Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2024

Γιώργος Ιωάννου, Ο Ερωτικός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

 

         Ο ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

     του ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ

ψευδώνυμο του συγγραφέα ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

     Ο Καβάφης σήμερα σχεδόν δεν έχει αρνητές. Ίσως μάλιστα δεν έχει διόλου αρνητές ανάμεσα στους σοβαρούς και τους ισορροπημένους αναγνώστες.

    Ο Καβάφης έχει μόνο θαυμαστές, που ο θαυμασμός τους κλιμακώνεται από τη συγκίνηση ως και την έκσταση. Και η έκσταση αυτή είναι ως επί το πλείστον γνήσια.

     Ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος. Και ολοφάνερα ήταν παθητικός ομοφυλόφιλος. Αντιλαμβανόταν τον έρωτα μόνο ως παράδοση στον ισχυρό και τον ωραίο άντρα.

     Κάποτε όταν ρωτήθηκε κάπως χυδαία από φίλο του, τι τέλος πάντων κάνει με τους νεαρούς ερωτικούς συντρόφους του-είναι από τους αποπάνω ή από τους αποκάτω; - απάντησε σιβυλλικά πως το ψάρι και από τις δύο πλευρές ψήνεται.

     Αυτή τη ρήση θα μπορούσε, βέβαια, να την πάρει ο πρώτος ανόητος μελετητής του και να την κάνει ερμηνευτική θεωρία, όπως άλλωστε έκαναν θεωρία- θεωρία κλειδί- τον αυνανισμό του, για τον οποίο πράγματι εκφράζει συχνά με απόγνωση στα ημερολόγιά του. Θαρρείς και ο αυνανισμός-μετά απογνώσεως ή όχι-αποκλείει ο,τιδήποτε άλλο. Ο αυνανισμός θέλει οράματα και το θέμα μας αυτά τα οράματα είναι.

     Η περίεργη αυτή περιπλάνηση και αναζήτηση άλλων ερωτικών αιτίων, πιό μικτών, πιο κοντινών προς τις κοινές ερωτικές κλίσεις και παρεκτροπές, πιο υποφερτών τέλος πάντων από τους πολλούς, δεν είναι διόλου τυχαία και αθώα. Ο σκοπός είναι να αποφευχθεί αυτό που από κάθε στοιχείο, γραπτό και προφορικό, προκύπτει’ ότι ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος, που ζούσε τον έρωτα κυρίως παθητικά.

     Αυτό ακριβώς είναι που μισούν πιο πολύ, το «παθητικός ομοφυλόφιλος». Και το μισούν όχι για λόγους ηθικής λογικής, αλλά διότι είναι σ’ αυτό το θέμα εξαιρετικά περιφρονημένοι. Οι μελετητές, εννοώ, αυτοί που προσπαθούν να φωτίσουν ερωτικά τον Καβάφη και να ερμηνεύσουν, υποτίθεται, καλύτερα το έργο του.

     Ο Ελληνικός χώρος είναι μικρός’ και οι γλώσσες μας δουλεύουν ροδάνι. Ξέρουμε για όλους και για όλα. Και από μια ηλικία και πέρα ξέρουμε με ακρίβεια την ερωτική συμπεριφορά πάντων και πασών των διάσημων ή ακουστών.

     Λοιπόν, ακόμη και από μία πρόχειρη ματιά μπορεί αμέσως να διαπιστώσει κανείς ότι μάλλον όλοι οι σοβαροί και αφοσιωμένοι μελετητές του έργου του Καβάφη δεν είναι ή δεν ήταν ομοφυλόφιλοι.

     Εδώ, βέβαια, υπάρχει αμέσως ένα περίεργο φαινόμενο, σχεδόν μυστηριώδες. Είναι τυχαία, είναι αναλογική, είναι συμφεροντολογική, είναι μη συμπλεγματική, είναι παρώθηση υποσυνειδησιακή, η προτίμηση αυτή; Τι είναι ακριβώς; Ή μήπως είναι όλα μαζί ή μήπως κατά περίπτωση;

     Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι όλοι αυτοί δεν κατέχουν την ομοφυλόφιλη ψυχολογία, φέρνουν ένα σωρό προκαταλήψεις για το φαινόμενο και προσπαθούν να κάνουν πολιτική μάλλον παρά ερμηνεία πάνω στο πρόσωπο και την ποίηση του Καβάφη.

     Νε το «πολιτική», εννοώ, ότι προσπαθούν να συμβιβάσουν τα πράγματα, όπου αυτά δεν μπορούν να παρασιωπηθούν ολότελα ή να τα παρεκτρέψουν. Να βγάλουν, σώνει και καλά, τον Καβάφη ως κάτι το διαφορετικό από αυτό που βλέπουν και μισούν, τους παθητικούς ομοφυλόφιλους’ από αυτό που τόσο τους αγνόησε ή και τους περιφρόνησε. Όχι, δεν μπορεί να ήταν και ο Καβάφης τους τέτοιος!

     Και φτάνω τόσο γρήγορα στους συμπλεγματικούς λόγους των Καβαφικών μελετητών απέναντι στο φαινόμενο των παθητικών ομοφυλόφιλων και όχι στους αισθητικούς, ρατσιστικούς ή ηθικολογικούς, γιατί βλέπω διαρκώς ότι κάθε άλλη παρεμφερή παρέκκλιση τη δέχονται ευχαρίστως, εκτός από αυτήν. Επομένως είναι ψυχολογικοί, προσωπικά τραυματικοί, οι λόγοι και όχι ηθικολογικοί, ας πούμε, ή σκέτα ρατσιστικοί, πράγμα που είναι το ίδιο.

     Θα διατυπώσω μια θεωρία, που έχει τουλάχιστο το προσόν και τη δυνατότητα της γενικότερης εφαρμογής. Ο κυρίαρχος λόγος των καβαφικών μελετητών- ο κυρίαρχος, λέω- της αποστροφής τους προς την αποδοχή της παθητικής ομοφυλοφιλίας του Καβάφη, είναι ότι έχουν περιφρονηθεί ή αγνοηθεί τελείως από αυτό το είδος που λέγεται παθητικοί ομοφυλόφιλοι και που με τόση επιμονή άλλους φίλους τους και γνωστούς τους τούς κυνήγησε.

     Δεν πρόκειται να ισχυρισθώ βέβαια, ότι είναι όλοι τους άσχημοι και γι’ αυτό. Όχι! Αλλά πρόκειται να πω ότι είναι όλοι τους λόγιοι, διαβασμένοι, αφοσιωμένοι στα γράμματα, πλαδαροί, παραμορφωμένοι, τύποι σοφών νέων, και αυτά τα πράγματα-πώς να το πω;-δεν τραβούνε ερωτικά τους παθητικούς ομοφυλόφιλους, που έχουν σπάνιο γούστο και είναι εξαιρετικά δύσκολοι.

     Αυτή η αγνόηση ή και περιφρόνηση τους έκανε να αποξενωθούν από αυτό το ερωτικό φαινόμενο, να μείνουν μακριά, να το αγνοήσουν με τη σειρά τους ή και να το μισήσουν. Με λίγα λόγια έγιναν ακατάλληλοι να καταλάβουν και να παραδεχτούν την προσωπικότητα του Καβάφη, όπως έχει.

     Σε μια βαρύγδουπη τηλεοπτική εκπομπή φέτος, όπου όλα τα δύσκολα τα αντιπαρέρχονταν με ωραίες απαγγελίες ποιημάτων του Καβάφη, ειπώθηκε ότι ο Καβάφης στη νεότητά του δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμη τον «ομοσεξουαλισμό» του και είχε αισθήματα και περιπέτειες με διάφορες γυναίκες. Προφανώς, θα στηρίζονται σε κείνα τα κακά και μηχανικά πρώτα ποιήματα του Καβάφη, που τα έγραφε κατά μίμηση ξένων προτύπων.

     Τα παραπάνω ήταν μερικές διαπιστώσεις και ερμηνείες της ψυχολογίας και της συμπεριφοράς των μελετητών του Καβάφη και όχι η καταδίκη τους. Διότι το έργο του Καβάφη απαιτούσε μια βαριά φιλολογική δουλειά, που τη βγάζουν αξιέπαινα πέρα, και διότι με το να παραδέχονται, ως επί το πλείστον, ότι ο Καβάφης ήταν ένα είδος ομοφυλόφιλος, έστω και μικτός, δεν έχουν ξεφύγει ολότελα από την ερωτική του αλήθεια. Γι’ αυτό μιλήσαμε στην αρχή για τους σοβαρούς μελετητές, εννοώντας, βέβαια, μαζί και τον όγκο της εργασίας τους. Αλλά η αλήθεια πρέπει να ειπωθεί και να αναλυθεί με όλη της τη συνέπεια.

      Λοιπόν, όπως συνάγεται από την ποίησή του, τις σημειώσεις του, τα λόγια του και τις πράξεις του, ο Καβάφης, ζούσε τον έρωτα ως παθητικός ομοφυλόφιλος. Και έτσι τον ζούσε πνευματικά. Και αυτό κυρίως μας ενδιαφέρει.

     Αυτό για το ψάρι, που είπε πώς ψήνεται και από τις δύο μεριές, μπορεί να κατανοηθεί, όταν συλλογιστούμε πως ο ομοφυλόφιλος που ζει παθητικά δεν είναι καθόλου ανίκανος για να ζήσει και ενεργητικά, δεν έχει κανένα οργανικό ελάττωμα ως προς αυτό, οι λειτουργίες τους είναι τέλειες, όσο τουλάχιστο και των συντρόφων του που δρουν ενεργητικά και ακόμα το κορμί του συντρόφου του ο-ας πούμε- παθητικός το επιθυμεί ολόκληρο, σε όλα του τα σημεία, γι’ αυτό άλλωστε και τον εξέλεξε ή μάλλον γι’ αυτό και μόνο τον εξέλεξε, γιατί το πέος, που θαρρούνε πολλοί πώς είναι το πιο κρίσιμο μέλος, στην αρχή τουλάχιστο καθόλου δεν είναι και τα πράγματα τα κρίνει η ομορφιά του  προσώπου, η αλκή και η κοψιά του σώματος και φυσικά τα αμοιβαία γούστα. Συνήθως όμως οι άτολμοι τύποι και ιδίως αυτοί που εκλέγουν άντρες σκληρούς και δυνατούς ζούνε τον έρωτά τους παθητικά, γιατί μολονότι επιθυμούνε δεν τολμούν να ζητήσουν από τους συντρόφους τους και τίποτε άλλο. Και περιορίζονται έτσι σε φευγαλέες ψαύσεις, που δικαιολογούνται, όταν χρειαστεί, ως τυχαίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επέρχεται ένας εθισμός, μεγαλύτερος από τις ενδιάθετες κλίσεις και τις σωματικές απαιτήσεις.

     Όμως όχι σπάνια ο ισχυρότερος που έχει και το «βέτο», ζητάει από τον άτολμο και μαθημένο πια να ζει τον έρωτα παθητικά σύντροφό του, του ζητάει ενεργητικές πράξεις και συμπεριφορές. Και τότε επιβεβαιώνεται πως και ο έτερος, είναι και παραείναι πρόθυμος και άξιος γι’ αυτές.

     Κι έτσι το ψάρι ψήνεται, έστω όχι και στον ίδιο βαθμό, και από την άλλη πάντα. Όλοι- ναι όλοι!- οι ομοφυλόφιλοι ακόμα και οι πιο αχαμνοί, ακόμα και οι πιο υποταγμένοι και ηδονιζόμενοι στον παθητικό ρόλο τους έχουν να διηγηθούν ιστορίες απίστευτες-και προπάντων αληθινές- για πράγματα που τους ζητήθηκαν ξαφνικά από τύπους για τους οποίους οι ανίδεοι-αλλά και οι ιδεασμένοι-θα έβαζαν το κεφάλι τους να τους κόψουν.

     Λοιπόν, θα του έτυχαν και του Καβάφη τέτοιες περιπτώσεις, αλλά είναι φανερό πως η αισθητική και οι επιθυμίες του είχαν διαμορφωθεί πια αλλιώς. Είναι θαυμαστής των αρρενωπών και αθλητικών τύπων. Και αυτούς αναζητά είτε μέσα στη ζωή είτε μέσα στην ιστορία και τη φαντασία του. Και, κατά κάποιο τρόπο, συνεχώς αναφέρεται σ’ αυτούς.

     Ο Καβάφης πρέπει να ζούσε στερημένα. Δηλαδή δεν είχε συχνές ερωτικές επαφές. Σ’ αυτό το σημείο έπρεπε να τον δικαιώσουν, αν ήθελαν πράγματι να ελαφρύνουν τη θέση του οι ερωτικά κομπλεξικοί μελετητές του. Όλες οι πληροφορίες για τον τρόπο της ζωής του, για το υπαλληλίκι του, για την περίεργη και συντηρητική κοινωνία της Αλεξάνδρειας, για τα βράδια στο σπίτι του, όπου πολύ συχνά και κάποιον δεχόταν, για τα διαβάσματά του, την ανατροφή του, το χαρακτήρα του- όλα συγκλίνουν στην ερωτική έλλειψη, σχεδόν τη στέρηση.

     Η ερωτική έλλειψη προϊούσης της ηλικίας αυξάνεται. Αλλά η επιθυμία δεν μειώνεται και πολύ, ίσως μάλιστα δυναμώνει κατά φαντασίαν.

     Κι αυτό γιατί η ομοφυλοφιλία είναι ψυχολογική, είναι πνευματική κατάσταση, δεν εξαρτάται από τις σωματικές δυνάμεις και δεν σβήνεται και τόσο μαζί τους ή μάλλον δεν σβήνεται ποτέ. Άλλο τώρα αν κατά τις ερωτικές συναντήσεις ο μεγαλύτερος είναι λιγότερο αποδοτικός. Άλλο αυτό’ αυτό αναφέρεται εις το σώμα.

     Ο Καβάφης καταλαμβάνεται ολοένα από τις ερωτικές φαντασιώσεις και επιθυμίες. Δεν μπορεί πια να επιδιώξει, όπως επεδίωκε. Είναι αδύναμος κάπως, είναι πιο  διστακτικός, έχει πιο πολλές, απείρως πιο πολλές, κοινωνικές υποχρεώσεις που του καταναλώνουν τουλάχιστο το χρόνο. Και όμως επιθυμεί και απελπίζεται. Πρέπει να έχει σε φοβερό βαθμό την αίσθηση του χρόνου που φεύγει.

     Το σπίτι όπου κατοικεί από το 1908, στην οδό Λέψιους 10, είναι σε μπουρδελογειτονιά. Στη Μαρσίλια, όπως χαρακτηριστικά λεγόταν η περιοχή. Το σπίτι αυτό το διάλεξε ο Καβάφης, μαζί με τον ομοφυλόφιλο επίσης αδερφό του Παύλο, και ουδέποτε έφυγε από αυτό μολονότι ο Παύλος γρήγορα έφυγε στη Γαλλία. Πρέπει να είμαστε πάρα πολύ αφελείς ή πάρα πολύ «καθώς πρέπει» συγκαλυπτές, για να αφήσουμε απαρατήρητη  μια τέτοια επιλογή γειτονιάς. Για την εποχή ιδίως εκείνη πρέπει να ήταν σκανδαλώδης. Και όχι μόνο για κείνη.

     Ο Καβάφης πρέπει να είχε ισχυρό ειδικό κίνητρο για να κατοικεί εκεί. Πρέπει κατά κάποιο τρόπο να επωφελείτο από την γειτνίαση αυτή με τα πορνεία. Και όταν λέω «επωφελείτο» εννοώ έστω και ψυχικώς. Έστω και οπτικώς, καθώς κάτι διαρκώς πρέπει να συνέβαινε εκεί.

     Όπως ακριβώς και στην ποίησή του, κάτι διαρκώς το ερωτικό συμβαίνει. Όλα τα ποιήματά του στηρίζονται σε ένα ερωτικό υπόστρωμα. Έναν πυρήνα ερωτικό, λιγότερο ή περισσότερο κρυμμένο. Θα τολμούσα να πω ότι οι στόχοι του όλοι έχουν κάτι, έναν τόνο, ερωτικό. Δηλαδή είναι στίχοι περασμένοι μέσα από την ομοφυλόφιλη- την παθητικά ομοφυλόφιλη- επιθυμία του.

     Ναι, δεν αντιλέγω ότι αρκετά ποιήματά του μοιάζουν με διδασκαλίες και άλλα με ιστορικές σκηνοθεσίες. Ή είναι σε πρώτο κοίταγμα «ιστορικοδιδακτικά».

     Αυτό το φαινόμενο το έχουν αντιμετωπίσει πολύ «σοβαρά» και πολύ ρηχά διάφοροι μελετητές του. Πιστεύω ότι τα συμπεράσματα που αντλούν από τα «διδακτικά» του είναι παρατραβηγμένα και εν πολλοίς λαθεμένα. «Λαθεμένα» γιατί στηρίζονται σε άλλη βάση από την πραγματική τους. Δηλαδή άλλα εννοούσε ο Καβάφης και για άλλα τον βάζουν να μιλάει οι μελετητές και οι ρήτορες. Το ίδιο συμβαίνει και με τα «ιστορικά» του. Άλλο θέλει να τονίσει αυτός, άλλο να φωτίσει και άλλο τον βάζουν-και με πόσο αφόρητη επιμονή- να λέει οι διάφοροι «καθώς πρέπει» μελετητές.

     Ο Καβάφης μιλάει μόνο για τον έρωτά του, για το είδος του έρωτά του ή και για τους συγκεκριμένους έρωτες που τον τυραννούν εκείνο τον καιρό. Δίνει συμβουλές- στον εαυτό του προφανώς-βγάζει συμπεράσματα, κάνει διακηρύξεις, με μια επιγραμματικότητα και διπλωματικότητα, που μόνον οι πολύ καταπιεσμένοι-και οι πολύ ευφυείς, βέβαια- ομοφυλόφιλοι μπορούν να αναπτύξουν. Η αλήθεια είναι ότι τελικά όλοι οι ομοφυλόφιλοι αναπτύσσουν την τέχνη του υπαινιγμού και του διφορούμενου λόγου και πολύ περισσότερο αυτοί που γράφουν ή που γράφαν κάποτε.

     Άλλωστε, όλη η άλλη κοινωνία αυτό τους υποδεικνύει- και τους επιβάλλει-είτε είναι συγγραφείς είτε απλοί άνθρωποι. Τους πιέζει να είναι «σεμνοί», να είναι μετρημένοι, αδιάφοροι στα λόγια τους και όμοιοι όσο μπορούν με τους άλλους. Έτσι μόνο τους δέχεται, δεν τους χλευάζει και μπορεί να τους παρουσιάζει και ως φίλους της.

     Μήπως και αυτό που συμβαίνει με τον Καβάφη κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύει; Ο Καβάφης είναι ένας ομοφυλόφιλος- παθητικά ομοφυλόφιλος ποιητής- που αναγκάζεται να γράφει σκεπασμένα. Αυτό ακριβώς το «σκεπασμένα» είναι τρόπαιον της κοινωνίας. Το παίρνουν τώρα και το περιφέρουν, κάνοντάς το, βέβαια, ακόμα πιο σκεπασμένο, ακόμα πιο απόμακρο και άσχετο από τις πληγές του. Αποδώ και πέρα τα παχιά λόγια είναι πολύ εύκολα.

     Και εμείς πιστεύουμε ότι ο Καβάφης είναι μεγάλος ποιητής Αλλά, μα την αλήθεια, δεν πιστεύουμε, δεν μπορούμε να πιστέψουμε, ότι είναι ο σημαντικότερος εκφραστής, όχι μόνο του ελλαδικού χώρου αλλά και του μείζονος ελληνισμού, όπως πρόσφατα ισχυρίσθηκε από την τηλεόραση ο εκ των μελετητών του Γ. Π. Σαββίδης. Όχι διότι δεν είναι μεγάλος ποιητής ο Καβάφης- το ξαναλέμε και ζητούμε συγγνώμη, μα έχουμε το λόγο μας-αλλά διότι είναι ερωτικός ποιητής, ομοφυλόφιλος ερωτικός ποιητής, που εκφράζει απαράμιλλα τα θέματα αυτά και τις καταστάσεις που από αυτά προκύπτουν. Τα παχιά λόγια είναι εύκολα.

     Άλλωστε, πώς μπορεί να είναι ποιητής του μείζονος ελληνισμού ο άνθρωπος που δεν έγραψε τίποτε-και το λέω μόνο ως διαπίστωση-για τη μικρασιατική καταστροφή, ενώ εκείνο τον καιρό βρισκόταν σε όλη την ποιητική ακμή του; Αυτά που λέει ο Σεφέρης πως το ποίημα «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες» πιθανώς αναφέρεται στη μικρασιατική καταστροφή δεν μπορούν να συζητηθούν. Όχι, δεν αναφέρεται. Και θα ‘ταν πολύ χειρότερα αν αναφερόταν «πιθανώς» παρά που δεν αναφέρεται καθόλου. Η Μικρασία δεν ήταν από τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται κανείς με γρίφους. Εξάλλου εκείνο που λένε πως είπε ο Καβάφης, όταν συνετελείτο το ασύλληπτο μακελειό, ότι «αυτό σημαίνει για τον ελληνισμό απώλεια αστικών κέντρων», καλύτερα να μην αναφέρεται, τον χαντακώνει.

     Νομίζω πώς όλα αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούμε να τα αντιπαρερχόμεθα έτσι. Όχι για να αποτιμήσουμε το καβαφικό έργο, αλλά για να προσδιορίσουμε επακριβώς την αποξενωμένη ουσία του θαυμαστού αυτού ποιητικού ταλέντου. Κατά βάθος πιστεύω ότι η στάση του αυτή δεν είναι άσχετη από την ερωτική ζωή του μέσα σε κείνη τη δεδομένη κοινωνία και εκείνη την ερωτική στιγμή.

     Λοιπόν, και μόνο σ’ αυτά να μείνουμε, φαίνεται καθαρά, νομίζω πώς ο Καβάφης μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του απόδημου ελληνισμού, αλλά δεν είναι ο μεγαλύτερος εκφραστής του. Δεν είναι καν εκφραστής του. Είναι εκφραστής, σπουδαίος και πνευματικότατος εκφραστής, της ομοφυλόφιλης περίπτωσης του Έλληνα ανθρώπου-του απόδημου Έλληνα, προσθέτω με πολύ κόπο.

     Άλλωστε και θετικά να το αντικρίσουμε, και  από την έννοια όχι μονάχα της απουσίας μα προπαντός της παρουσίας, των καταστάσεων δηλαδή από τις οποίες εμφορείται η  ποίησή του, δεν μπορούμε, θαρρώ να πούμε πώς αυτές οι κουρασμένες και διαβρωμένες καταστάσεις, οι χαμηλές αυτές φωνές και ψίθυροι, εκφράζουν τον Ελληνισμό. Όχι, αυτά είναι υπερβολές.

     Θα πει ίσως κανείς πως ο Καβάφης, διαβάζεται άπληστα, όσο ουδείς Νεοέλληνας ποιητής’ πως συγκινεί’ πως αρέσει’ πώς θαυμάζεται απεριόριστα και μάλιστα από ανθρώπους όλων των φύλων και όλων των ροπών- περισσότερο μάλιστα των άλλων από αυτού ροπών, εφόσον, φυσικά, είναι και οι πολύ περισσότεροι.

     Σύμφωνοι, έτσι είναι. Δεν βγήκαμε εδώ να διεκδικήσουμε υπέρ της μιας ή της άλλης ροπής του Καβάφη, να ανοίξουμε δηλαδή τον σεξουαλικό του φάκελο και να τον τοποθετήσουμε προς τα εδώ ή προς τα εκεί. Βγήκαμε να πούμε μερικές αλήθειες που με το συμφεροντολογικό τραβολόγημα ξεχάστηκαν και να φωτίσουμε ως πιο έμπειροι ορισμένες καταστάσεις που συνεχώς βλέπουμε να παρερμηνεύονται ή και να αγνοούνται.

     Για μας δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Καβάφης είναι ένας συνειδητά ομοφυλόφιλος ποιητής με σπουδαίο ταλέντο. Είναι ακόμα ένας πνευματικός άνθρωπος της παρακμής, παρακμασμένων καταστάσεων, χωρίς ενθουσιασμούς, ηρωϊσμούς και εξάρσεις. Εκείνο όμως που δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε είναι το τεράστιο ρεύμα των θαυμαστών που έχει. Αποτελεί για μας κάπως μυστήριο.

     Οι θαυμαστές του δεν είναι ομοφυλόφιλοι μόνον. Μπορούμε να πούμε πως οι ομοφυλόφιλοι που ασχολούνται μαζί του είναι λιγότεροι κατ’ αναλογία απ’ ό,τι μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Οι ομοφυλόφιλοι έχουν μία στάση οικογενειακή, συγγενική, απέναντι στον Καβάφη’ τον καταλαβαίνουν, τον νιώθουν μάλλον καλύτερα γι’ αυτό και τον θαυμάζουν κάπως πιο συγκρατημένα. Ίσως λιγάκι και να τον υποτιμούν.

     Παρατηρήσαμε ήδη ότι οι αφοσιωμένοι ή οι κατ’ επάγγελμα μελετητές του δεν είναι κατά κανόνα ομοφυλόφιλοι. Αυτό είναι καλό από τη μια μεριά- γιατί οι ομοφυλόφιλοι πνευματικοί συνουσιαστές του πρέπει να θεωρούνται ως δεδομένοι-αλλά έχει συντελέσει, όπως είπαμε, σε πλήθος παρερμηνείες. Μεγάλο μέρος από την ανυπόφορη εμβρίθεια και την περιπλοκή στην ερμηνεία των κειμένων του Καβάφη οφείλεται στο ότι δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν τι ακριβώς θέλει να πει. Αυτό μπορεί να χαντακώνει την ερμηνεία αλλά κατά τα άλλα είναι γι’ αυτούς πολύ πιο ωφέλιμο. Και την αθωότητά τους τονίζει και τη μη συμμετοχή τους σε περίεργες καταστάσεις διαλαλεί και κατάλληλα τα κείμενά τους κάνει για διατριβές και άλλα έμπλαστρα. Άλλωστε σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πολύ σημαντικότερο να αποδείξεις ότι μπορείς πάνω σε ανύπαρκτα θέματα να στήνεις συγγράμματα ολόκληρα παρά να φέρεις σε φώς μερικές αλήθειες πάνω στο θέμα σου….

     Όταν διαβάζουμε τα απλά και απλοϊκά ακόμα πεζά κείμενα και κριτικά σημειώματα του Καβάφη, σκεφτόμαστε πώς τις περισσότερες από τις μελέτες που αναφέρονται στο έργο του ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τις καταλάβει ούτε και θα ήθελε να τις διαβάσει.

Τι εμβρίθεια! Όπου δεν υπάρχει γνήσιο ταλέντο υπάρχει εμβρίθεια.

     Λοιπόν για να τελειώνουμε έχω να πω- και να ξαναπώ-τα εξής:

     Ο Καβάφης είναι ποιητής συνειδητά ομοφυλόφιλος. Ακόμα και οι πιο αδιάφορες κατά το φαινόμενο καταστάσεις που παρουσιάζει είναι διαποτισμένες από την αποκαρδίωση και την κοινωνική ερμηνεία, που συνοδεύει τη φυσική ωστόσο αυτή τάση.

     Ο Καβάφης διαβάζεται άπληστα-θαυμάζεται. Έχει επισκιάσει αυτή  τη στιγμή τους πάντες. Πού οφείλεται αυτό;

     Οφείλεται, νομίζω, στο ότι ο Καβάφης εξέφρασε όχι τον μείζονα Ελληνισμό, όπως ελέχθη, αλλά την εξής μείζονα αλήθεια: Ο Έρως είναι ο ίδιος σε όλες τις περιπτώσεις και τον διέπουν οι αυτοί ψυχολογικοί νόμοι.

     Και αυτό, που ανεπιτυχώς το είπαν και πολλοί άλλοι, με την τέχνη του το κάνει ο Καβάφης παραδεχτό.

               ΠΑΥΛΟΣ  ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΣ

Περιοδικό ΑΜΦΙ Β΄ περίοδος, τεύχος 16-17/ Άνοιξη- Καλοκαίρι 1984, σ. 14-18. Αφιέρωμα Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗ. ΕΞΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ.

         ΓΙΩΡΓΟΣ  ΙΩΑΝΝΟΥ

του Βασίλη Βασιλικού

       1955. Σιδηροδρομικός σταθμός Θεσσαλονίκης. Ο Αντώνης Σαμαράκης, ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας, συνοδεύει τους πρώτους τριακόσιους Έλληνες μετανάστες για τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου (στο Charleroi). Έχουμε γνωριστεί με τον Αντώνη ένα χρόνο πριν, όταν εκείνος εξέδωσε το Ζητείται ελπίς κι εγώ τη Διήγηση του Ιάσονα. Μου προτείνει να τον συνοδεύσω στο Βέλγιο, ως μεταφραστής. Κυρίως γιατί είχαμε πολύ αγαπηθεί ως άνθρωποι. Δέχομαι.

    Πρωί άνοιξης του 1955. Βγάζουμε αναμνηστικές φωτογραφίες στο σταθμό. Το τραίνο μετά σταματά στη Νέα Σάντα. Ξανά φωτογραφίες. Στο Σοχό. Τόπο έμπνευσης της Ζυράννας Ζατέλη. Εκεί, πίσω από ένα υπέργειο υδραγωγείο (κοινώς δεξαμενή), στις φωτογραφίες που βλέπουμε κατόπιν, ξεπροβάλλει μια κεφάλα ίδιου μεγέθους, περίπου, με την υδροδεξαμενή (chateau d’ eau, κατά τους Γάλλους).

      Δεκαετίες μετά, όταν βγήκε στη δημοσιότητα, ανακαλύπτουμε πώς η αδήλωτη αυτή «κεφάλα» ανήκει στον Γιώργο Ιωάννου, πού ήταν τότε καθηγητής στη Νέα Σάντα ή Σοχό.

     Αυτή είναι και η πρώτη γνωριμία. (Στον κύκλο των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης, ως τότε, το 1955, ο Γιώργος δεν είχε σκάσει μύτη.).

     Πρωτοεμφανίζεται με τα Χίλια Δέντρα, ποιητική συλλογή που περνά εντελώς απαρατήρητη.

     Ο Ιωάννου δεν αποτελεί μέλος του in-group, που εκείνη την εποχή (μιλάμε για το 1953-1957) αποτελείται από τους Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου, Λέανδρο Βαζάκα, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Φαίδωνα Πολίτη (Ιωαννίδη), τον υποφαινόμενο και μερικούς ακόμα, που ας με συγχωρέσουν αν τους λησμονώ.

      Ο Γιώργος Ιωάννου είναι απών λόγω βιοπορισμού, όπως απών είναι κι ο Μανώλης Αναγνωστάκης λόγω πολιτικών φρονημάτων.

     Παρόντες είναι τα φαρμακεία (Πεντζίκη- Κατσόγιαννη), που όμως δεν μπορούν να επουλώσουν τις πληγές, γιατί αυτές είναι ανίατες. Έπρεπε να περάσουν δύο τουλάχιστον δεκαετίες πριν ο Γιώργος Ιωάννου εμφανιστεί ως μείζον λογοτεχνικό φαινόμενο.

      Μου έστειλε το ’71, νομίζω, στο Παρίσι, τη συλλογή του (πεζογραφήματα) Για ένα φιλότιμο, και του απάντησα με ένα ακόμα πιο φιλότιμο γράμμα, που πρέπει να βρίσκεται στα αρχεία του.

     Κατόπιν παρακολούθησα ανελλιπώς την πεζογραφική του παραγωγή και την επικροτούσα, μέχρι που έγινε «σχολή».

     Κάθε ατάλαντος συγγραφίσκος μπορούσε να επικαλεστεί τη μέθοδο γραφής του Ιωάννου και να καταθέσει τα μικροαπωθημένα του, αυτοονομαζόμενος «μείζων» επειδή είχε ως πρότυπο το «ελάσσον» του Ιωάννου. Όμως, κύριοι ατάλαντοι συγγραφίσκοι της συμφοράς, ο Ιωάννου έφερνε μαζί του βιώματα που εσείς ούτε διανοηθήκατε ποτέ να τα αποκτήσετε.

      Πρόσφυγας, κυνηγημένος, κατατρεγμένος από μάστιγες τύπου Χριστιανόπουλου, με εμπειρίες από την εβραϊκή Θεσσαλονίκη, τη μαύρη Αφρική, την απάνθρωπη Αθήνα (πώς να ξεχάσω τις αναφορές τους στους «μακρυχέρηδες»), ζώντας μια κόλαση ο ίδιος, βρήκε τον παράδεισο μέσω της γραφής.

      Φαίνεται εύκολο εκ πρώτης όψεως διαβάζοντας Ιωάννου (τον πεζογράφο) να τον μιμηθείς. Διαλέγει ο ίδιος τον εύκολο (εξομολογητικό) τόνο, γιατί τα βιώματά του είναι πολύ δύσκολα.

     Όποιος ξεκινά από την «ευκολία» της αφήγησης του Ιωάννου λαθεύει τραγικά, γιατί εκείνο που δεν είπε ποτέ ο Γιώργος είναι το τι προηγήθηκε.

     Κι εκείνο που προηγήθηκε από το 1950 ως το 1970, πριν αποφασίσει να εκφραστεί, είναι το σημαντικό. Μια συμπαγής μάζα ανείπωτων εμπειριών, από τον καστανά της γειτονιάς του μέχρι την αράπισσα της Αφρικής, αυτά όλα, αυτά και μόνο, ο Γιώργος τα έκανε τέχνη. Με τα πιο ταπεινά υλικά.

      Δεν μάθαμε ποτέ τα ονόματα των γιατρών που κάναν τη λάθος διάγνωση. (Όπως και στην περίπτωση του Αντώνη Τρίτση).

     Δεν θα μάθουμε ποτέ τι ένιωσε τις τελευταίες του ώρες, όταν, αυτός που τόσο μόχθησε για τον πολιτισμό, βρέθηκε έρμαιο σε χέρια βαρβάρων.

     Θα τελειώσω με μια προσωπική ανάμνηση (μάλλον με δύο). 1982. Ο Θεοδόσης Πελεγρίνης, ο φιλόσοφος, από την Κάρπαθο, καλεί τρείς συγγραφείς σε ένα συμπόσιο στο νησί του: τον Κώστα Ταχτσή, τον Γιώργο Ιωάννου κι εμένα.

     Ο Ταχτσής, σαν παγόνι, θέλει να μονοπωλήσει (και τα καταφέρνει με το οξύτατο πνεύμα του) τη σκηνή. Εγώ, από χέρι, είμαι «σημαντικός», όχι ως συγγραφέας, αλλά ως γενικός διευθυντής της τότε ΕΡΤ. Κι ο Ιωάννου, που δεν εκφράζεται, δεν εικάζεται, δεν προσωπολατρεί και δεν καθαγιάζεται, κερδίζει τους Καρπάθιους, με το βαρύ ανεξίτηλο της ψυχής του.

      Πόσο στενοχωρήθηκα όταν κοινός «φίλος» τη μέρα του θανάτου του, καθώς τυχαία τον συνάντησα στο δρόμο, μου είπε: «Ευτυχώς απαλλαχτήκαμε απ’ αυτόν». Έμεινα άναυδος εν μέσω του δρόμου. Κι έτσι με πάτησε (τραυματίζοντάς με ελαφρά) ένα γιωταχί.

Βασίλης Βασιλικός, σ. 15-18.

Στον τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής» Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου. Επιμέλεια: Νάσος Βαγενάς- Γιάννης Κοντός- Νινέττα Μακρυνικόλα. Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2006.

Κάτι σαν πολλαπλή μνήμη

          «Τι κυβερνάει μια καρδιά; Άραγε ο έρωτας; Αμφίβολο. Μπορεί να ξέρεις τι είναι ο πόνος του έρωτα, αλλά δεν ξέρεις τι είναι ο έρωτας. Εδώ είναι στέρηση, θλίψη, αδειανά χέρια. Δε θα έχω την ορμή του’ μου απομένει η αγωνία. Μια κόλαση, όπου όλα προϋποθέτουν τον παράδεισο. Ωστόσο κόλαση. Ονομάζω ζωή και έρωτα ό,τι με αφήνει κενό. Αναχώρηση, καταναγκασμός, ρήξη, τούτη η καρδιά δίχως φώς μέσα μου, η αρμυρή γεύση των δακρύων του έρωτα.»

          Albert Camus, (Carnets) ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΑ, μτφ. Λήδα Παλαντίου, εκδ. Εξάντας 1987

        Μέσα σε αυτόν τον δημοσιογραφικό, πολιτικό, θρησκευτικό και της κοινωνικής δικτύωσης «τζερτζελέ» για τον πολιτικό γάμο των ομοφυλόφιλων και το δικαίωμα στην υιοθεσία, αυτήν την «βαβούρα» ενίοτε δίχως σωστή και επιστημονική πληροφόρηση και σχολιασμό, ίσως και παραπληροφόρηση, από τα ουσιώδη προβλήματα της σημερινής σύγχρονης ζωής μας που αλλάζει ραγδαία και βίαια από διάφορους ανεξέλεγκτους (πέρα και πάνω από εμάς τους ίδιους) πολιτικούς και κοινωνικούς, οικονομικούς παράγοντες, «παρλαπίπες» καφενείου, εξακολουθώ να ξεφυλλίζω τις σελίδες του περιοδικού «Αμφί» και να διαβάζω εκ νέου, τα άρθρα και τα κείμενά του. Θυμάμαι πρόσωπα, άτομα, βλέμματα και ανθρώπινα σώματα, φιλικά και άλλα αγγίγματα, μουσικούς ήχους διαμαρτυρίας και τρεχαλητά αδιάκοπα. Εικόνες αντίστασης ενάντια στο σύστημα και στα τότε κυβερνητικά μέτρα, με μόνη πανοπλία τα νιάτα μας και τον θυελλώδη ενθουσιασμό μας. Καταστάσεις αδιέξοδες που μας κύκλωναν από παντού, ρευστότητα άγνωστων φόβων, θολές και εφήμερες συγκινήσεις, σκληρές της μοναξιάς περιπέτειες, ομαδικές πορείες και συνθήματα, ξενύχτια και ξεφαντώματα, ιδρωμένα σεντόνια και αίθουσες γεμάτες καπνούς τσιγάρων και άδεια μπουκάλια και κουτάκια μπύρας. Μυρωδιές σπέρματος και επαναστατικού περασμένου μεγαλείου. Η φωνή του Καζαντζίδη στο «Υπάρχω» να ενώνεται με εκείνη της Λίτσας Διαμάντη στο «Δεν παντρεύομαι, δεν παντρεύομαι και δεν νοικοκυρεύομαι…», προσπαθώντας να ηρεμήσει τον νταλκά της εφηβείας μας. Τα μεγάφωνα να διαλαλούν την κόκκινη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη στις πολυπληθείς διαδηλώσεις μας με τα πολιτικά συνθήματα και την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» παραμάσχαλα. Στεντόρειες νεανικές φωνές, βραχνιασμένες από ιδεολογικό φόρτο-αγοριών αμούστακων και κοριτσιών πριν ωριμάσουν ως γυναίκες- για τα ερωτικά δίκαιά μας να απλώνονται στους αθηναϊκούς δρόμους, πέρα από το υπόγειο της οδού Ζαλόγγου που στεγάζονταν το ΑΚΟΕ, στα στενά της Πλάκας, τα υγρά πάρκα, τις σάουνες και τα σινεμά. Και η φωνή του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι να νανουρίζει τα όνειρά και τα οράματά μας, να «καθοδηγεί» το ερωτικό μας ήθος με τον απαράμιλλο ανδρισμό του και κοινωνική αντρίκια συμπεριφορά και τόλμη του. Γεγονότα που έζησα, βίωσα, μου αφηγήθηκαν, συγκράτησε η μνήμη έστω και ξεθωριασμένη, οι πόροι του σώματός μου. Ποιός άραγε αλλάζει ταχύτερα, η Ζωή ή Εμείς; Η Ζωή ή Εμείς ξεχαρβαλωνόμαστε γρηγορότερα στο αλωνάκι των καιρών; Και αναρωτιέμαι, τι θα έλεγαν σήμερα, τι θα υποστήριζαν οι τότε πρωτεργάτες της κίνησης του ΑΚΟΕ για το προτεινόμενο νομοσχέδιο και τα συνταγματικά δικαιώματα μιάς μερίδας συμπολιτών μας; πολιτικοί ηγέτες του διαμετρήματος ενός δεξιού εθνάρχη, ενός σοσιαλιστή Ανδρέα, ενός Λεωνίδα απαλλαγμένου από τα βαρίδια και τα ιστορικά πεπραγμένα του σταλινισμού, ενός φωτισμένου ιερέα όπως ο π. Γεώργιος Πυρουνάκης, ένας Τιμόθεος Κιλίφης, ένας μοναχός Ιερόθεος, ένας αντιστασιακός χριστιανός πολιτικός όπως ο Νίκος Ψαρουδάκης; Οι καλλιτέχνες και οι εικαστικοί της εποχής, οι  ποιητές και οι πεζογράφοι, οι διανοούμενοι και οι λόγιοι μετά την μεταπολίτευση, δημοσιογράφοι του μεγέθους ενός Γιώργου Βότση, ο Βασίλης Ραφαηλίδης; Αλλά ας μην μεμψιμοιρούμε, ο Χρόνος κυλάει για όλους μας το ίδιο. Διαβάζω τον Γιώργο Ιωάννου και ορισμένα από τα βιβλία του Βασίλη Βασιλικού και προσπαθώ να στήσω, καθυστερημένα ασφαλώς, γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ των δύο σημαντικών αυτών πεζογράφων της συμπρωτεύουσας του προηγούμενου αιώνα πού σημάδεψαν θετικά τα ελληνικά γράμματα με τα βιβλία και τις πνευματικές τους δράσεις. Συγγραφέων προερχόμενων από διαφορετικό ερωτικό και πολιτικό μετερίζι, αξιολογικό σύστημα ζωής. Ο Γιώργος Ιωάννου έχει συμπεριλάβει το κείμενο που δημοσιεύεται με ψευδώνυμο στο περιοδικό «Αμφί», στον τόμο με τα δοκίμιά του «ο της φύσεως έρως» Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1985. Σε προηγούμενη ανάρτηση έχω αναφερθεί και καταγράψει την παρουσία του φιλόλογου και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου στο περιοδικό. Το ευαίσθητο και θερμής ατμόσφαιρας προσωπικό κείμενο του Βασίλη Βασιλικού, συμπεριλαμβάνεται στον αφιερωματικό τόμο «Με τον ρυθμό της ψυχής». Αφιέρωμα στον Γιώργο Ιωάννου, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2006.

Η συγγραφική περίπτωση και παρουσία του Θεσσαλονικιού Βασίλη Βασιλικού, δεν έχει εξετασθεί στο σύνολό της όπως γνωρίζουμε, παρά τα δεκάδες κριτικά σημειώματα που έχουν δημοσιευθεί για τα πάνω από 120 τίτλους βιβλία του. Ο Βασιλικός, δεν υπήρξε μόνο ένας αντισυμβατικός πολιτικός συγγραφέας, ένας πολιτικός και κοινωνικός συγγραφέας-ρεπόρτερ της καθημερινής του πολιτικής-αστικής πραγματικότητας, αλλά ένας πολυτάλαντος έλληνας πολίτης και πολίτης του κόσμου που καταπιάστηκε με διάφορα πράγματα και μετείχε σε ποικίλες πνευματικές και πολιτικές δραστηριότητες στην εποχή του. Βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου, στέλεχος και διευθυντής στην Δημόσια Τηλεόραση, σεναριογράφος, ποιητής, ανθολόγος, τηλεοπτικός κριτικός της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, «Άξιον Εστί», δημοσιογράφος, μεταφραστής, επαγγελματίας πεζογράφος. Ο Βασίλης Βασιλικός υπήρξε από τους πρώτους έλληνες συγγραφείς, αν όχι ο «μοναδικός», ο οποίος ζούσε από τα συγγραφικά δικαιώματα των βιβλίων του. Από το χαρτί και το μελάνι της γραφομηχανής του. Κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των ελληνικών γραμμάτων. Διάβαζε και αφομοίωνε τα πάντα και τα μετέπλαθε μέσα στα πεζά του, τις δημοσιεύσεις του. Ξανάγραφε τα κοινωνικά και πολιτικά καθέκαστα και γεγονότα της εποχής του και όχι μόνο, και τους έδινε σύγχρονη διάσταση, μηνύματα και προβληματισμό. Από τα συγγραφικά του ενδιαφέροντα δεν «γλύτωσε» ούτε ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Και πως θα γινόταν άλλωστε να παραβλέψει ένα μέγεθος σαν τον Παπαδιαμάντη. Βλέπε το βιβλίο του "Αναμνήσεις από τον Χείρωνα" και άλλες ιστορίες, εκδόσεις "Εστίας" 1974 και το "Γράμμα στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη" από την ενότητα "Οι πρώτοι μετανάστες". Σε μελλοντικό σημείωμα στα «Λογοτεχνικά Πάρεργα» θα αντιγράψω παράλληλα τα συγγενικά διηγήματα. Το παλαιότερο του σκιαθίτη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και το νεότερο του Θεσσαλονικιού Βασίλη Βασιλικού όχι ως συγγραφική σύγκριση ή αξιολόγηση γραφής, αλλά ως «μοντέλο» μυθοπλαστικής ανάπλασης δύο διαφορετικών φωνών, και πώς ο ένας, ο προγενέστερος, μπόλιασε τον μεταγενέστερο. Γιατί αυτό έχει-τουλάχιστον κατά την κρίση μου- σημασία, οι δίαυλοι επικοινωνίας που στήνονται μεταξύ συγγενών ή όμορων ή και διαφορετικών συγγραφέων. Πώς ο Γιώργος Ιωάννου βλέπει τον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη από την μία και τον αντιμετωπίζει, και πώς από την άλλη, μιλά και αναφέρεται ο Βασίλης Βασιλικός για έναν συμπατριώτη ομότεχνό του. (Γιαυτό δημοσιεύω μαζί στο σημείωμα αυτό τις δύο πεζογραφικές φωνές). Και αναρωτιόμαστε, τι εντύπωση μπορεί να δίνουν αυτές οι γέφυρες επικοινωνίας που έχουν στηθεί στην εποχή τους στον σημερινό αναγνώστη της ελληνικής πεζογραφίας, ή τουλάχιστον, σε όσους διαβάζουν ακόμα το έργο τους, ενδιαφέρονται για την λογοτεχνική παράδοση; Όσον αφορά την κρίση του Βασίλη Βασιλικού για τον έτερο ποιητή της Θεσσαλονίκης, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, παντού και πάντα τα πάντα σε όλους τους χώρους.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Παρασκευή 26/1/2024      

         

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

Σόνια Ιλίνσκαγια Καβάφης- Βάρναλης-Καρυωτάκης. Τρία περάσματα προς τον ρεαλισμό

 

ΚΑΒΑΦΗΣ-ΒΑΡΝΑΛΗΣ-ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΤΡΙΑ ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΡΕΑΛΙΣΜΟ

της Σόνιας Ιλίνσκαγια

      Η συσχέτιση των ονομάτων Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης, το ξεχώρισμά τους από το λογοτεχνικό σύνολο, η αναφορά σε αυτούς σχετικά με κάποιο κοινό παρανομαστή έχουν γίνει πολλές φορές και από πολύ παλιά. Είναι, θα έλεγα, πια ένας κοινός τόπος. Ας μνημονεύσουμε πρόχειρα τον Ι. Γρυπάρη που επισήμαινε τον αντιπροσωπευτικό για την εποχή εκείνη χαρακτήρα του έργου τους. Η λ.χ. τον Μ. Λαμπρίδη με την μελέτη του Il gran Rifiuto (Καβάφης- Βάρναλης- Καρυωτάκης και η παρακμή). Σημεία κοινής αναφοράς είναι πάμπολλα, οι δυνατότητες μιας συγκριτικής ανάλυσης απεριόριστες και πολύ γόνιμες για την έρευνα.

     Η δική μας προσπάθεια θα στραφεί σε κάποια στοιχεία μεθοδολογίας των τριών ποιητών που μας επιτρέπουν, όπως ελπίζω, να μιλήσουμε για την μετατόπισή τους προς τον ρεαλισμό- μια κίνηση πρωτοποριακή όχι μόνο για τον Καβάφη που σαφώς προηγήθηκε από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα, αλλά και για τον Βάρναλη και τον Καρυωτάκη που την έκαναν ο καθένας με το δικό του τρόπο στον δημοσιογραφικό του χώρο. Στην δεκαετία του ’20 οι αναζητήσεις τους σε πολλά σημεία συμπορεύονται εκφράζοντας έτσι μια επιτακτική ανάγκη της ελληνικής λογοτεχνικής ζωής. Άλλωστε σε αυτό  ακριβώς το στάδιο στην Ελλάδα γίνονται αρκετά σημαντικά βήματα προς αναγνώριση και κατανόηση της προδρομικής ποίησης του Καβάφη.

     Είναι αναμφισβήτητο ότι στην ποιητική πορεία και των τριών υπήρξε μια τομή που με περισσότερη ή λιγότερη σαφήνεια καθόρισε τον καινούριο προσανατολισμό τους. Για τον Καβάφη στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και τον Καρυωτάκη στα μέσα της δεκαετίας του 1920 σημαίνει η ώρα αποχώρησης από τον ρομαντισμό –αποφασιστικής, απόλυτα συνειδητοποιημένης στον Καβάφη, λιγότερο συνεπούς και ολοκληρωμένης στον Καρυωτάκη. Ενώ ο Βάρναλης γύρω στα 1920 ξεπερνά τον αρχικό αισθητισμό του, καθώς και τον πρόσκαιρο ιδεαλισμό του «Προσκυνητή». Και στις τρείς όμως περιπτώσεις η δίψα του ιδανικού δεν εξαφανίζεται, παρά το ξεπέρασμα του ρομαντικού αυθορμητισμού και της υπερβολής. Μετατοπίζεται και μεταμορφώνεται, λειτουργεί σαν κίνητρο για ανάλυση και σαν κριτήριο στις εκτιμήσεις. Τους οδηγεί μέχρι τη σάτιρα. Στην περίπτωση του Βάρναλη το ιδεώδες ενσαρκώνεται στις μαρξιστικές του ιδέες που τότε ασπάζεται.

     Η στροφή που συντελείται στο έργο τους προσδιορίζεται από μια καινούρια στάση που άρχισε να επηρεάζει τότε γενικότερα την προωθημένη ιστορική και καλλιτεχνική σκέψη- στάση διερεύνησης, κρίσης και διαλεκτικής απεικόνισης της πραγματικότητας. Από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της είναι ότι συνειδητοποιείται με ένα πολύ δυναμικό, πολύ φρέσκο τρόπο η συνύπαρξη και η πολύμορφη σύνδεση μέσα στα ζεύγη: το κοινωνικό και το ατομικό, το επίκαιρο και το διαχρονικό, το μερικό και το γενικό. Αποκαλύπτονται κάποιες βαθύτερες νομοτέλειες. Ο άνθρωπος αντικρίζεται μέσα στο κοινωνικό σύνολο, καλλιεργείται ο προβληματισμός πάνω στη μοίρα και την πορεία αυτού του συνόλου. Τον ώριμο Καβάφη τον απασχολούν επίμονα οι τύχες του ελληνισμού, ο Βάρναλης κατευθύνει τις αναζητήσεις του στον σύγχρονο λαϊκό χώρο, μιλάει και κρίνει εν ονόματι του λαού που κάθε άλλο παρά εξιδανικεύεται, ο πλέον προσωπικός Καρυωτάκης, όλο και συχνότερα χρησιμοποιεί τον πληθυντικό-και του πρώτου, και του τρίτου προσώπου:

-Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί…

-Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες…

-Ποιά θέληση Θεού μας κυβερνάει…

-Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτή τη γη…

-Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός…

     Και στα τρία τελευταία ποιήματα:

-Ας υποθέσουμε πώς δεν έχουμε φτάσει στο μαύρο αδιέξοδο…

-Όταν κατεβούμε τη σκάλα, τι θα πούμε…

-Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

      Επίσης λίγα ενδεικτικά για το τρίτο πρόσωπο:

-Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν…

-Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, μπορούνε με χίλιους τρόπους.

-Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι.

      (Μια διευκρίνιση σε παρενθέσεις: Οι συζητήσεις του συμποσίου έθιξαν το πρόβλημα «Ο λαός και οι μάζες στον Καρυωτάκη». Οι δύο αυτές έννοιες έρχονται πάρα πολύ κοντά, αλλά δεν συμπίπτουν απόλυτα. Υπάρχει η έννοια του λαού που λειτουργεί ως κριτήριο στις πολιτικές και κοινωνικές εκτιμήσεις του ποιητή. Και υπάρχουν οι μάζες ως κοινωνική κατάσταση αυτού του λαού που κρίνεται και επικρίνεται).

     Η καινούργια ιστορική αίσθηση που βαθμιαία κατακτά και εμβαθύνει μέχρι το θάνατό του ο Καβάφης μέσα από το παρατηρητήριό του στο ιδιόμορφο σταυροδρόμι της Αλεξάνδρειας, του επιτρέπει να δημιουργήσει ιστορικά μοντέλα όπου σε καλλιτεχνικές εικόνες μακρινών εποχών διαφαίνεται η γνώση του σύγχρονου κόσμου, οι «διαγωγές των ατόμων» και οι «δράσεις των εθνών», όπως έλεγε ο Γ. Βρισιμιτζάκης, στις αιωνίως επίκαιρες στιγμές τους. Με τον τρόπο αυτό περνά στην ποίησή του και τις ταραγμένες εμπειρίες της Ελλάδας, αρχίζοντας από τους βαλκανικούς πολέμους μέχρι την μικρασιατική καταστροφή-με ιδιαίτερη προσήλωση στις πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις των θεμάτων του, αλλά πάντα αποστασιοποιημένα. Ο Βάρναλης και ο Καρυωτάκης τις εμπειρίες αυτές τις ζουν από πολύ πιο κοντά, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος με τις κοσμογονικές του συνέπειες και η εθνική περιπέτεια του ελληνο-τουρκικού πολέμου 1919-1922 επηρεάζουν άμεσα στην κοσμοαντίληψή τους φέρνοντας τον Βάρναλη στον μαρξισμό και τον Καρυωτάκη σε απόλυτη άρνηση. Εκείνο που ενώνει τις διαδρομές τους είναι η άμεση προσγείωση προς την κοινωνική πραγματικότητα και- ιδιαίτερα στον Βάρναλη- το κοίταγμά της από μια πλατύτερη ιστορική σκοπιά.

     Ανάμεσα στα πολλά όμως που τους διακρίνουν είναι η επιλογή του ποιητικού αντικειμένου. Ο Βάρναλης ελκύεται ιδιαίτερα από μια φιλοσοφημένη θεώρηση και ταξινόμηση φαινομένων ζωής, από κει κατεβαίνει προς τα σπαρταριστά της στοιχεία, ενώ ο Καρυωτάκης, αντίστροφα, ξεκινά από άμεσο ζωντανό υλικό, μέσα από το οποίο, στα τελευταία κυρίως ποιήματά του, πετυχαίνει να δώσει καταστάσεις τυπικές για την ιστορική στιγμή, με βαθύτερο προβληματισμό. Αν στον Βάρναλη, στην σύλληψη και στη δομή των ποιητικών του συνθέσεων της δεκαετίας του ’20, κυριαρχεί το διανοητικό στοιχείο, στον Καρυωτάκη κυριαρχεί το βιωματικό. Ο Καβάφης δίπλα τους μπορεί να θεωρηθεί σαν μια περίπτωση αρμονικής σύνθεσης. Είναι ανάγκη όμως να υπογραμμίσουμε πως η συμβατική αφαίρεση του Βάρναλη πηγάζει από  την ίδια τη ζωή και στηρίζεται σε αυτή, τον εξυπηρετεί ως χειρονομία ερμηνείας.

     Η οξύτατη κοινωνική κριτική που ασκούν με τον τρόπο τους και οι τρείς ποιητές μας, στον Βάρναλη και στον Καρυωτάκη έχει έναν ιδιαίτερο ζήλο, χαρακτήρα απομυθοποίησης, εμπεριέχει μια τονισμένη αποστροφή από οποιαδήποτε εξιδανίκευση. Και οι δυό τους εντάσσονται απολύτως στο κλίμα της αναθεώρησης αξιών, της απαλλαγής και εθνικιστικές αυταπάτες, που επικρατεί μετά την μικρασιατική καταστροφή στην Ελλάδα. Μέσα σε αυτό το πνεύμα και σε τυπολογική συγγένεια με την ευρωπαική λογοτεχνία της εποχής, παρουσιάζεται στο έργο τους λ.χ. το αντιπολεμικό θέμα. Μέσα στο ίδιο πνεύμα φωτίζεται το πρόσωπο του σημερινού κόσμου, η κοινωνική του δομή, οι νόμοι του, οι πολύμορφοι μηχανισμοί καταπίεσης (κυρίως στον Βάρναλη), τα ήθη, η γραφειοκρατία, ο μικροαστισμός, σαν διαμορφωμένο πλέον φαινόμενο της ελληνικής πραγματικότητας (κυρίως στον Καρυωτάκη). Προσφεύγοντας σε μια από τις θέσεις του Τ. Άγρα στο κλασικό του άρθρο για τον Καρυωτάκη μπορούμε να πούμε πως εισάγοντας αυτό το θεματολόγιο ή, όπως λέει ο Άγρας, «περιεχόμενο», και ο Βάρναλης και ο Καρυωτάκης μπόρεσαν να γίνουν πράγματι αντιπροσωπευτικοί της εποχής τους. Όπως σε ένα μεγάλο βαθμό και ο Καβάφης-σε πιο απόμακρη βέβαια και περισσότερη καθολική, διαχρονική σύλληψη. Ενώ ο Καρυωτάκης, αντίθετα, ξεχωρίζει μέσα στην τριάδα ακριβώς με τον άμεσο τρόπο «προσκόμισης» στην ποίηση ατόφιων καθημερινών στοιχείων της τρέχουσας ζωής, της ριζικά αλλαγμένης μεταπολεμικής ελληνικής πραγματικότητας. Το βλέπουμε ανάγλυφα λ.χ. στο τόσο επίκαιρο για την παγκόσμια λογοτεχνία του 20ου αιώνα προβλήματα της κοινωνικής συνείδησης, της ψυχολογίας των μαζών, που απασχόλησε έντονα και τους τρείς ποιητές και αντιμετωπίστηκε με πολύ κριτική σατιρική διάθεση, ιδιαίτερα στον Βάρναλη και στον Καρυωτάκη.

      Ο καινούργιος προβληματισμός, το άνοιγμα προς μια ρεαλιστική θεώρηση της ζωής που δεν καλύπτεται από μια αληθοφανή αναπαράσταση, αλλά επιδιώκει μια διείσδυση στη βαθύτερη ουσία των φαινομένων, στον περίπλοκο συσχετισμό τους, που προϋποθέτει και τη διερεύνηση και την κρίση τους, με το έργο των τριών ποιητών μας δημιούργησε στην ελληνική λογοτεχνία μια νέα κατάσταση. Μια βαθύτερη εσωτερική ανανέωση που σφράγισε ασφαλώς και τα εκφραστικά μέσα. Με όλες τις χτυπητές διαφορές στην δημιουργική τεχνολογία του καθενός, παρατηρούμε και στους τρείς μια αναμφισβήτητη υπονόμευση των παραδοσιακών ποιητικών μορφών. Μια γενική προσγείωση της ποιητικής γλώσσας, την κίνησή της προς όλο και πιο γυμνό λόγο, την υλική- μέχρι ωμότητας στον Βάρναλη-φόρτισή της, τη νοηματική τους πύκνωση και την οικονομία, την τονική κλίμακα που πλησιάζει τη ζωντανή ανθρώπινη κουβέντα (ελεύθερη ρυθμική οργάνωση του ποιήματος και της ποιητικής φράσης στον Καβάφη, «ακανόνιστος», όπως σημειώνει ο Τ. Άγρας, τονισμός των περισσότερων στίχων στον Καρυωτάκη με διαταραγμένη την ισοσυλλαβία τους), την επίπεδη παράθεση ανομοιογενών- και νοηματικά και φρασεολογικά- στοιχείων, την αποσπασματικότητα στις καταθέσεις εντυπώσεων (που στο Βάρναλη εκδηλώνονται στην ίδια τη δομή των συνθέσεών του), την αξιοποίηση μορφών δραματικής τέχνης κ.λπ.

     Όλα αυτά- σημεία μιας ανανεωμένης τέχνης που εισάγεται στην ελληνική λογοτεχνία μέσα από το έργο των τριών μας ποιητών, μιας τέχνης που αφοριστικά μπορούμε να σηματοδοτήσουμε με δύο στίχους του Καρυωτάκη:

                   Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,

                   πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμά σου!

          («Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο»).

ΣΟΝΙΑ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ, ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ Από την πορεία της ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα. Εξώφυλλο: Γιώργος Μανουσάκης, Εσωτερικό, Λάδι, 35Χ45, 1939. εκδόσεις ΠΟΛΥΤΥΠΟ, Αθήνα 2, 1992, σ.27-35.

          Μνήμη

Σόνιας Αλεξανδροπούλου Ιλίνσκαγια (Μόσχα 1938- Αθήνα Παρασκευή 19/1/2024)

     Νεοελληνίστρια φιλόλογος, δοκιμιογράφος, μεταφράστρια, πανεπιστημιακός. Επιστήμονας και ερευνήτρια διεθνούς κύρους και αναγνώρισης. Συνέγραψε δεκάδες μονογραφίες, άρθρα, επιστημονικές ανακοινώσεις. Έδωσε αρκετές ομιλίες σε διεθνή συνέδρια και συμπόσια στην πατρίδα της και την χώρα μας. Ανθολόγησε για το ρωσικό αγνωστικό φιλότεχνο κοινό και αναγνωστών των φιλολογικών σπουδών, ποιήματα και διηγήματα ελλήνων δημιουργών προερχόμενων από διαφορετικές λογοτεχνικές γενιές και ιστορικές περιόδους. Παρουσίασε τίτλους ελληνικών μυθιστορημάτων στην ρώσικη γλώσσα. Συνέβαλε με τις σπουδές, τις μελέτες και τις αρχειακές της έρευνες (σε αρχεία και βιβλιοθήκες) «στην μελέτη των πολιτισμικών επαφών μεταξύ της ρώσικης και ελληνικής λογοτεχνίας και διανόησης, στον 19ο και 20ο αιώνα. Μετά από πολύχρονες μελέτες της στα σύγχρονα αρχεία και σε βιβλιοθήκες, ανακάλυψε άγνωστα στοιχεία που φωτίζουν αναδρομικά ένα ανεξερεύνητο, έως τώρα, πεδίο συγκριτικής έρευνας. Η κατά βάση ιστοριογραφική της προσέγγιση, εκτός από την τεκμηρίωση των «ανταλλαγών» μεταξύ της ελληνικής και της ρώσικης λογοτεχνίας, εστιάζεται στην κριτική υποδοχή των επιμέρους έργων αλλά και στην κίνηση των ιδεών και των αισθητικών ρευμάτων, σε συνδυασμό με τις ιστορικές εξελίξεις». Σημειώνει χαρακτηριστικά ο κριτικός της λογοτεχνίας και επιμελητής εκδόσεων, μεταφραστής Αλέξης Ζήρας στο λήμμα του για την Σόνια Αλεξανδροπούλου Ιλίνσκαγια στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη, Αθήνα 2007, σ.908.

     Σύγχρονη και διαπρεπής Καβαφολόγος και Καβαφίστρια των ημερών μας. Αγάπησε το ποιητικό έργο του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, (όπως έπραξε αντίστοιχα για το γαλλόφωνο κοινό της ποίησης η συγγραφέας και μεταφράστρια Μαργαρίτα Γιουρσενάρ) και με τις επιμέλειες, τις μεταφράσεις, τις έρευνες και τις μελέτες της, το επιστημονικό της κύρος και επάρκεια, συνέβαλε με τα άρθρα και τα βιβλία της, τις δημοσιεύσεις και επιμέλειές της στην γνωριμία και την διάδοση της Ποίησής του στην αχανή σλαβόφωνη μεγάλη φίλη ομόδοξη χώρα Ρωσία. Την πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι μελέτες και οι έρευνές της δεν περιορίστηκαν μόνο στην ποίηση του Αλεξανδρινού, αλλά και στο έργο μιάς πλειάδας παλαιότερων και σύγχρονων ελλήνων ποιητών και ποιητριών. Όπως οι: Ανδρέας Κάλβος, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Νικηφόρος Βρεττάκος, Άγγελος Τερζάκης, Λευτέρης Πούλιος, Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Δάλλας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Κική Δημουλά, Μίλτος Σαχτούρης, Τίτος Πατρίκιος, Γιάννης Υφαντής, Γιώργος Μαρκόπουλος, Έκτωρ Κακναβάτος και πολλών άλλων. Έφερε σε επαφή την ρώσικη διανόηση και το αναγνωστικό κοινό με τις μεταφράσεις της, με πλήθος νεοελλήνων και παλαιότερων συγγραφέων. Γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα της τότε ΕΣΣΔ. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο διάσημο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας με ειδίκευση στη νεοελληνική και τη ρώσικη φιλολογία. Ασχολήθηκε με τη διάδοση, μελέτη και μετάφραση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ ως κριτικός και μεταφράστρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Το 1971 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα «Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς». Διετέλεσε μέχρι το 1983 ερευνήτρια στο Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1983, για οικογενειακούς λόγους, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Από το 1959 ήταν παντρεμένη με τον Έλληνα πεζογράφο και μεταφραστή Μήτσο Αλεξανδρόπουλο ο οποίος όπως και η ίδια σε συνεντεύξεις της έχει εξομολογηθεί, την μύησε στην ελληνική ποιητική και πεζογραφική γραμματεία και παράδοση. Υπήρξε καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων από το 1983 έως το 2004. Το 2002 από τη Ρωσική Ακαδημία Επιστημών της απονεμήθηκε ο επιστημονικός τίτλος Doctorat d’ Etat για το σύνολο των καβαφικών μελετών της. Το 2003 εξελέγη επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, ενώ υπήρξε και μέλος της Εταιρείας Ένωσης Ρώσων Συγγραφέων καθώς και της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας. Πολλοί παλαιοί τίτλοι λογοτεχνικών περιοδικών και σύμμεικτων τόμων, περιέχουν κείμενά της και μελέτης της. Έχει βραβευθεί και από την ελληνική πολιτεία. Με τον θάνατό της τα ελληνικά γράμματα χάνουν μία πραγματικά ειλικρινή και σταθερή φίλη, συμπαραστάτρια και υπερασπιστή τους στο εξωτερικό. Οι Νεοελληνικές Σπουδές, ιδιαίτερα οι Καβαφικές (που τις διακονεί στην ΕΣΣΔ από το 1967) και αυτές του κομμουνιστή ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου, έχασαν μία σπουδαία συντρόφισσα.

     Το μικρό σε μέγεθος αυτό βιβλίο με κείμενα της καθηγήτριας ελληνίστριας Σόνιας Ιλίνσκαγια,- από το οποίο αντέγραψα ένα μικρό κεφάλαιο- κόστιζε όταν κυκλοφόρησε 720 δραχμές. Περιλαμβάνει Πρόλογο της συγγραφέως σ.9-12, και, -Λίγα λόγια για τον ρεαλισμό του Καβάφη, σ.13-25. –ΚΑΒΑΦΗΣ-ΒΑΡΝΑΛΗΣ-ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ Τρία περάσματα προς τον ρεαλισμό, σ. 27-35.-Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΕΝΙΑ: Μια νέα ματιά σε παλαιότερη θεώρηση, σ.37-76. –ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ: Ένα λυρικό έπος, σ.77-93.- Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ, σ.95-110. Γράφει στον ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ:

      «Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν για ανακοινώσεις και ομιλίες. Το είδος δεν προϋποθέτει μια ανεπτυγμένη τεκμηρίωση. Περιέχει συνήθως συμπεράσματα μιας μελέτης που ολοκληρώθηκε, προτάσεις για έρευνα που πρέπει να ακολουθήσει. Διατυπώνονται θέσεις, τοποθετήσεις. Το αποδεικτικό υλικό στο μεγαλύτερο μέρος του παραμένει απ’ έξω.

Απ’ άλλα δοκίμια, βιβλιοκρισίες ή ανακοινώσεις που περιμένουν την ώρα τους να στεγαστούν σε κάποιο τόμο, ξεχώρισα τα κείμενα αυτά για να αποτελέσουν μια ενότητα με κοινό κλειδί τις μεθοδολογικές αναζητήσεις στην πορεία της ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα. Πρόκειται για αναφορές σε μερικούς μόνο κόμπους που είχαν όμως σημαντική εμβέλεια στην πνευματική ιστορία του τόπου. Πιστεύω πως αποκαλύπτουν στο βάθος κάποια ουσιαστική συγγένεια και εξόδους σε σταυροδρόμια γενικότερων προβλημάτων της λογοτεχνικής εξέλιξης της εποχής μας.»

Και συνεχίζει παρακάτω η Σόνια Αλεξανδροπούλου Ιλίνσκαγια: «Με την δεύτερη ανακοίνωση «Καβάφης- Βάρναλης- Καρυωτάκης. Τρία περάσματα προς τον ρεαλισμό» στο συμπόσιο για τον Καρυωτάκη (Πρέβεζα, 1986) προσπάθησα να προεκτείνω τα μεθοδολογικά μου συμπεράσματα για τον Καβάφη σε δύο άλλα εξέχοντα ποιητικά φαινόμενα, ανιχνεύοντας σημεία συγκλίσεων σε κοινές αναζητήσεις της εποχής τους (κυρίως στο πλαίσιο της δεκαετίας του ’20). Αν η πρώτη ανακοίνωση προσφέρει συμπεράσματα, η δεύτερη κάνει μερικές προτάσεις εργασίας. Το δεύτερο κείμενο δημοσιεύτηκε στον τόμο «Ελληνογαλλικά. Αφιέρωμα στον Roger Milliex” (ΕΛΙΑ, 1990, σελ. 347-351) και στα Πρακτικά του συμποσίου (Συμπόσιο για τον Κ.Γ. Καρυωτάκη. Πρέβεζα, 11-14 Σεπτεμβρίου 1986. Δήμος Πρέβεζας, 1990, σελ. 425-428.». Αρχειακό υλικό της Σόνιας Ιλίνσκαγια βρίσκεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο.

Τίτλοι έργων της:

-Η μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα. εκδ. Ναούκα της Ακαδημίας Επιστημών, Μόσχα 1974. -Η Μοίρα μιας Γενιάς. Συμβολή στην μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα. Μεταφραστική επιμέλεια: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. εκδ. Κέδρος, Αθήνα1976, β΄ έκδοση 1986, γ΄ έκδοση1991, δ΄ εκδ. 1999. -Κ. Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς τον ρεαλισμό στην ποίηση του 20ου αιώνα. εκδ. Κέδρος, Αθήνα1983, β΄ έκδ.1986, γ΄ έκδ.1988, ε΄ έκδ.1999. -Κ. Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς τον ρεαλισμό στην ποίηση του 20ου αιώνα. εκδ. Ναούκα της Ακαδημίας Επιστημών. Μόσχα 1984. -Γιάννης Ρίτσος. Η ζωή και το έργο του, εκδ. Σοβιέτσκι πισάτελ, Μόσχα1986 -Μιχαήλ Λυκιαρδόπουλος. Ένας Έλληνας στο χώρο του ρώσικου συμβολισμού. εκδ. Κέδρος, Αθήνα1989. -ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ Από την πορεία της ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα. εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα 2,1992. Σειρά «Νεοελληνικές Ψηφίδες». -Κωνσταντίνος Π. Καβάφης και η Ρώσικη ποίηση του «Αργυρού αιώνα». Τυπολογικές προσεγγίσεις, εκδ. Δελφίνι, Αθήνα 1995. Β΄ έκδοση συμπληρωμένη εκδ. Νάρκισσος, Αθήνα 2004. -Ρωσική Καβαφειάδα, (επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων, μονογραφία Κωνσταντίνος Καβάφης. Κύκλος δοκιμίων. Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρώσικη ποίηση του «αργυρού αιώνα»). εκδ. O.G.I.. Μόσχα 2000  -Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στον καθρέφτη της ρωσικής ποίησης. (επιλογή, εισαγωγή, επιμέλεια). Ανθολογία Εκδ. Εστία, Αθήνα 2001. -Κ. Π. Καβάφης. Τα Πεζά (επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων) εκδ. Ιθάκη, Μόσχα 2003 -Κ. Π. Καβάφης. Άπαντα τα ποιήματα (εισαγωγή, επιμέλεια) εκδ. Νάρκισσος, Αθήνα 2003 -Ελληνορωσικά συναπαντήματα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004 -Η ΡΩΣΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 19ος αιώνας. Βιβλιογραφική Δοκιμή. Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006. -ΣΤΗΝ ΤΡΟΧΙΑ ΤΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ. Η ρομαντική ποίηση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Διόρθωση Ευδοκία Πρασίνου. Εξώφυλλο Κώστας Χουχούλης. εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 10, 2008.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

Η κηδεία της έγινε στο Δεύτερο Νεκροταφείο σήμερα στις 11 π.μ.          

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024

ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

 

ΑΛΗΘΙΝΗ ΚΑΙ ΑΠΑΤΗΛΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

του Πέτρου Χάρη

      Χρόνια τώρα, το ταχυδρομείο μου φέρνει αυτές τις ημέρες το ίδιο πάντα ερώτημα: Από το πλήθος των βιβλίων που συνωστίζονται κάθε Δεκέμβριο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, τι να διαλέξουμε για να το προσφέρουμε στους φίλους μας και τι να προτιμήσουμε για τη δική μας τέρψη και μόρφωση; Και το ερώτημα δεν περιορίζεται μόνο στην εκλογή των ελληνικών βιβλίων της τελευταίας ώρας. Μας καλεί να προσέξουμε και τα άλλα ελληνικά βιβλία και τα ξένα βιβλία που μας έρχονται από το Παρίσι κι από άλλα μεγάλα πνευματικά κέντρα ή μεταφράζονται στη γλώσσα μας, και γι’ αυτά επίσης θέλει την προτίμησή μας. Έτσι, απομακρυνόμαστε από την εκλογή δώρου και πηγαίνουμε σ’ ένα γενικότερο ζήτημα, που και άλλοτε, νομίζω, υποχρεώθηκα να το συζητήσω σ’ αυτή ή σε άλλη, δε θυμάμαι, στήλη.

      Ένας φίλος από τη Σπάρτη με ρώτησε πώς πρέπει να καταρτίζεται μιά βιβλιοθήκη και το ερώτημά του έγινε αφορμή να χωρίσουμε τη λογοτεχνική παραγωγή σε δύο μεγάλες ομάδες: στα βιβλία- αριστουργήματα, στα πρότυπα και τα αναμφισβήτητα, και στα άλλα, σ’ εκείνα που χωρίς να προβάλλουν υποδειγματικές καταστάσεις, χωρίς να έχουν τα γνωρίσματα της μεγαλοφυϊας, αξίζουν κι αυτά γιατί εκφράζουν μιάν ορισμένη εποχή και γιατί δίνουν τον άνθρωπο στις καθημερινές τους πράξεις, που μπορεί να μην είναι υψηλοί ηρωισμοί αλλά μας πληροφορούν για τις χαρές και για τις στενοχώριες του, για τις φιλοδοξίες και για τα όνειρά του, και διαμορφώνουν την υπόστασή του. Φυσικά, και οι δύο ομάδες βιβλίων πρέπει να υπάρχουν σε κάθε βιβλιοθήκη, προπάντων σε κάθε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική βιβλιοθήκη. Αλλά μπορούμε κι αλλιώς να χωρίσουμε τα βιβλία: με τα στοιχεία της γνησιότητας που έχουν και που ποτέ δεν περνούν απαρατήρητα. Ο Νίτσε λέει στις πρώτες σελίδες του Ζαρατούστρα: «Απ’ όλα τα γραφόμενα εκείνα μόνο μου αρέσουν πού γράφει κανείς με το αίμα του. Γράφε με το αίμα σου και θα μάθεις πώς το αίμα είναι πνεύμα». («Τάδε έφη Ζαρατούστρας», μετ. Ν. Καζαντζάκη). Θα το μάθει ο συγγραφέας, μα πολύ καλά το καταλαβαίνει κι αναγνώστης. Το αίμα «είναι πνεύμα», είναι όμως και φωνή. Και τη φωνή αυτή την ακούει ο καθένας, ακόμα κι ο πιό απαίδευτος. Απόδειξη η στενή επαφή του μεγάλου κοινού με την αρχαία τραγωδία ή με τον Σαίξπηρ. Καθόλου δε δυσκολεύεται ο λαός ν’ ακούσει τη φωνή πού είναι αίμα, κι ας μήν ξέρει να εκτιμήσει τους μύθους ή τα γεγονότα πού είναι η υπόθεση στις τραγωδίες του Αισχύλου ή του Σαίξπηρ κι ας μη μπορεί να εξηγήσει γιατί αισθάνεται ρίγος όταν παρακολουθεί τη διδασκαλία τους. Ακούει το «αίμα» που φωνάζει, κι αυτό φτάνει. Αυτό φέρνει και την αναστάτωση, και τη συγκίνηση, και την περισυλλογή,- την αισθητική χαρά.

     Αλλ’ ας πλησιάσουμε περισσότερο στο ερώτημα του φίλου της Σπάρτης κι ας του δώσουμε μερικές χρήσιμες πληροφορίες. Βέβαια, δεν είναι ανάγκη να του εξηγήσουμε ότι η αληθινή μόρφωση αρχίζει από τους κλασικούς. Και όχι μόνο από τους αρχαίους Έλληνες κλασικούς της ακμής. Πρέπει και τους άλλους κλασικούς να διαβάζουμε, αυτούς που ήρθαν έπειτ’ από τον ε΄ αιώνα και μας δείχνουν τις δύσκολες ώρες της πορείας του ελληνικού πνεύματος, τις αναζητήσεις του, τις αμφιβολίες του. Κι ακόμα, πολύ μας χρειάζονται και οι κλασικοί της λατινικής λογοτεχνίας, που δεν έχουν κι αυτοί λίγα να μας διδάξουν. Αλλά και πάλι, απαραίτητο, είναι να επικοινωνήσουμε και με τους κλασικούς όλων των μεταγενέστερων αιώνων, με τους συγγραφείς που έχουν κλείσει στις σελίδες των βιβλίων τους τη συνείδηση των λαών και εποχών, για να παρακολουθήσουμε τον άνθρωπο σε όλη την κλίμακα της ανόδου του ή και σε όλη τη σειρά των πτώσεών του και να κερδίσουμε έτσι τη μεγάλη πείρα που χαρίζει η φωνή του αίματος που είναι και η φωνή του πνεύματος.

     Ίσως διατυπωθεί η αντίρρηση: Ακόμα και ό,τι έχει «παλιώσει» πρέπει να το διαβάσουμε, να το γνωρίσουμε, να το μελετήσουμε μόνο και μόνο επειδή θεωρείται «κλασικό»; Εδώ υπάρχει μιά παρεξήγηση και ήρθε η στιγμή να την διαλύσουμε. Δέχομαι ότι «παλιώνουν» οι ιδέες, τα κοινωνικά συστήματα, οι τρόποι ζωής, ό,τι άλλο αλλάζει ή παραμερίζεται από την πρόοδο των θετικών επιστημών, ποτέ όμως δεν «παλιώνουν» και ποτέ δεν «αλλάζουν» τα σκιρτήματα της ψυχής. Αυτά μένουν τα ίδια, και σε περιόδους πλούτου και ευτυχίας ή θριάμβου της επιστήμης και θαυμαστών κατακτήσεων του ανθρώπου και σε ώρες στερήσεων και απογοητεύσεων. Είναι τα σκιρτήματα αυτά που κάνουν ζωντανή μιά λογοτεχνική σελίδα. Και η ζωντάνια της αυτή από τίποτα δεν κινδυνεύει. Δεν κινδυνεύει ούτε από το πήδημα του ανθρώπου στο διάστημα, γιατί είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, είναι η φαντασία και η δύναμή του, ό,τι αποτελεί την κορυφή και ακατάλυτη ουσία του. Σκιρτήματα ψυχής νιώθουμε σε μιά τραγωδία του Αισχύλου, του Σοφοκλή ή του Ευριπίδη, στον Βιργίλιο, στον Δάντη ή στον Βοκκάκιο, στον Σαίξπηρ, στον Μπαλζάκ, στον Ντίκενς, στον Σταντάλ ή στον Ντοστογιέφσκι, -σκιρτήματα ψυχής έχουμε και σε όσους πιστά εκφράζουν τη δική μας εποχή. Κι ας μη μας ξεγελάει η μορφή των λογοτεχνικών έργων, που αλλάζει, βέβαια, από εποχή σ’ εποχή, ανανεώνεται και προσαρμόζεται στις νεότερες ανάγκες και προτιμήσεις του ανθρώπου. Μήπως προσαρμογή στις σημερινές απαιτήσεις της ζωής δεν είναι, ως ένα σημείο, κι ο καλός κινηματογράφος, πού ασφαλώς μπορεί να δώσει κι αυτός σκιρτήματα ψυχής όταν απορρίπτει κάθε είδους νοθεία και μένει τέχνη;

      Καταλαβαίνω ότι θα είμαι ακόμα οφειλέτης στο φίλο της Σπάρτης, αν δεν περάσω και στη δική μας λογοτεχνία. Μα και δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω πολλά πράγματα. Η βάση μένει αμετακίνητη. Όποια ελληνική λογοτεχνική σελίδα κλείνει τη συνείδηση της εποχής της, είναι πολύτιμος σύντροφος, είναι η αληθινή, η γνήσια ποίηση ή πεζογραφία, εκείνη που έρχεται σε διάλογο με τον άνθρωπο και του αποκαλύπτει ό,τι διαισθάνεται η ψυχή του και ό,τι προσπαθεί να συλλάβει ο νους του. Φυσικά, αυτή είναι και η αξιανάγνωστη λογοτεχνία. Κ’ έχει τη φωνή που αμέσως την ξεχωρίζει από τις παραποιήσεις και τις νοθείες και δεν αφήνει τον αναγνώστη να γελαστεί: τη φωνή του αίματος και του πνεύματος, που μαζί με τον Νίτσε μπορούμε να την πιστεύουμε κ’ εμείς…

ΠΕΤΡΟΣ  ΧΑΡΗΣ, περιοδικό Νέα Εστία. Έτος ΛΘ΄- τόμος 77ος,- τεύχος 901/ Αθήναι, 15 Ιανουαρίου 1965, σ. 72-73. Στις σελίδες «ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ Κ’ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ».

Διευκρινιστικά

     Όσοι ασχολούνται με τον χώρο του Βιβλίου, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά, όσοι σπούδασαν την τέχνη της Βιβλιοθηκονομίας, όσοι εργάζονται στις Βιβλιοθήκες, όσοι και όσες είναι λάτρεις του διαβάσματος ή γράφουν, παραπάνω από μία φορά στην ζωή τους θα έχουν μπει στον «πειρασμό», στο δίλημμα αν θέλετε, να αναρωτηθούν από ποιους και πόσους τίτλους βιβλίων οφείλει να διαθέτει μία δημόσια, δημοτική- τοπική Βιβλιοθήκη, και κατ’ αναλογία, η δική τους περιορισμένου χώρου Βιβλιοθήκη για να έχει την ανάλογη επάρκεια. Το ίδιο ερώτημα σίγουρα θα έθεσαν και θα εξακολουθούν να θέτουν και οι έμποροι Βιβλιοπώλες, όταν πρωτοξεκίνησαν την επιχειρησιακή τους μονάδα, συνεχίζουν να εργάζονται στο δικό τους Βιβλιοπωλείο. Ποιά δηλαδή «αξιανάγνωστα βιβλία», «κλασικούς τίτλους» όπως μας λέει ο έμπειρος συγγραφέας και βιβλιοκριτικός Πέτρος Χάρης, οφείλουν να έχουν στα βιβλιοπωλεία τους ώστε ο αναγνώστης-πελάτης και λάτρης του διαβάσματος, να μένει ικανοποιημένος κάθε φορά που εισέρχεται στο βιβλιοπωλείο, να βρίσκει αυτό που αναζητά ή του έχουν προτείνει και φεύγοντας από το κατάστημα ικανοποιημένος, να επιστρέψει ξανά και να αγοράσει καινούργιους τίτλους βιβλίων της αρεσκείας και προτίμησής του. Να γνωρίσει νέους ή παλαιότερων γενεών συγγραφείς ή να δανειστεί τα έργα τους αντίστοιχα, από δημόσιους χώρους ανάγνωσης. Στον ίδιο πάνω κάτω προβληματισμό υποψιάζομαι θα μπαίνει και το εκπαιδευτικό δυναμικό ενός σχολικού συγκροτήματος, το οποίο έχει επιφορτιστεί στο να επιλέγει και να προμηθεύει τίτλους βιβλίων και συγγραμμάτων, συγγραφείς, με τους οποίους συγκροτείται μία σχολική βιβλιοθήκη για τις ανάγκες των μαθητών και του διδάσκοντος προσωπικού. Πώς «πρέπει να καταρτίζεται μία βιβλιοθήκη»; μας θέτει στο ερώτημά του ο παλαιός έλληνας συγγραφέας από τις σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού το οποίο για αρκετές δεκαετίες υπήρξε διευθυντής του, ο Πέτρος Χάρης (Αθήνα 1902-5/10/ 1998), την παραδοσιακή και χρήσιμη, πλούσια σε ύλη και πληροφορίες «Νέα Εστία». Πρώτος διευθυντής της υπήρξε ο θεατρικός συγγραφέας Γρηγόριος Ξενόπουλος. Ενώ το τιμόνι της κράτησαν κατά διαστήματα, ο πειραιώτης κριτικός και δοκιμιογράφος Ευάγγελος Μόσχος, ο κριτικός, δοκιμιογράφος και λογοτέχνης Σταύρος Ζουμπουλάκης. Το χρηστικό και ενδέχεται «κρίσιμο» αυτό ερώτημα- που μας θέτει ο Π. Χάρης σε μορφή ερώτησης προς εκείνον στην εποχή του, ακόμα και σήμερα θεωρώ εξακολουθητικά παραμένει ανοιχτό και εν μέρει αναπάντητο. Για ειδικούς και μη, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, εμπόρους και απλούς φιλότεχνους ανώνυμους αναγνώστες στην ευρύτερη πλειοψηφία τους, επαρκείς και σταθερούς και όχι περιστασιακούς που θέλουν να οργανώσουν την ατομική τους Βιβλιοθήκη. Το δικό τους πνευματικό, του διαβάσματος μπουντουάρ θα γράφαμε χαριτολογώντας. Ασφαλώς οι συνθήκες ανάγνωσης όλων μας έχουν αλλάξει, ο χρόνος διαβασμάτων μας έχει δυστυχώς περιοριστεί, εξαιτίας οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων, δεν είναι πλέον ο ίδιος που είχαμε στα χρόνια της νιότης και των σπουδών μας, έχει επέλθει μία αναγνωστική κόπωση και ελαχιστοποιηθεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον. Δεν επαρκεί ο προσωπικός μας ελεύθερος χρόνος στους σύγχρονους τρόπους και συνθήκες ζωής που όλοι μας ζούμε, σωστής πλήρωσης του διαθέσιμου χρόνου μας. Οι πνευματικές και καλλιτεχνικές μας προτιμήσεις από την άλλη, ιδιαίτερα των νεότερων ηλικιακά σύγχρονων γενεών ενασχολήσεις έχουν διαφοροποιηθεί, έχουν αλλάξει τρόπους προσέγγισης της σύγχρονης πραγματικότητας και των προβλημάτων της. Η επιθυμία των παλαιότερων για διάβασμα, δηλώνεται σαν κάτι το ξεχωριστό, το «παράξενο», το «ιδιαίτερο» από τους νεότερους. Ακούγεται κάπως «παλιομοδίτικο», (σαν μία συνήθεια «μερικών καραφλών» όπως άκουσα από νεανικά χείλη προσφάτως) όταν ο σύγχρονος νέος ή νέα μπορεί να πάρει την πληροφορία που αναζητά, τα στοιχεία που θέλει μέσα από το διαδίκτυο καθήμενος στο γραφείο του σπιτιού του ή στην καφετέρια μέσω του κινητού του ή αντίστοιχα να έχει πρόσβαση στην ψηφιοποιημένη γνώση και στις σελίδες ενός βιβλίου μιάς Βιβλιοθήκης χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά του, και με τους κωδικούς που γνωρίζει μπορεί να «κατεβάσει» και να διαβάσει ό,τι επιθυμεί, τότε το βιβλίο στην έντυπη μορφή του έρχεται σε δεύτερη αναγνωστική μοίρα. Αρκετές φορές μάλιστα γίνεται συλλεκτικό είδος και κοστίζει «πανάκριβα» στο εμπόριο των παλαιοπωλείων. Η ανάπτυξη των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων και της επιστήμης, προσφέρουν με ευκολία πρόσβαση στην παγκόσμια και εθνική πολιτιστική παράδοση, πολύπλευρους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, διάδοσης και «μεταφοράς» της πολιτισμικής γνώσης και πνευματικής ταυτότητας, συγγραφικών επιτευγμάτων των διαφόρων λαών προηγούμενων εποχών. Η τεχνολογία, παρά τους κινδύνους που εγκυμονεί από την ανεξέλεγκτη και αλόγιστη χρήση της, συμβάλει στην χάραξη δρόμων και τρόπων αποτελεσματικότερου πλησιάσματος της παγκόσμιας κοινής γνώσης και πολιτιστικής παρακαταθήκης, ανταλλαγής χρήσιμων εμπειριών και πληροφοριών μεταξύ των ανθρώπων ομιλούντων διαφορετική γλώσσα και προερχόμενων από διαφορετικά πολιτισμικά πεδία ιστορικών αναφορών. Οι κλασικοί συγγραφείς κάθε κράτους μας είναι στις μέρες γνωστότεροι από ότι ενδέχεται στην εποχή τους. Το μορφωτικό και της ευρύτερης παιδείας επίπεδο των σύγχρονων ανθρώπων έχει βελτιωθεί και αλλάξει σημαντικά. Οι ιστορικές εποχές της ανθρωπότητας κατά τις οποίες η γνώση προέρχονταν άνωθεν, (άνευ αμφισβητήσεως) ενδεδυμένη με μυθολογικό ή θεϊκό μανδύα έχουν παρέλθει ασυζητητί. Μία γνώση αποκαλυπτική, μία μεταφυσική του ανθρώπου διδαχή, ένας ιερός ή μυστικός λόγος προερχόμενος από τους ιερείς, τους μάντεις, τους προφήτες, τους μύστες, τις θεοποιημένες από το κοινωνικό σώμα εξαιρέσεις ανθρώπων-ηγετών που θυσιάστηκαν για το κοινό καλό και την πρόοδο στο δικό τους πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον, δεν υφίσταται πια. Το Ομηρικό παραγώνι δεν υπάρχει πλέον, ούτε η παραμυθητική παραμυθία μέσα στην φάτνη, κοντά στο τζάκι των γιαγιάδων και πρεσβύτερων γενεών. Τα λεγόμενα κρυφά σχολεία είχαν αμφισβητηθεί από την γέννησή τους, έμεινε μόνο η "κουκλίστικη"αναπαράστασή τους σε χώρους εκκλησιαστικούς όπως πχ. στην ιερά μονή Πεντέλης. Οι νέοι, σύγχρονοι αναγνώστες γίνονται κατά κάποιον τρόπο άμεσοι «συμμέτοχοι» των γνώσεων και των πληροφοριών που γεννιούνται την ίδια στιγμή, την χρονική στιγμή της αναζήτησης τους από τον χρήστη ενός τεχνολογικού μέσου, όσο μικρό και αν αυτό είναι. Επικρατεί πλέον μία διαδικτυακή χρήση και κοινοποίηση της παγκόσμιας γνώσης διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων, πνευματικής και καλλιτεχνικής παραγωγής όπως και σε άλλους τομείς της κοινωνίας, ανταλλαγής ιδεών. Τα βιβλία στέκουν μάλλον μοναχικά, έρημα, στοιβαγμένα πάνω στα ράφια των βιβλιοθηκών, παρατημένα, κλειστά, αδιάβαστα, άκοπα, αχρησιμοποίητα, άγνωστα στους πολλούς, σαν ξεραμένα δέντρα που κάποτε υπήρξαν καρποφόρα. Ενδέχεται να είναι υπερβολική η θέση αλλά αληθινή, φωτογραφίζει μία πραγματικότητα παρά τις πολλές και καλές νέες εκδόσεις ή ανατυπώσεις, που μοιάζουν σαν επανεκτελέσεις τραγουδιών. Τα άτομα που διαβάζουν αποτελούν μία μικρή μειοψηφία σε σχέση με την πλειοψηφία του ενεργού πληθυσμού μιάς χώρας. Οι αναγνωστικές επιλογές τους «κρίνονται» εξετάζονται συνήθως μέσα σε εμπορικά πλαίσια και οικονομικές σκοπιμότητες, και όχι στο κατά πόσο το διάβασμα ενός βιβλίου επηρέασε τις συνειδήσεις και την καθημερινότητά τους, αν μπορούμε να υποστηρίξουμε μία τέτοια άποψη. Μια μειοψηφία αναγνωστών που «αντιστέκεται» άραγε σε τι, που δίνει τις δικές της απαντήσεις και θέτει ερωτήματα σε ποιους; Όμως συνεχίζει να επιμένει έχοντας ίσως κατά νου το παλαιό σύνθημα ο «επιμένων νικά». Ή αν θέλετε, ας το γράψουμε λιγάκι κουλτουριάρικα, για να κάνουμε «μορφωμένους» τους σκώληκες που θα μας φάνε στο τέλος (και εμάς και τις λέξεις των σελίδων των βιβλίων) όταν τελειώσει η παράταση του παιχνιδιού της ζωής μας. Αλλά η υπέρμετρη απαισιοδοξία βλάπτει σοβαρά το διάβασμα. Ή «το γαρ πολύ της νόησης γεννά παραφροσύνη……» και δεν έχουμε πρόχειρα και τα ποιήματα του Γεωργίου Δροσίνη.

     Οι ταξινομήσεις των Βιβλίων γίνεται στις μέρες μας με αρτιότερο, επιστημονικότερο και χρηστικότερο τρόπο στις Βιβλιοθήκες, οι διάφορες καταλογραφήσεις και ευρετηριάσεις των λογοτεχνικών, ιστορικών και άλλων ειδών και θεματολογίας αρχείων επίσης. Δεν υιοθετείται όπως παλαιότερα η χρήση των κίτρινων μικρών καρτελών. Ξεπεράστηκε και αυτή η συνήθεια που ερχόμασταν σε επαφή στην αναζήτηση ενός βιβλίου ή έργων ενός συγγραφέα σαν μαθητές. Σε σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν ενταχθεί εδώ και χρόνια τα ανάλογα σύγχρονα μαθήματα για εκείνους ή εκείνες τους σπουδαστές και τις σπουδάστριες που θα θελήσουν να ακολουθήσουν το επάγγελμα και θα «απορροφηθούν» επαγγελματικά από τα δημόσια των ανά την ελληνική επικράτεια Βιβλιοθηκών περιβάλλοντα. Θα ακολουθήσουν τον επαγγελματικό δρόμο δύο σημαντικών ποιητών της Θεσσαλονίκης, του Γιώργου Βαφόπουλου και του Ντίνου Χριστιανόπουλου για να θυμηθούμε δύο γνωστά μας παραδείγματα Βιβλιοθηκονόμων εργαζομένων στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της συμπρωτεύουσας και σημαντικών ανθρώπων των ελληνικών γραμμάτων.

Μια Δημόσια ή Δημοτική Βιβλιοθήκη οφείλει διαρκώς να ανανεώνεται και να εμπλουτίζεται με νέους τίτλους βιβλίων και περιοδικών για την εξυπηρέτηση του αναγνωστικού της κοινού που την επισκέπτεται σταθερά ή περιστασιακά. Το ίδιο πράττουν και οι σταθεροί αναγνώστες και ερευνητές εφόσον διαθέτουν ιδιωτικό χώρο άνετο και οικονομικούς πόρους. Έτσι, τα «ψυχικά σκιρτήματα» των ανθρώπων συνεχίζονται στον χρόνο, την εποχή τους και πέρα από αυτήν.

     Ο Πέτρος Χάρης για να «στεριώσει» το επιχείρημά του για την σημασία της αξίας της «αληθινής» από την «απατηλή» λογοτεχνία, μας υπενθυμίζει μία φράση από το έργο «Τάδε έφη Ζαρατούστρας» σε μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη του γερμανού ρομαντικού φιλόσοφου Φρειδερίκου Νίτσε, συμπληρώνοντάς μας μάλιστα, ότι το αίμα δεν είναι μόνο πνεύμα αλλά και φωνή. Φωνή αναγνωρίσιμη όχι μόνο από τους λογοτέχνες και λογίους αλλά και το αναγνωστικό κοινό. Τα συγγραφικά παραδείγματα που αναφέρει από πνευματικά μεγέθη όπως ο Αισχύλος και ο Σαίξπηρ και των υπολοίπων ευρωπαίων συγγραφέων δηλώνει στο τι είναι κατά τον έλληνα κριτικό και συγγραφέα κλασικό πνεύμα. Κλασικός συγγραφέας μέσα στην ροή της ιστορίας του παγκόσμιου πολιτισμού και γραμματείας. Το περιοδικό «Νέα Εστία», όπως και το παλαιότερο «Παναθήναια» και άλλα περιοδικά της εποχής, φιλοξένησαν αρκετές φορές σελίδες τους για να προβάλουν τις ιδέες και τις φιλοσοφικές θέσεις του Φρειδερίκου Νίτσε, του έκαναν αξιόλογα αφιερώματα και δημοσιεύτηκαν κριτικές και σχόλια, αναλύσεις και ερμηνείες για το έργο, την τραγική του παρουσία τις φιλοσοφικές θεωρίες και ιδέες του. Ο Φρειδερίκος Νίτσε αυτός ο γερμανός ρομαντικός φιλόσοφος, υπήρξε μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού και παγκόσμιου πνεύματος. Μια προσωπικότητα που επηρέασε ευρωπαίους και έλληνες στοχαστές και συγγραφείς. Οι ιδέες του, είναι διάχυτες σε έργα πολλών ελλήνων συγγραφέων, λογίων, ποιητών και πεζογράφων όχι μόνο ατόμων που ασχολούνται με την αναβίωση της αρχαίας τραγωδίας, της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και ρευμάτων φιλοσοφίας. Είναι πολλές οι μελέτες που έχουν γραφτεί στα ελληνικά οι οποίες εξετάζουν το έργο του Φρειδερίκου Νίτσε σε σχέση με την αρχαία ελληνική θρησκεία και Διονυσιακή λατρεία και την ανάλογη Απολλώνια διάσταση του αρχαίου τραγικού λόγου και θεατρικής πράξης. Ο Νίτσε επηρέασε όσο λίγες ευρωπαϊκές προσωπικότητες τη εποχή του και τα μεταγενέστερα χρόνια. Νιτσεϊκές αρχές εξακολουθούν ακόμα και στις μέρες μας να γονιμοποιούν την σκέψη και τις συνειδήσεις χιλιάδων ατόμων, συγγραφέων ή φιλοσόφων και διανοητών. Τα Νιτσεϊκά γραπτά και οι ιδέες μπόλιασαν και πολλούς και σημαντικούς έλληνες δημιουργούς. Το φώς που εξέπεμψε η σκέψη του Φρειδερίκου Νίτσε, το φώς του Βορρά, «συγχωνεύτηκε» με την πάροδο του χρόνου με το φώς του Μεσογειακού Νότου. Σελάγισε πάνω στα κύματα της Μεσογείου. Η μυστηριακή αρχαία ιστορικά περίοδος του Θεού Διονύσου και η περίλαμπρη καθαρότητα φωτός και αρμονίας του Θεού Απόλλωνα που γέννησαν την αρχαία τραγωδία επανήλθαν στο προσκήνιο μέσω των ιδεών και των απόψεων του Φρειδερίκου Νίτσε. Η αρχαία ελληνική χαρά της ζωής βλάστησε και πάλι μέσα από τα χριστιανικά ομιχλώδη μονοπάτια των ανθρώπινων κοιμητηρίων. Η ένταση των Διονυσιακών ψυχών συνάντησε την ένταση των Απολλώνιων συνειδήσεων. Δυστυχώς, η εικόνα του Νίτσε όπως και η φωνή του, παραλλάχθηκαν από τους συμπατριώτες του, για αλλότριους της φιλοσοφίας και  της σκέψης, της καθαρής γνώσης σκοπούς, χρησιμοποιήθηκε για δολοφονικές και άγριες πολιτικές και ιστορικές σκοπιμότητες του προηγούμενου αιώνα με τα γνωστά φοβερά και φρικτά της ανθρωπότητας αποτελέσματα. Ο Νίτσε σπιλώθηκε και από χριστιανικούς κύκλους, λες και ένα τέτοιας ακτινοβολίας μυαλό- έστω και «διαταραγμένο» σπινθηροβόλο πνεύμα, δεν θα ήταν αποδεκτό από τον χριστιανικό ιδεότυπο και τους μαθητές της μεταφυσικής κληρονομιάς του. Ο θρίαμβος της «χαρούμενης γνώσης» του Ζαρατούστρα αμαυρώθηκε από τις βάρβαρες ιαχές και στρατιωτικά πολεμικά κελεύσματα γερμανών στρατοκρατών πάνω στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ο Φρειδερίκος Νίτσε υπήρξε η πρόφαση για τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Ναζί όχι μόνο στο Άουσβιτς και το Νταχάου. Όπως το όνομα και ο λόγος του Εμμανουήλ ήταν η συνειδησιακή δικαιολογία για τα εγκλήματα που διέπραξαν οι φορείς της Ιεράς Εξέτασης. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν προσφέρεται ούτε άνωθεν ούτε από καθέδρας, ούτε από την ιδεολογική βία πολιτικών ηγετών αλλά, μέσα από διαρκείς καθημερινούς αγώνες και αντιθέσεις, ατομικές μικρές μάχες και διαξιφισμούς με το άρρωστο κοινωνικό μέλος, μέσα από αγωνίες και διαφωνίες ανθρώπων, μικρές και μεγάλες κατακτήσεις τους. Το όραμα του «παραδείσου» χάθηκε για τον παλαιό άνθρωπο όχι γιατί παραστράτησε ή «αμάρτησε» παράκουσε την θεϊκή εντολή, αλλά γιατί αναζήτησε με δικά του μέσα την Ελευθερία του. Στάθηκε στα πόδια του και κοίταξε με τα μάτια ανοιχτά το φώς του ήλιου, αισθάνθηκε την ζωογόνα θερμότητά του. Ο «μηδενισμός» του Φρειδερίκου Νίτσε είναι η νοσταλγία της πρωταρχικής του ανθρώπου αθωότητας. Η επίγνωση του τέλους της Ιστορίας δίχως ελπίδα. Η αυτοεξουσιοδότηση της πρόσκαιρης σωτηρίας μας καθώς κοιτάμε κατάματα το χάος. Αυτό που συνειδητοποίησε ο έλληνας Νίκος Καζαντζάκης και προσπάθησε να υψώσει το ανθρώπινο ανάστημά του, να πλέξει και να γαντζωθεί πάνω σε μία γέφυρα από λέξεις κάθε βαρύτητας και σημασίας. Το τρόπαιο της νίκης επί του Θανάτου δεν υψώνεται μετά την φωνή του Φρειδερίκου Νίτσε μέσω της θρησκευτικής πίστης ή της τυφλής μεταφυσικής εμπιστοσύνης, αλλά της γλώσσας και της όποιας μεταφυσικής παράγει, της ελπιδοφορίας των λέξεων που οικοδομούν τον νέο λαβύρινθο των ερειπίων της ιστορίας των σύγχρονων καιρών. Και οι λέξεις παράγονται και προέρχονται είτε από την αληθινή είτε από την απατηλή λογοτεχνία. Εδώ βρίσκεται η μαγεία του συγγραφικού εγχειρήματος. Ότι τα πάντα στο παιχνίδι της τέχνης και της γραφής όπως και στην ζωή, είναι ανοιχτά και ευπρόσδεκτα προς αποδοχή και αμφισβήτηση. Το τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα δεν απαντήθηκε όταν έπρεπε πάνω στο πραιτόριο, θα απαντηθεί μέσα σε λογοτεχνικά σπουδαστήρια και αναγνωστήρια, σελίδες κριτικής περιοδικών και εφημερίδων;

     Τα κείμενα και τα άρθρα, τα σχόλια και τα σύντομα μελετήματα του Πέτρου Χάρη που διαβάζουμε στο περιοδικό «Νέα Εστία» είναι εκατοντάδες και όλα-δίχως υπερβολή- διακρίνονται για την ποιότητά τους και την ακριβοδίκαιη ματιά τους. Ο συγγραφικός του όγκος είναι τεράστιος αν προσμετρήσουμε και την συγγραφή διηγημάτων και μυθιστορημάτων που κυκλοφόρησε, ταξιδιωτικών βιβλίων και κριτικών για τις νέες εκδόσεις που κυκλοφόρησαν, μεταφράσεών του. Τις κριτικές του επισημάνσεις και αξιολογήσεις μόνο στην εφημερίδα «Ελευθερία» να διαβάσει κανείς, (μικρές, σύντομες ή συνοπτικές κρίσεις) θα διαπιστώσει το μέγεθος της δουλειάς του. Την ίδια ποιότητα ήρεμου λόγου διαβάζουμε και στις μόνιμες σελίδες που διατηρούσε κάτω από τον γενικό τίτλο «Προβλήματα κ’ ερωτήματα» στο περιοδικό «Νέα Εστία» που για αρκετές δεκαετίες υπήρξε επιμελητής της ύλης του και διευθυντής του. Τα αφιερώματα ιδιαίτερα του περιοδικού σε έλληνες και ξένους λογοτέχνες, επιστήμονες και ξένους συγγραφείς και ανθρώπων της τέχνης και της φιλοσοφίας είναι εξαιρετικά για την εποχή τους και ίσως όχι μόνο. Η «Νέα Εστία» άνθησε επί των ημερών του και, ο ίδιος, πολιτικά ή ιδεολογικά δεν μερολήπτησε. Το ύφος και η ταυτότητά της κρατήθηκαν μακριά από τις πολιτικές και άλλες βλέψεις του διευθυντή της. Κάτω από το στέγαστρο λοιπόν «Προβλήματα κ΄ ερωτήματα», ο Πέτρος Χάρης στοχάστηκε και προβληματίστηκε πάνω σε θέματα αισθητικής και της γραφής, κοινωνικής κριτικής και ζητημάτων που αφορούν τομείς της πεζογραφίας και της ποίησης. Της τέχνης και την τεχνική της γραφής, τον ρόλο της μέσα στην κοινωνία και τον ρόλο του συγγραφέα. Πολυγραφότατος και σταθερός στις απόψεις του, ανοιχτό μυαλό ο Πέτρος Χάρης βοήθησε αρκετούς συγγραφείς να αναδειχτούν, με δική του πρόθεση και συμβολή, βρήκε συγγραφικό «καταφύγιο» ο «αιρετικός» για αρκετούς συγγραφικούς και θρησκευτικούς κύκλους, εργασιομανής και πάντα ακούραστος στην αναζήτηση της Ελευθερίας Νίκος Καζαντζάκης. Πολλά του έργα πρωτοδημοσιεύτηκαν στις σελίδες της πριν και μετά τον θάνατο του Κρητικού συγγραφέα. Ο Πέτρος Χάρης, όπως «συνηθίζεται» στην χώρα μας και στην στενάχωρη λογοτεχνική της επικράτεια, αντιμετωπίστηκε από ορισμένα άτομα ως συντηρητικός και πουριτανικών πολιτικών αντιλήψεων άτομο, κάτι που δεν ευσταθεί. Ούτε για τον Πέτρο Χάρη, ούτε για τον Άγγελο Τερζάκη, ούτε για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ούτε για τον Δημήτρη Τσάκωνα, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Κώστα Τσιρόπουλο και άλλους σημαντικούς έλληνες λογίους και πνευματικούς ανθρώπους του προηγούμενου αιώνα. Ακόμα και ο συντηρητικός στοχαστής Χρήστος Μαλεβίτσης μας έχει δώσει εξαιρετικές μελέτες πάνω στην έννοια του «Τραγικού» και όχι μόνο, δεν θα σταθούμε στις πολιτικές του όποιες επιλογές!, όταν έχει μεταφράσει Μάρτιν Χάιντεγκερ. (του δασκάλου μεταξύ άλλων σύγχρονων στοχαστών και φιλοσόφων και της Χάννα Άρεντ). Δυστυχώς τα εμφύλια πάθη και τα τραύματα της πολιτικής και της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας επέδρασαν και στις αξιολογικές πνευματικές αντιλήψεις μας και αναγνώσεις μας, για την μερίδα εκείνη των λογίων και των στοχαστών που δεν ενστερνίζονταν την μαρξιστική, αριστερή ιδεολογία. Ο αποκλεισμός ήταν κάθετος και διαρκής. Από εδώ η Γενιά του 1930 και η συντήρησή της και από εκεί η Γενιά της Αντίστασης και η προοδευτικότητά της. Ακόμα και σήμερα που έπεσαν οι μάσκες και καταργήθηκαν οι μύθοι εντεύθεν κακείθεν των πολιτικών και ιδεολογικών τειχών, οι αποκλεισμοί διατηρούνται για πολλούς συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα. Μπορεί να κάνω λάθος στην εκτίμηση. Πάντως, κάτω από αυτό του ιδεολογικού και πολιτικού αποκλεισμού κλίμα, γνωρίσαμε και την κριτική και συγγραφική φωνή του Πέτρου Χάρη.

Μιάς φωνής που έχει ακόμα αρκετά να μας πει σε πολλούς της συγγραφικής λειτουργίας τομείς, τουλάχιστον για όσους ακόμα ασχολούνται και διαβάζουν τα συγγραφικά επιτεύγματα της παλαιότερης ελληνικής παράδοσης. Είτε αυτά τα συναντούν σε αυτόνομες εκδόσεις είτε σε παλαιότερα τεύχη περιοδικών όπως η «Νέα Εστία».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

21 Ιανουαρίου 2024.

ΥΓ. Ανεξάρτητα της θετικής ή αρνητικής στάσης που μπορεί να εκφέρει κανείς για το προκύψαν θέμα του πολιτικού Γάμου των ομοφυλόφιλων ζευγαριών και την συνταγματική και νομική κατοχύρωση των δικαιωμάτων των υπαρχόντων ή μελλοντικών παιδιών τους, η επισήμανση του κεντροδεξιού πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του, ότι «την τελευταία πεντηκονταετία μετά την μεταπολίτευση, είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε οι προτεινόμενες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις να προέρχονται από την κεντροαριστερά ή από αριστερές πολιτικές παρατάξεις, ενώ σήμερα έρχεται μία κεντροδεξιά παράταξη να εφαρμόσει και υλοποιήσει τις αναγκαίες κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται και έχει ανάγκη η χώρα, και αυτό προσπαθούμε να εφαρμόσουμε με το πρόγραμμά μας» είναι ευστοχότατη και ιστορικά δίκαιη σαν παρατήρηση. Αληθεύει της ιστορικής αλήθειας των ημερών μας. Σε μία σπαρασσόμενη και περί άλλων τυρβάζει αντιπολίτευση, έρχεται ένας πολιτικός ηγέτης της κεντροδεξιάς παράταξης με το επιτελείο του, να λύσει τον γόρδιο δεσμό δεκαετιών, προβλημάτων που κρατούσαν την χώρα βαλτωμένη και στάσιμη στις νέες εξελίξεις, ποδηγετούσαν με αγκυλώσεις αιώνων τις ζωές μας. Οι κυβερνήσεις έρχονταν και παρέρχονταν όπως και οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι και υπουργοί. Στην ουσία του όμως αυτό το διαχρονικό πολιτικό και κυβερνητικό και της ελληνικής κοινωνίας βάλτωμα ήταν σε βάρος των ζωών όλων μας. Ανεξαρτήτως πολιτικών ή ιδεολογικών προτιμήσεων του καθενός και κάθε μίας ελλήνων και ελληνίδων. Κρίμα που για άλλη μία φορά τα επαγγελματικά της δημοκρατίας κόμματα, στάθηκαν κατώτερα των πολιτικών και ιστορικών περιστάσεων και δεν έκατσαν να συζητήσουν για τόσο σημαντικά ζητήματα που αφορούν τις ζωές μας και να βρουν λύσεις από κοινού. Δεν αναφέρομαι μόνο στον πολιτικό γάμο αλλά και σε άλλα θέματα. Καλύτερα θα ήταν οι εκλεγμένοι βουλευτές μας να «απολογούνται» στους εκλογείς τους και όχι στα κανάλια και τους δημοσιογράφους. Και ας μην τρέχουν όλη μέρα από κανάλι σε κανάλι και από ραδιοφωνικό σταθμό σε ραδιοφωνικό σταθμό, ας αφιερώσουν εφόσον έχουν ελεύθερο χρόνο στο να διαβάζουν και να μελετούν τα νομοσχέδια που φέρνουν προς ψήφιση και μας αφορούν. Στο κάτω-κάτω, αν δεν λαθεύω πληρώνονται έξτρα σε κάθε νομοθετική συνεδρίαση που συμμετέχουν ή κάνω λάθος; Όσο για την Ορθόδοξη Ελλαδική Εκκλησία, ας κοιτάξει τα του οίκου της και ας μας εξηγήσει πρώτον, γιατί δεν εκλέγονται οι μητροπολίτες της απευθείας από το λαϊκό εκκλησιαστικό σώμα, τους πιστούς της, αλλά από μία ομάδα μητροπολιτών οι οποίοι κάθε άλλο, παρά το άγιο πνεύμα τους φωτίζει και τους καθοδηγεί στην ψήφο τους. Και δεύτερον, γιατί ακόμα και σήμερα απαγορεύεται σε έναν έγγαμο κληρικό να γίνει επίσκοπος όπως στην αρχαία Εκκλησία. Αλλά εδώ δεν άνοιξαν το ιερό στοματάκι τους να πουν μία κουβέντα για τα δέκα χρόνια της πτώχευσής μας, για τις αυτοκτονίες χιλιάδων Ελλήνων εξαιτίας της οικονομικής τους κατάρρευσης και φτώχειας. Για την εκ των έσω διάλυσης του παραδοσιακού θεσμού  της ετεροφυλόφιλης οικογένειας λόγω οικονομικών και άλλων αδιεξόδων, και τόσα και τόσα άλλα των ανθρώπων αδιέξοδα και προβλήματα και σήκωσαν τα λάβαρα της ηθικής και ξεστόμισαν τις αρές τους για μία μικρή ομάδα ομόφυλων γονέων που θέλουν να εξασφαλίσουν συνταγματικά τα παιδιά τους όσων βρίσκονται στην χώρα ή όσων την επισκέπτονται κρατώντας την ελληνική τους ιθαγένεια; Και μία ερώτηση και απορία θα είχα να κάνω σε αυτά τα ζεύγη του ιδίου φύλου, όσον αφορά δύο άντρες γονείς, αν αποφασίσουν να υιοθετήσουν ένα κοριτσάκι πως θα είναι και πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στην ανατροφή του, όταν γνωρίζουμε την ντροπαλότητα των μικρών παιδιών απέναντι ακόμα και στους φυσικούς γονείς τους του αντίθετου φύλου; Πώς θα το πλένουν, πώς θα αισθάνεται εκείνο,-το κορίτσι- και πώς θα αντιμετωπίσουν ζητήματα βιολογικής φύσεως. Δηλαδή την περίοδο που έχουν οι γυναίκες και άλλα γυναικολογικά ζητήματα. Αλλά αυτά είναι θέματα που μόνο οι ειδικοί, η αγάπη και ο χρόνος μπορούν να διευθετήσουν. Η άποψη του φιλόσοφου Στέλιου Ράμφου στέκει επιστημονικά άραγε ή σηκώνει συζήτηση;

Αχ αυτοί οι πλούσιοι ελληνοαμερικανοί τι φουρτούνες ξεσηκώνουν στο πέρασμά τους.

Στις Σπέτσες μικρά στρουφάκια στις Σπέτσες το Καλοκαίρι στο νησί του Ιωάννη και της Ελένης Αλταμούρα.