Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Οδυσσέας Ελύτης 2Χ7 ε, εκδόσεις Ίκαρος 1996


ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ

     «Η ερμηνεία κάθε έργου είναι ερμηνεία του εαυτού μας, όχι εκείνου πού το δημιούργησε, αλλά εκείνου πού το διαβάζει, το βλέπει ή το ακούει, θέλω να πώ του εαυτού μας αν δεν του δώσουμε μιάν υπερβολικά στενόχωρη έννοια, αν τον ονομάσουμε-έστω-τον «πρώτο μας εαυτό», κατά τη διδασκαλία του Σικελιανού».
                                         Γιώργος Σεφέρης

Οδυσσέας Ελύτης, 2Χ7 Ε
εκδόσεις Ίκαρος 1996, σ.64, δραχμές 2080
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ 2Χ7 ε ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΑΝΑΓΡΑΜΜΑ Ν. & Γ. ΜΠΑΛΗ ΑΕ. ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΝΟΕΜΡΙΟΥ ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΕΞΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΙΚΑΡΟΣ ΜΕ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Η. ΧΑΡΗ
ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ
              ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ ΕΙΣΑΙ είτε όταν κληρονομείς αυτομάτως κάποιον πρόγονο είτε αν κατακτάς με το σπαθί σου τίς ιδιότητες πού συνεπάγεται –θέλω να πώ, ειδικότητες «αποκτηθείσες» εν τω στρατεύματι» όπως λέγαμε την εποχή της μόδας των πολέμων.
     Τέτοιος ήταν ο Ίων Δραγούμης, ο γλυκοαίματος και θανάσιμα μισητός, ο άνθρωπος των σαλονιών και των κομιτάτων, ο δημοτικιστής και γόνος καθαρολόγων, ο σεμνός κι ο ερωτιάτης, ο εχθρός της μικρής και εντίμου Ελλάδος, αλλ’ αδελφικός φίλος του βασιλέως, ο μακράν μέχρι θανάτου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και οραματιστής κοινός μια άλλου είδους μεγάλης Ελλάδας.
     Αυτές όλες οι πέρλες, άλλοτε φωτερές κι άλλοτε αλαμπείς, δεν συνθέτουν μόνον ένα μυστηριώδες όνομα παρά γεννούν μια προσωπική μυθολογία, πού με γέμισε γοητεία σ’ όλη την πρώτη μου νεότητα. Σχεδίαζα μεγάλα δοκίμια περί μελλοντικών ονείρων του ελληνισμού, που δεν ήξερα, όπως δυστυχώς δεν ξέρω ίσαμε σήμερα, πώς να τα γεμίσω. Είναι οι σφαίρες που αφανίζουν μυστικά, ή στη θέση των μυστικών δεν υπάρχουν παρά ευγενείς ιδεολογίες;
     Τα πατριωτικά του βιβλία (μά είναι;) έπαυσα να τα διαβάζω από τη μέρα πού, με μια κλοτσιά του, κάποιος τερματοφύλακας αθλιοτήτων έθεσε τέρμα σ’ ένα κεφάλαιο ανοιχτό της ιστορίας. Στή Σαμοθράκη του όμως εξακολουθώ να βρίσκω ίσαμε σήμερα τον λεπτοφυή συγγραφέα και πατριώτη από πηγή.
     Πού, όπως σ’ ένα ακρογιάλι έρημο της Θράκης περπάτησε μές στην καθαροσύνη του μεσημεριού, έτσι ανυπόδητος πέρασε πάνω απ’ τις αιχμές και τις πανουργίες της τρέχουσας πολιτικής. Στο βάθος το ήξερε καλά κι ο ίδιος όταν έλεγε:
     «Να μεγαλώσω σά φυτό στη Ρωμιοσύνη μέσα. Σκοπό να μην έχω, παρά να είμαι εγώ ο σκοπός μου. Να περνώ στη Ρωμιοσύνη μέσα σαν άστρο που λάμπει στο σκοτάδι. Η μορφή μου, περνώντας, να ξυπνά τους άλλους και να θέλουν να τη μιμούνται…».
     Απομένει να μάθουμε κάποτε πόσοι και ποιοί, αν υπάρξουν, θα είναι οι πολλοί Έλληνες του ενός Δραγούμη. Σελίδες 36-38.
--
«Η καθημερινή πρώτη σελίδα του μεταθανάτου»
Τα «2Χ7 ε» του Οδυσσέα Ελύτη, ένα βιβλίο και καινούργια μηνύματα του ποιητή
Της Ανθούλας Δανιήλ, εφημερίδα Η Καθημερινή 3/12/1996

     Ο στίχος «Η καθημερινή πρώτη σελίδα του μεταθανάτου» από Τα Ελεγεία της Οξώπετρας θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτού του μεταθανάτιου κειμένου του Οδυσσέα Ελύτη. Από άλλο χώρο, και από άλλο χρόνο, από άλλο κόσμο και από άλλη εποχή ΄ από την Πέμπτη εποχή και τον παραδεισένιο Μάϊο της Άνω Ελλάδας και της αιωνιότητας, για την οποία πήρε το δρόμο τον περασμένο Μάρτη, μας στέλνει τα «2Χ7 ε» δηλαδή το νέο βιβλίο του και τα καινούργια μηνύματά του.
     Έτσι, από το αλλού και πάντοτε ή από το ΑΙΕΝ, απαλλαγμένος από τις αποσκευές του ΝΥΝ, επιβλέπει τα νέα «ε» κορμάκια άλλο αέρα, αέρα όλο μηνύματα, μηνύματα στα κράσπεδα των ποιημάτων του. Το συρτάρι γεμάτο χαρτιά κι εκείνος επτά μήνες και κάτι φευγάτος, πραγματώνει το στίχο «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω».
    Από το παρελθόν ή από το μέλλον έρχονται αυτά τα «έψιλον». Όμως τι σημασία έχει πια αφού ήδη είπαμε έρχονται από το ΑΙΕΝ.
     Ο ιερός αριθμός 7 παρών στον τίτλο με το διπλάσιο του. 2Χ7, δεκατέσσερα δοκίμια. Το δεκατέσσερα ως αριθμός συντίθεται από το 1 και 4 τα οποία προστιθέμενα  δίνουν 5. Το πέντε αντιστοιχεί στο έψιλον της αλφαβήτου. Όλα μελετημένα κι ο ποιητής από την πέμπτη εποχή, στην ημέρα των γενεθλίων του, 2 Νοέμβρη, θέτει σε κυκλοφορία το δώρο του για μας. Το 7 της ποίησης και της δημιουργίας διπλό.
   «Το χθές… μπήκαν το να μέσα στ’ άλλο κι έφτασαν το πρωί να ‘ναι πανσές…». Σαν πανσές ανοίγει το βιβλίο και έρχονται οι ευωδίες της ελληνικής γης όπως πάντα. Λειτουργούν οι αισθήσεις όλες, όπως πάντα. Κυκλοφορούν στα φύλλα οι φίλοι, όπως πάντα. Κι’ απ’ το βορρά η μουσική, ο Μπαχ, ο Μπετόβεν, ο Ερμησίπτερος Μότσαρτ, ο Σούμπερτ. Κι από το νότο οι όμορφοι κιθαρωδοί της Ισπανίας.
     Θυμήθηκε πάλι τα ταξίδια με το αυτοκίνητο παλιατζαρία. Αρκεί να ήταν Ελλάδα. Έστησε τον βοτανικό κήπο, αφού «η όσφρηση χρωματίζει και η ακοή ψαύει τις παρειές του κόσμου, μια έκτη αίσθηση αρχίζει ν’ αναδύεται… πιθανόν… προκαταβολή του τυχαίου…».
    «Τα μυστικά του Πριάμου και της μητέρας μου κάπου εγγίζονται. Η αυλή του ανακτόρου είναι και αυλή αρχοντόσπιτου. Ανάμεσα στο Ίλιον και στη Γέρα διαρκεί μια μεταφερμένη στην ύλη συγγένεια…».
      Τα παραπάνω αποσπάσματα μας φέρνουν νέες πληροφορίες για το «οικογενειακό δέντρο» του ποιητή. Ήταν γνωστό βέβαια ότι το πατρογονικό της μητέρας ήταν στη Γέρα και του πατέρα στην Παναγιούδα. Οι ροδιές όμως έξω από την αυλή δεν ήταν γνωστές. Και ο ποιητής που μετακόμισε στην Κρήτη μετέφερε ροδιές στο Κρητικό Πέλαγος και άνθησε η ποίηση.
      Η ποίηση λοιπόν κυριαρχεί είτε με τις αναφορές στα διάφορα δήθεν αδιάφορα είτε στην ίδια με το όνομά της. Το 7ο έψιλον είναι μια μικρή ανακεφαλαίωση των γνωστών για την ποίηση απόψεών του.
-Όπου υπάρχει ποίηση, εκεί κι ο Θεός…
-Η ποίηση αφαιρεί από τα πράγματα τον πέπλο της συνήθειας….
-Η ποίηση καθιστά ορατή την αθέατη όψη του κόσμου…
-Χάρη στην επικράτειά της συνενώνει όλα τα ασυμβίβαστα…
-Σκοπός της είναι η κρυμμένη ομορφιά, μ’ άλλα λόγια η απώτερη ουσία του κόσμου.
-Μας απαλλάσσει απ’ το να είμαστε δέσμιοι των τυχαίων γεγονότων.
-Δημιουργεί μιαν άλλη ύπαρξη μέσα στην ύπαρξή μας.
-Μας αναγκάζει να αισθανόμαστε… να φανταζόμαστε…
-Δημιουργεί απ’ αρχής τον κόσμο.
     Ένα «έψιλον» είναι αφιερωμένο στο θάνατο του τελικού-ευφωνικού-ληκτικού, ένα άλλο στο θάνατο της βιβλιοφιλίας, ένα άλλο στη Βασούλα Μανωλίδου, που κι αυτή λείπει χρόνια, ένα άλλο, κι ένα άλλο… και τα δεκατέσσερα στους απόντες πάντα.
     Όμως «το μαρμάρινο τραπέζι» που είχε «αναρπαγεί» από τα «Δυτικά της Λύπης» και οι φίλοι ένας ένας έφυγαν μεταφέρθηκαν αλλού. Εκεί ψηλά. Ιδιαίτερη συγκινητική είναι η σκηνή που τα στενόμακρα τραπέζια και οι καρέκλες στη σειρά δείχνουν ότι ετοιμάζεται γλέντι. «Και το κέφι όταν γίνεται για κάποιον απόντα, τρεις φορές περισσότερο πληθαίνει σε σημασία, εάν γίνεται στης Μεσόγειος τα μέρη».
     Έτσι στα δεκατέσσερα μικρά, σε μέγεθος σελίδας, έψιλον, η Ελλάδα πλαταίνει ως την Ανδαλουσία και έως τον ουρανό:
«Είμαστε μια παρέα που ταξιδεύουμε και μετράμε τ’ άστρα τ’ αμέτρητα. Ώσπου τέλος γλιστράμε σ’ άλλον πλανήτη. Αλήθεια las estrellas de la noche se volvieron siempre- vivas, αρκεί εγώ ο άνθρωπος της κάτω Ελλάδας να έχω σε εγρήγορση τις αισθήσεις και τα μάτια στραμμένα στον ουρανό τις νύχτες, να βλέπω τα άστρα που με κοιτάζουν επίμονα. Ο ποιητής με την παρέα του από ψηλά και πέραν του θανάτου, «πάνω από τους κατακλυσμούς» κηρύττει:
«Η επαύριον της ζωής μας θα ‘ναι πάλι
ζωή!
μεταφερμένη στην Άνω Ταρκυνία…
Μ’ ακούς;»
ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ, εφημερίδα Η Καθημερινή 3/12/1996
--
ΣΕΛΑΜΕΝΑ
(Λήμμα Λεξικού)
     ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΓΕΝΟΣ των Αθανατίδων, αν και η πρώτη εμφάνισή της ιστορικά σημειώνεται γύρω στο 323, εξού και οι φημολογίες ότι κάτι επέτυχε να υποκλέψει από τα μυστικά του Μεγαλέξανδρου.
     Συνήθως εμφανίζεται με τα πρώτα νερά του φθινοπώρου, που κατεβάζει ο ποταμός Οφιάλης από τα υψίπεδα της Θράκης, γνωστός για τις ιαματικές του ιδιότητες να θεραπεύει όλες τις ασθένειες, κυρίως του συντακτικού και της γραμματικής.
     Το ασημί της είναι του σπάρου, ή της Πάρου, άσχετο αν έχει αγαπηθεί ή όχι.
     Το μυστικό της είναι ότι ξέρει να εμφανίζεται ή να εξαφανίζεται, ανάλογα με τους μήνες και τα χρόνια που προβλέπουν μερικοί συγγραφείς.
     Πάντως, η τελευταία εμφάνισή της κατά τους ιστορικούς, σημειώνεται ρητώς περί τα τέλη του εικοστού αιώνα, σ’ ένα βιβλίο με τον τίτλο Ιδιωτική Οδός. Σελίδες 54-55.
--                               
Ποιητικό υστερόγραφο
Του Δημήτρη Μητρόπουλου, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 16/2/1997
     Ένα ήρεμο πανδαιμόνιο από ασιατική όστρια και μαϊστρο Αιολίδας». Η φράση τούτη από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «2Χ7 ε» θα μπορούσε να συνοψίζει το τελευταίο βιβλίο και ίσως μαζί και το ύφος της πρόζας του νομπελίστα ποιητή.  Πράγματι, τα δεκατέσσερα αυτόνομα κείμενα, γραμμένα το 1995, δεν διαφοροποιούνται από το πρότυπο πεζού λόγου του Ελύτη. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, σε απόσταση από την εκπεφρασμένη αντιπάθεια του έτερου έλληνα νομπελίστα, του Γιώργου Σεφέρη, για την ποιητική πρόζα (από την οποία «δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στον κόσμο»), ο Ελύτης επέλεξε να κινηθεί στα πεζά του σε ένα ύφος τολμηρό, που αντλεί ομολογημένα από τη θητεία του στην ποίηση και το προσδιορίζει άλλωστε ο ίδιος με σαφήνεια στις εναρκτήριες σελίδες του τόμου «Ανοιχτά Χαρτιά» ΄ ζητούμενο, σύμφωνα πάντα με την έκφρασή του, η «διαφάνεια των νοημάτων».
     Ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Ελύτη, η λιγνή συλλογή θέτει, σε πρώτη ματιά, δύο ερωτήματα. Πρώτον, επέτυχε πράγματι τη διαφάνεια αυτή ο ποιητής του «Άξιον Εστί;». Δεύτερον, κομίζουν κάτι νέο στους αναγνώστες του Ελύτη τα 14 «Έψιλον», που φέρουν τα χαρακτηριστικά εκείνων που έχουν συγκεντρωθεί στο «Εν Λευκώ»; Το πρώτο ζήτημα είναι σαφώς ευρύτερο και η διευκρίνισή του προϋποθέτει γενικευμένη εξέταση του συνόλου των πεζών του Ελύτη. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι πάντως ότι, προς το παρόν τουλάχιστον, η πρόζα του Ελύτη δεν φαίνεται να αξιολογείται με κυρίαρχο γνώμονα τη «διαφάνεια». Ίσως η θεματογραφία του Ελύτη να θαμπώνει το ερμηνευτικό σχήμα που προτείνει.
     Στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Η συλλογή δεν κομίζει κάτι συνταρακτικά καινούργιο. Ήδη από την εναρκτήρια σελίδα, τον τίτλο «Η παράλληλος του Χάυντν», ο «επαρκής αναγνώστης» βρίσκεται σε τοπίο οικείο, είτε πρόκειται για τη διάταξη είτε για τις αναφορές του. «Αρκεί το έδαφος να ήταν Ελλάδα», γράφει μερικές σελίδες πιο κάτω, σε μιαν αποστροφή του, ο ποιητής, για να προσθέσει: «Τρώγαμε τα κομμάτια της με βουλιμία ΄ πότε σκληρά, πότε αρμυρά…». Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί πλέον κι ο αναγνώστης του-ίσως γιατί, δανειζόμενος τον στίχο από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», έχει κι αυτός «κάνει εργάτης εδώ σ’ αυτά τα μέρη χρόνους πολλούς….».
      Ασφαλώς η γραφή του ποιητή δεν έχει απωλέσει ούτε την αιχμή ούτε (παρατήρηση που θα προκαλούσε μάλλον την ευαρέσκειά του) τη «νεότητά» της. Τα κείμενα όμως της συλλογής περισσότερο παραπέμπουν παρά καινοτομούν΄ η ανάγνωση γίνεται συνειρμός. Παραδείγματα: «Από τα 140 σημεία που πιθανόν περικλείει ο ελληνικός χώρος, δεν έμεινε ούτε ένα που να μην το σφραγίσουμε με την κάφτρα του τσιγάρου μας»-έρχεται στον νου το πέμπτο, παρένθετο, τμήμα από το «Αμύγδαλο του Κόσμου» («Τρία Ποιήματα με Σημαία Ευκαιρίας»): «(Ακόμα ένα τσιγάρο/ που να βαστάει ωσότου να ξεψυχήσουμε…)». Η εφόρμηση στον 21ο αιώνα με “Yamaha, Mitsubishi, Zodiac, κυάνεια χελιδόνια και θάλλοντα σέλινα» λειτουργεί ως εκσυγχρονισμός της «Μαρίας Νεφέλης» εν όψει του millennium «Ένας μικρός βοτανικός μπορεί και να ‘ναι ένας κρυφός των δύο κυμάτων Παρθενώνας»-αυτόματα βλέπει κανείς ένα από τα κολάζ του ποιητή΄ ομολογουμένως, ο ορισμός της υπερρεαλιστικής εικόνας από τον Πιέρ Ρεβαντί με την έμφαση στην προσέγγιση δύο «μακρινών πραγματικοτήτων» και το ζητούμενο του σπινθήρα, όπως το προσδιορίζει ο Αντρέ Μπρετόν, παραμένει ερμηνευτικό εργαλείο για την κατανόηση της ποιητικής ευαισθησίας του Ελύτη.
     Η επιβίωση του έργου μετά τον θάνατο του δημιουργού του αποτελεί καίριο ζήτημα στη λογοτεχνία. Στην περίπτωση του Ελύτη το βραβείο Νομπέλ του 1979 φαίνεται να λύνει το πρόβλημα της υστεροφημίας-τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ελληνική επικράτεια. Απομένει το ζήτημα της δραστικότητας του λόγου. Από αυτήν την άποψη ο τόμος «2Χ7 ε» αποτελεί ενδιαφέρουσα δοκιμή. Δεδομένου ότι εντάσσεται χωρίς προβλήματα στο σώμα του πεζού λόγου του ποιητή χωρίς να προσθέτει κάτι νέο στη φυσιογνωμία του όπως την ξέρουμε, η ανάγνωσή του συνιστά ένα χρήσιμο πείραμα’ μας επιτρέπει να δοκιμάσουμε την αντοχή του ύφους και της σκέψης του Ελύτη εν απουσία του και ίσως και εν απουσία πλέον της Ελλάδας εκείνης που του ενέπνευσε το αίτημα της διαφάνειας. «Πού να βρίσκεται τώρα το τρεχαντήρι του μπαρμπα-Κωνσταντή, το ψαροκάικο του Κοσμά, το σπιτάκι με το ζωγραφικό ταβάνι;».
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, εφημερίδα Το Βήμα 16/2/1997
--
ΟΝΟΥ ΑΙΝΟΣ
     ΕΝΑΣ ΕΛΑΦΡΥΣ ΑΕΡΑΣ πεύκου πρώτου βαθμού μαζί και καβαλίνας με χτυπά καταπρόσωπο, καθώς έχω πάρει καβάλα τον ανήφορο και λικνιστικά προχωρώ, ανάμεσα στις δύο πελώριες γκριζόμαυρες αυτάρες, προς τις πρώτες υπώρειες του νησιού, όπου ενδημούν τα ύστατα πτερόεντα κατοικίδια. Μύγες πρασινοχρυσίζουσες και πεταλουδίτσες μώβ, καθώς και άλλες παραπλανημένες μέλισσες, ψάχνοντας από θάμνο σε θάμνο, πού ‘ναι όλοι τους φουντωτοί και μουντοί, με κάποια εδώ κι εκεί ξανθά φεγγίσματα, κρυφακουπεράσματα του ενός βλεφαρίσματος, και όχι πάντα.
     Ήδη από εδώ, καθώς έχουμε κερδίσει σε ύψος, τα μεγέθη προς τα κάτω αλλάζουν’ όλα τους γίνονται πιο μικροσκοπικά, και ο γύρω χώρος δείχνει να χωράει ολοένα και περισσότερα πράγματα. Το βαποράκι πού περνάει μοιάζει με παιχνίδι, ενώ οι κολπίσκοι στο βάθος σαν ν’ ανασηκώνονται πιο ανάγλυφοι. Αποκαλύπτονται καινούργιες αναδιπλώσεις της γης πάνω απ’ το νερό, καινούργιες προεξοχές, καινούργιοι πορθμοί και ισθμοί και ακρωτήρια.
      Κι όμως, όπου να ‘ναι, αυτά όλα θα χαθούν επάνω στη στροφή, για να φανεί σε διαφορετικό βαθμό κυανού η άλλη θάλασσα.
     Έτσι ζούμε εδώ, με διαφορές μεγάλες ανάμεσα σε ζερβί και δεξί χέρι. Από λεπτουργημένες εκκλησίτσες έως υπερμεγέθη βροντερών φωνών ακρωατήρια. Σε τέτοια ποικιλία και σπανιότητα, που πραγματικά δεν θα μπορούσε κανείς άλλης χώρας κάτοικος να βρεί μαζί Κόρη και Αετό, βόρειον άνεμο και ζέστη σαράντα βαθμών, θυμιατά, σκίνα, λαγουδέρες.
     Τα προνόμια, όσο δεν τα ‘χουμε, κλαιγόμαστε, κι όσο τα ‘χουμε, τά αγνοούμε. Στα παιδικά μου χρόνια, πού η ερημιά σ’ αυτά τα μέρη έμοιαζε να ‘ναι ακόμη αρχαϊκή, θα μπορούσα με το σημερινό μου το μυαλό να ζωγραφίσω, ακόμη και να χτίσω, αυτά πού έγιναν αργότερα κατά λάθος παρά ένα.
     Πού να βρίσκεται τώρα το τρεχαντήρι του μπάρμπα-Κωνσταντή, το ψαροκάικο του Κοσμά, το σπιτάκι με το ζωγραφιστό ταβάνι; Όλα γίνονται στις μέρες μας πιο τέλεια και πιο άσχημα. Κι όμως, πόσο πιο ανθρώπινο είναι να χαϊδεύεις τον παχουλό λαιμουδάκο ενός ζωντανού που δεν ζητάει ποτέ το κακό σου.
     Ανήκω στους γεννήτορες ενός τέτοιου αιωνόβιου εικοσιτετραώρου, πού τώρα μένουν άνεργοι μαζί με τους άνδρες του ιππικού, τους τελωνοφύλακες, τους αγωγιάτες, τις παραμάνες. Η ζωή παριστάνεται και ως άνθρωπος και ως ζώο. Οι αναμνήσεις ούτε θανατώνουν ούτε διαιωνίζουν. Και ο όνος, άπαξ και υπήρξε μια φορά, υπάρχει δια παντός.
Ευθύς και στο βλέμμα τίμιος είσαι
       περαστικέ του
Έαρος και του μισού χειμώνος. Κρόκων έχεις και
       πολλών βολβών τα κουδουνάκια
Η κάθε σου περπατησιά κι απ’ ένας οίακας. Έλα
       γίνε μου
Ζωηρούλης μαζί να περάσουμε μεσ’ απ’ τα
       πήλινα τα θυμιατήρια
Τις χάντρες και τα καθρεφτάκια στο πανηγύρι
       της Αγίας Παρασκευής
Και στών ριπών του Σεπτεμβρίου το σκίρτημα
Η φωνή σου αντιστοιχεί στα κυπαρίσσια κι ο
       χαμός σου σε μια γυμνή ερημονησίδα
Έλα να γονατίσουμε μαζί και να προσευχηθούμε
Η ζωή σε όλους ανήκει. Κόψε λουλούδι και
       θυμήσου το. Σελίδες 23-26
--      
Η κρυφή γραμματική
Του Ευγένιου Αρανίτση, εφημερίδα Ελευθεροτυπία Τετάρτη 6/11/1996, σ.34.
     Ένας τίτλος που θυμίζει τα λακωνικά αριθμητικά παιχνίδια του Κάμινγκς, αλλά που δεν μπορεί παρά να είναι, επίσης, ελυτικός στην πιο καθαρή του μορφή, αφού τα μάτια αυτού του ποιητή έβλεπαν παντού επτάδες, υπογραφές του Θεού μέσω του απολλώνιου εκείνου αριθμού που είναι ο κόμβος ο συνδετικός όλων των ορατών και αοράτων μέσα στο σύμπαν, κι αφού, ακόμη, 2Χ7 μας δίνει το μέτρο της 14ης ομορφιάς, σύμβολο του Αμύγδαλου των Γνωστικών, μυστικό σημαίνον των ημερών της αύξησης της Σελήνης. Απόκρυφη κλίση, ή απλώς παιχνίδι, τα πάντα στον Ελύτη συγκροτούνται σε επτάδες ή σε πολλαπλάσια.
     Τα λεγόμενα «μικρά ε» υπήρξαν μια σειρά από ιδιαίτερα σύντομα κείμενα-δύο εξ αυτών, στην προκειμένη περίπτωση, αποτελούν «μεταγραφές»-λυρικού κυρίως χαρακτήρα, συχνά θα λέγαμε «ονειρικού», διάσπαρτα από αυτοβιογραφικές νότες και νύξεις μιας αναπόλησης σκοπός της οποίας παραμένει το να φωτίσει εκ των υστέρων το φόνο ορισμένων γεγονότων ως τις διαστάσεις του οραματικού. Τα 14 αυτά κομμάτια, που δεν είχαν συμπεριληφθεί στο «Εν λευκώ» τυπώθηκαν τώρα στη μορφή αυτή και μοιράστηκαν στα βιβλιοπωλεία, την παραμονή, αν δεν κάνω λάθος, των γενεθλίων του ποιητή (2 Νοεμβρίου) ό,τι και αν σημαίνει αυτό (ο Ελύτης υπήρξε πράγματι επιρρεπής στους οιωνούς, που κι εκείνοι δεν είναι παρά αναλογίες…)
     Τα θέματα; Είναι ήδη γνωστά, αλλά εντυπωσιάζει πάντα η επιμονή, το πάθος και το πείσμα στη συσσώρευση ενδείξεων γύρω από την ορθότητα των θεωρημάτων μιας ολότελα προσωπικής πίστης. Χαρακτηριστικό, απ’ αυτήν την άποψη, είναι το «Όνου Αίνος», ένα τυπικό παράδειγμα της έμμονης ιδέας ότι ο κόσμος ολόκληρος (μιλάμε πάντα για το φυσικό κόσμο) προσεύχεται, κυριολεκτικά, με όλες τις αποχρώσεις, με όλους τους ψιθύρους, με όλα τα φωσφορίζοντα νεύματά του, και δεν σου μένει παρά να τον ακούσεις, δημιουργώντας, μέσα σου, συνθήκες απόλυτης σιωπής.
    Στα κείμενα αυτά επανέρχονται, λίγο-πολύ, όλα τα γνωστά μοτίβα συμπυκνωμένα σ’ ένα τρόπον τινά αυτοσχεδιαστικό πολύπτυχο, που ανοιγοκλείνει γρήγορα μπροστά στα μάτια κάποιου ο οποίος ποτέ δεν ξέρει με σιγουριά αν ζει στ’ αλήθεια μια τόσο εκθαμβωτική  μοίρα ή αν την ονειρεύεται. Η διάθεση αυτή είναι ρευστή και ακυβέρνητη, όμως εκείνο που κυριαρχεί πάνω στις διακυμάνσεις του Λόγου από μια πρόζα συχνά «αφελή» μέχρι την πιο πυκνή ποίηση, είναι, και πάλι, πιστεύω, το νόημα εκείνο που αποκάλεσα στο παρελθόν συγχρονικότητα: υπάρχουν αρκετές αυθόρμητες, συγκινησιακές, σχεδόν βίαιες αναπτύξεις αυτής της ιδέας στο μικρό αυτό βιβλίο.
      Συγχρονικότητα, όχι πολύ μακριά απ’ τη σημασία που της έδινε ο Γιούνγκ, θα πει, εδώ, σε τούτη την κάπως «απόκρυφη» εκδοχή της, την εσωτερική ενότητα του κόσμου που αποκαλύπτεται στον μυημένο, στον ποιητή, στον ερωτευμένο, στο παιδί, κοντολογίς στο ον εκείνο το οποίο χειραφετείται προσωρινά απ’ το ορθολογικό σύστημα αντίληψης του κόσμου και ανοίγεται στο «θαύμα». Είναι οι σχέσεις μη αιτιώδους συνάφειας. Μ’ άλλα λόγια, πρόκειται και πάλι για τον ίλιγγο της «μαγικής» αναλογίας: κατά τον Ελύτη, όταν ο κόσμος απαρτιωθεί σ’ ένα τέλειο σχήμα χάρη στην πρόσληψη που του επιφυλάσσει η ασκημένη (δηλαδή, παραδόξως: η «αθώα») συνείδηση (είναι η στιγμή που ο ίδιος αποκαλεί «θαύμα»), τα πάντα αναλογούν προς τα πάντα, κάθε γραμμή, κάθε χρώμα, κάθε βλέμμα και κάθε σκίρτημα αποτελούν τα σημαίνοντα μιας γλώσσας της οποίας το υπέροχο κείμενο είναι ήδη γραμμένο μέσα στο δέκτη. Η ομορφιά που παράγεται απ’ αυτήν την ενορχηστρωμένη νοηματοδότηση προκαλεί ταυτοχρόνως πανδαιμόνια και άκρα σιγαλιά’ η τελειότητα είναι μια γλώσσα μεταφράσιμη: μεσημέρι καλοκαιριού σημαίνει ταυτόχρονα Δικαιοσύνη.
     Δεν έχω την αίσθηση ότι λέω κάτι καινούργιο με αφορμή τούτη τη μεταθανάτια έκδοση, νιώθω όμως ακλόνητη την πεποίθηση ότι οφείλουμε να υπογραμμίζουμε, σε κάθε ευκαιρία, την επικαιρότητα αυτού του οράματος, ήτοι της θέασης ενός κόσμου που λάμπει σαν μια πλημμύρα συμβόλων, ενός σύμπαντος του οποίου τρόπος ύπαρξης είναι, εν τέλει, η μεταφορά. Γιατί; Διότι ζούμε ακριβώς σ’ έναν ανάποδο κόσμο συνολικής πολτοποίησης, το βλέμμα μας έγινε επίπεδο, σημαίνον και σημαινόμενο ταυτίστηκαν: τίποτα δεν έχει πλέον «βάθος», αφού το «βάθος» δυσχεραίνει την αστραπιαία μετάδοση του μηνύματος: βλέπουμε μόνον την επιφάνεια. Ποιητές σαν τον Ελύτη κρατούν το κλειδί της εμβάθυνσης, του έρωτά μας για το Πραγματικό, γι’ αυτό το ριγηλό φάσμα ονειροπόλησης που παραμένει πίσω από τη δυστυχία του προφανούς.
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ, εφημερίδα Ελευθεροτυπία Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 1996.
--
Ο ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ NOVALIS
     ΕΡΕΥΝΟΥΜΕ ΠΑΝΤΟΥ για το αληθές και δεν βρίσκουμε παρά το υλικώς υπαρκτόν. Να εκφράζεσαι με γραμμές ή με ήχους δεν οδηγεί κατά κανόνα παρά σε μιάν αξιοθαύμαστη αφαίρεση. Για μένα, τέσσερα γράμματα σημαίνουν Θεός, μερικές γραμμές ένα εκατομμύριο πράγματα.
     Πώς το σύμπαν γίνεται μια ύλη εύπλαστη στα χέρια σου, και τι εκκωφαντική μοιάζει να είναι η λάμψη που ακτινοβολεί συμπυκνωμένη η δύναμη του πνεύματος.
Πού αλλού πουθενά δεν πραγματώνεται καλύτερα παρά στο φαινόμενο της γλώσσας.
     Μια διαταγή αρκεί για να κινητοποιήσει ολόκληρες στρατιές. Η λέξη «ελευθερία» συγκλονίζει τα έθνη. Η ομορφιά και η κοινωνική συνύπαρξη πραγματοποιούν μέσα στον κόσμο την Παγκόσμια Τάξη. Η φαντασία πλάθει έναν δικό της κόσμο, πού τοποθετείται άλλοτε πάνω κι άλλοτε κάτω από μας, ή και ανάμεσα σ’ έναν συνεχή κύκλο ψυχών.
     Ονειρευόμαστε διαπλανητικά ταξίδια. Αλλά ούτε το σύμπαν είναι κάποιο σημείο μέσα μας, ούτε ποτέ θα μάθουμε το βάθος του πνεύματός μας. Μέσα μας μόνον οδηγεί ο μυστηριώδης δρόμος, όπου ποτέ ουδαμού βρίσκεται η αιωνιότητα με τους δικούς της κόσμους, παρελθόν, και μέλλον. Σελίδες 56-57.
--              

Σημειώσεις:
Το μότο που παραθέτω πρίν την αντιγραφή των κριτικών δημοσιεύσεων για το βιβλίο του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, «2Χ7 ε», προέρχεται από τον Τρίτο τόμο των ΔΟΚΙΜΩΝ-Παραλειπόμενα (1932-1971), εκδόσεις «Ίκαρος» 1992, του επίσης νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη, στο σημείωμά του: (Τα «ζωγραφικά σχόλια» του Μόραλη), σ.175, γραμμένο το 1965.Η θέση του Γιώργου Σεφέρη για την ερμηνεία ενός έργου, νομίζω ότι εκφράζει μάλλον κάθε συνεπή αναγνώστη, ερμηνευτή ή σχολιαστή ενός έργου. Το καλλιτεχνικό δημιούργημα είναι ο καθρέφτης που πάνω του αντανακλάται ο εσωτερικός μας κόσμος.
     Σάββατο 2 Νοεμβρίου του 1996 κυκλοφόρησε το βιβλίο «2Χ7 ε» του Ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, οκτώ μήνες μετά την κοίμησή του. Μικρά ανέκδοτα πεζά του ποιητή που συμπληρώνουν για μία ακόμη φορά το πορτραίτο του έργου του αλλά και της προσωπικής του φιλοσοφίας. Το βιβλίο κυκλοφορήσει σε 7.000 αντίτυπα, μας πληροφορεί σε ρεπορτάζ της στην απογευματινή εφημερίδα «Τα Νέα» 24 Οκτωβρίου 1996, η Μικέλα Χαρτουλάρη. Πάλι συναντάμε μπροστά μας τον «μαγικό» αριθμό Επτά. Πεζά μικρά, βαθειάς εσωτερικής ψηλάφησης της φυσικής ομορφάδας του Κόσμου σε όλο της το μεγαλείο. Ποιητικής πνοής που εμφυσά μέσα μας-μέσω των λέξεων-τις ενέργειες του φυσικού φωτός, καθώς περιλούζει τα πάντα μέσα στην φύση. Λυρικοί πυρήνες αίσθησης που δεν χρειάζονται επιστημονικά στολίδια επιβεβαίωσης για να γίνουν κατανοητά σε εμάς τους αμύητους αναγνώστες. Αρκεί να έχεις τις αντένες της ευαισθησίας σου τεντωμένες, όχι κυρτωμένες από γνώσεις και επιστημονικά επιχειρήματα της φυσικής αλήθειας. Να θέλεις να νιώσεις αυτό το μυστήριο του φωτός που σε περιβάλλει και ενώ είναι τόσο οφθαλμοφανές μέσα στην ζωή μας παραμένει μυστήριο. Το φως, για τους αρχαίους Έλληνες, πριν περιβληθεί με την πνευματική του εσθήτα από τους φιλοσόφους, ήταν το μυστήριο που αλήθευε στις ζωές των ανθρώπων και των έμψυχων όντων αλλά και πάνω στο τοπίο. Ακόμα και ο θάνατος ήταν πλημμυρισμένος μέσα στο Φως. Τα Ομηρικά Έπη, μας δίνουν πάμπολλες εικόνες θανάτου ηρωικών προσώπων που, καθώς ξεψυχούν τα κορμιά τους λάμπουν μέσα σε ένα περίβλημα φυσικού φωτός. Είναι αυτό το Φως που συνεχίζεται με την πρόσκληση του ιερέα στα χριστιανικά μυστήρια, το «Δεύτε λάβετε Φως, εκ του ανεσπέρου φωτός…», για να βρει την δοξαστική του κατάθεση μαρτυρίας μέσα στο έργο του «Ηλιοπότη» ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. «Άξιον Εστί το Φως». Μια διαχρονική ελληνική παράδοση αιώνων βιωμένης εμπειρίας ανθρώπων και τοπίου. Η αλήθεια στην ελληνική αισθητική ταυτίζεται με το φως. Αληθεύει της ζωής των ανθρώπων. Οι μορφικές δομές των ποιημάτων του Οδυσσέα Ελύτη, αν εξαιρέσουμε, μία δύο τελευταίες του, λίγο πριν ταξιδέψει προς την «άλλη» φύση, είναι ένας τελετουργικός σχεδιασμός της αποκάλυψης της ουσίας και των ενεργειών του Φυσικού Φωτός. Έτσι όπως ο Β. Αμαντέους Μότσαρτ μας παρουσιάζει με το οικοδόμημα της μουσικής του μεγαλοφυΐας στο έργο του «Ο Μαγεμένος Αυλός».
Τα κείμενα του «2Χ7 ε» είναι σύντομα, σχεδόν ελλειπτικά, πεζά που ολοκληρώνονται μέσα στην συγκεκριμένη αφαιρετικότητά τους, μέσα στην λυρική της γλωσσική καθαρότητα. Είναι πεζά, που δεν οφείλουν να γίνουν δοκιμιακή πραγματεία περί φωτός. Είναι διάφορα κείμενα, όχι και τόσο απρόοπτες φευγαλέες εντυπώσεις του ποιητή, πού, μας εξομολογούνται τις αισθήσεις του βίου της ζωής του και πως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα στο ελληνικό ηλιόλουστο τοπίο. Πως έγιναν στάση ζωής του ποιητή, δηλαδή στο πως μυήθηκε να βλέπει στην ζωή του τον Κόσμο. Αυτοβιογραφικές στιγμές αίσθησης, παιδικού βλέμματος που αντικρίζει για πρώτη φορά το θαύμα της ζωής, και μαθαίνει να παίζει με τον ηλιόλουστο χρόνο του τοπίου της καταγωγής του. Όλες μαζί οι αισθήσεις του ποιητή δουλεύουν παράλληλα και σε συνεργασία στην περιπλάνησή του μέσα στις μυστικές αλλά φωτεινές όψεις της ελληνικής γης. Εμπειρίες αισθήσεων ενός ποιητή που παίρνουν διάσταση φυσικής παγκοσμιότητας. Που δίνουν «τροφή» στην γλώσσα του, να αναπαραγάγει την πρώτη αίσθηση του χρόνου, την πρώτη αφή του έρωτα, την πρώτη ψηλάφηση του κόσμου, το θαύμα της ζωής μέσα στο φως. Ο ποιητής αφουγκράζεται τους χιλιάδες ψιθύρους της έμψυχης φύσης, αυτής της φύσης υφαντουργού και κομμώτριας των μυριάδων φανερών και κρυφών μυστικών της. Που όσο ξοδεύεται τόσο ανατροφοδοτείται εσαεί. Μας δίνει εικόνες ενός Κόσμου πλημμυρισμένου μέσα στο φυσικό και πνευματικό-μυστικό φως. Όπως και η ποίησή του. «Πάν το κατ’ ενέργειαν προς εαυτό επιστρεπτικόν και κατ’ ουσίαν επέστραπται προς εαυτό». Γράφει Πρόκλος, που σημαίνει «Κάθε τι που επιστρέφει στον εαυτόν του από την άποψη της ενέργειας, έχει επιστρέψει προς τον εαυτόν του και από την άποψη της ουσίας». Και ο φυσικός κόσμος όπως καθρεπτίζεται μέσα στο ποιητικό σύμπαν του Οδυσσέα Ελύτη, επιστρέφει στην αρχαϊκή πρώτη του Ομορφιά και Καθαρότητα. Σε αυτό το θάμβος που πολλές φορές μόνο η σιωπή μπορεί να ερμηνεύσει. Και ίσως, ούτε και αυτή. Μόνον οι αισθήσεις ενεργοποιούν τις διεργασίες του φυσικού φωτός στον κύκλο τους πριν επιστρέψουν και πάλι στην πρώτη παρθενική τους ουσία. Μιά πυκνότητα ποιητικού λόγου αναγνωρίζουμε θαμπωμένοι στα μικρά αυτά πεζά, καθώς και μια λυρική σχάση που αναβρύζει μυριόπνοες αισθήσεις από όλα σχεδόν τα μέρη της ελληνικής γης.  Πίδακες ομορφιάς μιας ελληνικότητας που βίωσε ο ποιητής από τα παιδικά του χρόνια και υπηρέτησε μέχρι το τέλος του επίγειου βίου του.
     Στο ποιητικό σύμπαν του Οδυσσέα Ελύτη, όπως και στα μικρά αυτά πεζά του, οι λέξεις που χρησιμοποιεί για να μας μεταδώσει το προσωπικό του θαύμα, για να μας το κοινωνήσει δωρεάν λειτουργούν όλες και η κάθε μία ξεχωριστά οργανικά μέσα στο κείμενο και μεταξύ τους. Έχουν μία οργανική συνάφεια που αναγνωρίζεις ότι δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, ακόμα και αυτές που δεν αναγνωρίζει το μικρό μας καθημερινό λεξιλόγιο είναι απαραίτητες για να αποδώσουν το θαύμα της ζωής και της φύσης που βλέπει και αισθάνεται ο ποιητής. Κάθε λέξη που δεν εκφράζει αυτόν τον σκοπό εξοβελίζεται από το γλωσσικό του σύμπαν. Οι λέξεις του αληθεύουν των εμπειριών του είτε αυτές έχουν να κάνουν με προσωπικές ερωτικές στιγμές του ποιητή, είτε μας μιλούν για αισθήσεις και ψηλαφήσεις του φύλου της γυναίκας, είτε για ελληνικά τοπία. Ο υπερρεαλιστικός οίστρος του που διαφαίνεται σε στιγμές της γραφής του δεν εμποδίζουν ούτε ξεστρατίζουν του αρχικού του οράματος αναφοράς. Οι μηχανισμοί της υπερρεαλιστικής τεχνικής, αντίθετα, τον βοηθά να αναδείξει αυτό που οι παραδοσιακές τεχνικές της ποίησης ίσως τον εμποδίζουν. Τον βοηθούν οι εικόνες του να αποκτήσουν μια μουσικότητα ανεπανάληπτη. Ο ποιητικός ρυθμός του συνταιριάζει αλαβάστρινες λέξεις με απλές της καθημερινής ζωής. Αυτό το μεγάλο γλωσσικό υφαντό του Ελύτη είναι που δωρίζει και σε εμάς την δυνατότητα να ανακαλύψουμε ξανά την «αναλλοίωτη» ελληνική ποιητική πραγματικότητα της Ελλάδας.
«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική» γράφει ο Ελύτης, κάτι που μας επιτρέπει να συμπληρώσουμε την πατρίδα μου επέλεξα ελληνική. Κάθε αίσθηση του Ελύτη όπως και κάθε λέξη του αποτελούν το συμπαγές υλικό του ποιητικού του οικοδομήματος. Ο Ελύτης ανακαλύπτοντας τον φυσικό κόσμο και τις λειτουργίες του ανακαλύπτει ταυτόχρονα και την ομορφάδα και αθωότητα του ελληνικού τοπίου και αντίστροφα. Μύθος και Ιστορία βαδίζουν μαζί και μας δίνουν το ποιητικό θαύμα του Οδυσσέα Ελύτη. Η ποιητική αποθέωση του ελληνικού φωτόλουστου τοπίου δεν ανακαλεί στην μνήμη τις φωτεινές κορυφογραμμές του Περικλή Γιαννόπουλου αλλά το μυστικό φως του αναγεννημένου γένους των ελλήνων του Διονυσίου Σολωμού. Η Ελλάδα, μέσα στο έργο των δύο ποιητών δεν αντιπροσωπεύει παρά την πανάρχαια μυστική δύναμη του αγαθού και της ομορφιάς. Μιας ρωμιοσύνης που δεν έπαψε να αναγεννάται από την τέφρα της. Είναι αυτό «το πέταγμα» («Νάτη πετιέται απ’ την αρχή…»  που μας μιλά και ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος.
     Συμπληρωματικά, ας μου επιτραπεί να αναφέρω ορισμένους χρήσιμους τίτλους βιβλίων που βοηθούν τον αναγνώστη στην επιθυμία του να ξεκλειδώσει τα «άρρητα ρήματα» της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη.
Η φιλόλογος και συγγραφέας Ανθούλα Δανιήλ, μας έχει δώσει εξαιρετικές ερμηνείες πάνω στο έργο του Ελύτη. Ξεχωρίζει το μελέτημά της: «ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΜΙΑ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΠΟΡΕΙΑ» Από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου στους Προσανατολισμούς, εκδόσεις Επικαιρότητα-Αθήνα 1986
Χρήσιμο είναι και το μελέτημα της Έλενας Κουτριανού, «ΜΕ ΑΞΟΝΑ ΤΟ ΦΩΣ» Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΑΙ Η ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ. Εκδόσεις Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη-Αθήνα 2002.
Για την σχέση του Οδυσσέα Ελύτη, τις επιρροές και επιδράσεις της ποίησής του από το έργο και τις θεωρίες του Κάρλ Γιούνγκ, δηλαδή την εξερεύνηση του συλλογικού ασυνείδητου, των αρχετύπων, των πρωτόγονων εκείνων παγκόσμιων πολιτιστικών στοιχείων, όπως ανιχνεύονται μέσα στο έργο του ποιητή, και διερευνά η «ανθρωπολογική φιλολογία» χρήσιμο είναι το μελέτημα της Χριστιάνας Νικοκάβουρα, «ΕΛΥΤΗΣ και Γιουνγκ»: ένας διάλογος. Δοκίμιο-μελέτη. Μια ερμηνεία της ποίησης του Ελύτη με εργαλείο τη σκέψη του Γιούνγκ. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα-Αθήνα 2000.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 5 Ιανουαρίου 2019
Αύριο τα φώτα και οι φωτισμοί και οι χαρές μεγάλες και οι αγιασμοί…
ΥΓ. Οι Γλυκύτατοι-παιχνιδιάρηδες Καλικάντζαροι φεύγουν, οι εκλογές έρχονται.
Μήπως θα πρέπει να πάμε και εμείς μαζί τους; Να γλυτώσουμε την ανιαρή σκανδαλολογία, και το άγος της συμφωνίας;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου