Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Σύγχρονος Κινηματογράφος, τεύχος 11/9,11,1976

Σύγχρονος κινηματογράφος νούμερο 11/9,11, 1976

    Σε παλαιότερο σημείωμα, είχα αποδελτιώσει το περιοδικό σύγχρονος κινηματογράφος 1975, σε αυτό αποδελτιώνω το τεύχος 11/Σεπτέμβριος-Νοέμβριος που έχω του 1976 και έχω μελετήσει, ασφαλώς, το σημαντικό αυτό περιοδικό της κινηματογραφικής τέχνης που διαμόρφωσε κατά κάποιον τρόπο την κινηματογραφική μας αισθητική και παιδεία εκείνη την εποχή, εξέδωσε και άλλα τεύχη, εδώ μεταφέρω μόνο αυτά που τυγχάνει ακόμα να έχω στην κατοχή μου και συμβουλεύομαι όταν παρακολουθώ παλαιές ταινίες και διαβάζω θεωρητικά κείμενα για την έβδομη τέχνη, δημιουργών και διαμορφωτών της τέχνης του cinema και του πολυσήμαντου κόσμου του τον προηγούμενο αιώνα.
      Έχοντας ηλικιακά γαλουχηθεί με τον «παραδοσιακό» κινηματογράφο των μεγάλων ευρωπαίων και αμερικανών σκηνοθετών και δημιουργών του προηγούμενου αιώνα, τον «κινηματογράφο τέχνης» το τότε, πειραματικό σινεμά, ή όπως έλεγαν, ο «κουλτουριάρικος κινηματογράφος»-όπως παραδείγματος χάριν ήταν οι ταινίες του ΖανΛυκ Γκοντάρ, του Αλαίν Ρενέ, «Ο Θείος μου από την Αμερική» που παρακολουθούσαμε σε ειδικές αίθουσες, όπως ήταν το Studio στην πλατεία Αμερικής, η Αλκυονίδα στην οδό Ιουλιανού, το Ίλιον στην Κυψέλη, την μεγάλη αίθουσα του Ράδιο Σίτυ στην οδό Πατησίων, την Όπερα και την Έλλη στην οδό Ακαδημίας, το Ατικόν και ο Απόλλων στην οδό Ακαδημίας, το Σινεάκ, την Ζέα, την Καστέλα στην περιοχή του Πειραιά, οι νέοι και οι νέες της γενιάς μου, γενιά του 1980,δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τον πολύ σύγχρονο κινηματογράφο και την προβληματική του,-τον κινηματογράφο της αλόγιστης και άκριτης δολοφονικής μανίας, της ιλουστρασιόν εμπορικότητας και της λουστραρισμένης σκληρότητας-ιδιαίτερα τον αμερικάνικο κινηματογράφο, έναν κινηματογράφο με ξέφρενους σκηνοθετικούς ρυθμούς, με την υπερβολική βία να γεμίζουν τα πλάνα του, με την συνεχή ροή θανάτου και ανθρωπίνου αίματος να πλημυρίζει τις οθόνες, την λατρεία της καταστροφής, το κρεσέντο πυροβολισμών(λες και βλέπεις να πέφτουν πεφταστέρια του ουράνιου θόλου) την επιλεγμένη-τα τελευταία χρόνια-θεματολογία του:-έμποροι και καρτέλ ναρκωτικών, βαποράκια και διακίνηση κάθε είδους ναρκωτικών, νονοί, συμμορίες εγκληματιών, κοινωνική παραβατικότητα κάθε μορφής, ηρωοποίηση του εγκληματία, αποδοχή και επιβράβευση του Κακού που αναζητά τον δικό του κυρίαρχο ζωτικό χώρο μέσα στις ζωές των ανθρώπων, δες «Η σιωπή των Αμνών», έλλειψη ατομικής δικαιοσύνης και υπονόμευση της κρατικής, λειτουργοί της Θέμιδος ανίσχυροι στην απόδοση του Δικαίου, γενικευμένος χρηματισμός και λαδώματα για την επίτευξη άνομων οικονομικών στόχων, λαθρεμπόριο και λαθρέμποροι, διακίνηση μαύρου χρήματος και παραεμπόριο, τυφλή βία των δρόμων στις άξενες μεγαλουπόλεις, ανεξέλεγκτη μικροεγκληματικότητα, φτώχεια και οικονομική εξαθλίωση, αστυφιλία, εσωτερική μετανάστευση του ντόπιου πληθυσμού από την επαρχία προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, προσφυγικές ροές από λαθρομεταφορείς και εκμεταλλευτές του ανθρώπινου πόνου και ζωής, που συμβάλλουν σε παραβατικές ενέργειες, συνεργασία των ντόπιων με ξένες εγκληματικές ομάδες, γενικευμένη κρυφή ή απροκάλυπτη πορνεία, προβολή του τζόγου, αναβολικά στον χώρο του αθλητισμού, πολιτική διαφθορά, πολιτικές μεθόδους εύκολου πλουτισμού, έλλειψη κοινωνικών προτύπων ζωής, άκριτος μιμητισμός του life style, νεοπλουτίστικες φιλοδοξίες, φοροδιαφυγή, ερημιά των μεγάλων αστικών κέντρων, συνεχή ανατροπή των πολιτικών και κοινωνικών ιδανικών σταθερών και δομών των κρατικών οντοτήτων, υποστήριξη με οικονομικά, στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα των κάθε μορφής δικτατορικών καθεστώτων, αεροπειρατείες, θρησκευτικός φανατισμός, αγριότητα θρησκευτικών πολέμων, ανατροπή των παραδοσιακών αξιών, διάλυση της ούτως ή άλλως διαλυμένης οικογενειακής εστίας, και όλα αυτά που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες και αποτελούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο υποχρεωνόμαστε να οικοδομήσουμε είτε τον προσωπικό μας βίο είτε τον χώρο της οικογένειάς μας. Μία ευρεία γκάμα θεμάτων με την οποία ασχολείται κυρίως, ο αμερικάνικος σύγχρονος κινηματογράφος και οι σκηνοθέτες του. Μια βία που έχει εξαχθεί ακόμα και στο διάστημα. Η βία για την βία. Κυριαρχία και αποδοχή του κακού από τις μεγάλες μάζες των ανθρώπων, οχλοποίηση της ζωής, επικρότηση και επιβράβευση της πιο σκληρής και αδίστακτης προσωπικότητας μέσα στην κοινωνία και τις ανθρώπινες συνειδήσεις, η οποία γίνεται μοντέλο για τους νεότερους, σχολικός εκφοβισμός, παντελής έλλειψη αισθητικής, στην ένδυση, στα σωματικά τατουάζ, στην υπόδηση, στην κόμμωση, στη βαφή του προσώπου. Επιλογή του δαιμονικού στοιχείου και θεματική προβολή του από ένα κομμάτι του μουσικού στερεώματος, θρησκευτική ή κοινωνική ειδωλολατρία και δεισιδαιμονική συμπεριφορά πιστών, μη αποδοχή οποιασδήποτε θετικής μορφής και ελπιδοφόρας μεταφυσικής πίστης επαληθεύσιμης κοινωνικά και προσωπικά, δοξολόγηση του Κακού ως αναγκαίου και απαραίτητου οντολογικού στοιχείου μέσα στην Φύση από τον σύγχρονο άνθρωπο, ή παράλληλα, με την παραδοσιακή εθιμική οντολογία του Καλού στις σύγχρονες μοντέρνες και μεταμοντέρνες Κοινωνίες. Εντύπωση κάνει, ότι ακόμα και τα διάφορα καρτούν που είναι για πολύ μικρές ηλικίες παιδιών είναι γεμάτα βία και εγκληματικότητα. Ο Μαύρος Πιτ των Μίκυ Μάους των παιδικών μας χρόνων, μοιάζει αγγελική μορφή μπροστά στους ήρωες των σημερινών τηλεοπτικών καρτούν. Ένας αμερικανικός κινηματογράφος, αλλά και σύγχρονος ευρωπαϊκός, που θα λέγαμε, ότι τα φαντάσματα της ψυχής των σκηνοθετών συνοδοιπορούν με τα φαντάσματα των σύγχρονων θεατών στις εναπομείναντες σκοτεινές αίθουσες, ή στους τηλεοπτικούς δέκτες. Θα αντιτείνει ένας κινηματογραφόφιλος, ένας φαν των σύγχρονων ρυθμών της κινηματογραφικής τέχνης και των τηλεοπτικών ταινιών, και απόλυτα δικαιολογημένα ιστορικά, ότι οι παλαιότερες από εμάς γενιές των ανθρώπων τόσο της γηραιάς ηπείρου όσο και της υπερατλαντικής υπερδύναμης αλλά και σε διεθνές επίπεδο, δεν είναι αυτές που δημιούργησαν με τον εθνικισμό τους, τις αποικιοκρατικές τους επεμβάσεις, την επέκταση και εξαγωγή των αχαλίνωτων οικονομικών φιλοδοξιών τους, τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τους δεκάδες τοπικούς, τα κρεματόρια του Άουσβιτς, του Νταχάου, τα Ολοκαυτώματα, τα στρατόπεδα Γκούλακ, τα καταναγκαστικά έργα για τους αντιφρονούντες, τις εμφύλιες συρράξεις, την ρατσιστική βία, τις εκατόμβες νεκρών και αθώων θυμάτων, όπως είναι αυτές των Εβραίων κυρίως, και άλλων εθνικών, φυλετικών, σεξουαλικών μειονοτήτων; τις αιματηρές επεμβάσεις ισχυρών και πλούσιων κρατών, τις στρατιωτικές δικτατορίες, τα μεγάλα πυρηνικά ατυχήματα και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος; την ερημοποίηση των πλουτοπαραγωγικών εκτάσεων για την εγκατάσταση μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, της εργατικής εκμετάλλευσης και του ντόπιου υπεδάφους, την αλλαγή συνόρων χωρών για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων των πετρελαίων τους; Ερωτήματα αμείλικτα και διαχρονικά που αγγίζουν κατά κάποιον τρόπο τα όρια της ανθρώπινης ιστορικής πορείας στο διηνεκές.
     Αν διαχρονικά η Παγκόσμια Τέχνη, και η Τέχνη κάθε Έθνους ή Ομάδας ξεχωριστά, αντικατοπτρίζει την Κοινωνία και τα προβλήματά της, τα ατομικά και ιδιαίτερα προβλήματα των ανθρώπων, την ιερή του ετερότητα και καλλιτεχνική του αυτοαναφορικότητα, η Τέχνη του Σύγχρονου Κινηματογράφου και η σκληρότατη προβληματική του και πολύ μοντέρνα ερμηνευτική του γλώσσα, εκφράζει με τον καλύτερο, αποτελεσματικότερο και απτότερο τρόπο, τα πολλαπλά και ποικίλα αδιέξοδα των σύγχρονων κοινωνιών των σημερινών ατόμων. Το υπέρλογο και άφατο μεταφυσικό κουκούλι των ανθρώπων των παλαιότερων εποχών που σκέπαζε παρηγορητικά και καθοδηγούσε τα μεγάλα πλήθη και τις πολύστικτες κοινωνικές μάζες μέσα στην Ιστορία, η πανάρχαια Διονυσιακή Καθαρτήρια Τραγωδία και η συνέχειά της Χριστιανική Θυσιαστική-σταυροαναστάσιμη Πασχάλια καταλαγή, δεν ανακουφίζουν ίσως τους ανθρώπους του δυτικού ημισφαιρίου πλέον. Ο Δυτικός κόσμος από εκχριστιανίστηκε πριν ακόμα ολοκληρώσει τον κύκλο του εκχριστιανισμού του, και αυτό, είχε σαν ιστορική συνέπεια την αρχή του τέλους του κλασικού αρχαίου τραγικού λόγου, το τέλος της τραγωδίας ως εξωτερίκευση ουσιαστικής κοινωνίας σχέσεων των ανθρώπων και οργάνωση πολιτών, και ανάδυση των πιο σκοτεινών και στείρων δυνάμεων της αίσθησης του τρόμου και του κενού, τον βίαιο τεμαχισμό των ανθρωπιστικών οραμάτων που έχει εγκατασταθεί στις σύγχρονες ανθρώπινες ψυχές. Απομαγεύτηκε ο Κόσμος μας και αποιεροποιήθηκε το ανθρώπινο πρόσωπο, τόσο ως οντολογικό όσο και ως κοινωνικό υποκείμενο. Το ανθρώπινο Πρόσωπο και το ίδιο το Σώμα του μοντέρνου ανθρώπου εμπορευματοποιήθηκε. Χάθηκαν τα δημιουργικά και φιλάνθρωπα ριζώματα της παράδοσης που ακολουθούσαν οι μεγάλες μέσα στην ιστορία μάζες. Οι χθόνιες παραμυθιακές ρίζες με το θυσιαστικό και αγωνιστικό αίμα των μεγάλων οντολογικών προτύπων και μεταφυσικών ιδεοτύπων που γέννησε ο δυτικός άνθρωπος μέσα στην ιστορική του διαδρομή και την πολιτισμική του πορεία, μετά από μακροχρόνους αγώνες και εμφύλιες διαμάχες, έχουν στερέψει από τους χυμούς Ζωής που τροφοδοτούσαν τον βίο των ανθρώπων. Απέσβετο και Λάλων Ύδωρ, θα πει με αδιάφορη μεγαλοπρέπεια εδώ και αιώνες ο χρησμός στον νέο άνθρωπο, καθώς πορευόταν την μοναχική του διαδρομή βγαίνοντας από το σπήλαιο του μύθου. Ο δυτικός άνθρωπος ως προσωπικότητα ιερή μέσα στη φύση και οι επιμέρους κατά χώρα παραδόσεις του, έπαψαν εδώ και αιώνες να αυτοκατανοούνται από το ίδιο το πάσχον σώμα της ιεροφαντικής ιστορίας που τις γέννησε. Προϋπόθεση της σύγχρονης μεταμοντέρνας αυτογνωσίας της ανθρώπινης προσωπικότητας, δεν είναι πλέον το ιερό μυστικό στοιχείο που εικονίζεται στο πρόσωπο κάθε όντος ξεχωριστά και ανεπανάληπτα και αναδεικνύεται μέσα από σειρά αδιόρατων μυητικών τελετουργιών της Τέχνης, αλλά η απομυθοποίηση του Κακού, ή ακόμα καλύτερα, η επικράτηση της φοβικής και τρομερής πνοής του ως παράγουσα ζωή μέσω μιας γλώσσας παραληρηματικής των σύγχρονων ατόμων. Η ανθρώπινη γλώσσα,  δεν μπορεί να συμφιλιώσει και να ενοποιήσει την χαμένη ανθρώπινη συνείδηση των σύγχρονων καιρών, οι υπαρξιακές υποθήκες του αρχαίου τραγικού λόγου έχουν μετατραπεί σε μεγαλεπήβολους εγωκεντρικούς αυτοσχεδιασμούς, σε ευφάνταστες σκηνοθετικές θεαματικές στειρότητες πάνω και πέρα της αρχαίας Θυμέλης. Έγιναν Θέαμα που ούτε ιερουργεί ούτε αυτοιερουργείται. Μια σύγχρονη μετά γλώσσα του σημερινού κόσμου μας, ξεδιάντροπα αφιλάνθρωπη και αφιλεύσπλαχνη που δεν φασματοσκοπεί παρά μόνο την εφημερότητά της. Ο Κινηματογραφικός φακός στην επιθυμία του να εκφράσει όσο το δυνατόν αυθεντικότερα την μοντέρνα και μεταμοντέρνα ανθρώπινη ψηφιδωτή πραγματικότητα, αποπνευματοποιήθηκε. Από Τέχνη έγινε τεχνουργία.
     Δυνατά, Δυνατά γίναν όλα δυνατά τα αδύνατα σε ένα θέαμα φτηνό…, θα πει μια σύγχρονη «μαντική» γυναικεία φωνή των ημερών μας, που σημαίνει μάλλον, την αναίρεση του Καζαντζακικού Τετέλεσται, δηλαδή, όλα αρχίζουν από την αρχή. Περασμένα Ξεχασμένα κι όλα από την αρχή ξανά…(;) λέει ένας άλλος επίκαιρος στίχος, χωρίς όμως να μπορεί ο στίχος αυτός και η γλώσσα ευρύτερα των μοντέρνων ανθρώπων να αρτιώσει ή να θεσπίσει ακόμα καλύτερα, ένα αρχετυπικό καθαρτήριο νόημα μιας θεολογικής-μυστικής κοινωνικής οντολογικής αναγωγής που οικοδομεί και στερεώνει τις ανθρώπινες σχέσεις. Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης. Γλώσσα μου, πατρίδα μου και συν-αναστάσιμη αναφορά μου, τι λέξεις εφηύρες για να μην σε ερμηνεύουμε. Ο μοντέρνος κινηματογράφος είναι η συνέχεια της σύγχρονής μας καθημερινής ακοινώνητης εγωκεντρικής ανθρώπινης συνομιλίας με διαφορετικά τεχνικά μέσα.
      Ουροβόρος όφις ο Χρόνος, που αλέθει στο αλωνάκι του το στάρι της ανθρώπινης ύπαρξης και περιπέτειας, που κουρνιάζει στην αγκαλιά της Περσεφόνης, μην αφήνοντάς την να Βγει στου Κόσμου το μπαλκόνι. Κοιμήσου Μάνο, ζεσταίνεις και καρπίζεις το χώμα που μας περιμένει.
Ας δούμε τα τεύχη του σύγχρονου κινηματογράφου του 1976
•τεύχος 11/11,12,1976, δραχμές 50. Δίμηνο περιοδικό. Εκδόσεις Σύγχρονος Κινηματογράφος. Το εξώφυλλο έχει εικόνα από την ταινία HAPPY DAY του Παντελή Βούλγαρη, σελίδες 106.
Το περιοδικό ξεκινά με το κείμενο για το 17ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ.
Συμπτώματα μιας κρίσης, με κείμενα των: Χρήστου Βακαλόπουλου, Μιχάλη Δημόπουλου, Άλκη Λελούδη, Νίκου Παναγιωτόπουλου και Νίκου Σαββάτη.
Αναφέρονται σχετικά: «Επιχειρούμε εδώ μια πολυκριτική αντιμετώπιση του 17ου φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τα κείμενα/αποσπάσματα που ακολουθούν δεν ολοκληρώνουν μια προβληματική, προαναγγέλλουν απλά μερικά άλλα κείμενα που θα ακολουθήσουν. Ο αποσπασματικός τους χαρακτήρας προσπαθεί να προσδιορίσει τα συμπτώματα μιας κρίσης. Θεωρούμε ότι η «κάμψη» του ελληνικού κινηματογράφου στο πρόσφατο φεστιβάλ δεν είναι παρά το σύμπτωμα μιας ιδεολογικής και αισθητικής κρίσης της κινηματογραφίας μας που εκδηλώνεται μέσα από τη θεματική και τη γραφή της. Αρνούμαστε από την άλλη να καταδικάσουμε ή να αθωώσουμε δημιουργούς και προϊόντα, να πέσουμε με λίγα λόγια στην παγίδα της κυρίαρχης κριτικής που ξεκόβει τα προϊόντα απ’ την ιδεολογία/αισθητική αλλά και την οικονομική τους βάση. Εξετάζουμε εδώ την πρώτη κι αφήνουμε ανοιχτή την υποχρέωσή μας για μια συστηματική μελέτη της δεύτερης. Ο ελληνικός κινηματογράφος βρίσκεται σ’ ένα σημείο καμπής. Τριγυρίζουμε γύρω από ένα διάλογο που πρέπει επιτέλους κάποτε να αρχίσει.»
Και συμπληρώνει το άρθρο: «Η πολυκριτική αναφέρεται στις ταινίες μεγάλου μήκους:
Μάης του Τάσου Ψαρρά,
Το άλλο γράμμα του Λάμπρου Λιαρόπουλου,
Μετανάστες του Δημήτρη Αντωνόπουλου,
Happy Day του Παντελή Βούλγαρη,
Διαδικασία του Δήμου Θέου,
Γράμμα στον Ναζίμ Χικμέτ του Κώστα Αριστόπουλου,
Κύπρος, η άλλη πραγματικότητα των Λάμπρου Παπαδημητράκη-Θέκλας Κίττου.
Και τις μικρού μήκους:
Λίβυος του Γιώργου Καλογιάννη,
Όπερα του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου,
Μοναστηράκι της Γκαίης Αγγελή,
Άτιτλο της Κικής Λαζόγκα,
Ελληνική κοινότητα Χαϊδελβέργης του Λευτέρη Ξανθόπουλου,
Νύχτες του Γιώργου Κατακουζηνού,
Το γελεκάκι της Ίριδας Ζαχμανίδη,
Κρεπ ντέ σίν της Μαρίας Γαβαλά,
Τσάμικο-μια ηρωική παράσταση του Μάνου Ευστρατιάδη,
Νικόλας του Δημήτρη Βερνίκου,
Άβυσσος του Δημήτρη Πανταζίδη,
Πλήν κάδρο του Λεωνίδα Παπαδάκη,
Μεταίχμιο των Μπενίση-Κανελλόπουλου.
     Οι ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους που αναφέρουν οι συντάκτες των κειμένων, ήταν οι γνωστότερες και ίσως πιο «εμπορικές» την περίοδο εκείνη. Ταινίες, που ίσως προετοίμασαν την κατοπινή άνθιση του ελληνικού κινηματογράφου για το ευρύ κοινό. Ταινίες εμπορικές αλλά με συγκεκριμένο μήνυμα και ιδεολογία, όπως ήταν ο βραβευμένος «Άγγελος» του Κατακουζηνού με το πρωτότυπο για την εποχή του θέμα, ο «Ηλεκτρικός Άγγελος» του πρωτοποριακού Θανάση Ρεντζή, το «1922» του Νίκου Κούνδουρου(με τον καταπληκτικό «Δράκο» του με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, αλλά και τις μικρές «Αφροδίτες» του), μια επικών διαστάσεων ταινία που η ματιά του σκηνοθέτη, αφαιρεί το φωτοστέφανο της αλήθειας από τους πατριδοκάπηλους και τους εθνικιστές, την αντιπολεμική Τριλογία του Μιχάλη Κακογιάννη βασισμένη πάνω σε αρχαίους ελληνικούς μύθους και ιδιαίτερα, τις συγκλονιστικές του «Τρωάδες», ο «Μέγα Αλέξανδρος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου με τα αργόσυρτα πλάνα του, που η ματιά του σκηνοθέτη νωχελικά αναπαύεται πάνω στο πλάνο για μεγάλα χρονικά διαστήματα,-και το χέρι που αναδύεται από την θάλασσα με κομμένο τον δείχτη-την καταπληκτική φωτογραφία και μουσική επένδυση της ταινίας του «Ταξίδι στα Κύθηρα» αυτή η συνεχής ιστορική και πολιτική εξορία, αλλά και άλλες του ταινίες, ένας καθαρά πολιτικός σκηνοθέτης με την Ιδεολογία να αγκαλιάζει κάθε του έργο, που η Ιστορία και ο Χρόνος συμβαδίζουν αλληλένδετα. «Η Ρόζα», που παρέπεμπε στην επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, με την σοβαρή ηθοποιό Εύα Κοταμανίδου, η «Παραγγελιά» του Τάσιου του συζύγου της ηθοποιού και ποιήτριας Κατερίνας Γώγου, την προφητική «Γλυκιά Συμμορία» του Νίκου Νικολαϊδη, τον «Θεόφιλο» του Λάκη Παπαστάθη ένα κλασικό φίλμ, ύμνος στις αξίες του ελληνισμού και της παράδοσης, το «Καραβάν Σεράϊ» με το συνεχές ταξίδι των ανθρώπων, και μια σειρά άλλων-επικών ταινιών-που αγαπήθηκαν από το μεγάλο κοινό, έως τον πρόσφατο σχετικά, «Καβάφη» του Γιάννη Σμαραγδή, που ο Αλεξανδρινός ποιητής του προηγούμενου αιώνα, διεθνοποιήθηκε κινηματογραφικά μέσω της ερωτικής του Σωματικότητας, αλλά και πολλές άλλες που ήσαν θα γράφαμε, οι ποιοτικές ταινίες, οι κάπως «κουλτουριάρικες» ή δυσνόητες για το μεγάλο κοινό, αλλά και ίσως τους κινηματογραφόφιλους που όμως τις παρακολουθούσαν με την σοφή καθοδήγηση των ανθρώπων του κινηματογράφου που έγραφαν κριτικές στις εφημερίδες, στα προγράμματα των σινεμά, ή διοργάνωναν συζητήσεις σε Κυριακάτικες συνήθως προβολές και μας ανέλυαν τις ταινίες αυτές τις πιο ειδικές και «σοφιστικέ» με προεξάρχοντα την κινηματογραφική ναυαρχίδα, τον κυρό Βασίλη Ραφαηλίδη, και τις κινηματογραφικές κριτικές του στην εφημερίδα «Το Βήμα» και ιδιαίτερα στις ολοσέλιδες της εφημερίδας το «΄Εθνος». Θυμάμαι επί δύο περίπου ώρες στον κινηματογράφο «Αλκυονίδα», να παρακολουθώ την ταινία του Δήμου Θέου «Διαδικασία», η κάμερα γύριζε με αργό ρυθμό επί δύο σχεδόν ώρες γύρω από ένα κυκλικό βυζαντινό τέμπλο αν θυμάμαι σωστά και ο αφηγητής μας μιλούσε για θέματα τέχνης, με μικρά ενδιάμεσα επεισόδια σχετικών αναφορών από την αρχαία τραγωδία(;). Μια επαναληπτική διαδοχή εικόνων, ξανά και ξανά με το μάτι του θεατή να παρακολουθεί στοχοθετημένο στην ροή του σκηνοθετικού οφθαλμού, την κίνηση της κυκλικής αφήγησης. Δύο ώρες σαν το παιδικό παιχνίδι, το γνωστό μας «βαρέλι του θανάτου» που ο μοτοσικλετιστής σπειροειδώς όμως ανεβαίνει από τα κάτω προς τα πάνω. Εδώ η κάμερα γύριζε σταθερά και αργά κυκλικά-πράγμα αρκετά κουραστικό. Όμως, αν εξαιρέσουμε αυτούς που δεν άντεξαν και έφυγαν, από σεβασμό έκατσα έστω και αν δυσανασχετούσα και την παρακολούθησα, μαζί με άλλους μετρημένους στα δάχτυλα θεατές. Το άντεξα έχοντας κατά νου, το μουσικό μοτίβο του Μπολερό του Μωρίς Ραβέλ. Μόνο που η θεσπέσια αυτή μουσική σύνθεση, αργά και μεθοδικά μας δημιουργεί μια ανελικτική αίσθηση ευφορίας, ενώ η Διαδικασία παρά το ενδιαφέρον του θέματός του-με την βυζαντινή του ατμόσφαιρα-ήταν κάπως «αποστειρωμένη καλλιτεχνικά». Τα θεωρητικά κείμενα του Δήμου Θέου σχετικά με την λειτουργία της Εικόνας που διάβασα κατόπιν, τα χάρηκα.
Η άλλη ενδεικτικά αναφέρω ταινία, είναι του συγχωρεμένου Ανδρέα Βελισσαρόπουλου, που την παρακολουθήσαμε για πρώτη φορά μαζί με έναν πολύ καλό μου φίλο, και μετά ξανά, με τον συγγραφέα Λουκά Θεοδωρακόπουλο-φίλο του Βελισσαρόπουλου και δικό μου, στο σπίτι του σκηνοθέτη. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα μέσα σε σπίτι κινηματογράφο. Μια μικρού μήκους τρυφερή και ερωτικής ατμόσφαιρας ταινία, σίγουρα πειραματική, με ευαίσθητες σκηνές, πλάνα παιδικής αθωότητας και στοργής, αντρικό και γυναικείο γυμνό-από τα πρώτα αντρικά γυμνά που είχαμε την τύχη οι τότε νέοι να παρακολουθήσουμε στις ελληνικές οθόνες, μετά την θρυλική ιστορική ταινία «Δάφνης και Χλόη», ας θυμηθούμε και το γυμνό αντρικό κορμί στο θεατρικό έργο «Ένας Έλληνας σήμερα» του σκηνοθέτη και συγγραφέα Δημήτρη Κολλάτου που είχε απαγορευτεί εκείνη πάνω κάτω την περίοδο. Ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος ένας αδέσμευτος, μορφωμένος, μάλλον ευκατάστατος ακτιβιστής καλλιτέχνης, που αναφέρονταν και στην επαγγελματική του πορεία στο Παρίσι που ζούσε κατά διαστήματα, μας έδωσε μια μικρή ταινία ύμνος στο αντρικό Σώμα. Αν το ανθρώπινο Σώμα είναι η καταγωγή του ανθρωπίνου είδους μέσα στην Ιστορία, ο Ερωτισμός που αυτό εκπέμπει και μαγνητίζει το Σώμα του Άλλου, είναι η αρχή της περιπέτειας του ανθρωπίνου όντος μέσα στις στοές του Πολιτισμού. Το Σώμα με τους δικούς του μυστικούς κώδικες και αποκαλυπτικές του χειρονομίες είναι ένα διαρκές ταξίδι μέσα στον εφήμερο χρόνο του φθαρτού ατόμου. Το Σώμα κάθε ζωντανού Όντος, είναι από μόνο του ένα ζωντανό ανεξερεύνητο σύμπαν. Ας θυμηθούμε τις βουβές ταινίες του Τσάρλυ Τσάπλιν, που είναι τόσο εύγλωττες στα μηνύματά τους, έχουν τόση μεγάλη γλωσσική ποικιλία επικοινωνίας, που, σε όποια μέρη του κόσμου και αν παιχθούν, σε όποιες εθνότητες και αν δειχθούν θα γίνουν αμέσως και σωματικά άμεσα αντιληπτές και αποδεκτές. Το αντρικό Σώμα, με την νωχέλειά των αγαλμάτινων στάσεών του, την ερωτική του Τσαρουχική πόζα, οι στάσεις των κορμιών των νεαρών ανδρών του Πειραιώτη δασκάλου και εικαστικού Γιάννη Τσαρούχη, ήταν εμφανείς στο έργο Όπερα του Βελισσαρόπουλου, χωρίς φυσικά να υιοθετεί ο σκηνοθέτης και τον στρατιωτικό φετιχιστικό ερωτισμό του Γιάννη Τσαρούχη, έτσι όπως μας αποκαλύπτεται με ερωτική αρχοντιά στους πίνακές του. Η μικρή αυτή ταινία, εξέπεμπε μια θεατρικότητα, το στήσιμο και οι πόζες των σωμάτων βρίσκονταν μέσα σε ένα κλειστό περιβάλλον, αν θυμάμαι σωστά, οι ενδυματολογικές τους σκηνικές αναφορές επίσης, ανακαλούσαν θεατρικό χώρο. Ο σκηνοθέτης, χωρίς να έχει πρόθεση να σκανδαλίσει-κάτι φοβερά δύσκολο για εκείνη την εποχή στην Ελλάδα-μας πρόσφερε κάτι πρωτοποριακό για την εποχή του και τα ελληνικά δεδομένα, μας έδωσε την γραφή της αναπαράστασης του ερωτισμού που εκπέμπει το αντρικό σώμα. Το Σώμα καθρεπτίζεται είτε μέσα στην εικονιστική του αφήγηση, είτε μέσα στην ερωτική του αυτοαναφορικότητα. Καδραρισμένα σώματα αγοριών με κοντά φανελάκια, με την ρώμη του έρωτός τους να προβάλλει τους δικούς της κώδικες, που σεμνύνονται για την σωματική τους ομορφιά και τον σωματικό τους ερωτισμό, και αποβάλλοντας τα ρούχα τους, γυμνά και ποθητά, κρύβονται πίσω από γυναικεία γυμνά σώματα που προβάλουν και εκείνα τον δικό τους προκλητικό ερωτισμό, ποζάροντας με γυναικεία αυταρέσκεια. Λεπτές σωματικές χειρονομίες, ειρωνικές κινήσεις προβολής της εφηβικής ρώμης, σωματική νωχέλεια, αργές κινήσεις που χαράσσουν την ερωτική τους αναφορά, Τσαρουχικά πλάνα, πόζες μεταξύ πρόσκλησης και κρυφού πόθου, εγγράφουν τον δικό τους κώδικα εικονιστικής επικοινωνίας με τον θεατή. Το Σώμα είναι παρόν όχι μόνο με την παρουσία του, αλλά υποδηλώνει και την κυριαρχία του μέσα στα αφανέρωτα όνειρα και κρυφές επιθυμίες του θεατή. Τα πλάνα ήταν υπέροχα,-η αίσθησή τους, έστω και αν έχει ξεθωριάσει στην μνήμη μου, παραμένει ζωντανή, όπως και η μουσική επένδυση, που συνόδευε την ταινία. Η Όπερα του ευγενικού αυτού ατόμου και σκηνοθέτη που χάθηκε τόσο πρόωρα, ανέδειξε για την εποχή του, τον αντρικό ερωτισμό της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, με έναν τρυφερό και καλλιτεχνικό τρόπο, όπως αντίστοιχα, κάτω από διαφορετικές αφετηρίες και ερωτικούς κώδικες ο Θάνος Βελούδιος, ανέδειξε την πριαπική αγαλμάτινη αναπαράσταση των αντρών «εραστών του», μέσα από τις διάφορες φωτογραφίες του, στα «ελληνικά αγάλματα». Ανδρέας Βελισσαρόπουλος, ένα ευγενικό άτομο, μορφωμένο και καλλιεργημένο, κρατούσε τις ανταποκρίσεις από το Παρίσι στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» όπως και η Ήρα Φελουκατζή τότε. Τα σκόρπια δημοσιευμένα κείμενά του στα διάφορα έντυπα, νομίζω δεν έχουν συγκεντρωθεί σε αυτοτελή έκδοση. Ξεχάστηκε και αυτός πολύ γρήγορα, τον θυμούνται ίσως τα εναπομείναντα άτομα του ΑΚΟΕ του περιοδικού Αμφί της τότε παλαιάς φρουράς της οδού Ζαλόγγου, και οι ελάχιστοι, οι τότε νεότεροι κινηματογραφόφιλοι.
     Ορισμένες ακόμα από τις μικρού μήκους ταινίες που παρακολούθησα εκείνης της εποχής, όπως ήταν η πολιτικού και ταξικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου θα γράφαμε ταινία ήταν «Ο Μάης» του σκηνοθέτη Τάσου Ψαρρά. Μια ταινία που παρακολουθεί τα γεγονότα του Μάη του 1936,-από όπου εμπνεύστηκε ο βάρδος της Ρωμιοσύνης ποιητής Γιάννης Ρίτσος, το έργο του «Επιτάφιος»-την πανεργατική απεργία, τις συγκρούσεις των εργατών με τα όργανα της τάξης, και τα διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν, όλα τα τότε δραματικά εργατικά και κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα παρακολουθούνται από την σκηνοθετική ματιά σαν ο αναγνώστης να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο ιστορίας γεγονότων που έχουν συμβεί. Ο Ψαρράς παρακολουθεί την ιστορία από απόσταση, δεν παρεμβαίνει, δεν δημιουργεί ιδεολογικές ερμηνευτικές ρωγμές, δεν «ερμηνεύει», απλά αφήνει τον φακό του να κυλίσει στις ράγες των ιστορικών γεγονότων και με «ντοκουμενταρίστικο» τρόπο αφηγείται τα καθέκαστα. Την ίδια περίοδο, παίχτηκε στους ελληνικούς κινηματογράφους και η πολιτική ταινία Happy Day του Παντελή Βούλγαρη με την εξαιρετική μουσική του Διονύση Σαββόπουλου. Μια ταινία που είχε προκαθορισμένη ιδεολογική μυθολογία, και ακόμα πιο συγκεκριμένη τοπολογία, η Μακρόνησος και ο εφιαλτικός κόσμος των εξόριστων κρατουμένων την περίοδο του εμφύλιου σπαραγμού και μετέπειτα. Οι κινηματογραφικές εικόνες αφηγούνται την αιματοβαμμένη διαδρομή και μαρτύριο-μαρτυρία των ηττημένων της αριστερής παράταξης, του μαρτυρικού τόπου εξορίας των, τους συναισθηματικούς δείχτες της ατομικής τους χαρακτηρολογίας, των αγωνιστικών τους οραμάτων, τον νοσταλγικό τους οραματισμό, τα ιδεολογικά και πατριωτικά τους αδιέξοδα, και την σθεναρή αγωνιστική συνείδηση των εξόριστων. Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη, διαπραγματεύεται τα ιστορικά γεγονότα χωρίς να υιοθετεί το φωτοστέφανο της αριστερής μαρτυρίας, γίνεται άμεσα κατανοητή και αναγνωρίσιμη χωρίς πολλές απαιτήσεις από τους θεατές, η πρόσφατη ιστορία δεν μετατρέπεται σε μια στυλιζαρισμένη μανιέρα καταδίκη των νικητών βασανιστών και ηρωοποίηση των νικημένων. Ο Βούλγαρης χτίζει έναν μύθο, που τον αναδεικνύει κατά τον καλύτερο τρόπο η μουσική του Διονύση Σαββόπουλου, και αφήνει τα πρόσωπα να αφηγηθούν την ατομική τους εμπειρία. Η Ιστορία γίνεται η συμπληρωματική μεταγενέστερη πραγματικότητα της κινηματογραφικής αφήγησης, ξυπνώντας μνήμες, εγείροντας συνειδήσεις, προκαλώντας ερεθισμούς αντίστασης. Ο φακός περπατά πάνω στα ερείπια τόσο των νικητών όσο και των νικημένων, απομυθοποιεί τον ιδεολογικό μύθο που την ίδια στιγμή χτίζει, αφήνοντας την σκοτεινή αντάρα του ανέμου του χρόνου να έχει τον τελευταίο λόγο στο μελλοντικό βιβλίο της ιστορίας. Η ταινία αυτή, όπως και «άνθρωπος με το γαρύφαλλο», ήσαν οι πλέον πολιτικές ταινίες που ευτυχήσαμε να παρακολουθήσουμε τα χρόνια εκείνα. Που η αποτίμηση των ιστορικών γεγονότων των μετεμφυλιακών χρόνων, δεν γράφονταν από επιφανείς ιστορικούς, από δογματικούς κομματικούς ερμηνευτές, αλλά με τις μνήμες και τα βιώματα των απλών ανθρώπων, που έζησαν στο πετσί τους την βία και τα βασανιστήρια. Ωραία εποχή για εμάς τους τότε νέους να παρακολουθούμε ταινίες τέτοιας υφής και ποιότητας, με έναν νέο ελληνικό κινηματογράφο που άνθιζε και έβγαινε από τον λήθαργο της επτάχρονης πολιτικής καταπίεσης, και που ήταν, το άλλο πρόσωπο των εξαιρετικών Μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη των ταινιών της Φίνος Φιλμ, με τις πανέμορφες Ζωή Λάσκαρη, Μαίρη Χρονοπούλου, Μάρθα Καραγιάννη και άλλων γυναικών και ανδρών ηθοποιών, όπως του Κώστα Βουτσά, του Βαγγέλη Σελεινού, του Βαγγέλη Βουλγαρίδη, του Αλέκου Αλεξανδράκη, του Ντίνου Ηλιόπουλου, αλλά, και την σπαρταριστική και μπριόζα ηθοποιό-χορεύτρια και τραγουδίστρια Ρένα Βλαχοπούλου, αυτήν την αεικίνητη και πάντα κεφάτη «τρελοκερκυραία», που πετούσε πάνω στο σανίδι σαν μπαλαρίνα.
Άλλα περιεχόμενα του τεύχους:
-Αφιέρωμα στον FRITZ LANG,
Ο Θάνατος του δεινόσαυρου
     Μαζί με τον Λάνγκ, ένας κλασικός κινηματογράφος πεθαίνει. Ένας κινηματογράφος που εγκαινιάστηκε με τους πρώτους Mabuse για να καταλήξει, από μετωνυμία σε μεταφορά, στις Ινδικές ταινίες, που θα κλείσουν με την ενίσχυση ενός ιδιόμορφου εξωτικού υλικού αυτό που στο εξής μπορούμε να αποκαλούμε Λανγκικό Μύθο. Κι αυτός ο μύθος γεννιέται από μια σκηνοθεσία, μια γραφή, ένα ύφος, από μια αρχιτεκτονική και μια τοπογραφία.
Ξεκινάμε εδώ ένα ταπεινό αφιέρωμα σ’ αυτόν που υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους ενός κινηματογράφου της εμμονής, όπως φαίνεται και στο κάπως ιδιαίτερο κείμενο του Νίκου Λυγγούρη. Δώσαμε τον λόγο στον ίδιο στην Βιεννέζικη νύχτα του, που, εκ των υστέρων, μοιάζει να μην είναι παρά η ίδια η αφήγηση του λυκόφωτός του. Τέλος, σ’ αυτό το πρώτο μέρος της παρουσίασής του κρίναμε σκόπιμο, αν και με πρώτη ματιά φαίνεται κάπως παράδοξο, να αντιπαραθέσουμε τους δύο πόλους μιας πασίγνωστης αλλά κατά βάθος παρεξηγημένης διαφωνίας, αυτής που έφερε αντιμέτωπους τον Λάνγκ και τον Μπρέχτ, διαφωνίας, που η ουσία της ξεπερνάει πολύ τα όρια μιας ατυχούς συνεργασίας για το Hangmen Also Die.
     Υπενθυμίζουμε στους αναγνώστες μας ότι με την ευκαιρία μιας αναδρομής στο γερμανικό έργο του Φριτς Λάνγκ, που είχε γίνει στο Ινστιτούτο Γκαίτε στις 8 με 25/12/1971, είχαμε εκδόσει ένα μικρό παράρτημα το οποίο, εκτός από τις πληροφορίες γύρω από όλες τις ταινίες της γερμανικής περιόδου, της λεγόμενης «εξπρεσιονιστικής», προσέφερε επίσης, μια πλήρη φιλμογραφία του δημιουργού και μια σχετική βιβλιογραφία. Χρήσιμο θα ήταν να ανατρέξει κανείς σ’ αυτή την έκδοση.
     Στο επόμενο τεύχος θα ολοκληρώσουμε αυτή την ενότητα δημοσιεύοντας το τέλος της Βιεννέζικης νύχτας, ένα άρθρο του Νίκου Σαββάτη με τον τίτλο Σταυροδρόμι και μια σύντομη φιλμογραφία.
-Μιχάλης Δημόπουλος, Η ΒΙΕΝΝΕΖΙΚΗ ΝΥΧΤΑ
-Μια εξομολόγηση του Φρίτς Λάνγκ
«Δεν έχω δει ούτε μια μεταπολεμική γερμανική ταινία που να μου άρεσε, εκτός από το Der Teufels General (Στρατηγό του διαβόλου) του Helmut Kautner, που τον βρήκα καταπληκτικό. Πάνε τώρα δύο χρόνια, όταν μετά δέκα-τέσσερεις μήνες δουλειάς εγκατέλειψα τελικά και οριστικά την ιδέα να κάνω άλλη ταινία στην Γερμανία. Οι άνθρωποι με τους οποίους πρέπει να εργαστείς είναι πραγματικά ανυπόφοροι. Όχι μόνο δεν τηρούν καμία υπόσχεση-γραπτή ή όχι-αλλά, επιπλέον, η βιομηχανία του κινηματογράφου (αν είναι δυνατόν να αποκαλείται ακόμη έτσι αυτό το άθλιο υπόλειμμα εκείνου που έκανε τη χώρα παγκοσμίως φημισμένη για την παραγωγή των ταινιών της) διευθύνεται τώρα από παλιούς νομικούς, παλιούς Ες-Ες ή εξαγωγείς, ο θεός ξέρει τίνος πράγματος. Δουλεύουν όλοι προσπαθώντας να οργανώσουν τέτοιες συνθήκες συμπαραγωγής ώστε τα λογιστικά βιβλία να μαρτυρούν κέρδος, προτού ακόμη αρχίσει η ταινία. Γι’ αυτό δεν τους ενδιαφέρει να κάνουν καλές ταινίες, και για ποιόν λόγο να νοιαστεί κανείς, όταν η απλή σωστή τήρηση των Μεγάλων βιβλίων εξασφαλίζει όλα τα χρήματα που επιθυμεί. Η κινηματογραφική βιομηχανία είναι πολύ πίσω στη Γερμανία σε σχέση με την αμερικάνικη βιομηχανία. Ποιος θα πίστευε ότι ένας λαός σαν τους Γερμανούς που υπερτερούσε τόσο στα τεχνικά θέματα, θα έμενε τόσο πίσω σε αυτόν το τομέα….»
(Η συζήτηση μαγνητοφωνήθηκε και μεταγράφηκε από την Miss Gretchen Weinberg. Μεταφράστηκε από τα γαλλικά από την Ίριδα Ζαχμανίδη και δημοσιεύεται μετά από φιλική παραχώρηση των Cahier de Cinema.
-Νίκος Λυγγούρης, Λέξεις όπως Μ
«…Ο θάνατος σαν αποφυγή του ακρωτηριασμού, το κακό αίμα που γίνεται ποτάμι και χρωματικός κώδικας. Λάνγκ: ο αντί-Λουκρήτιος.
     Και γιατί νομίζω ότι δεν θα καταλάβω ποτέ μια ταινία του Φριτς Λάνγκ: Γιατί δεν καταλαβαίνω τον τρόπο να πεθαίνει κανείς, τι είδους αρχαϊκή δύναμη, ποια ηθική και ποια αισθητική αντλεί αυτός απ’ τα αινίγματα της προϊστορίας μου; Προσήλωση σ’ ότι μεταφέρει το θάνατο, απαγόρευση αυτού που τον περιπαίζει. «Αινίγματος γαρ ιδέα αυτή εστί το λέγοντα υπάρχοντα αδύνατα συνάψαι» Αριστοτέλης Ποιητική, 1458α.
     Λέξεις που μιλιούνται από άλλους μέσα στον Λανγκ και που τυχαίνει να είναι οι καλές λέξεις της δύσης. Γιατί τελικά το μόνο ίσως πράγμα που είναι ζωή στον Λανγκ αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι παλαιότεροι δυτικοί πολιτισμοί αναζητούν την επιβίωσή τους μέσα στους νεώτερους. Πως το ιερογλυφικό γίνεται γράμμα και πως το γράμμα ξαναγίνεται ιερογλυφικά. Δεν είναι μόνο η αρρώστια, η μόνη ελπίδα για τις μεταμορφώσεις αυτές, δεν είναι η λέπρα λέξη και φωνή, καλό νόημα που τράφηκε από το βάθος της προοπτικής μου (σου, του); Τα ονόματά της: Αριστοτέλης, Μωϋσής.».
-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ
Λάνγκ/ Μπρέχτ/ Χόλλυγουντ (1941-1943). Και οι δήμιοι πεθαίνουν…
-Η ανάμνηση του Φριτς Λάνγκ
-Αποσπάσματα από «Το Ημερολόγιο Εργασίας» (Μπέρτολντ Μπρέχτ)
     Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος του αφιερώματος στον γερμανό σκηνοθέτη Φρίτς Λάνγκ. Ακολουθεί το κείμενο του Francois Albera, Για την «Γενική γραμμή» του Σεργκέι Αϊζενστάιν.
«Αντίθετα από το Ποτέμκιν και τον Οκτώβρη, η Γενική Γραμμή δεν είναι ταινία επί παραγγελία. Ο Αϊζενστάιν επιχειρεί να πραγματοποιήσει αυτή την ταινία γιατί, όπως λέει ο ίδιος, «όταν είχα ολοκληρώσει το Ποτέμκιν, ο σοβιετικός κινηματογράφος βρισκόταν μπροστά σε δύο καυτά ερωτήματα: τα γεγονότα στην Κίνα και την εξέλιξη των σοβιετικών επαρχιών».
«Αναγκαστήκαμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο καυτά προβλήματα…. Τα γεγονότα στην Καντόνα εκτυλίσσονταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και εμείς δεν γνωρίζαμε τότε πώς να οργανώσουμε εγκαίρως την κινηματογραφική μας δουλειά. Η πολιτική συγκυρία δεν ήταν πιά ευνοϊκή στην Κίνα. Και χρειάστηκε να ματαιώσουμε την κινέζικη ταινία μας…».
Ακολουθούν τα ακόλουθα κεφάλαια:
-Τοποθέτηση της ταινίας
-Φύση και σκοπός της ταινίας
-Αυτά που λέγονται για την ταινία
-Θεωρία και πρακτική του κινηματογράφου
-Το αγροτικό ζήτημα
-Η ταινία
-Η συμμαχία εργάτη-αγρότη.
     Ο Ρώσος σοβιετικός σκηνοθέτης, Σεργκέι Αϊζενστάιν, ήταν και εξακολουθεί να είναι αρκετά αγαπητός στο ελληνικό κοινό, οι ταινίες του παρακολουθούνται με μεγάλο ενδιαφέρον που οικοδομούν τους κανόνες της σοβιετικής τέχνης και τεχνικής του κινηματογράφου της εποχής του. Η ιδεολογία και η ιστορία κυριαρχούν στις ταινίες του και ο φακός του, αφηγείται με άνεση και αμεσότητα, τόσο την ιστορία ηγετών- δικτατόρων, όσο και αυτή των μεγάλων μαζών. Οι ανθρώπινες μάζες στα Αιζενστανικά πλάνα ακολουθούν επική διαδρομή, ξαναγράφοντας την πολιτική και κοινωνική ιστορία των καιρών τους. Οι ανθρώπινες μάζες επαναστατούν και δημιουργούν από την αρχή την πολιτική ιστορία των χρόνων τους, μέσα από επαναστατικές δραστηριότητες και επιλογές. Η οικονομική και πολιτική θεωρία του Μαρξισμού, δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο «προπαγανδιστή της». Μια πολιτική ιδεολογία που πολύ σύντομα έγινε καθεστωτική δικτατορική διακυβέρνηση κρατών και συνώνυμη εθνικών καταστροφών. Το οργανωμένο και μεθοδευμένο παιχνίδι των σκιών του, στα μεγάλα ασπρόμαυρα πλάνα του, άφησε τα ίχνη του και σε νεότερους του δημιουργούς. Σκιές που είναι εξίσου παρούσες με τα σώματα από τα οποία προέρχονται και ακολουθούν. Ένας πολιτικός κινηματογράφος ακόμα επίκαιρος ίσως για την ιστορία του προηγούμενου αιώνα, που ο αφηγηματικός του σχεδιασμός μπορεί να αφορά μιαν άλλη εποχή, αλλά τα καίρια του μηνύματα κυριαρχούν ακόμα στην πολιτική μας ζωή. Σπουδές της κινηματογραφικής τέχνης πάνω στο πολιτικό σώμα της ιστορίας.
Κάτω από την υπογραφή Φίλμο-γραφος, ακολουθεί το μακροσκελές κείμενο «Σχετικά με το ρυθμό και το μοντάζ»
     Το τεύχος κλείνει με τις κινηματογραφικές κριτικές του Νίκου Σαββάτη για τις εξής ταινίες:
-Ρόντο, του Σβονίμιρ Μπέρκοβιτς από την Γιουγκοσλαβία 1966
-Υιοθεσία, της Μάρθας Μέτζαρος από την Ουγγαρία
-Φυλοροή(Listopad), του Otan Iosseliani, από την ΕΣΣΔ (Γεωργία)
     Και τις τρείς αυτές ταινίες, είχαμε δει στις παραπάνω αίθουσες. Η μνήμη συγκρατεί περισσότερο την «Υιοθεσία» της Μάρθας Μέτζαρος και τον γυναικείο σκηνοθετικό τρόπο αφήγησης της μυθοπλασίας της. Μια γυναικεία ματιά και ερμηνεία των καθημερινών συμβάντων, αλλά και αντιμετώπιση των ατομικών και κοινωνικών δυσκολιών.
-Με τον τίτλο «Το λερωμένο Γουέστ» ακολουθεί ένα ενδιαφέρον κριτικό κείμενο για την θρυλική στην εποχή της αμερικάνικη ταινία του 1975, Οι Φυγάδες του Μιζούρι(The Missouri Breaks) του σκηνοθέτη αρκετών εμπορικών επιτυχιών Artur Penn. Με τις εκπληκτικές ερμηνείες των Marlon Brando στο ρόλο του Lee Clayton, του Jack Nicholson στον ρόλο του Tom Logan, τον Randy Quaid σαν Little Tod, την Kathleen Lloyd σαν Jane Braxton, τον Frederic Forrest σαν Cary, και πολλών άλλων. Το σενάριο της ταινίας ήταν του Thomas McGuane, Michael Butler.
     Η ταινία αυτή μας έκανε να αγαπήσουμε για μία ακόμα φορά τον ηθοποιό Μάρλο Μπράντο, αυτόν τον μεγάλο ηθοποιό και γόη του αμερικανικού σινεμά, που τον είχαμε δει να ερμηνεύει ήρωες του θεατρικού αμερικανού συγγραφέα Τέννεσσυ Ουίλιαμς, σε παλαιότερες ταινίες σιμά στην αγγλίδα ηθοποιό Βίβιαν Λη. Αλλά και μεταγενέστερα των «Φυγάδων» στο «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι», στον αξέχαστο «Νονό», και φυσικά, στην «Αποκάλυψη Τώρα» να διαβάζει αυτό το Καστοριαδικό ξυρισμένο κεφάλι, την «Έρημη Χώρα» του Τόμας Στερν Έλιοτ. Εδώ, σε ένα σκληρό γουέστερν, ανατρεπτικό ως προς το ύφος και την χαρακτηρολογία του σε σχέση με τα επικά γουέστερν του Τζων Φόρντ,-με την λανθάνουσα ομοφυλοφιλία τους και τις μεγάλες και βίαιες αντρικές φιλίες και τους πόθους της, όπως ήταν το έργο το «Κόκκινο ποτάμι», το «Ελντοράντο» και άλλες, που είχαμε γνωρίσει μέχρι τότε, ή τα ιταλικά, τα λεγόμενα «σπαγγέτι», ο Μπράντο δημιουργεί με την αρμονική συνεύρεση ενός άλλου ιερού τέρατος του αμερικάνικου κινηματογράφου, τον Τζακ Νίκολσον, ένα ρεσιτάλ ερμηνείας. Ο Τζακ Νίκολσον της ταινίας «Η Λάμψη». Ήρωες ευνουχισμένοι, απροσάρμοστοι, τρελοί, διφορούμενοι, χωρίς στόχους, χωρίς οράματα, βυθισμένοι μέσα στο χάος και την αυτοκαταστροφή, χωρίς συνείδηση και κοινωνικά ερείσματα αναφοράς στον ατομικό τους βίο, με κάθε τους κίνηση βυθίζονται ακόμα πιο πολύ στο αδιέξοδο, στην σκοτεινή πλευρά της ζωής, στο αναπόφευκτο έγκλημα. Οι δύο ηθοποιοί συνυπάρχουν σε μια συζυγία εκπληκτικής ερμηνείας και απόδοσης των ερμηνειών τους. Οι Φυγάδες του Μιζούρι ξεπερνούν τα όρια των ταινιών γουέστερν, εισέρχονται στα χωράφια των ψυχολογικών ταινιών θρίλερ. Όλα είναι διφορούμενα και επικίνδυνα, ετοιμόρροπα και κρημνώδη, χαώδη και αβέβαια, περιπετειώδη και αντικοινωνικά, ο κινηματογραφικός κόσμος του σκηνοθέτη Άρθουρ Πενν, είναι ένα κινηματογραφικό σύνολο κλασικών αναφορών του σε άλλους μεγάλους σκηνοθέτες που ο Άρθουρ Πένν, αγάπησε και υιοθέτησε το ύφος της γλωσσικής κινηματογραφικής τους αφήγησης. Παρακμιακός και παράνομος ο κινηματογραφικός κόσμος του Πενν, είναι επακόλουθο να γεννά ανθρώπινα εκτρώματα, σαν και αυτά που υποδύονται οι δύο μεγάλοι αμερικανοί ηθοποιοί. Όλοι είμαστε βουτηγμένοι στην λάσπη γράφει ο ιρλανδός συγγραφέας Όσκαρ Ουάιλντ, μόνο που εκτός από αυτούς που κοιτούν τ’ άστρα, υπάρχουν και εκείνοι που παραμένουν βουτηγμένοι μέσα της. Δύο μαγνητικές φυσιογνωμίες αμερικανών ηθοποιών, που σε πολλά σημεία της ταινίας κερδίζουν με την παρουσία τους τις εντυπώσεις, και ο θεατής στρέφει το ενδιαφέρον του περισσότερο στις προσωπικότητες αυτές παρά στο στόρι της αφήγησης. Δυό μεγάλες και ισχυρές δυνάμεις ηθοποιίας που κονιορτοποιούν κάθε άλλη παρουσία δίπλα τους.
     Η άλλη ταινία, είναι η εμπορικότατη «Ο ταξιτζής»(Taxi Driver) του σκηνοθέτη μεγάλων επιτυχιών, του Martin Scorsese, με σενάριο του Paul Schrader, με το άλλο αμερικανικό μεγαθήριο του αμερικανικού κινηματογράφου, τον Robert de Niro ως Travis Bickle. Μια συγκλονιστική ταινία, που έκανε αίσθηση στην εποχή που προβλήθηκε το 1975, για την βιαιότητα των εικόνων της, την έντονη φιληδονία της, την αυτοκαταστροφική μανία των ηρώων της, την ισχυρή αίσθηση του θανάτου, του ανεξέλεγκτου πάθους, την ερημία της πόλης, την κοινωνική αποξένωση, την ανθρώπινη μοναξιά, την ανοιχτή φυλακή που μετατρέπεται το περιβάλλον που ξεδιπλώνεται η ιστορία. Μια σύγχρονη ανθρώπινη περιπέτεια ζωής, καθημερινών ατόμων, που ο ήρωας Τράβις-Ρόμπερτ ντε Νίρο, παρακολουθεί από τον καθρέπτη του ταξιού του τα τεκταινόμενα γύρω του. Ο Μάρτιν Σκορτσέζε, αποσύρεται διακριτικά και αφήνει τον φακό στα χέρια του Τράβις, δηλαδή η πορεία της μυθοπλασίας της ταινίας, γίνεται κυρίως μέσα από τα μάτια του ταξιτζή-ήρωα. Ο Σκορτσέζε στέκει διακριτικά και παρεμβαίνει σε ελάχιστα κομβικά σημεία της ταινίας, αντίθετα από ότι έπραξε μάλλον, στην άλλη του σκληρή ταινία, τους «Κακόφημους δρόμους».
     Κάτω από τον αντιπροσωπευτικό τίτλο «Φύλλα απ’ το ημερολόγιο ενός καταδικασμένου…», ο συνεργάτης και κριτικός Νίκος Σαββάτης, μας μιλά για αυτήν την ταινία τρόμου και βίας. Γράφει μεταξύ άλλων:
«Ο Ταξιτζής είναι ταινία άνιση, φορτωμένη με τριμμένα θέματα. Δεν μας μαθαίνει τίποτα καινούργιο για την τρέλλα, την απομόνωση, την καταστροφική, διαλυτική, επίδραση της Μεγαλούπολης και της αμερικάνικης κοινωνίας πάνω στο υποκείμενο για τη βία σαν μια από τις μορφές του κοινωνικού συμβολαίου. Είναι όμως ταινία σχιζοφρενική κι ενδιαφέρουσα….».
     Τα κείμενα του «σύγχρονου κινηματογράφου» είναι κείμενα περισσότερο θεωρητικά και με έντονη την ιδεολογική ατμόσφαιρα. Είναι κείμενα βασισμένα σε απόψεις γάλλων κυρίως στοχαστών και φιλοσόφων, όπως ο Ρολλάν Μπάρτ, που τόσες συζητήσεις έχουν προκαλέσει οι απόψεις και οι θέσεις του, βασίζονται ακόμα, σε θέσεις σύγχρονων γάλλων θεωρητικών της έβδομης τέχνης έτσι όπως αυτές διατυπώνονταν στα περιβόητα Cahier de Cinema της εποχής, και διαμόρφωναν την ευρωπαϊκή κινηματογραφική συνείδηση και κινηματογραφική ματιά. Είναι κείμενα όχι τόσο προσβάσημα στο ευρύ κινηματογραφόφιλο κοινό. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα αφιερώματα σε θέμα ή πρόσωπα της κινηματογραφικής τέχνης. Σε γενικές γραμμές, μετά από τόσες δεκαετίες θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, ότι ο «σύγχρονος κινηματογράφος» είναι το αντίστοιχο γαλλικό περιοδικό στα ελληνικά δεδομένα. Δεν γνωρίζω αν και πόσο επηρέασε με τις θέσεις του τους άμεσα ενδιαφερόμενους(σκηνοθέτες, μοντέρ, φωτογράφους, σεναριογράφους κλπ, αυτούς τους άοκνους εργάτες της έβδομης τέχνης), πάντως άφησε το βαθύ του ίχνος χάρις στο επιτελείο των αξιόλογων συνεργατών του και των κινηματογραφικών θέσεών τους. Οι θεατές πάντως, έμειναν μάλλον απόμακροι από τον κριτικό λόγο και τις θέσεις που εξέφραζαν για τον σύγχρονο κινηματογράφο, αρέσκονταν στην σκοτεινή μαγεία της μεγάλης οθόνης, την ονειρώδη διαδρομή και την ουσιαστική ψυχαγωγία των νέων και παλιότερων ταινιών. Ταινίες, που έγραφαν το καθημερινό βιβλίο της ιστορίας των ανθρώπων, αλλά και την μακροιστορία τους πορεία. Κάτι που έπραττε μέχρι τότε, η Λογοτεχνία.
     Στο μακροσκελές αυτό σημείωμα, αποδελτιώνω και αναφέρομαι μόνο στο τεύχος του περιοδικού με νούμερο 11. Τα άλλα δύο τεύχη το νούμερο 8/11,1975-2,1976 που έχει ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον ιταλό σκηνοθέτη και ποιητή Πιέρ Πάολο Παζολίνι που βρήκε φρικτό θάνατο εκείνους τους μήνες, τον ιταλό σκηνοθέτη Αντονιόνι αλλά και στον δικό μας Παπατάκη και άλλα, θα το αποδελτιώσω σε άλλο σημείωμα. Καθώς και το μεγάλο αφιέρωμα του περιοδικού εκείνης της χρονιάς, το νούμερο 9/10/4-8 1976, που περιλαμβάνει ένα επαρκέστατο αφιέρωμα στον Φανταστικό Κινηματογράφο, και κείμενα για τον σουηδό Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και τον ιταλό μάγο και της παραμικρής λεπτομέρειας αριστερό κόμη Λουκίνο Βισκόντι που έφυγε εκείνη την περίοδο, καθώς και σελίδες για τον Αμερικάνικο Κινηματογράφο
Η συνέχεια στα επόμενα σημειώματα

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 17 Δεκεμβρίου 2016
Πειραιάς, Σάββατο, με τα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού, να προσφέρουν την απαραίτητη γαλήνη και αγαλλίαση των εορτών, και την μουσική μυσταγωγία του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι στο μικρό τραντζιστοράκι.
             
                       


Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Πέτρος Σ. Ομηρίδης, ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟΣ

ΠΕΤΡΟΥ Σ. ΟΜΗΡΙΔΟΥ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟΣ
ΥΠΟ
ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΣΚΥΛΙΤΖΗ
ΑΘΗΝΗΣΙ,
ΤΥΠΟΙΣ Χ. Ν. ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΩΣ
του εν τη παγκοσμίω εκθέσει των Παρισίων τω 1867 βραβευθέντος
(Παρά τη Πύλη της Αγοράς αριθ. 4)
                    1871
     Πάνε αρκετές δεκαετίες τώρα, που κατόρθωσα και φωτοτύπησα την πολύτιμη για την ιστορία του νεότερου Πειραιά «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟΣ» των σαράντα σελίδων του δραστήριου και πράγματι φωτισμένου Πέτρου Σ. Ομηρίδη, δεύτερου δημάρχου Πειραιά (20/4/1841-10/8/1845)και(24/11/1848-16/1/1852)  και(2/2/1852-18/3/1855), με τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση την περίοδο της Αγγλογαλλικής Κατοχής του Πειραιά εξαιτίας του φοβερού λοιμού της περιβόητης «Ξένης», από το δημαρχιακό του αξίωμα, καθήκοντα δημάρχου μέχρι της λήξης της θητείας αναλαμβάνει ο δημαρχικός πάρεδρος Σωτήριος Ρετσινόπουλος. Η Μικρή αλλά σημαντική αυτή αυτοβιογραφία του εμπνευσμένου και πολυσχιδούς αυτού ατόμου από την Σμύρνη, παρά το κακέκτυπο της έκδοσης(λείπουν ορισμένες σελίδες), αποτελεί σημείο αναφοράς για τους ασχολούμενους με την νεότερη ιστορία της πόλης, και των πρώτων οικιστών και «εσωτερικών μεταναστών» που προέρχονταν από τα διάφορα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, πχ. από την Χίο, γνωστή είναι η Χιακή συνοικία στο κέντρο της πόλης, μεταξύ της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου και πλατείας του Δημοτικού Θεάτρου, από τα μικρά και δοξασμένα Ψαρρά, από τις μικρές και πανέμορφες Κυκλάδες, πχ. η πολυπληθής κοινότητα των Υδραίων,(που έδωσε στην πόλη και αρκετούς δημάρχους) από την οδό Μπουμπουλίνας έως τον Ναό του Αγίου Νικολάου, απέναντι από την παγόδα, από την κοντινή μας Αίγινα, από τις Σπέτσες, επίσης, από τα Δωδεκάνησα, από τις νήσους Σάμο και Κάλυμνο, από το ακρινό Καστελόριζο, από τα Κύθηρα, από τα Επτάνησα, με την δραστήρια κοινότητα των Κεφαλλήνων, αλλά και από διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, με προεξάρχοντες τους Μανιάτες, και την πολυπληθή και πασίγνωστη συνοικία των Μανιάτικων στην Αγία Σοφία και προς τα βόρεια της οδού Λακωνίας,-περιοχή που έχουν χαρτογραφήσει τόσο ωραία οι Πειραιώτες συγγραφείς Διονύσης Χαριτόπουλος και Κώστας Μουρσελάς-από την Μεγαλόνησο και την δραστήρια ομάδα των Κρητών, στην περιοχή του Προφήτη Ηλία, από την Ήπειρο, την Ρούμελη, την Στερεά Ελλάδα, την Μικρά Ασία μετά την Καταστροφή του 1922 και τον ξεριζωμό, που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της παλαιάς Κοκκινιάς, της περιοχής των Καμινίων και, φυσικά, την Νίκαια, και την περιοχή του Περάματος και της Δραπετσώνας(περιοχές που αυτονομήθηκαν από τον ευρύτερο Δήμο του Πειραιά και έγιναν ανεξάρτητοι Δήμοι) ακόμα και από την πρωτεύουσα, κλπ, δημιουργικά άτομα που εγκαταστάθηκαν σταδιακά στην Πόλη-σε αυτό το πρώτο λασποχώρι του 1835-από την ίδρυσή του σε δήμο μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, και εντεύθεν και την διαμόρφωσαν δίνοντάς της την σημερινή της φυσιογνωμία. Άτομα φτωχά αλλά εργατικά, άτομα σχεδόν αγράμματα αλλά με μεγάλο ενθουσιασμό και έφεση στην παιδεία, και με πλούσια σε πολιτιστικές και εθιμικές αναφορές οικογενειακή παράδοση. Καθημερινοί μεροκαματιάρηδες, οικογενειάρχες βιοπαλαιστές, ψαράδες και καραβοκύρηδες, λαϊκοί τεχνίτες και εμπειρικοί πολυεπαγγελματίες, μάστορες και ναυτικοί, προκομμένοι καραβοκυραίοι και καλαφάτηδες, εργάτες και ρεμπέτες, και μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές της ελληνικής παλιγγενεσίας, έλληνες με φρόνηση και όραμα για τον νέο τόπο εγκατάστασής τους, με την προσωπική τους σφραγίδα και ατομική αρχοντιά που κουβαλούσαν μέσα στο οικογενειακό τους δισάκι από τον τόπο καταγωγής τους που αργά αλλά σταθερά, επιμονή και υπομονή, με εργατικότητα και προσωπικό ιδιαίτερο μεράκι, που με την πολυμήχανη ατομικότητά τους, πρόσφεραν στον νεοσύστατο Δήμο του Πειραιά, αυτήν την ελώδη και πετρώδη περιοχή, την ικμάδα της αρχοντιάς και της εργατικότητά τους, και εκείνος,-ως νέος σύγχρονος Ξένιος Δίας-τους το ανταπέδωσε, προσφέροντάς τους την μετέπειτα Πειραϊκή τους ακμάζουσα συνείδηση. Μια Πειραϊκή συνείδηση που μπόλιασε και εξακολουθεί να μπολιάζει ακόμα, τους δημότες της πόλης, από όποιο γεωγραφικό διαμέρισμα της ελλάδος και αν προέρχονται. Έστω και αν, τις τελευταίες δεκαετίες, η Πόλη με αργό ρυθμό, ακολουθεί και αυτή όπως και η υπόλοιπη χώρα μια πτωτική πορεία.
     Πρώτος δήμαρχος του Πειραιά, υπήρξε ο Υδραίος την καταγωγή Κυριακός Σ. Σερφιώτης(23/12/1835-18/1/1837) και(30/6/1837-22/3/1841), ο οποίος ορίστηκε με τον νόμο περί δημοτικών αρχών της περιόδου της Οθωνικής Βασιλείας στην χώρα. Με την ορκωμοσία του δημάρχου, διορίστηκε και ο πρώτος δημαρχιακός πάρεδρος ο Κωνσταντίνος Σκυλίτσης, μαζί τους ορκίστηκαν και έξι τακτικοί δημοτικοί σύμβουλοι οι: Εμμανουήλ Δεικτάκης, Εμμανουήλ Μεσθενεύς, Γεώργιος Λαμπρινίδης, Βασίλειος Ν. Αργαστηριάρης, Γεώργιος Παπαδόπουλος και Ισίδωρος Δράκος, την πρώτη δημαρχιακή περίοδο, την δεύτερη οι εξής δημοτικοί σύμβολοι: Κωνσταντίνος Παππάς, Αντώνης Θεοχάρης, Ιωάννης Α. Μπαρμπαρέσος, Θεόδωρος Κουτσούκος, Β. Αργαστηριάρης, Ε. Δεικτάκης, Ιωάννης Αποστόλης και Παντελής Χατζησωτηρίου.
Πολύτιμη συμβολή στην πολιτική διαδρομή και την παράλληλη ιστορική εξέλιξη της πόλης και των προσώπων που διετέλεσαν Δήμαρχοι του Πειραιά, των δημαρχιακών τους πεπραγμένων και των πολιτικών τους δραστηριοτήτων, είναι το πρώτο μελέτημα που εξεδόθη στον Πειραιά το 1939, σελίδες 211(τύχη αγαθή που κατόρθωσα να το φωτοτυπήσω και αυτό), του δικηγόρου Δημητρίου Θ. Σπηλιωτόπουλου, «Ο Πειραιεύς και οι Δήμαρχοι της Α΄ Εκατονταετηρίδος», και το βιβλίο του σύγχρονου ιστορικού του Πειραιά Γιάννη Ε. Χατζημανωλάκη, «Οι Δήμαρχοι του Νεότερου Πειραιά», Πειραιάς 2002. Συνοδευτικά, χρήσιμα βοηθήματα είναι τα βιβλία του συγγραφέα Δημήτρη Φερούση, οι εργασίες της ιστορικού Λίτσας Μπαφούνη, το σημαντικό παλαιό μελέτημα «Πειραϊκά» του Ιωάννη Μελετόπουλου, η εργασία του Αντώνη Μαρμαρινού για την Εκπαίδευση στον Πειραιά, ορισμένα απομνημονεύματα που μας άφησαν ελάχιστοι δυστυχώς δήμαρχοι, και τα κατά καιρούς αυτόνομα εγχειρίδια που εξέδωσε ο Δήμος και το Ιστορικό Αρχείο της πόλης, στο οποίο φυλάσσονται τα Πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων. Από τους νεότερους ηλικιακά ερευνητές της πόλης, οφείλουμε ακόμα να αναφέρουμε και τα εξής πρόσωπα, χωρίς πρόθεση αξιολόγησης και ούτε πλήρης αναφορά,  μια και η «Βιβλιογραφία του Πειραιά» που συνέταξε ο γράφων και έχει εκδοθεί, αναφέρει τα σχετικά πρόσωπα και το έργο τους: τον ιστορικό Βάσια Τσοκόπουλο, την καθηγήτρια Μαριάνθη Γ. Κοτέα, τον Δημήτρη Κρασονικολάκη, τον Γιώργο Χ. Μπαλούρδο, τον παλαιότερο(σε ηλικία) δικηγόρο Μιχάλη Βλάμο και ορισμένους πολύ νεότερους ημών, που είτε με τα βιβλία τους είτε με τις μελέτες τους είτε με τα δημοσιεύματά τους στον πειραϊκό τύπο, ή σε επιστημονικά έντυπα, συνέβαλαν και εξακολουθούν να συμβάλουν στην έρευνα, την καταγραφή και την χαρτογράφηση της ιστορικής, πολιτικής και πολιτιστικής πορείας της πόλης στις μέρες μας, φωτίζοντας διάφορες σκιασμένες ακόμα πτυχές της. Επίσης, το Πανεπιστήμιο του Πειραιά το γνωστό «ΠΑΠΙ» διοργανώνει κατά καιρούς «Συμπόσια» και «Ημερίδες» σχετικά με την Πειραϊκή Ιστορία. Όπως ακόμα, μεμονωμένα άτομα, εκδίδουν εργασίες τους, βιβλία τους ή «απομνημονεύματά τους», που συμβάλλουν και αυτά στην καλύτερη και αρτιότερη διερεύνηση των θεμάτων που αφορούν τον Πειραιά.        
     Ο συγγραφέας Γιάννης Ε. Χατζημανωλάκης, αναφέρει σχετικά στο κεφάλαιο «Η ίδρυση του Δήμου» του βιβλίου του σ. 28-
«Γύρω στα μέσα του 1835 είχε, όπως είδαμε σχηματιστεί ο αρχικός οικισμός, το «χωριό» και ανάμεσα στους πρώτους κατοίκους, τους ξενόφερτους εκείνους «εποίκους», άρχισε να ωριμάζει η ιδέα της συγκρότησης του Πειραιά σε δήμο. Ο σχετικός νόμος της Αντιβασιλείας (Ν. της 27/12/1833 «περί συστάσεως των Δήμων») όριζε ότι κάθε χωριό που είχε 300, τουλάχιστον, κατοίκους, μπορούσε να σχηματίσει ιδιαίτερο δήμο. Για μικρότερους οικισμούς ο ίδιος νόμος προέβλεπε τη συγκρότηση δήμου με συνένωση είτε μεταξύ τους είτε με άλλο, μεγαλύτερο γειτονικό τους δήμο. Οι δήμοι κατατάσσονταν σε τρείς τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους……» και συνεχίζει «Το 1835 ο πληθυσμός του Πειραιά μπορεί να πλησίαζε αλλά δεν ήταν βέβαιο πως ξεπερνούσε τους 300 κατοίκους. Η αμφιβολία όμως αν ο Πειραιάς διέθετε ή όχι την απαραίτητη «τυπική» προϋπόθεση για να συγκροτηθεί σε δήμο, δεν φαίνεται να επηρέασε τους δραστήριους κι αποφασιστικούς εκείνους πρώτους οικιστές στην πρόθεσή τους να ζητήσουν από την κυβέρνηση την ικανοποίηση του αιτήματος αυτού: της σύστασης δήμου. Έτσι, μετά τη δημοσίευση του Βασιλικού Διατάγματος της 1/10/1835 «περί σχηματισμού των δήμων της επαρχίας Αττικής» ορισμένοι κτηματίες και άλλοι κάτοικοι του Πειραιά υπέβαλαν στη Βασιλική Γραμματεία(δηλαδή το υπουργείο) επί των Εσωτερικών σχετική αίτηση, με την οποία ζητούσαν να ανακηρυχθεί ο Πειραιάς ιδιαίτερος Δήμος, ακόμα και αν δεν διέθετε τον πληθυσμό που απαιτούσε ο νόμος(δηλαδή 300 κατοίκους) ως «νεωστί σχηματιζόμενος», περίπτωση για την οποία υπήρχε σχετική πρόβλεψη.(Η αίτηση αυτή έχει δικαίως χαρακτηρισθεί ως ιστορικό έγγραφο).
     Το αίτημα έγινε τελικά δεκτό και ο Πειραιάς ανακηρύχτηκε σε δήμο γ΄ τάξεως. Οι πρώτες «δημαιρεσίες» ορίστηκαν για τις 14 Δεκεμβρίου 1835. Και σε λίγες μέρες, στις 23 Δεκεμβρίου, είχε συγκροτηθεί κιόλας η πρώτη δημοτική αρχή, που ανέλαβε τα καθήκοντά της…..» και κλείνει ο νεότερος ιστορικός του Πειραιά γράφοντας τα εξής: «Με την ίδρυση του Δήμου και την ανάδειξη της πρώτης δημοτικής αρχής, έπαιρναν πλέον άλλες διαστάσεις οι έως τότε αγώνες και προσπάθειες για τη δημιουργία της νέας πόλης του Πειραιά, διαστάσεις ευρύτερες, που έμελλε να οδηγήσουν, παρά τις αντίξοες, πολλές φορές, συνθήκες, στον τελικό στόχο: Στην ανάδειξη του «χωρίου Πειραιεύς» του 1835 στην πόλη των 50.000 κατοίκων του 1896 και στο πρώτο λιμάνι της χώρας μας. Και το γεγονός ότι αυτή η εκπληκτική εξέλιξη πραγματοποιήθηκε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα εξακολουθεί-νομίζω-να αποτελεί μοναδική περίπτωση στα ελληνικά και ίσως στα παγκόσμια χρονικά.»
     Αυτό είναι το πρώτο πειραϊκό άνυδρο και φτωχό τοπίο που συνάντησαν στην πρώτη τους αυτή εγκατάσταση οι πρώτοι άγνωστοι μεταξύ τους οικιστές, ένα άγνωστο λησμονημένο λασποτόπι, με την αγριάδα των κυμάτων να σπάζει πάνω στα απόκρημνα και ερημικά βράχια των πειραϊκών ακτών και των μικρών κολπίσκων, και να αφήνουν την θαλάσσια αρμύρα τους πάνω στα ιστορικά του Μακρά Τείχη. Ένα λασποχώρι, γεμάτο έλη και βουρκάρια που σκέπαζαν την ιστορική του πέτρινη αρχαιότητα και αρχαιολογική μνήμη της πόλης. Αρχαία αγάλματα και ιεροί ναοί, κυκλώπεια τείχη και παλαιά θέατρα, φυλαγμένα για αιώνες μέσα στην πειραϊκή λάσπη του χρόνου. Ένα άνυδρο άσπαρτο και έρημο τοπίο, που κάθε σχισμή της πέτρινης ομορφιάς του, έκρυβε χυμούς μνήμης του αρχαίου Πειραιά. Ενός Πειραιά, που ήκμασε αλλά και παρήκμασε, με ρακένδυτη αρχοντιά αλλά και μεγαλοπρέπεια. Μια επική πορεία μέσα στον χρόνο και την ιστορία βρακοφόρων νησιωτών εμπόρων και ψαράδων, πολυπραγματευτών γυρολόγων, που πίστεψαν και επένδυσαν στο έρημο αυτό τοπίο, και αυτό, τους αποκάλυψε τα σκληρά αλλά ονειρικά μυστικά του.
     Ο Πέτρος Σ. Ομηρίδης, είναι ο δεύτερος δήμαρχος της πόλης του Πειραιά. Γόνος πλούσιας και ιστορικής οικογένειας, της οικογένειας των Σκυλίτζηδων ή Σκυλίτσηδων, που οι ρίζες της οικογένειάς του ανάγονται στην περίοδο των Βυζαντινών χρόνων, γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1784, υιοθέτησε σε όλον του τον βίο το επώνυμο Ομηρίδης, θέλοντας να τιμήσει τον παππού του-από την μεριά της μητέρας του-Ιωάννη Ομήρου, ο οποίος τον υιοθέτησε και τον ανέθρεψε. Ο Πέτρος Σ. Ομηρίδης, σε όλη του την πολιτική, εμπορική και κοινωνική σταδιοδρομία, δεν υπέγραψε ποτέ με το επίθετο Σκυλίτσης, μάλιστα, προέτρεψε τα ανίψια του Αριστείδη και Δημοσθένη-κατοπινούς Δημάρχους της πόλης-να προσθέσουν δίπλα στο πατρογονικό τους επίθετο Σκυλίτσης και το Ομηρίδης πράγμα που και έγινε για τους μετέπειτα κληρονόμους του. Ας δούμε τι γράφει ο ίδιος ο δεύτερος δήμαρχος της πόλης, στην «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟΣ» του σχετικά με την καταγωγή του:
«Εγεννήθην εις Σμύρνην, εμπορικήν πόλιν της Ιωνίας, κατά το 1784, υιός πρωτότοκος από γονείς ευπατρίδας τον Κωνσταντίνον Πέτρου Σκυλίτζη εκ Χίου, έλκοντος την καταγωγήν από του εν Κωνσταντινουπόλει Ιωάννη Σκυλίτζη του και Κουροπαλάτου, ανδρός πολιτικού διαπρέψαντος κατά τον ενδέκατον αιώνα μ.χ. επί βασιλείας των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Κομνηνού και Παλαιολόγου, ός και χρηματίσας εις διάφορα αξιώματα, επί τέλους ανηγορεύθη ανθύπατος της μικράς Ασίας, ότε συνέγραψε και Βυζαντινήν ιστορίαν από το 811 μέχρι του 1057 επιγραφομένην Επιτομή Ιστοριών.
     Μετά δε την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, οι απόγονοι αυτού Πέτρος και Ιωάννης κατέφυγον εις Χίον, οι έγγονοι των οποίων επέζησαν άχρι της τελευταίας καταστροφής της νήσου, επί της Ελληνικής Επαναστάσεως, παρά των αγρίων Οθωμανών, ως αποδεικνύεται εκ των σωζόμενων μαρμάρινων αυτών οικοσήμων, επί της προσόψεως των εν τη πόλει ταύτη διοκτησιών της γενεάς αυτών. Από δε της καταγωγής του Ιωάννου εγεννήθη ο πατήρ μου Κωνσταντίνος, υιός Πέτρου του Ιατρού, όστις μεταβάς εις Σμύρνην δι’ εμπορικάς επιχειρήσεις, ενυμφεύθη την θυγατέραν του Ιωάννου Ομήρου Ζωήν, ανδρός πολυκτήμονος και πεπαιδευμένου, όστις εχρημάτισε δια το πολύγλωσσον και την ευφυϊαν αυτού πρώτος διερμηνεύς του Δανικού και Αγγλικού εις Σμύρνην προξενείου. Εις τας συμβαίνουσας διενέξεις μεταξύ των υπηκόων αυτών και της Υψηλής Πύλης διέλυσεν αυτός τας διαφοράς δια πολλής φρονήσεως, και πάντες οι κάτοικοι εσέβοντο αυτόν ως αγαθοεργόν φύσει προς τους συμπολίτες του, διο και ενυμφεύθη την μονογενή ανεψιάν του μεγάλου διερμηνέως της Υψηλής Πύλης Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του και εξ απορρήτων κληθέντος, Μαρίαν. Ο Μαυροκορδάτος ήν λίαν χρήσιμος τότε εις τους Οθωμανούς, δια την εξεδιασμένην παιδείαν του και την μεγάλην γλωσσομάθειάν του. Τούτου ο εξάδελφος μετώκησεν εις Σμύρνην, επικληθείς αντί Μαυροκορδάτος, Σαρή Παντελής Μαυρογορδάτος, εξ ου υπήρξεν έκτοτε η γενεά των Μαυρογορδάτων εις τε την Σμύρνην και την Χίον αγνοώ τους λόγους της μετατροπής του κ εις γ…..» Και παρακάτω γράφει για τον πατέρα και τον παππού του: «Ο δ’ αγαθός πατήρ μου μετερχόμενος ανέκαθεν το εμπόριον, και ένεκα του υπερβάλλοντος φίλτρου της μητρός μου, δυστυχώς ημέλησε την οικιακήν ανατροφήν και παιδείαν μου, εν ώ απεναντίας ο μεγαλοφυής και ευσεβής πάππος μου Ιωάννης Όμηρος, εφρόντισε μετά ζήλου να με διδάξη καθό πρώτον αυτού έγγονον τας αναγκαίας αρχάς του κοινωνικού καθήκοντος και χρηστοηθείας, πρό πάντων δε τον φόβον και το σέβας του Θεού, την αγάπην του πλησίον, ιδίως δε της πατρίδος, ής κατά τον Πλάτωνα ουδέν τιμιώτερον αγαθόν’ ώστε αφού έφθασα εις την έφηβον ηλικίαν των 18 ετών ανεπτερώθην από τα ηρωικά άσματα του Ρήγα του Φεραίου, και τα προλεγόμενα του αειμνήστου Κοραή, κεντώμενος απαύστως από την ακοίμητον επιθυμίαν του να ιδώ απηλλαγμένην την πατρίδαν μου εκ της αισχράς δουλείας των αγαρηνών δια της συμπράξεώς μου, καθ’ οίον δήποτε τρόπον, ώστε κατέπεισα τους γονείς μου, δια των μεσιτειών του πάππου μου, να με αποστείλωσιν εις τον πολιτισμένον κόσμον της Ευρώπης, όπως διδαχθώ εκεί της ελευθερίας τα μυστήρια και συντελέσω κατά το δυνατόν εις της κοινής πατρίδος την αναγέννησιν. Όθεν δια οικιακού συμβουλίου, γενομένου επί προεδρεία του ιδίου πάππου μου, απεφασίσθη ν’ αποπλεύσω διά Μασσαλίαν, κατά το 1804, και ανεχώρησα με διαφόρους πραγματείας της Ανατολής, τας οποίας μοί ενεπιστεύθησαν με τας συγχρόνους συστάσεις προς τους εκεί φίλους των εμπόρους…..»
     Όπως βλέπουμε από το σχετικό απόσπασμα, ο ώριμος πλέον και σε μεγάλη ηλικία Πέτρος Σ.  Ομηρίδης, έχοντας εγκαταλείψει την πολιτική, μετά την αναγκαστική και άδικη παραίτησή του από τον δημαρχιακό θώκο της πόλης-εξαιτίας της «Ξένης», ο Γάλλος Ναύαρχος Τινάν, τον θεώρησε αποκλειστικό υπεύθυνο, γιατί δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την μη εξάπλωση της επιδημίας της χολέρας στην πόλη, που είχε πρωτοεκδηλωθεί στα πληρώματα του γαλλικού στόλου κατά την διάρκεια της Αγγλογαλλικής Κατοχής του 1854, και είχε ολέθριες συνέπειες για τον τότε μικρό πληθυσμό της νεοσύστατης πόλης, αλλά και της πρωτεύουσας,-έπειτα από παράκληση και παρότρυνση του ανιψιού του Αριστείδη, πείθεται και αποφασίζει να γράψει την μικρή αυτή αυτοβιογραφία του, που τυπώθηκε στην Αθήνα το 1871 ένα χρόνο πριν τον θάνατό του. Γράφει σχετικά ο ίδιος σε επιστολή προς τον ανιψιόν του Αριστείδη με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1870 που προηγείται της αυτοβιογραφίας:
«Πολλάκις μ’ εζήτησες να σοί εξιστορήσω τας περιπέτειας του βίου μου δια γραφής, ίνα βλέπωσι τα τέκνα σου πως οι πρόγονοί των γεννηθέντες εις δούλιον ήμαρ, αποτίναξαν τον βαρύν κλοιόν της δουλείας και ανέπνευσαν το ζωογόνον φως της ελευθερίας…..».
     Το κείμενο αυτό του δεύτερου δημάρχου της πόλης του Πειραιά, είναι ένα μνημείο ηθικού πολιτικού λόγου, θα τολμούσαμε να γράφαμε, με λόγο στρωτό αλλά προπάντων χωρίς εμπάθεια, πίκρα ή μνησικακία τόσο προς τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδος, Ιωάννη Καποδίστρια, που τον έπαυσε από τα πολιτικά του καθήκοντα, όσο και μεταγενέστερα, προς τον Κατοχικό Γάλλο Ναύαρχο Τινάν, που τον θεώρησε προσωπικά υπεύθυνο για την φοβερή και θανατερή εξάπλωση της χολέρας, και του στέρησε ένα μέρος της δημαρχιακής του θητείας, ο Πέτρος Σ. Ομηρίδης, θυμάται και καταγράφει τους σταθμούς της προσωπικής, της εμπορικής και της πολιτικής του κυρίως σταδιοδρομίας, χωρίς ίχνος κακίας ή μεμψιμοιρίας. Το ύφος της γλώσσας του αντικατοπτρίζει το ήθος του ανθρώπου, ενός καλοκάγαθου ευπατρίδη και φιλάνθρωπου έλληνα, που από όποιο πολιτικό ή διοικητικό μετερίζι πέρασε, άφησε το ευγενές στίγμα του και την διορατική του πρακτική δραστηριότητα, στην επίλυση των προβλημάτων που του ανατέθηκαν να λύσει. Ο λόγος του είναι παραινετικός προς τις επόμενες από αυτόν νέες γενεές, θέλοντας να τους εμπνεύσει το αίσθημα της ελευθερίας, της φιλοπατρίας της δικαιοσύνης της φιλανθρωπίας της αγωνιστικότητας, της ατομικής του κάθε έλληνος ξεχωριστά αξιοπρέπεια. Είναι το καταστάλαγμα και η εμπειρία ζωής ενός πολιτικού άντρα, που στα βαθειά του γεράματα, έχοντας ολοκληρώσει τον επίγειο πολιτικό και κοινωνικό του κύκλο-και κατ’ επέκταση και τον βιολογικό, ώριμος και σοφός, κατασταλαγμένος και γεμάτος αγωνιστικές προθέσεις και σημαντικά αξιώματα, ένας σοφός γέροντας, έτσι όπως μας τον φωτογραφίζει με την τέχνη της ποιήσεώς του ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, γράφει, όχι για να λυτρωθεί από παλαιές της νιότης του ενοχές, όχι για να δικαιολογήσει πολιτικές του ενέργειες ή διοικητικές του αστοχίες, όχι για να καταδικάσει αυτούς που πολιτικά και κοινωνικά τον πολέμησαν και δεν τον άφησαν δύο φορές να ολοκληρώσει την πολιτική του διαδρομή, αλλά σαν μια συμβουλευτική παρακαταθήκη, μας αφήνει τα πεπραγμένα του βίου ενός ατόμου με πείρα και εμπειρία διορατικότητα και σοφία, και ο οποίος έχοντας ολοκληρώσει την εικόνα του κύκλου της ζωής του, μπορεί πλέον ήσυχα, γαλήνια και με καθαρή συνείδησή, να αφήσει τα εγκόσμια. Η Πόλις θα σε ακολουθεί μέχρι τα εσχατιά της ζωής όπως γράφει και πάλι ο Αλεξανδρινός. Πρόσωπα της εποχής του και τοποθεσίες του εξωτερικού που εμπορικά δραστηριοποιείται και επισκέπτεται, περνούν μπροστά στα μάτια μας με γλαφυρότητα και ειρηνικό έως σιγαλόφωνο τρόπο. Ο Ομηρίδης, υπήρξε και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, γράφοντας τις προσωπικές του υποθήκες, δεν καυτηριάζει τα τεκταινόμενα των άλλων, δεν στηλιτεύει πρόσωπα, δεν τα εξοβελίζει από τις σελίδες της Ιστορίας, ούτε μας αφήνει καν την υποψία ότι επιδιώκει να τα αμαυρώσει. Αντίθετα το βλέμμα παραμένει νηφάλιο, το ύφος του λόγου του είναι ειρηνικό, η γραφή του εκπνέει μια καταλαγή περιγραφών. Στο ολιγοσέλιδο αυτό αυτοβιογραφικό κείμενο, δεν θα συναντήσουμε μεγάλες στιγμές της σύγχρονης Πειραϊκής ιστορίας, ανδραγαθήματα πολιτικών ανδρών που έτυχε στο διάβα του δικού του πολιτικού βίου να συναντήσει και να συναναστραφεί. Ο Πέτρος Σ. Ομηρίδης, έχει το «απλό» ήθος και φρόνημα του παλαιού έλληνα, που έρχεται από τα αγωνιστικά χρόνια της απελευθέρωσης των ελλήνων από την οθωμανική κατοχή, και με όλες του τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις, μέσα από τις πολιτικές του διοικητικές του θέσεις που του ζητήθηκε να αναλάβει ονειρεύεται μια Ελλάδα ελεύθερη και ισχυρή, έναν Δήμο αυτάρκη και ακμαίο που θα μπορεί να ανταπεξέλθει στις δύσκολες ιστορικές συνθήκες που ιστορικά διανύει. Μια Ελλάδα που αγωνίζεται ακόμα και πολεμικά να απελευθερώσει σκλαβωμένα εδάφη της και νησιά της. Ο Πέτρος Σ. Ομηρίδης, προσπαθεί να στεριώσει την στα σπάργανα ακόμα, ταυτότητα του Πειραιά. Μετά την εκλογή του ως δημάρχου, μεριμνά για καλύτερες συνθήκες ζωής των κατοίκων της μικρής αυτής πόλης που είναι ο Πειραιάς, δίνει αρχαιοελληνικά ονόματα σε καινούργιους δρόμους που κατασκευάζει ούτως ώστε να αφυπνίσει το φρόνημα των νέων οικιστών, κατασκευάζει σε κομβικά σημεία της πόλης σταθμούς-βρύσες για να μπορούν οι κάτοικοι να προμηθεύονται το απαραίτητο νερό τόσο για τις λάτρες τους όσο και για προσωπική τους χρήση, μεριμνά για την οικοδόμηση σχολείου, του αλληλοδιδακτικού, πράγμα που μας φανερώνει την επιθυμία του Ομηρίδη, για μόρφωση των νέων φτωχών παιδιών, και την αγάπη του προς τα γράμματα.  Και λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων του Δήμου, ζητά την αρωγή του πλούσιου ευπατρίδη ευεργέτη Κ. Ιωνίδου, δελεάζοντάς τον μάλιστα με την πρόθεση να ανακηρυχθεί σαν ο πρώτος ευεργέτης του νεοσύστατου Δήμου, πράγμα που το πετυχαίνει, προκαλώντας του όπως γράφει, την «φιλογένειαν και μεγαλοδωρίαν». Συνδράμει στον καλλωπισμό και την συντήρηση τόσο του παλαιού μοναστηρίου του Αγίου Σπυρίδωνος, που βρίσκεται στο κέντρο του λιμανιού όσο και της εκκλησίας της Αγίας Τριάδος, αλλά και την κοντά στη Δογάνα εκκλησία του Αγίου Νικολάου, και ακόμα θέτει τις βάσεις για την εκκλησία της καθολικής κοινότητας, τον Άγιο Παύλο. Μεριμνά για την ανεύρεση χώρου και την δημιουργία Κοιμητηρίου που δεν είχε ο Πειραιάς, στην περιοχή κοντά στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου. Το Νεκροταφείο αυτό εξυπηρέτησε τις ανάγκες των κατοίκων μέχρι να μεταφερθεί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στην Ανάσταση, στο τέρμα της οδού αναπαύσεως, και στις μέρες μας, στο νέο νεκροταφείο του Πειραιά που «συστεγάζεται» στην περιοχή του Σχιστού, μαζί με αυτά, άλλων δύο όμορων δήμων. Δημιούργησε πλατείες, και έστησε διάφορες μαρμάρινες προτομές για να τονίσει την σημασία της αγάπης που όφειλαν να έχουν οι νέοι δημότες προς την παλαιά ιστορία της πόλης, και να θυμίζει τα αγωνιστικά τους ανδραγαθήματα. Έστησε την προτομή του αρχαίου Θεμιστοκλή στο λιμάνι(θεωρώντας από πολλούς-μέχρι πρόσφατα-ότι ο τάφος με τα οστά του ήταν θαμμένα σε εκείνο το σημείο), για να δείξει στους συμπατριώτες του την κοινή τους καταγωγή και ιστορική συνέχεια. Δεν εξαίρεσε ούτε τον αρχαίο Θεό Απόλλωνα, για να υπενθυμίζει την σοφία και την αρμονία σκέψης των αρχαίων προγόνων, αλλά και ο Ρήγας Φεραίος στήθηκε σε περιοχή του Πειραιά, για να τονισθεί το αγωνιστικό φρόνημα και η ελπίδα ελευθερίας των αγωνιζόμενων ακόμα ελλήνων. Φρόντισε να κατασκευασθεί η προκυμαία του λιμανιού για το καλύτερο και ασφαλέστερο αγκυροβόλιο των τότε ιστιοφόρων και καϊκιών. Αλλά και η οικονομική του Δήμου πολιτική επί δημαρχίας του υπήρξε χρηστή, όχι μόνο εξόφλησε τα χρέη των προηγούμενων δημαρχιακών αρχών, αλλά άφησε και οικονομικό υπόλοιπο στα ταμεία του Δήμου,(19.000 δραχμές) όπως ο ίδιος σημειώνει. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μετά την πρώτη δημαρχιακή του θητεία, αναλαμβάνει δήμαρχος της πόλης ο Αντώνης Θεοχάρης(13/8/1845-6/10/ 1848), ο οποίος ακολούθησε τον σχεδιασμό του Δήμου των προηγούμενων δημάρχων, χωρίς να αφήσει πίσω του έργο. Γενικά, οι δημαρχιακές θητείες του Πέτρου Σ, Ομηρίδου υπήρξαν χρηστές και εποικοδομητικές για την πόλη του Πειραιά, γιαυτό και δικαίως συγκαταλέγεται ανάμεσα στους δύο τρείς φωτισμένους και σημαντικούς δημάρχους του νεότερου Πειραιά, από όλους ανεξαιρέτως τους ιστορικούς και ερευνητές της Πειραϊκής ιστορίας. Η δε Αυτοβιογραφία του, είναι ένα κλασικό κείμενο καλλιέπειας λόγου και ύφους, νηφάλιας σκέψης και γραφής, παρέχοντάς μας πολύτιμες πληροφορίες-έστω και ως μνεία-σε σχέση με άλλες σημειώσεις που μας έχουν αφήσει άλλοι δήμαρχοι του Πειραιά, πχ. του Στρούμπου, που είναι χρήσιμη για τα στοιχεία που μας δίνει για την αποχέτευση του Δήμου.
     Γράφει ο Δημήτριος Θ. Σπηλιωτόπουλος μεταξύ άλλων στο βιβλίο του:
«…μετά την έλευση του Κυβερνήτου διωρίσθη ο Π. Ομηρίδης Ειρηνοδίκης Σπετσών μέχρι της οργανώσεως των Δικαστηρίων, ότε διωρίσθη Πρόεδρος του Δικαστηρίου των Βορείων Κυκλάδων, παρητήθη δε εκ ταύτης και επανήλθε εις Σπέτσας, αλλά εξωρίσθη εκείθεν παρά του Κυβερνήτου εις Σμύρνην, διότι συνέταξε αναφοράν, κατ’ αίτησιν Υδραίων και Σπετσιωτών, παρ’ ών και υπεγράφη προς τον Ιωάννη Καποδίστριαν, δι ής εζητείτο η σύγκλησις Εθνικής Συνελεύσεως, και Συνταγματικόν πολίτευμα.
     Μετά την έλευσιν του Βασιλέως Όθωνος εις Ναύπλιον κατήλθε και ο Π. Ομηρίδης εις Ναύπλιον, προκειμένου δε να μετατεθή η πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους εις Αθήνας διωρίσθη και ο Π. Ομηρίδης μέλος της Επιτροπής προς εξακρίβωσιν των ζημιωθέντων κατοίκων Αθηνών εκ του πολέμου και αποζημίωσιν αυτών, λαβών δε άδειαν παρά του αρμοδίου Υπουργού μετέβη εις την Κωνσταντινούπολιν δια να ενεργήση και αποζημιωθή δια την υπό των Οθωμανών δήμευσιν των ουκ ευκαταφρόνητων κτημάτων του, ληξάσης δε της αδείας του εζήτησε παράτασιν αυτής, ήτις δεν τω εδόθη, και λόγω βραδύτητος επανόδου απελύθη της υπηρεσίας, επανήλθε όμως βραδύτερον εις Ναύπλιον, μη επιδιώξας πλέον να διορισθή εις Δημόσιαν θέσιν.
     Ενώ δε έμενεν εν Ναυπλίω, ο Δήμος του Πειραιώς εξ εκτιμήσεως προς τον Πέτρον Ομηρίδην τον υπέδειξεν μετ’ άλλων δύο ως Δήμαρχον αυτού την 19 Απριλίου 1841 και ο Βασιλεύς τον διώρισεν ως τοιούτον, διότι έλαβεν υπόψη τας ως άνω υπερτάτας και πολυσχιδείς υπηρεσίας αυτού και ως μέλους της Φιλικής Εταιρίας και ως ατόμου προς την Πατρίδα, με θυσίας περιουσιακάς πολλάς.
      Όταν ο Πέτρος Ομηρίδης αποδεχθείς την εκλογήν του Βασιλέως ανέλαβεν την Δημαρχιακήν εξουσίαν η πόλις του Πειραιώς εστερείτο των πάντων, πόρους δε προς θεραπείαν των αναγκών της είχε λίαν περιωρισμένους. Η ανάγκη του τόπου αφ’ ενός και η άκρα φιλοτιμία του, ως γράφει αφ’ ετέρου, ήσαν δύο κέντρα τόσον οξέα ώστε ούτε να κοιμηθή ήσυχος τον άφινον….»
     Ας δούμε το σχετικό απόσπασμα της «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟΣ» που αφορά την πόλη. Και συμπληρωματικά καταγράφω τους δημοτικούς συμβούλους των δημαρχιακών του θητειών:
Δημαρχιακή περίοδος γ΄ Δήμαρχος Πέτρος Ομηρίδης 2/4/1841-10/8/1845
Δημοτικοί Σύμβουλοι:
Βασίλειος Αργαστηριάρης,
Παναγιώτης Γιουρδής,
Δημήτριος Δεσποτόπουλος,
Βασίλειος Δασκαλόπουλος,
Σταμάτιος Ιωάννου,
Θεόδωρος Κουτσούκος,
Αναστάσιος Μπόνης,
Λουκάς Ράλλης,
Ιωάννης Σέρρος,
Δημαρχιακή περίοδος ε΄ Δήμαρχος Πέτρος Ομηρίδης 24/11/1848-16/1/1952
Δημοτικοί Σύμβουλοι:
Βασίλειος Αργαστηριάρης,
Παναγιώτης Γιουρδής,
Θεόδωρος Κουτσούκος,
Γεώργιος Λέλης,
Δημήτριος Μουτζόπουλος
Ιωάννης Μουτζούρας,
Δημήτριος Μπαρούς,
Παναγιώτης Οικονομίδης,
Ιωάννης Παπαϊωάννου.
Ανδρέας Περίδης,
Εμμανουήλ Πολίτης,
Παντελής Χατζησωτηρίου
Την περίοδο αυτή με την παραίτηση του Πέτρου Σ. Ομηρίδη, αναλαμβάνει Δημαρχών ο  Σ. Ρετσινόπουλος.
Σημειώνει ο Σπηλιωτόπουλος: «Επί της Δημαρχιακής ταύτης περιόδου του Πέτρου Ομηρίδη επεξετάθη το σχέδιον της πόλεως επί μικρόν αναλόγως της εγκαταστάσεως νέων κατοίκων και των εντεύθεν δημιουργούμενων αναγκών δια την ανοικοδόμησιν νέων οικιών αλλά και των πόρων του Δήμου Πειραιώς οι κάτοικοι του οποίου κατά την Δημοτικήν ταύτην περίοδον ανήρχοντο εις 4237, συνέδραμε δε και δια τον ευπρεπισμόν του Αγίου Σπυρίδωνος, και την δυνατόν επέκτασιν της δεντροφυτείας της πόλεως. Και εν γένει ο Πέτρος Ομηρίδης ανέπτυξεν όλην αυτού την δραστηριότηταν εις όλους τους κλάδους της Διοικήσεως του Δήμου, και έδωκε μεγάλην ώθησιν εις την πρόοδον και ανάπτυξιν του Πειραιώς».
Δημαρχιακή περίοδος στ΄, Δήμαρχος Πέτρος Ομηρίδης 2/2/1852-18/3/1855
Δημοτικοί Σύμβουλοι:
Γεώργιος Αναστασόπουλος,
Αθανάσιος Ζωγράφος,
Πέτρος Καρακλής,
Νικόλαος Μελετόπουλος,
Δημήτριος Μουτζόπουλος,
Ιωάννης Μουτζούρας,
Δημήτριος Μπαρούς,
Παναγιώτης Οικονομίδης,
Ιωάννης Παπαιωάννου,
Ανδρέας Περίδης,
Εμμανουήλ Πολίτης.
                   
   (Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ)
     «…..Διαμένων εν Σμύρνη και απρακτών έμαθον μετά μεγίστης θλίψεως της ψυχής μου την απροσδόκητον δολοφονίαν του Κυβερνήτου!
     Μετά δε την έλευσιν του βασιλέως Όθωνος και της Αντιβασιλείας αυτού εις την Ελλάδα κατήλθον κ’ εγώ εις Ναύπλιον, την τότε έδραν τη; Αντιβασιλείας.
     Εν τω μεταξύ τούτω η πόλις Αθηνών ωρίσθη ως μέλλουσα πρωτεύουσα του Κράτους, εφ’ ώ διωρίσθη επιτροπή ίνα εξετάση επιτοπίως και εκτιμήση τα ερείπια, ίνα αποζημιωθώσιν οι κύριοι αυτών και οι παλαιοί κάτοικοι, της επιτροπής ταύτης μέλος εδιώρισε και εμέ η Κυβέρνησις.
     Μετά την ακριβή εκπλήρωσιν της εντολής ταύτης, οργανισθέντων δε ήδη των δικαστηρίων παρά της Βασιλικής Κυβερνήσεως διωρίσθην παρ’ αυτής μέλος του δικαστηρίου των Εφετών.
     Μετά παρέλευσιν ικανού καιρού, αφού πλέον ίσχυεν η ελληνική σημαία εν Τουρκία, επειδή οι Οθωμανοί κατά τας αρχάς του αγώνος εζήτουν να με κακοποιήσωσιν, ως είπον προλαβόντως, ως επαναστάτην, εγώ δε κατόρθωσα να διασωθώ από της απειλουμένης ταύτης καταστροφής, εδήμευσαν τα ουκ ευκαταφρόνητα πατρικά μου κτήματα, νομίσας κατάλληλον την περίστασιν του να ελευθερώσω αυτά, έλαβον τρίμηνον άδειαν και μετέβην εις Κωνσταντινούπολιν. Μη δυνηθείς δε εντός της δοθείσης μου προθεσμίας να κατορθώσω τι εζήτησα παράτασιν της αδείας μου’ αλλ’ ο τότε υπουργός αντί να παρατείνη αυτήν επ’ ολίγον επροκάλεσε την εκ της θέσεώς μου παύσιν μου.
     Επανελθών μετά ταύτα εις την φίλην Ελλάδα, ουδενί εξέφερα ουδέν παράπονον δια την άδικον παύσιν μου, ουδέ εθήρευσα θέσιν’ η μόνη ευχαρίστησίς μου ήτο να μένω ιδιωτεύων. Ενώ δε έμενον ούτως εν Ναυπλίω, ο Δήμος του Πειραιώς εξ ιδίας προς εμέ υπολήψεως και αγάπης με εψήφισε, και τοι απόντα, Δήμαρχον αυτού τη 19 Απριλίου 1840, την δε εκλογήν μου, επειδή ήτο νενομισμένων να κυρώνται οι εκλογαί υπό του Βασιλέως, επεκύρωσεν η Α. Μ. ο αοίδιμος Όθων άνευ τινός παρατηρήσεως.
     Η εκλογή του Δημάρχου επανελήφθη μετά οκτώ έτη, και πάλιν μετά τέσσερα έτη’ οι καλοί Πειραιείς εκτιμήσαντες την πατρικήν μου υπέρ αυτών μέριμναν, αυθορμήτως, χωρίς ποτέ να καταδεχθώ ή ψήφους να θηρεύω υπέρ εμαυτού, ούτε ευνοίας να προσελκύω ισχυρών, μ’ εψήφισαν Δήμαρχον αυτών και εις την δευτέραν και εις την τρίτην περίοδον, ο δε Βασιλεύς επεκύρωσε την εκλογήν μου, την 17 Νοεμβρίου 1848 και πάλιν την 23 Ιανουαρίου 1852.
     Γνωστόν τοις πάσιν ότι η πόλις του Πειραιώς, ούσα τότε αρτισύστατος, τα πάντα εστερείτο, πόρους δε προς θεραπείαν των αναγκών της είχε λίαν περιωρισμένους’ η ανάγκη του τόπου εξ’ ενός και η άκρα φιλοτιμία μου εκ του άλλου μέρους ήσαν δύο κέντρα τόσον οξέα, ώστε ούτε να κοιμώμαι ήσυχος με άφιναν’ ησχολήθην κατά πρώτον εις την συμπλήρωσιν του σχηματισμού των οδών, εις την αύξησιν του ποσίμου ύδατος, του οποίου η έλλειψις ήτο λίαν επαισθητή εις τον τόπον, κατασκεύασα τας αναγκαίας βρύσεις, ενήργησα την οικοδομήν του αλληλοδιδακτικού σχολείου, ωφεληθείς εκ την ενταύθα παρεπιδημίας του παλαιού φίλου μου του αείμνηστου Κ. Ιωνίδους, τον παρέστησα την μεγάλην ανάγκην του να ανεγερθή Ελληνικόν σχολείον, και ότι ήθελεν απαθανατισθή το όνομά του ως πρώτου ευεργέτου του Δήμου τούτου, αν ήρχετο εις γενναίαν τινά συνδρομήν αυτού, και διαφόρων άλλων πειστικών λόγων εκέντησα την γνωστήν του ανδρός φιλογένειαν και μεγαλοδωρίαν προς ανέγερσιν του Ελληνικού σχολείου, το οποίον είναι εκ των ωραιοτέρων και εις θέσιν υγιεινήν της πόλεως ωκοδομημένων κτιρίων. Συνέδραμον εις την μόρφωσιν και τον ευπρεπισμόν των δύο εκκλησιών της Αγίας Τριάδος και του Αγίου Σπυρίδωνος, εν μέρει δε και του Αγίου Νικολάου. Νεκροταφείον δεν είχεν η πόλις όνειδος και εντροπήν των κατοίκων, ενήργησα τον σχηματισμόν και τον καλλωπισμόν του νυν υπάρχοντος τελευταίου ασύλου του φθαρτού ανθρώπου. Επί της εμής δημαρχίας ετέθησαν τα κατάλληλα ονόματα εις τας οδούς της πόλεως και ερρυθμίσθησαν, εσχηματίσθησαν αι πλατείαι, εγένοντο δάφοροι δεντροφυτείαι καθόσον εδέχετο η πόλις’ ανηγέρθησαν μαρμάριναι προτομαί εις διάφορα μέρη της πόλεως, η προτομή του Θεμιστοκλέους δια να σώζηται απέναντι του αρχαίου τάφου αυτού η μνήμη της καταγωγής των Ελλήνων, η του Απόλλωνος, του θεού της σοφίας και της φρονήσεως, και η του αθανάτου Ρήγα Φερραίου του αναγεννητού και του πρώτου ιερού θύματος της ελληνικής παλιγγενεσίας και ελυθερίας’ επ’ εμού κατασκευάσθη η προκυμαία του λιμένος, έργον μεγάλης σημασίας. Και ταύτα όλα ενεργήθησαν μετ’ άκρας οικονομίας. Ενταύθα οφείλω να εκφράσω την βαθείαν ευγνωμοσύνην μου και προς τα έντιμα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου και των τριών περιόδων της Δημαρχίας μου, διότι εις όλα τα δημωφελή έργα τα οποία εξετελέσθησαν εύρον εις αυτούς την αυτήν φιλοπατρίαν, τον αυτόν ζήλον μ’ εμέ και την αγαθήν θέλησιν του να έρχωνται προθύμως εις την αρωγήν μου.
     Πόρους, ως είπον, είχε λίαν περιωρισμένους ο Δήμος του Πειραιώς, ως μόλις τότε εκ του μη όντος εις το είναι παραχθείς, και όμως αφού εξετελέσθησαν όλα τα ειρημένα έργα μετά μεγάλης μεν οικονομίας ουχί όμως και γλισχρότητος, και αφού επλήρωσα όλα τα υπό των προκατόχων μου καταλειφθέντα χρέη του Δήμου, ότε απεχώρησα και απεξεδύθην του αξιώματος του Δημάρχου αφήκα εις το ταμείον του Δήμου και δεκαεννέα περίπου χιλιάδες δραχμών προς χρήσιν των διαδόχων μου Δημάρχων’ εκ των πλείστων και ποικίλων έργων Δημάρχου πόλεως νεοσυστάτου εν τω μακρώ διαστήματι της δωδεκαετηρίδος ηρκέσθην να μνημονεύσω μόνον ταύτα τα πίπτοντα εις την όρασίν μου.
     Ενώ δε ησχολούμην εις τα του Δήμου, επειδή οι εταίροι της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας μ’ εψήφισαν και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, από δε της καθιδρύσεως του ιερού τεμένους της εκκλησιαστικής Ριζαρείου σχολής διατελώ μέλος του Συμβολίου αυτής, δεν έλειψα εφ’ όσον μοι επέτρεπον οι ασθενείς μου δυνάμεις από τας τακτικάς εν Αθήναιας συνεδριάσεις αυτών, και συνετέλεσα το κατά δύναμιν εις την πρόοδον και ευημερίαν των καταστημάτων τούτων»………
     Αυτή είναι η μικρή περιήγηση σε μια παλαιά χρονική ιστορική περίοδος της πόλης του Πειραιά, με οδηγό την «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟΣ», ενός προικισμένου και φιλότιμου ατόμου, που στην πολιτική του σταδιοδρομία ωφέλησε τόσο την υπόδουλη-τότε-χώρα του, όσο και τον Δήμο του Πειραιά.
Ο Πέτρος Σ. Ομηρίδης, είναι ένα από τα ζωντανά ιστορικά σημεία της πόλης και της πολιτικής της και δημαρχιακής της παράδοσης.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, 10 Δεκεμβρίου 2016

Πειραιάς, χωρίς πυξίδα;