εδώ δεν είναι ό,τι είναι στους Ιουδαίους, αλλά είναι ό,τι είναι ένας τεχνίτης, ένας μάστορης. Δημιουργοί ελέγοντο οι ξυλουργοί, οι χαλυβουργοί, οι κεραμουργοί, οι σιδηρουργοί. Από τη ζωή λοιπόν επήρε ο Πλάτων τον όρον, όπως και όλους σχεδόν τους όρους. Γα να αναφέρω άλλον ένα, τον όρο ουσία. Και αυτόν επήρε από την καθημερινή ζωή. Ουσία στην καθημερινή ζωή εσήμαινε την  περιουσία και κυρίως την κτηματική περιουσία, η οποία ήτο σταθερά. Γι’ αυτό εδιάλεξε τον όρο ουσία, γιατί κατ’ αυτόν ουσία είναι το πιο σταθερό πράγμα. Και πήρε τον όρο από την άμεση χρήση της ζωής. Ο θεός λοιπόν του Πλάτωνος είναι ένας πλαστουργός μιάς ύλης που προϋπάρχει, που δεν την δημιουργεί ο ίδιος. Έτσι περιγράφει το δημιουργό του στον «Τίμαιο» ο Πλάτων.

          Ο θεός τώρα, κατά τον Αριστοτέλη, είναι το πρώτον κινούν όμως το ίδιο είναι ακίνητο. Και χαρακτηρίζεται ως νόησις νοήσεως. Ο θεός, δηλαδή, θεωρεί λογικώς τον εαυτό του και αναπαύεται εις τον εαυτόν του. Είναι ακίνητος ουσία και όμως κινεί τον κόσμον. Πώς τον κινεί; Εμμέσως. Και εισάγει εδώ ένα παράδειγμα πλατωνικό. Λέγει: ο θεός κινεί τον κόσμο, όπως ο ερωμένος κινεί τον εραστή, όπως ο αγαπώμενος κινεί αυτόν που τον αγαπά. Έτσι λοιπόν ο θεός κινεί τον κόσμον εμμέσως κι ο κόσμος-κι εδώ είναι όλος ο πλατωνικός έρως- με την κίνηση αυτή τείνει ολοένα προς τα πάνω. Αυτή είναι η δεύτερη βασική διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο μεγάλων.

          Ο Αριστοτέλης στην γιγαντομαχία περί της ουσίας επενόησε τρία συστήματα εννοιών για να ορίση την ουσία. Πρώτον το σύστημα των κατηγοριών, των λογικών προσδιορισμών, όπως θα ελέγαμε σήμερα. Οι κατηγορίες είναι κατά τον Αριστοτέλη δέκα. Είναι πρώτη η ουσία. Τα άλλα όλα είναι συμβεβηκότα της ουσίας. Δηλαδή ποιά; Το ποσόν, το ποιόν, η σχέσις, ο τόπος, ο χρόνος, η θέσις, το έχειν, το ποιείν και το πάσχειν. Αυτά είναι συμβεβηκότα της ουσίας, δεν είναι ουσία. Απλώς συνυπάρχουν, υπάρχουν επειδή υπάρχει η ουσία.

          Το δεύτερο σύστημα εννοιών που επενόησε είναι το  σύστημα των στοιχείων, τα οποία ανέφερα πρίν. Δηλαδή, η ύλη, η μορφή και η ενέργεια. Το τρίτο σύστημα που επενόησε για να ορίση πάντοτε την ουσία είναι το σύστημα των τεσσάρων αιτιών. Είναι η υλική αιτία, είναι η αιτία η τυπική, δηλαδή η μορφή είναι η κινούσα αιτία και τέλος είναι το ού ένεκα, η τελική αιτία, ο σκοπός.

          Έχομε λοιπόν εδώ ένα σύμπλεγμα εννοιών για να ορισθή τί είναι ουσία από τον Αριστοτέλη και πρέπει να ειπούμε ότι αυτό είναι μία συμβολή πράγματι σταθερά μέσα στη Φιλοσοφία, γιατί όλες αυτές οι έννοιες είναι σήμερα όχι μόνον στο στόμα των φιλοσόφων και των επιστημόνων, αλλά και στο στόμα των ανθρώπων της καθημερινής ζωής κι αυτό είναι το σημαντικό του Αριστοτέλους, ότι ακριβώς εδημιούργησε τα συστήματα αυτά των εννοιών με τα οποία εργάζεται ως σήμερα ο μορφωμένος κόσμος.

          Τώρα μπορούμε να ειπούμε και πρέπει να το ειπούμε, διότι έτσι είναι, ο Αριστοτέλης αποτελεί το όριον του αρχαίου κλασσικού κόσμου. Ο κλασσικός κόσμος, η κλασσική εποχή, το κλασσικό πνεύμα τερματίζεται με τον Αριστοτέλη. Τί είναι το κλασσικό; Το κλασσικό είναι εκείνο που έχει απόλυτη ισορροπία, όπου όλες οι δυνάμεις μέσα του συμμετέχουν συμμετρικώς και καμμία δεν καταδυναστεύεται από την άλλη. Το κλασσικό είναι το αρμονικό, είναι αυτό, που δεν γέρνει ούτε προς τα έξω, ούτε προς τα μέσα, αυτό που αναπαύεται εις τον εαυτό του.

          Το μετακλασσικό, για να αποσαφηνίσωμε τα πράγματα τελείως, είναι ακριβώς εκείνο που έχει χάσει πλέον την αυτάρκειά του, που γέρνει είτε προς τα έξω, είτε προς τα μέσα. Τα σχόλια είναι μετακλασσικά. Μετά τον Αριστοτέλη αρχίζουν τα σχόλια. Αρχίζουν τα υπομνήματα. Και εδώ βέβαια είμεθα στον μετακλασσικό κόσμο. Το μετακλασσικό καθώς και η μετακλασσική εποχή έχουν βέβαια ωρισμένα γνωρίσματα. Είπα ότι η εποχή αυτή έχει χάσει την αυτάρκειά της. Και η εποχή και τα έργα της αρχίζουν και χάνουν την ισορροπία τους, δεν έχουν πλέον την αυτοβεβαιότητα εκείνη του κλασσικού ό,τι κι αν είναι, είτε άνθρωπος, είτε πόλεις, είτε έργο αντικειμενικό είναι, είτε είναι γλυπτό, είτε είναι οικοδόμημα. Όλα αυτά τα μετακλασσικά έχουν ακριβώς αυτό το γνώρισμα’ ότι δεν ισορροπούν απόλυτα με τον εαυτό τους.

          Την εποχή ακριβώς αυτή με την παρουσία του Φιλίππου αρχίζει η διάλυση της αρχαίας πόλεως, η οποία ήταν το αριστούργημα, το καλλιτέχνημα της κλασσικής εποχής. Η διάλυση αυτή του κλασσικού επεκτείνεται με τον Αλέξανδρο. Δεν υπάρχουν κατ’ ουσίαν πολίται, αλλά υπήκοοι στο κράτος του Φιλίππου ή στο κράτος του Αλεξάνδρου.

          Εδώ πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τί σημαίνει αυτή η διάλυση του κλασσικού. Λαμβάνω παράδειγμα τον Παρθενώνα, ο οποίος ακριβώς παριστάνει την Αθηναίων Πολιτεία όταν αυτή ευρίσκετο στην απόλυτο αυτάρκειά της και ακμή της. Οι κίονες του Παρθενώνα σημαίνουν τους πολίτες, οι οποίοι βαστάζουν τη στέγη της πόλεως, και το βάρος, που δέχεται ο καθένας είναι το ίδιο, είναι ισονομημένο. Ο Παρθενών, λοιπόν, είναι το σύμβολο του κλασσικού και το σύμβολο της αρχαίας Αθήνας.

          Η μετακλασσική εποχή εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς του πνεύματος με διαφόρους τρόπους. Στη φιλοσοφία, που μας ενδιαφέρει περισσότερο, έχομε τη σειρά των αιρέσεων. Δεν έχομε μεγαλόπνοα φιλοσοφικά συστήματα, αλλά έχομε αιρέσεις. Όλα τα μετά τον Αριστοτέλη φιλοσοφικά συστήματα είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως αιρέσεις.

          Το προνόμιο των δύο μεγάλων πατέρων της ελληνικής φιλοσοφίας, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους είναι ότι τα συστήματα εννοιών πού εξεπόνησαν και διετύπωσαν κατά την ιστορική διαδρομή απετέλεσαν ένα οπλοστάσιο για να διατυπώσουν αργότερα οι δύο θρησκείες το Ισλάμ και η Χριστιανική την κοσμοθεωρία τους. Οι δύο αυτοί φιλόσοφοι δεν ήταν δυνατόν να φαντασθούν ποτέ στην παλιά Αθήνα ότι τα διδάγματά τους θα είχαν αυτή τη χρήση.

          Ο Πλάτων είναι εκείνος με τις έννοιες της φιλοσοφίας του οποίου εργάστηκε περισσότερο η εκκλησία, ο πρώτος χριστιανισμός, για να διατυπώση το δόγμα του. Είναι τόσο στενή η μεγάλη επίδρασις του Πλάτωνος για τη διατύπωση του δόγματος, ώστε οι έννοιες της πλατωνικής φιλοσοφίας φθάνουν μέχρι της θείας ευχαριστίας. Η έννοια της κοινωνίας είναι πλατωνική. Κοινωνεί ο άνθρωπος των εννοιών, ο νους κοινωνεί των εννοιών και ούτω καθ’ εξής.

          Ο Αριστοτέλης εξ άλλου επέδρασε στο Ισλάμ, όταν τούτο επετίθετο με την γνωστή σφοδρότητα και αγριότητα κατά του Βυζαντίου, όταν ο ωργανωμένος πλέον στρατός της ερήμου πολεμούσε με τον φανατισμόν τον θρησκευτικό και με την πεποίθηση ότι όσο περισσότερους απίστους φονεύει, τόσον βεβαιότατα θα πάη στον Παράδεισο.

          Αυτή, λέγω, τη σφοδρότητα και την αγριότητα του Ισλάμ κατά του Βυζαντίου τη γνωρίζομε. Εκείνο όμως που δεν είναι είς όλους γνωστόν είναι ότι ακριβώς την εποχήν εκείνη ο Αριστοτέλης ευρίσκετο εις τα νότα των επιτιθεμένων. Σοφοί Άραβες εις την Δαμασκόν εμελετούσαν τον Αριστοτέλη. Αυτό είναι το παράδοξο της Ιστορίας, ή ένα από τα μεγάλα παράδοξα της Ιστορίας.

          Από τους Άραβες ήλθε ο Αριστοτέλης εις την Ευρώπη δια της Ισπανίας. Ο άραψ Αριστοτέλης, ο Αριστοτέλης μεταφρασμένος στα αραβικά. Τότε εγνώρισαν οι δυτικοί ευρωπαίοι τον Αριστοτέλη, μέσω των Αράβων της Ισπανίας και αυτόν τον Αριστοτέλη εγνώρισε ο φιλόσοφος της δυτικής εκκλησίας, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Doctor Angelicus, όπως τον ονομάζει η καθολική εκκλησία. Ώστε η πρώτη επικοινωνία των Ευρωπαίων με τον Αριστοτέλη ήταν έμμεση, διά μέσου των Αράβων. Όμως και η πρώτη επικοινωνία των Ευρωπαίων με τους Έλληνες γενικώς, όπως λέει ο Νίτσε, ήταν διά μέσου των Ρωμαίων. Ο Νίτσε, μάλιστα, προσθέτει, ότι η εξέλιξις της Ευρώπης θα ήταν ολωσδιόλου διαφορετική, αν δεν μεσολαβούσαν οι Ρωμαίοι για να γνωρίσουν οι Ευρωπαίοι τους Έλληνες.

          Ως την εποχή εκείνη του Ακινάτη, η καθολική εκκλησία είχε και ακολουθούσε τα διδάγματα του Ιερού Αυγουστίνου. Ο Αυγουστίνος όμως είναι νεοπλατωνικός. Καθ’ όλην την εποχήν από τον Αυγουστίνον μέχρι του Ακινάτου περισσότερον ήταν ο Αυγουστίνος εκείνος, που εθεωρείτο ο πρώτος πατήρ της λατινικής εκκλησίας. Βέβαια από την εποχή του Θωμά η εύνοια του Αυγουστίνου υπεχώρησε πολύ εις την δυτική καθολική εκκλησία, διότι ο Θωμάς έγινε πλέον ο φιλόσοφος της καθολικής εκκλησίας αλλά ως ερμηνευτής του Αριστοτέλους. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, είναι ο φιλόσοφος της καθολικής Εκκλησίας.

          Βέβαια εδώ θα πρέπη να προστεθή κάτι για να διασκεδασθή μία πλάνη. Η πλάνη είναι να καθίσταται υπεύθυνος ο Αριστοτέλης για όλη τη σχολαστική φιλοσοφία της Δύσεως. Όλη αυτή η φιλοσοφία εστηρίζετο φυσικά στις αραβικές μεταφράσεις, οι οποίες δεν ήταν βέβαια μεταφράσεις αυθεντικές. Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζωμε από αραβολόγους ότι σε πολλά σημεία ο Αριστοτέλης είχε νοθευτή και σ’ αυτόν τον Αριστοτέλη εστηρίχθη η σχολαστική φιλοσοφία. Δεν είναι λοιπόν του Αριστοτέλους το σφάλμα, όσον των δημιουργών της σχολαστικής φιλοσοφίας. Αυτή η σχολαστική φιλοσοφία και η κοσμολογική εικόνα του Αριστοτέλους ήταν γεωκεντρική και εστηρίζετο και στην Αστρονομία του Πτολεμαίου. Αντίθετα η ηλικοκεντρική εικόνα περί κόσμου είναι δημιούργημα της Αναγεννήσεως. Πρέπει να δηλωθή ότι κατά την εποχή αυτή εκακοποιήθη πολύ ο Αριστοτέλης αδίκως.

          Οπωσδήποτε η Αναγέννηση έκαμε την τεράστια αυτή στροφή. Από την γεωκεντρική θεωρία του κόσμου προχώρησε στην ηλιοκεντρική. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης, που περιγράφουν τα βιώματά τους έχουν την πεποίθηση ότι συνετρίβη ο κόσμος, ότι έγινε θρύμματα. Βέβαια ο θρυμματισμός αυτός έγινε σιγά-σιγά και ο πρώτος, ο οποίος δίχως να είναι θετικός επιστήμων συνετέλεσε σ’ αυτό είναι ένας λατίνος επίσκοπος, ο Nicolaus  Cusanus, ο οποίος είναι από το Κούες του Μόζελ, μία πολίχνη γερμανική, και ο οποίος τρία χρόνια πρίν από την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως έζησε εκεί επί δύο χρόνια και εσπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πόλης φιλοσοφία, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αλλά περισσότερο τον Πλάτωνα. Ο Cusanus είχε σταλή από τον Πάπα για να συζητήση το θέμα της ενώσεως των εκκλησιών. Βεβαίως έφυγε άπρακτος. Κατά την αναχώρησή του από την Πόλη, όπως περιγράφει ο ίδιος, ήταν ένα ηλιοβασίλεμα από τα θαυμάσια εκείνα του Βοσπόρου και εκείνη την ώρα συνέλαβε την πρώτη και βασική ιδέα του συστήματός του, που στα λατινικά λέγεται Coencidentia Oppositorum, δηλαδή σύμπτωση των αντιθέτων. Κι αυτή η σύμπτωση των αντιθέτων ήταν για τον Cusanus ο θεός. Ο θεός είναι η σύμπτωση των αντιθέτων δηλ. η αναίρεση όλων των αντιθέσεων. Ο κόσμος είναι άπειρος, λέγει ο Cusanus, χωρίς να έχη τηλεσκόπιο, όπως το είπε ο Αναξίμανδρος πρώτος. Αυτή η απειρία του κόσμου είναι το προοίμιο του θρυμματισμού της μεσαιωνικής εικόνας του κόσμου. Ο Cusanus έγραψε λατινικά και έγραψε διαλόγους για να δείξει ακριβώς ότι είναι πλατωνικός. Διαλόγους βεβαίως έγραψε και ο Galilei και έγραψε μόνον διαλόγους για να δείξη ότι είναι και αυτός πλατωνικός. Και ο Kepler δηλώνει ότι είναι πλατωνικός. Η συντριβή του μεσαιωνικού κόσμου πλέον, η καθολική συντριβή, έγινε από τον Galilei και τον Kepler. Αυτοί ωλοκλήρωσαν τη συντριβή της μεσαιωνικής, κοσμολογικής θεωρίας.

          Μένει να δούμε ακόμη κάτι για να συμπληρώσωμε αυτή τη γενική εικόνα, που θέλαμε να δώσωμε περί Αριστοτέλους. Κατά τον τελευταίο αιώνα του Βυζαντίου δημιουργήθηκε ένα χάσμα μεταξύ πλατωνικών και αριστοτελικών. Καθ’ όλους τους άλλους αιώνας δεν υπήρχε διάστασις μεταξύ των οπαδών, ή μάλλον όχι των οπαδών αλλά των μελετητών των αρχαίων φιλοσόφων, των δύο πατέρων της ελληνικής φιλοσοφίας. Αυτόν το διχασμό τον μετέφεραν οι Έλληνες βυζαντινοί φυγάδες στη Δύση. Η διαμάχη αυτή εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα πλήν όμως δεν στηρίζεται στην πραγματικότητα.

          Εμείς τώρα ως Έλληνες έχομε βεβαίως αποδείξει, με όσα είπα στην αρχή της ομιλίας μου, ότι καθ’ όλην την ιστορικήν μα ζωή μελετούσαμε τον Αριστοτέλη και γι’ αυτό δικαιούμεθα να τον εορτάσωμε. Σήμερα όμως τα χρέη μας είναι πολύ μεγαλύτερα, δηλαδή είναι πολύ μεγαλύτερες οι απαιτήσεις της ζωής. Σήμερα τα χρέη μας είτε είναι εις τον πνευματικό τομέα, είτε είναι στον υλικό, είναι σκληρά, πολύ απαιτητικά. Δεν έχουμε λοιπόν παρά όχι μόνον να συνεχίσωμε, αλλά να εντείνωμε αυτή τη σχέση με τους Πατέρες της φιλοσοφίας. Και κάτι άλλο ακόμα. Πρέπει συνεχώς να μετράμε τη ζωή μας, να μετράμε το τί κάνομε έχοντες ως μέτρα, τα μέτρα του Αριστοτέλους και του Πλάτωνος. Να μετράμε τη ζωή μας μ’ εκείνα τα κλασσικά μέτρα, και κυρίως την πνευματική και την πολιτική μας ζωή, πρέπει να τη μετράμε με αυτά τα υψηλά μέτρα.

          Τα αρχαία ελληνικά γράμματα, το προσθέτω αυτό, το οπλοστάσιο αυτό, ακριβώς επειδή η ζωή είναι τόσον σκληρή και απαιτητική πρέπει να επανέλθουν στα ελληνικά γυμνάσια, από όπου έχουν απομακρυνθή προ ολίγων ετών.

          Λέω κάτι το οποίον ίσως θα αιφνιδιάση πολλούς, ότι τα απολυτήρια των λυκείων με τα τρία χρόνια κλασσικής παιδείας δεν θα γίνωνται δεκτά από τα πανεπιστήμια της Δυτικής Ευρώπης, όπου η κλασσική παιδεία είτε ελληνική, είτε λατινική διαρκεί έξι χρόνια. Δεν πρέπει, λοιπόν, να συμβή αυτό το πράγμα, ούτε πρέπει να πάμε στην Κοινή Αγορά δίχως τα ελληνικά μας.

          ΙΩΑΝΝΗΣ  Ν.  ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Διευκρινιστικά

          Διαβάζοντας ο σύγχρονος έλληνας ίσως και ξένος αναγνώστης του 2026 της Φιλοσοφίας, τα βιβλία και τις μελέτες του Έλληνα Πλατωνιστή Φιλοσόφου Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου, δίχως ενθουσιαστική υπερβολή θα σημειώναμε, ότι θα αισθανθεί σαν νεαρό σχολιαρόπαιδο που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τα Πλατωνικά και Αριστοτελικά έργα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Κοινωνεί με τρόπο άμεσο, σαφή και κατανοητό με τα σπουδαιότερα πνευματικά επιτεύγματα που γέννησε η ανθρώπινη σκέψη στον δυτικό κόσμο και διαμόρφωσε το πολιτιστικό του πρόσωπο. Διαβάζει τα ερευνητικά σχόλια, τις μεστές παρατηρήσεις, τις εύστοχες φιλοσοφικές επισημάνσεις και σύγχρονες προεκτάσεις ενός Πλατωνιστή επιστήμονα και φιλόσοφου οραματιστή, ιδεολόγου (με την ευρεία έννοια) παθιασμένου με το Ελληνικό Πνεύμα και την Ελληνικότητα στην διαχρονία της μέσα στην Ιστορία, ο οποίος περισσότερο μάλλον έθετε ερωτήματα παρά αποφαίνονταν με απολυτότητες και δογματικά παιδαγωγικής αγωγής «μανιφέστα» προς σωφρονισμό των μαθητών και ακροατών του. Πολυμαθέστατος ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος, συγκροτημένος νους και ισχυρή πολυδιάστατη συνθετική σκέψη, δεν περιορίστηκε μόνο στην Πλατωνική Γραμματεία, το έργο του Νεοπλατωνιστή Πλωτίνου, αλλά και στα όμορα φιλοσοφικά πεδία της Ευρωπαϊκής Δυτικής διανόησης και Ευρωπαϊκών συγγραμμάτων Φιλοσόφων και Στοχαστών, Επιστημόνων που έλκυαν την καταγωγή τους διαμορφώθηκε ο πνευματικός τους χαρακτήρας, στοχασμός και οι ιδέες περί Ζωής, Σύμπαντος, Φύσης, Θεού, Ανθρώπου, Μεταφυσικής και Λογικής από την Πλατωνική, την Νεοπλατωνική και την Αριστοτελική σκέψη και διδασκαλία. Ο σύγχρονος στίχος ενός ελληνικού τραγουδιού, «Παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη είμαστε…» αντιπροσωπεύει όχι μόνο την Ελληνική Πολιτιστική παράδοση αλλά και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και των επιτευγμάτων του. Επικουρικά θα υποστηρίζαμε την θέση μας με την συνέντευξη της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ στο Κανάλι της Βουλής όπου η τιμημένη και φημισμένη ελληνίδα ιστορικός ανέφερε ότι σε ερώτησή της σε Γάλλο πανεπιστημιακό αν σκόπευε να επισκεφτεί και να γνωρίσει την Ελλάδα από κοντά, εκείνος της απάντησε: «Μα, γιατί να την επισκεφτώ αφού η χώρα σας εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια είναι παρούσα μέσα στην δική μας ιστορία και πολιτισμό και φυσικά τα γράμματα.». Ένα ακόμα υποστηρικτικό παράδειγμα της τεράστιας διαχρονικής συμβολής της Πλατωνικής Σκέψης και του Κόσμου των Ιδεών για τις οποίες μας μίλησε ο Πλάτωνας και οι κατοπινοί μαθητές της Ακαδημίας του είναι το τηλεοπτικό επιμορφωτικό ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε σε δύο επεισόδια στην ΕΡΤ-3 το οποίο μέσω της Α.Ι. Τεχνικής Νοημοσύνης μας έδειξε την Συνομιλία και απολογία Ζωής-αποτίμησης, δύο Οικουμενικών Διδασκάλων, του Έλληνα ΣΩΚΡΑΤΗ και του Κινέζου ΚΟΥΜΦΟΥΚΙΟΥ. Κάτι που μας φανερώνει την παρουσία του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος μέχρι των ημερών μας και την γονιμοποίηση της Δυτικής και Παγκόσμιας Ανθρωπιστικής Σκέψης και Διανόησης. 

Με την εξέταση και τον σχολιασμό του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου των Πλατωνικών και άλλων αρχαίων Φιλοσοφικών Κειμένων, ο παλαιός διδάσκαλος δεν αποκαλύπτει μόνο το πνεύμα του αρχαίου Αθηναίου φιλοσόφου, του Πλάτωνα, του Πλωτίνου, του Αριστοτέλη (την ξακουστή ελληνική τριανδρία), αλλά και την εύρωστη «πολυμηχανία» και ευρύτητα του δικού του νου, της πλούσιας φαντασίας, της χαρισματικής συλλογιστικής του και των προεκτάσεων των συλλήψεών του. Ας μην λησμονούμε ότι ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος ασχολήθηκε και με την Χριστιανική Εκκλησιαστική Γραμματεία και τον ενστερνισμό της Πλατωνικής και Αριστοτελικής Σκέψης από τους Ορθόδοξους και Καθολικούς Εκκλησιαστικούς Πατέρες και Συγγραφείς, όπως ο Ιερός Αυγουστίνος, ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης, σπουδαστές του αρχαίου ελληνικού προχριστιανικού πνεύματος στην οργάνωση και εδραίωση της Χριστιανικής Θεολογίας και Φιλοσοφίας. Ας θυμηθούμε και την περίπτωση του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και την πνευματική κίνηση της Θεσσαλονίκης. Την διαμάχη μεταξύ Πλατωνιστών και Αριστοτελιστών με τα γνωστά ιστορικά, πολιτικά και θεολογικά αποτελέσματα. Εδώ αξίζει νομίζω να αναφέρουμε το γεγονός ότι σε μία δύσκολη πολιτικά και κοινωνικά περίοδο της πατρίδας,-μετά τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο, φωτισμένα και καλλιεργημένα άτομα του χώρου της ελληνικής ελλαδικής εκκλησίας και του εκδοτικού της οίκου, εξέδωσαν στην σειρά Νούμερο 18 της «Βιβλιοθήκης Αποστολικής Διακονίας» τα «Χριστιανικά και Φιλοσοφικά Μελετήματα», Αθήνα 1949, σελίδες 147, τιμή 20 ευρώ, του Ακαδημαϊκού και Πανεπιστημιακού. Το κιτρινισμένο από τον χρόνο βιβλίο με τα φύλλα που θρυμματίζονται περιλαμβάνει 5 Μελετήματά του. [-Ο άνθρωπος και το επάγγελμά του. –Ο Χριστιανισμός ως ταπείνωσις.- Ο χριστιανός φιλόσοφος της υπάρξεως Κιρκεγκάαρντ.- Περί ψυχής και- Ο ιερός Αυγουστίνος]. Κείμενα που δηλώνουν την πεποίθηση του Θεοδωρακόπουλου της συνέχειας του Ελληνισμού και του Πλατωνισμού μέσω του χριστιανικού Καθολικού ή Ορθόδοξου πνεύματος και στοχασμού. Και μας δείχνει ότι η Ελληνικότητα στην ιστορική της διαδρομή γνώριζε να συνδιαλέγεται, να διαμορφώνει και να διαμορφώνεται άλλοτε με ευκολία άλλοτε με δυσκολία. Μπορεί η Πλατωνική Μεταφυσική και ο Κόσμος των Ιδεών, μπορεί η Αριστοτελική διδασκαλία και φιλοσοφία να μην «κουμπώνει» με την χριστιανική κοσμοθεώρηση και αρχή του σύμπαντος, κοσμολογίας, από μία Θεϊκή Αρχή, όλοι όμως αναγνώρισαν μέσα στο χρόνο τόσο οι πιστοί ακόλουθοι της Χριστιανικής διδασκαλίας και της αποδοχής ως Θεϊκής Αλήθειας στο πρόσωπο και την αποστολή του Χριστού, και εκείνοι που αρνούνται την θεϊκή του ιδιότητα- «του Υιού του Ανθρώπου»- ότι οι πρώτοι θεμελιωτές της δογματικής χριστιανικής διδασκαλίας, οι τρείς Ιεράρχες υπήρξαν σπουδαστές στην Ακαδημία των Αθηνών, φοίτησαν κοντά σε Πλατωνιστές και Νεοπλατωνιστές διδασκάλους και υιοθέτησαν στην οργάνωση της δικής τους απολογητικής διδασκαλία πολλές από τις ιδέες και τις αρχές, φιλοσοφικές έννοιες των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων, των Προσωκρατικών και των Μετά Σωκρατικών και των άλλων Φιλοσοφικών Ρευμάτων που επικρατούσαν εκείνους τους Αιώνες. Το Ελληνικό Πνεύμα δεν περιορίζεται ούτε από τους μεν ούτε από τους δε ρέει σύμφωνα με την του Ηρακλείτου διδασκαλία. Τα κείμενα της «Αποστολικής Διακονίας» προηγήθηκαν του τόμου που κυκλοφόρησε ο Θεοδωρακόπουλος με τίτλο «Φιλοσοφία και Ζωή» Μικρά Φιλοσοφικά Κείμενα Αθήνα 1967. Ο ογκωδέστατος τόμος των 528 σελίδων περιλαμβάνει ένα πανόραμα παλαιότερων και νεότερων εργασιών του που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το πνεύμα του και την φιλοσοφία του. Από την «Θέση του Ελληνισμού εις τον σύγχρονον κόσμον», την σχέση του «Ελληνισμού και Χριστιανισμού», το «Νόημα της Ελληνικής Ελευθερίας» έως την «Πίστις και λογική», «Φιλοσοφία και Θρησκεία» «Τέχνη και κάλλος», την «Φιλοσοφία του Καρτεσίου», το δοκίμιο για τον «Ντάντε Αλιγκέρι», το «Η κλασική φιλολογία και ο Νίτσε» μέχρι το δημοσίευμά του για το «Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης», την «υποδοχή του Ρώσου αστροναύτου Γκαγκάριν» και «Μνημόσυνος λόγος εις τον Τζών Κέννεντυ». Τα 29 παλαιά αυτά δημοσιεύματα και οι άλλες του εργασίες στην Σχολή της Μαγούλας της Σπάρτης «Ο ΠΛΗΘΩΝ» που ίδρυσε και διεύθυνε μέχρι τον θάνατό του, δείχνουν έναν έλληνα φιλόσοφο ο οποίος δεν ήταν αποκομμένος από τα προβλήματα της εποχής του, αποτραβηγμένος στο φιλοσοφικό κελί του όπως ο «Φάουστ» και έβλεπε την πραγματικότητα γύρω του από απόσταση, αντίθετα μάλιστα, ήταν ενεργός σαν πολίτης και σαν ακαδημαϊκός δάσκαλος και παιδαγωγός. Πρωταγωνιστικός όπως του αναγνωρίστηκε ο ρόλος του Ι.Ν.Θ. στην διαμόρφωση της ελληνικής σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης και των ειδικών επιστημονικών ορολογιών της που καθιερώθηκαν και έγινε αποδεκτό το Λεξιλόγιό του που εκείνος εισήγαγε από την ελληνική φιλοσοφική κοινότητα και του αποδόθηκε από ευρωπαίους πανεπιστημιακούς καθηγητές της εποχής του από τα πρώιμα ακόμα στάδια των σπουδών του στην Χαϊδελβέργη όταν ήταν σχεδόν έφηβος. Η ενηλικίωσή του έγινε μέσα σε αίθουσες ανήλιαγες της φιλοσοφικής διδασκαλίας και έρευνας. Πολλές φορές μας διαφεύγει η βιολογική ηλικία του απαράμιλλου Πλατωνιστή και προσεκτικού ερευνητή, όταν διατύπωσε στα πρώτα του βιβλία στην γερμανική γλώσσα γραμμένα τις θέσεις και απόψεις του, στην διαμόρφωση όχι μόνο του ελληνικού γλωσσικού του ύφους αλλά και της γερμανικής γλώσσας που την χειρίζονταν ισάξια με την μητρική του. Οι Γερμανομαθείς φιλόσοφοι έλληνες θα μπορούσαν να μας πουν περισσότερα για το τι κόμισε ο έλληνας φοιτητής στην Γερμανική εκφραστική. Παρόμοια θέση θα εκφράζαμε και για τους άλλους δύο πνευματικούς συναθλητές του που σπούδαζαν την ίδια περίοδο στην «Ρομαντική πόλη» όπως θεωρούσαν την Χαϊδελβέργη και το αρχαίο Πανεπιστήμιό της. Τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, πολιτικούς της σύγχρονης ιστορίας.

    Ο τιμημένος διεθνώς Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος μετέφρασε εύστοχα-στην εποχή του-τα Πλατωνικά Φιλοσοφικά έργα σε μία γλώσσα στρωτή, εύληπτη, καθαρή και αντιληπτή στον καθένα μας, στους μη ειδικούς. Το ύφος του ως συγγραφέας δεν είναι καθόλου μα καθόλου σκοτεινό, όπως ίσως θα ανέμεναν οι αμύητοι και μη σταθεροί αναγνώστες, δεν είναι φιλοσοφικά δυσκολοχώνευτο, φορτωμένο με έννοιες ακατανόητες, απόμακρες, ξένες από τον καθημερινό του ανθρώπου βίο, ή μία χρήση λέξεων που δεν αντιλαμβανόμαστε την βαρύτητα και την σημασία τους. Η γλωσσική εκφραστική του διασώζει παλαιά και νεότερα στοιχεία της ελληνικής, ακόμα και η καθαρεύουσά του δεν μας ξενίζει παρά την άσχημη εντύπωση που έχουμε από τα σχολικά μας χρόνια και την σύνδεσή της με το επτάχρονο δικτατορικό καθεστώς ή την εθνικόφρονα κηρυγματική διδαχή αρκετών ιερωμένων της εποχής.  Ο Ι.Ν.Θ. δεν διδάσκει απλά Πλατωνική Φιλοσοφία αλλά Παιδαγωγεί. Δεν γράφει ούτε εξετάζει όλα τα Αριστοτελικά παραδείγματος χάριν έργα-που είναι αρκετές εκατοντάδες, 146 συγγράμματα για άλλους 400 που μας διασώθηκαν μόνο το 1/5. Παρ’ ότι τα προϋποθέτει η επιστημονική και φιλοσοφική του επάρκεια. Εξάλλου, στο παρόν ανάτυπο έχουμε μία «Ομιλία» του ως προέδρου του «Παρνασσού» μέσα σε ορισμένα χρονικά όρια. Έστω και σταχυολογικά όμως μας δίνει την διαδρομή του Αριστοτελικού πνεύματος μέσα στην Ιστορία και την αποδοχή του. Το αν Εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες αφήσαμε να σκονιστούν τα έργα και η διδασκαλία των μέγιστων αυτών Ελλήνων Φιλοσόφων μέσα στα πανεπιστημιακά σπουδαστήρια και τις διδακτορικές διατριβές φοιτητών και φοιτητριών και όχι όσο γίνεται να εντάξουμε τα διδάγματά τους μέσα στην πολύβουη καθημερινότητά μας είναι άλλου ερμηνευτή και μεταφραστή «ευαγγέλιο». Παρότι διαθέτουμε εξαιρετικούς σύγχρονες έλληνες στοχαστές και σχολιαστές των Πλατωνικών και Αριστοτελικών Έργων. Βλέπε παραδείγματος χάριν την έκδοση της εφημερίδας «Η Καθημερινή» 2014, του Βασίλη Κάλφα, «Ο Αριστοτέλης πίσω από τον Φιλόσοφο», ή του Κοσμά Ψυχοπαίδη, «Ο Φιλόσοφος, ο Πολιτικός και ο Τύραννος» Για την πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη εκδόσεις Πόλις 1999, ή την έκδοση «Αριστοτέλης, Περί Ψυχής» σε εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Ι. Σ. Χριστοδούλου εκδ. Ζήτρος 1998, την μετάφραση της «Πολιτικής Σκέψης του Αριστοτέλη» του Wolfgang Kullmann, από τον Α. Ρεγκάκο, έκδοση του ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, το βιβλίο «Αριστοτέλης» του μαρξιστή φιλόσοφου Β. Φ. Άσμους, σε μετάφραση Αννίκας Χαραλαμπίδου από τον Κέδρο, Αθήνα 1978 για να περιοριστούμε σε ενδεικτικούς τίτλους δίχως να αναφερθούμε στα έργα του «Αθηναίων Πολιτεία», την «Ρητορική» του και την «Ποιητική» του ή τα «Ηθικά Νικομάχειά» του. Είναι αστείο και σαν ιδέα να θέλαμε να συντάξουμε έναν ελληνικό και διεθνή κατάλογο μελετημάτων και βιβλίων που κυκλοφόρησαν και συνεχίζουν να κυκλοφορούν ακόμα για τους φημισμένους αυτούς Έλληνες δασκάλους. Ακόμα και μία βιβλιογραφία των μεταφρασμένων έργων τους όπως του Αριστοτέλη από τα Αραβικά, στα Λατινικά και μετά στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές γλώσσες από την ύστερη αρχαιότητα, τους βυζαντινούς αντιγραφείς και τους καθολικούς φιλοσόφους της Δύσης, θα απέβαινε μάταια.

          Ας το επαναλάβουμε κουραστικά στο παρόν σημείωμά μας, η Πλατωνική Φιλοσοφία και η Φιλοσοφία και Λογική του Αριστοτέλους διαμόρφωσε την Δυτική Σκέψη και αυτό είναι κάτι το αδιαπραγμάτευτο. Γονιμοποίησε τον Δυτικό τρόπο του σκέπτεσθαι και διαμόρφωσε το πολιτιστικό πρόσωπο του Δυτικού ανθρώπου όχι μόνο στους χώρους της Φιλοσοφίας. Ματαιοπόνησαν όσοι μέσα στην διάρκεια του χρόνου της Ανθρώπινης Ιστορίας επιχείρησαν να αποκαθηλώσουν τα διδάγματα και τις αρχές των δύο δασκάλων μαθητών του Σωκράτους, των Πλατωνικών επιγόνων της «Πλατωνικής Ακαδημίας» και του «Λυκείου» του Αριστοτέλους. Παιδαρέλι 18 ετών ήταν ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, γιός του Μακεδόνα ιατρού Νικόμαχου, γεννήθηκε το 384 π.Χ. όταν ήρθε στην Αθήνα να φοιτήσει στην «Πλατωνική Ακαδημία» και διέμεινε για μία εικοσαετία. Ο δάσκαλός του Πλάτων ήταν ήδη 60 χρονών και είχε δώσει τα πρώιμα έργα του. Ο Σταγειρίτης δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου δέχθηκε στην πιο κρίσιμη ηλικία της ζωής του την Πλατωνική διδασκαλία, της αφοσιώθηκε αλλά και αρνήθηκε τον Κόσμο των Ιδεών του δασκάλου του Πλάτωνα μετά τον θάνατό του. Μετά την κυριαρχία του Μεγάλου Αλεξάνδρου επί των Ελληνικών Πόλεων, και την διαφοροποίησή του από τους διαδόχους της «Πλατωνικής Ακαδημίας» ο Αριστοτέλης, ο πατέρας της «Λογικής» ίδρυσε την δική του «Περιπατητική Σχολή» το «Λύκειο» στο οποίο δίδαξε και έγραψε τα έργα του, ενώ παράλληλα, συγκέντρωσε από τις διάφορες Βιβλιοθήκες της Εποχής του διαφόρων περιοχών τα σπουδαιότερα συγγράμματα της Αρχαίας Ελληνικής Σοφίας και Γραμματείας. Ο Αριστοτέλης υπήρξε τόσο πολυμαθέστατος και με διορατική σκέψη ώστε μπορούμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα ότι οι γνώσεις του δε περιορίζονταν μόνο στο περίγραμμα του Κόσμου που έζησε και δίδαξε αλλά και πολλών ζητημάτων της εποχής μας, παρά τις κάπως ακατέργαστες από κοινωνικής απόψεως απόψεις του για την γυναίκα, το παιδί και τον φυσικό κόσμο. Η λέξη «Εντελέχεια» όπως και άλλες είναι δικό του εφεύρημα που ισχύουν ακόμα και σήμερα. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου η αντί Μακεδονική Αθηναϊκή μερίδα ετοιμάζονταν να στραφεί εναντίον του (παρά του ότι από το 367 π.Χ. ήταν εγκατεστημένος στο Κλεινόν Άστυ, θεωρείτο σύμφωνα με την Αθηναϊκή νομοθεσία Μέτοικος) κατηγορώντας τον για ασέβεια ενάντια των Θεών, όπως πίστευαν ότι έγραψε σε κάποιο ποίημά του στον Ερμεία, φοβούμενος μην έχει την τύχη του Αθηναίου δασκάλου Σωκράτη καταφεύγει, αυτοεξορίζεται σε νησί του Αιγαίου και κατόπιν στην Χαλκίδα της Εύβοιας όπου πεθαίνει σε ηλικία μόλις 63 ετών. Το «Λύκειο» που είχε ανοίξει από το 335 π.Χ. το κληροδότησε στον μαθητή του Θεόφραστο μαζί με τα συγγράμματά του, τα χειρόγραφά του, τις σημειώσεις του και την πλούσια Βιβλιοθήκη του, που ορισμένοι από τους σχολιαστές του την θεωρούν κάπως ισάξια της «Αλεξανδρινής» φυσικά σε άλλα αριθμητικά μεγέθη. «Τα χειρόγραφα περιλάμβαναν τις πλήρεις σημειώσεις του στα μαθήματα, που δεν τις είχε προετοιμάσει για δημοσίευση, τα ονομαζόμενα κάποτε «ακροαστικά έργα» δηλαδή παρακολουθώ ένα μάθημα. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς την σειρά και την σύνθεση των χειρογράφων του, μια και ότι ξέρουμε είναι από παλαιότερες κυκλοφορούσες εργασίες του, γιαυτό και έχουμε σχετικές παρανοήσεις σε τίτλους έργων του. Ενδέχεται ο γιός του Νικόμαχος και ο συνεργάτης του στο Λύκειο Εύδημος από την Ρόδο, να έβαλαν σε μία τάξη τα χειρόγραφά του τα οποία κρύφτηκαν σε ένα κελάρι για να διασωθούν από τους αναζητητές παλαιών χειρογράφων και βιβλιοσυλλογείς των βασιλιάδων της Περγάμου». Με την Ρωμαϊκή κατοχή του Σύλλα, φορτώθηκαν σε πλοίο και μεταφέρθηκαν στην Ρώμη μετά τον Μιθριδατικό Πόλεμο του 89-89 π.Χ. Από την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τα Αριστοτελικά χειρόγραφα- έργα- μεταφράστηκαν στα Λατινικά, και ταξινομήθηκαν από τον επικεφαλής του Λυκείου στην Αθήνα Ανδρόνικο τον Ρόδιο. Αυτή η έκδοση είναι η βάση όλων των μεταγενέστερων επανεκδόσεων των Αριστοτελικών Έργων στις διάφορες γλώσσες. Σύμφωνα με το «Εγχειρίδιο Κλασικών Σπουδών» του M. C. Hohwatson, των εκδόσεων Αδερφών Κυριακίδη, 1996, σ. 104 τα έργα του Αριστοτέλη μπορούν να χωριστούν σε τρείς τάξεις: 1. Τα πρώιμα λαϊκά φιλοσοφικά έργα, κυρίως σε διαλογική μορφή, που τα δημοσίευσε ο ίδιος ο Αριστοτέλης και τώρα έχουν χαθεί εκτός από αποσπάσματα που διατηρήθηκαν σε αναφορές μεταγενέστερων συγγραφέων. 2. Ευρείες συλλογές ιστορικών και επιστημονικών γεγονότων, που τις πραγματοποίησε ο Αριστοτέλης μερικές φορές σε συνεργασία με άλλους και τώρα στο μεγαλύτερο μέρος χαμένες. 3. Φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα που πολλά τους υπάρχουν ακόμη. Ακόμα από τους καταλόγους των υπαρχόντων έργων έχουμε τις πραγματείες του που διασώθηκαν και ταξινομήθηκαν σε 1. Για τη Λογική, μία ομάδα που την αποκάλεσαν Όργανον. 2. Για την Μεταφυσική, ένα μείγμα από πραγματείες και σημειώσεις μαθημάτων διαφόρων περιόδων που τα συναρμολόγησε ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος.  3. Για την Φυσική Επιστήμη (Βιολογία, Φυσική κλπ.). 4. Τα Ηθικά και τα Πολιτικά. 5. Αυτά που διαπραγματεύονται την Ρητορική και την Ποιητική. Αυτές είναι σε γενικές γραμμές οι κατηγορίες των τίτλων των Αριστοτελικών πραγματειών που μα κληροδότησε ο φιλόσοφος Αριστοτέλης ο θεμελιωτής της Λογικής και της Έρευνας, του Επιστημονικού Πειραματισμού και της εξήγησης στηριζόμενης στην ανθρώπινη Λογική και τις μεθόδους της. Από τον 8ο αιώνα ανιχνεύουμε επιδράσεις της Αριστοτελικής Λογικής πρώτα στους Άραβες, από αυτούς πέρασε η Αριστοτελική Σκέψη στην Ισπανία και κατόπιν από Λατινικές μεταφράσεις το Αριστοτελικό Πνεύμα στην υπόλοιπη Μεσαιωνική και της Αναγέννησης Ευρώπη. Όπου με την στήριξη του Αλβέρτου του Μεγάλου και του πασίγνωστου δυτικού Θεολόγου του Σχολαστικισμού και του συστήματος του, του Αγίου Θωμά του Ακινάτη σαν «αντιπαράθεση» με την του Ιερού Αυγουστίνου Θεολογία, έγιναν το οικοδόμημα μιάς χριστιανικής φιλοσοφίας που στην ουσία της είναι η συγχώνευση της Θεολογίας με τον Αριστοτελισμό που υφίστανται μέχρι των ημερών μας και ασπαζόμενη ακολουθείται από την πλειοψηφία των Καθολικών χριστιανών.

Ο Θεόφραστος κατάγονταν από την Ερεσό της Λέσβου και γεννήθηκε περίπου στα 370 με ημερ. θαν. 287 π.Χ. ήταν μαθητής και φίλος του Αριστοτέλη και διάδοχός του ως επικεφαλής της Περιπατητικής Σχολής της Φιλοσοφίας στην Αθήνα. Έγραψε αρκετά έργα που χάθηκαν, έγινε γνωστός με το έργο του «Χαρακτήρες». Δημοφιλές τον 17ο και 18 αιώνα κυρίως στην Γαλλία. -Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς ήταν φιλόσοφος του 3ου αιώνα μ.Χ. και ανήκε στην ομάδα της «Περιπατητικής Σχολής» θεωρείται ένας από τους καλύτερου ερμηνευτές του Αριστοτέλη. Τα υπομνήματά του πάνω στα Αριστοτελικά κείμενα διακρίνονται για την φιλοσοφική τους ακρίβεια την λογική ερμηνεία των Αριστοτελικών διδασκαλιών. Πολλοί υπομνηματισμοί του χάθηκαν, ενώ τις απόψεις του ασπάστηκαν και οι ακόλουθοι του Νεοπλατωνισμού όπως και ο ίδιος ο αρχηγός τους ο Πλωτίνος.-Ο Ιωάννης Φιλόπονος ήταν φιλόσοφος του 5ου με 6ου αιώνα από την Αλεξάνδρεια. Στα πρώτα του βήματα υπήρξε Νεοπλατωνιστής φιλόσοφος μαθητής του Αμμώνιου. Στα μεταγενέστερα χρόνια ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό και έγινε επίσκοπος στην πολυεθνική και πλουραλιστική θρησκευτικά Αλεξάνδρεια. Είναι από τους πρώτους αν όχι ο πρώτος που χρησιμοποίησε το φιλοσοφικό σύστημα του Αριστοτέλη για να υπερασπισθεί την χριστιανική διδασκαλία. Έγραψε ανάμεσα στα άλλα και μία πραγματεία για τον προσδιορισμό της εορτής του Πάσχα, ενώ ήταν γνωστός και για τις εργασίες του πάνω στην γλωσσική προσωδία, τις ομώνυμες και συνώνυμες λέξεις κλπ.-Ο Νεοπλατωνισμός και ο αρχηγός και θεμελιωτής του ο Πλωτίνος υπήρξε από τα επιδραστικότερα πνευματικά και φιλοσοφικά και θεολογικά κινήματα του αρχαίου των Εθνικών Κόσμου και πολιτιστικής παράδοσης μετά τα διδάγματα και τα προτάγματα της Πλατωνικής διδασκαλίας και θεωριών σύλληψης του Κόσμου μας. Η φιλοσοφικών προδιαγραφών Θεολογία του Ενός Ανωτάτου όντος του μετά Πλατωνικού Πλωτίνου επηρέασε μεγάλες ομάδες μορφωμένων Ελλήνων και όχι μόνο για αρκετούς αιώνες τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση. Οι διασωθέντες "Εννεάδες" του και οι κατηγορίες τους, διαβάζονται ακόμα και στις μέρες μας διατηρώντας ένα μέρος, μία θεολογική όψη των Εθνικών Ελλήνων του Παγανιστικού Αρχαίου Κόσμου ζωντανή. Για όσους τέλος πάντων δεν ομνύουν στην δογματική μεταφυσική απολυτότητα του χριστιανισμού είτε της δυτικής είτε της ανατολικής εκκλησίας. Τις θεωρητικές διδασκαλίες του Πλατωνισμού αναζωπύρωσε τον 11ο αιώνα ο βυζαντινός χρονογράφος Μιχαήλ Ψελλός και έγιναν κτήμα πολλών Ουμανιστών της Αναγέννησης.  Όσον αφορά την απάντηση από την άλλη πλευρά, του Ορθόδοξου Ελληνισμού στο Θεολογικό σύστημα και στον Φιλοσοφικό Θεό που εισήγαγε μέσα στην Ιστορία ο Πλωτίνος, αλλά και οι προπάτορές του Θείος Πλάτωνας και Αριστοτέλης και αν υφίσταται Θεολογικό πρόβλημα βλέπε το συλλογικό έργο «Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των Φιλοσόφων» σε επιμέλεια του Σταύρου Ζουμπουλάκη, εκδόσεις Άρτος Ζωής, Αθήνα 2012. Ιδιαίτερα τις ανακοινώσεις της πρώτης Συνεδρίας. –Παύλος Καλλιγάς, Θεός και θεολογία στο έργο του Πλάτωνα. –Βασίλη Κάλφα, Είναι αναγκαίος ο Θεός στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη. –Ελένη Περδικούρη, Ο Θεός στον Πλωτίνο: Νούς ή Έν;.

Να υπενθυμίσουμε και  την γνωστή και πολυδιαβασμένη μελέτη του Πειραιώτη παιδαγωγού Ευάγγελου Παπανούτσου, «Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα» που κυκλοφόρησε το 1971 από την Δωδώνη.

          Και επειδή, ούτε η Ποίηση ούτε η Φιλοσοφία μπορεί να μείνει αμέτοχη από τα πολεμικά γεγονότα και το κλίμα των ημερών μας και τον θάνατο φτωχών αμάχων στο όνομα!!!! Που συνεχίζεται, ο γράφων ζήτησε από το θλιμμένο και δακρυσμένο Παιδί με το Ταμπούρλο του ποιητή Νίκου Γκάτσου να του διαβάσει ένα κείμενο. Και ο μικρός ευαίσθητος τιμπανιστής ποιητής διάλεξε στίχους από το «Έκτο Ανάγνωσμα» της συλλογής «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Το «ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ»

«Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση την μεγάλη του ήλιου. Πού πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πεί: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τί βλέπεις;

-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.

-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων…..»

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

 Δεκέμβριος 2025- 5 Μαρτίου 2026.                 

   

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΔΕΣΜΟΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

 

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»

7  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑΙ  ΔΙΑΤΡΙΒΑΙ

          ΔΕΣΜΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ

ΑΘΗΝΑΙ 1975, Σελίδες 554 διαστάσεις 17Χ24, τιμή παλαιοπωλείου 35 ευρώ.

Τυπογραφείον Ιορδάνου Μυρτίδη. Μενάνδρου 23 Αθήναι

Φωτογραφία του καλλιτέχνη φωτογράφου Θανάση Διαμαντόπουλου.

     ΤΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ

-ΑΝΝΑ ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ- ΓΑΛΑΝΟΥ,

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ, Θ-ΙΑ

    Ο Descartes θεωρούσε τη λογική όργανο που μπορεί να χρησιμοποιηθή σε κάθε είδος συνάντησης. Στο υπαρξιακό όμως επίπεδο η συνάντηση έχει και  ένα «γιατί» αναπάντητο, είναι ένα μυστήριο.

          Την αγάπη για το δάσκαλο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλο, που λογικά δείχνεται με το αφιέρωμα αυτό μελετών μαθητών του πάνω στο έργο του ή μ’ αφορμή το έργο του-κι όχι τη συναγωγή ετερόκλητων άρθρων, που έχουν αθροιστική μόνον ενότητα- εμείς οι μαθητές στην πραγματικότητα δεν θα την περιγράψουμε ποτέ ολότελα, αφού είμαστε πάντα μέσα σ’ αυτήν, όχι αντίκρυ της.

          Οι μαθητές, που ξαναστοχάστηκαν το λόγο του Δασκάλου, έφεραν τα μέρη του όπως κάποτε τα παιδιά των φίλων τα μέρη του "συμβόλου". Οι ειδολογικές συμπτώσεις, οι «μαθήσεις» και η  κοινή διαπίστωση της ενότητας όλου του πνευματικού θησαυρού του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου- η αναβίωση της οριζόντιας επικοινωνίας- έγιναν εγγύηση για τη γνωριμία των μαθητών μεταξύ τους, για μιάν αμοιβαία κατανόηση.

          Η πιστότητα αυτή στο λόγο του Δασκάλου δεν είναι όμως δίχως κίνδυνο. Ο κίνδυνος φωλιάζει πάντα στην ερμηνευτική προσπάθεια- χώρια που αυτή έχει πάντα μιά ενδογενή έλλειψη από την υπαγωγή του πρωτότυπου στο αναπλαστικό-και πιό πολύ όταν η ερμηνεία δεν είναι αντικατοπτρισμός, απλή «εξήγηση», ακριβώς γιατί το αντικείμενό της είναι μιά σκέψη διαλεκτική, όπου τα αντίθετα υπάρχουν όπως στη φύση, οι αντινομίες όπως στη ζωή.

          Ο λόγος του ανθρώπου δεν είναι μόνο πληροφοριακός, είναι και κάθετη επικοινωνία. Συνιστώσες της ποιότητας του λόγου του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου είναι η ηθική κατεύθυνση και η μαχητική τάση: όραμα συχνά «ενός όμορφου κόσμου ηθικού» δεν είναι ποτέ παρασιώπηση προβλημάτων, αλλ’ ιστορική κρίση της μεταβλητής πραγματικότητας, ριψοκίνδυνη πάντα επιχείρηση. Το ριψοκίνδυνο αυτό κάνει το φιλοσοφικό λόγο του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου λειτουργικά εποικοδομητικό. Οι θέσεις του επιτρέπουν ή μάλλον επιβάλλουν να κορμιάσουν* πάνω τους προτάσεις, προεκτάσεις, αντίλογοι.

          Έτσι η προσφορά των μαθητών στο Δάσκαλο, εκτός από το πρώτο της νόημα-τη σήμανση και αποτίμηση του φιλοσοφικού προσανατολισμού- αποκτά και πραξιολογική σημασία. Γίνεται ενεργητική συμπεριφορά απέναντι στα καίρια προβλήματα της ζωής του νεοελληνισμού, όπως είναι η πολιτική μας πραγματικότητα, τα κινήματα των νέων, η παιδεία, η γλώσσα μας.

          Πολυεδρικές είναι οι κατανοήσεις, καθώς και οι συντεταγμένες τους-η προσωπικότητα, ο κοινωνικός ρόλος, οι ειδικές σπουδές και γνώσεις –ποικίλλουν. Ο πνευματικός άνθρωπος που ξόδεψε τη ζωή του για τα γράμματα, ο ξεριζωμένος ερευνητής και το «πάθος- μάθος» του, ο ερευνητής που έμεινε στον τόπο του και πλήρωσε το προνόμιο της τιμιότητας με την αδιαφορία των «επισήμων» της πνευματικής τάξης, ο εκπαιδευτικός με τους πολύχρονους μόχθους για την παιδεία, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος, ο νέος φιλόλογος, κι άλλοι έρχονται σήμερα εδώ να μιλήσουν όπως στα αποκαλυπτήρια ενός αγάλματος, έτσι που ταιριάζει στο σύμβολο που παριστάνει το άγαλμα: την ελευθερία της σκέψης, δυνατή ελευθερία για τον άνθρωπο. Σε τέτοια αποκαλυπτήρια δεν ταιριάζουν ύμνοι, αλλ’ αποδείξεις υπεύθυνου προσανατολισμού.

          Οι μελέτες του τόμου δημοσιεύονται με τη γλωσσική ευθύνη των συγγραφέων. Έτσι ο τόμος με τη γλωσσική πολυτυπία του φανερώνει ότι ο άνθρωπος, το όν που μιλάει, δεν είναι μόνο ο χώρος ενός δομικού όλου, της γλώσσας, αλλά και ο Λόγος του. Έτσι ακόμη το αφιέρωμα γίνεται ζωγραφικό απείκασμα του γλωσσικού μας προβλήματος, όχι τόσο ως προβλήματος –καθώς τόδειξε και ο ίδιος ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος- μονομαχίας καθαρεύουσας και δημοτικής, αλλ’ ως προβλήματος καθιέρωσης μιάς δημοτικής, κι εντός της τής συγκρότησης και πραγμάτωσης μορφών «υψηλής δημοτικής γλώσσας».

          Η κατά το δυνατό ειδολογική ταξινόμηση των μελετών έγινε πάνω στη διαίρεση: οντολογία, γνωσιολογία, γλωσσική προβληματική, ηθική, ψυχολογία, ιστορική σκέψη, νεοελληνική πραγματικότητα. Εκτός σειράς ένας λόγος προοιμιακός’ η πρώτη μελέτη, αποτελεί γενική παρουσίαση της φιλοσοφικής σκέψης του Ι.Ν.Θ. Τη σειρά κορυφώνει η μελέτη πού, αντίστοιχα, μέσα από τα προβλήματα του νεοελληνισμού φωτίζει ολόκληρο το πνευματικό πρόσωπο του Ι.Ν.Θ.

          Ξεκινήσαμε το αφιέρωμα αυτό με μέσα τον ενθουσιασμό και την αγάπη μας για το δάσκαλο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλο. Ή πραγματοποίηση της έκδοσης οφείλεται στην ανταπόκριση που βρήκαν τα δυό αυτά μοναδικά μας εφόδια στα Μέλη της Εφορείας του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», τα οποία, έπειτα από εισήγηση του Προέδρου του Φιλολογικού Τμήματος κ. Γ. Ζώρα, μας πρόσφεραν την πολύτιμη συμπαράσταση του «Παρνασσού» κι οι λόγοι μας έγιναν έργο.

     Αθήνα, Οκτώβριος 1975

*Σημείωση Την λέξη κορμιάσουν την άφησα όπως την διαβάζω απέφυγα να την θεωρήσω λάθος και είναι κουρνιάσουν κατά την αντιγραφή των Προλεγόμενων της κ. Άννας Κελεσίδου-Γαλανού.  

-ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών,

ΞΥΝΔΕΣΜΟΥ ΧΑΡΙΝ, ΙΓ΄-ΙΣΤ΄

          Στις πραγματείες και μελέτες που περιέχονται στον τόμο αυτό, τιμητικό αφιέρωμα ενός κύκλου μαθητών και φίλων στα εβδομηνταπεντάχρονα του σεβαστού Διδασκάλου Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, εξετάζονται, αναλύονται και φωτίζονται τόσες απόψεις και διαστάσεις, γνωσιολογικές, οντολογικές, αισθητικές, ηθικές, ιστορικές και γλωσσικές από το πολύπτυχο και πολυδιάστατο φιλοσοφικό του έργο, ώστε να μη μείνει ουσιαστικά μεγάλο περιθώριο για ειδικώτερες θεωρήσεις και αξιολογήσεις. Αν παρ’ όλ’ αυτά αισθάνομαι κι εγώ την ανάγκη να προτάξω αυτές τις προοιμιακές γραμμές ύστερ’ από ευγενική παραχώρηση των υπευθύνων της εκδόσεως, η ανάγκη αυτή υπαγορεύεται από διπλό χρέος: πρώτα το βαθύτατα προσωπικό χρέος προς τον Διδάσκαλο που ποδηγέτησε τα πρώτα μου βήματα στο φιλοσοφικό χώρο και μου πρόσφερεν αμέριστη την ηθική του συμπαράσταση σε αποφασιστικές στιγμές της πορείας μου, και ύστερα από συνείδηση του γενικώτερου χρέους που επιβάλλει αυτό τούτο  το έργο του φιλοσόφου με τις λαμπρές αξίες που πραγμάτωσε και με τη γόνιμη επίδραση που άσκησε στην πορεία και την άρθρωση της νεοελληνικής φιλοσοφικής σκέψεως.

          Όσο πολύτιμη κι αν υπήρξεν η συμβολή και άλλων πανεπιστημιακών διδασκάλων και εξωπανεπιστημιακών στοχαστών και μελετητών στη διαμόρφωση φιλοσοφικής παιδείας στον τόπο μας και όσο κι αν η σημερινή σκέψη επηρεάζεται από διαφορετικές φιλοσοφικές και κοινωνικοπολιτικές κατηγορίες, που διαμορφώθηκαν μέσα στην αντιφατική εξέλιξη των νεοελληνικών πραγμάτων , πώς τις τελευταίες δεκαετίες, δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να παραγνωρίζη κανένας το γεγονός, πώς ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος με τη μακρόχρονη οιστρηλατημένη διδασκαλία του μέσα και έξω από τα Πανεπιστήμια, με τον πλούτο της συγγραφικής του παραγωγής και με την πολλαπλή δράση του σε καίριους τομείς της πνευματικής μας ζωής δημιούργησε στην Ελλάδα τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις για μία νέα, ουσιαστική συγκρότηση και μιά συστηματικώτερη ανάπτυξη του φιλοσοφικού στοχασμού. Με το πολύπλευρο έργο του ο Θεοδωρακόπουλος δεν εζήτησε να ικανοποιήση εφήμερες προσωπικές φιλοδοξίες ή να εξυπηρετήση εξωεπιστημονικές σκοπιμότητες, αλλά το αφιέρωσεν ολόκληρο σ’ ένα και μόνο σκοπό: στη δημιουργία μιάς βαθειάς εννοιολογικής υποδοχής και υποδομής, πού η αξία και η απόδοσή τους γίνονται ορατές σε μεγάλο μέρος της φιλοσοφικής παραγωγής του τόπου μας από τα μεταπολεμικά χρόνια και δώθε.

          Θυμάμαι με τί ξαλάφρωμα και τί ενθουσιασμό πρωτακούστηκεν ο λόγος του στα 1939 στις αίθουσες διδασκαλίας της Φιλοσοφικής Σχολής των Αθηνών. Ο λόγος αυτός έφερνε για πρώτη φορά σε όλους μας πρωτάκουστα μηνύματα από την ζωή και την κίνηση του πνεύματος, επλάταινε ξαφνικά τους ορίζοντες της ψυχής και αγκάλιαζεν ερωτικά τη σκέψη. Ήταν ένας λόγος πολύ διαφορετικός στην υφή, στο χρώμα και στον τόνο του από εκείνον που ως τότε ηχούσε μονότονα και στείρα στις άδειες δεξαμενές του σχολαστικισμού- ένας λόγος σπαθί που ξεχώριζε την αλήθεια από το ψεύδος, που ξεχείλιζε από το πάθος της πρωταρχικότητας και καλούσε τις νεαρές συνειδήσεις στην εσωτερική άσκηση και πειθαρχία, σε μία αύξουσα εγρήγορση και αυτοσυνειδησία.

          Και όμως η σημασία του φιλοσοφικού λόγου του Θεοδωρακόπουλου δεν έγκειται μονάχα στο ότι ελευθέρωσε τη νεοελληνική σκέψη από την ασφυκτική περίπτυξη των γλωσσικών και εννοιολογικών σχολαστικισμών με την καταξίωση της δημοτικής στο χώρο της φιλοσοφικής εννοιολογίας και εννοιοπλασίας. Η σημασία του βρίσκεται βαθύτερα ακόμα κι από την αφυπνιστική και διεγερτική δύναμη που άσκησε στην ψυχή και την σκέψη των νέων’ βρίσκεται με λίγα λόγια στην καινούργια σχέση που αποκατέστησε με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση και ιδιαίτερα με τα πλατωνικά και πλωτινικά κείμενα, σχέση που μας αποκάλυψε την εσωτερική όψη της αρχαίας Διαλεκτικής και Μεταφυσικής στις λαμπρότερες κορυφώσεις τους. Από την διεθνή αναγνώριση των σχετικών με τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο έργων του που είδαν το φώς στα γερμανικά και από το πλήθος των διδακτορικών διατριβών και άλλων μελετών Ελλήνων ερευνητών που αναφέρονται συχνά σ’ αυτά καταφαίνεται πόσες δημιουργικές παρορμήσεις χρωστά η νέα γενεά στη διδασκαλία και τη συγγραφή του Θεοδωρακόπουλου.

          Αλλά το έργο του Θεοδωρακόπουλου δεν εξαντλείται μόνο σ’ αυτή την ενεργοποίηση της σχέσεως προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφική παράδοση και στην επέκτασή της στη φιλοσοφική σκέψη των Πατέρων. Ο ελληνοκεντρικός στοχασμός του δεν τον εμπόδισε ν’ αγωνιστή όσο λίγοι στον τόπο αυτό για τη στενώτερη σύνδεση με την ευρωπαϊκή φιλοσοφική σκέψη και ειδικώτερα με τα μεγάλα συστήματα του γερμανικού ιδεαλισμού (Kant, Fichte, Hegel, Schelling), χωρίς να παραγνωρίζη και τη σημασία των μετέπειτα αντιμεταφυσικών και αντισυστηματικών φιλοσοφικών εξελίξεων (Nietzsche, Jaspers κλπ.). Το κύριο γνώρισμα της αναστροφής του με την ευρωπαϊκή φιλοσοφία δεν είναι η άλογη και άβουλη υποταγή στα ξένα εννοιολογικά σχήματα, αλλά η εσωτερική αφομοίωση και επεξεργασία τους, ο ελληνικός μετασχηματισμός των εννοιών και κατηγοριών, ο γνήσιος εξελληνισμός και ενοφθαλμισμός τους στον κορμό και στα μέτρα της ελληνικής φιλοσοφικής γλώσσας. Ομολογώ ότι δεν ξέρω αν υπάρχη καλύτερος τρόπος για να τεθή τέρμα στο όργιο των ανελλήνιστων μεταφράσεων φιλοσοφικών έργων με τις γνωστές γλωσσικές και εννοιολογικές παραμορφώσεις τους από την αβίαστη και φυσιολογική προσαρμογή τους στα δεδομένα της δικής μας γλωσσικής πραγματικότητας, όπως την πραγματοποιεί το έργο του Θεοδωρακόπουλου με την όλη του γλωσσική και εννοιολογική άρθρωση.

          Μ’ αυτό το δημιουργικό του άνοιγμα προς την ελληνική και ευρωπαϊκή παράδοση ο Θεοδωρακόπουλος κατόρθωσε να γίνη αυτουργός φιλοσοφίας νεοελληνικής, αν με τον όρο αυτό δεν νοείται ένα συγκεκριμένο φιλοσοφικό σύστημα αλλά μιά ιδιαίτερη σχέση προς το πνεύμα και τη μοίρα του Νεοελληνισμού σε όλες τις ιστορικές αποχρώσεις των. Ο Θεοδωρακόπουλος ταυτίστηκε με τη μοίρα αυτή, την ανάλυσε και την ξεδίπλωσε τόσο ιστορικά και κατηγοριολογικά, ώστε ο λόγος του να ηχή στον εννοιολογικό χώρο με την ίδια σχεδόν τραγική μουσικότητα και ουσιαστικότητα που αναδίνεται από τη μούσα των μεγάλων ποιητών μας, του Σολωμού, του Παλαμά, του Καβάφη, του Σεφέρη και άλλων. Αυτό άλλωστε δεν είναι τυχαίο, γιατί η φιλοσοφική ανάλυση του Θεοδωρακόπουλου παρ’ όλο τον αυστηρό λογικό οπλισμό της δεν αγνόησε ποτέ το πάθος και τη  σκέψη των ποιητών, όπως το μαρτυρούν οι βαθυστόχαστες ερμηνείες του στον Faust του Goethe. Παρ’ όλην όμως την αποκαλυπτική διείσδυση στον ποιητικό και γενικώτερα στον αισθητικό χώρο ο Θεοδωρακόπουλος δεν παρασύρθηκε από τον πειρασμό της φτηνής στιχουργίας, αλλά κράτησεν άτρωτη τη φιλοσοφική του αξιοπρέπεια και παρέμεινε ο αυστηρός οπλίτης του πεζού φιλοσοφικού λόγου.

          Έτσι οι νέοι που είτε σπουδάζουν σήμερα φιλοσοφία στα εδώ πανεπιστήμια ή γυρίζουν από τις μεταπτυχιακές φιλοσοφικές σπουδές τους στο εξωτερικό δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν γνήσια τα ιδιαίτερα προβλήματα που θέτει η φιλοσοφική εργασία στον τόπο μας- προβλήματα που σχετίζονται με την συγκρότηση νεοελληνικού φιλοσοφικού λόγου-, αν δεν περάσουν και από τα εννοιολογικά εργαστήρια εκείνων που εμόχθησαν για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν τη συνέχεια και την εξέλιξη του φιλοσοφικού στοχασμού στην Ελλάδα. ‘Αλλωστε ο Θεοδωρακόπουλος είναι ο ακαδημαϊκός δάσκαλος που όχι μόνο με την ποιότητα της θεωρητικής του διδασκαλίας και συγγραφής, αλλά και έμπρακτα απόδειξε την ακοίμητη έγνοια του για την ελληνική νεότητα ιδρύοντας περιοδικά και κέντρα φιλοσοφικής έρευνας και διδασκαλίας και γενικά συμμετέχοντας ενεργά στη διαμόρφωση των πραγμάτων της παιδείας μας. Ιδιαίτερα η πολύπλευρη ηθική και επιστημονική υποστήριξη που παρέχει ακόμα στους νέους, σ’ αυτούς που θέλουν να την αξιοποιήσουν πραγματικά, μαρτυρεί το βάθος της μέριμνάς του για το μέλλον της φιλοσοφίας στον τόπο μας.

          Όσο για κείνους που πρωτοστάτησαν στο έργο της προετοιμασίας και της εκδόσεως του αφιερώματος αυτού είναι χρέος όλων που συνεργάζονται σ’ αυτόν τον τόμο να τους εκφράσουμε τον πιό θερμό έπαινο για τον ευγενικό και αποδοτικό μόχθο τους. Ο κοινός δεσμός που συνέχει την ψυχή και την σκέψη αυτών που  έζησαν άμεσα τον παλμό της φιλοσοφικής διδασκαλίας και την αστείρευτη ακτινοβολία της προσωπικότητας του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου δεν μπορούσε να βρη ωραιότερη έκφραση παρά σ’ αυτή τη δέσμη μελετών που του προσφέρονται εξ αφορμής του σεβαστού ιωβηλαίου του. Άς μου επιτραπή να θεωρήσω ότι και τα λιγοστά τούτα προοιμιακά λόγια συμπροσφέρονται μ’ αυτήν «ξυνδέσμου χάριν» (Πλάτωνος Επινομίς 984).

Σημείωση:

Ασφαλώς δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι οι επιστημονικές εργασιακές και πανεπιστημιακές κατηγορίες που συνοδεύουν τα ονόματα των συμμετεχόντων στο Αφιέρωμα του τόμου «ΔΕΣΜΟΣ» που κυκλοφόρησε πριν μισό αιώνα, αφορούν την τότε τους κατάσταση. Οι περισσότεροι από τους μαθητές του Δασκάλου Πλατωνιστή Φιλοσόφου είναι πλέον ομότιμοι καθηγητές ενώ άλλοι, έχουν φύγει από την ζωή. Τα Κείμενα Μνήμης και Τιμής προς τον Ακαδημαϊκό Φιλόσοφο Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλο γράφτηκαν όταν ακόμα βρίσκονταν στη ζωή και αντιμετώπιζε ατυχίες και βάσανα στον προσωπικό και οικογενειακό του βίο. Θάνατοι μελών της οικογένειάς του. Εύλογα σήμερα που έχουν περάσει πενήντα ένα χρόνια από την έκδοση του Αφιερώματος, διαισθανόμαστε την χαρά και την ικανοποίηση που θα αισθάνθηκε ο διακεκριμένος Έλληνας Πλατωνιστής Φιλόσοφος όταν πήρε στα χέρια του τον πολυσέλιδο τόμο και διάβασε τα δημοσιεύματα των μαθητών του. Είδε την νέα γενιά των ελλήνων φοιτητών και φοιτητριών του να σκύβουν πάνω στα έργα και τα βιβλία του, να τα μελετούν, να τα ερευνούν και να τα σχολιάζουν. Την καθαρή του φιλοσοφική γλωσσική έκφραση, την χρήση της «υψηλής Δημοτικής» όπως ο ίδιος μας λέει που χρησιμοποιεί στην ανάλυση των συμπερασμάτων του, την ενσωμάτωση στο τότε σώμα της ελληνικής γλώσσας για πρώτη φορά μιάς φιλοσοφικής ορολογίας που εφευρίσκει και προτείνει στην εξέταση των θεμάτων του, στις μεταφράσεις και κρίσεις του. Καθώς παύει να χρησιμοποιεί την Καθαρεύουσα στα γραπτά του και να υιοθετεί μία Δημοτική κάπως διαφορετική από την περισσότερο «στρωτή» θα λέγαμε από αυτήν που χρησιμοποιούν δύο παλαιοί και σταθεροί του φίλοι των νιάτων και των σπουδών του οι πολιτικοί και φιλόσοφοι συγγραφείς Κωνσταντίνος Τσάτσος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Και οι τρείς είχαν σπουδάσει στην Γερμανία και είχαν κοινή σε γενικές γραμμές πνευματική και φιλοσοφική παιδεία και πορεία. Ανήκαν στην ελληνική φοιτητική και πανεπιστημιακή γενιά των «Χαϊδελβεργιανών». Ήσαν γέννημα της εποχής και φιλοσοφικής ατμόσφαιρας Πλατωνιστών, Νεοπλατωνιστών και του Ευρωπαϊκού Δικαίου επιφανών καθηγητών όπως ο Heinrich Rickert, ο Karl Jaspers, ο Kurt Wildhagen, του φημισμένου αρχαίου Μεσαιωνικού Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης. «Το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης ιδρύθηκε έπειτα από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης και μάλιστα στα 1386, και είναι το τρίτο, κατά χρονική ακολουθία, γερμανικό Πανεπιστήμιο, γιατί το πρώτο ήταν το γερμανικό Πανεπιστήμιο της Πράγας που ιδρύθηκε στα 1348.» μας λέει στις προσωπογραφίες που σκιαγράφησε του μικρού χωριού και της γύρω φύσης και των αυτοκρατορικών αρχιτεκτονημάτων, του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, στο βιβλίο του «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη», Αθήνα 1980, σελίδες 320 που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν την απώλειά του. Εν τάχει εδώ να αναφέρουμε ότι η «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη» αποτελεί το 1ο από τα 5 μέρη σελ. 9-72 του αυτοβιογραφικού καλογραμμένου βιβλίου του. Στο 2ο, το 3ο και το 4ο  μέρος έχουμε τις προσωπογραφίες των τριών καθηγητών του που μνημονεύουμε παραπάνω όπως τους έζησε στην διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων ο νεαρός μουσικόφιλος Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος. Στο 5ο μέρος περιγράφεται με θερμά και ενθουσιαστικά λόγια η προσωπικότητα της μητέρας του Κωνσταντίνου και του Θεμιστοκλή Τσάτσου, της Θεοδώρας Τσάτσου. Ακολουθεί το ΣΤ΄ μέρος με τους «Πίνακες Ονομάτων». Προοιμιακά να αναφέρουμε ότι κατά την διάρκεια των σπουδών και των φιλοσοφικών εργασιών του στην «Ρομαντική πόλη», δηλαδή την Χαϊδελβέργη ο έλληνας σπουδαστής γνώρισε από κοντά και τον σκιαγραφεί στο βιβλίο του τον διάσημο ποιητή Στέφαν Γκέοργκ. «Είχα την καλή τύχη να γνωρίσω τον Stefan George ένα βράδυ στο σπίτι του Gundolf. Η προσωπικότης του Stefan George ασκούσε μιά επιβολή στον συνάνθρωπό του και άφηνε μιά αυστηρά εντύπωση πάνω του. Όμως, ήταν συνάμα μιά μορφή ιδιαίτερα επιμελημένη σε όλα. Πρέπει να ομολογήσω ότι το  γνώρισμα αυτό του Stefan George με απέκρουσε να τον πλησιάσω περισσότερο. Όταν ερχόταν στην Χαϊδελβέργη, έμενε στο σπίτι του Gundolf …» σελ. 30, και κάτι ακόμα, γράφει στην σελίδα 11: «Θέλω εδώ να μνημονεύσω ότι στο Μόναχο στην πλατεία του Odeon ένα απόγευμα είδαμε μαζί με τον εξάδελφό μου από απόσταση δύο ή τριών μέτρων τον Χίτλερ. Χωρίς να το καταλάβωμε πώς, την στιγμήν εκείνη, πιστοί οπαδοί του Χίτλερ, εδημιούργησαν στην πλατεία ένα κύκλο, κρατώντας ο ένας σφιχτά τα χέρια του άλλου και στην μέση του κύκλου παρουσιάστηκε ο Χίτλερ και άρχισε να ομιλή. Αμέσως συναθροίστηκε πολύς κόσμος. Έπειτα από δεκαπέντε περίπου λεπτά της ώρας ήρθε μία δύναμη της αστυνομίας και διέλυσε την συγκέντρωση. Εκείνο το οποίο έκανε εντύπωση και σε μένα και στον εξάδελφό μου δεν ήταν το τι έλεγε ο Χίτλερ, αλλά η έκφραση του προσώπου του και περισσότερο απ’ όλα των ματιών του. «Έχει τα μάτια μιάς ύαινας» μου είπε ο εξάδελφός μου και πράγματι την ίδια εντύπωση είχα και γώ.». Άραγε, τι θα σκέφτηκε ο έλληνας φιλόσοφος και πανεπιστημιακός όταν ο γερμανός δικτάτορας και τα στρατεύματά του το 1940 εισέβαλαν στην πατρίδα μας και επέφεραν τεράστιες καταστροφές και σκοτώνοντας χιλιάδες έλληνες και ελληνίδες αγωνιστές πατριώτες. Παράξενα τα παιχνίδια της Μοίρας στο διάβα της Ιστορίας. Πάντως όλοι οι συμμετέχοντες στο Αφιέρωμα αισθάνονταν τυχεροί που υπήρξαν μαθητές του, τον θυμούνται με καλοσύνη και σεβασμό, και χαίρονταν την συνδυαστική διαλεκτική του νου του, το ελεύθερο φτερούγισμα του φρονήματός του, την συνθετική προβληματική του, την πρωτοπόρα για την εποχή του σκέψη του, το δημοκρατικό του χαρακτήρα, την εργατικότητά του. Μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του όπως μας λένε οι πνευματικοί συναθλητές τους έγραφε, επιμελούνταν τις εργασίες του και φρόντιζε να είναι συνεπής στις δημόσιες υποχρεώσεις του και τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί.  

-ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΧΤΣΟΓΛΟΥ Συγγραφέας,

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ*, 1-32

*Ομιλία που δόθηκε στην αίθουσα της Χ.Α.Ν. Αθηνών στη σειρά «Ελληνικές προσωπικότητες» την 20η Φεβρουαρίου 1974. Το χειρόγραφο διαβάστηκε εναλλάξ από τον συγγραφέα και την καλλιτέχνιδα του θεάτρου Όλγα Κοντέλλη. Εδώ δημοσιεύεται με μερικές προσθήκες. –Είναι αυτονόητο, ότι στην εργασία αυτή χρησιμοποιήθηκαν όλα τα βασικά έργα του Ι.Ν.Θ., τα οποία ο αναγνώστης θα δει στην Εργογραφία του, στο τέλος του Αφιερώματος.

Σημείωση:

 Αρμονικά μέσα στα κείμενο του Γιάννη Κουχτσόγλου, διαβάζουμε και τις κρίσεις τρίτων για εργασίες του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου. Του στοχαστή Ντίμη Αποστολόπουλου που στο βιβλίο του «Σύντομη ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας» Αθήνα 1949 κάνει λόγο για την ελληνοκεντρικότητα του Πλατωνιστή φιλοσόφου που την ταυτίζει με την οικουμενικότητα. Γράφει: "Μ’ ό,τι καταπιάστηκε ο Ι. Θ., θέλησε, συνειδητοποιώντας τον προορισμό του σαν ακαδημαϊκού δασκάλου, αλλά και σα συγγραφέα με πνευματικά καθήκοντα πλατύτερα, να του δώσει παιδευτικό χαρακτήρα. Όμως ποτέ δεν περιορίστηκε σ’ έναν απλό διδακτισμό. Η διδασκαλία του πηγάζει από οργανωμένη πνευματικότητα. Έχει πλαστικότητα, εύρος, επιχειρηματολογική πειθώ. Καθαρόαιμος Έλληνας στη σκέψη, ελληνολάτρης στην ψυχή, περισσότερο, όμως, οικουμενικός παρά ελληνοκεντρικός, πλατωνιστής, ένθερμος από εκλεκτική συγγένεια με τον μεγάλο θεμελιωτή της φιλοσοφίας του Αγαθού, ταύτισε την αυτόφωτη ελληνική ιστορία χιλιετηρίδων με την μετέπειτα ιστορία της Ευρώπης σε κάθε της ζωτική έκφανση. Γιατί, σύμφωνα με τη διδασκαλία του, η πολιτική και πνευματική ιστορία της Ευρώπης, ο ευρωπαϊκός ουμανισμός ιδιαίτερα, είναι ελληνική κληρονομική καταβολή.»….. Γράφει ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος:  «Αν και το ελληνικό πνεύμα έχει πατρίδα, όμως από τα πράγματα έχει χαρακτήρα οικουμενικό. Είναι πνεύμα, γενικά, του ανθρώπου. Ενώ κανένα από τα γνωστά πνεύματα αφήνω τους παλαιούς λαούς της Ανατολής, των ευρωπαϊκών λαών, ούτε το γαλλικό, ούτε το γερμανικό, ούτε το ιταλικό, όση μεγάλη σημασία κι αν είχαν για τη διαμόρφωση της Ευρώπης, κανένα από αυτά δεν έχει τούτον τον καθολικό οικουμενικό χαρακτήρα». («Ελλάς και Ευρώπη».

          Στο ίδιο κείμενο έχουμε και τις κρίσεις του Πειραιώτη Βασίλειου Λαούρδα, και του Κώστα Γεωργούλη από τις Βιβλιοκρισίες τους στο περιοδικό «Νέα Εστία» για την μελέτη «Εισαγωγή στον Πλάτωνα». 

-ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κ. ΜΑΡΚΗ Υφυγητού Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης,

ΜΕΤΑΞΥ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗΣ. ΤΟΠΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 33-69

          Αρχινά το κείμενο με τις παρατηρήσεις του ο Δημήτρης Κ. Μαρκής:

«Έχουν περάσει είκοσι περίπου χρόνια από την ημέρα εκείνη του Οκτωβρίου 1954, που για πρώτη φορά άκουσα τον Ι.Ν. Θ. ως αρχάριος φοιτητής στην Αθήνα. Αν και από τότε έζησα και σκέφτηκα δέκα πέντε περίπου χρόνια κάτω από την επίδραση άλλων φιλοσοφικών δασκάλων, όπως του αείμνηστου Adorno, του μετακριτικού Habermas και του διαλεκτικού φιλοσόφου  της γλώσσας Liebrucks, τα πρώτα αυτά χρόνια με το δάσκαλο, που με εισήγαγε στο μυστικό του φιλοσοφικού στοχασμού και θαυμασμού, ήταν για μένα αποφασιστικό».  Ενώ παρακάτω μας μιλά για τις παρατηρήσεις του γύρω από τα τέσσερα σημεία της εξέτασης του έργου του Θεοδωρακόπουλου: τις δυσκολίες μίας κριτικής του φιλοσοφικού έργου του Ι.Ν. Θ., που πηγάζουν από τα ενδόμυχα προβλήματα της φιλοσοφικής κριτικής, εν γένει. 2. Τον υπερβατικό ιδεαλισμό του Θεοδωρακόπουλου. 3. Την διαλεκτική Ερμηνευτική του. και τέλος 4. Την φιλοσοφία του Νεοελληνισμού, και την ακτινοβόλο του κριτική της Ιδεολογίας μέσα στη διχασμένη ελληνική ζωή.».

-ΦΙΛΙΠΠΟΥ Β. ΚΑΡΓΟΠΟΥΛΟΥ Ερευνητού του Πανεπιστημίου Βοστώνης,

ΛΟΓΙΚΗ, ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 71-97

          Διαβάζουμε: «Υπάρχουν δύο τρόποι για να δούμε το παρελθόν: η ιστορία και η εμπειρία. Πολλοί στοχαστές στην θέση της εμπειρίας έχουν την μνήμη, ωστόσο σ’ έναν τόσο στενά συνδεδεμένο κόσμο, η προσωπική μνήμη δεν είναι αρκετή για να στηρίξη την ιδέα που έχουμε για τους καιρούς, στους οποίους ζούμε. Η διαχωριστική αυτή γραμμή ανάμεσα σε ιστορία και εμπειρία δεν ορίζεται καθαρά και γίνεται έτσι πάντοτε βάση για διαφωνίες και παρεξηγήσεις σε μικρή ή μεγάλη κλίμακα. Το ακαθόριστο τούτο σύνορο, για καλό ή για κακό, κυμαίνεται μέσα σ’ ένα πλατύ φάσμα της γνώσεώς μας του παρελθόντος: υπάρχουν ιστορικοί που μας ζητούν να θεωρήσουμε τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, ως ιστορία και όχι ως εμπειρία, όπως εξ άλλου υπάρχουν, την στιγμή αυτήν που γράφω, Έλληνες για τους οποίους, συναισθηματικά τουλάχιστον, η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι ιστορία αλλά εμπειρία……»

-ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΟΥΚΑΝΟΥ Πτυχ. Φιλ. (Αθήναι) Mag. Art. (Heidelberg),

Η ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 99-126

          «Στο κέντρο της όλης φιλοσοφίας του Ι. Θ. στέκεται το γνωσιολογικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα που το δούλεψε μεθοδικά και βαθιά, με σκοπό να φωτίση πλήρως την έννοια του λογικού συνειδότος, το οποίον μας οδηγεί εις γνώσιν με αντικειμενικόν κύρος.

    Χωρίς την ενότητα δεν θα υπήρχε κατά τον Ι.Ν. Θ. κόσμος, δηλαδή ενιαίο σύστημα σχέσεων κατανοητό από το πνεύμα του ανθρώπου. Έτσι οι καταστάσεις συνδέονται, επειδή μπορώ να τις συσχετίσω σύμφωνα με το νόμο αιτίας και αποτελέσματος. Με το νόμο τούτο συνδέουμε το τώρα με το πριν αιτιοκρατικώς. Και έτσι οι νόμοι της φύσεως είναι νόμοι του πνεύματός μας περί της φύσεως…..».

-ΜΙΧΑΗΛ Φ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Δρος Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Freiburg i. Br.,

Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 127-155. [1. Προλεγόμενα. 2. Προσωκρατική και σωκρατική διαλεκτική- Σοφιστική. 3. Πλατωνική διαλεκτική (α) Η διαλεκτική ως θεωρία και κριτική της κρίσεως. β) Η διαλεκτική ως ετερολογική σχέσις και θεωρία των ιδεών. γ) Η διαλεκτική ετερολογία ψυχής και ιδέας, μύθου και λόγου). Συμπέρασμα.]

          Μας λέει ο Μ.Δ. Δημητρακόπουλος: «Ο νέος που έρχεται σε κοινωνία και ομιλία με τον Ι.Ν.Θ. μαθαίνει ν’ αρχίζη να «δίνη λόγο» όχι μονάχα στον εαυτό του για τα όντα, αλλά ταυτόχρονα και στον ίδιο τον διδάσκαλο, σαν σε αληθινό πατέρα του Λόγου, για το φώς που άναψε εκείνος στην ψυχή του μαθητού και ζητάει κατά κάποιο τρόπο διαλεκτικά πάλι την απόκριση να λάβη.»

-ΜΑΙΡΗΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ- ΧΡΙΣΤΟΦΕΛΛΗ Φιλολόγου,

Η ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΑΣ ΖΩΗ. ΔΟΚΙΜΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΥΦΟΥΣ ΤΟΥ, 157-162

          Διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Ο Ι.Ν. Θ. θα ζη την πραγματικότητα αυτού του τόπου με όλη του την υπόσταση, έχει για στόχο του ακοίμητο να φέρη στο φώς την ουσία αυτής της πραγματικότητας, την τωρινή και παντοτινή. Από τούτην την εσωτερικότατη επικοινωνία έρχεται ο λόγος του ο προφορικός και ο γραπτός. Νιώθεις τον στοχασμό του να χύνεται πλουσιοπάροχα μέσα στη γλώσσα με το πάθος και την ενάργεια μιάς όρθιας πίστης.

    Έχομε εδώ μια γλώσσα, που είναι πηγαίο ξεχείλισμα νου και ψυχής. Ζυμωμένη με ποίηση και πνεύμα, η γλώσσα του κατορθώνει τούτη την ακριβή ισορροπία: ξεδιπλώνει τον θεωρητικό στοχασμό με ακέραιη την λογική του συνέπεια και ωστόσο η ποιητική υφή του λόγου δεν τον αφήνει πουθενά ακάλυπτο.».

-ΜΑΡΙΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΥ- ΣΑΝΤΟΡΙΝΙΟΥ Φιλολόγου- Ιστορικού.

ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Α΄. ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΡΦΗΜΑ ΣΤΗ ΛΕΞΗ. Β΄ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΟ ΛΟΓΟ), 163- 191.

Σημείωση

[Αντικείμενο της παρούσης μελέτης είναι η συγκεκριμένη, ατομική γλώσσα του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου, όπως αυτή οργανώνεται και φανερώνεται ως λόγος και γραφή, μέσα σε τρία κατ’ εξοχήν αντιπροσωπευτικά του έργα: Την «Εισαγωγή στον Πλάτωνα», την «Εισαγωγή» στο «Φαίδρο» και τον «Φάουστ» του Γκαίτε.

          Η γλώσσα- λόγος και γραφή- λειτουργεί ως σύνταγμα, συνδυασμός σημάτων πάνω στο γραμμικό και αμετάθετο χώρο και ως σύστημα σχέσεων και συσχετισμών, όπου συνενώνονται όχι τα σήματα, αλλά τα σημαινόμενα.

          Η γλώσσα του Ι. Ν. Θ. στα τρία αυτά έργα μελετήθηκε ως σύστημα του τύπου σημαίνον/ σημαινόμενον, σε όλη την πορεία της ερμηνευτικής παρουσίασης και ανάλυσης των πλατωνικών κειμένων και του «Φάουστ». Η επιλογή των έργων αυτή καθ’ εαυτή περιέχει στοιχεία της υποκειμενικής μας κρίσης. Για τούτο, η παρακάτω εργασία αυτοπροσδιορίζεται ως επισήμανση, καταγραφή και περιγραφή μερικών και όχι καθολικών γλωσσικών χαρακτήρων και φαινομένων του λόγου και της γραφής του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου.]. Και ακόμα: «Ο λόγος του Ι.Ν. Θ. «είναι κατ΄’ εξοχήν λόγος προφορικός. 1. Δεν παρεμποδίζει την φυσική του ροή. 2.δεν αλλοιώνει την ακουστική εικόνα των δομών, ούτε εξασθενεί την ένταση της μουσικής μορφής του λόγου. 3. Δεν επιχειρεί την εκτομή των επαναλήψεων. 4. Δεν αποβάλλει τα μικρότατα εκείνα σήματα όπως… 5. Δεν αγνοεί κανένα από τα ζωτικά κύτταρα που ζούν και ανανεώνονται σε κάθε άσκηση της ομιλίας, είτε αφήγηση λέγεται είτε διδασκαλία είτε κουβέντα…»

          Ο λόγος σε γενικές γραμμές του Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλου γεννήθηκε μέσα στην άσκηση του ζωντανού διαλόγου, όπως είναι οι Πλατωνικοί Διάλογοι που ερευνά. Ας μην λησμονούμε και την αγάπη του για την Μουσική και την πρώτη του επιθυμία να σπουδάσει Μουσική στο εξωτερικό πριν τον κερδίσει η Φιλοσοφία. Αυτό φαίνεται και στην μελέτη του για τον Φάουστ του Γκαίτε.

-ΑΝΝΑΣ ΚΕΛΕΣΙΔΟΥ- ΓΑΛΑΝΟΥ Δρος Φιλοσοφίας Συντάκτου του Κέντρου Φιλοσοφίας,

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, (Ι. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΗ, ΟΙ ΠΟΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ (1 Από το «είδωλο» στο πρόσωπο. 2. Από τον κάποιο στον ένα. 3. Το πρόσωπο και ο λόγος. Από το μύθο στο λόγο-έργο. 4. Η υποκειμενικότητα ή αντίσταση στο πνεύμα της αφαίρεσης. 5. Πρόσωπο και καλλιτέχνημα. Φύση, δημιουργία και ιστορία.) ΙΙ. Η ΨΥΧΗ ΚΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ. ΙΙΙ. Η ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΤΑΘΜΗΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. (Η ηθική ελευθερία)), 193-228

-ΜΥΡΤΩΣ ΔΡΑΓΩΝΑ- ΜΟΝΑΧΟΥ Δρος Φιλοσοφίας Συντάκτου του Κέντρου Φιλοσοφίας,

ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΑΘΟ. Ο ΗΘΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΣΜΟΥ, [ 1., Ο κίνδυνος. 2., Τόποι παράλληλοι. 3., Η διέξοδος. 4., Απολογία. 5. Η θέση (1. Αρχές, αντικείμενο, σκοπός της ηθικής. 2., Σκοπός της ζωής α. ελευθερία., β. Ελευθερία- ιδέα του αγαθού., γ. Ιδέα του αγαθού. 3., Ηθικές αρχές. Αξίες. 4. Αιτήματα, δέον χρέος. 5. Ο άνθρωπος, η φύση, η ιστορία. 6., Η άρνηση. 1. Ιστορικά. 2. Διαίρεση συστημάτων. 3. Ηθική-Γνώση. 5. Η κριτική α. Ηδονισμός- ωφελιμισμός (Bentham)., β. Πρόοδος- εξέλιξη (Spencer). 7. Επιλεγόμενα.]. 229-286

-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΡΝΟΥ Διευθυντού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών Belmont/ USA, Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ, 287-296

-Γ. ΑΛΑΤΖΟΓΛΟΥ- ΘΕΜΕΛΗ Συντάκτου του Κέντρου Φιλοσοφίας,

ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Ι. Ν. Θ. 297-323

[Στην εκτενή ανάλυση του συγγραφέα εξετάζεται η σχέση της Ψυχολογίας με την Φιλοσοφίας σύμφωνα με τον Ι. Ν. Θ. Το ενδιαφέρον του Ι. Ν.Θ. για την Ψυχολογία κινείται στη θεώρηση της σχέσης Ψυχολογίας και Φιλοσοφίας και στη θεώρηση της Ψυχολογίας καθαυτήν. Στην σελίδα 299 ο Γ. Α.-Θέμελης διευκρινίζει ότι: «Ο Ι. Ν. Θ. είναι και από ιδιοσυγκρασία και από την όλη του θεωρητική τοποθέτηση αντίθετος στον ψυχολογισμό. Τον πολεμά και με λογικά και με πραγματικά επιχειρήματα»].

-ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΜΑΝΤΑ- ΣΤΑΪΚΟΥ Αρχαιολόγου- Πανεπιστημιακής Βοηθού, ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ «ΑΓΩΝΙΣΜΑ» ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, (Πορεία δημιουργίας/ «Αγώνισμα» ελευθερίας/  325-336

-ΦΟΙΒΟΥ Ι. ΚΟΤΣΑΠΑ Εκπαιδευτικού, ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ, 337-348

-ΝΙΚΟΥ ΧΑΡΛΑ Φιλολόγου, Ι. Ν. Θ.: Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ, 349-367

-ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών,

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΝ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 369-379

-ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΜΠΑΓΙΟΝΑ Καθηγητού του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟ, 381-399

-ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ Δ. ΠΑΠΟΥΛΙΑ Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,

ΕΝΔΟΚΟΣΜΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ, 400-416

ΛΙΝΟΥ Γ. ΜΠΕΝΑΚΗ Διευθυντού του Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών,

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 417-439

ΡΩΞΑΝΗΣ Δ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ Συνεργάτιδος του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε.,

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ Ι.Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 441-449

-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΤΣΙΚΗ- ΓΚΙΒΑΛΟΥ Διδάκτορος του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Συντάκτου του Ιστορικού Λεξικού,

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ [1. Ιστορία. 2. Λογοτεχνία. 3. Οι νέοι] 451-462

-ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΑΝΤ. ΜΠΟΧΛΟΓΥΡΟΥ Ψυχολόγου Διδάκτορος Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Μονάχου,

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΒΙΟΝ [Α΄ Εισαγωγικά. Β΄Περί την έννοιαν της ζωής. Γ΄ Περί την φιλοσοφίαν της ζωής. Δ΄ Φιλοσοφία της ζωής και σύγχρονοι νεοελληνικοί προβληματισμοί επί του βίου. Ε΄ Η παρουσία του Ιωάννου Ν. Θεοδωρακόπουλου και η φιλοσοφία της ζωής εις τον σύγχρονον νεοελληνικόν βίον. ΣΤ΄ Επιλεγόμενα], 463-485

-ΑΓΓΕΛΙΚΑΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ- ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρχαιολόγου- Πανεπιστημιακής Βοηθού,

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΤΟΥ Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, 487-494

Γράφει: «Την αισιοδοξία και το αγωνιστικό θάρρος η νέα γενεά τα αντλούμε ακριβώς από το νόημα του ελληνικού Εικοσιένα, όπως μας το αποκάλυψε ο Ι.Ν. Θ., ο μεγάλος μας δάσκαλος. Σε ένα μεγάλο αιώνιο σύμβολο, ελληνικής και παγκόσμιας μαζί ακτινοβολίας και κύρους εμύησε η διδασκαλία του, ο λόγος και η φωνή της Διοτίμας. Γιατί πέρα και από τα κείμενα του με τη στέρεη διαλεκτική, την διαύγεια  και την μεταφυσική προοπτική, τον βλέπουμε ως πνευματική ζωντανή παρουσία απάνω στην έδρα και ακούμε τον προφορικό του λόγο, αργό, μεστό, και επίσημο και σύγχρονα θερμό, φιλικό πατρικό. Αυτός πρό παντός ο λόγος, που ως προφορικός είναι εφήμερος, έχει εγγραφή στην ψυχή μας ανεξίτηλα. Άλλωστε ζωή αυθεντική σημαίνει ακριβώς τραγική συνείδηση του εφήμερου μαζί και του Αιώνιου. Το εφήμερο μας καλεί στον υπεύθυνον αγώνα της ελληνικής και ανθρώπινης δημιουργίας. Η ίδια όμως η κλήση του και ως οραματισμός του μέλλοντος έχουν το λυτρωτικό στοιχείο της αιωνιότητας….»

-Ε. Ν. ΠΛΑΤΗ Επιθεωρητού Μέσης Εκπαιδεύσεως,

Ι. Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ. «ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΏΝ» (1945) «Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΙΔΕΑ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ» (1945). ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ (Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄, Ζ΄, Η΄), 495-546

Σημείωση:

    Πυκνογραμμένη η πολυσέλιδη μελέτη του Ε.Ν. Πλατή μιάς πιο διευρυμένης προβληματικής πάνω στα προβλήματα του Νέου Ελληνισμού σε σχέση με τα κείμενα των άλλων συμμετεχόντων. Στέκεται στον δοκιμιακό λόγο του Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, αυτόν διερευνά και εξετάζει ενδελεχώς καταθέτοντας παράλληλα και τις απόψεις του για την ελληνική γλώσσα και το μέλλον της που το βρίσκει δυσοίωνο, ενώ στην γλωσσική έκθεση των επιχειρημάτων του μας δηλώνει ότι: «…Στα παραθέματά μας θα σεβόμαστε στην ουσία ολόπλευρα το θεοδωρακοπούλειο κείμενο, καμιά φορά όμως θα το προσαρμόζουμε άβλαβα στη ροή του δικού μας λόγου. Αντίθετα, στην ορθογραφία θα προτιμήσουμε την ομοιομορφία και θα το γράψουμε όπως και το δικό μας κείμενο, σχεδόν δηλαδή κατά την εξελιγμένη ήδη ορθογραφία Τριανταφυλλίδη, μολονότι ο Ι.Ν.Θ. ακολουθεί την ορθογραφία γενικά της καθαρεύουσας.» Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος όταν συζητά με τους συναδέλφους- συναθλητές φιλοσόφους και στενούς φίλους του όπως ο πολιτικός και συγγραφέας Κωνσταντίνος Τσάτσος, για την γλώσσα που χρησιμοποιεί στα γραπτά του, αν είναι δηλαδή καθαρή δημοτική, γράφει ότι υιοθετεί την «υψηλή δημοτική» μία στρωτή δημοτική εμπλουτισμένη σε σημεία της με λέξεις μιάς παραδοσιακής προφορικότητας και βασισμένη στους κανόνες χρήσης της καθαρεύουσας. Και μόνο το απόσπασμα της Ζ΄ Πλατωνικής Επιστολής που μετέφρασε να έχουμε υπόψη μας, αντιλαμβανόμαστε το γλωσσικό του στιλ και ύφος. Εξάλλου, είναι ο πρώτος που εφευρίσκει και χρησιμοποιεί φιλοσοφικές εκφράσεις και λεπτές έννοιες για να διατυπώσει στα ελληνικά την διαλεκτική της σκέψης του και τους φιλοσοφικούς του πλατωνικούς και άλλους συλλογισμούς. Να εκφράσει υψηλά νοήματα και αισθήματα μέσω όχι του ποιητικού λόγου αλλά του πεζού. Ας μην λησμονούμε ακόμα ότι ο Ε.Ν. Πλατής έχει δημοσιεύσει στο περιοδικό «Ιωλκός» του 1967 το άρθρο «Λόγια δημοτική και γλωσσικός πουρισμός». Και ο Ε.Ν. Πλατής στέκεται σε δύο δοκίμια του Θεοδωρακόπουλου, «Το πνεύμα του νεοελληνισμού και η τροπή των καιρών» και το «Η Ελλάς ως ιδέα, ο πόλεμος και οι ιδεολογίες». Με βάση αυτά τα δύο πεζά του (δίχως να αγνοεί και άλλα του, όπως την κλασική και αξεπέραστη, θεμελιακή «Εισαγωγή στον Πλάτωνα») εκθέτει τις σκέψεις του για την ποιητικότητα της γλώσσας του Θεοδωρακόπουλου όπως αυτή εφαρμόζεται στον πεζό λόγο, στα πεζά του κείμενα. Και έχει δίκιο ο Ε.Ν. Πλατής, ο Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος δεν γράφει ποίηση, δεν αποπειράται να παρουσιάσει τις σκέψεις του μέσω της ποιητικής φόρμας και τα διάφορα είδη της, αλλά η εμφανής γλωσσική ποιητικότητά του και εκφραστική διοχετεύεται στον πεζό του λόγο. Και  εδώ εντοπίζεται μεταξύ άλλων η διαφορά του ως δασκάλου της φιλοσοφίας με τους άλλους έλληνες καθηγητές της εποχής του και των προηγούμενων γενεών πανεπιστημιακών στην χώρα μας. Εδώ ας σταθώ, που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός και να αναφέρουμε ότι κατά την γνώμη μας ποιητικότητα έχουν και τα κείμενα της πρώτης ελληνίδας φιλοσόφου Έλλης Λαμπρίδη φίλης του Νίκου Καζαντζάκη. (βλέπε: Έλλη Λαμπρίδη, «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία». Νέα έκδοση συμπληρωμένη, με προλεγόμενα του Κωνσταντίνου Ι Δεσποτόπουλου και επιμέλεια και επίμετρο του Λίνου Γ. Μπενάκη, έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 2004. Αλλά και το μελέτημά της «Φανταστικός διάλογος με τον WITTGENSTEIN», Ακαδημία Αθηνών 2004.). Ποιητικά γλωσσικά στοιχεία αναγνωρίζουμε και στο φιλοσοφικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη «ΑΣΚΗΤΙΚΗ» παρά το σκοτεινό ύφος του και την δυσνόητη κάπως έκφρασή του και μάλλον σπειροειδή συλλογιστική του. Ας υπενθυμίσουμε και το τι πρέσβευε ο Νίκος Καζαντζάκης για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας, «Ύστερα από πεντακόσια, χίλια χρόνια η ελληνική γλώσσα δε θα μιλιέται» όπως το καταγράφει ο φίλος και μαθητής του Παντελής Πρεβελάκης στο «Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας». Σε αυτήν λοιπόν την «ψυχικότητα της δημοτικής και όχι το τυπικό της» την ενιαία γραμματική φόρμα της με την οποία εκφράζεται ο Ι.Ν. Θ. ενδιατρίβει ο Ε.Ν. Πλατής. Ο Ε.Ν.Θ. μας λέει: «είναι ένας πλατωνικός μυστικός που πιστεύει στη σύνθεση των αντινομιών, με τη βαθύκολπη επενέργεια της ιδέας στον εμπειρικό κόσμο. Αυτά που γράφει για τον Πλάτωνα, ότι σ’ αυτόν «αρμόζονται και αρμονίζονται οι μεγάλες αντινομίες της ζωής, η αίσθηση με τη νόηση, ο θυμός με τη χάρη, η εμπειρία με την τέχνη, η φαντασία με το μέτρο, ο μύθος με το λόγο, οι πολλοί θεοί της Ελλάδας με την ιδέα του αγαθού…., ο άνθρωπος με την πολιτεία, ο αισθητός λόγος με το νοητό, ο άνθρωπος με τη φύση, η ζωή με το θάνατο» και ότι «τα μέτρα του πλατωνικού λόγου είναι συμμετρικά και μ’ όλα τα νεύματα της φύσης γύρωθέ μας, της μιάς και αιώνιας ελληνικής, αλλά και της πολύτροπης μήτρας των πάντων» αυτά όχι μόνο ισχύουν αλλά και ασπάζεται ο μαθητής του Θεοδωρακόπουλου Ε.Ν. Πλατής καθώς βρίσκει όλες αυτές τις αξιακές Πλατωνικές φιλοσοφικές αρχές να ακτινοβολούν με ποιητική παραστατικότητα στα πεζά του δασκάλου του, κάνοντας μία σωστή παρατήρηση: «Η ποίηση τούτη δεν ξεπερνά ποτέ την αντοχή του πεζού λόγου’ αντίθετα, του δίνει πνοή, τον μεταμορφώνει σε «υψηλό πεζό λόγο» κατά την ορολογία του Θεοδωρακόπουλου». Άραγε, προεκτείνοντας το συλλογισμό του σε άλλα πεδία και είδη γραφής, την καθεαυτό Πεζογραφία, ποιοι ή ποιες πεζογράφοι διαθέτουν αυτό το τάλαντο στα πεζά τους, τα μυθιστορήματά τους. Σίγουρα πάντως αναγνωρίζουμε αυτήν την ποιητικότητα στον Δημήτρη Δημητριάδη, στον Γιώργο Χειμωνά, σε πεζά του Δημήτρη Χατζή, στον Γιώργο Ιωάννου για να περιοριστώ σε ενδεικτικά ονόματα. Όσο για την όχι μάλλον τελεσίδικη θέση του για το μέλλον της ελληνικής γλώσσας ο Ε.Ν. Πλατής ας δούμε τι μας λέει στις σελίδες 541-542:

«Κάποτε μιά από τις διεθνείς γλώσσες της αρχαιολογίας ήταν η νεοελληνική. Τώρα ο κάθε επιστήμονας, όταν έχει κάτι να πει, το γράφει ξενόγλωσσα. Για ποιόν να το γράψει εδώ ελληνικά; Όταν η ελληνική επιστήμη δε συμμετέχει στον παγκόσμιο επιστημονικό διάλογο παρά απλώς μεταγράφει καθυστερημένα μερικά του πορίσματα, τραυλίζοντας μάλιστα στην ορολογία. Οι καλλιτέχνες μας πάλι, αντί να υποφέρουν τα πάνδεινα εδώ, μεταθέτουν τις έδρες των στις μεγάλες εστίες του Εξωτερικού και εξασφαλίζουν την αξιοπρέπειά τους και την αναγκαία για τη δημιουργία τους άνεση. Εξ άλλου ξένοι θα εγκαθίστανται διαρκώς περισσότεροι στον τόπο μας, κύριοι των ακτών μας, δίνοντας τον τόνο στην αριστοκρατία μας, και τα παιδιά τους αντί ν’ αφομοιώνονται στον ελληνισμό θα συγκροτούν αυτά εστίες αφομοίωσης του ελληνισμού. Δε θ’ αργήσουν άλλωστε να ιδρυθούν ξενόγλωσσα πανεπιστήμια για τις ανάγκες της υψηλής μας μικτής κοινωνίας. Τελικά, θ’ αρχίσουν και οι πεζογράφοι μας να εκφράζονται ξενόγλωσσα, ώστε δε θ' απομείνουν παρά οι ποιητές, κινούμενοι σαν ερημίτες στο έλεος της νεοελληνικής απαιδευσιάς και της εκμεταλλευτικής αδηφαγίας εκδοτών και βιβλιοπωλών. Όταν όμως ένα έθνος χάσει την πνευματική του ηγεσία, πώς να διατηρήσει την εθνική του ταυτότητα;

          Όταν κανείς δίνει τον εαυτό του σε τέτοιους στοχασμούς, αισθάνεται την ανάγκη να ξαναγυρίσει στο δοκίμιο του Ι.Ν.Θ. και να εισπνεύσει εκεί το ζωογόνο αέρα της πίστης; Αλλά τούτο δεν αρκεί. Πρέπει να πάρει και τη δύναμη ν’ αγωνιστεί, για να βοηθήσει από το μικρό του τομέα το έθνος μας να εξοπλιστεί για τον νέο που περιμένει κίνδυνο: την πνευματική και φυλετική, με ειρηνικά μέσα, διάβρωση που θα οδηγήσει στην εθνική διάλυση. Εύχεται όμως να μην συνεχίσουν τον αγώνα, όπως ως τώρα, τα εκλεκτά μόνο άτομα και ο ανόθευτος αλλ’ από την καθ’ όλου παιδεία ολοένα νοθευμένος λαός’ παρά να τον αναλάβει στο πρακτικό επίπεδο η πολιτεία, μιά πολιτεία που θάχει προηγουμένως διαμορφώσει τον εαυτό της με τρόπο άξιο να τον διεξαγάγει νικηφόρα.».

          Προφητικός ή διορατικός ο λόγος και η σκέψη του Ε.Ν. Πλατή σίγουρα πάντως αληθεύουν οι στοχασμοί και οι σκέψεις του στις μέρες μας εν έτη 2026. Ίσως γιατί ποτέ Εμείς, οι απανταχού της Γης Έλληνες και οι μόνιμοι κάτοικοι αυτής της κοινής μας εστίας της Ελλάδας δεν θελήσαμε να αποφασίσουμε το εκκρεμές της ιστορικής μας παράδοσης του «Χαμένου Κέντρου μας», που θα σταματήσει. Στην κλασικοτραφή και φιλοσοφομάνα Αθήνα, των Δημοκρατικών Αθηναίων Πόλη, στην Αυτοκρατορική Βυζαντινή ελληνόγλωσση αλλά όχι Ελληνική Πόλη της Κωνσταντινούπολης, πολιτεία των χριστιανών ιερέων και των μοναχών, ή σε άλλες ελληνόφωνες και ελληνοκατοικημένες κοσμοπολίτικες Πόλεις της Μεσογειακής λεκάνης όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, ίσως και της Ιερουσαλήμ. Άλλων Εστιών του Ελληνισμού ανά τον Κόσμο, στις ΗΠΑ, την Αυστραλία την Ασία κλπ. Με την έλευση και την επιβολή του Χριστιανισμού ο φιλοσοφικός και πνευματικός στοχασμός και περί του Ανθρώπου και της Φύσης προβληματισμός μεταπλάστηκε εγκαταλείποντας τις καθαρές πηγές του Ορθού Λόγου και της Επιστημονικής Εξήγησης ακόμα και του Παρμενίδη ερώτημα «Τι το Ον» έγινε ποιος ο αληθής δρόμος της σωτηρίας, της «αλήθειας» για τους Χριστιανούς. Λησμονήθηκε η θεολογία του Ξενοφάνη, η Ελληνική Πλατωνική Θεολογία, ο Θεολογικός λόγος του Πλωτίνου. Γιατί στην ουσία τους, στο πλάτος και το βάθος τους τα Πλατωνικά Έργα είναι τα Θεολογικά Έργα της Ελληνικής Μεταφυσικής μας Παράδοσης. Είναι η Θεολογία σύλληψης ενός Θεού αν θέλετε των Φιλοσόφων και όχι των Εθνικών Ιερέων, του ταμπλό της Ομηρικής Επικής ποίησης ή των Χριστιανών Μοναχών και Ιερέων, Πατριαρχών. Τι οφείλει αλήθεια η Προφητολογία των Εκκλησιαστικών Πατέρων στον ιερό Πλωτίνο και τις εξίσου ιερές, το θεολογικό σύστημα των «Εννεάδων του;». Ποιος είναι μεγαλύτερος πειρασμός, να αδιαφορήσεις και να χάσεις ένα νοητό Παράδεισο που πρεσβεύουν οι ορθόδοξοι χριστιανοί ή να στραφείς σε μία πορεία προς μία νοητή πνευματική ευωχία στο νησί των Μακάρων; Προβολές του νου πάνω στην πολιτιστική εικονογραφία της Χριστιανικής Διδασκαλίας ή της των Εθνικών Παγανιστών των Αρχαίων Ελλήνων Μαρτυρία. Με ποια εμπνευσμένα εφόδια «σώζεται» η Ελληνικότητα, με της Ορθοδοξίας δόγματα ή της αδογμάτιστης ελευθερίας και ελευθεροφροσύνης των ανθρώπων των Εθνικών Ελλήνων; Ο Κόσμος πλέον είναι ένα μεγάλο χωριό και εμείς μία μικρή κουκκίδα κακοτράχαλης γης στην βαλκανική γεωγραφική περιφέρεια της Ευρώπης. Παραφράζοντας τον λόγο του Πλατωνιστή Δασκάλου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, ο Λόγος της Ποίησης δεν είναι καταγραφέας μνημειακών επιτευγμάτων και σχολιάστρια παλαιών, γερασμένων και κουρασμένων ακίνητων σαν αγάλματα συμβόλων και βιωμένων στον παλαιό χρόνο της ζωής καταστάσεων αλλά ιέρεια που δεν ερμηνεύει ούτε τα σήματα των αρχαίων Ελληνικών Θεών ούτε τα νεύματα του Ενός Θεού των Χριστιανών, αλλά την σημερινή του Ανθρώπου σκληρή και ωμή κυνική ιστορική πραγματικότητα, έξω και πέρα από Εκκλησίες και Μοναστήρια, από Μαντεία και ιερούς Ναούς και Θέατρα παραστάσεων Αρχαίων Τραγωδιών. Τα άλλα, μάλλον όπως μας αποδεικνύει η Ιστορία του Καπιταλισμού και των άλλων φυσικά πολιτικών συστημάτων είναι για κρατικοδίαιτους βυζαντινούς ισόβιους πρεσβευτές τω «Αγνώστω Θεώ» ή τοις «Αγνώστοις Θεοίς» όσοι διαβάζουν γνωρίζουν ποιος έλληνας πολιτικός και κοινωνιολογικός στοχαστής έκανε πρώτος αυτή την αλλαγή στην αρχαία ρήση σε βιβλία του.

          Ο κλεινός Φρειδερίκος Νίτσε έλεγε ότι ο Χριστιανισμός είναι ο Πλατωνισμός για τις μάζες. Ίσως εννοούσε ότι μέσω της Θείας Λειτουργίας των Χριστιανών η Ελληνικότητα σαν πλήρωμα όλου του Ελληνικού Λαού κοινωνεί με τα Πλατωνικά ιδεώδη. Τώρα γιατί οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν ειδωλοποιήσει και θαυμάζουν και τρέχουν πίσω από χολιγουντιανούς αστέρες, δευτεροκλασάτους ηθοποιούς της αμερικάνικης παραγωγής, σταρ του Μουσικού στερεώματος και αθλητές έχουν ως πρότυπα ζωής και αξιών, δεν νομίζω να είναι υπεύθυνος για αυτό ούτε η γραφή ούτε ο λόγος του Πλατωνιστή φιλοσόφου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου.

-ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

1., ΒΙΒΛΙΑ (1-33) τίτλοι

2., ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ (1-142)

3., ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ (1-13)

4., ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (1-2) τίτλοι.

          Ας σταθεί αυτό το Αφιέρωμα όχι σαν ένα επετειακό μνημόσυνο σε έναν παλαιό Πλατωνιστή έλληνα φιλόσοφο αλλά μία αφορμή να ανατρέξουμε και να μελετήσουμε τα Πλατωνικά Έργα και την Φιλοσοφία Ζωής των Αρχαίων Ελλήνων. Είχανε και αυτοί τους δικούς τους Μάρτυρες, Οσίους και Μαρτυρία Αλήθειας της παράδοσής τους. Έστω και αν η σημερινή ιστορική και πολιτική μας πραγματικότητα περίτρανα μας αποδεικνύει ότι «είτε με τις Αρχαιότητες είτε με Ορθοδοξία» που τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος, και τις ανθρωπιστικές διδαχές και των δύο Ελληνικών παραδόσεων κατόρθωσαν να σταματήσουν το Κακό, τον Θάνατο, την Αδικία, τους Πολέμους και να φέρουν Ειρήνη στον Κόσμο. Τα πρόσφατα πολιτικά και στρατιωτικά συμβαίνοντα του Κόσμου μας δηλώνουν σε τι Θεό ομνύουν όλες οι εξουσίες. Πολιτικές, Οικονομικές, Θρησκευτικές, Εκκλησιαστικές. Και μάλλον, δεν λαθεύουμε, οι Πατριαρχικές επιλογές είναι με ξεκάθαρο πρόσημο.

«Ράδιο Παράγκα» έλεγαν μία νυχτερινή εκπομπή στο Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Γεώργιος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

1 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Από τις ειδήσεις: 1. Στους διεθνείς πλειστηριασμούς ένας πίνακας του διάσημου Ισπανού ζωγράφου Πάμπλο Πικάσο εκτιμήθηκε- πουλήθηκε για 145 εκατομμύρια δολάρια. Πού αρχινά η Τέχνη και που το Εμπόριο άραγε.

2.,Αρχιμανδρίτης της Βορείου Ελλάδος καταχράστηκε από αφελείς πιστούς πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ καθώς τους έταζε ότι μόλις πεθάνει ο τάδε μητροπολίτης θα εκλεγεί στην θέση του ο ίδιος. Γι’ αυτό φαίνεται τον πίστευαν και τον βοηθούσαν οι πιστοί για να έχουν μέσο, ίσως και βύσμα στην άλλη ζωή.

3., Η πτώση ενός Εκκλησιαστικού συμβόλου που μέχρι χθες τον συμπεριελάμβαναν τα Σχολικά Βιβλία ως Εθνικό παράδειγμα ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Αναφερόμαστε στον πατήρ Αντώνιο της «ΚΙΒΩΤΟΥ». Καταδικάστηκε σε μεγάλο χρηματικό ποσό και βγήκε σε μεσημεριανή εκπομπή αναζητώντας οικονομική στήριξη. Έχασε ότι δημιούργησε και στήριξε με μόχθο τόσες δεκαετίες και βρέθηκε στο εδώλιο. Έχει δίκιο στην επιχειρηματολογία του ή κάποιες «σκοτεινές δυνάμεις» θέλανε να βάλουν στο χέρι την όλη προσπάθεια και τα οικονομικά της. Ποιος ξέρει; Κρίμα, δεν μπορείς να εμπιστευτείς κανέναν και τίποτα πλέον. Δεν ξέρεις τι να πιστέψεις ή τι όχι. Στο πραιτόριο του προσωπικού του Μαρτυρίου δίνει τις δικές του απαντήσεις αλήθειας, αρνούμενος να σιωπήσει όπως ο Θεός που πιστεύει και διακονούσε. Πώς να μην σταθείς στο ταμπλό με το μαύρο Κοράκι που κρατούσε μία κοπελίτσα χθες στην συγκέντρωση στο Σύνταγμα για το δυστύχημα των Τεμπών και τις 57 Αθώες νεανικές υπάρξεις που χάθηκαν τόσο άδικα και με φριχτό τρόπο. Το πλακάτ έγραφε «ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΜΥΡΙΖΕΙ ΘΑΝΑΤΟ».