ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
του Νικόλαου
Β. Τωμαδάκη
Απ’ του
Μυστρά το κάστρο σου εποπτεύεις την αρχαία Λακεδαίμονα,
τον Ευρώτα
και τον ειρηνοφόρο κάμπο, μυρισμένον απ’ τ’ απειράριθμα νεραντζολεμονάνθια.
Κι άνωθέ σου
ο Ταϋγετος δροσοβολάει το χιονόνερο που λυώνει
και κυλώντας
καρπίζει την επική γη που σεβίζει σε Δεσπότη της
κι αποξεχνάς
το Βόσπορο που φιλάει ακόμη ελεύθερη τα πόδια της αυριανής σκλάβας.
Όμως εσύ δε
λογιάζεις χρυσές ταινίες, σκήπτρα κι ευφημίες βασιλικές κι εγκώμια,
ένας ήσκιος
απέραντος σκεπάζοντας τη Σπάρτη δεσμεύει τους ασίγαστους λογισμούς σου.
Ο Λεωνίδας
της Σπάρτης είναι η μοίρα σου η γραμμένη, που τριακόσιους
γενναίους
οδηγώντας τους αντέταξε στις τόσες των εχθρών μας αγελαίες μυριάδες.
Ένας θάνατος ωραίος κι άξιος πιό πολύ
ζυγίζει
απ’
την άνεργη και τρυφηλή ζωή του κάθε
κάμπου.
Έτσι, όταν
πεζός, γυμνός από στρατό και φίλους, άυπνος, άστολος
με το σπαθί
στο χέρι αντίκρυζες την πλημμύρα των αρμάτων,
πού βάρβαρο
ξεκίνησαν ασκέρι, για να πατήση τη βασίλισσα την Πόλι,
άσειστος ο
ήσκιος στάθηκε τρανός κοντά σου και δύναμι ψυχής εγίνη,
και τα’
ανδρόφονο σπαθί σου ωδηγήσει μπρός απ’ τα ρημαγμένα τείχη
ως ότου το
παράπονο σε πήρε, κι ήβγεν ύστατος ο μέγας λόγος:
-Δεν είναι
Χριστιανός κανείς εδώ κοντά μου για να πάρη το κεφάλι
τάρχοντά του,
μην το μιάνη του άπιστου μαχαίρι;
Ούτε κι
εχάθηκες ποτέ κι ούτε κι εκρύβης, ούτ’ αγγέλων χέρια σε σηκώσαν.
Ο Φιλοποίμην
κι ο Λεωνίδας δίπλα σου στεκόταν ματωμένοι
και, καθώς
νεκρός στη γενέτειρα τη έπεφτες, σ’ αδράχνουν
και για
στεφάνι εντάφιο στο γυμνό στέμμα στου
κεφάλι
κορώνα
ελληνική, της Σπάρτης δάφνη ολόανθην απιθώνουν.
10.5.1972
ΝΙΚΟΛΑΟΣ Β. ΤΩΜΑΔΑΚΗΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ.
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ, ΑΘΗΝΑ 1973, σ.21.
Σημείωση: Το ποίημα περιλαμβάνεται στην πρώτη
ενότητα ποιημάτων με τίτλο «ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ» σελίδα 13-21 με τις δέκα επιλεγμένες
ποιητικές μονάδες σε συνθεμένες σε διάφορα χρονικά εικοσαετιών διαστήματα. Η
ποιητική εν γένει κατάθεση του παλαιού Βυζαντινολόγου καθηγητή δεν μας είναι
και τόσο γνωστή, και σίγουρα, από όσο μπορώ να γνωρίζω, δεν έχει προσεχθεί από
τους κριτικούς μας, τους ασχολούμενους με τα Χριστιανικά γράμματα και των
Κρητών λογοτεχνών ποιητική παράδοση, και φυσικά, την ιστορική διαδρομή της
ελληνικής ποιητικής γραμματείας. Οι άλλες, «επίσημες» επιστημονικές του
πανεπιστημιακές ενασχολήσεις, μεταφράσεις και επιμέλειες έκδοσης και αναστυλώσεις
με σχολιασμούς Βυζαντινών συγγραφέων- χρονικογράφων απορροφούσαν το μεγαλύτερο
μέρος του χρόνου και των ερευνητικών του ενασχολήσεων. Παρόλα αυτά, στα
διαστήματα της σχόλης και των στιγμών της μόνωσής του ο Νικόλαος Β. Τωμαδάκης
βρισκόμενος ενώπιος ενωπίω στο γραφείο του, αναπολώντας τις προσωπικές του βίου
του αναμνήσεις και οικογενειακών του καταστάσεων από μία σχετική απόσταση
έπιανε το μολύβι και αποτύπωνε τις σκέψεις, τις λαχτάρες και επιθυμίες των
περασμένων χρόνων του εντυπώσεις των φωτεινών και σκοτεινών γεγονότων της ζωής
του. Όσα συμβάντα εντυπώθηκαν στην μνήμη του, τις γνωριμίες και συναντήσεις που
τον σημάδεψαν, πρόσωπα που έμειναν στην πινακοθήκη της ζωής του και δεν
λησμονήθηκαν στον χρόνο. Ιδιαίτερα η ιστορική σημαδιακή περίοδο του πολέμου και
της κατοχής τόσο στον γενέθλιο τόπο των προγόνων του όσο και στην πατρίδα μας,
στάθηκε η κινητήρια κεντρική αιτία να μας ξεδιπλώσει και αποκαλύψει τον εύρωστο
συναισθηματικό του κόσμο, τις κρυφές πτυχές των ψυχικών του διακυμάνσεων,
παλαιότερες αγάπες και ερωτικά του κεντρίσματα αυτά που φύλαγε σαν φυλακτό μέσα
του και ερέθιζαν ακόμα την φαντασία του. Μία προσωπική του εικονογραφία όμορφων
εικόνων- στιγμών που μας καταθέτει με πηγαία διάθεση επηρεασμένος από την
Σολωμική ποιητική φλόγα και την Καβαφική ποιητική τεχνική των εκ των υστέρων
ατομικών του αναμνήσεων ενός καλλιεργημένου και φτασμένου επιστήμονα με
σημαντική συμβολή στα βυζαντινά γράμματα και ιστορία. Τότε, τις στιγμές αυτές η
επιστημονική του «πανοπλία» αφήνονταν στην άκρη και αποκαλύπτονταν το ποιητικό
πρόσωπο του ευαίσθητου Κρητός ανδρός. Γυμνό, απροσποίητο, χιουμοριστικό,
σατιρικό, τσουχτερό, στοχαστικό, πονεμένο και μελαγχολικό, και ένα κλίμα
αδιόρατης θλίψης για τα περιστατικά θανάτου που βίωσε εκ νεότητός του, ένα
κλίμα ελεγχόμενης απαισιοδοξίας και αγωνίας, με δύο λόγια έχουμε μπροστά μας μία
ποικίλη γκάμα ποιητικών του ασκήσεων και ολοκληρωμένων ποιητικών του καταθέσεων,
ατομικών του συναισθημάτων, ερωτικών διαθέσεων, θρησκευτικών του χριστιανικών
πεποιθήσεων, τρυφερών βιωμένων του καταστάσεων και ονειροπολήσεων, ιδανικών
περιπετειών. Οργανωμένες μεθοδικά και τεχνικά εικόνες- μαρτυρίες, στίχοι μικρής
συνήθως πνοής και στροφικές συνθέσεις με εσωτερική αρμονία και ισορροπία και μία
εκφραστική παραστατικότητα και ζωντάνια που ξαφνιάζει παρά τις ελάχιστες
ποιητικές ρυθμικές «ατέλειες» που αναγνωρίζουμε στο διάβασμα αυτής της παλαιάς
ποίησης προσωπικών ενθυμημάτων. Χαρακτηριστική η γλώσσα του ποιητή Νικόλαου Β.
Τωμαδάκη όχι καθαρά προερχόμενη από τις πηγές της Δημοτικής παράδοσης, ένας της
εποχής του «πρωτότυπος» ή συνηθισμένος (αν θέλετε) συνδυασμός προφορικότητας,
Κρητικής ντοπιολαλιάς και καθαρευουσιάνικων της εποχής συνηθειών γραφής
αποχρώσεων. Σίγουρα πάντως έχουμε μιά εμπλουτισμένη εκφραστική με ιδιωματικές
απολήξεις ηχητικά όμως ευχάριστη και κατανοητή. Δεν χρειάζεται ειδικό γλωσσάρι
για να κατανοηθεί. Ιδιαίτερης προσοχής χρήζουν τα Δύστυχα του, όπως επίσης και
η οργάνωση της ποιητικής ύλης όπως εμφανίζεται στο 156 σελίδων τόμο με τα
ποιήματά του.
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε μετά από πάνω
από μισό αιώνα που έχει περάσει από την έκδοση αυτών των Ποιημάτων, ότι είχε
διπλό δίκιο ο φιλόλογος και μαθητής του δοκιμιογράφος κυρός Ιωάννης Μ.
Χατζηφώτης όταν όχι μόνο διαισθάνθηκε την ποιητική φλέβα του δασκάλου του
Βυζαντινολόγου αλλά και τον πείθει- παρά την διστακτικότητα και τον
συνεσταλμένο χαρακτήρα, την αναποφασιστικότητα του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη να βάλε
σε «τάξη» τα σκόρπια χειρόγραφα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα χειρόγραφα με τα
ποιήματά του και μεταφράσεις του, να μας τα διασώσει και επιμεληθεί την έκδοσή
τους. Με την θεμιτή αυτή φιλοδοξία του Ι. Μ. Χατζηφώτη τα ποιήματα του Τωμαδάκη
δεν έμειναν σκόρπια και αχαρτογράφητα σε διάφορα περιοδικά και έντυπα της
εποχής, μάλλον δυσεύρετα σήμερα, αλλά να δουν-ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής
αυτής ύλης-το φως τη δημοσιότητας φιλολογικά συγκεντρωμένης και επιμελημένης.
Από τις δικές μου έρευνες παλαιότερα, ενδέχεται να μην υπάρχουν πολλοί έλληνες
τουλάχιστον Βυζαντινολόγοι καθηγητές οι οποίοι θήτευσαν και διακόνησαν τον
ποιητικό λόγο με την ίδια υπευθυνότητα και φροντίδα. Από τους χρόνους της
εποχής μας γνωρίζω δύο σημαντικά ονόματα, αυτά της Βυζαντινολόγου που έφυγε
πρόσφατα καθηγήτριας Ελένης Γλύκατζη- Αρβελέρ, πού πρόλαβε να δει να
μελοποιούνται ποιήματά συλλογών της και του πειραιώτη ομότιμου πανεπιστημιακού
Βρασίδα Καραλή που εκτός από τις γνωστές μεταφράσεις του Βυζαντινών
Χρονογράφων, και άλλων του δοκιμιακών εργασιών έχει εκδώσει και δύο ποιητικές
του συλλογές.
Στα επ’ εμοί, στα Λογοτεχνικά Πάρεργα
έχουμε μιλήσει σε προηγούμενο πρόσφατο σημείωμά μας αναρτήσει τις μεταφράσεις
του τόμου από τα ποιήματα του Νικόλαου Β. Τωμαδάκη και έχουμε αναφερθεί στην
έκδοση. Ακόμα, οφείλουμε να σημειώσουμε την σημαντικότητα των Βυζαντινών
εργασιών και εκδόσεων του Βυζαντινολόγου καθηγητή Νικόλαου Β. Τωμαδάκη. Ο
Τωμαδάκης πριν τις σύγχρονες εκδόσεις «Ελένης Κανάκη» και των εκδόσεων «Άγρα»
με μεταφράσεις Βυζαντινών συγγραφέων των Αλόη Σιδέρη και Βρασίδα Καραλή, και
ίσως πριν τις εκδόσεις «Πάπυρος» μας έδωσε ήδη από το 1953 τα φροντισμένα και
σχολιασμένα βιβλία του με κείμενα Βυζαντινών συγγραφέων και πληροφορίες για τον
βίο και τα έργα του. Βλέπε με το βιβλίο του ΠΕΡΙ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
(1453) με κείμενα των ΔΟΥΚΑ- ΚΡΙΤΟΒΟΥΛΟΥ- ΣΦΡΑΝΤΖΗ-ΧΑΛΚΟΚΟΝΔΥΛΗ βασικών
ιστορικών της Άλωσης και με την προσθήκη ενός ακόμα Βυζαντινού κειμένου, της
«ΔΗΜΗΓΟΡΙΑΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΑΝΑΚΤΙΣΜΑΤΟΣ (1415)» του ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΥ, με
την δραματική προειδοποίηση προς τους βυζαντινούς άρχοντες για τον κίνδυνο και
την καταστροφή που πλησιάζει. Ο τόμος με τα κείμενα έτυχε ανατυπώσεων, νομίζω η
τελευταία από τις εκδόσεις «Π. Πουρναρά» στην Θεσσαλονίκη το 1993. Την περίοδο
που προμηθεύτηκα το βιβλίο μαζί με το δεύτερο τεύχος του «ΣΥΛΛΑΒΙΟΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ
ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΩΝ» έτυχε να πέσει στα χέρια μου και ο τόμος με τα ποιήματα
του τακτικού καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας του Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών. Σαν μία ευχάριστη και μη αναμενόμενη έκπληξη. Ο καιρός
πέρασε και αυτήν την εβδομάδα με την ευκαιρία μίας ακόμη επετείου για την Άλωση
της Πόλης Τρίτη 29 Μαϊου 1453, έπιασα να διαβάσω εκ νέου τους Βυζαντινούς
ιστορικούς αυτόπτες μάρτυρες και διάφορα άλλα σύγχρονα ποιήματα και πεζά με
θέμα τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ΙΑ΄. Όπως
τα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη, τις αναφορές του Νίκου Εγγονόπουλου, την σύνθεση
του Γεωργίου Βιζυηνού, το πεζό του Χρήστου Π. Ζαλοκώστα, «ΚΩΣΝΤΑΝΤΙΝΟΣ
ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ» και το δίτομο έργο του Κώστα Δ. Κυριαζή, «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ-
Πήραν την Πόλη πήραν την…» από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της «Εστίας» και
οι δύο πεζογράφοι και τα έργα τους κυκλοφόρησαν από τις αρχές του 1960 και
έτυχαν πολλών επανεκδόσεων.
Η Καστροπολιτεία του Μυστρά όπως μας
πληροφορεί στις σελίδες του το «ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΜΩΡΕΩΣ» ιδρύθηκε από τους Φράγκους
την περίοδο της εκστρατείας τους στην ελληνική χερσόνησο επί Βυζαντινών και
στις διαμάχες τους. Σε αυτά τα πέτρινα κάστρα βιγλάτορες του πελάγους γεννήθηκε
ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ΄ ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας της
βασιλικής δυναστείας των Παλαιολόγων Δεσποτών του Μυστρά. Στο αμέσως
προηγούμενο σημείωμα, καταγράφοντας το περιοδικό «ΙΣΤΟΡΙΚΑ» της εφημερίδας
«Ελευθεροτυπίας» αναφερθήκαμε εκτενέστερα και εν τάχει σε έλληνες και ελληνίδες
συγγραφείς οι οποίοι στα έργα τους, ποιητικά και πεζά- μυθιστορηματικές
ιστορικές «μυθοπλασίες», θέατρο αναφέρθηκαν στα τραγικά εκείνα γεγονότα των
ημερών και στο πώς μέσα στην ροή του ιστορικού χρόνου της ελληνικής παράδοσης
και στις συνειδήσεις των Ελλήνων, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάτσης ΙΑ΄
μετατράπηκε σε ζωντανό Θρύλο ελευθερίας και διαρκών κοινωνικών αγώνων του
Ελληνισμού. Η Πόλις Εάλω, το Βασίλειο του Πόντου χάθηκε όπως και τα πανάρχαια
ελληνικά εδάφη της Μικράς Ασίας από τα Οθωμανικά στρατιωτικά στρατεύματα. Ο
«Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» με την εθελούσια αυτοθυσία του πέρασε στον μύθο και τον
θρύλο της παραμυθίας της ελληνικής ιστορίας, αριθμητικά σε χρόνια αντίστροφα
και υπέρτερα από τα ελάχιστα χρόνια που βασίλευσε. Οι ελληνικές γενιές δεν
λησμόνησαν όπως και οι λογοτέχνες μας.
«Οι βυζαντινοί» γράφει στο μελέτημά της «Η
Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» εκδόσεις «Αργώ» 1977 η
βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, «ο νέος περιούσιος λαός, και η
Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ιερουσαλήμ, θα αποπλύνουν με τη θυσία τους τα
αμαρτήματα όλου του κόσμου. Προτιμούν να εκβαρβαριστούν παρά να εκλατινιστούν,
γιατί μόνο ο εκβαρβαρισμός του μόνου πολιτισμένου λαού του κόσμου, του
Βυζαντινού, σημαίνει το τέλος της ιστορίας. Τα λίγα ουτοπικά πνεύματα, φορείς ενός
νέου μηνύματος ελπίδας, θα αποβληθούν γρήγορα από την ορθόδοξη κοινότητα. Ας
θυμηθούμε σχετικά ότι ο πατριάρχης Γεννάδιος διέταξε να κάψουν τα έργα του
φιλόσοφου Πλήθωνα. Η Κωνσταντινούπολη θα είναι για πολύ καιρό η αμαρτωλή πόλη,
που όπως έγραψε ο Παλαμάς, ο εθνικός ποιητής της σύγχρονης Ελλάδας: «Σαν πόρνη
εκαρτέραγε τον τούρκο να την πάρει» (από τον «Δωδεκάλογο του γύφτου»). Η Ευρώπη
θα πληροφορηθεί με έκπληξη την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και θα
αισθανθεί σαν μονόφθαλμη, όπως έγραφε ένας πολωνός συγγραφέας της εποχής, αλλά
θα παρακολουθήσει ανήμπορη την κατάλυση από τους τούρκους της μεγαλύτερης
χριστιανικής αυτοκρατορίας του μεσαίωνα, της αυτοκρατορίας που πρώτη αυτή ζήλεψε
το μεγαλείο της. Η αντίσταση και ο ηρωικός θάνατος του τελευταίου αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου
Παλαιολόγου Δραγάτση, πάνω στα τείχη της πόλης, θα είναι η μόνη πράξη, πού ήταν
αντάξια του παλιού Βυζαντίου. Θα τροφοδοτήσει το θρύλο του ελληνικού λαού για
την ανάσταση του αυτοκράτορα και την αναγέννηση του Βυζαντίου. (βλέπε Γ. Μέγα, Η
πτώση της Κωνσταντινούπολης στα τραγούδια και τους θρύλους των Ελλήνων, στο Σύγχρονος
ελληνισμός, Αθήναι 1953). Με την μεγάλη ιδέα θα διατηρήσει την τρεμάμενη φλόγα
του ελληνικού πατριωτισμού, που οι ελπίδες του θάφτηκαν για πολύ καιρό κάτω από
τα ερείπια της αυτοκρατορικής πόλης το 1453.» σελ.145- 146. Ενώ στην σελίδα 160 αναφέρει για την Πόλη: «Η
Κωνσταντινούπολη, σαν έδρα του αυτοκράτορα και της αυλής, κατέληξε να θεωρείται
έδρα όλης της εξουσίας. Έτσι φωτίζεται και ο ρόλος αυτής της πόλης μέσα στο σύνολο
της ιστορίας και του βυζαντινού πολιτισμού. Όπως ξέρουμε, η έλξη της επέδρασε όχι
μόνο πάνω στους βυζαντινούς, αλλά και πάνω στους βυζαντινολόγους, που επιχείρησαν
να εξηγήσουν το βυζαντινό φαινόμενο διά μέσου της Κωνσταντινούπολης, που έχοντας
γίνει ο ήλιος της Αυτοκρατορίας, εξαιτίας του αυτοκράτορα που κατοικούσε εκεί,
επισκίασε τις επαρχίες πάνω στις οποίες, εντούτοις, στηριζόταν το πραγματικό
μεγαλείο της Αυτοκρατορίας. Ας πούμε μόνο σχετικά με το θέμα μας, ότι η Κωνσταντινούπολη
κατέχει την κορυφή της τάξης των πόλεων, όπως ακριβώς ο αυτοκράτοράς της κατέχει
την πιο υψηλή θέση στον κόσμο και ο πατριάρχης της την ανώτερη θέση στην
εκκλησιαστική ιεραρχία….».
Συμπερασματικά ο Βυζαντινολόγος ποιητής ήταν
η αφορμή μας για το ταξίδι αυτό στα κλέη, στα ηρωικά ανδραγαθήματα, τους μύθους
και τους θρύλους, στα κεντρικά σύμβολα της Ελληνικής παράδοσης και του Ελληνισμού.
Η ομάδα των ελλήνων και ελληνίδων σύγχρονων ποιητών και πεζογράφων που ασχολήθηκαν
με την Άλωση της Πόλης και τον τελευταίο αυτοκράτορά της φιλοτεχνώντας στα έργα
τους στιγμές και πρόσωπα, θρύλους της ιστορίας και της παράδοσης είναι αρκετά
μεγάλη και συνεχής. Απαραίτητη η μνημόνευση του ονόματος του καθηγητή κυρίου Φώτη
Δημητρακόπουλου ο οποίος σε γραπτά και ομιλίες του κατέγραψε ένα μεγάλο αριθμό
ονομάτων. Αρκετοί συγγραφείς όπως πχ. ο Γεώργιος Βιζυηνός δεν έγραψε μόνο το
εκτενές ποίημα για τον τελευταίο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αλλά δημοσίευσε και ποίημα
για την «Αγία Σοφία», (17 στροφές) αλλά και τον θρύλο «Το Μπαλουκλί (τα ψάρια της
Ζωοδόχου Πηγής». Βλέπε συλλογή του «Ατθίδες Αύραι» 1883. Στα «Άπαντά» του των
εκδόσεων «Χρίστου Γιοβάνη», Αθήνα 1967 με πρόλογο του πειραιώτη Σπύρου Μελά και
εισαγωγές του Κλέων Παράσχου και Κ. Μαμώνη που κρατά και την επιμέλεια της έκδοσης.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
26 Μαϊου 2026
ΥΓ. Έφυγε από την ζωή ο εκδότης Λευτέρης Καρτάκης. Ο Λευτέρης Καρτάκης γεννήθηκε το 1940 στην Καστάνιανη Ιωαννίνων, μεγάλωσε στα Γιάννενα και σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης όπου και ολοκλήρωσε το διδακτορικό του. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων, στον όμιλο Νιάρχου και στη Μεταλλουργική Ηπείρου. Το 1984, έκανε το χόμπι του (διάβασμα) επάγγελμα ιδρύοντας τις Εκδόσεις Ροές ενώ ακολούθησαν, το 1993, οι Εκδόσεις PRiNTA. Το πρώτο του στέκι ήταν στην περιοχή του Συντάγματος. Γνώρισε στο ελληνικό κοινό σημαντικούς ευρωπαίους συγγραφείς και επιμελήθηκε προσωπικά εκδοτικές σειρές («Στις Πηγές της Γνώσης», «microMEGA») που άφησαν το στίγμα τους. Τα παιδιά του, Ανδρέας και Εύη, συνεχίζουν το εκδοτικό έργο του. Η κηδεία του θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο την Τετάρτη 27 Μαΐου. Όποιος και όποιοι επιθυμούν μπορεί να κάνουν κατάθεση στη μνήμη του στο «Χαμόγελο του παιδιού».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου