Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος Για την Ελληνική Γλώσσα

 

ΣΙΩΠΗΤΗΡΙΟ  ΕΠΙΓΕΙΟΥ ΒΙΟΥ

της Ελένης Γλύκατζη -Αρβελέρ

(Αθήνα 29/8/1926- Αθήνα 16/2/2026).

Από τα Μαθήματα για την Ελληνική Γλώσσα

του Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου.

          ΜΑΘΗΜΑ  ΔΕΥΤΕΡΟΝ

    Η ελληνική γλώσσα

Όπως είπαμε εις το χθεσινό μου μάθημα, η ελληνική γλώσσα ομιλείται εις τον τόπον αυτόν περίπου 4.000 χρόνια. Κατά την τελευταία γενεά η ελληνική ιστορία επροχώρησεν εις βάθος 18 αιώνων προ Χριστού. Με την ανάγνωση των πινακίδων της Πύλου κατορθώσαμε να προχωρήσουμε προς το παρελθόν πολλούς αιώνες. Είναι σχεδόν η περίοδος προ Χριστού τόσον μακρά όσο και η περίοδος μετά Χριστόν. Καθ’ όλην λοιπόν αυτήν την σειράν των αιώνων ομιλείται εδώ εις αυτόν τον τόπον η ελληνική γλώσσα και παρά τις ιστορικές δυστυχίες και γενικώς τους ταλανισμούς του έθνους, η γλώσσα αυτή διατηρήθηκε εις το στόμα του λαού καθαρή και εις την ολότητά της. Αυτό δε έχει τεράστια σημασία, ότι δηλ. διατηρήθηκε η γλώσσα. Και όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά εγγράφησαν εις αυτήν έργα μεγάλης σημασίας, σημαντικά γλωσσικά δημιουργήματα. Έτσι έχομε κατά τον μεσαίωνα τα ακριτικά έπη, για να περιορισθώ εις αυτά, και κατά την τουρκοκρατίαν έχομε το δημοτικό τραγούδι, το οποίον έγινε πηγή για την γλωσσική αναγέννηση της Ελλάδος. Εις αυτό κατέφυγε ο Σολωμός και από κεί άντλησε τη μεγάλη του πίστη για τη γλώσσα την ελληνική. Και από άλλα κείμενα, γιατί ο Σολωμός άντλησε από όλα τα κείμενα που έτυχε να μελετήση. Η γλώσσα τώρα η ελληνική αποτελεί μία αδιαίρετη ενότητα. Είναι ένας τεράστιος οργανισμός, ο οποίος αρχίζει από τον Όμηρο και καταλήγει ως εμάς σήμερα. Ο Όμηρος, βέβαια, είναι ο μεγάλος δημιουργός, ο μέγας παιδαγωγός των Ελλήνων. Ο Όμηρος για τους αρχαίους ήταν η Βίβλος. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η παιδεία των Ελλήνων δεν είναι δυνατόν να νοηθή δίχως τον Όμηρο, δίχως τον μεγαλειώδη αυτόν ποιητή, τον ποιητή του φωτός. Ο Όμηρος είναι όλος φώς. Όλα τα Ομηρικά είναι γεμάτα ζωή και φώς. Φώς, άγιον φώς. Άπλετο φώς. Μεσογειακό φώς. Καμμιά φορά εμείς, επειδή ζούμε μέσα σ’ αυτό το φώς, λησμονούμε και την αγιοσύνη του, λησμονούμε και πόσο μεγάλη σημασία έχει το φώς αυτό για την ύπαρξή μας και την πνευματική μας δημιουργία και για την γλώσσα μας. Γατί η γλώσσα αυτή είναι ακριβώς αρμονική προς το περιβάλλον το φυσικό. Ακούγεται μέσα στο περιβάλλον το φυσικό, όπως ακριβώς δεν ακούγεται καμία άλλη γλώσσα εδώ. Άμα ακούσωμε μία άλλη γλώσσα, ξενιζόμαστε. Δεν γίνεται δεκτή από το περιβάλλον μιά άλλη γλώσσα. Γι’ αυτό, λέγω, πρέπει να συνειδητοποιούμε μέσα μας ότι η γλώσσα ευρίσκεται εν αρμονία με την φύση, με το έργο της φύσεως, με αυτό που υπάρχει γύρω μας. Με το φώς, με τα χρώματα, με τις μορφές, με όλον τον αισθητικό κόσμο. Δεν είναι, λοιπόν, νοητό για την παιδεία του Έλληνος να λείπη απ’ αυτήν ο Όμηρος. Και όταν λέμε δεν μπορεί να λείπη, εννοούμε βέβαια ότι ο Όμηρος πρέπει να μαθαίνεται από τους Έλληνες στην γλώσσα την δική του. Αυτό είναι ένα πράγμα που δεν θέλει εξήγηση, ότι δηλ. για να καταλάβωμε τον Όμηρο πρέπει να τον μάθωμε στη γλώσσα του. Το πράγμα δεν είναι τίποτε το δύσκολο ούτε τίποτε το φοβερό. Γιατί; Γιατί τα 60% του θησαυρού του γλωσσικού του Ομήρου είναι σήμερα κτήμα και στη γλώσσα που ομιλούμε όλοι μας. Τα εξήντα τοις εκατό του γλωσσικού θησαυρού είναι εν χρήσει σήμερα εις το στόμα μας. Δεν είναι λοιπόν δύσκολο να μάθωμε, με βάση αυτά τα 60%, και τα άλλα 40. Παιδεία, άλλωστε, είναι όπως το είπαμε, να αφομοιώσουμε την ιστορική δημιουργία, το πνεύμα της ιστορίας μας. Δεν είναι νοητό, όπως είπα, χωρίς τον Όμηρο και θα συνεχίσω βέβαια να πω και χωρίς όλους τους συγγραφείς τους αρχαίους. Γι’ αυτό, είναι μεγάλο σφάλμα της Πολιτείας που απομάκρυνε τα αρχαία ελληνικά από τα Γυμνάσια. Έχω πεποίθηση ότι γρήγορα θα το διορθώση το σφάλμα της αυτό η πολιτεία. Διεφώνησα ριζικώς για το θέμα αυτό. Ριζικώτατα διεφώνησα και είπα ότι με την απομάκρυνση των αρχαίων ελληνικών από τα σχολεία τρέφομε τον κίνδυνο να βαλκανοποιηθούμε. Τα αρχαία γράμματα είναι για μας βιολογική ανάγκη. Όχι πνευματική απλώς, αλλά βιολογική ανάγκη. Και διότι όλη μας η πνευματική δημιουργία έρχεται από κει και διότι η νέα ελληνική γλώσσα κατάγεται από την αρχαία και την καταγωγή της αυτή την  απέδειξε με τρόπο περισπούδαστο ο μέγας γλωσσολόγος ο Χατζηδάκις’ απέδειξε πώς κατάγεται η νέα ελληνική γλώσσα από την αρχαία. Αν λοιπόν εμείς δε είμαστε οι φύλακες αυτών των μεγάλων δημιουργιών, ποιοί θα είναι; Εάν εμείς δεν κρατήσωμε τα αρχαία ελληνικά, ποιοί θα τα κρατήσουν τότε; Ξέρετε ότι στην ιστορία του ελληνικού έθνους η γλώσσα αυτή η ελληνική απλώθηκε κάποτε και εκάλυψε όλη τη Μεσόγειο και πέρα ακόμη από τη Μεσόγειο. Ήταν δηλαδή μιά εποχή που η γλώσσα ήταν οικουμενική. Με τον Αλέξανδρο, όπου κυριαρχούσε η ελληνική γλώσσα, τα όρια αυτά έφθασαν εις το άκρον άωτον. Ο Αλέξανδρος ήταν εκείνος, ο οποίος επραγματοποίησε εις το έπακρον τον λόγον του Ισοκράτους, ο οποίος λέγει: «Έλληνες εισίν οι της ημετέρας παιδεύσεως μετέχοντες». Ποιοί είναι, λέει, Έλληνες; Όσοι έχουν ελληνική παιδεία. Αυτοί είναι Έλληνες. Αυτός ήταν ο λόγος, ο μέγας λόγος του Ισοκράτους.

          Η ελληνική, λοιπόν, Μεγάλη Ιδέα είναι η γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα. Αυτή είναι η πραγματική Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων. Αργότερα στη γλώσσα αυτή εγράφησαν τα κείμενα των Ευαγγελίων. Την παγκοσμιότητά του δηλ. ο χριστιανισμός την οφείλει εις την ελληνική γλώσσα, όπως θα εξηγήσω αναλυτικά σε άλλη ομιλία. Δεν είναι, λοιπόν, δυνατόν να αθετήσωμε εμείς την καλλιέργεια των αρχαίων ελληνικών. Είναι πλάνη και μεγάλο λάθος της Πολιτείας να απομακρύνη τα αρχαία ελληνικά από τα Γυμνάσια και οι γονείς έχουν εδώ τον πρώτο λόγο. Διότι δεν είναι δυνατόν ένας άνθρωπος ή δύο ή πέντε να αποφασίσουν εάν θα μείνουν τα αρχαία ελληνικά εις τα σχολεία ή όχι. Με ποιό δικαίωμα δηλαδή μπορούν πέντε άνθρωποι να το αποφασίσουν αυτό; Δεν έχει κανείς το δικαίωμα αυτό, γιατί όλοι είμεθα περαστικοί και το έθνος είναι αιώνιο. Κανείς δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Γι’ αυτό, λέγω, είμαι πεπεισμένος ότι γρήγορα θα επανέλθουν τα γράμματα τα αρχαία εις τα κλασσικά Γυμνάσια. Και υπάρχει ανάγκη και διότι δεν είναι δυνατόν ο μαθητής στο 16ον έτος της ηλικίας του να αρχίζη να μάθη πλέον τα αρχαία ελληνικά. Έχει άλλα προβλήματα το παιδί στην ηλικία αυτή. Έχει μεγάλα προβλήματα βιολογικά, κοσμοθεωρητικά, έχει μεγάλες ανησυχίες και δεν μπορεί πλέον να αφομοιώση κείμενα, τα οποία του είναι τελείως άγνωστα, ενώ, αν έχη το         Γυμνάσιο αρχίσει, βεβαίως το πράγμα είναι τελείως απλό πιά και πολύ εύκολο. Βεβαίως, πρέπει να αλλάξη ο τρόπος διδασκαλίας και πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα, τα οποία είναι αναγκαία. Όχι όμως να λέμε ότι επειδή δεν τα μαθαίναμε τα αρχαία, γι’ αυτό πρέπει να τα βγάλωμε από τα σχολεία. Την ευθύνη την δική μας θα την φέρωμε στα γράμματα τα αρχαία; Εμείς είμαστε υπεύθυνοι που δεν τα μαθαίναμε και οι δάσκαλοί  μας που δεν μας τα εμάθαιναν καλά. Δέν φταίνε, λοιπόν, τα αρχαία γράμματα. Φταίμε εμείς. Και όπως είπα, πώς; Τα μαθηματικά τα εμάθαιναν όλα; Να τα βγάλωμε τότε και τα μαθηματικά και τη φυσική με αυτό το συλλογισμό. Να βγάλωμε τα δύσκολα όλα, για να ευχαριστηθούμε. Τότε δεν έχομε σχολεία. Το σχολείο έχει αυτόν τον προορισμό. Να μας μάθη ορισμένα πράγματα.

          Η γλώσσα αυτή, όπως είπα, αποτελεί μία ενότητα, από πάνω ως κάτω, δηλ. απ’ τον Όμηρο ως σήμερα. Είναι ένας ποταμός ο οποίος ρέει από την εποχή του Ομήρου έως σήμερα η ελληνική γλώσσα. Βεβαίως, γίνονται μεταβολές, αλλά ο βασικός χαρακτήρας της γλώσσας μένει σταθερός. Όλες οι μεταβολές αυτές μας είναι γνωστές. Τίς σπουδάζομε και πρέπει να τις σπουδάζωμε, για να φθάσωμε στην σημερινή νέα ελληνική γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα είναι γλώσσα συντηρητική. Τα λεκτικά σύμβολά της μένουν αναλλοίωτα διά μέσου των αιώνων. Ο Όμηρος έλεγε θάλασσα, φώς, άνθρωπος, γη, θάνατος κ.λπ. Αυτά τα σύμβολα είναι αυτούσια στο στόμα του σημερινού ελληνικού λαού. Οι νεώτερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, δεν έχουν αυτήν την συντηρητικότητα. Γι’ αυτό, ένας σημερινός Γερμανός δεν μπορεί να διαβάση τα κείμενα της γερμανικής γλώσσας που ανήκουν τέσσερες αιώνες πρίν από σήμερα. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες δύο γλώσσες. Αυτή η συντηρητικότης της ελληνικής γλώσσας εξασφάλισε εξ αρχής την ιστορική  της αθανασία.

          Σήμερα υπάρχει μία αναρχία γλωσσική. Και για την αναρχία αυτή βέβαια είμεθα υπεύθυνοι εμείς. Εμείς οι ίδιοι πρέπει όμως να συνειδητοποιήσωμε τί σημαίνει αυτή η αναρχία. Και υπάρχει-και έρχομαι τώρα σ’ ένα δεύτερο σημείο που θέλω να τονίσω- μία έλλειψη σεβασμού προς την γλώσσα. Η γλώσσα απαιτεί τον σεβασμό μας. Την κακοποιούμε την γλώσσα. Κακοποιείται από τον Τύπο, κακοποιείται από τα μέσα τηλεπικοινωνίας, κατά έναν τρόπο απαράδεκτο πολλές φορές. Ένα γενικό χαρακτηριστικό, ένα χάρισμα της ελληνικής γλώσσας γενικώς και της αρχαίας και της νέας ελληνικής είναι ότι κλείνεται. Κλίνονται οι λέξεις, κλίνονται τα ουσιαστικά, κλίνονται τα επίθετα, κλίνονται τα ρήματα. Αυτό, λέγω, είναι ένα χάρισμα, γιατί δείχνει ακριβώς την ευλυγισία που έχει το όργανο αυτό και την αισθητική, την ομορφιά. Διότι η κλίσις είναι χαρακτηριστικό ολίγων γλωσσών. Η ελληνική γλώσσα βέβαια κατέχει τα πρωτεία. Και η αρχαία. Εκεί πλέον η κλίσις είναι κάτι το καταπληκτικό. Κλίνεται όλος ο θησαυρός αυτός ο γλωσσικός. Με την κλίση εκφράζονται αποχρώσεις διανοητικές, πνευματικές, ψυχολογικές. Δεν κλίνεται απλώς για παιχνίδι. Όχι! Είναι μέσα εις την φύση της ελληνικής γλώσσας να κλίνεται. Και όταν κλίνεται, συχνά ο τόνος μετατοπίζεται. Τον μετατοπισμόν αυτόν του τόνου είναι μία ανάγκη αισθητική, η οποία τον επιβάλλει. Αυτήν την ανάγκη πολλοί σύγχρονοι την έχουν καταργήσει. Τέλειωσε. Άκουσα χθες «Το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη». Τί θα πη αυτό; Έπειτα θα μας πη «του άνθρωπου» και ούτω καθεξής. Αυτά είναι βαρβαρότητες. Ή «του δάσκαλου». Ο λαός λέει «του δασκάλου». Γιατί θα πούμε «του δάσκαλου»; Στο στόμα του λαού δεν υπάρχει αυτό, για να είμεθα συνεπείς με αυτό που είπε ο Σολωμός, την γλώσσα δηλαδή που μας εδώρισε ο ίδιος εκείνος. Εδώ λοιπόν υπάρχει μία ασέβεια και η ασέβεια αυτή οδηγεί σε μία αμορφωσιά.

