Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Λάγιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηλίας Λάγιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020

Οι ελληνικές μεταμορφώσεις της Έρημης Χώρας, μετά τον Πάτροκλο Γιατρά

 

         Μνήμη Ηλία Λάγιου

 (Άρτα 5/7/1958-Αθήνα 5/10/2005)

 

                Η  Ε Ρ Η Μ Η   Γ Η

                                                                   Άκουσα το κλειδί

                Στην πόρτα να γυρίζει μια φορά μόνο

                Καθένας με το κλειδί ανοίγοντας τη φυλακή του

                Καθένας με το κλειδί γκρεμίζοντας τη φυλακή του

                                    ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΓΙΑΤΡΑΣ

 

                  Η ΤΑΦΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

                                Και τώρα τί πρέπει να γίνει

                                σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων

                                σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;

                                                ΜΙΧΑΛΗΣ  ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Ο Απρίλης δεν κατέχει από αμυγδαλιές, κυοφορώντας

Πασχαλιές μεσ’ από τη βουρδουλιασμένη γης, αναδεύοντας

Γνώση και θέληση, αρδεύοντας

Προσκυνημένες  ρίζες μ’ εαρινή βροχή.

Τον χειμώνα παρηγοριόμαστε, σκεπάζοντας

Τη μουσκεμένη ενοχή με λήθη, θρέφοντας

Μιά ταγκισμένη ζωή με οικοδομές κι υπόσχεση ελέους.

Το θέρος μας αιφνιδίασε καθώς ξεχύθηκε από τη μάντρα της

                Καισαριανής

Αντάμα με τον ήλιο’ πυργώσαμε συννεφοτοιχισμένες ακροπόλεις,

Κι η μπόρα σύρθηκε ως τη γωνιά Πατησίων και Στουρνάρα

Εκεί πού γιορτάζαν τη λευτεριά και τους χτυπήσαμε…

Ich bin Kein Russin, stamm aus Komajini, echt…

Και σαν ήμασταν παιδιά ανεβήκαμε στον ελασίτη

Τον μπάρμπα μας, να γίνουμε ελευθερωτές’ τον στήσαν στα έξι

                μέτρα,

Και δείλιασα. Και φώναξε, Αλέξη,

Αλέξη, που πάς; Μά κλειδαμπάρωσε την πόρτα του σπιτιού μου.

Ήταν ωραία στα βουνά, θα σ’ άρεζε.

Η νάρκη μου κουφή, σχεδόν ολονυχτίς, μα κάθε μέρα παίρνω

                «Εστία».

Οι ρίζες απλώνουνται γρυπές, θεριεύουν τα κλωνάρια

Μέσα σ’ αυτά τ’ ανθρώπινα ερείπια. Τέκνο της οργής και της

                ανάγκης.

Τώρα έχεις χρέος να διδάξεις και να πράξεις, μιάς και γνώρισες

Τη φθινοπωρινή οδύνη των ξεχασμένων που δράξανε τ’ αστέρια,

Και δεν αποζητάς στον θάνατο σκοπό, στον θρήνο ανακούφιση,

Κι η πέτρα ανάβρυσε νερό και γλυκομουρμουρίζει. Μόνο

Τούτο το ακατανόμαστο ενύπνιο με την αιχμάλωτη φοβέρα,

(Δώσ’ μου το χέρι, σύντροφε, σφιγμένες οι γροθιές, ν’ αποδρά-

                σουμε απ’ το ενύπνιο)

Και θα ζήσουμε κάτι διαφορετικό

Κι από την αίσθηση της προδοσίας που μας κλέβει τη μέρα

Κι από τον εκδικητικό εφιάλτη που μας παραδίδει στη νύχτα’

Στην ανάβαση της τέφρας θα ζήσουμε τους ορίζοντες.

                Έκτορ ατάρ σύ μοί εσσι

                πατήρ και πότνια μήτηρ

                ηδέ κασίγνητος, σύ δε μοι

                θαλερός παρακοίτης.

«Όταν μ’ αγάπησες ήμουν δεκαεξάχρονη παιδούλα’

Μ’ έκραζες θυγατέρα του Σκαμάνδρου».

Μα σαν αυλάκωνα το χώμα πίσω απ’ το άρμα,

Σημμένος πιά μαύρο τσεμπέρι στα μαλλιά σου και τα μαλλιά

                μου μές στη λάσπη, δεν καταδεχόμουν

Το σέβας, ένας Θεός μ’ αγκάλιαζε, δεν ήμουν

Μήτε νικητής, μήτε νικημένος, και τα υπέφερα όλα απ’ την αρχή,

θηρεύοντας το  παρελθόν και το μέλλον στο πεπρωμένο ενεστώς.

Έσσεται ήμαρ ότ’ αν ποτ’ ολώλη Ίλιος ιρή.

Ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνωφ, διαβόητος μπολσεβίκος,

Είχε τα σώψυχά του, μολοντούτο

Λένε πώς είναι ο μεγαλύτερος επαναστάτης της Ευρώπης,

Με μιά διαβολεμένη τεχνική. Εδώ, κήρυξε,

Είναι ο πατέρας σας, ο γενειοφόρος καπετάνιος,

(Τούτα τα ψυχοκέρια ήσαν τα μάτια του. Προσευχηθείτε!)

Εδώ ‘ναι η Αφροδίτη, η Αφρόδω, η Δέσποινα των Λιμανιών,

Η δέσποινα των αντρών πολεμιστών,

Εδώ ο Ιούδας με τ’ αργύριά του, κι εδώ η δικαιοσύνη της Ιστο-

                ρίας,

Κι εδώ ο στρατοδίκης κι ο χαφιές, κι αυτή η καταδίκη

Με τη σφραγίδα, κάτι που βαραίνει το Κόμμα μας,

Κι άμα το δώ θα πικραθώ. Ο Μπελογιάννης

Χαμογελά κρατώντας το γαρίφαλο. Παλέψτε για τον κομμου-

                νισμό. Θα ‘ρθεί.

Βλέπω μές στην αυγή του τις μάζες να χρησμωδούν.

Σπασίμπα νταβάριτς. Αν πάς στο Κ. Ε.

Πέ τους πώς πρέπω να ‘βρει λύση μοναχό τους.

Σ’ αυτά συνέχεια μας επιτηρεί ο καιρός μας.

 

Ανύπαρκτη Χώρα,

Μέσα στην γκρίζα πραγματικότητα μιάς γεναριάτικης χαραυγής,

Παραίσθηση από ταφόπλακες σοβιέτ, τόσοι πολλοί,

Δεν το ‘χα συνειδητοποιήσει πώς έπρεπε να ξεκάνουμε τόσους

                πολλούς.

Γόοι επικοί για πάθια λυρικά,

Και κάρφωνες στου Παρθενώνα την ποδιά υγρά τα μάτια σου,

                θυμόσουν,

Κινούσαμε απ’ τον Άγνωστο και φτάναμε στου Παπασπύρου’

Εκεί που λιάζονται οι ζιγκολό, απαντώντας

Με ήχο νεκρό στο στερνό κάλεσμα της οφειλής.

Εκεί είδα έναν πού κάποτε περίσσια αγάπησα, και τον σταμά-

                τησα ουρλιάζοντας: «Αμάργκο!

Σύ πού ήσουνα μαζί μου στο Twins, την ντισκοτέκ των Σπετσών!

Το λείψανο που φύτρωσε είδωλο στον κήπο σου,

Είναι ομοαίματο αδέλφι σου; Πές μου, το γαμείς;

Ή μήπως τ’ αφάνισετο φαρμάκι της αλήθειας;

Ώ, κράτα μακριά το Πάθος, τον ξεσκεπάζει τον άνθρωπο,

Γιατί θα ξεράσει τη βρομιά μας στον αέρα!

Σύ! Αθάνατος θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός!»

                Ήταν το ’75 που έγραψα το «Οδοιπορικό», σε

                μεγάλες άσπρες κόλλες αναφοράς, με μαύρο

                στυλό. Γνώρισα σ’ ένα υπόγειο κουτούκι (όχι στο

                Μοναστηράκι, στην Πινδάρου-τώρα έκλεισε)

                έναν μεθύστακα γέρο’ Χιώτης ήταν. Λοιπόν το

                μαγαζί διέθετε μόνο κρασάκι κι αν πεινούσες

                πεταγόσουν στου Βασιλόπουλου κι αγόραζες την

                κονσερβούλα σου, σαρδελίτσα και τα λοιπά.

                Καθόμαστε όλοι μαζί, οι γέροι παρλαπίπιζαν

                εμείς ακούγαμε. Μόνο ο γέρο Χιώτης δε μίλαγε

                και πίστευα πώς τ’ αλκοολίκι του ‘χε πατήσει τις

                φρένες. Ώσπου, ένα μεσημεράκι του Δεκέμβρη,

                να τονε ο καλός σου γυρνάει και μου λέει: «Γιέ

                μου, πότε θα ξεμεθύσουμε να κάνουμε ένα καλό

                μεθύσι και πότε θα πεθάνουμε για να χορτά-

                σουμε ύπνος;» Τί να του πείς; Κούνησα το κεφάλι,

                τράβηξα μιά ντζούρα οίνο, έκανα τσιγάρο.          

 

                 ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΠΡΕΦΑ

                                Τον παίδα τόνδ’  έκτειναν  Αργείοι  ποτε

                                δείσαντες;  Αισχρόν τουπίγραμμά  γ’ Ελλάδι.

                                                                                ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Το κάθισμα που τραμπαλίζονταν, σα ραγισμένη θερμοκοίτη,

Έμοιαζε γύφτισσα πλαστικού, απέναντι όπου ο καθρέφτης

Πού κρέμονταν από καρφί πλουμισμένο με σκουριά σε τοίχο

                ιδρωμένο

Δίπλα σε καλεντάρι με ζωγραφιά ξεστήθωτης κοπέλας,

(Στα πόδια της γρασίδι, στο κοχυλάκι αυτί της σκουλαρίκι κρε-

                μεζί)

Ζευγάρωνε κόκα κόλες και τούρκικους καφέδες,

Αντιφεγγίζοντας το φώς στις πράσινες τσόχες, ενώ

Του καλαλένιου βραχιολιού της το στραφτάλισμα χυμούσε να το

                συναντήσει,

Περίλαμπρο φαντάζοντας σ’ ακόμα ηλιοκαμένο χέρι.

Σε μπουκάλες του κιλού και του μισόκιλου

Ξεβούλωτες, πληθαίναν τον χώρο με τη γεύση τους τα διάφορα

                ποτά.

Τα μπροστινά ξεσκονισμένα, τ’ άλλα όχι- προκαλούσαν, ερέθιζαν

Και πνίγαν μύτη και ψυχή μ’ οσμές διεγερμένες απ’ τον αέρα

Πού πλάκωνε λιγδής και πνιγηρός την αίθουσα, ανεβαίναν

Παχαίνοντας τις φλόγες σπίρτων κι αναπτήρων, θολώνοντας των

                γλόμπων το γυαλί,

Ποτίζανε καπνό τα ξύλινα τάβλια,

Ξυπνώντας πίσω από τον πάγκο, τον νεκρό παππού του καφετζή.

Το πετρέλαιο σκούρο και βαρύ, ταϊσμένο μπαμπάκι και οινόπνευμα,

Έκαιγε με φλόγα γαλαζωπή, στη μαντεμένια σόμπα,

Σ’ αυτό το αρρωστημένο δέος παίρναν ζωή οι ντάμες κι οι βαλέδες.

Πάνω απ’ τα κιβώτια της μπίρας, στην τηλεόραση, απεικονίζονταν

Ανοίγοντας αθέλητα παράθυρα στην καθημερινή  πληγή,

Η παραμόρφωση του ανθρώπου, του χαλασμένου τόσο μεθοδικά

Απ’ τα εκλεγμένα αφεντικά του’ κι όμως ένα μαγνητόφωνο

Τόνιζε τη σκηνή με το σιγόφωνο μέλος του

Κι ακόμη έψελνε, κι ακόμη γύρευε τον κόσμο,

«Στ’ άρματα, στ’ άρματα…» σ’ αυτιά χτισμένα.

Κι άλλες εικόνες ύστερα, διαφορετικές, γέννημα θρέμμα της φθοράς

Πρόβαλαν όμοιες κι απαράλλακτες στην οθόνη,

Ερχόνταν κι έφευγαν δηλώνοντας την αποχώρηση ζωών σπα-

                ταλημένων.

Άνοιγε η πόρτα κάπου κάπου κι έκλεινε ξανά.

Κάτω απ’ το φέγγος του λαμπτήρα, κάτω από το χτενάκι, η

                κόμη της

Άπλωνε ξεραμένα θάμνα που άρπαξαν φωτιά.

Δοκίμαζε να του μιλήσει κι έπεφτε σε μιά βασανισμένη επανά-

                ληψη.

«Αισθάνομαι θαυμάσια απόψε. Θαυμάσια, ναι! Μονάχα που ‘μια

                λίγο κουρασμένη. Αν έχεις πουθενά δουλειά μπορείς να

                φύγεις.

Αν πάλι μείνεις, θέλεις να μιλήσουμε; Ξέρεις, ποτέ δε μού ‘χεις

                πει κουβέντα για τον εαυτό σου. Δεν είναι αστείο;

Λοιπόν αφού δε φεύγεις να μιλήσουμε. Πες μου ό,τι θες. Πες μου

                για τη ζωή και τα όνειρά σου.

Ποτέ δε θέλησες να μου πεις τί συλλογιέσαι. Δε θέλησες, δεν μπό-

                ρεσες. Κι όλο απορώ, τί έχεις στο μυαλό σου. Πες μου.

                Παρακαλώ…»

Συλλογιέμαι τους πεθαμένους του ‘49

Και τα ποντίκια που μασουλάν τα κόκκαλά τους.

 

«Τί είναι αυτός ο θόρυβος;»

                                                Τα ζάρια στο διπλανό τραπέζι.

«Για κοίταξε τί φέρανε τα ζάρια. Φέρανε τίποτε καλό;»

                                Τίποτε’ φέρνουνε ποτέ καλό τα ζάρια;

«Δεν έχεις τίποτε άλλο να μου πείς; δεν

Ξέρεις τίποτε άλλο να μου πεις; Δεν

Ονειρεύεσαι τίποτε;»

 

Ονειρεύομαι

Τούτα τα ψυχοκέρια ήταν τα μάτια του.

“Are you alive or not? Is there nothing in your head?”

Λοιπόν

Για δες, αφού το θες’ τούτο τ’ αντάρτικο τραγούδι

Καλά μιλά

Τρελά γελά.

«Κι εγώ τί θες να κάνω τώρα; Τί να κάνω;»

«Θα φύγω στη στιγμή, θα πάω στο σπίτι μου να κλάψω,

Με το σημάδι της δαγκωματιάς σου στο λαιμό μου, έτσι. Για

                αύριο τί λέει το πρόγραμμα;

Υπάρχει τίποτε να κάνουμε κι εμείς;»

                                Ξύπνημα στις εννιά η ώρα το πρωί.

Βρέξει χιονίσει θα ‘ρθουμε εδώ ξανά, σ’ αυτές τις ίδιες τις καρέ-

κλες  πάλι

Και θα παίξουμε μιά παρτίδα πρέφα κι ύστερα κι άλλη κι άλλη

                κι άλλη,

Σκουπίζοντας τα λασπωμένα χέρια μας, και περιμένοντας τη

                μέρα που θα μας ζητήσουν.

 

Όταν ξαναμαζέψαν τον άντρα της Σταυρούλας, της  λέω,

-Δεν τα μασούσα γω τα λόια μου, της τα ‘πα απόξω από τα

δόντια,

ΑΡΑΤΕ  ΠΥΛΑΣ

Τώρα πού χώσαν μέσα τον Θοδωρή, να βάλεις μπρός το διαζύγιο.

Μιά μέρα θα ζητάς τα νιάτα σου πού τώρα σπαταλεύεις  καρτε-

                ρώντας τον

Πότες και θα πιστρέψει απ’ τα νησιά. Σ’ το δίνει ο νόμος το δια-

                ζύγιο, το ξέρω.

Χάιντε, μωρή Σταυρούλα, βγάλ’ απόφαση και τράβα,

Μπας και νομίζεις κιόλας πώς θ’ σ’ το ‘χτιμήσει;

Άκου κι εμέ πού σού μιλάω, της λέω, ο Θοδωράκης δε θ’ αντέ-

                χεται,

Εφτά χρόνια στην εξορία θα τόνε κάνουν άλλον άνθρωπο,

Για τον Θεό, η κάθε μιά στη θέση σου θα χώριζε, το χρέος σου

                το ‘πραξες περίσσια, της λέω.

Σταμάτα σε παρακαλώ, μου λέει. Δε σταματώ με τίποτε, της

                λέω.

Ά συνεχίσεις να μιλείς θα τσακωθούμεν άσκημα, μου λέει, και

                με καρφώνει με τα μάτια.

ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ

Αφού δε θέλεις να μ’ ακούσεις, έ, τότε σύρε να πνιείς, της λέω,

Μην και νομίζεις πώς ο κόσμος θα γνοιαστεί σαν κόψεις το

                λαιμό σου;

Σα θα σου κάνει τη ζωή πατίνι ο Θοδωρής, μην έρθεις να μου

                παραπονεθείς πώς δε σού τα’ πα.

Κοίτα πώς έχεις ρέψει αυτά τα χρόνια, δίχως και παιδί, της λέω.

(Και τα ‘χει κιόλας πατημένα τα εικοσιοχτώ.)

Τί φταίει γι’ αυτό ο Θοδωρής, μου λέει, αγριεύοντας,

Δε φταίει αυτός, κείνοι πού τον φυλάκωσαν τα φταίνε.

(Μόνο η καρδούλα της το ξέρει πώς το θέλει ένα παιδί.)

Να, σά θα ‘ρθει θα κάνουμε παιδί κι όλα θα σιάξουν όπως και

                τα θέμε.

Είσαι ντίπ κατά ντιπ μουρλή, της λέω.

Σ’ το υπογράφω πώς κι αν ακόμη τον αφήσουν, σ’ έξι μήνες θα

                τον χώσουν πάλι μέσα,

Τί θες και μου παντρεύεσαι αφού δεν έχεις ούτε άντρα ούτε

                παιδί, της λέω.

ΑΡΑΤΕ  ΠΥΛΑΣ

Λοιπόν, εκείνη την Τρίτη έλαβε γράμμα του Θοδωρή, κι έφκιαξε

                γλυκό,

Και ντύθηκε και στολίστηκε και μας προσκάλεσε όλες τις γει-

                τόνισσες να το φάμε στην υγειά του.

ΑΡΑΤΕ  ΠΥΛΑΣ

ΑΡΑΤΕ  ΠΥΛΑΣ

Κώστα, Δημητράκη, σκωθείτε αμέσως. Φρόσω, σύρε να βάλεις

                το καλό σου το φουστάνι.

Γλήγορα για την εκκλησία. Γλήγορα. Γλήγορα.

Χρόνια πολλά, χρόνια πολλά, καλήν ανάσταση.    

                Οι δικές μου μαντόνες, οι θεές μου.

                έχουν τα ονόματα Ημέρα, Νύξ, Εσπέ

                ρα, Χρυσολούλουδη.

                Ώρα του ποιήματος. Χαρισμένο στον

                Γιώργο (πού δε θέλησε να το κατά-

                λάβει), στη θεία Μαρία (πού δε θα

                μπορέσει να το διαβάσει).

       ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

                Της κλίνης του Προκρούστη τα υπόλοιπα

                κι οι κρεμασμένοι-δείχτες άκαμπτοι

                της Ιστορίας δείχνουνε την ώρα.

                Δώδεκα ακριβώς!

                                                ΦΙΛΗΣΙΑ ΣΤΑΘΗ

Του βουνού τα χιόνια κόκκινα βαφτήκανε’ τα παρατημένα κου-

                φάρια

Λιώνουν και σμίγουν το χώμα το ξερό. Ο βοριάς

Στη ματωμένη γης διαβαίνει, δακρυσμένος. Προδόθηκαν οι ήρωες.

Γράμμε μου, στράψε να σε δώ, τραγούδι για ν’ αρχίσω

Οι ράχες του βουνού σπαρμένες αυτόματα ντουφέκια, άδειες φυσιγ-

                γιοθήκες,

Στρατιωτικές  χλαίνες, γράμματα αγαπημένων γυναικών, οικο-

                γενειακές φωτογραφίες,

Κι άλλες χιλιάδες μαρτυρίες νυχτών αγρύπνιας. Προδόθηκαν οι

                ήρωες.

Και τ’ αδελφάκια τους, οι ξεκληρισμένοι γιοί των καπεταναίων

                του ‘21΄

Προδόθηκαν, κανένας δε μιλά γι’ αυτούς.

Πρό των συρματοπλεγμάτων Μακρονήσου, εκεί κάθισα κι έ-

                κλαψα…

Γράμμε μου, στράψε να σε δω, τραγούδι για ν’ αρχίσω,

Γράμμε μου, στράψε να σε δώ, την πίκρα τους να ζήσω.

Αλλά σα γδύνομαι τα μάτια μου αντικρίζω σε μια σκηνή προ-

                φητεμένη

Την ανάσταση των νεκρών, και τη δόξα τους ν’ αντιλαλεί στην

                οικουμένη.

Τα ποντίκια κυρίεψαν σιγά σιγά  την πολιτεία

Το βρομερό τους χνότο αφήνοντας στα άγια του λαού

Εκεί πού αυνανιζόμαστε στο ηλεκτροφωτισμένο αμφιθέατρο

Ατέλειωτα απογεύματα συνελεύσεων στον δεύτερο όροφο της

                Φ. Μ. Σ.

Ορχούμενοι στου λαϊκού κινήματος το πτώμα,

Πάνω στο σώμα ο ένας τ’ αλλουνού, μ’ ασκέρια αντιπροτάσεων.

Νευρασθενικά παιδιά στις πολυκατοικίες τις ανήλιαγες τις μπλου-

                Τζηνοφορεμένες

Άλαστοι ιδεολόγοι σε ανήλιαγα στενάχωρα υγρά υπόγεια,

Ανασκολοπισμένοι απ’ του καιρού το πέρασμα χρόνο με  χρόνο.

Αλλά σαν ντύνομαι τα μάτια μου υπάρχουν μόνο

Διακηρύξεις για τον σοσιαλισμό και την επανάσταση που θα φέρει

Τη λευτεριά στη Ρωμιοσύνη την άλλη άνοιξη το άλλο καλοκαίρι.

Ώ ήλιε μου, να σε χαρώ, φέξε στη Ρωμιοσύνη,

Φέξε και στα παιδιά της,

Νίβουν τα χέρια τους στα αίματά της.

Κλυθί μευ, η φάος αγνόν απαστράπτουσα προσώπου.

 

Μιά θάλασσα μικρή

Στ’ άρματα, στ’ άρματα

Τόσο μεθοδικά χαλασμένος.

Μάνα

 

Ανύπαρκτη Χώρα

Μέσα στην γκρίζα πραγματικότητα ενός γεναριάτικου μεσημεριού

Ο μεθοδικός μας καθοδηγητής, σύντροφος Ρασπουτινόπουλος

Ετοιμοπόλεμος, με μιά αγκαλιά αφίσες

Σύρματα παιδιά: η μπατσαρία εν όψει,

Μού πρόσφερε με την άπταιστη ρητορική διαλεκτική του

Για πίστη μιά μούμια αριστοκρατικότητα

Κι έπειτα για πρακτική μιά δουλοπρεπή διαμαρτυρία.

 

Στο δεντρί της Ιστορίας που το όραμα κι η αναγνώριση

Απογέρνουν στην εγκαρτέρηση, πού το μοτέρ της καθημερινό-

                τητας λαχανιάζει

Σαν τα μορτάκια που λαχανιάζουν σφυρίζοντας,

Εγώ ο Αθανάσιος, μολονότι αλαφροΐσκιωτος, καρφωμένος, ανα-

                μεσής απτού ορατού και ονείρου,

Αθωνίτης, του Θεού κασσανδρική φωνή λυκίσια, να δώ, να δώ

                μπορώ,

Στο δεντρί της Ιστορίας στο δεντρί το μέγα και σκληρό που του

                απείρου

Το στριγκλολούλουδο βλασταίνει, σαν αιματορουφήχτρα  πίνο-

                τας  το στύγειο νερό,

Στα τείχη της πορνικής βασιλεύουσας τον Κωνσταντίνο τον

                Στερνό φορεί μανδύα και χρυσοκέντητα υποδήματα

Υπαγορεύει στον Φραντζή το Χρονικό της Άλωσης, και καρ-

                ρτερεί μιά κρινοδάχτυλη βοσποριώτισσα.

Έξω στον Κεράτιο, φασκιωμένα μ’ απάθεια σα χάδι

Σήπονται τα μπρίκια στου ανατολίτη τις αχτίδες τις στερνές,

Στοιβαγμένα στο ίλυνο κελί (φωλιά του πόθου μου το βράδυ)

Συναξάρια, θεολογίες, στιχηρά και δυό τυραγνισμένες απ’ την

                παρθένο ερωτικές επιστολές.

Εγώ ο Φωκάς, ποιητής με οικείο μικροαστικό οραματισμό,

Μεταμορφώθηκα κι έπαιξα πάλι τη σκηνή, καλά γνωρίζοντας

                τί έχει μείνει.

Και κάτεχα πώς ο αναμενόμενος ξένος μου ‘χει γίνει.

Αυτός, τέκνο του μέλλοντος, κάθεται κοντά της στο τραπέζι,

Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,

Ένας από τους νιόκοπους, πού ρήμα εντός των κατοικεί

Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.

Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται,

Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,

Δίνονται στών κορμιών τους το φιλί

Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.

Φίδια νερά και σμίγουν μές στην έκσταση’

Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μιά γύμνια που τόσο καλά ξέρουν’

Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,

Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους σ’ όλο το ένα

                που υποφέρουν.

(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Φωκάς την είχα ζήσει τούτη τη

                χαρά

Πού μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά του πόθου μου το

                βράδυ’

Εγώ πού πρόδωσα προδόθηκα κι απαρνήθηκα τα φτερά

Μου και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι.)

Χαϊδεύονται στερνή φορά,

Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…

 

Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,

Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός, το ξέρει’

Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:

Ήταν ωραίο όσο κράτησε’ μελισσουργός κι αστέρι.

Όταν στην ύπαρξη αφήνεται το παλικάρι

Κατοικημένο από μνήμη γυναίκας λαξεύει έναν τάφο,

Με ραγισμένη φωνή δέεται στο φεγγάρι

Κι ύστερα ακούει την καντσόνα της στον φωνογράφο.

 

«Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός κι είχες τις χάρες όλες…»

Και στο μάκρος της οδός Αθηνάς ως την πλατεία Ομονοίας.

Ω Χώρα χώρα, κάποιες φορές σε ξαναβρίσκω σαν ακούω

Σ’ ένα κουτούκι πάνω απ’ το Μοναστηράκι,

Ενός μπουζουκιού την παραπονεμένη ανέσα

Και τα θούρια και τον θόρυβο εκεί μέσα

Πού μαζώνονται αποκαμωμένοι οι εργάτες με τ’ απόβραδο’

Εκεί πού οι επαγγελίες για τη Μεγάλη Επανάσταση κρατούν

Μια παράξενη αγνότητα ασπροφτέρουγου περιστεριού.

                Βρομάει τριγύρα ο δρόμος

                Κάτουρο και τυρί

                Οι πόρνες αραγμένες

                Στις πόρτες στους στύλους

                Μπούτια γυμνά το κρέας

                Σαν τους σκύλους

                Να, ρθει ο πελάτης να χαρεί

                Οι πολιτσμάνοι γιούργια

                Κάνουν στη γωνιά

                Εδώ υπάρχει νόμος

                Την πιάσαν τη Μυτιληνιά.

                Γιούπι γιάγια, γιούπι γιούπι για,

                Γιούπι γιάγια, γιούπι γιούπι για, έι ώ!

 

                Ο Γιάγκος κι η Μοιραία

                Κρατώντας τα πιρούνια

                Ροτόντα φορτωμένη

                Με χίλια δυό καλά

                Ψυχής και στομαχιού

                Η τρέλα-τραλαλά-

                Φορεί χρυσά σπιρούνια

                Παίζοντας η ορχήστρα

                Ξανάφερνε στη μνήμη

                Ιδανικά σπουδαία

                Σαμπάνιας κι αστακού.

                Γιούπι γιάγια, γιούπι γιούπι για,

                Γιούπι γιάγια, γιούπι γιούπι για, έι ώ!

«Τουαλέτες και γαμήλια εμβατήρια.

Στο σπίτι μου μ’ ανέθρεψαν μ’ αρχές. Ο μπαμπάς μου κι η μα-

                μά μου

Με παρέδωσαν στα χέρια του. Το εσπέρας η μαμά μου του ‘δω-

                σε να πιεί δυό τρία ποτήρια

Κι ύστερα ανέβηκε στο δώμα και πήρε την παρθενιά μου».

 

«Ο οργασμός μου ξόφλησε στα γραμμένα φρύδια του, κι η ελ-

                πίδα

Κάνει παρέα στον οργασμό μου. Κάποιο μεθυσμένο λεφτό

Κοιταχτήκαμε γελώντας. Υποσχεθήκαμε μιά καινούργια  πα-

                τρίδα.

Γεράκι φωτός. Ύστερα παντρευτήκαμε, του γέννησα παιδιά. Τί

                θέλεις πιά να ονειρευτώ;»

 

«Στο Νησί του Πικραμένου

Μπορώ να νιώσω

Πώς όταν δίνεις τα δίνεις όλα.

Πώς όταν είσαι, είσαι από ανωνυμία κι αγάπη.

Αδελφούλες μου φτωχές μου αδελφούλες που όλα τα δώσατε χω-

                ρίς να ζητήσετε

Τίποτε»

                γιούπι-γιά

 

Στά ξερονήσια τότε μας ξαπόστειλαν

 

Τραγουδώντας τραγουδώντας τραγουδώντας τραγουδώντας

Ώ Σύντροφοι ξεψυχούσαμε δίχως παράπονο

Ώ Σύντροφοι ξεψυχούσαμε

τραγουδώντας

                C. M. Bowra: Απαράφραστη αισθητική του ορίζειν.

                Οι μύστες: Μέσκος, Γκανάς-πρωτίστως Αναγνω-

                στάκης.

                Ο φίλος και αποστάτης: του λησμονημένου. Γιατί  η

                παραπομπή στην παράδοση είτε εμφανίζεται σά

                σημείο στίξης λιτά και άμεσα, είτε συνυπάρχει ενδε-

                δυμένη την πορφύρα, σα γιγαντιαία εικονοκλαστική

                παραδιόρθωσις, δεν είναι κότινος νίκης παρά ακάν-

                θινος στέφανος-στράτα υπερηφάνειας ν’ ανοίγει

                στην αρετή και το μαρτύριο.          

                        Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

                Των εν Θερμοπύλαις θανόντων

                ευκλεής μέν ά τύχα, καλός δ’ ο πότμος.

                βωμός δ’ ο τάφος, πρό γόων δε μνάστις, ο δ’ οίκτος έπαινος’

                εντάφιον δε τοιούτον ούτ’ ευρώς

                ούθ’ ο πανδαμάτωρ αμαυρώσει χρόνος.

                                                                ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ ΚΕΙΟΣ

 

Άρης ο Έλληνας, αιώνες τώρα πεθαμένος,

Τη θύμησή του κρατάνε τ’ αηδονάκια κι οι παχιόσκιες λαγκαδιές

Τα καριοφίλια και τα σύγνεφα.

                Μπάτης σεμνός μεσ’ απ’ το πέλαο ξεπηδώντας

Ασπάστηκε τα οστά του και τραγούδησε. Παντρεμένος τον

                αγώνα

Σταύρωσε τη ζωή του μες στη νιότη

Προς ένα τόπο όλο βουνό ελιά και θάλασσα.

                                Σύντροφε και πατριώτη,

Ώ εσύ που κρατείς το τιμόνι αρμενίζοντας προς τη νίκη,

Στοχάσου τον Άρη, πόσο σου ‘μοιαζε, και πώς πέθανε για σένα.

 

                Βρήκα ένα παλιό κάστρο, χτισμένο με αγκωνάρια

                υπολογίσιμου μεγέθους και τον μεγάλο ποταμό.

                Γύρω απ’ την πόλη υπάρχουν οι πορτοκαλιές’ όταν

                δεν τις σκοτώνει ο παγετός ανθίζουν. Πέρα από την

                ευωδιά τους (δεν ξεχνώ τούτο το σημαντικότατο

                στοιχείο).

                βγάνουν εξαίσιους καρπούς. Καθώς παρατηρώ τα

                συμβεβηκότα (άς με συγχωρέσει ο Πολυλάς’ τα ξέ-

                ρω νεράιδες των όντων) να βυθίζονται στην Ιστορία,

                έχω την εντύπωση ενός πνεύματος περίπου αειθα-

                λούς άς πούμε, τα δίσεχτα χρόνια δεν καρπίζει.     

                          ΣΑΝ ΠΕΣΕΙ  Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ

                Στών Ψαρών την ολόμαυρη ράχη

                περπατώντας η Δόξα μονάχη,

                μελετά τα λαμπρά παλληκάρια,

                και στην κόμη στεφάνι φορεί

                γεναμένο από λίγα χορτάρια

                πού είχαν μείνει στην έρημη γη.

                                                ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ύστερα απ’ το μισόφωτο του φεγγίτη που λάμπραινε ανεξήγητα

                τα ρυτιδωμένα πρόσωπα

Ύστερα από τις παγωμένες φωνές στις αίθουσες των στρατοδι-

                κείων

Ύστερα από τη μοναξιά σε κελιά τσιμεντένια

Τους βόγκους και τα όνειρα

Το συσσίτιο το εγερτήριο και το αντιφέγγισμα

Των σιδερένιων όπλων μες στα βουρκωμένα μάτια

Εκείνος που ξεχάστηκε τώρα ανασταίνεται

Εμείς που ξεχαστήκαμε τώρα ανασταινόμαστε

Μες στη δικαιοσύνη.

 

Δεν είναι ενύπνιο αυτό μά όνειρο ονείρου

Ονείρου όνειρο κι η υπόσχεση της δόξας

Της δόξας που συνεχίζεται μες στη λευτεριά

Πού είναι ανάβαση λευτεριάς πάνω απ’ τον ύπνο

Αν δεν γκρεμίζαμε τον ύπνο μας μπορεί να γέρναμε ν’ αναπαυ-

                τούμε

Σε τέτοιο όνειρο ονείρου άλλο δεν ξέρουμε παρά να προχωρούμε

Δροσιά οι κόμποι του ιδρώτα τα πόδια αλαφροπερπατούν στο

                έδαφος το σκληρό

Γκρεμίζοντας λοιπόν το φρούριο του ύπνου

Τραχύ κρασί της λευτεριάς σαν κόρφος κορασιάς να σ’ ευλογεί

                με το μεθύσι

Εδώ μπορεί κανείς να στοχαστεί ν’ αγωνιστεί και να νικήσει

Δεν είναι μήτε η σκέψη του εαυτού σου μες σε τέτοια λευτεριά

Μόνον ο παντοτινός φωτοδότης κεραυνός τσακίζοντας τα σκοτάδια

Δεν είναι μήτε η ελπίδα του εαυτού σου μες σε τέτοια λευτεριά

Παρά οι σύντροφοι που περπατούν εμπρός και αναγγέλλουν

Με το αίμα τους την άναρχη ομορφιά χαρούμενων παιδιών

                                Γκρεμίζοντας τον ύπνο

                Μονάχα η μυστική πραγματικότητα

                Ξανοίγεται όνειρο ονείρου

                Χωρίς ύπνο

                Ύπνος νεκρός

                Ο κεραυνός

                Από ψηλά φωτίζει το μυστικό όνειρο

                Γκρεμίζοντας και την γκρίζα ιδέα του ύπνου

                Όχι τη γαλήνη

                Και τη γόνιμη εγρήγορση

                Μα την γκρίζα πραγματικότητα του ύπνου

                Εκεί που μεσημβρία και νυξ σμίγουν σε θαλερή πραγμα-

                                τικότητα και ψέλνουν

                σύντροφοι εμπρός σύντροφοι εμπρός εμπρός  εμπρός

                Αλλά πιά γκρεμίσαμε τον ύπνο

 

Ποιός ειν’ αυτός με τ’ άλικο γαρίφαλο που οδοιπορεί στο πλάι μας;

Όταν δειλιάζουμε είμαστε μόνο εμείς κι ο ύπνος να μας διαγου-

                μίζει

Μα όταν σαλεύουμε προς την ερχόμενη δόξα

Υπάρχει αυτός με τ’ άλικο γαρίφαλο να οδοιπορεί στο πλάι μας

Βαδίζοντας υπερήφανα μες στους καπνούς του πολέμου άφθαρτος

Αν είναι ζωντανός αν είναι πεθαμένος πιά δεν ξεχωρίζεις

Αυτός εκεί με τ’ άλικο γαρίφαλο ποιός είναι που μας οδηγεί;

 

Ποιά είναι αυτή η ιαχή που ανασαίνει στον αγέρα

Ανασασμός ερωτικού χελιδονιού

Ποιές είναι αυτές οι αφανισμένες ορδές που ασπροφορέθηκαν

Επάνω σε φοράδες δικαιοσύνης, καλπάζοντας σε χλοερές πεδιάδες

Ζωσμένοι την καθαρή αύρα και τη φωτιά του καλού

Ποιά είναι τούτη η χώρα μες στο κλέος

Γεννιέται, γεννάει κι είναι νέα κάθε στιγμή στο σέβας και στο

                φέγγος της

Ήρωες αγρυπνούν

Λούξεμπουργκ Γκράμσι Μπουχάριν

Βαφειάδης Κολοζώφ

Αναστημένοι

 

Ένας αντάρτης τίναξε τ’ άγρια μαλλιά τ’ άγρια του γένια στον

                αγέρα

Κι έπαιξε μεθυσμένη μουσική σ’ αυτό το σπασμένο κόκκαλο

Και κόκκινες παντιέρες αγιασμένες απ’ το αίμα εκεί που έδυε

                κι ανάτελλε η γεναριάτικη ημέρα

Ανέμισαν υποτάζοντας τη διάρκεια

Κι υψώθηκαν λεβέντισσες ως την κορφή του δέντρου της Ιστορίας

Κι ήτανε πλούσια κι εύχυμα κλαδιά

Πού σήμαιναν αγγέλλοντας την παιδική καρδιά

Και φωνές τραγουδούσαν μεσ’ από κοιμητήρια και τόπους εξορίας.

 

Στο ρημαγμένο λημέρι στ’ απροσκύνητα βουνά

Κάτω από τ’ οργισμένο φεγγαρόφωτο, λειτουργιέται ο Λαός’

Ανώνυμοι και λαμπαδιάζουνε σαν εκκλησία

Εκεί ειν’ του κεραυνού η εκκλησιά των αναστάντων κατοικία.

Ανθρώπινα παράθυρα, κι η θύρα ανοιχτή στο μέλλον,

Χίλιοι νεκροί χίλιοι ζωντανοί πιά δεν το ξέρεις.

Μιά σιταρήθρα στάθηκε στο μεσοδόκι, ψέλνοντας

Θάνατος στους τυράννους

Μέσα στη λάμψη αστραπής. Τότε ένας ήχος ευαγγέλιου

Φέρνοντας το μήνυμα

Ρέει ο μεγάλος ποταμός, οι ηπειρώτισσες πορτοκαλιές

Καρπίζουνε στο φως, κι εκείνοι που χτυπήσαν τις γιορτές της λευ-

                τεριάς

Λουφάξανε βαθιά, πίσω απ’ τον κόσμο.

Η νύχτα άπλωσε ξανά, υποταγμένη, εντροπαλή,

Και βρόντησεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα

Ε

Επανάσταση: Τι έχουμε προσφέρει;

Σύντροφε, τρανεύει το αίμα την καρδιά μου

Η ωραία τόλμη μιάς ζωής εξεγερμένης

Πού μια αρχαία φρόνηση ποτέ δε θ’ αναιρέσει

Μ’ αυτή, μόνο, μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει

Πού κανείς δεν θα αναφέρει στα παιδιά μας

Και μόνο εμείς θα ξέρουμε με το τριζόνι σήμερα νεκροπομπό

Κι αύριο μια χασισωμένη ανθρωπότητα να δημιουργεί

Με το ίχνος των κορμιών μας.

Ε

Έρωτας: Άκουσα τα βήματά σου

Ένιωσα το χέρι σου στο χέρι μου

Με την άρνηση του άλλου, βεβαιώνοντας τη φυλακή σου

Με τη μοναξιά του άλλου, σακατεύοντας τη φυλακή σου

Μόνο τώρα που πήρε να φεγγίσει, ένα δάκρυ

Για μια στιγμή ζωντανεύει τον τρόμο της Πηνελόπης.

Ε

Ελευθερία: Το πλοίο ανταποκρίθηκε

Χαρούμενο, στο χέρι που το στρέφει

Η πρόσκληση ήταν γαλήνια, κι η καρδιά σου ανταποκρίθηκε

Χαρούμενα στην πρόσκληση, κυβερνημένη, κυβερνώντας

Την ύστατη κυριαρχία.

 

Βγήκα απ’ το αμφιθέατρο

Ξυπνώντας, πίσω μπρός και πλάι μου τα πλήθη

Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.

Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι, ηϋθέμεθλον.

Άνδρ’ αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον. Γιούχα και πάντα

                γιούχα των πατρίδων.

Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα, εν αυτοίς  σάρκα ανέδειξα και

                ψυχήν.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπει η μέρα

Σήμερα αρραβωνιάζεται αητός την περιστέρα.

                                Επανάσταση  Έρως  Ελευθερία

                                Θάνατος  Θάνατος  Αθάνατος

                                                                      Σύντροφοι

                Το νόημα της Ιστορίας είναι βαθιά απολυταρ-

                χικό. Πώς μέσα στον καθένα μας κερδίζεται

                αυτό το ύψιστο βίωμα, πώς βιώνεται αυτό το

                ύψιστο κέρδος, είναι κάτι αγαπημένο ως τον

                κώδικα και το απόκρυφο. Ελάχιστες αναφορές

                καθαρά ερωτικής τάξεως (Ακάθιστος Ύμνος,

                Κρητικός, Ode to a Nightingale). Και η Ιστορία;

                Ουλαμός να εκπορθεί το αδύνατο, ωκεανός να

                πυρπολεί το στερέωμα, μέγιστο όνειρο να ξανα-

                ζει την πραγματικότητα.

ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις  ΙΚΑΡΟΣ, Φεβρουάριος  2009, Επιμέλεια: Άννα Περιστέρη, σελίδες 766. Από την συλλογή «Η ΕΡΗΜΗ ΓΗ», (Άσκησις έβδομη), σ. 191-210.

Από το Σημείωμα της Επιμελήτριας Άννας Περιστέρη, σελίδα 724:

«Τις αλλαγές που θα παρατηρήσουν οι κάτοχοι της δυσεύρετης πιά έκδοσης των Προόδων εν Προόδω του 1981 και της εκτός εμπορίου έκδοσης των Ασκήσεων του 1984 τις έχει επιφέρει ο ίδιος  ο ποιητής σε προσωπικά του αντίτυπα, τα οποία βρίσκονται στο αρχείο των εκδόσεων Ίκαρος. Έχουν ενσωματωθεί όλες, με εξαίρεση δύο δυσανάγνωστες επεμβάσεις. Δεν έκρινα σκόπιμο να συντάξω κριτικό υπόμνημα, επειδή οι αλλαγές αυτές δεν είναι τόσες ώστε να μπορεί εύλογα να μιλήσει κανείς για δύο γραφές, όσον αφορά δε την «Έβδομη Άσκηση», για τρείς γραφές, αν συνυπολογιστεί η αυτοτελής έκδοσή της (Η Έρημη Γη, Ερατώ 1996), με προλογικό σημείωμα του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και επιλογικό του Νάσου Βαγενά με τίτλο «Πάτροκλος Γιατράς ή Οι ελληνικές μεταφράσεις της Έρημης Χώρας». Αυτή η αναπλασμένη κατά τόπους Έρημη Γη, υπομνηματισμένη και στιχαριθμημένη με βάση την πρότυπη Waste Land, δεν περιλαμβάνεται σε τούτη τη συγκεντρωτική έκδοση. Θα κυκλοφορεί παράλληλα, με τα κείμενα που την πλαισιώνουν, από τις εκδόσεις Ίκαρος.».

Σημειώσεις:

     Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια που φτερούγισε από κοντά μας  ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. Άφησε πίσω του την «‘ΕΡΗΜΗ ΓΗ» και τα ερωτικά των ανθρώπων της πάθη, τα ποιητικά τους τσιλημπουρδήματα, τους νικημένους κόκκινους εξόριστους επαναστάτες συντρόφους του, τις ενύπνιες φαντασιώσεις του, τις μπουρδελότσαρκές του στις Σπετσιώτικες ντισκοτέκ και το ζαχαροπλαστείο του Παπασπύρου όπου σύχναζαν τα ζιγκολό της Ιστορίας. Οι ζηλωτές του χαμένου κέρδους της Επανάστασης. Ταξίδεψε μόνος, σαν αθωνίτης μοναχός, «σοσιαλρεαλιστής» ρεμπέτης και πλάνης των ονείρων. Φυγάς ανυποψίαστος, και αλήτης της ερωτικής προσφυγιάς. Αναλήφθηκε γυμνός, χωρίς τα οστά των λέξεων μαζί του, της γλώσσας τα λιβανισμένα καύκαλα, που γοητεύουν και γητεύουν τις επίγειες ζωές των ανθρώπων. Κρατούσε μόνο ένα ποτηράκι μπρούσκο κρασί στο χέρι καθώς θέλησε να ταξιδέψει νωρίς για την «Ανύπαρκτη Χώρα». Να το τσουγκρίσει, με τα φιλαράκια του, τώρα, που όλοι είναι Σύντροφοι εν Ονείρω. Αμετάκλητα χαμογελαστοί. Στην Χώρα που ξαναζεί κανείς την νέα του, μόνιμη πραγματικότητα, αυτήν της θεϊκής του ανυπαρξίας. Την απόλυτη πραγματικότητα της Ιστορίας, που βιώνεται σαν ρουτίνα μέσα στην αιωνιότητα. Έφυγε για την σκοτεινή Πολιτεία των σκιών, την Νέκυα των παλαιών φίλων και συντρόφων του που ο χρόνος είναι ηρωική μνήμη-μνήμα. Φίλια κατάσταση πένθιμων χαμόγελων, αναμνήσεις μονοτάχυτης υπεράσπισης, αναβαθμοί ελπίδων της ψυχής και αυταπάτες του σώματος.  Εγκαταστάθηκε δίχως πίκρα και μελλοντικές αξιώσεις, στην Πολιτεία της ανέκφραστης Ποίησης, της μαυροφορεμένης ακατανόητους για εμάς τους θνητούς, αινιγματικής γλώσσας. Στην Ουτοπία του Ου Τόπος που η κερδώα εικόνα της Επανάστασης, το ασυννέφιαστο πρόσωπο του Έρωτα, (πέρα από φύλα) και το είδωλο της οργισμένης Ελευθερίας, ολοκληρώνουν τον κύκλο τους. Κληρονομούν τα χαρμολυπικά πάθη τους στον χρόνο.  «Αμάργκο» εραστές της γης, λιγούρια της ζωής Πηνελόπης, της ξερακιανής φαντασίας κρυφοί γάμοι της γλώσσας με την απώλεια. Δεκανίκια των τάφων της δόξας. Ευκλεώς αναστηθέντες εφιάλτες του Πολιτισμού και της φρίκης. Των ερειπίων αναγνώστες της πρέφας της εφήμερης υστεροφημίας. Ο πότης Ποιητής, ο ασουλούπωτος με το μπαγλαμαδάκι της φαντασίας του καλεί Προσκλητήριο των νεκρών ηδονών της κόκκινης Επανάστασης. Ήρωες που αγρυπνούν μαζί με Ποιητές πάνω από επιτύμβια φέγγη. Η κόκκινη κατανυκτική της μοναξιάς Ρόζα, ο ονειροπαρμένος χαρισματικός Αντόνιο, ο αλαφιασμένος ανεκκλησίαστος Νικολάι, ο ηττημένος στρατηγός Μάρκος, ο καβαλάρης δακρυσμένος Άρης και ο άνθρωπος με το Γαρύφαλλο. Στρατιώτες «παντρεμένοι με τον αγώνα». Και σιμά, οι Παραστάτες Ποιητές, ο ανοιχτομάτης Όμηρος, ο ρεαλιστής Ευριπίδης, ο τυμβωρύχος της Νίκης Σιμωνίδης ο Κείος, ο κόντε Διονύσιος Σολωμός και ο σαλός Μιχάλης Κατσαρός. Ο αυτοδίδαχτος εξόριστος από τον κόσμο των ποιητών μεταφραστής του Έλιοτ, ο Πάτροκλος Γιατράς. Μαζί τραγουδούν στίχους από τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου, ομνύουν στα «ανθρώπινα ερείπια» στα «τέκνα της οργής και της ανάγκης» του Κώστα Βάρναλη. Σιγοψιθυρίζουν Ομηρικά αποσπάσματα, ρήσεις εις την γερμανικήν, που άκουσαν στα ξερονήσια την περίοδο του κόκκινου αγώνα. Παλληκαράκια της προσφυγιάς της Επανάστασης και του Έρωτα τιμώντας το Σολωμικό Χρέος της Ελευθερίας. Μνήμες ζωής φωτιάς που οικοδόμησαν την Νέα Ρωμιοσύνη του Ελληνισμού. Την Ουτοπία της Ποίησης. Της γλώσσας της αμυγδαλιές τις μυρωδιές της Καισαριανής. Μια ρουφηξιά καπνού η ζωή του ποιητή Ηλία Λάγιου, που σκορπίστηκε στην αιωνιότητα. Μια τζούρα καφέ, ένα πλούσιο της φωνής του ποιητικό κατακάθι γιομάτο ονειρικές ουσίες. Μια ποιητική παραγωγή ενός έθνους, μιας παράδοσης, μιάς παιδείας, ενός πολιτισμού προσώπων που είναι ακόμα ανθηρά και ζωντανά στον χρόνο της σύγχρονης Ιστορίας της χώρας μας. Μιας Ρωμιοσύνης που αντιστέκεται και επιμένει ακόμα και μέσα στην δική του προσωπική παρωδιακή σύνθεση, την «ΈΡΗΜΗ ΓΗ» του, ιδιαίτερα σε αυτήν.

     Όταν το 1922 ο άγγλος μοντερνιστής ποιητής Tomas Stern Eliot έγραφε την δική του «Waste Land», σίγουρα δεν θα υποψιαζόταν, ότι θα υπάρξουν στο μέλλον έλληνες ποιητές που εξακολουθητικά θα μετέφραζαν το έργο του στην μητρική τους γλώσσα. Ότι θα ερίζουν για τον τίτλο του ή θα παρωδούν την σύνθεσή του. Όμως η ποιητική μοίρα του έργου αυτού, στόχευε διαφορετικά. Ο θρησκευτικός έλληνας ποιητής Τάκης Παπατσώνης μετέφρασε πρώτος το έργο δίνοντάς του τον τίτλο «Ο Ερημότοπος». Ο νομπελίστας μας ποιητής Γιώργος Σεφέρης την απέδωσε ως «Έρημη Χώρα» που διατηρεί μέχρι και σήμερα τα πρωτεία. Ο ποιητής Κλείτος Κύρου την μεταφράζει ως «Ρημαγμένη Γη». Ενώ ως «Η ΕΡΗΜΗ ΓΗ» μας την προτείνει ο μεταφραστής Συμεών Γρ. Σταμπουλού. Τέλος, ο ποιητής και μεταφραστής Χάρης Βλαβιανός φιλοδοξεί οι μελλοντικοί αναγνώστες του έργου, να την αποκαλούν ως «Η ΕΡΗΜΗ ΓΗ». Και μέσα σε αυτό το περιβόλι των ελληνικών μεταφράσεων (πάνω από δεκαπέντε), έρχεται μια ποιητική φωνή της γενιάς του 1970, ο Νάσος Βαγενάς, να στήσει ή να παίξει καλύτερα ένα συγγραφικό παιχνίδι. Να συγγράψει μια διηγηματική παρωδία του έργου, που, από το 1976 που πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο του «Η Συντεχνία» Κέδρος 1976, (πενήντα τέσσερα χρόνια από την κυκλοφορία του ποιήματος από τον Τόμας Στερν Έλιοτ), δεν θα ταράξει απλώς τα νερά, δεν θα μπερδέψει ποιητές και αναγνώστες αλλά, θα καλλιεργήσει ένα υπέδαφος ερμηνευτικών ερευνών,-του έργου «Έρημη Χώρα» που θα ανθίσουν στα μετά το 1976 χρόνια αρκετές συγγραφικές εκδοχές και απορίες. Ο Νάσος Βαγενάς, επηρεασμένος από την συγγραφική μέθοδο του αργεντινού συγγραφέα Χόρχε Λουϊς Μπόρχες, (φανατικός Μπορχεσιανός μέχρι σήμερα), θα του έρθει η ιδέα να δημιουργήσει έναν φανταστικό ήρωα. Τον Πάτροκλο Γιατρά. Έναν αυτοδίδαχτο, αριστερό αγωνιστή βιοπαλαιστή ο οποίος θα αποφασίσει εβρισκόμενος στην εξορία, και φυλακισμένος, να μάθει με μια μέθοδο άνευ διδασκάλου αγγλικά και θα αποπειραθεί να μεταφράσει ή ορθότερα, μεταφράζει 60 περίπου ποιήματα του Τόμας Στερν Έλιοτ, χωρίς να γνωρίζουμε-αν αληθεύει η πληροφορία-ούτε τους τίτλους των ποιημάτων και ούτε αν οι μεταφράσεις αυτές είδαν το φως της δημοσιότητας. Το διήγημα αυτό του Βαγενά, έφερε τον τίτλο: «Πάτροκλος Γιατράς: ή Οι ελληνικές μεταφράσεις της Έρημης Χώρας». Εκδόσεις Στιγμή, τρίτη έκδοση 1987. Είναι το πρώτο, από άλλα δύο κείμενα του ποιητή Νάσου Βαγενά που σπονδυλώνουν την έκδοση. Το «Μενέλαος Σοϊλεμετζίδης (1894-1965)» και «Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση του Ιλίγγου». Η φανταστική αυτή περιπέτεια του Πάτροκλου Γιατρά, δημιούργησε δύο αναγνωστικά ρεύματα ερμηνείας της. Το πρώτο, που την αποδέχτηκαν σαν πραγματικότητα και την ερμήνευσαν και την εξέτασαν σύμφωνα με την θεματολογία της και την οπτική της. Έκαναν δηλαδή μια σπουδή πάνω στην φανταστική σπουδή του Πάτροκλου Γιατρά, δηλαδή των γραφομένων του Βαγενά, και το δεύτερο ρεύμα των αναγνωστών, που εννόησαν το διηγηματικό παιχνίδι του ποιητή και την παρωδιακή του διάθεση και πρόθεση. Η πρώτη μερίδα αναγνωστών προσπάθησε να ανακαλύψει να αποκαλύψει την πραγματική ταυτότητα του Πάτροκλου Γιατρά και τι σχέση είχε με το έργο του άγγλου μοντερνιστή ποιητή. Το έργο αυτό του Βαγενά, παράλληλα με το αυθεντικό ποιητικό κείμενο του Έλιοτ “waste land”, υπήρξε για τους έλληνες ποιητές και αναγνώστες-μεταφραστές, ένα έναυσμα για να επαναπροσεγγίσουν το έργο στην γενιά τους και στην εποχή τους, ενώ μαζί με τις μεταφραστικές και ερμηνευτικές καταθέσεις τους, μετά το 1976, την κυκλοφορία του βιβλίου του Βαγενά, άρχισε να καλλιεργείται μια φιλολογική εξερεύνηση γύρω από τον Πάτροκλο Γιατρά και τις εξομολογήσεις του. Θα αναφέρω μόνο δύο αυτοτελείς τίτλους,-στο προηγούμενο σημείωμα κατέγραψε μια μικρή σχετική αρθρογραφία-που εκδόθηκαν και εξετάζουν τον συγγραφικό Ήρωα του ποιητή Νάσου Βαγενά. Ο πρώτος τίτλος προέρχεται από τον Γρηγόρη Πεντζίκη, «ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ ΓΙΑΤΡΑΣ ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΝΑΣΟΥ ΒΑΓΕΝΑ» Οι δύο πόλοι ενός προσωπείου» εκδόσεις Σοκόλη 2005, σελ. 86, τιμή 12 ευρώ, και είναι μια ομιλία για τον Δραμηνό ποιητή από τον Πεντζίκη. Ο τόμος περιλαμβάνει και την μελέτη του συγγραφέα για την ποιητική συλλογή «Στέφανος» που εξέδωσε ο Βαγενάς το 2004. Ο δεύτερος τίτλος, είναι σχετικά πρόσφατος, 2017. Ο πεζογράφος Απόστολος Δοξιάδης, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος 2017 το μελέτημά του, «ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΛΕΓΟΝΤΑΣ» Η λογοτεχνία, ο μυστηριώδης Πάτροκλος Γιατράς και οι μεταμορφώσεις της Έρημης Χώρας, σελίδες 240, τιμή 14 ευρώ. Στην μελέτη αυτή ο Απόστολος Δοξιάδης, ενώ ερμηνεύει και γράφει για το παλαιό αυτό διήγημα του Βαγενά,-που διατηρείται με τον έναν ή άλλον τρόπο στην ποιητική και μεταφραστική επικαιρότητα- την ιστορική του διαδρομή και τις επιδράσεις του στους μεταγενέστερους. Την πρωταρχική του πηγή έμπνευσης, ενώ διευρύνει το ερμηνευτικό του πεδίο και πραγματεύεται την πραγματική αιτία του προβλήματος, που είναι το ουσιαστικό και ζητούμενο, δηλαδή, η λογοτεχνική επανάληψη στον χρόνο από νεότερους συγγραφείς. Ο διηγηματικός σπινθήρας που άναψε ο Βαγενάς με τον φανταστικό ήρωά του, δεν κατόρθωσε να «ξεγελάσει» ακόμα και τον πρώτο μεταφραστή της «Έρημης Χώρας», στα ελληνικά τον Τάκη Παπατσώνη, αλλά να δημιουργήσει ένα ποιητικό υπέδαφος πάνω στο οποίο φανερώθηκαν δύο τουλάχιστον από όσο γνωρίζουμε νεότερες ποιητικές φωνές, που συνέθεσαν την δική τους εκδοχή, του πρωταρχικού έργου του  Έλιοτ. Η πρώτη πρόταση προήλθε από τον ποιητή Ηλία Λάγιο, και την «Έρημη Γη» που εξέδωσε το 1984 από τις εκδόσεις Ερατώ, έργο το οποίο προσπαθεί και πέτυχε να αποκαταστήσει την επική μορφή της ποιητικής σύνθεσης που δεν κατόρθωσε ή δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ο Πάτροκλο Γιατράς, στην ουσία δηλαδή ο πολύ νεότερος ποιητής Ηλίας Λάγιος  συγγράφει την ελληνική σύγχρονη εκδοχή της Έρημης Χώρας, που δεν έπραξε ή δεν θέλησε να κάνει ο ποιητής Νάσος Βαγενάς. Ο οποίος έμεινε στις διαπιστωτικές ερμηνευτικές παρατηρήσεις του, μια και ήταν διαφορετικός ο στόχος του δικού του διηγήματος. Γνωρίζοντας τις προηγούμενες καταθέσεις, έρχεται πολύ πρόσφατα, ο ποιητής Α. Τ. Ελής, να μας δώσει την δική του αναθεωρημένη εκδοχή σαν «Έτοιμη Χώρα» Ο Ελής τραβά μια διαχωριστική γραμμή από τα προηγούμενα έργα, και τοποθετεί την «Έτοιμη Χώρα» του, στην σημερινή σύγχρονή μας πραγματικότητα, απομυθοποιώντας με την δική του σύνθεση τις προηγούμενες προτάσεις. Ο ενδιαφέρων αυτός τόμος, ολοκληρώνει το θέμα του, με ένα Επίμετρο του καθηγητή και συγγραφέα Γιώργη Γιατρομανωλάκη: «Συγγραφείς: Εντολοδόχοι του Νου ή ορμαθός ενθουσιαζόντων».  Το συγγραφικό αυτό παιχνίδι της συνέχειας μέσα στον χρόνο, των πολλαπλών εκδοχών και διαπραγματεύσεων ενός πρωταρχικού αλλόγλωσσου έργου, μας φανερώνει την σπουδαιότητα ενός έργου, και γιατί ονομάζουμε κάποιο έργο κλασικό. Ενώ παράλληλα, το σκόπιμο παραπλανητικό παιχνίδι ενός έλληνα διηγηματογράφου και ποιητή, γίνεται η αφορμή, να γεννηθούν δύο νέα αυτόνομης ταυτότητας το καθένα έργα.

«Η ΕΡΗΜΗ ΓΗ» (1984) του ποιητή Ηλία Λάγιου, περιλαμβάνεται στις σελίδες 149-173. Από τις σελίδες 174-181 έχουμε τις σημειώσεις πάνω στα ποιήματα του Λάγιου. Το έργο ερανίστηκε από την έκδοση των εκδόσεων Ερατώ, γιαυτό και δημοσιεύεται η αφιέρωση του Ηλία Λάγιου: «στην μνήμη του Άγι Στίνα, επαναστάτη, όμορφη, πλούσια κι άπαρτη, και σεβαστή κι αγία». Ενώ ο τίτλος του Ηλία Λάγιου παραπέμπει στην Σολωμική ποιητική σύνθεση: «Η καταστροφή των Ψαρών».

     Αν ο σύγχρονος έλληνας αναγνώστης, διαβάσει το έργο του άγγλου μοντερνιστή ποιητή “Waste Land” είτε στην γλώσσα που γράφτηκε είτε στις ελληνικές του αποδόσεις, σίγουρα θα θαυμάσει την σύλληψη και το συγγραφικό ταλέντο του Τόμας Στερν Έλιοτ. Και θα θελήσει να το αποκρυπτογραφήσει με την βοήθεια των σχολίων και των παραπομπών που μας έδωσαν και εξακολουθούν να μας προσφέρουν οι έλληνες μεταφραστές του. Αν όμως θελήσει να διευρύνει το πεδίο των αναγνωστικών του επαφών με το ποιητικό έργο του Ηλία Λάγιου, (γνωρίζοντας ασφαλώς το διήγημα του Νάσου Βαγενά), αν δει δηλαδή αυτόνομη την «ΈΡΗΜΗ ΓΗ» του Λάγιου, θα μείνει ενεός μπροστά στην θεματική και ποιητική σύλληψη του έλληνα ποιητή. Μπορεί ο Ηλίας Λάγιος να συνομιλεί με άλλες συγγενικές του ή παρακειμενικές του φωνές, αλλά, τίποτα δεν μας είναι ξένο, τίποτα δεν μας είναι άγνωστο. Ο Ηλίας Λάγιος οικοδομεί την δική του Χώρα βασισμένη σε ποιητικές και ιστορικές φωνές της Ρωμιοσύνης, του ελληνικού πολιτισμού από τα Ομηρικά χρόνια μέχρι των ημερών του Άγγελου Σικελιανού, του Κωνσταντίνου Καβάφη, του Κωστή Παλαμά. Το εύρος των εσωτερικών αρμών της σύνθεσης του Λάγιου, είναι και ευρύ και προκαλεί ενδιαφέρον. Τίποτα δεν είναι ξένο μέσα σε αυτό το έργο. Ούτε τα ονόματα, ούτε τα Ομηρικά παραθέματα, ούτε ακόμα και αυτά που προέρχονται από έναν πειραιώτη συγγραφέα και δημοσιογράφο, τον Χρήστο Λεβάντα. Τα  τέσσερα πρώτα μέρη της σύνθεσης αναπαριστούν το όνειρο μιας ιστορικής πραγματικότητας οικείας και ερμηνεύσιμης για εμάς τους έλληνες . Ενώ το πέμπτο μέρος, είναι το όνειρο ενός ονείρου , είναι η ίδια η μυστική εικόνα και φωνές της πραγματικότητας αυτής. Να συμπληρώσουμε ότι ο χρόνος στην σύνθεση αυτή του Ηλία Λάγιου, έχει συμπυκνωθεί σε ένα εικοσιτετράωρο.  Η σύνθεση αυτή του Ηλία Λάγιου, η οποία βρίσκεται σχεδόν στην αρχή της ποιητικής του δημιουργίας, μπορεί να εξεταστεί αυτόνομα από το έργο του Έλιοτ. Δεν χρειάζεται να κοιταχθεί σε σχέση με το πρωτότυπο που προέρχεται μέσω της διαμεσολαβητικής διηγηματικής πρότασης του Βαγενά. Κάθε λεκτική υπόμνηση, κάθε γλωσσική πρόταση, κάθε εικόνα από όπου και αν προέρχεται, μας είναι οικεία και αποδεκτή. Ακόμα και αν ο αναγνώστης δεν γνωρίζει να ερμηνεύσει τις Ομηρικές προτάσεις και λέξεις που βρίσκονται διάσπαρτες μέσα στα ποιήματα, απολαμβάνει ευχάριστα την ροή και την εσωτερική μουσικότητα και ρυθμό των ποιημάτων. Όλα είναι ενταγμένα μέσα στην γενική οραματική σύλληψη του Ηλία Λάγιου, αρμονικά, ισορροπημένα και λειτουργικά. Λέξεις της Ομηρικής συμβαδίζουν με λέξεις της πεζής καθημερινότητας και στιχάκια που όλοι μας αναγνωρίζουμε από τα παιδικά μας χρόνια, χωρίς να μας εκπλήσσει αυτό το άνοιγμα της γλωσσικής βεντάλιας του ποιητή. Τίποτα δεν μας είναι ξένο. Δροσιζόμαστε από όλες τις γλωσσικές πηγές του Ηλία Λάγιου. Εδώ ο Ιούδας μπορεί να σταθεί στο ίδιο επίπεδο με τον Αθανάσιο τον Αθωνίτη μπροστά στο Πραιτόριο της Ιστορίας του ανθρώπου. Ο ηγέτης της ρώσικης επανάστασης Λένιν συνυπάρχει με τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό. Το αντάρτικο τραγούδι με μελωδικές φωνές της δημοτικής μας ποίησης και παράδοσης.  Ο Αμβρόσιος Φραντζής μπορεί άνετα και έρχεται σε επαφή με μύστες ποιητές όπως ο Μιχάλης Γκανάς και ο Μάρκος Μέσκος. Νέες Θερμοπύλες του ελληνισμού φυλάει ο Νίκος Μπελογιάννης.  «Σε τέτοιο όνειρο ονείρου άλλο δεν ξέρουμε παρά να προχωρούμε» γράφει στην σελίδα 206. Ενώ η Επανάσταση, ο Έρωτας, η Ελευθερία, ο Θάνατος Θάνατος Αθάνατος, βρίσκει την πληρότητά του, στον Ακάθιστο Ύμνο. Όπου συνεχίζει τις Πινδαρικές Ωδές. Μέχρι και απόηχους από το μοιρολόγι της μεγάλης παρασκευής συναντάμε σε αυτό το μάλλον πολιτικό ποίημα που το υπόστρωμά του, είναι πλήρες φωνών θρησκευτικής ανάσας.

     Σε αυτήν την χώρα, την μπαρουτοκαπνισμένη και κατακερματισμένη γεωγραφικά και πολιτιστικά, στην χώρα που μεταμόρφωσε τον Διόνυσο σε Ιησού, και τον κηδεύει με τον εθνικό της φυλής της επιτάφιο, σαν αυτήν την πικρολεβεντομάνα πατρίδα, την κοινή μας Ρωμιοσύνη, την Ιστορία την έγραψαν Ποιητές, Άγιοι και Εξόριστοι Αγωνιστές. Έλληνες που προέρχονται από τα βάθη του χρόνου και βαδίζουν προς τα βάθη των αιώνων.

     Αναζητήστε και διαβάστε την ποιητική αυτή σύνθεση του Ηλία Λάγιου. Πέρα από την ποίηση του άγγλου ποιητή, ξεχωριστά από την ημιτελή πρόταση του Πάτροκλου Γιατρά.

Το έργο αυτό του Ηλία Λάγιου στέκεται υπερήφανα αυτόνομο και εξομολογούμενο την Ιστορία του παρελθόντος μας, μας αποκαλύπτει την Ιστορία του μέλλοντός μας. Που δεν είναι άλλη, από την εθνική μας αυτοσυνειδησία, σαν Λαός και σαν Έλληνες.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020                        

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

Ανθολόγιο Κριτικών Κειμένων για την ποίηση της Μαρίας Κούρση


Ανθολόγιο κριτικών κειμένων για την ποίηση της Μαρίας Κούρση
 (Αθήνα 14/11/1958-)
Ποιητικές συλλογές
-ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Πορεία, Αθήνα, Δεκέμβριος 1981, σ. 80, δραχμές 2017. Εξώφυλλο: Κώστας Παπαπαναγιώτου, Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου.
(Το βιβλίο δεν έχει σελίδα Περιεχομένων)
Περιέχει τους εξής τίτλους ποιημάτων:
ΜΙΚΡΟΜΕΓΑΛΟ/ ΑΝΕΝΤΙΜΑ/ ΣΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ/ ΕΠΙΛΟΓΗ/ ΑΠΟΨΗ/ ΔΙΧΩΣ ΑΙΤΙΑ/ ΑΡΑΙΩΣΗ/  ΣΤΙΓΜΟΥΛΑ/ ΔΙΑΣΠΑΡΤΑ/ Ο ΜΗΔΕΝ/ ΣΕ ΛΑΧΤΑΡΗΣΑ/ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ/ ΡΕΩ/ ΑΠΟ ΣΤΕΝΟ ΟΠΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ/ ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ/ ΠΥΡΕΤΙΚΑ/ ΤΑ ΛΑΘΗ ΜΑΣ/ ΒΡΟΧΙΝΑ/ ΣΤΟ ΒΡΩΜΙΚΟ ΤΖΑΜΙ/ ΝΙΑΤΑ/ ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ/ ΚΙΝΗΤΙΚΑ/ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ/ ΣΑΝ ΤΗ ΡΟΥΤΙΝΑ ΜΟΥ/ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ/ ΣΟΥ ΜΙΛΩ/ ΕΙΝΑΙ ΔΙΧΩΣ ΕΡΕΘΙΣΜΟΥΣ/ Η ΝΕΑ ΤΑΜΠΕΛΑ/ ΜΟΝΑΞΙΑ/ ΤΕΛΜΑ/ Η ΚΡΙΣΗ/ ΣΤΟΝ ΤΑΚΗ ΣΕΜΕΡΤΖΟΓΛΟΥ/ ΦΙΛΙΚΑ/ ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΕΠΟΧΕΣ/ ΑΝΩΦΕΛΑ/ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ/ Ο ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΠΡΑΣΙΝΟ ΧΡΩΜΑ/ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ/ ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ/ ΦΟΒΟΣ/ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ/ ΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ/ ΟΙ ΦΙΛΟΙ/ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ/ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΑ/ ΘΕΜΑ ΖΩΗΣ/ ΑΝΑΚΑΤΗ ΕΠΟΧΗ/ ΤΟΥ ΛΑΚΗ/ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ 1974-1981/ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΖΩΗ/ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΣΟΥ/ ΣΥΜΜΑΧΙΑ/ Η ΡΟΥΤΙΝΑ/ ΠΟΙΗΣΗ/ ΕΠΙΤΟΜΗ/ ΓΛΩΣΣΙΚΑ/ ΥΠΕΡΒΟΛΗ/ Μ’ ΑΡΕΣΕΙ.
-ΚΟΥΚΚΙΔΑ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ, Πορεία-Αθήνα, Γενάρης 1983, σ. 48, δραχμές 1050. Εικόνα εξωφύλλου: Λούτσιο Φοντάνα, Έννοια Χώρου, 1960. Η συλλογή είναι αφιερωμένη «Στη μνήμη του Julio Coursi.
(Το βιβλίο δεν έχει σελίδα Περιεχομένων)
Περιέχει τους εξής τίτλους ποιημάτων:
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ/ΓΕΝΝΑ/ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΠΙΟ/ΟΜΟΦΘΟΓΓΑ/ ΕΡΩΤΙΚΟ/ΜΕ ΒΡΟΧΗ/ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ/ΚΟΙΝΑ- ΟΤΑΤΑ/ ΟΛΟΤΗΤΑ/ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ/ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ/ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ/ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΟ/ΣΜΙΞΙΜΟ/ ΣΤΟΝ ΑΛ ΝΙΜΡΙ ΜΑΚΡΑΜ/ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ/ ΝΑ ΕΙΣΑΙ/ ΑΦΑΙΜΑΞΗ/ ΚΟΥΚΚΙΔΑ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ/ ΣΕ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΡΥΘΜΟ/ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ/ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΦΩΣΤΙΕΡΗ/ Ο ΛΕΚΕΣ/ ΑΦΩΝΙΑ/ ΤΟ ΔΕΡΜΑ/ ΑΛΛΙΩΤΙΚΑ/ ΜΑΚΡΙΝΟ/ ΑΔΕΙΑΝΑ/ ΠΡΟΚΛΗΣΗ/ΧΑΡΙΣΜΕΝΟ/ ΑΗΧΟ/ ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΑ/ ΑΛΦΑ/ ΓΕΝΙΚΟΤΗΤΑ/ Ο,ΤΙ/ ΑΦΥΔΑΤΩΣΗ/ ΥΠΟΒΟΣΚΕΙΣ/ ΕΓΩ, Η ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ/ ΣΚΙΤΣΟ.
-Πιστό αντίγραφο με μαλλιά, Νέα Σύνορα 1987
-ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ, Ποιήματα, Τα Τραμάκια-Θεσσαλονίκη 1993. Σύμβουλος έκδοσης Αντώνης Κάλφας, σ. 48, δραχμές 520
Η λιλιπούτεια αυτή ποιητική συλλογή των εκδόσεων τα τραμάκια που διεύθυνε ο Γιώργος Κάτος, περιλαμβάνει 3 ενότητες ποιημάτων: Α. Χειροκρότημα δυνατό σα χαστούκι. Β. Παίζουν με αλφαβητική σειρά. Γ. Τη Δευτέρα το θέατρο αργεί. Και η θεατρόμορφη αυτή ποιητική σύνθεση κλείνει με το ποίημα «Η κουίντα»
-ΝΟΜΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΛΕΙΠΩ, σχέδια: Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου, Καστανιώτη, Αθήνα Μάρτιος 2001, σ. 64.
Η συλλογή είναι αφιερωμένη «ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΣΤΟ ΠΟΥ». και το δεύτερο μέρος με τίτλο «ΕΝΑΣ ΑΘΩΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ»
-ΈΜΕΙΝΑ ΜΕΣΑ, Καστανιώτη-Αθήνα, Οκτώβριος 2002, σ. 38. Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι του Τριαντάφυλλου Τριανταφύλλου.
Η συλλογή είναι αφιερωμένη «Στον Λάκη» «Στον Χρήστο»
Τα ποιήματα της συλλογής αυτής αντί για τίτλο αρχινάν με μια ερωτηματική πρόταση. Δηλαδή, Γίνεται ένας τέλειος κύκλος ;.
-ΤΑ ΨΗΛΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ, Γαβριηλίδης-Αθήνα, Φεβρουάριος 2009, σελ. 46. Στο εξώφυλλο προσωπογραφία της ποιήτριας που φιλοτέχνησε η Mashi Changizi.
Ο τόμος περιλαμβάνει: Ιστορία ΙΙ Ήταν ένα ποίημα. Και Ιστορία ΙΙ Ήταν μια φωτογραφία.
-ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΗΠΟΣ, Γαβριηλίδης-Αθήνα, Οκτώβριος 2012, σ. 72, τιμή 7,42 ευρώ. Πίνακας εξωφύλλου Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου.
Ο τόμος περιλαμβάνει τις εξής ενότητες: «Οι καλοί τρόποι», « «Ελένη» ονομάζεται», «Λέει ότι είναι κήπος», «Των άλλων», «Της ίδιας».
-ΤΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ, Γαβριηλίδης-Αθήνα, Φεβρουάριος 2013, σελ. 54, τιμή 7,42 ευρώ. Την έκδοση επιμελήθηκε η ποιήτρια. Πίνακας εξωφύλλου: Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου.
Περιέχει τις σειρές ποιημάτων: «Η φωτογένεια», «Η φωταψία», «Η φωτοβολίδα»
-ΜΙΑ ΜΕΡΑ Ένα ποίημα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, Νοέμβριος 2014, σ. 46. Εξώφυλλο και Οπισθόφυλλο καρέ από την ταινία του Τζίγκα Βέρτοφ «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ» 1929. Επιμέλεια: Ξ. Βούλγαρης, τιμή 8 ευρώ.
Περιεχόμενα του ποιήματος
Όπου και να καθίσω
έρχονται στην αγκαλιά μου
οι  Ώρες
Και η τελευταία μου
μικροκαμωμένη απώλεια
--
Ο άνθρωπος που έβλεπε ανθρώπους
να περνούν
Μέσα από τον Χρόνο και τη Λέξη
Πρόλαβε Προσαρμόστηκε Παραιτήθηκε
Ευκαιρίες δίνονταν χάνονταν περίμεναν
(Το κύμα έσκαγε έβρεχε τα πόδια του
Τα γυμνά του μάτια)
Κατά καιρούς αγάπησε τον Χρόνο και τη Λέξη
Λυπόταν που έφευγε που γύριζε
που έφευγε
Λυπόταν που κοίταζε μόνο κοίταζε και κοίταζε  
Πρωί /Ένα δέντρο μου υποσχέθηκε
Επίλογος
Μεσημέρι/ Με ραίνει με φύλλα
Διάλογος
Σούρουπο/ Με σκεπάζουν τα φύλλα
Μονόλογος
Νύχτα / Θα με πάρει από εδώ
Πρόλογος
Επίμετρο/ Με τον τρόπο του Τζίγκα Βέρτοφ.
-Το κρυφό πρόβατο,-The hidden sheep, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα, Ιούνιος 2015, σελίδες 24. Δίγλωσση έκδοση.  Τη μετάφραση από τα ελληνικά στα αγγλικά έκανε ο Χρήστος Τριανταφύλλου τα σχέδια ο Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου. 300 αντίτυπα εκτός εμπορίου.
-Το λουλούδι που ήθελε να πετάξει, Εικονογράφηση: Μάρια Μπαχά, Καλλιτεχνική επιμέλεια: Κωνσταντίνος Κουκουδάκης, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, Νοέμβριος 2017, σ.24, τιμή 8,5 ευρώ (παιδικό)
Στη γη κάποτε φύτρωσε
μικρή τριανταφυλλιά
Στα φύλλα της ανάμεσα
ανέτειλε λουλούδι
ένα και μόνο ήτανε
ολόλευκο σαν χιόνι
μια κάτασπρη ομορφιά. 
-Στο μπλε. Η σαρδέλα. Το χταπόδι, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2017, Εικονογράφηση: Απόστολος Χαντζαράς, Κείμενα Μαρία Κούρση, Μετάφραση: Μπέτυ Λαμπράκη, δίγλωσση έκδοση, τιμή 8 ευρώ (παιδικό). In the deep blue. The Sardine. The Octopus.
(Είμαι οκτάπους ο κοινός/ βεντουζάτος και  τρανός,/ έχω στόμα ραμφωτό/ και κορμί κοκκινωπό.) (Octopus vulgaris is our name/ with our suckers we get fame./ Our mouths are like a beak/ our colour as a rosy cheek.)
(Είναι μέσα Απριλίου/ ίσως και αρχές Μαϊου,/ ένα ήπιο κυματάκι/ σκάει πάνω στο βραχάκι) (As April is thining/ and May beginnings/ soft, gentle waves/ Splash onto sea caves.)
-Τρείς κλωστές, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, Νοέμβριος 2019, σ. 32. Πίνακας εξωφύλλου: Τριαντάφυλλος Τριανταφύλλου, επιμέλεια: Κώστας Βούλγαρης, Τιμή 8 ευρώ.
Περιεχόμενα
Η αντιπαροχή
                    Στη Λουκία
Κάτω από τα καθαρά
παπούτσια μου κάθε πρωί
κάτι σκοτώνω

Χρησμός είναι τα μάτια της
κι ανατροπή τα λόγια
παγίδα είναι τα μαλλιά
κι υπεκφυγή τα χέρια
Το κρυφό πρόβατο
                    Στην Άνη
Η Τρίτη κλωστή
                    Στη Μιράντα
Συμμετοχές της σε:
-Μαρία Πολυδούρη. Μια παρουσίαση από τη Μαρία Κούρση (Ανθολογία), Γαβριηλίδης-Αθήνα, Ιούνιος 2001. Την έκδοση επιμελήθηκε η Βάσω Κυριαζάκου., σελ. 84, τιμή 6,87 ευρώ / 2340 δραχμές
(Θα μπορούσε να είναι Εισαγωγή)
-ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΛΑΓΙΟ, εκδ. Η ΑΥΓΗ-ΕΡΑΤΩ, Αθήνα, Δεκέμβριος 2005, σ.160, τιμή 12,50 ευρώ.
(Το ποίημα «Το πέρασμα» σελ. 133)
-Τα Ποιήματα του 2012. Κοινωνία των Δεκάτων 2013
-Κ. Π. Καβάφης, Κλασικός και μοντέρνος. Ελληνικός και παγκόσμιος. Επιμέλεια: Κώστας Βούλγαρης, εκδ. (.poema..) εκδόσεις-φιλολογικά Αθήνα, Ιούνιος 2013, σελ.110, τιμή 10,60 ευρώ.
(Το ποίημα «Κατρακύλησα», σελ.51)
-Ημερολόγιο 2020. 1821. Λογοτεχνία και Επανάσταση. Πατάκη 2019.
-Αφιέρωμα: Η ποιητική Γενιά του ’70. Περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, έτος 91ο, τόμος 181ος, τεύχος 1875, Δεκέμβριος 2017. Σελ. 885
(Το ποίημα με τίτλο «Άτιτλο»)
--
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Κ.(ώστας) Γ.(ουλιάμος),
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες» αριθμός φύλλου 3, Μάρτιος 1982, σελ. 25
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ: «Ποιήματα»- Αθήνα 1981
     Πέρα από την κρυπτικότητα και το αμβλυμμένο συναίσθημα, η θεματική της Μ. Κ. μεταγγίζει τη συνειδησιακή ροή των προσώπων σε σημεία και χώρους με διαφοροποιήσεις και μεταπτώσεις. Έτσι, για παράδειγμα, ο τοίχος γίνεται σάρκα, φράγμα, ταβάνι κλπ.
     Παράλληλα ο μύθος δεν έχει τα γνωρίσματα ενός βιώματος τυχαίων γεγονότων αλλά μιάς χρονολογικής εξέλιξης, στην οποία προβάλλονται ιεραρχικά-θα ‘λεγα-τα στοιχεία της μνήμης του παρόντος χρόνου και του ψυχισμού πού, φορές μάλιστα, υπερτονιζόμενος, χάνει κάθε συσχετισμό τόσο με την αφηγηματική συνέχεια όσο και με στοιχεία εμπράγματα. Βέβαια αυτή η ιδιοτροπία της σύνθεσης αποδιαρθρώνει την έκφραση πού, αν στο μεταξύ προστεθεί μια εμφανής τάση ωραιολογίας κι επεξήγησης, την οδηγεί σε λεμφατισμό. Οπωσδήποτε όμως αυτή η άποψη δεν παραποιεί τη, γενικώς, θετική εικόνα της συλλογής, καθώς μάλιστα οι στίχοι με την εξομολογητική αμεσότητα, το ρυθμό και τη διεισδυτικότητα που τους διακρίνει, αποκαλύπτουν τις προοπτικές καθημερινών εικόνων κι αισθήσεων. 
Δημήτρης Σταμέλλος,
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Η Ελευθεροτυπία» ;
ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΡΣΗ «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
     Την ατμόσφαιρα της εποχής μας, έτσι καθώς βιώνεται μέσα της, παρουσιάζει στην ποίησή της η Μ. Κούρση, μ’ ένα λόγο εξομολογητικό, γεμάτο ειλικρίνεια, αλλά και μιά βαθύτατη ενδοσκόπηση της ανθρώπινης μοναξιάς, των κομματιασμένων ονείρων, πού γίνονται κραυγαλέο, πού παγιδεύουν τους στόχους μας και ρίχνουν μια βαριά σκιά οδύνης. Ο εξομολογητικός της λόγος, με τις εντυπωσιακές εικόνες και τις βαθύτερες συμβολικές προεκτάσεις, γίνεται στέρεος στίχος, όπου μέσα από τη σκληρή πραγματικότητα, τις τραγικές διαπιστώσεις, τα αδιέξοδα, αναβλύζει ωστόσο-στοιχείο κι αυτό ποιητικής ειλικρίνειας-η αποζήτηση της πίστης στον άνθρωπο και της ζωή, που κορυφώνονται μέσα στην ουσιαστική επικοινωνία με τον συνάνθρωπο και τη λύτρωση πού έρχεται μέσα από τη δροσιά της ευαισθησίας. Αυτή η ευαισθησία αντιπροσωπεύεται διεξοδικά στον ποιητικό της λόγο που είναι γερά δομημένος και μας υποχρεώνει, πέρα από την συγκίνηση πού νοιώθουμε, να κοιτάξουμε βαθύτερα και μέσα μας και γύρω μας. Κι αυτό είναι μιά σίγουρη κατάκτηση. Σελ. 60.
Ηλίας Κεφάλας,
Πρώτη δημοσίευση περιοδικό «ΤΟΜΕΣ» δεύτερη περίοδο, σελίδα 181. τχ. ;
Πιστό αντίγραφο με μαλλιά, εκδ. Νέα Σύνορα 1987.
     Η Μαρία Κούρση μεταφέρει στην ποίηση την αυθεντική αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου, του καταπιεσμένου από το άγχος της βαριάς καθημερινότητας. Ζει τον πυρετό της μεγαλούπολης, τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης μέσα στο υδροκέφαλο αστικό κέντρο. Η ποίησή της αντικατοπτρίζει τον ακαριαίο χρόνο, την αιφνίδια μέγγενη του δευτερόλεπτου, που ως τρωκτικό μέσα από τη χοάνη του χρόνου καταδυναστεύει τον άνθρωπο στην έξοδό του από το σπίτι, στις λαβυρινθώδεις του μεταβάσεις, στη δυσοίωνή του επιστροφή, στις ατελέσφορες γενικά προσπάθειές του να ενσωματωθεί ακέραιος στο αδηφάγο περιβάλλον.
       Σκαρφάλωσα στο τραγούδι σου
       Τραυματισμένη βροχή αγριεύει τα μαλλιά
       Τα μαλλιά μου μόνα, μαζί σου
       Άστεγη
       Άυπνη
       Στη βάρδια του μείον
     Τα ποιήματά της είναι σύντομοι αφορισμοί, σαν πικρές ανάσες που διευκολύνουν τον άνθρωπο να πάει ένα βήμα πιο μπροστά. Γνωρίζει καλά από τι πάσχει, τι της λείπει και τι της επιβάλλεται. Η συντομία του ποιήματος δεν είναι αποτέλεσμα επισταμένης λιτότητας. Είναι η εκ των πραγμάτων ανάγκη για να αντεπεξέλθει στην πίεση του χρόνου και στο υπαρξιακό βάρος.
       Τούτα τα μικρόσωμα κομμάτια
       με τον ηρωισμό της στιγμής
       είναι αποκόμματα του αθάνατου
       Το μολύβι μου έχει μαύρη μνήμη
     Η Μαρία Κούρση ανιχνεύει με τα μικρά, σαν ψηλαφητά τυφλού, ποιήματά της την εκφρασμένη οδύνη του ανθρώπου για την οριστική απώλεια της ειρηνικής και ήσυχης φυσικής ζωής. Η οδύνη αυτή τόσο εύγλωττα τυπωμένη στα υλικά και πνευματικά επιτεύγματα του αιώνα μας, προσφέρεται σαν απλό κωδικό ιχνογράφημα στην ευσυνείδητη επιθυμία μας για ανίχνευση οικείων κακών.
       Η ζωή πέφτει κέρματα
       από σπασμένο τηλέφωνο
       Τα χρόνια σκουπίζονται πάνω μου
       και φεύγουν
     Μια ποίηση που γλιστράει κι αυτή με τη σειρά της και φεύγει σαν καθαρό κρυστάλλινο νερό μες στις κρυφές κυψέλες του μυαλού μας.
Ανθούλα Δανιήλ,
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «γράμματα και τέχνες» Β΄ περίοδος, τεύχος 52/9,10,1987, σ. 44
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ, Πιστό Αντίγραφο, Με Μαλλιά, εκδ. «Νέα Σύνορα», Αθήνα 1987
     Μια ποιητική συλλογή με πολλές μικρές συνθέσεις που κολυμπάνε στα χρώματα και στους ήχους, που πήραν με την σειρά τους σάρκα και οστά και έγιναν λέξεις και οι λέξεις πρόσωπα, φιλάρεσκες κυρίες και τέλος ποίημα. «Διαγώνια στο χρόνο», «Απόδραση στο δέρμα σου», «Σκεπτόμενη κατάφαση», είναι οι τρείς ενότητες της συλλογής που οφείλουν τη γέννησή τους στον ηρωισμό της στιγμής και είναι αποκόμματα του αθάνατου.
     Ο χρόνος που περνάει έχει αφήσει πίσω του το όμορφο καλοκαίρι και έχει παραχωρήσει τη θέση του στο Φθινόπωρο’ εποχή ιδιαίτερα ανησυχητική για την ποιήτρια:
Σηκώνοντας ασυλλόγιστα το βάρος του
Φθινοπώρου
απέβαλα
το καλοκαίρι.
Μπροστά στη νέα κατάσταση το μολύβι με τη μαύρη μνήμη καταγράφει ενώ το ποίημα γίνεται το ναυαγοσωστικό για την κακοκαιρία του χειμώνα:
βούτηξα με το κεφάλι στη ζωή σου
ένα ποίημα ναυαγοσωστικό
με περιμάζεψε.
Το καλοκαίρι ο ήλιος στο κέντρο
του ποιήματος.
προεκτείνομαι σε μουσική
οι εποχές αλλάζουν στη φρουτιέρα…
είναι μερικοί στίχοι του Πιστού Αντίγραφου Με Μαλλιά όπου η Μαρία Κούρση βυθίζεται και αναδύεται μεταμορφωμένη μέσα από τις λέξεις της και έτσι διαφεύγει τον κίνδυνο.   
Φώντας Κονδύλης
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Πρώτη» 25 Μαϊου 1987
Μετά-ποιητικά τοπία 2.
«Μαρία Κούρση, Πιστό αντίγραφο με μαλλιά», εκδ. «Νέα Σύνορα» 1987
«Χρήστος Τουμανίδης, Η ώρα του λιμανιού»
     Μέσα στο πλήθος των ποιητικών συλλογών που κατακλύζουν την πρόσφατη παραγωγή, δυο βιβλία μας σταματούν με την προσωπική τους ματιά στα πράγματα και με τη νεοφανή τεχνοτροπία τους.
     Θα μπορούσαν κι αυτά να τοποθετηθούν σε μια παραπλήσια προς του Ακρατινού περιοχή αν δεν τη διεύρυναν ακόμα περισσότερο προσδίδοντάς της και μια διάσταση βάθους.
     Η Μαρία Κούρση είναι μια νέα σχετικώς ποιήτρια με δυο ακόμα ποιητικά βιβλία στο ενεργητικό της. Τα Πιστό αντίγραφο με μαλλιά είναι το τρίτο της που προεικονίζει μια σίγουρη εξέλιξη. Στο βιβλίο αυτό, το ερωτικό πάθος-κοινός τόπος πια κάθε ποιητικού ξεφανερώματος-διαθλάται σε μύριους ιριδισμούς για ν’ αποφύγει την έκθεση στο φως (γεύση σου με διαμελίζει/ και με πετάει στην αφή σου), τεμαχίζεται και παγώνει σε στάσεις αγάλματος η παράστασης αγγείου (Το γυμνό κορμάκι σου ακουμπά στη διχρωμία). Το ποίημα, εδώ, σαν αντίστροφη λειτουργία προς το χρόνο, ξόρκι μαζί και επίκληση, κατάθεση και μαζί ανάληψη, δεν διαχέεται σε ασάφειες περιττής αφαίρεσης ούτε και χάνεται σε δαιδάλους αυτοκαθαρμού (ένα ποίημα ναυαγοσωστικό/ με περιμάζεψε).
Η λέξη, ως σήμανση, αποσυνδέεται από την τρέχουσα έννοιά της (η σιωπή σου παράσιτα) και, σε σύμπλευση με τις υπόλοιπες που συγκροτούν το στίχο (έχω πολλά χαρτιά για σφάξιμο) γίνεται η ίδια πιστό αντίγραφο της παλιάς σε καινούργιο συμφραζόμενο (αν δεν υπήρχαν ρήματα παθητικά/ πώς θα φωτογραφιζόμουν;).
     Είναι σάμπως να μη γνωρίζονται οι λέξεις μεταξύ τους, σαν πολλοί άγνωστοι μαζί που θέλουν να δώσουν γνωριμία (Σ’ άφησα έξω απ’ το ποίημα/ και θα κρυώσεις). Είναι σάμπως κι η γνωριμία με τα πράγματα να συντελείται μεσ’ από άξαφνα αγγίγματα σε αντικείμενα γνωστά κι όμως πρωτόγνωρα. Χωρίς μνήμη η ποιήτρια, μαζί της και μια νέα αστάθμητη γενιά, περιδιαβάζει το χώρο με την περιέργεια μικρού κοριτσιού που θαρρεί κούκλα το νιογέννητο αδελφάκι της και βάζει το δάχτυλό της στο μάτι του, το πιέζει για να διαπιστώσει αν είναι αληθινό με κίνδυνο να του το βγάλει. Δεν υπάρχουν ήλιοι, ούτε τύποι ήλων για να τροφοδοτήσουν κάποια μυθολογία, έστω και εκ των υστέρων. Έτσι, μπορεί με άνεση να βάφει μαύρη τη μουσική, να φτιάχνει τη λύπη από μετάξι και να πλαγιάζει με άγνωστους στίχους. Πρωτότυπο ως σύλληψη το ποίημα. Περιεχόμενα, που εμπεριέχει τους τίτλους (αλλά κυρίως την αίσθηση) όλων των υπόλοιπων ποιημάτων που ακολουθούν και κλείνουν το βιβλίο,…
Γιάννης Κουβαράς,
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό Ομπρέλα, διπλό τεύχος 32-33/11, 1987, σ. 50
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ «ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΜΕ ΜΑΛΛΙΑ» (Νέα Σύνορα 1987)
         «Η μουσική έμοιαζε μ’ ανοιχτό τριαντάφυλλο πάνω στην τεράστια χιονισμένη πεδιάδα της σιωπής»
                                                     Μίλαν Κούντερα
     Δεν μπορείς να μιλήσεις για την ποίηση της Μ. Κ. χωρίς ν’ αναφερθείς πρώτα απ’ όλα στο υπόγειο μουσικό ρεύμα που διαχέεται μέχρι την τελευταία κλείδωση του ποιητικού της σώματος και που μετουσιώνει ολόκληρο το κείμενο σε μουσική παρτιτούρα. Διαβάζοντας νιώθεις να λικνίζεσαι στο ρυθμό της, καθώς περιδιαβαίνεις κυματοβατώντας ανάμεσα από τα κανάλια των στίχων της. Ακριβώς αυτός ο εσωτερικός ρυθμικός κραδασμός, κάτι σαν γρήγορος χτύπος ερωτευμένης καρδιάς, συνιστά ιδιαίτερο στίγμα του βιβλίου και την τέλεια αρετή του. Ρυθμός που σ’ εμποδίζει να διακόψεις την ανάγνωση πριν απ’ το τέλος και που η φευγαλέα του μουσικότητα σε συντροφεύει και μετά την ανάγνωση.
      Διαβάζοντας την ποίηση της Μ. Κ. ή καλύτερα ακούγοντάς την, έχεις την (ψευδ) αίσθηση ότι σου γίνεται ερωτική εξομολόγηση, τρυφερή και ασθματική, σε αυγουστιάτικο βράδυ’ σε κάνει γρήγορα «αλκοολικό του ονείρου». Η φωνή της «κρατητήριο φωνών», με συμπυκνωμένο το παράπονο όλων των γυναικών που δεν αγαπήθηκαν παράφορα. Ποίηση που δεν χρειάζεται τη χειραγώγηση της ανάλυσης, σου προσφέρεται αυθόρμητα:
       Σε γνώρισα πίσω από ένα παραβάν
        που γδυνόταν η Άνοιξη
Ανεπαίσθητα παραδίδεσαι στον εναγκαλισμό αυτής της ποίησης που είναι μ’ έναν τελείως δικό της τρόπο ερωτική. Η ποιήτρια υφαίνει τη δική της μυθολογία, η λέξη μαλλιά είναι φετίχ-κλειδί της:
Τα μαλλιά να πέφτουν
Ανέμελα να πέφτουν
Τα μαλλιά
Και να τσακίζονται
στους γκρεμούς της πλάτης
     Εφαρμόζει αυτό που ήθελε ο Νίτσε: να γράψεις με το αίμα σου. Η ποίησή της είναι μια ακατάσχετη εσωτερική αιμορραγία:
Έχω πολλά χαρτιά για σφάξιμο
Να κοκκινίσει ο τόπος
Να νομίζεις ότι είμαι χαρούμενη
     Η Μαρία σαν άλλη Μοίρα νυχτοκλώθει το νήμα των στίχων της να ενώσει τον κόσμο, διαλέγεται με το εκμαγείο του απόντος Άλλου, βρεφουργεί στη νύχτα τα ποιήματα-αποκτήματά της. Οι αδύναμες στιγμές της (σ. 12, 15, 29), επισκιάζονται από τις καλές της που τις αναδεικνύουν περισσότερο. Αξιοσημείωτη η πρωτοτυπία στη σ. 35, καθώς ο και ο επιγραμματικός τόνος ολόκληρου του βιβλίου. Η ποίηση της Μ. Κ., είναι μια «απόλαυση γραφής».  
Δημοσθένης Κούρτοβικ,
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» ;
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΜΕ ΜΑΛΛΙΑ, εκδ. Νέα Σύνορα, Αθήνα 1987
     Τη Μαρία την Κούρση την είχαμε γνωρίσει από την προηγούμενη ποιητική της συλλογή που κυκλοφόρησε το 1983 με τον τίτλο «Κουκκίδα διαστάσεων», και είχαμε εντυπωσιασθεί: σύντομα, επιγραμματικά ποιήματα, μεστά σε πρωτότυπες εικόνες, με μια πλούσια, συχνά τολμηρή, αλλά ποτέ εξεζητημένη γλώσσα, που υπηρετεί μια αισθαντικότητα αξιοζήλευτα ισορροπημένη ανάμεσα στον ερμητισμό του εσωτερικού κόσμου και τον αισθησιασμό της επικοινωνίας με τα έξω.
     Όλα αυτά τα προτερήματα υπάρχουν και στην καινούργια δουλειά της Μαρίας Κούρση. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η Κούρση είναι αξιόλογη ποιήτρια, με γνήσια ποιητική αίσθηση. Το ζήτημα είναι αν αυτή η τελευταία συλλογή της προχωρεί πιο πέρα από την προηγούμενη, αν φανερώνει και αξιοποιεί καινούργιες πτυχές του ταλέντου και της ποιητικής προσωπικότητάς της. Ίσως είναι κάπως άδικο να θέτουμε αυτό το ερώτημα, αφού ένα έργο που καταφέρνει έτσι κι αλλιώς να φτάσει σ’ ένα σημαντικό βαθμό καλλιτεχνικής αρτίωσης (και αυτό ισχύει οπωσδήποτε για το «Πιστό αντίγραφο…») έχει δικαίωμα να αναγνωρισθεί ως επιτυχία του δημιουργού του και όχι να εγκλωβισθεί σε «μίζερες» σχετικοποιήσεις. Αλλά παίρνουμε ως δεδομένο ότι η Μαρία Κούρση είναι νέα ποιήτρια και πιστεύουμε (ίσως κάπως δογματικά) ότι ένας νέος δημιουργός, ακόμα και όταν ξεκινάει με σπουδαίες επιτυχίες, πρέπει να έχει περιθώρια παραπέρα ανάπτυξης.
     Χωρίς να θέλουμε ή να μπορούμε να δώσουμε μια απλή μονοσήμαντη απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε, θα παρατηρήσουμε ότι σ’ αυτή την καινούργια συλλογή της Μαρίας Κούρση ο ερμητισμός αρχίζει να έχει το πάνω χέρι  σε βάρος του πηγαίου αισθησιασμού, η γλώσσα πάει να γίνει κάπως τεχνητή, η εικόνα χάνει κάτι τι  από τη στιλπνότητά της. Φράσεις όπως «άστεγη άυπνη στη βάρδια του μείον», «Αιμορραγώ σε στάση πάθους», ή «Μια κατάφαση σκεπτόμενη γυναίκα» κρύβουν, νομίζουμε, μια επικίνδυνη διάσταση ανάμεσα στο ποιητικό σκίρτημα και τη γλωσσική μετουσίωσή του, για να μην πούμε ότι υποτάσσουν το πάθος σε μια άσκοπη δαιδαλώδη και αφηρημένη έκφραση. Όχι πως αυτό είναι μόνιμο στοιχείο στο «Πιστό αντίγραφο…» Απεναντίας, σε πολλά από τα ποιήματά της συλλογής υπάρχει ολόκληρη η φρεσκάδα και η πλούσια εικονοπλασία της προηγούμενης δουλειάς. Αν σταθήκαμε στις παραπάνω τάσεις, το κάναμε επειδή θεωρούμε πολύ σημαντική την παρουσία της Μαρίας Κούρση στον χώρο της νεότερης ποίησής μας και θα ήταν πραγματικά κρίμα αν παρασυρόταν από έναν εγκεφαλικό ερμητισμό που αποτελεί πολύ κακό αντίδοτο στη λαϊκίστικη χυδαιότητα και την εκφραστική ευτέλεια.
     Αλλά θα το ξαναπούμε ξέχωρα απ’ όλες αυτές τις επιφυλάξεις, η καινούργια συλλογή της Κούρση είναι και αυτή αξιόλογη και περιέχει αρκετά κομμάτια που άφοβα μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ποιητικά μαλάματα.
Χ.(ρήστος) Π.(απαγεωργίου), ;;;;
Πρώτη δημοσίευση, περιοδικό «Διαβάζω» τχ. ;;; σ. 75
ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΡΣΗ: Πιστό αντίγραφο με μαλλιά. Αθήνα, εκδόσεις «Νέα Σύνορα», 1987. Σελ. 54.
     Τα ολιγόστιχα ποιήματα της Μ.Κ. περιέχουν μια δυναμική όμοια με κείνη της πλήρους ενσωμάτωσης με ζωτικά ενδιαφέροντα και ασκήσεις ύφους. Είναι εμπλουτισμένα με μια μοναδική ικανότητα αυτοματοποίησης διαρκών συνειρμών, μέχρι του σημείου να διακρίνει κανείς συχνά την αμεσότητα στις παραλλαγές τους ή την αντικειμενικότητα στις προθέσεις τους. Γενικά πρόκειται για μια ποιητική συλλογή απ’ την οποία ακόμη κι αν λείπουν οι βαρύγδουπες εκφράσεις και τα εκκωφαντικά μηνύματα-στοιχεία δηλαδή μάλλον μεμπτά για σύγχρονη δημιουργία-τυγχάνει εντούτοις μιας δύστροπης χαλιναγώγησης από μεριάς της ποιήτριας, που επιθυμεί το ερέθισμά της να γίνει κοινωνικό παρά να παραμείνει αισίως ατομικό. Εκείνο όμως που πραγματικά «επαναστατεί» τον αναγνώστη είναι το μορφικό μέρος, που θαρρείς αποκομμένο από πολυλογία και εντυπωσιασμό κινείται αθόρυβα και πιστά σε τεμαχισμένα από ψυχισμό ποιήματα.
Ηλίας Λάγιος,
Πρώτη δημοσίευση, περ. «Νέα Εστία» έτος 76ος, τόμος 151ος, τεύχος 1744/4, 2002, σ. 773-775
Μαρία Κούρση, Νομίζουν ότι λείπω, Καστανιώτης, Αθήνα, 2001
     Αλλαγή τοπίου, κλίματος, ύφους. Πρωτίστως, διαβάζοντας τα ποιήματα της Μαρίας Κούρση, αλλαγή τέχνης. Έχουμε αφήσει πιά τη μουσική και περάσαμε στη μεριά των εικαστικών. Και η εκδήλωση εκείνη της «ζωγραφιάς» πού μου έρχεται στο μυαλό καθώς ξεφυλλίζω το Νομίζουν ότι λείπω είναι το μαστόρεμα των ψηφιδωτών. Όχι, δεν αναφέρομαι στη βυζαντινή σκηνή, αλλά στο ρωμαϊκό τρόπο, όταν το σύμβολο δεν ήταν πρόσωπο (και τούμπαλιν) αλλά το πρόσωπο ήταν άνθρωπος.
Θα κάνω μιά μεγάλη γιορτή, σκέφτομαι
Να έρθουν όλοι
Να είναι εκεί κι ο πατέρας μου
Όμορφος και αμίλητος
Να χορεύει
        («Αγνοεί»)
Τα πιάνω από την αρχή. Το βιβλίο της Κούρση χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο «Για τον Χρήστο πού» και το δεύτερο «Ένας αθώος άνθρωπος πού». Τα επιμέρους ποιήματα τιτλοφορούνται με ένα απλό, φαινομενικά αθώο (σαν τον άνθρωπο της Κούρσης) ρήμα, η ενέργεια του οποίου πυροδοτεί ό,τι θα μπορούσε να αποκληθεί υπόθεση.
Θέλω να πεθάνω ένα απόγευμα
του Μαϊου
πρίν βραδιάσει
πού είναι σαν να φυσάει, Ιωάννα,
πού είναι σαν να με νοιάζονται
            («Χαϊδεύεται στον αέρα»)
Θα έλεγε κανείς, εκ πρώτης όψεως, ότι βρισκόμαστε απέναντι σε μιά, μικροαστικής χαράς και λύπης, ήσυχη διαδοχή ποιημάτων τα οποία ενθυλακώνονται στον κορμό μιάς «μεγάλης αφήγησης», η οποία εξυπακούεται στο βάθος αυτών πού, ως θραύσματα, μας προσφέρονται. Θα έλεγε κανείς ότι μιά μελαγχολική, κομμάτι απελπισμένη, μαθημένη να αποδέχεται γυναικεία φωνή, ταιριάζει με υπομονή τις λέξεις καθώς η κεντήστρα του ήλιου και με του λύχνου το φως, φτιάχνοντας το εργόχειρό της, σιωπηλό τον εαυτό της ερμηνεύει.
Το ύφασμα τελειώνει
Είχε λάθος μέτρα και κακό σχεδιασμό
Πάντα με τύλιγε λειψά
Γι’ αυτό όλα μου τα χρόνια
Κρυώνω
            («Μεγαλώνει»)
Και τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά; Μήπως ό,τι στην αρχή έγραψα παρέπεμπε στο ευκολονόητο, δηλαδή σε μιά ποιήτρια πού, με τις ψηφίδες των λέξεων σχηματίζει τις φράσεις, με τις ψηφίδες των φράσεων τα ποιήματα, με τις ψηφίδες των ποιημάτων τον υπόρρητο μύθο; Και αυτό σωστό είναι, όπως και όσα προηγουμένως, μετά «Θα έλεγε κανείς…» έγραψα.
Οι λέξεις πιά δεν έχουν
υγρασία
Στεγνώνουν
Τις πατούν. Γίνονται
χώμα ένα
με το χώμα. Μυρίζουν
 Άρωμα σαλεμένο
φωνήεντα και σύμφωνα
πού δεν σημαίνουν. Χαλάνε
                  («Ζηλεύει»)
Διότι το σωστό δεν είναι πάντα και το αληθές. Διότι η ποίηση της Κούρση μπορεί να διαβαστεί (και συνιστώ έτσι να διαβαστεί) και ακριβώς αντίστροφα. Όχι ως άθροισμα αλλά ως σταδιακός κατακερματισμός, έτσι που ο μύθος να συντριβεί, να γυρίσει πίσω, στις πρώτες ψηφίδες-στην πρωταρχική ρίζα, στην κραυγή που είναι η λέξη.
    Και, ξαφνικά, η ήπια γυναικεία φύση αποκαλύπτεται (γενναιόδωρα στην ποίηση της Κούρση) με τη μανία του θηλυκού στοιχείου, η καρτερική υφάντρα φανερώνει το αιματωμένο στόμα της μαινάδας.
Δεν έχει ησυχία τούτο το κελί
Σκόνη πηγαινοέρχεται, ένας αέρας
Παλιές φωνές γδαρσίματα κακοβαμμένα
Μάτια κατεβασμένα κρέμονται όνειρα
Συνωστισμός ομιλιών πού φύγανε
Νομίζουν ότι λείπω.
                     («Διαπιστώνει ευτυχώς»)
Να πώς αγάπησα τα ποιήματα της Κούρση.
Βασίλης Καλαμαράς,
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» 22/6/2001
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ, «Νομίζουν ότι λείπω», Καστανιώτης, σελ. 63, δρχ. 2281
     Πέμπτη ποιητική συλλογή, πιστή στην τακτική της ποιήτριας το ολιγόστιχο του κόσμου πλησίασμα. Η εξομολόγηση κραταιώνει το διάβημά της, καθώς η ειλικρίνεια της αυτοβιογραφίας, δημιουργεί ρωγμές στην κρυπτική του στίχου της πολιτική. Τα αντικείμενα της καθημερινότητας δεν είναι μέσα λειτουργικά, αλλά ζωντανά, αναπνέοντα όντα, που εγείρονται εν μέσω της ημέρας ή της νυκτός, συνομιλώντας με ένα πρόσωπο αγωνιών και καθώς αγωνιά, αγωνίζεται να διώξει μακριά σκιές υψούμενες του φόβου. Κάποιος κλαυθμός ακούγεται υπόκωφος η βωβός, γυναίκας μόνης εν μέσω δωματίου, που όμως τη γέφυρά της συνομιλίας χτίζει χωρίς ν’ ακούγεται θόρυβος σφυριού ή μηχανήματος. Η γυναικεία ευαισθησία που σε πολλά της Σελήνης μοιάζει, διεκδικεί το δικαίωμά της σ’ έναν κόσμο εχθρικό, επιθετικό, του ηλίου φωτεινότερο.
Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου,
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Ο Ριζοσπάστης», Πέμπτη 20/12/2001, σ. 30
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ «Νομίζουν ότι λείπω»
      Στη συλλογή της Μ. Κ. ο αναγνώστης διαπιστώνει το φιλτράρισμα των συναισθημάτων της που ξεπηδάνε μέσα από τους στίχους της. Τρυφερή, κάποτε λυρική, η φωνή της χαράζει τη διαδρομή της μέσα στον ποιητικό χώρο.
«Κι ύστερα νυχτώνει σχεδόν κανονικά
και νομίζω πως είσαι μόνο
ένα ποίημα».
    Με γραφή στρωτή, αφαιρετική, εναρμονισμένη με τις λέξεις θα χτίσει μια ποίηση αληθινή κι αυτό είναι σημαντικό στην τέχνη.
«Δεν είχα και πολλές ευκαιρίες
για να ζήσω
έπρεπε να μεγαλώνω τις λέξεις
να τις φροντίζω να μην κακοπέσουν
και ο χρόνος έφυγε».
     Σε μια ευαίσθητη κατάθεση ψυχής η ποιήτρια αναλύει και αναλύεται χωρίς να χάνει τη ρότα της καρδιάς (Εκδόσεις «Καστανιώτης»).
Γιώργος Ματζουράνης,
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Η Αυγή» 2/8/2001
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ «Νομίζουν ότι λείπω», εκδ. Καστανιώτη 2000
Βιβλία με ποίηση
   Η Μαρία Κούρση ανήκει στη νεότατη ποιητική γενιά’ παρουσίασε το πρώτο της βιβλίο «Ποιήματα» το 1981 και έκτοτε έχει δώσει ακόμα τέσσερεις ποιητικές συλλογές. Πέντε, λοιπόν, ποιητικές συλλογές σε μια εικοσαετία δεν είναι μικρό κατόρθωμα. Αν κάποιος μπορεί να ανατρέξει σ’ αυτά τα πέντε βιβλία να δει τους δρόμους που ακολουθεί η ποιήτρια, τις τεχνικές που προτείνει κάθε φορά, τις δοκιμές και τις κατακτήσεις της, θα καταλάβει την επιγραμματικότητα της τελευταίας συλλογής, τις συμπυκνωμένες έννοιες, τις δυνατότητες και τις προκλήσεις που προσφέρει στον αναγνώστη για τη δική του συμμετοχή. Αυτός ο οργανωμένος ποιητικός λόγος, η αφαιρετικότητα που κάποιες στιγμές φτάνει στο έσχατο όριο, ο συνθηματικός τρόπος που παρατηρεί την καθημερινότητα καθιστούν το βιβλίο της απολαυστικό για τον αναγνώστη. Καταφέρνει να κάνει τα θέματά της οικεία, σχεδόν να αναφωνεί ο αναγνώστης της, να αυτό ήθελα να πω κι εγώ. Τίτλος της συλλογής: «Νομίζουν ότι λείπω». Κανένας πια δεν νομίζει ότι λείπεις, Μαρία
Κώστας Βούλγαρης,
Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Η Κυριακάτικη Αυγή» 27/10/2002, σ. 1-2
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ, Έμεινα μέσα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002, σ. 38
Μια ποιήτρια του καιρού μας
      Ποιο είναι το ποιητικό αίτημα του καιρού μας; Εύκολα να συμφωνήσουμε πως το ζητούμενο είναι η διασφάλιση της συνέχειας του ποιητικού λόγου, μέσα σε συνθήκες πλήρους κοινωνικής απαξιωσής του, αλλά επί του πρακτέου υπάρχουν διαφορετικές και αντιτιθέμενες στάσεις. Η πλέον διαδεδομένη, καθ’ όλη τη διάρκεια των τριών προηγούμενων δεκαετιών, είναι η ποίηση ποιητικής, δηλαδή η εντός της ποίησης συζήτηση για τις προϋποθέσεις της, με σχεδόν αποκλειστική στόχευση, μέσω της θεματικής ή και της φόρμας, την ανάδειξη των διλημμάτων του ποιητή μπροστά στο ποίημα. Και αυτό συνέβη γιατί ο ποιητικός λόγος, μετά την κορύφωση της γενιάς του ’30, ακολούθησε μια πορεία αυτοπεριορισμού, που εξελίχθηκε σε απίσχναση και κατέληξε σε δραματική συρρίκνωση του ορίζοντα προσδοκιών του ποιητή σε σχέση με την ίδια την ποίηση. Είναι αρκετά τα ποιητικά βιβλία που προγραμματικά δεν απευθύνονται παρά στους ομοτέχνους, που δεν προϋποθέτουν και δεν επιζητούν να δημιουργήσουν έστω μια στοιχειώδη αναγνωστική σχέση, που δεν διαλέγονται με τη γλώσσα και τους ρυθμούς της ζωής, που φιλολογίζουν εκ του ασφαλούς.
     Στον αντίποδα, τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει σημαντικές απόπειρες, που αναζητούν νέες αφετηρίες, τείνουν σε μια διαφορετική φορά και εστιάζονται σε δύο κρίσιμα σημεία. Το πρώτο είναι η απεμπλοκή από τον παραδεδομένο κανόνα του ελεύθερου στίχου και της ρυθμικής αγωγής που εμπέδωσε η κυριαρχία του σεφερικού, κατά κύριο λόγο, προτύπου. Στις πιο προωθημένες περιπτώσεις, έχουμε έναν πρωτοφανή προσωδιακό πλούτο, που προκύπτει είτα από το διάλογο με ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής του ποιητικού λόγου, δημιουργώντας μια αύρα μουσικότητας, χωρίς όμως να μιμείται τους παλαιότερους ρυθμούς και μάλιστα τους προνεωτερικούς, είτε αντλεί από την αστείρευτη δεξαμενή της προσωδίας της καθημερινής ομιλίας, προσδίδοντας στο λόγο στερεότητα και ζωτικές συνάφειες Εν συνόλω, αυτές οι προσπάθειες αποτυπώνουν πολυφωνικά την οριακότητα της στιγμής, μέσα από τη συμπαρουσία και τη δραστικότητα ετερογενών πυρήνων. Το δεύτερο σημείο όπου συναντώνται, όλο και πιο συχνά, οι απόπειρες ανανέωσης του ποιητικού παραδείγματος είναι η στροφή προς αφηγηματικές φόρμες. Κάτω από το αφόρητο βάρος της συζήτησης για το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων, επιζητούν επίμονα τη δημιουργία μιας συνθήκης εξιστόρησης, ως προϋπόθεση για να βλαστήσει εκ νέου η ποίηση, μέσα από καινούργιες σχέσεις οργανικότητας.
     Η Μαρία Κούρση (γεν. 1958) είναι μια τυπική περίπτωση λυρικής ποιήτριας. Ο λόγος της χαμηλόφωνος και προσωπικός, ελάσσων κατά τη θεματική και το ύφος του, πολιορκεί όμως το μείζον ζητούμενο των καιρών μέσα από την σύνθεση θραυσμάτων. Πρόκειται για θραύσματα ήχων, εικόνων, στιγμών, ευαισθησιών, ακόμα και ιδεών, που ενέχουν θέση σωματοποιημένων τεκμηρίων της εποχής της, δηλαδή των ελπίδων και της φθοράς της Μεταπολίτευσης, αποτελούν μια συλλογή με αντίδοτο στην πικρή γεύση που άφησε η ιστορική καμπή του ’89, η συνακόλουθη έκπτωση της ιστορικά βιωμένης εμπειρίας.
Με τα πέντε προηγούμενα βιβλία της, Ποιήματα (1981), Κουκκίδα διαστάσεων (1983), Πιστό αντίγραφο με μαλλιά (1987, δύο εκδόσεις), Το δωμάτιο των ξένων (1993), Νομίζουν ότι λείπω (2001), καθώς και το τομίδιο Μαρία Πολυδούρη. Μια παρουσίαση (2001), η Κούρση στάθηκε ανάμεσα στις κυρίαρχες τάσεις της εποχής, τον κοινωνιολογισμό και τον αισθητισμό, απέφυγε τα πρόχειρα υποκατάστατά τους, κάνοντας ποίηση με ελάχιστα, γιατί τώρα, που όλα επιτρέπονται, η προίκα του ποιητή, τα υπάρχοντά του, περιορίζονται σε όσα μπορεί να φέρει το σαρκίο του:
     Ο λόγος της σταθερά αφαιρετικός, τονίζει το περίγραμμα του προσώπου και φωτίζει τα χαρακτηριστικά του, το πρόσωπο είναι γυναικείο, μιλά για το ίδιο και τον όλον σώμα του. Το βλέμμα δεν πάει αυθόρμητα προς τα πάνω, δεν ερευνά πανικόβλητο από κάτω δεν δραπετεύει κατευθυνόμενο προς τα μέσα, αλλά σταθερά περιδιαβαίνει το γύρω του, ταυτίζεται με τα όριά του. Τοπίο όχι διάλυσης ή διάχυσης αλλά κατακερματισμού, τα σύννεφα δεν βαραίνουν την ατμόσφαιρα, δεν υπάρχει ατμόσφαιρα αλλά ένας τόπος με διάσπαρτα μέλη και κομμάτια, κομμάτια μικρόσωμα και σωματικά.
     Ο στίχος της εξαιρετικά σύντομος, κάποτε και μονολεκτικός, το ποίημα ολιγόστιχο, χωρίς όμως να περιλαμβάνει μόνο μία ποιητική φράση ή εικόνα, αφού ακόμα και ο τίτλος αξιοποιείται για να εκφραστεί η αντίστιξη ή η αντιφατικότητα, η συμπληρωματικότητα ή η πολλαπλότητα.
     Τα περισσότερα βιβλία της δεν περιέχουν ξεχωριστά ποιήματα αλλά ένα και μοναδικό σε πολλά μέρη, ενώ οι τίτλοι ποιημάτων της κάθε συλλογής συνθέτουν ένα ακόμα ποίημα ή μια κυλιόμενη φράση. Έτσι, από τα ίδια υλικά που φτιάχνονται τα ποιήματα είναι και ο καμβάς που πάνω του συγκρατούνται, η ποίησή της δημιουργεί μια δικιά της αναφορικότητα, έναν δικό της ουρανό, κάποτε γίνεται ομιλούν στοιχείο της εποχής, η ποιήτρια φθάνει στο σημείο να μιλά και να μας περιέχει.
    Αυτή την ακραία τεχνική λύση δίνει η Κούρση στο πρόβλημα της ένταξης, της αναγωγής, εν τέλει της εγγραφής της ποιητικής της σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.
     Στο καινούργιο της βιβλίο, ακόμα και ο τίτλος του, Έμεινα μέσα, διαλέγεται με τη φράση «Γίνεται ένας τέλειος κύκλος;», φράση που την κατακερματίζει σε όσα γράμματα την αποτελούν, μαζί και το καταληκτήριο ερωτηματικό, και από κάτω τοποθετεί το κάθε ποίημα, το κάθε θραύσμα, όλο το μέχρι τώρα έργο της.
Α
Γιατί τα χρώματα που μύριζα
Δεν ήταν ποτέ καθαρά
Όλα είχαν αποχρώσεις και προσμίξεις
Άβουλα χρώματα που δεν αποφάσιζαν
Να είναι κόκκινα κίτρινα μπλε
Χρώματα που είχαν ξεπέσει
Ή είχαν ξεφύγει
Από την καθαρότητα της Άνοιξης
Ή την ορθότητα ενός αλάνθαστου Λεξικού.
     Η συλλογή συνοψίζει και επιλογίζει ολόκληρη τη διαδρομή της ποιήτριας και μας προδιαθέτει για το άνοιγμα ενός επόμενου κύκλου. Εν αναμονή λοιπόν.  
Γιώργος  Χ. Μπαλούρδος,
Πρώτη δημοσίευση,  εφημερίδα «Η Κυριακάτικη Αυγή», 26 Ιουλίου 2009, σελίδα 24.
 Μια σύγχρονη γυναικεία φωνή
Τα ψηλά δέντρα της Γαλλικής επαρχίας, εκδ. Γαβριηλίδης 2009
         Η Ελληνική ποίηση, έχει ευτυχήσει στους άφιλους και άνυνδρους καιρούς που διανύουμε να παρουσιάσει μια πλειάδα σύγχρονων γυναικείων φωνών, οι οποίες συνεχίζουν επάξια την προσωδιακή ή μοντέρνα ποιητική παράδοση της θηλυκής γραφής στον τόπο μας. Μοντέρνες παρουσίες όπως αυτές: τη; Τζένης Μαστοράκη, της Μαρίας Κυρτζάκη, της Χαράς Χρηστάρα, της Μαρίας Λαϊνά, της Παυλίνας Παμπούδη, και άλλων σημαντικών δημιουργών-για να αναφέρω ενδεικτικά μόνο μερικά ονόματα-έρχονται να συνεχίσουν η κάθε μία ξεχωριστά με την ατομική της ταυτότητα, το δικό της ύφος, την ιδιαιτερότητα της ιδιοπροσωπεία τους, την ετερότητα της φωνής τους αυτό που ονομάζουμε γυναικεία ποιητική τέχνη του γράφειν. Και η οποία έχει βαθιές ρίζες στον Ελληνικό χώρο. Φωνές και ήχοι, ρυθμοί και γλωσσικοί κώδικες, που προάγουν τον Ελληνικό λόγο επί τα βελτίω και καλλιεργούν τους διαχρονικούς διακειμενικούς προβληματισμούς του ποιητικού σώματος. Ένας ποιητικός λόγος όπου το θηλυκό πρόσωπο ή προσωπείο, με ότι αυτό συνεπάγεται, πρυτανεύει μέσα στο έργο της κάθε δημιουργού. Απενοχοποιημένο από τα ασφυκτικά δεσμά των κοινωνικών προκαταλήψεων. Απεξαρτημένο από το καθοδηγητικό βλέμμα της αντρικής παρουσίας. Συνειδησιακά απαλλαγμένο από τις κατακλύζουσες επιταγές του πολιτισμικού περίγυρου.
Η γυναικεία παρουσία τόσο μέσα στο κοινωνικό σώμα όσο και στον ευρύτερο χώρο της τέχνης, τις τελευταίες δεκαετίες έχει αρχίσει συνειδητά-όχι χωρίς κόπο και πισωγυρίσματα-να διαμορφώνει το δικό της ιστορικό πεπρωμένο. Την αυτοδιάθεση του σώματος της και την αυτοδιαχείριση του βίου της. Και αυτό το νέο ήθος της ζωής αλλά και της γραφής, διακονεί συστηματικά και αθόρυβα, υπομονετικά και νηφάλια η ποιήτρια Μαρία Κούρση.
Η Μαρία Κούρση θεωρείται και δικαίως μία από τις σημαντικότερες ποιητικές φωνές της γενιάς της. Της γενιάς του ιδιωτικού οράματος σύμφωνα με τον Ηλία Κεφαλά, ή της ομάδας του 1980 κατά τον Αλέξη Ζήρα. Για να χρησιμοποιήσω δύο γνωστούς κοινούς τεχνικά όρους. Με έξι συλλογές στο ενεργητικό της-πρωτοπαρουσιάστηκε το 1981-αργά και με σιγουριά μας προτείνει μια ποίηση η οποία δομείται με εναπομείναντα παρεμβαλλόμενα υλικά των αθέατων παραμέτρων της μοίρας. Έναν απολήψιμο ποιητικό λόγο που τροφοδοτείται από τα θραύσματά του. Μια ποίηση που ψηλαφεί τον σταθερό πυρήνα της άδολης μορφής των ανθρώπινων αισθημάτων και ταυτόχρονα παράγει την καθαρότητα του χώρου μέσα στον οποίο η ίδια κινείται και λειτουργικά δρα το ποιητικό υποκείμενο. Η Κούρση αρχιτεκτονεί μια ποίηση από τα κενά που η ίδια επιτρέπει στον εαυτό της. Τα κενά του ποιητικού σώματος καθώς κρατά όσο είναι δυνατόν μια αλλοτριωτική αποστασιοποιητική στάση από τα βιωμένα συμβάντα. Μέσα στον βασανιστικό μονισμό της και τη νηφάλια λογικότητα των νοηματικών της προθέσεων, η θεραπευτική της ποιητικής αγωγής προέρχεται από την επίγνωση των αδιεξόδων της. Μια ποίηση που εκβάλει μόνιμα από την διαλυμένη εικόνα των σχέσεων του ποιητικού υποκειμένου, παύει να είναι περιπτωσιολογική και ιδιαίτερη, αφού εκφράζει απευθυντικά  τα συλλογικά υπολείμματα της ανθρώπινης φύσης.
Ασφαλώς η ποίησή της τείνει προς τον ερμητισμό, περικλείεται μέσα στη δύναμη των επιθυμιών της, είναι ολιγόστιχη στη φόρμα της, ορισμένες φορές γίνεται ελλειπτική μέχρι σημείου απώθησης. Όμως ποτέ δεν χάνει την επιτρεπτή ανοικτότητά της. Ποτέ δεν χάνει την ευδιάθετη στοχοθεσία της. Δεν αυτοπεριορίζεται μέσα στην οργανωτική της αυτονομία. Δεν γίνεται απροσδόκητη, υπέρλογη, δεν εξακτινώνει τον βιταλισμό της σε μυστικιστικά μονοπάτια. Δεν καταδέχεται αναυθεντικά μεταφυσικά βιώματα. Αποφεύγει τον ενοχικό διδακτισμό και το συναισθηματικό κήρυγμα. Η Κούρση μεταχειρίζεται τον ποιητικό λόγο, με τέτοιον τρόπο, που να σημαίνει μόνο ότι η ίδια και μόνο επιθυμεί να σημαίνει. Ο λόγος της φοβερά επιγραμματικός σε σημείο που ορισμένες φορές γίνεται «στενόκαρδος» Δεν καταφεύγει στην αισθηματολογία γυναικείας υφής. Δεν κάνει κατάχρηση της ποιητικής του συγκίνησης που αφήνει στη σίγουρη και ακαριαία διαδρομή του. Δεν περιγράφει λεπτομερειακά τον σκηνικό διάκοσμο, του χώρου όπου ξεδιπλώνει την ιχνογραφική του δεινότητα. Δεν μας παρουσιάζει φυσικά σκηνικά τοπία αναπόδεικτων προθέσεων. Ενσωματώνει στο πέρασμά του, ότι πιο καίριο και τραγικό και νοηματικά δραστικό έχει να μας παρουσιάσει η ίδια η ζωή στις διάφορες φάσεις της σύγχρονης κατακερματισμένης της έκφρασης. Τα τραυματικά έλκη της μνήμης αναφέρονται όσο πιο διακριτικά γίνεται. Η αποτελεσματικότητα του ποιητικού λόγου της Κούρσης αναβλύζει από την ήρεμη επιθυμία του να αποτυπώσει όσο γίνεται λακωνικότερα την αυτονομία του από το ποιητικό υποκείμενο και τα αναμφισβήτητα μελανώματα του βίου του και να μας κάνει σαφή την σαφήνεια των δικών του ορίων. Ισορροπημένοι πίδακες λυρισμού πηγάζουν από τις κοφτές της φράσεις και μια απαλή μουσικότητα διαπνέει το θρυμματισμένο συναισθηματικό τοπίο που οι μικρές και υγρές της λέξεις φωτογραφίζουν. Το ύφος της πάντα νηφάλιο, ήρεμα παρακλητικό σε ορισμένες συλλογές της γίνεται περιγραφικά θυσιαστικό. Οι λέξεις της κρατώντας μια αριστοκρατική αρχοντιά, επιτρέπουν να αναπνέουν αυτά που περιβάλλουν με το περίγραμμά τους. Τους προσφέρουν άλλες στιγμές σανίδα σωτηρίας. Παλεύουν να μετουσιώσουν το κενό στην προοπτική μιας συλλογικής πανανθρωπολογικής συνιστώσας. Επιδιώκουν να κρατήσουν την νηνεμία τους μέσα στην ατμόσφαιρα εσωστρέφειας που αποπνέει το ποιητικό τοπίο. Να αγγίξουν την φυσική συνθετότητα του ανθρώπινου όντος και των πολυποίκιλων συναισθημάτων του. Καθώς και εμείς μαζί με το ποιητικό υποκείμενο διαισθανόμαστε ότι ο σημερινός σύγχρονος άνθρωπος πλέει μέσα στην κοινωνική διάλυση και τα ιδιαίτερά του αδιέξοδα. Οι εικόνες της συνήθως αναφέρονται στον αστικό χώρο. Έχουν έντονα τα στοιχεία του θεατρικού χώρου του παραλόγου. Παράγουν μια ατμόσφαιρα ενίοτε κλειστοφοβική. Συγκροτούν μια ισχνή ιεραρχία εξαρτημένων από την ατμόσφαιρα συναισθημάτων καθώς διαγράφονται οι διαψεύσημες ελπίδες. Άλλοτε στέκουν αυτόνομες και ανατροφοδοτούμενες από το ίδιο το ποιητικό πεδίο που απεικονίζουν. Μέσα στο οποίο άλλοτε βρίσκονται σε κίνηση και άλλοτε στιγμιοτυπικά φωτίζονται τα καθημερινά συμβάντα. Οι εικόνες όπως και οι λέξεις, σηκώνουν και αυτές το βάρος της κεντρικής αναφορικής εμπειρίας γύρω από την οποία οικοδομείται και οργανώνεται η ποιητική αίσθηση.
Η οργανωμένη φαντασία που αιμάσσει. Η γαλήνια απόγνωση που αρνείται να υποταχθεί στην πλήρη εκμηδένιση. Η σιωπή που κρύβεται πίσω από κάθε λέξη, η μοναξιά που καραδοκεί, ο λυρικός λυγμός που αρνείται να αφεθεί, η απελπισία που ελέγχει τα όριά της, οι διαφυγές προσδοκίας, και άλλα συναισθήματα σωματοποιούνται αρμονικά στην ποίηση της Κούρση, λίγο πριν κυλίσουν στο συντελειακό τίποτα. Στη μαρτυρική πορεία προς το μηδέν, την αιώνια α-λογία.
Την διασωστική υπέρβαση του μνημονικού συμβάντος μέσα στις σημασιολογικές αποχρώσεις του.
Τα γενικά αυτά ερμηνευτικά χαρακτηριστικά μπορεί να διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε αναγνώστης  και στην νέα ποιητική πρόταση της ποιήτριας, με τον ζωπυρωτικό τίτλο «Τα ψηλά δέντρα της Γαλλικής επαρχίας». Ένας τίτλος που αποτελεί από μόνος του μια αυτοτελής και ολοκληρωμένη ποιητική εικόνα, όπως είναι και άλλοι τίτλοι της ποιήτριας. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο αλληλοσυμπληρωμένα μέρη. Μπορεί να πει κανείς επίσης, ότι είναι μια ενότητα σε δύο μέρη, σε μια ενδοκειμενική μεταξύ τους συνομιλία. Από την μια η ποιητική λέξη-φωνή και από την άλλη η εικόνα-αίσθηση. «Ιστορία Ι. Ήταν ένα ποίημα-Ιστορία ΙΙ. Ήταν μια φωτογραφία» Στην συλλογή αυτή τα πράγματα συνέβησαν ακαριαία, μόλις που πρόλαβε το μάτι να τα αναγνωρίσει. Ο χρόνος στέκει μετέωρος καθώς στην στιγμή της φωτογράφησης. Τα ποιήματα μοιάζουν με κάδρα φωτογραφίας που ιστορούν στιγμιότυπα προσωπικών αδιεξόδων. Ποιήματα μιας ανάσας, μιας στενάχωρης πνοής. Σαν αυτό το αχ, που βγαίνει αβίαστα από τα πονεμένα χείλη του ανθρώπου που η μοίρα του τα έφερε αλλιώς. Βλέπουμε στίχους που μεταστοιχειώνουν σε ποιητική αίσθηση τα
κενά μεταξύ των λέξεων, ακόμα και τα ελάχιστα σημεία στίξεως που υπάρχουν μέσα στο ποιητικό σώμα. Στίχοι που αρνούνται να αξιοποιήσουν ακόμα και την χαϊδευτική ηχητικότητα των φωνηέντων μέσα στην μικρή πρόταση. Και σχηματίζουν εικόνες με τους βαριούς ήχους των συμφώνων. Οι φράσεις είναι κοφτές και δηλώνουν μια αποστασιοποιημένη γυναικεία αισθαντικότητα. Ένα ελεγχόμενο φάσμα διακριτικών στιγμιότυπων. Στίχοι που ομνύουν στην ατμοσφαιρική «φόρμα» του Χάι Κου. Μια εικονοποιία με έντονη την ώσμωση των δραματικών συσσωρεύσεων. Μια εξομολογητική διάθεση αρχιτεκτονημένη πάνω στο στίγμα της στιγμής. Σαν την φευγαλέα, τραγική παρουσία που αφήνει στο πέταγμά της μια πεταλούδα, καθώς κινείται γύρω από τη λάμπα μέσα στο σκοτεινό και άδειο δωμάτιο.
Η ποίηση της Μαρίας Κούρση ανακαλεί στο νου μου, αυτό το «σωματοποιημένο τραύμα» που εκφράζει ένας άλλος καλλιτέχνης ο Γιόζεφ Μπόϊς.
Η Μαρία Κούρση, «στάθηκε ανάμεσα στις κυρίαρχες τάσεις της εποχής, τον κοινωνιολογισμό και τον αισθητισμό, απέφευγε τα πρόχειρα υποκατάστατά τους, κάνοντας ποίηση με ελάχιστα.» σημειώνει ο Κώστας Βούλγαρης σε κείμενό του για την ποιήτρια. Και αυτό το ποιητικά θαυμαστό ελάχιστο του λόγου της Μαρίας Κούρση είναι που μαγεύει και θέλγει τους αναγνώστες της ποίησής της.
-Θανάσης Νάκας: Εισήγηση: ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ
Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΙΔΙΟΠΡΟΣΩΠΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΥΡΣΗ
     Αγαπητές φίλες και φίλοι, με γεμίζει χαρά και ικανοποίηση το ότι έλαχε στη Μαρία και σε μένα, εγκαινιάζοντας τη σειρά αυτή των παρουσιάσεων νέων ποιητών ν’ «ανάψουμε» εδώ απόψε τα «φώτα της ποίησης» στο πείσμα, θα έλεγε κανείς, των καιρών και της περιρρέουσας νοοτροπίας και «κουλτούρας».
      Δεν είναι βέβαια, η στιγμή των γενικών αποτιμήσεων και των συνολικών θεωρήσεων. Πάντως, όπως και στην περίπτωση άλλων ποιητών αυτής της νεότατης γενιάς, η ποίηση της Μαρίας είναι ποίηση ενός εσωτερικού χώρου, ενός εσωτερικού τοπίου, όπου ο οπτικός ορίζοντας στενεύει κάποτε πάρα πολύ, αφού δεν ξεπερνά τα όρια ενός δωματίου ή ενός τραπεζιού-γραφείου.
     Έχετε σκεφτεί ποτέ πώς μπορεί να «συζεί» κανείς με ένα τραπέζι; Για συνδέστε το με μιά υπαλληλική ζωή ρουτίνας: σπίτι- γραφείο-τραπέζι, και θα καταλάβετε το στίχο της Μαρίας «τα πόδια του τραπεζιού που συζώ/ είναι τέσσερις θάνατοι ενωτικοί στη στασιμότητα». Καρυωτακικό συναίσθημα, μαζί με υπαρξιακή αγωνία και μοναξιά, τη βαθύτερη μοναξιά της ύπαρξης.
     Φυσικά υπάρχουν και παράθυρα προς τον έξω κόσμο, ενώ το πέρασμα του χρόνου μέσα στο εσωτερικό αυτό τοπίο το συνειδητοποιεί κανείς μόνον έμμεσα, μετρώντας αποτσίγαρα ή παρατηρώντας τα φρούτα εποχής. Τη Μαρία την απασχολεί περισσότερο η εναλλαγή καλοκαιριού-φθινοπώρου, συχνή καιρική κατάσταση η βροχή.
     Ένα κοινό ειδοποιημένο και ευαισθητοποιημένο, όπως το σημερινό, μπορεί, βέβαια, να καταλάβει τι θα πεί να κάνεις την ποίηση στάση ζωής. Αναγκαστικά, άλλωστε, όταν το πάθος αυτό της έκφρασης με τον στίχο το κουβαλάς μέσα σου σαν τη γενετήσια πληγή σου. Πράγματι, όποιο και να είναι, φαινομενικά, το θέμα της, το κεντρικό σημείο αναφοράς της Μαρίας είναι η λέξη και το ποίημα, όχι σπάνια το «κουπί» της ή το «ναυαγοσωστικό» της, σε στιγμές «έλλειψης» ή ματαίωσης των ελπίδων, καθώς και σε στιγμές μοναξιάς κι εγκατάλειψης.
     Όμως, η λέξη και το ποίημα στη σύλληψη της Μαρίας δεν περιορίζονται εγωιστικά στο να της καλύπτουν τα κενά, στο να της προσφέρουν το συνηθισμένο παυσίλυπο, την πρόχειρη σανίδα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: μέσο (φανταστείτε το στίχο σαν ηχητικό-υλικό μέσο με το οποίο προσπαθείς να κάνεις τον άλλο να σε προσέξει και να σε νιώσει). Μέσο επαφής, λοιπόν, και επικοινωνίας μ’ έναν άλλον άνθρωπο, είτε φίλο είτε ερωτικό σύντροφο. Κι όταν, κάποτε, σ’ αυτό το παιχνίδι, την τελική παρτίδα φαίνεται να την κερδίζει –απ’ τη φιλία, τον έρωτα, το πάθος-πάλι η ποίηση, μένει η πικρή γεύση μιάς ακριβά πληρωμένης, μιάς πανάκριβης εξαγοράς.
     Αγαπητές φίλες και φίλοι, δεν έκανα τίποτε άλλο από το να σας δώσω, για την ποίηση της Μαρίας, εκείνη την εικόνα που εγώ θέλησα ή που εγώ μπόρεσα να σχηματίσω. Φυσικά, μπορεί να δει κανείς πολλές άλλες. Στα ολιγόστιχα ποιήματα της Μαρίας, με μιά πυκνότητα γραφής και μια ευρηματικότητα στην έκφραση, αναγνώρισα εδώ και καιρό μιά ξέχωρη φωνή, μιά ποιητική ιδιοπροσωπεία που κέρδισε αμέσως τη συμπάθειά μου. Και φαίνεται ότι δεν είμαι ο μόνος, αν κρίνω από το γεγονός ότι το τελευταίο της βιβλίο, το Πιστό αντίγραφο με μαλλιά, γνώρισε ήδη δύο εκδόσεις. Μαρία, σ’ ευχαριστώ, κι εσάς, αγαπητοί φίλοι και φίλες.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
     Προσπαθώντας να συντάξω ένα υποφερτό και όσο γίνεται αντιπροσωπευτικό ανθολόγιο κριτικών κειμένων και ένα ανθολόγιο ποιημάτων για την ποιήτρια Μαρία Κούρση, αντιμετώπισα τις εξής δυσκολίες.
-Παρά του ότι είχα εντοπίσει ορισμένες βιβλιοκριτικές για την ποιητική της συλλογή «Πιστό αντίγραφο με μαλλιά» εκδόσεις Νέα Σύνορα 1987, δεν κατόρθωσα να συναντήσω στο εμπόριο την συλλογή. Κάτι που με δυσκολεύει να αντιγράψω ποιήματά της από την οσάνω συλλογή. 
-Τις υπόλοιπες ποιητικές της συλλογές-είτε σε αυτόνομες κυκλοφορίες είτε σε φωτοτυπίες-που τυγχάνει να έχω υπόψη μου και έχω διαβάσει, τις παραθέτω κατά χρονολογική σειρά έκδοσης. Ώστε ο όποιος ενδιαφερόμενος αναγνώστης να έχει το μέχρι σήμερα ποιητικό της corpus συγκεντρωμένο.
-Συμπληρωματικά αναφέρω και τις συμμετοχές της-που γνωρίζω-σε αυτόνομες εκδόσεις-και με τι συμμετέχει. Συνήθως η ποιήτρια, σαν «εισαγωγή» ή «μελέτημα» δημοσιεύει ποίημά της. Τα αντιγράφω στις Σημειώσεις.
-Δεν θέλησα να ασχοληθώ με τις άλλες της εργασίες,-και να τις καταγράψω- εννοώ τις επιμέλειες μυθιστορημάτων και εκδόσεων που η Μαρία Κούρση για «βιοποριστικούς λόγους» μας έχει δώσει και αναφέρονται στην «μερίδα» της ποιήτριας στο ΕΚΕΒΙ ή σε άλλες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, γιατί, δεν είχα στην διάθεσή μου συμπληρωματικά βιβλιογραφικά στοιχεία για τις εργασίες αυτές.
-Καταγράφω στην γενική κριτικογραφία τα δημοσιεύματα που κατόρθωσα να συγκεντρώσω και να αποδελτιώσω για τις συλλογές της. Γνωρίζω ότι δεν είναι ολοκληρωμένος ο ενδεικτικός αυτός κατάλογος βιβλιοκριτικών για το έργο της. Σίγουρα θα έχουν δημοσιευτεί και άλλες πληροφορίες. Προτίμησα να αντιγράψω τα υπάρχοντα στοιχεία που διαθέτω για αρτιότερο πλησίασμα της ποίησής της.
-Όπως θα αναγνωρίσει ο αναγνώστης του ενδεικτικού σημειώματος για την Μαρία Κούρση, Ανθολόγιο κριτικών κειμένων, υπάρχουν κενά στον αριθμό τεύχους και στις χρονολογίες των δημοσιευμένων άρθρων. Δηλαδή, στο αρχείο που είχα φυλάξει, δεν είχαν σημειωθεί ο αριθμός τεύχους παραδείγματος χάριν του περιοδικού «Τομές», στην νέα της περίοδο, ούτε η ακριβής χρονιά της δημοσίευσης της κριτικής. Τις ίδιες ελλείψεις θα αναγνωρίσει και σε χρονολογίες δημοσιευμάτων των εφημερίδων, πχ. της παλαιάς πολιτικής εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» και του περιοδικού της «Βιβλιοθήκη». Διευκρινίζω ότι υπάρχουν χρονολογικές ελλείψεις, αν μείνουμε σε αυστηρά φιλολογικά κριτήρια έρευνας και καταγραφής. Είναι αυτονόητο, ότι αν αποφάσιζα να δημοσιεύσω μια ολοκληρωμένη- επεξεργασμένη- εργασία για την ποίησή της, όφειλα να ανατρέξω σε αρχεία και βιβλιοθήκες και να συμπληρώσω τα κενά. Αυτό όμως ήταν και είναι δύσκολο, δεδομένων υγειονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Πολλές Βιβλιοθήκες και Αρχεία δεν λειτουργούν.  Έχοντας όμως στη διάθεσή μου το μικρό αρχείο πληροφοριών για την ποιήτρια Μαρία Κούρση, προτίμησα να το δημοσιεύσω αντιγράφοντάς το. Οι πληρέστερα ενημερωμένοι- ειδικοί και μη-της Ποίησης έστω και έτσι έχουν μια μικρή μαγιά δεδομένων. Από την χρονιά που εκδόθηκε κάθε ποιητική της συλλογή μπορούμε να συνάγουμε και την χρονιά και ακριβή ημερομηνία των δημοσιευμάτων. Δεν μετέφερα επίσης ορισμένες σύγχρονες συνεντεύξεις της ποιήτριας που διάβασα στο διαδίκτυο, θεωρώντας αυτονόητες τις δημόσιες αυτές καταθέσεις της.
Ας δώσουμε μερικές διευκρινιστικές ακόμα πληροφορίες.
-Ο τόμος «ποιητές της νεότερης γενιάς» έκδοση Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Χαλανδρίου 1992, περιλαμβάνει μικρό σημείωμα του Νίκου Πρασσά. Την εμπεριστατωμένη εισαγωγή «ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΥΧΕΤΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΟΙΗΣΗ 1980-1990»  σελίδες 9-20 του κριτικού Αλέξη Ζήρα, και τις παρουσιάσεις των εξής ακόμα ποιητών από τους: ΧΑΡΗ ΒΛΑΒΙΑΝΟ από ΣΠΥΡΟ ΤΣΑΚΝΙΑ. ΚΩΣΤΗΣ ΓΚΙΜΟΣΟΥΛΗΣ από ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟ. ΝΙΚΟ  Γ. ΔΑΒΒΕΤΑ από ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ από ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ. ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΣΣΟΣ από ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ από ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΚΗΣ από ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ, και ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ από ΘΑΝΑΣΗ ΝΑΚΑ. Μετά τις εισαγωγικές παρουσιάσεις των ποιητών δημοσιεύεται ποιητικό τους ανθολόγιο. Στις τελευταίες σελίδες φωτογραφία του ποιητή/ιας και μικρό βιογραφικό.
Στην περίπτωση της Μαρίας Κούρσης, έχουμε την παρουσίαση από τον Θ.Ν., σελ. 121-122 και τα εξής ποιήματα από συλλογές της: «Τ’ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΑ» σ.123, «ΔΙΑΔΟΧΗ», σ. 124, «…ΣΕ ΠΟΙΗΤΗ» σ. 125, «…ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΥΣ», σ. 126, «…ΑΠΑΛΕΣ ΚΥΡΙΕΣ», σ. 127, «ΣΤΗ ΒΑΡΔΙΑ» ,σ. 128, «ΧΡΩΜΑ», σ, 129. Και δύο ανέκδοτα ποιήματά της:
Ο ΘΕΑΤΗΣ
                Στον γιό μου
Ένα στίχο-δόλωμα
έχω στο κεφάλι μου.

Περνάει η  ποίηση
τον ερωτεύεται

κι εγώ κοιτάζω. σ. 130
--
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ
Η λύπη μου μοιάζει
με τα κόκκινα καθίσματα
του άδειου θεάτρου

Είναι όμοια
Είναι άπνοα

Αν κάτι ξεχαστεί επάνω τους
τρομάζουν σ. 131
-Η κριτική του κυρού ποιητή Ηλία Λάγιου, δημοσιεύτηκε στο παραδοσιακό περιοδικό «Νέα Εστία» στις σελίδες της «Μηνολόγιο» Απριλίου, μαζί με δύο άλλες, κάτω από τον γενικό τίτλο: «Φωνές από πολλούς καιρούς». Γιώργος Γ. Καραβασίλης, Το μάτι του τοπίου, Γαβριηλίδης-Αθήνα 2001, σ. 69. Μαρία Κούρση, Νομίζουν ότι λείπω, Καστανιώτης, Αθήνα 2001, σ. 62, Δημήτρης Ελευθεράκης, Το καθαυτό χειρόγραφο, Γαβριηλίδης 2001, σ. 29. Σελίδες 771-776.
-Στον Αφιερωματικό τόμο στον ποιητή «ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΛΑΓΙΟ» εκδ. «Η Αυγή» κα οι εκδόσεις «ΕΡΑΤΩ» Αθήνα 2005, η Μαρία Κούρση συμμετέχει με το ποίημα
ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ
       (Ένας αθώος άνθρωπος να συμφωνεί
        Του κάνω νεύματα απεγνωσμένα
        Όπως πάντα έφτασα αργά)
Το πέρασμα στον θάνατο
Είναι μια κόκκινη στρογγυλή γουλιά

Τη σκουπίζεις στα χείλια
στο πάτωμα ή στο μαξιλάρι

Τα ίχνη φεύγουν λίγο αργότερα., σ. 133.
-Στην σειρά «εκ νέου» και την παρουσίαση από την Μαρία Κούρση της Καλαματιανής ποιήτριας του μεσοπολέμου Μαρίας Πολυδούρη στο «Θα μπορούσε να είναι Εισαγωγή» δημοσιεύονται τα εξής:
ΣΗΚΩΘΕΙΤΕ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ
                              Για τη Μαρία Πολυδούρη
Α
Σηκωθείτε, παρακαλώ.
Μόλις μπήκε γηραιά η Άνοιξη.
--
Σαν την Αλίκη του παραμυθιού
Ή δεν χωράω ή περισσεύω
--
Κι όταν κάθομαι κι όταν σηκώνομαι
Η θέση μου πάντα κενή είναι
--
Κάθισε λοιπόν για λίγο
στην άδεια θέση μου
--
Θα μ’ έχεις αγκαλιά και
δεν θα το ξέρεις.
Β
Σε κοιτάζω
Λες και γράφω το πρώτο μου ποίημα
--
Περνούν οι λέξεις σκιές
πάνω απ’ τον ήλιο
του προσώπου σου
--
Κρύβομαι Κουλουριάζομαι
Μωρό
Μ’ εφευρίσκεις απ’ τα μαλλιά
--
Η ωραιότητα παίρνει ξανά
την πρώτη θέση
--
Η ωραιότητα πού
Χάνεται
Πού είναι ζεστή σαν γεύση
--
Γ
Όταν ο χρόνος πληρώσει
Και πληρωθεί
Σχεδόν για όσα ζήτησε
--
Πάλι χρεωμένη θέλω
Να είμαι
--
Γιατί φέτος η Άνοιξη
Έτσι όπως την κρατάς
Πονάει
--
Είμαι γι’ αυτό τυχερή
--
Γιατί η Άνοιξη τυλίχτηκε
γύρω από την καρδιά σου
--
Κι είμαι ζεστή και μαλακή
Και όμορφη Και νέα
--
Κι όλη αυτή η απαλοσύνη
Αρκεί να σε βλέπω
--
Να στρογγυλεύουν τα ωμέγα
των θερμών ρημάτων
Να στρογγυλεύουν για να σε κλείσουν
--
Κι εσύ να φεύγεις
--
Για να μη σωθείς από το ποίημα
--
Για να τελειώσει επιτέλους
Αυτή η σκηνή αγάπης
Σωστά. Και με την ευπρέπεια
πού δεν της αξίζει.
      Μαρία Κούρση Άνοιξη 2001., σελ. 9-14.
-Στον τόμο Κ. Π. Καβάφης, η Μαρία Κούρση συμμετέχει με το ποίημα:
Κατρακύλησα
        Για τον Κωνσταντίνο Καβάφη
Σεν βρίσκω από πού ν’ αρχίσω
Ξέχασα/ ξεχνάω λοιπόν
Βγήκα χωρίς κλειδιά
Χωρίς σπίτι
Όλοι φαίνεται να ξέρουν
(κι ας μη μιλάω με αγνώστους)

Εσύ βάδιζες χαμένος
Κουράστηκες στην κόψη του παραμυθιού
Είχε νερό ακόμα
από την παλιά καθαρή βροχή
(Έκλεισα τα μάτια)
Στο γλυκανάλατο λασπωμένο πρωινό
(Κρύφτηκα μετά)
Για να γυαλίσει στο νερό τα σύνεργά του
Ο άσχημος ξένος
(Και κατρακύλησα)
Χωρίς εμφανείς τραυματισμούς
Στου νερού τα μαλακά εντόσθια
Κοιμισμένη στο φιλί του βατράχου
Στου πρίγκιπα την έκπληξη
(Θα αργήσω να λιώσω)
Σου φύλαξα ζεστό φαϊ
--
-Στην ποιητική συλλογή «ΠΟΙΗΜΑΤΑ», Πορεία 1981, η Κούρση εκτός από τις ποιητικές της μονάδες που είναι αφιερωμένες σε ποιητές ή γνωστά της πρόσωπα, το δισέλιδο ποίημα «ΘΕΜΑ ΖΩΗΣ», των σελίδων 65-66, είναι βασισμένο πάνω στην γνωστή σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος». Οι συγγένειες των εικόνων του ποιητικού ύφους, της ποιητικής ατμοσφαιρικής διάθεσης, προσομοιάζουν με την σύνθεση του ποιητή της Ρωμιοσύνης. Επίσης, δηλωτικό της εκλεκτικής ποιητικής συγγένειας είναι και η αφιέρωση του ποιήματος, «Στη Σονάτα του Γ. Ρίτσου».
-Στο Αφιέρωμα: Η ποιητική Γενιά του ’70, του λογοτεχνικού περιοδικού «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ» έτος 91ο, τόμος 181ος, τεύχος 1875/ Δεκέμβριος 2017, η Μαρία Κούρση συμμετέχει με το ποίημα ΆΤΙΤΛΟ, σελ. 885.
Ο Γιώργος ο Γιάννης ο Δημήτρης
ο Αντώνης η Μαρία η Αγγελική
η Παυλίνα ο Ηλίας η Αθηνά
ο Κώστας ο Θανάσης η Βερονίκη
η Δήμητρα ο Μανόλης ο Λευτέρης
ο Ανδρέας η Τζένη η Άντεια
η Νατάσα ο Μιχάλης ο Αλέξης
ο Χριστόφορος η Έλενα ο Ντίνος
η Αλεξάνδρα ο Πρόδρομος ο Ευγένιος
ο Νάσος η Ρέα ο Ιωσήφ η Ζέφη
η Λίλυ ο Πάνος ο Αλέξης η Τασούλα
η Θεώνη η Χλόη ο Μάρκος η Λιάνα
ο Σωτήρης ο Στρατής
        Απόγευμα ακριβό
        Φθινόπωρο νεανικό
        Αέρας
        Σκηνή συμπαγής
        η  λέξη
        το 1989
Όπως εύκολα αναγνωρίζουμε, η ποιήτρια της Γενιάς του Ιδιωτικού Οράματος, (εφόσον αποδεχθούμε τα χρονολογικά όρια που δέχονται οι γραμματολόγοι για να ορίσουν τις λογοτεχνικές γενιές ), η Μαρία Κούρση, στο ποίημα που συνέθεσε τα ονόματα που αναφέρει, είναι τα μικρά ονόματα των ποιητών και των ποιητριών της Γενιάς του 1970. Ο δε καταληκτικός αριθμός είναι η χρονιά 1989,  χρονιά που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, που αποτελεί την καταληκτήριος χρονιά και η καινούργια αρχή για τα ποιητικά πράγματα διεθνώς.
-Η κριτική του Κώστα Γουλιάμου, στο λογοτεχνικό περιοδικό «γράμματα και τέχνες» μηνιαία επιθεώρηση τέχνης, κριτικής και κοινωνικού προβληματισμού αρ. φύλλου 3/ Μάρτιος 1982, σ. 25, που εξέδιδε ο κριτικός και πεζογράφος Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, δημοσιεύεται με τα αρχικά του, στην σελίδα «Βιβλιοταχυδρομείο». Ο Κώστας Γουλιάμος υπήρξε σταθερός συνεργάτης του περιοδικού και μέλος της συντακτικής του επιτροπής. Σε προηγούμενες σελίδες του τεύχους δημοσιεύει με το ονοματεπώνυμό του βιβλιοκριτικές για αρκετά βιβλία που κυκλοφόρησαν εκείνη την περίοδο.
-Η κριτική της φιλολόγου και κριτικού Ανθούλας Δανιήλ, που δημοσιεύεται στο λογοτεχνικό περιοδικό «γράμματα και τέχνες» Δίμηνη έκδοση τέχνης κριτικής και κοινωνικού προβληματισμού Β΄ περίοδος, Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1987, αριθμός τεύχους 52, σελίδα 44, για την ποίηση της Μαρίας Κούρση «Πιστό Αντίγραφο, Με Μαλλιά», από όσο κατόρθωσα να διαπιστώσω, είναι η δεύτερη κριτική για ποιητική συλλογή της Μ. Κ., που δημοσιεύεται στο περιοδικό. Συνολικά η Ανθούλα Δανιήλ στις σελίδες «Βιβλιοπαρουσίαση» σχολιάζει και παρουσιάζει 10 ακόμα τίτλους βιβλίων. Από αυτές αναγνωρίζουμε δύο γυναικείες φωνές. Καλλιόπη Οικονόμου, «Αναφλέξεις» Ηριδανός 1986, και Κατίνα Γιαννάκη-Παπαστυλιανού, «Γνώση Σιωπής», Λευκωσία-Κύπρος 1987.
-Κάτω από τον γενικό τίτλο «Βιβλία με ποίηση» ο Γιώργος Ματζουράνης, συστεγάζει τρείς ποιητικές συλλογές. Του Σπύρου Κατσίμη, «Η παλαιά διαδρομή» 2001, της Δήμητρας Παυλάκου, «Επίδομα ερημίας», Αρμός 2000 και της Μ. Κούρση.
-Η κριτική παρουσίαση του φιλόλογου και κριτικού Γιάννη Κουβαρά για την συλλογή «Πιστό αντίγραφο με μαλλιά» δημοσιεύτηκε πρώτα στο λογοτεχνικό περιοδικό του ποιητή Μάκη Αποστολάτου, «ΟΜΠΡΕΛΑ», γράμματα τέχνες πολιτισμός. 6 χρόνια Αφιέρωμα στο 28ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, διπλό τεύχος 32-33/ Νοέμβριος 1987, σ. 50. Ο Κουβαράς κρίνει μαζί και την ποιητική συλλογή της Ελένης Δημητριάδου-Ευφραιμίδου, «ΕΓΕΝΕΤΟ» Ξάνθη 1987. Ενώ στην μεταφορά της κριτικής στον συγκεντρωτικό τόμο «ΕΠΙ ΠΤΕΡΥΓΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ», σελ. 230-231, μεταφέρεται στο 4ο κεφάλαιο «ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ».
-Στο γνωστό μελέτημα του Καρδιτσιώτη ποιητή και κριτικού Βαγγέλη Κάσσου, «ΑΣΦΥΞΙΑ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ» ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, εκδ. Νέα Σύνορα- Α.Α. Λιβάνη-Αθήνα 1989, στο κεφάλαιο «Ιδιωτικό όραμα και ποιητική ασυμφωνία στη γενιά του 1980» σελίδα 80 μιλώντας για «Το δίσεκτο έτος «1984» σημειώνει: «Το γεγονός ότι ο Όργουελ διάλεξε τη δεκαετία του 1980, για να χαράξει το περίγραμμα της εφιαλτικής πολιτείας του «1984» δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο. Αν η προφητεία του για τον κόσμο του Μεγάλου Αδελφού πάσχει στις λεπτομέρειες, η γεύση που αφήνει το βιβλίο του δεν είναι πολύ διαφορετική από τη γεύση, από την αίσθηση του παγιδευμένου που έχει ο πολίτης σήμερα. «Έγκλειστη θορυβώ στο σώμα μου», θα γράψει μια ποιήτρια της γενιάς μας, η Μαρία Κούρση, προσδιορίζοντας τη μοναδική κίνηση που μπορεί να γίνει μέσα στη γενική αίσθηση ασφυξίας.»
-Μνεία της ποιήτριας Μαρίας Κούρση έχουμε από τον κριτικό και μεταφραστή Δημοσθένη Κούρτοβικ στον τόμο «Ημεδαπή εξορία» Κείμενα για την ελληνική λογοτεχνία 1986-1991, εκδ. Opera1991, γράφοντας «Για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση», στην σελίδα 304, αναφερόμενος στα στοιχεία που διακρίνει τους νέους ποιητές και το έργο τους, σημειώνει: «Ποιητές όπως ο Χάρης Βλαβιανός, η Τασούλα Καραγεωργίου, ο Βαγγέλης Κάσσος, ο Ηλίας Κεφάλας, η Μαρία Κούρση, ο Θανάσης Χατζόπουλος, (για να αναφέρω εντελώς ενδεικτικά μερικά ονόματα) δείχνουν να προσανατολίζονται σταθερά προς αυτή την κατεύθυνση.». Το κείμενο είχε δημοσιευτεί πρώτη φορά στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία 26/4/1989» που ο κριτικός ήταν συνεργάτης.
-Τέλος να σημειώσουμε, ότι ο φιλόλογος και κριτικός Βασίλης Δ. Αναγνωστόπουλος, στον έργο του «ΜΟΝΑΧΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ» Το ιδιωτικό όραμα και η ποίηση. ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ, εκδ. ΒΙΒΛΙΟΓΟΝΙΑ-Αθήνα 1993, ότι στο πρώτο μέρος της εργασίας του «Μοναχικές Αναγνώσεις» μας δίνει μια εκτεταμένη ανάλυση της συλλογής «Πιστό Αντίγραφο με μαλλιά» σελ. 92-103, ενώ στο δεύτερο μέρος «Ανθολόγιο της Γενιάς του ιδιωτικού οράματος, σελίδες 153-156, μας δίνει και του εξής τίτλους ποιημάτων της ποιήτριας: «Η ΛΕΞΗ «ΜΩΡΟ ΜΟΥ» ΕΙΝΑΙ ΝΤΥΜΕΝΗ ΣΤΑ ΟΛΟΣΓΟΥΡΑ», «ΠΟΙΗΜΑ ΑΠΟ ΥΦΑΣΜΑ» «ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑ», «ΔΙΑΣΥΡΜΟΣ», «ΕΡΩΤΙΚΟ» «…ΚΑΝΟΥΝ ΑΨΙΔΕΣ», «ΔΙΑΔΟΧΗ», «ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ» , «ΣΤΟ ΠΡΟΓΕΥΜΑ», «ΝΑ ΦΥΓΕΙ»..
     Περατώνοντας το Α΄ μέρος του σημειώματος πάνω στην ποίηση της ποιήτριας Μαρίας Κούρση, να επαναλάβω για άλλη μια φορά, ότι λόγω του πολυσέλιδου του Κριτικού αυτού Ανθολογίου, δεν ήταν δυνατόν να αντιγράψω και ορισμένα άλλα κείμενα που έχουν γραφτεί για την Μαρία Κούρση, ούτε να προβώ σε ένα μικρό ανθολόγιο των ποιημάτων της σαν υποστηρικτική αναφορά στις δημοσιευμένες κριτικές. Ο όγκος είναι μεγάλος και κατανοώ και κουραστικός, μια και δεν έχω την δυνατότητα τεχνικών υποστηρικτικών μέσων του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δηλαδή, φωτογραφίες εξωφύλλων, ποιημάτων, ή άλλων φωτογραφιών ώστε να κάνουν πιο εύπεπτη την μακροσκελή αυτή αποδελτιωτική εργασία. Στο δεύτερο σημείωμα που θα ακολουθήσει, θα συμπληρώσω τα κενά που γνωρίζω και θα ανθολογήσω ποιήματά της που με συγκίνησαν και μου άρεσαν.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020.
Μνήμη Αγίας Μαρίνας.
Αν ενδιαφερόντουσαν οι πολιτικοί και οι θρησκευτικοί ηγέτες όλων των θρησκειών ουσιαστικά, ειλικρινά και πραγματικά για τον Άνθρωπο, θα ζητούσαν να γίνει Εκκλησία και Τζαμί ομού ο Ναός της Αγίας Σοφίας. Από κοινού ή εκ περιτροπής να λατρεύουν οι πιστοί της κάθε θρησκείας τον Θεό τους και με τον τρόπο αυτόν να έρχονται ειρηνικά κοντύτερα οι Λαοί. Το Μουσείο, είναι η πρόσκαιρη εικόνα της Βυζαντινής Τέχνης και Μεγαλουργίας των Ψηφιδωτών. Ο Χριστιανικός Ορθόδοξος Βυζαντινός Ναός όμως και η μετατροπή του σε Τζαμί μετά την Άλωση, δηλώνει την πίστη και την μνήμη των Ανθρώπων. Έμπρακτα μέσα στην Ιστορία. Που αληθεύουν στις ζωές εκατομμυρίων ψυχών και συνειδήσεων περισσότερο από τα πολιτικά και ιερατικά τερτίπια πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών. Ή κάνω λάθος;