Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Βιβλιογραφίας Εγκώμιον

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ  ΕΓΚΩΜΙΟΝ

  Το «Πρώτο Συνέδριο Ελληνικής Βιβλιογραφίας» που οργανώνεται τούτο το Σαββατοκύριακο (21 και 22 Οκτωβρίου) στο θέατρο του Κολλεγίου Αθηνών προσδίδει επικαιρότητα σ’ ένα κλάδο της φιλολογικής επιστήμης ο οποίος είναι προικισμένος με το προτέρημα της γενικής χρήσης και χρησιμότητας σε όλες τις επιστήμες. Με πολλή σύνεση, αλλά και συναίνεση (άλλη μια λέξη που ανακαινίστηκε για τις ανάγκες της πολιτικής πρακτικής) οι οργανωτές φιλοδόξησαν να μην περιορίσουν το αντικείμενο του συνεδρίου στον χώρο των ανθρωπιστικών μόνον σπουδών, για να τονίσουν ακριβώς την ευρύτερη σημασία της βιβλιογραφικής έρευνας.

   Ένα πρώτο σημείο που έχει να παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης της ειδησεογραφίας είναι πώς το συνέδριο πραγματοποιείται με πρωτοβουλία δύο ιδιωτικών σωματείων. Είναι ευνόητο το ενδιαφέρον της Εταιρείας Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.) καθώς και του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Λειτουργών Κολλεγίου Αθηνών (Σ.Ε.Λ.Κ.Α.) για τα θέματα που σχετίζονται με το βιβλίο. Θα περίμενε πάντως κανείς μια τέτοια διοργάνωση (που πραγματοποιείται μάλιστα για πρώτη φορά στην Ελλάδα) να είχε ξεκινήσει από αρμοδιότερες αφετηρίες από την Πολιτεία, που δεν χάνει την ευκαιρία της όποιας πανηγυριώτικης εκδήλωσης, προκειμένου να τονίσει το μίζερο ενδιαφέρον της για το ελληνικό βιβλίο’ από την Εθνική Βιβλιοθήκη, από την Ακαδημία Αθηνών ή, έστω, από τη μονίμως υπνώττουσα Βιβλιογραφική Εταιρεία της Ελλάδος. Η συγκυρία της δεύτερης, κουρασμένης και κουραστικής, από όλες τις πλευρές υποθέτω, προεκλογικής περιόδου δεν είναι ασφαλώς το ιδανικότερο κλίμα για ένα τέτοιο συνέδριο. Οι προνοητικοί οργανωτές του, που είχαν κλείσει ημερομηνίες και ομιλητές από την αρχή του 1989, δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις και, είμαι σε θέση να γνωρίζω, πέρασαν ανήσυχες μέρες ώσπου να οριστεί η 5η Νοεμβρίου ως ημέρα εκλογών και- ευτυχώς!- να μη συμπέσει με το διήμερο του συνεδρίου τους. Όπως και νάχει τα πράγμα, όσοι παρακολούθησαν χτες την πρώτη μέρα του συνεδρίου, καθώς και όσοι θα ανηφορίσουν σήμερα το πρωί προς το Κολλέγιο Αθηνών είναι βέβαιο ότι βγαίνουν περισσότερο κερδισμένοι από εκείνους που θα εντρυφήσουν μέσω των εφημερίδων στα ανύπαρκτα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων, προγράμματα που έτσι κι αλλιώς περιφρονούν υπεροπτικά και τον πλέον υποτυπώδη σχεδιασμό για τα πράγματα και τα θέματα του πολιτισμού μας.

   Φίλος που ασχολείται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μου έλεγε τη δυσκολία που αντιμετώπιζε προσπαθώντας να μεταδώσει σε νέα παιδιά την έννοια του «αρχείου». Συμβουλεύτηκε τα πάντοτε εξυπηρετικά εγχειρίδια των κατασκευαστών και διευκολύνθηκε με το ακόλουθο παράδειγμα: Η προσωπική ατζέντα του καθενός μας, στην οποία σημειώνουμε τους αριθμούς τηλεφώνων φίλων και γνωστών, είναι μία μορφή «αρχείου».

    Με ανάλογη λογική θα απαντούσα στο ερώτημα: τί είναι βιβλιογραφία; Είναι ο οποιοσδήποτε κατάλογος ή ευρετήριο βιβλίων και δημοσιευμάτων που αναφέρονται σ’ ένα συγκεκριμένο θέμα. Εξ ορισμού, λοιπόν, η λέξη «βιβλιογραφία» συνδέεται με το βιβλίο, τη βιβλιοθήκη και-αυτονόητα- με την εφεύρεση της τυπογραφίας. Η λέξη μοιάζει συχνά ασφυκτικά περιχαρακωμένη, κυρίως όταν έχουμε ως βιβλιογραφικό αντικείμενο μνεία του λόγου που προϋπήρξαν της τυπογραφίας (πάπυροι, χειρόγραφα). Η λέξη «βιβλιογραφία», δημιουργημένη κατά τη μετακλασική αρχαιότητα, είχε αρχικώς το νόημα της γραφής ή αντιγραφής βιβλίων. Η σταδιακή εξάπλωση της τυπογραφικής τέχνης και η μαζική πλέον παραγωγή του βιβλίου έδωσαν καινούργιο περιεχόμενο στη βιβλιογραφία: Έπαψε να είναι η γραφή ή αντιγραφή βιβλίων. Έγινε η περιγραφή ή καταγραφή του έντυπου λόγου. Ένα είδος απολογισμού που συνδέεται με την πληροφόρηση και την τεκμηρίωση. Μ’ άλλα λόγια, είναι η γνώση του παρελθόντος κάθε θέματος που μας απασχολεί ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας’ η συντήρηση της σχετικής με το θέμα ιστορικής μνήμης και τέλος το στίγμα του παρόντος.

    Αν η βιβλιογραφία ασχολείται με μνημεία του γραπτού λόγου που έχουν παραχθεί πριν από την εποχή του Γουτεμβέργιου θα πρέπει, από την άλλη πλευρά, να περιλάβουμε στα ενδιαφέροντά της και όλες τις σύγχρονές παραλλαγές «γραπτών» τεκμηρίων που έχουν προκύψει από την τεχνολογική εξέλιξη: μικροφίλμς, ηχογραφήσεις, οπτικοακουστικές εγγραφές.

   Όλα αυτά, βέβαια, καθώς και τις τρείς βασικές αρχές που διέπουν (ή πρέπει να διέπουν) κάθε βιβλιογραφική εργασία: την πληρότητα, την ακρίβεια και την εξ αυτοψίας καταγραφή, μπορεί να τα βρει διεξοδικότερα ο αναγνώστης στις αξιόπιστες εγκυκλοπαίδειες ή σε ειδικά εγχειρίδια τα οποία, πάντως, σπανίζουν στη γλώσσα μας. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν οι σπουδαστές των ανωτάτων σχολών μας διδάσκονται βιβλιογραφική μεθοδολογία ή αν είναι εξοικειωμένοι με αποδελτιώσεις. Ένα είναι βέβαιο: η Ελλάδα καταλέγεται στις ελάχιστες χώρες του κόσμου που δε διαθέτουν τρέχουσα εθνική βιβλιογραφία, πράγμα που πρακτικώς σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε την ετήσια βιβλιοπαραγωγή μας, και δεν μπορούμε να προχωρήσουμε ούτε σε απολογισμούς, ούτε σε προγραμματισμούς. Το πρόβλημα συναρτάται με πολλούς δυσμενείς παράγοντες, όπως π.χ. η πλημμελής λειτουργία και κακή οργάνωση των δημοσίων βιβλιοθηκών μας, η έλλειψη σαφούς κρατικού προγράμματος για την παραγωγή, προώθηση και διάδοση του βιβλίου, η απουσία θεωρητικής υποδομής στα πανεπιστήμια. Όπως έχει παρατηρηθεί παλαιότερα, «η βιβλιογραφική παραγωγή του τόπου δε συμβάδιζε ποτέ με την εκδοτική. Η ελληνική βιβλιογραφία δεν μπόρεσε να αποκτήσει προσωπικότητα, μορφή, συνέχεια και συνέπεια. Παραμένει στη βάση της ερασιτεχνική, έξω από κανόνες μακριά από εξελίξεις. Η τεχνική της είναι ανύπαρκτη ή πολύμορφη, αποτέλεσμα των αυτοσχεδιασμών των συντακτών της, της έλλειψης προτύπων και της άγνοιας ή της αγνόησης των διεθνών ρευμάτων […] Το παρόν της, που το διακρίνει ο ίδιος βιοτεχνικός χαρακτήρας, περνάει μια φάση ζυμώσεων, αναζήτησης τρόπων τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων και επιδίωξης ομοιογένειας και συνέπειας. (1)

   Αυτές τις εκκρεμότητες, τις ζυμώσεις και τις αναζητήσεις έρχεται να τονίσει και, πιθανότατα, να συστηματοποιήσει και να θέσει σε όρους συζήτησης το «Πρώτο Συνέδριο Ελληνικής Βιβλιογραφίας». Οι οργανωτές έχουν υποσχεθεί τη γρήγορη έκδοση των πρακτικών του συνεδρίου, προσθέτοντας έτσι έναν σημαντικό τίτλο στη βιβλιογραφία της ελληνικής βιβλιογραφίας. (2).

   Στις μικρογραφίες με τις οποίες κοσμούνται παλαιά χειρόγραφα, ή σε εικονογραφήσεις μεσαιωνικών βιβλίων, συχνά συναντούμε ορισμένες υπομονετικές μορφές καθισμένες μπροστά σε άβολα αναλόγια να γράφουν ή να αντιγράφουν βιβλία. Είναι οι «βιβλιογράφοι», μια ιδιότυπη κατηγορία εγγράμματων ανθρώπων, οι οποίοι αποτελούσαν πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας τον μηχανισμό παραγωγής βιβλίων. Έγραφαν ή αντέγραφαν βιβλία, ομολογουμένως όχι κατά τρόπο πάντοτε αλάνθαστο.

   Το είδος εξαφανίστηκε με την εξάπλωση της τυπογραφίας. Κληροδότησαν όμως στους μεταγενέστερους το διδακτικό παράδειγμα μιας τέχνης ταπεινής (χωρίς ύφος, άραγε;) που προϋποθέτει στοργή, προσοχή και προσήλωση στον γραπτό λόγο. Και εκείνη τη νοσταλγική γοητεία που χαρακτηρίζει κάθε χειρωνακτική  εργασία.

1., Κυρ. Ντελόπουλος: Η Εθνική Βιβλιογραφία όργανο ενημέρωσης και μέσο προβολής του βιβλίου. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. 1980, σελ. 5-6.

2., Πράγματι τα Πρακτικά κυκλοφόρησαν, με αξιέπαινη ταχύτητα, την αμέσως επομένη χρονιά: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο- Σύλλογος Εκπαιδευτικών Λειτουργών Κολλεγίου Αθηνών. Πρακτικά Πρώτου Συνεδρίου Ελληνικής Βιβλιογραφίας. Αθήνα, 21-22 Οκτωβρίου 1989. Το Βιβλιογραφικό προσκήνιο στην Ελλάδα σήμερα. Αθήνα 1980.

Ελάχιστα εις μνήμη Δημήτρη Δασκαλόπουλου

    Έφυγε πριν δύο ημέρες ο σημαντικός έλληνας βιβλιογράφος, ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας γεννημένος στην Πάτρα Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος μετά τον Γιώργο Κ. Κατσίμπαλη είναι αυτός που έθεσε τις βάσεις της σύγχρονης, των ημερών μας, ελληνικής λογοτεχνικής βιβλιογραφίας στην χώρα μας. Μιλώ αποκλειστικά για τον χώρο και τα πεδία της ελληνικής φιλολογίας (ποίηση, πεζογραφία) και όχι για τα άλλα επιστημονικά και ιστορικά πεδία καταγραφικών ερευνών της Ελληνικής Γραμματείας. Βλέπε πχ. τις εργασίες του παλαιού Δημήτριου Σ. Γκίνη, τις πολυσέλιδες εργασίες του Φίλιππου Ηλιού, «Βιβλιογραφία του 19 και 20ου αιώνα», του Κωνσταντίνου Γ. Κασίνη, «Βιβλιογραφία της Ξένης Λογοτεχνίας του ΙΘ΄ και Κ΄ αιώνα» και ορισμένων άλλων. Δίχως να παραλείψουμε και τις Βιβλιογραφικές φιλολογικές εργασίες του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου για την Θεσσαλονίκη και άλλων συνεργατών του για ευρωπαίους λογοτέχνες. (Τόμας Μαν, Ράινερ Μαρία Ρίλκε κλπ.), ας μας επιτραπεί να μνημονεύσουμε ακόμα, σε μία θεώρηση γενικής εκδοτικής κατηγορίας καταγραφών, των χρόνων της γενιάς μου μετά την μεταπολίτευση, τις αποδελτιώσεις του λογοτεχνικού περιοδικού «‘Ιχνευτής» και του εκδότη του, ή για τις εκδόσεις της μεσαιωνικής ελληνικής ιστορίας το περιοδικό «Βιβλιοφιλία». Στους φιλολογικούς χώρους θα προσθέταμε και την εργασία της Μάρθας Καρπόζιλου για τα Λογοτεχνικά Αφιερώματα των Περιοδικών, του Γιώργου Π. Σαββίδη για τις Καβαφικές εκδόσεις, του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου και τις εργασίες του για μία καταγραφή της Παπαδιαμαντικής Βιβλιογραφίας, Του Γιάννη Ι. Φουσάρα και το βιβλίο του Βιβλιογραφία των Ελληνικών Βιβλιογραφιών, και τις αποδελτιωτικές προσεγμένες πάντα εργασίες πάνω στις κατά καιρούς εκδοθείσες ελληνικές λογοτεχνικές βιβλιογραφίες του συγχωρεμένου Παναγιώτη Μαστροδημήτρη. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στην εισήγησή του στο πρώτο συνέδριο ελληνικής βιβλιογραφίας στο Κολλέγιο Αθηνών 21-22 Οκτωβρίου 1989 που οργανώθηκε από το Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο και το Σύλλογο Εκπαιδευτικών Λειτουργών του Κολλεγίου Αθηνών, στην μεστή και γόνιμη εισήγησή του αναφέρεται στα Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, δίνοντας στοιχεία και ονόματα. Το κείμενο «Βιβλιογραφίας εγκώμιον» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην Κυριακάτικη έκδοση της πρωινής εφημερίδας «Το Βήμα» 22/10/1989. Και οι δύο εργασίες του, τις συμπεριέλαβε δέκα χρόνια αργότερα στον τόμο με Θέματα, συγγραφείς, έργα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, με τίτλο «Συμπαθητική μελάνη» εκδόσεις «Ερμής» Αθήνα 1999. Στο σημερινό σημείωμα αντιγράφω το άρθρο του στην εφημερίδα «Το Βήμα», ενώ σε επόμενο στην μνήμη του την Εισήγησή του στο πρώτο συνέδριο. Μάλιστα για τους λογιώτατους ορθογραφικά αλάνθαστους, στις σημειώσεις του ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, σελ. 174 κλείνοντας τις πληροφορίες αναφέρει «Το Βιβλιογραφικό προσκήνιο στην Ελλάδα σήμερα» Αθήνα 1980, ενώ από τυπογραφική αβλεψία, η έκδοση έγινε το 1990. Στην δική μου αντιγραφή «μαύρισα»- υπογράμμισα ερώτηση και απάντηση που είναι τα κεντρικά σημεία του κειμένου και φωτίζουν την όλη οπτική του. Το Βιβλίο με τα Πρακτικά κυκλοφόρησε από το ΕΛΙΑ και σήμερα με την αγορά του ΕΛΙΑ, μετά τον θάνατο του Χαριτάτου το Αρχείο περιήλθε στην κατοχή του ΜΙΕΤ και πωλείται όπως και άλλα ομοειδής κατηγορίας βιβλία. Ανάμεσα στα 18 ονόματα των τότε φιλόλογων και επιστημόνων και ιστορικών συμμετεχόντων, αναγνωρίζουμε εκείνα του Κωνσταντίνου Θ. Δημαρά, της Λουκίας Δρούλιας, του Αδαμάντιου Στ. Ανεστίδη, του Κυριάκου Ντελόπουλου, του Γιώργου Π. Σαββίδη, του Μάνου Χαριτάτου, της Αλεξάνδρας Παπάζογλου, του Γιώργου Παναγιώτου και άλλων.

    Σε αυτήν την «ιδιότυπη κατηγορία εγγράμματων ανθρώπων»- σύμφωνα με τα λεγόμενά του- τους «βιβλιογράφους», ανήκει δικαιωματικά και επάξια ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Σε αυτούς τους επαγγελματίες ή ερασιτέχνες παθιασμένους και με μεράκι, μεγάλες αντοχές ακούραστους βιβλιογράφους, που τους είδαμε σκυμμένους πάνω στα αναλόγιά τους στην μεταφορά στην κινηματογραφική οθόνη του μυθιστορήματος του ιταλού συγγραφέα «Το όνομα του Ρόδου». Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος άνοιξε σύγχρονους δρόμους στην παράδοση της ελληνικής σειράς των βιβλιογράφων. Δεν είναι μόνο οι εργασίες του πάνω στην Βιβλιογραφία του Κ. Π. Καβάφη ή του Οδυσσέα Ελύτη κλπ. είναι η όλη του συστηματική μεθοδολογία συγκέντρωσης του υλικού του. Και ας μην συμπεριέλαβε το πλήθος των βιβλιογραφικών αναφορών που υπήρχαν στην εποχή του πχ. εφημερίδες και έντυπα, εξάλλου, όπως έχουμε γράψει σε δικές μας εργασίες μία Βιβλιογραφία είναι ανοιχτή στο χρόνο, έχει αρχή όχι όμως τέλος. Είναι η συνέπεια και η προσωπική του προτίμηση και αγάπη που έδειξε για αυτό το είδος και κατηγορία της ανθρώπινης γραφής. Εργασίες του χρήσιμες και απαραίτητες, βιβλία υποδομής για τους ασχολούμενους και ενδιαφερόμενους της ελληνικής λογοτεχνίας και φιλολογία και όχι μόνο. Και δεν είναι «δήθεν» η κρίση του για έναν άλλον Βιβλιογραφικό άθλο, αυτόν της Αικατερίνης Μακρυνικόλα για την Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου 1924-1989.

    Το κοπιώδες έργο των ελλήνων ή ελληνίδων Βιβλιογράφων, δεν είναι ούτε προς άκριτο ενθουσιασμό ούτε προς επιλεκτικό ψόγο, οφείλουμε να το δούμε όλοι εμείς που είμαστε (ας μου επιτραπεί η έκφραση «έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε») μέσα στο πλαίσιο των ατομικών ευκαιριών, πάσης φύσεως ευκολιών και οικονομικών υποστηρίξεων των εκάστοτε Βιβλιογράφων που καταπιάνονται να φέρουν εις πέρας μιάς τέτοιας μορφής ογκώδεις εργασίες που, ούτως ή άλλως, πέρα από την ειδική χρησιμότητά τους, αριθμητικά το κοινό των αναγνωστών που θα ενδιαφερθεί είναι μικρότερο ίσως από αυτό των ειδικών. Στην ποίηση του Ανδρέα Κάλβου θα σταθούμε ή στην Βιβλιογραφία του συνθεμένη από τον Γιώργο Ανδρειωμένο.

   Όμως ο λόγος του αργεντινού συγγραφέα παραμυθά Χόρχε Λουϊς Μπόρχες, που έκανε- μεταποίησε- τις μεγάλες ιστορίες και μύθους του παγκόσμιου πολιτισμού σε μικρές καθημερινές ιστορίες, εύληπτες και αποδεκτές στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, κάτι σαν τις Ευαγγελικές παραβολές, ότι «Ο μόνος λόγος για τον οποίο πρέπει να δημοσιεύσει κανείς τα κείμενά του είναι για να μην περνάει όλη του τη ζωή διορθώνοντάς τα.» Αν αυτό ισχύει για έναν συγγραφέα, λογοτέχνη, πόσο μάλλον ισχύει για έναν βιβλιογράφο θα ρωτούσαμε από την μεριά μας;

   Τα λόγια του Μπόρχες ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος τα αναφέρει στον πρόλογό του «Δύο λόγια» στο βιβλίο του «Ιχνογραφία» Κριτικά Σχόλια, εκδόσεις «Γαβριηλίδης», Αθήνα 2007.

   Όσο για τα σχετικά αναμενόμενα λαθάκια των εκδόσεων που συχνά συναντάμε και κοκκινίζουν οι παρειές μας, η απάντησή μου είναι το ποίημα του ποιητή Ανδρέα Λασκαράτου:

          ΟΙ  ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΙ

Παιδιά ηλικιωμένα είν’ τα λεγόμενα

Έλληνες, με δύο λάμβδα και δασεία,

Ορθογραφία, και σύνταξη, κ’ επόμενα,

Κάνουν όλη τους τώρα την αξία.

  Μα σε λίγον καιρόν αναστενόμενα,

Και φθάνοντας σε νόμιμη ηλικία,

Θα αφίσουν τούτα τα παιδαριευόμενα,

Γι’ άλλη ανθρωπιά, για διάφορη πορεία.

   Θα αφήσουν τες ψιλές και τες δασείες,

Τές οξείες, βαρείες, περισπωμένες,

Τές μακρές συλλαβές, και τές βραχείες,

   Κι άλλες παιδιαροσύνες ‘ περασμένες,

Και θε να στρέφουν ‘τότε τα μυαλά τους,

Εκεί που τους καλεί η ανθρωπιά τους.

--

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Λογοτεχνικά Πάρεργα

Πειραιάς 1 Ιουνίου 2026

            

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Έφυγε ο Βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος

 ΔΗΜΗΤΡΗΣ    ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

  Πάτρα 6/12/1939- 30/5/2026

Έφυγε ο Βιβλιογράφος, ποιητής, ανθολόγος, δοκιμιογράφος, επιμελητής εκδόσεων, μελετητής και κριτικός της λογοτεχνίας Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Τα Ελληνικά Γράμματα του οφείλουν πολλά. Η προσφορά του στον τομέα της Ελληνικής Βιβλιογραφίας είναι σπουδαία και μεγάλη, μετά τον Παλαμιστή Γιώργο Κ. Κατσίμπαλη ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος υπήρξε ο σημαντικότερος και ίσως ο συστηματικότερος Βιβλιογράφος πολλών Ελλήνων Συγγραφέων. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος συνέταξε μόνος του ή μαζί με την σύζυγό του συγγραφέα Μαρία Στασινοπούλου μεταξύ άλλων τις Βιβλιογραφίες και Εργογραφίες: του Γιώργου Σεφέρη 1931-1979 Βιβλιογραφική δοκιμή (Ε.Λ.Ι.Α.1979), του Γιώργου Κ. Κατσίμπαλη (Ε.Λ.Ι. Α.1980), τα Βιβλιογραφικά για τον Άγγελο Σικελιανό 1980-1982 (Ε.Λ.Ι.Α.1983), την Βιβλιογραφία του Οδυσσέα Ελύτη (1971-1992) (Εταιρεία Συγγραφέων 1993), μαζί με την σύζυγό του Μαρία Στασινοπούλου την Βιβλιογραφία του Αλέξανδρου Κοτζιά (1942-1997) (Κέδρος 1998), την Βιβλιογραφία του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη (1886-2000) στην Θεσσαλονίκη (από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας 2003) κλπ. Ανθολόγησε την Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη (1996), τις Παρωδίες Καβαφικών ποιημάτων (1998), τα Ελληνικά Καβαφογενή Ποιήματα( Πάτρα 2003), το 2003 πάλι με την συνεργασία της Μαρίας Στασινοπούλου μας έδωσε την Ανθολόγηση των Καβαφικών Ποιημάτων. Ένα χρόνο πριν στις εκδόσεις ( Μεταίχμιο 2002) μαζί με την Μαρία Στασινοπούλου κυκλοφορούν τον τόμο Ο Βίος και το Έργο του Κ.Π. Καβάφη, ενώ από τις εκδόσεις (Ίκαρος 2006) εκδίδεται το μελέτημά του Εις τα περίχωρα Αντιοχείας και Κερύνειας (Καβάφης- Σεφέρης). Επίσης επιμελήθηκε το βιβλίο Γιώργος Σεφέρης Η ποίηση στον κινηματογράφο (1986), την Αλληλογραφία Γιώργου Σεφέρη με τον Αλεξανδρινό (γεννημένο στον Πειραιά) Τίμο  Μαλάνο ( Ολκός1990), τον Γ΄ τόμο των Δοκιμών του Γιώργου Σεφέρη (1992), τα Γράμματα του εικαστικού και ποιητή Νίκου Εγγονόπουλου στην σύζυγό του Λένα ( Ίκαρος1993). Από τις εκδόσεις (Διάττων 1990) κυκλοφορεί το βιβλίο του Λογοτεχνικά περιοδικά της Αλεξάνδρειας. Οι εκδόσεις (Μπιλιέτο 1998) εκδίδουν το βιβλίο του για τον ποιητή Νίκο Γκάτσο, ενώ από το (Ίδρυμα Ουράνη 2016) κυκλοφορεί η Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη 1922-2016. Σαν ποιητής ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα το (1963) με την συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο Απόπλους. Δέκα χρόνια μετά ( Ίκαρος 1973) κυκλοφορεί την συλλογή Επιστροφές, το Αλφαβητάρι εκδίδεται από (Ολκός 1976), η Νέκυια από το (Ε.Λ.Ι.Α.1978), το Γράμμα στον Ερμόλαο (Ε.Λ.Ι.Α.1981) τις Φωνές της σιωπής ( Γνώση 1982) την Κλειδούχος Μοίρα (1993), την Σκοτεινή Πανσέληνο Ποιήματα 1963-1993, συγκεντρωτική από (Νεφέλη1999). Έγραψε δεκάδες μελέτες όπως π.χ. τις Νύξεις για την τύχη του Οδυσσέα στη νεότερη ποίησή μας. Για την πεζογραφία του Κωστή Παλαμά, τα μυθιστορήματα του Ηλία Βενέζη, τα Ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου, για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Σπύρο Τσακνιά, την Νόρα Αναγνωστάκη, για το περιοδικό «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, τον Κύπριο ποιητή Κώστα Μόντη, τον Θωμά Γκόρπα, τον πεζογράφο Νίκο Καχτίτση και δεκάδες άλλα. Το 1987 οι εκδόσεις «Διάττων» κυκλοφορούν το βιβλίο του Τα Βήματα του Χρόνου. Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ο τόμος είναι αφιερωμένος «Για τον Τάκη και την Ξανθίππη- Μαρίνα», όπως και το Σχέδια στο περιθώριο. Οι εκδόσεις «Γαβριηλίδης» το 2007 εκδίδουν το βιβλίο με μελέτες του Ιχνογραφία. Κριτικά Σχόλια. Μιλά για πάνω από 10 έλληνες λογοτέχνες.  Ενώ κάτω από τον τίτλο Ανισόπεδες Διαβάσεις, στεγάζει τις Βιβλιοκριτικές του στην εφημερίδα «Τα Νέα» της περιόδου (1993-1996), βιβλιοπαρουσιάζονται πάνω από 120 τίτλοι ελληνικών και ξένων βιβλίων, μεταφράσεις, ο τόμος κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη 1999. Και από τις εκδόσεις (Ερμής 1999) εκδίδεται το βιβλίο του Συμπαθητική Μελάνη. Θέματα- Συγγραφείς- Έργα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. (ο τόμος περιλαμβάνει 20 μελετήματα δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά, εφημερίδες, σύμμεικτους τόμους).

    Θα τερματίσουμε το πρώτο αυτό σημείωμά μας στον Βιβλιογράφο Δημήτρη Δασκαλόπουλο με την είδηση της απώλειάς του με ένα ποίημα που του αφιερώνει ένα άλλο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων ο ποιητής Νάσος Βαγενάς

         ΠΑΝΤΟΥΜ

           Στον Δημήτρη Δασκαλόπουλο

Άνθρωπε έχεις μεγάλα κόκκινα φτερά.

Δεν λογαριάζεις τον κίνδυνο της ευτυχίας.

Το κεφάλι σου είναι ένα μαύρο περισκόπιο

που το βγάζεις συχνά στον ουρανό.

 

Τα ποτάμια κυλούν τα νερά τους

σε βρώμικες σιδερένιες κοίτες.

Χορτάρι φυτρώνει στο πρόσωπό σου.

Στα πόδια σου ανεβαίνει η υποψία

 

πώς κάτι δεν πάει καλά με το χώμα.

Στο δέρμα σου κολλούν τα λίγα ένσημα της αγάπης.

Αυτοκίνητα τρέχουν σταματημένα.

Κι όλα τούτα τα ονομάζεις ζωή.

 

Το κεφάλι σου είναι ένα μαύρο περισκόπιο.

Σε βρώμικες σιδερένιες κοίτες.

Πώς κάτι δεν πάει καλά με το χώμα.

Άνθρωπε έχεις μεγάλα κόκκινα φτερά.   

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων στην οποία υπήρξε ιδρυτικό μέλος:

Εταιρεία Συγγραφέων - Hellenic Authors Society

Αποχαιρετάμε με μεγάλη θλίψη το ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, σπουδαίο ποιητή, μελετητή της λογοτεχνίας και βιβλιογράφο Δημήτρη Δασκαλόπουλο.

   Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος υπήρξε μέλος με συνεχόμενη και πολυετή ενεργή προσφορά στη ζωή της Εταιρείας μας. Την υπηρέτησε ως μέλος του δεύτερου Διοικητικού της Συμβουλίου (1984-1986) υπό την Προεδρία του Εμμανουήλ Κάσδαγλη και επί σειρά ετών, μέχρι και σήμερα, εισηγήθηκε για την εισδοχή πολλών νέων μελών στην Εταιρεία μας. Το 2025 απένειμε το Μεγάλο Βραβείο Διδώ Σωτηρίου της Εταιρείας στον σημαντικό μας ποιητή και στενό του φίλο Τίτο Πατρίκιο.

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος γεννήθηκε το 1939 στην Πάτρα, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, όπου για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε την ευθύνη του Τομέα Εκδόσεων & Ιστορικού Αρχείου, της έκδοσης του πολιτιστικού περιοδικού της Εμείς, ενώ υπήρξε και διευθυντής του Τμήματος Δημοσίων Σχέσεων της Τράπεζας. Είχε εκδώσει πολλά ποιητικά βιβλία, μελέτες για τη λογοτεχνία και δοκίμια, ενώ δημοσίευε επί σειρά ετών κριτικές λογοτεχνίας στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Είχε επιμεληθεί εκδόσεις έργων του Σεφέρη και είχε συντάξει βιβλιογραφίες για τον Σεφέρη, τον Γ. Κ. Κατσίμπαλη, τον Σικελιανό, τον Ελύτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τη Νόρα Αναγνωστάκη, τον Κ. Π. Καβάφη κ.ά. Είχε προσκληθεί και συμμετάσχει ως ομιλητής σε πολυάριθμα συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες. Ήταν μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α), της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της Σχολής Μωραΐτη.

Το 2006 ανακηρύχτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 2010 του Πανεπιστημίου Πατρών και το 2023 του Πανεπιστημίου της Κύπρου. Χρημάτισε αναπληρωματικό μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και Πρόεδρος του ΔΣ του Ομίλου Φίλων του Μανόλη Αναγνωστάκη. Υπήρξε μέλος της Κριτικής Επιτροπής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων και της Κριτικής Επιτροπής του περιοδικού Διαβάζω. Το 2015 βραβεύθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του, το 2021 με το Μεγάλο Τιμητικό Βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού Αναγνώστης, το 2022 με το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς Βασίλης Μιχαηλίδης του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής της Κύπρου και με το Βραβείο Ζαν Μορεάς του Γραφείου Ποιήσεως και το 2026 με το Ειδικό Βραβείο Καβάφη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Καβάφεια 2026.

Στη σύζυγό του Μαρία Στασινοπούλου, σημαντική συγγραφέα και μέλος της Εταιρείας μας, και στους υπόλοιπους οικείους του εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια.».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Λογοτεχνικά Πάρεργα

Πειραιάς 31/5/2026

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΙΑ΄

 ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ

            ΚΑΙ ΤΟΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ  ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ

   «Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πριν αναλάβει την τελευταία υπεράσπιση  της Κωνσταντινουπόλεως, είχε καταφέρει να επεκτείνει τα όρια του κρατιδίου του έως την Πίνδο, είχε δηλαδή επιτύχει να ανασυστήσει, όχι από την Κωνσταντινούπολη, αλλά από την Ελλαδική πλευρά-και θα δούμε τη σημασία αυτού του πράγματος- ένα πρώτο Ελληνικό βασίλειο….»

     Νίκος  Σβορώνος

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ   ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

-Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τον Βασιλέα,

ή μήπως και σε φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε,

     σαν παραμύθι τάχα;

-Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα,

πα να γενώ κατό χρονώ, κι ακόμα το θυμούμαι,

     σαν νάταν χθες μονάχα.

 

Στην πόλη, στην Χρυσόπορτα, στον πύργον από κάτου,

είν’ ένα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σαν παλάτι,

    σαν άγιο παρακκλήσι.

Κανένας Τούρκος δεν μπορεί να κρατηθεί κοντά του,

κανείς της σιδερόπορτας ναυρή το μονοπάτι,

     να πα να το μηνύση.

 

Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας που το ξέρει

περνά ‘π’ αυτού κρυφά-κρυφά και τον σταυρό του κάνει

     με φόβο και μ’ ελπίδα.

Έτσι κ’ εγώ, βαστούμενη στο πατρικό μου χέρι,

επήγα και προσκύνησα. Και εδ’ αυτού μ’ εφάνη-

      Όχι μ’ εφάνη! Είδα:

 

Μέσ’ στο σκοτάδι το βαθύ εν’ άστρο, σαν λυχνάρι,

σάν μία φλόγα μυστική απ’ τον Θεό αναμμένη,

     γαλάζια λάμψη χύνει.

Και φέγγει την λευκόχλωμη του Βασιλέως χάρη,

πού με κλεισμένα βλέφαρα εξαπλωμένα μένει

     στην αργυρή του κλίνη.

 

-Απέθανε, γιαγιά;- Πότε, παιδάκι μου! Κοιμάται,

κοιμάται μόνο! Την χρυσή κορώνα στο κεφάλι,

     το σκήπτρο του στο χέρι.

Και, σαν παλιοί του σύντροφοι, πιστοί του παραστάται,

στα στήθη τ’ ο Σταυραετός, στα πόδια του προβάλλει

     δικέφαλο Ξαφτέρι.

 

Επάν’ απ’ το κεφάλι του, η ασπίδα παραστέκει’

κ’ εκεί πού το χρυσόπλεκτο, το ψηφωτό ζωνάρι

    την μέση του κατέχει,

σαν αστραπή ‘π’ απέμεινε χωρίς αστροπελέκι,

ζερβιά, ως κάτου κρέμεται τ’ αστραφτερό θηκάρι-

      μέσα σπαθί δεν έχει!

 

-Γιατί, γιαγιά; Πού είναί το; Βαμμένο μεσ’ στο  αίμα,

ακόμ’ ως τώρα βρίσκεται σ’ ενός αγγέλου χέρι,

    στον ουρανόν επάνου…

Ήτανε τότε που η Τουρκιά την Πόλιν επολέμα.

Μέσα μιά φούχτα ελεύθεροι, απ’ έξω μύριο ασκέρι

     οι σκλάβοι του Σουλτάνου.

 

Κι’ ο Μωχάμετ ο ίδιος του πα στ’ άγριό του τ’ άτι:

-Δός μου της Πόλης τα κλειδιά! Του Κωνσταντίνου κράζει,

     και το σπαθί σου δός μου!

-Έλα και παρ’ τα! λέγ’ αυτός του Τούρκου του μουχτάτη.

Εγώ δεν δίνω τίποτε! Τίποτ’, ενόσω βράζει

     μιά στάλα γαίμα εντός μου!

 

Κ’ επρόλαβαν τα λάβαρα, κι’ αρχίνησεν η μάχη!

Σαράντα μέρες πολεμούν, σαράντα μερονύχτια

     χτυπιούνται και χτυπούνε.

οι Τούρκοι σαν τα κύματα κ’ οι Χριστιανοί σαν βράχοι,

Κι’ ούτε των Φράγκων προδοσιές, ούτε των φλάρων δίχτυα

      τον Βασιλέα σειούνε.

 

Απ’ τες σαράντα κ’ ύστερα Θεός τον παραγγέλλει:

-Για του λαού τα κρίματα, είναι γραφτό να γίνη,

      προσκύνα τον Σουλτάνο!-

Μ’ αυτός, το χέρι στο σπαθί, πεισμώνεται’ δε θέλει!

-Πρίν μπρός σε Τούρκο τύραννο το γόνατό μου κλίνη

    πες κάλλιο ν’ αποθάνω!-

 

Έξ’ απ’ το κάστρο χύνεται με σπάθα γυμνωμένη,

και σφάζει Τούρκων κατοστές κι’ Αγαρηνών χιλιάδες-

    Εκείνος κι’ ο στρατός του.

Μά ήτ’ ολίγος ο στρατός, κ’ οι πρώτοι λαβωμένοι!

Επέσαν τ’ αρχοντόπουλα’ έφυγαν οι Ρηγάδες,

     κι’ απέμεινεν ατός του.

 

Όσο τον ζώνουν τα σκυλιά, τόσο χτυπά και σφάζει,

σαν πληγωμένος λέοντας, σαν τίγρη της ερήμου,

     πού τα παιδιά της σκώσουν.

Μα κεί του πέφτει τ’ άλογο! Και πέφτ’ αυτός και κράζει:

-Δεν βρίσκετ’ ένας Χριστιανός να παρ’ την κεφαλή μου,

     πρίν πάν και με σκλαβώσουν;

 

Μιά τρίχα, και τον σκότωνεν αράπικη λεπίδα!

Μά δεν το ήθελ’ ο Θεός. Δεν ήθελε ν’ αφήση

      των Χριστιανών το Γένος

αιώνια δίχως βασιλιά κ’ ελευθερίας ελπίδα.

Γι’ αυτό προστάζ’ έν’ άγγελο να πα να τον βοθήση,

      σαν ήταν κυκλωμένος.

 

Κι’ αυτός τον Μαύρο λακπατά, τον Βασιλέ γλυτώνει’

το κοφτερό του το σπαθί του παίρν’ από το χέρι,

     τους Τούρκους διασκορπίζει.

Πά στα λευκά του τα φτερά τον Βασιλέα σκώνει,

μεσ’ στο πλατύ το σπήλαιο, που σ’ είπα, τόνε φέρει,

     κ’ εκεί τόνε κοιμίζει.

 

-Και τώρα πιά δεν ημπορεί, γιαγιάκα, να ξυπνήση;

-Ώ, βέβαια! Καιρούς καιρούς, σηκώνει το κεφάλι,

     στον ύπνο τον βαθύ του,

και βλέπ’ αν ήρθεν’ η στιγμή, πόχ’ ο Θεός ορίσει,

και βλέπ’ αν ήρθ’ ο άγγελος για να του φέρη πάλι

το κοφτερό σπαθί του.

 

-Και θάρθη ναι, γιαγιάκα μου; -Θάρθη, παιδί μου, θάρθη.

Και όταν έρθη, τί χαρά στη γη στην οικουμένη,

     σ’ όποιους θα ζούνε τότε!

Διπλό τριπλό θα πάρουμεν αυτό που μας επάρθη,

κ’ η Πόλη κ’ η Αγιά Σοφιά δική μας θενά γένη.

     -Πότε, γιαγιά μου; Πότε;

 

-Όταν τρανέψης, γιόκα μου, κι’ αρματωθής, και κάμης

τον όρκο στην Ελευθεριά, συ κι’ όλ’ η νεολαία,

     να σώσετε την χώρα,

Τότε θενάρθ’ ο άγγελος κι’ αγγελικαί δυνάμεις,

να μβούνε, να ξυπνήσουνε, να πούν στον Βασιλέα

     πώς ήλθε πιά η ώρα!

 

Κι’ ο Βασιλιάς θα σηκωθή την σπάθα του να δράξη,

και, στρατηγός σας, θενά μβή στο πρώτο του βασίλειο

     τον Τούρκο να χτυπήση.

Και χτύπα- χτύπα, θα τον πα μακρά να τον πετάξη,

πίσω στην Κόκκινη Μηλιά, και πίσ’ από τον ήλιο,

     πού πιά να μη γυρίση!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

ΤΑ ΑΠΑΝΤΑ Τόμος Β΄. Πρόλογος Σπύρου Μελά. Εισαγωγαί Κλέων Παράσχου- Κ. Μαμώνη. Επιμέλεια Κ. Μαμώνη. Εκδοτικός οίκος Χρίστου Γιοβάνη, Αθήναι 1967, σ.57-60.

ΜΠΟΛΙΒΑΡ,

ένα ελληνικό ποίημα.

«………………………………..

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το πάν,

Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,

Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη,

Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

 

Σε πρωτοσυνάντησα, σαν είμουνα παιδί, σ’ ένα ανηφορικό καλντιρίμι του Φαναριού,

Μιά καντήλα στο Μουχλιό φώτιζε το ευγενικό πρόσωπό σου.

Μήπως νάσαι, άραγες, μιά από τις μύριες μορφές που πήρε, κι’ άφησε, διαδοχικά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος;

………………………….».

ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, τόμος Β΄, εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα 1977, σελ. 14-15.

ΤΡΙΤΗ – 29 ΜΑΪΟΥ  1453

«…………………………….

   Συμβαίνει σ’ όλους τους λαούς κατά τις κρίσιμες ώρες, στροφή της ιστορίας τους, οπότε η ψυχή τους συγκλονίζεται και δίνει τη λύση, καλή ή κακή. Οι λαοί τότες ή διαλύονται, ή δείχνουν αδόκητο θάρρος κι αυτοθυσία (όπως οι Έλληνες του Αλβανικού πολέμου) που σε κάνει ν’ απορείς από πού φανερώθηκε τέτοια θαυμαστή έξαρση. Αλλά εκείνη την 29η Μαϊου 1453, η Ελληνική ψυχή, βρέθηκε εξαντλημένη από έναν υπεράνθρωπο αγώνα και λύγισε, ανίκανη πιά να δημιουργήσει θρύλο, ανίκανη να δώσει αλησμόνητο παράδειγμα. Το τραγικό είναι πώς αναγκάστηκε να το δώσει ένας άνθρωπος- ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Αυτός αποφάσισε να πράξει το χρέος του ως το τέλος. Από τη στιγμή που φώναξε στα παλληκάρια του «εμπρός παιδιά, πάμε να πεθάνουμε!» έγινε το προσκλητήριο του θανάτου. Δεν ξέρω πολλούς βασιλιάδες να πορεύτηκαν προς τη θανή, με τόση χαρά, όχι γήϊνη και  προσωρινή χαρά, παρά κάποια άλλη, βαθύτερη αιώνια, που δεν μπορεί να τη νιώσεις χωρίς να εγκαταλείψεις τη ζωή.

   Μετά την απομάκρυνση του Ιουστινιάνη και των Γενοβέζων, δεν απόμενε στον εχθρό άλλο εμπόδιο, παρά ο βασιλιάς και η σωματοφυλακή του. Αυτοί οι απροσκύνητοι στάθηκαν πίσω από τις επάλξεις του Αγίου Ρωμανού, το σπουδαιότερο κέντρο της μάχης, κι εξακολούθησαν να υπερασπίζονται με το θάρρος της απόγνωσης τα ερείπια. Ωστόσο ο Μωάμεθ, στην άλλη μεριά της τάφρου, νευριασμένος από τις περιπέτειες μιάς μάχης που έγερνε προς την αποτυχία, παρακολούθησε με καρδιοχτύπι κάτι που συνέβαινε στον Περίβολο του Αγίου Ρωμανού. Δεν μπόρεσε να καταλάβει τί ακριβώς γινόταν εκεί, πρόσεξε όμως την αιφνίδια εξαφάνιση των θωρακοφόρων της Γένοβας, γιατί δεν έβλεπε να γυαλίζουν τώρα στον ήλιο οι θώρακές τους. Δραστήριος κι ανοιχτομάτης καθώς ήταν μυρίστηκε αμέσως ότι είχε φτάσει η ψυχολογική στιγμή, που με τόση λαχτάρα περίμενε, πώς οι μοίρες κλώθαν τώρα το πεπρωμένο κατά τη δική του βούληση. Πήδησε από την θέση του και, πηγαίνοντας προς τα δύο τάγματα που κρατούσε εφεδρεία, φώναξε δυνατά, σα να διαλαλούσε το θρίαμβό του:

   -«Φίλοι μου, γίναμε κύριοι της Πόλης, την επήραμε σας λέω! Φεύγουν μπροστά μας οι Γκιαούρηδες, δεν αντέχουν άλλο. Λίγος κόπος χρειάζεται και νικήσαμε. Μη στέκεστε, ορμήστε μαζί μου να μπούμε στην Πόλη».

   Είπε και στ’ αλήθεια τρόχασε πρώτος ο σουλτάνος μ’ όλο το επιτελείο και τους γενίτσαρους. Σαν έφτασαν στην τάφρο, οι στρατιώτες του φιλοτιμήθηκαν να τον προσπεράσουν και ξεχύθηκαν σα λυσσασμένα σκυλιά να καβαλήσουν το σταύρωμα. Εκεί ξανάρχισε σκληρότατος αγώνας, ενώ πρίν είχε κάπως κοπάσει. Καλά κατάλαβε ο Μωάμεθ πώς δεν υπήρχε πιά φρούριο, τείχος ή πύργος. Ένα εμπόδιο σταματάει το στρατό του- η ελληνική καρδιά. Όσοι Αγαρηνοί κι αν πλησίαζαν τις επάλξεις δεν κατάφερναν να σταθούν απάνω. Μόνο ένας γενίτσαρος από το Λοπάδι της Βιθυνίας, ο Ουλουμπατλή Χασάν, έμπηξε στ’ ονομαστό σταύρωμα τη σημαία του και διατηρήθηκε σπαθίζοντας κάμποσην ώρα εκεί, για να μπορέσουν κι άλλοι γενίτσαροι να πλησιάσουν. Γύρω τους έγινε τότε μεγάλος αγώνας, ωσότου οι «Καβαλάριοι» κατάφεραν να χτυπήσουν τον Χασάν στο κεφάλι, κι όχι μόνο γονατιστόν να τον αποτελειώσουν, αλλά και τους συντρόφους του να τους ρίξουν κάτω. Πάλι κρατήθηκε ασάλευτη η γραμμή της άμυνας, πάλι δεν άφησαν την τούρκικη πλημμύρα να ξεχειλίσει. Όταν ο Μωάμεθ είδε πώς οι στρατιώτες που μάζεψε δεν αρκούσαν, για να περάσουν στην Πόλη, έστειλε τους πασάδες του να του φέρουν αμέσως τα καλύτερα παλληκάρια του στρατού. Αδιαφορούσε για τους άλλους Πύργους, γιατί ένιωθε πώς εδώ, στου Ρωμανού, με ρημαγμένα τα τείχη και λιγοστούς τους υπερασπιστές, εδώ ήταν το άνοιγμα που πρόσμενε. Μιάν ώρα; Δυό ώρες ακόμα θ’ άντεχαν; Κι αλήθεια, όσο προχωρούσε το πρωί, τόσοι περισσότεροι γεροδεμένοι Τούρκοι πρόστρεχαν στην επίθεση κι ανέβαιναν με πείσμα τίς σκάλες, επειδή στεκόταν κοντά τους και τους έβλεπε ο σουλτάνος. Γενίτσαροι και βαζιβουζούκοι, πειθαρχημένοι κι άτακτοι, μουσουλμάνοι κάν χριστιανοί, όλοι δείχνανε προθυμία, ελπίζοντας να τους προσέξει ο Πατισάχ και να λάβουν τιμές και χρήματα.

   Το αφήγημα του αγώνα των υπερασπιστών, από δω και πέρα, καταντάει δραματικό. Το ακαταμάχητο θάρρος τους δεν αρκούσε, γιατί ρίχνονταν καταπάνω τους πιό πολλοί εχθροί απ’ όσους πρόφτασαν να σκοτώσουν. Ο Κωνσταντίνος για να μην εμποδίζεται στις κινήσεις τους, πέταξε την αυτοκρατορική στολή και παλεύει τώρα με το πουκάμισο. Το πρόσωπό του τόχει χαλάσει, τόχει ζαρώσει πιά η κούραση.  Γύρω του αγωνίζονται αποφασισμένοι να πουλήσουν ακριβά τη ζωή τους, λίγοι, απελπιστικά λίγοι, που δεν περιμένουν από πουθενά βοήθεια, κι όμως κάποια βοήθεια τους έρχεται. Είναι ο Δημήτριος Καντακουζηνός πού, μόλις έμαθε την αναχώρηση του Ιουστινιάνη και των Γενοβέζων, μάντεψε σε τί κρίσιμη θέση θα βρισκόταν ο βασιλιάς του, και βιάστηκε να του παρασταθεί, αφήνοντας τη φύλαξη της Κερκόπορτας σ’ έναν αξιωματικό. Τούτη η επικουρία έδωσε μιάν αναπνοή στους σωματοφύλακες, μα η κατάσταση δεν αργεί να γίνει της απελπισίας, αφού πολλοί απ’ αυτούς σκοτώνονται, ενώ οι Αγαρηνοί ολοένα πληθαίνουν. Ο Κωνσταντίνος πληγώνεται στο πόδι από σπαθιά Τούρκου που τον είχε ξεκάνει ο ίδιος, κι ενώ τον νόμιζε πεθαμένο, αυτός, πρίν ψυχοπαραδώσει, πρόφτασε και τόνε λάβωσε.

   Τέλος τάγμα από νεοφερμένους γενιτσάρους σκαρφαλώνει το σταύρωμα και χιμάει καταπάνω στους τελευταίους υπερασπιστές. Η άμυνα «μέχρι εσχάτων» θρυμματίζεται. Όσοι απόμειναν ζωντανοί κυκλώνουν τον αυτοκράτορα, για να υπερασπιστούν το ιερό του πρόσωπο. Κανένας δεν σκέπτεται τον εαυτό του, όλοι κάνουν μιά τελευταία προσπάθεια να σωθεί ο αυτοκράτορας, μα η μαρτυρική θυσία τους είναι ασθενικό ανάχωμα για να κρατήσει τον αφηνιασμένο τούρκικο χείμαρρο. Ο ένας μετά τον άλλον θανατώνονται. Η τελευταία εξάδα, γύρω του, κάνει θαύματα αντρειοσύνης. Ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και άρχοντας Βρανάς φωνάζουν «εμπρός! Εμπρός» κι όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, σπρώχνουν πέρα τα πρωτοπαλλήκαρα του Μωάμεθ. Ο Δόν Φραγκίσκος Τολεδάνος, σαν τρελός σκίζει με τα δόντια τους γενίτσαρους, όσους δεν προφταίνει να κόψει με το σπαθί. Ο Ιωάννης Δαλμάτης με τον πιστό Καντακουζηνό και το γιό του Μεγάλου Δομέστιχου Ματθαίο Σγουρομάλλη, αετοί στην γρηγοράδα, ξεκάναν όσους πλησιάζουν τον αυτοκράτορα. Ολόγυρα σ’ αυτή την εξέδρα μαζεύονται πολλοί εχθροί, όμως ακόμη περισσότεροι προσπερνάνε βιαστικοί για να κατεβούν στην Πόλη να λαφυραγωγήσουν. Ο Κωνσταντίνος που το βλέπει φωνάζει: «Η Πόλη κυριεύεται κι εγώ ζω ακόμη;». Δεν υποφέρει να τον πιάσουν οι Τούρκοι ζωντανό. Ξεφεύγει από τον προστατευτικό κύκλο των συντρόφων του και ορμά μέσα στην πύκνα των εχθρών, για να σκοτώσει και να σκοτωθεί. Ο ιδρώτας τρέχει από κάθε πόρο του. Τα μακριά μαλλιά του σαλεύουν καθώς κουνά γρήγορα, δεξιά- αριστερά το κεφάλι, λές κι είναι φίδια εξαγριωμένα. Από μικρός στάθηκε δεινός ξιφομάχος, έτσι καταφέρνει ν’ αντιμετωπίζεται από τα αίματα των Αγαρηνών, βρίσκεται παντού, λες κι ο Κωνσταντίνος, δεν βαστάει μόνο ένα, παρά δέκα σπαθιά. Κάποια μυστική δύναμη ακτινοβολά από τον ψηλό άντρα, το βασιλιά, που αθλητικός και τεχνίτης στον αγώνα, κοπανάει τον εχθρό με βαριούς χτύπους. Ξέρουν οι Τούρκοι πώς δε θα γλυτώσει, θα τον σκοτώσουν, ωστόσο καθένας τους διστάζει να τον πλησιάσει. Για ν’ αποφύγει το χατζάρι κάποιου γενίτσαρου, φέρνει ο Κωνσταντίνος τ’ αριστερό χέρι μπροστά, που σκίζεται ως το κόκκαλο και τον απογεμίζει αίματα.

    Το δραματικότερο θέαμα αυτής της τραγικής σε ανισότητας μάχης, είναι ο θάνατός του. Κατά τις 10 το πρωί ο βασιλιάς έχει απομονωθεί. Σαν σε όνειρο μισοκαταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του, γιατί μόλις προλαβαίνει ν’ αποκρούει τα χτυπήματα των εχθρών. Θολά βλέπει να πέφτουν ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Τολεδάνος κι ο Σγουρομάλλης. Έχει χάσει από μπροστά του τον Δαλμάτη και τον Καντακουζηνό. Στην αγωνία του αναστενάζει.

   -«Δεν υπάρχει κανένας χριστιανός να πάρει το κεφάλι μου;»

   Όχι, δεν υπάρχει. Ένας γενίτσαρος του σκίζει όλο το μέτωπο και τα αίματα του κλείνουν τα μάτια. Τετέλεσται. Καθώς δεν μπορεί τίποτα πια να δει, δέχεται δύο ακόμα χτυπήματα και πέφτει νεκρός. Κατάμονος. Δεν ήταν τούτο θάνατος αυτοκράτορα, με γύρω φρουρά, με σάλπιγγες και τη βασιλική πορφύρα για σάβανο. Ο Κωνσταντίνος αγωνίστηκε σαν κοινός στρατιώτης. Έτσι ο θάνατός του πέρασε απαρατήρητος. Κανένας Τούρκος, που θάπαιρνε κολοσσιαία αμοιβή αν πήγαινε το κεφάλι του στο σουλτάνο, δεν φαντάστηκε πώς ο μεσόκοπος άντρας, με το καταματωμένο πουκάμισο, ήτανε βασιλιάς. Σαράντα οχτώ χρονών.

    Τα όνειρά του ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν τα πήρε μαζί του στον τάφο. Έγιναν όνειρο του Γένους, κληρονομιά για τους αυριανούς σκλάβους που τους εξαγόραζε τη δουλεία. Έδωσε στους Έλληνες καθαρή γραμμή πορείας. Ο θάνατός του στερνή λάμψη, που όμως μετατράπηκε σε δυνατό φώς και το Έθνος, μ’ ευλάβεια το κράτησε άσβεστο επί αιώνες. Ο σπόρος που έσπειρε, ύστερα από πολλά χρόνια μαύρης σκλαβιάς, άνθισε και ξαναβρήκε το δρόμο της η Φυλή. Η ταπεινή θανή του έμοιασε με νίκη, γιατί βοήθησε να σταθεί το μεγάλο έργο- η ελευθερία μας.

    Όπως οι αληθινοί ήρωες έτσι κι ο Κωνσταντίνος μετά το θάνατό του, αναστήθηκε στον μυστικό κόσμο της καρδιάς των ανθρώπων. Η λαϊκή ευαισθησία ένιωσε το μεγαλείο του και τον αποθανάτισε. Πεντακόσια χρόνια τώρα ο Κωνσταντίνος θρηνείται και μοιρολογιέται, όσο κανένας άλλος γιατί ο λαός ποτέ δεν παύει να ξαναζεί τα παραμύθια του. Δεν έχει τόση σημασία τι έφτιαξαν οι τρανοί βασιλιάδες ενόσω ζούσαν, όσο τι άφησαν πίσω τους πεθαίνοντας. Το έργο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου μετριέται όχι με το τι πέτυχε ζωντανός (κανένας δεν μπορεί να τον κατηγορήσει, επειδή γεννήθηκε κάτω από άτυχο αστερισμό), αλλά για τον συγκλονιστικό θρύλο που χάρισε ο θάνατός του, θρύλο που δεν έχει όμοιό του στην ιστορία. Σε ποιόν άλλο τόπο υπάρχει παράδοση ενός «Μαρμαρωμένου βασιλιά» πού Άγγελος Κυρίου τον άρπαξε και τον φυλάγει, για να τον αναστήσει, όταν έρθει το πλήρωμα του Χρόνου;

   Ευτύχημα για το Έθνος ότι ο Κωνσταντίνος ο ΙΑ΄ βρέθηκε στο θρόνο το έτος της καταστροφής. Χάρη σ’ αυτόν, το ξέπνοο Βυζάντιο, πριν σβήσει, ξάφνιασε τον κόσμο με τον ηρωισμό του, ώστε στο τέλος της Νέας Ρώμης να σταθεί λαμπρότερο από το ντροπιασμένο τέλος της Αρχαίας. Και μαζί με τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα, είχε ο Κωνσταντίνος το βασιλικότερο θάνατο που μπορεί να ποθήσει ηγέτης.

 ΧΡΗΣΤΟΣ Π. ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, 7η έκδοση, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 2013, σελ.304-309.

  ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ

    ΧΡΟΝΙΚΟΝ

Μνημόσυνο στον Παλαιολόγο

-ΤΡΙΤΗ 1 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 25 της Πολιορκίας του Βυζαντίου, σ. 11-17.

   «Είτανε 6 του Απριλίου, μέρα Παρασκευή, πεντακόσια είκοσι χρόνια σωστά πριν από μας.

   Στις 6 του Απρίλη 1453, ο αυτοκράτορας των χριστιανών Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος άφησε το παλάτι της Βλαχέρνας, «το Υψηλόν Παλάτιον» όπως τόλεγαν, γιατί είτανε σε θέση πολύ ψηλή, μαγευτική, αφού πρώτα αποχαιρέτησε τους δικούς του υπηρέτες, παλατιανούς και συγγενείς. Όλοι τους κλαίανε και του φιλούσανε τα χέρια και τον κοιτούσαν λυπημένοι, θαρρείς κι’ έφευγε σ’ εκστρατεία μακρινή. Τόξεραν πώς πήγαινε στη θέση της τιμής όπως ταίριαζε στη σειρά και στην τάξη του, όμως ξέρανε ακόμα πώς είταν φόβος να μην ξαναγύριζε. Αν με τη δύναμη του Θεού νικούσε τους βαρβάρους, τότε θα τον δεχόταν πάλι το Υψηλόν Παλάτιον. Μ’ αν οι εχτροί νικούσαν, τότε δε θα ξαναπατούσε το κατώφλι του. Και δε θα τον ξανάβλεπαν ποτέ.»

-ΤΕΤΑΡΤΗ 2 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 26η της Πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.18-24

«…Με φαρμακωμένο πόνο στην καρδιά μετρά ο Κωνσταντίνος τους λιγοστούς τοξότες, θωρακοφόρους, φρουρούς έναν εδώ έναν παρέκει. Μετρά κι’ αναθυμάται τον αριθμό γραμμένο με μεγάλα ματωμένα γράμματα στην μνήμη του, άσβηστον. Κάθε φορά θαρρεί- τον βλέπει όπως εκείνη τη στιγμή που του τον παρουσίασαν οι γραμματικοί του: Τέσσερεις χιλιάδες εννιακόσιοι εβδομήντα τρείς (4.973) ντόπιοι μαθημένοι και αμάθητοι. Δυό χιλιάδες ακόμα ξένοι που τόχαν για πατρίδα τους το ξακουστό, το ευτυχισμένο Βυζάντιο. Άλλοι πάλι που ήρθανε με τη διάθεσή τους για να βοηθήσουνε βλέποντας τη μεγάλη ανάγκη. Κι’ όλοι τούτοι μιά χούφτα Ιταλοί- Γενοβέζοι πιότερο και Βενετσιάνοι-πενήντα Ρωμαίοι που έστειλε όλο- όλο για βοήθεια ο Πάπας, καναδυό Σπανιόλοι και λιγοστοί Τούρκοι μισθοφόροι. Κι’ απέναντι- μόνο σε μιά μεριά- ξέρει ο Αυτοκράτορας, πώς στρατοπέδευσαν εχτροί ψημένοι σε πολέμους με τα λαμπρά φουσάτα τους και πλούτος μπόλικο. Είναι εκεί αντικριστοί στις τρείς Πόρτες και καρτερούν την ώρα ο Μπεϊλερμπέης της Ανατολής Ισαάκ πασάς μαζί μ’ έναν άλλο Ανατολίτη τον Μαχμούτ, άντρα σημαντικό και πιο υποληπτικό απ’ όλους τους Οθωμανούς άρχοντες.

   Αποφασισμένος και σιωπηλός σταματάει κάθε τόσο ο Πολέμαρχος Βασιλιάς στον καθένα από τους 95 Πύργους που βρίσκονται στο πέρασμά του…».

-ΠΕΜΠΤΗ 3 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 27η της Πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.25-30

   «Πολλούς αιώνες τώρα η Αυτοκρατορία βρίσκεται στενεμένη από θάλασσα. Πάνε χρόνια πολλά που δεν εξουσιάζει πλέον αυτή τα πέλαγα. Πάνε αγύριστοι οι καιροί που ξάπλωνε τη δύναμή της από την Περσία ως τις Άλπεις, από τη Μαιώτιδα ως την Αχρίδα, τον Πόντο και τη Μεσόγειο. Και κάποτε, όταν εκείνος ο κραταιός Ιουστινιανός νικούσε, οι Βυζαντινοί αετοί κυμάτιζαν στις Βαλεαρίδες και στην ωραία Κύπρο αντάμα.

   Όλα τούτα, τώρα φαντάζουνε σαν παραμύθια απίστευτα και το κράτος μαζεύτηκε μόνο στην τεράστια τριγωνική πολιτεία που στέκεται πανέμορφη πάνω στους εφτά λόφους της. Ακόμη και ο Γαλατάς απέναντί της-δυό πατημασιές δρόμο- είναι στα χέρια των Γενοβέζων που κάνουνε μπρος τον φίλο και στα κρυφά δίνουνε χέρι στο Σουλτάνο.». Και: «στη θάλασσα, μετά την Υπεραγία Θεοτόκο, έχουν, τα θάρρη τους οι ογδόντα χιλιάδες ψυχές της Κωνσταντινούπολης.».

-ΤΕΤΑΡΤΗ 9 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 33η της πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.57-62

  «Από τη μιά οι αποπνευματημένοι οπαδοί της πιο πνευματικής θρησκείας που γνώρισε στην ιστορία της η γερασμένη τούτη σφαίρα. «Αγάπα τον Πλησίον σου». Και μαζί η απάρνηση του σώματος, τα πετάγματα σε χώρους λαμπρούς όπου κυριαρχεί το πνεύμα και οι μυστικές ανησυχίες του. «Πνεύμα ο Θεός». Και συνέχεια το κυνηγητό της σάρκας, το ξεντύσιμο του ανθρώπου από το περιττό, το μισητό σχεδόν φορτίο του σώματος. Με το να μουρμουρίζει, να ψέλνει, να υμνεί, αιώνες το Βυζάντιο ευχές τέτοιες: «Τάς της σαρκός επαναστάσεις κατάστειλον και πάν γεώδες και υλικόν φρόνημα κοίμησον» έφτασε να το θάψει το γεώδες και το υλικό που βρίσκεται μέσα σε κάθε ζωντανό πλάσμα του καλού Θεού.

   Τώρα βροντά, βρουχιέται τρομαχτική στο ξεχείλισμα της η περιφρονημένη δύναμη του άσκεπτου ζώου. Είναι εκεί έξω, περιμένει παμφάγα η μυριοκέφαλη μάζα-τα στρατεύματα της Ανατολής, της Ρούμελης τ’ ασκέρια, οι κένταυροι καβαλαραίοι, οι Μπασιμπουζούκοι και οι άκαρδες εκείνες μηχανές που ονομάζονται γενίτσαροι, δίχως υποψία να τους βαραίνει καμμιά πώς παραπέρα από το σώμα υπάρχει και κάποια ανησυχία που λέγεται «πνεύμα».

   Εκτός από τα πανίσχυρα οικονομικά αίτια, ιδού που τ’ οδήγησε η υπερβολική λατρεία του πνεύματος, το κραταιό, κάποτε Βυζάντιο. Μικρολογία, λογομαχία, γύρω σε μάταιες, άπιαστες σκιές. Στενόκαρδος φανατισμός, προσήλωση στον τύπο. Τύπος και δόγμα ενώ η ζωή ολόγυρα η βάρβαρη, πλάθει δικούς της τύπους και δόγματα και νόμους καταπώς θέλει αυτή στην παντοδυναμία της. Γκρεμίζονται πίσω οι αιώνες, μπροστά ανοίγονται κόσμοι καινούριοι και τώρα δίχως πηγή ζωής ψάχνει το απομεινάρι της Κοσμοκράτειρας που νάβρει τόπο να πιαστεί.».

-ΠΕΜΠΤΗ-ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 17-18 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 41η -42η της πολιορκίας του Βυζαντίου, σ. 91-94

   «Η ζωή μέσα στο πολιορκημένο Βυζάντιο μέρα με την μέρα πνίγει όλο και πιο αβάσταχτη. Κι’ όλα μαρτυρούνε πώς θα πηγαίνει έτσι από το κακό στο χειρότερο. Ποιός από τους δυό θ’ απαυδήσει πρώτος; Οι ογδόντα αποκλεισμένες χιλιάδες με τους αρρώστους, τους ανάπηρους, τους γέροντες, τα παιδιά ή οι τριακόσιες από τάλλο μέρος; Τριακόσιες χιλιάδες άντρες γεροί, σκληροί, πάνω στα νιάτα τους οι περισσότεροι. Και με πλούτη και με εφόδια άσωστα. Η Μικρασία η γόνιμη, από τα βάθη της ως τα παράλια, κι’ η Θράκη, τα νησιά στέλνουν τα χρειαζούμενα. Βουνό φτάνουν τα άλευρα, η ξυλεία, τα ρούχα, η μπαρούτη, οι τροφές. Σύνεργα για τον πόλεμο, ζώα, άνθρωποι παραπανιστά, περίσσια, χύνονται αλύπητα. Οχτακόσιες χιλιάδες χτήνη, μικρά μεγάλα, βοηθούνε με τον τρόπο τους κι’ αυτά. Και σακούλια το μάλαμα, το ασήμι για τις πληρωμές. Χώρια πιά οι αρπαγές και τα χαρίσματα που δίνουνε με το στανιό οι φοβισμένοι υπήκοοι. Αυτά κι’ αυτά υπολογίζουν ώρες-ώρες οι πολιορκημένοι χριστιανοί και μαύρη απελπισία τους ποτίζει. Ο θρήνος τους ξεσπάει πικρός γιατί θρηνούν τον ίδιο τον εαυτό τους. Δεν είναι να γλυτώσουν όσο κι αν πολεμούν. Υποψία πώς θα βαρεθούν ποτέ οι εχτροί, δεν χαράζει από πουθενά. Εκτός πιά αν φανεί βοήθεια. Μα και η θαμπή ελπίδα τούτη μέρα με τη μέρα ξεμακραίνει. Με τον καιρό μάλιστα φαντάζει πιά ολότελα απίστευτη.».

-ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 44η της πολιορκίας του Βυζαντίου.

   «Ποτέ ένα κράτος δεν αντιμετώπισε εχτρούς τόσους, όπως το περιλάλητο Βυζάντιο κι’ όμως με την αχτινοβολία του κατάφερνε πολλές φορές τα πρωτόγονα στίφη ν τα μεταμορφώνει σε έθνη. Τώρα πλανιέται πια γι’ αυτό το ίδιο ο φόβος πως τα στίφη πάνε να το καταπιούνε. Να σβήσουν, όχι μια ή πολλές πόλεις, αλλά μια Ιδέα.

   Να αποβάλλουν από τις σελίδες της ιστορίας τη Μεγάλη Ανατολική Αυτοκρατορία.»

-ΔΕΥΤΕΡΑ 21 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 45η της πολιορκίας του Βυζαντίου.

  «Με άοκνη επιμονή το Ισλάμ κατάκτησε σιγά-σιγά, τα παλαιά δεκαέξι θέματα της Μικράς Ασίας, της μάνας που επί αιώνες έθρεψε με τον ανθρώπινό της πλούτο την Αυτοκρατορία όλη.»

Και

«Κι ας είναι όλη η ιστορία του Βυζαντινού κράτους μια ασταμάτητη πορεία μέσα στον κίνδυνο. Κίνδυνος από εσωτερικούς εχτρούς, ιδέες καινούργιες, αγώνες ανάμεσα σε τάξεις, εκκλησιαστικά σχίσματα, διαμάχες θρησκευτικές, που χρονίζουν και ταράζουνε το μεγάλο οικοδόμημα ως τη ρίζα του. Επικίνδυνες επαναστάσεις στρατηγών και μισθοφόρων, ταραχές από την κληρονομική διαδοχή στον επίζηλο θρόνο, από την αρπαγή της εξουσίας ή την εκλογή Ελέω Θεού. Κι’ απ’ έξω όλες οι οροσειρές της γνώριμης οικουμένης ξεχύνανε ρεύματα παγωμένα και άγριες ορδές, που κατέβαιναν αλλόφρονες από τη μανία της αρπαγής.».

-ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 25 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 49η της πολιορκίας του Βυζαντίου, σ.134-140

«Μάθε, σεβαστέ βασιλιά των χριστιανών, άρχισε ο Ισμαήλ Χάμψα, όταν τέλειωσαν τα καλωσορίσματα και οι τυπικές ευγένειες, ότι όλα τάχουμε ετοιμασμένα για τη μεγάλη έφοδό μας. Τη νίκη την έχουμε σίγουρη από πριν γι’ αυτό καλύτερα να μας αφήσεις την πόλη αχάλαστη. Ο Πολυχρονεμένος Αυθέντης μου σου δίνει εγγύηση, ό,τι θέλεις, πώς είσαι ελεύθερος κι’ εσύ και οι συγγενείς σου να φύγετε με τα υπάρχοντά σας. Κι’ όσοι από τους κατοίκους θέλουν να σε ακολουθήσουν είναι στη θέλησή τους να το πράξουνε. Δίνει ακόμη ο τιμημένος Κύριός μου να ηγεμονεύεις στην Πελοπόννησο κάτω πάντα υπό την Υψηλή του επικυριαρχία. Έτσι θα γλιτώσεις τη ζωή σου και τη ζωή των άλλων. Αν όμως επιμένεις να συνεχιστεί ο πόλεμος τότε και η πόλη θα καταστραφεί κι’ εσείς όλοι θα χαθείτε. Οι κάτοικοι θα σφαγούνε και οι γυναίκες, οι θυγατέρες σας, τα παιδιά θα πουληθούνε σκλάβοι στα πέρατα της οικουμένης».

Τότε ο Αυτοκράτορας στράφηκε στη Σύγκλητο και τους μεγιστάνες που είχανε συγκεντρωθεί ν’ ακούσουν τις επίσημες προτάσεις του εχτρού, πήρε τη γνώμη τους κι’ αποκρίθηκε αξιόπρεπα:

  «Να πεις του Υψηλού Αυθέντου σου Αμηρά Χάμζα, αν θέλει να ζήσει μαζί μας, σαν καλός γείτονας ειρηνικά, όπως έζησαν οι πρόγονοί του, θα δοξάσουμε το Θεό. Εκείνοι λογάριαζαν και τιμούσαν τους δικούς μου γονείς σαν πατέρα τους. Και την πόλη αυτή που βλέπεις σαν πατρίδα. Σε στιγμές δύσκολες του βίου, σ’ αυτήν εδώ βρίσκανε άσυλο και καταφυγή. Ας κρατήσει ακόμη και τα φρούρια που μας άρπαξε και τη δική μας γη κι’ άς τα έχει ως δίκαια παρμένα. Τον ετήσιο φόρο που θα πληρώνουμε άς τον ορίσει ανάλογο με τους μικρούς μας πόρους. Και άς γυρίσει πίσω στο καλό. Γιατί που το ξέρει αν νομίζοντας πώς θα κερδίσει, βρεθεί άξαφνα ζημιωμένος!».

-ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 53η της πολιορκίας του Βυζαντίου

   «Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου πέφτει ανάμεσα στο μέγα πλήθος των μαχητών που έδωσαν τη ζωή α υ τ ο π ρ ο α ι ρ έ τ ω ς  για μα υπερασπίσουν την περικαλλή πατρίδα και την Πίστη εις Εκείνον που υπόσχεται Νομήν της ψυχής αιωνίαν.

«Ην δε πάσα η ζωή του αοιδίμου εν βασιλεύσι και γαληνοτάτου και μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα εννέα και μήνες τρείς και ημέραι είκοσι».».

      ΤΑΤΙΑΝΑ  ΣΤΑΥΡΟΥ

Σημειώσεις Ανθολογίου:

   «…. Ο έσχατος βασιλιάς Κωνσταντίνος ο ΙΑ΄ ανέβαινε στην εξουσία το 1449 μέσα σε δραματικές συνθήκες. Καθώς οι αντιτιθέμενοι στην ένωση με τη Ρώμη άρχισαν λυσσασμένη επίθεση ενάντια στον βασιλιά και ενάντια στους οπαδούς της συμφωνίας με τους καθολικούς, μια μερίδα της βυζαντινής αντιτάχθηκε σε κάθε βοήθεια από τη Δύση, παρά το γεγονός ότι τα τουρκικά στρατεύματα προχωρούσαν προς την Κωνσταντινούπολη και την περικύκλωναν. Απέναντι από τον πύργο της Ανατολίας (Αναντολού Χισσάρ), που τον είχε χτίσει ο Βαγιαζήτ Α΄ στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, ο Μωάμεθ Β΄ μόλις ανακηρύχθηκε σουλτάνος το 1451, κατασκεύασε στην ευρωπαϊκή ακτή, τον πύργο της Ευρώπης (Ρούμελη Χισσάρ) απαγορεύοντας με τον τρόπο αυτό, κάθε πέρασμα πλοίου από το Βόσπορο. Σε λίγο ο τουρκικός στρατός περικύκλωνε την πόλη….». Robert Mantran, «Η Καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη τον αιώνα του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς», μτφ. Γιάννης Αγγέλου, εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμα 1991.

1., Στο ίδιο Βυζαντινό κλίμα είναι και τα ποιήματα του Γεωργίου  Βιζυηνού: «Το Μπαλουκλί (Τα ψάρια της Ζωοδόχου Πηγής)», σ. 50 και «Η Αγία Σοφία» σ.51. Ο «τελευταίος Παλαιολόγος» περιλαμβάνεται στην συλλογή του Γεωργίου Βιζυηνού «Ατθίδες αύραι» σελ. 455-626 του Β΄ τόμου των Απάντων του. Η συλλογή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά με τίτλο «Συλλογή ποιημάτων Γεωργίου Μ. Βιζυηνού, μετά μιάς εικόνος υπό Alph. Legros εν  Λονδίνω, Trubner and Co 1883.

2., Ο σουρεαλιστής ποιητής και εικαστικός Νίκος Εγγονόπουλος δεν έχει υφάνει ξεχωριστό ποίημα για τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ούτε έχει δημοσιεύσει τίτλο ποιήματός του με το όνομά του. Υπάρχει μόνο αναφορά του ονόματος του βυζαντινού αυτοκράτορα στην γνωστή σύνθεσή του «Μπολιβάρ ένα ελληνικό ποίημα» που κυκλοφόρησε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο το 1944. Σε άλλες του μεταγενέστερες χρονικά ποιητικές του συλλογές συναντάμε ποιήματά του με σύγχρονες εντυπώσεις και σκέψεις του για την Κωνσταντινούπολη. Όπως π.χ. το «Ενθύμιον της Κωνσταντινουπόλεως» από την συλλογή του «Η Επιστροφή των πουλιών» έκδοση του 1946 αφιερωμένη στον «Ι. Ν.», σελ. 116. Ή το ποίημά του για την βυζαντινή αυτοκρατόρισσα, την «Θεανώ» σ. 77 της ίδιας συλλογής, ενώ για την «Η «ωραία Μαρίκα η Πολίτισσα»» μας μιλά στο ποίημά του «Αμαζόνες» σ. 45 της συλλογής του «Μην ομιλείτε εις τον Οδηγόν» στον Α΄ τόμο των ποιητικών του Απάντων. Την εικόνα της Κωνσταντινουπόλεως την συναντάμε και στο πολύστιχο ποίημά του «Η Βυκάνη» όπου και οι Κωνσταντινουπολίτικες ρίζες του διαβάζουμε: «Συνέπεια: εις την Κωνσταντινούπολη γεννήθηκε ο πατέρας μου…» μας λέει στο ποίημά του με μότο της γαλλίδας ποιήτριας Κόμησσας ντε Νοάϊγ. σελ. 98-100 της συλλογής του «Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες» Ίκαρος 1978, ενώ ο βυζαντινός στρατηγός Φλάβιος «ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ» φιγουράρει στο ομότιτλο ποίημα της σελίδας 161.

3., Το ιστορικό μυθιστόρημα του Χρήστου Π. Ζαλοκώστα, αποτελείται από 12 κεφάλαια και τον μονοσέλιδο Πρόλογο του πεζογράφου. Εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1966, έκτοτε, έτυχε πολλών επανεκδόσεων. Αντιγράφουμε μερικές ελάχιστες ακόμα θέσεις του συγγραφέα από το έργο: «Πέρ’ από το Βυζάντιο, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε παρά το χάος.» μας λέει ο Ζαλοκώστας. Και παρακάτω: «Το Βυζάντιο στάθηκε το πρώτο κράτος που έδειξε κατανόηση στις ανάγκες της φτωχολογιάς. Είχε φιλανθρωπία που θα τη ζήλευε και σύγχρονος λαός. Δίπλα στο βασιλιά υπήρχε ο «Επί των δεήσεων» που του παρουσίαζε, όποιο λαϊκό ή φτωχό, ζητούσε βοήθεια, και διόριζαν «Ορφανοτρόφο», είδος υπουργού Προνοίας, για να φροντίζει όχι μόνο τα ορφανά, μα και κάθε απόκληρο της ζωής. Σπουδαία ποσά του χορηγούσε το Δημόσιο Ταμείο. Έτσι ποτέ δεν πείνασαν οι κακότυχοι στην Κωνσταντινούπολη, ούτ’ έγιναν στάσεις από φτώχεια, μολονότι αδιάκοποι πόλεμοι και λεηλασίες συχνά φέρνανε σε απόγνωση τον κοσμάκη. Υπήρχαν θαυμάσια νοσοκομεία που τα υπηρετούσαν αριστοκράτισσες…..» σ. 11.

4., ΤΑΤΙΑΝΑΣ  ΣΤΑΥΡΟΥ, ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ. ΧΡΟΝΙΚΟΝ Μνημόσυνο στον Παλαιολόγο. Έκδοση του Βιβλιοπωλείου της «ΕΣΤΙΑΣ» χ.χ. σελίδες 182.

   Το Χρονικό της συγγραφέως Τατιάνας Σταύρου, κατά την κρίση μας, είναι από τα ωραιότερα πεζά που έχουν γραφτεί για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τον τελευταίο της αυτοκράτορα. Ο φιλέρευνος και ενδιαφερόμενος για το Βυζάντιο φιλαναγνώστης και την πρόσληψή του από την νεοελληνική ποίηση, πεζογραφία, θέατρο έχει μπροστά του ένα θαυμάσιο καλογραμμένο ευαίσθητο ψυχογράφημα για τον «Μαρμαρωμένο Βασιλιά», τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄ τον Δραγάτση. Συγκλονιστικές περιγραφές, συγκινητικές εικόνες, στρωτή γραφή, νηφάλιο ύφος, γλώσσα φουρτουνιασμένη από συγκίνηση πλούσιο λεξιλόγιο, τεκμηριωμένες θέσεις. Η Ιστορία ως μυθιστορηματική πρόταση. Μία ημερολογιακή Βυζαντινή περιπέτεια των τελευταίων σκοτεινών τραγικών στιγμών της αυτοκρατορίας και των ελλήνων και ξένων υπερασπιστών της. Όχι ως μυθοπλασία αλλά ως ιστορικό χρονικό. Βασιζόμενη η πεζογράφος Τατιάνα Σταύρου σε πρωτογενείς βυζαντινές πηγές της Άλωσης, και τον εθνικό μας ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, παρακολουθεί βήμα-βήμα, ημέρα την ημέρα τις 29 τελευταίες Μαγιάτικες στιγμές της και τα σταδιακά στάδια της επερχόμενης καταστροφής της Βασιλίδας των Πόλεων. Το βιβλίο γράφτηκε από την συγγραφέα 520 χρόνια μετά την Άλωση. Χωρίζεται σε Ημερήσιες ενότητες κάτι που βοηθά τον αναγνώστη να κατανοήσει ανετότερα τα δραματικά γεγονότα των τελευταίων στιγμών και να συμπάσχει με τις αγωνίες και τα δραματικά ημερόνυχτα των υπερασπιστών, και της τελευταίας Βυζαντινής ηγεσίας, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ΄ τον Δραγάτση. Το Χρονικό θυμίζει το υψηλό πάθος της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, με θέμα την ιστορική μεταγενέστερη χριστιανική- βυζαντινή περίοδο του Ελληνισμού.

Γράφει μεταξύ άλλων στον Πρόλογό της:

«Αυτές τις ύστατες 29 ημέρες του Μαϊου όπου η ένταση φτάνει στο άωτον θέλησε η συγγραφεύς να αναστήσει με όσο γίνεται περισσότερη ιστορική μέριμνα, σεβασμό και πίστη. «Σωφρώνως και ευσεβώς και δικαίως» όπως ταιριάζει στα φοβερά πάθη των Βυζαντινών μαρτύρων και ηρώων.

   Αν την αφιερώνει στον Μεγαλομάρτυρα βασιλέα τους είναι γιατί πιστεύει ότι με τη θυσία του γεφυρώνει ένα ιστορικό χάσμα τεσσάρων αιώνων. Στην εποχή που βρίσκονται οι ρίζες της τωρινής μας ύπαρξης καταπώς διαμορφώθηκε στους χρόνους της εξουθένωσής μας.

   Μέσα στο ζοφερό ύπνο της δουλείας, λαμπάδα ορθή, η μορφή του η αποπνευματωμένη, παρηγορούσε, εμψύχωνε και οδηγούσε προς την Ανάσταση.

   Έγινε θρύλος, έγινε παραμύθι, τραγούδι έγινε μιά και δεν έπαυσε ποτέ να συντροφεύει το ορφανεμένο Γένος με την απόκοσμη παρουσία του.

   Μαρμαρωμένος και ζωντανός, νικημένος και νικητής του θανάτου ντύθηκε όλες τις όψεις που του έδωσε η λαϊκή φαντασία. Ανταποκρίθηκε σε όλες τις λαχτάρες της ψυχής ενός χιλιοβασανισμένου λαού και δεν τον αποχωρίστηκε ως την κάποια δικαίωσή του.».

Η Ημερήσια διαμερισματοποίηση του πεζογραφήματος είναι από την πρώτη ως την τελευταία ημέρα της Πολιορκίας. -ΤΡΙΤΗ 1 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 25 της Πολιορκίας του Βυζαντίου, σ. 11-17, -ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453 Ημέρα 53 της Πολιορκίας του Βυζαντίου.

--

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟ

   «.. το δε κατά συνθήκην, ότι φύσει των

     ονομάτων ουδέν εστίν, αλλ’ όταν γένηται

     σύμβολον’ επεί δηλούσι γε…»

      Αριστοτέλης, «Περί Ερμηνείας» κεφ. 1-10

Κωνσταντίνε Παλαιολόγε

σύμβολο των παιδικών χρόνων

θρύλος της ιστορίας εξιστορούμενος

στα Εικονογραφημένα Κλασσικά

Πολύχρωμη Ζωγραφιά

στον τοίχο με την υγρασία

πλάι στους Ήρωες του 1821

τον Σπαρτιάτη Λεωνίδα

στην Σχολική Αίθουσα

Μακρινοί ήχοι μουσικού τραγουδιού

για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά

παράσταση του Θεάτρου Σκιών

δίπλα στον Μέγα Αλέξανδρο.

Σε οραματίστηκα να περπατάς αγκαλιά

με τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα

συζητώντας

για την συνείδηση

του Νέου Ελληνισμού

Αργοναύτες του Γένους των Ελλήνων

Νόστοι ιεροί

ανάμεσα στα αγριολούλουδα των

«ελπιδοφόρων» ερειπίων.

Την Ορφική λύρα παίζοντας

περήφανοι και δοξασμένοι

κουβεντιάζοντας για Πλάτωνα και Αριστοτέλη

στις Καστροπολιτείες του Μυστρά

στις «αμμουδιές του Ομήρου»

αγναντεύοντας το Αιγαίο

με τα ναυάγια του Ελληνισμού

τον ματωμένο Βόσπορο

Και πάλι

για μία ακόμη φορά

Σήμερα

αλητεύω μέσα στο όνειρο

της Ιστορίας και της Ποίησης

γ.χ.μ.

    «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούκ εμόν εστίν ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη’ κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ού φεισόμεθα της ζωής ημών».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

28-29 Μαϊου 2026

ΥΓ. «… Ποθούμε όλοι μας να βοηθιόμαστε αναμεταξύ μας. Έτσι είναι οι πολιτισμένοι άνθρωποι. Δε θέλουμε να περιφρονούμε και να μισούμε ο ένας τον άλλον. Υπάρχει θέση για όλους σ’ αυτό τον κόσμο. Κι’ η γη είναι πλούσια και μπορεί να μας θρέψη όλους. Ο δρόμος της ζωής μπορεί να είναι ελεύθερος και θαυμάσιος αλλά εμείς τον χάσαμε αυτόν τον δρόμο…» . Από την «Έκκληση προς τους ανθρώπους» στον μονόλογο του Τσάρλι Τσάπλιν της ταινίας «Ο Δικτάτωρ».