ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Το «Πρώτο Συνέδριο Ελληνικής Βιβλιογραφίας»
που οργανώνεται τούτο το Σαββατοκύριακο (21 και 22 Οκτωβρίου) στο θέατρο του
Κολλεγίου Αθηνών προσδίδει επικαιρότητα σ’ ένα κλάδο της φιλολογικής επιστήμης
ο οποίος είναι προικισμένος με το προτέρημα της γενικής χρήσης και χρησιμότητας
σε όλες τις επιστήμες. Με πολλή σύνεση, αλλά και συναίνεση (άλλη μια λέξη που
ανακαινίστηκε για τις ανάγκες της πολιτικής πρακτικής) οι οργανωτές φιλοδόξησαν
να μην περιορίσουν το αντικείμενο του συνεδρίου στον χώρο των ανθρωπιστικών
μόνον σπουδών, για να τονίσουν ακριβώς την ευρύτερη σημασία της βιβλιογραφικής
έρευνας.
Ένα πρώτο σημείο που έχει να παρατηρήσει ο
προσεκτικός αναγνώστης της ειδησεογραφίας είναι πώς το συνέδριο
πραγματοποιείται με πρωτοβουλία δύο ιδιωτικών σωματείων. Είναι ευνόητο το
ενδιαφέρον της Εταιρείας Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου
(Ε.Λ.Ι.Α.) καθώς και του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Λειτουργών Κολλεγίου Αθηνών
(Σ.Ε.Λ.Κ.Α.) για τα θέματα που σχετίζονται με το βιβλίο. Θα περίμενε πάντως
κανείς μια τέτοια διοργάνωση (που πραγματοποιείται μάλιστα για πρώτη φορά στην
Ελλάδα) να είχε ξεκινήσει από αρμοδιότερες αφετηρίες από την Πολιτεία, που δεν
χάνει την ευκαιρία της όποιας πανηγυριώτικης εκδήλωσης, προκειμένου να τονίσει
το μίζερο ενδιαφέρον της για το ελληνικό βιβλίο’ από την Εθνική Βιβλιοθήκη, από
την Ακαδημία Αθηνών ή, έστω, από τη μονίμως υπνώττουσα Βιβλιογραφική Εταιρεία
της Ελλάδος. Η συγκυρία της δεύτερης, κουρασμένης και κουραστικής, από όλες τις
πλευρές υποθέτω, προεκλογικής περιόδου δεν είναι ασφαλώς το ιδανικότερο κλίμα
για ένα τέτοιο συνέδριο. Οι προνοητικοί οργανωτές του, που είχαν κλείσει
ημερομηνίες και ομιλητές από την αρχή του 1989, δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις
απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις και, είμαι σε θέση να γνωρίζω, πέρασαν ανήσυχες
μέρες ώσπου να οριστεί η 5η Νοεμβρίου ως ημέρα εκλογών και-
ευτυχώς!- να μη συμπέσει με το διήμερο του συνεδρίου τους. Όπως και νάχει τα
πράγμα, όσοι παρακολούθησαν χτες την πρώτη μέρα του συνεδρίου, καθώς και όσοι
θα ανηφορίσουν σήμερα το πρωί προς το Κολλέγιο Αθηνών είναι βέβαιο ότι βγαίνουν
περισσότερο κερδισμένοι από εκείνους που θα εντρυφήσουν μέσω των εφημερίδων στα
ανύπαρκτα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων, προγράμματα που έτσι κι αλλιώς
περιφρονούν υπεροπτικά και τον πλέον υποτυπώδη σχεδιασμό για τα πράγματα και τα
θέματα του πολιτισμού μας.
Φίλος που ασχολείται με τους ηλεκτρονικούς
υπολογιστές μου έλεγε τη δυσκολία που αντιμετώπιζε προσπαθώντας να μεταδώσει σε
νέα παιδιά την έννοια του «αρχείου». Συμβουλεύτηκε τα πάντοτε εξυπηρετικά
εγχειρίδια των κατασκευαστών και διευκολύνθηκε με το ακόλουθο παράδειγμα: Η
προσωπική ατζέντα του καθενός μας, στην οποία σημειώνουμε τους αριθμούς
τηλεφώνων φίλων και γνωστών, είναι μία μορφή «αρχείου».
Με ανάλογη λογική θα απαντούσα στο ερώτημα:
τί είναι βιβλιογραφία; Είναι ο
οποιοσδήποτε κατάλογος ή ευρετήριο βιβλίων και δημοσιευμάτων που αναφέρονται σ’
ένα συγκεκριμένο θέμα. Εξ ορισμού, λοιπόν, η λέξη «βιβλιογραφία» συνδέεται με
το βιβλίο, τη βιβλιοθήκη και-αυτονόητα- με την εφεύρεση της τυπογραφίας. Η λέξη
μοιάζει συχνά ασφυκτικά περιχαρακωμένη, κυρίως όταν έχουμε ως βιβλιογραφικό
αντικείμενο μνεία του λόγου που προϋπήρξαν της τυπογραφίας (πάπυροι,
χειρόγραφα). Η λέξη «βιβλιογραφία», δημιουργημένη κατά τη μετακλασική
αρχαιότητα, είχε αρχικώς το νόημα της γραφής ή αντιγραφής βιβλίων. Η σταδιακή
εξάπλωση της τυπογραφικής τέχνης και η μαζική πλέον παραγωγή του βιβλίου έδωσαν
καινούργιο περιεχόμενο στη βιβλιογραφία: Έπαψε να είναι η γραφή ή αντιγραφή
βιβλίων. Έγινε η περιγραφή ή καταγραφή του έντυπου λόγου. Ένα είδος απολογισμού
που συνδέεται με την πληροφόρηση και την τεκμηρίωση. Μ’ άλλα λόγια, είναι η
γνώση του παρελθόντος κάθε θέματος που μας απασχολεί ως αντικείμενο μελέτης και
έρευνας’ η συντήρηση της σχετικής με το θέμα ιστορικής μνήμης και τέλος το
στίγμα του παρόντος.
Αν η βιβλιογραφία ασχολείται με μνημεία του
γραπτού λόγου που έχουν παραχθεί πριν από την εποχή του Γουτεμβέργιου θα
πρέπει, από την άλλη πλευρά, να περιλάβουμε στα ενδιαφέροντά της και όλες τις
σύγχρονές παραλλαγές «γραπτών» τεκμηρίων που έχουν προκύψει από την τεχνολογική
εξέλιξη: μικροφίλμς, ηχογραφήσεις, οπτικοακουστικές εγγραφές.
Όλα αυτά, βέβαια, καθώς και τις τρείς βασικές αρχές που διέπουν (ή
πρέπει να διέπουν) κάθε βιβλιογραφική εργασία: την πληρότητα, την ακρίβεια
και την εξ αυτοψίας καταγραφή, μπορεί να τα βρει διεξοδικότερα ο αναγνώστης
στις αξιόπιστες εγκυκλοπαίδειες ή σε ειδικά εγχειρίδια τα οποία, πάντως,
σπανίζουν στη γλώσσα μας. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν οι σπουδαστές των
ανωτάτων σχολών μας διδάσκονται βιβλιογραφική μεθοδολογία ή αν είναι
εξοικειωμένοι με αποδελτιώσεις. Ένα είναι βέβαιο: η Ελλάδα καταλέγεται στις
ελάχιστες χώρες του κόσμου που δε διαθέτουν τρέχουσα εθνική βιβλιογραφία,
πράγμα που πρακτικώς σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε την ετήσια βιβλιοπαραγωγή μας,
και δεν μπορούμε να προχωρήσουμε ούτε σε απολογισμούς, ούτε σε
προγραμματισμούς. Το πρόβλημα συναρτάται με πολλούς δυσμενείς παράγοντες, όπως
π.χ. η πλημμελής λειτουργία και κακή οργάνωση των δημοσίων βιβλιοθηκών μας, η
έλλειψη σαφούς κρατικού προγράμματος για την παραγωγή, προώθηση και διάδοση του
βιβλίου, η απουσία θεωρητικής υποδομής στα πανεπιστήμια. Όπως έχει παρατηρηθεί
παλαιότερα, «η βιβλιογραφική παραγωγή του τόπου δε συμβάδιζε ποτέ με την
εκδοτική. Η ελληνική βιβλιογραφία δεν μπόρεσε να αποκτήσει προσωπικότητα,
μορφή, συνέχεια και συνέπεια. Παραμένει στη βάση της ερασιτεχνική, έξω από
κανόνες μακριά από εξελίξεις. Η τεχνική της είναι ανύπαρκτη ή πολύμορφη,
αποτέλεσμα των αυτοσχεδιασμών των συντακτών της, της έλλειψης προτύπων και της
άγνοιας ή της αγνόησης των διεθνών ρευμάτων […] Το παρόν της, που το διακρίνει
ο ίδιος βιοτεχνικός χαρακτήρας, περνάει μια φάση ζυμώσεων, αναζήτησης τρόπων
τακτοποίησης των εκκρεμοτήτων και επιδίωξης ομοιογένειας και συνέπειας. (1)
Αυτές τις εκκρεμότητες, τις ζυμώσεις και τις
αναζητήσεις έρχεται να τονίσει και, πιθανότατα, να συστηματοποιήσει και να
θέσει σε όρους συζήτησης το «Πρώτο
Συνέδριο Ελληνικής Βιβλιογραφίας». Οι οργανωτές έχουν υποσχεθεί τη γρήγορη
έκδοση των πρακτικών του συνεδρίου, προσθέτοντας έτσι έναν σημαντικό τίτλο στη
βιβλιογραφία της ελληνικής βιβλιογραφίας. (2).
Στις μικρογραφίες με τις οποίες κοσμούνται
παλαιά χειρόγραφα, ή σε εικονογραφήσεις μεσαιωνικών βιβλίων, συχνά συναντούμε
ορισμένες υπομονετικές μορφές καθισμένες μπροστά σε άβολα αναλόγια να γράφουν ή
να αντιγράφουν βιβλία. Είναι οι «βιβλιογράφοι»,
μια ιδιότυπη κατηγορία εγγράμματων ανθρώπων, οι οποίοι αποτελούσαν πριν από την
εφεύρεση της τυπογραφίας τον μηχανισμό παραγωγής βιβλίων. Έγραφαν ή αντέγραφαν
βιβλία, ομολογουμένως όχι κατά τρόπο πάντοτε αλάνθαστο.
Το είδος εξαφανίστηκε με την εξάπλωση της
τυπογραφίας. Κληροδότησαν όμως στους μεταγενέστερους το διδακτικό παράδειγμα
μιας τέχνης ταπεινής (χωρίς ύφος, άραγε;) που προϋποθέτει στοργή, προσοχή και
προσήλωση στον γραπτό λόγο. Και εκείνη τη νοσταλγική γοητεία που χαρακτηρίζει
κάθε χειρωνακτική εργασία.
1., Κυρ.
Ντελόπουλος: Η Εθνική Βιβλιογραφία όργανο ενημέρωσης και μέσο προβολής του
βιβλίου. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. 1980, σελ. 5-6.
2., Πράγματι
τα Πρακτικά κυκλοφόρησαν, με αξιέπαινη ταχύτητα, την αμέσως επομένη χρονιά:
Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο- Σύλλογος Εκπαιδευτικών Λειτουργών
Κολλεγίου Αθηνών. Πρακτικά Πρώτου Συνεδρίου Ελληνικής Βιβλιογραφίας. Αθήνα,
21-22 Οκτωβρίου 1989. Το Βιβλιογραφικό προσκήνιο στην Ελλάδα σήμερα. Αθήνα
1980.
Ελάχιστα εις μνήμη Δημήτρη
Δασκαλόπουλου
Έφυγε πριν δύο ημέρες ο σημαντικός έλληνας
βιβλιογράφος, ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας γεννημένος στην Πάτρα
Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος μετά τον Γιώργο Κ. Κατσίμπαλη
είναι αυτός που έθεσε τις βάσεις της σύγχρονης, των ημερών μας, ελληνικής
λογοτεχνικής βιβλιογραφίας στην χώρα μας. Μιλώ αποκλειστικά για τον χώρο και τα
πεδία της ελληνικής φιλολογίας (ποίηση, πεζογραφία) και όχι για τα άλλα
επιστημονικά και ιστορικά πεδία καταγραφικών ερευνών της Ελληνικής Γραμματείας.
Βλέπε πχ. τις εργασίες του παλαιού Δημήτριου Σ. Γκίνη, τις πολυσέλιδες εργασίες
του Φίλιππου Ηλιού, «Βιβλιογραφία του 19 και 20ου αιώνα», του
Κωνσταντίνου Γ. Κασίνη, «Βιβλιογραφία της Ξένης Λογοτεχνίας του ΙΘ΄ και Κ΄
αιώνα» και ορισμένων άλλων. Δίχως να παραλείψουμε και τις Βιβλιογραφικές
φιλολογικές εργασίες του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου για την Θεσσαλονίκη και
άλλων συνεργατών του για ευρωπαίους λογοτέχνες. (Τόμας Μαν, Ράινερ Μαρία Ρίλκε
κλπ.), ας μας επιτραπεί να μνημονεύσουμε ακόμα, σε μία θεώρηση γενικής
εκδοτικής κατηγορίας καταγραφών, των χρόνων της γενιάς μου μετά την
μεταπολίτευση, τις αποδελτιώσεις του λογοτεχνικού περιοδικού «‘Ιχνευτής» και του
εκδότη του, ή για τις εκδόσεις της μεσαιωνικής ελληνικής ιστορίας το περιοδικό
«Βιβλιοφιλία». Στους φιλολογικούς χώρους θα προσθέταμε και την εργασία της
Μάρθας Καρπόζιλου για τα Λογοτεχνικά Αφιερώματα των Περιοδικών, του Γιώργου Π.
Σαββίδη για τις Καβαφικές εκδόσεις, του Νίκου Τριανταφυλλόπουλου και τις
εργασίες του για μία καταγραφή της Παπαδιαμαντικής Βιβλιογραφίας, Του Γιάννη Ι.
Φουσάρα και το βιβλίο του Βιβλιογραφία των Ελληνικών Βιβλιογραφιών, και τις
αποδελτιωτικές προσεγμένες πάντα εργασίες πάνω στις κατά καιρούς εκδοθείσες
ελληνικές λογοτεχνικές βιβλιογραφίες του συγχωρεμένου Παναγιώτη Μαστροδημήτρη.
Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στην εισήγησή του στο πρώτο συνέδριο ελληνικής
βιβλιογραφίας στο Κολλέγιο Αθηνών 21-22 Οκτωβρίου 1989 που οργανώθηκε από το
Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο και το Σύλλογο Εκπαιδευτικών Λειτουργών
του Κολλεγίου Αθηνών, στην μεστή και γόνιμη εισήγησή του αναφέρεται στα
Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, δίνοντας στοιχεία και ονόματα. Το
κείμενο «Βιβλιογραφίας εγκώμιον» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην Κυριακάτικη
έκδοση της πρωινής εφημερίδας «Το Βήμα» 22/10/1989. Και οι δύο εργασίες του,
τις συμπεριέλαβε δέκα χρόνια αργότερα στον τόμο με Θέματα, συγγραφείς, έργα
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, με τίτλο «Συμπαθητική μελάνη» εκδόσεις «Ερμής» Αθήνα
1999. Στο σημερινό σημείωμα αντιγράφω το άρθρο του στην εφημερίδα «Το Βήμα»,
ενώ σε επόμενο στην μνήμη του την Εισήγησή του στο πρώτο συνέδριο. Μάλιστα για
τους λογιώτατους ορθογραφικά αλάνθαστους, στις σημειώσεις του ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος,
σελ. 174 κλείνοντας τις πληροφορίες αναφέρει «Το Βιβλιογραφικό προσκήνιο στην
Ελλάδα σήμερα» Αθήνα 1980, ενώ από τυπογραφική αβλεψία, η έκδοση έγινε το 1990.
Στην δική μου αντιγραφή «μαύρισα»- υπογράμμισα ερώτηση και απάντηση που είναι
τα κεντρικά σημεία του κειμένου και φωτίζουν την όλη οπτική του. Το Βιβλίο με
τα Πρακτικά κυκλοφόρησε από το ΕΛΙΑ και σήμερα με την αγορά του ΕΛΙΑ, μετά τον
θάνατο του Χαριτάτου το Αρχείο περιήλθε στην κατοχή του ΜΙΕΤ και πωλείται όπως
και άλλα ομοειδής κατηγορίας βιβλία. Ανάμεσα στα 18 ονόματα των τότε φιλόλογων
και επιστημόνων και ιστορικών συμμετεχόντων, αναγνωρίζουμε εκείνα του
Κωνσταντίνου Θ. Δημαρά, της Λουκίας Δρούλιας, του Αδαμάντιου Στ. Ανεστίδη, του
Κυριάκου Ντελόπουλου, του Γιώργου Π. Σαββίδη, του Μάνου Χαριτάτου, της
Αλεξάνδρας Παπάζογλου, του Γιώργου Παναγιώτου και άλλων.
Σε αυτήν την «ιδιότυπη κατηγορία
εγγράμματων ανθρώπων»- σύμφωνα με τα λεγόμενά του- τους «βιβλιογράφους», ανήκει
δικαιωματικά και επάξια ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Σε αυτούς τους επαγγελματίες
ή ερασιτέχνες παθιασμένους και με μεράκι, μεγάλες αντοχές ακούραστους
βιβλιογράφους, που τους είδαμε σκυμμένους πάνω στα αναλόγιά τους στην μεταφορά
στην κινηματογραφική οθόνη του μυθιστορήματος του ιταλού συγγραφέα «Το όνομα
του Ρόδου». Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος άνοιξε σύγχρονους δρόμους στην παράδοση
της ελληνικής σειράς των βιβλιογράφων. Δεν είναι μόνο οι εργασίες του πάνω στην
Βιβλιογραφία του Κ. Π. Καβάφη ή του Οδυσσέα Ελύτη κλπ. είναι η όλη του
συστηματική μεθοδολογία συγκέντρωσης του υλικού του. Και ας μην συμπεριέλαβε το
πλήθος των βιβλιογραφικών αναφορών που υπήρχαν στην εποχή του πχ. εφημερίδες
και έντυπα, εξάλλου, όπως έχουμε γράψει σε δικές μας εργασίες μία Βιβλιογραφία
είναι ανοιχτή στο χρόνο, έχει αρχή όχι όμως τέλος. Είναι η συνέπεια και η
προσωπική του προτίμηση και αγάπη που έδειξε για αυτό το είδος και κατηγορία της
ανθρώπινης γραφής. Εργασίες του χρήσιμες και απαραίτητες, βιβλία υποδομής για τους
ασχολούμενους και ενδιαφερόμενους της ελληνικής λογοτεχνίας και φιλολογία και όχι
μόνο. Και δεν είναι «δήθεν» η κρίση του για έναν άλλον Βιβλιογραφικό άθλο, αυτόν
της Αικατερίνης Μακρυνικόλα για την Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου 1924-1989.
Το κοπιώδες έργο των ελλήνων ή ελληνίδων Βιβλιογράφων,
δεν είναι ούτε προς άκριτο ενθουσιασμό ούτε προς επιλεκτικό ψόγο, οφείλουμε να
το δούμε όλοι εμείς που είμαστε (ας μου επιτραπεί η έκφραση «έξω από τον χορό
πολλά τραγούδια λέμε») μέσα στο πλαίσιο των ατομικών ευκαιριών, πάσης φύσεως
ευκολιών και οικονομικών υποστηρίξεων των εκάστοτε Βιβλιογράφων που καταπιάνονται
να φέρουν εις πέρας μιάς τέτοιας μορφής ογκώδεις εργασίες που, ούτως ή άλλως, πέρα
από την ειδική χρησιμότητά τους, αριθμητικά το κοινό των αναγνωστών που θα
ενδιαφερθεί είναι μικρότερο ίσως από αυτό των ειδικών. Στην ποίηση του Ανδρέα Κάλβου
θα σταθούμε ή στην Βιβλιογραφία του συνθεμένη από τον Γιώργο Ανδρειωμένο.
Όμως ο λόγος του αργεντινού συγγραφέα
παραμυθά Χόρχε Λουϊς Μπόρχες, που έκανε- μεταποίησε- τις μεγάλες ιστορίες και μύθους
του παγκόσμιου πολιτισμού σε μικρές καθημερινές ιστορίες, εύληπτες και αποδεκτές
στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, κάτι σαν τις Ευαγγελικές παραβολές, ότι «Ο μόνος λόγος
για τον οποίο πρέπει να δημοσιεύσει κανείς τα κείμενά του είναι για να μην περνάει
όλη του τη ζωή διορθώνοντάς τα.» Αν αυτό ισχύει για έναν συγγραφέα, λογοτέχνη,
πόσο μάλλον ισχύει για έναν βιβλιογράφο θα ρωτούσαμε από την μεριά μας;
Τα λόγια του Μπόρχες ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος
τα αναφέρει στον πρόλογό του «Δύο λόγια» στο βιβλίο του «Ιχνογραφία» Κριτικά Σχόλια,
εκδόσεις «Γαβριηλίδης», Αθήνα 2007.
Όσο για τα σχετικά αναμενόμενα λαθάκια των
εκδόσεων που συχνά συναντάμε και κοκκινίζουν οι παρειές μας, η απάντησή μου είναι
το ποίημα του ποιητή Ανδρέα Λασκαράτου:
ΟΙ
ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΙ
Παιδιά
ηλικιωμένα είν’ τα λεγόμενα
Έλληνες,
με δύο λάμβδα και δασεία,
Ορθογραφία,
και σύνταξη, κ’ επόμενα,
Κάνουν
όλη τους τώρα την αξία.
Μα σε λίγον καιρόν αναστενόμενα,
Και
φθάνοντας σε νόμιμη ηλικία,
Θα
αφίσουν τούτα τα παιδαριευόμενα,
Γι’
άλλη ανθρωπιά, για διάφορη πορεία.
Θα αφήσουν τες ψιλές και τες δασείες,
Τές
οξείες, βαρείες, περισπωμένες,
Τές
μακρές συλλαβές, και τές βραχείες,
Κι άλλες παιδιαροσύνες ‘ περασμένες,
Και
θε να στρέφουν ‘τότε τα μυαλά τους,
Εκεί
που τους καλεί η ανθρωπιά τους.
--
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Λογοτεχνικά Πάρεργα
Πειραιάς 1 Ιουνίου
2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου