Ο Μπέργκμαν δίνει οδηγίες για ένα
φίλμ…
Εφημερίδα ΤΟ
ΒΗΜΑ 19/10/1975
Το κείμενο που ακολουθεί, είναι μία επιστολή την οποία ο
σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έστειλε στους ηθοποιούς του και τους τεχνικούς του
πρίν από την έναρξη του γυρίσματος της τελευταίας του ταινίας, «Πρόσωπο με πρόσωπο», όπου
πρωταγωνιστεί η Λιβ Ούλμαν στον ρόλο μιας ψυχιάτρου.
ΦΑΡΟ,
Σουηδία
Αγαπητοί
συνεργάτες,
Πρόκειται να
γυρίσουμε μια ταινία η οποία, κατά κάποιον τρόπο, πραγματεύεται μια απόπειρα αυτοκτονίας. Στην πραγματικότητα,
πραγματεύεται («ως συνήθως» κόντεψα να πώ!) τη Ζωή, τον έρωτα και τον Θάνατο.
Και τούτο, επειδή δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο. Για ν’ ασχοληθεί κανείς μ’
αυτό. Για να το σκεφτεί. Για να στεναχωρηθεί γι’ αυτό. Για να είναι
ευτυχισμένος απ’ αυτό. Και ούτω καθεξής.
Αν ένας τίμιος άνθρωπος με ρωτούσε τίμια
γιατί έγραψα αυτή την ταινία, για να είναι τίμιος, δεν θα μπορούσα να του
απαντήσω ξεκάθαρα. Νομίζω ότι εδώ και ένα διάστημα ζω με ένα άγχος που δεν έχει
συγκριμένη αιτία. Είναι σαν να έχει κανείς πονόδοντο και ο ευσυνείδητος
οδοντίατρος να μην μπορεί να βρει τίποτε αφύσικο στο δόντι αλλά ούτε και σε
ολόκληρο το άτομο. Αφού έδωσα στο άγχος μου διάφορες ετικέτες, που η καθεμιά
τους ήταν λιγότερο πειστική από την άλλη, αποφάσισα να το ερευνήσω πιό
μεθοδικά.
Σε βοήθειά μου ήρθαν οι περιπέτειες ενός
άλλου ατόμου. Βρήκα ομοιότητες ανάμεσα στις δικές της εμπειρίες και στις δικές
μου, με τη διαφορά ότι η δική της κατάσταση ήταν πιό φανερή και ξεκάθαρη και
πολύ πιό οδυνηρή.
Με αυτόν τον τρόπο η κύρια ηρωϊδα της
ταινίας μας άρχισε να αποκτά σχήμα ένα προσαρμοσμένο, ικανό και πειθαρχημένο
άτομο, μιά άκρως ειδικευμένη επαγγελματίας, με σταδιοδρομία, ικανοποιητικά
παντρεμένη με έναν προικισμένο συνάδελφό της και περιβαλλόμενη από όλα τα
«ωραία πράγματα της ζωής», όπως λέμε.
Από την πλευρά μου ωφελήθηκα τα μέγιστα απ’
αυτή τη διαδικασία. Το μαρτύριο, διάχυτο πρίν, απέκτησε όνομα και διεύθυνση και
έχασε το φωτοστέφανό του και τον ανησυχητικό του χαρακτήρα. Αν τούτη η ταινία
μπορέσει να ωφελήσει και άλλους με τον ίδιο τρόπο, τότε η προσπάθεια δεν θα
είναι μάταιη.
Εξ άλλου, δεν είναι κακό ούτε το να
μπορέσει κανείς, με κακόβουλο ή ελεήμον χαμόγελο, να αναγνωρίσει μιά μακρινή ή
κοντινή γνωριμία, και αυτό μπορεί να δώσει λαβή για εποικοδομητικές συγκρίσεις,
με τις οποίες να προσμετρήσει κανείς τη δική του εξαίρετη κατάσταση με την
άθλια κατάσταση του άλλου.
Επίσης, δεν είναι κακό το να αφεθεί κανείς
απλώς να διασκεδάσει για δυό ώρες. Οι εμφανίσιμοι και ταλαντούχοι ηθοποιοί, οι
οποίοι με αξιόλογο τρόπο παρουσιάζουν θλιβερές δραματικές ή διασκεδαστικές
καταστάσεις, μας ψυχαγωγούν σχεδόν πάντοτε, άσχετα από το πόσο οδυνηρές
τυχαίνει να είναι οι περιπλοκές.
Από την άλλη, ο συντονιστής τούτης της
ταινίας ενδιαφέρεται τρομερά μήπως προκαλέσει την πλήξη ή την αδιαφορία, και αν
συμβεί κάτι τέτοιο, δίκαια θα είναι αυτός να πάρει την ντροπή, αυτός να
γελοιοποιηθεί δημόσια και σ’ αυτόν να επιβληθούν παραδειγματικά οικονομικά
αντίποινα.
Τί άλλο να πώ; Α, ναι, όπως βλέπετε τον
όγκο τούτου του βιβλίου, η ταινία, όταν τελειώσει, θα είναι αρκετά μακρινά,
κάμποσα χιλιόμετρα. Προσπάθησα μάταια να τη συμπυκνώσω, αλλά το κάθε πράγμα
έχει το μέγεθός του, και εγώ έχω μάθει να είμαι προσεκτικός ως προς τις
επεμβάσεις μου στις πράξεις και στις συνομιλίες των ηρώων μου και τη
χειραγώγησή τους. Στις δοκιμές πάντοτε ανακαλύπτουμε σημεία που είναι
αυταπόδεικτα ή όχι απαραίτητα.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη και το κάθε
μέρος σε δύο πράξεις. Το πρώτο μέρος είναι σχεδόν πεζά, ρεαλιστικό,
χειροπιαστό. Το δεύτερο μέρος είναι φευγαλέο, άπιαστο: τα «όνειρα» είναι πιο
πραγματικά κι από την πραγματικότητα. Επ’ αυτού επιτρέψτε μου να προσθέσω ένα
κάπως απρόσμενο σχόλιο. Είμαι εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι στα όνειρα, στις
οπτασίες και στα οράματα, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στις ταινίες και στα
θεατρικά έργα. Ίσως επειδή οι νοητικές υπερβολές αυτού του είδους είναι πολύ
ασυμμάζευτες ώστε να είναι «οργανωμένες».
Η Τζέννυ, μολονότι ψυχίατρος, ποτέ δεν έχει
πάρει στα σοβαρά την προέκτασή της, τής πραγματικότητας. Παρά τις ευρύτατες
γνώσεις της, είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, νοητικά αναλφάβητη (αρρώστια
συνηθισμένη μεταξύ των ψυχιάτρων: θα μπορούσε κανείς να την ονομάσει ακόμη και
επαγγελματική νόσο). Η Τζέννυ είχε πάντοτε την ακλόνητη πεποίθηση ότι το τυρί
είναι τυρί, το τραπέζι, τραπέζι, και, πάνω απ’ όλα, ότι το ανθρώπινο πλάσμα
είναι ανθρώπινο πλάσμα.
Η τελευταία αυτή πεποίθησή της είναι ένα
από τα πράγματα που η Τζέννυ αναγκάζεται να αναθεωρήσει με τρόπο μάλλον
οδυνηρό, όταν, μέσα σε μιά αστραπή, αντιλαμβάνεται ότι η ίδια είναι ένα
συνονθύλευμα από άλλους ανθρώπους κι από τον κόσμο ολόκληρο. Ειλικρινά, δεν
ξέρω, αν θα είναι ικανή να σηκώσει την ανακάλυψή της.
Σ’ αυτή την περίπτωση, δεν απομένει παρά μιά
μόνο εναλλακτική λύση, πέρα για πέρα πενιχρή, η ηρωίδα μετατρέπεται σε Τζέννυ
Τζάκσον, όπως θα λέγαμε χάριν απλότητας και σιγουριάς, δηλαδή σ’ έναν
αποπνικτικό, στατικό συνδυασμό από ξεκομμένες ιδιότητες και καλούπια
συμπεριφοράς.
Από την άλλη, αν αναδεχθεί την καινούργια
της γνώση, η ηρωϊδα αφήνεται να συρθεί όλο και περισσότερο προς το κέντρο του
δικού της σύμπαντος, ποδηγετούμενη από το φώς της ενοράσεως, σ’ ένα ταξίδι
ανακαλύψεως, που όμως ταυτόχρονα την εκθέτει στους άλλους ανθρώπους, σ’ ένα
σχέδιο χωρίς πέρας.
Το θεωρώ σημαντικό πού τα είπα όλα αυτά,
δεδομένου ότι έχουν κάποιο νόημα για την στάση μας απέναντι στην ταινία που
πρόκειται να γυρίσουμε, τόσο από ανθρώπινη άποψη όσο και από καλλιτεχνική.
Εννοώ ότι η ταινία που ξεκινάμε, παρέχει
επικίνδυνες δυνατότητες καλλιτεχνικής ιδεοδιάρροιας. Το να αποφασίζουμε την
κάθε στιγμή τί είναι ορθό, αληθινό και πρέπον, ενδέχεται να αποδειχθεί μάλλον
πονηρή υπόθεση. Εξ άλλου, η προσπάθεια δεν πρέπει να είναι φανερή. Πρέπει όλα
να δίνουν την εντύπωση της φυσικότητας- και επιπλέον να φαίνεται ότι
κατορθώσαμε να δημιουργήσουμε με τα περιορισμένα υλικά μας μέσα.
Εμπρός λοιπόν για μιά καινούργια περιπέτεια.
ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
Εφημερίδα ΤΟ
ΒΗΜΑ 19 Οκτωβρίου 1975
ΑΤΑΚΤΑ
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΑ
Χειμώνας του
1977, έχουν περάσει τρία χρόνια από το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας στην
Ελλάδα, ο Κυπριακός Ελληνισμός ζει το δικό του δράμα και σκλαβιά. Η
αποχουντοποίηση άλλοτε αργά άλλοτε όχι συνεχίζεται και αλλάζει σιγά-σιγά τους
τρόπους των ζωών μας, τις καθημερινές μας αντιλήψεις και συνήθειες. Οι έλληνες
και οι ελληνίδες αποκτούν πολιτικά δικαιώματα και δημοκρατικές ελευθερίες,
πολιτεύονται, εγγράφονται σε κομματικούς σχηματισμούς, συμμετέχουν ομαδικώς σε
διαδηλώσεις σε πορείες. Αναρίθμητα τα πολιτικά συνθήματα και αιτήματα. Τα
πολιτικά πάθη ισχυρά, κυρίαρχα οι αντιπαλότητες έντονες, απόλυτες, διχαστικές,
αρκετές φορές ασυλλόγιστες. Εκπληκτική η πολιτική ζωντάνια και ο επαναστατικός
ενθουσιασμός του Ελληνικού Λαού, αστών, μικροαστών και προλετάριων, κάθε
ηλικίας άτομα χιλιάδες πλάνα ζωής τροφοδότριας, εικόνες οραματισμοί της κατοπινής
ιστορικής μνήμης ως ανάμνηση, ως περασμένες αγωνίες και ανασφάλειες,
αβεβαιότητες, παρακαταθήκη μηνυμάτων και ελπίδων όσο αντέχει ο προσωπικός και
συλλογικός χρόνος του καθενός και της κάθε μίας. Η λογική υποχωρούσε για να
προβληθεί το συναίσθημα, το όνειρο. Μια αυθόρμητη αντίστιξη μεταξύ ουτοπικού
και ρεαλιστικού, μια οραματική άνθηση πολιτικών πεποιθήσεων ενταγμένες στο
ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πνεύμα και κλίμα της εποχής. Τίποτα σχεδόν δεν ήταν
πολιτικά και κοινωνικά «ινκόγκνιτο». Μερίσματα ανθρώπινου προσωπικού βίου
μπλεγμένα με την Ελληνική ιστορία της πατρίδας μας, με το τραύμα του Κυπριακού
Λαού να απειλεί τον οικουμενικό Ελληνισμό. Από την μία οι κάθε κατηγορίας
αντιστασιακοί και από την άλλοι οι υποστηρικτές. Στρατός, Διοίκηση, Δικαιοσύνη
και Εκκλησία υπήρξαν συνεργάτες και στυλοβάτες του στρατιωτικού καθεστώτος για
επτά χρόνια και προπαγανδιστές της πολιτικής του, των καθημερινών πρακτικών του
και της ιδεολογίας του, με τις σχετικές φυσικά ανθρώπινες τιμητικές εξαιρέσεις
Ελλήνων των τεσσάρων θεσμών της ελληνικής πολιτείας. Αγωνιστικές αντιχουντικές
προσωπικότητες που το πλήρωσαν με φυλακίσεις, βασανιστήρια, εξορίες,
δολοφονίες, χάσιμο της εργασίας τους, αυτοεξορίας τους στο εξωτερικό. Το παλαιό
πολιτικό σύστημα που ανέτρεψε η χούντα επανήλθε στην κοινοβουλευτική
διακυβέρνηση. Ο θεσμός της Βασιλείας με δημοψήφισμα καταργήθηκε. Πρόεδρος της
Ελληνικής Δημοκρατίας ο καντιανός φιλόσοφος και συγγραφέας Κωνσταντίνος
Τσάτσος. Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση και η συνταγματική καθιέρωση της Δημοτικής
γλώσσας στην δημόσια διοίκηση κάνει τα πρώτα δειλά βήματά της. Ένας
πανζουρλισμός πολύμορφων πολιτιστικών εκδηλώσεων, καλλιτεχνικών δράσεων
πραγματοποιούνται «καθ’ άπασα την επικράτεια». Νέοι τίτλοι λογοτεχνικών
περιοδικών κάνουν την εμφάνισή τους, από μικρές παρέες συγγραφέων, τίτλοι
πολιτικών εφημερίδων κυκλοφορούν μαζί με επανεκδόσεις προδικτατορικών. Οι νέες
ηλικιακά φωνές των ελλήνων και ελληνίδων ποιητών και πεζογράφων, δοκιμιογράφων,
ας χρησιμοποιήσουμε την κοινόχρηστη λέξη «κουλτουριάρηδων» κάνουν την εμφάνισή τους,
αποκτούν βήμα δημόσιας αναγνώρισης ενώ συνεχίζεται η δημιουργική συγγραφική
παρουσία των παλαιότερων γενεών διανοούμενων και συγγραφέων. Ορισμένοι από την
παλαιά «φρουρά» των μεγάλων μας ποιητών και πεζογράφων έχουν αρχίσει να
εγκαταλείπουν τα εγκόσμια. Αρχίζουν στις σελίδες των εφημερίδων και των
περιοδικών οι έλληνες και οι ελληνίδες να διαβάζουν τα (σαλόνια- μικρά ή
μεγάλα) Αφιερώματα εις μνήμη τους. Σε μικρό χρονικά διάστημα η Ελλάδα θα
αποκτήσει το δεύτερο ποιητικό της Νόμπελ μετά από το πρώτο της, του Μικρασιάτη
διπλωμάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη, ο λυρικός μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης της
Γενιάς του 1930 θα κατακτήσει επάξια την κορυφή του παγκόσμιου Παρνασσού. Ο
Ελληνικός ποιητικός λόγος και η παράδοσή του αποκτά διεθνή απήχηση. Η ιδέα-όπως
έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής-για κοινή βράβευση με τον βάρδο ποιητή της
Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο, «σκάλωσε» στην κομματική και πολιτική στράτευση του
αγωνιστή ποιητή, που είχε βραβευθεί με το Βραβείο Ειρήνης. Ο διεθνούς φήμης
μουσικοσυνθέτης μας Μίκης Θεοδωράκης είχε φροντίσει από την δεκαετία του 1960
να μελοποιήσει την έντεχνη Ελληνική Ποίηση και να την καταστήσει κτήμα στα
χείλη του ελληνικού λαού- καθημερινό τραγούδι σε ταβέρνες, παρέες και
διαδηλώσεις, στάδια. Η έντεχνη ποίηση του «ενός» έγινε τραγούδι στα χείλη των
πολλών. Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη, του Μιχάλη Κατσαρού,
του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Κώστα Βάρναλη κ.ά. απογειώθηκε. Ο Γιάννης Σπανός
μας είχε δώσει τα τραγούδια της «Τρίτης Ανθολογίας» σε ποίηση ελλήνων ποιητών ενώ
ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις εξακολουθούσε να μας μυσταγωγεί με
τις συναυλίες του, τις ονειρικές του μπαλάντες στην Ρωμαϊκή Αγορά και να μας
κεντρίζει πολιτικά ελευθερόστομα και «αναρχικά» με τα κείμενά του και τις
παρεμβάσεις του στο Τρίτο Πρόγραμμα. Η Λιλιπούπολη είχε αντικαταστήσει
ραδιοφωνικά σε ακροαματικότητα την παλαιά «Θεία Λένα» των γονιών μας. Ο
Διονύσης Σαββόπουλος προετοίμαζε την μουσική απογείωσή του με το αερόστατο στο
Στάδιο της Καλογρέζας. Η «Συννεφούλα» του συνοδοιπορούσε με τους στίχους του
Θεσσαλονικιού ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας….»
που τραγουδούσε η Δόμνα Σαμίου. Και η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη με το
«Υπάρχω» του Χρήστου Νικολόπουλου μπλέκονταν με τα λαϊκά τραγούδια του Δημήτρη
Μητροπάνου, την φωνή της Μαρινέλλας και της Λίτσας Διαμάντη. Στο Χάραμα του
Βασίλη Τσιτσάνη ο Πειραιώτης εικαστικός και σκηνογράφος, ποιητής Γιάννης
Τσαρούχης υποβασταζόμενος έριχνε τις ζεμπεκιές του. Το Μέγαρο Μουσικής
ετοιμάζονταν να μας παιδαγωγήσει μουσικά στον κόσμο της κλασικής μουσικής. Ο
επίσης Πειραιώτης διάσημος πιανίστας νεαρός Σγούρος δήλωνε την παρουσία του με
τα κονσέρτα του. Η στάχτη της Μαρίας Κάλλας σκορπίζονταν στο Ιόνιο πέλαγος. Η
σατιρική «αποκαθήλωσή» του Μεγάρου οραματική έμπνευση του εκδότη Χρήστου Λαμπράκη
θα ερχόταν αργότερα με την φωνή της Ρίτας Σακελλαρίου «Εγώ δεν πάω Μέγαρο θα
μείνω με τον παίδαρο». Ο Σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος είχε άρχισε να
διευρύνει τους ορίζοντές του, να ανοίγει τα φτερά του σε ύφη, στιλ, σενάριο,
θεματολογία, τεχνικές, να πειραματίζεται, να επανασχεδιάζει τους στόχους του, να
αποκτά μεγαλύτερο κοινό θεατών όλων των τάξεων και ηλικιών διαδίδοντας τα
μοντέρνα μηνύματά του, να γεμίζει τις κινηματογραφικές αίθουσες και να
«καθηλώνει» μπροστά στις μικρές Οθόνες τους θεατές δίχως να χάνει την λαϊκότητά
του. Να προκαλεί θετικά σχόλια και αναλύσεις από τους ιθύνοντες και στο
εξωτερικό. Οι δεκάδες συντελεστές οραματιστές του να βρίσκουν εύκολα βήμα στις
σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών παρουσιάζοντας τις καινούργιες παραγωγές
τους, να μας μιλούν για αυτές. Οι μοντέρνες παρουσιάσεις νέων σε ηλικία
σκηνοθετών και των ταινιών τους βραβεύονταν στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της
Θεσσαλονίκης και άλλα τοπικά ή διεθνή Φεστιβάλ που συμμετείχαν. Θα σημειώναμε
χαριτολογώντας, ότι ο σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος έπαψε να είναι
«συμβασιούχος» έγινε «μόνιμος» στις συνειδήσεις και στον χρόνο ψυχαγωγίας του
Ελληνικού λαού. Η «κοιλιά» των βιντεοταινιών και τα κινηματογραφικά παράγωγά
τους δεν μείωσαν την αξία της Ελληνικής Κινηματογραφικής Τέχνης με την μικρή
ασφαλώς εισπρακτική αγορά, αλλά τον «συγκεκριμένο» ιδεολογικό προσανατολισμό
και πρόσημο.
Η κινηματογραφόφιλη γενιά μας πρωτοείδε μετά
την μεταπολίτευση σε επιλεγμένα σινεμά της Αθήνας βραβευμένες και αγαπημένες
ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και είχε
διαβάσει τις επανεκδόσεις των Σεναρίων του από τις εκδόσεις «Γαλαξίας» της
εφημερίδας «Η Καθημερινή» στις μεταφράσεις της κριτικού Ροζίτας Σώκου και του
Αντρέα Ρικάκη. Έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα σημειώματά μας.
Από την στιγμή που πρωτοείδαμε ταινίες του
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γίναμε φανατικοί θαυμαστές του, λάτρεις της κλονισμένης
μεταφυσικής του αγωνίας, της διάχυσης στις ταινίες του της ατμόσφαιρας της
ανθρώπινης οντολογικής μοναξιάς, των φιλοσοφικών ερωτημάτων και καίριων
διλημμάτων της ανθρώπινης οντότητας. Αυτό το σταθερό βλέμμα του πάνω στην
εξουθενωτική αγωνία και προσωπικό άγχος του φοβισμένου, τρομαγμένου και χαμένου
σύγχρονου ανθρώπου με τα όσα συμβαίνουν γύρω του-σαν μεταφυσικά άστεγος- και
μέσα του καθώς βυθομετρεί η Κάμερά του τα έγκατα της ψυχής και της συνείδησής
του. Είδωλα χαρακτήρων, παγκόσμια σύμβολα θρυμματισμένα που, κατά την κρίση μου
ομοιάζουν με χαρακτήρες αρχαίας τραγωδίας, διαθέτοντας ένα «προμηθεϊκό» πνεύμα
αν δεν λαθεύω. Μια κινηματογραφική ματιά, βασισμένη σε ένα καλοδομημένο σενάριο
που φιλοδόξησε η Εικόνα να υλοποιήσει πάνω στην λευκή οθόνη. Γιατί ίσως ο
ένθερμος ενθουσιασμός για την κινηματογραφική του μαγεία μας κάνει να
λησμονούμε ότι ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε και ένας σπουδαίος
συγγραφέας, ένας ακαταμάχητος και ακούραστος γραφιάς. Δεν είμαι ειδικός για να
αποφανθώ αν οι σεναριακές του ιδέες και έννοιες μπορούν όλες να μετατραπούν σε
εικόνα, σε κινηματογραφικά καρέ ή πλάνα, όπως τον είχαν κατηγορήσει αρνητές
του, το βέβαιο πάντως είναι ότι είτε με τα γραπτά του είτε με τα πλάνα του μας
πρόσφερε πάντα ένα αξιοζήλευτο και θαυμαστό αποτέλεσμα. Όσο για τον
«απελπισμένο υπαρξισμό» του πόσοι είχαν τα κότσια από τους σκηνοθέτες των
χρόνων και της γενιάς του να συγκριθούν μαζί του και να καταπιαστούν με
οτιδήποτε ασχολήθηκε η προβληματική του. Για τις «θεούσες» της έβδομης τέχνης
και τις μεταφυσικής θα μιλάμε τώρα;
Κοιτούσαμε λοιπόν, όχι μόνο να βρίσκουμε
μόνο χρόνο να παρακολουθήσουμε τις ταινίες του αλλά και να συγκεντρώνουμε και
διαβάζουμε οτιδήποτε η ειδησεογραφία της εποχής δημοσίευε στις εφημερίδες και
τα περιοδικά που αγοράζαμε, να ανοίγουμε συζήτηση με φιλικά μας πρόσωπα για τα
έργα του, την φιλοσοφία και την ποιητική τους, ορισμένα από τα οποία είχαμε
παρακολουθήσει μαζί. Οι Κασσάνδρες της άρνησής του που καιροφυλαχτούσαν δεν μας
άγγιζαν, ούτε το γεγονός της γνωριμίας μας με την θρησκευτική παράδοση του
τόπου μας και της καθ’ ημάς ανατολής ανιχνεύσεις. Διαβάζαμε τα σχόλια που
γράφονταν, τις κριτικές για τα έργα του που δημοσιεύονταν κάθε φορά που εμφανίζονταν
και προβάλλονταν τα έργα του και αρκετά από αυτά τα δημοσιεύματα τα
διαφυλάσσαμε, μια και κύριο μέλημά μας ήταν η Ποίηση και η Λογοτεχνία ευρύτερα.
Και φυσικά, οι αναλύσεις και τα κινηματογραφικά εκτενή σχόλια του Βασίλη
Ραφαηλίδη είχαν τον πρώτο λόγο στην βοήθεια κατανόησης και ερμηνείας των
ταινιών του και των θεματικών του διαπραγματεύσεων. Διαβάζοντάς τα κείμενά του
Βασίλη Ραφαηλίδη θαυμάζαμε όχι μόνο την ποιότητα της γραφής του, την ακρίβεια
και ευθυβολία της σκέψης του, την άνεση που διέθετε να γράφει τέτοιας
κοινωνικής και πολιτικής θεώρησης «κοινωνιολογικής ανάλυσης» κείμενα,- φυσικά
από την ατομική του Μαρξιστική οπτική και υλιστική ερμηνεία- την ευρύτητα και
το βάθος της συλλογιστικής του. Μιάς φωνής ενός δασκάλου του Σινεμά που
απλώνονταν και πέρα από τα όρια των χώρων της Έβδομης Τέχνης και της
βιομηχανικής της παραγωγής. Έτσι, όταν αρχές Νοεμβρίου του 1977 πληροφορηθήκαμε
την προβολή στην Ελλάδα της νέας ταινίας- της 39ης –του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν «ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ»
σπεύσαμε να την απολαύσουμε, να την χαρούμε, ίσως και να την συγκρίνουμε με
άλλες μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες της χρονιάς που παίζονταν στις
ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες.
Η ταινία προβλήθηκε σε διάφορες κινηματογραφικές
αίθουσες της εποχής: Αλκυονίδα, Αττικόν, Άνεσις, Γρανάδα, Καλλιθέα, Λητώ,
Μπρόντγουαίη και άλλες όπως έγραφαν οι εφημερίδες. Η Σκηνοθεσία και το Σενάριο
ήταν του Ι. Μπέργκμαν, πρωταγωνιστούσαν
οι σταθεροί ηθοποιοί συνεργάτες του Λίβ Ούλμαν, ο Έρλαντ Γιόζεφσον και ο
Γκούνναρ Μπγιέρνστραντ. Αν δεν λαθεύω η πανέμορφη Λίβ Ούλμαν ήταν τότε και
σύζυγός του.
Αν θυμάμαι
σωστά, η Κινηματογραφική Λέσχη του Πειραιά με σημαντική παρουσία στην πόλη μας
που πρόβαλε ταινίες στην υπόγεια αίθουσα του Σινεάκ δεν είχε παρουσιάσει έργα
του Μπέργκμαν, μπορεί να κάνω λάθος και η μνήμη να με απατά.
Μεταφέρω τις Οδηγίες του Σκηνοθέτη από το
δημοσίευμα του «Βήματος» του 1975 που μας φανερώνει τον τρόπο συνεργασίας του
με τους συντελεστές των έργων του, στο πώς τους αντιμετώπιζε και ότι θεωρούσε
τις ταινίες του συλογική δουλειά. Παράλληλα, δύο ακόμα δημοσίευμα, το πρώτο από
την εφημερίδα «Το Βήμα» της 26 Σεπτεμβρίου 1976 και το δεύτερο από το περιοδικό
«Ο Ταχυδρόμος» τχ. 1226/ 27 Οκτωβρίου 1977, σ. 50. Και τρείς από τις κριτικές
του έργου που υπογράφουν γνωστοί κινηματογραφικοί κριτικοί. Νίκος Φένεκ
Μικελίδης, Μαρία Παπαδοπούλου και Βασίλης Ραφαηλίδης. Να υπενθυμίσουμε ότι η
Μαρία Παπαδοπούλου ήταν σύζυγος του Πειραιώτη κριτικού λογοτεχνίας Κώστα
Σταματίου. Οι Κινηματογραφικές κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη πάνω από 13 για
ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που είχαν πρωτοδημοσιευθεί σε προγράμματα
κινηματογραφικών προβολών, σε εφημερίδες και σχετικά περιοδικά συγκεντρώθηκαν
και συμπεριελήφθησαν στον 2 τόμο του «ΛΕΞΙΚΟΥ ΤΑΙΝΙΩΝ»- πέντε τόμοι- με
κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη, εκδόσεις Αιγόκερως 1982. Επιμέλεια Δημήτρης
Βεργιανάκης και Γιάννης Σολδάτος, ο ιστορικός του ελληνικού κινηματογράφου
οποίος είναι και ο διευθυντής της σειράς. Άλλες κινηματογραφικές κριτικές του
Ραφαηλίδη συμπεριελήφθησαν και στον τόμο «Πέρα από τον κινηματογράφο», εκδόσεις
του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1999. Ενώ η κριτική του για την ταινία «Έβδομη
Σφραγίδα» του Μπέργκμαν περιλαμβάνεται και στο βιβλίο σελ.33-34 Αφιέρωμα στον
Βασίλη Ραφαηλίδη, Σύνταξη-Επιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Σολδάτος, Επιμέλεια
κειμένων Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Αιγόκερως 2000.
«Πρόσωπο με πρόσωπο» σε… κλειστό
κύκλωμα
Η ΝΕΑ ΤΑΙΝΙΑ
ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΠΗΓΑΖΕΙ ΑΠ’ ΤΙΣ ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ (;) 26/9/1976
ΠΑΡΙΣΙ,
Σεπτέμβριος
Ο θάνατος, ο έρωτας… ο έρωτας, ο θάνατος.
Απ’ τη βασανιστική επωδό που γεννήθηκε απ’ τις «παραλλαγές του για υπαρξιακό
κινηματογράφο», ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έβγαλε και το θέμα της 39ης
ταινίας του «Πρόσωπο με πρόσωπο». Απ’ τον τίτλο κιόλας καλείσαι να πάρεις μέρος
στο παιχνίδι του καθρέφτη και της αυταπάτης: η εικόνα του καθρέφτη βρίσκεται
φάτσα στο μοντέλο; Ή μήπως είναι ο θάνατος που κοιτάζει το ζωντανό;
Η ψυχίατρος Τζέννυ Ίσακσον είναι μόνη. Ο
άνδρας της λείπει για τρείς μήνες, η κόρη της έφυγε για διακοπές. Αφοσιώνεται
στη δουλειά της κι αποκτά κι εραστή. Κάποια μέρα συναντάει έναν άλλο γιατρό,
τον δόκτορα Τζάκομπι που την προσκαλεί. Εκείνη όμως που υποπτεύεται πονηρό
σκοπό εκ μέρους του, αρνείται και επιστρέφει στο σπίτι της. Την άλλη μέρα, κι
ενώ επισκέπτεται μιά άρρωστή της, πέφτει θύμα απόπειρας βιασμού. Όταν γυρίζει
πίσω στο σπίτι της αποπειράται να αυτοκτονήσει.
Κοινή ιστορία απελπισίας; Ανατομία μιάς
«σουηδικού τύπου» σοσιαλιστικής ευτυχίας που έχει στο παθητικό της μιά έντονη
τάση προς αυτοκτονία; Αφού πρόκειται για τον δημιουργό της «Νύχτας των
σαλτιμπάγκων» είναι φανερό ότι αυτό το «Πρόσωπο με πρόσωπο» δεν είναι μιά
ταινία που πραγματεύεται τη «δυσκολία να ζήσεις», έτσι όπως θα εκδηλωνόταν προς την πλευρά του Σαίν-
Τροπέ.
Πιστός στον εαυτό του, ο Μπέργκμαν βυθίζει
το μαχαίρι του πολύ βαθιά, ως το κόκκαλο: πώς να ζήσεις όταν δεν έχεις πιά τη
δυνατότητα να ζήσεις;
Η Τζέννυ καταπίνει ένα ολόκληρο φιαλίδιο με
υπνωτικά χάπια κι απορεί: «Δε φοβάμαι, δεν είμαι λυπημένη. Μπορώ να πώ ότι
αισθάνομαι καλά». Κι ενώ τα δάχτυλά της ακολουθούν μηχανικά τα σχέδια που
διαγράφονται στο χαρτί του τοίχου, ο θάνατος τη γυροφέρνει σαν παλιά φίλη.
Απ’ την «Έβδομη σφραγίδα» (1956) ως την
«Περσόνα» (1966), απ’ τις «Άγριες φράουλες» (1957) ως τις «Κραυγές και ψίθυροι»
(1972) η έμμονη ιδέα του θανάτου είναι η σταθερά του Μπέργκμαν. Τον είπαν
σκηνοθέτη του μεταφυσικού. Κι όμως, τί πιό συγκεκριμένο απ’ το θάνατο; Τί πιό
σαφές και κοφτερό απ’ αυτό το ρεπορτάζ πάνω στην αιμορραγία μιάς ζωής; Η
αλήθεια είναι πώς η σκέψη του δημιουργού παρεξέκλινε απ’ τη σιωπή του Θεού (την
οποία καταδίωκε στην σκακιέρα της «Έβδομης σφραγίδας») προς τη σιωπή του έρωτα.
«Ο δεσμός» και οι «Σκηνές από ένα γάμο» (την
τελευταία αυτή ταινία ερμήνευε το ίδιο
ζευγάρι που πρωταγωνιστεί και στο «Πρόσωπο με πρόσωπο», η Λίβ Ούλμαν κι ο
Έρλαντ Γιόζεφσον) αποτελούν μιά πρώτη μαρτυρία αυτού του τρομερού στεγνώματος
που από δειλία, έχουμε βαφτίσει «αγάπη». Και ο πόθος; Η Τζέννυ στη δουλειά της;
Βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη μ’ αυτόν τον ουσιαστικό παράγοντα. Μετά απ’ την
απόπειρα βιασμού που της έγινε, εξομολογείται: «Τάθελα να με βιάσουν, μά
αντιδρούσε το κορμί μου». Μήπως, στο συγκεκριμένο αυτό σημείο, ο Μπέργκμαν
πέφτει στην κοινοτοπία του περίφημου ¨επιδιωκόμενου βιασμού»; Η αλήθεια είναι
πιό σκληρή: λείπει ο πόθος.
Αδύνατο να αναλύσεις με σιγουριά αυτή την
τραχειά ταινία, τον διάλογό της, το στυλ της, τον τρόπο της ν’ απομονώνει τα
πρόσωπα επιμένοντας επάνω τους σαν αδιάκριτο βλέμμα. Όλο και πιό γαζωμένος σ’
αυτόν τον κόσμο του της απελπισίας και της απουσίας (πουθενά ακόμα και το
ελάχιστο χιούμορ) ο Μπέργκμαν μαστιγώνει τα όνειρα της Τζέννυ ελπίζοντας να
ανακαλύψει το μεγάλο μυστικό. Βάζει μάλιστα κι ένα ερωτηματικό στην σεξουαλική
«ομαλότητα» με την ομοφυλοφιλία του Τζάκομπι.
Αναδιπλωμένο στον εαυτό του σαν μιά
αυτοανάλυση, το «Πρόσωπο με πρόσωπο» λειτουργεί σαν μάσκα, σαν διέξοδο και σαν
άμυνα. Το σύστημα λειτουργεί σε κλειστό κύκλωμα, ακολουθώντας ένα δικό του κώδικα
(έμμονες ιδέες, φαντάσματα, απόγνωση…) και σύμφωνα με σαφή αναγνωριστικά
σημάδια (είναι η 18η ταινία του Μπέργκμαν γυρίζει με τον οπερατέρ
του Σβέν Νύκβιστ, η 7η ταινία του με την Λίβ Ούλμαν και η 18 με τον
Γκουνάρ Μπγέρνστραντ, στον ρόλο του παππού).
Η μηχανή του Μπέργκμαν, ως το έπακρο
νευρωτική, εκφράζει τις συνθήκες ζωής του ίδιου του δημιουργού (την εικασία
αυτή επιβεβαιώνει η απομόνωσή του σ’ ένα απρόσιτο νησί, η περίεργη αντίδρασή
του έναντι της σουηδικής φορολογίας, η αυτοεξορία του). Που σημαίνει πώς η
ταινία αυτή είναι δυσνόητη και ταυτόχρονα γοητευτική απωθητική και ελκυστική.
Το «Πρόσωπο με πρόσωπο», σαν κάθε υπερβολικά περίτεχνο παιχνίδι, προκαλεί την
πλήρη συνταύτιση (μερικοί θεατές κλαίνε από την συγκίνηση) ή ένα ενοχλημένο
ξάφνιασμα που πλησιάζει την ταινία. Να πρόκειται για μιά τιμωρία του έρωτα ή για
μιά οδύσσεια της ενδοσκοπήσεως;
Ο καθένας με
την αλήθεια του.
Εφημερίδα Το Βήμα (;) 26/9/1976
--
«Πρόσωπο με πρόσωπο»
Ο Μπέργκμαν κινηματογραφεί τον Μπέργκμαν!...
Περιοδικό
Ο Ταχυδρόμος τχ. 1226/ 27-10-1977, σ. 50-51
Μιά ταινία που προβάλλεται με πολλή
επιτυχία στο εξωτερικό και θα παιχτεί και στην Ελλάδα- «εικόνα και ομοίωση» της
ίδιας της ζωής του μεγάλου Σουηδού σκηνοθέτη.
Μιά γυναίκα διασχίζει τα άδεια δωμάτια ενός
σπιτιού. Οι κινήσεις της δείχνουν ηρεμία και αυτοπεποίθηση. Όμως το βλέμμα της
κοιτάζει το χώρο γύρω της, τα πατώματα, τους γυμνούς ουδέτερους τοίχους, σαν να
τα βλέπει για πρώτη φορά.
Είναι η Τζένη, η ηρωίδα της καινούργιας
ταινίας του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Πρόσωπο με πρόσωπο». Στην πρώτη σκηνή της
ταινίας, τη βλέπουμε να φεύγει από το σπίτι της, πού μόλις το πούλησε για να
μετακομίσει σε ένα άλλο, πιό άνετο.
Η Τζένη έχει ό,τι χρειάζεται για να είναι
ευτυχισμένη. Μιά πετυχημένη επαγγελματική καριέρα, ένα σύζυγο, μιά κόρη, την
εκτίμηση των συναδέλφων και των γνωστών της.
Είναι αρχές καλοκαιριού. Ο άντρας της λείπει
για τρείς μήνες σε επαγγελματικό ταξίδι. Η κόρη της είναι σε κατασκήνωση. Η
Τζένη είναι μόνη και, για λίγο, άστεγη. Θα πάει να μείνει με τους γονείς της
μητέρας της. Αυτοί την είχαν μεγαλώσει όταν, πριν από πολλά χρόνια, σκοτώθηκαν
οι γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Στο σπίτι της γιαγιάς την περιμένει το
παιδικό της δωμάτιο. Ένας χώρος γεμάτος μνήμες από την παιδική της ηλικία.
Είναι, μήπως, αυτό η αφορμή για τις αλλαγές που θα συμβούν στην Τζένη; Είναι τα
φαντάσματα του παρελθόντος, που έρχονται να προκαλέσουν τη διανοητική διαταραχή
της;
Η Τζένη είναι ψυχίατρος. Και βρίσκεται,
ξαφνικά, στην ανάγκη να υποβάλει σε θεραπεία τον ίδιο τον εαυτό της. Και,
μάλιστα, τη στιγμή που αρχίζει να κλονίζεται η πίστη της στην Ψυχιατρική.
Αλλά και η ίδια η ταινία, δεν είναι παρά
μιά προσπάθεια αυτοθεραπείας του δημιουργού της. Σε ένα γράμμα, που έστειλε
στους συνεργάτες του, όταν αρχίζει το γύρισμα της ταινίας, ο Μπέργκμαν έγραφε:
«Εδώ και κάμποσο καιρό ζούσα μέσα σε μια αγωνία, χωρίς καμιά συγκριμένη αιτία.
Δημιούργησα λοιπόν, ένα χαρακτήρα- της ηρωίδας αυτού του φιλμ- που να έχει
εμπειρίες ανάλογες με τις δικές μου. Με την διαφορά ότι, η δική της περίπτωση,
είναι πιο σαφής και πολύ πιο οδυνηρή…».
Η σύμπτωση ανάμεσα στο προσωπικό δράμα του
δημιουργού και το δράμα της ηρωίδας, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο, από το
γεγονός ότι, το σπίτι της γιαγιάς της ηρωίδας, στο φιλμ, αποτελεί λεπτομερή αντιγραφή
του σπιτιού της γιαγιάς του ίδιου του Μπέργκμαν.
Ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι, προετοιμάζοντας την
ταινία του, βοηθήθηκε πολύ ο ίδιος στο
να ξεπεράσει τις αγωνίες του. Και ελπίζει να έχει την ίδια επίδραση η ταινία
και στους θεατές. Πάντως, ο τρόπος με τον οποίο γιατρεύεται η Τζένη, στο τέλος,
δε φαίνεται να είναι και πολύ πειστικός, γιατί οι περισσότεροι σχολιαστές του
φιλμ, μιλάνε για «παροδική γιατριά»…
Ένα μεγάλο μέρος του φιλμ, αποτελεί
απεικόνιση των ονείρων. Παράξενες μορφές έρχονται ξαφνικά να την επισκεφτούν.
Μνήμες από το μακρινό παρελθόν ζωντανεύουν. Προσπάθεια για φροϋδική ερμηνεία
της ψυχικής διαταραχής; Όχι, ακριβώς. «Τα όνειρα στην ταινία μου, είναι
περισσότερο προεκτάσεις της πραγματικότητας», λέει ο Μπέργκμαν.
Γύρω από την Τζένη κινούνται, στην ταινία,
μια σειρά από ήρωες που, ο καθένας, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η γιαγιά,
πότε τρυφερή και πότε αμείλικτα σκληρή. Ο παππούς, που τον διακατέχει ο φόβος
του θανάτου. Η Μαρία, μιά άρρωστη που όλοι θεωρούν την περίπτωσή της ανίατη,
αλλά η Τζένη επιμένει να την παρακολουθεί. Ο διευθυντής της κλινικής, που η
γυναίκα του τον απατά, με έναν ομοφυλόφιλο. Και ο Τόμας, ένας γιατρός, που θα
συμπαρασταθεί στη Τζένη, στις πιο κρίσιμες στιγμές.
Η Τζένη έχει με τον Τόμας μιά σχέση περισσότερο
από φιλική. Δεν γίνονται όμως ποτέ εραστές. Όχι από πουριτανισμό. Η Τζένη όσο
λείπει ο άντρας της, έχει, έτσι κι αλλιώς, έναν εραστή. Και ο Τόμας είναι
ερωτικά απόλυτα ελεύθερος και μάλιστα, χωρίς να κάνει διάκριση ανάμεσα σε
γυναίκες και άντρες. Είναι όμως και οι δύο διανοούμενοι. Και έχουν αποφασίσει
να κρατήσουν την σχέση τους πλατωνική.
Μέσα από τις σχέσεις της ηρωίδας με τους
ανθρώπους γύρω της, ο Μπέργκμαν βρίσκει την ευκαιρία να αναπτύξει μια σειρά από
θέματα. Και να καταδείξει, για μιά ακόμα φορά, τη σχετικότητα, που υπάρχει ανάμεσα στον έρωτα και το μίσος, ανάμεσα στη
ζωή και το θάνατο, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.
Η ταινία φαίνεται να είναι μάλλον
απαισιόδοξη. Γιατί, αν πιστέψουμε όσα γράφτηκαν στο εξωτερικό γι’ αυτήν οδηγεί
στη διαπίστωση ότι, η προσέγγιση της πραγματικότητας, είναι αδύνατη και ότι η
ζωή κυριαρχείται από το θάνατο.
«Είναι μία ταινία με θέμα την αυτοκτονία»
λέει ο Μπέργκμαν. Και μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, είναι η πρώτη
φανερή εκδήλωση της πνευματικής ταραχής της ηρωϊδας.
Θριαμβευτική υποδοχή επιφύλαξε το κοινό της
Αμερικής, όπου παίζεται εδώ και μήνες. Και οι κριτικοί όλων των εφημερίδων και
περιοδικών, έγραψαν διθύραμβους για την ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, που δεν
είναι άλλη από τη θαυμάσια Λιβ Ούλμαν. Θαύμασαν τη μοναδική ικανότητα της να
περνάει τόσο αβίαστα από τη μία κατάσταση στην άλλη, είπαν ότι η ερμηνεία της
επισκιάζει κάθε προηγούμενο και κάποιος δήλωσε ότι τη θεωρεί σαν τη μεγαλύτερη
ηθοποιό της εποχής μας.
Σε χαμηλότερο τόνο, αλλά οπωσδήποτε με
ενθουσιασμό, αντιμετώπισαν και την απόδοση του Έρλαντ Τζόζεφσον, που παίζει το
ρόλο του Τόμας. Είναι η δεύτερη φορά, μετά το «Σκηνές από ένα γάμο» που ο
Τζόζεφσον αποδεικνύεται άξιος παρτεναίρ της Ούλμαν.
Επιφυλάξεις έχει, όμως, μια μερίδα της
κριτικής για τον ίδιο τον Μπέργκμαν. Το «Πρόσωπο με πρόσωπο» συμπληρώνει, κατά
κάποιο τρόπο, μια τριλογία μαζί με το «Κραυγές και ψίθυροι» και το «Σκηνές από ένα
γάμο». Οι τρείς αυτές ταινίες διαφέρουν αρκετά από τα προηγούμενα έργα του διάσημου
σκηνοθέτη. Έχουν περισσότερη σαφήνεια, πού κάνει πολλούς να μιλάνε για υπεραπλούστευση
και αποδυνάτισμα. Αλλά καταφέρνουν, οπωσδήποτε, να προσεγγίσουν ένα πλατύτερο
κοινό.
Και, ακόμα, έχουν μια μοναδική αισθητική
λαμπρότητα. Ο μόνιμος φωτογράφος του Μπέργκμαν Σβεν Νύκβιστ κάνει κυριολεκτικά
θαύματα, όταν δουλεύει στο έγχρωμο φιλμ. Και όσοι θυμούνται την θαυμάσια δουλειά
του στο «Κραυγές και ψίθυροι» δικαιολογημένα περιμένουν να απολαύσουν τώρα το «Πρόσωπο
με πρόσωπο».
Το «Πρόσωπο με πρόσωπο», πρόκειται να
παιχτεί σύντομα και στην Αθήνα. Και προβλέπεται να έχει ανάλογη επιτυχία με το «Κραυγές
και ψίθυροι», το «Σκηνές από ένα γάμο» και το «Μαγεμένο αυλό».
Ο Μπέργκμαν, ο άλλοτε «δύσκολος» δημιουργός,
αποτελεί τελευταία και στην Ελλάδα μαγνήτη για ένα όλο και μεγαλύτερο κοινό. Ένδειξη
υπαναχώρησης του Μπέργκμαν σε πιο απλά θέματα και σε πιο λαϊκή κινηματογραφική
γραφή; Ή ένδειξη ωρίμανσης του ελληνικού κοινού; Ίσως, σε κάποιο βαθμό, να ισχύουν
και τα δύο.
Περ. Ο Ταχυδρόμος τχ. 1226/ 27-10-1977
ΧΡΟΝΟΣ
ΚΑΙ ΦΘΟΡΑ
Της
Μαρίας Παπαδοπούλου
Εφημερίδα Τα
Νέα 8/11/1977
«ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ»: Σκηνοθεσία Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν. Πρωταγ. Λίβ Ούλμαν. Σε διάφορες αίθουσες.
Μια τυπική
μπεργκμανική ταινία. Έτσι εύκολα θα μπορούσε κανείς να προσδιορίσει αυτό το
φιλμ, του οποίου πράγματι οι συντεταγμένες είναι όμοιες με όλων των άλλων
δημιουργιών του Σουηδού σκηνοθέτη.
Ωστόσο ετούτη εδώ η ταινία είναι και κάτι
άλλο. Έχει θα λέγαμε, μια ρεαλιστική σχέση με τον χρόνο. Είναι μία ταινία με
σαφέστατη ηλικία. Και πρώτα-πρώτα στα πρόσωπα. Ο περίφημος Θίασος του Μπέργκμαν
είναι πια σημαδεμένος από το βάρος της πραγματικής του ηλικίας. Γεγονός που επίσης
φαίνεται να σημαδεύει και τον δημιουργό, προσδίδοντας τη σκληρότητα της
τετριμμένης αλήθειας στον φιλοσοφικό πυρήνα της θεματικής του. Δεν ξέρω, μα
αυτή η ταινία δείχνει καθαρά ότι από το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα» μέχρι το
ύστατο πλάνο, εδώ, της Λιβ Ούλμαν, έχει περάσει πολύς, πάρα πολύς καιρός.
Ο στοχασμός πάνω στη σισυφική αναίτια
επανάληψη του κύκλου της ζωής, δεν είναι παρά μιά νεανική κραυγή- διαμαρτυρία-
πρόκληση στον ουρανό, το υπαρξιακό άγχος δεν έχει τώρα την αυθάδικη απελπισία
ενός εφήβου ή ενός ιππότη, που παίζει σκάκι με τον θάνατο. Θα λέγαμε ότι δεν
υπάρχει πιά ούτε κάν μεταφυσική σε τούτο το «Πρόσωπο με πρόσωπο». Υπάρχει
αντίθετα η παραδοχή και ο προσγειωμένος φόβος των επερχομένων γηρατειών, φόβος
που γίνεται αιχμηρός και εξαιρετικά πραγματικός, καθώς εντοπίζεται σε μιά
γυναίκα μέσης ηλικίας. Η ηρωίδα που έχει ακόμα τη γιαγιά της και τον παππού
της, αλλά και μιά κόρη, αισθάνεται στο μεσημέρι της ζωής της. Ολοζώντανη με
σύζυγο, εραστή και ίσως δίψες σεξουαλικές είναι μιά ισορροπημένη ψυχίατρος,
αυτοελεγχόμενη απολύτως μέχρι τη στιγμή που ένας παρ’ ολίγο βιασμός, λειτουργεί σαν αστραπή και φωτίζει τους
τρόμους της. Μεσοστρατίς, λοιπόν κάτι ανάμεσα σε παιδί θλιμμένο και γυναίκα που
καθρεφτίζεται στην επερχόμενη ηλικία της γιαγιάς της, αποφασίζει να βάλει,
τέρμα στο φόβο της μετάβασης στα γηρατειά αυτοκτονώντας. Η επιστήμη, όμως, τη
σώζει από το θάνατο και την ξαναρίχνει «λογική» στη διαδικασία της επώδυνης
σήψεως εν ζωή.
Ένας μονόλογος, λοιπόν, πρόσωπο με πρόσωπο,
αυστηρά ατομικός, μιά σχεδόν κλινική περίπτωση, από τις τρέχουσες της
ψυχολογίας είναι αυτή εδώ η ταινία του Μπέργκμαν, που δεν απογειώνεται από τον
κοινό φόβο για τη ζωούλα μας, όσο και αν μεταμφιέζεται φορώντας τη μάσκα μιάς
ευαισθητοποιημένης, λόγω ηλικίας, γυναίκας.
Με δυό λόγια: Άγχος χωρίς δημιουργική
έξαρση στενά ατομικό και ηλικιακό.
ΜΑΡΙΑ
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Χρωματιστή
σουηδική ταινία Σενάριο- Σκηνοθεσία Ι. Μπέργκμαν
του Νίκου
Φένεκ Μικελίδη
Εφ.
Ελευθεροτυπία 8/11/1977
Κάθε ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ήταν και
είναι όπως θα το περίμενε πια κανείς, κι ένα δοκίμιο γύρω από τη ζωή, τον έρωτα
και το θάνατο. Έτσι κι’ αυτό το «Πρόσωπο με πρόσωπο» που πρωτοείδαμε στο
Φεστιβάλ Καννών 1976, και που μας έρχεται στην Ελλάδα κουτσουρεμένο κατά 20 περίπου
λεπτά και ντουμπλαρισμένο στ’ αγγλικά, πράγμα που σίγουρα αφαιρεί από την όλη,
και σωστή κατανόηση του έργου. Αλήθεια, γιατί από την μία αυτό το κουτσούρεμα
(μήπως για να μπορέσει το γραφείο εκμετάλλευσης να κάνει περισσότερες
παραστάσεις;) κι από την άλλη αυτή η αδιαφορία σχετικά με το αν οι διάλογοι
μιας ταινίας είναι στην πρωτότυπη γλώσσα της ή όχι.
Πρώτο θέμα της ταινίας μας παρουσιάζει
εκείνο της αυτοκτονίας, που αντιμετωπίζει κανείς τόσο συχνά στην σύγχρονη
σουηδική κοινωνία. Ηρωίδα για γυναίκα η ψυχίατρος Τζέννυ Ίσακσον, παντρεμένη με
ένα, το ίδιο πετυχημένο σαν κι’ αυτή, ψυχίατρο και με μια κόρη δεκατεσσάρων
χρονών. Ξαφνικά η πειθαρχημένη αυτή γυναίκα, η τόσο σίγουρη και ικανή που όλοι
οι συνάδερφοί της θεωρούν σαν πρότυπο καλής υγείας αντιμετωπίζει μία τρομερή
ψυχική κρίση. Ο εφιάλτης με τη μορφή μιάς ηλικιωμένης γυναίκας με γυάλινα
μάτια, εισβάλλει στη ζωή της. Παρ’ όλο που η ίδια αρνείται να το δεχτεί, ο
φόβος των γηρατειών και του θανάτου αρχίζει να την κυριεύει. Τελικά θα
δοκιμάσει ν’ αυτοκτονήσει κι’ είναι μόνο χάρη στη βοήθεια ενός φίλου της
γιατρού, και, παρακολουθώντας την αγάπη που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσα στη
γιαγιά και τον παππού της που η Τζέννυ θα ξεπεράσει την κρίση της.
Η ταινία παρουσιάζεται σαν μια σειρά από
όνειρα, όνειρα όμως που είναι το ίδιο έντονα και ρεαλιστικά με την
πραγματικότητα, γιατί, όπως αναφέρει κι’ ο ίδιος ο Μπέργκμαν σ’ ένα κείμενο που
είχε μοιραστεί στις Κάννες, τα όνειρα αυτά δεν είναι «παρά μια προέκταση της
πραγματικότητας». Κι’ είναι αυτά τα όνειρα που θα βοηθήσουν την Τζέννυ (όπως
βοήθησαν τον γέρο καθηγητή στις «Άγριες φράουλες») να ανακαλύψει τον πραγματικό
της εαυτό, αφού πρώτα την αναγκάσουν, με τρόπο αρκετά βίαιο, να έρθει πρόσωπο
με πρόσωπο με το είναι της, επιστρέφοντας στις πιο απόκρυφες και απωθημένες
γωνίες του εαυτού της και ξαναζώντας την παιδική και εφηβική της ηλικία.
Μέσα όμως από την κρίση της ηρωϊδας μας
δίνεται η ευκαιρία να δούμε-γι’ άλλη μια φορά στο έργο του Μπέργκμαν-μιάν
εικόνα των προβλημάτων και του άγχους της αστικής τάξης της σύγχρονης σουηδικής
κοινωνίας. Τα πρόσωπα που παρακολουθούμε ζουν μ’ όλες τις ανέσεις και τα
προνόμια μιας καταναλωτικής κοινωνίας, ασφαλείς στον κλειστό τους κόσμο, στην
πραγματικότητα όμως αποδείχνονται «ψυχικά ανάπηροι». Γύρω τους, τους σφίγγει η
μοναξιά και η έλλειψη συνεννόησης αν και αγωνίζονται, μέσα από τις
ασημαντότητες της καθημερινής ζωής, ν’ αποφύγουν να τ’ αντιμετωπίσουν.
Ο έρωτας και το σεξ-ή πιο σωστά η έλλειψή
τους-βρίσκονται έτσι στο κέντρο του όλου μπεργκμανικού έργου. Η ψυχικά κλονισμένη
ασθενής (μια νεαρή κοπέλα που είχε αιμομικτικές σχέσεις με τον αδελφό της και
που σε μιά συνάντηση με την ψυχίατρο προσπαθεί να τη διεγείρει ερωτικά-
δυστυχώς μία από τις σκηνές που εξαφανίστηκαν…) η «ψυχρή» ηρωϊδα που πέφτει
θύμα απόπειρας βιασμού, κι’ ενώ από τη μιά αντιστέκεται, από την άλλη, όπως θα
παραδεχθεί αργότερα, αποζητούσε την πραγμάτωσή του, οι αναμνήσεις μιάς ασυτηρής
παιδικής ζωής (μέχρι το κλείσιμο στο ντουλάπι) αλλά και τα διάφορα φροϋδικά
σύμβολα των ονείρων (οι ατέλειωτοι διάδρομοι, το κόκκινο χρώμα του φουστανιού
της Τζέννυ, οι καθρέφτες, η φωτιά, τα χέρια κλπ.) όλα τονίζουν και σχολιάζουν
το βασικό πρόβλημα της ηρωϊδας.
Κι’ είναι πραγματικά κρίμα που η τελική
σκηνή της ταινίας αφαιρέθηκε έτσι που να μή γίνεται εντελώς κατανοητό το όλο
πρόβλημα που τοποθετεί ο Μπέργκμαν. Γιατί, ύστερα από τη σκηνή όπου η Τζέννυ,
παρακολουθεί από τη μισόκλειστη πόρτα, το ζευγάρι των δύο γέρων, ερωτευμένων ως
την τελευταία τους πνοή ο σκηνοθέτης μας παρουσίαζε την ηρωίδα να βγαίνει στο
δρόμο και να βοηθάει, στη διασταύρωση, μιά ηλικιωμένη γυναίκα που είχε τη μορφή
της γυναίκας του εφιάλτη της. Και που υπαινίσσεται πώς η ηρωίδα είναι έτοιμη να
δεχτεί και να καταλάβει πώς η ίδια δεν είναι παρά ένα άθροισμα διαφόρων
ανθρώπων, ένα άθροισμα «ολόκληρου του κόσμου» όπως τονίζει ο ίδιος ο Μπέργκμαν,
κι’ όχι απλώς μιά αμετάβλητη και προκαθορισμένη από πρίν γυναίκα, όπως η Τζέννυ
Ίσακσον. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ν’ αντιμετωπίσει βαθύτερα και πιό
ανθρώπινα τη ζωή και τα προβλήματά της.
