Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Βενέζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Βενέζης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2018

Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός


Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός
Οι χρόνοι της δουλείας
Του Ηλία Βενέζη
Εκδόσεις Εστία 1981, (πρώτη έκδοση 1951)
 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
     Έχουν αρχίσει οι μέρες της μεγάλης πικρίας της Ελλάδας. Απρίλιος του 1941. Οι Γερμανοί έχουν φτάσει στην Αθήνα, η σημαία τους ανεμίζει στην Ακρόπολη. Η Ελλάδα έχει γονατίσει, η Ελλάδα είναι μες στο πένθος, στο αίμα και τα δάκρυα. Οι νικήτριες ελληνικές στρατιές των αλβανικών βουνών έχουν διαλυθή, οι στρατηγοί τους συνθηκολογήσανε, οι δρόμοι είναι γεμάτοι από αποκαμωμένα, κουρελιασμένα, πεινασμένα παλικάρια, που πήρανε το δρόμο του γυρισμού απ’ το μέτωπο γυρεύοντας να φτάσουν στα χωριά τους φορτωμένα πικρία και δόξα.
     Στην πρωτεύουσα των Ελλήνων ένας άνδρας, μορφή δωρική, πανύψηλη, σαν τα δέντρα των δασών του τόπου του, της ορεινής Δορβιτσάς, στέκεται όρθιος, κοιτάζει απ’ το παράθυρο έξω στο δρόμο το θέαμα του δρόμου. Έξω, στο δρόμο, είναι η Ελλάδα η βουτηγμένη στο πένθος, στο αίμα και στα δάκρυα. Περνάν βογκώντας οι μαυροφορεμένες γυναίκες του πένθους, οι λαβωμένοι πολεμιστές των αλβανικών βουνών, τα απορφανισμένα παιδιά των Ελλήνων. Αρχίζει, μόλις, ο νέος μαρτυρικός δρόμος του Έθνους. Και το Έθνος είναι ακέφαλο. Ο Βασιλεύς και η Κυβέρνηση φύγανε για να συνεχίσουν, έξω απ’ τα σύνορα της δουλωμένης πατρίδας, πολεμώντας για την ελευθερία της Ελλάδας και του κόσμου. Ό,τι μένει για το Γένος είναι μονάχα η Εκκλησία. Καθώς στους παλαιούς καιρούς, στους παλαιούς χρόνους της δουλείας, η Εκκλησία πρέπει να γίνη πάλι κεφαλή και καταφυγή των Ελλήνων.
Τι θα κάμη αυτή την ώρα αυτός, ο Δεσπότης των Αθηνών;
      Είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός. Είναι ωχρός και αδύνατος απ’ την πολύχρονη φυλακή. Μόλις ελευθερώθηκε απ’ τη φυλακή του. Ο μεγάλος αντίπαλός του, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, Βυζαντινός αυθεντικός, του έχει φερθεί σκληρά. Δυόμισι χρόνια τον κρατούσε απομονωμένο σ’ ένα κελλί της Μονής της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα, με φρουρά που του απαγόρευε και την ελάχιστη μετακίνηση.
Τα πράγματα είχαν γίνει έτσι:
     Το Νοέμβριο του 1938, μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, είχε γίνει η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου από την Ιεραρχία της Ελλάδος. Αντίπαλοι ήταν δύο: ο Κορινθίας Δαμασκηνός και ο Τραπεζούντος Χρύσανθος. Ο πρώτος είχε ένα λαμπρό παρελθόν ως Επίσκοπος Κορινθίας στους σεισμούς που ερείπωσαν την Κόρινθο στα 1928, ως Έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αμερική. Ο δεύτερος είχε ένα λαμπρό εθνικό παρελθόν΄ ως Δεσπότης του Πόντου. Αρχιεπίσκοπος εξελέγη ο Δαμασκηνός με 31 ψήφους. Ο Χρύσανθος πήρε 30 ψήφους. Μετά την εκλογή τελέστηκε το Μέγα Μήνυμα. Αλλά την άλλη μέρα οι τρείς αρχιερείς υπέβαλαν ένσταση, εναντίον της εκλογής του Δαμασκηνού, στο Συμβούλιο Επικρατείας, με την αιτιολογία ότι ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως και Κονίτσης δεν είχε δικαίωμα να ψηφίση, ως υπόδικος. Η Κυβέρνηση Μεταξά ήθελε να φέρη οπωσδήποτε τον Μητροπολίτη Χρύσανθο επικεφαλής της Εκκλησίας. Ήσκησε πίεση. Και το Συμβούλιον Επικρατείας με ψήφους 8 εναντίον 7 ακύρωσε την εκλογή του Δαμασκηνού. Έπειτα, με νέα εκλογή της Ιεράς Συνόδου, ήρθε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο Τραπεζούντος Χρύσανθος.
      Δυό μεγάλοι άνδρες της Εκκλησίας βρέθηκαν έτσι στις δυό όχθες αγεφύρωτου γκρεμού, κατάντικρυ ο ένας στον άλλον. Τίποτα δεν ήταν ικανό να τους συμφιλιώση. Τους χώριζε ο Θρόνος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Δαμασκηνός, έπειτα απ’ το Μέγα Μήνυμα θεωρούσε τον εαυτό του μόνον κανονικόν Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και θεωρούσε τον Χρύσανθο «επιβάτην». Αρνήθηκε οποιοδήποτε συμβιβασμό. Ο Χρύσανθος, ανένδοτος, με τη βοήθεια της κοσμικής εξουσίας τον απομόνωσε στο μοναστήρι της Φανερωμένης. Ο Δαμασκηνός, φυλακισμένος, προσευχόταν και περίμενε την ώρα να γυρίση στο θρόνο του. Υπέγραφε πάντα ό,τι έγραφε: «Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός».
     Όταν έφυγε ο Βασιλεύς και η Κυβέρνηση, την άνοιξη του 1941, στην Αίγυπτο και ήρθαν οι κατακτητές και ορίσανε την Κυβέρνηση των στρατηγών της συνθηκολογήσεως με Πρόεδρο το στρατηγό Τσολάκογλου, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίση τη νέα Κυβέρνηση. Πήγαν πρεσβείες να τον μεταπείσουνε’ στάθηκε ανένδοτος. Ο γράφων τον βρήκε ένα από κείνα τα βράδια στο απέριττο γραφείο του, στην Αρχιεπισκοπή, πλάι στην αίθουσα με το βυζαντινό θρόνο, να περιμένη το πεπρωμένο. Ήταν όρθιος, το μαύρο ράσο του έκανε να φαίνεται πιο πολύ η ωχρότητα του προσώπου του. Είπε:
-Όχι αρνούμαι να τον ορκίσω.
     Το βλέμμα του ήτανε στραμμένο προς τον τοίχο του βάθους, σα να κοίταζε στο βάθος τους χρόνους.
-Όχι είπε πάλι. Εγώ θα ώρκιζα Κυβέρνησιν που θα ώριζε μόνον ο Βασιλεύς των Ελλήνων. Όχι, δεν θα υποκύψω. Τι θα ειπούν, αν υποκύψω, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Αλεξανδρείας, ο Βασιλεύς; Όχι. Αρνούμαι.»
     Έτσι, ουσιαστικά άφηνε το Θρόνο. Και ο Αθηνών Δαμασκηνός δεν ήταν πιά δεσμώτης’ με την κατάρρευση η φρουρά του είχε αποσυρθή. Κατέβηκε απ’ τη Σαλαμίνα στην Αθήνα. Ο θρόνος του τον περίμενε. Τον περίμενε η Εκκλησία. Τον περίμενε το ποίμνιό του πού εχειμαζόταν.
     Τι θα πράξη ο Αθηνών Δαμασκηνός; Ο Δαμασκηνός δεν έχει προγόνους του τους Ιεράρχες του Βυζαντίου, αλλά τους Δεσποτάδες του 1821. Έχει το πάθος τους, την πολιτικότητά τους, και την αγωνιστική τους ιδιοσυγκρασία. Πιστεύει πω η Εκκλησία-η «Ναύς», όπως θα την πη αργότερα στα μυστικά του μηνύματα προς το Κάϊρο-ένα είχε χρέος πάντα στις μεγάλες, τις δύσκολες ώρες του Γένους; Όχι να αποσύρεται απ’ τ’ εγκόσμια. Αλλά να κατεβαίνη στο δρόμο, να φτάνη στο καλύβι του χριστιανού, του κυνηγημένου, του πεινασμένου, του απορφανισμένου’ να γίνεται Κεφαλή του Έθνους, να αγωνίζεται, να ορθώνη κατακόρυφο το ανάστημά της απέναντι των τυράννων και, αν είναι ανάγκη, να μαρτυρή.
     Ο Δαμασκηνός σκέπτεται ότι είναι ο Αρχιεπίσκοπος των Ελλήνων και πρέπει ν’ ανεβή στο θρόνο του πού του τον είχε πάρει ο «επιβάτης». Ο λαός του χειμάζεται και περιμένει τον Ιεράρχη. Αλλά τώρα στην Αθήνα είναι μια Κυβέρνηση μισητή, η Κυβέρνηση των στρατηγών της συνθηκολογήσεως, και την Ελλάδα την εξουσιάζουν οι κατακτητές του. Για ν’ ανεβή στο θρόνο του ο Αθηνών Δαμασκηνός πρέπει να το θέλουν η Κυβέρνηση της Κατοχής και οι κατακτητές της Ελλάδος. Προσωπικός ο ίδιος δεν φαίνεται να καταδικάζη τη συνθηκολόγηση των στρατηγών. Την κρίνει σ’ ένα γράμμα του προς τον στρατηγό Τσολάκογλου-που ο αναγνώστης θα το βρη στη συνέχεια αυτής της ιστορίας-ως μέτρον ανάγκης. Αλλά το γεγονός μένει: η Κυβέρνηση Τσολάκογλου είναι μια κυβέρνηση κατοχική και μισητή από τους Έλληνες.
     Τι θα πράξη ο Αθηνών Δαμασκηνός; Να αποτραβηχτή και αυτός, να αρνηθή και αυτός καθώς αρνήθηκε ο Χρύσανθος; Και να περιμένη να περάση η μπόρα της Κατοχής για να έλθη στο θρόνο του; Ή να ανεβή στο θρόνο του τώρα, με τη συγκατάθεση των Γερμανών και των ελλήνων συνεργατών τους, και να αγωνισθή για το Έθνος;
     Το δίλημμα είναι μέγα. Ωχρός, εξασθενημένος απ’ τη φυλακή, γιγάντειος, κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο του σπιτιού του το θέαμα του δρόμου. Εκεί, στο δρόμο, περνά η εικόνα της πεινασμένης, της καταματωμένης Ελλάδας που βογκά.
     Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός φαίνεται ότι παλαίει. Συμβουλεύεται τους φίλους του. Άς είναι Πρωθιεράρχης. Δεν είναι σοφός της θεολογίας και των κανόνων. Η πίστις του είναι πίστις απλού χριστιανού, πίστης πρωτόγονη. Μιλούσε πάντα με το Θεό απλά.
     Τι να πράξη;
Σ’ αυτή την κατάσταση, με αυτό το δίλημμα τον βρήκε ένα απόγεμα προσωπικός του φίλος, διδάσκαλος πανεπιστημιακός. Ο καθηγητής τον συμβουλεύει και αυτός να πράξη αυτό που του υπαγορεύει και η δική του συνείδηση: να πάρη το θρόνο του, να υπερασπιστή το Γένος που χειμάζεται.
      Στον Θεμιστοκλή Τσάτσο, που τον βλέπει τότε, μετά την απελευθέρωσή του, κάθε μέρα, ο Αρχιεπίσκοπος θα πη:
-Είναι εν τούτοις αίσχος δια την Ελλάδα ότι έπρεπε να έλθουν οι Γερμανοί δια να παύση η εναντίον μου δίωξις.
Και αργότερα:
-Όχι! Είμαι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Δεν μπορώ να μην ενασκήσω, αυτήν ακριβώς την ώρα, τα καθήκοντά μου που θα είναι μαρτύριον και κίνδυνος. Το εναντίον θα είναι φυγή.
     Σε άλλο φίλο του, τον τότε Πρόεδρο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κλ. Μανέαν, λέγει:
-Είμαι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Δεν παρακαλώ. Ούτε τους Γερμανούς, ούτε την Κυβέρνησιν. Η Κυβέρνησις οφείλει να κάμη τα τυπικά Διατάγματα, ό,τι χρειάζεται, δια να αναλάβω το καθήκοντά μου.
     Πράγματι, Νομοθετικόν Διάταγμα της 17ης Ιουνίου 1941 συνεκάλεσε την Μείζονα Σύνοδον της Ιεραρχίας της Ελλάδος να αποφανθή «περί του κύρους της εκλογής του Αρχιεπισκόπου Αθηνών της ενεργηθείσης την 5η Νοεμβρίου 1938 υπό της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, των κατ’ αυτήν και μετ’ αυτήν συνταχθέντων πρακτικών, έτι δε των μετά ταύτα επακολουθησασών εκκλησιαστικών και άλλων οιωνδήποτε πράξεων και αποφάσεων συναφών προς την ανάδειξιν Αρχιεπισκόπου Αθηνών». Η Μείζων Ιερά Σύνοδος με ομόφωνη απόφαση της στις 2 Ιουλίου 1941 εδέχθη ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, κανονικώς αναδειχθείς, είναι ο Δαμασκηνός. Και την απόφαση αυτή την αναγνώρισε η Κυβέρνηση με Διάταγμα της 5 Ιουλίου 1941.
     Την 6 Ιουλίου 1941 ο Δαμασκηνός εγκαταστάθηκε στο θρόνο του……….
Ηλίας Βενέζης, 
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, εκδόσεις Εστία 1981, σελίδες 9-13
--
CHE FECEIL GRAN RIFIUTO
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι-το σωστό-εις όλην την ζωήν του.

Σημείωση:
     Διαβάζοντας την κατά κάποιον τρόπο αφηγηματική «αγιογραφία» του Αρχιεπισκόπου και Αντιβασιλέα Δαμασκηνού την κρίσιμη αυτή για την ελλάδα ιστορική περίοδο, των κατοχικών χρόνων, δεν μου ήρθε στο νου ο ψαλμός ΙΗ΄ «Περιέσχον με ωδίνες θανάτου/και χείμαρροι ανομίας εξετάραξόν με…..» που χρησιμοποιεί στην πρώτη του σελίδα ο συγγραφέας Ηλίας Βενέζης, πριν αρχίσει να παραθέτει τις επιστολές του τότε αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού σε διάφορους κρατικούς και μη φορείς της κατοχικής εξουσίας. Επιστολές από το προσωπικό του αρχείο που δημοσιεύει ο Βενέζης, σε έλληνες και ξένους, αναζητώντας τρόπους να βοηθήσει τους χειμαζόμενους συμπατριώτες του, να βρει εφόδια να τους σιτίσει, να παρηγορήσει και να συμπαρασταθεί στον κατακτημένο ελληνικό λαό. Να απελευθερώσει έλληνες αιχμαλώτους από τις γερμανικές αρχές κατοχής ή να αποτρέψει εκτελέσεις. Ή ακόμα να ξεθάψει εκτελεσμένους έλληνες πατριώτες ώστε να αναγνωριστούν οι ταυτότητές τους και να αναγνωριστούν από τους οικείους τους. Αντίθετα, μου ήρθε στο νου το ποίημα του αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, χρόνια γραμμένο πριν την εισβολή των γερμανών και των ιταλών στην Ελλάδα. Όπου ο ποιητής, μας θέτει το αιώνιο και άλυτο ίσως δίλημμα της επιλογής μιας οριακής και ακανθώδους απόφασης για τον καθένα μας ξεχωριστά, και όχι μόνο για τους κάθε λογής ηγέτες ή μπροστάρηδες μιας χώρας. Το διλημματικό αυτό ερώτημα του ΝΑΙ και του ΟΧΙ συνεχώς επαναλαμβάνεται μέσα στην Ιστορία αλλά και στην ατομική μας μικροιστορία. Είναι αυτό μια καταδίκη ή μια δικαίωση χωρίς όμως εκ των προτέρων να μπορούμε να γνωρίζουμε τις συνέπειες. Η επιλογή αφορά το ιστορικό Τώρα, το παρόν, αλλά το αποτέλεσμά της θα το κρίνουν οι μεταγενέστεροι στο μέλλον. Το ίδιο ισχύει και για τον αντιβασιλέα αρχιεπίσκοπο. Ένας δυναμικός αρχιεπίσκοπος ο Χρύσανθος που διεκδικεί τον επισκοπικό θρόνο για μία ψήφο καταλαμβάνει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Η επιμονή του και το πείσμα του να ηγηθεί της εκκλησίας, οδηγούν σε περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας τον νικητή εκλεγμένο αρχιεπίσκοπο, και την φυλάκισή του στο γυναικείο μοναστήρι της Φανερωμένης. Κάτι σύνηθες στην Βυζαντινή εποχή, για όσους διαβάζουν Βυζαντινή Ιστορία ή Χρονικά. Ο ίδιος ιεράρχης που σε προσωπικό επίπεδο στέκεται άτεγκτος και πείσμων, αρνείται να ορκίσει την κατοχική κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου. Το αρνείται η εθνική του τιμή και το πατριωτικό του φρόνημα. Με την ενέργειά του αυτή χάνει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Στην θέση του, επανέρχεται ο κανονικός αρχιεπίσκοπος και ορκίζεται από την κατοχική κυβέρνηση με την ανοχή των γερμανικών αρχών κατοχής. Το όλο ζήτημα, αν δεν αφορούσε την ελληνική πρόσφατη ιστορία και τα σημαίνοντα πρόσωπά της, θα θύμιζε αστυνομικό μυθιστόρημα με «σασπένς».
Με την αναρρίχηση στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο Δαμασκηνός, βρίσκεται μεταξύ των εχθρικών δυνάμεων και του ελληνικού σκλαβωμένου ποιμνίου του. Οι διάφορες επιστολές που παραθέτει ο συγγραφέας Ηλίας Βενέζης, μας δείχνουν τις αγωνιώδεις προσπάθειες και τις βυζαντινές ίσως «ίντριγκες» που έπρεπε να χρησιμοποιήσει ο ιεράρχης για να βοηθήσει τους σκλαβωμένους συμπατριώτες του. Τον ελληνικό λαό εκείνη την πολεμική περίοδο.
      Ο μικρασιάτης συγγραφέας Ηλίας Βενέζης, είναι ένας πεζογράφος με μεγάλη συγγραφική ικανότητα και εμπειρία. Μας έχει δώσει από το 1928 που εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με τα διηγήματα «Ο Μανώλης Λέκκας» σημαντικά μυθιστορήματα όπως, η «Αιολική Γη», η «Γαλήνη» το «Νούμερο 31328», βιβλία Οδοιπορικά, Ταξιδιωτικά, το Χρονικό της Κατοχής «Έξοδος», ιστορικές «μονογραφίες» όπως είναι αυτή για τον πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό κλπ.. Στο ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, μας παρουσιάζει ένα άτομο με πυγμή, έναν  αρχιεπίσκοπο δυναμικό, αποφασιστικό, ριψοκίνδυνο, με αίσθηση του χρέους του απέναντι στην χώρα τις κρίσιμες αυτές στιγμές. Θαρραλέο διαμεσολαβητή σε δύσκολους καιρούς, που παλαντζάριζε στις αποφάσεις του για να πετύχει τον σκοπό του. Το βιβλίο παρότι κυλάει εύκολα, παρουσιάζει ένα μάλλον ιστορικό πρόβλημα, δεν τεκμηριώνεται όσο θα έπρεπε στα πλείστα σχεδόν σημεία του ιστορικά. Η σκιαγράφηση του Δαμασκηνού γίνεται ασφαλώς μέσα από το ατομικό του αρχείο-τις επιστολές που έστελνε και του έστελναν οι δυνάμεις κατοχής αλλά, είναι τόσο μάλλον γενικόλογες και ορισμένες φορές μακροσκελέστατες με εκκλησιαστικό κάπως κηρυγματικό γενικόλογο περιεχόμενο που ίσως και να αφήνουν αδιάφορο τον αναγνώστη στην ανάγνωσή τους, αν έχει διαβάσει άλλα βιβλία συμπληρωματικά της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου και των διαδραματιζομένων γεγονότων που σημάδεψαν την πορεία μιας χώρας και ενός λαού. Στην δεδομένη περίπτωση του Ελληνικού Έθνους. Το ίδιο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε και για τις επιστολές που δέχεται από τις ελληνικές δυνάμεις κατοχής. Η πολιτική φυσιογνωμία του κατοχικού πρωθυπουργού Τσολάκογλου και των κινήτρων του, να αναλάβει την κυβερνητική εξουσία της εποχής-μένοντας στην ιστορία σαν συνεργάτης των γερμανών κατακτητών, δεν μας φανερώνει τα πραγματικά κίνητρα της επιλογής του αυτής. Ο λόγος και η προσπάθεια να δικαιολογήσει τα «αδικαιολόγητα» καθώς ζητά από τον ιεράρχη πνευματική υποστήριξη, είναι τόσο αίολος και ασαφής δημιουργώντας αντίθετες εντυπώσεις από τις αναμενόμενες για τον ίδιο. Έτσι, η εικόνα του, παραμένει σκοτεινή και προβληματική μέσα στο ελληνικό πάνθεο των ελλήνων πολιτικών που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο σε κρίσιμες για το Έθνος περιστάσεις. (Ανοίγοντας μικρή ιστορική παρένθεση, να θυμίσουμε τον αινιγματικό πολιτικό ρόλο του Στεριάδη ως διοικητή της Σμύρνης, την περίοδο της Μικρασιατικής Καταστροφής). Πάντως ο Ηλίας Βενέζης, τονίζει τον διαμεσολαβητικό ρόλο που έπαιξε ο Δαμασκηνός σαν ηγέτης της Ελλαδικής Εκκλησίας την περίοδο εκείνη, κάνει λόγο επίσης για την επιθυμία των κατοχικών αρχών να συλλάβουν και να εξορίσουν τον αρχιεπίσκοπο. Μας μιλά για άλλες του σωτήριες παρεμβάσεις, ή ακόμα παραδείγματος χάρη, για την συνάντησή του με τον ταγματάρχη Ιωάννη Τσιγάντε παρουσία του Κωνσταντίνου Τσάτσου ως μεσολαβητή στην οικία του τελευταίου, ώστε να ηγηθεί ο Δαμασκηνός ενός Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης εναντίον των κατακτητών. Συμπεριλαμβανομένου μέσα στις αντιστασιακές αυτές ομάδες και το ΕΑΜ. Αλλά και άλλες κρυφές ενέργειες του ιεράρχη που είχαν να κάνουν με την διάσωση ελλήνων αγωνιστών εναντίων των γερμανών. Από τους γερμανούς θεωρούνταν αγγλόφιλος γιαυτό και δεν του είχαν εμπιστοσύνη. Αποδεκτός ήταν από τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις και το πολιτικό σύστημα της εποχής.
     Με την αντιγραφή αυτή, καταγράφω ένα ακόμα βιβλίο ενός λογοτέχνη που αφορά την ελληνική ιστορία των πρόσφατων σχετικά χρόνων μας. Μια προσπάθεια να δείξω τους παράλληλους δρόμους μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας. Τις συγκλίσεις σε ένα κοινό οραματικό σκοπό. Στην διάσωση της Ιστορικής μνήμης ενός λαού και ενός έθνους.
Οι επιλογές δικές μου, οι κρίσεις δικές σας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 12 Οκτωβρίου 2018.
Μνήμη Απελευθέρωσης 12/10/1944.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Μαρία Περικλή Ράλλη

Μαρία Περικλή Ράλλη

     Μεταφέροντας πρόσφατα στην ιστοσελίδα μου, την επιφυλλίδα του συγγραφέα Ηλία Βενέζη στην πρωινή εφημερίδα «Το Βήμα» στις 18/1/1966, που σχολίαζε τα ερωτικά γράμματα του διανοούμενου Περικλή Γιαννόπουλου στην ζωγράφο Σοφία Λασκαρίδου, θέλησα να μεταφέρω εδώ, και μια δεύτερη επιφυλλίδα του στην ίδια εφημερίδα, δεκατέσσερις μέρες νωρίτερα, στις 4 Ιανουαρίου του 1966.
    Το κείμενο του ακαδημαϊκού Ηλία Βενέζη, αναφέρεται στην Πειραιώτισσα πεζογράφο και ποιήτρια Μαρία Περικλή Ράλλη-με την ευκαιρία της βραβεύσεώς της για το έργο της-και ταυτοχρόνως, μας μιλά για το μεγάλο υποκριτικό ταλέντο της ηθοποιού και αδερφής της πεζογράφου, σημαντικής ελληνίδας τραγωδού, γνωστής Πειραιώτισσας Κατίνας Παξινού, που την περίοδο εκείνη, ερμήνευε μαζί με τον σύζυγο της Αλέξη Μινωτή, το θεατρικό έργο του Νορβηγού συγγραφέα Ερρίκου Ίψεν, «Βρικόλακες».
     Η επιφυλλίδα του Βενέζη, μας μιλά για τις μικρές ιδιωτικές προσωπικές στιγμές των δύο αδερφών, που η κάθε μια τους ξεχωριστά, πρόσφερε τόσα πολλά και ανεξίτηλα στο καλλιτεχνικό στερέωμα της εποχής των, για τις φιλικές σχέσεις που είχε αναπτύξει ο Βενέζης μαζί τους, και, για ορισμένες ιδιαίτερες ιδιωτικές στιγμές των γυναικείων αυτών προσωπικοτήτων, ως μανάδες και ως σύζυγοι, καθώς το πένθος και η θλίψη είχε ήδη αρχίσει να τις τυλίγει με το σκούρο αραχνοΰφαντο σάβανο, και σφράγιζε καταλυτικά την μοίρα της ατομικής τους πορείας. Η πεζογράφος, είχε χάσει προ πολλού τον άντρα και το μοναχοπαίδι της, η τραγωδός, έχανε το θηλυκό της βλαστάρι. Χαροκαμένες υπάρξεις, ανεπανάληπτες σταθερές επαναλαμβανόμενες εικόνες ελληνικής τραγωδίας και ζωής. Μας τις φωτογραφίζει μέσα στην υπερήφανη αρχοντιά τους, την ευγένεια του προσωπικού τους ήθους, την μεγαλοσύνη της τέχνης τους, τις απλές καθημερινές ιδιωτικές τους συνήθειες που εξακολουθούν να δίνουν νόημα στην ζωή τους παρά την διαβρωτική θλίψη του πένθους, τους, τις φοβίες τους, τα επώδυνα άγχη τους, αλλά και, τον ώριμο γυναικείο τους τρόπο, με τον οποίον αντιμετώπιζαν το συμβάν του θανάτου προσφιλών τους προσώπων στην διάρκεια του βίου τους. Ο θάνατος, τους προσπόριζε βουβή δύναμη και αναπάντεχη αντοχή, στωικότητα και εγρήγορση στις πνευματικές τους ασχολίες, εξουθενωτική διαύγεια ζωής. Γυναικείες φιγούρες, αποκαθηλωμένες από το κάδρο της πνευματικής τους δόξας και δημιουργίας, που ονειρεύονται-όπως κάθε χαροκαμένη και βασανισμένη απλή ελληνίδα μάνα-το νεκρό τους σπλάχνο, και πιστεύουν με πένθους πάθος σε αυτά τα ονειρικά ανεξήγητα σκοτεινά σήματα, χωρίς λογική, χωρίς προυποθετικές αμφιβολίες, χωρίς μεταφυσικούς δογματισμούς, χωρίς θρησκευτικές επιταγές απαγόρευσης. Ελληνίδες υπάρξεις, που επηρεάζονται από αυτά, που ζητούν παρηγοριά από αυτά, που ξαφνιάζονται από το αναπάντεχο προσκλητήριό τους, που σκιάζονται έτσι όπως τα αναθυμούνται, και ξυπνούν κάθιδρες και αναστατωμένες από τον ύπνο τους, λαβωμένες από τις σαϊτιές τους, παρόλα αυτά όμως, τα ανεξήγητα και σκοτεινά, τα αινιγματικά και σημαίνοντα όνειρα θανάτου και ζωής, ανοίγουν διάλογο συνομιλίας μαζί τους και ζητούν να τα ερμηνεύσουν με τον δικό τους απλό και ίσως και απλοϊκό τρόπο. Παράξενα όνειρα, που αν και προέρχονται από το σκοτεινό βασίλειο του αναχόρταγου Άδη, μας μιλούν για τις βασανιστικές ανάγκες των ανθρώπων της εδώ ζωής και την ψυχική τους γαλήνη και ισορροπία. Μας μιλούν για το αβέβαιο μέλλον που είναι εξίσου ελπιδοφόρα καταλυτικό, όσο και το παρόν που βιώνουν με θλίψη και βουβό σπαραγμό.
Ατέλειωτες και αχαρτογράφητες οι προσωπικές αυτές ανώνυμες και επώνυμες μαρτυριολογικές συναγωγές γυναικών και αντρών, μανάδων και πατεράδων, στο άπειρο κομποσκοίνι του θανάτου. Η Ελληνική γραμματεία μέσα στον χρόνο, μας έχει προσφέρει άπειρα κείμενα ονείρων, σχολιασμένα ή μη. Είναι μια παράδοση λαϊκή ή λόγια, επώνυμη ή ανώνυμη, που εμπεριέχει στο διάβα της όλο το πένθος της ελληνικής φυλής.
Ώ μη γυρεύεις πλαίσιο
στη θλίψη πλέον εξαίσιο
άλλο από τη σιγή.
Ο αδιάκριτος ο πόνος
πήρε στα χέρια μόνος
ολόκληρη τη γη.
         Μαρία Περ. Ράλλη, από τα «Γυναικεία Λόγια», εκδόσεις «Πυρσού» 1932  
     Ας ξαναδιαβάσουμε τώρα, μετά από πενήντα περίπου έτη, την επιφυλλίδα αυτή του συγγραφέα Ηλία Βενέζη, η οποία δημοσιεύτηκε στην πρωινή ημερήσια εφημερίδα  «Το Βήμα» Τρίτη 4/1/1966, και ας προσπαθήσουμε να ονειρευτούμε, πως θα ένιωσαν οι αναγνώστες της εφημερίδας εκείνης της εποχής καθώς θα την μελετούσαν, και ακόμα, τι συναισθήματα θα δημιούργησε ο λόγος του, στα αναφερόμενα πρόσωπα, μια και βρίσκονταν ακόμα εν ζωή.
ΟΙ ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ
Η ΚΥΡΙΑ ΡΑΛΛΗ
(Και η κυρία Άλβιγκ)
του Ηλία Βενέζη
Ακαδημαϊκού
    Η ΚΥΡΙΑ Μαρία Περ. Ράλλη, τιμήθηκε πριν από λίγες μέρες με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας(διηγήματος). Εξαίρουμε την δίκαιη πράξη. Επιβραβεύεται ένα έργο και μια ζωή αφιερωμένη προπάντων στα Ελληνικά Γράμματα. Και τιμάται και προβάλλεται στο πρόσωπο της κυρίας Ράλλη, το πιο σημαντικό γεγονός των Γραμμάτων μας: η δυνατή, παλλόμενη, γεμάτη ευαισθησία και φρεσκάδα, παρουσία Ελληνίδων συγγραφέων πρώτης γραμμής που ανατάραξαν τα νερά και έφεραν την ελληνική λογοτεχνία στο επίπεδο της ευρωπαϊκής.
    Χαρακτηριστική εκπρόσωπος αυτών των νέων δυνάμεων που ήρθαν μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και αναστάτωσαν τα Γράμματά μας, η κυρία Ράλλη είχε ήδη προετοιμασθή απ’ τη μοίρα. Είχε ζήσει και είχε υποφέρει. Γιατί να το κρύβουμε; Κάθε τι άξιο και σωστό εδώ κάτω πληρώνεται ακριβά με αγρύπνια και με σπαραγμό και με αίμα. Όχι-οι μακάριοι και οι ευτυχείς-αυτοί δεν είναι προορισμένοι να περάσουν την Στενή Πύλη. Αυτή η Πύλη είναι για τους άλλους, που έδωσαν και πήραν, που έχασαν, και χτυπήθηκαν πάνω σε νιόσκαφτους τάφους, που ρώτησαν άγρια το Θεό για το τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο στον κόσμο τούτο, που δεν πήραν απόκριση και δεν παρηγορήθηκαν, που ξέρουν πως δεν θα σωπάση ποτέ η φωνή που ρωτά και ελέγχει, η φωνή που καταριέται και δεν συγχωρεί.
    Η κυρία Μαρία Ράλλη θα μπορούσε να είναι μονάχα η κυρία του καλού κόσμου που τα έχει όλα, ομορφιά, καταγωγή, μόρφωση, χρήματα-εκείνη την ασφάλεια που αναπαύει και ηρεμεί-. Όμως η σφραγίδα του Θεού ήταν γι αυτήν άλλη. Όπως και για την αδελφή της Κατίνα Παξινού. Τώρα που τις γνώρισα από πιο κοντά, μπορώ να πω πόσο είναι πλάσματα έξω από τα κοινά μέτρα, άξια να τα βάζουν με το Θεό, όχι μόνο με τους ανθρώπους, να χτυπιούνται, να  βασιλεύουν, να δυναστεύσουν να θριαμβεύουν να κατακρημνίζονται, να αποτυχαίνουν να δοξάζονται, να πεθαίνουν και να ανασταίνωνται. Και όλα στο πολύ στο άμετρο, χωρίς τσιγκουνιά με απλοχεριά, με γενναιότητα. Θα τους πήγαινε περισσότερο ο αμείλιχτος νόμος των Εβραίων, όχι ο νόμος του Χριστού. Μια οικείωση με τον μέγιστο τρόμο, το θάνατο, αυτό που σε μας θα φαινόταν άγριο και αβάσταχτο, τις έφερε να αποδεχτούν μέσα τους μιαν αρμονία άλλου κόσμου, μιαν ισορροπία που δεν συμβιβάζεται και που δεν συγχωρεί, αφού τέρμα της είναι η αναζήτηση της εσωτερικής τελειότητας-αν υπάρχει. Μια μέρα καλοκαιριάτικη, καταμεσήμερο, έβραζε ο ήλιος, συνόδευα την φίλη μου την κυρία Μαρία Ράλλη. Φτάσαμε στην πλατεία Συντάγματος, έλιωνε η άσφαλτος έρημη η πλατεία, έτρεχε ο ίδρος στα πρόσωπά μας και στα κορμιά μας.
-Εδώ θα χωρίσουμε μου είπε η κυρία.
Είπα να την πάω στο σπίτι της, λίγο πιο πάνω στην οδό Ζαλοκώστα που ήταν στον δρόμο μου.
-Όχι, εγώ τώρα θα πάρω τον άλλο δρόμο. Πάω στους τάφους μου.
     Ξαφνιασμένος μάθαινα πως αυτό πια ήταν κάτι τελετουργικό στην ζωή της. Οι τάφοι του γιού της, του ανδρός της. Καθημερινά. Με απλότητα. Χωρίς φόβο. Μια συνάντηση και μια συνομιλία. Το μέγιστον μάθημα.
    Από αυτό το ήθος, από αυτήν την άλλη αρμονία, τη «μυστική», ήρθαν οι σπαραχτικοί στίχοι της κυρίας Ράλλη, η έξοχη πεζογραφία της, που με τα πιο λιτά μέσα, διεισδύει και αποκαλύπτει, η πυκνή, όλο ένταση σκέψη της σαν μιλά, οι ταξιδιωτικές της αφηγήσεις.
    «Τι σκούζει αδερφή-φώναξε ο πεθαμένος αδερφός στην αδερφή του ενώ τους χώριζε ένα ποτάμι θολό νερό. Τι σκούζεις; φώναξε από τον αντίπερα όχτο αγριεμένα. Δεν απόκαμες πια; Δεν στερεύουν κείνα τα δάκρυά σου; Βλέπεις ετούτο το ποτάμι που μας χωρίζει; Δικό σου είναι. Εσύ μου το φερες εδεκεί στα ποδάρια μου και δεν μπορώ δυό βήματα  να άνω πέρα, γιατί όλο φουσκώνει και πάει να με καταπιή. Για το Θεό! Στέγνωσα να σ’ ακούγω!... Πλημμυράς με τις κλάψες σου το νερό και δεν γίνεται να λιγοστέψη!....».
     Από αυτό το κονταροχτύπημα  με τη ζωή και με το θάνατο βοηθημένο απ΄ τη σφραγίδα της δωρεάς, απ’ το μέγιστον τάλαντο, εξηγείται και η τελειότης της κυρίας Άλβιγκ, που είδαμε πριν λίγες μέρες στο Βασιλικό Θέατρο. Κρίμα που οι παραστάσεις της επανάληψης των «Βρυκολάκων», ήταν λίγες, και κρίμα για όσους δεν μπόρεσαν να τους δουν. Η κυρία Παξινού είχε φτάσει σε τόνους μοναδικούς για το θέατρο-όχι απλώς το ελληνικό. Μαγνητοφωνήσαμε αυτήν την παράσταση για να την διδάσκωνται αύριο οι νέοι στη Δραματική μας Σχολή. Η κυρία Παξινού δεν είχε απλώς δεχθή να παίξη την κυρία Άλβιγκ με δυό παιδιά- περσινούς αποφοίτους της Σχολής μας-στα οποία ο Αλέξης Μινωτής είχε την γενναιότητα και την τόλμη να εμπιστευθή τους ρόλους του Όσβαλντ και της Ρεγγίνας του Ίψεν. Έπρεπε να βλέπατε τις δοκιμές, όταν απουσίαζε ο Μινωτής,  ο σκηνοθέτης του έργου, με πόση τρυφερότητα, με πόση αφοσίωση ανακατεμένη με σοφία, εδίδασκε η κυρία Παξινού, στον νέο συνάδελφό της τα πρώτα μεγάλα βήματά του, στη συντριπτική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Σα να ήταν αληθινό παιδί της.
   Αυτόν τον ρόλο της τον είχε διδάξει και η ζωή. Μου αφηγείται η ίδια μια μέρα, εδώ και ένα μήνα, τι είχε συμβή, το ήθος του θανάτου που την τύλιξε σαν έχασε το κορίτσι της. Είχα συνοδεύσει την κυρία Παξινού στην κηδεία του πατέρα της κυρίας Βάσως Μανωλίδου. Στην εκκλησία η κυρία Παξινού μου είπε:
-Όταν θα αρχίση η νεκρώσιμη ακολουθία θα βγω έξω. Άλλα έμαθα να τα αντέχω, αυτό όχι.
    Δεν είχε πάει μήτε στην κηδεία του παιδιού της. Ήταν άρρωστη. Της είπαν: ήταν σαν άγγελος, τόσο ήσυχο πρόσωπο, ευτυχισμένο. Τη νύχτα της ταφής η αδερφή της κυρίας Παξινού είδε στον ύπνο της τη νεκρή ανιψιά της. «Γιατί με θάψατε; της είπε. Ήμουν ζωντανή». Χωρίς να πη τίποτε στη μάννα, η κυρία πήρε άνθρωπο, πήγαν κρυφά στο νεκροταφείο, άνοιξαν τον τάφο, βεβαιώθηκαν: η νεκρή ήταν όπως την είχαν θάψει, ασάλευτη, στην οριζόντια γαλήνη της. Όχι δεν ήταν νεκροφάνεια, το όνειρο δεν ήταν σωστό. Πήγε, το είπε στην κυρία Παξινού, «Μείνε ήσυχη-της είπε-αν τυχόν είδες κι εσύ το ίδιο όνειρο. Το παιδί σου πέθανε». «Μπόρεσες και το έκανες αυτό, ν’ ανοίξης τον τάφο για να βεβαιωθής;» ρώτησε η μία αδερφή, η μάννα, την άλλη. «Δεν θα ήσουν ήσυχη και δεν θα ήμουν ήσυχη σ’ όλη μου τη ζωή» της αποκρίθηκε.
    Θυμόμουν αυτή τη λεπτομέρεια στην Τρίτη πράξη των «Βρυκολάκων» στο ύστατο παίξιμο των χεριών και του σώματος της κυρίας Άλβιγκ. Τα κινούσε πράγματι δύναμη μυστική.
    Αφηγείται στις ταξιδιωτικές της σελίδες η κυρία Μαρία Ράλλη «Το μοναστήρι της Αγάπης-στα Καρπάθια-καρφωμένο στο νύχι μαύρου δασόβουνου, κάθεται πεντακόσια χρόνια ασάλευτο εκεί, σκορπίζοντας καντηλάναμμα., την εγκαρτέρηση και την ελπίδα. Μέσα στην βασιλική, μια βυζαντινή Παναγιά, με μεγάλα ανοιγμένα μάτια, πλέει στο χρυσάφι και κοιτάζει ολοένα την πόρτα. Τετρακόσια πενήντα κορίτσια σπουδάζουν εκεί. Είναι σήμερα σεμινάριο. Είναι ντυμένες σαν μεσαιωνικές πυργοδέσποινες. Καλπάκι μαύρο, στραβοβαλμένο στο μέτωπο. Και το κρατάει πέπλο κοντό, ριχτό κατά πίσω, που κρέμεται με χάρη. Φοράνε κοντό σάκκο πάνω σε μακριά ρευστή φούστα. Την ώρα του εσπερινού μια ψηλόλιγνη νόνισσα, με μπέρτα από μουσελίνα λοξή πλισέ που τις έπεφτε χυτή στη ράχη, φοδραρισμένη με πλατιά φάσα στο χρώμα της φούξιας, φέρνει βόλτα τον περίβολο, αργοπατώντας σαν πριγκιπέσσα. Στα χέρια της, σε οριζόντια κλίση, κρατούσε ένα μακρύ πάσσαλο και τον χτυπούσε ρυθμικά με ξύλινο σφυρί. Ο κρότος έσπαζε μουσικά την ησυχία. Χωρικοί με τοπικά ρούχα προσεύχονταν γονατιστοί, στην αυλή του μοναστηριού, κάνοντας ατέλειωτες μετάνοιες. Στα πόδια τους είχανε απλωμένα ταγάρια γεμάτα στάρι, μαλλί, μπαμπάκι, καλαμπόκι, τυρί. Απλώνανε τις σοδιές από τα χτήματά τους να τις αγιάσουνε, για να τις γυρίσουν πίσω στα υποστατικά τους ευλογημένες… Η μυρωδιά ανέβαινε αγκαλιάζοντας με χλιαρές βόλτες τα ντουβάρια τα δέντρα, τα πρόσωπα, ζητώντας πληροφορίες για το δράμα του ανθρώπου απ’ τους αγίους που καθόντουσαν σιωπηλοί, απ’ τα κοπάδια των πουλιών, απ’ τον επί ξύλου κρεμάμενον εσταυρωμένο…».
    Αυτές τις «πληροφορίες για το δράμα του ανθρώπου» βρίσκουμε παλλόμενες από θέρμη και ένταση στο έργο της αγαπητής μας φίλης, που χαιρόμαστε να το βλέπουμε να ακτινοβολεί και να βραβεύεται.
                Ηλίας Βενέζης, εφημερίδα «Το Βήμα» 4/1/1966
ΗΤΤΑ
Εγύρισες ανήμπορη, χλωμή
εσύ που κάποια μέρα είχες κινήσει
με συνοδεία πλήρη και μ’ ακμή
και τώρα σ’ έχουν όλα παρατήσει.
--
Δεν ήτανε κι ο δρόμος ο μακρύς
μήτε κι ο κόπος στις μεγάλες πολιτείες
μια κώχη μόλις έπιασες της γης
έξω κι από τις δημόσιες πλατείες
--
Και σ’ έφτασαν εκεί, της μοίρας φοβερά
τ’ αμείλιχτα, τη σάρκα σου σφραγίσαν
με ματωμένα σ’ εγκατέλειψαν φτερά
κι ούτε φυγής παρηγοριά σ’ αφήσαν.
    Μαρία Π. Ράλλη, από τις «Εξομολογήσεις», Κασταλία 1934   
     Αυτή είναι η επιφυλλίδα του ακαδημαϊκού και συγγραφέα, ενός από τους πιο γνωστούς δημιουργούς της γενιάς του 1930, που αναφέρεται στις αδερφές Κωνσταντοπούλου, την πεζογράφο και ποιήτρια Μαρία Περικλή Ράλλη, και την εθνική μας τραγωδό Κατίνα Παξινού. Ο Βενέζης μιλά με σεβασμό για την ζωή τους, και εκτίμηση για το συγγραφικό έργο και την καλλιτεχνική δημιουργία των δύο αυτών γυναικών,-που γεννήθηκαν στον Πειραιά . Πάντοτε, όταν αναφέρεται σε αυτές, τις προσαγορεύει κυρίες με κεφαλαίο Κ. Όπως φαίνεται από την επιφυλλίδα, γνωρίζει το έργο της πεζογράφου, και παρακολουθεί τις θεατρικές παραστάσεις της τραγωδού.
    Δεν θα ασχοληθώ με το έργο της Πειραιώτισσας πεζογράφου, Μαρίας Περικλή Ράλλη, αυτό το έκανα το 2006 όταν εξέδωσα στον Πειραιά, μια μελέτη για την σύνολη δημιουργία και την ζωή της, όπου παραθέτω και σχετική βιβλιογραφία.. Αναφέρω ενδεικτικά μόνο, ότι γεννήθηκε στον Πειραιά το 1906 και πέθανε στην Αθήνα στις 3 Ιανουαρίου του 1976. Το 1932, από τις εκδόσεις «Πυρσού» εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο «Γυναικεία Λόγια», έκτοτε, εξέδωσε πεζογραφήματα, διηγήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, ποίηση. Το 1965 βραβεύεται με το Α κρατικό βραβείο διηγήματος για το βιβλίο της «Από το ένα στο άλλο», βράβευση, που στάθηκε η αφορμή για να γράψει ο Ηλίας Βενέζης την επιφυλλίδα του.
    Η Κατίνα Παξινού, γεννήθηκε στον Πειραιά στις 15/12/1900 και απεβίωσε στην Αθήνα στις 22/2/1973. Την περίοδο 1964-1965, ο Ηλίας Βενέζης διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Στις 2 Δεκεμβρίου του 1965 στην Κεντρική Σκηνή, ανέβηκε το θεατρικό έργο του Νορβηγού δραματουργού Ερρίκου Ίψεν, «Οι Βρυκόλακες», σε μετάφραση Γεωργίου Ν. Πολίτη, σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σκηνικά και κοστούμια του Κλεόβουλου Κλώνη. Μεταξύ άλλων ερμήνευσαν ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Θάνος Κωτσόπουλος, ο Κωνσταντίνος Καστανάς και άλλοι συντελεστές της εποχής εκείνης, του Εθνικού Θεάτρου. Το έργο είχε ξανά παρασταθεί και το 1934, όπου η Κατίνα Παξινού είχε ερμηνεύσει για πρώτη φορά την κυρία Άλβιγκ, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη. Το θεατρικό κείμενο, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δωδώνη», στην σειρά «Παγκόσμιο Θέατρο», νούμερο 46, στην ίδια μετάφραση και πρόλογο του πρώτου σκηνοθέτη του έργου, Φώτου Πολίτη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
πρώτη γραφή σήμερα, Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015
Πειραιάς, 12/9/2015
Υ. Γ. «Στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» των Ελλήνων Πολιτικών, όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων πλέον και των πολιτικών παρατάξεων, στην Ελλάδα του 2015, ας ακούσουμε τον λόγο ενός ποιητή, του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου: «….Η άποψη πως κάθε επανάσταση κάποια στιγμή, είτε συντρίβεται είτε κρατικοποιείται και στρέφεται εναντίον των ανωνύμων που την έκαναν δεν στοιχειοθετεί μια «μεταφυσική της ιστορίας» αλλά διαπιστώνει μια ιστορική τραγωδία. Η τραγωδία είναι χωρίς κάθαρση και προκύπτει από το γεγονός πως καμία ρεαλιστική εκτίμηση και καμία αυτοεπίγνωση δεν πείθει τον άνθρωπο ν’ αποσύρει ή ν’ ανακαλύψει τα βαθύτερά του αιτήματα. Αυτό το «παράλογο» στοιχείο δημιουργεί τη δυστυχία και την ανθρωπιά του ανθρώπου…»