Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Σκηνές από ένα γάμο

 

     ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

       ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΑΜΟ

  Το έργο «Σκηνές από ένα γάμο» είναι ένα από τα αριστουργήματα του Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman που παρουσιάζουμε σήμερα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, ολοκληρώνοντας σιγά-σιγά τις παρουσιάσεις ταινιών του που έχουμε παρακολουθήσει πάνω από μία φορά, την Καλοκαιρινή αυτή περίοδο αφιέρωμα στη μνήμη του. Ένα ακόμη κλασικό και χαρακτηριστικό έργο της Μπεργκμανικής καλλιτεχνικής δημιουργίας και σύλληψης γυρισμένο με ελάχιστα, λιτά μέσα, σενάριο σφιχτοδεμένο, βλέμμα ακριβές και παρατηρητικό, άψογοι διάλογοι με ψυχιατρικές αναφορές, κεντρικά πρόσωπα για άλλη μία φορά επιλεγμένα στην πρώτη «γραμμή» ενώ στο βάθος της ιστορίας έχουμε την υπόμνηση των δορυφόρων συγγενικών ατόμων της οικογένειας. (παιδιά, πεθερικά κλπ.). Μια ταινία με άψογη τεχνική καθόλου διδακτική στις όποιες απαισιόδοξες προθέσεις των μηνυμάτων της στην διερεύνηση των σχέσεων των δύο συζύγων, των σχέσεων ενός ζευγαριού μέσα στον γάμο. Ενός γάμου φαινομενικά ευτυχισμένου ενώ στην ουσία του διαλυμένου. Φιλμ δωματίου, γυρισμένο σε οικείο σπιτικό περιβάλλον, με δωμάτια στολισμένα λιτά με μεγάλες κουρτίνες να εμποδίζουν το εξωτερικό φως, απέριττο ντεκόρ, αίθουσες γραφείου εργασίας των αστών ηρώων που η δράση τους έχει άμεση σχέση με τον χώρο. Μία Κάμερα σταθερά εστιασμένη σε αντιδράσεις και συσπάσεις προσώπων, να περισκοπεί κινήσεις, προσεγγίσεις και στάσεις σωμάτων. Πάντα άγρυπνο και περίεργο το βλέμμα του σκηνοθέτη να εξερευνά τα πρόσωπα των ανθρώπων, τις σωματικές τους χειρονομίες και αντιδράσεις, εκδηλώσεις συναισθημάτων τους, ψυχικούς ερεθισμούς, σκιρτήματα αγάπης, άγχος έλλειψη επικοινωνίας. Ελάχιστοι οι απαραίτητοι φωτισμοί και οι φωτοσκιάσεις, οι γωνίες λήψης, σκιαγραφούν χαρακτήρες με επιμέλεια, παρουσιάζουν άτομα σε απόγνωση, συχνά κοντράστ του ζεύγους των δύο φύλων. Εναλλαγές ρόλων των πρωταγωνιστών, συνειδητοποιήσεις αυτογνωσίας ενός παντρεμένου ζευγαριού σε κρίση στην ρουτίνα της καθημερινότητάς του. Ενός άντρα και μίας γυναίκας διαρκώς σε θέση μάχης μέσα στα δεσμά του γάμου,- παρά την εξωτερική φαινομενική εικόνα της ευτυχίας από τους γύρω- μιας μακροχρόνιας σχέσης στις στιγμές των συγκρούσεών τους. Μία ιστορία απλή, συνηθισμένη, όπως χιλιάδες άλλες που συμβαίνουν γύρω μας, δίπλα μας στα διπλανά διαμερίσματα των πολυκατοικιών μας. Αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές των δύο φύλων μέσα στον γάμο που βαλτώνει την δυναμική του έρωτα εντείνει τα περιθώρια ακοινωνησίας. Μια παρατεταμένη διαδικασία αυτογνωσίας που με μαεστρία κινηματογραφεί ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν μέσα από τα και με τα αδιέξοδα της σχέσης των δύο ατόμων. Μία διήγηση απλή, κατανοητή, οικεία μας, εύληπτη χαρτογράφηση των μυστικών περιπετειών ζωής και συναισθηματικών αδιεξόδων ενός άντρα και μίας γυναίκας στα πάνω και τα κάτω των στιγμών του έρωτά τους, της σχέσης τους, της αγάπης τους, του μη κατά βάθος οριστικού χωρισμού τους. Συζυγικές συγκρούσεις συνηθισμένες της «κρεβατοκάμαράς» τους (;) ή του εσωτερικού τους ταραγμένου ψυχικού κόσμου (;). Κακόηχες συζυγικές μελωδίες αψιμαχιών των δύο φύλων, του αρσενικού και του θηλυκού φιλμογραφούνται σε ενιαία ή ξεχωριστά ταμπλό. Βιογραφούν τις καταστάσεις τους και τις κοινές ή διαφορετικών σκηνών εμπειρίες τους. Έξι κεντρικές Σκηνές περιλαμβάνει το Σενάριό του, διάλογοι οργανωμένοι με συγγραφική δομή να διαβαστούν και αυτόνομα, σπονδυλώνουν την ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» καθιστώντας την προσωπική τους ατομική ιστορία και δική μας ιστορία, αφήγηση των δικών μας προβλημάτων, των σχέσεών μας μέσα στον γάμο.

«Το έργο αυτό πήρε τρείς μήνες για να γραφτεί, αλλά ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ζωής μου σαν εμπειρία. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα είχε καλύτερη κατάληξη αν ήταν αντίστροφα, παρ’ όλο που θα φαινόταν ωραιότερο. Έχω αισθανθεί ένα είδος τρυφερότητας γι’ αυτούς τους ανθρώπους, όσο ασχολιόμουν μαζί τους. Είναι μάλλον αντιφατικοί, μερικές φορές αγχώδικα παιδικοί, άλλοτε πάλι αρκετά ώριμοι. Μιλάνε λέγοντας κουταμάρες, κάθε τόσο ξεστομίζοντας κάτι έξυπνο και ευαίσθητο. Είναι νευρικοί, χαρούμενοι, εγωιστικοί, κουτοί, καλοσυνάτοι, σοφοί, αυτοθυσιαζόμενοι, τρυφεροί, θυμωμένοι, απαλοί, συναισθηματικοί, ανυπόφοροι και αξιαγάπητοι. Όλα μπερδεμένα μαζί. Ας δούμε τώρα τι θα συμβεί». Μας λέει ο Μπέργκμαν ολοκληρώνοντας τον Πρόλογό του, σελ. 10

        Ενώ απευθυνόμενος σε εμάς τους αναγνώστες και ενδεχόμενους θεατές της ταινίας στην αρχή μας λέει:

«Για να προλάβω τον ανήσυχο αναγνώστη από το να χαθεί μέσα στο κείμενο, αποφάσισα, αντίθετα με τις συνήθειές μου, να γράψω κάποιο σχόλιο πάνω στις έξη σκηνές. Όσοι ενοχλούνται με τέτοιου είδους υποδείξεις, θα πρέπει να παραλείψουν τις επόμενες γραμμές». Σελ. 7.

    Λόγια και σκέψεις ενός υπεύθυνου και σοβαρού καλλιτέχνη ο οποίος σχεδιάζει και στην παραμικρή της λεπτομέρεια τόσο την συγγραφική όσο και την κινηματογραφική του δουλειά, μην παραβλέποντας και τον ρόλο που παίζει στην κατανόηση και αποδοχή ενός καλλιτεχνικού αποτελέσματος, θέαμα, βιβλίο, ο θεατής ή ο αναγνώστης.

 Κοινά τα προβλήματα των ηρώων πρωταγωνιστών πάνω στην λευκή οθόνη και ημών των θεατών που την παρακολουθούμε. Τονισμοί απαισιοδοξίας και κλίματος φαινομενικής ευτυχίας μέσα στις συζυγικές σχέσεις. Συμβιβασμοί και υποχωρήσεις, ακραίων στιγμών βίαιες συμπεριφορές του ενός προς το άλλο φύλο. Διπλό ερωτικές επιλογές και «ξενοπηδήματα» μέσα στον γάμο ενώ ακόμα κρυφοκαίει ο ερωτικός πόθος και έλξη του ενός προς τον άλλο σύζυγο.  Ανατομία μιάς σχέσης που έχει φτάσει στην ολοκλήρωσή της και όμως και πάλι φθείρεται, ξεφτίζει, αλλοιώνεται, αρχίζει η προσπάθεια νέας αγωνίας από την αρχή, για «συγκόλληση» των θραυσμάτων του καθρέφτη της συζυγικής σχέσης μέσα στο παραδοσιακό κάδρο του κοινωνικού θεσμού του γάμου. Στενή ψηλάφηση μιάς παμπάλαιας διαμάχης μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού στοιχείου μέσα στην φύση, στον γάμο που «επιβάλει» το κοινωνικό και εθιμικά θρησκευτικό πρέπει, στις μετωπικές τους συγκρούσεις κυριαρχίας, υποχωρήσεων και αμοιβαίας κατανόησής τους, στην πικρία τους και τις ατομικές τους θλιβερές και των θλίψεών τους στιγμές. Το βλέμμα του Μπέργκμαν δεν πρωτοτυπεί, δεν κατασκευάζει μοντέλα σχέσεων, αποτυπώνει μία συνηθισμένη καθημερινότητα στις ευτυχισμένες τους στιγμές και στις ρουτινιάρικες ενός ζεύγους που έχουν έρθει σε γάμου κοινωνία. Ένας άντρας και μία γυναίκα, «θήραμα» και «θηρευτής» μαζί όπως καθένας μας στις ιδιαίτερες σχέσεις μας, στις κοινωνικές συμβάσεις μας γνωρίζει. Αξίζει να παρακολουθήσει κανείς έστω και μία φορά στην ζωή του αυτήν την ταινία, ανεξάρτητα πιστεύω αν έχει παντρευτεί ή όχι.

   Τα έργα του Ίνγκριντ Μπέργκμαν- τα περισσότερα τουλάχιστον- δεν γράφτηκαν, σχεδιάστηκαν και προβλήθηκαν στην μεγάλη ή μικρή οθόνη για να μας δώσουν ένα πανοραμικό αυτοβιογραφικό σχεδίασμα πινακοθήκης μελών της οικογένειάς του και του ίδιου του σκηνοθέτη ως παιδιού και μόνο, αλλά αφορούν και εμάς τους ίδιους, τις ζωές μας και την περιπέτειά της, τα κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά μας, των επαφών μεταξύ μας και τις αντιδράσεις μας, τα αδιέξοδά μας, τα διλήμματά μας, τις επιλογές και τα λάθη μας. Εκφράζουν τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και μεταφυσικά πιστεύω, αμφιβολίες και αμφισβητήσεις μας, τους μετασχηματισμούς και μεταβολές του χαρακτήρα μας. Οι ταινίες του, έστω και αν έχουν περάσει τόσες δεκαετίες από την πρώτη τους παρουσίαση πέρα από τα κινηματογραφικά σύνορα της Σουηδίας παραμένουν επίκαιρες, βλέπονται με ενδιαφέρον. Οι δημιουργίες του δεν είναι ηθογραφίες μιάς εποχής των αρχών του περασμένου αιώνα οικογενειακών του αποκλειστικά σχέσεων έστω και αν τις αποτυπώνει με ξεκάθαρο τρόπο. Είναι η δραματική ψυχογράφηση προσώπων στις κορυφώσεις και τις πτώσεις τους στην διαδικασία τους να ερμηνεύσουν το περιβάλλον τους και την θέση τους μέσα σε αυτό, να αποτινάξουν ό,τι πουριτανικό και σκουριασμένο κουβαλά μέσα της η παραδοσιακή διαπαιδαγώγησή τους και η ηθική αγωγή τους, να εκφράσουν με ειλικρίνεια τα συναισθήματά τους, τις κρυφές επιθυμίες τους, τα συνειδησιακά τους φτερουγίσματα, να βρουν απαντήσεις στα οντολογικά τους ερωτήματα. Να πραγματώσουν το βίο τους μέσω του θεατρικού παιχνιδιού, της καταφυγής στο όνειρο, στους οραματισμούς της φαντασίας τους. Πολλές φορές έχεις την αίσθηση βλέποντας ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ή διαβάζοντας κείμενά του, είναι σαν να περιμένει από εμάς τους θεατές του- αναγνώστες του, να τον βοηθήσουμε, να του δώσουμε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τα φτερά των ονείρων του, της φαντασίας του. Από εδώ προέρχεται και το σταθερό άγχος του αν γίνονται κατανοητές οι ταινίες του, αν θα αρέσει το τελικό του αποτέλεσμα ως ευχάριστη διασκέδαση, ψυχαγωγία, ή θα εκληφθεί σαν ένα ακόμη εγκεφαλικό του καλλιτεχνικό εγχείρημα. Το προσωπικό της ζωής του άλμπουμ όμως που ξεφυλλίζει στις ταινίες του, είναι και τηρουμένων των κοινωνικών συνθηκών και δικό μας, καθώς αφηγείται τις μικρές του ιστορίες, στιγμιότυπα της καθημερινότητάς μας και περιόδους ανθρώπινων καταστάσεων που αναγνωρίζουμε δίπλα μας. Όχι και τόσο ιδιαίτερες, ξεχωριστές συμπεριφορές δικών μας ατόμων που ήρθε και ο ίδιος σε επαφή, αποτυπώθηκαν στην μνήμη του. Σκοτεινές ή φωτεινές, ομιχλώδεις ή σκουρόχρωμες εικόνες που διέπλασαν τον χαρακτήρα του σαν άτομο και σαν καλλιτέχνη μέσα στο ιστορικό διάβα της σουηδικής κοινωνίας και των κοινωνικών αλλαγών της. Σε αυτό το κουκλοθέατρο που λέγεται ζωή και κάποιος άλλος ταγμένος από την Μοίρα κινεί τα νήματα. Φυσικά, η ταινία του Μπέργκμαν που προβλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και ήταν σκηνοθετημένη στην αρχική της «κόπια» για να παιχτεί στην Σουηδική τηλεόραση σε συνέχειες, βρίσκεται στον αντίποδα δύο άλλων εξαιρετικών ταινιών που σπουδάζουν την ερωτική σχέση ενός άντρα και μιάς γυναίκας παρά τις κάποιες αμυδρές ομοιότητες στις σχέσεις των ζευγαριών. Αναφέρομαι παραδειγματικά στην αξέχαστη «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Αλέν Ρενέ του 1959 που είχε προηγηθεί και επίσης στην Γαλλική ταινία του Κλώντ Λελούς του 1966 «Ένας άντρας και μία γυναίκα». Κινηματογραφικές επιτυχίες διαχρονικές που γνώριζε ο Σουηδός σκηνοθέτης.

Η ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» όπως πολύ ορθά επισημαίνει στο διθυραμβικό κριτικής κείμενό του ο δάσκαλος του Κινηματογράφου Βασίλης Ραφαηλίδης είναι ένα αριστούργημα που θα μας μείνει αξέχαστο, αλησμόνητο. Ακόμα και σήμερα βλέπεται με μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο ως δίωρη ψυχαγωγία αλλά ως σπουδή και ουσιαστικό προβληματισμό πάνω στον κοινωνικό θεσμό του γάμου και των σχέσεων που καλλιεργούνται μεταξύ των ζευγαριών στον χρόνο της συμβίωσης τους με όλες τις αναμενόμενες ή απρόβλεπτες συμβάσεις και συμβιβασμούς τους, αμοιβαίες υποχωρήσεις τους και εγωιστικά πείσματά τους. Το ότι είναι γονείς δύο κοριτσιών που αγαπούν, δεν αναιρεί τα προβλήματα και τα αδιέξοδα της γαμικής τους σχέσης.

Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι τα όσα έχει δημοσιεύσει (και έχουμε διαβάσει) σε προγράμματα ταινιών (Στούντιο), στην εφημερίδα «Το Βήμα», στο περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» κ. ά., τις περασμένες δεκαετίες ο στοχαστής και θεωρητικός του Σινεμά κυρός Βασίλης Ραφαηλίδης για τις ταινίες της πρώιμης περιόδου αλλά και της μεταγενέστερης ωριμότερής του Σουηδού σκηνοθέτη ( Σε Μπεργκμανικές τριλογίες που έχουμε αναφερθεί στο Πειραϊκό μας ιστολόγιο) δεν είναι λόγια κριτικής αβροφροσύνης, ενθουσιαστικές αποτιμήσεις, υπερβολές ενός φανατικού θαυμαστή ενός από τους σπουδαιότερους και μεγαλύτερους σκηνοθέτες παγκοσμίως της Έβδομης Τέχνης στην ιστορία της διαχρονικά. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης δεν έχει μάθει να χαρίζεται, ούτε σε σκηνοθέτες ούτε σε έργα τους, αυτό μας φανερώνει η συνολική ανάγνωση των κινηματογραφικών κριτικών του πολύτομου «Λεξικού των Ταινιών» των εκδόσεων «Αιγόκερως». Ακόμα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός στις κριτικές του, ότι εντάσσει τις καλλιτεχνικές κινηματογραφικές δημιουργίες μέσα σε ένα ιστορικό και κοινωνικό- πολιτικό- ιδεολογικό πλαίσιο που δεν μας αφήνει αδιάφορους, αντίθετα μάλιστα συμπληρώνει τα ερμηνευτικά μας κενά. Κάθε ταινία που κρίνει είναι και ένα στάδιο, ένα σκαλοπάτι μύησής μας στην Έβδομη τέχνη.

Ο Κινηματογράφος-που δεν έχει συμπληρώσει μία εκατονταπενταετία από την γέννησή του την εφεύρεσή του-, είναι μία τέχνη ευρέως διαδεδομένη που προέρχεται από τα σπλάχνα της Κοινωνίας, αυτήν εκφράζει και τους Ανθρώπους που κινούνται και αναπνέουν μέσα της, ως κοινωνικό σώμα, στιγμές τους, αναμνήσεις τους, συμπεριφορές ετερόκλητων ατόμων, (ως συνόλου) διαφορετικών πληθυσμιακά πολιτιστικών ταυτοτήτων χαρακτήρες και ίχνη ταυτότητας και εμπειριών ζωής. Θετικά ή αρνητικά συμβάντα ανθρώπινων πράξεων και επιπτώσεων τους στο χώρο και το χρόνο, ανθρώπινες καταστάσεις ανεξέλεγκτες, οριακές, ονείρων περιπλανήσεις και οραματικές φιλοδοξίες. Περιπέτειες βίου και μικροιστορίες, αδιέξοδα και βάσανα, έρωτες και μίση καθρεφτίζει, αντανακλά ανθρώπων πάθη τρομερά, χαρακτηριστικά, -ως τελευταία από τις ανθρώπινες τέχνες ο κινηματογράφος- σκοτεινά πάνω στην λευκή οθόνη ως μία πραγματικότητα που διαιωνίζεται στον χρόνο και την ιστορία. Οπτική, κινηματογραφική αφήγηση με λέξεις και εικόνες, πλάνα και σκηνές, χρώματα και ντεκόρ. Συμπύκνωση εμπειριών πριν λησμονηθούν. Ο έλληνας κριτικός γνωρίζει την τέχνη του Σινεμά από τα μέσα, την έχει σπουδάσει και «χωνέψει» την λειτουργία του, τις τεχνικές του, τις ανάγκες και ατέλειές του, τις συμπεριφορές της δημόσιας εικόνας των συνεργατών και των παραγόντων του, την εμπορική βιομηχανία του. Τους πειραματισμούς του, τις οικονομικές του σκοπιμότητες που δημιουργούνται γύρω από αυτόν σαν ένα ακόμα ευρέως γνωστό καταναλωτικό προϊόν του πολιτισμού, του θεάματος, της τέχνης ως ψυχαγωγία, ως μέσο λαϊκής διασκέδασης και προπαγάνδας. Παρακολουθεί ανελλιπώς ταινίες των διαφόρων φεστιβάλ, ξέρει τι γίνεται πίσω από τα φώτα της επικαιρότητας στις Κάννες, είναι ενήμερος των ξένων κινηματογραφικών παραγωγών και των νέων ρευμάτων και κινηματογραφικών ιδεών, πειραματισμών των νέων σκηνοθετών. Ποιοι προωθούνται και ποιοι όχι. Διακρίνει την Αμερικάνικη από την Ευρωπαϊκή Κινηματογραφική βιομηχανία και παραγωγή. Το Σταρ σύστεμ του Χόλλυγουντ. Τις επιτυχημένες στιγμές του Ελληνικού Κινηματογράφου και τις αποτυχίες του. Αναγνωρίζει το άλλο βλέμμα και προβληματική των ευρωπαίων καλλιτεχνών και συντελεστών του, την θεματική τους το κινηματογραφικό τους άρωμα. Μαζί με τον έλληνα βραβευμένο σκηνοθέτη Θεόδωρο Αγγελόπουλο εκδίδουν στην εποχή τους ένα από τα πρώτα σοβαρά περιοδικά αμιγώς για τον Κινηματογράφο στην Ελλάδα, αρθρογραφεί και γράφει διαρκώς κινηματογραφικές κριτικές για ταινίες ποιοτικές ή και εμπορικές. Η κριτική του βεντάλια είναι μεγάλη, πολύχρωμη με πάμπολλες αναφορές σε πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, αντιλήψεις για την κινηματογραφική τέχνη και την ιστορία της. Αναφέρεται στην σημασία των ρόλων των ηθοποιών στην διαδρομή τους. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης μπορεί να μην γύρισε ο ίδιος ταινίες, υπήρξε όμως ένας μαρξιστής μαϊστορας του Κινηματογράφου, ένας ελευθερόφρων κοσμοπολίτης στοχαστής που θα γράφαμε αβίαστα ότι κρατούσε νοερώς πάντα την Κάμερά του όταν έγραφε και δημοσίευε τις κρίσεις του με τόλμη, οξύτητα αλλά και δικαιοσύνη, εντιμότητα, γλαφυρότητα εκφραστική και λόγο σταράτο. Μία γραφή αξιοζήλευτη και προπάντων διδακτική (με την καλή έννοια), έμπειρη, με ύφος απλό, λαϊκό, κατανοητό, καθόλου αφοριστικό για τον Κινηματογράφο, ούτε διανοουμενίστικο παρά το βάθος της εμπειρίας του και των σπουδών του. Τα Κείμενά του υπήρξαν ένα είδος ανοιχτού λαϊκού πανεπιστημίου, ελεύθερα μαθήματα για τον καθένα μας, τον κάθε έλληνα και κάθε ελληνίδα που διάβαζε τα δημοσιεύματά του για τον Κινηματογράφο και τις προβολές των καινούργιων ταινιών. Δεν «πλάσαρε» ταινίες, δεν προωθούσε, παρουσίαζε. Είχε πάντα αίσθηση των εντύπων που έγραφε. Δεν χρειαζόταν να είσαι ειδικός για να κατανοήσεις αυτά που έγραφε κρίνοντας ταινίες, δεν ήταν απαραίτητο να ανήκεις σε καμία κατηγορία ειδικών του σινεμά, χρειαζόταν απλά να αγαπάς την έβδομη τέχνη και να αφήνεσαι στην μαγεία και τα όνειρά της. Προσπερνούσες τις ιδεολογικές του προσεγγίσεις αν δεν ήσουν μαρξιστής, τις υλιστικές του ερμηνευτικές και κοιτούσες να καταλάβεις τις ιστορικές παραμέτρους και ιστορικά ιδεολογήματα με τα οποία εμπλούτιζε τις κριτικές του θέσεις. Οι ταινίες ήσαν αναπόσπαστο καθρέφτισμα των ιστορικών και κοινωνικών ή πολιτικών γεγονότων της εποχής τους και φυσικά των προθέσεων του σκηνοθέτη. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης ήταν ένας μοντέρνος έλληνας Διαφωτιστής του καιρού μας και παράλληλα, ένας οικουμενικών διαστάσεων θιασώτης και κριτικός του ορθού λόγου και καθαρής σκέψης. Πίστευε στα πνευματικά επιτεύγματα της Γαλλικής Επανάστασης του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης και φιλοδοξούσε μέσα στους κύκλους της ανθρώπινης Ιστορίας να τερματίσει ο καταπιεστικός και απάνθρωπος εξουσιαστικός κύκλος του καπιταλιστικού συστήματος. Διαψεύσθηκε σε αυτή του την επιθυμία παταγωδώς όπως κάθε οραματιστής αγωνιστής, όπως ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος. Ο καπιταλισμός νίκησε κατά κράτος τα άλλα συστήματα που ο ίδιος γέννησε στην προσπάθεια κυριαρχίας και εξάπλωσής του. Ο Ραφαηλίδης επεδίωξε από την μεριά του έχοντας δημόσιο λόγο και φωνή μέσω των μακροσκελών κειμένων και άρθρων του, προβολής του, να κάνει τους σύγχρονους Έλληνες κοινωνούς των επιτευγμάτων της σύγχρονης Επιστήμης των Γραμμάτων και των Τεχνών επιτευγμάτων. Καλλιέργησε μία άλλη Αισθητική (κινηματογραφική και μη) περισσότερο καλλιτεχνική παρά μεταφυσική ή θρησκευτικών αγκυλώσεων και προκαταλήψεων, αντιλήψεων άλλων χρόνων. Είχε μεγάλη ευφράδεια λόγου, άνεση στο γράψιμο, ήταν περισσότερο αναλυτικός αλλά και όπου χρειάζονταν συνθετικός και συμπεριληπτικός. Αγαπούσε την καλή ζωή και τις διασκεδάσεις, ήταν παθιασμένος γυναικάς δίχως να πάψει να υποστηρίζει τους ομοφυλόφιλους και τα κοινωνικά και νομικά δικαιώματά τους. Ορισμένες φορές στις εμφανίσεις του γίνονταν είρων απέναντι στους συνομιλητές του, όσον αφορά την πολιτική τους επιλογή και κατεύθυνση, μία σιγουριά που του έδινε το μεγάλο παγκράουν των γνώσεών του. Σύμφωνα με δικές του δηλώσεις και γραφόμενα ήταν άθεος, δηλαδή άθρησκος και μεταφυσικά φυσιολάτρης και φυσικά δεν ήταν φιλικός απέναντι στην χριστιανική θρησκεία και παράδοση. Οι θέσεις του για την εξέλιξη του Ελληνισμού προκαλούσαν αρκετές συμπάθειες αλλά και αντιπάθειες. Τα ολοσέλιδα συνήθως κείμενα του Βασίλη Ραφαηλίδη ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στην εφημερίδα το «Έθνος» που συνεργάζονταν, ήσαν εξαιρετικής υφής και είχαν κάτι που συνήθως δεν συναντούσε ο αναγνώστης σε άλλους αρθρογράφους της εποχής, δεν τα βαριόσουνα. Τα μεγαλόπνοα άρθρα του με μεγάλη ποικιλία ιστορικών και κοινωνικών θεμάτων και ασφαλώς πολιτικών με τα οποία καταπιάνονταν, δεν σε έκαναν να γυρίσεις σελίδα στην εφημερίδα που κρατούσες στα χέρια σου, σου κρατούσαν το ενδιαφέρον και ενεργοποιούσαν πνευματικές σου δυνάμεις να ψάξεις με την σειρά σου να ανακαλύψεις την κοινωνική- πολιτική- θρησκευτική- ιδεολογική ιστορική αλήθεια που ένα ολόκληρο εκμεταλλευτικό σύστημα εξουσίας σου κρύβει και σε κρατάει δέσμιο μέσα στην άγνοια και την παραπληροφόρηση, την οικονομική και απάνθρωπη σκλαβιά. Είμαστε- εμείς οι πολίτες- ένα ακόμη άχρηστο καταναλωτικό προϊόν για την όποια μορφής εξουσία. Ποτέ τα κείμενά του δεν ήσαν μονοθεματικά, η γλώσσα του στρωτή δεν χρειαζόσουν Λεξικά για να την ερμηνεύσεις, κατανοήσεις. Ανέπτυξε ένα δικό του ύφος και τρόπο στις εμπεριστατωμένες αναλύσεις και ερμηνείες του π.χ. για τον Μαρξ, την Ελληνική Ιστορία, την Παγκόσμιο. Διαπιστώνουμε από τα βιβλία και την αρθρογραφία του, τις δημοσιεύσεις του, ότι τα ενδιαφέροντά του απλώνονταν και πέρα από εκείνα της κριτικής και παρουσίασης των κινηματογραφικών ταινιών και της διδασκαλίας του Σινεμά. Το όνομά του έχαιρε σεβασμού και εκτίμησης παρά τις κατά καιρούς συγγραφικές και άλλες των λόγων του υπερβολές.

  Όσον αφορά τώρα τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο Βασίλης Ραφαηλίδης εξετάζει εκ του σύνεγγυς την κινηματογραφική του προβληματική και φιλοσοφία,  γνωρίζει την σκηνοθετική του προϊστορία και τις βραβεύσεις του, την σταδιακή του εξέλιξη και τα στάδιά της, την ενασχόλησή του και την αγάπη του για την Θεατρική τέχνη, κάτι τόσο εμφανές μέσα στις ταινίες του. Λες και παρακολουθούμε μία θεατρική παράσταση μέσω των κινηματογραφικών πλάνων και εικόνων. Το στήσιμο των ηθοποιών και οι δράσεις τους, πάντα έχουν μία βεβαιωμένη θεατρικότητα στις ταινίες του. Ο Ραφαηλίδης γνωρίζει τα μυστικά των τεχνικών δυσκολιών του κινηματογράφου, τις παθιασμένες αντοχές του Μπέργκμαν και πως ή πότε τις ξεπερνά. Τις όποιες αδυναμίες του ως σκηνοθέτη, την ευφυή διαπραγματευτική του ικανότητα μεταφυσικών θεμάτων και την καθολική ρητορική του. Τις εμμονές του και την όσφρηση του στο τι είναι αισθητικά και οπτικά τέλεια οργανωμένο. Τις ξένες σκηνοθετικές και άλλες προσλήψεις του και προτιμήσεις του σε συγκεκριμένους δημιουργούς και έργα τους. Ορισμένους τους γνώρισε από κοντά και τους θαύμαζε άλλους δεν τους εκτιμούσε. Το πάθος του για το Σινεμά και τους συντελεστές του, την στενή και σταθερή ειλικρινή σχέση του με τους συνεργάτες του- ηθοποιούς και τεχνικούς, άντρες και γυναίκες πρωταγωνιστές που έδεναν πάντα μεταξύ τους αρμονικά και ισορροπημένα σαν μία φιλική καλλιτεχνική και συντροφική ομάδα με ένα κατά βάθος κοινό καλλιτεχνικό στόχο κάτω από τις δικές του οδηγίες ή καλύτερα σοφές συμβουλές. Στην ιστορία του Κινηματογράφου έχουμε μία σπάνια περίπτωση, και στις αντιλήψεις του μεγάλου κοινού των θεατών του, στους ειδικούς κριτικούς του, ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι οι άντρες και οι γυναίκες σταθεροί συνεργάτες πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες των ταινιών του Μπέργκμαν μαζί του. Αυτό το συλλογικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και των ηθοποιών δέσιμο διακρίνεται αμέσως από το κινηματογραφόφιλο κοινό καθώς οι ηθοποιοί αναγνωρίζονται χωρίς δυσκολία αν τους δούμε να συμμετάσχουν σε άλλες παραγωγές έξω από το Σουηδικό κινηματογραφικό πλαίσιο που τους θέλει ο Μπέργκμαν. Ορισμένοι μάλιστα κριτικοί, επεσήμαναν το γεγονός ότι οι ήρωες πρωταγωνιστές του Μπέργκμαν ήσαν τόσο «δεμένοι» με την Σουηδική ταυτότητα του σκηνοθέτη που δεν κατόρθωσαν να κάνουν διεθνή αυτόνομη καριέρα. Το θεώρησαν ως κάτι αρνητικό για την ατομική τους εξέλιξη. Ασφαλώς αυτή η κρίση εμπεριέχει μία απολυτότητα. Πάντως η ταύτιση με την διδασκαλία και την κινηματογραφική σκηνοθετική οπτική μαζί του είναι ολοφάνερη. Αλλά δεν είναι «κακό» να αναγνωρίσουμε το τι οφείλει ο σταθερός θίασος του Μπέργκμαν στον δάσκαλό τους και μέντορά τους. Κάτω από αυτό το συνολικό πρίσμα εξέτασης των απόψεων και των θέσεων του Βασίλη Ραφαηλίδη θα υποστηρίζαμε, δίχως να είμαστε ειδικοί, ότι η οπτική εξέτασή του των έργων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δεν είναι καθόλου υπερβολική ή χαριστική, είναι καίρια και για εμάς τους κινηματογραφόφιλους θεατές επωφελής και χρήσιμη.

   Ευτύχησα τέλος, τα χρόνια μετά την μεταπολίτευση να συναναστραφώ με καλλιεργημένα άτομα από τον Πειραιά, φιλικές συντροφιές που αγαπούσαν σταθερά τις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Και ίσως το κυριότερο, ποτέ δεν διαφωνήσαμε στις επαινετικές κρίσεις και απόψεις μας.

Την ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» την είχαμε παρακολουθήσει σε κινηματογράφο στην Αθήνα και κατόπιν εκ νέου σε άλλες κινηματογραφικές αίθουσες,- στις επανεκδόσεις της- και αν δεν κάνω λάθος και στην τηλεόραση. Στο διάβα του χρόνου διαβάσαμε και το Σενάριο της ταινίας που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα-Αντώνης Λιβάνης», Αθήνα 1983. Η μετάφραση του βιβλίου «Σκηνές από ένα γάμο» είναι του Φίλιππου Δραγούμη σελίδες 230, δραχμές παλαιές 350, στην σειρά του εκδοτικού οίκου «Παγκόσμια Λογοτεχνία». Διαβάζουμε από το οπισθόφυλλο, «Κριτική από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»»:

«Τα σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αποτελούν μια ειδική, χρήσιμη κα ενδιαφέρουσα κατηγορία βιβλίων, όπου ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί και να μελετήσει τα επιτεύγματα του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη μονιμότερα παρ’ όσο ο θεατής. Στο «Σκηνές από ένα γάμο» ο Μπέργκμαν αναλύει με τον αδυσώπητο τρόπο του τη σημερινή κατάσταση της νόμιμης συμβίωσης των δύο φύλων, και αποκαλύπτει δεξιοτεχνικά αλλά και απερίφραστα τις βασικές πλευρές της: τον παράγοντα των προσωπικών σχέσεων, το κοινωνικό υπόβαθρο και τις ψυχολογικές αβύσσους που ανοίγει ο καταναγκαστικός συγχρωτισμός. Το ύψος του Μπέργκμαν στο «Σκηνές από ένα γάμο» είναι τέτοιο ώστε, αν η ταινία αποτελεί σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου, το σενάριό της είναι μια πρωτότυπη και εξαιρετικά σημαντική συμβολή στην εξέλιξη της πεζογραφίας.».

   Η έκδοση περιλαμβάνει: -τον ΠΡΟΛΟΓΟ του Ι. Μπέργκμαν γραμμένο στο νησί της μόνιμης διαμονής του Φάρο, Μάιος 1972, σ. 7-10 και Έξι Σκηνές.

-ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ Αθωότητα και Πανικός (Πρόσωπα ΓΙΟΧΑΝ-ΜΑΡΙΑΝ-ΚΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΥΑ, κόρες τους- ΚΥΡΙΑ ΠΑΛΜ, δημοσιογράφος- ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ- ΠΕΤΕΡ- ΚΑΤΑΡΙΝΑ), σ. 11-53.

-ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ η Τέχνη να Σκούζεις Κάτω απ’ το Χαλί (Πρόσωπα ΓΙΟΧΑΝ- ΜΑΡΙΑΝ-ΚΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΥΑ, κόρες τους- ΚΥΡΙΑ ΖΑΚΟΜΠΙ- ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ- ΕΥΑ), σ. 54-92

-ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ Πάολα (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ- ΚΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΥΑ, κόρες τους), σ.93- 118

-ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ Η Κοιλάδα των Δακρύων (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ), σ. 119-150

-ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ Οι Αγράμματοι (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ- ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ), σ. 151-186

-ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ Στη Μέση της Νύχτας, σ’ ένα Σκοτεινό Σπίτι, Κάπου στον Κόσμο (Πρόσωπα ΜΑΡΙΑΝ- ΓΙΟΧΑΝ- ΕΥΑ- ΑΡΝ- Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝ), σ. 187-228.

  Δυστυχώς μία πλημμύρα του υπόγειου σπιτιού παλαιότερα, κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος του λογοτεχνικού αρχείου που συνήθιζα να συγκεντρώνω και να αποδελτιώνω αποκόμματα περιοδικών και εφημερίδων, κρίσεις από βιβλία για καλλιτεχνικά και συγγραφικά, του πνεύματος γεγονότα και δραστηριότητες. Έτσι, παραθέτω ότι έχει διασωθεί από εκείνη την «ονειροπόλα» ένδοξη κινηματογραφική εποχή που τα φτερά της νεανικής και εφηβικής μας φαντασίας είχαν ανοίξει και φτερουγίζαμε καλλιτεχνικά και πνευματικά από μυροβόλο λουλούδι σε μυροβόλο ανθό.

   Γι’ αυτή την εμπειρία και περιπέτεια του έγγαμου βίου θα μιλήσουμε εν τάχει που εικονογραφεί στην ταινία «Σκηνές από ένα γάμο» που σχεδίασε πρώτα για την Σουηδική τηλεόραση και μετά την επιτυχία της την προσάρμοσε χρονικά και μας την πρόσφερε στην μεγάλη οθόνη ο Ι. Μπέργκμαν. Ταινία του 1975 διάρκεια περίπου 150 λεπτά.

Οφείλουμε να δούμε την προβολή της ταινίας και την κοινωνική προβληματική της μέσα στο κλίμα και το κοινωνικό και πολιτικό πνεύμα της εποχής της. Διανύουμε την δεκαετία του 1970. Ο Κόσμος μας είναι διπολικός, δύο στρατιωτικοί συνασπισμοί κυριαρχούν. Αρχή του τέλους της δυτικής αποικιοκρατίας με τις παραδοσιακές της μορφές. Τέλος Πολέμου στο Βιετνάμ, στην Ινδοκίνα, περιφερειακές συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή, την Άπω και την Αφρικανική Ήπειρο. Δικτατορικά καθεστώτα στη Νότιο Αμερική και την Ευρωπαϊκή Ήπειρο. Μέσα του 1970 αρχή των πτώσεών τους στην Πορτογαλία, επανάσταση των γαρυφάλλων, στην Ισπανία θάνατος του Φράγκο, πτώση της Ελληνικής χούντας, Κυπριακή Τραγωδία. Τριγμοί στα πολιτικά καθεστώτα του Ανατολικού μπλοκ. Εμφάνιση των πρώτων νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων στις ΗΠΑ και την Αγγλία. Επικράτηση των «Φιλελέ» διανοουμένων και των πρώτων γιάπηδων χρηματιστών και τραπεζιτών. Μεγάλες, πολυπληθείς αντικυβερνητικές διαδηλώσεις ενάντια στις Αμερικανικές επεμβάσεις και τερματισμός του πολέμου στο Βιετνάμ. «Αποκάλυψη Τώρα». Η Δυτική Νεολαία στους δρόμους διαδηλώνει με Συνθήματα την Παγκόσμια Ειρήνη και το τέλος των Πολέμων. Τα Φιλειρηνικά κινήματα σε έξαρση. Οι Μπήτλις. Πτώση της Κυβέρνησης Ρίτσαρντ Νίξον. Ανατροπή του προέδρου της Χιλής Σαλβαντόρ Αλλιέντε. Το κίνημα των Χίπις και οι αντιλήψεις τους περί κοινοβιακής ζωής και ελεύθερων ερωτικών σχέσεων έχει εξαπλωθεί παγκοσμίως. «Ο Νονός». Ο απόηχος του Γαλλικού Μάη του 1968 είναι ακόμα ζωντανός καθώς και η Μουσική λαοθάλασσα του Γούντστοκ. Ο Γαλλικός Κινηματογράφος, «Η Χιροσίμα αγάπη μου» και «Ο θάνατος στη Βενετία» «Οι Καταραμένοι» του Λουκίνο Βισκόντι και το «Θεώρημα» του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Ο Μπόμπ Ντύλαν και η Τζόαν Μπαέζ, το «Ουρλιαχτό» του Άλεν Γκίνσμπεργκ και το «Κοράκι» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, τα βιβλία του Έρμαν Έσσε και ο «Οδυσσέας» του Τζέημς Τζόυς. «Το Καμπαρέ» και η «Εμμανουέλλα». Καινούργιοι μουσικοί- κινηματογραφικοί και των διαφόρων τεχνών δρόμοι ανοίγονται, νέα επαναστατικά ρεύματα καλλιεργούνται. Η Μουσική Ντίσκο και η σεξουαλική απελευθέρωση, αυτοδιάθεση των ερωτικών μειονοτήτων. Η Δυτική Κοινωνία και νεολαία σε αναβρασμό- οι μνήμες του τέλους του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου ακόμα νωπές όπως και τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης. Κοχλάζουν οι νέες ανατρεπτικές ιδέες και επαναστατικές φωνές, η κονκάρδα στο πέτο της νεολαίας με τον «Τσε» κυριαρχεί, μαζί με τα συνθήματα και τα στρατιωτικά αμπέχονα. Πτώση της Κυβέρνησης του Σαλβαντόρ Αλλιέντε, δεύτερο Ελληνικό Ποιητικό Νόμπελ, Οδυσσέας Ελύτης. Καινούργιες φρέσκιες απόψεις για την ζωή, τον έρωτα, τις σχέσεις των δύο φύλων, τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις σωματικές επιλογές των ατόμων ακούγονται, υιοθετούνται, προτάσσονται. Παραδοσιακοί οικογενειακοί δεσμοί διαρρηγνύονται, αγνοούνται, παραμερίζονται από τις νεότερες γενιές της γηραιάς ηπείρου. Πλείστα από τα παλαιά κοινωνικά ήθη και θρησκευτικές απαγορεύσεις καταρρίπτονται, αμφισβητούνται, αρνούνται οι αξίες τους από τις νέες γενιές, συντηρητικών πολιτικών και μεταφυσικών προτύπων. Πανάρχαια παραδοσιακά Ταμπού πέφτουν, οι επαναστατημένοι και οργισμένοι νέοι αρνούνται κάθε σύστημα εξουσίας (πατρικής, θεϊκής, πολιτικής κλπ.) δεσμεύσεις των προηγούμενων γενεών, οικογενειακές παραδόσεις και σχέσεις αποδεκτές ως μοντέλα βίου των γονιών τους αιώνων αμφισβητούνται και αγνοούνται. Ο Βίλχελμ Ράϊχ και οι θεωρίες του περί λειτουργίας του Σεξ στις ζωές των ανθρώπων, της σεξουαλικής λίμπιντο, τις ελεύθερες ή ελευθεριάζουσες ερωτικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων επικρατούν. Σωματική και Ερωτική αυτοδιάθεση αντρών και γυναικών. Έρωτας και Σεξ εκτός Γάμου ή ανοιχτών Σχέσεων, πολλαπλών ερωτικών επιλογών και φύλων, δίχως δεσμεύσεις, χωρίς περιορισμούς και προκαταλήψεις. Διαβάζονται οι ιδέες περί Αγάπης του Έριχ Φρομ και άλλων διανοητών, ψυχιάτρων και ψυχαναλυτών. Μισέλ Φουκώ και οι ανατρεπτικές αντιλήψεις του. Τόμας Τζάζ και το κίνημα της Αντιψυχιατρικής. Οι αετοφωλιές των ιδεών του Σίγκμουντ Φρόϋντ, του Κάρλ Γιουνγκ, του Φρειδερίκου Νίτσε και του Ζαν Πωλ Σαρτρ αναμειγνύονται με τον Κόσμο και αντιλήψεις της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας και τα Ομηρικά Έπη. Ο θεσμός του γάμου είναι και αυτός ένας ακόμη μηχανισμός κοινωνικής καταπίεσης του συστήματος (καπιταλιστικού ή κομμουνιστικού). Καταστολής των ανθρώπινων ερωτικών αναγκών, κατάλοιπα ενός πατριαρχικού συστήματος μεταφυσικής πουριτανικής εξουσίας. Κεντρικό σύνθημα των Νέων που επιλέγουν να θραύσουν κάθε Ταμπού, θεϊκό είδωλο κοινωνικής μίμησης των προηγούμενων γενεών οι νέοι ορίζοντες ερωτικών σχέσεων και σωματικής απόλαυσης. Ανατροπή των πάντων, κανένας συμβιβασμός με παλαιότερα μοντέλα βίου και συνηθειών του, της αστικής ή μικροαστικής κοινωνίας, καμία υποχώρηση στην σωματική ευχαρίστηση και αυτοδιαχείριση των ερωτικών αναγκών του ατόμου. Χειραφέτηση και ανάδειξη της γυναικείας σεξουαλικότητας, κατάργηση των φαλλοκρατικών στερεοτύπων της παλαιάς αγροτικής θεοκρατικής κοινωνίας. Ερωτικές σχέσεις των δύο φύλων έξω από τα δεσμά του Γάμου. Διαχωριστικές συνοριακές γραμμές και όρια μεταξύ του Χθες και του Σήμερα, του Αύριο που οραματίζονται οι Νέοι και οι Νέες εκείνων των μεταπολεμικών γενεών.

   Και μέσα σε αυτόν τον κοινωνικό και των ηθών και προσωπικών εθίμων συνηθειών αναβρασμό έρχεται ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και μας μιλά για την συζυγία γάμου μεταξύ ενός ερωτευμένου άντρα και μιάς ερωτευμένης γυναίκας εντός της θεσμοθετημένης σχέσης του αλλά και εκτός, μετά το διαζύγιό τους. Ακτινογραφεί την σχέση και τα προβλήματα ενός παντρεμένου ζευγαριού. Εξετάζει τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Καταπιάνεται με τα μικροπροβλήματα και την καθημερινότητα ενός ζευγαριού ως κύριοι πρωταγωνιστές στον δικό τους-αλλά και δικό μας- μικρόκοσμο. Ξεδιπλώνει το νήμα μιάς φαινομενικά ευτυχισμένης σχέσης ενός ζευγαριού που απολαμβάνει την κατ’ επίφαση αρμονία των συζυγικών του στιγμών, έχοντας δύο παιδιά και πεθερικά, καθώς τα χρώματα και οι ιριδισμοί της ελεύθερης-σε κοινή αποδοχή σχέση τους- εντός των δεσμών του γάμου αρχίζουν να ξεθωριάζουν, να ξεφτίζουν, να εμφανίζονται τα προβλήματα, τα αδιέξοδα. Η εντός του γάμου συμβίωση σύμφωνα με τον Μπέργκμαν των δύο φύλων δεν είναι παρά μία διαρκής σύγκρουση, μία πάλι των δύο φύλων παρά του γεγονότος ότι αγαπιούνται ο καθηγητής σύζυγος με την δικηγόρο γυναίκα του. Από ότι διατηρούσε ενωμένο το ζευγάρι τόσα χρόνια μετά την γέννηση των δύο κοριτσιών τους δηλώνεται ότι δεν υπάρχει πια. Οι εξωσυζυγικές τους σχέσεις, οι απιστίες τόσο του άντρα όσο και της γυναίκας δεν φαίνεται να επηρεάζει καθόλου την προσωπική τους σχέση. Ούτε τους φέρνει κοντύτερα ούτε τους απομακρύνει τον έναν από τον άλλον, αν και η τελική έκβαση αυτής της ταραχώδους σχέσης ενός παντρεμένου ζευγαριού που διαπραγματεύεται ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έχει αίσιο τέλος στα μάτια των θεατών.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης με το «Σκηνές από ένα γάμο» κατόρθωσε να μας κάνει συμμέτοχους αυτής της προβληματικής σχέσης, καταργώντας ερωτικά και σχέσεων του ζεύγους στερεότυπα, υπερβαίνοντας «πανηδονιστικές» αντιλήψεις και συμπεριφορές που επικρατούσαν τις δεκαετίες αυτές στην ευρωπαϊκή ήπειρο και επεκράτησαν τελικά στον Δυτικό και όχι μόνο καπιταλιστικό Κόσμο. Ο Μπέργκμαν κάνει μία στροφή στην σκηνοθετική προβληματική του, μετά τις μεταφυσικές τριλογίες του και αναζητήσεις του πάνω στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία και την παντελή Σιωπή του Θεού, που τον καταξίωσαν ως μία από τις σπουδαιότερες μορφές της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης, χαρακτηριστικές οι ταινίες του «Έβδομη Σφραγίδα», «Σιωπή», «Άγριες Φράουλες» κλπ. στρέφει το βλέμμα του και πάλι στις ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις, στο καθιερωμένο γνωστό μοντέλο ανθρώπινης συνύπαρξης που ούτως ή άλλως αποτελεί διαχρονικά ένα μυστήριο, ένα αίνιγμα, πολλές φορές μία χαώδη κατάσταση που την διακρίνει μία αοριστία που καλύπτεται κάτω από σωματικές ή συναισθηματικές ανάγκες και άλλες κοινωνικές συνήθειες, παραδοσιακές επιταγές, συμβιβασμούς. Μέσα από μία άψογη και καλά δομημένη κινηματογραφική τεχνική και υψηλή αισθητική χαρτογραφεί μία σχέση όχι μόνο ετοιμόρροπη εντός γάμου αλλά και περιπλεγμένη από καλές των δύο μελών προθέσεις με αβέβαια αποτελέσματα. Τι είναι τελικά ο γάμος, δεσμά ή ευτυχία. Συναισθηματικό «καρνάγιο» ή σωματική των απολαύσεων «ξέρα». Κοινωνική υποκρισία ή άνοιγμα κοινωνίας προς το έτερο ήμισυ της συζυγίας. Φυλακή της προσωπικότητας του Άλλου ή συμπλήρωσή της; Ο Μπέργκμαν ίσως να μην δίνει τελική απάντηση, ίσως και ο ίδιος να εξακολουθούσε να τον απασχολεί ως ζήτημα άλυτο. Εξάλλου, οι πέντε Γάμοι του και οι πάμπολλες εξωσυζυγικές του ερωτικές σχέσεις με πρωταγωνίστριές του δείχνουν ότι σαν άτομο δεν είχε κατασταλαγμένη γνώμη, ή κάνω λάθος!!!       

Σχετικές πληροφορίες

-CHARLES  CHAMPLIN, (Los Angeles Times-ΤΟ ΒΗΜΑ), εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 9/12/1973.

Ο Μπέργκμαν ανατέμνει και πάλι τον θεσμό του γάμου.

Με ένα «σήριαλ» έξη επεισοδίων στη σουηδική τηλεόραση.

   Πριν από μερικούς μήνες ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έγραψε και εγύρισε για την Σκανδιναβική τηλεόραση έξη επεισόδια διάρκειας 50 λεπτών το καθένα, που το ονόμασε «Σκηνές από έναν Γάμο».

   Η τηλεόραση παρουσίαζε την σειρά αυτή κάθε Τετάρτη βράδυ στις 8 και ήταν τόσο διαλυτική η επίδραση του προγράμματος αυτού σε όλες τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής που δεν μπορεί να συγκριθή παρά μόνο με την αναστάτωση που είχε φέρει στην καθημερινή ρουτίνα η παρουσίαση του «Μύθου των Φορσάϊτ» στην αγγλική τηλεόραση.

   Όταν τέλειωσε το πρόγραμμα ο Μπέργκμαν είπε από την Στοκχόλμη, όπου βρισκόταν την περασμένη εβδομάδα:

   «Αναγκάστηκα να αλλάξω τον αριθμό τηλεφώνου μου. Μου τηλεφωνούσαν μέρα νύχτα για να συζητήσουν μαζί μου τα προβλήματα του γάμου τους και να ζητήσουν την συμβουλή μου. Μένω, ξέρετε, σ’ ένα μικρό νησί στην Βαλτική, το Φάροε, όπου ζούνε κυρίως αγρότες και ψαράδες. Για πρώτη φορά τους άρεσε πραγματικά κάτι που έκανα και το κουβέντιαζαν μαζί μου στο φέρυ- μπόουτ πηγαίνοντας στο νησί».

   Ο Μπέργκμαν μετασκεύασε τα επεισόδια αυτά που είχε ετοιμάσει για την τηλεόραση σε δυό ταινίες των δύο ωρών η κάθε μία τους, μεταφρασμένες για την Αμερικάνικη αγορά και τώρα γίνονται οι διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς εισαγωγείς. Παρακολούθησα μία από τις προβολές πρίν λίγες μέρες και όντως πρόκειται για μεγάλη και συναισθηματικά δύσκολη προβολή. Δεν μου είναι όμως δυνατόν να φανταστώ τις «Σκηνές από έναν Γάμο» να προβάλλονται παρά μόνο με την μορφή ενός ενιαίου έργου, διαρκείας τεσσάρων ωρών, που θα διακόπτεται, από ένα μεγάλο διάλειμμα. Η ένταση του έργου είναι τρομακτική και πιστεύω πώς η απήχησή του και το ενδιαφέρον του θα είναι πολύ πιό άμεσα στο Αμερικάνικο κοινό απ’ οτιδήποτε άλλο έκανε ως τώρα ο Μπέργκμαν στην εκπληκτική του σταδιοδρομία.

   «Μην περιμένετε καλό τέλος», λέει ο Μπέργκμαν στην εισαγωγή που έγραψε. «Όσο κι αν θα ήταν ωραίο να τέλειωνε καλά, μόνο για χάρη των ανθρώπων με τα διακριτικά καλλιτεχνικά αισθητήρια που θα νοιώθουν αισθητικά αηδιασμένοι μετά την πρώτη σκηνή αυτού του αρκετά ευκολονόητου έργου».

  Οι «Σκηνές από έναν Γάμο» είναι όπως λέγεται ένα έργο προσιτό στο κοινό. Ο Μπέργκμαν έχει καταφέρει να ρίξη μιά προσεκτική και διαπεραστική ματιά στο γάμο, πράγμα που δεν κατόρθωσε απόλυτα στην ταινία «Η Επαφή» και που το πέτυχε περισσότερο στο σενάριό του για το «Ψέμα». Στην πραγματικότητα «Το Ψέμα» είναι ένα μικρό μέρος μιάς ιδέας που εδώ, απλώνεται και γίνεται ένα ολόκληρο τοπίο.

   Το «Σκηνές από έναν Γάμο» παρακολουθεί επί μια δεκαετία την ζωή ενός ζευγαριού της Λιβ Ούλμαν και του Έρλαντ Τζόζεφσον που έπαιζε τον εραστή της στο «Κραυγές και Ψίθυροι». Όταν τους βλέπουμε να δίνουν συνέντευξη σε ένα γυναικείο περιοδικό φαίνονται σαν τα τέλεια πρότυπα ενός υπεροπτικά επιτυχημένου γάμου. Εκείνος είναι επιστήμονας και εκείνη δικηγόρος και έχουν δέκα χρόνια που είναι παντρεμένοι.

   Χωρίζουν, δημιουργούν άλλους δεσμούς, παίρνουν διαζύγιο, ξαναπαντρεύονται χωριστά ο καθένας τους και τέλος ξαναβρίσκονται σαν παράνομοι εραστές σε ένα εξοχικό σπίτι και περνάνε μαζί μια σκοτεινή νύχτα σαν κατατρεγμένοι ναυαγοί ή σαν άνθρωποι που περιμένουν την καταστροφή να έρθη.

   «Όλες οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα κουβάρι», λέει ο Μπέργκμαν στην εισαγωγή του, «και οι ζωές τους στηρίζονται σε ένα σωρό από απαράδεκτους συμβιβασμούς. Όμως κατά κάποιον τρόπο οι άνθρωποί μου είναι τώρα πολίτες ενός κόσμου πιό ρεαλιστικού και αισθάνονται διαφορετικά από πρίν. Τουλάχιστον έτσι νομίζω εγώ».

    Ο Μπέργκμαν που περιγράφει τον χαρακτήρα της γυναίκας εξίσου καλά, όσο και οι άλλοι σημερινοί σκηνοθέτες, συχνά κατηγορείται ότι την υποβιβάζει. Ωστόσο, το πορτραίτο της Λιβ Ούλμαν που μας δίνει, όταν εκείνη αρχίζει να καταλαβαίνει πόσο μεγάλο μέρος της ζωής της ξόδεψε προσπαθώντας να γίνη αυτό που οι άλλοι περίμεναν απ’ αυτήν, είναι ίσως η συμπαθέστερη απόδοση απ’ όσες έχουμε δει πάνω στην νέα αυτή συνείδηση.

   Στο έργο υπάρχει μιά καταπληκτική σκηνή, όπου εκείνη διαβάζει με υπερηφάνεια, στον άνδρα της που έχει χωρίσει, αποσπάσματα από τα ημερολόγιά της την εποχή που άρχιζε να καταλαβαίνη τον κόσμο, ενώ την ίδια στιγμή, ο κινηματογραφικός φακός μας δίνει παλιές φωτογραφίες από τα παιδικά της χρόνια. Η σκηνή είναι πολύ συγκινητική. Ιδίως όταν τελικά ο φακός γυρίζει προς το μέρος του ανδρός της και βλέπουμε πώς ο Τζόζεφσον έχει αποκοιμηθεί και δεν άκουσε λέξη.

   Το έργο δεν είναι ούτε υπέρ, ούτε κατά του θεσμού του γάμου,- ο Μπέργκμαν τον έχει υποστηρίξει τον θεσμό αυτόν πέντε φορές-αλλά θέτει το ερώτημα κατά πόσον σαν θεσμός ο γάμος δεν πνίγει τον αληθινόν έρωτα. «Και το έργο αυτό» είπε ο Μπέργκμαν πρό ημερών, «είναι γυρισμένο πάνω στην αληθινή αγάπη». Αν το έργο του δεν έχει καλό τέλος, υπάρχει κι εδώ όπως υπήρξε και στο «Κραυγές και Ψίθυροι» μια νότα αισιοδοξίας, μιά ανανεωμένη γνώση τόσο της ανάγκης για τον έρωτα, όσο και της δύναμής του.

   Το ζευγάρι που έχει ο Μπέργκμαν στο έργο του περνάει απ’ όλες τις δυσκολίες και τον πόνο της ζωής, μέχρι που φτάνει μια στιγμή που ο καθένας τους αποκτά και μια νέα γνώση του εαυτού τους. Και αυτό δεν γίνεται μόνο από παραδοχή αλλά έχει άμεση σχέση με τον έρωτα. Ελευθερωμένοι από την υπερηφάνεια και τις συμβατικότητες, είναι σε θέση να συμπαρασταθούν ο ένας στον άλλον σαν δύο άνθρωποι που είναι κουρντισμένοι ο ένας στις ανάγκες του άλλου και είναι πιά σε θέση να τις αντιμετωπίσουν με γνώμονα την πραγματικότητα.

   «Μερικά από τα έργα μου ήταν δύσκολα και γεμάτα προβλήματα για μένα», λέει ο Μπέργκμαν για την δουλειά του. «Τούτο όμως ήταν όμορφο και ήταν μια χαρά για μένα από την αρχή».

   Το «Σκηνές από έναν Γάμο» είναι το κατ’ εξοχήν έργο με δύο χαρακτήρες. Είναι ένας διάλογος πάνω στον γάμο, μιά αλύπητη ψυχολογική αναζήτηση που γίνεται ανάμεσα σ’ ένα αντρόγυνο που δεν είναι απόλυτα σίγουρα για το τί –αν υπήρξε κάν- πήγε στραβά στο γάμο τους.

       CHARLES CHAMPLIN

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ, εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 10/2/1976. Και σελ. 162-164 του «Λεξικού Ταινιών με κριτικές του» εκδ. Αιγόκερως 1982

-ΤΑΚΗΣ ΤΖΑΜΑΛΙΚΟΣ, περ. Ευθύνη τχ. 66/6, 1977, ΟΤΑΝ ΜΙΚΡΥΝΕΙ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΑΜΟ

     (Ι. Μπέργκμαν: Σκηνές από ένα γάμο

   Κάθε καινούργια ταινία του Μπέργκμαν δεν μου αφήνει αμφιβολίες  για την ευαισθησία του δημιουργού ετούτου απέναντι στην τραγικότητα. Ολοένα μου εδραιώνεται η αρχική διαίσθηση, που μεταβάλλεται σε αναμφίβολη βεβαιότητα, ότι ο πλάστης αυτός αποκαλύπτει διαδοχικά την πολυμέρεια της σύγχρονης τραγωδίας- χωρίς «έλεον» ωστόσο και «φόβον», κι αλίμονο χωρίς «κάθαρσιν».

Κάθε φορά βρίσκεται κανείς καταντικρύ μιάς πρόκλησης για βαθύ και ουσιαστικό στοχασμό, που θα οδηγήσει σε καίριες συνειδητοποιήσεις για την ατέλεια ωρισμένων κοινωνικών δομών μα και πολιτιστικών κατευθύνσεων. Έτσι το ψυχικό του τοπίο φορτίζεται στο έπακρο κι όταν αστραπές σχίσουν τον κατασκότεινον ορίζοντα, τότε φωτίζονται, για μια στιγμή, τα τραγικά αδιέξοδα που φωληάζουν, ανείκαστα κάποτε, στο ψυχικό χάος. Είναι η μυσταγωγική στιγμή που η Τέχνη αποφαίνεται τις γνήσιες εντοπίσεις της.

   Τα έργα του Μπέργκμαν, βαλμένα στην καθημερινή ζωή, την αναλύουν κατά τρόπο απροσδόκητα εξουθενωτικό. Μια ζωογόνα ωστόσο εξουθένωση, προμήνυμα πνευματικής ανάκαμψης, απ’ όπου πάντα ξεπηδά τελλούρια δύναμη για θεμελιακές αναθεωρήσεις, ακόμη και για γόνιμη άρνηση. Διακρίνει κάποτε κανείς μιάν απλούστευση στο ύφος, που θυμίζει έντονα τη μεγαλειώδη εκείνη «απλότητα» του μύθου της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Υπάρχει η λιτότητα, η αυξημένη συναίσθηση του περιττού, κυρίως στο λόγο. Το πολύ βάρος δίνεται στην κίνηση και κάποτε («Κραυγές και Ψίθυροι») στο χρώμα. Νοιώθει κανείς έντονα, εντονότατα, ότι μεταλαμβάνει από τα σπουδαία φθέγματα κυρίως όταν οι ήρωες δεν μιλούν…

   Αυτή η φειδώ στη χρήση του λόγου διαφοροποιεί κατά τρόπο θεμελιακό το έργο του Μπέργκμαν από την αρχαία τραγωδία. Απ’ τη στιγμή όμως που το διαπιστώνει κανείς, το δέχεται σχεδόν μ’ ανακούφιση. Κάποτε ο λόγος είχε φρεσκάδα, η μεγαληγορία ανταποκρινόταν πράγματι σε περιεχόμενο μέγα-το έσχατα τραγικό. Ο λόγος ήταν στην περίοδο της ιδανικής του θεραπείας. Μά σήμερα όπου το λεφούσι των μνηστήρων του ασέλγησε πάνω σ’ αυτόν, που η άκοπη μεγαληγορία εκφυλίστηκε σε πομφόλυγα, που χιλιάδες σελίδες με κοινοτοπίες τυπώνονται καθημερινά, μόνο το δέος κι η σεμνότητα απέναντι στο λόγο, που επάγει αιδώ στη χρήση του, αποτελεί μιάν ένδειξη γνησιότητας. Στις μέρες μας άθλος είναι το απλό και ουσιώδες και η απόδοσή του σε βάθος μεσ’ απ’ το μερικό, το απτό, το ιθαγενές.

   Έτσι λοιπόν εδώ ο γάμος φαίνεται να είναι η αφορμή για να τεθεί η βαθύτερη προβληματική. Αυτή αφορά όχι μόνον το άτομο σε συνάρτηση με το κοινωνικό του πλαίσιο-ακόμη κι όταν αυτό εκφράζεται απ’ το συζυγικό ταίρι- αλλά το αφορά πρώτιστα κατά την υπόστασή του καθεαυτήν όπως αυτή φαίνεται μεσ’ απ’ τις απεγνωσμένες της αναζητήσεις που συχνά σφραγίζονται από μιάν έντονη τραγικότητα…

   Το κοινωνικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο τοποθετείται ο γάμος, προσφέρεται για να τεθεί η προβληματική τούτη. Γιατί η σουηδική κοινωνία είναι από εκείνες που έχουν σε μεγάλο βαθμό λυμένο κάθε πρόβλημα που σχετίζεται με την υλική φύση των μελών της, πρωτοπορεί, άρα θα αποτελέσει το σκηνικό όπου πάνω του θα ξετυλιχθεί το δράμα του αύριο… Η διάδοχη κοινωνία καθ’ εαυτήν είναι από τώρα ένα πρόβλημα, και σαν προοπτική και σαν προοίμιο- εκεί που δίνει τις πρώτες ενδείξεις της έλευσής της- και ο γάμος που εδώ περιγράφεται είναι μια μικρή αλλά τυπική έκφανσή της. Φαίνεται καθαρά μια τραγική απουσία της λογικά αναμενόμενης αλληλουχίας στις ψυχικές μεταπτώσεις, καθώς διαδέχονται η μία την άλλη σε μιάν αναζήτηση όπου η ευτυχία, αν και παραμένει στην ουσία της υποκειμενική υπόθεση έχει χάσει τα κριτήρια- ακόμη και τα υποκειμενικά- που την σκιαγραφούν. Απ’ την στιγμή που ο άνθρωπος θα αντικρύσει την υπόστασή του σε όλο το υπαρξιακό της βάθος και αναζητήσει την έσχατη προοπτική του, θα γίνη ο πλάνης σε μονοπάτια άλογα και σκοτεινά, όπου συχνά αντιφάσκει κατά τρόπο στο βάθος τραγικό, ενώ το τέρμα είναι αβέβαιο και ίσως να μην έρθει ποτέ. Και μένει ο ίδιος αιχμάλωτος και ενεργούμενο της ανακόλουθής του υποδομής.

………………………………………………

    …… Σαν τ’ όνειρο γίνει πραγματικότητα χάνει την αίγλη του οράματος κι η ψυχική ανταπόκριση μέσα σ’ αυτό δεν έχει τίποτε απ’ τη συγκίνηση της γλυκειάς προσδοκίας. Η πραγματικότητα, ακόμα κι η πιο ποθητή, έχει πάντα κάτι το ωμό. Κι αυτή που ανταποκρίνεται στην πραγμάτωση του ονείρου έχει στο βάθος κάτι τραγικό. Κι είναι ακόμη τραγικότερη όταν η προσδοκία είναι αδύνατο ν’ ανανεωθεί μεσ’ από καινούργια όνειρα και τα γιοφύρια για την αυταπάτη έχουνε πιά ανέκκλητα γκρεμιστεί.

   Τάκης  ΤΖΑΜΑΛΙΚΟΣ

-ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ, εφ. Ελευθεροτυπία 23/8/2007, σ. 24. Σχέσεις ζευγαριού και…

Σκηνές από ένα γάμο.

ΕΓΡΑΨΑΝ

1., ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ- ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

     Σχέσεις ζευγαριού και…

  Σκηνές από ένα γάμο

Σουηδία 1974. Σκηνοθεσία- Σενάριο Ι. Μπέργκμαν

Ηθοποιοί: Λιβ Ούλμαν, Έρλαντ Γιόζεφσον, Μπίμπι Άντερσον, Γκούνελ Λίντμλπομ. 169 λεπτά.

   Σε επανέκδοση η αριστουργηματική ταινία του Μπέργκμαν, η πιο ολοκληρωμένη ανάλυση των (μακρόχρονων) σχέσεων ενός παντρεμένου ζευγαριού. Έξοχες ερμηνείες από το ζευγάρι Ούλμαν- Γιόζεφσον.

   Μιά ταινία, που ξεκίνησε αρχικά ως τηλεοπτική μίνι σειρά των έξι 50λεπτών επεισοδίων, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία στη Σουηδία και στο εξωτερικό, μετατράπηκε τελικά σε μία εξαίρετη τρίωρης διάρκειας ταινία, στην οποία ο Μπέργκμαν καταπιάνεται με ένα από τα πιό αγαπημένα του θέματα: εκείνο των σχέσεων του ζευγαριού αλλά και της σταδιακής διάλυσής τους. Η ταινία παρακολουθεί τη σχέση ανάμεσα στον καθηγητή Γιόχαν (Γιόζεφσον) και τη δικηγόρο γυναίκα του Μαριάν (Ούλμαν), στα πρώτα δέκα χρόνια του γάμου τους, περίοδο αληθινής ερωτικής σχέσης, μέχρι το χωρισμό τους και την (κάπως ρομαντική, θλιμμένη) συνάντησή τους, δέκα χρόνια αργότερα, όταν και οι δύο έχουν παντρευτεί άλλο ταίρι.

        Από τις πρώτες σκηνές βλέπουμε τον έρωτα του ζευγαριού να διαλύεται, παρ’ όλο που στο ζευγάρι δεν παύει να αισθάνεται στοργή ο ένας για τον άλλον. Εδώ δεν κυριαρχούν τα άγχη και τα αδιέξοδα των παλιότερων ταινιών του όπως στη «Νύχτα των σαλτιμπάγκων» ή στο «Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη». Αντίθετα, εδώ κυριαρχεί μια ασυνήθιστη γαλήνη. Ακόμη και η σκηνή όπου ο Γιόχαν αναγγέλλει στη Μαριάν ότι ερωτεύθηκε κάποιαν άλλη γι’ αυτό και θα την εγκαταλείψει, η ατμόσφαιρα εξακολουθεί να παραμένει ήρεμη. Η γυναίκα του που εξακολουθεί να τον αγαπά, δέχεται την απόφασή του στωικά, σχεδόν με συμπόνια. Υπάρχει στον καθένα μια αποδοχή της μοναξιάς, η αποδοχή που τους προσφέρει την ηρεμία. Ηρεμία που συναντάμε στις τελευταίες ταινίες ενός Μπέργκμαν που έχει συμβιβαστεί με τη ζωή- «Κραυγές και ψίθυροι» και «Σαραμπάντ», όπου βλέπουμε μία νέα συνάντηση του ζευγαριού από τις «Σκηνές από ένα γάμο». Υπάρχουν βέβαια και οι πληγές, οι ενοχές, οι αλληλοκατηγορίες, ακόμη και οι βίαιες σκηνές-όπως εκείνη όπου ο Γιόχαν χτυπά την Μαριάν κι ύστερα αρχίζει να κλαίει –από τη σχέση τους όμως δεν παύει να υπάρχει και η έλξη. Ο χρόνος επουλώνει τις πληγές και κρατάει μόνο τις ωραίες, καλές στιγμές. Κι είναι χάρη σ’ αυτές που βλέπουμε τους δυό τους να συναντιούνται κάθε τόσο, ύστερα από χρόνια, και να κάνουν έρωτα, ακόμη κι όταν έχουν χωρίσει.

        Με κάμερα των 16χλστμ., με πλάνα κοντινά, φωτογραφημένα με ξεχωριστή αγάπη από τον Σβεν Νίκβιστ (που πέθανε λίγους μήνες πριν από τον Μπέργκμαν), ο μεγάλος Σουηδός σκηνοθέτης ακολουθεί το ζευγάρι του στα διάφορα στάδια της σχέσης τους, από εκείνη της συνέντευξης που δίνουν σε δημοσιογράφο μέχρι την τελευταία συνάντησή τους, είκοσι χρόνια μετά, σ’ ένα εξοχικό, καταγράφοντας εξονυχιστικά, με επιμονή, οξυδέρκεια αλλά και συμπάθεια, την όλη (μαζί και την σκληρή) συμπεριφορά τους. Τριάντα τρία χρόνια μετά, η ταινία παραμένει φρέσκια, πάντα αριστουργηματική, είδος μουσικής δωματίου, με μουσικά όργανα τις έξοχες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών.

2., ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

Σκηνές από ένα γάμο (SCENER UR ETT AKTENSKAP) 1973.

    «Έγραψα αυτό το φιλμ σε τρείς μήνες. Το γύρισα σε τέσσερις. Αλλά μου χρειάσθηκε η πείρα μιας ζωής. Παρακαλώ όπως ευαρεστηθείτε να του αφιερώσετε ένα βράδυ από τη ζωή σας».

  Είναι μιά ελαφρώς σαρκαστική έκκληση και μαζί μιά δημόσια εξομολόγηση ενός άνδρα που παντρεύθηκε (και χώρισε) πέντε φορές για να του μείνουν τελικά απ’ αυτόν τον μαραθώνιο του γάμου, οκτώ παιδιά, τέσσερα αγόρια και τέσσερα κορίτσια, συν ένα απ’ την Λιβ Ούλμαν που δεν την παντρεύθηκε. Αυτός ο σπαραχτικός Καζανόβας που σήμερα είναι εργένης λέγεται Ίνγκμαρ Μπέργκμαν-και σας παρακαλούμε και μείς μαζί του να του αφιερώσετε ένα απ’ τα βράδια της συζυγικής σας ζωής. Μπορεί να υποστείτε ένα τρομακτικό σοκ αν πιστεύετε φανατικά την «ιερότητα» του γάμου, αλλά σε αντιστάθμιση θα πληροφορηθείτε με τον πιό απλό και, κυρίως, τον πιό πειστικό τρόπο πώς ο γάμος είναι όντος μέγα μυστήριο- αλλά ψυχολογικό- που συνιστά την πιό πολύπλοκη, την πιό αντιφατική και κυρίως την πιό εύθραυστη απ’ την ατέρμονη ποικιλία των ανθρώπινων σχέσεων.

  Τούτο το εκπληκτικό φιλμ θα σας μάθει και κάτι άλλο, σχετικό με την τέχνη του κινηματογράφου. Ένας χείμαρρος λέξεων που θα τρομοκρατούσε κι έναν βιρτουόζο της θεατρικής τέχνης κι ένας υπερφλύαρος καταρράκτης από γκρό πλάν που ρέουν καταιγιστικά επί τρείς ώρες περίπου όχι μόνο δεν κουράζουν με την έλλειψη δράσης, αλλά δημιουργούν μια τέτοια «εσωτερική» ένταση που έχεις την ψευδαίσθηση ότι το γκρό πλάν, δηλαδή το κατεξοχήν ψυχολογικό πλάνο, γίνεται ξαφνικά γενικό πλάνο, μέσα στο οποίο καλπάζει μιά στρατιά από «καβαλάρηδες της κόλασης» που ξέφυγαν από κάποιο φανταστικό γουέστερν που θάταν αδύνατο να γυρισθεί.

        Αυτό το ψυχολογικό (;) δράμα, λοιπόν, με το κοινότατο, το τετριμμένο και το χιλιοανεπτυγμένο θέμα «γάμος», δεν είναι παρά μιά συγκλονιστική περιπέτεια που εικονοποιεί παραλλαγμένα μιά ρήση του Στρίντμπεργκ, του μεγάλου δασκάλου του Μπέργκμαν: «Δεν ξέρω τίποτα πιό φρικτό από έναν άνδρα και μιά γυναίκα που αλληλομισιούνται».

   Η μπεργκμανική παραλλαγή έγκειται στο ότι ο άνδρας και η γυναίκα δεν αλληλομισιούνται ακριβώς: αλληλοβασανίζονται μ’ έναν συνεχώς εναλλασσόμενο «σαδομαζοχιστικό» τρόπο, κι ωστόσο αγαπούν παθολογικά ο ένας τον άλλο, μέχρι που στο τέλος ξανασμίγουν, σας εραστές αυτή τη φορά και όχι σαν σύζυγοι. Αλλά για να φτάσουν εκεί έπρεπε να μεσολαβήσει μιά ερωμένη, ένας γελοίος ξυλοδαρμός και, φυσικά, ένα διαζύγιο.

   Πρέπει να σταθούμε στο «παθολογικά» που προαναφέραμε, γιατί οι Σκηνές από ένα γάμο, δεν είναι παρά μιά σοφή σπουδή πάνω στην «ψυχοπαθολογία του γάμου».

        Το φιλμ ανοίγει με μιά επίδειξη συζυγικής- σοσιαλδημοκρατικής- σουηδικής ευτυχίας: Μιά δημοσιογράφος συζητά μ’ ένα τυπικό πανευτυχές ζευγάρι Σουηδών αστών, τον Γιόχαν και την Μαριάν, που έχουν δύο κόρες, ένα όμορφο σπιτικό, δυό ζευγάρια πεθερικών-και όσα λεφτά χρειάζονται για να στιλβωθεί η εικόνα της «αιώνιας ευτυχίας».

        Δεύτερη σεκάνς (ή κεφάλαιο, κατά την λογοτεχνική ορολογία): Το ως άνω πανευτυχές ζευγάρι παραθέτει αστικό γεύμα σ΄ ένα δεύτερο πανευτυχές ζευγάρι που όμως στη διάρκεια του γεύματος αποδεικνύεται πώς βρίσκεται, λόγω υπερβάλλουσας ευτυχίας, στα πρόθυρα της σχιζοφρένειας, και στο κατώφλι του διαζυγίου. Το δεύτερο ζευγάρι γίνεται καθρέφτης του πρώτου, και ο θεατής, απ’ την αρχή, είναι σίγουρος για την εξέλιξη.

        Τρίτη σεκάνς: Ο Γιόχαν στο γραφείο του (είναι καθηγητής της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, και το επάγγελμά του αυτό θα παίξει καθοριστικό αλλά αφανή ρόλο στην μυθοπλασία) δέχεται και μιά δεύτερη βολή έξωθεν: Η βοηθός του αμφισβητεί την ποιότητα του ποιητικού του ταλέντου και του αφαιρεί έτσι ένα βασικό ψυχολογικό έρεισμα, πράγμα αναγκαίο για να δικαιολογηθούν όσα θ’ ακολουθήσουν.

        Τέταρτη σεκάνς: Η Μαριάν στο γραφείο της (είναι δικηγόρος ειδικευμένη στο οικογενειακό δίκαιο, και το επάγγελμά της αυτό θα παίξει ομοίως καθοριστικό αλλά αφανή ρόλο στη μυθοπλασία) δέχεται κι αυτή μιά δεύτερη βολή έξωθεν: Μιά γηραιά πελάτισσα ζητάει διαζύγιο αφού πάντρεψε τα παιδιά της πού, όπως σ’ όλους σχεδόν τους γάμους, αποτελούν την συγκολλητική ουσία του εύθραυστου δεσμού.

        Τρείς βολές-τρία ευθύβολα χτυπήματα, από πρόσωπα εξωοικογενειακά. Από κει και μέχρι τα τέλος θα παρακολουθήσουμε τη σοφή αποδόμηση του μοντέλου και τέλειου γάμου που εμπεριέχει την θρυαλλίδα που θα τον ανατινάξει. Η αλυσίδα των συμβάσεων και της ευπρεπούς συμπεριφοράς θα σπάσει απότομα από μιά σχιζοειδή κρίση ειλικρίνειας του συζύγου που ομολογεί πώς έχει φιλενάδα, και εγκαταλείπει σύζυγο και τέκνα για "να βρεί τον εαυτό του’’ και τη χαμένη λευτεριά του.

        Όμως, δεν την βρίσκει: Η Πάολα είναι ένας αναδιπλασιασμός της Μαριάν κι ένας κρίκος που κλείνει τον φαύλο κύκλο. Κι’ έτσι, ο δευτεροπαντρεμένος πιά Γιόχαν επιστρέφει στην δευτεροπαντρεμένη Μαριάν, και οι πρώην σύζυγοι απατούν τους δεύτερους συζύγους τους! Μεφιστοφελικός σαρκασμός που αγγίζει τα όρια της μεγαλοφυϊας !!

        Μέχρι την τελική συνάντηση, η πορεία του άνδρα είναι καθοδική και της γυναίκας ανοδική. Παρά την έμμονη ιδέα του συζύγου για το «χάσιμο της ελευθερίας του» ο «συζυγικός ζυγός» πιέζει μόνο τον τράχηλο της συζύγου, η οποία αποκτά πράγματι τη λευτεριά της αμέσως μετά το διαζύγιο. Ο Γιόζεφ δεν είναι παρά ο Μπέργκμαν αλλά η εντιμότητα και ο γνωστός φανατικός φεμινισμός του τελευταίου αποκλείει τη μεροληψία του «ισχυρού αρσενικού» που αποδεικνύεται ανίσχυρο μέχρι γελοιότητας. Η οικονομικά καθορισμένη ανδροκρατία έχει ήδη διαβρωθεί ανεπανόρθωτα απ’ την διαφοροποίηση των οικονομικών συνθηκών που επέφεραν μιά διαφοροποίηση και στην ιεραρχία των αφεντάδων.

        Εκτός απ’ τα πρόσωπα της εισαγωγής (δημοσιογράφος- ζευγάρι φίλων- βοηθός του καθηγητή- πελάτισσα της δικηγορίνας) στη μυθοπλασία δεν παρεμβαίνει κανένα άλλο πρόσωπο, ούτε καν αυτά του κοντινού συγγενικού περιβάλλοντος. Η ερωμένη, οι κόρες και οι γονείς των συζύγων θα παραμείνουν μέχρι το τέλος οι αόρατοι δευτεραγωνιστές που, όμως, θα οδηγούν τη δράση εκ του αφανούς και θα κάνουν συνεχώς παρούσα την αόρατη παρουσία τους μέσα απ’ το διάλογο, και σπανιότερα από ένα τηλέφωνο μονής κατεύθυνσης. Πρόκειται για τα πρόσωπα που αποτελούν τον αόρατο κλοιό και δημιουργούν το κλίμα ασφυξίας για τους δυό συζύγους.

        Όμως, δεν λείπουν μόνο οι δευτεραγωνιστές απ’ αυτό το ντουέτο για βιολί και βιόλα που παίζουν την συνταρακτικότερη «οπτική» μουσική δωματίου που γνωρίζουμε. Λείπουν ακόμα: Η μουσική, οι θόρυβοι που έχουν περιορισθεί στο αναγκαίο μίνιμουμ, οι κινήσεις της κάμερας που κάνει μόνο απλές διορθώσεις και το ντεκόρ που γεμίζει το κάδρο μόνο στα ελάχιστα μεσαία πλάνα. (Είπαμε ήδη ότι το φιλμ είναι δουλεμένο σχεδόν μόνο με γκρό πλάν κι αυτά τα πλάνα είναι αχωρικά). Ποτέ ο κινηματογράφος δεν είχε προσεγγίσει κάν μιά τέτοια συνταρακτική λιτότητα, ποτέ δεν είχε αποποιηθεί το εφέ με τόση επιμονή, ποτέ ο λόγος και η σιωπή δεν είχαν γίνει με τέτοια ένταση κυριαρχικά εκφραστικά στοιχεία, ποτέ το γκρό πλάν δεν χρησιμοποιήθηκε περιγραφικά- αυτό θεωρούνταν αντιφατικό προς την ίδια του τη φύση-ποτέ το ανθρώπινο πρόσωπο δεν αντιμετωπίσθηκε σαν «τοπίο» και σαν χώρος μιάς κάποιας δράσης. (Η Λιβ Ούλμαν και ο Έρλαντ Γιόζεφσον πρέπει να δεινοπάθησαν, αλλά η ερμηνεία τους θα μείνει στην ιστορία της κινηματογραφικής υποκριτικής ενώ η ταινία θα μείνει, σίγουρα, στην ιστορία του κινηματογράφου).

        Θα διαπράξετε τη γκάφα της ζωής σας αν για οποιονδήποτε λόγο χάσετε τούτη την οδύσσεια των ανθρώπινων σχέσεων, που οπωσδήποτε σας αφορά ή θα σας αφορά στο μέλλον, ακόμα κι αν η μεγαλειώδης κινηματογραφική τέχνη του Μπέργκμαν σας αφήνει τελείως αδιάφορους, ακόμα κι αν αντιμετωπίζεται τον κινηματογράφο σαν μιά φθηνή σαββατοκυριακάτικη διασκέδαση. Δείτε τούτο το φιλμ που γυρίσθηκε για την σουηδική τηλεόραση (παίχτηκε σε τρείς συνέχειες) και σπάστε τους δέκτες σας μέσω των οποίων δυό ελληνικά κανάλια βάλθηκαν να μας αποβλακώσουν προγραμματισμένα με σκηνές από γάμους ελληνικούς και βλάχικους και άλλα ανάλογα εγχώρια προγράμματα που καθορίζουν το στίγμα του πολιτισμού μας για τον οποίο δεν λέμε να ντραπούμε. Ίσως ντραπούμε τώρα που ένα αριστούργημα της σουηδικής μικρής οθόνης φθάνει στον ευρωπαϊκό νοτιότατο νότο μέσω της μεγάλης οθόνης και χάρις σ’ αυτήν.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ. Εφ. Το Βήμα 10/2/1976

   Από την Δεύτερη Σκηνή του έργου με τα λόγια του Ίνγκριντ Μπέργκμαν:

ΓΙΟΧΑΝ Νομίζω ότι η ζωή έχει την αξία που εσύ ο ίδιος της αποδίδεις, τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Αρνούμαι να ζώ κάτω απ’ το μάτι της αιωνιότητας.

    Και από την Πέμπτη Σκηνή του έργου μιλάει ο Γιόχαν

ΓΙΟΧΑΝ Θα σου πώ κάτι κοινότοπο. Είμαστε συναισθηματικά αγράμματοι. Κι όχι μόνο εμείς-  σχεδόν όλοι, κι αυτό είναι το καταθλιπτικό. Μας διδάσκουν τα πάντα για το σώμα, για την αγροτική παραγωγή στη Μαδαγασκάρη και για την τετραγωνική ρίζα του π, ή όπως στο διάολο τη λένε, αλλά ούτε μια λέξη για την ψυχή. Αγνοούμε βαθιά όχι μόνο τους άλλους, αλλά και τον εαυτό μας. Υπάρχουν πολλά ανεύθυνα λόγια, στις μέρες μας, που λένε ότι τα παιδιά θα ‘πρεπε να μεγαλώνουν γνωρίζοντας τα πάντα για τη συναδέλφωση, την κατανόηση, την συνύπαρξη και την ισότητα κι όλα τ’ άλλα που αντιπροσωπεύουν την τωρινή οργή. Μα δεν του ‘κοψε κανενός να πει ότι πρέπει πρώτα να μάθουμε κάτι για τον εαυτό μας και τα δικά μας αισθήματα. Το δικό μας φόβο, τη μοναξιά και το θυμό. Καταλήγουμε χωρίς ελπίδα, αμαθείς, και γεμάτοι ενοχές, ανάμεσα στα χαλάσματα των φιλοδοξιών μας. Να γνωρίσεις σ’ ένα παιδί την ψυχή του είναι κάτι σχεδόν απρεπές. Σε αντιμετωπίζουν σαν διαφθορέα. Πώς είναι δυνατό να καταλάβεις τους άλλους, αν δεν γνωρίσεις πρώτα τον εαυτό σου;……….

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

11/9/2026

 

     

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Δημήτρης Δανίκας γράφει για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

 

ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Περιμένω με ενδιαφέρον τον θάνατό μου»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ  ΔΑΝΙΚΑ

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στο ένθετο «ΠΡΟΣΩΠΑ 21Ος ΑΙΩΝΑΣ» τχ. 93/ 16-12-2000

   Για τον εξαίρετο δημοσιογράφο και κριτικό κινηματογράφου κύριο Δημήτρη Δανίκα, νομίζω ότι ο έλληνας αναγνώστης- αναγνώστρια των παλαιότερων δεκαετιών Εφημερίδων και άλλων εντύπων, αλλά και της σημερινής έντυπης έκδοσης της εφημερίδας «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ», δεν χρειάζεται συστάσεις. Το όνομά του ήταν γνωστό στους φιλαναγνώστες της Γενιάς μας και όχι μόνο, από τα έντυπα του «ΔΟΛ». Αρθρογραφική και κριτική πένα αξιόλογη, σπινθηροβόλα, σαρκαστική, ίσως ορισμένες φορές ειρωνική, με πολιτική άποψη και ξεκάθαρη θέση πάνω στα διάφορα κοινωνικά θέματα και παθογένειες που καυτηρίαζε, σχολίαζε τσουχτερά, για πρόσωπα της πολιτικής επικαιρότητας και του δημόσιου βίου, όπως και συνεχίζει να πράττει. Με την ανάπτυξη και ευρεία διάδοση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Ηλεκτρονικών Μέσων, η φωνή και η παρουσία του κυρίου Δημήτρη Δανίκα μας έγινε γνωστότερη, μια και είναι συχνά προσκεκλημένος στα διάφορα πάνελ και συζητήσεις. Τον διακρίνει η δημοσιογραφική ευθυκρισία, το άκουσμα των λόγων και των λεγομένων του συνομιλητή του ή συνομιλητών του, η με ευγένεια και ειλικρίνεια διατύπωση της γνώμης, των απόψεών του, των κρίσεών του στις συμμετοχές του. Η υπογραφή και το όνομα του κύριου Δημήτρη Δανίκα- όπως και άλλων της παλαιάς φουρνιάς των δημοσιογράφων- τιμά το δημόσιο επάγγελμα ενημέρωσης της κοινής γνώμης με τον καλύτερο τρόπο. Δίχως φυσικά αυτό να σημαίνει ότι ο αναγνώστης ή αναγνώστες των άρθρων και των δημοσιευμάτων του συμφωνούν πάντα με τα όσα γράφει και εκθέτει στις δημόσιες εμφανίσεις του.

    Συνεχίζω κάπως φλύαρα και ίσως άτακτα, επαναληπτικά, μπορεί και κουραστικά να αναρτώ αυτήν την Καλοκαιρινή περίοδο του 2026, στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, παλαιές κρίσεις και σχόλια, δημοσιεύματα εφημερίδων και περιοδικών για το Κινηματογραφικό και Συγγραφικό έργο του Σουηδού σκηνοθέτη Ingmar Bergman που είχα διαφυλάξει. Θέλησα να κάνω ένα πολλαπλό Αφιέρωμα στην μνήμη του με τα όποια στοιχεία και πληροφορίες είχα συγκεντρώσει. Να αναφερθώ ξεχωριστά σε ταινίες του που έχω παρακολουθήσει σε κινηματογραφικές αίθουσες και τηλεοπτικές οθόνες, στα Σενάριά του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και έχουν εκδοθεί αυτόνομα και γνωρίζω, σε ελληνικές θεατρικές σκηνές που παραστάθηκαν έργα του, σε κριτικές στον τύπο, σε συνεντεύξεις του, στην Αυτοβιογραφία του. Παράλληλα, κάνω και μία χρονική αναδρομή των δικών μου καλλιτεχνικών πεπραγμένων, μνημών, εμπειριών και πνευματικών καταστάσεων εκ Πειραιώς, φιλικών συναντήσεων και γνωριμιών που συνδέονται κατά κάποιον τρόπο με τους χρόνους μετά την Μεταπολίτευση του 1974 που παρακολουθήσαμε για πρώτη φορά ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και έκτοτε παραμείναμε φανατικοί θαυμαστές των αριστουργημάτων του. Στην κινηματογραφική μας εκτίμηση και προτίμηση σε αυτά τα μοναδικά αριστουργήματα της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης και του μαγευτικού Σουηδού δημιουργού τους, συνέβαλε όχι μόνο η παιδική μας αγάπη για την Τέχνη του Σινεμά, αλλά, και οι διθυραμβικές συνήθως θετικές κριτικές που έχουμε μέχρι σήμερα διαβάσει για τις ταινίες του, που ενίσχυσαν τις απόψεις μας μετά την παρακολούθηση των ταινιών του. Δίχως σε αυτό το επαινετικό πανόραμα κρίσεων και απόψεων των ελλήνων κινηματογραφικών κριτικών να σημαίνει ότι δεν έχουν δημοσιευτεί σποραδικά και αρνητικά σχόλια. Όμως οι κινηματογραφόφιλοι θαυμαστές του Μπέργκμαν ακόμα και σήμερα υπερτερούν και δεν τον λησμονούν. Κλασικά παραδείγματα η συγκεφαλαιωτική αποτίμηση των ταινιών του από έναν άλλον δάσκαλο του Σινεμά του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου που υπογράφει το λήμμα σ. 384-386 του «Παγκόσμιου Βιογραφικού Λεξικού» τόμος 6ος της «Εκδοτικής Αθηνών- ΤΑ ΝΕΑ» 1999 και άλλων συζητητών για ταινίες του στο διαδίκτυο και ηλεκτρονικές εκδόσεις εφημερίδων.

  Διαβάζοντας εκ νέου τα δύο βιβλία Σεναρίων του «Σκηνές από ένα γάμο» και «Το Αυγό του φιδιού» (έχουμε δημοσιεύσει κριτική για το δεύτερο παλαιότερα) που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Νέα Σύνορα- Α.Α. Λιβάνη» και αντιγράφοντας σιγά-σιγά κριτικές δασκάλων της Έβδομης Τέχνης όπως του Βασίλη Ραφαηλίδη και του Νίνου Φένεκ- Μικελίδη, κάνουμε μία απαραίτητη και αναγκαία στάση σε μία άλλη εξαιρετική κινηματογραφόφιλη φωνή, του έμπειρου και καταρτισμένου κινηματογραφικά πάντα Δημήτρη Δανίκα. Θεωρώντας ότι οι όποιοι αναγνώστες/ αναγνώστριες των Λογοτεχνικών Πάρεργων θα έχουν την ευκαιρία εφόσον το θελήσουν να ξαναθυμηθούν και να διαβάσουν συγκεντρωτικά κρίσεις και απόψεις για το διεθνώς αναγνωρισμένο και βραβευμένο έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Υπομονή λοιπόν μέχρι τα επόμενα Μπεργκμανικά σημειώματα και αναρτήσεις.

  Ανοίγει την αυλαία του κειμένου του ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ:

   «Δεν ακούει, δεν βλέπει, δεν περπατάει καλά και με ενδιαφέρον περιμένει τον θάνατό του. Η ζωή για τον 82χρονο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι ένα απίστευτο βάρος. Αλήθεια, πόσα παιδιά έχει; Μερικοί βιογράφοι του ισχυρίζονται πως είναι 8, όμως ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξή του που παραχώρησε στη σουηδική τηλεόραση- και μάλιστα ύστερα από παρακάλια και διαβεβαιώσεις του στενού του φίλου και συνεργάτη Έρλαντ Γιόζεφσον –τα παιδιά του είναι 9. Στον δρόμο μπορεί να ξέχασε μερικά. «Ποτέ δεν αισθάνθηκα πατέρας. Κάποτε ένας γιός μου μού είπε: «΄΄Δεν υπήρξες για μένα αληθινός πατέρας΄΄». Τα παιδιά γι’ αυτόν προέκυψαν έτσι… τυχαία. Αποκλείεται επίσης να θυμάται πόσα εγγόνια και δισέγγονα έχει. Ούτε τον ακριβή αριθμό των γυναικών του θυμάται. «Όλες τους πάντως αποδείχτηκαν κυρίες». Δημοσίως καμία δεν εξέφρασε παράπονο. Μια «συνάντηση» με τον Μπέργκμαν ίσως να ‘ναι ευλογία. Επισήμως- στα χαρτιά- μόλις… πέντε είχαν το προνόμιο να φέρουν το επίθετο Μπέργκμαν. Η Έλσε ήταν η πρώτη του σύζυγος. Εκείνος ήταν μόλις 25 χρόνων, με ελάχιστη, ίσως και μηδαμινή, σεξουαλική πείρα! «Μικρός ήμουν άσχημος, κοκαλιάρης και άχαρος». Τα κορίτσια τον περιφρονούσαν και μόνο μια 14χρονη χοντρούλα καταδέχτηκε να τον πλησιάσει. «Ίσως να με λυπήθηκε». Ύστερα από 2 χρόνια βιαστικού γάμου ο 27χρονος πια Ίνγκμαρ δίνει τα παπούτσια στην Έλσε. Ο λόγος είναι εξηγήσιμος. Θα συνέβαινε και στον τελευταίο κομπάρσο του έσχατου αθηναϊκού θεάτρου. Είναι τα πρώτα χρόνια του στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου, όπου «επικρατούσε μια διάχυτη ερωτική ατμόσφαιρα». Αμέσως μετά την Έλσε πέφτει πάνω στην Έλεν. Ο γάμος διαρκεί κάτι περισσότερο. Περίπου πέντε χρόνια. Στα χαρτιά, γιατί στην πράξη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Μπέργκμαν έχει ήδη αρχίσει να προπονείται στο αγαπημένο του χόμπι. «Πάντα ερωτευόμουν τις πρωταγωνίστριές μου». Μόνο τις πρωταγωνίστριες; Όσοι τον ξέρουν, αμφιβάλλουν. Η επίσημη σύζυγος αρρωσταίνει και όσο εκείνη πάλευε με τη φυματίωση εκείνος έτρεχε πίσω από κάποια Γκουν. Ένα χρόνο μετά την παντρεύεται, εξακολουθώντας όμως να επιδίδεται στο ίδιο σπορ, βεβαιώνοντας κάθε χρόνο τις επιδόσεις του. Μετά την Γκουν καταφθάνει η Κάμπι. Αυτός ο γάμος διαρκεί 6 χρόνια. Ρεκόρ. Στα 52 του πια τα ‘χει κάνει όλα. Κάτι η κόπωση, κάτι το χαμηλό προφίλ της επόμενης συμβίας του, κάτι ο υπομονετικός της χαρακτήρας και ο γάμος με την Ίνγκριντ, την Πέμπτη-στη σειρά-κυρία Μπέργκμαν, βαστάει 24 ολόκληρα χρόνια. Και μάλιστα η αιτία του χωρισμού τους είναι ο… θάνατος. Ποια ήταν; «Σάμπως την ξέρουμε;» μου έλεγε φυσικότατα συνάδελφος από τη Σουηδία. Η Ίνγκριντ ήταν η φιλική συντροφιά. Τη γυναικεία συντροφιά την αποτελούσαν πολλά ωραία κορίτσια. «Ήμουν περικυκλωμένος από πολλά ωραία πλάσματα», ομολογεί με την ανατριχιαστική ειλικρίνεια που τον διακρίνει. Με την απώλεια της Ίνγκριντ αρχίζει να βαράει το κουδουνάκι. Φτάνει όπου να ‘ναι. Αν γίνει φυτό, θα προτιμούσε εκείνη τη στιγμή να αυτοκτονήσει.

Ο μεγαλύτερος εν ζωή, δραματουργός του κινηματογράφου είναι ένας αποτυχημένος άνθρωπος. Το δηλώνει άνευ περικοκλάδων. Και αισθάνεται τη ζωή σαν ένα μεγάλο, ανυπόφορο βάρος. Πώς εξηγείται αυτή η διάσταση, αυτή η κολοσσιαία αντίφαση, αυτό το χάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον καλλιτέχνη; Ίσως μόνο το δικό μας μυαλό, το μυαλό «φυσιολογικών» κοινών θνητών να εκλαμβάνει όλα αυτά σαν χάσμα, σαν σχίσμα ανάμεσα στον καλλιτέχνη- Άγγελο και τον άνθρωπο-Διάβολο. Αν μικρός ήταν όμορφος. Αν από νωρίς έκανε παρέα με κορίτσια. Αν ο πατέρας του δεν ήταν τόσο άκαμπτος και ήταν ας πούμε παπουτσής και όχι ταγμένος πάστωρ της εκκλησίας των διαμαρτυρομένων. Αν δεν είχε συσσωρευτεί μέσα του τόσος θυμός και τόση οργή. Αν δεν «έπνιγε» κάποιον Κριτικό. Αν όλα αυτά που εξομολογείται και πολλά άλλα που θα τα πάρει στον τάφο του δεν είχαν συμβεί στην τρικυμιώδη ζωή του, τότε ίσως η μεν κυρία Έλσε να κέρδιζε έναν απολύτως υγιή και αφοσιωμένο σύζυγο, εμείς όμως να χάναμε την ευλογία μιας «Περσόνα». Τα πράγματα στη ζωή και την Τέχνη δεν είναι αγγελικά πλασμένα. Στην περίπτωση μάλιστα του Μπέργκμαν θα έλεγα πως είναι εντελώς… σατανικά καμωμένα! Μερικές ιδιοφυϊες της Τέχνης προκύπτουν από παρά… φύση καπρίτσια.

Απ’ αυτήν τη συνέντευξη, την τελευταία που έδωσε πριν από μερικούς μήνες στη σουηδική τηλεόραση και που ίσως αποδειχθεί πραγματικά η τελευταία, δύο πράγματα με συγκλόνισαν. Το «ποινικό του μητρώο» και η αυτογνωσία του. Έχει πλήρη συνείδηση των «εγκλημάτων» του και δεν έχει κανένα δισταγμό να τα ομολογήσει. Τι έχει να φοβηθεί; Ούτε τον Χάρο. Τον περιμένει- σου λέει- με ενδιαφέρον. Ανατριχιαστικό. Ξεπερνάει κάθε ανθρώπινο μέτρο. Και κάτι ακόμα πριν σας τον παραδώσω ατόφιον. Όσοι δεν απολαύσουν τα μαθήματα σεναρίου που παραδίδει με την «Απιστία» (Trolosa –προβάλλεται στην Αθήνα) θα… εγκληματήσουν. Μια δική του, από τις τόσες «ασήμαντες» απιστίες του, καταλήγει  σε ιστορία τρόμου.».

   Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Του εύχομαι να καίγεται στην κόλαση»

Ακούγονται πολλά για τα εκρηκτικά, τα βίαια ξεσπάσματα του χαρακτήρα σας…

«Ως νέος, ναι. Μια φορά από τον θυμό μου είχα σπάσει την τζαμαρία σε ραδιοφωνικό στούντιο. Η αλήθεια είναι πως η συμπεριφορά μου ήταν βίαιη. Όμως τα τελευταία είκοσι χρόνια έχω ηρεμήσει. Μερικές φορές αυτά τα ξεσπάσματα με κάνουν να αισθάνομαι αποτυχημένος και ως επαγγελματίας. Τώρα έχω ησυχάσει. Στο περιβάλλον μας είμαστε αναγκασμένοι να συνυπάρχουμε και να συνεργαζόμαστε με διαφορετικούς ανθρώπους. Γι’ αυτό πρέπει να υπάρχει ατμόσφαιρα ηρεμίας και ισορροπίας, όχι όμως και υποταγής. Όταν κάποιος ηθοποιός ή συνεργάτης μου σηκώσει τα χέρια ψηλά λέγοντας «αυτό δεν μπορώ να το κάνω», πρέπει να τον αντιμετωπίσω με πυγμή. Πάντως οι άνθρωποι που διαδίδουν αυτές τις φήμες για τον βίαιο χαρακτήρα μου δεν είχαν ποτέ δουλέψει μαζί μου.».

   Είναι αλήθεια πώς είχατε σπρώξει βάναυσα έναν Κριτικό;

«Έχει συμβεί, αλλά το περιστατικό έχει διογκωθεί. Αυτό που έγινε ήταν εντελώς δικαιολογημένο από τη μεριά μου. Επί σειρά ετών με «κυνηγούσε» με τον πιο άθλιο τρόπο. Μια μέρα σε κάποια πρόβα κουστουμιών τον είδα μπροστά μου και σκέφτηκα πως αν τον… έπιανα ίσως τελικώς να με απάλλασσε από την παρουσία του δια βίου. Ίσως ακόμα και η εφημερίδα του να μην τον άφηνε να γράφει κριτικές για τις παρουσιάσεις μου. Στη συνέχεια το σωματείο των Κριτικών έβγαλε μία ανακοίνωση λέγοντας πώς κανείς δεν έχει δικαίωμα να συμπεριφέρεται έτσι σε κάποιον που γράφει τις απόψεις του. Όμως ομολογώ πώς ύστερα απ’ αυτό το ξέσπασμα αισθάνθηκα περίφημα. Και η αλήθεια είναι πώς δεν τον χτύπησα, απλώς τον άρπαξα από το κολάρο κι αυτός από τον τρόμο του… εξαφανίστηκε στο πάτωμα. Στη συνέχεια μια εισαγγελέας, που βρήκε την ευκαιρία να γίνη διάσημη, μου έβαλε πρόστιμο 5.000 κορόνες. Τώρα έπειτα από τόσα χρόνια εύχομαι να καίγεται στην κόλαση. Ακόμα και σήμερα που είναι νεκρός εξακολουθώ να τον μισώ. Δεν μίσησα πολλούς, αλλά αυτόν ποτέ δεν θα τον συγχωρήσω».

        «Ποτέ μου δεν αισθάνθηκα πατέρας»

   Μου κάνει εντύπωση πόσο λίγες φορές εμφανίζεται στα κείμενά σας η λέξη «πατέρας»;

  «Ά, πρέπει να σας πω ότι οι μανάδες τους είναι εξαιρετικές κυρίες. Ουδέποτε μίλησαν για μένα με πικρία, λύπη ή απογοήτευση. Ούτε μία απ’ αυτές Θυμάμαι τότε που συγκρούστηκα με έναν από τους γιους μου κι εκείνος μου είπε «ποτέ δεν υπήρξες αληθινός πατέρας για μένα». Μπορεί και να ‘χει δίκιο. Ούτε μια στιγμή στη ζωή μου δεν κατάλαβα ούτε αισθάνθηκα… πατέρας».

Το λέτε με τόση ευκολία, χωρίς τύψεις και ενοχές.

  «Έχετε δίκιο, έτσι είναι. Μπορεί πατέρας να μην ήμουνα, αλλά σας βεβαιώ πώς πάντα ήθελα να είμαι ένας καλός φίλος για τα παιδιά μου. Θυμάμαι τότε που η γυναίκα μου Ίνγκριντ κανόνισε την πρώτη μεγάλη οικογενειακή συνάθροιση στο σπίτι μας στο νησί Φάρο και με τα 9 παιδιά μου (!). Μερικά απ’ αυτά δεν γνώριζαν την ύπαρξη των άλλων. Ύστερα από αυτή την ευχάριστη οικογενειακή συγκέντρωση κάθε 14 Ιουλίου στα γενέθλιά μου τους υποδέχομαι στο Φάρο. Πιστεύω πως μερικοί σαν κι εμένα είμαστε οι τελευταίοι Δεινόσαυροι στον πλανήτη. Δυστυχώς, το είδος πεθαίνει».

  Αφού ο ελεύθερος χρόνος σας ήταν τόσο περιορισμένος, τι σας έσπρωξε να κάνετε τόσα πολλά παιδιά;

    «Ά, ποτέ δεν μπορείς να υπολογίσεις τα όρια και τις αντοχές σου. Άλλωστε, ούτε ένα απ’ αυτά τα παιδιά δεν προέκυψε ύστερα από σχεδιασμό και συνειδητή επιθυμία. Απλώς, έτυχε! Πάντως όλα τους ήταν πλάσματα εκρηκτικών σχέσεων. Μεγάλοι έρωτες. Και όλους αυτούς τους έρωτες εξακολουθώ να τους λατρεύω. Και είναι υπέροχα τώρα να είναι κανείς περικυκλωμένος από τόσα εγγόνια και… δισέγγονα. Μου αρέσει να τα βλέπω να παίζουν και να τιτιβίζουν τριγύρω μου. Φυσικά έπειτα από μία ώρα πονοκεφαλιάζω και παίρνω βάλιουμ για να ηρεμήσω. Αλλά μια και μιλάμε για τύψεις και ενοχές, πρέπει να σας υπενθυμίσω πώς μεγάλωσα σ’ ένα αυστηρό προτεσταντικό περιβάλλον που προσπαθούσε να μου εμφυσήσει την ενοχή σαν συστατικό όρο της ύπαρξής μου. Έτσι όταν ήμουν μικρός για να επιβιώσω έλεγα ψέματα, κορόιδευα και υποκρινόμουν. Μεγαλώνοντας έγινα χειρότερος. Συμπεριφερόμουν προς όλους σαν κόπανος. Εντελώς άθλια. Το βάρος αυτών των ενοχών ήταν ασήκωτο και κάποια στιγμή αποφάσισα να τις πετάξω στα σκουπίδια. Αλλά πρόσεξε κάτι. Άλλο πράγμα είναι η ενοχική συνείδηση και εντελώς άλλο είναι η ενοχοποιημένη, από τους άλλους, συνείδηση. Όσο πετούσα τις ενοχές μου τόσο πείσμωνα με τη δουλειά μου. Έπρεπε να γίνω ο καλύτερος του κόσμου. Κανένα εμπόδιο δεν έπρεπε να μπει ανάμεσα σε μένα και στις επαγγελματικές μου κατακτήσεις. Έτσι από τη μια ως άνθρωπος αισθανόμουν αποτυχημένος και από την άλλη προσπαθούσα να υπερκεράσω αυτή την αποτυχία μέσα από τα επαγγελματικά μου κατορθώματα. Αυτή η αντίφαση με ανάγκασε να πάρω ορισμένες αποφάσεις. Έγινα ένας αυστηρός, άκαμπτος επαγγελματίας γεγονός που την πλήρωσαν οι συνεργάτες μου. Η σχέση μου μαζί τους κατάντησε μια βασανιστική δοκιμασία γι’ αυτούς».

   «Πάντα ερωτευμένος με τις πρωταγωνίστριές μου»

   Να μιλήσουμε για γυναίκες; Η Πινακοθήκη του Μπέργκμαν είναι από τις πλουσιότερες.

    «Όταν ήμουν μικρός δεν υπήρχε ούτε μία. Θυμάμαι τα κορίτσια να κυνηγούν τους ωραίους της παρέας, τον Έρλαντ και τον Σβεν (εννοεί τους στενούς φίλους και συνεργάτες του, τον ηθοποιό Έρλαντ Γιόζεφσον και τον διευθυντή φωτογραφίας Σβεν Νίκβιστ). Για μένα τα εμπόδια ήταν δυσθεώρητα. Έπρεπε να… δουλέψω πολύ σκληρά. Όσο με θυμάμαι, ήμουν πάντα ερωτευμένος. Ο πρώτος μεγάλος έρωτας ήταν η μητέρα μου. Ήταν μια απίστευτα όμορφη γυναίκα. Αλλά κάθε προσφορά λατρείας από μένα σ’ αυτήν ήταν απαγορευμένη. Δυστυχώς… γεννήθηκα αγόρι».

   Απ’ όσο ξέρω, κάθε μεγάλος έρωτας στη ζωή σας διαρκούσε μία τριετία.

  «Λάθος πενταετία ή κάτι τέτοιο».

  Δεν είναι ελάχιστος χρόνος για να ωριμάσει βαθύτερα μια σχέση;

  «Μην ξεχνάτε πως η σχέση μου με την Ίνγκριντ κράτησε 24 χρόνια και πως αν δεν πέθαινε θα διαρκούσε περισσότερο. Όταν την συνάντησα και την παντρεύτηκα, όλες οι άλλες ιστορίες ξεχάστηκαν, θάφτηκαν. Ήταν μια αληθινή αγάπη. Ήμουν 52 ετών όταν παντρευτήκαμε και το αστείο είναι πως έμοιαζε πολύ στη μητέρα μου. Κάτι λέει αυτό. Βέβαια πρέπει να ομολογήσω πώς όλα αυτά τα χρόνια με τριγυρνούσαν πολλά ωραία κορίτσια. Και μη νομίζετε πώς όλα αυτά τα πλάσματα με μίσησαν. Λάθος. Εξακολουθούν να με βλέπουν σαν φίλο τους».

  Και η πρώτη σας σύζυγος; Αν θυμάμαι καλά, την εγκαταλείψατε για κάποια άλλη την ώρα που είχε αρρωστήσει από φυματίωση και σας είχε ανάγκη. Αν αυτή η γυναίκα εξακολουθεί να αισθάνεται φιλικά για σας, τότε πρέπει να είναι πρωταθλήτρια γενναιοδωρίας.

  «Κι όμως, έτσι είναι. Κοιτάξτε, γεννήθηκα κοκαλιάρης, ψηλός και άχαρος. Από την πρώτη στιγμή μίσησα το κορμί σου. Η πρώτη μου μικρή ασήμαντη ερωτική εμπειρία ήρθε καθυστερημένα όταν ήμουν 16 χρόνων. Και μάλιστα ήρθε από κάποια που με λυπήθηκε και που διέθετε τον διπλάσιο όγκο από μένα. Χοντρούλα και άσχημη. Τόσο άσχημη που όταν η μητέρα μου την είδε τρόμαξε και έκανε τα πάντα για να με αποτρέψει. Στην πραγματικότητα οι πρώτες μου αληθινές εμπειρίες άρχισαν το 1943, όταν ήμουν 25 χρονών. Τότε που μπήκα στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να είναι η αιτία του απίστευτου θυμού που μέχρι τότε είχε συσσωρευτεί μέσα μου. Γι’ αυτό όταν ήμουν νέος, ανασφαλής και φοβισμένος, εκτονωνόμουν με ξεσπάσματα οργής και μίσους. Συνεχώς φώναζα και κλωτσούσα. Άρχισα να ηρεμώ όταν κατάλαβα πώς ελέγχω τα εργαλεία της δουλειάς μου. Το αποτέλεσμα ήταν πώς πάντοτε ερωτευόμουν τις πρωταγωνίστριές μου. Φυσικά αυτός ο έρωτας δεν κατέληγε πάντα σε μια μεγάλη σχέση. Με άλλα λόγια, κάπως έτσι άρχιζαν οι επιπλοκές και κάπως έτσι ήρθαν τα παιδιά. Κάθε νέα ταινία, μια νέα ερωτική σχέση κ.ο.κ.».

  «Θα αυτοκτονούσα, το θεωρώ φυσιολογικό»

 Μου φαίνεται αδιανόητο να ανοιγοκλείνει κανείς με τόση ευκολία τις πόρτες των σχέσεων και των χωρισμών του…

   «Κοιτάξτε, αν δεν ελέγξεις τον τρόμο που σου προκαλεί η χαοτική κατάσταση της πραγματικότητας και της προσωπικής σου ζωής, θα διαλυθείς. Αν δεν ήλεγχα πλήρως την κατάσταση θα κατέρρεα μέσα στο χάος. Γι’ αυτό άλλωστε σιχαίνομαι κάθε είδους και μορφή αυτοσχεδιασμού. Θέλω όλα να τα ελέγχω πριν ακόμα τα οργανώσω. Ίσως γι’ αυτό αποφεύγω την κοινωνική ζωή. Όμως εν τέλει είναι αδύνατον να τα ελέγχεις όλα. Τον θάνατο, ας πούμε, δεν μπορείς να τον κουμαντάρεις. Τα τελευταία χρόνια μετά την απώλεια της Ίνγκριντ δεν έχω συναντήσει έξω από τη δουλειά μου ούτε έναν φίλο, έναν γνωστό, έναν συνεργάτη. Φανταστείτε πώς τον Έρλαντ τον βλέπω μόνο στο θέατρο και κάποιες φορές ανταλλάσσουμε μερικές κουβέντες τηλεφωνικώς. Ποτέ μου δεν δυσκολεύτηκα να μείνω μόνος με τον εαυτό μου. Αντιθέτως μονίμως αισθάνομαι την ανάγκη της μοναξιάς και της απομόνωσης. Έτσι με θυμούμαι από μικρό παιδί. Απλά τα χρόνια με την Ίνγκριντ ήταν μία ευχάριστη περίοδος. Αποκλείω να μου ξανασυμβεί κάτι ανάλογο. Τώρα έχω επιστρέψει στη μοναξιά μου, με μοναδική συντροφιά μια βαθιά, ανείπωτη αίσθηση απώλειας. Αυτή την αίσθηση την κουβαλάω διαρκώς μαζί μου. Ταυτόχρονα κουβαλάω μαζί μου και τις δύο άλλες μου αγάπες, το θέατρο και τις πρόβες».

   Νομίζετε πώς ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και για τον θάνατο;

   «Θα ξεκινήσω από τον προθάλαμο του θανάτου. Κανείς δεν μας έχει μιλήσει διεξοδικά για το πόσο σκληρά είναι τα γηρατειά. Ιδιαίτερα μάλιστα τώρα που αρχίζουν να εμφανίζονται πάνω μου μερικά ταπεινωτικά… γελοία συμπτώματα. Τα γηρατειά από μόνα τους είναι δουλειά πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης! Πίστευα πώς πρώτα εγώ θα πέθαινα και μάλιστα είχα πει στην Ίνγκριντ όταν το διαισθανθεί να μου πιάσει το χέρι σαν σημάδι αποχαιρετισμού. Μερικές φορές αισθάνομαι πώς υπάρχω ερήμην της… ζωής. Προσπαθώ να γεμίζω τα κενά διατηρώντας μια τάξη στην καθημερινότητά μου. Κάθε πρωί σηκώνομαι στις 6 και δουλεύω μέχρι το βράδυ. Κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, όλα αυτά τα χρόνια. Και συνεχίζω την ίδια πορεία με το ίδιο αυστηρό πρόγραμμα. Η ίδια η ζωή για μένα είναι ένα μεγάλο βάρος. Η σκέψη πώς δεν θα ξαναδώ την Ίνγκριντ είναι ανυπόφορη, απαίσια, βασανιστική. Μέσα μου διαρκώς συγκρούονται ερωτήματα για τη ζωή, τον θάνατο, για την Ύπαρξη και την ‘ανυπαρξία’. Έτσι αρχίζω να θέλω να πιστεύω πώς θα ξαναδώ την Ίνγκριντ και πώς υπάρχει μια άλλη πραγματικότητα. Δεν μπορώ να χωνέψω την ιδέα της οριστικής εξαφάνισης. Τελικά, στην πραγματικότητα έπαψα να φοβάμαι το θάνατο. Αντιθέτως, πιστεύω πως εκείνη η ώρα θα έχει ενδιαφέρον! Το μόνο που με τρομάζει είναι η αναπηρία, η ταπείνωση και η φυτοποίηση. Να γίνω βάρος στους άλλους. Αν το πνεύμα μου είναι αναγκασμένο να ζει σ’ ένα σάπιο κορμί, τότε ελπίζω να έχω τα συγκαλά μου για να πάρω τις αποφάσεις μου.».

  Θα αυτοκτονούσατε;

  «Οπωσδήποτε! Θέλει και ρώτημα; Βρίσκω πως θα ‘ναι το πιο φυσιολογικό φινάλε της ζωής μου».

  Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να ζει μέσα σας το μικρόβιο της περιέργειας.

   «Μα, δεν έχετε ακούσει που λένε για κάποιον που δεν είναι περίεργος ‘τι έπαθε αυτός, άρρωστος είναι;’ Πάντα με θυμάμαι έναν απίστευτα περίεργο τύπο. Η περιέργεια είναι θείο δώρο. Αν σταματήσω να δουλεύω και να ξετρυπώνω, θα πεθάνω στη στιγμή».

     ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ, εφ. ΤΑ ΝΕΑ 16/12/2000

Κλείνοντας

   Ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Δανίκας, από όσο γνωρίζω, έχει δημοσιεύσει στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 10/12/2000 κριτική για την ταινία της ηθοποιού Λίβ Ούλμαν «Απιστία» (“TROLOSA”) με τίτλο «Το δημόσιο «στριπτίζ» του Μπέργκμαν», και πρότιτλο «Ο 82χρονος σκηνοθέτης υπαινίσσεται στο σενάριο της ταινίας της Λιβ Ούλμαν “Trolosa” («Απιστία») ότι μπορεί να υπήρξε άφιλος, άπιστος, παντελώς αδιάφορος για την οικογένειά του και ηθικός αυτουργός της αυτοκτονίας φίλου του». Το Σενάριο της ταινίας το έγραψε ο ίδιος ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν σε προχωρημένη ηλικία. Όπως γνωρίζουμε πολλές από τις κινηματογραφικές του παραγωγές στηρίζονται σε δικά του σενάρια. Η ταινία της πρώην γυναίκας του, ηθοποιού Λιβ Ούλμαν, προβάλλονταν εκείνο το διάστημα σε Αθηναϊκές αίθουσες και ήταν η πρώτη της εργασία ως σκηνοθέτης. Αν διαβάσουμε την προσωπογράφηση του Δημήτρη Δανίκα που αναρτούμε σήμερα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, τις κρίσεις του για την ταινία «Απιστία» (θα τις αναρτήσουμε σε επόμενο σημείωμά μας, κάνοντας μνεία του και σε ένα άλλο κριτικό σημείωμά του για την ταινία του Δανού σκηνοθέτη Τόμας Βίντεμπεργκ, και την ταινία του «Οικογενειακή γιορτή» βλέπε εφ. «Τα Νέα» 2/10/ 1998) και προσμετρήσουμε τα όσα μας εξομολογείται στην τελευταία συνέντευξή του ο Σουηδός σκηνοθέτης Ι. Μπέργκμαν, θα διαπιστώσουμε το πόσο δύσκολο και μάλλον «σκοτεινό» σαν άτομο υπήρξε αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Αυτός ο μάγος της παγκόσμιας Έβδομης Τέχνης που δεν έπαψε να ανασκαλεύει συνεχώς το παρελθόν της οικογένειάς του και να μας προσφέρει εξαιρετικά αυτοβιογραφικά πορτραίτα των δικών του ατόμων. Μικρές ιστορίες τους μπλεγμένες με την δική του πορεία ζωής. Θα επιβεβαιώσουν τις απόψεις κριτικών και θεωρητικών της Λογοτεχνίας- και της Καλλιτεχνίας ευρύτερα- που μας υπενθυμίζουν στα κείμενα και τα γραπτά τους ότι άλλο πράγμα είναι το καλλιτεχνικό έργο, το τελικό αποτέλεσμα αθανασίας ενός δημιουργού ως ανάγνωσμα ή θέαμα και άλλο ο ίδιος ο δημιουργός- καλλιτέχνης που το κατασκεύασε σαν άτομο, σαν διακεκριμένη προσωπικότητα μέσα στην Κοινωνία, την στάση και αντιδράσεις του μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον και τον κοινωνικό περίγυρο. Η αναγνώρισή του ότι δεν υπήρξε καλός πατέρας ή σύζυγος, ίσως και η πολυγαμία του, να φανερώνουν το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί από τις ενοχές και τις τραυματικές εμπειρίες αγωγής του αυταρχικού και πουριτανού πάστορα πατέρα του σαν παιδί, και οι απορρίψεις του από τα κορίτσια της εποχής του. Πάντως, πέρα από την προσωπική του περιπέτεια, είναι άξιο θαυμασμού πώς αυτός ο παθιασμένος καλλιτέχνης και ταλαντούχος συγγραφέας του προηγούμενου αιώνα, κατόρθωσε να τιθασεύσει τους εσωτερικούς του «δαίμονες», να αναμετρηθεί με ιερά κινηματογραφικά «τέρατα» της εποχής του και να μας προσφέρει κινηματογραφικά έργα υψηλού υπαρξιακού και μεταφυσικού προβληματισμού και δραματικής ποιότητας. Ταινίες που κάτω από ένα σύγχρονο πρίσμα και ερμηνευτικό βλέμμα προσομοιάζουν με τα κλασικά έργα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας αλλά και της σαιξπηρικής. Υλοποίησε με την οπτική του τέχνη τα παιδικά του οράματα, όνειρα και κόσμους της φαντασίας του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

8/9/2026