Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Εξομολογητικοί Ψαλμοί της Ποίησης

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
ή η Μεγάλη Εβδομάδα του Οδυσσέα Ελύτη

 ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
• ΄Ω ανάπαυσις του Παντός. Σε δοξάζομεν
Πατέρα του Μεγέθους
Ένδοξε Βασιλεύ
Ήλιε ο ών εν τοις Αιώσιν.
Εστεμμένε Παντοδύναμε
Πάτερ παντός ημών γένους
Αγαθέ Πάντων των Αγαθών.
Καλόν Δένδρον,
ο ούκ έδωκε κακούς καρπούς.
Πάτερ, ού οι υιοί καλοί εισί.
Φύλαξ, ο φυλάσσων τον πύργον σου.
Ακοίμητε Ποιμήν
Πηδαλιούχε, ός ού μεθύει,
Βασιλεύ, ο Θεός της Αληθείας.
Φορητά του αμαράντου στέμματος.
Ο θρόνος αυτού, ο μη πίπτων.
Οι δώδεκα μεγιστάνες αυτού.
Στέφανε της Δόξης του Πατρός.
          Ψαλμοί Σαρακωτων

•Να τι ζητούσε ο Ιωάννης ο νεώτερος μέσα στου τετραγώνου του
Τον κύκλο. Να εισέρχονται και με κοθόρνους κτυπώντας το δάπεδο
Οι ως Αίαντες ή ως Επίσκοποι μιάς μυστικής χαράς την ιδιαιτερότητα διεκδικώντας
Θύσσανοι του ασημοί πράο του σκοτεινού της χλόης στήθη του
εύδερμου
Στην δική σας έχω πόλη ζήσει κι εγώ…..
Το μικρό έαρ του έαρος δεν έχει τελειωμό.
          Οδυσσέας Ελύτης
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
• Πάτερ μου, το χαρούμενον Φώς,
το χαρούμενον Φώς. Ένδοξε.
Πάτερ μου, το χαρούμενον Φώς,
το χαρούμενον και ευλογημένον Φώς.
Πάτερ μου το χαρούμενον Φώς,
το χαρούμενον και σεβαστόν Φώς
αυτός επεκαλέσθη τους Αιώνας του Φωτός,
εγκατέστησεν αυτούς είς την χαράν του μεγέθους του.
Επεκαλέσθη τους αιώνας της Ειρήνης,
έν ή ούκ έστιν έλλειψις ή περιορισμός.
Επεκαλέσθη τους Αιώνας του Φωτός
εκάλεσε τους υιούς αυτού και ύψωσεν αυτούς εν αυτοίς.
          Ψαλμός του Θωμά
• ΚΥΡΙΑΚΗ, 19 γ
ΑΣΠΡΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ τ’ ουρανού μέσα στη νύχτα
πάω μ’ από κοντά τον σκύλο της σελήνης μου.

Κάποιος άγνωστος Γαβριήλ μού κάνει νοήματα
-Σύμφωνοι, θα πεθάνουμε όλοι μας ΄ αλλά προς τί;

Ψηλά κοιτάω σαν άστρο το βορινό παράθυρο
που το ξεχάσανε ανοιχτό και μ’ αναμμένο φώς.

Οι άλλοι κοιμούνται ή προσωρινά ή αιώνια
ύπτιοι, με το πρόσωπο ακάλυπτο στον ουρανό.

Πάω μ’ από κοντά τις μετρημένες μέρες μου
-Σύμφωνοι, ναί ΄ αλλ’ η ζωή αυτή δεν έχει τέλος…
ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
• Και εγένετο ότε ετέλεσα λαλείν τούτους τους λόγους, επέμφθη πρός με ο άγγελος ο πεμφθείς προς με ταίς προτέραις νυξί και ειπέ μοι Εγέρθητι, Έζρα, και άκουσον τους λόγους, ούς ήλθον λαλείν σοι. Και έφην Λάλησον, κυριέ μου. Και ειπέ μοι Θάλασσα κείται έν ευρυχώρω, ώστε είναι πλατείαν και άπειρον, έστι δε αυτή η είσοδος έν στενοχώρω κειμένη, ώστε είναι ομοίαν ποταμώ. Ός δ’ αν θελήση εισβήναι την θάλασσαν και ιδείν αυτήν ή θαλαττοκρατείν, εάν μη διέλθη το στενόχωρον, είς το ευρύχωρον, ελθείν πώς δύναται; Πάλιν έτερον πόλις έστιν, ωκοδομημένη και κειμένη έν τόπω πεδινώ, έστι δε πλήρης πάντων αγαθών, η δε είσοδος αυτής στενή και εν κρημνώδει κειμένη, έχουσα εκ δεξιών μέν πύρ, έξ αριστερών δε ύδωρ βαθύ, τρίβος δε έστι μία μόνη μεταξύ αυτών κειμένη, τούτ’ έστι πυρός και ύδατος, ώστε μη χωρείν την τρίβον εί μη μόνον ίχνος ανθρώπου. Εάν δε δοθή η πόλις ανθρώπω είς κληρονομίαν, εάν μήποτε τον προκείμενον κίνδυνον διέλθη, πώς λήψεται την κληρονομίαν αυτού; Και έφην Ναι, κύριε. Και είπέ μοι Ούτως έστι και του Ισραήλ το μέρος. Δι’ αυτούς γάρ εποίησα τον αιώνα και ότε παρέβη ο Αδάμ τάς διατάξεις μου, εκρίθη το γενόμενον, και εγένοντο αί είσοδοι τούτου του αιώνος στεναί και λυπηραί και μοχθηραί, ολίγαι δε και πόνηραι και κινδύνων πλήρεις και μόχθων πολλών εχόμεναι. Του δε μέλλοντος αιώνος αί είσοδοι ευρύχωροι και ασφαλείς και βλαστάνουσαι καρπόν αθανασίας. Εάν ούν μη εισβώσιν οι ζώντες τα στενά και πονηρά ταύτα, ού δυνήσονται απολαβείν τα αποκείμενα. Νύν άρα σύ διά τι ταράσση ότι φθαρτός εί; Και τι κινή σύ, ότι θνητός εί; Και διά τι ούκ έδεξω εν τη καρδία σου το μέλλον έρχεσθαι άλλα το παρόν;
          ΕΣΔΡΑΣ ή ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ ΕΣΔΡΑ  
• Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ, 20
ΚΑΤΑΚΟΠΟΣ από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις
πρωινές ώρες να κοιμηθώ.

Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας
την προσωπίδα του Ήλιου.
ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ
• Δεύρο δή ούν, ω φιλοσόφων άριστε και τελειώτατε προσθήσω δε, ότι και μαρτύρων της αληθείας. Δεύρό μοι της νόθου σοφίας έλεγχε, της εν λόγω κειμένης και δι’ ευγλωττίας γοητευσούσης, υπέρ δε τούτο μηδέν διαρθήναι, μήτε δυναμένης, μήτε θελούσης, ο περιδέξιος την αρετήν, όση τε θεωρίας και όση πράξεως ό τα ημέτερα φιλοσοφών εν αλλοτρίω τω σχήματι, τάχα δε ουδέ αλλοτρίω, είπερ αγγελικόν η λαμπροφορία και η φαιδρότης, όταν τυπώνται σωματικώς σύμβολον, οίμαι, τούτο της κατά την φύσιν αυτών καθαρότητας. Δεύρο μοι, φιλόσοφε και σοφέ…
          Γρηγόριος ο Θεολόγος
• Μ. ΤΡΙΤΗ, 21
ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το
κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρω-
διές, λεμόνι, γαρίφαλο.

Ύστερα παραμέρισα τά χρόνια, τά φρέσκα πέταλα και
να: η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το
παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.

Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω
από μένα.

Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δώ γιατί λιποθύμησα. 
ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
• ΔΑΒΙΔ: Κανένας δεν έβγαλε τ’ αναγκαία δικαστικά συμπεράσματα αυτής της δίκης καλύτερα από τον υπερασπιστή του Πιλάτου. Εγώ επίσης, πώς καθώς ακούσατε, αντίκρουσα αποφασιστικά τα φανταστικά στοιχεία, ακριβώς εγώ θα ήθελα τώρα να τα χρησιμοποιήσω για να ενισχύσω τη θέση του Συνεδρίου. Τι αποτέλεσμα βγήκε από τις μαρτυρίες; Ότι ο Ιησούς ήταν μόνος, ακατανόητος απ’ όλους. Οι μαθητές ο ένας, ο άλλος ήταν διηρημένοι. Ο φθόνος, λοιπόν, υπήρξε ο προδότης, η εγκατάλειψη του πλήθους στην κρίσιμη στιγμή-γεγονός παράξενο-υπήρξε το απροσδόκητο σβήσιμο εκείνης της θαυματουργής δύναμης που για τόσον καιρό είχεν αποπλανήσει τα πλήθη. Έτσι τελικά έμεινε εκείνος μόνος με τη θρησκεία του ασέβεια. «Εγώ είμαι ο Υιός του Θεού!». Θέλω να πω κύριοι ότι δεν ήταν μονάχα ο Πιλάτος, ο Καϊάφας και το Συνέδριο που ήθελαν το θάνατό του, αλλά όλοι. Ο λαός και ο Ιούδας και ο Ιούδας και οι Απόστολοι, όλοι θέλησαν να πεθάνει ο Χριστός επάνω στο Σταυρό! Ο θάνατός του τότε δεν είναι κατηγορία σε κάποιον ή και στον καθένα αλλά σε όλους, άμεσα ή έμμεσα. Στους δικαστές-σε μας τους Ιουδαίους όπως και στους Ρωμαίους, σε σας! (Τη στιγμή αυτή δείχνει το κοινό του θεάτρου). Ως προς ένα σημείο πρέπει να έχουμε το κουράγιο ν’ αναλάβουμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Μερικές διακρίσεις- εμείς, σείς, αυτοί-γίνονται παρά πολύ εύκολα. Η μόνη διαφορά, εάν ποτέ υπάρχει, είναι αυτή. Ότι εμείς, οι Ιουδαίοι, έχουμε αναλάβει την ευθύνη των πράξεών μας, εσείς ψάχνετε να την αποφύγετε.
          Ντιέγκο Φάμπρι
• Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ, 22
ΟΛΟΕΝΑ ΟΙ ΚΑΚΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ κι ολοένα οι αν-
θρωποι ονειρεύονται σά να ‘ταν αιώνιοι. Όμως το με-
σα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώ-
ρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος
όγκος που σαλεύει

Ο λίγες μέρες πρίν ακόμη μόλις αναστεναγμός

Και τώρα μαύρος αιώνας.
ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ
• Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι
Πού σκύβουνε μαζί.
Καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα, αλίμονο!
Οι στεγνές μας φωνές
Σαν ψιθυρίζουμε μαζί
Είναι ήσυχες κι ασήμαντες
Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι
Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι
Μές στο ξερό μας το κελάρι

Μορφή χωρίς σχήμα, σκιά χωρίς χρώμα,
Παραλυμένη δύναμη, γνέψιμο χωρίς κίνηση ΄

Εκείνοι που ταξίδεψαν
Με ίσιες ματιές στου θανάτου την άλλη Βασιλεία
Μας θυμούνται-ά θυμούνται-όχι σά να ‘μαστε
χαμένες
Παράφορες ψυχές, μα μονάχα
Οι κούφιοι άνθρωποι
Οι παραγεμισμένοι άνθρωποι.
          Τόμας Στερν Έλιοτ
• Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23
ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού

Γονατιστή Παναγιά κι αραχνιασμένη

Τά χωματένια πόδια μου άλλοτε

(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)

Οί και δύο και τρείς ψυχές πού δύανε

Γέμιζαν τά τζάμια ηλιοβασίλεμα.
ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ  
• Η ΛΑΦΙΝΑ
Όλα τα ελάφια βόσκουνε, και όλα δροσολογούνται
Μα μια λαφίνα ταπεινή, δεν πάει μαζί με τα άλλα
Μόνη στα βόσκια περπατεί, στ’ απόζερβα αγναντεύει
κι όπου βρεί γάργαρο νερό, θολώνει το και πίνει.
Κι ο Ήλιος την ερώτησε, κι ο Ήλιος την ρωτάει
γιατί Λαφίνα ταπεινή, δεν πάς μαζί με τ’ άλλα
μόνη στα βόσκια περπατείς, στα απόζερβα αγναντεύεις
κι όπου βρεις γάργαρο νερό, θολώνεις το και πίνεις
Ήλιε μου σαν με ρώτησες, θα σου το μολογήσω
δώδεκα χρόνους έμεινα, στείρα χωρίς ελάφι
κι απάνω στο δωδέκατο, εγέννησα ελαφάκι
κι απάνω στο δωδέκατο, εγέννησα ελαφάκι
μα σαν εβγήκε ο βασιλιάς, να ελαφοκυνηγήσει
το βρίσκει μοσχανάνθεφτο, και το διπλοσκοτώνει
Γιαυτό στα βόσκια περπατώ, στ’ απόζερβα αγναντεύω
κι όπου βρω γάργαρο νερό, θολώνω το και πίνω
          Μαρίζα Κωχ, Η Λαφίνα    
• Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 24
ΣΑΝ ΝΑ ΜΟΝΟΛΟΓΩ, σωπαίνω.

Ίσως και να ‘μια σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιάς κρύας Παρασκευής

Ή μπορεί και ζώου από κείνα τά ιερά
Με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
Και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.
ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ  
• Η Ημέρα της Κρίσης
Όταν δηλαδή αυτή η μοιραία ημέρα λάβει τέλος,
(και η κρίση του αθανάτου θεού έλθει πάνω στους θνητούς)
μια μεγάλη κρίση και η απαρχή ενός μεγάλου αγαθού.
Γιατί η παγγενέτειρα  γή θα δώσει στους θνητούς τον πιο καλό
άπειρο σε αριθμό καρπό από σίτο, οίνο, και έλαιον
(επίσης από τον ουρανό ένα γλυκό πόσιμο μέλι,
δέντρα, καρπό στα ακρόδρυα και πλούσια ποίμνια
και κοπάδια βοδιών, αρνιών και κατσικιών)
Και θα ανοίξει γλυκές πηγές από λευκό γάλα.
Οι πόλεις θα είναι γεμάτες αγαθά και οι αγροί εύφοροι
θα γίνουν ούτε μάχαιρα ούτε βοή πολέμου θα έλθει στη χώρα,
ούτε η γή θα σειστεί ξανά, με βαρύ στεναγμό,
δεν θα υπάρξει πιά πόλεμος, ούτε ξηρασία επί της γής,
ούτε πείνα ή χαλάζι καταστρεπτικό των καρπών,
αλλά σ’ ολόκληρη τη γή θα έλθει μεγάλη ειρήνη.
Ο ένας βασιλιάς θα είναι φίλος του άλλου μέχρι το τέλος του αιώνος.
Ο Αθάνατος στον αστερόεντα ουρανό
θα δώσει στους ανθρώπους κοινό νόμο για όλη!
τη γή, για να τον τηρούν ως προς όσα οι φτωχοί θνητοί διαπράττουν.
Γιατί μόνος αυτός είναι θεός και δεν υπάρχει άλλος
και αυτός επίσης θα κάψει στη φωτιά το γένος των κακών ανθρώπων.
               Σιβυλλικός Χρησμός      
•Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, 25 β
ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο

Χαμένοι αυτοί πού πιάνονται από τ’ Άπιαστα

Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
πού πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μού χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γής, ή ερωτοπαθής
ψυχή μου.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ   
• Η πίστη της Εκκλησίας στην αιωνιότητα του ανθρώπου δεν είναι η πεποίθηση ότι υπάρχει οπωσδήποτε μια μελλοντική «κατάσταση» όπου επιβιώνει «κάτι» από τον άνθρωπο-η «ψυχή» ή το «πνεύμα» του. Αλλά είναι η βεβαιότητα ότι τη υπόσταση της ύπαρξής μου δεν την εξασφαλίζει η φύση μου και οι υπαρκτικές της δυνατότητες, την εξασφαλίζει και τη συνιστά η σχέση μου με τον Θεό, η ερωτική Του αγάπη για μένα. Πίστη στην αιωνιότητα είναι η εμπιστοσύνη ότι αυτή η αγάπη δεν θα σταματήσει, αλλά θα συνιστά πάντοτε τη ζωή μου, είτε λειτουργούν είτε δεν λειτουργούν οι ψυχοσωματικές μου ικανότητες….
          Χρήστος Γιανναράς
• ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26
ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ, Φαίνεται ο άνεμος που ακι-
νητεί με τη μορφή βουνού κεί κατά τά δυτικά. Κι η θα-
λασσα με τά φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω
από το παράθυρο.

Σού ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κεί να μοιράσεις
δωρέαν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρρα-
λέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο πού σού ανήκει.

• ΠΑΣΧΑ άμωμον Πάσχα μέγα, Πάσχα των πιστών,
Πάσχα Κυρίου Πάσχα…
          Δοξαστικό της Κυριακής του Πάσχα

•ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), 26 β
                                             Ασμάτιον
ΑΝΕΜΟΕΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο πού μού ‘δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή     μυρωδιά

Μεθαύριο θα ‘ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα ‘ναι πάλι ελαφρές των βουνών οί γραμμές
μά βαριά η δική μου     καρδιά.

• Έλα τώρα χέρι μου δεξί,
κείνο που σε πονεί δαιμονικά ζωγράφισέ το,
αλλ’ από πάνω βάλ’ του
     Το ασήμωμα της Παναγιάς
πόχουν τη νύχτα οι ερημιές μές στα νερά
του βάλτου.             


Σημειώσεις:
Τα κείμενα αντλούνται από τα εξής βιβλία:
Δημητρίου Λ. Δρίτσα, Η ΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΓΝΩΣΤΙΚΩΝ, Αθήνα 1979
Σάββα Χρ. Αγουρίδης, ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ, Αθήνα 1979
Χρήστος Γιανναράς, Αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. δόμος 1983
Ντιέγκο Φάμπρι, Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, μτφ. Κώστας Ασημακόπουλος, εκδ. Δωδώνη 1977
Η ΛΑΦΙΝΑ, δημοτικό μοιρολόι με την Μαρίζα Κωχ
Γρηγόριος ο Θεολόγος, Άπαντα τα έργα, τόμος 3ος, εκδ. Πατερικαί Εκδόσεις-Γρηγόριος ο Παλαμάς- Θεσσαλονίκη 1976
Τόμας Στέρν Έλιοτ, Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ, μτφ. Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Ίκαρος 1973
Οδυσσέας Ελύτης, ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ, εκδ. Ίκαρος 1995
Οδυσσέας Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, εκδ. ύψιλον 1984

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Σάββατο του Λαζάρου

Πειραιάς 8 Απριλίου 2017  

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Τί είναι προλεταριακή λογοτεχνία;

ANGELO  RINALDI
Τι είναι η προλεταριακή λογοτεχνία ;

Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» L’ EXPRESS 23/3/1975

     Καθώς ξαναδιάβαζα τα ποιήματα του πάπα του σουρεαλισμού Αντρέ Μπετόν και το μανιφέστο του, έπεσαν από τις σελίδες των βιβλίων ορισμένα αποκόμματα εφημερίδων κιτρινισμένα από τον χρόνο και θρυμματισμένα από την πολυκαιρία. Τα αποκόμματα αυτά, ήταν από τις παραδοσιακές καθημερινές εφημερίδες της εποχής του εκδοτικού συγκροτήματος του κυρού Χρήστου Λαμπράκη του γνωστού μας ΔΟΛ, «ΤΟ ΒΗΜΑ» και «ΤΑ ΝΕΑ». Πρωινή εφημερίδα η πρώτη, απογευματινή η δεύτερη. Ιστορικές δεκαετίες, που οι εφημερίδες που εξέφραζαν όλες τις πολιτικές αποχρώσεις και κομματικές παρατάξεις της εποχής, διαβάζονταν κατά κόρον από τους έλληνες αναγνώστες- πολίτες. Ήταν οι χρυσές εποχές του έντυπου Τύπου. Όλες οι τότε εφημερίδες παραδοσιακές και μη, ή αυτές που εκδόθηκαν εκείνες πάνω κάτω τις δεκαετίες, διέθεταν ένα δυνατό και έμπειρο ανθρώπινο δημοσιογραφικό επιτελείο, δημοσιογράφους με άποψη, γνώμη, θέση, κρίση, ήθος δημοσιογραφικό, επιχειρηματολογία, πολιτικό στίγμα, θεωρητική κατάρτιση, παιδεία και, αγωνιστικό φρόνημα, ανεξαρτήτως του ποια ιδεολογική ή πολιτική παράταξη υποστήριζαν. Είτε ήσαν κυβερνητικοί είτε ήσαν με την αντιπολίτευση, είτε ανήκαν στον συντηρητικό χώρο είτε στον προοδευτικό. Εφημερίδες πολυσέλιδες, που ευχαριστιόσουν να τις διαβάζεις όλη την εβδομάδα, παρά το μελάνι που σου άφηνε το ξεφύλλισμά τους στα χέρια και τα χείλη σου. Ευτυχώς, ο ήρωας του ιταλού συγγραφέα Ουμπέρτο Έκο, ο τυφλός βιβλιοθηκάριος Χόρχε, του μυθιστορήματος «Το όνομα του ρόδου» δεν είχε ακόμα σχεδιαστεί στο Γραφείο του ιταλού συγγραφέα, ώστε να δηλητηριάζει τις σελίδες τους, όπως τις κόχες των βιβλίων, ή μάλλον, το αργό πότισμα της πτώσης των πωλήσεών των, το δημιούργησαν οι ίδιες οι εφημερίδες με τις πολλαπλές αστοχίες τους.
     Τα δύο αποκόμματα αφορούσαν, το ένα, τον γνωστό αριστερό Γάλλο φιλόσοφο Λουϊ Αλτουσέρ, και το προσωπικό της ζωής και της σταδιοδρομίας του Ρέκβιεμ, στα τέλη της δεκαετίας του 1980. «Τα Νέα» 19/11/1980 και «Το Βήμα» 23/11/1980, που απασχόλησε τότε τον τύπο σε διεθνές επίπεδο. Ενός πολύ γνωστού μαρξιστή και μεταφρασμένου στην χώρα μας φιλοσόφου, που διαβάζονταν από τους νέους και παλαιότερους της εποχής διανοουμένους, και που τα κείμενά του, προκαλούσαν πολλαπλές συζητήσεις και ζυμώσεις, μέσα στους τότε μαρξιστικούς και όχι μόνο κύκλους. Το άλλο απόκομμα, πέντε χρόνια νωρίτερα, το1975, αφορούσε μια κριτική που είχε δημοσιευτεί σε ξένο έντυπο και μετέφερε στα ελληνικά για το αναγνωστικό της κοινό, η πρωινή εφημερίδα «Το Βήμα», 23/3/1975. Η κριτική αφορούσε την κριτική ενός άλλου ξένου βιβλίου, του γάλλου Μισέλ Ραγκόν, και είχε θέμα της το «Τι είναι προλεταριακή λογοτεχνία;». Ένα θέμα, που και στην χώρα μας έχει απασχολήσει αρκετούς δοκιμιογράφους, συγγραφείς, ιστορικούς της λογοτεχνίας και κυρίως, δημοσιογράφους της αριστερής ιδεολογίας. Αλήθεια, ποιος από τους παλαιότερους δεν θυμάται τον τσαγκάρη ποιητή Σταύρο Μελισσηνό, στο σταθμό του Μοναστηρακίου, που σου πρόσφερε τις συλλογές του όταν αγόραζες σανδάλια που τα έφτιαχνε ο ίδιος στο μαγαζί του. Ένα μαγαζί που ήταν γεμάτο φωτογραφίες από διάσημα ξένα και ελληνικά πρόσωπα που πέρασαν από εκεί, και μικρά αφιερώματα εφημερίδων για το έργο του. Ποιος παλαιότερος Πειραιώτης, δεν θυμάται τον κουρέα στην οδό Νοταρά, που έγραφε ποιήματα και διάβαζε στους πελάτες του, και εκεί που οι άλλοι μπαρμπέρηδες είχαν στους τείχους φωτογραφίες ή τοπία, υπήρχαν βιβλία γνωστών μας ποιητών και μυθιστορήματα. Τον περιπτερά στην λεωφόρο Ηρώων Πολυτεχνείου στην διασταύρωση με την οδό Σωτήρος, που εξέδιδε μόνος του τις ποιητικές του συλλογές και τις πρόσφερε στους πελάτες του περιπτέρου που εργάζονταν. Ποιος δεν θυμάται τον παλαιοπώλη δίπλα σχεδόν από το μέγαρο του ΟΤΕ, που δημοσίευε ποιήματά του σε περιοδικά της πόλης. Και πολλοί άλλοι, περιφερόμενοι λαϊκοί αυθεντικοί δημιουργοί, ή αναρχοαυτόνομοι ωραίοι τύποι, όπως πχ. ο Νικόλας Άσιμος, που έγραφαν και εξέδιδαν ιδίοις αναλώμασι τα βιβλία τους, τα περιοδικά τους, τα έντυπά τους, και τα πωλούσαν είτε στους σταθμούς του Ηλεκτρικού, είτε στις Πλατείες, είτε στα κεντρικά περίπτερα της πρωτεύουσας, είτε σε χώρους διασκέδασης των τότε νεολαίων, ή στα διάφορα πολιτικά φεστιβάλ. Ευαίσθητες ανθρώπινες ανιδιοτελείς χειρονομίες, που χάθηκαν άδοξα μέσα στην τύρβη του χρόνου και της ανωνυμίας. Λησμονήθηκαν όπως και οι «ένδοξοι» ομότεχνοί τους, από τους μεταγενέστερους. Ο δρόμοι όμως της ζωής, της ομορφιάς, και των ελπιδοφόρων νιάτων, δεν είναι ούτε αιώνιοι ούτε ευρύχωροι.
     Με το θέμα Τι είναι Προλεταριακή Λογοτεχνία, και ποιοι συγγραφείς εντάσσονται σ’ αυτόν τον χώρο, και ποια έργα, ασχολούνταν κυρίως, οι Μαρξιστές ή Σοσιαλίζοντες διανοούμενοι, δοκιμιογράφοι, συγγραφείς, ιστορικοί και δημοσιογράφοι. Είναι ένα πρόβλημα, που αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει μάλλον διερευνηθεί σε βάθος και σε πλάτος στην ελληνική συγγραφική επικράτεια. Δεν έχουμε μάλλον ένα σαφές περίγραμμα που θα μας ορίζει έστω και σχηματικά, το ποια έργα ελλήνων συγγραφέων-ποιητών και μυθιστοριογράφων-εντάσσονται σε αυτό, και από ποια περίοδο της ελληνικής γραμματείας. Ποιοι συγγραφείς, αυτοί που έχουν σοσιαλιστικό προσανατολισμό θα γράφαμε όπως είναι ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Πέτρος Πικρός, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Δημοσθένης Βουτυράς και άλλοι, ή από την πλευρά της αστικής διανόησης, όπως είναι ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Θανάσης Πετσάλης Διομήδης, ο Γιάννης Μπεράτης, ο Τάσος Αθανασιάδης και άλλοι. Και επίσης, ποιοι κατά κάποιον τρόπο «μπαινοβγαίνουν» μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό πεδίο της τέχνης με το έργο τους;  Δηλαδή, ποια ποιητικά έργα του Γιάννη Ρίτσου έχουν προλεταριακό φωτισμό, ανήκει στους προλεταριακούς συγγραφείς ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης, ο  τυπογράφος συγγραφέας Γιώργος Κοτζιούλας, ο δάσκαλος Κώστας Βάρναλης, ο πεζογράφος Ζήσιμος Σκάρος, ο Κωνσταντίνος Παρορίτης; Είναι προλεταριακός ζωγράφος ο Θεόφιλος; και πόσοι από τους λαϊκούς ζωγράφους της ελληνικής μας παράδοσης ανήκουν σε αυτόν τον χώρο; Το «λούμπεν» λαογραφικό έργο του συγγραφέα Ηλία Πετρόπουλου, που ανήκει; Μπορεί να κατατάξουμε το πεζογραφικό έργο του Νίκου Τσιφόρου στην προλεταριακή λογοτεχνία; Και ποια του έργα; Υπάρχουν προλεταριακά στοιχεία μέσα στα θεατρικά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, του Παύλου Μάτεση ή του Γιώργου Μανιώτη; Πιά έργα του ελληνικού κινηματογράφου εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία; Οι ταινίες του Ορέστη Λιάσκου; Ή του Γιάννη Δαλλιανίδη; Το παλαιό περιοδικό Ιδεοδρόμιο του Λεωνίδα Χρηστάκη που ανήκει;  Υπάρχει προλεταριακή αρχιτεκτονική; Μπορούμε να ανοίξουμε μια δημιουργική συζήτηση, για το αν υπάρχει προλεταριακή αισθητική; Διακρίνουμε ρεύματα ή τάσεις μέσα στον ευρύτερο ερευνητικό σχεδιασμό αυτού του προβλήματος; Το έργο της Ιωάννας Μπουκουβάλα-Αναγνώστου ανήκει στην λαϊκή λογοτεχνία, ή στην γυναικεία προλεταριακή; Οι αρχαίες κωμωδίες του παππού μας του Αριστοφάνη, έχουν σημεία που τα κάνουν προλεταριακά έργα; Τα μεσαιωνικά ληστρικά μυθιστορήματα; Ορισμένα από τα ανώνυμα Δημοτικά μας Τραγούδια; Αυτά που αποκαλούμε και εργατικά. Και, ποιος είναι προλετάριος συγγραφέας ή καλλιτέχνης, ο μεγαλοαστός Λέων Τολστόι ή ο λαϊκός Μαξίμ Γκόργκι; Ο εργάτης ή ο εργαζόμενος στην φάμπρικα που αποτυπώνει τις σκέψεις του ανορθόγραφα τις ελεύθερες ώρες του, ή κρατά ημερολογιακές σημειώσεις για τις αντίξοες συνθήκες της ζωής του;  Ή οι χαρτογιακάδες-υπάλληλοι των δημοσίων οργανισμών ή των ιδιωτικών επιχειρήσεων που στον καιρό της σχόλης τους γράφουν μυθιστορήματα ή ποιητικές συλλογές; Οι διάφοροι περιφερόμενοι μοναχοί που απαρνήθηκαν τα εγκόσμια και συγγράφουν βίους αγίων και τους πωλούν στις θρησκευτικές εορτές και τα πανηγύρια, σε ποια κατηγορία ανήκουν; Οι αυτοδίδαχτοι ζωγράφοι που στήνουν την παλέτα τους σε κεντρικά σημεία της πόλης και σχεδιάζουν πορτρέτα σε ποια κατηγορία ανήκουν επίσης; Οι ομάδες και ομαδούλες που παίζουν μουσική στους δρόμους, ή αυτοσχεδιάζουν διάφορα θεατρικά χάπενινγκ, έχουν θέση σε μια ιστορία της μουσικής ή του θεάτρου; Και όσον αφορά τώρα, την ίδια την συγγραφική ή καλλιτεχνική παραγωγή, του δημιουργικού έργου που αυτονομείται από τον δημιουργό του, τι έχουμε να σημειώσουμε σχετικά με το παραπάνω θέμα; Ποια έργα που άντεξαν μέσα στον χρόνο, ή βρίσκονται εν υπνώσει μέσα στα σκονισμένα ράφια των βιβλιοθηκών μπορούμε να εντάξουμε σε αυτόν τον θεματικό κύκλο; με ποια κριτήρια-καλλιτεχνικά ή ιδεολογικά ή και τα δύο; Ποιες οι προϋποθέσεις που οφείλουμε να ακολουθήσουμε σε μια τέτοια έρευνα, χωρίς φυσικά να λάβουμε υπόψιν μας τις κομματικές, πολιτικές, ή άλλου είδους σκοπιμότητες. Ή ακόμα διαχωρίζοντας τον βίο και την πολιτεία ενός δημιουργού, από την σπουδή έρευνας του ίδιου του έργου του. Ορισμένα έργα παραδείγματος χάριν του Νίκου Καζαντζάκη, ενός μη μαρξιστή συγγραφέα, μπορούν να ενταχθούν στον ευρύτερο χώρο της προλεταριακής λογοτεχνίας; Το έργο του Εμμανουήλ Ροϊδη, έχει στοιχεία που θα μας έκαναν να το προσδιορίσουμε σαν τέτοιο; Το θεατρικό έργο του ισπανού Φεδερίκου Γκαρθία Λόρκα; Αυτό του Μπέρτολτ Μπρέχτ; Πολλά μυθιστορήματα του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία; Όπως πάλι, το έργο του Θεοσοφιστή και Μαρξιστή Νίκου Καρβούνη, μπορεί να ενταχθεί σε αυτήν την ομάδα; Το θέμα αυτό, το Τι Είναι Προλεταριακή Λογοτεχνία, είναι μάλλον ακόμα ανοιχτό στις μέρες μας, έστω και αν έχουν αλλάξει οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, για διερεύνηση και σχολιασμό, από τους ειδικούς και μη.
     Τέλος, σήμερα, σε αυτήν την περίοδο κρίσης που περνάμε σαν χώρα και βιώνουμε σαν κάτοικοι, και που αν δεν πληρώσεις, δεν βλέπεις το βιβλίο σου να εκδίδεται, ισχύει ο παραπάνω όρος και για ποιους; Για ποια έργα, και για πόσο χρονικό διάστημα; Ή μήπως, έχοντας προλεταριοποιηθεί σαν λαός-και κατ’ επέκταση και οι καλλιτέχνες μας, ο όρος αυτός από τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες έχει περιέλθει σε αχρηστία, μια και συμπεριλαμβάνει τους περισσότερους δημιουργούς;
      Με τις παραπάνω σκέψεις να έρχονται στο νου, αντιγράφω αυτό το μικρό απόκομμα της παλαιάς εφημερίδας, χωρίς να καταφεύγω σε ελληνικές συμπληρωματικές αναφορές που γνωρίζω από δημοσιεύματα, για το Τι είναι Προλεταριακή Λογοτεχνία. Το θέμα είναι ανοιχτό, και σηκώνει πολύ συζήτηση. Άλλοι, συνταξιούχοι ή μη, που δεν ανήκουν σε αυτήν την μεγάλη κατηγορία, νεότεροι εμού και μη προλετάριοι, ευελπιστώ θα ασχοληθούν μαζί του.
Όπως και ν’ έχει, μπορώ να γράψω: Προλετάριοι της Ελληνικής Επικράτειας, ενωμένοι ή διασπασμένοι, ασχοληθείτε και λίγο με την Τέχνη. Ούτως ή άλλως πάλι προλετάριοι θα παραμείνουμε.                 

Παρίσι, Μάρτιος
     Όλοι μας μοιάζουμε λίγο-πολύ στη θυρωρίνα του Κοκτώ. Η αγαθότατη αυτή γυναίκα, που είχε πάρει από τον διάσημο νοικάρη της ένα εισιτήριο πλατείας για τη «Γραφομηχανή», επέστρεψε βαθύτατα απογοητευμένη από μια παράσταση, της οποίας τα πρόσωπα θα μπορούσαν θαυμάσια να μπούνε στο θυρωρείο της χωρίς να ξαφνιάσουν κανένα.
-Πώς να το κάνουμε κύριε; Είπε στον Κοκτώ αναστενάζοντας. Για μένα το θέατρο είναι μια βασίλισσα που παθαίνει δυστυχίες».
     Δεν υπάρχουν ωστόσο, ούτε βασίλισσες ούτε βασιλιάδες σ’ αυτήν την προλεταριακή λογοτεχνία, της οποίας ο Μισέλ Ραγκόν, συμπληρώνοντας παλαιότερη εργασία του, μόλις αποπεράτωσε την συγκλονιστική ιστορία. Γρήγορα την αφήνουμε στην άκρη, γιατί δεν μας παρασέρνει στους κόσμους του ονείρου. («Ιστορία της προλεταριακής λογοτεχνίας στην Γαλλία»).
     Δεν περιγράφει παρά τους καϋμούς και τα βάσανα των μουντών ημερών του μεροκαματιάρη. Γράφεται από αυτοδίδακτους που δεν είναι προικισμένοι με τις χάρες και τις ευαισθησίες της «κατεστημένης» κουλτούρας. Δημοσιεύεται πολλές φορές με έξοδα του συγγραφέα… Έτσι, δεν αγγίζει πολύ κόσμο. Ούτε κάν το κοινό του οποίου αντανακλά τα ήθη , τις έγνοιες, την ιδιαίτερη ψυχολογία.
      Εκτός από αυτά, δυσκολεύεσαι να πιάσεις το περίγραμμά της. Πρέπει διαρκώς να ξεχωρίζεις, εφ’ όσον πρόκειται για τη σύγχρονη περίοδο, τον εργάτη συγγραφέα (τον προλετάριο δηλαδή πού κόβει από τον ύπνο του για να γράψει) από τον αυτοδίδακτο που μεταπήδησε στη διανόηση. Τον λαϊκό συγγραφέα(πρόκειται για ανοιχτομάτη αστό πολλές φορές που μυρίζεται την επικερδή επιχείρηση) από την άδολη καρδιά πού πάει προς το λαό σπρωγμένη από ένα αίσθημα ενοχής που δεν γεννήθηκε πληβεία κι είναι ολότελα ξένη ωστόσο προς τα υλικό με το οποίο καταπιάνεται. Κι αυτός ακόμα ο Μισέλ Ραγκόν (μυθιστοριογράφος κι ο ίδιος που πρωτοξεκίνησε στη ζωή σαν παιδί για θελήματα) δυσκολεύεται να προσδιορίσει τον γνήσιο «προλετάριο-συγγραφέα», τον εκατό τα εκατό προλετάριο. Υποχρεώνεται να πολλαπλασιάσει τις εξαιρέσεις, να βολέψει και μια θέση για την Αλμπερτίν Σαραζέν και τον Αλφόνς Μπουντάρ. Να παραδεχτή, ότι, αν ο Ύβ Ζιμπώ δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, τα κατάφερε ωστόσο, όσο κανένας άλλος να δονήσει την λαϊκή ψυχή.
     Με το να λεπτολογείς πολύ τα πράγματα, στο τέλος πελαγώνεις. Και καταντάς καμιά φορά να κάνεις μια επιλογή που μπορεί ν’ αμφισβητηθή παραλείπεις τον Ζολά, γιατί γεννήθηκε αστός, αγνοείς τον Αντρέ Στιλ, γιατί ήταν κομμουνιστής, πλασάρεις όμως τον Ζουαντώ, με τη δικαιολογία, ότι είναι ο Σαίν-Σιμόν της φτωχογειτονιάς. Χώρια που αυτοί, εξ άλλου, δεν την στερήθηκαν τη δημοσιότητα. Στα θέματα ωστόσο της ουσίας, ο Ραγκόν είναι αχτύπητος.
     Μ’ ένα ένστικτο πιο σίγουρο από τη σκέψη του, μπόρεσε ν’ ανασύρει στο φώς όλους αυτούς τους αφανείς που, διά μέσου των αιώνων κι ακολουθώντας το οδυνηρό και τραχύ δρόμο της αθλιότητας προς την έκφραση, στάθηκαν άξιοι να ενσαρκώσουν το ρητό του Μισελέ: «Να ανεβαίνεις κοινωνικά παραμένοντας ο εαυτό σου». Πιστός δηλαδή στις ρίζες σου, πεπεισμένος, ότι ο καινούργιος άνθρωπος θα βγη απ’ τη μάζα. Και ικανός με την πέννα στο χέρι να βγάλει άλλους φθόγγους, άλλες αντηχήσεις με τις λέξεις που τις νομίζουμε φθαρμένες απ’ την επίσημη ρητορική.
     Η στρατιά των ασήμων της Λογοτεχνίας είναι πολυάριθμη, τόσο πολυάριθμη μάλιστα που εύκολα θα έτρεπε σε φυγή τους γαλονάδες, που οι Λαγκάρντ και Μισάρ παραθέτουν στο εγχειρίδιό τους για τους Γάλλους λογοτέχνες. Η αλυσίδα δεν κόβεται πουθενά, από τον Αντάμ Μπιλλώ, τον Μαραγκό του Νεβέρ που νοίκιαζε ο Κορνέϊγ, ως τον «σύντροφο» Αγκρικόλ Περντιγκιέ… από τον Ζεβακό (δημιουργό του Παρνταγιάν, είδους Ντ’ Αρτανιάν προλετάριου που εισάγει τον σοσιαλισμό με την αιχμή του ξίφους του στο ρομάν-φεϊγκόν (ως την Μαργκρίτ Ωντού που έγινε διάσημη το 1909 με την «Μαρί-Κλαίρ», και την Νεέλ Ντόφ που πήρε τρείς ψήφους στο Βραβείο Γκονκούρ του 1911 για το βιβλίο της «Μέρες πείνας και απόγνωσης».
     Γιατί έτυχε και σε μερικούς να δοξασθούν μια μέρα. Αλλά μία μόνο μέρα, το κοινό τους κύτταξε με τα μάτια της μαρκησίας που υποδέχτηκε στο σαλόνι της τον Ρουσσώ τον αλήτη, γρήγορα όμως τα έστρεψε αλλού. Κουρελήδες που συγγράφουν και παπαγάλους που μιλάνε, δεν σε διασκεδάζουν παρά μερικά μόνο λεπτά. Ο Μισέλ Ραγκόν ανατρέχει ακόμα και στο Μεσαίωνα για να βρεί τους μάρτυρες της «άχαρης ζωής». Και τους δικαιώνει: ύστερα από το Θεό, που μας έδωσε τη Βίβλο, αυτοί μας έδωσαν ένα απ’ τα παλιά βιβλία, τον «Μπάρμπα Αθλιότητα», ένα είδος καζαμία που μοίραζαν οι γυρολόγοι στα χωριά, και του οποίου οι μύθοι και τα θέματα προμηνούνε τον Ραμπελαί και τον Θερβάντες.
     Στην αρχή έχουμε λοιπόν μια λογοτεχνία αγροίκων, που περιφρονούσε βαθύτατα ο Ρονσάρ. Ύστερα, με την εμφάνιση της μηχανής, μια εργατική λογοτεχνία. Πρόκειται ωστόσο για μια λογοτεχνία της οποίας την ύπαρξη οι πάντες απαρνούνται (με μόνη εξαίρεση την ρομαντική εποχή, κατά ην οποία ο Βίκτωρ Ουγκώ, από τη φύση του αγαθός, χαιρετίζει μ’ ενθουσιασμό τον κάθε τσαγκάρη στιχουργό) και που φέρνει τα στίγματα της φυσικής και πνευματικής φθοράς των συγγραφέων της. Η Κλαίρ Εστερελί (Βραβείο Φεμινά 1967) διηγείται κάπου πόσο στοιχίζει η συγγραφή όταν βαραίνει επάνω σου δεκάωρη ορθοστασία στο εργοστάσιο. Αυτός νάναι ο λόγος που οι προλεταριακοί μας συγγραφείς, δεν απέκτησαν τον Τζάκ Λόντον ή τον Γκόρκι τους; Ο Μισέλ Ραγκόν, διαπιστώνει, όλοι όσοι χαρακτηρίσθηκαν μεγάλοι Γάλοι συγγραφείς, ποτέ τους δεν γνώρισαν οικονομικές δυσχέρειες, είτε γιατί είχαν οικογενειακή περιουσία, σαν τους Μωριάκ, Ζίντ, Μοντερλάνν, Λαρμπώ, είτε γιατί ήσαν ανώτεροι υπάλληλοι, σαν τους Σαίν-Τζών Πέρς, Ζιρωντού, και Κλωντέλ… είτε γιατί ήσαν καθηγητές σαν τον Σαρτρ…. Μήπως λοιπόν οι άθλιες κοινωνικές συνθήκες ευθύνονται γι’ αυτήν την απώλεια των μεγαλοφυϊών μεταξύ των προλεταριακών συγγραφέων με τις νύχτες χωρίς νύχτα και τις μέρες χωρίς μέρα; Από την άποψη αυτή, τα αποσπάσματα που αναφέρονται στο βιβλίο του Μισέλ Ραγκόν, μολονότι συγκινητικά στο σύνολό τους, δεν είναι και όλα απολύτως πειστικά. Εξ αιτίας, όμως, των λίγων έστω εξαιρέσεων, η υποψία μετατρέπεται σε πεποίθηση: πίσω από την αλαζονική πρόσοψη της γαλλικής λογοτεχνίας (ενός ναού υπόπτου κάλλους, του οποίου η θυρωρίνα του Κοκτώ αξίζει ν’ αποβή η εσαεί φρουρός), στοιβάζοντας τα πτώματα μιάς πνευματικής γενοκτονίας που δεν πρόκειται να σταματήσει και πόσο σύντομα.
          ANGELO RINALDI

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, πρώτη γραφή σήμερα, 6/4/2017.
Αναμένοντας τον εορτασμό της ανάστασης του προλετάριου Λαζάρου.
         

       

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ, Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ, ΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ
Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ, Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ, ΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.
εκδόσεις «ΝΕΣΤΩΡ», Καλαμάτα 1959, σελίδες 96
διαστάσεις 14,5Χ 22, δραχμές 180

     Πάνε χρόνια τώρα, που είχα την χαρά και την τιμή να γνωρίσω από κοντά, έναν άνθρωπο σοφό και δίκαιο, μετρημένο στα λόγια και τις κρίσεις του, και φοβερά μορφωμένο, με παιδεία που ξεπερνούσε τα όρια των συγγραφικών του ενασχολήσεων και καταθέσεων. Έναν ουσιαστικό δημοκράτη άνθρωπο, με έντονη την αίσθηση της προσωπικής ευθύνης για τα κοινά, διαρκής ενεργός πολίτης αυτής της χώρας. Έναν πολιτικοποιημένο με την βαθύτερη έννοια του όρου οικογενειάρχη έλληνα πολίτη, πανεπιστημιακό και συγγραφέα, λαογράφο και ιστορικό της λογοτεχνίας, βιβλιοκριτικό και δοκιμιογράφο, σχολιαστή της επικαιρότητας και μεταφραστή αρχαίων και λατινικών κειμένων. Η διαρκή συγγραφική και ερευνητική παρουσία του κυρίου Μιχάλη Γ. Μερακλή, όχι μόνο κατά την γνώμη μου, κόσμησε εποικοδομητικά τον χώρο της τέχνης της λαογραφίας και της λογοτεχνίας γενικότερα. Σεμνός σαν χαρακτήρας, μετρημένος στις δημόσιες επιλογές του, διακριτικός στις δημόσιες δηλώσεις και παρεμβάσεις του, ευγενής και ζεστός στις προσωπικές του σχέσεις, έχει κάθε φορά έναν καλό λόγο να εκφράσει για τους άλλους, τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του κυρία Μαρκέλλα Μερακλή. Ακόμα και αν είναι στεναχωρημένος ή απογοητευμένος από άτομα του δημόσιου πολιτικού ή πνευματικού χώρου προς το πρόσωπό του, αγωνίζεται να βρει τις κατάλληλες πιο ανώδυνες λέξεις και φράσεις για να εκφράσει το παράπονό του και την πίκρα του, για αυτούς που θεωρεί ότι τον αδίκησαν ή για την πολιτική κατάσταση της χώρας. Πάνω από όλα όμως, για όσους είχαν την τιμή και την χαρά να τον γνωρίσουν από κοντά και να συνομιλήσουν μαζί του, ο κύριος Μιχάλης Γ. Μερακλής είναι ένας δάσκαλος, που χαίρεσαι να συνομιλείς μαζί του και να ακούς τις ορθές κρίσεις του για τα πράγματα στο χώρο της λογοτεχνίας και της λαογραφίας και όχι μόνο.
     Δεν θυμάμαι ποιος μας έφερε σε επικοινωνία, εδώ και αρκετές δεκαετίες, θυμάμαι όμως, το πόσο άβολα ένιωθα, τότε, ενώ είχα μελετήσει κείμενά του που μου άνοιξαν δρόμους ανάγνωσης και έρευνας, όταν τον συνάντησα, μια και γνώριζα, ότι ο πανεπιστημιακός και συγγραφέας αυτός ανήκε στον κομμουνιστικό χώρο, θήτευε δηλαδή στην Μαρξιστική ιδεολογία. Η ελευθερία και ανεξαρτησία της νεότητάς μου και τα διαβάσματά μου, με είχαν κάνει από πολύ νωρίς, να μην πιστεύω στην πολιτική ιδεολογία αυτή, έτσι όπως εφαρμόστηκε τόσο στην πρώην Σοβιετική Ένωση, όσο και στα υπόλοιπα δορυφόρα κράτη που επιβλήθηκε με την βία. Πολιτικές των κλειστών κοινωνιών και συνόρων, των μονοκομματικών χωρίς αντιπολίτευση κυβερνήσεων μιας ιδεολογικής ταξικής πολιτικής που εκφράζονταν από τα πάνω «επί του προλεταριάτου» όπως έλεγε τόσες φορές ο ιστορικός ηγέτης του τότε κομμουνιστικού κόμματος του εσωτερικού, κυρός Λεωνίδας Κύρκος. Σιδηρόφρακτες κοινωνίες που κυβερνούνταν από στελέχη μιας κομματικής νομενκλατούρας. Όμως ω! του θαύματος, που θα αναφωνούσαν οι παλαιότεροι. Από την πρώτη μας συνάντηση, ο άνθρωπος αυτός, ο δάσκαλος αυτός, ο συγγραφέας αυτός, ο ιστορικός της λογοτεχνίας και λαογράφος, με έκανε να νιώσω τόσο άνετα, τόσο βολικά δίπλα του, μου έδωσε το δικαίωμα να εκφράσω τις απόψεις και τις κρίσεις μου, όσο δεν είχα την ευκαιρία μέχρι τότε στην συγγραφική μου διαδρομή. Ο πάγος ανάμεσα σε έναν κόκκινο δημοκράτη και σε ένα πράσινο και ροζ πολιτικά παιδαρέλι έσπασε αμέσως. Την ίδια άνεση και θαυμασμό, ένιωσα όταν γνώρισα και τον ομότιμο καθηγητή και δάσκαλο, ποιητή και δοκιμιογράφο, θεωρητικό της λογοτεχνίας κύριο Νάσο Βαγενά.
     Η γνωριμία μας συνεχίστηκε καθώς και οι τακτές επικοινωνίες μας. Ο ομότιμος πλέον καθηγητής και συγγραφέας Μιχάλης Γ. Μερακλής, μου έκανε την τιμή να γράψει έναν μικρό πρόλογο στο πρώτο βιβλίο που εξέδωσα το 1989. Η ευγενική αυτή χειρονομία, ήταν πολύ σημαντική και ελπιδοφόρα για έναν νέο άνθρωπο που πρωτόβγαινε στις εκδοτικές αρένες της λογοτεχνικής παρουσίας, καθώς ο ανταγωνισμός ήταν τεράστιος και ο χώρος υπερκορεσμένος από εκδόσεις παλαιότερων και νεότερων της γενιάς μου συγγραφέων. Χρόνια αργότερα, όταν ασχολήθηκα με τον πολιτιστικό χώρο του Πειραιά, τόσο ο Μιχάλης Μερακλής για δεύτερη φορά, όσο και ο Νάσος Βαγενάς, δυό καταξιωμένοι δάσκαλοι και συγγραφείς, με τίμησαν με την ευγενική τους χειρονομία, προλογίζοντας το καινούργιο μου βιβλίο. Μεγάλη τιμή και χαρά οι χειρονομίες αυτές, που έθεσαν την σφραγίδα ευγνωμοσύνης μέσα μου, για τα δύο σημαντικά αυτά πρόσωπα, όπως κατόπιν, για όλους εκείνους που στα έντυπά τους μου πρόσφεραν την δυνατότητα να δημοσιεύσω τα διάφορα κείμενά μου, και στα πρόσωπα εκείνα, που σχολίασαν θετικά ή αρνητικά τις μέχρι σήμερα εκδόσεις των βιβλίων μου. Μια που θεωρώ, ότι η γραφή, είναι ένας ακόμα τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που δημοσιεύουν και εκδίδουν, και όχι μια ιδιοτελή σχέση επιβράβευσης των ατομικών μας δημοσιευμάτων.
     Η αγάπη μου για την λαογραφία, ήταν αυτή που για πρώτη φορά με έφερε σε επαφή με τον λόγο και τα κείμενα του Μιχάλη Γ. Μερακλή. Διάβαζα ανελλιπώς τα δημοσιεύματά του στα διάφορα έντυπα και τις εφημερίδες καθώς και τα βιβλία του. Μετέπειτα, ήρθε και η γνωριμία μου με τον δοκιμιακό και ερευνητικό του λόγο που άπτεται του χώρου της ελληνικής λογοτεχνίας, παλαιότερης και νεότερης. Εκατοντάδες κριτικά του κείμενα βρίσκονται διάσπαρτα σε πάμπολλες εφημερίδες της εποχής και λογοτεχνικά περιοδικά, άγνωστα στους περισσότερους. Κείμενα, που με την φιλάνθρωπη επιστημονική κριτική τους προσέγγιση, ορθή κριτική τους ανάλυση, καίρια και έμπειρη δημοκρατική ματιά του, φωτίζουν το έργο και την πορεία του συγγραφέα που ο Μιχάλης Γ. Μερακλής εξετάζει, και βοηθούν εμάς τους αναγνώστες στην καλύτερη κατανόηση των εξεταζόμενων κειμένων. Μελετήματα και κριτικές που άνοιξαν νέους δρόμους προσέγγισης στον χώρο της λογοτεχνίας παλαιότερων και νεότερων δημιουργών, και έθεσαν καινούργιες ερευνητικές βάσεις για τους νεότερους ιστορικούς και ερευνητές του χώρου. Η ευρύτητα της λογοτεχνικής παιδείας του Μιχάλη Γ. Μερακλή είναι μεγάλη, παράλληλη με εκείνη της λαογραφίας. Μπορεί η αγάπη του για την Παλαμική ποίηση και το πρόσωπο του Κωστή Παλαμά, να είναι ευδιάκριτη στα κείμενά του, αβίαστα όμως ο αναγνώστης των δοκιμιακών και κριτικών αναφορών και αναλύσεων του Μερακλή, αναγνωρίζει την εξέλιξη της κριτικής του σκέψης, τον εμπλουτισμό της με νέες θεωρίες, την τόλμη της να αναμετρηθεί με τα σύγχρονά της ρεύματα, και την αφοβία της να αναδείξει τις λογοτεχνικές ρήξεις των νεότερών του συγγραφέων μέσα στα κείμενά τους που με αγάπη παρουσιάζει. Ο κριτικός Μιχάλης Γ. Μερακλής, αν δεν κάνω λάθος, είναι το μοναδικό πανεπιστημιακό πρόσωπο, που με τα κείμενά του, έχει αναδείξει τόσες πολλές συγγραφικές φωνές. Φωνές και δημιουργούς που δεν προέρχονται μόνο από τον χώρο των παλαιότερων γενεών αλλά και γενεών ηλικιακά νεότερων της δικής του ηλικίας. Και παρά την πολιτική και ιδεολογική του επιλογή, στον χώρο της μαρξιστικής κομμουνιστικής αριστεράς, ποτέ δεν μερολήπτησε κρίνοντας έργα διαφορετικής του ιδίου φιλοσοφίας, ερεύνησε έργα που δεν συνάδουν με το ερμηνευτικό μοντέλο της ιδεολογίας αυτής, και ξεδίπλωσε τα αναγνωστικά του ενδιαφέροντα σε νέους δρόμους, δίνοντας την ευκαιρία σε πολλούς συγγραφείς της δικής μου και νεότερης γενιάς να ακουστεί η γραφή τους από τα έντυπα που δημοσίευε με τις κριτικές και αναλύσεις του. Όπου επισήμαινε ότι το έργο αξίζει, χωρίς να γνωρίζει τον δημιουργό, ο Μερακλής μιλούσε για αυτό και το προωθούσε με τα μέσα που διέθετε. Το χρονικό διάστημα που δημοσίευε, οι στήλες των εντύπων, ήταν μια πύλη γνωριμίας τόσο για καταξιωμένους συγγραφείς, όσο και άγνωστους καθημερινούς μας ανθρώπους. Και εννοώ, στην δεύτερη περίπτωση, όταν δημοσίευε τα μονόστηλά του στο κομματικό έντυπο του κομμουνιστικού κόμματος ελλάδος, και μιλούσε για τους λαϊκούς αγωνιστές της εποχής της εθνικής αντίστασης. Ανθρώπους καθημερινούς, απλούς και υπερήφανους, πατριώτες και αγωνιστές, που για τον Μερακλή, άτομα που είχαν την ίδια βαρύτητα μέσα στην ελληνική ιστορική και πνευματική περιπέτεια, όπως και οι φτασμένοι και καταξιωμένοι δημιουργοί. Γιαυτό παραπάνω, μίλησα για την φιλάνθρωπη ανθρωπιστική διάσταση πολλών κειμένων του. Ακόμα και αν διαφωνεί κανείς με παλαιότερες κρίσεις του σε θέματα κριτικής προσέγγισης για ορισμένους συγγραφείς και το έργο τους, δεν μπορεί να μην του αναγνωρίσει την αλήθεια των λόγων του, την ευρυμάθειά του, την αγωνία του για το μέλλον της λογοτεχνίας στην χώρα μας και την ειλικρινή του διάθεση να εξετάσει θέματα και προβληματισμούς των νεότερών του δημιουργών.
     Τα βιβλία που έχει εκδώσει ο Μιχάλης Γ. Μερακλής είναι δεκάδες, όπως πολλά είναι και εκείνα που έχει επιμεληθεί, έχει γράψει προλόγους, έχει μεταφράσει και έχει συμμετάσχει. Και αξίζει να τονιστεί, όλα αυτά χωρίς οικονομικό όφελος.
Μια καταγραφή των βιβλίων του, ίσως θα αγνοούσε τίτλους, εξάλλου, στην βάση της Βιβλιονέτ υπάρχουν για κάθε ενδιαφερόμενο. Αξίζει να αναφερθεί εδώ, ο τιμητικός τόμος που εκδόθηκε το 2002 από το ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ για τον καθηγητή Μιχάλη Γ. Μερακλή, με τίτλο ΘΗΤΕΙΑ ΤΙΜΗΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ Μ. Γ. ΜΕΡΑΚΛΗ, Αθήνα 2002,σε επιστημονική επιμέλεια του καθηγητή Μηνά Αλ. Αλεξιάδη, και που για τον δάσκαλο Μερακλή «το μεμνήσθαι του διδασκάλου αεί πάντων ήδιστον» δημοσιεύουν κείμενά τους σημαντικοί καθηγητές και άνθρωποι των γραμμάτων.
     Στο σημείωμα αυτό, δημοσιεύω τον πρόλογο του βιβλίου του Μιχάλη Γ. Μερακλή, Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΣ, Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ, ΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, εκδόσεις Νέστωρ-Καλαμάτα 1959, που διαβάζω ξανά με μεγάλη ικανοποίηση, έστω και αν έχουν περάσει πάνω από πέντε δεκαετίες από την έκδοσή του, ανεξάρτητα αν οι κατοπινές μελέτες του ιστορικού της λογοτεχνίας Μιχάλη Γ. Μερακλή, έχουν συμπληρωθεί, αναθεωρηθεί έχουν υποστεί την αναγκαία του χρόνου επεξεργασία για αρκετούς συγγραφείς. Θεωρώ, ότι για τους ασχολούμενους με την ιστορική πορεία και εξέλιξη της ελληνικής λογοτεχνίας, το βιβλίο αυτό, είναι χρήσιμο να μελετηθεί ακόμα και στις μέρες μας, και όχι μόνο από όσους αγαπούν τον ερευνητικό και συγγραφικό λόγο-μόχθο του δασκάλου Μιχάλη Γ. Μερακλή.
     Οι «γενιές» και οι «εποχές» (όχι μόνον οι λογοτεχνικές), είναι τεχνητά φράγματα που επιχειρεί να υψώσει ο πεπερασμένος άνθρωπος στον άπειρο χρόνο, για να μην εκμηδενιστεί μέσα σ’ αυτόν. Ο χρόνος είναι δύσκολο να τεμαχιστεί, δεν έχει σύνορα ο χρόνος. Τον τεμαχίζουμε εμείς με τον νου, για να δυνηθούμε να τον συλλάβουμε. Αυτές οι τομές, οι γενεές και εποχές, προσπαθούμε να είναι ενότητες με κάποιαν ιδιάζουσα ιστορική προσωπικότητα: Την παίρνουν από ένα θεμελιακό γεγονός, το οποίο ακτινοβολεί πάνω σε κάθε μιάν από αυτές τις ενότητες.
     Η «σύγχρονη» εποχή φαίνεται πώς σημαδεύεται από το 1914. Ίσως να μην αποτελεί σφάλμα επιστημονικό, να ισχυρισθεί κανείς πως ο 2 παγκόσμιος πόλεμος είταν επεισόδιο του πρώτου. Γιατί ο χαρακτηρισμός του κόσμου, ο διαφορισμός και η μοίρα της ανθρωπότητας, έλαβαν χώρα μές στη βράση του 1 παγκοσμίου πολέμου.
     Η «σύγχρονη» εποχή της ποιήσεως μάλλον από το ίδιο σημείο φαίνεται να ξεκινάει, με θεμελιακό γεγονός δικό της, το σημαδιακό παιδί του πολέμου, τον υπερρεαλισμό, με την οργιώδη ανάπτυξη που έλαβε κυρίως στην Γαλλία. Βέβαια η νεώτερη ποιητική εξέλιξη δεν έχει αποκλειστική αφετηρία το μεταπολεμικό υπερρεαλισμό, ούτε αποκλειστική κοιτίδα της τη Γαλλία. Ο γηραιότερος συμβολισμός, ανανεωμένος και προωθημένος στα έσχατα από το Βαλερύ, πολύ εργάστηκε για τις τύχες της νεώτερης ποίησης. Και πέρα από αυτό ατομικές ιδιοφυϊες, από όλα σχεδόν τα σημεία της γης, άλλοι κάπως νωρίτερα και άλλοι αργότερα, εργάστηκαν και αυτοί για τις τύχες της νεώτερης ποίησης: «Τούτη η αντικατάσταση των παλιών εκφραστικών τρόπων με νέους, εκείνους ακριβώς που ανταποκρίνονταν στην ανάγκη της εξυπηρέτησης νέων καλλιτεχνικών ιδανικών, είχε συντελεστεί στην Ευρώπη πολύ πρίν από μας, και στη Γαλλία αρχίζει από την ανατολή στο ποιητικό στερέωμα της συννεφιασμένης ποίησης του Μαλλαρμέ και του μαθητή του, του πολύ Βαλερύ, ίσαμε τον Μπρετόν και τους Ελυάρ και Αραγκόν, στην Ισπανία με τον Λόρκα, στην Αμερική με τον Έζρα Πάουντ, στην Αγγλία με τον Τόμας Στερν Έλιοτ και σε άλλες χώρες με αντιπροσωπευτικούς επαναστάτες, γνωστούς ηγήτορες ή οπαδούς διαφόρων σχολών και τάσεων». Οπωσδήποτε και οι μονάδες, όσο φως και αν ρίχνουν, είναι δύσκολο να δημιουργήσουν την ιστορία μόνες των, και ο συμβολισμός τελικά αντιδιαστέλλει τη μοίρα του από του υπερρεαλισμού τη μοίρα. Έτσι μένει ο τελευταίος ένα αυτοτελές, έναντι των άλλων κίνημα, που μπορεί με το επιβλητικό ανάστημά του να μοιράσει το χρόνο στα δύο: στα περασμένα και στα παρόντα. Είναι γνωστό πως μνημονεύονται και του υπερρεαλισμού πρόδρομοι (Λωτρεαμόν, ως ένα σημείο και ο Απολιναίρ), αλλά αυτός στην πραγματικότητα είναι παιδί του πολέμου. Είναι ο εξαμβλωματικός γιός που γυρεύει να πνίξει με τα ίδια τα χέρια του τους μοιραίους γονείς του, τη λογική δηλαδή και την ηθική του 19ου αιώνα, που δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν ην τραγωδία του 1. παγκοσμίου πολέμου. Της Ανάγκης παιδί. Της Ανάγκης, που είχεν αναδυθεί από τέτοιες διαπιστώσεις: «Ο,τι ως τώρα ξέρουμε για πραγματικό, σωστό λογικό και ωραίο, τίμιο, υψηλό, παντού στη ζωή, στην κοινωνία, την φιλοσοφία, στην τέχνη, πρέπει να το αρνηθούμε σύρριζα, φανατικά, αφού αυτό μας οδήγησε στον πόλεμο, αφού αυτό, όχι μόνο δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει τον πόλεμο μα τον ενίσχυσε. Αηδία αισθανόμαστε γι’ αυτόν τον κόσμο, για τον σημερινό άνθρωπο και για όλες τις ως τα τώρα εκδηλώσεις του. Πρό παντός για την τέχνη του» (1). Αυτή η ανταρσία εναντίον παντός παραδεδομένου αποδέσμευσε τεράστιες δυνάμεις, που οργανωμένες αργότερα και γαληνεμένες έδωσαν πλήθος ωθήσεις σε ανανεώσεις.
     Η Ελλάδα δεν έλαβε αμέσως μέρος στην πανδαισία των καινούργιων ρευμάτων. Κατά την περίοδο 1912-1922 στον ελληνικό χώρο παρατηρείται μια νέα εξόρμηση (Βενιζέλος), αίσθημα επιτυχίας, έλλειψη αγωνίας και πάθους. Αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα θεωρεί ακατάλληλη για να εμπνεύσει γενναίες προσπάθειες και ανακαινιστικές τάσεις στην περιοχή της ποιήσεως, ο Κ. Θ. Δημαράς (2). Γι’ αυτό κι υπερρεαλισμός δεν ήρθε τότε, αλλά αργότερα, μόλις το 1930 (3), αν όχι το 1935 (4), απαλλαγμένος από την αιματηρή σχέση του με τον πόλεμο. Τους αντιχτύπους απ’ τον τυφώνα εκείνον πήραν επάνω τους μάλλον ανώδυνα μια άλλη γενιά ποιητών, που μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως «η τελευταία παραδοσιακή» (5).
     Όμως έχει και η Ελλάδα το δικό της 1914. Είναι το 1922. Είναι μια βαθιά τομή στην πρόσφατη ιστορία της. Από το 1922 και δώθε η τραυματισμένη Ελλάδα συντόνισε τους λυγμούς της με τα βογγητά της ματωμένης Ευρώπης. Θα μπορούσε λοιπόν, γενικά, να θεωρηθεί το 1922 οροθετική γραμμή της δικής μας σύγχρονης εποχής, εθνικής αλλά και ποιητικής: «Συμβατικά, η εποχή που αρχίζει η ανανέωση στην παράδοση και σύγχρονα γεννιέται η πρώτη εκδήλωση της νέας ποίησης, άς τεθεί στα 1922.
Εποχή αποφασιστική, γιατί ο Ελληνισμός από τότε πυκνώνεται σ’ ένα πιο φανερό πνευματικό σύνολο και με την εισροή του στοιχείου των Νέων Χωρών και των Προσφύγων αποκτά μεγαλύτερη ζωντάνια, και εντατικώτερα αγωνίζεται για την αυτοσυνείδηση και την αυτοέκφραση» (6).
Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος με τις μεταβολές που έφερε σε διεθνή κλίμακα (μεταβολές πολιτικές, ηθικές, ιδεολογικές), η εθνική συμφορά του 1922, η επανάληψη της παγκόσμιας φρικωδίας με το 2. Παγκόσμιο πόλεμο, που οι Έλληνες τον εχόρεψαν, και με τις κατοχικές προεκτάσεις του, δίπλα στους κορυφαίους, έσπειραν στο παρόν της Ελλάδος (όπως και αλλού) μιάν ανισορροπία παντού. Σεισμοί στην πολιτεία, τις ιδέες, την τέχνη, άρα και την ποίηση. Και οι ποιητές, για να «σωθούν» άρχισαν να κινούνται, να μεταναστεύουν. Αλλά και τούτη η emigration διχάστηκε, άλλοι έφυγαν προς τα μέσα, άλλοι προς τα έξω. Άλλοι προσέπεσαν στο μυστικό βωμό του πνεύματος, άλλοι βρέθηκαν στο λιθάρι της πνύκας, μπρος στα πλήθη του κόσμου. Έτσι είναι μπρός στα πλήθη του κόσμου. Έτσι είναι που διχάστηκε η ποίησή μας: από το ‘να μέρος οι «ενδοστρεφείς», με τις ποικίλες εκβάσεις του εσωτερικού δράματος, από το άλλο οι «εξωστρεφείς». Τους χωρίζει κενό, σαν το πλατύ ποτάμι που του τίναξαν τις γέφυρες και χώρισε οριστικά δύο τόπους. (7)
     Ο Κρίτων Αθανασούλης είναι μέσα στο ποτάμι. Οι άλλοι ποιητές έχουν την όχθη τους. Έχουν και κάποιο αίσθημα ασφάλειας που το δίνει η γη που πατούν, οργάνωσαν πάνω σ’ αυτή τη γη τη ζωή τους, ίδρυσαν τις κοινωνίες τους. Έχουν αποφασίσει. Ο άλλος μένει αναποφάσιστος. Αυτή η αναποφασιστικότητα, τον τοποθετεί στο χάσμα που άνοιξε η διχασμένη ποίησή μας, σαν ένα μεταίχμιο.
     Στο σχήμα τούτο που θα μπούν δύο κεφάλαια της ποιήσεώς μας, δηλαδή ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος; Σε ποιάν όχθη πατούν; Αυτοί όδευσαν από το ένα σημείο στο άλλο. Ανήκαν στην μιάν όχθη, και ταξίδεψαν στην άλλη. Πάνω σ’ αυτή θεώνται τώρα «τον άνθρωπο σαν άτομο της πολιτείας» (8). Και οι δύο, δεν αρκούνται «σε μια τέχνη πού περιορίζεται και εξαντλείται στον εαυτό της, σε μια δηλαδή «καλλιτεχνία», αλλά επιθυμούν και αγωνίζονται να θέσουν την τέχνη στην υπηρεσία ευρύτερων κοινωνικών ή ιδεολογικών επιδιώξεων. Είναι ποιητές και αγωνιστές» (9). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πώς η φωνή του Βρεττάκου π.χ. είναι όμοια με τη φωνή του Βάρναλη, και δεν μπορεί ο Γιάννης Ρίτσος να «εσωτερικεύεται και να ανιχνεύει ουσίες», και ο Βρεττάκος πάλι να γίνεται «όχι σπάνια ενδοστρεφής» (10). Αλλά: όλα αυτά γίνονται πάνω στην ίδια όχθη. Η ενδοστρέφειά τους με όλα τα παρεπόμενά της τελικά υποτάσσεται στο ακμαίο, πιά, κοινωνικό και αγωνιστικό τους συναίσθημα, που κυριαρχεί και πάνω στην ποίησή τους.
     Ως προς τον Οδυσσέα Ελύτη, είναι μια ιδιότυπη περίπτωση εξωστρεφούς ποιητού, που εκφράζεται με ενδοστρεφή μέσα.
     Και ο Κωστή Παλαμάς; Το χρονικό ορόσημο που τέμνει το χρόνο σ’ αυτή τη μελέτη (1922) (11), θα μπορούσε νομίμως να μη τον συμπεριλάβει, αφού η καταθλιπτική πλειονότης των έργων του είδαν το φως πρίν απ’ αυτό. Αλλά ο Παλαμάς δεν είναι εύκολο να κλειστεί έξω από τα κάγκελα. Είναι, λοιπόν, «παρών» ο Παλαμάς; Ίσως, όχι. Ο Παλαμάς, τώρα, είναι ίσως «παράκαιρος». Αλλά παράκαιρος, σε περιπτώσεις όπως ο Παλαμάς, δε σημαίνει πεθαμένος. Αν ο Παλαμάς αυτή την ώρα δεν έχει «παρόν», είναι γιατί το έργο του έχει μερισθεί σε παρελθόν και σε μέλλον. Με αυτό το μέλλον μας περιμένει, χρόνων και χρόνων πρωτοπόρος, σε μιάν απόμακρη γωνιά του χρόνου, να πάμε. Όταν παρούσες δόξες μπορεί και να ‘χουν γίνει μουσείο για φιλοπερίεργους θεατές, ο Παλαμάς θα βρεί, λέω, μια πανηγυρικήν ανανέωση, μια φωτεινή νεότητα πάλι. Κυριότερα με το 12λογο του Γύφτου. Άς μην έχει παρόν ο Παλαμάς. Κι ας έχει ένα του μέρος πολύ γεράσει, σά να ‘χει πεθάνει. Υπάρχει και το άλλο μέρος του έργου του, τόσο νέο, πού ‘ναι σά να μην έχει ακόμη γεννηθεί. Άς μείνει εδώ ο λόγος λιτός, δίσημος, όπως οι προφητείες. Ίσως σε άλλο τόπο, καταλληλότερο, να καταδειχθεί διεξοδικά τούτη η «δυνάμει» ζωή του Παλαμά.
     Η μικρή αυτή μελέτη φιλοδοξεί να δώσει αυτό το σχήμα της διχασμένης ποιήσεώς μας. Από μια παιδαγωγική, θα ‘λεγε κανείς, αρχή, χρησιμοποιούνται και λίγα «παραδείγματα». Τα παραδείγματα, αν πρέπει πάντα να είναι χαρακτηριστικά, σχεδόν ποτέ δεν είναι εξαντλητικά. Το ότι δε θα χρησιμοποιηθούν όλα τα άξια ονόματα, δε σημαίνει πώς αυτά δεν έχουν δημιουργήσει την ιστορία τους. Πώς θα μπορούσε κανείς να αγνοήσει ονόματα όπως της Ζωής Καρέλλη, του Γιώργου Σαραντάρη, ή των Γιώργου Βαφόπουλου, Ζ. Οικονόμου, Γιάννη Σκαρίμπα, Μίλτου Σαχτούρη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Γιώργου Γεραλή, Μελισσάνθης, Γιάννη Σφακιανάκη, Τάκη Μπαλή, του Αντρέα Καραντώνη, του Νάνου Βαλαωρίτη, ή της Ρίτας Μπούμη, των Τίτου Πατρίκιου, Τάσου Λειβαδίτη, Σαράντου Παυλέα, Στέλιου Γεράνη, Μανόλη Αναγνωστάκη, τέλος δε και τα ονόματα των δόκιμων καινοτόμων του υπερρεαλισμού στον τόπο μας; (12). Αλλά εδώ, απλώς ένα δοκίμιο σχεδιάζεται. Άλλωστε και η εντελώς πρόσφατη ιστορία της ποιήσεώς μας γράφτηκεν από εκείνους που άρμοζε, και με τρόπο που να καθιστά σχεδόν περιττή για πολύν καιρό ανάλογη προσπάθεια: Κατά πρώτο λόγο από το Σπανδωνίδη. Κατά δεύτερο λόγο από τον Καραντώνη.
     Οι ποιητές που αναφέρονται, μόνο τοποθετούνται. Δεν αξιολογούνται. Για να τοποθετηθούν όμως, πρέπει να ερευνηθεί ο πυρήνας της ποιητικής των ιδεολογίας. Συνεξέταση μορφής και ουσίας επιχειρείται μόνο στον ποιητή του μεταιχμίου (13).
     Αν στην εξέταση και των «ενδοστρεφών» ποιητών αποκαλύπτεται μές στη φωνή τους η συνήχηση από τις έξω φωνές του καιρού μας, τόσο το καλύτερο. Η μοναξιά, μάλιστα η δημιουργική μοναξιά των ποιητών, φέρνει κάποτε «ανεπαισθήτως» από σκολιούς δρόμους στο φως μιάς καθολικότητας.
     Εδώ τελειώνει ο «πρόλογος» για την ακρίβεια, το γενικό ιστορικό και πνευματικό ευρωπαϊκό και ελληνικό περίγραμμα μέσα στο οποίο ο καθηγητής Μιχάλης Γ. Μερακλής εντάσσει τους ποιητές που συνεξετάζει, καθώς και το μέχρι τότε έργο τους, και τους τοποθετεί μέσα στις τομές που εισαγάγει, στην διαρκή πορεία της ελληνικής ποίησης. Βλέπουμε ότι οι στηρικτικές παραπομπές του, του δοκιμιακού αυτού λόγου που με αγάπη σχεδιάζει, στηρίζονται στον δοκιμιακό λόγο σημαντικών παλαιότερων κριτικών και δοκιμιογράφων. Ονόματα συγγραφέων, που ξεπέρασαν το όριο του χρόνου (Καραντώνης, Παράσχος, Σπανδωνίδης, Αργυρίου, Δημαράς κλπ.) και μνημονεύονται ακόμα και σήμερα, από τους ασχολούμενους με την ελληνική γραμματεία, μια που μας άφησαν σημαντικά ερμηνευτικά της ελληνικής ποίησης μελετήματα. Εκείνο που μάλλον εκπλήσσει, είναι η απουσία παραπομπή σε δοκιμιακές μελέτες και θέσεις του ποιητή Κωστή Παλαμά. Μια συνεξέταση των πρώτων αυτών θέσεων του ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας Μιχάλη Γ. Μερακλή για τους παραπάνω ποιητές, με άλλες του δοκιμιακές εργασίες που εκδόθηκαν πολύ μεταγενέστερα, μελέτες αμιγώς λογοτεχνικές, για την ποίηση και την πεζογραφία, δες τα βιβλία του των εκδόσεων Κωνσταντινίδη, Πατάκη, Σοκόλη κλπ., καθώς και οι αυτόνομες μελέτες του που έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, και μας φανερώνουν τις θέσεις και τις κρίσεις του για έλληνες λογοτέχνες, θα χρειάζονταν μια άλλη, φιλολογικού σχεδιασμού εργασία. Εδώ, θέλησα να δώσω κυρίως το στίγμα του ανθρώπου και του συγγραφέα, όπως μου το φανέρωσε η γνωριμία μου μαζί του και η ανάγνωση του έργου του. Ένα έργο, που με μεγάλο σεβασμό και προσοχή επανέρχομαι, όταν εξετάζω θέματα που αφορούν την ελληνική ποίηση και λογοτεχνία. Θα είχε ενδιαφέρων μια συνεξέταση των απόψεων και των διαχρονικών θέσεων του Μιχάλη Γ. Μερακλή για πρόσωπα και έργα της ελληνικής λογοτεχνίας, με άλλους παλαιότερους ή νεότερούς του κριτικούς, που ενστερνίζονται την μαρξιστική ιδεολογία, πχ. του Γιάννη Κορδάτου, του Μ. Μ. Παπαϊωάννου, του Μανόλη Λαμπρίδη, του Νίκου Παππά, του Κώστα Βάρναλη και άλλων διανοουμένων που συναντάμε τις απόψεις του στο γνωστό παλαιό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης». Όχι τόσο για να τους αξιολογήσουμε, όσο για να ανακαλύψουμε το τι καινούργιο κόμισε ο καθένας στον χώρο της ελληνικής γραμματείας, και τι καινούργιους δρόμους άνοιξαν, αν άνοιξαν οι παλαιότεροι και νεότεροι αυτοί δημιουργοί, που ανήκαν στην αντίπερα όχθη της αστικής κριτικής ματιάς.
     Οι σελίδες που καταλαμβάνει το κείμενο του συγγραφέα στο βιβλίο είναι 7-13. Ακολουθεί η ενότητα «Οι ενδοστρεφείς», που μας παρουσιάζονται οι εξής ποιητές: Κωνσταντίνος Καβάφης, σ. 13-17, Γιώργος Σεφέρης σ. 17-23, ο Τάκης Παπατζώνης σ.23-26, ο Άρης Δικταίος σ.27-33, ο Μηνάς Δημάκης σ. 33-39, Γιώργος Θέμελης σ.39-45, ο Γιώργος Κότσιρας σ.45-53, ο Τάκης Σινόπουλος σ.53-58. Ακολουθεί η ενότητα «Οι εξωστρεφείς» σε αυτή εντάσσονται ο Κώστας Βάρναλης σ. 58-60, ο Νίκος Παππάς σ. 60-62. Ακολουθεί τέλος η ενότητα «Το μεταίχμιο» που περιλαμβάνει ένα εκτενές δοκίμιο για τον ποιητή Κρίτωνα Αθανασούλη σ.62-89. Ακολουθεί ένας δισέλιδος Πίνακας Ονομάτων.
     Αναγκαία διευκρίνιση, ο Μερακλής τοποθετεί τις αναγκαίες παραπομπές στο τέλος της σελίδας του μελετήματος, και, οι αριθμοί είναι σε κάθε σελίδα από την αρχή. Εδώ επειδή είναι διαφορετική η συνέχεια του κειμένου ενοποίησα τους αριθμούς για καλύτερη κατανόηση στις ακολουθούμενες σημειώσεις που δίνω παρακάτω.         

Σημειώσεις:
1.Αντρέας Καραντώνης, Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση, Αθήνα 1958, σσ. 77-78
2.Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (α΄ έκδοση), τ. Β΄, σ. 181 κ.έ.
3.Η πρώτη υπερρεαλιστική συλλογή στην Ελλάδα: Θεόδωρος Ντόκος, «Στού γλυτωμού το χάζι».
4.Ο ουσιαστικός ερχομός του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα: Ανδρέας Εμπειρίκος, «Υψικάμινος».
5.Καρυωτάκης, Τέλλος Άγρας, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Μαρία Πολυδούρη. Μιχαήλ Στασινόπουλος, Κλέων Παράσχος, Μήτσος Παπανικολάου και μερικοί άλλοι. Πρ. Γιώργου Θέμελη, Εισαγωγή στον τόμο «Νεοέλληνες Λυρικοί» της σειράς «Βασική Βιβλιοθήκη», σ. λβ΄. Και ο Αιμίλιος Χουρμούζιος την ίδια περίπου ομάδα ποιητών καλεί «γενεά του 1910-14». Είναι αυτή που διασκέλισε το όριο του πολέμου, με διατηρημένα όμως τα δικά της σύμβολα: «δεν εμφανίζεται , πλήν εξαιρέσεών τινών», ιδιαιτέρως ευαίσθητος εις τας μεταπολεμικάς αυτάς ανησυχίας, τάς οποίας θα απηχήση τόσον ως έκφρασις, όσον και ως περιεχόμενον, η ποίησις των νεωτάτων ποιητών μας». Από την εικοσαετία που χωρίζει τους δύο πολέμους, στην πρώτη δεκαετία τοποθετεί περίπου τους ίδιους εκείνους, στη δεύτερη μιάν άλλη γενιά, από ποιητές περισσότερο «επιρρεπείς» από τους πρίν προς τις ανανεωτικές τάσεις της μορφής. Μέσα σε τούτη τη γενιά επικρατούν δύο επιρροές: ο Καρυωτακισμός (Τεύκρος Ανθίας, Καίσαρ. Εμμανουήλ κ. ά.), ο Υπερρεαλισμός (Γιάννης Ρίτσος, Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Καββαδίας, Γιάννης Σφακιανάκης, Γιώργος Βαφόπουλος κ. ά.). Και καταλήγει στις μέρες μας. (Πβ. Λεξικό «Ήλιος», τ. 7 (Ελλάς), σσ. 1103-6. Σαφή διαχωριστικά όρια δεν υπάρχουν. Η αναζήτηση ενός σταθερού terminus post quem δεν είναι εύκολη.
6.Πέτρου Π. Σπανδωνίδη. Η Νεώτερη ποίηση στην Ελλάδα (1955) σ. 13.
7.Σε ποιόν από τους δύο τόπους φυτρώνει η ποίηση; Η ποίηση φυτρώνει υπό  ορισμένες προϋποθέσεις βέβαια, και στον ένα και στον άλλο τόπο: «Το αρχέγονο λυρικό κύτταρο (…), έχει το δικαίωμα να περάσει από ένα σωρό πράγματα: να πέσει μέσα στη θάλασσα της περασμένης ή της συγκαιρινής του ιστορίας, να στραφεί οραματικά προς τα μελλούμενα, να ταυτιστεί με τον άνθρωπο ή με τους ανθρώπους (ο έρωτας, η πατριδολατρεία, η ανθρωπιά), ν’ αγαπήσει τη φύση, να κυκλογυρίσει στους δρόμους της Πολιτείας, να ταξιδέψει όπου το σέρνει ο άνεμος, ν’ αγκαλιάσει τους θεούς και να τους νιώσει είτε ξεμοναχιασμένους είτε διχασμένους στο αντικείμενο είτε συμμαζεμένους στο δημιουργικό άτομο, ν’ ανέβει στο λιθάρι του κήρυκα, να πάρει τη στάση του υμνωδού, να τραγουδήσει με τον ξωμάχο ή να ψιθυρίσει την αγωνία του στο θαμπό αργαστήρι του σοφού-όλα μπορεί να τα επιχειρήσει, αρκεί μονάχα να μην ξεπεράσει το διπλό τούτο σύνορο: να μη νοθέψει την καταγωγή του και να βρει την έκφραση που τελειότερα του ταιριάζει» (Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Τα Πρόσωπα και τα Κείμενα, Γ΄ (Κωστής Παλαμάς), 1944, σσ. 15-6.
8.Κοίτα την Εισαγωγή του Αλέξανδρου Αργυρίου στην «Ανθολογία Μεταπολεμικών Ποιητών»(1957) των Ντ. Γιωργούδη και Κ. Γεννατά, σ. θ΄.
9.Κοίτα την Εισαγωγή του Γιάννη Σφακιανάκη στη «Μοραΐτικη Ποιητική Ανθολογία 1708- 1958» (1958) του Νίκου Καράμπελα, σ. 14.
10.Πβ. Γιάννης Σφακιανάκης, όπου πιο πάνω, σ. 15.
11.Ακόμη ας μη λησμονείται, πως το όριο τούτο λαμβάνεται σαν ένα γενικό όριο, και πως, τελικά, ο λόγος εδώ κατατείνει σε μια στενώτερη χρονική έκταση, πιο άμεση, και πιο «παρούσα». Από την άποψη αυτή είναι εντελώς ενδιαφέρουσα η γνώμη του Κλέωνος Παράσχου (Έλληνες Λυρικοί, 1953, σ. 129), ότι ο χρόνος «γύρω στα 1940» είναι ένα κρίσιμο σημείο, όπου ο Ελληνικός υπερρεαλισμός έδωσε, πιά, ό,τι πιο καλό θα μπορούσε, και έτσι αναγκάζεται ο καθένας να πάρει απέναντί του μιά, ή όχι άσχετα, θέση. Αυτό σημαίνει, πώς εκείνη τη στιγμή ζούμε έναν καινούργιο προσανατολισμό της ποιήσεώς μας, πιο «επίκαιρο». Αλλά αυτές οι τομές είναι ακόμη μάλλον αχάρακτες, είναι ακόμη νωρίς.
12.Γιά ακόμη πιο παλιούς(Κώστα Ουράνη π.χ. και για άλλους προμνημονευθέντες στην εισαγωγή) δε μιλάω, γιατί εκφεύγουν από την έννοια του χρόνου που πάει να συλληφθεί εδώ μέσα. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, γενικά, πιστεύεται πώς είναι ένας από τους προδρόμους της «νεώτερης» ελληνικής ποιήσεως.
13.Έτσι μοιραία αποβαίνει μια αναλυτικότερη μνεία του ποιητή αυτού, γιατί δίνεται η ευκαιρία στο γράφοντα να πεί ορισμένα πράγματα που νομίζει καινούργια, κυρίως ως προς τη θέση πού του δίνει, και από μια βαθύτερη ψυχική ροπή του γράφοντος πάλι, προς τις «μοναχικές» περιπτώσεις. Ακόμη οι άλλοι, κορυφαία παραδείγματα καθώς είναι στις πιο πολλές περιπτώσεις, έχουν πολλές φορές απασχολήσει την κριτική. Πάντως το καλοπροαίρετο μάτι θα μπορέσει εύκολα να δεί, πώς τα περιεκτικά σημειώματα πού αφιερώνονται εδώ σ’ εκείνους, άνετα μπορούν να λάβουν την έκταση ευρύτερων μελετημάτων, πράγμα πού δεν είταν εφικτό εδώ τώρα για διάφορους λόγους.   
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, πρώτη γραφή σήμερα, πρώτη Απρίλη του 2017.