          Είναι προνόμιο του ανθρώπου να μορφώνεται. Όλοι ζητούν να πάνε παραπάνω από ‘κει που είναι. Ο δε λαός περισσότερο από όλους κυττάζει προς τα πάνω. Υπάρχουν, λοιπόν, τώρα μερικοί οι οποίοι τόσο πολύ ασεβούν προς την γλώσσα, ώστε δεν σέβονται ούτε τον λαό. Τον λαό που την εκράτησε στο στόμα του την γλώσσα αυτή. Διότι αυτό είναι το κατόρθωμα το μεγάλο. Την εκράτησε. Για σκεφθήτε, εάν είχε γενικευθή το κακό το οποίον συνέβη σε ωρισμένες ακραίες περιφέρειες του ελληνισμού, να χάσουν οι Έλληνες την γλώσσα τους. Θα είχαν χαθή ως έθνος. Δεν θα τους εγνώριζε κανείς. Υπάρχουν σημεία γύρω στις άκρες, όπου οι Έλληνες πράγματι εξέχασαν την γλώσσα τους από την καταπίεση των βαρβάρων. Δεν είναι λοιπόν αυτό, η ασέβεια προς την γλώσσα, δείγμα αγάπης προς τον λαόν. Όχι! Στρέφεται εναντίον του λαού και είναι κακός ο σκοπός που κρύβεται πίσω απ’ αυτή την ιστορία. Δεν το πίστευα ως τώρα αυτό. Τώρα όμως το πιστεύω. Ότι πίσω απ’ αυτή την κακοποίηση της γλώσσας κρύπτονται κακοί σκοποί! Και το πιστεύω αυτό πλέον. Πενήντα χρόνια δουλεύω τη νέα ελληνική γλώσσα και προσπάθησα σ’ αυτήν να εκφράσω όλη μου την φιλοσοφική σκέψη, όλη μου την δημιουργία την φιλοσοφική. Όλα τα διανοήματά μου. Και πιστεύω ότι αυτό το κατόρθωσα. Βεβαίως δεν είναι εύκολο πράγμα να το κατορθώση κανείς. Αλλά, άμα προσπαθήση και αγαπήση την γλώσσα όπως πρέπει να την αγαπήση, κάποτε φθάνει είς αυτό το σημείον, να μπορή να εκφράζεται και να τα πη όλα, και τα υψηλότερα διανοήματά του. Μπορείτε όλα να τα πήτε στη νέα ελληνική γλώσσα. Στην αρχή μου είπαν πολλοί, πρεσβύτεροι τότε από μένα, τί πάς να κάνης; Δεν μπορείς να τα πής αυτά τα νοήματα στη νέα ελληνική γλώσσα. Δηλ. πρέπει να ακολουθήσω την καθαρεύουσα. Είπα όχι! Γιατί θέλω ακριβώς να καλλιεργήσω την γλώσσα που ο λαός την εκράτησε στο στόμα του χιλιάδες χρόνια. Βεβαίως η γλώσσα αυτή δίχως τον θησαυρό του λεξικού δεν ήταν αρκετή. Αλλά ο θησαυρός του λεξικού του ελληνικού γι’ αυτό υπάρχει. Πρέπει μόνο να ξέρη κανείς να τον χρησιμοποιήση τον θησαυρό αυτό. Και σιγά-σιγά μπαίνει κάθε σύμβολο, σύμφωνα με την ανάγκη που έχει ο συγγραφεύς, μέσα στην ομιλία του. Ας είναι παλιό το σύμβολο. Άμα ξέρης να το χρησιμοποιήσης, μπαίνει και γίνεται δεκτό από τον λαό, γίνεται δεκτό από την κοινωνία, αρκεί να ξέρης. Βέβαια χρειάζεται πολύς κόπος , χρειάζεται πολλή τέχνη, δεν είναι το πράγμα πολύ εύκολο, αλλά γίνεται. Το λέγω αυτό γιατί, επειδή είπα ότι τα αρχαία ελληνικά πρέπει να μείνουν στα Γυμνάσια, ωρισμένοι καλοθεληταί είπαν ότι ο Θεοδωρακόπουλος έγινε καθαρευουσιάνος. Έχομε αυτό το κακό της συκοφαντίας. Είναι πάρα πολύ εύκολο το πράγμα. Πενήντα χρόνια δουλεύω στη νέα γλώσσα και δεν μπορεί να λεχθή αυτός ο λόγος, και όμως το είπαν, γιατί φοβούνται την αλήθεια. Συγχρόνως είμαι ο εισηγητής της καθιερώσεως της δημοτικής εις τα Γυμνάσια και τα Λύκεια. Η αλήθεια είναι ότι τα αρχαία ελληνικά μας χρειάζονται για την ζωή μας. Μας χρειάζονται, επειδή είμεθα Έλληνες. Γιατί δεν έχομε και πολλά πράγματα. Κύριοι. Δεν έχομε και πολλά πράγματα. Έχομε τα αρχαία γράμματα, έχομε τα σπασμένα μάρμαρα, έχομε τα βουνά μας, έχομε λίγες πεδιάδες, πτωχές, μικροπράγματα, έχομε την θάλασσα και το  φώς. Αυτά είναι τα υπάρχοντά μας. Άλλοι λαοί έχουν τα πλούτη της γης και μπορεί να αδιαφορούν. Δεν τους μέλει. Εμείς όμως δεν μπορούμε. Κρατούμε τα ιερά. Όλα αυτά, τα αρχαία γράμματα είναι τα ιερά μας. Δεν μπορούμε χωρίς αυτά. Αλλά δεν μπορεί και η νέα γλώσσα χωρίς την παλιά. Γιατί από κεί παίρνομε συνεχώς. Κι από κεί παίρνουν και οι ξένοι. Η επιστήμη. Η ιατρική, η βιολογία κάθε μέρα αντλεί από κει και κάνει έναν όρο επιστημονικό. Εξακολουθεί δηλ. η ελληνική γλώσσα να έχη παγκόσμια σημασία. Και να την αφήσωμε εμείς; Θα βαρβαρωθούμε.  Ή όπως λέγω απλούστατα θα βαλκανοποιηθούμε. Και είναι κρίμα γι’ αυτό τον λαό, ο οποίος δεν εβαρβαρώθηκε τώρα τόσες χιλιάδες χρόνια και να τον εκβαρβαρώσωμε εμείς;

          Η γλώσσα, λοιπόν, όπως είπα, είναι μία και αδιαίρετη από την αρχαιότητα ως σήμερα. Βεβαίως έχει πολλές μορφές. Και στην αρχαιότητα είχε. Στην αρχαιότητα υπήρχαν πολλές διάλεκτοι. Και βεβαίως την γλώσσα του Ομήρου και την γλώσσα των λυρικών και την γλώσσα των τραγικών δεν την ωμίλησε ο αρχαίος Έλλην έτσι, όπως την γράφουν οι συγγραφείς. Εχρησιμοποιούσε μεν τις λέξεις αυτές, αλλά την πλοκή αυτή, τον λόγο αυτό τον περίτεχνο δεν μπορούσε ο λαός να τον έχη. Μιλούσε απλούστερα. Δεν συνειδητοποιούμε ότι κι εκείνοι τότε οι Έλληνες δεν ωμιλούσαν όπως γράφει ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης, ούτε κι όπως ο Ξενοφών ακόμα. Άλλο λοιπόν είναι ο γραπτός λόγος, ο οποίος είναι λόγος έντεχνος και άλλο ο προφορικός λόγος, ο καθημερινός λόγος. Εδώ υπάρχει μεγάλη διαφορά από τον ένα λόγο στον άλλο. Τα νέα ελληνικά, όπως είπα, έρχονται κατ’ ευθείαν από τα αρχαία, αρκεί να γνωρίζη κανείς να χρησιμοποιή, σύμφωνα με την ανάγκη που έχει το πνεύμα του, να χρησιμοποιή τα σύμβολα που χρειάζεται. Όσα δεν έχει η νέα γλώσσα, θα τα πάρη από την αρχαία. Τελείωσε. Δεν είναι δυνατόν να γίνη αλλοιώς. Ούτε είναι δυνατόν να δημιουργήσωμε καινούργιες λέξεις. Μωρία θα είναι αυτό. Να είμαι πλούσιος και να θέλω να γίνω πτωχός, αφού είμαι πάμπλουτος. Διότι και αυτό είναι το ιδανικόν μερικών. Να πτωχεύσωμε γλωσσικώς. Να κηρύξωμε γλωσσική πτώχευση. Έ όχι! Πάει πολύ. Η σημερινή μάλιστα ανάγκη του έθνους είναι πολύ μεγάλη, γιατί ετοιμαζόμαστε να πάμε εις την Κοινή Αγορά ως λαός, ως έθνος. Εκεί που θα πάμε, δεν μπορούμε να πάμε γυμνοί. Και βεβαίως, ως προς το θέμα των αρχαίων ελληνικών, πάμε με μειωμένα τα κεφάλαιά μας. Θα πάμε εις την Ευρώπη χωρίς τα κεφάλαιά μας αυτά. Αυτό είναι τραγικό! Να έχωμε τα πλούτη αυτά και να τα πάμε πτωχοί, τη στιγμή κατά την οποίαν εκείνοι να ξέρουν αυτά και τα κατέχουν; Έ! Όχι. Πρέπει να το σκεφθούμε πάρα πολύ αυτό το θέμα.

          Είναι, λοιπόν, βιολογική ανάγκη των Ελλήνων να καλλιεργήσουν τα αρχαία γράμματα. Γιατί; Γιατί με την καλλιέργεια των αρχαίων καλλιεργούμε και τα νέα ελληνικά γράμματα. Πρέπει να σας αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα, ότι όλοι οι νέοι Έλληνες που έγραψαν καλά τα νέα ελληνικά. Δηλαδή την δημοτική γλώσσα που λέμε, ήξεραν καλά αρχαία ελληνικά. Και οι ποιηταί μας και οι πεζογράφοι μας και όλοι αυτοί. Για να αναφέρω μερικά παραδείγματα, ο Παλαμάς, ο Γρυπάρης, ο Δροσίνης, ο Προβελέγγιος, ο Σικελιανός, όλοι αυτοί εγνώριζαν καλά αρχαία ελληνικά και γι’ αυτό ακριβώς έγραψαν τόσο καλά νέα ελληνικά. Άσχημα τα γράφουν εκείνοι που δεν ηξέρουν καλά ελληνικά αρχαία. Αυτό, λοιπόν, έχει τεράστια σημασία γα την περαιτέρω τύχη της ελληνικής γλώσσας. Γι’ αυτό, ένα μεγάλο αίτημα της παιδείας των Ελλήνων είναι η καλλιέργεια των αρχαίων ελληνικών., σελ.20-30.

--

          ΜΑΘΗΜΑ ΤΡΙΤΟΝ

   Το χρέος μας προς την γλώσσα.

………………………………..

          Κατέληξα χθες να πώ ότι η ελληνική γλώσσα είναι η Μεγάλη Ιδέα του Ελληνισμού. Και πράγματι, αυτή είναι η Μεγάλη μας Ιδέα, η ελληνική γλώσσα. Άλλοτε η επικράτειά της ήταν πολύ μεγαλύτερη από σήμερα, αλλά και σήμερα βεβαίως η επικράτεια της ελληνικής είναι πολύ μεγάλη. Και είναι δυνατόν να μεγαλώση η επικράτειά της, αρκεί εμείς να το θελήσωμε και να το αποφασίσωμε. Οραματίζομαι τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα ξένα Πανεπιστήμια και ιδίως εκεί που δεν διδάσκεται, όπως είναι όλα τα κράτη της Ανατολής, όλα τα Αραβικά κράτη, τα οποία έχουν μία συμπάθεια εις τους Έλληνες, δεν τους αντιπαθούν, κατά κανόνα τουλάχιστον. Εκεί οραματίζομαι ότι υπάρχει μεγάλο μέλλον για την ελληνική γλώσσα, τον ελληνισμό γενικώς, το πνεύμα του ελληνισμού. Μπορεί η ελληνική Πολιτεία, εν συμφωνία με την αντίστοιχη ξένη Πολιτεία να πληρώση μία έδρα και να στείλη έναν εκεί πέρα καθηγητή, ο οποίος να διδάσκη  τα ελληνικά. Σιγά-σιγά- σιγά θα αρχίσουν να τον ακούνε. Το πιστεύω ακράδαντα αυτό, αρκεί να το αποφασίση η πολιτεία μας και να το βάλη εμπρός.

          Είπα χθες στο δεύτερο μέρος της ομιλίας μου ότι υπάρχει σήμερα και μία έλλειψη, μεγάλη μάλιστα έλλειψη σεβασμού προς την γλώσσα και αυτό βέβαια είναι κάτι που μειώνει τον πολιτισμό, τον γλωσσικό  πολιτισμό, γιατί η καλλιέργεια της γλώσσας είναι ακριβώς το σπουδαιότερο αίτημα για την όλη καλλιέργεια ενός λαού. Δεν πρέπει λοιπόν να λείπη ο σεβασμός μας προς την γλώσσα. Υπάρχει μία κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Τα πράγματα βέβαια ωδήγησαν εκεί, θα εξηγήσω όμως ότι πάλι εμείς είμαστε υπεύθυνοι για αυτό. Στα 1976 το Υπουργείο Παιδείας συνέστησε μία Επιτροπή Παιδείας και είχα την τιμή να ορισθώ πρόεδρος αυτής της επιτροπής. Τα άλλα μέλη όλα ήσαν εκπαιδευτικοί, και μάλιστα εκπαιδευτικοί πεπειραμένοι. Εργάσθηκε η επιτροπή αυτή επί 4 μήνες, όλο το καλοκαίρι, υπό καύσωνα και κατέληξε εις ωρισμένα συμπεράσματα. Τα πρακτικά της περιλαμβάνουν 1.000 σελίδες και τα συμπεράσματα 160 σελίδες. Εκεί μέσα ακριβώς είναι πάρα πολλά, από αυτά τα οποία λέω εδώ ενώπιον υμών σήμερα, δηλαδή, πράγματα τα οποία τα υπεστήριξα εκεί στην επιτροπή και έγιναν δεκτά παμψηφεί. Έγινε δεκτό, ότι πρέπει να καθιερώσωμε τη δημοτική γλώσσα εις τα Γυμνάσια, σταδιακώς όμως, όχι από την μία μέρα στην άλλη, σταδιακώς και αφού έχωμε εκ των προτέρων το βιβλίο έτοιμο, τα βιβλία μάλλον έτοιμα, καινούργια, όχι να μεταφράσωμε τα βιβλία που υπήρχαν στην καθαρεύουσα, διότι αυτό έγινε με την μεταρρύθμιση. (Πενήντα βιβλία παλαιά στην καθαρεύουσα μεταφράστηκαν από το Υπουργείον και εδόθηκαν ως νέα βιβλία. Αυτό είναι απαράδεχτο και το καταγγέλλω το γεγονός αυτό.). Τότε λοιπόν κατέληξε η επιτροπή εις ωρισμένας αποφάσεις. Μία από τις αποφάσεις αυτές ήταν ότι τα αρχαία θα διδάσκωνται τόσες ώρες την εβδομάδα, δέκα ώρες την εβδομάδα… Γιατί; Λέει η επιτροπή, γιατί θέλομε να υποστηλώσωμε ακριβώς με την καλλιέργεια της αρχαίας τη νέα ελληνική γλώσσα. Καμμία από τις αποφάσεις και τις προτάσεις της επιτροπής δεν έγινε δεκτή. Το όλον σώμα των αποφάσεων επήγε στο ντουλάπι. Και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό, είναι η δεύτερη. Διότι στα ’57 είχε επίσης συσταθή μία Επιτροπή Παιδείας που ήμουνα μέλος τότε επίσης και εργάσθηκε αυτή η επιτροπή επί μήνες και κατέληξε σε ωρισμένα συμπεράσματα, αλλά και τότε όλη αυτή η εργασία παραμερίσθηκε. (Δεν πρέπει εδώ να λησμονήσω να σας πω ότι τότε ακριβώς, στα ’57 δηλαδή, όταν συνεζητούσαμε τα θέματα των Πανεπιστημίων, έθεσα το πρόβλημα, την ανάγκη, ιδρύσεως τρίτου Πανεπιστημίου. Το αναφέρω αυτό για την συνέχεια. Όχι γιατί είπα να γίνη τρίτο Πανεπιστήμιο, αλλά η συνέχεια ήταν ότι όλα τα μέλη της τότε Επιτροπής απόρησαν για την πρότασή μου αυτή. Όμως με την επιμονή που έδειξα αναγκάσθηκαν να αλλάξουν γνώμη. Και είπα μάλιστα, ότι ο χώρος στον οποίο πρέπει να γίνη είναι ο βορειοδυτικός χώρος της Ελλάδος, ο οποίος είναι ακριβώς ακάλυπτος πνευματικώς. Είπα ότι είναι της πολιτικής χρέος να πη που θα γίνη το Πανεπιστήμιο, σε ποια πόλη, αλλά εγώ είπα ότι ο χώρος αυτός, ο βορειοδυτικός, είναι πνευματικώς ακάλυπτος. Βέβαια είναι κάτι το, θα έλεγα όχι μόνο περίεργο, αλλά έχει μέσα και μια ειρωνεία της ιστορίας αυτό που θα σας πώ τώρα’ ότι τα πράγματα ήρθαν έτσι, ώστε ωρίσθηκα ως πρόεδρος, μαζί με άλλους συναδέλφους στα ’66 να ιδρύσω το Πανεπιστήμιο Πατρών, αυτό το πανεπιστήμιο, το οποίον η επιτροπή το έβλεπε σχεδόν τότε ως μία φαντασιοκοπία. …….

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ- 3 ΜΑΪΟΥ 1979.

Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΧΟΛΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Ο ΠΛΗΘΩΝ.

ΙΩΑΝΝΟΥ Ν. ΘΕΟΔΩΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ.

ΜΑΓΟΥΛΑ  ΣΠΑΡΤΗΣ

ΤΌΜΟΣ 5Ος

Αθήνα 1979.

Το βιβλίο περιλαμβάνει:

1., ΠΡΟΛΟΓΟ του Ι. Ν. Θ.

2., Η ελληνική γλώσσα

3., Το χρέος μας προς τη γλώσσα

4., Ανθρωπιστική και τεχνική Παιδεία

5., Η ελληνική μυθολογία ως κύριον μάθημα εις τα ελληνικά σχολεία

6., Το μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης

7., Το μάθημα της Ιστορίας

8.,, Το μάθημα των Θρησκευτικών

          Τα όσα μας λέει ο Πλατωνιστής Δάσκαλος Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλος, δεν εκφράζουν μόνο την εκπαιδευτική κακοδαιμονία της εποχής του αλλά, σε σημεία τους και την σημερινή μας πολιτική και κοινωνική αβελτηρία και νοοτροπία ημών των Ελλήνων. Σίγουρα ο Ι. Ν. Θ. κατέχει μία εξέχουσα θέση όχι μόνο στους χώρους της ελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και στην Πλατωνική γραμματεία αλλά και στην Ιστορία της Ελληνικής Εκπαίδευσης. Οι απόψεις του είναι πρωτοποριακές για την εποχή τους και σοβαρές ως προς την υλοποίηση των ζητημάτων που θίγει. Όσον αφορά την έγνοια του για την ελληνική γλώσσα αυτό είναι κάτι το αυτονόητο για ένα πνευματικό μέγεθος σαν τον Θεοδωρακόπουλο. Όσον αφορά την χρήση τόσο της Καθαρεύουσας όσο και της Δημοτικής μας έχει στα κείμενά του ξεκαθαρίσει τις απόψεις και τις θέσεις του. Η λεγόμενη από τον ίδιο «Υψηλή δημοτική» που ο ίδιος επέλεξε να χρησιμοποιεί σε βιβλία του είναι ένα κράμα που κινείται μέσα στα όρια μιάς «κόσμιας» Δημοτικής έκφρασης κατανοητής και εύληπτης. Εξάλλου, ο ίδιος όπως του αναγνωρίστηκε ευφηύρε τους ελληνικούς φιλοσοφικούς όρους και τις έννοιες των ξένων κειμένων που μεταφράζει στα ελληνικά. Πυκνογραμμένη η γραφή του αλλά όχι δυσνόητη το δε ύφος του καθαρό. Εμφανίζονται σποραδικά στα κείμενά του λέξεις που χρειάζονται λεξικό για να τις καταλάβεις. Πάντως τα κείμενά του είναι στρωτά και δεν τα φορτώνει με λεκτικά μπιχλιμπίδια. Οι δε μεταφράσεις του και ο σχολιασμός των Πλατωνικών έργων που σπουδάζει και ερευνά διατηρούν ακόμα και σήμερα το εύοσμο άρωμά τους και την γλωσσική φωτεινότητά τους.

          Από το 1975 έως το 1979 που ο Θεοδωρακόπουλος ίδρυσε στη Μαγούλα της Σπάρτης την ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΧΟΛΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ Ο ΠΛΗΘΩΝ, κυκλοφόρησαν 5 βιβλία με τα Μαθήματα που έγιναν στα Φιλοσοφικά και ευρύτερα της Ελληνικής Παιδείας αυτά Σεμινάρια. Τα Μαθήματα της Β΄ και Γ΄ περιόδου είχαν σαν θέμα τους τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα. Οι γερμανόγλωσσες εργασίες του δεν έχουν μεταφραστεί όλες στα ελληνικά. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μικρές εργασίες του για έλληνες λογοτέχνες όπως ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Γιάννης Ζερβός, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Άγγελος Σικελιανός, ο κλασικός δάσκαλος Ιωάννης Συκουτρής, ο Μακρυγιάννης... Η καθηγήτρια Αναστασία Κατσίκη- Γκίβαλου εξετάζει ορισμένες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες με τις οποίες ασχολήθηκε ο Ι. Ν. Θ. στο «Νεοελληνικά Προβλήματα». Χρήσιμες υποδείξεις ενός φιλοσόφου, ιδιαίτερα στην δεύτερη ενότητα του άρθρου της σελ. 454-460 στον Αφιερωματικό Τόμο του «Δεσμού» Αθήνα 1975.

Ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος ευτύχησε να ζήσει και να καλλιεργήσεις την προσωπικότητα σαν νέος φοιτητής σε ένα πνευματικά πλούσιο σε παιδεία και ευκαιρίες φιλοσοφικό περιβάλλον στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης κοντά σε σημαντικούς καθηγητές της εποχής εκείνης. Η γερή κατοχή στις ξένες γλώσσες ιδιαίτερα τα Γερμανικά στα οποία έγραψε και τις πρώτες του διδακτορικές διατριβές, αλλά και τα Γαλλικά του, τον βοήθησαν να φανερώσει τις υψηλές δυνατότητες της σκέψης του και της σοβαρής κλίσης του, το πάθος του προς την Φιλοσοφία. Όπως ο ίδιος μας αφηγείται στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο των χρόνων των σπουδών του, «Αγαπημένη μου Χαϊδελβέργη» του προσφέρθηκαν οι δυνατότητες και του προτάθηκαν οι ευκαιρίες να παραμείνει στην ανακτορική Χαϊδελβέργη και να σταδιοδρομήσει ως πανεπιστημιακός δάσκαλος από τους δεσπόζουσες πανεπιστημιακές προσωπικότητες της εποχής εκείνης. Η μεγάλη του όμως νοσταλγία για την Ελλάδα και το Ελληνικό φώς της, το ελληνικό τοπίο της, τον έκαναν να αρνηθεί τις ξένες προτάσεις και να επιστρέψει στην πατρίδα του όπου ευδόκιμα και παραγωγικά σταδιοδρόμησε ως πανεπιστημιακός δάσκαλος, χαράσσοντας την εύκαρπη πάντα συγγραφική πορεία του με σημαντικές αναγνωρίσεις και τιμές. Η ζωή του Πλατωνιστή Έλληνα Δασκάλου μοιάζει με παλαιό θρύλο όπου το άτομο, ο χώρος και η σπουδή της φιλοσοφίας γίνονται ένα. Δένουν αρμονικά σε μία πορεία συνεξέτασης και παρατήρησης καταγραφής των βιωματικών του συμβάντων. Η προσωπική του μαρτυρία αν προστεθεί με τις προσωπικές αναμνήσεις των άλλων φίλων του συν σπουδαστών και συναθλητών του Κ. Τσάτσου, Π. Κανελλόπουλου και άλλων, μας δίνουν μία πανοραμική εικόνα της πανεπιστημιακής ατμόσφαιρας του ευρωπαϊκού χώρου που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Σίγουρα η ανάγνωση της 7η Πλατωνικής Επιστολής που μας άφησε ο θείος Πλάτων και μας αφηγείται πολιτικά πεπραγμένα της δικής του ζωής θα επηρρέασαν τον νεαρό έλληνα σπουδαστή και εραστή της φιλοσοφίας. Αν φέρουμε στην σκέψη μας και το παράδειγμα του ποιητή Γκαίτε και το ενδιαφέρον του για τα πολικά κοινά ή πάλι την πολιτική πλευρά του Λόρδου Μπάϊρον θα κατανοήσουμε γιατί ο Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος  ακολουθώντας την των αρχαίων ελλήνων ποιητών παράδοση να μετέχουν στα κοινά, να ενδιαφέρονται δηλαδή για την Πόλη τους, τι άλλο μας δείχνουν τα έργα «Πολιτεία» και «Νόμοι» του Πλάτωνος, ασχολήθηκε-όπως και οι άλλοι δύο- με τα πολιτικά κοινά. Και οι τρείς Χαϊδελβεργιανοί, Τσάτσο, Κανελλόπουλος, Θεοδωρακόπουλος δεν υπήρξαν θεωρητικοί φιλόσοφοι αλλά και έντονα πολιτικοποιημένες προσωπικότητες που σημάδεψαν τα πολιτικά πράγματα της σύγχρονης Ελλάδας.

          Είθε με τα σημειώματα αυτά να ξανά έρθουν σε επαφή με το φιλοσοφικό και παιδαγωγικό πνεύμα και την σκέψη του οι σύγχρονοι Έλληνες, να αναζητήσουν τις μελέτες και τα βιβλία του. Όσο για τα Λογοτεχνικά Πάρεργα, θα συνεχίσουν με μερικά ακόμα σημειώματα εις μνήμη του.

       Ο ουρανός «ο μεγάλος Ουρανός» που μας τραγούδησε ο Δημήτρης Χορν στην γνωστή μελωδική σύνθεση του Μάνου Χατζιδάκι «είναι ακόμα σκοτεινός….». Αφρικανική σκόνη εδώ και δύο μέρες σκεπάζει την ατμόσφαιρα του λεκανοπεδίου, τα μάτια τσούζουν, δακρύζουν, η αναπνοή δυσκολεύει, η μύτη στάζει, όπως και η οροφή του σπιτιού. Βρέχει συνεχώς εδώ και μέρες, κρύο, η υγρασία πιρουνιάζουν τα κόκκαλα, το σώμα κυρτώνει, πίνεις ζεστά ξεφυλλίζοντας βιβλία. Απόγευμα Δευτέρας 16 Φεβρουαρίου 2026, οι σταθμοί διακόπτουν το πρόγραμμά τους και ανακοινώνουν την είδηση της απώλειας της ιστορικού και Βυζαντινολόγου Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ σε ηλικία 99 ετών. Πρυτάνεις και καθηγητές μιλούν για το έργο της. Από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του σύγχρονου Ελληνισμού. Την θυμόμαστε στις ομιλίες της στο Ίδρυμα Χορν Γουλανδρή. Ποιήματά της μελοποιήθηκαν και ερμηνεύτηκαν με επιτυχία. Τα Βυζαντινά βιβλία της και οι μελέτες διαβάστηκαν με μεγάλο και θερμό ενδιαφέρον. Θα φτερουγίζει τώρα για να πάει να συναντήσει τον Χρήστο Γιανναρά, τον Νίκο Σβορώνο, τον Στήβεν Ράνσιμαν, τον Βασίλιεφ, τον Ζακυνθηνό, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και άλλους εραστές του Βυζαντίου για να διοργανώσουν τα πνευματικά τους Συμπόσια.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

17 Φεβρουαρίου 2026       

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου