Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΡΙΣΙΣ

Γιώργος Θέμελης
Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΡΙΣΙΣ
     Στις 17 Απριλίου, συμπληρώνονται σαράντα τρία χρόνια από τον θάνατο του γεννημένου στην Σάμο ποιητή, δοκιμιογράφου, θεατρικού συγγραφέα και μεταφραστή Γιώργου Θέμελη (Σάμος 23/8/1900-Θεσσαλονίκη 17/4/1974), ενός ανθρώπου των ελληνικών γραμμάτων, που κατά την διάρκεια του βίου του, αφιερώθηκε ολόψυχα-ψυχή τε και σώματι-στον ποιητικό και όχι μόνο λόγο. Το πολύπλευρο έργο-του πολιτογραφημένου Θεσσαλονικιού δημιουργού-που άφησε πίσω του, από την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα το 1933 με το μελέτημά του «Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ», έως την εκδημία του, είναι μεγάλο και εκτείνεται σε πολλές πτυχές της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ποίηση, Μελετήματα, Δοκίμια, Θέατρο, Μεταφράσεις, Αυτοβιογραφικά Κείμενα, Εργασίες για έλληνες ποιητές και πεζογράφους, κ.ά. Ένα συγγραφικό έργο, που στην εποχή του, και σίγουρα και μεταγενέστερα, σημάδεψε εποικοδομητικά τα ελληνικά γράμματα, με τις αναλύσεις του και τα ουσιαστικά ερωτήματα που ο Γιώργος Θέμελης, έθετε στα έργα με τα οποία καταγίνονταν. Αν μελετήσει ο αναγνώστης το δοκιμιογραφικό έργο και τα μελετήματα του Θεσσαλονικιού δημιουργού, αμέσως θα διαπιστώσει ότι ο Θέμελης, δεν παύει να θέτει συνεχώς ερωτήματα στα κείμενα που μελετά. Θέτει σύγχρονα ερωτήματα περί ποιήσεως και για τον ρόλο της μέσα στην κοινωνία, την αληθινή της ουσία της, τον στόχο της, τα πραγματικά της στοιχεία, την αυτοτέλεια του κόσμου της, τον οραματικό της σκοπό, την ιδιαιτερότητά της, την μυστική της χάλκευση, την εσχατολογία της, την αυτάρκειά της, και φυσικά, την πραγματική επίδραση που έχει το ποιητικό φαινόμενο τόσο στην συνείδηση του ίδιου του δημιουργού, όσο και σε αυτές των αναγνωστών του.
      Το ποιητικό φαινόμενο, με την ευρύτερη σημασία του όρου που έχει η λέξη και ότι αυτή αντιπροσωπεύει μέσα στην ιστορική διαδρομή της ανθρώπινης καλλιτεχνικής δημιουργίας, εύοσμο και μυριάνθεμο, χαρμολυπικό και ιδεώδες, ονειρώδες και ταξιδιάρικο, δεν «επιτρέπει» να παγώσει μέσα στις ανθρώπινες συνειδήσεις, μέσα στις φάτνες της ψυχής των ανθρώπων, η θερμή ζωογόνα ώθηση της Ζωής. Οι διάφορες μορφές πνοής της ποίησης είναι οι αντίστοιχες στάσεις  και τρόποι αληθινής ζωής. Η Ποίηση, με τον ανεξάντλητο μαγνητισμό των λέξεών της οικοδομεί τις εσωτερικές της συγγένειες μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία των αναγνωστών της, που ας μου επιτραπεί να σημειώσω ότι ίσως, είναι εξίσου ισχυρές, ή λειτουργούν συνεκτικά παράλληλα με τις ισχυρές συγγενικές μορφές, τους άρρηκτους εσωτερικούς δεσμούς που σμιλεύουν ακλόνητα οι συγγένειες εξ αίματος, μέσα στην εξελικτική ιστορία των ανθρώπων. Με την θέση αυτή, δεν θέλω να προσδώσω καμία χρησιμοθηρική ταυτότητα στο ποιητικό φαινόμενο, δεν πιστεύω ότι το ίδιο το φαινόμενο της ζωής αυτό καθ’ αυτό, είναι υποτελές στο ποιητικό φαινόμενο, αντίθετα θεωρώ, ότι το ποιητικό φαινόμενο, παρέχει περισσότερους αναβαθμούς ελευθερίας μέσα στις συνειδήσεις των ανθρώπων από ότι του παρέχει οποιοδήποτε άλλο ιδεολογικό ή μεταφυσικό φαινόμενο που οι αδήριτες ανάγκες της ζωής κατά καιρούς και συστηματικά δημιουργούν. Η Φύση διχάζει, ο ποιητικός λόγος ενώνει. Και αυτό εύκολα το συνειδητοποιεί κανείς, αν η ματιά του περισκοπήσει την ίδια την ανθρώπινη Ιστορία και την εξέλιξή της. Η Ιστορία από την φύση της σκηνοθετεί τα γεγονότα πάνω στην κόψη του ξυραφιού των ανθρωπίνων αντιθέσεων, ενώ η Ποίηση, έστω και με μόνη την χιμαιρική αποτύπωση του εφήμερου, αρχιτεκτονεί Κόσμους .
Που στηρίζονται οι μεγάλες θρησκευτικές δοξασίες; Στον ποιητικό λόγο και στην πίστη των ανθρώπων σε αυτόν. Που στηρίζονται τα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα; Σε ποιητικές έννοιες. Που στηρίζεται η Ιδεολογία; Στις ποιητικές ιστορικές φόρμες που δημιουργήθηκαν μέσα στην επαναστατική διαδρομή των ανθρώπων. Που στηρίζονται οι μεγάλοι οικουμενικοί μύθοι; Στον ποιητικό λόγο. Τον ανώνυμο ή επώνυμο ποιητικό Λόγο, που καθιστά κοινά μέσα στις ανθρώπινες συνειδήσεις τα μνημειώδη της ιστορίας του εφήμερα. Το ποιητικό φαινόμενο τέλος, είναι αυτό, που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο μπολιάζει την καθόλου μνήμη των ανθρωπίνων υπάρξεων διαχρονικά και σταθερά, ώστε να μην συννεφιάσει μέσα της, η εικόνα και οι εμπειρίες των ανθρώπων που νυχτώθηκαν στον Κάτω Κόσμο. Αυτό κρατά ζωντανή την παρουσία τους μέσω της μνήμης των ζώντων, και καλλιεργεί την δημιουργό πίστη στην κοινή τους μοίρα.
     Αντιγράφω εδώ, το κεφάλαιο «Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΡΙΣΙΣ», από το βιβλίο του ποιητή Γιώργου Θέμελη με τον ομώνυμο τίτλο. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1964 από τον εκδοτικό οίκο του Γεωργίου Φέξη, έχει 126 σελίδες και περιλαμβάνει τα εξής δοκίμια για λογοτέχνες που όλοι τους εξετάζονται κάτω από το βλέμμα της αρχικής θεώρησης του συγγραφέα για το ποιητικό φαινόμενο.  Δηλαδή, κατά πόσον η ποίηση ως ένα ιδιαίτερο είδος βίου και προορισμού και όχι ως μια απλή καλλιτεχνική απασχόληση, μια ενασχόληση για αργόσχολους, ένα διανοητικό παιχνίδι ακαδημαϊκής περιπέτειας, μπορεί να οδηγήσει στην σωτηρία ή την απώλεια της ψυχής, ή από άποψη βιοτική, στη διαμόρφωση του αληθινού προσώπου του ποιητή. Ο Γιώργος Θέμελης, στην δοκιμιακή του αυτή εξερεύνηση, δίνει στον ποιητικό λόγο μια εσχατολογική διάσταση, ίσως κάπως μονοσήμαντη, σίγουρα κάπως ιδεαλιστικά φωτισμένη, όμως επιμένει μέχρι τέλους στην σωτηριολογική αποστολή του ποιητικού λόγου. Οι καιροί από τότε που ο ποιητής διατύπωσε τις θέσεις αυτές έχουν αλλάξει όπως και οι επιλογές και οι συνειδήσεις και τα πιστεύω των ανθρώπων. Ίσως όμως μπορούμε ακόμα και σήμερα, σε εποχές απομάγευσης του ίδιου του φαινομένου της ζωής, τραγικής απαξίωσης των εσωτερικών αρχαίων παγκόσμιων ποιητικών ιστών που στηρίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις, να υποστηρίξουμε ότι το σωτηριολογικό άγγελμα που υποστηρίζει ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, για την λειτουργία της ποίησης, είναι ακόμα επίκαιρο και ζωντανό. 
- Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΡΙΣΙΣ
-ΣΟΛΩΜΟΣ Ή Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
-Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
-ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ-ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ
-ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ Ή ΤΑ ΠΤΕΡΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
-ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
-Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ
     Αυτοί είναι οι τίτλοι των δοκιμίων που περιέχει το βιβλίο. Το πρώτο που περιέχει τις θεωρητικές αρχές εξέτασης και των υπολοίπων καταλαμβάνει τις σελίδες 7 έως 17 και δανείζει και τον τίτλο του βιβλίου.
Πριν αρχίσω την αντιγραφή, θα ήθελα να επισημάνω ότι, οφείλει κάποιος αρμόδιος κρατικός παράγοντας που ασχολείται με την εκδοτική παραγωγή, κάποια από τις Εταιρίες Ελλήνων Λογοτεχνών, το ΕΚΕΒΙ, η Εταιρεία Συγγραφέων, η Εθνική Βιβλιοθήκη, ή κάποιος εκδοτικός οίκος, ή κάποιος Πανεπιστημιακός φορέας, ή η δημόσια τηλεόραση, να ασχοληθεί με την ιστορία και τις εκδόσεις του αξιόλογου αυτού εκδοτικού οίκου του Γεωργίου Φέξη και του εκδότη του. Ένας εκδοτικός οίκος που εξέδωσε σημαντικά διαμαντάκια ελλήνων και ξένων δημιουργών. Του οφείλουν οι παλαιότεροι αλλά και οι νεότεροι αναγνώστες πολλά. Ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ, ένα βιβλίο, μια διάλεξη, μια εργασία, μια καταγραφή των εκδόσεών του, των συνεργατών του, των μεταφραστών του, των ποικίλων έργων του που εκδόθηκαν την εποχή εκείνη, που μας διασώζουν φωνές, ήχους, λέξεις, ιδέες, οράματα, όνειρα, απόψεις, κρίσεις, θεωρίες, εικόνες ενός ελληνικού εκδοτικού και συγγραφικού κόσμου, που προετοίμασε τις κατοπινές συγγραφικές δημιουργίες και τους δημιουργούς. Οι εκδόσεις του Γεωργίου Φέξη, όσοι νεότεροι τυχεροί αναγνώστες τυγχάνει να ανακαλύψουν σε παλαιοπωλεία τα βιβλία που εξέδωσαν, είναι ένας μικρός πολύτιμος θησαυρός, έστω και αν κοστίζει ένα βιβλίο τους 5 ευρώ. Δεν έχουν συλλεκτική, αλλά, συναισθηματική, καλλιτεχνική και πνευματική αξία.
Η ΕΣΧΑΤΗ ΚΡΙΣΙΣ
     Σκέπτομαι, αν θα μπορούσε κανείς να δεχτεί κρίση ψυχών στην Ποίηση, γενικότερα στην Αισθητική, όπως αντίστοιχα στην Ηθική, με μέτρο τη διαγωγή ή τον τρόπο βίου στον αισθητικό χώρο.
     Θα χρειάζονταν να παραδεχτεί, ότι υπάρχει και στην Αισθητική μια ηθική, ηθική της Αισθητικής, ανάλογη με κείνη της Ηθικής στην περιοχή του πρακτικού βίου, με ανάλογη βαρύτητα και σημασία για τον καθορισμό της μοίρας ενός ανθρώπου ως ποιητή στον εδώ και στον άλλο κόσμο, εάν υπάρχει.
     Ο Κίρκεγκαρντ είπε, θεωρώντας από θρησκευτική σκοπιά, ότι η Ποίηση είναι μια Illusion. Κινείται έξω και πάνω από την πραγματικότητα, σε μεγάλη απόσταση, στον ανύπαρκτο χώρο της φαντασίας. Ο ποιητής ξέρει να υποκρίνεται. Ελάχιστοι άνθρωποι θάθελαν σοβαρά και τίμια να «μεταφέρουν στην πραγματικότητα» αξίες που η Ποίηση τις ενεργεί πέρα απ’ αυτήν και σε βαθμίδα απρόσιτη.
     Μά θα μπορούσε κανείς επίσης να ισχυριστεί, ότι «ελάχιστοι άνθρωποι» θάθελαν σοβαρά και τίμια να επιδιώξουν «να μεταφέρουν» στην πράξη αξίες που προβάλλει η Ηθική ως ιδεώδη βίου και σε βαθμίδα απρόσιτη. Και πραγματικά ελάχιστοι ξεχώρισαν στην ιστορία: ένας Σωκράτης, ένας Βρούτος-ο τελευταίος πολύ επικίνδυνα για τη ζωή-οι ήρωες.
     Ωστόσο δεν πρόκειται εδώ για τη «μεταφορά» αξιών, πού ενεργεί η Ποίηση, από την Ποίηση στην Πράξη, ή στη Ζωή.
Το αντίστροφο: για τη «μεταφορά» ή μετάταξη αξιών της Ζωής στην Ποίηση.
     Μά για να βγούμε από το αδιέξοδο, πρέπει να θεωρήσουμε την ποιητική περιοχή ως μια πραγματικότητα, μια άλλη πραγματικότητα ή σφαίρα βίου παράλληλη με κείνη του πρακτικού βίου, όπου ζή και κινείται ο άνθρωπος ως ποιητής.
     Εδώ, σ’ αυτό το σημείο ανάγεται το πρόβλημα, αν και κατά πόσον η Ποίηση για έναν ποιητή είναι καθαρή φαντασίωση και σε μεγάλη απόσταση από τη ζωή, επομένως ηθοποιία ή «υποκρισία», έξω και πάνω από τη βιωματική σφαίρα, ήτοι έξω από την ψυχή, ή μήπως είναι τρόπος και χώρος βίου, μια «ηθική». Όπως είπε ο Βαλερύ, “La poesie nous intime de devenir plus qu’ elle ne nous invite a comprendre”.
     Θέλω να πιστεύω ότι και στην Αισθητική ισχύει η ίδια διαδικασία ανάμεσα στην πραγματικότητα ή τη βιωματική ζωή του ποιητή και στην τέχνη του, όπως και στην Ηθική, όπου η ίδια σχέση καθορίζει την υποκρισία και την ειλικρίνεια, το φαρισαϊσμό και την αγνότητα, το στόμφο και τη σιωπή.
     Υπάρχει και στην Πράξη στόμφος, «κόμπος λόγου», ή σιωπή, οίηση ή ειλικρίνεια, όπως στην Ποίηση. Αν λοιπόν η ηθική της Ηθικής καθορίζει τη μοίρα μιάς ψυχής στραμμένης στην πρακτική ζωή, άλλο τόσο και η ηθική της Αισθητικής καθορίζει τη μοίρα μιάς ψυχής στραμμένης στην αισθητική ζωή-όταν η Ποίηση είναι ζωή και όχι απομάκρυνση απ’ αυτήν, δραπέτευση.
     Θα μπορούσαμε τώρα να κάμουμε μια επικίνδυνη υπόθεση «σοβαρά και τίμια» και δίχως ίχνος ειρωνείας ή παιχνιδιού. Υπόθεση για μια έσχατη κρίση στην Αισθητική. Ένας άλλος Ντάντε με ζυγό την ηθική της Αισθητικής υποθέτω-υποθέτω-πως θα τοποθετούσε το Σολωμό πχ. στον Παράδεισο.
     Στη θύρα την ολόχρυση της Παντοδυναμίας
Πλάι στη Φραγκίσκα Φράϊζερ, την Αιμιλία Ροδόσταμο, τη “Donna Velata”. Εκεί κάπου κοντά και ο Ρίλκε, ατενίζοντας χωρίς τρόμο και συντριβή «τα τάγματα των Αγγέλων».
     Εκεί επίσης, σε κάποιο παράλληλο ή επάλληλο ουρανό, ο Παπαδιαμάντης κι ο Κάλβος. Ο πρώτος με το πρόσωπο γυρισμένο προς τα «θεία ψηλώματα», για να ισορροπεί την έλξη της γής, που θα εξακολουθεί κι εκεί ν’ ασκεί στην ψυχή του επικίνδυνη γοητεία:
     Αλλ’ αν μαζί σου υπερβώ τα νέφη
     κ’ είς τον Θεόν η χείρ σου αν με φέρη,
     το πνεύμα μου οπίσω επιστρέφει
     και θεατής της γης να μείνη χαίρει.
Του Κάλβου, αντίθετα, στραμμένο προς τα κάτω, να επισκοπεί απ’ εκεί τον κόσμο του Θεού και «πάντα τα έθνη», που:
     Κρέμονται υπό τους πόδας Του.
Εκεί, νομίζω, προορίζεται να τοποθετηθεί και ο Τάκης Παπατσώνης, όπου θα βλέπει άμεσα, ρεαλιστικά και όχι συμβολικά το «ό,τι προτρέχει της ουσίας», και θα επιχειρεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη εωθινές ορειβασίες:
     Αλλά ιδού κάποτε φτάνει και εισορμά
     ώρα αποφάσεως μεγάλης. Ξεκίνημα τραχύ
     για τη μεγάλη ανάβαση…
     Με τον ίδιο ζυγό της αισθητικής ανθρωποδικίας, τον Παλαμά θα τον έρριχνε σε κάποιο Κύκλο, in Inferno μαζί με τον σωσία του το «Γύφτο» του «Δωδεκάλογου», να γιουχαϊζει αυτός για λογαριασμό του τα ιερά και τα όσια, να τα σκοτώνει κι ύστερα να τ’ ανασταίνει, ενώ ο ίδιος ο Παλαμάς να κυνηγάει την ψυχή του σά μια σκιά και ποτέ να μην την πιάνει. Γύρω του κάποια φιλάνθρωπα χέρια θ’ αγωνίζονται να τον σώσουν εκλέγοντας για χάρη του μοίρα Δαναϊδων. Εκεί θάναι και ο πόθος, όπου θ’ αντλούν ματαιόσχολα μαζί με τις παλαιές και κάμποσες άλλες νεώτερες Δαναϊδες.
Σκέπτομαι πού άραγε θα τοποθετούσε το Σικελιανό. Ίσως κάπου στον πρώτο Κύκλο, στην είσοδο της Κόλασης, όπου ιεροφάντης με άμφια φανταχτερά να θύει σε παγανιστικούς βωμούς και να κοινωνεί τον «ελευσίνιο κυκεώνα» αντί τ’ «άχραντα μυστήρια», ανάμεσα σε μυκηθμούς επιφωνημάτων:
Παλιό ιερό ποτό,
Κυκεώνα.
Ώ μυρουδιά όλων των καρπών μαζί, των σπόρων όλων, ώ χυμέ…
…………………………
Πολύ  πιο κάτω, σ’ ένα τοπίο βυθισμένο σε ύπνο μαγικό, με ποταμούς και δάση, παγανά και ξυλοκόπους, ο Απόστολος Μελαχρινός, γινωμένος Νέραϊδος να συνευρίσκεται αδιάκοπα και δίχως τέλος με νωχελικές Νεραΐδες σε πουπουλένιες παστάδες…
     Ιδιαίτερα ενδιαφέρομαι για την τύχη του μοναδικού και ιδιότυπου Καβάφη. Ελπίζω να τον τοποθετούσε τουλάχιστον στην κορυφή του Καθαρτηρίου, μέσα σε κάποια κρυστάλλινα «μεγάλα και υψηλά τείχη», όπου να ψιθυρίζει το:
     Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
     Εκεί υποθέτω θάβαζε κι όλους τους poetes maudits, αποκαθαρμένους από την αμαρτία και την κατάρα, έτοιμους να διεκδικήσουν ανώτερες σφαίρες.
     Είναι αδύνατο να εικάσει κανείς με ακρίβεια τις ταλαντεύσεις ενός τέτοιου λεπτού ζυγού της Δικαιοσύνης. Κινδυνεύει διαρκώς να γύρει «κατά το μέρος της Αδικίας» με το ελάχιστο, με τους πιο αόρατους και αστάθμητους παράγοντες. Το εδήλωσα, άλλωστε, ότι η απόπειρα είναι επικίνδυνη και πρώτος εγώ φοβάμαι, πώς θέλοντας-μη θέλοντας είναι πολύ πιθανό και ίσως και αναπόφευκτο να περιπέσω σε αδικήματα.
Και τότε:
Ά! κύριε, κύριε Μαλακάση,
Ποιος θα βρεί να μας δικάσει(!).
Έτσι μοιραία συναντούμε τον Καρυωτάκη, πού καλύτερα να μη μας ερχόταν έτσι απροσδόκητα στο νου. Θα παρακάμπταμε μια περίπτωση άκρως λεπτή και δύσκολη, γιατί επισφραγίζονται με την αυτοκτονία.
     Το ερώτημα είναι ποιο το νόημά της, και αυτό πάλι καθορίζεται από το εσωτερικό της ελατήριο.
     Έχει επικρατήσει ομόφωνα η γνώμη, ότι η αυτοκτονία του Καρυωτάκη επισφραγίζει τη ζωή και την Ποίηση, και μάλιστα πιο καθαρά την Ποίηση, αν δεχτούμε ότι η Ποίηση ήταν modus Vivendi του Καρυωτάκη.
Ήταν πραγματικά;
Εγώ ο ίδιος έχω πεί: «η ζωή και η ποίηση, δύο παράλληλα και ταυτόσημα φαινόμενα, ένα βάθος, με πλήρη ανταπόκριση ανάμεσά τους, δεν μπορούσαν παρά να τελειώσουν έτσι με το θάνατο σαν ένα έσχατο ποίημα». (Βασική Βιβλιοθήκη, τομ. 29).
     Τώρα το σκέπτομαι πολύ, αν πραγματικά ο θάνατος του Καρυωτάκη θα μπορούσε να θεωρηθεί «σαν ένα έσχατο ποίημα».
Το αμφιβάλλω πιά:
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθανε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
     Ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε ως ποιητής, αλλά ως άνθρωπος, από μαύρη απελπισία και «αηδία», ως άτομο γεμάτο από ένα μέσα του κενό ανικανοποίητο, άτομο εγωκεντρικό, μάλλον εγωτικό. Η αυτοκτονία έρχεται σά μια προδοσία της Ποίησης ή ως μια άρνησή της, το πιο ελαφρυντικό. Βεβαιώνει, ότι ο Καρυωτάκης δεν τοποθετήθηκε ολόκληρος μέσα στην Ποίηση με μια ριζική μετάσταση εκεί της ζωής, όπου θα μπορούσε να σταθεί και να ζήσει. Δε βρήκε καταφυγή και λύτρωση στην Ποίηση, και αυτό σημαίνει ότι δεν παραδόθηκε υποστασιακά σ’ αυτήν, δεν την έκαμε στέγη του και κόσμο του. Το αντίθετο: την υπόταξε στην απελπισμένη του διάθεση ως δοχείο συναισθηματικών εκκενώσεων για πρόσκαιρες ανακουφίσεις.
Το βεβαιώνει επίσης η σάτιρα, ο καγχασμός, που διαπνέει κυριαρχικά τους στίχους του.
     Ένας συναισθηματικά απελπισμένος άνθρωπος, ένα «παράξενο παιδάκι γερασμένο», διαβρωμένος από αθεράπευτη ανία, χρησιμοποιεί την Ποίηση για να ζήσει στη ζωή όσο του είναι δυνατόν, και όχι για να ζήσει στην Ποίηση και με την Ποίηση. Κι αν έχει κάποια αξία η ποίησή του, είναι από την οξύτητα του σαρκασμού, πού την κινεί. Λείπει η βίωση του βαθύτερου εαυτού του ως ανθρώπου μέσα στην Ποίηση, ήτοι η μετάταξη της ύπαρξης σ’ αυτήν. Η Ζωή στέκει χωριστά από την Ποίηση, δε «μεθίσταται» σ’ αυτήν, ώστε η Ποίηση να γίνει σφαίρα βίου.
     Η αυτοκτονία λοιπόν, πράξη ζωής και όχι της Ποίησης, βεβαιώνει την ειλικρίνεια του ανθρώπου, όχι του ποιητή. Και η ποίηση και η αυτοκτονία είναι τεκμήρια για τη γνησιότητα της ιδιοσυγκρασίας του Καρυωτάκη ως ανθρώπου.
     Η σάτιρα, άλλωστε, ως είδος είναι κάτι προς τά έξω, άσχετα με την καλλιτεχνική της αξία, έστω κι αν είναι κανείς Juvenalis. Στέκει έξω από την υποστασιακή ή οντολογική σημασία της Καθαρής Ποίησης. Χωρίς τούτο να σημαίνει πώς δεν έχει τη δική της ιδιαίτερη σημασία μέσα στα όριά της και τη λειτουργία της ως είδος, σημασία κοινωνική. Ενώ η Καθαρή Ποίηση, η χωρίς καμιά σκοπιμότητα, είναι κόσμος αυτοϋπαρκτος, χωρίς μοίρα.
     Η εποπτεία μου στη συνέχεια θα περιοριστεί σε μερικούς δικούς μας, από τους παλαιότερους παραδειγματικά. Όμως πολύ νοιάζομαι για την τύχη κάποιων ονομαστών ψυχών: πχ. του Γκαίτε, του Νίτσε, του Μαλλαρμέ… Πιστεύω να κερδίσουν τον Παράδεισο, γιατί πολύ μέσα τους τον πόθησαν, όπου ο πρώτος θα βλέπει «περισσότερο φώς», ο δεύτερος θ’ ακούσει «μουσική! μουσική!», και ο τελευταίος θ’ αναγεννηθεί:.
Au ciel anterieur ou fleuril la Beaute.
«Αν δέν πεθάνεις, πώς θ’ αναστηθείς;»
     Μακάριοι όσοι πεθαίνουν, πού θα πεί αναλίσκουν ολόκληρη την ύπαρξή τους στην ποίηση, και δεν κάνουν απλώς και μόνο τέχνη του λόγου ή ηθοποιία στο απόμακρο κλίμα της φαντασίας, χωρίς οδύνη και στεναγμό. Όσοι από βιωματική πραγματικότητα δημιουργούν μια άλλη αισθητική πραγματικότητα, όπως θα το ήθελε ίσως ο Κίρκεγκαρντ, «μεταφέροντας» τον εαυτό τους από τη μια στην άλλη σφαίρα ή ζώντας ολόψυχα και αποκλειστικά στην αισθητική, γιατί θ’ αναστηθούν….
     Ποιος μπορεί να βεβαιώσει και να πεί, ποιοι απ’ όσους ζούν και αναπνέουν ακόμα κάνουν ποίηση για να πεθάνουν, και ποιοι για να ζήσουν.
     Ο Εγγονόπουλος είπε τούτο:
Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε
η τέχνη και η ποίηση μας βοηθάνε να πεθάνουμε.
     Άς μη νομιστεί, το ξαναλέω, ότι παίζω εν ου παικτοίς.
Θέλω να πιστεύω, πώς η Ποίηση μπορεί να σώσει ή να βουλιάξει την ψυχή στον κόσμο της Ανυπαρξίας ή της Ματαιότητας, και προσπαθώ να το εκφράσω και να το στηρίξω με προβολή περιπτώσεων.
     Ο τρόπος έχει το χάρισμα να επισημαίνει όχι απλώς μια κρίση αξιολογική για ένα ποιητικό έργο ή περισσότερα, αλλά την υποστασιακή τύχη του κάθε ποιητή μέσα στην Ποίηση και με την Ποίηση.
     Εδώ ακριβώς είναι η δυσκολία και για τούτο εξαιτούμαι την επιείκεια. Άς εκτιμηθεί πιο πολύ η θέση παρά το αποτέλεσμα της εφαρμογής της, που κινδυνεύει να μην είναι απόλυτα αντικειμενική, να υπόκειται σε αναθεώρηση.
     Αν η ποίηση είναι ένας κόσμος αυτοϋπαρκτος, τότε πρέπει να έχει δικιά της Νομοτέλεια, δικιά της Ηθική και Δικαιοσύνη. Ακόμα και δικιά της Θρησκεία: θέλω να πω, ότι και ο Θεός αποκαλύπτεται, ούτως ή άλλως, ως υπαρκτός ή ανύπαρκτος, παρών ή υπονοούμενος, αγνοούμενος ή αναζητούμενος, φανερός ή absconditus, στον ποιητικό κόσμο σαν σε κόσμο παράλληλο στους άλλους κόσμους της ύπαρξης, σε συσχέτιση και ανταπόκριση, όπως οι ουράνιες σφαίρες.
     Πρέπει να έχει όλα τούτα τα συστατικά σε αντιστοιχία με κείνα του κόσμου της βιωματικής εμπειρίας ως μια άλλη πραγματικότητα.
     Έχει ακόμα η Ποίηση τη γλώσσα της, τη γεωμετρία της, τη μουσική της, το χώρο και το χρόνο της, την «Έσχατη Κρίση» της.
     Αν είναι έτσι, μπροστά σε μια τέτοια ποιητική εσχατολογία, όλα τ’ άλλα είναι δευτερεύοντα, σχεδόν ασήμαντα, και η συμβατική καλλιτεχνική επιτυχία, αυτή καθ’ εαυτήν, και η κοινωνική επιβολή, και η δόξα και η ματαιοδοξία…
     Και αυτή τη στιγμή με κυριεύει η έγνοια για την τύχη της ψυχής κάποιων αδελφών και φίλων…
Τι θα γίνουμε Θεέ μου;
-Ελέησον και σώσον ημάς από πάσης κηλίδος.
     Υπάρχει πάντα καιρός για προσευχή και μετάνοια, για όσους τυχόν αμάρτησαν ψευτίζοντας την ψυχή τους με θυσίες σε ψεύτικα είδωλα ή κάνοντας φαρισαϊσμό, ή δραπετεύοντας σε ακίνδυνους αισθητισμούς εν αγνοία της ψυχής και αναίμακτα, ή υποβιβάζοντας την ιερή Ποίηση σε ancilla οποιασδήποτε εξωτερικής σκοπιμότητας, αμάρτημα από τα πιο θανάσιμα της αισθητικής Ηθικής, γιατί αντιστοιχεί με ιεροσυλία, ως να χρησιμοποιεί ένα ναό για σταύλο ή οίκον εμπορίου, ή ακόμα για όσους αμάρτησαν χρησιμοποιώντας βέβηλα την ποίηση ως δοχείο εγωτικών εκκενώσεων, αμάρτημα άλλο τόσο θανάσιμο και ακόμα χειρότερο…..
     Η Ποίηση, όπως και η Ηθική, δέν είναι διαφυγή ή δραπέτευση, illusion, αυθαιρεσία ή απέριττο παιγνίδι, όπου ξοδεύουμε την περίσσεια των δυνάμεών μας, όπως τα μικρά παιδιά και οι γάτες, ή ένας τρόπος να σκοτώσουμε τον καιρό. Αν και το σκότωμα του καιρού δεν είναι ούτε κι αυτό αναίμακτο, έστω κι αν σκοτώνουμε παίζοντας πχ. χαρτιά ή τάβλι, ώστε να ενεργείται έξω από μας, έξω από τη μοίρα μας. Όλα καταγράφονται, χαράζονται στο μαυροπίνακα της ύπαρξής μας, Πολύ περισσότερο που η Ποίηση δεν είναι αυτό ή μόνο αυτό.
     Ή~ αν τη θεωρήσουμε Παιγνίδι με κεφαλαίο-όλα κατά κάποιον τρόπο είναι παιγνίδι, όλες οι εκδηλώσεις του εγκόσμιου βίου, όταν παίζοντας κανείς οτιδήποτε παίζει την ψυχή του, να την κερδίσει ή να την χάσει-ή ανάποδα: να την κερδίσει χάνοντάς την, να την χάσει κερδίζοντάς την-τότε ζούμε ή κάνουμε Ποίηση για να σκοτώνουμε τον καιρό, τέρας αδηφάγο, που κατατρώει την ύπαρξή μας, εφόσον μας περιέχει και μας δυναστεύει.
     Η ποιητική πράξη, όταν δεν είναι άσκηση τεχνικής, είναι εξ ίσου καθοριστική της μοίρας μας, όπως και η ηθική πράξη και δεν είναι μια ωραία ματαιοπονία για εφήμερη τέρψη, έστω υψηλής ποιότητας.
     Δέν μας ενδιαφέρει άλλωστε εδώ η οποιαδήποτε ματαιοπονία με ποιητική απασχόληση, που άφθονη υπάρχει γύρω μας. Ανήκει στην κατηγορία των distractions ή divertissements, όπως θάλεγε ο Πασκάλ, και εκεί εξαντλείται, όπως η κοσμικότητα. Είναι ακόμα κι ένα είδος στολιδιού, που κολακεύει και τροφοδοτεί το «ζωτικό ψεύδος» μιάς ωραιοπαθούς αυταπάτης, όπως το φλάουτο ή η απαγγελία του Γιάλμαρ Έγκνταλ στην «Αγριόπαπια» του Ίψεν. Και ο Γιάλμαρ Έγκνταλ υπάρχει. Ζή ανάμεσά μας και μέσα μας, πολλαπλασιασμένος σε χίλιες αποχρώσεις.
     Μας ενδιαφέρει η Ποίηση ως η μόνη από την άποψη της προσωπικότητας του ποιητή, πού αποβλέπει στη διαμόρφωση του αληθινού προσώπου του βήμα προς βήμα μ’ επώδυνους βηματισμούς, όπως η ηθική αγωγή.
     “L’ art, mes enfants, c’ est d’ etre absolument soi-meme” είπε ο Βερλαίν, ένα ποιητής που από την κραιπάλη του βίου με την ακόρεστη δίψα στρεφόταν προς την αγνότητα μέσα στην ποίηση και με την ποίηση.
     Ένός αληθινού ποιητή το μερτικό ως ανθρώπου είναι η ποίηση.
     Τον απασχολούν παράλληλα και όλα τ’ άλλα «πάρεργα», όλες οι παραφυάδες του βίου. Αρκεί να μη διασπούν την ενότητα του είδους βίου, αρκεί όλα να καταλήγουν στην Ποίηση και να γίνονται ύλη της και τροφή της.
     Η πολύπλευρη βιωματική ιδιότητα τροφοδοτεί την ποιητική ως κυρίαρχη και αποκλειστική γραμμή της ύπαρξης και του προορισμού της. Επομένως, η Ηθική διοχετεύεται στην Αισθητική και μετουσιώνεται σε ηθική της Αισθητικής.
     Ηθική και Αισθητική βρίσκονται σε άμεση σχέση και αμοιβαιότητα, κοινωνούν. Είναι μιά στο βάθος, που αντί να πραγματώνεται σε πράξη, υψώνεται σε αισθητική πράξη. Η αδιάκοπη αυτή μετάσταση παίζεται στην ψυχή.
     Είναι λοιπόν η αληθινή ποίηση ως οδός βίου, illusion; Με την οποία κατά τον Κίρκεγκαρντ ο ποιητής εξαπατά υποκριτικά τον εαυτό του κατασκευάζοντας ένα φανταστικό είδωλο του προσώπου που, ψευτίζοντας το αληθινό, και συνάμα εξαπατά και τους άλλους, προσφέροντάς τους τεχνητά κατασκευάσματα, όπου μπορούν ανώδυνα να διοχετεύουν την έμφυτη υποκριτική ματαιοδοξία τους;
     Αν είναι έτσι, τότε η ποίηση είναι τέχνασμα του Σατανά, το πιο σατανικό, μια χάρτινη σαγήνη στημένη επιδέξια, για να παίρνει όψη και ύφος πάσχοντος Θεού. Και θάπρεπε πίσω από τη σοβαροφανή κατασκευή της ν’ ακούγεται ο καγχασμός του.
     Ένα από τα δύο: ή είναι του Σατανά ή είναι του Θεού. Πιστεύω πώς είναι του Θεού «Από το Θεό αρχίζει και εις τον Θεό επιστρέφει».
     Θα τολμούσα να πώ πώς ο Θεός είναι ποιητής, «Ποιητής των πάντων». Όπως είπε ο Ζάν Μαριταίν: “Unus est artifex Deus”. Κάνοντας ποιητική πράξη με υλικά: την ύλη και το πνεύμα, το περασμένο και το άπειρο, το φως και το σκοτάδι, το ορατό και το αόρατο… μέσα σε μια θεία σύνθεση των αντιθέσεων αδιάκοπη, καταπληκτική, με απώτερη σκοπιμότητα ένα έσχατο θαύμα:
Un grand miracle s’ accomplit dans l’ univers.
                                                                (Rilke)
     Και η θεία ποιητική πράξη επιμερίζεται στον εδώ ανθρώπινο κόσμο σε Ηθική και Αισθητική. Η ενότητα τεμαχίζεται. Περιορίζεται στα όρια μιάς επικίνδυνης σχετικότητας, όπου ο ανταγωνισμός των αντιθέσεων μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας παίζεται εναγώνια, και διακυβεύεται αδιάκοπα η δημιουργία του θαύματος σχετικά με τον άνθρωπο, ή να επιτευχθεί προς τη φορά της θείας δημιουργίας ή να εκπέσει σε μια δαιμονική απάτη και καταστροφή.
     Μα πρέπει τελικά να πιστεύει κανείς στις δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου…
      Από τούτη τη σκοπιά δεν έχει καμία σημασία ποιά η θέση ενός ποιητή στον «Παρνασσό», όπως λέμε. Σημασία έχει ως ποιο σημείο και πως ένας ποιητής κερδίζει το πρόσωπό του και σώζει την ψυχή του.
     Αυτό το νόημα έχει η «Έσχατη Κρίσις». Και από τούτη τη θέση θα θεωρηθούν οι ποιητικές περιπτώσεις που ακολουθούν.
      Αυτό είναι το κείμενο προάγγελος θα γράφαμε του ποιητή και δοκιμιογράφου Γιώργου Θέμελη, με το οποίο μας μιλά για τους στόχους και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ερευνητική και μεθοδολογική του σκοπιά που θα εξετάσει το έργο των δημιουργών. Όπως βλέπουμε, ο Γιώργος Θέμελης, δεν θα ήταν άστοχο αν σημειώναμε ότι, χρησιμοποιεί όρους από τον κόσμο της Θεολογίας, για να καθορίσει το τι είναι κατά την γνώμη του Ποίηση, και ποιους ατραπούς οφείλει να ακολουθήσει ο αληθινός ποιητής καθώς γράφει ποίηση. Ο Θέμελης πιστεύει στην σωτηριολογική αποστολή της Ποίησης, κάτι που τον φέρνει κοντά στο πανανθρώπινο φαινόμενο της Πίστης σε ένα θρησκευτικό δόγμα. Κατά κάποιον τρόπο ενώνει την εσωτερική πίστη του ανθρώπου με την λειτουργία του ποιητικού φαινομένου. Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, και οι απόψεις που έχει διατυπώσει για τον ρόλο της ποίησης είναι κάτι παραπάνω από εμφανής μέσα στο δοκιμιακό λόγο του Θέμελη. Ο Θέμελης, δανείζεται επίσης όρους από την ηθική καθηκοντολογία του φιλόσοφου Εμμανουήλ Κάντ, όπως φαίνεται και σε άλλα του δοκίμια, και φυσικά, ενστερνίζεται τις απόψεις περί χριστιανικής σωτηριολογίας του δανού υπαρξιστή θεολόγου, φιλοσόφου και ποιητή Σαίρεν Κίρκεγκωρ, όπως μας δείχνει και το παράδειγμα που μνημονεύει από το θεατρικό έργο του Ερρίκου Ίψεν και όχι μόνο. Μέσα από ερωτήματα που θέτει, φιλοδοξεί να ενώσει τον κόσμο της Ηθικής με εκείνο της Αισθητικής, παρακάμπτοντας ίσως τις ηθικές απαγορεύσεις του Ηθικού σύμπαντος, ή μάλλον μεταφέροντας τις αρχές του στον κόσμο της Αισθητικής. Με τις ερωτηματικές του αυτές προσεγγίσεις και αναλύσεις ο ποιητή Θέμελης, θέλει να σχηματίσει ένα άλλο πεδίο αναφοράς μέσα στο οποίο θα κινείται ο καλλιτέχνης και το έργο του. Ένα σημείο αναφοράς, από το οποίο θα αντλεί, όχι τόσο εφόδια για μια τεχνική οικοδόμηση του ποιητικού του λόγου, το προσωπικό του ύφος, όσο μια βιωματική αναφορά καθαρτήριας επίδρασης του ποιητικού λόγου μέσα στην συνείδησή του, που θα καθαίρει πρώτα από όλα την ίδια την ψυχή του ποιητή και θα του προσθέσει τα απαραίτητα υποστηρικτικά στηρίγματα, ώστε ο ποιητικός του λόγος, η καλλιτεχνική του δημιουργία εν γένει, να παίξει τον ρόλο ενός εξομολογητηρίου των εσωτερικών του παθών και προσωπικών του αστοχιών, για να κερδίσει τον προσωπικό του προσώπου του παράδεισο. Η Έσχατη Κρίση, βρίσκεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα θεολογικής σωτηριολογίας, μέσα σε μια αχλύ θρησκευτικής οραματικής στοχοθεσίας. Έτσι και η αρνητική αν και στο ευρύτερο πλαίσιό της-σύμφωνα με τους κανόνες αξιολόγησης του ίδιου του Θέμελη-ορθή κρίση-άποψη για τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, και την αυτοκτονία του. Μόνο που παραγνωρίζει τις κοινωνικές και εργασιακές συνθήκες μέσα στις οποίες έζησε ο άνθρωπος-ποιητής. Το ίδιο πράττει και για τον αλεξανδρινό Κωνσταντίνο Καβάφη, μην λαμβάνοντας υπόψιν του, ότι ο ποιητής πέρασε τον βίο του εργαζόμενος σαν υπάλληλος σε αγγλική εταιρεία της Αιγύπτου, πράγμα όπως και στον Καρυωτάκη, τους δυσκόλεψε και τους στέρησε χρόνο από την καλλιτεχνική τους δημιουργία. Πέρα από το γεγονός, ότι ήσαν υποχρεωμένοι και οι δύο ποιητές, να συναναστρέφονται με άτομα στου εργασιακούς τους χώρους, που δεν τους ενδιέφεραν οι πνευματικές τους ενασχολήσεις. Τα πράγματα αυτά, τα θεωρούσαν πάρεργα. Δεν είχαν ούτε την ατομική τύχη του Διονυσίου Σολωμού, που δεν εργάστηκε και έτσι έμεινε απερίσπαστος στις συνθέσεις του, ούτε του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Γιατί κακά τα ψέματα, άλλο είναι να ασχολείσαι βιοποριστικά με μεταφράσεις για εφημερίδες και περιοδικά, και άλλο να εργάζεσαι σαν δημόσιος ή ιδιωτικός υπάλληλος σε ξένα χέρια. Που θα εντάσσαμε το έργο ενός Γιώργου Κοτζιούλα που εργάζονταν ως τυπογράφος; Σε ποιόν κύκλο θα τοποθετούσαμε τον Γιάννη Ρίτσο; Σε ποιόν τον Κώστα Κρυστάλη;  Σε ποιόν τον Οδυσσέα Ελύτη, που δεν χρειάστηκε να εργαστεί χειρονακτικά ποτέ του; Γιαυτό οι Δαντικοί Κύκλοι τους οποίους ερανίζεται ο Θέμελης, για να εντάξει πρόσωπα της ελληνικής γραμματείας, μάλλον κατά την γνώμη μου είναι μια παρακινδυνευμένη υπόθεση. Και πάλι, μπορούμε να γράψουμε και με ποια βεβαιότητα, ότι η ποιητική δημιουργία ενός Αρθούρου Ρεμπώ προέρχεται από ένα εωσφορικό καλλιτεχνικό πνεύμα ή αυτό του Ρίλκε πηγάζει από ένα Θεϊκό; Στα καθ’ ημάς το ποιητικό ερωτικό σύμπαν ενός Ναπολέων Λαπαθιώτη που ανήκει; Και ο σατιρικός κόσμος του Κώστα Βάρναλη; Αυτός του Εμμανουήλ Ροΐδη, ή του Γιώργου Σουρή; Άλλο προς τα πού είναι στραμμένο το βλέμμα του ποιητή λόγω εσωτερικής ψυχοσύνθεσης και προσωπικής ιδιοσυγκρασίας, και άλλο προς τα πού κοιτά ή σκοπεύει η ποίησή του. Και μια ψυχή σώζεται από τι; Και από ποιόν; Από τις ενέργειες και πράξεις του ίδιου του καλλιτέχνη, ή από αυτό καθ’ εαυτό το ίδιο το ποιητικό φαινόμενο;
     Το κείμενο του ποιητή και στοχαστή Γιώργου Θέμελη, εξακολουθεί να είναι ενδιαφέρον και στις ημέρες μας, γιατί θέτει ερωτήματα περί ποιήσεως, έστω και με ποιητικές αξίες μιας παρελθούσας εποχής, εποχής που ο καθαρτήριος λόγος της αρχαίας τραγωδίας μπόλιαζε συνειδήσεις και καλλιτεχνικές δημιουργίες. Η Ρομαντική άποψη περί ποιήσεως απασχόλησε για μεγάλο διάστημα τους δημιουργούς εντός και εκτός ελληνικού χώρου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για το φαινόμενο της εσωτερικής πίστης των ανθρώπων, των θρησκευτικών βιωματικών εμπειριών τους, με ότι αυτό συνεπάγεται μέσα στην εξελικτική διαδρομή της ανθρώπινης ψυχής και συνείδησης. Η ταύτιση Ποίησης και Πίστης με θέλγει και εμένα προσωπικά, μόνο που, οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν από ένα τέτοιο πλαίσιο ερμηνείας της τέχνης είναι πολλοί και παρακινδυνευμένοι. Ιεροφάντες της μυστικής ποίησης και πίστης, με κοινό πεδίο κοινωνικής αναφοράς, ίσως να μην έχουν θέση στους καιρούς μας. Ένας σύγχρονος Dante δεν μπορούμε να πούμε με ακρίβεια, το ποιους θα περιελάμβανε στους τρείς συμπαντικούς του κύκλους. Ποιος δημιουργός θα ανελάμβανε μια τέτοια ευθύνη για άλλους ομοτέχνους του; Μπορεί η σαγήνη του πειράματος να είναι μεγάλη, αλλά ο Κόσμος και οι Άνθρωποι περί άλλων τυρβάζουν σήμερα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 16 του Απρίλη 2017, καθώς οι ευωδιές των πασχαλιών και των γιασεμιών πλημμυρίζουν την ατμόσφαιρα, και τα σήμαντρα μηνούν την ησυχία της Πόλης. Ενώ ο Έρωτας στήνει χορό με τον ξανθό Απρίλη.
Ποιος ανασταίνεται και ποιος όχι, ποιος μπορεί να μας το εξομολογηθεί με ασφάλεια.
Πάσχα πανσεβάσμιο,
Πάσχα άμωμο,
Πάσχα ημίν το πύλας του Παραδείσου ανοίξας
Πάσχα της Ποιήσεως Πάσχα.           
     

                        


Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΕΠΟΧΕΣ
     Τις προηγούμενες Κυριακές, η Κυριακάτικη παραδοσιακή εφημερίδα «Το Βήμα», άρχισε να προσφέρει στους αναγνώστες της ένα παλαιό και σημαντικό λογοτεχνικό και όχι μόνο περιοδικό, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις αρχές του 1960, και για την ακρίβεια τον Μάϊο του 1963. Ιστορική περίοδο, που η χώρα ήταν ακόμα Βασιλευόμενη Δημοκρατία. Βασιλέας τότε των Ελλήνων ήταν ο Παύλος, το κυβερνητικό τιμόνι κρατούσε ο συντηρητικός ηγέτης Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος, με κυβέρνηση της Ελληνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης, στην αντιπολίτευση, βρίσκονταν η Ένωση Κέντρου με ηγέτη τον Γέρο της Δημοκρατίας, και, ηγέτης της Ελληνικής Δημοκρατικής Αριστεράς ήταν ο ώριμος πολιτικός και συγγραφέας Ηλίας Ηλιού. Μια κρίσιμη πολιτική περίοδο για την χώρα μας, με πάμπολλες πολιτικές, διπλωματικές και στρατιωτικές ζυμώσεις, μια και σε λιγότερο από μια πολιτική πενταετία, είχαμε τον θάνατο του βασιλιά Παύλου και την ανάληψη των βασιλικών καθηκόντων από τον νεαρό διάδοχο Κωνσταντίνο Β΄, την οικιοθελή πολιτική αυτοεξορία του ηγέτη της ΕΡΕ Κωνσταντίνου Καραμανλή στο Παρίσι, και την εκλογή στο κομματικό τιμόνι της συντηρητικής παράταξης του ιστορικού και πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Το πηδάλιο της πολιτικής διακυβέρνησης της χώρας ανελάμβανε η Ένωση Κέντρου με πρωθυπουργό τον λαοπρόβλητο Γεώργιο Παπανδρέου, που δυστυχώς, δεν κατόρθωσε να μακροημερεύσει, με τα γνωστά μας μετέπειτα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα, τα λεγόμενα Ιουλιανά και των αποστατών, που θυμούνται ακόμα, οι παλαιότερες γενιές από την δική μας, που βρίσκονται εν ζωή. Την ταραχώδη και αλλοπρόσαλλη αυτή ιστορική αναίρεση της πολιτικής δημοκρατίας, πολιτική περίοδο των Ιουλιανών, τις ογκώδεις διαδηλώσεις με σύνθημα το 114, για την υπεράσπιση του Συντάγματος, την κυβερνητική και πολιτική αποστασία των χρόνων που επακολούθησαν, με τις διάφορες κυβερνήσεις μαριονέτες των ανακτόρων, και τέλος, την επιβολή της δικτατορίας των αφρόνων συνταγματαρχών του 1967, την Ελλάδα των Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών,(τρείς λέξεις νεκρές, γιατί τις σκοτώσατε, που έγραψε ο νομπελίστας μας ποιητής Γιώργος Σεφέρης) που κράτησε επτά χρόνια, έθεσε κατά κάποιον τρόπο, την αρχή του τέλους του θεσμού της δυναστείας, και προκάλεσε την στρατιωτική κατοχή της Κύπρου από τα Τουρκικά στρατεύματα, το διχασμό της Νήσου, τους 200.000 κυπρίους πρόσφυγες, με το πραξικόπημα κατά του αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Μια και στην ρεαλιστική σύγχρονή μας τότε ιστορικότητα, χάσαμε έναν πόλεμο. Ή για να θυμηθούμε και τον Πειραιώτη εικαστικό δάσκαλο Γιάννη Τσαρούχη, που έλεγε: «Εμείς οι Έλληνες, είχαμε μια αγγλική αποικία, και κάναμε ότι περνά από το χέρι μας για να την χάσουμε». Ένα ιστορικό τραύμα του Ελληνισμού, που παραμένει ακόμα ανοιχτό, έστω και αν ανήκουμε στον ίδιο στρατιωτικό σχηματισμό, το ΝΑΤΟ, έστω και αν η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια που όπως φαίνεται, οι μεγάλες ισχυρές πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις και οι ΗΠΑ, δεν θέλουν να δώσουν οριστική λύση, και να ενωθεί ξανά η Κυπριακή Δημοκρατία, και να επιτρέψουν στις δύο κυπριακές κοινότητες να ζήσουν ειρηνικά και αρμονικά. Νομίζω, αν δεν κάνω λάθος, η Τουρκική Δημοκρατία και το κράτος του Πακιστάν είναι οι μοναδικές δύο μουσουλμανικές χώρες διεθνώς, που έχουν αναγνωρίσει το Κυπριακό ψευδοκράτος. Και φυσικά, το ΝΑΤΟ, έπαιξε και εξακολουθεί να παίζει το ρόλο του Ποντίου Πιλάτου. Φοβού τους φίλους συμμάχους Δαναούς και δώρα φέροντας.
Παλαιστινιακό και Κυπριακό, δύο ανοιχτές πολιτικές και κοινωνικές πληγές που έρχονται από τις προηγούμενες ιστορικές μας δεκαετίες.
     Κλείνοντας αναφέρω, πράγματα γνωστά αλλά όχι αξέχαστα, ότι θυμάμαι σαν έφηβος, στα μετά την δικτατορία χρόνια, που οι εφημερίδες έγραφαν ότι το τίμημα της απαλλαγής της Ελλάδας από την στρατιωτική χούντα και την αποκατάσταση της πολιτικής Δημοκρατίας το 1974, το πλήρωσε η Μεγαλόνησος. Ήταν τότε, που ακούγαμε στον παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό του ΒΒC και της Ντόιτσε Βέλλε, ότι ο υπουργός εξωτερικών της Αμερικής επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον, ο Χένρυ Κίσινγκερ, είχε αποφασίσει  την επάνοδο στην πολιτική νομιμότητα της χώρα μας, και η εφημερίδα του Τζώρτζη Αθανασιάδη, κυκλοφορούσε με τον μεγάλο τίτλο ΈΡΧΕΤΑΙ, καθώς και την φωνή του εθνάρχη Μακαρίου, ότι «Είμαι ο Μακάριος και είμαι ζωντανός», λίγους μήνες νωρίτερα.
     Ας έρθουμε όμως στο περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, αυτό το πολύτιμο από πλευράς ύλης περιοδικό, που εξέδωσε ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός του Χρήστου Λαμπράκη, με την εξαιρετική πλειάδα των συνεργατών του, που η δική μου γενιά, η γενιά του 1980, συναντούσε στα γνωστά παλαιοπωλεία της εποχής, και αν ήταν τυχεροί οι άνθρωποι που διάβαζαν και ασχολούνταν συστηματικότερα με τα λογοτεχνικά πράγματα, αγόραζε σε χαμηλή τιμή-τότε δραχμές-το κάθε τεύχος. Το περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, όπως έχουν σημειώσει άλλοι ερευνητές αρμοδιότεροι εμού, ήταν το περιοδικό της κρίσιμης εκείνης δεκαετίας (1960), που βρίσκονταν στο «αντίπαλο» πολιτικά και ιδεολογικά στρατόπεδο του γνωστού περιοδικού της κομμουνιστικής αριστεράς ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ. Το ένα, εξέφραζε τον αστικό χώρο-της γενιάς του 1930-και την πολιτισμική ιδεολογία και φιλοσοφία του, το άλλο, ήταν ένα «καθαρά» ιδεολογικό περιοδικό, που εξέφραζε τις ποικίλες τάσεις και φωνές της κομμουνιστικής ιδεολογίας και πολιτικής, τόσο στον χώρο της κοινωνίας όσο και στο χώρο της τέχνης. Ασφαλώς, η ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ υποστήριζε όπως εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς αν την ξεφυλλίσει, τα τότε κομμουνιστικά καθεστώτα, τα δορυφόρα κράτη της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης, της Μέκκας του Κομμουνισμού. Αν και υπάρχουν αρκετά θεωρητικά κείμενα γνωστών συγγραφέων, που μας φανερώνουν τις ιδεολογικές ρωγμές μέσα στον ίδιο χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς και της εν σπέρματι αμφισβητήσεις, για το κατά πόσο λειτουργούσε η πολιτική και κοινωνική Δημοκρατία στα καθεστώτα αυτά, αλλά και στην ίδια την αχανή Ρωσία. Το «σοσιαλιστικό» οικοδόμημα, είχε αρχίζει να τρίζει από τα μέσα, και οι ελπίδες και τα όνειρα να διαψεύδονται παγκοσμίως, παρά τις αγνές προθέσεις των ελλήνων αδικαίωτων αγωνιστών. Από την άλλη πλευρά, των ανοιχτών κοινωνιών, της ελεύθερης οικονομίας, των ανοιχτών συνόρων, της ανεκτικότητας στην πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, ερωτική και της τέχνης διαφορετικότητα, έτσι όπως την εκφράζουν μέσα στην ροή και την αργή εξέλιξη της Ιστορίας οι Αστικές Κοινωνίες του Δυτικού Κόσμου, και ο πολύχρωμος πολιτισμός τους, οι διάφορες φιλοσοφικές ζυμώσεις, οι εξελίξεις των θετικών επιστημών, οι πολιτικές θεωρίες που αναφύονταν μέσα στο ίδιο το σώμα της αστικής δημοκρατίας από τις δυτικές κοινωνίες, σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα ξέχωρα, επαναστατικά κινήματα αμφισβήτησης, οι νέες σχολές στον χώρο της ποίησης, οι σύγχρονοι προβληματισμοί και πειραματισμοί στον χώρο του θεάτρου, οι μοντέρνες τάσεις στο πεδίο των εικαστικών τεχνών, τα νέα ρεύματα της κινηματογραφικής τέχνης, της τέχνης του χορού, της αρχιτεκτονικής, κλπ., έβρισκαν φωνή πρόσβασης για να κοινοποιήσουν τις αρχές τους, στα σύγχρονα περιοδικά της εποχής, όπως οι ΕΠΟΧΕΣ. Παλαιότερα, η αστική τάξη και η γενιά του 1930, είχε συμπαραστάτη το περιοδικό «ΤΑ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» , στις ιστορικές αυτές δεκαετίες, το μεγάλου σχήματος περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, ήρθε να αναπληρώσει το κενό και να προσφέρει φωνή στα νέα ρεύματα όχι μόνο της τέχνης, αλλά και της φιλοσοφίας, της κοινωνιολογίας, της ιστορίας, όπως μας δείχνουν τα δεκάδες αφιερώματα του περιοδικού. Στα μετά την δικτατορία του 1967 χρόνια, ένα παρόμοιο περίπου περιοδικό, ήταν το περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ, με τα πολλά αφιερωματικά του τεύχη στον χώρο της φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας. Ένα καθαρά αντικομουνιστικό περιοδικό, που, έβρισκες όμως αναλύσεις πολιτικών και φιλοσοφικών θεμάτων, που δεν συναντούσες εύκολα σε άλλα έντυπα. Επίσης, το ολιγόχρονο περιοδικό ΔΟΜΗ, είχε παρόμοια όσον αφορά την τέχνη και την λογοτεχνία δομή, χωρίς να έχει πολιτικό χρωματισμό. Την ΔΟΜΗ, αν θυμάμαι καλά, την εξέδιδε επίσης ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός του Χρήστου Λαμπράκη.
Ας δούμε τα περιεχόμενα των εξής τευχών:
• Τεύχος 1/Μάης 1963, δραχμές 20,  με διαστάσεις 20,5Χ 28.  Μηνιαία Έκδοση Πνευματικού Προβληματισμού και Γενικής Παιδείας. Διευθυντής: Άγγελος Τερζάκης. Σύμβουλοι: Γιώργος Σεφέρης, Κωνσταντίνος Θ. Δημαράς, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Σκαλιώρας, Λέων Β. Καραπαναγιώτης, Χρήστος Δ. Λαμπράκης.  Διεύθυνση Χρήστο Λαδά 3. Συνδρομές Ετήσιες: 220 δραχμές. Τυπογραφείο: Χ. Τσαρμπόπουλος, Βασιλέως Παύλου 106.
      Το περιοδικό περιέχει και πολλές ολοσέλιδες διαφημίσεις, και κοσμείται από ασπρόμαυρες φωτογραφίες γνωστών εικαστικών καλλιτεχνών.
-       Το τεύχος αρχίζει με την ιδρυτική ταυτότητα του περιοδικού. «Εκείνο που λιγότερο απ’ όλα χρειάζεται η ελληνική ζωή, είναι οι προγραμματικές δηλώσεις. Αντίθετα, είναι κοινή σήμερα η αξίωση για πραγματοποιήσεις χωρίς επαγγελίες……
-       Γιώργος Θεοτοκάς, Ο Σοβιετικός Πατριωτισμός
-       Έφη Ραυτοπούλου, Το «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ» του DELACROIX
-       Ρόδη Ρούφου, Οι Μεταμορφώσεις του Αλάριχου
-       Boris Pasternak, CHOPIN
-       Στο τέλος της μελέτης, σε ξεχωριστό πλαίσιο, υπάρχει απόσπασμα, από το έργο «Διατριβαί» του Επίκτητου.
-       Hannah Arendt, Μαρξ, Κίρκεγκωρ και Νίτσε
-       Νίκος Κάσδαγλης, Βραχνάς
-       Πάλι στο τέλος του διηγήματος υπάρχει απόσπασμα από τον αρχαίο φιλόσοφο Επίκτητο.
-       Ακολουθούν οι σελίδες «Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ» Στο ζήτημα ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ, σε επιμέλεια του Αλέξη Δημαρά, απαντούν με κείμενά τους οι: Γεώργιος Ι. Κουρμούλης, ο Εμμανουήλ Κριαράς, Ο Α. Ν. Καλογεράς, ο Ευάγγελος Π. Παπανούτσος.
-       Ακολουθούν οι σελίδες ΧΡΟΝΙΚΑ, όπου παρουσιάζονται οι Σχολιασμοί της πολιτικής επικαιρότητας, Κατόπιν ο Άγγελος Τερζάκης αναφέρεται στις σελίδες ΘΕΑΤΡΟ, σε Θεατρικά Έργα, όπως αυτό του ρουμάνου θεατρικού συγγραφέα Ευγένιου Ιονέσκο κλπ. Ακολουθούν οι σελίδες Η ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ, Ο Γεώργιος Π. Σαββίδης, μας παρουσιάζει «δύο νέες εκδόσεις του Καβάφη». Ακολουθούν οι σελίδες Ο ΧΟΡΟΣ, το κείμενο Τέχνη και θέαμα το υπογράφει ο Χρ. Κληρίδης.
-       Ακολουθούν οι πλούσιες σελίδες για ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
-       Ο Αλέξανδρος Αργυρίου, στο κείμενο με τον γενικό τίτλο «Ανατυπώσεις των Ελλήνων Υπερρεαλιστών», κρίνει τα ποιητικά βιβλία των: Ανδρέα Εμπειρίκου, ΠΟΙΗΜΑΤΑ: ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΝΔΟΧΩΡΑ, εκδ. Γαλαξίας 1962. Οδυσσέας Ελύτης, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, εκδ. Γαλαξίας 1961, ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, εκδ. Ίκαρος 1962, και Νίκος Εγγονόπουλος, ΜΠΟΛΙΒΑΡ, εκδ. Ίκαρος 1962
-       Ο Κώστας Στεργιόπουλος, κρίνει στο κείμενο «Μια προσωπική Μαρτυρία» την ποιητική συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη, Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ, 3 εκδ. Θεσσαλονίκη 1962, και την συλλογή «Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ» Αθήνα 1962 του ποιητή Νίκου Δ. Καρούζου, στο κείμενο με τίτλο «Ένας εγκόσμιος αναχωρητής».
-       Ακολουθούν οι κριτικές σελίδες για τον ΠΕΖΟ ΛΟΓΟ. Ο Γιώργος Θεοτοκάς στο κείμενο «Η προσφορά μιάς νέας πεζογράφου», κρίνει το βιβλίο της Μαρίας Γκούμα, Η ΓΥΑΛΙΝΗ ΩΡΑ, εκδ. Ίκαρος 1962. Ο Απόστολος Σαχίνης κρίνει δύο πεζογραφικά βιβλία στα κείμενα του, στο «Ένα σύγχρονος συγγραφέας» μας μιλά για το βιβλίο Η ΤΥΦΛΟΜΥΓΑ εκδ. Δίφρος 1962 του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου, και στο δεύτερο κείμενό του με τίτλο «Από τη συγκίνηση στην αντικειμενική τέχνη» το βιβλίο της Γαλάτειας Σαράντη, ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ, εκδ. Γεωργίου Φέξη 1962. Τέλος, ο μυθιστοριογράφος Σπύρος Πλασκοβίτης, στο κείμενό του με τίτλο «Το πνευματικό στοιχείο στην πεζογραφία» παρουσιάζει το μυθιστόρημα του Παύλου Παπασιώπη, Η ΑΙΘΟΥΣΑ, Θεσσαλονίκη 1962.
-       Η Έλλη Λαμπρίδη, σε ένα εκτενές κείμενό της, μας παρουσιάζει στο «Υπάρχει επαγωγή στην επιστήμη;», το φιλοσοφικό μελέτημα του Karl Popper, THE LOGIK OF SCIENTIFIC DISCOVERY (Hutchinson 1960).
-       Στο τομέα της ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ, η Βάννα Χατζημιχάλη, μας παρουσιάζει το γαλλόφωνο έργο των F. CHAPOUTHIER, P. DEMARGNE, A. DESSENE: FOUILLES EXECUTEES A MALLIA, 4e RAPPORT, EXPLORATION DU PALAIS (Paris 1962).
-       Στις σελίδες του ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, στο κείμενό του «Ο νεορεαλισμός κι η πραγματικότητα» μας μιλά για την εργασία του Andre Bazin, QU’ EST-CE QUE LE CINEMA? IV. UNE ESTHETIQUE DE LA REALITE: LE NEOREALISME (Les Editions du Cerf, Paris 1962).
-       Ο Λέων Β. Καραπαναγιώτης, κρατά την σελίδα ΔΕΛΤΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ.
-       Ακολουθεί το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
-       Ακολουθούν οι σελίδες ΧΤΕΣ, ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΡΙΟ
-       Οι συνεργάτες του τεύχους (μικρά βιογραφικά στοιχεία για τους συμμετέχοντες στο τεύχος)
-       Στην σελίδα 84 δημοσιεύονται οι ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
-       Έχουμε, τον σκιτσογραφικό σχολιασμό του μετρ Κώστα Μητρόπουλου, και
-       Το τεύχος κλείνει, με τις σελίδες Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΚΕΨΗ, που ο Κωνσταντίνος Ι. Δεσποτόπουλος, κάνει εισήγηση και εκλογή κειμένων από το έργο του αρχαίου ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ. Σε παράφραση κειμένου του Σ. Δέλτα.
Όπως βλέπουμε από αυτήν την σύντομη καταγραφή του πρώτου τεύχους του περιοδικού ΕΠΟΧΕΣ, το τεύχος είναι αρκετά πλούσιο σε ύλη, έχει σημαντικούς για τις δεκαετίες εκείνες αλλά και μεταγενέστερα, συγγραφείς, μελετητές, δοκιμιογράφους, κριτικούς, επιστήμονες, όπως ο πεζογράφος Σπύρος Πλασκοβίτης, που μας έδωσε στα κατοπινά χρόνια, σημαντικά του μυθιστορήματα,-ασχολήθηκε και με την πολιτική τα μετά την δικτατορία χρόνια- ο ποιητής, δοκιμιογράφος και καθηγητής πανεπιστημίου Κώστας Στεργιόπουλος, που μας πρόσφερε τις εργασίες του για τον ποιητή του μεσοπολέμου και δοκιμιογράφο Τέλλο Άγρα, που τον αναστήλωσε. Ο κριτικός Απόστολος Σαχίνης, που μας έχει δώσει την σημαντική σειρά «Οι Πεζογράφοι μας» μια σειρά βιβλίων που εξετάζονται τα ρεύματα, οι σχολές, οι συγγραφείς και τα έργα πεζογράφων της εποχής μας, ξένων και ελλήνων. Ο ιστορικός της λογοτεχνίας Αλέξανδρος Αργυρίου, που μας άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη, εκτός από τις μελέτες του, την πολύτομη Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ένα τιτάνιο έργο αποδελτίωσης εφημερίδων, περιοδικών και έργων, και που, ετοίμαζε και έναν επιπλέον τόμο για να την ολοκληρώσει, αλλά τον πρόλαβε το μοιραίο. Τέλος, ο γνωστός σε όλους μας Χιώτης Γιώργος Θεοτοκάς, μια εμβληματική μορφή της Γενιάς του 1930, με πλούσιο πεζογραφικό και δοκιμιακό έργο. Και φυσικά, ο πεζογράφος και άνθρωπος του Θεάτρου Άγγελος Τερζάκης, αυτός ο άοκνος διανοούμενος και στοχαστής, που το βιβλιοπωλείο και οι εκδόσεις των Φίλων του ποιητή και εκδότη Κώστα Τσιρόπουλου, έχει εκδώσει σημαντικά του στοχαστικά έργα, καθώς και οι εκδόσεις Εστία, μυθιστορήματά του. Η γνωστή φιλόσοφος και μαθήτρια του σκοτεινού φιλόσοφου Μάρτιν Χάιντεγκερ, μας αποκαλύπτει το βάθος της σκέψης της με το δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελίδες του περιοδικού. Από τις τελευταίες ελληνικές εκδόσεις των έργων της, είναι και το δοκίμιο «περί βίας». Ωραίο είναι και το κείμενο του Ρώσου ποιητή και πεζογράφου Μπωρίς Πάστερνακ για τον Φρειδερίκο Σοπέν. Ποιήματα του Πάστερνακ έχει μεταφράσει και ο ποιητής Γιώργος Κοροπούλης. Οι περισσότεροι θυμούνται την κινηματογραφική εκδοχή του μυθιστορήματος «Δόκτωρ Ζιβάγκο» με τον αιγύπτιο ηθοποιό Ομάρ Σαρίφ.
Τέλος, από τον πνευματικό κόσμο του Πειραιά, ξεχωρίζει η γραφή του γνωστού μας Εμμανουήλ Κριαρά, και εκείνη του φιλόσοφου και στοχαστή και γενικού διευθυντή του Υπουργείου Παιδείας, επί Κυβερνήσεως Ενώσεως Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, του γνωστού Ευάγγελου Παπανούτσου, με πλούσιο συγγραφικό έργο στο ενεργητικό του, ιδιαίτερα οι μεγάλοι του ογκώδεις τόμοι για την Αισθητική, την Ηθική και τις επιφυλλίδες του στις εφημερίδες, που εξέδωσε από τις εκδόσεις Φιλιππότη, και που αν θυμάμαι σωστά, ένα θέμα των πανελλαδικών εξετάσεων στα μετά την μεταπολίτευση χρόνια ήταν παρμένο από τον Πειραιώτη διανοούμενο και στοχαστή. Αλλά και η γυναικεία γραφή της Έλλης Λαμπρίδης, μας πληροφορεί για τον φιλόσοφο της «Ανοιχτής Κοινωνίας και των εχθρών της», όπως γνωρίσαμε το έργο από τις εκδόσεις Δωδώνη.
• Τεύχος 2/6, 1963, περιέχει τα εξής:
-Μανόλης Ανδρόνικος, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
-Κείμενο του Γάλλου φιλόσοφου MONTAIGNE,
-Tibor Dery, ΑΠΟΔΟΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ, η μετάφραση είναι της Κορίνθιας ποιήτριας Λίνας Κάσδαγλης, και η εικονογράφηση του κειμένου του Στ. Ορφανίδη.
-Ο Γιώργος Θεοτοκάς γράφει το κείμενο Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
-Η Ποιήτρια από την Θεσσαλονίκη Ζωή Καρέλλη, μας δίνει το δοκιμιακό της γραπτό ΝΥΞΕΙΣ (Το καβαφικό ιδίωμα).
-Bertrand De Jouvenel, ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΕΝΓΚΕΛΣ, η μετάφραση του πολιτικού αυτού δοκιμίου είναι του μεταφραστή και συγγραφέα Άρη Αλεξάνδρου.
-Γιώργος Σισιλιάνος, ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠ’ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ
-Erwin Schrodinger, Η ΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΑΣ
-Συνεχίζεται η έρευνα του περιοδικού ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΩΣΗ, σε επιμέλεια του Αστέρη Στάγκου. Απαντά η σπουδάζουσα Νεολαία
-Ακολουθούν οι σελίδες ΧΡΟΝΙΚΑ
-η συγγραφέας Μιμίκα Κρανάκη μας μιλά για «Γύρω από την «Αθάνατη» του Ρόμπ Γκριγέ
-ο ποιητής και μεταφραστής Αντώνης Δεκαβάλλες υπογράφει το κείμενο «Το θέατρο έξω από το Μπρόντγουαίη» στις σελίδες ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ.
-Ο Κωνσταντίνος  Ι. Δεσποτόπουλος μας μιλά για την «Πολιτική φιλοσοφία και Πλάτων»
- Η συγγραφέας Μαργαρίτα Δαλμάτη, υπογράφει το δοκίμιο «Μουσική και ποίηση στον Καβάφη»
-Υπάρχει το κείμενο «Η Τραγωδία στην Οθόνη» του σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη, και άλλα κείμενα.
     Δυστυχώς, το τεύχος που έχω, είναι κακέκτυπο, και έτσι δεν μπορώ να αναφέρω τους άλλους συνεργάτες και τα βιβλία που σχολιάζονται.
Όπως βλέπουμε και σε αυτό το τεύχος, η ύλη είναι πλούσια πολύπλευρη και ποικίλη.
     Από το σημαντικό αυτό περιοδικό κατόρθωσα να βρω στο εμπόριο τα περισσότερα τεύχη του,-αν εξαιρέσουμε τα δύο κακέκτυπα-, το τελευταίο τεύχος του είναι το νούμερο 48, τον Απρίλιο του 1967. Το περιοδικό έκλεισε η δικτατορία. Στο τελευταίο αυτό τεύχος, ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος, παρουσιάζει το βιβλίο του Πειραιώτη ποιητή Στέλιου Γεράνη, «Ο χορός των χρωμάτων» εκδόσεις Φέξη 1964, και ο καθηγητής, ιστορικός της λογοτεχνίας και λαογράφος Μιχάλης Μερακλής, αναλύει το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχινά, «Αναφορά περιπτώσεων», Αθήνα 1966. Υπάρχουν και τα κείμενα του Μάρκου Αυγέρη και η απάντηση του Κώστα Στεργιόπουλου, για την ποιήτρια Γιολάντα Πέγκλη. Στο ίδιο τεύχος, ξεχωρίζει το κείμενο του Boris Kouznetsov, «ΑΙΝΑΣΤΑΙΝ ΚΑΙ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΒΣΚΗ». Επίσης, το κείμενο του Ζήσιμου Λορεντζάτου «Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ Β. ΚΟΥΓΙΕΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΣΑ ΕΛΛΑΔΑ». Το δεύτερο μέρος του Jan Kott, «ΑΜΛΕΤ ΚΑΙ ΟΡΕΣΤΗΣ», Καθώς και το σύντομο αλλά καίριο κείμενο του ιστορικού Δημήτρη Κιτσίκη, «ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΠΟΒΑΛΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ, 1930-1934».
     Εύχομαι, η Κυριακάτικη εφημερίδα «Το Βήμα», να μας χαρίσει τα τεύχη του περιοδικού, ώστε να έχουν οι νεότεροι την τύχη να μελετήσουν τα κείμενά του περιοδικού, και να αποδελτιώσουν την ύλη του, ώστε να γνωρίσουν τα πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα των πνευματικών ανθρώπων, της κρίσιμης πολιτικά εκείνης εποχής. Μιας περιόδου, όπου δυστυχώς, η Τέχνη, στην ευρύτερη σημασία του όρου της και με την όποια βαρύτητά της στις συνειδήσεις των ανθρώπων, δεν κατόρθωσε να αποσοβήσει την στρατιωτική δικτατορία. Την τελευταία στρατιωτική επέμβαση του στρατού στην ελληνική πολιτική σκηνή.

     Ζώντας την εβδομάδα αυτή, τον ένδοξό μας Βυζαντινισμό κατά τον Αλεξανδρινό, αναμένουμε την περιφορά του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ. Σαν μια μικρή οφειλή σε όλους αυτούς, που πότισαν με το αίμα τους την ανθοφόρα γη αυτή, για να είμαστε εμείς ελεύθεροι να γιορτάζουμε και να πανηγυρίζουμε κάτω από τα μυροφόρα  άνθη των Πασχαλιών. Είτε παγανιστική ορθοδοξία, είτε ορθόδοξος παγανισμός, η ιστορική πορεία του ελληνισμού είναι ενιαία και μία. Η κοινή ψυχή του γένους των Ελλήνων, με τα πολλά φουρτουνιασμένα ρυάκια μέσα στην Ιστορία της.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Ω, Γλυκύ μου Έαρ…


              
   

   

Αποχαιρετώντας την σάρκα της Ζωής

Αποχαιρετώντας την σάρκα της Ζωής (ετούτης)

Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και επήρε τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν και είπε΄ πάτερ ελήλυθεν η ώρα δόξασόν σου τόν υιόν, ίνα και ο υιός σου δοξάση σε
Καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα πάν ό δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον.
Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνο αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν.
Εγώ σε εδόξασα επί της γής, το έργον ετελείωσα ό δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω
Και νύν δόξασόν με σύ πάτερ σεαυτώ, τη δόξη ή είχον πρό τού τον κόσμον είναι παρά σοί.
Εφανέρωσά σου το όνομα τοίς ανθρώποις, ούς δώδωκάς μοι εκ του κόσμου, σοι ήσαν και εμοί αυτούς δέδωκας, και τον λόγον σου τετηρήκασι.
Νύν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκάς μοι παρά σού εστίν.
Ότι τα ρήματα ά δέδωκάς μοι δέδωκε αυτοίς, και αυτοί έλαβον, και έγνωσαν αληθώς ότι παρά σού εξήλθον, και επίστευσαν ότι σύ με απέστειλας.
Εγώ περί αυτών ερωτώ ού περί του κόσμου ερωτώ αλλά περί ών δέδωκάς μοι, ότι σοί εισί
Και τα εμά πάντα σά εστί και τα σά εμά, και δεδόξασμαι εν αυτοίς.
Και ουκέτι ειμί εν τώ κόσμω, και ούτοι εν τώ κόσμω εισί, και εγώ προς σε έρχομαι πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τώ ονόματί σου ώ δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς.
Ότε ήμην μετ’ αυτών εν τώ κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τώ ονόματί σου ούς δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο εί μη ό υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή.
Νύν σε προς σε έρχομαι και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς.
Εγώ δέδωκα αυτοίς τον λόγον σου, και ο κόσμος εμίσησεν αυτούς, ότι ούκ εισίν εκ του κόσμου, καθώς εγώ ούκ ειμί εκ του κόσμου.
Ούκ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσης αυτούς εκ του πονηρού.
Εκ του κόσμου ούκ εισί, καθώς εγώ εκ του κόσμου ούκ ειμί
Αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου ο λόγος ο σός αληθεία έστι.
Καθώς εμέ απέστειλας είς τον κόσμον, καγώ απέστειλα αυτούς είς τον κόσμον.
Και υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι έν αληθεία.
Ού περί τούτων δε ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών είς εμέ.
Ίνα πάντες έν ώσι, καθώς σύ πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοί, ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι σύ με απέστειλας.
Και εγώ την δόξαν ήν δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς έν εσμέν.
………………………….
          Η αρχιερατική προσευχή υπέρ….

«Η Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός
κι η πιο δύσκολη παρουσία»
          Γιώργος Σεφέρης


                                           Μεγάλη Παρασκευή
     
       «Ο ζωής γαρ θέλων παραίτιος θάνατον υπέστη, ζωώσαι θέλων πάντας». Ψάλλει με περισσή ιερότητα ο υμνωδός. Μεγάλη Παρασκευή, μέρα βουβή, μέρα μουντή, μέρα  σκοτεινιασμένη, μέρα που θάπτεται ο Χριστός των πάντων βασιλέας. Και λυρικότατα, ένα στιχηρό ιδιόμελο της ιδίας ημέρας αναφέρει. «Πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω θεωρούσα σε εν σταυρώ κρεμάμενον Χριστέ’ ο ήλιος εσκοτείζετο και γης τα θεμέλια συνεταράττετο’ τα πάντα συνέπασχον τω τα πάντα κτίσαντι ο εκουσίως δι ημάς υπομείνας».
    Αν η ημέρα του Πάσχα είναι η πλέον ηλιόλουστη, χαρμόσυνη και ελπιδοφόρα μέρα της Άνοιξης, η Μεγάλη Παρασκευή είναι η πλέον κελαινοφανής, κατανυκτική και αινιγματικά σιωπηλή της μεγάλης τεσσαρακοστής. Τα πρόσωπα που μετέχουν του Θείου δράματος είναι σήμερα σιωπηλά, πολυπικραμένα, πένθιμα αν και ανθοφορεμένα. Σήμερα ο ψυχοσμιλευτής του μέλλοντος κατεβαίνει στον Άδη. Σήμερα ο τεθεωμένος βροτός γίνεται νεκρών πρωτότοκος. Ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντα εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος. Σήμερα ο πανσθενουργός Λόγος κατεβαίνει στο βασίλειο του αβυσσαλέου βάθους, στον τόπο της υπέρτατης απελπισίας. Στο χώρο της αέναης πανανθρώπινης μνήμης, που η πύρινη ελεουργός μήτρα της ανθίσταται μυστηριωδώς στη φθορά του βιολογικού και ιστορικού χρόνου. Είναι η χρονική στιγμή όπου «ο Θεός εφανερώθη στης νιότης τ’ άνθισμα εδώ κάτου κι όπου όλο αγάπη η ζωή του εδόθη σε πρώιμο σπαραγμό θανάτου. Τρόμο και πόνο είχε υπομείνει πιο ακριβός έτσι να μας μείνει.» όπως τόσο τρυφερά αναφέρει ο νύκτιος ποιητής Νοβάλις.
    Και ο δικός μας, ο κυρ Αλέξανδρος ο Σκιαθήτης, αναφέρει «Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η σεμνότερη και ιερότερη μέρα της Χριστιανοσύνης». Είναι η μέρα που βασιλεύει ο Άγιος Πόνος. Ο λυτρωτικός πόνος του Θεού για τον άνθρωπο και ο ελπιδοφόρος πόνος του Ανθρώπου για τον Θεό. Ο ορθόδοξος άνθρωπος-ιδιαίτερα ο Έλληνας- την ημέρα αυτή φτάνει στο αποκορύφωμα της μέθεξής του. Τα σεπτά πάθη του Θεανθρώπου δεν είναι γιαυτόν μια απλή επετειακή ανάμνηση, αλλά μια εν δυνάμει, επανάληψη του θεϊκού μαρτυρίου. Συμπάσχει μαζί με το Χριστό και υποφέρει, γιατί ιστορικά έχει βιώσει την λυτρωτική εμπειρία του πόνου. Έχει γευθεί την πολύποιμαντική αίσθηση του θανάτου, η οποία τον έχει διδάξει, ότι χωρίς Πτώση, δεν υπάρχει Ανάσταση. Γιαυτό και πάνω στον καταστόλιστο επιτάφιο τοποθετεί τις διαχρονικές ελπίδες του γένους του.
      

                     ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

Αύριο Λαμπρή. Βρέχει αλλά δε θα ‘χουμε γραφείο.
Τ’ αρνιά, στο φούρνο, μου θυμίζουν ένα απέραντο βρεφοκομείο.
               Γιώργος Σεφέρης

Η επί του Όρους ομιλία

Λεπτή βροχούλα στις δαμασκηνιές
Και τα φυτά της γης να ‘χουν ανθίσει.
Ο Κύριος κάθισε και μίλησε,
Όχι σαν χειμωνιάτικη νεροποντή που παίρνει
ξύλα και κέδρους στο ποτάμι της,
αλλ’ όπως τούτη τη βροχή που μούσκεψε
τ’ άχραντα πόδια Του.
                   ------------
Ταπεινά φυτρώνει το άνθος, ταπεινά
να υψώνετε στο βαθύ ουρανό τα μάτια σας.
Η αγάπη, η αγάπη καταξιώνει
τις πράξεις μας’ σαν αγαπάμε,
μοιάζουμε στην πηγή που δεν γνωρίζει τα νερά της,
κι όμως κυλάει αστείρευτη στη χλόη.
                       -------------
Όταν το ψωμί αχνιστό θα κόβετε στην καμάρα
την εσπέρα, να θυμάστε πόσο σιτάρι
έριξαν τα χέρια του γεωργού, τις προσευχές
της μάνας να δυναμώση το πράσινο φύτρο.
                          -----------
Εγώ θα φύγω, όμως, πάλι θα μαι κοντά σας,
όταν γυρνάτε με τα ζώα απ’ το χωράφι,
με της καμπάνας τους αχούς στ’ αυτιά σας,
λέγοντας καλησπέρα στη γιαγιά του δάσους.

                                    Αντρέας Αγγελάκης

ΠΟΙΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, ΘΕ ΜΟΥ

Ποιός πρώτος, Θέ μου, σ’ έκραξε; Ποιός πρώτος
από τη γη σ’ ανάστησε, να ορμήσω
μύρια φιλιά στα πόδια του ν’ αφήσω;
                   -------------
Που βγαίνεις σιγαλόποδος τη νύχτα
απ’ της σιωπής τα χώματα, τους ίσκιους
και των δακρυών την καταχνιά, να μ’ έβρεις
στο ερημικό καλύβι μου, σαν όλα
το πιο θλιφτό τραγούδι τους θρηνούνε.
                        -------------
Κι ασκώνω αργά την κεφαλή και μπαίνει
μες στην ψυχή μου φως κι αργά σταλάζουν
τα μάτια, ως Σε θωρώ, της ομορφιάς μου
θάλασσα εσύ, που εντός σου γλυκοσβήνω!

                                      Ολγα Βότση

                  ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΣΟΥ

Χριστέ μου, πίκρα ένοιωσα πολλή στη σταύρωσή Σου,
γιατί ενώ ερχόμουνα κοντά σαν μαθητής Σου
και με του Σίμωνα διάθεση, του Κυρηναίου,
με πόνο αντίκρυσα τον εαυτό μου σταυρωτή Σου,
στο πρόσωπο ενός ευσεβεστάτου φαρισαίου.

                                      Ελευθέριος Μάινας

ΔΕΙΛΙΝΗ ΩΡΑ

Ψάλλοντας ήρθα τούτο το σπερνό
στο γαληνό, μικρό ερημοκλήσι
να Σου προσφέρω Δειλινέ, για θυμιατό
τον πόνο, που σαν θάνατο
μέσα μου έχω κλείσει…
                 ------------
Γονατιστός και σιωπηλός
δίχως σκιές κι υπεροψίες
να κλάψω,
να προσευχηθώ,
για τις σκληρές κι ενδόμυχες,
δοκιμασίες.
               ---------
Ψάλλοντας ήρθα Αστερινέ.
Κι ως διάβηκα την Πύλη
έμεινα λάτρης, ικέτης ταπεινός,
ζητώντας μόνο λίγο φως
απ’ το χρυσό Σου το καντήλι.

                          Δημήτρης Φερούσης

Εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν, και Θεός  ήν ο Λόγος.
Ούτος ήν έν αρχή προς τον Θεόν.
Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν.
Εν αυτώ ζωή ήν, και η ζωή ήν το φώς των ανθρώπων.
Και το φώς εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ού κατέλαβεν
                    Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο

                         Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

     Το κάλεσμα του Θεού το ακολουθά η Ανάστασή του. Η ιδιοτυπία του οσιρικού θείου Δράματος μεταθέτει δογματικά την ανάσταση του Όσιρι στην σφαίρα των Θεών, μα το αρχαιότερο ιεροτυπικό ανακρατεί ιερουργικούς τύπους της ανάστασής του. Η ανάσταση του Ταμμούζ, η θριαμβική του επιστροφή κ’ οί χαιρετισμοί πού τον υποδέχουνται ακούονται, αγκαλά κι όχι εμφαντικά, αρκετά ωστόσο καθαρά στις «Ταμμουζικές Λειτουργίες». Στο ιερατικό υπόμνημα του θείου πάθους του Ασσούρ, που καθρεπτίζει το πάθος του Βήλου-Μαρντούκ, οι θεοί στήνουν πόλεμο με τους θεούς του Κάτου Κόσμου στην πύλη του τάφου του Θεού, πούναι πύλη και του Άδη μαζί, τους νικούν κι ανεβάζουν το Βήλο-και τους ομολόγους μεσοποταμιακούς θεούς-στον Επάνω Κόσμο. Με την ανάσταση του χαναναίου Βάαλ-
(«ζωντανός ο παράξιος ο Βάαλ,
ζεί ο ρήγας, ο αφέντης της Γής»)-
λύνεται ο κόμπος που στερφόδενε την πλάση:
«Σ’ ονειροφάνταση, ώ Ήλ, ώ καλόκαρδε,
σ’ ορασιά, πλάστη εσύ των πλασμάτων,
οί ουρανοί βροχοβρέχανε πάχος,
τά ξερορέματα τρέχανε μέλι».
Στο ανοιξιάτικο φοινικικό πανηγύρι του Άδωνι γιορτάζεται η ανάσταση του θεού, μά στα φθινοπωρινά πανηγύρια των έξω λατρειών, πού παρασταίνεται το ξόδι του Θεού, η ανάσταση κατασταλάζει στην ευχή να γυρίσει ο θεός και του χρόνου. Σ’ υστερότατους χρόνους, πολύ ύστερα από την επίσημη καθιέρωση του Χριστιανισμού, οι ανοιξιάτικες τελετές της Βύβλου φαίνεται να μετασχηματίζουν τις φθινοπωρινές τελετές, στο αλεξανδρινό πανηγύρι. Ένα χωρίο του Κυρίλλου της Αλεξανδρείας όχι μονάχα αναφέρει την ανάσταση κ’ εδώ, μα παρουσιάζει να-έχει οργανωθεί (σίγουρα πάνου στα πρότυπα των Οσιρικών τελετών) κ’ ένα λειτουργικό στα Αδώνια δράμα:
επλάττοντο τίνοιν Έλληνες εορτήν επί τούτω τοιαύτην. Προσεποιούντο μέν γάρ λυπουμένη τη Αφροδίτη, διά το τεθνάναι τον Άδωνιν, συνολοφύρεσθαι και θρηνείν, ανελθούσης δε εξ άδου, και μην και ηυρήσθαι λεγούσης τον ζητούμενον, συνήδεσθαι και ανασκιρτάν, και μέχρι των καθ’ ημάς καιρών εν τοίς κατ’ Αλεξάνδρειαν ιεροίς ετελείτο το παίγνιον τούτο.
Στη ρωμαϊκή λατρεία του Άττι, που ξεσηκώνει το σχέδιο της φρυγικής λατρείας του, η ανάσταση του θεού, τα Ιλάρια ή «Γιορτή της χαράς», πανηγυρίζεται ύστερ’ από τά πάθη του, στις 25 του Μάρτη. Την ανάσταση του μινωικού θεού την προδίνει ο μύθος του Γλαύκου που ανασταίνεται μ’ ένα θαυματικό βοτάνι, σε μυστηριακούς τύπους τη μαρτυρά το ξανάφτιασμα του κομματιασμένου Ζαγρέα. Μά κάποιος αρχαιοκατέβατος μύθος, πώς από ‘να σπήλαιο της Κρήτης λαμποκοπά κάθε χρόνο φωτιά από το αίμα της γέννας της Ρέας, μαρτυρά πώς ο ξαναερχομός του Θεού κατασταλάζει στο ξαναγέννημά του κάθε χρόνο. Την ίδια γραμμή δείχνει η εκδοχή του Ζαγρεϊκού μύθου, πώς τον σκοτωμένο Ζαγρέα τον καταπιάνει και τον γεννά σά Διόνυσο η Σεμέλη. Η λατρεία ενός θεού που πεθαίνει και ξαναγεννιέται σα βρέφος, κεντρώνεται και στη λατρεία του Διονύσου. Οι «Όσιοι» στους Δελφούς τελούν απόρρητη θυσία στον τάφο του Διονύσου, όταν οι Θυιάδες ιερουργούν την «έγερσιν» του Θείου Βρέφους, του Λικνίτη. Σε κάθε περίσταση, η θετική μαρτυρία μιας ανάστασης του Διονύσου ξακολουθεί να μας λείπει. Ο λόγος είναι πώς η θανατική περιπέτεια του θεού μεταπλάθεται πάνω στην  Κάθοδο και Άνοδο της Θεάς, μεταγυρίζοντας-όπως τελικά και του Ταμμούζ, του Βήλου, του Βάαλ, του Άδωνι-σ’ ένα κατέβασμα κι ανέβασμά του τον Άδη. Η τροπή τούτη εικονογραφίζεται στο πανηγυρικό ξαναγύρισμα και στ’ ανέβασμα του Βήλου από τον Άδη, καθώς και σε λογίς στοιχεία του δράματος του Διονύσου. Στην αγορά της Τροιζήνας είταν ναός της Άρτεμης με μινωική παράδοση και μ’ αγάλματα μέσα των χθονίων θεών, και, για την ντόπια παράδοση, εδώθε ο Διόνυσος ανέβασε από τον Άδη τη Σεμέλη. Είδαμε τ’ ανακράξιμο του θεού στα «Λήναια», και στη Λερναία «λίμνη», όπου και προσφορά στον κλειδοκράτορα του Κάτου Κόσμου. Εδώθε ανεβαίνει από τον Άδη ο Διόνυσος, ανεβάζοντας, για την ντόπια παράδοση, και τη Σεμέλη μαζί του. Είδαμε ακόμη πως στη Ρόδο αναφέρονται «κάθοδοι» του θεού και παρακίνημά του με μουσικό όργανο, τον υδραύλην ν’ ανέβει. Αγγειογραφικά μνημεία τεκμηριώνουν σε γενικότερη τη λαϊκή πίστη.
     Το πιο αναντίλογο είναι μια μελανόμορφη λήκυθος(τέλη του 5ου αιώνα), όπου παρασταίνεται ο Διόνυσος να βγαίνει μέσα από το χώμα. Η παράσταση βεβαιώνει την ερμηνεία τους και στην παράσταση του κρατήρα του Βρετανικού Μουσείου, όπου αναγνωρίζεται η «άνοδος» ενός βλαστικού θεού, έχουμε, μ’ όλο που ο Διόνυσος σημαδεύεται κι ανάμεσα στους θεατές, την άνοδο του Διονύσου. Χαρακτηριστική είναι εδώ η παρουσία της Νίκης, που σημαδεύει το νικημό του Χειμώνα και του Θανάτου. Στην ίδια κατηγορία πέφτει, κατά μια άποψη, η παράσταση της ανόδου του Διονύσου και της Αριάδνης σ’ ένα κρατήρα του Λούβρου, όπου η Αριάδνη, ηρωίδα κι αλλοτινά κατερχόμενη Θεά, παίρνει τη θέση της Σεμέλης, κι ανάλογη παράσταση, από κύλικα του Μουσείου της Νεάπολης, του Διονύσου και της Σεμέλης. Μιάν άνοδο του θεού  μπορούμε να βλέπουμε και στον ερχομό του μέσα σ’ ένα τροχοφόρο καράβι. Τα αμαξοκάραβο τούτο μαρτυριέται για την Αθήνα από τις αγγειογραφίες, για τη Σμύρνη από νομίσματα, και για την ίδια, πάλι, πολιτεία κι από πληροφορία του Φιλοστράτου:
Πέμπεται γάρ τις μηνί Ανθεστηριώνι μεταρσία τριήρης ές αγοράν, ήν ο του Διονύσου ιερεύς, οίον κυβερνήτης, ευθύνει πείσματα εκ θαλάττης λύουσιν.
Η τελευταία μαρτυρία συνδέει το καράβι με τα Ανθεστήρια και μια σειρά στοιχεία που μαρτυρούν πομπή κι αμάξια στους «Χόες» τοποθετούν τον ερχομό του Θεού στη δεύτερη τούτη μέρα των Ανθεστηρίων. Είναι φανερό πώς ο Διόνυσος γυρίζει από κάποιο ταξίδι. Μά τα Ανθεστήρια είναι αρχαιότερα από τον αποικισμό των Ιώνων, κι έτσι το πλάσμα πρωτοσχετίζεται με το αθηναϊκό πανηγύρι. Από την άλλη, είδαμε πως η κατάβαση του Διονύσου που παρωδείται στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη, σχετίζεται με την «εν Λίμναις» περιοχή, όπου το αρχαιότερο ιερό του Διονύσου, που ανοίγει μια φορά το χρόνο, στους «Χόες». Αν, έτσι, ο Θεός κατεβαίνει στον Άδη από μια βαλτολιμνιά, φυσικό είναι να ξανανεβαίνει απ’ αυτή, ταξιδεύοντας μέσα σ’ ένα καράβι. Το στοιχείο τούτο συνεργεί, ίσως, στο γυρισμό της περιπέτειας του θεού σ’ ένα ταξίδι. Στη Μίλητο, στην Πριήνη, στην Έφεσο συναντιέται η γιορτή των Καταγωγίων. Σ’ επιγραφή της Μιλήτου αναφέρεται καταγωγή του Διονύσου από τον ιερέα και την ιέρειά του, με συμπαράσταση των ιερειών του Διονύσου Βάκχίου. Σ’ επιγραφή της Πριήνης μνημονεύεται λατρεία του Διονύσου του Καταγωγίου και πομπή των συγκαταγαγόντων τον Διόνυσον με επικεφαλής τον ιερέα του Διονύσου του Φλέου πού παίρνει, κατά την επιγραφή, και την ιερωσύνη του Καταγωγίου. Τα «Καταγώγια» της Εφέσου μνημονεύονται από «βίο» του Αγίου Τιμοθέου. Αν είναι διονυσιακά δεν μαρτυρείται εδώ, συνάγεται όμως από τα άλλα ιωνικά «Καταγώγια», από την ομώνυμη γιορτή που υποδέχεται τον Αντώνιο-Διόνυσο στην Έφεσο, κι από την παρουσία μιας σπονδής των Καταγωγίων στον αθηναϊκό θίασο των «Ιοβάκχων», που την τελεί σε μια γιορτή με το όνομα Στιβάς, παρμένο από τα διονυσιακά κισσοδεμάτια. Αν τα Καταγώγια σχετίζονται με το καράβι του Θεού και γενικότερα, έτσι, με τα Ανθεστήρια, δεν έχουμε άμεση μαρτυρία, μα η συνολική ένδειξη ευνοεί τον ταυτισμό τους. Σ’ όλα τούτα η ιδέα της Ανάστασης, υποχωρώντας μαζί με την ιδέα του θανάτου του Θεού, συγκεντρώνεται, ολοένα και περισσότερο, στην επιφάνειαν του Θεού, στο ξαφνικό και δοξαστικό παρουσίασμά του, που ανταποκρίνεται στην επίκληση ή «ανάκληση» των πιστών του. Ο ερχομός και το παρουσίασμα του Θεού στη μέση των θιάσων του είναι στοιχείο των μαιναδικών οργίων του και ξεμένει στις γυναικείες τελετές των κατοπινών τριετηρικών του οργίων. Στην αρχαία τούτη «επιφάνειαν» αντιστοιχεί η χρονιάτικη «επιφάνεια» που ανακεφαλαιώνει τους τύπους της Ανάστασής του. Λείψανο μιας αρχαίας πραγματείας για τον Διθύραμβο παραδίνει απόσπασμα ύμνου στην «επιφάνειαν» του Διονύσου που ξαναγυρίζει (στα Ανθεστήρια βέβαια) ύστερα από δώδεκα μήνες:
Αναβόασον αυτώι. Διόνυσον ά(εί)σομεν ιεραίς εν αμέρα(ι)ς δώδεκα μήνας απόντα. Παρά δώρα, πάντα δ’ άνθη.
Είναι το στοιχείο πού από καιρό λογιέται πώς βρέθηκε στην εμφάνιση του «από μηχανής θεού» στην Τραγωδία.
                                                Παναγής Λεκατσάς
    

     Κοιμητήριο ζώντων η Ζωή, κυμαινομένη μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Μια περιπέτεια διαρκών αποχαιρετισμών θλίψης και ελπίδας. Ένα σύντομο πέρασμα από μυριάδες της Ιστορίας Καθόδους. Ένα ατομικό ταξίδι αιώνιας μοναξιάς. Μια πορεία μυστικών δρόμων της εξομολόγησης του καθ’ ενός προσώπου ξεχωριστά και ανεπανάληπτα, μοναδικά και ξεχωριστά, «οδός άνω κάτω μία και ωυτή». Παρακλήσεις ζωντανών εικόνων Θεού, «Έσπερε πάντα φέρων, όσα φαίνολις εσκέδασ’…» θνητών θεών, καθώς τα σήμαντρα των εκκλησιών, μας υπενθυμίζουν υμνολογώντας, την ενιαία κοινωνία κεκοιμημένων και ζωντανών.
     Αυτή είναι η ελληνική ορθόδοξη παράδοση μέσα στον χρόνο, μια ενιαία σταυροαναστάσιμη διαδρομή, που αρχινά από τον παλαιό κόσμο των Εθνικών Ελλήνων των προ-ομηρικών χρόνων και φτάνει μέχρι των ημερών μας. Μια ενιαία πορεία ζωής και θανάτου, εξομολογητικών καταβασιών και ελπιδοφόρας ανάστασης.
      Ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο της ιστορίας της φυλής αυτής, που, μόνο αν η ίδια αυτή ελληνική φυλή το αποφασίσει, μπορεί να σταματήσει. Η ευθύνη και υπευθυνότητα είναι στην δική της συνείδηση, στις ψυχές των ανθρώπων που την απαρτίζουν.

Σημεία των σύγχρονων καιρών.
Οι εφημερίδες και οι ειδήσεις των τηλεοπτικών κρατικών και ιδιωτικών καναλιών ανέφεραν:
Α, η χώρα μας, καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γιατί η Ελληνική Δικαιοσύνη, αθώωσε τους έλληνες εκείνους παραγωγούς της φράουλας, που εκμεταλλεύονταν και χειροδικούσαν εναντίων ανυπεράσπιστων εργατών μεταναστών, που ζούσαν μέσα σε τρώγλες σε ανθυγιεινές συνθήκες. Επιδίκασε κάπου 600.000 ευρώ, που θα τα πληρώσουμε εμείς οι φορολογούμενοι πολίτες, και όχι οι όποιοι υπεύθυνοι.
Β, πάνω από το πενήντα τοις εκατό των ελλήνων, δεν πληρώνουν τους φόρους τους στην πολιτεία, με συνέπεια, να επιβαρύνουν το υπόλοιπο ποσοστό των πολιτών.
Γ. Σε ερώτηση δημοσιογράφου, μεγάλο στην ηλικία άτομο, με παιδιά και εγγόνια, ανέφερε ότι «αυτή η κυβέρνηση, μας εξαθλίωσε τόσο πολύ, που αγόρασα μόνο μισό αρνί για να φάμε». Και δεν πέρασε από το μυαλό αυτού του σύγχρονου Έλληνα, πόσοι συνέλληνες μας είναι άνεργοι, πόσοι έλληνες και ελληνίδες σιτίζονται από τα συσσίτια των Δήμων και της Αρχιεπισκοπής, πόσοι και πόσες δεν θα φάνε ούτε αυτό το μισό αρνί, που αυτός θα περιδρομιάσει, ώστε να παραμείνει σιωπηλός μπροστά στο μαρκούτσι που τον ρωτάνε.
Δ. πάλι από τις ειδήσεις της τελευταίας εβδομάδας που ανέφεραν ότι: «πάνω από 6.500 έλληνες από την Βόρειο Ελλάδα ταξιδεύουν κάθε Κυριακή στα Σκόπια, για να παίξουν στα Καζίνα. Αλήθεια, τους έλεγξε καμία εφορία που ελέγχει όλους εμάς τους φορολογούμενους; Και με πίκρα ρωτώ, αυτοί οι συνέλληνες, θα αγωνιστούν πατριωτικά να μην δοθεί το όνομα Σλαβομακεδονία σε αυτό το νεοσύστατο κράτος; Και ποιος έλληνας θα υπερασπιστεί αυτούς και τις οικογένειές τους, τις οικίες και τους τάφους των προγόνων τους, οι γκάγκαροι Αθηναίοι, οι γκάγκαροι Πειραιώτες, οι γκάγκαροι Πελοποννήσιοι, ποιοι;
Ε. μερίδα ελλήνων ταξιδεύουν στην γειτονική Βουλγαρία, αλλάζοντας πολλοί από αυτούς υπηκοότητα, μεταφέροντας τις οικογενειακές τους επιχειρήσεις για να γλυτώσουν την εδώ φορολόγηση, ή ανοίγοντας νέες. Αυτή είναι η νέα εθνική συνείδηση των ελλήνων;
Στ. άτομα που εκλέχθηκαν για πρώτη φορά στην Βουλή από το κυβερνών κόμμα, πρόσωπα, που ίσως, γράφω ίσως, να μην έχουν εργαστεί ποτέ τους, να είναι και αυτά Πορφυρογέννητα , όπως κατηγορεί-και δικαίως-πολιτικά πρόσωπα της αντιπολίτευσης ο κύριος πρωθυπουργός, εκφράζουν την θέση ότι «είναι παγανιστικά αυτά τα έθιμα της μεγαλοβδομάδας». Ναι, είναι ελληνικά πανάρχαια παγανιστικά της ιστορικής παράδοσης αυτού του τόπου, που σας εξέλεξε και με όχι μικρό μισθό, τον κατηγορείται. Πονηροί πολιτικάντηδες, που επειδή πήρατε την εξουσία χάριν σε ένα συντηρητικό κομμάτι του πολιτικού συστήματος, θεωρείται ότι θα βαρέσετε τους ζουρνάδες και θα χορεύουν οι ντόπιες δούλες αρκούδες, μια και δεν σας έκαναν το χατίρι να χορέψουν οι ευρωπαίοι ξένοι τροικανοί.  Που θα στηρίξει τις ελπίδες του αυτός ο απλός Κόσμος, που εσείς καταβάθως ίσως και να περιφρονείτε μια, που δεν είχαν τα χρήματα, να σπουδάσουν στα ξένα πανεπιστήμια που εσείς σπουδάσατε και να μην εργαστούν. Εσείς φέρατε το Νέο Μνημόνιο, εσείς ανεβάστε το όριο ηλικίας, εσείς ψηφίσατε την αύξηση του ΦΠΑ, εσείς αυξήσατε την άμεση και έμμεση φορολογία, εσείς διατηρήσατε την φαυλοκρατία με τους δικούς σας διορισμούς, την εξοπλιστική αγορά πολεμικού υλικού, εσείς επιλεκτικά στέκεστε βοηθοί σε αλλόφυλους εξαθλιωμένους και πεινασμένους πρόσφυγες, εσείς ετοιμάζεστε να στήσετε Ειδικά Δικαστήρια, εσείς με τα νομοθετήματα που θεσπίσατε, αφήνετε ελεύθερους ποινικούς που αφαιρούν ζωές-λες και δεν υπάρχουν από εσάς ηθικοί αυτουργοί για αυτά τα εγκλήματα- και μιλάτε για παγανιστικές τελετές; Εσείς, που η οικονομική πολιτική σας είναι η «αριστερή επιλογή» της συντηρητικής παράταξης που υπηρετείται με τον τρόπο σας. Και αν είναι ειδωλολατρία η άφιξη κατά την ελληνική παράδοση του Φωτός, τότε γιατί τόσοι εναγκαλισμοί με τους ιερείς; Τόση προβολή προσώπων του εκκλησιαστικού χώρου, είχαμε να δούμε από την εποχή της αλήστου μνήμης δικτατορίας του 1967. Αν είχατε μελετήσει το τιτάνιο έργο του Γιάννη Ρίτσου και του Κωστή Παλαμά μόνο, δεν θα λέγατε αυτά που λέτε.
Ζ. Ελέχθει στις  ειδήσεις, ότι η φιλόξενη ελληνίδα ταβερνιάρισσα που βοηθούσε Σύρους πρόσφυγες, έκλεισε την ταβέρνα της εξαιτίας του έμμεσου «πολέμου» που είχε από έλληνες νησιώτες. Κρίμα, το ελληνικό ήθος και η ιστορική και θρησκευτική παράδοση αιώνων, απαιτεί άλλου είδους αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Και οι ειδήσεις και τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης, μας μεταφέρουν εικόνες και πληροφορίες μιας χώρας, που άλλαξε και πορεύεται προς τα πού; Μήπως και ο Μαρξισμός όπως και ο Εθνικισμός, δεν στηρίχτηκε πάνω στις ράγες μιας «ειδωλολατρικής» Μεσσιανικής δοξασίας;             

Άραγε, τι θα έλεγαν για τα σύγχρονα αυτά πολιτικά και άλλα κοινωνικά γεγονότα, που συμβαίνουν στην χώρα μας.  Έλληνες Στοχαστές του μεγέθους όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ο Κώστας Αξελός, ο Παναγής Λεκατσάς, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Κώστας Παπαϊωάννου, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο Ίων Δραγούμης, ο Περικλής Γιαννόπουλος, ο Κωστής Μοσκώφ, ο Γιάννης Τσαρούχης, η Αγγελική Χατζημιχάλη, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Τάσος Βουρνάς, η Κατερίνα Γώγου, ο Νίκος Σβορώνος, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Σωτήρης Σπαθάρης, ο Μάρκος Βαμβακάρης, η Δόμνα Σαμίου, ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι ξεριζωμένοι κεκοιμημένοι έλληνες της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι βασανισμένοι της Κατοχικής περιόδου, οι αγνοούμενοι της Κυπριακής τραγωδίας, οι Διονυσιακές ρίζες της φυλής, τα ανθισμένα του αναστημένου Ιησού κλαδιά βλαστάρια της Πατρίδας.

Πειραιάς, 14 του Απρίλη του 2017, καθώς τα σήμαντρα σημαίνουν.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Καλή Ανάσταση, στα δώματα της ψυχής και στις συνείδησης του καθενός μας.