Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Ινγκμαρ Μπέργκμαν, Κραυγές και Ψίθυροι

 

   ΙΝΓΚΜΑΡ  ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

«Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop

           Ακούστε με για λίγο

  Θα μπορούσατε ίσως να μ’ ακούσετε για λίγο; Για ένα μόνο λεπτό’ θα ‘θελα να σας πω πώς κάνω μία ταινία για σας. Έγραψα ένα σενάριο γύρω από τέσσερις γυναίκες που βρίσκονται μαζί για λίγες μέρες κάτω από δραματικές συνθήκες. Ζήτησα σε τέσσερες θαυμάσιες ηθοποιούς- που ‘ναι όλες φίλες μου-να παίξουν τους τέσσερεις ρόλους: Χάριετ Άντερσον, Ίνγκριντ Τούλιν, Κάρι Σύλβαν και Λιβ Ούλμαν. Ζήτησα από το φίλο μου Ζβέν Νίκβιστ να κρατήσει την κάμερα όπως πάντα. Ζήτησα από το συνεργείο μου να έρθει για άλλη μιά φορά στο νησί μου. Ανακαλύψαμε μιά παλιά έπαυλη σ’ ένα σιωπηλό πάρκο. Σε διάρκεια σαράντα ημερών κάναμε μιά ταινία που αγαπάμε. Λέγεται: «Κραυγές και ψίθυροι».

    Αν με ρωτήσετε: είναι καλή ή κακή αυτή η ταινία, δε θα ξέρω να σας απαντήσω. Μπορώ να πώ μονάχα πώς είναι κάτι σε μένα πολύ αγαπητό. Γι’ αυτό σας ζητώ να τη δείτε και εύχομαι να την αγαπήσετε και σεις.

   Ένα από τα απαισιόδοξα και μουντά, μελαγχολικά, καταθλιπτικά έργα αλλά κορυφαία σπουδή πάνω στον ανθρώπινο πόνο, την μοναξιά, την ακοινωνησία, τον εγωισμό, την θλίψη, τον φόβο, την διάλυση των σχέσεων- οικογενειακών, συζυγικών-, την διπλοπροσωπία, την αρρώστια τον Θάνατο αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γυρισμένο το 1972 μέσα σε μικρό χρονικό- ούτε ενάμισι μήνα- διάστημα με λιτά μέσα. Με αξεπέραστες γυναικείες και αντρικές ερμηνείες όπως κάθε ταινία του Σουηδού σκηνοθέτη. Σταθεροί συνεργάτες, φιλική παρέα και συντροφιά καλλιτεχνών με τους οποίους συνεργάζεται σταθερά στις παραγωγές του. Η πορεία προς την απώλεια της Ανιές η διαδρομή απόπειρα αυτογνωσίας των δύο άλλων αδερφάδων της. Πληγές ανοικτές από παλαιά που δεν κλείνουν ούτε και μετά τον θάνατο της Ανιές με την καλλιτεχνική φλέβα που καλύπτει την μοναξιά της. Το φαινόμενο του θανάτου ή σωστότερα, η σκληρή διαδικασία προς αυτόν λόγω της αρρώστιας, είναι η κινητήριος αφορμή για να σμίξουν οι τρείς θηλυκές υπάρξεις με πρώτου βαθμού συγγενείας σχέση και η νεαρότερη γυναίκα η καμαριέρα που φροντίζει την άρρωστη και κατάκοιτη Ανιές με αφοσίωση και τρυφερότητα. Συγκεντρώνονται στην οικογενειακή τους εστία που ιδιοκτήτρια είναι η άρρωστη. Έρχονται κοντά έστω και τυπικά, επιφανειακά για μικρό χρονικό διάστημα, ξεδιπλώνοντας τις μύχιες σκέψεις τους και ψυχικές τους ανάγκες, τις φοβίες τους αλλά και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους. Ένα έξοχο ημερολογιακό φλας μπακ οικογενειακών στιγμών και των τριών αδερφάδων, σκληρών, ψυχρών καταστάσεων και σκοτεινών εικόνων ζωής, προσωπικής τους επιθυμίας για εξομολόγηση και επαφή, σωματική ή συναισθηματική. Ένα ψυχικό των πληγών και συμπεριφορών τους ξεγύμνωμα μέσα στην μητρική τους εστία που ιδιοκτήτρια είναι η ετοιμοθάνατη Ανιές. Μίση γυναικών, πολύτεκνων γυναικών συζύγων με παιδιά που αγαπιούνται από τις μητέρες τους εναντίων των αντρών τους. Ερωτικά κρυφά πάθη κατά την εργασιακή απουσία των συζύγων τους, κοινώς κερατώματα με φιλικούς τους επισκέπτες. Κρυφές ερωτικές επαφές, ζήλιες, απέχθειες και συμπεριφορές προκλητικής κοκεταρίας και εγωτικών αντιδράσεων. Των αδερφάδων ντουέτα συζητητών, των συζύγων των κρυφών εραστών. Ανοικτά κοντραρίσματα αντρών και γυναικών στην επιθυμία κυριαρχίας τους ή αδιαφορίας τους για την διατήρηση του γάμου τους. Μέσα σε δωμάτια που το φως του ήλιου που μπαίνει από το παράθυρο είναι θαμπό, κίτρινο, κυριαρχεί το κόκκινο στις πιο σκληρές του διαθλάσεις και ανταύγειες στις ψυχές των ηρώων, στις λιγοστές επιπλώσεις των δωματίων, στα αντικείμενα στον χώρο. Όπως το θέλησε και το σχεδίασε ο σκηνοθέτης συγγραφέας. Μία κόκκινη σιωπή σε διάφορες χρονικές φάσεις, μία αράχνη που εμφανίζεται, το σκάκι πάνω στο τραπέζι, επαναλαμβανόμενα μοτίβα στις ταινίες του Μπέργκμαν. Σταθερά ντεκόρ. Σε αυτό το συνεχές πήγαινε έλα της ζωής, μπρος πίσω του χρόνου που τα ρολόγια του σπιτιού έχουν και αυτά την νοηματική και συμβόλων σημασία τους στην εξέλιξη του στόρι. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η ταινία «Κραυγές και ψίθυροι» ανήκει στα μεταγενέστερα «υστερόγραφα» της «Σιωπής» της γνωστής Τριλογίας του. Σταθερά ντεκόρ και φόρμες στα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όπως πάντα πολύ καλή η φωτογραφία και η μουσική επένδυση. Η σοβαρή και υπεύθυνη σοφά σχεδιασμένη σκηνοθετική ματιά, των ανθρώπων και των καταστάσεων που βιώνουν, του εσωτερικού και εξωτερικού τοπίου. Το στήσιμο των ηθοποιών μπροστά στην κάμερα, το μεταξύ τους δέσιμο στις εκπληκτικές ερμηνείες τους, οι ανιχνευτικές προσωπογραφίες των προσώπων των ηρώων και ηρωίδων του. Ρυτίδα την ρυτίδα, μαύρη γραμμή την μαύρη γραμμή χαρακιά που αχνοφαίνεται στα πρόσωπά τους, στους σπασμούς τους καθώς ο φακός του Μπέργκμαν εξερευνά την ποιότητα του χαρακτήρα τους και καταγράφει τις συμπεριφορές και τις χειρονομίες μεταξύ τους. Φωτογραφίζει θα λέγαμε «double face» τον αληθινό χαρακτήρα τους. Ίσκιοι και φως της λάμπας πετρελαίου των κεριών είτε του εξωτερικού φυσικού φωτός πάνω στο χιονισμένο φθινοπωρινό περιβάλλον αλληλοσυμπληρώνονται σχηματίζοντας την αλήθεια της ζωής και των καταστάσεων πραγματικότητα. Της θλιβερής και αποπνιχτικής ατμόσφαιρας που φανερά δεν θέλουν να αποδεχθούν οι ήρωες, στον πραγματικό ρεαλισμό των συμπεριφορών τους και των ιδιαίτερων αντιδράσεών τους στην μοναχική πορεία του καθενός καταβάθως με κοινές καταβολές ερημιάς. Συγγενικά θηλυκά μέλη της ίδιας οικογένειας, ανθρώπινες φιγούρες που ορισμένες φορές αισθάνονται ότι κινούνται και δρουν μέσα σε μία ονειρική κατάσταση, ένα κίτρινο θανατερό Όνειρο. Το κίτρινο του Θανάτου με τα πολλαπλά προσωπεία. Το βαθύ, σκουρόχρωμο κόκκινο- που απλώνεται από τις γυναικείες ρόμπες και φορέματα ακόμα και οι ταπετσαρίες είναι κόκκινες, τα νυχτικά των γυναικών, τα βαριά έπιπλα. Οι «βαθυκόκκινοι τοίχοι», «οι τοίχοι κόκκινοι, μαβίζουν στο λυκόφως»- των ανοιχτών πληγών τους το αίμα, επιβάλει ό,τι δεν θέλουν να αποδεχτούν ως σκληρή πραγματικότητα της ακοινωνησίας τους, της έλλειψης ουσιαστικής επαφής στις μεταξύ τους μικρές και μεγάλες σιωπές, μια «σιωπή που πληγώνει πιο πολύ». Τις έχθρες τους συμπεριφορές περιφρόνησης αναμεταξύ τους, την «παγερή ευγένεια που βασιλεύει μεταξύ των δύο κουνιάδων» Φρέντρικ και Ιωακείμ συζύγων των δύο αδερφάδων. Της συρρίκνωσης των εκδηλώσεων ειλικρίνειας, ουσιαστικής αγάπης και αληθινών επαφών. Των τυπικών σχέσεων και των συναντήσεων όλης της οικογένειας σε μεγάλες θρησκευτικές εορτές ως συνήθεια. Μία προγονική οικία που η παρουσία της μητέρας των τριών κοριτσιών Ανιές, Κάριν και Μαρίας είναι παρούσα ως εποπτεύον πορτραίτο στον τοίχο και η μόνη ψυχική τους "ένωση" στην υπάρχουσα επικρατούσα ακοινωνησία τους. Μία ιταλική εικονογραφία που παρουσιάζει την Αγία Τερέζας να προσεύχεται. Όχι τυχαία καδραρισμένη σε μία οικογένεια που θρησκεύεται και τα μέλη της εξομολογούνται, ενώ «τα ρολόγια κουβεντιάζουν με σιγανές ανάλαφρες φωνές» συνοδεύοντας τους ψιθυρισμούς της ψυχής των προσώπων. Και πάλι, για μία ακόμη φορά η καταφυγή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στην παιδική ηλικία, τα ξένοιαστα κοριτσίστικα παιδικά τους χρόνια όταν οι τρείς μικρές αδερφές έπαιζαν ανέμελες και χαρούμενες. Η εξέλιξη όμως της ταινίας δεν βασίζεται στον ρεαλισμό των στοιχείων της σκληρής αλήθεια της ζωής και των σχέσεων των ηρώων πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών, αλλά στην αναμονή του επερχόμενου θανάτου της μίας από τις αδερφές της Ανιές που σιγοσβήνει στο κρεβάτι, αφορμή για φανέρωμα των πραγματικών συναισθημάτων των υπόλοιπων παρευρισκόμενων συγκεντρωμένων γύρω από την ετοιμοθάνατη.

Ο Σουηδός σκηνοθέτης που έγραψε όπως κάνει συνήθως και το σενάριο της ταινίας,- που βασίζεται η σκηνοθετική του ματιά- ενώ μας δίνει στην αρχή του μικρού βιβλίου που μεταφέρω αποσπάσματα- σκηνικές, κινηματογραφικές οδηγίες και επεξηγήσεις για τις προθέσεις του, -βλέπουμε το ομαδικό πνεύμα με το οποίο σχεδιάζει και υλοποιεί τα έργα του- εισαγάγει προς το τέλος της ιστορίας του, μια μάλλον ασυνήθιστη για τον ορθολογιστή σκηνοθέτη, έχουμε μία εξωπραγματική κατάσταση, ένα είδος «θαύματος» ή αν δεν λαθεύω στον ορισμό «γκραν κινιόλ» στιγμιότυπο. Κάτι σαν τις εξωλογικές μυθικές ιστορίες από τον κόσμο των νεκρών. Το στόρι δεν τελειώνει «ομαλά» μετά τον θάνατο της άρρωστης Ανιές με τις καλλιτεχνικές ευαισθησίες και τα πρώτα στάδια της αποσύνθεσης του σώματός της αλλά την βλέπουμε, την βάζει ο σκηνοθέτης να συνεχίζει να μιλάει και μετά τον θάνατό της, και όχι μόνο αυτό αλλά και να δακρύζει όπως διαπιστώνει η ψυχοκόρη της Άννα που την φρόντιζε. Η νεκρή αρχίζει να μιλάει μετά τον φυσικό της θάνατο ζητώντας από την καμαριέρα της, την Άννα, να μπουν στο δωμάτιο που βρίσκεται η σορός της και να συνομιλήσει ιδιαίτερα, ξεχωριστά με τις δύο αδερφές της. Η Φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται, η ροή του χρόνου της ζωής και του θανάτου συμπλέκεται με τρόπο εξωλογικό, η ανθρώπινη φωνή εξακολουθεί να βγαίνει και μετά τον θάνατο της άρρωστης και να ζητεί να έρθει σε επικοινωνία συνομιλίας με αυτή των εν ζωή αδερφών της. Η Επιθυμία της Ανιές είναι ακόμα και μετά από τον θάνατό της να φανεί χρήσιμη, να τις φέρει σε επαφή, κοντά την μία αδερφή με την άλλη, να ανοίξει δίαυλο συνομιλίας μαζί τους. Να έρθουν σε κοινωνία σχέσεων έστω και καθυστερημένα, μετά την δική της απώλεια, τα άλλα δύο θηλυκά οικογενειακά μέλη ,κάτι που δυστυχώς δεν κατορθώνει. Η μεταξύ τους ακοινωνησία διατηρείται. Ούτε και αυτό το δραματικό οριστικό γεγονός του Θανάτου της Ανιές κατόρθωσε να συγκινήσει, να κάμψει τον παγερό χαρακτήρα τους, να φέρει τις άλλες δύο αδερφές την Κάριν και την Μαρία κοντύτερα. Να πάψουν να μισιούνται, να εχθρεύονται η μία την άλλη, να κρατούν τις διαπροσωπικές σχέσεις τους κυνικά τυπικές σχεδόν αδιάφορες, ψυχρές. Η επιθυμία της νεκρής Ανιές να τους καλλιεργήσει μία κατάσταση αδερφικής επαφής, φιλικής αγάπης αποτυγχάνει. Την ίδια ψυχρή και παγερή στάση και συμπεριφορά κρατούν οι δύο αδερφές και οι σύζυγοί τους απέναντι στην νεότερη ηλικιακά ψυχοκόρη την Άννα που για δώδεκα χρόνια φροντίζει την αδερφή τους Ανιές. Πάντα σιωπηλή, υπομονετική, τυλιγμένη στην μοναξιά της, στοργική στέκεται κοντά στην αδερφή τους που αργοπεθαίνει, την περιποιείται με υπομονή και καρτερία, δίχως να βαρυγκωμάει, να συλλογίζεται τι θα απογίνει η ίδια μετά τον θάνατο της Ανιές. Οι δύο αδερφάδες και οι σύζυγοί τους αποφασίζουν στις κουβέντες τους να την διώξουν από το σπίτι που έμενε κοντά στην αδερφή τους, την φρόντιζε με στοργή και αγάπη.

   Σε μια από τις κορυφώσεις της εξομολογητικής της διάθεση η Ανιές γράφει στο «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ»:

«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύψω το πρόσωπο μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.

   Τι θ’ απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα κι οι νύχτες δίχως ύπνο. Τι θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου:

    Κρύβομαι στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα. Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.

   Είμαι ωστόσο άδικη όταν μιλώ για μοναξιά, Η Άννα είναι η φίλη μου και η συντροφιά μου. Και πιστεύω τώρα ότι η μοναξιά της είναι σκληρότερη από τα δική μου μοναξιά. Εγώ τουλάχιστον παρηγοριέμαι με τη μουσική, τις ζωγραφιές μου, τα βιβλία μου. Η Άννα, εκείνη δεν έχει τίποτα. Προσπαθώ καμιά φορά να μιλήσω μαζί της για την ίδια. Μα κατεβάζει τότε τα μάτια με ντροπαλοσύνη και κλείνεται στον εαυτό της.».

   Μία ταινία ας το επαναλάβουμε στην ίδια προβληματική της τρίτης ταινίας της σημαντικής Τριλογίας του «Η Σιωπή». Ένα έργο αξιοζήλευτο παιχνίδι σκούρων χρωματισμών με κυρίαρχο φόντο το βαθύ αιμάτινο κόκκινο, όπως το ανθρώπινο αίμα που κυλάει μες στις φλέβες των ηρώων και ηρωίδων- ημών των θεατών μεταφέροντας όλες τις σωματικές μας εμπειρίες. Αλληγορικό σύμβολο των ανοιχτών τραυμάτων της ψυχής και της ανθρώπινης σωματικότητας φαγωμένη από την ακοινωνησία και την αρρώστια. Ως σύμβολο όχι της Τέχνης έργα Αισθητικής απόλαυσης αλλά του ρεαλισμού της ζωής που απολήγει στο φαινόμενο του Θανάτου. Της σταθερής αργής διαδικασίας της αποχύμωσης της ανθρώπινης υλικής σωματικότητας από τις υγρές λειτουργικές της δυνάμεις και αντοχές, άμυνες, έως την ώρα της επικράτησης του Θανάτου και της τελευταίας παρτίδας σκάκι μαζί του και μαζί μας την οριστική ήττα μας. Όταν ολοκληρώνονται οι κοινές των ανθρώπων αναμνήσεις και παύουν οι εμπειρίες και τα ξαφνιάσματα των αντοχών, και πλησίστιες οι δυνάμεις της ζωής υποχωρούν μπροστά στο αιώνιο τίποτα, το άπειρο, το χάος που μας υποδέχεται μέσα στην αιώνια σιωπή του, ολοκληρώνοντας το ραφιναρισμένο σχέδιο της Φύσης του καθενός μας ξεχωριστά και μοναδικά. Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι πέρα από τα ελπιδοφόρα λόγια και προφητείες των Ποιητών. Της αργής φθοράς του άρρωστου Κορμιού όπως το παρατηρούμε εμείς οι θεατές πάνω στην λευκή οθόνη μέσα στην σκοτεινή αίθουσα και το αντιμετωπίζουν οι άλλες τρείς γυναικείες υπάρξεις, οι δύο αδερφές και η καμαριέρα. Έχουμε την αγωνία και το μαρασμό του άλλοτε ακμαίου και δυνατού, ρωμαλέου και γεμάτο αντοχές και επιθυμίες απολαύσεις Σώματος φορτωμένο με τους ζωογόνους χυμούς του, την φρεσκάδα του, του αυτοκίνητου στην ορατή υλικότητά του από τους γύρω του κινήσεις και περιπλανήσεις του. Στην ψηλάφησή του, την χειροπιαστή απτότητά του, τις σπασμωδικές χειρονομίες του πέρα από μεταφυσικές αναγωγές και θρησκευτικούς δογματισμούς και ανόητες εθιμικές και ηθικές προκαταλήψεις των πολιτισμών, περί ανηθικότητας του Κορμιού ως φυλακής της άσπιλης Ψυχής και ως δεσμωτηρίου της αθανασίας της. Σχεδιασμένου και καλοκουρδισμένου από τους από πάντα σταθερούς αιώνιους αναλλοίωτους νόμους της Φύσης μέσα στην μικρό ανθρώπινη Ιστορική περιπέτεια. της ανθηρής καρποφορίας των δυνάμεων του ανθρώπινου Σώματος τόσο ορατές, στην αργή διαδικασία της αποσύνθεσης των ζωογόνων του λειτουργιών και την κατάπτωσή του, την εξασθένισή του, την μη αυτόβουλη περιποίηση των αναγκών του. Αυτές οι άγνωστες συνήθως δυνάμεις και ενέργειες που αναπτύσσονται μετά την έξοδό του από την μητρική κοιλιά και την αυτονόμησή του από τον ομφάλιο μητρικό λώρο στο τυχαίο, άγνωστο χρονικά, περιπετειώδες ταξίδι του στην νέα και αινιγματική Ζωή. Ο πόνος, η αγωνία, η θλίψη, η φθορά, η εγκατάλειψη, η αδυναμία των σωματικών δυνάμεων, η αγχωτική αναπάντεχη σκληρή δοκιμασία της αρρώστιας προς το τελευταίο επεισόδιο μάχης της Ζωής με το αναπόφευκτο, της ολοκληρωτικής ήττας του φαινομένου της Ζωής από τον Θάνατο. Όχι σαν μία πεισιθανάτια εκδήλωση περιγραφής ή εικονογράφησης της ανθρώπινης Τέχνης ως θέαμα αισθητικής αλλά σαν τελεσίδικη του βίου έσχατη κατάσταση. Μη εκ νέου συμμετοχή στην όποια συνέχεια…. Μια διπλή όμως εναγώνια διαδικασία απελπισίας και ματαιότητας αίσθηση, σκοτεινή, προβληματική, ελεγειακή, θρηνώδη, ένας βουβός πόνος, μία αμετάδοτη πικρία, αργόσυρτη εσωτερική αγωνία της βαριάς ανάσας τόσο του ετοιμοθάνατου- αρρώστου πάνω στο κρεβάτι της ανημποριάς, όσο και των οικείων φιλικών και συγγενικών του προσώπων που του συμπαραστέκονται, βρίσκονται δίπλα του, του κρατούν το χέρι, του μιλούν, του στάζουν σταγόνες νερό στα ξεραμένα χείλη του, του σηκώνουν το μαξιλάρι παρατηρώντας τον να φεύγει. Μια ξεχωριστή και των τελευταίων σταδίων «συμπεριφορά» των ενεργειακών δυνάμεων της Φυσικής λειτουργικότητας αυτής που ονομάζουμε και αποδεχόμαστε ως Ψυχή. Ψυχή αυτή η άυλη, άπιαστη και απροσδιόριστη κατάσταση-ενέργεια που γαντζώνεται από εκφράσεις και χειρονομίες της γλώσσας του Σώματος, παραληρήματος της ανθρώπινης φωνής, ηχητικές κραυγές, απόηχοι ήχων, από το βλέμμα των διπλανών, τις χειρονομίες και τα αγγίγματα ζεστασιάς. Ανθρώπινη σωματικότητα και ψυχή ένα στην εμφάνιση της ετερότητας της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης ξεχωριστά. Αυτήν την τρομακτική και μοναδική για την ανθρώπινη ύπαρξη και συνείδηση διαδικασία (μέσω της αρρώστιας και των σοβαρών ανεξέλεγκτων επιπτώσεών της) προς το τελευταίο ταξίδι της προς τον Θάνατο, την αντίπερα όχθη δίχως οβολό ή μάλλον, με τον οβολό του φακού του βλέμματός του που σκιαγραφεί ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στα πρόσωπα των τριών γυναικών αδερφών, διαφορετικής ηλικίας και ιδιοσυγκρασίας και της φιλικής συντρόφου καμαριέρας σκιτσάροντας τα πορτραίτα, τις αντιδράσεις τους, τις συμπεριφορές τους, τις στάσεις τους, τις κινήσεις τους, καταγράφοντας τα λόγια τους, τις σιωπές τους, τις ενδόμυχες σκέψεις τους, τις κρυφές επιθυμίες, τις αποφάσεις τους η μία για την άλλη. Τα πορτραίτα των αντρών, την απόπειρα αυτοκτονίας του Ιωακείμ, άντρα της Μαρίας και την δική της απραξία στην έκκλησή του για βοήθεια. Στην συνέχιση της κυνικότητάς τους και της ακοινωνησίας τους και μετά τον Θάνατο της αδερφής τους. Σαν να μην τους άγγιξε τίποτα από το φοβερό γεγονός της απώλειάς της. Στωικότερη και περισσότερο προστατευτική προς την άρρωστη η νεαρή καμαριέρα η Άννα που έχει χάσει εδώ και χρόνια το παιδί της, της συμπαραστάθηκε η Ανιές και έκτοτε της αφοσιώθηκε με όλες της τις ψυχικές και σωματικές δυνάμεις. Ατομικές ιστορίες ανθρώπων και πώς μπορούμε να λυτρωθούμε από αυτές όταν όλες τους μοιάζουν με τις δικές μας;

     Ανιές, Κάριν, Μαρία, Άννα τέσσερεις γυναικείες υπάρξεις η κάθε μία με το δικό της φορτίο απόγνωσης, μελαγχολίας, και αίσθηση αναγκών και αξιών ζωής μέσα στην μητρική τους εστία συναντώνται για τελευταία φορά, ίσως και μοναδική. Αυτό το δύσκολο στην διαπραγμάτευσή του και των ανθρώπινων χαρακτήρων αποτύπωσή του θέμα σχέσεων και των αντιδράσεών τους και συμπεριφορών τους μπρος στο γεγονός του Θανάτου, μάλλον, κατά την κρίση μας, μόνο ο κινηματογραφικός Φανός μπορεί να φέρει σε πέρας, να ακτινογραφήσει. Δεν αρκεί η λογική εξήγηση της γλώσσας, η αντοχή των λέξεων, της σεναριακής γραφής, ως θραύσματα παραστάσεων. Δεν φτάνει ο χρωστήρας του ζωγράφου, τα χρώματα που απλώνει στον καμβά, η σμίλη του μαρμαρογλύπτη πάνω στο λευκό μάρμαρο, οι ιερές λέξεις των μυστηριακών θρησκειών και δοξασιών. Η Κινηματογραφική τέχνη έχει τις δυνατότητες εκείνες και τα τεχνικά μέσα να μας προσφέρει οπτικά, εν κινήσει από καρέ σε καρέ, από πλάνα σε πλάνα, στιγμιότυπα εικόνων σε στιγμιότυπα, χρωματικές αποχρώσεις και φωτισμούς την ανθρώπινη σταδιακή διαδικασία ανημποριάς και μηδαμινότητας σε όλο της το τραγικό, δραματικό και ανυπεράσπιστο, ανίσχυρο τελικά μεγαλείο προς τον Θάνατο. Ενδέχεται στην κινηματογραφική τέχνη η Σιωπή να είναι «χειροπιαστή», να μπορείς σαν θεατής να την αισθανθείς αμεσότερα δίχως τις έξωθεν μεταφυσικές φοβίες και ηθικολογικές απαγορεύσεις. Η πρόσκαιρη χρονικά στιγμιοτυπική αθανασία των προσώπων που αγαπάμε για δύο ώρες κατά μόνας ή με συντροφιά. Η απεικόνιση της γραφής ως εξήγησης κλείνεται μέσα στην στατικότητα ενός βιβλίου, η κινηματογραφική αναπαράσταση ως Εικόνα είναι μία Κιβωτός εν πλω στον χρόνο. Δεν είναι το ίδιο το φαινόμενο αυτό καθ' αυτό του Θανάτου το θέμα, αυτό ούτως ή άλλως αρχίζει να υφίστανται από την στιγμή της γεννήσεώς μας αλλά η επώδυνη διαδικασία προς αυτόν, στις στιγμές της Σωματικής αρρώστιας, της μικρής μακρόσυρτης διαδρομής και ταλαιπωρίας της ανθρώπινης ύπαρξης είναι που έχει σημασία, μας αγχώνει και μας τρομάζει. Και όχι ίσως, το τελικό αποτέλεσμα η οριστική λύτρωση. Το πώς το ξορκίζει καθένας είναι μία καθαρά προσωπική υπόθεση που διαρκώς αναθεωρείται.

   Ακόμα σκοτεινό και αινιγματικό το παιχνίδι της Φύσης, ακατανόητο και δύσκολα ερμηνεύσιμο σε όλες του τις πολιτιστικές- πολιτισμικές παραμέτρους στην ιστορία της ανθρωπότητας όταν αποφάσισε να αποχωριστεί από τα ένστικτά της. Ο Άνθρωπος, μπορεί να ατενίζει με υπερηφάνεια ή κομπασμό τον Θάνατο, να υψώνει τείχη εγωπαθούς αθανασίας πίστης, αλλά την χορευτική του χορογραφία προς το πλησίασμά του με οδηγό τον ίδιο δεν την αντέχει, δεν μπορεί να την ανακόψει. Όσοι θνητοί έτυχε να παρευρίσκονται δίπλα σε ένα βαριά άρρωστο Σώμα που αργοσβήνει, αργοπεθαίνει, σιγολιώνει, θα ένιωσαν αυτό το ψυχρό και συνάμα θερμό ρίγος εντός τους, ακούγοντας αυτό το ακατανόητο παραλήρημα της φωνής ενός ετοιμοθάνατου, αυτό το ακαταλαβίστικο σιγομουρμούρισμα που παύει πια να «προφητεύει» την παλαιά επικράτειά της ζωής και την ιστορία της, να σημαίνει την ανάσα που βγαίνει και δεν βγαίνει από τα χείλη στην τελευταία προσπάθεια αφήγησης, αυτόν τον εσωτερικό σπαραγμό που χάνεται καθώς διαλύεται το μωσαϊκό της ζωής. Αυτήν την τελευταία αναλαμπή του βλέμματος των τελευταίων κινήσεων του καταφαγωμένου από την αρρώστια Σώματος πριν το πέρασμά του στην άλλη όχθη που τα πάντα αποκτούν την ομορφιά της τελειωτικής τους αμορφίας και διάλυσης. Στα εξόν συνετέθησαν στο κουκλοθέατρο αυτό που λέγεται Ζωή ή Τέχνη, Καλλιτεχνική Δημιουργία που ανοήτως το ανθρώπινο ον πιστεύει ότι ξορκίζει ή με τα εφόδιά της πολεμά τον Θάνατο. Διαβάζουμε και πάλι από τη «Ημερολόγιο της Ανιές» σελ. 44:

   «Παρ’ όλα ταύτα συνεχίζω την ζωγραφική, τη γλυπτική, το γράψιμο, το πιάνο. Άλλοτε πίστευα πώς κάνοντας κάτι το δημιουργικό επικοινωνούσα με τον κόσμο που με τριγύριζε. Ότι εγκατέλειπα την μοναξιά μου. Τώρα ξέρω πώς τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Σε τελευταία ανάλυση ή, τρόπος του λέγειν, καλλιτεχνική μου έκφραση δεν αποτελεί παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια ενάντια στο θάνατο. Κι όμως συνεχίζω. Κανείς άλλος εκτός από την Άννα δεν βλέπει αυτά που κάνω. Δεν ξέρω αν είναι άσκημα ή ωραία. Θα πρέπει να είναι άσκημα.

   Είδα τόσο λίγα πράγματα στη ζωή. Ποτέ δεν με ένοιαξε να ζήσω με τους ανθρώπους και την πραγματικότητά τους. Αναρωτιέμαι τελικά αν αυτή η πραγματικότητα είναι περισσότερο ευαίσθητη απ’ τη δική μου. Εννοώ την αρρώστια.»

  Σκέψεις και συλλογισμοί όχι μόνο καλλιτεχνών αλλά ανθρώπων που εξακολουθούν να παίρνουν τη Ζωή στα σοβαρά όπως και την Καλλιτεχνική δημιουργία.

   Χωρίς υψηλούς τόνους ανθρώπινων φωνών, κραυγαλέους, προσωπικούς άμετρους αναστεναγμούς, με χειρονομίες υψηλών θερμοκρασιακών αντοχών, κάδρα δυστυχίας  έξω ανθρώπινων στιγμιότυπων, συναισθήματα που ξεχειλίζουν από παντού πικρία, θλίψη, αγωνία αλλά και χαμηλόφωνα μουρμουρητά, σιγαλόφωνους ήχους πόνου και απελπισίας, ψιθυρισμούς αδυναμίας εσωτερικών τρανταγμάτων συναισθηματικών αισθήσεων, βραχνά γουργουρητά επιθανάτιας ζωής, βαριές ανάσες γυναικών ένστικτα χαμένα. Απογυμνωμένοι γυναικείοι χαρακτήρες, ελπίδες υποστηρικτικές, ενσωματώνοντας ατομικές του οικογενειακές εμπειρίες και παιδικά, εφηβικά βιώματα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν φιλοτεχνεί μέσω της Έβδομης Τέχνης το όντως φοβερό θέμα και μυστήριο του Θανάτου με οτιδήποτε συνεπάγεται για το ίδιο το άτομο που φεύγει και τους γύρω του παρευρισκόμενους, τον χώρο. Άντρες, γυναίκες, μνήμες, παραστάσεις, ένας γιατρός κρυφός εραστής, ένας πάστορας που παραδέχεται ότι η ετοιμοθάνατη Ανιές έχει μεγαλύτερη πίστη από τον ίδιο. Κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας ταινία δωματίου.

Χρόνος δράσης των προσώπων αρχές του αιώνα, τόπος,-όπως συνήθως αρέσει στον Σουηδό σκηνοθέτη η οικογενειακή εξοχική κατοικία. Οι οδηγίες σαφείς όπως διαβάζουμε στο μεταφρασμένο σενάριο, το γύρισμα έχει τελειώσει μέσα σε 40 ημέρες.

Στο οικογενειακό σπίτι διαμένει η Ανιές που το σπίτι της ανήκει με την καμαριέρα της, την ψυχοκόρη της την Άννα στενά δεμένες από παλιά που την φροντίζει υπομονετικά και στοργικά. Η Ανιές είναι βαριά άρρωστη, ετοιμοθάνατη, η υγεία της μέρα με την μέρα επιδεινώνεται κάτι που κάνει τις άλλες δύο αδερφές της την Κάριν δύο χρόνια μεγαλύτερη παντρεμένη και μητέρα πέντε παιδιών και την Μαρία η μικρότερη από τις τρείς αδερφές καλοπαντρεμένη και μητέρα ενός κοριτσιού να την επισκεφτούν, να της συμπαρασταθούν, να μοιραστούν λίγες στιγμές από την τελευταία δοκιμασία της πριν φύγει για το αιώνιο ταξίδι. Ένα γυναικείο «κουαρτέτο» μπροστά στην διαδικασία του Θανάτου, της καλπάζουσας αρρώστιας που οδηγεί σε αυτόν. Η κινηματογραφική κάμερα περισκοπεί και μας δείχνει πώς το εσωτερικεύουν και το εκλαμβάνουν η κάθε μία ξεχωριστά από τις τέσσερεις αυτές γυναικείες φιγούρες ηρωίδες πρωταγωνίστριες της ταινίας και τα δύο δορυφόρα αντρικά πρόσωπα σύζυγοι των δύο γυναικών. Ο Φρέντερικ και ο Ιωακείμ, υπάρχουν και άλλα δύο ακόμα, ο ιατρός και ο πάστορας. Πώς λοιπόν ενσωματώνουν στην ατομική τους ξεχωριστή ψυχολογία και αντιδράσεις, ιδιοσυγκρασίας της συνείδησής τους και της προσωπικότητάς τους της ατομικής τους ιστορίας αυτές οι γυναικείες μορφές, αυτός είναι ο κινηματογραφικός καμβάς και το στόρι της ταινίας.

   «Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς με λέξεις ή με εικόνες τον πόνο και τον θάνατο» μας εξομολογείται ο Σουηδός σκηνοθέτης σελίδα 19 του σεναρίου του. Και συνεχίζει: «Τα δύο αυτά πράγματα όταν παίζονται ή αναπαριστάνονται ξεπέφτουν εύκολα στο άσεμνο, το ανάρμοστο, δηλαδή το χυδαίο. Αν’ παρ’ όλα τούτα προσπαθούμε εδώ να περιγράψουμε με προσοχή, τις τελευταίες στιγμές, το θάνατο και την οδύνη, δεν το κάνουμε ούτε από περιέργεια, ούτε για την απόλαυση να φοβερίσουμε το κοινό και τους εαυτούς μας. Το κάνουμε μόνο και μόνο για να υπάρχει μια στέρεη και διαρκής βάση που πάνω της θα μπορέσουμε να εξελίξουμε το θέμα μας.»

    Σαφείς οι θέσεις και οδηγίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Εδώ παρενθετικά να γράψω ότι υπάρχει μία των ημερών μας σύγχρονη συγκλονιστική και σπαρακτική περιγραφή της ανθρώπινης απώλειας ενός άρρωστου ατόμου, του συντρόφου και στενού φίλου-εραστή του πειραιώτη πανεπιστημιακού και στοχαστή συγγραφέα Βρασίδα Καραλή. Αναφερόμαστε στο εξομολογητικό βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ», σε μετάφραση Κατερίνας Σχινά που όταν κυκλοφόρησε έκανε τρομερή αίσθηση. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάζεται σε Σχολεία ως υπόδειγμα ζωής αληθινής αυτοθυσίας και ανθρωπιάς μνήμης. Πλέριας Συντροφικότητας.

   Η αυστηρή και πειθαρχημένη και απόλυτη στις αντιδράσεις της Κάριν που εχθρεύεται, μισεί τον πατέρα των παιδιών της, είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της και βλέπει τον γάμο της να έχει καταστραφεί. Η γλυκιά και όμορφη κοκέτα και φιλάρεσκη Μαρία η μικρότερη. Μια άγευστη των εμπειριών του Κόσμου που μόνος της «πόθος είναι να αρέσει» προσπαθεί να δώσει αγάπη στην ετοιμοθάνατη αδερφή της αλλά δεν αντέχει να αγγίξει το σώμα της άρρωστης, την επαφή μαζί του. Τέλος η στοργική και υπομονετική, ολιγομίλητη, η Άννα, τριάντα περίπου χρονών που με υπομονή και καρτερία συμπαραστέκεται στην Άνιές. «Μια σιωπηλή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δυό μοναχικές γυναίκες» Μας λέει ο Μπέργκμαν. Κοινή συνιστώσα, η αγωνία, το άγχος, η απελπισία, η ανυπόφορη κατάσταση της αρρώστιας, το πένθος, η απελπισία που απολήγουν τελικά στον Θάνατο. Αλλά και οι μικροσυμφεροντολογισμοί των αδερφών και των συζύγων τους μετά τον θάνατο της Ανιές που, εντελώς άκαρδα και άσπλαχνα θέλουν να διώξουν από το σπίτι την καμαριέρα που φρόντιζε την αδερφή τους και νύφη τους. Η Άννα αποδέχεται στωικά την σκληρή απόφαση και μετά την απώλεια της Ανιές λαμβάνει μία οικονομική βοήθεια και αποχωρεί. Οικογενειακές εικόνες και συμβάντα μεταξύ συγγενών χθεσινά, σημερινά, αυριανά, αιώνια.

  «Κραυγές και Ψίθυροι» ένα έργο υποβλητικό, ατμοσφαιρικό, συγκλονιστικό συγκινητικό, ανθρώπινων διαστάσεων και συνάμα θεατρικών παραμέτρων με ωραία ντεκόρ, φωτισμοί, εκφραστικότητα στις ερμηνείες των ηθοποιών. Σαν σύνολο. Ένα ψυχολογικό δράμα βαθειά ανθρώπινο με έντονες υπαρξιακές κορυφώσεις και δραματουργικών ατομικών σκηνών πινελιές σαν και αυτά που ξέρει να γυρίζει ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δημιουργώντας δημιουργικές συζητήσεις γύρω από τις ταινίες του και το όνομά του. Ένας άνεμος συγκλονιστικής ανθρώπινης ζεστασιάς φυσάει σε αυτό το βαθύτατα κοινωνικό δράμα μέσα στην παγερή ατμόσφαιρα της αρρώστιας και του επερχόμενου θανάτου, την κυνική συμπεριφορά των ζωντανών που, συνεχίζουν την ζωή τους σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Απελπισία για το φαινόμενο εξέλιξης της ζωής ή για το φαινόμενο του θανάτου; Το έργο στηρίζεται σε ένα καλογραμμένο και προσεκτικά σχεδιασμένο σενάριο με αρκετές στιγμές κορυφώσεων και καταβυθίσεις, πλάνα συγκινητικά, οργανωμένο αφηγηματικό στόρι δίχως κοιλιά, χωρίς φιλολογικές ή θρησκευτικές ρητορικότητες και ακαταλαβίστικες κλισέ ψυχιατρικές αναγωγές και διατυπώσεις που θα δυσκόλευαν την κατανόησή του από τον θεατή. Απουσιάζουν οι μεταφυσικές φιοριτούρες και θεολογικές τυποποιημένες προθέσεις, άνοστα κλισέ για ελπίδα και ευχών υποσχέσεις. Φυσικά, παραμένουν σταθερές οι προσωπογραφίες των συμμετεχόντων, η παρουσία ενός πάστορα, η διαφορά ηλικίας μεταξύ των συζύγων, η θηλυκή φιλαρέσκεια, το άγχος του θανάτου, η γυναικεία αλληλεγγύη και συντροφικότητα αλλά και «έχθρα» μεταξύ των οικογενειακών μελών. Μοτίβα κοινά και σε άλλες του ταινίες και φυσικά το θεατρικό γύρισμα, αυτή η κλειστοφοβική αίσθηση μια αίσθηση φθοράς προσώπων, σωμάτων, συνειδήσεων, τόπου και χρόνου πεπερασμένου. Άρτια η δομή της ταινίας, η διαλεκτική της φόρμας της σκηνοθετικής της αναπαράστασης, των υπαρξιακών των ηρώων μεταθέσεων των διαφορετικών χαρακτήρων των πρωταγωνιστών, όπως το βλέμμα του σκηνοθέτη τους συλλαμβάνει όλους στις πιο κρίσιμες και δραματικές εξομολογήσεις τους, στις στιγμές κοινής εξιστόρησης της αλήθειας τους-ποιάς αλήθειας άραγε των ζωντανών ή της ετοιμοθάνατης- είτε μέσω της γλώσσας είτε μέσω των σωματικών τους επαφών και χειρονομιών, εικόνες που παραπέμπουν σε αρχέγονες μητριαρχικές των κοινωνιών «θρησκευτικές» παραστάσεις και μνήμες. Αρχέγονα σύμβολα εντυπωμένα στο κοινό των κοινωνιών υποσυνείδητο, παραστάσεις που πολλά σημαίνουν ακόμα στις μητριαρχικές κατά βάθος θρησκευτικές ή λαϊκές κοινωνίες μας. Μικρές κινηματογραφικές τοιχογραφίες δηλώσεων των κρυφών μας συναισθημάτων, των δύσκολων συνυπάρξεών μας, ακόμα και της συστέγασης με τα αγαπημένα μας πρόσωπα στην κοινή πατρογονική μας εστία. Ένα υποδόριο θρησκευτικό κλίμα ως αίσθηση μεταιχμίου ζωής και θανάτου απλώνεται στα δωμάτια. Η θηλυκή επικράτεια και πάλι παρούσα σε σχέση με την αντρική όπως συμβαίνει στις ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Και φέρνουμε στο νου ένα άλλο πλάνο διαφορετικής προβληματικής την μεγάλη αφίσα ως ντεκόρ με την μόνη αντρική αποτυπωμένη παρουσία στην ταινία του γερμανού σκηνοθέτη Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Την θυμάστε!!! Τα «Πικρά δάκρυα της Πέτερ φον Μπράουν».

   Ζωντανοί αν και βαρεία ταλαιπωρημένοι και ψυχικά κουρασμένοι και διαλυμένοι οι χαρακτήρες των ηρωίδων του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με αχαρτογράφητες σκιές συνείδησης που μας αποκαλύπτονται κομμάτι- κομμάτι, πλάνο το πλάνο μέσα από μικρές κινήσεις τους αλλά έντονης κλίμακας δραματικών τόνων, άγχους, εσωτερικών δακρύων, χαμηλών εκρήξεων συμπεριφορών πόνου και θλίψης. Η ατμόσφαιρα αλλάζει μεταξύ της κουβέντας των δύο γιομάτων υγεία αδερφάδων και μεταξύ των δύο αντρών τους. Ο γιατρός αποφάνθηκε για την μοίρα της Ανιές, ο Πάστορας διαβάζει προσευχές νεκρώσιμες από την Βίβλο όμως το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο όπως το θέλησε η Φυσική Μοίρα. Στην όγδοη ενότητα του Σεναρίου «Το Ημερολόγιο της Ανιές, μας εξομολογείται σελίδα. 28:

«Έχω συχνά αυτή την επιθυμία να κρύβω το πρόσωπο μέσα στα χέρια μου και να μείνω έτσι για πάντα.

   Τί θ’ απογίνω εγώ κι η μοναξιά μου; Ατέλειωτες οι μέρες, σιωπηλά τ’ απογεύματα, κι οι νύχτες δίχως ύπνο. Τί θα κάνω τον καιρό που ξεδιπλώνει τα φτερά του πάνω μου;

   Κρύβομαι στην απελπισία μέσα και την αφήνω να με φθείρει. Κατάλαβα πώς όταν αγωνίζομαι να της ξεφύγω, είτε να την κρατήσω μακρυά, τα πράγματα γίνονται δυσκολώτερα. Είναι προτιμότερο ν’ ανοίγεται κανείς, να δέχεται ό,τι τον βασανίζει, κι ότι τον πονά δίχως να κλείνει τα μάτια, είτε να φεύγει, όπως έκανα άλλοτε.».

    Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν με τα λόγια αυτά ξεγυμνώνει το άγχος της δικής του ψυχής και περιπέτειας ζωής. Ενώ για μία ακόμη φορά μας αποκαλύπτεται αυτή η αμφιθυμία της πίστης του απιστίας, της ταλανιζόμενης βεβαιότητας και αμφιβολίας, της διαρκής ικεσίας του για λύτρωση μέσω των βασάνων και των ταλαιπωριών της ζωής των ανθρώπων, μιάς χριστιανικής αντίληψης. Ο Πάστορας γονατίζει και προσεύχεται μπροστά στην Ανιές λέγοντας της, μέσω της επίκλησης στον παραδοσιακό Θεό της κοινής τους πίστης:

   «Αν είναι αλήθεια ότι μάζεψες τον κάθε πόνο μας στο φτωχό σου το κορμί, κι ότι τους έφερες όλους στο θάνατο, αν συναντήσει το Θεό εκεί ψηλά στο άλλο βασίλειο, αν γυρίσει το βλέμμα του σε σένα, αν μπορέσεις να του μιλήσεις σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει, αν μπορέσεις να μιλήσεις σ’ αυτόν το Θεό, αν μπορέσεις …. Τότε παρακάλεσε για μας. Ανιές αγαπημένο μου μικρό παιδάκι, άκουσε τώρα τι σου λέω. Προσευχήσου για μας που μένουμε σε γη βρώμικη και σκοτεινή, κάτω από έναν ουρανό σκληρό και άδειο. Απόθεσε το φορτίο της οδύνης στα πόδια του Θεού και παρακάλεσέ τον να μας συγχωρέσει. Παρακάλεσέ τον να μας ελευθερώσει από το άγχος, την απόγνωση και τη βαθιά αμφιβολία όπου βρισκόμαστε. Παρακάλεσέ τον να δώσει ένα νόημα στις ζωές μας, Ανιές, εσύ που τόσο υπέφερες πρέπει νάσαι άξια να του μιλήσεις για μας.

    Ταραγμένος ο πάστορας σηκώνεται. Κυττάζει γύρω του αμήχανα με κάποιο χαμόγελο θλίψης. Αισθάνεται πώς πρέπει να δώσει μερικές εξηγήσεις…» σελίδα 30

    Μια συγγενική κινηματογραφική θεώρηση κατάστασης όπως έχουμε στην ταινία του Δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιεφ. Από την άλλη, η εμμονή του στην παρουσία του Θεού και όχι στα λογικά επιχειρήματα της απουσίας και απιστίας του φαίνεται σε μία ακόμη ταινία που πρόβαλλε πριν λίγες μέρες το Κανάλι της Βουλής, το γνωστό χρωματικής και ενδυματολογικής πανδαισίας αριστούργημα «Φάννυ και Αλέξανδρος». Στην εκπληκτικής εικαστικής ομορφιάς οικογενειακό του Ονειρόδραμα υπάρχουν- εμφανίζονται δύο πρόσωπα. Το ένα είναι ο Ισμαήλ κλεισμένος μέσα στο υπόγειο ενός κουκλόσπιτου που είναι ο ίδιος ο μικρός Αλέξανδρος και η φυλακισμένη ψυχή του. Η άλλη παρουσία είναι η στιγμιαία εμφάνιση σε ένα και μοναδικό πλάνο του αυταρχικού και αυστηρού επισκόπου πάστορα που έχει παντρευτεί σε δεύτερο γάμο την μητέρα των μικρών παιδιών. Ενώ βρίσκεται χάμω ο μικρός Αλέξανδρος ξαφνικά εμφανίζεται από το πουθενά ο πάστορας πατριός του δίνει μία σφαλιάρα και του λέει αυτά τα συνταρακτικά λόγια και χάνεται. «Μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από μένα». Είναι η παρουσία του Θεού-πατέρα δυνάστη, κυρίαρχου αφέντη που αν και έχει πεθάνει έπειτα από την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο σπίτι του, εξακολουθεί να βασανίζει την ψυχή του μικρού Αλέξανδρου. Σε αυτές τις δύο ταινίες βλέπουμε την συνέχεια της προβληματικής του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που διαπραγματεύτηκε στην Τριλογία της Σιωπής και ιδιαίτερα στην Τρίτη ταινία του την «Σιωπή». Ο βραχνάς όμως της παρουσίας και της δυναστείας του Θεού της Βίβλου εξακολουθεί να βασανίζει και να απασχολεί τον Σουηδό σκηνοθέτη. Τώρα που βιολογικά έχει φύγει από κοντά μας θα γνωρίζει σε τι γλώσσα να μιλήσει στο Θεϊκό είδωλο που τον ταλαιπώρησε σε όλον του τον επίγειο βίο. Η αμφιβολία και η άρνηση της ύπαρξής του έμεινε σε εμάς τους θεατές των ταινιών του.

Προσεκτικά τα σκηνοθετικά βήματα και στην παραμικρή λεπτομέρεια με ακρίβεια αρχιτεκτονημένο στο γύρισμά του το έργο, στην αποκάλυψη της «σχετικότητας» της εσωτερικής ατομικής αλήθειας των ηρωίδων και της ψυχολογίας τους. Κάθε μίας θηλυκής φιγούρας ξεχωριστά στην αντιμετώπιση και διαχείριση της αρρώστιας και του Θανάτου. Ένα ακόμα γυναικοκρατούμενο φιλμ του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν που δημιούργησε σωρεία σχολιασμών και προσεγγίσεων όταν προβλήθηκε το 1972 στους κινηματογράφους και άνοιξε συζητήσεις επί συζητήσεων με θετικό και αρνητικό πρόσημο από κοινό και κριτικούς.

«Κραυγές και Ψίθυροι» ένα ακόμα έργο σταθμός στην πλούσια κινηματογραφική παραγωγή του Σουηδού σκηνοθέτη. Το είχαμε παρακολουθήσει για πρώτη φορά στον Κινηματογράφο «ΈΛΛΗ» στην Αθήνα 6/10/1982 μαζί με εφηβικό φίλο συγγραφέα και πανεπιστημιακό, κριτικό της λογοτεχνίας από την περιοχή της Αγίας Σοφίας που ασχολήθηκε στις μελέτες του με την Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου τον Βρασίδα Καραλή. Έκτοτε, και τα τρία κανάλια της δημόσιας τηλεόρασης ΕΡΤ-1,2,3 (31/10/1990, 14 ή 18(;)/11/1998, 4/7/1999 και 15/10/2000 στην ΕΡΤ-3) επαναπρόβαλαν την βραβευμένη αυτή ταινία. Αν η μνήμη δεν με απατά την ίδια περίοδο προβλήθηκε και ένα ντοκιμαντέρ- πορτραίτο του Μπέργκμαν της Αγγλικής τηλεόρασης σε συνεργασία με την Σουηδική όπως οι ελάχιστες τότε σημειώσεις μου δείχνουν. Σκηνοθέτης ήταν ο Μάικλ Γουιντερμπότομ και μιλούσαν όλοι οι συνεργάτες, ηθοποιοί και τεχνικοί του μεγάλου σκηνοθέτη. Πρωταγωνιστές της ταινίας «Κραυγές και Ψίθυροι» ήσαν οι σταθεροί συνεργάτες και συνεργάτιδες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Η Ίνγκριντ Τούλιμ, η Λιβ Ούλμαν, η Κάρι Σίλβα, η Χάριετ Άντερσον, ο Έρλαντ Γιόζεφσον, ο Άντερς Έκ. Ξεσηκώνουμε από το Πρόγραμμα:

   «Για να συμπαρασταθούν στην άρρωστη αδερφή της, την Αγνή, που βρίσκεται πιά κοντά στο θάνατο, δυό αδερφές, η Κάριν και η Μαρία, επιστρέφουν στο πατρικό τους σπίτι, μιάν έπαυλη στην εξοχή, που εγκατέλειψαν πρίν χρόνια το γάμο τους.

   Στις στιγμές της κρίσεως, η Κάριν και η Μαρία θα δειλιάσουν, θα φοβηθούν και θα χρειασθή πολύς αγώνας και πολλά δάκρυα για να ξεθωριάσουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, για να ξανακερδίσουν έστω και προσωρινά την αγνότητα των παιδικών…».

«ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ», μια συγκλονιστική ταινία που θα μπορούσαμε να την εντάξουμε στο ατμοσφαιρικό υπαρξιακό κλίμα της ταινίας του «Σιωπή»-του τελευταίου μέρους της περίφημης Τριλογίας του- σαν μία «συνέχεια» της προβληματικής της, εξέλιξής της με έξοχες ερμηνείες όπως πιο πάνω αναφέραμε. Μια ταινία που φέρνει στην επιφάνεια ψυχικούς τραυματισμούς, ανομολόγητες της ανθρώπινης ύπαρξης προγενέστερες αρνητικές καταστάσεις, συνειδητοποιήσεις μιας άλλης εσωτερικής των ηρώων πραγματικότητας. Υποβλητικές εικόνες και ωραία στυλιζαρισμένα πλάνα, κάδρα και ύφος ομοιογενές εξαιρετικής τρυφερότητας και συγκίνησης. Ρεαλιστική ατμόσφαιρα και μία κινηματογραφική διαλεκτική και σύνθεση ηρωϊδων- πρωταγωνιστριών, με υπέροχο κλίμα και πολύ καλή φωτογραφία, που είναι κατά γενική ομολογία των κριτικών κινηματογράφου ένα από τα αριστουργήματα του Σουηδικού σκηνοθέτη και του παγκόσμιου σινεμά.

    Πληροφορίες για την ταινία μπορεί κανείς να διαβάσει στις εφημερίδες «Η Καθημερινή» 28/10/1990, στα «Τα Νέα» Τετάρτη 31/10/1990, στο περιοδικό «Διπλό Τηλέραμα» 31/10/1990. Στην εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» 14/11/1998, την «Ελευθεροτυπία» της 16/11/1998, στο «Βήμα» της 18/11/1998 και 4/7/1999 (Cries and whispers), στον «Ριζοσπάστη» της 15/10/2000  στο περιοδ. «Ραδιοτηλεόραση» τχ. 1753/ 20-9-2003.

    Στην Αθήνα το 1976 από το τυπογραφείο του Λουκά Γιοβάνη, Θεμιστοκλέους 80 στο κέντρο της πρωτεύουσας, κυκλοφόρησε ένα μικρό βιβλιαράκι, μόλις τρία δεκαεξασέλιδα, δηλαδή 48 σελίδες διαστάσεων 14Χ21 cm. Το βιβλίο έγραφε INGMAR BERGMAN, ΚΡΑΥΓΕΣ ΚΑΙ ΨΙΘΥΡΟΙ. Φάρο Πέμπτη 3 Ιουνίου 1971. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 1976. Τίτλος πρωτοτύπου: VISKNINGAR OCH POR. Η μάλλον «λαθρόβια» αυτή έκδοση που στάθηκα τυχερός να την διαβάσω στην αγάπη μου για το Σινεμά του Μπέργκμαν περιλαμβάνει:

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Ακούστε με για λίγο, σελίδα 5

ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, Θα κάνουμε μιά ταινία μαζί, σελ. 6-7

     Αγαπητοί φίλοι

Να που θα κάνουμε και πάλι μια ταινία μαζί. Θα ‘ναι όμως διαφορετική απ’ ότι φτειάνουμε ως τώρα. Γι’ αυτό και το χειρόγραφο θα έχει επίσης άλλη όψη. Θα προσπαθήσουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το μέσο έκφρασης και τις δυνατότητές του, μ’ έναν τρόπο αρκετά πολύπλοκο. Γι’ αυτό και θα πρέπει να σας εξηγήσω πιο αναλυτικά από κάθε άλλη φορά τι προσπαθώ να εκφράσω. Ύστερα θα σκεφτούμε όλοι μαζί με ποιόν τρόπο θα μπορέσουμε κινηματογραφικά και τεχνικά να δώσουμε μια μορφή στα διάφορα προβλήματά μας.

   Αυτή η ιδέα γυρίζει αδιάκοπα μεσ’ το μυαλό μου, μα δεν παρουσιάζεται σαν ένα σύνολο συγκεκριμένο, τελειωμένο.

    Μοιάζει μάλλον με χειρόγραφο γοργό και σκοτεινό: πρόσωπα, κινήσεις, φωνές, χειρονομίες, κραυγές, ίσκιοι και φώς, ατμόσφαιρες και όνειρα, τίποτα το συγκεκριμένο, τίποτα το αληθινά χειροπιαστό εκτός από το στιγμιαίο. Με δυό λόγια: εντυπώσεις μονάχα. Ένα όνειρο, μια νοσταλγία, μια ελπίδα ίσως, κάποιος φόβος όπου το φοβερό ποτέ δεν εκφράζεται…

   Θα μπορούσα να συνεχίσω ώρες και ώρες περιγράφοντας τόνους και χρωματισμούς μα δεν θα προχωρούσαμε. Καλύτερα νομίζω είναι ν’ αρχίσουμε αμέσως.

   Η δράση εκτυλίσσεται στις αρχές του αιώνα. Γυναίκες με φορέματα κομψά, ακριβά, που τις κρύβουν και παράλληλα τις προβάλλουν. Τα εσωτερικά του σπιτιού πρέπει να ‘ναι τέτοια ώστε να προσφέρουν τη φωτεινότητα που επιθυμούμε να ‘χουμε: Αυγές που να μην μοιάζουνε με δειλινά. Απαλές ανταύγειες ενός ξύλου. Ένα φώς μυστηριακό και θαμπό ημερών που χιονίζει. Το αργό σβύσιμο μιας λάμπας πετρελαίου. Η τρυφεράδα ηλιόλουστων ημερών του φθινοπώρου. Ένα κερί χαμένο στα σκοτάδια της νύχτας και όλοι οι ίσκιοι να σαλεύουν ξαφνικά όταν κάποια μορφή διασχίσει τις μεγάλες κάμαρες φορώντας τη φαρδειά της ρόμπα.

    Ταυτόχρονα όμως είναι σημαντικό πολύ το ντεκόρ να μην υποβάλλεται. Πρέπει να προσαρμόζεται, να πλαισιώνει, να ‘ναι παρόν και διακριτικό, υποβλητικό δίχως να τραβά την προσοχή.

   Θα υπάρξει ωστόσο μία ιδιομορφία: όλα τα εσωτερικά θα είναι κόκκινα, με διαφορά στις αποχρώσεις. Μη με ρωτήσετε γιατί’ δεν ξέρω να σας απαντήσω. Αναζήτησα κι ο ίδιος τον λόγο και οι εξηγήσεις που βρήκα ήτανε η μία πιο κωμική από την άλλη. Η μοναδική ερμηνεία που στέκεται ίσως είναι, ότι αυτό το χρώμα αφορά κάτι το εσωτερικό. Από μικρός φανταζόμουν πάντα την ψυχή σα μιά υγρή μεμβράνη με κόκκινες αποχρώσεις.

   Τα έπιπλα, οι διακοσμήσεις, και τα λοιπά αντικείμενα έστω κι αν πρέπει να είναι απόλυτα συγκεκριμένα, θα τα βρούμε με τη φαντασία μας, στο μέτρο φυσικά που προσαρμόζονται στις επιδιώξεις μας. Όπως στα όνειρα: υπάρχει κάτι ακριβώς γιατί το επιθυμούμε, ή γιατί το ‘χουμε ανάγκη μια δεδομένη ώρα.

   Το δράμα έχει τέσσερεις ηρωϊδες. Τέσσερεις γυναίκες. Θα σας τις παρουσιάσω με δύο λέξεις.

ΑΝΙΕΣ, σελ. 9

   Είναι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού και μένει εδώ από το θάνατο των γονιών της. Δεν σκέφτηκε ποτέ να το εγκαταλείψει. Σ’ αυτό γεννήθηκε κι αποτελεί ένα μέρος του.

   Άφησε τη ζωή της να κυλήσει ήρεμα και ανεπαίσθητα δίχως σκοπό, δίχως επιθυμία να την αλλάξει. Έχει αόριστες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, ζωγραφίζει λίγο, παίζει πιάνο, όλα μ’ έναν τρόπο ελαφρά παθητικό. Κανένας άντρας δεν μπήκε στη ζωή της. Για κείνη ο έρωτας έμεινε ένα μυστικό κρυμμένο μ’ επιμέλεια που ποτέ δεν της αποκαλύφθηκε. Υποφέρει από μιά θανάσιμη αρρώστια και περνά τις πιο πολλές ώρες της ημέρας στο κρεββάτι. Είναι αυτό το μεγάλο κρεββάτι των γονιών της μεσ’ την παλιά κρεβατοκάμαρα, όμορφη, ωστόσο παραφορτωμένη.

   Δεν παραπονιέται διόλου και δε βρίσκει πώς ο θεός είναι σκληρός. Μέσα απ’ τις προσευχές της απευθύνεται στο Χριστό ταπεινές παρακλείσεις.

 

ΚΑΡΙΝ,  σελ.11

   Δύο χρόνια μεγαλύτερη, παντρεύτηκε έναν άντρα πλούσιο κι εγκαταστάθηκε σε μιάν άλλη περιοχή. Γρήγορα κατάλαβε πώς ο γάμος της ήτανε μια αποτυχία. Ο σύζυγος αυτός- είκοσι χρόνια πιο μεγάλος από κείνη- δεν της εμπνέει παρά αηδία σωματική και ψυχική. Είναι μητέρα πέντε παιδιών, όμως αυτό δεν φαίνεται να την αγγίζει μήτε κι η θλίψη του αποτυχημένου γάμου της. Δείχνει πάντοτε αλαζονική και απλησίαστη αφήνοντας μια αίσθηση δυσκολίας στην επαφή. Αν και η πίστη της στο γάμο μοιάζει ακράδαντη, ο επιφανειακός τούτος αυτοέλεγχος κρύβει ένα μίσος ανέκφραστο για τον άντρα της και μια μνησικακία αιώνια για τη ζωή.

   Η οδύνη και η απελπισία δεν εκφράζονται παρά μονάχα μέσα από όνειρα που κατά διαστήματα τη βασανίζουν.

  Παρ’ όλη όμως αυτή τη συγκρατημένη λύσσα, παρουσιάζεται ανοιχτή σε εξομολογήσεις, τρυφερότητα και επιθυμία επαφής. Το κεφάλαιο όμως τούτο μένει συνήθως κλειστό και αχρησιμοποίητο.

ΜΑΡΙΑ, σελ. 13

   Είναι η μικρότερη από τις αδερφές. Πλούσια επίσης και καλοπαντρεμένη με έναν άντρα όμορφο κι ευχάριστο από ψηλή κοινωνική τάξη. Έχει ένα κοριτσάκι πέντε χρόνων. Κι η ίδια είναι ένα παραχαϊδεμένο παιδί, γλυκό και χαμογελαστό, με μιά περιέργεια κι έναν αισθησιασμό.

   Δίνει μεγάλη σημασία στην ίδια της την ομορφιά καθώς και στην απόλαυση που μπορεί να της προσφέρει το κορμί της. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τον κόσμο που την τριγυρίζει, αρκείται στον εαυτό της και ποτέ δεν προβληματίζεται πάνω σε ηθικούς φραγμούς δικούς της ή των άλλων. Ο μόνος πόθος της είναι ν’ αρέσει.

ΑΝΝΑ, σελ.15

   Είναι η καμαριέρα του σπιτιού. Τριάντα χρονών περίπου. Όταν ήταν πολύ νέα είχε μια κόρη και η Ανιές τις φρόντιζε αυτήν και το παιδί της. Τούτο γέννησε ένα σύνδεσμο ανάμεσα στην Άννα και την Ανιές. Μια σιωπηρή φιλία που ωστόσο ποτέ δεν εκφράστηκε ένωσε αυτές τις δύο μοναχικές γυναίκες.

   Το παιδί πέθανε στα τρία του χρόνια, αλλά ο σύνδεσμος της Ανιές με την Άννα διατηρήθηκε.

   Η Άννα μένει σιωπηλή και μακρυνή σαν αγρίμι, πλησιάζεται δύσκολα. Παρ’ όλα αυτά είναι πάντα παρούσα, βλέπει, κατασκοπεύει, ακούει. Το κάθε τι πάνω της μοιάζει βαρύ. Το σώμα της, το πρόσωπό της, το κύτταγμα, το στόμα της.

   Όμως δε λέει τίποτα. Μπορεί ακόμα και να μη σκέφτεται τίποτα.

συνοδεύονται με 4 σκίτσα της μεταφράστριας.

  Ακολουθούν 15 Σεναριακές ενότητες αριθμημένες με αριθμούς 1,2,3, 4 -ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 5-ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ. 6,7, 8-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. 10, 11,12, 13-ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ και τέλος 15- ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΙΕΣ. Εδώ προφανώς υπάρχει κάποιο τυπογραφικό λάθος μια και λείπει το νούμερο 14. Όπως και νάχει η παλαιά αγάπη της μεταφράστριας και εικονογράφου Ελεωνόρας Σταθοπούλου μας πρόσφερε την ευκαιρία να διαβάσουμε ένα ακόμα από τα εκπληκτικά σενάρια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, να τον εντάξουμε στους Σουηδούς συγγραφείς και να απολαύσουμε την ταινία.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Αυγούστου 2026
       

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)

 

ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ, ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ, ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ…

του ΧΡΗΣΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Οι Επιφυλλίδες του «ΒΗΜΑΤΟΣ» 26/1/1974,

Σελίδες 1-2

   Τρία γεγονότα των τελευταίων ημερών, άσχετα μεταξύ τους και από χώρους ζωής φαινομενικά εντελώς διαφορετικούς, βρήκαν μέσα μου ένα παράδοξο συνταίριασμα, που μόνο η «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος, μπορεί να το δικαιολογήση. Θα προσπαθήσω να προσδιορίσω αυτή την υποκειμενική μου θεώρηση, μήπως και αποδειχθή κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

   Τα τρία ετερόκλητα γεγονότα είναι μιά έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα, η τελευταία ταινία του Μπέργκμαν και οι πρόσφατες μεταβολές στην εκκλησιαστική διοίκηση. Δεν είμαι ειδικός για κανένα από τους χώρους όπου ανήκουν αυτά τα τρία περιστατικά γεγονότα- δεν έχω ούτε την πρόθεση ούτε και τις γνώσεις να κάνω τον τεχνοκρίτη ή τον κριτικό του κινηματογράφου ή και τον ειδήμονα σε ζητήματα Κανονικού Δικαίου. Τα όριά μου εξαντλούνται στην «αυθαιρεσία» του προσωπικού βιώματος.

    Ένας ζωγράφος του τόπου μας, από τους πιό «ιθαγενείς», ο Γιώργος Μανουσάκης, παρουσιάζει την πρόσφατη δουλειά του σε μιάν αίθουσα εκθέσεων της Αθήνας. Όσοι γνωρίζουν την ποιότητα του ανθρώπου, πρέπει να καταλαβαίνουν ότι η έκθεσή του δεν είναι τυχαίο στίγμα της πορείας του τόπου μας. Και ο Μανουσάκης εμφανίζεται, με αυτή την έκθεση, να αλλάζη πορεία- υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του και στα τωρινά. Θα προσπαθήσω να πω τη διαφορά με τη δική του γλώσσα, κι’ άς μη με κρίνουν αυστηρά οι ειδικοί.

   Παληότερα ο Μανουσάκης ζωγράφιζε τοπία, νεοκλασικά χτίσματα, κάτι καφενεία ή μικρομάγαζα, κάτι μαντρότοιχους- λιθοδομές- αυτά είχα δη. Και σε κάθε πίνακά του έβλεπα τότε μιάν ενότητα ή, καλύτερα, την καθολικότητα που έχει η ζωή και ο κόσμος σε κάθε ξεχωριστή λεπτομέρεια, όταν ο άνθρωπος την προσεγγίζη για να την σπουδάση ταπεινά. Ένα καφενείο στα Μεσόγεια ή ένα μπαλκόνι με γλάστρες ήταν ολόκληρη η ζωή μας κοιταγμένη με αγάπη, έτσι όπως την πλησιάζει η καρδιά του ανθρώπου δίχως τις απαιτήσεις ή τα κριτήρια του νου. Η πιό «άσκημη» γωνιά της Αθήνας μπορούσε να μεταμορφωθή από τα χρώματα του Μανουσάκη σε συγκλονιστική μαρτυρία αλήθειας, δηλαδή εκείνης της ομορφιάς που αποκαλύπτει ο κόσμος, όταν τον προσεγγίζη ο άνθρωπος με τρυφερότητα και στοργή. Κι’ αυτή η προσέγγιση θέλει ασκητική αυταπάρνηση, πρέπει να ξεχάσης τα γούστα σου και τις έξυπνες ιδέες σου και να υποταχτής στην αλήθεια της ζωής και του κόσμου και να την αγαπήσης, γιατί η αγάπη είναι η μόνη πηγή της ομορφιάς.

    Τώρα ο Μανουσάκης μοιάζει να αλλάζη πορεία, μοιάζει να προχωράει «στον αντίθετο τρόπο». Και ο «τρόπος» ο αντίθετος από την υποταγή που υπαγορεύει η αγάπη, είναι η προτεραιότητα του νου, ο κόσμος τεμαχισμένος σε έννοιες ή ιδέες ομορφιάς, δηλαδή σε αντικείμενα αποσπασμένα από την ολότητα και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια του κόσμου-κάποια βότσαλα, ένα λουλούδι, κοχύλια, ένα καντήλι- τοποθετημένα σε ένα μη- κόσμο, σε μαύρα φόντα, «επιφάνειες που δεν προσδιορίζονται αντικειμενικά». Σε αυτή τη στάση είδα την κομματιασμένη σήμερα ζωή μας, το λογικό μας που τεμαχίζει τη ζωή και την οργανική της ενότητα, αποσπάσει ένα πήλινο νησιώτικο κανάτι από τον ζωντανό του περίγυρο για να το τοποθετήση στο σαλόνι μας-μιά ιδέα ή μιά έννοια ομορφιάς άσχετη με τη ζωή, συγκαλυμμένη με την κατακομματιασμένη εικόνα του κόσμου μας.

    Η εξήγηση ήταν ο υπερβόρειος σκηνοθέτης με την ταινία του «Κραυγές και ψίθυροι». Εκεί πιά το ανήλεο κομμάτιασμα της ζωής από τη νόηση εύρισκε την αυθεντική ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Η αλήθεια της γυναίκας προσδιορισμένη με το μυαλό και μοιρασμένη σε τέσσερεις γυναικείους τύπους, εκτοπλάσματα της σκέψης του σκηνοθέτη, ενσαρκώσεις των εννοιών που συνέλαβε. Η γυναίκα- χαρακτήρας, η γυναίκα- ψυχολογικό πρόβλημα, κι’ ούτε η παραμικρή υπόνοια για τις κοσμικές διαστάσεις της θηλυκότητας, για τη γυναίκα που είναι η φύση κι ο κόσμος, η πρόκληση για την υποταγή του εγωκεντρισμού της διάνοιας στην αλήθεια της ζωής- υποταγή που λογοποιεί τη φύση και αναδείχνει «εγκάρδιο» το νου και γεννάει την ομορφιά που υπηρετεί την αγάπη.

    Οι τέσσερεις γυναίκες της ταινίας του Μπέργκμαν είναι κι αυτές κομμάτια του κόσμου σε ένα μη κόσμο, σε ένα κατασκευασμένο πλαίσιο εκπληκτικής αρτίστικης «ομορφιάς». Και η κατασκευασμένη ομορφιά υπηρετεί το εγώ και όχι την αγάπη, για αυτό και αναδίνει την παγωνιά του παράλογου. Όλη η ευρωπαϊκή παράδοση της απονενοημένης ομορφιάς, από τις συναισθηματικές Pieta ως τα ευφραντικά instantanes ενός Toulouse Lautrec ή ενός Monet, συγκεφαλαιωμένη στην τραγική κατάληξη αυτού του αισθητικού υποκειμενισμού, που παρακολουθεί από κοντά και τρέφει πάντοτε τον εγωκεντρισμό της διάνοιας: συγκεφαλαιωμένη στην τραγικότητα της κόλασης, που είναι η ζωή δίχως αγάπη κι όπου η αισθητική τρυφερότητα δεν κατορθώνει να αναιρέση το παράλογο τόσο της ζωής όσο και του θανάτου.

    Και η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων; Μα τι άλλο ήταν κι αυτή από ένα κομμάτι της Εκκλησίας αποσπασμένο από τη ζωή της και τοποθετημένο (; Η λέξη είναι αχνή) σε μιά μη- Εκκλησία, σε ένα χώρο άσχετο με την αλήθεια της ζωής και τη ζωντανή αλήθεια- χώρο κατασκευασμένον με συντακτικές πράξεις της πολιτείας και παρασκήνια συναλλαγών και δηλώσεις στον τύπο, όπου τα εδάφια των Νόμων είναι περισσότερα από τα εδάφια της Γραφής.

   Μέσα στην Εκκλησία, μιά Σύνοδος Επισκόπων και ο τρόπος της λειτουργίας της, οι συζητήσεις, οι ψηφοφορίες και οι αποφάσεις της είναι μία ιερουργία της ζωής του κόσμου- όχι ένα «θρησκευτικό» κομμάτι ζωής, αλλά η ολότητα και καθολικότητα της ζωής, που προσεύχεται στο Θεό για να προστατευθή από την παραφθορά των ανθρώπινων σκοπιμοτήτων, έστω των ηθικότερων ή λογικότερων σκοπιμοτήτων. Οι Επίσκοποι συνέρχονται σε Σύνοδο για να ιερουργήσουν την αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που ιερουργούν την Ευχαριστία, τη ζωή του κόσμου στην ενότητά της με το Θεό. Όπως και ο σωστός καλλιτέχνης, δεν ενεργούν σαν ψυχολογικές ή εγωϊστικές μονάδες, αλλά με ασκητική αυταπάρνηση, που κάνει το νου «εγκάρδιο», υπηρετούν ταπεινά την αλήθεια για να φανερώσουν την ομορφιά της ζωής. Δεν αντιπροσωπεύουν τις δικές τους γνώμες και ιδέες, αλλά την κοινή μας εμπειρία και την τραγική μας πάλη ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, την εμπειρία της ζωής και της αλήθειας των τοπικών τους Εκκλησιών.

   Σήμερα ο θεσμός της Συνόδου μοιάζει να είναι ένα από τα θρησκευτικά σπαράγματα της κατακομματιασμένης ζωής μας’ ασχολείται αποκλειστικά με «διοικητικά» θέματα αποσπασμένα από την ενότητα και καθολικότητα της ζωής. Και δεν υπάρχει ελπίδα καλυτέρευσης όσο οι θεσμοί μένουν χωρισμένοι από τη ζωή και την καθολική ιερουργία της αλήθειας- αυτό είναι και το δράμα της Δύσης, αιώνες τώρα. Αυτή η πρόσφατη Σύνοδος των Επισκόπων θα μπορούσε να είναι, πραγματικά, μιά καμπή ή σημάδι αλλαγής ση ζωή του τόπου-του δικού μας εδώ τόπου, όπου η Εκκλησία παραμένει η έσχατη δυνατότητα για την πνευματική και πολιτιστική μας ενότητα και αυτοσυνειδησία. Για πρώτη φορά βλέπουμε στις εφημερίδες να εμφανίζεται ως επείγον πρόβλημα η αποκατάσταση του οργανικού μας δεσμού με το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, που θα μπορούσε να σημαίνη τη δυναμική επανεύρεση της πνευματικής και πολιτιστικής οικουμενικότητας του Ορθόδοξου Ελληνισμού. Και για πρώτη φορά βλέπουμε να χαρακτηρίζεται ως αντικανονική και απόβλητη η ηθικιστική διαστροφή της Ορθοδοξίας από τον δυτικό πιετισμό, που λυμαίνεται τον τόπο, χρόνια τώρα, και που στην τελευταία επταετία έφτασε να γίνη εκκλησιαστικό καθεστώς με κοσμικές μεθόδους και την επηρμένη πρόθεση «καθάρσεως» της Εκκλησίας.

   Αλλά τόσο ο δεσμός με το Πατριαρχείο όσο και η αντικανονικότητα του πιετισμού, εμφανίζονται σαν νομοκανονικά, απλώς προβλήματα διοικητικής ευταξίας, άσχετα με την ολότητα της ζωής και την καθολικότητα της αλήθειας. Κομμάτια αλήθειας, αποσπασμένα από τη ζωή, τοποθετημένα σε ένα χώρο  αφηρημένων νομικών διατυπώσεων, ιδέες ή έννοιες αλήθειας άσχετες με τη ζωή. Ποιος θα μπορούσε να μας δείξη κάποτε ότι και μόνο η συναισθηματική αλλοίωση της ορθόδοξης λατρείας από τους πιετιστές, οι ηθικολογικές σκοπιμότητες που εκθηλύνουν τη λατρευτική απαγγελία και ατομικοποιούν την  ευσέβεια αυτό και μόνο το σύμπτωμα έχει για τη ζωή του τόπου πολύ πιο τραγικές συνέπειες κι’ από τη θλιβερώτερη πολιτειακή μεταβολή……

    Μια έκθεση ζωγραφικής, μιά ταινία, μιά Σύνοδος… Ίσως συνθέτουν κάτι σαν στίγμα πορείας μέσα στη δίνη που βρισκόμαστε «της σήμερον απροσδιορίστου εποχής».

Χρήστος Γιανναράς Το Βήμα 26/1/1974

 ΜΝΗΜΗ

(Αθήνα 10/4/1935- Κύθηρα 24/8/2024)              

  Δύο χρόνια πέρασαν από την εκδημία του Χρήστου Γιανναρά, στην μνήμη του αντιγράφουμε μία παλαιά ξεχασμένη μέσα σ’ ένα φάκελο με αποκόμματα εφημερίδων από Μπεργκμανικές ταινίες Επιφυλλίδα. Σάββατο εχθές 22 Αυγούστου στο Κανάλι της Βουλής προβλήθηκε μία ακόμη υπέροχη, αριστουργηματική κινηματογραφική παραγωγή του, το μεθυστικό κινηματογραφικό αυτοβιογραφικό του «Ονειρόδραμα» δωματίου, το «Φάννυ και Αλέξανδρος». Όλα τα μέλη της οικογένειας μαζεμένα σε ένα απολαυστικό συμπόσιο κεφιού, ξεδόματος χαράς και ενδυματολογικών και χρωματικών απολαύσεων. Και από κοντά δύο πρόσωπα. Ο φυλακισμένος Ισμαήλ στο υπόγειο των εγκάτων της συνείδησης και η παρουσία του αυταρχικού και δυνάστη Επισκόπου δεύτερου συζύγου της μητέρας του Αλέξανδρου, πατριού του Αλέξανδρου και της Φαννύς. Σημαδιακή η σφαλιάρα του στον μικρό Αλέξανδρο και τα λόγια του καθώς εμφανίζεται στιγμιαία σε ένα πλάνο μέσα στης χαράς το πανδαιμόνιο της οικογενειακής συγκέντρωσης: «Και μην νομίζεις ότι θα απαλλαγείς από Εμένα…» λέει στον φοβισμένο Αλέξανδρο. Συμβολισμός της αιώνιας παρουσίας του δυνάστη-πατέρα Θεού. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε γράφοντας για επόμενο σημείωμά μας για την ταινία.

Η Επιφυλλίδα είχε δημοσιευθεί πριν 52 χρόνια στην πρωινή πολιτική εφημερίδα του ΔΟΛ «Το Βήμα» που ανάμεσα στους συνεργάτες του συναντάμε και το όνομα του καθηγητή θεολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνικού και πολιτικού αρθρογράφου πολυγραφότατου νεαρού τότε Χρήστου Γιανναρά. Διατήρησα την ορθογραφία της εποχής και του εντύπου, ενώ σε μία λέξη βάζω ερωτηματικό μιά και ο χρόνος έχει σβήσει το μελάνι και η λέξη φαίνεται αχνά. Κάνοντας αναδρομή στην αναγνωστική μας μνήμη θυμάμαι ότι από τους χώρους των Επιφυλλίδων της δημοκρατικής εφημερίδας είχαν περάσει σπουδαία ονόματα και επιφανείς επιστήμονες, διανοούμενοι και συγγραφείς διαφόρων κατηγοριών της εποχής. Μάλλον, πρέπει να ήταν της Κυριακάτικης έκδοσης.

  Η θεματικά τριμερής Επιφυλλίδα της πρωινής πολιτικής εφημερίδας «Το Βήμα» δημοσιεύεται στις 26 Ιανουαρίου 1974, τελευταίοι μήνες της δεύτερης περιόδου της δικτατορίας, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και της επερχόμενης μετά ένα εξάμηνο πτώσης της. Η πολιτική μεταπολίτευση επήλθε στην πατρίδα μας στις 24 Ιουλίου του 1974 όταν οι στρατιωτικοί αποφάσισαν να παραδώσουν την εξουσία στους προδικτατορικούς έλληνες πολιτικούς, μετά το Κυπριακό προδοτικό πραξικόπημα και την εισβολή και κατοχή της Μεγαλονήσου. Η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση, όχι μόνον όσον αφορά την Γλώσσα, την καθιέρωση δηλαδή της Δημοτικής επίσημα από την Ελληνική Πολιτεία (κατάργηση της γραπτής χρήσης της Καθαρεύουσας) πραγματοποιήθηκε- νομοθετήθηκε συνταγματικά δύο χρόνια αργότερα, σύμφωνα με τις γλωσσικές αρχές και τους κανόνες του βιβλίου της Νεοελληνικής Γλώσσας του καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μανώλη Τριανταφυλλίδη και τις εισηγήσεις και άλλων παλαιών φωτισμένων Δημοτικιστών καθηγητών και λογίων, παιδαγωγών όπως ο Πειραιώτης Ευάγγελος Παπανούτσος, ο Ιωάννης Κακριδής που επιφυλλίδες του έχουν δημοσιευθεί στην προδικτατορική εφημερίδα «Ελευθερία» κλπ. Την ίδια περίοδο ακολούθησε και η υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος, δηλαδή η απαλοιφή  των τόνων (δασείες, ψιλές, βαρίες, οξείες, περισπωμένες) των πνευμάτων, των υπογεγραμμένων των δοτικών κλίσεων από τις λέξεις του Ελληνικού Αλφαβήτου στα Σχολικά βιβλία, στις εφημερίδες, τα περιοδικά, στις νέες εκδόσεις στα δημόσια κρατικά έγγραφα. Έτσι επιτέλους έληξε και τυπικά αλλά και ουσιαστικά, η μακραίωνη διγλωσσία μας που ταλάνιζε το έθνος μας, το λεγόμενο Γλωσσικό ζήτημα και ταλαιπώρησε τον ελληνικό λαό για πάνω από έναν αιώνα, προκαλώντας ακόμα και δημόσιες «ένοπλες» συγκρούσεις και φασαρίες, εφόσον το Γλωσσικό ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με τις εκάστοτε πολιτικές, κυβερνητικές ή πολιτειακές αλλαγές στην πατρίδα μας. Πώς το έγραψε σοφά ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, «… η Ελλάδα ταλανίζεται από την λύσσα του καλογέρου και την μανία του δασκάλου…». Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι χρονολογικά η ιστορία της χρήσης της Δημοτικής γλώσσας τον 20ο αιώνα είναι όση και της πολιτικής μεταπολίτευσης από το 1974 και εδώθε, τουλάχιστον για τις δικές μας σύγχρονες γενιές. Φυσικά, δεν αποδέχθηκαν όλοι οι διανοούμενοι, λόγιοι και συγγραφείς, φιλόλογοι την χρήση της Δημοτικής και την κατάργηση των Αρχαίων στην Εκπαίδευση, υπάρχει ακόμα και σήμερα μία μερίδα ελλήνων που εξακολουθεί να γράφει στο πολυτονικό και να ζητά την επαναφορά των Αρχαίων Ελληνικών ακόμα και από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Δεν είμαι γλωσσολόγος και δεν κατέχω πώς έλυσαν παρόμοια γλωσσικά τους προβλήματα άλλες χώρες αλλά στην Ελλάδα δυσκολευτήκαμε πολύ να πάρουμε αποφάσεις, μία γλωσσική δυστοκία άνευ προηγουμένου. Αν ακούσει κανείς αυτές τις στομφώδεις βυζαντινικούρες ομιλίες ορισμένων δεν μπορεί παρά να μην θυμηθεί ας μου επιτραπεί έναν ορισμό που παλαιότερα υποστήριξα τους «Βυζαντινοεπαίτες», στον εύστοχο του Κώστα Ζουράρη αντίθετο ορισμό «Ευρωλιγούρηδες». Όμως ξεφύγαμε.

   Ο θεολόγος και φιλόσοφος πανεπιστημιακός καθηγητής, συγγραφέας και αρθρογράφος Χρήστος Γιανναράς (Αθήνα 10/4/1935) έφυγε από κοντά μας εβρισκόμενος στα Κύθηρα στις (24 Αυγούστου 2024), συμπληρώνοντας ευδόκιμα και τιμημένα, βραβευμένα τον συγγραφικό του κύκλο. Συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από την κοίμησή του, τι γρήγορα που περνούν τα χρόνια μας υπενθυμίζει ο Αλεξανδρινός ποιητής Κ. Π. Καβάφης και τα αναμμένα της ζωής μας κεριά σβήνουν. Στο διαδίκτυο έχουν αναρτηθεί στιγμιότυπα από διάφορες κατά καιρούς συνεντεύξεις του για τους σημερινούς φιλότεχνους που δεν έχουν διαβάσει βιβλία του και δεν έχουν έρθει σε επαφή με την πλούσια αρθρογραφία του. Υπήρξε αν δεν λαθεύω, και πριν την στρατιωτική επταετία συνεργάτης της δημοκρατικής πρωινής εφημερίδας «Το Βήμα» και άλλων σοβαρών περιοδικών και εντύπων των χώρων της Εκκλησίας, της Θεολογίας, των Γραμμάτων.

Η χρονική εμφάνιση του Χρήστου Γιανναρά στα ελληνικά γράμματα, συμπίπτει με την ανθοφορούσα καλλιτεχνικά και καρποφορούσα στις τέχνες και τα γράμματα πολιτιστική δεκαετία του 1960. Έχουμε την πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας μας σε διάφορους τομείς, με πνευματικές και καλλιτεχνικές κορυφώσεις που προέρχονται από τους εκπροσώπους της Γενιάς του 1930 αλλά και της κυνηγημένης Εαμικής αριστερής μερίδας πνευματικών δημιουργών, μετά τα τραυματικά γεγονότα του εμφύλιου σπαραγμού και του κοινωνικού και ιδεολογικού τραύματος που δίχασε στα δύο τους Έλληνες με φοβερές και τραγικές συνέπειες σε όλο το πλάτος και το εύρος της ελληνικής κοινωνίας και εκδηλώσεων και δημόσιων συμπεριφορών καθημερινού βίου. Αν είναι ορθή η παρατήρησή μου, η πολιτιστική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1960 συμπίπτει με την Τουριστική ανάπτυξη και την προσέλευση επισκεπτών από όλη την υφήλιο. Εξάλλου, το μουσικό Χατζιδακικό Όσκαρ αλλά και της τραγωδού Κατίνας Παξινού, τα βιβλία και οι ταινίες που γυρίστηκαν με έργα του μυθιστοριογράφου Νίκου Καζαντζάκη, το πρώτο ελληνικό ποιητικό μας Νόμπελ στο πρόσωπο του διπλωμάτη ποιητή Γιώργου Σεφέρη, η σταδιακή διεθνής άνοδο της ποιητικής φήμης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ο εορτασμός των χιλίων χρόνων της Χερσονήσου της Αθωνικής πολιτείας και άλλα πολιτιστικά γεγονότα, όπως οι θεατρικές παραστάσεις της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας και κωμωδίας από θεατρικά σχήματα όπως του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, του Εθνικού Θεάτρου, του Πειραϊκού Θεάτρου του Δημήτρη Ροντήρη, στον μουσικό στίβο οι παρουσίες του Δημήτρη Μητρόπουλου και της Μαρίας Κάλλας κλπ., συνέβαλαν στο να καταστήσουν την χώρα μας κέντρο προσοχής και ενδιαφέροντος. Δυστυχώς όλος αυτός ο πολιτιστικός οργασμός και πνευματική ανάπτυξη διακόπηκε με το πραξικόπημα του 1967 με ολέθρια αποτελέσματα. Που, ακόμα πιο τραγικό στην σύγχρονη ελληνική ιστορία, σημαντική μάλλον μερίδα του ελληνικού λαού συντάχθηκε με τους συνταγματάρχες, όπως και της επίσημης Ελλαδικής Εκκλησίας και των διοικητικών μηχανισμών της και οργάνων της συστεγαζόμενη κάτω από το γνωστό σύνθημα των τριών νεκρών λέξεων όπως σωστά είπε ο Μικρασιάτης ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

   Ο Χρήστος Γιανναράς συγκαταλέγονταν στην νεότερη σπουδαγμένη «φουρνιά» των Ελλήνων Θεολόγων που έκαναν την εμφάνισή τους συγγραφικά και «δημοσιογραφικά» την δεκαετία αυτή, που, μετά από μία εικοσαετία, οι εφημερίδες μαζί με άλλους δημοσιογραφικούς και επίκαιρους προσδιορισμούς αποκάλεσαν «Νεορθόδοξους». Έχουν κυκλοφορήσει μάλιστα μεταξύ άλλων και δύο τίτλοι βιβλίων που μιλούν για το ρεύμα αυτό. Μία θρησκευτική περί της Ορθόδοξης παράδοσης «ταμπελίτσα» που είτε όσοι τον αποδέχτηκαν (τον ορισμό) ατύπως είτε όσοι τον απέρριψαν χαμογελούσαν αλλά δεν τον «απεμπολούσαν» ή τουλάχιστον οι γύρω από αυτά τα άτομα ακόλουθοι και θαυμαστές των βιβλίων και γραπτών τους. Σηκώνει, βέβαια, αρκετή συζήτηση και επεξηγήσεις στο τι μπορεί να χωρέσει ή αντέξει μέσα στην ταυτοτική του Έλληνα παρουσία δημόσιο χαρακτήρα της παράδοσης και αυτοσυνειδησίας του, η λέξη «Νεορθόδοξος». Ανοιχτό ακόμα κεφάλαιο όπως δείχνουν οι μελέτες και τα σχόλια των μετέπειτα δεκαετιών, εφόσον αποδεχτήκαμε την ιστορική «διαφορά» του Έλλην από το Ρωμιός, είτε με τα αλληλοσυμπληρούμενα στοιχεία και χαρακτηριστικά του είτε ως διαφορετικής συνειδησιακής και της ψυχολογίας μας «κόντρα» χασματικών επιδράσεων και αντιλήψεων, δύο διαφορετικών δρόμων της παράδοσης του Ελληνισμού. Ο Ελληνισμός των Εθνικών Ελλήνων ο Ελληνισμός των Χριστιανών Ελλήνων και το διαμορφωτικό μέσα στην Ιστορία ρεύμα και "καλούπι".

 Σοβαρός και ευγενής πάντα στις δημόσιες εμφανίσεις του ο Χρήστος Γιανναράς, πράος συνομιλητής και μάλλον διαλλακτικός στις απόψεις και κρίσεις του περί Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας θέσεις που εξέφραζε από τα πρώτα του βήματα μέχρι τα εσχατιά του. Μιλούσε και αναφέρονταν στα βιβλία και τα γραπτά του για την διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας, περί του ψυχολογικού συναισθηματικού θρησκεύεστε των Νεοελλήνων. Του εκκλησιαστικού γεγονότος της Θείας Ευχαριστίας ως αλήθεια ζωής και αγαπητικής συνύπαρξης των ανθρώπων ως ένα ενιαίο καθολικό σώμα πιστών και αρκετά ενδοεκκλησιαστικά και θεολογικά άλλα. Ο δεύτερος κεντρικός πυλώνας των ενδιαφερόντων και της προβληματικής του ήταν η διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής και μία εμμονή του ως ιστορικό αποτέλεσμα της εχθρότητας των Ξένων εναντίων των Ελλήνων. Αυτό το «κόντρα γκρεκόρουμ» που μας κατατρέχει σαν οντολογική αγωνία και φόβος, άγχος της πολιτιστικής μας ταυτότητας και καταγωγής που επιβουλεύονται ή εχθρεύονται οι Δυτικοί οι «κουτόφραγκοι» αλλά που, δεν παύει Εμείς οι Έλληνες να θέλουμε να τους μοιάσουμε, να ενταχθούμε στις οικονομικές και στρατιωτικές τους κοινότητες να ζητούμε την οικονομική τους βοήθεια και προστασία. Φυσικά, η εμπειρία του σαν σπουδαστής σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και άλλες δυτικοευρωπαϊκές σπουδές του έδινε ένα κάποιο «προβάδισμα» ακόμα και στις αρνητικές για τους Ξένους λαούς κρίσεις του και την ιστορική τους διαδρομή. Υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες στο δημόσιο διάλογο από τα πλέον προβεβλημένα και ακουστά πρόσωπα της δημόσιας ζωής ανάμεσα στην υπόλοιπη ομάδα των λεγόμενων «Νεορθόδοξων». Οι παρεμβάσεις του, οι ομιλίες και οι διαλέξεις που είχε δώσει πολλές και με πυκνό πάντα ακροατήριο, χωρίς φυσικά ο ίδιος να θελήσει να έχει «σχολή» ακολούθων. Ήταν παντρεμένος και είχε δύο παιδιά, ο ένας του γιος αν δεν λαθεύω δημοσιογραφεί έχοντας κάνει σπουδές πάνω στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και το σύγχρονο μυθιστόρημα έχοντας εκδώσει και βιβλία. Πολύγλωσσος, κατηρτισμένος πάνω σε θεολογικά ζητήματα, ευρύτερα μορφωμένος, ανήσυχο πνεύμα με πανεπιστημιακές σπουδές στο εξωτερικό και επιρροές από την Γαλλική διανόηση ο Χρήστος Γιανναράς, τάραζε τα νερά σε κάθε του εμφάνιση, ιδιαίτερα μετά την χρονική περίοδο που έκανε στροφή στις πνευματικές του ενασχολήσεις και διεκδίκησε θέση καθηγητή της φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αν θυμάμαι καλά και τον σούσουρο που ξεσηκώθηκε όπως διαβάζαμε στον τύπο και συγκεκριμένα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Τα «βέλη» των σχολίων που εκτοξεύθηκαν εναντίον του σκληρά πανταχόθεν. Σοβαρός ερευνητής και μελετητής της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης και του πολιτισμού της καθ’ ημάς ανατολής, άτομο με ανοιχτούς ορίζοντες σκέψης και προβληματισμών, δεν δίστασε να αναμετρηθεί και να αγγίξει ζέοντα ζητήματα και προβλήματα των καιρών του και της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας. Σαν επιστήμονας και δάσκαλος, στοχαστής περισσότερο έθετε ερωτήματα πάνω σε κρίσιμα διλήμματα του Ελληνισμού και Ελληνικής αυτοσυνειδησίας παρά αποφαίνονταν εξ «άμβωνος» στις απαντήσεις του, όπως δείχνουν οι συγκεφαλαιωτικές των εργασιών του, των μελετών και των βιβλίων του αποτιμήσεις. Από όσο θυμόμαστε δεν φιλοδόξησε να παίξει το ρόλο του διαμορφωτή της γενιάς του και της πίστης του αλλά θέλησε και αγωνίστηκε έντιμα και με ειλικρίνεια να ξεκαθαρίσει αλήθειες και ψέματα πολλών αιώνων καθημερινών συνηθειών μέσα στους εκκλησιαστικούς κύκλους και την εκκλησία. Αλλά οι «σταυρωτές» στην χώρα μας πάντοτε πλεόναζαν έτσι και στην δική του περίπτωση. Οι τίτλοι των βιβλίων του αριθμούν αρκετές δεκάδες ήταν σπουδαίος λόγιος και «λογάς».  Ήταν συνήθως και κυρίως ερωτηματικός ο λόγος και η γραφή του, δίχως να απέφευγε να εκφράζει ευθαρσώς με εντιμότητα και παρρησία την γνώμη του, πάντα με ευγένεια και με δώσεις θλίψης και απογοήτευσης στο ότι δεν γίνονταν αποδεκτός. Σαν μία μοναχική φωνή στην ερημιά του Κόσμου και των Καιρών. Οι σκέψεις και τα λόγια του ενώ δεν παραποιούνταν αρκετές φορές συγκρούονταν με κατεστημένες αντιλήψεις και πνευματικά ή εκκλησιαστικά, θρησκευτικά βολέματα, αδιάφορων κατά βάθος ανθρώπων που κινούνταν μέσα στους εκκλησιαστικούς χώρους. Δεν δίσταζε να μιλήσει ανοιχτά για πρόσωπα που εκτιμούσε και θαύμαζε. Αρκετά όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα εκδηλωτικά ήταν τα εχθρικά συναισθήματα που έτρεφαν απέναντί του, οι διάφοροι κύκλοι. Πανεπιστημιακοί, λόγιοι, στοχαστές, συγγραφείς, φιλόσοφοι, ιερομόναχοι, εκκλησιαστικοί κύκλοι και θρησκευτικών οργανώσεων σωματεία, πολιτικοί αρθρογράφοι και άτομα της πολιτικής, όπως δηλώνουν τα δημοσιεύματα του ημερήσιου και όχι μόνο τότε τύπου οι εφημερίδες και τα περιοδικά και οι δημόσιοι διαξιφισμοί γύρω από το όνομά του. Εύλογα απαντούσε στις περισσότερες από τις επικρίσεις που εκτοξεύονταν εναντίον του, δηλώσεών του και γραπτών του από διάφορες πλευρές ας το επαναλάβουμε με μειλίχια τσουχτερή πένα, λόγο και πολλές φορές σαρκαστικό ύφος. Ορισμένοι τίτλοι βιβλίων "Καταφύγιο Ιδεών" και "Αυτοβιογραφίες του" μιλούσαν από ποιους θρησκευτικούς συντηρητικούς κύκλους προέρχονταν στα νεανικά του χρόνια και προσπάθησε αγωνιζόμενος να αποκοπεί σαν ελεύθερο και ανεξάρτητο πνεύμα, είχαν ενοχλήσει δεόντως, ακόμα και την επίσημη συντηρητικών αρχών όπως απέδειξε η ελληνική ιστορία και παράδοση Ελλαδική Εκκλησία με τους δογματισμούς της. Αν και αρκετοί τίτλοι από τα δεκάδες βιβλία του ευτύχησαν πολλών επανεκδόσεων και μεταφράσεων στο εξωτερικό πράγμα που σημαίνει ότι η φωνή του προσέχθηκε, αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε από ένα προβληματιζόμενο και σκεπτόμενο κοινό. Συχνό παράπονό του ότι δεν ευτύχησε μιας σοβαρής μελέτης των ιδεών, της σκέψης και των έργων του. Ήταν αν δεν λαθεύω, ο περισσότερες φορές προσκεκλημένος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης τηλεοράσεις και ραδιόφωνα. Διέθετε λέγειν, σωστός χρήστης και διαχειριστής της ελληνικής γλώσσας από όλο το χρονικό εύρος της ιστορικής της παράδοσης. Σε πολλά θα μπορούσαν να τον μεμφθούν μόνο ένα δεν μπορούσαν να του προσάψουν, ότι η γλώσσα και ο λόγος του ήταν ψυχρός, ξύλινος, βαρύγδουπος, ακαταλαβίστικος, αφοριστικά παγωμένος, αποστεωμένος από βυζαντινοπρεπείς κορώνες από άμβωνος. Η γραφή και τα κείμενά του στρωτά, πυκνό το ύφος του αν και συνήθως, αν δεν λαθεύω στις αναγνωστικές μου των βιβλίων του περιπλανήσεις, δεν συνήθιζε να δίνει πηγές ή να έχει πολλές παραπομπές, μια και «χώνευε» μέσα στην προβληματική της σκέψης του, την συλλογιστική του και κατ’ επέκταση πόντιζε άλλων θέσεις, στα γραπτά και των κειμένων του γνώμες τρίτων που επέλεγε στην δική του οικοδόμηση των επιχειρημάτων του και διαπραγματεύονταν στα εξεταζόμενα θέματά του. Εκείνο που τον διέκρινε κυρίως στις ομιλίες, τις συνεντεύξεις του στις δημόσιες εμφανίσεις του ήταν η προσωπική του ματιά και ερμηνεία των δεδομένων με έμφυτη αξιοπρέπεια και αγωγής ευγένεια του χαρακτήρα του. Η σκέψη του άλλοτε ήταν γειωμένη άλλοτε ορθόδοξα ονειροβατούσε. Δεν γνωρίζω όσοι βρίσκονταν κοντά του και ήσαν ομοτράπεζοί του τι γνώμες έχουν για το ποιόν του, πάντως οι θαυμαστές του τον σέβονταν και εκτιμούσαν. Η καθαρότητα διατύπωσης των απόψεών του ανεξάρτητα αν κανείς συμφωνούσε ή διαφωνούσε με τα λεγόμενά του, τις επεξηγήσεις του, τις κοινωνικές προθέσεις του, τις θρησκευτικές σταθερές του, τις πολιτικές διαφοροποιήσεις του, τις ερμηνευτικές προτάσεις του, των στάσεών του απέναντι στα πράγματα και τα συμβαίνοντα στον πολιτικό και εκκλησιαστικό στίβο στην εποχή του, την πολεμική του, δεν αμφισβητούνταν κάθετα και απόλυτα. Η γραφή του που την διαβάζαμε σε μεγάλης κυκλοφορίας ημερήσιες σοβαρές εφημερίδες πχ. «Η Καθημερινή» τα τελευταία χρόνια δεν ήταν διανοουμενίστικη, δεν ήταν ο σοφολογιότατος στοχαστής ο κήρυκας της αλήθειας αν και κριτικός σχολιαστής πολλών γεγονότων και στάσεων προσώπων του δημόσιου και εκκλησιαστικού βίου. Τα κείμενά του ήσαν κατανοητά, εύληπτα και από τον πλέον αδαή αναγνώστη, που χαίρονταν την μεγάλη καλλιέπεια και γλαφυρότητα του λόγου του δίχως να χάνει την επιστημονική του εγκυρότητα. Φυσικά, δεν ήταν όλα τα βιβλία και οι μελέτες του για όλο το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας. Ας το επαναλάβουμε με την σειρά μας, τα θέματά του περιστρέφονταν γύρω από τον εντοπισμό και προσδιορισμό της Ελληνικής Ταυτότητας στην διαχρονία και ιστορική της πορεία. Σε θέματα ανεύρεσης στοιχείων και προσδιορισμών της ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Ζητήματα ιστορικής συνύπαρξης του Ελληνικού Έθνους σε σχέση με τους γύρω λαούς και το δυτικό πολιτιστικό οικοδόμημα και αντίληψη βίου. Για την σχέση του Πατριαρχείου με την Ελλαδική Αυτοκέφαλη Εκκλησία και των όποιων αν υπήρχαν επιπτώσεων πάνω στο σώμα του Ελληνισμού.  Φανερές παραχαράξεις της εκκλησιαστικής ζωής, θρησκευτικές και κοινωνικές της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος και της αυθεντικότητάς του. Σταδιακή μετατροπή της Εκκλησίας σε Θρησκεία, σε θρησκευτική θεραπαινίδα της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας και κυρίως των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων και κομματικών κύκλων. Ανταλλαγή του ρόλου και της αποστολής της Εκκλησίας από διακόνισσα του θρησκευόμενου ελληνικού λαού σε εξουσιαστικό καταπιεστικό διοικητικό μηχανισμό με οικονομικά κρατικά ανταλλάγματα και παροχές. Άχαρη επισκοποκρατία και εξουσιολαγνεία. Κηρύγματα άνευ λόγου και αιτίας κούφιων λόγων, προς έμμεσο ή άμεσο εκφοβισμό των πιστών. Με δυό λόγια, καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα της Ελλαδικής Εκκλησίας παράλληλα με της Δυτικής. Ευλόγως μπήκε στο μάτι πολλών και για χρόνια ο άμοιρος, από διάφορες πλευρές του συντηρητικού συστήματος.

 Εδώ κάνοντας μικρή παρένθεση να σημειώσουμε ότι καταξιωμένος έλληνας συγγραφέας και καλός κριτικός βιβλίου με πάνω από 20 τίτλους στο ενεργητικό του ο βραβευμένος κύριος Πέτρος Τατσόπουλος έχει ανοίξει δημόσια πολεμική ενάντια σε μοναχούς και ιεράρχες, σπαταλώντας κατά την ταπεινή μας κρίση το συγγραφικό του ταλέντο. Αν ο ελληνικός λαός στο σύνολό του ήθελε να αλλάξει κάτι στην διοικητική μορφή της εκκλησιαστικής εξουσίας θα είχε αλλάξει αλλά δεν ενδιαφέρεται για τέτοια ζητήματα. Επαναπαύεται στις βυζαντινές τελετουργίες και παρελάσεις, τα πανηγύρια και τα όπα και σε μεγάλες εκκλησιαστικές χειρονομίες άλλων εποχών και σε έναν δεσποτισμό που αν μιλήσεις αρνητικά θα σου πούνε την γνωστή κλισέ απάντηση καραμέλα ξέρεις τι πρόσφερε η εκκλησία την περίοδο της Οθωμανικής σκλαβιάς, λες και οι υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες του ελληνισμού κοιμόντουσαν στις ψηλές ραχούλες και τα όρη τα ψηλά βουνά, συνεργάζονταν με τον ξένο κατακτητή ή διάβαζε όπως στην τελευταία δικτατορία που ξεστόμισαν χείλη ιεράρχη. Ενώ η ελληνική πολιτεία δεν θέλει να ακούσει για διαχωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος κάτι που δεν σημαίνει ούτε εξορία ούτε κατάργηση ή απαγόρευση της πίστης των Ελλήνων. Και έτσι τα πράγματα παραμένουν ως έχουν και ο σώζον εαυτόν σωθήτω είτε εντός είτε εκτός ορθόδοξης Ελλάδος.

Ασφαλώς ο Χρήστος Γιανναράς όπως και άλλοι ορθόδοξοι λόγιοι και στοχαστές, συγγραφείς στα κείμενά τους καυτηρίασε τον σκοτεινό ρόλο και την άμεση διασύνδεση της Εκκλησίας και των εκπροσώπων της με το επτάχρονο δικτατορικό Απριλιανό καθεστώς. Μιλούσε συχνότατα για την ιστορική και πολιτιστική διαφορά μεταξύ Δύσης και Ανατολής, Ελληνικής Ιδιοπροσωπείας. Μνημόνευε συχνά τον μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζούλια συγγραφέα καλογραμμένων και κατανοητών μελετών, τον Παναγιώτη Κουτρουμπή και άλλους συμφοιτητές του, άντρες και γυναίκες συγγραφείς όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η ποιήτρια Καίτη Χιωτέλη, ορισμένους Επισκόπους που άφησαν πίσω τους ευεργετικά ίχνη στο σώμα της Ελλάδας όπως ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος, ο Κοζάνης... Στις μελέτες του μπορεί αρκετές φορές να ανακύκλωνε ιδέες και σκέψεις του, επανέρχονταν και γίνονταν κουραστικός, επαναληπτικός μην πιστεύοντας ότι γίνονταν πειστικός και αποδεκτός, τον καταλάμβανε αν δεν λαθεύω ένα συγγραφικό άγχος αναγνώρισης και αποδοχής, αλλά πάντα απολάμβανες το εύρωστο προσωπικό του ύφος, την γλωσσική του ομορφιά και ανθηρό λεξιλόγιο, την χαρακτηριστική εικονοποιία του έστω και αν δεν έγραφε μυθοπλασίες, την εκφραστική του δεινότητα, την ιδιαιτερότητα την μεγάλη έγνοια του για την ελληνική γλώσσα, την διακριτικότητά του, τον σεβασμό προς τον συνομιλητή του. Ο Χρήστος Γιανναράς κατά την ταπεινή μου κρίση ήταν ένας στοχαστής, θεολόγος και φιλόσοφος της εποχής μας που ήξερε να ακούει τον συνομιλητή του, να διαβάζει και να ερμηνεύει ουσιαστικά το κείμενο ή το σύγγραμμα που είχε μπροστά του. Ας φέρουμε στο νου μας τις θετικές κρίσεις του για ογκώδεις μελέτες που διάβαζε όπως αυτή για τον πειραιώτη εικαστικό Γιάννη Τσαρούχη, τις μεταφράσεις των δύο τόμων για τον Χίτλερ και τον κοινωνικό περίγυρο. Την αυτοβιογραφία του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν του μεγάλου αυστριακού γλωσσολόγου, την εικαστική και αρχιτεκτονική παρουσία του Δημήτρη Πικιώνη που πάντα σε κάθε ευκαιρία μνημόνευε και άλλων καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος και των τεχνών για να μην επεκταθούμε στις καθαρά θεολογικές του αναφορές και των εκκλησιαστικών πατέρων εργασίες του. Δεν είναι μόνο το «Πρόσωπο και Έρως», η «Μεταφυσική του Σώματος» το «Πείνα και δίψα», το «Αλφαβητάρι του Νεοέλληνα» (ένα ωραίο ανθολόγιο κειμένων κριτικής αυτοσυνειδησίας. Από τον Χρήστο Βακαλόπουλο έως τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Εμμανουήλ Ροϊδη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Ίωνα Δραγούμη και τον Γεώργιο Σκληρό), «Το Φινις Γκρέκιε», το «Η Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», η «Μαχόμενη απελπισία», η «Κομματοκρατία», η συγκέντρωση των Επιφυλλίδων του κάτω από τον τίτλο «Πόση δημοκρατία αντέχουμε» και πολλά άλλα που ξεχωρίζουν συγγραφικά και τον έκαναν δημοφιλή, είναι η καθόλου συλλογιστική της προβληματικής του, οι συνεχείς καταβυθίσεις του σε άγνωστα μονοπάτια της σκέψης, ζητήματα αδιάφορα για πολλούς διανοητές και συγγραφείς της εποχής του, άτομα του εκκλησιαστικού χώρου που ασκούν εξουσία. Δέχτηκε πολύ «λάσπη» και κακοβουλία από διάφορες πλευρές και άτομα διαφόρων χώρων αλλά υπέμεινε με καρτερία σε ότι έγραφαν εναντίον του είτε αυτοί ήσαν λαϊκοί είτε ήσαν ιερομόναχοι είτε εκκλησιαστικοί παράγοντες. Ακόμα και σήμερα, εν έτη 2026 δεν μετανιώνω που τον υποστήριξα όταν μοναχός από το Περιβόλι της Παναγίας τον κατέκρινε και τον κατηγορούσε για κείμενα που έγραφε πριν την δικτατορία και η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο. Θα μου πεις εδώ αγιοποιήθηκε ο Πολωνός Πάπας. Τέλος πάντων ο καθείς και η κάθε μία σε αυτή την τυχαία και μοναδική ζωή και οι επιλογές του.

Τα βιβλία και οι μελέτες, τα άρθρα του Χρήστου Γιανναρά πάντα προκαλούσαν την προσοχή και το ενδιαφέρον των αναγνωστών τους. Πολλοί τίτλοι βιβλίων του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες είτε της δυτικής είτε της ανατολικής. Όσο για την ελληνική γλώσσα και την μεγάλη παράδοσή της, προσπάθησε να κρατήσει ένα της Δημοτικής προπύργιο καθαρότητας δίχως να απεμπολεί εκφράσεις προερχόμενες από άλλα γλωσσικά ριζώματα της ιστορίας της και των κειμένων της. Πέρα από τα καθαρά των επιστημονικών του ενδιαφερόντων θέματα που διαπραγματεύτηκε στην συγγραφική του διαδρομή και ερμηνευτικές του προσεγγίσεις ανοίχτηκε και σε θέματα φιλολογικά γράφοντας και δημοσιεύοντας για έλληνες και ελληνίδες ποιήτριες. Όπως η Κική Δημουλά, ο Οδυσσέας Ελύτης και άλλων.

  Δεν γνωρίζω αν η παρούσα επιφυλλίδα που δημοσιεύτηκε πριν 52 χρόνια συμπεριλαμβάνεται σε κάποια από τα αυτόνομα εκδοθέντα βιβλία του όπως συνήθιζε να πράττει εκδοτικά. Ξεχωρίζουν και τα κείμενα τεχνογνωσίας του, όπως βλέπουμε στην περίπτωση του εικαστικού δημιουργού Γιώργου Μανουσάκη. Από τις καλογραμμένες κριτικές του επισημαίνουμε όσα θετικά σχολίασε στην κινηματογραφική κριτική του για την παλαιά ταινία «Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Ιταλού κομμουνιστή σκηνοθέτη και ποιητή, πεζογράφου ομοφυλόφιλου Πιέρ Πάολο Παζολίνι (έχει αναρτηθεί στα Λ. Π.). Τώρα, σχετικά με την περίπτωση του Σουηδού σκηνοθέτη, σεναριογράφου και συγγραφέα Ingmar  Bergman ο Χρήστος Γιανναράς έχει μιλήσει σε διάφορα άρθρα του. Αν η μνήμη δεν με απατά, έχει σταθεί κάπως περισσότερο στα τρία έργα που αποτελούν την «Τριλογία της Σιωπής» και σε επιλεγμένες άλλες ταινίες του. Η κρίση του για τις ταινίες του Μπέργκμαν σαν θεατής και χριστιανός ορθόδοξος στοχαστής δεν ήταν πάντα θετικές. Όπως διαβάζουμε για την συγκεκριμένη ταινία «Κραυγές και Ψίθυροι» ένα από τα αριστουργηματικά ψυχοδράματα του Σουηδού σκηνοθέτη. Από την μεριά μας, δηλώσαμε και θα δηλώσουμε εκ νέου, ότι δεν συμφωνούμε με τις απόψεις και τις θέσεις του Χρήστου Γιανναρά για την εξαιρετική αυτή ταινία, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα δημοσιεύαμε τις ελάχιστες αρνητικές κρίσεις του θεατή Γιανναρά. Ο σεβασμός μας προς το έργο του και την πολιτιστική προσφορά του-παρά τις διαφοροποιήσεις μας- παραμένει ζωντανός αν και έχει φύγει από την ζωή.   Εξάλλου, η ανάλυση της ταινίας στην οποία θα προβούμε σε επόμενο σημείωμά μας θα φωτίσει τις όποιες ενστάσεις τρίτων για το έργο, καθώς θα στηριχθούμε και στο σενάριο και στις παρατηρήσεις του ίδιου του Ι. Μπέργκμαν. «Κραυγές και Ψίθυροι»- “Viskuingar och Rop” ένα από τα αριστουργήματά του το 1972 γυρισμένο σε 40 ημέρες, με αξεπέραστες σημαδιακές γυναικείες και αντρικές ερμηνείες και πολύ καλή σκηνοθεσία, μία ταινία συγγενική στην προβληματική της με την τρίτη ταινία της σημαντικής Τριλογίας του την γνωστή «Η Σιωπή». Το Σενάριο έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά  σε μετάφραση και εικονογράφηση της Ελεωνόρας Σταθοπούλου, Αθήνα 1976, σελίδες 48

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24 Αυγούστου 2026

Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

Η πιανίστα ΤΖΙΝΑ ΜΠΑΧΑΟΥΕΡ

 Τ Ζ Ι Ν Α  Μ Π Α Χ Α Ο Υ Ε Ρ

(21/5/1913-22/8/1976)

    founding artist

   Αύγουστος ο «σκληρός μήνας» θανάτων για να συμπληρώσω το μηνολόγιο του άγγλου ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ. Μίνι καύσωνας, υγρασία, έλευση κουνουπιών. Η Πόλη βουβή, άδεια, έρημη. Που και που ο άνεμος φέρνει στάχτες, η αναπνοή λαχανιάζει, η θλίψη των καμένων, οι ανθρώπινες απώλειες οι καταστροφές, η ξηρασία. Ο Πλανήτης σε κρίση. Κόσμος συνωστίζεται στα λιμάνια, στις προβλήτες, αναμένοντας τις αναχωρήσεις των πλοίων. Για κοντινούς ή μακρινούς προορισμούς ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός. Οι τελευταίοι αδειούχοι, ελάχιστοι οι επιστρέφοντες. Ο ανεμιστήρας στο φουλ, μπουκαλάκια νερό και αναψυκτικά δροσίζουν τη γεύση. Δυό ρόγες σταφύλι και ένα γινωμένο ροδάκινο. Αίσθηση ζωής. Το βλέμμα σου πέφτει στους λουόμενους ανά την παραλιακή επικράτεια της χώρας. Ψιλοζηλεύεις τους κολυμβητές, αυτούς που λιάζονται στις παραλίες, τις ακτές, τα μικρά και μεγάλα μέλη των άγνωστών σου οικογενειών πάνω στις ξαπλώστρες, τα παιδάκια που παίζουν χαρούμενα και αμέριμνα με τα κουβαδάκια τους στην άμμο στριγκλίζοντας μεταξύ τους. Η μη αίσθηση του παλιρροιακού Χρόνου του Ανθρώπου που καλπάζει πάνω στα αφρισμένα κύματα του βίου. Περασμένες της νιότης μας μικρές θερινές απολαύσεις ανεπανάληπτες της ψυχής και του σώματος αισθήσεις, μνήμες και παραστάσεις, εικόνες της Φύσης και Ζωής ατελεύτητες.

   Αύγουστος ο ελληνικός, ο σταφυλοφόρος, ο σικομυρωδάτος, ο πενθοφόρος, θέρισε πολλές ελληνικές προσωπικότητες φέτος στο πέρασμά του, τερματίζοντας την Καλοκαιρινή περίοδο.   Συνοδεύουμε τους νεκρούς μας, συνομιλούμε μαζί τους, μας κάνουν ερωτήσεις, μας θέτουν διλήμματα, απορίες. Δεν ξέρουμε τι να τους απαντήσουμε. Θρηνούμε ακούγοντας να μεταφέρουν το μέλλον μας. Ακούμε τον ψίθυρο που κάνουν οι ψυχές τους αναζητώντας λίγη περασμένη δροσιά ζωής. Ίσως και να μας ζηλεύουν. Θυμάστε τα λόγια του Αχιλλέα βρισκόμενος στον Κάτω Κόσμο που βάζει στα χείλη του ο ποιητής των ποιητών ο Όμηρος; Κάλλιο έσχατος κολλήγας και αγρότης ζωντανός να σπέρνω και να καλλιεργώ την γη στο φως του Ήλιου παρά πρώτος ανάμεσα στους νεκρούς, στα σκοτάδια. (σε δική μου ελεύθερη ελπίζω όχι αυθαίρετη απόδοση). Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχω την αίσθηση ότι το Πειραιώτικο αυτό ιστολόγιο για την λογοτεχνία, την ποίηση, τις τέχνες και τα γράμματα, τον πολιτισμό κοντεύει να μετατραπεί σε ένα είδος «γραφείου λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών- πολιτιστικών τελετών». Ένα «ανοιχτό μνημόσυνο για κεκοιμημένους της γλώσσας, των λέξεων». Ακούγεται λιγάκι μακάβριο αλλά με τόσους αναπάντεχους και ίσως μη αναμενόμενους θανάτους, φυσιογνωμιών που η τρελή και ανόητη φαντασία σου τους είχε πλάσει «αθάνατους!!!». Τρομάζεις, στρέφεσαι στην ανάρτηση πληροφοριών των Μπεργκμανικών ταινιών για μία άλλη αίσθηση του χρόνου προηγούμενων δεκαετιών, όταν ακόμα οι σημερινοί νεκροί είχαν την ζωή μπροστά τους.

    Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα στα πλαίσια των πολιτιστικών και πνευματικών αφιερωμάτων τους λοιπόν αγαπητοί μου παραθεριστές της έρημης Πόλης και των γεμάτων Παραλιών, σε πρόσωπα, συγγραφείς και κριτικούς, ποιητικά, δοκιμιακά και πεζογραφικά έργα, παλαιές και σύγχρονες εκδόσεις, καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες που σημάδεψαν τα χρόνια της ενηλικίωσής μας και όχι μόνο μετά την Μεταπολίτευση, προσωπικότητες των χώρων της Τέχνης οι οποίες διαμόρφωσαν κατά κάποιον τρόπο την συνείδηση και την αισθητική της γενιάς μας, τις καλλιτεχνικές μας συνήθειες, επιλογές και αντιλήψεις, ευαισθησίες, θέλησαν να δημοσιεύσουν δύο πρόχειρα λόγια- παρ’ ότι έχουν επίγνωση ότι δεν είναι της αρμοδιότητάς τους- για την διάσημη Ελληνίδα ρομαντική πιανίστα που μεσουράνησε τον προηγούμενο αιώνα παγκοσμίως την Τζίνα Μπαχάουερ. Η Τζίνα Μπαχάουερ υπήρξε μία μορφή αγαπητή, θαυμαστή, σεβαστή μουσική προσωπικότητα που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, μια διεθνώς καταξιωμένη και αναγνωρισμένη Ελληνίδα κλασική πιανίστα. Η μουσική της φήμη στο εξωτερικό, αν δεν λαθεύω, ήταν παράλληλη με εκείνη του κορυφαίου μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου αν όχι και με την φήμη της Μαρίας Κάλλας. Η Τζίνα Μπαχάουερ γεννήθηκε στην Αθήνα από πατέρα αυστριακό και μητέρα ιταλίδα με εβραϊκές ρίζες καταγωγής, διέμενε στην Αθήνα στην περιοχή του Χαλανδρίου. Φημολογείται ότι σε ηλικία μόλις οκτώ ετών έδωσε το πρώτο της ρεσιτάλ σε φιλανθρωπική εκδήλωση υπέρ των τραυματιών του πολέμου. Έκτοτε, έχαιρε απέραντου θαυμασμού και εκτίμησης σαν μία από τις δημοφιλέστερες και εμπειρότερες πιανίστριες όλων των εποχών θα γράφαμε δίχως διάθεση υπερβολής. Η ελληνίδα Τζίνα Μπαχάουερ υπήρξε μια πραγματικά σπάνια περίπτωση καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας και σημαίνον μέλος της παγκόσμιας πιανιστικής παράδοσης και των κύκλων της Μουσικής, αλλά και της ελληνικής και ξένης υψηλής κοινωνίας. Οι εμφανίσεις της άφηναν πάντοτε άριστες εντυπώσεις, καλλιεργούσαν στο ακροατήριό της ένα κλίμα ζωηρότατης πιανιστικής ευφορίας και όχι μόνο. Η υποδοχή από το ελληνικό και διεθνές κοινό της ήταν πάντα εντυπωσιακή από τα πρώτα χρόνια της δημόσιας παρουσίας της σε νεαρή ακόμα ηλικία. Αν και το ανώνυμο λήμμα της «Εκπαιδευτικής Εγκυκλοπαίδειας» της «Εκδοτικής Αθηνών- εφ. Τα Νέα» Αθήνα 1999, σελ. 354, μας πληροφορεί ότι: «Στο ευρύτερο κοινό άφησε την εικόνα μιας αριστοκράτισσας παρωχημένων εποχών, όχι άσχετη με την σχεδόν αδιάλειπτη παρουσία, στις αθηναϊκές συναυλίες της, της τέως βασιλικής οικογένειας με την οποία συνδεόταν φιλικά».  Το παίξιμό της όπως και πάλι μας πληροφορεί το ανώνυμο λήμμα: «χαρακτηρίζει σπάνια τεχνική αρτιότητα συνδυασμένη με τέλειο έλεγχο της ποιότητας του ήχου και των λεπτότερων εκφραστικών αποχρώσεων: ήταν ικανή να τις επαναλαμβάνει με εντυπωσιακή ακρίβεια και πιστότητα σε δύο διαφορετικές εκτελέσεις του ίδιου έργου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ήταν ικανή και για μια βαθύτερη πνευματικότητα, όπως στην αλησμόνητη ερμηνεία της (Ηρώδειο, 8.9.74) του Κονσέρτου για πιάνο του Γκρηγκ, μοναδική ίσως σε παγκόσμια κλίμακα.»  Έδωσε πολυάριθμα ρεσιτάλ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Υπολογίζονται σε πάνω από 600 τα ρεσιτάλ της που έδωσε στα Συμμαχικά Στρατεύματα της Μέσης Ανατολής κατά την δύσκολη σκοτεινή πολεμική περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μπροστά στους Έλληνες του εξωτερικού. Η ίδια διέμενε τότε στην Αίγυπτο. Η φήμη της εδραιώθηκε στα κατοπινά χρόνια παγκοσμίως και ως δασκάλα πιάνου. Υπήρξε καθηγήτρια στο Ωδείο Αθηνών στο οποίο είχε μαθητεύσει ως μαθήτρια κοντά στον Βάλντεμαρ Φρήμανν, ενώ περάτωσε τις σπουδές της ως φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών. Το κοινό των θαυμαστών της σταθερά μεγάλωνε, οι μαθητές και μαθήτριές της την λάτρευαν, την εκτιμούσαν βαθύτατα για την μεγάλη της αγάπη και προσφορά στην κλασική μουσική, την τέχνη του πιάνου, την πιανιστική της δεξιοτεχνία, ταλαντούχα αξιοσύνη αλλά και τις άλλες της κοινωνικές προσφορές στην Μουσική ή όπως στην περίπτωση βοήθειας των παιδιών της Κύπρου μετά την εθνική τραγωδία, την ξένη κατοχή και προσφυγιά. Μεγάλη υπήρξε και η βοήθειά της-μέσω των διεθνών γνωριμιών της-στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αθηνών.

   Η Τζίνα Μπαχάουερ δεν υπήρξε μόνο ένα ας μας επιτραπεί η έκφραση «μεγάλο μουσικό κέρδος» για την χώρα μας αλλά και ένα διακεκριμένο και καταξιωμένο αναπόσπαστο κεφάλαιο της παγκόσμιας μουσικής κληρονομιάς διαχρονικά. Ενδέχεται να είναι η δεύτερη διασημότερη παγκοσμίως ελληνίδα μετά την Μαρία Κάλλας της μουσικής σκηνής. Ας μην εισέλθουμε όμως σε ξένα της κλασικής μουσικής χωράφια, αλλά και μην λησμονώντας τις ελληνικές μουσικές μεγαλοφυείς περιπτώσεις οικουμενικής εμβέλειας όπως του βαρύτονου Γιάννη Αγγελόπουλου που διέμενε στον Πειραιά, του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι. Το έμφυτο ταλέντο της Τζίνας Μπαχάουερ και η μουσική της ευστροφία φανερώθηκε όπως είδαμε από την νεαρή της ηλικία και σχολιάσθηκε ευμενώς κατά την διάρκεια και των υπολοίπων χρόνων της βραβευμένης καριέρας της διεθνώς. Ως αρχή της μουσικής της σταδιοδρομία θεωρείται το 1935 με την συμμετοχή της με τον αρχιμουσικό Δημήτρη Μητρόπουλο. Περιόδευσε σε διάφορες ηπείρους όπως στην Αυστραλία, την Νέα Ζηλανδία, της ΗΠΑ, όπου το 1971 έδωσε «το πρώτο της ρεσιτάλ στο Κέντρο Κένεντι της Ουάσιγκτον ως «ιδρύτρια καλλιτέχνιδα» (founding artist). Ισχυρή και θερμή η έφεσή της, η παθιασμένη θέλησή της για την Μουσική, πυρετώδη η αγάπη της, σταθερή η αφοσίωσή της στο πιάνο. Δημιούργησε μία ηχητική δική της γλώσσα και συνδυασμούς αποτέλεσμα της βαθειάς και ουσιαστικής της μακροχρόνιας πολύμοχθης παιδείας, καθημερινής εξάσκησης της και αγωγής διδασκαλία. Η μουσική της ευαισθησία μεγάλη, διέθεται μιά σπάνια ευελιξία στις εκτελέσεις της, οι έμπειρες πιανιστικές της κινήσεις και η «πλαστικότητα» του ατομικού της ύφους ήταν εμφανείς. Κατείχε την ευχέρεια να συνδυάζει το κλασικό με το σύγχρονο, την μοντέρνα πιανιστική φόρμα σε ένα μαγευτικό αποτέλεσμα αντιληπτό ακόμα και στον πλέον αμύητο μουσικόφιλο ακροατή. Προικισμένη η ερμηνευτική της πιανιστική αρτιότητα, εκπληκτικές οι εκτελέσεις της, ονειρική η τεχνική της ικανότητα. Καλλιεργούσε μουσικά στους ακροατές τις προϋποθέσεις μιάς άλλης ατμόσφαιρας, ενός άλλου κλίματος που «έσβηνε» μέσα στις ηχητικές πολυχρωμίες των πλήκτρων των πιάνων-κατά την διάρκεια των εκτελέσεών της- που ακολουθούσαν αρμονικά την εσωτερική της ευαισθησίας και γυναικεία τρυφερότητα και αισθαντικότητα. Σίγουρα και τα άλλα μουσικά της προσόντα και βαθιές γνώσεις, οι δημόσιες πρωτοβουλίες της κατέστησαν την Τζίνα Μπαχάουερ την διασημότερη πιανιστική μορφή στο διεθνές μουσικό στερέωμα. Η Ελληνίδα πιανίστρια στάθηκε ίση προς ίσους μπροστά σε μεγάλες μορφές της μουσικής της εποχής της. Οι μουσικές της παραστάσεις, εμφανίσεις και τα πάμπολλα ρεσιτάλ που συμμετείχε εντός και εκτός Ελλάδος-είτε ως σολίστ είτε μαζί με άλλες μουσικές φυσιογνωμίες των χρόνων εκείνων, οι επίσημες διδασκαλίες της σε διακεκριμένα πρόσωπα της εποχής (μαθήτριά της μεταξύ άλλων υπήρξαν η πρώην πριγκίπισσα Ειρήνη της Ελλάδος και ο τότε Βασιλιάς Παύλος)- πάντα γέμιζαν τις αίθουσες και τους συναυλιακούς χώρους. Οι συμμετοχές της με διεθνούς φήμης Ορχήστρες όπως αυτές της Νέας Υόρκης και άλλων πολιτειών της Αμερικής άφηναν θετικές εντυπώσεις, γράφουν όσοι ακτινογραφούν την μουσική της διαδρομή. Με σοβαρές σπουδές στο ενεργητικό της η πρόωρα χαμένη πιανίστρια, έφυγε μόλις στα 63 της, σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών και κατόπιν μαθήτευσε κοντά σε σημαντικά μουσικά μεγέθη όπως ο Σεργκέϊ Ραχμάνινωφ και ο Άλφρεντ Κορτό στην Παρισινή Ecole Normale de Musique. Αμέτρητες οι εμφανίσεις και συναυλίες της στο εξωτερικό, οι περιοδείες της σε αρκετές πολιτείες της Αμερικής ερμηνεύοντας έργα σπουδαίων κλασικών συνθετών όπως προαναφέραμε. Έφυγε ξαφνικά από την ζωή στον ύπνο της στο σπίτι που διέμενε στο Χαλάνδρι, (την βρήκε ο σύζυγός της διευθυντής Ορχήστρας Άλεξ Σέρμαν) στις 22 Αυγούστου του 1976, κάνοντας το μουσικόφιλο κοινό της Αθήνας που ανέμενε να την απολαύσει στο Καλοκαιρινό Φεστιβάλ στο κατάμεστο Θέατρο του Ηρώδου του Αττικού να παγώσει, να αναστατωθεί και φυσικά να λυπηθεί. Το μουσικοτραφές και μουσικόφιλο κοινό του προηγούμενου αιώνα είχε παρακολουθήσει κονσέρτα της, την είχε ακούσει σε συμμετοχές της σε ραδιοφωνικές εκπομπές και είχαμε μαγευτεί από την λαμπρότητα του ύφους της, του ξεχωριστού της στιλ, την τεχνική της δεξιοτεχνία την λιτή συγκίνηση που σκορπούσε, την πιανιστική της φινέτσα που κάθε φορά ανανεωνόταν. Η Τζίνα Μπαχάουερ η Ελληνίδα πιανίστα, πρόσφερε πάντα στους ακροατές της με την άρτια εμπειρία και κατάρτισή της ένα θαυμάσιο μουσικής ψυχαγωγίας αποτέλεσμα.

   Δεν είμαστε ειδικοί ούτε ιθύνοντες μουσικοκριτικοί, απλά κοινοί φιλότεχνοι μουσικόφιλοι που αγαπούν τα διάφορα είδη της ελληνικής, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας μουσικής και φυσικά της κλασικής. Το Τρίτο Πρόγραμμα του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι όπως και οι συναυλίες του Μεγάρου που ίδρυσε ο μουσικόφιλος εκδότης Χρήστος Λαμπράκης υπήρξε μεγάλο μουσικό σχολείο και εκπαιδευτήριο κλασικής μουσικής της γενιάς μας. Εδώ παρενθετικά, εκ Πόλεως Πειραιώς να γράψουμε ότι είναι ακόμα έντονη η απορία μας πώς έσβησαν τα Μουσικά φώτα της δημοσιότητας από ένα πειραιώτικο παιδί θαύμα τον εξαίρετο πιανίστα Δημήτρη Σγούρο, πώς χάθηκε από το μουσικό προσκήνιο ξαφνικά. Ένας μικρός μουσικός «μύθος» της Πόλης μας τις προηγούμενες δεκαετίες.

   Αναρτώντας αυτό το σημείωμα στην μνήμη της, δεν πιστεύουμε ότι η τιμημένη και βραβευμένη Ελληνίδα πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ έχει ανάγκη της δικής μας αφιερωματικής αναφοράς στην πειραιώτικη ιστοσελίδα μας για να μείνει ζωντανό το όνομά της. Η διεθνής βραβευμένη της παρουσία, η αναγνωρισημότητά της, η ακτινοβολία του όνομά της και το έργο που άφησε πίσω της αποτελούν παραδειγματικό σημείο για τους λάτρεις της μουσικής και του ελληνικού και παγκόσμιου πολιτισμού. Το Ίδρυμα που δημιουργήθηκε στο όνομά της με ξεχωριστή έγνοια και επιμέλεια φροντίζει να διατηρηθεί το έργο της και η παρουσία της ζωντανή, βοηθώντας τις νέες γενιές των Μουσικών.

   Από την μεριά μας, αντιγράφω δύο πληροφοριακά κείμενα. Το πρώτο είναι από τον ιστότοπο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο και είναι προσβάσημα τα στοιχεία σε όλους μας. Το δεύτερο είναι γραμμένο πριν μισό αιώνα από τον Νίκο Παπουτσόπουλο, και το αντιγράφω από την σελίδα 266, του 7ου τόμου, Σεπτέμβρης ’75- Αύγουστος ’76 ετήσια έκδοση κριτικής ενημέρωσης  του «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76» καλλιτεχνική πνευματική ζωή του Καλλιτεχνικού Πνευματικού Κέντρου «ΩΡΑ», Ξενοφώντος 7 στην Αθήνα. Εκδότης- Διευθυντής- Υπεύθυνος έκδοσης: Ασαντούρ Μπαχαριάν. Επιμελητής σύνταξης: Μιχαήλ Μήτρας. Καλλιτεχνική επιμέλεια: Άγγελος Καμπάνης. Διεκπεραίωση: Νίτσα Αλαμάνου. Συγκέντρωση και ταξινόμηση πληροφοριακού υλικού: Αγγελική Μεσσάρη, Γιώργος Α. Παναγιώτου, Γιώργος Πλαπούτας, Νίνα Τέτση, Γιάννα Τσιώμη.

--//--//--

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Τζίνα Μπαχάουερ

Πιανίστρια

Αυστριακής και Ιταλικής καταγωγής, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21/5/1910. Από μικρή ηλικία εκδήλωσε ιδιαίτερη κλίση στη μουσική. Σπούδασε πιάνο με τον Πολωνό πιανίστα Βόλντεμαρ Φρήμαν στο Ωδείο Αθηνών, αποφοιτώντας με δίπλωμα και χρυσό μετάλλιο (1929). Το διάστημα 1929/31 συνέχισε σπουδές με τον Άλφρεντ Κορτό στην Εθνική Σχολή Μουσικής του Παρισιού (Ecole Normale de Musique). Σποραδικά πήρε, επίσης, μαθήματα από τον συνθέτη Σεργκέι Ραχμάνινοφ στη Γαλλία και στην Ελβετία (1933/35). Πρωτοεμφανίστηκε σε συναυλία με ορχήστρα το 1930. Το 1933 απέσπασε το Μετάλλιο της Τιμής στο Διεθνή Διαγωνισμό της Βιέννης. Στην Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε το 1935, σε συναυλία υπό τον Δημήτρη Μητρόπουλο και το 1937 στο Παρίσι σε συναυλία υπό τον Πιερ Μοντέ. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, δίνοντας 630 συναυλίες για τις συμμαχικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής. Το 1947 πρωτοεμφανίστηκε στο Λονδίνο, με τη Νέα Ορχήστρα του Λονδίνου υπό τον αρχιμουσικό Άλεκ Σέρμαν, μελλοντικό δεύτερο σύζυγό της. Το 1950 εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χόλ της Νέας Υόρκης. Υπήρξε στενή φίλη του αμερικανού αρχιμουσικού Μωρίς Αμπραβανέλ και εμφανιζόταν τακτικά στις ΗΠΑ με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Γιούτα. Έκανε διεθνή σταδιοδρομία. Το ρεπερτόριό της εκτεινόταν από τον Μότσαρτ μέχρι τον Στραβίνσκι. Το 1976 ιδρύθηκε ο Διεθνής Διαγωνισμός Πιάνου «Τζίνα Μπαχάουερ» στην Πόλη Σόλτ Λέικ. Ερμηνείες της διασώζονται στην εμπορική δισκογραφία (EMI, Mercury κ.ά.). Απεβίωσε στην Αθήνα στις 22/8/1976. Κατά την περίοδο 1960-/70 διετέλεσε μέλος του ΔΣ της ΕΛΣ.

--//--//--//--

ΤΖΙΝΑ  ΜΠΑΧΑΟΥΕΡ

 (1913-1976)

του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

   Πέθανε σε ηλικία 63 χρόνων η διάσημη πιανίστα Τζίνα Μπαχάουερ, την Κυριακή 22 Αυγούστου 1976, ενώ 4.000 θεατές καθισμένοι στις κερκίδες του Ηρωδείου περίμεναν να την δούν και να την ακούσουν να ερμηνεύση σαν σολίστ το τρίτο κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Μπετόβεν, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ουάσινγκτον και τον αρχιμουσικό Άνταλ Ντοράτι.

   Την είδηση του θανάτου της Τζίνας Μπαχάουερ ανήγγειλε στους θεατές του Ηρωδείου ο πρόεδρος του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού κ. Δασκαλάκης.

     Η Τζίνα Μπαχάουερ γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Αυστριακούς, οι οποίοι είχαν εγκατασταθή στην Ελλάδα. Η Τζίνα Μπαχάουερ από πολύ μικρή μελετούσε πιάνο και από 7 μόλις χρόνων άρχισε να συστηματοποιή τη μουσική της μελέτη παρακολουθώντας μαθήματα στο Ωδείο Αθηνών, το οποίο και της απένειμε το χρυσό μετάλλιο. Αργότερα η Μπαχάουερ συνέχισε τις σπουδές της στην Εκόλ Νορμάλ ντέ Μυζίκ των Παρισίων και το 1933 πήρε το Πρώτο βραβείο του Δήμου της Βιέννης. Από τα πρώτα της βήματα γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αλλά μιά οικογενειακή οικονομική κρίση την ανάγκασε να αφήση κάθε σκέψη για καριέρα και άρχισε να διδάσκη στο Ωδείο Αθηνών.

   Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος την βρήκε στο Κάϊρο. Στα χρόνια του πολέμου έδωσε αμέτρητα κονσέρτα σε νοσοκομεία και στρατιωτικούς καταυλισμούς για τα συμμαχικά στρατεύματα.

    Από την εποχή εκείνη χρονολογούνται οι στενοί δεσμοί της με τη βασιλική οικογένεια (δίδαξε και πιάνο στην πριγκίπισσα Ειρήνη), τους οποίους και διατήρησε μέχρι τέλους της ζωής της, μένοντας προσηλωμένη στην «ιδεολογία» της δυναστείας.

    Στην Αίγυπτο επίσης γνώρισε τον συνθέτη Γιάννη Χρήστου, που κι αυτός χάθηκε πρόωρα, τον οποίο αργότερα βοήθησε να κάνη σημαντικές γνωριμίες με μουσικές προσωπικότητες στο εξωτερικό και ιδιαίτερα στην Αγγλία.

    Μετά τον πόλεμο η Τζίνα Μπαχάουερ, αφού το 1947 εμφανίστηκε για πρώτη φορά σαν σολίστ με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου και το 1950 με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης με διευθυντή τον αείμνηστο Έλληνα αρχιμουσικό Δημήτρη Μητρόπουλο, ανεγνωρίσθη διεθνώς, κατέκτησε το φιλόμουσο κοινό ολόκληρου σχεδόν του κόσμου, συμπράττοντας με τις μεγαλύτερες ορχήστρες και αποσπώντας τις καλύτερες κριτικές.

   Προ εικοσαετίας, περίπου, γνωρίστηκε με τον γνωστό Άγγλο αρχιμουσικό σερ Άλεκ Σέρμαν, τον οποίον παντρεύτηκε και με τον οποίο έζησε μέχρι τον αιφνίδιο θάνατός της.

     Οι εμφανίσεις της μεγάλης Ελληνίδας πιανίστας αποτελούσαν πάντοτε στο Φεστιβάλ Αθηνών ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός. Η ίδια αγαπούσε το Φεστιβάλ και πρόσφερε σ’ αυτό τις υπηρεσίες της. Χάρη στις δικές της γνωριμίες, τους δικούς της αγώνες και τις δικές της προσπάθειες το Φεστιβάλ Αθηνών πλουτιζόταν και με περισσότερα γνωστά μουσικά ονόματα και με τα πιο διάσημα μουσικά συγκροτήματα του κόσμου. Είναι ακόμη γνωστό πώς τα χρήματά της διέθετε για κοινωφελείς σκοπούς, όπως πρίν δύο λόγια λόγου χάρη διέθετε τα χρήματα από τις συναυλίες και τα κοντσέρτα της για τα παιδιά της Κύπρου.

   Οι πραγματικά σοβαρές σπουδές της Τζίνα Μπαχάουερ, η μελέτη της, η επιμονή της, μα περισσότερο η αγάπη της για τη μουσική και ιδιαίτερα το πιάνο την οδήγησαν σε μιά συνεχή τελειοποίηση. Συνέχεια, όπως έλεγε η ίδια, μελετούσε πολλές ώρες και προσπαθούσε να βελτιώνη την τεχνική της. Ο ελληνικός και διεθνής Τύπος αφιέρωσε ολόκληρες  σελίδες στη μνήμη της μεγάλης πιανίστας. Προσωπικότητες της εποχής μας δήλωσαν τη λύπη τους για το θάνατό της Τζίνας Μπαχάουερ.

    Ένα σημαντικό μουσικό κεφάλαιο για την Ελλάδα, και ιδιαίτερα για το Φεστιβάλ Αθηνών χάθηκε. Και μετά τον θάνατό της όμως, με το ίδρυμα που δημιουργείται στην Αθήνα, στη μνήμη της Τζίνα Μπαχάουερ, η συμβολή της στους νέους που σπουδάζουν μουσικά αλλά και στη μουσική δημιουργία του τόπου μας είναι σημαντική.

     ΝΙΚΟΣ  ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

    Σαν Υστερόγραφο, πριν ολοκληρώσουμε την ανάρτηση πρόχειρα θα ήθελα να συμπληρώσω ελάχιστα από το «ΧΡΟΝΙΚΟ ‘76». Των σελίδων Μουσική-Χορός σύμβουλοι ήσαν ο Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου και ο Χάρης Ξανθουδάκης. Την Μουσική ταυτότητα της Χρονιάς είχαν ο Νίκος Παπουτσόπουλος και η Ελένη Καραϊνδρου. Την Αποτίμηση έκαναν οι Κάτια Βρεττού, Γιώργος Λεωτσάκος, Καίτη Ρωμανού και ο Μίλτος Καρατζάς. Ενώ από τις άλλες Τέχνες έχουμε τις εξής απώλειες: Του δασκάλου και διασώστη ιστορικών τεκμηρίων του Ελληνικού Θεάτρου Γιάννη Σιδέρη (1898-1975). Του παθιασμένου θεατράνθρωπου πού δίχως την δική του πολύμοχθη συμβολή και ερευνητικές κοπιώδεις εργασίες ενδέχεται να είχε υφανθεί διαφορετικά η Ιστορία του Ελληνικού Θεάτρου. Από τις πλαστικές τέχνες έχουμε την απώλεια του ζωγράφου και δασκάλου καλών τεχνών στο Κολλέγιο «Ανατόλια» Γιώργου Ν. Παραλή (1908-1975) γεννημένου στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής και εγκατεστημένου στην Θεσσαλονίκη όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Το 1976 από τον χώρο των Γραμμάτων και των Τεχνών έχουμε επίσης τις απώλειες των ποιητών, μεταφραστών και δοκιμιογράφων, του ποιητή και στοχαστή Τάκη Κ. Παπατσώνη (1895-1976), του Θεσσαλονικιού ποιητή και δοκιμιογράφου Γιώργου Θέμελη (1900-1976). Και εκ της Πόλεως Πειραιώς της γνωστής μας «Μαρίτσας» κατά τον συγγραφέα και πολιτικό Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Πειραιώτισσας πεζογράφου, ποιήτριας και ταξιδιογράφου Μαρίας Περ. Ράλλη (1905-1976) αδερφής της μεγάλης μας τραγωδού Κατίνας Παξινού της εικαστικού Βαρβάρας Κωνσταντοπούλου εγκατεστημένης στην Αγγλία και της Δημοτικής Συμβούλου Πειραιά Αθηνάς Δηλαβέρη της οικογένειας αλευροβιομηχάνων Κωνσταντοπούλου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

 22/8/2026