Ν.
Φ. Μ.
ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ (ANSIKTE MOT ANSKITE) 1976
Του
Βασίλη Ραφαηλίδη
Εφημερίδα Το
Βήμα 8/11/1977
Κατ’ αρχήν, είναι ο Μπέργκμαν αυτός που
βρίσκεται εδώ πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του και με το έργο του, κι ύστερα
η ηρωίδα του: Γυρισμένη στο τέλος του 1975 τούτη η ταινία του, τοποθετείται στο
όριο της αποφασιστικής καμπής του, δηλαδή της εγκατάλειψης της μεταφυσικής και
της προσπάθειας ερμηνείας της μόνιμης και πάντα υπάρχουσας αγωνίας του με όρους
που απομακρύνονται απ’ την ποιητική αυθαιρεσία, στις εικονοποιήσεις των
παρακρούσεών της. Η επιτυχία της και η ευτυχία της ηρωίδας δεν είναι το
αποτέλεσμα και το επιστέγασμα της ελεύθερης προσωπικότητας αλλά προϊόν της
καταναγκαστικής και ευνουχιστικής αγωγής, που συγκεκριμενοποιείται και
συνοψίζεται στις διακανονιστικές της συμπεριφοράς «ηθικές αρχές» του
εβραιοχριστιανικού τρομοκρατικού ηθικού κώδικα, που τόσο καλά τον γνωρίζει και
τόσο υπέφερε απ’ αυτόν ο Μπέργκμαν σαν γιός πουριτανού πάστορα.
Συνεπώς, η αποτυχία της Τζέννυ ορίζει και
την αποτυχία αυτού του κώδικα που επαγγέλλεται τη δυστυχία προς όφελος των
κρατούντων. Ενός ηθικού κώδικα φτιαγμένου για σκλάβους και για τη διαιώνιση της
σκλαβιάς τους. (Ο κακά διαβασμένος και μόνιμα παρεξηγημένος Νίτσε θα είχε να
πει πάρα πολλά επί του θέματος).
Η προσωπικότητα και η ειδική περίπτωση της
Τζέννυ πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον θεατή στην παραπληρωματική σχέση της με
την προσωπικότητα και την ειδική περίπτωση του φίλου της δόκτορα Τόμας (Έρλαντ
Γιόζεφσον). Η αποτυχία του όντας γενναία ομολογημένη, δεν επενεργεί διαβρωτικά
στην ψυχολογία του-παραπέμπουμε εδώ στη φιλοσοφία του «ηρωϊκού πεσιμισμού» του
Καμύ- ενώ η ομοφυλοφιλία του, θέμα που εμφανίζεται στη μπεργκμανική
προβληματική για πρώτη φορά, λειτουργεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σαν
ενστικτώδης και άτσαλη διαμαρτυρία κατά του ηθικού κώδικα και σαν ασπίδα στον
δια της ηθικής ευνουχισμό της προσωπικότητας. Όμοια σαν ασπίδα λειτουργεί και η
διαπροσωπική σχέση των δύο γέρων που, με την μέχρι θανάτου αφοσίωση του ενός
στον άλλο, καταφέρνουν να ξεπεράσουν τον μεγάλο τρόμο του θανάτου που, πρέπει
να το τονίσουμε, αποτελεί το «μεγάλο όπλο» της τρομοκρατικής ηθικής.
Κι εδώ ακριβώς πρέπει να διατυπωθεί η βασική
επιφύλαξη για το τωρινό στάδιο εξέλιξης της μπεργκμανικής προβληματικής. Ούτε
το διά της ομοφυλοφιλίας σκάνδαλο, ούτε η διά της αγάπης πράυνση είναι δυνατό
να λύσουν το μεγάλο πρόβλημα της αγωνίας και του άγχους, όσο δεν αλλάζουν οι
συνθήκες που τα προκαλούν κι όσο η τρέχουσα μεταφυσική ηθική δεν εννοεί να
δηλώσει πώς ο θάνατος δεν είναι μυστήριο αλλά ένα απλό βιολογικό γεγονός,
οπωσδήποτε ήσσονος σημασίας σε σχέση με το άλλο μεγάλο βιολογικό γεγονός πούναι
η ζωή, που πρέπει να οριστεί σαν πλήρως βιωμένος χρόνος.
ΒΑΣΙΛΗΣ
ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ
Στα Καλοκαιρινά Αφιερώματα στον σημαντικό Σουηδό
δημιουργό Ingmar Bergman, που θα συνεχίσουμε και τον μήνα Αύγουστο στα Λογοτεχνικά Πάρεργα,
επέλεξα να διαμερισματοποιήσω, σαν καρέ-καρέ- κριτικά πλάνο το πλάνο τα δημοσιεύματα
που παλαιότερα είχα διαφυλάξει, αλλά ας μου επιτραπεί αυτή η προσωπική
επαναληπτικότητα σε έναν μάγο της κινηματογραφικής τέχνης έναν ευφυή και
καλλιεργημένο δημιουργό και συγγραφέα που ίσως να μην ενδιαφέρει το κοινό που
επισκέπτεται, διαβάζει και αισίως ξεπέρασε τις 730. 000 λίνκ από τότε που δημιουργήθηκε
αυτή η Πειραιώτικη του Πολιτισμού ιστοσελίδα. Μια ιστοσελίδα μάλιστα γυμνή από
φωτογραφικό και εικαστικό υλικό που θα ομόρφαιναν την κατάθεση των πρωτογενών ή
αντιγραφή παλαιότερων κειμένων. Οι αναρτήσεις είναι οι ευχαριστίες της Γενιάς
μου σε όσους, όσες και όσα μας επηρέασαν τις προηγούμενες δεκαετίες ανεξάρτητα
να ακολουθήσαμε κατόπιν διαφορετικούς δρόμους, μεταφυσικής, πολιτικής ή
καλλιτεχνικής ρότας. Στην αντιγραφή διατήρησα την ορθογραφία της εποχής, όπου είναι
επώνυμα τα άρθρα αναφέρω τα στοιχεία του συγγραφέα όπου δεν υπάρχουν ή δεν
μνημονεύονται οι μεταφραστές τους αναφέρω μόνο τα στοιχεία του εντύπου. Διαλέγω
και επιλέγω κριτικές προσπαθώντας όσο αυτό είναι δυνατόν να μην συμπίπτουν οι
κρίσεις και οι αναλύσεις, συμπληρώνοντας με τα δικά μου τότε ή σημερινά σχόλια.
Ο σύγχρονος, των ημερών μας κινηματογραφόφιλος,
σίγουρα θα βλέπει και θα ερμηνεύει με άλλο μάτι παρακολουθώντας τα έργα του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν. Οι καιροί, οι ρυθμοί, τα πιστεύω και οι αξίες ζωής άλλαξαν, ακόμα
και το φαινόμενο της πίστης ή απιστίας αντίστοιχα, έχει σήμερα άλλες επιδιώξεις
και στόχους. Η Τέχνη όμως, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η Έβδομη παραμένει
παρούσα, να την γνωρίσουμε, να την χαρούμε, να μας επαναπροβληματίσει, να την
συζητήσουμε με αυτούς που το επιθυμούν. Στο διαδίκτυο υπάρχουν νεότερες κρίσεις
και αναλύσεις της θεματικής των έργων του από διάφορες περισσότερο από εμένα έμπειρες ιστοσελίδες και ειδικά σαιτ για τον κινηματογράφο. Στηρίχτηκα αποκλειστικά σε ότι
είχα συγκεντρώσει-σε επιλογή- τα χρόνια που πρωτοήρθα σε επαφή με τις ταινίες
και τα κείμενά του.
Θα συνεχίσουμε
περί Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ενθυμούμενοι τον Θεσσαλονικιό ποιητή και εκδότη που έφυγε
από κοντά μας στις 11 Αυγούστου του 2020, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον φιλόσοφο και θεολόγο Χρήστο Γιανναρά που έφυγε στις 24 Αυγούστου του 2024 ο οποίος παρ’ ότι ενδιαφέρθηκε
για τις ταινίες του Ι. Μπέργκμαν δεν μίλησε πάντοτε θετικά για αυτές.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
Σάββατο 1
Αυγούστου 2026
Με την σκέψη
στις τεράστιες καταστροφές των πυρκαγιών σε διάφορα μέρη της χώρας μας και των
ταλαίπωρων κατοίκων της, καθώς οι στάχτες μπαίνουν από το παράθυρο.