Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Ποιήματα για την Μεγάλη Παρασκευή

 

Μεγάλη Παρασκευή του 2026

        ή

Ο Επιτάφιος ενός Απίστου

     «Μαζικές αναχωρήσεις για το Πάσχα στην περιφέρεια- Η πληρότητα αγγίζει το 100%» μας πληροφορεί ένας τηλεοπτικός σταθμός. Ένας άλλος μας ανακοινώνει «Σε εξέλιξη η μαζική έξοδος των εκδρομέων του Πάσχα, με τις βαλίτσες στο χέρι λαμπάδες και τσουρέκια όπου φύγει- φύγει». Ένας τρίτος, «ότι μετανάστευσαν προς αναζήτηση εργασίας από την Ελλάδα για χώρες Ευρωπαϊκές και την Αμερική 5.250 νέοι ιατροί». Το φαινόμενο της Επιστημονικής μας «αστυφιλίας» συνεχίζεται. Ο πάντα ευγενέστατος και σικάτος καθηγητής εργατολόγος κύριος Αλέξης Μητρόπουλος συμβουλεύει τους εργαζομένους αν δεν τους έχει δοθεί- στους ελάχιστους τυχερούς-το δώρο του Πάσχα, τι να πράξουν. Κοσμοσυρροή στην Βαρβάκειο αγορά για την αγορά του παραδοσιακού οβελία και των άλλων του Πασχαλινού τραπεζιού σχετικών εδεσμάτων, που φέτος, λόγω του πολέμου στον Κόλπο είναι αυξημένο εκατό της εκατό. «Εδώ είναι άρωμα Ελλάδος» ακούγεται να φωνάζει νεαρό χασαπάκι που θα άρεζε στον πεζογράφο συγγραφέα του «Επιτάφιου θρήνου» αγαπητού αλησμόνητου Γιώργου Ιωάννου. Τα ελληνικά σφάγια τέλειωσαν μόνο εισαγόμενα πωλούνται. Στο κανάλι της Βουλής αρμόδιος του ντοκιμαντέρ για τα 200 χρόνια από την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου 10 Απριλίου 1826 μας λέει «ότι  ακόμα και σήμερα δεν γνωρίζουμε το όνομα του ατόμου που πρόδωσε την Έξοδο. Γνωρίζουμε την εθνικότητα του ατόμου- Τούρκος, Βούλγαρος-Έλληνας-αλλά όχι το όνομά του. Ο πιο έγκυρος από τους τότε ιστορικούς και γραμματέας της συνέλευσης  Απομνημονευματογράφος Νικόλαος Κασομούλης στο τρίτομο έργο του δεν αναφέρει τίποτα. Το ένα κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης αναμεταδίδει απευθείας από την Ιερουσαλήμ την πομπή με τον Δραγουμάνο να κρατά το κλειδί του Πανάγιου Τάφου συνοδευόμενος από αρχιερείς και ιερείς και ελάχιστους πιστούς για τον φόβο των εξ ουρανών βομβών, όχι τίποτε άλλο, μην πάει τζάμπα και η κηροζίνη του κυβερνητικού αεροπλάνου που θα μεταβεί στα ιερά προσκυνήματα για την μεταφορά του «φώς εκ φωτών» ενώ το άλλο, συζητά ο δημοσιογράφος για τα προβλήματα που θα έχει ο ελληνικός τουρισμός και των κρουαζιερόπλοιων, εξαιτίας των πολεμικών συρράξεων στα στενά του Ορμούζ και τις επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Η οικονομία μας στα στενά και οι λαοί πληρώνουν το κόστος των πολιτικών και οικονομικών παιγνίων των σύγχρονων ηγετών. Ο νέος ορθόδοξος τσάρος του βορρά ανακοίνωσε πολεμική ανακωχή με το άλλο ομόδοξο κράτος που εισέβαλε προς δόξα του Υψίστου και της εορτής του Πάσχα, μετά συνεχίζουμε με την βοήθεια των ορθόδοξων στάρετς. Τα ιδιωτικά κανάλια αναμεταδίδουν τις συνέχειες από τις βραδινές αμερικάνικες κινηματογραφικές χολιγουντιανές ταινίες αναπαράστασης των Παθών του Κυρίου που προβάλλονται. Τέτοια έκτασης κινηματογραφική αμερικάνικη χολιγουντιανή θρησκευτική παραγωγή ούτε Θαύμα εξ ουρανού να ανέμεναν οι πιστοί. Ευτυχώς, που το «Πέυτον Πλαίης» δεν είχε στοιχεία θρησκευτικής ατμόσφαιρας. Ο άρχων αυτοκράτωρ κυβερνήτης μας επισκέπτεται λόγω των ημερών το Γηροκομείο Αθηνών, οι λοιποί αρχηγοί των κομμάτων της αντιπολίτευσης επισκέπτονται την Αγορά κάπως βιαστικά για να επιστρέψουν γρήγορα-γρήγορα στα τηλεοπτικά στούντιο να τσακωθούν ή να απαντήσουν στον υπουργό υγείας. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί πάλι, μέσα στο κατανυκτικό μουσικό πνεύμα των ημερών μεταδίδουν κλασική μουσική με προτίμηση τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, (τόση κλασική μουσική μόνο τα παλαιότερα χρόνια ακούγαμε όταν πέθαινε κάποιος σοβιετικός ηγέτης) ενώ άλλοι, ένα ποτ πουρί από τις μελωδίες του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι, τον γνωστό μας «Επιτάφιο» του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης- πλησιάζει η Πρωτομαγιά γαρ) και σποραδικά την εκτέλεση του «Σήμερα» με τον Γιάννη Πάριο σε μουσική του ευαίσθητου και παιχνιδιάρη αγαπητού Σταμάτη Σπανουδάκη. «Της Τζίλντας» σύμφωνα με δικά του λεγόμενα από την σύζυγό του. Ο εκκλησιαστικός σταθμός της εκκλησίας της ελλάδας ο σταθμός του πολιτισμού και της παράδοσης όπως λένε οι διοργανωτές εκφωνητές του, συνεχίζει τις ομιλίες και συνεντεύξεις με προσκεκλημένους πανεπιστημιακούς καθηγητές διαφόρων βαθμίδων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών οι οποίοι αναφέρονται στην ιστορία και το μαρτυρολόγιο των πιστών της νέας θρησκείας των χριστιανών, από την τότε Ρωμαϊκή εξουσία και τους ρωμαίους θεοποιημένους αυτοκράτορες. Με την πάροδο του χρόνου της Ιστορίας μετά πολλών κόπων και βασάνων καθιερώνεται ο χριστιανισμός ως επίσημη και κυρίαρχη, μοναδική θρησκεία της δυτικής και ανατολικής αυτοκρατορίας και την νίκη επί των διαφόρων θρησκευτικών αιρέσεων και δοξασιών. Από την επικράτηση του χριστιανισμού στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, δηλαδή το Βυζαντινό, άρχισε και ο αμείλικτος διωγμός των πιστών της παλαιάς θρησκείας των Εθνικών, η καταστροφή των Ιερών Ναών των Παγανιστών, το κλείσιμο των ιερών Μαντείων και του Μαντείου του Απόλλωνος στους Δελφούς και η απαγόρευση της φανερής εκδήλωσης της πίστης των Εθνικών ανθρώπων για αρκετούς αιώνες. Για πάνω από 8 αιώνες η λέξη Έλλην ταυτίζονταν με την λέξη Ειδωλολάτρης, μία ιστορική «ρετσινιά» και ένας κοινωνικός «στιγματισμός» που, ακόμα και στις ημέρες μας, υιοθετείται από τους απανταχού χριστιανούς ειδήμονες και ιστορικούς, ιερείς, μοναχούς και αρχιερείς ενάντια στους μη ακολούθους της χριστιανικής πίστης. Παρά του ότι οι πρώτοι εκκλησιαστικοί χριστιανοί πατέρες φοίτησαν στις Αθηναϊκές σχολές φιλοσοφίας και ρητορικής και οντολογίας, αντέγραψαν πολλά διδάγματα της Πλατωνικής και Αριστοτελικής φιλοσοφίας και νεοπλατωνικής -όπως του Πλωτίνου, μεταφυσικής, οργάνωσαν το τελετουργικό της δομής της Εκκλησίας τους υιοθετώντας το δραματουργικό τελετουργικό της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και φυσικά την χρήση της ελληνικής γλώσσας, η οποία εμπλουτίστηκε στον χρόνο της με τα ποιητικά και πεζά έργα εκκλησιαστικών πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έργα Υμνογραφίας, Ρητορικής, Απολογητικής κλπ. Ο χριστιανισμός στην δυτική και την ανατολική εκδοχή του και στα διάφορα δόγματά του-ανεξάρτητα του αρχικού και διατηρητέας θεώρησης περί αναστάσεως Μύθου του, του σταυρωμένου ιδεότυπου ιδρυτού του, του Υιού του Ανθρώπου, εβραίου ραβί διδασκάλου του που καλλιέργησε μέσα στους αιώνες, ενός κοινωνικού αγωνιστή από την Γαλιλαία που με τα φριχτά Πάθη του και ιερή θυσία του ολοκλήρωσε την ανθρώπινη επίγεια αποστολή του προς τους ανθρώπους της γενιάς του, συμπληρώνοντας τον παλαιό σκληρό νόμο των προφητών εβραίων με το κήρυγμα της διδασκαλίας της αγάπης και του ελέους προς Αλλήλους, πέρα από εθνικότητα, φυλή, χρώμα, φύλο, οικονομική κατάσταση, καλλιέργησε και ανέπτυξε τα γράμματα και τις τέχνες και οικοδόμησε το δικό του πολιτιστικό οικοδόμημα στις τέχνες και τα γράμματα, την μουσική, την ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, την ποίηση, τον πεζό λόγο, την φιλοσοφία, την ανθρώπινη οντολογία και φυσικά σωτηριολογίας. Μία άλλη διαφορετική προβληματική περί επίγειας και ουράνιας ζωής παρηγοριάς και ελπιδοφορίας. Παρ’ όλη όμως την φιλάνθρωπη προσφορά του, και τις προθέσεις των μαρτυρικών μαρτυριών του, δεν κατόρθωσε ούτε αυτός-ως θεολογικό-θρησκευτικό- εκκλησιαστικό σύστημα κοινοτήτων ανθρώπων συνάξεων, όπως και ο θρησκευτικά παλαιός παγανιστής έλληνας και των άλλων μεσογειακών λαών άνθρωπος να εξαλείψει το Κακό από τον Κόσμο, να καταργήσει τις πάσης φύσεως οικονομικές αδικίες και προβλήματα ανελευθερίας και αδικίες, να τερματίσει το φαινόμενο του Θανάτου, να περιορίσει τις αρρώστιες του ανθρωπίνου σώματος. Ο Άνθρωπος, παρέμεινε στην Αδαμιαία του προβολή μέσα στην Ιστορία αποδιωγμένος, εξόριστος, πρόσφυγας, γυμνός, έρημος, τσακισμένος από τα βάσανα, μόνος, ανυπεράσπιστος (απέναντι στις δυνάμεις της φύσης και του της κυριαρχίας του Κακού μέσα στις κοινωνίες), απαρηγόρητος και αδύναμος, θρυμματισμένος ψυχικά και πνευματικά με όσα καθημερινά του συμβαίνουν, σταυρωμένος από δυνάμεις του Κακού στο Σταυρό της ζωής του, που κάθε φορά αλλάζουν πρόσωπο και προσωπείο, και εφευρίσκουν τρόπους και μεθόδους για να τον βλάψουν, τον καταστρέψουν, λυγίσουν το αγωνιστικό φρόνημα του βίου του, τον περιθωριοποιήσουν, τον Πενθηφορήσουν.

Και εδώ έχουμε ένα από τα ιστορικά λάθη των χριστιανών, που-κατά την άποψη ενός άθεου και άπιστου Θωμά αγνωστικιστή- είναι ότι, η θρησκευτική και εκκλησιαστική και πνευματική εξουσία των χριστιανών ιερέων είναι ότι μεταθέτουν την ευθύνη των όποιων προβλημάτων και αδιεξόδων αντιμετωπίζει ο Άνθρωπος σαν οντότητα μέσα στο ιστορικό πεδίο ζωής του στον ίδιο. Είναι το αποτέλεσμα του «Δεύτερου αμαρτήματός του» μετά την γεύση του καρπού της γνώσης του Καλού και του Κακού. Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τα αδιέξοδά του, με την πανούργα αυτή των ιερέων που προπαγανδίζουν από άμβωνος θέση, απεμπολούν την δική τους ευθύνη μέσα στον Κόσμο ως πειθήνια κρατικά όργανα της εκάστοτε πολιτικής και οικονομικής εξουσίας και εκμετάλλευσης που αποτελούν αναπόσπαστα μέλη. Ο σημαντικός Μαξ Βέμπερ και τα βιβλία του-παρά του ότι αναφέρονται μόνο στον Προτεσταντικό κυρίως και στον Καθολικό Κόσμο και την οικονομία των κοινωνιών, και αγνοεί ότι το ίδιο συνέβει και εξακολουθεί να συμβαίνει και στον Ορθόδοξο Κόσμο-, δικαιώνεται κάθε φορά που παρατηρούμε και εξετάζουμε την ιστορική διαδρομή και εξέλιξη του Καπιταλισμού, και αποικιοκρατικής οικονομικής εκμετάλλευσης που την βαπτίζουμε πολιτιστική-θρησκευτικής σωτηριολογίας. Το κενό του Ουρανού και της Άνωθεν βοήθειας δεν κάλυψαν οι διάφορες μέχρι σήμερα θεωρήσεις των ρασοφόρων. Η Ανθρώπινη Μοίρα και η περιπέτειά της παρέμεινε η ίδια και στον Παγανιστικό και στον Χριστιανικό-όλων των δογμάτων Κόσμο. Η εκμετάλλευση των αδυνάτων και η εκμηδένιση της ελευθερίας του ανθρώπου. Όπου φτωχός και η μοίρα του. Ο καθένας και η κάθε μία ύπαρξη σηκώνει μόνη της τον σταυρό της. Μόνοι μας γεννιόμαστε και μόνοι μας φεύγουμε από αυτήν την γη. Άκλαυτοι και απαρηγόρητοι από Θεούς ή Θεό και τους Ανθρώπους, λέει ο σοφός λαός. Η εκμετάλλευση από επίγειες και μεταφυσικές δυνάμεις είναι η ίδια, στα τεχνάσματα εφαρμογής της αλλάζει. Αμαρτωλοί Εμείς, Δίκαιοι Αυτοί και το παιχνίδι της ζωής συνεχίζεται με το κόστος πάντα σε βάρος μας. Εμείς ταπεινωμένοι και υποταγμένοι και Εκείνοι υπερήφανοι και βέβαιοι για την αποστολή τους. Και, όσον αφορά την χώρα μας, την Ελλάδα και την ιστορική διαδρομή της στον χρόνο, να αναφέρουμε ότι πανεπιστημιακή σύγχρονη ιστορικός μας λέει συχνά στα τηλεοπτικά μαθήματα ιστορίας της ότι δεν υπήρξαν «Κρυφά Σχολεία». Όπως και παλαιότεροι έλληνες ιστορικοί. Το θέμα του πίνακα του Γύζη είναι ένας ακόμα μύθος της Εκκλησίας όπως και η ανάσταση. Και ακόμα, την συνεργασία της πολλών αρχιερέων με την Πύλη. Αυτό δεν αναιρεί τις θυσίες και τα μαρτύρια άλλων ιερωμένων, αλλά, όταν αναφέρονται οι χριστιανοί ιερωμένοι και ιστορικοί στα πριν και μετά την Άλωση σφυρίζουν αλλού όταν είναι να αναφερθούν στα δικά τους λάθη και επιλογές ή και εγκλήματα. Την Ελλάδα με ευθύνη πολιτικών και εκκλησιαστικών φορέων της δεν της επέτρεψαν να περάσει και να καρπωθεί τα επιτεύγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Αναγέννησης. Παρέμεινε δέσμια των ρασοφόρων αντιλήψεων και θεωριών ζωής, λες και η πατρίδα αυτή είναι ένα μεγάλο Μοναστήρι όπως καυχήθηκε προσφάτως στο διαδίκτυο τις ιερωμένος. Και κάτι ακόμα, ως ερώτηση. Όσοι μιλούν από τους ορθόδοξους χριστιανούς και μας διαφωτίζουν λέγοντάς μας ότι οι πρώτοι χριστιανοί μαρτύρησαν και κυνηγήθηκαν από  τους Εθνικούς και Παγανιστές Έλληνες, θα άξιζε και θα μας ήταν χρήσιμο να μαθαίναμε ποιες αρχαίες ελληνικές και άλλες πηγές αναφέρουν αυτό το γεγονός. Πότε αρχαίοι Εθνικοί Έλληνες κυνήγησαν και σκότωσαν χριστιανούς; γιατί το αντίθετο ιστορικά γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Οι Πολυθεϊστικές Θρησκείες παρά το αυστηρό και πουριτανικό ηθικό σύστημα ζωής που ασπάζονται, σε σχέση με τις τρείς Μονοθεϊστικές Θρησκείες δεν διακρίνονται για τον φανατισμό τους και την απολυτότητά των θρησκευτικών τους αντιλήψεων και θέσεων ή κάνουμε λάθος;

         Όμως Σήμερα Μεγάλη Παρασκευή Κηδεύουμε το ανθρώπινο Σώμα, σύμφωνα με την Ελληνική Ορθόδοξη παράδοση. Η Ελληνική γλώσσα Πενθεί μέσω της Υμνολογίας της το Σώμα που φυλακίστηκε, το Σώμα που βασανίστηκε, το Σώμα που Σταυρώθηκε, και, Αποκαθηλώνοντάς το η Μήτηρ Αυτού, ο Μαθητής ον ηγάπα και άλλες Μοιροφόρες γυναίκες, τον έθαψαν για να κατεβεί και αυτό στον Άδη όπως εκατομμύρια άλλα Σώματα χιλιάδες χρόνια τώρα δίχως επιστροφή. Και όπως γράφει ένας ποιητής της Γενιάς του 1970 ο Νάσος Βαγενάς μεταξύ άλλων στίχων του: 

«Υπάρχουν σώματα τόσο περίπλοκα και λευκά όσο το αίσθημα του σκακιστή όταν νικά». 

«Σώματα ποιητών. Σώματα καλογήρων». 

«Σώματα που ανεβαίνουν στον ουρανό. Σώματα που πέφτουν στο κενό». 

«Υπάρχουν σώματα τόσο άδεια/ όσο ένα γήπεδο τα βράδια». 

«Τα σώματα όσων έχουν μείνει μόνοι». 

«Σώματα που αιωρούνται στην αγχόνη». 

«Σώματα σαρκοβόρα». 

«Σώματα προνομιούχα». 

«Σώματα αναρριχητικά. Σώματα ταριχευμένα». 

«Σώματα μέσα σε άλλα σώματα. Και σώματα στο χώμα»…..

Αυτό το υλικό Σώμα μας την μόνη και αιώνια μαρτυρία αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης με την εμφάνισή του μέσα στα πεδία της Ιστορίας είναι που Κηδεύει υμνολογώντας το ο Άνθρωπος ανάλογα με την παράδοση που ανήκει και ασπάζεται. Ο Μύθος της αναστάσεώς του εκ νεκρών είναι αυτό που η θρησκευτική χριστιανική παράδοση κατασκεύασε προς σωτηρίας των πιστών της μέσα στους αιώνες. Γιατί άραγε, μήπως δεν υπάρχει αρκετός των νεκρών ανθρώπινος συνωστισμός στο Νησί των Μακάρων; Και γιατί να μην πράξεις το καθήκον σου, αν μπορείς φέρεσαι με καλοσύνη και με ανθρωπιά στους γύρω σου, δεν τους βλάπτεις και φεύγεις από αυτήν την ζωή αν είσαι τυχερός ήρεμα και γαλήνια και παραχωρείς την επίγεια θέση σου στους επερχόμενους και αν σε μνημονεύουν καλώς αν όχι δεν τρέχει και τίποτα. Ένας άλλος, αυτήν την φορά ορθόδοξος πιστός χριστιανός επιστήμονας, ο Βυζαντινολόγος, ερευνητής και μελετητής του έργου του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού, ο Κρης Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, πέραν των άλλων του πανεπιστημιακών ασχολιών ασχολήθηκε και με την ποίηση, και μάλιστα γράφοντας καλά και συγκινητικά ποιήματα. Την δική του ποιητική φωνή την «προσευχή του κυμανθέντος» λόγου του, συγκέντρωσε, φιλολογικά επιμελήθηκε και εξέδωσε ο φιλόλογος και ορθόδοξος συγγραφέας, μαθητής του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη, ο Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης. Τα ποιήματα εκδόθηκαν στην Αθήνα το 1973 με τον απέριττο και απλό τίτλο «Ποιήματα», σελίδες 156 και συνοδεύεται από τα Επιλεγόμενα σελ. 147-151 του επιμελητή μαθητή του και αποτελείται ο τόμος, από το ποιητικό «Προανάκρουσμα» του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη, τις 8 ενότητες ποιημάτων πρώτο μέρος της συλλογής. Στο δεύτερο μέρος σελ. 123-142 παρουσιάζονται οι Μεταφράσεις του βυζαντινολόγου ποιητή και οι ενότητες τερματίζονται με το ποίημα «Τελευταίο» που είναι το «Σιωπητήριον» της ποιητικής του κατάθεσης. Ο τόμος δεν περιέχει όλο το γραφέν ποιητικό corpus του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη, όπως μας πληροφορεί ο Ι. Μ. Χατζηφώτης, αλλά ένα επιλογή ποιημάτων του που γράφτηκαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα του ελεύθερου χρόνου του. Στο πρώτο αυτό ενδεικτικό προανάκρουσμα της ποιητικής του φωνής που παρουσιάζουμε, να σημειώσουμε ότι υπάρχει και μία ποιητική του μονάδα 8 στίχων με τίτλο «Τουρκολίμανο»  γραμμένο το Καλοκαίρι του 1970 από την ενότητά του «Αγάπη δίχως έρωτα». Από την συλλογή στο παρόν σημείωμα δεν αντιγράφουμε από τα περισσότερο θρησκευτικής ατμόσφαιρας 8 ποιήματά του «Η Προσευχή του Κυμανθέντως», αλλά από το παρόμοιου κλίματος 6 πένθιμα ποιήματα της ενότητας «Η ζωή των νεκρών». Είναι η προσωπική του εξόδιος ακολουθία στους δικούς του κεκοιμημένους, σελίδες 99 έως 106. Ποιήματα που γράφτηκαν την χρονική περίοδο του Πολέμου και της Κατοχής και είκοσι και εικοσιπέντε χρόνια αργότερα. Συγκίνηση, ευαισθησία, τρυφεράδα, νοσταλγία, βουβός πόνος, καθαρή κρητική λαλιά. Μια ποιητική γλώσσα-όπως και των άλλων ποιημάτων της μοναδικής συλλογής του-που, κυμαίνεται μεταξύ της χρήσης της Δημοτικής και της Καθαρεύουσας δίχως να μας ξενίζει και να μας ενοχλεί. Η καθαρεύουσα γλώσσα του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη που εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την ποιητική του ευαισθησία, φέρει στο νου, όπως επισημαίνει και ο φιλολογικός επιμελητής της έκδοσης την ποίηση και την ατμόσφαιρα της Καβαφικής ποίησης. Τις εκλεκτικές όχι τόσο κειμενικές συγγένειές της όσο μιάς αίσθησης γλωσσικής αναπόλησης και ερωτικής μελαγχολίας εκφρασμένη με την προσωπική γλώσσα του επιστήμονα ποιητή. Αξίζει να προσεχθεί στον ποιητικό λόγο του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη και η σατιρική του φλέβα  που είναι εμφανής σε ενότητα ποιημάτων του που, θα δούμε σε επόμενο σημείωμά μας για τα ποιήματα της συλλογής. Πολύ ωραίο το «Επίγραμμα στον τάφο των Σολωμών» που φέρει ημερομηνία 1938 και κατ’ εξαίρεση αντιγράφουμε μαζί με τα άλλα και νομίζουμε ότι κουμπώνει και με την ατμόσφαιρα της κατανυκτικής ημέρας και την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδος:

«Ώ τύμβε, πικρέ, και πολλών πόνων γέμων!

έχω σε και βλέπω σε εχθρόν και φίλον’

φίλον μεν ως έχοντα τους πεφιλημένους,

εχθρόν δ’ ως φθείροντα αυτών τα κάλλη».

 

Τάφε πικρέ, τάφε, πολλούς πόνους γεμάτε,

σε παίρνω και σε βλέπω και για έχτρό και φίλο’

για φίλο τι κρατάς τους πολυαγαπημένους,

εχτρό γιατί χαλάς, τάφε, τες ομορφιές των.».

  Και η ενότητα:

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

      ΟΤΑΝ ΖΟΥΣΕ

     16.5.1907-16.5.1943

Θα ‘σουν στην άνθισι σου, μητέρ’ αγαπημένη,

της νιότης των τριάντα χρόνων τ’ όνειρα ζούσες,

καθώς στο φώς της μέρας μ’ έδωσες. Και το χέρι

-πού  αγαπημένο φίλησα στο χωρισμό μας-

Άσαρκο δεν θα ήταν. Το παράστημα, η όψι

απ’ τα δικά μου πιότερο σώθηκαν

παρά απ’ τα πικραμένα γέρα που σε λυώνουν,

αβρό λουλούδι, αθηναία κόρη, εις πνιγηρό τόπο.

 

Σήμερ’ αναζητώ την αγκαλιά σου, και το χάδι,

καθώς όταν μικρός συχνά τις λύπες μου για να ξεχάσω

απόγερνα στον ήσκιο σου, στη μητρική ποδιά σου.

Άχ να ‘ταν ν’ ακουμπούσα στη γερή σου αγκάλη-

και να ‘σουν νέα και σύ κι εγώ λιγώτερο δοκιμασμένος

κι η ζωή να ‘ταν δική μας πιότερο, καθάριος

ο ουρανός κι αττικός και για σένα, να ‘ταν

κι η θάλασσα να μη μ’ έχη μακρύνει

απ’ ό,τι αγαπημένο, να μη το έχη πνίξει.

Και τα δάκρυά μου, που δε θα με λυτρώσουν

καθώς το λευκό χαρτί θα υγράνουν, ν’ αλαφρώναν

την ύπαρξή μου, στη μητρικήν αγκάλη αργοκυλώντας.

Άχ, να ‘ταν όνειρο τελειωμένο πού να το ξεχνούσα

η φθορά μου, η δουλεία, ο χαμός της γενιάς μου,

κι η ανημπόρια να ξεφύγω απ’ τον κλοιό της ζήσης

περνώντας στην ελεύθερη απεραντωσύνη.

 

Αύριο που δε θα υπάρχης πιά, τ’ αγαπημένα μάτια

που δε θα σου τα κλείσω εγώ, καθώς μακρυά σου υπομένω,

θα χτυπά η καρδιά σου, αλλιώτικη βέβαια, λιγώτερο πράα,

στα δικά μου στήθη τόσον, όσο πνοή θα μου δίνη η φύσις

κι εγκαρτέρησι ο Θεός που κυβερνάει τους λογισμούς μας.

Τριανταέξι χρόνια σήμερα τελειώνουν κι είναι τόση

η σοφία μου κι η γνώσι, τόση μόνο:

πώς μ’ αγαπάς μονάχα εσύ στον κόσμο δίχως σκέψι,

μ’ όση φλόγα έχει το ρικνό σου σώμα κι η μεγάλη

ψυχή σου, δισταγμό για τη θυσία που δεν εγνώρισε.

16.3.1943 (Κατοχή, Αθήνα)

        129

Οι μέρες μου περνούν απ’ τη θανή σου

τη φωνή δε μπορούν ν’ αδυνατίσουν

της ψυχής σου το φώς δε θέλει σβήσουν

την αντρική την όψι τη δική σου.

 

Εικόνα λαγαρή λάμπει η μορφή σου

καθώς γερός κι ωραίος δίπλα μας ήσουν

της τρικυμίας οι σάλοι πρίν να κλείσουν

τα μάτια σου, το φώς σου να ποντίσουν.

 

Να πάς από τη θάλασσα γραμμένο,

το αγαπητό σου κύμα εγίνη Μοίρα’

το βιβλίο κλειστό, μισογραμμένο

μπροστά σου, της Ζωής ανοιχτή η θύρα.

 

Σα ρόδο σ’ ανθογιάλι ‘σαι γερμένο.

Μ’ άλμη το βάζο είχαν γεμισμένο.

11.11.1942

        ΠΕΝΘΟΣ

Ανεκδήλωτα τα υπονοούμενα αισθήματα

μιάς νιότης που δεν υπήρξε απερίσκεπτη.

Ξανθά τα μαλλιά, αινιγματικά μάτια,

χαμόγελο ευγενικής καλωσύνης

η δειλία της αγνότητος εκατέρωθεν.

Τριάντα πέντε χρόνια τώρα, όνειρον

που τόκοψε το καύμα μιάς ημέρας

μα δεν τόσβησεν ούτε νύχτα ούτε πρωινό,

ούτε δεσμοί, ούτε έρωτες, ούτε ταξίδια.

Μακρόχρονη ήταν η ασθένεια που σ’ εθανάτωσεν

αφού πρίν σ’ είχε μαραζώσει η ανησυχία,

χωρίς να ξεσφαλίσουν το χείλη από το πείσμα

-ας το πούμε συμβατικήν αξιοπρέπεια-

κι ούτε ένα δάκρυ πιά, απλή εγκαρτέρησι.

Είχε ξοφλήσει πολύ πριν κι η ζωή σου

ανερώτευτη, άχαρη, άσκοπη καθώς την έπλασαν

οι ξένες ιδέες, που ήταν καθώς πρέπει,

κι η δική μου που εδαπανήθη μεταξύ

στυγνής στερήσεως και ανοιχτής ακολασίας

χωρίς να μου δώση την πληρότητα.

Συναντήθηκαν οι Μοίρες μας κι έπαιξαν

τη ζωή μας, την ψυχή μας, τη συνέχειά μας

και μας άφησαν στείρους κι έρημους.

Κι έπεσες εσύ πρώτη στο κρύο το χώμα.

Μένει μιά ξανθιά, ευγενικιά θύμησι,

ο πρώτος κι ο ύστατος μεγάλος πόνος,

που έκαμε και των δύο τη ζωή μάταιη,

πιό μάταιη από στίχους και βιβλία.

23.1.67

        ΕΝΣΑΡΚΩΣΙ

Ο ανοιξιάτικος Θεός ο αναστημένος

μεσ’ τα μύρα της μαγιάτικης βραδιάς

το θείο του χέρι απλώνει ειρηνοφόρο

κι ευλογεί τη γενιά μου

και γαλήνην αφήνει στην πολυκύμαντή μου

ψυχή καθώς το νοιώθω απάνωθέ μου

το δυνατό του χέρι.

Κι η ζωή μου ολόκληρή ‘ναι απόψε

δώρο δικό του, παλλόμενη χορδή

κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό

το γεμάτο γλυκό μυστήριο

ήσυχο σαν παιδάκι που κοιμάται

και χαμογελά.

Κι η ύπαρξι μου απόψε διπλή γίνεται,

καθώς νοιώθω ολάκερη τη νιότη σου

που πρόωρα σβήστηκαν εντός μου

στην ενσάρκωσι του εαυτού σου,

αγαπημένη ψυχή,

αγνή προς την τελείωσι να πορευόμαστε

τη δίχως τέλος ένσαρκοι,

καθώς μας περιμένει πάντα η χοϊκή

ανάστασι στην άνοιξι του Αιώνος.

6.5.1943

        ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ  ΒΡΟΧΗ

Αγαπούσες το χώμα που μύριζε μετά τη βροχή του φθινοπώρου’

Αλλοίμονο την αίσθησί της θάχης ο ίδιος μουσκεύοντας

στον πρόωρο τάφο σου απ’ τη μπόρα τ’ Αυγούστου.

12.8.1942

        5 ΙΟΥΛΙΟΥ 1942

Εταξίδεψεν ο άνεμος, καταλάγιασεν ο σάλος,

η θάλασσα ξαναπήρε το χρώμα και τη γαλήνη της

κι η θερμότης διαχύθηκε στην ανήσυχη γη.

Βαθυκύανα τα νερά, νωχελικές οι ακρογιαλιές,

πράσινα τα καϊκια, κόκκινα, λευκά,

άσπρα τα πανιά, ρυθμικός κρότος κι ηρεμία.

Ερημιά ανάμεσα στους ανθρώπους που χαίρονται

ή που πασχίζουν να χαρούν κατά το πρόγραμμα των διακοπών.

 

Να ‘ταν να γαλήνευε κι η μνήμη και να κόπαζεν

η πικρότατη θύμηση της ημέρας που μας έλειψες!

Το μεταξωτό υποκάμισο που σκέπασε

τ’ αλαβάστρινο νεκρό σώμα, τ’ άβουλα χέρια’

τα γαλανά μάτια που δε θα χαμογελούσαν πιά,

τα θαλασσόβρεχτα μαλλιά ραντισμένα με άμμο’

τ’ άπραγα χέρια που σταυρώθηκαν στο στήθος

πάνω από μιά καρδιά που δε χτυπούσε πιά

και δεν ξαναχτύπησε δεκανιά χρόνια σήμερα.

 

Λίγο θα ζης σα θύμηση, σα μικρό δάγκωμα μνήμης.

Μετριούνται της καρδιάς οι χτύποι της ακατασίγαστης,

και γέρνει ο ήλιος να βουτήξη προς το πέλαγος.

Αισθάνομαι τη νύχτα πάνω από τη θάλασσα

να σβήνη μου την αίσθησι, το σάλο, την ανάπαυσι,

χωρίς να ξεχωρίζω ανάμεσα στα κύματα

και στο γαλάζιο των χαμένων σου ματιών.

3.7.1962

Μεγάλη Παρασκευή Σήμερα, ιερή κατάνυξη της Μεγάλης Εβδομάδας το τελετουργικό της Θείας Δραματουργίας οδηγείται στο τέλος του με την κορύφωση του Θείου Σκηνικού Δράματος και των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτό στην αέναη κυκλική ιστορική επανάληψη μέσα στην Ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Μετά τα Θεία Πάθη και την Σταύρωση του Ανθρώπου από την Γαλιλαία, δηλαδή του Χριστού, την Αποκαθήλωση που τελέστηκε το πρωί στους ιερούς ναούς έρχεται η Ταφή. «Η Ζωή εν Τάφω….». Το τριήμερο Πένθος. «Ο γλυκύ μου Έαρ γλυκύτατό μου τέκνο…» Ο  Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς των Ιουδαίων όπως έγραφε η επιγραφή πάνω στο Σταυρό οδηγείται στο Μνήμα, ολοκληρώνοντας με την ατομική του θυσία και οικειοθελή προσφορά, την τρίχρονη διδασκαλία του τον επίγειο παραδειγματικό κύκλο του μέσα στην Ιστορία τω Καιρώ Εκείνω…

    Η τελετουργία της σκηνογραφίας του Θείου Δράματος συνεχίζεται και το Μεγάλο Σάββατο και την Κυριακή του Πάσχα έως την απόδοσή του για τους πιστούς χριστιανούς. Η λαϊκή και λόγια ποιητική φαντασία μας κληροδότησε τους πλούσιους ποιητικούς και υμνολογικούς καρπούς της. Από το λαϊκό πολύστιχο Μοιρολόι της Μάνας Παναγιάς και τις διάφορες παραλλαγές του από γεωγραφική περιοχή της χώρας έως την ποιητική σύνθεση του ποιητή Κώστα Βάρναλη ο σπαρακτικός θρήνος είναι ο ίδιος. Από Την ποίηση του ποιητή της Ρωμιοσύνης έως την «Σταύρωση» και την «Ανάσταση ποιητικές συνθέσεις του ποιητή Κρίτων Αθανασούλη ίδια τα ίχνη της συγκίνησης. Και από τον «Επιτάφιο» του συγγραφέα Δημήτρη Σιατόπουλου έως το ποίημα του Λευκάδιου ποιητή Τάσου Σιδέρη, «Το τελευταίο Θαύμα (στο Γολγοθά)» ο ποιητής ήταν εγκατεστημένος στην πόλη του Πειραιά τα θρησκευτικά βαδίσματα της παράδοσης κοινά. Και από «Το τραγούδι του Σταυρού» του Κωστή Παλαμά έως την «Διαμαρτυρία του Ιούδα» του Συμιακού καθηγητή και συγγραφέα Βασίλη Μοσκόβη συνεχίζεται η ποιητική θρησκευτική παράδοση. Ο πειραιώτης Λουκάς Μουζάκης γράφει το «Αναστάσιμό» του ενώ ο δημοσιογράφος και ποιητής από το Κερατσίνι Παναγιώτης Τσουτάκος δημοσιεύει την δική του «Μεγάλη Παρασκευή» με προμετωπίδα λόγια από την αφήγηση του ευαγγελιστή ιατρού Λουκά. Ενώ μία μακροσκελής ποιητική σύνθεση «Αναστάσιμο» αφιερωμένη στην πρώτη γυναίκα συγγραφέα του Νίκου Καζαντζάκη «Στη Γαλάτεια Καζαντζάκη» δημοσιεύει η ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη και ο ποιητής Γιάννης Οικονομίδης γράφει την «Μεγάλη Παρασκευή» του. Και η λαϊκή και φυσικά η λόγια ποιητική παράδοση από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Κύπρου που είναι αφιερωμένη στην περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδος και των προσώπων που συμμετέχουν στο Θείο Δράμα και το Πάθος, συνεχίζεται σταθερά δημιουργώντας μία αντίστοιχη κατηγορία και είδος ποίησης όπως είναι «Η Αρχαιόθεμη» που αποκαλούμε θρησκευτική. Η ποιητική εικονογραφία είναι ατελείωτη μια και είναι έμφυτη η ροπή ημών των Ελλήνων και Ελληνίδων στην γραφή και κυρίως στην ποιητική γραφή. Πλήθος γυναικείων και αντρικών φωνών συνθέτουν ποιήματα, ακόμα και για τις Μέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Για τους χώρους που διαδραματίστηκε το Θείο Δράμα. Ενδεικτικά σημειώνουμε έχουμε ποιήματα για: τον «Σταυρό», τον «Ναζωραίο», τον «Επιτάφιο», την «Μαρία Μαγδαληνή», το «Όρος των Ελαιών», τον «Γολγοθά», τον «Ιούδα», τον «Θωμά» την «Αποκαθήλωση», τον «Μυστικό Δείπνο», την «Ιερουσαλήμ», την «Κασσιανή», τις «Μυροφόρες», την «Ανάσταση», την «Μεγαλοβδομάδα», το «Μεγάλο Σάββατο», τον «Ιωσήφ», τους «Εμμαούς», την «Σταύρωση» και φυσικά την «Παναγία», τον «Χριστό» τον «Νυμφίο» κλπ. Ποιήματα θρησκευτικής πνοής, θεματογραφία και κλίματος που, προέρχονται, όχι απαραίτητα από θρησκευτικούς ή θρησκευόμενους συγγραφείς. Ένας ποιητικός κύκλος που οι άξονές του περιλαμβάνουν και άλλες περιόδους της χριστιανικής παράδοσης, όπως την περίοδο των Χριστουγέννων, των Φώτων, του Δεκαπενταύγουστου, περιλαμβανομένου και του Εορτολόγιου αρκετών αγίων της Ορθοδοξίας. Του Ιώβ, του Μωυσή, προσώπων που διαδραματίζουν ρόλο μέσα στην Παλαιά και Καινή Διαθήκη, τους τρείς συνοπτικούς Ευαγγελιστές, τον Ιωάννη, την Αποκάλυψη, τον Απόστολο Παύλο, τον άτυχο αυτοκράτορα Ιουλιανό, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον Θεό κλπ. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι και τόσες πολλές αριθμητικά οι Θρησκευτικές Ανθολογίες μέσα στην ελληνική Γραμματεία τα θρησκευτικής ανάσας ποιήματα υπερβαίνουν τα ανθολογικά της θύραθεν παιδείας είδη. Ένα γρήγορο ξεφύλλισμα της πεντάτομης «Θρησκευτικής Ανθολογίας Ποιήσεως» 1453-1952 του ποιητή Σήφη Γ. Κόλλια, Αθήνα- Νέα Υόρκη 1973 με πρόλογο του πρώην αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου και μία συνοπτική «λογιστική» κωδικοποίηση των θεμάτων της θα μας δώσει καρπούς χρήσιμους για κάθε εργασία μας παρά τις περικοπές και τα ποιητικά θραύσματα που συναντάμε που πρέπει να οφείλονται μάλλον στην έλλειψη σελίδων παρά θέλω να πιστεύω σε δογματικής φύσεως περικοπές.

    Μια ποίηση θρησκευτική που αγγίζει και ξεπερνά πολλές φορές το στοιχείο της υπερβολής της γλωσσικής της τυπολογίας με συγκεκριμένη θεματογραφία μιάς ακόμα πιο συγκεκριμένης εκδοχής της ορθόδοξης πίστης. Φωνές εξομολογητικές, φωνές ικεσίας, φωνές παρακλητικές που συνενώνουν το θείο μαρτύριο με το ανθρώπινο του ποιητή.  Ψυχικές καταστάσεις δημιουργών που, δεν στοχεύουν τόσο στην αισθητική καλλιέπεια του λόγου όσο στην έκφραση των πιο μύχιων αισθημάτων του ποιητή ή της ποιήτριας, ή ανακαλούν στην μνημονική επιφάνεια παιδικές αναμνήσεις και γεγονότα μέσα στην παιδική αθωότητα και ομορφάδα της παιδικής ηλικίας και αφέλειας πού, όλα είναι ένα τελετουργικό παιχνίδι που κρυσταλλώνεται μέσα στην έκπληξη και την φαντασία ως θρησκευτική κατάθεση ποιητικής τέχνης.

Ας δώσουμε ένα ποιητικό δείγμα που φέρουν τίτλο «Μεγάλη Παρασκευή»

Θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής

Αργά, θλιβά και πένθιμα χτυπάει

του επιτάφιου θρήνου η καμπάνα,

κι’ ο νούς μας σε προσκύνημα θα πάει,

στον πόνο που ‘χει αβάσταγο μια μάνα…

Βαριά, θλιβά και πένθιμα χτυπάει

το μήνυμα να φτάσει πέρα ως πέρα

βαριά και γκρίζα η συννεφιά και πάει

ν’ απογιομίσει θλίψη την εσπέρα…

 

Αργά κι’ η λιτανεία θ’ ακλουθάει

τα μονοπάτια του στερνού του δρόμου.

και των κεριών η λάμψη θα φωτάει

τα σκοτεινά βασίλεια του τρόμου…

 

Μα ποιος θ’ ακούσει τον αχό μιάς άλλης,

που ράγισ’ έτσι άξαφνα καμπάνας,

της πίκρας μου ποιος θα ‘βρει της μεγάλης

τον τόνο για να γίνει ο παιάνας;

 

Κανείς δε θα ‘ρθει για ν’ ακολουθήσει.

Σε ποιόνε την καρδιά μου να ανοίξω;

Κανείς δε θα ‘ρθει για να βοηθήσει

και μόνος τα καρφιά μου θα τα μπήξω…

    Γιάννης Σπανόπουλος

--

Μεγάλη Παρασκευή

       «Τί ότι είπεν ο Θεός;» Γένεσις γ΄ 1.

Αρχή της φθοράς μου, Ταύ,

θεανδρικό κρατάς σώμα,

ζωής μου αρχή.

Βασίλης Μουστάκης

--

Μεγάλη Παρασκευή

Είναι μια μέρα σκοτεινή, βουβή, βαρειά, θλιμμένη,

Σα νάχει κλάψει ο ουρανός κ’ η φύση να πονεί,

καθώς σκορπιέται το Ιλί Λαμά Σαβαχθανί

σ’ όλα τα πέρατα της γης, σ’ όλη την οικουμένη.

 

Κύριε, δός μου την ψυχή ν’ ανθέξω στα σκοτάδια,

στης  Μοίρας τα χτυπήματα και στων παθών το σάλο,

τι δεν μπορώ πια να δεχτώ νάν’ η ζωή μου ολάδεια

και να συναγελάζομαι με τόνα και με τ’ άλλο.

    Γιώργος Μυλωνογιάννης

Η πρωτεύουσα άδειασε, οι συνεχείς έλεγχοι της τροχαίας για ασφαλή έξοδο προστατεύουν τους εκδρομείς. Τα εμπορικά καταστήματα άνοιξαν και θα είναι ανοιχτά μέχρι της 9 μ.μ. Μια φουρνιά με σάπια κρέατα αποφεύχθηκε να ριχτεί στην αγορά. Οι τηλεοπτικοί δέκτες αναμεταδίδουν παραδοσιακούς στολισμούς με λουλούδια των Επιταφίων. Προσοχή αγαπητοί εκδρομείς στην οδήγηση και στα βαρελότα που, τρομάζουν δίποδα και τετράποδα ζωάκια.

Χρόνια Πολλά

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

10 Απριλίου 2026

           

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Μεγάλη Πέμπτη

 

ΜΕΓΑΛΗ  ΠΕΜΠΤΗ

      ή

ΚΡΑΝΙΟΥ  ΤΟΠΟΣ

 

Με τ’ αγιάζι των λέξεων

«Ψυχή μονογενή ζητώ

ήνπερ απώλεσα»

--//--

Ώ εφιαλτική γοητεία

του Σταυρού

χλωρές λέξεις

βλαστάνεις

στους αιώνες των αιώνων

--//--//--

Παμπάλαια τραγούδια

θα σας πω

αρχέγονους ύμνους

κρυφών Μυστηρίων

θα σας ομολογήσω

με τ’ αλφαβητάρι

της πίστης απιστίας μου

--//--//--

Η Παναγία κλαίουσα

Η Μάνα Παναγιά

μέσα στην σπαρακτική της

παραζάλη

θρηνούσε

«οίμοι θείον Τέκνον»

Σπλάχνο μου

Φώς των οφθαλμών μου

Τζιέρι μου Μονογενές

του πόνου μου γιαβρί μου

Σταυρωμένη άνοιξη της ψυχής μου

Η ζωή σου ζωή μου

Υιέ μου ελπίδα μου

Πώς να γαλακτροφήσω

την Ταφή σου

--//--//--

Θλίψη της ημέρας

σαρκοβόρα θλίψη

το Σώμα το άφθαρτο

της Ποίησης

πάνω στον Σταυρό κρεμάται

γινόμενο σκάλα σωτηρίας

της γλώσσας

των ψυχών ημών

--//--//--

Ιλάσθητί μοι

Φωτοστεφανωμένε

Λόγε

μες στην μακροθυμία σου

με λέξεις καρφιά

σε προδίδω

κάθε φορά σαν

Σήμερα

--//--//--

«Τω καιρώ εκείνω, ειστήκεισαν παρά τω Σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή. Ιησούς ούν ιδών την μητέρα και τον μαθητήν παρεστώτα όν ηγάπα, λέγει τη μητρί αυτού’ γύναι, ιδού ο Υιός σου. Είτα λέγει τω μαθητή’ ιδού η μήτηρ σου…..» Ευαγγέλιο κατά Ιωάννην ιθ΄ 25-.

Κύριε,

αμέλησα

μέσα στην γοητεία

των μετεωρισμών

του νου μου

να παρασταθώ

στην θανή σου

Όταν είπες

πάνω στον Σταυρό

Τετέλεσται

βρισκόμουν

αιώνες μακρυά σου

αμφισβητώντας

τα λόγια των Ποιητών

που υμνολογούν

και δοξολογούν

την Ανάστασή σου

--//--//--

Ποιόν πόνο

να θρηνήσω

ποια πληγή

να δροσίσω

Ακατάληπτε Κύριε

τον δικό Σου

ή των ανθρώπων

δίπλα μου

--//--//--

Πάσχοντα Λόγε

της Ποίησης

αιώνια ψαλμωδία

στους ναούς των λέξεων

--//--//--

Τριάκοντα τα αργύρια της προδοσίας

τετιμημένε Κύριε

τα λόγια της προδοσίας

πάντα ίδια

μέσα στον Χρόνο

το νόμισμα μόνο άλλαξε

μέσα στην Ιστορία

Παράκλητε

--//--//--

Τα Εμά ρήματα

κερί αγωνίας

Τα Εσά

λαμπάδα ευδαιμονίας

μυστικέ Λόγε

της Ποίησης Λόγε

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Μεγάλη Πέμπτη 9 του Απρίλη 2026  

 

 

 

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Του Δείπνου σου του Μυστικού Λόγε

 

Δώδεκα κεκραγάρια

          ή

του Δείπνου σου του Μυστικού Λόγε

Σκηνή 1η

«Εν τω μέσω της νυκτός» μαζευτήκαμε αγαπημένοι μου μαθητές δια τον φόβο αυτών που θα έρθουν μετά από εμάς και θα μιλήσουνε στο όνομά μας, φορώντας άμφια χρυσοποίκιλτα, κρατώντας ράβδους της εξουσίας, από άμβωνος κραδαίνοντας αρές και κατάρες, υψώνοντας κατά των ανθρώπων τον λόγο της αρετής τους.

Σκηνή 2η

«Από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός» ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο γυρνούσε μέσα στα υγρά και στενά σοκάκια της Φλωρεντίας αναζητώντας τα πρόσωπα που θα έκανε μοντέλα των πινάκων του. Καρδινάλιοι και Μαικήνες Άρχοντες του παράγγελναν πίνακές του για να κοσμήσουν τις Εκκλησίες τους, να στολίσουν τα Αρχοντικά τους, να δοξάσουν το όνομά τους στους αιώνες των αιώνων. Έβγαινε από το ασκητικό καμαράκι του φορώντας την αρματωσιά του για τον φόβο των δολοφόνων συμπολιτών του. Αψύς και οξύθυμος λογομαχούσε μέσα στις ταβέρνες, κοιμόταν με Κασσιανές πόρνες και αγγελόμορφους νεαρούς μαχαιροβγάλτες αναζητώντας το κρυφό φώς της ψυχής τους. Τους ρακένδυτους, τους φτωχούς που ζητιάνευαν μπροστά στους Μεγαλόπρεπους Ιερούς Ναούς, τους εξαθλιωμένους και πεινασμένους με απλωμένα τα χέρια μπροστά από τα Μέγαρα των φιλότεχνων Τραπεζιτών. Τα ανθρώπινα αμαρτωλά μοντέλα με τα οποία θα φιλοτεχνούσε τα πρόσωπα της σκηνογραφίας του Θείου Δράματος. Χαρτόπαιζε μέσα σε σκοτεινές αίθουσες με κάποιον ονόματι Φιοντόρ από την παγωμένη και μακρινή Αυτοκρατορική Ρωσία που έγραφε μυθιστορήματα. Μεθούσε μέχρι λιποθυμίας με έναν έλληνα ψάλτη και ποιητή ονόματι κυρ Αλέξανδρο που θαύμαζε την ζωγραφική του μαεστρία. Αυτό το μαγευτικό παιχνίδισμα των σκιών με το φώς που κατόρθωνε στους πίνακές του, το θαυμαστό συνταίριασμα της γήινης ύπαρξης με την θεία φύση του ανθρώπου. Αυτήν την απαλή μελωδία των χρωμάτων και των γραμμών του που μόνο ένας σαλός που γεύτηκε την Ουράνια Ομορφιά μπορούσε να αποδώσει. Άτυχε Καραβάτζο της Μοίρας οι σκοτεινές δυνάμεις έκοψαν νωρίς το νήμα της ζωής σου.

Σκηνή 3η

«Πληρώσωμεν την εσπερινή δέηση ημών τω Κυρίω». Έλθετε νεφέλες της θείας μακαριότητας εξ ουρανού κοντά μας, εδώ κάτω στην θερμή γεννήτρα και τροφό γη που στενάζει από ανθρώπινο πόνο και βάσανα. Ρίξτε τις μυριάδες σταγόνες του ελέους σας και λυτρώστε μας από τον θάνατο, γιατρέψτε μας από τις αρρώστιες, θεραπεύστε μας από τις επιδημίες. Απαλλάξτε μας από τις ανθρώπινες αμάχες, πολεμήστε το Κακό που κυβερνά τον Κόσμο. Χαρίστε μας το Φώς του Ήλιου της Δικαιοσύνης και της Δόξας των πλασμάτων σου Ώ! Φώς της Αιώνιας Ανοίξεως.

Σκηνή 4η

«Πάντοτε νύν και αείν» Βυζαντινοί μίμοι ψαλμωδοί ξορκίζουν τον θάνατο που γεύεται ως ζαχαρωτό ένα μικρό παιδί από την πόλη του Μεξικού του Κόσμου τούτου.

Σκηνή 5η

«Ευλόγησον άγιε δέσποτα» ότι «Πολύς ο Διόνυσος παρ’ ημίν βακχεύει» σκυφτή μέσα στο στασίδι της η Μάνα Παναγιά Εκάβη σιγοψιθυρίζει.

Σκηνή 6η

«Καιρός του σπέρνει και καιρός του θερίζει» ως μακρινός απόγονος του ποιμένα πατριάρχη Αβραάμ έρχομαι σιμά σου ιερέ Νυμφίε της Δόξας να με υποδεχτείς με όλα τα ζωντανά μου και την σπορά μου. Σε ικετεύω με τα ουράνια δώρα σου κάρπισε το χώμα τούτο, κάνε να βλαστήσει καρπούς ανθοφόρους η ξερή γη, δώσε τροφή στα ζωντανά και πότισε τους αγρούς. Συ η πηγή της ζωής ως αίμα και σώμα κοινωνίας, χορταίνει και ξεδιψά κάθε ζωντανή ύπαρξη επί της γης.

Σκηνή 7η

«Η εν πολλαίς αμαρτίαις…» Σαν άσπιλη λαμπάδα ερωτικού πάθους προσέρχομαι σιμά σου Ω, Κύριε. Κάθαρε της ψυχής μου το ένδυμα, απόπλυνε από τους σκοτεινούς σπίλους το σώμα μου, ευλόγησε το λιβάνι της ικεσίας των δακρύων μου, των παθών των ερώτων μου στάσου έλεος.

Σκηνή 8η

«Ω Φώς των οφθαλμών μου» Λέγεται ότι κάποιος τρελός εραστής του Ουρανού ονόματι Θεόφιλος από τα μέρη της Μικράς Ασίας κοντοπίθαρος, φτωχός, αναμαλλιάρης και άπλυτος με μια περικεφαλαία στο κεφάλι και ένα κασελάκι με χρώματα και πινέλα γυρίζει στα καφενεία των Ελλήνων ικετεύοντας τους δουλειά για ένα κομμάτι ψωμί, για δύο ελιές και μία ντομάτα. Ξέρετε, τους έλεγε με την απροσποίητη αυθεντική λαλιά του ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ: «εγώ είμαι αυτός που ζωγράφισε τον Μέγα Αλέξανδρο, Ήρωες αγωνιστές του 1821 με φορεσιές Αρχαίων Ελλήνων. Είμαι αυτός που ζωγράφισε τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα, την ποιμενική ζωή των Ελλήνων και άλλα που θα θαυμάζουν οι μελλούμενες γενεές των Ελλήνων». Γυρνά μονάχος και με κυρτό το σώμα φορώντας την φουστανέλα του, κρατώντας την σπάθα του, παιανίζοντας την λερωμένη σημαία του, τα σφιχτοδεμένα στα πόδια του βαριά τσαρούχια του ζητώντας τους, παρακαλώντας τους να τους στολίσει τα σπίτια με τις λαμπροφόρες χρωματοπίκιλτες ζωγραφιές του. Απαλά γαλάζια χρώματα, φωτεινές γραμμές και περιγράμματα, σκιτσάρισμα καθαρότητας Ελλήνων ανθρώπων θεσπέσιων αναλαμπών ανθρωπιάς και γαλήνης. Λαμπάδες αναμμένης προσωπογραφίας στην επίγεια λευκότητα του απειθάρχητου νου του στο μπόϊ και το μέτρο των απλών ανθρώπων με άσπιλα πάθη. Σώματα που εκπέμπουν φως μιάς εσωτερικής επίγειας και ουράνιας θερμότητας και πρόσωπα που βλασταίνουν προνομιούχα λαϊκή ομορφιά. Τοπίο παραδείσιας αγροτικής ζωής και θαλάσσιας φρεσκάδας. Ονόματα και φιγούρες γνωστές μας, οικείες που ευωδιάζουν παράδοση Ελληνικότητας. Ένας Αθανάσιος Διάκος που μαρτυρεί υπερηφάνως και μια ομάδα μετωπική χορευτών και χορευτριών που γλεντούν με χαρά σε μία πανηγυρική ατμόσφαιρα εθνικής υπερηφάνειας. Αίσθηση και συναισθήματα μιάς λαϊκής τέχνης αθώας και καθαρής, γαλήνιας μέσα στον σάλαγο των ηρωικών γεγονότων που υπερβαίνουν την αριστοκρατική τέχνη της δυτικής καλλιτεχνίας στην αντίληψη της ελληνικής αισθητικής. Καθάρια Καλοκαιρινή ατμόσφαιρα προσωπογραφίες και φυσικά ηλιόλουστα τοπία που εικονογραφήθηκαν από έναν αυτοδίδαχτο λαϊκό μικρασιάτη φουστανελά φτωχό αγιογράφο της ελληνικής ψυχής που το βλέμμα του άγγιζε τον Ουρανό και το χέρι του τον Όλυμπο. Τον Θεόφιλο. Κελαηδούσε το φτωχό αηδόνι του Πηλίου και οι γύρω του που δεν άκουγαν τους γλυκόηχους κελαηδισμούς των χρωμάτων του, τον αγνοούσαν, τον περιέπαιζαν τα μικρά παιδιά πετώντας του πετραδάκια, κορόιδευαν αυτόν τον μικροκαμωμένο ψωμόλυσσα ζωγράφο που ζωγράφιζε ικετεύοντας για μία φέτα ψωμί, ένα μπουκάλι λάδι και λίγη φέτα, να αγοράσει τα χρώματά του και τα πινέλα του, και τον λυπόνταν που γύριζε σε πλατείες και καφενεία θερμοπαρακαλώντας και εκείνοι, ελάχιστες φορές και περιπτώσεις, οι τρανοί και απάνθρωποι συνέλληνες χριστιανοί του έδιναν να ασπρίσει τους τοίχους των σπιτιών τους, να ασβεστώσει τις μάντρες τους, να σχεδιάσει με σχέδια τις οροφές των δωματίων τους. Και εκείνος πεινασμένος και τυλιγμένος μέσα στην ασφάλεια των φωτεινών οραμάτων του δούλευε υπάκουα και αγόγγυστα, εκπληρώνοντας τον ιερό σκοπό που είχε τάξει τον εαυτό του. Την Ελλάδα ως Όνειρο Ηρωικής και Θαυματουργούς αίσθησης που διδάχθηκε μέσα στον χρόνο και την ιστορία να κυοφορεί και να καλλιεργεί τους δημιουργικούς και πολιτιστικούς μύθους της. Το θαύμα της Μυτιλήνης, το θαύμα της Εδέμ των χρωμάτων του.

Σκηνή 9η

«Και εν τω ελέη σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου». Διαβάζεις από το αναλόγιο του έργου του αυστριακού πανεπιστημιακού γλωσσολόγου και φιλόσοφου, δασκάλου σε δημοτικό και βοηθό κηπουρού σε μοναστήρι Λούντβιχ Βιτγκενστάϊν. «Κόσμος και Ζωή είναι ένα και το αυτό».- «Ο θάνατος είναι που δίνει στη ζωή το νόημά της».- «Στον θάνατο, ο κόσμος δεν αλλάζει, αλλά παύει να υπάρχει».- «Η ζωή μας δεν έχει τέλος’ με την ίδια έννοια που το οπτικό μας πεδίο δεν έχει όρια.».- «Η λύση του αινίγματος της ζωής σε χώρο και χρόνο βρίσκεται εκτός χώρου και χρόνου.». –«Με άλλα λόγια, η πίστη, ως εκφραζομένη με συστηματικούς όρους με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία, μπορεί μόνο να είναι η τελευταία συνέπεια- στην οποία πολυάριθμοι τρόποι του σκέπτεσθαι και του πράττειν αποκρυσταλλώνονται και συναντώνται.»- «Η δύναμη μιάς πίστης δεν είναι συγκρίσιμη με την ένταση του πόνου.».- «Πίστη σημαίνει υποταγή σε κάποιαν εξουσία. Άπαξ και υποτάχτηκες, δεν μπορείς, δίχως να επαναστατήσεις εναντίον της, να τη θέσεις υπό κρίσιν, και να τη βρεις ξανά αξιόπιστη.».- «Το  πώς έχουν τα πράγματα, αυτό είναι ο Θεός.».- Το πώς έχουν τα πράγματα στον κόσμο είναι εντελώς αδιάφορο για το Ανώτερο. Ο Θεός δεν φανερώνεται μέσα στον κόσμο.».- «Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείς τη λέξη ‘Θεός’ δεν δείχνει ποιον εννοείς, αλλά τι εννοείς». –«Αν ο Θεός κοιτούσε στις ψυχές μας, δεν θα μπορούσε να δει εκεί για ποιον μιλάμε.».

Σημείωση: Οι μεταφράσεις των ρήσεων του Βιτγκενστάιν είναι του Κωστή Μ Κωβαίου και του πειραιώτη καθηγητή και κριτικού της λογοτεχνίας Βαγγέλη Αθανασόπουλου, από τα βιβλία τους Λ. Β. «Αφορισμοί & Εξομολογήσεις» εκδόσεις Καρδαμίτσα 1993 και Λ. Β. «Διαλέξεις για την θρησκευτική πίστη» εκδόσεις Αστρολάβος/ Ευθύνη 1984.

Σκηνή 10η

«Ερχόμενος ο Κύριος προς το εκούσιο πάθος» Απαρνήθηκα τις χαρές της ζωής για Σένα. Στερήθηκα τις ηδονές του βίου για Σένα. Λησμόνησα την επίγεια πατρίδα μου για την δική σου βασιλεία που ποθούσα για Σένα. Την ζεστασιά των δικών μου αρνήθηκα για την δική σου θερμότητα για Σένα. Συνομίλησα με τους κεκοιμημένους μάρτυρές σου για Σένα. Πληγώθηκα σωματικά μιμούμενος το δικό σου μαρτύριο για Σένα. Θυσίασα τα πλούτη της γης και τις δόξες για Σένα. Απέφυγα τους ολέθριους δρόμους της «αμαρτίας» για Σένα. Νυμφίε της Ανάστασης. Και Εσύ έμεινες σιωπηλός, απόμακρος και αδιάφορος μέσα στην Ιστορία. Στέλνοντάς ελάχιστα σήματα μέσα στους αιώνες που μηνούσαν: «Μα, δεν κατανόησες ποτέ σου ότι με σταύρωσαν, πέθανα ολοκληρώνοντας την αποστολή μου;». «Πότε επιτέλους θα αποδεχτείς ότι δεν αναστήθηκα»; Το Κενό Μνημείο στηρίζεται στην δική σου ευπιστία μέσα στους αιώνες της πίστης σας.

Σκηνή 11η

«Πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμνα» Απολαμβάνω την επίγεια αταραξία της πίστης μου. Υμνολογώ τον ήλιο της δικαιοσύνης που φωτίζει δικαίους και αδίκους. Διαβάζω την παλαιά σοφία των γραφών. Ευημερώ μέσα στην κοινωνία των συναθροισθέντων πιστών. Επαναπαύομαι με τα λόγια των παλαιών προφητειών και δεν αμφιβάλλω. Ευημερώ μέσα στις βεβαιότητες της πίστης μου και συντάσσομαι με τις εξουσίες του Κόσμου τούτου. Απαρνούμαι τα εγκόσμια. Οικοδομώ Εκκλησίες που δοξάζουν το όνομά σου. Χορήγησέ τα σημάδια της δουλικής Σωτηρίας μου Κύριε των Δυνάμεων Διόνυσε και Χριστέ μου.

Σκηνή 12η

Συγκεντρώθηκαν οι 12 μαθητές του Υιού του Ανθρώπου για το τελευταίο τους κοινό γεύμα με τον Δάσκαλό τους στον Κήπο της Γεσθημανής. Απλοί ψαράδες και μαραγκοί μάστορες φτωχοί το πνεύματι. Φοροεισπράκτορες, μέλη της ίδιας οικογένειας, και ένας επαναστάτης της Ρωμαϊκής εξουσίας που ανέμενε ο Ραββί να τους οδηγήσει στην εξέγερση. Αυτός που θα τον πρόδιδε σύμφωνα με το θεϊκό σχέδιο και θα γίνονταν ο «αποδιοπομπαίος τράγος» μέσα στην Ιστορία της Χριστιανικής Θρησκείας- Εκκλησίας. Αυτό το ιερό σκηνικό και ιερουργικές στιγμές εικονογράφησε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Ισομοίρασε τα δώδεκα κομμάτια του ψωμιού ο Χριστός και έφαγαν όλοι το μερτικό που τους αναλογούσε μυστηριακά από το σώμα του αλιέα των ψυχών. Το ίδιο έπραξε και με το κρασί και όλοι ήπιαν μυστηριακά από το αίμα του αμπελουργού των ζωών τους. Έριξαν όλοι στην γη το συχώριο του αναμενόμενου θυσιαστικού μαρτυρικού θανάτου που ανέμενε τον Κύριό τους. Θάνατος επί του Σταυρού. Ο Άνθρωπος από την Γαλιλαία άρχισε να τους ευλογεί και να τους λαλεί τους Μακαρισμούς του. Όταν τέλειωσε το τελευταίο Δείπνο, άλλοι αποσύρθηκαν, άλλοι κοιμήθηκαν άλλοι περιπάτησαν μέσα στον Κήπο. Εκείνος που προέβλεπε ότι θα παραδώσει σε λίγο την ζωή του, μόνος και λυπημένος, απογοητευμένος, αποσύρθηκε για να προσευχηθεί όχι για τον εαυτό του αλλά για τους δώδεκα μαθητές του τι τύχη τους περίμενε μετά την δική του φυσική μαρτυρική, ατιμωτική απώλεια. Καθώς απομακρυνόταν γύρισε και τους κοίταξε για τελευταία φορά να επαναπαύονται μέσα στην μακαριότητα της συντροφιάς και την εμπιστοσύνη που τους προσκαλούσε η μέχρι τότε τρίχρονη διδασκαλία του.

Εκείνος, απομακρύνθηκε περιμένοντας να τον συλλάβουν. Ήταν ακόμα ένα ιστορικό πρόσωπο της Ιστορίας του Λαού του που τον εχθρεύονταν οι δυνάμεις της πολιτικής και της θρησκευτικής εξουσίας της εποχής του. Ο Μύθος της Αναστάσεώς του θα ακολουθούσε μερικά χρόνια αργότερα και θα εδραιώνονταν από τον απόστολο Παύλο που θα οικοδομούσε την Εκκλησία των πιστών ακολούθων του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

 Τετάρτη 8 του ξανθού Απρίλη του 2026.

Ο Μυστικός Δείπνος.       

 

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Νεοελληνική Δραματουργία και Θρησκεία

 

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

του Κώστα Γεωργουσόπουλου

        Σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο η θρησκεία και τα δόγματα τα θρησκευτικά και η θρησκευτικότητα γενικώς εμφανίζονται να επιδρούν σε δραματουργίες άλλων χωρών στην Ελλάδα δεν έχουμε μιά εμμονή πάνω στο θέμα. Αν ρίξει κανείς μία ματιά στο παλιότερο θέατρό μας απουσιάζει τελείως η σχέση. Δεν γίνεται ποτέ η θρησκεία αντικείμενο της δραματουργίας ούτε προβλήματα πίστεως θεμελιώνουν έναν δραματουργικό πυρήνα πράγματα που έγιναν στις καθολικές χώρες και ιδιαιτέρως στις προτεσταντικές. Στην Ελλάδα το πρόβλημα αυτό, η θρησκευτικότητα, η πίστη ή η απιστία να γίνουν θέματα δραματουργικά και πυρήνες δραματουργικοί πού να προκαλούν τις συγκρούσεις δεν είναι πολύ συχνό πρόβλημα. Αντιθέτως είναι πολύ συχνό πρόβλημα στις καθολικές χώρες και πάρα πολύ συχνό πρόβλημα στις προτεσταντικές χώρες. Στις προτεσταντικές χώρες είναι κυρίαρχο πρόβλημα γιατί εκεί η θρησκεία είναι σχεδόν μία φιλοσοφία ζωής και άπτεται με την τρέχουσα ηθική. Δεν έχω παρά να θυμίσω τη δραματουργία του Μπέργκμαν που τα περισσότερα έργα του ουσιαστικά στηρίζονται πάνω στην έννοια της αμφιβολίας, της απιστίας, της σιωπής του Θεού. Τέτοιου είδους προβληματισμούς εμείς δεν έχουμε και θα ‘λεγα ευτυχώς, διότι ο Θεός εδώ πολύ λιγότερο από ό,τι σε άλλες περιοχές μπαίνει στο παιχνίδι της καθημερινής ζωής παρόλο ότι είμαστε κατά κανόνα ευσεβής λαός (ευσεβής, όχι με την έννοια των τακτικών εκκλησιαζόμενων ανθρώπων) αλλά ο λαός μας έχει μιάν ευσέβεια, έναν σεβασμό για τα πράγματα, υπάρχει μιά αγαπητική σχέση και για την ανθρώπινη επικοινωνία, για την κτίση, τα πράγματα του Θεού, τα κτιστά.

        Εκτός από τη Θυσία του Αβραάμ τα άλλα έργα του κρητικού θεάτρου, στην τραγωδία και πολύ περισσότερο στην κωμωδία διαπνέονται από όλο το πνεύμα της απουσίας της θρησκευτικότητας, που διαπνέεται όλος ο κόσμος της Αναγέννησης’ υπάρχει ένα γύρισμα της πλάτης στα προβλήματα αυτά σε ολόκληρη την αναγεννησιακή Ευρώπη ως αντίδραση στη μεσαιωνική εμμονή πάνω σ’ αυτά τα θέματα. Η Θυσία του Αβραάμ σήμερα πιά είναι αποδεδειγμένο ότι πρώτον, δεν είναι όπως νομίστηκε Μυστήριο και δεύτερον, σαφώς δεν έχει γίνει για να παιχτεί, παρόλο ότι πολλοί σημαντικοί Έλληνες άνθρωποι του θεάτρου το είδαν σαν θεατρικό κείμενο και μας έπεισαν ότι μπορεί να έχει μιά σκηνική αποτελεσματικότητα. Θυμίζω τις παραστάσεις του Μινωτή και την πρώτη επαγγελματική παράσταση του Πολίτη με σκηνικά του Κόντογλου. Στη Θυσία το θέμα της πίστεως τίθεται με αναγεννησιακό τρόπο, βαθιά δογματικό αλλά δραματικό θέμα. Εκεί σχεδόν η θεία επιταγή αντιμετωπίζεται ως τυραννική επέμβαση του θείου στα πράγματα. Είναι τόσο τρυφερές οι αντιδράσεις του παιδιού και της μάνας απέναντι στην αδικία, ώστε εκείνο που επικρατεί είναι η δραματική σύγκρουση-πώς θα αντιμετωπίσει η μάνα το χάσιμο του παιδιού της, πώς θα παρακαλέσει ένα παιδί τον πατέρα του να μην το σφάξει-παρά το ίδιο το θρησκευτικό ζήτημα που τίθεται, της υποταγής δηλαδή ενός ανθρώπου στη θεία εντολή. Αυτό σχεδόν παρέλκει, δηλαδή εξαφανίζεται μπροστά στο δραματικό πρόβλημα. Είναι περισσότερο πρόσχημα για να ειπωθεί η δραματικότητα της κατάστασης, το αδιέξοδο ενός πατέρα που εντέλλεται να κάνει μιά τέτοιου είδους φοβερή θυσία, παρά ο ενθουσιασμός της πίστης που μπορεί να νοιώσει κανένας για τον θρίαμβο ενός πιστού ο οποίος κατορθώνει να υποτάξει ακόμη και την πατρική στοργή στη θεία εντολή.

        Από κει και πέρα σε ολόκληρη την πορεία από την κρητική αναγέννηση σχεδόν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα δεν έχουμε σημαντική δραματουργία που να έχει σαν κεντρικό μοτίβο κάποιο θρησκευτικό πρόβλημα, την πίστη, την απιστία ή το σκάνδαλο. Τα μεγάλα έργα μας από τον Χάση μέχρι τον Βασιλικό του Μάτεσι είναι δράματα κοινωνικά. Σε όλο το Χουρμούζη, σ’ αυτόν τον μεγάλο κοινωνικό θεατρικό συγγραφέα (ο πρώτος που αναφέρεται στα ήθη και στα προβλήματα της κοινωνίας που διαμορφώνεται μετά την ίδρυση του νέου κράτους), δεν υπάρχει αυτό το πρόβλημα, ούτε καν με την έννοια της διαφωτιστικής αντιθρησκευτικής πολιτικής. Την εποχή εκείνη υπήρχε μιά έντονη ζύμωση στα προβλήματα τα θρησκευτικά (αυτοκέφαλο της ελλαδικής Εκκλησίας, επίθεση του καθολικισμού με τη λεοντή της Ουνίας, αναθεματισμός του Καϊρη από τον Μακρυγιάννη) όμως στα θεατρικά έργα, στον Βυζάντιο, Χουρμούζη (όλοι διαφωτισμένοι) δεν υπάρχουν θρησκευτικά ζητήματα, έως και τα πρώτα χρόνια της μεγάλης μορφολογικής και γλωσσικής επανάστασης που είναι το κωμειδύλλιο, το δραματικό ειδύλλιο και η επιθεώρηση, δηλαδή τότε που η στροφή γίνεται προς τη δημοτική γλώσσα και εγκαταλείπεται η καθαρευουσιάνικη ποιητική, η καταφυγή στους μύθους.

        Στον Ξενόπουλο δεν αντιμετωπίζεται αυτό το θέμα, που θα μπορούσε γιατί αντλούσε ανάλογα θέματα αστικής ιδεολογίας, έστω και αν δεν είχαμε στην Ελλάδα ποτέ μιά προωθημένη αστική τάξη. Ο Ίψεν έχει πολλά τέτοια προβλήματα. Ο Μπράντ είναι ιερωμένος και θέτει πρόβλημα συνειδησιακό: όταν πεθαίνει το παιδί του πρέπει να πάει να μεταλάβει κάποιον που πεθαίνει στα φιόρδ. Ξέρει όταν πάει να μεταλάβει αυτόν τον άνθρωπο, θα πεθάνει το παιδί του και τελικά πεθαίνει το παιδί του. Μέγα πρόβλημα που θεμελιώνει όλη την μετέπειτα ιψενική δραματουργία: ουσιαστικά ο άνθρωπος πρέπει να είναι ο εαυτός του, να κατακτήσει τον ίδιο του τον εαυτό όχι με την έννοια της αυτογνωσίας της σωκρατικής, αλλά ως αυτοκατόρθωμα αυτό που θα θεμελιώσει αργότερα ο Κίργκερκαρντ στον σύγχρονο θρησκευτικό υπαρξισμό.

        Τα μεγάλα προβλήματα της θρησκείας τίθενται ουσιαστικά από τους ποιητές μας, τον Σικελιανό και τον Καζαντζάκη. Αφήνω τελείως τον Παπαφλέσσα του Μελά. Ο Παπαφλέσσας είναι ένας άνθρωπος που δεν είναι παπάς, κι αυτό αντιμετωπίζει ο Μελάς: είναι ένας γυναικάς, ένας επαναστάτης’ το ιδιότυπο του πράγματος δραματουργικά είναι ότι είναι και ρασοφόρος. Το πρόβλημά του ωστόσο δεν είναι θρησκευτικό: δεν έχει κάποιο δίλημμα ή αδιέξοδο πίστεως. Το μόνο που ο Μελάς αντιμετώπισε κοινωνικά αλλά έχει ενδιαφέρον είναι ο Ιούδας, όπου αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της αιτίας της προδοσίας’ ο Ιούδας εμφανίζεται ως κοινωνικός επαναστάτης, ο οποίος δεν αποδέχεται την υποταγή που φαίνεται στα μάτια του να εκπροσωπεί ο Ιησούς, ότι δηλαδή είχε υποσχεθεί μιά εξέγερση, και την οποία από ανοησία, από παρεξήγηση ή από δική του ιδεοληψία θεωρούσε ότι έπρεπε να είναι μιά επανάσταση πολιτική, μιά επανάσταση δομική της κοινωνίας και όχι μιά επανάσταση θρησκευτική, μιά ανάσταση ψυχών, αυτό που επεδίωξε τελικά ο Χριστός. Ο Ιούδας είχε κοινωνικούς προβληματισμούς, ήταν παιδί του εξεγερμένου αιώνα, γι’ αυτό πρόδωσε τον Χριστό, όταν είδε να καταρρέουν τα δικά του οράματα που είχε στηρίξει πολλές ελπίδες. Αν και δεν έχουμε ζητήματα δογματικά που λύνονται, ωστόσο μας αφορά το έργο ως προς το θέμα αφού είναι αντλημένο από τη θρησκεία.

        Τα θεολογικά προβλήματα τα θέτουν ο Σικελιανός κι ο Καζαντζάκης. Ο πολύ παρεξηγημένος Καζαντζάκης θεολογούσε εμμόνως, όπως και όλοι οι αμφιβάλλοντες. Οι άνθρωποι που αμφιβάλλουν διυλίζουν τον κώνωπα. Κάποτε βρέθηκα με έναν άθεο φίλο στο Άγιον Όρος και εκείνος για να προβοκάρει, να ερεθίσει έναν ασκητή του είπε: «Εγώ, δέσποτα, δεν πιστεύω, είμαι άθεος». Ο γέροντας απάντησε: «Κοντά είμαστε». Ο Καζαντζάκης θεολογούσε. Το πρόβλημά του ήταν πάντοτε θεολογικό, δηλαδή οντολογικό: αν απαντάει ή δεν απαντάει στα ερωτήματά μας ο Θεός, αν πορευόμαστε ή δεν πορευόμαστε με τον Θεό, ανεξάρτητα αν ο ήρωάς του ήταν ο Χριστός, ο Βούδας, ο Καποδίστριας ή ο Χριστόφορος Κολόμβος. Είχε κάτι πολύ βαθιά θεολογικό κι ασκητικό. Εξάλλου είναι ο συγγραφέας μιάς Ασκητικής- δεν έχει σημασία αν η Ασκητική του είναι μη χριστιανική όταν δογματίζει εκεί ότι «καθήκον του ανθρώπου είναι να φωνάζει στην έρημο». Αυτό έχει έναν ηρωισμό. Μπορεί να έχει νιτσεϊκές ρίζες αλλά ποιός είπε ότι ο Νίτσε ήταν λιγότερο από τους άλλους θεολογίζων; Φυσικά δεν μιλάμε μόνο για μιά δραματουργία που πρέπει να καταφάσκει αλλά και για μιά δραματουργία που μπορεί να μάχεται τη θρησκεία, όπως ο Δον Ζουάν του Μολιέρου, ο οποίος πολεμά την θρησκεία και πληρώνει για τη βλασφημία του.

        Εκείνος που έθεσε καθέτως το πρόβλημα είναι ο Σικελιανός, ο οποίος πίστευε, δεν ήταν αμφιβάλλων, όπως ο Καζαντζάκης. Στο Χριστό στη Ρώμη ξεκινά από τις Πράξεις των Αποστόλων, που αναφέρονται στον προσηλυτισμό των Ελλήνων, πρόβλημα που απασχολούσε κυρίως τον Σικελιανό, ο οποίος προσπαθούσε να συνυπάρξουν μέσα στην ποίησή του ο Διόνυσος με το Χριστό χωρίς να νοιώθει ότι βλασφημεί, γιατί δεν έβλεπε τον Διόνυσο σαν ένα ειδωλολατρικό κατάλοιπο που περνάει στη ζωή μας, αλλά ως θρησκευτικότητα ως μανική σχέση με το θείο, κι έτσι ακριβώς μπορούσε να συνδυάσει αυτά τα δύο, χωρίς να νοιώθει ότι κάνει αλληλοπεριχωρήσεις της μιάς θρησκείας μέσα στην άλλη, ότι θέλει δηλαδή να ειδωλολατρίσει τον χριστιανισμό ή να εκχριστιανίσει τα είδωλα. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Ο Σικελιανός δεν έκανε συμπιλήματα αλλά προσπάθησε να κάνει μιά υπέρβαση: να δεί τις δύο αυτές θρησκευτικότητες κάτω από ένα κοινό πρίσμα ως υπόβαθρο της ευσέβειας αυτού του τόπου, αυτού του λαού’ το έβλεπε σαν εκφράσεις του έλληνα ανθρώπου. Δεν έβλεπε τον Χριστό με την θεολογική του καταγωγή από τον εβραϊκό κόσμο αλλά ως πρόσληψη του ελληνισμού: πώς τον δέχτηκε και πώς τον διαμόρφωσε το ελληνικό πνεύμα. Από την άλλη πλευρά, στη διονυσιακή λατρεία αναγνώριζε μιά κατάφαση στη ζωή. Έτσι προσπάθησε να συνδυάσει αυτά τα δύο. Μ’ αυτό τον τρόπο έβλεπε στο Χριστό στη Ρώμη την προέλευση των Ελλήνων στον χριστιανισμό ξεκινώντας πιθανώς από τις Πράξεις των Αποστόλων, όπου περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο προσελήφθη το κήρυγμα του Παύλου στον Άρειο Πάγο. Όταν ήρθε ο Παύλος στην Αθήνα, μίλησε, αφού πρώτα είχε αναφερθεί στον άγνωστο Θεό, δηλαδή αφού είχε διαπιστώσει τα αδιέξοδα των Ελλήνων: είχαν δοκιμάσει όλους τους θεούς και ειρωνικώ τω τρόπω καθαρά σωκρατικώ βρήκαν καταφύγιο στον άγνωστο Θεό σαν μιά έσχατη ελπίδα αφού κανείς δεν τους ικανοποιούσε από τους άλλους υπάρχοντες σε μία κατ’ είδωλο Αθήνα με βωμούς του Άμμωνος, του Οσίριδος. Στο βράχο ανέβηκαν όλες οι Σχολές: στωικοί, ηδονιστές κ.λπ. Όταν τους είπε σας φέρνω νέο Θεό και όταν τον ρώτησαν τί πρεσβεύει, εκείνος απάντησε: τί σημασία έχει τί πρεσβεύει’ είναι ένας Θεός που πέθανε και αναστήθηκε. Οι μισοί έφυγαν γελώντας ειρωνικά’ άλλοι όμως έμειναν και ρωτούσαν εμμόνως. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης. Οι Έλληνες τον δέχτηκαν γιατί είχαν φθάσει σε αδιέξοδα, είχαν φτάσει στο τέλος της λογικής’ μόνο εκείνοι μπορούσαν να καταλάβουν ότι μόνο πλέον αυτό το παράλογο (όπως το διατύπωσε ο Τερτυλλιανός «πιστεύω γιατί είναι παράλογο») δεν πήγαινε παραπέρα’ είχαν σκαλώσει στο σκάνδαλο του θανάτου, που διατυπώνεται έξοχα στο πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης. Ο Παύλος τους είπε εγώ σας φέρνω αυτόν που πάτησε τον θάνατο θανάτω, και τους έδωσε διέξοδο. Αυτά απασχολούσαν πάρα πολύ τον Σικελιανό. Τον απασχολεί κυρίως το πρόβλημα της Αναστάσεως.

        Το έργο του Σικελιανού Χριστός Λυόμενος ή Ο θάνατος του Διγενή βασίζεται σε μιά μελέτη του Ανρί Γκρεγκουάρ επάνω στην αίρεση των Παυλικιανών, οι οποίοι απέρριπταν τον εσταυρωμένο Ιησού και ανύψωναν ως σύμβολο τον αναστάντα. Ο Σικελιανός παίρνει το κείμενο αυτό και γράφει το 1945 ένα έργο θεμελιώδες, όχι μόνο θρησκευτικό αλλά και πολιτικό, γραμμένο την εποχή που βγαίνουμε από την κατοχή κι ελπίζουμε σε έναν καινούργιο κόσμο. Η θρησκεία των Παυλικιανών είχε προσληφθεί από τους Ακρίτες. Από αυτήν την άποψη οι Ακρίτες ήταν αιρετικοί. Τους τοποθετεί να ζουν στα άκρα κατά φύσιν:  ζούν μέσα στη φύση, λατρεύουν τη φύση και τελετουργούν εν υπαίθριω. Έχουν υψώσει τον αναστάντα Χριστό ως σύμβολο’ δεν δέχονται τον Εσταυρωμένο γιατί τον θεωρούν σύμβολο υποταγής, σύμβολο πένθους, δηλαδή δουλειά της ψυχής. Αυτή είναι η θέση της. Έρχεται ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Μακεδών να τους επιβάλλει την Ορθοδοξία και τον υποδέχονταν με τα ήθη τους: του παραθέτουν τραπέζι, κάνουν ένα γλέντι στο ύπαιθρο κι ακολουθεί κοινή λειτουργία των πρωτευουσιάνων και των αιρετικών. Ο πατριάρχης Πολύευκτος καλεί την ώρα της κοινωνίας έναν-έναν τους πιστούς, μεταλαμβάνει ο αυτοκράτορας και όταν έρχεται η σειρά του Διγενή του αρπάζει το δισκοπότηρο και το πίνει όλο. Γίνεται σκάνδαλο και τον σκοτώνουν πισώπλατα. Το έργο είναι η πιο πετυχημένη μεταφορά της φόρμας της αρχαίας τραγωδίας στην σύγχρονη οπτική, με έξι χορικά, αγγελική ρήση, με κομμούς, όπως ο θρήνος των γυναικών για τον πεθαμένο Διγενή. Έχω την εντύπωση ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό έργο και κρίμα που δεν παίζεται συχνότερα, αφού έχει παιχτεί μόνο δύο φορές. Είναι ίσως το θεολογικότερο έργο της νεοελληνικής δραματουργίας γιατί είναι ταυτόχρονα πολύ καλό θέατρο γιατί δεν θέτει μόνο προβλήματα αν και μπορεί κάποιος να έχει αντιρρήσεις δογματικές.

        Είναι έλλειψη παράδοσης ή είδος σεβασμού των δραματουργών μας να μην ανεβάζουν στη σκηνή ιερωμένους; Ίσως επειδή η δική μας θρησκεία είναι λαϊκή, οι ιερείς μας δεν είναι λόγιοι, όπως είναι στον καθολικισμό και ιδιαιτέρως στον προτεσταντισμό’ δεν είναι ο πυρήνας μιάς κοινωνικής τάξης, ο οποίος εκφράζει τα ήθη. Ο παπάς-ζευγάς της Ελλάδος δεν είναι πρόσωπο της κουλτούρας, είναι πρόσωπο της κοινότητας, είναι άλλο πράγμα. Κατά καιρούς μονάχα σε κάποια από τα λαϊκά θεάματα, σε έργα ή διασκευές όπως ο Χριστός ξανασταυρώνεται υπήρχαν παπάδες γιατί ήταν κεντρικό θέμα: ο παπάς ο καλός και ο κακός, που αντιπροσωπεύουν τις δύο δυνάμεις, την προοδευτική και την επαναστατημένη εκκλησία. Αλλιώς δεν υπάρχουν ιερωμένοι στη σκηνή.

        Οι νεότεροι συγγραφείς μας απ’ τον Καμπανέλλη κι εδώ δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Ίσως επειδή το έργο τους είναι κοινωνικό’ προσπαθούν να κάνουν ανατομία των κοινωνικών μας προβλημάτων περισσότερο, των αδιεξόδων της κοινωνίας μας, της μιζέριας της κοινωνικής’ μιάς κοινωνίας ανολοκλήρωτης χωρίς θεσμούς ή με θεσμούς που συνεχώς καταπατώνται και φυσικό είναι να έχουν στραμμένη προς τα εκεί την προσοχή τους. Ο μόνος από τους νέους συγγραφείς μας που έχει ένα θρησκευτικό ζητούμενο και πολλές φορές ένα θρησκευτικό τόνο, ιδιαίτερα στα νεότερα έργα του, είναι ο Βασίλης Ζιώγας. Είναι επηρεασμένος λίγο από την Ορθοδοξία και περισσότερο από μία ανατολική θρησκευτικότητα, δεν θα έλεγα τον Βουδισμό ή τον Ινδουισμό αλλά μιά θρησκευτικότητα πάντως μεταφυσική. Στο έργο του Φιλοκτήτης, που παίρνει το θέμα από τον αρχαίο μύθο, συνδυάζει τις δύο παραδόσεις μ’ έναν τρόπο σχεδόν ιδιοφυή: τα γεγονότα του μύθου- ο Φιλοκτήτης ο γνωστός μονήρης ήρωας, ο αποδιωγμένος στη Λήμνο, όπου πάει ο Οδυσσέας να του πάρει τα όπλα-γίνονται στο επίπεδο της πραγματικότητας και της ιστορίας, εδώ μπροστά μας ως μιά ρεαλιστική σύγκρουση διαφόρων ιδεολογιών και σκοπιμοτήτων ενώ ο χορός της τραγωδίας αποτελείται από ασκητές στυλίτες. Βρίσκονται στους στύλους τους και βλέπουν τους ανθρώπους κάτω από την προοπτική της αιωνιότητας. Βλέπουν την ιστορία περίπου ως στιγμιαία, μπροστά από τη διάσταση του αιωνίου και του  άναρχου’ βλέποντας μέσα από τη δική τους διάσταση του ανοικτού ουρανού βλέπουν τον κλειστό ουρανό της γης και μυκτηρίζουν προσπαθώντας να συλλάβουν τί είναι αυτή η ανοησία που λέγεται ανθρώπινη ιστορία και πολιτική όταν υπάρχει η διάσταση του θείου. Χωρίς να υπάρχει τίποτα το ορθόδοξο, είναι ένα έργο θρησκευτικής εμπνεύσεως πολύ ενδιαφέρον.

        Ένα άλλο έργο επίσης σημαντικό που έχει μιά τέτοια διάσταση είναι το τελευταίο έργο του Άγγελου Τερζάκη ο Πρόγονος ή Προγονός (τον τίτλο τον δίνει πάντα με κεφαλαία και μπορεί να τονιστεί και με τις δύο τονικές διαφορές). Είναι ένα κατεξοχήν θεολογικό έργο το οποίο ως δραματική δομή θυμίζει τον Ιωάννη Γαβριήλ Μπόργκμαν του Ίψεν. Για όσους όμως ξέρουν τον Τερζάκη με τις μεγάλες υπαρξιακές αμφιβολίες κι αναζητήσεις, ο Πρόγονος είναι ο Θεός. Ουσιαστικά είναι μία αλληγορία. Ο Τερζάκης προσπαθεί να δει το σημερινό αδιέξοδο του ανθρώπου κάτω από την προοπτική μιάς τυραννικής παρουσίας που κάνει τους ανθρώπους ενόχους- το αιώνιο πρόβλημα του Τερζάκη- κι απολογούμενος απέναντι στη συνείδησή τους και στην ιστορία. Στις βυζαντινές του τραγωδίες αγγίζει θρησκευτικά θέματα, στον Σταυρό και το σπαθί, στον Αυτοκράτορα Μιχαήλ και στη Θεοφανώ, αλλά το πρόβλημά τους δεν είναι θεολογικό. Άντλησε από το Βυζάντιο κατ’ αναλογία με τον Σαίξπηρ’ όπως εκείνος άντλησε από τον αγγλικό Μεσαίωνα έτσι κι αυτός άντλεί από τον βυζαντινό Μεσαίωνα για να θίξει σύγχρονα θέματα: εξουσίας, υπαρξιακής ενοχής, ερωτικής επικοινωνίας και προβλήματα ενοχής φόνου (ο φόνος ως υπαρξιακό γεγονός, ως αμάρτημα, παράβασης βασικού κανόνα της φύσης). Αυτά τα αντιμετωπίζει ο Τερζάκης όχι με θρησκευτική πάντα οπτική ή με δογματική οπτική. Οι ήρωές του ζούν στο Μεσαίωνα. Στη Θεοφανώ ο Τσιμισκής μετά τη σφαγή ουσιαστικά μετανιώνει, πέφτει στα γόνατα, προσκυνάει το θείο, αλλά αυτό δεν αρκεί για να ονομάσω το έργο θρησκευτικής έμπνευσης ή με θρησκευτικές ρίζες. Απλούστατα, ο Τερζάκης λαμβάνει υπόψη του και τη θρησκευτικότητα των ηρώων του, δηλαδή μιά διάσταση μεταφυσική που έχουν οι άνθρωποι, μιά διάσταση ανοιχτή για τα πράγματα.

ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, σελ. 163-174

από το βιβλίο «ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» σε επιμέλεια Ιωσήφ Βιβιλάκης. Εξώφυλλο Κώστας Χουχουλής. Συντονιστής της σειράς «ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ- 34» Μάριος Μπέγζος. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005, σελ. 178, τιμή 14 ευρώ.

«Είπεν άφρων εν καρδία αυτού ουκ έστι Θεός» Ψαλμός 14ος.

   Μεγάλη Τρίτη σήμερα, και ο ραδιοφωνικός σταθμός της Εκκλησίας της Ελλάδος από τις 7 το πρωί δημιουργεί την κατανυκτική ατμόσφαιρα με τις βυζαντινές υμνολογίες και ψαλμωδίες που αναμεταδίδει από την Μονή Πετράκη.

«Τον Νυμφώνα σου βλέπω….» ψάλλει η Ειρήνη Παπά

     Συνεχίζουμε την ανάγνωση κειμένων και την ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα παλαιότερων δημοσιευμάτων που θεωρούμε ότι ταιριάζουν με το θρησκευτικό κλίμα των ημερών που διανύουμε. Σήμερα, αναρτούμε ένα συνοπτικό αλλά κατατοπιστικό ανάγνωσμα για την σχέση της Νεοελληνικής Δραματουργίας με την Θρησκεία αρχομένης από το Κρητικό Θέατρο και αγγίζει χαρακτηριστικά κράσπεδα της δραματουργίας των ημερών μας. Το κείμενο προσέγγισης υπογράφει ο γνωστός κλασικός φιλόλογος και θεατρολόγος, μεταφραστής και στιχουργός Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ένας καλλιεργημένος καθηγητής και συγγραφέας που για πάνω από μισό αιώνα μας δίδαξε με τα δημοσιεύματά του στα διάφορα έντυπα, τις εφημερίδες και τα βιβλία που εξέδωσε μετά την μεταπολίτευση, να παρακολουθούμε καλό ελληνικό σύγχρονο και ξένο θέατρο. Ο έμπειρος και κατηρτισμένος θεατρικός κριτικός που «έπαιζε» στα δάκτυλα την αρχαία τραγωδία και κωμωδία, την μαγεία της Θεατρικής Τέχνης του σύγχρονου και παλαιότερου ρεπερτορίου, ο ηθοποιός μαθητής του «Πειραϊκού Θεάτρου» του πειραιώτη σκηνοθέτη δασκάλου Δημήτρη Ροντήρη, μας μύησε στα μυστικά της σκηνής και των παρασκηνίων, μας μίλησε για τις μοντέρνες ερμηνείες αντρών και γυναικών ηθοποιών. Επεσήμανε καθοδηγώντας μας τους πρωταγωνιστικούς και δευτερεύοντες ρόλους μιάς παράστασης, είτε αυτή προέρχονταν από την Εθνική Σκηνή είτε από περιφερειακό θίασο. Φώτισε τους τρόπους και τις μεθόδους ανεβάσματος μιάς σκηνικής παρουσίας, των μετεχόντων συντελεστών ενός θιάσου που παρουσίαζε την δουλειά του στα Αθηναϊκά θέατρα ή στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Καυτηρίασε αρνητικά νοοτροπίες και των καλλιτεχνών τουπέ ή επαίνεσε την σκηνοθετική οπτική ενός μοντέρνου νέου σκηνοθέτη. Με τις κριτικές του ανέδειξε τα σημεία εκείνα στα οποία συγκλείνουν ή αποκλίνουν οι νέες θεατρικές παραγωγές από τις προγενέστερές τους, που καινοτομούν οι νέες θεατρικές προτάσεις ή ακολουθούν την ίδια πεπατημένη των προηγούμενων εργατών της θεατρικής μαγείας. Στις δημόσιες θεατρικές του κρίσεις ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αρκετές φορές τις συμπλήρωνε κάνοντας αναδρομή σε προηγούμενα συγγραφικά έργα ενός θεατρικού δημιουργού, στην εξέλιξή του, στο θεατρικό του στυλ και ατομικό του ύφος. Δεν παρουσίαζε μόνο τις νέες παραστάσεις που ανέβαιναν αλλά αναφέρονταν και στην ίδια την θεατρική γραφή-το κείμενο, μας προσκαλούσε να γευτούμε την ποιότητα του λόγου και τις αρετές ενός θεατρικού έργου ως ανάγνωσμα πριν παρασταθεί πάνω στην σκηνή. Οι θεατρικές του κριτικές αποτελούσαν την εγκυρότερη πηγή επιβεβαίωσης μιάς παράστασης που ανέβαινε στις θεατρικές σκηνές, στους υπαίθριους χώρους. Κατείχε όσο λίγοι από τα μέσα-σαν παλαιός ηθοποιός- την ερμηνευτική δεξιοτεχνία και αξία ενός ηθοποιού, το έμφυτο ταλέντο του. Διέβλεπε τους ερασιτεχνισμούς του ή την ωριμότητά του, την ευσυνειδησία του, τις τεχνικές προσέγγισής του στον ρόλο που επέλεξε να ερμηνεύσει. Ήταν αυστηρώς αν διαισθάνονταν ότι ο ηθοποιός δεν ποιεί ήθος, αν θα σταδιοδρομήσει επαγγελματικά αισίως, αν διακονεί το θεατρικό σανίδι μην έχοντας τα εφόδια και απλά παίζει με τους ρόλους και εμάς το κοινό. Γερή γραφίδα, μεστή νοημάτων, πλούσια γραφή, ώριμη και πολυδιάστατη θεατρικά η κριτική σκέψη του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ανήκε στην κατηγορία των θεατράνθρωπων της παλαιάς θεατρικής «στόφας» από όπου προέρχονται οι φωνές ενός Φώτου Πολίτη, ενός Στάθη Δρομάζου, ενός Τάσου Λιγνάδη… και συγχρόνων καθηγητών πανεπιστημιακών σχολών της Θεατρολογίας μας που διακονούν συστηματικά ή περιστασιακά την θεατρική κριτική. Η Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου έχει να επιδείξει σπουδαία ονόματα αντρών και γυναικών μέχρι τις μέρες μας τα οποία είτε με ενθουσιαστικό τρόπο είτε με αρνητικό, χλευαστικό σχολιασμό στάθηκαν συνήγοροι του θεατρικού παιχνιδιού που συντελείται μέσα σε ένα το πολύ δίωρο και μετά χάνεται στον χρόνο, αποτελεί θεατρική προϋπηρεσία ενός ερμηνευτή ή ευχάριστη ανάμνηση ψυχαγωγίας ενός θεατή αποτυπωμένη μέσα σε ένα θεατρικό πρόγραμμα. Αρχινώντας από τον πρώτο που άνοιξε του θεατρικού στασιδιού την Ιστορία στην χώρα μας, τον ιστορικό Νικόλαο Λάσκαρη και τον σημαντικότερο μέχρι σήμερα, τον εργασιομανή φιλόλογο και παθιασμένο δάσκαλο του θεάτρου Γιάννη Σιδέρη που διέσωσε ότι μπορούσε να διασωθεί με προσωπικό μόχθο, ατομικό μεράκι, ιδία έξοδα και ξόδεμα ατομικού του χρόνου. Ένα ζωντανό παράδειγμα θεατρικού μύστη για αυτούς που τον γνώρισαν από κοντά, για εκείνους που μελέτησαν τις εργασίες και τα βιβλία του για όλους εμάς που θέλουμε να κρατούμε αναμμένο το λυχναράκι του θεατρικού του φωτός μπρός στο εικονοστάσι της θεατρικής παιδείας και της ιστορικής διαδρομής της στην πατρίδα μας. Από την τεράστια θεατρική παρακαταθήκη που μας κληροδότησε με τις άπειρες εργασίες, τα βιβλία και τις δημοσιεύσεις του αυτό το ελληνο-αυστρικό «θεριό» θεατρικής μνήμης και καλλιέργειας ο Βάλτερ Πούχνερ έως την έμπειρη και καταξιωμένη θεατρολόγο καθηγήτρια Κυριακή Πετράκου και την εξαιρετική εργασία της πάνω στο Θέατρο του Νίκου Καζαντζάκη και όχι μόνο, η σειρά είναι ενιαία και αδιάσπαστη. Και από τον Θεόδωρο Γραμματά ως τον ηθοποιό Μήτσο Λυγίζο με τις θεατρικές προσεγγίσεις τους, και τον σύγχρονο νεότερο ηλικιακά Ιωσήφ Βιβιλάκη ο δρόμος της θεατρικής αγωγής και ψυχαγωγίας είναι ενιαίος. Και, πώς μπορούμε να λησμονήσουμε το μέγεθος που λέγεται Αλέξης Σολομός ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη και θεωρητικού του θεάτρου και τις μελέτες του, τον «Άγιο Βάκχο» του μεταξύ άλλων, μα, και την μεγάλη μορφή του Πειραιώτη Μάριου Πλωρίτη και πόσα δεν πρόσφερε στην υπηρεσία του Θεάτρου, δεν καθοδήγησε συμβουλευτικά και προστάτευσε από λανθασμένες ενέργειες άντρες και γυναίκες υποκριτές ερμηνεύτριες, από την δεκαετία του 1960 που έγραφε τα κριτικά κινηματογραφικά και θεατρικά σημειώματά του στην δημοκρατική εφημερίδα «Ελευθερία» η παράδοση συνεχίζεται τιμητικά και ακουμπά στις θεατρικές ανακοινώσεις της Χαράς Μπακονικόλα, και την προσφορά της Άλκης Θρύλου και των πάνω από 15 πυκνογραμμένους τόμους των θεατρικών κριτικών της και σημειωμάτων της, και όσους άλλους λόγω χώρου, κριτικούς του θεάτρου και των δύο φύλων δεν αναφέρουμε. Ονόματα και κείμενα, δημοσιεύματα που μας εφοδίασαν με στοιχεία και ουσιαστικές πληροφορίες και θεατρικά μυστικά, μας μπόλιασαν με μαρτυρίες βιωματικών γνώσεων έτσι ώστε να έχουμε την άνεση-εμείς οι νεότεροι θεατρόφιλοι εραστές του- να κατανοούμε και να νιώθουμε καλύτερα την τέχνη του αρχαίου Θεού Διονύσου. Αυτού του πολύχυμου ιερού Αμπέλου που γευόμαστε μέχρι σήμερα μέσω της χριστιανικής θείας κοινωνίας. «Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και….» ικετεύει από το ψαλτήρι ο χριστιανός πιστός. Μας δίδαξαν να αποκωδικοποιούμε τα όποια μηνύματα μιάς θεατρικής παράστασης, να ξεκλειδώνουμε τα μυστικά κλειδιά της θεατρικής τέχνης, να διακρίνουμε τι καινούργιο κομίζουν τα έργα των σύγχρονων νέων ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Πώς πορεύτηκε η θεατρική μεταπολεμική δραματουργία μετά την εμφάνιση της θεατρικής γραφής του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Πώς το εξωλογικό στοιχείο της αινιγματικής σημαντικής της θείας παρέμβασης μετουσιώνεται σε καθημερινή πράξη στους κύκλους της ζωής μας και των βασάνων της και περιπετειών της. Θέατρο και Ελληνική Κοινωνία ως Κοινότητα επί τω αυτώ για αιώνες στην χώρα μας αποτελούν ένα ενιαίο κράμα παράδοσης. Στην Αυλή της ενοριακής μας παρουσίας και έμπροσθεν του ιερού των ιερών ναών εικονίσματα ως επαναλαμβανόμενη ιερουργία του ανθρώπινου πόνου των θαυμάτων της αιωνιότητας της πρόσκαιρης και τυχαίας παρουσίας μας πάνω σε αυτό το τόπι που ονομάζουμε Γη. Ένας ευαγγελισμός λειτουργικών καταστάσεων και δραματουργικών στιγμιότυπων της χαρμολυπικής παρουσίας Θεών και Ανθρώπων είναι η Θεατρική Τέχνη, αυτή που έλκει τα ιερά σήματα του Θείου και των παρεμβάσεών του στο ενθάδε και στο χθόνιο στερέωμα. Αυτήν την συνέχεια της «πανάμομης» θεατρικής τελετουργίας και το σκηνικό τελετουργικό του αντέγραψε και η Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της βήματα, στην δική της θρησκευτική ιστορική πορεία προοπτικής ως νέο του Ευαγγελίου μήνυμα αναστάσεως, ως Τέχνη του Θεάτρου που σκέπει υπό την προστασία της η παρθένος αειπάρθενος Μάνα Παναγιά- Εκάβη.

Να συμπληρώσουμε μόνο, ότι ορισμένες φορές η κριτική φωνή του Κώστα Γεωργουσόπουλου προκαλούσε εχθρότητες, αντιπάθειες, μίλησαν ακόμα και για κριτικές του μεροληψίες σε παραστάσεις που ανέβαιναν και οι μεταφράσεις των κειμένων ήταν δικές του. Όμως, ουδείς και ουδεμία μπορεί να αμφισβητήσει ότι η δημόσια παρουσία και λόγος του, οι κριτικές απόψεις και θέσεις του ήσαν μαθήματα θεατρικής παιδείας για εμάς τους νεότερους, ένας άλλος τρόπος θεατρικής προσέγγισης για τους αναγνώστες του, όπως την τέχνη του κινηματογράφου στα μεταπολιτευτικά χρόνια μας την δίδαξαν τα κείμενα και οι αναλύσεις του καθαρόαιμου μαρξιστή διανοητή και πεπαιδευμένου Βασίλη Ραφαηλίδη.

     Σωστές οι παρατηρήσεις που διατυπώνονται στη «Νεοελληνική δραματουργία και θρησκεία» του Κώστα Γεωργουσόπουλου, που διαβάζουμε στην εξαιρετική αυτή συλλογή των έξι κειμένων που απευθύνονται όχι μόνο στο στενό ειδικό κοινό των θεατρολόγων αλλά σε όλους εμάς, στο ευρύ κοινό. Εξετάζει τα θεατρικά πράγματα με την σωστή χρονολογική τους σειρά και συγγραφή κριτηρίων παραγωγής τους και επανατοποθετεί εσφαλμένες αντιλήψεις που έχουμε για ορισμένα από αυτά στις σωστές τους βάσεις, την θέση που κατέχουν ερμηνευτικά μέχρι σήμερα (πριν 20 χρόνια που κυκλοφόρησε το βιβλίο και παρουσιάστηκαν οι «ανακοινώσεις»). Έργα σταθμοί μέσα στην ιστορική διαδρομή της Νεοελληνικής δραματουργίας τους τελευταίους δύο αιώνες στην πατρίδα μας και την σχέση των ποιητικών και θεατρικών αυτών έργων με την θρησκεία και εκκλησιαστική παράδοση τα σκηνικά τους μοτίβα, τους εθνικούς- εκκλησιαστικούς συμβολισμούς, τα διάφορα ταμπλό της εικονοποιίας τους, τα δρώντα στις συνειδήσεις των πιστών στιγμιότυπα του Θείου δράματος και πώς αυτές οι πρώτες ιερές προτυπώσεις και σκηνική παρουσία γίνονται ποιητική- θεατρική ύλη και αφορμή για θεατρική παράσταση δίχως κατ’ ανάγκη να ανήκουν στην κατηγορία αυτή που αποκαλούμε καθαρής μορφής και είδους χριστιανικό θέατρο που ακολουθεί στενά την δογματική εκκλησιαστική ερμηνευτική. Σκιαγραφείται χαρακτηριστικά η σχέση των οσάνω ποιητών και συγγραφέων με την θρησκεία, την ορθόδοξη βιωματική. Οι συγγραφείς των έργων δεν είναι θρησκευτικοί συγγραφείς αλλά δημιουργοί της θύραθεν και κλασικής παιδείας με ανοίγματα της σκέψης του και προς τις δύο ελληνικές παραδόσεις της Ελλάδος, την Παγανιστική και την Χριστιανική, κοινός ο ιμάντας πολιτιστικής μεταφοράς μέσα στους αιώνες του Εθνικού και του Χριστιανού Έλληνα.

     Τα ενδεικτικά ονόματα που μνημονεύονται και τα έργα τους, μας είναι γνωστά, οικεία, αγαπητά, κατέχουμε τους συγγραφικούς πειραματισμούς τους και την επιθυμία τους να συνενώσουν το αρχαίο των εθνικών-παγανιστών ελλήνων πνεύμα με το κατοπινό χριστιανικό και ιουδαϊκό όπως το συγχώνευσε μέσα στους αιώνες η ορθόδοξη μονοθεϊστική ελληνική παράδοση. Αφομοιώνοντας ό,τι της ήταν ωφέλιμο στην κατοχύρωση της δογματικής εκκλησιαστικής διδασκαλίας της. Το ίδιο έπραξαν και οι θεατρικοί συγγραφείς εκείνοι που άντλησαν και από τις δύο πηγές της ελληνικής ποιητικής και θεατρικής παράδοσης το υλικό τους. Ενώ άλλοι, όπως ο Βασίλης Ζιώγας καλλιέργησε έναν μεταφυσικό θρησκευτικό λόγο προερχόμενο από τα μυστήρια της Ανατολής και όχι αποκλειστικά της Μέσης Ανατολής μην λησμονώντας και τα αρχαία της ελληνικής τραγωδίας πρότυπα. Το κράμα του Άγγελου Σικελιανού πέτυχε αν και γνωρίζουμε ότι το έργο και οι πνευματικές του δράσεις και ενέργειες κλείνουν περισσότερο προς το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και φιλοσοφία ζωής. Ο Άγγελος Σικελιανός δεν είναι τυχαίο ότι αποκαλείται ακόμα και σήμερα Ορφικός. Και σαν μεγάλος οραματιστής και ποιητής που υπήρξε ξεπέρασε τους σκοπέλους τόσο του αυτοκράτορα Ιουλιανού και τις αίολες θρησκευτικές του απόψεις, όσο και τα Νομοκανονικά σχέδια οργάνωσης της Νέας Πολιτείας του που ονειρεύονταν να ιδρύσει ο πρώτος Έλληνας, ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθωνας. Η περίπτωση του Νίκου Καζαντζάκη έχει χιλιοσχολιαστεί και πάλι κάτι περισσεύει που δεν έχει αποσαφηνιστεί από το ογκώδες πρωτότυπο και μεταφραστικό, ταξιδιωτικό και μυθιστορηματικό έργο του όσον αφορά τις θέσεις και τις προσωπικές του αντιλήψεις για το αν ήταν πιστός όχι στις διάφορες Εκκλησίες του Χριστού μέσα στους αιώνες, αλλά και στον ίδιο τον Χριστό και αυτόν Εσταυρωμένο. Ως διαχρονικό θυσιαστικό σύμβολο ελπιδοφορίας της ανθρωπότητας, ελέους και παρηγοριάς στις ανθρώπινες ψυχές των απλών και φτωχών ανθρώπων. Αυτός ο ιδεότυπος μεγάλος ψαράς των ανθρώπινων ψυχών που εξακολουθεί αιώνες τώρα να έλκει στα δίκτυα της διδασκαλίας και των εντολών του τους πιστούς ακολούθους του. Το αίνιγμα Νίκος Καζαντζάκης και το τι πραγματικά σαν άτομο, σαν ιδιοσυγκρασία πίστευε για τον Χριστό και την θρησκεία και εκκλησία που οικοδόμησε ακόμα παραμένει ανοιχτό πάνω στον Κρητικό του τάφο με τον υψωμένο της ανθρώπινης γωνίας σταυρό του. Τα έργα του αποτελούνται από μικρές καθημερινές ιστορίες και απλές κατανοητές παραβολές, στην επιθυμία του να διαχωρίσει τον καλό χριστιανικό στάχυ από τον κακό. Θρησκευτική φύση ο μεγάλος αγωνιστής Κρητικός στροβιλίζεται γύρω από τα φιλοσοφικά του προβλήματα αλλά γνωρίζει να τιμά στα βιβλία του τον λευίτη παπά από τον πονηρό ρασοφόρο που μόνος του σκοπός είναι το οικονομικό κέρδος φορώντας την λεοντή του θρησκευτικού σωτήρα. Ο Άγγελος Τερζάκης αποτελεί μία εξαιρετική εξαίρεση στην ιστορία του ελληνικού στοχασμού και την ιστορία της ελληνικής πεζογραφίας και του ελληνικού θεάτρου. Καλλιεργημένος, σοβαρός, υπεύθυνος και αποτελεσματικός από όποια δημόσια θέση υπηρέτησε  μας άφησε ένα έργο στο σύνολό του που μάλλον δεν έχει αναγνωριστεί σε όλες του τις διαστάσεις και θεωρητικές προεκτάσεις στους θεατρικούς χώρους. Ο Άγγελος Τερζάκης έμεινε μάλλον στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων σαν ένας σοβαρός, αστός δημιουργός της Γενιάς του 1930 που τον θυμόμαστε σε θεατρικές επετειακές εκδηλώσεις. Τα θεατρικά του έργα είναι περισσότερο γνωστά από τις τηλεοπτικές διασκευές τους στην ασπρόμαυρη ελληνική τηλεόραση τις περασμένες δεκαετίες και τους ερμηνευτές τους. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά αυτό φανερώνει η έλλειψη σύγχρονου θεατρικού ενδιαφέροντος και εργασιών πάνω στα μυθιστορήματά του και στον στοχαστικό και θεωρητικό του λόγο, το θέατρό του. Άραγε, με ποιόν έλληνα στοχαστή θα μπορούσαμε να τον παραβάλλουμε και το θεματικά βυζαντινής προβληματικής θέατρό του, ίσως μέσω των χαρακτήρων και των φυσιογνωμιών των βυζαντινών προσώπων που προβάλλει περισσότερο ιστορεί παρά θεατρικά αναμορφώνει με σύγχρονους προβληματισμούς και ζητήματα. Ίσως.

        Παγανισμός λοιπόν ή Ορθοδοξία ως κύριο συστατικό της Ελληνικότητας και τι οφείλει να επιλέξει από τις δύο αυτές ισχυρές ελληνικές παραδόσεις η ελληνική σύγχρονη δραματουργία; Σίγουρα ο νεοέλληνας θεατρικός δραματουργός  δεν θέτει τέτοια διλήμματα πλέον μέσα στην Ιστορία της μετανεωτερικής εποχής μας. Τα μυριάδες προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος είναι άλλης φύσεως και θεώρησης ζωής και μεταφυσικού- οντολογικού προβληματισμού. Το θεατρικό έργο «Ο Ιούδας» του Σπύρου Μελά παραδόξως έρχεται στην επιφάνεια ως πρόταση των πολιτικών και κυβερνητικών τους προθέσεων και της οικονομικής οργάνωσης της ευημερίας των λαών. Πολιτική ή Θρησκευτική η επαναστατική διδασκαλία του Υιού του Ανθρώπου, ποιος μπορεί να πάρει την απόφαση να τελεσιδικίση στην απάντησή του όταν το αιματοβαμμένο Μαρτυρολόγιο των ανθρώπων που θυσιάστηκαν και σταυρώνονται καθημερινά είναι απέραντο και από τις δύο θεωρήσεις μας. Το θέατρο και ο θεατρικός λόγος και η παράστασή του έχει σκεπαστεί από την λάμψη μιάς χλιδάτης θεαματικότητας και σκηνοθετικής ή των ηθοποιών πειραματική πανουργία σήμερα. Το κείμενο είναι πάρεργο μπρος την επιθυμία για προβολή ατόμου ή συνόλων που συντελούν στην παράστασή του. Η ιερότητα του κειμένου αρχαίου των εθνικών ελλήνων ή των χριστιανικών μετέπειτα χρόνων έχει απολεσθεί. Έμεινε ο σκελετός από μικρά ευφυολογήματα και πιασάρικες ατάκες που ξεσηκώνουν το ένστικτο αλλά όχι το φτερούγισμα της ψυχής. Και σίγουρα ο λόγος του δασκάλου Καρόλου Κουν κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας δεν ισχύει πια. Οι Καιροί αυτό δείχνουν κάνω λάθος;

      Το κείμενο του Κώστα Γεωργουσόπουλου είναι ξεκάθαρο και στις προθέσεις του για τους συγγραφείς και για τα έργα που μας μιλά. Είναι μία σοβαρή και αξιόλογη παρουσία ανάμεσα στους άλλους συμμετέχοντες και τα κείμενα που διαπραγματεύεται ο καθένας και η κάθε μία.

        Το βιβλίο περιλαμβάνει:

-Τον Πρόλογο του επιμελητή του Ιωσήφ Βιβιλάκη που αναφέρεται στην ταυτότητα του κάθε συγγραφέα και του κειμένου του, σελ.9- 15.

-Νίκος Χουρμουζιάδης, Θρησκεία και Θέατρο στην Αρχαία Ελλάδα, σελ.17-45.

-Χαρά Μπακονικόλα, Οι Θεοί της αρχαίας τραγωδίας, σελ. 47-84.

-Ιωσήφ Βιβιλάκης, Εκκλησία και Θέατρο στο Βυζάντιο, σελ. 85-114.

(*Να θυμίσουμε και την εργασία του πειραιώτη Μάριου Πλωρίτη)

-Σπύρος Α. Ευαγγελάτος, «Υπερβατικά» στοιχεία σε έργα του Κρητικού και του Επτανησιακού Θεάτρου, σελ. 115-140.

-Βάλτερ Πούχνερ, Το αίσθημα του  ιερού και του ευτράπελου στα ελληνικά λαϊκά δρώμενα, σελ. 141-161.

-Κώστας Γεωργουσόπουλος, Νεοελληνική δραματουργία και θρησκεία, σελ. 163-174.

-Βιογραφικά Συγγραφέων, σελ. 175-178.

        Στο οπισθόφυλλο μεταφέρεται η αρχή του Προλόγου του Επιμελητή. Διαβάζουμε:

«Θρησκεία και Θέατρο συνδέονται με μιά σχέση καταγωγής. Το αρχαίο δράμα ανατέλλει μέσα από το θρησκευτικό τραγούδι του διθύραμβου, το νεότερο ευρωπαϊκό θέατρο κυοφορείται εντός της μεσαιωνικής λατρευτικής πράξης της χριστιανικής λειτουργίας. Εθνολογικές- ανθρωπολογικές μελέτες, θρησκειολογικές προσεγγίσεις καθώς και η προϊστορία του θεάτρου τεκμηριώνουν ότι δεν υπάρχει λαός σε ολόκληρο τον πλανήτη, του οποίου η λαϊκή παράδοση να μην περικλείει τελετές και δρώμενα, έναν μίμο-ιερουργό που να δραματοποιεί αυτοσχεδιαστικά ή να παίζει συνειδητά απέναντι στο θεό του ένα δράμα προορισμένο να καλύπτει τις ανάγκες και τις σκοπιμότητες της κοινότητας που υπηρετεί. Θεολογία, Θρησκειολογία και Θέατρο συναντιούνται στην αναζήτηση του βιώματος της πίστης προς τον Θεό και στις ψηλαφήσεις της ουσίας της θεατρικής πράξης.»

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Μεγάλη Τρίτη, 7 του Απρίλη του 2026

ΥΓ. Πώς κατορθώνει πάντα το πολιτικό προσωπικό μας να στρέψει αλλού τα φώτα της επικαιρότητας προς συζήτηση είναι πράγματι ένα επαναλαμβανόμενο «Θαύμα» για να παραμείνουν όλα ως έχουν. Η πολιτική και κοινωνική μας παθογένεια ημών των εκλογέων και των πολιτικών εκπροσώπων μας μεταξύ της Αγίας Πρόκλας και του Ποντίου Πιλάτου.