ΜΝΗΜΗ
ΔΟΜΝΑΣ ΣΑΜΙΟΥ
Καισαριανή 12/10/1928-Αθήνα 10/3/2012
ΠΕΡΙ ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ
Θέλω ν’ αρχίσω θλιβερό καταλόγι για τίς πίκρες των
ξενιτεμένων (1-45)
Θέλω ν’ αρχίσω ο ταπεινός, ο παραπονεμένος,
θέλω ν’ αρχίσω τίποτες εκ την αρχήν του κόσμου,
να γράψω ο πολύθλιβος ολίγον καταλόγιν,
να βάλω λόγια θλιβερά, πικρά, φαρμακωμένα
περί των ξένων τις πικριές, πώς περπατούν στα ξένα,
και πώς διαβάζουν την ζωήν μυριοτυραννισμένοι,
τές θλίψες και τα βάσανα και τές αναισχυντίες,
τα δάκρυα και τις χολές, οπού ουδέν τους λείπουν’
αυτά να γράψω ο ταπεινός, οπόχουν καθ’ ημέραν.
Άκουσον δε και της νυκτός τον ύπνον πώς διαβάζουν
οι ξένοι οι κακόμοιροι και οι κακογραμμένοι.
Όταν γάρ έλθη η νυκτή, ν’ αναπαυθή ο κόσμος,
υπά να πέση ο ελεεινός, να κοιμηθή ο ξένος,
αναθυμάται και θρηνεί και βαριαναστενάζει,
το πώς τον εκατάφερεν η τύχη του στα ξένα
και μυριοτυραννίζει τον νύκταν και την ημέραν’
κι’ από την κάψην την πολλήν, την έχει η καρδιά του,
να πιή ολιγούτσικον νερόν, δαμίν να τον δροσίση,
το φά του γίνεται πικρόν σαν άδολον φαρμάκι,
και το νερόν που καταπιή δαμίν να τον δροσίση,
χολή και άλας γίνεται, κεντά τον είς τα σπλάγχνα.
Αν ήτον μπορεζόμενον τον ύπνον να κοιμάτον,
αλησμονήσειν ήθελεν ολίγον εκ την λύπην.
Τάχατε κλεί τα μάτια του μήνα τον έλθη ύπνος,
και κόπτουν και πλανούσι τον, δεν ημπορεί να κλείση
από το δάκρυον το πολύ το χύνει καθ’ ημέραν.
Στρίφει πότε εις μιάν μεριάν και πότε είς την άλλην,
κι όλην την νύκτα ο ελεεινός γυρίζει ωσάν ανέμη’
κι εκεί, προς την βαθιάν αυγήν, κοντά να ξημερώση,
εκ τον πολύν του τον δαρμόν κι από τον λογισμόν του
ολίγον αγαλιάζεται, επαίρνει τον ο ύπνος
και ονειρεύεται ο ‘λεεινός, άκουσον τί εβλέπει.
Φαίνεταί τον στο σπίτιν του ευρίσκεται απέσω,
τάχατες η μανίτσα του λόγια τον συντυχαίνει:
«Εγείρου, υιέ Αλέξιε, εντύσου και ποδέσου’
οι φίλοι σου σε κράζουσιν, οι αδελφοποιτοί σου,
να πάς να ευθυμήσετε είς ώριον περιβόλι
και να χαρής, αυθέντη μου, σαν ήσουν μαθημένος».
Ξαφνίζεται ο ελεεινός, σηκώνεται, καθίζει
και γίνεται χαιράμενος- θωρεί ολόγυρά του,
και βρίσκεται ο ελεεινός μόνος, μεμονωμένος.
Και παρευθύς ο δυστυχής ραγίζεται η καρδιά του,
αναστενάζει, θλίβεται, πάλιν γογγύζει, πέφτει.
Ώ συμφορά την έχουσιν οι ελεεινοί οι ξένοι!
Οι λεξούλες σημαίνουν:
το Φα= το φαγητό
Αγαλιάζεται= ησυχάζει, ηρεμεί, ευφραίνεται
το Καταλόγι= παροιμία, διήγηση. Και (ερωτικό)
δημοτικό τραγούδι
Συντυχαίνω= κουβεντιάζω, συνομιλώ
Δαμίν (επίρρημα)= λίγο
Απέσω (επίρρημα)= μέσα
Ο Αδελφοποιτός= Σταυραδελφός, Βλάμης. Όταν δύο
πρόσωπα τα οποία δεν έχουν μεταξύ τους συγγένεια εξ αίματος γίνονται αδερφοί σε
ειδική τελετή ενώνοντας το αίμα τους και δίνοντας όρκους αμοιβαίας υποστήριξης
και αλληλεγγύης. Κάτι σύνηθες την περίοδο της Τουρκοκρατίας μεταξύ των Ελλήνων
Αγωνιστών, ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Το
χειρόγραφο με τα Δημώδη ποιήματα της Ξενιτειάς (Ξενιτιάς) το εξέδωσε για πρώτη
φορά το 1871, βλέπε περιοδικό «Πανδώρα» ο Κωνσταντίνος Ν. Σάθας. Το
συμπεριέλαβε ο Wagner
στην
Ανθολογία του με τα Δημοτικά Τραγούδια των Ελλήνων. Το παρουσίασε εκ νέου ο
Ιωάννης Καλιτσουνάκης από ένα δεύτερο Αθηναϊκό χειρόγραφο της Εθνικής
Βιβλιοθήκης. Το Δημώδες λαϊκό Άσμα αποτελείται από προσωπικούς θρήνους γενικά
για την Ξενιτειά, δίχως συγκεκριμένη ταυτότητα αναφοράς. Περιλαμβάνεται και στο
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ- ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ, «ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ» του Λίνου Πολίτη,
εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1967, β΄ έκδοση 1975. Ο τόμος παρουσιάζει ακόμα,
απόσπασμα των στίχων 353-428 από το Άσμα «το ποιητικό πουλάκι και το γράμμα του
ξενιτεμένου».
Δεν
νομίζω να χρειαζόμαστε συστάσεις για την μουσικολόγο, ερευνήτρια, ερμηνεύτρια
και διασώστρια, δασκάλα της Δημοτικής μας Παράδοσης Δόμνα Σαμίου, που έφυγε σαν
σήμερα πριν δεκατέσσερα χρόνια για το αιώνιο ταξίδι. Η προσφορά της ανεκτίμητη
και αιώνια. Όπως και η Μνήμη της.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
Τρίτη 10 Μαρτίου 2026
Υστερόγραφο ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ
ΔΗΜΟΣ ΜΟΥΤΣΗΣ, «ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ»
Στίχοι- Μουσική- Ερμηνεία του Πειραιώτη Δήμου
Μούτση. Από τον δίσκο του «ΝΑ» του 1987
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό
στ’ όνειρό που είδα χθες το βράδυ
Κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ
κι εγώ από την άλλη
Κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ
ήμουνα εγώ κι από την άλλη
Έτοιμος να μου αποκριθώ
και να ρωτήσω πάλι
Κι ύστερα χάθηκα μακρυά,
χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους
Δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά,
χορεύοντας και τραγουδώντας
Έϊβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας,
Έϊβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Κι είδα ένα παιδί, μικρό παιδί
που έπαιζε και μου ΄ριχνε στα ζάρια
το ύστερο του πόθου μου φιλί,
τα πρώτα παιδικά μου χάδια
κι εκεί εκείνη τη στιγμή
άκουγα να τραγουδάει εντός μου
ο ύπνος με το θάνατο μαζί,
τραγούδια του έρωτός μου
Κι ύστερα πάλι ξαφνικά,
χάθηκα σε ολάνθιστα περβόλια,
παρέα με τους Δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά,
χορεύοντας και τραγουδώντας
Έϊβαλα χορεύοντας και τραγουδώντας.
Κι είδα τις ελπίδες μας σκιές,
βάδιζαν αμίλητα εμπρός μου,
σύμβολα, σημεία και μυστικές μορφές
αυτού του μάταιου κόσμου.
Και είκοσι αιώνες σκοτεινοί
έφταναν στο τέλος τους πια τώρα
κι’ από ‘ναν κόσμο σ’ άλλονε τελικά, εμείς,
περνάμε, λέει, ώρα την ώρα
Κι ύστερα πάλι ξαφνικά,
χάθηκα σε ολάνθιστα περιβόλια,
παρέα με τους Δερβίσηδες γύρω από τη φωτιά,
χορεύοντας και τραγουδώντας
Έϊβαλα, χορεύοντας και τραγουδώντας,
Έϊβαλα, χορεύοντας και τραγουδώντας.
Βρέθηκα σε κύκλο σκοτεινό
στ’ όνειρο που είδα χθες το βράδυ
κι ήμουνα απ’ τη μια του κύκλου εγώ
κι εγώ από την άλλη
πες μου τι είν’ αυτά που βλέπω εδώ,
πρόφτασα να πω στον εαυτό μου
μη μιλάς μον’ κοίτα και πέρνα
λέει αυτός
και βγήκα από τ’ όνειρό μου.
--
Από τις σημαντικότερες Μουσικές Μελωδίες που γέννησε
η Ελληνική Μουσική και Στιχουργική Τέχνη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου