Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Θεόδωρος Ν. Συναδινός Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ


Θ. Ν. ΣΥΝΑΔΙΝΟΣ
                    Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ
 Μνήμη τραγωδού Ασπασίας Παπαθανασίου

       Ηθοποιοί υπάρχουν πολλοί, όμως λίγοι είναι οι εκλεκτοί. Κι’ οι μελετητές του θεάτρου δεν μπορούν να ενδιαφέρονται παρά μονάχα για τους εκλεκτούς ηθοποιούς, μια και στην τέχνη και στην ψυχικήν ομορφιά τους είναι εμπιστευμένη η πρόδος του θεάτρου. Γιατί ο ηθοποιός δεν είναι ένας απλός εργάτης, ούτ’ ένας οποιοσδήποτε επαγγελματίας. Όπως ο άγνωστος ποιητής του δημοτικού τραγουδιού, είναι η φωνή κι’ οι πόθοι, κι’ οι παλμοί, και τα ψυχικά φτερουγίσματα κι’ ο πνευματικές ανατάσεις ενός ολόκληρου λαού, που για λογαριασμό του κι’ επιταγή του μιλάει, έτσι κι’ ο άξιος καλλιτέχνης του θεάτρου είναι η φωνή, κι’ οι πόθοι κι’ οι παλμοί και τα ψυχικά φτερουγίσματα κι’ οι πνευματικές ανατάσεις ενός ολόκληρου λαού, που για λογαριασμό του κι’ επιταγή του δημιουργεί.
     Γιατί ο ηθοποιός πρώτα απ’ όλα είναι δημιουργός. Δημιουργός που για να δώσει μορφή κι’ υπόσταση στο έργο του, πρέπει διαρκώς ν’ αγωνίζεται, να προσπαθή, να ξενυχτάη, να μελετάη, να καταναλίσκει τις ψυχικές του δυνάμεις, τ’ ατέλειωτα νιάτα του, τον ακατάλυτο ενθουσιασμό του. Μιά εργασία χωρίς ανάπαψη, χωρίς διακοπές χειμώνα, καλοκαίρι, γιορτές και καθημερινές, πρωϊ και βράδυ, εργασία εντατική, εξαντλητική, αλλά κι’ ωραία κι’ ικανοποιητική, να τι είναι το θέατρο. Κάθε μέρα και μιά καινούργια εξόρμηση, και μιά νέα μάχη, και μιά νέα νίκη.
     Είν’ ωραίο, αλλά και φοβερό το επάγγελμα του ηθοποιού. Και δεν μπορούσε παρά έτσι να είναι, αφού η ηθοποιϊα είναι η συνισταμένη όλων των τεχνών. Δεν είναι αλήθεια πως η αρχαία τραγωδία συνεδίαζε, σε μιάν αξιοθαύμαστην αρμονία το λόγο με την όρχηση και τη μουσική μόνο. Όλες οι τέχνες πρέπει να συνεργαστούν για ν’ αναδειχτή το περιεχόμενο ενός αρχαίου ή σύγχρονου ποιητικού έργου. Ένας ηθοποιός, για να είναι άξιος της μεγάλης αποστολής του πρέπει να διαθέτη την έμπνευση και το χάρισμα του λόγου του ποιητή, τις εξαιρετικές ικανότητες του γλύπτη, τους μελωδικούς κόσμους του άξιου μουσικού, την αίσθηση της ωραίας γραμμής και της αρμονικής κίνησης του εμπνευσμένου ζωγράφου’ γιατί μιά μελετημένη χειρονομία, μιά κίνηση, μιά εκφραστική στάση, ένας πετυχημένος τονισμός μιάς φράσης, είναι κι’ ένα αριστουργηματικό μικρό έργο τέχνης. Όμως περισσότερο απ’ όλα ο ηθοποιός πρέπει να γεννήθηκε, φέρνοντας την πνοή της δημιουργίας μέσα του. Γιατί ηθοποιός πρώτα απ’ όλα-το ξαναείπαμε αυτό-θα ειπεί ο δημιουργός. Και τί δημιουργός; Όχι αψύχων αντικειμένων, αλλά προσώπων υπαρκτών, πού οφείλουν να κινούνται, να ενεργούν και να εξωτερικεύουν τις σκέψεις, τους πόθους, τις χαρές, τις λύπες και τις τρικυμίες της ψυχής του ήρωα που υποδύονται με τέχνη, που όχι να μοιάζει με την αλήθεια., αλλά να είναι αυτή η ίδια η αλήθεια.
     Αν ο ικανός μεταμορφωτής προσώπων είναι άξιος θαυμασμού, ο άξιος μεταμορφωτής ψυχών και χαρακτήρων, όπως είναι ο ηθοποιός, είναι μια ανώτερη δύναμη, που αγγίζει τα όρια της αληθινής δημιουργίας. Ένας γήϊνος πλάστης ανθρώπινων χαρακτήρων ο ηθοποιός, καλείται, σήμερα το βράδυ να ζήση ολόκληρες ώρες την αφροντισιά του σπάταλου και πλούσιου ανθρώπου κι’ αύριο να ζητάη μια λίτρα κρέας ενσαρκώνοντας τους εκδικητικούς πόθους του Σάϋλοκ. Την μιάν ημέρα να πλέει μέσα στη χαρά και τους απέραντους ωκεανούς της ευτυχίας και την άλλη να κολυμπάει στα μαύρα τέλματα της δυστυχίας. Τη μία, να υπηρετεί τη δικαιοσύνη και την άλλη, ν’ απασχολεί την ίδια δικαιοσύνη με τις έκνομες πράξεις του. Ο άνθρωπος με τις πολλές ζωές και τις πολλές ψυχές. Ο άνθρωπος, που ποτέ του δεν μπορεί να ειπή το «έφτασα», γιατί η τέχνη είναι ατέλειωτη κι’ όσο πλησιάζουμε προς αυτήν, τόσο αυτή απομακρύνεται από κοντά μας.
      Να η πολυκύμαντη και πολυπρόσωπη ζωή του ηθοποιού. Μιά διαρκής εξόρμηση που την εμπνέει η πίστη κι’ ο ενθουσιασμός, ένας ατέλειωτος αγώνας με τα μάτια καρφωμένα πάντα προς τα εμπρός και προς τα ψηλά. Ένας ημιθεϊκός αγώνας, πού αντικειμενικό του σκοπό έχει το πλησίασμα προς το ωραίο και τον πολλαπλασιασμό του ωραίου. Ένας περίφημος Γάλλος κληρικός είπε: Πολλαπλασιάζοντας το ωραίο χαρίζοντας στον κόσμο των ταπεινών ην αίσθηση του καλού, προσφέρουμε σ’ αυτόν την μεγαλύτερη φιλανθρωπία. Να, λοιπόν, η μεγάλη αποστολή του άξιου ηθοποιού. Αφού κάνει το ωραίο χτήμα δικό του, να το χαρίζει και στον πολύ κόσμο, που διαισθάνεται το ωραίο, το λαχταράει, το αναζητάει, όμως παράλληλα δεν διαθέτει αφ’ εαυτού και τα μέσα να το φτάσει.
     Πόσες φορές παρακολουθώντας το δημιουργικό παίξιμο των άξιων ηθοποιών, που ευλογηθήκανε με τη θεϊκή δύναμη να υπηρετούν τίμια κι αφοσιωμένα το «ωραίο», και να το σκορπάνε σπάταλα επί δικαίους και αδίκους, δεν αισθανθήκαμε την ψυχή μας να πλημμυρίζει από ανυπόκριτην ευτυχία. Ο αληθινός ηθοποιός είναι κι’ ένας παράγων πολιτισμού κι ένας ήρωας. Ήρωας προνομιούχος, μια και το πέρασμα του χρόνου δεν αφήνει σ’ αυτόν καμιά σχεδόν φθορά. Γιατί η ψυχή που συγκινείται με το ωραίο και υπηρετεί το ωραίο, δεν γερνάει. Του άξιου καλλιτέχνη η ψυχή είναι, για να μεταχειριστώ τα λόγια του Ταίν, διαρκώς είκοσι χρονών, δοσμένη σε γιορτές και πανηγύρια. Τα χρόνια, που περνάνε από τη ράχη του καλλιτέχνη, δεν είναι χρόνια φθοράς, αλλά χρόνια ψαξίματος, έρευνας, μελέτης, πείρας, χαράς, κεφιού, πάλης, τραγουδιού, συγκινήσεων, απογοητεύσεων, κρυφοκουβέντες με το Θεό.
     Ανέκαθεν, αλλά σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η αποστολή του θεάτρου, επομένως και του ηθοποιού, είναι πολύ μεγάλη. Αν λέγαμε πώς τη στιγμήν αυτή η όλη σχεδόν διαπαιδαγώγηση και ψυχαγωγία του κοινού, έχει περιοριστή σχεδόν απόλυτα στο θέατρο, δεν θα υπερβάλαμε την πραγματικότητα. Κι όταν λέμε θέατρο-το είπαμε αυτό-εννοούμε εκτός από το κοινό τους ηθοποιούς και τους συγγραφείς. Και για μεν τους τελευταίους θα ασχοληθούμε μιάν άλλη φορά.
Το θέμα του σημερινού μου σημειώματος είναι ο ηθοποιός, πού  γι’ αυτούς ένας ξένος συνάδελφός τους, που έτυχε να είναι η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του νεότερου κόσμου, και που λέγεται Σαίξπηρ, έβαλε στο στόμα του Αμλέτου του τον γνωστό συντριπτικόν αφορισμό. «Κάλλιο νάχης κακόν επιτύμβιο σαν πεθάνεις, παρά να πέσεις σε στόμα ηθοποιού όσο ζεις». Σε τέτοιον ανθρώπων, λοιπόν, τα χέρια θα διερωτηθείτε μ’ όλο σας το δίκιο, είναι σήμερα εμπιστευμένη η διαπαιδαγώγησή μας και η ψυχαγωγία μας; Ο ηθοποιός δεν είναι κακός σαν χαρακτήρας. Μπορεί να φέρνει κι αυτός μέσα του τα ελαττώματα, που φέρνει κάθε άνθρωπος, όμως δεν μοιάζει και μ’ όλους τους άλλους ανθρώπους. Ξεχωρίζει ανάμεσα σ’ αυτούς, αφού όλοι εμείς οι άλλοι έχουμε μια ζωή και μια ψυχή, υπηρετούμε ένα και μόνο ιδανικό, επαγγελλόμαστε μιά και την αυτή δουλειά σ’ όλη τη ζωή μας, οι ανησυχίες μας κατευθύνονται πάντα προς την πραγμάτωση καθορισμένων πόθων κι’ ονείρων. Αντίθετα ο ηθοποιός, όπως είπαμε, και πρίν από λίγο είναι ο άνθρωπος με τις πολλές ζωές και τις πολλές ψυχές. Μιά παροιμία λέει: όποιος σμίξει με στραβό το πρωί θ’ αλληθωρίζει. Η λαϊκή θυμοσοφία κηρύσσει μ’ αυτό την επίδραση πού ασκεί στην ψυχή κάθε ανθρώπου, το περιβάλλον; Και το περιβάλλον δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι κάτι που υπάρχει το φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι, όπως και το ζούμε εμείς οι ίδιοι. Όλος ο κόσμος έχει το δικαίωμα να εκλέξει τους φίλους του. Και οι φίλοι αποτελούν μια μικρή κοινωνία ανθρώπων. Ο ηθοποιός δεν έχει κανένα τέτοιο δικαίωμα. Τη δική του μικρή κοινωνία δεν την αποτελούν οι φίλοι της δικής του εκλογής, αλλά οι ήρωες των έργων που κάθε βράδυ ζωντανεύει απάνω στη σκηνή. Κι’ επειδή οι ήρωες αυτοί είναι δημιουργήματα της φαντασίας του ποιητή πού για να πάρουν υπόσταση πρέπει να τους ζήση και να τους κινήση ο ηθοποιός, μοιραία αυτός δοκιμάζει την επίδραση όλων αυτών των φαντασμάτων ηρώων, που για να ζήσουν πρέπει να τους ζήση πρώτα αυτός, μπαίνοντας στο πετσί τους και στην ψυχή τους. Έτσι, ο χαρακτήρας του ηθοποιού είναι ένα είδος πικάντικου και γευστικότατου κοκτέιλ, που συστατικό του είναι εκατοντάδες άλλων χαρακτήρων. Κι’ όταν εμείς, πού ζούμε την μονόγραμμη ζωή που χαράξαμε δεν παραλείπουμε περίσταση χωρίς ν’ αφήσουμε τα ελαττώματά μας να εκδηλωθούν υπό τύπον κατηγόριας, πειράγματος και κακίας για τον συνάνθρωπό μας, πού πολλές φορές είναι και φίλος μας, τί πρέπει τότε να κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που συνισταμένη τους είναι η ηθοποιϊα; Από ένα πείραγμα να ειπεί ο καθένας απ’ αυτούς από μιά έξυπνη κακία να ξεστομίσει, θα βρεθούμε μπροστά σ’ έναν αληθινό καταρράχτη από κακογλωσσιές, δικαιώνοντας απόλυτα το μεγάλο ποιητή για τον αφορισμό του ενάντια στον ηθοποιό.
      Όμως δεν πρέπει να μας παρασύρουν οι εξωτερικές εκδηλώσεις. Γιατί η κακογλωσσιά για τον ηθοποιό είναι εντελώς εξωτερική. Δεν πιστεύει πολλές φορές σ’ αυτό που λέει. Έπειτα δεν πρέπει να ξεχνούμε πώς και η κακία όταν σερβίρεται έξυπνα, είναι ένα μικρό έργο τέχνης. Για να σερβιριστεί όμως και μιά κακία έξυπνα πρέπει να προέρχεται από έξυπνον άνθρωπο. Και δημιουργός και τροφοδότης της εξυπνάδας είναι η μόρφωση. Να, λοιπόν, που φτάσαμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε. Πώς ο ηθοποιός δεν αρκεί μονάχα να είναι προικισμένος από τη φύση με ταλέντο, πρέπει παράλληλα να είναι και μορφωμένος. Να ακόμη γιατί μονάχα οι άξιοι ηθοποιοί πρέπει να μας ενδιαφέρουν.
Θ. Ν. ΣΥΝΑΔΙΝΟΣ, περιοδικό Φιλολογική Πρωτοχρονιά χρόνος 6ος,/1949, σ. 111-113.
ΕΛΑΧΙΣΤΑ
         «Κάποιος σοφός της Ανατολής ζητούσε πάντοτε από τη θεότητα, στις προσευχές του, να μην τον αφήσει να ζήσει ποτέ σε ενδιαφέρουσα εποχή. Η εποχή μας είναι άκρως ενδιαφέρουσα, είναι δηλαδή τραγική. Έχουμε όμως στην εποχή μας το θέατρο εκείνο που θα μας καθάρει από τις συμφορές μας; Ή τουλάχιστον, ελπίζουμε να το αποκτήσουμε. Με άλλα λόγια, είναι δυνατή μία σύγχρονη τραγωδία…..».
      Αυτό το καίριο ερώτημα έθεσε ο γάλλος συγγραφέας Albert Camus κατά την επίσκεψή του στην χώρα μας, στην ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών. Ή ομιλία του είχε σαν θέμα «Το μέλλον της τραγωδίας», μετάφραση κειμένου Μπάμπης Λυκούδης, από τον τόμο Albert Camus, “Theatre, Resu, Noucelles”, ed. Pleiade. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΕΠΟΠΤΕΙΑ» έτος ένατον, τεύχος 88/3,1984, σ. 211-216. 
Το ερώτημα αυτό ήρθε αμέσως στην σκέψη μου καθώς πληροφορήθηκα και εγώ όπως και όλοι οι έλληνες την απώλεια της μεγάλης μας τραγωδού Ασπασίας Παπαθανασίου (Άμφισσα Βοιωτίας 20/10/1918- Αθήνα 8/6/2020.
     Έφυγε πλήρης ημερών η τελευταία μεγάλη μας τραγωδός της γενιάς και της εποχής της. Ελένη Παπαδάκη, Κατίνα Παξινού, Άννα Συνοδινού, Μαίρη Αρώνη, Μάγια Λυμπεροπούλου, Ασπασία Παπαθανασίου. Μια σειρά τραγωδών ελληνίδων, που σημάδεψαν την εποχή τους με τις ερμηνείες τους, χάραξαν τα ίχνη τους στον χώρο της αρχαίας τραγωδίας και έδωσαν νέα πνοή στην αναβίωση και ερμηνεία του αρχαίου δράματος. Σίγουρα, υπήρξαν και υπάρχουν και άλλες ελληνίδες ερμηνεύτριες,-τραγωδοί. Όπως η Αντιγόνη Βαλάκου, η Λυδία Κονιόρδου, η Ελένη Χατζηαργύρη, η Ειρήνη Παππά (στον κινηματογράφο. Στις γνωστές ταινίες του Μιχάλη Κακογιάννη.), η Μελίνα Μερκούρη που ερμήνευσαν στην διάρκεια της καριέρας τους αρχαία τραγωδία. Αλλά η πρώτη εξάδα των ελληνίδων τραγωδών-από τις προηγούμενες γενιές- είναι μάλλον, αυτή που προσέδωσε στον αρχαίο λόγο την σύγχρονη πνοή του και συνέβαλε στην παγκόσμια ακτινοβολία του. Μετά το δημιουργικό όραμα του ζεύγους Σικελιανού, του Άγγελου και της Εύας Πάλμερ Σικελιανού που αναβίωσαν και παράστησαν τον αρχαίο λόγο, έθεσαν τα σύγχρονα θεμέλιά του στον 20ο αιώνα, ο σπόρος είχε πλέον φυτρώσει και άρχιζε να αποδίδει καρπούς στην χώρα μας. Η πρώτη σπαργανώδει «ημιτελή πτήση» των Σικελιανών, άρχισε σταθερά και ουσιαστικά να ανυψώνεται και να πετάει πάνω από τον θεατρικό ελληνικό ορίζοντα. Η συνέχεια της αναβίωσης του αρχαίου δράματος δεν μπορούσε παρά να έχει αίσια εξέλιξη και συνέχεια. Και αυτό μας αποκάλυψε η συνέχεια της ιστορίας του στην ελληνική πολιτιστική επικράτεια.
       Από τις ιέρειες-ερμηνεύτριες-της αρχαίας τραγωδίας, η γενιά μου ηλικιακά (του 1980) πρόλαβε μόνο να απολαύσει την Άννα Συνοδινού, την Μαίρη Αρώνη, την Μάγια Λυμπεροπούλου. Για να μείνω στην πρώτη εξάδα από την χορεία των παλαιότερων του 20ου αιώνα Εστιάδων της Αρχαίας Θυμέλης. Το επιτελείο του Εθνικού Θεάτρου, το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου, και ορισμένες άλλες ενδιαφέρουσες θεατρικές ομάδες, (όπως του Γιώργου Μιχαηλίδη) μας τροφοδότησαν με τα νάματα του αρχαίου λόγου στα μετά την μεταπολίτευση χρόνια. 
Δεν θυμάμαι αν έχω δει ερμηνεία της Ασπασίας Παπαθανασίου, μάλλον όχι. Όμως, σαν πειραιώτης θεατρόφιλος, γνώριζα την παρουσία της, την θεατρική της δράση, το όνομά της, από τις αφηγήσεις και την ιστορία του Πειραϊκού Θεάτρου, του σκηνοθέτη και δασκάλου πειραιώτη Δημήτρη Ροντήρη. Μιας εμπνευσμένης θεατρικής ομάδας νέων ηθοποιών και άλλων συντελεστών της θεατρικής τέχνης. Σε αυτήν την πρώτη μαγιά αν δεν λαθεύω, ανήκαν η ηθοποιός Κάρμεν Ρουγγέρη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο φιλόλογος και θεατρικός κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος, και μια σειρά άλλων σημαντικών στελεχών του Πειραϊκού Θεάτρου, που διέδωσαν με τις ερμηνείες τους τον αρχαίο λόγο, δίδαξαν με το ερμηνευτικό τους ήθος και την εκφορά τους την αρχαία τραγωδία τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό τον προηγούμενο αιώνα. Οι έφηβοι όμως της μεταπολίτευσης, γνωρίζαμε την τραγωδό Ασπασία Παπαθανασίου από τις παρεμβάσεις της στα θεατρικά πράγματα αλλά και στα πολιτικά.
     Η Ασπασία Παπαθανασίου υπήρξε ένας πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης, μια ηθοποιός η οποία από νωρίς εντάχθηκε στο ΕΑΜ και υπηρέτησε από το δικό της θεατρικό και της ζωής της μετερίζι την κομμουνιστική ιδεολογία, την ασπάσθηκε και την ακολούθησε.Το βιβλίο της «ΣΕΛΙΔΕΣ ΜΝΗΜΗΣ» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 1996, μας φωτίζει το ποιόν και  το ήθος της τραγωδού, την σταθερή της αγωνιστική πορεία, τις προσωπικές του χαρακτήρα της ιδιαίτερες πυκνώσεις και συμπεριφορές, μιας πραγματικά ελληνικής τραγικής εποχής. Οι προσωπικές της αυτές εξομολογήσεις, που στην ουσία τους, είναι ένας μακρύς εξομολογητικός μονόλογος προς τον σύντροφο και σύζυγό της Κώστα Μαυρομμάτη, (παντρεύτηκαν στις 4/11/1944 και έζησαν μαζί μέχρι7/6/1993 που ο σύντροφός της πέθανε). Οι αναμνήσεις αυτές που είναι ένας εσωτερικός λυγμός αγάπης και τρυφερότητας, αίσθηση ερημιάς και εσωτερικής συντροφικής εξορίας,-από τον χαμό του συντρόφου της, παρά του ότι είναι άτακτα και σκόρπια μάλλον διατυπωμένες, δεν παύουν να μας φανερώνουν τον χαρακτήρα και τον κόσμο της πολιτικοποιημένης ελληνίδας, της τραγωδού Ασπασίας Παπαθανασίου. Συνάμα και τον τρόπο που διάβαζε και ερμήνευε και διαχειρίζονταν τα θεατρικά πράγματα της εποχής της ενταγμένη στο κομμουνιστικό κόμμα και στους Ελεύθερους Καλλιτέχνες. Τα λόγια της έχουν αυθεντικότητα, είναι αυθόρμητα, απρογραμμάτιστα, κάπως «χύδην», συνοπτικά πληροφοριακά μα πηγαία. Είναι μάλλον περισσότερο καθημερινές εντυπώσεις από τον περιβάλλοντα πολιτικό και κυρίως θεατρικό χώρο συμφιλιωμένες ή όχι με την δική της στάση και συμπεριφορά. Είναι μια καθαρή γυναικεία ματιά, μάλιστα πολιτικοποιημένη ματιά και ας μην φοβόμαστε μα το εκφράσουμε "κομματικοποιημένη" ματιά και ερμηνεία της κοινωνίας και της θεατρικής τέχνης. Η σκέψη της δεν διαθέτει ένταση, πολιτικό πάθος, ανάλυση των γεγονότων. Η τραγωδός παραθέτει στοιχεία και πληροφορίες με έναν κάπως στεγνό τρόπο, συνοπτικά, σαν σύντομες σημειώσεις, παρόλα αυτά όμως,τα λεγόμενά της, οι εξομολογήσεις της μας είναι χρήσιμες, διαθέτουν την δική της προσωπική βιωματική αλήθεια, απαραίτητη στους μεταγενέστερους που ούτε βίωσαν ούτε έζησαν τα τραγικά αυτά ιστορικά και πολιτικά γεγονότα. Μια τραγική εποχή και περίοδος της χώρας μας που σημάδεψε αμετάκλητα και καθοριστικά, βασανιστικά, αρκετές γενιές ελλήνων και ελληνίδων και προσδιόρισε το βλέμμα και τις ερμηνείες τους. Η επτάχρονη δικτατορία την βρήκε στο εξωτερικό. Η ίδια δεν θέλησε να επιστρέψει στην πατρίδα της. Διέμεινε στο εξωτερικό μέχρι την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Επανήλθε μετά το 1974 και έμεινε δραστήρια μέχρι τας δυσμάς του βίου της. Με παρεμβάσεις της πάνω στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της χώρας μας, ιδιαίτερα, σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με ανάγνωση και ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας, το σύγχρονο ανέβασμά της, την παράστασή της. Η ίδια, έχαιρε μεγάλου σεβασμού σαν ερμηνεύτρια του αρχαίου λόγου. Οι δύο της μελέτες που έχω ακόμα υπόψη μου, "ΕΥΡΙΠΙΔΗ-ΜΗΔΕΙΑ" ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ", εκδόσεις University Studio Press 2010, και η ογκώδης μελέτη της "ΑΡΧΑΙΕΣ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ" ΑΙΣΧΥΛΟΣ- ΣΟΦΟΚΛΗΣ-ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, εκδ. Λειμών 2019, μας αποδεικνύουν περίτρανα ότι η Ασπασία Παπαθανασίου δεν αποτελεί μόνο ένα αναπόσπαστο μέρος, ένας σημαντικός κρίκος της ιστορίας της αναβίωσης του αρχαίου δράματος αλλά και μια καρποφόρα ηθοποιός, ερμηνεύτριά του.                                  Η Ασπασία Παπαθανασίου, ίσως η τελευταία ελληνίδα τραγωδός, από την παλαιά φρουρά του αρχαίου δράματος, (μια άλλη αξιόλογη είναι η Δέσποινα Μπεμπεδέλη), ευτύχησε να μην αμφισβητηθεί η τέχνη της, η τεχνική της, το παίξιμό της, οι ερμηνείες της, τα λεγόμενα και οι απόψεις της για την αρχαία τραγωδία. Η ερμηνευτική της «γοητεία» υπήρξε διαρκής. Χαρακτηριστική μιας θέσης και άποψης ανεβάσματος και ερμηνείας του αρχαίου λόγου. Σίγουρα, η επιρροή του πειραιώτη Δημήτρη Ροντήρη υπήρξε καταλυτική. Ο δάσκαλος αυτός του θεατρικού λόγου πρέπει να διαμόρφωνε όχι μόνο θεατρικές συνειδήσεις αλλά και χαρακτήρες ηθοποιών, ερμηνευτών, ερμηνειών, απόδοσης του αρχαίου λόγου. Δημιουργούσε όπως φαίνεται, ένα πλέγμα θεατρικής αλληλεγγύης στην δική του θεατρική ομάδα, που οικοδομούσε κάθε φορά όχι χωρίς κόπο, έξοδα και πολλές θεατρικές και τεχνικές, μα και πολιτικές αντιξοότητες. Αν κρίνουμε από την δημόσια αρνητική συμπεριφορά που κράτησε απέναντί του, και στο Πειραϊκό Θέατρο, που υπήρξε εμπνευστής και εμψυχωτής του, οι τότε πειραϊκές δημοτικές αρχές. Που τον ανάγκασαν να ξενητευτεί. Αλλά και την περίοδο της συνεργασίας του με το Εθνικό Θέατρο, τις τρικλοποδιές που υπεστει από το ζεύγος, εννοεί Παξινού-Μινωτή, που έβαζαν εμπόδια στην επαγγελματική του εξέλιξη, όπως ο ίδιος ο Δημήτρης Ροντήρης μας εξομολογείται στο δικό του βιβλίο: "ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη 1999.
     Η Ασπασία Παπαθανασίου υπήρξε μια διπολική αν θα μπορούσαμε να σημειώναμε καλλιτέχνης. Από την μια η πολιτική της ταυτότητα και δράση. Πάντα ενεργή πολιτικά, αντιστασιακά δραστήρια, υπεύθυνη και συνειδητή, και από την άλλη, η αμέριστη διακονία της η συνεχής ενασχόλησή της με την αρχαία τραγωδία. Υπηρέτησε ψυχή τε και σώματι τον αρχαίο λόγο. Διέθετε παιδεία, γνώσεις, καλλιέργεια, εμπειρία, ερμηνευτικό ένστικτο και ηθοποιίας ταλέντο. Υπήρξε και στους δύο τομείς, σαν πολιτικό και σαν θεατρικό όν πάντα ενεργή, παρεμβατική, ουσιαστική. Χωρίς να «καβαλήσει» ας μου επιτραπεί η έκφραση το καλάμι. Να εξαγοράσει δηλαδή την τεράστια εμπειρία και πείρα της με δημόσιες θέσεις ή άλλα «οφίτσια».
      Ο Λόγος της Αρχαίας Τραγωδίας είναι αν δεν λαθεύω, ο καθημερινός λόγος των νεκρών μας προγόνων, είναι οι φωνές της αρχαίας μας συνείδησης, καθημερινής και ιστορικής της πολιτισμικής ιστορίας και διαδρομής ώς έθνους. Είναι η διαρκής αμφιβολία και ερώτηση περί υπάρξεως της ελληνικής φυλής και παράδοσης. Ο υπαρξιακός παλμός ενός έθνους που χάνεται στα βάθη της προϊστορίας. Το Έπος του, είναι η ηρωική του εμφάνιση μέσα στο χρόνο. Η Λυρική του Ποίηση, οι στιγμές ξενιασιάς και ερωτικής του διάθεσης και πρόθεση. Η Αρχαία Τραγωδία είναι η  μνήμη θανάτου του, το λουλούδιασμα των υπαρξιακών του αναζητήσεων. Της φιλοσοφίας της ύπαρξής του. Η επιθυμία του σαν λαός να δώσει μορφή στο χάος του Θανάτου, του Κόσμου μέσω του Λόγου. Όλοι σχεδόν οι ήρωες και οι ηρωίδες της αρχαίας τραγωδίας, είναι αμετάκλητα σημαδεμένοι από την μοίρα, (συμπεριλαμβανομένου και εκείνης των αρχαίων Θεών) από την έλλειψη μη διαχείρισης και ελέγχου του προσωπικού τους πεπρωμένου. Της οικογένειάς τους, της φάρας τους, που μεταφέρει στην πορεία της το στίγμα της αποτυχίας τους, των διαψεύσεών τους. Μέσα στην Πόλη. Της τιμωρίας τους. Η κάθαρση, στην αρχαία τραγωδία είναι μάλλον σκηνική όχι πραγματολογική. Ακόμα και  οι αναδυόμενοι ήρωες, όπως ο Προμηθέας ή η Μήδεια, δεν παύουν να φτερουγίζουν στα επουράνια με το στίγμα των δικών τους αστοχιών ή ανδραγαθημάτων. (αναφέρομαι στο τρίτο μέρος της Προμηθείκής τραγωδίας). Τυφλοί ή εξόριστοι αναζητούν την επικρότηση των επίγειων, εγκόσμιων εκδηλώσεών τους και συμπεριφορών τους, την αποδοχή των πράξεών τους ακόμα και από τους Θεούς που τους καθοδηγούν, τους προστάζουν ή τους εναντιώνονται. Γιαυτό γράφω ότι η Κάθαρση είναι σκηνική. Διδακτική ίσως για εμάς τους θνητούς όχι όμως για τους ήρωες ή ηρωίδες που προκάλεσαν το αίτιο της τραγωδίας.
Διαισθάνομαι ότι η Ασπασία Παπαθανασίου σαν τραγωδός κατόρθωσε στην θεατρική της διαδρομή σαν έντονα πολιτικό άτομο, να συνενώσει τον αινιγματικό και τραγικό κόσμο της αρχαίας τραγωδίας με την σύγχρονή της τραγική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Η σχέση της με τον αρχαίο λόγο, η θερμή της αφοσίωση, η εμπειρία και πείρα της, τα εκφραστικά της μέσα που καλλιέργησε όχι φαντάζομαι δίχως κόπο, και η σταθερή αγωνιστική της συνείδηση, την βοήθησαν να συνενώσει την κάπως «αριστοκρατική» στόφα της αρχαίας τραγωδίας με την θνητή μας καθημερινότητα, τις αντίξοες και δύσκολες συνθήκες του κοινωνικού χώρου της εποχής της. Η Παπαθανασίου δεν υπήρξε μια ταξιθέτρια ηθοποιός αλλά μια εμψυχώτρια ερμηνεύτρια.Υποψιάζομαι πως και άλλοι έλληνες μεγάλοι τραγωδοί, (Αιμίλιος Βεάκης, Θάνος Κωτσόπουλος κλπ.) θα αφομοίωσαν αυτές τις θεϊκές κραυγές της αρχαίας τραγωδίας, αυτές τις υψηλόφρονες οιμωγές των αρχαίων ηρώων και ηρωίδων, και θα τις μετουσίωσαν σε σύγχρονή τους, των ημερών τους, δραματικές παρηγορητικές ίσως και διδακτικές, αναφορές των σύγχρονων ελλήνων και ελληνίδων. Δηλαδή εξέφρασαν με τις ερμηνείες τους την τραγικότητα της εποχής τους. Οι τραγωδοί αυτοί, οι χρησμένοι από την μοίρα, ήταν η συσσωρευμένη ώριμη θεατρική πίκρα της ελληνικής θεατρικής παράδοσης στην βάδισή της. Ο Λόγος μέσα στην τραγικότητα του κοινωνικού σώματος. Όπως αντίστοιχα στον χώρο της εκκλησίας και θεολογικής ερμηνείας του κόσμου, της ανθρώπινης κοινής μας τραγωδίας, είναι οι επαναλαμβανόμενες ιερές λειτουργίες και τα άχραντα μυστήρια που τελούνται σε εκκλησίες και μοναστήρια, που επαναλαμβάνεται η φοβερή τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, το ανθρώπινο δράμα αενάως.
      Παρά τα της γραφής και του ύφους τεχνικά «ελαττωματάκια», οι «Σελίδες Μνήμης» της τραγωδού Ασπασίας Παπαθανασίου, που τώρα θα συνομιλεί με τα άλλα στελέχη του Πειραϊκού Θεάτρου, τον δάσκαλο Δημήτρη Ροντήρη και τις άλλες ελληνίδες τραγωδούς, από το βιβλίο της αντλούμε πληροφορίες και εξ απαλών μάλλον ονύχων κρίσεις για τους εξής: Την δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη, για τον Δημήτρη Ροντήρη, σ. 33,34,37 45,46… και σε πολλές άλλες σελίδες. Για τον ποιητή της ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο, σ. 98-99, -αξίζει να διαβάσουμε την θέση της για τον ιδεολογικό ομοιδεάτη της Γιάννη Ρίτσο. Για την εκδημία του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, 18/3/1996,σ.114. Καταγράφει τις ενδόμυχες σκέψεις της 23/7/1996, για τον θάνατο και την παρουσία της Αλίκης Βουγιουκλάκης σ, 127-128, ενώ ταυτόχρονα διαπιστώνει πως «με πόνο σκέφτομαι πως μία γοητευτική γυναίκα, σαν την Μελίνα Μερκούρη γίνεται χώμα». Αναφέρεται σε κομματικούς σχηματισμούς της αριστεράς, το Πασοκ. Μας αφηγείται τον τραυματισμό και την χειροδικία του μελωδού των ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι-σαν παλιός αριστερός-από τραμπούκους της δεξιάς. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν φίλος με τον αριστερό θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Σεβαστίκογλου, συζύγου της Άλκης Ζέη. Η Ασπασία Παπαθανασίου συνεργάστηκε με τον Χατζιδάκι όταν ο μουσικοσυνθέτης έγραψε την μουσική για το έργο του Ίρβινγκ Σώου, «Θάψτε τους νεκρούς», και  το «Καλοκαίρι θα θερίσουμε» του Αλέξη Δαμιανού. Δες σελίδες 158-159. Στην σελίδα 163, γράφει: «Ένα βράδυ, γνωστοί «άγνωστοι» επιτίθενται σε μια ομάδα θιάσου, που, ύστερα, από την παράσταση, πήγαιναν σε κάποιο αρραβώνα. (Εγώ ήμουν ήδη στο ξενοδοχείο). Μαζί με τους υπόλοιπους και ο Μάνος Χατζιδάκις με το ακορντεόν του. Μέσα στη νύχτα, οι «άγνωστοι» άρχισαν να τους χτυπάνε, άρπαξαν το ακορντεόν του Μάνου και του έσπασαν τα δόντια. Χτυπημένοι, όχι όμως βαριά, γύρισαν όλοι στο ξενοδοχείο.
     Το πρωί πάμε για διαμαρτυρία στη Νομαρχία. Ποιος να μας ακούσει; Η ηγεσία του κόμματος, από την Αθήνα, μας δίνει εντολή να δέσουμε τα κεφάλια των χτυπημένων συντρόφων μας και να γυρίσουμε στους δρόμους της Λάρισας. Το κάναμε…. Θυμάμαι το Μάνο, με άσπρο κεφαλόδεσμο, να περπατάει μαζί μας. Αμέσως μετά, χωρίς τον κεφαλόδεσμο πια, ο Μάνος έφυγε.». Ονόματα όπως Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αιμίλιος Βεάκης, Κατίνα Παξινού, Γαλάτεια Καζαντζάκη σ.10, Δημήτρης Γληνός σ.120, ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο δήμαρχος και πολιτικός, ποιητής Ανδρέας Λεντάκης σ.24, οι Αυριανιστές, παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια μας. Μιλά για ταξίδια της στο εξωτεριό,στο Ισραήλ σ.66,  αλλά και για ηρωίδες του αρχαίου δράματος όπως η Κλυταιμνήστρα, σ.110,111, και άλλα ονόματα, περνούν έστω και φωτογραφικά, τηλεγραφικά από την εξομολογητική γραφίδα της τραγωδού Ασπασίας Παπαθανασίου. Οι απόψεις της είναι επιφανειακές και σε σημεία τους δογματικές. Σε σελίδες του βιβλίου, σκόρπια και άτακτα μας εκθέτει τις απόψεις της για τους Διανοούμενους, το Θέατρο, τον δάσκαλο Κάρολο Κουν,τον σκηνοθέτη Σωκράτη Καραντινό σ. 50, κλπ. Γράφει για τον Κάρολο Κουν:
«σε κάποια φάση συναντηθήκαμε με τον Κάρολο Κουν συζητώντας, μας είπε ότι πιστεύει πως το θέατρο είναι για τους λίγους. Οι σοσιαλιστικές μας «αρχές» δε μας επέτρεπαν καν να συζητήσουμε τέτοιες θέσεις, κι έτσι διακόψαμε κάθε επαφή μαζί του, με περιφρονητικές μάλιστα σκέψεις- τουλάχιστον από μένα… Άλλος ένας ξοφλημένος «αστός καλλιτέχνης», εχθρός του λαού και πάει λέγοντας….»., σ. 50-51.
Ενώ στην σελίδα 82 θυμάται και δημοσιεύει απόσπασμα από το ποίημα «Μαρτίαι ειδοί» του αλεξανδρινού Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σ.82.
    Ας κλείσουμε το σημείωμα στην μνήμη της με τα λόγια που αναφέρει σχετικά με την Κλυταιμνήστρα, σελίδες 110-111:
«Άπιαστος ο κόσμος της Κλυταιμνήστρας, και γιαυτό ελκυστικός. Το βάθρο της ξεπερνάει τα πάντα, είναι πάνω από τις εμπειρίες μου, ίσως και πάνω απ’ τις ανθρώπινες δυνατότητες μιας θεατρίνας…. Τα κλειδιά της τα κρατάει σφιχτά, δεν σου τα δίνει, δε σου τα προσφέρει, για να μπορείς να «διαβάσεις» τις σκέψεις και τις συμπεριφορές της, που υπάρχουν κάτω από τα διφορούμενα λόγια της.
Όταν πρωτοξεκίνησα να τη μελετάω και θυμήθηκα τον τρόπο που τη δίδασκε ο Ροντήρης ή την παρουσίασε η Παξινού, κατάλαβα πόσο λανθασμένο δρόμο είχαν ακολουθήσει. Σκέφτομαι πως και όλες οι άλλες Κλυταιμνήστρες – του Σοφοκλή, του Ευριπίδη- έχουν κομμάτια από την Κλυταιμνήστρα του Αισχύλου. Έχω τη αίσθηση ότι προσπάθησαν να  θρυμματίσουν μια υπέροχη μαρμάρινη μάζα και πήρε ο καθένας τους από ένα κομματάκι……
Η εμφάνιση της Κλυταιμνήστρας μετά το φόνο είμαι σίγουρη ότι είναι το δυσκολότερο για να ερμηνευτεί, σκηνοθετικά, θεατρικό κομμάτι που έχει γραφεί μέχρι σήμερα….».
     Το κείμενο του τριπολιτσιώτη συγγραφέα Θεόδωρου Συναδινού, το αντιγράφω με ελάχιστες ορθογραφικές διορθώσεις.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 10 Ιουνίου 2020
ΥΓ. Μας αποφυλάκισαν οι πολιτικοί, οι λοιμωξιολόγοι και οι δημοσιογράφοι, ή ακόμη;                          


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου