Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Η ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

 

Η ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

     μιά προσωπική περιπλάνηση 

   Στο σημερινό σημείωμά μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα εις μνήμη του κορυφαίου κινηματογραφιστή, σκηνοθέτη- σεναριογράφου θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα γενικό χρονολογικό σχεδιάγραμμα των κατά καιρούς ταινιών του που προβλήθηκαν στην χώρα μας σε κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας, του Πειραιά και στα 3 κανάλια της Δημόσιας ασπρόμαυρης και έγχρωμης Τηλεόρασης [ΕΡΤ-1, ΕΡΤ-2/ ΝΕΤ, ΕΡΤ-3] και σε ορισμένα άλλα μικρά κανάλια της εποχής όπως το SEVEN-X κλπ., (ένα ακόμα του οποίου δεν θυμάμαι το όνομα) τα οποία πραγματοποιούσαν κατά διαστήματα αφιερώματα στον Σουηδό σκηνοθέτη. Στηρίχτηκα σε ημερομηνίες κινηματογραφικών προγραμμάτων που είχα διαφυλάξει έχοντας παρακολουθήσει τις ταινίες του είτε μόνος μου είτε με φιλικές παρέες από τότε που ήρθα σε επαφή με τις καταπληκτικές δημιουργίες του. Σε στοιχεία που άντλησα από εφημερίδες και τηλεοπτικά περιοδικά που είχα διαφυλάξει σελίδες τους και ανέφεραν τις σχετικές ημερομηνίες διασταυρώνοντάς τες. Στο σημείωμα αυτό σκέφτηκα να ταξινομήσω τις ταινίες ανάλογα την κινηματογραφική αίθουσα και τα κανάλια της Δημόσιας και Ιδιωτικής Τηλεόρασης που προβλήθηκαν πολλές από αυτές πάνω από μία φορές. Πάντοτε όταν παίζονταν ταινίες του κοίταγα να βρω χρόνο να τις βλέπω ανεξάρτητα αν της είχα δει σε προγενέστερα αφιερώματα και προβολές. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε και είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Ζήλευα (με την καλή έννοια) αυτούς που είχαν κάνει σπουδές πάνω στην Έβδομη Τέχνη και είχαν την τύχη και την οικονομική άνεση να παρακολουθήσουν όλες του τις ταινίες και τις θεατρικές του σκηνοθεσίες σε ευρωπαϊκές αίθουσες και Εθνικές σκηνές. Η δική μου θεατρική παιδεία ήταν καθαρά ερασιτεχνική και οφείλονταν σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η συχνότατη παρακολούθηση ως ψυχαγωγία κινηματογραφικών προβολών ταινιών του παλαιότερου και σύγχρονου κινηματογράφου σε μία πλειάδα αιθουσών και στην τηλεόραση. Η κάθε Παρασκευή αν θυμάμαι ορθά «ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΛΕΣΧΗ» στην ΕΡΤ-1 μετά την μεταπολίτευση υπήρξε ένα μικρό «κινηματογραφικό σπουδαστήριο» ποιοτικού σινεμά διαφόρων σχολών και ρευμάτων όταν μάλιστα ο έμπειρος και πολύπειρος κριτικός Γιάννης Μπακογιαννόπουλος πριν την προβολή των ταινιών ανέλυε και μας μιλούσε για την τεχνική της ταινίας έστω και αν ορισμένες φορές δυσκολευόμασταν να κατανοήσουμε τις θεωρητικές του εξαιρετικές αναλύσεις. Κινηματογραφόφιλη ήταν και η μεταμεσονύχτια ΕΡΤ-3 και η ΕΡΤ-2 κατοπινή ΝΕΤ. Ένας δεύτερος παράγοντας σπουδής μας πάνω στην τέχνη του κινηματογράφου ήταν ο σημαντικός δάσκαλος του Σινεμά και της ιστορίας του Βασίλης Ραφαηλίδης ο οποίος αρθρογραφούσε είτε στο περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» είτε στις εφημερίδες «Το Βήμα» και το «Έθνος». Ήταν τυχερή η κινηματογραφόφιλη Γενιά μου, μια και πρόλαβε τον Βασίλη Ραφαηλίδη να πραγματοποιεί συζητήσεις και να δίνει ομιλίες στο Πολιτιστικό Κέντρο της «ΩΡΑΣ» κοντά στο Σύνταγμα. Κάποτε ίσως θα έπρεπε να γίνει μία εκτενή συζήτηση ή να γραφεί ένας αφιερωματικός τόμος για το τι οφείλει τουλάχιστον η δική μου/μας Γενιά του 1980 στον Πολιτιστικό αυτόν χώρο στον τομέα του Πολιτισμού. Με τις διοργανώσεις των Εκθέσεων, την κυκλοφορία του ετήσιου τόμου «Χρονικό» και άλλων εκδόσεων, τις Ομιλίες και Συζητήσεις που έκαναν οι συνεργάτες της «ΩΡΑΣ», βοήθησαν εμάς τις νεότερες ηλικίες μετά την Μεταπολίτευση να αγαπήσουμε την Τέχνη και γενικά το βιβλίο, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο. Είχαμε ακούσει τον Βασίλη Ραφαηλίδη να μιλά και μαζί με τα μικρά κείμενα που έγραφε σε διάφορα προγράμματα για ταινίες των Αθηναϊκών Αιθουσών «Αλκυονίδα», «Ίλιον», «Στούντιο» δεν θα ήταν παράτολμο να σημειώσουμε ότι υπήρξε ο βασικός κινηματογραφικός μέντοράς μας. Όταν αρχίσαμε κατόπιν να διαβάζουμε και βιβλία των εκδόσεων «Φέξη» και «Αιγόκερως» πάνω στην ιστορία του κινηματογράφου, σιγά-σιγά αποκτήσαμε μία κάποια ερασιτεχνική ιδέα τι είναι αυτό το μαγευτικό όνειρο που προβάλλεται πάνω στην λευκή οθόνη. Εδώ να συμπληρώσουμε ότι και άλλοι κριτικοί κινηματογράφου που έγραφαν τότε στις σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών στάθηκαν αρωγοί στην κατανόηση μας αυτής της ασπρόμαυρης ή έγχρωμης μαγείας. Αυτές τις ανθρώπινες σκιές που κινούνται με χάρη και ποιητικότητα πάνω στο λευκό πανί για δύο περίπου ώρες και μας αφηγούνται μία ιστορία, μας εξιστορούν μία γνωστή ή άγνωστή μας περιπέτεια, μας κάνουν να ονειρευόμαστε και να ξεφεύγουμε έστω για ένα μικρό διάστημα από τα προβλήματα της ζωής. Ταινίες όπως «Η Έβδομη Σφραγίδα», «Η Σιωπή», «Φάννυ και Αλέξανδρος», «Κραυγές και Ψίθυροι», «Άγριες Φράουλες», «Το Αυγό του φιδιού» δεν ξεχνιούνται εύκολα, όσον αφορά τον Σουηδό Ίνγκμαρ Μπέργκμαν—(INGMAR BERGMAN 14/7/1918- 30/7/2007), αλλά και άλλων σπουδαίων διεθνούς φήμης σκηνοθετών. Λησμονούνται πχ. ταινίες όπως «Αποκάλυψη Τώρα», «Η Λίστα του Σίντλερ», «Ο Νονός», «Το Θεώρημα» και οι άλλες ταινίες του Πιερ Πάολο Παζολίνι, αυτά τα αριστουργήματα αισθητικής του Λουκίνου Βισκόντι, η ταινία «Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Άστρο», «Η Οδύσσεια του Διαστήματος», οι ταινίες του Ακίρα Κουροσάβα, του Σεργκέϊ Παρατζάνοφ, του Σεργκέι Αϊζενστάιν, ο Αντρέϊ Ταρκόσφκυ, ο Κάρλ Ντράγιεφ και τόσοι άλλοι που χάραξαν δημιουργικά τα ίχνη της και διαμόρφωσαν την εικόνα της Έβδομης Τέχνης; Ξεχνιέται ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Ζιλ Ντασέν, ο Γιώργος Τζαβέλας, ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Όσες δεκαετίες και αν περάσουν δεν βλέπονται με το ίδιο ευχάριστο ενδιαφέρον οι ταινίες του Σαρλώ, του Τσάρλι Τσάπλιν; Ο Κινηματογράφος είναι η μόνη του ανθρώπου αθανασία που έχουμε έστω και για μια χρονική στιγμή την ανθρώπινη φιγούρα να την παρακολουθούμε να κινείται, να μιλά, να βλέπουμε τα χαρακτηριστικά της αιώνια δίχως την φθορά του χρόνου. Κινηματογράφος, η τελευταία από τις Τέχνες της ανθρωπότητας που κατόρθωσε να οπτικοποιήσει ακόμα και τον λόγο το αλφάβητο του ανθρώπου. Έδωσε κίνηση στην ποιητικότητά του και οραματισμούς του εδώ και δύο αιώνες μετά την εφεύρεσή του και την εξάπλωσή του παγκοσμίως. Το παιχνίδι των σκιών και των αποχρώσεων. Το όνειρο.

   Συγκράτησα λοιπόν όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε δύο φακέλους ό,τι συγκέντρωνα για τον μεγάλο Σουηδό σκηνοθέτη και σεναριογράφο. Ονόματα γνωστών κριτικών κινηματογράφου οι οποίοι διατηρούσαν τις δικές τους στήλες στα διάφορα έντυπα και τις εφημερίδες, διάβαζα τις κριτικές τους και όσα άλλα γράφονταν για την περιπέτεια ζωής και τις απόψεις του Μπέργκμαν. Στην χώρα μας-αν δεν κάνω λάθος- δεν έχουν παιχθεί όλες οι κινηματογραφικές του ταινίες (πάνω από 60) από όσο γνωρίζω, ακόμα και στα κατά χρονικά διαστήματα Αφιερώματα που του έχουν γίνει προβλήθηκαν οι σπουδαιότερές του, δύο και τρείς φορές. Τώρα, το ποιος αποφασίζει ποια ταινία του μέσα στις έξι δεκάδες είναι αριστούργημα και ποιές όχι χρειάζεται άλλου είδους έρευνα ακόμα και για τους ιστορικούς της Έβδομης Τέχνης. Αυτούς που σχεδιάζουν τον «Κανόνα» της. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ορισμένοι τίτλοι ταινιών του προβάλλονται συχνότερα από ότι άλλοι.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ίνγκμαρ Μπέργκμαν όπως και στο εξωτερικό, στο διεθνές στερέωμα του κινηματογραφόφιλου κοινού, στους ειδικούς της Έβδομης Τέχνης έτσι και στην Ελλάδα είχε φανατικούς θαυμαστές και λάτρεις των έργων του και αρκετούς-όχι πλειοψηφία αρνητές του. Ανήκω στην πρώτη κατηγορία πεισματικά, αν και διάβαζα και διαφύλασσα όποτε τα συναντούσα και τα αρνητικά για τα έργα του κριτικά σημειώματα. Εξάλλου, παραστάθηκαν σε Ελληνικές Θεατρικές Σκηνές θεατρικά του έργα, κυκλοφόρησε στα ελληνικά η Αυτοβιογραφία του, βιβλίο με τις συνεντεύξεις του και αρκετά σενάριά του. Έχουμε δηλαδή μια επαρκή εικόνα της καλλιτεχνικής του παρουσίας στην Ελλάδα και αν θυμάμαι ορθά η εφημερίδα «Το Βήμα» πρόσφερε παλαιότερα σε cd ορισμένες από τις ταινίες του.

 Όπως θα παρατηρήσουμε από τον παρακάτω προσωπικό μας και μόνον αυτόν Κατάλογο, που αρκετά καθυστερημένα ταξινομήσαμε ότι έχουμε διασώσει, τίτλοι ταινιών του προβλήθηκαν δύο και τρείς φορές και στα Κανάλια και στους Κινηματογράφους. Τους διπλοαναφέρω μια και τους έχω παρακολουθήσει, ενθυμούμενος την ωραία περιπέτεια που κάποτε έκανα είτε μόνος μου είτε με φιλικά μου πρόσωπα στον μαγευτικό Κόσμο του Ingmar Bergman. Σε πλείστες από τις ταινίες του έγραφε ο ίδιος και το Σενάριο και πάνω του στήριζε το κινηματογραφικό του στόρι σε άλλες το έγραφε σε συνεργασία ή βασίζονταν σε μυθιστορήματα τρίτων και κείμενα της Μεσαιωνικής παράδοσης. Η ζωή, ο θάνατος, ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις, ο ρόλος της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και την οικογενειακή εστία, οι οικογενειακές μέθοδοι ανατροφής των παιδιών, το θρησκευτικό πουριτανικό περιβάλλον οι ανθρώπινες ενοχές και στιγμές ευτυχίας, τα γηρατειά και οι αρρώστιες είναι θέματα που απασχόλησαν τον Σουηδό σκηνοθέτη. Το ζήτημα της ύπαρξης, τα οντολογικά ερωτήματα περί της ύπαρξης ή μη του Θεού, η διαρκής Σιωπή του, το θέμα της πίστης ή αντίστοιχα της απιστίας, οι μεταφυσικοί προβληματισμοί, η ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των παιδιών, η πολιτική, το ίδιο το παιχνίδι του Θεάτρου και του Κινηματογράφου και πώς οικοδομείται μπροστά στα μάτια μας από τον Φανό και την δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη, οι σχέσεις των ηθοποιών μεταξύ τους και με τον ίδιο, ότι με λίγα λόγια σπονδυλώνουν μία ιστορία που αποφασίζει να μας αφηγηθεί ο Μπέργκμαν και να την οπτικοποιήσει για εμάς, αποφασίζοντας να ανοίξει μία συνομιλία μας μαζί του εξιστορώντας μας την δική του αλήθεια σαν άτομο και σαν καλλιτέχνης. Το τι θα κρατήσουμε και το τι όχι από αυτό το ωραίο ασπρόμαυρο και έγχρωμο παιχνίδι ο καθένας και η κάθε μία αποφασίζει ξεχωριστά και ιδιαίτερα.

   Ας δώσουμε το σχετικό διάγραμμα όπως το διασώσαμε στους φακέλους. Οι όποιοι μη ημερομηνιακοί εντοπισμοί και λαθάκια βαρύνουν τον γράφοντα.

ΕΡΤ-1

1., Χειμωνιάτικο φώς, 25/1/1981

2., Η Πηγή των Παρθένων, 20/8/1983

3., Το μάτι του διαβόλου, 22/8/1983

4., Το πάθος, 3/12/1986

5., Μετά την Πρόβα, 9/12/1988

6., Οι Κοινωνούντες, 17/10/1990

7., Η Σιωπή, 24/10/1990

8., Κραυγές και Ψίθυροι, 31/10/1990

9., Η Έβδομη σφραγίδα, 22/10/1997

10., Άγριες φράουλες, 5/10/1997. 16/4/1998

11., Προς την ευτυχία, 15/4/1999

12., Μυστικά γυναικών, 20/5/1999

--//--

ΕΡΤ-2 // ΝΕΤ

1., Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη, 19/11/ 1986

2., Το Λιμάνι, 30/10/1989

3., Η Δίψα, 18/12/1989

4., Άγριες Φράουλες, 30/4/1993

5., Φθινοπωρινή Σονάτα, 5/8/1993- 26/9/1997 -21/11/1998

6., Κραυγές και Ψίθυροι, 23/9/1995. -18/11/1998

7., Συντροφιά με έναν κλόουν, 30/11/1995

8., Η Νύχτα των Σαλτιμπάγκων, 2/11/1998

9., Το Πρόσωπο, 9/11/1998

--//--

 ΕΡΤ-3

1., Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη, 7/5/1993

2., Άγριες Φράουλες, 19/4/1992. -29/5/1999

3., Η Νύχτα των Σαλτιμπάγκων, 7/4/1996

4., Κραυγές και Ψίθυροι, 4/7/1999. -15/10/2003

5., Μυστικά Γυναικών, 6/9/1999

6., Η Σιωπή, 10/10/2000

--//--

 SEVEN- X

1., Η ΣΙΩΠΗ, 12/1/1994

--//--

ΚΑΝΑΛΙ;;;; 19/8/1992

Ένα μάθημα στον έρωτα

--//--//--//

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ  ΑΙΘΟΥΣΕΣ

ΑΛΕΞ

-Νύχτα Σαλτιμπάγκων, 10/12/1975

-Έβδομη Σφραγίδα

-Άγριες Φράουλες

ΙΛΙΟΝ

-Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη, 6/6/1982

ΟΠΕΡΑ

-Η Σιωπή. 1976

ΑΛΚΥΟΝΙΔΑ

-Όλες αυτές οι γυναίκες, 11/1/1983

ΕΛΛΗ

-Κραυγές και Ψίθυροι, 16/10/1982

-Φάννυ και Αλέξανδρος, 19/1/1984

ΔΑΝΑΟΣ

-Απιστία

-Μαριονέττες, 2/11/1981

ΣΤΟΥΝΤΙΟ

Οι Καλύτερες Προθέσεις, 31/12/1993

ΕΤΟΥΑΛ

-Φθινοπωρινή Σονάτα, 23/1/1979

ΠΑΛΛΑΣ (Πειραιάς)

-Το Αυγό του φιδιού. 7/4/1978

ΠΑΛΛΑΣ (Αθήνα)

-Φθινοπωρινή Σονάτα, 23/1/1979

-Μαριονέττες, 1981

-Φάννυ και Αλέξανδρος 21/1/1984

Σημείωση: Πολλές από τις ταινίες προβλήθηκαν σε πάνω από δύο κινηματογραφικές αίθουσες.

    Μερικά ονόματα κριτικών κινηματογράφου αλλά και ποιητών ή συγγραφέων που έγραψαν ή μίλησαν για τις ταινίες του είναι:

-Μπάμπης Ακτσιόγλου-Τάσος Γουδέλης, -Χρήστος Γιανναράς-Δημήτρης Δανίκας,- Κριστόφ Κισλόφσκι- Μιχάλης Ν. Κατσιγέρας,-Νίκος Κολοβός,- Γιάννης Κοντός- Ελένη Μαχαίρα -Νίκος Φένεκ Μικελίδης- Γ. Χ. Μπαλούρδος- Κίτσα Μπόντζου -Μαρία Παπαδοπούλου, -Βασίλης Ραφαηλίδης,- Stefano Regglani-Μηρτώ Ρήγου- Ροζίτα Σώκου- Παναγιώτης Τιμογιαννάκης,-Ανδρέας Τύρος- Γιάννης Φραγκούλης- Νίκος Φωκάς.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ

1., Η ΚΡΙΣΗ, 1945

1., ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ, 1946

1., ΠΛΟΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΝΔΙΕΣ, 1947

2., ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ, 1947

1., ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ 1948

1., Η ΦΥΛΑΚΗ, 1949

1., Η ΔΙΨΑ 1949

2., ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ 1949

1., ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΔΩ, 1950

2., ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ, 1950

3., ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ, 1950

1., ΑΝΑΜΟΝΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ, 1952

2., ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΟΝΙΚΑ, 1952

1., Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΩΝ, 1953

1., ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ, 1954

1., ΟΝΕΙΡΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ, 1955

2., ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, 1955

1., Η ΕΒΔΟΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ, 1956

1., ΟΙ ΑΓΡΙΕΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ, 1957

2., ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ,1957

1., ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, 1958

1., Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ, 1959

1., ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ 1960

1., ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ, 1961

1., ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΟΥΝΤΕΣ, 1962

1., Η ΣΙΩΠΗ, 1963

1., ΟΛΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, 1963

2., ΝΤΑΝΙΕΛ, 1963

1., ΠΕΡΣΟΝΑ, 1966

1., Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ, 1967

1., Η ΝΤΡΟΠΗ, 1968

1., ΤΟ ΠΑΘΟΣ, 1969

1., Η ΕΠΑΦΗ, 1971

1., ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ, 1972

1., ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΓΑΜΟ, 1973

1., ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ ΑΥΛΟΣ, 1974

1., ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ, 1976

1., ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ, 1977

1., ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ, 1978

1., ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ, 1980

1., ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, 1983

1., ΟΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΙ, 1986

1., ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΒΑ.1984

1. ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ, 1992

(Σκηνοθεσία Μπιλ Ογκαστ. Σενάριο Ι. Μπέργκμαν)

1., ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΚΛΟΟΥΝ, 1997

1., ΑΠΙΣΤΙΑ, 2000

(Σκηνοθεσία Λιβ Ούλμαν. Σενάριο Ί. Μπέργκμαν)

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

 Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

 

 

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης για τον Ι. Μπέργκμαν

 

I N G M A R  B E R G M A N…

Ένας φιλόσοφος πίσω απ’ την κάμερα

Κείμενο του ΓΙΩΡΓΟΥ- ΙΚΑΡΟΥ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗ

περιοδικό Έψιλον τχ. 855/2-9-2007, σ. 66-72

ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΛΟΙ- Ο ΑΝΑΤΟΜΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

ΦΩΤΟ: HANS GEDDA/ SYGMA/ CORBIS/ APEIRON

   Ο γιός πάστορα που έγινε άθεος, το καταπιεσμένο πιτσιρίκι που απελευθερώθηκε μέσα από την τέχνη, ο ιδιοφυής δημιουργός που πάλευε με τους δαίμονες της αυτοκαταστροφής: ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αναδείχθηκε σ’ έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του 20ου αιώνα, κινηματογραφώντας δεξιοτεχνικά με την κάμερά του φόβους και εμμονές, φαντασιώσεις και «απαγορευμένα» συναισθήματα, αδιέξοδα και υπαρξιακές αγωνίες-πάντα αδιαφορώντας για την επιτυχία ή την αποτυχία, αναζητώντας μόνο τη λύτρωση της δικής του ανήσυχης ψυχής.

   Τον χαρακτήρισαν ανατόμο της ψυχής, χαρτογράφο της αλλοτρίωσης, αποκωδικοποιητή των συγκρουσιακών σχέσεων στη σύγχρονη εποχή. Κι ακόμα, δύσκολο και στριφνό σκηνοθέτη, βαρύ και αργό. Αλλά ήταν γνήσιος καλλιτέχνης, και κάθε γνήσιος καλλιτέχνης ξέρει να αρνείται την ταξινόμηση, να ελίσσεται ανάμεσα στα στερεότυπα και τα θέσφατα, και να εκφράζει όσο πιο έξοχα καταφέρνει αυτά που σκιρτούν στην ψυχή, αυτά που θάλλουν στο μυαλό του.

   Όσοι είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε βλέποντας κατάπληκτοι το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», αυτό το γλυκόπικρο εγκώμιο της νιότης, προτιμούσαμε να τον λέμε ποιητή του κάλλους και, τώρα που έφυγε, να θυμόμαστε ότι οι δημιουργίες του, όσα κοινά κι αν είχαν, ήταν μοναδικές (η καθεμία τους), και άλλοτε έθιγαν κρίσιμα πολιτικά ζητήματα, όπως η «Ντροπή» ή το «Αβγό του φιδιού», άλλοτε ανέλυαν την απουσία του Θεού, όπως η «Έβδομη σφραγίδα» και οι «Κοινωνούντες», ενώ άλλοτε βυθομετρούσαν την υπαρξιακή αγωνία, όπως οι «Άγριες φράουλες», η «Περσόνα» και το «Κραυγές και ψίθυροι».

    Προσωπικά θέλω να τον θυμάμαι ως έναν φοβερό και τρομερό, μα μειλίχιο πάντα, αθλητή της τέχνης και της ζωής, έναν αθόρυβο ρέκορντμαν που άφησε εποχή με τις επιδόσεις του. Παρέα με τον αειθαλή και σε λίγους μήνες αιωνόβιο Μανοέλ ντε Ολιβέιρα και τον προσφάτως μακαρίτη, στα 95 του χρόνια, Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Μπέργκμαν έσπασε ρεκόρ αντίστασης στο πέρασμα του χρόνου, αρνούμενος να επιτρέψει στην φθορά να τον οδηγήσει στη σιωπή.

    Στις σχεδόν εννέα δεκαετίες της ζωής του κατόρθωσε να σκηνοθετήσει 60 ταινίες του λεγόμενου ποιοτικού σοβαρού κινηματογράφου και πάνω από 170 θεατρικά έργα και όπερες, χώρια τα σενάρια και τις ραδιοφωνικές παραγωγές του. Επίσης κατόρθωσε να κάνει 5 γάμους και ορισμένες πολύ γόνιμες ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου, ανάμεσα στις οποίες αυτές με ερμηνευτικούς κολοσσούς, όπως η Χάριετ Άντερσον, η Μπίμπι Άντερσον και η Λιβ Ούλμαν.

   Καρποί των γαμήλιων και μη δεσμών του ήσαν τουλάχιστον 9 παιδιά, εκ των οποίων μία ηθοποιός, πέντε σκηνοθέτες κινηματογράφου, ένας αεροπόρος και δύο συγγραφείς. Κι ακόμα, ο Μπέργκμαν υπήρξε ο νεότερος διευθυντής θεάτρου στην Ευρώπη, όταν ανέλαβε το θέατρο της πόλης Χέλσινμποργκ σε ηλικία μόλις 26 ετών. Στα ρεκόρ του μεγάλου σουηδού καλλιτέχνη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τις μακροχρόνιες συνεργασίες του με τους αγαπημένους του ηθοποιούς και διευθυντές φωτογραφίας, καθώς και αυτό των απίστευτα χαμηλών προϋπολογισμών για τη δημιουργία των αριστουργημάτων του.

   Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου του 1918 στην Ουψάλα της Σουηδίας. Ο πατέρας του, ο Έρικ, ήταν επίσκοπος-και, μάλιστα, διετέλεσε προσωπικός εφημέριος του βασιλιά της χώρας’ συνεπώς, φυσικό ήταν να επιχειρήσει να γαλουχήσει το γιο του με άκαμπτες θρησκευτικές αρχές. Αλλά μια τράμπα, απ’ αυτές που κάνουν τα παιδιά που βαριούνται κάποια παιχνίδια τους, υπήρξε καταλυτική για τον μικρό Ίνγκμαρ: άλλαξε τα μολυβένια στρατιωτάκια του με μια διαλυμένη laterna magica ("πρόγονος" των πρώτων μηχανών προβολής), προσχώρησε στην αθεΐα και προχώρησε  στο καλλιτεχνικό έργο, στήνοντας παραστάσεις μόνος του, παίζοντας με μαριονέτες έργα του Στρίνμπεργκ, πλάθοντας έναν δικό του κόσμο, ένα ιδιωτικό σύμπαν. Και ήταν μόλις εννιά χρονών! Δεν είναι τυχαίο ότι αυτόν ακριβώς τον τίτλο, “Laterna Magica” έδωσε στην αυτοβιογραφία του έξι δεκαετίες αργότερα.

    Στα δεκαεννιά του χρόνια ο Μπέργκμαν αρχίζει σπουδές τέχνης και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, αλλά ουσιαστικά περνάει τις ώρες του μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες (ένας «εθισμένος της οθόνης», όπως είπε ο ίδιος), ερωτεύεται μια κοπέλα, διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον πατέρα του και εγκαταλείπει τα αμφιθέατρα για τα καλά, έχοντας ήδη γράψει μερικά θεατρικά έργα και μία όπερα. Εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στο θέατρο, ανεβάζει ένα δικό του έργο, τον «Θάνατο του Κάσπαρ», συμμετέχει στην συγγραφή σεναρίων, κυριεύεται από τον ίλιγγο της δημιουργίας. Σκηνοθετεί ταινίες που αρχικά μοιάζουν με χαμόγελα, βαφτισμένες σ’ έναν θερινό λυρισμό και μια ποιητική αισιοδοξία, όπως φανερώνουν άλλωστε και οι τίτλοι τους: «Καλοκαιρινά παιχνίδια», «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας».

   Αποθεώνεται στις Κάννες το 1955, καταβυθίζεται σε υπαρξιακούς προβληματισμούς και αποσβολώνει τον κινηματογραφικό κόσμο με δύο καίρια χτυπήματα ολκής, την «Έβδομη σφραγίδα» (αυτήν την αγωνιώδη παρτίδα σκάκι της ζωής ενάντια στο θάνατο, μια παρτίδα που ο ιππότης Αντόνιους Μπλοκ παίζει ενάντια στο Χάρο), και τις «Άγριες φράουλες» (το ταξίδι του ηλικιωμένου καθηγητή Μποργκ μες στο λαβύρινθο των αναμνήσεων). Αρχίζουν οι πάντες να μιλούν για την εικαστική αριστοτεχνία του Μπέργκμαν, για τη φιλοσοφική του σκευή, για τις συγκλονιστικές περιπλανήσεις του στα σκοτεινά τοπία της ψυχής.

    Ο σουηδός μετρ εγκαινιάζει τη δεκαετία του 1960 με τον τρόπο που της αρμόζει, με έναν τρίπτυχο στοχασμό πάνω στην αλλοτρίωση, τις συναισθηματικές εντάσεις, τη διαλεκτική των διακυμάνσεων του νου. Μας δονεί με τη λεγόμενη «Τριλογία της σιωπής», δηλαδή «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη» (1961), τους «Κοινωνούντες» (1962) και την συνταρακτική «Σιωπή» (1963)- που δίχασε και ακόμη διχάζει τους θεατές της, όντας το φιλοσοφικό, βαθιά ανθρώπινο, καίτοι αινιγματικό φαινομενικά, μανιφέστο του Μπέργκμαν. Και εδώ, όπως και στις μετέπειτα δημιουργίες του, ο μεγάλος σκηνοθέτης επιμένει ότι μπορούμε να διατηρούμε την ελπίδα ακόμα και μέσα στο σκότος, μπορούμε να εμμένουμε στην ανθρώπινη ουσία μας ακόμα και σε συνθήκες καταρράκωσης του αυτοσεβασμού μας, μπορούμε να διατηρούμε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας ακόμα και μέσα στην πιο ζοφερή θλίψη.

   Ακολουθούν ταινίες που φαίνεται ότι αδιαφορούν για την επιτυχία ή την αποτυχία, αλλά, απεναντίας, είναι προσηλωμένες στα όσα ταλανίζουν την ύπαρξη. Η “Persona”, το 1966, η καθηλωτική «Ντροπή», το 1968 (που για ορισμένους παραμένει το κρυφό του αριστούργημα), το «Κραυγές και ψίθυροι», το 1972, οι «Σκηνές από έναν γάμο», το 1973, το «Αβγό του φιδιού» το 1977-ακόμα μία δημιουργία που προκάλεσε θύελλα συζητήσεων και που μοιάζει να είναι ο επί της οθόνης διάλογος του Μπέργκμαν με τον Βισκόντι και τους «Καταραμένους» του, όπως ακριβώς η «Τριλογία της σιωπής» αποτελεί έναν κρίσιμο διάλογο του Σουηδού με τον ιταλό ομότεχνό του, τον Αντονιόνι, και τη δική του «Τριλογία της αλλοτρίωσης», που απαρτίζεται από την «Περιπέτεια», τη «Νύχτα» και την «Έκλειψη».

   Ο Μπέργκμαν θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στο Μόναχο ύστερα από μιαν επονείδιστη δίωξη των Αρχών εναντίον του για φοροδιαφυγή. Αν και τελικά απαλλάχτηκε, ποτέ δεν έκρυψε την πικρία του για τον εξευτελισμό που υπέστη. Παρά το σοκ και την αρχική του απόφαση να περάσει στη σιωπή, θα αναλάβει και θα μας προσφέρει αθάνατα φιλμ, όπως η «Φθινοπωρινή σονάτα», το «Φάνι και Αλέξανδρος» και το «Μετά την πρόβα», ενώ δεν θα σταματήσει να καταπιάνεται με το θέατρο, να γυρίζει τηλεταινίες, όπως το “Saraband” (που αποτελεί τη συνέχεια, ύστερα από τρεις δεκαετίες, του «Σκηνές από έναν γάμο») να γράφει σενάρια, να συμπαρίσταται στις δημιουργικές προσπάθειες νεαρών φίλων του και συνεργατών.

   Ο μεγάλος Σουηδός δημιουργός, που επηρέασε γενιές φημισμένων πια σκηνοθετών, που έβαλε την ποιητική σφραγίδα του στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Ιουλίου του 2007 στο θρυλικό πια νησί Φάρο, όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Με κάθε του ταινία, με κάθε του πλάνο, πέρασε στην αθανασία.

   ΓΙΩΡΓΟΣ –ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

Περιοδικό Έψιλον τχ. 855/ 2-9-2007

    ΜΠΕΡΓΚΜΑΝΟΜΑΝΙΑ

   Δεν θα ήταν υπερβολή αν ονομάζαμε «Μπεργκμανομανία» το διεθνές αυτό μεγάλο και ισχυρό ρεύμα του κινηματογραφόφιλου και θεατρόφιλου κοινού που καλλιεργήθηκε γύρω από το όνομα του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου-ποιητή, από την περίοδο του τερματισμού του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, όταν άρχισαν να προβάλλονται οι πρώτες πρωτόλειες ασπρόμαυρες ταινίες του (κοινωνικά και ψυχολογικά δράματα, πρωτόγνωρης θεματικής και υπαρξιακής προβληματικής) οι θεατρικές του σκηνοθετικές παραγωγές και άλλες καλλιτεχνικές του δραστηριότητες στο παγκόσμιο ευρωπαϊκό στερέωμα. Βγάζοντας τον Σουηδικό κινηματογράφο από την «απομόνωση» της παγωμένης χώρας του και τα στενά σύνορά της. Το περασμένο μισό του προηγούμενου αιώνα ίσως όχι άδικα θα λέγαμε για τον χώρο της Έβδομης Τέχνης να τον ονομάσουμε η Κινηματογραφική εποχή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, τουλάχιστον κατά την μικρή μας κρίση και καλλιτεχνική θεώρηση. Μια και τις προηγούμενες δεκαετίες δεν είχαμε αφήσει κινηματογραφική αίθουσα σε Αθήνα και Πειραιά, τηλεοπτική δημόσια οθόνη, επετειακό αφιέρωμα και να μην το είχαμε παρακολουθήσει ως φανατικοί λάτρες της μαγευτικής τέχνης του, της μεταφυσικής του οπτικής πάνω στην ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις, της υπαρξιακής του προβληματικής και αξιοσύνης πάνω σε ουσιώδη, διαχρονικά και καίρια ερωτήματα που έθεσε στις ταινίες του για το φαινόμενο της Ζωής, του Θανάτου, της ύπαρξης του Θεού, της Πίστης ή αντίστοιχα της Απιστίας, των συνειδησιακών διλημμάτων, ενοχών, ψυχικών τραυμάτων, ερωτημάτων που μάλλον πρώτη φορά θέτονταν στην ασπρόμαυρη Οθόνη ή τουλάχιστον με τέτοιον εμφανή και επιτακτικό τρόπο. Ο Σουηδός σκηνοθέτης αυτός ο χαριτωμένος όχι και τόσο αισιόδοξος στην προσωπική του φιλοσοφία «ταχυδακτυλουργός» των εφηβικών και παιδικών μας χρόνων κινηματογραφικής ψυχαγωγίας κατόρθωνε πάντα να μας εγείρει το ενδιαφέρον με αυτά που μας έδειχνε πάνω στο λευκό πανί. Ίσως γιατί, τότε, οι μεταφυσικές εμμονές του και αντιλήψεις του καθρέφτιζαν και τις δικές μας αγωνίες και βασανιστικές ανησυχίες. Οτιδήποτε κοίταζαν να μας το προτείνουν μέσα από σύγχρονα, καινούργια διαβάσματά μας και ερευνητικές περιπλανήσεις μας οι διάφορες μεταφρασμένες στα ελληνικά ιστορικές και θεολογικές εκδόσεις περί Χριστιανισμού, περί Θεού, περί της  Ύπαρξής του ή Μη, περί Αμφισβήτησής του, να μας το παράσχουνε με ιστορικά επιχειρήματα και λογικές κοινωνιολογικές εξηγήσεις και κρίσεις, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, αυτός ο ευφυής και «πανούργος» δημιουργός γιός ενός Λουθηρανού αυστηρού και συντηρητικού πάστορα, μας το οπτικοποιούσε πάνω στην λευκή Οθόνη με ακαταμάχητη δεξιοσύνη, απαράμιλλη μαεστρία, λιτό και ουσιαστικό σενάριο που έγραφε κυρίως ο ίδιος και βασίζονταν οι ταινίες του, τους καταπληκτικούς διαλόγους του, την ορθή επιλογή των σταθερών πρωταγωνιστών συνεργατών του, την σκηνοθετική του μέθοδο, τα μουντά χρώματα και κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Μια Κάμερα και ο χειρισμός της που συναντούσαμε για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές μας εξόδους. Στην αγάπη μας για τον Σινεμά του Σουηδού σκηνοθέτη είχε συμβάλει καθοριστικά και η μαρξιστική κινηματογραφική ερμηνευτική και διδασκαλία του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη ο οποίος συνήθως υπέγραφε τα κείμενα των κινηματογραφικών προγραμμάτων αλλά και άλλων σπουδαίων κριτικών όπως του Μπακογιαννόπουλου, του Ν. Φ. Μικελίδη, της Ροζίτα Σώκου, του Τόνι Τσιρμπίνου και άλλων ονομάτων ελλήνων κριτικών που μεσουρανούσαν και έγραφαν τα χρόνια εκείνα στις σελίδες των εφημερίδων, των ειδικών για τον κινηματογράφο περιοδικών και άλλων εντύπων. Να υπενθυμίσουμε κάτι γνωστό στους παλαιότερους, ότι οι προβολές των κινηματογραφικών ταινιών στην δημόσια τηλεόραση της ΕΡΤ-1, της ΕΡΤ-2, της ΕΡΤ-3 συνοδεύονταν στην αρχή τους από ανάλυση της ταινίας.

Μπορεί να μην είχαμε κατορθώσει να δούμε και τις πάνω από 60 ταινίες του, η Ταινιοθήκη του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν τεράστια αυτήν την πεντηκονταετία, υπάρχουν αν δεν λαθεύω ορισμένες ταινίες του-ιδιαίτερα της πρώτης του περιόδου- που δεν έχουν προβληθεί στην χώρα μας. Ορισμένες από τις ταινίες του που γυρίστηκαν τα χρόνια της δικής μας Γενιάς, μετά την μεταπολίτευση, τις είχαμε παρακολουθήσει δύο και τρείς φορές πάντα με το ίδιο ενδιαφέρον. Κάθε φορά ανακαλύπταμε και κάτι διαφορετικό από την πρώτη τους παρακολούθηση. Ορισμένα από τα τότε πρωτόλεια δικά μας δημοσιεύματα σε έντυπα σχολίαζαν και κριτίκαραν τα Σενάριά του- Βιβλία του που είχαν κυκλοφορήσει στα Ελληνικά, όπως το «Αυγό του φιδιού». Εδώ δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το ευτυχές γεγονός για τους βιβλιόφιλους και κινηματογραφόφιλους ότι σημαντικά και επιδραστικά Σενάριά του είχαν φροντίσει να τα εκδώσουν στα ελληνικά οι εκδόσεις «Γαλαξίας» της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου. Αναφέρομαι στην γνωστή σειρά των βιβλίων τσέπης «Βιβλιοθήκη Ελλήνων και Ξένων Συγγραφέων».  Το πρώτο βιβλίο περιλαμβάνει την «ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ» με τα σενάρια των ταινιών «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη», «Οι Μεταλαμβάνοντες» και την πολυσυζητημένη «Σιωπή». Η μετάφραση ήταν της Ροζίτας Σώκου και του Αντρέα Ρικάκη. Η γνωστή κριτικός συνόδευε την έκδοση και με Προλεγόμενα, ά έκδοση 1963 και κατοπινές εκδόσεις. Το δεύτερο βιβλίο περιελάμβανε δύο εξίσου σημαδιακές  ταινίες του Μπέργκμαν και τα Σενάρια τους. «Οι Άγριες φράουλες» και «Η Έβδομη σφραγίδα» σε μετάφραση Ροζίτας Σώκου, Αθήνα 1970 και σε επανεκδόσεις. Και οι δύο αυτές ταινίες προκάλεσαν αίσθηση όταν τις είδαμε για πρώτη φορά αλλά και κάθε φορά που τις παρακολουθούσαμε με το ίδιο αμείωτο ενδιαφέρον και προσοχή. Πώς μπορεί η μνήμη ενός θεατή του κινηματογράφου να λησμονήσει τις σκηνές που ο Θάνατος παίζει σκάκι με τον Ιππότη; Και άλλες συγκλονιστικές σκηνές που ήξερε να μας προσφέρει η ευαίσθητη, καλλιεργημένη αλλά και κυνική, ψυχρή ματιά του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου. Από τις χαρακτηριστικές στιγμές της παγκόσμιας κινηματογραφικής τέχνης που ευγνωμονείς τους εφευρέτες της. Η κινηματογραφική αισθητική και επιρροή του Σουηδού σκηνοθέτη και οι επιρροές του, ίσως να μην έχει ερευνηθεί στην χώρα μας όσο έπρεπε, παρά τα κινηματογραφικά του αφιερώματα, τις επετειακές προβολές των ταινιών του, το ανέβασμα σε ελληνικές σκηνές σενάριά του. Βλέπε το Ανοιχτό Θέατρο του σκηνοθέτη Γιώργου Μιχαηλίδη με τα έργα «Μετά την πρόβα» και «Τελευταία κραυγή» που σκηνοθέτησε, σχετική κριτικογραφία στον τύπο τον Μάρτη του 1998. Το έργο «Μετά την Πρόβα» ανέβηκε στην Θεσσαλονίκη στο θέατρο «Αμαλία» το Νοέμβριο του 2000 σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζηβανού. Στο θέατρο του Μεταξουργείου η Άννα Βαγενά σε σκηνοθεσία Δημήτρη Οικονόμου ανέβασε το 2002 την γνωστή «Φθινοπωρινή Σονάτα» κλπ. Έχουμε ακόμα, την έκδοση διαφόρων βιβλίων του-γραπτών του και συνεντεύξεών του στα ελληνικά. Να αναφέρουμε τα θεατρικά του «Πέμπτη Πράξη» εκδόσεις Γκοβόστη 1997 μτφ. Ζαννής Ψάλτης. Την έκδοση των εκδόσεων Αιγόκερως 1986 «Μαριονέτες (Από τη ζωή των μαριονετών) μτφ. Μάλαμα Σεϊτανίδου. Το σενάριο της ταινίας «Κραυγές και Ψίθυροι» Αθήνα 1976 σε μετάφραση-εικονογράφηση Ελεωνόρας Σταθοπούλου. Το βιβλίο «Το Αυγό του φιδιού», εκδ. Λιβάνη 1993 μτφ. Χριστιάννα Σακελλαροπούλου. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο σε μετάφραση Φίλιππου Δραγούμη κυκλοφόρησαν 1983 οι «Σκηνές από ένα γάμο». Από τον εκδοτικό οίκο της Σύγχρονης Εποχής κυκλοφόρησαν δύο τίτλοι του Ι.Μ. «Οι καλύτερες προθέσεις» 1995 μτφ. Ακριβή Κονιδάρη- Νίκος Σερβετάς και «Σαββατογεννημένος» 1997 από το ίδιο ζεύγος μεταφραστών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η   έκδοση του Καστανιώτη 1996 με την συζήτηση του δημοσιογράφου και εικαστικού Θανάση Λάλα με τον Ι. Μπέργκμαν 1996. Κλπ.

Σε μεταγενέστερο σημείωμα μας θα παραθέσουμε μία μικρή ενδεικτική αρθρογραφία για τον Σουηδό σκηνοθέτη.

       Ενθυμούμενα τα Λογοτεχνικά Πάρεργα την χρονολογία της απώλειάς του 30/7/2007, και θέλοντας να τιμήσουν την μνήμη ενός από τους πλέον αγαπημένους σκηνοθέτες του γράφοντος το σημείωμα αυτό, ο γράφων σκέφτηκε να αναρτήσει ορισμένες γενικές και ειδικές πληροφορίες για τον πολυτάλαντο και εργασιομανή Σουηδό σκηνοθέτη αυτόν «τον πτυχιούχο ψεύτη», ή «μπλοφαδόρο» όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του στην Αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά. Βλέπε “INGMAR BERGMAN, ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Η ΜΑΓΙΚΗ ΚΑΜΕΡΑ», μετάφραση από τα Σουηδικά Θόδωρος Καλλιφατίδης, εκδόσεις Κάκτος, 1989, σ.286 και επίσης, «ΊΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Ο μαγικός κινηματογράφος. Ζωή σαν μυθιστόρημα» μετάφραση Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, έκδοση της εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ» 2016 σελ. 396. (επανέκδοση της έκδοσης των εκδόσεων Ποταμός 2010 με τίτλο «Ο μαγικός φανός»). Αντιγράφουμε και αναρτούμε ένα άρθρο που μας άρεσε του συγγραφέα και μεταφραστή κ. Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη, ευχόμενοι να αρέσει και στους αναγνώστες μας.

   Από αυτήν την παγκόσμια αποδοχή και αναγνώριση, καλλιτεχνική καταξίωση του μεγάλου σκηνοθέτη ψυχανατόμου της ανθρώπινης συνείδησης και ψυχής, οντολογικών και υπαρξιακών τραυμάτων, ενοχών, διλημμάτων, κυρίως ερωτημάτων, ηθικών αποδοχών και αμφισβητήσεων, γενικότερα της ποιητικής προβληματικής του Σουηδού καλλιτέχνη δεν θα μπορούσε να απουσιάζει και το ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό και τα σημαντικότερα ονόματα, που αποτελούσαν τους γνωστούς σοβαρούς κύκλους της κινηματογραφικής κριτικής όπως προαναφέραμε, των διαφόρων πνευματικών κύκλων. Το όνομά του και πολλοί τίτλοι ταινιών του βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη, την ελληνική ειδησεογραφία και τις σελίδες των περιοδικών απασχολούσαν κατά διαστήματα ο βίος του, οι γάμοι του, τα διαζύγιά του, οι σχέσεις του με το άλλο φύλο, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι οικονομικές περιπέτειές του με το Σουηδικό κράτος με τα γνωστά επακόλουθα, η απομόνωσή του στο νησί του, Φάρος και ασφαλώς οι συνεχείς κινηματογραφικές, θεατρικές και τηλεοπτικές εργασίες και παραγωγές. Ότι έλεγε και έγραφε, παρουσίαζε ο Μπέργκμαν γίνονταν είδηση, τροφοδοτούσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τον σχολιασμό του τύπου. Ο μαγευτικός αυτός καλλιτέχνης υπήρξε μέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ένα ακούραστο, εργασιομανές άτομο, αφιερωμένο στην Τέχνη του θεάτρου και της Κάμερας. Από τα παιδικά του χρόνια έως την χρονιά που έφυγε δεν έπαψε να αναπνέει και να ζει μέσα στην Τέχνη και για την Τέχνη του θεάτρου και του κινηματογράφου. Η σκοτεινή κάμαρα όπου πρόβαλε και έβλεπε τις ταινίες του ήταν η μοναδική του κρυψώνα, το καταφύγιό του, η λύτρωσή του από τα αδιέξοδα του βίου και του μυαλού του. Ο κινηματογραφικός φανός ήταν προέκταση της σκέψης του, του στοχασμού του, του βλέμματός του ο μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος που ερμήνευε και αποκρυπτογραφούσε τον Κόσμο γύρω του, τις αγωνίες και τα διλήμματα, τα υπαρξιακά ερωτήματα, τις ενοχές και τα τραύματα ψυχής της ανθρώπινης ύπαρξης. Κρυστάλλωσε τις παραδοσιακές εθιμικές ηθικές βεβαιότητες και αμφιβολίες της ανθρώπινης συνείδησης της εποχής του, της χώρας του, τις αποδοχές και απορρίψεις της θρησκευτικής εκπαιδευτικής του αγωγής του οικογενειακού πουριτανικού, αυστηρού κλίματος που μεγάλωσε και ανατράφηκε. Από την άλλη, ο Ελληνικός Κινηματογράφος βρίσκονταν αυτές τις δεκαετίες στα πάνω του, σε περιόδους μεγάλης άνθησής του και αναγνώρισής του, επιρροών του από ευρωπαϊκά και αμερικάνικα κινηματογραφικά ρεύματα και προοπτικές. Αρκετές εμπορικές επιτυχίες του παλαιού καλού ελληνικού κινηματογράφου συμμετείχαν σε διεθνή φεστιβάλ και έλληνες και ελληνίδες σκηνοθέτες- σκηνοθέτιδες τύγχαναν τιμητικών διακρίσεων και άλλων βραβεύσεων. Αρκετά επίσης ονόματα αντρών και γυναικών ελλήνων ηθοποιών έκαναν «καριέρα» στο εξωτερικό και έπαιζαν ως πρωταγωνιστές σε ευρωπαϊκές και αμερικάνικες θεατρικές σκηνές και Εθνικά Θέατρα. Έτσι, η σύγχρονη και μοντέρνα, διαφορετική κινηματογραφική οπτική και σεναριακή θεματική φωνή του Μπέργκμαν ήταν η θαυμαστή έκπληξη για τους κινηματογραφόφιλους έλληνες και το ειδικό κοινό επαγγελματίες και ερασιτέχνες κινηματογραφιστές.

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν εισέβαλε στις ζωές μας με την Κάμερά του και την νέα θεώρησή του και ανέτρεψε τα μέχρι τότε παραδοσιακά μας δεδομένα. Αν ο ρώσος σλάβος ορθόδοξης χριστιανικής πνοής συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι υπήρξε περισσότερο ένας θεολόγος γραφιάς και όχι ένας πεζογράφος του ύψους ενός Λέοντος Τολστόι, αν ο σκηνοθέτης Αντρέ Ταρκόφσκι αγιογράφησε με τον φακό του την πίστη του και την ομορφιά και νοσταλγία του Κόσμου και της Φύσης όπως την εκλαμβάνει ένας χριστιανός πιστός, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι ο μέγας Αμφισβητίας, ο Άπιστος κάθε υπαρξιακής βεβαιότητας της ανθρώπινης ψυχής. Ο Σουηδός σκηνοθέτης συγκεφαλαιώνει την ρήση του Φρειδερίκου Νίτσε, «ο Θεός πέθανε» μέσα στις ψυχές των σύγχρονων ανθρώπων μέσω των ταινιών του. Και αυτή η σύγχρονη Απιστία της σύγχρονης κοινωνίας και ανθρώπινης συνείδησης είναι η κεντρική διαπίστωση που αναλύει και ερμηνεύει ο προφητικός μάγος του παγκόσμιου κινηματογράφου και του θεάτρου.

Ο Θεϊκός λύχνος έσβησε εδώ και αιώνες μέσα στην Ιστορία ο Κινηματογραφικός φανός φωτίζει τους νέους δρόμους της αγάπης των ανθρώπων.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Ιουλίου 2026

Οι προβολές των αναρτήσεων του Ι. Μπέργκμαν θα συνεχιστούν        

 

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Ο Περικλής Κοροβέσης θυμάται

 

   Μνήμη συγγραφέα Περικλή Κοροβέση

(Αργοστόλι 20/7/1941- Αθήνα 11/4/2020)

ΣΤΟ ΨΕΥΔΟΚΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Το αντίο του INGMAR  BERGMAN

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία Μ. Δευτέρα 21/4/1997 σ. 10

Του ΠΕΡΙΚΛΗ  ΚΟΡΟΒΕΣΗ

        Μια προσπάθεια του σουηδικού θεάτρου να προσεγγίσει την αρχαία τραγωδία

    Στο Εθνικό Θέατρο της Σουηδίας (Dramaten) υπάρχουν αυτή τη στιγμή στο ρεπερτόριό του πέντε τραγωδίες του Ευριπίδη (Μήδεια, Τρωάδες, Ελένη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι και Βάκχες). Είναι η μεγαλύτερη προσπάθεια στην ιστορία του σουηδικού θεάτρου για μια προσέγγιση της αρχαίας τραγωδίας και η επιλογή των τραγωδιών έγινε με κριτήριο το θέμα τους. Για τον εισηγητή αυτού του προγράμματος, Dag Kronlund, ήταν το θέμα των γυναικών που καθόρισε αυτή την ενότητα. Ό,τι πιο εκλεκτό διέθετε το δυναμικό του θεάτρου, στρατεύτηκε γι’ αυτό τον σκοπό, πραγματικά μετά φόβου Θεού. Τις «Βάκχες» υπογράφει ο Ingmar Bergman, που διάλεξε το τελευταίο έργο του Ευριπίδη για την τελευταία του σκηνοθεσία. Μετά απ’ αυτό το έργο, ο Bergman αποσύρθηκε, σύμφωνα με την πεποίθηση που έχουν οι Σουηδοί, πώς όσο δημιουργικοί και αν είναι οι άνθρωποι, κάποτε γερνούν και πρέπει να αφήσουν τη θέση τους στους νεότερους.

    Με κίνδυνο να κάνω λάθος, δεν έχω υπόψιν μου άλλο Εθνικό Θέατρο, να έχει ταυτόχρονα στο ρεπερτόριό του, πέντε τραγωδίες. Αν η Ελλάδα είχε παιδεία και πολιτισμό, θα είχε προβλέψει αυτές τις δουλειές στο ελληνικό θεατρικό κοινό. Και δεν είναι τα χρήματα που λείπουν. Είναι ποιος τα τσεπώνει. (Ας ελπίσουμε πως οι εισαγγελικές έρευνες της πολιτιστικής πρωτεύουσας, να αποδώσουν καρπούς και όχι μια δεύτερη εξοχική κατοικία στους διενεργούντες την έρευνα).

    Γιατί, όπως μου έλεγε ο σχεδόν παιδιόθεν φίλος μου, ο μακαρίτης Ανδρέας Λεντάκης, σε μια τυχαία συνάντηση που είχαμε στον Καστανιώτη, το πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής είναι οι μίζες. Και ανέφερε μια σειρά πολιτικών του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. που έχουν γίνει ζάπλουτοι. «Δεν βλέπεις; Το «πόθεν έσχες», έχει γίνει τι έχεις. Δεν είναι το ίδιο πράγμα». Ο Αντρέας ήταν ίσως ο μόνος πολιτικός που μπορώ να σκεφτώ, που θα ταξίδευε μέχρι τη Στοκχόλμη για να δει τις παραστάσεις. Και αν είχε εξουσία; Θα τις έφερνε στην Ελλάδα. Αλλά, καλά, αυτός έφυγε νωρίς, που λέει και ο Χρόνης.

   Ας μη χάνουμε τον καιρό μας. Έστω και να μνημονεύσεις τους κ.κ. αρμοδίους των πολιτιστικών, είναι ψυχική ταλαιπωρία. Εγώ είδα μόνο τα τρία από τα πέντε έργα σε μια ειδική παράσταση, κατά μίμηση της αρχαίας τριλογίας. Στα ενδιάμεσα τη μορμονική ποτοαπαγορευτική πολιτική του σουηδικού κράτους. Εκτός από τις «Βάκχες» που ήταν πρώτο έργο με διάλειμμα στη μέση, υπήρχε η «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Lennart Hjulstrom, και στον ομώνυμο ρόλο έπαιζε η Stina Ekbland, που πρόσφατα τιμήθηκε με το μεγαλύτερο βραβείο ηθοποιίας της Σουηδίας, το Ο’ Νιλ. Τρίτο ήταν οι «Τρωάδες», σε σκηνοθεσία του Wilhelm Carlsson, με «Εκάβη» την Bibi Andersson. Τον ρόλο του Διονύσου, τον έπαιξε μια νέα ηθοποιός, ηElin Klinga, μια ανακάλυψη του Bergman, που την καθιέρωσε πρωταγωνίστριά του, στα τελευταία έργα που ανέβασε.

   Το θεατρικό επίπεδο της Σουηδίας είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στη θεατρική τους παράδοση, (εδώ και τρακόσια χρόνια το Εθνικό τους Θέατρο δουλεύει καθημερινά) στην υψηλή θεατρική τους παιδεία, (από τους 1.100 περίπου που δίνουν κάθε χρόνο εισαγωγικές στη Δραματική Σχολή, μπαίνουν μόνο δέκα), στην αποκέντρωση (κάθε μεγάλη πόλη έχει ένα δικό της «εθνικό» που δεν έχει τίποτα το επαρχιώτικο) και στη δυνατότητα που έχουν να παίξουν θέατρο από παιδιά, σε θεσμοθετημένους θεατρικούς ερασιτεχνικούς οργανισμούς, που αριθμούνται σε εκατοντάδες θιάσους, σ’ όλη τη χώρα. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς σε τι επίπεδο θα βρίσκονται οι παραστάσεις ενός Εθνικού Θεάτρου, που επιπλέον κινείται για να κερδίσει νέο κοινό, παραμένοντας λαϊκό, με ένα εισιτήριο πάμφθηνο (200 κορώνες, όσο περίπου η τιμή πέντε πακέτων τσιγάρων).

   Και οι τρείς σκηνοθετικές γραμμές ήταν, να φέρουν τα έργα που γράφτηκαν πριν από δυόμισι χιλιετηρίδες, στα καθ’ ημάς, προσπαθώντας να δείξουν τη διαχρονικότητα τους, μέσα από την αντίληψη πως είναι σύγχρονά μας. Και από την  εποχή του Σενέκα-που θεωρούσε ψευδαίσθηση την αριστοτελική, αλλά και την ευριπιδική άποψη, κατά την οποία, το πάθος και το ήθος αποτελούν μια αρμονική ενότητα- μέχρι σήμερα, το υπερβατικό μέρος της τραγωδίας, το πάθος και η πράξη εκτός ορίων, εκλογικεύεται, με αποτέλεσμα να χάνει το θρησκευτικό του μέγεθος.

   Αν αυτοί που θα ασχοληθούν με την τραγωδία, κριτικοί, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, δεν έχουν το βίωμα της πρόσβασης σ’ αυτό που δεν διδάσκεται, αλλά βιώνεται, τότε ματαιοπονούν, όσο και αν οι μελέτες τους ή έργα τους είναι άψογα. Και σ’ αυτό, ακόμα και ένας Bergman, αυτός ο μεγάλος σκηνοθέτης αυτού του αιώνος, δεν κατάφερε να το αγγίξει στη δεύτερή του προσπάθεια, στις «Βάκχες». Η πρώτη ήταν στην όπερα. Εμείς σαν κληρονόμοι αυτής της παράδοσης, δεν έχουμε πρόβλημα. Τις κάνουμε όλες σίριαλ και για να μη χαθεί το τραγικό πνεύμα και η αυθεντικότητά τους, παίρνουμε πρωταγωνιστές από τον «Αντέννα» και το «Μέγκα».

 ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ

Καθώς η Μνήμη ταξιδεύει

     Συγκεντρώνοντας ειδησεογραφικές πληροφορίες για τον Σουηδό Σκηνοθέτη και Σεναριογράφο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (14/7/1918- 30/7/2007) και διαβάζοντας τα σενάριά του, τα μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του, την αυτοβιογραφία και τις συνεντεύξεις του, συνάντησα ένα παλαιό δημοσίευμα του συγγραφέα, πολιτικού ακτιβιστή και βουλευτή Περικλή Κοροβέση (Αργοστόλι 20/7/1941- Αθήνα 11/4/2020) στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Με κέντρισε η θεατρική σκοπιά του και στο τι γράφει και τι επισημαίνει για την θεατρική τέχνη και το ανέβασμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας από το Σουηδικό Θέατρο και τις θεατρικές προτάσεις του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ας υπενθυμίσουμε ότι ο πεζογράφος Περικλής Κοροβέσης υπήρξε μαθητής του Πειραιώτη δασκάλου της Θεατρικής τέχνης και σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη. Εδώ να αναφέρουμε ότι θα άξιζε μία έρευνα και καταγραφή του συνόλου των αντρών και γυναικών συντελεστών, ηθοποιών που υπήρξαν μαθητές του μεγάλου Δημήτρη Ροντήρη, δεν αναφέρομαι μόνο στους κατά καιρούς θιάσους του «Πειραϊκού Θεάτρου» που ίδρυσε, και συμμετείχαν στις περιοδείες του ανά τον Κόσμο. Από τον εθνικό μας κινηματογραφικό μύθο την Αλίκη Βουγιουκλάκη έως την εξαιρετική Κάρμεν Ρουγγέρη, τον θεατρικό κριτικό και δάσκαλο του Θεάτρου Κώστα Γεωργουσόπουλο και την μεγάλη τραγωδό Ασπασία Παπαθανασίου ο κατάλογος είναι ατέλειωτος. Όσοι μαθήτευσαν κοντά στον Πειραιώτη δάσκαλο Δημήτρη Ροντήρη έχουν κάτι θετικό και χρήσιμο να μας πουν για τους δρόμους της θεατρικής παράδοσης που άνοιξε στους μεταγενέστερους. Το τσουχτερό άρθρο του Περικλή Κοροβέση με κέντρισε και για την μνημόνευσή του στον πολιτικό, συγγραφέα, ερευνητή εθνογράφο, μαθητή του Παναγή Λεκατσά, παλαιό αντιστασιακό Δήμαρχο του Υμηττού τον Αντρέα Λεντάκη (Αντίς Αμπέμπα 5/9/1935- Αθήνα 20/3/1997), μια από τις σημαντικότερες δημοκρατικές, πολιτικές προσωπικότητας που πέρασαν από την πατρίδα μας τις προηγούμενες δεκαετίες. Ο Ανδρέας Λεντάκης ανήκει στην αλυσίδα των αντιχουντικών αγωνιστών που πάλεψαν ενάντια στο τότε στρατιωτικό καθεστώς όπως ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο Σπύρος Μουστακλής, ο Σάκης Καράγιωργας, ο Περικλής Κοροβέσης, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, η Κίττυ Αρσένη, ο Νίκος Ψαρουδάκης, ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Μελίνα Μερκούρη και άλλοι από όλο το παλαιό πολιτικό φάσμα. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε σε ένα «αντιστασιολογικό σημείωμα» που θα μας έλεγε η δημοσιογραφική πένα του δημοσιογράφου Γιώργου Βότση, όταν άλλοι μεγαλόσχημοι διάβαζαν και δεν ήθελαν να δουν τι γινόταν την επταετία 1967-1974.

   Η Μνήμη προσπαθεί να διασώσει στιγμές της ελληνικής πολιτικής και του πολιτισμού ιστορίας των χρόνων μας, καθώς τα φύλλα των εμπειριών και προσωπικών βιωμάτων φυλλοροούν και ο ανεμιστήρας που γυρίζει δεν δροσίζει ούτε αποτρέπει όσο χρειάζεται για τον ανθρώπινο οργανισμό τον τριήμερο λίβα. Τον μίνι καύσωνα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

23 Ιουλίου 2026

ΥΓ. Πολύ καλή η συνέντευξη του νυν προέδρου της Ελληνικής Βουλής κυρίου Νικήτα Κακλαμάνη στον δημοσιογράφο και αοιδό κύριο Γιώργο Κουβαρά εχτές στην δημόσια τηλεόραση. Θα σταθώ μόνο σε αυτό που απάντησε ο κύριος Κακλαμάνης σε ερώτηση τι διαβάζει αυτό το διάστημα. Απάντησε ο έμπειρος και μειλίχιος- ιατρός πολιτικός. «Διαβάζω ένα βιβλίο για την Συνθήκη της Λωζάννης. Γνωρίζουν άραγε οι Έλληνες ότι τα Πρακτικά της Συνθήκης της Λωζάννης δεν είχαν μεταφραστεί μέχρι πρόσφατα στα Ελληνικά;».

   Έφυγε και η Μαίρη Λίντα, από τις σημαντικότερες γυναικείες φωνές του ελληνικού τραγουδιού της παλαιάς εποχής. Είτε ντουέτο μαζί με τον Μανώλη Χιώτη είτε μόνη της άφησε εποχή και πρόσφερε αξέχαστες στιγμές σοβαρής, ποιοτικής και ουσιαστικής ψυχαγωγίας.       

 

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΡΣΕΛΑΣ, Αποχαιρετισμοί

 

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΥΡΣΕΛΑΣ

(Πειραιάς 1-20/1/1931- Αθήνα 15/7/2017)

   Θυμάμαι πως η μητέρα μου για να τα βγάλει πέρα, όταν ήμουν μικρός αναγκαζόταν να νοικιάζει σε εργένηδες το μοναχικό δωμάτιο της ταράτσας, στο πατρικό μας, μια και ο πατέρας- μετανάστης τότε στην Αμερική- μόνο όποτε μας θυμόταν έστελνε κανένα φράγκο. Θυμάμαι ακόμα πώς οι ενοικιαστές, όταν ξενοίκιαζαν το δωμάτιο, φεύγοντας ξεχνούσαν συνήθως κι από κάτι κι εγώ τότε, μόλις μας αποχαιρετούσαν, σαν τρελός ανέβαινα τις σκάλες, να δω τι ξέχασαν κι αυτή τη φορά.

    Πότε έβρισκα μισοσπασμένες καρέκλες, πότε μισοξεσκισμένα μαξιλάρια, πότε βιβλία- αυτά ποτέ δεν τα ‘βρισκα σκισμένα, ποτέ δεν τους έλειπε ούτε η αρχή ούτε το τέλος.

   Απ’ ό,τι θυμάμαι, αυτά τα βιβλία ήταν και τα πρώτα που διάβασα και τα πρώτα που μ’ έβαλαν στον κόσμο της τέχνης και της φαντασίας.

   Ένας νοικάρης μάλιστα-αυτό το θυμάμαι πολύ καλά- ο Χριστόφορος, είχε αφήσει στο συρτάρι του κομοδίνου μαζί με τα βιβλία κι ένα σωρό πορνοπεριοδικά. Τα ΄δειξα στην παρέα και τρελάθηκαν. Ο Ευκαρπίδης, ο μπαγάσας, μου ‘κλεψε και το καλύτερο. Τότε ήταν που ανακαλύψαμε- σε ασκήσεις επί χάρτου- τι ποικιλίες μπορεί να ‘χει μια ερωτική πράξη. Οι εφαρμογές άρχισαν αργότερα, πολύ αργότερα. Πάντως, αυτά τα περιοδικά υπήρξαν, όχι μόνο ένας σημαντικός πιλότος της ερωτικής ζωής της παρέας, αλλά και ένας σημαντικότατος παράγων της απελευθέρωσής μας.

   Έκτοτε, εκείνη η παρέα, δεν είχε ταμπού και προκαταλήψεις. Είχαμε μάθει να εκτιμούμε τη γυναίκα σε όλες τις φάσεις της ζωής της, ξέραμε να κατανοούμε τα πάθη της και τις παρεκτροπές της και ποτέ, απ’ ό,τι ξέρω, δεν χαρακτηρίζαμε μια γυναίκα πόρνη, γιατί έτυχε να της αρέσει περισσότερο από το συνηθισμένο ο έρωτας, όπως έτσι βάφτιζε, συλλήβδην, όλες τις γυναίκες ο θείος Γιάννης.

   Ο Μελανίτης, ένας άλλος ενοικιαστής μας, πενηντάρης, φαλακρός, κοντούλης, ευχάριστος, άνθρωπος, εύθυμος, είχε θυμάμαι αφήσει κρεμασμένο στον τοίχο ένα κεντράκι με τη φωτογραφία της μνήμης του, με μαγιό, στην πλαζ. Όταν έφυγε, όλοι ξέραμε πώς τον είχε ήδη εγκαταλείψει. Ξανθιά, όμορφη, με μεγάλο στήθος. Ίσως και γι’ αυτό ξενοίκιασε το σπίτι, επειδή τον εγκατέλειψε η Σοφία’ έτσι την έλεγαν.

   Πέταξα, θυμάμαι το πλαίσιο-ήταν σπασμένο και το τζάμι-και κράτησα την φωτογραφία. Ακόμα την έχω. Ο Μελανίτης έφυγε για το χωριό του. Προς στιγμήν μάλιστα, αποπειράθηκε να αντικαταστήσει τη Σοφία με τη μάνα μου. Είχα ακούσει, μέσες άκρες, το διάλογο που είχε μαζί της, εκείνη τη νύχτα των μεγάλων αποφάσεων, καθώς προσπαθούσε να την πείσει να έρχεται να κοιμάται πότε- πότε μαζί του, τις νύχτες, που άλλωστε το δικαιούται μια και ο άντρα της- ο πατέρας μου δηλαδή-την έχει ήδη παρατήσει και ζει μια χαρά τη ζωούλα του στην Αστόρια.

   Και δεν της έλεγε ψέματα, μια και κάτι ξαδέλφες της, μετανάστριες κι αυτές στην Αμερική, την πληροφορούσαν κάθε τόσο, πότε ότι ο άντρας της τραβιέται με μια ζωντοχήρα, πότε ότι την έχει γκαστρώσει κιόλας, πότε ότι έχει παιδί από μια άλλη και γι’ αυτό, όπως πάει το πράγμα, μην είναι κουτή και τον περιμένει να γυρίσει, γιατί ποτέ δεν θα γυρίσει και καλά θα κάνει να κοιτάξει κι αυτή τη ζωούλα της.

   Αυτά περίπου της έλεγε ο Μελανίτης, και πώς να μην αφήνει να πηγαίνει χαμένος ο χρόνος και που θα ξαναβρεί τις ευκαιρίες και να μην είναι χαζή, «γιατί μια φορά μας έρχονται τέτοιες ευκαιρίες και ποτέ πια».

   Ήταν βλέπεις και λογιστής και ήξερε να της τα σερβίρει λογικά και τετράγωνα, αλλά ήταν και παραμυθάς και της κατέβασε, θυμάμαι, ιστορίες και ιστορίες, πώς έτσι το έπραξε και μια θεία του, πώς έτσι ξαναπαντρεύτηκε κι η μάνα του, πώς έτσι θα μπορούσαν να το πράξουν και οι δυό τους και να περνάνε πολύ ωραία τις νύχτες τους. Μόλις κοιμάται ο μικρός, της έλεγε, θ’ ανεβαίνει τις σκάλες και θα ‘ρχεται στο δωμάτιο της ταράτσας και κει θα βρίσκουν μόνοι τους τις χαρές της ζωής. Αν δεν δεχθεί, θα φύγει της είπε, θα ξενοικιάσει το δωμάτιο και θα πάρει των ομματιών του και θα φύγει, οριστικά και αμετάκλητα.

   Η μάνα μου δεν δέχθηκε και το ξενοίκιασε το δωμάτιο. Υποθέτω-μάλλον είμαι βέβαιος-πως για καιρό θα τη βασάνιζε εκείνο το όχι της. Όχι ότι τολμώ να κάνω κάποιο παραλληλισμό με το γνωστό ότι του Καβάφη, αλλά εμένα πολύ με προβλημάτισε εκείνος ο προβληματισμός της και πάντα μου θύμιζε, δεν ξέρω γιατί, κι εκείνο το όχι του Καβάφη.

   Πάντως, έχω μείνει με την εντύπωση, πώς δεν το ‘πε και τόσο εύκολα εκείνο το όχι, πολύ το πάλεψε για να το πει.

   Αργότερα, πολύ αργότερα, όταν είχε πεθάνει πια και ο πατέρας, τη ρώτησα αν είχε ποτέ μετανιώσει για κείνο το όχι. Παραξενεύτηκε-που το θυμήθηκα και πώς το ‘ξερα; Στο τέλος μου είπε πως ναι, μπορεί και να ‘χει μετανιώσει, μπορεί. Τι κέρδισε άλλωστε;

   Όταν έφυγε και ο Μελανίτης, πολύ γρήγορα ξανανοικιάστηκε το δωμάτιο της ταράτσας. Το νοίκιασε, θυμάμαι, ο Ιάκωβος, ένας γαλανομάτης, συμπαθητικούλης, ναυτικός, τρίτος μηχανικός σε ποστάλια, κοντούλης, κατσαρομάλλης, μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, ίδιο με της Τζοκόντας. Του το είχα πει κιόλας, όταν μια φορά είχα δει την Τζοκόντα στο αναγνωστικό του σχολείου- «ίδιο με της Τζοκόντας το χαμόγελό σας, κύριε Ιάκωβε» -του έδειξα και τη φωτογραφία και γέλασε. Μάλλον χαμογέλασε.

   Με τον Ιάκωβο, δεν είμαι βέβαιος αν η μάνα μου είχε μέχρι τέλος τις ίδιες αντιστάσεις, όπως και στον Μελανίτη. Και μάλλον δεν τις είχε, γι’ αυτό και κείνος, από κάθε ταξίδι που γυρνούσε, μας έφερνε κι από ένα ακριβό δώρο.

   Εμένα μου χάρισε ένα ολλανδέζικο ραδιόφωνο «Φίλιπς». Από το Αμβούργο το πήρε. Παγκοσμίου λήψεως, εντυπωσιακό, με πολύχρωμα φωτάκια και γραμμένες στο καντράν όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου.

   Το ‘βαζα τις νύχτες κι άκουγα μουσική. Πολύ μου άρεσαν τα κονσέρτα για βιολί κι ορχήστρα. Ίσως γι’ αυτό, επειδή άκουγα μουσική, δεν ήμουνα βέβαιος αν η μάνα μου τις νύχτες ανηφόριζε τις σκάλες για το δωμάτιο της ταράτσας. Μερικές φορές νομίζω, κάτι πήρε τ’ αυτί μου, αλλά δεν είμαι βέβαιος’ και ποτέ, όσες φορές κι αν τη ρώτησα αργότερα, ποτέ δεν το ομολόγησε. Απαντούσε πάντα μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, ίδιο με της Τζοκόντας και το δικό της. Είχα βέβαια πάντα την ελπίδα ότι κάποτε θα μου ανοίξει τα χαρτιά της. Δεν τ’ άνοιξε. Πέθανε και πάει, τέλειωσε κι αυτή η ελπίδα.

   Τα ξαναθυμήθηκα όλ’ αυτά, γιατί θέλοντας να ξεκαθαρίσω μια αποθήκη- τι θα κρατήσω και τι θα πετάξω- ξαναβρήκα παραπεταμένο εκείνο το «Φίλιπς». Δεν το είχα πετάξει, αν και έχει πάψει να παίζει εδώ και πολλά χρόνια. Το κουβαλώ όπου κι όσες φορές μετακομίζω. Δεν ξέρω, έχει καταντήσει ένα πρόβλημα, ένα βάρος. Μήπως όμως και η μνήμη, με τον καιρό, δεν καταντά κι αυτή ένα πρόβλημα, ένα βάρος;

   Να, γιατί κι αυτή η μέρα, στην τελευταία μετακόμιση, καθώς κάθομαι σε μια σαραβαλιασμένη πολυθρόνα της αποθήκης, σκέφτομαι και θυμάμαι και δεν ξέρω τι να κάνω, σε ποιο σωρό να το περάσω. Στα πράγματα που θα πετάξω ή στα πράγματα που θα κρατήσω;

        ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΥΡΣΕΛΑΣ

        Το δημοσίευμα «Αποχαιρετισμοί» του Πειραιώτη θεατρικού συγγραφέα, πεζογράφου και σεναριογράφου Κώστα Μουρσελά, ενός εμβληματικού δημιουργού της Λογοτεχνικής Πειραϊκής Σχολής, είναι η συμμετοχή του στο λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο» 103/ Καλοκαίρι 1998 που ήταν αφιερωμένο σε μια «(Α) Συνήθη Ημέρα» της ζωής των Συγγραφέων. Διαβάζουμε μεταξύ άλλων και τα κείμενα του θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη, του πεζογράφου Πέτρου Αμπατζόγλου, του ποιητή και κριτικού Κώστα Στεριόπουλου και άλλων. Το κείμενο αναδημοσιεύτηκε και στην Κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας «Η ΕΠΟΧΗ» 19 Ιουλίου 1998, σ. 22. Στην ίδια σελίδα πληροφορούμαστε την απώλεια πλήρης ημερών της Θεσσαλονικιάς (1901) αδερφής του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, λυρικής ποιήτριας, μεταφράστριας και θεατρικής συγγραφέως της Γενιάς του 1930 Χρυσούλας Αργυριάδου- Πεντζίκη, της γνωστής και αγαπητής Ζωής Καρέλλη.

    Τέλος, από τις σκληρές ειδήσεις της ημέρας, πληροφορηθήκαμε την απώλεια- μόλις 67 χρονών- του πολυσχιδούς παραγωγικότατου βραβευμένου, ταλαντούχου πεζογράφου, αρθρογράφου, κριτικού, ποιητή και συγγραφέα παιδικών βιβλίων Αλέξη Σταμάτη, γιου της γνωστής ηθοποιού Μπέτυς Αρβανίτη.

   Διαβάζουμε από την ηλεκτρονική εφημερίδα «Το Πρώτο Θέμα»:

«Η τελευταία ανάρτηση του Αλέξη Σταμάτη πριν φύγει από τη ζωή: Δεν περιμένω ένα φάρμακο, αλλά έναν επισκέπτη, έγραφε.

Ο γιος της Μπέτυς Αρβανίτη και σύζυγός της ηθοποιού Εύας Σιμάτου αντιμετώπιζε μία σπάνια ασθένεια του αίματος - Πέθανε στα 67 του Η τελευταία ανάρτηση του Αλέξη Σταμάτη πριν φύγει από τη ζωή: Δεν περιμένω ένα φάρμακο, αλλά έναν επισκέπτη.

Σε μία ανάρτηση με ιδιαίτερο νόημα είχε προχωρήσει ο Αλέξης Σταμάτης  πέντε μέρες πριν γίνει γνωστή η είδηση θανάτου του, με τον συγγραφέα που αντιμετώπιζε μία σπάνια ασθένεια του αίματος, να σημειώνει μεταξύ άλλων πως « δεν περιμένω ένα φάρμακο, αλλά έναν επισκέπτη». Ο γιος της Μπέτυς Αρβανίτη και σύζυγός της ηθοποιού Εύας Σιμάτου έφυγε από τη ζωή, όπως έγινε γνωστό την Τρίτη 21 Ιουλίου, σε ηλικία 67 ετών. Την Πέμπτη, ο συγγραφέας είχε κάνει μία δημοσίευση στον προσωπικό του λογαριασμό στο Instagram  αναφερόμενος στη δύναμη της αιμοδοσίας, στην ελπίδα και στην ανώνυμη προσφορά.

Αρχικά, ο Αλέξης Σταμάτης σημείωσε στη λεζάντα της ανάρτησής του: «Οι παλιοί αλχημιστές περίμεναν την πρώτη σταγόνα του ελιξιρίου με απελπισία που εμοιαζε ήδη με πίστη. Η αναμονή έχει κάτι από ναό και από σφαγείο. Στον ίδιο χώρο ελπίδα και αποσύνθεση, όπως τα άνθη σε ένα φέρετρο συνεχίζουν να ευωδιάζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται τον νεκρό». Στη συνέχεια, είχε μοιραστεί σκέψεις και συναισθήματά του, τονίζοντας πως δεν περίμενε  «ένα φάρμακο, αλλά έναν αθέατο συνοδοιπόρο»:  «Το αίμα. Η μόνη αριστοκρατία που δεν αναγνωρίζει τίτλους. Η μόνη βασιλεία που αλλάζει σώματα χωρίς επανάσταση. Οι άνθρωποι επινόησαν σύνορα, σημαίες, επώνυμα, τραπεζικούς λογαριασμούς, γενεαλογικά δέντρα. Το αίμα γελάει σιωπηλά με όλες αυτές τις δηθενιές. Κυκλοφορεί στις φλέβες σαν ανώνυμος περιπλανώμενος, αδιάφορος για την ηθική μας, για τις φιλοδοξίες μας, για τις μικρές αισχρότητες με τις οποίες και καλά στολίζουμε τη λέξη "χαρακτήρας". Ένας άγνωστος θα κατοικήσει για λίγο μέσα σου. Κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν υπήρξε πιο κυριολεκτικό. Κοιτάζω το άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη. Έναν αθέατο συνοδοιπόρο που θα περάσει από κάθε γωνιά του σώματός μου, θα ακουμπήσει τα πιο σκοτεινά τοπία της ύπαρξής μου και θα φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το όνομά μου. Η ευγένεια της ανωνυμίας. Μορφή αγάπης που δεν επιθυμεί να αγαπηθεί πίσω. Πόσο αλλόκοτο Περάσαμε αιώνες υμνώντας την αυτάρκεια, ενώ το σώμα γνώριζε πάντοτε την αλήθεια. Δεν υπάρχει αυτάρκεια. μόνο ανταλλαγή. Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου».

     Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα τον αποχαιρετούν με θαυμασμό στον έμμετρο και πεζό λόγο του.

γ.χ.μ.

Πειραιάς

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- INGMAR BERGMAN

 

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- INGMAR BERGMAN

(Ουψάλα Σουηδία 14/7/1918-Faro Σουηδία 30/7/2007)

    Η μνήμη των εφηβικών μας χρόνων και της γενιάς μας-μετά την σκοτεινή επταετία (1967-1974)- θυμάται και τιμά μία σημαδιακή Ευρωπαϊκή ημερομηνία, αυτήν της 14 Ιουλίου Ημέρα Εορτασμού της Γαλλικής Επανάστασης και κατάληψη της Βαστίλης το 1789 που άλλαξε τον χάρτη της παγκόσμιας ιστορίας. Η δική μας, της πατρίδας μας πολιτική μεταπολίτευση, επήλθε εκατόν ογδόντα πέντε χρόνια αργότερα, στις 24 Ιουλίου 1974, δυστυχώς με την απώλεια και την σκλαβιά του Κυπριακού Ελληνισμού που ακόμα και σήμερα Ιούλιος του 2026, παραμένει διαιρεμένη η Μεγαλόνησος με την σιωπηρή «αποδοχή» της υφιστάμενης κατάστασης Δυτικών και Ανατολικών ισχυρών στρατιωτικά και οικονομικά δυνάμεων και συμμάχων κρατών και συνασπισμών. Οι περισσότεροι-αν όχι όλοι- από τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου είτε στην Ελλάδα είτε στην Κύπρο, είτε στο εξωτερικό (πρέσβεις, διπλωμάτες και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες) έχουν φύγει από την ζωή, δίχως ποτέ να λογοδοτήσουν απέναντι στην Δικαιοσύνη για την άφρονα τότε πολιτική και τα λάθη τους με τα ολέθρια αποτελέσματα. Οι νεότερες ηλικιακά γενιές του Ελληνισμού οτιδήποτε γνωρίζουν για την Κυπριακή Τραγωδία είναι από τις ετήσιες επετειακές εκδηλώσεις μνήμης και τα βιβλία και άρθρα που γράφονται και κυκλοφορούν έκτοτε αναδιφώντας σε ελληνικά, κυπριακά ή ξένα αρχεία και μαρτυρίες, των ασχολουμένων ερευνητών, ιστορικών και δημοσιογράφων με το ζήτημα. Δεν χρειάζεται να σημειώσουμε ότι θα φύγει και η δική μας γενεά από την ζωή και το Κυπριακό ζήτημα θα παραμένει άλυτο και αδικαίωτο.

  Την ίδια ημερομηνία, 14 Ιουλίου στην Ουψάλα της Σουηδίας (14 Ιουλίου του1918) είδε το φώς του ήλιου ένας από τους σπουδαιότερους παγκοσμίως ευρωπαίους σκηνοθέτες, σεναριογράφος, κινηματογραφιστής, θεατράνθρωπος, συγγραφέας, ο μεγάλος Σουηδός Σκηνοθέτης ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- INGMAR BERGMAN (14/7/1918- Faro 30/7/2007). Για το έργο του Σουηδού σκηνοθέτη έχουμε γράψει σε αρκετά σημειώματά μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα και κρίνει μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του, πχ. 4/8/2018, για το βιβλίο του «Το Αυγό του φιδιού» 27/7/2017 κ.ά., και έχουμε αναρτήσει κρίσεις τρίτων για ταινίες του και τον ίδιο.

   Ο παθιασμένος και ταλαντούχος, χαρισματικός αυτός καλλιτέχνης με την Τέχνη του Θεάτρου και του Κινηματογράφου, υπήρξε από τους πλέον αγαπητούς και συζητήσιμους δημιουργούς της γενιά μας και όχι μόνο. Οι κινηματογραφόφιλοι και θεολογίζοντες (ορθόδοξοι και μη) λόγιοι και διανοούμενοι έλληνες στοχαστές και συγγραφείς, είχαν στρώσει το «χαλί» γνωριμίας μας μαζί του, είχαν γράψει και δημοσιεύσει άρθρα, σχόλια και μελέτες για τον σημαντικό αυτόν σκηνοθέτη γιό Λουθηρανού πάστορα. Είχαν μιλήσει για την υπαρξιακή του απαισιόδοξη φιλοσοφία και πώς αποτυπώνονταν πάνω στο λευκό πανί, είχαν αναλύσει τις θεολογικές του θέσεις που εκφράζουν οι χαρακτήρες, οι στάσεις και τα σεναριακά λόγια των ηρώων και ηρωίδων του, τις έντονες και ισχυρές επαναλαμβανόμενες υπαρξιακές του αγωνίες, ενοχές, τύψεις, διλήμματα, στάσεις ζωής που εκφράζουν τα αντρόγυνα πρότυπα των πρωταγωνιστών του. Μας μίλησαν για τις ατομικές του απόψεις, στο πώς βλέπει τον ρόλο του άντρα και της γυναίκας μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία, τις κινηματογραφικές του μονομανίες. Πώς διαπραγματεύτηκε στις ταινίες του τις σχέσεις των δύο φύλων, το παιχνίδι του έρωτα, των ευτυχισμένων στιγμών του και της διάλυσης του γάμου, των οικογενειακών σχέσεων, τις σχέσεις γονέων με τα παιδιά τους, την εκπαιδευτική και θρησκευτική αγωγή τους και ανατροφή, τα παιδικά τραύματα και κατοπινές ενοχικές τύψεις. Αυτοβιογραφικές κυρίως οι ταινίες του, ένα τεράστιο μητριαρχικό ταμπλό που όλοι και όλα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση σε μία κοινωνική και υπαρξιακή ρευστότητα. Μας φώτισαν τους κοινωνικούς του προβληματισμούς, τις μεταφυσικές του αγωνίες, την επιρροή του από υπαρξιστές φιλοσόφους όπως ο Σιόρεν Κίρκεγκαρντ, θεατρικούς συγγραφείς όπως ο Αύγουστος Στρίνμπεργκ, Σουηδούς σκηνοθέτες και γυναικείες περσόνες του Σουηδικού κινηματογράφου, σταθερά πρόσωπα-πρωταγωνιστές στις ταινίες του. Οι αναλυτές και σχολιαστές των ταινιών του στάθηκαν ιδιαίτερα και ερμήνευσαν στο πως αντιμετωπίζει στα έργα του, διαχειρίζεται φλέγοντα θέματα όπως είναι το φαινόμενο του Θανάτου, την ύπαρξη ή αντίστοιχη ανυπαρξία του Θεού στις κοινωνίες των ανθρώπων, την Σιωπή του ή την Απουσία του και πώς γεμίζεται το κενό αυτό στις ζωές και τις μεταξύ τους σχέση των ανθρώπων. Την σχέση πίστης και απιστίας και ποιοι οι δίαυλοι επικοινωνίας ή ακοινωνησίας, το θέμα της Αγάπης στις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις ως η μόνη σωτηρία των ανθρώπων. Μας περιέγραψαν στο πώς φιλοτεχνεί με μουντά ή φωτεινά χρώματα το οικογενειακό πουριτανικό και θρησκόληπτο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε και ανατράφηκε, διαπαιδαγωγήθηκε. Την σχέση του από την μικρή του παιδική ηλικία με την τέχνη του Θεάτρου και του Κινηματογράφου, την συγγραφή πρωτόλειων έργων που έγραφε, ερμήνευε, σε μικρά σκετς στα μέλη της οικογένειάς του, τις παιδικές του αταξίες, τιμωρίες, παιχνίδια, τις κρυψώνες των παιδικών του δωματίων, τις ντροπαλοσύνες του απέναντι στους ξένους και τα ψυχικά του "δεσίματά" με το γυναικείο υπηρετικό προσωπικό που φρόντιζε την οικογενειακή του εστία και την φαμίλια του. Στο πώς υποδέχτηκαν κατά καιρούς τις ταινίες του οι Ευρωπαίοι Κριτικοί Κινηματογράφου και οι συνάδερφοί του σκηνοθέτες και άλλοι ιθύνοντες της κινηματογραφικής παραγωγής των ημερών του. Η κινηματογραφική κριτική δεν υπήρξε πάντα θετική απέναντι στις ταινίες του, τις θεματικές του επιλογές και προτιμήσεις, την προβληματική των  ιδεών του και τις άλλες του κοινωνικές οπτικές, καυτηρίασαν ακόμα και την μεγάλη ευκολοφιλμογραφία του. Πάνω από 40 κινηματογραφικές ταινίες, δεκάδες τα σενάριά του, εκατοντάδες τα θεατρικά του ανεβάσματα γνωστών θεατρικών συγγραφέων. Οι δημόσιοι διεθνείς προβληματισμοί και αρνητικές ενστάσεις κινηματογραφικών παραγόντων για ταινίες του ήσαν πάρα πολλές. Οι ταινίες του είχαν εμφανιστεί στις παγκόσμιες οθόνες και προβληθεί πέρα από τα Σουηδικά Κινηματογραφικά σύνορα μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και οι κρίσεις κριτικών και κοινού ήσαν δίσημες, όχι ασφαλώς πάντα απορριπτικές. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είχε κατορθώσει με την μαγεία του φανού του να αποκτήσει φανατικούς φίλους και θαυμαστές, υποστηρικτές του, θεατές των ταινιών του που τον λάτρευαν ή ήταν αρνητές του. Είτε όμως με τις θετικές είτε με τις αρνητικές κρίσεις για τις ταινίες του, τους κινηματογραφικούς σχολιασμούς των έργων του, είχαν καταστήσει το όνομά του έναν μύθο και τις ταινίες του παγκόσμιο καλλιτεχνικό γεγονός όποτε προβάλλονταν και θέμα δημόσιας συζήτησης στα διάφορα κινηματογραφικά φεστιβάλ που συμμετείχε για πάνω από μισό αιώνα.

Ας μας επιτραπεί να υπενθυμίσουμε στίχους ενός ελληνικού τραγουδιού που ήταν ένα από τα σουξεδάκια της αξέχαστης Μαρινέλλας που δηλώνουν την αντιμετώπισή του από μεγάλη μερίδα του ελληνικού κοινού. «Είμαι η Μαίρη, η Μαιρούλα το μεράκι σου…. πήγα και είδα και του Μπέργκμαν την Σιωπή και δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει…». Από την άλλη μεριά των καλλιτεχνικών τειχών υπερβολικά θετική ήταν η κρίση και η άποψη του θεολόγου και στοχαστή Χρήστου Γιανναρά για τον Μπέργκμαν. Η κινηματογραφική κρίση του έμπειρου Βασίλη Ραφαηλίδη- έχει δημοσιεύσεις πάμπολλες κριτικές για ταινίες του, περισσότερες μάλλον από άλλον έλληνα- ήταν πάντα από την σκοπιά μίας μαρξιστικής θεώρησης των ταινιών του με συγκεκριμένα κλειδιά ερμηνείας τους. Το βέβαιο πάντως υπήρξε ότι οι ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με την συγκεκριμένη θεολογική και υπαρξιακή προβληματική και μεταφυσική ταυτότητά τους υπήρξαν ένα είδος «εκπαιδευτηρίου» για τους φιλότεχνους και κινηματογραφόφιλους νέους και νέες της γενιάς μας στους χρόνους μετά την μεταπολίτευση. Οι ταινίες του ακόμα και αν μας προβλημάτιζαν περισσότερο από όσες ήταν οι απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρίες της ηλικίας μας πάντα είχαν κάτι να μας πουν. Πρώτα εισήλθε στις ζωές μας η δική του αισθητική και προβληματική και θεώρηση των πραγμάτων ζωής και κατόπιν άλλων σημαντικών ευρωπαίων σκηνοθετών. Βλέπε παραδείγματος χάριν την περίπτωση του Ρώσου Αντρέϊ Ταρκόφσκι, ενός ορθόδοξου σλάβου σκηνοθέτη και λογίου του οποίου το κινηματογραφικό έργο και τα γραπτά βρίσκονται στον αντίποδα των αντιλήψεων-αν δεν λαθεύω- του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Εδώ θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης είναι προγενέστερος ηλικιακά, ήταν ήδη γνωστός και καταξιωμένος όταν εμφανίστηκαν στο προσκήνιο οι ταινίες του Αντρέϊ Ταρκόφσκι, κάτι που του δίνει το προβάδισμα. Ότι αν και οι δύο Ποιητές Σκηνοθέτες της παγκόσμιας έβδομης τέχνης (όπως και ο ιταλός Πιέρ Πάολο Παζολίνι) η θεολογική- οντολογική τους ματιά πάνω στα προβλήματα της ζωής διαφέρουν, κάτω από άλλο θρησκευτικό πρίσμα βλέπουν τις σχέσεις των σύγχρονων ανθρώπων όπως διαμορφώθηκαν από τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας μετά το πέρας του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Τα προτάγματα και οι προτεραιότητες ζωής άλλαξαν, η ερημία και το άξενο των μεγαλουπόλεων, η ατομική και κοινωνική μοναξιά, οι διάφορες αβεβαιότητες από τις αλλαγές των κοινωνικών συνθηκών, η καταστροφή του πλανήτη και η αλόγιστη υπερεκμετάλλευση της Φύσης και του Φυσικού πλούτου, η έντονη και κυρίαρχη από- ιεροποίηση του βίου μας, αυτό που οι κοινωνιολόγοι ονόμασαν απομάγευση, τα καινούργια, σύγχρονα μεταφυσικά ερωτήματα που έθεσε ο άνθρωπος αφότου πάτησε στην Σελήνη και αποφάσισε να γνωρίσει άλλους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, να ταξιδέψει πέρα από τον πλανήτη Γη, να εξερευνήσει το Διάστημα. Όλα αυτά τα καινούργια προτάγματα και οι μεταφυσικοί προβληματισμοί που έθεσε η ανθρώπινη ύπαρξη καταργώντας ή αγνοώντας παλαιές, αρχέγονες θρησκευτικές και μυθικές βεβαιότητες και αντιλήψεις, καλλιέργησαν καινούργια ερωτήματα, απορίες και διλήμματα που θέτονται στους μοντέρνους καιρούς μας μετά από τους χρόνους του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης. Απαντήσεις που έδωσε η "περιέργεια" του ανθρώπου μακριά και πέρα από μοναστικές σκήτες και διδαχές γερόντων, παραδοσιακά της κρατικής ηθικής χριστιανικά σπουδαστήρια αγωγής ψυχών και σωμάτων. Οι σχέσεις των δύο φύλων δεν είναι πλέον οι ίδιες μέσα στην Ιστορία, ο ρόλος αντρών και γυναικών μέσα στην Κοινωνία, οι θέσεις τους απέναντι στον Κόσμο και τα προβλήματά του. Ο άνθρωπος επαναπροσέγγισε τον Κόσμο και κοίταξε να απολαύσει τις χαρές που του προσφέρονταν. Δεν είναι ίδια η οντολογική ματιά του Μπέργκμαν με του Ταρκόφσκι, δεν είναι θέμα μόνο πίστης ή μη πίστης, εμπιστοσύνης ή αμφισβήτησης απέναντι σε μία ανώτατη αρχή της χριστιανικής παράδοσης και φιλοσοφικής θεώρησης και αντιμετώπισης των καθημερινών προβλημάτων. Είναι άλλες οι ρίζες της θρησκευτικής παράδοσης του Σουηδού και άλλες του Ρώσου. Άλλες οι εκπαιδευτικές προσλαμβάνουσες και αγωγή του Μπέργκμαν και άλλες του Ταρκόφσκι. Έπειτα, υπάρχει κάτι σε καλλιτεχνικό επίπεδο εντελώς διάφορο, μία διαφορά στο βλέμμα τους και στις ερμηνείες τους. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι κυρίως άνθρωπος του Θεάτρου, είναι Θεατράνθρωπος όπως ο ίδιος συχνά μας εξομολογείται, τον μαγεύει περισσότερο η τέχνη του Θεάτρου, της Θεατρικής Σκηνής από τον κινηματογραφικό φακό, οι Θεατρικές του δουλειές υπερτερούν των κινηματογραφικών. Αντίθετα στον Αντρέϊ Ταρκόφσκι αν δεν λαθεύω δεν συναντάμε θεατρικές φόρμες, σκηνές ακόμα και στιγμιότυπα μέσα στις ταινίες του, θεατρικού κλίματος, τα πλείστα των πλάνων του είναι εξωτερικά καρέ σε υπαίθριους χώρους, στο αχανές φυσικό τοπίο της Ρώσικης γης και συνείδησης. Αντίθετα στο Μπέργκμαν η κινηματογραφική του ματιά είναι στραμμένη μέσα στο σπίτι, τα δωμάτιά του, το σπιτικό περιβάλλον με ότι είναι στολισμένο και φορτωμένο σε έπιπλα και άλλα μικροαντικείμενα αντικείμενα, στους χώρους του νησιού του που ζούσε. Είναι η οπτική του αν στέκει η θέση «κλειστοφοβική» λες και βρισκόμαστε σε θρησκευτικό ασκητήριο. Εδώ η τεχνική του διαφέρει και από εκείνη του Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιεφ και τα βασανιστικά του εξωπραγματικά οράματα. Από την άλλη η οπτική του Ταρκόφσκι απέναντι στον χριστιανό Θεό και τον ιδεότυπό του τον Χριστό είναι διθυραμβική, η εμπιστοσύνη της πίστης του Αντρέϊ Ταρκόφσκι είναι όχι μόνο δεδομένη, δεν έχει χαραμάδες αμφισβήτησης αλλά και φανερώνεται διαρκώς από ταινία σε ταινία, από πλάνα σε πλάνα ως η μόνη καλλιτεχνική του πρόταση με βαθιές της ρώσικης ορθόδοξης παράδοσης ρίζες κλαδιά που εκβλαστάνουν μέχρι τον ίδιο. Ο Ταρκόφσκι σαν καλλιτέχνης δεν αναζητά την δική του αλήθεια αλλά την αλήθεια της συνέχειας της παράδοσής του, του τόπου του και του λαού του. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ενώ δανείζεται θρησκευτικά στοιχεία και ανιχνεύει τους θεολογικούς δρόμους αγωγής της δικής του χώρας και εκπαίδευσης, θραύει τα πουριτανικά στερεότυπα, τα καταγγέλλει, τα καυτηριάζει, τα απορρίπτει και τραβώντας τις διαχωριστικές ατομικές του  γραμμές αναζητά και διερευνά την δική του αλήθεια, την αλήθεια των εμπειριών ζωής του που βίωσε, αυτήν που με την πληθωρική του καλλιτεχνική προσωπικότητα και ευαισθησία προβάλλει πάνω στην λευκή οθόνη προκαλώντας αρκετές φορές αντιδράσεις μια και είναι ακατανόητη και μη αποδεκτή από το ευρύ κοινό και μάλιστα διαφορετικών χωρών, παραδόσεων και θρησκευτικών δοξασιών. 

Ο φακός του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι αυστηρά προσωπικός τόσο συνειδησιακά όσο και συναισθηματικά, ο Μπέργκμαν είτε μας αποκαλύπτεται στους προβληματισμούς του και στα διλήμματά του ως άτομο είτε ως σκηνοθέτης δεν παύει να αναζητά και να προβληματίζεται πάνω στην δική του αλήθεια ως καλλιτέχνης. Ίσως σε ορισμένα από τα σενάριά του και τα κινηματογραφικά πλάνα του να δίνει την αίσθηση ότι «μπλοφάρει» όπως το μικρό παιδί που δίνει την δική του απάντηση στους γονείς του για να αποφύγει την τιμωρία τους και να τον ανταμείψουν με ένα γλύκισμα, ίσως να πράττει ό,τι πράττει για να τον προσέξουν, ίσως να έμεινε μέσα στους αόριστους κανόνες ενός παιχνιδιού μεταξύ πίστης και απιστίας, βεβαιότητας και αμφιβολίας, το τελικό αποτέλεσμα πάντως είναι ότι η επιδραστικότητα της ματιάς του και των γραπτών του είναι διαρκής, ισχυρή και η εμβέλεια των σκέψεων του καθορίζει τις αντιλήψεις των θεατών του ακόμα και στις μέρες μας. Ασφαλώς, θα αναρωτιόμασταν και εμείς μαζί του πόσοι άραγε βλέπουν σήμερα τις ταινίες του, πόσοι συνομιλούν με τα έργα του, τα απολαμβάνουν. Τι από αυτά τα καλλιτεχνικά αριστουργήματα που μας κληροδότησε γονιμοποιούν ακόμα ανθρώπινες συνειδήσεις, καλλιεργούν ψυχές πιστών και απίστων, φωτίζουν ανεξερεύνητα μονοπάτια της ψυχής και συμπεριφορές ατομικών συναισθημάτων και τροφοδοτούν αμπελώνες αγάπης και ελέους. Σε κάποια από τις συνεντεύξεις του ο μάγος Σουηδός σκηνοθέτης λέει μεταξύ άλλων:

«Στην ερώτηση λοιπόν για τις επιδιώξεις των ταινιών μου, θα μπορούσα να απαντήσω: «Θέλω να είμαι ένας από τους καλλιτέχνες του καθεδρικού ναού που υψώνεται πάνω στην πεδιάδα. Θέλω να βγάλω από την πέτρα το κεφάλι ενός δράκοντα, ενός αγγέλου, ενός δαίμονα, ή έστω ενός αγίου- αδιάφορο σε κάθε περίπτωση νιώθω την ίδια χαρά. Δεν έχει σημασία αν είμαι πιστός ή άπιστος, χριστιανός ή ειδωλολάτρης’ εργάζομαι για το χτίσιμο του ναού μαζί με τους άλλους, γιατί είμαι καλλιτέχνης κι έμαθα ν’ αποσπώ από την πέτρα μορφές, μέλη και σώματα. Δε μ’ ενδιαφέρει η υστεροφημία, ούτε οι κρίσεις των συγχρόνων μου. Το όνομα και ο επώνυμό μου δεν βρίσκονται χαραγμένα πουθενά και θα εξαφανιστούν μαζί μου. Όμως ένα μικρό κομμάτι του εαυτού  μου θα επιζήσει μέσα στη θριαμβική ανώνυμη ολότητα του ναού’ ένας δράκοντας ή ένας δαίμονας, έστω ένας άγιος- αδιάφορο:». Σελ. 17.

Από το βιβλίο ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Σύνταξη Διαμαντής Λεβεντάκος, Κείμενα: Ι.Μ., Βέρνον Γιανγκ, Πιο Μπαντέλλι, Γκουίντο Αρίσταρκο, Μωρίς Γκραβιέ, Ρόμπιν Γουνντ, Γιορν Ντοννερ. Έκδοση Κάμερα- Στυλό. Αθήνα Νοέμβρης 1973. (ανάμεσα στους τρείς έλληνες μεταφραστές διαβάζουμε και το όνομα του ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλου).

   Αυτή η σπινθηροβόλα σκέψη-απόψεις που κοινοποιήθηκαν πριν δεκαετίες από έναν καλλιτέχνη πιστεύουμε αλήθεια ότι θα μπορούσαν να τις ξεστομίσουν πολλοί σύγχρονοι δημιουργοί; θα μπορούσαν να λεχθούν ακόμα και από χείλη ιερωμένων, ακούστε τι ξεστομίζονται στο διαδίκτυο, θα μπορούσαν αυτά τα άτομα να είναι φίλοι μας, να τους συμβουλευτούμε, να γίνουμε πνευματικοί ομοτράπεζοί τους στα βάσανα της ζωής; δεν νομίζω. Το ίδιο θα γράφαμε και για τις δύο περιπτώσεις, του ιταλού σκηνοθέτη και ποιητή Πιέρ Πάολο Παζολίνι που έμεινε δέσμιος μέσα στον κομμουνιστικής ατμόσφαιρας καθολικισμό του αλλά και στον ποιητή- σκηνοθέτη Ρώσο Ορθόδοξο Αντρέι Ταρκόφσκι που περισσότερο γυρίζει ταινίες ως πιστός και όχι ως ανεξάρτητος και ελεύθερος καλλιτέχνης. Ο Ταρκόφσκι είναι πρώτα πιστός και μετά σκηνοθέτης ο Μπέργκμαν όχι, είναι πρωτίστως ένας σκεπτόμενος στοχαστής καλλιτέχνης έστω και αν καταβασανίζεται, το βλέμμα του είναι αντι- αυτοενοχικό. Δεν έχει αυτήν την «μαζοχιστική» τάση που έχει η μεταφυσική ματιά του Καρλ Ντράγιεφ, ούτε την κάπως αντιστοχαστική του Ζαν Λ. Γκοντάρ στην θρησκευτική κινηματογραφική εκδοχή ορισμένων ταινιών του.

    Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διψά για επικοινωνία, λατρεύει αν και μοναχικό άτομο την συνύπαρξη με καλλιτέχνες και άτομα που έχουν κάτι ουσιαστικό και αληθινό σαν χαρακτήρες να του πουν να συνεργαστεί μαζί τους, ανεξάρτητα αν συμφωνούσαν με την οπτική και την φιλοσοφία των ταινιών του ή όχι. Δεν έδινε εύκολα συνεντεύξεις, βλέπε την συζήτηση που είχε μαζί του ο έλληνας δημοσιογράφος Θανάσης Λάλας για την εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 18/12/1994, "Ο άνθρωπος είναι παιδί της αβεβαιότητας" που του παραχώρησε την συνέντευξη μόνο και μόνο γιατί το όνομα Λάλας του θύμιζε μία παιδική του παραμάνα. 

Ο υπαρξιακός φιλοσοφικός στοχασμός του Σιορέν Κίρκεγκαρντ είναι το κέντρο αναφοράς του. Ένα από τα κλειδιά ερμηνείας και κατανόησης των ταινιών του, ακόμα και σήμερα που το μεταφυσικό αξιακό μας σύστημα έχει αλλάξει και οι διδαχές των μεγάλων παλαιών ανθρώπινων μύθων έχουν υποχωρήσει στις συνειδήσεις και στις ψυχές των ανθρώπων, των μεγάλων μαζών, σε ένα ιστορικό παρελθόν που παραμένει στην επιφάνεια του χρόνου λόγω παραδοσιακών τελετουργιών και σύνδεση της κρατικής ιδεολογίας με την θρησκευτική εξουσία.

    Θα μπορούσαμε στις μέρες μας να μιλήσουμε με τον ίδιο ένθερμο ζήλο για τις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν; Θα στεκόμασταν με την ίδια ευλάβεια να παρακολουθήσουμε μπροστά στην οθόνη ενός χειμερινού ή καλοκαιρινού σινεμά έργα όπως η «Σιωπή», η «Έβδομη Σφραγίδα», η «Πηγή των Παρθένων», οι «Άγριες φράουλες», «Το Αυγό του φιδιού», την παραμυθένια «Φάννυ και Αλέξανδρος», τις «Κραυγές και Ψίθυροι», την «Περσόνα», τους «Οι Κοινωνούντες» και τόσα άλλα; Θα μας έκαναν την ίδια εντύπωση όπως παλαιότερα; Θα μας κέντριζαν το ενδιαφέρον για συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων, προβληματισμών; Ή θα ήταν μία νυχτερινή κινηματογραφική έξοδο όμοια με άλλες; Ποιος βλέπει αλήθεια σήμερα τις ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη- ποιητή Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, πόσα αφιερώματα σε ταινίες του γίνονται στις ευρωπαϊκές ταινιοθήκες, μεταφράζονται τα σενάριά του και τα βιβλία του, αφιερώνονται σελίδες στις παγκόσμιες ιστορίες του Κινηματογράφου στο έργο του; Εξετάζονται τα Θεατρικά του έργα; Ανεβάζονται σε ξένες σκηνές. Ποια η κινηματογραφική συμβολή του σήμερα είκοσι περίπου χρόνια μετά τον θάνατό του; Σε έναν φανταστικό μελλοντικό Ναό της Τέχνης σε ποιο σημείο θα εικονογραφούσαμε την ιερή παρουσία του; Αν μας ξανά- αφηγούνταν τις μικρές αυτοβιογραφικές του ιστορίες μέσα στις ταινίες του θα το έκανε με τον ίδιο τρόπο; Αν ο ίδιος επέλεγε να διασώσει αυτό το κινηματογραφικό του λεύκωμα ποιες ταινίες θα συμπεριελάμβανε και ποιες θα άφηνε απέξω από αυτό της ζωής του προσωπικό άλμπουμ; Η κινηματογραφική του φόρμα και οι ρυθμοί έχουν και σήμερα την ίδια επίδραση στους νέους κινηματογραφιστές, ή ήταν μία ατομική του φιλμική «ιδιαιτερότητα» που εξέφρασε ή ζητούσε η εποχή του; εμβαπτυσμένες μέσα στο υπαρξιακό άγχος, την ψυχολογική μουντάδα, την θρησκευτική ομίχλη, το απαισιόδοξο κλίμα; Πάντως, αν δεν κάνουμε λάθος, η θεολογική παρακμή που εξέφρασε τις προηγούμενες δεκαετίες ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είναι μικρότερη από την σημερινή που ζούμε σε αυτόν τον διάχυτο ειδωλολατρικό χριστιανισμό πίστης ή απιστίας δεν έχει και πολύ σημασία. Η αράχνη στον τοίχο έπαψε να είναι «ζαχαρόπηκτη» σελ. 188 αν ήταν ποτέ μέσα στην ιστορική διαδρομή του ανθρώπου, έχει προ πολλού φανερώσει την δηλητηριώδη όψη της.

        Σε ερώτηση Ποια είναι σήμερα η στάση σου απέναντι στην κοινωνικά στρατευμένη φιλμική δημιουργία; Την καταδικάζεις;

Ο Μπέργκμαν δίνει την εξής Απάντηση:

Υπερασπίζομαι μόνο το δικαίωμά μου να είμαι αυτό που είμαι, ακριβώς όπως είμαι, το δικαίωμά μου να είμαι στρατευμένος όταν εγώ νομίσω και να δημιουργώ το έργο που με συγκινεί.

Ερώτηση: Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο στις μέρες μας;

Απάντηση: Δεν ξέρω. Εγώ όμως απαιτώ να έχω την δυνατότητα να το κάνω. Όταν θάρθει η μέρα που ο κόσμος δεν θα βλέπει πια τις ταινίες μου και που με κανέναν πια δεν θα μπορώ να συζητώ μέσα από τα έργα μου, τότε βέβαια θα πρέπει να σταματήσω. Αλλά προς το παρόν συνεχίζω…» σελ. 37-38

Μέρος Α΄

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

18 Ιουλίου 2026