Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

Μνήμη Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα

 

     ΜΝΗΜΗ  ΜΑΡΙΝΑΣ  ΛΑΜΠΡΑΚΗ- ΠΛΑΚΑ

Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης στην ΑΣΚΤ. ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ  ΕΘΝΙΚΗΣ  ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗΣ

 Αρκαλοχώρι Ηρακλείου Κρήτης 1939- Αθήνα 13/6/2022

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

ΤΑ ΓΟΒΑΚΙΑ ΜΟΥ

Φόρεσα τα τριανταφυλλένια μου, γοβάκια,

πήγα να περπατήσω στην καρδιά τανθρώπου.

Μαννούλα γιατί δεν μου τ’ όλεγες,

να μη βάλω τα καλά μου γοβάκια;

ΑΠΟΡΙΑ

Ήθελα να μιλήσω με τα πουλάκια’

θέλω να τ’ αρωτήσω,

πώς μοιράζουν έτσι καλά τον ουρανό

με τ’ αδερφάκια τους.

Χθές σκοτώθηκαν δυό άνθρωποι’

μοίραζαν μια μηλιά.

ΔΕΝ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Κουράστηκα να ψάχνω σ’ όλα τα πηγάδια,

σ’ όλους τους γκρεμούς.

Δε πνίγηκε εδώ ο αδελφός μας.

-Τον Ιορδάνη Ποταμό τον ξέρετε;

αντί νερό κυλάει άστρα…

Εκεί θα πήγε να χορτάση φώς’

δεν τ’ αγαπούσε το σκοτάδι.

ΘΛΙΨΗ

Γυρεύω τον ουρανό

θέλω να μου πή,

πώς γίνεται τόσο γαλάζιος

κάθε πρωί.

Το φόρεμά μου!

είναι σαν τη νύχτα.

ΠΕΝΘΙΜΟ

Απ’ το παράθυρό μου

είδα τη μέρα που έφευγε’

ήτανε πολύ λυπημένη’

οι χούφτες της δεν είχαν τίποτε πιά.

Οι μενεξέδες όλοι ήταν πεσμένοι στο βουνό.

Τι κρίμα!

Κι’ είχαμε να στολίσουμε σήμερα

ένα παληκάρι,

που σκοτώθηκε στον πόλεμο…

Η ΜΕΡΑ

Η μέρα ειν’ ένα μπουμπούκι’

ακόμα είναι πολύ πρωί…

Ύστερα θα γίνη ανθός!

Ελάτε όλοι, όλοι μαζί

να μην αφήσουμε να σβήση άκαρπος

ΕΝΑ ΠΑΙΔΑΚΙ…

Ποιός είδε τη νύχτα ανάσκελα,

χορτάτη όνειρα,

να τη θηλάζουν τ’ αστέρια;

Ποιός είδε να στάζουν γάλα

οι χίλιες της ρόγες;

είδε κανείς ένα παιδάκι

ένα παιδάκι κλαμένο,

που τ’ αρνήθηκε η νύχτα το γάλα του;

ΜΙΑ ΚΟΥΠΑ ΗΛΙΟΣ ΜΕΝΗ ΑΚΟΜΑ

Αν είναι καρπισμένος ο ανθός

το μέλι το φευγό στράγγιξε όλο’

να μην ξεχάσης λέξη από το ρόλο,

που σούταζε η καρδιά σου, ο Θεός.

Μια κούπα ήλιος μένει ακόμα’

στα φαρφουρένια χείλια της σκυφτός

ρούφηξε στάλα, στάλα όλο το φώς’

χορτάτος ύστερα, προσκύνησε το χώμα.

Ο ΜΠΑΞΕΣ

Στα λιγοθυμισμένα σου λαγόνια

θα σκύψω τα φρυγμένα χείλια’

ειμ’ οδοιπόρος, περπατάω μίλια

και βγήκα εδώ μπαξέ χωρίς αηδόνια.

Τ’ αηδόνια τάχω μέσα στην καρδιά μου’

ανοιξ’ το περβόλι να τ’ αφήσω’

μαζί μ’ αυτά κι’ εγώ θα κελαηδήσω,

πού βρήκε τέλος, ένα τέλος η σκλαβιά μου.

ΜΑΡΙΝΑ  ΛΑΜΠΡΑΚΗ σελ. 184 τόμος 16/1959

ΑΥΓΕΡΙΝΕ ΜΟΥ

Απόψε σ’ ονειρεύτηκα

κι’ όλη μου η μέρα

μοσκοβολούσε ροδαυγή…

 

Μ’ αφήνεις να στολίσω

με τον αρραβώνα σου

το δάχτυλο ενός κοριτσιού,

πού πάει ν’ ανάψη στο βουνό τη μέρα;

 

Ένα χελιδονάκι

έχασε το δρόμο του.

Θέλεις να πάς,

να του τον δείξης;

 

Αυγερινέ μου, θέλω να πνιγώ’

μ’ αφήνεις να σε δέσω στο λαιμό μου

με τα χέρια;

 

Αυγερινέ, τόσο γλυκός

είναι λοιπόν ο θάνατος;

ΓΙΑΤΙ  ΕΚΛΑΨΕΣ;

Στο μάγουλό σου

άνοιξα ένα πηγαδάκι

τις τριανταφυλλιές του γέλιου σου…

Είχαν ανθίσει εφέτος εξαίσια ρόδα!

Χθές βρήκα στο πηγάδι θάλασσα.

Και σας το λέω αλήθεια:

το είχα δοκιμάσει

κι’ ήταν γλυκό το νερό!

ΕΦΥΓΕΣ Ι

Πάνω στο βράχο

το πόδι σου άφησε μια φωλίτσα

για τον έρωτα των ψαριών…

Ένα βότσαλο έγινε αδερφάκι σου

Τώρα, ο γλάρος με την άγνοια συννέφιασε!

το περιγιάλι όλο

αγκαλιάζει μιάν άδεια θάλασσα!

Μα πές μου:

-Ποιός σου τόπε λοιπόν

πώς πέθανε ο Μεγ’ Αλέξαντρος;

ΕΦΥΓΕΣ ΙΙ

Ποιός τον μαρμάρωσε το γλάρο

την ώρα, που ξερρίζωνε

ένα κλωνάρι από καπνό;

Ποιός τ’ αναποδογύρισε το κύμα,

πού πήγε να φιλήση το γιαλό;

………………….

Το πλοίο, το έλεγαν «ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ».

ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΑΜΕ ΔΥΟ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Στη μικρή καμαρούλα

δεν ήταν ποτέ μοναξιά.

Στα βάζα

μικροί, μαρμαρωμένοι ήλιοι.

Στους τοίχους δυό σκιές

να περπατούν χέρι-χέρι.

Στο παράθυρο όλο να ψηλώνη

όλο να πρασινίζη η ελπίδα.

Στο παλάτι μας δυό χαμόγελα.

ΜΑΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ, σελ. 252 τόμος 17/1960

ΕΝΑ ΝΕΚΡΟ ΚΑΛΑΜΙ

Αδελφούλη μου,

Μέσα στη νύχτα

μακριά, ένα αιώνα,

ακούω τα ξυπόλητα βήματά σου.

Σφυρίζεις χωρίς κανένα σκοπό,

περπατάς χωρίς κανένα ρυθμό.

Η γη πληγώνεται, το ξέρω,

μα κλίνει πάλι πίσω σου,

σαν την Ερυθρά Θάλασσα των Εβραίων.

Έχεις τα χέρια σου στις τσέπες.

Τα δάχτυλά σου σε πληγώναν,

σου περισσεύουνε τα δάχτυλά σου.

Κανείς δε σούπε ποτέ

να χαιρετάς, να πολεμάς, ή να δουλεύεις

Αδελφούλη

Καταμεσίς στον ουρανό

κρέμασε η μάνα μας το πανωφόρι σου.

Έχει ξεχάσει πιά το σώμα σου.

Η αγάπη σου έχει χάσει πιά το σχήμα της

μες στην καρδιά μας.

 

Έχω νερό, έχω ψωμί,

Έχω αλάτι και βιβλία.

Έχω την ευτυχία στα μέτρα των απλών ανθρώπων.

 

Μα δεν έχω τίποτε

Ένας αιώνας μας χωρίζει.

Κι’ αυτό το σφύριγμα, το σφύριγμα

ποιός είπε πώς δεν θα περνάη ο άνεμος

μέσα από ένα λυγμό, νεκρό καλάμι.

ΠΗΓΑΙΝΑΜΕ  ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ

Περπατούσαμε εγώ κι’ ο αδερφός μου’

Πηγαίναμε ανατολικά.

Στο δρόμο απαντήσαμε μιά κερασιά’

δεν είχε κεράσια’ είχε άστρα.

Ο σύντροφός μου είπε:

-Θα κόψω ένα, να φέγγουμε ως εκεί,

Μα η κερασιά δεν ήταν του Θεού,

ήτανε ξένη.

Ξέρετε πόσο σκοτεινή είναι η φυλακή

που κλείνουνε τους κλέφτες;

ΜΑΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ, σελ.268, τόμος 18/1961.                      

        Ενδεικτικές   Πληροφορίες

ΚΕΙΜΕΝΑ και- ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΗΣ

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα 10/3/1985. Η Κρίση της Πρωτοπορίας.

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα, Κυριακή 1/10/1988. Το Σουσάμι του Παραμυθιού. Ας ετοιμαστούμε να αντιμετωπίσουμε την «εισβολή» και να επωφεληθούμε από την προοπτική που διανοίγεται για το μέλλον της τέχνης.

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, περιοδικό Το Τέταρτο τχ.41/11, 1988. Μοντέρνο και Μεταμοντέρνο.

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα Κυριακή 18/6/1989, σ.47. (Ιδέες και Τέχνες). Ο «Ιπτάμενος καλπασμός» σε Ανατολή και Δύση.  Με αφορμή μία προεκλογική αφίσα.

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα 27/8/1989. Η σκηνογραφία της κατανάλωσης. Οι εικαστικές τέχνες και η σύγχρονη κοινωνία στη Β’ Διεθνή Συνάντηση των Δελφών.

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα 6/1/1990, σ.31-32. Πόσο κοστίζει η τέχνη. Η «πουλημένη μνηστή» και η παραστρατημένη τέχνη

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα 4/2/1990, σ.57. Από τον πολιτισμό του πνεύματος στον πολιτισμό του βλέμματος. Το είδωλο του Νάρκισσου. Τέχνη και Φωτογραφία.

-Εφ. Εξόρμηση Κυριακή 4/3/1990, σ. 33 Συνέντευξη στη Κατρίν Φλοϊκ. Μ. Λ. Πλάκα. Θεωρίες αγέραστες. «προσπάθησα να δείξω πόσα αυτά τα κείμενα είναι παρόντα στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία….». Η ιστορικός της τέχνης και καθηγήτρια της ΑΣΚΤ Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα μιλά για το βιβλίο της «Οι πραγματείες περί ζωγραφικής Αλμπέρτι και Λεονάρντο».

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα, Κυριακή 27/10/1991. Σ.32. Το χρώμα και το αίμα. Αρτεμισία. Στις ζωγράφους μαθήτριές μου

Εφ. Ελευθεροτυπία 13/11/1991. Διευθύντρια η Λαμπράκη-Πλάκα

-εφ. Το Βήμα 24/11/1991, Συνέντευξη στη Σάντρα Μπακογιαννοπούλου. Συνέντευξη με τη διευθύντρια του πρώτου εικαστικού ιδρύματος της χώρας. Μ. Λ. Πλάκα: «Η Πινακοθήκη όργανο εθνικής αυτογνωσίας»

-εφ. Η Αυγή 15/12/1991, Συνέντευξη στην Ηρώ Μαυροειδή. Μ. Λ. Πλάκα: Δεν θα βυθιστώ στις μικρολεπτομέρειες

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα 17/1/1992. Ο πρώτος ελεύθερος πολίτης του κόσμου. Τα 2.500 χρόνια από τη γέννηση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και ο πιο φεγγοβόλος πρεσβευτής του «Ελληνικού Θαύματος» στις Ηνωμένες Πολιτείες.

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Τα Νέα 6/3/1992. Έχει σαν όραμα της ζωής της τη δημιουργική «ουτοπία».

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, εφ. Το Βήμα 4/10/1992, 4 Έλληνες στη Σεβίλλη. Εντυπωσιακή η παρουσία των Μπότσογλου, Πατρασκίδη, Χουλιαρά και Χριστάκη στην EXPO ‘92.

-εφ. Τα Νέα, Τρίτη 8/12/1992. Συνέντευξη στον Παύλο Αγιαννίδη. (30 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ) Μ.Λ. Πλάκα: Άγαλμα… φωνήεν η Ελλάδα.

-εφ. Ελεύθερος Τύπος. Κυριακή 24/1/1993, σ.15-16. Συνέντευξη στη Γεωργία Καρρά. ΠΡΟΦΙΛ. Μ. Λ. Πλάκα: Έφερα το λαό στην Εθνική Πινακοθήκη

-εφ. Ελευθεροτυπία 13/1/1993, Συνέντευξη στη Μαρία Μαραγκού. Μ. Λ. Πλάκα: «Είμαι με τους εθελοντές της ουτοπίας».

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, περιοδικό ΕΝΑ τχ. 1/1-1-1993. «Για μας τα μεγάλα γεγονότα…»

-περιοδικό Εικόνες τχ. 342/22-5-1991, σ. 34-38. Κείμενο: Ιωάννης Ιωάννου. Φωτογραφίες Άννα Κόκκα. Η αλήθεια για την τέχνη. Η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα αποκαλύπτει τον κόσμο των χρωμάτων.

-περιοδικό Έψιλον τχ. 105/11-4-1993, σ.38-44. Κείμενο Στέφανος Κασιμάτης. Φωτό: Άγγελος Κάτσικας. Συνέντευξη Μ.Λ. Πλάκα: «Παρασύρθηκα μια φορά σε σκυλάδικο…»

-περιοδικό Ο Ταχυδρόμος τχ. 17/28-4-1993. Του Νίκου Μπακουνάκη. Φωτογραφίες 32-35. Συνέντευξη. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Η κυρία με το καπέλο.

-εφ. Τα Νέα, Δευτέρα 13/12/1993, σ.51. Συνέντευξη στη Παρασκευή Κατημερτζή. Μ. Λ. Πλάκα: Η τέχνη πρέπει ν’ απευθύνεται στους πολλούς.

-εφ Κέρδος, Κυριακή 12/6/1994, σ.75. Συνέντευξη στην Αγάπη Σπιθούρη. Μαρίνα Λαμπράκη- Πλάκα: «Οραματίζομαι το Μουσείο της Ευρώπης»

-εφ. Κέρδος, 23/7/1995. Συνέντευξη στην Μ. Δεβλέτογλου. Μ. Λ. Πλάκα: «Το πιο τολμηρό μου όραμα»

-εφ. Τα Νέα, Σάββατο 10/6/1995. 30 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ. Συνέντευξη στη Χάρη Ποντίδα. Μ. Λ. Πλάκα: Ο λαός πίστεψε στον «Άγιο Πέτρο».

-εφ. Απογευματινή. Περ. ΑΝ. τχ.3/26-2-1995, σ.55-59. Συνέντευξη Άννα Γριμάνη. Φωτογραφίες Κανάρης Τσίγκανος. Μ. Λ. Πλάκα: «Έσπασα την τρομοκρατία της ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ!».

-εφ. Κυριακάτικη 3/3/1996, σ.47. Συνέντευξη στη Μαρίνα Μαραγκού.  Μ. Λ. Πλάκα: «Η καρέκλα που κάθομαι είναι του …. φακίρη».

-εφ. Το Βήμα 12/5/1996. Από την ουτοπία στη χωματερή. Επίλογος για δύο εκθέσεις.

-εφ. Τα Νέα, Δευτέρα 15/7/1996, σ.18-19. Επιμέλεια: Μικέλα Χαρτουλάρη. «Το αγαπημένο μου ταξίδι». Με τη διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, στο Αρκαλοχώρι.  Μ. Λ. Πλάκα: Το ηθικό τοπίο της Κρήτης.

-εφ. Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή 9/11/1997, σ. 8-8. Ίσμα Τουλιάτου. Ελκυστική Πινακοθήκη για το ευρύ κοινό. Με πλούσιο πρόγραμμα ξεκινάει η νέα περίοδος του εθνικού ιδρύματος και διευθύντρια του Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα μιλάει για τις νέες εκδηλώσεις.

-εφ. Ελεύθερος Τύπος, Κυριακή 26/1/1997, σ.10. Αντώνης Καρατζαφέρης. Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα: «Η Τέχνη είναι για τους πολλούς». ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ Μια ιστορία 97 ετών.

-εφ. Τα Νέα, Τρίτη 13/10/1998, σ.56. Ρεπορτάζ Αρετή Αθανασίου.  Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα. Ένας αιφνίδιος έρωτας… «ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ». Η Συνάντηση με τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΛΑΚΑ έμελλε ν’ αλλάξει το ρου της προσωπικής μου ιστορίας.

-εφ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 10-11/7/1909. σ/36. Συνέντευξη στην Αρετή Αθανασίου. ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΠΛΑΚΑ.  Ευωδίες από το παρελθόν και το παρόν.

-εφ. Τα Νέα, Δευτέρα 15/11/1999, σ. 14. Συνέντευξη στην Παρασκευή Κατημερτζή.  30 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα: Ο Γκρέκο μου θυμίζει τον Καζαντζάκη.

-Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, εφ. Το Βήμα 10/12/2000. «Δεν υπάρχει πιο ρεαλιστικό πράγμα από την ουτοπία». Η διευθύντρια του ιδρύματος μιλάει για τη νέα φιλοσοφία που διατρέχει τις εκθέσεις, την ευρωπαϊκή εμβέλεια της ελληνικής ζωγραφικής, τη θεματική ανταπόκριση του κοινού και τους προσωπικούς της στόχους.

-Ο Κόσμος του Επενδυτή. Σάββατο 9-Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2002, σ.2-3, Της Μαρίας Τσιλιμίδου. Συνέντευξη της Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα, Δεν θεωρώ πως είμαι αναντικατάστατη.

-Ο Τύπος της Κυριακής, Κυριακή 17/2/2002, σ.10-11, Συνέντευξη στον Γιάννη Απέργη. Μ.Λ. Πλάκα: Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης μας «ξεναγεί» στην τέχνη των συντηρητών. Μ.Λ.Π.: Η συντήρηση έργων τέχνης είναι «μυσταγωγία»

-εφ. Ελευθεροτυπία. Μεγάλη Πέμπτη 29/4/2003. 32-33. Συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη. Μ.Λ.Π. «Στον πολιτισμό δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα μιλάει:-Για την επέκταση του κτιρίου. –Για έργα που φιλοξενεί.- Για τις εκθέσεις που ετοιμάζονται για την Ολυμπιάδα.

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, περ. Η Λέξη τχ. 175/5,6,2003, σ.511-, Το Γυμνάσιο Θηλέων Ηρακλείου και το πρώτο μου ειδύλλιο.

-Νίκου Νικολάου, εφημ. ΜΙΤΟΣ Κυριακή 18/1/2004, σ.4 (ΠΟΡΤΡΕΤΟ). Γνώση και φαντασία. Η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα αγαπά «Την Απάνω Τέχνη και την Απάνω Κρήτη». Η πρώτη γυναίκα που δίδαξε στη Σχολή Καλών Τεχνών.

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ

Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, Ο γελωτοποιός και η αλήθεια του- Η αθέατη πλευρά της τέχνης, εκδ. Καστανιώτη, 1991, σ.248+16

-Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, *  εφ. Το Βήμα 20/1/1991. Προδημοσίευση. Η αθέατη πλευρά της τέχνης.

Ο ιστορικός της τέχνης δεν είναι άβουλο ενεργούμενο’ επιλέγει, κρίνει, έχει τις προτιμήσεις, τις αναστολές και τις αγάπες του, αλλά δεν παύει να συνεργεί με τον καιρό του. Η συνείδηση των ορίων του τον προστατεύει από την ύβρι της αλαζονείας. Μόνο στον ίδιο το δημιουργό επιτρέπεται και συγχωρείται η βεβαιότητα της εκλογής’ αλλιώς πως θα μπορούσε να δημιουργήσει;

*Το παραπάνω κείμενο είναι ο πρόλογος από το νέο βιβλίο που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Καστανιώτη και που δανείζεται τον τίτλο του από το πρώτο άρθρο της συγγραφέως που δημοσίευσε «Το Βήμα» «Ο γελωτοποιός και η αλήθεια του».

-εφ. Ο Ριζοσπάστης 21/3/1991. Ο διαιώνιος αγώνας της δημιουργίας

-περιοδικό ΕΝΑ τχ.14/3-4-1991, «Ο γελωτοποιός και η αλήθεια του»

-εφ. Τα Νέα 4/5/1991

-εφ. Η Εποχή 5/5/1991. Η αθέατη πλευρά της τέχνης

-Ω. Β., εφ. Η Αυγή 19/5/1991, Προβλήματα της τέχνης.

-Π. Ρ., εφ. Αναγνώστης 2/6/1991, (ο λόγος της εικόνας) Ο γελωτοποιός και η αλήθεια του.

-Μάνος Στεφανίδης, εφ. Το Βήμα 7/7/1991. Η Τέχνη δεν έχει ημερομηνία λήξεως.

-εφ. Ελευθεροτυπία 1/9/1991.

Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, επιμέλεια: Εθνική Πινακοθήκη, 100 χρόνια. Τέσσερεις αιώνες ελληνικής ζωγραφικής από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ευριπίδη Κουτλίδη.

Κείμενα: Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Νέλλη Μισιρλή, Άλκης Χαραλαμπίδης, Έφη Αγαθονίκου, Μαρία Κατσανάκη, Όλγα Μεντζαφού-Πολύζου, Αντώνης Κωτίδης, Ανδρέας Ιωαννίδης, Μάρθα Χριστοφόγλου, Ευγένιος Ματθιόπουλος.

Έκδοση Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου 1999, σελ. 699.

-Νίκος Δασκαλοθανάσης, εφ. Το Βήμα, Κυριακή 2/4/2000, σ.5. Ελληνική ζωγραφική Ο κατάλογος της Εθνικής Πινακοθήκης παρουσιάζει ταξινομημένα τα έργα των συλλογών της. Ταυτόχρονα εμφανίζει την αντιπροσωπευτική εικόνα των δεδομένων που συνθέτουν σήμερα την ερμηνευτική προσέγγισή τους.

Ελάχιστα:

Οι μελλοντικοί ιστορικοί της ιστορίας των καλών τεχνών στην Ελλάδα του 20ου αιώνα, θα αναφέρονται στην πριν και μετά Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα εποχή. Και αυτό δεν είναι υπερβολή. Ούτε μία αυθαίρετη κρίση ενός καθημερινού έλληνα φιλότεχνου. Είναι κοινή διαπίστωση των σοβαρών και αξιόλογων ανθρώπων της τέχνης, των καλλιτεχνών, που αγαπούν τις εικαστικές τέχνες και τον πολιτισμό και δεν εμφορούνται από μικροκομματικές σκοπιμότητες ή άλλες αήθεις ατομικές επιβουλεύσεις της θέσεώς της. Η πρώτη ελληνίδα Καθηγήτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών και η για μία γενιά- 30 χρόνια- Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδος καθηγήτρια Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, δεν προσδιόρισε μόνο την ταυτότητα του πρώτου ιδρύματος της χώρας τα χρόνια αυτά αλλά, διεύρυνε και τους εικαστικούς και πολιτιστικούς ορίζοντές του. Πρόσφερε στην Εθνική Πινακοθήκη την ρωμαλέα ικμάδα της προσωπικής της ταυτότητα δίχως να της στερεί την δική της αίγλη. Δίχως να της αλλοιώσει την φυσιογνωμία του χαρακτήρα της. Να την αποψιλώνει από το βαρύ και μεγάλο ιστορικό πολιτιστικό φορτίο που φέρει το εθνικό αυτό ίδρυμα για τις καλές τέχνες από την ίδρυσή του-κοντά έναν αιώνα- μέχρι των ημερών μας. Η Εθνική Πινακοθήκη επί των ημερών της ανοίχτηκε διάπλατα στην ελληνική κοινωνία, έγινε μέτοχος των εικαστικών εκφραστικών αναγκών και αναζητήσεων του μέσου ανώνυμου φιλότεχνου έλληνα πολίτη, που δεν τα πηγαίνει και τόσο καλά με ότι ονομάζουμε ίσως, «αστικό» πολιτισμό. Η κουλτούρα ημών των ελλήνων είναι δίχως διάθεση αρνητικής φόρτισης, «λούμπεν». Μια λαϊκότητα ζυμωμένη με τους καθημερινούς ρυθμούς της ζωής και των σχέσεων, ενός αγροτικού κατά βάση πληθυσμού. Η περίοδος της Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα, πέρα από τις δυσκολίες και αστοχίες, θυμίζει περιπτώσεις όπως αυτή του γάλλου Αντρέ Μαλρώ επί Σαρλ ντε Γκολ. Η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα πέτυχε να προσδώσει μια αστική σύγχρονη εικόνα στην Πινακοθήκη χωρίς να χάσει την παραδοσιακή εικαστική της κοινωνική λαϊκότητα και προβολή. Η διοίκησή της υπήρξε χρηστή, χρήσιμη, αποτελεσματική, ωφέλιμη για τα εικαστικά πράγματα και δρώμενα της πατρίδας μας. Προσθετική, καθόλου αφαιρετική. Οι έλληνες εικαστικοί δημιουργοί είχαν έναν σύμμαχο που καταλάβαινε τους οραματισμούς τους και τις φιλοδοξίες τους, μιλούσε την γλώσσα τους, εξέφραζε τις ανάγκες τους. Επί δικής της διοίκησης η Εθνική Πινακοθήκη άνοιξε τα φτερά της και αγκάλιασε το ευρύ ανώνυμο ελληνικό κοινό. Η καλλιτεχνική της εξωστρέφεια τις δεκαετίες αυτές οφείλεται στο δικό της θαρραλέο οραματισμό, στο ατομικό της όνειρο και σχεδιασμό, ακούραστο «πείσμα». Η Εθνική Πινακοθήκη έγινε ένα ανοιχτό Μουσείο ή μάλλον ένα ανοιχτό Σχολείο για τον κόσμο των εικαστικών τεχνών για κάθε έλληνα και ελληνίδα που ήθελε να γνωρίσει από κοντά την ελληνική εικαστική του κληρονομιά και όχι μόνο. Οι χώροι της ανακαινίστηκαν, προστέθηκαν καινούργια κτήρια και αίθουσες, οι συλλογές της εμπλουτίστηκαν. Διοργανώθηκαν διεθνούς εμβέλειας εκθέσεις, αγοράστηκαν σημαντικά έργα ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Πραγματοποιήθηκαν δεκάδες εκδηλώσεις για τους μαθητές των ελληνικών σχολείων. Οι ξεναγήσεις της ήσαν κάτι το ξεχωριστό, το ιδιαίτερο, το ελκυστικό και τολμηρό. Το εύρος των γνώσεών της ήταν τέτοιο που σε εξέπληττε. Διέθεται ευφράδεια λόγου και ένα είδος εικαστικής σκηνικής σκηνοθεσίας. Είχες την αίσθηση ότι η ίδια αποτελούσε μέρος του έργου που σου ανέλυε. Οι ερμηνείες της ήσαν εξαιρετικές, βασίζονταν στις μακροχρόνιες σπουδές της πάνω στην ιστορία της ευρωπαϊκής και ελληνικής ζωγραφικής, των διαφόρων παγκόσμιων ρευμάτων της, σχολών της. Με μεγάλη άνεση συνέκρινε έλληνες εικαστικούς με ξένα ρεύματα και ευρωπαίους ομοτέχνους τους,  Δεν σου μιλούσε από καθέδρας αλλά στέκονταν δίπλα σου και προσπαθούσε να σου εξηγήσει όσο πιο απλά γίνεται τα μυστικά που κρύβει ένας εικαστικός πίνακας. Ζητούσε να σε καταστήσει κοινωνό της ονειρικής μαγείας των χρωμάτων όπως και η ίδια, καθώς στεκόσουν μπροστά σε ένα έργο και το εξερευνούσες με αγάπη και άμετρη τρυφερή περιέργεια. Οι αναλύσεις της ήσαν εξαιρετικές, η φαντασία της πετάριζε, η σκέψη της το ίδιο, δίχως όμως να χάνει το στόχο της. Μικρές αδιόρατες γυναικείες πινελιές μιάς θερμής εκφραστικότητας διέκρινε τον λόγο της. Διέθεται πλούσιο λεξιλόγιο με τις ανάλογες χρωματικές και εννοιολογικές αποχρώσεις. Πάντα ακούραστη, ακαταμάχητη, πάντα κοκέτα και μία μικρή αχνή δόση γυναικείας φιλαρέσκειας. Η προσωπικότητά της έλαμπε ήταν αρκετά κοινωνική, αυτό φαίνεται και από τις πολλές συνεντεύξεις της. Παιδαγωγούσε εικαστικά τους επισκέπτες της Εθνικής Πινακοθήκης ενώ ταυτόχρονα με μεγάλη διοικητική και γυναικεία ικανότητα κατόρθωνε να συγκεντρώνει γύρω της άτομα με οικονομική επιφάνεια, ώστε να σταθούν χορηγοί των ονειρικών οραματικών σχεδιασμών της που είχε για τον ρόλο και την λειτουργία και προβολή των σκοπών της Εθνικής Πινακοθήκης στους σύγχρονους καιρούς. Αυτή η κρητικοπούλα από το Ηράκλειο της Κρήτης, η μαθήτρια του Παντελή Πρεβελάκη κέρδισε επάξια-και όχι χωρίς κόπο- τους τίτλους τιμής που της αποδόθηκαν στην διάρκεια της καθηγητικής της σταδιοδρομίας και ως διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης από δημόσια πρόσωπα και φορείς. Την σεβάστηκαν και την εκτιμούσαν και εκείνη τους το ανταπέδιδε με το παραπάνω. Χωρίς να είμαι ειδικός, μόνο μία Μελίνα Μερκούρη θα μπορούσε να σταθεί δίπλα της, στην πλέρια προβολή των θησαυρών της Εθνικής Πινακοθήκης πέρα των ελληνικών συνόρων. Η μεγάλη της αισθητική παιδεία, η άμεση επαφή της με καλλιτέχνες και σπουδαστές ως καθηγήτρια, η ευγένειά της και το απροσποίητο χαμόγελό της, το σημαντικό συγγραφικό και μεταφραστικό της έργο, κατέστησαν την Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, μία φωτεινή εξαίρεση στον χώρο των εικαστικών τεχνών και του πολιτισμού στην χώρα μας. Να γιατί στην αρχή του κειμένου μίλησαν για πριν και μετά Μαρίνα Λαμπράκη εποχή.

     Το συγγραφικό και μεταφραστικό έργο της Μαρίνας Λαμπράκη Πλάκα είναι γνωστό και έχει ερευνηθεί και σχολιαστεί θετικά. Εδώ, προτίμησαν να γνωρίσουμε την Μαρίνα Λαμπράκη ως ποιήτρια, μία ιδιότητα που μάλλον, πολύ δεν γνωρίζουν. Ούτε και η ίδια μιλούσε για την νεανική της περίοδο που έγραφε και δημοσίευε ποιήματά της σε διάφορα περιοδικά της εποχής. Σε παλαιότερη συζήτηση και ερώτησή μου, μου επιβεβαίωσε ότι ήταν αυτή η συντάκτρια αυτών των ενδεικτικών νεανικών πρωτόλειων ποιημάτων που είχα αποδελτιώσει. Συμπληρωματικά προσθέτω και τους τίτλους και τις χρονολογίες ορισμένων εφημερίδων και περιοδικών όπου η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα είχε παραχωρήσει συνεντεύξεις της εξηγώντας και μιλώντας για τα όνειρα και τους σχεδιασμούς της, τους στόχους της όταν ανέλαβε την διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης, να την οδηγήσει στην τρίτη χιλιετία.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς 14 Ιουνίου 2022

Τέλος εποχής.      

 

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ- ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 1984

       ΓΚΕΟΡΓΚ  ΤΡΑΚΛ -  ΕΡΜΑΝ  ΕΣΣΕ

                Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μετάφραση: Ανδρέας  Αγγελάκης

Εξώφυλλο από τον πίνακα του Marc Chagall, “Les Amoureux en Vert”, 1916/17, toile 70x50 cm. Collection pariculiere. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, Δεκέμβριος 1984, σ.74, δραχμές 200. Διαστάσεις: 17,5Χ16

Το βιβλίο «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ- ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΣΤΟ «ΑΝΑΓΡΑΜΜΑ» ΕΠΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΚΑΝΕ Η ΑΝΝΑ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1984.

ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ:

Σημείωμα του Μεταφραστή, 5-6. –Klaus Betzen, Πανεπιστήμιο της Αθήνας: Ο ΤΡΑΚΛ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, 9-12. -GEORG TRAKL: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 13-40. –HERMANN HESSE: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 43-67.- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ: Περί Γκέοργκ Τρακλ./ Περί Έρμαν Έσσε, 69-70.-Βιβλία του Ανδρέα Αγγελάκη, 73

          ΣΗΜΕΙΩΜΑ  ΤΟΥ  ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

Απ’ όσο ξέρω τουλάχιστον, δεν υπάρχουν ποιήματα του Τρακλ ή του Έσσε συγκεντρωμένα σε βιβλίο. Σκόρπιο υλικό μπορεί κανείς να βρει μεταφρασμένο σε περιοδικά κι ανθολογίες ήδη από το 1950, κυρίως του Τρακλ, και η Όλγα Βότση μετέφρασε λυρικές πρόζες του Τρακλ με τίτλο «Τα πεζά ποιήματα» το 1974. Θα παραθέσω παρακάτω ένα κατάλογο μεταφράσεων του Τρακλ, καθώς κι ονόματα μελετητών του ή όσων έγραψαν κάτι ενδιαφέρον γι’ αυτόν, στηριγμένος, κυρίως, στην «Ελληνική Βιβλιογραφία- Γκέοργκ Τρακλ (1931-1982)» του Λάμπρου Μυγδάλη, δημοσιευμένη στο περιοδικό «Διαγώνιος», αρ. 11, Μάϊος-Αύγουστος 1982. σ.σ. 197-199.

     Σχετικά τώρα με τη σύζευξη Τρακλ-Έσσε, που εκ πρώτης όψεως μπορεί να φαίνεται αυθαίρετη, θα παρατηρούσα τα εξής: πέρα από το ότι είναι σχεδόν σύγχρονοι (Τράκλ: 1887- 1914 και Έρμαν Έσσε: 1877-1962), τους συνδέει στενά ένας κοινός θεματολογικός χώρος, μια παράλληλη σημειολογία που εκφράζεται, ωστόσο, τόσο διαφορετικά, ώστε να καταλήγουν ν’ αποτελούν στο τέλος δυο πόλους όμοιους στην πρώτη τους θέαση και βαθύτατα αντιθετικούς σε μια εξονυχιστική γνωριμία τους. Το στοιχείο της φύσης π.χ., που σηματοδοτεί καίρια την ποίηση του Τρακλ, σ’ αυτόν παίρνει μια μεταφυσική, σχεδόν δαιμονιακή, διάσταση, ενώ  στον Έσσε παραμένει στα επίπεδα της παραδοσιακής λυρικής φυσιολατρίας, χωρίς κανένας δαίμονας να ταράζει τη μακαριότητά της. Από τη σύγκριση βγαίνει κερδισμένος ο Τρακλ αναντίρρητα. Είναι φανερό: στη μια περίπτωση έχουμε ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο που με την εξπρεσιονιστική του εικονοκλαστικότητα ανέτρεψε την ισορροπία του γερμανικού λυρισμού του αιώνα μας πηγαίνοντας κατευθείαν στο μεγάλο Χαίλντερλιν, ενώ στην άλλη παρακολουθούμε ένα πεζογράφο (που σημάδεψε, ωστόσο, κι εξέφρασε όσο λίγοι την εποχή μας) να γράψει στο περιθώριο του  κύριου έργου του και ποίηση.

     Η νοσταλγία, η απώλεια, η αποδημία, η επιστροφή διαγράφουν ήρεμα την τροχιά τους στον Έσσε, ενώ στον Τρακλ αποκτούν σχεδόν υλική υπόσταση μέσα στην αγωνία τους και παύουν να λειτουργούν σαν λέξεις, υπερβαίνοντάς τις και πολιτογραφούμενες σ’ ένα χώρο που προέχει το ρίγος του αγνώστου και το υπαρξιακό άγχος.

     Κλείνοντας το σημείωμα, θέλω να προσθέσω ακόμα πως σχετικά με το γνωστό χωρατό περί μετάφρασης προτίμησα να χαρώ τη συντροφιά μιας ωραίας γυναίκας άπιστης παρά την πληκτική παρέα μιας πίστης, που άλλο προσόν δεν έχει πλήν της πίστης της. Όπου χρειάστηκε ν’ απομακρυνθώ από το πρωτότυπο, το έκανα πιστεύοντας πως εξυπηρετώ το κείμενο. Άλλωστε, το ίδιο έκαναν και οι Άγγλοι μεταφραστές, τόσο του Τρακλ όσο και του Έσσε, που είχα υπόψη μου  (Christopher Middleton, Robert Grenier, Michael  Hamburger, David Luke James Wright).

Ανδρέας  Αγγελάκης, Μάιος 1984, 5-6.

        Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α  Τ Ο Υ  Ε Ρ Μ Α Ν   Ε Σ Σ Ε

     ΤΟ ΞΕΡΩ, ΠΕΡΠΑΤΑΣ

Περπατάω πολύ συχνά αργά στους δρόμους

και χαμηλώνω τη ματιά μου βιαστικά,

γεμάτος τρόμο

μήπως και ξαφνικά φανείς αμίλητος μπροστά μου

και τότε πρέπει να υποστώ τη θλίψη σου

ατενίζοντάς σε,

ενώ απαιτείς την ευτυχία σου τη νεκρή από μένα,

 

Το ξέρω, σέρνεσαι πίσω μου τα βράδια

με βήμα ντροπαλό, με ξεσκισμένο ρούχο

και πάς για λεφτά, δυστυχισμένε!

Μάζεψαν τα παπούτσια σου τη σκόνη

          όλου του κόσμου,

ο άνεμος παίζει μες στα μαλλιά σου περιγελώντας σε

και περπατάς, και περπατάς, και σπίτι πια δεν βρίσκεις. 43

     ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΑΓΡΟΥΣ

Πάνω στον ουρανό περνούνε σύννεφα

ο άνεμος πάνω απ’ τους αγρούς

και πάνω στους αγρούς πλανιέται

της μάνας μου το χαμένο παιδί.

 

Πάνω στο δρόμο φύλλα ο άνεμος φυσάει,

στα δέντρα κλαίνε τα πουλιά-

κάπου εκεί πέρα απ’ τα βουνά

το μακρινό μου σπίτι πρέπει να ‘ναι. 44

          ΕΛΙΣΑΒΕΤ

Να σας πω μια ιστορία,

η νύχτα έχει πέσει εδώ και ώρα-

λοιπόν, θες να με βασανίζεις

ωραία μου Ελισάβετ;

 

Γι’ αυτό το βασανάκι γράφω ποιήματα

κι εσύ το ίδιο εξάλλου.

Κι όλη η ιστορία του έρωτά μου

Είσαι συ και το βραδάκι τούτο.

 

Μη μου κακοκαρδίζεσαι

και πέτα τούτα τα στιχάκια, αν θες.

Εγώ στο λέω, σε λίγο θα τ’ ακούς,

θα τ’ ακούς, δε θα τα νιώθεις όμως. 45

          ΡΑΒΕΝΝΑ (1)

Κι εγώ έχω πάει στη Ραβέννα.

Είναι μια πόλη τοσηδά, νεκρή

με άπειρα ερείπια κι εκκλησίες.

Του κόσμου τα βιβλία γράφουν γι’ αυτή.

 

Ξαναπερνάς και ολόγυρα κοιτάζεις:

τόσο υγροί και λασπωμένοι δρόμοι, τόσο

βουβοί χιλιάδες χρόνια τώρα

και τίποτ’ άλλο, πάρεξ μούσκλια και γρασίδι.

 

Μοιάζει με τα παλιά τραγούδια-

τ’ ακούς και δε γελά κανένας

κι όλοι κλείνονται πίσω στον καιρό τους

μέχρι να πέσει η νύχτα πάνω τους. 46

          ΡΑΒΕΝΝΑ (2)

Οι γυναίκες της Ραβέννας με το βαθύ τους βλέμμα

και τις ευγενικές χειρονομίες τους

ξέρουν καλά τις μέρες

της παλιάς πόλης, τις γιορτάδες της.

 

Οι γυναίκες της Ραβέννας κλαίνε

σαν τα παιδιά που δε σου λένε το γιατί;

βαθιά κι ανάλαφρα.  Κι όταν γελάνε, λάμπει

ένα τραγούδι μες στη λάσπη του κειμένου.

 

Οι γυναίκες της Ραβέννας προσεύχονται

σαν τα παιδιά: ευγενικά κι ευχαριστημένα.

Εκστομίζουν λόγια ερωτικά

χωρίς να ξέρουν καν πως λένε ψέματα.

 

Οι γυναίκες της Ραβέννας φιλάνε

σπάνια αλλά βαθιά κι ανταποδίδουν το φιλί.

Κι αυτό που ξέρουν μόνο για τη ζωή

είναι πως πρέπει κάποτε όλοι να πεθάνουμε. (1902), 47

          Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Μόνο σε μένα, το μοναχικό,

τ’ ατέρμονα άστρα λάμπουν της βραδιάς,

ψιθυρίζει η πέτρινη πηγή το μαγικό τραγούδι της,

σε μένα μόνο, το μοναχικό,

οι πολύχρωμες σκιές των σύννεφων που περνάνε

τρέχουν σαν όνειρα πάνω απ’ τ’ ανοιχτό τοπίο.

Μήτε καλύβι μήτε γη

ή δάσος έχω κι ούτε μπορώ να κυνηγάω,

είναι δικό μου αυτό που δεν ανήκει σε κανένα,

δικό μου το βαθύ ρυάκι πίσω απ’ του δάσους

το μαγνάδι,

δικιά μου η αγριεμένη θάλασσα,

δικό μου το τιτίβισμα των παιδιών σαν παίζουν

που μοιάζει με φωνές πουλιών,

θρήνος και τραγούδι του ερωτευμένου

μες στο δειλινό.

Δικοί μου ακόμα οι ναοί των θεών

και δικά μου τα πλούσια αλσύλλια του παρελθόντος.

Κι όχι λιγότερο δικά μου

η λάμπουσα κρύπτη τ’ ουρανού

που θα ‘ναι το σπίτι μου στο μέλλον.

 

Συχνά η ψυχή μου είν’ ανυπόμονη

από νοσταλγία ν’ ανοίξει τα φτερά της

ν’ ατενίσει το μέλλον των ευλογημένων,

την αγάπη, που υπερβαίνει το νόμο,

την Αγάπη των ανθρώπων για τον άνθρωπο.

Όλους τους βρίσκω πάλι, μαγικά μεταμορφωμένους:

τον αγρότη, τον πραματευτή, το βασιλιά,

ναύτες στο κουπί,

το βοσκό, τον κηπουρό, όλοι τους

μ’ ευγνωμοσύνη να γιορτάζουν το μέλλοντα κόσμο.

Μονάχα ο ποιητής είναι απών,

αυτός ο φιλέρημος που τα πάντα θεωρεί,

αυτός ο φορέας της ανθρώπινης νοσταλγίας,

η χλομή εικόνα

εκείνου που το  μέλλον,

εκείνου που την εκπλήρωση του κόσμου

πια δεν τα χρειάζεται. Μαραίνονται

πάω στα μνήματα του πολλά στεφάνια

αλλά κανένας πια δεν τον θυμάται. 48-49

          ΒΟΥΝΑ  ΤΗ  ΝΥΧΤΑ

Σαν να ‘χει σβήσει η λίμνη,

μαύρο το καλάμι μες στον ύπνο του

σ’ όνειρο μέσα, ψιθυρίζει.

Εκτείνονται απειλητικά, τεράστια τα βουνά

μες στο τοπίο.

Δεν αναπαύονται.

Βαθιανασαίνουν κι ακουμπάνε

το ‘να στ’ άλλο μαλακά.

Βαθιανασαίνουν.

Φορτωμένα με βουβές δυνάμεις,

στο δόκανο ενός πάθους που τα τρώει. 50

          ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Τη νύχτα, όταν η θάλασσα με νανουρίζει

κι η λάμψη του χλομού άστρου

απλώνεται στα μεγάλα κύματά της,

τότε λέω πως είμαι ελεύθερος

από του κόσμου τις φροντίδες και την αγάπη.

 

Στέκομαι αμίλητος και βαθιά ανασαίνω

μόνος μου, μόνος με το νανούρισμα της θάλασσας

που απλώνεται μπροστά μου σιωπηλή και παγωμένη

με τα χίλια φώτα της.

Τότε στους φίλους μου τρέχει ο λογισμός μου

και βυθίζω τη ματιά μου μες στο βλέμμα τους

και μόνος μου ρωτώ τους τον καθένα σιωπηλά:

«Είσαι δικός μου ακόμα;

Η θλίψη μου είναι και δική σου θλίψη,

ο θάνατός μου και για σένα θάνατος;

Νιώθεις απ’ την αγάπη μου, τη λύπη μου

καν μιαν ανάσα, καν μιαν ηχώ;»

 

Και ειρηνευμένη η θάλασσα σωπαίνοντας

με κοιτά και μου χαμογελάει: όχι.

Κι απάντηση ή αντίο πια

δε φτάνει από πουθενά. 51

          ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΚΙΝΕΖΟΠΟΥΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑ

Διαβήκαμε το ακίνητο ποτάμι το βραδάκι,

τριανταφυλλένια έλαμπε η ακακία,

τριανταφυλλένια λάμπαν και τα σύννεφα. Μα εγώ

      δεν τα ‘βλεπα.

έβλεπα μόνο της δαμασκηνιάς τ’ ανθάκια στα μαλλιά σου.

 

Χαμογελώντας κάθισες στο τόξο της στολισμένης

        βάρκας,

κράταγες αυλό στο έμπειρο χέρι σου,

έλεγες τραγούδι για την άγια χώρα σου

ενώ τα μάτια σου, όλο νεανική δροσιά, υπόσχονταν.

 

Χωρίς λέξη να πω, στάθηκα πλάι στο κατάρτι

κι αυτό που επιθυμούσα πια ήταν για πάντα

να ‘μια σκλάβος σ’ αυτά τ’ αστραφτερά μάτια,

να μην ακούω τίποτα παρά μονάχα το τραγούδι

γλυκό, που φέρνει όμως έναν ευλογημένο πόνο,

μακάριος πια παιχνίδι μες στα λουλουδένια

τρυφερά σου χέρια. 52

         ΔΥΣΚΟΛΟΙ  ΚΑΙΡΟΙ

Τώρα δε βγάζουμε άχνα

και μήτε τραγουδάμε πια,

το βάδισμά μας γίνεται βαρύτερο’

αυτή η νύχτα που ‘πρεπε να ‘ρθει.

 

Δώσ’ μου το χέρι σου,

ίσως μας περιμένει ακόμα πολύς δρόμος.

Χιονίζει, πέφτει χιόνι.

Δύσκολος ο χειμώνας σε μια ξένη γη.

 

Πού ‘ν’ ο καιρός’

που έκαιγε ένα φώς και μια φωτιά για μας;

Δώσ’ μου το χέρι σου,

ίσως μας περιμένει ακόμα πολύς δρόμος. 53

          Σ’ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ

         (ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΚΝΟΥΛΠ)

Μη μου λυπάσαι, γρήγορα θα ‘ρθει η νύχτα

που πάνω απ’ την αχνή τη γη

θα βλέπουμε το κρύο φεγγάρι να κρυφογελά

τέλεια ήρεμοι, χέρι με χέρι.

 

Μη μου λυπάσαι, γρήγορα θα ‘ρθει η ώρα

της τέλειας ηρεμίας. Οι μικροί σταυροί μας

       θα στέκουν

μαζί-μαζί στη λαμπερή άκρη του δρόμου

και θα βρέχει, θα χιονίζει

κι οι άνεμοι θα ‘ρχονται, θα φεύγουν. 54

           ΠΑΙΔΙΚΗ  ΗΛΙΚΙΑ

Είσαι η πιο μακρινή κοιλάδα μου,

μαγεμένη και χαμένη.

Πολλές φορές στη θλίψη και στην αγωνία μου

μου ‘χεις γνέψει απ’ τη γεμάτη σκιές χώρα σου

κι άνοιξες τα γεμάτα παραμύθια μάτια σου

μέχρι που πια δεν ήξερα τι ‘ταν αλήθεια

και τι ψέμα

και μέσα σε σένανε χάθηκε ολόκληρος.

 

Ω σκοτεινή πύλη,

ω μαύρη του θανάτου ώρα,

έλα λοιπόν, καλώς τη,

έτσι που να ξεφύγω από την άδεια τούτη ζωή

και ν’ αλαργέψω για κει που με προσμένουν τα

      όνειρά μου. 55

          ΒΑΡΙΕΣ ΟΙ  ΜΕΡΕΣ

Πόσο βαριές οι μέρες!

Κι ούτε φωτιά να ζεσταθώ

κι ούτε ήλιος να μου χαμογελάει,

όλα απογυμνωμένα,

κρύα κι ανελέητα,

ακόμα και τ’ αγαπημένα αστέρια τα κρυστάλλινα

μ’ ατενίζουνε θλιμμένα,

αφού πια το ‘μαθε η καρδιά μου

πως και την αγάπη θάνατος την καρτερεί. 56

          ΧΩΡΙΣ  ΕΣΕΝΑ

Άδειο με κοιτάει το προσκεφάλι μου τη νύχτα

λες κι είναι ταφόπετρα’

ποτέ μου δεν το πίστεψα πως θα ‘τανε τόσο πικρό

να ‘μια μόνος

και να μην κοιμάμαι μέσα στα μαλλιά σου.

 

Μόνος ξαπλώνω σ’ ένα σπίτι σιωπηλό,

σβησμένη η λάμπα

κι απλώνω μαλακά τα χέρια μου

να πιάσω τα δικά σου,

και απαλά πιέζω το ζεστό μου στόμα

προς τα σένα και φιλάω τον εαυτό μου, εξαντλημένος

και χωρίς άλλο κουράγιο-

ύστερα ξαφνικά ξυπνώ

κι ολόγυρά μου η παγωμένη νύχτα μένει ακίνητη.

Το άστρο λάμπει έκπαγλο στο παραθύρι-

αχ, πού είναι τα ξανθά μαλλιά σου,

πού το γλυκό σου στόμα;

 

Τώρα εγώ πόνο πίνω σε κάθε μου χαρά,

φαρμάκι στο κρασί μου’

ποτέ δεν ήξερα πως θα ‘τανε τόσο πικρό

να ‘μια μόνος,

μόνος, χωρίς εσένα. 57

          ΤΑ  ΠΡΩΤΑ  ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Δίπλα στο ρυάκι,

εκεί προς τις ιτιές,

άνοιξαν αυτές τις μέρες

ένα σωρό λουλούδια κίτρινα

τα μάτια τους τα χρυσαφιά.

Εδώ και πολύ καιρό έχασα την αθωότητά μου,

όμως μια μνήμη με τρώει μέσα στα τρίσβαθά μου

των χρυσών πρωινών ωρών της ζωής μου

και με κοιτάζει

λάμποντας από τα μάτια των ανθών.

Πήγαινα λουλούδια να μαζέψω.

Τώρα τ’ αφήνω στην ησυχία τους

και γυρνώ σπίτι, γέρος. 58.

           ΕΑΡΙΝΗ  ΜΕΡΑ

Άνεμος στα θάμνα, πίπιζα πουλιού,

ψηλά, στο πιο ψηλό γλυκό γαλάζιο

ακίνητο, επίσημο, καράβι των συννέφων…

Κάποια ξανθιά ονειρεύομαι γυναίκα,

τη νιότη μου ονειρεύομαι,

εκείνο το ουράνιο γαλάζιο ψηλά κι απόμακρα

είναι του πόθου μου η κούνια

που διάλεξα να λικνίζομαι

μες στην ευλογημένη ζεστασιά μου

μαζί με το καλό πουλί

σαν το παιδί

στης μάνας του τον κόρφο. 59

         ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΜΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

        (ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1914)

Αυτή τη δίσεχτη χρονιά, ήρθε το φθινόπωρο νωρίς…

Βράδυ βαδίζω στον αγρό, μόνος, η βροχή πέφτει

     βαριά,

ο άνεμος στο καπέλο μου… Κι εσύ; Εσύ, φίλε μου;

 

Ίσως να στέκεσαι-ποιος ξέρει;-και να βλέπεις

το φεγγάρι που πλανιέται με το δρεπάνι του

σε ημικύκλια πάνω από τα δάση,

φωτιά ν’ ανάβεις, κόκκινη μες στη σκοτεινή κοιλάδα.

Μπορεί και να ‘σαι ξαπλωμένος σ’ αγρό με άχυρο

και να κοιμάσαι και να πέφτει η δροσιά

κρύα στο μέτωπό σου και στο αμπέχονο.

 

Μπορεί ακόμα αυτή τη  νύχτα να ‘σαι πάνω σε άλογο,

σε απόμακρη σκοπιά και να βιγλίζεις

μ’ ένα ντουφέκι μες στη φούχτα σου

χαμογελώντας, ψιθυρίζοντας λόγια γλυκά

στο εξαντλημένο σου άλογο.

Ίσως λέω-φαντάζομαι ακόμα-να περνάς τη νύχτα

καλεσμένος σε κάστρο παράξενο με πάρκο

και να γράφεις γράμμα στου κεριού το φως,

να χτυπάς κοντά στο παράθυρο

στο πιάνο για να βρεις μια νότα…

         -Και ίσως

να μην κινείσαι πια, σχεδόν νεκρός,

κι η μέρα ποτέ της δε θα λάμψει πια

μέσα στ’ αγαπημένα σοβαρά σου μάτια

και το γλυκό σου χέρι μαραμένο κρέμεται

και το λευκό σου μέτωπο ανοιγμένο-ω, μονάχα

αν σου ‘χα δείξει, μόνο μια φορά

αν σου ‘χα πει εκείνη την τελευταία μέρα

κάτι για την αγάπη μου την ντροπαλή!

 

Αλλά με ξέρεις, με γνωρίζεις καλά… και χαμογελάς,

μου γνέφεις σήμερα τη νύχτα απ’ το παράξενό σου

         κάστρο,

γνέφεις και στο άλογό σου μες στο βροχισμένο δάσος,

γνέφεις και μες στον ύπνο σου στο τρίξιμο

      του αχύρου

και με σκέφτεσαι. Χαμογελάς.

      Και ίσως,

ίσως μια μέρα να ‘ρθεις απ’ τον πόλεμο,

να περπατήσουμε μαζί κάποια βραδιά

και κάποιος θα μιλάει για Λόνγκβι, Λίτιχ, Ντάμερκιρχ,

θα χαμογελάει σοβαρά κι όλα θα ‘ναι όπως πρίν

και δε θα λέει κανένας λέξη για την αγωνία του,

για την αγωνία και την τρυφερότητά του

στον αγρό τη νύχτα,

για την αγάπη του. Και μ’ ένα αστείο της στιγμής

θα διώξεις την αγωνία, τον πόλεμο, τις νύχτες

      της αγρύπνιας,

την αστραπή της άτολμης ανδρικής φιλίας

να χαθούν στο κρύο του παρελθόντος

     και να μην τα ξαναδούμε πια. 60-62

               ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Και τα λουλούδια έχουνε μοίρα τους το θάνατο

χωρίς να τα βαραίνει καμιά ενοχή.

Κι η ύπαρξή μας πάλι είναι αθώα

κι ωστόσο ο πόνος τη μαστίζει ολοένα

εκεί που κι οι ίδιοι εμείς αρνιόμαστε

       να καταλάβουμε.

Αυτό που  αποκαλούμε ενοχή

απορροφιέται από τον ήλιο,

έρχεται να μας βρει από τους καθαρούς λαιμούς

των λουλουδιών σαν ευωδία

και σαν συγκινητική ματιά παιδιού.

Κι όπως πεθαίνουν τα λουλούδια

κι εμείς πεθαίνουμε

το θάνατο του νυν απολύεις,

το θάνατο της αναγέννησής μας. 63

          ΟΛΟΙ  ΟΙ  ΘΑΝΑΤΟΙ

Μέχρι στιγμής έχω γευτεί όλους τους θανάτους

και θα πεθάνω γι’ άλλη μια φορά

γνωρίζοντας το θάνατο του ξύλου μες στο δέντρο,

το θάνατο της πέτρας στο βουνό,

το θάνατο της γης στην άμμο,

το θάνατο των φύλλων στου θερινού χόρτου

        το θρόισμα

κι ακόμα το φτωχό, αιματηρό θάνατο του ανθρώπου.

 

Όμως θα ξαναγεννηθώ ανθός,

δέντρο και χλόη θα ξαναγεννηθώ,

ψάρι κι ελάφι, πουλί και πεταλούδα.

Και μεσ’ από την όποια μου μορφή

η νοσταλγία θα μ’ ανεβάσει και θα φτάσω

τον ύστερο πια πόνο,

τον πόνο των ανθρώπων.

 

Ω, τόξο που τρέμει τεντωμένο

όταν η οργισμένη γροθιά της νοσταλγίας

ορίζει και τους δυο πόλους της ζωής

ο ένας στον άλλονε να σκύψει!

Όμως συχνά και, σας το λέω, πολλές φορές

θα με κυνηγάτε από το θάνατο ως τη γέννηση

πάνω στην οδυνηρή ατραπό της δημιουργίας,

την ένδοξη ατραπό της δημιουργίας. (1921). 64-65

           ΩΔΗ  ΣΤΟΝ  ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ

Φίλε της νιότης μου, πόσα βράδια δε γυρίζω σε σένα

γεμάτος ευγνωμοσύνη, όταν εκεί, στα θάμνα τα παλιά

του κοιμισμένου κήπου,

μονάχα της πηγής το μουρμουρητό μπορείς ν’ ακούσεις.

 

Κανένας δε σε ξέρει, φίλε μου: αυτός ο αιώνας μας

πόσο πολύ μας απομάκρυνε απ’ τη σιωπηλή

μαγεία της Ελλάδας.

Δίχως προσευχή, ξεγελασμένοι απ’ τους θεούς,

περιπλανιούνται οι άνθρωποι μέσα στη σκόνη

δίχως οίστρο.

 

Αλλά για όσους ανήκουν μυστικά σ’ αυτούς

που βυθίζονται μες στην εσώτερη ζωή τους,

για όσους ο Θεός χτύπησε τη ψυχή με νοσταλγία,

οι ουράνιες μελωδίες των τραγουδιών σου

ηχούν καθημερινά.

 

Γυρνάμε νοσταλγικά, εξαντλημένοι από τη μέρα,

στην αμβροσία, στη νύχτα της μουσικής σου,

που το δροσερό φτερό της μας ρίχνει

μέσα σε σκιά χρυσού ονείρου.

 

Ναι, και λαμποκοπώντας, σαν μας χαϊδεύει

       το τραγούδι σου,

γεμάτη πόνο καίει η αιώνια νοσταλγία μας

για την ευλογημένη γη του παρελθόντος,

για τους ναούς των Ελλήνων. 66-67

Σημειώσεις:

Ο πειραιώτης καθηγητής της αγγλικής γλώσσας, ποιητής, διηγηματογράφος και μεταφραστής Ανδρέας Αγγελάκης ανάμεσα στις άλλες συγγραφικές του ασχολίες: έκδοση ποιητικών συλλογών, συγγραφή παιδικού θεάτρου, άρθρων σε περιοδικά, μετάφραση θεατρικών έργων, εξέδωσε και βιβλία με μεταφράσεις του στα ελληνικά αμερικανών, ευρωπαίων, κινέζων ποιητών κλπ. Τις μεταφράσεις του κυκλοφόρησε με το όνομά του ή χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Ανδρέας Μουσουράκης. (*) Οι ξένοι δημιουργοί και τα έργα τους, μεταφράζονταν από την αγγλική γλώσσα και τις αγγλικές εκδόσεις της εποχής του που είχε στην Βιβλιοθήκη του. Όσοι πειραιώτες είχαν την τύχη να συνεργαστούν μαζί του, τον επισκέπτονταν στο σπίτι του (στην περιοχή πίσω από την εκκλησία του Αγίου Βασιλείου στην Καλλίπολη του Πειραιά), θα θυμούνται ότι η Βιβλιοθήκη του ήταν «φορτωμένη» με αγγλικές εκδόσεις ποιητών. Αυτά τα πολυσέλιδα μικρού μεγέθους βιβλία τσέπης “Penguin”, “Pelican”, αλλά και “Oxford”. Ποιητικές φωνές του παγκόσμιου Παρνασσού που ο Αγγελάκης αγαπούσε και διάβαζε, μετέφερε αποσπάσματα στίχων τους στην δική του ποίηση. Φανερά ή μη μέσα στο δικό του ποιητικό σώμα. Συγγενικές ποιητικές ατμόσφαιρες, παράλληλες θεματολογικές μείξεις, υφολογικές αναζητήσεις, εικόνες κοινής ποιητικής «σωματικότητας». Περιπλανήσεις σε οικεία ερωτικά πεδία ευωχίας αλλά και άγχους, θλίψης, σκοτεινότητας, συννεφιασμένων προσωπικών βηματισμών. Ποιητικών «συνενοχών» σε όμορα ομοφυλόφιλα ερωτικά πάθη. Ο ποιητικός λόγος του Ανδρέα Αγγελάκη είναι «ματωμένος» συναισθηματικά, φέρει τις πληγές των επιλογών του συντάκτη του. Είναι απαρηγόρητος, γυμνός μπροστά στον κίνδυνο που καιροφυλακτεί από πολλές πλευρές. Είναι χωρίς διάθεση υπερβολής, ένας μεγάλος κόκκινος «λεκές» στο σώμα του έρωτα, της ίδιας της ζωής. Μια επανερχόμενη παλίρροια θλίψης και απόγνωσης, αδιέξοδων καταστάσεων. Μικρών βουτιών στο χάος της αναζήτησης, την ανωνυμία των προσώπων, των παγωμένων σωματικών χειρονομιών, της συναισθηματικής και ερωτικής ανομβρίας. Είναι ένας «άκαρπος» έρωτας, μια ερωτικά καψαλισμένη επιθυμία, μια πέτρα αγάπης που δεν βλασταίνει. Ονειρικοί εφιάλτες μπροστά στον τρόμο του κενού. Η ιλιγγιώδη αποτυχία της αναζήτησης του Άλλου μέσα από χαραμάδες σωματικής επαφής «σπέρματος-πύον». Ο Ανδρέας Αγγελάκης εικονογραφεί την εφιαλτική ερωτική αλήθεια της εποχής μας, των ερωτικών σχέσεων και επαφών των σύγχρονων ανθρώπων. Την ερωτική νεύρωση των ανδρών που επιθυμούν να συνάψουν σχέσεις ερωτικές μεταξύ τους. Η μαγεία και η ευστοχία του ποιητικού του λόγου, βρίσκεται στο ότι δεν φωτογραφίζει μόνο το αδιέξοδο της ερωτικής επαφής αλλά της κοινωνικότητας των ανθρώπων. Των αχαρτογράφητων πολύπλοκων σχέσεών τους. Της συνειδητοποίησης των αδιεξόδων τους. Ο ποιητικός του αργαλειός δεν υφαίνει το υφαντό των ανθρώπινων εμπειριών με φωτεινά χρώματα, με κλωστές ανοιξιάτικες, χαρούμενες, λουλουδιασμένες αλλά με σκουρόχρωμες κλωστές στην ιδρωμένη από το άγχος της ηδονής σαΐτα του. Ένας λόγος ακανθώδης, γυμνός και κυνικός, δίχως τα πολιτιστικά λέπια της κοινωνίας να τον τυλίγουν. Η ανθρώπινη μοναξιά μπροστά στον καθρέφτη της με το είδωλό της όχι αντεστραμμένο. Το πρόσωπο και το είδωλο ταυτίζονται και αποτυπώνονται πάνω στο ποιητικό υφαντό του. Και ο αναγνώστης, γίνεται μέτοχος μιάς περιπέτειας του ανθρώπου που αναζητά αενάως την πλήρωση της σωματικότητάς του. Οι αισθήσεις του Ανδρέα Αγγελάκη είναι διαρκώς σε διέγερση, μόνο που είναι πάντα προσανατολισμένες προς την πλευρά της μοναξιάς, της ερημίας, των άγνωστων σκοτεινών ερωτικών διαδρομών που ηλεκτρίζουν. Το κορμί και οι πυρετώδεις επιθυμίες του δεν είναι αποκύημα της φαντασίας ενός «εκκεντρικού» ποιητή, προέρχεται από τις σκοτεινές σπηλιές της ίδιας της ζωής στην επιθυμία της να αρθρώσει έναν λόγο παρουσίας αποδεκτό από το κοινωνικό σώμα και αποτυγχάνει. Σκοντάφτει η ζωή και καθώς πέφτει παραμένει βαθιά απροστάτευτη, ανυπεράσπιστη στους δολοφόνους ανέμους των αιμοβόρων ενστίκτων του εραστή-συντρόφου. Το σώμα του Άλλου είναι ένας αχινός που σε σουβλίζει, σε πληγώνει, δεν σου αφήνει περιθώριο ελπίδας, συγνώμης, απόλαυσης. Αρμυρό και πικρό τα δάκρυ των εραστών της στιγμιαίας χαράς όπως η ίδια η σωματική επαφή. Άστεγη ηδονή στεγασμένος πόνος και αδιέξοδα. Κοιτάσματα ερημιάς πλημμυρίζουν τα ποιήματά του. Προδομένα ερωτικά νοήματα. Ωδίνες μιάς ερωτικής επαφής που δεν ολοκληρώνεται. Η ποίηση του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, κατόρθωσε προφητικά, να αποτυπώσει τα αδιέξοδα όχι μόνο του ομοφυλόφιλου έρωτα αλλά και του ετεροφυλόφιλου. Δεν έχει σημασία ο βαθμός και η ποιότητα, το μέγεθος της μιάς ερωτικής επιθυμίας και εκπλήρωσης σε σχέση με την άλλη. Η ερωτική γέφυρα και το ερωτικό αίσθημα όταν ξυπνά και ανθίζει δεν κάνει επιλογές φύλλου, όπως θέλει το πολιτιστικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιόμαστε, ανατρεφόμαστε, ζούμε και καλλιεργούμε τις κοινωνικές και ατομικές μας σχέσεις. Οι ερωτικές ωδίνες είναι κοινές, το αποτέλεσμα προσδιορίζεται και οργανώνεται από τους κοινωνικούς και εθιμικούς κανόνες και επιταγές του πολιτιστικού πλαισίου. Ο Ανδρέας Αγγελάκης υπηρέτησε με θάρρος τόσο την ζωή όσο και την ποίηση. Το πεδίο της μάχης του ήταν κοινό, δεν το ξεχώρισε. Ίσως να ηττήθηκε, έμειναν όμως οι ποιητικές του ιαχές να μας θυμίζουν την παρουσία του, το πέρασμά του όχι μόνο από την πόλη μας, τον Πειραιά, την πόλη που τον γέννησε αλλά και τα σημαντικά ίχνη που άφησε στον ελληνικό ποιητικό λειμώνα. Υπήρξε ένας από τους πλέον αξιόλογους σύγχρονους ποιητές της πόλης μας. Το όνομά του και το έργο του στάθηκε συγγραφική τιμή για το πρώτο λιμάνι. Τουλάχιστον για τους πειραιώτες δημιουργούς της γενιάς του.

Μια ποιητική φωνή που δεν την οξείδωσε ο χρόνος.

Σε αυτό το σημείωμα αντιγράφω μόνο τα ποιήματα του νομπελίστα γερμανού μυθιστοριογράφου και φιλόσοφου Έρμαν Έσσε, τα οποία μετάφρασε ο Ανδρέας Αγγελάκης και συμπεριέλαβε στο βιβλίο του, «ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ- ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Καστανιώτη 1984. (Να σημειώσουμε ότι το βιβλίο είναι εδώ και καιρό εξαντλημένο, δεν κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο). Ενός πολύ αγαπητού γερμανού συγγραφέα στο ελληνικό κοινό.

(*). Μεταφράσεις του:

-Ποιήματα του Ουίλλιαμ Μπλέηκ, 1969, β΄ έκδοση συμπληρωμένη 1983

-Μικρό Ανθολόγιο Σύγχρονης Ποίησης, 1971

-Ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, 1971

-Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση, 1974, β΄ έκδοση συμπληρωμένη, 1983

-Δύο Παραμύθια του Λέων Τολστόι, 1977

-Αμερικανική Gay Ποίηση, 1982

-Ερωτική Ποίηση (Αγγλία- Αμερική), 1984

-Γκέοργκ Τρακλ- Έρμαν Έσσε, 1984

-Ερωτική Τριλογία του Χ. Φέρστιν, 1983 (Θέατρο).

Για τον γερμανό πολυγραφότατο συγγραφέα Έρμαν Έσσε, υπάρχει μεταξύ άλλων πληροφοριακών στοιχείων και το αφιέρωμα του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» τεύχος 109/ 2- Ιανουαρίου 1985.  Το αφιέρωμα επιμελήθηκε ο φιλόλογος και ποιητής Βασίλης Καλαμαράς.

-Βασίλης Καλαμαράς, Έρμαν Έσσε, 11

-Βασίλης Καλαμαράς, Εργοβιογραφία Έρμαν Έσσε, 12-18

-Ρεβέκκα Ευθυμίου, Έρμαν Έσσε: Επιρροές και σταθμοί στο έργο του, 19-22

-Μαρία Θ. Παξινού, Η άγνωστη πλευρά ενός μύθου, 23-29

-Μαρία Χριστοπούλου, Οι τέσσερις ζωές του Έσσε 30-32

-Γιώργος Δ. Κεντρωτής, Οι πρώτες στάσεις στο Δρόμο Ένδον του Hermann Hesse, 33-35

-Τόμας Μαν – Έρμαν Έσσε: Εισαγωγή του Τόμας Μαν σε μια αμερικάνικη έκδοση του «Ντέμιαν», Μετάφραση: Βικτωρία Ραϊση. 36-39

-Νανά Ησαϊα, «Ταξίδι στην Ανατολή»,40-50

-Γιώργος Αλεξάκης, Ο Έρμαν Έσσε κι εμείς, 51

Βασίλης Καλαμαράς, Κατάλογος ελληνικών εκδόσεων έργων του Έρμαν Έσσε, 52.

      Τέλος να σημειώσουμε και τα εξής γενικά: Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ήρθε σε επαφή με το έργο του Έσσε, μέσω της μετάφρασης του μυθιστορήματός του «Ντέμιαν» Χρονικό της εφηβείας του Εμίλ Σίνγκλαιρ σε μετάφραση του έλληνα πεζογράφου Μένη Κουμανταρέα, από τις εκδόσεις Γαλαξίας 1969, και δύο χρόνια αργότερα, το 1971, οι ίδιες καλαίσθητες εκδόσεις της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου, «Γαλαξίας» κυκλοφόρησαν το βιβλίο του «Σιντάρτα» Ένα Ινδικό παραμύθι, σε μετάφραση της Μαρίας Παξινού. (Το μυθιστόρημα αφηγείται τη ζωή του ΒΟΎΔΑ). Έκτοτε, δεκάδες έργα του μεταφράστηκαν στα ελληνικά από έλληνες και ελληνίδες μεταφραστές και μεταφράστριες και κυκλοφόρησαν από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Όπως  «Ο Λύκος της Στέππας», «Νάρκισσος και Χρυσόστομος», «Γερτρούδη», «Κνούλπ», «Ταξίδι στην Νυρεμβέργη», «Ροσάλντε», «Πήτερ Κάμετσιντ», «Ταξίδια στην Ανατολή», «Το παιχνίδι με τις χάντρες» και άλλα. Πολλά από αυτά κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», «Νεφέλη», «Λυχνάρι», «Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος», «Εγνατία» Θεσσαλονίκη, «Πάπυρος-Άγκυρα», «Γράμματα» κ. ά.  Οι ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στα γερμανικά ο γερμανός συγγραφέας  Έρμαν Έσσε είναι αρκετές με πολλές επανεκδόσεις. Στα ελληνικά, ποιήματά του περιλαμβάνονται μέσα στις σελίδες ορισμένων τίτλων μεταφρασμένων στα ελληνικά βιβλίων του, άτακτα σε περιοδικά, και αν δεν κάνω λάθος, αυτόνομα σε βιβλίο Ποιήματά του κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά από τις εκδόσεις «Διώνη», Αθήνα 2009. (Μια εξαντλημένη έκδοση).

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς  Τετάρτη  8/6/2022.                            

         

     

Κυριακή 5 Ιουνίου 2022

Νίκος Σπάνιας, Παναγιώτης Κ. Ενεπεκίδης για βιβλία του Τόμας Μαν.

 

 ΤΕΣΣΕΡΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ  ΓΙΑ  ΤΟΝ  ΤΟΜΑΣ  ΜΑΝ

                       Ο THOMAS  MANN (εκατό χρονών)

     Πέρασαν εκατό χρόνια από τη γέννησή του και τον Αύγουστο έκλεισαν είκοσι χρόνια από το θάνατό του. Για έναν συγγραφέα ερωτευμένο με τον θάνατο και την άβυσσο, ομολογουμένως, 80 χρόνια ζωής δεν είναι λίγα! Το 1975 εορτάστηκε στην οικουμένη η εκατονταετηρίδα του με φόρους τιμής πολλούς και ποικίλους με επανεκδόσεις έργων του (και πότε έπαψαν να εκδίδονται τα έργα του!) και κυρίως μ’ ένα συγκινητικό μνημόνιο τιτλοφορούμενο «Άγραφες Μνήμες» από τη σύζυγό του τη ERAU MANN που είναι 92 χρονών… Είς επίμετρον, υπάρχουν 4 μεγάλοι τόμοι ημερολογίου του MANN που θα εκδοθούν αυτό το χρόνο και είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης του… Αφορμή για το σημείωμά μου είναι ένα άλλο σημείωμα του κ. Βασίλη Λαζανά για το MANN που δημοσιεύθηκε πρίν λίγους μήνες στο περιοδικό «Νέα Εστία». Παραδέχομαι πώς διάβασα με λίγο κέφι και αρκετή ειρωνεία το γραφτό του κ. Λαζανά για το MANN. Είναι (το γραφτό του) η αιώνια, ανιαρή και μάταιη προσπάθεια του σχολαστικού να μιλήσει για τη μεγαλοφυϊα. Θα μου επιτρέψετε να μεταφέρω μερικές «κρίσεις» και «τοποθετήσεις» του κ. Λαζανά για το MANN για να δείτε πώς η καλή προαίρεση κ’ ο σχολαστικισμός, πολλές φορές, βαδίζουν χέρι-χέρι. Μόνο μερικές «κρίσεις» και «τοποθετήσεις» γιατί καθώς σωστότατα έγραψε κάποτε κ’ ο ίδιος ο MANN, στο κάτω- κάτω της γραφής ο συγγραφέας δεν γίνεται να τα γράψει όλα! Ο MANN (ο διάσημος Γερμανός συγγραφέας, κατά τον κ. Λαζανά) δεν πήρε το Νόμπελ για το «Μαγικό βουνό» αλλά για τους “BUDDEN BROOKS”. Το τάλαντο «του διάσημου αυτού συγγραφέα συνεχώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται» μας πληροφορεί ο δεινός αυτός γνώστης, των λογοτεχνικών κειμένων ύστερα από τη συγγραφή του «Θανάτου στη Βενετία» οπότε κλείνει και η πρώτη από τις τέσσερις περιόδους της πνευματικής εξελίξεως του! Στη δεύτερη περίοδο του MANN πληροφορούμεθα πώς ο συγγραφέας εισέρχεται στην πολιτική και κοινωνική δραστηριότητα (και είναι, στο μεταξύ, 55 χρονών!). Η τρίτη περίοδος περιλαμβάνει το λαμπρό μυθιστόρημα, βιβλικής εμπνεύσεως, «ο Ιωσήφ και οι αδελφοί του» (1933-1943). «Είναι μια θαυμάσια εποποιϊα. Είναι μια μαγική αναδρομή που συναρπάζει και γοητεύει». Όσο για την τέταρτη περίοδο δεν υπάρχει, δεν μας την «αναλύει» ο κ. Λ. και ευχαρίστως τον συγχωρούμε γιατί στο μεταξύ, ξεχάσαμε-αισίως-τις τρείς πρώτες. Στο «Μαγικό Βουνό», μας λέει ο κ. Λ, «θίγονται κυρίως θέματα πολιτικά και κοινωνιολογικά, αλλά δεν λείπουν και οι συζητήσεις γύρω σε θέματα βιολογικά, ιατρικά, μετεωρολογικά, αστρονομικά, και κυρίως θέματα, που αφορούν την ψυχολογία και την ψυχανάλυση. Ο Μάν, με την τεράστια εγκυκλοπαιδική μόρφωση, που τον διακρίνει, διανθίζει το βιβλίο με αποσπάσματα από πορίσματα φυσιολόγων, βιολόγων, μετεωρολόγων, ψυχολόγων». Τουλάχιστον ο κ. Λ. έχει το θάρρος να βγάλει το πόρισμα πώς «η ανάγνωση του μυθιστορήματος κουράζει ίσως τον αναγνώστη αλλά…»….

     Ο «Τόνιο Κραίγκερ» είναι ένα από τα ωραιότερα πεζογραφήματα του Μάν, μας λέει ο κ. Λ. Η ματιά του σχολαστικού πάντοτε διαθλάται. Ποτέ δεν εισχωρεί. Είδε ο σχολαστικός τον «Κραίγκερ» σε όλες τις παγκόσμιες ανθολογίες και γι’ αυτό θα πρέπει να είναι «ένα από τα ωραιότερα πεζογραφήματα του Μαν.» Επίσης, ο σχολαστικός πάντοτε προσθέτει και διορθώνει κ’ έτσι ο κ. Λ. φροντίζει να παντρέψει (χωρίς την άδεια του συγγραφέα) τους παιδικούς φίλους του Τόνιο:  «Μια μέρα στο Μόναχο θα συναντήσει τον Χάνς και την Ίνγκεμπορν. Είναι σύζυγοι και ευτυχισμένοι». Αλλοίμονό μας. Δεν τους συναντεί στο Μόναχο αλλά κοντά στην Ελσινόρκ. Στη Δανία, και για την ακρίβεια δεν συναντά τα είδωλα της παιδικής του ηλικίας, τον ίδιο τον Χάνς και την ίδια την Ίνγκεμπορν, αλλά τύπους παρεμφερείς, ξανθούς, ωραίους και γαλανούς…

     Ο «Θάνατος στη Βενετία» δεν πάει πίσω γιατί σύμφωνα με τον κ. Λ, «έχει την ακόλουθη υπόθεση. Ο Γουσταύος Άχενμπαχ, γνωστός και διάσημος συγγραφέας, εγκαταλείπει την Γερμανία και ετοιμάζεται για ένα ταξίδι φυγής στη Βενετία που έχει ονειρικό διάκοσμο…». Γνωστός και διάσημος! «Το διήγημα αυτό είναι ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Η ψυχογραφία του ήρωα ενθυμίζει Προύστ και Δοστογιέφσκι. Το διήγημα αυτό, ένα από τα εκτενέστερα διηγήματα του ΜΑΝΝ…» Σούρχεται να βάλεις στο σκαμνί τον κ. Λ και να του βροντοφωνάξει με τον ίδιο σχολαστικισμό: «Ε! τα εκτενέστερα διηγήματα καλούνται νουβέλλες!». Αλλά που να πάρει χαμπάρι από κάτι τέτοια ψιλοπράγματα. Τελειώνει (και τω θεώ δόξα) το πόνημα ο κ. Λ. και δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι σόϊ συγγραφέας είναι ο MANN. Είναι άξιος, όπως γράφει, να τοποθετεί στο πλευρό του Γκαίτε ή μήπως είναι απλώς ένας «γνωστός και διάσημος συγγραφέας»; Κανείς, πετά το ακόντιο (ή την πέτρα) όσο φτάσει μα την πετάει μπροστά κι’ όχι πίσω…………………………………………………..

     Σ’ ένα δοκίμιό του ο ΜΑΝΝ περιγράφει τον εαυτό του σαν ένα «χρονικογράφο και αναλυτή της παρακμής έναν εραστή του παθολογικού, έναν εραστή του θανάτου, έναν αισθητή με ροπή προς την άβυσσο». Είναι σωστή η περιγραφή μα χρειάζεται μιά διασκόπηση. Υπήρξε ένας μετρητής της παρακμής αλλά ο ίδιος κάθε άλλο παρά παρηκμασμένος στάθηκε στη ζωή του. Τα φαινόμενα της μετάπτωσης απασχόλησαν βαθύτατα την προσωπικότητά του μα το πνεύμα του ζήτησε τους καθαρούς ζωογόνους χώρους της υγείας και της ανθρώπινης ισορροπίας. Υπήρξε ένας επικληνής της αβύσσου, ώρμησε με ακατάσχετην ορμή προς το χάος, ο θάνατος τον σαγήνευσε μα προσέδωσε στο θέμα του θανάτου μιά σημασία συγκλονιστικότερη και δυνατότερη από την απλή αποσύνθεση ενός ζωικού οργανισμού. Ο θάνατος, στο έργο του πολλές φορές, συμπληρώνει και τελειοποιεί την ζωή. Δεν υπήρξε ποτέ νέος μα τον αιχμαλώτιζαν τα νειάτα: σ’ αυτά εύρισκε και με αυτά ταύτιζε όχι μόνο τις υπέρτατες στιγμές της σεξουαλικότητας αλλά και την εκτυφλωτικήν αποκάλυψη της απειλητικής μορφής της ειμαρμένης. Τα νειάτα εξαγγέλλουν κάθε διαφοροποίηση, υπογραμμίζουν το προσωπικό δράμα των αυξομειώσεων, των τραγικών διχασμών, των διαστάσεων, των διαφωνιών, αυτά είναι ο μετρητής του άλματος προς τον αυτοέλεγχο, προς τα ζείδωρα ρεύματα των αμφιταλαντεύσεων. Η ζωή του ΜΑΝΝ, όπως σωστά παρατηρήθηκε, υπήρξε πενιχρή από αυτοβιογραφική άποψη. Ο ανυπέρβλητος χρονικογράφος της οικογένειας των BUDDENBROOCS στερείται, στην ουσία, βιογραφίας. Το κάθε τι είναι μελετημένο, προσεγμένο, αυστηρό, επίσημο, βαρύ, διαλεγμένο. Είναι κατ’ εξοχήν Γερμανός, αλλά συγκεντρώνει και συγκεφαλαιώνει στο έργο του ό,τι καλύτερο διαθέτει η φυλή αυτή, όλην την ικμάδα του πνεύματος της Ευρώπης. Αντίθετα από τον Βύρωνα που διασκέδαζε κατά κόρο στην Ιταλία και τον Σταντάλ που σύχναζε ανελλιπώς στην όπερα (και έγραψε και μιά βιογραφία για τον Ροσίνι), ο MANN 26 χρονών στην ακμή της νειότης του εγκλείστηκε τρείς μήνες στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στην Ιταλία για ν’ αποτελειώσει τούς BUDDENBROOCS. Όμοια, ο ευτυχισμένος οικογενειάρχης, ο πατέρας 4 παιδιών, ο αφοσιωμένος σύζυγος, ο αναγνωρισμένος συγγραφέας θα γράψει το 1911 το «Θάνατο στη Βενετία» ένα έργο όπου ο έρωτας σαν ένα λυγρό σήμα, σα γάγγραινα ή σαν τύφος, θ’ αφανίσει με δραματική ένταση μιά ζωή, έναν ανθρώπινον οργανισμό με φανερά σημεία ακαδημαϊσμού και αρτηριοσκλήρυνσης. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει ταράξει την κράση του  THOMAS MANN: ό,τι άρχισε στην αρχή συνεχίστηκε έως το τέλος. Γάμος, παιδιά, βιβλία, άρθρα, διαλέξεις, χιλιάδες γράμματα, δημόσιες προσφωνήσεις, εξορία, επιστροφή στην Ευρώπη, τιμές και άλλες τιμές, θάνατος. Ο εραστής του παθολογικού όχι μόνον υπήρξε «ομαλός», όπως συνηθίζεται να λέγουν, αλλά μονογαμικός. Τίποτα δεν διακρίνει τη ζωή του. Ούτε ερωτικές εκτροπές όπως είχε το μοναδικό και αδιάσειστο είδωλό του ο Γκαίτε, ούτε ένθεη μανία όπως ο Νίτσε, ούτε ανισορροπία όπως ο Βάγκνερ, ούτε τραυματική και εξοργισμένη μοναξιά όπως ο Σοπενχάουερ, ούτε κρίση και κατάρρευση όπως ο Χέρμαν Έσσε, ούτε νευρασθενικές θηλυπρέπειες όπως ο Προύστ, ούτε άγονη φοβία όπως ο Κάφκα. Η ζωή του υπήρξε τέλεια κουρδισμένη και αυτή η τέλεια ενορχίστρωση αντανακλάται στο έργο του, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο  και καλύτερο του μέρος του. Σε όλη του τη ζωή φαίνεται καθαρά η προσπάθεια που κατέβαλε να κατανοήσει το ποιόν του μεγάλου καλλιτέχνη-του εαυτού του. Στο έργο του, με θαυμαστή μαεστρία σπουδάζει την ύπαρξη του καλλιτέχνη και με περισσότερο φόβο παρά υπερηφάνεια ψάχνει για τις ρίζες του, την θέση του στην αστική κοινωνία και το νόημα της θυσίας και της αυταπάρνησης που προϋποθέτει η δημιουργία του καλλιτεχνήματος. Από την αρχή δρούν τ’ αντίθετα μέσα στο έργο του. Από την αρχή- αρχή, απ’ αυτόν τον ίδιο τον τίτλο: TONIO Κραίγκερ κι’ όχι Αντόν Κραίγκερ. Μια βαθειά ψυχολογία συμβόλου και πληγής κινείται πέρα από την οικογενειακή ζωή, τις φλύαρες και τα καθημερινά φληναφήματα και τις διασταυρώσεις προσώπων προς μιά ρηξικέλευθη, κρυφή ζωή καταπίεσης φορτωμένης ερωτικό φαταλισμό και ανυπόφορης, περιπεπλεγμένης άρνησης. Οι απολαυές του κοινού αστού κι’ η πνευματική φύρα από τη μιά μεριά κι’ απ’ την άλλη η αιώνια πνευματική περιπλάνηση του καλλιτέχνη και το μαράζι του κι’ η περιφρόνησή του για τον κοινό αστό. Οι πόθοι, διάχυτοι, αυξομειώνονται όπως πολλές φορές τα νερά του σιντριβανιού κι’ ο MANN στην πρόζα του, όπως ο Ρίλκε στην ποίησή του, χρησιμοποιεί συχνά το σιντριβάνι σα σύμβολο ζωής.

     Το κλειδί που ρυθμίζει τους κρουνούς του σιντριβανιού μας το δίνει ο Τόνιο Κραίγκερ στην ύστατη φράση του προς τη Λισσαβέτα όταν λέει πως η αγάπη του για τους γαλανούς, με τα ξανθά μαλλιά, τα λαμπρά παιδιά του ήλιου είναι ένα κράμα μικρής περιφρόνησης και λυπητερής ζήλειας… Έτσι, ο αποξενωμένος καλλιτέχνης, ο Τόνιο Κραίγκερ θα νοιώθει ένα αθεράπευτο αλλά αισθητικό έρωτα για τον όμορφο γαλανό Χάνς. Όμως όσο βαθαίνει η τέχνη του και έρχεται η αναγνώριση και χτίζεται η καριέρα του ο MANN θ’ αντικαταστήσει τον Κραίγκερ με τον Άχενμπαχ και ο έρωτας του για τον αθώο Τάτζιο θα πάρει δαιμονικές διαστάσεις, θα είναι γεμάτος από τις πληγές της αποκάλυψης γεμάτος ολολυγόνες, χολέρα και χαύνωση, θεραπεία και νόσος, θάνατος και εκμαγείο τελειότητας. «Κάθε αρρώστια δεν είναι παρά έρωτας μεταμορφωμένος» λέει στους ασθενείς του ο δρ. Κροκόσκι, στο «Μαγικό Βουνό»- Έτσι και ο σχεδόν ηθελημένος θάνατος του καλλιτέχνη Άχενμπαχ δεν είναι παρά μιά αγάπη μεταμορφωμένη που σφράγισε την ζωή του μ’ ένα δραματικό, τέλειο νόημα. Ο κραταίβολος έρωτας του μεγάλου συγγραφέα για τον θεσπέσιο Πολωνό έφηβο δίνει μιά νέα διάσταση στη ζωή του και μετά θάνατον. Η σχέση, ή καλύτερα η σύμμειξη ζωής και θανάτου (ένα από τα αγαπημένα θέματα του ΜΑΝΝ) υγείας και αρρώστιας, ταλέντου και αισχρότητας, καλλιτεχνικής δημιουργίας και ποταπού πάθους, το αγέρωχο και το απεγνωσμένο του καλλιτέχνη, η ειρωνεία του δημιουργού κι’ οι πειρασμοί της σάρκας κι’ ό,τι κλείνει μέσα του την σήψη για την κατάκτηση της Γνώσης, όλες αυτές οι φοβερές ιδέες και δυναμικές θεωρίες, όλα αυτά τα σύμβολα τέλος, παίρνουνε σάρκα και οστά στα έργα του ΜΑΝΝ και γίνονται πράγμα σπουδαίο για τον αναγνώστη-ιστορικά πρόσωπα. Όταν ο μεγάλος πρωτοπόρος μουσικοσυνθέτης Λέβερκιν ακολουθώντας, θα έλεγε κανείς την μεγαλοπρεπή μελαγχολία του Νίτσε, αρπάζει σύφιλη ή πράξη του έχει κάτι από το απεγνωσμένο τραγικό μεγαλείο, κάτι από την ύβρι που συναντάς στις αρχαίες τραγωδίες, γιατί μιά τέτοια πράξη είναι παραβίαση του ίδιου μας του εαυτού. Αρρώστια μόλυνση, πόνος, είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει ο καλλιτέχνης μέσα στην αποξένωση και τη μοναξιά του για να δημιουργήσει ένα καλλιτέχνημα. Η πράξη του Λέβερκιν είναι μία αποθέωση. Μιά αποθέωση που πραγματοποιείται από τον ένα μύθο στον άλλο (ο Φάουστ στον Φάουστο), από τη μνήμη στην μίμηση, από τον πολυπράγμονα καλλιτέχνη στον άνθρωπο με σάρκα και κόκκαλα και αδήριτες ανάγκες: Ο Λεβέρκιν ακολουθεί την πόρνη Εσμεράλδα στην Ουγγαρία για να ενωθεί σωματικά μαζί της αλλά συνάμα θα πάει να παρακολουθήσει την πρώτη ευρωπαϊκή παράσταση της «Σαλώμης» του Στράους. Ένας κριτικός παρατήρησε πώς ο «Δρ. Φάουστους» είναι έργο βαθύτατα ευρωπαϊκό απ’ αυτά τα έργα που τα γράφει κανείς φορώντας μακρυά γάντια (η φράση αυτή θα σαγήνευε το Νίκο Καχτίτση) σε μιά κατάκρυα μαρμάρινη ευρωπαϊκή βιβλιοθήκη. Είναι, όντως, ένα έργο ευρωπαϊκό και παρουσιάζει με ενάργεια την ευρωπαϊκή κουλτούρα και τον άνθρωπο της Ευρώπης, έναν άνθρωπο σύνθετο τραυματισμένο, ευφάνταστο, και καβαλλικευμένον από διαβόλους: πάρε τις αδερφές Κλαρίσσα και Ινέψ που παραπαίουν σ’ ένα ολισθηρό, μεσαίας τάξης κόσμο-η μία αποτυχαίνει σαν ηθοποιός και σαν γυναίκα και παίρνει δηλητήριο, κι’ η άλλη αφού κάνει ένα γάμο συμβατικό ερωτεύεται τον βιολιστή Ρούντι και πιστεύοντας πώς «ο πόνος είναι αναξιοπρέπεια» γίνεται μορφινομανής και τέλος πυροβολεί τον εραστή της σ’ ένα τράμ. Αυτή η κατατονική μεγαλειώδης έρευνα του THOMAS MANN γύρω από το ευρωπαϊκό πνεύμα, την ιστορία, και τον πολιτισμό της Ευρώπης τον κάνει ανεπιφύλακτα κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο συγγραφέα του 20ου αιώνα.

     Δεν υπήρξε ο μεγάλος ανακαινιστής του μυθιστορήματος όπως ο JOYCE κι’ ο PROUST μα υπήρξε μεγάλος ανυπέρβλητος μυθιστοριογράφος. Ονόμασαν τη μέθοδο της γραφής του «συμβολικό ρεαλισμό» κι’ ότι και να σημαίνει αυτός ο όρος είναι εκ διαμέτρου αντίθετος απ’ αυτόν του JOYCE κι’ ο PROUST απασχολείται με τον «εσωτερικό» άνθρωπο, όχι όμως σαν υπομνηματιστής του αεννάου ρεύματος του υποσυνείδητου του ή σαν ιχνηλάτης των αναμνήσεων και των  αισθήσεών του. Η απασχόληση του MANN στρέφεται πιό πολύ γύρω από τον όγκο και το βάρος της κουλτούρας και των ιδεών, την επισώρευση αιώνων πολιτισμού γύρω από το άτομο’ και με πλούσια προμελέτη και δεξιοτεχνική αφήγηση της απαράμιλλης ευαισθησίας (η υφή του έχει το λείο και τη μεγαλοπρέπεια του μαρμάρου) δημιούργησε ένα εντυπωσιακό έργο μέσα στο οποίο ο μυθιστοριογράφος όχι μόνο απεικονίζει τη ζωή αλλά και προσθέτει στην εικόνα του μιά νέα αρτηρία, ένα σχόλιο συνταραχτικό, στα δυναμικά προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Στους νευρασθενικούς οραματισμούς του Κάφκα και του Προύστ, ο Τόμας Μάν προτάσσει ένα απλό πλαίσιο συμβολικού ρεαλισμού, μιά θεμελιώδη πίστη στη νίκη του ανθρώπου, στο πείσμα του θανάτου και του χαοτικού χρόνου. Υπήρξε, όπως και ο Αντρέ Ζίντ, ένας μαχόμενος, στρατευμένος λογοτέχνης. Η φήμη του (αν εξαιρέσουμε την μεταθανάτια φήμη του Κάφκα που άρχισε περί το τέλος της δεκαετίας του 1930)έχει επισκιάσει τη φήμη οποιουδήποτε Γερμανού πεζογράφου- συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του Χέϊνριχ Μάν. Τίποτε δεν στόμωσε την δημιουργικήν ορμή του. Σ’ ένα γράμμα του στον Χέρμαν Έσσε γράφει για την αυτοκτονία του ομοφυλόφιλου γιού του KLAUS: «Η σκέψη αυτή της ζωής της τόσο πρόωρα θερισμένης με γεμίζει θλίψη. Οι σχέσεις μου μαζί του ήταν δύσκολες και ένοιωθα πάντοτε ένα αίσθημα ενοχής γιατί απ’ την αρχή η ύπαρξή μου έριξε μιά σκιά στη δική του. Όντας νεαρός στο Μόναχο, ήταν θορυβοποιός πρίγκηπας κι’ οι περισσότερες πράξεις του ήσαν προσβλητικές. Αργότερα, στην εξορία έγινε σοβαρότερος και ηθικότερος εργαζόταν σκληρά, μα μ’ ευκολία και φούρια και σπασμωδικά… Παρ’ όλη την αγάπη και την βοήθεια που του δόθηκε, επέμενε να καταστρέψει τον εαυτό του στο τέλος δεν μπόρεσε να τον συγκρατήσει καμμιά σκέψη εντιμότητας, αμοιβαιότητας ή ευγνωμοσύνης». Είναι παράδοξο, ή μάλλον δεν είναι παράδοξο γιατί ο MANN είναι μεγάλος συγγραφέας αλλά τα λόγια αυτά συγκινητικά καθώς είναι για ένα πατέρα που έχασε το παιδί του, τα λόγια αυτά, τα παραινετικά, φαίνεται ν’ απευθύνονται πιό πολύ στον άνθρωπο γενικά παρά σ’ έναν άνθρωπο ειδικά τον KLAUSS MANN. «Περιγράφουμε το συνηθισμένο» είπε κάποτε ο MANN «μα το συνηθισμένο γίνεται παράξενο αν καλλιεργηθεί σε παράξενες βάσεις».

      Απ’ όλους τους μεγάλους συγγραφείς και κριτικούς που εκφράστηκαν μ’ ευλάβεια  και θαυμασμό για τη ζωή και το έργο του MANN ίσως τη μεγαλύτερη αξία να έχει η κρίση του κομμουνιστή φιλόσοφου Γκέοργκ Λούκατς: «Ο THOMAS MANN” γράφει στο βιβλίο του για το Μάν είναι ο εκλεκτός, σπάνιος τύπος του συγγραφέα που το μεγαλείο του συνίσταται στο να είναι ο καθρέφτης του κόσμου». Και συνεχίζει ο Λούκατς: «τον αποκαλέσαμε καθρέφτη του κόσμου, μα επίσης είπαμε πώς υπήρξε ο αντιπρόσωπος της συνείδησης της γερμανικής μεσαίας τάξης». Ήταν μάλλον κοντός, καστανός, μ’ ένα παχύ μουστάκι, που ξύρισε τις δυό τελευταίες δεκαετίες της ζωής. Στις φωτογραφίες του παρουσιάζεται περιποιημένος, σχεδόν ντυμένος άψογα. Ένας αμερικανός δημοσιογράφος που του πήρε συνέντευξη, λίγα χρόνια πρίν πεθάνει, έγραψε γι’ αυτόν: «… προχώρησα με δέος σ’ ένα δωμάτιο που θα έπρεπε να είναι υπνοδωμάτιό του: μιά χοντρή μάλλινη κόκκινη κάλτσα κρεμόταν από την ράχη μιάς καρέκλας’ το ταίρι της ήταν πεταμένο σε μιάν άκρη. Το παντελόνι του Μάνν, είναι μάλλινο γκρίζο παντελόνι ήταν ριγμένο στο κρεββάτι που ήταν ξέστρωτο και οι άκρες του άγγιζαν το πάτωμα. Διάφορα βιβλία ήταν ανοιχτά και ριγμένα με τα μούτρα πάνω στο γραφείο του. Ο Μάνν με γένια δυό ημερών… ο μεγάλος Μάνν μου φάνηκε σαν ένα ανθρωπάκι. Το 1944 γίνηκε αμερικανός πολίτης. Το 1954 ενδιαφέρθηκε για τις μεγάλες δίκες και τους κατατρεγμούς των ηθοποιών και σκηνοθετών του Χόλλυγουντ από τον Μάρκ-Άρθυ που έγραψε ένα συγκινητικό πρόλογο υπέρ αυτών σ’ ένα σχετικό βιβλίο. Σε μιά διάλεξη που έδωσε στο Πανεπιστήμιο Χούντερ της Νέας Υόρκης, κατάμεστο από συγγραφείς, καθηγητές και θαυμαστές του, πλησίασε μιά μικρή Νεγρέσσα φοιτήτρια, η οποία είχε εκφράσει τη σφοδρή επιθυμία, προηγουμένως να τον δει και να του σφίξει το χέρι μα το δέος της απέναντί του την εμπόδιζε να πάει κοντά του και τότε ο Μάνν της λέει: «Α! Δεσποινίς Μπράουν. Πόσο χαίρομαι πού σας γνωρίζω. Είμαι ο Τόμας Μάνν». Τ’ αγγλικά του ήταν φρικτά. Σε μιά άλλη περίπτωση όταν η οικογένειά του αναγκάστηκε να τυπώσει χιλιάδες κάρτες σαν απαντήσεις σε συγχαρητήρια μηνύματα απ’ όλο τον κόσμο για τα 15 του χρόνια με τυπωμένη την υπογραφή του Μάνν, αυτός παίρνει μιά από τις κάρτες στα χέρια του και με οργή ανάμικτη με αηδία φώναξε: «Βέβαια! Βέβαια… ο Έρικ Κάλερ… ο Κάλερ… τί θα λέει αυτός ο άνθρωπος. Είμαστε στην ίδια τάξη στο δημοτικό….». Κι’ ο γέρος και μεγάλος και δοξασμένος συγγραφέας που δεν ξέχασε τον παληό συμμαθητή του στη Γερμανία, έγραψε με το ίδιο του το χέρι την κάρτα προς τον φίλο του.

      Μέχρι τα τελευταία του χρόνια άκουγε κλασσική μουσική σ’ αυτούς τους παληούς φωνόγραφους με το τεράστιο χωνί και το χερούλι. Δεν απαρνήθηκε ποτέ τη μεγάλη του αγάπη-τον Βάγκνερ-πού πάνω στα δικά του μουσικά πρότυπα στήριξε την περίφημη τεχνική του Λάϊτμοτίβ στην πρόζα του, μα άρχισε προς το τέλος ν’ ακούει και γαλλικές όπερες, ξεχωρίζοντας τον Φάουστ του Γκουνώ ανάμεσα σ’ αυτές. Δεν απαρνήθηκε ποτέ την πατρίδα. Ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη για το ότι υπήρξε Γερμανός σε μιά περίοδο που η Γερμανία προξένησε συμφορές στον κόσμο και σε στιγμές νηφάλιες μίλησε με θέρμη για την Ένωση των δύο Γερμανιών. Ο Λούκατς είπε για τον Μάνν ότι αντιπροσωπεύει τη συνείδηση της μεσαίας τάξης. Άλλοι είπαν ότι αντιπροσωπεύει τη συνείδηση του ανθρώπου, γενικά, χωρίς τάξεις και διακρίσεις. Χρειάζεται συνείδηση να είσαι Γερμανός, να εξορίζεσαι γιατί δεν είσαι χιτλερικός και να ζητάς και από πάνω την συγγνώμη του κόσμου…

ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ, περιοδικό Δωδεκάτη Ώρα τχ. 16/Γενάρης-Φλεβάρης 1976, σ.171-174

                ΤΟΜΑΝ  ΜΑΝ

Ο Γερμανός συγγραφέας Τόμας Μάν γεννήθηκε το 1875 στη Λυβέκη και πέθανε στη Ζυρίχη το 1955. Πέρασε πολλά χρόνια της ζωής του στο Μόναχο, ώσπου το 1933 με την επικράτηση των χιτλερικών, αναγκάστηκε να φύγει για την Ελβετία κι αποκεί για τις ΗΠΑ όπου και πολιτογραφήθηκε. Οι χιτλερικοί άλλωστε του είχαν αφαιρέσει τη γερμανική ιθαγένεια. Ο Τόμας Μάν ήταν εθνικιστής γερμανός αλλά πάρα πολύ αντιχιτλερικός. Ένα από τα πρώτα και βασικά μυθιστορήματά του ήταν το Μπούντεμπρουκς. Το έργο αυτό ακολούθησαν οι νουβέλες Τόνιο Κρέγκερ, Βασιλική Υψηλότης, καθώς και κοινωνιολογικά δοκίμια. Αργότερα, έγραψε τα μυθιστορήματα Θάνατος στη Βενετία και Μαγικό Βουνό. Το Μαγικό Βουνό είναι βιβλίο πασίγνωστο διεθνώς. Κατά τον πόλεμο και μετά από αυτόν, ο Μάν έγραψε το μεγαλειώδες βιβλικό μυθιστόρημά του Ο Ιωσήφ και τ’ αδέλφια του, καθώς και τα έργα Η Λόττε στη Βαϊμάρη, και Δόκτωρ Φάουστους. Ένα από τα μεταγενέστερα έργα του είναι Ο Εκλεκτός. Πρόκειται για την επεξεργασία ενός μεσαιωνικού θρύλου, όπου ο Τόμας Μάν αποδίδει στο ανεξερεύνητο της Θείας Χάρης μεγαλύτερη σημασία από όσο σε κάθε ανθρώπινη κρίση.

     Το βασικό δίλημμα με το οποίο παλεύει στα έργα του ο Τόμας Μάν είναι, αν ο άνθρωπος πρέπει να ακολουθεί τη ζωή της δράσης ή τη ζωή του πνεύματος προκειμένου να κερδίσει το χρόνο και τη ζωή κατανικώντας την αρρώστια και το θάνατο. Ιδιαίτερα στο Μαγικό Βουνό γίνονται μεγάλες και πολύ συναρπαστικές συζητήσεις ανάμεσα σε πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν τις διάφορες, φαινομενικά τουλάχιστο, αυτές απόψεις.

      Σ’ όλα τα έργα του Τόμας Μάν διαφαίνονται οι πνευματικές επιδράσεις του Βάγκνερ, του Σοπενχάουερ και του Νίτσε. Από τον Νίτσε επηρεάστηκε πολύ στο ύφος. Σαν παράδειγμα για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του ο Μάν είχε πάντοτε τον Γκαίτε, για τον οποίο είχε γράψει πολλά και σπουδαία πράγματα, και σαν πρότυπο μυθιστοριογράφου τον Λέοντα Τολστόη.

      Ο Τόμας Μάν θεωρήθηκε από πολλούς, και όχι άδικα, ως Ντοστογιέφσκι του αιώνα μας. Αλλά ένας Ντοστογιέφσκι που προσπάθησε να διερευνήσει με τη λογική και όχι με το ένστικτο το ανθρώπινο σκοτάδι.

     Πάντως, ο Τόμας Μάν στάθηκε ο μεγαλύτερος Γερμανός συγγραφέας του 20ου αιώνα. Απόσπασμα από το «Μαγικό Βουνό» δημοσιεύουμε παρακάτω.

Γ. Ι. Ι. περιοδικό Ελεύθερη Γενιά τεύχος 16/11-11-1977.

          ΤΟΜΑΣ  ΜΑΝ  ΚΑΙ  ΡΙΛΚΕ

ΓΙΟΡΤΑΖΟΝΤΑΙ ΕΦΕΤΟΣ ΤΑ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ’ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥΣ.

ΒΟΝΝΗ, Φεβρουάριος. Ιδ. Υπηρ.

     Στη διάρκεια του 1975, ο φιλολογικός κόσμος θα τιμήσει τη μνήμη δύο μεγαλοφυϊών, που δεν έχουν καμιά ομοιότητα μεταξύ τους και που ίσως δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ο πρώτος είναι ο μυθιστοριογράφος Τόμας Μάν, από μεγάλη οικογένεια του  Λύμπεκ, που πήρε το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1929. Ο άλλος, ο Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, που γεννήθηκε στην Πράγα και θεωρήθηκε στις αρχές του αιώνα μας σαν ποιητής με μεγίστη επιρροή. Τα εκατό χρόνια από τη γέννηση και των δύο αυτών λογοτεχνών, θα δώσουν αφορμή σε πλείστες εκδηλώσεις.

      Το γενικό ενδιαφέρον συγκεντρώνεται αναμφισβήτητα πάνω στον Τόμας Μάν και το έργο του, η ακτινοβολία του οποίου παραμένει πολύ μεγάλη. Οι εκδόσεις Φίσερ, που έχουν εκδώσει ολόκληρο σχεδόν το έργο του Μάν, από το πρώτο του κιόλας αριστούργημα, «Οι Μπούντεμπρουκς» (1901), σπεύδουν να βγάλουν μιά νέα σειρά των Απάντων του, που είχαν εξαντληθή από το 1964. Η έκδοση του 1960 αριθμούσε δώδεκα τόμους, ενώ του 1975 θα έχει ένα τόμο επί πλέον.

     Το Λύμπεκ δεν θα παραλείψει φυσικά να τιμήσει ιδιαίτερα το διασημότερο από τα τέκνα του, μολονότι, τον είχε απαρνηθή του 1901 με το σκάνδαλο που είχε δημιουργηθή στη συντηρητική κοινωνία της παλιάς αυτής πόλεως όταν πρωτοκυκλοφόρησαν «Οι Μπούντεμπρουκς» ή «Η παρακμή μιάς οικογένειας». Η συμφιλίωση δεν επήλθε παρά το 1955, τη χρονιά του θανάτου του, που τον έκανε και επίτιμο δημότη του. Έχει αναγγελθή μιά «εβδομάδα Τόμας Μάν» στην οποία θα παραστούν γνωστοί επιστήμονες και συγγραφείς (μεταξύ άλλων, ο Χάινριχ Μπέλ, ο Άλφρεντ Άντερς, ο Βάλτερ Γιέν) που θα κάνουν ανακοινώσεις και συζητήσεις. Η «εβδομάδα» θα κλείσει την  6 Ιουνίου (ημέρα που γεννήθηκε ο συγγραφέας) με μια μεγάλη τελετή στην οποία θα παρευρεθή και ο Μικαέλ Μάν, γιος του Τόμας Μάν. Αλλά και το Μόναχο, όπου ο Τόμας Μάν έζησε πολλά χρόνια, θα τιμήσει τη μνήμη του μεγάλου συγγραφέα, μ’ ένα επιστημονικό συνέδριο, που θα κρατήσει από τις 26 έως τις 30 Μαϊου και στο οποίο θα παραστούν σαράντα προσωπικότητες των Γραμμάτων.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας που διεκδικεί για λογαριασμό της τον Χάινριχ Μάν, αδελφό του Τόμας Μάν, που υπήρξε και αυτός εξαίρετος συγγραφέας, ανήγγειλε για το 1975 την έκδοση των Απάντων του Τόμας Μάν σε 12 τόμους, εκθέσεις κι’ ένα επιστημονικό συμπόσιο. Η πιο εντυπωσιακή ωστόσο εκδήλωση Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας και που θα φέρει τη σφραγίδα κατά κάποιον τρόπο της πολιτιστικής της πολιτικής, θα είναι η κινηματογραφική προβολή του μυθιστορήματος «Η Λόττε στη Βαϊμάρη» με τη Λίλη Πάλμερ στον πρώτο ρόλο.

Η ταινία αυτή της DEEFA, την οποία γύρισε ο Εγκόν Γκύντερ θα προβληθή συγχρόνως στις οθόνες της Βαϊμάρης και του Λύμπεκ στις 6 Ιουλίου. Θα πρόκειται περί πανγερμανικού γεγονότος άνευ προηγουμένου. Εν τω μεταξύ, το Χέσσιστερ Ρούντφουνκ ανήγγειλε  μια νέα κινηματογραφική διασκευή των «Μπούντενμπρουκς» και ο παραγωγός Φράντς Ζάιτς από το Μόναχο θα δοκιμάσει την τύχη του με το μυθιστόρημα «Ουνόρντνουνγκ ούντ φρύες  Λάιντ».

     Σε σύγκριση με τα μεγαλεπήβολα αυτά σχέδια, ο εορτασμός πού προβλέπεται για τον Ρίλκε μοιάζει μάλλον πενιχρός. Η σπουδαιότερη εκδήλωση θα είναι κατά τα φαινόμενα, μία έκθεση στο «Σίλλερ-Νασιονάλμουζέουμ» του Μάρμπαχ, που θα ανοίξει στις 10 Μαϊου. Αναγγέλλεται επίσης ένα «Καλοκαίρι Ράινερ Μαρία Ρίλκε» από την ελβετική πόλη Σιέρ, κοντά στην οποία (στον πύργο του Μυζό συγκεκριμένα) ο Ρίλκε έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και ετάφη το 1926.Στο Σιέρ θα εκτεθούν τα χειρόγραφα και οι επιστολές του Ρίλκε που έχουν διασωθή. Οι θαυμαστές του ποιητή θα μπορέσουν επίσης να τιμήσουν τη μνήμη του επισκεπτόμενοι τον πύργο του Ντουίνο, κοντά στην Τεργέστη, όπου ο Ρίλκε έγραψε το 1912 τις δύο πρώτες «Ελεγείες του Ντουίνο» και όπου υπάρχει ένα Κέντρον Ρίλκε» από το 1972.

WILLEM P. ENGEL,  εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 9/2/1975.

        ΤΟΜΑΣ  ΜΑΝ: Τυχοδιώκτης ο Χίτλερ

Βιβλίο με τα κείμενα εκπομπών από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι τον Μάϊο του 1945

Οι ραδιοφωνικές εκπομπές του συγγραφέα προς τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.

     Μέσα στη δυσθεώρητη δημιουργική εργογραφία του Thomas Mann (1875-1955) χάνονται κυριολεκτικά οι περιβόητες ραδιοφωνικές εκπομπές του προς τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του τρομακτικού τελευταίου πολέμου (1). Στον πρόλογο της πρώτης εκδόσεως του σπάνιου αυτού, και σήμερα ακόμη, βιβλίου ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας που τα είχε βάλει προσωπικά με τον Χίτλερ και όλο το σύστημά του, διηγείται πώς εκείνος όταν ήταν ακόμη στην Αμερική, μιλούσε από το BBC του Λονδίνου προς την «σκλαβωμένη από τον εθνικοσοσιαλισμό» Γερμανία, στην αρχή με τη φωνή άλλου Γερμανού και τελικά με τη δική του, όταν αυτό έγινε τεχνικά δυνατό με τη διαβίβαση από το τηλέφωνο του φωνογραφικού δίσκου που η εγγραφή γινόταν ζωντανή με τον Τόμας Μάν στην Αμερική και την έστελναν με μακρά κύματα-τα μόνα κατάλληλα για τους τύπους των γερμανικών ραδιοφωνικών συσκευών της εποχής του Χίτλερ-στη Γερμανία και στις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης.

     Οι εκπομπές αυτές με τη ζωντανή φωνή του παγκοσμίως γνωστού συγγραφέα με το γιγαντιαίο  έργο και το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ήσαν μηνιαίες, άρχισαν τον Οκτώβριο του 1940 και η τελευταία έγινε στις 10 Μαϊου 1945, όταν είχε πια τελειώσει ο πόλεμος. Η απήχησή τους ήταν τεράστια και το κοινό τους όχι μόνο το γερμανόγλωσσο της Ευρώπης.

     Ξαναδιαβάσαμε με κάποια χρονική απόσταση από τα γεγονότα τις 25 αυτές εκπομπές, για να διαπιστώσουμε τελικά ότι οι μεγάλοι συγγραφείς γράφουν  για το μέλλον και κατανοούνται καλύτερα από τους ανθρώπους του μέλλοντος ακόμη και αν γράφουν για συμβάντα του παρόντος και με τον πόνο που τους προκαλεί το παρόν. Μέσα στο πάθος του ζωντανού λόγου και τους κεραυνούς και τις καταστροφές του πολέμου απευθύνεται ο Γερμανός Τόμας Μάν προς τους συμπατριώτες του, όσους πούλησαν τη ψυχή τους στη δαιμονισμένη φύση του τυράννου τους, αλλά ο λόγος του δεν είναι στιγμιαίος, ημερόβιος, δημοσιογραφικός.

     Μέσα στις εξάρσεις των ακραίων επιθέσεών του κατά του Χίτλερ, που τον θεωρεί ως το πνεύμα του κακού, έναν παρανοϊκό αλιτήριο τυχοδιώκτη  της ιστορίας ο αναγνώστης θυμάται τα λόγια του Τόμας Μαν που τύπωσε μάλιστα με αραιά γράμματα στο μυθιστόρημά του Το μαγικό βουνό. Γράφει εκεί: «Για χάρη της καλοσύνης και της αγάπης δεν πρέπει ο άνθρωπος να παραχωρεί στο θάνατο την επικυριαρχία πάνω στις σκέψεις του».

Στη νεορομαντική πρώτη φάση του, ισχυρή δημιουργική επιρροή άσκησαν στον Τόμας Μάν ο Νίτσε, ο Σοπενχάουερ, η μουσική του Βάγκνερ και αργότερα η ποίηση και ο στοχασμός του Γκαίτε.

     Οι σχέσεις του με τον χριστιανισμό πέρασαν από διάφορα στάδια κριτικής και αμφισβήτησης, σε βαθμό που η Εκκλησία να κρατήσει απέναντί του επιφυλακτική στάση. Ανάλογες υπήρξαν και οι πολιτικές απόψεις του, που τον έφεραν κοντά στα αριστερά κινήματα της εποχής του. Και όταν το αίτημά του για μια «συμμαχία της συντηρητικής πολιτισμικής ιδέας με την επαναστατική κοινωνική σκέψη, μια σύνθεση Χέντερλιν- Μάρξ, ένα σύμφωνο ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Μόσχα» αποδείχτηκε ουτοπικό, προώθησε με διαλέξεις, διαλόγους και δημοσιεύματα την «ιδέα ενός νέου κοινωνικού ανθρωπισμού» που την αντέτασσε σαν αντίρροπη δύναμη στα δικτατορικά συστήματα της εποχής του, κυρίως τον χιτλερικό εθνικοσοσιαλισμό. Αλλά και ο Χίτλερ, ήδη από το 1933, όταν ανέβηκε στην αρχή, δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαδί: του αφήρεσαν όλους τους τιμητικούς τίτλους των γερμανικών πανεπιστημίων, του αφήρεσαν τη γερμανική υπηκοότητα, του εδήμευσαν την περιουσία και του έκαψαν τα βιβλία.

(1). Thomas MANN, Deutsche Horer! Funfundzwanzig . Radiosendungen  nach Deutschland. (Η πρώτη έκδοση δημοσιεύθηκε το 1942 στην Αμερική, η δεύτερη με όλες τις εκπομπές, τον Αύγουστο του 1945 στη Στοκχόλμη από τις εκδόσεις Μπέρμαν-Φίσερ. Το κείμενο της εκπομπής που μεταφράζουμε εδώ προέρχεται από τη δεύτερη έκδοση και τις σελίδες 29-30.

                   Η  εκπομπή του για την Ελλάδα

    Η εκπομπή του για τα πολεμικά γεγονότα στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, πέρα από τη συμβολικότητά της, δείχνει και την εσωτερική τραγωδία ενός ανθρώπου που υπέφερε πολύ από τους κακούς συμπατριώτες του μια ορισμένη εποχή.

          «Γερμανοί ακροατές,

     Έχω, βέβαια, συνείδηση του γεγονότος ότι δεν είναι σήμερα εύκολο να μιλήσει κανείς μαζί σας. Σαν τη βροχή πέφτουν οι ειδήσεις πάνω σας για νίκες, όπως πέφτουν οι εμπρηστικές βόμβες των ανθρωποβασανιστών που σας κυβερνούν πάνω στο Λονδίνο μεταβάλλοντας τις ψυχές σας-τουλάχιστον των αδύνατων, των κουτών και των βάναυσων- σε μια φλόγα ενθουσιασμού, απρόσιτη από κάθε συμβουλή. Με τα μεθυστικά μάτια σας βλέπετε μπροστά σας εικόνες που για κάθε άνθρωπο με το αίσθημα ακόμα της τιμής, είναι εικόνες φρίκης και αποστροφής: η ανόητη και αποκρουστική εικόνα του αγκυλωτού σταυρού, λόγου χάρη, που κυματίζει πάνω από το βουνό του Ολύμπου. Σύντομα θα κυματίζει και πάνω από την Ακρόπολη-είναι αναπόφευκτο. Πάντως σας έδωσαν πονηρά να καταλάβετε για κάθε ενδεχόμενο πως αυτή τη φορά το έδαφος δεν είναι ευνοϊκό για το μεγάλο κόλπο του «κεραυνοβόλου πολέμου»-, γρήγορες νίκες, όπως στο δυτικό μέτωπο, μάλλον δεν πρέπει να περιμένετε. Περιττή η πρόνοια. Τα πάντα γίνονται με γρηγορότερο ρυθμό απ’ ό,τι σας άφηναν να ελπίζετε κι απ’ ό,τι μερικοί  από σας φοβόντουσαν πως θα συμβούν. Η γερμανική πολεμική μηχανή-ένα τέρας της τεχνολογίας- λειτουργεί με καταπληκτική ακρίβεια και γρηγοράδα. Μπροστά της χάνει το νόημά του το ηρωικό θάρρος, η μηχανή αυτή δεν γνωρίζει έλεος, ο τεχνικός της θρίαμβος συντρίβει την πίστη, την εμπιστοσύνη στο δίκαιο, την ελευθερία τόσων λαών που ισοπέδωσε ως τώρα. Το στήθος σας θα φουσκώνει από περηφάνεια! Ποια περηφάνεια; Απέναντι σε έξι ή εφτά άνδρες από σας στέκεται όρθιος ένας Έλληνας. Ότι αυτός ο ένας τολμάει να υπερασπιστεί το στενό της ελευθερίας (που είναι οι Θερμοπύλες) προτάσσοντας το δικό του σώμα-αυτό είναι το καταπληκτικό, και όχι το ότι εσείς νικάτε. Πέστε μου αισθάνεστε άνετα στο ρόλο που το παιχνίδι της Ιστορίας σας επιβάλλει τώρα να παίξετε; Κι αν τύχει το σύμβολο της ανθρωπότητας, που είναι οι Θερμοπύλες, να ξαναγίνει πράξη στον ίδιο αυτόν τόπο; Και πάλι οι Έλληνες είναι οι νικητές! Και τότε, εσείς ποιοι είστε;

     «Οι τύραννοί σας δεν κουράστηκαν να σας λένε συνέχεια πως η ελευθερία είναι μια απαρχαιωμένη άχρηστη έννοια. Πιστέψτε με ότι η ελευθερία εξακολουθεί να είναι και θα είναι, ανέγγιχτη απ’ όλες τις φλυαρίες των ψευτοφιλόσοφων και τα βίτσια της πνευματικής ιστορίας, αιώνια ίδια όπως και πριν από 2000 και περισσότερα χρόνια, θα είναι το φώς και η ψυχή του δυτικού κόσμου, η αγάπη και η δόξα της ιστορίας θα ανήκουν σ’ εκείνους που πέθαναν γι’ αυτήν, και όχι σε όσους πέρασαν με τανκς από πάνω της και την έσβησαν. Αρνιέστε την αγάπη και τη δόξα όταν πιστεύετε πώς μόνο η επιτυχία μπορεί ν’ αντικαθιστά το παν. Τουλάχιστον ας θυμηθούν οι καλύτεροι από σας πως υπάρχει η ψεύτικη και η άδεια επιτυχία, η τιποτένια και η ολέθρια, η αντίθετη προς την πραγματικότητα και τη γνήσια που την κερδίζει κανείς υπηρετώντας την ανθρωπότητα και αναγνωρίζοντας την ανθρωπιά.

     Σείς πιστεύετε πάρα πολύ στη γυμνή και υλική επιτυχία, στη βία και στον πόλεμο. Αν ένας λαός, όπως ο γερμανικός αρνείται εφτά ολόκληρα χρόνια κάθε άλλη σκέψη εκτός από τον πόλεμο και την προπαρασκευή του, όταν παραμερίζει με βία κάθε τι που θα μπορούσε να βρει στο δρόμο της η σκέψη αυτή: λευτεριά, αλήθεια, ανθρωπιά, τη χαρά της ζωής-όταν ο λαός αυτός εγκαθιδρύει ένα ολοκληρωτικό κράτος πολέμου συγκεντρώνοντας όλες τις ικανότητές του σε αυτό και μόνο το σημείο: να ετοιμασθεί δηλαδή ηθικά και υλικά για τον πόλεμο και μάλιστα ανάμεσα σ’ έναν κόσμο που δεν είναι έτοιμος να πολεμήσει, που αντίθετα μισεί τον πόλεμο, που δεν πιστεύει πια σ’ αυτόν και που ηθικά πιστεύει ήδη στο ιδεώδες της ειρήνης- πώς δεν θάπρεπε ο λαός αυτός, μια και του επέβαλαν τον πόλεμο, να μην ξεπεράσει λίγο τον εαυτό του ώστε να δίνει την εντύπωση ότι συμμετέχει στη μεγάλη ιστορία των ανθρωπίνων πραγμάτων και στο ξεπέρασμα της ροής του κόσμου. Τις επιτυχίες δεν τις κάνουν μάγοι, δεν υπάρχει σ’ αυτές τίποτε το εκπληκτικό, τίποτε το αξιοθαύμαστο. Το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο. Τα πάντα στην περίπτωση αυτή είναι προσωρινά, χωρίς ισχύ διάρκειας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μεγαλαυχίες καμωμένες με αίμα.

     Σας λέω αυτή τη στιγμή της μεγαλύτερης-ή της όχι ακόμη μεγαλύτερης-καυχησίας σας πως ο κόσμος δεν θα σας παραδεχθεί για νικητές, πως η νίκη σας δεν θα γίνει δεκτή. Μην πιστεύετε πως είναι αρκετό να δημιουργήσει κανείς γεγονότα με ατσάλινη βία, γεγονότα που θα αναγκάσουν την ανθρωπότητα να υποκύψει κιόλας σ’ αυτά. Δεν θα υποκύψει μπροστά τους, γιατί δεν μπορεί να υποκύψει. Όσο κι αν χλευάζει κανείς τον άνθρωπο και κάνει για την ύπαρξή του σκέψεις γεμάτες πικρή αμφισβήτηση, υπάρχει ωστόσο μέσα σ’ αυτόν, παρόλη τη μιζέρια του, αναμφισβήτητος και άσβεστος ένας θεϊκός σπινθήρας, η σπίθα του πνεύματος και του αγαθού. Τον τελικό θρίαμβο του κακού, του ψεύδους και της βίας δεν μπορεί η ανθρωπότητα να τον δεχθεί, γιατί απλούστατα δεν μπορεί να ζήσει μαζί του. Ο κόσμος που θα ήταν αποτέλεσμα της νίκης του Χίτλερ, δεν θα ήταν μόνο ένας κόσμος της παγκόσμιας σκλαβιάς, αλλά ταυτόχρονα και ένας κόσμος του απόλυτου κυνισμού, ένας κόσμος τελείως ανίκανος να εξακολουθεί να πιστεύει στο καλό και στο υψηλό φρόνημα της ανθρώπινης φύσης, ένας κόσμος που θα ανήκει πέρα για πέρα στο κακό, που θα είναι υπήκοος του κράτους του κακού. Αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Αυτό δεν θα το ανεχθεί η ανθρωπότητα. Το ξεσήκωμα των ανθρώπων εναντίον ενός χιτλερικού κόσμου που θα σήμαινε την έσχατη απόγνωση του πνεύματος και του αγαθού-η επανάσταση αυτή είναι το πιο βέβαιο γεγονός. Θα είναι μία έκρηξη των στοιχείων της φύσης που θα μεταβάλει τα «σιδηρά γεγονότα» του χιτλερισμού σε λεπτή στάχτη.

»Είναι λοιπόν ανάγκη η επανάσταση της απόγνωσης της ανθρωπότητας εναντίον όλων των Γερμανών, να φτάσει ως αυτό το σημείο; »Γερμανικέ λαέ, διερωτώμαι πόσο περισσότερο πρέπει να φοβάσαι τη νίκη των τυράννων σου από τις ήττες τους;».

   ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Κ. ΕΝΕΠΕΚΙΔΗΣ, εφημερίδα Η Καθημερινή, Κυριακή 22 Μαρτίου 1998, σ.46.

Ελάχιστα:

     Συμπληρώνονται αύριο, 6 Ιουνίου, εκατόν σαράντα επτά χρόνια από την γέννηση του νομπελίστα συγγραφέα Τόμας Μάν. (Λίμπεκ 6/6/1875- Ζυρίχη, Ελβετία 12/8/1955). Έχοντας αναρτήσει τα δύο αμέσως προηγούμενα κείμενα για το έργο του και προσπαθώντας να συγκεντρώσω-και ασφαλώς να διαβάσω εκ νέου-κρίσεις και κριτικές για την συγγραφική του πορεία, αντιγράφω τέσσερα κείμενα τα οποία μας μιλούν για τα βιβλία και την συγγραφική του πορεία. Τρία ελλήνων και ένα ξένου συγγραφέα. Δυστυχώς, δεν στάθηκα τυχερός να βρω στο εμπόριο τα μυθιστορήματά του Τόμας Μάν που μου λείπουν, και κυρίως, την έκδοση της Ινδίκτου, Αθήνα 1999, «Στοχασμοί ενός απολίτικου», σε μετάφραση της Μαντώ Πουλή. Ένα βιβλίο που θα μου έδινε την δυνατότητα να εμβαθύνω περισσότερο στη σκέψη και την πολιτική φιλοσοφία του γερμανού συγγραφέα, από τα ίδια τα γραφόμενά του, παρά από τις κατά διαστήματα αναλύσεις και σχολιασμούς τρίτων, βιβλιοκριτικές που έχω στον φάκελό του. Άλλο «επί τας πηγάς» και άλλο «δια τας πηγάς». Έτσι, ενώ διάβασα ξανά την μακροσκελή και κατατοπιστική μελέτη του Θεόδωρου Δ. Παπαγγελή, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, «ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ ΤΟΥ THOMAS MANN ΚΑΙ Ο ΚΑΒΑΦΗΣ», σελίδες 131-154, στον 39ο τόμο τεύχος 1/ 1988 του περιοδικού «ΕΛΛΗΝΙΚΑ», μια συντομευμένη μορφή της μελέτης, όπως δηλώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στη πρώτη του σημείωση, δεν μπήκα στον πειρασμό να την αντιγράψω, (ίσως αυτόνομα σε άλλο σημείωμα για τον Τ.Μ.). Ούτε και ορισμένα άλλα ενδιαφέροντα κείμενα, όπως του Θοδωρή Δασκαρόλη, «Γερμανοί ακροατές!. Οι ραδιοφωνικές εκπομπές του Τόμας Μάν την περίοδο της εξορίας του», βλέπε περιοδικό «Αντί» τεύχος 821/2-7-2004, σ. 58-62, μία παρουσίαση η οποία έχει άμεση σχέση με την δημοσίευση του κειμένου του παλαιού καθηγητή ιστορικού Παναγιώτη Κ Ενεπεκίδη. Για να περιοριστώ σε δύο συγγενείς αναφορές σε ξενόγλωσσες εκδόσεις βιβλίων του Μαν. Ούτε θέλησα να αντιγράψω την βιβλιοκριτική της Φούλας Χατζιδάκη, «Η διάσταση καλλιτέχνη-αστού», στο λογοτεχνικό περιοδικό «Διαβάζω» τεύχος 60/12-1-1983, η οποία έχει άμεση σχέση με το πρώτο σημείωμα μια και βιβλιοκρίνει την μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη  των εκδόσεων «Ύψιλον», του έργου Τόνιο Κρέγκερ. Για την αγωνίστρια συγγραφέα και μεταφράστρια Φούλα Χατζιδάκη, πού έφυγε στις 6/12/1984, κόρη του καθηγητή Ν. Χατζιδάκη και ανιψιά του γλωσσολόγου Γ. Χατζιδάκη, δημοσιεύται ένα ευαίσθητο μικρό κείμενο στο περιοδικό «Διαβάζω» τεύχος 109/2-1-1985, σ.10. Η κριτικός υπήρξε σταθερή φίλη και συνεργάτης του περιοδικού μέχρι τον θάνατό της. Στο ίδιο τεύχος, διαβάζουμε και το αφιέρωμα στον επίσης γερμανό νομπελίστα συγγραφέα Έρμαν Έσσε, φίλο του Τόμας Μάν, (Η αλληλογραφία τους κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Βλέπε προηγούμενο σημείωμα). Την επιμέλεια του αφιερώματος είχε ο φιλόλογος και ποιητής, κριτικός Βασίλης Καλαμαράς. Στις σελίδες 36-39 του αφιερώματος δημοσιεύεται το κείμενο Τόμας Μαν- Έρμαν Έσσε. «Εισαγωγή του Τόμας Μάν σε μια αμερικάνικη έκδοση του «Ντέμιαν»». Δεν μετέφερα το κείμενό του στην Σουηδική Ακαδημία όταν του απονεμήθηκε στο Βραβείο Νομπέλ . «Βορράς: Η εστία της καρδιά», σ. 64-66. Δες τον τόμο «Ένας αιώνας Νόμπελ» Οι ομιλίες των συγγραφέων που τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ στον 20ο αιώνα» εκδόσεις «Καστανιώτη», 2000. Επιμέλεια-Επίλογος: Θανάσης Θ.  Νιάρχος, σαν επετειακό κείμενο. Και ορισμένα άλλα άρθρα που δημοσιεύτηκαν πριν και μετά την κυκλοφορία της Βιβλιογραφίας του Τόμας Μάν, από τον Λάμπρο Η. Μυγδάλη που μνημονεύσαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Όπως οι κριτικές του Απόστολου Σαχίνη για βιβλία του Μάν, ή του συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλου, «Η Ελευθερία των διλημμάτων», εφημερίδα «Τα Νέα» περιοδικό τεύχος 20/24-7-1999 κλπ. Επέλεξα το κείμενο του ελληνοαμερικανού ποιητή και μεταφραστή Νίκου Σπάνια, δίχως διάθεση αντιπαραβολής με τα κείμενα για τον Μάν του Βασίλη Λαζανά. Το ίδιο το κείμενο του Νίκου Σπάνια μιλά από μόνο του για την οπτική του συντάκτη του. Αντίθετα, το κείμενο της ομιλίας του Τόμας Μαν που παραθέτει στην δική του παρουσία ο Π. Κ. Ενεπεκίδης, θεωρώ, έπειτα και από τα πρόσφατα συνεχιζόμενα πολεμικά γεγονότα στην Ουκρανία, δηλώνει με τον πλέον ξεκάθαρο και σαφή τρόπο το που κινδυνεύει να οδηγηθεί ο ευρωπαϊκός πολιτισμός εν έτει 2022. Στο που βαδίζει με άφρονα τρόπο ο δυτικός κόσμος παρά τα φρικτά και εγκληματικά συμβάντα των δύο παγκόσμιων πολέμων, επί ευρωπαϊκού κυρίως εδάφους, και στο τι οφείλει ο σημερινός άνθρωπος να πράξει ώστε να μην οδηγηθούμε στον όλεθρο και την ολική καταστροφή. Και στην επίλυση των κρατικών διαφορών με διπλωματικές ενέργειες και διαβουλεύσεις. Ο φασισμός είτε ιδεολογικός είναι είτε οικονομικός, έχει πολλά πρόσωπα με τα οποία εκδηλώνεται και προσπαθεί να επιβάλλει την κυριαρχία του. Αν θεωρήσουμε αυτά για τα οποία μας μιλά ο Τόμας Μάν για τους συμπατριώτες του Γερμανούς, σαν έναν άγνωστο χ, και στην θέση του μπορούμε να βάλουμε κάθε ενέργεια αυταρχικού και αναθεωρητή των ιστορικών κατοχυρωμένων ηγέτη, τότε οι θέσεις και οι απόψεις του είναι ακόμα και σήμερα επίκαιρες παρά ποτέ. Αληθεύουν της καθόλου ιστορίας, καθώς εγκυμονούν δεκάδες ορατοί και αόρατοι κίνδυνοι αν δεν κατορθώσουμε να σταματήσουμε το κακό. Αν πρυτανεύσει το εγωιστικό συμφέρον είτε λαών είτε των ηγετών τους. Ο πόλεμος και τα αυταρχικά καθεστώτα δεν είναι λύση. Η ίδια η περιπέτεια της Ιστορίας του ανθρώπου μας το δηλώνει, έστω και αν από την εποχή του σκοτεινού φιλόσοφου Ηράκλειτου ο άνθρωπος πρεσβεύει το αντίθετο.  Η συνέχιση με σύγχρονα μέσα και ιδεολογίες της αδελφοκτόνου επιθυμίας Άβελ- Καϊν, απλά μας διδάσκει ότι δεν διδασκόμαστε τίποτα από την Ιστορία μας. Η τετραλογία του μυθιστορήματος «Ο Ιωσήφ και τ’ αδέρφια του» επίσης συμπληρώνει μέσω της μυθιστορίας τις πολιτικές σκέψεις του Τόμας Μάν. Ο όποιος επεκτατισμός δεν γίνεται αναίμακτα. Εκτός και εάν οι κανόνες της οικονομίας συνεχίζουν τα διδάγματα του αρχαίου έλληνα ιστορικού Θουκυδίδη. Έναν έλληνα ιστορικό που ή δεν τον διαβάσαμε ή τον παραδιαβάσαμε.

     Σε αυτό το τρίτο σημείωμα, ο γερμανός συγγραφέας φωτίζεται από μία άλλη πλευρά, από τα ίδια τα λεγόμενά του, και όχι από το πρίσμα του φακού των βιογράφων του. Όπως και νάχει, το ταξίδι της εξερεύνησης της συγγραφικής παρουσίας του Τόμας Μάν και η ανάγνωση των έργων του, δεν παύουν μετά από 147 χρόνια από την γέννησή του, να αποτελούν μια ευχάριστη περιήγηση στις σκέψεις, ιδέες, θέσεις και απόψεις του, ομιλίες, γραπτά ενός παγκόσμιας εμβέλειας συγγραφέα ο οποίος σημάδεψε εποικοδομητικά την παγκόσμια λογοτεχνία. Και είναι παρόν και σήμερα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

5 Ιουνίου 2022.

ΥΓ. Καλύτερα ένα διαρκές παιχνίδι με τις λέξεις παρά με βόλια, ή μήπως όχι;