Ο Κ Τ Ω Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α
στη μνήμη του
Ναπολέοντα Λαπαθιώτη
του Ντίνου Χριστιανόπουλου
περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ τχ.1/Πρωτοχρονιά
1959, σ. 19-21
Τ Ο
Κ Α Λ Ο Κ Α Ι Ρ Ι Κ Υ Λ Η Σ Ε…
Το καλοκαίρι
κύλησε σε μιά φωνή που σβήνει,
και πριν
ακόμα να σβηστεί, η ψυχή τη νοσταλγεί,
νάρθει με
ιλαρότητα το ρίγος ν’ απαλύνει
και μες απ’
τις ραγισματιές μιά νέα καρδιά να βγεί.
Το καλοκαίρι
κύλησε και πριν να ρθει το ρίγος,
έσβησεν η
γλυκύτατη φωνή οριστικά,
αφήνοντας
ακόμα μιά ραγισματιά. Τί λίγος,
τί λίγος που
είταν ο καιρός που έζησες γλυκά!...
Η Ε
Λ Ε Γ Ε Ι Α Μ Ι Α Σ Φ Ι Λ Ι Α Σ
Είταν αρχή
και ρόδινος σου φαίνονταν ο κόσμος
και μέσα σου
σε φλόγιζε η πιό κρυφή ορμή.
Τα βράδια
που χωρίζατε, μου έλεγες μ’ ελπίδα:
-Δεν είναι
δυσκολότερο στον κόσμο απ΄ το κορμί.
Πόσο κρατούν
οι εφήμερες αγάπες, δεν το ξέρεις;
έσκυψε μέσα
σου να πιεί κ’ ήβρε πηγή θολή.
Πέρασαν
μέρες. Μιά νυχτιά μου είπες πικραμένος:
-Δεν είναι
δυσκολότερο στον κόσμο απ’ το φιλί.
Στο γέρμα
πότε φτάσατε; Είχε περάσει λίγος
καιρός, και
χωριστήκαμε ψυχρά και βιαστικά.
Είρθες να μ’
έβρεις κλαίγοντας και μούπες ραγισμένα:
-Απ’ όλα,
δυσκολότερα δυό λόγια φιλικά.
Τώρα τις
νύχτες τριγυρνάς στο σπίτι του αποκάτω
κι αν τύχει
κ’ έβγει, προσπερνά χωρίς να σε ιδεί.
Και τότε με
παράπονο και σπαραγμό μου λέγεις:
-Απ’ όλα τ’
ακριβότερα, η ματιά του πιο ακριβή…
Γ Ρ Α Μ Μ Α Σ Ε Φ
Ι Λ Ο
Την υπόσχεση
που σούδασα
δύσκολο να
την κρατήσω.
Μες στην
ξέχειλη ομορφιά
πώς να μη
λυγίσω;
Δεν είναι
ένας, μήτε δυό:
παντού το
κάλλος ξεχειλίζει’
φτάνει ως με
σε η πλημμύρα του,
μα δε σ’
αγγίζει.
Απ’ την
καντήλα σώνεται
σιγά-σιγά το
λάδι,
σώνεται κ’ η
νιότη μας
χωρίς φιλί
και χάδι.
Άνοιξη, κι
ανθίζουνε
στις
γειτονιές οι κήποι,
ανθεί και το
παράπονο
εντός μου
για ό,τι λείπει.
Η σάρκα του
καλοκαιριού
πώς μ’
αναταράζει!
Φίλε μου, η
αγάπη σου
άδικα
κοπιάζει.
Φθινόπωρο,
και πέσανε
κίτρινα τα
φύλλα
και νιώθω
μέσα μου μιάν ύπουλη ανατριχίλα.
Μα το
χειμώνα, που όλα γύρω μου
στέκουν
βουβά και παγωμένα,
άγρια και
βάρβαρα πεθύμησα
να ξεχαστώ σε χέρια ξένα…
Τ Υ Ψ Η
Ό,τι πιό
τρυφερό κι άσπιλο μέσα μου,
μου τόχεις
τσαλαπατημένο’
κι αυτό που
κράταγα άχραντο κι αμόλυντο,
κι αυτό στα
χέρια σου θρυμματισμένο.
Μα εγώ τη
δόλια σκέφτομαι μανούλα μου,
που με
νομίζει αγνό και τίμιο ακόμα.
-Ένας σου
λόγος μοναχά θα την κατέβαζε
μ’ ανοιχτά
μάτια, απ’ τον καημό, στο χώμα…
Φ Ι Λ Ε
Μ Ο Υ, Σ Ε Π Ε Ρ Ι Μ Ε Ν Α…
Φίλε μου, σε
περίμενα κι απόψε μες στην παγωνιά,
με σηκωμένο
το γιακά και με σφιγμένη σκέψη.
Γύρω μου όλα
σκοτεινά, και στης ψυχής μου την ερμιά
ο όψη της
μητέρας μου είρθε να με παιδέψει.
Φίλε μου,
όταν στέκομαι και περιμένω στη γωνιά,
η όψη της
μητέρας μου κατάκαρδα με σφάζει,
κι όσο
αργείς, η ύπουλη γύρω κ’ εντός μου σκοτεινά
νιώθω ένα
έγκλημα φριχτό να μου προετοιμάζει…
Π Ρ Ω Τ Ο Β Ρ Ο Χ Ι
Το γράμμα
της μητέρας μου κ’ η αναπάντεχη βροχή
μ’ έκαναν
πάλι σκεφτικό και μελαγχολημένο
και τίποτα
πιά δεν μπορεί να μου απαλύνει την ψυχή,
παρά μονάχα
η σκέψη σου, αγόρι αγαπημένο.
Σ’ νάφερε το
θάνατο η αναπάντεχη βροχή
κ’ η πένα
της μητέρας μου σα νάταν βουρκωμένη
και μοναχά η
σκέψη σου, γλυκύτατή μου απαντοχή,
μοιάζει
γλυκιά φεγγοβολή που ακόμα με ζεσταίνει...
Ω, Π Ο Σ Ο Ν Α Φ Ι Λ Ο Ξ Ε Ν Ο Σ…
Ώ, πόσον
αφιλόξενος αυτό το βράδι ο δρόμος,
ο δρόμος ο
ερημικός της πρώτης μας κραιπάλης!
Έτσι, καθώς
εδιάβαινα, μετά από τόσα χρόνια,
τη γλύκα
τρυφερότατης μου ξύπνησεν αγκάλης.
Ώ, πόσον
αφιλόξενος αυτό το βράδι ο δρόμος,
ο δρόμος που
μου δίδαξε πρώτος το Μυστικό!
Έτσι καθώς
εδιάβαινα, σκυφτός και πικραμένος,
δεν ξέρω
γιατί μούκανε τόσο πολύ κακό…
Σ Ι Γ Α – Σ Ι Γ Α
Σιγά- σιγά
ξεφτίζουνε μέσα μου
τα πρόσωπα
τ’ αγαπημένα
και τα
στιγμιότυπα της μέθης μου
κι αυτά
ξεφτίζουν ένα-ένα.
Δεν έμεινε
ούτε μιά ανάμνηση
που να με
συγκινεί ακόμα
και μονάχα
μια γεύση ολόπικρη
μου
πλημμυράει καρδιά και στόμα…
ΝΑΠΟΛΕΩΝ
ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
Είναι στιγμές που η μοντέρνα ποίηση, με την
οξύτητα και με την έντασή της, μας κουράζει, και τότε νιώθουμε την ανάγκη να
γυρίσουμε και πάλι για λίγο σε μερικούς αισθηματικούς ποιητές που αγαπήσαμε
κάποτε. Η λυρική συγκομιδή του σύγχρονου ποιητικού λόγου δεν κατάφερε να
ξεριζώσει από μέσα μας τη νοσταλγία για τους στίχους εκείνους που λίκνισαν τα
πρώτα μας βήματα’ μόνο που τώρα επιστρέφουμε πιό απαιτητικοί, πιό αυστηροί.
Ένας από τους ποιητές, στους οποίους
επιστρέφουμε πάλι πιο πλούσιοι αλλά και πιό κουρασμένοι, είναι και ο Ναπολέων
Λαπαθιώτης. Η ποίησή του μελαγχολική και λεπτεπίλεπτη, μας πλημμυρίζει κάποτε
με κείνο το φθινοπωρινό της ρίγος, με κείνη την αισθησιακή της τρυφερότητα, που
γίνονταν με τον καιρό σπαραχτικό τραγούδι.
Απαγγείλαμε στίχους στις βόλτες μας,
διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε τα ποιήματά του, αφήνοντας τη μουσική του να μας
λικνίζει.
Οι πρώτοι του στίχοι είταν γραμμένοι με
τόλμη, ξεχείλιζαν ηδονικότατα. Έφηβος της ζωής και της ποιήσεως, παιδί του
πάθους και του έρωτα, αδέσμευτος από κάθε πρόληψη, εμφανίστηκε με στίχους πού
και σήμερα ξαφνιάζουν με την λιτότητα και την πεζολογία τους. Θαρρείς και δε
νοιάζονταν παρά μόνο πώς να εξομολογηθεί, πώς να τραγουδήσει τους έρωτές του,
τις χαρές του, τις άπληστες στιγμές της ηδονής-κι άς σκανδαλίζονταν οι
σεμνότυφοι με τον νεαρό αυτό εστέτ’ υπήρχε η νεολαία που μεθούσε με τους
στίχους του, που ζούσε στην τόλμη του Λαπαθιώτη την τόλμη των δικών της
αισθήσεων. Δεν είχε φανεί ακόμα ο Αλεξανδρινός εκείνος, ο «ανδρείος της
ηδονής»- τα λιγοστά ποιήματα που είχε γράψει ως τότε είταν ακόμα συμβολικά- κ’
η νεολαία διψούσε για ίνδαλμα, είθελε τον ποιητή της. Κ’ έπειτα, δεν είταν μόνο
η τόλμη: απέναντι στο χείμαρρο της στιχουργημένης φιλοσοφίας του Παλαμά και στο
στυλιζαρισμένο συμβολισμό της θολής μουσικής του Χατζόπουλου, οι πολύ απλοί, οι
πολύ πεζολογικοί στίχοι του Λαπαθιώτη είρθαν σαν ένα φρεσκάρισμα, σα μια
ανανέωση:
Τ’ απλό παιδί, που εγώ αγαπώ, δεν έζησε
στα πλούτη,
δεν έχει τρόπους να φερθεί και μήτε να
ντυθεί
-μα ‘ναι το πιό καλό παιδί, που μες στην
πλάση τούτη
μπορεί ν’ απαντηθεί!
Δεν ξέρει γράμματα πολλά, δεν κάνει για σαλόνι,
τα ρούχα του είναι της δουλειάς, τριμμένα και παλιά
-μα το μεγάλωσε το φώς, αυτό που μεγαλώνει
τα ξένοιαστα πουλιά…
Κι άλλοτε μούτυχε ξανά, στο διάβα κάποιου δρόμου,
να περπατήσω συντροφιά με διάφορα παιδιά
-μ’ αυτό, σεμνό και ταπεινό, βαδίζει στο πλευρό μου,
σα μια μικρή καρδιά…
Κι όταν των άλλων των παιδιών τα λούσα βλέπει πλάι,
κι αυτό δεν έχει πιό καλό κοστούμι να ντυθεί,
τότε γυρίζει τη ματιά- και μου χαμογελάει,
να παρηγορηθεί…
Εν τω μεταξύ
τα χρόνια πέρασαν’ οι πίκρες περίσσεψαν’ οι απογοητεύσεις πλήθαιναν. Τούτοι οι
έρωτες που απελπισμένα ελπίζουν σε μιάν ανταπόκριση και πάντα τσακίζονται στην
εξουθένωση, δε βγαίνουν σε καλό. Κι’ ο Λαπαθιώτης, ο Ουάϊλντ του ελληνικού
αισθητισμού, δεν έχει πια τραγούδια για τη λαγνεία και τα λαγγέματα. Αρχίζει
τώρα να κλαίει για το δράμα του, η ποίησή του γίνεται χρονικό της
αυτοκαταστροφής του, κ’ οι εικόνες του είναι τόσο πολύ ζυμωμένες με τον πόνο,
που μπήγονται μέσα μας σα δάχτυλο σε πληγή. Τα ποιήματά του γίνονται πιό
μουσικά, θαρρείς και θέλει να κρυφτεί στη μουσική. Κι ο συμβολισμός, που
περιφρόνησε κάποτε, θα τούρθε τώρα σαν αποκούμπι, δικαιωμένο πια κι από την
ίδια τη ζωή του. Θ’ αρχίσουν τα φθινόπωρα, τα ξεχασμένα λουλούδια, η μουσική
στο πιάνο, η ρέμβη του απογεύματος, τα πεζοδρόμια της νύχτας, τα χλομά πρόσωπα,
οι μουσικές ρίμες, οι διαλεχτές λέξεις, η επιμελημένη στιχουργία. Προπάντων να
μη πούμε καθαρά ποιά πάθη μας συγκλονίζουν, προπάντων να κρύψουμε την κόλαση
που μας αγκαλιάζει, μέσα στα φύλλα που πέφτουν, στα πεταμένα λουλούδια-κι άς
ξεχειλίζει από κάθε μας λέξη η πίκρα μας, κι ας μη μπορεί να κρυφτεί η απόγνωσή
μας:
Γιατί είμαστε σαν κάποια ρόδα,
πεσμένα μες στην παγωνιά,
ρόδα, πού τάλιωσαν μιά ρόδα,
καθώς περνούσ’ απ΄ τη γωνιά,
που, αν και κομμένα, κι όλο χώμα,
και κυλισμένα καταγής,
δεν ξέρω τί θυμίζει ακόμα
πώς είσαν άνθη της αυγής…
Κάθε φορά
που η κουβέντα το φέρνει στον έρωτα, τα λόγια γυρίζουν στο θάνατο. Βουλιάζει με
μιά μελαγχολία που αρνιέται τη ζωή, αναζητάει το θάνατο σαν τον έσχατο εραστή,
σαν την τελευταία ζεστή αγκαλιά. Η μεταφυσική τον απασχολεί με περισσότερη
ένταση, η θανατοφιλία αρχίζει να διαποτίζει τους στίχους του, το δράμα του
παίρνει τρομαχτικές διαστάσεις’ χαρίζει τα υπάρχοντά του για λίγο χασίς, από
παντού ακούει «το βραχνό τραγούδι του θανάτου», υπογράφει πιά σαν ένας
μελλοθάνατος:
Και μην κοιτάς πού τάχα δεν το δείχνω
και βαδίζω με βήμα θαρρετό’
-μα, κάθε μου ματιά που γύρω ρίχνω,
μοιάζει σαν κάτι ν’ αποχαιρετώ…
Αρχίζει πάλι
προς το τέλος να στιχουργεί πιό απλά, να εξομολογείται τα σχέδιά του για το
στερνό του ταξίδι. Μα είναι αλήθεια πώς σπαταλήθηκε στην αισθηματολογία. Ώ, αν
μπορούσε ο Λαπαθιώτης να εκφράζονταν με λόγια πιό κοφτερά, να μιλούσε με κείνο
το σπασμένο ρυθμό, με κείνη τη ρημαγμένη μουσική, της σύγχρονης ποίησης: Μα δε
μπορούσε’ και τα πιό πολλά ποιήματά του φαντάζουν σα μιά αισθηματική
στιχουργία, πού, ευτυχώς, τη σώζουν αρκετοί δυνατοί, πυρακτωμένοι στίχοι. Μα το
υπόλοιπο μέρος του έργου του δεν μπορεί πιά να κερδίσει τον απαιτητικό
αναγνώστη των ημερών μας.
…. Κ’ ύστερα είρθε η φοβερή εκείνη νύχτα
της αυτοκτονίας του. Όλοι την περίμεναν, είταν κάτι που το φοβούνταν, κι όμως
κανείς δεν το πίστευε στα σοβαρά. Όταν το πρωί της εννάτης Ιανουαρίου 1944 οι
εφημερίδες έγραψαν πώς ο «νικημένος της ζωής» αυτοκτόνησε με περίστροφο, ένα
βάρος πλάκωσε την καρδιά όσων τον διάβαζαν και τον αγαπούσαν. Τους τάραξε το
γεγονός και δεν επρόσεξαν τον τρόπο. Εντούτοις, οι κοντινότεροι φίλοι του
βεβαιώνουν πώς αυτοκτόνησε μ’ έναν τρόπο πιό τραγικό: μ’ ένα μπαλτά-ώρες ολόκληρες
έσκαβε τα στήθη του μ’ ένα μπαλτά… Μα ο κ. Βαϊάνος, ο μόνος ίσως που γνώριζε
τον Λαπαθιώτη καλύτερα από κάθε άλλον, αποκαλύπτει πώς ο Ναπολέων δεν
αποπειράθηκε στα σοβαρά ν’ αυτοκτονήσει, αλλά πήγε να σκηνοθετήσει μιάν
αυτοχειρία, για να κινήσει πάλι το ενδιαφέρον εκείνων που είχαν αρχίσει να τον
ξεχνούν. Μ’ ένα μαχαίρι προσπάθησε να τρυπήσει λίγο το στήθος του αλλά δεν
υπολόγισε καλά και τρύπησε την καρδιά. Ώρες πολλές σπαρτάρησε ώσπου να
ξεψυχήσει. Την τρίτη μέρα τον ανακάλυψαν, τέλος, οι γειτόνοι, σπάζοντας την
εξώπορτα του έρημου σπιτιού, όταν πιά είχε αρχίσει να μυρίζει…
Όπως και να το πάρει κανείς, υπάρχει
κάτι το δραματικό σ’ όλη αυτή την ιστορία. Δεν ξέρεις τί να κάνεις να σαρκάσεις
ή να κλάψεις το νάρκισσο, που άθελά του μετέτρεψε μιά ψεύτικη αυτοχειρία σε
αληθινή, κάνοντας ν’ αναβλύσει από το στήθος του ένα ποτάμι αίμα, σβήνοντας με
αβέβαιο χέρι τη φωτιά που του έδινε τη ζωή…
τη φωτιά εκείνη που καίει ακόμα και θα
καίει, ώσπου να ξεθωριάσουν οι ωραίοι μελαγχολικοί στίχοι του.
ΝΤΙΝΟΣ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Περιοδικό
ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, εξάμηνο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό. Εκδότης Ντίνος
Χριστιανόπουλος. Γραφική επιμέλεια: Κάρολος Τσίζεκ. Έτος δεύτερο, τεύχος 1/
Πρωτοχρονιά 1959, Θεσσαλονίκη, σελίδες 16-21.
Ελάχιστα σχετικά:
Κι’ εξάλλου, τί
σημαίνει Ομορφιά;
Η
μυστική και μακρινή υπόσχεση μιάς
ευτυχίας
που μας περιμένει.-
Ναπολέων Λαπαθιώτης
Αναρτήσαμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα στις 2
Οκτωβρίου την άποψη του κριτικού και δασκάλου της κινηματογραφικής τέχνης
Βασίλη Ραφαηλίδη για την βραβευμένη κινηματογραφική ταινία του πειραιώτη
σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη, «Μετέωρο και Σκιά». Η πολύ ωραία του
πειραιώτη φιλόλογου και σκηνοθέτη ταινία, που άγγιξε το κινηματογραφικό κοινό
όταν προβλήθηκε ( παίχτηκε και από την δημόσια τηλεόραση και κυκλοφόρησε και σε
cd.) καθρεφτίζει
με ευαισθησία, προσοχή και διακριτικότητα, τις ιδιωτικές στιγμές βίου του
μελαγχολικού, ευαίσθητου, λεπτεπίλεπτου, εύθραυστου ψυχικά ερωτικού ποιητή του
Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη. Μέσα από τις ατομικές αφηγήσεις, εξομολογητικές
διαδρομές, το βλέμμα στενών του φίλων, ατόμων που τον γνώριζαν από κοντά, τον
συναναστρέφονταν και συνεργάστηκαν μαζί του, ο πειραιώτης Τάκης Σπετσιώτης μας
πρόσφερε μία θαυμάσια καλλιτεχνική δουλειά. Η ταινία «Μετέωρο και Σκιά» ήταν η
δική του προσωπική οφειλή και έρευνα, μέσω των βιβλιογραφικών πηγών και
στοιχείων, πληροφοριών πάνω στα ιδιωτικά ίχνη της ζωής του εστέτ ποιητή. Μας
τον προσωπογράφησε ως άτομο κυρίως μέσα στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες
των χρόνων του και όχι ως ποιητή. Του τραγικού, νοσταλγικού ποιητή που
φιλοδόξησε να γίνει ένα είδος Όσκαρ Ουάϊλντ της Ελλάδος. Μόνο που ο προκλητικός
και κυνικός στην δημόσια κριτική του, ενάντια στα Βικτωριανά ήθη- αυτάρεσκος
ορισμένες φορές όπως φαίνεται σαν χαρακτήρας, πετυχημένος και αναγνωρισμένος
σπουδαίος ιρλανδός ποιητής και θεατρικός εστέτ, ομοφυλόφιλος- παντρεμένος με
παιδιά συγγραφέας, δεν ήταν εύκολο να γίνει υποδειγματικό παράδειγμα για το
ελληνικό επαρχιώτικο Αθηναϊκό κοινό και κοινωνικά της πατρίδας μας ήθη και
περιβάλλον του Μεσοπολέμου. Εξάλλου, ακόμα και το ίνδαλμά του, ο θεατρικός
συγγραφέας της «Σαλώμης», ο πεζογράφος του «Πορτραίτου του Ντόριαν Γκρέϋ», του
«Εκ Βαθέων», των αριστουργηματικών παιδικών ιστοριών και παραμυθιών, ο ποιητής
της «Μπαλάντας του Ρήντιγκ» και των φημισμένων πολυπρόσωπων θεατρικών του έργων
που παρασταίνονταν στις μεγάλες θεατρικές σκηνές των χρόνων του, δεν απέφυγε
την διαπόμπευση και την δημόσια καταδίκη του σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση,
εξαιτίας ενός άδοξου έρωτα. Πέθανε πάμφτωχος στην Γαλλία, βοηθούμενος από
ελάχιστους φίλους του στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Κατασπατάλησε το
ταλέντο του προκαλώντας και ζώντας εκκεντρικά, και επιδεικτικά. Θεωρούσε ότι η
τσουχτερή και κοφτερή, αιχμηρή κριτική της αγγλικής βικτωριανής κοινωνίας και
των ηθών της θα έμενε αναπάντητη από τους ιθύνοντες και ο ίδιος θα έμενε στο
απυρόβλητο. Όμως ο Κόσμος και οι Κοινωνίες έπαψαν να αλλάζουν με τα λόγια των
Ποιητών, όπως ίσως τους προηγούμενους αιώνες του Ρομαντισμού, ή του απώτατου
αρχαίου ελληνικού παρελθόντος που τα Ομηρικά Έπη και ο Όμηρος ήταν αρχηγέτης
ήθους χαρακτήρων και διαμορφωτής ανθρώπινων συνειδήσεων, πολιτών. Ο Ναπολέων
Λαπαθιώτης και όσοι ακολούθησαν το κίνημα του Αισθητισμού δημιουργοί, ήρθαν
μάλλον χρονολογικά καθυστερημένοι. Οι δρόμοι της σύγχρονης Λογικής και της
Φιλοσοφίας, των Νέων Ιδεών, τα επιτεύγματα της Επιστήμης και της Τεχνολογίας,
δεν άφηναν χώρο για την φυσική Ομορφιά είτε του αντρικού κάλλους είτε του
γυναικείου σώματος αισθητικό κομψότητα. Η ανθρώπινη Ομορφιά πιά δεν προέρχεται
από την Φύση και τα όποια ψυχικά και άλλα χαρίσματα του ανθρώπου, αλλά από την
ποιότητα και την χρήση των καλλυντικών αν δεν κάνω λάθος. Του φαίνεστε και όχι
του είσαι.
Ο αυτόχειρας αισθητής ποιητής- παρ’ όλα τα
προσωπικά του αδιέξοδα, την άρνησή του να πάρει στα χέρια του την ζωή του πριν
και μετά τον θάνατο των γονιών του, υπήρξε ένας θρύλος στην εποχή του, τους
πνευματικούς κύκλους της γενιάς του. Μεσουράνησε και συζητήθηκε τόσο στην
ιδιωτική του ζωή όσο και στην τέχνη του, δακτυλοδεικτούμενος όπως θα έλεγε η ηθοποιός
Μαρίκα Νέζερ, για σχεδόν δύο δεκαετίες (1920-1940) πριν σβήσει το άστρο του με
δραματικό τρόπο στα χρόνια της γερμανικής κατοχής και της πείνας. Έφυγε ή
σχεδίασε τον θάνατό του- όπως έγραψε ο φίλος του Μάριος Βαϊάνος στο άρθρο του
«Ένας θάνατος μια πικρή και θλιβερή ιστορία» σελ. 88-92, του Β΄ μέρους του
Αφιερώματος στο Ναπολέων Λαπαθιώτης του περιοδικού «Νέα Σύνορα» τχ. 7/7,8,9,
1970, με έναν σκοτεινό και θλιβερό, περίεργο τρόπο, στην τελευταία πατρική του
οικεία στην περιοχή των Εξαρχείων στην Αθήνα, κάτι που κάνει πιο συμπαθητική
και ενδιαφέρουσα την φυσιογνωμία του νάρκισσου έλληνα ποιητή ακόμα και σήμερα,
μετά την πάροδο τόσων χρόνων. Τα έξοδα της ταφής του ανέλαβαν ορισμένοι δικοί
του με έρανο, όπως αναφέρει το περιοδικό «Νέα Εστία» σελ. 119 τχ. 398-399/
1-15/8/1944, τόμος 35ος, «Ένας θάνατος κ’ ένας έρανος». «Ο Ναπολέων
Λαπαθιώτης έδωσε τέλος στη ζωή του τη νύχτα της 7ης προς την 8η
Ιανουαρίου. Κηδεύτηκε με έρανο έπειτ’ από τέσσερεις ημέρες, κατά την επιθυμία
του, τ’ απόγευμα της 11ης Ιανουαρίου. Ο έρανος έδωσε τ’ ακόλουθα
ποσά». Ανάμεσα στα ονόματα διαβάζουμε και εκείνα των Μ. Καραγάτση, Θράσος
Καστανάκης, Λιλή Ιακωβίδου, Νίκος Καββαδίας, Στράτης Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης,
Τατιάνα Σταύρου, Κώστας Ουράνης, Κ. Καρθαίος, Παναγής Λεκατσάς, Πέτρος Χάρης,
Τάκης Παπατσώνης, Διαλεκτή Ζευγώλη, Μυρτιώτισσα, Κώστας Ελευθερουδάκης και
πολλοί άλλοι. Ακόμα το περιοδικό «Νέα Εστία», η Λέσχη Επτανήσου, ο Σύνδεσμος
Ελλήνων Λογοτεχνών κλπ. Η μικρή αυτή παράθεση γνωστών ονομάτων μας φανερώνει
την αποδοχή που είχε το έργο του, το οποίο δεν είχε περιοριστεί μόνο στην
θητεία του στον ποιητικό λόγο αλλά και στο δοκίμιο και την μετάφραση, την
συγγραφή διηγημάτων και μυθιστορήματος, παρά την επικίνδυνη και έκλυτη ζωή που
ζούσε τα τελευταία χρόνια του βίου του, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο πρώτα της
μητέρας του και κατόπιν του πατέρα του.
Την ποίησή του την έχουν κατατάξει οι
γραμματολόγοι και οι ανθολόγοι στις «χαμηλές φωνές», βλέπε Μανόλης
Αναγνωστάκης. Συγκαταλέγεται στους ελάσσονες, αισθηματολόγους ποιητές, βλέπε
και την άποψη του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου και άλλων μελετητών. Όμως
πάντα, ο Λαπαθιώτης, με τον έναν ή άλλον τρόπο ήταν παρόν ανάμεσά μας, με την
αχλή της εικόνας του, ορισμένες τουλάχιστον ποιητικές του μονάδες και πεζά.
Τόσο ο ριψοκίνδυνος και επικίνδυνος νύκτιος βίος του, όσο και η πνευματική του
δημιουργία και άλλες καλλιτεχνικές ανησυχίες τον καθιστούσαν παρόντα στα
δρώμενα της εποχής του, και φυσικά, σε αυτό έπαιξε ενδέχεται ρόλο το γεγονός
της πολιτικής και στρατιωτικής θέσης του πατέρα του. Αν και για να είμαστε
δίκαιοι και σωστοί, από τα παιδικά του χρόνια, στο Δημοτικό έδειξε την έφεσή
του προς τα γράμματα, την ποίηση, το θέατρο. Εμπνεύστηκε και συνέθεσε το
δίπρακτο δράμα «Νέρων ο Τύραννος» που το εξέδωσε ο δώρο ο πατέρας του. Βλέπε
την Αυτοβιογραφία του «Η Ζωή μου». Συμμετέχει στην συντακτική ομάδα του
περιοδικού «Ηγησώ», γνωρίζει τον ορφικό ποιητή και εμπνευστή της αναβίωσης της
αναπαράστασης της Αρχαίας Τραγωδίας στο θέατρο της Επιδαύρου Άγγελο Σικελιανό.
Σκανδαλίζει με ερωτικό του ποίημα στο περιοδικό «Ανεμώνη». Συνεργάζεται με τα
«Παναθήναια» το περιοδικό «Ο Νουμάς» που δημοσιεύει το «Μανιφέστο» του ενάντια
των «ρουτινιάριδων» παλαιότερων ελλήνων δημιουργών. Μαζί με τον ποιητή Νίκο
Χάγκερ Μπουφίδη εκδίδουν την ολιγόζωη εφημερίδα «Καλλιτεχνική και Φιλολογική
Ζωή». Εντάσσεται στους υποστηρικτές της ποίησης του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη.
Μεταφράζει το επιστημονικό μυθιστόρημα του Χ. Ουέλς, «Η μηχανή του χρόνου», την
μελέτη του Αντρέ Ζίντ για τον Όσκαρ Ουάϊλντ. Συμπεριλαμβάνεται στην αξιόλογη
ανθολογία που επιμελείται ο ποιητής και κριτικός Τέλλος Άγρας, «Οι Νέοι», και
σε πολιτιστικό περιοδικό του Φώτου Γιοφύλλη. Δημοσιεύει στο αριστερό περιοδικό
«Οι Νέοι Πρωτοπόροι» και στο περιοδικό «Νέοι Βωμοί» το αντιπολεμικό του
διήγημα, «Τα μαραμένα μάτια». Συνεργάζεται ως κριτικός στην εφημερίδα «Πειθαρχία».
Σταθερός συνεργάτης με τη «Νέα Εστία», δίνει συνεντεύξεις του στα «Νεοελληνικά Γράμματα»,
την «Σύγχρονη Σκέψη». Στο λαϊκό περιοδικό «Μπουκέτο» δημοσιεύει σε συνέχεις το
αφήγημά του «Το τάμα της Ανθούλας» που έχει άμεση σχέση με την πόλη του Πειραιά.
Χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο Αιθήρ ενώ με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης δημοσιεύει
στην «Πνευματική Ζωή» του Μέλη Νικολαϊδη ποιήματα A la maniere de… Καβάφης, A la maniere de Σικελιανός. Χαρμόσυνο. A la maniere de… Εμπειρίκος (Ο Υπερρεαλιστής) Εξοπλισμός.
Ακόμα και του εαυτού του ως ποιητή, βλέπε το A la maniere de… Λαπαθιώτης. Μελαγχολία. Κάτι που μας
δείχνει τους ποιητικούς του πειραματισμούς. Έμμετρα και πεζά τα ποιήματά του, η
φωνή του, αλλά πάντα ποιητικά φορτισμένη και με ισχυρή ευαισθησία. Μεταφράζει έξοχα
τις «Καμπάνες» του Έντγκαρ Άλαν Πόε, το ποίημα «Η Ψυχή της Νύχτας» του Μωρίς Μαίτερλινγκ
και άλλους. Ενώ κρίσεις και θέσεις του για ξένους συγγραφείς δημοσιεύονται στην
«Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» και το περιοδικό της. Σε φιλολογική επιμέλεια
και επιλεγόμενα του Νίκου Σαραντάκου, κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Ερατώ»
2011, 3 τόμοι με πεζά του. «Κάπου περνούσε μια φωνή. Σελίδες μιάς Αθήνας περασμένης»,
«Ο Μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες», και «Τα Μαραμένα Μάτια και άλλες ιστορίες».
Ασχολούμενος όπως φαίνεται ερασιτεχνικά με την τέχνη του σκίτσου, παρώδησε σε
ασπρόμαυρα πρωτόλεια σκίτσα-φιγούρες διάφορα πρόσωπα και τον εαυτό του. Βλέπε
τα 2 τεύχη του αφιερώματος «Νέα Σύνορα». Ο εκκεντρικός ποιητής βλέπουμε ότι
αναζητούσε διάφορους τομείς της τέχνης για να εκφράσει την καλλιτεχνική του
φλέβα, τις ανησυχίες του, τα διλήμματά του, τους προβληματισμού του. Πώς να περάσει
απαρατήρητη μία όμορφη και παράξενη, νέα παρουσία ενός Αθηναίου ρομαντικού
ποιητή από την Αθηναϊκή κοινωνία της εποχής του. Πόσοι από αυτούς που συναναστρέφονταν
είχαν τις ευκαιρίες που είχε ο ίδιος, την προστασία του οικογενειακού του περιβάλλοντος,
την υποστήριξη των γονιών του ως μοναχοπαίδι. Και, δεν είναι εύλογο, μετά 1937
που πεθαίνει πρώτη η μητέρα του, ο ποιητής να καταρρεύσει και το αρχοντικό του
να βυθιστεί στο πένθος και την θλίψη, όταν μετά από έξι χρόνια θα φύγει και ο
στρατιωτικός και πολιτικός πατέρας του;
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ….
Το σπίτι μου
δεν έχει πιά καρδιά’
το σπίτι μου
με τυραννεί σαν ξένο’
το σπίτι μου
μια πλάκα είναι βαριά,
που με πνίγει,-και
μόλις ανασαίνω.
Την ίδια μέρα
που έφυγες Εσύ,
κι αυτό, με
μιάς, μου πήρε τη στοργή του:
Μητέρα, αν ήξερες
πώς με μισεί,
γιατί μ’ άφησες
μόνο στην οργή του;…
Μα όλα από Σένα
παίρνουν ευωδιά
κι από την
παρουσία τη μαγική Σου,
-κι αυτό που
το θαρρούσα για καρδιά,
δεν ήτανε
δική του, μα δική Σου!
Τώρα παλεύω
σ’ ένα αργό βραχνά.
Κοίταξέ με,
λουσμένο στον ιδρώτα.
Λυπήσου με,
και γύρισε ξανά:
κάνε το σπίτι
καθώς ήταν πρώτα…
Δεν έκλεισαν
μόνο τα πατζούρια και οι πόρτες του σπιτιού του, δεν μαράθηκε ο ανθοφόρος κήπος
του, ξεράθηκαν τα πολύχρωμα και εύοσμα λουλούδια του αλλά και οι πόρτες της ψυχής
του, βυθίζοντας τον ποιητή και το άτομο Λαπαθιώτη στον πόνο και την θλίψη. Η
περίοδος της ξεγνοιασιάς και της «ανεμελιάς» των φροντίδων της καθημερινότητας έλαβε
τέλος με την απώλεια των δύο στενών αγαπημένων του προσώπων. Το βάρος της ζωής
του πλέον πέφτει αποκλειστικά στους αδύναμους ώμους του, ο ποιητής και ο άνθρωπος
Ναπολέων Λαπαθιώτης λυγίζει, δεν αντέχει, αρνείται να σηκώσει το βάρος της ευθύνης
της διαχείρισης της ζωής του. Η εμπλοκή του με τα ναρκωτικά επιτείνει την κατάστασή
του και τον οδηγεί στον θάνατο. Λίγους μήνες πριν την αυτοκτονία του στο
περιοδικό του φίλου του «Ορίζοντες» του Μάριου Βαϊάνου, δημοσιεύει ένα προφητικό
του πεζό το «Η αγωνία», ενώ από τις εκδόσεις «Φλόγα» κυκλοφορεί η μετάφραση της
μελέτης του Γάλλου πεζογράφου Αντρέ Ζίντ, για τον Όσκαρ Ουάϊλντ. Έτσι, όπως εύστοχα
γράφει η καθηγήτρια Χριστίνα Ντουνιά: «με
μια συμβολική αναφορά στο ίνδαλμα των νεανικών του χρόνων, ο Λαπαθιώτης
αποχαιρετά τα εγκόσμια, με το ίδιο περίπου συναίσθημα της απογοήτευσης και της μοναξιάς
που διακατέχει και τον Ουάϊλντ τις τελευταίες του μέρες.», σελ. 21, στο «Ημερολόγιο
2009», αφιέρωμα στον Ναπολέων Λαπαθιώτη, εκδόσεις Μεταίχμιο.
Ο μύθος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ως ατόμου,
(παρά τα ατομικά του αδιέξοδα) αλλά και ως ποιητή, συνεχίζει να ταξιδεύει στο
χρόνο με πληγωμένους έρωτες, στιγμών θλίψης, νοσταλγικές αναμνήσεις, όμορφες
εικόνες, δακρυσμένες τρυφερές και γιομάτο ευαισθησία πικρές μνήμες. Μιάς ζωής
που ότι δεν κατόρθωσε ο ποιητής να ολοκληρώσει στον βιολογικό χρόνο της επίγειας
ζωής του το πέτυχε μέσα στο έργο του.
ΠΑΙΔΙΚΑ ΓΛΥΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
Παιδικά γλυκά
μου χρόνια, μαγικά μου πρώτα χρόνια,
πού, αν κι
ανέλπιδα χαμένα, καθώς τ’ άνθη μες στα χιόνια,
-σα χλωμές
αυγές ονείρου, από σκοτάδι μιας ερήμου,
πάντα φέγγετε
μπροστά μου, σύντροφοί μου και φρουροί.
Κι όταν έρχεται
το βράδι, πιο βαρύ κι από το μολύβι,
κι ό,τι δίνει
κι ό,τι κλείνει με συντρίβει και με θλίβει,
το περίτρομο
μυαλό μου, στην αγάπη σας γυρίζει,
και μιά φλόγα,
μιάν ελπίδα, το κρατεί και το στηρίζει!
Κι όσο, λες,
έχουν πεθάνει της αγάπης σας οι κρίνοι,
κι ο καιρός
τη θύμησή σας προσπαθεί ν’ απομακρύνη,
τόσο πιότερο
σας νιώθω, πιο κοντά μου, πιο δικά μου,
μαγικά, χαμένα
χρόνια,- πρώτα χρόνια παιδικά μου… Ν. Λαπαθιώτης
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
6/10/2026