Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξης Ζήρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξης Ζήρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Αφιέρωμα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη

 

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ

Μηνιαία Επιθεώρηση Βιβλίου

τεύχος 518/5, 2011

Επιμέλεια Αφιερώματος: Γιάννης Ν. Μπασκόζος

Γράφουν:

Κική Δημουλά, Απελευθερωμένος πια…,80-82

          «Δε σίγασε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, απλώς κόπασε κάπως η παρουσία του. Η αίγλη της, έχοντας πιά ξεφύγει από την εγκόσμια τρικυμία, ευχερώς πλέει και εισέρχεται στον απάνεμο, ασφαλή κόλπο της μνήμης, με σταμάτημα κάθε τόσο, σε γραφικούς ορμίσκους φωτογραφιών.

Η απομάκρυνσή του από  την ορατότητα αφήνει επάνω στη ρευστή μας υφή χαρακιές βαθιάς λύπης. Είναι βαρύθυμα λυπημένος αυτός ο αποχαιρετισμός που του απευθύνω τώρα, δεν ξέρω αν θα τον λάβει, δεν ξέρω τι ακουστική έχει αυτό το έρμο «απέναντι» στο οποίο ήδη εγκαταστάθηκε ο Καμπανέλλης…

Απερίσπαστος τώρα, απελευθερωμένος από την ελκυστική βαρύτητα της ζωής, φαντάζομαι ότι θα οργανώνει εκεί, στην πάρα-πάρα-πάρα κάτω γειτονιά, το χώρο όπου θα παιχτεί το καινούργιο του μονόπρακτο, με πρωταγωνίστρια την αιωνιότητα, την τόσο προικισμένη να είναι ατελεύτητη. Ατελεύτητος και ο μονόλογός της, και δεν τον διακόπτει ούτε λύπη, ούτε σπαραγμός, ούτε χαρά. Πολιτισμένη ανυπαρξία επικρατεί.

Έρχονται τώρα, σα για να διαψεύσουν τα όσα ζοφερά φαντάζομαι, οι στίχοι του Μαβίλη «Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε την πίκρια της ζωής…» Που σημαίνει τι, οι νεκροί συνειδητοποιούν τη λύτρωσή τους από τη μνήμη, νιώθουν καλότυχοι που μπορούν να λησμονάνε και μπορούν να χαίρονται γι’ αυτό; Επομένως εν μέρει πεθαίνουμε; Μακάρι να αληθεύει αυτό και να μην είναι μόνο άποψη της ελπίδας, και ανάγκη του σονέτου. Πάντως εγώ, αν μερικώς πεθάνω, χρήση της δυνατότητας να μπορώ να ξεχνώ με τη θέλησή μου δεν θα κάνω. Δε θέλω να ξεχάσω το είναι μου. Εκτός αυτού, όλα τα σημαντικά και τα σπουδαία στις πίκριες τις αλησμόνητες οφείλονται. Εκείνες τα οδήγησαν να γίνουν λόγος, τέχνες, θέατρο. Αν το καλοσκεφτούμε, αυτές οι πικρίες θυσιάζονται να είναι μισητές, ανεπιθύμητες, για να βρούν οι μικρές χαρές, έτοιμη, στρωμένη τη μεγαλοποίησή τους.

Ιάκωβε, σε παρακαλώ, εσύ που έχεις τα μέσα στα θαύματα, ζήτα από κάποιο θαύμα να σου επιστρέψει να έρθεις κλεφτά και εμπιστευτικά να μου πεις, τι γίνεται εκεί κάτω, ισχύουν οι στίχοι του Μαβίλη; Δηλαδή εσύ ξέχασες τις συγκινήσεις που μας έδωσες, ξέχασες τις πικρίες που σου ενέπνευσαν τη συγκίνηση;

Δε θέλω να πιστέψω ότι κατετάγης και συ, πιστός, αφοσιωμένος, στην τρομερή μυστικότητα, την εκ δεξιών των μυστηρίων. Ασπάστηκες κι εσύ την αποσιώπηση;

Καλά προβλέπω ότι αυτή θα είναι η σκηνοθέτης των αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων τις οποίες θα υποδύεται η ηρωϊδα σιωπή σου;

Συνάντησα τον Καμπανέλλη πριν περίπου 20 χρόνια σε κάποια τιμητική εκδήλωση στο δημαρχείο. Δε θυμάμαι ποιον αφορούσε η τιμή. Χαιρέτισα τον Κώστα Γεωργουσόπουλο που καθόταν δίπλα του. Άκουσε ο Ιάκωβος το όνομά μου και είπε: Α, επιτέλους, να γνωρίσω κι εγώ ποια είναι αυτή η ποιήτρια που ακούω…

Μια απλή ευγένεια, που όμως βάρυνε, θυμάμαι, σα διάκριση που έλαβα. Ένα από τα πρώτα, ευσυγκίνητα συμπτώματα της αδιαμόρφωτης ακόμα τότε… αρπακτικής φιλοδοξίας μου…

Και γνώρισα χορταστικά τον Καμπανέλλη, το 2002, όταν έγινα μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αφέθηκε δε να έχω την εντύπωση ότι δεν με ψήφισε, χωρίς ποτέ να ερευνήσω αν ήταν σωστή ή λάθος αυτή η εντύπωσή μου. Είχα, από τότε, εν ενεργεία την αρετή να γνωρίζω ότι από ζυγαριά σε ζυγαριά αλλάζει το βάρος μου, και ότι η κάθε αλλαγή του, σωστό το δείχνει. Έτσι, καθόλου εμποδισμένο δεν ήταν να χαίρομαι επί καθημερινής σχεδόν και τόσο εποικοδομητικής βάσεως τη συναναστροφή του. Σα γείτονες που είμαστε, Κυψέλη εγώ και κείνος στην κοντινή οδό Κύπρου, φιλοξενούσε και τη δική μου μεταφορά στην Ακαδημία με το αυτοκίνητο που, ως πρόεδρος του Ιδρύματος Ουράνη, δικαιωματικά χρησιμοποιούσε. Τα πρώτα χρόνια τον θυμάμαι να βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού του, με την ακμαία και άκρως διακριτική κομψότητά του, φροντισμένη από τους πιο έμπειρους συνδυασμούς απαλών χρωμάτων. Τόσο επιμελώς ταιριασμένα, γιλέκα, κασκόλ, γραβάτες, πουκάμισα, που λογάριαζα πως ώρες θα αφιέρωνε για να πετύχει αρμονική τη σύνθεσή τους.

Τον ρώτησα: η Νίκη φροντίζει να είναι το ντύσιμό σου τόσο ίδιο με το ύφος σου; Όχι, μου απάντησε, ανοίγω την ντουλάπα μου κι έχω έτοιμο, κρεμασμένο το ταίριασμα των διαφορετικών. Η σύνθετη σχέση μου με τον Ιάκωβο, υπηρεσιακή και αγαπητική μαζί, έδρασε απρόσκοπτα όλ’ αυτά τα χρόνια, σε στενό πάντα χώρο και χρόνο. Μέσα στα αυτοκίνητο κατά τη διαδρομή προς και από την Ακαδημία, με ψιθυριστές συνεννοήσεις την ώρα των συνεδριάσεων- καθόμουν δίπλα του στο ίδιο… θρανίο-και όσα υπολείπονταν, στο τηλέφωνο πια. Σχέση που δεν εξαπλώθηκε σε ευρύτερες και πιο ελεύθερες επαφές, κι ωστόσο πήρε διάσταση φιλίας, με ασφαλιστική δικλείδα, τη στενή και πολύ ειρηνική συνεργασία. Ως και οι διαφωνίες και διαφορετικές εκτιμήσεις σε θέματα που κρίνονταν είχαν τον υποχωρητικό χαρακτήρα του κόσμιου συμβιβασμού. Η αξέχαστη επίσης Γαλάτεια Σαράντη, ο Ιάκωβος και ‘γω, ως επιτροπή κρίσεως των Λογοτεχνικών, κυρίως, Βραβείων, μοιραζόμαστε την ευθύνη για τις λανθασμένες εκτιμήσεις ή την ικανοποίηση για τις ορθές, συνυπογράφοντας τις αποφάσεις.

Θα προσθέσω, με πόση θέρμη ο Ιάκωβος πρότεινε για βράβευση κύπριους λογοτέχνες, πόσο νοιαζόταν να διακριθούν πρόσωπα που είχαν προσφέρει πολλά στις έννοιες: ήθος, πατρίδα, ηρωϊσμός.

Είδα στην κηδεία του Ιάκωβου συγκινημένο τον Μανώλη Γλέζο και αναδύθηκε στη μνήμη μου ότι ο Καμπανέλλης πρωτοστάτησε στην πρόταση να απονεμηθεί το 2006 στον Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα το χρυσό μετάλλιο, για την ηρωική πράξη τους τη νύχτα της 30ης -31ης Μαϊου 1941. Τιμή εν ολίγοις στην Εθνική Αντίσταση.

Τα δύο τελευταία χρόνια, η γκαρνταρόμπα του Ιάκωβου, κάπως σα να εξασθένιζε, σα να αποχρωματιζόταν, η έντασή της μόνον. Το σώμα του, σα να έχανε το πείσμα του να γεμίζει στητό τα ρούχα. Στο πίσω κάθισμα εγώ, στο αυτοκίνητο, παρακολουθούσα πώς σιγά-σιγά αραίωνε η δύναμη της φωνής του, αραίωναν τα μαλλιά του, τόσο παράλληλο και συνδετικό γνώρισμα και των δικών μου άλλωστε εξασθενήσεων. Πότε-πότε παραδινόταν σε κάποιες εκμυστηρεύσεις, για το πόσο νοσταλγούσε την παλιά του ταξιδευτική του ευχέρεια με τις ένδοξες πάντα προϋποθέσεις που τον υποδέχονταν. Και όλο και πιο αυξανόμενη η ευαισθησία του απέναντι στη Νίκη, την όμορφη Νίκη, τη μειλίχια και αθόρυβη σύντροφό του. Με εντυπωσίαζε, όταν αργούσαμε λίγο παραπάνω στην Ακαδημία, πώς της τηλεφωνούσε από το κινητό του οδηγού, ή το δικό μου, να μην ανησυχεί. Έρχομαι, τις έλεγε.

Δεν ξεχνώ με πόση αξιοπρεπή συγκρατημένη θλίψη μου εκμυστηρεύθηκε ότι κάποιο έργο του θα παιζόταν στο τάδε μεγάλο θέατρο στην Ιαπωνία, ήταν καλεσμένος, πόσο θα ήθελε να πάει μα πώς να πάει χωρίς τη Νίκη- είχε και κείνη κάποια προβλήματα υγείας- και πώς να πάει στο Ισραήλ και κει καλεσμένος, να τιμηθεί για τη συμπαράστασή του στην τραγωδία αυτού του λαού. Υγιής μεν, ανθεκτική και πρόθυμη η επιθυμία του, αλλά πρόθυμη, άτολμη πια η αντοχή του- άλλωστε χωρίς τη Νίκη ούτε στον Παράδεισο καλεσμένος να ήταν, δεν θα πήγαινε. Απόδειξη που το συμφώνησαν να φύγουν και οι δυο κοντά-κοντά.

Για τον Παράδεισο άραγε;

Είναι περίεργο, πως ενώ τόσο συχνά ξεγελιόμουν από μια πλάνη, που όταν την ανακάλυπτα, συνήθιζα να αναφωνώ αυτοσαρκαστικά: Η ζωή μας είναι θέατρο, πώς και γιατί είδα τόσο λίγο θέατρο. Μα δεν είναι ώρα να το σχολιάσω εδώ. Λέω μόνο, ότι αυτή η στέρησή μου έγινε βασανιστικά αισθητή, με το να βρίσκομαι επί τόσα χρόνια τόσο κοντά στον Καμπανέλη. Μένει ολοζώντανο, πόσο, σαν από θαύμα θεραπεύτηκε αυτή η στέρηση, τη βραδιά που ο Ιάκωβος με κάλεσε να πάω μαζί του στο θέατρο του Βουτέρη, στα Εξάρχεια, να δω τις Δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά, δικό του έργο. Διατηρώ ανέπαφη την δυσκολία που ένιωθα, να βολέψω στο κάθισμά μου τη διπλή ευδαιμονία που με κατέκλυζε: μία για το έξοχο, σπαρακτικά αληθινό έργο που έβλεπα, και μία ότι ήμουν καθισμένη δίπλα στο συγγραφέα του έργου και μάλιστα καλεσμένη του.

Ιάκωβε, εύχομαι να μην παίζονται και κει που είσαι, με τόση επιτυχία, οι «δύσκολές σου νύχτες…».».

Βάλτερ Πούχνερ, Ιάκωβος Καμπανέλλης: Ο φίλος, ο πολίτης, ο συγγραφέας, 83-85

Αλέξης Ζήρας, Με τον Ιάκωβο, στη ραδιοφωνία, 86-87

 «Την άνοιξη του ’82 δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον ποιητή Γιάννη Κοντό. Με ρωτούσε αν μ’ ενδιέφερε να αναλάβω τη θέση του συμβούλου στη διεύθυνση της ραδιοφωνίας, όπου ήδη είχε τοποθετηθεί ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Του ζήτησα μερικές μέρες να το σκεφτώ, καθώς τότε συζητούσα με τον αρχισυντάκτη μιας εφημερίδας το ενδεχόμενο να οργανώσω μια σελίδα για το βιβλίο και η προοπτική της ραδιοφωνίας δεν μου φαινόταν και πολύ ελκυστική. Ο Κοντός, φίλος του Καμπανέλλη από την περίοδο της δικτατορίας, μου μετέφερε μέσες άκρες τι περίπου ήθελε, αλλά ακόμα κα αν ζύγιζα τα πράγματα και έπαιρνα την απόφαση, θα απέμενε μία αποφασιστική, κρίσιμη συνάντηση μ’ έναν άνθρωπο που δεν ήξερα σχεδόν τίποτε γι’ αυτόν. Θέλω να πω, δεν ήξερα σχεδόν τίποτε πέρα από τη μακρόχρονη θητεία του στο θέατρο και στον κινηματογράφο και πέρα από το ότι είχε ενισχύσει τις γραμμές όσων καλλιτεχνών και διανοουμένων ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση με το καθεστώς των συνταγματαρχών. Οι παραστάσεις από Το μεγάλο μας τσίρκο, ωσότου απαγορευτούν, ήταν μία μορφή καθημερινού λαϊκού συλλαλητηρίου, μια ανοιχτή, συλλογική πράξη αντίστασης για τα μέτρα της εποχής. Πράγματα που δεν έπαιζαν μικρό ρόλο στο θυμικό μας και στις αξιολογήσεις που κάναμε. Τελικά, λίγο μετά το Πάσχα του ’82 είδα τα χρονικά όρια είχαν στενέψει, ο ορίζοντας της εφημερίδας απομακρυνόταν και το μόνο που απέμενε ήταν να ανεβώ στην Αγία Παρασκευή, περιμένοντας μάλλον να μην είμαι αυτό που ο Καμπανέλλης προσδοκούσε.

Απόγευμα. Περίμενα ένα τέταρτο στον προθάλαμο του γραφείου του, έπειτα άνοιξε ο ίδιος την πόρτα, με κάλεσε να περάσω, μ’ έβαλε να καθίσω. Εκείνος έμεινε όρθιος. Ήταν ένας λεπτοκόκαλος και μάλλον μικρόσωμος άντρας. Θυμάμαι ότι φορούσε ένα κοτλέ καφέ καστανό κοστούμι, με ένα πιο ανοιχτόχρωμο ζιβάγκο που τότε ήταν του συρμού. Καθώς βάδιζε πάνω-κάτω στο γραφείο του, κάνοντάς μου ερωτήσεις, κάπνιζε διαρκώς. Το ένα πίσω από τ’ άλλο. Σ’ ένα τραπεζάκι, δίπλα στην πολυθρόνα του, ένα μεγάλο φλιτζάνι με καφέ. Τα τασάκια ξεχείλιζαν από τα σβησμένα τσιγάρα. Πρόσωπο εύπλαστο, ηθοποιού, μαλακό, χωρίς γωνίες, πάνω στο οποίο δημιουργούσαν αντίθεση τα αεικίνητα μάτια του. Νεανικό παρουσιαστικό. Παρότι χαμογελούσε με εγκάρδιο τρόπο το βλέμμα του παρέμεινε εξεταστικό και διαπεραστικό σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας μας. Προσεκτικός, αγόραζε, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι. Προτιμούσε, όπως μου είπε, να μην κάθεται πίσω από το γραφείο του. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι εμπιστευόταν περισσότερο ό,τι έβλεπε από ό,τι άκουγε, χαρακτηριστικό αρκετών μεσήλικων που είχα γνωρίσει και που συνήθως είχαν περάσει δύσκολα χρόνια, κάτω από δύσκολους όρους. Στα εξήντα του τότε, ήταν νευρώδης, με κινήσεις γρήγορες, με φωνή νεανική και επίσης γρήγορη, την οποία προσπαθούσε να κάνει πιο σταθερή, μιλώντας με σχετικά σύντομες και στρογγυλεμένες φράσεις και περιμένοντας πάντα με ένα σταθερό, φιλικό χαμόγελο την απάντηση του άλλου. Δεν αφηνόταν όμως, δεν ανοιγόταν εύκολα- κι αυτό το διαπίστωσα πολλές φορές στα επόμενα χρόνια της συνεργασίας μας- λες και παρέμενε, παρά το ότι βρισκόταν σ’ ένα οικείο γι’ αυτόν περιβάλλον, σε μιά κατάσταση διαρκούς εντιμότητας. Σαν να ήθελε να αποφύγει κάποιον αιφνιδιασμό. Επιφυλακτικότητα; Ίσως. Αλλά ήταν εύλογο κάτι τέτοιο για έναν άνθρωπο που είχε περάσει στη δεκαετία του ’40 από συνθήκες όπου η ζωή και ο θάνατος ήταν πολύ κοντά. Ομηρεία, στρατοπεδική ζωή στη χιτλερική Γερμανία, εμφύλιος στην επιστροφή του. Σε κάποιο σημείο της κουβέντας μας κατάλαβα ότι τον απασχολούσε κάτι άλλο. Αισθάνθηκα αμήχανα. Σηκώθηκα. Μου είπε να δώσω χαιρετισμούς σε κοινούς γνωστούς μας. Στον Αλέξανδρο Ζάννα, στον Τίτο Πατρίκιο, στον Αλέξανδρο Αργυρίου. Με ρώτησε για την υπό ίδρυση Εταιρεία Συγγραφέων και με συνόδευσε ως έξω. Ετοιμαζόμουν τώρα να φύγω, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, όταν μου φώναξε με κάπως περιπαιχτική και ευδιάθετη φωνή: «Μπορείς να αρχίσεις από αύριο;».».    

Θανάσης Παπαγεωργίου, Με τα παιδιά του Ιάκωβου, 88-89

Μάριος Ποντίκας, Αθάνατος, 89

Γιώργος Π. Πεφάνης, Ένα αδιόρατο χαμόγελο, 90-91

Γιώργος Μιχαηλίδης, Αποχαιρετισμός, 92-93

Κώστας Καζάκος, Σκόρπιες αναμνήσεις, 94-95

          «Γνώρισα τον Ιάκωβο το 1953, όταν πρωτομπήκα στη Σχολή Σταυράκου, αυτός ήταν τότε νεαρός καθηγητής. Η Σχολή είχε αποφασίσει να κάνει εκείνο το χρόνο μια παραγωγή/ ταινία σε σενάριο του Καμπανέλλη. Ήταν μία μεταφορά του μύθου του Πλούτωνα και της Περσεφόνης στα καθ’ ημάς. Σε κείνη την ταινία πήρε μέρος σχεδόν όλο το ελληνικό θέατρο: ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Ορέστης Μακρής, ο Λαυρέντης Διανέλλος, η Αλέκα Κατσέλη. Ο Ιάκωβος με επέλεξε να κάνω τον Πλούτωνα, έναν νεαρό γεωπόνο. Έτσι άρχισε η γνωριμία και η φιλία μας. Κομψός πάντα, με στυλ, ερωτύλος, ήταν συνεχώς ερωτευμένος, ήταν στο DNA του να είναι ερωτευμένος, έπαιρνε δύναμη από αυτό.

Ο Καμπανέλλης, θυμάμαι, μου έλεγε ότι είχε εμπνευστεί να γράψει θέατρο από ένα έργο του Τζακ Κίρκλαντ, το Για ένα κομμάτι γης. Από τότε έλεγε ότι άρχισε να σκέφτεται με εικόνες θεατρικές, ρεαλιστικές. Ήρθε, λοιπόν, στο γραφειάκι του Κουν και του έφερε την πρώτη πράξη από ένα θεατρικό του για να του το διαβάσει. Ο Κουν συνήθως δεν καθόταν να του διαβάζουν τα έργα, προτιμούσε να του τα αφήνουν και να τα διαβάζει μόνος του. Κάτι είδε στον Καμπανέλλη, και άφησε να του διαβάσει την πρώτη πράξη. Ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε, του πρότεινε να γράψει και το υπόλοιπο. Ήταν Η Αυλή των θαυμάτων. Ο Ιάκωβος έγραφε και έφερνε, σχεδόν ένα κομμάτι του το έγραφε μέσα στο Υπόγειο του Κουν. Το ανεβάσαμε το φθινόπωρο του ’57. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα με άδεια. Η παράσταση πήγε πολύ καλά και άρχισε να έρχεται κόσμος στο Υπόγειο, μέχρι τότε οι θεατές μας ήταν λίγοι.

Ο Ιάκωβος ήταν ο άνθρωπος που έγραφε τα θεατρικά του στις κουϊντες του θεάτρου. Καθόταν στις κουϊντες, παρακολουθούσε τις πρόβες, τις πρώτες παραστάσεις και παρατηρούσε πώς κυλάει το έργο και αμέσως μετά έκανε αλλαγές. Δεν είχε καλό ηθοποιό; - του μίκραινε τον ρόλο, τράβαγε ο ηθοποιός; -έδινε έκταση στο ρόλο του. Πίστευε ότι το θέατρο είναι πρακτική δουλειά που την μαθαίνεις μαζί με την κομπανία, τους ηθοποιούς. Νομίζω ότι έτσι ήταν όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς. Το Τσίρκο γράφτηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στο θέατρο.

Ο Ιάκωβος, ενώ ήταν θρήσκος και μάλλον προς το συντηρητικός, όταν έπιανε την πέννα γινόταν επαναστάτης. Από την αρχή της χούντας ψάχναμε να φτιάξουμε ένα έργο που να μιλάει για τα προβλήματα της εποχής. Έγραψε πρώτα την Ασπασία, ένα ατελές έργο αλλά το έγραψε μόνο και μόνο για να ακουστεί από τη σκηνή ο «Επιτάφιος» του Περικλή. Ο Ιάκωβος είχε κάνει διάφορες προσπάθειες να γράψει κάτι μεγάλο, αλλά μόλις το 1973, μετά από ατέλειωτα ξενύχτια, φαίνεται ότι βγήκε από μέσα του Το μεγάλο μας τσίρκο. Είχαμε ωριμάσει και εμείς, και η εποχή ήταν ώριμη για να εμπνεύσει τον Ιάκωβο. Φυσικά είχαμε το εμπόδιο της λογοκρισίας. Πηγαίναμε δέκα επεισόδια, μας εγκρίνανε ένα, ενάμισι.

Αλλά είχαμε πεισμώσει, ο Ιάκωβος είχε βρει τον ιστό και συνεχώς δημιουργούσε νέες σκηνές. Θυμάμαι τη Τζένη να του λέει: «Βρε παιδί μου, που τα βρίσκεις, στο περίπτερο πας και τα αγοράζεις;». Η συνεργασία μας ήταν τόσο πολύ σφικτή που ο Ιάκωβος μας αφιέρωσε το Τσίρκο γράφοντάς μας: «Ο ένας στους άλλους δύο». Το έργο δέθηκε με τα γεγονότα, ξέφυγε από τα χέρια μας. Αστυνομία, Ασφάλεια, Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών, η ΚΥΠ, κάθε τρεις και λίγο μας καλούσαν «για υπόθεσή μας». Μας ζητούσαν να κόψουμε φράσεις που προκαλούσαν χειροκροτήματα. Ο Ιάκωβος δεν χαμπάριζε, ούτε εμείς. Στο γραφείο τύπου της χούντας μας κάλεσε κάποτε ένας απαίσιος τύπος με μπριγιαντίνη και μουστακάκι ονόματι Καρακώστας και απείλησε τον Ιάκωβο να μην ασχολείται με την ιστορία γιατί δεν ξέρει. Ο Καμπανέλλης κόντεψε να πάθει, αρρώστησε…

Με τον Ιάκωβο συνεχίσαμε να είμαστε  κολλητοί φίλοι. Ευγενής, τρυφερός, εξαιρετικό πλάσμα. Βαθιά ανθρώπινος, στα γραπτά του δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τα λαϊκά προβλήματα. Αυτά είχε πάντα κατά νου. Επεξεργαζόταν ό,τι συνέβαινε στο λαό, ήταν κοινωνικά στρατευμένος.»».

Γιώργος Γαλάντης, Ο Καμπανέλλης και το Διαβάζω 96-97

          «Στις αρχές του ’71 ο Καμπανέλλης επιστρέφει στην Ελλάδα και στο ελληνικό θέατρο, μετά από διάστημα απουσίας του στο εξωτερικό. Επιστρέφει και, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων του, ετοιμάζει τη θεατρική μεταφορά του διηγήματος του Φράντς Κάφκα «Η αποικία των τιμωρημένων», για το ανέβασμα της οποίας αναλαμβάνει και τη σκηνοθεσία.

Ήταν μια θεατρική παραγωγή του «Πειραματικού Θεάτρου» της Μαριέττας Ριάλδη, που εκείνη τη δύσκολη εποχή έδινε αγώνα για την προβολή του σύγχρονου ελληνικού έργου και των νέων ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Έχοντας συνεργαστεί με τη Ριάλδη και την προηγούμενη θεατρική περίοδο, βρέθηκα ανάμεσα στους νέους ηθοποιούς που συγκρότησαν το θίασο της Αποικίας. Ο Καμπανέλλης είχε ολοκληρώσει την πρώτη γραφή του έργου, όμως στις πρόβες το εμπλούτιζε με διαλόγους, σκηνές, ευρήματα που τα αντλούσε από τις αντιδράσεις και της εκφράσεις των ηθοποιών, όταν αυτοί αυτοσχεδίαζαν.

Με νεανικό ενθουσιασμό, οίστρο, χιούμορ και σιγουριά έπλαθε ταυτόχρονα έργο και παράσταση. Και εμείς-το σύνολο των ηθοποιών- γοητευμένοι τον ακολουθούσαμε σ’ αυτό το δημιουργικό ταξίδι. Ένα ταξίδι που προκαλούσε αβίαστα την αυτοέκφραση και τη δημιουργικότητά μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο βιώναμε μια διαφορετική προσέγγιση της θεατρικής πράξης, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα εξέλιξή μας και την επαφή μας με την τέχνη.

Κατά την διάρκεια των δοκιμών, μια ομάδα πανεπιστημιακών φοιτητών που είχε ιδρύσει τον εκδοτικό οίκο «ΑΒΓ» ερχόταν στο θέατρο σε καθημερινή βάση. Τα μέλη της είχαν επανεκδώσει το Μαουτχάουζεν του Καμπανέλλη, έργο που είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία στις αρχές της δικτατορίας. Είχαν ήδη στοιχειοθετήσει την πρώτη γραφή της Αποικίας των τιμωρημένων, για να την εκδώσουν σε βιβλίο και προσπαθούσαν να εντάξουν τις προσθήκες και αλλαγές που γίνονταν στις πρόβες. Ανάμεσά τους ήταν ο Περικλής Αθανασόπουλος και ο Λάμπρος Κουλελής, οι οποίοι με σχολαστικότητα πρόσθεταν τις διορθώσεις, αναμένοντας το τελικό «τυπωθήτω». Όμως αυτή η εντολή μετατίθετο από μέρα σε μέρα. Στην αναμονή τους αυτή συνεργαζόμασταν για να διευκρινίσουμε τις προσθήκες και αλλαγές που είχαν γίνει και στο ρόλο του Α΄ Επισκέπτη που μου είχε ανατεθεί στην παράσταση.

Από κείνες τις «διορθωτικές» συναντήσεις προέκυψε η φιλία μας, στους κόλπους της οποίας γαλουχήθηκε η ιδέα ενός περιοδικού για το βιβλίο. Όνειρο που υλοποιήθηκε μετά από 5 χρόνια, 1976-1977, όταν καρποφόρησε το Διαβάζω.

Από το ανέβασμα της Αποικίας των τιμωρημένων έχουν περάσει πολλά χρόνια και το Διαβάζω, πιστεύω, διέγραψε μια γόνιμη πορεία 33 ετών. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Καμπανέλλης στάθηκε ένας πολύτιμος φίλος, τόσο για το περιοδικό όσο και για μένα τον ίδιο. Θυμάμαι τώρα πόσες φορές με παρότρυνε να συμμετάσχω σε διάφορες δραστηριότητες, θεατρικές, ραδιοφωνικές, λογοτεχνικές και κάθε φορά με απασχολούσε το ερώτημα: Πώς ένας πολυάσχολος, ταλαντούχος και με ευρύ κύκλο φίλων δημιουργός εύρισκε το χρόνο και τη διάθεση να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για έναν παλιό συνεργάτη του. Τον συναντούσα σε επιτροπές, σε συλλόγους, σε συνέδρια και πάντα από τη στάση του και τις θέσεις του αποκόμιζα την ίδια εικόνα: του μεγάλου συγγραφέα, του σπουδαίου ανθρώπου και του μοναδικού και διακριτικού δασκάλου.

Τελευταία φορά που τον είδα ήταν στον εορτασμό της απονομής των λογοτεχνικών βραβείων του Διαβάζω και, ενώ ο χρόνος είχε καταγράψει πάνω του το πέρασμά του, διατηρούσε όλη τη ζεστασιά και τη φροντίδα που εξέπεμπε πάντα η παρουσία του για το συνάνθρωπό του.

Πολλές φορές αναλογίζομαι ότι αν δεν είχαμε συναντήσει εκείνη τη δημιουργική εποχή τον Καμπανέλλη, ίσως… να μην υπήρχε το Διαβάζω.»».

Κάτια Λεμπέση, Ένα σημείωμα 97

Ι. Καμπανέλλης συνέντευξη στον Στέλιο Λουκα, Ιάκωβος Καμπανέλλης «Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του έναν Οδυσσέα», 98-101

          «Τον Ιανουάριο του 1999 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αναγόρευσε τον Ιάκωβο Καμπανέλλη επίτιμο διδάκτορα, ενώ εκείνη την περίοδο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίαζε το έργο του Παραμύθι χωρίς όνομα. Μια πικρή σάτιρα για τη ροπή του λαού και της ηγεσίας του στον εφησυχασμό και τη μετάθεση ευθυνών. Μέσα από το έργο αναδύεται έντονα η ανάγκη να επανακτήσει ο λαός συνείδηση και αξιοπρέπεια.

Εκείνο τον Ιανουάριο του 1999 συναντηθήκαμε και συνομιλήσαμε για το θέατρο, τη ζωή του, την οδυνηρή εμπειρία στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, τα θεατρικά του έργα, την έμπνευση, τον φαρισαϊσμό και την ευτέλεια. Θυμάμαι έντονα την ευγένεια του λόγου του, τη φιλικότητα και τη ζεστασιά της συμπεριφοράς του. Τμήμα εκείνης της συζήτησής μας παρουσιάζουμε στις σελίδες του «Δ».

          -Πού βρίσκεται η ομορφιά σ’ αυτό που ονομάζουμε θέατρο;

Το θέατρο, όπως και οι άλλες τέχνες, η μουσική, η ποίηση, το μυθιστόρημα, η ζωγραφική και λοιπές, δεν έβλαψαν ποτέ τον άνθρωπο. Τον αγαπούσαν και τον αγαπούν πάντα. Αντίθετα με άλλες επινοήσεις του ανθρώπου, όπως λόγου χάρη είναι οι θρησκείες, μηδεμιάς εξαιρουμένης, που ξέπεσαν σε αφορμές για ποταμούς αίματος. Από τις τέχνες που πρόσφεραν στον άνθρωπο πάρα πολλά χωρίς να του πάρουν τίποτα είναι το θέατρο.

          -Η ζωή «παίζει» με το θέατρο ή το θέατρο με τη ζωή;

Το θέατρο «παίζει» με τη ζωή. Το θέατρο ανέκαθεν προσπαθούσε να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τα φαινόμενα του περίγυρού του. Όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος μυθοποιούσε τα φυσικά φαινόμενα για να τα κάνει οικεία, έτσι και ο συγγραφέας μυθοποιεί τα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής του. Με την αναζήτηση αυτήν προσπαθεί να εξηγήσει και να συμφιλιώσει το συγκεχυμένο και άγνωστο με το μελλοντικό θεατή. Με τελικό στόχο φυσικά την αυτογνωσία.

          -Γράψατε περισσότερα από τριάντα θεατρικά έργα. Ποιες ήταν οι πηγές της έμπνευσής σας;

Άρχισα να γράφω στην πολύ ταραγμένη μεταπολεμική εποχή. Ένιωθα πως η μοίρα του περίγυρού μου-τοπικού και παγκόσμιου- γινόταν και προσωπική μου μοίρα. Κανένα έργο δεν γράφεται και δεν έχει κάτι να πει αν ο προβληματισμός του δεν απορρέει από συνθήκες κοινωνικές και πολιτικές που, είτε το θέλεις είτε όχι, καθορίζουν τον προσωπικό σου βίο. Πηγές λοιπόν των ιδεών μου ήταν τα ερεθίσματα που με βομβάρδιζαν από έξω και η ανάγκη να αντιδράσω.

          -Τι είναι για σας έμπνευση;

Δεν πιστεύω στη λέξη έμπνευση. Αυτά που μας παρακινούν να γράψουμε είναι η παρατήρηση αυτών που συμβαίνουν γύρω μας, ο τρόπος που μας ευαισθητοποιούν και η ανάγκη να τα διαπραγματευτούμε με το συνάνθρωπό μας, είτε είναι φίλος μας είτε όχι, είτε είναι θεατής μας. Τη λέξη έμπνευση τη βρίσκω να πάσχει από αφέλεια. Μοιάζει σαν να είναι κάτι που πέφτει απ’ το φεγγάρι, ενώ τα ερεθίσματα για να γραφτεί ένα έργο βρίσκονται στους δρόμους που περπατάμε κάθε μέρα και στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε.

          -Ποια στοιχεία υπάρχουν ακλόνητα απ’ την Έβδομη μέρα της Δημιουργίας ώς το Μια κωμωδία;

Το στοιχείο του πολυπρόσωπου έργου. Αυτό το στοιχείο υπάρχει σχεδόν σε όλα μου τα έργα. Επαναλαμβάνω κάτι που έχω πει πολλές φορές, δυστυχώς. Παραμένει κάτι που το κουβαλώ από την εμπειρία του Μάουτχαουζεν. Πολλοί άνθρωποι με κοινή μοίρα, πολλά κατ’ άτομον δράματα που συνθέτουν τελικά μια δραματική ενότητα. Δεύτερο στοιχείο είναι μια «υπόκρουση κωμωδίας». Ακόμη και στην κόλαση εκείνου του στρατοπέδου συγκέντρωσης και εξόντωσης υπήρχαν καταστάσεις που μας έκαναν να γελάμε. Δε μ’ ενδιαφέρει ποτέ να γράψω για περιπτώσεις ανθρώπων που το ιδιωτικό τους δράμα δεν άνοιγε ως τα όρια μιάς δημόσιας περιπέτειας.

          -Κάποτε ο μεγάλος θεατράνθρωπος Κάρολος Κουν είχε πει: «Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας». Σήμερα εσείς τι λέτε;

Ο Κάρολος Κουν, λέγοντάς το αυτό, ήταν ειλικρινέστατος. Άλλοι έλεγαν πώς κάνουν θέατρο για το λαό, λόγου χάρη, θέλοντας να παραστήσουν πώς ένοιωθαν σαν απόστολοι. Νομίζω πώς ο συγγραφέας γράφει καταρχήν για τον εαυτόν του. Αν βρίσκεται σε αρμονία με το κοινό αίσθημα, τότε το έργο του παύει ν’ ανήκει  μόνο σ’ αυτόν και γίνεται κοινό κτήμα.

          -Είναι ο συγγραφέας σαν τον Οδυσσέα, ένα περιπλανώμενος που αναζητεί κάπου ν’ ακουμπήσει με ασφάλεια την ψυχή του;

Αν λάβουμε υπόψη μας πώς ο συγγραφέας γράφει δέκα, είκοσι ή τριάντα έργα ή και περισσότερα και πώς αφανώς μεν αλλά στην πραγματικότητα επαναλαμβάνεται σε κάθε του έργο, αυτό σημαίνει συνεχή περιπλάνηση. Αν με ρωτήσετε πόσα έργα έχω γράψει, θα σας απαντήσω: προσπαθώ να γράψω «ένα». Εννοώντας φυσικά πως τα «πολλά» δεν είναι παρά επεισόδια μόνον ενός ταξιδιού που δεν τελειώνει.

Αναφέρατε τον Οδυσσέα, μήπως το κάνατε επίτηδες; Συμβαίνει να έχω γράψει το έργο Οδυσσέα γύρισε σπίτι, το έργο Ο αόρατος θίασος, που και πάλι έχει κεντρικό ήρωα έναν Οδυσσέα, κάτι που μόνον εγώ το ξέρω, και επίσης το έργο «Η τελευταία πράξη, πάλι με ήρωα τον Οδυσσέα, εμφανώς αυτή την φορά. Το παράδοξο, αν θέλετε, είναι πώς ξανά με απασχολεί ένα άλλο έργο με τα γνωρίσματα του Οδυσσέα.

Ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο. Πιστεύω όμως πώς κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του έναν Οδυσσέα κι ίσως γι’ αυτό επί χιλιάδες χρόνια το συγκεκριμένο πρόσωπο- σύμβολο να μας απασχολεί τόσο συχνά και τόσο έντονα. Ας ξαναγυρίσουμε στο συγγραφέα: Ο συγγραφέας είναι περιπλανώμενος και με την περιπλάνησή του από έργο σε έργο αναζητά πριν απ’ όλα τον εαυτόν του. Δηλαδή την ψυχή του.

          -Σήμερα που η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός, η ευτέλεια και η βαρβαρότητα μας κυκλώνουν τόσο πολύ, πώς μπορεί ο άνθρωπος να σώσει την αξιοπρέπειά του, να μη χαθείς τη χοάνη της παγκοσμιοποίησης;

Θ’ αρχίσω την απάντησή μου από την τελευταία λέξη. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι καινούργιο. Όταν πριν από χιλιάδες χρόνια για τους ανθρώπους της Μεσογείου η θάλασσα αυτή ήταν όλος ο κόσμος, ταξίδευαν με κίνδυνο της ζωής τους από την μιαν άκρη στην άλλη για ν’ ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Μαζί αυτόματα αντάλλασσαν τη νοοτροπία και τον πολιτισμό τους. Ήταν ήδη μια μορφή παγκοσμιοποίησης. Τέτοιες μορφές παγκοσμιοποίησης συντελέστηκαν με τη μεγάλη έξοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Pax Romana, το δρόμο του μεταξιού, την ανακάλυψη της Αμερικής κ.λπ. Το πρόβλημα με την παγκοσμιοποίηση σήμερα είναι τι είδους χρήση κάνουμε αυτής της πρωτοφανούς δυνατότητας επικοινωνίας των λαών. Αν αυτό, αντί να είναι για το καλό όλων, γίνεται εργαλείο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, τότε φυσικά η παγκοσμιοποίηση γίνεται κατάρα. Ποια είναι η σωτηρία; Να πάψουμε να χρησιμοποιούμε την παγκοσμιοποίηση για δημιουργία ανισότητας και έχθρας ανάμεσα στους δυνατούς και τους αδύνατους.

Οι πολύ ταραγμένες ημέρες που περνάμε αυτόν τον καιρό είναι η  έκρηξη αυτού του ηφαιστείου που έχουμε δημιουργήσει από την ανικανότητά μας να αντιληφθούμε πως μια τέτοια χρήση της παγκοσμιοποίησης οδηγεί σε μια παγκόσμια αυτοκτονία.

          -Αν είχατε τη δυνατότητα να εκπληρωθεί μία επιθυμία σας από μια μυστική, ανώτερη δύναμη, τι θα ζητούσατε;

Είμαι πατέρας και παππούς. Θα ζητούσα ένα μέλλον του κόσμου που τα παιδιά μου, η εγγονή μου και όλοι οι δικοί μου, και φυσικά όλοι οι συνάνθρωποί μου, να ζήσουν ειρηνικά και καλά. Είναι αυτό που θα ζητούσα και είναι ό,τι περισσότερο και πολυτιμότερο.

      Σας ευχαριστώ.

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ τεύχος 518/Μάϊος 2011. Ιάκωβος Καμπανέλλης Ο άνθρωπος.

Ελάχιστα σχετικά

          Συμπληρώθηκαν δεκαπέντε χρόνια από την απώλεια του σημαντικότερου νεοέλληνα θεατρικού συγγραφέα του σύγχρονου, μεταπολεμικού Ελληνικού Θεάτρου, του Ιάκωβου Καμπανέλλη (Νάξος 2/12/1921- Αθήνα 29/3/2011). Στην μνήμη του αφιερώνουμε ένα ακόμα σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Ξαναπιάνοντας στα χέρια μας τόμους των Θεατρικών του Απάντων και διαβάζοντάς τους, ενθυμούμενοι παραστάσεις θεατρικών του έργων που είχαμε παρακολουθήσει τις προηγούμενες δεκαετίες. Σαν μία ευχάριστη ανάπαυλα από τους σχολιασμούς μας στις εργασίες του Πλατωνιστή έλληνα φιλόσοφου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου και τα σχετικά βιβλία του που το διάστημα αυτό μας απασχολούσαν. Στην δεύτερη αυτή ανάρτηση, δεν αντιγράφουμε ένα από τα δεκάδες αξιόλογα μονόπρακτά του που παραστάθηκαν στις ελληνικές δραματικές σκηνές, κρατικές ή ερασιτεχνικές από διάφορους θιάσους από τα χρόνια μετά την μεταπολίτευση που σαν έφηβοι έχουμε παρακολουθήσει. Επιλέξαμε κείμενα προσωπικού εξομολογητικού, άμεσου ενδιαφέροντος που ψυχογραφούν και σκιαγραφούν το άτομο και την προσωπικότητα, την χαρακτηριστική ιδιοσυγκρασία και ποιότητα του σημαντικού αυτού δασκάλου της θεατρικής τέχνης. Του ανθρωπιστή αγωνιστή έλληνα θεατράνθρωπου που έζησε στο «κορμί του» την βαρβαρότητα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, μια και όπως γνωρίζουμε υπήρξε κρατούμενος στο στρατόπεδο εξόντωσης αιχμαλώτων το Μάουτχάουζεν. Κείμενα προσωπικής επαφής του χρήσιμου αφιερώματος, τα οποία μας μιλούν για την θετική και σημαντική επίδραση που είχε η συναναστροφή των συγγραφέων τους μαζί του. Αυτών που άκουσαν άμεσα τις παραινέσεις και συμβουλές του, τους συνεργάτες τους, σε όσους διαισθάνθηκαν την θερμοκρασία των λόγων του, την ποιότητα και το ήθος του σεμνού και διακριτικού αυτού ανδρός. Ηθοποιοί, κριτικοί της λογοτεχνίας, ποιήτριες, διευθυντές περιοδικών, εκδότριες, ιστορικοί και κριτικοί του Ελληνικού Θεάτρου, γράφουν και θυμούνται. Καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι του τόπου που τον γνώρισαν από κοντά, τον συναναστράφηκαν, συνεργάστηκαν στο ανέβασμα μίας παράστασης, τον έζησαν στις «ιδιωτικές» φιλικές τους στιγμές ως ακαδημαϊκό, άκουσαν τα λόγια του ως δάσκαλο σε θεατρικές σχολές, ως σκηνοθέτη και σεναριογράφο. Συνεργάτες του στο θεατρικό σανίδι, στην ελληνική ραδιοφωνία, σε διάφορες καλλιτεχνικές επιτροπές. Μέσα από τις προσωπικές αυτές αναμνήσεις των συμμετεχόντων στο Αφιέρωμα του «ΔΙΑΒΑΖΩ» που επιμελήθηκε ο διευθυντής του κύριος Γιάννης Ν. Μπασκόζος ανακαλύπτουμε μία εξαιρετική πνευματική προσωπικότητα του καιρού μας, την πατρική και στοργική του συμπεριφορά απέναντι στις νεότερες γενιές των καλλιτεχνών και λογίων. Φανερώνεται η πλούσια και ταλαντούχα θεατρική του κατάρτιση, ο θεατρικός παλμός της αναπνοής του, η ειλικρινή του ευαισθησία, το αμέριστο και ειλικρινές ενδιαφέρον του για τα πολιτικά και κοινωνικά κοινά όχι μόνο της πατρίδας του αλλά και διεθνώς. Το άσβηστο ενδιαφέρον του για το καλό της ανθρωπότητας, τα δίκαια των λαών, την ειρήνη, την ευημερία, την πρόοδο, την εξάλειψη των οικονομικών ανισοτήτων, τους διαρκείς αγώνες και καθημερινές θυσίες των απλών ανθρώπων, των φτωχών και μεροκαματιάρηδων, των εργαζομένων στις φάμπρικες στην προσπάθεια τους να καλυτερεύσουν τις ζωές τους, να θρέψουν τις οικογένειές τους, να οικοδομήσουν ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Να υπερβούν τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους κάθε στιγμή, συναντούν στο διάβα του βίου τους, και ταυτόχρονα στους ατομικούς ηρωικούς και συλλογικούς τους αγώνες και προσπάθειες. Βλέπουμε έναν θεατρικό συγγραφέα άμεσο, αυθεντικό, ειλικρινή, απροσποίητο, ανθρωπιστή, έμπειρο και ευφυή, ταλαντούχο και διαμορφωτή της σκηνικής πράξης και λόγου κάθε φορά αλλιώς ανάλογα με τις ανάγκες της παράστασης και τις απαιτήσεις της σκηνικής παρουσίας. Έναν άνθρωπο με μεγάλα αποθέματα ευαισθησίας, τρυφερότητας, συγκατάβασης, κατανόησης προς τους γύρω. Τα κείμενα του αφιερώματος και η συνέντευξη που παραχωρεί στο συνεργάτη του περιοδικού κύριο Στέλιο Λουκά, μας αποκαλύπτουν στο πώς έβλεπε, αντιμετώπιζε ο δημιουργός αυτός την ίδια την λειτουργία του Θεάτρου εν τη γεννέση της θεατρικής πράξης, την δράση την στιγμή που γράφεται το κείμενο, κατά την διάρκεια προετοιμασίας της πρόβας, την αποδοχή από τους ηθοποιούς ερμηνευτές. Πώς συμπλήρωνε ή τροποποιούσε τα θεατρικά κείμενα που έγραφε ο ταλαντούχος Ιάκωβος Καμπανέλλης, τι αφαιρούσε, ανάλογα με τις σκηνικές αντοχές του ηθοποιού, τις ερμηνευτικές ικανότητες των συντελεστών της παράστασης, την ευχέρεια του λόγου τους, ακόμα και των πρώτων άμεσων αντιδράσεων του θεατρόφιλου κοινού που παρακολουθούσε δικό του έργο, δική του σκηνοθετική ερμηνευτική. Μια θεατρική αντίληψη σπουδαία, μία δημιουργική σύλληψη λειτουργίας μιάς παράστασης που κρατά το πολύ δύο με τρείς ώρες και κατόπιν ίσως και να λησμονιέται, να χάνεται στον χρόνο, και να μένει μόνο ως αίσθηση στην μνήμη του θεατή μιάς απογευματινής ή βραδινής εξόδου ψυχαγωγίας του. Έχουμε τα χαρακτηριστικά της σύνθεσης της προσωπικότητας ενός θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη που φέρνει στην σκέψη μας αβίαστα τον μεγάλο Ελισαβετιανό δραματουργό Ουίλλιαμ Σαίξπηρ που ήταν ο ίδιος συγγραφέας και σκηνοθέτης, ηθοποιός των έργων του που παίζονταν στις πλατείες ή ανεβάζονταν σε θεατρικές αίθουσες. Μία θεατρική κλασική παράδοση που πάει ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, στους αρχαίους έλληνες ποιητές δραματουργούς της αρχαίας τραγωδίας με τον έναν υποκριτή και τα ανάλογα προσωπεία του. Στην συνέντευξή του δίνει μία εύστοχη απάντηση στην ερώτηση στο πόσα έργα γράφει ένας συγγραφέας. Ένα είναι το έργο στην ουσία του που σε χρονικά στάδια γράφει εν εξελίξει μας λέει. Ένα Κείμενο (σε πολλά επεισόδια) γράφει ο δημιουργός που επανεπεξεργάζοντάς το, φωτίζει την προσωπικότητά του, πτυχές και στιγμές της ζωής του, τις διακυμάνσεις της ψυχής του, το πνεύμα του, τις ιδέες, τις θέσεις του, τις αντιλήψεις και τα πιστεύω του. Ο συγγραφέας είναι ένας πολυήρωας που κάθε φορά συγκεφαλαιώνεται στο τελευταίο βιβλίο του δημιουργού, και ο Κόσμος, ας μου επιτραπεί ο άστοχος παραλληλισμός, ένα «πολύμπριζο εμπειριών και καταστάσεων» που ο συγγραφέας κάθε φορά επιλέγει την ανάλογη υποδοχή συγγραφικής ενέργειας. Το ζεύγος Κώστας Καζάκος και Τζένη Καρέζη είναι οι ηθοποιοί που με τον θίασό τους ανέβασαν τα μεγάλα πολιτικά αντιστασιακά έργα του δημοκράτη Ιάκωβου Καμπανέλλη. Αντιχουντικά έργα και παραστάσεις τα οποία έκαναν πάταγο όταν παραστάθηκαν πριν και κατά την διάρκεια της δικτατορίας, σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, έγιναν αφορμή να εκδηλώσουν τα αντιδικτατορικά τους αισθήματα οι Έλληνες, όπως η παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο». Είναι μάλλον το πλέον αγαπητό έργο του θεατρόφιλου κοινού μετά την «Αυλή των Θαυμάτων» που παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το 1957. Σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν, σκηνικά και κοστούμια του πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Μια θεατρική παράσταση που έρχεται να επιβραβεύσει και συνεχίσει την επαινετική θεατρική του πορεία στον κινηματογράφο με το έργο «Η Στέλλα με τα κίτρινα γάντια» που μετέφερε στην κινηματογραφική οθόνη ο Μιχάλης Κακογιάννης, την γνωστή μας θρυλική «Στέλλα» με την Μελίνα Μερκούρη. Ενώ ακόμα και σήμερα εκφράζει τον θαυμασμό του ο έλληνας κινηματογραφόφιλος βλέποντας την ταινία «Ο Δράκος» σε σενάριο δικό του, σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου, με πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Οι κινηματογραφικές του επιτυχίες τον φέρνουν να διδάσκει το μάθημα του κινηματογραφικού σεναρίου και της δραματικής ανάλυσης στη Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου, ενώ επιτυχημένες είναι οι μεταφράσεις του και διασκευές των ξένων έργων στις εκπομπές του στη δημόσια ραδιοφωνία. Συνεργάζεται με τον θίασο της Κοτοπούλη, τον σκηνοθέτη Κώστα Μουσούρη, τον Αδαμάντιο Λαιμό, τον πειραιώτη Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Ντίνο Δημόπουλο, τον Κώστα Μιχαηλίδη και πολλούς άλλους καταξιωμένους σκηνοθέτες και παράγοντες της θεατρικής σκηνής που καθιστούν το θεατρικό φαινόμενο Ιάκωβο Καμπανέλλη αναμορφωτή της νεοελληνικής δραματουργίας, συνεχιστή της παράδοσης του Γρηγορίου Ξενόπουλου, του Παντελή Χορν κλπ. Ανοδική είναι και η αναγνώρισή του όταν προσκαλείται και μεταβαίνει στην Μεγαλόνησο. Μια προσπάθειά του να γυρίσει ταινία με τη ζωή του Εθνάρχη Αρχιεπισκόπου Προέδρου Μακαρίου δεν τελεσφορεί. Η θεατρική και σεναριογραφική του παραγωγή βρίσκεται σε άνθηση και το έργο του μεταφράζεται και παρουσιάζεται σε σκηνές του εξωτερικού. Γράφει τραγούδια και στίχους για τις θεατρικές του παραστάσεις που επενδύουν μουσικά οι σημαντικότεροι έλληνες μουσικοσυνθέτες. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιάννης Σπανός, Σταμάτης Κραουνάκης, Γιάννης Μαρκόπουλος και άλλοι. Γράφει ποιήματα και τα αφιερώνει στον Μίκη Θεοδωράκη «Απόψε» «Στον Μίκη και τους φίλους του με συγκίνηση». Και ποιος δεν τραγούδησε και εξακολουθεί να τραγουδά το «Άσμα Ασμάτων» από τον δίσκο «Μάουτχάουζεν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη με την φωνή της Μαρίας Φαραντούρη. Ο τραγουδιστής Σταμάτης Κόκοτας ερμηνεύει το τραγούδι του «Αφιέρωμα στον Μάνο» τον φίλο και συνεργάτη του Μάνο Χατζιδάκι που μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟ

Το κυπαρίσσι το ψηλό

το χάρτινο φεγγάρι

κι ο κυρ Αντώνης μοναχός,

δική σου η ζωγραφιά.

 

Τραγούδια πήρε η γειτονιά

κι οι δρόμοι τα όνειρά του,

κοπέλες μ’ άσπρα σεργιανούν

κι αγόρια με φτερά.

 

Το φίδι στην κρυφή σπηλιά

κι η Τρώισσα στο μπαλκόνι,

λευκή αχιβάδα στο γιαλό,

σημάδια μυστικά.

 

Ποια παραμύθια περπατάς,

ποια μάνα σε ταϊζει

αλάτι, μέλι και ψωμί

κι αθάνατο νερό;

          Να υπενθυμίσουμε ότι στον δίσκο του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι «Το Παραμύθι χωρίς Όνομα» τους στίχους έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ενώ την ερμηνεία είχε ο Λάκης Παππάς με την αισθαντική φωνή. Πόσες φορές δεν σιγοψιθυρίζουμε ακόμα το «Τραγούδι της Ντροπής (Μανούλα μου), τους στίχους «Του Γέρου Ναύτη» (Ναύτη, Γέρο- Ναύτη). Το «Ερωτικό» (Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι)

Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι

να γενεί νερό να ξεδιψάσεις.

Σπέρνω την καρδιά μου στο λιβάνι

να γενεί ψωμάκι να χορτάσεις.

Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου

τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις,

Στον αγέρα δίνω την καρδιά μου

να γενεί δροσούλα ν’ ανασάνεις.

Ή το χιλιοτραγουδισμένο «Ο Έκτορας και η Ανδρομάχη». Στίχοι ερωτικοί που τους συνοδεύουν στα ουράνια φωνές αγγέλων, ερωτευμένων ψυχών που φτερουγίζουν μέσα στα όνειρα, ουράνιες ευαισθησίες και συναισθήματα άσπιλα.  Φωταγωγά Οράματα ποιητών μιάς άλλης εποχής και ατμόσφαιρας.

     Ο γνωστός μας ηθοποιός και πρώην βουλευτής Κώστας Καζάκος στο δικό του κείμενο προβαίνει σε μία παρατήρηση που στεριώνει τις θέσεις μας για τον θρησκευτικό, χριστιανικό παλμό που χτυπά στα έργα του Νάξιου δραματουργού. Γράφει ότι ο Καμπανέλλης ήταν θρήσκος και μάλιστα κάπως «συντηρητικός» αν και όταν ασχολιόταν με το Θέατρο γίνονταν επαναστατική η φωνή του. Και πραγματικά, δεν είναι απλά πλούσια σε ανθρωπιστικά στοιχεία η γλαφυρή γραφή του, τα πλεονάζοντα φιλολαϊκά ερεθίσματα που υπερτερούν σε κάθε σχεδόν θεατρικό του έργο. Πολυπρόσωπες σκηνές, οι κοινωνικών προσανατολισμών φωτισμοί του και τα μηνύματα που πηγάζουν από αυτούς, τα εμφανή σημάδια των πολιτικών του αναφορών και υποδηλώσεων. Σε αρκετά από τα έργα του-τα θαυμάσια δομημένα μονόπρακτά του-, αναγνωρίζουμε ψυχογραφικά σημεία και καταστάσεις χριστιανικών αντιλήψεων. Ένας λόγος περί ανθρώπινης κοινωνικοποίησης μέσα από ενεργές κοινότητες ανθρώπων και τις ποικίλες δράσεις τους στο πεδίο της ζωής, όχι του θρησκευτικού πιστεύω της παράδοσης, αλλά με την ευρύτερη έννοια του όρου «αριστερής τους» συνείδησης και κοινωνικής αγωνιστικότητας. Είναι οι εξαιρετικές περιπτώσεις που το άτομο λειτουργεί για το καλό και την σωτηρία της ομάδας, γίνεται θυσιαστικό σύμβολο, αγωνιστικό παράδειγμα, πρότυπο ηρωισμού για το σύνολο της κοινωνίας, λειτουργεί και πράττει ηρωικά για το καλό του λαού του της πατρίδας του της ανθρωπότητας. Κάπου στις απαντήσεις του μιλά ότι τον ενδιαφέρει θεατρικά όχι η περίπτωση, το μεμονωμένο πρόβλημα του ενός αλλά του συνόλου. Ένα είδος θεατρικής μετοχής ολόκληρης της κοινότητας που συνδιαμορφώνει την παράσταση και το κείμενό της και συνδιαμορφώνεται από αυτήν, την ίδια στιγμή που παρασταίνονται τα τραγικά γεγονότα. Μετοχή ηρώων, ηθοποιών, συγγραφέα, κειμένου και θεατών μαζί σαν λαός του Θεού Διονύσου. Η ανθρωπότητα όχι ως άτομο, όχι ως μάζα αλλά ως κοινωνία ελεύθερων ισότιμων μεταξύ τους ανθρώπων μέσα στην Ιστορία την ώρα που συντελείται η πολιτική πράξη πάνω στο σανίδι. Γιατί το Θέατρο του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι πολιτικό θέατρο έτσι όπως το όρισε η θεωρητική Μπρεχτική θεώρηση πέρα από τους επιμέρους θεατρικούς πειραματισμούς και προθέσεις των διαφόρων θεατρικών συγγραφέων της παγκόσμιας σκηνικής περιπέτειας. Όποιος έτυχε να παρακολουθήσει τουλάχιστον πάνω από δύο-τρία έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη έμεινε ευχαριστημένος, δεν μετάνιωσε ακόμα και αν η σκηνοθετική εκδοχή δεν αντιπροσώπευε ως όφειλε τις θεατρικές σκηνοθετικές οδηγίες του Καμπανέλλη. Αν έχει διαβάσει έστω και έναν τόμο των θεατρικών του Απάντων, θα κλείσει το βιβλίο με θετικές σκέψεις και προβληματισμούς και ας μην έχει ιδέα πώς δομείται ένα θεατρικό έργο, πώς γράφεται και που αποσκοπεί. Το Θέατρο του Ιάκωβου Καμπανέλλη έχει μία αμεσότητα, σε κεντρίζει αμέσως είτε το παρακολουθείς πάνω στην θεατρική σκηνή είτε το ακούς στο ραδιόφωνο είτε το βαστάς στα χέρια σου και το διαβάζεις και σκηνοθετείς τις πράξεις του με την φαντασία σου.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έχει αφομοιώσει ως δραματουργός τα πλέον εύκαρπα στοιχεία της παράδοσης, τα πλέον γόνιμα συστατικά του ελληνικού θεάτρου από την αρχαιότητα μέχρι των ημερών μας και παράλληλα της θεατρικής παράδοσης της ευρωπαϊκής δραματουργίας. Αξιοπρόσεκτη και πρωτότυπη, πρωτοποριακή η πολυστρωματική γραφή του, σε αρμονική αλληλουχία προβάλλουν οι διακειμενικοί του κόμβοι και τα στιγμιότυπα, οι εκλεκτικές του συγγένειες και αναφορές στην ελληνική και παγκόσμια δραματουργία. Η μαγεία της θεατρικής του τέχνης φαίνεται στην ευστοχία και την ωριμότητα της μετάπλασης όχι μόνο των αρχαίων μύθων αλλά και της νεότερης ιστορίας, γεγονότων και πώς υφαίνει τα μυθολογικά ή σύγχρονων εποχών δεδομένα και καταστάσεις με συμβάντα της παρούσης στιγμής, μοτίβα των σύγχρονων πολιτικών καιρών μας. Αυτές οι καταπληκτικές συζεύξεις του παρελθόντος και παρόντος, της κοινής Μοίρας των ανθρώπων και της φιλάνθρωπης προστασίας μίας όχι μεταφυσικής δύναμης αλλά μιάς ανθρώπινης αγωνιστικότητας για ένα καλύτερο αύριο. Μιάς δύναμης όμως που δεν ποδηγετεί τις ανθρώπινες δυνατότητες αλλά βασίζεται στα ανθρώπινα μέτρα και αντοχές.

Γράφει:

[ΚΥΡΙΕ, ΚΥΡΙΕ]

Κύριε, Κύριε,

αν υπάρχεις

έλα κοντά μου

αυτή την ώρα

ώρα της κρίσης

ώρα των όλων

άγγελοι περπατούν στη στέγη

ο αρχάγγελος

πίσω απ' την πόρτα

μετρά τούς χτύπους

της καρδιάς μου.

Κύριε της μνήμης

και της λήθης,

ταμία της πλάνης, της μετάνοιας

του γελοίου,

του πόνου που γελάει,

της χαράς που κλαίει,

ήλιε επί δικαίους και αδίκους

[έλα κοντά μου].

Από το βιβλίο Ιάκωβος Καμπανέλλης, Άκουσε τη φωνή μου κι έλα. τραγούδια και ποιήματα. φροντίδα Θάνος Φωσκαρίνης- Κατερίνα Ι. Καμπανέλλης, εκδ. Κέδρος 2020, σ.226

Το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι ίσως το μόνο μέσα στην ιστορία της ελληνικής δραματουργίας που κυοφορείται έντονα και ξεκάθαρα με τα συμπλεκτικά συστατικά της Ελληνικότητας στην διαδρομή της ελληνικής παράδοσης και ιστορίας. Ο Ελληνισμός, όχι ως εθνικισμός έναντι της «βαρβαρότητας» των αλλόδοξων άλλων λαών, αλλά ως πανανθρώπινη αξία και πολιτιστική προσφορά στις οικουμενικές του διαστάσεις, εξακτινώσεις, αναμετρήσεις και έργα δημιουργικής του παραγωγής. Ο Ελληνισμός ως διαρκή μεσιτεία μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος ως παρών, και αυτό μας το υπενθυμίζει διαρκώς ο λόγος του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ακόμα και στα τραυματικά του στιγμιότυπα που προέρχονται από τις δύστοκες και άγριες περιπέτειες του βίου του ως έγκλειστου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα εφηβικά του χρόνια δεν χάνει το θάρρος του. Στέκεται ορθός και ατενίζει το μέλλον με αγωνιστικό κουράγιο. Οι χαραμάδες σαρκασμού και διακωμώδησης διακρίνονται στην γραφή του, στα σκετς του, στα σενάρια των ταινιών του. Γιατί το φριχτό και σκοτεινό παράδοξο που λέγεται ζωή και η κάθε φορά διαφορετικών προδιαγραφών περιπέτειά της συνδιαμορφώνεται από τον συγγραφέα, το κείμενο και τους ηθοποιούς που το ερμηνεύουν και εμάς τους θεατές.

    Και μία προσωπική εκτίμηση για το περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ». Το λογοτεχνικό αυτό περιοδικό υπήρξε για τους φιλαναγνώστες και βιβλιοφάγους της μεταπολίτευσης, τους συγγραφείς και κριτικούς, ότι υπήρξε η «Διάπλαση των Παίδων» για τις προπολεμικές γενιές. Αν είχαμε την τύχη και την χαρά να συναντήσουμε έναν μεγάλης ηλικίας συγγραφέα αυτών των γενεών, μας έλεγαν πάντα με καμάρι ότι «είμαστε Διαπλασόπουλα». Το ίδιο θα τολμούσα να έγραφα και για τις νεότερες μεταπολιτευτικές γενιές μετά το 1974, των νέων ηλικιών αγοριών και κοριτσιών που ασχολούνταν με την λογοτεχνία και τα γράμματα. Είμαστε και εμείς «Διαβαζόπουλα». Ας ακούγεται κακόηχα η λέξη, είμαστε παιδιά του «Διαβάζω» και δεν είναι ντροπή να το λέμε. Και είναι ευχάριστο να μαθαίνεις ότι στην ιδέα ενός περιοδικού για βιβλία όπως το «ΔΙΑΒΑΖΩ» συνέβαλε με τις παροτρύνσεις του και τις συμβουλές του ο Ιάκωβος Καμπανέλλης όπως μας λέει στο συμμετοχικό του κείμενο ένας από τους διευθυντές του περιοδικού, ο ηθοποιός κύριος Γιώργος Γαλάντης.

Ας κλείσουμε το δεύτερο μακροσκελές αυτό σημείωμα στη μνήμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη με μερικά τραγούδια και στίχους του όπως τους μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΗ

(ΝΑΥΤΗ, ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΗ)

Άσπρο περιστέρι,

πάρε τα όνειρά μου

κι άμε στην ευχή.

Ναύτη, γέρο ναύτη,

σάπιο είμαι καράβι

με μισό κουπί.

 

Άσπρο περιστέρι,

μ’ ασημένιο ξάρτι

και χρυσό κουπί,

τις ελπίδες μου όλες

φόρτωσα σε σένα

κι ώρα σου καλή,

κι άμε στην ευχή.

Μουσική Μάνος Χατζιδάκις, Ερμηνεία Λάκης Παππάς, Στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης.

ΕΡΓΑΤΙΚΟ

(ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ)

Απ’ το πρωί μες στη βροχή

και μέσα στο λιοπύρι

για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι

και δόξα τω Θεώ.

 

Πέτρα στην πέτρα ολημερίς

χτίζω και δε σε φτάνω.

Ήλιε μου, πόσο είσαι πάνω

και δόξα τω Θεώ.

 

Παράθυρο για τ’ όνειρο

κι αυλή για το σεργιάνι

ο ίσκιο σου να μη σε χάνει

και δόξα τω Θεώ.

 

Κάνω τη στέγη από γυαλί

με τ’ άστρα να κοιμάσαι,

αφέντη μου, να με θυμάσαι

και δόξα τω Θεώ.

Μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Ερμηνευτής Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης.

Και ένα ακόμη από «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και ερμηνεία Νίκου Ξυλούρη

ΟΙ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΙΑΝΟΙ

Τι σιρόπιον ο έρως

τι φυτόν αειθαλές

είθε κι όταν είμαι γέρος

να μου είναι προσφιλές.     

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

(Νοέμβριος 2025- Μάρτιος 2026)

29 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Ανακοινώθηκε στις ειδήσεις των 7.45 η είδηση του θανάτου της μεγάλης Κυρίας του ελληνικού τραγουδιού της ΜΑΡΙΝΕΛΛΑΣ. Στην μελλοντική πάντα παρούσα μνήμη της το ποίημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Ο χρόνος

στης ψυχής σου

το άυλο χέρι

ας αποθέσει

της Εδώμ

το κρίνο

ολόφεγγο

της ευτυχίας

τ’ αστέρι.   

Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

STEPHAN MALLARME ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΟΝΕΤΑ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ  ΜΑΛΛΑΡΜΕ

 

          Apparition

La lune s’ attristait. Des seraphins en pleurs

Revant, l’ archet aux doigts, dans le calme des fleurs

Vaporeuses, tiraient de mourantes violes

De blancs sanglots glissant sur’ l’ azur corolles.

-C’ etait le jour beni de ton premier baiser.

Ma songerie aimant a me martyriser

S’ enivrait savamment du parfum de tristesse

Que meme sans regret et sans deboire laisse

La cueillaison d’ un Reve au coeur qui l’ a cueilli.

J’ errais donc, l’ oeil rive sur le pave vieilli.

Quand avec du soleil aux cheveux, dans la rue

Et dans le soir, tu m’ es en riant apparue

Et j’ ai cru voir la fee au chapeau de claret

Qui jadis sur mes beaux sommeils d’ enfant gate

Passait, laissant toujours de ses mains mal fermees

Neiger de blancs bouquets d’ etoiles parfumees.  

            Όραμα

ΘΛΙΨΗ η σελήνη σκόρπιζε. Και δακρυσμένα Σεραφείμ

Ονειρεύονταν, στα δάχτυλά τους το δοξάρι, στη σιγαλιά

     ανθών

Όλο μελαγχολία, από θλιμμένες βιόλες ανακρούοντας

Λευκούς λυγμούς πού αργοσέρνονται στο γαλάζιο των

     πετάλων.

-Ήταν η ευλογημένη μέρα του πρώτου φιλιού.

Ο ρεμβασμός μου πού να με τυραννά του αρέσει

Μεθούσε πάνσοφα από την ευωδία της θλίψης

Πού και χωρίς λύπη ή στενοχώρια αφήνει

Στην καρδιά οπού την έδρεψε του Ονείρου τη συγκομιδή

Λοιπόν πλανιόμουν, το μάτι καρφωμένο στο ρικνό οδό-

     στρωμα.

Όταν με τον ήλιο στα μαλλιά, εκεί στο δρόμο

Και μες στο απόβραδο, μου φανερώθηκες γελώντας

Και πίστεψα πώς τη νεράιδα έβλεπα με κόμη ολόφωτη

Πού άλλοτε, σαν ήμουνα παιδί, ερχόταν στο βαθύ μου

     ύπνο

Αφήνοντας πάντα από τα μισανοιγμένα χέρια της

Να πέφτουνε σα χιόνι λευκά μπουκέτα μυρωμένων άστρων.

Σελίδα 41, μετάφραση Αλέξης  Ζήρας.

          Θαλασσινή  αύρα

Η σάρκα είναι γεμάτη θλίψη, αλίμονο! και διάβασα όλα

τα βιβλία.

Να φύγεις! Να φύγεις κάτω εκεί! Νιώθω πώς τα πουλιά

μεθούν

Σαν βρίσκονται ανάμεσα στον άγνωστο αφρό και στα ουρά-

νια!

Τίποτα, ούτε οι κήποι οι παλιοί όπου στα μάτια καθρεφτί-

ζονται

Δε θα κρατήσουν την καρδιά αυτή όπου βουτάει στη θάλασσα

Ώ νύχτες! ούτε το αχνό φώς της λάμπας μου που πέφτει

Πάνω στ’ άγραφο χαρτί πού ανθίσταται η λευκότης του

Κι ούτε η νέα γυναίκα που το βρέφος της βυζαίνει.

Θα φύγω! Πλοίο, εσύ, πού το κατάρτι σου ζυγιάζεται,

Την άγκυρά σου σήκωσε για μιά χώρα εξωτική!

 

Μιά πλήξη, ερημωμένη απ’ τις σκληρές ελπίδες,

Πιστεύει ακόμα στο υπέροχο «αντίο» των μαντιλιών!

Κι ίσως τα κατάρτια σου, τις θύελλες καλώντας

Να είν’ αυτά που ο άνεμος τα γέρνει στα χαμένα

Τα ναυάγια, δίχως κατάρτια, δίχως να φτάσουν στα γόνιμα

νησιά…

Όμως, καρδιά μου, άκουσε το τραγούδι των ναυτών!

Σελίδα 47, μετάφραση Αλέξης Ζήρας

          ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ

Θλιμμένη η σάρκα, άχ! τα βιβλία τα διάβασα όλα, πέρα

μακριά να φύγω! Τα πουλιά, νιώθω, είναι μεθυσμένα

στους ουρανούς και στον αφρό τον άγνωστο να ζούνε!

Τίποτα, μήτε κι οι παλαιοί, πού τους αντανακλούνε

τα μάτια, κήποι, την καρδιάν αυτή, που τη μουσκεύει

το πέλαγος, δε συγκρατούν, ώ νύχτες, ούτε η λάμψη

η ερημική της λάμπας μου στο άγραφο χαρτί απάνω

πού το φρουρεί η λευκότης του κι ουδέ κι η νέα γυναίκα

πού γαλουχεί το τέκνο της. Θα φύγω. Για μιά φύση

ξωτική, πλοίο, τα ξάρτια σου που το λικνίζεις, σύρε

την άγκυρα, Μιά ανία, από ανήλεη ελπίδα ερημωμένη,

στών μαντιλιών το υπέρτατο χαίρε πιστεύει ακόμη!

Κι ίσως οι ιστοί, που ανεμικές καλούν, να ‘ναι από κείνους

πού σε ναυάγια τους κρεμά ένας άνεμος χαμένα

χωρίς ιστούς, χωρίς ιστούς ουδ’ εύφορα νησάκια…

Μα εσύ, καρδιά μου, των ναυτών άκουγε το τραγούδι!

Σελίδα 611-612, μετάφραση ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ

          Αγία

Στο αθέατο παράθυρο

Το γέρικο κοκκινόξυλο που ξεχρυσίζει

Της βιόλας της πού σπιθοβολά

Με φλάουτο άλλοτε ή φλογέρα,

 

Ωχρή η Αγία βρίσκεται, κρατώντας ανοιχτό

Το παμπάλαιο βιβλίο της απ’ όπου αναβρύζει

Ο  Ύμνος της Παρθένου κελαριστός

Την ώρα του απόδειπνου και του εσπερινού:

 

Σ’ αυτό του αρτοφόριου το τζαμωτό

Πού ελαφρά το ψαύει η άρπα ενός Αγγέλου

Από το εσπερινό του πέταγμα καμωμένη

Για μιά φάλαγγα αβρή

 

Ενός δαχτύλου πού, δίχως το γέρικο κοκκινόξυλο

Ούτε το αρχαίο βιβλίο, ζυγιάζεται

Πάνω στου οργάνου τις χορδές,

Της σιωπής μουσικός.

Σελίδα 49, μετάφραση Αλέξης Ζήρας

     Αγία

Εκεί στο παράθυρο που αποκρύβει

Το ξύλο του σαντάλου το παλαιό

Και ξέθωρο της βιόλας της που στίλβει

Με φλάουτο ή λαγούτο έναν καιρό,

 

Κατάχλωμη η Αγία, ξεφυλλίζει

Το παλαιό βιβλίο τ’ ανοιχτό

Σε μεγαλυνάρι που κελαρύζει

Έναν καιρό με τον εσπερινό:

 

Στο άχραντο υάλωμα πού ψηλαφίζει

Άρπα καθώς με τη νυχτερινή

Την πτήση του Άγγελος τη σχηματίζει

Για ενός δακτύλου φάλαγγα λιγνή

 

Δίχως παλαιό σαντάλου ξύλο μήτε

Παλαιό βιβλίο, την αφήνει ευθύς

Στο ενόργανο πτίλωμα να αιωρείται,

Μουσουργός εκείνη της σιωπής.

Σελίδα 25, μετάφραση ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

           Η κόμη

Η κόμη, φλόγας πέταγμα, τώρα

Πού έσβησε ο πόθος της να την αφήσει λεύτερη,

Κείτεται αφημένη (θαμπό θα ‘λεγα διάδημα)

Στο μέτωπό της στέμμα, την αρχική εστία της.

 

Μα δίχως στεναγμό ή θλίψη γι’ αυτό το σύννεφο το λαμπερό,

Το πύρωμα της φωτιάς, της πάντα εσωτερικής

Αυτής της μιάς και μόνης, αδιάκοπα υπάρχει

Στο σπάθισμα της καθαρής και γελαστής ματιάς.

 

Προσβάλλει η τόλμη του τρυφερού εραστή

Αυτήν πού, μη κινώντας τα στολισμένα δάχτυλά της,

Τη θηλυκότητά της λιγότερο δε δείχνει,

Αστραποβόλα, κάνοντας έτσι τον ποιητή

 

Να σπέρνει με πετράδια τις αμφιβολίες του

Όπως μιά προστατευτική, μιά δάδα χαρωπή.

Σελίδα 51, μετάφραση Αλέξης Ζήρας

      Δώρο του Ποιήματος

Σού φέρνει το παιδί μιάς νύχτας της Ιδουμέας!

Μαύρο, με ματωμένα τα φτερά, ωχρό και μαδημένο,

Απ’ το γυαλί που φλέγεται από χρυσό κι αρώματα,

Από τα παγωμένα τζάμια, αλίμονο! ακόμα σκυθρωπά,

Η αυγή ξεχύθηκε πάνω στη λάμπα την αγγελική.

Φοινικιές! κι όταν αυτή το λείψανο έδειξε

Προς τον πατέρα, πού μόρφαζε χαμόγελο εχθρικό,

Η πένθιμη και άγονη μοναξιά ανατρίχιασε.

Ώ, το λίκνο, με την κόρη σου και με την αθωότητα

Των παγωμένων σου ποδιών, μιά γέννα φοβερή υποδέχεται:

Και η φωνή σου πού θυμίζει βιόλα και κλαβικύμβαλο,

Με μαραμένο δάχτυλο το στήθος θα σου πιέσει

Απ’ όπου, σε λευκότητα σιβυλλική, κυλάει η γυναίκα

Για χείλη που αχόρταγα ζητά του καθαρού γαλάζιου ο

   άνεμος;

Σελίδα 53, μετάφραση Αλέξης Ζήρας

         Χαιρετισμός

Τίποτα, ο αφρός αυτός, ο στίχος ο παρθένος

Να μήν ορίσει, εκτός από την κούπα’

Μακριά παρόμοια πνίγεται ένα πλήθος

Από ανάποδα χειροπιαστές Σειρήνες.

 

Ποντοπορούμε, ώ πρόσκαιροί μου

Φίλοι, εγώ στην πρύμνη όντας

Στη μεγαλόπρεπη την πλώρη εσείς, που σχίζει

Το κύμα κεραυνών και χειμώνων’

 

Μιά μέθη ωραία με κατακλύζει

Δίχως ούτε να φοβηθώ πώς παραπαίω

Κι όρθιος να κάνω την πρόποση αυτή

 

Ύφαλε, άστρο, μοναξιά,

Δεν είχε σημασία, ό,τι κι αν στοίχισε

Η άσπρη του πανιού μας έγνοια.

Σελίδα 55, μετάφραση Αλέξης Ζήρας

      Le tombeau dEdgar Poe

Tel qu’ en Lui-meme enfin l’ eternite le change,

Le Poete suscite avec un glaive nu

Son siècle epouvante de n’ avoir pas connu

Que la mort triomphait dans cette voix etrange!

 

Eux comme un vil sursaut d’ hydre oyant  jadis l’ ange

Donner un sens plus pur aux mots de la tribu

Proclamerent tres haut le sortilege bu

Dans le flot sans honneur de quelque noir mélange.

 

Du sol et la nue hostiles, o grief?

Si  notre idée avec ne sculpte un bas-relief

Dont la tombre de Poe eblouissante s’ orne,

 

Calme  bloc ici-bas chu d’ un desastre obscur,

Que ce granit du moins montre a jamais sa borne

Aux noirs vols du Blaspheme epars dans le futur.

       Ο τάφος του Έντγκαρ Πόε

Ως επιτέλους η αιωνιότης τον μεταμορφώνει

Στον Ίδιο τον εαυτό του, ο Ποιητής με μιά ρομφαία γυμνή

Τον έντρομο εξεγείρει αιώνα του πού δεν κατανοεί

Πώς τούτη η αλλόκοτη φωνή μόνο το θάνατο εξυψώνει!

 

Αυτοί, σαν ύδρας σκίρτημα τον άγγελο άλλοτε ως ακούσαν

Στις λέξεις του όχλου να προσδίδει κάποιαν έννοια πλέον αγνή

Το φίλτρο που ήπιε μέσα σε μιάν ατιμωτική ροή

Κράματος μελανού με μιάν εντατική φωνή ανυμνούσαν.

 

Με το έδαφος και τη νεφέλη αντίμαχους, ώ συμπλοκή!

Αν κάποιο ανάγλυφο σμιλεύοντας η ιδέα δε μπορεί

Τον τάφον εκθαμβωτικά του Πόε μ’ αυτό να διακοσμήσει,

Λίθος γαλήνιος εδώ κάτω από μιά πτώση ζοφερή

Όριο για πάντα άς μείνει τούτος ο γρανίτης να εμποδίσει

Της Βλασφημίας τις πτήσεις που έχουνε στο μέλλον διασπαρεί.

Σελίδα 55, μετάφραση ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

          Ο Τάφος του EDGAR  POE

Τέτοιο ωε νάναι ο ίδιος πιά ας του αλλάζ’ η αιωνιότης ντύμα,

Μ’ ένα μαχαίρι ξεσηκώνει ο Ποιητής γυμνό

Την ξαφνιασμένη του εποχή που δεν ήταν γνωστό

Πώς θριάμβευεν ο θάνατος στο έμφωνο τούτο κλίμα!

 

Εκείνοι, όρμημα ύδρας πρίν στου αγγέλου εμπρός το ρήμα

Στις λέξεις της φυλής νόημα πούδινε πιό αγνό

Έξοχο επευφημήσαν τον πιωμένο μάγο αχό

Μες στο χωρίς καμιά τιμή μίγματος μαύρου κύμα.

 

Από γη κι από νεφέλη εχθρούς, ώ αιχμηρό γραφτό!

Με την ιδέα μας μαζί αν δεν λαξευθεί γλυπτό

Πού τον περίλαμπρο του Poe τάφο να κοσμήσει,

 

Γαλήνη όγκου εδώ πεσμένου σκοτεινής πληγής,

Όριο για πάντα άς δείχνει του γρανίτη τούτου η φύση

Προς τη μαυρόφτερη Αρά διασποράς μελλοντικής.

Σελίδα 151-152, Απόδοση Γ. Σ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΑΣ

Σημειώσεις:

1.STEPHANE MALLARME, ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ, επιλογή ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ, εκδ. ΠΛΕΘΡΟΝ- ΑΘΗΝΑ 1983, σελίδες 176, δραχμές 450.

     Γυρνώντας πίσω το ρολόι του αναγνωστικού χρόνου, του χρόνου της δικής μας- των αναγνωστών της ποίησης γενιάς του 1980, θυμόμαστε την συγκίνηση και την χαρά που αισθανθήκαμε πιάνοντας στα χέρια μας και ξεφυλλίζοντας για πρώτη φορά, την κλασική αυτή έκδοση των έργων του Γάλλου ποιητή Στέφαν Μαλλαρμέ (18/3/1842-9/9/1898). Καθώς επισκεπτόμασταν το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις «ΠΛΕΘΡΟΝ». Οι εκδόσεις στεγάζονταν-τότε-στην οδό Μπουμπουλίνας 14 στο κέντρο της Αθήνας. Η πάντα άγρυπνη μετωπική Γλαύκα-σήμα των εκδόσεων- που κοσμούσε την κάτω αριστερή πλευρά του πράσινου εξώφυλλου, με το οξύ της βλέμμα σε περιεργάζονταν, αναμένοντας τις αντιδράσεις σου. Την επιμέλεια, τον πρόλογο, την επιλογή και μετάφραση των ποιημάτων και των αποσπασμάτων, τα σχόλια, ήσαν από τον κριτικό γαλλομαθή κύριο Αλέξη Ζήρα, που το όνομά του από εκείνα της εφηβείας μας χρόνια, αποτελούσε εγγύηση για κάθε έκδοση που επιμελείτο. Εμείς οι νεοσσοί τότε φιλαναγνώστες, που στην κυριολεξία τσαλαβουτούσαμε-άτακτα αν θέλετε και ανάλογα με το πενιχρό μας χαρτζιλίκι και τα απρόοπτα και ξαφνικά λογοτεχνικά ενδιαφέροντα, που βγαίναμε από μια δικτατορική περίοδο και χοροπηδούσαμε στα πρώτα ιστορικά χρόνια της μεταπολίτευσης, είχαμε ακούσει, άλλοι διαβάσει ποιήματα του Στέφανου Μαλλαρμέ σε λογοτεχνικά περιοδικά των παλαιότερων από εμάς γενεών. Να αναφέρω μόνο έναν τίτλο, αφιέρωμα κλασικού περιοδικού, της «ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ» (1953) και τις σελίδες της για τον ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟ. Άλλοι έφηβοι, οι περισσότερο τυχεροί, είχαν προμηθευτεί μία έκδοση ποιημάτων του που κυκλοφόρησε το 1975, «Τα Ποιήματα» του Στέφανου Μαλλαρμέ από τις εκδόσεις και το βιβλιοπωλείο του Α. Καραβία, σε απόδοση Γ. Σ. Πατριαρχέα. Δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι μας ήταν άγνωστος τότε, ο έλληνας μεταφραστής. Δεν τα κατέχαμε όλα. Δεκαετίες αργότερα, το 1992 οι εκδόσεις «ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ» επανεξέδωσαν την δουλειά του Γ. Σ. Πατριαρχέα, με τίτλο «ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ STEPHAN MALLARME», σελίδες 190, δραχμές 4160. Να προσθέσουμε για την ιστορία της Μαλλαρμεϊκής ποίησης, (για τους μελλοντικούς Γιώργους Κατσίμπαλη, ρέκτες των βιβλιογραφικών δελταρίων) ότι υπήρχαν και δύο ενδιάμεσες γέφυρες ανάγνωσης του έργου του ποιητή του 19ου αιώνα που πρέσβευε «ότι ο ιδεατός κόσμος βρίσκεται κρυμμένος στο κενό, ότι το ‘άπειρο’ (‘linfini’) περιέχεται στο ‘μηδέν’, για να χρησιμοποιήσει κανείς δύο όρους που στα γαλλικά πού ευκολότερα βρίσκονται σ’ αντίθεση ο ένας με τον άλλο απ’ ότι οι αντίστοιχοί τους όροι στα αγγλικά» Και συνεχίζει ο Τσάρλς Τσάντουικ, σ.57: «Αποστολή, λοιπόν του ποιητή είναι να ξεκόψει από κάθε επαφή με τον αντικειμενικό κόσμο και να δημιουργήσει μέσα του ένα είδος κενού μέσα στο οποίο θα κυλήσουν και θα αποκρυσταλλωθούν οι ιδεατές μορφές του άπειρου που περιέχονται μέσα στο ‘μηδέν’». Η έκδοση της σειράς «Η Γλώσσα της Κριτικής» των εκδόσεων «ΕΡΜΗΣ» νούμερο 16), της μελέτης του Charles  Chadwick, «Συμβολισμός» σε μετάφραση Στέλλας Αλεξοπούλου, σελίδες 108 δραχμές 100, και ιδιαίτερα του 5ου κεφαλαίου «Ο Mallarme και το άπειρο». Και προφανώς η μετάφραση των ποιητικών σπαραγμάτων ανήκουν στην μεταφράστρια του έργου. (Πληροφορίες για τον γάλλο ποιητή αντλούμε και από τα άλλα βιβλία της σειράς).     Ξαναδιαβάζοντας μετά από χρόνια τα ποιήματα του Στέφανου Μαλλαρμέ και τις σχετικές παλαιότερες μελέτες, δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε και την ρήση του Οδυσσέα Ελύτη που μας λέει στο έργο του «Μαρία Νεφέλη», το «Σηματολόγιό του», ότι «το Κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του». Είναι η ελληνική ελπιδοφόρα μάλλον «απάντηση» στην απαισιόδοξη ματιά των καταραμένων γάλλων ποιητών. Των ποιητών εκείνων που λάτρεψαν και ερωτοτρόπησαν με το «μηδέν», το «άπειρο», όσο όμως και με τις χαρές της ζωής και τις δάφνες της αναγνώρισης, που δεν απαρνήθηκαν, όπως δηλώνουν οι κατοπινές βιογραφίες τους. Και πλεονασματικά τα παραπάνω σχόλια για τον Μαλλαρμέ ανακαλούν έναν τίτλο βιβλίου του άγγλου Άρθουρ Καίσλερ, το «Μηδέν και το Άπειρο». Η δεύτερη ενδιάμεση γέφυρα επικοινωνίας, είναι συγγενέστερη με την έκδοση του «ΠΛΕΘΡΟΥ», είναι το 111 σελίδων βιβλίο των εκδόσεων «ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ», 1982, δραχμές 120, της σειράς «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚ ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ 5», διευθυντής Γιάννης Σολδάτος. Είναι η σπονδυλωτή μελέτη του άλλου καταραμένου γάλλου ποιητή, που ερωτεύθηκε τον οραματιστή έφηβο ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ, και έζησε μαζί του μια θυελλώδη και τραυματική σχέση, του Πωλ Βερλέν: «ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ» (ΡΕΜΠΟ-ΚΟΡΜΠΕΡ-ΜΑΛΑΡΜΕ). Παρουσίαση: Ροζέ Πιερό. Επίμετρο-Μετάφραση-Σχόλια: ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ.  Οι σελίδες 75 έως 94 είναι αφιερωμένες στον Μαλλαρμέ. Η παρούσα εργασία των εκδόσεων «ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ» του 1982, του Αλέξη Ζήρα, θα αποτολμούσαμε την εκ των υστέρων κρίση, ότι προετοίμασε την ευρύτερη εργασία του μεταφραστή και επιμελητή των εκδόσεων «ΠΛΕΘΡΟΝ» που κυκλοφόρησε έναν σχεδόν χρόνο αργότερα. Το ενδιαφέρον του κριτικού Αλέξη Ζήρα όχι μόνο για τους γάλλους ποιητές και λογοτέχνες αλλά και ξεχωριστά για τον Stephan Mallarme, δεν ολοκληρώθηκε με αυτές τις δύο εκδόσεις, αν λάβουμε υπόψη μας ενδεικτικά να σημειώσω και το λήμμα που υπογράφει για τον ποιητή, σελίδα 1316, του «ΛΕΞΙΚΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ» των εκδόσεων «ΠΑΤΑΚΗ» 2007. Να συμπληρώσουμε ακόμα ότι τα ποιήματα που αναλύονται και «χρησιμοποιούνται» και οικοδομούν  το μελέτημα του τόμο του POL VERLAIN, «ΤΟΥ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΟΥ», σ. 81-84, καθώς και το ποίημα «ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ», σελ. 90 είναι σε μετάφραση του Γιώργου Σ. Πατριαρχέα, από την έκδοση Καραβία. Ενώ τα ποιήματα «ΤΟ ΟΡΑΜΑ», σ.85 και «Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΕΔΓΑΡ ΠΟΕ», σ. 91 είναι σε μετάφραση Γ. και Ν. Σημηριώτη αντίστοιχα. Με τις παραπάνω επισημάνσεις, διαπιστώνουμε μάλλον, αν δεν παρερμηνεύω, την συνέχεια και συμπληρωματική επιμέλεια του κριτικού και μεταφραστή Αλέξη Ζήρα για τον Μαλλαρμέ έως την έκδοση του ‘ΠΛΕΘΡΟΥ».

Το βιβλίο «Ποίηση και Μουσική» και από αισθητικής απόψεως εξαιρετικό βιβλίο, που χαίρεσαι ακόμα και σήμερα να το κρατάς στα χέρια σου και να το ξεφυλλίζεις, δεν εντάσσεται μόνο στα καθαρά ποιητικά έργα του γάλλου ποιητή, δεν είναι μια ανθολογία ποιημάτων του. Τι θέλω να πω με αυτό. Η έκδοση είναι ένα αρμονικό και αποκαλυπτικό-για την εποχή του- ισορροπημένο «κολλάζ» (να δανειστώ τον εικαστικό όρο) των ποιητικών καταθέσεων και κριτικών σκέψεων, της αλληλογραφίας προς ομοτέχνους της εποχής του και αυτοβιογραφικών περπατημάτων του μουσικότερου ίσως γάλλου συμβολιστή και όχι μόνο ποιητή Stephan Mallarme. Που όπως σημειώνει στο λήμμα του ο Α. Ζ. «Η μυστικιστική και έντονα επεξεργασμένη ποίησή του βρήκε τη συνέχειά της στη θεωρία και στην πράξη της καθαρής ποίησης του P, Valery και μεταγενέστερα του Y. Bonnefoy». Ο τόμος των εκδόσεων «ΠΛΕΘΡΟΝ» δεν αποτελείται από μια αμιγώς ποιητική ύλη αλλά, μιά μείξη ποιημάτων, (έμμετρων και πεζών, παρατίθενται και το γαλλικό κείμενο) κριτικών θέσεων, ιδεών, αυτοβιογραφικών στιγμών του ποιητή Στέφανου Μαλλαρμέ που όχι μόνο θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους και ενδοξότερους ποιητές του Γαλλικού Παρνασσού αλλά επηρέασε και διαμόρφωσε την τεχνική του Συμβολισμού, γλωσσική, υφολογική και ρυθμική, της φόρμας του, της διάταξης και αναδιάταξης των λέξεων πάνω στην λευκή σελίδα, δηλαδή εφεύρε την εικονιστική ποίηση, από την περίοδο που ο ελληνογάλλος ποιητής και τεχνοκριτικός  jean Moreas δημοσίευσε το «Μανιφέστο» του. Ο Μαλλαρμέ που κυρίως, μελοποιήθηκαν ποιητικές του συνθέσεις από τον Claude Debussy αλλά και άλλους μουσουργούς του προηγούμενου αιώνα, (να αναφέρουμε ότι και η τέχνη και μαϊστορες της χορευτικής μαγείας χρησιμοποίησαν την σύνθεσή του «Το απόγευμα ενός  Φαύνου») διέπλασε με τις θέσεις και το διαρκώς επεξεργαζόμενο έργο του, την δυναμική της γραφής του και την παρουσία του, όχι μόνο τον πνευματικό κόσμο της εποχής του, αλλά άφησε το αποτύπωμά του και στην καλλιτεχνική ατμόσφαιρα των επόμενων δεκαετιών εντός και εκτός των συνόρων της πατρίδας του, που οργανώθηκε και επεκράτησε ο μοντερνισμός και η μοντέρνα ποίηση και λόγος διεθνώς. Ο ευρωπαίος δημιουργός που επεδίωξε να «κάνει» τις λέξεις «μουσικές νότες», να δώσει στις γραπτές λέξεις πάνω στην λευκή σελίδα την μυστική διάσταση και μελωδική ηχητική προέκταση του προφορικού λόγου, της καθαρής καθημερινής ομιλίας των ανθρώπων, είχε ισχυρή επίδραση και στους έλληνες ποιητές του Μεσοπολέμου. Αρκετοί συμβολιστές μοντερνιστές είχαν πηγή έμπνευσής τους τις ποιητικές του συνθέσεις και τις ποιητικές τεχνικές του. Όπως αναγνώρισε και η δική μου γενιά των αναγνωστών του ποιητικού λόγου, οι φιλότεχνοι γενικότερα, διαβάζοντας τις μεταφράσεις του Ζήρα, ο γάλλος ποιητής είτε συνθέτοντας σονέτα για τον αμερικανό ποιητή Έντγκαρ Άλαν Πόε, (που τόσους ποιητές του δυτικού κόσμου και μουσικούς συνθέτες έχει επηρεάσει το έργο του), διάσημο και κλασικό το σονέτο «Ο τάφος του Έντγκαρ Πόε» που εξαίσια μετέφρασε ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης,  είτε μας κάνοντας με ελάχιστες λέξεις, «Πρόποση για τον Ζαν Μορεάς», είτε υψώνει το ποιητικό του ποτήρι και κάνει «Πρόποση για τον Εμίλ Βεράρεν», είτε δημοσιεύει επιστολή στον διευθυντή εφημερίδας, βλέπε «Γράμμα στην Εφημερίδα της Κομητείας της Βουργουνδίας», είτε δημοσιεύει κείμενα για συμπατριώτες του, βλέπε την εμβληματική περίπτωση του ποιητή Σαρλ Μπωντλαίρ, είτε γράφει σονέτο το οποίο «Μια δαντέλλα καταλύεται για να φανεί/Στου υπέρτατου Παιχνιδιού την αμφιβολία», είτε εκθέτει τις σκέψεις και τις ιδέες του, ο γάλλος συμβολιστής- μοντερνιστής ποιητής είναι «βουτηγμένος» μέσα στο άπειρο σύμπαν της Ποίησης. Για την ακρίβεια, στην λεκτική ύλη που αποτελεί το σύμπαν της. Σαν ήχοι από το υπερπέραν και μυστηριακό συμπαντικό χάος. Λέξεις χαμένοι ήχοι μυστηρίου ενός κόσμου χαμένου και εγκλωβισμένου μέσα στις παγίδες της λογικής και των επεξηγήσεων της σαφήνειας. Πειραματιστής και αποδομιστής της παραδοσιακής φόρμας, πρόδρομος μιάς ποίησης και ενός ποιητικού λόγου που τον χαίρεσαι, τον απολαμβάνεις έστω και αν δεν τον καταλαβαίνεις.  Πανοραμική η σύνθεση της έκδοσης, η επιλογή και μετάφραση των ποιημάτων η οποία υλοποιήθηκε από τον κριτικό Αλέξη Ζήρα, που το ποιητικό του ένστικτο μπορεί να μην τον οδήγησε σε μουσικότερες λύσεις μεταφοράς των ποιητικών μονάδων όπως έγινε από τον ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη, μας πρόσφερε όμως την ισορροπία του ποιήματος, την διαύγεια των εικόνων, την όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη καθαρότητα της Μαλλαρμεϊκής ποιητικής σκέψης. Υιοθετώντας λέξεις απλές, μικρές με έντονη σημασιολογική φόρτιση. Επίπλωσε θα λέγαμε την ελληνική εκδοχή των ποιημάτων και σονέτων του Μαλλαρμέ, όταν κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Πλέθρον, με έπιπλα- λέξεις λουστραρισμένες μεταφραστικά αλλά όχι πεποιημένες, εξεζητημένες, λέξεις απαλές, υγρές όχι μουσκεμένες, λέξεις δροσερές όχι παγωμένες, ώστε ο γαλλικός λόγος, να ενθαρρύνει την προσωπική μας ανάγνωση και όχι να την αποθαρρύνει. Και αυτό, φαίνεται και από το ότι η έκδοση είναι δίγλωσση. Ο τότε και ο σημερινός αναγνώστης, ακόμα και αυτός που δεν γνωρίζει γαλλικά, δεν έχει εντρυφήσει στα μυστικά της, να μπορεί να απολαύσει τις λέξεις που χρησιμοποιεί ο γάλλος ποιητής αυτόνομα, ξεχωριστά. Να νιώσει τον ηχητικό τους παλμό, τον ρυθμικό τους τονισμό, την μουσική προέκταση ή και υπέρβαση των εννοιολογικών τους επεξηγήσεων. Τολμώ να σημειώσω, ή αν θέλετε να καταθέσω την προσωπική, ταπεινή μου γνώμη, ότι όλες οι μεταφράσεις που έχω μπροστά μου των βιβλίων που παραθέτω παρακάτω, από αυτές των παλιότερων χρόνων έως τις νεότερες μας έχουν ένα μεθύσι, ένα μεθυστικό ποιητικό άρωμα, μια λαμπρότητα που ξεπερνάει τα δεσμά του χρόνου, υπερβαίνει την φενάκη της σκέψης, ανοίγει ένα παράθυρο στις αισθήσεις μας, παρακάμπτει ίσως ακόμα και τους κεντρικούς γλωσσικούς πειραματισμούς του γάλλου ποιητή, ορθώνοντας μπροστά μας έναν οικείο λαμπρό, δυσκολοπροσβάσημο έστω, σύμπαν νηνεμίας αισθήσεων, μουσικών ερεθισμάτων, μελωδιών που ενώ έχει απολεσθεί η πρώτη τους γενεσιουργό αιτία και αφορμή βρίσκονται διασκορπισμένες στο σύμπαν και σκέπουν έναν κόσμο ξένο και αδιάφορο προς κάθε είδους μυστικών της Φύσης. Έναν λεκτικό κόσμο που ανήκει σε περιόδους της ανθρωπότητας που ο άνθρωπος και οι κοινωνίες δεν είχαν ακόμα απομαγευτεί. Που το «χρυσόνερο» ομόρφαινε τις ζωές τους και όχι το χρυσάφι».  Η μεταφορά εκ νέου, σε αυτήν την ιστοσελίδα, μέσα στο χάος της πανδημίας, η υπενθύμιση νέων εκδόσεων του Μαλλαρμεϊκού έργου, οι νεότερες μεταφράσεις που γνωρίζω και έχω διαβάσει, ακολουθεί την του Αλέξη Ζήρα ένταξη παλαιότερων κειμένων στο σώμα της δικής του έκδοσης. Θέλοντας να μας υπενθύμισε όχι μόνο το παλαιότερο μονοπάτι των ελλήνων Μαλλαρμικών ακολούθων αλλά και την συνέχειά τους μέσα στις νέες ποιητικές μεταφραστικές καταθέσεις και αντιλήψεις περί ποίησης λόγο των νεοτέρων ελλήνων ποιητών. Κοινά βαδίσματα και προσεγγίσεις στο διάβα της ιστορία του ποιητικής γραφής και έμπνευσης. Που αρχινά από τα μυστικά και μυστηριακά ατομικά Έπη της Ανατολής, εμπεριέχεται στα θρησκευτικά και ιερά βιβλία των παγκόσμιων δοξασιών και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, που ο ποιητικός λόγος έχει αντικατασταθεί από την Εικόνα. Ίσως ορθότερα από το Είδωλο της Εικόνας.

     Ο εμπλουτισμός της έκδοσης του Αλέξη Ζήρα με θεωρητικά κείμενα και μελέτες προγενέστερων μελετητών του Συμβολισμού, Καίσαρ Εμμανουήλ, Τάσος Γιανναράς, Κλέων Παράσχος κλπ, βοηθάει ακόμα και σήμερα τον αναγνώστη να κατανοήσει τις ζυμώσεις και τα ζητήματα που απασχόλησαν τους ποιητές και συγγραφείς των δύο τελευταίων αιώνων και μάλιστα, στην Γαλλία, που υπήρξε κοιτίδα όχι μόνο των αιματηρών επαναστάσεων για ελευθερία, δικαιοσύνη, ισότητα αλλά και γόνιμη μήτρα ρευμάτων των περισσότερων εξελίξεων και ανατροπών στον χώρο των τεχνών. Κατατοπιστικά τα σχόλια και το Χρονολόγιο ζωής και έργων του Στέφανου Μαλλαρμέ από τον ποιητή και μεταφραστή. Και το παρόν δικό μου κείμενο, ένα κείμενο μέσα στο κείμενο, μια διπλή συνομιλία. Σε προηγούμενα σημειώματα έχω καταγράψει μια μικρή σιρμαγιά βιβλιογραφικών δεδομένων για τον Συμβολισμό.

     Οι έλληνες μεταφραστές μας έδωσαν τον ποιητικό χαρακτήρα του γάλλου ποιητή, την ποιητική του ιδέα, την μουσική του περιπλάνηση, τις προθέσεις του για το ποιά οφείλει να είναι η χρήση της γλώσσας, ο ρόλος και η σημασία των λέξεων, αυτών των μικρών μαύρων κουκίδων πάνω  στην λευκή σελίδα, που αρνούνται με ευκολία να υποταχθούν στο πνεύμα και τον στόχο του ποιητή. Οι έλληνες μεταφραστές, άντρες και γυναίκες μας φώτισαν με τις μεταφράσεις ή αποδόσεις τους την ρυθμολογία της Μαλλαρμεϊκής ποίησης, τους χρωματικούς τονισμούς της, την τάση της να μεταπηδήσει σε ένα συγγενές πεδίο της καλλιτεχνίας, αυτό της Μουσικής. Ώστε η Ποίηση να γίνει Μουσική και η Μουσική να ενθυλακώσει τα πλέον γονιμοποιά στοιχεία και ρυθμούς της Ποίησης. Όπως άλλοι έλληνες αντίστοιχα μεταφραστές μας φώτισαν τις γέφυρες συγγένεια της Ποίησης με τις Εικαστικές τέχνες. Οι μεταφραστές του Μαλλαρμέ, μας χαρτογράφησαν το ευρύτερο πλαίσιο της ατομικής του ταυτότητας και καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας. Οι επιλογές των ποιημάτων και των κειμένων-η διάταξη της ύλης- πραγματοποιούνται με «στόχο» ώστε να δοθεί στον έλληνα αναγνώστη η  ιδιαιτερότητα της μουσικής φωνής του και των προθέσεών του.  Στέφαν Ο Μαλλαρμέ οραματίστηκε και ευτύχησε να μας προσφέρει με τα ποιήματά του, τα υπέροχα σονέτα του, τις θεωρητικές περί ποιήσεως θέσεις του έναν κόσμο ακόμα και σήμερα αναψηλάφητο. Αναδιοργάνωσε το σύμπαν των λέξεων, οργάνωσε με έναν άλλον τρόπο την ποιητική χρήση της γλώσσας. ώστε να μας φωτίζει όσο γίνεται καλύτερα τον «αρχέγονο χαρακτήρα της μουσικότητάς της». Μια ποιητική σπουδή που ασφαλώς δεν απασχόλησε μόνο τον Στέφαν Μαλλαρμέ, αλλά και τους περισσότερους και σημαντικότερους  γάλλους ποιητές εκείνων των περιόδων. Καταραμένους ποιητές και μη. Σαρλ Μπωντλαίρ, Πωλ Βερλαίν, Αρθούρος Ρεμπώ, Πωλ Βαλερύ, Τριστιάν Κορμπέρ, Λωτρεαμόν, Ζαν Μορεάς, Λαφόργκ, Μονφουά, και μια σειρά άλλων δημιουργών που συνέχιζαν με έναν νέο τρόπο, κατασκεύαζαν έναν νέο  ονειρικό και οραματικό προσωπικό σχεδιασμό, γλωσσικό, υφολογικό πειραματισμό, την παραδοσιακή ρομαντική ποίηση του παρελθόντος που έστεκε ακοίμητος φρουρός των ατομικών τους ευαισθησιών και προτιμήσεων. Αγνοώντας ή ξεπερνώντας τους κανόνες της ρίμας,-της ομοιοκαταληξίας- των προγενέστερων οι νέες γενιές των ποιητών, άπλωσαν τα φτερά τους σε νέα μονοπάτια και συνένωσαν την έμμετρο εκφορά του ποιητικού λόγου με την πρόζα. Το γλωσσικό σήμα με την ηχητική του διάσταση. Φόρτισαν δημιουργικά την πρόζα με την ρυθμολογία και την ατμόσφαιρα της ποίησης και της ποίησης με τον προφορικό ξεχασμένο ήχο της ανθρώπινης φωνής. Τα κινήματα αυτά της σύγχρονης ποίησης που προήλθαν από την μεγάλη βρυσομάνα, τον Ρομαντισμό, δεν κόμισαν μόνο τις νέες αντιλήψεις των πειραματισμών ποιητών και ανήσυχων καλλιτεχνικά δημιουργών αλλά, άλλαξαν και τις καθιερωμένες πεποιθήσεις περί ποίησης των αναγνωστών της εποχής τους. Διαμόρφωσαν ένα διαφορετικό πεδίο και κλίμα αναζήτησης και ανάγνωσης, στο πώς αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος άνθρωπος της νεωτερικότητας την ποιητική λειτουργία. Τι ζητά και αναμένει από τον σύγχρονο μη παραδοσιακό ποιητικό λόγο. Τι περιμένει από αυτόν ο σύγχρονος αναγνώστης, ευρωπαίος πολίτης. Ρεύματα της τέχνης που εξέφραζαν αναμφίβολα και τον χρόνο της ιστορίας, του πολιτικού πλαισίου της κοινωνίας που ζούσαν και δημιουργούσαν οι ευρωπαίοι και οι γάλλοι ποιητές, με την στεντόρεια επαναστατική διάθεση και οραματισμό ανατροπής των πάντων. Φωνές οι οποίες καθρέφτιζαν το κλίμα της εποχής, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα  των ισχυρών αιματηρών επαναστάσεων και κοινωνικών ανατροπών, των ναπολεόντειων πολέμων και των νέων συνθηκών της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αντίστοιχα, το μεταγενέστερο κίνημα του Υπερρεαλισμού συγκεφαλαίωσε και διεύρυνε-αφού τα ενσωμάτωσε πρώτα- τα προηγούμενα από αυτόν Ρεύματα και κυρίως, αυτό του Συμβολισμού. Η ποίηση του Στέφανου Μαλλαρμέ προσομοιάζει περισσότερο στον προφορικό λόγο. (Μας ξαναγυρίζει στο προφορικό ίχνος των Ομηρικών Επών, αν δεν είναι λανθασμένη η θέση μου). Έχει μέσα της έντονο το στοιχείο της δραματικής προφορικότητας, της σιγαλόφωνης εκμυστήρευσης, της αυτοβιογραφικής πρόθεσης μέσω δραματικών ήχων, της προσωπικής μεταιχμιακής εξομολόγησης σε πρώτο τόνο, ίσως ασυναίσθητα λυγμικό. Είναι μια ποιητική συνομιλία που ορισμένες φορές μάλλον ρέπει σε ένα είδος προσωπικής ψυχανάλυσης ή αυτοψυχανάλυσης του ποιητικού υποκειμένου, με έναν γλωσσικά μουσικό τρόπο. Η γλώσσα του διαθέτει τα απαραίτητα κοιτάσματα της μουσικότητας που διαθέτει ο προφορικός λόγος, μια μουσική σύνθεση. Ένα ελληνικό παράδειγμα είναι η προφορική γλώσσα των Επτανησίων και άλλων περιοχών της νησιωτικής Ελλάδος. Η ποίηση του Στέφαν Μαλλαρμέ, δεν αυτοαναλύεται διαλυτικά, δεν διαλύεται σε ένα μουσικό στείρο σύννεφο μουσικών τονισμών και επιτονισμών. Ίσως και παρά την πρόθεση του ποιητή να φέρει στην επιφάνεια του γραπτού ποιητικού πεδίου σκοτεινές πτυχές αφανέρωτες της ανθρώπινης συνείδησης, κρυμμένες περιοχές του μέσα μας κόσμου, φορτωμένες από λανθάνουσες επικίνδυνες καταστάσεις που ελλοχεύουν με την παραμικρή δόνηση της μνήμης και του νου, να ανέλθουν στην επιφάνεια της σκέψης, να ταράξουν την ηρεμία του ατόμου-ποιητή-αναγνώστη. Να τον πλημμυρίσουν ενοχές και καταθλιπτικό άγχος. Τα ρεύματα αυτά που προήλθαν μετά την μικρή ή μεγάλη διαφοροποίησή τους από τον Ρομαντισμό, όπως υπήρξε και το κίνημα του Συμβολισμού, ίσως ακριβέστερα, οι πειραματισμοί αυτοί των τεχνιτών του στίχου και των άλλων καλλιτεχνών, προετοίμασαν και «έστρωσαν» το δρόμο στο τελευταίο μάλλον στάδιο αυτών των πειραματισμών, τον Σουρρεαλισμό. Το κίνημα της τέχνης το οποίο πέτυχε να «εκπαραθυρώσει» τις προηγούμενες φωνές εντάσσοντάς τες σε έναν επαναστατικό δυναμισμό όχι τόσο μόνο των ίδιων των ρευμάτων, στο σπάσιμο της φόρμας, όσο στον ανατρεπτικό κοινωνικό δυναμισμό απέναντι στην κοινωνία, τον κόσμο και τις αξίες του, τους κανόνες του και αρχές του, των ίδιων των καλλιτεχνών. Οι Σουρεαλιστές καλλιτέχνες δεν ζητούσαν να ανατρέψουν μόνο τα προηγούμενα από αυτούς καλλιτεχνικά ρεύματα και κινήματα, αλλά να αλλάξουν την Κοινωνία, τις δομές της, τις αξίες της, τους κανόνες της, τα μεταφυσικά της πιστεύω, τα σύμβολά της, την ιερότητά της, το αυτοεπιβεβαιωτικό κοσμοείδωλό της μέσα στον ιστορικό χρόνο. Με δυό λόγια, να ανατρέψουν το «σύστημα». Τον μεγαλόπνοο και ανατρεπτικό αυτόν στόχο του καλλιτεχνικού κινήματος και των εκπροσώπων του, την ριψοκίνδυνη αναμέτρησή του με τον τότε γνωστό κόσμο, παρακινδυνευμένα θα αποτολμούσαμε να σημειώναμε ή εξαιτίας της αγάπης μας προς την ζωγραφική, τον κέρδισαν εκμέρους των καλλιτεχνών, αυτοί που ακολουθούσαν και θήτευαν περισσότερο στο σύμπαν των εικαστικών τεχνών μάλλον, παρά στον γραπτό λόγο. Τον ποιητικό, παρά τα κατά καιρούς μανιφέστα που έγραφαν οι ποιητές. Ο κόσμος των εικαστικών τεχνών παραστατικότερα και ίσως περισσότερο εύληπτα στις συνειδήσεις των ανθρώπων-και φιλότεχνων, κατόρθωσε να αναδείξει τις πρωτόγονες πελασγικές δυνάμεις αμορφίας που βρίσκουν λιμάνι μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Να εικονογραφήσει τις εσωτερικές αστραπές και εχθρικές προβολές της συνείδησης οι οποίες καιροφυλακτούν στα έγκατα του ανθρώπινου είναι, αναμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία ευαλωτότητας του ανθρώπου να αναδυθούν. Ανεξέλεγκτες ή εν μέρει ελεγχόμενες. Ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης  μας μίλησε στο ποίημά του «Ιθάκη» για τις διαλυτικές της ανθρώπινης προσωπικότητας δυνάμεις που φέρουμε μέσα μας, σε όποια εκδοχή και όση πίεση μπορεί να αντέξει από τους προσωπικούς του «δαίμονες» το ανθρώπινο ον. « Τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες… μην φοβάσαι…., αν δεν τους κουβαλάς εντός σου…». Αυτήν την άγρια της συνείδησης κατάσταση, την θολή δύνη, αχαρτογράφητη για την πλειονότητα των ανθρώπων, από εμάς, έφερε στην κλινική ερευνητική επιφάνεια η επιστήμη της Ψυχανάλυσης. Αυτό επιτεύχθηκε με την επιστημονική έρευνα και  κλινική παρατήρηση, τα εφόδια εκείνα που «ανακαλύφθηκαν» προς τα τέλη του 19ου αρχών του 20ο αιώνα. Η αρχαία ελληνική μυθολογία και τα σύμβολά της, η ελληνική των εθνικών ελλήνων θρησκεία και η ακόμα ζωντανή την περίοδο του Ρομαντισμού Θεολογία της, βοήθησε την νεοπαγή επιστήμη της Ψυχανάλυσης-και κατ’ επέκταση και του καλλιτεχνικού ρεύματος του Σουρεαλισμού, να οργανώσει ανετότερα τις μεθόδους και τα ερευνητικά της πεδία. Τα αρχαία των ποιητών σύμβολα, οι παραβολές και οι άλλες εικονιστικές παραστάσεις, οι διδαχές της αρχαίας τραγωδίας και οι ανθρώπινες ή υπερφυσικές δυνάμεις όπως απεικονίζονται από τον αρχαίο ποιητικό λόγο των παλαιών κοινωνιών, τα μηνύματα και οι προτροπές που ακόμα αυτές μας εκπέμπουν, ήσαν οι ράγες που πάνω τους βάδισαν ο Συμβολισμός, ο Σουρρεαλισμός και τα άλλα κινήματα. Ο Μοντερνισμός δεν μπορούσε να αγνοήσει αυτόν τον μέγιστο πλούτο της ανθρωπότητας.

     Η ποίηση των αιώνων που έζησε και έγραψε ο Στέφαν Μαλλαρμέ ήταν ήδη ετοιμόρροπη μέσα στην ακαδημαϊκή της μεγαλοπρέπεια και καταξίωση. Προετοιμασμένη να παραχωρήσει την θέση της στους νέους καιρούς και εποχής που ο άνθρωπος είχε αρχίσει αν δεν είχε ήδη απομαγευτεί, δηλαδή ξεκοπεί εντελώς από την φύση και τις οργανικές λειτουργίες του φυσικού περιβάλλοντος που μέσα του ζούσε και από αυτό τρέφονταν. Εισερχόμασταν στους μοντέρνους καιρούς, τους καιρούς της νεωτερικότητας. Το διαφορετικό που κόμιζαν τα νέα της τέχνης ρεύματα, δεν ήταν ότι επανέφεραν στην επιφάνεια τα της ψυχής και της συνείδησης ακανθώδη αυτά  ζητήματα, ανιχνεύσεις παλαιότερων καλλιτεχνικών εκδοχών των ανθρώπων του πνεύματος, αλλά στο ότι οι νέες γενιές των ποιητών, δημιουργών, φιλοσόφων, στοχαστών κλπ., προσπάθησαν να δαμάσουν, να ελέγξουν τα θέματα αυτά «μόνο» μέσω της γλώσσας και των κωδίκων της. Ο σκοτεινός κόσμος των ενστίκτων, τα σκοτεινά πηγάδια της συνείδησης από όπου πρόβαλλαν τα τερατώδη πνεύματα της καταστροφής και των ενοχών, οι άλογες δυνάμεις που κάνουν τον άνθρωπο σαν ψάρι να σπαρταρά, όταν ανέλθουν στο φως, οι ποιητές της εποχής αυτής φιλοδόξησαν και πέτυχαν να «εγκλωβίσουν» το σκοτεινό μέρος του εαυτού μας μέσα στα κανάλια της γλώσσας. Η γλώσσα εγκιβώτισε και το πρόβλημα και την λύση του. Αυτό επεδίωκαν και ζητούσαν οι Ποιητές του γαλλικού Παρνασσού αλλά και της απέναντι ηπείρου, όπως ήταν η περίπτωση του αμερικανού ποιητή Έντγκαρ Άλαν Πόε. Που, εξέφραζε με το έργο του όχι μόνο την δραματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, όχι μόνο μια θανατηφόρα ατμόσφαιρα που μέσα της ζει και αναπνέει, δημιουργεί ο Ποιητής αλλά το φρέσκο της ανθρώπινης περιπετειώδους αμετάκλητης θνητότητας και κοινωνικής αλογίας. Όσο και αν επιθυμούμε μέσω των μεταφυσικών δοξασιών, των διαφόρων μορφών και ιστορικών καναλιών της τέχνης να ξορκίσουμε το Κακό, τον θάνατο, αυτό παραμένει εδώ στο άπειρο παρόν μας. Να διώξουμε από την εποπτεία της ζωής μας την Φύση δεν γίνεται. Δρόμοι παλαιοί που ξανά στρώθηκαν με νέες εμπειρίες και βιώματα, ιστορικές ανατροπές και οράματα, παραστάσεις και εικόνες, επικλήσεις και άγχη σύγχρονα, διλήμματα άλυτα και επαναδιαπραγματευόμενα, στοχασμοί και φιλοσοφικοί ενδοιασμοί και διλήμματα, παμπάλαια της ανθρώπινης περιπέτειας και ιστορίας φαντάσματα που επανήλθαν με νέα ιστορική ένδυση καλλιτεχνική πολυτελή εσθήτα στο προσκήνιο. Οι ποιητές και οι συγγραφείς, οι λογοτέχνες και οι καλλιτέχνες των αιώνων αυτών, δεν απαρνήθηκαν μόνο το Φυσικό περιβάλλον από το οποίο προέρχονταν, με ότι αυτό συνεπάγεται στον σύντομο βίο τους, δεν απομαγεύτικαν με την θέλησή τους για να υιοθετήσουν μια νέα αστραφτερότερη μαγγανεία, αυτήν της μαγγανείας της γλώσσας, των λέξεων-δαγκάνες- και των αινιγμάτων τους, των παιχνιδιών τους πάνω στην λευκή σελίδα και μέσα στην σκέψη, κάτι που έθελξε καταλυτικά τον νέο σύγχρονο άνθρωπο και τον βίο του, μα προετοίμασαν και την νεωτερική ή μετανεωτερική εποχή μας. Οι σημερινοί άνθρωποι είμαστε απόγονοι και κληρονόμοι αυτών των καλλιτεχνών και πνευματικών οραμάτων και επιδιώξεών τους, και όχι του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του ιερού Αυγουστίνου, του Τόμας Μουρ και της Ουτοπίας του. Προσδιορίζουμε τους ερμηνευτικούς μας φακούς σύμφωνα με το ανεστραμμένο τρικωνικό σύμπαν του Δάντη. Κόλαση-Καθαρτήριο-Παράδεισος ένα και το αυτό. Ο Εδεμικός Κήπος ή το Νησί των Μακάρων, λησμονήθηκαν, με ότι αυτό συνεπάγεται στο αξιακό σύστημα ζωής των ανθρώπων, μοντέρνους συμβολικούς κώδικες επικοινωνίας τους. Ο Κόσμος μας είναι όπως φαίνεται, Σαιξπηρικών προδιαγραφών και κοινωνικών παραμέτρων μόνο. Δηλαδή χαώδης. Οι σύγχρονοι χαρακτήρες μας δομούνται πάνω στις ποιητικές-θεατρικές συνιστώσες που μας φώτισε ο άγγλος Ελισαβετιανός Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Μέσα και έξω κόσμος μας ένα. Ο Ιάγος, το σύγχρονο είδωλο του Ιανού είναι το δικό  μας πρόσωπο, το πρόσωπο ή προσωπείο του νεωτερικού ανθρώπου της εποχής μας, όπως μας μίλησε ο ιταλός συγγραφέας Λουϊτζι Πιραντέλο, που διανύει ανεπίγνωστα την πέμπτη τεχνολογική επανάσταση της ανθρωπότητας, απολαμβάνει με απληστία τα επιτεύγματα της επιστήμης που δεν κατανοεί και εξακολουθεί να κάνει περιφερειακούς πολέμους κατάκτησης. Το σκήνωμα που δεν βρέθηκε του ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, μετά την δολοφονία του από τους φαλαγγίτες, είναι η δική μας χαμένη αθωότητα και της ψυχής μας γαλήνη. Είναι η ανεύρετη εξιλέωση των Ποιητών και των οραμάτων τους, των χαμένων τους ονείρων. Οι καιροί του Διαφωτισμού που με μεγάλη ευκολία επικαλούμαστε, δεν κόμισαν μόνο θετικά επιτεύγματα στην ανθρωπότητα αλλά, καλλιέργησαν συνειδητά και την απαξία του ανθρώπινου όντος-ως Εικόνα Θεού-Φύσης. Δημιούργησαν την υπεραξία των Μηχανών και της Τεχνολογίας, που αντικατέστησε την ισορροπία μεταξύ Φύσης και Ανθρώπου. Ανέδειξαν την εξειδίκευση της Επιστήμης και της Τεχνολογίας, ακόμα και των Τεχνών που πήραν την θέση του «θρόνου» του απαρνημένου φυσικού δημιουργού. Ο Θεός, (σαν ενοποιός δύναμη των ανθρωπίνων σχέσεων και συμπεριφορών, των πρωτονεωτερικών κοινωνιών, δεν ήταν άχρηστος πλέον γιατί δεν τον είχε ανάγκη ο άνθρωπος, δεν τον αναζητούσε, αλλά, γιατί ο Νέος Κόσμος που ανέτειλε από την εποχή των Φώτων, δεν είχε ανάγκη πλέον το Ανθρώπινο Είδος. Ο Υπεράνθρωπος του Φρειδερίκου Νίτσε ήρθε να καλύψει μέσα στο φυσικό σύμπαν την ανθρώπινη παρουσία και μηδαμινότητα. Στο αέναο και επαναλαμβανόμενο της αναδημιουργίας παιχνίδι της Φύσης, ο νεοτερικός άνθρωπος δεν είχε καμία θέση, η μοναδική του αξία και χρησιμότητα ήταν όμοια με αυτήν των άλλων έμβιων όντων του πολύπλοκου και αινιγματικού σύμπαντος της Φύσης. Ζώο εκ των Ζώων. Αμελητέος της εξέλιξης κρίκος μέσα στους άλλους κρίκους. Το λυκαυγές της ανθρώπινης εξέλιξης –της σκέψης-είχε παραχωρήσει την θέση του στο σούρουπο της ανθρώπινης πτώσης-των συναισθημάτων. Η Ιεροσυλία επήλθε όταν η γλώσσα ζήτησε να αποδομήσει τις συντεταγμένες του φυσικού κόσμου, αντικατέστησε-πήρε την θέση της Φύσης στις συνειδήσεις και τις ζωές, στις επιλογές και συμπεριφορές των ανθρώπων. Στο μετά βαβελικό σύμπαν η θέση του Ανθρώπου ήταν η μόνη επιτρεπτή εξορία,  η καταφυγή του στο Σπήλαιο της γλώσσας που θα ξανασυναντούσε και πάλι τους προαιώνιους δαίμονές του. Τους Κύκλωπες. Μόνο που τώρα στην καταστροφή του θα παράσερνε και την Φύση. Η αλαζονεία του είχε γίνει Ύβρις. Ο Νάρκισσος μοντέρνος ή μεταμοντέρνος άνθρωπος καθώς καθρεπτίζονταν στα γάργαρα ρυάκια της Φύσης και εμπειριών του δεν αντίκριζε πλέον το πρόσωπό του αλλά, λέξεις, σκόρπια γλωσσικά σήματα που σαν τα νούφαρα απλώνονταν πάνω στη λίμνη της χαμένης  ζωής του. Το είδωλο δεν αντιστοιχούσε πλέον στην παραμυθίας κατάσταση όπως μας την έδειξε η αρχέγονη Ορφική διδαχή, δήλωνε ο Μύθος του παλαιού προνεοτερικής κατάστασης του ανθρώπου παράδειγμα. Οι Ποιητές από εδώ και πέρα θα παραμένουν πάντα γυμνοί, ανυπεράσπιστοι, εξόριστοι και άχρηστοι για τους ανθρώπους. Θα κυνηγούν το φάντασμα των παιχνιδιών και των επικίνδυνων μονοπατιών της γλώσσας. Ο Πλάτων προείδε εδώ και αιώνες το αδιέξοδο, γιαυτό ίσως θέλησε να προφυλάξει τους Ποιητές, μη δεχόμενους στην Πολιτεία του. Η Ποίηση είναι ένας ακόμη λόγος σισύφειας επικοινωνίας των ανθρώπων. Ή μάλλον μία επικρατούσα αλαλία του σύγχρονου Ανθρώπου με την Φύση.

     Ο κόσμος των εικαστικών τεχνών με τον πλέον απτό και παραστατικό τρόπο, μας έκανε κοινωνούς από νωρίς αυτών των αλλαγών στις επιλογές και τις ζωές των ανθρώπων, περισσότερο μάλλον από τον γραπτό λόγο και την αξία που του είχαμε δώσει μέσα στα διαμερίσματα και τις αίθουσες του πολιτισμού, των γραπτών αποτυπώσεων. Ο Σάμιουελ Μπέκετ και το έργο του δεν θα γίνει αντιληπτό από τις μεγάλες μάζες των ανθρώπων, και ούτε φυσικά κατανοητό, (η Αναμονή του Θεού-δηλαδή η αγαπητική προστασία και φροντίδα της Φύσης- έγινε η Αράχνη στον τοίχο της ανθρώπινης εξέλιξης κατά Μπέργκμαν) αντίθετα, ένας πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, ή ο Εσταυρωμένος του σουρρεαλιστή εικαστικού Σαλβαντόρ Νταλί θα εγείρει ανατρεπτικές μεταφυσικές αναγωγές και συναισθήματα. Το επιβλητικό Σύμβολο της Γκουέρνικα του Πάμπλο Πικάσο είχε και έχει ακόμα μάλλον, ισχυρότερη επίδραση στις συνειδήσεις των ανθρώπων από τον ίδιο τον ιστορικό βομβαρδισμό της ισπανικής πόλης και των κατοίκων της από τα ναζιστικά αεροπλάνα. Και ας μην γνωρίζουν τίποτα από μοντέρνα τέχνη οι σύγχρονοι άνθρωποι ή τους φαίνονται ακατανόητα, στην αντίληψή τους αυτά τα άταχτα ριγμένα πάνω στο ταμπλό ανθρώπινα ή των αλόγων κεφάλια και διάσπαρτα μέλη, και αγνοούν παντελώς τον όρο και τους κανόνες του Κυβισμού ή αδιαφορούν για τις Πικασσιανές χρωματικές περιόδους του ισπανού ζωγράφου. Δηλαδή θέλω να καταλήξω, η Εικόνα, στον νεωτερικό κόσμο μας κυριάρχησε των Λέξεων, τις εκτόπισε σε μιά μάλλον «ακοινωνησίας» μοντέρνα σηματοδοσία. Το ίδιο ισχύει και για την τέχνη του Κινηματογράφου, που είναι πλάνα συντεταγμένα στην σειρά. Δηλαδή της Εικόνας που ηγεμονεύει όλων των άλλων επιμέρους τεχνών που εμπεριέχει και στελεχώνεται η κινηματογραφική τέχνη.

     Επαναπροσδιορίζοντας την παμπάλαια και αρχέγονη μυστηριακή ρήση «Εν αρχή ην ο Λόγος» σήμερα θα γράφαμε, «Εν αρχή είναι η Εικόνα». Ο συνεκτικός κρίκος των σημερινών κοινωνιών, ο Βαβελικός πύργος των καθρεφτών που αντανακλώνται οι ζωές μας. Ο σύγχρονος Θεός είναι Εικόνα του, όχι οι ενέργειές του, η σύγχρονη Φύση είναι Εικόνα της, όχι η λειτουργία της στον χρόνο. Ο σύγχρονος Άνθρωπος είναι η Εικόνα του και μάλιστα κατακερματισμένη. Μια σκοτεινή, εχθρική και απειλητική Εικόνα που μας είναι ακατανόητη και εχθρική. Σκιές τροπαιοφόρες οι σύγχρονοι άνθρωποι  δίχως αντανακλάσεις ζωής και ελπίδας, μάλλον στο κοινό μας μέλλον.

2.ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ, Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ ΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ. 49 Γάλλοι Ποιητές & 16 Ζωγράφοι, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ-ΑΘΗΝΑ 1988.

ΠΕΡΙΕΧΕΙ  -ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ- Ο ΦΑΥΝΟΣ, μτφ. ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, 28-31 -ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ, μτφ. ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ, σ. 32. -ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ, μτφ. ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ, 32.-Ω ΤΟΣΟ ΕΡΑΣΜΙΑ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΑ ΕΓΓΥΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΛΕΥΚΗ, μτφ. ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ, 33.-ΟΤΑΝ ΑΠΕΙΛΗΣΕ Η ΣΚΙΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΙΡΑΙΑ ΤΕΛΕΥΤΗ, μτφ. ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ, 33-34.-ΜΕ ΑΓΝΑ ΑΚΡΟΔΑΧΤΥΛΑ ΥΨΗΛΑ ΤΟΝ ΟΝΥΧΑ ΩΣ ΑΦΙΕΡΩΝΕΙ, μτφ. ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ 34.-ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, μτφ. ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ, 35.-ΟΡΑΜΑ, μτφ. ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ, 35-36.  -ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ, μτφ. ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ, 36. -ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΣΜΑ, μτφ. ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ, 36-37.

Από τα ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ  ΣΤΟΙΧΕΙΑ, σελίδα 304: Στεφάν Μαλλαρμέ (Stephane Mallarme). Γεννήθηκε το 1842 στο Παρίσι και πέθανε το 1898 στη Βαλβέν. Σε ηλικία πέντε χρόνων έχασε τη μητέρα του και πέρασε τα παιδικά του χρόνια εσωτερικός σε σχολεία. Το 1860 αποφοίτησε από το λύκειο της Σάνς. Το 1862 πήγε στο Λονδίνο για να σπουδάσει αγγλικά, τον επόμενο χρόνο πήρε το δίπλωμά του και διορίστηκε καθηγητής στην Τουρνόν. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τη γερμανίδα γκουβερνάντα Μαρί Κριστίνε Γκέρχαρντ. Το 1866 το περιοδικό Le  Parnasse contemporain δημοσίευσε δέκα ποιήματά του. Μετατέθηκε στο Παρίσι το 1871 και δίδαξε αγγλικά ως το 1894 που συνταξιοδοτήθηκε. Σύχναζε στους κύκλους των παρνασσιακών ποιητών, αν και οι απόψεις του για την ποίηση, ήταν εντελώς διαφορετικές. Το 1864 άρχισε να γράφει το ποίημα Herodiade, που τον απασχόλησε όλη του τη ζωή, χωρίς να το ολοκληρώσει ένα απόσπασμά του δημοσιεύτηκε το 1871 και δύο άλλα μετά το θάνατό του. Το 1865 αρχίζει να γράφει το άλλο μεγάλο ποίημά του, Laprès-midi dun faune, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1876. Τα 1867 αρχίζει να γράφει το ποίημα Igitour ou la folie dElbehnon. Το 1884 έγινε ξαφνικά πολύ γνωστός, χάρη στην επιτυχία που είχε το μυθιστόρημα του Ζώρζ Ουισμάνς  A rebours, στο οποίο ο συγγραφέας εγκωμιάζει τον Μαλλαρμέ. Το 1887 εκδόθηκε η συλλογή Poesies. Το 1897 εκδόθηκαν τα αισθητικά του δοκίμια με τον τίτλο Divagations, καθώς και το τελευταίο του ποίημα Un coup de des nabolira jamais le hazard.  Το ποιητικό εγχείρημα του Μαλλαρμέ, που προσπαθεί να συλλάβει το απόλυτο ποιητικό μέγεθος, επηρέασε βαθύτατα τους νεότερους ποιητές. Ελληνικές μεταφράσεις: Η Ηρωδιάς. Το απόγευμα ενός φαύνου. ΄Ιγκιτουρ ή η παραφροσύνη του Ελμπενόν (Καίσαρ Εμμανουήλ), στον τόμο Μεταφράσεις, Αθήνα 1981. Ποίηση και μουσική (επιλογή Α. Ζήρας, μεταφράζουν Κ. Εμμανουήλ, Α. Ζήρας κ. ά. Αθήνα 1983). Ίγκιτουρ ή η παραφροσύνη του Ελμπενόν (Ν. Γ. Πεντζίκης, Αθήνα 1983) κ.ά.

Σημείωση:

     Απορία μάλλον παραμένει ίσως, στο γιατί ο καλός ποιητής και μεταφραστής Χριστόφορος Λιοντάκης γνώστης της Γαλλικής ποίησης δεν μετέφρασε ποιήματα ή σονέτα του Στέφανου Μαλλαρμέ. Ανταυτού, επέλεξε να ανθολογήσει μεταφράσεις τρίτων όπως μας δείχνουν οι επιλογές του. Ίσως το ένστικτο της μεταφραστικής του αυτοσυντήρησης τον οδήγησε να επιλέξει φωνές ποιητικές, αναγνωρισμένες και καταξιωμένες. Ίσως δεν θέλησε να παραβληθεί ο μεταφραστικός λόγος του με άλλων συγχρόνων του. Από την Ανθολογία του Χριστόφορου Λιοντάκη, ερανίζεται και το ποίημα «Το απόγευμα ενός φαύνου» του Στέφανου Μαλλαρμέ, σελίδα 113-, ο Γιώργος Ζ. Χριστοδουλίδης, εκλογή και επιμέλεια στον τόμο του «Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ», εκδόσεις Παρασκήνιο-Αθήνα 2005.

-Ακόμα, ο Γάλλος ποιητής Στέφανος Μαλλαρμέ να συμπληρώσουμε ότι δεν περιλαμβάνεται-παράξενα πως- στην «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ» σε Εκλογή και Επιμέλεια Κλέωνος Β. Παράσχου, εκδόσεις Σίμος Συμεωνίδης, Αθήνα 1962. Όπου παρουσιάζεται η ποιητική δημιουργία 60 Γάλλων ποιητών, ποιήματα μεταφρασμένα από σημαντικούς έλληνες ποιητές και μεταφραστές από τα γνωστότερα λογοτεχνικά περιοδικά του περασμένου αιώνα («Καινούργια Εποχή», «Τα Νέα Γράμματα», «Κοχλίας» κ. ά.) βλέπε τις σελίδες 55-194.

-Από την άλλη, ο συγγραφέας Άρης Αλεξάνδρου, στο δικό του ανθολόγιο με τίτλο «ΔΙΑΛΕΞΑ» με συγκέντρωση υλικού, βιογραφικά στοιχεία και σχόλια από την ποιήτρια Καίτη Δρόσου, εκδόσεις Τυπογραφείο ΚΕΙΜΕΝΑ-Αθήνα 1984 επιλέγει δύο μόνο γάλλους να ανθολογήσει. Τον δραματικό ποιητή Πιέρ Κορνέιγ του 17ου αιώνα και τον νεότερό του ντανταιστή και υπερρεαλιστή Πώλ Ελυάρ του 20ου.-

Παρά την συμμετοχή γάλλων ποιητών στον ογκώδη τόμο της Ανθολογίας της ποιήτριας Μαρίας Λαϊνάς, «ΞΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ» ΕΠΙΛΟΓΗ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ, εκδόσεις Λωτός-Αθήνα 1989, δεν υπάρχει η φωνή του Μαλλαρμέ, αν και, υπάρχουν ποιητικές φωνές που προέρχονται από τον 19ο αιώνα. Η παρουσία του Μαλλαρμέ απουσιάζει και από τις «ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ» εκδόσεις Δωδώνη-Αθήνα 1967, του ποιητή, ανθολόγου, επιμελητή εκδόσεων και μεταφραστή Άρη Δικταίου. Ενώ μεταφράσεις ποιημάτων του Στέφανου Μαλλαρμέ από τον ποιητή Άρη Δικταίο διαβάζουμε στον τόμο «Σ’ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ» ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, εκδόσεις Γεωργίου Φέξη-Αθήνα 1960 στο κεφάλαιο Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟ. Μεταφράζονται τρία ποιήματα του Μαλλαρμέ. «ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ», «ΠΡΟΣΦΟΡΑ» και «ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ» σ. 611.

-Στις μεταφράσεις και τα νεανικά μεταφραστικά γυμνάσματα, του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, δεν συναντάμε την παρουσία του γάλλου Στέφανου Μαλλαρμέ ανάμεσα στις 25 εν συνόλω γαλλικές φωνές. Βλέπε Κ. Γ. Καρυωτάκης, «ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ» δίγλωσση έκδοση, εκδόσεις Γραφή-Αθήνα 1980. Ούτε και στις μεταφραστικές καταθέσεις του πρώην προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας φιλόσοφου Κωνσταντίνου Τσάτσου, «ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΛΛΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΟΠΩΝ», εκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων-Αθήνα 1980, παρά την ευρυμάθεια του Κωνσταντίνου Τσάτσου στων μυστικών της γαλλικής γλώσσας και κουλτούρας και μετάφρασης γάλλων ποιητών. Από την άλλη, ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νίκος Σπάνιας, στο βιβλίο του «ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ» 1941-1971, έκδοση Νέα Υόρκη 1972, το πεζό «ΜΑΡΑΖΙ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ» (από τα πεζά), σ. 4.

-Ο ανθολόγος Σταύρος Καρακάσης, στο βιβλίο του «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΤΚΗΣ ΠΡΟΖΑΣ» εκδόσεις Δίφρος-Αθήνα 1967, σε επιμέλεια Ιάσωνα Δεπούντη, μεταφράζει το ποίημα «Η πίπα» του Stephane  Mallarme.  O Mallarme  απουσιάζει από το βιβλίο-ανθολογία του Βασίλειου Ι. Λαζανά, ο οποίος σε ελεύθερη απόδοση αποδίδει «Τα ερωτικά των Γάλλων κλασικών ποιητών», δες εκδ. Ενάλιος-Αθήνα1997 και από τον τόμο «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ» (4.500 χρόνια ποίησης) εκδόσεις Πατάκη-Αθήνα 2000 του ποιητή Γιάννη Υφαντή. Από την άλλη, η επανέκδοση της Ανθολογίας της Γαλλικής Ποίησης, βλέπε Γιώργος Σημηριώτης, «ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ» Πρόλογος: Ιφιγένεια Μποτουροπούλου και εισαγωγή του πειραιώτη Παύλου Νιρβάνα, εκδόσεις Κοροντζή-Αθήνα 2014, περιλαμβάνει δύο μεταφράσεις ποιημάτων του Στέφανου Μαλλαρμέ που συνοδεύονται με βιογραφικά του ποιητή. Τα ποιήματα είναι η «ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ» και «ΤΟ ΟΡΑΜΑ».  

Ενώ ο νομπελίστας μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ανάμεσα στους τέσσερεις γάλλους ποιητές που μεταφράζει (Arthur Rimbaud, Comte de Lautreamont, Paul Eluard, Pierre Jean Jouve) από το σύνολο των 7 ευρωπαϊκών φωνών, στον τόμο του «ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΡΑΦΗ», εκδόσεις Ίκαρος-Αθήνα 1976, (ένα βιβλίο που το φυλάω με νοσταλγία μια και είναι δώρο και αφιέρωση από τον μεγάλο μας «ΜΠΟΣΤ» 21/12/1977) δεν περιλαμβάνεται ο λόγος του Μαλλαρμέ παρά την συστηματική αγάπη και ενδιαφέρον του Οδυσσέα Ελύτη για τον κόσμο της Μουσικής. Αντίθετα, επιγραμματικές αλλά ουσιαστικές είναι οι θέσεις που εκφράζει ο Ελύτης στο έργο του «ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ», εκδόσεις Αστερίας-Αθήνα 1974,δρχ. 400. Στο κείμενό του για τον «Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΚΑΙ Η ΛΥΡΚΗ ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ» σ. 81 αναφέρει: «…Ο Σολωμός, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός κατέχουν το κέντρο, με το ίδιο περίπου τρόπο που μέσα στον Ευρωπαϊκό κόσμο της φαντασίας, το ένα άκρο κατέχουν οι Ρεμπώ και Λωτρεαμόν, το άλλο οι Έζρα Πάουντ και Θ. Σ. Έλιοτ και το κέντρο οι Μπωντλαίρ, Βερλέν, Μαλλαρμέ και Βαλερύ.». Ενώ στο κεφάλαιο των τριών Τ. (που θυμίζει τις παρηχήσεις του γράμματος Τ στον μάντη Τειρεσία, από την τραγωδία Οιδίπους Τύραννος, «τυφλός….»), στο Ελυτικό κεφάλαιο «ΤΕΧΝΗ-ΤΥΧΗ-ΤΟΛΜΗ» στην σελ. 108 σημειώνει: «Με την επιβλητική μορφή του Παύλου Βαλερύ στο προσκήνιο, την υποβλητική του Στέφανου Μαλλαρμέ στο βάθος και συμπαραστατούμενη από τον Αββά Μπρεμόν….». ενώ στις σελίδες «ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ»-οι κίνδυνοι της ημιμάθειας, σελίδες 391 και 392 αναφέρει και πάλι: «Τάσεις, ρεύματα και όχι πιά συγκροτημένες Σχολές, διατρέχουνε την Ποίηση.» και συνεχίζει παρακάτω: «Από την άλλη μεριά, ο Πώλ Βαλερύ, αντλώντας από τις αρχές που διέπουν το έργο του Στεφάνου Μαλλαρμέ, και συστηματοποιώντας τις επιδιώξεις του, μιλεί για «καθαρή ποίηση», όρο που έρχονται να δικαιώσουν αισθητικά ο Αβάς Μπρεμόν και ο Ρομπέρ ντε Σουζά. Ο Βαλερύ, δεν κάνει παρά να σπρώχνει ως τα άκρα τη Μαλλαρμεϊκή μέθοδο. Η μουσικότητα του στίχου, η στηριγμένη, ανεξάρτητα από το νόημα, στην ηχολογική συγκρότηση των λέξεων, ο κατάλληλος χειρισμός αυτών των τελευταίων έτσι που, να πρωτοδοκιμάζεται σε μίαν ασυνήθιστη κόλπωση, το υποταγμένο σε αυστηρότατη μορφή νόημα, περιορίζουν την ποίηση σε μια σοφή άσκηση κοσμηματοποιού. Ο ποιητής του «Νάρκισσου», είναι η αλήθεια, της προσθέτει κι ένα διανοητισμό που κάποτε, και γι’ αυτόν το λόγο, μειώνει τη σημασία του προτύπου.». Τέλος στο «ΕΠΙΜΕΤΡΟ», και στην σελίδα 488, αναφερόμενος σε δύο ισχυρά λυρικά ρεύματα που έχουν την πηγή τους τον 17ο αιώνα, μας μιλά για τις αυστηρές, ερμητικές, λεπτολόγες αισθητικές έγνοιες του Gongora, (τις ίδιες που θα συνειδητοποιήσει αργότερα η Ευρώπη και θα τις ονομάσει Μαλλαρμεϊκές….)..     

3.STEPHANE  MALLARME, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια ΤΑΚΗ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗ, εκδ. ΑΡΜΟΣ-ΑΘΗΝΑ 1999.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μνημόσυνο για τον Στέφανο Μαλλαρμέ, 9

Εισαγωγή, 11

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η κόμη…, 21

Αγία, 25

Άλλο ριπίδι, της Δεσποινίδας Mallarme, 27

Δέσποινα δίχως θέρμη περισσή…, (Σονέτο), 31

Ώ τόσο εράσμια από μακριά…, (Σονέτο), 33

ΠΟΛΛΑ  ΣΟΝΕΤΑ

 Ι. Όταν απείλησε η σκιά…, 39

ΙΙ. Τ’ ωραίο, το ζωηρό και το παρθένο σήμερα…, 43

ΙΙΙ. Τροπαιοφόρος διέφυγα μιά ωραίαν αυτοκτονία, 47

IV. Μ’ αγνά ακροδάχτυλα υψηλά τον όνυχα ως αφιερώνει, 49

Σονέτο (Για την αγαπημένη σας νεκρή, ο φίλος της.) 2 του Νοέμβρη 1877, -«Όταν περνάει ο ζοφερός χειμώνας στο άλσος το μουντό, 51

Ο τάφος του Έντγκαρ Πόε, 55

ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΟΝΕΤΑ

Ι. Κάθε έπαρση καπνίζει όταν το βράδυ ερθεί, 61

ΙΙ. Ως από το άλμα κι από την προεκβολή, 63

ΙΙΙ. Μιά δαντέλλα καταλύεται για να φανεί, 65

Ποιό μετάξι που ευωδιάζει απ’ τον καιρό, 69

Στην ιστορία σου να παρεισφρήσω εγώ, 71

Βουβό από μιά νεφέλη πνιγηρή, 75

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ ΤΟΥ STEHANE  MALLARME, 81-113

Από το οπισθόφυλλο:

«Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης είναι ένας εκπρόσωπος εκείνης της πλειάδας των Ελλήνων ποιητών που πρόσφεραν μιά ζωτική και ανέλπιστη συμβολή στην παγκόσμια λογοτεχνία της εποχής μας, και το πλούσιο ποιητικό έργο του έξοχου αυτού λυρικού αποτελεί μιά κορυφαία στιγμή της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης, βρίσκοντας αναγνώριση και έξω από την πατρίδα του. Επίσης διακρίθηκε ως ιδιοφυής μεταφραστής έργων γάλλων και ισπανών ποιητών» (Από το σκεπτικό της κριτικής επιτροπής του Πανεπιστημίου της Βιέννης, που απένειμε στον Τάκη Βαρβιτσιώτη το Διεθνές Βραβείο Γκότφριντ φον Χέρντερ 1994).

     Οι ποιητικές συλλογές του ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη, από το 1949 που πρωτοεμφανίστηκε στην ποίηση με την συλλογή «Φύλλα ύπνου» έως το 1999, με «Τα δώρα των μάγων» εκδόσεις Καστανιώτη αριθμούν πάνω από 26 τίτλους. Πενήντα χρόνια συνεχούς θητείας και προσφοράς στον ποιητικό λόγο. Ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης μετέφρασε επίσης: 1959, Σαίν-Τζών Πέρς, εκδ. Νέα Πορεία. 1964. Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, εκδ. Φιλολογική-Μπίμπης. 1971. Πάμπλο Νερούντα, εκδ. Εγνατία/ Νεφέλη. 1976. Αλαίν Μποσκιέ, εκδ. Εγνατία.  Κυκλοφόρησε ακόμα την μελέτη του «Ποίηση και ποιητικά θέματα του Γιώργου Σαραντάρη 1958, ενώ το 1964 εξέδωσε το δοκίμιό του «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα: ένας περιπαθής του ενστίκτου».

Η παρούσα έκδοση είναι δίγλωσση. Η καλύτερη και μουσικότερη απόδοση του Μαλλαρμέ στην ελληνική ποιητική επικράτεια από όσο γνωρίζω.

4. Γ. Σ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΑΣ: ΑΠΕΔΩΣΕ. ΠΡΟΜΕΤΩΠΙΔΑ F. ROPS.  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ STEPHANE  MALLARME, εκδόσεις ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ-ΑΘΗΝΑ 1992

Σημείωση:

-Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ EDGAR POE. Καταχωρημένο, μαζί με άλλα, στο βιβλίο τελετών, απαγγέλθηκε στα εγκαίνια ανεγερθέντος για τον Poe μνημείου στη Βαλτιμόρη, όπου η Αμερική, μ’ ένα πελώριο βασάλτη, βαριά εκάλυψε την ανάλαφρη του Ποιητή σκιά για σιγουριά της πώς μές απ’ εκεί δεν θάταν πιά δυνατό να ξαναβγεί. Ιδεόγραμμα, 181-182

-ο τάφος του Έντγκαρ Πόε. Το σονέτο αυτό που είναι από τα πιο διάσημα ποιήματα του Mallarme, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις Ενωμένες Πολιτείες σε μιά συλλογή που τιτλοφορείται Edgar Allan Poe, A memorial volume (Baltimore, Turnbull Brothers 1877). Στη βιβλιογραφία των ποιημάτων του (Poesies, Deman, 1899) ο Mallarme σημειώνει. «Έχοντας αναμιχθεί στην τελετουργία, απαγγέλθηκε κατά την ανέγερση ενός μνημείου του Poe στη Βαλτιμόρη, ενός ογκόλιθου από βασάλτη που η Αμερική έστησε πάνω στην ανάλαφρη σκιά του Ποιητή, για να ‘ναι σίγουρη πώς δε θα ξαναβγεί ποτέ».

     Όπως παρατηρεί ο  Charles Mauron αυτό το ποίημα περιέχει πραγματικά δύο ή τρείς στίχους από τους πιό περίφημους του Mallarme: Ο στίχος «Ως επιτέλους η αιωνιότη τον μεταμορφώνει στον Ίδιο τον εαυτό του» θα μπορούσε να προσφέρει ένα θέμα σε κάποια πραγματεία για το Θάνατο ή το Απόλυτο στο έργο του ποιητή, ενώ ο στίχος «Στις λέξεις του όχλου να προσδίδει κάποιαν έννοια πλέον αγνή» θα χρησίμευε σαν επιγραφή σε μιάν αισθητική μαλλαρμεϊκή. Και συνεχίζει: «Τα δύο τετράστιχα μοιάζουν να σχεδιάζουν τα δυό ανάγλυφα που η απουσία τους από το μνημείο λυπεί (στο πρώτο τρίστιχο) τον ποιητή… Η αιωνιότητα έδωσε στον Poe την αληθινή του μορφή ενός Αγγέλου του Θανάτου’ και ο αιώνας πού το περιφρόνησε τρέμει τώρα μπροστά του. «Αυτός ο βλοσυρός όχλος!»- είναι η Ύδρα της Βλακείας: ό,τι παράξενο είχε η φωνή του ποιητή (και που δεν ήταν παρά μιά προσπάθεια προς την αγνότητα) οι χυδαίοι δεν παράλειψαν να το αποδώσουν στη μέθη από το ευτελές αλκοόλ

……….. Ο κόσμος ολόκληρος-ίσαμε το έδαφος, ίσαμε τη νεφέλη-φάνηκε εχθρικός προς τη μεγαλοφυϊα. Απ’ αυτό το ακατάσχετο πείσμα θα ‘πρεπε να διαμορφώσουμε το θέμα των αναγλύφων για τον τάφο του. Αν δεν το κάνουμε, «τουλάχιστον» αυτός ο ογκόλιθος από γρανίτη να δείχνει στη Βλασφημία του μέλλοντος (γιατί η βλακεία είναι αιώνια και οι ύβρεις ανανεώνονται) το ορόσημο πού δεν πρέπει καθόλου να ξεπεράσει. εκδόσεις Αρμός, 97-98.

5. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ  ΑΛΕΞΙΟΥ,  ΤΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΝ- ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ, εκδ. ΣΤΙΓΜΗ-ΑΘΗΝΑ 2004

Περιλαμβάνει: Προλογικό σημείωμα, Εισαγωγή και ποιήματα των -John Keats,-Charles Baudelaire.-Owen Meredith.-Stephan Mallarme.-Stefan Georg.- Henri de Regnier.-Francis Jammes.-William Batler Yeats.-Tomas Stern Eliot.

ΒΕΝΤΑΛΙΑΣ  ΜΙΛΗΜΑ

Ονειροπόλα, για να βυθιστώ

μες στην αγνή κι αδιέξοδη ηδονή,

μ’ ένα λεπτό ψέμα ας κρατήσεις

στα δάχτυλά σου το φτερό μου.

 

Δροσερή πνοή του δειλινού

σε κάθε τίναγμα σε φτάνει,

τίναγμα αιχμάλωτο, που απομακρύνει

τον ορίζοντα πέρα, τρυφερά.

 

Ίλιγγος! Κοίταξε πώς τρέμει

σαν ένα μέγα φιλί ο χώρος

πού, τρελό (καθώς γεννιέται για κανέναν),

δεν κορυφώνεται, ούτε παύει,

 

Νιώθεις τον άγριο παράδεισο

του γέλιου σου που ολοένα κρύβεις,

καθώς από τα χείλη σου γλιστρά

στα βάθη της συνένοχης πτυχής μου;

 

Σκήπτρο των ρόδινων νερών

που λιμνάζουν στο χρυσό το βράδυ,

ένα άσπρο κλειστό πέταγμα περνά

πάνω απ’ την αστραπή του βραχιολιού σου.

Σελίδα 45-46. Μετάφραση Σ. Αλεξίου

    Από την ΕΙΣΑΓΩΓΗ, σ. 18

«Ο Γάλλος ποιητής Stephane  Mallarme( 1842-1898) γνωστός στην Ελλάδα κυρίως από το «Απόγευμα ενός φαύνου» και την ομώνυμη σύνθεση του Claude Debussy, είναι από τους πρωτεργάτες του «συμβολισμού», μιάς ποίησης, η οποία υποβάλλει εντυπώσεις μέσω της μουσικότητας του στίχου. Το νοηματικό περιεχόμενο υπάρχει, αλλά η προσωπική και πρωτότυπη έκφραση πάει τόσο πέρα από το «κανονικό καθημερινό» ώστε η κατανόηση γίνεται κάποτε δύσκολη.

     Στο εδώ παρουσιαζόμενο ποίημα έδωσα τίτλο για μεγαλύτερη σαφήνεια, «Βεντάλιας μίλημα». Ο γαλλικός τίτλος είναι “Autre eventail”, δηλαδή «Άλλη βεντάλια», διότι προηγείται στη συλλογή άλλο ένα ποίημα με τον τίτλο ‘Eventail”.

     Η προσωποποιημένη βεντάλια αποτείνεται στη νέα κοπέλα που την κρατάει στο χέρι και κάνει αέρα στο πρόσωπό της, ονειροπολώντας ή γελώντας κάποτε πίσω από τη βεντάλια. Η βεντάλια, καθώς πηγαίνει και έρχεται γρήγορα δεξιά και αριστερά, κρύβει κάθε τόσο το βραχιόλι του κοριτσιού, για όποιον κοιτάζει από απέναντι. Χαριτωμένη εικόνα πού ξαναζωντανεύει μιάν ολόκληρη εποχή, τις συντροφιές νέων στις πλατείες και τα κέντρα του Παρισιού το καλοκαίρι, όπως τα βλέπομε και στη μεγάλη ζωγραφική των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα στη Γαλλία.

Βλέπε: Mallarme, Oeuvres Completes (Pleiade) 1945, σ. 58. Είναι για τη βεντάλια της κόρης του. Το εμελοποίησε και αυτό ο Debussy στα 1913, αυτ., σ. 1475 

6. ΑΝΤΩΝΗΣ  ΖΕΡΒΑΣ, ΕΚ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ Εκλογή μεταφράσεων. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΛΛΑΡΜΕ- ΜΑΞ  ΖΑΚΟΜΠ.-Λ. Φ. ΣΕΛΙΝ.-ΦΡΑΝΣΙΣ ΠΟΝΖ.-ΡΕΝΕ ΣΑΡ.-ΥΒ ΜΠΟΝΦΟΥΑ., εκδόσεις Μελάνι-Αθήνα 2003

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

    Ο πρόλογος αρχινά με το απόσπασμα του MAURICE  BLANCHOT: …avec cette conviction que traduire est,/en fin de compte, folie.”

«Στον τόμο αυτό συγκεντρώνονται ορσιμένα από τα γαλλικά ποιητικά κείμενα που εξακολουθούν να με τέρπουν. Εκτός από τα Ανέκδοτα του Μαλλαρμέ, τα υπόλοιπα δημοσιεύτηκαν προηγουμένως σε διάφορα περιοδικά, ως επί το πλείστον για πρώτη φορά στα ελληνικά. Το βαθύτερο αίτιό τους στάθηκε η «λύσσα της έκφρασης», κατά την περίφημη ρήση του Φρανσίς Πόνζ…..»

ΣΤΕΦΑΝΟΣ  ΜΑΛΛΑΡΜΕ: Τέσσερα ανέκδοτα ή ποιήματα

-ΤΟ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, 13-14

Ένας άχρωμος ουρανός, πάνω στον κόσμο που τελειώνει μες στα μαύρα γηρατειά, θα φύγει ίσως μαζί με τα σύννεφα: τα κουρέλα της τριμμένης πορφύρας των ηλιοβασιλεμάτων ξεβάφουν σ’ ένα ποτάμι αποκοιμισμένο στον ορίζοντα που ‘χει πλημμυρίσει από ακτίνες και νερό. Τα δέντρα πλήττουν και, κάτω από την ξασπρισμένη φυλλωσιά τους (από τον κονιορτό του χρόνου μάλλον παρά των δρόμων), υψώνεται το οθόνικο σπίτι Εκείνου που δεικνύει τα Περασμένα: πάμπολλα φανάρια των οδών καρτεράνε το σούρουπο και αναζωογονούν τα πρόσωπα ενός δυστυχισμένου πλήθους, καταβεβλημένου από την αθάνατη αρρώστια και την αμαρτία των αιώνων, άνδρες πλάι στις κατσικιασμένες συνεργούς τους που εγκυμονούν τους άθλιους καρπούς με τους οποίους μέλλει ν’ αφανισθεί η γη. Μες στην ανήσυχη σιωπή όλων των ματιών που ικετεύουν αυτού πέρα τον ήλιο ο οποίος, κάτω από το νερό, βουλιάζει με τον απελπισμό μιάς κραυγής, ιδού το απλοϊκό λογίδριο του κράχτη: «Καμιά χρωματιστή ταμπέλα δεν πρόκειται να σας προσφέρει κάτι από το εσωτερικό θέαμα, διότι υπάρχει σήμερα ζωγράφος που να μπορεί ν’ αποδώσει έστω και μια θλιβερή σκιά του. Φέρνω, ζωντανή (και διατηρημένη μεσ’ από τα χρόνια δια της υπέρτατης επιστήμης) μια Γυναίκα των αρχαίων ημερών. Μια τρέλα, αρχέγονη και αφελής, μια χρυσή έκσταση, κι εγώ δεν ξέρω τι, που η ίδια την ονομάζει κόμη της, πέφτει με τη χάρη των υφασμάτων γύρω από ένα πρόσωπο που το φωτίζει η αιμόφυρτη γύμνια των χειλιών του. Αντί του μάταιου ρούχου, έχει ένα κορμί’ και τα μάτια, παρόμοια με τους σπάνιους λίθους! δεν αξίζουν όσο αυτό το βλέμμα πού βγαίνει μεσ’ από την καλότυχη σάρκα της: στήθη ανεβατά λες και είναι γεμάτα από ένα γάλα αιώνιο, η θηλή προς τον ουρανό, με λεία σκέλη που διατηρούν το άλας της πρώτης θάλασσας.» Αναθυμούμενοι τις φτωχές συμβίες τους, φαλακρές, ασθενικές και φρικαλέες, οι σύζυγοι σπεύδουν: κι αυτές επίσης από περιέργεια, μελαγχολικές, θέλουν να ιδούν.

     Όταν όλοι θα έχουν ατενίσει το ευγενές πλάσμα, απομεινάρι μιάς καταραμένης κιόλας εποχής, οι μεν αδιάφοροι, γιατί δεν είχαν μάλλον τη δύναμη να καταλάβουν, πλήν κάμποσοι άλλοι περίλυποι και με το βλέφαρο υγρό από τα υποταγμένα δάκρυα θα κοιταχτούν αναμεταξύ τους’ ενώ οι ποιητές των καιρών μας, νοιώθοντας τα σβησμένα μάτια τους να αναζωπυρώνουν, θα βαδίσουν προς τη λάμπα τους, με το κεφάλι μεθυσμένο προς στιγμήν από μιά συγκεχυμένη δόξα, κρουσμένοι από τον Ρυθμό και λησμονώντας πως ζουν σε μιά εποχή που επιβιώνει μετά την ομορφιά.

-ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ  ΠΑΡΑΠΟΝΟ, 15-

-ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ, 17-

-Ο ΚΛΗΡΙΚΟΣ, 19-

Και τα τέσσερα ποιήματα δημοσιεύονται από τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Αντώνη Ζέρβα για πρώτη φορά. Τα τρία πρώτα δημοσιεύτηκαν από τον Μαλλαρμέ το 1864 ενώ το τέταρτο το 1886. Η μετάφραση έγινε από τον τόμο Stephane Mallarme, Divagations, Albert Skira 1943.

6. ΕΦΗ ΚΟΡΟΜΗΛΑ: ΕΠΙΛΟΓΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ. ΣΚΙΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ, εκδόσεις Νεφέλη-Αθήνα 2008, σελίδες 164 τιμή 15 ευρώ. Περιλαμβάνει Οκτώ Γάλλους θεράποντες και δημιουργούς μαζί της τέχνης του λόγου, του ποιητικού αλλά και του πεζού, που κινούνται στις σκιές του μυστικού, του φανταστικού, του τρομακτικού, του συμβολικού, του σουρεαλιστικού και φέρνουν στο φως εικόνες, αισθήσεις, στοχασμούς , ακούσματα και αγγίγματα, μέσα από τα πεζά ποιήματά τους ή την ποιητική πρόζα τους. Σημειώνει η μεταφράστρια και ανθολόγος Έφη Κορομηλά. Τα πρόσωπα αυτά είναι ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ, ο Πωλ Βερλαίν, ο κόμης ντε Λωτρεαμόν, ο Αλλούσιους Μπερτράν, ο Σαρλ Μπωντλαίρ, ο Ζεραρ ντε Νερβάλ, ο Μαρσέλ Προύστ και ο Στέφαν Μαλλαρμέ.  Ο τόμος περιλαμβάνει Εισαγωγή και ανοίγει την αυλαία των μεταφράσεων και αναλύσεων της ποιητικής ύλης με την ρήση του Στέφαν Μαλλαρμέ:  «Κατά βάθος, ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σ’ ένα ωραίο βιβλίο».

       Η εξαιρετική αυτή παρουσίαση όπως μας λέει η επιμελήτρια και ανθολόγος Έφη Κορομηλά στην Εισαγωγή της, αποτελεί καρπός συλλογικής, υπεύθυνης και προσεκτικής φιλόπονης εργασίας. Σημειώνει: Τον Νοέμβριο του 2007, οι σπουδάστριες του δεύτερου έτους των Εργαστηρίων Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών δέχτηκαν με χαρά, αν και όχι χωρίς κάποιον δισταγμό, την πρόταση που τους έκανα να «φτιάξουμε όλες μαζί ένα βιβλίο». Να μεταφράσουν, δηλαδή, κάποια σύντονα κείμενα που θα συγκεντρώνονταν σ’ έναν τόμο. Η καθεμία θα δούλευε το δικό της κείμενο, και στο ατελιέ θα ανταλλάσσαμε τους προβληματισμούς τους, ενδεχομένως, και γενικά την εμπειρία τους από αυτή τη διαδικασία. Κάτι που γινόταν ούτως ή άλλως, μόνο που αυτή τη φορά η προσπάθεια θα κατέληγε στην έκδοση ενός βιβλίου. Η θετική ανταπόκριση από μεριάς τους με παρότρυνε να προχωρήσω στην υλοποίηση εκείνης της ιδέας, ξεκινώντας, φυσικά, από την επιλογή των κειμένων…… σ. 10.

    Ο Στέφαν Μαλλαρμέ (1842-1898) είναι ο τρίτος στην σειρά των γάλλων συγγραφέων που μεταφράζονται και παρουσιάζονται με εξαιρετική φροντίδα, γλωσσική επιμέλεια, εύστοχες παρατηρήσεις, στρωτό ελληνικό λόγο, που δείχνει την πολύ καλή δουλειά η οποία πραγματοποιείται στο Γαλλικό Ινστιτούτο και το εκπαιδευτικό επιτελείο του, καθώς επίσης, την επάρκεια γνώσεων και εφοδίων που αποκομίζουν οι φοιτούντες σε αυτό. Το Γαλλικό Ινστιτούτο στην διαχρονία του, έχει προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες τόσο στα ελληνικά γράμματα όσο και στους έλληνες κατά την διάρκεια των ιστορικών τους εσωτερικών πολιτικών περιπετειών. Σπάνιες θεωρούνται και οι κατά διαστήματα εκδόσεις που κυκλοφόρησε, είτε με έργα γάλλων δημιουργών είτε ελλήνων. Αρκετοί διευθυντές του μας είναι γνωστοί και από τις προσωπικές τους καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Στην πόλη μας, τον Πειραιά, η συμβολή του ελληνικού παραρτήματος του Γαλλικού Ινστιτούτου, (σήμερα το οίκημα όπου στεγάζονταν έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία της οικογένειας, Βιβλιοθήκη Αικατερίνης Λασκαρίδη) υπήρξε πολλαπλώς σημαντική και καίρια. Όχι μόνο παραχωρώντας την φιλόξενη πάντα ζεστή αίθουσά του για την πραγματοποίηση των πνευματικών εκδηλώσεων της πόλης μας. Στην αίθουσά του έχουν φιλοξενηθεί τα γνωστότερα ονόματα των ελλήνων δημιουργών κα έχουν παρουσιαστεί δεκάδες εκθέσεις καθώς και θεατρικές παραστάσεις. Ο δε αριθμός των ομιλιών ου έστι αριθμός.

Ο Στέφανος Μαλλαρμέ καταλαμβάνει τις σελίδες 55-70 του τόμου «ΣΚΙΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ». Διαβάζουμε το μικρό εισαγωγικό, σελ. 56. Ακολουθούν οι μεταφράσεις των «ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΠΕΖΩΝ».

-Φτωχό, χλωμό παιδί, μτφ. Μελίσσα Ζάχου, 56-57,

-Αναπόληση, μτφ. Βασιλική Σμπυρούνια, 58-59

-Η δόξα, μτφ. Μελίσσα Ζάχου, 60-62

-Φθινοπωρινός θρήνος, μτφ. Μελίσσα Ζάχου, 63-64

-Η πίπα, μτφ. Βασιλική Σμπυρούνια, 65-66

-Χειμωνιάτικο ρίγος, μτφ. Βασιλική Σμπυρούνια, 67-68

-Το φαινόμενο του μέλλοντος, μτφ. Βασιλική Σμπαρούνια, 69-70.

Πολύ καλή συλλογική δουλειά άξια να προσεχθεί και να συμπεριληφθεί στην «πρώτη» σειρά» των μεταφράσεων του Στέφανου Μαλλαρμέ.

      Πρόποση για τον Ζαν Μορεάς

ΣΤΟΝ ΖΑΝ ΜΟΡΕΑΣ που πρώτος δημιούργησε ένα βιβλίο ποίησης σαν αποτέλεσμα ενός γεύματος, και συνένωσε, για να γιορτάσει τον Περιπαθή προσκυνητή, μια ολόκληρη αυγινή νιότη με μερικούς απογόνους  της,

      Αυτή η πρόποση,

       Στ’ όνομα του αγαπητού μας απόντα Βερλέν, των συντρόφων μας της Τέχνης, και αρκετών του Τύπου, από μένα, με όλη μου την καρδιά.  Σελ. 155, μετάφραση Αλέξης Ζήρας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

20 Ιουλίου 2021.

Μνημονεύουμε την Κυπριακή Τραγωδία και τους Πρόσφυγες.