Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Πέτρος Χάρης, Οι Πράσινοι και οι Κόκκινοι

 

ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΟΙ

                   ΔΙΗΓΗΜΑ

του Πέτρου Χάρη

περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τόμος 77ος τχ. 903/15-2-1965

 

      Νόμιζες πώς κατέβαινε η μισή Αθήνα και πώς ανέβαινε ο μισός Πειραιάς. Στο σταθμό του Φαλήρου, έφταναν τα τραίνα παραφορτωμένα, άδειαζαν, γρήγορα έφευγαν και πάλι γρήγορα γύριζαν για να φέρουν κι άλλους Αθηναίους κι άλλους Πειραιώτες, που πήδαγαν από τα βαγόνια, ανέβαιναν και κατέβαιναν με βήμα ανοιχτό τη γέφυρα του σιδηροδρόμου κ’ έπειτα έκαναν μιά πυκνή ουρά πού θύμιζε μεγάλα συλλαλητήρια της Αθήνας σε παραμονές εκλογών. Κανείς δε μίλαγε, κανείς δεν είχε περιέργειες, κανείς δεν έκανε ερωτήσεις, μόνο όλοι κοίταζαν να μην ξεμακρύνουν από τη συντροφιά τους, να μην χαθούν μέσα στο πλήθος, και βάδιζαν κοντά-κοντά, δεμένοι ο ένας με τον άλλον, με βαρύ περπάτημα που έσπρωχνε, που άνοιγε χώρο, συλλογισμένοι, σχεδόν άγριοι, σαν αρχαίες φάλαγγες που πήγαιναν να δώσουν σκληρή μάχη.

     Δεν ήταν πολλή η απόσταση από το γήπεδο που θα γινόταν η μεγάλη ποδοσφαιρική συνάντηση της χρονιάς. Και στη μέση του δρόμου  ακούστηκαν οι πρώτες ιαχές. Σημάδι πώς είχαν αργήσει, πώς ζύγωνε η στιγμή που θ’ άρχιζε η μάχη.

          -Τέσσερις παρά πέντε! κοίταξε το ρολόι της η μικρή Άννα, που είχε πολλούς λόγους να βρίσκεται από την αρχή στη συνάντηση των πράσινων και των κόκκινων.

          -Τέσσερις παρά τρία! της είπε ο Αλέκος, που ήθελε να είναι ο συνοδός της μέσα στην παρέα.

          -Τέσσερις παρά δύο! φώναξε η Αλίκη σαν τρομαγμένη και σαν ένοχη.

-Τέσσερις παρά τέσσερα! έλεγε το ρολόι του Γιώργου, που έκανε τον αρχηγό της συντροφιάς.

     Άλλα τρία ρολόγια, άλλες τρείς φωνές, ο Πέτρος, η Μαρία, ο Αντώνης, κι όλοι μαζί ένα βήμα, ένα σώμα. Κ’ οι ιαχές ακούγονταν ολοένα και πιό δυνατές και γίνονταν άνεμος που σήκωνε το πλήθος και το πήγαινε με το ρυθμό του δευτερόλεπτου στα τσιμεντένια τείχη που έζωναν το ευρύχωρο γήπεδο.

     Πίσω τους η θάλασσα ήταν καταγάλανη, με λίγες άσπρες νταντέλες, θάλασσα ανοιξιάτικου απομεσήμερου μ’ αλαφρό αεράκι, σου χαμογελούσε, σε καλούσε. Μα κανείς δεν την είδε, κανείς δεν της έριξε ούτε μιά ματιά. Όλοι είχαν καρφωμένα τα μάτια στα ψηλά τσιμεντένια τείχη και δεν ανάσαιναν, δεν πρόσεχαν άλλο τίποτα, μόνο αγωνίζονταν να φτάσουν, να προφτάσουν, να περάσουν την πύλη, που από μακρυά έβλεπαν πώς θα μεγάλωνε την καθυστέρησή τους. Την φρουρούσαν αστυφύλακες και άνθρωποι του γηπέδου κ’ έκαναν έλεγχο στα εισιτήρια και δεν άφηναν πολλούς- πολλούς μαζί να περάσουν.

     Ανέβηκαν δυό-δυό τα σκαλοπάτια, βγήκαν στις απάνω θέσεις του σταδίου, περίμεναν το συνωστισμό που είδαν, δεν ξαφνιάστηκαν, κάθισαν όπου βρήκαν χώρο για όλη τη συντροφιά και σκούπισαν τα ιδρωμένα τους πρόσωπα. Ησύχασαν. Όλα ήταν έτοιμα και παντού η αναμονή της μάχης. Είχαν σταματήσει οι φωνές, αραιές πιά ήταν και οι μετακινήσεις στις θέσεις.

     Ο στίβος απλωνόταν άδειος, καθαρός, χαραγμένος με δυνατές άσπρες γραμμές όπως όριζε το παιχνίδι, και με δύο μεγάλα ξύλινα Π στις άκρες του, που θα τα φρουρούσαν σε λίγο έντεκα πράσινοι παίχτες αποδώ κ’ έντεκα κόκκινοι από κει. Μόνο στις τέσσερις γωνιές του σταδίου, ψηλά, σαν σε προμαχώνες, μεγάλες σημαίες με τα χρώματα των δυό ποδοσφαιρικών ομάδων έπαιζαν με τον μπάτη που είχε δυναμώσει, κοίταζαν τη θάλασσα και της φώναζαν: «Άρχισες ν’ αγριεύεις, να σηκώνεις κύματα. Μα έλα πιό κοντά να δεις τί φουρτούνα θα σηκωθεί σε λίγο εδώ!».

     Δεν έμεινε να προετοιμαστεί άλλο τίποτα και ήρθε η κρίσιμη στιγμή. Άνοιξε ένα κομμάτι γης στην άκρη του στίβου και σαν από καταπαχτή ξεπετάγονταν μ’ ελαφρό πήδημα ένας- ένας οι παίχτες. Πρώτα οι πράσινοι, έπειτα οι κόκκινοι, και μαζί τους ο ξένος διαιτητής κι άλλος ένας, που πρέπει να ήταν βοηθός του. Τότε φάνηκε πόσο δίκιο είχαν οι σημαίες όταν καλούσαν τη θάλασσα να πλησιάσει. Εκείνη η πηχτή μαυρίλα που σκέπαζε το στάδιο σε όλες του τις πλευρές, κινήθηκε σαν ένα σώμα, έγινε ένα στήθος κι’ ένα στόμα κ’ έβγαλε φωνή πού ήταν χαρά και τρόμος, δύναμη και απειλή. Το πλήθος κάνει με πολλούς τρόπους αισθητή την παρουσία του. Και στον ανοιχτό χώρο μπορεί νάχει όγκο που να σε τρομάζει. Τούτο όμως το πλήθος δεν είναι το πιό επικίνδυνο. Όταν πολύ ζοριστεί, έχει όλες τις πόρτες ανοιχτές, αλλάζει κοίτη σαν ποτάμι που βρήκε εμπόδιο κι άνοιξε άλλο δρόμο, συχνά παίρνει το θυμό του και φεύγει, για να πλημμυρίσει άλλο χώρο, για ν’ αφήσει αλλού κι αλλιώς να ξεσπάσει ο θυμός του. Όμως σ’ ένα στάδιο, ζωσμένο από τόσο τσιμέντο, το πλήθος αγριεύει πιό πολύ, όπως το ζώο που βλέπει πώς δε γίνεται να ξεφύγει από πουθενά, και δε δειλιάζει ούτε μπροστά στο αίμα. Και μόνο όποιος έχει δει την είσοδο του ταύρου σε αρένα, μπορεί να καταλάβει πώς αλάλαξαν, πώς μούγκρισαν οι τριάντα χιλιάδες άνθρωποι όταν φάνηκαν οι πράσινες κ’ οι κόκκινες φανέλες και ζωντάνεψε ο στίβος από τα χρώματά τους. Πρώτα ένας ατέλειωτος αλαλαγμός, ένας κεραυνός από κραυγές, έπειτα χαιρετισμοί και προστάγματα σε κάθε παίχτη.

-Σφιχτό παιχνίδι, Παρασκευά!

-Να σε δω σήμερα, Θανάση!

-Γρήγορο παιχνίδι, Κυριάκο, γρήγορο και τεχνικό!

-Από σένα, Σπύρο, περιμένω το πρώτο γκολ, από σένα!

Έγιναν τα συνηθισμένα με το νόμισμα,- κορώνα ή γράμματα ποιός θα πάρει το ένα τέρμα, ποιός το άλλο, ποιός θ’ αρχίσει το παιχνίδι,-μοιράστηκαν οι παίχτες, πήραν τις θέσεις τους, οι τερματοφύλακες στάθηκαν στη μέση κ’ ένα-δυό μέτρα πρίν απ’ τα πελώρια Π, κι ο στίβος γέμισε παπαρούνες και πράσινα φύλλα. Ο διαιτητής έριξε γύρω-γύρω μιά ματιά, κοίταξε το ρολόι του, κοίταξε και το μεγάλο ρολόι του σταδίου και σφύριξε.

     Οι πράσινοι με μιά γρήγορη πάσα έκαναν την πρώτη εισβολή στο χώρο των κόκκινων, η μπάλα αισθάνθηκε επιδέξια πόδια, πήγε, ήρθε, κυκλώθηκε μιά στιγμή από τέσσερις. Ήταν στα πόδια ενός πράσινου άσου που με μικρά βήματα και με ωραίους ελιγμούς κράταγε το παιχνίδι στη μέση του στίβου, άλλοι δύο πράσινοι περίμεναν τη μπάλα να την περάσουν σε άλλους, να την φέρουν κοντά στο αντίπαλο τέρμα, μά δυό κόκκινοι δεν την άφηναν να φύγει από τον πράσινο άσο, ήταν έτοιμοι να ορμήσουν, να εμποδίσουν, να πάρουν τη μπάλα στα δικά τους πόδια και να κάνουν το δικό τους παιχνίδι. Και δεν άργησαν να ορμήσουν. Ο ένας έχασε την υπομονή του κ’ έκαμε ένα μικρό πήδημα για να βρεθεί ανάμεσα στους πράσινους, ο άλλος δεν κρατήθηκε κ’ έσπρωξε λίγο τον πράσινο που όλο μπροστά του ήταν. Κι ο διαιτητής είδε και σφύριξε αμέσως. Το παιχνίδι σταμάτησε, οι παίχτες τραβήχτηκαν, οι κόκκινοι που είχαν κάνει το λάθος πειθάρχησαν, ο διαιτητής κανόνιζε πώς θα χτυπήσουν οι πράσινοι τη μπάλα από κεί που έσπρωξε ο ένας παίχτης τον άλλον, μα οι κόκκινοι, σ’ όλες τις κερκίδες, απάνω και κάτω, δεν ήταν σύμφωνοι, φώναζαν, διαμαρτύρονταν, απειλούσαν:

          -Δεν έσπρωξε, δεν έσπρωξε!

          -Ας μην έκανε ψιλό γαζί!

          -Ας άνοιγε το παιχνίδι της η μαμή!

Γιατί ήταν «μαμή» ο πράσινος άσος; Στο τέλος του παιχνιδιού το κατάλαβαν όλοι.

          -Να τ’ αφήσετε αυτά! Σας ξέρουμε, σας μάθαμε πιά!

     Ήταν η φωνή της μικρής Άννας. Δεν τόκρυβε: έπαιζε με τους κόκκινους. Και δεν παραδεχόταν το λάθος.

     -Πάντα τα ίδια κάνει το γουρούνι! Της είπε ο Αλέκος, που ήξερε τη συμπάθεια της Άννας για τον παίχτη που έσπρωξε και βρήκε αφορμή να ξεσπάσει.

     Η Άννα τούριξε ματιά που περιφρονούσε κ’ έσφαζε, δεν του απάντησε. Μόνο είπε στην Αλίκη:

          -Έλα ν’ αλλάξουμε θέση!

Και κινήθηκε να σηκωθεί. Μα ο Αλέκος έγινε σκληρός συνοδός, άπλωσε το χέρι του και την κάρφωσε στη  θέση της, κοντά του.

     Γρήγορα προχώρησε το παιχνίδι. Χτύπησε τη μπάλα ο αρχηγός των πράσινων, οι κόκκινοι είχαν άμυνα καλή, οι ελιγμοί ξανάρχισαν, οι πάσες έγιναν πιό γρήγορες, πιό επικίνδυνες. Ένας κόκκινος άφησε και τούφυγε μιά ευκαιρία και του φώναξαν αμείλιχτοι από τις κερκίδες:

          -Κοιμάσαι, Πανταζόπουλε! Ξύπνα και σας φάγανε!

     Λάθη έκαναν κ’ οι πράσινοι. Και σε μιά δύσκολη στιγμή, ο φημισμένος παίχτης που κράταγε την άμυνα πρίν από τον τερματοφύλακα, δε βρέθηκε στη θέση του. Οι πράσινοι των κερκίδων τρόμαξαν, γούρλωσαν τα μάτια τους, του φώναξαν:

          -Κουνήσου, Κασιμίδη! Ποδάγρα έπαθες;

Είχε περάσει ένα τέταρτο. Το πείσμα μεγάλωνε, οι κόκκινοι δεν είχαν συνοχή, οι πράσινοι ήταν μουδιασμένοι. Ο διαιτητής έκανε πώς δεν είδε μερικές μικροπαρατυπίες. Ξαφνικά, μεγάλη φουρτούνα σηκώθηκε στις κερκίδες. Κραύγαζαν οι φίλοι των πράσινων:

          -Χέρι! χέρι!

Είχαν γίνει απειλητικοί και απαιτούσαν να σταματήσει το παιχνίδι. Μα ο διαιτητής δε σφύριζε. Δεν είχε δει κόκκινο παίχτη να χτυπήσει τη μπάλα με το χέρι του. Τότε σηκώθηκαν δέκα- δεκαπέντε μαζί, φώναζαν, κούναγαν τα χέρια τους κ’ έκαναν να κατέβουν, να ορμήσουν, να πηδήσουν στο στίβο. Σηκώθηκαν κι άλλοι τόσοι φίλοι των κόκκινων, φώναζαν κι αυτοί, απειλούσαν κι αυτοί, κι ο θυμός τους έμοιαζε με σπίθα πού πέφτει στο σανό. Έκανε να κατέβει κ’ η Άννα.

          -Στη θέση σου! πρόσταξε ο Αλέκος.

          -Οι λούστροι! Ξέσπασε η Άννα κ’ έμεινε κοντά στον Αλέκο.

     Έτοιμη ήταν τώρα να κατέβει κι ολόκληρη κερκίδα. Μα δεν προχώρησε. Τριάντα-σαράντα αστυφύλακες βρέθηκαν αμέσως κάτω από την απειλητική κερκίδα, αραίωσαν, πιάστηκαν χέρι με χέρι, φάνηκαν περισσότεροι, αναχαίτισαν το θυμό. Μα περισσότερο κάρφωσε στις θέσεις τους τούς φίλους των κόκκινων το παιχνίδι που γινόταν ολοένα και πιό σκληρό. Οι πράσινοι είχαν κάνει γρήγορη κάθοδο, πολιορκούσαν τώρα το τέρμα των κόκκινων, κατάφεραν να μη χάσουν πάσες. Ένας δικός τους ήταν πολύ τεχνίτης στην ορμή του, παίδευε τη μπάλα, δεν ξεπέρναγε τα όρια, πλησίαζε στο τέρμα των κόκκινων ως εκεί που δεν απαγόρευαν οι κανονισμοί. Είχε για βοηθό άλλων έναν πράσινο, γρήγορο κυνηγό, πού κι αυτός ήξερε να κρατάει την ορμή του, κ’ οι κόκκινοι δεν έκαναν πειθαρχημένο παιχνίδι. Μιά στιγμή άφησαν απροστάτευτο το τέρμα τους, ο πράσινος κυνηγός δεν έχασε καιρό, το πρώτο γκολ φάνηκε βέβαιο. Μα ο κόκκινος τερματοφύλακας πρόλαβε μ’ ένα ξάπλωμα που έκαμε διπλό το κορμί του. Το γκολ δεν έγινε.

     Κραυγή φοβερή γέμισε το στάδιο. Οι κόκκινοι πανηγύριζαν. Άναψαν βεγγαλικά, χειροκροτούσαν, έσκισαν τα λαρύγγια τους για τον άξιο τερματοφύλακα.

          -Να μας ζήσεις, Παντελίδη!

          -Να μας ζήσεις, λεβεντόπαιδο!

     Μα δεν πρόλαβαν να χαρούν οι κόκκινοι.

Η «μαμή» κατέβαινε με τη μπάλα γρήγορα στο τέρμα τους, ξεγέλασε τους κόκκινους με τσαλίμια που δεν προλάβαιναν να τα εμποδίσουν, οι πάσες γίνονταν κανονικά, ο πράσινος κυνηγός που δεν πέτυχε πρίν από δυό λεπτά βρέθηκε πάλι σε καλή θέση όταν δέχτηκε τη μπάλα στα πόδια του, την έστειλε σαν σφαίρα στο τέρμα των κόκκινων, ο Παντελίδης άπλωσε τα μεγάλα του χέρια, μα η απόσταση ήταν μεγαλύτερη, το γκολ έγινε. Τότε, οι κερκίδες, αν ήταν ξύλινες, θα είχαν πέσει. Χιλιάδες άντρες και γυναίκες τρελάθηκαν. Πήδαγαν, φώναζαν, τραγούδαγαν. Άναψαν και τα βεγγαλικά τους, εδώ κ’ εκεί αγκαλιάζονταν και φιλιόνταν. Ένας ολόκληρος λαός, ο λαός των πράσινων, πανηγύριζε. Και  όχι γιατί δεν έπαθε μιά ζημιά, όπως πρίν οι κόκκινοι, αλλά γιατί κέρδισε μιά νίκη.

     Το παιχνίδι, ωστόσο, είχε ξαναρχίσει. Κ’ έβλεπες τώρα καθαρά πώς ήταν αλλιώτικο. Οι κόκκινοι κοίταζαν το μεγάλο ρολόϊ του σταδίου που έδειχνε πώς σε λίγο θα τελείωνε το πρώτο ημιχρόνιο, βιάζονταν, δε μπορούσαν να πειθαρχήσουν στους κανόνες του παιχνιδιού, πλησίαζαν πολύ τους πράσινους λες και ήθελαν να τους κατασπαράξουν, γέμισαν με ταραχή και αγριάδα το γήπεδο.

     Οι κερκίδες δεν άργησαν να καταλάβουν. Και δεν είχαν πιά θεατές. Έγιναν ζούγκλα, έγιναν δάσος πυκνό, με τριάντα χιλιάδες θεριά, που έβλεπαν και μούγκριζαν, που πόναγαν από θυμό όπως το ζώο από την πείνα.

-Πάλι η «μαμή», πάλι ο κερατόσπορος! Κραύγασε ένας κύριος με κάτασπρο, άψογο κολάρο, και δεν δίστασε να ξαναφωνάξει: Κόψτε τον τόν κερατόσπορο! Μην του αφήνετε την μπάλα!

     Ήταν όμως στις κερκίδες πολύς ο θαυμασμός και για τη «μαμή», δεν κρατιόταν και γινόταν όλο και πιό μεγάλος κίνδυνος:

          -Άντε, γρήγορα για το δεύτερο. Μητσάρα μου!

     Ο Μήτσος, ο πράσινος άσος, η «μαμή», έκανε, αλήθεια, ωραίο παιχνίδι. Και μεγάλωνε στις κερκίδες το φανατισμό.

          -Ο κερατούκλης! Παιχνίδι που το κάνει!

          -Νταντέλα ο μπάσταρδος!

          -Ούτε μιά πάσα δεν έχασε!

     Η στιγμή ήταν πάλι δύσκολη. Ένας κόκκινος μετακινήθηκε από τη θέση του, από κει που έπρεπε να περιμένει τη μπάλα, πλησίασε στη «μαμή», θέλησε να δώσει τέλος στους ελιγμούς.

          -Στη θέση σου! Στη θέση σου! φώναξαν από τις κερκίδες.

          -Βγήκαν κ’ οι στραβοκάνηδες να κάνουνε τον παίχτη!

          -Βρε τον λούστρο! Κοίταξε παιχνίδι που κάνει!

-Όρσε, μαντράχαλε!

Και άνοιξαν μαζί και τις δυό παλάμες τους πεντέξι καλοντυμένοι κύριοι, όρθιοι μάλιστα για να τους δουν όλοι. Και κοίταξαν γύρω τους ικανοποιημένοι.

     Το παιχνίδι είχε βγει πιά από τους κανόνες. Σφύριζε ο διαιτητής, διακοπή στη διακοπή, οι απειλές έπεφταν απάνω του βροχή από τις κερκίδες, με κόπο έκανε τη δουλειά του. Όταν σήμανε το τέλος του πρώτου ημιχρονίου, τον αποδοκίμαζαν κ’ οι πράσινοι κ’ οι κόκκινοι.

     Το διάλειμμα φάνηκε πολύ μακρύ σ’ όλους. Και σ’ εκείνους που ήθελαν να γίνουν γρήγορα-γρήγορα ισόπαλες οι δυό ομάδες και να κάνουν νέα αρχή του  παιχνιδιού και στους άλλους που περίμεναν από τους πράσινους δεύτερο και τρίτο γκολ πρίν οργανώσουν επίθεση οι κόκκινοι. Δεν έγινε τίποτ’ απ’ αυτά. Άρχισαν και οι πράσινοι και οι κόκκινοι με χαλαρές κινήσεις. Οι κυνηγοί, λες και είχαν βαρίδια στα πόδια τους, δύσκολα μετατοπίζονταν, τα μπακ που κράταγαν την προτελευταία άμυνα έμεναν με σταυρωμένα τα χέρια, κ’ οι τερματοφύλακες μόνο που δεν άναβαν τσιγάρο, σαν να ήταν βέβαιοι πώς το παιχνίδι είχε τελειώσει. Αλαφριά νάρκη έπεσε στο στάδιο. Κι όταν ξύπνησαν στις κερκίδες, κανείς δεν πίστευε στα μάτια του. Οι κόκκινοι, χωρίς μεγάλη προσπάθεια, είχαν περάσει στους πράσινους το πρώτο γκόλ.

     Τότε όλοι άρχισαν να ελπίζουν. Όταν γίνονται ισόπαλες οι ομάδες, ζωηρεύουν οι θυμοί, οι φανατισμοί πάνε να πηδήσουν από τις κερκίδες στο στίβο, ο διαιτητής δεν πρόφταινε να σφυράει.

     Πέρασαν πέντε λεπτά, το δεύτερο ημιχρόνιο έφτασε στη μέση, ο ρυθμός του παιχνιδιού έγινε ακόμα πιό χαλαρός. Και δε χρειάστηκε παρά μιά φωνή για ν’ ανέβει το παιχνίδι από το γήπεδο στις κερκίδες.

          -Κουνηθήτε, βρέ! Για χαϊβάνια μας περνάτε!

     Η φωνή για όσους ήξεραν έλεγε πολλά.

Και δεν ήταν κανείς που να μην ξέρει.

          -Πλακάκια τα κάνατε! Τους φώναξε άλλος.

     Κι όταν ανοίξει το στόμα στο γήπεδο, δεν κλείνει εύκολα.

          -Ντροπή!  Ντροπή!

          -Ξυπνήστε, ακαμάτηδες, ξυπνήστε!

          -Η «μαμή» τα μαγείρεψε πάλι! Η «μαμή»!

     Τότε έπεσε μεγάλη η κατακραυγή. Πολλοί ήταν σίγουροι πώς ο πράσινος άσος είχε κανονίσει έτσι το παιχνίδι που να μη δώσει αποτέλεσμα, και ξαναγίνει η «φιλική συνάντηση» των ομάδων, να ξαναγεμίσει το ταμείο.

          -Η «μαμή», η πονηρή «μαμή», μας κοροϊδεύει όλους!

          -Να φύγει η «μαμή» από το παιχνίδι! Να φύγει!

          Μα ο πράσινος άσος είχε και δυνατή υπεράσπιση, που άνοιξε πιά σωστή μάχη:

          -Δε μοιάζει με τους κόκκινους! Δε μοιάζει με τους μπεζαχτάδες!

          -Δεν είναι λούστρος ο Μητσάρας!

          -Δεν είναι  σαν τα μούτρα σας!

     Όλοι όρθιοι στις κερκίδες. Όρθια και τα τέσσερα αγόρια με τα τρία κορίτσια. Μα και χωρισμένα, φανατισμένα, έτοιμα ν’ αρπαχτούν.

          -Έξω απ’ το παιχνίδι ο Μητσάρας! Κραύγασε ο Αλέκος. Έξω οι πράσινοι!

          -Έξω! Έξω! Φώναξε και η μικρή Άννα.

     Και τώρα άπλωσε το χέρι της στο δικό του.

-Γουρούνια οι κόκκινοι! Παλιογούρουνα! Φώναξε ο Γιώργος κ’ έριχνε απειλητικές ματιές δεξιά κι αριστερά.

     Δεν πρόφτασε να λογαριαστεί με τους γύρω του. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα και είδε πώς ήταν μόνος. Κανένας δεν έμεινε στη θέση του, κανένας δεν μπορούσε ν’ ακολουθήσει το διπλανό του, το φίλο του, τη συντροφιά του. Το πλήθος, όρθιο κι ακράτητο, είχε γίνει θάλασσα φουρτουνιασμένη και σε πέταγ’ εδώ, σε πέταγ’ εκεί, σε πήγαινε όπου ήθελε. Οι παρέες σκόρπισαν, οι γυναίκες έχασαν τους άντρες τους, και τα παιδιά, τσαλαπατημένα και τρομαγμένα, έκλαιγαν.

     Στις απάνω κερκίδες είχαν έρθει στα χέρια, έπεφτε γερό ξύλο, ανέβαινε η αστυνομία, κ’ εκείνοι που ήταν ακόμα πιό ψηλά, άναβαν φωτιές για να ξεθυμάνουν, για να διαμαρτυρηθούν, για να προκαλέσουν ή και για να σωθούν. Το ίδιο δεν κάνουν και όσοι πέφτουν σε ζούγκλα; Δεν ανάβουν φωτιές για να κρατήσουν σε απόσταση τα θηρία;

     Το παιχνίδι δεν άλλαξε. Τέλειωσε με ισόπαλες τις δυό ομάδες. Η συμπαιγνία ήταν φανερή. Κ’ οι παίχτες βιάζονταν να χαθούν στην καταπαχτή.

     Ένας από τους τελευταίους στις κερκίδες, κοίταξε γύρω-γύρω, σ’ όλο το στάδιο που το σκέπαζε ακόμα καπνός, στάθηκε λίγο σκεπτικός κ’ έπειτα έκαμε κρίση:

          -Φτου σας! Και πάλι φτου σας!

     Στο δρόμο που πήγαινε στο σταθμό, μεγάλες ουρές αργοπερπατούσαν χωρίς λέξη, χωρίς σχόλια. Και ήταν οι περισσότεροι νέοι άνθρωποι, και ήταν οι πιό πολλοί καλοντυμένοι, και ήταν όλοι ευχαριστημένοι, μπορεί κ’ ευτυχισμένοι.

ΠΕΤΡΟΣ  ΧΑΡΗΣ,

Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τόμος 77ος, τεύχος 903/ Αθήνα, 15 Φεβρουαρίου 1965, σελ. 243-247.

Μνήμη ΘΥΡΑΣ 7.

Πέρασαν 43 χρόνια-8 Φεβρουαρίου 1981-από εκείνη την σκοτεινή, αποφράδα μέρα, όπου 21 ποδοσφαιρόφιλες αθώες υπάρξεις χάθηκαν με τραγικό τρόπο στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Νέοι και Νέες στον ανθό της νιότης τους, στην αρχή σχεδόν της ζωής και σταδιοδρομίας τους. Έφυγαν τόσο άδικα και ίσως, ακόμη, αδικαίωτοι. Σε συνέντευξή του το πρωί, ο νεοεκλεγέντας Δήμαρχος Πειραιά και Αντιπρόεδρος της Πειραϊκής Ομάδας Σύμβολο κύριος Γιάννης Μόραλης, ανέφερε ότι: «Ακόμα και σήμερα δεν έχουν βρεθεί οι υπεύθυνοι της τραγωδίας…». Οι Εικόνες τους, 21 φωτεινές ψηφίδες της ιστορικής Μνήμης της Πόλης, του Πειραιά και της Ομάδας του, του Ολυμπιακού. Στις 3 μ.μ. θα τελεστεί από τους αρμόδιους φορείς του Δήμου το καθιερωμένο ετήσιο μνημόσυνο.

Πριν χρόνια, με την συμπλήρωση 31 ετών από το τραγικό αυτό συμβάν, την ξαφνική απώλεια εικοσιενός φιλάθλων, Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012 στην πειραϊκή εφημερίδα «Κοινωνική» δημοσίευσα στην Μνήμη τους το ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ REQUIEM  ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΑΘΛΟΥΣ ΤΗΣ  ΘΥΡΑΣ-7.  Ένα ποιητικό ποδοσφαιρικό ανθολόγιο από έλληνες ποιητές και ποιήτριες στην Μνήμη τους. Στις 26 Μαΐου του 2013 ανάρτησα το έντυπο ποιητικό ανθολόγιο στην ιστοσελίδα μου. Σήμερα, Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024 με την παρέλευση σαράντα τριών χρόνων, δημοσιεύω ένα ποδοσφαιρόφιλο Διήγημα του συγγραφέα και κριτικού, για πολλές δεκαετίες διευθυντή του περιοδικού «Νέα Εστία» Πέτρου Χάρη, ως συνέχεια ζώσας ιστορικής Μνήμης των παιδιών που χάθηκαν στις 8 Φεβρουαρίου 1981. Και παράλληλα, αναδημοσιεύω εκ νέου το παλαιότερο Σημείωμα για να θυμηθούμε για μία ακόμη φορά Παρουσίες, Ονόματα και Ηλικίες.  

     Πέρασαν 31 χρόνια από τότε που έγινε το τραγικό γεγονός στο Στάδιο Καραΐσκάκη στο Νέο Φάληρο. Ήταν Κυριακή 8 Φεβρουαρίου του 1981. Ο κόσμος περίμενε την αναγγελία των εκλογών. Η κυβέρνηση του Γεωργίου Ράλλη που είχε διαδεχτεί την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου (που είχε μεταπηδήσει στην προεδρία της Δημοκρατίας) μοίραζε τις επιταγές της τότε ΕΟΚ στους αγανακτισμένους αγρότες. Ο Αντρέας με το ζιβάγκο κάλπαζε ακάθεκτα. Ο Οκτώβρης μήνας ήταν κοντά, όλοι γνώριζαν την έκβαση, όλοι περίμεναν την Αλλαγή και την απαλλαγή από τη συντηρητική παράταξη. Όταν ξαφνικά η κοινωνία έμεινε βουβή και ενεή μπροστά στην τρομερή είδηση.

     «Την Κυριακή 8 Φεβρουαρίου γύρω στις 5 μ.μ. ο διαιτητής σφυρίζει τη λήξη του αγώνα στο Στάδιο Καραΐσκάκη και, ταυτόχρονα δίνει το σύνθημα για την έναρξη των επινίκιων πανηγυρισμών εκ μέρους των φιλάθλων του Ολυμπιακού. Σημαίες ανεμίζουν, μπουκάλια εκτοξεύονται, συνθήματα αντιλαλούν. Η γηπεδούχος ομάδα σημείωσε συντριπτική νίκη 6-0  επί της ΑΕΚ και οι κατάμεστες κερκίδες πάλλονται από ενθουσιασμό και ανυπομονησία. Οι φίλαθλοι της «Θύρας 7», το πιο φανατικό, νεανικό και αφοσιωμένο τμήμα των οπαδών του Ολυμπιακού, βιάζονταν να εγκαταλείψουν το γήπεδο, να επευφημήσουν τους παίκτες της ομάδας τους κατά την έξοδο τους από τα αποδυτήρια και στη συνέχεια να μεταβούν στην Ομόνοια για να γιορτάσουν τη νίκη τους στην καρδιά της Αθήνας. Μέσα σε πέντε λεπτά οι διάδρομοι κάτω από την εξέδρα, που συνδέουν τις κερκίδες, με τις θύρες εξόδου, έχουν γεμίσει από κόσμο. Το ίδιο και οι κάθετες σκάλες που οδηγούν σε αυτές. Ξαφνικά συμβαίνει το απίστευτο. Οι φίλαθλοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, η πορεία προς την έξοδο ανακόπτεται και η ορμή της μάζας που χυμά προς την έξοδο αναχαιτίζεται από ένα ανθρώπινο τείχος. Η πίεση μπροστά στην έξοδο είναι αφόρητη. Οι πρώτοι φίλαθλοι σωριάζονται και ποδοπατούνται από τους επερχόμενους….»

     Εδώ αρχίζει η ανθρώπινη τραγωδία του Θρύλου και της πόλης του Πειραιά. Θέλοντας να τιμήσουμε τον άδικο χαμό 21 ατόμων το Πειραϊκό Σεντούκι μνημονεύει τα ονόματα και τις ηλικίες των παιδιών αυτών και αφιερώνει ένα ποίημα στη μνήμη τους από γνωστούς και καταξιωμένους Πειραιώτες και μη Ποιητές οι οποίοι έχουν γράψει ποιήματα ή έχουν εκδώσει ποιητικές συλλογές και μυθιστορήματα με θέμα το ποδόσφαιρο. Τα ποιήματα κόβονται πριν ολοκληρωθούν όπως και οι ζωές των φιλάθλων.

Και, σαν Πειραιώτης και «γαύρος» ας μου επιτραπεί να αρχίσω το φίλαθλο αυτό ανθολόγιο με τους στίχους του Γιάννη Τσαρούχη:

«…Ο Πειραιάς μου φάνηκε μικρός σαν την Ιερουσαλήμ και πίσω από ένα λόφο ξεπρόβαλε το γιγάντιο χέρι της μητέρας μου, για να μ’ ευλογήσει».

 Εις μνήμη

• ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ  (14 ΕΤΏΝ)

«Το ματς της ζωής του είχε τελειώσει – τώρα έπαιζε την παράτα…»

                    Μανόλης Αναγνωστάκης, «Υ. Γ.»

Εις μνήμη

• ΚΩΣΤΑΣ ΣΚΛΑΒΟΥΝΗΣ (16 ΕΤΩΝ)

«Μια μπάλα υπήρξε η ζωή μου

  κλώτσ’ από δω

  κλώτσ’ από κεί

  γκόλ! γκολ!

  το χάσαμε το παιχν…» 

                Κώστας Ταχτσής, «Η ζωή μου»

 Εις μνήμη

• ΗΛΙΑΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ (17 ΕΤΩΝ)

    «Συρτά στο έδαφος

     η μπάλλα χάραξε το χορτάρι

     με τα νύχια της εκείνο το βράδυ

     σημάδεψε το κορμί μου

     και χτυπώντας με θόρυβο στα γκολ πόστ

     γύρισε πίσω

     μα ο επερχόμενος με ταχύτητα χρόνος

     την έστειλε –επιτέλους- στα δίχτ…»

                             Σπύρος Βούγιας «Τέρμα»

Εις μνήμη

• ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΑΜΙΤΣΗΣ (18 ΕΤΩΝ –ο μόνος οπαδός της ΑΕΚ)

   «Από το ότι ορμώμενος, τα χρόνια περνούν γρήγορα

    και αυτό το βρίσκω πικρό και άδικο

    και από το ότι ο ποιητής παλαιότερα Δικταίος Άρης

    εκράτησεν ως αφιλοκερδής τεχνίτης

    στην πενιχρή αθανασία του

    τον άλλοτε σπουδαίο παίκτη της ποδοσφαίρας

    Ηλίαν υιόν του Υφαντή- Του Ολυμπιακού Πειραιώς-

    τονίζοντας τα κάλλη του και την ευμορφιά του

    παράλληλα με τον μακαρισμό ευτυχισμένος (να’ ν’) ο Πειραιάς

    που έχει φορτώσει τόσες απ’ τις ελπίδες του

    πάνω σε τέτοια αγόρια

    θα υμνήσω και εγώ με τη φτωχή την πένα μου

    τον ιδιορρυθ…»

             Γιώργος Μαρκόπουλος «Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο

                                                      Αρδίζογλου»

Εις μνήμη 

• ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (18 ΕΤΩΝ)

    « Οι πρόλογοι τέλος. Είναι καιρός να μπούμε

     στο θέμα χωρίς πολλές κουβέντες

     όσο πεζό κι αν είναι (ή μάλλον ακριβώς επειδή είναι πεζό).

     Με λίγα λόγια: αν μόνο τα άστρα

     αποτυπώνουν το νόημα της αγάπης,

     αν η Ανδρομέδα γυμνή γλυκοκοιμάται

     αγκαλιά με τον Περσέα

     ο χρόνος παίζει άνετα στο δέρμα μου

     όπως η Άρσεναλ σε βρεγμένο γήπεδο

     σκοράροντας ασταμάτητα.

     Και το στήθος μου γεμίζει χώμα

     συνεχ…»

    

                  Νάσος Βαγενάς  «Οι πρόλογοι τέλος…»

 Εις μνήμη             

• ΣΠΥΡΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΚΗΣ (18 ΕΤΩΝ)

      «Οι ημέτεροι πρόγονοι

      τους τούτων προγόνους ενίκων

      και κατά γην και κατά θάλατταν…»

      -Εμείς ούτ’ ένα γκολ δεν βάλαμε

      και συν τοις άλλοις μας αδίκησε κι

      η διαιτησία-

     «Τοιούτων εσμεν Προγόνων»

       -Εμείς

       Οι μονίμως δαρμένοι εκτός φάσ…».

 

                       Τασούλα Καραγεωργίου «Αποκλειστήκαμε»

Εις μνήμη

• ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ (19 ΕΤΩΝ)

    «Γκόλ! Το σλόγκαν της εποχής μας!

     Γκόλ!

     Οι πάντες και τα πάντα για ένα γκολ.

     Η τιμή της Πατρίδας εξαρτάται από ένα

     Γκόλ,

     Εμπρός παιδί μου. Βάλε ένα γκολ. Μπορείς.

     Μ’ ένα γκόλ θ’ αυξηθή το Εθνικό Εισόδημα.

     Μ’ ένα γκόλ ο πεινασμένος θα χορτάση.

     Μ’ ένα γκόλ θ’ αναπτυχθή ο πολιτισμός.

     Εμπρός παιδί μου. Βάλε ένα γκόλ. Μπορ..!»

        Νίκος Δανδής (Μιχάλης Πολυμέρης) «Γουέμπλεϋ και άλλα παρατράγουδα»

   Εις μνήμη

• ΝΙΚΟΣ ΦΙΛΟΣ (19 ΕΤΩΝ)

     «Γιατί δεν έχει ο χρόνος διαφυγές;

      Τι γήπεδο για κάφρους είναι αυτό που όλοι φρακάρουνε.

      Σε μία πορτούλα προς το μέλλον; Η έξοδος

     Κατάσπαρτη απ’ τα πτώματα των ποδοπατημένων Θύρα Εφτά.

     Εικάζεται πως το παιχνίδι παίζεται στις

     Πύλες –τα υπόλοιπα

     Είναι μονάχα προσχήματα.

     Μια προκαταβολή της μάχης. (Το ανάλογο

     Με τους μοιραίους εκδρομείς

     Στις εκατόμβες του γουήκ έντ;)

     Ας επανέλθουμε;

     Το σώμα σπούδασε ποτέ του αθανασία;

     Ηχώ τα ΟΧΙ που επιστρέφ…»

 

              Αντώνης Φωστιέρης «Σάκος απορημάτων»

  Εις μνήμη

• ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΙΑΛΥΝΑΣ (20 ΕΤΩΝ)

    «Μια κόκκινη μπάλα κυλάει στο χώμα της Ελλάδας.

    Απόγεμα

    ο ήλιος λάμπει.

   Σ’ ένα σύννεφο παίζουν ποδόσφαιρο.

   Κανένας δεν διακρίνει στην υγρή μπάλα

   που κολλάει στην άμμο και στριφογυρίζει

   στο χορτάρι

   ένα κομμένο κεφάλι

   που κυλάει στο χώμα της Ελλάδας.

   Οι φίλαθλοι γαυγίζουν στις εξέδρες

   το γκόλ μπαίνει

   θρίαμβος στα δίχτυα

   ιαχές στους δρόμους

   κι ο πόλεμος με το κουτσό του ποδάρι

   έτοιμος να κλωτσήσει τη γη

   με το γήπεδο και τους φιλάθλους

   στου διαόλου τα δίχ…»

 

        Λευτέρης Πούλιος «Η μπάλα»

  Εις μνήμη    .  

• ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΧΑΣ (20 ΕΤΩΝ)

    «Κυκλωμένος από χιλιάδες ανάσες

    σήκωσε το πόδι ο ημίθεος.

    Η μπάλα, υπάκουος δέχτης

    της αλύγιστης θέλησής του,

    έγραψε την απόλυτη ευθεία

    απ’ τον ταρσό ως τα δίχτυα.

    Απ’ ολόγυρα υψώθηκε ιαχή

    μυριόστομη κι ακατασίγαστη.

    Πάνω απ’ το γήπεδο

    φάνηκαν όντα φτερωτά

    Νίκες και Δόξες

    Καθώς στους ουρανούς του Tiepolo.

    Κι ενώ τα θεία πόδια

    άφηναν το γρασίδι

    στην άνοδο εν θριάμβω, οι οπαδοί

    της χαμένης ομάδας σφεντόνιζαν

    κέρματα και μπουκάλια στο διαιτητή.

    Τότε ήταν που απ’ ένα συννεφάκι

    ο πατέρας του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού

    άπλωσε το δεξί του χέρι

    μ’ ανοιχτά τα δάχτ…»

 

           Γιώργης Μανουσάκης «Η αποθέωση του ποδοσφαιριστή»

     Εις μνήμη          

• ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΟΥΠΟΣ (20 ΕΤΩΝ)

     «Χιλιάδες μάτια σε καρφώνουν. Δυο

      τα δικά σου.

     Τι κι αν σταυροκοπηθείς κι αφήσεις,

     ανάμεσα από σένα και την μπάλα που

     ρουφάει τα μάτια σου, μικρό σταυρό για

     φυλαχτό. Αυτή θ’ ακολουθήσει την πορεία της.

     Εσύ στυλώσου όσο μπορείς στα πόδια σου.

     Είσαι το ελάφι που ακροβατεί

     πάνω στην τεντωμένη χορδή των νεύρων μας

     κι εκείνο

     τρέχει-τρέχει μες στο δάσος και το φοβίζει

     του ανάλαφρου τρεχαλητού του η αντήχηση.

 

           Τάκης Καρβέλης «Ο φόβος του τερματοφύλακα»

   Εις μνήμη

• ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (21 ΕΤΩΝ)

   «Απ’ το γήπεδο πέφτουν λέξεις κατακλυσμός.

    Ποδόσφαιρο με τη νεκροκεφαλή της Πυθίας.

     Αδειάζουν τα οστεοφυλάκια,

     οι νεκροί συνωστίζονται στις κερκίδες,

     κάποιος ρώτησε: «Πες να μας στείλουν

     ξανά

    στην ανατολή:»

    -«Θα εξαρτηθεί απ’ την έκβαση του αγώνα»,

     Είπε ο διπλανός του που μασούσε δαφνόφ…».

 

                                   Στέλιος Γεράνης «Η Επανάσταση των νεκρών»

    Εις μνήμη

• ΖΩΓΡΑΦΟΥΛΑ ΧΑΪΡΑΤΙΔΟΥ (23 ΕΤΩΝ –η μοναδική γυναίκα)

      «…Λίγες οι ζημιές.

      Σπάσανε κάτι χρόνια μεταχειρισμένα κι

      Ελάχιστα επόμενα και βέβαια, θρύψαλα το

      λάθος να νομίζει πως τα γκοοόλ

      θα είχαν εσαεί τερματοφύλακα μόνο την

      ακοή σου,

      ότι η Μπάρμπι θα μεγάλωνε

      δεμένη στους παραλογισμούς σου π…»

 

            Κική Δημουλά «Μητέρα του κάτω ορόφου»

    Εις μνήμη 

• ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ (24 ΕΤΩΝ)

        Α΄

    «Ηχούν ιαχές ουρανού. Ένα γκολ που

      καλπάζει μουγκρίζοντας.  ένα γκολ,

      ολοστρόγγυλο μαύρο ηχεί μούγκρισμα και

     ξεσκίζει τα δίχτυα παντού δίχως διάκριση.

     Ένα αδέσποτο γκολ ολοστρόγγυλο τρέχει

     μουγκρίζοντας κάλπασμα.

     Μια κλοτσιά όπως αστράφτει στον ήλιο ψηλά

     με το γόνατο μόλις λυγίζοντας τρέξιμο.

     Ε’

    Εναρκτήριο λάκτισμα το αίμα

    Εναρκτήριος βόγκος το τέρμα

    Οι επόπτες γραμμών αργυρώνητοι

    Οι οφειλέτες οι ξιπόλ…»

 

            Κώστας Παπαγεωργίου «Το αδέσποτο γκολ»

     Εις μνήμη 

• ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑΣ (26 ΕΤΩΝ)

     «…. Να τηνε!

     Δες την

     που’ χει φτερά στα ποδάρια,

     καρδιά μες στα στήθια,

     δες την που πάλλει,

     που δονείται

     που εκρήγνυται

    και με τις τέσσερεις τις λέξεις της μαζί

    -Ολυμπιακός

     Σύνδεσμος

     Φιλάθλων

     Πειραιώς,

     Στο στάδιο Γεώργιος Καραϊσκάκης

     κάτω από την ερυθρόλευκη φανέλλα

     του δαφνοστεφανωμένου ΄Εφηβου

     που

     ώσπερ άναξ σε μαντείο

     τη σημαίνει

     στο Νέο Φάληρο,

     στον Πειραιά,

     σ’ όλη την Οικουμ…».

 

         Γιώργος Κεντρωτής «Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς»

     Εις μνήμη

• ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΡΚΟΥ (27 ΕΤΩΝ)

     «Θυμούμαι ακόμη

      την Περικλέους

     Το καλοκαιρινό Πασαλιμάνι,

      τις φωταψίες του θεάτρου Σκιών ο Ερμής,

     τα τραπέζια του Διάσημου στην παραλία

     και το «ο Ιωάννης είναι καλός παίς»

     με την κιμωλία στον τοίχο.

         --------        ---------

      Ξανά στο καταφύγιό μου

     Στιλβωτήριον ο Ολυμπιακός

     Κωνσταντίνος Χριστοδουλόπουλος

     Όταν οι αστυνόμοι κυνηγάνε το Λαλ…»

 

      Γιάννης Κακουλίδης «Η πρώτη και η πέμπτη αφήγηση του Χάπα Χούπα»

     Εις μνήμη  

• ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΙΛΑΣ (28 ΕΤΩΝ)

 

  «Ο Χρόνος παίζει άνετα στο δέρμα μου/ σκοράροντας ασταμάτητα.»

                                                             Νάσος Βαγενάς

«Τι να σκεφτόταν

     Το τελευταίο βράδυ στο κελί του

     ο Λάκης Σοφιανός

     περνώντας αστραπιαία η ζωή του

     Από της μνήμης τη θολή οθόνη;

     Τις αλάνες που μεγάλωσε ορφανός από πατέρα

     Κυνηγός στο γήπεδο Κυνηγημένος στη ζωή

     Είχε μάθει να κλέβει: Για να μπορεί να επιζήσει.

     Σ’ έναν αγώνα πήρε

     Και του διαιτητή το πορτοφόλι!

     Τίναζε χούφτα χώμα

     Στου αμυντικού τα μάτια να σκοράρει

     Κι ένα θρυλικό απόγ…»

 

      Γιάννης Κουβαράς «Κρέμασε τη ζωή του στη Γκολ-Ποστ»

      Εις μνήμη      

• ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΙΤΣΟΛΗΣ (30 ΕΤΩΝ)

     «Έβλεπε το πιο γλυκό του όνειρο. Ήταν στο σπίτι τους στην Καλλιθέα. Η γκουβερνάντα, μια όμορφη, νεαρή κοπέλα από την επαρχία, τον έλουζε στο μπάνιο. Μέσα ο πατέρας του, φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού, άκουγε ματς από το ραδιόφωνο: Ολυμπιακός-Άρης.

«…Κατεβαίνει ο Βοέρα από αριστερά, πασάρει στο Γαλάκο, εκείνος στον Λοσάντα, την κόβει  αυτός στην περιοχή, Δεληκάρης, ανάποδο ψαλίδι και…Γκολ, αγαπητοί μου ακροατές!».

Ξύπνησε με τη φωνή του Βαγγέλη Φουντουκίδη στο αυτί του : ο αγαπημένος σπορκάστερ του πατ…»

 

         Αλέξης Σταμάτης «Ο Θρύλος στο μυαλό»

     Εις μνήμη

• ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗΣ (34 ΕΤΩΝ)

     «…Αυτός που παραβγαίνει με τον Χάρο,

     στην ταχύτητα,

     κι είναι πιο γρήγορος,

      φτάνει στο τέρμα πρώτ…»

 

                Αργύρης Χιόνης «΄Απαντα τα Ποιήματα»

     Εις μνήμη

• ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ (34 ΕΤΩΝ)

       «Πόσο ανείποτα είναι ωραίοι,

       μες την απροσμέτρητη γηπεδική δροσιά τους.

       Και πόσο ακαταμάχητα μοιραίοι ξεκινώντας το χορό

       με το μαβί του χάρου στη ματιά τους,

       ενώ, πίσω από τα κάγκελα

       κάτω από τις σκάλες της ζωής,

       τους περιμένει ο Θρύλος,

       σημαίνοντας Σιωπητήριο.

       Ολυμπιακέ, εκμαυλιστή Θεέ της Πόλης

       και του Λιμανιού της πως επέτρεψες να γίνει

       τέτοιο κακ…»

 

            Γιώργος Χ. Μπαλούρδος  «Ποιήματα»

    Εις μνήμη              

   • ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ (40 ΕΤΩΝ)

    «Οι σημερινοί ποδοσφαιριστές έχουν όλες τις ευκαιρίες να παίξουν καλή μπάλα, να πλουτίσουν και να φτιάξουν τη ζωή τους από το ποδόσφαιρο. Συμβουλεύω τους νέους που φιλοδοξούν να κερδίσουν από το ποδόσφαιρο να δουλεύουν σκληρά, να σέβονται την προπόνηση, να μην ξενυχτούν και να μένουν μακριά από το τσιγάρο.

Θα αναφέρω ένα παράδειγμα.

Ο ποδοσφαιριστής, ο κάθε επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, έχει ένα σημαντικό χρέος απέναντι στον εαυτό του, τον σύλλογό του και τον φίλαθλο κόσμο, άρα δεν μπορεί παράλληλα να είναι «υπάλληλος» σε μπουζουξίδικο. Τα παλιά χρόνια την κοπαν…»

 

                          Από αφήγηση του Λεωνίδα Ανδριανόπουλου

 

Σημείωση: Στην τοπική και πιο μακρόβια εφημερίδα «Χρονογράφος» ημέρα Παρασκευή 1/2/1913 και στη σελίδα 3 υπάρχει η εξής πληροφορία που αναδημοσιεύω κάτωθι:

    «Πειραϊκή ποδοσφαιρική ένωσις».

Μετ’ ιδιαιτέρας χαράς αναγγέλομεν την εν τη ημετέρα πόλει ίδρυσιν ειδικού Σωματείου Ποδοσφαιρίσεως υπό την επωνυμίαν «Πειραϊκή ποδοσφαιρική ένωσις» υπό την πεφωτισμένην προεδρείαν εξέχοντος μέλους της Πειραϊκής κοινωνίας του κυρίου Άγγελου Παπαγεωργακόπουλου και την πολύτιμον συνδρομήν των κ. Γ. Σκανδαλίδου, Μ. Πιπινέλη και Σ. Θεοχάρη.

    Δια της ιδρύσεως του Σωματείου τούτου εκπληρούται εν όνειρον των φιλάθλων συμπολιτών μας δι’ ο και ο «Χρονογράφος»  χαιρετίζην γηθοσύνων την σύστασιν αυτού εύχεται πάσαν του έργου ευόδωσιν έχων ελπίδας ότι οι το Σωματείον αποτελέσαντες ποδοσφαιρισταί θα φανούν αντάξιοι των προσδοκιών πάντων».

    Έτσι, για να θυμόμαστε πάντα, τη φοβερός και τρομερός είναι ο Άγιος Φεβρουάριος.

      Επιμέλεια-Ανθολόγηση και συγγραφή κειμένων:  Γιώργος Χ. Μπαλούρδος, πρώτη δημοσίευση εφημερίδα, «Κοινωνική» Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012, σελίδα 13. για το «Πειραϊκό Σεντούκι».

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024.

γ.χ.μ.  43 Χρόνια μετά.

      

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

Ο σουρεαλιστής ποιητής Λουί Αραγκόν

 

    Loui  Aragon-  Λουί Αραγκόν

(Παρίσι 3/10/1897- Παρίσι 24/12/1982)

            Γράφω σε τούτη τη χώρα…

ΓΡΑΦΩ σε τούτη τη χώρα που η πανούκλα έχει πνίξει

Πού μοιάζει σαν ύστερος του Γκόγια εφιάλτης

Τα σκυλιά τ’ ουρανού έχουν το μάννα για μόνη ελπίδα

Και λευκοί σκελετοί να σκαλίζουν τη σόγια

 

Μια χώρα όπου ολούθε διαβαίνουν μαντράχαλοι

Και διώχνουν μπροστά τους τα ζα με το βούρδουλα

Μια χώρα που νύχια και δόντια μοιράζονται

Κάτω από ανελέητο ουρανό ημερών αποφράδων

 

Μια χώρα στα πόδια φασουλήδων σπαράζει

Οργωμένη ως τα τρίσβαθα από τα σημάδια που αφήνουν οι ρόδες

Που ο Τρόμος ο Ρήγας ρημάζει ανεξέλεγκτα

Μια χώρα του φόβου που τη διαφεντεύουνε σκιάχτρα

 

Γράφω σε τούτη τη χώρα όπου τους άντρες μαντρώνουν

Μες στη βρωμιά και τη δίψα τη σιγή και την πείνα

Όπου αρπάζουν της μάνας το γιο ωσάν λες

Να βασίλευε ο Ηρώδης μαζί με Λαβάλ ως δελφίνο

 

Γράφω σε τούτη τη χώρα που τη μορφή της το αίμα αλλοιώνει

Πού είναι πια ένας μόνο σωρός με πληγές και οδύνες

Μια αγορά ανοιχτή στους ανέμους το χαλάζι εγκαίνια κάνει

Ένα ερείπιο όπου ο θάνατος στα ζάρια ασκείται

 

Γράφω σε τούτη τη χώρα όπου οι χαφιέδες

Κάθε ώρα της νύχτας μπαίνουν στα σπίτια

Όπου οι δήμιοι χώνουνε σφήνες

Στα σπασμένα τα κόκαλα προδοσίες καρτερώντας

 

Γράφω σε τούτη τη χώρα που χίλιους θανάτους βογγάει

Που σ’ όλα τα μάτια απλώνει πληγές πορφυρές

Το σκυλολόι πηχτό να χυμά να δαγκώνει

Και οι δούλοι στο κέρας σαλπίζουν το πελώριο

 

Γράφω σε τούτη τη χώρα που γδέρνουν οι γδάρτες

Και βλέπω της μούσκλα άντερα κόκαλα

Και βλέπω τα δάση να καίνε ωσάν δάδες

Και στων σταχτιώνε τη φλόγα τη φυγή των πουλιών

 

Γράφω σε τούτη τη νύχτα τη βαθιά την κακούργα

Όπου ακώ ν’ ανασαίνουν οι ξένοι στρατιώτες

Και τα τραίνα να πνίγονται μακριά μες στις σήραγγες

Κι ο Θεός μόνο ξέρει αν ποτέ ξαναβγούν

 

Γράφω μέσα σ’ αλώνι κλειστό όπου δυο μονομάχοι

Και ο ένας στητή πανοπλία σε άτι απάνω

Και ο άλλος φριχτά το σπαθί τον ξεσχίζει

Κι έχει για μόνα στολίδια το θάρρος το δίκιο

 

Γράφω μέσα σε λάκκο όπου όχι μόνο ο Προφήτης

Μα λαός ένας ακέραιος στα θεριά εκατέβη

Που του λένε ποτέ του την ήττα να μην την ξεχάσει

Στις αρκούδες να δώσει την πρεπούμενη σάρκα

 

Γράφω μέσα στον διάκοσμο αυτόν τραγικό όπου οι δρώντες

Έχουν χάσει το δρόμο τους τον ύπνο τη θέση

Στο άδειο θέατρο μέσα όπου οι άρπαγες

Κανοναρχούν τα μεγάλα τα λόγια για όσους δεν ξέρουν

 

Γράφω μες στο πελώριο κάτεργο ψίθυρο όλο

Γράφω μέσα απ’ τη μπουκαπόρτα στο βράδυ που ηχεί

Με γροθιές χτυπημένα μηνύματα πάνω στους τοίχους

Στους μπασκίνες παράδοξες κάνουν διαψεύσεις

 

Πώς θέλετε εσείς να μιλώ για λουλούδια

Να μην είναι κραυγές ό,τι γράφω

Απ’ το παλιό το ουράνιο τόξο τρία χρώματα μόνο απομένουν

Κι ό,τι τραγούδια αγαπούσα τα έχουν προγράψει

 

Γιατί τάχα τον κόσμον ετούτο να μην τον σουρώσω

Τα ξυπνητά του τα όνειρα τα ξορκισμένα του τέρατα

Και του χαμένου Παραδείσου να μην επανεύρω τη μνήμη

Και να δέσω το λόγο μου με δική του πια μελωδία (…) (1943)

Σελίδα 144-146

     από  ΤΟ  ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ  ΟΜΟΙΩΜΑΤΩΝ 

            Ευτυχία η αγάπη δεν έχει

ΣΤΟΝ άνθρωπο τίποτε δεν είν’ δοσμένο. Η δύναμη ούτε

Ούτε η καρδιά του η αδύναμη Κι όταν νομίζει

Την αγκαλιά που ανοίγει η σκιά του σταυρό σχηματίζει

Η ζωή του διαζύγιο είναι παράδοξο οδυνηρό

Ευτυχία η αγάπη δεν έχει

 

Η ζωή του δες μοιάζει με ξαρμάτωτους άντρες

Πού ντυμένους για άλλη ειμαρμένη τους είχαν

Και προς τι να ξυπνούν απ’ το χάραμα κιόλας

Αν το βράδυ αβέβαιοι ράθυμοι κείνται

Πες τη λέξη Ζωή μου Και το δάκρυ σου κράτα

Ευτυχία η αγάπη δεν έχει

 

Ωραίε μου έρωτα αγάπη μου έρωτα σπάραγμα

Κουβαλώ σε εντός μου πληγωμένο πουλί

Κι όλοι αυτοί μας κοιτούν να περνάμε ανήξεροι

Ξανά λέγοντας ύστερα από με τα λόγια που σου’ πλεξα

Και που αμέσως πεθάναν στα μεγάλα σου μάτια

Ευτυχία η αγάπη δεν έχει

 

Ως να μάθεις να ζεις έχεις κιόλας περάσει

Μες στη νύχτα οι καρδιές μας ας κλάψουν μαζί

Πόση οδύνη να πρέπει σ’ ένα άσημο μόνο τραγούδι

Πόση θλίψη να πρέπει πληρωμή ενός ρίγους

Λυγμοί πόσοι για μια μελωδία κιθάρας

Ευτυχία η αγάπη δεν έχει

 

Δεν υπάρχει αγάπη που πόνος δεν είναι

Δεν υπάρχει αγάπη που δεν επληγώθη

Δεν υπάρχει αγάπη  που δεν εμαράθη

Ως η δική σου πονά της πατρίδας ο έρωτας

Δεν υπάρχει αγάπη να μη ζει με το δάκρυ

Μα είναι η αγάπη δική μας των δυο μας (1945)

Σελίδα 148-149

     από  ΓΑΛΛΙΚΟ ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ

            Ξοπίσω μου σέρνω…

ΞΟΠΙΣΩ μου σέρνω ατυχίες ω πόσες και λάθη

Κουβαλώ την κακία ανθρώπου που πνίγεται

Κι όλη η πίκρα της θάλασσας μέσα μου υψώνεται

Πρέπει πάντα σε μένα τον ίδιο να δείχνω ούτε εγώ ξέρω τι

Τι με νοιάζει αν κάποιον πατώ αν κάποιον τσακίζω

Την εκδίκηση φτάνει μου μόνο της ντροπής μου που παίρνω

 

Δεν μπορώ τάχα οδύνη να δώσω Το παίδεμα

Κι εγώ τάχα δεν δύναμαι άγριος να ‘μια

Σκληρός τάχα κι εγώ όσο θέλω να γίνω

Το κακό για να πράξω ως αυτούς που τσακίζαν τα κόκκαλα

Τη φριχτή εξουσία στον Άλλον απάνω να έχω

Μη δεν πόνεσα κι έκλαψα τόσο κι εγώ

 

Αιχμάλωτος είμαι πραγμάτων απαγορευμένων

Κι ως είναι έτσι στο βούρκο τους μέσα με ρίχνουν

Κι η λευτεριά μου ακέρια τα όριά της ως βλέπω

Σ’ ένα ακόμα που θα την απόδειχνε βήμα κρατιέμαι

Όπου εχθρός με καλεί να μπορέσω να πάω

 

Κάθε ιδέα για μένα έχει ανάγκη αντίρροπου

Δεν μπορώ να υποφέρω παραδεδεγμένες αλήθειες

Σε γιαπί ξαναστήνω φανερό ό,τι είναι

Σ’ εκκλησιά σαν σημαίνει μεσημέρι το αρνιέμαι

Κι αν ακούσω απ’ αυτή μαθημένα πια λόγια

Με τα ίδια μου χέρια την καρδιά μου ξεσκίζω ανελέητα

 

Δεν μπορώ πια να κοιμάμαι σαν οι άλλοι κοιμούνται

Στην αγρύπνια μου ό,τι λογίζομαι μέσα

Σκιά είναι γιγάντια στον τοίχο όπου αλλάζει

Ο κόσμος ως είναι και που αρνιέμαι τρελά

Τα ξυπνά μου τα όνειρα μοιάζουν σαν Άγιοι Διονύσιοι

Με το κεφάλι στο χέρι βαδίζουν ενάντια στα ειωθότα

 

Αδυσώπητα εγώ κουβαλώ τον παλιό εαυτό μου

Κι ό,τι ήμουν μερίδιο απομένει δικό μου

Ωσάν τα λόγια που είπα ή σκέφθηκα

Πάνω μου ασκούσανε πάντα τους δύναμη ανίκητη

Κι ενάντια μου δείχνουνε τόσο φρικτή εξουσία

Που το χέρι μου ούτε να τα διώξει μπορεί

 

Από αυτό το κλουβί με τις λέξεις θα πρέπει να βγω

Κι η καρδιά μου ματώνει ζητώντας την έξοδο

Τούτου του ασπρόμαυρου κόσμου πού τάχα να είναι η πύλη

Τα δάχτυλά μου στα κάγκελα καίω ωσάν σε τσουκνίδες

Με τις γροθιές μου χτυπώ τους μου είπαν ψέματα τοίχους

Λόγια και λόγια ολογύρω από τη χαμένη μου νιότη (1956)

Σελίδα 159-160

    από  ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ  ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

          Ω  χείμαρρέ  μου

               Σαν ήρθε η αυγή του μεγάλου κινδύνου

                  Το σύνθημα ήταν Ω χείμαρρέ μου

ΣΟΥ είπανε σκότωσε μα και σκοτώσου λαέ μου εξαίσιε

Κι ως πίστευες σ’ ό,τι σου είχαν μάθει

Δεν τους αρνήθης το δύσβατο δρόμο

 

Σου είπαν δεν έχεις τίποτα εσύ Ούτε χέρι ούτε ψυχή

Στο Θεό επωλήθη σε κάποια τιμή ο Παράδεισος

Με τη ζωή να ξοφλήσεις το έξοχο αντάλλαγμα

 

Σου είπαν η αλήθεια κερδίζει αν πεθάνεις

Κι εχάρης γραμμένη πως είναι ευθύς εξ αρχής

Η μέρα που έστησέ σου ο Θεός μπροστά σου σαν τοίχο

 

Σου είπαν η μοίρα σου του σπαθιού σου είναι μοίρα

Εσύ που  το Φώς δικό σου κάνοντας στοίχημα

Το κουβαλάς ως το τέλος στο ερεβώδες βασίλειο

 

Σου είπαν πως είναι αθέμιτη η όποια σπονδή

Με τα έθνη εκείνα που προσεύχονται αλλιώς

Και του φόνου η ανάπαυλα πως σου στερεί το Θεό σου

 

Σου είπαν ο πόλεμος δεν ξέρει τι είναι υποχώρηση

Και κόλαση αιώνια σε όποιον δεν έπεσε

Τους πίστεψες κόβοντας πίσω σου όλους τους δρόμους

 

Τους πίστεψες μέχρι που εδεήθης στο κοράκι της πλώρης

Τους πίστεψες μέχρι περιφρόνια γι σένα τον ίδιο να νιώθεις

Τους πίστεψες μέχρι που απαρνήθης σε όνειρο τον εαυτό σου

 

Τους πίστεψες ως την αιχμή της δικής σου της δύναμης

Τους πίστεψες ως την καρδιά σου κι ας είχε το αίμα στερέψει

Τους πίστεψες χείμαρρε ως την πηγή σου

 

Τους πίστεψες ως το μαχαίρι που βαθιά σε πληγώνει

Τους πίστεψες έως τη νύχτα της παραφοράς σου

Τους πίστεψες ως τη σιγή του δικού σου του στόματος

 

Τους πίστεψες έως τη γη να σε προϋπαντήσει σαν ήρθε

Τους πίστεψες ως την πληγή βαθιά μες στο πνεύμα σου

Τους πίστεψες έως βαθιά στης κοιλιάς σου το δέος

 

Τους πίστεψες ώσπου δεν πίστεψες πια τα δικά σου τα δάκρυα

Τους πίστεψες ώσπου δεν πίστεψες πια τις δικές σου κραυγές

Τους πίστεψες ώσπου τα μάτια σου κλείσαν

 

Τους πίστεψες ως της θρακιάς την έσχατη λάμψη

Τους πίστεψες έως τα μέλη σου τα λιανισμένα

Τους πίστεψες ώσπου και η πίστη εθραύσθη (1963)

Σελίδες 191-192

από το ΤΡΕΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΣΑ  

          Περί των ολίγων του εράσθαι των λέξεων

ΠΕΡΙ των ολίγων του εράσθαι των λέξεων θλίβομαι

Τη φράση σαν φτιάχνει ως μου πρέπει

Δεν ξέρω να βλέπω παρά μόνο τις φλέβες μου

Και μου είναι ο λόγος απάνθρωπος

Ως πληγώνει δρεπάνι το στάχυ

 

Των ολίγων του εράσθαι των λέξεων πόσο αμφιβάλλω

Ο εκπεφρασμένος ως λέγεται έρως

Ο ζητιάνος είμαι των δρόμων

Κανείς το τραγούδι μου δεν το ακούει

Δεν ακούει τις λίγες του  έρωτα λέξεις

 

Περί των ολίγων των λέξεων πάντα των ίδιων

Που όμοιους κάνουν τους εραστές

Και πόσο όμοια την ποίηση

Σ’ αγαπώ να ντρέπεσαι λέγοντας

Πώς σ’ αυτό ν’ αρκεσθείς πως σ’ αυτό

 

Περί των ολίγων του εράσθαι των λέξεων τι μέλλει γενέσθαι

Ρίχτε χάμω την τράπουλα αυτή των νεφών

Το παιχνίδι της κόλασης ή τ’ ουρανού

Ζεις ή πεθαίνεις αδιάφορο

Σκοτωμένα πουλιά όπως είναι οι λέξεις (1965)

Σελίδα 207

    από ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

          Ο άνθρωπος μόνος του

Ο άνθρωπος μόνος του είναι μια σκάλα

Πουθενά δεν τον πάει τον άνθρωπο

Και παραμένουν του απάνθρωπες

Των παλατιών όλες οι πόρτες

 

Ο άνθρωπος μόνο έχει χέρια λοξά

Άζυγο μάτι γιατί ραγισμένη ανάσα

Προσκεφάλι του μόνο το αλλού

Ο ύπνος του είναι μια σκρόφα του δρόμου

 

Ο άνθρωπος μόνο αυτός έχει δάχτυλα ανέμου

Ό,τι του δίνουν στο χέρι του γίνεται στάχτη

Μα κι ηδονή ας έχει πάρει ό,τι άλλο

Σκόνη τα βρίσκει ξανά

 

Ο άνθρωπος μόνος δεν έχει καν όψη

Τζάμι είναι μόνο βροχής

Και τα δάκρυα που πάνω του τρέχουν

Στο τοπίο ανήκουν

 

Απωλεσθέν είναι γράμμα

Να ‘χε τάχατες λάθος τη διεύθυνση

Σε ποιον να ‘λεγε Σένα Αγαπώ

Ποια χέρια να το ‘χουν ξεσκίσει  (1965)

σελίδα 214

            Μ’ άφησες

Μ’ άφησες φεύγοντας απ’ όλες τις πόρτες

Μ’ άφησες στις ερήμους μου όλες

Στην αυγή σε αναζήτησα σ’ έχασα μεσημέρι

Πουθενά πια δεν ήσουν όπου κι αν έφτασα

Ποιος θα μπορούσε να πει τη Σαχάρα μιας κάμαρας δίχως εσέ

Κυριακάτικο πλήθος όπου κανείς δεν σου μοιάζει

Μια μέρα πιο άδεια απ’ ότι στη  θάλασσα ο μόλος

Η σιωπή σαν φωνάζω και δεν αποκρίνεσαι

 

Μ’ άφησες παρούσα ακίνητη

Μ’ άφησες παντού μ’ άφησες απ’ τη ματιά

Την καρδιά και τα όνειρα

Μ’ άφησες σαν μια φράση ατέλειωτη

Ένα αντικείμενο τυχαίο ένα πράγμα ένα κάθισμα

Ένα εξοχικό σαν τελειώνει το θέρος

Μια καρτ-ποστάλ σε συρτάρι

Από σένα έχω εκπέσει όλη η ζωή στην πιο μικρή κίνησή σου

 

Δε με είδες ποτέ σου να κλαίω για το αποστραμμένο σου πρόσωπο

Τη ματιά σου μακριά από με στου διαβόλου τη μάνα

Στεναγμός ένας απ’ όπου ήμουν απών

 

Ελυπήθης τάχα ποτέ τη σκιά σου που κείται στα πόδια σου (1966)

σελίδα 215

       από τα ΑΝΕΚΔΟΤΑ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

       ΖΗΤΩΝΤΑΣ ΒΟΗΘΕΙΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ

     του JEAN RISTAT

     εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 3/1/1982

     Ο ΛΟΥΪ ΑΡΑΓΚΟΝ παρουσιάζει όλο το ποιητικό του έργο σε δέκα πέντε τόμους. Ο δέκατος πέμπτος αποτελεί γεγονός γιατί περιέχει ανέκδοτα ποιήματα που γράφτηκαν μεταξύ του 1960 και του 1973, και φέρουν το γενικό τίτλο «ΟΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ». Η κοινή έκδοση θα κυκλοφορήσει φέτος τον Απρίλιο. Δημοσιεύουμε μιά συγκινητική περιγραφή του Αραγκόν από το συγγραφέα Ζάν Ριστά.

Παρίσι, Ιανουάριος.

     Συνάντησα τον Αραγκόν για πρώτη φορά το 1965, όταν ζήτησε να με γνωρίσει μετά την έκδοση του πρώτου του βιβλίου. Όταν μπήκα ύστερα από πολλούς δισταγμούς στο διαμέρισμά του, με οδήγησε σ’ ένα γραφείο με τοίχους σκεπασμένους νε βιβλία και πίνακες. Θυμάμαι έναν άνθρωπο με δυνατό ανάστημα, σκυμμένο πάνω σ’ ένα γραφείο στρωμένο με φύλλα και σκεπασμένο μ’ ένα σωρό βιβλία, χειρόγραφα, περιοδικά…

     Από τότε ξαναβλεπόμασταν κάθε μήνα. Μου έγραφε συχνά τις παρατηρήσεις του, όπως π.χ. ότι αρκούσε ένα μόνο χρωμόσωμα Υ για να μεταμορφώσει ένα κοινό άτομο σε δολοφόνο, ενώ υπήρχε πολύς κόσμος που στο όνομά του είχε δυό Υ. Μ’ έβαζε να καθίσω σε μιά βαθιά και πλατιά πολυθρόνα. Έπαιρνε θέση πίσω από το γραφείο του, έβαζε τα γυαλιά του και άνοιγε το χειρόγραφο πάνω στο οποίο δούλευε. Μπορούσε έτσι να διαβάζει επί ώρες, ξεφεύγοντας πότε-πότε από το κείμενο για να μου ρίχνει μιά ερωτηματική ματιά, περιμένοντας κάθε αντίδρασή μου όπως ένα θηρίο το θύμα του. Η φωνή του ήταν δυνατή και βαριά, ήξερε να περνάει με τέχνη από την εύθυμη ή την τραγική εξομολόγηση στην οργή ή στην ξέφρενη απαγγελία.

     Επίσης ξαναδιάβαζε σουρεαλιστικά κείμενα, και ποιήματα του Ανρύ Μπατάιγ που δε γνώριζα, και του Μαλαρμέ. Είχε ξεχάσει την έννοια του χρόνου. Η Έλσα εμφανιζόταν στο γραφείο αφού μας είχε φωνάξει επανειλημμένα για να μας θυμίσει την ώρα του φαγητού. Πόσες φορές δε συνομιλούσε μαζί μου, με τον εαυτό του, ξεχνώντας την ώρα. Αργότερα όταν τον επισκεπτόμουν στον εξοχικό μύλο όπου περνούσε τα Σαββατοκύριακα, τον περίμενα λίγη ώρα ώσπου να εμφανιστεί με ρούχα κηπουρού, γεμάτος φύλλα, χορτάρια και ιδρώτα.

          Σαν τον κλέφτη…. τη νύκτα

     Το τηλέφωνο διέκοπτε συχνά τις συνομιλίες μας και οι συζητήσεις στα ρώσικα με την Λίλυ Μπρίκ, τη γυναικάδελφή του, γέμιζαν το δωμάτιο με το Μαγιακόφσκι και το Λένιν. Όταν πέθανε η Έλσα, δεν πηγαίναμε πιά στο μύλο, το μέρος όπου γνώρισαν την ευτυχία, και μ’ εντυπωσίαζε κάθε μέρα ο μυστικός και ατίθασος πόνος του. Αργότερα είχε ανάγκη να ξεδίνει και σιγά-σιγά βγαίναμε κάθε βράδυ έξω, στα εστιατόρια του Παρισιού. Περπατούσαμε πολύ, μού διηγιόταν ιστορίες, και ονειρευόταν ένα διαμέρισμα φωτισμένο ακόμη τέτοια ώρα, ή μιά μισάνοιχτη πόρτα που θα μας αποκάλυπτε έναν κρυφό κήπο, μιά πηγή.

     Διάβαζε τις ζωγραφισμένες διαφημίσεις στους τοίχους ή τις αφίσες, κορόιδευε τα πανό με τα φωτεινά συνθήματα πού υπόσχονταν ευτυχία. Σχολίαζε την πόλη, τους κατοίκους, τα μυστήρια του φωτός και της σκιάς. Κυνηγούσε την ομορφιά και την ασχήμια και ονειρευόταν να τις καθίσει στα γόνατά του. Πολλές φορές επιστρέφαμε στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε για να ξανακάνουμε την περιπλάνησή μας μέσα στην ερημωμένη πόλη. Όταν χωρίζαμε, εκείνος συνέχιζε μόνος την περιοδεία του στα καφενεία.

     Η μέρα τον έπιανε συχνά σαν κλέφτη στο γραφείο του. Ο κόσμος ήταν ένα τεράστιο θέατρο. Ήμουν ένα πρόσωπο πάνω στη σκηνή που είχε δημιουργήσει, καθρέφτης ίσως, μπροστά στον οποίο ο Φάουστ ονειρευόταν μιάν άλλη ζωή και μάλλον προσπαθούσε να εξορκίσει το θάνατο.

     Η σιλουέτα του είχε καμπουριάσει λίγο, διέσχιζε τους δρόμους με αποφασιστικό βήμα, με το κεφάλι ψηλά, χωρίς να νοιάζεται για τα αυτοκίνητα. Τον είδα ένα βράδυ να περνάει μιά γέφυρα, να βγάζει το πουκάμισό του και να προσφέρει το γυμνό του στήθος στην εύνοια του ανέμου απ’ τον οποίο είχε σκεφτεί να ζητήσει βοήθεια. Γιατί να μην το λέμε; Ο αγώνας του Αραγκόν εναντίον του σωματικού πόνου ήταν πάντα αξιοθαύμαστος.

     Εδώ και δέκα χρόνια όταν περνούσαμε το καλοκαίρι στη θάλασσα, παρόλο πού ήταν άρρωστος και πολύ αδύνατος, τον κατείχε ακατάπαυστη μανία γραψίματος. Εκεί γεννήθηκε και γράφτηκε το «Θέατρο) Μυθιστόρημα». Ζούσε τη νύχτα, και σηκωνόταν πάντα πρώτος. Του άρεσε να μιλάει με τους κηπουρούς, τους υπηρέτες και ενδιαφερόταν για τα προβλήματά τους. Πάντα ερχόταν στο τραπέζι με το χειρόγραφό του και άρχιζε οδυνηρούς μονολόγους. Έπαιρνε τα κεφάλαια, τα τοποθετούσε, τα μετακινούσε και έλεγε: «Ανακατώνω τα χαρτιά, κόβω, ξανακόβω και είναι ολοένα και λιγότερο κατανοητό».

        Μιά τρομακτική λαιμαργία

    Μού είχε ανοίξει την όρεξη για τις νυχτερινές άσκοπες περιπλανήσεις. Οι πόλεις γίνονταν λαβύρινθοι που τους διασχίζαμε σε αναζήτηση κάποιου Μινώταυρου. Συχνά μιλούσε, απάγγελνε ποιήματα, γινόταν αυτή καθεαυτή η ποίηση. «Ονομάζω ποίηση αυτό το σκοτάδι με τα ορθάνοιχτα μάτια, αυτόν τον νυχτερινό ήλιο, αυτή την άλλη όψη του χρόνου…». Δεν υπήρχε τίποτα (συναντήσεις, εκδρομές, διαβάσματα) πού να μη γίνει κείμενο. Είχε κάνει τη μνήμη του θέατρο, τη ζωή του μυθιστόρημα και ξανάφτιαχνε και ξαναεφεύρισκε τις σκηνές τους.

     Δεν υπήρχαν θεάματα, ή εκθέσεις που να μην τα επισκεπτόμαστε. Η δίψα του, και η περιέργειά του δεν είχαν όρια. Παρακολουθούσε το καινούργιο με τρομαχτική λαιμαργία και σπάνια μεγαλοψυχία.

     Η εποχή των αναμνήσεων είχε φτάσει. Τα «ποιητικά άπαντα», σε προσχέδιο εδώ και ένα χρόνο, θα γινόταν το μοναδικό αντικείμενο των απασχολήσεών του. Το 1974 ένα ατύχημα του θύμισε την ύπαρξη του θανάτου και από τότε το θανάσιμο παιχνίδι δεν έπαψε. Δεν έκρυβε πιά τίποτε από τη ζωή του, τα λάθη και τις αποτυχίες του. Τα «ποιητικά του άπαντα» περιλάμβαναν, σε μορφή σχολίων, τα απομνημονεύματά του. Δεν ταξινομούσε μόνο τις ποιητικές του συλλογές, αλλά αποφάσιζε να συσχετίσει την ποίησή του με τις περιστάσεις, και γι’ αυτό πρόσθεσε κριτικά κείμενα ή σχόλια για την Ιστορία της εποχής όπου έγραφε σα να επρόκειτο για τη δική του ιστορία.

     Αυτή η μοναδική διαδικασία στον τομέα της λογοτεχνίας δείχνει το συγγραφέα στη δουλειά του και αποδίδει στον αιώνα αυτό που έχει δημιουργήσει και αυτό που θέλουμε να του κλέψουμε εν ονόματι της «καθαρής ποίησης». Με αυτήν την έννοια η ποίηση ανήκει σε όλους, όπως το ήθελε ο Λωτρεαμόν, και δημιουργείται από όλους. Τα «ποιητικά άπαντα» δεν είναι λοιπόν μόνο ποίηση ή απλά Απομνημονεύματα. Τα δημιούργησε με τις τελευταίες του δυνάμεις. Η προσπάθειά του ήταν κολοσσιαία, και δούλεψε ακατάπαυστα. Εντούτοις δεν μπόρεσε να τελειώσει τα «Άπαντα» μόνος του και άφησε οδηγίες.

     Η τρομερή χρονιά του 1978 είχε φτάσει. Οι επισκέπτες σπάνιζαν όπως και οι φίλοι και ο Αραγκόν μπορούσε δύσκολα να ζήσει από την πένα του. Το λέω αυτό για να διαλύσω το μύθο, που δεν αφορά μόνο τον Αραγκόν, αλλά  και τον συγγραφέα γενικά όπως τον φαντάζεται το κοινό, την εικόνα ενός άντρα ή μιάς γυναίκας που δεν έχουν «οικονομικά προβλήματα».

     Πώς ζει ο συγγραφέας; Με τί πράγμα; Αν δημοσιεύαμε τους αριθμούς πωλήσεων και τους λογαριασμούς των συγγραφικών δικαιωμάτων, θα προκαλούσαμε εκπλήξεις. Για οικονομικούς λόγους δέχτηκε να γυρίσει μιά σειρά από συνομιλίες, αλλά δεν είχε πιά την παλιά του αγάπη για τη ζωή. Αισθανόταν εγκαταλειμμένος, περπατούσε μόνος τη νύχτα στους δρόμους του Παρισιού και η σιλουέτα του είχε καμπουριάσει ακόμη περισσότερο.

     Ένα βράδυ με κάλεσε σπίτι του, όπου κυριαρχούσε η σιωπή, όμοια μ’ εκείνη των μουσείων όταν έχουν κλείσει και έχει φύγει το κοινό, αφήνοντας πίνακες και γλυπτά στη σκηνή ενός εγκαταλειμμένου θεάτρου. Η έκπληξη μου έκοψε τη φωνή. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από κάρτ ποστάλ, διάφορα αντίγραφα από γράμματα, αφίσες. Υπήρχαν ακόμη σκίτσα και σχόλια δικά του. Είχε ξανασυνθέσει σιγά-σιγά ένα γιγάντιο πάζλ. Βλέποντας ότι δεν καταλάβαινα, μου εξήγησε ότι κάθε αντικείμενο είχε μιά ιστορία, αναφερόταν σε χώρους που είχε επισκεφτεί, ή που του είχαν στείλει φίλοι. Η σύνθεση του συνόλου ήταν μελετημένη, με χρωματιστά χαρτιά, και φωτογραφίες σα σε παρένθεση.

               Να διαλέγεις το θάνατό σου

     Κάθισε πάνω στο κρεβάτι του και μου είπε ότι δεν ήξερε πώς θα πέθαινε κι εγώ δεν μπορούσα ν’ απαντήσω τίποτα.

     Περπατήσαμε στην κάμαρη. Έσβησε ένα πολύφωτο και άφησε ένα λαμπάκι δίπλα στο κρεβάτι, που δημιούργησε μεγάλες φευγαλέες σκιές που περνούσαν γοργά μπροστά από τα παράθυρα, που τα εσωτερικά τους ξύλινα παντζούρια, βαμμένα γκρί, ήταν κλειστά. Αισθάνθηκα ότι  βρισκόμουν σ’ έναν τάφο, κλεισμένος με το Φαραώ μέσα στην πυραμίδα του.

     Άς αποσυρθούμε τώρα σιγά. Άς αφήσουμε τον Αραγκόν να κουβεντιάζει με τις σκιές του. Κάποτε είχε πει: «η ζωή μου δεν έχει πιά νόημα. Αλλά κοιτάζω τους άλλους να ζουν κι αυτό μ’ ευχαριστεί».

      JEAN RISTAT

Συμπληρωματικά:

      «ο άγγελος είμαι της θύελλας κατοικεί με σκοτάδι και σάλαγος

       Ο μαύρος ο Λόγος πλασμένος για την Αποκάλυψη», σ.183

 Από το ποίημα «Λόγος σε πρώτο πρόσωπο» της συλλογής του 1960 «ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ».

     Μία ωραία θεματική σειρά βιβλίων κυκλοφόρησαν πριν τέσσερεις δεκαετίες στην χώρα μας από το βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις «ΠΛΕΘΡΟΝ Ε.Ε.» οδός Μασσαλίας 20α στην Αθήνα. Ο εκδοτικός οίκος ιδρύθηκε το 1977 από τους Σάμη Γαβριηλίδη και Λουκά Ρινόπουλου. Το 1986 ο εκδότης Σάμης Γαβριηλίδης αποχωρεί και ιδρύει τον δικό του ομώνυμο εκδοτικό οίκο. Η σειρά αυτή είχε τον τίτλο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ «ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ». Παράλληλες σειρές του «ΠΛΕΘΡΟΥ» ήσαν οι «Μαρτυρίες», οι «Μονογραφίες» κ.ά. Υπεύθυνος της σειράς, όπως και των άλλων τίτλων ελληνικών και ξένων λογοτεχνικών βιβλίων (ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο) που εκδίδονταν από τον εκδοτικό οίκο,- την εποπτεία είχε, αν δεν κάνω λάθος, ο κριτικός της λογοτεχνίας, μεταφραστής και συγγραφέας, δοκιμιογράφος, καρποφόρος πάντα συγγραφικά Αλέξης Ζήρας. Οι εκδόσεις «Πλέθρον» με το πλούσιο εκδοτικό ενεργητικό τους, την καλαίσθητη και επιμελημένη φροντίδα των βιβλίων τους υπήρξαν από τις πλέον αξιόλογες εκδόσεις της εποχής τους. Οι εκδοτικές τους προτάσεις ήταν-σε ορισμένους τομείς- πρωτοπόρες, οι δε συνεργάτες τους επιλεγμένοι. Οι παράμετροι των θεματικών τους τίτλων απλώνονταν και σε τομείς πέραν της ποίησης και της πεζογραφίας. Τα βιβλία της σειράς «Πρόσωπα και Ιδέες», που περιλαμβάνεται και ο τόμος για τον Λουί Αραγκόν, έχουν μικρό μέγεθος διαστάσεων 12Χ18, ορισμένα από αυτά είναι δεμένα. Στην κόχη αναγράφεται το επίθετο του ξένου συγγραφέα. Στο κάτω μέρος υπάρχει η εικόνα μιάς μικρής κουκουβάγιας η οποία αποτελούσε το σύμβολο του «πλέθρου», ενώ στο πάνω το νούμερο του τόμου και το διακριτικό πχ. Π/1. (το μέγεθος και το όλο «στήσιμο» η «εικόνα» θύμιζε ανάλογες σειρές έργων, πχ. των εκδόσεων «Ερμής» και παρέπεμπαν στους πιο αναγνωστικά επαρκείς, στις προγενέστερες χρονικά εκδόσεις «Γαλαξία» της Ελένης Βλάχου). Στο έγχρωμο εξώφυλλο δημοσιεύεται η φωτογραφία του ευρωπαίου ή αμερικανού ποιητή, το επίθετο, το ονοματεπώνυμο του επιμελητή του τόμου, ενώ στο κάτω αριστερό μέρος η ένδειξη με κεφαλαιογράμματα «ΠΛΕΘΡΟΝ/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ». Η σειρά αυτή παρουσίαζε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ευρωπαίους και αμερικανούς σημαντικούς ποιητές του προηγούμενου αιώνα οι οποίοι με το έργο τους, διαμόρφωσαν την εξέλιξη και την διαδρομή του ποιητικού λόγου τόσο στην ευρωπαϊκή ήπειρο όσο και διεθνώς. Οι μεταφραστές των μικρών  αυτών τόμων ήσαν διάφοροι. Πέρα από τα Βιογραφικά στοιχεία, το Χρονολόγιο και την ξενόγλωσση Εργογραφία του συγγραφέα, τα χρήσιμα για τους έλληνες αναγνώστες βιβλία της σειράς, συνοδεύονταν από Επιλογές-αποσπάσματα των έργων του ποιητή. Ποιητών όπως: ο Λωτρεαμόν, ο Πώλ Ελυάρ, ο Ουώλτ Ουίτμαν, ο Λουί Αραγκόν και αρκετών άλλων. Οι σελίδες κυμαίνονταν από 200 έως 250, και η τιμή τους ήταν σχετικά χαμηλή. Λειτουργούσαν θα μπορούσαμε να σημειώναμε για τον αναγνώστη, και ως μία μικρή ενδεικτική Ανθολογία. Ήταν βιβλία που διέθεταν μία δοκιμιακή και ποιητική αυτοτέλεια. Για την πορεία του εκδοτικού οίκου, τις εκδόσεις και εκδότες, τους συνεργάτες μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες από τις εφημερίδες των δεκαετιών εκείνων, από τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω», του «Ιχνευτή» και άλλων εντύπων.

      Ένα από τα ωραία αυτά βιβλία της σειράς με Νούμερο 17, μας παρουσίαζε το έργο του γάλλου ντανταϊστή και σουρρεαλιστή ποιητή Λουί Αραγκόν σε επιμέλεια και εκτενή εισαγωγή του GEORGES SADOUL. (αν δεν λαθεύω ο Σαντούλ υπήρξε ο συγγραφέας μιάς ιστορίας του παγκόσμιου κινηματογράφου). Τίτλος του πρωτοτύπου: Aragon, Editions Seghers, Paris (1967). Επιμέλεια γαλλικής έκδοσης: Georges Sadoul. Η Μετάφραση ήταν του Γιώργου Σπανού και η τυπογραφική επιμέλεια των Λίλα Κοναμάρα και Νίκη Αναστασέα. Στην αριστερή εσωτερική σελίδα πριν τα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ διαβάζουμε: ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ Λογοτεχνία /8 ΑΡΑΓΚΟΝ. Για την ελληνική γλώσσα ΠΛΕΘΡΟΝ Ε.Ε. Μπουμπουλίνας 14, Αθήνα. Πρώτη έκδοση Δεκέμβριος 1985. Φωτοστοιχειοθεσία: Φωτοκύτταρο ΕΠΕ. Μοντάζ Στάθης Τάσος. Εκτύπωση: Μ. Τσιαδής-Ν. Κουτσοδόντης Ο.Ε. Βιβλιοδεσία Θ. Πατούνας- Α. Δημάκου και Σια Ο.Ε. Μέσα στις σελίδες του μικρού αυτού τόμου για τον κομμουνιστή υπερρεαλιστή ποιητή Λουϊ Αραγκόν, είχα διαφυλάξει το παλαιό απόκομμα του φίλου και συνεργάτη του ποιητή Ζάν Ριστά, που είχε δημοσιευθεί στην πρωινή πολιτική εφημερίδα «Το Βήμα» το 1982.  Τον Jean Ristat ο οποίος συνεργάστηκε με τον ποιητή στην έκδοση των ποιητικών του Απάντων, τον γνωρίσαμε μεταξύ άλλων και από τις σελίδες του Αφιερώματος του περιοδικού «Διαβάζω». Η δεκαπενθήμερη επιθεώρηση του βιβλίου, τεύχος 168/20-5-1987 πραγματοποιεί αφιέρωμα στον «Λουί Αραγκόν». Αναφέρονται μεταξύ άλλων στο εισαγωγικό του αφιερώματος, σ.9:

«Μ’ αυτό το τεύχος το περιοδικό μας απαντά σε μια πρόκληση, την πρόκληση του Πρωτέα της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, κι ενός από τους μεγαλύτερους συγγραφείς παγκοσμίως, του Λουί Αραγκόν. Πρόσωπο σχεδόν μυθικό, μυθοποιημένο μάλλον μέσα στις τόσες περιπλανήσεις και διαδρομές του μας δημιουργεί το ερώτημα. Ποιος είναι ο Αραγκόν;

    Ο σουρεαλιστής, ο υπέρμαχος του ντανταϊσμού Λουί Αραγκόν που συμμετείχε σε ακραίες ντανταϊστικές εκδηλώσεις; Ο συνεπής κομμουνιστής που από τα 1933 ως το θάνατό του πορεύτηκε σε δρόμους παράλληλους με του κόμματός του; Ο Μεγάλος Ερωτευμένος, ο τρελός της Έλσας; Ο ποιητής; ο μυθιστοριογράφος;

     Μόνο και μόνο το γεγονός πώς υπήρξε όλ’ αυτά ταυτόχρονα και άλλα τόσα μαζί, πως η ζωή του ήταν μια «διαρκής κίνηση» με φορά από το παρελθόν προς το μέλλον, θ’ αποτελούσε λόγο γι’ αυτό το αφιέρωμα.

     Υπάρχει κι άλλη πλευρά. Η σχέση του με τη χώρα μας. Σχέση πολιτική –από τους πρωτεργάτες στην καταγγελία του δικτατορικού καθεστώτος-αλλά και ερωτική. «Λατρεύω την Ελλάδα», θα πει στα 1977 στην Αθήνα.

     Άνθρωπος του παντού και του πάντοτε ο Αραγκόν δεν χωρά σ’ αυτά τα λίγα και  μικρά για το μπόι του κείμενα, ταπεινό φόρο τιμής στην εκλιπούσα παρουσία του. Αυτός που «βίωσε την αιωνιότητα» δεν κλείνεται σε λίγες γραμμές. Ας είναι αυτή η προσπάθεια ένα βήμα, ένα πρώτο και απλό βήμα για να γίνει και στη χώρα μας γνωστός αυτός ο τόσο μεγάλος και τόσο Άγνωστος στο ελληνικό κοινό συγγραφέας, ο ποιητής της Έλσας, ο Λουί Αραγκόν».

     Στο αφιέρωμα του περιοδικού «Διαβάζω», συναντάμε και το όνομα του Jean Ristat, σελίδες 21-30. Κάτω από τον τίτλο «Είκοσι έξι ερωτήσεις στον Αραγκόν». Είναι είκοσι έξι ερωτήσεις και αντίστοιχες απαντήσεις (από τον ποιητή) για την ποίηση, πάνω στις παραλλαγές της και στη βαθιά της ενότητα, που τη χαρακτηρίζει μια διαρκής κίνηση. Η μετάφραση είναι της κριτικού Τιτίκας Δημητρούλια, η οποία ανοίγει την αυλαία του αφιερώματος με την σύνταξη του «Χρονολογίου 1897-1982», σελίδες 10-20. Επίσης, ο Jean Marcenac υπογράφει το κείμενο «Η διαρκής κίνηση», σελ.31-33 σε μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια. Ο Pierre Daix δημοσιεύει το  “ARAGON, PICASSO, MATISSE ή η απόδειξη μέσα από τη ζωγραφική”, σελ. 34-40. Η Suzanne Ravis γράφει το άρθρο «Ένα πρόσωπο που τ’ όνομά του είναι Χρόνος», σελ.41-47. Ακολουθούν οι σελίδες LA DEFENSE DE L’ INFINI, «Αυτό-πυρπόληση με στόχο τη λύτρωση της ένταξης μέσα σε μια διαρκή κίνηση», σελ.48-50 η μετάφραση είναι της Τιτίκας Δημητρούλια. Το «Μικρό Παράλογο Ευρετήριο» υπογράφει ο Daniel Bougnoux, σελ. 51-56. Και το αφιέρωμα του περιοδικού, κλείνει με την «Βιβλιογραφία ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ» του ποιητή και κριτικού Χρίστου Παπαγεωργίου σελ. 57-58. Όπου καταγράφονται 14 τίτλοι έργων του. 9 Αναφορές στον Λουί Αραγκόν και 3 τίτλοι Ανθολογιών, Ποιήματα του Λουί Αραγκόν δημοσιευμένα σε ανθολογίες. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει και «Δυο ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου για τον Αραγκόν» αφιερωμένα, από τις συλλογές (Πέτρες- Επαναλήψεις-Κιγκλίδωμα) 30/5/1969 και (Συντροφικά τραγούδια) 1977.

     Αντιγράφω στο παρόν σημείωμα, το δημοσίευμα για τον γάλλο Ντανταϊστή και Υπερρεαλιστή ποιητή το οποίο μας δίνει μία «περιληπτική», αλλά ικανοποιητική εικόνα, για τα τελευταία χρόνια της ζωής του αγωνιστή ποιητή, φίλου του έλληνα ομοιδεάτη ποιητή του Γιάννη Ρίτσου. Ποιήματα και Βιβλία του γάλλου ενάντια στον φασισμό ποιητή είχαν μεταφραστεί από την περίοδο του Μεσοπολέμου στην πατρίδα μας. Να μνημονεύσουμε το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», το περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» που τον μεταφράζει ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς. Το έργο του «Αργώ» συγγενεύει και έχει δεχτεί επιρροές από τον Λουί Αραγκόν. Το περιοδικό «Νέα Εστία» κλπ. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος του αφιερώνει ποίημα στην συλλογή του «Στις Γειτονιές του Κόσμου» και γράφει ποιήματα για τον γάλλο ποιητή κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα, κλπ.  Τίτλοι έργων του Λουϊ Αραγκόν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και κυκλοφορούν από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Λουί Αραγκόν στην χώρα μας μετέφρασαν ο ποιητής Αλέξανδρος Μπάρας, ο πεζογράφος Κοσμάς Πολίτης, ο Γιώργος Παπακυριάκης, ο Γιώργος Σπανός, ο Σωτήρης Παστάκας, ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, ο Στέφανος Ν. Κουμανούδης, ο Μανώλης Κορνήλιος, ο Α. Νεοφυτίδης, ο Άρης Αλεξάνδρου και αρκετοί άλλοι. Στις μέρες μας, συνεχίζονται να γράφονται μελέτες και να μεταφράζονται στα ελληνικά ποιήματά του και βιβλία του. Αρκετές από τις εργασίες είναι αναρτημένες στο διαδίκτυο. Ενδεικτικοί τίτλοι έργων του: «Σκλαβιά και μεγαλείο» διηγήματα, εκδ. Δάφνη και Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος. «Οι καμπάνες της Βασιλείας» εκδ. Οδυσσέας.(την επιμέλεια είχε η ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη). Από τις εκδόσεις Οδυσσέας κυκλοφόρησε και το βιβλίο «Οι καλές Συνοικίες». Το βιβλίο «Οι περιπέτειες του Τηλέμαχου», εκδόσεις Σμίλη.  «Ανισέ ή το Πανόραμα» μυθιστόρημα, και «Το χωριό μου το Παρίσι» και τα δύο από τις εκδόσεις Εξάντας, όπως και το μυθιστόρημά του «Μπλάνς ή η Λησμονιά». «Ο Παριζιάνος χωρικός» εκδ. Ύψιλον όπως και το έργο «Περί του Ύφους». Το βιβλίο του «Μ’ ανοιχτά χαρτιά» κυκλοφόρησε πρώτη φορά από τις εκδόσεις Θεμέλιο και από τις εκδόσεις Ηριδανός. Το ιστορικό σύγγραμμά του «Ιστορία της Σοβιετικής Ενώσεως 1917-1960», εκδόσεις Φυτράκη. Οι εκδόσεις Γαβριηλίδη εκδίδουν «Το μουνάκι της Ειρήνης» ενώ οι εκδόσεις της Σύγχρονης Εποχής κυκλοφορούν το πολύτομο βιβλίο του «Οι Κομμουνιστές» κλπ. Από τις εκδόσεις Κέδρος, κυκλοφορεί και το μελέτημα του Λουί Αραγκόν για τον έλληνα ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο.

     Ας δούμε τα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ του τόμου των εκδόσεων «ΠΛΕΘΡΟΝ» από όπου αντιγράφω τίτλους Ποιημάτων του.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (Ζώρζ Σαντούλ), σ.9-83

       ΕΠΙΛΟΓΗ  ΚΕΙΜΕΝΩΝ

       ΚΕΙΜΕΝΑ  ΓΙΑ  ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Η ρίμα του 1940, σ.87

Το μάθημα του Ρειμπεράκ, σ.90-

Arma virumque cano, σ.97-

Για τη Βροσελιάνδη, σ.100

Τα μαύρα ψάρια, σ.103-

Της δείχνω το υφάδι του τραγουδιού, σ.108

Συνεντεύξεις με τον Φρανσίς Κρεμιέ, σ.114

       ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΦΩΤΙΑ ΧΑΡΑΣ (1919)

     Ακροβάτης σ.121

     Σεισμός σ.121

Η ΑΕΝΑΗ ΚΙΝΗΣΗ (1926)

     Σημαδούρα σ.122

     Η δύναμη σ.123

Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΑ (1929)

     Ποίημα για να το φωνάξουμε μες στα ερείπια σ.124

ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΣ ΔΙΩΚΤΗΣ (1931)

     Σύγχρονη Λυκανθρωπία σ.127

ΟΥΡΡΑ ΤΑ ΟΥΡΑΛΙΑ (1933)

     Ναντιεζντίνσκ 1895 σ.131

Ο ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ (1941)

     Μικρή σουίτα ασύρματη σ.132

     Οι εραστές που χωρίζουν σ.133

     Τοιχογραφία του Μεγάλου Τρόμου σ.135

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ (1942)

     Νύχτα Εξορίας σ.136

     C   σ.138

     Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος σ.139

     Άσμα στην Έλσα σ.140

ΒΡΟΣΕΛΙΑΝΔΗ (1943)

Για την ψεύτικη βροχή που έπεσε πάνω σε μια πέτρινη πόλη  όχι πολύ μακριά από τη Βροσελιάνδη σ.142

ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΟΜΟΙΩΜΑΤΩΝ (1943)

     Γράφω σε τούτη τη χώρα σ.144

ΣΕ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΧΩΡΑ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΟΥ (1945)

     Η γλώσσα των αγαλμάτων (απόσπασμα) σ.146

ΓΑΛΛΙΚΟ ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ (1945)

     Ευτυχία η αγάπη δεν έχει σ.148

     Ο κληρωτός από τα εκατό χωριά σ. 149

Ο ΝΕΟΣ ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ (1948)

     Απελευθέρωση σ.153

     Τραγούδι του Οκτώβρη σ.153

     Για κόψε εκείνη την τρελή σ.154

ΤΑ ΚΑΡΑΒΑΝΙΑ ΜΟΥ (1954)

      Ο μαύρος Μάης σ. 155

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ (1954)

     Ονειρευόταν σ.156

     Βασίλευε ένα άρωμα σ.157

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ (1956)

     Ξοπίσω μου σέρνω σ.159

     Ω ανένδοτε σ.160

     Λίγο ακόμα μόνο σ. 163

     Πρόζα της ευτυχίας και της Έλσας σ.164

ΕΛΣΑ (1959)

     Αρχή σ.171

     ….Καί τέλος του ποιήματος σ.173

     Έλσα μια μέρα οι στίχοι μου ετούτοι σ.178

ΟΙ  ΠΟΙΗΤΕΣ (1960)

     Λόγος σε πρώτο πρόσωπο (απόσπασμα) σ.180

     Επίλογος σ.184

ΤΡΕΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΣΑ (1963)

     Άσμα Ασμάτων σ.187

     Το χαμάμ  σ.188

     Ω χείμαρρέ μου σ.191

     Έμμεση μαγική επίκληση (απόσπασμα)  σ.192

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙΑ ΜΕ ΑΛΛΟ ΠΑΡΙΣΙ ΜΟΝΟ ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ (1964)

Δεν υπάρχει για με άλλο Παρίσι μόνο της Έλσας (απόσπασμα) σ.198

Ο θάνατος στο Παρίσι (απόσπασμα) σ. 201

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1965)

     Ο ασπρογάλαζος λαβύρινθος σ.202

     Περί των ολίγων του εράσθαι των λέξεων σ.207

ΕΛΕΓΕΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ (1966)

     Ω κιθάρα σ.208

Το κρασί που γεννιέται απ’ τα πόδια του όποιου λαού σ.208

        ΑΝΕΚΔΟΤΑ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Το έτος 2000 δεν θα συμβεί (1965) σ.211

Ο άνθρωπος μόνος του… (1965)  σ.214

Μ’ άφησες… (1966)   σ.215

Ο Σαγκάλ Νο τόσο και πλέον (1966)  σ.215

Πωλ Κλέε (1878-1940)  (1966)  σ.216

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ σ.233

ΤΡΑΓΟΥΔΟΓΡΑΦΙΑ σ.229

     Ας δώσουμε και την πληροφορία, ότι ποιήματα-τραγούδια του Λουί Αραγκόν έχουν μελοποιήσει σημαντικοί γάλλοι μουσικοσυνθέτες, αλλά και ο δικός μας, ο σημαντικός Γιάννης Σπανός την περίοδο της διαμονής του στην Γαλλία.

    Ας κλείσουμε το σημείωμα στον γάλλο σουρεαλιστή ποιητή με τα δικά του λόγια από το βιβλίο του «Περί του «Ύφους», μτφ. Στέφανος Ν. Κουμανούδης, εκδόσεις Ύψιλον 1985.

     «Γιατί η αντί-ποίηση δεν είναι πιά διαλεκτική χίμαιρα. Πήρε σάρκα και οστά, σε μία αθλητική εποχή, έγινε σύστημα, έχει μάλιστα εν ανάγκη μεταφυσικές βάσεις. Η επιτυχία του Rimbaud, αφού τέτοια είναι η βρωμιά των γεγονότων ώστε να μπορούμε να μιλάμε για επιτυχία του Rimbaud, οφείλεται εν μέρει στην περίεργη ηθικότητα που αποδίδουν στη ζωή του. Γιατί τακτοποίησαν τόσο καλά τα πράγματα, που η ζωή του Rimbaud στις μέρες μας χρησιμεύει σαν μάρτυρας εναντίον της ίδιας της ποιήσεως. Αυτό το παράλογο έχει πέραση. Έτσι, καπελωμένοι από τον Rimbaud, οι νεαροί μας βιομήχανοι, οι ελπιδοφόροι δικαστές μας της κακιάς ώρας, καταδικάζουν υπέροχα ό,τι τους τα πρήζει κατά τρόπο κληρονομικό. Τέλος δεν είναι πια ανάγκη να διαβάζουμε όλους αυτούς τους στίχους. Η άγνοια βοηθάει. Τα βιβλία μπορούν να κοιμούνται μέσα στη σκόνη, δεν είναι φτιαγμένα γι’ αυτά τα φροντισμένα χέρια. Εν ανάγκη, πάμε στο θέατρο, με τις γυναίκες. Αλλά να διαβάζουμε. Ποιήματα. Έχουμε ξεπεράσει αυτό το στάδιο, σκεφτείτε το λίγο. Ο Hugo, ο Nerval, ο Cros, ο Nouveau, δεν θα μας δουλέψουν πιά μ’ αυτά τα παλιά παραμύθια. Αφέθηκα μάλιστα να πω σ’ έναν παλιό φίλο ότι μου αρέσουν τα μπιμπελό, με τον τρόπο που έχω ν’ ασχολούμαι μ’ όλους τους μικρούς ρομαντικούς. Φαίνεται ότι έχω συγκατάβαση για τους ελάσσονες ποιητές. Κι όμως μ’ αυτό εννοούμε τον Petrus Borel, αυτόν τον κολοσσό.

    Ναι, διαβάζω. Έχω αυτή τη γελοία συνήθεια. Αγαπώ τα ωραία ποιήματα, τους συγκλονιστικούς στίχους, κι ό,τι υπάρχει πέρα απ’ αυτούς τους στίχους. Είμαι ευαίσθητος πιό πολύ απ’ τον καθένα σ’ αυτές τις φτωχές, υπέροχες λέξεις που πέφτουν μέσα στη νύχτα μας από κάποιους ανθρώπους που δεν γνώρισα. Αγαπώ την ποίηση. Είμαι σε θέση να το κάνω. Εσείς μπορείτε να πείτε το ίδιο;»…. σελίδα 35.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

4 Φεβρουαρίου 2024