Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Τάκης Σπετσιώτης, Μετέωρο και Σκιά

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ

  ΜΕΤΕΩΡΟ  ΚΑΙ  ΣΚΙΑ

Γράφει ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ

Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» 17/11/1985

Πριν απ’ την ποίηση υπάρχει ο ποιητής…

   Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα το «υγιές» στην καλλιτεχνική δημιουργία. Για να είσαι καλλιτέχνης πρέπει, κατ’ αρχήν, να είσαι λίγο ως πολύ άρρωστος ψυχολογικά, λέει ο Μουστοξύδης και επιβεβαιώνει ο Σαρτρ.

Εκτός κι αν αντιλαμβάνεσαι τον καλλιτέχνη εαυτό σου σαν παιδαγωγό, πιο σωστά, σαν ψυχαγωγό. Όμως, απ’ την Αναγέννηση και μετά ο καλλιτέχνης- δάσκαλος, ο καλλιτέχνης που οδηγεί, (άγει), τις ψυχές όσων επικοινωνούν με το έργο του στο «ορθόν και το πρέπον» έχει πέσει σε πλήρη ανυποληψία.

   Ειδικότερα το κίνημα του ρομαντισμού, στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, έδωσε τη χαριστική βολή σε μιά τέχνη αυτοστρατευμένη στην υπηρεσία της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει ο καλλιτέχνης.

   Τώρα, μόνο, παρεμπιπτόντως ο καλλιτέχνης θα μπορούσε να είναι και παιδαγωγός, δηλαδή «οδηγός των παιδιών» και γενικότερα όπως, ασχέτως ηλικίας, βάζουν τον εαυτό τους στη θέση του μαθητή, ή ψυχαγωγός, δηλαδή «οδηγός ψυχών». Η μόνη ψυχή για την οποία νοιάζεται ο καλλιτέχνης στις μέρες μας είναι η δική του.

   Τον τρομαχτικά και επίφοβα κενό χώρο της αριστοτελικής ψυχαγωγίας ήρθαν να τον γεμίσουν όπως όπως, τραγουδιστές ασματίων ελαφρότερων κι απ’ το πούπουλο, ποδοσφαιριστές, που κυνηγούν τη σφαίρα Κυριακάς τε και εορτάς προκαλώντας ρίγη συγκινήσεων σε όντα δυσυγκίνητα με τους παραδοσιακούς τρόπους, και κυρίως οι ντισκ- τζόκεϋ των σύγχρονων ιπποδρομιών που λέγονται «ντίσκο» κι όπου η ομαδική ψυχαγωγία του λαϊκού πανηγυριού έχει μεταστραφεί στην εγκλωβισμένη στο γκέτο του «κέντρου» ομαδική απελπισία.

   Με τη βοήθεια και της ηλεκτρονικής, ο «μοναχικός άνθρωπος» που δημιούργησε η «βιομηχανική επανάσταση» τον 19ο αιώνα, δεν έχει πια ανάγκη απ’ τη μουσική του Σούμαν ή την ποίηση του Μπάιρον, που μέχρι τότε περιέβαλαν με ήχους και λέξεις τις «μοναχικές ψυχές».

Οι ίδιες ψυχές σήμερα απομονώνονται ευκολότερα και αποτελεσματικότερα με τον ρυθμικό εκκωφαντικό ηλεκτρονικό ήχο που παρεμβάλλεται σαν τοίχος ανάμεσα στα σώματα των χορευτών ή των ακροατών και καταργεί όλα τα αισθητήρια όργανα πλην του αυτιού, που κι αυτό σε λίγο θα καταργηθεί, για να φτάσουμε έτσι, επιτέλους, στην καλλιεργούμενη «ψυχαγωγία των κωφαλάλων» που θα την οργανώνουν οι τυφλοί.

        Μοναξιά

Το περίφημο και πολυχρησιμοποιημένο στις μέρες μας ρήμα «βγαίνω» θα σημαίνει στο μέλλον βγαίνω απ’ το ιδιωτικό μου απομονωτήριο για να μπω στο δημόσιο απομονωτήριο. Η μοναξιά εκδημοκρατίζεται κι αυτή ολοένα και περισσότερο.

   Λέγαμε, λοιπόν, πώς η μόνη ψυχή για την οποία νοιάζεται ο καλλιτέχνης στις μέρες μας είναι η δική του. Ωστόσο, τούτος ο κατ’ εξοχήν μοναχικός άνθρωπος ψάχνει κι αυτός για ένα ακροατήριο. Κι αυτό σημαίνει πως, ακόμα και υπό συνθήκες κοινωνικοποιημένης μόνωσης, η τέχνη παραμένει ένα κοινωνικό γεγονός.

Τέχνη του ενός δεν νοείται, ούτε καν στα ψυχιατρεία. Η επικοινωνία θα παραμείνει για πάντα το κύριο και βασικό αίτημα της τέχνης και η ύπαρξη του δέκτη θα είναι πάντα η προϋπόθεση για τη δημιουργία του πομπού.

 Ένας πομπός χωρίς δέκτες, είναι ένας πομπός ανύπαρκτος ουσιαστικά. Ακόμα κι όταν ο πομπός εκπέμπει επιδεικτικά ερήμην του δέκτη, (είναι η περίπτωση του Κάφκα), ακόμα και όταν ο πομπός εκπέμπει για να αυτοσυντηρείται ώστε να μην καταρρεύσει πρόωρα (είναι η περίπτωση του Μαλαρμέ) πάντα και σ’ όλες τις περιπτώσεις το μήνυμα, και στην περίπτωση που μας απασχολεί εδώ, το μήνυμα του μοναχικού και απελπισμένου ανθρώπου πρέπει να γίνει «αποδεκτό», έστω και μόνο απ’ τους ομοιοπαθείς, προκειμένου να μπορούμε να μιλάμε για μήνυμα.

Ακόμα και οι σουρεαλιστές, μανιωδώς προσκολλημένοι στο δόγμα της «αυτάρκειας και της αυτονομίας» του μηνύματος, ένιωσαν την ανάγκη να προπαγανδίσουν τις απόψεις τους και μάλιστα με μανιφέστα, πράγμα που σημαίνει πως απ’ την αρχή προσπαθούσαν να δημιουργήσουν ένα ακροατήριο, ικανό να αποδειχθεί το σουρεαλιστικό παραλήρημα. Η τέχνη του ενός είναι τέχνη του κανενός- και τέτοια τέχνη δεν υπήρξε ποτέ.

   Άλλωστε, ο «ένας και μοναδικός» καλλιτέχνης είναι κι αυτός «ένας άνθρωπος υπό επίδρασιν». Γίνεται αυτός που είναι μέσα στον κόσμο και κάτω απ’ το βασανιστικό «βλέμμα του Άλλου», ίσα-ίσα για να επιβάλλει το δικό του βλέμμα πάνω στο βλέμμα του Άλλου.

        Ο άλλος

   Αυτό σημαίνει πως ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη απ’ τον Άλλο με μια διπλή έννοια: Για να διαμορφωθεί υπό την επίδρασή του και για να τον διαμορφώσει επιδρώντας πάνω του, σύμφωνα μ’ ένα σχέδιο που αυτός το προκρίνει σαν επαρκέστερο, έστω και μόνο γιατί αποδείχτηκε επαρκέστερο μόνο για τον εαυτό του.

   Λοιπόν, ακόμα κι όταν το αρνείται κατηγορηματικά, ο καλλιτέχνης παραμένει ένας παιδαγωγός και ένας ψυχαγωγός. Η τέχνη έχει αφ΄ εαυτής έναν χαρακτήρα παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό, κι αυτόν τον αφορισμό του Αριστοτέλη δεν θα μπορέσει να τον ανατρέψει ποτέ κανένας αστικός ή μικροαστικός σολιπσισμός.

Το σημαντικό είναι να καταλάβει κι ο καλλιτέχνης πώς είναι παιδαγωγός θέλει δεν θέλει, και να αναλάβει τις ευθύνες του. Πού, άλλωστε, έτσι κι αλλιώς τις αναλαμβάνει αυτομάτως, όταν είναι μεγάλος δημιουργός.

 Και είναι ο Άλλος αυτός που θα αποφανθεί για το αν είναι μεγάλος ή μικρός δημιουργός.

 Η μεγαλοσύνη δεν είναι ιδιότητα που ενυπάρχει στο «πράγμα καθ’ εαυτόν», θα πει ο Σαρτρ. Είναι ποιότητα που την προσθέτει στο πράγμα ο τρίτος- ο Άλλος. Το «μεγάλος» και το «μικρός» είναι έννοιες που αλλάζουν με το χρόνο –και μέσα στο χώρο. Όχι από μόνες τους, αλλά διότι αλλάζουν οι κοινωνικές συνθήκες συνεπώς και οι ανθρώπινες συμπεριφορές και οι ευαισθησίες.

Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο άνθρωπος του 3000 μ.Χ. θα συνεχίσει να ευφραίνεται με τον Σοφοκλή. Άλλωστε, ποιος ευφραίνεται στ’  αλήθεια σήμερα με τον Σοφοκλή; Η αρχαία ελληνική τραγωδία όταν δεν είναι φιλολογικό αξιοπερίεργο, είναι ιστορικό αξιοπερίεργο, κι όταν δεν είναι ιστορικό αξιοπερίεργο είναι τουριστικό αξιοπερίεργο. Είναι ο ΕΟΤ αυτός που κυρίως οργανώνει παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας σήμερα κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ευτυχώς λοιπόν που υπάρχουν και οι σνομπ που συντηρούν με τον οβολό τους τέτοιες πολιτιστικές εκδηλώσεις και διαιωνίζουν την επικοινωνία, συχνά παρά τη θέλησή τους. Κάποτε πρέπει να εκτιμήσουμε τη συμβολή του σνομπισμού στη διατήρηση και τη διάδοση της τέχνης καθώς και στην «κοινωνικοποίηση» του «μοναχικού καλλιτέχνη».

      Στο σνομπισμό επίσης χρωστούμε τη διαφύλαξη, ως τις μέρες μας, της μνήμης ενός ελάσσονα ποιητή και ενός μείζονα ανθρώπου, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (1889-1944).

        Ο μοναδικός

Χάρις στο σνομπισμό, όλος ο κόσμος συνεχίζει να μιλάει για τον ποιητή Λαπαθιώτη, επιμελώς «ξεχνώντας» πως η αξία του Λαπαθιώτη δεν βρίσκεται στην ποίησή του αλλά στην ποιητικότητα της ύπαρξής του. «Απ’ το 1909 μέχρι το 1917 κυριάρχησε σα μετέωρο αλησμόνητο αλλά σύντομο η μοναδική μορφή του», λέει ο Τάκης Παπατζώνης.

Προσέξτε: Στην παραπάνω διατύπωση ένας ποιητής δεν κάνει καμιά αναφορά στην ποίηση ενός άλλου ποιητή. Στέκεται θαυμαστικά μόνο μπροστά στη «μοναδική μορφή του» και τούτη την παραίνεση την ακολουθεί κι ο Σπετσιώτης στη βιογραφική του Λαπαθιώτη ταινία «Μετέωρο και σκιά».

   Ήδη ο Σαρτρ είχε υποδείξει έναν τρόπο ανάλογης υπαρξιστικής προσέγγισης της ποίησης, της καλλιτεχνικής δημιουργίας γενικότερα: Στον «Ηλίθιο της οικογένειας» η έρευνα του τρόπου ζωής και συμπεριφοράς του Φλομπέρ προηγείται σταθερά της φιλοσοφικής προσέγγισης.

Γιατί πρέπει να ερμηνευτεί κείνο το τρομερό που είπε ο Φλομπέρ: «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ». Πρέπει να εξηγηθεί, ακόμα, ο λανθάνων αυτοβιογραφικός χαρακτήρας της «Αισθηματικής αγωγής», αυτού του αξεπέραστου αριστουργήματος που εγκαινιάζει τη μοντέρνα ευρωπαϊκή πεζογραφία. Και εν πάση περιπτώσει, ο συγγραφέας προηγείται του έργου του:

Η ύπαρξή του προηγείται κι εδώ της «ουσίας» του (νοούμενης σαν ένα «κρυστάλλωμα» που ενυπάρχει στο έργο).

Ο ποιητής ενδιαφέρει περισσότερο απ’ την ποίησή του σε μια αντίληψη για την ποίηση του αρνείται κατηγορηματικά τον στρουχτουραλισμό, δηλαδή την πλήρη αυτονόμηση της καλλιτεχνικής δομής.

   Μόνο με την παραπάνω υπαρξιστική αντίληψη για την τέχνη θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί και ο Λαπαθιώτης σαν ένας μεγάλος ποιητής χωρίς μεγάλη ποίηση. Αυτή τη μέθοδο ακολουθεί και ο Σπετσιώτης. Γιατί ο Λαπαθιώτης πραγμάτωσε όσο κανείς εδώ στον τόπο μας το αίτημα του Νίτσε, τον οποίο γνώριζε και αγαπούσε, για την αναγκαιότητα του «αισθητικώς ζην».

   Έχει μεγαλύτερη σημασία να ζεις και να φέρεσαι σαν γνήσιος ποιητής, παρά να γράφεις ποιήματα στα πλαίσια μιας κάποιας εργασιοθεραπείας της νεύρωσής σου, ίσα-ίσα γιατί δεν ξέρεις να πλέκεις ή να κεντάς.

        Η αισθητική

 Στο κάτω-κάτω, έτσι δεν κινδυνεύεις να γίνεις γελοίος σαν ποιητής. Το πολύ-πολύ να γίνεις γελοίος στα μάτια κάποιων ηλιθίων που δεν θα καταλάβουν ποτέ τη σημασία της νιτσεϊκής πρότασης για το «αισθητικώς ζην», λες και η ζωή θα μπορούσε να είναι και τίποτα άλλο εκτός από ένα αισθητικό γεγονός, όπως λέει και ο δάσκαλος του Λαπαθιώτη Όσκαρ Ουάϊλντ.

   Λοιπόν, αν οι ποιητές γράφουν ποιήματα, και τα ποιήματα… γράφουν ποιητές. Δηλαδή φκιάχνουν ποιητές που δεν γράφουν ποιήματα, και που αντιλαμβάνονται την ίδια τους την ύπαρξη ως ποίημα.

Ο Λαπαθιώτης ήταν ένας απ’ αυτούς. Κι αυτή ήταν η ιδιαιτερότητα της δυστυχίας του μέσα σ’ έναν κόσμο γεμάτο φιλόλογους και φιλολογίζοντες.

Ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε το 1944 γιατί τούτος ο κόσμος δεν είναι για ποιητές. Είναι μόνο για συγγραφείς ποιημάτων που προσπαθούν μανιωδώς να τρυπώσουν σε μια «φιλολογική συντροφιά», να χωθούν σε κανένα απ’ τα πάρα πολλά «σωματεία λογοτεχνών» και τέλος, αν είναι δυνατόν, να εκπορθήσουν την Ακαδημία των Αθανάτων, τούτο το εξόχως αντιποιητικό άντρο των ήδη πνευματικά πεθαμένων.

Η προσέγγιση με ευθύνη και αξιοπρέπεια της αντιφατικής ζωής ενός ανορθόδοξου καλλιτέχνη

  Ο ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ ήταν ποιητής πριν απ’ την ποίησή του διότι:

(1), Όντας αριστοκράτης, γιός στρατηγού και υπουργού, αποστάτησε από την τάξη του την οποία και εξευτέλισε με τρόπους και μέσα που μόνος ένας ποιητής θα μπορούσε να τα βρει.

(2), Όντας πλούσιος, έφαγε τα λεφτά του μέχρι δεκάρας, αλλά έγινε κομμουνιστής πριν τα φάει.

(3), Όντας ομοφυλόφιλος και μαζί χασισοπότης, έβαλε τούτα τα πάθη του στην υπηρεσία της πρόκλησης και του σκανδάλου και δεν προσπάθησε να τα «κουκουλώσει», όπως κάνει κυρίως η στρατιά των ψωφοδεών ομοφυλόφιλων, που δεν τολμούν να είναι αυτοί που είναι φανερά και καθαρά ζητώντας κι από πάνω «δικαιώματα».

(4), Όντας προκλητικά όμορφος δεν καταδέχτηκε ποτέ να παίξει τον ρόλο είτε του ετεροφυλόφιλου είτε του ομοφυλόφιλου Δον Ζουάν.

(5), Έχοντας μια τεράστια παιδεία, δεν την εξαργύρωσε ποτέ σε κανένα δημόσιο ή άλλο ταμείο. Ακόμα και τις μέρες της πολύ μεγάλης φτώχειας του αρνιόταν να δουλέψει συστηματικά, γιατί δεν μπορούσε να ανεχτεί κανένα αφεντικό.

(6), Σε πείσμα της μόδας αρνιόταν να αποδεχτεί τη μοντέρνα ποίηση, και συνέχισε να γράφει παραδοσιακά, παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές του πιο στενού του φίλου, του Μήτσου Παπανικολάου.

(7), Όντας κομμουνιστής με τον ανορθόδοξο τρόπο του δεν γράφηκε τελικά στο Κ.Κ., γιατί τα Κ.Κ. δεν έχουν μόνο κομμουνιστές, έχουν και κομματικούς σκέτους, όπως είπε ο Αντρόποφ. (Ευτυχώς που το είπε ο Αντρόποφ και με απάλλαξε απ’ τον κόπο να βρω τρόπους να το διατυπώσω πιο κομψά, χωρίς να θίξω κάποιους συντρόφους-ο Θεός, που λεν, να τους κάνει συντρόφους).

(8), Όντας ήδη αποφασισμένος να αυτοκτονήσει, και λίγες μέρες πριν αυτοκτονήσει, τούτος ο εκπληκτικός άνθρωπος μοίρασε στους αντάρτες του ΕΛΑΣ Αθήνας τα όπλα του πατέρα του. Οι Γερμανοί ήταν ακόμα στην Αθήνα και ο Λαπαθιώτης κατοικούσε στην καρδιά της Αθήνας, στα Εξάρχεια. Πρόκειται για μια πράξη που μόνο ένας πάρα πολύ μεγάλος ποιητής του «ζην αισθητικώς» θα μπορούσε να κάνει.

   Αυτόν τον εντελώς σπάνιο και περιπεπλεγμένο άνθρωπο τον οικειοποιήθηκαν οι ομοφυλόφιλοι («βλέπετε τι σπουδαίους ανθρώπους βγάζουμε εμείς;» -λες και η σπουδαιότητα είναι πρόβλημα οπισθίων), τον οικειοποιήθηκαν οι περιθωριακοί (μόνο συμπτωματικά βρίσκονται κι αυτοί σήμερα στο Εξάρχεια), τον οικειοποιήθηκαν οι αστοί («βλέπετε πόσο ανεκτικός είναι ο φιλελευθερισμός;»- λες και δεν ξέραμε πως ο φιλελευθερισμός είναι τόσο ανεκτικός όσο και η γυναίκα του οίκου ανοχής), τον οικειοποιήθηκαν οι φιλόλογοι (που δεν καταλαβαίνουν τίποτα απ’ το «αισθητικώς ζην»).

        Με σεβασμό

  Τέλος, τον Λαπαθιώτη τον οικειοποιείται επιτυχέστατα και ο κινηματογράφος. Το «Μετέωρο και σκιά» του Δημήτρη Σπετσιώτη προσεγγίζει με σεβασμό το μετέωρο που υπήρξε ο Λαπαθιώτης και κλαίει με αξιοπρέπεια για τη σκιά που κατάντησε στο τέλος της ζωής του. Ακροβατώντας πάνω στην κόψη του ξυραφιού, δηλαδή «παίζοντας» επικίνδυνα μ’ ένα δαιδαλώδες και πολύπλοκο θέμα, που θα μπορούσε να συντρίψει και πολύ πεπειραμένους δημιουργούς, ο σχετικά άπειρος Σπετσιώτης καταφέρνει ωστόσο να διεκπεραιώσει το τρομαχτικά δύσκολο εγχείρημα που ανέλαβε με απόλυτη αξιοπρέπεια.

Το σενάριο δεν αποποιήθηκε καμιά απ’ τις πολλές χαρακτηρολογικές διαστάσεις του ήρωα, όπως τις επισήμανε παραπάνω και η σκηνοθεσία δεν μπερδεύτηκε στον ψευδορεαλισμό της αναπαράστασης.

   Με την άκρως αποτελεσματική συμβολή του φωτογράφου Φίλιππου Κουτσαφτή και κυρίως της σκηνογράφου Ντόρας Λελούδα, ο Σπετσιώτης καταφέρνει τελικά να βγάλει το χαρακτήρα και την εποχή του λιτά, αφαιρετικά, απλά. Κι ακόμα, πετυχαίνει χωρίς να το επιδιώκει ίσως συνειδητά, την αντίφαση ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία που είναι έτσι κι αλλιώς μια προσωπική υπόθεση του δημιουργού και τον πεζό και συχνά χυδαίο κοινωνικό περίγυρο που δρα έτσι κι αλλιώς ανασταλτικά πάνω στην προσωπική καλλιτεχνική δημιουργία, υποχρεώνοντας το γνήσιο δημιουργό (και ο Λαπαθιώτης ήταν απ’ τους γνησιότερους) να αναλωθεί στην πιο απόλυτη κυριολεξία, καθώς προσπαθεί να παραμείνει ποιητής μέσα σ’ ένα κόσμο που σκοτώνει αδιάκοπα και τους ποιητές και την ποίηση και τη ζωή, που είναι η υπέρτατη ποίηση.

Βασίλης Ραφαηλίδης, εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» 17/11/1985. Και στον τόμο Βασίλης Ραφαηλίδης, «Ελληνικός Κινηματογράφος» Κριτική 1965-1995, εκδόσεις «Αιγόκερως», Αθήνα 1995, σελ.112-116.

        ΑΛΗΤΗΣ

Κάθε μετά το μεσημέρι,

και με τα φώτα τα σπερνά,

στα ίδια παλιά, γνωστά του μέρη,

σαν ένα φάντασμα περνά’

 

κι ό,τι καιρός, όξω, και να ‘ναι,

κι είτε βοριάς, είτε βροχή,

βαριά τα πόδια του περνάνε,

σαν αργοκίνητοι τροχοί…

 

Τα ωχρά του χείλη, με το γένι,

δεν έχουν ήχο πια φωνής:

Πούθ’ έρχεται και που πηγαίνει,

ποτέ δεν έμαθε κανείς!

 

Ήρως, αλήτης, ανθρωπάκος…

Είναι τρελός; Είναι σοφός;

Το ρούχο του, όλο είν’ ένα ράκος,

-κι έχει τα μάτια του στο φως…

        ΜΕΤΕΩΡΟ ΚΑΙ ΣΚΙΑ

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΥ

Του Νίκου Σαββάτη

Περιοδικό «ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ» τχ.3/7, 1985

   Ενώ η Γαββαλά τοποθετεί την αφήγησή της σε σχέση με τα αφηγήματα των λαϊκών περιοδικών, ο Τάκης Σπετσιώτης ξαναγυρίζει στον κόσμο του Λαπαθιώτη στο Μετέωρο και σκιά, την πρώτη του ταινία 35 mm, που γυρίστηκε από τον ίδιο φωτογράφο (Φίλιππο Κουτσάφτη) και τον ίδιο ηχολήπτη (Μαρίνο Αθανασόπουλο) και τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο μοντάρεται στην ίδια μουβιόλα: τη φοβερή και τρομερή «Γερτρούδη» της Δέσπως Μαρουλάκου.

   Πάνω στη μουβιόλα είδα ένα κομμάτι από το υλικό, δυό σκηνές αμοντάριστες από το δεύτερο κεφάλαιο της ταινίας κι η εντύπωσή μου ήταν ότι μέσα από ένα ντεκουπάζ πολύ πιό κοντά στους ηθοποιούς αυτήν τη φορά, ο Σπετσιώτης, εξακολουθεί την αντιπαράθεση του τεχνικού και του παρωχημένου με το σώμα, του «λογοτεχνίζοντος» και του λογοτεχνικού με τη ζωή. Κι αυτόματα μου ήρθε η πρώτη ερώτηση-γιατί η εμμονή στους ήρωες λογοτέχνες;

    «Θα πρέπει να έχει σχέση μ’ αυτό που λέμε παιδική ηλικία, παρελθόν, φαντασιώσεις», λέει ο Τάκης. «Στην εφηβεία μου δεν είχα καμιά σχέση με το σινεμά, στο γυμνάσιο έγραφα τις καλύτερες εκθέσεις, ήμουν βιβλιοφάγος, όλοι νόμιζαν ότι θα γίνω συγγραφέας, ίσως το ονειρευόμουνα κι εγώ λίγο. Τα φαντάσματά μου λοιπόν σχηματίζονται με λογοτέχνες κι ιδιαίτερα με κάποιες καταραμένες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες, που εκτός από το έργο τους ερευνούσα τις κρυφές πτυχές της ζωής τους που μού φαινόταν μαγική σα θρίλερ. Ο Καβάφης, ο Πόε, η Έμιλι Μπροντέ, ο Ουάϊλντ, ο Μποντλέρ, η Ρενέ Βιβιέν, η Γούλφ, ο Λαπαθιώτης, η Πολυδούρη ήταν μέσα στο πάνθεον της εφηβείας μου. Εύρισκα σ’ αυτούς τα σπέρματα της αλητείας, της ανταρσίας, του σκοτεινού…»

-Κι ο Λαπαθιώτης;

-Ήταν από τους πιό μοναχικούς και θρυλικούς ήρωές μου, μου φαίνονταν σαν ήρωας του Ουάϊλντ ή του Ντόιλ. Η νυχτοφιλία, η ομοφυλοφιλία, ο δανδισμός κι ο κομμουνισμός του, τα ναρκωτικά, ο ξεπεσμός του με τα οποία ασχολήθηκαν σε επιφυλλίδες κινούσαν τη φαντασία μου. Πόσα απ’ αυτά ήταν αλήθεια, πόσα θρύλος δεν μπορώ να πω. Εγώ στον θρύλο πίστεψα και μ’ αυτόν γαλουχήθηκα, όχι χωρίς κάποιες ενοχές αργότερα, είναι αλήθεια.

   Ύστερα η λήθη που τύλιγε το προσωπικό του ήδη από τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον έκανε ακόμη πιό δραματικό. Αργότερα τον είδα από ένα πιό μοντέρνο πρίσμα. Είδα σ’ αυτόν έναν ουτοπιστή, αναρχικό, έναν σταρ λίγο σαν τα σημερινά είδωλα του σινεμά ή της μουσικής. Η αγωνία του να υπάρξει μέσα στην τέχνη μου φάνηκε σαν την αγωνία του σημερινού καλλιτέχνη να ορίσει τη δημόσια ζωή του στη λογοτεχνία- αφού το έργο και η δημόσια εικόνα του μπερδεύονται-κι αυτό έχει για μένα, μη γελάσεις, λίγο σχέση με τα κινήματα της perfor-mance ή της body art…

   Το κομμάτι που βλέπω στη μαβιόλα είναι ένα εξωτερικό σε κάποιο κήπο μετά από μιάν απογευματινή δεξίωση. Ο Λαπαθιώτης (Τάκης Μόσχος) συναντάει έναν φίλο του και πρίν από ένα ερωτικό πλησίασμα λέει τις κρίσιμες για την ταινία ατάκες: «Ένας άνθρωπος δεν λέγεται ποιητής επειδή έχει μόνο την ευκολία να γράφει στίχους’ η εσωτερική του ποιότης και ωριμότης καθορίζουν την ιδιότητα αυτή. Όταν είναι συντονισμένος και ικανός να συλλαμβάνει τους μουσικούς παλμούς του κόσμου γύρω του, τότε ήδη είναι ποιητής….» Κι επειδή σιχαίνομαι αυτό που οι εφημερίδες ονομάζουν ποιητικό κινηματογράφο, τη γυαλισμένη καλλιγραφία δηλαδή, ζητάω από τον Τάκη να μου ορίσει τη σχέση της ποίησης με την κινηματογραφική αφήγηση στην ταινία του.

   «Απέφυγα τη χρήση του ποιητικού έργου του Λαπαθιώτη, δεν ήθελα μια φιλολογική ανάλυση του έργου του ή εικονογράφηση των στίχων του. Φοβόμουν την ψευτοποιητική διάσταση που θα έδινα στην ταινία. Χρησιμοποιώ… τον ποιητικό του λόγο σποραδικά σαν στοιχείο δράσης ή σαν τρόπο ομιλίας. Αυτό που ήθελα ήταν ν’ αντιμετωπίσω την καθημερινότητά του αντιψυχολογικά, με μιά ποιητική αίσθηση ν’ αναπαραστήσω όχι τη ζωή αλλά, αν θέλεις, τον μύθο του. να διηγηθώ με τις τεχνικές της γλώσσας του ποιητή, όπως έλεγε ο Παζολίνι: Η κινηματογραφική παρουσία της μηχανής είναι αισθητή, το ύφος πρωταγωνιστεί. Δεν υπάρχουν στην ταινία μου οι συνήθεις σεναριακές συμβάσεις, οι κοινοί αφηγηματικοί ρυθμοί: λεπτομέρειες διαστέλλονται ή σημεία που με την κλασική έννοια θεωρούνται σημαντικά εξιστορούνται πολύ γρήγορα».

-Μοιάζει να είναι ένα σενάριο με ιδιαίτερη προετοιμασία. Πόσο παίζει ρόλο η έρευνα πρίν το γράψιμο;

-«Είχα στα χέρια μου μετά από μεγάλη έρευνα», λέει ο Σπετσιώτης που έγραψε και το σενάριο, «όλη τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία (1905-1985) που αφορά τον ήρωά μου σε φωτοτυπίες… προφορικές μαρτυρίες… ανέκδοτο υλικό… αλληλογραφία. Έψαχνα πολύ καιρό να δώσω μορφή στην ιστορία του Λαπαθιώτη και να χωρέσω όλο το υλικό σε μιά δομή. Κι ύστερα από πολλές αμφιβολίες αν έπρεπε να εφεύρω περιστατικά, κατέληξα ότι έπρεπε να αναπαραστήσω τα ντοκουμέντα. Τα φανταστικά περιστατικά καπηλεύονταν το πρόσωπο κι άλλωστε το υλικό μου αρκούσε. Το αποτέλεσμα σ’ αυτό το περίεργο ανθρωποκεντρικό σενάριο είναι ότι στηρίζεται σε χαρακτήρες- σύμβολα, φορείς ιδεών κι όχι ψυχολογικούς ήρωες. Απέφυγα την ψυχολογία ακόμη και για το κεντρικό μου πρόσωπο.

-Από τη μιά η πραγματική ιστορία, από την άλλη η ποίηση. Αισθάνεσαι ότι αυτός ο ιδιότυπος διπλός χειρισμός τους από την κινηματογράφηση είναι βέβηλος για το πρόσωπο που διαλέγεις ή όχι;

-Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα πάντα την αίσθηση ότι όσο πιό πολύ πιστός έμενα στην ιστορία, τόσο πιό αυθαίρετος γινόμουνα. Ίσως γιατί ήθελα να φωτίσω την ιστορία μέσα από την ποίηση. Για ν’ αναπαραστήσω τις μαρτυρίες επινόησα μιά παρατακτική δομή, μιά σειρά από κεφάλαια που παίρνουν μέρος σε διαφορετικές εποχές. Στο καθένα κύριο πρόσωπο δίπλα στον ποιητή είναι ένας συνοδός του ή φίλος του και στο βάθος άλλες μορφές, ο κόσμος. Βλέπουμε τον Λαπαθιώτη μέσα από τους συνοδούς του σε δημόσιες συναντήσεις ή ακούμε κομμάτια μνήμης των συνοδοιπόρων, που ξετυλίγουν τις εικόνες. Έτσι κατάφερα να μείνω πιστός στις μαρτυρίες και να συμπυκνώσω τοα πιό ουσιώδη περιστατικά από τη ζωή του Λαπαθιώτη. Αυτή είναι η κύρια δομή όπου παρεμβαίνουν ιδιωτικές στιγμές του ποιητή ή του συνοδού για να την υπογραμμίσουν περισσότερο. Οι συνοδοί του είναι οι αφηγητές της ιστορίας’ έρχονται και χάνονται κι άλλοτε μαθαίνουμε από τρίτους γι’ αυτούς. Τώρα η βεβήλωση που λες-ίσως πίσω από ένα πρόσωπο συμπυκνώνονται κι άλλα, κι άλλες μαρτυρίες, αλλά αυτή η αυθαιρεσία είναι αναπόφευκτη. Γράφοντας το σενάριο, βρίσκοντας λύσεις, είχα την αίσθηση ότι ξανάγραφα τον Οροφέρνη ή το Έν τω Μηνί Αθύρ του Καβάφη, συναντούσα τον τρόπο που το θέμα εκεί αναπτυσσόταν μ’ άκρα επιγραμματικότητα και το ιστορικό συνυπήρχε αρμονικά με το φανταστικό μέσα στα πρόσωπα. Όσο για τη βεβήλωση της απομυθοποίησης νομίζω ότι τα πρόσωπά μου μυθοποιούνται και απομυθοποιούνται ταυτόχρονα, γίνονται είδωλα και μετά φτύνονται…

Νίκος Σαββάτης, περιοδικό «Το Τέταρτο» τχ.3/ 7, 1985

        ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

       επάμεροι’ τί δέ τις;

        τί δ’ ού τις;

       σκιάς όναρ άνθρωπος

                ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Τ’ Άγνωστο γύρω και παντού, -κι ο Νόμος ο Τρανός του!

Κι ενώ δεν είμαστε παρά μορφές αυτού του Αγνώστου,

φαντάσματα, όλοι, και καπνοί, στη δίνη μιας αβύσσου

(με τ’ όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου),

 

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει,

που η νύχτα φέρνει, μια στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,

χαμένοι, δίχως γυρισμό, μες στον αιώνιο σάλο,

μισούμε κι εχθρευόμαστε, -και κρίνει ο ένας τον άλλο…    

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ  Τάκης Σπετσιώτης

        Το ραντεβού του ποιητή

της Σάντρα Μπακογιαννοπούλου

Εφημερίδα «Το Βήμα» 25/12/1984

«ΜΕΤΕΩΡΟ ΚΑΙ ΣΚΙΑ» είναι ο τίτλος της νέας ταινίας του Τάκη Σπετσιώτη, που αναφέρεται στη ζωή και το έργο του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (1888-1944). Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης, φέτος, σαράντα χρόνων από τον θάνατό του νεορομαντικού ποιητή, προσφέρονται στο ελληνικό κοινό η πρώτη και απόλυτα εμπεριστατωμένη κινηματογραφική αναφορά στον Λαπαθιώτη, βασισμένη αποκλειστικά σε αυθεντικές μαρτυρίες, που γράφτηκαν από φίλους του ποιητή μετά τον θάνατό του.

   Η ταινία, που εκτυλίσσεται στην Αθήνα, κατά το μεγαλύτερο μέρος στην εποχή του Μεσοπολέμου, διηγείται μια σειρά από ραντεβού του ποιητή με φίλους συνομιλητές σε διαφορετικές χρονικά εποχές, με τη μορφή αυτοτελών ιστοριών. Μέσα απ’ αυτές τις συναντήσεις, με ποιητές της εποχής, σαν τους Κλέωνα Παράσχου, Μήτσο Παπανικολάου, Μάριο Βαγιάνο, Τάκη Παπατσώνη κ.ά. παρακολουθούμε την πορεία του Λαπαθιώτη από το μεσουράνημα ως τη δύση του, εξ ου και ο τίτλος της ταινίας «Μετέωρο και σκιά». Αυτή η εξελικτική πορεία δίνεται μέσα από αποσπασματικές αναδρομές σε χαρμόσυνα ή θλιβερά γεγονότα της ζωής του ποιητή, που οριοθετούν όχι τόσο τις κρίσιμες στιγμές ενός πλούσιου εξωτερικά βίου, όσο τη διαμόρφωση μιας εσωτερικής γεωγραφίας. Παράλληλα, σαν φόντο του σκηνικού, τα γεγονότα κοινού ιστορικού ενδιαφέροντος, από τους στρατιώτες της εξέγερσης στο Γουδί και τους πρόσφυγες του ’22 ως τους άνδρες του ΕΛΑΣ της Κατοχής.

   «Πρόκειται για ένα είδος πανοράματος μιας εποχής, μας λέει ο σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης, με το κοινωνικό της προσωπείο, αρχικά άμεπτο, έπειτα κατεστραμμένο. Καθένας από τους φίλους του ποιητή αντιπροσωπεύει μια διαφορετική εκδοχή και μεσολαβεί για ν’ αποκαλυφθεί μια ξεχωριστή πτυχή του χαρακτήρα του Λαπαθιώτη και των συγκρούσεων του ποιητή με τον κοινωνικό του περίγυρο».

   Δανδής και λάτρης του Όσκαρ Ουάϊλντ, νυχτόβιος, ομοφυλόφιλος, ναρκομανής, κομμουνιστής και κυνηγός της ουτοπίας, «αυτής που μόνον τον ενδιέφερε», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Τέλλος Άγρας, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης αποτέλεσε αναρχική μορφή και σκάνδαλο για την κοινωνία της εποχής του.

   «Στην αναπαράσταση του μύθου που περιέβαλε το πρόσωπο του Λαπαθιώτη αποβλέπει η ταινία, συνεχίζει ο Σπετσιώτης, εκφράζοντας τις απελπισίες του, τα πάθη και τους φόβους του. Ο προπολεμικός, αγέρωχος και υπερήφανος Λαπαθιώτης («Μετέωρο») αντιπαρατίθεται στον κατοχικό Λαπαθιώτη, συντριμμένο και ανίσχυρο, μετά τον θάνατο της μητέρας του» («Σκιά»).

   Το γύρισμα της ταινίας, που αρχίζει στις 28 Ιανουαρίου, θα γίνει στην Αθήνα, τον Πειραιά και τα βόρεια προάστια, τόσο σε φυσικούς χώρους, όσο και σε σκηνικά ντεκόρ. Τον δύσκολο ρόλο του ποιητή ερμηνεύει ο Τάκης Μόσχος, ενώ συμπρωταγωνιστούν οι Νίκος Αλεξίου, Γιάννης Ζαβραδινός, Γιώργος Κέντρος, Μιχαήλ Μαρμαρινός, Κώστας Λαδόπουλος, Γιάννης Παλαμιώτης, Εσθήρ Φράνκο, Άννα Κοκκίνου και πολλοί άλλοι ηθοποιοί. Η διεύθυνση φωτογραφίας είναι του Φίλιππου Κουτσαφτή, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ντόρας Λελούδα- Παπαηλιοπούλου. Η ταινία είναι μία συμπαραγωγή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και ιδιωτικών φορέων.

  Σάντρα Μπακογιαννοπούλου, εφ. «Το Βήμα» 25/12/1984     

        ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ

Είπα πιο πάνω: ‘γύρισε για πάντα,

και χάθηκε, ξανά, μες στη Σιωπή;

-κι ο μύθος, μια κι Εκείνο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ,

σ’ αυτή τη φράση πρέπει να κοπεί.

Μα τι σημαίνει αυτό το «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»

ποιος θα ‘ταν ικανός να μας το πει;

            «Αισθητικώς ζην»

Σημειώσεις:

    «… πόσο το παν είναι μηδέν

     κι ο χρόνος είναι λίγος,….»

Ν. Λαπαθιώτης, από το ποίημα «Σαν ένα παραμύθι»

   Μεταφέρω την κριτική της ταινίας «Μετέωρο και σκιά» του Πειραιώτη σκηνοθέτη και συγγραφέα κύριου Τάκη Σπετσιώτη από το φύλλο της εφημερίδας το «ΈΘΝΟΣ» και όχι από την αναδημοσίευση του στον τόμο των εκδόσεων «Αιγόκερως». Μία προσεκτική αντιβολή των δύο κειμένων θα μας δείξει ότι υπάρχει διαφορά στην ορθογραφία της ταινιοκριτικής. Αντέγραψα τις απόψεις του Βασίλη Ραφαηλίδη από το «Έθνος» δίχως να αλλάξω την ορθογραφία ή την σύνταξη. Εξάλλου, δεν υπάρχουν νοηματικές ή άλλες ουσιαστικές διαφορές εκτός ίσως από μία. Της λέξεως «φιλοσοφίας» ή «φιλολογίας» που αναγράφεται στο δημοσίευμα που μιλά για τον Γάλλο συγγραφέα Γκουστάβ Φλωμπέρ. Στην εφημερίδα γράφει «φιλοσοφική» προσέγγιση στο βιβλίο «φιλολογική». Τα υπόλοιπα ορθογραφικά (τυπογραφικά) λαθάκια δεν τα έλαβα υπόψη μου. Επίσης, το όνομα του Πειραιώτη σκηνοθέτη και συγγραφέα στην εφημερίδα γράφεται ως Δημήτρης Σπετσιώτης και όχι Τάκης Σπετσιώτης όπως γνωρίζουμε από τα βιβλία και την συγγραφική παρουσία του σε διάφορα έντυπα.

          ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Το κάθε τι που πέρασε, για πάντα μ’ έχει σκλάβο,

κι όσο γυρεύεις, Σήμερα, το Χτες να μου αφανίσεις,

τόσο σ’ εκείνο θα γυρνώ, και τόσο δε θα παύω

να ζω στις αναμνήσεις…

 

Θαρρείς και κάτι, μόνιμα, μπροστά μου είναι πεσμένο,

και κρύβοντας, και σβήνοντας ολότελα το Τώρα,

με κάνει να μη χαίρουμαι, και μήτε να προσμένω

καινούργια, τάχα, δώρα…

 

Σ’ ό,τι ποθεί, και σ’ ό,τι ζει, η ψυχή μου μένει ξένη,

κι ούτε μπορείς, Φωνή της Ζωής, αλλοιώς ναν τη δονήσεις,

παρά θαμπά και μακρινά, σα μουσική που βγαίνει

μεσ’ απ’ τις αναμνήσεις…

 

Της πεθαμένης της χαράς, έχει στερέψει η βρύση,

κι ούτε γυρεύει θάματα, κι ούτε προσμένει δώρα,

-κι ούτε μπορεί πια τίποτα να την παρηγορήσει,

παρά ό,τι ήταν ως τώρα….

        Με την περίπτωση του ξεχωριστού ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέοντος Λαπαθιώτη (Αθήνα 31/10/1888- Αθήνα 7/1/1944) και του θρυλικού βίου του, του «ρόδον εύοσμον» όπως του άρεσε να λέει με καμάρι για τον ίδιον, (όπως τον προσφωνούσαν) έχουμε ασχοληθεί από παλαιά με κριτικά μας δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά και στην ιστοσελίδα μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Βλέπε ενδεικτικά τις ημερομηνίες 17/12/2013, 25/10/ 2018, 20/12/2018 και σε άλλες χρονολογίες. Σχολιάσαμε και δημοσιεύσαμε κρίσεις για τα Ποιήματά του που εκδόθηκαν από τις παλαιές εκδόσεις του «Γεωργίου Φέξη» Αθήνα 1964 (την είχαμε αγοράσει με το κιλό από το βιβλιοπωλείο του Λαδιά στην οδό Ιπποκράτους) σε εισαγωγή του ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίου. Η Εισαγωγή και άλλες πληροφορίες και μελέτημα για τον ποιητή, κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1984 από τις εκδόσεις «ΓΝΩΣΗ» τίτλος: Άρης Δικταίος, «ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Η ΖΩΗ ΤΟΥ-ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ). Γράψαμε ακόμη για την έκδοση, Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας-«Η ΖΩΗ ΜΟΥ» εκδόθηκε από τις εκδόσεις «στιγμή», Αθήνα 1986 σε φιλολογική επιμέλεια του καθηγητή της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας  του ΚΠΑ Γιάννη Παπακώστα. Μιλήσαμε για το βιβλίο του Τάσου Κόρφη «ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ» ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ εκδόσεις «Πρόσπερος», Αθήνα 1985. Ο Τάσος Ρομποτής επανέφερε τον Ν. Λαπαθιώτη στην ποιητική επικαιρότητα δημοσιεύοντας στο περιοδικό του Ντίνου Χριστιανόπουλου, «Διαγώνιος» στοιχεία και κρίσεις για τον αυτόχειρα ποιητή όπως είχε πράξει ο ποιητής Άρης Δικταίος με την έκδοση των «Απάντων» του στα μέσα της δεκαετίας του 1960.  Έχουμε αναφερθεί ως Πειραιώτες στο πεζό του: Ναπολέων Λαπαθιώτης «ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ» εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Α. Α. Λιβάνη», Αθήνα 2007, σε φιλολογική επιμέλεια και επιλεγόμενα του Γιάννη Παπακώστα. Η νουβέλα έχει άμεση σχέση με την πόλη του Πειραιά την περίοδο των αρχών του προηγούμενου αιώνα και του μεσοπολέμου, μια και αναφέρεται από την μία στον κόσμο του "περιθωρίου", χαρακτηριστικοί τύποι όπως νταβατζήδες, σωματέμποροι, πελάτες των τεκέδων, ναρκομανείς της βραχώδους περιοχής της Πειραϊκής ακτής, και της «φημισμένης», δυσώνυμης περιοχής της Τρούμπας. Το δεύτερο μέρος της νουβέλας περιγράφει την λανθάνουσα ομοφυλοφιλία μεταξύ δύο ανδρών, και τον έρωτα της κεντρικής ηρωίδας της Ανθούλας για έναν από τους δύο ερωτύλους λεβεντονιούς που διαβαίνουν τα σοκάκια του έρωτα με καρδιοχτύπι, τόσο γνωστά και επισκέψιμα του νυκτόβιου δανδή ποιητή.

          ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Μάτι δειλό που σε κοιτάζει

βαθιά, βουβά και σκοτεινά,

κι έτσι πιστά, σαν να σου τάζει:

Θα σ’ αγαπώ παντοτινά.

 

Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι,

δουλεύει σ’ ένα μαγαζί.

Το πήρα ένα Σαββάτο βράδι

και κοιμηθήκαμε μαζί.

  Τα Ποιήματα του ιδανικού ποιητή Ν. Λαπαθιώτη, -ο ποιητής και μάλλον πρώτος έλληνας μεταφραστής της «Έρημης Χώρας» του Τ.Σ. Έλιοτ στην χώρα μας, ο Τάκης Παπατσώνης μας λέει ότι «αν ο Λαπαθιώτης δεν ήταν ιδανικός ποιητής, αναρωτιέμαι τότε ποιος άλλος είναι ή θα είναι ποτέ.»- κυκλοφόρησαν και από τις εκδόσεις «Ζήτρος» της Θεσσαλονίκης 1997. Την διεύθυνση της σειράς είχε ο Σωτήρης Γερακούδης, ο οποίος δημοσιεύει και δεκασέλιδη εισαγωγή για τη ζωή και το έργο του. Ενώ χωρίζει το ποιητικό corpus σε τρείς χρονολογικές περιόδους (1905-1919), (1920-1939) και (1939-1943) ένα χρόνο πριν τον θάνατο του ποιητή. Για την έκδοση του Άρη Δικταίου έχουμε αναφερθεί σε άλλα μας κριτικά σημειώματα καθώς και σε διάλεξή μας που είχαμε δώσει εδώ και χρόνια στην Αθήνα. Παρενθετικά να γράψουμε ότι είχαμε ρωτήσει σε συζήτησή μας το λογοτέχνη και δικηγόρο Πάνο Παναγιωτούνη για την αντίδρασή του και την αρνητική στάση του όταν κυκλοφόρησε η έκδοση του «Γ. Φέξη» και μας είχε αρνηθεί ότι είχε προβεί σε τέτοια αντίδραση. Αλλά ας μην λησμονούμε ότι και το παραπάνω οκτάστιχο ποίημα του Λαπαθιώτη «Επεισόδιο» είχε προκαλέσει «σκάνδαλο» όταν πρωτοδημοσιεύτηκε και αναγκάστηκε- ο ποιητής- να αλλάξει τον τελευταίο στίχο και να γράψει «δεν κοιμηθήκαμε μαζί». Παρά του αντιθέτου που λένε οι «κακές γλώσσες της λογοτεχνίας». Το βέβαιο πάντως είναι ότι το ποίημα διασώθηκε στην πρώτη του μορφή στο χρόνο. Έτσι και έτσι, το ρήμα έπρεπε να αλλάξει που βρίσκεται η ερωτική απόλαυση και όχι η….

   Να αναφέρουμε βιβλιογραφικά και την έκδοση «ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. ΜΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΗ ΤΡΙΒΙΖΑ» των εκδόσεων «Γαβριηλίδης» 2000, επίσης, την έκδοση «Ημερολόγιο 2009 ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ… του έρωτα πάλι το στενό». Με εισαγωγή και επιμέλεια της καθηγήτριας Χριστίνας Ντουνιά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Ενώ κυκλοφόρησαν τρείς τόμοι με ανέκδοτα πεζά του από τις εκδόσεις «Ερατώ», Αθήνα 2011. Βλέπε το «ΚΑΠΟΥ ΠΕΡΝΟΥΣΕ ΜΙΑ ΦΩΝΗ» Σελίδες μιας Αθήνας περασμένης, σε φιλολογική επιμέλεια και επιλεγόμενα Νίκου Σαραντάκου, που μας φανερώνουν την πεζογραφική πλευρά του ποιητή. Ενώ σε αρκετές επανεκδόσεις επανά-κυκλοφόρησαν οι Μυθιστορηματικές αναμνήσεις του Πειραιώτη πεζογράφου Γιώργου Τσουκαλά, «ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠ’ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ» έκδοση «Εκλεκτή Βιβλιοθήκη» 1985. Εκδότης Χριστόφορος Γεωργόπουλος. Ένα Μυθιστόρημα μάλλον όχι και τόσο καλό γραμμένο για τον εστέτ ποιητή κατά την γνώμη μου. Τέλος, να μνημονεύσουμε και τα Αφιερώματα στον ποιητή των ψηφιοποιημένων και αναρτημένων στο διαδίκτυο περιοδικών «Νέα Εστία» τχ. 881/ 15-3- 1964 (Είκοσι χρόνια από τον θάνατό του), τεύχος 398-399/ 1-15/1/1944 (Σελίδες αφιερωμένες στον Ν. Λ.). Του περιοδικού «Η Λέξη» τχ. 33/3,4, 1984. Το τεύχος 95/30-5-1984 του περιοδικού «Διαβάζω», του περιοδικού «Οδός Πανός» τχ. 79-80/Μάιος- Αύγουστος 1995, τα δύο τεύχη 6/Απρίλης- Ιούνιος 1970 και 7/Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1970 του περιοδικού «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» Α΄ και Β΄ μέρος κλπ.  Στα βιβλία του ποιητή και εκδότη Τάσου Κόρφη και σε εκείνα του συγγραφέα και σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη μπορεί ο όποιος ενδιαφερόμενος σημερινός αναγνώστης και φίλος της ποίησης του Ν. Λαπαθιώτη να βρει εκτενή Εργογραφία και Βιβλιογραφία του, για τον τραγικό και «καταραμένο» έλληνα ποιητή. Η λέξη «καταραμένος» με το νόημα που έδωσαν οι κριτικοί της γαλλικής λογοτεχνίας και όχι μόνο, στους ποιητές Αρθούρο Ρεμπώ, Πωλ Βερλαίν, τον αμερικανό Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.ά. Αλλά και σε ορισμένους δικούς μας συγγραφείς οι οποίοι έζησαν έναν βίο έξω από τα καθιερωμένα της κοινωνίας νομικά και περί ηθικής πλαίσια και διακατέχονταν από μία «τάση» αυτοκαταστροφής και κάπως ενός «νοσηρού» νοσταλγικού ρομαντισμού, όσον αφορά τα πεπραγμένα του ιδιωτικού τους βίου, τις δημόσιες δράσεις τους και συμπεριφορές, την άποψη που είχαν για τον ρόλο του ποιητή μέσα στην Κοινωνία. Η καλλιτεχνική δημιουργία όπως γνωρίζουμε, δεν αντέχει κανενός είδους λογοκρισία, και οι κάθε κατηγορίας καλλιτέχνες δεν δέχονται περιορισμούς στις ζωές τους, τις ατομικές τους ελευθερίες, στις σκέψεις και ιδέες τους, μια και θεωρούν «καθήκον τους» να αλλάξουν τον Κόσμο, να οδηγήσουν την Ανθρωπότητα ένα βήμα πιο μπροστά. (τουλάχιστον αυτήν την εικόνα συνήθως προβάλλουν προς τα έξω». Το προσωπικό τους ήθος είναι διαφορετικό από αυτό των κοινών καθημερινών ανθρώπων όπως είμαστε όλοι εμείς που χαιρόμαστε όλων των κατηγοριών δημιουργίες τους. Και ο μποέμ αλλά αυτοκαταστροφικός ποιητής του Μεσοπολέμου Ν. Λαπαθιώτης, αυτός ο ζωντανός εν ζωή θρύλος για μία εικοσαετία περίπου μέσα στο «επαρχιώτικο», πουριτανικό και θρησκόληπτο Αθηναϊκό περιβάλλον, στον κοινωνικό του περίγυρο που έβλεπαν την παρουσία του σαν κάτι αλλόκοτο και ξένο ως προς την συνήθη καθημερινότητα και ζωή των υπολοίπων, έζησε, έδρασε, εφάρμοσε στην πραγματική του- ρεαλιστική ζωή το «Αισθητικώς ζην», ακολουθώντας το παράδειγμα του «δασκάλου» του ιρλανδού συγγραφέα εστέτ και εκκεντρικού Όσκαρ Ουάϊλντ.

        ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Κι όταν θα ρθει η στιγμή, και πάλι

να κατεβώ προς το βυθό,

χωρίς την πίστη, που έχουν άλλοι,

μα και χωρίς να φοβηθώ,

 

με την ψυχή που περιμένει

την ώρ’ αυτή, σαν εραστή,

(τόσο είναι ταλαιπωρημένη,

και τόσο που έχει κουραστεί),

 

δε θα ‘χω να με συντροφέψει,

καμιά παρήγορη φωνή,

-μα θανατώνοντας τη Σκέψη,

που τώρα με δολοφονεί,

 

σαν ένα φέρετρο που κλείνει,

θα γείρω, πάλι, στο βυθό,

ζητώντας, μόνο, τη γαλήνη,

που είχα προτού να γεννηθώ…

Η δόξα και η πτώση ενός πραγματικού αισθητή καλλιτέχνη είναι ο βίος και η πολιτεία του ομοφυλόφιλου κομμουνιστή ποιητή Ναπολέοντος Λαπαθιώτη. Τα ανθρώπινα πάθη- όποια και αν είναι αυτά- σωματικά ή πνευματικά- ότι πρόσημο και αν έχουν (θετικό ή αρνητικό) οι Κοινωνίες και -οι Οικογένειες- δεν τα συγχωρούν εύκολα, τα καταδικάζουν με την αυστηρότητα των νόμων τους, την σπίλωση της ηθικής τους ακεραιότητας αυτών που τα υιοθετούν, μέσω των μηχανισμών εξουσίας τους και των ψυχολογικών ή σωματικών επιρροών τους. Και τα ιδιαίτερα, προσωπικά του πάθη και επιλογές πλήρωσε ακριβά, δραματικά η ερωτική αυτή ποιητική φύση και τρυφερή ψυχή του ποιητή Λαπαθιώτη. Αυτής της «νυχτερίδας» των κρυφών ερώτων. «Τ’ όνειρό μου πια δεν είναι να χαρώ, μήτε να ζήσω,/ μα να πω μια λέξη μόνο, σα μια φλόγα,- και να σβήσω.», έτσι αρχίζει το πρώτο δίστιχο του ποιήματός του «Αποχαιρετισμοί στη Μουσική». (το ποίημα αποτελείται από δύο μέρη με πέντε δίστιχα το καθένα). Αυτήν την ποιητική φλόγα της ψυχής του και του τρόπου ζωής του μας άφησε η νοσταλγική και τρυφερή φωνή, η ικετευτική για να αγαπήσει και να αγαπηθεί του Ναπολέων Λαπαθιώτη. Όρθωσε το ανάστημά του με υπερηφάνεια ίσως και με κομμάτι «έπαρση» περισσότερο από όσο άντεχαν τα ερωτικά ύψη της ηθικής της εποχής του και των ελλήνων συμπατριωτών του, ακόμα και η τάξη από την οποία προέρχονταν. Και το να είσαι και να δηλώνεις, ομοφυλόφιλος, κομμουνιστής, άθεος και να έχεις μπλέξει και με ναρκωτικά στα χρόνια του βίου σου, με ανοιγμένες τις φτερούγες της ευαισθησίας σου αντένες της ύπαρξής σου, δεν ήταν κάτι που θα μπορούσε να ανεχθεί η Αθηναϊκή Κοινωνία, (με τις κοινωνικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις προερχόμενες από την ιστορική περίοδο της τουρκοκρατίας της «μικρής πλην φτωχής και τίμιας Ελλάδος») όχι θεωρώ μόνο η τότε, αλλά και η σημερινή Κοινωνία, παρά την επιστημονική και εκπαιδευτική πρόοδο που έχει κατακτηθεί από τις διάφορες κοινωνικές ή σεξουαλικές μειονότητες και άλλες «περιθωριακές» ομάδες συνανθρώπων μας και τα ανθρώπινα συνταγματικά δικαιώματά τους. Τις Ευρωπαϊκές προσαρμογές του αστικού δικαίου, τις αλλαγές του οικογενειακού, στις σύγχρονες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της μοντέρνας εποχής μας παγκοσμίως. Ας μην λησμονούμε την  αυτοκτονία του δημόσιου υπαλλήλου  σαρκαστή ποιητή Κώστα Καρυωτάκη που θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος των ποιητικών γενεών του Μεσοπολέμου. Ο οποίος πλήρωσε με την ζωή του, αυτός ο μάλλον συντηρητικών πολιτικών αρχών ποιητής, το γεγονός ότι ο κρατικός διοικητικός μηχανισμός της εποχής των εργασιακών του περιόδων, δεν κατανόησε την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και την ποιητικότητά του. Ο Καρυωτάκης τους σάρκασε όλους, αυτοσαρκάστηκε και αποχώρησε δίχως να ενδιαφέρεται για την υστεροφημία του. Αυτή η πατρίδα είναι τόσο ασφυκτικά δεμένη με φεουδαρχικές και θρησκευτικές δομές και προκαταλήψεις παραδόσεων, πού, δεν υπάρχει περίπτωση να αναπνεύσουν οι πολίτες της ελεύθερα και να απολαύσουν τα αγαθά της αστικής πολιτικής δημοκρατίας των άλλων ευρωπαϊκών λαών ή για μερίδα συμπολιτών μας των κομμουνιστικών επιτευγμάτων. Η Ελλάδα όπως έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης, «όπου και να ταξιδέψω με πληγώνει» μάλλον καλύτερα σε «σαπίζει» με τις κάθε μορφής και είδους αγκυλώσεις της. Ας θυμηθούμε και τις αυτοχειρίες του ποιητή Δημητρίου Παπαρρηγόπουλου, (γιου του εθνικού μας ιστορικού και της συνέχειας του Ελληνισμού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου) του ποιητή Καρασούτσα που πίστευε ότι δεν κατανοούσαν την ποιητική του αξία οι γύρω του κ.ά. Τον χαμό του στενού φίλου του Λαπαθιώτη, ποιητή και μεταφραστή και καλού κριτικού Μήτσου Παπανικολάου που πέθανε μες την Κατοχή μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Των συγχρόνων μας ποιητών Αλέξη Τραϊανού, Νίκου Λαδά, (ποιος τους θυμάται άραγε;) τον νεαρό ποιητή Φιλιππίδη και άλλων που δεν θα μάθουμε ποτέ ίσως το όνομά τους. Για να περιοριστούμε σε ενδεικτικά ονόματα του ποιητικού Παρνασσού αλλά και της ασπλαχνιάς και εκδικητικής ελληνικής κοινωνίας και νοοτροπιών της. Η τραγικότητα της Ζωής μας δεν συμβαδίζει πάντα με αυτήν της Τέχνης και της Καλλιτεχνικής Δημιουργίας. Όταν η ανθρώπινη ύπαρξη κάνει όνειρα, μας έχει δείξει η πολιτιστική ιστορία της ανθρωπότητας η προσωπική της Μοίρα χαμογελάει για να μην πω δείχνει τα δόντια και τα κοφτερά νύχια της. Και ο νοών νοείτω, παρά του αντιθέτου της τραγελαφικής ελπιδοφορίας που διδάσκει η μεταφυσική σωτηριολογία της ελληνικής παράδοσης. «Τ’ είναι, τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;/ -κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος, μες στο θάνατό μου…», μας λέει ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, αυτός ο «ανδρείος της ηδονής» και της αγάπης αναζητητής, της ερωτικής νοσταλγίας στα νύχτια ξενοπερπατήματά του, στους προδοτικούς Κήπους της Εμμαούς, εκεί που ο προδότης μαθητής θα δώσει το στερνό φιλί στο δάσκαλό του για να τον οδηγήσει στα χέρια των σταυρωτών του. Το στερνό φιλί που είναι και το πρώτο του τέλους της αθωότητας.

         ΕΡΩΤΙΚΟ

Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα, πάλι, το στενό,

ώσπου να πέσει η σκοτεινιά, μια μέρα, του θανάτου,

στενό, βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,

τι μου στοιχίζει, στην καρδιά, το ξαναπέρασμά του.

 

Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,

στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,

κι όμως δεν μπόρεσε κανείς, ποτέ, να μου το δώσει…

 

Ίσως, μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας, πάλι στο βυθό,

και με τη Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,

αυτό τ’ ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,

σα μια παλιά της οφειλή, να μου το ξαναφέρει!

      Πόσο πετυχημένα και εύστοχα, συγκινητικά, το απέδωσε η φωνή της τραγουδίστριας Ελευθερίας Αρβανιτάκη όταν μελοποίησε το ποίημα του «Ωραιοπαθή» ακολούθου της Εκάτης στις ερωτικές του περιπλανήσεις.

    Την ποίηση του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη την είχα γνωρίσει και αγαπήσει από τη νεαρή μου ηλικία πριν αποφασίσω να περπατήσω στον Κήπο των Μουσών και γευτώ τους εύγεστους καρπούς των περιβολιών της ελληνικής και ξένης ποίησης. Την διάβαζα κατά διαστήματα, επανερχόμουν σε αυτήν πριν μπει στην ζωή μας το έργο του παμπόνηρου Αιγυπτιώτη Αλεξανδρινού, εργαζόμενου υπαλλήλου σε αγγλική εταιρεία ύδρευσης για τα προς το ζην. Βαριά η «καλογερική» και για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, ο οποίος έπαιρνε το μικρό βαλιτσάκι του και έφευγε από τον τόπο διαμονής του την αιρεσιάρχισσα και πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια στην αναζήτηση της στιγμιαίας ηδονής και των εμπειριών και βιωμάτων που εικονογραφήθηκαν στην ποίησή του. «Θυμήσου Σώμα», «Θυμηθείτε χείλη» της Αγάπης θα έγραφε ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης και αναρωτιέται στο ακροτελεύτιο τετράστιχό του ποιήματος «Τραγούδι το Φθινόπωρο»: «Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα/ πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα…/ Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα, -ή μην είν’ η ανατριχίλα/ του ερχόμενου χειμώνα;…». Μια ερωτική νοσταλγική της νιότης ανατριχίλα είναι η ποίηση του Λαπαθιώτη. Η ενασχόλησή μας με το ποιητικό σύμπαν του Οδυσσέα Ελύτη και ο δοκιμιακός και ημερολογιακός λόγος του Γιώργου Σεφέρη, του Νίκου Εγγονόπουλου και άλλων ελλήνων ποιητών, ήρθε και επισκίασε την ποιητική παρουσία των εφηβικών μας χρόνων για τον Λαπαθιώτη. Μάλιστα για να είμαστε ειλικρινείς, το ότι έμπλεξε και με διάφορες ουσίες ήταν κάτι που με φόβιζε μια και ούτε σχεδόν κάπνιζα στην ζωή μου. Τόσο ξενέρωτος ήμουν.  Όποτε όμως κατέβαινα στην Αθήνα και επισκεπτόμουν την περιοχή των Εξαρχείων, να παρακολουθήσω ταινία στο Σινέ «Βοξ» ή πονηρά μπαράκια, ή όταν επισκεπτόμουν τον πεζογράφο και φιλόλογο Γιώργο Ιωάννου και άλλους συγγραφείς που γνώριζα, δεν παρέλειπα να περάσω μπροστά από το ερειπωμένο παλαιό οικογενειακό αρχοντικό του ποιητή Λαπαθιώτη και να στέκομαι μπροστά του ψιθυρίζοντας από μέσα μου στίχους του. «Το απλό παιδί που εγώ αγαπώ/ δεν έζησε στα πλούτη…». Πάντοτε θαύμαζα το ατομικό του θάρρος την προσωπική του τόλμη, αυτός ο ευκατάστατος οικονομικά ποιητής και από στρατιωτική και πολιτική οικογένεια προερχόμενος να υψώσει την φωνή του, να προβάλλει την εκκεντρική παρουσία του στην Αθηναϊκή κοινωνία της εποχής του ως κάτι το ξεχωριστό όχι στους χώρους της αστικής αρετής και ηθικής, καλής συμπεριφοράς, μα, με τα ιδιαίτερα ερωτικά γούστα, την ζωή που διάγουν οι περιθωριακοί τύποι, τα άτομα των σκοτεινών σοκακιών του Ζαππείου, της περιοχής της Τρούμπας, των τεκέδων και των μαχαλάδων. Τόλμησε να μιλήσει για την αθεϊα του, είναι νομίζω ο πρώτος έλληνας ποιητής που δημόσια και ανοιχτά ζήτησε από τον τότε Αρχιεπίσκοπο της Ελλάδος να τον διαγράψει από τις «δέλτους» της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας. Κάτι πρωτάκουστο για την συντηρητική ελληνική θρησκευτική πραγματικότητα και ήθη. Χρόνια αργότερα δεύτερος νομίζω το τόλμησε ο λαογράφος και συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος. Ακόμα και η ομάδα των ελλήνων υπερρεαλιστών και φουτουριστών δεν αποτόλμησαν τέτοιο δημόσιο κοινωνικό εγχείρημα φανερά από όσο γνωρίζω, διακωμώδησαν την Καθολική Εκκλησία βλέπε ταινίες του Μπουνουέλ αλλά απέφυγαν την απόλυτη ρήξη. Ο γάλλος πεζογράφος Μαρκήσιος ντε Σαντ καυτηρίασε τα αρνητικά κοινωνικά καθέκαστα της παπικής εξουσίας, παράλληλα με τις περιγραφές της σεξουαλικής του αγριότητας που περιγράφει στα πεζά του. Οι δικοί μας Ανδρέας Λασκαράτος και Νίκος Καζαντζάκης, περισσότερο σάρκαζαν τον ταρτουφισμό της ηθικής των ρασοφόρων και την κοινωνική τους αναλγησία και οικονομικό συμφεροντολογισμό παρά ζήτησαν έναν διαχωρισμό της Ελληνικής Πολιτείας από τα δεσμά της Εκκλησίας. Ένα λαϊκό αστικών προδιαγραφών κράτος. Τον Νίκο Καζαντζάκη μάλιστα, ποτέ δεν έπαψε να τον απασχολεί το ανθρωπιστικό πρόσωπο του Χριστού, το μυθικό περίβλημα το οποίο το επένδυσε η Εκκλησία που ίδρυσε ο Απόστολος Παύλος. Μια Ελλάδα πολιτιστικό και κοινωνικό τουρλουμπούκι, που, μεγαλόσχημοι ιερωμένοι αφορίζουν ποιόν, τον Μίκη Θεοδωράκη, ενώ άλλοι κραυγάζουν ότι: «Εδώ είναι Ελλάδα. Και η Εκκλησία είναι με την Δεξιά Κυβερνητική εξουσία αγκαλιασμένη και σε όποιον αρέσει. Και αν δεν του αρέσει ας σηκωθεί να φύγει από την χώρα.» Έχει γεμίσει το "γιου τιουμπ» μικρά σποτάκια με ρασοφόρους να φωνασκούν εναντίων των πάντων, να τους καταριούνται. Ω τέμπορα ω μόρες του σύγχρονου Ελληνισμού, για πιο ενιαίο ανθρωπογενές σώμα και συναντιλήψεων  θέσεων, αρχών και ιδεών του ελληνικού κράτους μιλάμε αλήθεια; Σε αυτήν την χώρα ούτε το ζωοποιό ψέμα δεν γίνεται πιστευτώ. Σποραδικά μόνο ακούγονταν διάφορες μοναχικές φωνές και ατομικά αναστήματα μιλώντας περί Αθεΐας, ή αν θέλετε περί θεολογίας της Αθεϊας, δίχως την ύπαρξη αποδοχής ενός ανώτατου Όντος, που περιορίστηκαν περισσότερο στην ατομική διαμαρτυρία για τα κακώς κείμενα της Ελλαδικής Εκκλησίας και τον ταρτουφισμό και ειδωλολατρικό υλοζωισμό της χριστιανικής ελληνικής κοινωνίας παρά για να αποτελέσουν ένα επαναστατικό ρεύμα γνώσεων και μόρφωσης, άνοιγμα της σκέψης, ατομικής ελευθερίας και μεταφυσικής αποδέσμευσης από τα θρησκευτικά ή θεολογικά δεσμά της ελληνικής παράδοσης. Ακόμα και η των ημερών μας περίπτωση του πεζογράφου και βιβλιοκριτικού κυρίου Πέτρου Τατσόπουλου ο οποίος ξιφουλκεί δημοσίως σε τηλεοπτικά πάνελ και ηλεκτρονικά μέσα σε συνεντεύξεις του, είναι μάλλον περισσότερο μία «διαφημιστική;;;» πρόκληση των βιβλίων του μια και είναι αρκετά έξυπνος και ενημερωμένος πάνω στην ελληνική ιστορία ζητήματα, ώστε να κατανοεί ότι οι μηχανισμοί της κρατικής εξουσίας της ελληνικής πολιτείας είναι άρτια μπλεγμένοι με τους θρησκευτικούς- εκκλησιαστικούς μηχανισμούς εξουσίας και προπαγάνδας της Ελλαδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Ελληνισμός βρίσκεται κάτω από την ομπρέλα της Εκκλησίας ακόμα και εν έτη 2026. Αν αυτό θα αλλάξει και το ελληνικό κράτος θα διαχωριστεί από την εκκλησιαστική διοίκηση και τους μηχανισμούς προβολής και εξουσίας της αυτό είναι ένα ακόμη από τα ιστορικά ζητούμενα της Ελληνικής Ταυτότητας και Πολιτικής σκηνής. Καμία θετική ή αρνητική προφητολογία ως απάντηση δεν μπορεί να απαντήσει από σήμερα σε ιστορικά ζητήματα του Μέλλοντος της Ελληνικής Παράδοσης και Συνέχειας ως Έθνους και ως Λαού ο σημερινός προβληματιζόμενος και ταλαιπωρημένος πανταχόθεν Έλληνας. Οι αρές και οι κατάρες, οι αναποδιές και οι δυσκολίες δεν ξέρει από πού θα του έρθουν. Από την επίγεια ή την ουράνια δεσποτική αρχή; Που, αποδέχονται την σύγχρονη ιστορική ελληνική τραγωδία. Εξάλλου, το θέμα της Αθείας ως μικρό και ίσως κάπως περιστασιακό κοινωνικό ρεύμα στην χώρα μας δεν είναι ούτε καν στα σπάργανα οργανωμένο σε σχέση με την παντελή αδιαφορία των σύγχρονων συνανθρώπων μας για κάθε λογική και ορθολογική σκέψη και λύση των κοινών μας προβλημάτων μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού, του κοινού υλοζωισμού μας, τις ξενόφερτες συνήθειές μας, τον εκδηλώσεων δημόσιων θεατρινίστικων εθνικών τελετουργιών που θυμίζουν την επταετία με τις παράτες και τα εμβατήρια. Περισσότερο οι σύγχρονοί μας συνάνθρωποι θα ενδιαφερθούν και θα συγκεντρωθούν για έναν δουν και να ακούσουν έναν σταρ της τηλεόρασης, του αθλητισμού ή της μουσικής βιομηχανίας βλέπε πρόσφατο παράδειγμα 100.000 για την αγαπημένη μας Άννα, παρά για να συζητήσουν σοβαρά για την ακρίβεια, την φτώχεια, την ανεργία, την έλλειψη στέγης, την βία και την ανομία, την έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών, τις οικονομικές ατασθαλίες και οικονομικά σκάνδαλα, την Κομματοκρατία. Πόσοι αλήθεια θα πήγαιναν να ακούσουν μία σοβαρή συζήτηση για έναν ποιητή, να παρακολουθήσουν μία ταινία και να την συζητήσουνε σοβαρά και με ψυχραιμία. Για την έλλειψη κοινωνικότητάς μας. Οι κοινωνίες άλλαξαν ή εμείς; Τα πάντα εν σοφία εποίησε το Ελληνικό σύστημα και η φιλοσοφική λογιοσύνη ατάρακτης συνέχειάς του. Όμως, με τις τόσες ιστορικές και πολιτικές πλημμύρες και ιδεολογικές προσμείξεις και ανακατωσούρες, ρωγμές και καθιζήσεις που ζήσαμε επί του «ιερού» ελληνικού εδάφους ανά τους αιώνες που έτυχε να δούμε το φως της ημέρας, να απολαύσουμε το σούρουπο ατενίζοντας το αιγαίο πέλαγος, να ακούσουμε το λόγο του Θείου Ηράκλειτου και την περί Έρωτος παιδαγωγική μυσταγωγία του Θείου Πλάτωνος, τον Προμηθέα να πάσχει για την προσφορά του στο ανθρώπινο γένος, τίποτα πια δεν είναι βέβαιο, ούτε για τους άθεους ούτε για τους ένθεους. Όσον αφορά την περίπτωση του δηλωμένου άθεου Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, προκαλεί κατάπληξη σε πόσες ποιητικές του μονάδες ικετεύει την θεική βοήθεια, η λέξη «Θεέ, μου» συναντάται συχνότατα όπως και η έννοια της ψυχής. Ο ποιητής είναι κλασικό παράδειγμα πονεμένης και τυραννισμένης ψυχής, βαθειάς απελπισμένης ύπαρξης που ζητά την «λύτρωση», βοήθεια, την λύπηση μέσω της επίκλησης όχι στα Θεία γενικά και αόριστα, αλλά στον Θεό. Φαίνεται, ό,τι φεύγει ως ανεπιθύμητο και ως νοητική της λογικής άρνηση από την πόρτα του καλυβιού της ζωής μας μπαίνει ως συναισθηματικό αεράκι από το παράθυρο.

          HOMO SUM

Homo sum. Humani nihil a me alienum esse puto.

   ΤΕΡΕΝΤΙΟΣ, «Ο Αυτοτιμωρούμενος»

Τ’ όνειρό μου λάμπει σαν διαμάντι,

-μα είν’ ο νους μου τόσο ταπεινός,

κι η φτωχή ψυχή μου τόσο μόνη,

κι οι καημοί μου, σαν του καθενός.

 

Με γιομίζει τ’ όραμα του Απείρου,

κι όμως η καρδιά μου είναι στη γη,

κι η πληγή μου, που ποτέ δεν κλείνει,

τρέχει σαν ανθρώπινη πληγή…

 

Τ’ όνειρό μου λάμπει σα διαμάντι,

-μα είν’ ο νους μου τόσο ταπεινός,

που έτσι ταπεινός, και τόσο μόνος,

ίσως και δεν είναι κανενός!...

 

Τίποτα, στη γη, δε μου είναι ξένο,

τίποτα πικρό και τρυφερό,

-μα έξω κι από τόπο κι από χρόνο,

ζω μες στον Απέραντο Καιρό…  

  Για άλλη μία φορά ο κριτικός και δημοσιογράφος Βασίλης Ραφαηλίδης στα δημοσιεύματά του θέτει το ζήτημα της Αισθητικής, ως πρωταρχικό ζήτημα της προβληματικής του, της καλλιτεχνικής δημιουργίας και τον ρόλο του καλλιτέχνη μέσα στην ζωή και την κοινωνία και τι πρωτεύει τελικά, η Ζωή ή η Τέχνη. Το «βάρος» της ταινιοκριτικής του εστιάζεται στην ελευθεριάζουσα προσωπική ζωή και αναρχίζουσα φύση του εστέτ ποιητή, τον θαρραλέο του χαρακτήρα για τα κοινωνικά ήθη της εποχής και της τάξης από την οποία προέρχεται. Συνακόλουθα τις δημόσιες εκκεντρικές εμφανίσεις του, τις ιδιαίτερες ερωτικές του προτιμήσεις και γούστα, την ανάμειξή του με ουσίες που τελικά τον κατέστρεψαν. Την προκλητική του συμπεριφορά, τις νύκτιες περιπλανήσεις του και ερωτικές του εμπειρίες. Τον δανδισμό του ίσως και τον σνομπισμό του σε άτομα της τάξης του, την όλη εν γένει στάση του απέναντι στον κοινωνικό του περίγυρο αψηφώντας συνειδητά τα ηθικά πρέπει και απαγορεύσεις της αστικής κοινωνίας και την πολιτική και κυβερνητική θέση που είχε η οικογένειά του, ο στρατιωτικός- αντιστράτηγος- πολιτικός πατέρας του. Πατέρας του ήταν ο Κύπριος Λεωνίδας Λαπαθιώτης ο οποίος διετέλεσε για ένα διάστημα υπουργός των Στρατιωτικών, παλαιός Βασιλικός μετέπειτα Βενιζελικός. Η Μεσολογγίτισσα μητέρα του Βασιλική Παπαδοπούλου ήταν δεύτερη ανιψιά του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη. Τους θρήνησε και τους δύο σε αρκετά ποιήματά του όταν έφυγαν από τη ζωή, στο ποίημά του «ΩΔΗ» διαβάζουμε: «Ο Πατέρας μου κίνησε/ για το Μέγα Ταξίδι,/ συντροφιά της Μανούλας μου,/ που τον πρόκανεν ήδη,/ κι έξη χρόνους ολάκερους,/ απ’ αυτή στερημένη,/ μες στην άβυσσο στάθηκε,/ για να τον περιμένει….» Ιδιαίτερα την Μητέρα του έκλαψε με πόνο και βαθειά θλίψη. Είναι συγκινητικότατα και λυρικής ένθερμης πνοής τα ποιήματα που της αφιέρωσε ο ποιητής, και σε όσα άλλα την επικαλείται ως μητέρα ή μάνα. «ΤΟ ΑΣΤΡΟ», «ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ…», «ΔΑΚΡΥΑ», «Η ΣΤΟΡΓΗ ΣΟΥ ΜΕ ΠΡΟΣΜΕΝΕΙ», «ΠΡΟΣΜΟΝΗ» κλπ. Από μόνα τους τα ποιήματα αυτά χρήζουν ειδικής ανάγνωσης και ανθολόγησης, όπως ίσως και αυτά που έχουν ξενόγλωσσους τίτλους ή με μότο από το «Άσμα Ασμάτων» ή ξένων ποιητών. Ε. Α. Πόε, Γκαίτε, Ντ. Ανούτσιο, Σαίξπηρ (Άμλετ), Δάντης. Στο ποίημά του «Ο ΕΠΑΝΑΠΑΥΟΜΕΝΟΣ ΑΘΛΗΤΗΣ» αντιγράφει όλο το απόσπασμα του αρχαίου ποιητή Μελέαγρου. Υπάρχει ακόμα και ο άγγλος φιλόσοφος Locke στο ποίημα “SPLEEN”. Η παρουσία του δασκάλου του αισθητιστή και εκκεντρικού Όσκαρ Ουάιλντ με απόσπασμα από την «Σαλώμη» του, στο «ΕΚΑΤΗΣ ΠΑΘΗ» και πολλοί ρυθμοί και ήχοι της Μουσικής που τόσο αγαπούσε ιδιαίτερα το πιάνο ο Λαπαθιώτης. Οι Νυχτωδίες και τα Φθινοπωρινά του, τα Χειμωνιάτικα, η φυσιολατρία του και η αγάπη του για τα ζώα. Ποιήματά του με λατινικούς και άλλους ξενόγλωσσους τίτλους. Τα Εικονιστικά του. Αλλά και τα προερχόμενα από άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. “MAYA”, “KARMA”, “NIRVANA” κλπ. Δεν είναι τόσο ανάλαφρη όσο νομίζουμε η ποίηση του Λαπαθιώτη, ούτε τόσο «παιδιάστικη». Ούτε μπορούμε να τον εντάσσουμε, κατηγοριοποιούμε στις «χαμηλές φωνές» και να ξεμπερδεύουμε. Οφείλουμε να τον επαναπροσεγγίσουμε με μια άλλη πιο τρυφερή και λυρική, ευαισθησίας μας ματιά σαν αυτή που λείπει από τους κυνικούς, ψυχρούς και δολοφονικούς, άκαρδους και άψυχους , αδιάφορους καιρούς μας.

Αρκετά ευκατάστατη η οικογένεια του ο Λαπαθιώτης σπούδασε στο εθνικό Λύκειο και στο Λύκειο του Δέλλιου. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά δεν εξάσκησε ποτέ το επάγγελμα. Δεν θέλησε να εργαστεί ποτέ του. Μιλούσε τρείς ξένες γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά και ασχολήθηκε με την ζωγραφική και το πιάνο και φυσικά με την ποίηση και την λογοτεχνία. Φύση ρομαντική και ευαίσθητη ο ποιητής, αγάπησε το διάβασμα και όπως λέγεται, διέθετε μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες της εποχής του, που, δυστυχώς, εκποιήθηκε, χάθηκε, την σύλησαν γνωστοί και φίλοι, άγνωστοι έμποροι, όταν έμπλεξε με τα ναρκωτικά και άρχισε να πουλάει πράγματα της αρχοντικής του οικείας για να ζήσει. Η πρώτη επιλογή των ποιημάτων του φροντισμένη από τον ίδιο, εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Πυρσός» το 1939. Το 1964 με την φροντίδα του Άρη Δικταίου κυκλοφόρησαν τα ποιητικά Άπαντά του, αν και σκόρπια ποιήματά του συναντά κανείς σε διάφορα λογοτεχνικά και λαϊκά  περιοδικά της εποχής που έστελνε τις συνεργασίες του. Τακτικός συνεργάτης της «Ηγησώς» και του «Μπουκέτου», του «Νουμά», της «Νέας Εστίας» και άλλων του Μεσοπολέμου περιοδικών.

Μοναχοπαίδι και καλοαναθρεμμένο παιδί ο Ναπολέων Λαπαθιώτης όπως ήταν αναμενόμενο η μητέρα του, του είχε υπερβολική αδυναμία όπως μάλιστα ήταν και ευειδής η λατρεία της μητέρας προς τον γιό της αλλά και του γιού προς την μητέρα του ήταν απεριόριστη, παθιασμένη. Αν διαβάσουμε την έκδοση των Ποιητικών του Απάντων που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις του «Γεωργίου Φέξη» το 1964 με την γνωστή εισαγωγή του ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίου θα διαπιστώσουμε ότι η λογιστική της ποιητικής του θεματολογίας και προβληματικής, δηλαδή ο αριθμός των ποιητικών του μονάδων που έχουν σαν θέμα την μητέρα του είναι αναλογικά υπέρτερος από τις υπόλοιπες θεματικές του ποιητικές μονάδες. Δεν αξιολογώ το θέμα (της συγκεκριμένης θεματογραφίας του) απλά διαπιστωτικά το επισημαίνω. Εξάλλου, η επιστήμη της Ψυχανάλυσης και ο πατέρας αυτής ο Σίγκμουντ Φρόϋντ, μας έχει μιλήσει στις μελέτες του για την στενή σχέση του αγοριού προς την μάνα και του κοριτσιού προς τον πατέρα. Βασιζόμενες οι Φροϋδικές και μεταγενέστερες μελέτες και έρευνες στα κείμενα και τα έργα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η συναισθηματική και ψυχολογική στήριξη που είχε ο Λαπαθιώτης όσο ζούσε η μητέρα του, φάνηκε αμέσως μετά τον θάνατό της, όταν έχασε την στήριξη και την προστασία της αγάπης της και εκείνος σταδιακά κατέρρευσε μπλέκοντας με διάφορες παρέες και δοκιμάζοντας τα άνθη της ηδονής και των αισθήσεων που τελικά μαζί με την οικονομική του εξαθλίωση τον οδήγησαν στην επιλογή της αυτοκτονίας. Ανήσυχο πνεύμα ο Λαπαθιώτης φιλοδόξησε να μεταφέρει στην ελληνική πραγματικότητα το Ευρωπαϊκό κίνημα του Αισθητισμού στην Τέχνη και την Ελλάδα και ο ίδιος να ζήσει σαν ένας Έλληνας Όσκαρ Ουάϊλντ. Μελωδική, τρυφερή, υποβλητική, εξομολογητική, θρησκευτικών και ικετευτικών τόνων η ποιητική του φωνή, κινείται σε ένα μετέωρο ερωτικής επίκλησης και πληρότητας και σκιών ερωτικών διαψεύσεων, απογοητεύσεων, χαμένων ερωτικών ελπίδων και άσκοπων νυχτερινών περιπλανήσεων. Μιάς ανεξάρτητης και μποέμικης νιότης που αργά και σταθερά, ίσως και «άθελά του» από ένα σημείο και έπειτα οδηγείται στην καταστροφή, φεγγίζεται η ζωή του από την σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης μάλλον, φοβήθηκε να αντιμετωπίσει κατάματα την ζωή, δεν θέλησε να παλέψει για να τα βγάλει πέρα-μια και η οικονομική του ανεξαρτησία του παρείχε τα αναγκαία εφόδια ώστε να ζήσει κάπως «άσκοπα» και μέσα στο κουκούλι της οικογενειακής προστασίας σαν ομοφυλόφιλος δανδής για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ορισμένες φορές έχεις την αίσθηση ότι υπερβάλλει στην θλίψη και στη νοσταλγία του είτε στα ύψη της πλήρωσής του είτε στις πτώσεις του. Ας το επαναλάβουμε και ας μην μας ενοχλεί, η οικονομική του ανεξαρτησία του παρείχε σε σχέση με άλλους ομοφυλόφιλους της εποχής του προερχόμενοι από άλλες κοινωνικές κατώτερες τάξεις τι δυνατότητες που φτωχά γκέϊ άτομα δεν είχαν. Η φτώχια επέτεινε την κοινωνική κατακραυγή για τα ερωτικά τους πάθη. Αν και γνωρίζουμε, ότι ο Λαπαθιώτης, βοηθούσε τους φίλους του στις ανάγκες τους και αυτό φάνηκε στα χρόνια της ένδειας του και του γκρεμίσματος των ιδανικών του, πόσο τον εκμεταλλεύτηκαν γνωστοί και άγνωστοι κοντινοί του. Πραγματικά, θεωρώ αν δούμε την περίπτωση του ατόμου Ναπολέοντα Λαπαθιώτη σε σχέση με άλλων ομοφυλόφιλων ελλήνων συγγραφέων η περιπέτεια της ζωής του παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον για έναν κινηματογραφιστή, όπως στην περίπτωση του πειραιώτη σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη που ανέλαβε αυτό το θαυμαστό εγχείρημα. Η κινηματογραφική επιλογή του Σπετσιώτη να αναπλάσει στην μεγάλη οθόνη την ζωή του ποιητή μέσω αποσπασματικών χρονικών του στιγμών των αναμνήσεων όσων των έζησαν από κοντά, είναι το καλύτερο πορτραίτο ζωής που θα μπορούσε να του γίνει. Ας μην αποτολμήσουμε να συγκρίνουμε ανάλογες περιπτώσεις όπως αυτή του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη του εθνικού μας σκηνοθέτη και την ταινία του.

Ο έμπειρος ταινιοκριτικός και δάσκαλος του κινηματογράφου Βασίλης Ραφαηλίδης δεν μας μιλά για την ποιητική του αξία, την συμβολή του ή την προσφορά του ως ποιητή στα ελληνικά γράμματα, δεν φιλολογίζει με την ευκαιρία της κριτικής της ταινίας του Τάκη Σπετσιώτη, αποδέχεται την γενική των φιλόλογων κριτικών άποψη ότι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης υπήρξε ένας δεύτερης αξίας ποιητής του Μεσοπολέμου και της γενιάς του (με μέτρο σύγκρισης τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη) τον θεωρεί έναν ελάσσονα δημιουργό, αυτούς τους έλληνες δημιουργούς που ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης συμπεριλαμβάνει στην ποιητική του ανθολογία «Χαμηλή Φωνή» αλλά και άλλοι κριτικοί του Μεσοπολέμου και ιστορικών της ελληνικής λογοτεχνίας.  Ακολουθεί θα λέγαμε την «πεπατημένη» οδό που προγενέστεροι χάραξαν, αποδέχεται την κρίση και κατάταξή τους για την αξία του έργου- στον ποιητικό κανόνα που έχει θεσμοθετηθεί- για την περίπτωση του ομοφυλόφιλου, κομμουνιστή, δηλωμένου άθεου, αυτόχειρα ποιητή, μπλεγμένου και με τα ναρκωτικά, και, «ξεμπερδεύοντας» με τον καλλιεργημένο δημιουργό εξετάζει την περίπτωση του αντισυμβατικού και ελεύθερου σαν ιδιοσυγκρασία ατόμου ως ένα έντονο επαναστατικό ρήγμα στην εποχή του και τις αντιλήψεις της. Προσπερνώντας τις κρίσεις των Τέλλου Άγρα, του Τάκη Παπατσώνη, του Κλέωνος Παράσχου και άλλων κριτικών αναστημάτων για τον τρυφερό και μελοδραματικό γεμάτο νοσταλγία ποιητή. Αλλά για να είμαστε δίκαιοι, ο Βασίλης Ραφαηλίδης δεν είναι κριτικός της λογοτεχνίας, οι όποιες δάφνες του προέρχονται από την επαγγελματική του ενασχόληση ως δάσκαλου και κριτικού του ξένου και ελληνικού κινηματογράφου. Όσες φορές εισέρχεται στα «χωράφια» της ελληνικής λογοτεχνίας το πράττει γιατί το απαιτεί το θέμα της ταινίας (βλέπε σχετικές κριτικές του, όπως το μυθιστόρημα «Πεθαμένο λικέρ» του Γιάννη Ξανθούλη διασκευασμένο για την μεγάλη οθόνη από τον Γιώργο Καρυπίδη. «Η φανέλα με το 9» του Μένη Κουμανταρέα από τον Παντελή Βούλγαρη. «Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Διονύση Χαριτόπουλου από τον γιό του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου, τον Κώστα Βρεττάκο κλπ.) ή ο σκηνοθέτης επέλεξε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη έργα ελληνικής ή ξένης μυθοπλασίας γνωστά και αγαπητά στο ευρύ κινηματογραφόφιλο κοινό. Ο Ραφαηλίδης θα λέγαμε ότι πατά σε δύο βάρκες, η μία είναι η καλλιτεχνικές και αισθητικές πεποιθήσεις και ιδέες του ποιητή Ναπολέοντος Λαπαθιώτη και η άλλη είναι η ίδια του η ζωή, ο «έκλυτος» βίος του, ο προκλητικός, αυτός που προσβάλει την δημόσια αιδώ της εποχής του, τα λεγόμενα «χρηστά ήθη». Ζει και συμπεριφέρεται με έναν περιθωριακό τρόπο, κατασπαταλά την οικογενειακή του περιουσία, αδιαφορεί για το καλό όνομα της οικογενείας του, είναι νύκτιος τύπος γυρνώντας σε πάρκα και άλση της Αθήνας, συχνάζει σε ταβέρνες και καπηλειά όπου συχνάζουν άτομα του "υποκόσμου", έρχεται σε ερωτικές συνευρέσεις με λαϊκά παιδιά φτωχών οικογενειών, συμπεριφέρεται άσεμνα, αυτό τον ενδιαφέρει, εκεί ρίχνει την ματιά του και όχι στην ποίησή του. Στο πώς διαμόρφωσε την πορεία ζωής του και έζησε μέχρι τέλους. Με δύο λόγια επιθυμώντας να κάνει πράξη καθημερινή το του Όσκαρ Ουάιλντ «Αισθητικώς ζην». Το κίνημα του Αισθητισμού ήταν αρκετά διαδεδομένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, προκαλεί και σκανδαλίζει φανερά και προκλητικά την ηθική της ελληνικής κοινωνίας του Μεσοπολέμου τόσο με την ίδια του την ζωή όσο και με την ποίησή του αλλά κυρίως με την στάση του, τις κοινωνικές του αντιλήψεις και συμπεριφορές. Ο χειραφετημένος στις σεξουαλικές του προτιμήσεις και σαν ερωτική ατομικότητα Ναπολέων Λαπαθιώτης έζησε και μίλησε ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία του. Δεν κοίταξε να κρυφτεί πίσω από καφασωτά και ιστορικά ή των ηθοποιών Προσωπεία που επέλεγε να εκφραστεί ερωτικά ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, την πρώτη, την πρώιμη ποιητική του περίοδο και λιγότερο συγκεκαλυμμένα στην μεταγενέστερη. Ο Καβάφης ας μην ξεχνάμε ότι ήταν αναγκασμένος να εργαστεί για να ζήσει όπως και έπραξε, έτσι έπρεπε να κρύβει για μεγάλο διάστημα τις ερωτικές του προτιμήσεις, τις δήλωνε εμμέσως ή ανοιχτά μέσω των Προσωπείων της ποίησής του. Τόσο ο Αλεξανδρινός ποιητής όσο και ο Αθηναίος πρέσβευαν σε μία δικαιότερη, πιο ελεύθερη, ανοιχτόμυαλων ανθρώπων, ανεχτικών «Μελλοντική» Κοινωνία όσον αφορά τα ερωτικά ήθη και προσωπικές σεξουαλικές επιλογές των ατόμων. Κοινό σημείο των δύο ελλήνων ποιητών, του ενός από το κέντρο της Ελλάδος και του άλλου της περιφέρειας του Ελληνισμού, η αναζήτηση της ιδανικής ομορφιάς και ειδικότερα της Αντρικής Ομορφιάς όπως την εξέφρασε διαχρονικά και διαπολιτισμικά η Αρχαία των Εθνικών Ελλήνων Πλατωνική φιλοσοφία, τα γράμματα και οι τέχνες, γλυπτική αριστοκρατικότητα και η αισθητική του βλέμματος του Έλληνος, η πολιτιστική παράδοσή του, ως πολιτιστική πρόταση ως αίσθηση του Ωραίου, ενατένισή του. Η συγκίνηση και το ρίγος των αισθήσεων, ο θαυμασμός μπροστά στο αρχαίο γυμνικό σωματικό κάλλος. Η Ομορφιά στον αρχαίο των Εθνικών Ελλήνων Κόσμο είχε κατά κύριο λόγο πρόσημο αρσενικό, έχουμε την κυριαρχία του αντρικού γυμνού σώματος ως παραδειγματικό μοντέλο κοινωνικής αναφοράς και αισθητικής αγωγής, δίχως φυσικά να αγνοείται και η θηλυκή Ομορφιά και του γυναικείου σώματος αρμονία στην θεϊκή συμβολοποίησή της στο πρόσωπο της Θεάς Αφροδίτης. Μία εθνική παιδαγωγία περί Αισθητικής εντελώς διαφορετική από αυτήν της κατοπινής χριστιανικής Ελλάδας. Ένα δεύτερο κοινό σημείο των δύο ερωτικών ποιητών υπήρξε ο αινιγματικός, ομιχλώδης θρύλος ο οποίος σχηματίστηκε για διαφορετικούς για τον καθένα λόγους γύρω από το όνομά τους και τον τρόπο ζωής τους, των συναναστροφών τους όπου σύχναζαν. Φυσικά, δεν μιλάμε για το ύψος της γραφής τους ή την ποιότητα του ποιητικού τους λόγου, είναι μη συγκρίσιμες ποιητικές μονάδες εξομολογητικών καταθέσεων όπως μας έδειξε η παγκόσμια αναγνώριση του ονόματος του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, ένα ποιητικό φαινόμενο που μέχρι σήμερα έτυχε ανοδικής αναγνώρισης και ενδιαφέροντος ως κλασικός διεθνούς φήμης έλληνας ποιητής. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε η ποιητική δόξα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη να ξεπερνά και τα δύο μας ποιητικά Νόμπελ, αυτό του Γιώργου Σεφέρη και εκείνο του Οδυσσέα Ελύτη, όχι μόνο βιβλιογραφικά αλλά και αναγνωστικά. Ο Καβάφης και ο Νίκος Καζαντζάκης είναι οι δύο γνωστότερες φυσιογνωμίες Ελλήνων όπως είναι ο Αριστοτέλης Ωνάσης στη Ναυτιλία και η Μαρία Κάλλας στο Λυρικό Θέατρο.

Αντίθετα ο ξακουστός στην ελληνική κοινωνία για μία εικοσαετία περίπου στο Μεσοπόλεμο, εστέτ ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο όμορφος δανδής πέρα από τον στενό των ποιητών κύκλο, των ιστορικών της ελληνικής λογοτεχνίας και ανθολόγων και μέρος της ομοφυλόφιλης κοινότητας λησμονήθηκε. Η ποιητική του φήμη και ο μύθος γύρω από το όνομά του διατηρήθηκε στην επιφάνεια με την μελοποίηση μερικών εκπληκτικών και συγκινητικών ερωτικότατων ποιημάτων του με τις εξαίρετες ερμηνείες τους, πχ. Ελευθερία Αρβανιτάκη, που πλημμυρίζουν ευαισθησία μας γεμίζουν συγκίνηση, νοσταλγία, τρυφερότητα, μελαγχολία. Και φυσικά, με την επανέκδοση των Απάντων του, την έκδοση της κυκλοφορίας παλαιών ανέκδοτων πεζών του και ασφαλώς με την πολύ ωραία βραβευμένη ταινία βιογράφησης στιγμών του βίου του μέσω των αφηγήσεων φιλικών του προσώπων, της ταινίας «Μετέωρο και Σκιά» του συγγραφέα και σκηνοθέτη από τον Πειραιά Τάκη Σπετσιώτη. Μιάς κινηματογραφικής παραγωγής που έκανε αίσθηση όταν προβλήθηκε στην μεγάλη οθόνη και το ελληνικό και ξένο κοινό την αποδέχτηκε με μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, προκαλώντας πάντα θετικές συζητήσεις και κρίσεις για το σκηνοθετικό ταλέντο του Σπετσιώτη. Η βραβευμένη ταινία έχει προβληθεί και από την δημόσια τηλεόραση, την ΕΡΤ-2 Κυριακή στα μέσα του Ιανουαρίου του 1995. Η κομψότητα και η λεπτότητα του ποιητή, η ρομαντική του φύση, συμπληρώνεται από ιστορικά, κοινωνικά και πολιτιστικά συμβάντα και καταστάσεις των πολιτικών συμβαινόντων στην πατρίδα μας της περιόδου που έζησε και έδρασε ο ποιητής. Ο ιδιόρρυθμος τρόπος ζωής του και η υπερευαισθησία της ιδιοσυγκρασίας του, η παθολογική αγάπη προς την μητέρα του και ο νύχτιος περιβάλλον χώρος καθρεφτίζονται με τον καλύτερο τρόπο στην εξαιρετική και ατμοσφαιρική αυτή ταινία. Οι ερμηνείες των ηθοποιών ήσαν καταπληκτικές, ιδιαίτερα του Τάκη Μόσχου. Εδώ αναρωτιόμαστε άραγε αν κάποιος νέος κινηματογραφιστής αποπειρώταν κάτι καλλιτεχνικά ανάλογο, να γυρίσει ταινία με την ζωή του Θεσσαλονικιού ομοφυλόφιλου ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου ή του Πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη ποιο θα ήταν το αισθητικό αποτέλεσμα γνωρίζοντας την κόντρα αντίληψη για τις σεξουαλικές προτιμήσεις των τριών όμορης ερωτικής ευαισθησίας σημαντικών ποιητών.

 Ο έμπειρος και καλλιεργημένος Πειραιώτης σκηνοθέτης πέρα από την ταινία «Μετέωρο και σκιά» ένας τίτλος δανεισμένος από τον ποιητή Τάκη Παπατζώνη στην μελέτη του για τον ποιητή, βλέπε «Νέα Εστία» τχ. 398-399/1-15/1/1944, σ. 86-95, «Ο ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ ΜΕΤΕΩΡΟ ΚΑΙ ΣΚΙΑ», μας έχει προσφέρει ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για την ζωή του-στην δημόσια τηλεόραση για Έλληνες Συγγραφείς (της σειράς της Ηρώ και του Γιώργου Σγουράκη)- και μία σειρά άρθρων σε διάφορα περιοδικά τα οποία συγκέντρωσε και κυκλοφόρησε σε βιβλία, όπως, το ογκώδες «Χαίρε Ναπολέων» Δοκίμιο για την τέχνη του ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ 63 πεζά ποιήματά του και εικόνες του ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, εκδόσεις «Άγρα» 1999, σελ. 470, δρχ. 6332. Τον τόμο Τάκης Σπετσιώτης, «ΤΡΙΑΝΔΡΙΕΣ ΚΑΙ ΣΙΑ» ΙΣΤΟΡΙΕΣ- ΚΕΙΜΕΝΑ, εκδόσεις «Άγρα», 2007, σελ. 230, 15 ευρώ. Στο σπονδυλωτό αυτό αφήγημα των 19 κειμένων της καλλιτεχνικής του διαδρομής, στις σελίδες 35-41 αναδημοσιεύονται οι σκέψεις και οι ιδέες του στο τι ήθελε να πετύχει και ποιοι ήταν οι στόχοι του γυρίζοντας την ταινία. Σε τι ήθελε να μας καταστήσει κοινωνούς και θεατές του κινηματογραφικού του αποτελέσματος της αυτοβιογραφίας του πορτραίτου του ατόμου Ναπολέων Λαπαθιώτη, της πολυτάραχης και σκανδαλώδους ζωής του και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας μέσα στην οποία κινούνταν η «πολυφίλητη σκιά» κατά τον Κ. Παράσχο. Το κείμενο έχει τίτλο «Η ταινία Μετέωρο και Σκιά», και είναι αναδημοσίευση συνέντευξης του Τάκη Σπετσιώτη στο περιοδικό «Το Κράξιμο» τχ. 6/5, 1986 που εξέδιδε ο πειραιώτης τραβεστί και ακτιβιστής Πάολα, που έφυγε πριν λίγους μήνες από την ζωή. Σημαντικός οδηγός το κείμενο του σκηνοθέτη που αντιγράφουμε, βοηθά εμάς τους θεατές να κατανοήσουμε καλύτερα την ζωή του ποιητή ενώ ταυτόχρονα μας εξηγεί το σκεπτικό του και τα διλήμματα που έθεσε στον εαυτό του στο πώς όφειλε να διαχειριστεί και να αποτυπώσει το θέμα του, να μην το καταστρέψει, να το μοντάρει με τον καλύτερο τρόπο με τον σκηνοθετικό του σχεδιασμό σε μία ενιαίας δομής αποτέλεσμα. Και αυτό το πέτυχε με επιτυχία. Η ταινία του είναι μία πετυχημένη σπουδή πάνω στην πραγματική ζωή και περιπέτεια δυστυχίας και ευτυχισμένων στιγμών του ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Μας εκθέτει ο Πειραιώτης σκηνοθέτης:

        Η ταινία Μετέωρο και Σκιά

        Ιδού ει καλός αδέλφιδός μου και γε ωραίος…

               ΑΣΜΑ  ΑΣΜΑΤΩΝ

    ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ σαν απόσταγμα ζωής και όχι σα υποκατάστατό της (εξού και ολιγογράφος, ερασιτέχνης), ο Λαπαθιώτης επεχείρησε το ριζοσπαστικό βήμα να ορίσει τη δημόσια ζωή του σαν λογοτεχνία. Είχε εγγραφεί στη συνείδηση του κοινού, σαν ποιητής, μέσα από έναν θρύλο. Η εκκεντρική αμφίεση, η νυχτόβια ζωή, οι ερωτικές και πολιτικές του προτιμήσεις, γενικά η στυλιζαρισμένη παρουσία του εαυτού του, τον είχαν κατατάξει δικαιωματικά στις ελάχιστες θρυλικές μορφές της λογοτεχνίας μας.

        Πριν απ’ το γράψιμο στίχων τον ενδιέφερε η ποιητικότητα της ύπαρξής του, ο τρόπος ζωής του σαν έργο τέχνης, κι αυτό αποτελεί την καλλιτεχνική του ανορθοδοξία και την ιδιαιτερότητα της δυστυχίας του. Είναι μία στάση ζωής πολύ επίκαιρη που οι φιλολογίζοντες, ακόμη και σήμερα, στα σαράντα χρόνια από το θάνατό του, δεν έχουν καταλάβει. Αντί να εκτιμούν τη γενναιότητα και την τόλμη της χειρονομίας του, κάθονται με τη μεζούρα στο χέρι και μετρούν  πόσους πόντους πιο ελάσσων είναι ο ποιητής απ’ τον Καρυωτάκη, συγκρίνοντας επιπολαίως έναν ουαλδικό μ’ έναν συμβολιστή καταγόμενο απ’ τον… Λαφόργκ!

        Παρ’ όλα αυτά η μορφή του Λαπαθιώτη, με την πνευματικότητά της, άντεξε στο χρόνο και παραμένει αξεπέραστη, παρότι η ποίησή του είναι, για μερικούς, περιορισμένη στην εποχή της. Μιά λογοτεχνική προσωπικότητα πολυσύνθετη που σαρκάζει, λες, ως και πολλούς απ’ τους ακαδημαϊκούς συγγραφείς ποιημάτων, όλους εκείνους που μετά μανίας προσπαθούν να τρυπώσουν σε «σωματεία λογοτεχνών» ή σε «φιλολογικές συντροφιές» για να τη βγάλουν καθαρή για λίγα χρονάκια, πριν ο χρόνος εξαφανίσει μιά για πάντα το ήδη πνευματικά πεθαμένο έργο τους. Μιά μορφή που πραγμάτωσε όσο κανείς, εδώ στον τόπο μας, το αίτημα για την αναγκαιότητα  του «αισθητικώς ζην».

        Τέχνη και Ζωή λοιπόν, και οι αντιφάσεις τους. Αυτή τη σχέση επιχειρεί να απεικονίσει η ταινία Μετέωρο και Σκιά, μέσα από μιά σειρά χαρακτηριστικών στιγμιότυπων από τη ζωή του ποιητή, όπως τα έζησαν οι συνοδοί και συνομιλητές του στις τρείς’ τέσσερεις προπολεμικές δεκαετίες που ο Λαπαθιώτης έζησε και έγραψε. Το σενάριο στηρίχτηκε στις μαρτυρίες των φίλων του ποιητή, και το τελικό υλικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν η προσωπική ανάπλαση όλης αυτής της βιβλιογραφίας γύρω απ’ τον Λαπαθιώτη. Δεν προστίθενται φανταστικά περιστατικά, και για λόγους αλήθειας και εγκυρότητας, για καθαρά αισθητικούς λόγους. Μεσ’ απ’ τα κενά, την αποσπασματικότητα-με τηρουμένη πάντοτε βέβαια την ορθόδοξη χρονολογικά αφήγηση-, προβάλλει ολοκάθαρη η μορφή του ποιητή, χωρίς να χρειάζεται επεξηγήσεις.

        Οι στίχοι του Καβάφη: «Κάθομαι και ρεμβάζω/ επιθυμίες κι αισθήσεις/ εκόμισα εις την Τέχνην/ κάτι μισοειδωμένα / πρόσωπα ή γραμμές/ κάτι αβέβαιες μνήμες/ ερώτων ατελών» θα μπορούσε να είναι η πιο ακριβής περιγραφή της δομής του σεναρίου, που βέβαια δεν αποποιείται καμμιά από τις χαρακτηρολογικές ιδιότητες του Λαπαθιώτη, κυρίως εκείνες που συστηματικά «θάβουν» οι ποιητικές ανθολογίες και τα σχολικά νεοελληνικά αναγνώσματα: ομοφυλόφιλος, ναρκομανής, κομμουνιστής. Ένας αριστοκράτης που περιφρόνησε τις αστικές ευπρέπειες και δεν δίστασε να εκτεθεί, βάζοντας τα πάθη του στην υπηρεσία της πρόκλησης και του σκανδάλου, αντί να τα κουκουλώσει, και για τούτο ακριβώς το λόγο αποτέλεσε για την κοινωνία της εποχής του κόκκινο πανί.

        Δανδής που αυτοπεριθωριοποιήθηκε, μη αντέχοντας άλλο τα ψέματα και τις υποκρισίες των κοινωνικών συμβάσεων, ντιλετάντης που δεν εργάστηκε ποτέ, γιατί δεν μπορούσε ν’ ανεχτεί πάνω απ’ το κεφάλι του κανένα αφεντικό, ρομαντικός που συνέχισε να γράφει παραδοσιακά ακόμη κι όταν η μοντέρνα ποίηση επικράτησε, γιατί θεωρούσε την επικοινωνία μ’ ένα ευρύτερο κοινό ευκολότερη μέσω της παραδοσιακής ποίησης, ανένταχτος αριστερός, αυτός ο πολυσχιδής άνθρωπος αποτελεί και σήμερα το πρότυπο μιάς πραγματικά αναρχικής μορφής. Η εξαιρετικά πλούσια ζωή του είναι για τους ομοφυλόφιλους σημαία, μοιάζει με διαφήμιση για τα δικαιώματά τους. Δείχνει αριστοτεχνικά πόσο οι δρόμοι τους υπήρξαν σκοτεινοί και αδιέξοδοι και πόσο απόλυτα καθορίστηκαν από το κοινωνικό περιβάλλον.

        Η οδυνηρή πορεία του καταγράφει όλες τις φάσεις της πορείας ενός ομοφυλόφιλου. Ξεκινά από τα νεανικά χρόνια, απ’ αυτό που θα ονόμαζε κανείς ρομαντική αντίληψη της ομοφυλοφιλίας, από την ιδέα μιάς εμπειρίας ανώμαλης, νοσηρής, που βγαίνει από τα όρια του συνήθους και του επιτρεπόμενου, μα που γι’ αυτό ακριβώς ανταμείβει με χαρές και γνώσεις μυστικές και είναι προνόμιο  φύσεων αρκετά φλογερών και ελεύθερων, ώστε να ξανοιχτούν πέρα απ’ το θεμιτό και το γνώριμο (αρχετυπική εδώ η μορφή του Όσκαρ Ουάιλντ).

        Η στάση αυτή εκφράζεται με την, γεμάτη χιούμορ και στυλ, ανάλαφρα ειρωνική παρουσίαση του προσωπείου του δανδή Λαπαθιώτη, σε σχεδόν ειδυλλιακούς περιπάτους (γιατί δεν έλειπαν και κάποια ξεφωνητά απ’ τους εχθρούς) σε εξοχές προαστείων, κοσμικών καφέ της εποχής του ’10, σέρες πάρκων ή σαλόνια, όπου ο ήρωας της ταινίας γίνεται αντικείμενο συζητήσεων, σαν ένα είδος σταρ («ξένος», «αμαρτωλός»), και προκαλεί τα αμήχανα και μάλλον ιλαρά σχόλια του κόσμου της χωριάτικης, περιορισμένης μικρής πρωτεύουσας. Από τη στάση αυτή, την επηρεασμένη από την κοινωνική καταπίεση, ο ποιητής περνάει σε μιά λιγότερο συμβατική αντίληψη του προβλήματος, όσο πιο πολύ βυθίζεται στον κόσμο των πολιτικών και κοινωνικών περιθωρίων. Επικρατούν οι έννοιες της ευτυχίας, της αγάπης, της πλήρωσης και της ισχύος της Ηδονής. Και καταλήγει να κάνει τον αισθησιασμό τον κινητήριο μοχλό της ζωής του. Τον ακούμε να λέει προσωπικά: «Το Πάθος είναι η μεγαλύτερη έκφανση της ζωής. Το να προσπαθεί κανείς να το πνίξει είναι σαν να πνίγει την ίδια την ζωή, στην πιο εκφραστική της εκδήλωση».

        Σ’ αυτή του τη φάση, ο ήρωας συχνάζει στο νυχτερινό Ζάππειο, όπου ομοφυλόφιλοι καθισμένοι σε γωνίες δέντρων, εν είδη μυστικής οργάνωσης παράνομων ή Φιλικής Εταιρείας, διηγούνται, με τον φυσικότερο τρόπο, τις εμπειρίες τους. Απολαμβάνει σε χαμαιτυπεία που σφύζουν από τα νιάτα του φυσικού κόσμου μιά απενοχοποιημένη ακολασία.

        Χωρίς να πολυνοιάζεται αν τον αποδοκιμάζουν ή τον ακολουθούν, αυτός ο ιδιόρρυθμος Αθηναίος προσχωρεί ανοιχτά και μαζί ανάλαφρα στον ηδονισμό. Ο Λαπαθιώτης αναλώνεται κυριολεκτικά στη νύχτα, τη νύχτα των προπολεμικών  δεκαετιών 1920-1930, στους δρόμους και τις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά και σχεδόν πάντα, στα πάλκα και τα σκηνικά του έρωτα, που είναι λίγο-πολύ τα ίδια μέχρι σήμερα: τα λαϊκά καφενεία, οι δρόμοι οι σκοτεινιασμένοι, οι απόμεροι, τα πάρκα, τα πέριξ των εργοστασίων, τα κακόφημα κέντρα όπου συχνάζουν νεανικές μορφές άγνωστες κι αμφίβολες, συνδυασμένα με την ίδια, γνώριμη πάντα, γόνιμη αλλά και άκαρπη-κυρίως όσο ο χρόνος περνάει- αναζήτηση της ηδονής, της πικρίας, τις απογοητεύσεις, την ελεγεία για τον χαμένο καιρό και τον προδομένο έρωτα. Παρ’ όλα αυτά, ο έρωτας είναι γι’ αυτόν το πάν και τα πάντα είναι έρωτας. Μονάχα αυτός μπορεί να μετρήσει την τραγωδία των σπαταλημένων ζωών.

        Τα τρία κύρια ερωτηματικά πρίν σκηνοθετήσω:

1), Πώς να παρουσιάσω ένα θέμα τόσο ιδιαίτερο και μη συμβατικό, μή συμβατικά;

2), Πώς να αναπαραστήσω μιάν εποχή τόσο απομακρυσμένη από μένα, από την οποία δεν είχα επιπλέον κανένα προσωπικό βίωμα;

3), Πώς να διδάξω έναν ηθοποιό στο ρόλο του ήρωα, όπου το τεχνητό (artificial), το επιτηδευμένο στοιχείο καθόριζε την καθημερινή συμπεριφορά του, όταν ήξερα ότι «ακόμη και στο θερμό σφίξιμο του χεριού, εμάντευες τον άνθρωπο που εύκολα δεν έφτανε στην οικειότητα», όπως περιγράφει ο Κλέων Παράσχος τον Λαπαθιώτη. Ή, πάλι, όταν: «Η σύντομη συντροφιά του Λαπαθιώτη ήταν κι εκείνη ένα μικρό έργο τέχνης. Το ύφος του ήταν το πολύ λεπτό, του κουρασμένου ερασιτέχνη. Δεν θυμούμαι ν’ άκουσα ποτέ υψωμένο τον τόνο της φωνής του, ποτέ, έστω κι ελάχιστα, να την αιστάνθηκα πιο νευρικήν ή επίσημη από το συνηθισμένο», όπως είχα διαβάσει να γράφει ο Τέλλος Άγρας. Στους δρόμους της αφαίρεσης, που είχε ήδη ακολουθήσει το σενάριο, έπρεπε να κατευθυνθεί και η σκηνοθεσία. Όπως το σενάριο απέφυγε τη σκανδαλοθηρική εκμετάλλευση της ζωής του ήρωα, με μιά πιστή αναφορά στα ντοκουμέντα, η σκηνοθεσία έπρεπε να αποφύγει τα «κλισέ» της πεπατημένης κινηματογραφικής θεαματικής βιογραφίας.

        Όπως η αναπαράσταση, με οξύτητα και διαβρωτικότητα, της «Ύπαρξης σαν έργου τέχνης» του Λαπαθιώτη οδήγησε στην ανάγκη να παραλειφθούν ως και οι στίχοι από το έργο του, έτσι με το συνδυασμό μορφής και περιεχομένου, έπρεπε να δοθεί αυτό που για μένα αποτελούσε την ουσία του Λαπαθιώτη: τολμώ να πώ, όχι ο χαρακτήρας του, όσο το προσωπείο, ο μύθος του, όπως τον διέσωσαν μεσ’ απ’ τις μαρτυρίες τους οι συνοδοιπόροι-συνομιλητές του, πού κι οι ίδιοι άλλωστε εμφανίζονται, ηθελημένα, άλλοτε σαν απλά ονόματα, φιγούρες συνοδών του κεντρικού ήρωα και προσωπεία, και κάποιες φορές- όπως συμβαίνει με τον Νίκο Αλίνη και τον Μήτσο Παπανικολάου λχ.- σαν χαρακτήρες αναπτυγμένοι με την κλασική έννοια. Κι όλα αυτά για να αποδοθούν όχι οι ψυχολογικές όσο οι ιδεολογικές του συγκρούσεις. Να σκιαγραφηθεί ο δημόσιος, δηλαδή ο πολιτικός Λαπαθιώτης και  η αντίθεσή του με την κοινωνία, την εποχή, και την τέχνη, η πλευρά του δηλαδή αυτή που αφορά και σήμερα και τον κάνει ένα φυσικό θέμα για ταινία.

        Αυτήν τη διαχρονική διάσταση πήρε και η σκηνογραφική- ενδυματολογική αναπαράσταση του προπολεμικού κόσμου. Όχι νοσταλγική αναπαράσταση (ψευδορεαλιστική) αλλά υπολανθάνουσα συγκίνηση που αναζητάει τις αναλογίες του «τότε» με το «τώρα». Όχι μόνο η δράση αλλά ο στοχασμός πάνω σ’ αυτήν. Όχι τόσο η εξωτερικευμένη συγκίνηση, όσο ο υποβόσκων σπαραγμός. Όχι το ψεύτικο, κωδικοποιημένο δράμα, όσο η υπόγεια, περιρρέουσα δραματικότητα.  Όχι η φευγαλέα μίμηση της ζωής, με την έννοια της καθημερινότητας, όσο η ουσία του περιεχομένου της μέσα απ’ τη γλώσσα της Τέχνης. Όχι ο τρόπος ομιλίας των ανθρώπων ο νατουραλιστικός και η τάχα μου «φυσικότητα», αλλά ένας τρόπος εκφοράς του λόγου που υπηρετεί το περιεχόμενο, αφού πρόκειται για χαρακτήρες που χειρίζονται μ’ έναν ξέχωρο τρόπο το λόγο, που υπάρχουν μεσ’ απ’ το λόγο.

        Όλα στην υπηρεσία μιας ηθελημένης λιτότητας. Αν παρομοίαζα τα υλικά που  μου προσφέρονταν για να φτιάξω το έργο, μ’ ένα πλούσιο τραπέζι γεμάτο εδέσματα, να μη διάλεγα αυτά καθαυτά για να εκφραστώ, αλλά τα ψίχουλα και τα υπολείμματα που θα περίσσευαν μετά το δείπνο. Και δουλειά πάνω στη λεπτομέρεια, λεπτομέρεια, λεπτομέρεια.

   Πολλές φορές το κοινό είναι προκατειλημμένο. Συνδέει την αναπαράσταση μιάς παλαιότερης εποχής με το πλούσιο, βαρύ θέαμα στον κινηματογράφο, λησμονώντας πώς η εποχή είναι κυρίως μιά εσωτερική ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με μερικές καλοδουλεμένες λεπτομέρειες, που αρκούν να την απεικονίσουν πολύ καλύτερα από τόπια βελούδου ή νταντέλες. Μιλάει για «στυλιζάρισμα» στο παίξιμο των ηθοποιών, λησμονώντας ότι πρόκειται για ρόλους ηρώων που πρέσβευαν το στυλ πάνω απ’ όλα, ή ότι το «στυλιζαρισμένο» είναι μιά ετικέτα που ο καθένας εύκολα μπορεί να κολλήσει παντού, ακόμη και στον δήθεν «άνετο» τρόπο που ακολουθούν στην ομιλία τους οι σημερινοί νέοι: «καράφλιασα», «τη βρήκα», «τζάμι ο τύπος», κλπ. Μιλάει για αισθητική, «εικαστική» γοητεία της εικόνας χωρίς ν’ ακούει το λόγο, και χάνοντας έτσι ένα μεγάλο μέρος της ουσίας. Σαν να βλέπει μόνο το μπαστούνι και το γάντι στο χέρι του Λαπαθιώτη, μη υποπτευόμενος το στιλέτο που κρύβεται κάτω απ’ αυτό το γάντι.

        Κάπως έτσι, μ’ άλλους διακρίνοντας περισσότερο το στιλέτο κι άλλους το γάντι, πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια ως τα σήμερα- φθινόπωρο του 2005-που χτενίζουμε το μικρό αυτό κείμενο. Και το 1999, από τη «διακριτική δύναμη» αυτής της ταινίας όπως την είχε επισημάνει σε άρθρο του, του 1988 ο Χρήστος Βακαλόπουλος, οι Αμερικανοί- πρώτοι- φαίνεται ότι εστίασαν περισσότερο στη δύναμη. Η Water Bearer video την κυκλοφόρησε σε DVD, όπου μ’ επιτυχία ζει μιά δεύτερη – «διεθνή» τώρα- ζωή.

ΤΑΚΗΣ  ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ, στο βιβλίο του «Τριανδρίες και Σια» Ιστορίες- Κείμενα, εκδ. «Άγρα», 2007.

         ΠΟΙΗΤΗΣ

Πόσο βαθύ κι ασήμαντο, συνάμα,

της Ζωής σου και της Τέχνης σου το δράμα,

 

σ’ ένα παιχνίδι μάταιο και γελοίο,

του Νου σου να σκορπάς το μεγαλείο!

 

Μέρα- νύχτα να παίζεις με τις λέξεις,

πώς, πρέπει, μεταξύ των, να τις πλέξεις,

 

και πώς, μαζί, να σμίξεις κάποιους ήχους,

ώστε να κλείσεις τ’ Όνειρο σε στίχους!

 

Πόσος κόπος και πόνος κι αγωνία

να πλάσεις απ’ τη θλίψη σου αρμονία,

 

-και να την πλάσεις μ’ όλους σου τους τρόπους,

για να την ξαναδώσεις στους ανθρώπους!

 

Μήτε κι αληθινά που ξέρω πράμα

πιο θλιβερό απ’ του Πόνου σου το δράμα,

 

του Πόνου αυτού, που στέργει, για κλουβί του,

το χώρο ενός ανθρώπου αλφαβήτου!

 

… Κι αφού, σαν τα μικρά παιδάκια, παίξεις,

τόσον καιρό, με ρίμες και με λέξεις,

 

κι όλες σου τις ελπίδες αφανίσεις,

χαμένος, όλος, μες στις αναμνήσεις,

 

μόλις φανούν οι πρώτες μαύρες τύψεις,

κι έρθ’ η στιγμή να σκύψεις, να μη σκύψεις,

 

μα παίρνοντας, μαζί, το θησαυρό σου,

το Γολγοθά σου ανέβα, και σταυρώσου!...      

    Στην αντιγραφή των ποιημάτων του ποιητή Ναπολέοντος Λαπαθιώτη διατήρησα την ορθογραφία τους, εκτός από την χρήση του πολυτονικού της εποχής τους.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

15/9/- 2 Οκτωβρίου 2026

        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου