Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Πετρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Πετρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

Κείμενα για τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο

Κείμενα για τον Νίκο Καρούζο.

       Μνήμη γέροντα Ιερόθεου Καρεώτη αγιορείτου από το Ναύπλιο, που αγάπαγε την ποίησή του.

 

Ν Ι Κ Ο Σ   Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ

Του ΘΕΟΦΙΛΟΥ Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ 27 Οκτωβρίου 1988.

 

     Η ΑΠΟΝΟΜΗ του φετινού κρατικού βραβείου ποίησης στον Νίκο Καρούζο διορθώνει μια μεγάλη αδικία που έχει γίνει στο πρόσωπό του πιο άξιου ποιητή τούτη τη στιγμή στην Ελλάδα και αποδείχνει πως τα κυκλώματα που επί τόσα χρόνια δυνάστεψαν την πνευματική και εκδοτική  ζωή του τόπου παραπλανήθηκαν και έχουν μείνει, με τη σειρά τους, ανενεργά. Γιατί κανένας πνευματικός άνθρωπος δεν υπέστη τέτοια δίωξη παραμερισμού, παρασιώπησης και σκέτης κακότητας στον τόπο μας, όσο ο ποιητής Καρούζος.

Είχε το φοβερό αμάρτημα να είναι ανεξάρτητος σε όλα. Με μόνο εφόδιο την αθωότητα της πίστης του στο τάλαντό του, που όντως είναι πολύ μεγάλο, δεν προσκύνησε μήτε τον κ. Σαββίδη, μήτε τον κ. Αργυρίου, μήτε τον τότε πάπα της κριτικής μας-τότε, όταν πρωτοεμφανίστηκε-Αντρέα Καραντώνη. Θέλησε να νομίσει πως αρκούσε να είναι ένας ποιητής και τίποτα άλλο, προκειμένου να επιβληθεί. Τι παιδική αφέλεια… Στην πνευματική αγορά επικρατούν εκείνοι που ξέρουν να πλασάρονται, όσοι κατέχουν την τεχνική των δημοσίων σχέσεων. Και ο Καρούζος, με την αξιοπιστία της περηφάνιας της αξίας του, αυτή τη μέθοδο δεν την δοκίμασε ποτέ.

     Το κατεστημένο φοβάται τους ανεξάρτητους, επειδή ξέρει πως δεν μπορεί να τους εξαγοράσει. Προτιμάει τη νομιμοφροσύνη των προστατευομένων του και των εντεταγμένων στα υφιστάμενα-γιατί είναι πολλά και αντιμαχόμενα-κυκλώματά του. Με όπλο την παράπλευρη ανάδειξη άλλων, πιο ευπείθαρχων ποιητών-Σαχτούρης, Σινόπουλος-το κατεστημένο παρασιώπησε συστηματικά ακόμα και την ύπαρξη του ποιητή Καρούζου και τον απέκλεισε από τον κύκλο εκείνων που είδαν να τους επιδαψιλεύετε η κάθε τιμή, η κάθε εύφημος μνεία. Ξέρεις τι θα πει, μου είπε χαρακτηριστικά κάποτε μια αξιόλογη ποιήτρια, μιλώντας για τον Καρούζο, τι θα πει να ξυπνάς κάθε πρωί και να τρως κατά πρόσωπο την προσβολή, να ακούς πώς είσαι μια άγνωστη μηδαμινότητα, να ακούς πως ο καλύτερος ποιητής του χώρου σου είναι ο Σινόπουλος, που εσύ τον ξέρεις πως είναι πολύ κατώτερός σου; Και φυσικά, από το λέγε-λέγε, να κερδίζει ο άλλος τη φήμη και να γίνεται συνείδηση και μέσα σου πως η δική σου ποίηση δεν έχει απήχηση;

     ΚΑΙ αυτό δεν έχει μόνο σαν αποτέλεσμα την εσωτερική σου απομείωση. Όχι, το κατεστημένο είναι πολύ πονηρό. Αν είσαι φτωχός και δεν μπορείς  να αυτοχρηματοδοτήσεις την έκδοση των ποιημάτων σου (η αγορά της ποίησης στο βιβλιεμπόριο είναι ασφυκτικά μικρή και μετρώνται στα δάχτυλα όσοι μπορούν να βρουν εκδότη για να βγάλει με δικά του έξοδα τους στίχους του), τότε δεν βρίσκεις καν εκδότη για να σου τυπώσει τα βιβλία σου. Αυτή τη στιγμή, που ο Καρούζος έχει πια εδραιωθεί σαν την πλουσιότερη ποιητική φλέβα που έχουμε, είναι ζήτημα αν έχει βρεί μόνιμο εκδότη. Ακόμα δέκα χρόνια από το θάνατό του Σινόπουλου, ο Καρούζος βρίσκεται κάτω από την καταδίωξη της οργής του. Γιατί ο Τάκης Σινόπουλος είναι εκείνος που σατανικότερα και πιο συστηματικά από όλους τον διέβαλε και τον περιθωριοποίησε.  Τις διαβολές του για τον Καρούζο και εγώ ακόμα τις είχα ακούσει από τον ίδιο. Διαβολές που ξεκινούσαν από την πολιτική και κατέληγαν σε κατασπάραγμα της ποιητικής του αξίας. Λυπάμαι που τα λέω αυτά, αλλά είναι η τρέχουσα αλήθεια-ρωτήστε όποιον θέλετε από τους πνευματικούς ανθρώπους, θα σας πουν το τι δύναμη κακίας διαθέτουν οι διαμορφωτές της πιάτσας.

‘Ετσι, η βράβευση του ποιητή Καρούζου που ήρθε τώρα, είναι ήδη καθυστερημένη και δεν ξέρω αν αποπλύνει όλους εκείνους τους ονειδισμούς και τις ταπεινώσεις που ο ποιητής αυτός ένιωσε στη ζωή του. Ευτυχώς ο ποιητής έχει ένα έσχατο όπλο απέναντι στους διώκτες του. Ακόμα και το φαρμάκι, ακόμα και το βιτριόλι που του έδωσαν να καταπιεί, ο Καρούζος μπόρεσε να το κάνει μέλι. Η δύναμη και η αντοχή του αληθινού δημιουργού είναι όχι μόνο αξιοθαύμαστη, αλλά και ανεξάντλητη. Αλλά η πίκρα που κρύβεται μέσα στο μέλι αυτό, μέλι που είναι για τους άλλους, δηλαδή τους αναγνώστες του, όχι για τον εαυτό του, μένει ανεξαγόραστη. Ένας από τους πιο νηφάλιους και απροσωπόληπτους κριτικούς αποτιμητές της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, ο καθηγητής Μιχάλης Μερακλής (που, ακριβώς δεν ανήκει σε κυκλώματα, δέχτηκε βάναυσες επιθέσεις από τη χειρότερη, δηλαδή την κοσκωτική, πλευρά της κλίκας του κατεστημένου), παρατηρεί στην ιστορία του για τη Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία (σελ. 113) μιλώντας για τον Καρούζο και τα εξής:

«Από τη δεκαετία του 70 γίνεται εντονότερη στο έργο του και μια αντιδικία, θα έλεγα, με το σύγχρονο κόσμο, που είναι και ο «πειρασμός» του. Αβοήθητος, επειδή το θέλει, από τους άλλους, πολεμάει εναντίον τους μόνος του, σαν να μην εμπιστεύεται κανέναν. Στο έργο του γίνεται μια αντιπαράθεση: αυτός και οι «άλλοι». Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι ολότελα αυθαίρετη. Την υπαγορεύει η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη σύγχρονη πόλη, που είναι και το θέατρο της αντιπαράθεσης του ποιητή». Αυτά, ο Μιχ. Μερακλής. Σε τούτα θα ήτανε χρήσιμο να προστεθεί πως η μεγάλη πίκρα της παραγνώρισης έχει και τον παραμορφωτικό σπασμό της: τη μόνιμη απαισιοδοξία για τη φιλότητα των άλλων, για τις προαιρέσεις τους, που είναι πάντα δόλιες και κακές, για τη τσιγκουνιά των αισθημάτων του διπλανού σου ανθρώπου. Η ανθρώπινη περιπέτεια που αρχίζει με τη συγγραφή του πρώτου σου στίχους είναι, από μόνη της, αρκετά βαριά, ώστε να μην είναι ανάγκη να της προστίθεται, σαν ιδιαίτερο άχθος, και η κακότητα ή και η χλεύη εκείνων προς τους οποίους αποτείνεται ο ποιητής μέσα στην παιδική έπαρσή του. Ο ποιητής Νίκος Καρούζος είναι σήμερα εξήντα δύο χρόνων, με ένα έμφραγμα πίσω του (αχ, οι τσακισμένες καρδιές των ποιητών….) και παίρνει για πρώτη φορά το πρώτο μίζερο κρατικό βραβείο ποίησης. Τι άλλο να βρει λοιπόν να απαντήσει ο Καρούζος σε ευσυνείδητη συνάδελφο του «Έθνους», την κ. Κοντράρου, που τον ξύπνησε για να του αναγγείλει τη βράβευση, παρά αυτό το αφοπλιστικό που της είπε: «Δεν έχω να σας πώ τίποτα. Είμαι εξήντα δύο χρόνων και γράφω ποίηση από τα είκοσί μου χρόνια. Τώρα με θυμηθήκανε;»

Ναι, Νίκο Καρούζο, τώρα. Το ξέρω, η επάξιά σου βράβευση ήρθε πολύ καθυστερημένα και αποτελεί, έστω και στη μιζέρια της, γιατί ξέρουμε τι είναι τα κρατικά βραβεία και πώς απονέμονται, μάλλον την έκφραση μιας τύψης του κατεστημένου που σε καταδίκασε, τόσα χρόνια, στην απομόνωση και στη σκιά. Είναι πολύ λίγο για έναν ποιητή που προεξέχει όλων των άλλων συγκαιρινών του σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα στα αγριόχορτα. Αλλά τι άλλο μπορεί κανείς να περιμένει από τις τσουκνίδες;

Εσύ όμως θα συνεχίσεις να τραγουδάς, και θα κάνεις ακόμα και τούτη την πίκρα σου, της καθυστέρησης δηλαδή στην αναγνώρισή σου, θα κάνεις και τούτη την πίκρα σου, σε ένα από τα προσεχή σου ποιήματα, ξανά μέλι.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ, εφημερίδα Έθνος 27/10/1988.

--

Ο  ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΟΥΖΟΥ

Ο ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ γράφει από το Παρίσι

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 1994

    Με τον αξέχαστο Νίκο Καρούζο ήμασταν φιλαράκια. Ο Καρούζος μίλαγε (ή, μάλλον αγόρευε) υπέροχα. Όταν ήθελα να τον ακούσω, κατηφόριζα ως του Λουμίδη, όπου ήταν βέβαια πως θα τον εύρισκα πάντα εκεί. Κάποτε κάποτε, καταλήγαμε σε καμιά ταβέρνα. Ο Καρούζος, πριν αρχίσει να πίνει, έτρωγε στα γεμάτα. Έτρωγε σιωπηλός. Μετά ζήταγε από το γκαρσόνι να μάσει τα μπάζα, δηλαδή τα άδεια πιάτα και τα πιρούνια.

     Και, τότε, μόνον τότε, ξεκίναγε να πίνει και να μιλάει. Ο Καρούζος ήταν ωραίος άντρας, αλλά δεν το ‘ξερε. Είχε μεγάλη μόρφωση και ακόμη μεγαλύτερη πνευματικότητα. Μίλαγε επί παντός θέματος: από τα ποιήματα του Καβάφη μέχρι τη ζωγραφική του Δέρπαπα. Και όταν μίλαγε, ήταν σχεδόν γοητευτικός.

     Καμιά φορά ερχότανε σπίτι μου και με ψιλορώταγε για τα βιβλία που ετοίμαζα. Συνήθως, σκάλιζε τα χρωματιστά στυλό του γραφείου μου. Και έπειτα καθότανε κι έγραφε ποιηματάκια, χρησιμοποιώντας πάντοτε ένα στυλό με διαφορετικό χρώμα.

     Μια μέρα κάθισε και μου έγραψε κάτι λακωνικές συμβουλές. Θυμάμαι πως έγραφε κατ’ ευθείαν, δίχως κομπιάσματα, δίχως να διορθώνει τίποτα.

     Τώρα, έπειτα από σχεδόν τριάντα χρόνια, ψάχνοντας το αρχείο μου, όλο και βρίσκω τέτοια χαρτάκια του Καρούζου. Και ομολογώ ότι, συγκινούμαι πάρα πολύ.

     Στις 21 Δεκεμβρίου 1971, ξαναήρθε ο Νίκος Καρούζος  στο σπίτι μου. Ήταν κάπως τσατισμένος. Άρχισε να μου κολλάει, γιατί είχα γράψει το βιβλίο μου για τον Ελύτη κτλ. Φαντάζομαι ότι ζήλευε, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα-πολύ περισσότερο που εκτιμούσα απέραντα την ποίηση του Καρούζου κι αυτό το ήξερε κάλλιστα.

     Δεν του είπα τίποτα για να μην τον ερεθίσω. Και τότε, ξαφνικά, έπιασε κι έγραψε ένα κειμενάκι για το βιβλίο μου Ρεμπέτικα Τραγούδια, που είχε δημοσιευτεί προ τριετίας, και σε λίγο, έκατσε μπρος στη γραφομηχανή και έγραψε τον Δωδεκάλογο που παραθέτω.

     Επί είκοσι χρόνια μάθαινα τα νέα του Καρούζου από τον Φασιανό. Άλλωστε, ο Φασιανός μου αφηγήθηκε πολλά για τις τελευταίες μέρες του Ποιητή στο νοσοκομείο.

     Ο Νίκος Καρούζος πέθανε, μα πάντα τον ακούω να μου μιλάει μ’ εκείνη την πεντακάθαρη προφορά του Ναυπλίου.

     Ο Δωδεκάλογος του Καρούζου, δια χειρός του ιδίου.

               Στον  Ηλία Πετρόπουλο

1.Να μην ειρηνεύεις ανώφελα.

2. Να μην πολεμάς επίσης ανώφελα.

3. Ν’ αγαπάς τον ήλιο, μα όχι σαν θεότητα.

4. Ν’ αποστρέφεσαι τη σελήνη σαν έδαφος.

5. Να πηγαίνεις καμιά φορά στην εκκλησία, δε χάνεις τίποτα.

6. Να θυμάσαι λιγάκι το θάνατο, μα όχι σαν θάνατο.

7. Να βλέπεις τη ματαιότητα και της ιδέας της ματαιότητας.

8. Να λες έλληνας και να νιώθεις άλλην ομορφιά, να μη νιώθεις ελληνικότητα.

9. Να γράφεις αγαπώντας το άγραφο.

10. Να στοχάζεσαι περ’ απ’ τους στοχασμούς σου.

11. Να μην ξεχνάς την ύπαρξη του Ανύπαρχτου.

12. Να τα διαβάζεις κάθε μέρα τούτα.

     ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ  21.12.71

ΗΛΙΑΣ  ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 1994.

--

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Γράφει ο  ΚΩΣΤΑΣ  ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό  ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ στην τέχνη και στον λόγο. 1990-έτος 1ο. Αριθμός τεύχους 3, σελίδες 8-10.

     Ο ποιητής Νίκος Καρούζος διέκοψε την επική του έξοδο προς το ανθρώπινο βασίλειο επιστρέφοντας επιφανής  νεκρός με απολλώνιο ανάστημα και μεταλλικό λυρικό ποιητικό λόγο στη γενέτειρά του πόλη, το Ναύπλιο και του παλληκαριού Πελοπόννησο σε πνεύμα και σε ψυχή, ασίγαστη πυρκαγιά στο χάρτη της Ελλάδας και του κόσμου.

     Οι περισσότεροι τώρα επενδύουν στο μέλλον του Καρούζου και συμπεριφέρονται σαν αισχροκερδείς εθνικοί κληρονόμοι και εισπράκτορες.

     Η εξουσία παρακολούθησε την κηδεία του μέσα από τις γρίλιες των υποκριτικών δακρύων της χωρίς νάχει παράλληλα προλάβει να σκουπίσει τις φτυσιματιές που της έρριξε σ’ όλη του τη ζωή ο ποιητής.

     Και πράγματι ο Καρούζος έκανε την πιο ευφυή κίνηση μη αποδεχόμενος αξιοπρεπώς την κρατική σύνταξη του φτωχοσυγγενή.

     Η Ελλάδα, είπα κάποτε στον Γιώργο Νάκο, εκδότη του περιοδικού ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ, δεν μπόρεσε ένα περιοδικό να σηκώσει και τόγραψε αυτό στο τελευταίο τεύχος κλείνοντας. Τώρα λέω κάτι παρόμοιο. Η Ελλάδα δεν μπόρεσε να ταΐσει ένα μόνο ποιητή και ξευτιλίστηκε ως τα όρια του γελοίου συζητώντας επί ένα χρόνο πάνω στο κεφάλι του βαριά ασθενή για το αν δικαιούται την πρωτοκλασάτη ή τη δευτεροκλασάτη καλλιτεχνική σύνταξη μέχρι που ο ποιητής πέθανε κι ούτε καν πρόλαβε να υπογράψει έστω το πρώτο δελτάριο αυτής της κρατικής επιταγής-θρύλος… Κι όμως μετά από 3 μέρες στην κηδεία του συνωστίζονταν μπροστά στο φακό ποιος θα κουβαλήσει πρώτο το φέρετρο ή ένα κάποιο στεφάνι.

      Αρχηγοί κομμάτων, λογοτέχνες συνδικαλιστές, πρόσωπα της μεροκαματιάρας δημοσιογραφίας κι άλλοι επιφανείς του κράτους φουσκωμένοι παπαγάλοι πενθούντες, νομίζεις πως θα πνιγούν στη λίμνη των κροκοδείλιων δακρύων τους παρατεταγμένοι Σαδδουκαίοι στην τελετή της πανηγυρίσεως αποχαιρετώντας τον εκλιπόντα, που ίσως να μην έχουν διαβάσει ούτε ένα στίχο του ποιητή, υποψιάζομαι, δήλωναν άμετρα στα συλλυπητήρια κι άλλες ευχές τους προς τους οικείους του ποιητή ότι ο Καρούζος ήταν παγκόσμιος ποιητής επαναστάτης του 20ου αιώνα και για να πυκνώσει περισσότερο η πλοκή του λαϊκίστικου σεναρίου δεν δίσταζαν να του εύχονται μακροζωία στον τάφο του….

     Το μεταθανάτιο πένθος για τους ποιητές ταιριάζει πάντα στην πολιτεία. Όμως το φωτεινό φέρετρο του Καρούζου σηκώθηκε ψηλά με το πολύτιμο φορτίο του και σκίασε επιτέλους την ψυχή των πονηρών συνωμοτών της σκόπιμης σιωπής που ύφαιναν χρόνια εναντίον του.

     Η άπορη νοσηλεία και η απόρριψη της ταπεινής σύνταξης είναι και η πολυτιμότερη ταυτότητα της αντιστασιακής συνείδησης του ποιητή ο οποίος ουδέποτε τυλίχτηκε στα πόδια κάποιας εξουσίας. Από την άλλη οπωσδήποτε παραμένει ανοιχτή η ενοχή και η ευθύνη των δύο παραγόντων μελών της Επιτροπής, που απένειμε την καλλιτεχνική σύνταξη της δεύτερης κλίμακος κι όχι της πρώτης στον Καρούζο. Τα εν λόγω επιφανή πρόσωπα της Επιτροπής είναι ο Γιώργος Σαββίδης κι ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Κι αν επιχειρήσουν να εφεύρουν μια κάποια δικαιολογία τώρα ότι αυτοί ήταν μεν  εκεί αλλά μειοψήφησαν στην Επιτροπή τότε το ερώτημα προβάλλει απειλητικότερο. Γιατί δεν παραιτήθηκαν βλέποντας αυτή την κατάφωρη αδικία σε βάρος του συναδέλφου τους ποιητή αυτής της ποιότητας και αυτού του αναστήματος !

     Η «συνωμοσία της σιωπής» των ιδιοκτητών των βραβείων Νόμπελ και Λένιν είναι ακόμα δραματικότερη. Εκτός εάν πληρώνεται αυτή η πολύτιμη ιδιοκτησία με το αντάλλαγμα της «εύλογης σιωπής» και αφωνίας.

     Κόπτονται πολλές φορές οι Έλληνες που δεν τους δίνουν οι ξένοι με άνεση τα πολύτιμα αυτά διεθνή βραβεία που προανέφερα. Και που τους τα δίνουν κάποτε, τι αξία έχουν, αν αυτοί που τα κατέχουν τα βάζουν σε χρόνια αγρανάπαυση στις στεφανοθήκες τους, ελεγεία ευτυχίας! Τελικά ας μη γελιόμαστε. Η εσωτερική αιτία ρήξης πολιτείας και Καρούζου δεν είναι, συμπεραίνω, το πονόψυχο θέμα της άπορης νοσηλείας και η δευτεροκλασάτη σύνταξη, αλλά η ανικανότητα της εξουσίας να αντέχει στους κόλπους της τους ελευθερογνωμούντες ποιητές και συγκεκριμένα του Ν. Καρούζου, καθώς αυτός μάχονταν ανυπόταχτος στη διάσταση της ποιητικής ολοκληρίας και ελευθερίας του. Ένας τέτοιος ποιητής είναι αδύνατο να χωρέσει στους υπεροργανωμένους κοινωνικούς μηχανισμούς. Ο Καρούζος το φώναζε δυνατά στα ποιήματά του ότι αποπατούσε θεότητες, πως ηχογραφούσε το άπειρο, πώς ήταν θεόθεν αριστοκράτης κι ότι αν υπάρχει τα εννιά του δέκατα είναι λυκόφως.

     Ο χώρος του Νίκου Καρούζου ήταν η Πνύκα η οποία εδέχονταν τα άτομα τα οποία δεν χωρούσαν στους οργανωμένους μηχανισμούς της εξουσίας. Καταχωρώ ένα σύντομο ποίημα του αδημοσίευτο που γράφει σκωπτικά  επικοινωνώντας με τον Νίκο Παπαδάκη σε στίχους, δείγμα της ελευθεροκρισίας του:

Ρε, φίλε, Νίκο

με τις λέξεις έχω τελικά

μια τέτοια ευχέρεια

όπου εμένα  δεν μου λένε

ΤΙΠΟΤΑ!

           Ν. Καρούζος

     Με την ευκαιρία που αναφέρθηκα στη συνεργασία του Ν. Καρούζου με τον Ν. Παπαδάκη, ιδιοκτήτη και διευθυντή του ΠΟΛΥΠΛΑΝΟΥ και του περιοδικού ΣΗΜΑ, διευκρινίζω ότι εκεί και εγώ γνώρισα από κοντά τον ποιητή. Στα συρτάρια, λοιπόν, του ΠΟΛΥΠΛΑΝΟΥ βρήκα κάμποσα ποιήματά του αδημοσίευτα. Τράβηξα στην τύχη εκτός από το παραπάνω ποίημα που ήδη διαβάσατε κι άλλα δύο, δείγμα αυτής της φιλικής επικοινωνίας και συνεργασίας Καρούζου και Παπαδάκη, αλλά και δύο ακόμα κείμενα , το ένα είναι ένα είδος συμβολαίου και το άλλο θεωρητικό μάλλον περισσότερο. Και τα δύο πάντως είναι επαινετικά για τον σαρκασμό τους και τον ιερό αναρχισμό τους. Και μάλλον αυτό το στοιχείο του ενεργού και γόνιμου αναρχισμού μας έκανε κοινωνικούς στη μεταξύ μας φιλία και συνεργασία αλλά και αντίθετους πάλι τις περισσότερες φορές σε επιλογές τακτικής.

     Πιστεύω να μην πάρει κανείς την παραπάνω διευκρίνισή μου ως αναφορά και πρόθεση αποκάλυψης ανδραγαθημάτων στις σχέσεις μεταξύ των τριών συνεργατών και πως υποστηρίζω τάχα το είδος του αναρχικού ότι είναι μάλλον το καλύτερο είδος της κοινωνίας.

      Πάντως εγώ δεν ήμουν τόσο φίλος με τον Ν. Καρούζο και τον Ν. Παπαδάκη όσο με τον Άρη Αλεξάνδρου, που πρώτος αυτός σμίλεψε το καθαρό είδος του ευδαιμονισμένου αναρχικού κι αυτός πρώτος απ’ όλους, κι όχι μόνο για την Ελλάδα, μας παρέδωσε το τελειωμένο σχήμα και ταυτότητα της αντιστασιακής κοινωνικής συνείδησης του συγγραφέα δημιουργού ενάντια σε κάθε μορφή τυραννίας. Αυτός μας αφύπνισε προς την κατεύθυνση της αυτονόμησης και της ατομικής πρωτοβουλίας με κριτική παρέμβαση και δράση στο κέντρο της κοινωνίας διαβιώνοντας ωστόσο κι έξω από τους οργανωμένους κοινωνικούς μηχανισμούς όταν αυτοί σε υποχρεώνουν.

     Μόνο ας τόχουμε υπόψη μας αυτό: πως ο καθένας μας χρειάζεται μια μόνο συνολική ευφυή κίνηση στην αρχή ή στο τέλος της ζωής του, δεν έχει σημασία ο χρόνος που αυτή θα καλύψει όλη τη δράση της  ζωή μας. Ο Καρούζος ευτύχησε απορρίπτοντας τη σύνταξη του φτωχοσυγγενή. Ο Αλεξάνδρου έκδωσε το «Κιβώτιο» στην πιο μαύρη περίοδο του κομματικού δογματισμού. Ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε. Ο Βάρναλης έγραψε το «Φως που καίει» το 1922. Ο Ελύτης το «Άξιον εστί» και μόνο. Ο Ρίτσος «Το τραγούδι της αδελφής μου» και τον «Επιτάφιο». Ο Εμπειρίκος την «Υψικάμινο». Ο Εγγονόπουλος τον «Μπολιβάρ». Ο Σικελιανός παρέμεινε ποιητής της «ολοκληρίας». Και τον Μαγιακόφσκι τον «αυτοκτόνησαν».

     Θέλω να πω σε όσους με καταλαβαίνουν ευχερέστερα να μην πάρουν την αναφορά μου σαν άθροισμα δεσμών συνεργασίας και άλλα πολλά και σαν να θέλω να τους αφηγηθώ ανδραγαθήματα φιλίας, πρωτοπορίας, ιδεολογίας, πίστης, ταυτότητα ηθικής κι εξυπνάδα, ακόμη χειρότερα.

     Ο Αλεξάνδρου, επανέρχομαι στο θέμα, είχε προηγηθεί πράγματι λέγοντας στους στίχους του «τοις ένδο ρήμασι πειθόμενων», το «βγήκα από την ομάδα όταν έγινα επικίνδυνος όσο η αλήθεια» και πως «ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών». Σήμερα ήρθε στην επιφάνεια-νάναι καλά ο Θεός που τον έφερε… κι ο Νίκος Καρούζος. Λίγο αργότερα θάρθει στην επιφάνεια- να μου το θυμηθείτε-και το όνομα του Μίλτου Σαχτούρη. Κι ετοιμάζεται ο φάκελος του Μιχάλη Κατσαρού. Κι ό,τι έγινε, έγινε με τον Τάσο Λειβαδίτη……

     Ο Τίτος Πατρίκιος κι ο Κώστας Κουλουφάκος, καίτοι «επαναστάτες» αριστεροί δεν φτουράνε ως ποιητές. Λυπούμεθα ειλικρινώς!...

      Υπάρχει και η πληθυσμιακή κατηγορία των ποιητών τύπου Κουτσοχέρα, που κυκλοφορούν σαν ονόματα από το αυτομάρκετινγκ και τις δημόσιες σχέσεις. Αυτούς κατούρα τους να τελειώνουμε… Είναι εμπόδιο στην αυθεντική δημιουργία.

    Δύο ακόμα σύντομα ποιήματα του Ν. Καρούζου προς το ΠΟΛΥΠΛΑΝΟ δηλαδή στο ΣΗΜΑ και ξανασυνεχίζουμε:

                Ενάντια στην τυραννίδα της αιωνιότητας

                δύο ωραία κορίτσια ειν’ ασυναγώνιστα

                φωτογραφία τους δεν έχω κι όμως

                αυτό είν’ όλη αλήθεια.

             ΒΑΝΑΥΣΟΤΗΤΑ

                Η ζωή χάρισμα πορτοκαλί

                στο τίποτα

                παραμένω στα χρώματα

                εικάζω

                προοπτικές αθωότητας

Καταχωρώ κι ένα από τα δύο χειρόγραφα κείμενά του:

     Να, αυτό ισχυρίστηκα πως αυτό το σημείο του κειμένου μου, ότι ένας τέτοιος ποιητής δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει στους κλειστούς μηχανισμούς της εξουσίας. Ένας ποιητής σαν τον Καρούζο με «φωτομνησία» και «λάμπων με αμφίστομη μνήμη» πυροβολώντας εξοντωτικά την ματαιότητα και την υποκρισία. Είχε διδαχθεί και ασκηθεί στις νύχτες των βεγγαλικών και στους λαϊκούς αγώνες για να ταξιδεύει στο άπειρο διαπερνώντας τη σελήνη και το βάθος της μοναξιάς χωρίς άμφια. Γι’ αυτό μάλλον ο Καρούζος, «φρενοκρουσμένος» και «τοξικομανής» των λέξεων ιχνηλατεί το βάθος της ψυχής και του νου μας πάντα αξιοπρεπής και υπερήφανος κι έτσι περίπου που επιχείρησε να τον προσδιορίσει το περιοδικό «Λέξη» μ’ ένα άθροισμα από επίθετα ονοματίζοντάς τον γενναιόδωρο, μοναχικό, πλάνητα, εκκεντρικό, παράφορο, παράτολμο, γενναιόψυχο, απροκάλυπτο και πάντα διψασμένο για ύπαρξη. Δεν συμφωνώ, βέβαια, με τους προσδιορισμούς και χαρακτηρισμούς της λίστας των επιθέτων του περιοδικού «Λέξη» ότι ήταν μέχρι μυελού οστέος σολωμικός, στωικός σαν Βραχμάνας και αγχωτικός σαν Έλληνας. Τα επίθετα της «Λέξης» που ξεχώρισα και που δεν συμφωνώ είναι γιατί ίσως η «Λέξη» φαίνεται σαν να θέλει τον Ν. Καρούζο ασύδοτο κοσμοπολίτη, ενώ ο ποιητής είναι εκ καταβολής αρχαιοπρεπούς ποιητικής παιδείας, αίμα και συνείδηση μιας συνολικής ελληνικής γλώσσας, διαχρονικής και ιστορικής, όπως αρχαίας, βυζαντινής, μεταβυζαντινής λαϊκής και νεοελληνικής που έδρασε και διαμορφώθηκε στη ιδεολογική διάσταση του Κοραή, του Κάλβου και του Σολωμού.

     Παρερμηνεύει κάποιος αθέλητα έστω τον Καρούζο της απολλώνειας ποιητικής ορμητικότητας ότι είναι κιβωτός του ελληνικού άγχους. Και ποιός τόπε ότι οι Έλληνες έχουν στην ποίησή τους ελληνικό άγχος. Νομίζω πως αυτό το είδος ερμηνείας είναι το είδος εκτροπής προς τη δημοσιογραφική κριτική ανάλυση και την ανώδυνη θεωρητική διατύπωση.

      Ευτυχώς πάντως πως οι διατυπώσεις του ιερού λογοτεχνικού συνδέσμου Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχου δεν προκύπτουν από κάποια πρόθεση, αλλά θα μπορούσαν νάχαν περιοριστεί σ’ εκείνα μόνο τα επίθετα που δεν είναι εύκολα σε παρεξηγήσεις.

     Ποτέ ο Καρούζος δεν τσιγκουνεύονταν λέξεις. Ο ποιητικός του λόγος τρέχει πύρινος ποταμός φωτεινών γαλαξιών στον έναστρο ουρανό επιστρέφοντάς μας βιαιοπραγών παραλίγο τη λογική, γιατί ποτέ δεν την δανείστηκε από μας και πάντα φώναζε ολόφωτος πέρα απ’ τα σύνορά της και τα σύνορα του κόσμου που δεν έχει κι αυτός αρχή και τέλος, το ίδιο όπως το σύμπαν που είναι αιώνιο κι απροσδιόριστο. Άρα τι καθόμαστε θάλεγε ο Καρούζος, στη σειρά να μας επιθεωρήσουν τις στολές, το ανάστημα και τη σκέψη μας οι εξέχοντες μισθοφόροι της εξουσίας;

     Ο Καρούζος βλέπετε τοξικομανής των λέξεων χάλαγε πάντα την καλώς έχουσα τάξη των πραγμάτων κι έτσι άναβε ιερές πυρκαγιές στα μυαλά των μαχόμενων ανθρώπων για ψωμί κι ελευθερία. Εκτόξευε τις λέξεις με το ηλεκτρονικό ρεβόλβερ της ποίησής του ως την οριακή ένταση του επικολυρικού μεγαλείου πετυχαίνοντας διάνα τον κρόταφο της εξουσίας και των γύρω υπόδουλων θαυμαστών της.

     Εδώ που τα λέμε το κράτος δεν είναι πρώτη φορά που έδειξε τόσο δυσάρεστο και άδικο πρόσωπο απέναντι στους ελευθερογνωμούντες ποιητές και στοχαστές του έθνους. Γνωρίζετε και θυμόμαστε πιθανώς πως ξέχασε Κάλβο, Σικελιανό, Βάρναλη, Καβάφη, Καρυωτάκη, Εμπειρίκο, Αλεξάνδρου, Λειβαδίτη και άλλους. Μακάρι να ήταν το θέμα της «άπορης νοσηλείας» και η σκάλα της δευτεροκλασάτης σύνταξης στη διένεξη και ρήξη κράτους και ποιητή. Όχι, το επαναλαμβάνω, δεν είναι αυτό, αλλά η ανυποταξία και η αντιστασιακή συνείδηση του Καρούζου απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, όμοιο μέταλλο μ’ εκείνο του Άρη Αλεξάνδρου, του Μίλτου Σαχτούρη και Τάσου Λειβαδίτη, για να μην επεκταθώ σε περισσότερα ονόματα, γιατί δόξα το Θεό, η Ελλάδα ήταν και παραμένει από την εποχή του Πίνδαρου και του Αρχίλοχου φυτώριο παγκόσμιων ποιητικών αναστημάτων.

    Ο Ν. Καρούζος εμφανίζεται στα γράμματα και στις τέχνες γύρω στο 1950, χρόνος που έχει τελειώσει πλέον η γενιά του ’30, η οποία εκπνέει ποιητικά με το «Άξιον εστί» του Οδυσσέα Ελύτη. Στη μεταπολεμική περίοδο 1945-1955 εμφανίζονται 4-5 καινούργια χαρισματικά άτομα στην ελληνική ποίηση, μπαίνοντας στην ευθεία του δικού τους χρόνου κι ανάμεσα τους από το 1975-1990 οδοιπορεί κορυφαίος, δικαιωμένος και αματαίωτος ο Ν. Καρούζος κι αυτή, πιστεύω, η αιτία εμποδίζει περισσότερο τους «λογοτέχνες» ποιητές συναδέλφους του, μακάριους καταναλωτές του βασιλικού πολτού της εκάστοτε εξουσίας, να παραδεχτούν το μέγεθός του και την ποιητική προσφορά του. Το είδαμε αυτό στην επιστολή του λογοτέχνη συνδικαλιστή Γιάννη Αγγέλου προς την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  δημοσιευμένη την Τρίτη 7/8/90, που φιλοδοξεί ασκόπως να βάλει τα πράγματα στη θέση τους εκ βαθέως συγκινημένος για το θέμα της πρώτης και της δεύτερης κλίμακας της σύνταξης του Καρούζου. Βέβαια ένας λογοτέχνης πώς να καταλάβει τη θέση ενός ποιητή, αφού υπάρχει εκ των πραγμάτων ένα δραματικό κενό μεταξύ τους, προς το είδος και την ποιότητα της συγγραφικής δημιουργίας. Ο ποιητής είναι χαρισματικός δημιουργός, σχεδόν θεόσταλτος… ενώ ο λογοτέχνης είναι μέγεθος και προϊόν του κοινωνικού μάρκετινγκ περισσότερο.

      Ο Καρούζος αναντίρρητα είναι ένας ακόμη Έλληνας ποιητής που αποφάσισε συνειδητά την επιλογή του προς την «ευθύτητα των οδών» στο χώρο της τέχνης και του στοχασμού. Η ενεργός ιερή μοναξιά του και ο γόνιμος επίσης εγωισμός του τον όπλισαν και τον φώτισαν  να μη συμπλεύσει με τον όμορφο κοινωνικό πολτό, εγκώμιο υπέρ του μαζάνθρωπου.

      Μέσα απ’ αυτή την έξαρση και την ευδαιμονία του τραγικού προκύπτει ο ρωμαλέος ποιητικός του λόγος και μ’ αυτόν δρασκέλιζε σαν κόκκινο άτι τους γήινους και τους διαστημικούς ορίζοντες με συνεχείς εκρήξεις και διασπάσεις υπερβαίνοντας τα γήινα όρια, δημιουργώντας έτσι καλές ευκαιρίες απόδρασης στον ποιητή και τον αναγνώστη από τον ασφυκτικό κλοιό του επαναλαμβανόμενου χρόνου καταλύτη. Η ποίησή του καταλήγει έτσι σε μια ανοιχτή όαση νοητικών και ψυχικών ταμιευτηρίων με οδικούς άξονες το χρέος, το αίσθημα της ελευθερίας και της ερωτικής δημιουργίας.

     Ως προς το παιχνίδι της ύπαρξης και του φόβου του θανάτου αυτά έχουν παιχτεί πολύ νωρίτερα από τη δική μας εποχή στα κατάβαθα του ανθρώπινου παρελθόντος και ίσως πέρα απ’ αυτά τα όρια της εν ισχύει πραγματικότητας. Η μυθολογία, η ζεστή ιστορική μνήμη, η αρχαιότητα και η ελληνική γλώσσα επηρέασαν την ποίηση του Καρούζου σημαντικά και της χάρισαν αυτή την απεριόριστη νοητική και ψυχική διαύγαση.

     Σαν σκέψη και σαν ήθος ο Καρούζος είναι βιωμένος στο υποσυνείδητο του επαναστατικού κουρνιαχτού των κοινωνικών ιδεών του 20ου αιώνα. ΕΠΟΝίτης, εξόριστος, ιδεολόγος και ποιητής έκανε τη θητεία του 10 χρόνια (1942-1952) σαν αγωνιστής στην Εθνική Αντίσταση και σαν Προμηθέας Δεσμώτης αργότερα στο Μακρονήσι. Από τότε ως σήμερα η πολιτεία τον τίμησε με τη συνωμοσία της σιωπής της. Είναι κι αυτό ένα ιστορικό κοινωνικό υλικό που διαμόρφωσε τον ποιητικό του λόγο και το ήθος του. Τον βοήθησε παράλληλα και η παρουσία του πατέρα του που ήταν δάσκαλος και αφυπνισμένος άνθρωπος προς την κατεύθυνση των προοδευτικών σοσιαλιστικών ιδεών εκείνης της εποχής. Ο πατέρας του έζησε το δράμα της νεοελληνικής διγλωσσίας, δημοτικής ή καθαρεύουσας, που στην Ελλάδα είχε πάρει διάσταση κοινωνικού κινήματος. Ο Γληνός, ο Δελμούζος, ο Τριανταφυλλίδης, ο Καρβούνης, ο Συκουτρής και άλλοι αλλά και εκατοντάδες δάσκαλοι διευκόλυναν και διέβρωσαν την κοινωνία μέσω του γλωσσικού προβλήματος ν’ αφυπνιστεί η Ελλάδα προς την καινούργια επανάσταση του σοσιαλισμού, καθώς και προς την απελευθέρωση της μακραίωνης καλλιτεχνικής ελληνικής παράδοσης, λαϊκής και έντεχνης.

      Ο Ν. Καρούζος έφερνε πολλά φορτία εθνικών, ταξικών και ατομικών οραματισμών. Κι αυτών των φορτίων το αίσθημα μορφοποίησε ως τη διαλεκτική ένταση στην ποίησή του.

                Επειδή είμαστε τρελλοί άνθρωποι

                υπογράψαμε αυτό το μνημόνιο.

ΚΩΣΤΑΣ  ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Περιοδικό  ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ στην τέχνη και στον λόγο. 1990-έτος 1ο. Αριθμός τεύχους 3, σελίδες 8-10.

--

Ν. ΚΑΡΟΥΖΟΣ: Ο ΑΣΤΡΟΒΑΤΗΣ!

Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ  ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟ

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ –Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 1990.  (Στην στήλη που διατηρούσε ο ποιητής και  στιχουργός «ΓΕΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ»)

     Δεινός χειριστής της νεοελληνικής γλώσσας και έντιμος διαχειριστής του ψυχισμού της γενιάς του, πορεύεται εδώ και λίγες μέρες στην άλλη όχθη των ιδεών και των νοημάτων, ο αστροβάτης Νικόλαος Καρούζος. Όλοι είπαν (κι όσοι δεν κατάλαβαν, έγραψαν κιόλας!) πως ο Καρούζος δυστύχησε! Μόνιμοι θιασώτες μιας τρέχουσας και τυπικής λογικής, ανθρωπομετρικά αιχμαλωτισμένοι στα συν πλην της καθεμέρας, προσπάθησαν να συλλάβουν την εικόνα, την αίσθηση, τον προορισμό και το έργο ενός τέτοιου Ποιητή, απ’ την κοινωνική του ταυτότητα! Οι καημένοι!

     Ποιος είπε πως ο αναβάτης της «Ελάφου των άστρων» έπρεπε να έχει εξοχικό στην Λούτσα, και Μπε Εμ Βε: Ποιος μπορεί να ισχυριστεί πως ο μέτοικος τέτοιων μετατροπιών και τόσου ψυχικού πλούτου κάτοχος, θάπρεπε να μπει στο συγκριτικό «κουβά» με τους άλλους, τους υπόλοιπους, τους ρέστους, τους μη ποιητικά ζώντες και τους αντιποιητικά διατρίβοντες; Δε λέμε, καλοί είναι κι οι βιομήχανοι για τους βιομηχάνους, οι ποδοσφαιριστές για τους ποδοσφαιριστές, και οι άλλοι όλοι για τους άλλους όλους. Όμως, αφού τολμούν (όσοι τολμούν) ν’ αγγίξουν, έστω «εκδρομικά» την ουσία ενός ποιητή, τουλάχιστον, ας μην εκπίπτουν στο ατόπημα να τον μετρούν με τις δικές τους μεζούρες!

     Ο Καρούζος ευτύχησε! Υπήρξε ελληνοκεντρικός και έντιμος. Αξιοπρεπής και περήφανος. Σεβάστηκε τους άλλους, έσκυψε με ιερή λατρεία πάνω στη γλώσσα και την ιστορία της, έσκαψε με χειρουργική δεινότητα τα βάθη του «είναι» του και σεμνά, αθόρυβα, ουσιαστικά, εκπορεύτηκε προς τα έξω, ατόφια πρόταση συμπαντικής ευθύνης! Κυνηγήθηκε από τα ιερατεία και τα διευθυντήρια, ναι! Μα αυτή δεν είναι μόνο η μοίρα, αλλά και ο προορισμός του Ποιητή στα δίσεχτα χρόνια μας. Ο Ποιητής είναι το υποκατάστατο του Μάγου της πρωτόγονης κοινωνίας, στον καιρό μας! Είναι ο «λογομάρτυρας» και ο επικός ήρωας του Λόγου που αλώνεται απ’ την εξουσιαστική τεχνομανία!

     Ο Καρούζος ευτύχησε! Το έργο του μένει! Αν δεν άλλαξε το ταπεινό ουζάκι του και τη βόλτα του στα στέκια των αγνών πολιτών της σύγχρονης Αυλής των Θαυμάτων, αυτό, υπήρξε δική του επιλογή! Αρνήθηκε τα πολυδιαφημισμένα κόκκινα γαρύφαλλα στο πέτο και τις πομπώδεις συνεντεύξεις! Κι όταν χρειάστηκε, υπήρξε και άντρας και Έλληνας και πάντα προοδευτικός!

     Ο Νίκος Καρούζος φεύγει ζάμπλουτος, Κυρίες και Κύριοι των πρόχειρων και μελοδραματικών σημειωμάτων παντός τύπου! Και «ωραίος σαν Έλληνας» όπως αποφάνθηκε, ο άλλος εκείνος μεγάλος Νικόλαος της ποίησης, ο Εγγονόπουλος! Νικόλαε αστροβάτη και Ποιητή, καλό ταξίδι! Η «Έλαφος των άστρων» θα σε ταξιδέψει εκεί που ξέρεις και πάντα κατοικούσες: Στα μυστικά κι απροσπέλαστα τοπία της ύπαρξης! Αντίο Ποιητή!!

--

Της ώρας…

Του ΔΗΜΗΤΡΗ  ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ  3 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1990. (στα δίστηλα σχόλια που έγραφε ο ποιητής και στιχουργός Δημήτρης Ιατρόπουλος, «Η κρυφή μεριά του φεγγαριού»)

     ΚΛΑΣΙΚΟ χρονογράφημα θα κάνουμε σήμερα! Πέντε έξι γεγονότα που σηματοδότησαν τις μέρες μας και ερέθισαν τη γραφομηχανή μας. Απ’ αυτά που λειτουργούν σαν μήτρα της είδησης και αποδεσμεύουν μια δυναμική των ημερών, κατάλληλα ερμηνευόμενη ως: «Τ’ είχες Γιάννη, τι είχα πάντα»! Ελλάς, γαρ!

     Ο θάνατος του ποιητή Νίκου Καρούζου έθεσε πάλιν επί τάπητος τη γνωστή ιστορία του υπουργείου Πολιτισμού, περί ποιητών (βλέπετε: πολιτών!). Πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, ως προς το συντάξιμο ποσό που μηνιαίως δικαιούνται. Ποιος θα κρίνει, λοιπόν τους ποιητές; Όποιος κυκλοφορεί απ’ το ρέστο χαρτζιλίκι του καμιά εικοσαριά συλλογές, στο περιθώριο της ζωής του και μπαινοβγαίνει σε βεγγέρες και δεξιώσεις των επιδεξίων της κουλτούρας, θα ονομάζεται «ποιητής» και θα έρχεται εκ των υστέρων κάθε υπουργείο και οποιαδήποτε «επιτροπή» να τον αναγορεύει «Ποιητήν Α», δηλαδή, αξιοσίτιστον της νεότατης Πρυτανείας, αφού τέτοια σημασία έχει η «σύνταξη» για τον πνευματικό άνθρωπο; Και το ερώτημα παραμένει τραγικά αναπάντητο: Ποιος θα κρίνει το ποιος είναι πρώτος ποιητής και ποιος δεύτερος; Ο Καβάφης,  λοιπόν, που τον μισούσαν  οι περί τον Παλαμά και συνέγραψε, («φιλοτέχνησε» θα λεγα καλύτερα!...) μόνο εκατόν πενήντα τέσσερα ποιήματα, δεν θα εδικαιούτο συντάξεως αν και άλλαξε τη μορφή της νεότερης ποίησής μας; Ποιος «έγκυρος» και εγκυρότερος των ιδίων των αληθινά μεγάλων ποιητών είναι φύσει και θέσει αρμόδιος να τους «αναγορεύσει»; Σε μια χώρα, όπου το «κύρος» είναι μια απ’ τις λέξεις που ασφυκτιούν στα υπόγεια της εθνικής αξιοπρέπειας, τέτοια δυνατότητα, δεν υπάρχει!....

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Ένα ποίημα. (Καιρό έχουμε να υστερογραφήσουμε ποιητικά!):

«Μια μακρινή σειρά

τα παράθυρα

τα σφαγμένα δέντρα

τα καΐκια των περαστικών πάνω στην άσφαλτο.

Δεν έχει μάτια να την δεις την αποκάλυψη

στόμα δεν έχεις να την πεις την παρακμή

είναι πληρωμένη ως το τέλος αυτή η σχέση:

Ήρωες

πόρνες

όνειρα.

Καραδοκώ

στο χωνί του λαιμού μου,

πετρέλαιο και θειάφι

σου τάζω

μια κραυγή παλιά μου ελπίδα.

Ελπίδα θα πει: Κατέχω πλήρως του θανάτου το φόβο.

Σχόλασαν

οι πράσινες κουβέντες

ντυμένες  κορίτσια

χτες

απόγεμα..

(«Αθήνα, 1973»-αφιερωμένο στον Νίκο Καρούζο, πια…).

Σημείωση: Δίπλα ακριβώς από το τους σχολιασμούς της επικαιρότητας που προβαίνει ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, -και κάτω δεξιά στην σελίδα-δημοσιεύονται μικρά σχόλια της συνεργάτιδας της εφημερίδας δημοσιογράφου Νινέττας  Κοντράρου με το γενικό τίτλο «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ». Διαβάζουμε, μετά την πληροφορία που μας δίδει για τον εικαστικό Γιώργο Ζογγολόπουλο: «Άνοιξε τις τρύπιες ομπρέλες του ο γλύπτης Γιώργος Ζογγολόπουλος χτες το μεσημέρι στην γκαλερί «Μπερνιέ» και η αίθουσα πλημμύρισε από τη δροσιά, το χιούμορ και την αισιοδοξία ενός καλλιτέχνη που είναι  86 χρονών και μοιάζει δύο δεκαετίες μικρότερος….». Να υπενθυμίσουμε ότι, στην κεντρική παραλία της Θεσσαλονίκης, κοντά στον Λευκό Πύργο, όσες φορές οι ειδήσεις μεταφέρουν ειδήσεις και σχόλια από την βόρειο ελλάδα, οι τηλεοπτικοί σταθμοί δείχνουν τις «Ομπρέλες» του γλύπτη Ζογγολόπουλου που κοσμούν την Θεσσαλονίκη. Στην συνέχεια των καλλιτεχνικών ειδήσεων, διαβάζουμε τα εξής από την δημοσιογράφο Νινέττα Κοντράρου: «Για να μη λησμονούμε τα καλά και γκρινιάζουμε μόνο για τα στραβά, ας σημειώσουμε πως μπορεί το ΥΠΠΟ να φέρθηκε ως να αγνοούσε το έργο του ποιητή Νίκου Καρούζου κατατάσσοντάς τον στη β΄ κατηγορία των συνταξιούχων του, αλλά υπήρξε ένας γιατρός ακαδημαϊκός και υπουργός της Οικουμενικής Κυβέρνησης Τζαννετάκη που του πρόσφερε τη δυνατότητα να ταξιδέψει στο Λονδίνο, να μείνει δύο μήνες εκεί και να δεχτεί τη θεραπευτική αγωγή ενός διάσημου γιατρού, του Ίαν Σμιθ. Αυτός ήταν ο Γεώργιος Μερίκας, που ως υπουργός Υγείας και Πρόνοιας φρόντισε να ρυθμίσει την κάλυψη όλων των σχετικών εξόδων μέσω του υπουργείου του.

     Φαίνεται πως οι γιατροί αγαπούσαν πολύ τον ποιητή αφού ένας άλλος γιατρός, διευθυντής του «Υγεία», ο κ. Θέμος Χαραμής, κάλυψε τα έξοδα της δαπανηρότατης νοσηλείας του και παρήγγειλε ό,τι καλύτερο στον άνθρωπο που θα στόλιζε το «ταξίδι» του με λουλούδια.

     Ο τρίτος γιατρός με τον οποίο είχε στενά δεθεί ο Νίκος Καρούζος ήταν ο Θάνος Κωνσταντινίδης, στον οποίο αφιέρωσε και το τελευταίο του ποίημα, και ο τέταρτος ο Μανόλης Πρατικάκης».        

Ενδιαφέρουσες οι πληροφορίες για τους γιατρούς που μας δίνει η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Έθνος». Δηλώνουν την ευαισθησία και το ενδιαφέρον προσώπων της ιατρικής επιστήμης για τους ποιητές. Ή τουλάχιστον-για ορισμένους από αυτούς. Ο τρίτος γιατρός τυγχάνει να είναι και σημαντικός ποιητής. Είναι ο ποιητής Μανόλης Πρατικάκης. Από όσο θυμάμαι τα παλαιότερα χρόνια, κυκλοφορούσε ένας τόμος  στα παλαιοβιβλιοπωλεία με τους γιατρούς λογοτέχνες και ποιητές. Ήταν του παλαιού ποιητή Στέλιου Σπεράντσα: «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΙΑΤΡΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ» Από την άλωση της πόλης ως τα σήμερα», εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδης, Αθήνα 1961. Η έδρα της εταιρείας ιατρών λογοτεχνών βρίσκεται στην Γαλλία. Πρόχειρα μου έρχονται τα ονόματα ιατρών λογοτεχνών όπως του πεζογράφου Γιώργου Χειμωνά, του ποιητή Θανάση Χατζόπουλου, του μυθιστοριογράφου Αριστοτέλη Νικολαϊδη, από τον Πειραιά έχουμε τον παλαιό Παύλο Νιρβάνα (που φωτογράφησε τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον οδοντίατρο Γεώργιο Ι Βουλόδημο, τον Ιωάννη Σκαράκη, (που έχει γράψει μια βιογραφία για τον Αντρέα Κάλβο), τον Χριστουλάκη, τον οδοντίατρο Μιχαήλ Μπακούρη, την διηγηματογράφο αναισθησιολόγο Αριστέα Μπούτου κλπ. Οι καλοπροαίρετες «σπόντες» του ποιητή Δημήτρη Ιατρόπουλου για τον ποιητή των κόκκινων γαρυφάλλων, είναι όπως εύκολα αναγνωρίζουμε, για τον Ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο.  Τον αγωνιστή ποιητή που είχε γράψει όχι μόνο «τα παιδιά της κνε που λένε στη ζωή το μεγάλο ναι…» αλλά και ότι «τα σοβιετικά τανκς παρήλαυναν σαν μπαλαρίνες του Μπολσόϊ, στην κόκκινη πλατεία της μόσχας». Γιαυτό και ο σύντροφος Φιντέλ, ζήτησε συγνώμη πριν πεθάνει από τους ομοφυλόφιλους λέγοντας ότι τους κυνήγησε αδίκως. Κάλεσε να επισκεφτεί την κούβα ο πολωνός πάπας, ναι, ναι, ο πάπας που συνέβαλε με την πολιτική του να πέσουν τα καθεστώτα που όμνυε ο σύντροφος με το πούρο και την κονκάρδα της επανάστασης στο πέτο. Και είπε, το αμίμητο, ότι «οι καιροί άλλαξαν, το ίδιο και οι οικονομικές συνθήκες, που σημαίνει ότι θα αναγκαστώ να απολύσω κοντά 1.500.000 κουβανούς από το δημόσιο, για να μπορέσει να προσαρμοστεί η οικονομία στους σύγχρονους οικονομικούς καιρούς…» Βίβα κομαντάτε. Όσο για τις Ομπρελίτσες του Ζογγολόπουλου, προσπαθώ να το περάσω στα ψιλά, μπας και το πάρουν χαμπέρι τα καλόπαιδα τα ατίθασα που ακόμα τριγυρνούν και αναστατώνουν την περιοχή, και τρέξουν προς Θεσσαλονίκη μεριά και τις πουλήσουν για παλιοσίδερα. Όσο για εμάς ότι κάνουμε μόνοι μας και με όποιο κόστος και τίμημα. Γιατί από βοήθεια και συμπαράσταση, πες μας που μένεις να τρέξουμε να σου συμπαρασταθούμε. Και μετά μου λες εμένα ότι χρειάζεται η ποίηση, και εκδίδονται ποιητικές συλλογές, και Λόλα να μια ποιητική λέξη. Οι ύαινες έχουν διασπαρθεί σε όλη την χώρα. Αν αυτό δεν υπάγεται στην διάλυση ενός κράτους και μιας έστω κουτσουρεμένης αστικής ψευτοδημοκρατίας τότε τι υπάγεται. Μόνο που τώρα, θα το παλέψουμε, δεν θέλουμε να είμαστε πάντα εμείς οι παράπλευρες ανθρώπινες απώλειες.

--

ΟΙ ΑΠΟΝΤΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ.  Ο  ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΣ

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Εφημερίδα ΈΘΝΟΣ 27 Απριλίου 1997, σ. 12. (στην στήλη που διατηρούσε ο ποιητής και στιχουργός «ΤΑΙΜ ΑΟΥΤ»)

     -Ο Νίκος Καρούζος, υπήρξε ένας απ’ τους μεγάλους ποιητές μας, από τον πόλεμο κα μετά. Η σημαντική προσφορά του στα ελληνικά γράμματα δεν έχει ακόμα εκτιμηθεί όσο της αξίζει και το όνομά του δεν έχει περάσει εκεί που του άξιζε, δηλαδή, μέσα στις καινούργιες γενιές και στα νέα παιδιά.

     -Ευτύχησα να γνωρίσω τον ιδιαίτερο αυτόν άνθρωπο στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν μαζί με άλλους νεότατους τότε ποιητές μας, στήναμε το ποιητικό κίνημα της Αμφισβήτησης, όπως έμεινε στην ιστορία της λογοτεχνίας μας, όταν μας πρωτοπαρουσίασε ο μακαρίτης Βάσος Βαρίκας σε μια ιστορική κριτική του στο τότε «ΒΗΜΑ», το Μάη του 1971.

     -Μέχρι να καταξιωθεί όμως η προσπάθειά μας, συναντήσαμε τεράστια εμπόδια απ’ το κατεστημένο και τα διευθυντήρια εκείνου του καιρού. Ο Νίκος Καρούζος προς τιμήν του, ήταν ένας απ’ τους ελάχιστους που μας αγκάλιασαν και με τις σοφές παρατηρήσεις του μας βοήθησε ιδιαίτερα να βρούμε το δύσκολο και σκληρό δρόμο μας.

     -Ώρες ολόκληρες, εκεί στο παλιό και ιστορικό «Βυζάντιο» και στα «Νούφαρα» της Πλατείας Κολωνακίου που αποτελούσε τότε την καρδιά της κουλτούρας μας, τα λέγαμε με τον Νίκο και τα ψάχναμε.

     -Είχαμε γνωριστεί κάπως περίεργα: Στην παρέα του που βρέθηκα ένα απόγευμα-κι ήταν μαζί μας κι ο Δημήτρης Κολλάτος, κι άλλοι νέοι της εποχής-υπήρχε και μια ξανθιά κοπέλα, που ο Καρούζος για να της κάνει ένα ευγενικό κομπλιμέντο, της είπε: «Αν ήμουν νεότερος και είχα σχέση μαζί σου, θα κρατούσα εσένα και θα πετούσα την ποίηση απ’ το παράθυρο!». Όλοι γελάσαμε με το αστείο του κι εγώ τότε, είπα: «Εγώ θα κρατούσα την ποίηση και θα πετούσα εσένα απ’ το παράθυρο, κοπέλα μου! Τότε ο Νίκος γέλασε με την καρδιά του κι από τότε συνδεθήκαμε με μια βαθειά και αμοιβαία εκτίμηση…

     -Ο Νίκος Καρούζος έφυγε απ’ την ζωή, κυριολεκτικά αδικημένος, γιατί οι μέτριοι του καιρού του, όταν ήρθε η ώρα να πάρει την τιμητική του σύνταξη απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού, τον κατέταξαν στην Β΄ κατηγορία δημιουργών και του δώσανε ένα πεντοχίλιαρο λιγότερο!

      -Ήταν μια ξεφτίλα που μας εξαγρίωσε όλους, ενώ ο ποιητής βαθιά πικραμένος, αρνήθηκε τη σύνταξη και δεν είπε κουβέντα…

     -Σύχναζε στα μπαράκια της εποχής κι έπινε το ουζάκι του κουβεντιάζοντας με τους νέους. Το απόγευμα της μαύρης ημέρας του Πολυτεχνείου, μπροστά απ’ την ιστορική πόρτα που μετά από λίγες ώρες θα τσάκιζε το χουντικό τανκ, ανάμεσα σε πολλούς άλλους, συναντηθήκαμε. Με κοίταξε με ανησυχία και με τράβηξε απ’ το μανίκι.

     -«Να σου πω, Δημήτρη. Λες να είναι ένα είδος επανάστασης αυτό που ζούμε τώρα;».

     -Δεν απάντησα, έπεσα στην αγκαλιά του, είχε βουρκώσει και μ’ έσφιγγε και τα μάτια του κοιτούσαν ψηλά και μακριά, πολύ μακριά.

     ΘΥΜΗΤΑΡΙ: Νίκο μου, δεν ξέρω αν ήταν επανάσταση, όμως εσύ ήσουν ένας αληθινά μεγάλος ποιητής, πέρα από «κατηγορίες»…

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, εφημερίδα ΕΘΝΟΣ 27 Απριλίου 1997, σ. 12.

Σημείωση: Και που νάξερε ο ποιητής, τι σύνταξη παίρνουν οι  σκληρά εργαζόμενοι που δεν είναι ποιητές, μετά από 30 συναπτά έτη εργασίας. Όταν μάλιστα, δεν έχουν την πολυτέλεια να την πετάξουμε στην μούρη όλων αυτών που μιλάνε για δημοκρατία, δικαιοσύνη, ισονομία, ελευθερία. και ετοιμάζονται να εορτάσουν τα διακόσια χρόνια της….

--

ΑΓΑΠΗΤΕ ΦΙΛΕ….

Του ΓΙΩΡΓΟΥ  ΣΚΟΥΡΤΗ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 23 Απριλίου 1990

 … ΠΟΙΗΤΗ Νίκο Καρούζο, πολύ χάρηκα που σε ξαναείδα μετά από πολύ καιρό-κι ας ήσουνα στη τηλεόραση.

Κι ήθελα να σε ρωτήσω: «Δεν σε βλέπω απόψε καλά, τι έχεις;». Για ν’ άκουγα και πάλι την απλή (!) σου απάντηση: «Έχω ύπαρξη».

Μας έλειψες, Νίκο. Εσύ που τόσο καλά ξέρεις ότι «μέσα στη δίψα είναι όλο το νερό» κι ότι «την απελπισία μας δεν την ανταλλάσσουμε με θαλπωρή άλλη», μας έλειψες, αδερφέ.

     Γι αυτό σήμερα σου αφιερώνω ένα ποίημα.

     «Όποιος θρηνεί δεν

     είναι άξιος

     απελπισίας

     δεν είναι όλβιος

     εαρινής

     κακουργίας

     εαρινών γεγονότων».

    Το θυμάσαι; Το ‘γραψες πάνω στο γεμάτο πακέτο των τσιγάρων σου κι από δίπλα σε κοιτούσε μια ξανθιά που είχε «τη διχάλα των σκελιών της ανοιγμένο τριαντάφυλλο».

   Και μπορεί όπως είπες-στην τηλεόραση-«το άτομο να απέρχεται», όμως, Νίκο καλέ μου, η παρέα μένει… Και σε περιμένει…

    Για τη «βία, τη νύχτα και την έμπνευση».

Ανάστα ο ποιητής και ο φίλος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ,  εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 23/4/1990.

--

Ο ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΠΕΘΑΝΕ, ΖΗΤΩ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Του ΓΙΏΡΓΟΥ ΣΚΟΥΡΤΗ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 1 Οκτωβρίου 1990

    Αυτό το κομμάτι γράφεται μ’ έναν κόμπο στο λαιμό και με χέρι που τρέμει. Μόλις έμαθα για το τελεσίδικο του Νίκου Καρούζου.

Δεν ξέρω τι θα πούνε για τον ποιητή και άνθρωπο οι άλλοι ποιητές και τι θα πει και θα κάνει η Πολιτεία. Εγώ, έχω να πω αυτά τα λίγα.

Να ανακηρυχθεί η 28η Σεπτεμβρίου, Ημέρα Χαράς της νεοελληνικής ποίησης. Επίσης, την ίδια αυτή ημέρα να θεσπιστεί και ν’ αρχίσει να απονέμεται από του χρόνου κιόλας, το «Βραβείο Ποίησης Νίκου Καρούζου» για νέους ποιητές. Έχ ω επίσης να πω ότι ο Καρούζος εκδικήθηκε όλους αυτούς τους μασκαράδες ανεγκέφαλους της κουλτούρας και της πολιτικής, που τόσα χρόνια προσπάθησαν να τον έχουν στη γωνία. Ο Καρούζος εκδικήθηκε, με την ομόφωνη πια αποδοχή του ως μεγάλου ποιητή.

Ο ΚΑΡΟΥΖΟΣ νίκησε.

Και τέλος, θέλω να πω ότι λυπάμαι βαθιά που «απήλθε». Πιο πολύ όμως λυπάμαι, που δεν ήταν αθάνατος. Το είπε ο Νταλί: «Οι μεγαλοφυΐες δεν πρέπει να πεθαίνουν».

ΦΙΛΕ μου Νίκο, σε αποχαιρετώ με τον στίχο σου:

«Η ΠΙΟ μεγάλη ώρα της ζωής υπάρχει σαν τις άλλες…»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ, εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 1/10/1990.

Σημειώσεις: Υπάρχει ένας στίχος του Νίκου Δ. Καρούζου, που λέει, (από μνήμης) «Η πιο μεγάλη ώρα της ζωής υπάρχει, σαν τις άλλες».  Μεταφέρω κείμενα και σχόλια από παλαιότερα δημοσιεύματα για τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο, αυτό το χρονικό διάστημα, αγωνιζόμενος να ξεπεράσω τα υπαρκτά προβλήματα που αντιμετωπίζει η γειτονιά μας από διάφορους …. Βλέπεις άμα τους κατονομάσεις όλοι αυτοί που κυκλοφορούν με τα βιβλία του αντόνιο γκράμσι στο χέρι θα σε πουν φασίστα. Αυτοί που θα σπεύσουν να αγοράσουν τα απομνημονεύματα του πρώην προέδρου των ηνωμένων πολιτειών,-του πρώτου μαύρου προέδρου-θα σε χαρακτηρίσουν ρατσιστή. Θα καταφύγουν στη διεθνή αμνηστία να σε στοχοποιήσουν. Την ίδια στιγμή που όλοι αυτοί βοηθιούνται οικονομικά με τον έναν ή άλλον τρόπο από τον κρατικό κορβανά ή τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Κείμενα που δεν αναφέρονται ειδικά στις ποιητικές του συλλογές,-όπως είναι τα κείμενα και οι κριτικές του συγγραφέα και κριτικού Ευγένιου Αρανίτση, που έχει κυκλοφορήσει και έναν τόμο «ανθολόγιο» με ποιήματα του Νίκου Δ. Καρούζου, όπως είναι τα κριτικά κείμενα του φιλόλογου και δοκιμιογράφου Ανδρέα Μπελεζίνη, του κριτικού και ποιητή Παντελή Μπουκάλα, του φίλου και «μαθητή» του ποιητή Γιώργου Κακουλίδη, του συντοπίτη του Πάνου Λαλιάτση, (οποίος έχει πραγματοποιήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στην πόλη του, ραδιοφωνικές εκπομπές για τον ποιητή) και άλλων μελετητών και ανθρώπων που τον γνώρισαν από κοντά και συνεργάστηκαν μαζί του, που συμμετείχαν στα διάφορα αφιερώματα των περιοδικών για τον ποιητή ή στα δύο συμπόσια που έχουν διεξαχθεί για την ποιητική του παρουσία και διαδρομή. Και φυσικά, της φιλολόγου και επιμελήτριας των ποιητικών και πεζών του απάντων, και συνεντεύξεων, Ελισάβετ Λαλουδάκη, και τα κείμενά της για το έργο του. Μετέφερα ένα είδος μικρού «ανθολογίου» κειμένων και σχολίων, για το πώς συμπεριφέρθηκαν ποιητές και άνθρωποι του πνεύματος, η ελληνική πολιτεία και οι φορείς της, απέναντι στον ποιητή. Όσο υπερβολικός και αν είναι ο τόνος των κειμένων αυτών, δεν παύουν να μας δίνουν μια εικόνα στο πως λειτουργούσαν όλα αυτά τα «κυκλώματα» καταξίωσης ή απαξίωσης ποιητικών φωνών. Όχι μόνο την εποχή που δημοσιεύθηκαν-πολιτική εποχή της Συγκυβέρνησης της αριστεράς και του κομμουνιστικού κόμματος με την νέα δημοκρατία στην κυβέρνηση του τέως κυρού πρωθυπουργού Τζανή Τζανετάκη, αλλά, και το πώς συμπεριφέρονταν οι διάφοροι άνθρωποι των επιτροπών του υπουργείου πολιτισμού, επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη.  Όλοι αυτοί οι καρεκλοκένταυροι πνευματικοί ταγοί που «διαχειρίζονται» ή αποφασίζουν για το δημόσιο χρήμα και αποφαίνονται ποιοι αξίζουν την κρατική «ελεημοσύνη» και ποιοι όχι. Και σε όλους αυτούς τους παρατρεχάμενους των δημοσίων αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας, οφείλουμε να συμπεριλάβουμε και την τοπική αυτοδιοίκηση. Αν διαβάσουμε, μόνο το άρθρο του συγγραφέα και δημοσιογράφου Δημήτρη Γκιώνη στην παλαιά εφημερίδα Ελευθεροτυπία,  δες Δευτέρα 14 Ιουνίου 1993, «ό βασιλιάς «νίκησε» τον ποιητή,,, ή πώς το Ναύπλιο δεν τήρησε την υπόσχεσή του»., θα φρίξουμε από αγανάκτηση, ή στην καλύτερη περίπτωση θα αηδιάσουμε και θα πικραθούμε, για το πώς βλέπει η επίσημη πολιτεία και μέρος της πνευματικής διανόησης τους ποιητές και τους συγγραφείς. Στην καλύτερη περίπτωση, μόνο ως αγοραστές των βιβλίων και περιοδικών τους που εκδίδουν. Η περίπτωση της συνταξιοδότησης του Νίκου Δ. Καρούζου μας λέει ακόμα και σήμερα πολλά. Όμως για να το φτάσουμε και μέχρι τα όριά του, αν και όταν έχουν φύγει από την ζωή όλοι αυτοί, τι ωφελεί η αναμόχλευση. Κανονικά ούτε ο ποιητής έπρεπε να δεχτεί την δημόσια κρατική του βράβευση. Έπρεπε να αρνηθεί να βραβευθεί όμως, και οι ποιητές είναι κοινοί άνθρωποι σαν και εμάς, και δεν ξέρουμε πότε και πως αντιδρούν σε ανάλογες περιπτώσεις. Το κείμενο του Θεόφιλου Δ. Φραγκόπουλου ίσως είναι περισσότερο εριστικό από εκείνο του Κώστα Σταυρόπουλου, γιατί ο Φραγκόπουλος, έχαιρε-και νομίζω ακόμα χαίρει- μεγαλύτερης αναγνώρισης και εκτίμησης από το λογοτεχνικό και ποιητικό «κατεστημένο». Και όχι αδίκως. Τα κριτικά και δημοσιογραφικά κείμενα του Φραγκόπουλου διακρίνονται για την κριτική τους επιμέλεια. Η ακτίνα της όρασής του είναι ευρεία, έχει γνώσεις, διαθέτει άποψη, εντάσσει το έργο ενός συγγραφέα μέσα στο χρονικό και καλλιτεχνικό πλαίσιο στο οποίο ανήκει. Συνεξετάζει ποιητές, διακρίνει στοιχεία ή εντοπίζει καταστάσεις που άλλοι δεν το έχουν πράξει. Ο κριτικός του λόγος δεν είναι επιλήψιμος. Μπορείς να συμφωνείς ή να διαφωνείς όμως έχει θέση και μάλιστα ορισμένες φορές διαθέτει και πρωτοτυπία. Και φυσικά, δεν ανήκει σε «κυκλώματα». Από όσο γνωρίζω, δεν έχουν συγκεντρωθεί τα διάσπαρτα άρθρα και κείμενά του, τα δημοσιεύματά του σε βιβλίο. Βρίσκονται σκόρπια σε περιοδικά και εφημερίδες. Του Κώστα Σταυρόπουλου πάλι, το άρθρο του για τον Καρούζο είναι περισσότερο χρωματισμένο ιδεολογικά, αυτό φαίνεται με την πρώτη ματιά, χωρίς όμως να χάνει κάτι από τις εύστοχες επισημάνσεις που κάνει. Εντάσσοντας το έργο του Νίκου Δ. Καρούζου, μέσα σε ένα πλαίσιο ποιητικών και γλωσσικών αναφορών που προέρχονται και σηματοδοτούνται από την αριστερή ή κομμουνιστική ιδεολογία. Μόνο που, αν δεν τον παρερμηνεύω, η υπερβολική του αγάπη για το έργο του Καρούζου, τον κάνει να φτιάχνει μια κριτική ζυγαριά και από την μία να τοποθετεί τον Νίκο Καρούζο και από την άλλη όλους τους άλλους, με ιδιαίτερη βαρύτητα στο έργο του Άρη Αλεξάνδρου που έχει ένα ξεχωριστό βάρος ανάμεσα στα ονόματα των υπολοίπων ποιητών που προέρχονται από την προπολεμική και μεταπολεμική αριστερά.  Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα άλλο κείμενο που υπογράφει ο Κώστας Σταυρόπουλος, που δημοσιεύεται στην τελευταία σελίδα του τρίτου τεύχους του περιοδικού «παρένθεση» και έχει να κάνει με την «ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΑΚΡΙΘΑΚΗ ΣΤΟ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ» της Πάτρας που πραγματοποιείται τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς.  Ένα άλλο κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον και δημοσιεύεται στο περιοδικό σελίδες 6-7, είναι του ανθρωπολόγου Άρη Πουλιανού, ο οποίος μας γνωρίζει τον «Πρωτοπόρο της Ελληνικής Ανθρωπολογίας» ΚΛΩΝ ΣΤΕΦΑΝΟΣ (1854-1915) ο οποίος κατάγονταν από την Κέα. Ιατρός το επάγγελμα ο οποίος ασχολήθηκε με την ανθρωπολογία. Και όπως σημειώνει ο Άρης Πουλιανός: «Ο Κλων Στέφανος προσπάθησε υπεράνθρωπα να ιδρύσει έδρα ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά στάθηκε αδύνατο. Το Πανεπιστημιακό κατεστημένο δεν του το επέτρεψε και πέθανε πικραμένος το 1915.»..  όπως βλέπουμε, το πρόβλημα στην χώρα μας είναι και κάθετο και οριζόντιο και διαχρονικό. Στο ίδιο τεύχος ξεχωρίζει και το μακροσκελές άρθρο του Βασίλη Φιοραβάντε, «Ο ΣΚΛΑΒΟΣ, ΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ, Ο ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ/1», Σ. 11-12. Παρότι στο εξώφυλλο του περιοδικού που δημοσιεύεται και ασπρόμαυρη φωτογραφία του ποιητή Νίκου Καρούζου γράφει «Αφιέρωμα», διαβάζουμε μόνο ένα κείμενο για τον ποιητή, αυτό του Κ. Σταυρόπουλου. Τα κείμενα που δημοσίευε ο Ηλίας Πετρόπουλος από το Παρίσι, κινούνται συνήθως στην ίδια μνημονική ατμόσφαιρα των σχέσεων του λαογράφου με άλλους ομοτέχνους του ή συνομηλίκους του έλληνες συγγραφείς. Το βιβλίο που αναφέρεται, είναι το γνωστό «Ελύτης-Μόραλης-Τσαρούχης» που είχε εκδόσει. Ενώ τα Ρεμπέτικα είναι ο γνωστός ογκώδεις τόμος Ανθολογία των Ρεμπέτικων τραγουδιών, που μαζί με την τετράτομη ανθολογία του Ρεμπέτικου τραγουδιού του Σχορέλη αποτελούν την βάση για τους ερευνητές του ρεμπέτικου στίχου και της μουσικής. Ενδιαφέροντα είναι τα κείμενα του ποιητή και ανθολόγου, στιχουργού και αρθρογράφου Δημήτρη Ιατρόπουλου. Τα μικρά αυτά συνήθως μονόστηλα κείμενά του, μας παράσχουν αρκετές πληροφορίες για ποιητές και πνευματικές στιγμές και καταστάσεις παλαιότερων χρόνων. Ο Ιατρόπουλος, δεν μας μιλά μόνο για τις φιλικές του σχέσεις και παρέες των δεκαετιών που ανδρώθηκε το νεανικό κίνημα της αμφισβήτησης της εποχής του, δεκαετία του 1960 αλλά, σχολιάζει εποικοδομητικά πρόσωπα και καταστάσεις, γεγονότα και συμβάντα που περιστρέφονται γύρω από τον δικό του πνευματικό και καλλιτεχνικό κύκλο. Τα κείμενά του διαβάζονταν ευχάριστα από τους τότε αναγνώστες της εφημερίδας «Έθνος», όπως και άλλων συγγραφέων αντρών και γυναικών που ασχολούνταν παράλληλα και με την δημοσιογραφία, όπως και με την κριτική και παρουσίαση βιβλίων βλέπε την ποιήτρια Ελένη Γκίκα. Και φυσικά το «βαρύ πυροβολικό» όχι μόνο της κινηματογραφικής τέχνης, ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Τα κείμενα του θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Σκούρτη είναι περισσότερο παθιασμένα και γιαυτό κάπως ακραίων τόνων. Κάτι που μάλλον δεν διακρίνεται τόσο έντονα στα θεατρικά του έργα, αν δεν λαθεύω. Τον θυμάμαι στο σπίτι του να μας διαβάζει έργο του.

Αλλά για τον Νίκο Δ. Καρούζου και την ποίησή του, θα επιμείνουμε μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα στην περιοχή μας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020.    

   

   
  

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

ATHENS PRIDE 2019


ΗΛΙΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΛΙΑΡΝΤΑ
Δεύτερη έκδοση-φωτοτυπημένη
Εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ, Αθήνα 1974, διαστάσεις 13Χ24, σελίδες 200, δραχμές 160. Κεντρική διάθεση ΠΛΕΙΑΣ ΟΕ. Πανεπιστημίου 34
     Θα εορταστεί και εφέτος στην χώρα μας, το πάρτι- παρέλαση που διοργανώνεται από την Athens Pride. Δηλαδή, από την ελληνική κοινότητα ΛΟΑΤ-LGBT και τους υποστηρικτές των πάσης φύσεως ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φέτος ιδιαίτερα, που συμπληρώνονται 50 χρόνια από τα γνωστά επεισόδια στην Αμερική. Την βίαιη εισβολή της αμερικάνικης αστυνομίας στο gay bar STONEWALL της Νέας Υόρκης στις 28 Ιουνίου 1969. Ένα αυθαίρετο βίαιο επεισόδιο κρατικής καταστολής που «ξύπνησε» τις συνειδήσεις των αμερικανών πολιτών και της νεολαίας με τα γνωστά κατόπιν θετικά για την αμερικάνικη κοινότητα των LGBT αποτελέσματα.
     Ο αμερικάνικος λαός, είναι ένας λαός μεγάλων αντιφάσεων και εθιμικών ρηγμάτων (πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, θρησκευτικών κλπ.). Το ίδιο και ο πολιτισμός του. Η Αμερικάνικη Ήπειρος είναι μια πλούσια και αχανής χώρα, δομημένη πάνω σε πολυπολιτισμικά θεμέλια και αρχές. Από το τέλος του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου και τις αξιακές δημοκρατικές και συνταγματικές αρχές του δολοφονηθέντος αμερικανού προέδρου Αβραάμ Λίνκολ, μέχρι την περίοδο του προέδρου Τζων Κέννεντυ και του ηγέτη των μαύρων πάστορα Μάρτιν Λούθερ Κινγκ αλλά και τα μεταγενέστερα σύγχρονα των ημερών μας χρόνια, του Μπάρακ Ομπάμα, η Αμερική, δεν έπαψε να μας εκπλήσσει με τις μεγάλες της κοινωνικές και οικονομικές αντιφάσεις παράλληλα με τα τεράστια επιτεύγματά της σε όλους τους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας. Οι γηγενείς πληθυσμοί των ερυθρόδερμων είτε αφομοιώθηκαν είτε εξαφανίστηκαν κατά την διάρκεια των εσωτερικών πολέμων, εμφύλιων και μη της αμερικάνικης ιστορίας. Οι ευρωπαίοι έποικοι που εγκαταστάθηκαν όχι αναίμακτα και ειρηνικά στην νέα και πλούσια αυτή ήπειρο, προερχόμενοι από διάφορα κράτη της γηραιάς και κουρασμένης ευρωπαϊκής αποικιοκρατικής ηπείρου, εκδίωξαν ή επικράτησαν των ντόπιων με την στρατιωτική βία και οικοδόμησαν μια νέα «ευρώπη» (απέναντι από την παλαιά), κάτι σαν πλούσια εξοχική κατοικία για την σχόλη τους, μεταφέροντας τις πολιτισμικές τους παραδόσεις και θρησκευτικές συνήθειες, κοινωνικές νοοτροπίες, τα ήθη και τα έθιμά τους στην νέα γη. Και γιατί όχι, και την βαρβαρότητά τους. Το ίδιο έπραξε και ο μεγάλος πληθυσμιακά όγκος των νέγρων που προήρθαν από την μαύρη ήπειρο, την Αφρική, καθ’ όλη την διάρκεια της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και δουλείας. Αυτές οι μάζες των νέγρων, ασφαλώς, δεν μετέφεραν την πολιτική ή οικονομική τους βαρβαρότητα αλλά την εξαθλίωσή τους και την φτώχεια τους. Τεράστιες ομάδες μαύρων δούλων και ταλαιπωρημένων ανθρώπων, σκλάβων από κράτη της αφρικανικής ηπείρου, εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν με βίαιο τρόπο, στην βόρειο αμερική. Οι ευρωπαίοι λευκοί αποικιοκράτες χρειάζονταν φτηνά εργατικά χέρια για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες τους, τις στρατιωτικές τους εξορμήσεις, την ευρωστία της τάξης τους, την αργόσχολη χλιδή τους. Χρειάζονταν σκλάβους για να τους υπηρετούν και να τους χρησιμοποιούν στις χειρονακτικές τους εργασίες, στις βαμβακοφυτείες και στις εργοστασιακές τους μονάδες. (η δική μου γενιά, ακόμα θυμάται το αγγλικό απαρτχάιντ στην νότιο αφρική). Οι φτωχοί και εξαθλιωμένοι κάτοικοι της Αφρικής και από κράτη της Νοτίου Αμερικής, υπήρξαν τα «εύκολα» και χρήσιμα θύματα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατικής πολιτικής και εξουσίας. Οι ευρωπαϊκές μοναρχίες, η ευρωπαϊκή αριστοκρατία και η Εκκλησία σαν θεσμός, χρειάζονταν φτηνό εργατικό δυναμικό προς δόξα Θεού, ελέω Μονάρχη και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η μεγάλη εισροή του μαύρου πληθυσμού των σκλάβων, συνέβαλε και αυτή, αργά και σταθερά στην μετατροπή της αμερικάνικης ηπείρου σε πολυπολιτισμική και πολυεθνική. Διαμόρφωσε όχι χωρίς αγώνες και θυσίες, εσωτερικές συγκρούσεις, την νέα, σύγχρονη αμερικάνικη ταυτότητα και συνείδηση. Η Αμερική οικοδόμησε και εξακολουθεί ίσως ακόμα να διαπλάθει το μοντέρνο πρόσωπό της. Το αμερικάνικο όνειρο μέχρι την ολοκλήρωσή του. Το American dream έχει πολλά σκαμπανεβάσματα ακόμα στο διάβα της ιστορίας μέχρι την επίτευξή του.
     Την περίοδο των γνωστών επεισοδίων στο Gay Bar STONEWALL εναντίον της φιλήσυχης LGBT κοινότητας στις 28/6/1969, ας μην μας διαφεύγει ότι η Αμερική, συνταράσσονταν από τις μεγάλες και πολυπληθείς πορείες διαμαρτυρίας της νεολαίας εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ. Της εμπλοκής των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στην χερσόνησο του Βιετνάμ εναντίων των Βιετκόνγκ. Οι Αμερικανοί ενεπλάκησαν σε έναν πόλεμο- με την πλευρά του νοτίου βιετνάμ αρκετές δεκάδες μίλια μακριά από την πατρίδα τους, αντικαθιστώντας κατά κάποιον τρόπο τους Γάλλους και Άγγλους αποικιοκράτες σε αυτές τις περιοχές του πλανήτη. Στην Ινδοκίνα. Ο πόλεμος του Βιετνάμ κόστισε δυσβάστακτα τόσο στην αμερικάνικη οικονομία όσο κυρίως, σε έμψυχο ανθρώπινο δυναμικό. Δεκάδες χιλιάδες αμερικανοί στρατιώτες χάθηκαν στον πόλεμο αυτόν αδίκως, ή γύρισαν τραυματισμένοι στις εστίες και οικογένειές τους, έχοντας ανυπέβλητα σωματικά, πνευματικά και συνειδησιακά προβλήματα. Ψυχικά διαλυμένοι οι αμερικανοί νέοι στρατιώτες, ημιζώντανα ανθρώπινα ράκη στην μετέπειτα ζωή τους. Το τίμημα του πολέμου και της εμπλοκής των αμερικανών στο Βιετνάμ που πλήρωσε η νέα αυτή ήπειρος ήταν τεράστιο. Οι μεγάλες αντιπολεμικές διαδηλώσεις και πορείες διαμαρτυρίας των νέων και των άλλων αμερικανών πολιτών ήσαν στην ημερήσια διάταξη τα χρόνια αυτά. Έπειτα, ήταν νωπά στην μνήμη τους ακόμα τα γεγονότα των δολοφονιών του προέδρου τους Τζων Κέννεντυ, του αδερφού του γερουσιαστή Ρόμπερ Κέννεντυ και του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, ηγέτη και υπερασπιστή των δικαιωμάτων των μαύρων στην μεγάλη ήπειρο. Την νέα τους πατρίδα. Η Αμερική, τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 συνταράσσονταν από ταραχές και κοινωνικές εξεγέρσεις, από φιλειρηνικά και απελευθερωτικά μικρά αλλά δυναμικά κινήματα κοινωνικής αυτοδιάθεσης. Η Αμερικάνικη κοινωνία αναζητούσε το νέο της σύγχρονο πρόσωπο μέσα στην παγκόσμια οικονομική και στρατιωτική σκακιέρα. Αναζητούσε τρόπους να αφομοιώσει ειρηνικά κάθε τι το διαφορετικό φυλετικά και πολιτισμικά που είχε εισέλθει στο έδαφός της, χωρίς να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία της και η παντοδυναμία της. Οι φυλετικές διακρίσεις που προέρχονταν από τον αγροτικό και συντηρητικό φτωχό νότο έκλειναν τον ιστορικό τους κύκλο. Η ισότητα των αμερικανών πολιτών δεν ήταν αλά καρτ. Αφορούσε όλη την πανσπερμία των πολιτών που διέμεναν στην χώρα και ακολουθούσαν τους νόμους της. Η συντηρητική αμερικάνικη κοινωνία, καθολική ή προτεσταντική, των μορμόνων, έχανε την κοινωνική της παντοδυναμία ή, παραχωρούσε ορισμένα από τα προνόμια της εξουσίας της και στις άλλες πληθυσμιακά κοινωνικές μειονοτικές ομάδες. Τις δεκαετίες αυτές, οι επαναστατικές εξεγέρσεις είχαν απλωθεί και επιρρεάσει και τον καλλιτεχνικό χώρο. Στο πεδίο της Μουσικής κυρίως, που πρωτοστατούσε στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις των νέων, και εξέφραζε δυναμικά την ορμή και το πάθος τους για ειρήνη και ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη, ίσες ευκαιρίες για όλους. Στους Πανεπιστημιακούς χώρους και στον φοιτητόκοσμο, οι αναταραχές ήσαν μεγάλες και συνεχείς. Η αμερικάνικη νεολαία πολεμούσε για την κατάκτηση των δικαιωμάτων της. Ήταν η νέα ανερχόμενη κοινωνική δύναμη του αμερικάνικου έθνους, απαλλαγμένη από τις κοινωνικές και πολιτικές προκαταλήψεις των γονιών τους, οι φιλειρηνιστές νέοι που δεν ήθελαν να πολεμήσουν στο Βιετνάμ, να σκοτωθούν αδίκως. Δεν ήθελαν να απολέσουν την ατομική τους ανεξαρτησία, να θυσιάσουν την ζωή τους στο όνομα ενός πολεμικού πατριδοκάπηλου ιδανικού και στρατιωτικής κυριαρχίας. Στα μεγάλα κέντρα του βορά σε αρκετές ομοσπονδιακές πολιτείες,  αναπτύχθηκαν νέα πολιτιστικά ρεύματα, επαναστατικά και ανανεωτικά ρεύματα στις εικαστικές τέχνες, στον κινηματογράφο, το θέατρο, στην αμερικάνικη λογοτεχνία, την ποίηση. Η γενιά των Μπητ δραστηριοποιήθηκε και αντέδρασε δυναμικά ενάντια της εμπλοκής αμερικανών στρατιωτών στον πόλεμο, ύψωσε ποιητική φωνή διαμαρτυρίας και σεξουαλικής χειραφέτησης των ίδιων των ποιητών. Οι αμερικανοί πολίτες άλλαζαν ή διαμόρφωναν το νέο τους πρόσωπο στις προσκλήσεις και απαιτήσεις των νέων καιρών.Το ίδιο συνέβει και με τα διάφορα μικρά ή μεγάλα κινήματα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μαύρων, των γυναικών, των ανύπαντρων αμερικανών μανάδων, των ομοφυλόφιλων αντρών και γυναικών, των ερυθροδέρμων, των διαφόρων μειονοτήτων των προερχόμενων από την νότιο αμερική και άλλες χώρες. Εκατοντάδες μικρές δυναμικές επαναστάσεις πραγματοποιήθηκαν όχι χωρίς θυσίες, μέχρι η ΛΟΑΤ κοινότητα να κατακτήσει και να στερεώσει τα όποια δικαιώματά της. να ανοίξει τον δρόμο και την ανεξαρτησία της και χειραφέτησης των μελών της. Ένας συνεχής κοπιώδης αγώνας θυσιών, επαναδιαπραγμάτευσης καθιερωμένων και παραδοσιακών συνηθειών και αξιών της αμερικάνικης κοινωνίας, που επανακαθόριζαν το τι είναι Ζωή, τι Ερωτική αυτοδιάθεση, τι Σεξουαλική χειραφέτηση ανδρών και γυναικών, λευκών και έγχρωμων. Διαφυλετικά και πέρα από θρησκευτικές δοξασίες και ταμπου και απαγορεύσεις. Αγώνες των ομοφυλόφιλων και των λεσβιών, παράλληλα με αυτές των στρέιτ αντρών και γυναικών, των εργατικών δικαιωμάτων και διεκδικήσεων, των πάσης φύσεως εργαζομένων, των φυλετικών μειονοτήτων, των θρησκευτικών σεκτών. Ακόμα και ο χώρος της Μόδας, και της διαφήμισης, του σύγχρονου καταναλωτικού τρόπου ζωής, δεν έμεινε ανεπειρέαστος. Τα πάντα άλλαζαν άμεσα και πολλές φορές κραυγαλέα. Η αμερικάνικη κοινωνία σε όλες της τις εκφάνσεις και πλευρές, δεν έμεινε αμέτοχη των εξελίξεων, των κοινωνικών αναταραχών, συμμετείχε άμεσα και τολμηρά. Ένας επαναστατικός οργασμός προσδοκώμενων κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών, που εξαπλώθηκε και στην ευρωπαϊκή σκοτεινή και ασθμαίνουσα ήπειρο. Παράλληλα, με τις πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις και εξεγέρσεις, με τα επαναστατικά κινήματα και αγώνες απελευθέρωσης της νεολαίας και των πολιτών του δυτικού ημισφαιρίου, είχαμε και τους ξεσηκωμούς των πολιτών και της νεολαίας στην ανατολική ευρώπη, που ζούσαν-τότε-κάτω από την πολιτική και στρατιωτική εξουσία και οικονομική κηδεμονία του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Η χρονική περίοδος μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ιστορικά,-ολοκληρώνοντας το έργο και τις εθνικές συμμαχίες του Μεγάλου Πολέμου, αναζητούσε τρόπους να τερματίσει τον ιστορικό της κύκλο. Η δυναστευτική και στρατιωτική παρουσία και ευρωπαϊκής κυριαρχίας, και η φανερή η κρυφή αποικιοκρατική πολιτική της λευκής φυλής, περιορίζονταν ή τερματίζονταν καθώς και ο ιδεολογικός διπολισμός των νεότερων χρόνων. Το 1989. Μικρές πληθυσμιακά επαναστατικές μονάδες αντίστασης, έφεραν ίσως, μεγάλα ιστορικά αποτελέσματα. Ή, τουλάχιστον, συνέβαλαν στο να γυρίσει ο τροχός της Ιστορίας.
      Μέσα σε αυτό το κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό πλαίσιο οφείλουμε να δούμε και να εξετάσουμε και το κίνημα των LGBT. Ή τουλάχιστον, με ενδιαφέρει εμένα να το διερευνήσω και να το ερμηνεύσω. Όχι αυτόνομα, όχι αυθαίρετα, όχι καπελώνοντας την σιωπηλή και συντηρητική πλειοψηφία. Αλλά, σαν ένα κίνημα αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών και τρόπων διαβίωσης και ερωτικής αυτοδιάθεσης του σύγχρονου ανθρώπου του 20ου αιώνα, που μάτωσε ποικιλοτρόπως από τους δύο μεγάλους παγκόσμιους πολέμους, τις κατά τόπους δικτατορίες και ολοκληρωτικά συστήματα διακυβέρνησης του μεσοπολέμου, και χρειάζονταν ιστορικά μια ήσυχη και ειρηνική επιτέλους περίοδο ειρήνης, για να απολαύσει τα όποια επιτεύγματα της επιστήμης και τους καρπούς της τεχνολογίας του δυτικού πολιτισμού. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο εντάσσονται και οι διαρκείς αγώνες για την απελευθέρωση των ερωτικών και σεξουαλικών δικαιωμάτων των ανθρώπων, των γκέϊ, των στρέητ, των γυναικών, των παιδιών, των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των οικονομικών μεταναστών, των θρησκευτικών ομάδων, των διαφόρων πολιτισμών των άλλων ηπείρων, που χάνονται μέσα στην χοάνη της κυριαρχίας της λευκής φυλής. Της υπεράσπισης του φυσικού περιβάλλοντος και πλούτου που καταστρέφεται από την ανθρώπινη απληστία και κερδοφορία.
     Παλαιότερα ο ΟΗΕ σε έκθεσή του είχε δημοσιεύσει έρευνα που μας έλεγε πόσες φυλές και ανθρώπινοι αρχαίοι πολιτισμοί έχουν εξαφανιστεί από  την αυγή της ζωής στον πλανήτη. Πόσα είδη του ζωικού βασιλείου χάθηκαν από τον πλανήτη γη από τότε που γεννήθηκε η ζωή από τα βάθη των θαλασσών. Πόσες μορφές έμβιας ζωής εξαφανίστηκαν μετά την βίαιη επικράτηση και κυριαρχία του ανθρώπινου είδους. Από τότε που το ανθρώπινο ζώο σηκώθηκε στα δύο του πόδια και έμαθε να χρησιμοποιεί τον αντίχειρά του και την σκέψη του. Πόσες γλώσσες και τοπικοί διάλεκτοι ανθρώπων και φυλών έσβησαν από τον γλωσσικό παγκόσμιο χάρτη. 
Το ανθρώπινο ζώο καταχτά και κατακτάται ταυτόχρονα μέσα στην Ιστορία από τα επιτεύγματά του και τις εφευρέσεις του. Τα πολιτιστικά και κοινωνικά επιτεύγματά του, δεν είναι χωρίς τίμημα και κόστος. Η επιθυμία του για παντοδυναμία και άλογη κυριαρχία πάνω στον πλανήτη φέρνει αρνητικά αποτελέσματα και επιπτώσεις. Μόνο που, το ανθρώπινο ζώο, δεν διδάσκεται εύκολα από τα λάθη του και τις επιλογές του σε σχέση με τα άλλα έμβια όντα. Πολλαπλασιάζεται ανεξέλεγκτα και καταστρέφει ασύστολα και με μανία.
     Σκέφτηκα να τιμήσω τους αγώνες της ΛΟΑΤ κοινότητας την ημέρα του Athens Pride, όχι με το ξεφάντωμα των νεανικών πάρτι και πολύχρωμων παρελάσεων, που μου θυμίζει γυμνή Κομμέντια ντελ Άρτε των καρναβαλιών, αλλά, με έναν άλλον τρόπο. Εξάλλου, η ποικιλία των εκδηλώσεων είναι μέσα στους διαρκείς αγώνες των διαφόρων μειονοτήτων. Σκέφτηκα να μεταφέρω ορισμένες ενδεικτικές λέξεις της αργκό, των καλλιαρντών έτσι όπως τις κατέγραψε και τις διέσωσε πρώτος, ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 στην χώρα μας, με όχι χωρίς νομικές επιπτώσεις για τον ίδιο τον συγγραφέα και «λούμπεν» λαογράφο, αν φέρουμε υπόψιν μας και τις άλλες του ερευνητικές και καταγραφικές εργασίες και κατά καιρούς δημοσιεύσεις του. Το 1972 μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου ο συγγραφέας του καταδικάστηκε  σε πεντάμηνη φυλάκιση. Με επτάμηνη φυλάκιση καταδικάζεται ξανά για την κυκλοφορία ενός λυρικού του κειμένου με τίτλο "Σώμα" που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Το Τραμ. Αλλά και για την έκδοση των Ρεμπέτικων Τραγουδιών του, επίσης, καταδικάστηκε. Όπως διαπιστώνουμε, σχεδόν κάθε νέο βιβλίο ή κείμενο του Ηλία Πετρόπουλου, του επέφερε και μία καταδίκη από το καθεστώς.
Το βιβλίο του τα «καλιαρντά», αυτή η μεγάλη και ευρεία συναγωγή λέξεων ατόμων του λεγόμενου «περιθωρίου» απαγορεύτηκε, λογοκρίθηκε και επανεκδόθηκε το 1974 στην έκδοση που είχαν προμηθευτεί οι νεανικές γενιές μετά την επτάχρονη δικτατορία και την μεταπολίτευση.
Ο εκδοτικός οίκος «ΠΛΕΙΑΣ» μας ήταν γνωστός μια και είχε εκδόσει έργα σημαντικών ελλήνων ποιητών και συγγραφέων, όπως: του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, του πεζογράφου Βασίλη Βασιλικού, του ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκου, του μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, του ποιητή Νίκου Καββαδία, του μυθιστοριογράφου Δημήτρη Χατζή, του Θράσου Καστανάκη, του αργεντινού συγγραφέα Χόρχε Λουϊς Μπόρχες, του θεατρικού Μπέρτολτ Μπρέχτ και πολλών άλλων. Μέσα σε αυτήν την εκδοτική ανθοφορία του οίκου, εντάσσεται και το έργο του Ηλία Πετρόπουλου Καλιαρντά. Ήτοι, το γλωσσικόν ιδίωμα των κιναίδων, όπερ παρ’ αυτοίς είναι γνωστόν και ως καλιαρντή ή καλιάρντω, και ως τζιβανωτά, και ως λιάρντω ή ντούρα λιάρντα, και ως λατινικά ή βαθιά λατινικά, ή, απλώς, ετρούσκα, και ως λουμπινίστικα ή φραγκολουμπινίστικα. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας-καταγραφέας. Και συνεχίζει: Ερασιτεχνική γλωσσολογική έρευνα του Ηλία Πετρόπουλου. Ερμηνευτικόν, και, εν πολλοίς, ετυμολογικόν λεξικόν, συγγραφέν προς χρήσιν παρά των φιλολόγων, αστυνομικών, λαογράφων, ψυχιάτρων, ευζώνων, γλωσσολόγων, πυροσβεστών, λογοτεχνών, φιλανθρώπων, κοινωνιολόγων, σνομπάκηδων, θεολόγων, ναυτών, αργόσχολων, πληροφοριοδοτών, ακαδημαϊκών, περίεργων, και, γενικώτερον, αλλόκοτων ανθρώπων. Αθήνα, εν έτει 1971.
      Αυτά τα παράξενα και όχι μόνο διευκρινιστικά γράφονται κάτω από τον τίτλο στην μέσα σελίδα του βιβλίου από τον συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλο. Το βιβλίο τυπώθηκε τότε, σε 10.000 αντίτυπα και εξαντλήθηκε φυσικά αμέσως. Ας θυμηθούμε και μια άλλη, διαφορετικού περιεχομένου και είδους «Συναγωγή Νέων Λέξεων» από τον Στέφανο Κουμανούδη που κυκλοφόρησε μεταγενέστερα, από τις εκδόσεις Ερμής, και εξαντλήθηκε πάραυτα.
      Υπάρχουν παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται και μαζί τους χάνεται και η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι διάφοροι επαγγελματίες του είδους. Υπάρχουν τεχνίτες όπως πχ. οι καραβομαραγκοί, οι γανωτζήδες, οι κανατάδες, οι νερουλάδες, οι σαλεπιτζήδες που έφτιαχναν και πωλούσαν σαλέπι, οι καστανάδες, αυτοί που πωλούσαν το μαλλί της γρηάς, οι μανάβηδες με το γαϊδουράκι, οι ψαθάδες που έφτιαχναν και επιδιόρθωναν τις ψάθινες καρέκλες, οι παγοπώλες με τον γάντζο, οι άνθρωποι του περιθωρίου, οι παπατζήδες με τον γκαζοντενεκέ που έριχναν τα τραπουλόχαρτα, αυτοί που έπαιζαν δημόσια μπαρμπούτι. Οι υπαίθριοι εφημεριδοπώλες, οι καλουπατζήδες, οι μπουγαδοπλύστρες των πλυσταριών, οι κλαριντζήδες που γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι την πρωτοχρονιά ή στις ονομαστικές εορτές και διασκέδαζαν τους εορταζόμενους. Οι γύφτοι με το ντέφι και την αρκούδα με το φουρό και τον χαλκά στη μύτη που χόρευε ή την μαϊμού Οι διάφοροι υπαίθριοι επαγγελματίες δοσατζήδες με το τεφτέρι που γύριζαν από πόρτα σε πόρτα και πωλούσαν κάθε είδους υφάσματα και άλλα απαραίτητα της ραπτικής αξεσουάρ και οικοκυρικής τέχνης μικροπροϊόντα, και γενικά, μια σειρά από επαγγέλματα που οι παλαιότεροι πρόλαβαν και ίσως θυμούνται ακόμα. Όλα αυτά τα παραδοσιακά επαγγέλματα και οι άνθρωποι που τα υπηρέτησαν και τα εξάσκησαν είχαν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και ορισμένες φορές και συμπεριφοράς. Είχαν τον δικό τους χώρο που απευθύνονταν και κινούνταν με τις ιδιαίτερες κοινωνικές χαρακτηρολογίες των μελών τους. Την δική τους και του επαγγέλματός τους την γλώσσα. Οι κουτσαβάκηδες παραδείγματος χάριν ή οι παλαιοί ρεμπέτες, οι πειραιώτες μάγκες, (το σύμβολο του Σταύρακα στον Καραγκιόζη, που φορά το ένα μανίκι του σακακιού του και παίζει το μεγάλο κομπολόι, και το καβουράκι, δεν είναι παρά ο τύπος του πειραιώτη μάγκα) μας φανερώνουν του λόγου το αληθές. Ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες πληθυσμού, με τους δικούς τους κώδικες συμπεριφοράς και αναγνώρισης, τις επαγγελματικές τους συνήθειες, το αξιακό μοντέλο επικοινωνίας και πρακτικής τους, το ξεχωριστό γλωσσικό της λαλιάς τους ιδίωμα. Μιά ιδιαίτερη γλώσσα, παράλληλη με την επίσημη γλώσσα του υπόλοιπου λαού και των πολιτών, (καθαρεύουσα ή δημοτική) υιοθετούνταν και μια άλλη γλώσσα, αυτή που χρησιμοποιούσαν οι επαγγελματίες ή ερασιτέχνες των διαφόρων επαγγελμάτων, η μαστοράτζα η λεγόμενη, που ορισμένα από τα επαγγέλματα αυτά, οι δικές μας νεότερες γενιές πρόλαβαν. Καθώς έσβηναν τα ίχνη τους μέσα στην πορεία του χρόνου, τα παραδοσιακά αυτά επαγγέλματα, χάθηκε μαζί τους όχι μόνο η μαστορική τέχνη και τεχνική των μαστόρων τους, αλλά και η γλώσσα επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν οι ομάδες αυτές κατά την εξάσκηση των εργασιακών τους καθηκόντων. Χάθηκε το μαστορικό τους ήθος και το ήθος που η γλώσσα τους κουβαλούσε μέσα της σαν παράδοση και παρακαταθήκη. Το αξιακό σύστημα ζωής που κάθε ομάδα διατηρούσε και συνέχιζε από τους παλαιότερους. Το ίδιο συνέβει και στην γλώσσα και την χρήση της. Λέξεις και ιδιωματισμοί λέξεων, νοήματα και εικόνες που αυτή παρήγαγε, ήχοι της, χάθηκαν ή λησμονήθηκαν ρυθμοί λέξεων καθώς οι ιστορικές και κοινωνικές και κυρίως, οικονομικές συνθήκες άλλαζαν. Η βίαιη και απότομη αστικοποίηση μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού επέφερε και την λησμοσύνη του προφορικού και κατ’ επέκταση γραπτού λόγου. Δεν διασώθηκε παρά μόνο η νοσταλγική τους-της ανάμνηση. Οι παλαιές ελληνίδες γυναίκες που κεντούσαν τα σεμεδάκια τους ή ύφαιναν στον αργαλειό, χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένες λέξεις για τα υλικά που χρειάζονταν και στις μεταξύ των συναλλαγές. Το ίδιο και στα τραγούδια που έλεγαν και είχαν για παρηγοριά. Το αυτό συνέβαινε και σε εκείνους τους μάστορες που έφτιαχναν πλάκες σαπούνια, τσιμπιδάκια και φουρκέτες, μικρές ή μεγάλες γυάλινες μπουκάλες με τα φυσερά. Το επάγγελμα των ναυτικών επίσης, έχει την δική του γλωσσική ορολογία. Συγκεκριμένους ναυτικούς γλωσσικούς κώδικες συνεννόησης πριν και κατά την διάρκεια των ταξιδιών. Οι σιδεράδες και οι τεχνίτες των μηχανουργείων χρησιμοποιούν μια δική τους τεχνική ορολογία συνενόησης.
Με την πάροδο του χρόνου πολλά παραδοσιακά επαγγέλματα χάθηκαν και μαζί τους, ο κόσμος που αντιπροσώπευαν και ότι αυτός κόμιζε ξεχωριστό μέσα στην κοινωνία. Και φυσικά και η γλώσσα αυτών των επαγγελμάτων, με όλη της την πολυχρωμία και πολυεστιακότητα.
     Οι γλώσσες χάνονται. Οι γλώσσες συμπληρώνονται. Οι γλώσσες αλλάζουν. Οι γλώσσες αλλοιώνονται ή εμπλουτίζονται με νέα γλωσσικά στοιχεία. Με νέα λεκτικά σήματα που εξυπηρετούν τις ανάγκες των ανθρώπων που τα γέννησαν και διευκολύνουν τις μεταξύ των διαπροσωπικές σχέσεις, οικονομικές και άλλες συναλλαγές. Οι άνθρωποι φεύγουν, πεθαίνουν, οι γενιές παρέρχονται, και μαζί με αυτές και οι γλώσσες, οι λέξεις, τα σήματα, τα φωνήματα, οι ήχοι, οι κώδικες που χρησιμοποιούν σαν συνεννόηση και κατανόηση του περιβάλλοντός τους. Τίποτα δεν μένει αναλλοίωτο μέσα στην ροή του χρόνου. Ιστορικού και Φυσικού.
     Μέσα σε αυτό το ευρύ και διαχρονικό πλαίσιο της ζωής και της κοινωνίας, θα πρέπει να δούμε και την πολύ ιδιαίτερη και ειδικών χρωματισμών και εννοιών γλώσσα των Καλιαρντών που μιλιούνταν όχι συνήθως τόσο από τους ομοφυλόφιλους, αλλά μάλλον και κυρίως από την ομάδα των τραβεστί. Χωρίς να αποκλείεται και η χρήση ορισμένων λέξεών της από τους καραμπινάτους ομοφυλόφιλους (αυτούς που αποκαλεί και ο Ηλίας Πετρόπουλος, «θηλυπρεπής») και τις διάφορες παρέες που υιοθετούσαν μεταξύ αστείου και σοβαρού λέξεις και ιδιωματισμούς λέξεων περισσότερο αστειευόμενοι θέλοντας να πειράξουν τους γύρω τους. Τις καρλιαντοκουβέντες. 
Η διάλεκτος των καλιαρντών είναι αρκετά μεγάλη και πλούσια σε αναλογία με την μειονότητα των ομοφυλοφίλων. Εννοώ, σε πληθυσμιακή αναλογία. Η παλαιά αμερικάνικη έκθεση και στατιστική του αμερικανού Κίνσευ κάνει λόγο για το 10% του ενεργού αντρικού πληθυσμού επίσημα πως είναι ενεργά δραστήριοι ομοφυλόφιλοι. 
Ο θεσσαλονικιός συγγραφέας και νομικός Ηλίας Πετρόπουλος, που μας έδωσε και πάλι πρώτος αυτός ένα συγκεντρωτικό τόμο με ελληνικά Ρεμπέτικα Τραγούδια το 1968, που, το 1966 κυκλοφόρησε τον τόμο «Ελύτης» «Μόραλης» «Τσαρούχης», που υπήρξε τακτικός αρθρογράφος και σχολιαστής στην παλαιά δημοκρατική εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», έχει συγκεντρώσει σε έναν τόμο, σε μια γρήγορη καταμέτρηση λέξεων, πάνω από 3000 έως 3500 καλιαρντές λέξεις και επιφωνήματα, σύνθετες ή μονοσύλλαβες, δάνειες ή κατασκευασμένες, αν προσθέσουμε τόσο τα συνώνυμά τους και τα αντίθετά τους. Ο λεκτικός αυτός πλούτος μιας άλλης εποχής και ανθρώπων είναι τεράστιος και ποικιλοτρόπως ενδιαφέρων, μια και δεν προέρχεται μόνο από την ελληνική γλωσσική δεξαμενή, αρχαία ή νεότερη, αλλά, έχει πάμπολλα δάνεια λέξεων και από άλλες γλώσσες. Όπως την λατινική, την ιταλική, την τούρκικη, την αραβική, την γαλλική, την αγγλική, κλπ. Γλωσσικές προσμείξεις από διάφορες άλλες γλωσσικές δεξαμενές κατά την διάρκεια επικοινωνίας της μίας γλώσσας με την άλλη και των ιδιαίτερων επαφών ή μη των ανθρώπων. Είναι ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ιδίωμα λέξεων, ιδιαίτερης ανθρωπολογικής σημασίας και ερωτικού τονισμού και σεξουαλικού προσανατολισμού, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες ζωής μιας ορισμένης ομάδας ατόμων του «περιθωρίου» με άλλες σεξουαλικές προτεραιότητες, ερωτικές επιθυμίες και «βίτσια». Ηθικούς κώδικες επικοινωνίας και αναφοράς, ατομικών επιλογών ένδυσης ή παρένδυσης, ατομικών συμπεριφορών και εκδηλώσεων, αντίδρασης γενικά ή κοροϊδίας απέναντι στην επίσημη καταπίεση της πολιτείας και των θεσμών της, έναντι των μειοψηφιών. Μια χλεύη του κοινωνικού κατεστημένου και της αστικής ψευτοηθικής. Ήταν θα τολμούσαμε να σημειώναμε, μια μεταηθική συμπεριφορά ατόμων με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό που αναζητούσαν τρόπους απενοχοποίησης των ερωτικών τους ορέξεων από τα σεξουαλικά και ερωτικά επίσημα παραδεδεγμένα της κοινωνίας. Στάση ζωής ή άρνηση ένταξης μιας ομάδας ατόμων σε ότι η κοινωνία και οι κρατικοί θεσμοί θεωρούν και ονομάζουν ορθό και σωστό, κοινωνικά πρέπον, έφερε και την ανάγκη χρήσης μιας γλώσσας που θα κριτικάρει, θα λοιδορεί, θα κοροϊδεύει, θα αστειεύεται, θα χαριεντίζεται, θα κομψεύεται, θα κορδώνεται, θα φανερώνει και ταυτόχρονα θα κρύπτει το υποκείμενο που την εκφέρει και την εφευρίσκει. Την υιοθετεί και την διαδίδει. Μια γλώσσα με ιδιαίτερους σκοπούς και στόχους. Γλώσσα ερωτική και χυδαία. Γλώσσα με ακραίες απολήξεις εννοιών και εύθυμων εννοιολογικών αποχρώσεων. Μια γλώσσα τσεκουράτη, μια γλώσσα σαρδανάπαλη και αθώα ταυτόχρονα, προκλητική. Μια γλώσσα που κλείνει το μάτι και φλερτάρει τόσο τους γκέι όσο και τους στρέιτ. Μια γλώσσα κράχτης και τσαπερδόνα κάθε αντρικής ομοερωτικής φαντασίωσης. Μια γλώσσα που αφομοιώνει κάθε τι που οι άλλοι, οι κανονικοί, θέλουν να αποφύγουν, ενώ  το αποζητούν και το φαντασιώνονται κατά μόνας.
      Γεννάται όμως το ερώτημα, πέρα και πάνω από την γενεσιουργό αιτία και απαγόρευση που κυοφόρησε όλον αυτόν τον γλωσσικό και πολυσυνθετικό αχταρμά των εκατοντάδων αυτών σύνθετων λέξεων, αν όλος αυτός ο γλωσσικός πλούτος μιλιόνταν σε όλο του το εύρος και την ποικιλία και από όλους τους ομοφυλόφιλους; Ασφαλώς και όχι, θα απαντούσαμε. Όπως συμβαίνει εξάλλου, και με το περιορισμένο λεξιλόγιο ομιλίας και των υπολοίπων πληθυσμιακά ομάδων. Ένα μέρος μόνο μιλιούνταν από την μεγάλη αριθμητικά αυτή ομάδα λέξεων που έχουν καταγραφεί, από τον Ηλία Πετρόπουλο, και χρησιμοποιούσαν στον προφορικό τους λόγο τα άτομα τα λεγόμενα του περιθωρίου, στις μεταξύ των ιδιαίτερες σχέσεις. Όταν μάλιστα, μιλούσαν την γλώσσα αυτή μόνο μεταξύ τους και όχι στα οικογενειακά τους περιβάλλοντα, που δεν θα τους κατανοούσαν. Όπως τις προηγούμενες δεκαετίες οι νέοι που θέλοντας να δείξουν την μαγκιά τους, μιλούσαν μεταξύ τους τα «ανάποδα» ή τα «κορακίστικα». Ασφαλώς οι καλιαρντές λέξεις, δεν μιλιούνταν από τους φαιά φορούντες έλληνες γκέι ή στρέιτ, ή την μεγαλοαστική τάξη της χώρας μας. Ήταν αδιανόητη η χρήση της γλώσσας αυτής σε καθωσπρέπει σπίτια και περιβάλλοντα. Οι συνομιλίες γίνονταν εν κρυπτώ και παραβίστω και με σχετική προφύλαξη. Ανήκαν στα ερωτικά ντεσού της ιδιωτικής ζωής των νεαρών ή νεανίδων, κάτι σαν τις φωτογραφίες με «τσόντες» που έκρυβαν κάτω από το πάπλωμα. Πριν την ευρεία δημόσια διάδοση της τηλεοπτικής τσόντας, μέσω του διαδικτύου. Η μαγεία περνούσε από την κρυφή πράξη και ηδονή, στην προσέλκυση των λέξεων και των ήχων της προς το ποθούμενο επιβήτορα άτι, ή την αντίστοιχη αρσενική φοραδίτσα. Την επονομαζόμενη και μουνάκο. Κατά τους θεριακλήδες μουστακοφόρους. Τους πισωγλέντηδες όλων των εποχών. Γιαυτό και μια επισταμένη έρευνα και ανίχνευση επιστημονική ή δημοσιογραφική της ετυμολογίας αυτών των λέξεων, των χιλιάδων προφορικών λέξεων, όπως επισημαίνει και ο Ηλίας Πετρόπουλος, που κατόρθωσε να συγκεντρώσει για πρώτη φορά αυτό το γλωσσικό υλικό, που δεν θα συναντήσουμε σε κανένα λεξικό της ακαδημίας, είναι αρκετά δύσκολη και ίσως και αδύνατη. Χρειάζεται μια ειδική προσέγγιση και διαπραγμάτευση αν όχι και εμπειρία για να κατανοήσεις τις αποχρώσεις και τα υπονοούμενα που αφήνουν πίσω τους αυτά τα προφορικά λεκτικά σημάδια επανάστασης των ηθών και των ερωτικών διαθέσεων. Γιατί τα Καλιαρντά, συνοδεύονταν συνήθως και με τις αντίστοιχες χειρονομίες και σωματικούς ακκισμούς, από μορφασμούς του προσώπου, από σήκωμα του ώμου, από αποχρώσεις της φωνής που δεν συνηθίζεται, από μια διαφορετική ηχητική ρυθμολογία, ή και από την θεμιτή αντίδραση ή έκπληξη από αυτόν ή και σε αυτόν που απευθύνονταν. (Μικρή παρένθεση, θυμηθείτε την λέξη του ηθοποιού Κώστα Βουτσά, «Κάτινααα», και τον τονισμό της). Η ατμόσφαιρα που μέσα της κινούνταν η καλιαρντή διάλεκτο ήταν διαφορετική και ιδιαίτερη, ξεχωριστή και μπιχλιμπιδάτη, και συνήθως, υιοθετούνταν για μιμητισμό των γυναικείων συμπεριφορών ή ακόμα και καρικατουρίστικη διάθεση των ιδίων των ομοφυλόφιλων και των άλλων προσώπων.
Η γλώσσα των καλιαρντών είναι μια άναρχη και ατίθαση γλωσσική διάλεκτος. Μια γλώσσα ατίθαση που κορδακίζεται και κομπάζει, χαριεντίζεται συνήθως και ακκίζεται σκοπίμως. Είναι μια γλώσσα, που έχει μεγάλη αυτοαναφορικότητα. Είναι περίκλειστη παρά την επιθυμία του υποκειμένου που την δημιουργεί και την εκφέρει να γκρεμίσει τα ερωτικά και σεξουαλικά τείχη που η κοινωνία του έχει επιβάλει. Πολλές λέξεις της έχουν την ίδια εννοιολογική σημασία αλλά διατυπώνονται και εκφέρονται διαφορετικά. Εκφράζουν παρόμοια κατάσταση ή συμπεριφορά με άλλα λεκτικά σήματα. Επαναδιατυπώνουν χαρακτηρισμούς μιας εξελισσόμενης γελοιοποίησης του χαρακτήρα του υποκειμένου που απευθύνονται. Γιαυτό και τα πάμπολλα δάνεια από άλλες γλώσσες και οι χρωματισμοί της. Λέξεις περίεργες και παράξενες. Λέξεις ηχηρές και σκαμπρόζικες. Λέξεις ηδονικές και αριστοφανικής γελοιοποίησης. Λέξεις προικισμένες με πολλά συνώνυμα και γενικούς επεξηγηματικούς χαρακτηρισμούς, ιδιαίτερων περιπτώσεων και συμπεριφορών. Λέξεις γαϊτανάκι προσωπογραφίας της κοινωνίας και του ταρτουφισμού της. Λέξεις ως μονογενή επίθετα και ρήματα άτεκνα που δεν γεννούν ουσιαστικά. Λέξεις παραδειγματικές και παροιμιακές. Λέξεις που διαχωρίζουν ακόμα και τις σεξουαλικές επιθυμίες μεταξύ των μελών της ΛΟΑΤ κοινότητας. Λέξεις περιφραστικές για το αντρικό και γυναικείο σώμα, τα γεννητικά τους όργανα. Λέξεις που υπερτονίζουν ή υποβιβάζουν την ανδρική σεξουαλική ρώμη. Γυναικεία ονόματα υποκοριστικά των αντρικών. Λέξεις για τα αφροδίσια νοσήματα. Λέξεις τοπωνύμια πόλεων και χώρων. Λέξεις για τουριστικά και παραθεριστικά κέντρα αλλά και πρωτεύουσες χωρών, καθώς και συναντήσεων σεξουαλικών γνωριμιών. Λέξεις για τα χρώματα και τα διάφορα επαγγέλματα. Λέξεις κύρια ονόματα και λέξεις παρατσούκλια. Λέξεις υποκοριστικές και πεποιημένες, ανάδελφες και αδερφές ψυχές. Σατιρολόγες λέξεις, πολυμήχανες και καυτηριάζουσες το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται, ή για το οποίο μιλούν. Λέξεις ωραιοπαθείς και λέξεις που υποδηλώνουν την ασχήμια. Λέξεις για τα ζώα και τα πτηνά. Τίποτα που να αφορά την ίδια την ζωή των ανθρώπων, τις σεξουαλικές τους δραστηριότητες, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, τα κάλλη ή τα πριαπικά προσόντα ενός άτομο, δεν είναι ξένο και αδιάφορο για την γλώσσα των καλιαρντών. Τίποτε δεν ξεφεύγει από την σατιρική τους πρόθεση και διάθεση. Ο κόσμος των ηδονών αποτυπώνεται με λέξεις που φέρνουν στην σκέψη παραστάσεις καθημερινού βίου, συμπεριφορές ανθρώπων, ενοχικές διαθέσεις, στερήσεις και απολαύσεις. Αλλόκοτες πολλές φορές λέξεις, κακόηχες αλλά και κουδουνιστές, ηχηρές και ηδονικές. Κουβαλούν την δική τους σκληρότητα και ευαισθησία. Όπως πράττει εδώ και αιώνες ο προφορικός ανόθευτος λόγος των απλών και καθημερινών ανθρώπων. Που το μουνί λένε μουνί και τον πούτσο λένε πούτσο. Και όχι σκεπασμένα με δεκάδες καμουφλαρίσματα. Με τις πούντρες και τα αρώματα της αστικής ηθικής.
Η γλώσσα των καλιαρντών είναι μια προφορική γλώσσα και όχι γραπτή, γιαυτό δεν είναι επεξεργασμένη για να διατυπωθεί μάλλον γραπτά. Γιαυτό και δεν χρησιμοποιείται από συγγραφείς, ακόμα και τους ομοφυλόφιλους ή τους τραβεστί. Έχετε διαβάσει την αυτοβιογραφία της «Μπέττυ»; Είναι ο προφορικός, πηγαίος, ανόθευτος λόγος ενός κομματιού της κοινωνίας που ανασαίνει μέσα στους δικούς του ρυθμούς και σεξουαλικές επιλογές. Η γλώσσα των καλιαρντών αναπληρώνει ίσως πολλές φορές ότι σωματικά και σεξουαλικά στερείται το άτομο που την χρησιμοποιεί. Είναι μια γλώσσα άμυνας απέναντι σε αυτούς που το περιθωριοποιούν. Η γλώσσα των καλιαρντών είναι μια φωναχτή προφορική γλώσσα που χορεύει μέσα στις κρυφές επιθυμίες του υποκειμένου που την εκφέρει. Είναι ένας κώδικας επικοινωνίας που φανερώνει ότι δεν μπορεί να κρύψει η σωματική παρουσία. Που ξεσκεπάζει καταστάσεις και συμπεριφορές γιατί χρειάζεται να ανασάνει το ανθρώπινο Σώμα και οι επιθυμίες του. Η γλώσσα των καλιαρντών αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει ενσωματωθεί μέσα στο επίσημο γλωσσικό περιβόλι της κεντρικής ελληνικής γλώσσας. Παραμένει στο περιθώριο των γλωσσικών κανόνων και αποτυπώσεων. Η γλώσσα των καλιαρντών αν την καταλαβαίνω ορθά, δεν έχει ενταχθεί ούτε μέσα στο λεξιλόγιο των ερωτικών μυθιστορημάτων όσο ακραία και με μεγάλη ποικιλία αυτά έχουν σχεδιαστεί. Ας φέρουμε σαν παράδειγμα τον Μεγάλο Ανατολικό του Ανδρέα Εμπειρίκου που και εκείνος έχει τους δικούς του ερωτικούς γλωσσικούς κώδικες γραφής. Ακόμα και οι πλέον εξτρίμ ποιητικές ελληνικές φωνές και πεζογραφικές, ακόμα και οι έλληνες Μπήτ και σουρεαλιστές, μάλλον δεν υιοθέτησαν λέξεις ή κώδικες των καλιαρντών.
Το γλωσσικό αυτό ιδίωμα που αφορά συμπεριφορές ατόμων του περιθωρίου ή όχι, που έχει να κάνει με πάθη και σωματικές επιθυμίες έμεινε μια ιδιαίτερη μάλλον μοναχική περίπτωση προφορικής επικοινωνίας που χάνεται αν δεν έχει χαθεί και αυτή, όπως και τόσες άλλες από άλλα επαγγέλματα και παλαιές συνήθειες. Έτσι η παλαιά καταγραφή διάσωσής της από τον συγγραφέα και λαογράφο Ηλία Πετρόπουλο είναι πολύ σημαντική. Είναι μια προσφορά όχι μόνο στους ανθρώπους που την μιλούν-και που πολλές φορές μιλά αρνητικά για αυτούς, ο καταγραφέας-αλλά, προς την ίδια την ελληνική γλώσσα. Είναι η διάσωση ενός κόσμου που μόνο η γλώσσα μπορεί να διατηρήσει εν ζωή μέσα στους σύγχρονους καιρούς και στις διαφορετικές συνθήκες που βιώνουμε. Ίσως σήμερα τέτοιου είδους και κατηγορίες γλωσσών, τέτοιες λεκτικές προσμίξεις, τέτοια ύφη του προφορικού λόγου να μην μιλιούνται ή να μην υιοθετούνται, μια και η δημόσια εικόνα του καθενός και κάθε μίας μιλά από μόνη της. Δεν χρειάζεται τα δεκανίκια των λέξεων. Στο σεντούκι όμως της γλωσσικής μας ιστορίας, σίγουρα κάπου σε μια γωνιά θα υπάρχουν τα Καλιαρντά. Τα καλιαρντά ενός κόσμου που υπήρχε, υπάρχει και θα εξακολουθεί να υπάρχει και μετά το Athens Pride.
     Δεν γνωρίζω αν ξαναεκδόθηκε το Λεξικό αυτό των λέξεων μετά την έκδοση αυτή που η γενιά μου βρήκε στο εμπόριο και διάβασε. Γνωρίζω όμως, ότι οι λέξεις χάνονται μαζί με τα άτομα. Οι χρωματισμοί αυτών των λέξεων αλλοιώθηκαν και επαναπροσδιορίστηκαν μέσα σε άλλες κοινωνικές συνθήκες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης. Οι ανθρώπινες συμπεριφορές άλλαξαν, βιώματα και εκδηλώσεις ξεστράτισαν των κεντρικών τους στόχων, κοινωνικές απελευθερώσεις οδήγησαν σε έναν κορεσμό που δεν χρειάζονταν πιά την υποστήριξη των λέξεων. Οι σεξουαλικές προτιμήσεις των ανθρώπων βρήκαν άλλα κανάλια διεκδίκησης, επικοινωνίας και καταγραφής. Η επιγραμματικότητα πολλές φορές που συναντάμε στην καλλιαρντή διάλεκτο δεν την συναντούμε στις μέρες μας. Εποχές της Εικόνας και της γυμνής σωματικής παρουσίας. Έμειναν τα πιπεράτα και τα ευτράπελα των χαρακτηρισμών της, μιάς άλλης συντηρητικότερης και όχι απελευθερωμένης εποχής που την γέννησε. Η μεγάλη ποικιλία και πολυχρωμία του ύφους της δεν υπάρχει πια. Σήμερα, επικρατεί ένας αγγλοσαξονικός γλωσσικός πολτός με αφάνταστη ομοιομορφία και χαρακτηρολογία που προκαλεί χασμουριτά. Ο κόσμος απεικονίζεται σήμερα, ο γκέι και ο στρέιτ άνθρωπος και οι ιδιαίτερες συμπεριφορές του και ερωτικές του προτιμήσεις, με επαναλαμβανόμενα σήματα μαθηματικής αποτύπωσης και κορεσμού χωρίς πρωτοτυπία. Με ότι ο προσωπικός ηλεκτρονικός υπολογιστής του καθενός και κάθε μίας αντέχει και μπορεί να ερμηνεύσει. Η ποικιλία των ερωτικών εκδηλώσεων και ανθρωπίνων βιωμάτων, δεν χωρά στα τάμπλετ και τις στιγμιοτυπικές φωτογραφήσεις της νέας μας εικονικής ζωής. Το λάιφ στάιλ του σύγχρονου ανθρώπινου φαίνεσθαι, δεν αποτυπώνει την θερμότητα και τον πυρετό ζωής του κάθε ατόμου ξεχωριστά, τα πάθη και τους καημούς των ανθρώπων που μιλούσαν ή δεν μιλούσαν την γλώσσα των καλιαρντών. Και ταυτόχρονα γλεντούσαν ερωτικά καθώς την πρόφεραν.
Ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα:
Αβέλω= δίνω, παίρνω, κάνω, βάζω, βγάζω, επιθυμώ, έχω, θέλω, ρήμα κλειδί, που πάντα συσχετίζεται με τα συμφραζόμενα, και που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από το κοινό ρήμα θέλω, ταυτόσημο του βουέλω, ανάλογο με το ρεμπέτικο κουσουμάρω.
Αβέλω αχαλιά= κάνω δίαιτα
Αβέλω βιολέτα= δίνω λεφτά, πληρώνω, ταυτόσημα αβέλω μπερντέ, βουέλω οποία
Αβέλω ετρούσκα= γνωρίζω την καλιαρντή, καταλαβαίνω τα περί τζιναβοσύνης, αντιλαμβάνομαι το γλωσσικόν ιδίωμα των κιναίδων.
Αβέλω κάπι= βάζω χέρι, κάνω ερωτική χειρονομία, ταυτόσημα αβέλω μπιεσμάν, κουταλιάζω, αβέλω μπρατέλο
Αβέλω κοντροσόλ= φιλώ. Ταυτόσημα αβέλω ροντοσόλ, βουέλω σάλιαγκο, βουέλω τζόκα, κοντροσολάρω.
Αβέλω κουσούμια= κακολογώ, κουτσομπολεύω, ταυτόσημο ανοίγω βιβλίο συγχαρητηρίων, κουσουμιάζω, μπενάβω ανθυγιεινά, καζεϊνιάζω.
Αβέλω κράκρα= διψώ, ταυτόσημο το βουέλω μπλουκρού.
Αβέλω λατσό παγκρό= χτενίζομαι, ταυτόσημο βουέλω τσόπαγκρα.
Αβέλω μπαλόμπα= υπερσιτίζομαι
Αβέλω μπούα= κορνάρω
Αβέλω μπλάντο= έχω περίοδο, έχω τα έμμηνά μου, ταυτόσημα αβέλω νισεστέ, βουέλω κουμουνόσκελη.
Αβέλω τζόκα= παίζω,
Αβέλω τζουρό= ουρώ, ταυτόσημο βουέλω σεμελόπηγη.
Αβέλω φλόκια= εκσπερματώνω φλοκάρω, λαχανιαζοζούμι, μπουλκουμάρω, τζασάρω φλόκια.
Αβέλω τούφες= κοιμάμαι βαθιά, ταυτόσημα κουελοσφελάω, μπισέλω.
Αβέλω τούλα- σιωπώ.
Αδερφοχώρι= το Λονδίνο, συνώνυμο το Τζιναβότοπος, ανάλογο το Μουτζότοπος.
Αεραντερίζω= πέρδομαι, μεταφορικώς αδιαφορώ. Αβέλω ρέλο, βουέλω μπουμπούνι.
Αθοριτιανή= η χαρτοπαιξία, χαρτοπαίγνιο
Αθοριτιαστής= ο χαρτοπαίχτης
Αγλαρότεκνο= ο νεαρός ξενύχτης
Αβέλω χους= κρύβω συνώνυμο το χουσάρω.
Αγαθόκλα= ψωροφαντασμένη αγαθολουλουδού.
Ακιόρης= κουφός, συνώνυμο γκόλος
Αιστανοταμπλέτες= οι λογάριθμοι, πίνακες λογαρίθμων.
Ακουμπότσαρδος= γείτονας
Αμιτσιόζος= φίλος, φιλικός.
Αμιτσοπουρού= ο λόφος του Φιλοππάπου
Αμπελομπομπίτσες= ντολμαδάκια, ανάλογο το καρνόμπομπα, συνώνυμο το σβουροσπυρόμολο.
Ανεμόμυλος= ο πολύ λικνιστός κίναιδος, τζατζακαραμπουζού και άλλες 40 λέξεις της καλιαρντής που χαρακτηρίζουν τους κάθε λογής ομοφυλόφιλους.
Ανιματσούρνος= ο Χάρος συνώνυμο Μαυρονταβάς
Ανεμοτζάσιμο= θυσία, δουλειά στο βρόντο, ματαιοπονία
Αντεροσβουρού= κοκορέτσι
Αντίκοτη προύφα= επιστολή του εξωτερικού συνώνυμο άχαρη λέτρα.
Άπαγκρος= άτριχος, φαλακρός
Άντουλος= αδέκαρος, άφραγκος
Ανταμαρία= η μαγκιά
Αντάμης= ο μάγκας (βαρύς σέρτικος άντρας)
Ασούξης= ο λεβέντης
Ασούξω= η λεβέντισσα
Ασπρόκωλη= η Ακρόπολη, λέξη παρωδία, συνώνυμο το Τουριστόφακα.
Αχαλοσύνη= η λαιμαργία
Αχαλού= η πείνα, η μιζέρια.
Αχαρνο-ελένη= η γριά πόρνη. Συνώνυμα αφροδίτω, καραμουτζού, καραφροδίτω, σαρμούτα
Αχαλιά= δίαιτα.
Αστεντούπουρος= ο διευθυντής
Ατσάρδω= η εξοχή
Βαβελιάζω= ομιλώ ξένες γλώσσες
Βαβέλω= γλωσσομαθής
Βάκολο= το βαπόρι
Βακουλή= η εκκλησία, συνώνυμο το τραγοπουρότσαρδο
Βακουλοπουρός στο σόλο= καλόγερος, συνώνυμο τραγοπουρός
Βενιζελοδοσμένη= η Κωνσταντινούπολη
Βεργονιάζομαι= ντρέπομαι
Βαραβότεκνο= το κάθαρμα, κατελάνος
Βεργός= ρουφιάνος
Βιβάτσος= ζωντανός, καρασουστής
Βιβοπαλάμαρο-λακρίμια= το χταπόδι στιφάδο
Βιβόκαρνο= ζωντανό μοσχάρι. Ο ταύρος ονομάζεται σεμελόκαρνος και η αγελάδα γαλοκάρνα.
Βινάρω την ντούμα= καταπίνω τον καπνό.
Βλαχοκαρνιώτης= αρχοντοχωριάτης
Βλαχοφρομάζι= μυτζήθρα
Βουέλω γκάζα= κάνω κλύσμα
Βουέλω γλασόνια= φορώ ματογιάλια, συνώνυμο το αβέλω φασαμέντα
Βουέλω κουλ-κουλ= αφοδεύω. Ταυτόσημα αβέλω κουλά, μουτιάζω, πουλοπυργώνω
Βουέλω τσόπαγκρα= χτενίζομαι κουραντάρω θα πει χτενίζομαι.
Βούρλο= άσχημος, άχαρος, άχαλος, λοιμόρος
Γάλισα= η άμυαλη
Γαργαρέτα= η θάλασσα
Γαργαρότεκνο= ο ναύτης
Γαργαροκλασόνι= το παγωμένο αναψυκτικό
Γενίστρα= αλάτι
Γερακίλι= το νύχι συνώνυμο το γκρίφι
Γιουδάδικο= υπουργείο δημοσίας τάξης
Γκαζοζού= η νοσοκόμα, υπηρέτρια σε οίκο ανοχής
Γκουγκού= το φάντασμα
Γκουγκούζης= φαντασμένος
Γκουνιότα= η λεσβία, μαντάμ γκου, σεμναδερφή, σιβιτζιλού
Γκούρμπαντος= γοητευτικός, τραγανός. Λέγεται μόνο για άντρες.
Γκουτατζορνάρω= καλημερίζω
Γότσι= το ρολόι, τζορνόκυκλος.
Γούτσα= ο χρόνος
Γουγουλφάκης= ο σκύλος, φιντέλης, γουγούμης, λυσσαγμάν
Γραικοκάθικο= η Αττική
Δελόγκα= η αστυνομία, μπίζ και τζαζ
Δεντουλιάστρα= ο ανεμιστήρας, φυροφυσού
Διακοπές στο Πόρτο Φίνο= νοσηλεία στο νοσοκομείο Συγγρού
Δικελομαντείο= το παράθυρο, ο κινηματογράφος. ο κινηματογράφος λέγεται και σκιόραμπο ή μουβιόνι. Ενώ το παραθυράκι ονομάζεται βόκιο.
Δικέλω= βλέπω, κοιτάζω
Δορκάρης= ο απατημένος κερατάς
Ελαμάνω= έρχομαι
Ελόχεσμα= το ρύζι
Εσαψής= ο θαυμαστός
Ετρούσκος= ο κίναιδος, ο μπασμένος, ο τζιναβωτός, ο πονηρεμένος
Ζαλούζης= ο ζηλιάρης
Ζουγκλολουμπίνα= μεγάλος κίναιδος, ανεπιφύλακτος ομοφυλόφιλος από το κοινό ζούγκλα+ λουμπινιά, ανάλογο το μάγκικο αγριόπουστας.
Ζουζουνοβάρβαρη= η ναφθαλήνη
Ζουζουνοσάιλοκ= το μερμήγκι
Ζουζουνόφλοκο= το μέλι
Ζούρλω= η παλαβιάρα
Ηλιόγαζα= το φως, συνώνυμα το λούτσι, φούσι
Ηλεκτροποπιλόμπουσο= το τρόλεϊ.
Ηρακλιά= η γυναίκα, φάσα
Ηρακλότεκνο= το κοριτσάκι
Ηράκλω= η νταρντανογυναίκα, η γυναικάρα
Ηρακλόπροικο= μπαχαρικό, χορχορότριμα
Θεοκουραβαλμένος= καταγαμημένος
Θεοκουλικωμένος= ψιμυθιωμένος, κουλικωμένος
Θεομιλιονάρης= ζάπλουτος, καραμιλιονάρης.
Θεομπούκουρα= υπέροχα, λαμπρά
Ιμάντες μπάκα= ομομήτριος αδελφή
Ινδοφιδιάζω= γοητεύω
Ισμίρ πατσούλ= βαρύ φτηνό άρωμα
Καβγαδοκουτού= το ραδιόφωνο, ζαλίστρα, μπουρόκουτο
Καγιόρος= ο διευθυντής
Καγκελοκαπρικεντέ= ο αναπτήρας, σιδεροπυρού
Καγκελοφούς-φους= ο σιδηρόδρομος, ατμοκάζανο, σιδερομολ του Λούη, φαστοσιδεράκαρο, φους-φους.
Καγκουρή= η μύτη
Καζεϊνη= άσχημο κουτσομπολιό, φυματίωση
Καημόκουτο= το μπουζούκι, καημοχέλωνο, χουμσοκαημού
Καημομπούρια= τα ρεμπέτικα τραγούδια, τουρκοσουσούμι.
Καημοχέλωνο=  ο μπαγλαμάς
Κακνή= η κότα
Κακνόσπυρο= το καλαμπόκι
Καλιαρντά χαλέματα= φτηνά φαγητά
Κανουλού= η Πλατεία Ομονοίας
Καναλοβιβού= η μοίρα, το πεπρωμένο
Κάντο= ζάχαρη, συνώνυμο το σούκρα
Καόλα= πιπέρι
Καπελόνε= ο μαλλιάς
Καραμαρμαρού= το Στάδιο
Καπόκαρνο σωλήνες= μακαρόνια με κυμά
Καπρικεντέ= το σπίρτο
Καραγκουνότσαρδα= η Θεσσαλία
Καραδικελού= τηλεσκόπιο
Καρακουκούνης= φιλάργυρος,, πεκούλης
Καρνόχαλος= κρεοφάγος
Κονικλόχαλος= χορτοφάγος
Καροσούκρα= η βενζίνη
Κασκαούτι= το τουμπεκί, το χασίσι
Κατελιανάζω= αγριεύω
Κατσικαδερός= ο ρουμελιώτης, συνώνυμα βλαχοχίλαρι. Η Στερεά Ελλάδα λέγεται Τερογκαμήλα
Κατσικανότσαρδο= το μπαλκόνι
Καχνούλι= το κοτόπουλο
Κεκ= το άβγαλτο αγοράκι
Κηπί= το πράσινο χρώμα
Κέλω= βλέπω
Κερομούσαντο= το ερωτόλογο
Κερβεροπουρός= ο έμπιστος
Κηφηνόσβωλο= το κομπολόϊ, μπεγκλέ, σκυλόσβωλο, χασικλορέβιθω.
Κιμπαροπουρός= ο μερακλής
Κλέβα= η εξυπνάδα
Κλεβέρης= έξυπνος
Κοματοξυλιάρης= ο χαρτοπαίχτης
Κοκκαλιά= μπαρμπούτι
Κογιόνα= η κωμωδία
Κόζα τζορνόγυρο βουέλεις; = τι ώρα έχεις;
Κομόντα= η ντομάτα
Κοροκογιόνω= σαχλαμαρίζω
Κοπάπι= το παξιμάδι
Κονσαβά= τι λόγος! Για άκου! Μη χειρότερα!
Κουελορόσολα= η πλατεία Κλαυθμώνος
Κουανξά= η ναζιάρα
Κουκάρω= η κατσαρίδα
Κουλά-ντε-παρί! Σκατά! Τρίχες!
Κουλίκ= το χρώμα
Κουλικά= τα καλλυντικά
Κουποκάρνα= η μπριζόλα
Κουραβάλω= συνουσιάζομαι
Κουνίστρα= δίσκος μουσικής, κοκκαλοφωνού, μπουρόπιτα
Κουραβελτόζουμο= το σπέρμα
Κομουνότεκνο= ο κομμουνιστής, ο καππακάππας, ροζοροβεσπάκης
Κουρσικεμές= ο ταξιτζής
Κουρκουμελετζού= η πουτανιάρα
Κούσα= η κούκλα
Κουσκουσοφέγης= ο δημοσιογράφος
Κράκα= η δίψα, συνώνυμο μπλούκρου
Κρεμοκαποκάρνι= μουσακάς, παστίτσιο
Κρεμαλότεκνο= ο κουμπάρος
Κροτάλω= ο κίναιδος του δρόμου, φτωχομπινές
Καβοκοκκαλιάρης= κουμαρτζής
Κυπαρισότεκνο= ο ψηλέας, κρεμανταλάς, μαντράχαλος
Κωλοκλακλάς= ο πρεσβευτής, ψαλιδόκωλος
Κύριος γιάγκος= ο απλοικός, ο απονήρευτος, ο αφελής
Κωλκάνα= η καμωματού
Λάγκα= το νερό
Λακίρι= λακιρντί συνώνυμο μπέναμα
Λακιροβυζού= η εκφωνήτρια
Λακριμομουτσεμένη= η τραγωδία, δραματικό έργο κουελοφλοκόραμπα
Λάλης= ειλικρινής φίλος
Λαμπάκης= πεντακάθαρος
Λάρα= μεγάλο πέος, ψωλάρα
Λαναρατζού= η εργάτρια
Λατρομπουριάρης= ο γλεντζές
Λατσά! Καλά! Ωραία! Λαμπρά! Εντάξει!
Λατσολίγκα= η καθαρεύουσα
Λατσομπενάβω= συμβουλεύω, μιλάω γνωστικά, ορμηνεύω
Λατσομπουράκης= καλλίφωνος
Λατσό-ντούπ= το μασάζ
Λατσοσκούτουλο= το άρωμα
Λαφροτέστας= άμυαλος
Λεβεντόμαντρα= η φυλακή, συνώνυμα χούμση
Λεσονότσαρδο= το σχολείο, συνώνυμο μπουτοτέκνα
Λέτι= τοκρεβάτι, μπισέντα, πισελόπλακα, κουελο-σφαλόκουτο
Λέτρα-καραμπόλα= η αλληλογραφία
Λέτρα-σημάδω= συστημένο γράμμα
Λιάντρα= η κρυφή καλιαρντή
Λιμνόφρισα= ακρογιάλι
Λοιμόρος= απλησίαστος, αποκρουστικός
Λουγκίμια= χορταρικά
Λούγκρα= πολύ κακιά, μοχθηρή
Λουκία= η γυναίκα ελαφρών ηθών
Λουμπίνα= ο κίναιδος
Λουηβραχνός= ο ραδιοεκφωνητής
Λούνι= κολύμπι
Λούτσης= ο ήλιος η Σελήνη λέγεται τυρού
Λούτσια= η θάλασσα
Λουτσόλετρα= ο λογαριασμός του ηλεκτρικού, συνώνυμο προύφα-ηλιόγαζα
Μαγαζοντανιά= επιγραφή καταστήματος
Μαντάλας= ο κερατάς, δορκάρης, δορκακοβιδωμένος
Μαντό= το ψωμί συνώνυμο πιούσω
Μαντούλα= εαυτούλης
Μαντουάνα= ασήμαντος, άσχημος
Μασκούλης= αρσενικός
Μαρμάρω-αθλόπατσια= το Στάδιο
Μασκοντιοκού= η τυφλή, η στραβή
Μάτα= η κατσίκα
Ματσιάρης=  ο έφορος
Ματσότσαρδο= η εφορία
Μαυρονταβάς= ο χάρος, ανιματσούρνος
Μελίδι= το τέρμα, το τέλος, στοπ
Μερκερές= καπαμάς
Μόκολα= η σιωπή
Μόκο-σε! Μη μιλάς! Κάνε πως δεν καταλαβαίνεις.
Μολιάζω= μεθώ
Μολ-γαργαρογκλασόν= παγωμένο νερό
Μολογλασσόνα= μπουκάλι
Μολόλετρα= ο λογαριασμός καταναλώσεως ύδατος
Μολοπαλαιστής= ο ναυαγός
Μολοφούφα= η ζέστη, η θαλπωρή
Μολότσαρδο= η ταβέρνα
Μολοφεροτροτατζού= το βαπόρι, συνώνυμα βάκολο, μπάκολο, πριμοβάκολο
Μολ- του μπερντέ= ακριβό πιοτό
Μομπιλοτζασάρω= μετακομίζω
Μολτοκαθίστρα= ο καναπές
Μομπιλογουντότεκνο= ο ξυλουργός
Μοντοχάλης= ο κανίβαλος, ο ανθρωποφάγος
Μούγια= η μέση, οσφύς.
Μουράτης= επιθυμητός, ποθητός, καυλιάρης
Μουσαντένιος= ψεύτικος, πλαστός
Μουσαντό= το ψέμα, μουσελμάν ντε τιφ
Μουσαντοναβάκης= κάθαρμα, ψευτονταβατζής
Μουσαντοπαλικαρού= η Κρήτη
Μουσαντοπρεζαντέ= η διαφήμιση
Μουσαντοφλουέντζα= συνάχι, φυσουνόφλοκο
Μουσικαπόχης= ο μαέστρος
Μούσουρο= πετσέτα
Μουστακολεσού= η βούρτσα
Μους φλόρι= το νάιλον
Μουτζοτός= ο γυναικάς
Μπαγιαριστής= αγοραστής
Μπαγκόλα= μύωψ
Μπαλόφρισο= καρχαρίας
Μπαράδικο= γενικό νοσοκομείο
Μπάμια= μικρό πέος, φακιροπίπιζα
Μπαλοκουάκης= ο βάτραχος
Μπαλοφουσφούσης= ο ελέφαντας
Μπαλεύω= χοντραίνω, παχαίνω
Μπατανέ= το βαρύ μακιγιάζ
Μπεγκλέ= το κομπολόϊ
Μπεναβοστρόφης= ο διερμηνέας
Μπενάβω ανθυγιεινά= κουτσομπολεύω
Μπαρολακρίμω= η καταιγίδα
Μπαρόγουτσα= η ώρα
Μπαριάζομαι= αρρωσταίνω
Μπελέ= όρχις
Μπατέρω= το λίπος
Μπελιέρα= σπασουάρ, το σλιπ
Μπεναβοπομπόν= ικεσία
Μπιζάρω-δέρνω
Μπερχαμάς- ο καυγάς
Μπερθάρω= γεννώ
Μπερντετρόκι= το ταξί
Μπιλό-ντελό= ο καθρέφτης
Μπλακοντίκος= ο μαυρομάτης
Μποντομόλ= ιδρώτας
Μπουλγουάνα= ψωροφαντασμένη
Μπουριάρι= το τραγούδι
Μυρμηγκόμπαλα= η υδρόγειος
Νεμοσέλω= υπνωτίζω
Νεμρόδι= το κυνήγι
Νισεστέ του τουρτουά= η κάλτσα
Νιόνια= η μνήμη
Νιόβα= το χιόνι
Νούκου= όχι
Νταπαβέλω= παραδίδω
Ντικοστόπουρος= ο δάσκαλος
Ντιλκερίκι= οδοντογλυφίδα
Ντιλοκολιάζω= δαγκώνω
Ντισκοντρέ= φροντιστήριο
Ντουλακουμπού= η τράπεζα
Ντουλό= το χρήμα, το παραδάκι
Ντουλοχαράτσης= ο έφορος
Ξεκολλούψα= χαιρετισμός
Ξεμπαγκριάρης= αναμαλλιάρης, αχτένιστος
Όκι= το αυτί
Οκτάρης= ο βουλευτής
Οποία= τα λεφτά
Παγκόλα=μύωψ
Παγκρό= τα μαλλιά
Παλόμπα= κιθάρα
Παρτσινέβα= η πατρόνα
Παπυρόντραβο= το δίπλωμα οδηγού
Πάνχαλο= φθνόπωρο
Πλατάχρονος= περασμένα χρόνια, ο παρελθών
Ποπιλόμπουσο= το λεωφορείο
Πούκι= το ξωτικό
Πουλοβιδώνομαι= στρογγυλοκάθομαι
Πουρομπαλτάς= ο δικαστής
Πρεζαντέ= η πιάτσα
Πριβομπάκολο= το γιοτ, κότερο
Ρανταριστό= το ακουστικό τηλεφώνου
Ρενόγλαστρα= ο βασιλικός κήπος των αθηνών
Ρενότσαρδο= τα ανάκτορα
Ροζόμπιλα= το κεράσι, μπιλοκομόντι
Σαντίκ= περούκα
Σβουριάζομαι= μεθώ
Σαντοσέμα= η μπανάνα
Σεληνονισεστέ= νυχτικό, πυτζάμα
Σκαπόλι= το κουρέλι
Σιχλιάζω= ζαρώνω
Σίντα= η σούστα
Σιμιτζότεκνο= ο Ηπειρώτης
Σκριβομακίνα= η γραφομηχανή
Σογιάρω= φωτίζω
Τεζοριάζω= θησαυρίζω
Ταψάρω= καθρεφτίζω
Τεντός= αληθινός
Τεκνομπαλεύβω= γκαστρώνω
Τζάλεπι= το πλύσιμο
Υπομόνα= ο πασατέμπος
Φακιρού- η τρομερά φυλάργυρη
Φάσα= η γυναίκα
Φατίκα σεμεσάρ= ιδιαίτερη εργασία
Χαλ= το φαγητό
Χαρτόματα= το προξενιό
Χαλιάρω=πέφτω
Ψακί= δηλητήριο
Ψακιό= άσκημο μαντάτο, κακή είδηση
Ψιλοπελέ= το στραγάλι
Ωχρομπλάντα= λευχαιμία, αναιμία
--
    Προσπάθησα να μεταφέρω ενδεικτικές λέξεις από όλο το φάσμα του λεξιλογίου των Καρλιαντών και όχι μόνο θα λέγαμε τις τζιναβωτές λέξεις, ή αυτές που αφορούν σημεία του αντρικού και γυναικείου σώματος της χρήσης τους και των λειτουργιών τους στα πολύπλοκα και ανανεωνόμενα ερωτικά παιχνίδια και σεξουαλικές προτιμήσεις. Δεν ήθελα το ενδιαφέρον να εστιαστεί στις πιπεράτες λέξεις και τα συνώνυμά τους αλλά στην γλώσσα και τις λέξεις της. Και τι ποιότητα και ελευθερία ζωής και επιλογών αυτή κομίζει. Τα άλλα του καθενός και καθεμιάς στα εν οίκω. Την ζωή, την γλεντάς όπως είναι ή την νηστεύεις.Δεν την διαμερισματοποιείς ηθικά και θρησκευτικά, κοινωνικά.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 5 Ιουνίου 2019
Athens Pride