Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2023

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΤΙΤΛΩΝ ΤΩΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

          ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ  ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΤΙΤΛΩΝ

ΤΩΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ Ι. ΙΩΑΝΝΟΥ

         Στην σειρά των ηλεκτρονικών σημειωμάτων μου για τον Γιώργο Ι. Ιωάννου συντάσσω ένα Αλφαβητικό Ευρετήριο Τίτλων των Πεζογραφημάτων του. Αριθμώ τα βιβλία-εκδόσεις-που έχω διαβάσει, σαν ένας μάλλον επαρκής αναγνώστης του. Ερευνώ και αποδελτιώνω τους τίτλους των διαφόρων ειδών της πεζογραφίας του, όχι απαραίτητα από τις πρώτες εκδόσεις των έργων του (μιά και δεν είμαι συλλέκτης αλλά αναγνώστης) που δεν έχω, βλέπε «ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ» ή επανεκδόσεις, «ΎΨΙΛΟΝ», «ΕΡΜΗΣ» κλπ. Κυκλοφορίες που όταν τις αναζήτησα στο εμπόριο ή σε παλαιοπωλεία δεν τις βρήκα, έτσι βασίζομαι στο υπάρχον βιβλιογραφικό υλικό και στις άλλες πηγές,-περιοδικά, σύμμεικτους τόμους, αφιερώματα τα οποία γνωρίζω. Όπου δεν υπάρχει γενικός τίτλος αλλά αριθμός καταγράφω το πεζό στο τέλος της αλφαβητικής κατάταξης. Συναντάμε μόνο ένα. Προσπαθώ να δώσω μία άμεση «στατιστική» καταγραφή τίτλων των δημοσιευμάτων του. Λέγοντας άμεση εννοώ όπου δηλώνεται το όνομα του πεζογραφήματος, πχ. Θεσσαλονίκη, και όχι στις έμμεσες αναφορές και μνημονεύσεις του Ιωάννου στα διάφορα δημοσιεύματά του για την συμπρωτεύουσα. Βασίστηκα κυρίως στα Περιεχόμενα των βιβλίων του προβαίνοντας σε σύγκριση ή αντιπαραβολή με πρώτες δημοσιεύσεις του σε εφημερίδες ή περιοδικά, το περιοδικό που εξέδωσε το «Φυλλάδιο», και είχαν πρωτοδημοσιευθεί. Και εφόσον σε ορισμένα από αυτά συναντάμε αλλαγή τίτλου ή αναδιάταξη, πρόσθεση ή αφαίρεση της ύλης. Όπου υπήρχε συνεχή ροή της ύλης και όχι διαμερισματοποίησή της σε ενότητες ή κεφάλαια,-πράγμα που σημαίνει ότι ήταν αδύνατο να συμπεριληφθεί στον αλφαβητικό κατάλογο, δίνω τις απαραίτητες διευκρινιστικές πληροφορίες ή τα στοιχεία που χρειάζονται στην εισαγωγή. Με τον τρόπο αυτόν, θεωρώ, ότι έχουμε ένα γενικό πανόραμα, μία εποπτεία της συγγραφικής- πεζογραφικής πορείας του Γιώργου Ιωάννου. Προσθέτω σημειώσεις και διευκρινίσεις τόσο στην εισαγωγή μου όσο και στον κατάλογο όπου θεώρησα ότι χρειάζονται. Υποστηρικτικές πηγές εκτός από τα βιβλιογραφικά στοιχεία τα οποία είχα συγκεντρώσει για το έργο του, αποκόμματα από εφημερίδες, μου στάθηκαν οι αναφορές του ίδιου τις οποίες συναντάμε στα βιβλία του. Επικουρικά της Αντιγόνης Βλαβιανού η οποία επιμελήθηκε την επανέκδοση των οκτώ τευχών του «Φυλλαδίου» του. Ποιήματα και Πεζά του Γιώργου Ιωάννου, όχι λίγα, έχουν συμπεριληφθεί ή έχουν ανθολογηθεί ακόμα και σε αποσπασματική μορφή σε διάφορες μελέτες, βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες με τις οποίες ο Γιώργος Ιωάννου συνεργάστηκε. Διαβάζουμε σχόλια, βιβλιοκριτικές ή σύντομες μελέτες για το έργο του ή και σε αυτές που ο συγγραφέας έδινε τις κατά καιρούς συνεντεύξεις του.  Ποιήματά του και Πεζογραφήματά του αναδημοσιεύονται παραδείγματος χάρη στο περιοδικό «Νέα Εστία» τχ. 1403/Χρ. 1985, στο περιοδικό «Ο Παρατηρητής» τχ. 9-10/12, 1988-2,1989. Το περιοδικό «Διαγώνιος» της πρώτης περιόδου. Στο περιοδικό «Δοκιμασία» του Γιάννη Δάλλα, στο περιοδικό «Αντί», στο "Αμφί" σε αρκετά τεύχη της «Λέξης» στο περιοδικό «Ερουρέμ» τχ. 3/Χειμ. 1984, στις εφημερίδες «Η Αυγή», «Η Καθημερινή», κλπ. Όπως οι σταθεροί αναγνώστες της ελληνικής λογοτεχνίας γνωρίζουν, ιδιαίτερα της πεζογραφίας του Ιωάννου, ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας υπήρξε συνεργάτης-αρθρογράφησε κατά διαστήματα- στις εφημερίδες «Πρωινή», «Καθημερινή» ενώ σε έντυπα του συγκροτήματος- οργανισμού Χρήστου Λαμπράκη, πχ. «Ο Ταχυδρόμος», «Το Βήμα» πριν και μετά την δικτατορία δημοσιεύονταν εργασίες, Πεζά του. Το ίδιο και σε άλλες εφημερίδες όπως η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Και τα διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά εντός και εκτός Αθηνών με τα οποία συνεργάζονταν ή του ζητούσαν συνεργασίες. Όπως πχ. το περιοδικό «Γιατί» των Σερρών το οποίο στάθηκε σταθερά υποστηρικτικό απέναντι στον συγγραφέα και του αφιέρωσε αρκετές σελίδες του. Δημοσιεύματα και Πεζά του Ιωάννου διαβάζουμε και στα επαρχιακά περιοδικά ή έντυπα από διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου ο Ιωάννου εργάστηκε ως καθηγητής, ή τον προσκαλούσαν να δώσει διαλέξεις ή ομιλίες. Βλέπουμε δηλαδή, ότι αν και πρωτοεμφανίστηκε σαν ποιητής στην Θεσσαλονίκη και πρωτοδημοσιεύτηκαν τα πρώτα του Πεζά στην γενέθλια πόλη του, στο περιοδικό «Διαγώνιος» του ποιητή και εκδότη Ντίνου Χριστιανόπουλου, η αξία και η φήμη του εξαπλώθηκε σταδιακά σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Μάλιστα, ο ίδιος ο Ιωάννου μας εξομολογείται στο αυτοβιογραφικό κείμενό του «Εις Εαυτόν»- τίτλος ο οποίος παραπέμπει στον στωικό Ρωμαίο αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο και τα απομνημονεύματά του-, ότι σε ορισμένες χώρες του εξωτερικού η εκεί επιστημονική και πανεπιστημιακή κοινότητα τον γνωρίζει περισσότερο από τις λαογραφικές του εργασίες πάνω στο Δημοτικό Τραγούδι, το Θέατρο Σκιών, Τα Παραμύθια, παρά σαν έλληνα πεζογράφο. Πράγμα που επιβεβαιώνει την αξία και την προσφορά του Ιωάννου στον ελληνικό λαϊκό μας πολιτισμό. Και πραγματικά, οι ανθολογήσεις των Ελληνικών Δημοτικών Τραγουδιών, οι Εισαγωγές και τα διασωθέντα έργα του Ελληνικού Καραγκιόζη και των Ελληνικών Λαϊκών Παραμυθιών φανερώνουν την ευσυνειδησία, την εργατικότητα, το συγγραφικό ήθος και επιμέλεια με την οποία δούλευε ο Ιωάννου. Τουλάχιστον για την εποχή του αυτές οι εργασίες απετέλεσαν σταθμός. Κρίμα που δεν εισακούστηκε από τους υπευθύνους του εκδοτικού οίκου που συνεργάζονταν τότε, ο «Ερμής», ώστε να κυκλοφορήσει σε δική του φροντίδα η Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη. Οι αναφορές γίνονται από τα Περιεχόμενα και δευτερευόντως από τις δικές μου πηγές, πχ. τα «Τετράδια Ευθύνης», το περιοδικό «Τομές», τη «Λέξη» το περιοδικό του ΑΚΟΕ, το γνωστό στην εποχή του «Αμφί», τα αφιερώματα σε συγγραφείς ή τα Συμπόσια, για να μην «τσουλήσω» προς την βιβλιογραφία, που δεν ήταν ο στόχος μου. Το αναφέρω αυτό γιατί στα Περιεχόμενα των βιβλίων όταν μνημονεύονται πρώτες δημοσιεύσεις δεν καταγράφονται οι σελίδες. Εκτός από ένα. Όπου πάλι, αναφέρεται η χρονολογία της δημοσίευσης στο έντυπο την αντιγράφω μέσα σε παρένθεση μετά τον τίτλο και πριν την κατηγορία.

     Ο σταθερός μελετητής του έργου του και φιλόλογος αναγνώστης Άρης Α. Δρουκόπουλος στην εξαιρετική και χρήσιμη εργασία του για τον πεζογράφο, «Γιώργος Ιωάννου, Ένας οδηγός για την ανάγνωση του έργου του», εκδόσεις Ειρμός, Αθήνα 1992, στο Εισαγωγικό Κεφάλαιο της μελέτης του, σ.25, ανοίγει την αυλαία της γράφοντας. «Το βιβλίο αυτό ασχολείται με τη δημιουργικό, πεζογραφικό κυρίως, έργο του Γιώργου Ιωάννου, που αποτελείται από 260 περίπου πεζογραφήματα, ποικίλου μεγέθους. Δεν είναι βέβαια μια εξαντλητικά συστηματική έρευνα των διαφόρων πλευρών του έργου του, ούτε ερευνά τις πηγές του όπως επίσης δεν είναι κριτική και αξιολόγηση του έργου αυτού. Είναι το αποτέλεσμα μιας ανάγνωσης προσεκτικής-όσο μπόρεσα-και εμπειρικής από πεζογράφημα σε πεζογράφημα και από βιβλίο σε βιβλίο του Ιωάννου». Ενώ, στην διευκρινιστική σημείωση για τον συνολικό αριθμό των πεζογραφημάτων που ο ίδιος εξετάζει σημειώνει: «Στον αριθμό των 260 δεν περιλαμβάνω όσα άρθρα περιέχονται στο βιβλίο Εφήβων και μη από τον αριθμό 32 και κάτω (η αρίθμηση στα περιεχόμενα του βιβλίου, σσ. 334-335)». Όπως και εμείς κατά την ανάγνωση του έργου του και την αποδελτίωση διαπιστώνουμε ο αριθμός 260 είναι σχετικός. Τα συνολικά δημοσιεύματα του Γ. Ιωάννου ενδέχεται να τον υπερβαίνουν. Ενώ στο βιβλίο του «Για τον Γιώργο Ιωάννου» εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2007, ο συγγραφέας και φίλος του ο Γιώργος Αράγης, στο κείμενό του «Το Λογοτεχνικό Πεζογραφικό Έργο του Γ. Ιωάννου» (πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλόλογος» τχ, 43, Θεσσαλονίκη 1986) προβαίνει σε γενικές νύξεις για τα πεζά του αριθμητικώς, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στα βιβλία του. Στην σελίδα 40 του σπονδυλωτού μελετήματός του ο Αράγης υπολογίζει σε περίπου 700 σελίδες το πεζογραφικό του έργο. Γράφει: «Πάντως με βάση την παραπάνω , αυστηρή και ενδεχομένως άδικη, διαλογή το λογοτεχνικό πεζογραφικό έργο του Ιωάννου φτάνει τις 650 με 700 πυκνοτυπωμένες σελίδες.». Σε αυτόν τον γενικό αριθμό των σελίδων αν τον κατανοώ ορθά, δεν συμπεριλαμβάνονται οι Μεταφραστικές εργασίες, οι Λαογραφικές του αντίστοιχες, οι εισαγωγές του για τα Λαϊκά μας Παραμύθια, τον Καραγκιόζη, τα Δημοτικά μας Τραγούδια, τα Δημοτικά Τραγούδια της περιοχής της Κυνουρίας. Οι Στίχοι του που μελοποιήθηκαν από τον μουσικοσυνθέτη Νίκο Μαμαγκάκη στον δίσκο «Κέντρο Διερχομένων» ή ανέκδοτες σελίδες από ημερολογιακές και άλλες του συγγραφικές δραστηριότητες. Η αλληλογραφία του και οι διάσπαρτες συνεντεύξεις του σε διάφορα έντυπα και εφημερίδες, (ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές). Πλούσιο υλικό από το οποίο αντλούμε χρήσιμα  και ενδιαφέροντα στοιχεία και πληροφορίες για την καλύτερη κατανόηση του έργου του, της προσωπικότητάς του σαν άτομο, της ιδιοσυγκρασίας του σαν χαρακτήρας. Για ορισμένες πλευρές του χαρακτήρα του, όχι και τόσο φωτεινές, όταν οι άλλοι τον εξόργιζαν, τον θύμωναν, τον πίκραιναν. Είναι πρόδηλη η αφοπλιστική η ειλικρίνεια του Ιωάννου όταν μας εξομολογείται ένα περιστατικό. Στο πως ένιωσε ότι «αντέδρασε» ο ποιητής και κριτικός Τάκης Σινόπουλος, όταν ο Ιωάννου, «σαν ταύρος σε υαλοπωλείο» του ανέφερε τι σκόπευε να γράψει και πώς να συμπεριφερθεί εναντίον του καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη για την γνωστή διένεξή τους. Έναν λίβελλο τον οποίο «ξεφώνισε» και σε Ομιλία του στον ίδιο χώρο στην Θεσσαλονίκη όπου είχε μιλήσει προγενέστερα ο Θεσσαλονικιός καθηγητής εναντίον της Πεζογραφίας του. Λέγοντάς μας χαρακτηριστικά (ο Ιωάννου) ότι αποχώρησαν από την Ομιλία του 12 έως 15 άτομα φίλοι του Μαρωνίτη ενώ έμειναν να παρακολουθήσουν καμιά 300σαριά. Αν και αναλογιζόμενος εκ των υστέρων όλο αυτό το σκηνικό που δημιουργήθηκε σημειώνει, ότι δεν θα έπρεπε να είναι τόσο σκληρός και ο λίβελλος να ήταν λιγότερες σελίδες. Να υπενθυμίσουμε ότι ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος ήταν από τους πρώτους και ελάχιστους οι οποίοι πρόσεξαν και έγραψαν- έστω και σε μία κάπως γενικόλογη-συντομία, για την πρώτη ποιητική συλλογή του τα «Ηλιοτρόπια», Θεσσαλονίκη 1954. Η άλλη κριτική φωνή ήταν αυτή του Κλέωνος Παράσχου. Τώρα και τα δύο αυτά πρώτα διασωθέντα κριτικά σημειώματα συμπεριλαμβάνονται στον τόμο «Για τον Ιωάννου»- Κριτικά Κείμενα, σε εισαγωγή και ανθολόγηση Δημήτρη Κόκορη, εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2013. Παρενθετικά να σημειώσουμε-όπως κάναμε και σε προηγούμενα ηλεκτρονικά σημειώματα για τον Ιωάννου, ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης έτρεφε θετικές απόψεις για τον Ιωάννου και το αντίστροφο. Μάλιστα ο Ιωάννου μιλά θετικά για την ποιητική συλλογή του Αγγελάκη «Η Μεταφυσική της μιας Νύχτας». Έτσι, σαν Πειραιώτες, θα αποτολμούσαμε να γράφαμε ότι ο πειραιώτης πανεπιστημιακός Δημήτρης Κόκορης, στέκεται με τις εργασίες του, αντιχάρισμα των Πειραιωτών στον Γιώργο Ιωάννου, όπως και η σοβαρή και σε βάθος εξέταση της ποίησης του από τον μεγαλωμένο στον Πειραιά πανεπιστημιακό Βρασίδα Καραλή στο περιοδικό «Διαβάζω». Και αν προσμετρήσουμε και τον μυθιστοριογράφο και φιλόλογο Γεράσιμο Δενδρινό και τα κείμενα που δημοσίευσε για τον Ιωάννου, τον Περαματιώτη ποιητή και εκδότη Γιώργο Χρονά και το περιοδικό του "Οδός Πανός", τον εικαστικό Γιάννη Τσαρούχη, και τον γράφοντα αυτά τα σημειώματα Γιώργο Χ. Μπαλούρδο, επιβεβαιώνουμε ότι αποτελούμε μια μικρή και σταθερή Πειραιώτικη "ομάδα" η οποία διαχρονικά διαβάζει και ενδιαφέρεται, αγαπά τα βιβλία του Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου. Χωρίς φυσικά να παίρνουμε τα «πρωτεία» από τους Θεσσαλονικιούς μελετητές του. Επανερχόμενος, στην χρήσιμη αποδελτιωτική εργασία του «Φύλλα κισσού για τον Γ. Ιωάννου. Δοκιμή βιβλιογραφίας (1954-2005)», ο φιλόλογος συνάδελφός του, αναγνώστης και ερευνητής του έργου του, Θεόδωρος Δ. Σαρηγιάννης, ακολουθώντας διαφορετικό δρόμο, δεν αποδελτιώνει τα Πεζά των βιβλίων του. Βλέπε σ.383-452.  Στον τόμο «Γιώργος Ιωάννου 1927-1985. Λόγος και Μνήμη». Αποθησαύρισμα Γιώργος Αναστασιάδης, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2006. Διαχωρίζω από την μεριά μου για τον αναγνώστη της ιστοσελίδας Λογοτεχνικά Πάρεργα τα δύο βιβλία της Ποίησής του και τα Περιεχόμενά τους-πάνω κάτω 90 τίτλοι ποιημάτων- από αυτά των Πεζογραφημάτων του, των Χρονογραφημάτων του, των Χρονικών του. Η τελευταία έκδοση των Ποιημάτων του των εκδόσεων «Σφεντάμι» Αθήνα 2014 περιλαμβάνει στις σελίδες 127-130 Αλφαβητικό Ευρετήριο των Ποιημάτων. Η εξέταση της θεματογραφικής ύλης, των περιεχομένων και η αποδελτίωση των ονομάτων και των γεγονότων και κοινωνικών και πολιτικών καταστάσεων και ιστορικών γεγονότων, των δημοσιευμένων πεζών και ερωτικών πέντε ποιημάτων του, των σκηνών από επιθεωρησιακά του σκετς, και των συνολικών σε αριθμό σελίδων του περιοδικού που εξέδωσε, το γνωστό «Φυλλάδιο- τρίμηνο περιοδικό πνευματικής ζωής», χρειάζεται ειδικότερη και ίσως, πιο εξονυχιστική ματιά. Υπάρχουν ασφαλώς οι εργασίες της Αντιγόνης Βλαβιανού, η οποία επιμελήθηκε την επανέκδοσή του, του ομότιμου καθηγητή Θεοδόση Πυλαρινού και άλλων. Και το γεγονός ότι τα Πεζά και ορισμένοι άλλοι κειμενικοί σχολιασμοί του και θέσεις του έχουν μεταφερθεί σε βιβλία του έχουμε πλέον μία σφαιρική συγκεντρωτική εικόνα, τι περιλαμβάνει η συγγραφική του παραγωγή. Όπως πχ. τις απόψεις του για τον ρόλο του συγγραφέα και στο πώς οφείλει να διαχειρίζεται το υλικό του, το ύφος και τους στόχους του. Οι σελίδες του περιοδικού στα μονά και διπλά τεύχη είναι: (1/Άνοιξη 1978, σ.20) (2/ Καλοκαίρι 1978, σ.28) (3-4/1978-1979, σ.60) (5-6/1982, σ.92) (7-8/1985, σ.88). Στον αριθμό των σελίδων των τευχών του περιοδικού οφείλουμε να συναριθμήσουμε τα οπισθόφυλλα και το εσώφυλλο του εξωφύλλου, εφόσον και σε αυτές τις έγχρωμες μέσα σελίδες δημοσιεύονται Μεταφράσεις του Γιώργου Ιωάννου. Όπου διαισθάνθηκα ότι χρειάζονται διευκρινίσεις για το είδος του πεζού ή άλλου είδους για την καλύτερη κατανόησή του Αλφαβητικού Καταλόγου ή την έκδοση των βιβλίων του τις συμπληρώνω, όσο μπορώ εν συντομία. Γιατί το ζητούμενο είναι ο πρώτος μάλλον Αλφαβητικός Κατάλογος που συντάσσεται για τα Πεζά του, τουλάχιστον ηλεκτρονικά και διαδικτυακά. Έπειτα από μιά ανάπαυλα πάνω στο έργο του Ιωάννου ενδέχεται να επανέλθουμε στις Λαογραφικές και Μεταφραστικές του εργασίες.

   Με το γράμμα Α δηλώνω τους τίτλους των Πεζογραφημάτων του. Με το γράμμα Β τα Δοκίμια/ Συνεντεύξεις/ Αλληλογραφία. Με το γράμμα Γ τα Θεατρικά του. Με το γράμμα Δ τις Μεταφράσεις του. Με το γράμμα Ε τα Λαογραφικά του. Ιδιαίτερη εξέταση και αποδελτίωση χρειάζονται τα κείμενά του, αυτοβιογραφικά και μη, οι κρίσεις του για έργα και συγγραφείς, πρόσωπα της λογοτεχνικής και κοινωνικής επικαιρότητας, τα φιλολογικά του σχόλια και τα ποιήματα ή κείμενα αφιερωμένα στον Ιωάννου. Προτίμησα να αναφέρω μόνο την αρχή της σελίδας που έχουμε στις τελευταίες σελίδες των Περιεχομένων των έργων του και όχι και την τελευταία, που ολοκληρώνεται το Πεζό, και έτσι να έχουμε μία συνολική άποψη για το πόσες είναι οι συγγραφικές του σελίδες, όμως σκέφτηκα ότι οι συνολικές συγγραφικές σελίδες του θα διαφέρουν. Θα είναι διαφορετικές στις χειρόγραφες αντιγραφές του, στων περιοδικών ή των εφημερίδων που δημοσιεύθηκαν.

   Αναγνωρίζω ότι ενδέχεται να είναι κάπως «άχαρο» αναγνωστικά, αυτού του είδους οι εργασίες, καταλογραφήσεις, αλφαβητικές αποδελτιώσεις, για τον μη σταθερό αναγνώστη της ελληνικής λογοτεχνίας, ο οποίος-η επιλογή δική του- ενδιαφέρεται να απολαύσει το πρωτότυπο ποίημα ή πεζό, άμεσα, «γυμνό», να το χαρεί και ίσως να το διαδώσει αναγνωστικά, δίχως δοκιμιακά υποστηρίγματα και αναλύσεις, ενδιάμεσες παρεμβάσεις και σχολιασμούς και φιλολογικές διαμεσολαβήσεις. Ευελπιστώ πάντως, όπως και ορισμένες άλλες παρόμοιες εργασίες που έχουν κυκλοφορήσει παλαιότερα εντύπως και γνωρίζουμε-πχ. κατάλογος Λέξεων του Γιώργου Σεφέρη, του Κ. Π. Καβάφη κλπ., και η παρούσα, όπως και αυτή των αλφαβητικών τίτλων των ποιημάτων που έχω αναρτήσει για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, κάπου και σε κάποιους να φανεί χρήσιμη. Δεν χρειάζεται νομίζω να αναφέρω ότι οι όποιες παραλήψεις ή ατέλειες,-ελπίζω όχι παρανοήσεις- βαρύνουν τον γράφοντα, και οι όποιες εποικοδομητικές συμπληρώσεις και διορθώσεις ευπρόσδεκτες.   

ΓΕΝΙΚΟΣ  ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1., «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ», Θεσσαλονίκη 1954

2., «ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ και κάποια άλλα ποιήματα 1954-1963», Ερμής, Αθήνα 1973 (ά έκδοση Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1963)

3., «ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1954-1985», Σφεντάμι, Αθήνα 2014

Α. ΠΕΖΑ

Α/1., ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα, ανατύπωση 1, 1979, σ.400. Ο συγκεντρωτικός τόμος συμπεριλαμβάνει και θρύμματα κρίσεων για το έργο του. «Μερικές κρίσεις για το έργο του Γ. Ιωάννου» σ.397-400.

Περιλαμβάνει τα βιβλία:

-Για ένα Φιλότιμο, Πεζογραφήματα, σ.9-102. (ά έκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1964).

-Η Σαρκοφάγος, σ.103-256, (ά έκδ . Κέδρος, Αθήνα 1971/1972).

-Η μόνη Κληρονομιά, Διηγήματα σ.257-392, «Στον Γιώργο Σουσούρα» (ά έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1974). «Στον αδελφό μου Θοδωράκη μνημόσυνο (1946-1964)».

Α1/(β)., Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ (πεζογραφήματα), εξώφυλλο Λουκά Βενετούλια, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1,1971, σ.136

Σημείωση: Από τα 29 ολιγοσέλιδα πεζογραφήματα τα οποία περιέχει «Η Σαρκοφάγος», το δεκασέλιδο τελευταίο «Ούκ ηπίστατο φεύγειν…», αφιερώνεται «Στον Άγγελο Καλογερόπουλο».

Α/2., ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ  ΘΡΗΝΟΣ (ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ), Τα σχέδια στο κείμενο και στο εξώφυλλο είναι του ΧΡΟΝΗ ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 11, 1980, σ.162.

Σημείωση: Ο «Επιτάφιος θρήνος» περιλαμβάνει 13 Πεζογραφήματα. Το πεζογράφημα «Η δασκάλα» που καταλαμβάνει τις σελίδες 125-145, αν η μνήμη δεν με απατά, είχε παρασταθεί στην ελληνική τηλεόραση, με την ηθοποιό Εύα Κοταμανίδου.

Α/3., ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΑΙΜΑ. ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Ε΄ έκδοση. Σχέδιο Β. Βασιλειάδη, «Στον Άγγελο Καλογερόπουλο, που ακόμα δεν το πιστεύω» εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 7, 1983, σ.228. (α΄ εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1978)

Σημείωση: Το βιβλίο περιλαμβάνει 16 Πεζογραφήματα. Το πεζογράφημα «Τα ίχνη της πυρκαγιάς», σ.165-182, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» 28/8/1977

Α/4., ΟΜΟΝΟΙΑ 1980. Πεζογράφημα. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΕΛΙΑΣ. Μακέτα εξωφύλλου-σελιδοποίηση: Στέλιος Κούτριας. Αναπαραγωγή φωτογραφιών Κώστας Γουλιάμος, «Στους φίλους γνωστούς και άγνωστους της Πλατείας». εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 10,1980, σ.140.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες του βιβλίου είναι ασπρόμαυρες. Ο Γιώργος Ιωάννου δημοσιεύει ένα μακροσκελές κείμενο το οποίο καταλαμβάνει τις σελίδες 10-138. Το κείμενο είναι δύο ή τριών γραμμών στο πάνω μέρος της σελίδας, ενώ οι φωτογραφίες καλύπτουν το υπόλοιπο μέρος των σελίδων. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο: «Ένα άλμπουμ με φωτογραφίες του Αντρέα Μπέλια από τη σημερινή Ομόνοια, μαζί με ένα εκτενές κείμενο του Γιώργου Ιωάννου. Η κίνηση της θρυλικής πλατείας και τα βαθύτερα κίνητρά της. Η τολμηρή περιγραφή και ανατομία της κοινωνίας των προσώπων που συχνάζουν εκεί. Ντοκουμέντο εποχής και συνάμα ενθύμιο. Πιό ανθρώπινο κοίταγμα προσώπων, πράξεων και σχέσεων πού πολύ εύκολα καταδικάζουμε. Μνήμες και γνώμες για πράγματα, πρόσωπα και ανθρώπινες καταστάσεις.».

Α/5., ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΑ Πεζά κείμενα. Γ. Ιωάννου: Αντί Προλόγου σ.9-21. Αφιερωμένο «Στον Κώστα Νίτσο ιερό τέρας του Τύπου», Ζωγραφιά του Εξωφύλλου Αλέξης Κυριτσόπουλος. εκδ. Ορέστης, Αθήνα, 3,1981, σ.238.

Σημειώσεις: Μας λέει στην αρχή του «Αντί- προλόγου» του:

«Στα «Κοιτάσματα» περιέχονται κείμενα, που έχουν ένα κοινό, αδιόρατο ίσως γνώρισμα. Γράφτηκαν για τον ημερήσιο πολιτικό Τύπο και συγκεκριμένα για την εφημερίδα «Πρωινή» που έχει τώρα σταματήσει. Με τη διαφορά ότι για τον ένα ή άλλο λόγο δεν είχαν δημοσιευθεί όλα τους. Στο βιβλίο μέσα βρίσκονται με την ακόλουθη τάξη. Τα δημοσιευμένα μπροστά, κατά ημερομηνία μάλιστα, και τα αδημοσίευτα κατόπι, ανάλογα με το χρόνο γραψίματός τους.

    Την «Πρωινή» τη διηύθυνε ο Κώστας Νίτσος, ο οποίος, μπορώ να πω, με προσηλύτισε και με εμύησε αρκετά στην υπόθεση της δημοσιογραφίας. Ο Νίτσος με μετέτρεψε από περιστασιακό συνεργάτη των εφημερίδων σε τακτικό, πράγμα για το οποίο έτρεφα διάφορες φοβίες και προκαταλήψεις.

Τα «Κοιτάσματα» δημοσιεύονταν στη Σαββατιάτικη «Πρωινή» και μου έπαιρναν συνήθως δύο μέρες γραψίματος-το βράδυ του Σαββάτου και το απόγευμα ή το βράδυ της Κυριακής…».

Α/6., ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ Πεζά κείμενα, Εξώφυλλο Αλέξανδρος Ίσαρης, «Στον Κώστα Καφαντάρη», εκδ. Γνώση, Αθήνα, 12,1982, σ.230. [Από τα συνολικά 44 σύντομα Πεζά του βιβλίου, τα 4 τελευταία αποτελούν τις σελίδες του «Παραρτήματος»] Την τυπογραφική επιμέλεια είχε ο Μάνος Ταξίδης.

Από το εξώφυλλο:

«…Μιά απέραντη αποθήκη εικόνων, φωνών, κραυγών, επαφών, πόνων, βασάνων, στερήσεων, ερωτικών παροξυσμών, το σώμα μας. Όσο πιό δεμένο το σώμα μας, τόσο πιό μεγάλη η αποθήκη που διαθέτει. Όταν καμιά φορά συνάγονται επί τω αυτώ πλούσιες ανθρώπινες αποθήκες και δοθεί η κατάλληλη ώρα βγάζουν και βγάζουνε και τελειωμό δεν έχουν».

Α/7., ΕΦΗΒΩΝ ΚΑΙ ΜΗ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, Γ΄ έκδοση. Πρόλογος Γ. Ιωάννου. «Και πάλι στα παιδιά του αδελφού μου, Νάση και Θοδωρή» Εξώφυλλο: Το κεφάλι του Ύπνου. Βρετανικό Μουσείο. Μακέτα Δημήτρης Καλοκύρης, φωτογραφία του Γ. Ιωάννου στο οπισθόφυλλο Ανδρέας Μπέλιας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 11,1983,  σ.336. (Α΄ έκδ. 1982). Ο τόμος περιλαμβάνει τον ΠΡΟΛΟΓΟ Αθήνα, 1/6/1982 του συγγραφέα και χωρίζεται στα εξής μέρη:[ Α΄, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ- ΑΦΗΓΗΜΑΤΑ (1-7). -Β΄, ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΠΟΧΗΣ α) Του χτες (8-14). β) Του σήμερα (15-30).- Γ΄, ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑ (31-50).- Δ΄, Ο ΛΑΪΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ (51-62)] Γράφει στον Πρόλογό του ο Ιωάννου:

«Ο τίτλος «Εφήβων και μη» δεν αποτελεί σχήμα λόγου. Τα περισσότερα από τα κείμενα αυτού του βιβλίου είναι πραγματικά και εξαρχής γραμμένα για εφήβους, ενώ τα υπόλοιπα είναι κι αυτά κατάλληλα για εφήβους, καταληπτά από εφήβους, κι αν ίσως όχι από την πρώτη εφηβική ηλικία, πάντως λίγο αργότερα, με την πρόοδο των ικανοτήτων.

Αλλά και για τους μη εφήβους, τους ενήλικες, ένα μεγάλο μέρος των εδώ πολυποίκιλων κειμένων είναι, νομίζουμε, ενδιαφέρον. Και ίσως πολύ.

    Τα περισσότερα από τα εξήντα δύο αυτά κείμενα έχουν δημοσιευθεί, κατά καιρούς, σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες’ όπως «Ελεύθερη Γενιά», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», «Αντί» , «Καθημερινή», «Θεσσαλονίκη», «Φυλλάδιο».

Στον πίνακα περιεχομένων σημειώνεται η πρώτη δημοσίευση του καθενός. Όπου δεν σημειώνεται τίποτε, σημαίνει ότι το κείμενο είναι ανέκδοτο ή τροποποιημένο τόσο, ώστε αποτελεί πιά νέο πράγμα.

    Το «Εφήβων και μη» είναι ένα βιβλίο χρηστικό. Από εκείνα που συντροφεύουν και βοηθούν στην παιδευτική προσπάθεια του ατόμου για χρόνια.

Η ποικιλία των θεμάτων του τραβά συνεχώς το ενδιαφέρον και το ενδιαφέρον αυτό προκαλείται όχι μονάχα από την ποικιλία αλλά και το καίριο των θεμάτων.».

Σημείωση: Τα δημοσιεύματα του βιβλίου αριθμούνται από το 1 έως το 62 ανεξάρτητα της ενότητας στην οποία εντάσσονται. Εκτός από τα περιοδικά και τις εφημερίδες που αναφέρει ο Ιωάννου στον Πρόλογό του, να συμπληρώσουμε ακόμα και τα εξής έντυπα. Το περιοδικό «Χάρτης» και το περιοδικό «Τομές», τους τόμους «Τα Τετράδια της Ευθύνης», ακόμα, τον αφιερωματικό τόμο για τον κυρ Φώτη Κόντογλου, «Μνήμη Κόντογλου» εκδόσεις Αστήρ 1975. Επίσης ο Ιωάννου, συμπεριλαμβάνει και μία δήλωσή του στην τηλεόραση της ΕΡΤ. Χριστούγεννα 1980, και εκείνα που ήταν ανέκδοτα. Τα περισσότερα κείμενα 37 τον αριθμό, προέρχονται από το περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά» με το οποίο συνεργάζονταν. Τα κείμενα στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτά που περιέχονται στον τόμο «Εύφλεκτη Χώρα» και τα οποία αντιγράφω στον αποδελτιωτικό κατάλογο από την έκδοση του 1983. Το ίδιο πράττω και από τα τεύχη του περιοδικού του «Φυλλάδιο», τα «Τετράδια της Ευθύνης», τις «Τομές», την «Μνήμη Κόντογλου», «Αμφί» που δημοσίευε με ψευδώνυμο, όπως και ο Αγγελάκης και όποιων άλλων περιοδικών είχα. Χωρίς όμως να αγνοώ τα Περιεχόμενα του «Εφήβων και μη». Όσον αφορά το περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά», είχα συναντήσει παλαιότερα σκόρπια τεύχη του-είχα αποδελτιώσει σελίδες του- όχι όμως ολοκληρωμένη την σειρά του. Έτσι βασίστηκα στα Περιεχόμενα. Στον αλφαβητικό αποδελτιωτικό κατάλογο που ακολουθεί τα αρκτικά «Ε. Γ.» σημαίνει το περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά», το «Κ. Ε.» είναι το Κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» και το «Τ. Ε» οι τόμοι «Τετράδια Ευθύνης» του Κώστα Τσιρόπουλου. Στην δική μου αντιγραφή υιοθέτησα την παρουσίαση αυτή των Περιεχομένων των διαφόρων βιβλίων του Ιωάννου, τα οποία αναφέρουν μόνο τον αριθμό της σελίδας που αρχινά το κείμενο και όχι και αυτή όπου τελειώνει.

Α/8., ΕΥΦΛΕΚΤΗ  ΧΩΡΑ, Εκδόσεις ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, 1983, σ.151.

Σημείωση: Το βιβλίο αποτελείται από τον Πρόλογο, την κυρίως ύλη, και στην σελίδα 147 ένα Βιογραφικό Σημείωμα για τον Συγγραφέα συνεργάτη της εφημερίδας. Τα 27 Κείμενα αποτελούν μία ενότητα. Ενώ τα δύο μικρά μελετήματα, «Το Δημοτικό Τραγούδι…» και «Τα Πολιτιστικά κέντρα» συναπαρτίζουν την ενότητα Δύο Μελετήματα. Από τον ΠΡΟΛΟΓΟ, Αθήνα, 31 Δεκεμβρίου 1982

     «Τα κείμενα της «Εύφλεκτης Χώρας» δημοσιεύτηκαν όλα στην εφημερίδα «Καθημερινή». Τα περισσότερα στην στήλη «Σπόνδυλοι», του 1981.

Μπορούν μάλλον να ονομασθούν «χρονικά» παρά «χρονογραφήματα», μιά και η εβδομαδιαία συνεργασία περισσότερο το χρονικό «εποχής» ευνοεί- παρά το χρονογράφημα, που θέλει ύλη πιό φρέσκια.

    Εκτός από τα διάφορα χρονικά, υπάρχουν στο τέλος του βιβλίου αυτού και δύο μελετήματα, που είχαν δημοσιευθεί επίσης στη «Καθημερινή».

Πιστεύουμε ότι μέσα στα είκοσι εννέα αυτά κείμενα αποδίδονται, εξετάζονται και προπαντός συνειδητοποιούνται, θέματα, προβλήματα, καταστάσεις της πραγματικής νεοελληνικής ζωής των ημερών μας και λαμβάνεται κάθε φορά μιά κάποια θέση, που ίσως μπορεί να βοηθήσει. Ο τίτλος του βιβλίου- «Εύφλεκτη Χώρα»- που είναι και τίτλος ενός από τα κείμενα, δείχνει, πιστεύουμε, καθαρά το αντικείμενό μας και τη βαθύτερη γνώμη μας γι’ αυτό.»

Α/9., Η ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ. ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ, Β΄ έκδοση, Όλα τα σχέδια είναι του ζωγράφου Γιάννη Παπαράλλη. Στο εξώφυλλο: Ο κινηματογράφος «Αττικόν», λεπτομέρεια σχεδίου του Ι. Παπαράλλη. Μακέτα Δ. Καλοκύρης, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 12, 1984, σ.280. «Στη μνήμη του Λουκά Βενετούλα, σπουδαίου ζωγράφου και φίλου».

Σημείωση: -Το πεζό «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», διαβάστηκε στην «Εύξεινο Λέσχη» Θεσσαλονίκης τον Μάϊο του 1982.- Κάτω από το πεζό «Εν ταίς ημέραις εκείναις…» ο Γ. Ιωάννου σημειώνει: «Έγραψα εδώ, κατά μήνα Φεβρουάριο του 1983, όσα είδα και διεπίστωσα ο ίδιος για τον διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς. Και τα έγραψα μόνον για τους αθώους εκείνους και για κανέναν άλλο..» -Το κείμενο «Περί της φυγής, της διαφυγής,…» διαβάστηκε σε συγκέντρωση, που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Θεσσαλονικέων Αθήνας, την άνοιξη του 1984.- Το Κατοχικό ημερολόγιο, το οποίο δημοσιεύεται στις σελίδες 145-182, είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά στο πρώτο τεύχος του «Φυλλαδίου» 1978. Ο δεκαεξαετής Γιώργος Ιωάννου, ζώντας μέσα στα σκοτεινά και δύσκολα χρόνια της Κατοχής στην Θεσσαλονίκη, ένιωσε την ανάγκη να κρατήσει τις Ημερολογιακές του αυτές μικρές σχετικά σημειώσεις. Το Κατοχικό Ημερολόγιο αρχινά την Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 1943 και κλείνουν οι σελίδες του την Κυριακή 26 Μαρτίου 1944, συνοδεύεται από δισέλιδες Σημειώσεις του έφηβου συγγραφέα. Από το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις της «ΕΣΤΙΑΣ» το Νοέμβριο του 2000, κυκλοφορεί στην ολοκληρωμένη του μορφή «ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ-χωρίς περικοπές». Την επιμέλεια, την εισαγωγή και το επίμετρο είχε η καθηγήτρια Αντιγόνη Βλαβιανού, η οποία επιμελήθηκε και την ολοκληρωμένη έκδοση (8 τευχών) του περιοδικού «Φυλλαδίου».

Ο τόμος κλείνει με το  «ΕΠΙΜΕΤΡΟ» που περιλαμβάνει τα κείμενα «Μιά μικρή επέτειος» το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του ποιητή Γιάννη Δάλλα, «Δοκιμασία», και το πολυσέλιδο «Εις Εαυτόν».

Γράφει ο Ιωάννου στο Επίμετρο:

«Δημιούργησα το «Επίμετρο» αυτό για να τοποθετήσω δύο κείμενά μου, που αφορούν κυρίως εμένα και τα γραψίματά μου, αλλά περιέχουν και πολλή Θεσσαλονίκη.

     Το πρώτο, «Μιά μικρή επέτειος», το είχα γράψει και δημοσιεύσει το 1974, όταν συμπλήρωσα είκοσι χρόνια στα Γράμματα. Το δεύτερο, «Εις εαυτόν» που είναι ανέκδοτο, το έγραψα φέτος, 1984, μιά και συμπληρώνω αισίως τριάντα χρόνια. Το δεύτερο αυτό περιλαμβάνει και αρκετή Αθήνα, όπου ζω από το 1971, αλλά κυρίως μιλάει ή μάλλον προσπαθεί να μιλήσει για τη διαμόρφωσή μου και την πνευματική πορεία μου μέσα στους πνευματικούς κύκλους και τις άλλες συνθήκες της Θεσσαλονίκης.

      Όπως θα δει ο προσεκτικός αναγνώστης, στο πρώτο κείμενο μιλάω στο πρώτο πρόσωπο, στο δεύτερο κείμενο στο δεύτερο πρόσωπο, και στο τρίτο, πιά, ελπίζω, να μιλήσω στο τρίτο πρόσωπο. Από κεί και πέρα θα δούμε…

     Άλλωστε, μόνος μου θυμάμαι και μόνος μου γιορτάζω τις επετείους μου. Ό,τι καταλαβαίνω κάνω. «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει»… σ.199.  

Α/10., ΠΟΛΛΑΠΛΆ  ΚΑΤΆΓΜΑΤΑ.  Αφήγηση διδακτική και ψυχωφελής. Γ’ έκδοση, Εξώφυλλο Ανακρέων Καναβάκης. εκδ. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1984, σ.204. (α΄ έκδ. Εστία, Αθήνα 1981) Το βιβλίο αφιερώνεται από τον συγγραφέα «Στη μητέρα μου Αθανασία».

Σημείωση: Τα «Πολλαπλά Κατάγματα» αποτελούνται από δύο μέρη, το κεντρικό μέρος αυτό που ο Ιωάννου μας εξιστορεί τα του τροχαίου ατυχήματος που είχε και της νοσηλείας του στο ΚΑΤ και των φίλων του που τον επισκέπτονταν και του συμπαραστάθηκαν, σελ. 9-192 και το πεζό του σελίδες 193-204 «Το σφραγιδάκι». Ένα ενδιαφέρον βιβλίο, κοιτάγματος και εποπτείας της ίδιας της ζωής, όταν ο άνθρωπος-συγγραφέας βρίσκεται στο κρεβάτι του πόνου. Εικόνες και σχόλια, εντυπώσεις και παραστάσεις, κρυφές σκέψεις και διαλογισμοί, παράπονα και ευχαριστίες του Γιώργου Ιωάννου, κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο ΚΑΤ, μετά το τροχαίο ατύχημά του καθώς επέστρεφε στο σπίτι του. Μια παρέλαση γνωστών μας λογοτεχνών που στάθηκαν δίπλα του. Μία άλλη, διαφορετικών προδιαγραφών μαρτυρία-από αυτή την καθαρά λογοτεχνική-εκείνων των χρόνων, της κοινωνικής ζωής, ένα ντοκουμέντο (Νοσοκομειακών συνθηκών) μιάς λεπτομερειακής αφήγησης που μας δείχνει πώς θα έπρεπε να γράφεται το βιβλίο της ανθρώπινης ιστορίας και του κόσμου στην πραγματικότητα. Είναι η άλλη πλευρά της επίσημης Ιστορίας της κοινωνίας και των ανθρώπων της, η ανθρώπινη, η προσωπική, η περιπτωσιολογική, η ιδιαίτερη, που όμως φωτίζει και σπονδυλώνει την άλλη, την μεγαλύτερη και συνθετότερη, την ευρύτερη με την οποία ασχολούνται οι Ιστορικοί. Ένας Ιωάννου μελαγχολικός, στοχαστικός, επικριτικός, φιλικός, νευρικός, παραπονιάρης, ανθρώπινος. Γράφει: «Στις 22 του περασμένου Σεπτέμβρη, κατά τις δύο παρά τέταρτο το μεσημέρι, καθώς πήγα να περάσω κάθετα την οδό Στουρνάρα, στο τμήμα της τής πλατείας Εξαρχείων, για να πάρω την οδό Τσαμαδού και να φτάσω σπίτι μου, στην οδό Δεληγιάννη 3, με χτύπησε ένα αυτοκίνητο και παραλίγο να με σκοτώσει. Τώρα που γράφω δεν είμαι ακόμη τελείως καλά και δεν ξέρω τι ακριβώς θα γίνει με τα πόδια μου…».

ΔΟΚΙΜΙΑ-ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ- ΧΡΟΝΙΚΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ- ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ-ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ- ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ  

Β/1., Ο ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΕΡΩΣ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΚΑΒΑΦΗΣ, ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. ΔΟΚΙΜΙΑ, Στο Εξώφυλλο Έρως και Αντέρως, Μουσείο Ηρακλείου. Μακέτα: Δ. Καλοκύρης, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 6,1985, σ.135- Δήμητρα Μηλαράκη. Ο τόμος συνοδεύεται με το ΕΠΙΜΕΤΡΟ των σελίδων 129-131 του παιδικού του φίλου και φροντιστή των χειρογράφων του Κώστα Καφαντάρη.

Μεταφέρουμε το ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Α. Η έκδοση των δοκιμίων του Γ. Ιωάννου, για τους Παπαδιαμάντη, Καβάφη και Λαπαθιώτη, είναι μία επιθυμία του που δεν πρόφτασε να πραγματοποιήσει λόγω του πρόωρου και άδικου θανάτου του. Ο ίδιος, όταν άρχισε να σκέφτεται την έκδοση των δοκιμίων του, σχεδίαζε να εκδώσει δυό μικρά και κομψά βιβλιαράκια, ένα για τον Παπαδιαμάντη, και ένα για τον Καβάφη (1), αργότερα όμως άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να τα τυπώσει όλα μαζί σ’ ένα βιβλίο, το φθινόπωρο που μας έρχεται (1985), συμπεριλαμβάνοντας και το δοκίμιό του για τον Λαπαθιώτη, δοκίμιο που του ήταν ιδιαίτερα αγαπητό.

Β. Τα δοκίμια αυτά- εννιά τον αριθμό-έχουν δημοσιευθεί σε αφιερώματα περιοδικών ή διαβάστηκαν ως εισηγήσεις ή ομιλίες σε ανάλογες εκδηλώσεις. Συγκεκριμένα:

1) Ο της φύσεως έρως (2). Πρώτη δημοσίευση: Μνημόσυνο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Εβδομήντα χρόνια από την κοίμησή του. Τετράδια Ευθύνης 15, σελ.55-63.

2) Επιζωγραφισμένης εικόνας αποκατάσταση. (3). Πρώτη δημοσίευση: Φώτα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και στον κόσμο του. Επιμέλεια Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. Αθήνα 1981, σελ. 79-88.

3) Για το ύφος του Παπαδιαμάντη (4). «Στις 23 Δεκεμβρίου 1981, αυτό το τρίτο μελέτημα το διάβασα στην αίθουσα «Εντοπία» (5)…». Απόσπασμά του, με αρκετές αλλαγές και με τον τίτλο «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το πεζογραφικό του ύφος», δημοσιεύθηκε στη Μεσημβρινή- Μ. Τρίτη 13 Απριλίου 1982.

4) Δύο επιστολές του Κ. Π. Καβάφη προς τον Ίωνα Δραγούμη και ένα σημείωμά του προς τον Φίλιππο Δραγούμη (6). Πρώτη δημοσίευση: Χάρτης 5/6 (Απρίλιος 1983). Αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη, σελ. 534- 544.

5) Αναζητώντας τον Καβάφη. Πρώτη δημοσίευση: Μέρες του ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Πενήντα χρόνια από τον θάνατό του. Τετράδια Ευθύνης 19, σελ.85-93.

6) Ο Καβάφης μέσα από ένα ανέκδοτο ημερολόγιο. Ανακοίνωση «στο Α΄ Πανελλήνιο Συμπόσιο «Θέματα Ελληνικού Πολιτισμού». Το συνέδριο αυτό οργανώθηκε από το Αιγαίο Κέντρο Ελληνικής Φιλοσοφίας στο Απέρι της Καρπάθου, 10-12 Αυγούστου 1983»(7). Δημοσιευμένο και στα πρακτικά του, που κυκλοφόρησαν σ’ έναν τόμο το 1984(8). Το ίδιο αυτό κείμενο ομιλία στις 13 Ιουνίου 1983 στο βιβλιοπωλείο της Πάτρας «Βιβλιοθήκη»(9) καθώς και στο Αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στις 20 Οκτωβρίου 1983 (10).

7) Ο Κ. Π. Καβάφης και το δωδέκατο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας. Πρώτη δημοσίευση: Διαβάζω 78 (5 Οκτωβρίου 1983). Αφιέρωμα Κ. Π. Καβάφης, σελ. 41-49. Ακόμη, μιά πρώτη μορφή του κειμένου αυτού, με τον ίδιο τίτλο και με την επεξήγηση «ήτοι» η «Παιδική Μούσα του Στράτωνος», διαβάστηκε ως εισήγηση στο Τρίτο Συμπόσιο Ποίησης, που έγινε στην Πάτρα με θέμα τον Κ. Π. Καβάφη, και δημοσιεύτηκε αργότερα στα πρακτικά του Συμποσίου (11). Προτιμήσαμε την τελευταία μορφή του κειμένου, την δημοσίευση στο Διαβάζω, η οποία είναι περισσότερο δουλεμένη και εμπλουτισμένη, πράγμα που μπορεί να διαπιστώσει και ο ίδιος ο αναγνώστης αντιπαραβάλλοντας τις δύο μορφές του δοκιμίου.

8) Ο ερωτικός ποιητής Καβάφης. Πρώτη δημοσίευση: Αμφί, Περίοδος Β΄. Τεύχος 16-17. Άνοιξη-Καλοκαίρι 1984, σελ. 14-18, με το ψευδώνυμο Παύλος Σιλεντιάριος.

9) Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης. Πρώτη δημοσίευση: Η λέξη. Μάρτης- Απρίλης ’84. Τεύχος 33. Ναπολέων Λαπαθιώτης. Αφιέρωμα, σελ. 204- 216.

Γ. Ευχαριστώ και πάλι τους συγγενείς του Γ. Ιωάννου που με βοήθησαν και με περιέβαλλαν με αγάπη και εμπιστοσύνη.

     Σημειώσεις

1., Βλέπε «Φυλλάδιο 7-8», Έργα και Ημέραι.

2., Βλέπε «Φυλλάδιο» 5-6», σελ. 83.

3., Ό.π., σελ. 83.

4., Θα ‘λεγε κανείς πώς τα δοκίμιο αυτό «γέννησε» τα δύο προηγούμενα.

5., Βλέπε «Φυλλάδιο 5-6», σελ. 83

6., «Περιέχεται» στο «Ο Καβάφης μέσα από ένα ανέκδοτο ημερολόγιο», αλλά νομίζουμε πώς οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους επιβάλλουν τη δημοσίευσή του.

7., Αιγαίο Κέντρο Ελληνικής Φιλοσοφίας. Κάρπαθος. 1. «Θέματα Ελληνικού Πολιτισμού» Αθήναι 1984, σελ. 7.

8., Ο.π., σελ. 144-235.

9., Βλέπε «Φυλλάδιο 7-8». Έργα και Ημέραι.

10., Ο.π.

11., Πρακτικά Τρίτου Συμποσίου Ποίησης. Αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη. Πανεπιστήμιο Πατρών. 1-3 Ιουλίου 1983. Εκδόσεις «Γνώση», σελ. 303-313.

     Κώστας Καφαντάρης

Β/2., ΛΑΪΚΕΣ  ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1988, σ.24. (την Ομιλία-κείμενο «διέσωσε» η δημοσιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου. ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ. Ειδική προσφορά στους αναγνώστες του όγδοου τεύχους του «Παρατηρητή»

[Οι «λαϊκές αφηγήσεις για την προσφυγιά» είναι ανέκδοτο κείμενο διάλεξης του Γιώργου Ιωάννου που έγινε στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Θεσσαλονίκης στις 28 Σεπτεμβρίου 1982, με αφορμή τη συμπλήρωση εξήντα χρόνων από τη μικρασιατική καταστροφή.

    Χωρίς να έχει απαιτήσεις οριστικής λογοτεχνικής γραφής, το κείμενο αυτό έχει διπλή αξία: από τη μια επισημαίνει τους τεράστιους κινδύνους από την αδιαφορία καταγραφής των λαϊκών μαρτυριών για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα και από την άλλη δείχνει ανάγλυφα την υποδομή της λογοτεχνικής έμπνευσης του Γιώργου Ιωάννου. Έμπνευσης που βασιζόταν σε πραγματικά ιστορικά στοιχεία μέσα από πρωτογενή έρευνα ντοκουμέντων, μαρτυριών και λαϊκών αφηγήσεων.

     Ο «Παρατηρητής» θεωρεί ότι το κείμενο αυτό συμβάλλει ιδιαίτερα στη διαμόρφωση της εικόνας του «άλλου Ιωάννου» στον οποίο είναι αφιερωμένο το όγδοο τεύχος του.

      Το κείμενο «διέσωσε» η δημοσιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου την οποία ευχαριστούμε.]

Β/3., «Ο ΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ» ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ (1974- 1985). Πρόλογος-Επιμέλεια: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ,  «Στον Μιχάλη και στη Δήμητρα», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1, 1996, σ.406.

Σημείωση:  Εξαιρετική η ερευνητική δουλειά του Γιώργου Αναστασιάδη, την σύναξη των 28 Συνεντεύξεων του Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου. Ο Γιώργος Αναστασιάδης είναι-τότε- αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος μας έχει προσφέρει μία ακόμα ενδιαφέρουσα και χρήσιμη δουλειά του για τον συντοπίτη του Ιωάννου. Τον πολυσέλιδο τόμο «Γιώργος Ιωάννου 1927-1985. Λόγος και Μνήμη», Αποθησαύρισμα Γιώργος Αναστασιάδης. Εκδ. University Studio Press,  Θεσσαλονίκη 2006. Όπως και με τα σχόλια και τα κείμενα του Ιωάννου στο περιοδικό «Φυλλάδιο» έτσι και ο συνεντευξιακός λόγος και οι απόψεις που εκφράζει ο πεζογράφος, συμπληρώνουν και σε σημεία τους ολοκληρώνουν τον κύκλο των πεζογραφικών του δημοσιευμάτων. Οι συνεντεύξεις έχουν μεγάλη ποικιλία αλλά και ομοιότητες. Ο Γιώργος Ιωάννου σε κάθε συνέντευξή του μας δίνει και ορισμένα καινούργια στοιχεία για την εξέλιξη και την πορεία της συγγραφικής του δημιουργίας, ενώ, εκφράζει και τις θέσεις του, μας λέει την γνώμη του για ζητήματα κοινωνικά και φιλολογικά της εποχής. Για πρόσωπα και καταστάσεις. Οι συνεντεύξεις του συναποτελούν κομμάτι του καθόλου έργου του. Οι περισσότερες συνεντεύξεις προέρχονται από εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στις οποίες ο Ιωάννου υπήρξε συνεργάτης. Ενώ έχουμε και τις συνεντεύξεις που παραχωρεί σε λογοτεχνικά και ποικίλης ύλης περιοδικά. Όπως οι έρευνες έχουν δείξει, πέρα από τις συνεντεύξεις οι οποίες δημοσιεύονται στον παρόντα τόμο, υπάρχουν και άλλες σκόρπιες και ασυγκέντρωτες. Μία από αυτή, μνημόνευσα σε προηγούμενο σημείωμά μου, την οποία έδωσε ο Γιώργος Ιωάννου στην ποιήτρια και κριτικό Έλενα Χουζούρη. Μας λέει ο Γιώργος Αναστασιάδης σελίδα 17:

     «Στο βιβλίο συγκεντρώθηκαν είκοσι οκτώ συνεντεύξεις του Γ. Ι. Δεν είναι τα «άπαντα» των συνεντεύξεών του. Καλύπτουν πάντως ένα πολύ μεγάλο μέρος του συνόλου και δεν λείπει ενδεχομένως καμία από τις πιο γνωστές και τις πιο σημαντικές.

     Δημοσιεύτηκαν από το 1974 ως το 1988 (οι πέντε τελευταίες είδαν το φώς της δημοσιότητας μετά το θάνατο του Γ.Ι.) στα περιοδικά: Γιατί, Διαβάζω, Ένα, Εντευκτήριο, Η Λέξη, Ιχνευτής, Πάνθεον, Πολιορκία και στις εφημερίδες Απογευματινή, Εγνατία, Ελευθεροτυπία, Θεσσαλονίκη, Η Καθημερινή, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Μεσημβρινή, Τα Νέα.

     Οι δημοσιογράφοι που συνομίλησαν με τον Γ. Ι. και «φιλοτέχνησαν» τις συνεντεύξεις είναι οι: Αχ. Χατζόπουλος, Γ. Πηλιχός, Μ. Θερμού (3), Σ. Αλεξανδροπούλου (3), Β. Αγγελικόπουλος. Ι. Μυλαράκης, Ε. Στάη, Γ. Λιάνης και Φ. Πετραλιά. Σ. Κακίσης (2), Δ. Γκώνης, Ε. Γαλάνη, Β. Χαραλαμπίδου (2), Φ. Σιούμπουρας, Β. Τζανακάρης, Β. Γονατοπούλου, Ε. Καλτεζιώτη, Κ. Βουκελάτος, Γ. Κορδομενίδης και οι λογοτέχνες Γ. Εμίρης, Α. Φωστιέρης και Θ. Νιάρχος».   

Β/4., ΤΟ  ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ χωρίς περικοπές. Εισαγωγή- Σχόλια-Επίμετρο Αντιγόνη Βλαβιανού, επιμέλεια έκδοσης: Πόπη Κρίπα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 11, 2000, σ.110

Σημείωση: Το βιβλίο περιέχει την –Εισαγωγή, σ.9.- Το Κατοχικό Ημερολόγιο, σ.27.- Σημειώσεις του συγγραφέα, σ.69.-Σημειώσεις του επιμελητή, σ.73.-Επίμετρο, σ.81. Το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται το Κατοχικό Ημερολόγιο, είναι από Πέμπτη 25/11/1943 έως Κυριακή 26/3/1944. Μας λέει σχετικά η επιμελήτρια της έκδοσης Αντιγόνη Βλαβιανού: «Μια μελέτη των διαδοχικών σταδίων συγγραφής του Κατοχικού Ημερολογίου, που βασίζεται στην παραβολή όχι μόνο των δύο δημοσιεύσεών του στο «Φυλλάδιο 1/(1978) και στην Πρωτεύουσα των προσφύγων (1984), αλλά και του χειρογράφου τετραδίου που βρίσκεται στο αρχείο του συγγραφέα…». Ενώ, στην σελίδα 26 «Σχετικά με την παρούσα έκδοση» η Αντιγόνη Βλαβιανού μας δίνει 8 σημεία. Αντιγράφω τα 2: «1. Η παρούσα έκδοση αποτελεί πιστό αντίγραφο του ιδιόγραφου του τετραδίου, με τη στίξη του, τον τονισμό του, την ορθογραφία της εποχής και τις τυχόν ιδιαιτερότητες γραφής του νεαρού τότε συγγραφέα», και «2. Το σώμα του Κατοχικού Ημερολογίου δημοσιεύεται ολόκληρο, χωρίς τις παραλείψεις που επέφερε εκ των υστέρων ο συγγραφέας, οι οποίες και παρουσιάζονται με στοιχεία Λειψίας.». Ενώ ο Γιώργος Ιωάννου γράφει σχετικά:

«Άρχισα να κρατώ το ημερολόγιο αυτό, ακριβώς μόλις έκλεισα τα δεκάξι μου. Δεν αποκλείεται μάλιστα η επέτειος αυτή να ήταν αφορμή-δε θυμάμαι τώρα. Και το σταματώ απότομα από τη μέρα που δίνω αίτηση για να μπω σε μιά χριστιανική κίνηση, στης οποίας άλλωστε τα συσσίτια έτρωγα και όλο γι’ αυτά μιλάω μέσα στο ημερολόγιο.» Και συνεχίζει ο Ιωάννου: «Το ημερολόγιό μου αυτό δεν παρουσιάζει κανένα λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Αντίθετα, βρίθει από κοινότοπες εκφράσεις, ασυνταξίες κωμικές, και, γενικά, κυριαρχείται από μιά γλώσσα φοβερή, ρητορική μιξοκαθαρεύουσα, που φαίνεται ότι από τα συσσίτια των Κατηχητικών, όπου κάθε τόσο μας βγάζαν λόγους και λογύδρια, την είχα ξεσηκώσει. Βέβαια, σε διάφορα σημεία, εγώ διακρίνω ότι κάμνω και ειρωνική χρήση αυτής της νέας για μένα τότε φρασεολογίας, και ακόμα συχνά αναφέρομαι σε συγκεκριμένες διατυπώσεις, αλλά αυτό φοβούμαι ότι δεν μπορεί να γίνει πιά αντιληπτό και άδικα θα χάσω τα λόγια μου.». σ.28.

     Να επαναλάβουμε για άλλη μία φορά τις ακριβείς πληροφορίες και τα στοιχεία από στιγμιότυπα και γεγονότα της καθημερινής ζωής, την ακρίβειά τους που μας παράσχει ο νεαρός Ιωάννου. Ας αντιγράψουμε χαρακτηριστικά την ημερομηνία που αναφέρει για τα τραγικά γεγονότα στον Πειραιά. "Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 1944. Σχεδόν συννεφιά. Ήρθε το βράδυ ο κ. Μήτσος, μας έφερε λίγα ψάρια, τσιπούρες. Τα ξημερώματα ήλθε ο πατήρ, δεν έφερε τίποτα. Οι εφημερίδες αναγγέλλουν: εβομβαρδίσθη ο Πειραιάς αγρίως. Τα θύματα ανέρχονται εις χιλιάδας. Μεταξύ των άλλων κατέρρευσε και ο καθεδρικός ναός, ο Άγιος Σπυρίδων. Εβομβαρδίσθη την μεσημβρίαν της Τρίτης. Έφαγα κριθαράκι νερόβραστο. Το απόγευμα επήγα εις το Κατηχητικόν." 

 Όσον αφορά την γλώσσα γενικά των Πεζών του, να σημειώσουμε σε όσα αναφέραμε και σε προηγούμενο σημείωμα, ότι ο Ιωάννου, βλέπουμε να υιοθετεί φράσεις και λέξεις από την Καβαφική γλώσσα, την μεικτή και καθαρεύουσα, την αρχαία με την ένταξη των διαφόρων «έξεργων», πάμπολλα δάνεια από την εκκλησιαστική υμνογραφία. Χρήσιμη είναι και η ανακοίνωση της Βλαβιανού που δημοσιεύεται στις σελίδες του Επιμέτρου, σ.83-110 με τίτλο «Αυτό-βιο- γεωγράφηση σε όλα τα πρόσωπα στο έργο του Γ. Ι.». Ο Ιωάννου σε πλείστα Πεζά του κρίνει και αξιολογεί ο ίδιος βιβλία του. Ποιό από τα βιβλία του θεωρεί περισσότερο καλό από ένα άλλο. Βλέπε κυρίως το κείμενό του "Εις εαυτόν". Πάντως η Κατοχική περίοδος στην Θεσσαλονίκη αναπλάθεται με τον καλύτερο τρόπο έστω και αν είναι μικρά τα χρονικά όρια της συγγραφής. Ξεδιπλώνεται ένας ελληνικός και εβραϊκός κόσμος και η πνιγηρή ατμόσφαιρα μιάς σκοτεινής εποχής αλλά και μιας αγωνιστικότητας, συμπαράστασης και αντοχής του ελληνικού λαού.

Β/5.,  ΔΕΚΑ  ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗ 1949-1951. Εισαγωγή- Σχόλια Αντιγόνη Βλαβιανού, Επιμέλεια έκδοσης: Πόπη Κρίπα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 11, 2000, σ.64.

Σημείωση: Τα Δέκα Γράμματα και η μία κάρτα που στάλθηκαν από τον Ιωάννου στον φίλο του Σαμουηλίδη, εκφράζουν τον ευαίσθητο χαρακτήρα και την προσωπικότητα του νεαρού Ιωάννου πριν γίνει γνωστός συγγραφέας. Πριν ακόμα κυκλοφορήσει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Από τα 10 Γράμματα τα 5 πρώτα φέρουν την λέξη «ΕΛΟΓΟΚΡΙΘΗ». Το χρονικό διάστημα είναι από Θεσσαλονίκη 22/11/ 1949 έως Πεύκο 27/5/1951. Τα πέντε πρώτα αποστέλλονται από την Θεσσαλονίκη. Το έκτο και το έβδομο από την Κόρινθο, ενώ τα υπόλοιπα από το Μεγάλο Πεύκο. Είναι περίοδος κατά την οποία ο νεαρός Ιωάννου κάνει την στρατιωτική του θητεία. Κάθε γράμμα συνοδεύεται από τον αντίστοιχο σχολιασμό της Αντιγόνης Βλαβιανού, μία από τις σταθερές φιλολόγους-ερευνήτριες του έργου του.

Β/6.,  ΤΟ  ΦΥΛΛΑΔΙΟ, τεύχη 1- 8. Φιλολογική Επιμέλεια Αντιγόνη Βλαβιανού. Έκδ. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα,3, 1996. Η έκδοση συνοδεύεται με το ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ-ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ της ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ ΒΛΑΝΙΑΝΟΥ, διόρθωση Άννα Περιστέρη, σ.50. [ (τχ.1/Άνοιξη 1978, σ.20) (τχ.2/ Καλοκαίρι 1978, σ.28) (τχ. 3-4 / 1978-1979, σ.60) (τχ. 5-6/1982, σ.92) (τχ.7-8/1985, σ.88).

Σημείωση: Από το πρώτο τεύχος άνοιξη 1978, ο Ιωάννου αρχίζει την δημοσίευση των μεταφράσεών του: «Ποιήματα του Μελεάγρου" από το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας.-τεύχος 2 καλοκαίρι 1978 «Ποιήματα του Στράτωνος" από το ΧΙΙ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας.- τεύχος 3-4/ 1978-1979 «Επιτύμβια επιγράμματα από το  VII βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας». Οι μεταφράσεις των Επιτύμβιων επιγραμμάτων συνεχίζονται και στα διπλά τεύχη 5-6/1982 και 7-8/1985. Επίσης, από το 2ο τεύχος Καλοκαίρι 1978 αρχίζουν οι «Θύσανοι» σ.23-24. –τεύχος 3-4/ 1978-1979, «Θύσανοι» 45-55. Στο ίδιο τεύχος αρχίζουν σε συνέχειες οι σελίδες «Παλιές Διευθύνσεις και Τηλέφωνα» 22-23.- Τεύχη 5-6/1982, «Θύσανοι» 31-86. (αριθμούνται 104).-Τεύχη 7-8/1985. Δημοσιεύονται στο τελευταίο αυτό τεύχος: τα ανέκδοτα «ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ» 1-8 (Στο σκονισμένο καρόδρομο/ Αντί για μένα/ Έχε τα μάτια σου/ Όσο και να φωνάζεις/ Ωδή στην Κότα μου). Συνεχίζονται οι «Παλιές διευθύνσεις και τηλέφωνα», 9-24. – «Η ΕΥΑΓΡΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ» 24-33. –Οι «Θύσανοι» 40-69. Οι οποίοι χωρίζονται 1. Το «Φυλλάδιο». 2. Θάνατοι.- 3. «Στα μέσα του Νοέμβρη του 1983…».-4. Θρύμματα.-5.6. Κουλτουριάρικα.-6. Γλωσσικά. -7. Έργα και Ημέραι.-8. Εξάρσεις και μη.-9. Σημεία των καιρών.- 10. Ζώα ήμερα και άγρια.- 11. Οι Σαράντα Δράκοι.- 12. Τιμαριθμικά.- 13. «Φιλελεύθερα τραγούδια…».- 14. Στον Αγώνα. Και ακόμα έχουμε την δημοσίευση μεταφράσεων Ερωτικών Επιγραμμάτων από το 5ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας και, στα δύο διπλά τεύχη δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ιωάννου την περίοδο της νοσηλείας του στο ΚΑΤ. Μόνος του και με την αδερφή του Δήμητρα. Την ίδια χρονιά 16/2/1985 φεύγει από την ζωή. Και δύο από τα φιλολογικά ντεσού των σχολίων του Ιωάννου που διαβάζουμε στο περιοδικό. Μιλά αρνητικά και υποτιμητικά για τον Θεόδωρο Ξύδη και το έργο του-ήταν ένα είδος προϊσταμένου του, (ο Ξύδης) και είχε χολωθεί που δεν συμπεριέλαβε ποιήματά του στα εκπαιδευτικά Ανθολόγια που συνέταξε ο Ιωάννου. Αντίθετα παίρνει σε μικρό σχόλιό του, θέση υπέρ του Χρήστου Γιανναρά στην διαμάχη του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο όταν είχε υποβάλλει αίτηση να γίνει καθηγητής της Φιλοσοφίας και οι τότε «άλλοι» πήγαν να τον φάνε. Γνωστά στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ τα δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Οι «φωταδιστές» και ο «κόντρα γκρεκόρουμ».

Β/7., Φίλιππου Στεφ. Δραγούμη, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 1916. Εισαγωγή- επιμέλεια-σχόλια Γιώργος Ι. Ιωάννου. Η σύνθεση του εξωφύλλου έγινε από την γλύπτρια Ναταλία Μελά Κωνσταντινίδη. εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα, 3, 1984., σ.206.

Ο τόμος περιλαμβάνει: Εισαγωγή σ.9-24 Γ. Ι. Ιωάννου, Αθήνα, Σεπτέμβριος 1983.-ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ σ.25-167.-ΣΧΌΛΙΑ σ.169-186. –ΕΠΙΜΕΤΡΟ σ. 187-203.-ΕΥΡΕΤΉΡΙΟ σ.205-206

Σημείωση: Στο αινιγματικό σαν σφίγγα αυτό Ημερολόγιο του πολιτικού Φίλιππου Δραγούμη, αδερφού του συγγραφέα και πολιτικού Ίωνα Δραγούμη, γιου του πολιτικού και πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη διαβάζεται ευχάριστα. Ο Φίλιππος Στ. Δραγούμης εικονογραφεί με ήρεμο ύφος αλλά με κρυπτικό λόγο, όχι άμεσα και κάπως διστακτικά, μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Το Ημερολόγιο απαρτίζεται μόνο από τα γεγονότα και τα πρόσωπα της συγκεκριμένης χρονιάς, το 1916 στην Αλεξάνδρεια. Έξι χρόνια πριν την Μικρασιατική Καταστροφή. Από το ιστορικό και φιλολογικό πλατό του Φίλιππου Στ. Δραγούμη περνά η προσωπικότητα του ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη-και πώς θα μπορούσε να απουσιάζει άλλωστε-η ζωντάνια της φιλοπατρίας και του ισχυρού χαρακτήρα της πεζογράφου Πηνελόπης Δέλτα, και η Δέλτα πέρα από τα παιδικά της ιστορικά βιβλία μας κληροδότησε και τις Ημερολογιακές της σελίδες για τον Νικόλαο Πλαστήρα, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Ίωνα Δραγούμη κλπ. Έχουμε την παρουσία του γεννημένου στον Πειραιά συγγραφέα και κριτικού Τίμου Μαλάνου, του Περικλή Γιαννόπουλου, του λογοτέχνη Στέφανου Πάργα, του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού, της ζωγράφου Θάλειας Φλωρά-Καραβία και άλλων σπουδαίων προσώπων. Ο Γιώργος Ιωάννου που η οικογένεια και οι φυσικοί κληρονόμοι του Δραγούμη εμπιστεύτηκαν στον υγιή πατριδολάτρη συγγραφέα, την έκδοση του πολύτομου ημερολογίου, σεβάστηκε και κράτησε μία διακριτική αλλά θερμή στάση στα χειρόγραφα που είχε μπροστά του. Το Ημερολόγιο βρήκε τον κατάλληλο φροντιστή του.

Ο ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ  ΛΟΓΟΣ

Γ/1., ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΗΣ ΚΟΤΑΣ, Θέατρο για παιδιά. Εικονογράφηση ΑΛΕΞΗ ΚΥΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ, «Στη Νάση και το Θοδωρή, που είναι καλά παιδιά». εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 8,1981, σ.88

Σημείωση: Το θεατρικό για παιδιά που έγραψε ο Γιώργος Ιωάννου, έχει δύο πράξεις και μία σκηνή. Τα πρόσωπα του έργου είναι: (Παιδί/ Γριά/  Κότα/ Γάτα/ Σκύλος/ Α΄ Αστυνόμος/ Β΄ Αστυνόμος/ Περιστέρι/ Πετεινός / Φωνές: Μανάβης, Ακονιστής, Γειτόνισσα κ. ά.). Μπορεί να υπάγεται στην κατηγορία των βιβλίων Θέατρο για παιδιά, αλλά δεν έχει τη θεατρική δομή και χρόνους ενός παιδικού θεάτρου, τουλάχιστον, από τα γνωστά και παραδοσιακά που γνωρίζουμε των προηγούμενων χρόνων. Περισσότερο εκφράζει την επιθυμία του Γιώργου Ιωάννου να το διαβάσουν μικροί και μεγάλοι φιλόζωοι. Απευθύνεται σε ευαίσθητους φιλόζωους αναγνώστες, σε μικρά ή μεγαλύτερα παιδιά και σε αυτούς ή αυτές που έχουν στο σπίτι τους ή την αυλή τους οικόσιτα ζώα. Σε φιλόζωους που αγαπούν, λατρεύουν και φροντίζουν και έχουν ζώα κοντά τους. Αλλά και σε αυτούς, που δεν είναι εύκολη η συγκατοίκηση μαζί τους. Δυστυχώς, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του συγγραφέα, τα λυρικά μέρη του έργου δεν έχουν την ανάλογη μουσικότητα και ρυθμολογία όπως παραδείγματος χάρη έχουν τα παιδικά τραγουδάκια του Άγγελου Βλάχου, του Ιωάννη Πολέμη, του Γεωργίου Βιζυηνού, της Μυρτιώτισσας κλπ. Η εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου καθρεφτίζει το φιλόζωο πνεύμα του Ιωάννου το οποίο εκφράζεται και με το ποίημά του «Ωδή στην Κότα μου».

Επιπρόσθετα αυτή η μουσική κωμωδία, όπως μας λέει ο Ιωάννου, "Το έργο μπορεί να χαρακτηριστεί ως μουσική κωμωδία, με περιεχόμενο όχι αποκλειστικά παιδικό." Ενώ το έργο παραστάθηκε τα Χριστούγεννα του 1981 από την κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Αλλά ήταν άτυχο έργο, όπως σημειώνει στο "Εις εαυτόν" σ.274. Το "Αυγό της Κότας" στην πρώτη του μορφή, το είχε διαβάσει δημόσια για πρώτη φορά στο σπίτι της θιασάρχης και ηθοποιού Ξένιας Καλογεροπούλου, παρουσία του Κωστή Σκαλιόρα και του σκηνοθέτη και ηθοποιού Σταμάτη Φασουλή. 

Γ/2,. Η μεγάλη άρκτος. Θεατρικός μονόλογος. Περιοδικό «Θέατρο» τχ.67-68/ σ.59-61

Σημείωση: Ο Θεατρικός αυτός μονόλογος ο οποίος δημοσιεύτηκε στο γνωστό περιοδικό «Θέατρο» του δημοσιογράφου των «Νέων» και του εκδότη της εφημερίδας «Πρωινή» Κώστα Νίτσου, παραστάθηκε στις Αθηναϊκές σκηνές, προκαλώντας σχετικές διενέξεις μεταξύ του εκδότη του περιοδικού και των συντελεστών της παράστασης. Υπάρχουν και σχετικά δημοσιεύματα στον ημερήσιο τύπο. Από όσο γνωρίζω, δεν έχει εκδοθεί αυτόνομα-και σχολιασμένο-σε τόμο, ούτε έχει συμπεριληφθεί σε βιβλία του.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Δ/1., ΕΥΡΙΠΙΔΗ, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, Εισαγωγή- Μετάφραση-Σχόλια ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ. ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 12, 1969,σ. 134.

Ο τόμος περιλαμβάνει: -Πρόλογος σ. ζ΄. Εισαγωγή ιά-ξδ: -I΄. Ο μύθος της Ιφιγένειας στον Ευριπίδη σ.ιά.-II Η Άρτεμη.-Ο μύθος της Ιφιγένειας πριν απ’ τον Ευριπίδη σ.ισς΄.-III. «Βραυρών- Αλαί Αραφηνίδες»: Η εκεί λατρεία της ΄Αρτεμης και της Ιφιγένειας., σ.κβ’.-IV. Ευριπίδης: βίος και έργο., σ.λά.-V. «Ιφιγένεια η εν Ταύροις»: σύνθεση του μύθου, πιθανές αφορμές δημιουργίας της, συμβολή του Ευριπίδη στη μυθική διάπλαση., σ.λζ΄.-VI. Είναι τραγωδία η Ιφιγένεια;, σ.μς΄.-VII. Η γνώμη του Αριστοτέλη για την Ιφιγένεια την εν Ταύροις., σ.μή.,-VIII. Επίδραση της Ιφιγένειας της εν Ταύροις στην κατοπινή δημιουργία. Η σταδιοδρομία του θέματος., σ. ν΄.-IX. Πορεία-ανάλυση της δομής του έργου. Παρατηρήσεις νέ – Αρχαίο κείμενο-Μετάφραση σ.1-117.-Σχόλια σ.119-131.

Σημείωση: Η μεταφραστική αυτή εργασία του  εκπαιδευτικού Ιωάννου, η οποία έγινε και με την «βοήθεια» των μαθητών της τάξης του την χρονιά που ο Ιωάννου δίδαξε την αρχαία τραγωδία σύμφωνα με το σχολικό πρόγραμμα είναι από τις καλύτερες που έχουμε για το έργο αυτό του Ευριπίδη. Είναι άρτια, και διαβάζεται ευχάριστα από τον καθένα και κάθε μία, ακόμα και με τα λίγα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας ενθυμήματα που μπορεί να έχει από τα σχολικά του χρόνια και την έχει διδαχθεί. Δεν είμαι ο αρμόδιος για να πω πέρα από φιλολογική η μετάφραση αν είναι και θεατρική, όμως διαφέρει από τις άλλες μεταφράσεις πχ. Θρασύβουλου Σταύρου. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σχόλια και οι ιστορικές παρατηρήσεις του Ιωάννου, το τι ερωτήματα θέτει κατά την ανάγνωση και μετάφραση του κειμένου. Και ποιο είναι το μεταφραστικό του μοντέλο. Η μετάφραση υποδηλώνει έναν άρτια καταρτισμένο επιστήμονα ενήμερο στις σύγχρονες ευρωπαϊκές έρευνες πάνω στην αρχαία γραμματεία στην εποχή του. Επίπονη δουλειά αλλά αντάξιο αν και κοπιώδες θετικό μεταφραστικό αποτέλεσμα. Από τις μεταφραστικές εργασίες που ο δημιουργός δεν ανταμείβεται τόσο μόνο οικονομικά αλλά από την αγάπη και το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. Η μετάφραση πριν εκδοθεί αυτόνομα σε βιβλίο είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος» δίχως την εισαγωγή και τα σχόλια, έπειτα από προτροπή του ζεύγους Γιώργου και Λένας Σαββίδη, φίλων του Ιωάννου.

Δ/2., ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ, ΜΟΥΣΑ ΠΑΙΔΙΚΗ, Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ. Με δεκατρία σχέδια του Βασίλη Βασιλειάδη, το βιβλίο είναι αφιερωμένο «Εις μνήμην Σταύρου Ι. Παπασταύρου αθόρυβου σοφού φίλου». Συνοδεύεται από Εισαγωγικό Σημείωμα του συγγραφέα σ.9-14 και Αλφαβητικό Πίνακα Ποιητών του τόμου. Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 12, 1979, σ.252.

Σημείωση: Ο τόμος με τις μεταφράσεις του Στράτωνος Μούσα Παιδική από τον Γιώργο Ιωάννου από την Παλατινή Ανθολογία περιλαμβάνει 259 αρχαία ερωτικά επιγράμματα διαφόρων γνωστών και λιγότερων γνωστών ποιητών και επιγραμματοποιών της αρχαιότητας. Από αυτά τα 34 χαρακτηρίζονται ως "άδηλα" άγνωστων ποιητών, όχι όμως και κατώτερης ποιότητας. Αντιπροσωπεύονται 29 ποιητές της Ελληνιστικής εποχής. Οι μεταφράσεις των ανθολογούμενων ποιημάτων συνοδεύονται και από το αρχαίο κείμενο. Πράγμα που δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη του βιβλίου να μπορεί να απολαύσει από την μία την νεοελληνική σύγχρονη μετάφραση, την συνέχεια και την ροή της ελληνικής γλώσσας μέσα στην διαδρομή του χρόνου, και από την άλλη, να χαρεί λέξεις και φράσεις της αρχαίας ελληνικής οι οποίες είναι ακόμα ζωντανές στις μέρες μας και ενδέχεται ορισμένες από αυτές, να μιλιούνται έστω και παραφθαρμένες. Κάθε αναγνώστης, ανάλογα με τα ερωτικά του γούστα και ορέξεις, θα επιλέξει τον ποιητή που του ταιριάζει ή θα απορρίψει το ποίημα το οποίο τον ενοχλεί. Ή μπορεί ακόμα, να θελήσει να αποπειραθεί να αποδώσει έναν ποιητή και να συγκρίνει τις δικές του μεταφραστικές δυνάμεις με εκείνες του πεζογράφου, ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Ιωάννου. Το βιβλίο όταν πρωτοκυκλοφόρησε έκανε αίσθηση και συζητήθηκε, εξαιτίας της ερωτικής του θεματολογίας, των έντονων ερωτικών σκηνών και εικόνων, της σπαρταριστής και γαργαλιστικής γλώσσας που χρησιμοποίησε ο Ιωάννου. Η μετάφραση συζητήθηκε τόσο από τους πνευματικούς, επιστημονικούς και τους κύκλους των συγγραφέων και των επίσημων κριτικών, όσο και από άτομα της ελληνικής ομοφυλόφιλης κοινότητας η οποία εκείνη την δεκαετία, βγαίνοντας από μία επτάχρονη δικτατορία αγωνίζονταν να κατοχυρώσει την αυτονομία της, τα νομικά και συνταγματικά της δικαιώματα, με τους σκληρούς καθημερινούς αγώνες των πρώτων μπροστάρηδων του ΑΚΟΕ και του περιοδικού του, του Αμφί. Η έκδοση και η μετάφραση του Γιώργου Ιωάννου ήρθε να ταρακουνήσει τα λιμνάζοντα νερά εκείνα τα χρόνια, αν και, είχε προηγηθεί και η μετάφραση ποιημάτων της Παλατινής Ανθολογίας από τον φιλόλογο και πολιτικό Ανδρέα Λεντάκη. Ποιήματα της Παλατινής είχε μεταφράσει και ο πειραιώτης καθηγητής Ηλίας Κυζηράκος, ο γερμανομαθής Βασίλης Λαζανάς, ο Κούλης Αλέπης και άλλοι. Μέρος της μεταφραστικής του εργασίας μας είχε δώσει ο Ιωάννου, δίχως το αρχαίο κείμενο στο περιοδικό του «Φυλλάδιο», μόνο που στο «Φυλλάδιο» έχουμε και την επίσης σωστή και αξιόλογη μετάφραση των πένθιμων επιγραμμάτων. Αρχαία ποιήματα και επιγράμματα που έχουν να κάνουν με την ξαφνική απώλεια, το θάνατο αγαπημένων προσώπων, το ίδιο το φαινόμενο του θανάτου και πως το εκλάμβαναν οι αρχαίοι έλληνες. Πώς το αποτύπωναν, πώς το κατέγραφαν, πως το έκαναν τέχνη. Ποιητική, γλυπτική, αρχιτεκτονική κλπ. Το πολυτονικό σύστημα της εποχής κάνει ακόμα ωραιότερη την ανάγνωση ακόμα και σήμερα. Στις μέρες μας που ο πεζογράφος και μεταφραστής Σπύρος Καρυδάκης μας έχει δώσει την δική του πολύμοχθη ερευνητική και μεταφραστική εργασία. 

Συμπληρωματικά η "ιδιαιτερότητα" της μετάφρασης του Γιώργου Ιωάννου, από την φιλολογική της σκοπιά, ήταν τα λεγόμενα "Έξεργα", δηλαδή η ενσωμάτωση αρχαίων θρυμμάτων λέξεων και φράσεων, μικρών προτάσεων, μέσα στην σύγχρονη νεοελληνική μετάφραση αρμονικά και ισορροπημένα, πράγμα που έκανε αίσθηση. Μας λέει και πάλι ο Ιωάννου "Η μετάφραση ικανοποίησε πολύ και θεωρήθηκε εύρημα εις αεί το άφημα μέσα στο μεταφρασμένο κείμενο ορισμένων λέξεων ή φράσεων από το αρχαίο, οι οποίες ως αυτονόητες δεν δημιουργούν για τους επαρκείς αναγνώστες προβλήματα, μα αντίθετα εξοικονομούν τα πράγματα εκεί όπου δεν θα 'ταν ωραίο να αναλυθούν, δίνοντας συνάμα και κάποιο τόνο, κάποια γεύση, αρχαιοπρεπή στο μεταφρασμένο κείμενο. Τον τρόπο αυτό τον βρήκαν οι πάντες γοητευτικό και πρωτότυπο, αν και είσαι βέβαιος ότι κάποιοι θα υποτονθορίζουν κατ' ιδίαν.". Ενώ συνεχίζοντας παρακάτω, καθώς διατυπώνει την αρνητική του θέση για τις μεταφράσεις του ποιητή Άρη Δικταίου, και αφήνει και μία τσουχτερή μπηχτή για τον ποιητή και εκδότη του περιοδικού "Τομές" Δημήτρη Δούκαρη, αναφέρει: "Η αλήθεια είναι ότι η μετάφρασή σου στη "Μούσα" είχε σφάλματα, ακόμα και βαριά, μα δεν ήταν αυτά που επεσήμανε στη φούρια του και στην άγνοιά του ο Δικταίος. Είχες σε μερικά σημεία, λίγες έστω, αλλά σοβαρές μεταφραστικές παρανοήσεις, που τώρα στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου, που ετοιμάζεται, θα εξαλειφθούν κι αυτές. Εννοείται, βέβαια, ότι ο Δικταίος δεν τις είχε ανακαλύψει. Τίς ανακάλυψες μόνος σου και τίς διόρθωσες." Και συνεχίζει: "Αλλά όποιος ξέρει πόσο δύσκολη είναι η κατανόηση και η απόδοση της αλεξανδρινής ποίησης, και μάλιστα αυτής της τολμηρής -και για τότε τολμηρής-και υπαινικτικής, δεν θα είναι σφοδρός επικριτής σου. Κριτικές αυστηρές και καλόπιστες δέχεσαι ευχαρίστως και παρακαλείς μάλιστα γι' αυτές. Αλλά αυτός που τις γράφει πρέπει να ξέρει για τί μιλάει-να ξέρει τα πράγματα", σ.268 στην "πρωτεύουσα των προσφύγων". Έντιμη και ειλικρινή η απολογητική του Ιωάννου. Δεν έχω αγοράσει την επανακυκλοφορία της "Μούσας" για να έκανα μία αντιβολή με την πρώτη έκδοση. Πάντως από την "Στράτωνος Μούσα Παιδική" συνάγουμε πολλά συμπεράσματα και πληροφορίες. Πέρα από την ερωτική θεματολογία, τα ποιήματα αν και στην πλειοψηφία τους αναφέρονται και ζωγραφίζουν το αντρικό φύλο και τις ερωτικές καταστάσεις και αδιέξοδα, καημούς του εφηβικού και νεανικού έρωτα, υπάρχουν και τα ποιήματα τα οποία μας μιλούν για τα θήλυ, τις "λολίτες". Μία άλλη ενδιαφέρουσα πλευρά της είναι τα διάφορα μικρά ονόματα των αρχαίων ελλήνων, όπως και η αναφορά στους αρχαίους εθνικούς ελληνικούς Θεούς και Θεές που πίστευαν και προσεύχονταν οι αρχαίοι έλληνες και οι συνήθειές τους και τα εθιμικά τελετουργικά. Η Ανθολογία καταρτίστηκε στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 10ου αιώνα επί Λέοντος του Σοφού, από τον πρωθιερέα των ανακτόρων Κωνσταντίνο Κεφαλά. Το σύνολο των ποιημάτων της Παλατινής περιλαμβάνει 3700 ποιήματα από τον 7 π. Χ. αιώνα ως τον 6 π. Χ.. Όπως οι ειδικοί επιστήμονες μας λένε, η Ανθολογία του Κωνσταντίνου Κεφαλά στηρίχτηκε στις προγενέστερες Ανθολογίες του Μελέαγρου "Στέφανος", στου Αντίπατρου του Σιδώνιου, τον "Στέφανο" του Φίλιππου του Θεσσαλονικέως, στον "Κύκλο" του Αγαθία. Η Ανθολογία του Κεφαλά περιλαμβάνει επίσης και επιγράμματα και αναθήματα από συλλογές του Ρουφίνου και του Παλλάδα. Μετά τον Κεφαλά ανθολογία κατάρτισε και ο μοναχός Μάξιμος Πλανούδης, κυκλοφόρησε το 1299 στην Κωνσταντινούπολη, όπως μας αναφέρει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Ιωάννου στο Εισαγωγικό σημείωμά του. Ενώ για το αρχαίο κείμενο χρησιμοποιήθηκαν οι σοβαρές επιστημονικές εκδόσεις Loeb 1963. Ο Ιωάννου αναφέρεται στις επισκέψεις του στο ξενόγλωσσο βιβλιοπωλείο του Κάουφμαν στο κέντρο της Αθήνας. Ενώ τέλος, είναι αρνητική η κρίση του για την έκδοση του "Στέφανου" του Σίμου Μενάρδου. "με τις απίστευτες μεταφραστικές ατασθαλίες του, αποτέλεσε για μας άλλη μία ακαδημαϊκή αποκαρδίωση". Στην δική  του μεταφραστική πολύχρονη εργασία με ιδέες, υποδείξεις και διευκρινίσεις του συμπαραστάθηκαν οι φίλοι του φιλόλογοι Γιώργος Αγγελινάριος και ο Βασίλης Τσακατίκας.  

Δ/3., ΤΑΚΙΤΟΣ, Γερμανία, μτφ. περιοδικό Εκηβόλος τχ.8-9/ , σ.669-719

ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ε/1., ΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ. Εκλογή-Εισαγωγή-Σχόλια: ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, σχεδιασμός εξωφύλλου: Κ. Γεωργίου, έκδοση ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ, Αθήνα, 3, 1966, σ. 526. Ο τόμος είναι αφιερωμένος "Στη μνήμη του Στίλπωνα Κυριακίδη".

Σημείωση: Άλλη μία εξαιρετική δουλειά του φιλόλογου και ποιητή Γιώργου Ιωάννου. Μία επαινετή προσπάθεια η οποία έχει να κάνει με τον χώρο της ελληνικής λαογραφίας και παράδοσης και συμπληρώνει τις Πεζογραφικές του ενασχολήσεις. Όχι μόνο στην εποχή που κυκλοφόρησε αυτή η Ανθολογία αλλά και σήμερα (Έχει δοθεί από την εφημερίδα «Το Βήμα» στους αναγνώστες της. Αλλά ενώ η έκδοση αναφέρει τα ονόματα: Γιάννη Καρλόπουλου ως διεύθυνση σχεδιασμού, Εύη Καλογεροπούλου Σχεδιασμός και Σοφία Σφυρόερα στις διορθώσεις, δεν αναφέρεται η χρονιά, ημερομηνία της έκδοσης που δόθηκε από την πρωινή κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας) είναι, αποτελεί ένα κειμήλιο στα ελληνικά γράμματα. Μία ανθολογία δημοτικών τραγουδιών η οποία έρχεται σαν συνέχεια αυτή του Νικόλαου Πολίτη και των άλλων του προηγούμενου αιώνα ελλήνων και ξένων μελετητών και ανθολόγων της Δημοτικής μας Ποίησης. Εργασία που θα χαροποιούσε τον Σολωμιστή Γιάννη Αποστολάκη

Ε/2., Μαγικά Παραμύθια του ελληνικού λαού, Εκλογή-Εισαγωγή: Γ. Ι., Εικονογράφηση Ράλλης Κοψίδης, εκδ. ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ, Αθήνα 1966, σ.84

Ε/3., Το δημοτικό τραγούδι ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ. Επιμέλεια Γιώργος Ιωάννου. εκδ. Ερμής, Π Ο 1. Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα,1971. Ανατύπωση 3, 1978, σ.208. Διευθυντής της Ν.Ε. Βιβλιοθήκης ήταν ο Άλκης Αγγέλου.

Περιλαμβάνει –Η Νεοελληνική Λαογραφία και η Εποχή του 4-5.- Βιβλιογραφία 6.- ΟΙ ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ σ.7-28 του ΓΙΩΡΓΟΥ Ι. ΙΩΑΝΝΟΥ. Παραλογές-Επίμετρο-Γλωσσάριο-Κρίσεις για τις Παραλογές.   

Ε/4., Καραγκιόζης, Επιμέλεια- Εισαγωγή- Σχόλια- Βιβλιογραφία- επιλογή έργων και Εικόνων-  Γλωσσάρι- Σημειώματα, Έρευνα: ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ. τόμοι 3. Εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1972, 1979, 1985 (Β΄ανατύπωση). Τόμος Α΄ ΘΕ 16/1985 ανατύπωση. -Τόμος Β΄ ΘΕ 16 Ανατύπωση 1979.- Τόμος Γ΄ ΘΕ 16 Δεκέμβριος 1972. 

Μέσα στον σχεδιασμό της σειράς για το Θέατρο Σκιών και την Ελληνική εκδοχή του Καραγκιόζη, ήταν και η έκδοση ενός τόμου με τον Τούρκικο Καραγκιόζη αλλά δεν πραγματοποιήθηκε. Οι εκδόσεις "Ερμής" μετά την κυκλοφορία του τρίτομου έργου για τον Έλληνα Καραγκιόζη από τον Γιώργο Ιωάννου, κυκλοφόρησε τον τόμο KARAGOZ Το Θέατρο Σκιών στην Ελλάδα και στην Τουρκία σε Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Αικατερίνη Μυστακίδου, Αθήνα, ΘΕ 63/9, 1982.

Ε/5., ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΑΣ. Επιμέλεια Γιώργος Ιωάννου. Εικονογράφηση Ράλλης Κοψίδης, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1974. Ανατύπωση 10, 1975, σ.378.

Περιλαμβάνει Εισαγωγή του επιμελητή Γιώργου Ι. Ιωάννου, σ.7-17.- Εικαστική Μυθοπλασία του Ράλλη Κοψίδη, σ.19.- 54 Παραμύθια, σ.21- 372.-Βιβλιογραφία σ.373-374.

Σημείωση: Τα 20 από τα 54 Ελληνικά Παραμύθια προέρχονται από την έκδοση του «Ταχυδρόμου», Αθήνα 1966. Και αυτή η λαογραφική εργασία, ανθολόγηση ελληνικών παραμυθιών, χτενίσματος της γλώσσας τους και παρουσίασής τους στο σύγχρονο ελληνικό και όχι μόνο αναγνωστικό κοινό συγκαταλέγεται στα θετικά του Γιώργου Ιωάννου.

     Το ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ  ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ διαβάζεται ως εξής: Α1/79. Α η κατηγορία, (Πεζά) το νούμερο 1 η αριθμητική σειρά που αντιγράφω τα βιβλία, (Πεζογραφήματα) ο αριθμός μετά την διαγώνιο παύλα, 79 η αντίστοιχη σελίδα του βιβλίου. Τέλος, όπου ο τίτλος δεν στηρίζεται στο αλφάβητο τον προσθέτω στο τέλος.    

Α

-Άγνωστοι Κόσμοι (19-1-80) Α5/81

-Άδεντρο Α1/79

-Ακρόπολη, 1982 Α7/102

-Αλύπητα! (8-3-80) Α5/133

-Αν είχα γάτα Β6/10 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/85

-Αναζητώντας τον Καβάφη Β1/59

-Άνθρωποι- φυσαρμόνικες (αδημοσίευτο) Α5/221

-Ανοιξιάτικες εμπνεύσεις («Ε. Γ.» τ.31 Μάϊος 1979) Α7/146

-Αντί προλόγου Α5/9

-Απογραφή ζημιών Α3/219

-Αποκριάτικο («Ε. Γ.» τ.28 Φεβρουάριος 1979) Α7/136

-Αυτά που δεν σβήνονται. («Ε.Γ.» τ.41-43, Οκτώβ.-Δεκέμβ. 1980) Α7/83

-Αυτό είσαι… Β6/15 (τχ.5-6/1982)-Α6/101

Β

-Βαθιά εισπνοή Β6/14 (τχ.5-6/1982)- Α6/183

-Βαθιά πηγάδια Α6/53

-Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (Ν. Καζαντζάκης). («Τετράδια Ευθύνης». αρ.3). Α7/196

-«Βουκουρέστι, άχ, Βουκουρέστι!» Α3/157

-«Βους επί γλώσση» (8-12-79) Α5/41

-Βρεφών κοίτες Α6/43

-Βροχές και καταιγίδες («Κ. Ελευθεροτυπία» 25-11-1979) Α7/ 114

Γ

-Για ένα φιλότιμο Α1/57

-Για επαρχίες και για έρευνες (15-12-79) Α5/49

-Για τις περιβόητες πολυκατοικίες Β6/15(τχ.2/1978)- Α3/211

-Για το ύφος του Παπαδιαμάντη Β1/33

-Για τον «Αιχμάλωτο» του Στρατή Δούκα. («Τομές», τ. 6, Νοέμβριος 1976) Α7/223

-Για τους μαχαιρωμένους Β6/17 (τχ.5-6/1982)- Α6/81

Δ

-«Δηλώ υπευθύνως…» Α1/237-Α1β/117

-Διάλογος σε εκδρομή Α7/329

-Διαφημίσεις (3-5-80) Α5/189

-Διεθνής έκθεση Α8/69

-Δίψα για την παράδοση Α7/267

-Δυό επιστολές του Κ.  Π. Καβάφη προς τον Φίλιππο Δραγούμη και ένα σημείωμά τους προς τον Φίλιππο Δραγούμη Β1/49

-Δύο νούμερα από την επιθεώρηση «Οι Τουαλέτες» Β6/22(τχ. 5-6/1982) (Θεατρικό)

-ΔΕΚΑ ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 1-22 Β6/ (τχ.5-6/1982)*

-ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 1-19, Β6/ (τχ.3-4/1978-1979).*

*Σημείωση: Τα 10 και τα 15 Πεζά Κείμενα τα αποδελτιώνω το καθένα ξεχωριστά

Ε

-«Εις λάκκον…» Α6/9

-Είς εαυτόν Α9/208

-«Είς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον…» Α3/13

-Εκθέσεις, βιβλία και αρώματα Α8/28

-Εκθέσεις ιδεών Α8/101

-Εκλογική ατμόσφαιρα Α8/76

-Εμείς και  οι Αρχαίοι Α8/86

-Ένα επίγραμμα της «Παλατινής Ανθολογίας», («Ε.Γ.», τ.16, Νοεμ. 1977), Α7/171

-Ένας τωρινός λογοτέχνης στο κλεινόν άστη Β6/32 (τχ.3-4/1978-1979) (Ομιλία)

-Εν ταίς ημέραις εκείναις…Α9/58

-«Εν τοίς εγκάτοις μου…» Α6/123

-«Εν τοίς σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» Α6/97

-Ένας Μαχάων στην Ομόνοια Α2/55

-Εξαίσια αστική-μας κοινωνία Α1/63

-Επ’ εσχάρας Α6/219

-Επιζωγραφισμένης εικόνας αποκατάσταση Β1/17

-Επίμετρο Α9/199

-Επιτάφιος  Θρήνος Α2/9

-Επιχωμάτωση Β6/3(τχ.2/1978)- Α3/127

-Εσπέρας προκείμενον Β6/12(τχ.2/1978)-Α2/63

-Έτσι θα ΄ναι και τότε… Β6/1 (τχ.5-6/1982)- Α6/17

-Εύγε, πατριώτες! (29-3-80) Α5/157

-Εύφλεκτη χώρα Α8/43

Ζ

-Ζει το δημοτικό τραγούδι; («Ε.Γ.» τ.27 Ιανουάριος 1979) Α7/271

Η

-Η αποζημίωση Α1/376

-Η απόκοτη λάμψη. (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης). («Τετράδια Ευθύνης» αρ.10). Α7/202

-Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη («Ε. Γ.», τ.15, Οκτώβ. 1977) Α7/57

-Η δασκάλα Α2/123

-Η Δέσπω κάνει πόλεμο…» («Ε.Γ.» τ.11 Μάρτιος 1977) Α7/302

-Η εγγραφή Α1/196-Α1β/83

-Η ευάγρια κριτική Β6/26 (τχ.3-4/1978-1979)

-Η Ευτυχούλα Α1/314

-Η θαμπή εποχή του ’50. Β6/27 «Φυλλάδιο», τ.3-4, 1978-’79).- Α7/88

-Η κατασκότεινη έλξη (αδημοσίευτο) Α5/217

-Η κυρία Μινωταύρου Α2/147

-Η λάμψη είναι λάμψη (αδημοσίευτο) Α5/209

-Η λυσσασμένη αγελάδα Α1/97

-Η μεγαλοκόρη Α1/109-Α1β/9

-Η μεγεθυντική μηχανή Β6/5 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/153

-Η μόνη κληρονομιά Α1/280

-Η μπαταρία του θανάτου (1-12-79) Α5/35

-Η Ναυτία Β6/34 (τχ.7-8/1985)* (διαλογικό)

*Σημείωση: Βλέπε και σχετικά «Θύσανοι». Τον σχολιασμό που μετέφερα στο προηγούμενο σημείωμα για το περ. «Ο Σχολιαστής».

-Η νεκροφάνεια Α1/114-Α1β/13

-Η ολική έκλειψη Β6/1(τχ.2/1978)- Α2/73

-Η ομορφιά μέσα στα χρόνια (29-12-79) Α5/61

-Η παραίτηση Α6/4 (τχ.5-6/1982)-Α6/31

-Η παραπεταμένη απελευθέρωση Α3/103

-Η παρέλαση των προσφύγων Α3/71

--Η παρέλαση (10-11-79) Α5/23

-Η πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου Α3/37

-Η ποιήτρια Κική Δημουλά («Ε.Γ.» τ. 22 Μάϊος 1978) Α7/253

-Η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη. («Ε.Γ.», τ.15 Οκτώβριος 1977) Α7/227

-Η πρώτη επέτειος Α7/37

-Η πρωτεύουσα των προσφύγων Α9/37

-Η σαρκοφάγος Α1/180-Α1β/69

-Η σειρήνα Α1/118-Α1β/17

-Η σκυλοπολιορκία Α1/215-Α1β/99

-Η συμμορία της καρφίτσας Α1/130-Α1β/27

-Η χωματίλα Α1/206-Α1β/91

-Η ώρα του βρασμού Α8/11

Θ

-Θείος Ιούλιος μήνας… Α8/40

-Θεσσαλονικέων ύπνος και ξύπνος…Α9/71

-Θεσσαλονίκη Α8/90

-Θεσσαλονίκη- Αθήνα, μιά ερωτική σύγκριση Α9/9

-Θεσσαλονίκη: 25 Μαρτίου 1944 Α3/95

-Θεσσαλονίκης ανάβαση και κατάβαση. («Ε. Γ.» τ.32, Ιούν. 1979) Α7/105

-Θουκυδίδης- Χεμινγουαίη: Δύο περιστατικά παρόμοια. («Η Καθημερινή», 2-2-1978) Α7/175

Ι

-Ιατρική Εξέταση Β6/37 (τχ.7-8/1985) (Θεατρικό)

-Ιδέες για το Σαββατοκύριακο («Ε. Γ. τ.45 Μάρτ.-Απρίλ.1981) Α7/ 122

-«Ιερά ανακραυγάσματα» Β6/1(τχ.3-4/1978-1979)- Α6/27

Κ

-Και ιδού νεφέλη λευκή… Α9/110

-Καρυδωμένα τσιγάρα Α6/131

-Κατοχικό ημερολόγιο Β6/7 (τχ.1/1978)- Α9/182

-Κάτω απ’ τις πυκνές δεντροστοιχίες Α9/29

-Κάτω στις ακτές της Αφρικής Α1/68

-Κηδείες και μνημόσυνα Β6/19 (τχ.5-6/1982)- Α6/91

-Κυριακάτικη περιδιάβαση στην Αθήνα («Ε.Γ.» τ.23. Ιούνιος1978) Α7/93

-«Κυτίον θα πει κουτί» Β6/19 τχ.3-4/1978-79,- Α2/99

Λ

-Λαζαρίνα Α1/89

-Λεκιασμένα ντουβάρια Α9/88

-Λιμενικά λουτρά Α1/168-Α1β/59

-Λογοκρισία η απέθαντη (10-5-80) Α5/195

-Las Incantadas Α1/175-Α1β/65

Μ

-Μαδέρια στο πέλαγος (Νίκος Καββαδίας) («Αντί» τ.142, 4-1-1980) Α7/ 239

-Μερικές σκέψεις για το γράψιμο και το διάβασμα Α7/159*

Σημείωση* Το κείμενο «Μερικές σκέψεις για το γράψιμο και το διάβασμα», καταλαμβάνει τις σελίδες 159-170, με Νούμερο 31. Στην Γ’ ενότητα  «Συγγραφείς και έργα» του βιβλίου «Εφήβων και μή». Στα Περιεχόμενα σ.335, μετά τον τίτλο παραπέμπει: («Φυλλάδιο», τ. 5-6, 1982). Αν ανατρέξουμε στις σελίδες 48-53 των «Θυσάνων», θα δούμε κάτω από τον τίτλο «Πενήντα τέσσερις ρωγμές», να δημοσιεύονται οι 54 σύντομες σκέψεις του Ιωάννου για τον ρόλο και την γραφή τα εφόδια ενός συγγραφέα. Στην πρώτη αυτή μορφή-όπως δημοσιεύονται οι 54 αυτές σύντομες θέσεις στο περιοδικό-ορισμένα νούμερα αφαιρούνται και η ύλη τους αλλάζει, ενώ προστίθενται καινούργια. Τροποποιείται και η αρίθμηση. Στο «Εφήβων και μή» αφαιρούνται τα νούμερα που δημοσιεύονται στο «Φυλλάδιο»: 10 («Το δικό μου ύφος θέλει πολλά κόμματα-πολλή στίξη και στύση»), 42 («Πάντες με εγκατέλειψαν-το κατακαλόκαιρο- αγαπήσαντες τα νύν αιδοία…»), 50 («Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τη Θεσσαλονίκη, είχα εθισθεί από τα νιάτα μου….»), 51(«Τώρα τους τρώει άλλο μαράζι για μένα’ πολυακούγομαι από τις εφημερίδες και πολυφαίνομαι  από την τηλεόραση»), και 54 («Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει από χρόνια πνευματική πόλωση. Από τη μιά η σχεδόν σιωπηλή πλειοψηφία και από την άλλη η κουδουνάτη μειοψηφία. Θέλουν κόπο οι πνευματικοί αγώνες….»). Στα αντίστοιχα νούμερα η ύλη είναι διαφορετική. Βλέπε και παράγραφο 48 του βιβλίου της Αντιγόνης Βλαβιανού, «Εισαγωγικό Φυλλάδιο. Εισαγωγή-Επίμετρο-Παροράματα» Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1996, σ. 13. «48. Εκτός ίσως από το περιεχόμενο του «θυσ.» 15 (σ.48-53) με τίτλο «Πενήντα τέσσερις ρωγμές», που αναδημοσιεύεται στο βιβλίο Εφήβων και Μή (ό.π., σ.159-170) με τον τίτλο «Μερικές σκέψεις για το γράψιμο και το διάβασμα». Δεν είναι τυχαίο όμως ότι εδώ, κάποιες «ρωγμές» (10, 42, 50,51, 54) διαγράφονται και αντικαθίστανται από ισάριθμες (54 στο σύνολό τους, όπως δηλοί και ο αρχικός τίτλος) «σκέψεις»».       

-Μέσα στον Απρίλη το ’41 («Κ. Ελευθεροτυπία», 6-4-1980) Α7/74

-Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς Α1/49

-Με τα καράβια (17-11-79) Α5/27

-Με τα σημάδια της απάνω μου Β6/2 (τχ.1/1978)- Α3/183

-Με τη λαδιά της ψυχής Β6/2 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/135

-Με τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη. («Θεσσαλονίκη», 25-9- 1971). Α7/ 207

-Μετρημένα καρύδια («Ε. Γ.» τ.25, Νοέμβριος 1978) Α7/129

-Μην ξεχνάτε! Α8/80

-Μια Δήλωση (ΕΡΤ. Χριστούγεννα 1980) Α7/155

-Μιά μεγάλη μέρα. («Ε. Γ.», τ.33, Οκτώβ. 1979) Α7/72

-Μιά μικρή επέτειος Α9/201

-Μορφωτικά κάτεργα (22-3-80) Α5/149

-Μοτοσυκλέτας εγκώμιο Α1/203-Α1β/89

-Μουσικές και τραγούδια Α8/25

-Μπερές ή δίκωχο; Β6/9 (τχ.3-4/1978-1979)-Α6/169

-Μπλεγμένο κουβάρι Β6/11(τχ.3-4/1978-1979)- Α6/105

Ν

-«Να ‘σαι καλά, δάσκαλε!» («Ε. Γ.» τ.29 Μάρτιος 1979) Α7/139

-Ναρκωτικά και δηλητήρια Β6/17 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/57

-Νέα πανάκεια Α8/109

-Νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας («Ε.Γ.» τ.27 Ιανουάριος 1979) Α7/327

-Νέες εξηγήσεις για το κολύμπημα Β6/7 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/165

-Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης («Ε.Γ., τ.19, Φεβρουάριος 1978) Α7/230

-Νομπελίτιδα (5-1-80) Α5/67

-«Νύχτα γεμάτη θάματα…» Α6/223

Ξ

-Ξορκισμένες διαδηλώσεις Α8/22

Ο

-Ο γυρισμός του ξενιτεμένου («Ε.Γ.» τ.29 Μάρτιος 1979) Α7/308

-Οδηγοί και αμάξια (23-2-80) Α5/119

-Ομίχλη Α1/307

-Ο Ανάπηρος Α2/23

-Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης Β1/113

-Ο δάσκαλός μας Α8/105

-Ο Δούξ του Σπρουξ Α1/222-Α1β/105

-Ο ένδοξος Μακεδονικός Αγώνας. («Ε.Γ.», τ.15, Οκτώβ. 1977) Α7/62

-Ο ερωτικός ποιητής Καβάφης Β1/104

-Ο Θανάσης ο φονιάς Α1/371

-Ο θάνατος του λοχία (19-4-80) Α5/175

-Ο θείος Βαγγέλης Α1/ 272

-Ο Κ. Π. Καβάφης και το δωδέκατο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας Β1/88

-Ο Καβάφης μέσα από ένα ανέκδοτο ημερολόγιο Β1/69

-Ο καλός ποιμήν Α6/139

-Ο λογοτιμήτης Α1/184-Α1β/73

-Ο μεγάλος μάστορης. (Φώτης Κόντογλου). («Μνήμη Κόντογλου. «Αστήρ», 1975). Α7/193

-Ο Μπάτης Α1/60

-Ο ξενιτεμένος Α1/32

-Ο παλιός αέρας Α1/389

-Ο πεζογράφος Στέλιος Ξεφλούδας («Ε.Γ.» τ.18 Ιανουάρ. 1978) Α7/ 233

-Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας («Ε.Γ.» τ.17 Δεκέμβριος 1977) Α7/236

-Ο ποιητής Αλέξανδρος Μπάρας («Ε.Γ.» τ.18 Ιανουάριος 1978) Α7/256

-Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης («Ε.Γ.» τ. 19 Φεβρουάριος 1978) Α7/ 250

-Ο πόλεμος των κουμπιών («Ε. Γ.», τ.24, Οκτώβριος 1978) Α7/126

-Ο πρόεδρος Ταμέλης («Κ. Ελευθεροτυπία» 20-4-1980) Α7/46

-Ο σκοπός μιάς ζωής. (Ίων Δραγούμης). («Τετράδια Ευθύνης», αρ.7) Α7/ 181.

-Ο συγγραφέας Στρατής Τσίρκας Α7/247

-Ο τοίχος με τα κάγκελα. («Ε. Γ.», τεύχος 7, Νοέμβρης 1977) Α7/13

-Ο της φύσεως έρως Β1/7

-Ό,τι και να κάνεις Α6/121

-Ο φόβος του ύψους Α1/27

-Ο φύκος Α1/192-Α1β/79

-«Ο χορός είναι η ζωή μου…» Α7/148

-«Ο Χριστός αρχηγός μας…» Α9/113

-Οι αρρώστιες Α1/86

-Οι βδέλλες (αδημοσίευτο) Α5/205

-Οι δικοί μου άγιοι Β6/3 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/49

-Οι ιδέες του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη Α7/205

-Οι κατηγορίες Α1/53

-Οι κότες Α1/13

-Οι λαμπρές αρχαιότητες Α8/58

-Οι λόγοι της χαράς («Ε. Γ.» τ.26, Δεκέμβριος 1978) Α7/133

-Οι μεγάλοι δρόμοι Α8/7

-Οι μαύρες τρύπες Β6/8 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/83

-Οι Μπρούκληδες. («Η Καθημερινή», 18-4-1982). Α7/32

-Οι νεροφίδες Α2/35

-Οι Ολυμπιακοί (9-2-80) Α5/103

-Οι σφάχτες Α1/39

-Οι τσιρίδες Α1/105-Α1(Β)/5

-Οι φίλοι με τα πλούτη τους (αδημοσίευτο) Α5/213

-Οι φωτιές Α8/33

-Οι χαφιέδες (αδημοσίευτο) Α5/2003

-Οι ψύλλοι Α1/75

-«Ουκ ηπίστατο φεύγειν» Α1/241 «Στον Άγγελο Καλογερόπουλο»-Α1β/121

Π

-Παναγιά η Ρευματοκρατόρισσα Α1/164-Α1β/55

-Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης: Τα πενήντα χρόνια του Α3/113

-Περιμένοντας το λογαριασμό Α1/385

-Περί Εθνικής Βιβλιοθήκης και άλλων τινών (16-2-80) Α5/111

-Περί της φυγής, της διαφυγής, ή και της καταφυγής πολλών πνευματικών δημιουργών της Θεσσαλονίκης στην Αθήνα Α9/91

-Περί του κάλλους και που βρισκόμαστε σήμερα Β6/13 (τχ.3-4/1978 -1979) - Α6/177

-Περί του ολέθριου καπνίσματος (12-4-80) Α5/169

-Πικρά παράπονα Α6/143

-Προσωπογραφίες Α8/83

-Πώς εξοντώθηκε ο Ταμανάκιας Α1/232-Α1β/113

Ρ

-Ρύπανση Α8/94

Σ

-Σαν υπνοβάτης Β6/10 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/79

-Σεισμολογίες Α8/54

-Σέϊχ- Σου Α3/147

«Σινδόνι καθαρά…» Α6/203

-Σκέφτομαι τον πατέρα μου. («Αντί», τεύχος 120, 3-3-1979) Α7/42

-Σκοτεινές αποθήκες Α6/187

-Στα καμένα Α1/44

-Στη δύσκολη ώρα Β6/10 (τχ.5-6/1982)- Α6/67

-Στις παρυφές Α3/197

-Στο βωμό καρτερώντας Β6/6 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/107

-Στο πεζοδρόμιο! Α8/113

-Στου Κεμάλ το σπίτι Α1/310

-Στρατής Δούκας, («Ε.Γ.», τ.17, Δεκέμβριος 1977) Α7/221

-Συγγενείς και Φίλοι Α6/111

-Συγκοινωνίες και ευρεσιτεχνίες Α8/64

Τ

-Τα αδέσποτα της Αθήνας Β6/20(τχ.2/1978)

-Τα ακριτικά τραγούδια («Ε.Γ.» τ.18 Ιανουάριος 1978) Α7/290

-Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος Α8/19

-Τα βαφτίσια Α1/228-Α1β/109

-Τα δημοτικά μας τραγούδια («Ε.Γ.» τ.9 Ιανουάριος 1977) Α7/275

-Τα εγκαίνια Β6/29 τχ.3-4/1978-1979 (διαλογικό)

-Τα εβραϊκά μνήματα Α1/22

-Τα ίχνη της πυρκαγιάς Α3/165 [Πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (28-8-1977)]

-Τα καφενεία της νύχτας (12-1-80) Α5/73

-Τα  κελιά Α1/9

-Τα κεφάλια Α1/162-Α1β/53

-Τα λαϊκά σινεμά Α1/17

-Τα λεμόνια ήταν ακριβά Α1/367

-Τα μαρτύρια του λαού των Αρμενίων (26-4-80) Α5/183

-Τα ξόρκια Α1/152-Α1β/45

-Τα παραμύθια («Ε.Γ.» τ.10 Φεβρουάριος 1977) Α7/312

-Τα παρατσούκλια Α1/134-Α1β/31

-Τα πασσαλάκια Α1/211-Α1β/95

-Τα περιστέρια Α1/363

-Τα ποδήλατα της νύχτας τχ.3-4/1978-79 Β6/24- Α2/91

-Τα πολιτιστικά κέντρα Α8/129

-Τα Σαββατόβραδα (1-3-80) Α5/127

-Τα σαράντα κύματα Β6/14 (τχ.3-4/1978-1979) - Α6/157

-Τα σκυλιά του Σέιχ- Σου Α1/295

-Τα στρείδια της πολιτείας («Ε. Γ.» τ.40, Μάιος, 1980) Α7/109

-Τα τερπνά τραίνα (22-12-79) Α5/55

-Τη Λαμπρή στα ψηλώματα («Ε. Γ.» τ.30 Απρίλιος 1979) Α7/143

-Τη νύχτα του σεισμού. («Ε. Γ», τεύχ. 25, Νοέμβ. 1978). Α7/19

-Της Θεσσαλονίκης ο μεγάλος μήνας Α7/68

-Της μοναξιάς και της εγκατάλειψης Β6/8 (τχ.5-6/1982)- Α6/63

-Της Ταφής και του Πάθους (5-4-80) Α5/163

-Τί είναι λαϊκός πολιτισμός («Ε.Γ.» τ.9 Ιανουάριος 1977) Α7/261

-Τις Κυριακές τα πρωινά (26-1-80) Α5/87

-Το ανεπαίσθητο κύλισμα του χρόνου Β6/17 (τχ. 5-6/1982)- Α6/191

-Το βαρύ καπάκι Α6/127

-«Το Βουγγάρι» Α1/345

-Το βύζαγμα Α1/111-Α1β/11

-Το γάλα Α1/140-Α1β/35

-Το Δημοτικό Τραγούδι στην τωρινή μας αίσθηση Α8/119

-Το δικό μας αίμα Α3/87

-Το Θέατρο Σκιών («Ε.Γ.» τ.14 Ιούνιος 1977) Α7/315

-Το ’21 στο Θέατρο Σκιών («Ε.Γ.» τ.29 Μάρτιος 1979) Α7/325

-Το κέλυφος Β6/9 (τχ.5-6/1982)- Α6/87

-Το κρεβάτι Α1/145-Α1β/39

-Το λειρί του πετεινού Α9/53

-Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας Α1/330

-Το μεγάλο κενό (24-11-79) Α5/31

-Το μέντιουμ Α1/318

-Το ξεκλήρισμα των Εβραίων Α3/51

-Το ξεσκάτωμα Α2/81

-Το παλιό σχολείο («Ε.Γ.», τ.5, Ιούν.-Αύγ. 1976). Α7/26

-Το πανίσχυρο ΞΕ. Κ.Α.Μ. («Χάρτης» τ.1, 1982) Α7/152

-Το πεντακοσάρι Α1/157-Α1β/49

-Το πολιτιστικό μας άλμα (15-3-80) Α5/141

-Το σκυλί δεν ξεχνάει Α6/208

-Το σφραγιδάκι Α10/193

-Το τραπέζι της εκκλησίας Α2/43

-Το τσόλι της πόρτας Α2/109

-«Το Χρυσούν Απίδιον» Α1/126-Α1β/23

-«Τον άνδρα ορώ…» Β6/12 (τχ.3-4/1978-1979)- Α6/173

-Των οικίων ημών εμπιπραμένων… Α8/51

-Ταυροκαθάψια Α6/147

-Τζέλτεν Α1/336

-Τρία καλά σχολικά βιβλία (2-2-80) Α5/95

Υ

Φ

-Φεστιβάλ βιβλίου Α8/73

-Φθινοπωρινά Α8/98

-Φόβοι εν ερημίαις Α6/117

-Φτερούγα σκοτεινή Α1/72

Χ

Ψ

-Ψηλά στο Εσκί Ντελίκ Α1/264

Ω

-Ω, οι ευτυχισμένες μέρες! Α8/37

-Ώρα για το κουκούλι Α1/83

-«Ως ωραίοι οι πόδες!...» Β6/18(τχ.2/1978)- Α6/195

- + 13-12-43  Α1/93

     Κλείνοντας, αντιγράφω το με νούμερο 59 δημοτικό τραγούδι το οποίο αναφέρεται στην Μικρά Ασία από την συλλογή του Γιώργου Ιωάννου.

ΜΙΚΡΑ  ΑΣΙΑ,  1922

Εσείς βουνά της Άγκυρας και της Μικράς Ασίας,

ποτέ να μην ανθίσετε, ποτέ μη λουλουδίστε,

με το κακό που πάθαμε στις δεκατρείς τ’ Αυγούστου’

γιόμισαν τα βουνά κορμιά κι οι κάμποι παλικάρια.

Κι άλλα παιδιά ν’ αιχμάλωτα κι άλλα ‘ναι λαβωμένα.

Κι ένα παιδί απ’ τον τόπο μας άλλων παιδιώνε λέει:

 

-Βλέπω και ετοιμάζεστε στον τόπο μας να πάτε’

ντουφέκι να μη ρίξετε, τραγούδι μην ειπείτε’

κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου κι ο δόλιος μου πατέρας,

πέστε τους πώς παντρεύτηκα εδώ μες στην Τουρκία,

την πλάκα πήρα πεθερά, τη μαύρη γη γυναίκα,

δυό κυπαρίσσια αγκαλιά στο μνήμα μου απάνου.

Λαογραφία ΙΕ΄ σ.74 (Δ. Τσίριμπας, Αρκαδία), σεκλ. 106.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 14 Οκτωβρίου 2023

ΥΓ. Στο βάθος ακούγεται η φωνή της Νανάς Μούσχουρη να τραγουδά σε μουσική του Γιώργου Χατζηνάσιου τον στίχο του ποιητή Νίκου Γκάτσου «Ήταν κάποτε στον Κόσμο τον αγιάτρευτο…..»

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

Το Φυλλάδιο, ο Μάριος Βαγιάνος ή Ο Γιώργος Ιωάννου στην πόλη του Πειραιά

 

ΤΟ ΦΥΛΛΑΔΙΟ  Ο ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΓΙΑΝΟΣ

ή Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ  ΣΤΟΝ  ΠΕΙΡΑΙΑ

 

     Η Θεσσαλονίκη, αν και ήταν η γενέτειρα πόλη του, η σταθερή μνημονική του αναφορά, η προσφιλής παιδική, νεανική, εφηβική ανάμνηση του Γιώργου Ιωάννου, δεν έπαυε να αποτελεί και ένας στενάχωρος για τα δικά του όνειρα και επιδιώξεις επαρχιακός χώρος. Και δεν είχε άδικο, αν αναλογιστούμε τις κοινωνικές και πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες εκείνων των μεταπολεμικών δεκαετιών, της αγροτικής Ελλάδος. Ότι έπρεπε να συγκατοικεί μαζί με τα άλλα μέλη της οικογένειάς του, προσμετρώντας και τις δυσκολίες της επαγγελματικής του αποκατάστασης, μετά την άρνησή του να σταδιοδρομήσει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ως βοηθός του Στίλπωνα Κυριακίδη. Όχι ότι στην χαώδη πρωτεύουσα, την Αθήνα της αντιπαροχής και των «Συνοικιών το Όνειρο» -που εγκαταστάθηκε από το 1971 μόνιμα- θα κέρδιζε την απόλυτη, την πλήρη ελευθερία του, θα έβρισκε ευκολότερα το δρόμο του στις όποιες επιλογές του, το φτωχό επαρχιωτόπουλο, θα αναγνωρίζονταν η πνευματική και φιλολογική του αξία, κάθε άλλο, -προγενέστερη επαγγελματική του προσπάθεια σε κολέγιο των Αθηνών κατέληξε σε αποτυχία- θα διαχειριζόταν όπως ήθελε τα της ζωής του και της σωματικής του αυτοδιάθεσης, αλλά, τουλάχιστον, αυτό το κλασικοτραφές παλαιό τουρκοχώρι με τα διάσπαρτα ερείπια και σκόρπια θρύμματα αγαλμάτων και αρχαίων ναών και βυζαντινών εκκλησιών θα του εξασφάλιζε περισσότερες ευκαιρίες και δυνατότητες όπως πίστευε. Όπως στο βάθος της συνείδησής του πίστευε κάθε έλληνας προερχόμενος ή καταγόμενος από την επαρχία της βόρειας ή της νησιωτικής ελληνικής επικράτειας.  Σε κάποιο σημείο των εξομολογήσεών του γράφει ότι Θεσσαλονίκη και οικογενειακή εστία είναι δύσκολη κατάσταση για εκείνον καθώς μεγάλωνε.

     Αθήνα, η Πόλη πολιτιστική και πολιτική κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού των αρχαίων εθνικών ελλήνων, δημοκρατικού οράματος διακυβέρνησης ενός αρχαίου ιδανικού, που ήταν μέσα στην φαντασία των αγωγιατών κατοίκων, των κτηνοτρόφων, των ποιμένων, των ψαράδων, των μικρο εμπόρων της, της ανερχόμενης αστικής τάξης του 19ου και 20ου αιώνα, των ευρωπαίων φιλελλήνων. Έλληνες, σχετικά πρόσφατοι σκλάβοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, απόγονοι ηρωικών μορφών της επανάστασης του 1821, παιδιά και εγγόνια των θυσιασθέντων ελλήνων κατά τα χρόνια της ελληνικής παλιγγενεσίας. Αθηναίοι με πολυπλόκαμο γενεαλογικό δέντρο και ρίζες καταγωγής, που έπαιζαν ακόμα την φλογέρα τους καθήμενοι πάνω σε σπασμένες αρχαίες κολώνες όπου τα νεαρά ζευγαράκια έγραφαν τα αρχικά του ονόματός τους με βέλη αγάπης. Συνήθεια πανάρχαια από την εποχή των περσικών πολέμων. Αθήνα, μία ακόμα πόλη της Ελλάδος πολυπληθής προσφυγομάνα μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922. Φιλόξενη όπως και η συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη. Ένα τεράστιο ξενοδοχείο φυλών και επαρχιωτών, επισκεπτών, εσωτερικού και εξωτερικού τουρισμού. Η Αθήνα με την πολυσπερμία των κατοίκων της και των επισκεπτών της, πάντα ήταν πόλος έλξης κάθε επαρχιώτη έλληνα και ελληνικής οικογένειας, ατόμων προερχόμενων από την επαρχία. Σου παρείχε την ευκαιρία να χαθείς μέσα στην ανωνυμία του πολύβοου πλήθους της και των επιλογών τους. Οι δεκαετίες της ακμαίας αστυφιλίας και της εσωτερικής προσφυγιάς μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό, είχαν τροφοδοτήσει την πρωτεύουσα και τα περίχωρά της, με κάθε είδους χαρακτηρολογίας και σωματικής τυπολογίας φτωχό πληθυσμό από την επαρχία. Ρωμαλέες ή μαραγκιασμένες σωματικές και ψυχικές υπάρξεις άγνωστες, ανώνυμες, χαμένες μέσα στην χοάνη της Πόλης, αναζητούσαν συντροφιά μέσα σε αίθουσες των ερωτικών σινεμά, συναγμένες σε κεντρικές πλατείες με το νερό των σιντριβανιών να ξεπλένει τον ιδρώτα τους. Να λιάζονται στα παρκάκια και τα ελάχιστα αλσίδια, στα σκαλιά πρώτης και δεύτερης κατηγορίας ξενοδοχεία, γύρω από το μεγάλο και κεντρικό χωνευτήρι ατόμων την Ομόνοια. Πρόσφυγες, κάθε κατηγορίας έμποροι, ανεπάγγελτοι εργάτες, ξέμπαρκοι ναυτικοί, περίεργοι λαθραναγνώστες των εφημερίδων των περιπτέρων, αργόσχολοι περαστικοί, συνταξιούχοι. Έλληνες εσωτερικοί μετανάστες και ξένοι από κάθε γωνιά της υφηλίου. Μια αναρίθμητη διαρκώς ανατροφοδοτούμενη, πολύπτυχη τυπολογία ανθρώπινων χαρακτήρων και ταυτοτήτων. Μία πολύχρωμη και δύσκολα χαρτογραφούμενη ανθρωπογεωγραφία συμπεριφορών, ιδιαιτεροτήτων, αντιδράσεων, ηθών και εθίμων, ενδυματολογικών προτύπων, διατροφικών συνηθειών όπως μας τις σκιαγραφεί ο πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου σε διάφορα πεζά του και στο βιβλίο του Ομόνοια. Ένας λαϊκός και φτωχός κόσμος που ζει και αναπνέει, εργάζεται και βρίσκεται σε διαρκή κίνηση πέρα από την Κολωνακιώτη επικράτεια, της όποιας ελληνικής γκλαμουριάς της πρωτεύουσας. Ο Γιώργος Ιωάννου, είναι του ίδιου λαϊκού φυράματος και καθαρότητας, παρόμοιας ανθρώπινης ευαισθησίας, παρά τον επιστημονικό και φιλολογικό εξοπλισμό του, το τάλαντο και το ταλέντο του συγγραφέα που διαθέτει.  

    Η γραφή του Γιώργου Ιωάννου έχει μια αυξομειούμενη ροή, μέσα από φλας μπακ περασμένων καθημερινών γεγονότων και λεπτομερειών ατομικών του αναμνήσεων, απολογιών και εξομολογήσεων.  Έχουμε μιλήσει σε προηγούμενα σημειώματα. Ας έρθουμε όμως στο περιοδικό του «Φυλλάδιο» και στα κείμενα που δημοσιεύονται και μεταξύ αυτών είναι και το πολυσέλιδο για τον Μάριο Βαγιάνο και την επίσκεψή του μαζί με τον Ιωάννου στον Πειραιά.

      Στο «Φυλλάδιο» διαβάζουμε ανέκδοτά ποιήματα του, τα «Πέντε Ποιήματά του» διπλό τελευταίο τεύχος 7-8/1985, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στις δύο συλλογές του. Έχουμε τα διάφορα Πεζά του, κρίσεις του για λογοτέχνες, λογοτεχνικές επιθέσεις του ενάντια σε πρόσωπα που τον πίκραναν και θεωρεί ότι τον αδίκησαν, μείωσαν την ποιότητα των γραπτών του. Την «Ευάγρια Κριτική» του, τις πληροφοριακές αναμνησιακές του σελίδες «Παλιές διευθύνσεις και τηλέφωνα». Διαβάζουμε τις μεταφράσεις του αρχαίων ερωτικών και επιτύμβιων επιγραμμάτων. Το «Κατοχικό του Ημερολόγιο», δύο νούμερα από την Επιθεώρησή του «Οι τουαλέτες» και την Α΄ Σκηνή από την «Ιατρική Εξέταση». Τους πληροφοριακά και φιλολογικά πολυσέλιδους «Θυσάνους» του. Οι «Θύσανοι» μόνο του διπλού τεύχους 5-6/1982 καταλαμβάνουν τις σελίδες 31-86. Ενώ του διπλού 7-8/1985, τις σελίδες 40-69, όπου μνημονεύει μικρές ή εκτενέστερες φιλολογικές αποτιμήσεις του για πνευματικές προσωπικότητες και συγγραφείς οι οποίοι έφυγαν από την ζωή τα τελευταία χρόνια. Μέσα στην ύλη των «Θυσάνων» του, συμπεριλαμβάνει τα «Θρύμματα», τα «Κουλτουριάρικα», τα «Γλωσσικά» τα «Έργα και Ημέραι» και άλλες μικρότερες κατηγορίες όπου σχολιάζονται θέματα και πρόσωπα της επικαιρότητας, εκφράζονται προσωπικές του θέσεις για το τι σημαίνει πατρίδα για τον Γιώργο Ιωάννου. Γράφει: 

«Ακουμπώ στην πατρίδα, ακουμπώ στη φυλή, στο χώμα, στη γλώσσα, στην ιστορία, στην παραδοσιακή θρησκεία. Και γαληνεύω.» Και: «Το ξέρω πώς τα κιτάπια δεν αναγνωρίζουν «φυλή». Ούτε κι εγώ το λέω μ’ αυτή την έννοια. Είμαι πιό κατατοπισμένος από αυτούς και ας μην κάνουν τον κόπο. Είτε το θέλουν είτε όχι, αυτό το μίγμα, το κράμα, που ανθίζει σήμερα είναι η ελληνική φυλή. Και δεν μπορώ να καταλάβω για ποιό λόγο την περιφρονούνε», «Κάτω οι απαίσιοι αρνητές του Ελληνισμού! Κάτω οι πεζεβέγκηδες!», «Διαβάζω ελληνική ιστορία κλαίγοντας. Κανένα λογοτεχνικό κείμενο δεν μπορεί να μου δώσει αυτή τη συγκίνηση». Και: «Την Ελλάδα την κρατούν οι χωρικοί και οι επαρχιώτες». Και: «Η πατρίδα περιέχει και πολλά πράγματα ή ανθρώπους, που δεν εγκρίνεις, που θα ήθελες, ίσως να εκλείψουν. Εσύ να μην τους σκέφτεσαι αυτούς, όταν αγωνίζεσαι για την πατρίδα. Να σκέπτεσαι τα καλά της ή τα υποφερτά της». «Εγώ δεν είμαι εθνικιστής, είμαι πατριώτης. Με την έννοια της πατρικής γης και πάντων των εν αυτή. Σήμερα θάλλει ο πατριωτισμός, τέρμα η εθνικοφροσύνη».

 Ενώ για το τότε Πασόκ και τον ηγέτη του Ανδρέα Παπανδρέου σημειώνει. Ενοποιώ τις παραγράφους: «Το Πασόκ, παρά τα λάθη του, είναι μιά κάπως αληθινή νεοελληνική αριστερά. Θέλω να πω ότι το μοντέλο δεν είχε εισαχθεί κατευθείαν απέξω. Το θλιβερό αυτό προνόμιο το έχουν πάντοτε οι άλλοι. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είδε επί πολλές δεκαετίες την Ελλάδα απέξω και τώρα του φαίνεται μηδαμινή, δεν του φτάνει. Γι’ αυτό ίσως θέλει να βγαίνει έξω απ’ αυτήν, να ακούγεται διεθνώς. Ρήτορας σαν τον Γεώργιο Παπανδρέου δεν υπάρχει σήμερα. Ο Ανδρέας είναι σπουδαίος στο ύφος το κουβεντιαστό. Όταν κάνει δηλώσεις ή μιλάει ήρεμα σε μια ομάδα. Τότε πείθει ολότελα το ακροατήριο. Και τη μεγαλύτερη προχειρότητα να λέει, πείθει. Τα βγάζει από μέσα του, τα σκέπτεται ενώπιον του κοινού. Όταν τον βλέπω να συζητάει στην τηλεόραση, αισθάνομαι θαυμασμό και ζήλεια. Αλλά στο μπαλκόνι, όχι! Δεν είναι ούτε στο δέκατο του πατέρα του. Εκείνος είχε εσωτερικό ρυθμό και άφθαστο καλό γούστο. Είχε λάμψη. Οι ρητορικοί λόγοι δεν είναι και τόσο άνευ ουσίας πράγματα». Λίγα ακόμα: «Ό,τι ήταν η Μακεδονία για τον Ίωνα Δραγούμη-τόπος μακρινών προγόνων του-το ίδιο είναι για μένα η σκλαβωμένη σήμερα Ανατολική Θράκη. Τόπος των προγόνων μου-όχι όμως και τόσο μακρινών. (Και τότε υπήρχαν σκουλήκια που χλευάζαν…)». Ενώ για την νομιμοποίηση της Εθνικής Αντίστασης, την συμμετοχή της Ελλάδας στην στρατιωτική συμμαχία και την Αριστερά, μας λέει και πάλι με ειλικρίνεια και πολιτική συνείδηση. «Ούτε ένα αντιστασιακό τραγούδι και φέτος, τον Οκτώβριο 1983, στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο. Τι συμβαίνει; Νομιμοποιήθηκε ή όχι η Αντίσταση; Τι ταχυδακτυλουργίες είναι αυτά; Και γιατί έγιναν φασαρίες στα σχολεία, που τραγουδήθηκαν αντιστασιακά; Γιατί δεν τα θέλουν οι δεξιοί καθηγητές και μαθητές; Ήταν με τους εχθρούς αυτοί;». «Κακά τα ψέματα’ η Ελλάδα δεν χωράει μαζί με την Τουρκία στο ΝΑΤΟ. Αλλά και που στο διάβολο να πάμε;». Εύστοχη και η παρατήρηση για την Αριστερά, κάτι ανάλογο έλεγε ο πειραιώτης ηθοποιός Θύμιος Καρακατσάνης σε παραστάσεις του. Γράφει ο Ιωάννου: «Η συμφορά της Αριστεράς, είναι οι πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες. Πέφτουν υπερβολικά πολλοί στο μερίδιό της, ενώ ακόμα και λίγοι από αυτούς μπορούν να διαλύσουν ένα κόμμα». Ενώ για την αχαρακτήριστη συνήθεια μετά το τέλος της Σχολικής χρονιάς να καταστρέφουν τα σχολικά βιβλία, λέει: «Τα σκισμένα σχολικά βιβλία, τα καμένα στα προαύλια των σχολείων. Οι ανάξιοι καθηγητές τα βλέπουν και οι σαχλές μαθητικές κοινότητες τα ευλογούν» σ.52-53. 

Αντιγράφω μέρος των παλαιότερων σχολίων του, όχι μόνο γιατί μας δείχνουν την ποιότητα και το επιστημονικό ήθος του καθηγητή Γιώργου Ιωάννου αλλά, και γιατί δεν είναι «λαπάδες» οι διανοούμενοι και συγγραφείς όπως τους χαρακτήρισε δήμαρχος της συμπρωτεύουσας. Ο Γιώργος Ιωάννου, είχε βαθειά και στέρεα δημοκρατική συνείδηση και πολιτική σκέψη, πέρα από άγονους εθνικισμούς και ανέξοδους πατριωτισμούς ή πολιτικές ανοιχτών συνόρων και μπάτε σκύλοι αλέστε που λέει η παροιμία. Πώς μπορεί να είναι διεθνιστής ένας έλληνας με καταγωγή ελληνική, μικρασιάτης πρόσφυγας ή άλλων παλαιών ελληνικών πόλεων και μάλιστα, της αγροτικής ελληνικής επαρχίας. Ίσως εδώ στηρίζεται και η σταθερή γνώμη του Δημήτρη Μαρωνίτη για επαρχιακή λογοτεχνία του Γιώργου Ιωάννου. Όμως ο Ιωάννου, έχει τις πολιτικές απόψεις που έχουν οι περισσότεροι έλληνες από τα διάφορα μέρη της Ελλάδας περί Ελληνικότητας και τι σημαίνει για αυτούς πατρίδα, γενέθλια χώματα. Γιαυτό και η αγάπη του για τον Δραγούμη, οι πολιτικές θέσεις και νύξεις του Ιωάννου είναι κρίσεις που τις συναντάμε και σε άλλους δημοκρατικούς και μικρασιάτες έλληνες λογοτέχνες, απλά στον Ιωάννου είναι συγκεντρωμένες και αποτελούν ένα είδος προσωπικού του «μανιφέστου». Όμως τα σχόλια δεν αφορούν μόνο την πολιτική και τα πρόσωπά της, τα του σχολικού και εκπαιδευτικού οίκου του. Παρευρίσκεται σε συνεστιάσεις όπως αυτή για την Γαλλίδα συγγραφέα Μαργαρίτα Γιουρσενάρ και αναφέρει: «Την Κυριακή, 27.2.’83, δεξίωση στο ‘Βαλτάσαρ» προς τιμήν της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ. Από τις εκδόσεις «Χατζηνικολή». Είμαι άμαθος σε αυτά και παρατηρούσα. Συμπαθέστατη η Γιουρσενάρ αλλά δεν απηύθυνε ούτε μία λέξη. Αντιπαθέστατοι αρκετοί από τους προσκεκλημένους, στην προσπάθειά τους να τους καταγράψουν οι κοσμικογράφοι. Στο μεταξύ οργίαζαν οι φήμες για πραξικόπημα. Τα γόνατά μου είχαν κοπεί. Αλλά όταν κοίταζα τη Γιουρσενάρ, θυμόμουν τον θαυμάσιο «Αδριανό» της και γαλήνευα. Είναι μεγάλο βιβλίο.». Παρακολουθεί την παράσταση «Οιδίποδας Τύραννος» στο Θέατρο Πέτρας, την παράσταση που είχε παρακολουθήσει η υπουργός πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη και ο πρωθυπουργός του Καναδά Πιέρ Έλιοτ Τρυντώ και καυτηριάζει αρνητικά το λογύδριο του «τετοιόγλωσσου» δημάρχου. Επισκέπτεται την «εξαίρετη έκθεση» στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων με έργα του Φώτη Κόντογλου, μιλά αρνητικά για τις διάφορες θρησκευτικές αιρέσεις οι οποίες είχαν αρχίσει να εξαπλώνονται στην ελληνική επικράτεια εκείνα τα χρόνια. Μαθαίνουμε σύμφωνα με το ΚΚΕ ποια είναι τα όργανα του «ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης» από τις σελίδες του περιοδικού ο «Σχολιαστής» που διαβάζει και μεταφέρει ο Ιωάννου στους «Θυσάνους» του: «Στο τεύχος 13 του περιοδικού «Σχολιαστής» (1.4.84) υπάρχει άρθρο με τίτλο «Οι πολιτιστικές προγραφές του ΚΚΕ». Εκεί αποκαλύπτεται ένας κατάλογος δεκατεσσάρων προσώπων, που τα «αφόρισε» πρόσφατα το πολιτιστικό τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Ανάμεσά τους βρίσκομαι «αφορισμένος» και εγώ. Συγκεκριμένα, τα πρόσωπα αυτά είναι τα εξής: Κ. Καραμανλής, Κάρολος Κουν, Δημήτρης Χορν, Μάνος Χατζιδάκις, Δημήτρης Καπράνος, Γιώργος Στεφανάκης, Αλέξης Σολομός, Γιώργος Ιωάννου (συγγραφέας), Άρης Δαβαράκης, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Βασίλης Ραφαηλίδης, Θάνος Μικρούτσικος, Διονύσης Σαββόπουλος και Γιώργος Π. Σαββίδης. Δίπλα στο κάθε όνομα βρίσκεται, λέει, η αιτία, που περίληψή της δίνει το περιοδικό. Ελάχιστα από τα λεγόμενα αφορούν άμεσα το ΚΚΕ, τα άλλα τεκμαίρεται ότι το αφορούν. Εν πάση περιπτώσει εμείς είμαστε μια πρώτη δόση από όργανα «του ιμπεριαλισμού και της αντίδρασης» στον πολιτιστικό χώρο και δεν πιστεύουμε ή και υπονομεύουμε την πολιτιστική εξόρμηση, που γίνεται τελευταία προς το λαό. Εγώ ειδικά είμαι ένοχος γιατί έχω επικρίνει και διάφορα κομματικά φεστιβάλ (όχι αποκλειστικά αυτό του ΚΚΕ), γιατί δεν έχουν πολιτιστικό σκοπό και γιατί προσπαθούν να επιβάλλουν στο λαό την ομάδα των κομματικών καλλιτεχνών και συγγραφέων. Δεν θα απαντήσω πεισματικά ούτε με τάση υπερβολής και γενίκευσης στις ανήκουστες αυτές για την εποχή μας ενέργειες. Και δεν θα το κάνω από σεβασμό προς ορισμένους φίλους που έχουν πιστέψει και έχουν υποφέρει γι’ αυτό το κόμμα, και από μια τάση κούρασης αλλά και ακαταδεξιάς προς ένα τόσο χθαμαλό επίπεδο επικριτών μου. Θα είμαι, λοιπόν, ειλικρινής και ξεκάθαρος, μια και η μέχρι τώρα πολιτεία μου και δουλειά μου, μου επιτρέπει να μην έχω ανάγκη κανέναν. Εξάλλου δεν έχω φτάσει σ’ αυτή την ηλικία, των πενήντα εφτά-παρακαλώ-ετών για να μασάω τα λόγια μου και να κάνω πώς δεν ξέρω. Λοιπόν: Οι κατηγορίες αυτές είναι ανυπόστατες και βλακώδεις. Η Κ.Ε. του ΚΚΕ πρέπει να διώξει αμέσως τους ανεπαρκείς αυτούς-πνευματικά και ηθικά-που την παράσυραν σ’ αυτό το λάθος. Πιστεύω απαρέγκλιτα στην ανάγκη για απόλυτη ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δεν πρόκειται να βάλω την τέχνη μου στην υπηρεσία κανενός κόμματος και δεν πρόκειται να πάψω να αποδοκιμάζω τη χρησιμοποίηση της τέχνης για κομματικούς εκμαυλισμούς.». Βλέπε και το κείμενο "Η Ναυτία" σ/34-37, Φυλλάδιο τχ. 7-8/1985.

Υπάρχει αναγνώστης της ελληνικής λογοτεχνίας ή έστω του Γιώργου Ιωάννου, ο οποίος θα μπορούσε να διαφωνήσει με αυτά που γράφει; Ποιος καλλιτέχνης ή πνευματικός δημιουργός θα έβαζε την φωνή και την δημιουργία του κάτω από το στέγαστρο των κομμάτων μάλιστα, με τέτοιες αντιλήψεις και απαγορεύσεις. Και αυτό ισχύει για όλα τα κόμματα. Αυτή η κομματοκρατία και η παθογένειά της που ταλανίζει πολιτική, τέχνη, επιστήμη, πνευματική δημιουργία, ανθρώπους και καλλιτέχνες. Από τα βέλη του, δεν ξεφεύγουν και οι ξένοι: 

«Τι εξοργιστικοί αυτοί οι ξένοι! Ή μάλλον, ορισμένοι ξένοι. Νομίζουν πώς γινόμαστε διάσημοι από τη στιγμή που μας ανακαλύπτουν αυτοί». 

Ενώ για το λογοτεχνικό σινάφι σημειώνει τσουχτερά: 

«Αν χρειαστείτε ξαφνικά κάποιον με την ιδιότητα του λογοτέχνη, ανοίξτε το «Χρυσό Οδηγό» στο λήμμα «λογοτέχνες» και θα βρείτε ενδιαφέροντα πράγματα. Θα διασκεδάσετε και ίσως εξυπηρετηθείτε..». 

    Ας τελειώσουμε την αντιγραφή ελάχιστων σχολίων του που δημοσιεύονται στις σελίδες των «Θυσάνων» του, με κάτι γουστόζικο που σε κάνει ακόμα και σήμερα να χαμογελάς ευχάριστα. Την αντιγράφω σε ξεχωριστή παράγραφο για να γελάσουμε πικρόχολα. Ο Γιώργος Ιωάννου, μας μιλά για μια γελοιογραφία του ΚΥΡ στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Γράφει ο Ιωάννου, σ.58:

«Μια ωραιότατη γελοιογραφία του ΚΥΡ στην «Ελευθεροτυπία»: Ένας ρεπόρτερ με το μαγνητόφωνο ανά χείρας μπροστά σε μιά μπαμπουλωμένη γριά χωριάτισσα. «Ποια είναι τα προβλήματα στο χωριό σας γιαγιά;» ρωτάει. Και η γιαγιά: «Ο Μπρέχτ παιδάκι μου, ο Μπρέχτ». Αληθινά, μας έχουνε ταράξει. Και όχι μόνο εμάς, αλλά και τα κρατικά ταμεία.». 

Μια λεζάντα του ΚΥΡ ένα δημοκρατικό και της κοινωνικής ελευθερίας μανιφέστο. Ποιος δεν θυμάται αυτό το μπούκωμα της Μπρεχτικής προπαγάνδας στο όνομα της ιδεολογίας. Μιάς πολιτικής προπαγάνδας που μείωνε τα θετικά μηνύματα του έργου του. «Ο Γαλιλαίος» του είναι ίσως η ταυτότητά του και κατόπιν το «Μάνα Κουράγιο». Ας μην καταφύγουμε όμως σε κουλτουριάρικες φλυαρίες όπως θα έγραφε και ο Ιωάννου.

     Όσο και αν ακούγεται παράξενο στον σημερινό αναγνώστη, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διάφορες νεκρολογίες του Ιωάννου. Όσο και αν ηχεί πένθιμα η θεματολογία τους, η αίσθηση της απώλειας, τα κείμενα αυτά ξεφεύγουν από τον περιορισμό που επιβάλει το θέμα τους και απλώνονται σε ευρύτερα φιλολογικά πεδία εξέτασης του συγγραφέα ή του  καλλιτέχνη που έφυγε από κοντά μας. Βλέπε θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη, του μουσικοσυνθέτη Μάνου Λοίζου, του αριστερού ζωγράφου και συγγραφέα Μάνθου Κέτση (ποιός τον γνωρίζει ή τον θυμάται), μάλιστα προβαίνει και σε έναν υπαινικτικό σχολιασμό εναντίον του Σεφέρη και την ενόχλησή του για τις δραστηριότητες του Κέτση στο Πολιτικό του Ημερολόγιο. Αναφέρεται στον θάνατο του μηχανικού φίλου του στην Τρίπολη, Όθωνα Τσαμπλάκλου. Του καθηγητή Λίνου Πολίτη, του πειραιώτη Ευάγγελου Παπανούτσου, (που αντέγραψα σε προηγούμενο σημείωμα). Γράφει για τον θάνατο της αδερφής της μητέρας του Αργυρώς Μπουργιάννη και για τον Στάθη Δρομάζο, τον Περικλή Αθανασόπουλο, τον Αλέκο Πατσιφά, τον Στρατή Δούκα και τον Αστέρη Κοββατζή, τον Τεριάντ, τον Γιάννη Σκαρίμπα και πλήθος άλλων. Αρκετά είναι και τα σχόλιά του για την τούρκικη εισβολή στην Κύπρο και την απραξία των υπευθύνων, ενώ καυτηριάζει αρνητικά τα γραφόμενα του Ηλία Πετρόπουλου για την μη ελληνικότητα της Θεσσαλονίκης. Το πολιτικό και καλλιτεχνικό πανόραμα των δεκαετιών εκείνων περνά μπροστά στα μάτια μας με απλό τρόπο, καθημερινή γλώσσα, γραφή δίχως κορώνες και ακρότητες. Θέσεις ιστορικές και τεκμηριωμένες εκφρασμένες όμως με το προσωπικό  της ψυχής του «πάθος». Κάνω αντιβολή των κειμένων του «Φυλλαδίου» με αυτά τα οποία μετέφερε στα βιβλία του ή συγκρίνω θέσεις του. Χρήσιμος συμπαραστάτης στην ανάγνωση της ύλης του το «Εισαγωγικό Φυλλάδιο» βιβλίο 50 σελίδων με Εισαγωγή- Επίμετρο- Παροράματα της επιμελήτριας Αντιγόνης Βλαβιανού. Προσεκτική η δουλειά της, διακρίνεται ιδιαίτερα, στην γλωσσική επιμέλεια και ορθογραφικές διορθώσεις της ύλης των 8 μονών και διπλών τευχών του περιοδικού, όπως βλέπουμε στις σελίδες με τα «Παροράματα». Αλλά, ας ακούσουμε την φωνή και το σκωπτικό ύφος του Γιώργου Ιωάννου:

«Οι νέες κατάφορτες λέξεις και εκφράσεις, ενός συγγραφέα-«νέες» στη χρήση τους από αυτόν, όχι «πλασμένες» από αυτόν- κινδυνεύουν να τις κατασπαράξουν τα εξής θηρία: 1) Ο Λύκος της δακτυλογράφου. 2) Ο Λέων του τυπογράφου. 3) Ο Πάνθηρ του διορθωτή. 4) Ο Ιπποπόταμος της τεμπελιάς του ίδιου του συγγραφέα, εάν δεν κοιτάζει με προσοχή τα τυπογραφικά δοκίμια. 5) Η Ύαινα του απρόσεκτου ή ανεπαρκή αναγνώστη». Και σπεύδει να προσθέσει: «Εγώ είμαι απαλλαγμένος μόνον από τον Λύκο της Δακτυλογράφου. Τα γράφω όλα μόνος μου και μάλιστα με το χέρι». Προεξοφλώντας με τα γραφόμενά του το ενδεχόμενο των αβλεψιών των άλλων θηρίων, από τα οποία κινδυνεύει κάθε κείμενο να κατασπαραχθεί. Όπως αναφέρει η Αντιγόνη Βλαβιανού. Εύστοχες παρομοιώσεις, πάντως καλύτερες από τους κεραυνούς που εξαπολύουν οι διάφοροι γλωσσαμύντορες. Οι ορθοφρονούντες των τύπων και του γράμματος της ορθογραφικής αληθείας. Τίποτα δεν λέγεται τυχαία, τίποτα δεν γράφεται άσκοπα, τίποτα δεν σχολιάζεται δίχως να υπάρχει κάποιος λόγος, μία αφορμή. Όλα έχουν την αξία και την σημασία τους στον λόγο του, την γραφή του, στα κείμενά του, στα πεζά του, στην ύλη του «Φυλλαδίου». Ακόμα και το παραμικρότερο σύντομο σχόλιό του, η ελάχιστη λεπτομέρεια, είναι μία προσωπική του απάντηση σε «καρφιά» και εκτοξευόμενα «βέλη» τρίτων, παλαιών φιλικών του ατόμων, των περασμένων χρόνων εφηβικών του συντρόφων που δεν τους εμπιστεύεται πλέον, και στις κοινωνικές και πολιτικές παθογένειες και καλλιτεχνικές της ελληνικής πραγματικότητας των ημερών του.Στο τελευταίο διπλό τεύχος του περιοδικού το «Φυλλάδιο» 7-8/1985, ο ποιητής μετά τα «Πέντε» αυτοβιογραφικά ερωτικής υφής ποιήματά του, δημοσιεύει ένα ακόμα αυτοβιογραφικό του πολυσέλιδο πεζό του, σελίδες 9-24, «ΠΑΛΙΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΦΩΝΑ». Η φιλοσοφία, το ύφος γραφής, των ειδικών στοιχείων και γενικών φιλολογικών πληροφοριών που μας παράσχονται στο πεζό αυτό, συγγενεύει με την φιλοσοφία των περιεχομένων των σελίδων με τους «Θυσάνους» του που άρχισε να δημοσιεύει σε προηγούμενα τεύχη του προσωποπαγούς αυτού καθαρά Περιοδικού, όπως τον ευχαριστούσε να αποκαλεί το Φυλλάδιο. Χρησιμοποιώ τον όρο προσωποπαγούς Φυλλαδίου γιατί και ο ίδιος ο ποιητής και Πεζογράφος μας διευκρινίζει, ότι, αν και το Φυλλάδιο δίνεται με εισφορές σε συνδρομητές, οι δραχμές κυμαίνονται, δεν δέχεται να δημοσιεύει στις σελίδες του κείμενα ή σχόλια άλλων. Ούτε καν διατηρεί στήλη αλληλογραφίας από τα γράμματα που του έστελναν. Η στάση του αυτή ενδέχεται, να μας δημιουργεί ερωτήματα, για τις εγγενείς δημόσιες και ατομικές του φοβίες. Μία εικόνα της κάπως κλειστής προσωπικότητας του Ιωάννου. Δες και το πεζό του «Ένας τωρινός λογοτέχνης στο Κλεινόν Άστυ», τεύχος 3-4/1978-1979. Εξάλλου, όπως έχουν επισημάνει οι μελετητές του έργου του, η αφορμή για την κυκλοφορία του περιοδικού υπήρξε η δημόσια διαμάχη μεταξύ των δύο παλαιών φίλων, του καθηγητή Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη και του ποιητή Γιώργου Ιωάννου, όταν ο πρώτος, σε σειρά επιφυλλίδων του στην εφημερίδα «Το Βήμα» και σε Ομιλία του στην Θεσσαλονίκη, μίλησε και χαρακτήρισε απαξιωτικά την πεζογραφία του Ιωάννου. Ο Ιωάννου πικράθηκε, θίχτηκε και αντέδρασε δημόσια. Άρχισε να εκφράζει τις θέσεις του μεταξύ άλλων και στην «ΕΥΑΓΡΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ» που απαντούσε επί προσωπικού στον καθηγητή, την οποία διαβάζουμε σε δύο κυρίως τεύχη του Φυλλαδίου, 3-4 και 7-8. Ενώ, αργά και σταθερά οι οξείς κρίσεις του για τον Μαρωνίτη απαλύνονται, βλέπε όταν μας μιλά για το κείμενο του Μαρωνίτη στο «Βήμα» μετά τον θάνατο του Λίνου Πολίτη.

Συνεχίζοντας σχετικά με τον Βαγιάνο, το πολυσέλιδο αυτοβιογραφικό του πεζό-ένα είδος χρονικού- το «ΠΑΛΙΕΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΛΕΦΩΝΑ» σαν κεντρική του θεματολογία έχει τον βίο και την πολιτεία του καλοκάγαθου και πάντα πρόθυμου να συμπαρασταθεί στους νέους καλλιτέχνες, τον βαρήκοο και γλεντζέ, την θρυλική φυσιογνωμία του Μάριου Βαγιάνου. Του ατόμου που είχε γνωρίσει από κοντά τον Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη και είχε γράμματά του, τον Αιγυπτιώτη Έλληνα ο οποίος ζώντας από τις οικονομικές χορηγίες φίλων του πλούσιων συμπαραστατών εικαστικών κυρίως, δημιούργησε το γνωστό στην εποχή του Πρακτορείο, διοργανώνοντας συνεστιάσεις νέων ποιητών και πεζογράφων και εκθέσεις νέων καλλιτεχνών. Από μία παράξενη ειρωνεία της τύχης ο «μυθικός» Μάριος Βαγιάνος απεβίωσε σε κλινική στη Θεσσαλονίκη όπου είχε μεταβεί για να βελτιώσει την βαρειά κώφωσή του. Ο Ιωάννου γράφει ένα εξομολογητικό, νοσταλγικό και συγκινητικό, καλογραμμένο απολογητικό φυσικά, αλλά δεικτικό ευαίσθητο κείμενο για την περιπέτεια των συναντήσεών τους, της γνωριμίας τους. Ο Ιωάννου συναντήθηκε στο σπίτι-Πρακτορείο του- με τον Βαγιάνο, όταν κατέβηκε στην πρωτεύουσα, ο νεαρός ποιητής όταν κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική πλακέτα, την συλλογή «Ηλιοτρόπια» (1954). Του ταχυδρόμησε ορισμένα αντίτυπα, τα οποία έστειλε ο Βαγιάνος σε διάφορες εφημερίδες για την παρουσιάσουν. Για τον άγνωστο νεαρό ποιητή αυτό δεν ήταν λίγο, αμελητέο, και μάλιστα, όταν ο Μάριος Βαγιάνος, αυτός ο καλών προθέσεων άνθρωπος, ξόδεψε από την τσέπη του για να ταχυδρομήσει το μικρό βιβλίο, δεν δέχτηκε να πάρει τα χρήματα που του έδωσε ο Γιώργος Ιωάννου. Με την γνωριμία αυτή, ο Θεσσαλονικιός άγνωστος νέος εκπαιδευτικός, γνωρίζεται με τον καλλιτεχνικό κύκλο του Μάριου Βαγιάνου. Ο Ιωάννου, αναζητούσε-και δικαίως- μία ευκαιρία να γνωριστεί ως ποιητής, και όποτε έρχονταν στην Αθήνα επισκέπτονταν τον Βαγιάνο και το Πρακτορείο του. Συμμετείχε έπειτα από προσκλήσεις του Βαγιάνου στις διάφορες εκδηλώσεις και συνεστιάσεις καλλιτεχνών που διοργάνωνε το Πρακτορείο ή είχε προσκληθεί ο Βαγιάνος και η φιλότεχνη παρέα του. Η επαφή τους κράτησε για μεγάλο διάστημα, δίχως να διαταραχθούν οι σχέσεις τους, μάλιστα, όπως μας εξομολογείται ο ίδιος ο Ιωάννου, ο Βαγιάνος μιλούσε πάντοτε επαινετικά για τον νέο πνευματικό φίλο του και καλό ποιητή στους γύρω του. Ο Ιωάννου μας μιλά για τις διάφορες κατοικίες που άλλαξε ο Βαγιάνος, για ορισμένα κοινωνικά ευτράπελα που συνέβαιναν, για πρόσωπα του στενού καλλιτεχνικού και πνευματικού κύκλου του συνήθως απαξιωτικά. Ο Γιώργος Ιωάννου, άρχισε να απομακρύνεται από το Πρακτορείο όταν είτε τον συμβούλευσαν άλλοι, είτε ο ίδιος διαπίστωσε ότι ο καλλιτεχνικός περίγυρος του Βαγιάνου δεν ήταν της πρώτης γραμμής. Μαζευόντουσαν δεύτερης και τρίτης κατηγορίας ποιητές, πεζογράφοι, εικαστικοί, διανοούμενοι όπως θεωρούσαν οι μεγαλόσχημοι. Ξέκοψε δεν συμμετείχε στις εκδηλώσεις τους και έσβησαν αργά οι επισκέψεις του. Θυμάμαι ακόμα και στα δικά μου εφηβικά χρόνια, το πόσο απαξιωτικά μιλούσαν για αυτό το καλοκάγαθο γεροντάκι, αυτό τον πραγματικά  μέντορα των ελληνικών γραμμάτων, μια και ξόδευε από την τσέπη του χρήματα για να διαδώσει τα έργα των νέων αντρών και γυναικών λογοτεχνών, να διοργανώσει εκθέσεις ζωγραφικής. Μπορεί το κριτήριό του να μην ήταν εκείνο των επίσημων κριτικών και σχολιαστών των τότε εφημερίδων και περιοδικών, όμως η προσωπική του βοήθεια δεν ήταν αμελητέα. Όταν οι περισσότεροι νέοι και νέες σε ηλικία ποιητές και συγγραφείς, εικαστικοί, έπρεπε να πληρώσουν από την τσέπη τους ένα μεγάλο ποσό για να τυπώσουν την συλλογή τους, το βιβλίο τους, να κάνουν μία ατομική τους έκθεση για να εκθέσουν τα έργα τους. Ακόμα, γνωρίζουμε περιπτώσεις που βιβλιοκριτικοί έπαιρναν ανταλλάγματα για να παρουσιάσουν, να γράψουν στις σελίδες των εντύπων που έγραφαν.  Το αυτοαναφορικό ημερολογιακό αυτό κείμενο του Γιώργου Ιωάννου, είναι μία χρήσιμη και ωραία περιδιάβαση σε πρόσωπα κυρίως αλλά και καταστάσεις και συμβαίνοντα, ατομικές συμπεριφορές στους πνευματικούς κύκλους της εποχής του, αλλά και ψυχογράφηση του χαρακτήρα του σαν λογοτέχνης. Ο Μάριος Βαγιάνος και το Πρακτορείο του τροφοδοτούσε με καλλιτεχνικές ειδήσεις και νέες παρουσιάσεις και εμφανίσεις συγγραφέων, εικαστικών καλλιτεχνών, τις σελίδες της εφημερίδας το «Έθνος» κάθε Πέμπτη που διατηρούσε ο γνωστός Αχιλλέας Μαμάκης. Ίσως κατορθώσω αυτό το ενδιαφέρον και πληροφοριακό πολυσέλιδο κείμενο, που αναπλάθει το κλίμα μιάς άλλη εποχής,-όχι και τόσο επίσημης, αλλά αποτελεί μέρος και μέλος της πνευματικής και καλλιτεχνικής ιστορίας της ελληνικής γραμματείας- και αναφέρεται στον Μάριο Βαγιάνο, να το αντιγράψω στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Η παρουσία του Βαγιάνου είναι ο κεντρικός πυρήνας που γύρω του δορυφορικά περιστρέφονται πρόσωπα και γεγονότα, συναντήσεις και καταστάσεις, ειδήσεις. Εξάλλου, οι έλληνες και οι ελληνίδες αναγνώστες και συγγραφείς λησμόνησαν τόσες άλλες σημαίνουσες καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες, τον Μάριο Βαγιάνο θα θυμούνται ή θα αναζητήσουν να πληροφορηθούν και για το Πρακτορείο του; Ο γνωστός του γνωστού και πρώτη θέση στην μαρκίζα. Ανάμεσα στις άλλες πληροφορίες και στοιχεία που μας δίνει ο Γιώργος Ιωάννου, είναι και μία που αφορά την πόλη μας, τον Πειραιά. Γνωρίζουμε από αφηγήσεις παλαιών πειραιωτών συγγραφέων, ότι ο Μάριος Βαγιάνος όχι μόνο κατέβαινε συχνά στο Λιμάνι του Πειραιά, επισκέπτονταν στέκια του, αλλά και διατηρούσε με το Πρακτορείο του καλές σχέσεις με τον πνευματικό κόσμο της πόλης. Οι δημόσιες σχέσεις που με ευκολία δημιουργούσε δεν απέκλειαν κανέναν και καμία. Πέρα από την πνευματική και καλλιτεχνική τους αξία και ευτυχώς.

Αναφέρει ο Γιώργος Ιωάννου, σελίδα 15:

«… Ήταν όμως άνθρωπος γλυκός, (εννοεί τον Βαγιάνο) όπως κι εκείνος ο Πέτρος Ωρολογάς στη Θεσσαλονίκη και δεν μπορούσες για τα πολιτικά και μόνο να του θυμώσεις.

     Ωστόσο την άλλη ή την παράλλη μέρα κάπου ο Βαγιάνος πάλι με οδήγησε. Πήγαμε μ’ ένα γκρούπ πάλι κάτω στη Φρεαττύδα και εγκαινιάσαμε τις προτομές του Νιρβάνα και του Πορφύρα. Θα μου πει βέβαια κανείς τι δουλειά είχες εσύ, εικοσιπεντάρης άνθρωπος με τις προτομές και τα ρέστα, δεν είχε τρελά πράγματα η Αθήνα για να μπλέξεις;

     Για μένα εκείνη τη στιγμή οι λογοτεχνικές αυτές γνωριμίες, η απλή έστω επαφή,  με ανθρώπους που τα βιβλία τους από μικρός με μανία διάβαζα είχαν απροσμέτρητη σημασία και οι κουβέντες τους ακόμα και οι πιό απλές γοητεία μεγάλη και μυστική πνευματικότητα.» Και συνεχίζει ο Ιωάννου: «Εκείνο το βράδυ στη Φρεαττύδα κάθισα θυμάμαι στο ίδιο τραπέζι με τον Μάνο Κατράκη, τη Δώρα Μοάτσου, και μια φίλη της ποιήτρια. Ανυπομονούσα να δω τον Βάρναλη, που τελικά δεν ήρθε. «Θα έμπλεξε σε καμιά ταβέρνα», όπως είπε η Μοάτσου. Πρώτα εγκαινιάστηκε η προτομή του Νιρβάνα και μετά του Πορφύρα. Και στις δύο διαβάστηκαν σύντομοι λόγοι και απαγγέλθηκαν ποιήματα. Απάγγειλε ο Κατράκης, αλλά και η Θάλεια Καλλιγά, κυρία Πίπα τότε, του καθηγητή του Πολυτεχνείου, που ήταν πρύτανης εκείνη τη χρονιά, μα ήρθε κάπως αργοπορημένος είναι η αλήθεια, στην εκδήλωσή μας, πράγμα που εμένα με εντυπωσίασε, γιατί πρώτη φορά μου έβλεπα, και συμμετείχα μάλιστα στην ίδια ομάδα, με τον πρύτανη του Πολυτεχνείου. Εννοείται, βέβαια ότι είχε μαζευτεί κόσμος ένα γύρω, που άκουγε  σιωπηλός με ευπρέπεια. Ένας νεαρός ακούγοντας την ομιλία για τον Πορφύρα έλεγε αποπίσω μου στο φίλο του: «Ώστε αυτός ήταν ο Πορφύρας; Κι η μάνα μου με φοβέριζε, κάτσε καλά γιατί θα φωνάξω τον Πορφύρα να σε φάει!». Στην προτομή του Νιρβάνα έπιασα μια τρυφερή κίνηση που σε μένα τουλάχιστον τον μαθημένο στις μικροαστικές μεγαλοπρέπειες έκανε πολλή εντύπωση. Μια μαυροφορεμένη μεσόκοπη κυρία έβαλε κάτω από την προτομή του μια γλάστρα με έναν καλοφουντωμένο σγουρό βασιλικό. Ψιθυρίστηκε πώς ήταν η γυναίκα του, πού την είχε, λέει, υπηρέτρια και τελικά την παντρεύτηκε.

     Μετά τα εγκαίνια και της προτομής του Πορφύρα, ο τότε Δήμαρχος Πειραιά Σαπουνάκης κράτησε την  παρέα του Βαγιάνου για τραπέζι. Εγώ δεν έμεινα μολονότι πάρα πολύ επέμενε ο Βαγιάνος, καθώς και ο Σαπουνάκης και ο Χρίστος Λεβάντας θυμάμαι!».

      Όπως για άλλη μία φορά οι γραπτές, προφορικές και φωτογραφικές πηγές μαρτυρούν, ο Πειραιάς, το πρώτο λιμάνι της χώρας, παρά του ότι ήταν μία εργατούπολη και προσφυγομάνα από την αρχή της ίδρυσης του Δήμου, δεν έπαυε με τον έναν ή άλλον τρόπο και ευκαιρία να προσελκύει στα χώματά του, στις διάφορες περιοχές του και στο παραθαλάσσιο και θαλάσσιο περιβάλλον του, άτομα από όλη την Ελλάδα. Η μικρή, αλλά όχι αμελητέα και γνωστή στους πνευματικούς αθηναϊκούς κύκλους της εποχής, ομάδα νέων Πειραιωτών δημιουργών, ήταν πρόθυμη πάντα να ανοίξει την θερμή αγκαλιά της, να προσκαλέσει και να φιλοξενήσει λογοτέχνες και καλλιτέχνες από διάφορα μέρη της χώρας. Να τους γνωρίσει από κοντά να τους «τραπεζώσει», να διαβάσει το έργο τους να δώσει διαλέξεις για αυτό. Εξάλλου, οι ωραίες παραθαλάσσιες τοποθεσίες της Φρεαττύδας, της Πειραϊκής, του Μικρολίμανου, του λιμανιού της Ζέας, ήσαν μέρη πόλος έλξης για απογευματινές βεγγέρες και φαγητό, ουζάκι και θαλασσινό μεζεδάκι. Έχω ακούσει διάφορα στιγμιότυπα από παλαιούς Πειραιώτες συγγραφείς για τις επισκέψεις του Μάριου Βαγιάνου και του Πρακτορείο του στην πόλη μας. Παλαιές αναμνήσεις γεμάτες νοσταλγία, ευαισθησία, τρυφερότητα και νεανική αναπόληση. Δεν γνωρίζω αν έχει διασωθεί φωτογραφικό υλικό στον τοπικό ή αθηναϊκό τύπο της εποχής για τις εκδηλώσεις σχετικά με τις προτομές του φαληριώτη Παύλου Νιρβάνα και του ποιητή του μεσοπολέμου πειραιώτη Λάμπρου Πορφύρα, αλλά, θα ήταν ενδιαφέρον, αν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την νεανική παρουσία του ποιητή Γιώργου Ιωάννου και των άλλων συμμετεχόντων. Συλλέκτες του Πειραιά και μελετητές της Πειραϊκής Ιστορίας, λάτρεις της φωτογραφικής τέχνης ίσως ενδιαφερθούν.

     Στην δική μου αναφορά, να σημειώσω μόνο ότι ο Γιώργος Ιωάννου κατέβαινε-όπως λέμε εμείς οι Πειραιώτες-στο σπίτι του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, στον Περαία. Το ενδιαφέρον μου εστιάζεται στον Μάριο Βαγιάνο και πως τον έχουν μέχρι σήμερα προσωπογραφήσει. Επίσης, ο πειραιώτης εικαστικός και δάσκαλος Γιάννης Τσαρούχης τρία χρόνια μετά την απώλειά του γράφει ένα ωραίο μονοσέλιδο κείμενο για τον Γιώργο Ιωάννου, "Δυό λόγια για τον Γιώργο Ιωάννου" περιοδικό Η Λέξη τχ. 72/ 2, 1988

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς 12 Οκτωβρίου 2023

Καθώς οι σειρήνες της προσφυγιάς ηχούν.

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Μιά μικρή επέτειος

 

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ  ΙΩΑΝΝΟΥ

 

                                Ο σεβντάς

-Μωρέ μελαχρινό παιδί, με τα χεράκια πίσω,

και με τα κατσαρά μαλλιά, θέλω να σε ρωτήσω:

Πού τον πουλάν τον έρωτα να πα να τον πουλήσω,

τι με περίπλεξε ο σεβντάς και δεν μπορώ να ζήσω;

-Στην Τρίπολη τόνε πουλούν, να πας να τον πουλήσεις.

Κοίτα να βρεις ‘να μερακλή να μην τον χαραμίσεις.

Ο μερακλής γνωρίζεται απ’ την περπατησιά του,

σέρνει τα μάτια χαμηλά και το φιλί κοντά του.

Γιώργος Ιωάννου, Κυνουρία. Τα Δημοτικά μας Τραγούδια. Εκλογή- Εισαγωγή-Σχόλια ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, έκδοση Ταχυδρόμου, Αθήνα 3,1966, σ.208.

         Εξακολουθητικά διαβάζω και ερευνώ αυτήν την περίοδο το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Γιώργου Ι. Ιωάννου, δίχως να παραβλέπω την μεταφραστική του πλευρά και τις διάφορες λαογραφικές και δοκιμιακές μελέτες του. Τομείς ερευνητικών του εργασιών, ανθολογήσεις του, ακόμα και σήμερα θέλω να πιστεύω ενδιαφέρουσες. Όπως η Συλλογή Δημοτικών Μας Τραγουδιών, Οι Παραλογές, Τα Ελληνικά Παραμύθια, Τα Μαγικά Παραμύθια, Το Θέατρο Σκιών-Καραγκιόζης. Στα συγγραφικά του ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται η συγγραφή παιδικού βιβλίου, ο Πίκος και η Πίκα, το θέατρο για παιδιά, Το Αυγό της Κότας. Ακόμα, ο Ιωάννου, συμμετέχει στην επιτροπή του υπουργείου παιδείας για την σύνταξη του Ανθολογίου του Δημοτικού Σχολείου, και επιμελείται την αναμόρφωση των βιβλίων των Νέων Ελληνικών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Γίνεται μέλος της επιτροπής του περιοδικού Ελεύθερη Γενιά, εκδίδει το δικό του περιοδικό, το Φυλλάδιο. Επιμελείται την έκδοση του Ημερολογίου Αλεξάνδρεια 1916 του Φίλιππου Δραγούμη. Μεταφράζει Λυρικά ερωτικά και επιτύμβια επιγράμματα, την Μούσα παιδική του Στράβωνα από το 12ο  βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας. Την Ευριπίδεια Τραγωδία Ιφιγένεια η εν Ταύροις. Την Germania του λατίνου ιστορικού Τάκιτου, σελίδες από τις Εξομολογήσεις του Ιερού Αυγουστίνου. Γράφει θεατρικά σκετς, αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Πρωινή» και «Καθημερινή». Κυκλοφορεί ο δίσκος του Νίκου Μαμαγκάκη «Κέντρο Διερχομένων» με δικά του τραγούδια, κασέτα που διαβάζει πεζογραφήματά του. Βραβεύεται με το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1980, ενώ κυκλοφορεί το βιβλίο του Ομόνοια. Πέφτει θύμα τροχαίου ατυχήματος, εμπειρία που του δίνει την αφορμή να γράψει το βιβλίο Πολλαπλά Κατάγματα, Αφήγηση διδακτική και ψυχωφελής. Φεύγει από την ζωή σε σχετικά μικρή ηλικία, 58 χρονών, 16 Φεβρουαρίου 1985 έπειτα από εγχείρηση προστάτη. Πολυποίκιλα τα κοιτάγματα και τα ενδιαφέροντά του. Προσωπικές του μαρτυρίες και περιπλανήσεις μιάς εποχής και της ατμόσφαιράς του. Απολογητικά ντοκουμέντα, ιδιαίτερες αφηγήσεις και εξομολογήσεις, ντοκουμέντα ενός ατόμου που έχει κατακτήσει και την ιδιότητα του συγγραφέα, αλλά θα αποτολμούσαμε να σημειώσουμε και μιάς χώρας και των εσωτερικών κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό έως τα σύγχρονα χρόνια της Αλλαγής της δεκαετίας του 1980. Παράλληλα με την συγγραφή ποιημάτων, πεζογραφημάτων, την συλλογή και ανθολόγηση τραγουδιών της ελληνικής μας παράδοσης, τις μεταφράσεις του και την αρθρογραφία του, ασκεί επαγγελματικά την δημοσιοϋπαλληλική του ιδιότητα από όπου συνταξιοδοτείται. Εργάζεται σαν εκπαιδευτικός σε ιδιωτικά και δημόσια σχολεία της μέσης εκπαίδευσης σε διάφορα μέρη της ελληνικής επαρχίας, σε ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού (Λιβύη), τέλος στο υπουργείο Παιδείας από όπου τερματίζει την καριέρα του. Ξεπερνούν τους 20 τίτλους τα εκδοθέντα βιβλία του, δεκάδες είναι τα δημοσιεύματά του και οι συνεντεύξεις του.

     Καθώς επανέρχομαι στα βιβλία του, αναρωτιέμαι αν έχει να πει κάτι στις σημερινές κοινωνικές και αναγνωστικές συνθήκες ο λόγος του. Μπορεί να συγκινήσει η απολογητική γραφή του, να ευαισθητοποιήσει τους νέους σε ηλικία αναγνώστες το έργο του, ή αποτελεί σαν ποιητής και πεζογράφος μία ακόμα πεζογραφική παρουσία του χθες, σημαντική ασφαλώς περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας του προηγούμενου αιώνα; Διασώθηκε στις μνήμες των νεοελλήνων η φωνή του όπως ευελπιστούσε και ήθελε; Θεωρώ κατά την κρίση μου, ότι περιορίζει την εμβέλεια της γραφής του ο εγκλωβισμός της μόνο (;) σε ένα στενό κύκλο φιλότεχνων αναγνωστών, πανεπιστημιακών ερευνητών, ή ακόμα και ερωτικών ιδιαιτεροτήτων. Η φωνή του, πέρα από την δική της ερωτική ταυτότητα και χρωματισμούς, ιδιορρυθμίες των αντιλήψεών του και γραφομένων του, ξεφεύγει από τα πλαίσια των στενών ειδολογικών τειχών της καθαρής πεζογραφίας όπως την γνωρίζουμε από τις ομόλογες πεζογραφικές φωνές της γενιάς του. Ο Ιωάννου, αυτός ο ευαίσθητος και καλός ποιητής ο οποίος μετεξελίχθηκε σε έναν σημαντικό πεζογράφο και ίσως και δημοσιολόγο σχολιαστή της επικαιρότητας της εποχής του και των κακών κειμένων της,-αυτό το φτωχό επαρχιωτόπουλο από την Θεσσαλονίκη διασώζει πολυποίκιλα συμβάντα: Σεισμοί, Πυρκαγιές Δασών και Καταστημάτων, στρατιωτικές και μαθητικές παρελάσεις, οικοπεδοφαγία των σύγχρονων ελλήνων, τηλεοπτικές εμφανίσεις πολικών προσώπων και του ρόλου της τηλεόρασης στις σύγχρονες κοινωνίες, φιλολογικά συμβάντα, εκθέσεις βιβλίων, χαρτογράφηση συμπεριφορών ομοτέχνων του συγγραφέων, καινούργιες εκδόσεις, εκκλησιαστικά ζητήματα, νοσοκομειακές περιπέτειες, ιστορικές και πολιτικές παρατηρήσεις, απρόοπτα  κοινωνικού ενδιαφέροντος γεγονότα, ταξιδιωτικές αναμνήσεις, ιστορικές αναφορές και καταγραφές, εξορίες και σφαγές των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, μαρτύρια του λαού των Αρμενίων κλπ. Τα πάντα περνούν από την γραφίδα αυτού του συστηματικού αναγνώστη τουλάχιστον τριών εφημερίδων την ημέρα. Σαν λογοτέχνης ο Ιωάννου, εφηύρε το είδος γραφής που ο ίδιος αποκαλεί «εξομολογητικό δοκίμιο», στο οποίο ομογνωμούν και οι διάφοροι ερμηνευτές και μελετητές του έργου του. Υπήρξε δική του «επιτυχία» και στόχευση το είδος αυτό της γραφής, η οποία εξέφραζε την ιδιοσυγκρασία του και τις συγγραφικές του φιλοδοξίες. Παρά το κάπως ιδιαίτερο της γραφής του, βρήκε μιμητές σε νεότερες πεζογραφικές φωνές. Γιατί ο συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου, οφείλουμε να ομολογήσουμε, διέθεται το χάρισμα ενός ιδιαίτερου απροσποίητου και άμεσου, λαϊκού ύφους. Το ταλέντο χρήσης μιάς ποιητικής υφής γλώσσας και πλούσιου λαϊκού και όχι μόνο λεξιλογίου. Έχει έναν ξεχωριστό γλωσσοπλαστικό τρόπο αφήγησης και εξομολόγησης λεπτομερειών της καθημερινότητας, σε συνάρτηση με την εικονογράφηση της χαρακτηρολογίας των Ελλήνων εκείνες τις δεκαετίες. Απολογητικό είτε εξομολογητικό το ύφος του είναι το ίδιο. Είτε είναι χαμηλότονο, ψιθυριστό το ηχόχρωμα της φωνής του, κυματοειδές ή κοφτό, είτε οξύς και ειρωνικός ο τόνος της, χαλαρές ή επιθετικές οι φράσεις του, τσουχτεροί οι σχολιασμοί του, το αποτέλεσμα είναι πάντα θετικό για τον αναγνώστη. Οι μακροσκελείς επαναλαμβανόμενες συχνά εξομολογήσεις του και απολογητικές του προθέσεις, είναι φορτισμένες με την ποιότητα του χαρακτήρα του, της παιδικής του ανατροφής και ταραγμένων αναμνήσεων. Περιπλανήσεών του και συναναστροφών με σημαντικά αλλά και λαϊκά ανώνυμα πρόσωπα. Εντυπώσεις και περιγραφές του φτωχού και δύσκολου βίου του. Ανεξάρτητα αν μας περιγράφει περιστατικά και συμπεριφορές του οικογενειακού του στενού περιβάλλοντος, στήνει την προσωπογραφία ομοτέχνων του, των φιλικών του χώρων της Θεσσαλονίκης, αν αναφέρεται εμμέσως ή άμεσα και με σαφήνεια σε ιδιωτικές ερωτικές του προτιμήσεις, ακροθιγώς αρκετές φορές, η τακτική θα λέγαμε της αφηγηματικής του δεινότητας, της εξομολογητικής του διάθεσης είναι η ίδια. Το καθολικό συγγραφικό αποτέλεσμα είναι εξίσου απολαυστικό, ευχάριστο, δίχως να απουσιάζουν από τα Πεζογραφήματά του, τα δραματικά στοιχεία, η περιπτωσιολογία, η χρονική επικαιρότητα και εξάντληση, η λογιοσύνη μπλεγμένη με την έντονη λαϊκότητα. Μιά γραφή κατάφορτη από βιώματα, παραστάσεις, εικόνες, συμμείξεις εμπειριών, ενσωματώσεις ιδιωτικών και δημόσιων καταστάσεων, πλήθους μικροπληροφοριών, ακτινογραφήσεις ανθρώπινων μονάδων και συνόλων. Στον Ιωάννου δεν ξεχωρίζεις πάντα την λόγια πλευρά του χαρακτήρα του από την λαϊκή, την πνευματική από την ερωτική. Δεν μπορώ να το αιτιολογήσω άμεσα-χρειάζεται έρευνα- αλλά η φωνή του μου φέρνει στο νου το έργο του άγγλου Ντ. Χ. Λώρενς (των βιβλίων Ο εραστή της λαίδης Τσάτερλι, Η γυναίκα που έφυγε με το άλογο κλπ.) όπου συνυπάρχουν η πνευματικότητα με την σεξουαλικότητα. Οι πόθοι του σώματος με την αισθητική της αφής του βλέμματος. Κάτι που δεν συναντάμε πχ. στο μυθιστόρημα του δικού μας Κώστα Ταχτσή, αλλά, σε έναν παλαιότερο πεζογράφο τον Κοσμά Πολίτη όπου ο νεανικός ερωτισμός συνυφαίνεται με την έντονη ατμόσφαιρα της ιδανικότητας της εφηβικής και νεανικής ηλικίας. Όπως και στα μυθιστορηματικά ταμπλό του Γιώργου Θεοτοκά. Θα μπορούσαμε ακόμα να συμπεριλάβουμε και τις πεζογραφικές φωνές του Κώστα Μουρσελά ή του Τάσου Αθανασιάδη αλλά τόσο το είδος που υπηρέτησαν, το μεγάλο και πολυσέλιδο, πολυσύνθετο μυθιστόρημα, απέχει από την μικρή φόρμα των Πεζογραφημάτων του Γιώργου Ιωάννου. Ο λόγος του Ιωάννου παρά την ιστορικότητά του, εννοώ την ημερολογιακή καταγραφή της περιόδου της κατοχής και της απελευθέρωσης, της βασανιστικής και εξόντωσης του ελληνο-εβραικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης από τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα, δεν έχει αυτήν την ταξική πολιτική ατμόσφαιρα που έχουν βιβλία του Σπύρου Πλασκοβίτη πχ., του Πέτρου Πικρού, του Όμηρου Πέλλα. Είναι λαϊκός ο λόγος του Ιωάννου αλλά όχι ταξικός. Ένα είδος ηθογραφικής και ερωτικής λαϊκότητας των ανθρώπων της εποχής του, των επαρχιωτών ελλήνων εκείνης της εποχής. Με το αψεγάδιαστο και μπρούτο ερωτικό τρόπο συμπεριφοράς και εκδήλωσης των ερωτικών εκτονώσεων τους. Η προσωπική αρματωσιά του Ιωάννου είναι μία και η αυτή. Ειρωνική και αυτοειρωνική η έκφρασή του, μισοειρωνικός ή ευθύβολος ο εξομολογητικός λόγος του, αβίαστος, νοηματικά καθαρός και έντονα απολογητικός, απέναντι σε καταστάσεις και προβλήματα που του δημιούργησαν συγκεκριμένα φιλικά του άτομα, επώνυμα, γνωστά μας ή ανώνυμα, άγνωστά μας άτομα. Λαλίστατος πάντα, διαθέτει μία γλωσσική ιδεολογία που ανακαλεί γλωσσικά φορτία και εκφράσεις επαρχιωτών ελλήνων προσφύγων. Αυτό δεν σημαίνει ότι απουσιάζει από τη γραφή του, η χρήση λέξεων προερχόμενων από την καθαρεύουσα μέσα στην Πεζογραφία του, η ενσωμάτωση λέξεων και φράσεων της αρχαίας, λέξεις και φράσεις της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, Καβαφικής χρήσης λέξεις ή ακόμα και από το ιδιωματικό λεξιλόγιο των ομοφυλοφίλων, όπως το κατέγραψε και διέσωσε ο συντοπίτης του συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος στο γνωστό του βιβλίο. Θα μπορούσαμε άνετα να φτιάξουμε ένα μικρό λεξιλόγιο των λέξεων και των φράσεων του Ιωάννου οι οποίες ενδέχεται να μην ομιλούνται στις μέρες μας. Και μόνο τις επιγραφές των πεζογραφημάτων του να αποδελτιώσουμε, αυτές που είναι μέσα σε εισαγωγικά και αυτές εκτός, λέξεις της θρησκευτικής παράδοσης και αποσπάσματα που εμφυτεύονται στα Πεζά του θα μας άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο έρευνας. Δεν είναι τα έκθετα παιδιά της ελληνικής γλώσσας που διασώθηκαν καταχρηστικά στην διαχρονική της εξέλιξη, αλλά τα έξεργα, που ομορφαίνουν τα κείμενα και εμπλουτίζουν το λόγο και την γραφή του Ιωάννου. Το ύφος του συνήθως σταθερό, λαϊκότροπο και ευκολοαναγνωρίσημο. Η γραφή του με δύο λόγια αποφεύγει τις περίτεχνες φιοριτούρες, τις διακοσμήσεις που στολίζουν τον πυρήνα της αφήγησης επικαλυπτικά και φορές αποεστιάζουν το βλέμμα του αναγνώστη.  Είναι ποιητικά λιτή η γραφή του, δίχως να είναι στεγνή, χωρίς χυμούς, και πολύχρωμες μυρωδιές, έχει την δικιά της στιλπνότητα ανάλογα με το θέμα που διαπραγματεύεται και τις εσωτερικές κορυφώσεις των εξομολογήσεών του. Ενώ, είναι πρόδηλη, σταθερή και αβίαστα εξομολογούμενη φιλοδοξία του, η ενδόμυχη επιθυμία του να διατηρήσει την συγγραφική του παρουσία στην λογοτεχνική επιφάνεια και ακέραια την υστεροφημία. Να κερδίσει δικαιωματικά, έστω και με μερικές συγγραφικές του σελίδες τον χρόνο, την θέση του στον λογοτεχνικό Παρνασσό. Ακόμα και να ενεργοποιήσει τις αναγνωστικές δυνάμεις του μελλοντικού του αναγνώστη. Δεν είναι ο πεζογράφος της «σέσουλας» όπως μας εξομολογείται για καθηγητές των χρόνων του, και ούτε θα ήθελε να μετατραπεί, κάνοντας ακαδημαική καριέρα πανεπιστημιακού στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, μετά την περάτωση των σπουδών του. Ο Γιώργος Ιωάννου έχει επίγνωση των σκοπών, των στόχων και της αξίας του σαν συγγραφέας. Το παλεύει επίμονα και σκληρά μέσα σε οικονομικά αντίξοες συνθήκες, πολέμους και αρνήσεις ατόμων του σιναφιού και το πετυχαίνει, το κατορθώνει και στα μάτια των ομοτράπεζων δημιουργών και στα μάτια του αναγνώστη. Η θεμιτή αυτή του φιλοδοξία, η οποία είναι και φιλοδοξία όλων όσων ασχολούνται με τα γράμματα, την τέχνη γενικότερα-γιατί να το κρύψομεν άλλωστε- δηλαδή η υστεροφημία, είναι καλοχωνεμένη μέσα στο έργο του, διασκορπίζεται σε όλα τα στάδια της συγγραφικής του εξέλιξης. Η θεμιτή για τον κάθε συγγραφέα και καλλιτέχνη φιλοδοξία, έχει στην συνείδησή του, την σημαντική καταξίωση  της ατομικής του αθανασίας. Η ανθρώπινη ύπαρξη κερδίζει το στοίχημά της με τον θάνατο, είτε μέσω της όποιας πίστης είτε μέσω ενός καλλιτεχνικού δημιουργήματος αποδεκτού από τους άλλους. Δίχως εκκλησίασμα και δίχως αναγνώστη, δεν υπάρχει ούτε θρησκεία ούτε η τέχνη της γραφής. Ακόμα και ερασιθάνατη, τρομερά απαισιόδοξη η γραφή ενός δημιουργού γίνεται αποδεκτή ως μέσο μεταβίβασης από τον «θάνατο» στην αθανασία. Έστω και για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Όπως έχουμε στην περίπτωση των λαϊκών μοιρολογιών, ή της λόγιας ποίησης. Ποιος θα θυμόταν τον Κώστα Καρυωτάκη και την δημοσιοϋπαλληλική καριέρα του αν δεν μας κληροδοτούσε την σημαντική ποίησή του. Ποιούς θα ενδιέφερε μέσα στην διαδρομή του χρόνου ο θάνατος του μικρού παιδιού του ποιητή Κωστή Παλαμά, αν δεν υπήρχε η σύνθεσή του «Ο Τάφος». Η χαροκαμένη ελληνίδα μάννα στη μέση του δρόμου στην Θεσσαλονίκη που μοιρολογεί το νεκρό παιδί της, εξακολουθεί να μας συγκινεί γιατί διαβάζουμε τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου. Έκδηλα τα ίχνη της προσωπικής πίστης στην ατομική αθανασία των συγγραφέων, στα πένθιμα λαϊκά τροπάρια, την θρησκευτική ανώνυμη υμνολογία. Το ερώτημα του ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε στο «γράμμα σε έναν νέο ποιητή» πάντα παρόν και επίκαιρο. Γραφή, ένα πένθιμο παιχνίδι του ανθρώπου, ένα παιχνίδι που κάθε φορά, διαφορετικά, ορίζουμε τους κανόνες του μέσα στην πολιτισμική του ανθρώπου ιστορία. Δεν είναι ξεκάθαρο πάντα αν θρηνούμε τους νεκρούς μας ή την περιγραφή και εικονογράφηση του θανάτου τους μέσα στην Ιστορία.

Είτε είναι εκτονωτική είτε ηδυπαθή, είτε οργίλη είτε ψύχραιμη αλλά όχι αποστασιοποιημένη, η γραφή του Γιώργου Ιωάννου, τουλάχιστον για τον ίδιο είναι λυτρωτική, καθαρτήρια, γαλήνια της ψυχοσύνθεσής του, της συνείδησής του ηρεμία. Είναι η άμυνά του απέναντι σε αυτά τα παράξενα, ιλαροτραγικά, βασανιστικά, κουραστικά που βιώνει γύρω του σαν άτομο επαρχιακής καταγωγής, άτομο της πόλης σαν λογοτέχνης. Με τους «Θυσάνους» που γράφει στο προσωποπαγές «Φυλλάδιό» του, αντιμετωπίζει την χυδαιότητα και κακότητα των άλλων. Είναι η δική του απολογία απέναντι στην κοινότητα ανθρώπων, μερίδας ατόμων του ενοχικού για την κοινωνία έρωτα, στην οποία μετέχει συνειδητά και συνήθως φοβισμένα και ενοχικά. Πρίν απομονωθεί στο ενοικιασμένο σπίτι του-κελλί του και κατεβάσει τα «παραπετάσματα» και κλείσει την ζωή απέξω. Ένας ομοτράπεζος στα ερωτικά με τον Αλεξανδρινό ποιητή ο οποίος ωριμάζοντας διαπιστώνει ότι: «Πιστεύεις πως όλα έχουν αλλάξει πιά’/ οι άνθρωποι, η εποχή,/ εσύ ο ίδιος που οδεύεις προς τα πρόθυρα./Οπλίζεσαι αργά-αργά με θάρρος,/ με απόφαση να μην αφήσεις τίποτα θολό,/ τίποτα για τους κακοήθεις…».

Και είναι ισχυρά τα κακοήθη άτομα στην δική του ζωή και την διάρκεια της συγγραφικής του παραγωγής. Φωνές που επιδίωξαν να τον απομονώσουν και να τον περιθωριοποιήσουν, να τον υπονομεύσουν. Ενώ σε άλλον στίχο του μας εξομολογείται:

«Θέλω χώμα απαλό για να ξαπλάρω,

χορτάρι διψαλέο για λουφάρισμα.

Δεν τις αντέχω άλλο τις πορείες.

Κοντεύω άλλωστε να συμπληρώσω την εξηντάρα μου».

     Ο Ιωάννου, βρίσκεται στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, όπως του επιφύλασσε όπως γνωρίζουμε όμως η προσωπική του μοίρα, έφυγε πρίν προλάβει να συμπληρώσει την έκτη δεκαετία της ζωής του. Κάπως, προληπτικός ο Ιωάννου σαν χαρακτήρας, έχει αρχίσει να αναλογίζεται σοβαρά τον θάνατο. Οι πολλές νεκρολογίες του σε τεύχη του «Φυλλαδίου» δηλώνουν τον «καμουφλαρισμένο» θα σημειώναμε ενδέχεται φόβο του, παρά τα ερείσματα προσωπικής του πίστης στα σύμβολα και τα τελετουργικά της ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης. Η πένθιμη διάθεση του προέρχεται από τις νεανικές του εμπειρίες την περίοδο της Κατοχής, την περίοδο του διωγμού και καταδίωξης της Εβραϊκής κοινότητας και κορυφώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1960 όταν αρχίζουν να χάνονται από κοντά του, τα αγαπημένα συγγενικά του και οικογενειακά άτομα. Στα μεταγενέστερα χρόνια ο θάνατος, διυλίζεται μέσα από στοχαστικές του σκέψεις, σκεπτικιστικές του ταρακουνήσεις, συμμετοχές του σε κοινωνικές εκδηλώσεις και επετείους, αναφορές στην απώλεια συγγραφέων και ποιητών. Η εμμονή του γίνεται λίπασμα της γραφής του όπως και οι κουφοβράζουσες ενοχές του.

       Αντιγράφω στο παρόν σημείωμα την πρωτόλεια αυτοβιογραφική του καταγραφή «Μία μικρή επέτειος» η οποία είναι κείμενο προάγγελος της επακολουθήσασας ευρύτερης αυτοαναφορικής εξομολόγησής του και απολογισμού των πεπραγμένων του βίου του και των συγγραφικών του δραστηριοτήτων. Τα βιβλία του Γιώργου Ιωάννου όπως πολύ καλά η αναγνωστική μου μνήμη θυμάται, ήσαν από τα πεζά τα οποία διαβάζονταν περισσότερο μετά από εκείνα του Δημήτρη Χατζή και ορισμένους τίτλους του Μενέλαου Λουντέμη, μετά την μεταπολίτευση. Ήσαν όπως χαρακτηρίζονταν ευπώλητα. Είχες την τύχη και την χαρά να τον γνωρίσεις από κοντά. Θυμάσαι κουβέντες του και συζητήσεις σας. Μία ενδιάμεση γέφυρα επικοινωνίας μας υπήρξε και ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης, ο οποίος διατηρούσε ουσιαστικές σχέσεις με τον Ιωάννου. Αυτό φάνηκε και από τις επισκέψεις του στο Νοσοκομείο ΚΑΤ όταν νοσηλεύτηκε μετά από ατύχημα ο Ιωάννου. Πράγμα που αναγνωρίζει και ο Ιωάννου στο βιβλίο του «Πολλαπλά Κατάγματα». Θυμάμαι επισκέψεις του στον Πειραιά. Να μνημονεύσουμε ότι η επαφή του ποιητή Γιώργου Ιωάννου με τον Πειραιά, ανάγεται από την περίοδο που δήμαρχος της πόλης ήταν ο Δημήτρης Σαπουνάκης. Όταν ο Γιώργος Ιωάννου εξέδωσε την μικρή ποιητική του πλακέτα, την ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια», Θεσσαλονίκη 1954, (βλέπε προηγούμενο σημείωμα) την απέστειλε στον καλοκάγαθο αιγυπτιώτη Μάριο Βαγιάνο, τον πάντα πρόθυμο συμπαραστάτη σε κάθε νέο συγγραφέα και καλλιτέχνη. Ο Μάριος Βαγιάνος, όπως πάντα, δεν δέχτηκε χρήματα από τον νεαρό Θεσσαλονικιό ποιητή, άγνωστο στο Αθηναϊκό κοινό. Ο Ιωάννου από τον Γιδά της Ημαθίας όπου εργάζονταν σε σχολείο, στέλνει αντίτυπα της πρώτης του ποιητικής συλλογής στον Μάριο Βαγιάνο, και προθυμοποιείται όταν κατέβει στην Αθήνα να τον γνωρίσει από κοντά αυτόν και το Πρακτορείο του. Η γνωριμία τους, και η προθυμία του Βαγιάνου να διαδώσει την συλλογή σε γνωστά του πρόσωπα τα οποία εργάζονταν σε εφημερίδες και περιοδικά, (να αναφέρουμε ότι ο Μάριος Βαγιάνος προμήθευε σε καλλιτεχνικές ειδήσεις , νέες εκδόσεις και άλλες εικαστικές κυρίως εκδηλώσεις, τον γνωστό στην εποχή του Αχιλλέα Μαμάκη (το Θέατρο στο μικρόφωνο) ο οποίος διατηρούσε την σελίδα του κάθε Πέμπτη στην εφημερίδα «Έθνος») έκανε τον Ιωάννου να συνδεθεί με το Πρακτορείο του Μάριου Βαγιάνου. Σε μία πρόσκληση του Βαγιάνου στον Πειραιά, να παρεβρεθεί μία βραδιά στην Φρεαττύδα σε εγκαίνια προτομών του Φαληριώτη Παύλου Νιρβάνα και του ποιητή της Φρεαττύδας-Πειραιά Λάμπρου Πορφύρα, έπειτα από παράκληση του Βαγιάνου στον νεαρό άγνωστο ποιητή από την Θεσσαλονίκη, συμμετέχει στο μικρό γκρουπ που παρευρέθηκε στα εγκαίνια. Ο Ιωάννου γνωρίζεται με πρόσωπα της πειραϊκής ομήγυρης αλλά, δεν παρακάθεται σε γεύμα του Δημάρχου της πόλης στα παρευρισκόμενα άτομα. Βλέπε το πολυσέλιδο κείμενο του Γιώργου Ιωάννου, «Παλιές διευθύνσεις και τηλέφωνα», το οποίο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στον καλοκάγαθο Μάριο Βαγιάνο, σελίδες 9-24, στο περιοδικό «Φυλλάδιο» Περιοδικό πνευματικής ζωής, διπλό τελευταίο τεύχος 7-8/ 1985 εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της «Εστίας». Όπως βλέπουμε, η σχέση του Ιωάννου με την πόλη μας-και στην περίπτωση του ποιητή Αγγελάκη- είναι μάλλον στενή. Λυπήθηκα όταν έφυγε τόσο άδικα όπως φαίνεται, και από τα γραφόμενα στις τότε εφημερίδες, από ιατρικό λάθος νέος σχετικά. Ποτέ δεν τον λησμόνησα, αγόραζα μελέτες που κυκλοφόρησαν μετά την απώλειά του που ερμήνευαν την λογοτεχνική του παρουσία, παρακολουθούσα ομιλίες για το έργο και την πορεία του. Συγκέντρωνα στοιχεία και πληροφορίες για τα βιβλία του. Στο αλωνάκι των νιάτων μας, των ταραγμένων και έντονα πολιτικοποιημένων, ο Γιώργος Ιωάννου αποτελούσε μία από τις φωνές εκείνες που ακούγονταν όχι μόνο ευχάριστα αλλά και εποικοδομητικά και ας μην εντάσσονταν η γραφή του στις καθαρά πολιτικές φωνές που διαβάζαμε δίπλα σε άδειες στέρνες, φωτόλουστα νησιώτικα τοπία και πλαγιές. Η ξηρασία του μέλλοντός μας για την οποία μας μίλησε ο Μιχάλης Κατσαρός περιορίζεται κάπως ξαναδιαβάζοντας το έργο του Γιώργου Ιωάννου.  Διαβάζουμε στις σκληρές μέρες μας τα εξομολογητικά Πεζά του, αυτήν την πολυδιάστατη απολογητική φωνή του, αντιστικτικά με την καθαρή γραφή της πεζογραφίας και αισθανόμαστε ανάσες καταλλαγής. Αναγνωρίζουμε τοποθεσίες που βαδίσαμε και εμείς τις προηγούμενες δεκαετίες, επισκεπτόμαστε νοερώς κινηματογραφικές αίθουσες και δημόσιες κεντρικές πλατείες. Κέντρα διερχομένων όπως η πλατεία Ομονοίας. Κάπου μας εξομολογείται ο Ιωάννου ότι σηκώνονταν διαφορετικές ώρες της νύχτας και έβγαινε έξω διαφορετικές ώρες της ημέρας από το σπίτι του, και έτρεχε να δει τι κατηγορίες και ποιότητας ατόμων σύχναζαν στα διαφορετικά αυτά χρονικά διαστήματα, στα στέκια που σύχναζε. Εδώ ο Ιωάννου, δεν είναι ο ποιητής που εκτιμά ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, συγκαταλέγεται στην ποιητική παρέα των Χριστιανόπουλου, Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, και άλλων. Στις στιγμές αυτές είναι η καθαρή και άδολη ψυχή και το σώμα ενός λαϊκού ατόμου, που αναζητά συντροφιά, εκείνη που δεν μπορεί να του παράσχει ούτε το σινάφι του ούτε τα διαβάσματά του. Είναι η άλλη πλευρά του απολογισμού της ζωής του. Αυτή των ερωτικών του δεσμεύσεων και ενοχικών του αγκαθιών. Σε αυτές τις στιγμές της ψυχικής και σωματικής του περιπλάνησης δεν έχουν θέση ούτε οι ποιητές ούτε οι φιλικές του πεζογραφικές φωνές, σε αυτές του τις αναζητήσεις οι άλλοι, δεν σηκώνουν «μαϊμουδιές», φιλολογικά καπρίτσια. Εδώ τα πράγματα είναι περισσότερο ξεκάθαρα από όσο μπορεί να επιθυμήσει κανείς όταν ιδρώνει στα σοκάκια των ανδρείων της ηδονής. Εδώ το κόστος πληρώνεται με τους κανόνες του Κερδώου Ερμή και όχι των Μουσών. Η περίοδος των παντοειδών ικανοποιήσεων και απολαύσεων όταν εργάζονταν με απόσπαση στην ελληνική κοινότητα της Βεγγάζης της Λιβύης, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

                        Εις την χώραν του Καντάφι

                        ανεγίγνωσκα Καβάφη

Μας λέει στην μελέτη του «Αναζητώντας τον Καβάφη», σ.63, ενώ συνεχίζει γράφοντάς μας για τις διαχρονικές και ιστορικές παθογένειες, της φαγωμάρας των Ελλήνων, της ελληνικής κοινότητας: «Όταν δηλαδή έζησα για δύο χρόνια στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου είχε και πολλές αιγυπτιώτικες οικογένειες, οι οποίες μετά τους διωγμούς του ξένου στοιχείου στην Αίγυπτο προσπαθούσαν να αγκιστρωθούν εκεί. Είχαν κουβαλήσει κάτι από αυτό το παροικιακό πνεύμα άγχους, από τα οποία άλλωστε, δεν χρειαζόταν ο τόπος καμία εισαγωγή. Η εκεί Κοινότητα ήταν βαθιά διαιρεμένη και φαγωνόταν αγρίως.». βλέπε: «ο της φύσεως έρως».

  Τώρα ζει ερωτικά την περίοδο των «ισχνών αγελάδων», ή όπως σπαρακτικά μας μιλά, στα νέα «Πέντε ποιήματά του» και ιδιαίτερα στο περισσότερο συγκινητικό και αληθινό, το «Όσο και να φωνάζεις». Βλέπε σ.4-6 του «Φυλλαδίου»

………………………………………………….

«….Τί να ΄ρθουνε να κάνουνε

τώρα που σε ξεζούμισαν,

πίστεψες στις φοβέρες τους,

έγινες ένα με τη γη για να κρυφτείς

και τώρα που ήρθανε τα χρόνια,

και προπάντων έρχονται,

δεν πα να το φωνάζεις,

ποιος να γυρίσει να σε δει,

τι να σε κάνει,

δεν είσαι πιά ούτε για συντριβή,

ούτε για το στραγγάλισμα, που τρόμαζες.

Ό,τι και να φωνάξεις,

πόσο θα το φωνάξεις,

επί πόσα χρόνια,

πάνω σε ποια σκαλιά

και σε ποιόν άμβωνα;

Τι τους ενδιαφέρει πιά,

Με σένα ξόφλησαν,

κι όχι πώς έχουνε αλλάξει ταχτική,

όπως θεώρησες, ανόητε.». 

       Τι να λησμονήσει το μικρό επαρχιωτόπουλο, τα παρατσούκλια των συμμαθητών του ή ότι τον αποκαλούσε η συνάδελφός του μπούφο αντί καθηγητή, αυτός που διέσωσε ένα πλήθος λαογραφικών συγγραφικών τεκμηρίων της Ελλάδος. Μας αποζημιώνει όμως, όπως και την λογοτεχνία, με τους χιουμοριστικούς συμβολισμούς του και παραστάσεις του, εικόνες «πετιμέζι» όπως εκείνες των γλυκισμάτων στο ζαχαροπλαστείο. Λιχούδης πάντα ο Ιωάννου, με την επιλογή γλυκών με τον συμμαθητή του γλυκαίνει την πίκρα του, για τον χαμό του Εβραίου φίλου του. Σταθερός φιλόζωος. Καθώς αναφέρεται στην μετάφρασή του της «Ιφιγένειας η εν Ταύροις» του Ευριπίδη μας λέει: «Εσύ δεν είχες γίνει φιλόλογος για να πάρεις απλώς ένα πτυχίο. Εσύ αγαπούσες τα κλασικά γράμματα και την κλασική εποχή μέχρι παραφοράς. Ήθελες από μικρός να μορφωθείς πολύ, να γίνεις, ει δυνατόν, ένας παντογνώστης. Ανέκαθεν το μορφωτικό ιδανικό σου ήταν αριστοτελικό. Δεν ήθελες όμως και να πελαγοδρομείς μέσα στα πράγματα χωρίς καμιά σειρά και σύνδεση». Άραγε, από πόσες σημερινές σύγχρονες επιστημονικές και φιλολογικές δυνάμεις του τόπου μας θα ακούγαμε παρόμοια λόγια. Σήμερα που τα πάντα «μετρούνται» και αξιολογούνται με κερδοσκοπικά κριτήρια και οικονομικές απολαβές. Κάνω λάθος; Αλλά αυτός, προέρχεται από την πανεπιστημιακή παράδοση και εργατικότητα ενός Ιωάννη Φ. Κακριδή, ενός Στίλπωνος Κυριακίδη και όχι από περιβάλλοντα μπρούκληδων. Μάλιστα αναφέρει και πάλι για τα έξοδα έκδοσης του πρώτου του πεζού «Το «Φιλότιμο», στοίχισε τότε δεκαεφτά χιλιάδες δραχμές, κάπου πέντε μισθούς σου, και εξαντλήθηκε πρίν φτάσουν οι Γιορτές. Πρόλαβες να το αφιερώσεις στον αδελφό σου Θεοδωράκη». Ενώ σκιαγραφεί με μελανά χρώματα τον παλαιό παιδικό του φίλο και εκδότη, που, αν αληθεύει η σκηνή, μπροστά στον τάφο μέσα στο νεκροταφείο την στιγμή που ο Ιωάννου θρηνεί και κάνει το μνημόσυνο του μικρού αδελφού του, ο εκδότης και φίλος του σκύβει και του ζητά να δώσει αμέσως τα χρήματα στον τυπογράφο. Είναι από τις πιο αλγεινές εικόνες. Μας λέει: «Στο μνημόσυνο του αδελφού σου στην Ευαγγελίστρια, τέσσερεις μέρες πριν σκοτωθεί ο άλλος που ήταν εκεί παρών (εννοεί τον αρραβωνιαστικό της αδελφής του) και ενώ ήσασταν όλοι γύρω από τον τάφο και έψελνε ο παπάς, νιώθεις τον εκδότη να σου ψιθυρίζει στ’ αυτί: «Ο Νικολαϊδης θέλει τα λεφτά και γρήγορα». Έγινες Τούρκος. Τι είχε τέλος πάντων μέσα του αυτός ο άνθρωπος; Από μέρες του είχες πει να δώσεις όλα τα λεφτά στο Νικολαϊδη, αλλά δεν  το δέχτηκε. Τότε έπαιζε πολιτική με τον Νικολαϊδη. Τώρα κάτι έπαιζε με σένα. Τέλος, μες στο Νοέμβριο του 1964 κυκλοφόρησε το «Φιλότιμο» σε πεντακόσια αντίτυπα.». Μιλά θετικά για τον πανεπιστημιακό Γιώργο Σαββίδη και την σύζυγό του Λένα Σαββίδη (αδελφή του εκδότη Χρίστου Λαμπράκη), αλλά και κάπως χλιαρά για την μη συμπαράστασή τους στις οικονομικές δοσοληψίες με τον «Ερμή», και όχι θετικά για τον τότε συγγραφέα διευθυντή των εκδόσεων ο οποίος τον «ρίχνει» και τον «εκμεταλλεύεται» οικονομικά στις εκδοτικές τους συμφωνίες όπως ο ίδιος αναφέρει. Για το τρίτομο έργο του, τον Καραγκιόζη, αμείβεται με 5.000 δραχμές για κάθε τόμο. Το περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος» τχ.675/18.3.1967, του εκδοτικού συγκροτήματος «Λαμπράκη» σε ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού, δημοσίευσε όλη την μετάφρασή της τραγωδίας του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις»,-δίχως την εισαγωγή και τα σχόλια- αυξάνοντας το τιράζ των πωλήσεών του περιοδικού, όπως γράφει. Του εκδίδει επίσης τις λαογραφικές του εργασίες. «Τα Δημοτικά Τραγούδια» 1966, τα «Παραμύθια» 1966 πράγμα που του προσφέρει αναγνωρισιμότητα και το όνομά του αρχίζει να συζητιέται στους πνευματικούς κύκλους πανελλαδικώς, ταυτόχρονα, αυξάνει τις συγγραφικές και ερευνητικές του υποχρεώσεις. Ως πολύτιμο, στιλπνό και νεόκοπο φίλο του μνημονεύει τον πεζογράφο Στρατή Τσίρκα: « Ο Τσίρκας υπήρξε εν τάξει απέναντί σου ως το τέλος». Πολύτιμο στην κατανόηση της ζωής, των συμπεριφορών, των αντιλήψεων και των αντιδράσεών του, των διαφόρων δυσκολιών του, είναι το πολυσέλιδο κείμενό του «Εις εαυτόν», όπως και όσα γράφει και εξομολογείται στο «Φυλλάδιο» ας το επαναλάβουμε. Η σχέση του με την γραφή είναι ερωτική μας το λέει ξεκάθαρα ο ίδιος: «Είναι ερωτική η σχέση σου μ’ αυτά και ερωτική προς αυτά η ώθησή σου.». Και αν φέρουμε στην σκέψη μας ότι ο Ιωάννου αρνιόταν να χρησιμοποιήσει γραφομηχανή και έγραφε τα κείμενά του ή τα αντέγραφε στο χέρι μία και δύο φορές. «Ένιωθες μια γαλήνη, μια σιγουριά, μια συγκρατημένη μα σταθερή διάθεση να ξαναπείς τα πράγματα με το νέο τρόπο σου, που ήταν ολότελα δικός σου.». σελ. 225, ενώ παρακάτω γράφει με ειλικρινή λόγο για την βαθειά συναίσθηση της θρησκευτικότητάς του, την «μυστική» θεώρηση του εαυτού του: «Για σένα «η αποκάλυψη του Θεού», όπως μας την παραδίνουν οι μεγάλοι μυστικοί συγγραφείς, ήταν το γράψιμο αυτών των πεζογραφημάτων. Και το σπουδαιότερο, αλλά και διαφορετικότερο από τις περιγραφόμενες αποκαλύψεις, είναι ότι παρέμεινε μόνιμη, σταθερή και ριζωμένη μέσα σου όλα αυτά τα χρόνια. Από εκεί αντλείς το κουράγιο, που σκανδαλίζει καμιά φορά τους μόνιμα κλονισμένους. Όχι, δεν είναι άγνοια των συνθηκών του βυθού, είναι βαθιά γνώση.».

     Ο πεζογράφος και κριτικός Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, στο κείμενό του «Ο φόβος της έκθεσης και η τεχνική της απόκρυψης στον ποιητή Γ. Ιωάννου», στον τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής», Κέδρος 2006, σ. 183- 184, σημειώνει μεταξύ άλλων:

«Αποδέχεται ωστόσο την «προδιαγεγραμμένη» μοίρα του να ζήσει βυθισμένος στην αμαρτία και στον παιδεμό του σώματος και της ψυχής. Αποφασίζει, σαν ένας «γενναίος της ηδονής», να συσπειρωθεί μέσα στο άβολο κέλυφος των ενοχών του, σαν «ένα απόστημα που κάποια στιγμή θα σπάσει». Και έτσι, «αποφασισμένος» να αποδεχτεί τη μοίρα του περιθωριακού ανθρώπου, του δακτυλοδεικτούμενου παρία, αισθάνεται την ανάγκη να οργανώσει τον αμυντικό του μηχανισμό, έναν μηχανισμό στηριγμένο στην όλο ειρωνεία και αυτοσαρκαστική, προσποιητή υποταγή του στις επιταγές της κοινωνίας που τον περιβάλλει, στους κανόνες συμπεριφοράς των «κανονικών» ανθρώπων. Κι αυτό γιατί, όσο κι αν ενδόμυχα περιφρονεί, αν δεν μισεί κιόλας, τους τελευταίους, όσο κι αν τους αισθάνεται κατώτερούς του, όχι μόνο δεν του είναι αδιάφοροι αλλά επιζητεί εναγωνίως την επικοινωνία μαζί τους και διακαώς επιθυμεί την αποδοχή και την αναγνώρισή τους. Το δράμα του έγκειται στο γεγονός ότι αισθάνεται εξαρτημένος, κοινωνικά, πνευματικά και ερωτικά, από ανθρώπους που, συνειδητά, έχει τοποθετήσει στην «άλλη όχθη»;

Άνθρωποι τιποτένιοι με κατατυραννούν.

Κι εγώ ευγενικός, όλο σε υποχώρηση,

τον οίκτο τους επιζητώ πάση θυσία.

Για όλα φταίω εγώ και κρύβομαι,

για όλα τρέμω, ολόκληρη η ενοχή δική μου.

          «Εκβιασμός»». 

     Πολλά τα συγγραφικά θησαυρίσματα του Γιώργου Ιωάννου, σε κάθε ηλεκτρονικό σημείωμά μου, προσπάθησα να δώσω στον άγνωστο αναγνώστη της ιστοσελίδας μου, γνωστά και άγνωστα στοιχεία για το έργο του, λίγο από κάθε φορά. Διανθισμένες οι κρίσεις τρίτων με δικές μου θέσεις. Όμως με τον Γιώργο Ιωάννου, δεν τέλειωσα ακόμα-και πώς να γίνει αυτό άλλωστε όταν αγαπάς το έργο του και την ελληνική λογοτεχνία. Θα επανέρθω με ένα αλφαβητικό σημείωμα ακόμα, αποδελτίωσης των τίτλων των Πεζών του και ένα για το «Φυλλάδιό» του.

           ΜΙΑ  ΜΙΚΡΗ  ΕΠΕΤΕΙΟΣ

του ΓΙΩΡΓΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥ

 

      Μολονότι θεωρούμαι νέος ακόμη στα γράμματα, και παρασύρομαι κι εγώ καμιά φορά και το πιστεύω, εντούτοις τον Απρίλιο φέτος, 1974, συμπληρώνονται είκοσι χρόνια αφότου κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, τα «Ηλιοτρόπια»- μια συλλογή με έντεκα όλο κι όλο ποιήματα και αυτά λιγόστιχα. Βέβαια, η λέξη «βιβλίο» ηχεί παράξενα για όποιον θυμάται το δεκαεξασέλιδο εκείνο φυλλάδιο, αλλά πώς αλλιώς να το ονομάσω; Έτσι άλλωστε το ονομάζουν και στις επίσημες βιβλιοθήκες, όπου καμιά φορά το ζητώ, για να διαπιστώσω αν ακόμα υπάρχει. Στις βιβλιοθήκες των γνωστών μου δεν το αναζητώ, ούτε και ρωτάω. Δε θέλω να φέρω σε δύσκολη θέση τους παλιούς φίλους, που απόχτησαν από τότε κι ύστερα πολλά σπουδαία βιβλία. Μονάχα όταν μ’ αφήνουν καμιά φορά μόνον μες στο γραφείο ή το σαλόνι τους, ρίχνω βιαστικές ματιές στα ράφια της βιβλιοθήκης μήπως και το πάρει πουθενά το μάτι μου. Αλλά πώς είναι δυνατό; Το βιβλιαράκι μου εκείνο εκτός από μικρό, δεν είχε ούτε «ράχη», όπου να αναγράφεται ο τίτλος του και το όνομά μου. Και κάτι άλλο ακόμα: Δεν το θυμάμαι καθόλου στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, κανένας βιβλιοπώλης δεν το είχε καταδεχτεί. Το καταχώνιασαν αμέσως όλοι στα πάνω ράφια, ή στο υπόγειο, όπου είναι τα βιβλία που δεν τους αφήνουν αξιόλογα κέρδη. Αλλά ούτε κι εγώ πέρασα ποτέ να ρωτήσω, αν πουλήθηκε κανένα τους. Τυχαία μόνο μάθαινα για καμιά πώληση και θεωρούσα ευτυχισμένο τον εαυτό μου, αφήνοντας τη φαντασία μου να καλπάζει. Για λεφτά, φυσικά, δεν μπορεί να γίνει λόγος. Κανένας δεν σε ειδοποιεί ποτέ για εισπράξεις, ιδίως όταν είσαι πρωτάρης και άγνωστος. Το θεωρούν εντελώς φυσικό ότι όλες οι εισπράξεις του βιβλίου σου ανήκουν σ’ αυτούς, πού έκαναν τη μεγάλη θυσία να δεχτούν μιά πρώτη ποιητική συλλογή στο μαγαζί τους.

     Ο τίτλος «Ηλιοτρόπια» δεν είναι και τόσο περίφημος και το ξέρω. Έτσι αόριστα όπως είναι διατυπωμένος, μου φαίνεται σήμερα κάπως ανούσιος και, κατά βάθος, δεν θέλω να τον πολυλέω ή να τον γράφω. Έχει ξεθωριάσει μέσα μου εκείνο που έβλεπα τότε τόσο καθαρά και που πίστευα ότι το βλέπουν και όλοι οι άλλοι: Τα ηλιοτρόπια πια θυμίζουν πολύ το μεγάλο κίτρινο άστρο που οι Γερμανοί είχαν κολλήσει στο στήθος των δυστυχισμένων εβραίων της πόλης μας. Και κάτι έγραφα θολά για το άστρο αυτό και τα ηλιοτρόπια μες στο βιβλιαράκι. Είχα πρωτογράψει «Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων», αλλά δεν ξέρω γιατί το περιέκοψα. Τώρα όμως ο ξεκομμένος τίτλος μου φέρνει στο μυαλό την εικόνα ενός κήπου με ηλιοτρόπια πού στρέφουν περήφανα και σταθερά προς τον ήλιο. Ο λεπταίσθητος, όσο και κοριτσίστικος, αυτός συμβολισμός δεν μου αρέσει. Μισώ αυτού του είδους τις ευαισθησίες και ζωηρά τις κατακρίνω. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αποκηρύσσω το βιβλίο μου-κάθε άλλο.

     Φαίνεται όμως ότι έτσι είναι οι νέοι πάντοτε. Επειδή οι ίδιοι καταλαβαίνουν ένα γραφτό τους ολοκάθαρα και το ζούνε δυνατά, με την εξημμένη φαντασία τους, πιστεύουν ότι και για όλους τους άλλους το πράγμα είναι φώς φανερό. Αρκετά συχνά συμβαίνει να μου έρχονται νέοι με χειρόγραφά τους ή βιβλία τους και πάνω στη συζήτηση να προσπαθούν να με πείσουν, πώς ορισμένοι στίχοι τους ή και λέξεις τους περιέχουν τεράστια σημασία, που εγώ όμως δεν την έχω εκτιμήσει ή και δεν μπορώ να την εκτιμήσω. Δεν τους παρεξηγώ πιά, στο τέλος όμως λέω πάλι το δικό μου: Δεν είναι καθόλου αρκετό να βρίσκεις, εσύ που έγραψες το κείμενο, μεγάλη σημασία ή συγκίνηση στις γραμμές του’ αυτό πρέπει να το διαπιστώνουν και οι άλλοι, ιδίως εκείνοι που έχουν κανονικό μυαλό και κατασταλαγμένη ευαισθησία. Η γνώμη των έξαλλων και των αφιονισμένων δεν μετράει. Δυστυχώς όμως λίγοι είναι εκείνοι, που ζητούν πραγματικά να μάθουν για την ποιότητα.

     Ποιήματα, όπως και τόσοι άλλοι νέοι, έγραφα από μικρός. Στο τέλος της Κατοχής είχα πιά οργιάσει. Τα ποιήματα εκείνα, που είχαν συγκινήσει μέχρι δακρύων τις γυναίκες του σπιτιού, αλλά και τις συγκάτοικές μας, τα ‘καψα αργότερα όλα. Μονάχα κάτι λίγους στίχους τους θυμάμαι, μα τους κρατάω για τον εαυτό μου. Μέχρι που πήγα στο στρατό, συνέχισα να γράφω και να καίω. Μεγάλη μανία είχα με το κάψιμο, φυλλαράκι δεν ήθελα ν’ απομείνει. Πέρασα από αγωνίες και αμφιβολίες φριχτές. Με τίποτα δεν έμενα ικανοποιημένος. Στο στρατό, θέλοντας και μη, ξεχάστηκα λίγο, κι αυτό τελικά πολύ με βοήθησε για να βρω τη φωνή μου. Ίσως, βέβαια, να ήταν και η ηλικία. Πάντως, όταν μετά από καιρό ξανάπιασα μολύβι και χαρτί, ήμουν σχεδόν άλλος άνθρωπος.

     Μετά την απόλυση, βρήκα δουλειά σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο στο Γιδά. Έτυχα ακριβώς πάνω στην εποχή, πού κάτι φοβεροί δάσκαλοι άλλαζαν με ιερό ζήλο το όνομα του χωριού από Γιδά σε Αλεξάνδρεια. Ήταν όλοι τους από χωριά, οι δικοί τους ακόμα εκεί ζούσαν, μα αυτούς τους ενοχλούσαν πολύ τα γίδια. Δεν μπορούσαν ν’ ακούν ή να λένε: «Γιδά!». Παίζοντας τάβλι ή χαρτιά στο καφενείο, διέκοπταν κάθε τόσο την παρτίδα, για να οραματιστούν τις συνέπειες της αλλαγής. Το παλιό Ρουμλούκι, όπου τόσοι μακεδονομάχοι είχαν σαπίσει πολεμώντας στους βάλτους του, έπαιρναν τώρα ένα ευγενικό κοσμοπολίτικο χρώμα. Γρήγορα κατάλαβα με τι είχα να κάνω και διέκοψα κάθε επαφή. Χίλιες φορές καλύτερα μόνος. Νοίκιασα δωμάτιο μέσα σε μιά πολυμελή οικογένεια. Ήταν ιδιαίτερα σκληροί άνθρωποι, αλλά αυτό δεν με ένοιαζε. Ούτε έναν καφέ δεν με κέρασαν τόσους μήνες. Το μεσημέρι μετά το εστιατόριο, έπαιρνα την εφημερίδα, λίγο τυρί και ψωμί και κλεινόμουν μέσα στο δωμάτιό μου μέχρι την άλλη μέρα. Είχα κουβαλήσει πολλά βιβλία-δανεικά, βέβαια-έγραφα πράγματα δικά μου, κι ετοιμαζόμουν για το σχολείο με κάθε επιμέλεια. Ήμουν ευτυχισμένος όσο ποτέ. Επειδή το φώς της ηλεκτρομηχανής τρεμούλιαζε, κι εκτός αυτού γκρίνιαζε η απαίσια νοικοκυρά μου πώς καίω πολύ φώς, ενώ οι προηγούμενοι νοικάρηδες δεν έκαιγαν σχεδόν καθόλου, παρά μόνο όσο να γδυθούν και να πέσουν, αγόρασα μια μεγάλη γκαζόλαμπα και κατάργησα το πανάθλιο ηλεκτρικό. Τους νοικοκυραίους μου τους έβλεπα, μόνο όταν πήγαινα στο αποχωρητήριο ή στην κουζίνα για νερό και διέσχιζα την κοινή σάλα. Σύρριζα στο αποχωρητήριο ήταν μιά θαυμάσια ροδιά, φορτωμένη λαμπρούς καρπούς. Την έτρεφε πλουσιοπάροχα το άφθονο λίπασμα. «Αυτή είναι η συνετή ροδιά» έλεγα, «κι όχι εκείνη η τρελή του Ελύτη». Φωτιά δεν έβαλα στο δωμάτιό μου κι όταν αργότερα, μετά τις πλημμύρες, έπιασε ο χειμώνας και στα τζάμια σχηματίστηκαν παγωμένα κλαδιά, που δεν έλεγαν να φύγουν, εγώ διάβαζα ως πολύ αργά κουκουλωμένος με το πάπλωμα κι ήμουν μες στη χαρά μου, ακούοντας τον αέρα να βουίζει βαθιά. Τα λαμπρά πρωινά, καθώς πήγαινα στο σχολείο πατώντας προσεχτικά με τις μπότες πάνω στο απαλό χιόνι και προσέχοντας να μην ξεφύγω απ’ το δρόμο και πατήσω πάνω στα χωράφια, όπου ήταν καθισμένα τα τσομπανόσκυλα, πού παρατηρούσαν με σχολαστικότητα τις κινήσεις μου, έβλεπα τα παιδιά, τους μαθητές μου, να καταφτάνουν παρέες-παρέες απ’ τα γειτονικά χωριά με τις τσάντες στο ένα χέρι και χοντρά ξύλα στο άλλο. Τα ξύλα τα είχαν για να μην τους επιτεθούν στο δρόμο λύκοι. Τα παιδιά ήταν πάντα γελαστά, με κατακόκκινα μάγουλα και κάτασπρα δόντια. Με περικύκλωσαν και βαδίζαμε όλοι μαζί προς το σχολείο, αναστατώνοντας το χιόνι. Ήμουν πολύ νεαρός, μόνο απ’ τη γραβάτα ξεχώριζα απ’ τους μεγάλους, και το ‘χα καημό. «Αυτό δεν είναι δουλειά, είναι πανηγύρι», συλλογιζόμουν. «Μέσα σ’ αυτό το θαύμα θα ζήσω, θεέ μου;», έλεγα. Καθώς ανέβαινα στην  έδρα, που ήταν ψηλή σαν καμήλα, έριχνα μιά  ματιά απ’ τα παράθυρα στην πίσω μεριά του κτιρίου. Αγριόχηνες, αγριόπαπιες και μυριάδες μαυροπούλια προσγειώνονταν ή σηκώνονταν στην περιοχή του Βάλτου. Πού και πού ακούγονταν τα τουφέκια των κυνηγών.

     Τότε άρχισα να σιγογράφω τα ποιήματα, που δημοσίεψα τελικά στα «Ηλιοτρόπια». Όταν κατέβαινα στη Σαλονίκη, τα διάβαζα σ’ ένα φίλο μου δικηγόρο, ευαίσθητο παιδί, αλλά ανίδεο από ποίηση. Αυτός μου έκαμνε θαυμάσιες παρατηρήσεις και προπάντων με παρότρυνε θερμά να γράφω κοινωνικού περιεχομένου λογοτεχνία. Καθόμασταν στις βελούδινες πολυθρόνες του μισοσκότεινου γραφείου με τον κρυστάλλινο πολυέλαιο. Βαριές καρυδένιες βιβλιοθήκες γεμάτες δερματόδετα γαλλικά βιβλία, μας περιστοίχιζαν. Βυσσινιά παραπετάσματα σκέπαζαν τα παράθυρα, αφήνοντας να φαίνεται λίγο το Μπεζεστένι. Χωρίς να το καταλάβεις, χαμήλωνες τη φωνή εκεί μέσα. Δεν ήταν, βέβαια, του φίλου μου το γραφείο αυτό, αλλά ενός παλιού, πολύ γέρου ποινικολόγου, πού είχε πάρει το φίλο μου για βοηθό, μιά και δεν μπορούσε το καλό αυτό παιδί να τρέχει από δω κι από κει για να ψαρεύει πελάτες. Μέσα σ’ αυτό το εξομολογητήριο, μύριζαν όλα παλιά αρχοντιά και πλούτη μεγάλα, αποχτημένα με τη σοβαρή δικηγορία. Ο γέρος δικηγορούσε απ’ την εποχή της τουρκοκρατίας, τότε πού οι επιστήμονες ήταν εξαιρετικά σεβαστοί και αποκαλούνταν «εξοχότατοι». Την εποχή των απελευθερωτικών αγώνων, ο γέρος είχε αναπτύξει ζωηρή δράση και το γραφείο αυτό ήταν τόπος πολλών μυστικών συναντήσεων και συμβουλίων. Πρόσωπα σπουδαία, που τα ονόματά τους είναι δοσμένα τώρα σε δρόμους και πλατείες της πόλης μας, είχαν περάσει ώρες βαριάς αγωνίας εδώ μέσα. Η δράση του αυτή έσωσε αργότερα τον δικηγόρο από μεγάλες περιπέτειες, όταν κάποιο συγγενικό του πρόσωπο δολοφόνησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, τον ίδιο τον βασιλέα. Διαβάζοντας τώρα την πιό δεξιά εφημερίδα, ο γέρος με το μονόκλ, που έκαμνε ακόμα μανικιούρ και έβαζε ελαφρό ρούζ στα μάγουλα, μας διηγιόταν για ακόμα πιό παλιούς αγώνες του στη Θεσσαλία, για το Μανιφέστο που πρωτοδημοσίεψαν στο Βόλο, για το Κιλελέρ, όπου είχε βάλει κι αυτός λίγο το χεράκι του. Κι εμείς βυθιζόμασταν μέσα στην παλιά δροσιά και την παλιά θερμή πίστη. Ο γέρος συνέχιζε την εφημερίδα κι εμείς καθόμασταν αμίλητοι ή τα λέγαμε ψιθυριστά. Είχαν τέτοιο γλυκό σκούρο χρώμα τα έπιπλα και τόση μυστική ζωντάνια τα ξύλα, ώστε είχες την εντύπωση πώς ήσουν ανάμεσα σε σιωπηλά αρχοντικά φυτά. Η φαντασία σου πύκνωσε από σκουροπράσινη βλάστηση και βαριές ενοχές. Αλλά και όλη η γη έξω, όλοι οι  δρόμοι, ήταν εκείνη τη στιγμή σκεπασμένοι από μεγάλα πλατάνια. Βαλανιδιές, οξιές και καραγάτσια. Χιόνια, βροχές δυνατές κι ασταμάτητες, ομίχλες πηχτές, αλλά και αφθονία προϊόντων, από παντού σε κύκλωναν. Το μωραϊτικο πνεύμα της μιζέριας και της καπατσοσύνης δεν είχε εισχωρήσει ακόμα σ’ αυτό το γραφείο.

     Φεύγοντας από κει ήθελα να μήν πηγαίνω για το χωριό. Η περιοχή αυτή διέσωζε ακόμα κάτι απ’ τις διηγήσεις και την ατμόσφαιρα του γραφείου, ένιωθες πώς τα περασμένα δεν είναι και πολύ μακριά. «Αυτά να τα γράψεις οπωσδήποτε», μου έλεγε κάθε φορά ο φίλος. Αλλά εγώ δεν του πήγαινα τίποτε παρόμοιο στην επόμενη επίσκεψη, με αποτέλεσμα ν’ ακούω πολλά και διάφορα για τους εξομολογητικούς λυρισμούς μου. Όταν μαζεύτηκαν μερικά ποιήματα, πού φαίνονταν και στους δυό μας καλά, ο φίλος άρχισε να με πιέζει να τα τυπώσω. Εγώ δίσταζα, δεν μπορούσα να εννοήσω βιβλίο, αποτελούμενο από έντεκα λιγόστιχα ποιήματα. Ύστερα, δεν ήξερα τι ενέργειες χρειάζονται για να πραγματοποιηθεί το τύπωμα ενός βιβλίου. Ο μόνος που θα μπορούσε να με καθοδηγήσει ήταν ο φίλος μου ο Λάκης, αλλά μ’ αυτόν ήμουν και πάλι μαλωμένος και εκτός αυτού δεν ήθελα στο κεφάλι μου κι άλλη κακιά πεθερά. Η σφιχτοκούραδη Θεσσαλονίκη τόσο είχε μπορέσει να μου δώσει.

     Πάνω σ’ αυτό, αυτοκτόνησε ένα κορίτσι από κείνες τις νυφούλες, που έρχονταν το πρωί με τα ξύλα στα χέρια για να φοβίζουν τους λύκους. Έπεσε στις γραμμές και το τραίνο της Φλώρινας την κατακομμάτιασε. Τρέξαμε στο σταθμό, αλλά την είχαν πάρει. Ήταν, δίχως άλλο, μιά ερωτική τρέλα. Τώρα, όποτε διαβάζω το δημοτικό τραγούδι «κόκκινο αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου», αυτά τα αίματα θυμάμαι. Ευτυχώς δεν ξαναχιόνισε, πήρε όμως να  βρέχει ασταμάτητα. Πλημμύρισαν τα ποτάμια. Φούσκωσε ο Αξιός, καλύπτοντας περιοχές ολόκληρες. Ένα απόγευμα, που θέλησα να κατεβώ, μας γύρισαν πίσω. Το λεωφορείο δεν μπορούσε να περάσει την παλιά γέφυρα. Η καινούργια έμενε κλειστή, μιά και δεν είχαν γίνει ακόμα τα εγκαίνια της. Δεν ήμουν και τόσο καλά. Το διάβασμα δεν με παρηγορούσε, τη νύχτα δάγκωνα τα μαξιλάρια από το κακό μου. Μ’ ενοχλούσε και η ηλεκτρομηχανή, πού επί τόσους μήνες δεν την είχα προσέξει. Παίρνοντας συχνά το τελευταίο λεωφορείο, κατέβαινα στη Σαλονίκη, όπου διανυκτέρευα σε διάφορα ξενοδοχεία με ηχηρά ονόματα και πολλούς κοριούς. Για πρώτη μου φορά γνώριζα τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια στην πόλη μας, ανακαλύπτοντας βρωμιές και δουλοπρέπειες, πού δεν τις υποπτευόμουν. Τριγύριζα συνήθως στο Βαρδάρι, όπου δεν υπήρχε και πολύς φόβος να με πάρει κανένα συγγενικό μάτι. Το Βαρδάρι ήταν ωραίο ακόμα, είχε στη μέση εκείνο το παρκάκι με τα παγκάκια μες στις ροδοδάφνες, όπου γύρω του το τράμ έπαιρνε τη στροφή για το Χίρς και το Χαριλάου. Απόστρατες γριές πόρνες απ’ τη μεγάλη μπάρα της οδού Ειρήνης, που είχαν αφήσει εποχή τον καιρό του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και είχαν εξυπηρετήσει αφάνταστα τη συμμαχική υπόθεση με τους έρωτές τους και τα τραγούδια τους στα αναρίθμητα καφέ σαντάν, έπαιρναν τον αέρα τους, μασουλώντας ήρεμα πασατέμπο. «Πασατέμπο  μου τρώτε, πουλάκια μου», σκεφτόμουνα, καθώς περνούσα, αλλά δεν έβγαζα άχνα. Μες στο μισοσκόταδο πλήθος φαντάροι έκαμναν τις τελευταίες τους προσπάθειες, προτού πάνε να βυθιστούν στον παιδικό ύπνο τους μέσα στο στοιχειωμένο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Κι εκτός απ’ αυτούς διάφοροι νεαροί χωρικοί, κόσμος αγαθός, ερωτικά λιμασμένος, έψαχνε με λαμπερά μάτια σε κάθε γωνιά της περιοχής αυτής, πού απ’ τα πανάρχαια χρόνια ανήκει πολύ περισσότερο στην επαρχία, παρά στην πόλη του Μυροβλύτης. Σχεδόν όλους αυτούς τους κατάπιε σε λίγο η ξενιτιά, η Γερμανία κυρίως. Δεν υπάρχουν πιά τέτοιες ομορφιές μέσα στους δρόμους, τις ξεθώριασε ο τεχνικός πολιτισμός. Τότε όμως ο εξαγνισμένος και κουρασμένος απ’ τους διάφορους φανατισμούς ελληνικός λαός ζούσε την πρώτη και μοναδική του χαλάρωση. Τόση ανοχή και τόση ζέστα δεν ξαναθυμάμαι, ούτε νομίζω πιά ότι μπορεί να ξαναγίνει. Κανένας δεν σε παρεξηγούσε κι όλοι σε κοίταζαν φιλικά. Τις πρώτες μεταπολεμικές τουρίστριες εκεί γύρω τις είδα. Ήταν πεντ’ έξι μεγαλόσωμες Γερμανίδες σαν αγελάδες, που τα φορέματά τους άφηναν ακάλυπτη ολόκληρη την πλάτη, κι ας ήταν νύχτα και μάλιστα δροσερή. Το θέαμα αυτό είχε κάνει συνταρακτική εντύπωση. Το πλήθος πήγαινε από πίσω τους, περιμένοντας πότε θα βρεθούνε κάτω από δυνατό φώς για να τις θαυμάσει. Το πρωί, όταν γύριζα στο χωριό, ο γιός της νοικοκυράς με κοιτούσε με αδιόρατο χαμόγελο. Ποιός ξέρει τι έβαζε με το νου του ο άθλιος…

     Αφού έσκισα κι έκαψα πολλά χαρτιά, πήρα ένα απόγευμα το λεωφορείο και με τα έντεκα ποιηματάκια στο χέρι παρουσιάστηκα στο τυπογραφείο του Νικολαϊδη, πού φημιζόταν για τις καλές εκδόσεις του, όσο και για την αυστηρότητα του ιδιοκτήτη του. Αυτός μου είπε ξερά ν’ αφήσω τα χειρόγραφα και να περάσω την άλλη εβδομάδα για να μου πει οριστικά, αν θα τα τυπώσει. Από πελάτης ένιωσα ξαφνικά σα ζήτουλας. Αλλά τώρα πιά τον δικαιολογώ τον άνθρωπο’ πολλά μπορείς να πάθεις από τους διάφορους εμπνευσμένους. Πάντως, την άλλη εβδομάδα τα βρήκα τυπωμένα κι εκεί στο πόδι κοίταξα τα πρώτα τυπογραφικά μου δοκίμια, που δεν είχαν λάθη, γιατί τα είχε διορθώσει ο αμίλητος Νικολαϊδης. Έγραψα και μιά αφιέρωση: «Στον Ιάκωβο» πρόσωπο ολότελα φανταστικό, που ξεσήκωσε όμως αρκετές εικασίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι κανένας δεν με ρώτησε ανοιχτά περί τίνος πρόκειται. Κι εγώ ο καημένος είχα βάλει το όνομα αυτό, για να μην γράψω «Στον άγνωστο Εβραίο φίλο».

     Το εξώφυλλο, το χαρτί και τα τυπογραφικά στοιχεία τα αποφάσισε μόνος του ο Νικολαίδης, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη μου. Την άλλη εβδομάδα δανείστηκα εξακόσιες πενήντα δραχμές από έναν οικονόμο συνάδελφο και κατεβαίνοντας παρέλαβα τα τριακόσια πενήντα αντίτυπα, που αποτελούσαν ένα δέμα όχι ιδιαίτερα βαρύ. Δεν τα πήγα σπίτι, φοβήθηκα πώς θα μου κάμναν σκηνές για τα λεφτά, πού κατά τη γνώμη τους είχα πετάξει. Πήγα πάλι σ’ ένα λαϊκό ξενοδοχείο, κι αφού διπλοκλειδώθηκα, άνοιξα το δέμα. Ήταν ένα βιβλιαράκι πραγματικά σεμνό. Τώρα, σαν να μη έφταναν όλα, έπρεπε να το μοιράσω. Μ’ έπιασε στεναχώρια και προτίμησα να βγω αμέσως έξω στο παρκάκι.

    Πάντως, από κείνη τη μέρα άρχισαν τα βάσανά μου με τα βιβλία, που μου έδωσαν πολλές ικανοποιήσεις-δεν λέω-μου δημιούργησαν όμως και πολλές στεναχώριες, ακόμα και κινδύνους. Ίσως στη δεύτερη εικοσαετία να πάνε τα πράγματα καλύτερα. Έτσι γίνεται, συνήθως.

Γιώργος  Ιωάννου, «Η πρωτεύουσα των προσφύγων» Πεζογραφήματα, β΄ έκδοση, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 12, 1984, σ.201-207.

    ΥΓ. Αν πραγματικά υπάρχει έστω υποτυπώδη δημοκρατία και ελευθερία έκφρασης σε αυτήν την χώρα, την Ελλάδα, τότε ας μας επιτραπεί –όπως επιτρέπεται και σε κόμματα και οργανώσεις ατόμων εντός και εκτός ελληνικής βουλής-να μην συμφωνούμε και να μην δεχόμαστε τις σφαγές των άοπλων και αθώων ειρηνιστών Εβραίων πολιτών. Αυτό το ανθρωπομακελειό δεν προάγει τα δίκαια του αγωνιζόμενου παλαιστινιακού λαού και την ανεξαρτησία του κράτους που επιθυμούν. Όπως υποστηρίξαμε παλαιότερα τον ηγέτη τους Γιάσεφ Αραφάτ επί Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτή η άγρια σφαγή εναντίον του Εβραϊκού άοπλου λαού, φέρνει στην σκέψη τα εγκλήματα πολέμου του ναζιστικού καθεστώτος. 6.000.000 θύματα πλήρωσε ως τίμημα στην δήθεν πολιτισμένη Ευρώπη ο Εβραϊκός λαός. Δεν του αξίζει τέτοια τύχη. Δεν είναι άλλοθι είναι δικαίωμα ύπαρξης.

Πειραιάς

11 Οκτωβρίου 2023