Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

Νίνα Κοκκαλίδου- Ναχμία, Οι διατάξεις της τροχαίας

 

              ΠΕΙΡΑΙΑΣ  Σεπτέμβριος 2023

Στον  Παρκαδόρο νέο σε ηλικία οικογενειάρχη που δολοφονήθηκε τόσο άδικα στον Πειραιά

 

     Είναι τραγικό και θλιβερό, σε πλημμυρίζει αγανάκτηση, οργή, για άλλη μία φορά η πόλη μας, σε λιγότερο από δέκα μέρες, ο Πειραιάς, να βρίσκεται στο κέντρο της επικαιρότητας με μαύρα, αρνητικά, αλγεινά σχόλια. Μιλώ για την άδικη και χωρίς λόγο δολοφονία του άτυχου βιοπαλαιστή οικογενειάρχη, ο οποίος εργάζονταν ως παρκαδόρος για να θρέψει την οικογένειά του στην οδό Πραξιτέλους-σε μάντρα η οποία χρησιμοποιούνταν ως Πάρκινγκ στην εξυπηρέτηση των περίοικων, στο κέντρο της Πόλης. Έχασε την ζωή του τόσο άδικα από έναν ψευτόμαγκα ελληναρά, που ήθελε να περάσει το δικό του, μη σεβόμενος την γειτονιά, τον δημόσιο χώρο, τους γύρω του. Άφησε χήρα την γυναίκα του και ορφανά τα παιδιά του, και ποιος ξέρει πώς από εδώ και πέρα θα τα βγάλουν πέρα μέσα σε αυτήν την ζούγκλα που καταντήσαμε τη ζωή μας. Ποια κρατική υπηρεσία-αν υπάρχει- θα βοηθήσει έμπρακτα όχι με υποσχέσεις λόγων αυτήν την οικογένεια. Όχι με τηλεοπτικές εξαγγελίες μελλοντικών χρόνων. Αμ έπος αμ έργο. (Μία χρηστική και αποτελεσματική χειρονομία θα ήταν η μη χρηματοδότηση όλων των ελληνικών της Βουλής κομμάτων για έναν έστω χρόνο και να δοθεί η κρατική επιχορήγηση σε οικογένειες παρόμοιων περιπτώσεων. Και στου άτυχου παρκαδόρου που χάθηκε. Έτσι θα φανερώσουν έμπρακτα οι πεφωτισμένοι πολιτικοί μας εκπρόσωποι την φροντίδα τους για τους πολίτες αυτής της χώρας, τους φορολογούμενους εκλογείς τους, οι πολιτικοί- διαπαραταξιακά όλων των κομμάτων- που θέλουν να μας σώσουν. Ο άνθρωπος πρώτα ή ο μπεζαχτάς). Αλήθεια, πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε στην ταλαιπωρημένη και βασανισμένη καθημερινότητά μας υποστεί παρόμοιες αντιδράσεις από συνέλληνες δημότες και μη, από έλληνες και ορισμένες φορές και αλλοδαπούς, παρόμοιες ανεγκέφαλες, πεισματώδεις, ανόητες αντιδράσεις και επικίνδυνες πρακτικές, δολοφονικές στην ζωή μας, σε βάρος του γενικού συνόλου, όπως ο άτυχος νέος της οδού Πραξιτέλους. Και τι δε μηχανευτήκαμε για να τις αποτρέψουμε. Πόσες και πόσεις άσχημες αντικοινωνικές και αντιανθρώπινες συμπεριφορές δεν υπεστήκαμε οι οποίες καταπατούσαν και καταπατούν τα αστικά δικαιώματά μας, είναι επιβλαβείς της σωματικής μας ακεραιότητας, την δημόσια ευταξία και κοινωνική λειτουργικότητα συνύπαρξης όλων μας, δεν καταφύγαμε σε ενστικτώδεις αντιδράσεις των αναγκαίων ισορροπιών των καθημερινών μας σχέσεων από την στιγμή που θα βγούμε από το σπίτι μας. Vivere pericolosamente.  Άσχημες,  βλακώδεις συμπεριφορές και δολοφονικές καταχρηστικές κοινωνικές αντιδράσεις ημερήσιας διάταξης, οι οποίες τείνουν να γίνουν, αν δεν έχουν ήδη γίνει, σε σταθερή κανονικότητα των σύγχρονων τρόπων και συμπεριφορών του βίου μας, των δημόσιων εκδηλώσεών και πρακτικών μας είτε κατοικούμε στα μεγάλα πολυπληθή αστικά κέντρα είτε στην επαρχία. Τις συνηθίσαμε, τις αποδεχτήκαμε σιωπηλά, πύκνωσαν και κύκλωσαν τον βραχύβιο χρόνο της ζωής μας, των δημόσιων εκδηλώσεών μας, ίσως και να μην μας κάνουν πια εντύπωση. Εθιστήκαμε στο Κακό σαν ένα μέρος της Ζωής και της Ημερήσιας Καθημερινότητάς μας. Μέσα στον ορυμαγδό αυτόν της καταστροφής των δελτίων ειδήσεων, (αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας) μία μικρή εικόνα «πίξελ» στις οθόνες των καναλιών που παρατείνονται χρονικά, στη διάρκειά τους, για να γεμίσει ο τηλεοπτικός ή ραδιοφωνικός χρόνος. Το Κακό έγινε ισότιμο με το Καλό στους σύγχρονους μοντέρνους καιρούς μας. Έγινε υπέρτερό του. Δημοσίως πολιτικοί άνδρες (που δεν αισχύνονται) μας ζητούν, μας συμβουλεύουν να το αποδεχτούμε, να κάνουμε «ότι κοιμόμαστε», μοντέρνοι σκηνοθέτες γυρίζουν ταινίες επιβραβεύοντάς το. Ηρωοποιούν τους δολοφόνους, κυκλοφορούν βιβλία για τη ζωή τους. Μουσικοί το "προπαγανδίζουν" μέσα στους στίχους τους, τα τραγούδια τους. Ενώ τα χιλιάδες θύματα, δύο λεπτά «υπερ αναπαύσεως της ψυχής του κεκοιμημένου»-για ποια Ψυχή άραγε μιλούν όλοι αυτοί οι μεγαλόσχημοι, και έξω από της Ζωής την πόρτα. Πάμε για άλλους. Οι επόμενοι. Και έπειτα, σου ζητάνε να πιστέψεις στο πολιτικό σύστημα της χώρας σου, σε πανάρχαιους θρησκευτικούς θεσμούς κοινωνικής συνοχής, σε κράτος δικαίου (μπρρρ) και ανοχή σε μία καθημερινότητα τόσο σκοτεινή και γεμάτη ανασφάλεια, που, ούτε οι στρατιώτες της Λεγεώνας των Ξένων δεν θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν. Μαύρες οι ζωές μας, προσπαθώ να μην μαυρίσω και το σημείωμα.

Πάντως,  επειδή χιλιάδες φορές έχουμε περπατήσει από τότε που είμασταν έφηβοι, τους δρόμους και τα σοκάκια αυτής της Πόλης, και την οδό Πραξιτέλους, θα ήθελα σαν φορολογούμενος δημότης-όπως και όσοι φαντάζομαι είναι δημότες της Πόλης-να έκανα ορισμένες ερωτήσεις στις δημοτικές αρχές ανεξαρτήτου πολιτικής ή κομματικής ή ιδεολογικής παρατάξεως στις οποίες ανήκουν οι δημοτικοί άρχοντες και εκπροσωπούν. Πόσες δεκαετίες μέχρι σήμερα έχουν ακούσει τα παράπονα των δημοτών, τα οποία αναφέρονται στο τεράστιο πρόβλημα του Πάρκινγκ, των χώρων Στάθμευσης εντός της Πόλης, και των πέντε δημοτικών διαμερισμάτων της; Ήμουνα νιος και γέρασα-και δεν έχω αμάξι-που άκουγα για το πρόβλημα αυτό. Τα παράπονα των Πειραιωτών και των μη Πειραιωτών που εργάζονταν ή επισκέπτονταν το πρώτο λιμάνι ήταν συνεχή και έντονα. Σχετικά πρόσφατα, άκουσα από τα χείλη εργαζόμενου οδηγού, ότι έχει αναγκαστεί μετά το πέρας της δωδεκάωρης εργασίας του, γυρνώντας στο σπίτι του το βράδυ, και μην βρίσκοντας θέση στάθμευσης για να παρκάρει το επαγγελματικό του αμάξι, να αναγκαστεί να φύγει από την περιοχή που έμενε-την Πειραϊκή- και να πάει έξω από μεγάλο νοσοκομείο της Πόλης να αράξει και να κοιμηθεί μέσα στο αμάξι. Θα ήθελα να γνώριζα-τώρα που πλησιάζουν και οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές να μάθαινα τι έπραξαν για το μέγιστο αυτό και αδιέξοδο ζήτημα διαχρονικά οι εκλεγμένοι με νόμιμο πολιτικό τρόπο δημοτικοί άρχοντές μας. Πόσο θα εισακουστούν στις αντιδράσεις τους-από το υπουργείο υγείας- για την μη εγκατάσταση μονάδας ΟΚΑΝΑ στην περιοχή, στα Μανιάτικα, έμπρακτα και λειτουργικά. Και ένα εύλογο δημοτικό «παράπονο», ενός κατοίκου του πέμπτου Διαμερίσματος κύριοι και κυρίες δημοτικοί αντιπρόσωποι όλων των παρατάξεων. Τα γεωγραφικά του δημοτικά όρια-της πέμπτης κοινότητας, δεν σταματούν ούτε περιορίζονται στην οδό Καλλέργη ή στην οδό Παλαμηδίου όπου βρίσκεται ο παλαιός κινηματογράφος-το θέατρο Καλλιφόρνια, απλώνεται και συμπεριλαμβάνει αν δεν κάνω λάθος και το ύψωμα, τον λόφο Βώκου ή όχι. Μπορείτε να με ενημερώσετε πότε καταδεχτήκατε ουσιαστικά και ειλικρινώς να πατήσετε τα κακοτράχαλα αυτά σοκάκια και τους δρόμους που η κλίση τους δημιουργεί τόσα προβλήματα σε πεζούς και αμάξια; Και δεν μιλώ για τις εορταστικές εκδηλώσεις της Παναγίας της Οδηγήτριας ή της Αγίας Μαρίνας, δεν μιλώ για κομματικές συνάξεις, αναφέρομαι για πραγματικό ενδιαφέρον για την περιοχή αυτή, τους δρόμους της, τον περιβάλλοντα δημόσιο χώρο, με τα δεκάδες ακατοίκητα και τα «ορφανά» γεμάτα σκουπίδια οικόπεδα, τους δημότες. Εκτός και αν κάνω λάθος να το επαναλάβω κουραστικά. Σίγουρα, θα μου αντιτάξετε-και δικαιολογημένα εν μέρει ίσως-ότι οι δημοτικοί εκπρόσωποι είναι πολυάσχολοι και έχουν να λύσουν και να ενδιαφερθούν για εκατοντάδες άλλα προβλήματα του Πειραιά, διαχρονικά. Όμως σεβαστοί δημοτικοί και διαμερισματικοί άρχοντες, (και Βουλευτές) κύριοι υποψήφιοι της Δημοτικής αρχής, ήμουν νιος και γέρασα, είχα πλούσια μαύρη χαίτη και τώρα έχω αρχίσει να γλομπίζω και δεν έχω δει, συναντήσει κανέναν διαχρονικά-μετά την μεταπολίτευση του 1974-να περπατά σε αυτούς τους δρόμους, να συνομιλεί και με εμάς για εμάς και όχι χωρίς εμάς. Και δεν έχω κάνει υπερπόντια ταξίδια, δεν έχω μεταδημοτεύσει ώστε να έχω χάσει Ημέρες και Έργα των Δημάρχων μας. Γαλουχηθήκαμε από δικές σας πολιτικές-και όχι κομματικές ή ιδεολογικές- προτροπές να σας αμφισβητούμε, να «ελέγχουμε» τα δημοτικά, δημαρχιακά και πολιτικά σας πάντα πεπραγμένα. Την εξουσία. Υπάρχει δημοτική λογοδοσία και σε ποιους. Ή επικρατεί το ανεύθυνο, το περί μη ευθύνης των πολιτικών μας εκπροσώπων; Να μία παθογένεια του κοινοβουλευτικού μας συστήματος που στο όνομα της δημοκρατίας θα άξιζε να καταργηθεί. Αλλά ποιος ακούει, την φωνή ενός απλού, ανώνυμου δημότη ή τα σχόλια μιάς μικρής ψευτοκουλτουριάρικης πειραϊκής ιστοσελίδας. (Και δεν είμαι και πολιτικός σχολιαστής). Πάμε για άλλα, πιο εμπορικά και πιασάρικα, τουριστικού ενδιαφέροντος. Το Επιχειρείν πάνω απ’ όλα.  Πάντως ο χρόνος των εκλογών εγγύς εστί.

      Στην μνήμη του αδικοχαμένου βιοπαλαιστή παρκαδόρου, όπως έπραξα και με την φοβερή και θλιβερή περίπτωση του Αντώνη, αφιερώνω ένα μικρό διήγημα της δημοσιογράφου και συγγραφέως, ραδιοφωνικού παραγωγού Νίνας Κοκκαλίδου- Ναχμία (1920- 12 / 6 / 2002). Κείμενα της δημοσιογράφου και συγγραφέως, ποιήτριας και αρθρογράφου Νίνας Κοκκαλίδου- Ναχμία, η οποία κατοικούσε με την οικογένειά της στην συμπρωτεύουσα, την Θεσσαλονίκη, έχουμε διαβάσει στις εφημερίδες «Μακεδονία», «Θεσσαλονίκη», το περιοδικό «Γυναίκα», το περιοδικό «Τηλέραμα», το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Πορεία» του πεζογράφου Τηλέμαχου Αλαβέρα, το περιοδικό του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου «Διαγώνιος» από όπου αντιγράφω το κείμενο. Τχ. 1/ Πρωτοχρονιά 1961. Πιστεύοντας-ίσως επί ματαίω- ότι Πολιτισμός δεν είναι μόνο οι μουσικές και θεατρικές εκδηλώσεις. Πολιτισμό δεν παράγουν μόνο οι τραγουδιστές και οι ηθοποιοί, οι σκηνοθέτες, οι σεφ, αλλά και οι ποιητές και οι ποιήτριες, οι άντρες και γυναίκες πεζογράφοι, οι δοκιμιογράφοι και οι μελετητές της ελληνικής λογοτεχνίας, της καταγραφής της τοπικής ιστορίας της πόλης τους αμφοτέρων των φύλων. Δυστυχώς στο γρήγορο και επιφανειακό ψάξιμο στο αρχείο μου, που αναζήτησα, δεν συνάντησα πεζό ή ποιητικό κείμενο με θέμα έναν παρκαδόρο ή το πάρκινγκ και έτσι κατέφυγα στο κάπως συγγενικό θέμα- και πιο ευχάριστης έκπληξης, «Οι διατάξεις της τροχαίας» της παλαίμαχης δημοσιογράφου και γνωστής Νίνας Κοκκαλίδου- Ναχμία.

         ΟΙ  ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ  ΤΗΣ  ΤΡΟΧΑΙΑΣ»

    Βρέθηκαν ένα απόγευμα σε μιά λεωφόρο. Ούτε φώτα, ούτε φουστάνια εμπριμέ, ούτε κι’ αυτοκίνητα. Μερικές πιπεριές στριμωγμένες σ’ ένα ρείθρο καμάρωναν τα κόκκινα κουμπάκια τους. Περπατούσαν δίχως νάχουν σκεφτεί την αγάπη, μιά και δεν χώραγε ανάμεσά τους-υπάρχουν κάτι διατάξεις της τροχαίας που κόβουν τους καλύτερους δρόμους-η  γυναίκα πέρασε το κεφάλι της ανάμεσα απ’ τον ώμο του κι’ ακούμπησε στο μάγουλό του. Εκείνος φορούσε θαλασσί πουκάμισο κι’ έκανε δικό του το χέρι της. Σφιχτά. Πολύ σφιχτά. ‘Ετσι σεργιανούσαν καλύτερα τη λεωφόρο. Πάνω κάτω, πάνω κάτω.

     -Θα πάω στον ιππόδρομο. Έχω ένα πακετάκι να δώσω σ’ ένα άλογο, είπε ο άντρας.

     -Ζάχαρη;

     -Δεν ξέρω, με παρακάλεσε ένας φίλος.

     -Νάρθω μαζί σου;

     -Όχι. Θα πάω μόνος μου.

     Της έσφιξε πιό πολύ το χέρι. Έτσι που δεν ανάσαινε. Το μάγουλό της γλίστρησε στο δικό του, καθώς γύρισε και την κοίταξε, ένα κεφάλι ψηλότερα, μ’ ένα χαμόγελο των ματιών. Ήταν ο άνθρωπος που χαμογελούσε μόνο με τα μάτια.

     Κάπου σύρθηκαν βήματα. Αδιάφορα τους σίμωσε ο θόρυβος.

     -Ανεβαίνουμε αυτή τη σκάλα; Έχει μιά ταράτσα μεγάλη. Μπορούμε κι’ εκεί να περπατήσουμε, είπε η γυναίκα. Φαίνεται κι’ ο ιππόδρομος. Θα δούμε το δρόμο που θ’ ακολουθήσεις.

     Προχώρησαν τη σκάλα. Με τις παλάμες την έπιασε απ’ τη μέση και την σήκωνε ένα-ένα τα σκαλιά, σα χορεύτρια ή σαν μωρό. Στο τέρμα της ξανάπιασε το χέρι κι’ εκείνη πέρασε το στόμα της στο πρόσωπό του και στα κλειστά του χείλη, σαν ένα ευχαριστώ.

     Όταν κατέβηκαν στη λεωφόρο είδαν τις απαγορευτικές ταμπέλες της τροχαίας πεσμένες και τις ξαναστύλωσαν. Η γυναίκα ένοιωσε πώς ήταν πρωί, πώς ξυπνούσε, κι’ έκανε να κλείσει τα μάτια, να ξανακοιμηθεί, νάναι με το μάγουλό του, με το χέρι του. Την έτσουξε αλαφρά η μύτη της σαν είδε τη διάταξη της τροχαίας με τα κόκκινα και μαύρα σημάδια. Αμέσως η λεωφόρος κουδούνισε από τακούνια, φώτα κι’ αυτοκίνητα. Οι πιπεριές δεν φαίνονταν πνιγμένες στη σκόνη.

     -Πρέπει να πάω στον ιππόδρομο.

     -Για το ξένο άλογο;

     -Ναι. Καληνύχτα….

     -Ευχαριστώ για το απόγευμα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

     Φορούσε ένα θαλασσί πουκάμισο κι’ ένα χαμόγελο συγκρατημένο.

     Μέσα απ’ τις δρασκελιές του, πέρασε τα συρμένα βήματά της βαστώντας το μάγουλο με το χέρι της.

      «Καληνύχτα».

ΝΙΝΑ  ΚΟΚΚΑΛΙΔΟΥ- ΝΑΧΜΙΑ.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023.

ΥΓ. Δεν γνωρίζω πόσος χρόνος θα χρειαστεί να συνέλθουν και να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους οι κάτοικοι της Θεσσαλίας και των άλλων περιοχών που πλημμύρισαν και καταστράφηκαν οι ζωές τους και οι περιουσίες τους, πόσο διάστημα θα απαιτηθεί για να γυρίσει η Ζωή στην κανονικότητά της, σε αυτά τα χώματα των αρχαίων Μυρμιδόνων αλλά, η μνήμη μου-ακόμα κρατά ζωντανή-την μεγάλη πλημμύρα στον Πειραιά, νομίζω είταν 1978 ή 1979, όταν σχολώντας από το σχολείο, έφηβοι μαθητές κοντεύαμε να πνιγούμε. Θυμάμαι την εικόνα του φουρτουνιασμένου και ατίθασου νερού, των πελώριων κυμάτων βροχής, να ρέουν με ορμή προς την παραλία-που ήσαν δεμένα τα καραβάκια-να πέφτουν τα παφλάζοντα νερά με πάταγο στην θάλασσα μπροστά στο "Γιαπί" τον Πύργο του Πειραιά. Εικόνες που αντικρίσαμε και καταστάσεις που βιώσαμε-μαζί με άλλους έφηβους συμμαθητές και συμμαθήτριες και στην πλατεία Καραΐσκάκη. Και στα Καμίνια. Νομίζω χάθηκαν κάπου 100 άτομα. Πλημμύρες έζησα-άλλες τρείς φορές- και στην οδό Βαλαωρίτου στους Αγίους Αναργύρους. Τελευταία, επί της προοδευτικής κυβέρνησης και πρώτης φοράς. Ακόμα περιμένουμε τα αντιπλημμυρικά έργα.   

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2023

Γιώργος Ιωάννου, 5 ποιήματα δημοσιευμένα στο Μπιλετάκι, το 1987

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΙΩΑΝΝΟΥ

(1927-1985)

     ΚΑΜΙΝΙ

3. μπιλετάκι

Θεσσαλονίκη, 25 Φεβρουαρίου 1987

 

     ΕΒΡΕΧΕ  ΔΙΧΩΣ  ΛΟΓΟ

Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.

Έκλαψα- χόρτασε η ψυχή μου.

Σ’ έφερα πιό κοντά.

Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.

 

Χαράζει τώρα στις μηλιές

κείνο σου το χαμόγελο.

                                (Τα χίλια δέντρα, 1963)

     ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

Τον ξέρετε τον Ρασκόλνικωφ;

Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι’ εγώ

τυχαία τον γνώρισα στο δρόμο.

 

Ίσως τον συναντήσω κι απόψε

στα λευκά σοκάκια μας

να χτυπάει το κουδούνι πάλι

καμιάς ξύλινης πόρτας.

 

«Πώς πάνε τα μαθήματα; «Το μόνο

και τίποτε, μα τίποτε,

για το λεπτό μας ζήτημα.

                                (Ηλιοτρόπια, 1954)

        ΚΑΜΙΝΙ

Ούτε θέλω ούτε ξέρω κι όμως προσεύχομαι.

Είναι γι’ αυτό το καμίνι που χορεύει’

στο κεφάλι μου κόλλησε και με γυρίζει.

 

Ήρθε τη νύχτα’ μ’ έπλαθε, με ζύμωνε.

Πονούσα απ’ το κεφάλι ως τα πόδια.

Χτυπούσε το ρολόι- δέν ξημέρωνε.

Πρέπει να πω πιά όλη την αλήθεια.

 

Μιά πέτρα πιό βαριά τώρα με σκέπασε.

Αδύνατο βαθιά να αναπνεύσω’

να πω δυό λόγια τρυφερά.

Αδύνατο να περιγράψω.

                                (Τα χίλια δέντρα, 1963)

        ΩΣ  ΤΟ  ΛΑΙΜΟ

Δανείστηκα τη φωνή’ μιμήθηκα το βάδισμα.

Μπήκα ως το λαιμό μέσα στην επιτήδευση

Ποτέ σαν νέος δεν τραγούδησα στους δρόμους.

Πήρα τους δρόμους νύχτα μόνο για την καρδιά,

για την καρδιά την τέλεια της νύχτας.

 

Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου.

                                (Τα χίλια δέντρα, 1963)

        ΚΑΠΟΙΟ   ΘΑΡΡΟΣ

Απ’ το πρωί περίμενα τη διασκέδασή μου’

το τελευταίο έγκλημα, ο τελευταίος βιασμός

-κι εκείνες οι φωτογραφίες των δραστών,

πάντα όπως τις έπλασες, όπως τις περιμένεις.

 

Επίσης οι αυτοκτονίες τους’ πρωτότυπες,

πολλές φορές εξαίσιες- θέλουνε κάποιο θάρρος.

 

Κι η νύχτα κόβει τους δεσμούς μας με τη γη’

η γνήσια νύχτα-τί θέλεις-πείθει.

                (ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ: «Τα χίλια δέντρα, κι άλλα ποιήματα», εκδόσεις Ύψιλον 1982)

            13/20

Επιλογή ποιημάτων: Β. Δ. , Δαχτυλογράφηση: Μ.Π.

     Οι δικοί μου Θύσανοι

      Πλησιάζοντας πάντα με αναγνωστική ευχάριστη, θετική διάθεση και χαροποιό πρόθεση το έργο του Γιώργου Ιωάννου, αποφάσισα να διαβάσω ξανά το σύνολο του έργο του. Το είχα διαβάσει στο μεγαλύτερο μέρος του, εκ νέου, όταν στην ιστοσελίδα μου Λογοτεχνικά Πάρεργα στις 26 Αυγούστου 2018 ανάρτησα ένα μακροσκελές κείμενο με χρηστικές βιβλιογραφικές πληροφορίες και στοιχεία για αυτό, θέλω να πιστεύω, παρά τα αναμενόμενα κενά του. Τουλάχιστον σε ηλεκτρονική ελεύθερη ανάγνωση για κάθε αναγνώστη ή αναγνώστρια της ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας. Ενώ στις 13 Σεπτεμβρίου 2023, δηλαδή μόλις πρόσφατα, ανήρτησα και πάλι στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, την πρώτη του ποιητική συλλογή «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ» με ένα εκτενές και πιο εμπεριστατωμένο με στοιχεία και πληροφορίες κείμενο, το οποίο στηρίχτηκε κυρίως στην συνολική εκδοτική Εργογραφία του, μην παραλείποντας να το εμπλουτίσω με χρηστικές (ενδεικτικές ασφαλώς) πληροφορίες, αναφέροντας συγκεκριμένες πηγές όσον αφορά την Ποιητική του διαδρομή. Και με σεβασμό στην μνήμη του, επανήλθα στην ανάγνωση των ελάχιστων (όπως γνωρίζουμε μέσα στον αναγνωστικό χρόνο της αποδοχής της συγγραφικής του παρουσίας) αρνητικών κειμένων και σχολίων τα οποία είχαν γραφεί-στην εποχή τους- για την πεζογραφία του κυρίως. Ιδιαίτερα επανήλθα στις επιφυλλιδογραφικές αρνητικές κρίσεις του κυρού καθηγητή και δοκιμιογράφου, αρθρογράφου Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη, (αποκόμματα της εφημερίδας «Το Βήμα» είχα διαφυλάξει, και ανατρέχοντας και στον τόμο «Δ. Ν. Μαρωνίτης, Πίσω Μπρος. Προτάσεις και υποθέσεις για τη νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία», εκδόσεις στιγμή, 1986. Όπου είχαν συμπεριληφθεί. Ανάμεσα στις 11ελληνικές σημαίνουσες φυσιογνωμίες της ποιητικής σκηνής, διαβάζουμε επεξεργασμένα και τα κείμενα για τον Ιωάννου, σελ.235-259, στην δεύτερη ενότητα περί Πεζογραφίας. Στην ουσία είναι δύο οι πεζογραφικές φωνές, του Γιώργου Ιωάννου και του πανεπιστημιακού συγγραφέα Γιώργη Γιατρομανωλάκη). Όπως όλοι οι τότε αναγνώστες («Το Βήμα» 3/6 και 2/7 και 29/7 και 27/8/1977) είχαν διαπιστώσει, η κριτική ματιά και ερμηνευτική φωνή των τεσσάρων αυτών κειμένων του συντοπίτη και παλαιού παιδικού του φίλου, δημιούργησε αλγεινές εντυπώσεις και δημοσιογραφικές αντιδράσεις. Πίκρανε και εξόργισε τον αγαπητό λογοτέχνη του οποίου τα βιβλία διαβάζονταν και πωλούνταν όσα λίγων συγγραφέων, και ο οποίος σε τεύχη του περιοδικού που εξέδωσε το 1978 το «Φυλλάδιο», απάντησε πικρόχολα, καυτηρίασε, με έναν λόγο και μία γραφή άλλοτε με σαρκασμό και άλλοτε με θλίψη τις απόψεις και τις θέσεις του καθηγητή Μαρωνίτη, περί Επαρχιακής πεζογραφίας στο οποίο ενέτασσε αναφέροντας ως παράδειγμα τα πεζά και το ύφος του Γιώργου Ιωάννου. Ανέτρεξα και στο βιβλίο του Ξενοφώντα Κοκόλη το οποίο καταγράφει τα της υπόθεσης, της διαμάχης Μαρωνίτη-Ιωάννου. Παρενθετικά μετά από τόσες δεκαετίες και με νηφαλιότερη διάθεση, και ασφαλέστερες δικλείδες αναγνωστικής ασφαλείας, θα μπορούσαμε με σεβασμό στην συγγραφική μνήμη και των δύο, να σημειώσουμε ότι οι κρίσεις του Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη έχουν μία βάση αλήθειας-από την ερμηνευτική οπτική που εξετάζει το ζήτημα- ενώ αντίστοιχα, η άμεση και δικαιολογημένη «αναμενόμενη οργή» του Γιώργου Ιωάννου ήταν κάπως υπερβολική, αν δεν τους παρανοώ. Επίσης, δεν είναι λάθος σαν σταθεροί αναγνώστες του έργου του Ιωάννου εξακριβώνουμε-όχι άδικα και αναίτια- ότι τα άρθρα και τα κείμενα που διαβάσαμε όλο αυτό το διάστημα για τον ποιητή και πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου, διακρίνονται για έναν θετικό μεν τόνο, ορισμένες φορές όμως επίσης υπερβολικό για την παρουσία του.

Τα ποιήματά του, τα πεζά του, τα δοκίμιά του για πρόσωπα της ελληνικής λογοτεχνίας χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής, όπως και οι αρθρογραφία του σε εφημερίδες και περιοδικά σχετικά με την Μικρασιατική Προσφυγιά, των ξεριζωμένων και κατατρεγμένων Ελλήνων της Ιωνίας, που εγκαταστάθηκαν στην Μακεδονία, την Θράκη, την γενέτειρά του Θεσσαλονίκη, και σε άλλες πόλεις και χωριά της Βορείου Ελλάδος, τα οποία διακρίνονται για την επιστημονική τους εγκυρότητα, την σωστή και λελογισμένη φιλοπατρία τους, το ορθό του ιστορικό κριτήριο, και πάνω από όλα για την φιλανθρωπία και την ένθερμη αγάπη του για τον πληγωμένο Ελληνισμό και την λαϊκή του παράδοση, είναι κείμενα και λόγοι που σπάνια συναντάμε σε έλληνα μη Μικρασιάτη συγγραφέα. Ο οποίος κουβαλά τις βιωματικές του αναμνήσεις της προσφυγιάς και του πολέμου στα βιβλία του. Όπως είναι οι συγγραφικές φωνές του Ηλία Βενέζη, του Στράτη Μυριβήλη, του Στρατή Δούκα, της Ιφιγένειας Χρυσοχόου, της Έλλης Παπαδημητρίου, της Διδώς Σωτηρίου και δεκάδες άλλων. Οι φωνές και οι αποτυπώσεις της ελληνικής κατατρεγμένης φτωχολογιάς στην πρόσφατη ελληνική ιστορία,-των γεγονότων και συμβάντων του περασμένου αιώνα-μέσω των καθημερινών εξομολογήσεων, μαρτυρικών μαρτυριών επώνυμων και ανώνυμων ελλήνων και ελληνίδων, όπως τις κατέγραψε, τις διάβασε, τις χρησιμοποίησε στις ομιλίες του-βλέπε «Λαϊκές Αφηγήσεις για την Προσφυγιά», και τις αποτύπωσε στα γραπτά του, τις μνημονεύει στα κείμενα που έγραψε και δημοσίευσε, σχολίασε στο περιοδικό του «Φυλλάδιο» χρειάζονται ειδική προσέγγιση και εξερεύνηση για όσους κακοπροαίρετους τον «κατηγόρησαν» σαν πατριδολάτρη, «εθνικιστή» και ότι δεν έγραψε τίποτα εναντίον της επτάχρονης Χούντα. Πόσο ιστορική και πολιτική πλάνη είχαν τα λόγια τους όταν ξεστόμιζαν αυτά τα ανόητα πράγματα. Τον κατηγορούσαν λανθασμένα. Ο ίδιος, δεν έπαψε να σημειώνει ότι ανήκει στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, δίχως να είναι ενταγμένος ή να επιθυμεί να ενταχθεί σε κανένα από τα υπάρχοντα-τότε-κόμματα της ελληνικής πολιτικής επικράτειας. Δεν έκρυβε ότι είναι σοσιαλιστής και πατριώτης. «Ακουμπώ στην πατρίδα, ακουμπώ στη φυλή, στο χώμα, στη γλώσσα, στην ιστορία, στην παραδοσιακή θρησκεία. Και γαληνεύω». Γράφει «Θρύμματα» του «Φυλλαδίου» τχ.7-8/1985, σ.51. Αλλά και στους «Θυσάνους» του που έγραφε αδιαλείπτως δεν παύει να μας μιλά για την αγάπη του για την Ελλάδα, την κοινή μας εστία, την πατρίδα όλων των Ελλήνων ανεξαιρέτως όπως σημειώνει. Δεν παύει να αναφέρεται στον Ίωνα Δραγούμη όχι ως εθνικιστή έλληνα αλλά ως Μάρτυρα του Έθνους, ως υπερασπιστή της ελληνικής φυλής όπως και ο Παύλος Μελάς ο υπερασπιστής της Ελληνικής Μακεδονίας. Γράφει: «Εγώ δεν είμαι εθνικιστής, είμαι π α τ ρ ι ώ τ η ς. Με την έννοια της πατρικής γης και πάντων των εν αυτή. Σήμερα θάλλει ο π α τ ρ ι ω τ ι σ μ ό ς, τέρμα η εθνικοφροσύνη.». σελ.52. (τα κενά στις δύο λέξεις του πεζογράφου). Επαινεί θετικά τον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου ο οποίος σε δηλώσεις του στα Γιάννενα μίλησε και υπερασπίστηκε τους Βορειοηπειρώτες Έλληνες της Αλβανίας. «Κάτω οι απαίσιοι αρνητές του Ελληνισμού! Κάτω οι πεζεβέγκηδες!» γράφει. Και παρακάτω: «Διαβάζω ελληνική ιστορία κλαίοντας. Κανένα λογοτεχνικό κείμενο δεν μπορεί να μου δώσει αυτή τη συγκίνηση. Ας μην μπλέκουμε την πατρίδα και ας μην την αντιθέτουμε με τις όποιες ιδέες μας. Η πατρίδα δεν αποκλείει τίποτα. Μπορούμε να είμαστε και πατριώτες και απ’ όλα». Και αυτά τα γράφει ένας λογοτέχνης που ασχολήθηκε με την μυθοπλασία. Αντιπαραβάλλει τον Ανδρέα Παπανδρέου με τον πατέρα του πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. «Ρήτορας σαν τον Γεώργιο Παπανδρέου δεν υπάρχει σήμερα…. Εκείνος είχε εσωτερικό ρυθμό και άφθαστο καλό γούστο. Είχε λάμψη. Οι ρητορικοί λόγοι δεν είναι και τόσο άνευ ουσίας πράγματα» Ενώ για το κόμμα του τότε Πασοκ μας λέει: «Το Πασοκ παρά τα λάθη του, είναι μιά κάπως αληθινή αριστερά. Θέλω να πω ότι το μοντέλο δεν έχει εισαχθεί κατευθείαν απέξω. Το θλιβερό αυτό προνόμιο το έχουν πάντοτε άλλοι….». Και αυτόν το σύγχρονο έλληνα συγγραφέα τον κατηγόρησαν για απολιτικ και εθνικιστή και άλλους χαρακτηρισμούς οι ακραίοι πολιτικοί και ιδεολογικοί εκφραστές μιάς Ελλάδας η οποία ήθελαν να ενταχθεί στο σιδηρούν παραπέτασμα. Στο από ποιά πλευρά βρίσκεται η προοδευτικότητα και η πατριωτική δημοκρατία το δηλώνουν με περίτρανο τρόπο τα γραπτά του Γιώργου Ιωάννου. Όταν σε άλλες σελίδες μέμφεται το Πασοκ για την πολιτική του στα πολιτιστικά και την πολιτική του υπουργείου παιδείας. Εξάλλου, όπως και ο ίδιος και πάλι σχολιάζει, ποιό κράτος του τότε ανατολικού συνασπισμού θα παραχωρούσε σπιθαμή του εδάφους του σε άλλο ομογάλακτο ιδεολογικά και πολιτικά κράτος; Τέλος πάντων, αξίζει να διαβάσουμε, ξανά, αν δεν το έχουμε πράξει μέχρι σήμερα, όχι μόνο τα Πεζά του και τα Ποιήματά του, τις διάφορες συνεντεύξεις του και την αρθρογραφία του αλλά, και τα εκατοντάδες σχόλιά του θετικά και αρνητικά, δίκαια και πικρόχολα, ιστορικά ακριβή και ακριβοδίκαια όσο αφορά πολλούς έλληνες λογοτέχνες στο περιοδικό του «Φυλλάδιο». Αν απομονώσουμε τις πάμπολλες νεκρολογίες του για πρόσωπα που χάθηκαν εκείνα τα χρόνια, θα εκπλαγούμε για το τι γνώριζε αυτός ο άνθρωπος και τι είχε διαβάσει. Σε τι αναφέρονταν και γιατί πράγματα μιλούσε τις πλείστες φορές με συγκίνηση και φιλάνθρωπα, ακόμα και για πρόσωπα που δεν τον έτρεφαν καλή γνώμη για τον ίδιο. Βλέπε την περίπτωση του πειραιώτη φιλόσοφου και παιδαγωγού Ευάγγελου Παπανούτσου. Γράφει: «Στις 2.5.1982 πέθανε ο Ευάγγελος Παπανούτσος. Δεν τον γνώριζα από κοντά, μα του έτρεφα ευγνωμοσύνη για τα βιβλία του, την «Αισθητική» ιδίως. Όταν γύρω στα 1950 κυκλοφόρησε στη μεγάλη της μορφή, τη διάβασα δύο τρείς φορές μονορούφι, κρατώντας σημειώσεις που δεν χρησίμευσαν. Χτυπιόμουν από το κακό μου, που δεν είχα ένα τέτοιο έργο στην αρχή των σπουδών μου. Θα είχα γλυτώσει από πολλές συγχύσεις και θα είχα παρακολουθήσει καλύτερα. Αλλά και τα άλλα βιβλία του Παπανούτσου ήταν θαυμάσια. Ξέρω ότι στον αχάριστο αυτό τόπο υπήρχαν πολλοί, και όχι, ας πούμε ιδεολογικοί αντίπαλοι, πού υποστήριζαν, ότι ο Παπανούτσος δεν είναι σχεδόν τίποτα, γιατί δεν είναι πρωτότυπος φιλόσοφος. Αυτά είναι βλακώδη και άκρως φθονερά. Ο Παπανούτσος υπήρξε διδάσκαλος από τους λίγους και τολμηρός μεταρρυθμιστής, ενώ αυτοί παρέμειναν άγονοι αισθητές του γλυκού νερού. Σκέφτομαι να ξαναδιαβάσω όλο το έργο του, να πάρω κουράγιο από την ξεκάθαρη σκέψη του και την τιτάνια εργατικότητά του. Δεν μου διαφεύγει ότι του  στενού του περιβάλλοντος του Παπανούτσου ήταν κάτι υποκείμενα, που διέπραξαν ασχήμιες εις βάρος μου και πιθανώς τον είχαν επηρεάσει εναντίον μου. Τί να γίνει, Φίδια γύρω από τα μεγάλα γέρικα δέντρα είναι φυσικό φαινόμενο. Εγώ δεν ξεχνώ πάντως πώς όταν νοσηλευόμουν στο ΚΑΤ, ο Παπανούτσος που ερχόταν σε ένα παραδιπλανό δωμάτιο και έβλεπε κάποια μοναχική και σίγουρα διανοούμενη κυρία, μου έστειλε χαιρετισμούς και ευχές, με έναν δικό μου που συνάντησε στο ασανσέρ. Ο Παπανούτσος βρισκόταν πίσω και από αυτήν την τελευταία μεταρρύθμιση της Παιδείας μας, πού άρχισε επί Γεωργίου Ράλλη, με το λεγόμενο ΚΕΜΕ. Πρόεδρος του ΚΕΜΕ ήταν ο Αλέξανδρος Καρανικόλας………». Ασφαλώς, θα ήμουν αφελής και εκτός τόπου και χρόνου αν αναρωτιόμουν ποιός στην πόλη μας τον Πειραιά- τουλάχιστον-ξέρει και θυμάται τον πειραιώτη Παπανούτσο. Του οποίου το βιβλίο «Λογική» διδαχτήκαμε στο Λύκειο. Αλλά η ακτίνα των Νεκρολογιών του δεν περιλαμβάνει μόνο λογοτέχνες αλλά και πρόσωπα όπως ο Αλέκος Πατσιφάς, ο διευθυντής της «Λύρας», αναφέρεται στον σημαντικό αρχαιογνώστη και θεατρικό κριτικό Στάθη Δρομάζο, και σε ένα από τα κλασικά του συγγράμματα την «Ποιητική του Αριστοτέλους» που εξονυχιστικά μετέφρασε και σχολίασε και είχε κυκλοφορήσει πριν φύγει από την ζωή. Μία ωραία δουλειά η οποία συμπληρώνει και γεφυρώνει τις γνώσεις μας, από την έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών και την αντίστοιχη δουλειά του παλαιού κλασικού φιλόλογου Ιωάννη Συκουτρή. Στέκεται στην απώλεια του Περικλή Αθανασόπουλου ο οποίος μαζί με άλλους φιλότεχνους νέους και νέες του Πειραιά, εξέδωσαν το λογοτεχνικό περιοδικό «Διαβάζω». Λυπάται για την απώλεια του μουσικοσυνθέτη Μάνου Λοϊζου που δεν πρόλαβε να συνεργαστεί. Κάνει ιδιαίτερη μνεία για τον ιστορικό της ελληνικής λογοτεχνίας και καθηγητή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λίνο Πολίτη με τον οποίο είχε συνεργαστεί παλαιότερα, επισημαίνοντας όχι και τις τόσο αγαθές σχέσεις του καθηγητή με το πνευματικό κατεστημένο της Σχολής της Θεσσαλονίκης. Τον ζωγράφο Μάνθο Κέτση, μην παραλείποντας να μνημονεύσει και το ωραίο και τρυφερό δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Αυγή» που έγραψε η φίλη του συγγραφέας Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ για την απώλειά του. Στέκεται στον πεζογράφο Στρατή Δούκα, και μιλά ακριβοδίκαια και με σεβασμό για το έργο του, και τα τελευταία χρόνια της ζωής του που ήταν άρρωστος. Μάλιστα, κάνει μία εκ του σύνεγγυς παρατήρηση. Ότι ο σημαντικός αυτός μικρασιάτης συγγραφέας της «Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου» και όχι μόνο, συνήθιζε με έμμεσο τρόπο να υποδεικνύει στους επισκέπτες και μελετητές του έργου του, τι πρέπει να προσέξουν και να γράψουν για αυτό. Έτσι, όπως σημειώνει ο Ιωάννου, αρκετές μελέτες που κυκλοφόρησαν για τον Στρατή Δούκα έχουν παρατηρήσεις του ίδιου του συγγραφέα Δούκα και όχι του δοκιμιογράφου. Θάβει στην κυριολεξία τον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο τον ζωγραφίζει με μελανά χρώματα γιατί, πρίν ακόμα κυκλοφορήσει το βιβλίο του με την μετάφραση «Στράτωνος Μούσα Παιδική» ο Δικταίος και παλαιός επιμελητής των εκδόσεων του Γεωργίου Φέξη έδωσε στην δημοσιότητα αρνητική κριτική για την μετάφραση. Στηριζόμενος στις μεταφράσεις των ποιημάτων και επιγραμμάτων στο περιοδικό «Φυλλάδιο». Μιλά αρνητικά και για την εισαγωγή του Δικταίου στην έκδοση των Απάντων του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη. Μιλά και για τους θανάτους συγγενικών και φιλικών του προσώπων εξίσου με τον ίδιο ειλικρινή τρόπο όπως αναφέρεται και στους πνευματικές απώλειες. Ωραία είναι και αυτά που γράφει για τον σπουδαίο μουσικοσυνθέτη και στιχουργό Βασίλη Τσιτσάνη. Τον Χαλκιδιώτη σατιρικό συγγραφέα Γιάννη Σκαρίμπα, τον ποιητή και πεζογράφο, και μεταξύ άλλων του πολύτομου έργου για το «αληθινό 21». Για την απώλεια του Στρατή Ελευθεριάδη, τον Τεριάντ και υποστηρικτή του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, της γνωριμίας και διάδοσης της δουλειάς του στο εξωτερικό με την διοργάνωση εκθέσεων και το Μουσείο Θεόφιλου στη Μυτιλήνη. Τον ισπανό σουρεαλιστή σκηνοθέτη Λουϊς Μπουνιουέλ, τον αμερικανό θεατρικό συγγραφέα Τένεσυ Ουϊλλιαμς, που, γνώρισε στο ελληνικό κοινό το έργο του το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν στην μετάφραση του ελληνοαμερικανού ποιητή Νίκου Σπάνια. Γράφει για τον μουσικοτραφή Λάζαρο Γεωργιάδη τον ιδρυτή  της «Λέσχης του Δίσκου» εξαίρετου τυπογράφου και εκδότη κειμένων. Η «Λέσχη του Δίσκου» μέσα στην Στοά του κινηματογράφου «Όπερα» στην οδός Ακαδημίας στο κέντρο της Αθήνας, ήταν ένα «εκπαιδευτήριο» κλασικής μουσικής των νέων της γενιάς μας. Τα άλλα δύο αδέρφια του Λάζαρου Γεωργιάδη διατηρούσαν μέχρι πρόσφατα επί της οδού Τσαμαδού στο κέντρο του Πειραιά το δισκάδικο “Negro”. Ενώ, παράλληλα, στους «Θυσάνους» και στα «Θρύμματα» των τευχών του περιοδικού αλλά και σε κάθε ευκαιρία που του δινόταν,-γραπτά ή ομιλίες, συνεντεύξεις, δεν έπαυε να μιλά ενάντια ή τέλος πάντων με πολλές επιφυλάξεις απέναντι των γειτόνων μας των Τούρκων. Και να τους φωτογραφίζει με μελανά χρώματα υπενθυμίζοντάς μας τις γκρίζες σελίδες της ελληνικής ιστορίας και τους διωγμούς ενώ δεν άφηνε ασχολίαστα και τα λάθη της ελληνικής πολιτικής πλευράς τα οποία οδήγησαν στην  συρρίκνωση και τα σύγχρονα ιστορικά δράματα του Ελληνισμού. Ακόμα μία ενδιαφέρουσα πλευρά της συγγραφικής και δημιουργικής παρουσίας του Γιώργου Ιωάννου, του φιλόλογου Γιώργου Ιωάννου, είναι οι μεταφράσεις του των αρχαίων κειμένων όπως μας τις παρουσίασε στα εσώφυλλα του εξωφύλλου και του οπισθοφύλλου και στις μέσα σελίδες του περιοδικού του. Είναι τα ερωτικά ποιήματα και τα επιτύμβια επιγράμματα και ορισμένα ευρύτερης θεματολογίας της Παλατινής Ανθολογίας. Ο Ιωάννου δεν μετέφρασε τα πάνω από 700, για την ακρίβεια 748 διασωθέντα επιτύμβια της Παλατίνης, όπως μας λέει ο ίδιος στο προεξαγγελτικό του κείμενο στην σελίδα 50-51 του τεύχους 3-4/1978-1979. « Από το «Φυλλάδιο» αυτό αρχίζω να παρουσιάζω τις μεταφράσεις των επιτυμβίων επιγραμμάτων της Παλατινής Ανθολογίας. Τα «Επιτύμβια» βρίσκονται στο έβδομο βιβλίο της Παλατινής και  είναι πάρα πολλά, 748. Αν αξιωθώ να τα μεταφράσω κι αυτά, τότε θαρρώ θα έχω κάνει κάτι το σοβαρό για τη γνωριμία της Παλατινής Ανθολογίας από τους μη ειδικούς, που είναι, βέβαια, σχεδόν όλος ο κόσμος. Το άλλο, το δωδέκατο βιβλίο της Παλατινής, την «Παιδική Μούσα του Στράτωνος» θα το επεξεργαστώ τώρα αμέσως, μετά από αυτό το «Φυλλάδιο», ακόμα μία φορά, και θα το δώσω για τύπωμα. Εκείνο έχει πολύ λιγότερα ποιήματα, 259 , αλλά είναι δυσκολότερα στην απόδοση…….». Είναι η άλλη πλευρά του συγγραφικού του χαρακτήρα, η μεταφραστική του, πού, όπως και στην τραγωδία του Ευριπίδη που, τόσο μοναδικά μετέφρασε, την «Ιφιγένεια η εν Ταύροις», Αθήνα, Κέδρος 1969, χαιρόμαστε όχι μόνο αυτό το πετυχημένο γλωσσικό μεταφραστικό «πείραμα»- πετυχημένη απόπειρα, στο οποίο προβαίνει, δηλαδή στην χρήση των έξεργων, για τα οποία μας μιλά (έξεργα είναι η ενσωμάτωση στο μεταφραστικό σώμα-κείμενο, λέξεων ή φράσεων του αρχαίου πρωτότυπου. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο κατά την μεταφορά ή απόδοση των αρχαίων κειμένων αλλά το συναντάμε και σε μιμήσεις σύγχρονων ποιητών από ομότεχνους τους. πχ. Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης κλπ.). Αν παραλληλίσουμε την απόδοση του Γιώργου Ιωάννου με αυτήν των εκδόσεων του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, του Θρασύβουλου Σταύρου, αν και ο Ιωάννου μιλά για μετάφραση, θα δούμε την διαφορά στην χρήση της γλώσσας τόσο στο Ευριπίδειο κείμενο όσο και στα χορικά. Ο ακριβής τίτλος του βιβλίου είναι: «ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Η ΕΝ ΤΑΥΡΟΙΣ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ. ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.», εκδόσεις «Κέδρος», Δεκέμβρης 1969, σελ. 136. Πέρα από την σύγχρονη ρέουσα και στρωτή μετάφραση, σε μία καθημερινή και οικεία γλώσσα, - ίδιος ο καθηγητής μεταφραστής δεν «ντρέπεται», φοβάται να μας πει ότι στην μετάφραση τον βοήθησαν και οι μαθητές του στην διδασκαλία του έργου μέσα στην σχολική αίθουσα-στην έκδοση αυτή του Θεσσαλονικιού λογοτέχνη μπορεί κανείς ακόμα και σήμερα να θαυμάσει και τα εννέα κεφάλαια που αποτελούν την Εισαγωγή του. Ιδιαίτερα αυτό στο οποίο ο Ιωάννου αναρωτιέται αν «Είναι τραγωδία η Ιφιγένεια;». Όσο για την μετάφραση της «Στράτωνος Μούσας Παιδικής» μάλλον, της δόθηκε περισσότερο προσοχή εξαιτίας του σκανδαλιστικού και γαργαλιστικού παιδεραστικού περιεχομένου του βιβλίου, παρά για την αρτιότητα και ποιότητα της μετάφρασης. Η Θεματολογία και ο ερωτικός ερεθισμός της ανάγνωσης, ενδέχεται να υπερσκέλισε την ομορφιά και την λαϊκή χάρη της γλώσσας του Ιωάννου, του οποίου ορισμένα ποιήματά στην δική του προσωπικής γλωσσικής αισθητικής απόδοση, είχαν γίνει όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο βάιραλ θα λέγαμε σήμερα, και μεταφραστικές φράσεις του αποφθεγματικές ρήσεις όταν σε ιδιαίτερη συνομιλία αναφερόσουνα στα πονηρά χαμογελώντας. Πάντως η έκδοση είναι άλλου επιπέδου σε σχέση με αυτήν του συγχωρεμένου Ανδρέα Λεντάκη. Αντίθετα, δεν προσέχθηκαν όσο τους άξιζαν τα Επιτύμβια Επιγράμματα που μετέφρασε ο Γιώργος Ιωάννου και δημοσίευσε-όσα μας παρουσίασε-στο περιοδικό του «Φυλλάδιο». Δεν χρειάζεται να σημειώσουμε ότι είναι άλλης ποιότητας εργασία από αυτήν του Κορίνθιου ποιητή και μεταφραστή αγαπητού μας κυρού Βασίλη Λαζανά. Αν δεν κάνω λάθος, ή, τουλάχιστον ο γράφων το τρίτο αυτό ολοκληρωμένο σημείωμα για τον Γιώργο Ιωάννου, δεν γνωρίζει να έχουν γραφεί αρκετές μελέτες για την μεταφραστική του δουλειά, (αγνοώ αν αυτό έχει πραγματοποιηθεί από τα δύο (;) διδακτορικά που έχουν εκπονηθεί για το έργο του) σε σχέση πχ. με την παρουσία της Θεσσαλονίκης και της λαϊκής τυπολογίας των κατοίκων της και του χώρου της την περίοδο της Κατοχής κλπ) φυσικά θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την μεταφραστική του εργασία πάνω στις Εξομολογήσεις του Ιερού Αυγουστίνου και το ιστορικό δοκίμιο Για την καταγωγή και την χώρα των Γερμανών του Κορνήλιου Τάκιτου. Πάντως ενδιαφέρον παρουσιάζει το καλογραμμένο και η σοβαρή ματιά με την οποία εξετάζει και διαβάσει τις μεταφράσεις του, η ποιήτρια και μεταφράστρια και η μάλλον τελευταία μεταφράστρια του συνολικού έργου της λυρικής ποιήτριας Σαπφώς η κ. Τασούλα Καραγεωργίου. Βλέπε την μελέτη της στο περιοδικό «Φιλολογική» τχ. 91/2005, σ. 38-43. «Ο Γιώργος Ιωάννου ως μεταφραστής», το οποίο ανθολογείται στον τόμο «ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ. Κριτικά κείμενα. Εισαγωγή, ανθολόγηση κειμένων: Δημήτρης Κόκορης, εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, Κύπρος 2013, σ.417-433. Στο περιοδικό «Φυλλάδιο» εμφανίζονται για πρώτη φορά και οι Ημερολογιακές σελίδες του βιβλίου που κυκλοφόρησε κατόπιν «ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, χωρίς περικοπές» σε εισαγωγή- σχόλια-επίμετρο της Αντιγόνης Βλαβιανού., εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2000. Η ίδια είχε επιμεληθεί, γράψει την εισαγωγή, το επίμετρο και προβεί στα παροράματα, που, δεν είναι και λίγα, στο «Εισαγωγικό Φυλλάδιο» το οποίο «αναστηλώνει» τα 8 μονά και διπλά τεύχη του περιοδικού, από το Βιβλιοπωλείο και τις εκδόσεις Εστία, Αθήνα, 1996. Αν φέρουμε στην σκέψη μας ότι ο Γιώργος Ιωάννου έγραφε μόνος του την ύλη του περιοδικού, συγκέντρωνε σε φακέλους το επίκαιρο και άλλου κοινωνικού ενδιαφέροντος και πνευματικού και καλλιτεχνικού ταυτόχρονα υλικό του, ότι πρωτοδημοσίευε τα μικρά του πεζά και τις μεταφράσεις του, και κατόπιν, τα μετέφερε σε ξεχωριστές εκδόσεις των έργων του, τα συμπεριλάμβανε δηλαδή ως πεζογραφικό υλικό του, τότε θα συμφωνήσουμε με την ερώτηση της Αντιγόνης Βλαβιανού, όταν στην Εισαγωγή της σ.7 αναρωτιέται: «Τί ήταν, εν τέλει, το Φυλλάδιο για τον Γιώργο Ιωάννου: ιδιοτροπία συγγραφικής εκκεντρικότητας ή πνευματική εκδήλωση αναγκαιότητας ζωτικής; Στο ποια πλευρά της ερώτησης θα επιλέξει ο αναγνώστης, πιθανότατα να εξαρτάται από το πόσο θα σταθεί στα αρνητικά και μακροσκελή σχόλια και άλλες πικρόχολες παρατηρήσεις που κάνει ο πεζογράφος και ποιητής Γιώργος Ιωάννου για το πρόσωπο του παλαιού φίλου του πανεπιστημιακού και κριτικού Δημήτρη Ν. Μαρωνίτη. Μια και οι σελίδες που του αφιερώνει, στο περιοδικό, μετά την δημοσίευση του Μαρωνίτη για την πεζογραφική του παρουσία δεν είναι και λίγες. Υπάρχει ένα ιστόγραμμα στα οξύτητας και αρνητικών σχολιασμών στα λεγόμενα του Γιώργου Ιωάννου, ένα ιστόγραμμα που φθίνει την οργή και την προσωπική του πίκρα. Και αυτό, φανερώνει την ποιότητα του χαρακτήρα του. Με τον καιρό και την εργατικότητα και συγγραφική παραγωγή ο Ιωάννου, ξεπερνά τις άσχημες για αυτόν κρίσεις, ίσως, απαλείφονται και παλαιότερες ενοχές της απόρριψής του. Αν το φωτίσουμε από αυτήν την σκοπιά τότε, η άλλη ερώτηση της Αντιγόνης Βλαβιανού που θέτει στον αναγνώστη του «Φυλλαδίου» στην σελίδα 17: «Νομιμοποιείται, άραγε, ο αναγνώστης να θεωρήσει ότι το Φυλλάδιο υπήρξε για τον Γιώργο Ιωάννου ένα παραπάνω σκαλί;». Αβίαστα θα γράφαμε ναι.

Γιατί στην τελική ανάλυση τα κείμενα του «Φυλλαδίου», τα σχόλια και οι παρατηρήσεις, οι θετικές και αρνητικές κρίσεις, οι αξιολογικές κρίσεις του σε έργα και πρόσωπα της εποχής του, όλα αυτά που δημοσιεύονται και εμείς οι τότε και σημερινοί αναγνώστες διαβάζουμε στις σελίδες των «Θυσάνων» και των επιμέρους ενοτήτων, τι άλλο είναι από ένα συμπλήρωμα της ολοκλήρωσης και της ωριμότητας του φυσικού του και πνευματικού του χαρακτήρα. Ένα ολοκλήρωμα της ταυτότητας της γραφής του. Γιατί ο Ιωάννου, δεν είναι ο ενοχικός χαρακτήρας που αντιδρά-και δικαιολογημένα εναντίον άλλων ομοτέχνων του και των μεγαλόσχημων που γράφουν αρνητικά για το έργο του, ο Ιωάννου, αυτός ο γιός του Σιδηροδρομικού, που, έζησε φτωχικά και προσφυγικά μεγάλο μέρος των χρόνων της νιότης του, ας μην λησμονούμε τις επαγγελματικές του ταλαιπωρίες, τις αρνητικές επιπλήξεις από το οικογενειακό του περιβάλλον και το φιλικό-συναδελφικό του, φαίνεται η ποιότητα του χαρακτήρα του από κάτι μικρές λεπτομέρειες. Και μία από αυτή είναι όταν όπως μας εξομολογείται το γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο» μιλά αρνητικά για αυτόν. Όταν εκείνος το σχολιάζει και επικοινωνεί με τους ιδιοκτήτες μας κάνει λόγο για την ανθρώπινη πλευρά του συγγραφέα Κώστα Μαυρουδή, ενός από τους ιδιοκτήτες του περιοδικού. Έχουμε και άλλα τέτοια μικρά παραδείγματα που δηλώνουν  την ανεξικακία του ανθρώπου. Εξάλλου, μετά την δημοσίευση της συνέντευξης του Ιωάννου στο περιοδικό «Διαβάζω», το περιοδικό αποφάσισε να μην μπλεχτεί ξανά σε δημόσιες διαμάχες. Και, δεν είναι πλεονασμός, να σημειώσουμε από μέρους μας σαν απλοί αγοραστές και αναγνώστες περιοδικών αλλά και των εφημερίδων με τα λογοτεχνικά τους ένθετα, τις προηγούμενες δεκαετίες, να μαρτυρήσουμε το τι αρνητικές κριτικές γράφονταν για βιβλία, το τι μπηχτές δημοσιεύονταν για βραβεύσεις και δημόσιες συμπεριφορές λογοτεχνών, για τα κονέ της βράβευσης, για θέσεις δημόσιας προβολής και πώς αποκτιόνταν. Αυτά βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Και οι σελίδες των εφημερίδων και οι σελίδες των περιοδικών ήσαν απαγορευμένες αν δεν ήσουν του κύκλου, της αυτής των συγκεκριμένων προσώπων ή δεν άνηκες στο ιδεολογικό τους στρατόπεδο. Η μνήμη κρατά ζωντανή μία αρνητική απορριπτική κριτική του κυρού κριτικού, δημοσιογράφου Κώστα Σταματίου, για βιβλία του κυρού Κωνσταντίνου Τρυπάνη και του συγχωρεμένου Κίμωνα Φράιερ. Ενώ, άλλος, μεγάλος και τρανός ποιητής μου έκοψε και την καλημέρα όταν ο Φράιερ δεν τον συμπεριέλαβε στην αγγλόφωνη μετάφρασή του. Λες και ήμουν υπεύθυνος.

     Αυτή ήταν η πνευματική και καλλιτεχνική πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνικής ζωής τις προηγούμενες δεκαετίες. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον-πνευματικό, καλλιτεχνικό και κοινωνικό και εργασιακό-έπρεπε να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει ο φιλόλογος και ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής από την Θεσσαλονίκη Γιώργος Ιωάννου. Και πέτυχε, άφησε πίσω του ένα πολυσχιδές έργο που, δεν μπορεί να το σκιάσουν επικαιρικές αρνητικές κρίσεις του και εφήμερα σχόλιά του. Το ειδικό βάρος του έργου του, είναι μεγαλύτερο και από τις ιδιωτικές του ερωτικές επιλογές, τις όποιες ενοχές ένιωθε και πάλευε να τις καθυποτάξει, την δημόσια συμπεριφορά του κατά την διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Ίσως αυτές του οι ενοχές και η πρόθεσή του να μην θίξει περισσότερα πρόσωπα και καταστάσεις, τον έκανε αυτόν τον δημόσιο λειτουργό, να μην ακολουθήσει το Ημερολογιακό παράδειγμα του ποιητή Γιώργου Σεφέρη ο οποίος αν και τον απεκάλεσαν ολιγογράφο, αν δούμε τον όγκο της αλληλογραφίας που διατηρούσε και τα Ημερολόγιά του, τις Ημέρες του μέχρι την χρονική περίοδο της επτάχρονης δικτατορίας, δεν ήταν και τόσο σιωπηλός. Μάλλον υπήρξε λαλίστατος αν και φοβερά εκλεκτικός στις συναναστροφές του, σαν πρόσφυγας και αυτός και διπλωμάτης. Αντίθετα ο Ιωάννου σταματά και καταγράφει Ημερολογιακά μία μικρή περίοδο ακόμα και της Κατοχής, και προσπερνά τις άλλες χρονικές δύστοκες ιστορικές καταστάσεις της Ελλάδας. Είναι σαν να μην τον ακουμπούν, παρά μόνο σε ότι αφορά την ιδιαίτερη της ζωής του περίπτωση. Έκανε τις επιλογές του και ενοχοποίησε κατά κάποιον τρόπο το μελλοντικό του βλέμμα. Αν δεν λαθεύω. Το ζήτημα για μένα ακόμα είναι, αν υφίσταται παρόμοιο θέμα για τον πεζογράφο Γιώργο Ιωάννου, πρώτον οι συχνές επαναλήψεις που συναντάμε στα κείμενά του και  διάσπαση και ο κατακερματισμός του συγκεκριμένου μνημονικού βιωματικού του υλικού που σπονδυλώνουν τα κείμενά του, πώς αυτός ο ταλαντούχος και ευφυής λογοτέχνης δεν αποπειράθηκε να μας δώσει ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα μακράς πνοής,-να συγγράψει παραδείγματος χάρη ένα προσφυγικό ιστορικό έπος για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης, Μικρασιάτες Έλληνες ή Εβραίους-και περιορίστηκε σε μικρότερης έκτασης συγγραφικές δημιουργίες. Σαν να Θρυμμάτισε το όραμά του ή δεν είχε τις συγγραφικές αντοχές; Αν και, έχουμε την περίπτωση του Αργεντινού παραμυθά Χόρχε Λουϊς Μπόρχες ο οποίος συνειδητά δεν έτρεφε φιλική συγγραφική και αναγνωστική διάθεση για την μυθιστορηματική πολυσέλιδη γραφή. Έτσι, κατέφυγε στις μικρές διασκευασμένες ιστορίες του. Ο Ιωάννου όμως, κάπου αν θυμάμαι σωστά μας μιλά για την αγάπη του για τον γάλλο συγγραφέα Αντρέ Μαλρώ και τα μυθιστορήματά του, και για το ότι οι κριτικοί του, δεν έχουν εντοπίσει και παρατηρήσει τις κοινές τους συγγένειες.

       Αλλά αυτό είναι ένα άλλο κεφάλαιο.

Στο τρίτο αυτό κατά σειρά σημείωμα για τον Γιώργο Ιωάννου, δεν μεταφέρω κρίσεις τρίτων ή ποιήματά του. Όσον αφορά τις πληροφορίες μου για το «Μπιλετάκι» τις έδωσα στο αμέσως προηγούμενο σημείωμα. Σε επόμενο θα συμπληρώσω με άλλες αναφορές την έρευνα για το έργο του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2023

     

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Γιώργος Ιωάννου ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

 

        Γ Ι Ω Ρ Γ Ο Σ   Ι Ω Α Ν Ν Ο Υ

         Η Λ Ι Ο Τ Ρ Ο Π Ι Α

Θ Ε Σ Σ Α Λ Ο Ν Ι Κ Η  1954

ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΑ

Ν. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ,  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΤΟ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 1954

Η συλλογή Η Λ Ι Ο Τ Ρ Ο Π Ι Α περιέχει τους εξής κεφαλαιογράμματους τίτλους ποιημάτων

«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ», 1

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΛΕΙΠΑ, 8

ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ, 9

Μ’ ΑΣΠΡΗ ΜΟΥΣΑΜΑΔΙΑ ΜΕΣ’ ΤΗ ΒΡΟΧΗ, 10

ΚΑΙ ΧΘΕΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ, 11-12

ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ, 13

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ, 14

ΤΟ ΜΑΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ, 15

ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΡΣΙΤΗ, 16

ΣΑ ΣΠΟΡΟΣ, 17

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟ, 18

     Οι διαστάσεις της πρώτης συλλογής του αγαπητού και σημαντικού πεζογράφου, ποιητή, μεταφραστή, συγγραφέα παιδικών βιβλίων, εκδότη περιοδικού, δοκιμιογράφου, θεατρικού συγγραφέα, επιμελητή, φιλόλογου Γιώργου Ιωάννου, Θεσσαλονίκη 20/11/1927- Αθήνα 16/2/1985 έχει διαστάσεις 12,5Χ17,5 σύνολο σελίδων μαζί με το εξώφυλλο και οπισθόφυλλο 22, τιμή 100 δρχ. (οι τιμές αναφέρονται σε σύγχρονα μπαζάρ βιβλίων στην Αθήνα από όπου το προμηθεύτηκα, όπως και το δίφυλλο Μπιλετάκι). Είναι δεμένο με καρφίτσα. Η μικρή συλλογή των 11 ποιημάτων είναι αφιερωμένη «Στον Ιάκωβο». Φανταστικό Εβραιόπουλο-παιδικό φίλο του ποιητή στην Θεσσαλονίκη την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής. Ορισμένοι από τους κριτικούς και ερευνητές της ποίησής του, υποστηρίζουν ότι το πρόσωπο είναι υπαρκτό, στενός παιδικός φίλος του ποιητή. Βλέπε το ριψοκίνδυνο άρθρο του συγγραφέα Νίκου Δανδή, ψευδώνυμο του Μιχάλη Πολυμέρη, «Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) Μια ιδεολογική και φροϋδική προσέγγιση», σ.41-50 στο αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου του περιοδικού «Οδός Πανός» τχ. 86-87/ 5, 6,7,8, 1996. (την επιμέλεια του αφιερώματος είχε ο Γιώργος Πετρόπουλος). Ένα άρθρο που σύμφωνα με την αναγνωστική μου κατανόηση της ποίησης του Γιώργου Ιωάννου, έρχεται να «κουμπώσει» με το τολμηρό, ψυχογραφικό, καλογραμμένο και φωτισμού της συνείδησής του και ερωτικής ψυχοσύνθεσής του, του άρθρου του πειραιώτη πανεπιστημιακού Βρασίδα Καραλή, «Ο Γιώργος Ιωάννου και η ποίηση της ευσυνείδητης αμαρτωλότητας», σελ. 75-80 στο αφιέρωμα του περιοδικού στον Γιώργο Ιωάννου, «Διαβάζω», τχ. 452/6, 2004. (Την επιμέλεια του αφιερώματος είχε ο Ηλίας Μαγκλίνης). Συμπληρωματικά να σημειώσουμε ότι για την σύνολη ποιητική παρουσία του Γιώργου Ιωάννου,(και των δύο συλλογών του, και της τελευταίας ποιητικής του ενότητας) ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μελέτες του ποιητή και δοκιμιογράφου Δημήτρη Καραμβάλη στο αφιέρωμα της «Οδού Πανός», «Για τον Γιώργο Ιωάννου», σ. 51-68. Το άρθρο του Νικαιώτη ποιητή και κριτικού Νίκου Λάζαρη, «Το μούδιασμα του φόβου. Σημειώσεις πάνω στην ποίηση του Γ. Ιωάννου» στο περιοδικό «Πλανόδιον τχ. 7/ Καλοκαίρι1988, σ.382-386. (αφιέρωμα στον Umberto Saba). Το άρθρο του Μάρκου Μέσκου, «Ο ποιητής Γιώργος Ιωάννου» στο πολιτικό περιοδικό «Αντί» τχ. 292/1985, σ.41-43 και άλλων. Καθώς και τα επιμέρους κεφάλαια των βιβλίων των:- Άρη Α. Δρουκόπουλου, «ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ. ΕΝΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ», εκδόσεις Ειρμός», Αθήνα 1992. –Έλενα Χουζούρη, «Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου» Περιπλάνηση στο χώρο και το χώρο, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 1995, και Έλενα Χουζούρη, «γιώργος ΙΩΑΝΝΟΥ» Σαν σπόρος αγκαθιού. Εκδόσεις Ηλέκτρα, Αθήνα, 2005. Ενώ χρήσιμες αναγνωστικές προσεγγίσεις αντλούμε και από το κείμενο του προσφάτως χαμένου ποιητή και εκδότη του περιοδικού «γράμματα και τέχνες» Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, «Ο φόβος της Έκθεσης και η τεχνική της απόκρυψης στον ποιητή Γιώργο Ιωάννου», σ.182-192. Στον τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής». Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου σε επιμέλεια: Νάσου Βαγενά, Γιάννη Κοντού- Νινέττα Μακρυνικόλα, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006. Στον πρόλογό του ο ποιητής Νάσος Βαγενάς κάνει δύο εύστοχες επισημάνσεις: «Και όμως ο Ιωάννου ως το θάνατό του ήταν ο πλέον «ευπώλητος» από τους πεζογράφους της εποχής του. Ήταν το εμπορικό ανάλογο του πλέον επιτυχημένου σημερινού Έλληνα «μπεστσελλερίστα». Γι’ αυτό και, για όσους πιστεύουν ότι είναι ένας από τους κορυφαίους Έλληνες πεζογράφους, η περίπτωση της σημερινής τύχης του θα μπορούσε να γίνει ο γνώμονας για χρήσιμες συγκρίσεις σε ό,τι αφορά τη σχέση σήμερα, στη χώρα μας, του αναγνωστικού κοινού με τη λογοτεχνική ποιότητα»., σ.9. και παρακάτω μας λέει: «Όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Μπόρχες ή ο Καλβίνο, ο Ιωάννου είναι ένας ποιητής που έγραψε σε πρόζα. Μια πρόζα βέβαια εντελώς διαφορετική από εκείνη των ποιητικιζόντων πεζογράφων…», σ.11. Πρώτη δημοσίευση εφημερίδα «Το Βήμα» 18/9/2005, «Μετά είκοσι έτη». Άξια «ευπώλητος» μα πρωτίστως ποιητής ο πεζογράφος Γιώργος Ιωάννου και ας εξέδωσε δύο μόνο ποιητικές συλλογές, και τα ποιήματά του συνολικά δεν ξεπερνούν τα 90 (;). Η ποιητική του πνοή διοχετεύτηκε στον πεζό του λόγο, ο οποίος θεωρείται κομβικό σημείο στην εξέλιξη της ελληνικής σύγχρονης πεζογραφίας μας και συγγραφική περίπτωση εικονογράφησης της ανθρώπινης λαϊκής τυπολογίας, Θεσσαλονίκης και Αθήνας. Ισότιμος με τον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, (που αγαπούσε και διάβαζε και ίσως «ταυτίζονταν σε θέματα ερωτικής εγκράτειας και θρησκευτικών πεποιθήσεων), τον αργεντινό ποιητή-παραμυθά Χόρχε Λουϊς Μπόρχες και τον ιταλό πεζογράφο Ίταλο Καλβίνο. Αλήθειες που αφήνουν πίσω μας όλους όσους τον πολέμησαν, κατά κάποιον τρόπο προσπάθησαν να τον μειώσουν, να τον «περιθωριοποιήσουν», να τον αποψιλώσουν από την δυναμική και πονεμένη μαρτυρία, την αλήθεια της βιωματικής φωνής του. Να παραγκωνίσουν το σημαντικό έργο του και την διαρκή ενασχόλησή του με άλλα είδη ποιητικής έκφρασης, όπως είναι οι μελέτες και οι λαογραφικές του ανθολογήσεις, η στιχουργική του δημιουργία, που, όπως ορθά επισημαίνει ο Βρασίδας Καραλής, ορισμένοι στίχοι του προσομοιάζουν με τους στίχους του ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου και θα πρόσθετα του ποιητή και στιχουργού Μάνου Ελευθερίου. Βλέπε το Δίσκο «Κέντρο Διερχομένων», στίχοι Γιώργος Ιωάννου, μουσική-ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας Νίκος Μαμαγκάκης, εξώφυλλο Γιάννης Τσαρούχης. Τραγουδούν Δημήτρης Ψαριανός, Δημήτρης Κοντογιάννης, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Αθήνα, LYRA, 1982.

 «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ»

Λησμόνησε τους δρόμους της βροχής

το περιστέρι.

 

Φωνές αρσενικών,

χρυσές ματιές,

λαμπρές δικαιολογίες.

 

Όμως και στα μαλλιά

και μέσ’ τα μάτια μου

πλανιούνται στην αναμονή

τα μυστικά.

 

Αναμονή χωρίς

«Απαγορεύεται το πτύειν»

   ή

«Αναχωρεί το τραίνο των επτά»

και στο βαγόνι πάλι,

απαγορεύεται και απαγορεύεται το πτύειν’

 

το πιό σπουδαίο πράγματι

σχόλιο των τοπίων.

   ΤΟΤΕ  ΠΟΥ  ΕΛΕΙΠΑ

Σαν επιστρέφω αργά την κάμαρά μου

ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει’

όργια, λες, εγίναν θεία,

τότε πού έλειπα στους δρόμους.

 

Κομμένα γόνατα, δεμένα χέρια,

ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.

 

Κάτι έχουν δη’

κάτι έχουν δη και πού δε λέει

να πάρει τέλος, Θέ μου.

 

Πιά δε βαστώ’ εδώ και χρόνια

μεσ’ τα χέρια του με πλάθει.

    ΤΑ  ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ  ΤΩΝ  ΕΒΡΑΙΩΝ

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας

«λές νάναι αυτοί’ επί τέλους;» σκέφτομαι

κι’ ύστερα φεύγω και με τις ώρες

κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

 

Όμως αύριο, ως πού να ξεχαστώ

Στην αίθουσα αναμονής, το τραίνο

απ’ την Κρακόβια θα περιμένω’

 

κι’ αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν

ωχροί’ σφίγγοντας τα δόντια,

«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»

Θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

    Μ’  ΑΣΠΡΗ ΜΟΥΣΑΜΑΔΙΑ  ΜΕΣ’  ΤΗ  ΒΡΟΧΗ

Στού καφενείου τα τζάμια

πού έγλυφε η βροχή

σ’ αναπολούσε η ψυχή μου

περιμένοντας.

 

«Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά,

άσπρη μουσαμαδιά μεσ’ τη βροχή,

έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρύφαλλο».

 

Έλα,

και τα τσιγάρα ένα-ένα τέλειωσαν

κι’ η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή’

του κόσμου τούτου η ερημιά

πού εσένα δε σ’ αγγίζει,

έρχεται.

 

Κι’ απόψε δε θα κοιμηθώ

κι’ όπως θα μυρμηγκιάζουνε

τ’ άπειρα δευτερόλεφτα,

πότε η βροχή θα με κυκλώνει

και πότε απ’ την καρδιά

το είδωλό σου θα ξανάρχεται.

 

«Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά,

άσπρη μουσαμαδιά μεσ’ τη βροχή,

λευκό ανοιξιάτικο γαρύφαλλο».

     ΚΑΙ  ΧΘΕΣ  ΤΗ  ΝΥΧΤΑ

Μικρές οι νύχτες τώρα το καλοκαίρι’

οι φίλοι πάντα λίγοι κι’ ο έρωτας’

πού εκτός αυτού, δεν είναι πιά για μας.

 

Διάβασμα μέχρι αργά’ μορφές

πού κλείστηκαν νωρίς μεσ’ τα ρομάντζα.

Ήρθε κρυφά και χθες τη νύχτα

η Φράνση Νόλαν απ’ το Μπρούκλιν’

 

Όμως συγκρατήθηκα πάλι

και μόνο σαν πήρε να σβήνει’

«Φράνση» ψιθύρισα «Φράνση»,

έλα επί τέλους και στη ζωή μου’

σε περιμένω τόσα χρόνια

και σε φαντάζομαι επίμονα.

 

Φράνση,

έχασα πιά την επαφή μου,

με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων».

    ΙΣΩΣ  ΤΗΝ  ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ

Μη φοβάσαι πιά

τήν καλοκαιριάτικη βροχή

τις νύχτες που ξυπνάς

απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

 

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,

κι’ άνοιξε εκείνη την καρδιά σου’

 

ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

      ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ,  ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

Τον ξέρετε μήπως τον Ρασκόλνικωφ;

ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι’ εγώ

τυχαία τον γνώρισα στο δρόμο.

 

Ίσως τον συναντήσω κι’ απόψε

στα λευκά σοκάκια μας

να χτυπάει το κουδούνι πάλι

καμιάς ξύλινης πόρτας.

 

Πώς πάνε τα μαθήματα; Το μόνο.

Και τίποτε, μα τίποτε,

για το λεπτό μας ζήτημα.

    ΤΟ  ΜΑΗ  ΠΟΥ  ΜΑΣ  ΕΡΧΕΤΑΙ

Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,

χάνει δύναμη, κάτω απ’ τους νέους

αστερισμούς, πού πάλι φάνηκαν.

 

Το Μάη, που μας έρχεται,

Σας περιμένω.

    ΟΙ  ΑΓΩΝΙΕΣ  ΤΟΥ ΘΕΡΣΙΤΗ

Μόνο πού κάποτε θυμήθηκε

ο Θερσίτης της Τροίας

το νέο φεγγάρι

κι’ ευχήθηκε με έκσταση

γυρνώντας στον Ιάκωβο’

«Όταν θ’ απολυθώ…»

 

Και τότε οι δώδεκα Θεοί

συγχρόνως χαμογέλασαν.

     ΣΑ  ΣΠΟΡΟΣ

Νιώθω σα σπόρος αγκαθιού

με γαντζωμένο το κεντρί

στην αγκαθένια την καρδιά μου.

     ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟ

Μπροστά μου σάλπιγγες

πίσω μου σάλπιγγες

κι’ η πολιτεία άσπρο άλογο

στη θάλασσα κατάστηθα.

Έρωτα όχι’ όμως

τουλάχιστο ένα «μόδιο»

για τη λυχνία της μοναξιάς.

     Να σημειώσουμε ότι η κριτική ματιά του Κλέωνος Παράσχου και η αντίστοιχη του ποιητή Τάκη Σινόπουλου, πρόσεξαν την πρώτη αυτή πρωτόλεια ποιητική κατάθεση του νεαρού ποιητή και φιλολόγου από την Θεσσαλονίκη. Οι δύο κριτικές περιλαμβάνονται στον τόμο «ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ. Κριτικά κείμενα» εισαγωγή, ανθολόγηση κειμένων Δημήτρης Κόκορης, εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία 2013, σελ. 45-46 και 47-48 αντίστοιχα. Πολλές από τις παλαιότερες δημοσιευθείσες μελέτες και κριτικές για τον ποιητή Γιώργο Ιωάννου περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο,-και μπορεί να βρει και να διαβάσει συγκεντρωμένες ο σύγχρονος αναγνώστης. Υπεύθυνος της σειράς «Λογοτεχνική κριτική» ήταν ο κύπριος συγγραφέας Σάββας Παύλου. Ο οποίος υπογράφει και ένα καλογραμμένο κείμενο με τίτλο: «Βάναυσα με δέρνει η μάνα μου» Αποκρυπτογράφηση των συνθηματικών εγγράφων του Γ. Ιωάννου στο εφηβικό του ημερολόγιο. Βλέπε εφημερίδα «Η Καθημερινή» Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2000, σ.58. Και συμπληρωματικά να υπενθυμίσουμε ότι ο δοκιμιογράφος και ανθολόγος, πανεπιστημιακός Δημήτρης Κόκορης κατάγεται από την πόλη μας, τον Πειραιά.

          Σ Φ Ρ Α Γ Ι Δ Α   Μ Ο Ν Α Ξ Ι Α Σ

Έσφιξα τα μάτια να μη βλέπω πιά

-να μη με βλέπουν, αυτοί πού τριγυρνούνε

με μιά σφραγίδα μοναξιάς στο μέτωπο.

 

Μα ζωγραφίστηκες εσύ στα βλέφαρά μου

με το χαμόγελο της τελευταίας συγκατάβασης.

 

Κακά τα ψέματα, δεν επαρκεί η μνήμη.  

Σχετικά με την Ποίησή του και τις υπόλοιπες συγγραφικές του δραστηριότητες

    Σε ένα λοιπόν από τα Αθηναϊκά μπαζάρ βιβλίων εδώ και χρόνια, προμηθεύτηκα σε χαμηλή τιμή την πρώτη ποιητική συλλογή «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ, 1954» του αγαπητού μου/ μας λογοτέχνη Γιώργου Ιωάννου. Ψευδώνυμο του Θεσσαλονικιού φιλόλογου, ποιητή, πεζογράφου, εκδότη περιοδικού, μεταφραστή, αρθρογράφου, θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Σορολόπη. Το ψευδώνυμο Ιωάννου προέρχεται από το όνομα του πατέρα του. Η λιγοσέλιδη συλλογή έγινε με έξοδα του ποιητή και μοιράστηκε από τον ίδιο τον ποιητή σε πρόσωπα του πνευματικού χώρου που άρχισε να γνωρίζει. Η δεύτερη συλλογή του, η οποία περιλαμβάνει 6 ποιήματα από τα 11 της πρώτης του συλλογής, κυκλοφόρησε το 1963 με τίτλο «ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ», εκδόθηκε επίσης στην Θεσσαλονίκη από τον εκδοτικό οίκο και το περιοδικό της «Διαγωνίου» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου, συνεργάτη και φίλου του Γιώργου Ιωάννου. «ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ και κάποια άλλα ποιήματα 1954-1963» επανεκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ερμής» Αθήνα, Αύγουστος 1973, σ.88 δραχμές 100, σε γ΄ έκδοση. Από αυτήν την έκδοση (;) έγινε ευρύτερα γνωστό στο ευρύ κοινό –τουλάχιστον  για την δική μου γενιά-το ποιητικό του έργο. Η συλλογή κυκλοφόρησε εκ νέου και από τις εκδόσεις «Ύψιλον» 1983 και από τον εκδοτικό οίκο του «Κέδρου» 1988, σελ.112, που είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν εκδοθεί τα πεζά του. Ο εκδοτικός τους κύκλος,- των Ποιημάτων- συμπληρωμένος με νέα ποιήματα και χρονολογικά διευρυμένος, τερματίζεται από όσο γνωρίζω, τον Μάρτιο του 2014, όταν τυπώνεται ο τόμος «ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1954-1985» σε 500 αντίτυπα με χαρακτικό εξωφύλλου του Jacques Hnizdovsky και επιμέλεια του Γιάννη Καραγιάννη, σελίδες 136 των εκδόσεων «ΣΦΕΝΤΑΜΙ». Τιμή 12 ευρώ. Επίσης, γνωρίζουμε ότι από τις εκδόσεις και το περιοδικό «Μπιλιέτο» του ποιητή Βασίλη Δημητράκου που εκδίδεται στην περιοχή της Παιανίας, κυκλοφόρησε ένα δαχτυλογραφημένο δίφυλλο με νούμερο 3 μπιλετάκι, Θεσσαλονίκη, 25 Φεβρουαρίου 1987 «ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (1927-1985) ΚΑΜΙΝΙ. 13/20. Τιμή 3 ευρώ. Το μικρό δαχτυλογραφημένο δίφυλλο περιέχει 5 ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου. Ένα από την πρώτη του συλλογή «Ηλιοτρόπια»: «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ» και τέσσερα από «Τα χίλια δέντρα»: «ΕΒΡΕΧΕ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΟ», «ΚΑΜΙΝΙ», «ΩΣ ΤΟ ΛΑΙΜΟ», «ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΡΡΟΣ» Τα ποιήματα προέρχονται από την έκδοση Γ. Ιωάννου, «Τα χίλια δέντρα, και άλλα ποιήματα» εκδόσεις Ύψιλον 1982. Η επιλογή των ποιημάτων έγινε από τον Βασίλη Δημητράκο και η Δακτυλογράφηση: Μ.Π. Η έκδοση των εκδόσεων «Ερμής» που έχουμε μπροστά μας, περιέχει έξι ποιήματα από την συλλογή «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ»:- «Τότε που έλειπα»- «Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων»- «Μ’ άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή»- «Ίσως την αποπλύνει»- «Ευτυχισμένοι, Ευτυχισμένοι»- «Τουλάχιστο», σελίδες 9-14. Και εξήντα τρία ποιήματα από την συλλογή «ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ», σελίδες 17-79. Η έκδοση περιλαμβάνει και «ΠΙΝΑΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΣΤΙΧΟ», σελίδες.85-86. Η τελευταία έκδοση «ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1954-1985» των εκδόσεων «ΣΦΕΝΤΑΜΙ» είναι αφιερωμένη «τω αγνώστω θεώ» και περιλαμβάνει ενενήντα εν συνόλω ποιήματα του ποιητή και συγγραφέα. Τα 11της συλλογής «Ηλιοτρόπια» σελίδες 11-21, 70 της συλλογής «Τα Χίλια Δέντρα» σελίδες 25-94, και 4 ποιήματα του 1980 που συναποτελούν την ενότητα «Δούλος ιερός του έρωτα», σελίδες 97-103. Τα ποιήματα αυτά δεν φέρουν τίτλο, είναι αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς Ι έως IV. «Ι. Γυρνώντας από το ταξίδι»,- «ΙΙ Κλεισμένος είμαι,»,- «ΙΙΙ Μόνο το σπίτι μου υπάρχει,»,- «IV Δεν ξέρω πιά, δεν είμαι βέβαιος για τίποτε.». Η ενότητα ποιημάτων «Δούλος Ιερός του Έρωτα» πρωτοπαρουσιάστηκε σελ.52-55, στον ετήσιο τόμο «ΠΟΙΗΣΗ ‘80» των Θανάση Θ. Νιάρχου και Αντώνη Φωστιέρη, εκδόσεις Εγνατία. Βλέπουμε ο Ιωάννου να συνεχίζει έστω και αργά να γράφει ποίηση παρά του ότι στράφηκε στον πεζό και αυτοβιογραφικό λόγο. Τέλος,-στην έκδοση- παρουσιάζονται και «Πέντε ποιήματα» με χρονολογία 1985, σελίδες 107-120. «ΣΤΟΝ ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΟ ΚΑΡΟΔΡΟΜΟ»,- «ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ»,-«ΕΧΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ»,-«ΟΣΟ ΚΑΙ ΝΑ ΦΩΝΑΞΕΙΣ»,-«ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΚΟΤΑ ΜΟΥ» το ποίημα αυτό είναι αφιερωμένο «Στον παιδικό φίλο Κώστα Καφαντάρη». (συμπληρωματικά να υπενθυμίσουμε ότι ο Κώστας Καφαντάρης μας έχει προσφέρει μία εξαιρετική ανθολογία ελληνικών λαϊκών παραμυθιών). Η έκδοση ολοκληρώνεται με τις σελίδες των Περιεχομένων και το ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ των ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ. Πέρα από την ποιητική του δημιουργική παρουσία ο Γιώργος Ιωάννου, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και αυτό που ακολούθησε, σαν πεζογράφος και ερευνητής, ο λογοτέχνης Ιωάννου, συμπλήρωσε και εμπλούτισε το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον με τις εξαιρετικές λαογραφικές του εργασίες και ανθολογήσεις. Ας μεταφέρουμε τίτλους βιβλίων που φέρουν την υπογραφή του και την επιμέλειά του: -«Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας», ανάτυπο από τις εκδόσεις και το περιοδικό Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1962.-«Τα Δημοτικά μας Τραγούδια», Αθήνα 1966, (πρώτη παρουσία περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος»).-«Παραλογές», Ερμής, Αθήνα 1970.- Η τρίτομη ερευνητική εργασία του «Καραγκιόζης», τόμοι 3, Ερμής, Αθήνα 1971-1972.- Τα «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού», Αθήνα 1966, (επίσης από το περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος»).- Τα «Παραμύθια του Λαού μας», Ερμής, Αθήνα 1973. Ακόμα, την μετάφραση της τραγωδίας του Ευριπίδη, «Ιφιγένεια η εν Ταύροις», Κέδρος, Αθήνα 1969. Ενώ, έντεκα χρόνια μετά, το 1980, μας προσφέρει την πολυσυζητημένη μετάφρασή του, του 12ου  βιβλίου της Παλατινής Ανθολογίας «Στράτωνος Μούσα Παιδική», Κέδρος, Αθήνα 1980. Ενώ μεταφράζει το Ιστορικό Δοκίμιο, 1981 «Γερμανία» του ρωμαίου ιστορικού Τάκιτου. (περ. Εκηβόλος) Ποιήματα του Τσέχου ποιητή Πετρ Μπέζρουτς, (με την συνεργασία του Τζίζεκ συνεργάτη της Διαγωνίου) καθώς και Κεφάλαια από τις «Εξομολογήσεις» του Ιερού Αυγουστίνου. Τις τρείς τελευταίες μεταφραστικές δουλειές του Γ. Ιωάννου τις μεταφέρω από την εξαιρετική και χρήσιμη ερευνητική εργασία «Φύλλα κισσού» για τον Γ. Ιωάννου. Δοκιμή βιβλιογραφίας (1954-2005) του φιλόλογου Θόδωρου Δ. Σαρρηγιάννη, σελίδες 383- 451, η οποία συμπεριλαμβάνεται στον τόμο: «Γιώργος Ιωάννου 1927-1985. Λόγος και Μνήμη. Αποθησαύρισμα Γιώργος Αναστασιάδης, έκδοση University Studio Press, Εκδόσεις Επιστημονικών Βιβλίων και Περιοδικών, Θεσσαλονίκη, 2006. Στην σελίδα 407 του οσάνω πλούσιου σε στοιχεία και πληροφορίες τόμου, δημοσιεύεται φωτογραφία του εξωφύλλου του γνωστού λογοτεχνικού περιοδικού της περιοχής των Σερρών «ΓΙΑΤΙ», όπου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά αυτόνομα η Βιβλιογραφική καταγραφή του Σαρρηγιάννη. Διαβάζουμε: «Θ. Δ. Σαρρηγιάννης, Φύλλα κισσού για τον Γιώργο Ιωάννου» Δοκιμή Βιβλιογραφίας Γιώργου Ιωάννου. Μια πρώτη καταγραφή. Περιοδικό ΓΙΑΤΙ- Αριθμός Έκδοσης 17, Σέρρας, 1995. Η ερευνητική αυτή Βιβλιογραφική αποδελτίωση, στάθηκε χρήσιμη πηγή για όσους ασχολήθηκαν με το έργο του Γιώργου Ιωάννου. (βλέπε σχόλιο του "Τήλεφου" εφ. "Η Καθημερινή" 23/5/1995). Είναι εύλογο και δεν χρειάζεται να αναφέρουμε, ότι στα χρόνια που ακολούθησαν συμπληρώθηκε στα κενά της και διευρύνθηκε χρονικά.  Η συμβολή όμως του Σαμιώτη φιλόλογου Θόδωρου Δ. Σαρηγιάννη είναι σημαντική για όσους γνωρίζουν έστω και ελάχιστα από Βιβλιογραφικό κόπο. Δημοσιεύματα του Σαρηγιάννη για τον συνάδερφό του Γ. Ιωάννη υπάρχουν στις εφημερίδες «Η Καθημερινή» 26/10/1995, (μαζί με την Κάτια Μιχ. Ζαχαρίου) «Οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι και ο Γ. Ιωάννου». Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 22/2/1990, «Γ. Ι. 5 χρόνια απουσίας», στην ίδια εφημερίδα 7/3/1991 «Ανιχνεύοντας την παιδική ψυχή του Γ. Ι.» Μια περιδιάβαση στο βιβλίο «Εφήβων και μη», και πάλι στην «Ελευθεροτυπία» 24/4/1992, «Φύλλα κισσού για μια επτάχρονη απουσία». Και "Ελευθεροτυπία" 17/2/1989, Γιώργου Ιωάννου "Post Mortem" Στο περιοδικό των Σερρών «Γιατί» τχ.177/3, 1990, σ.41-44, Μνήμη Γ. Ι. «Κατάθεση αγάπης από τη Σάμο». Να υπενθυμίσουμε επιπρόσθετα, εξίσου χρήσιμη είναι και η Ανθολόγηση Κριτικών και Δοκιμιακών Κειμένων, διαφόρων δημοσιευμάτων για τον Ιωάννου που συνέταξε και επέλεξε ο πειραιώτης πανεπιστημιακός του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης Δημήτρης Κόκορης, στον τόμο με αριθμό 9: «ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΟΥ. Κριτικά κείμενα» Εισαγωγή, ανθολόγηση κειμένων Δημήτρης Κόκορης, εκδόσεις Αιγαίον, Λευκωσία, Κύπρος, 2013. Υπεύθυνος και ιδρυτής της σειράς «Λογοτεχνική κριτική» υπήρξε ο Σάββας Παύλου.

             Κ Α Μ Ι Ν Ι

Ούτε θέλω ούτε ξέρω κι όμως προσεύχομαι.

Είναι γι’ αυτό το καμίνι που με χορεύει’

στο κεφάλι μου κόλλησε και με γυρίζει.

 

Ήρθε τη νύχτα’ μ’ έπλαθε, με ζύμωνε.

Πονούσα απ’ το κεφάλι ως τα πόδια.

Χτυπούσε το ρολόι-δεν ξημέρωνε.

Πρέπει να πω πιά όλη την αλήθεια.

 

Μιά πέτρα πιό βαριά τώρα με σκέπασε.

Αδύνατο βαθιά να αναπνεύσω’

να πω δυό λόγια τρυφερά.

Αδύνατο να περιγράψω.

     Δεν είναι τυχαία η ενασχόληση του ποιητή Γιώργου Ιωάννου με την μετάφραση των «Εξομολογήσεων» του ιερού Αυγουστίνου. Ένα βιβλίο του καθολικού αγίου που στάθηκε μοντέλο τρόπου γραφής και ύφους για τους μεταγενέστερους ποιητές και συγγραφείς διαχρονικά παγκοσμίως. Οι εξομολογητικές αυτοβιογραφικές περιγραφές του ποιητή Ιωάννου είναι συγγενικότερες με αυτές του Νίκου Καζαντζάκη παρά με αυτές του γάλλου Αντρέ Ζιντ. Έχουν άλλη οντολογική βαρύτητα και ανθρωπογενή βασανισμένη ποιότητα. Ο εργατικότατος μέχρι το τέλος της ζωής του φιλόλογος και ποιητή Γιώργος Ιωάννου, (ο συγγραφέας Αλέξης Σαββάκης, τον αποκαλεί « συντηρητής Και ανθρωποδίφης», δες «Η Λέξη» τχ.72/2,1987) δεν σταματά εδώ, γράφει το θεατρικό του για παιδιά: «Το αυγό της Κότας», σε εικονογράφηση Αλέξη Κυριτσόπουλου, Κέδρος, Αθήνα, Αύγουστος 1981. Ο ποιητής το αφιερώνει «Στη Νάση και το Θοδωρή, που είναι καλά παιδιά». Ένα παιδικό θεατρικό που δηλώνει ξεκάθαρα την φιλοζωία του. Γράφει: «Το Αυγό της Κότας» εκφράζει κυρίως εκείνους που θέλησαν ή θέλουν να έχουν ζώα στο σπίτι τους και δεν μπορούν. Εκείνους πού, παιδιά ή μεγάλοι, λατρεύουν την παρουσία των ζώων και νιώθουν άρρητη τη χαρά να τα παρατηρούν και να τα προστατεύουν χωρίς να επιδιώκουν κανένα άλλο όφελος. Γενικά, τους εμποδισμένους και πληγωμένους στη λατρεία τους και τη ματαιωμένη συγκατοίκησή τους με εξαίσιας ομορφιάς ζώα. Όλοι αυτοί είναι σήμερα άπειροι.». Το παιδικό παραμύθι «Ο Πίκος και η Πίκα», Γνώση, Αθήνα 1986 σε εικονογράφηση του Αλέξη Κυριτσόπουλου το οποίο κυκλοφορεί μετά τον θάνατό του. Έχουμε ακόμα, την δημοσίευση και έκδοση σε ανάτυπο του διηγήματος «Μία μικρή επέτειος», 1974, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δοκιμασία» στα Ιωάννινα που εξέδιδε ο ποιητής και κριτικός Γιάννης Δάλλας. Βλέπε διπλό τεύχος 8-9/7,8,9,10, 1974, σ.180-186.  Να σημειώσουμε εν τάχει ότι το πεζό «Μία μικρή επέτειος» είναι προάγγελος του ευρύτερου πεζού του «Εις εαυτόν». Στο ίδιο περιοδικό διαβάζουμε και το πεζό του «Το Βουγγάρι», ενώ ο εκδότης του περιοδικού και ποιητής Γιάννης Δάλλας υπογράφει το κείμενο «Η αποκατάσταση του θέματος στην πεζογραφία του Γ. Ιωάννου». Το θεατρικό του «Η μεγάλη άρκτος» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θέατρο» τεύχος 67-68/ του δημοσιογράφου Κώστα Νίτσου. Την έκδοση κατά διαστήματα του περιοδικού «Φυλλάδιο, τρίμηνο περιοδικό πνευματικής ζωής», τεύχη 8, Άνοιξη 1978-1985 (τα κείμενα, τα ποιήματα, τις μεταφράσεις υπέγραφε ο ίδιος), σε επιμέλεια του Κώστα Καφαντάρη. Το περιοδικό-και τα 8 τεύχη του, (1,2,3-4,5-6, 7-8) κυκλοφόρησε (σε χάρτινη κασετίνα) σε φιλολογική επιμέλεια, εισαγωγή, επίμετρο, παροράματα της Αντιγόνης Βλαβιανού από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας το Μάρτιο του 1996. Η έκδοση περιέχει και το 50 σελίδων βιβλίο της Αντιγόνης Βλαβιανού. Η καθηγήτρια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας  στο Πανεπιστήμιο της Βουργουνδίας- Dijon, είναι μία από τις συστηματικές αναγνώστριες και ερευνήτριες του έργου- του «αιρετικού Γ. Ιωάννου» όπως τον αποκαλεί ο Νίκος Βατόπουλος στην «Η Καθημερινή, Πέμπτη 16/2/1995- βλέπε: «Α. Βλαβιανού, «Άδικος, κόπος/πόνος» Το πάθος έγινε λάθος στην αποκρυπτογράφηση της συνθηματικής γραφής του Γ. Ι.», και «Γεώργιος ο Ερημίτης». Εφημ. «Τα Νέα» ένθετο «Πρόσωπα 21ος Αιώνας» τχ. 103/24-2-2001, σ.38-, τέλος, περιοδικό «Νέα Εστία» τχ. 1705/10, 1998, σ.992-998, «Ένα ανέκδοτο γράμμα του Γ. Ιωάννου».  Στις συγγραφικές δραστηριότητες του Γιώργου Ιωάννου συγκαταλέγονται επίσης η επιμέλεια του Ημερολογίου, «Αλεξάνδρεια 1916» του Φίλιππου Δραγούμη, Δωδώνη, Αθήνα 1984. Την χρονιά του θανάτου του, 1985, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος το βιβλίο του με ορισμένα από τα δοκίμιά του: «Ο της φύσεως έρως. Παπαδιαμάντης- Καβάφης-Λαπαθιώτης». Τρείς έλληνες συγγραφείς τους οποίους ο Ιωάννου αγαπούσε και θαύμαζε, και σε ορισμένες πλευρές του χαρακτήρα τους και της θρησκευτικής τους πίστης «ταυτίζονταν», όπως ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, καθώς συναντάμε αρκετές ομοιότητες στο λογοτεχνικό τους βλέμμα. Ο δε, αυτόχειρας ποιητής του μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτης, «υπήρξε» γείτονας του Ιωάννου,-βλέπε και κείμενό του στο περιοδικό «Η Λέξη τχ.33/3,4,1984 «Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης» αφού το νοικιασμένο σπίτι που διέμενε ο Γιώργος Ιωάννου (ιδιοκτησία της τραγουδοποιού Αρλέτας) στην περιοχή των Εξαρχείων βρίσκονταν κοντά στην οικογενειακή εστία του Λαπαθιώτη. Δυστυχώς, η επιθυμία του Ιωάννου να δει τυπωμένο τα βιβλίο με τα 9 δοκίμιά του (παλαιότερες δημοσιεύσεις του, εισηγήσεις και ομιλίες του) δεν υλοποιήθηκε μια και τον πρόλαβε ο πρόωρος και άδικος θάνατός του. Ο ποιητής και λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου, υπήρξε μεταξύ άλλων και αρθρογράφος σε διάφορες εφημερίδες κατά τακτά διαστήματα. Βλέπε την εφημερίδα «Πρωινή», την εφημερίδα «Η Καθημερινή» η  οποία το 1983 από τις εκδόσεις της του εξέδωσε το βιβλίο με τις δημοσιεύσεις του στις σελίδες της με τίτλο «Εύφλεκτη χώρα», με πρόλογο του συγγραφέα. Ακόμα δημοσιεύματά του συναντάμε στο περιοδικό «Αντί» τχ.155/4-7-1980, «Θεσσαλονίκη, Αθήνα Μια ερωτική σύγκριση», στην εφημερίδα «Η Αυγή» 22/3/1987, «Θεσσαλονίκη. Το σώμα του χρόνου», στο περιοδικό «Ερουρέμ» τχ.3/ Χειμώνας 1984, σ.33-41, «Εγκλεισμός και συμμετοχή». Πολλά του κείμενα έχουν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Η Λέξη» βλέπε τχ.84/5, 1989, «Τι με συνδέει με τον Ταχτσή και με το έργο του»., τχ.134/7,8, 1996, «Τα τραγούδια μου είναι βιωματικά» κλπ. Και σε πολλά άλλα έντυπα. Μεγάλος είναι και ο «όγκος» των συνεντεύξεών του, από τον Γιώργο Κ. Πηλιχό στην εφημερίδα «Τα Νέα» 9/6/1977, ως την Μαρία Θερμού «Τα Νέα» 20/1/1985, και Βασίλη Αγγελικόπουλου, 2/3/1986 στην ίδια εφημερίδα. Το περιοδικό «Γυναίκα» τχ.680/4-2-1976 που δίνει συνέντευξη στην Χαρά Αργυροπούλου και την Έλενα Χουζούρη, στο περιοδικό «Πάνθεο» τχ. 724/28-4-1981 ή στην αείμνηστη Σούλα Αλεξανδροπούλου στην «Ελευθεροτυπία» 15/11/1981. Βλέπουμε ότι η φωνή του, οι απόψεις του, οι θέσεις του, οι κριτικές του παρατηρήσεις, τα άγχη του και οι πίκρες του, οι αντιρρήσεις του αρχίζουν να ακούγονται ευρέως από το ελληνικό κοινό και να απασχολούν δημοσιογράφους και πνευματικούς ανθρώπους του τόπου μας. Συγκέντρωση των γνωστών συνεντεύξεών του έγινε στον τόμο «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής» Συνεντεύξεις (1974-1985), σε επιμέλεια και πρόλογο Γιώργου Αναστασιάδη, εκδόσεις Κέδρος1996. Ο τόμος είναι αφιερωμένος «Στον Μιχάλη και στη Δήμητρα», σελίδες 406. Υπήρξε επίσης, μαζί με άλλους συγγραφείς, την ποιήτρια Λίνα Κάσδαγλη, τον Αλέξη Δημαρά, την Καλή Δοξιάδη και την Καλλιόπη Μουστάκα μέλος της επιτροπής για το Ανθολόγιο για παιδιά του Δημοτικού, με εποπτεία του Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλου και Γιώργου Π. Σαββίδη, έκδοση «ΟΔΕΒ», και εμπλούτισε τα νεοελληνικά κείμενα της Ανθολογίας Νεοελληνικών Κειμένων για το Γυμνάσιο μετά την μεταπολίτευση, όταν εργάζονταν στο υπουργείο παιδείας. Παρενθετικά να σημειώσω, ότι θυμάμαι σκόρπια δημοσιεύματά του στο γραφείο του (που δεν γνώριζα) και αφιερώματα περιοδικών, όταν τον είχα γνωρίσει από κοντά και τον είχα επισκεφτεί στο φιλόξενο σπίτι του. Του είχα εκφράσει την μανία μου να αποδελτιώνω τις λογοτεχνικές σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών. Στην δική του περίπτωση, ενώ γνώριζα και είχα αγοράσει και διαβάσει τα βιβλία του, είχα κενά στην αποδελτίωση βιβλιογραφικών στοιχείων. Τον εκτιμούσα και τον θαύμαζα, αγαπούσα την γραφή του, γιαυτό και αρνήθηκα να γράψω και να δημοσιεύσω μία μελέτη για την ερωτική πλευρά του χαρακτήρα του, όταν μου ζητήθηκε μετά την απώλειά του. Το τι μας δήλωνε και δηλώνει μέσα στα πεζά του ο ίδιος διάσπαρτα, ποιους και τι φωτογραφίζει είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Διατηρούσε φιλικές επαφές και με τον πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη που τον εκτιμούσε. Εγώ σαν γνωστός του και αναγνώστης του έργου του, περισσότερο ενοχλήθηκα όταν του πήρε την δουλειά «μέσα από τα χέρια» στην Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης, που τον πρότεινε ο ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος, πασίγνωστος φιλόλογος και ποιητής και εκδότης της συμπρωτεύουσας φίλος και συνεργάτης του. Και ακόμα, όταν δημοσίευσε τις γνωστές αρνητικές επιφυλλίδες για την συγγραφική του παρουσία, παλαιός φίλος του πανεπιστημιακός και Ομηριστής, ο κυρός Δημήτρης Μαρωνίτης, αιτία, που προκάλεσε την στεναχώρια του Γιώργου Ιωάννου και την γνωστή πνευματική και καλλιτεχνική δημόσια διαμάχη και τον χωρισμό των πνευματικών ανθρώπων της τότε εποχής σε δύο «στρατόπεδα». Για το ζήτημα βλέπε το βιβλίο του Θεσσαλονικιού καθηγητή και δοκιμιογράφου Ξενοφώντα Α. Κοκόλη, «Η Διαμάχη Μαρωνίτη-Ιωάννου. Η επίθεση, η αντεπίθεση και η μονόπλευρη συνέχεια της επίθεσης (1977-2007)», εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2008, σελ.102, (το βιβλίο αποτελείται από τρία άνισα μέρη όπως μας λέει ο συγγραφέας του) και επιστολές και δημοσιεύματα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής γνωστών μας ποιητών και συγγραφέων. Δες πχ. την ανταπαντητική επιστολή στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» του τότε καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης Νάσου Βαγενά 29/1/1989, του Ξενοφώντα Κοκόλη 15/1/1989 στην ίδια εφημερίδα. Την συνέντευξη του Ιωάννου στο περιοδικό «Διαβάζω» και τον πικραμένο και οργισμένο λόγο του Ιωάννου στο περιοδικό του «Φυλλάδιο» κλπ. Ο καθηγητή Μαρωνίτης συγκέντρωσε τις επιφυλλίδες του στον συγκεντρωτικό τόμο Δ. Μαρωνίτης, «Πίσω Μπρός» Στιγμή 1986. Δές το Β΄ Κεφάλαιο Πεζογραφία και τα:-Γιώργος Ιωάννου.-Επαρχιακή λογοτεχνία: Ερωτήματα και απορίες.-Τα μείγματα ασφάλειας και ο γυμνός ομιλητής.-Η παθολογία της επαρχίας και ο λαογραφικός ενθουσιασμός.-Επαρχιακές επιλογές: Οι άλλοι δρόμοι». Θυμάμαι με τι συγκρατημένη οργή και με πίκρα μιλούσε για αυτό το γεγονός, αλλά, όσοι τον γνώρισαν από κοντά, διαπίστωναν ότι ο Ιωάννου ήταν  ανεξίκακος, ορμητικός μεν στις αντιδράσεις του αλλά συγχωρητικός.

          Τ Ο  Β Α Ρ Ο Σ   Τ Ο Υ

Ζητώ τους μυστικούς Χριστούς

στα τέμπλα και τους νάρθηκες.

Αυτό που έβλεπα παιδί ξανά με συνταράζει.

 

Μές στα σκοτάδια τον πατέρα μου ζητώ,

διψώ για τη στοργή του κάθε βράδυ’

από το βάρος του γυρίζοντας τρεκλίζω.

 

Κάθε καινούργια γνωριμία με γελά.

Ούτε ο πατέρας ήταν, ούτε ο Χριστός μου.   

     Ο ίδιος, ο Θεσσαλονικιός σημαντικός και αγαπητός συγγραφέας, μας απαριθμεί 22 τίτλους βιβλίων του, στο εξομολογητικό και ειλικρινές κείμενό του «Εις εαυτόν» (που παραπέμπει στο γνωστό αρχαίο έργο του στωικού αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου). Μία εκ βαθέων αυθεντική και ειλικρινής εξομολόγηση, αληθινή και συγκλονιστική μαρτυρία των πεπραγμένων των χρόνων της ζωής του, των πρώτων χρόνων της επαγγελματικής του και όχι μόνο σταδιοδρομίας του. Των  εργασιακών του αντιξοοτήτων, της φτώχειας και ανεργίας του, των δυσκολιών και της μοναξιάς του, μετά την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, και την διδασκαλία του σε διάφορα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια απομακρυσμένων περιοχών. Βουτηγμένος στην φτώχεια και το διάβασμα. Μας μιλά για την σχέση του με την οικογένειά του, τα άμεσα συγγενικά του πρόσωπα, τους ελάχιστους φίλους που εμπιστευότανε, τα σπίτια που διέμενε ως ενοικιαστής, (για την ακρίβεια την κάμαρα), τους ιδιοκτήτες τους, την μη πρόσληψή του στην Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης, την διετή καθηγητική του εμπειρία σε ιδιωτικό Σχολείο στα Τρίκαλα, την κάθοδό του στην Αθήνα, την άσχημη εργασιακή εμπειρία του σε Κολλέγιο των Αθηνών, την απομάκρυνσή του και την αναγκαστική επιστροφή του στην Θεσσαλονίκη, και την επαναδιαμονή του στην οικογενειακή του εστία, την συγκατοίκηση με τους δικούς του με όχι καλές διαθέσεις και τις δυσκολίες του. Τους θανάτους προσώπων της οικογένειάς του, σε νεαρή ηλικία. Ο σιδηροδρομικός πατέρας του και ο μικρότερος αδερφός του. Για την παρότρυνση φίλου του δικηγόρου, ευαίσθητου νέου αλλά όχι αναγνώστη της ποίησης ο οποίος τον παρότρυνε να εκδόσει την πρώτη του ποιητική συλλογή τα «Ηλιοτρόπια» όπερ και εγένετο. Την επιθυμία από κύκλους ποιητών της υπό διαμόρφωσης Σχολής της Θεσσαλονίκης να ενταχθεί σε αυτήν μάλλον «χειραγωγούμενος», και άλλα καλλιτεχνικά και της ζωής του καθέκαστα. Και φυσικά, στην αναφορά στα βιβλία του.

     Στο καλογραμμένο εξομολογητικό  αυτό κείμενό του «Εις εαυτόν», αναφέρεται ακόμα στις πρώτες επαφές και συναντήσεις του, στις σχέσεις που ανέπτυξε με λογοτεχνικά σημαντικά πρόσωπα της συμπρωτεύουσας αλλά και της πρωτεύουσας, όταν μετοίκησε, μετά την έκδοση κυρίως της πρώτης του λιλιπούτειας ποιητικής συλλογής «Ηλιοτρόπια» Θεσσαλονίκη 1954. Αυτοέκδοση, σε 350 αντίτυπα. Όπως γράφει ο ποιητής Γιώργος Ιωάννου, «Ήταν ένα βιβλιαράκι πραγματικά σεμνό», τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Νικολαϊδη, δανειζόμενος ο ποιητής από «έναν οικονόμο συνάδελφο-εννοεί καθηγητή- εξακόσιες πενήντα δραχμές». Την έκδοση υποδέχθηκαν όπως δηλώνουν τα ελάχιστα δημοσιεύματα, τυπικά ή με επιφυλάξεις οι τότε μεγαλόσχημοι κριτικοί και ποιητές, όπως ο Κλέων Παράσχος, (που, ένα παράξενο ατομικό του ραντεβού τον εμπόδισε να τον γνωρίσει από κοντά) ο ποιητής και κριτικός, μετά Σεφερικός Τάκης Σινόπουλος, ο Άλκης Θρύλος κλπ. Ο νεαρός ευαίσθητος, ντροπαλός, μονήρης «καθηγητάκος» γνωρίζεται από κοντά και συνάπτει κοινωνικές σχέσεις με τον μετέπειτα πανεπιστημιακό Δημήτρη Μαρωνίτη (ο Μίμης), τον ποιητή Γιώργο Θέμελη, τον ποιητή και εκδότη Ντίνο Χριστιανόπουλος (ο Λάκης), τον κριτικό Πέτρο Ωρολογά, τον ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον ποιητή Γιώργο Βαφόπουλο από την λογοτεχνική ομάδα της Θεσσαλονίκης κλπ. Ορισμένους τους γνώριζε από τα κατηχητικά που σύχναζαν. Ενώ στην Αθήνα, γνωρίζει από κοντά τον ποιητή από το Ναύπλιο Νίκο Καρούζο και τον λογοτεχνικό κύκλο του Λουμίδη. Τον αγιογράφο και πεζογράφο Φώτη Κόντογλου, τον συγγραφέα Κώστα Ταχτσή, τον υδραίο ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, τον ποιητή και στιχουργό Δημήτρη Χριστοδούλου, τον ποιητή Νίκο Φωκά, τον ποιητή Ε. Χ. Γονατά, (που τόσο εξαιρετικά έχει μεταφράσει τα «Μαλαισιακά Τραγούδια» του Ιβάν Γκολ), τον πάντα πρόθυμο και συμπαραστάτη των νέων λογοτεχνών Μάριο Βαγιάνο και το Πρακτορείο του (ο οποίος προθυμοποιήθηκε να αποστείλει δωρεάν τα «Ηλιοτρόπια» στις εφημερίδες και τα περιοδικά του νεαρού ποιητή από την Θεσσαλονίκη), τον πεζογράφο Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο, τον ποιητή και κριτικό Τάκη Σινόπουλο και άλλους. (Από την πόλη μας, τον Πειραιά, γνώριζα ότι ο Γιώργος Ιωάννου γνώριζε τον ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη). Στο κριτικής αναφοράς και αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο, που, όσοι ασχολήθηκαν, και καταπιάστηκαν να μελετήσουν ή εξέδωσαν μελέτες για τον Γιώργο Ιωάννου το μνημονεύουν συχνότατα, αποτελεί μία από τις κυριότερες αυθεντικές μαρτυρίες της πορείας του, της φανέρωσης της ψυχοσύνθεσής του, του προσωπικού του χαρακτήρα, των κοινωνικών και μεταφυσικών πιστεύων του. Το «Εις εαυτόν», μας δίνει και μία καταγραφή των συγγραφικών και εκδοτικών του εργασιών του κάτι που πίστευε ότι ήταν αναγκαίο και ο ίδιος. Το «Εις εαυτόν» έρχεται ως μία συμπληρωμένη και ευρύτερης εξομολογητικής εποπτείας των συγγραφικών του και καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων που συμπληρώνει και συνεχίζει το μικρότερης έκτασης εξομολογητικό του κείμενο «Μιά μικρή επέτειος». Και τα δύο τώρα συμπεριλαμβάνονται στις σελίδες 201-207 και 208-278, και αποτελούν το «Επίμετρο» του βιβλίου: Γιώργος Ιωάννου, «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», πεζογραφήματα, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1984. Πολλοί τίτλοι των πεζογραφημάτων του  προέρχονται από χριστιανικές ρήσεις. Τα 14 αυτά Πεζογραφήματα που εμπεριέχονται στον τόμο είναι αφιερωμένα «Στη μνήμη του Λουκά Βενετούλια, σπουδαίου ζωγράφου και φίλου». Από τον χώρο της σημαντικής και κομβικής πεζογραφίας του, να αναφέρουμε τα εξής βιβλία:- «Για ένα φιλότιμο», πεζογραφήματα, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1964 -«Η Σαρκοφάγος» πεζογραφήματα, εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1971.- «Πεζογραφήματα» (περιλαμβάνει τα: Για ένα φιλότιμο,/ Η Σαρκοφάγος,/ Η μόνη κληρονομιά), Ερμής, Αθήνα, 1977. Ο τόμος αφιερώνεται «Στον αδελφό μου Θεοδωράκη μνημόσυνο (1946-1964)», περιέχει ακόμα κρίσεις για το έργο του. (Το «Φιλότιμο» γράφτηκε στο Καστρί της Κυνουρίας και Βεγγάζη Λιβύης, ενώ πρωτοεκδόθηκε από τις εκδόσεις της Διαγωνίου στην Θεσσαλονίκη, Η «Σαρκοφάγος» γράφτηκε τα χρόνια της δικτατορίας στην Θεσσαλονίκη και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ερμής το 1971 και «Η μόνη κληρονομιά» γράφτηκε στην Αθήνα και κυκλοφόρησε από τον Ερμή το 1974) –«Το δικό μας αίμα», πεζογραφήματα. Με ένα σχέδιο του Β. Βασιλειάδη, Ερμής, Αθήνα, 1978, είναι αφιερωμένο «Στον Άγγελο Καλογερόπουλο, που ακόμα δεν το πιστεύω». - Τα «Πολλαπλά κατάγματα» αφήγηση διδακτική και ψυχοφελής. Εστία, Αθήνα 1981, ο ποιητής τα αφιερώνει «Στη μητέρα μου Αθανασία».- Ο τόμος «Εφήβων και μη» Διάφορα κείμενα, Κέδρος, Αθήνα, 1982, ο λογοτέχνης τον αφιερώνει «Και πάλι στα παιδιά του αδελφού μου, Νάση και Θεοδωρή» Ο τόμος διαμερισματοποιείται σε τέσσερα κεφάλαια -Α. Διηγήματα-Αφηγήματα. –Β. Κείμενα Εποχής.-Γ. Συγγραφείς και Έργα. –Δ. Ο Λαϊκός μας Πολιτισμός». Τα 62 αυτά κείμενα τα περισσότερα-δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες όπως «Η Καθημερινή», «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», «Θεσσαλονίκη», «Αντί», «Ελεύθερη Γενιά», «Φυλλάδιο». - «Κοιτάσματα», πεζά κείμενα, Ορέστης, Αθήνα, 1981, το βιβλίο είναι αφιερωμένο «Στον Κώστα Νίτσο, ιερό τέρας του Τύπου». Περιλαμβάνει τα Σαββατιάτικα δημοσιεύματά του στην εφημερίδα «Πρωινή» εκδότης της ήταν ο δημοσιογράφος Κ. Νίτσος. Των δημοσιευμάτων προηγείται ένα μακροσκελές «Αντί προλόγου» κείμενο του Ιωάννου. Η ζωγραφιά του εξωφύλλου είναι και πάλι του Αλέξανδρου Κυριτσόπουλου.- «Καταπακτή» πεζά κείμενα», Γνώση, Αθήνα 1982. Το βιβλίο αφιερώνεται «Στον Κώστα Καφαντάρη». Από τα όμορφα αυτά μικρά πεζά του Ιωάννου, ας ξεχωρίσουμε το «Οι δικοί μου άγιοι» Γράφει: «Όλοι οι όμορφοι άνθρωποι, άντρες ή γυναίκες, που δεν εκμεταλλεύονται ούτε οικονομικά ούτε δεσποτικά την ομορφάδα τους, μα είναι έτοιμοι να δώσουν κάποια σημασία, αν όχι και σώμα, σε όποιον τους ερωτευθεί σφόδρα-και είναι δα άπειροι αυτοί οι δυστιχισμένοι-εμπίπτουν στον περί αγιοσύνης ορισμό μου».- «Η μόνη κληρονομιά» Διηγήματα, Ερμής, Αθήνα, 1974. -«Επιτάφιος θρήνος». πεζογραφήματα, Κέδρος, Αθήνα 1980.  Τα 16 αυτά ποιητικά κείμενα του βιβλίου, κοσμούνται με σχέδια και εξώφυλλο του Χρόνη Μπότσογλου.- «Ομόνοια 1980» πεζογραφήματα, με φωτογραφίες του Ανδρέα Μπέλια. Οδυσσέας, Αθήνα, 1980. Το κειμενικό και φωτογραφικό αυτό άλμπουμ αφιερώνεται «Στους φίλους γνωστούς και άγνωστους της Πλατείας». Το βιβλίο αυτό μπορεί να διαβαστεί διπλά. Από την μία έχουμε τα κείμενα μνήμης, ανθρώπινων καταστάσεων, κοιτάγματος και περιγραφών, ανατομία του χαώδους και ποικίλου κόσμου των προσώπων της Πλατείας, αυτής της ανώνυμης και επώνυμης ερωτικής θρυλικής αυτής πιάτσας, ένα πολύχρωμο ενθύμιο κειμήλια αναμνήσεων, αισθημάτων, προσώπων, σχέσεων, αποδοχών και απορρίψεων προτάσεων, ατέρμονων συζητήσεων και γνωριμιών, συναντήσεων κάθε επαρχιώτη που έρχονταν στην πρωτεύουσα και έδινε ραντεβού με τους συντοπίτες του, και από την άλλη μία άλλη εξιστόρηση ιστορίας ανθρώπινης χαρτογράφησης μέσα στην κειμενική ιστορία. Ένα διπλό κειμένου και εικόνας ντοκουμέντο μιάς εποχής και μιάς ατμόσφαιρας που, όλα τα ανέχονταν και όλα τα χώνευε η φημισμένη αυτή κεντρική της Αθήνας Πλατεία. Από το Καφενείον το ΝΕΟΝ που ζωγράφισε ο πειραιώτης Γιάννης Τσαρούχης, μέχρι το φαρμακείο του Μπακάκου στέκι για αγορά κάθε είδους ελληνικών και ξένων εφημερίδων. Και από το ξενυχτάδικο ζαχαροπλαστείο μέχρι το ξενοδοχείο Ομόνοια και τους δικούς του χώρους συνάντησης. Τα πάντα στην Πλατεία, άνθρωποι και αισθήματα, σώματα και επιθυμίες βρίσκονταν σε μία διαρκή ρευστότητα, κίνηση.  Τα τότε νερά του σιντριβανιού δρόσιζαν τις κουφοβράζουσες επιθυμίες και αναστεναγμούς μας. - «Εύφλεκτη χώρα» χρονογραφήματα και χρονικά μάλλον ορθότερα (κείμενα που σχολιάζουν και καυτηριάζουν την επικαιρότητα της εποχής, από τις φωτιές στα μεγάλα υποκαταστήματα μέχρι την διοργάνωση εκθέσεων του Βιβλίου στην Κηφισιά. Αλλά και ένα υπέροχο κείμενο για τον καθηγητή και τον φημισμένο καθηγητή και Ομηριστή Ιωάννη Φ. Κακριδή), έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή, Αθήνα, 1982. Σε μία συγκεφαλαιωτική εργογραφική καταγραφή οφείλουμε να συναριθμήσουμε και τα ανάτυπά του και τα μικρά «φυλλάδια» που κυκλοφόρησαν από λογοτεχνικά περιοδικά, όπως πχ. «Ο Μακεδονικός Αγώνας δεν έληξε!»- Ο θάνατος του Παύλου Μελά (μέσα από το ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη), έκδοση του περιοδικού «Γιατί» της περιοχής των Σερρών, 1992.- Το, οι «Λαϊκές αφηγήσεις για την προσφυγιά», ένα βιβλιαράκι 24 σελίδων το οποίο εκδόθηκε από το περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Παρατηρητής», Θεσσαλονίκη 1988, τρία χρόνια μετά την κοίμηση του Θεσσαλονικιού λογοτέχνη. Οι «Λαϊκές αφηγήσεις για την προσφυγιά» όπως μας πληροφορούν οι εκδόσεις είναι ανέκδοτη διάλεξη του Γ. Ιωάννου που έγινε στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Θεσσαλονίκης στις 28 Σεπτεμβρίου 1982, με αφορμή τη συμπλήρωση εξήντα χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Την ανέκδοτη αυτή Ομιλία-Κείμενο διέσωσε η δημοσιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου. Μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησαν ακόμα: ο τόμος με τις κατά καιρούς Συνεντεύξεις του (1974-1985): «Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής» την επιμέλεια και τον πρόλογο του τόμου είχε ο Γιώργος Αναστασιάδης, Κέδρος, Αθήνα, 1996.- «Το κατοχικό ημερολόγιο χωρίς περικοπές» με Εισαγωγή- Σχόλια-Επίμετρο της Αντιγόνης Βλαβιανού, εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, Αθήνα, 2000. Ενώ την επιμέλεια της έκδοσης είχε η Πόπη Κρίπα.  Το ημερολόγιο αρχινά Πέμπτη 25/11/1943 και κλείνει Κυριακή 26 Μαρτίου 1944. Μία κρίσιμη και δύστοκη ιστορική περίοδο όχι μόνο για τον μικρό Γιώργο Ιωάννου αλλά για ολόκληρη την Ελλάδα και τους Έλληνες. Μας λέει ο Ιωάννου: «Άρχισα να κρατώ το ημερολόγιο αυτό, ακριβώς μόλις έκλεισα τα δεκάξι μου. Δεν αποκλείεται μάλιστα η επέτειος αυτή να ήταν η αφορμή-δε θυμάμαι τώρα. Και το σταματώ απότομα από τη μέρα που δίνω αίτηση για να μπω σε μια χριστιανική κίνηση, στης οποίας άλλωστε τα συσσίτια έτρωγα και όλο γι’ αυτά μιλάω μέσα στο ημερολόγιο». Της ίδιας δεκαετίας που κρατούσε τις Ημερολογιακές του σελίδες ο ανήσυχος και φοβισμένος νέος εκκολαπτόμενος ποιητής και συγγραφέας. Η προσωπικότητά του φανερώνεται μέσω του επιστολικού λόγου. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο την ίδια χρονιά, Αθήνα 2000 σε Εισαγωγή και Σχόλια και πάλι της Αντιγόνης Βλαβιανού, κυκλοφόρησαν τα -«Δέκα ανέκδοτα γράμματα στον Χρήστο Σαμουηλίδη (1949-1951). Όπως διαπιστώνουμε από τον παραπάνω κατάλογο, ο ποιητής και λογοτέχνης, πολυσχιδής και πολυγραφότατος Γιώργος Ιωάννου, από το 1954 που κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Ηλιοτρόπια» και εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα (προηγούμενα ποιήματα και στίχους τους οποίους είχε γράψει σε νεαρή ηλικία και συγκινούσαν γυναικεία μέλη της οικογένειάς του, τα κατέστρεψε όπως μας λέει ο ίδιος, όλα) έως τις μεταθανάτιας εκδόσεις- περιόδους του, συνέγραψε ή συνέβαλε καταλυτικά με τις ανθολογήσεις και επιμέλειές του, στην έκδοση και κυκλοφορία πάνω από 22 τίτλους βιβλίων, για τους οποίους  μας μιλούσε στην πρώτη, δική του αναφορά. Τίτλοι βιβλίων από διάφορους γνωστούς εκδοτικούς οίκους, διαφορετικές γεωγραφικές τοποθεσίες, και θεματολογίας, αφιερώσεις σε δικά του συγγενικά και φιλικά άτομα. Το γεγονός αυτό για εμάς τους αναγνώστες του, σήμερα, το 2023, δηλαδή της έκδοσης και επανέκδοσης των έργων του, αν συμπεριλάβουμε και τα σκόρπια και άτακτα δημοσιεύματά του (μελετήματά του για έλληνες λογοτέχνες σε αφιερωματικούς τόμους και περιοδικά, πχ. της «Ευθύνης», (βλέπε τα κείμενά του για τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, τον πεζογράφο Στρατή Δούκα, τον πειραιώτη θαλασσινό ποιητή Νίκο Καββαδία, τον πεζογράφο Στέλιο Ξεφλούδα, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, την Ζωή Καρέλλη, την Κική Δημουλά, τον Ίωνα Δραγούμη, τον Αλέξανδρο Μπάρα, τον Νίκο Καζαντζάκη, την σύγκριση του αρχαίου έλληνα ιστορικού Θουκυδίδη με τον αμερικανό δημοσιογράφο και συγγραφέα Έρνεστ Χέμινγουαίη και άλλους) δημοσίευση μεταγενέστερων ποιητικών του μονάδων, (από την έκδοση των συλλογών) στο περιοδικό «Διαγώνιος», σε τόμο της ετήσιας «Ποίησης» των Θανάση Νιάρχου και Αντώνη Φωστιέρη, στο περιοδικό «Νέα Πορεία» του Τηλέμαχου Αλαβέρα κλπ.) και ασφαλώς οι μελέτες που κυκλοφόρησαν μέχρι σήμερα για το έργο του, που, δεν είναι και λίγες και διαθέτουν και ερευνητικό βάθος και ποιότητα, οξυδερκές βλέμμα και παρατηρητικότητα των εσωτερικών διαδρομών και παρατηρήσεων των πεζών και ποιητικών κειμένων του Γ. Ιωάννου, βλέπε πχ. τον πρόσφατο τόμο της σειράς «ΛΟΓΟΣ» της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, «Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), Αθήνα 2019,την επιμέλεια είχε ο συγγραφέας και διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία» Σταύρος Ζουμπουλάκης, και προσμετρήσουμε τα συνέδρια και τις ομιλίες, τις εκδηλώσεις και εκθέσεις που πραγματοποιήθηκαν για την συγγραφική του παρουσία βλέπε πχ. το τομίδιο, «Εικαστικές ματιές στο έργο του Γιώργου Ιωάννου», ΜΕ ΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ. Εκδηλώσεις μνήμης και τιμής για τον Γιώργο Ιωάννου, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006 και τα ευάριθμα αφιερώματα εφημερίδων και λογοτεχνικών περιοδικών, μπορούμε με βεβαιότητα να γράψουμε ότι η φυσική και συγγραφική παρουσία του ποιητή λογοτέχνη, φιλόλογου Γιώργου Ιωάννου, όχι μόνο δεν πέρασε και δεν περνά απαρατήρητη αλλά, ξεπέρασε τα όρια της «επαρχιακής λογοτεχνίας», που τόσο πικρόχολα χαρακτήρισε το έργο του και τον πίκρανε, πανεπιστημιακός και Ομηριστής καθηγητής. (Όταν οι εκδόσεις Κέδρος, το 2006 κυκλοφόρησαν τον τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής» Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου, σε επιμέλεια: Νάσου Βαγενά- Γιάννη Κοντού και Νινέττας Μακρυνικόλα, ένα βιβλίο το οποίο περιλαμβάνει κείμενα γνωστών ποιητών και πεζογράφων για τον Γιώργο Ιωάννου, πχ. Θανάσης Βαλτινός, Κώστας Λαχάς, Κωστής Γκιμοσούλης, Γιώργος Μανιώτης, Μένης Κουμανταρέας, Νένα Ι. Κοκκινάκη, Έλενα Χουζούρη, Γεράσιμος Δενδρινός, Θεοδόσης Πυλαρινός, Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Κοσμόπουλος και άλλοι, ο κυρός Δημήτρης Μαρωνίτης, δημοσιεύει μάλλον χολωμένος στην στήλη του στην εφημερίδα «Το Βήμα» ορισμένες ακόμα επιφυλλίδες του, δες «Απολίτιστα Μονοτονικά» Βήμα 19/3/2006 συνεχίζοντας και διατηρώντας την αρνητική του θέση, με ηπιότερο ύφος για την πεζογραφία του Ιωάννου. Γράφει: «….Καθένας μπορεί να καταλήξει όπου και όπως θέλει, φτάνει να μη γυρεύει και την πίτα σωστή και τον σκύλο χορτάτο. Αυτό είναι όλο και αυτό είναι το μόνο που η δική μου δοκιμή και δοκιμασία προσέθεσε στον οικείο μου χώρο της επαρχίας μέσα και έξω από τη λογοτεχνία».). Αξίζει να σημειώσουμε πριν την καταγραφή και των υπόλοιπων μελετημάτων για το έργο του, τον εύχυμο και χρήσιμο τόμο, να το επαναλάβουμε που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις «Αιγαίον», Λευκωσία, 2013, σελίδες 528. Επίσης, την διαρκή αναγνωστική και συγγραφική ερευνητική φροντίδα και ενδιαφέρον αγάπη που τρέφει για τον Γιώργο Ιωάννου και το έργο του, η ποιήτρια και κριτικός Έλενα Χουζούρη, η οποία τόσο στην αρθρογραφία της, βλέπε περιοδικό «Η Λέξη», όσο και στο περιοδικό που διευθυντής υπήρξε ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις, «Το Τέταρτο» τχ. 11/3,1986, «Γλυκείς οι ήλοι, ει λίαν οδυνηροί», εκφράζει την αγάπη της για το έργο του. Όπως και στα δύο της μελετήματά της πάλι, αναφέρεται στην Ποίηση του Γιώργου Ιωάννου. Βλέπε Έλενα Χουζούρη, «Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου. Περιπλάνηση στο χώρο και το χρόνο», Πατάκη, Αθήνα 1995, σελίδες 45, 46,47, 48, 49 κλπ, Και, «γιώργος ΙΩΑΝΝΟΥ, «Σαν σπόρος αγκαθιού…», Ηλέκτρα, Αθήνα, 2005,  σελίδες 34,35, 36,37, 38. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις της ποίησης του Ιωάννου και της ποιητικότητας της πεζογραφίας του, (ορισμένα του πεζά είναι επηρεασμένα από τον γάλλο συγγραφέα και τεχνοκριτικό, Γκωλικό πολιτικό Αντρέ Μαλρώ) συναντάμε και στα δύο μελετήματα της φιλολόγου και σχολικού συμβούλου Ελευθερίας Κρουπή-Κολωνά, «Ο Γιώργος Ιωάννου και τα πεζογραφήματά του», Γρηγόρης, Αθήνα,2005 και στο «Έρωτας και θάνατος στη λογοτεχνία του Γιώργου Ιωάννου», Κέδρος 1992, αν και οι άξονες του ερευνητικού ενδιαφέροντος περιστρέφονται γύρω από την πεζογραφία του. Εκτενές είναι και το κεφάλαιο για την Ποίησή του σελίδες 31-62, της ενδιαφέρουσας μελέτης «Ρεαλιστική παράσταση και ποιητική ενόραση στην πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου», Γαβριηλίδης, Αθήνα 2008, της «Μια αφοσιωμένη αναγνώστρια του Γιώργου Ιωάννου» όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου ο κριτικός Αλέξης Ζήρας, της καταγόμενης από την Κατάνη της Σικελίας Anna Zimbone. Βλέπε και εφημερίδα «Το Βήμα» Νέες εποχές, Κυριακή 31/12/1996, «Ένας ευρωπαίος λογοτέχνης» οι Ιταλοί για τον Γ. Ιωάννου της Domenica Minniti-Γκώνια, βιβλιοπαρουσίαση. Ενώ στοιχεία για την ποιητική του έχουμε και στα δύο βιβλία του Γιώργου Αράγη, «Γιώργος Ιωάννου, Στοιχεία προσωπογραφίας» έκδοση Εταιρεία Συγγραφέων, Αθήνα 1988, στην σειρά «Μνήμη Εταίρων» (είναι Ομιλία του στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηνών, Παρασκευή 21/11/1986) και «Για τον Γιώργο Ιωάννου» Ίνδικτος, Αθήνα 2007, αν και εδώ και πάλι το βλέμμα του συγγραφέα πέφτει στα πεζά του και στα χρονογραφήματα του Ιωάννου. Ο Αράγης, μας καταθέτει και μερικές σκόρπιες σκέψεις του μπροστά «στη σορό του Γ. Ιωάννου». Ενδιαφέρον παρουσιάζει το Υ.Γ. του Γιώργου Αράγη που κλείνει την αυλαία του σπονδυλωτού βιβλίου του. Τελειώνει με μία παρατήρηση: «…Η ώρα του θανάτου είναι προπάντων ώρα συγγνώμης. Κι αυτή τη σημασία φαντάζομαι πώς είχε η παρουσία του κ. Μαρωνίτη στην κηδεία του-όχι για τον Ιωάννου αλλά για μας τους ζωντανούς», σελ. 95. Για τις δύο του συλλογές ακόμα έχουμε τις κρίσεις του επίσης συστηματικού αναγνώστη και ερευνητή του Άρη Α. Δρακόπουλου, «ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ. ΕΝΑΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ», εκδόσεις Ειρμός, Αθήνα 1992, στην σειρά «Νεοέλληνες Λογοτέχνες» υπεύθυνος σειράς Θεοδόσης Πυλαρινός, και ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος της μελέτης και το κεφάλαιο 1.2. «Η ποίηση του Ιωάννου», σελίδες 124-131 και αλλού. Να επαναλάβουμε για μία ακόμα φορά τον θαυμασμό μας για τον επίπονο και πολύτιμο καταγραφικό βιβλιογραφικό μόχθο του Θ. Δ. Σαρηγιάννη, «Φύλλα κισσού» για τον Γ. Ιωάννου. Δοκιμή βιβλιογραφίας (1954-1995), στον τόμο «Λόγος και Μνήμη» Γιώργος Ιωάννου 1927-1985.Αποθησαύρισμα: Γιώργος Αναστασιάδης. Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2006, σελίδες 484 συνοδεύεται με cd.

     «Κάτι δεν πηγαίνει καλά με τον ελληνικό λαό τα τελευταία χρόνια. Το ψιθυρίζουμε από καιρό, μα δεν το έχουμε φωνάξει. Αλλά ποια «τελευταία χρονιά» και ποιόν «ελληνικό λαό»;

    Τα «τελευταία χρόνια», ο χρόνος, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί αντικειμενικά, γιατί υπεισέρχονται οι πολιτικές προτιμήσεις και ο καθένας βάζει δική του αφετηρία.

Όσο για τον όρο «ελληνικός λαός», εννοούμε , φυσικά, όλους τους Έλληνες που κατοικούν τώρα στην Ελλάδα. Και πλούσιους και φτωχούς και αριστερούς και δεξιούς και όλους.

     Ο προσδιορισμός των αιτιών δεν είναι του θέματός μας.

Τα βαριά συμπτώματα είναι: Φυγοπονία, τσαπατσουλιά, επιπολαιότητα, εύκολη ανάδειξη δια της παρακαμπτηρίου, ακατάπαυστη δίψα για απόκτηση αγαθών και ευκολιών, έλλειψη αισθημάτων στις σχέσεις, μη συναίσθηση προσωπικής ευθύνης

Και πιθανώς πολλά άλλα»……………………..

Γιώργος Ιωάννου,

απάντηση σε ερωτήσεις του Κώστα Ρεσβάνη στην εφημερίδα «Τα Νέα» 13/11/1981.        

     Είναι πλεονασμός να αναφέρω ότι μαζί με την πρώτη του συλλογή αγόρασα και το δίφυλλο των εκδόσεων «Μπιλιέτο». Ορισμένα αντίτυπα τα δώρισα σε φιλικά πρόσωπα. Το παιχνίδι της χαράς της ανάγνωσης εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους φτάνει να υπάρχει το ανάλογο ενδιαφέρον. Επιβιβαζόμενος στον Ηλεκτρικό για την επιστροφή μου προς τον Πειραιά, όπως ήταν συνήθεια, όλων όσων αγαπούσαν το διάβασμα, είχα απολαύσει δύο φορές τον ποιητικό λόγο του Γιώργου Ιωάννου.

      Ω Σ  Τ Ο  Λ Α Ι Μ Ο

Δανείστηκα τη φωνή’ μιμήθηκα το βάδισμα.

Μπήκα ως το λαιμό μέσα στην επιτήδευση

Ποτέ σαν νέος δεν τραγούδησα στους δρόμους.

Πήρα τους δρόμους τη νύχτα μόνο για την καρδιά,

για την καρδιά την τέλεια της νύχτας.

 

Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου.  

Ο χαρισματικός ερωτικός συγγραφέας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 20 Νοεμβρίου 1927 και απεβίωσε σε μικρή σχετικά ηλικία (58 ετών) έπειτα από επέμβαση προστάτη στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 1985. Πέθανε όπως διαισθάνονταν σε κοντή ηλικία με τον πατέρα του.  Ο Γιώργος Ιωάννου, είναι ένας από τους πολυδιαβασμένους σύγχρονους πεζογράφους μας και όχι άδικα. Η λαϊκότητα των μοτίβων και της θεματογραφίας του, ο θρησκευτικής ατμόσφαιρας ερωτισμός του, το πλούσιο λαϊκό λεξιλόγιό του, (ακόμα και λέξεις από τα καλιαρντά συναντάμε στα πεζά του, πχ. λουμπινιά κλπ.), οι λαϊκές περιγραφές συνοικιών ιδιαίτερα και κυρίως της γενέθλιας πόλης του της Θεσσαλονίκης,-είναι ένας από τους κατ’ εξοχήν ψηφιδογράφος του κοινωνικού και ιστορικού της προσώπου, της τυπολογίας του ανθρώπινου δυναμικού της, του εβραϊκού της ανθηρού στοιχείου, της λαϊκής της λαογραφίας, αυτά όλα τον καθιστούν αγαπητό στο αναγνωστικό κοινό της συμπρωτεύουσας έστω και αν πολεμήθηκε. Την ίδια αυθεντική ανθρωπογεωγραφία λαϊκών χαρακτήρων της πρωτεύουσας της Αθήνας, βλέπε το βιβλίο του «Ομόνοια» και άλλα του πεζά, συναντάμε και κατά την μακρά περίοδο της εγκατάστασής του στην πρωτεύουσα. Το θρησκευτικά ενοχικό στοιχείο πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα των αυτοβιογραφικών συνήθως πεζών του, όσο και αν αρνείται ο ίδιος ότι τα πεζά του και οι εξομολογήσεις του δεν εκφράζουν πάντα τον ίδιο, την ζωή και την προσωπικότητά του. Μια εσωτερική της συνείδησής αμάχη του που κρατά μία ολόκληρη ζωή. Μια διαμάχη ανάμεσα στην λάγνα ερωτική επιθυμία και την ενοχή της. Το κλίμα μέσα στο οποίο εντάσσει στιγμές και εικόνες της πεζής γραφής του είναι κάτι το εκπληκτικό, το συγκινητικό, το μυστήριο. Βλέπε το βιβλίο του «Επιτάφιος θρήνος» όπου ο έρωτας και ο θάνατος μοιάζει να περιφέρονται μαζί στην περιφορά του Επιταφίου και στο ότι διαδραματίζεται μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο μεταξύ των δύο προσώπων. Σαν μία μυστηριακή τελετουργία των Μυστηρίων του Άδωνι. Μερικές φορές σκέφτομαι, ότι λογοτέχνες σαν τον Γιώργο Ιωάννου, δεν χρειάζεται να διαβάζει ο αναγνώστης μελέτες για το έργο του, ακαδημαϊκές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, αρκεί να πάρει στα χέρια του το ίδιο το έργο του συγγραφέα και να το χαρεί. Αυτό, το ίδιο το έργο θα του μιλήσει, θα τον πλησιάσει θα του μεταφέρει τον ερωτισμό και την ατμόσφαιρά που κρύβει μέσα του και θα τον συγκινήσει, θα τον ταρακουνήσει συναισθηματικά, θα τον ερεθίσει. Υπάρχουν μερικά έργα τα οποία σε πλησιάζουνε αυτά πρώτα και σε παρασέρνουν στον κόσμο τους που δεν είναι παρά ο κόσμος της δικής σου ζωής και των γύρω σου ανεπίγνωστα. Αυτός είναι ο συγγραφικός κόσμος του Γιώργου Ιωάννου ένα ανοικτό της κοινωνίας ανθρωπογενές σύμπαν που θεοί και δαίμονες, άνθρωποι κακόβουλοι αγωνίζονται να το περιορίσουν, να το μολύνουν με πρέπει και τι δεν πρέπει, με ηθικίστικες απαγορεύσεις που μαραγκιάζουν την επιθυμία, την ελπίδα, την μυρμηγκιάζουν την χαρά. Ο κόσμος του Γιώργου Ιωάννου κινείται μέσα σε ένα Δαντικό καθαρτήριο και άλλοτε κατά διαστήματα φτερουγίζει προς την απόλαυση, τον «παράδεισο» και άλλοτε κατηφορίζει προς την «κόλαση» αλλά πάντα είναι δακρυσμένος, μελαγχολικός, ανήσυχος, φοβισμένος, ταραγμένος, προβληματισμένος, σαν τον ψυχικό κόσμο των λαϊκών ανθρώπων που συναντά και αναζητά στα πρόσωπά τους, τις χειρονομίες τους, το άγγιγμά τους, την επαφή τους, την δική του αθωότητα, την προσωπική του ελεήμονα ματιά, την καθαρότητα της ψυχής του, το μπρούτο της συμπεριφοράς  του/τους. Αυτήν την ικμάδα φωτός που τρεμοσβήνει μέσα στην ψυχή τους. Ο Γιώργος Ιωάννου μπαινοβγαίνει μέσα στην ερωτική καταπακτή του κόσμου αναζητώντας το μύρο του ελέους που χύθηκε πάνω στο ξένο σώμα, την παρουσία του Άλλου. Είναι η αληθινή οικονομία όχι του έρωτα αλλά της αίσθησης του θανάτου που καθρεφτίζεται στα ανθρώπινα πρόσωπα και χαρακτήρες. Ο Ιωάννου προσφέρει την συμπόνια του όχι στα ακριβά και πολυτελή σαλόνια αλλά στις λαϊκές συνοικίες, στις πλατείες, στα υγρά σοκάκια, στις σκοτεινές αίθουσες των σινεμά, όπου συχνάζει η λαϊκή τάξη, αυτή που διατηρεί ακόμα την αυθεντικότητά της, την ανθρωπιά της, δεν έχει εκμαυλιστεί από τον καταναλωτισμό και τον γεμάτο ψεύτικα είδωλα σύγχρονο καταναλωτικό τρόπο ζωής. Είναι ένας λαϊκός εξομολόγος δίχως πετραχήλι. Ένας ξεσπιτωμένος του έρωτα και της ανθρώπινης συμπόνιας. Ένας καταδεκτικός αλανιάρης που κουρνιάζει μέσα σε ανθρώπινα αθώα ερείπια. Είναι ο αδικοχαμένος της ερωτικής επιθυμίας που τον γέμισαν άδικες και άκαιρες ενοχές, τύψεις για αυτό που πραγματικά και αληθινά είναι και επιθυμούσε και δεν μπορεί να το εκδηλώσει. Όμως, στην πραγματικότητα, οι Άλλοι είναι οι ένοχοι όχι αυτός. Μοιάζει με ήρωα αρχαίας τραγωδίας χωρίς κάθαρση. Ο Ιωάννου περπάτησε το δικό του μονοπάτι και όχι εκείνο των «ακόλαστων» και ηθικολόγων ενόχων που τον δείχνουν με το δάχτυλο για να κρύψουν το δικό τους πρόσωπο. Η φωνή του είναι μία ψιθυριστή και σιγαλόφωνη διαμαρτυρία σε έναν κόσμο δίχως συμπόνια, δίχως έλεος, χωρίς ειρμό, με θρυμματισμένο πρόσωπο, σε έναν κόσμο που ερωτοτροπεί με την καταστροφή του. Η λαϊκή του ματιά θυμίζει την συγγραφική περίπτωση του ποιητή και καθηγητή Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Η περιγραφή των λαϊκών αιθουσών των σινεμά ανακαλεί στη μνήμη το αντίστοιχο βιβλίο του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη και την ατμόσφαιρά τους. Πολυστρωματικό το έργο του ποιητή και λογοτέχνη Γιώργου Ιωάννου γεμάτο συγκατάβαση αλλά και οργή, θυμό για τους «ψευδομένους» του έρωτα και της κοινωνίας που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός. Ένας φυλλοκάρδιος λόγος δίχως ψεύτικες φορεσιές. Θαρρείς πώς η πονεμένη ψυχή διατηρεί το λιανισμένο κορμί στην επιθυμία του να έρθει σε επαφή με το άλλο κορμί. Κορμί με κορμί, μοναξιά με μοναξιά, κάπως έτσι δεν το λέει και ο παλαιός του συντοπίτης φίλος ποιητής. Ένας λόγος αχειροποίητος για μία ζωή που τσιτσιρίζεται μέσα στο καπέλο του ταχυδακτυλουργού Θεού, του Έρωτα.«Κλεισμένος είμαι/ καρτεράω το μήνυμα./Κι άλλα σινιάλα μάζεψα που έκανες’/το χέρι που απάνω μου ξεχάστηκε,/ θερμό ιδιαίτερα της χειραψίας σου το σφίξιμο,/ και το φιλί αποχαιρετισμού δεν έμοιαζε.» από το ΙΙ ποίημα της ενότητας «Δούλος ιερός του έρωτα».

     Οι επανεκδόσεις των βιβλίων του, τα αφιερώματα των λογοτεχνικών περιοδικών, η αρκετά εκτενής βιβλιογραφία του, οι μελέτες, τα άρθρα και τα σχόλια που έχουν δημοσιευθεί μέχρι των ημερών μας είναι πάμπολλα και το ενδιαφέρον για το έργο του διαρκές. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί και μεταφράσεις του έχουν χρησιμοποιηθεί (αν δεν λαθεύω) σε παραστάσεις αρχαίου δράματος. Το θεατρικό του έχει παρασταθεί σε θεατρική σκηνή (έστω και δημόσιους διαξιφισμούς και πάλι). Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα και ο γράφων (που είχε την χαρά και την τύχη να τον γνωρίσει) έχουν αναφερθεί και συνεχίζουν να μνημονεύουν τόσο την παρουσία του όσο και το έργο του, αλλά προπάντων να επανέρχονται στην ανάγνωσή του, να το απολαμβάνουν. Ο Γιώργος Ιωάννου δεν είναι από τις περιπτώσεις εκείνες των ελλήνων συγγραφέων που ξεμπερδεύεις εύκολα με τα βιβλία του. Όσες φορές και να τα διαβάσεις πάντα θα επανέρχεσαι με την πρώτη ευκαιρία σε αυτά. Είναι κλασικός. Είτε ως ποιητής, είτε ως πεζογράφο, είτε ως στιχουργός, είτε ως μεταφραστής. Ας αναρωτηθούμε αλήθεια, ποιος τόλμησε γλωσσικά να αποδώσει στην μετάφρασή του αυτό το κλίμα, την ερωτική ατμόσφαιρα της Παλατίνης Ανθολογίας, να δώσει τον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεση αντρών και γυναικών της ελληνικής επαρχίας, τον μεγάλων αστικών κέντρων την μουντάδα και αυτήν την βαριά μυρωδιά της ζωής των λαϊκών ανθρώπων με τα συν και τα πλην τους. Την κουτοπονηριά τους και την ατζαμοσύνη τους, την πονηράδα και αθωότητά τους, μέσα σε μία ελληνική κοινωνία που άλλαζε ραγδαία. Ο Ιωάννου δεν είναι απολίτικος, είναι βαθειά συνειδητοποιημένος πολίτης, ξέρει από πιά πλευρά της Ιστορίας οφείλει να ενταχθεί και το πράττει. Δεν κάνει σκόντο στον ανθρωπισμό του, στα ιδανικά του, στους κοινωνικούς του οραματισμούς και διαισθάνεται ότι είναι ένας μοναχικός στηλίτης. Ένας σεισμοπαθής του έρωτα και της αγάπης.  Αισθάνεσαι όταν διαβάζεις το έργο του, ότι ο λογοτεχνικός χρόνος είναι ανοιχτός σε όσους αναγνώστες θελήσουν να τον γνωρίσουν, έστω και αν έχουν αλλάξει οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, η ατμόσφαιρα των πόλεων και του επαρχιακού τοπίου έχει γκριζάρει δραματικά, αλλοιωθεί ο ερωτισμός του, η ομορφάδα του. Το άρωμα της ερωτικής ευαισθησίας όμως, της ψυχικής και σωματικής ανθρωπιάς, διαχέεται και στα υγρά ξενοδοχεία της Ομόνοιας και στο επιπλωμένο σπίτι των καλλιεργημένων μικροαστών ελλήνων. Ορισμένες από τις εκατοντάδες κριτικές φωνές του έργου του, κάνουν λόγο για ελληνική πεζογραφία πριν τον Γιώργο Ιωάννου και για ελληνική πεζογραφία μετά τον Ιωάννου. Καθόλου άστοχη παρατήρηση, ακριβοδίκαιη και σωστή. Ίσως λίγο υπερβολική. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα το γεγονός ότι με το πεζογραφικό του έργο, έχουν μάλλον ασχοληθεί  ισάριθμες αντρικές και γυναικείες φωνές κριτικής γραφής.

Να αναφέρουμε, ότι μετά την πολιτική μεταπολίτευση του 1974, οι νέοι σε ηλικία και νέοι αναγνώστες της γενιάς μας, διάβαζαν και συζητούσαν αρκετά για δύο παλαιότερους εν ζωή ακόμα έλληνες πεζογράφους, τον Γιώργο Ιωάννου και τον επαναπατρισθέντα Δημήτρη Χατζή. Αφού είχαμε υπερβεί την πεζογραφική τριλογία- Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων είχαν πάντα βιβλία τους. Δεν είναι ιδιοσυγκρασιακή μου υπερβολή αυτό, είναι μία προσωπική μαρτυρία ενός ανώνυμου αναγνώστη της ελληνικής λογοτεχνίας που εξακολουθεί να θυμάται από τον Πειραιά. Παρά του ότι αρκετά ελληνικά μυθιστορήματα (και διηγήματα) όπως «Οι Πανθέοι» του Τάσου Αθανασιάδη, «Η Λωξάνδρα» της Μαρίας Ιορδανίδου, «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» του Νίκου Καζαντζάκη, «Η Αργώ» του Γιώργου Θεοτοκά και άλλα έργα, είχαν διασκευαστεί και προβάλλονταν στην ασπρόμαυρη ελληνική τηλεόραση ή ακούγονταν από τους κρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, πχ. «Το Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, «Τα Πέτρινα Λιοντάρια» της Ιουλίας Ιατρίδη, τα «Διάλογοι σε Μοναστήρι» και «Πέντε Αθηναϊκοί Διάλογοι» του Κωνσταντίνου Τσάτσου και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου αντίστοιχα, το φιλοθεάμων τηλεοπτικό κοινό και του ραδιοφώνου φανατικοί ακροατές έσπευδαν να αγοράσουν με ικανοποίηση τα ανάλογα βιβλία από τις προσθήκες των βιβλιοπωλείων, να τα αναζητήσει και να τα διαβάσει. Άλλοι τα δανείζονταν από τις Βιβλιοθήκες ή περνούσαν από φιλικό σε φιλικό χέρι. Η αναγνωστική πορεία του συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, πέρα από το τι γράφτηκε και δικαίως θα γραφτεί για εκείνον στο μέλλον, όπως η δική μου μνήμη μου υπενθυμίζει, ήταν διαρκώς παρούσα, όχι για να την θέσουμε στο τραπέζι της αξιολόγησης αλλά, για να την χαρούμε, να την απολαύσουμε, να μας συγκινήσει, να μας ευαισθητοποιήσει, να μας κάνει να κοιτάξουμε μέσα μας, να ξεθάψουμε την φιλάνθρωπη πρόθεσή μας, την κοινωνία μας με τους γύρω μας, να ενδιαφερθούμε για την χώρα μας, την πατρίδα μας, την ιστορία της, την παράδοσή της, την γλώσσα μας, την λαογραφία μας, τους παλαιούς συγγραφείς της. Ίωνας Δραγούμης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Νίκος Καζαντζάκης, Δημοτικά Τραγούδια, Θέατρο Σκιών, Πλάτωνος Μούσα Παιδική, αρχαίοι τραγικοί Ευριπίδης, ο ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος, (βλέπε περιοδικό «Εκηβόλος), το παιδικό μυθιστόρημα, κείμενα για την αγαπημένη του Θεσσαλονίκη, το ερωτικό στέκι κέντρο διερχομένων της Ομόνοιας. Η Μικρασιατική Προσφυγιά, οι άγριες συνθήκες την περίοδο της Κατοχής, η πείνα, η φτώχεια, οι βασανισμοί και οι ταλαιπωρίες των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, όλα περνούν από το βλέμμα του Ιωάννου και όλα ζωγραφίζονται ακριβοδίκαια και ισορροπημένα. Φιλοτεχνούνται με αγάπη και φροντίδα. Έκδοση περιοδικού, οργάνωση ελληνικού σχολείου στο εξωτερικό, Λιβύη, διδασκαλία στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση, επιμέλειες εκδόσεων, αρθρογραφία σε εφημερίδες, Φιλοζωία, και γιατί δεν μας μίλησε αυτός ο τρυφερός και ευαίσθητος πατριώτης έλληνας. Τι αγάπησε και πρόσεξε στο διάβα της σύντομης ζωής του και δεν το προσέξαμε και ενδιαφερθήκαμε εμείς οι αναγνώστες του σύγχρονοι έλληνες. Πόσους νεοέλληνες συγγραφείς δεν επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει θετικά η γραφή του. Ας κάνουμε μόνο μία υπόμνηση στο άρθρο του Άρη Δρουκόπουλου, «Η επίδραση του Γ. Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς» σελίδες 35-51. Το άρθρο-όπως και άλλα, συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), επιμέλεια Σταύρος Ζουμπουλάκης, των ωραίων εκδόσεων της σειράς «ΛΟΓΟΣ» της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, Αθήνα Ιούνιος 2019, τιμή 7 ευρώ. Τις διορθώσεις είχε η Ευαγγελία Δάλκου, ενώ την τυπογραφική επιμέλεια των 88 σελίδων βιβλίο είχε ο Μάνος Δημητρακόπουλος. Ο τόμος περιλαμβάνει ακόμα τα εξής: ΣΟΦΙΑ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, Οδηγός πλοήγησης στο έργο του Γ. Ιωάννου.- Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Ο Γιώργος Ιωάννου και το περιοδικό Ελεύθερη Γενιά.-Άρης Δρουκόπουλος, Η επίδραση του Γ. Ιωάννου σε νεότερους συγγραφείς.-Σταύρος Ζουμπουλάκης, Περί κατηχητικών λόγος στοργικός και πάνυ ωφέλιμος. Γιώργος Ιωάννου: «Ο Χριστός αρχηγός μας…». Ενώ κάτω από το APPENDIX δημοσιεύεται το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου, Ο Μπάτης, και το «Σχόλιο στον «Μπάτη» του Σταύρου Ζουμπουλάκη. «Τα κείμενα του βιβλίου εκφωνήθηκαν στην εκδήλωση «Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)» που πραγματοποιήθηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΚΠΙΣΝ), στις 28 Απριλίου 2018, στο πλαίσιο εκδηλώσεων Λόγος 3».

     Με το δεύτερο συγκεντρωτικό αυτό σημείωμα για το έργο του Γιώργου Ιωάννου, αυτόν τον «μουχλιασμένος με λαγνείας οράματα/ περπατώ στης Αθήνας τα κράσπεδα.» που γράφει σε ποίημά του, ελπίζω να μην είναι «μόνο» μία ετεροχρονισμένη οφειλή απέναντι στο έργο του, ένα πειραϊκό κοίταγμα στα τοπόσημά του, στην αγάπη του για την ιδιαίτερη πατρίδα του την Θεσσαλονίκη, στην παλαιά γνωριμία μας. Ίσως ακόμα να γίνεται ορισμένες φορές μελοδραματικός ο προσφυγικός λόγος του αλλά ας μου συγχωρεθεί ο παραλληλισμός, ας θυμηθούμε ελληνικές ταινίες με την Ελένη Ζαφειρίου την χαροκαμένη ελληνίδα μάνα, και ποιος δεν συγκινείται ακόμα όταν την βλέπει. Κατηγόρησαν τον Γιώργο Ιωάννου, αυτό το φτωχόπαιδο τον γιο του σιδηροδρομικού για ατμόσφαιρα μελοδραματισμού, μα αυτό δεν υπήρξε η ελλάδα; Μία ποιητική ατμόσφαιρα μελοδράματος και ερωτικής πλάνης κρυφών αισθημάτων που ζητούσανε να βγουν στην επιφάνεια του άλλου κεφιού, της άλλης πίστης του πανηγυριού της ανθρώπινης ζωής και ελπιδοφορίας που τόσο λείπει στις μέρες μας. Η Ελλάδα ίσως ποτέ να μην υπήρξε ευειδής και παρφουμαρισμένη όπως την ήθελαν οι ξένοι πάτρωνές της αποικιοκράτες, αλλά ένα λαϊκό πανηγύρι ανθρωπιάς και ανοιχτών φιλόξενων σχέσεων, ξοδέματος του βίου όπως το τραγουδά το Δημοτικό Τραγούδι και μας το παράστησε στη σκηνή ο σκηνοθέτης Κάρολος Κουν στα ανεβάσματά του των Κωμωδιών του παππού Αριστοφάνη.

     Μία Κωμωδία λαϊκών χαρακτήρων, τυπολογία ηθών και συνηθειών είναι τα ποιητικά πεζά και η ποίηση του Γιώργου Ιωάννου, ένα κρυφτούλι του μεγάλου Ναι και του μεγάλου Όχι που παραμονεύει. Μία τραμπάλα μεταξύ χαράς και θλίψης, στέρησης και πλήρωσης, πίστης και επιβεβαίωσή της μέσα από τους βαθμούς και τους ρυθμούς της απιστίας της πραγματικής και αληθινής ζωής του κάθε ανθρώπου ιδιαίτερα και ξεχωριστά.

     Ο Γιώργος Ιωάννου, κατόρθωσε και πέτυχε, διατήρησε καθαρό το Πρόσωπο της Ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στο έργο του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, 13/9/2003

ΥΓ. Η2Ο στη νιοστή.