Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστούλα Μητροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωστούλα Μητροπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ


ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
(Πειραιάς 6/5/1933-Αθήνα 31/1/2004)

     Καθώς αποδελτίωνα τα τεύχη του εικαστικού περιοδικού «ΖΥΓΟΣ», συνάντησα ξανά ονόματα πειραιωτών που άφησαν τα ίχνη του στις σελίδες του, μιλώντας μας για αγαπημένους τους ζωγράφους ή θέματα που αφορούν τον κόσμο των εικαστικών τεχνών. Μια γυναικεία γραφίδα μου ξύπνησε παλαιές αναμνήσεις, συναντήσεις, τηλεφωνήματα, επισκέψεις μας σε εκθέσεις ζωγραφικής, και δύο λησμονημένες ίσως και χαμένες επιστολές-μέσα στο χάος των γεμάτο σκόνη περιοδικών και εφημερίδων, βιβλίων και φωτοτυπιών-προς έναν τότε νέο φιλότεχνο. Η πολυβραβευμένη και γνωστή αντιστασιακή πειραιώτισσα, η μυθιστοριογράφος, θεατρική συγγραφέας και στιχουργός και αρθρογράφος Κωστούλα Μητροπούλου. Την δική μας Κωστούλα, την πειραιώτισσα. Την τολμηρή και επαναστάτρια πολίτισσα Κωστούλα, την ατίθαση σαν χαρακτήρας που δεν έπαψε μέχρι το τέλος του βίου της να μιλά για την πόλη του Πειραιά, να εξιστορεί τις αναμνήσεις των παιδικών και νεανικών της χρόνων, να αναφέρεται σε πρόσωπα της πόλης που γνώρισε και αγάπησε αλλά και την αγάπησαν και παρά τα δικαιολογημένα παράπονά της, δεν την λησμόνησαν. Μεταφέροντας την αγάπη τους για την ίδια και τα βιβλία της και στις νεότερες γενιές των πειραιωτών αναγνωστών και φίλων της λογοτεχνίας.
      Την Κωστούλα Μητροπούλου, που ίσως οι περισσότεροι έλληνες την γνωρίζουν από τους στίχους των τραγουδιών της περισσότερο, να θυμηθούμε το πασίγνωστο και χιλιοτραγουδισμένο τραγούδι της ο «Δρόμος» που μελοποίησε ο συνθέτης Μάνος Λοΐζος, αλλά και άλλα της τραγούδια από τον δίσκο «Τα τραγούδια του δρόμου» του μουσικοσυνθέτη. Ποιος δεν έχει τραγουδήσει τον «Στρατιώτη» της μαζί με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, και τραγούδια της που έχει μελοποιήσει ο Λουκιανός Κηλαϊδόνης. Σημαντικοί στιχουργός με κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα, καθαροί στίχοι, λόγια σταράτα, αντιπολεμικής ατμόσφαιρας. Συνθέτες όπως ο Λουκιανός Κηλαϊδόνης, ο Άγγελος Σέμπος, ο Νίκος Δανίκας, ο πειραιώτης Κώστας Μυλωνάς, ο Ανακρέων Παπαγεωργίου και άλλοι συνθέτες έχουν μελοποιήσει στίχους της. Αρκετοί την γνωρίζουν από θεατρικά της έργα που παραστάθηκαν σε αρκετές ελληνικές σκηνές εδώ και μια πεντηκονταετία. Βλέπε ενδεικτικά: «Η Πόλη μας» σε σκηνοθεσία Μιχάλη Παπανικολάου από το θίασο του Δημοτικού Λυρικού Θεάτρου 1970, «Το Παιχνίδι και μια τύψη» σε σκηνοθεσία Σ. Παπαδάκη από το Εθνικό Θέατρο το 1977, «Τα Τέσσερα Μονόπρακτα» σε σκηνοθεσία Γ. Χριστοδουλάκη από το Εθνικό Θέατρο 1981, (μαζί με τα μονόπρακτα των Χρήστου Σαμουηλίδη και Α. Δωριάδη), πάλι από το Εθνικό Θέατρο η «Νταλίκα» την περίοδο 1988-1989 σε σκηνοθεσία Γιώργου Χριστοφιλάκη,  το έργο της «Μουσική για μια αναχώρηση» παραστάθηκε στο Θέατρο Μουσούρη το 1979 σε σκηνοθεσία των Μαρία Κωνσταντάρου και Β. Ρίτσου και πολλά της άλλα έργα. Το Καλοκαίρι του 1977 στο περιοδικό «ΘΕΑΤΡΙΚΑ» τχ. 10,11,12,13, δημοσιεύεται για πρώτη φορά το έργο της «ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΕΡΗΜΙΕΣ» που βραβεύτηκε στο Θεατρικό Φεστιβάλ της Ιθάκης το 1977 Άλλοι, σταθεροί αναγνώστες της λογοτεχνίας την γνωρίζουν από τους σχεδόν περίπου 50 τίτλους των βιβλίων της. (μυθιστορήματα, διηγήματα, χρονικό, θέατρο, μονόπρακτα, κείμενά της στην πολιτική ημερήσια εφημερίδα το «Έθνος», που εκδόθηκαν σε βιβλίο με τίτλο «Τα Σάββατα στο Έθνος» εκδόσεις «Γκοβόστη»). Αυτήν την ακάματη πειραιώτισσα, την λαμπρή δημιουργό, την πολυμεταφρασμένη στο εξωτερικό ελληνίδα συγγραφέα, την δημοκράτισσα, την είχα αγαπήσει διαβάζοντας το γνωστό της χρονικό «Το χρονικό των Τριών Ημερών» εκδόσεις «Κέδρος» 1974 και επανεκδόσεις. Μικρή μνημονική παρένθεση. Το Χρονικό αυτό που αναφέρεται στα τραγικά γεγονότα του Πολυτεχνείου του 1973, μου το είχε χαρίσει μια άλλη αντιστασιακή φωνή, ελεύθερη και ανεξάρτητη γυναικεία παρουσία η σημαντική μυθιστοριογράφος Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, μαζί με το βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου «Πως φτάσαμε στη νύχτα της μεγάλης σφαγής» Αθήνα 1975. Η αλησμόνητη Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ γνώριζε και είχε διαβάσει πολλά από τα ποιήματα που είχα αντιγράψει τότε από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου. Ένα λαθρόβιο και πρωτόλειο κείμενό μου που της είχα στείλει σε ένα χειρόγραφο περιοδικό «του τοίχου» γεμάτο αντιδικτατορικά νεανικά τσιτάτα, ορμητικού μπακουνικού ύφους της εποχής κείμενο, ενός νέου εκκολαπτόμενου γραφιά της μετά την δικτατορία εποχής. Της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον με αποτέλεσμα μια μικρή αλληλογραφία τριών γραμμάτων, ορισμένων τηλεφώνων, συνάντησης και την δωρεά ορισμένων βιβλίων εκ μέρους της προς ένα «αντιστασιακό» μειράκιο και μάλιστα «κουλτουριάρικο». Τα δύο αυτά χρονικά των γνωστών αντιστασιακών ελληνίδων συγγραφέων καθώς και μετέπειτα το μυθιστόρημα της Γκρίτση-Μιλλιέξ, «Χρονικό ενός εφιάλτη» που αναφέρεται στο στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», ήσαν τα τρία βιβλία γραμμένα από γυναικεία γραφίδα που με έκαναν έκτοτε να συγκεντρώνω στοιχεία για τα λογοτεχνικά και ιστορικά τεκταινόμενα της σκοτεινής εκείνης εποχής. Τεκμήρια από βιβλία, περιοδικά και αποκόμματα παλαιών εφημερίδων που διατήρησα μέχρι την χρονική στιγμή-είχαν περάσει αρκετές δεκαετίες έκτοτε-που συνειδητοποίησα ότι η επέτειος του πολυτεχνείου μετατράπηκε σε ένα εμπορικό και μάλλον κατά την γνώμη μου ανέξοδο, ανώφελο πανηγυράκι «γυρολόγων» που μετέφεραν τις παρουσίες τους από κανάλι σε κανάλι, περίλαμπρα φωτογραφιζόμενοι στις σελίδες των εφημερίδων. Κατάλαβα τότε, ότι η περίοδος αυτή της ζωής μας-τουλάχιστον της δικής μου-έκλεισε ανεπιστρεπτί, είχε ολοκληρώσει τον πολιτικό της κύκλο της. Και αφού συγκέντρωσα σε δύο κούτες Νουνού βιβλία, περιοδικά, αποκόμματα εφημερίδων, χειρόγραφες σημειώσεις δικές μου και άλλων λόγια από συζητήσεις, ποιήματα που με κόπο είχα διαφυλάξει στο πολυτονικό γραμμένα, τα πέταξα. Όταν η ιστορία των ανθρώπων, τα προσωπικά βιώματα όποια και αν είναι αυτά, οι ελπίδες και οι κοινωνικές προσδοκίες τους γίνονται καταναλώσιμα προϊόντα, εύπεπτη βορά στις μεταγενέστερες αδιάφορες γενιές,-που στο κάτω-κάτω δεν έζησαν αυτά τα γεγονότα από κοντά, κατά την άποψή μου, δεν ωφελεί να την και τα διατηρείς στην επιφάνεια της επικαιρότητας. Εξάλλου, οι αφανείς μάρτυρες κάθε εποχής, οι «νεομάρτυρες» κάθε ιδεολογίας και κοινωνικής ανατροπής είναι πολλοί περισσότεροι από τους επώνυμους. Οι ανώνυμοι ήρωες είναι οι υποδομές της ιστορίας. Το υπόγειο λίπασμά της που αθόρυβα γονιμοποιεί αν γονιμοποιεί τις μελλοντικές συνειδήσεις των ανθρώπων. Επανερχόμενος στο θέμα μου, και κλείνοντας την μικρή αυτή προσωπική παρένθεση, για άλλη μία φορά να σημειώσω την ευγνωμοσύνη μου για την τιμή που έγινε σε μένα, έναν τότε άβγαλτο νεανία γεμάτο επαναστατική ορμή και πολιτικό πάθος από την πολιτικά ενεργή σε όλη της την ζωή συγγραφέα Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ. Εκείνη πάνω κάτω την περίοδο, δεν θυμάμαι ακριβώς πως, συνάντησα και ένα εξίσου ενδιαφέρον άτομο, τον Γιώργο Μανιατάκο, έναν συγγραφέα που εξακολουθούν να μου αρέσουν τα μυθιστορήματά του. Δύο «πατρικές» επιστολές ενθάρρυνσης για να ασχοληθώ με την συγγραφή και πρωτίστως το διάβασμα, μου θυμίζει την γνωριμία μας. Τώρα που η μνήμη πρυτανεύει των νέων εμπειριών και γνωριμιών. Άλλες εποχές άλλες σχέσεις. Αφορολόγητα τεκμήρια μιας χώρας και μιας ζωής που δεν γνωρίζαμε-τουλάχιστον εγώ-που θα καταλήξει. Εννοώ στην των ημερών μας πτώχευση.
Το όνομά της Κωστούλας Μητροπούλου το είχα συναντήσει για πρώτη φορά (;) στον τόμο «Κατάθεση ‘74» των εκδόσεων «Μπουκουμάνη» 1974, βλέπε το διήγημά της «Ο ΠΑΓΚΟΣ», σελίδες 312-326, σιμά σε αναγνωρισμένα ονόματα ελλήνων και ελληνίδων συγγραφέων όπως ο κριτικός Μάρκος Αυγέρης, ο ποιητής Νάσος Βαγενάς, ο συγγραφέας Φώντας Κονδύλης, η συγγραφέας-δασκάλα Έλλη Αλεξίου, ο ποιητής και εκδότης Δημήτρης Δούκαρης, ο ποιητής Στέφανος Μπεκατώρος, ο ποιητής και εκδότης Γιάννης Πατίλης, ο κριτικός και συγγραφέας Κώστας Παπαγεωργίου, ο ποιητής Ντίνος Σιώτης, ο πολιτικός Γιάννης Πεπονής, και πολλοί άλλοι και άλλες γνωστοί και σημαντικοί έλληνες δημιουργοί, ποιητές, μεταφραστές αλλά και ξένοι όπως η ποιήτρια Sylvia Plath, o Pablo Neruda κλπ.  Εκ του σύνεγγυς, την συνάντησα αρκετές δεκαετίες πριν, σε κοινό φιλικό σπίτι στην Αθήνα. Ήταν μεγάλη η συγκίνηση και το τρακ που ένιωσα στην πρώτη μας αυτή συνάντηση αλλά και η χαρά μου, γιατί η Κωστούλα Μητροπούλου δεν ήταν μόνο μια γνωστή αντιστασιακή πειραιώτισσα, γνωστή δημιουργός, μια αναγνωρισμένη πεζογράφος με πολλά βιβλία στο ενεργητικό της, αλλά και φίλη ενός αγαπημένου δημοσιογράφου, κριτικού ταινιών, στιχουργού και ποιητή του Τώνη Τσιρμπίνου. «Στιγμές άγχους» κ.ά. Βλέπε επίσης κείμενό της στην εφημερίδα το «Έθνος» της 25/2/1989 με τίτλο «Τώνης Τσιρμπίνος. Του οποίου το διαμέρισμα βρίσκονταν κοντά στο σπίτι του γνωστού μυθιστοριογράφο Θανάση Πετσάλη-Διομήδη. Το ότι καταγόμουν από τον Πειραιά, διέμενα και ασχολιόμουν με τα πολιτιστικά πράγματα της πόλης και όχι μόνο, στάθηκε η αφορμή να με πλησιάσει και να αναπτυχθεί μεταξύ ενός πολύ νεότερού της νέου πειραιώτη και μιας φτασμένης και καταξιωμένης συγγραφέως, μια ας μου επιτραπεί η έκφραση, τρυφερή, στοργική κάπως «μητρική επαφή». Χαρακτήρας ατίθασος και ντόμπρος, ευαίσθητη σαν γυναίκα και μάλλον παρά τα λεγόμενά της συνεσταλμένη, κάπως ντροπαλή αλλά διεκδικητική όσον αφορά το έργο της και την δημόσια παρουσία της. Μοναχική και κάπως ελεγχόμενα απόμακρη. Έτρεφε μεγάλη αγάπη για την γενέθλια πόλη της. Την πόλη των γονιών της, την πόλη που γεννήθηκε, περπάτησε, έπαιξε, δημιούργησε τις πρώτες της πνευματικές επαφές και γνωριμίες. Ας μην λησμονούμε ότι η Μητροπούλου γεννήθηκε το 1933 και μεγάλωσε σε δεκαετίες που ο Πειραιάς μετά την καταστροφή του από τα πολεμικά γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και του μετέπειτα εμφύλιου σπαραγμού, είχε αρχίσει δειλά-δειλά να οικοδομεί το νέο του πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που διατηρήθηκε μέχρι σχεδόν την δικτατορία του 1967 και για αρκετές δεκαετίες μετά την πτώση της. Οι πνευματικές πειραϊκές δυνάμεις της εποχής του μεσοπολέμου διαμόρφωσαν και ανέδειξαν την νέα ταυτότητα του πνευματικού Πειραιά. Δημιούργησαν τις βάσεις της μετέπειτα ανάδειξης νέων συγγραφέων και φωνών σε πολλούς τομείς της τέχνης και πεδία ενδιαφερόντων. Η Κωστούλα Μητροπούλου σαν έφηβη πειραιώτισσα υπήρξε δραστήρια και δημιουργική. Από πολύ νωρίς οι πνευματικοί άνθρωποι του τότε Πειραιά-αυτές οι φιλικές συντροφιές και παρέες (που φτιάχνουν ιστορία που τραγουδά ο Διονύσης Σαββόπουλος) διέκριναν το ταλέντο της και την έφεσή της στα γράμματα. Μια γυναικεία καλλιτεχνική φύση δεν ήταν και μικρή υπόθεση σε μια ανδροκρατούμενη πνευματικά εποχή. Αυτό την έκανε, και το γεγονός ότι ήταν γυναίκα, σε ένα ανδροκρατούμενο επαναλαμβάνω περιβάλλον, αγαπητή στους μικρούς πειραϊκούς κύκλους και περιζήτητη στις συναντήσεις και εκδηλώσεις τους. Θυμάμαι ακόμα τα θετικά λόγια του Γιάννη Χατζημανωλάκη για την παλιά του φίλη, αλλά και τα θετικά λόγια ενός πολύ νεότερού της ποιητή και μεταφραστή του Ανδρέα Αγγελάκη για το άτομό της και το έργο της. Για να μνημονεύσω δύο άτομα από διαφορετικές γενιές πειραιωτών. Η Κωστούλα Μητροπούλου  αγαπούσε τον Πειραιά και ας μην κατοικούσε στην πόλη πλέον. Οι αναμνήσεις της ήταν ακόμα ζωντανές, θερμές, ασκόνιστες θα γράφαμε. Μου είχε διηγηθεί αρκετές μικροιστορίες που έζησε, γνώριζε πρόσωπα και πράγματα, γεγονότα και καταστάσεις που εμείς οι πολύ νεότεροι, μεταγενέστεροι πειραιώτες δεν γνωρίζαμε, δεν προλάβαμε να ζήσουμε, ακούγαμε μόνο τον αχό των θρυλικών εκείνων δεκαετιών και αναρωτιόμασταν τι έφταιξε και η πόλη άλλαξε τόσο δραματικά. Ορισμένες φορές όπως είναι φυσικό, εξέφραζε και τα σχετικά της παράπονα για πρόσωπα της πόλης, για επώνυμους γνωστούς της, για τις δημοτικές αρχές. Η οικογένειά της είχε διανύσει την δική της ιστορία μέσα στην δημοτική διαδρομή της πόλης και είχε αναμειχθεί στα δημοτικά κοινά. Ο πατέρας της ο δικηγόρος και πολιτικός Ιωάννης Μητρόπουλος, ήταν γνωστός πειραιώτης και δραστήριο μέλος της πειραϊκής κοινωνίας. Μετείχε στα δημοτικά κοινά και έχει γράψει και μια σχετική μελέτη. Μητέρα της η γνωστή πιανίστρια Σοφία Λούμου. Ευαίσθητη σαν γυναίκα, μοναχική ύπαρξη, δυναμική αλλά και κάπως «ηττοπαθής» μου μιλούσε στις συζητήσεις μας για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην έκδοση και κυκλοφορία των βιβλίων της. Πίστευε ότι της είχαν «κηρύξει πόλεμο» στην ίδια και το έργο της. Ότι την είχαν ξεχάσει. Δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί, μια και πίστευα ότι ήταν αγαπητή σε εμάς τους νεότερους, αλλά από σεβασμό και εκτίμηση δεν τις εξέφραζα τις ενστάσεις μου, πάντα συντασσόμουν με το μέρος της, εξάλλου, αγαπούσα και διάβαζα το έργο της, παρακολουθούσα τα ανεβάσματα των θεατρικών της, σιγοψιθύριζα τους στίχους της. Ίσως να ήταν αλήθεια όλα αυτά που άκουγα από τα χείλη της. Πέρα όμως από αυτά τα πολλές φορές αναμενόμενα στους μικρούς κύκλους των «διανοουμένων» σε μένα, η Κωστούλα Μητροπούλου δεν έπαυε να είναι μια αγαπημένη συγγραφέας, ένας τρυφερός και δεκτικός χαρακτήρας, μια αντιστασιακός ελληνίδα, σε δύσκολους για την ελλάδα πολιτικούς καιρούς, ένα σημαντικό πρόσωπο που κατάγονταν από την πόλη μου και την τιμούσε όχι μόνο με το πολύτομο έργο της αλλά και με την ίδια της την παρουσία. Γιατί η συγγραφέας Κωστούλα Μητροπούλου, η χειραφετημένη γυναίκα τίμησε την πόλη μας, και ας μην υπάρχει ένας ανδριάντας της σε μια πλατεία, ένας δρόμος με το όνομά της. Δεν είμαι βέβαιος αν υπάρχουν όλοι οι τίτλοι των βιβλίων της στη Δημοτική μας Βιβλιοθήκη, αν υπάρχουν στο Ιστορικό Αρχείο της Πόλης χειρόγραφά της. Αρκετοί πειραιώτες πάντως, γνώριζαν το έργο της, τραγουδούσαν στίχους της, διάβαζαν τα κείμενά της στην ημερήσια εφημερίδα το «Έθνος» αλλά, δεν την είχαν τιμήσει ποτέ αν δεν κάνω λάθος. Όπως άλλωστε, και άλλα φημισμένα παιδιά της πόλης που ξεχάστηκαν μέσα στην τύρβη και την αδιαφορία των νέων καιρών και συνθηκών. Πληροφοριακά αναφέρω ότι τον Μάρτιο του 1991 ανεβαίνει στο Γαλλικό Ινστιτούτο Πειραιά-οικία Στρίγκου-το έργο της «Μουσική για μια αναχώρηση» από την Θεατρική Σκηνή της Φιλολογικής Στέγης σε σκηνοθεσία Σίμωνος Πάτροκλου. Επίσης, να μνημονεύσω ότι στο λογοτεχνικό περιοδικό του Πειραιά «Πνευματική Πορεία» που συμμετείχε στην έκδοσή του, δημοσιεύονται τα εξής κείμενά της:
Πνευματική Πορεία, τχ. 3/3,1954, σ.47, Καρτερώντας τα κύματα
Πνευματική Πορεία, τχ. 4/4,1954, σ. 69, Όταν πέφτουν τ’ αστέρια
Πνευματική Πορεία, τχ. 5/9,1954, σ. 89, Προσμονή (λυρική πρόζα)
Πνευματική Πορεία, τχ. 6/10,11, 1954, σ. 115-, Για το θάνατο της Μαρίκας Κοτοπούλη
Πνευματική Πορεία, τχ. 7/Πρωτοχρονιά 1955, σ.127-, Το Παιδί και το Δέντρο
Στο «Λεύκωμα Πειραιώς» 1960 «Ζωή και Τέχνη» του εκδότη Γεωργίου Δρόσου σ.109-, η Μητροπούλου αφιερώνει το διήγημά της «Ο Γιουσούφ» στην σύζυγο του πειραιώτη πεζογράφου Κώστα Σούκα την Φανή Σούκα.
Στο πειραιώτικο περιοδικό «Το Περιοδικό μας» τχ. 1/7, 1958, σ. 21, δημοσιεύεται βιβλιο/κη για τη νουβέλλα της, «Η Χώρα με τους ήλιους».
Επίσης ο μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας πειραιώτης Άγγελος Βογάσαρης αφιερώνει στην φίλη του Κωστούλα Μητροπούλου το έργο του «Ο Διονύσιος Σολωμός και η Λευτεριά» εκδόσεις Δωδώνη 1972, και, ο πειραιώτης Τάσος Ν. Πετρής της αφιερώνει ένα τετράστιχό του «Στην Κωστούλα Ι. Μητροπούλου σαν απόκριση στο πεζογράφημά της «Προσμονή», δες περιοδικό «Πνευματική Πορεία» τεύχος 5/9, 1954, σ.93.
Κείμενά της επίσης μεταξύ άλλων εντύπων συναντάμε και στην εφημερίδα «Εβδόμη» 17/4/1988, «Η Σιμόν Ντε Μποβουάρ και οι Μαρίτσες». Η Κωστούλα Μητροπούλου παρουσιάζει τη συγγραφέα Ρίτσα  Φράγκου-Κικίλια. Στο λογοτεχνικό περιοδικό «Τομές» τχ. 8/5,1979, δημοσιεύεται η μελέτη της «Το αντιμυθιστόρημα και ο αντιήρωας περιεχόμενο και αφετηρία στο σύγχρονο θέατρο». Στο περιοδικό «Φιλολογική Στέγη» τχ. 22/Χριστούγεννα 1974, «Εύα Βλάμη-Λεκατσά». Στο περιοδικό «Εποχές» τχ. 33/1,1966, δημοσιεύεται το διήγημά της «Οι Ήρωες». Στο περιοδικό «Καινούργια Εποχή» τχ. 18/Καλοκαίρι 1960 η Μητροπούλου δημοσιεύει το κείμενό της σ.114-, για τον «Φίλο που έφυγε» τον Μ. Καραγάτση. Στην παλαιά εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» βλέπουμε ενδεικτικά αναφέρω να δημοσιεύει στις 4/6/1978 το κείμενο «Οδοιπορικό μοναξιάς» και 20/8/1978 «Τέρατα στο Γαλαξείδι»-Μια πολιτεία πεθαίνει με αξιοπρέπεια. Στο περιοδικό «Μανδραγόρας» τχ. 2/1,3, 1994, σ.13- δημοσιεύεται ο Γυναικείος μονόλογός της «Τα Αποτσίγαρα». Και ασφαλώς τα κείμενα που έγραφε στην στήλη «ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ» που διατηρούσε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στην εφημερίδα «Έθνος». Συνεντεύξεις της έχουν δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Η Αυγή» 23/6/1985, στην «Ελευθεροτυπία» στις 5/10/1981 και 8/12/1982, στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» 12/7/1992, στην εφημερίδα «Εβδόμη» 11/1/1987, στο πολιτικό περιοδικό «Επίκαιρα» τχ. 529/21-9-1978, στο περιοδικό «Ιχνευτής» τχ. 21/1987 σ.13-, η Μητροπούλου συζητά με τον εκδότη του περιοδικού, και σε άλλα έντυπα.
Διηγήματά της επίσης δημοσιεύονται ενδεικτικά αναφέρω στα περιοδικά «Τράμ» τχ. 5/4,1972, σ.121-, «Η Περιπέτεια», στην «Πολιτιστική Πράξη» τχ. 14/9,1993, σ. 37-, «Η Τελευταία παράσταση». Στους τόμους της «Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς» τχ. 19/1962, σ.169-, «Ο άνθρωπος με το μικρό φέρετρο», τχ. 21/1964, σ.265-, «Λεπτομέρεια σε παλιά κορνίζα», τχ. 23/1966, σ. 147-, «Τα χέρια της», τχ. 40/1983, σ. 73-, «Αυτή ο άνθρωπος ήταν σοφή», στην «Ανθολογία Νεοελληνικού Διηγήματος» σε εποπτεία Γιώργου Κ. Ζωγραφάκη, τόμος 2ος, σ. 204-, των εκδόσεων Μαλλιάρη 1975, στο «Ελληνικό Διήγημα» των εκδόσεων «Αιγόκερως» 1981, δημοσιεύεται το διήγημά της «Όσκαρ ή το χαμόγελο της τοιχογραφίας» σ. 161-, και αλλού.
 Θυμάμαι το πώς μου ανέλυε και με παρότρυνε να επισκέπτομαι εκθέσεις ζωγραφικής, τι παρατηρούσε και τι επεσήμανε σε έναν πίνακα, στο έργο ενός ζωγράφου. Το βλέμμα της ήταν πάντοτε ανθρωποκεντρικό, διερευνητικό των ανθρώπινων αδιεξόδων, των χαμένων κοινωνικών ευκαιριών των ευαίσθητων ανθρώπων, των προβλημάτων τους, των αδιεξόδων τους, της ερημιάς τους, της μοναξιάς τους, της περιθωριοποίησής τους. Οι θέσεις και οι απόψεις της διαπραγματεύονται σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα των ανθρώπων των μοντέρνων καιρών. Κινούνται και συνήθως υπερβαίνουν τα υπαρξιακά «όρια» της μοναξιάς του ανθρώπου, της γυναίκας, του άντρα, των απόκληρων της κοινωνίας. Ανιχνεύουν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα τις δυσκολίες μεταξύ των ζευγαριών, των μη ισορροπημένων και ελεύθερων μεταξύ τους σχέσεων. Το κοίταγμά της δεν είναι δογματικά φεμινιστικό, διχαστικό, από την μια ο άντρας και από την άλλη η γυναίκα σε έναν διαρκή μεταξύ τους πόλεμο, σε μια αμάχη που σκοτώνει και τα δύο φύλα αργά και σταθερά, που διαλύει κάθε ιδιαίτερη δημιουργική του χαρακτήρα τους ικμάδα, που αμαυρώνει την ταυτότητα των προσώπων στο όνομα μιας μάλλον δήθεν ατομικής ανεξαρτησίας και χειραφέτησης. Σε πλείστα της έργα, διαπραγματεύεται και εξετάζει με νηφαλιότητα αλλά και πάθος τις ανθρώπινες σχέσεις, τις σχέσεις των ατόμων μεταξύ τους έτσι όπως διαμορφώνονται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Φωτίζει το υπαρξιακό κενό που νιώθουν τα ανθρώπινα όντα καθώς χάνουν τις ανθρωπιστικές τους σταθερές, καθώς απεμπολούν παραδοσιακές τους αξίες, στηρίγματα της προσωπικής τους ελευθερίας. Σκιαγραφεί την αλλοτρίωση που επέφερε ο πολιτισμός και οι κοινωνικές-πολιτικές συνθήκες στις σχέσεις των ανθρώπων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Περιγράφει στιγμιότυπα ζωής και συμπεριφορές των λεγόμενων περιθωριακών ατόμων. Ατόμων που είναι απόκληροι της κοινωνίας, που ζουν στο περιθώριο εξαιτίας θεσμικών του κράτους κανόνων, αποτραβηγμένα στα όρια της κοινωνίας και της πολιτείας άτομα, άτομα της διπλανής μας πόρτας, εξαιτίας των απόψεων και των κρίσεων που έχουν οι άλλοι για αυτούς. Στο πως τους βλέπουν και στο πως τους αντιμετωπίζουν οι γύρω τους. Στην αποβολή τους από την καθεστωτική της πολιτείας αυλή, στην συμβίωση μαζί με την υπόλοιπη ομάδα. Την  περιχάραξη των ορίων της κοινωνίας για να λειτουργήσει το περιβόητο σύστημα, και την αποβολή τους από τους κόλπους του.
     Η Κωστούλα Μητροπούλου, δεν έχει το πολιτικό και ακραίο «φεμινιστικό» βλέμμα της σημαντικής και αγαπητής μας πεζογράφου, της Λιλής Ζωγράφου, που πολλές από τις θέσεις που εκφράζει μέσα στα μυθιστορήματά της και στα δοκίμιά της, δεν πηγάζουν μάλλον από την ανάγκη της θεματικής πλοκής, της εξιστόρησης του μύθου, μιας προσωπικής ή οικογενειακής αφήγησης, αλλά από τις προβολές των πολιτικών και φεμινιστικών θέσεων και ιδεών της συγγραφέως που εκείνη πιστεύει. Η Λιλή Ζωγράφου αναφέρεται στην αντιπαλότητα των δύο φύλων χωρίς να «εμβαθύνει» στα υπαρξιακά και οντολογικά αδιέξοδα των ατόμων αν δεν κάνω λάθος στην ερμηνεία μου, όπως πράττει η Κωστούλα Μητροπούλου. Η Ζωγράφου έχει ένα επίπεδο επαναστατικής προσωπικής στάσης, μιας πολιτικής ακτιβιστικής αντιπαράθεσης με το πολιτικό στην ευρύτερη και στενότερη έννοια κατεστημένο, κρατά μια μάλλον εκ των προτέρων αρνητική στάση απέναντι στην κοινωνία και τους θεσμούς της, τους κανόνες της και τις απαγορεύσεις της, τις αξίες και τα προτάγματά της, και αυτό συνήθως προβάλλει στα έργα της, στους ήρωές της και κυρίως, στις ηρωίδες της. Οι ιστορίες που πλέκει είναι περισσότερο μάλλον φεμινιστικές μυθιστορηματικές «διακηρύξεις», εκ των προτέρων αντίπαλα στρατόπεδα μέσα στα οποία πολεμούν τα δύο φύλα, αντιμάχονται το ένα το άλλο όχι με σκοπό υπέρβασης των αντιξοοτήτων, υποσκέλισης των διαφορών και εύρεσης κοινών τόπων επαφής, επαναδιαπραγμάτευσης των μεταξύ των σχέσεων πάνω σε νέες βάσεις ισοτιμίας και ανεξαρτησίας, αλλά μάλλον αν δεν λαθεύω, για να υποδουλώσει το ένα φύλο το άλλο. Να ποδηγετήσει το ένα φύλο το άλλο. Και στην περίπτωση της Ζωγράφου, να υπερνικήσει η γυναίκα θηλυκή αράχνη και να εκδικηθεί το αρσενικό μισό της. Να πάρει την ρεβάνς για τα χιλιάδες χρόνια καταπίεσής της που υπέστει όπως θριαμβικά πιστεύει από την κυριαρχία του αρσενικού συντρόφου. Οι ήρωες και ηρωίδες της Ζωγράφου, δεν είναι ανεξάρτητες, δεν έχουν μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας, δεν αυτονομούνται από την κυρίαρχη θέληση της συγγραφέως. Κινούνται σε ένα πλαίσιο αναφορών που είναι οργανωμένο από τις αρνητικές για το αρσενικό είδος ιδέες της μυθιστοριογράφου. Το θέμα των μυθιστορημάτων είναι το πεδίο σκοποβολής των θέσεων της Λιλής Ζωγράφου με στόχο το αρσενικό πάντα υποκείμενο. Υπάρχει μια διαπάλη των ζευγαριών, μια αμάχη κοινωνική και προσωπική που υπερβαίνει τα όρια των θεωρητικών θέσεων και απόψεων της γαλλίδας Σιμόν ντε Μποβουάρ, που, όσοι έχουν διαβάσει το «Δεύτερο Φύλο» της, για να μείνω στο πλέον γνωστό της και διαφημισμένο της έργο που επηρέασε εκατομμύρια γυναικείες συνειδήσεις και συμπεριφορές ανά την υφήλιο, θα διαπιστώσουν ότι υπάρχει ένα συντηρητικό υπόστρωμα πίσω από τα λόγια της συντρόφου του Ζαν Πωλ Σαρτρ. Ένα υπόστρωμα ανεξέλεγκτης και ακατανόητης αντιπαλότητας που ίσως καταπνίγει και τις υγιείς γυναικείες εκείνες δυνάμεις που κυοφορήθηκαν, αναπτύχθηκαν και ξεσηκώθηκαν δικαίως εναντίον της φαλλοκρατίας και δεσποτικής κυριαρχίας των αντρών, του άλλου μισού φύλου της γης. Πολλές από τις απόψεις της Σιμόν ντε Μποβουάρ έχασαν την κοινωνική δυναμική τους εξαιτίας της κραυγαλέας τους προπαγάνδας και ίσως πολιτικής επικαιροποίησής τους. Από την καταχρηστική τους προβολή και προπαγάνδα. Είναι θέσεις διχαστικές και όχι συμπληρωματικές, συζευκτικές, και σε πολλά τους σημεία συντηρητικές ακόμα και για την ίδια την γυναίκα και το φύλο της, και πως το διαχειρίζεται. Αλλά τα λεγόμενα και τις γυναικείες διακηρύξεις της γαλλίδας συγγραφέως των «Μανδαρίνων» θα πρέπει να τις εξετάσουμε στην εποχή τους και στις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν. Σε μια περίοδο που το φεμινιστικό κίνημα αγωνίζονταν να κατακτήσει το αντίπαλο στρατόπεδο, να ακουστούν και οι πιο ίσως ακραίες φωνές διεκδίκησής του. Όπως παλαιότερα είχε συμβεί και με το υπερρεαλιστικό κίνημα και στρατόπεδο αναφορών και εκδηλώσεων. Στα μεταγενέστερα χρόνια της ευρωπαϊκής και δυτικής ιστορίας της διεκδίκησης των ατομικών και άλλων δικαιωμάτων, ούτως ή άλλως, τόσο ο άντρας όσο και η γυναίκα, και οι μεταξύ τους σχέσεις, όσο και οι ομοφυλόφιλες σχέσεις που αναπτύχθηκαν απελευθερώνοντας συνειδήσεις, ψυχές και σώματα, μετετράπησαν σε καταναλωτικά της εμπορικής διαφήμισης προϊόντα. Από υποκείμενα φύλα μετετράπησαν σε αντικείμενα. Σώματα προς εκμετάλλευση ενός κακώς εννοούμενου εμπορικού υλιστικού ανταγωνισμού και χρηματικής πολεμικής. Έγιναν οι άνθρωποι διαφημιστικά προϊόντα όχι ανεύρεσης της ταυτότητάς τους ή επαναξιολόγηση των δυνατοτήτων και επιθυμιών τους αλλά σκέτα αναλώσιμα προϊόντα στο βωμό ενός κέρδους που άλλοι καρπούνταν.
Παραπλήσιες θέσεις, για τις σχέσεις των δύο φύλων συναντάμε και στην άλλη γνωστή γυναικεία γραφίδα του καιρού μου-μας, την πεζογράφο Μάρω Βαμβουνάκη. Μια πεζογράφος που διαβάζονταν πάρα πολύ από τους νέους και τις νέες της γενιάς μου, που αναζητούσαν στηρίγματα και παραδείγματα στις μεταξύ τους σχέσεις. Που αναζητούσαν την ταυτότητα του άλλου φύλου όχι μάλλον στο άτομο που είχαν δίπλα τους, αλλά στους ήρωες και τις ηρωίδες των μυθιστορημάτων. Η πολιτική πρυτάνευε των διαπροσωπικών αναγνωρίσεων και κυριαρχούσε ως ερμηνεία των διαπροσωπικών επαφών των νεολαίων της εποχής μου. Ο μυθιστορηματικός λόγος της Μάρως Βαμβουνάκη δεν κινείται όμως μέσα ούτε στα πολιτικά ανατρεπτικά πλαίσια της Λιλής Ζωγράφου ούτε μέσα στο αγχωτικό, ερημικό περιβάλλον, των πολλών και επαναλαμβανόμενων ψυχικών αδιεξόδων που κινείται η γραφή της Κωστούλας Μητροπούλου. Είναι κάπως μάλλον περισσότερο «επιφανειακός» γιαυτό και περισσότερο κατανοήσιμος και αγαπητός από το τότε νεανικό κοινό. Χωρίς ψυχικούς και υπαρξιακούς μαιάνδρους, χωρίς κοινωνικές πολυπλοκότητες που χάνουν τον στόχο της πραγματικής αιτίας της αφήγησης. Η πειραιώτισσα μυθιστοριογράφος έχει προβεί σε έναν σημαντικό διαχωρισμό, σε κάποιο κείμενό της, όπως η μνήμη το έχει συγκρατήσει γράφει ότι: «άλλο πράγμα είναι η μοναξιά και άλλο πράγμα η ερημιά» και οφείλουμε να διαχωρίσουμε αυτές τις δύο έννοιες, αυτές τις δύο σύγχρονες των ανθρώπων καταστάσεις. Μια κατά την γνώμη μου σημαντική ψυχολογική και κοινωνιολογική παρατήρηση της Μητροπούλου που επαναπροσδιορίζει τις σχέσεις μας με τους άλλους και τον εαυτό μας. Και αυτό το μονοπάτι ακολούθησε και στα έργα της. Οι ήρωές της ή οι αντιήρωές της σωστότερα, περιφέρονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα κοινωνικού παραλόγου. Αδυνατούν να κοινωνήσουν δημιουργικές σχέσεις μεταξύ τους. Χωρίς όμως να χάνουν το ενδιαφέρον και την αξία τους στο βλέμμα της συγγραφέως. Τόσο η γυναίκα όσο και ο άντρας βιώνουν την ίδια κατάσταση, από την δική τους πλευρά ο καθένας. Ζουν τα ίδια τραγικά αδιέξοδα, είναι αιχμάλωτοι εξωτερικών παραγόντων, αντιλήψεων και συνθηκών. Το μονοπάτι της ερημιάς και της ατομικής μοναξιάς είναι κοινό. Δεν είναι σπαρμένο με διχαστικές και πολιτικές αντιπαλότητες, το πρόβλημα είναι κυρίως σε αυτές τις καταρρακωμένες υπάρξεις οντολογικό στο βάθος του πυρήνα του. Η Μητροπούλου, δεν προβάλει την αγωνία της γυναίκας για να μειώσει εκείνη του άντρα, την συμπαρουσιάζει και ανάλογα με την εξέλιξη της ιστορίας που αφηγείται στέκεται είτε στην μία είτε στην άλλη πλευρά. Αν πάρουμε σαν παράδειγμα την εισαγωγή της Λιλής Ζωγράφου στα ποιήματα που επιμελήθηκε της ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη, θα διαπιστώσουμε ότι η Ζωγράφου δεν μιλά σχεδόν καθόλου για την ποίησή της, για την τεχνοτροπία της, την θεματική της, το ποιητικό της ύφος, αλλά για την σχέση της και τον έρωτά της με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη. Για το πώς στάθηκε ο ερωτάς της αρνητικό εμπόδιο στην εξέλιξή της ζωής της. Η Ζωγράφου παίρνει την θέση των γυναικών ανεξάρτητα αν έχουν δίκιο ή όχι. Δηλαδή μάλλον μεροληπτεί στις θέσεις της, αντίθετα η Μητροπούλου, δεν θα έγραφε ποτέ σαν πριγκίπισσα φεμινίστρια το «Μου σερβίρεται ένα βασιλόπουλο παρακαλώ».  Ακόμα και στο σημαντικό μελέτημά της «Αντιγνώση» η Λιλή Ζωγράφου που διερευνά την σχέση της καπιταλιστικής οικονομίας στην γέννηση της χριστιανικής θρησκείας και την επιρροή της στις συνειδήσεις των ανθρώπων μέσα στην εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού, βλέπουμε το γυναικείο βλέμμα της να μεροληπτεί, να μην έχει την αναγκαία πλαστικότητα η ερμηνεία της όπως επιβάλλουν τέτοιου είδους ζητήματα που δεν άπτονται κοινωνικές διαμάχες, ιδεολογικών σχισματικών καταστάσεων αλλά συνειδήσεις και ψυχές, σώματα και ζωές, εκατομμυρίων απλών ανθρώπων που χρειάζονται ένα στήριγμα βίου και σχέσεων που δεν τους το παράσχει η Πλατωνική Πολιτεία ή το Θεολογικό σύστημα που οικοδόμησε ο θείος Πλάτων μέσα στα έργα του και εξέλιξε ένας από τους σχολιαστές του ο Πλωτίνος. Είναι με χρωματικά έντονο πρόσημο οι ηρωίδες της Ζωγράφου, δεν έχουν ευκαμψία κινήσεως και συμπεριφορών.
Από την άλλη, καθημερινοί, απλοί, αγχωτικοί και προπάντων μοναχικοί οι ήρωες της Μητροπούλου βιώνουν τα αδιέξοδά τους με πίκρα, στωικότητα,  δόσεις μελαγχολίας, καντάρια μοναξιάς, αυτοκαταστροφής, κοινωνικά περιθωριοποιημένοι, πολλοί χαμένοι μέσα στα αδιέξοδά τους, κρατώντας όμως την τσακισμένη υπερηφάνεια τους. Μια τσαλακωμένη, κατακρεουργημένη, βασανισμένη, ταλαιπωρημένη αλλά προσωπική σε συνεχή πτώση υπερηφάνειά τους, που δεν προέρχεται από την πτώση μιας ηρωικής προσωπικότητας όπως γνωρίζουμε από τους ήρωες της αρχαίας τραγωδίας ή από τον πολύχρωμο κόσμο εκδηλώσεων και συμπεριφορών των έργων του ελισαβετιανού δραματουργού Ουίλιαμ Σαίξπηρ, αλλά είναι οι ανώνυμοι καθημερινοί αντιήρωες, της ρεαλιστικής σύγχρονής μας πραγματικότητας που προήλθαν από το «Νέο Μυθιστόρημα» που κυοφορήθηκε εκείνη την περίοδο, από την γραφίδα της Μαργκερίτ Ντυράς, που το έργο της έχει αφήσει βαθειά τα ίχνη του στην δική μας Κωστούλα Μητροπούλου. Η Ζωγράφου  από πεποίθηση δεν θα διανοούνταν να συνθέσει ποτέ της ένα έργο σαν το «Χιροσίμα αγάπη μου», αντίθετα από την Μητροπούλου. Τραγικά πρόσωπα οι αντιήρωες της Μητροπούλου, τα σκιαγραφεί και μας τα παρουσιάζει χωρίς διάθεση ακραίας αντιπαράθεσης παρά μόνο για να μας φανερώσει την διαρκή τους αποξένωση, την απομόνωση τους. Ορισμένες φορές κάπως κουραστικά, άλλες κάπως πέρα του δέοντος αφηρημένα, άλλες έχοντας εξαντλήσει σε προηγούμενα έργα της την ταυτότητα της φυσιογνωμίας τους. Ορισμένες φορές πάλι, η γραφή της πλεονάζει των απόψεών της, φαίνεται σαν η ίδια να μην μπορεί να ολοκληρώσει το φόντο των χαρακτήρων της, επαναλαμβάνει θεματικές της ενότητες που αν διαβάσουμε προσεχτικά παλαιότερα γραπτά της έχει πει αυτό που θέλει να πει. Ανακυκλώνει θέματα χωρίς μάλλον να εξελίσσει την ταυτότητα του αντιήρωά της, περισσότερο είναι ίσως ένα παιχνίδι μυθιστορηματικής ή θεατρικής τεχνικής. Ένα παιχνίδι όμως που παίζεται με γνήσια και αυθεντικά υλικά και μέσα, με ειλικρίνεια και ενδιαφέρον που κωδικοποιούν επανερχόμενες καταστάσεις σαν και η ίδια να μην θέλει ή να μην αποφασίζει να δώσει ένα τέλος σε αυτήν της την περιπλάνηση. Ένας λαβύρινθος ανθρώπινης ερημιάς και μοναξιάς που δεν βρήκε ούτε η ίδια το νήμα της επιστροφής;
Μοναχική και περήφανη η ίδια μέχρι το τέλος της ζωής της, ανθρωποκεντρική και ελεήμων απέναντι στους ήρωές ή αντιήρωές της, μας κληροδότησε ένα σύμπαν αφιλόξενο, μουντό, σκοτεινό, με ελάχιστες ίσως χαραμάδες ελπίδας. Ένα σύμπαν ανθρώπινης ακοινωνησίας και υπαρξιακής μοναξιάς, όπως ήταν οι νέοι καιροί που έδρασε σαν συγγραφέας. Όπως η ίδια βίωσε.
     Αυτήν την άξενη εποχή των σύγχρονων καιρών μας, αυτό το αφιλόξενο των πόλεων που επέλεξαν ή αναγκάστηκαν να ζήσουν οι άνθρωποι, της εσωτερικής ανθρώπινης ερημιάς πρωτίστως, των διαλυμένων σχέσεων, της πολλαπλής ακοινωνησίας μας, είναι σε γενικές γραμμές που μας παρουσίασε στα έργα της η πειραιώτισσα Κωστούλα Μητροπούλου. Το έργο της, αν το δούμε μέσα στα στενά πειραιώτικα συγγραφικά όρια, μόνο με τα έργα του επίσης πειραιώτη πεζογράφου Φάνη Μούλιου γειτνιάζει. Δεν έχει όμοιό της εντός της πόλης πεζογραφικό παράδειγμα, μόνο με αυτό του Φάνη Μούλιου, μιας σημαντικής και αξιόλογης συγγραφικής φωνής εντός και εκτός των ορίων της πόλης.
Πολλά της έργα είναι αφιερωμένα στην αδερφή της Κάτια η οποία έχει σχεδιάσει και πολλά εξώφυλλα των βιβλίων της. Ορισμένα έχουν σαν εξώφυλλο πίνακες του πειραιώτη ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη. Είναι αρκετοί οι εκδοτικοί οίκοι που εξέδωσαν βιβλία της, βλέπε «Ίκαρος», «Κέδρος», «Γκοβόστη», «Θεωρία», «Δωρικός», «Παρατηρητής», «Κονιδάρης», «Άγκυρα» για να μείνω σε εκδοτικούς οίκους των ημερών μας. Πολλά της έργα πραγματοποίησαν πάνω από μία έκδοση, δες «Η ζωή με τους άλλους», «Η μεγέθυνση», «Το έγκλημα ή 450 ημέρες». «Ο Ένοχος» ενώ άλλα, έγιναν μπέστ σέλλερ και μεταφράστηκαν σε πάρα πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο της διδάσκεται σε αρκετά ξένα πανεπιστήμια. Το 2006 οι εκδόσεις «Άγκυρα» εξέδωσαν στην μνήμη της έναν συλλογικό τόμο με τίτλο «Το Χρονικό μιας Ανυπόταχτης ζωής» Αφιέρωμα στην Κωστούλα Μητροπούλου. Ένα σπονδυλωτό έργο όπου άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, φίλοι της, άτομα που την γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί της γράφουν και μιλούν για την Κωστούλα Μητροπούλου. Την αγαπημένη τους Κωστούλα. Την επιμέλεια της έκδοσης είχε η ποιήτρια και βιβλιοκριτικός Ελένη Γκίκα.
     Μια προσωπική αφήγηση-περιπλάνηση μας δίνει στο παρακάτω κείμενό της που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΖΥΓΟΣ» το 1979. Η Μητροπούλου παρατηρεί και αναλύει την εικαστική δημιουργία του ζωγράφου Στάθη Πετρόπουλου. Διαβάζει τους πίνακές του και περιπλανιέται μέσα στους ερημωμένους χώρους του. Έρημοι δρόμοι, τοπία μοναχικά, άνυδρα, χωρίς ίχνος ζωής, μόνο κάτι ξεραμένοι θάμνοι βρίσκονται σιμά στα ακατοίκητα αυτά σπίτια. Που στέκουν υπερήφανοι θαλασσοδαρμένοι της ζωής φάροι παλαιών ανθρώπινων αναμνήσεων και περασμένων βιωμάτων. Ερειπωμένα σπίτια, με κλειστά παράθυρα ή σπασμένα τζάμια, κλειστές πόρτες, ρηγματικές σχισμές στους τοίχους, σοβάδες που πέφτουν, με την υγρασία να τα σκεπάζει και να νοτίζει τις περασμένες αναμνήσεις των ιδιοκτητών τους. Οικίες που κάποτε έσφυζαν από ζωή και χαρά, από οικογενειακές στιγμές ευτυχίας και ξεγνοιασιά, που τα δωμάτιά τους φιλοξενούσαν αγαπημένες φωνές, ήσαν χαραγμένα τα πατώματά τους από τα ίχνη παλαιών φιλικών επισκεπτών. Από τα παράθυρά τους οι ιδιοκτήτες και οι οικογένειες ατένιζαν το μέλλον των ίδιων και των παιδιών τους. Σπίτια που πλημμύριζαν από φωνές και παιδικές σκανδαλιές, από όνειρα που βιάζονταν να πετάξουν έξω στο περιβάλλον και να επιστρέψουν σαν αποδημητικά πουλιά πίσω στην εστία αφηγούμενα τις εμπειρίες και τις πραγματοποιήσιμες ελπίδες τους, τις διαψεύσεις τους. Λαβωμένα πουλιά που κούρνιαζαν μέσα στα δωμάτια. Σπίτια που δεν προμηνούσαν ούτε την δική τους εγκατάλειψη. Σπίτια από λάδι μικρών συνήθως διαστάσεων είναι που μας αφηγείται η εικαστική ματιά του Πετρόπουλου, ενταγμένα αρμονικά μέσα στον χώρο. Σπίτια που ο όγκος τους δεν περιορίζει το μάτι του θεατή στην επιθυμία του να ατενίσει το ευρύτερο πλαίσιο που καδράρονται. Σπίτια με προοπτική ερημιάς. Αυτές οι εγκαταλελειμμένες οικογενειακές εστίες, οι χωρίς ανθρώπινη πνοή και δραστηριότητα πλέον να τις θερμαίνει, να τις αναζωογονεί, οι φθαρμένες από τον χρόνο και την ερημιά, οι οικίες φαντάσματα είναι που μας μιλά στο κείμενό της η Κωστούλα Μητροπούλου. Από τις πρώτες κιόλας σειρές του κειμένου της ο νους μας πηγαίνει σε αυτές τις εξαίσιες περιγραφές εγκαταλελειμμένων οικογενειακών αρχοντικών, τις ποιητικές αφηγήσεις του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Το έργο του Γιάννη Ρίτσου είναι γεμάτο, ίσως αν δεν  είναι τολμηρό θα γράφαμε, είναι μπουκωμένο από παρόμοιες περιγραφές ερειπωμένων και ερημωμένων αρχοντικών σπιτιών, ποιητικές εικονογραφήσεις αφάνταστου μεγαλείου. Σπίτια που γερνάνε μαζί με τους ιδιοκτήτες τους. Σπίτια ετοιμόρροπα που εξιστορούν την δική τους ιστορία, παράλληλα και αυτήν των ιδιοκτητών τους. Τα σπίτια στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου έχουν ζώσα μνήμη, εναργή μνήμη, όπως και οι άνθρωποι. Μνήμη πολιτική, ιστορική, κοινωνική, ερωτική, επαναστατική, φιλόξενη, ανθρώπινης ζεστασιάς και νοσταλγίας που δεν κατόρθωσε να σβήσει ο χρόνος, αλλά ούτε και τα ίδια θέλησαν να την σβήσουν. Έχουν ποτίσει τα ντουβάρια, τα ξύλινα πατώματα, τους φεγγίτες, τα δεκάδες μικρά και μεγάλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης που κάποτε, πλημμύριζαν τους χώρους τους. Η μνήμη τους δεν αλλοιώθηκε από την φυσική φθορά του χρόνου πάνω τους, αντίθετα, διατηρήθηκε άσβεστη και ακμαία μέσα στην υπερηφάνεια τους και την μοναχικότητά τους. Είναι τα σπίτια μνήμες του έθνους των ελλήνων, μιας ολάκερης εποχής δραματικών αλλαγών και εξελίξεων στην χώρα. Είναι τα σπίτια μάρτυρες και μαρτυρίες βίου και κατατρεγμού ανθρώπων. Εξορίας ανθρώπων και οικογενειών. Είναι τα σπίτια φάτνες της ελληνικής ιστορίας της ρωμιοσύνης. Βουβά, έρημα, διψασμένα, μοναχικά, λησμονημένα, μουχλιασμένα από την εγκατάλειψη, απαξιωμένα από τους απογόνους, στέκουν άφοβα, αγέρωχα, υπερήφανα, ρωμαλέα μέσα στην ερημιά τους. Ξέρουν να κρατούν καλά μέσα στα ερείπιά τους την θερμότητα ζωής ανθρώπων που κάποτε τα ζέσταιναν, τα λειτουργούσαν, τα κοινωνούσαν, τα ευλογούσαν με τις πράξεις και τα πάθια τους, τα λιβάνιζαν με τις προσευχές και το αίμα τους. Τα χάιδευαν με τα ίχνη των σωμάτων τους, τα πότιζαν με τον ιδρώτα τους. Εκατομμύρια όνειρα ανθρώπων βρήκαν στέγαση μέσα στα έρημα αυτά δωμάτια. Χιλιάδες πόνοι γέννας και θανάτου θρήνοι, βογκητά απελπισίας και λυγμούς μοναξιάς άκουσαν οι τοίχοι, τα παραθυρόφυλλά τους, τα πατώματά τους, οι σοφίτες τους, τα υπόγειά τους. Εκατοντάδες βήματα σεργιάνησαν στα ξύλινα πατώματά τους. Άνθρωποι και χώροι έγιναν ένα. Έγιναν ασβέστης, τσιμέντο, αγωνίας αγκωνάρια, τούβλα ελπίδας, κεραμίδια παρηγοριάς, σπασμένες πόρτες φιλοξενίας, μισάνοιχτα παράθυρα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Έγιναν ερημιά στα μάτια των νέων ανθρώπων που τα ατενίζουν στο χρόνο.
     Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για τα σπίτια του ζωγράφου Στάθη Πετρόπουλου. Είχα παρακολουθήσει την έκθεσή του, και το ίδιο μοναχικό συναίσθημα το ίδιο αίσθημα θλίψης και εγκατάλειψης που ένιωσα τότε, νιώθω και σήμερα μετά από τόσες δεκαετίες που ξαναβλέπω φωτογραφίες των έργων του στο περιοδικό και διαβάζω το κείμενο της Κωστούλας Μητροπούλου. Ένα κείμενο κρυστάλλινης μοναξιάς που δεν θα μπορούσε να μην εκφράζει και το κλίμα μέσα στο οποίο κινείται και ο μυθιστορηματικός της λόγος.
Δημοσιεύονται τέσσερεις φωτογραφίες με πίνακες του Στάθη Πετρόπουλου, οι οποίοι έχουν σχεδιαστεί με λάδι και έχουν διαστάσεις 40Χ40 εκατοστά. Είναι Σπίτι στο Λαύριο και Σπίτι στη Λακωνία.
ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ    
Η ΦΘΟΡΑ ΕΧΕΙ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ
στον Στάθη Πετρόπουλο
με αφορμή τις εκθέσεις του στην «Αργώ» και στον «Κοχλία»
περιοδικό ΖΥΓΟΣ, τεύχος 38/11,12,1979, σελίδες 51-53

     Αυτό το σπίτι είναι όλος ο κόσμος. Ξεκομμένο από τον περίγυρο, μοναχικό, απρόσιτο σχεδόν, αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια το χρόνο και την ανθρώπινη αδιαφορία. Αν είχε όνομα αυτό το σπίτι θα το έλεγαν η φθορά σε αποχρώσεις. Από το χρώμα της πέτρας, κλιμακωτά, μέχρι εκείνο το σύνθετο, από σάπιο και υγρασία, από κλεισούρα και εγκατάλειψη. Οι τοίχοι του είναι όλες εκείνες οι ανθρώπινες μαρτυρίες που το κατοίκησαν, το πόνεσαν, το άφησαν, το ξέχασαν. Τα παράθυρά του είναι τα χαμένα πρόσωπα πού ποτέ δεν θα δούμε εμείς, αυτά τα ίδια πρόσωπα πού στοίχειωσαν τα δωμάτια με τραγούδια, με δάκρυα, με γέλια, και έφυγαν.
     Όταν το ένα σπίτι έχει κοντά του άλλο ένα, άλλα δύο, άλλα τέσσερα, σπίτια κλειστά πάντα, τότε έχουμε μιάν αναπάντεχη μαρτυρία του χωροχρόνου, σε διαστάσεις πού θα τις λέγαμε αυθαίρετα των αποχρώσεων. Από τον ένα ραγισμένο τοίχο στον άλλο, από τα ρημαγμένα παράθυρα στη σκεβρωμένη πόρτα, ο Στάθης Πετρόπουλος, διηγείται την τόσο καθημερινή και τόσο απάνθρωπη ιστορία της φθοράς, με εκείνο το δικό του τρόπο, έναν καθαρά προσωπικό τρόπο αφήγησης μέσα από τα πολλαπλά επίπεδα της βαθμιαίας και οριστικής καταστροφής στα πράγματα. Στέκεται με πάθος και πανικό μπροστά σ’ αυτά ακριβώς τα πράγματα, γιατί αυτά περιέχουν τον άνθρωπο, αυτά θα διηγηθούν την ιστορία του ανθρώπου, με αυτά θα επισημάνει τραγικά την απουσία του ανθρώπου ο ζωγράφος.
     Δεν είναι μια απουσία-αυτή του ανθρώπου-που δημιουργεί κενά ή προμηνάει καταστροφές. Αντίθετα, είναι μια κατάσταση που προβάλλει τα σπίτια, αυτά που κάποτε σίγουρα κατοικήθηκαν, και τα κάνει μ’ έναν τρόπο επώνυμα, φορτωμένα μνήμες και παρελθόν. Μια εντελώς προσωπική λεπτομέρεια, πού είναι ωστόσο ένα θέμα ολόκληρο και αυτόνομο, αυτό το έκθετο, γονατισμένο δεντράκι, άλλοτε λίγο πρίν λυγίσει, συχνά γερτό στα μισά, κάποτε σαν εντελώς αποκομμένο από την εικόνα, σε μιάν άκρη δεξιά ή αριστερά, ένα σημάδι επικοινωνίας του ζωγράφου με τον κόσμο. Την πρώτη φορά που το είδα, ήταν σαν να είχε βάλει έτσι την υπογραφή του, τ’ όνομά του πεταμένο μέσα στην ερημιά του κόσμου ΄ και του το είπα. Μού τόδειξε σε όλες τις φάσεις αυτής της διήγησης, μέσα από τους πίνακές του, πάντα σε μιάν αλλόκοτη εξάρτηση άγριας ελευθερίας με το τοπίο-ένα σύμβολο πιο πολύ, που δήλωνε τα σύνορα του μικρόκοσμου ενός κλειστού σπιτιού και προχωρούσε τη φθορά πολύ πιο πέρα από τον κόσμο της ύλης.
     Σπίτια πλάι σε σπίτια, πόρτες που γειτνιάζουν με άλλες πόρτες, παράθυρα σε μιάν αυθαίρετη σχέση και σειρά, χρώματα που είναι νομίζεις πάντα ένα, της φθοράς, και αμέτρητες αποχρώσεις που κάνουν  να ξεχωρίζουν τα κλειστά, άδεια σπίτια σε ατομικές, μοναδικές περιπτώσεις, για μια στιγμή μέσα στο χρόνο, και ίσως ποτέ πιά τίποτα τέτοιο. Όλα μαζί καλύπτουν μιάν επιφάνεια που θα τη λέγαμε κάπως αυθαίρετα πρώην πολιτεία Χ ή εγκαταλειμμένη αρχιτεκτονική ή ακόμα αργός θάνατος με αξιοπρέπεια. Οι πίνακες του Στάθη Πετρόπουλου είναι η καταλυτική ιστορία της φθοράς, βήμα με βήμα, πέτρα την πέτρα, από το γεγονός που λέγεται ερημιά και εγκατάλειψη και απουσία, μέχρι την αποκαλυπτική παραδοχή της καταγραφής αυτής της πορείας με τις αποχρώσεις μιάς πέτρας. Δεν είναι ούτε μια στιγμή θρηνητική αυτή η πορεία της φθοράς, ούτε μια φορά αρνητική και στείρα. Είναι όλοι οι παλμοί που διατηρήθηκαν μέσα στα κλειστά σιωπηλά σπίτια, παλμοί από φωνές και γέλια, περασμένα και χαμένα για πάντα βέβαια, αλλά που ωστόσο κάποτε ήτανε μια πραγματικότητα. Αυτή την πραγματικότητα που χάνεται, στην πιο καίρια στιγμή της, όπως μ’ ένα ευαίσθητο μάτι από φωτογραφική μηχανή, την αιχμαλώτισε ολόκληρη ο ζωγράφος-ένα προσωπείο παλιάς δόξας που φθίνει γεμάτο αξιοπρέπεια, βυθισμένο στη σιωπή και στο δέος της ερημιάς του.
     Όταν κάποτε, αυτή την εντελώς έρημη επιφάνεια τη διαρρέει κάποιο φως, δεν είναι μια άξαφνη και ίσως επιφανειακή αισιοδοξία του ζωγράφου΄ καθόλου, τίποτα τέτοιο. Είναι όπως, μέσα στη νύχτα, μοναχικά τραίνα ξεκινάνε με διαφορετική κατεύθυνση το καθένα και μ’ ένα αόριστο φως, χωρίς ποτέ να έχουν σταθερό σημείο επαφής κι ωστόσο πάντα ίδια ανάμεσά τους, τραίνα φορτωμένα ανθρώπινες ιστορίες και με προορισμό τους μια σκοτεινή αποθήκη με παλιά, άχρηστα βαγόνια.
     Μακριά, ατέλειωτη σειρά από σπίτια κλειστά, όχι ερείπια, ποτέ ερείπια, στητά, μακρινά και τόσο γνώριμα ωστόσο, όπως πολύ παλιά αγαπημένα πρόσωπα σε φωτογραφία ενθύμιον αγάπης που η υγρασία έχει διαβρώσει το χαρτόνι και μόνο στα μάτια εκείνο το φως επιμένει. Κάποια στιγμή έχει πειστεί για την ανθρώπινη παρουσία στους πίνακες του Στάθη Πετρόπουλου. Είναι παντού, σε κάθε στιγμή αυτής της ερημικής πορείας, εκεί ακριβώς που η απουσία έχει σημειώσει: από δω πέρασαν άνθρωποι. Και τους αναγνωρίζεις έναν-έναν, στα ίχνη που άφησαν παντού, εκεί που πατάει για να περάσει, μόνη κυρίαρχη και αυτάρκης, η φθορά.
ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, περιοδικό ΖΥΓΟΣ τεύχος 38/11,12,1979, σ. 51-

Μεταξύ των άλλων βιβλιογραφικών πληροφοριών για το έργο της Κωστούλας Μητροπούλου, της τιμημένης πειραιώτισσας μυθιστοριογράφου, διηγηματογράφου, στιχουργού και θεατράνθρωπου, βλέπε ενδεικτικά και τις εξής πληροφορίες:
Α) Κάτια Μητροπούλου, Φιλολογική Βραδυνή Σάββατο 12/3/2005, σ.31-,Το πορτραίτο της Κωστούλας με τα μάτια της αδερφής της.
Β) Ελένη Γκίκα, Αθηναϊκό Ημερολόγιο των Γ. Κ. Καιροφύλα-Σ.Γ. Φιλιππότη, έτος 17, εκδόσεις Φιλιππότης, «Η ΠΑΤΗΣΙΩΝ ΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ»
Γ) Αντώνης Ζαρίφης, περιοδικό Φιλολογική Στέγη τχ. 28/Φθινόπωρο 1981, σ.475-, «Ο ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ»
Δ) Τούλα Μπούτου, Κωστούλα Μητροπούλου, πρόλογος στο «Πανόραμα Ελληνικού Διηγήματος» Ελληνική Λογοτεχνία τόμος 1, σ.11. (είναι μια σειρά που εξέδωσε αν θυμάμαι σωστά η εφημερίδα Ελευθεροτυπία)
Ε) Κώστας Θεοφάνους, περιοδικό «Λιμάνι» τχ. 12/5, 1992, σ.76-, Ο Κώστας Θεοφάνους απαντά στην Κωστούλα Μητροπούλου.
Στ) Δ. Φ. Φραγκόπουλος, εφημερίδα «Έθνος» 1/9/1988, Κωστούλα.
Ζ) Ελένη Γκίκα, εφημερίδα «Έθνος» Δευτέρα 2/2/2004, σ.47, «Το τελευταίο παραμύθι της ζωής της»
Η) Λευτέρης Γιαννακουδάκης, εφημερίδα «ΜΙΤΟΣ» της Κυριακής 15/2/2004, Ο «Στρατιώτης» κίνησε για το μεγάλο «δρόμο»
Θ) Μιχάλης Παγίδας, εφημερίδα «Ακρόπολις» 1/3/1981, Η συγγραφέας της ανθρώπινης μοναξιάς
Ι) Στην δίγλωσση ανθολογία των Doron Josette-Daskalopulos Maria, Voix de femmes Grecques. Anthologie Bilinque, 2000, Η Μητροπούλου ανθολογείται με πεζό της, σ.156-,
Κ) Μάνος Κοντολέων, περιοδικό «Τραμ» τχ. 7/9,1988, σ. 111-, βιβλιοκριτική για έργο της «Το παλαιοπωλείο στην Τσιμισκή»
Λ) Αλέξανδρος Αργυρίου, Η Μεταπολεμική μας Πεζογραφία, τόμος Α΄ εκδόσεις Σοκόλη 1988 στην εισαγωγή του και σε πολλές άλλες σελίδες.
Μ) Χαρά Γεωργοπούλου-Μπακονικόλα, «Κανόνες και Εξαιρέσεις» εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα» 2000
Ν) Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Κλειδιά και Κώδικες θεάτρου ΙΙ-Ελληνικό Θέατρο» εκδόσεις Εστία 1984
Ξ) Μανώλης Γιαλουράκης, Λογοτεχνία των Ελλήνων, τόμος 10ος, σ. 242- 247, λήμμα, εκδόσεις Χάρη Πάτση 1966
Ο) Ηλίας Γκρής, «Η 17 Νοέμβρη στη Λογοτεχνία», σ. 287, εκδόσεις Μεταίχμιο 2003
Π) Θανάσης Συλιβός, «Μάνος Λοϊζος… η δική μου ιστορία, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή 2003, σε αρκετές σελίδες.
Ρ) Πάρις Τακόπουλος, «Τα Κριτικά (Θέατρο 1966-1990), εκδόσεις Ποταμός 2002
Σ) Μιχάλης Γ. Μερακλής, «Η Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία (1945-1970)-Πεζογραφία, εκδόσεις Κωνσταντινίδης χ.χ.
Τ) Χρυσόθεμις Σταματοπούλου-Βασιλακάκου, «Αρχείο Ραλλούς Μάνου» εκδόσεις «Έφεσος» χ.χ. σ. 50, 64,…
Υ) Μαγδαληνή Κ. Τσάκωνα, «Για τον Πατέρα», εκδόσεις «Μαρή» 1971, σ.231-
Φ) Δημήτριος Τσάκωνας, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδόσεις Σώφρων 1992, τόμος 9ος, σ. 381-
Χ) Πέτρος Σ. Σπανδωνίδης, περιοδικό «Ποιητική Τέχνη» τχ. 24/1-3-1949, σ. 154-, βιβλιο/κη για το βιβλίο «Απασιονάτα»
Ψ) Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Μεταπολεμικοί Συγγραφείς» εκδόσεις Κέδρος 1982, σ. 276, βιβλιο/κη για το βιβλίο «Λεωφόρος χωρίς ορίζοντα»
Ω) Δημήτρης Σταμέλος, εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 1/10/1997, «Έρωτας που κατακαίει και λυτρώνει», βιβλιο/κη για το «Έγραφε παντού τ’ όνομά του»
     Με τις 24 αυτές ενδεικτικές πληροφορίες δεν είχα σκοπό να συντάξω μια βιβλιογραφία και κριτικογραφία για την Κωστούλα Μητροπούλου, άλλωστε, τα κείμενα, τα άρθρα, οι κριτικές, οι θεατρικές κριτικές, τα σχόλια, οι αναφορές σε ιστορίες της ελληνικής λογοτεχνίας, ανθολογίες, δοκίμια  και θεατρικές μελέτες, σε εφημερίδες και περιοδικά είναι εκατοντάδες για να μην πω χιλιάδες. Απλά έδωσα ένα ελάχιστο γενικό στίγμα από βιβλία και άρθρα για το έργο της και από δικά της κείμενα.
Πολυγραφότατη η πειραιώτισσα Κωστούλα Μητροπούλου, παραγωγική και δημιουργική, ενεργός και δημοκρατικός πολίτης αυτής της χώρας σε δύσκολες ιστορικές στιγμές της στάθηκε στις επάλξεις και υπερασπίσθηκε στην ελευθερία και την δικαιοσύνη, πολιτική στιχουργός, μετείχε στα κοινά της Πόλης και άφησε τα ίχνη της στις μελλοντικές γενιές. Είθε η πόλη του Πειραιά που γεννήθηκε να δώσει σε μια πλατεία ή σε έναν δρόμο το όνομά της και να στηθεί η προτομή της στην περιοχή που γεννήθηκε. Η αγαπημένη της αδερφή, η καλλιτέχνης κυρία Κάτια Μητροπούλου που έχει εκδόσει βιβλίο για την πόλη, ίσως μπορεί να «καθοδηγήσει» εποικοδομητικά τους διάφορους φορείς της πόλης μας για να τιμήσουν την σημαντική αυτή εκπρόσωπο της πειραϊκής τέχνης.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Δεύτερη γραφή σήμερα, 19/9/2018
Πειραιάς, Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2018  


Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Θρησκευτικός και πολιτικός φανατισμός


Μερικά ακόμα κείμενα για την περιπέτεια της ταινίας του Μάρτιν Σκορτσέζε

     Συνεχίζοντας την αντιγραφή κειμένων για τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Νίκου Καζαντζάκη, την μεταφορά του στον κινηματογράφο από τον Μάρτιν Σκορτσέζε, την  προβολή του στην χώρα μας και τον βίαιο σάλο και αντιδράσεις που προκάλεσε εκείνη την εποχή, (ήμουν αυτόπτης μάρτυρας των θλιβερών αυτών συμβάντων στον κινηματογράφο «ΟΠΕΡΑ» και στους πέριξ δρόμους) παραθέτω τις θέσεις ορισμένων γνωστών ελλήνων συγγραφέων, ποιητών, θεολόγων, στιχουργών, στοχαστών όπως έπραξα και στο προηγούμενο σημείωμα. Τα κείμενα μας μιλούν μεν για το μυθιστόρημα και την μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη, αναφέρονται όμως, κυρίως, στο πρόβλημα της προληπτικής ή μη λογοκρισίας στην τέχνη στην χώρα μας, στις εκδηλώσεις ομαδικής και ατομικής βίας, στο πανάρχαιο φαινόμενο του θρησκευτικού φανατισμού, της παραχάραξης των εκκλησιαστικών αρχών της ορθόδοξης παράδοσης από μικρές θρησκευτικές σέχτες, τον ρόλο που διαδραμάτισαν και διαδραματίζουν ακόμα εντός και εκτός εκκλησιαστικού χώρου οι λεγόμενες παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, την μετατροπή μερίδα ελλήνων πολιτών σε όχλο. Την υιοθέτηση κατασταλτικών μέτρων στην τέχνη από την κρατική εξουσία, τις βίαιες αντιδράσεις και αντικοινωνικές συμπεριφορές από άτομα που αφιονίζονται εν ονόματι της προσβολής της πίστης τους όπως πιστεύουν. Σχόλια, άρθρα, απόψεις, θέσεις που υπογράφονται από την ελληνική διανόηση της εποχής-άντρες και γυναίκες-που η ιδιότητά τους ως εκφραστές ενός φιλελεύθερου και προοδευτικού πνεύματος της κοινωνίας, δεν ανέχεται την προληπτική λογοκρισία στην τέχνη, τον θρησκευτικό φανατισμό, την κοινωνική μισαλλοδοξία, που δεν συνάδει με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά ρεύματα της τέχνης και της κουλτούρας. Κρίσεις προσωπικές, που μας φανερώνουν την εικόνα της ελλάδας όχι μόνο την χρονιά που δημοσιεύτηκαν τα κείμενα αυτά-1988-αλλά και προγενέστερων περιόδων, με τις έντονες πολιτικές και ιδεολογικές ζυμώσεις. Την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας ή μία από τις σκοτεινές της πλευρές, τις τότε κυβερνητικές πολιτικές αντιδράσεις επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, (δες Στέλιος Παπαθεμελής) αλλά και την στάση της υπουργού πολιτισμού, της τελευταίας ελληνίδας Θεάς της ηθοποιού Μελίνας Μερκούρη. Μας περιγράφουν ακόμα τις αντίστοιχες εκκλησιαστικές αντιδράσεις και θέσεις της εκκλησίας της ελλάδας και της τότε ηγεσίας της ιεράς συνόδου. Ας θυμίσουμε τις ανάλογες αντιδράσεις που είχαν προκληθεί παλαιότερα, για την προβολή της θαυμάσιας ταινίας “Jesus Christus Super Star” μέχρι να επιτραπεί η προβολή της, ενώ «θάφτηκε» μια άλλη κάπως «περιθωριακής» εμπνεύσεως και φτηνού προϋπολογισμού ταινία, το “Gospels” αν  δεν με απατά ο χρόνος της μνήμης. Η ταινία αυτή που διαπραγματευόταν τον χριστιανικό μύθο από ομάδες αστέγων και ηθοποιών του δρόμου, μέσα στους φυσικούς χώρους των μεγαλουπόλεων, σε ένα νεκροταφείο αυτοκινήτων, με ρούχα καθημερινά που φορούν οι διάφοροι κλοσάρ, μουσική αυτοσχέδια με ήχους που παράγονταν από άχρηστα μεταλλικά αντικείμενα που πετάγονται σε χωματερές, και ηθοποιούς που διαρκώς αυτοσχεδίαζαν και δημιουργούσαν ευχάριστες στιγμές κατά την διάρκεια της αναβίωσης των θείων παθών. Η ταινία είχε προβληθεί δύο φορές στον παλαιό τηλεοπτικό σταθμό 902 Αριστερά στα FM, ένα «είδος λαϊκού μιούζικαλ» με την εικόνα της Σταύρωσης από έργο του ισπανού συγγραφέα Φερνάντο Αρραμπάλ, ή συμμετείχε (;) και ο ισπανός θεατρικός αντιστασιακός συγγραφέας. Οι δημοσιογραφικές αυτές καταθέσεις που ερανίστηκα από διάφορες εφημερίδες που αγόραζα τότε, μας δείχνουν ακόμα την παραπληροφόρηση ή την διόγκωση των γεγονότων από ορισμένες δημοσιογραφικές γραφίδες και ρεπορτάζ που χρησιμοποιούνταν για εμπορικούς σκοπούς, τις αντιδράσεις των ανθρώπων της τέχνης των γραμμάτων και του πολιτισμού,-που δεν σηκώνουν «μύγα στο σπαθί τους» σε τέτοια ζητήματα. Δημοσιεύτηκαν άρθρα έγκριτων δημοσιογράφων που αναφέρονται στην εσκεμμένη πρόκληση αντιδράσεων από μερίδα θρησκευτικών οργανώσεων στις ΗΠΑ,-πριν έρθει ακόμα στην χώρα μας- που τις παρότρυναν κύκλοι της βιομηχανίας του Χόλλυγουντ για εισπρακτικούς και διαφημιστικούς λόγους, την παρότρυνση σε αρνητικές εκδηλώσεις από το αμερικάνικο κινηματογραφικό λόμπι, που ήταν πέρα από τα καλλιτεχνικά κριτήρια αποδοχής της ταινίας με τον συγκεκριμένο προϋπολογισμό. Τα πάντα είναι μπίζνες σε αυτήν την μεγάλη, πλούσια και ελεύθερη ήπειρο της ανοιχτής οικονομίας. Ας μνημονεύσουμε ξανά, τις  αντιδράσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1970 για την ταινία «Εμμανουέλλα» και τα λεσβιακά πλάνα της, τις μετέπειτα χρονικά αντιδράσεις κοινού και κριτικών για την σκηνή με το βούτυρο της ταινίας «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι» με τον αξέχαστο Μάρλο Μπράντο. Το Χόλλυγουντ, πάντοτε γνώριζε και έβρισκε τρόπους να διαφημίσει τις παραγωγές του και να αυξήσει τα κέρδη του παγκοσμίως. Ανοίγοντας μια μικρή παρένθεση, να θυμηθούμε και πάλι τις αντιδράσεις μερίδας του κοινού και της τότε κυβέρνησης, της μετάφρασης στα ελληνικά των έργων του Μαρκησίου ντε Σαντ, και την στάση του πειραιώτη συγγραφέα Ευάγγελου Παπανούτσου κλπ. Τα επώνυμα αυτά κείμενα που αναδημοσιεύω, φωτογραφίζουν την κατάσταση της χώρας μας τις προηγούμενες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, καθρεφτίζουν ποιες συντηρητικές δυνάμεις και κοινωνικές ή θρησκευτικές επιλογές επικρατούσαν και διαμόρφωναν την κοινή γνώμη, επέβαλαν πολιτικές αποφάσεις, απαγόρευαν πολιτιστικές εκδηλώσεις, απέτρεπαν άλλες, καλλιεργούσαν βίαιες εκδηλώσεις συμπεριφοράς, ομάδων με αντιδημοκρατικό πρόσημο. Νομίζω, αν δεν είναι λανθασμένη η συσχέτιση, παρόμοιες αντιδράσεις-για άλλες αιτίες και αφορμές και σε άλλη κλίμακα- είχαμε και τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας, και ας έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε. Να θυμίσω την θεατρική παράσταση που προβάλλονταν μεταμεσονύχτια και τις θρησκευτικές και πάλι αντιδράσεις που προκάλεσε, να θυμίσω το βάψιμο ή την καταστροφή εικαστικών γυμνών έργων τέχνης που εκτίθενται σε δημόσιους χώρους και πλατείες, να θυμίσω τις βίαιες πολιτικές αντιδράσεις εναντίον του πρώην προέδρου της ελληνικής δημοκρατίας στην Θεσσαλονίκη κυρίου Κάρολου Παπούλια από το ετερόκλητο πολιτικό κίνημα των αγανακτισμένων, την καταστροφή δημόσιας περιουσίας, το κάψιμο μεγάλου βιβλιοπωλείου και του κινηματογράφου Αττικόν και την δολοφονία-νομίζω 3-ατόμων της τράπεζας; Της κοπέλας με το παιδί στα σπλάχνα της, και ένα σωρό άλλα βίαια πολιτικά γεγονότα και αντικοινωνικές συμπεριφορές μερίδας των συμπολιτών μας, που μας δείχνουν τα υπόγεια ρεύματα αντικοινωνικής και αντιθρησκευτικής συμπεριφοράς που εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα. Από στρώματα του πληθυσμού που έχουν γαλουχηθεί υποτίθεται από τα νάματα της ορθόδοξης παράδοσης και πίστης και της αρχαίας κλασικής κληρονομιάς. Όλων εμάς δηλαδή που κάνουμε ένα βήμα μπρός και δύο βήματα πίσω στην χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, του γκρικ λόβερ και καμάκι, του μουζάκα και του θρησκευτικού και αρχαιολογικού τουρισμού που είναι της μόδας.
     Το ερώτημα εκτός από πολιτικό, θρησκευτικό και κοινωνιολογικό είναι και καλλιτεχνικό, πόσο μπορεί να επηρεάσει επί τα βελτίω η Τέχνη την ζωή μας, να μας κάνει καλύτερους, να μας εξανθρωπίσει, να αυξήσει τους βαθμούς εσωτερικής μας ελευθερίας. Ή είναι και αυτή, ένα ακόμα καταναλωτικό πολιτιστικό προϊόν, όπως είναι η πολιτική, η ιδεολογία, η θρησκεία, μέσα σε ένα ειδωλολατρικό κόσμο εκδηλώσεων, συμπεριφορών και απάνθρωπων οικονομικών πρακτικών. Και όταν γράφω ειδωλολατρικό, δεν εννοώ τον θρησκευτικό Εθνικό Κόσμο των Αρχαίων Ελλήνων της παλαιάς θρησκείας, εννοώ, του εμπορικού θεάματος, των προπαγανδιστικών σκοπιμοτήτων, του άκριτου καταναλωτισμού, του μιμητισμού χωρίς όρια και κρίση. Αυτό που οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι ονομάζουν χυδαίο καπιταλισμό. Τα πάντα στο βωμό του Κέρδους φανερά ή κρυφά και με όποιο τίμημα.
Η τέχνη του κινηματογράφου περισσότερο ίσως από τις άλλες ανθρώπινες τέχνες και κοινωνικές δραστηριότητες, εκδηλώσεων συμπεριφοράς και στάσεων ζωής, ως νεότερη και επαναστατικότερη, απελευθέρωσε τις συνειδήσεις των σύγχρονων ανθρώπων της προηγούμενης χιλιετίας από διάφορες προκαταλήψεις, ταμπού, αγκυλώσεις, απαγορεύσεις, συνήθειες κοινωνικών πρακτικών, που προέρχονταν από τα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας, της παράδοσης, του εθιμικού δικαίου, την θρησκεία και τα παγιωμένα δόγματά της, τους κανόνες και τις ηθικές της απαγορεύσεις. Τις καταναγκαστικές επιβολές σε ατομικό επίπεδο των διαφόρων Εκκλησιών που στο διάβα της ιστορικής τους διαδρομής, ανέχτηκαν Παγκόσμιους αιματηρούς Πολέμους και καταστροφές, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, Νταχάου, Άουσβιτς, Γκούλακ, Μακρονήσου κλπ., ενώ αντιδρούν στο βιολογικά αυτονόητο και συναισθηματικά υγιές πράγμα. Ένα αγόρι να φιλήσει ένα κορίτσι από έρωτα πριν τον γάμο, ένα αγόρι να φιλήσει ένα άλλο αγόρι από αγάπη χωρίς γάμο, ένα κορίτσι να φιλήσει ένα άλλο κορίτσι και για τα δύο. Αστείες δικαιολογίες εκκλησιαστικών ταγών επιβολής κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς μιας παράδοσης, που ο επιθανάτιος ρόγχος της, δίνει ακόμα αναπνοή σε φαινόμενα ακραίων εκδηλώσεων και συμπεριφορών. Χωρίς να κατόρθωσε μέσα στην Ιστορία να σταματήσει το Κακό, να αναχαιτίσει τις διάφορες φυσικές αρρώστιες, να αποτρέψει το γεγονός του θανάτου. Καταστάσεις που είναι σύμφυτες με την ίδια την Ζωή. Και από την άλλη, οι καλών προθέσεων, καλοκάγαθοι χριστιανοί να υπόκεινται σε διπλό «μπούλινγκ», και από τους αρνητές της πίστης τους και από τον ίδιο τον χώρο της πίστης τους και τους ομόθρησκους ανθρώπους της. Κοινωνικός τραγέλαφος, προσωπικότητες με ενοχές που δεν τους αναλογούν και δεν τους ανήκουν.
     Ο Κινηματογράφος που αντικατέστησε την λογοτεχνία και τα λαϊκά αναγνώσματα που ήσαν διαδεδομένα την εποχή που έγραφε ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ και ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Γεώργιος Ονέ και ο Δουμάς, ο Κάρολος Ντίκενς αλλά και στην χώρα μας, η Ιωάννα Μπουκουβά-Αναγνώστου, ή τα ληστρικά μυθιστορήματα στις συνειδήσεις των μεγάλων μαζών αναγνωστών, έφερε μια αλλαγή που ακόμα ίσως δεν έχει αξιολογηθεί και μετρηθεί. Η σταθερή άνοδός του στις προτιμήσεις και επιλογές των ανθρώπων απελευθέρωσε και επιμέρους κοινωνικά ζητήματα διαφόρων μειονοτικών ομάδων, που ήταν κοινωνικά ζητούμενα που η γραφή, χρειάζονταν δεκάδες σελίδες για να αναδείξει και να βοηθήσει στην αλλαγή και αποδοχή του κοινωνικού σώματος. Μία εικόνα ίσον χίλιες λέξεις συνηθίζουμε να λέμε. Ένα κινηματογραφικό πλάνο μπορεί να ξεσηκώσει χιλιάδες ανθρώπινες αντιδράσεις-θετικές ή αρνητικές-παρά μια λογοτεχνική σελίδα. Ασφαλώς ο γραπτός λόγος προετοίμασε τα διάφορα πεδία ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης των ανθρώπων, όμως το αντιπολεμικό αίσθημα εκδηλώνεται μάλλον περισσότερο με την ταινία η «Λίστα του Σίντλερ» παρά με την αντιπολεμική λογοτεχνία στα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο χρόνια. Μεγάλη χρονική περίοδο μη παγκόσμιων πολεμικών επιχειρήσεων. Ο «Δικτάτωρ» του Τσάρλι Τσάπλιν είχε και ίσως έχει ακόμη μεγαλύτερη επίδραση στις συνειδήσεις του απλού ανθρώπου, του μεροκαματιάρη οικογενειάρχη από ότι τα μυθιστορήματα του αδικοχαμένου Πρίμο Λέβι. Οι ταινίες που μετέφεραν στην μεγάλη οθόνη το «Ουδέν Νεώτερο από το Δυτικό Μέτωπο», προκαλούν αντιδράσεις αγανάκτησης και αντιπολεμικών διαθέσεων πολύ περισσότερο μάλλον από την ανάγνωση του έργου του Ρέμαρκ. Θέλω να πω ότι η κινηματογραφική τέχνη έχει προ πολλού αυτονομηθεί από τις άλλες τέχνες και αποτελεί από μόνη της, ένα ξεχωριστό σύμπαν αναφοράς και εκδηλώσεων, και η συμβολή της στην διάπλαση και διαμόρφωση των συνειδήσεων των ανθρώπων παγκοσμίως είναι συνεχής, ανοδική και ραγδαία.
Κάτω από αυτήν την οπτική αξιολογώντας ξανά την ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε και ενθυμούμενος εκείνα τα γεγονότα που προκάλεσε η προβολή της, θεωρώ ότι ήταν υπερβολικές και άσκοπες οι αντιδράσεις για μια ταινία που δεν είχε και τις αναμενόμενες προδιαγραφές κινηματογραφικής επιτυχίας όπως άλλες παραδείγματος χάριν του σκηνοθέτη, βλέπε: ο «Ταξιτζής» 1976,- εξαιρετικό εφεύρημα η παρακολούθηση των γεγονότων μέσα από τον καθρέφτη του ταξί, «Κακόφημοι δρόμοι» 1973,-που αναδεικνύεται η σύγχρονη βία των μεγαλουπόλεων και τα διάφορα γκέτο, κλπ. Ανεκτή αλλά μέτρια μάλλον ταινία με πολλά κενά και άλματα που δεν στοιχειοθετούσαν την μυθιστορηματική εκδοχή του χριστιανικού μύθου όπως τον διαπραγματεύτηκε ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι περισσότερες θεούσες και φωτίσματα που αντέδρασαν εκείνη την χρονιά ούτε είχαν σχέση με τον κινηματογράφο ούτε είχαν δει την ταινία, αντέδρασαν βίαια και ξεσηκώθηκαν παροτρυθέντες μόνο από την διαφημιστική προπαγάνδα της ταινίας. Και μετά βεβαιότητας θα σημειώναμε ότι δεν είχαν καν διαβάσει το βιβλίο του Κρητικού συγγραφέα, για να μην γράψω ότι δεν θα τους το επέτρεπε η θρησκευτική τους συνείδηση να το αγγίξουν σαν βιβλίο. Και γιατί να το κάνουν άλλωστε. Η θύραθεν παιδεία ήταν πάντα κάτι ξένο αν όχι απαγορευμένο για τους απλούς, καλοκάγαθους πιστούς. Ούτε τον ύπνο τους ταράζει ούτε την ψυχική τους ησυχία η μη ανάγνωση λογοτεχνικών αναγνωσμάτων, πέραν από των ελαχίστων καθαρά θρησκευτικών και ορθόδοξου φρονηματισμού αναγνωσμάτων από χριστιανούς ορθόδοξους συγγραφείς. Εξάλλου, για να κάνουμε και τον συνήγορο της πίστης του διαβόλου, η εκκλησιαστική γραμματεία αριθμεί αιώνες τώρα τόσες χιλιάδες γραπτά έργα όσες σχεδόν και η αρχαία, δεν σου αρκούν δύο και τρείς ζωές κλεισμένος σε κελί για να την μελετήσεις και να την βιώσεις όπως συνηθίζεται να υποστηρίζουν οι υπερασπιστές της πίστης. Το θέμα για μένα είναι και εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό, ο διάλογος μεταξύ της θύραθεν και της εκκλησιαστικής γραμματείας. Ο διάλογος και η συνάντηση των ανθρώπων πέρα από επιλογές πίστης ή απιστίας του καθενός και της κάθε μίας. Ακόμα και στις μέρες μας, δεν έχουμε διδαχθεί σχεδόν τίποτα ούτε από την αρχαία ούτε από την εκκλησιαστική παιδεία, ούτε από την θύραθεν ούτε από την ορθόδοξη, δεν συνομιλούμε μεταξύ μας. Δεν διαβάζουμε και προτιμούμε τους μονολόγους της μοναδικότητας της αλήθειας μας. Ταμπουρωνόμαστε ο καθένας και η κάθε μία στην αυθεντία του, και, γαία πυρί μειχθήτω. Αντί να βοηθήσουμε ομού να γίνει καλύτερη η «κόλαση» της ζωής μας από τις αναρίθμητες αντιξοότητες και προβλήματα, συναγωνίζονται οι πιστοί εντεύθεν κακείθεν της πίστης και της ιδεολογίας, πώς θα έχουν καλύτερο στασίδι με θέα στον «παράδεισο» των ονείρων τους. Μωρέ ας σωθώ εγώ, και από εκεί και πέρα στάχτη και μπούλμπερη για τους άλλους. Μια κοινωνική στάση των ανθρώπων των καιρών μας, που, ούτε ο Ραβί που σταυρώθηκε, ούτε ο παππούς Κάρολος, ούτε ο παραμυθάς από την Κρήτη επεδίωκαν και φιλοδοξούσαν με την διδασκαλία και το έργο τους. Το ανθρώπινο είδος κάνει αυτό που τον συμφέρει και δεν θα σκοτισθεί για τα γλυκάδια ή τα φαρμάκια της τέχνης.
      Την ταινία την είδα ξανά σε cd, καθώς κυκλοφόρησε και δόθηκε από μεγάλης κυκλοφορίας ελληνική εφημερίδα. Η Έθνικ μουσική του Γκάμπριελ με συγκίνησε, η ταινία ήταν μάλλον αδιάφορη, στάθηκε όμως αφορμή να διαβάσω για άλλη μία φορά το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη και να προσπαθήσω να κατανοήσω τι ήθελε να πετύχει με την επαναδιαπραγμάτευση των ιερών συμβόλων της ανθρώπινης ιστορίας και παράδοσης μέσα στα μυθιστορήματά του. Τι του προκαλούσε δέος και ταραχή από τα υπεράνθρωπα και ηρωικά αυτά ανθρώπινα μεγέθη του παγκόσμιου πολιτισμού και ιστορίας, όπως είναι ο Χριστός, ο Οδυσσέας, ο Βούδας κλπ. Που αρχίζει η προσωπική του πίστη και αγωνία και που η θεμιτή ανθρώπινη συγγραφική φιλοδοξία και επιθυμία αθανασίας του έργου του. Γιατί αφιέρωσε την ζωή του σε έναν και μόνο σκοπό, σε μια ίσως μονοδιάστατη ερμηνεία της ύπαρξης. Να κάνει την ύλη πνεύμα. Και τι σημαίνει αυτό για τους ανθρώπους διαφορετικών ιστορικών περιόδων, θρησκευτικών παραδόσεων, οικονομικών συνθηκών, πολιτισμών. Που συναντάται και που διαφοροποιείται η ατομική του ερμηνευτική για το πρόσωπο του Χριστού με αυτήν του Νικολάου Καβάσιλα, ή των άλλων συνοπτικών Ευαγγελιστών. Υπάρχει κάτι, που ίσως να μην προσέχουμε όσο θα έπρεπε στις δημόσιες εκδηλώσεις του Νίκου Καζαντζάκη όσο ζούσε. Στα εκατοντάδες γράμματά του συνήθιζε να τελειώνει με το «Ο Θεός μαζί σου» ή κάτι παρόμοιο. Αυτό άραγε είταν μια απλή συνήθεια έκφρασης, προσωπικού χαιρετισμού που δεν σήμαινε τίποτα, ή κάτι ήθελε συνεχώς να μας πει; Είναι ένα ερώτημα που αντιμετωπίζουμε όταν μελετούμε κείμενα της Αρχαίας Τραγωδίας. Συνήθως, σε κάθε δεύτερο στίχο, ή  τουλάχιστον τις περισσότερες φορές από ότι περιμένουμε ή χρειάζεται η διαπραγμάτευση του μύθου και της ιστορίας, γίνεται επίκληση στους Θεούς ή στην Μοίρα. Αυτό είναι τυχαίο, ή κάτι σημαίνει στο πνευματικό κοσμοείδωλο των εθνικών αρχαίων ελλήνων; Και κατ’ επέκταση μέσα στους ρυθμούς της αρχαίας ελληνικής πανσπερμικής κοινωνίας και ψυχές των αρχαίων ανθρώπων. Και αν κάτι θέλει να μας πει αυτή η λαϊκή ή βασιλική ευσέβεια (όπως μας αποκαλύπτει ο τραγικός λόγος των αρχαίων ποιητών) και επίκληση του αρχαίου λόγου, τότε, μήπως είναι μια δισχιλιετής πολιτισμική παράδοση που ακολούθησε και ο Νίκος Καζαντζάκης; Ή είναι μια εθιμική τυπική συνήθεια που προέρχεται από κλειστές κοινωνίες όπως ήσαν μέχρι πρόσφατα οι τοπικές ελληνικές; Όπως και νάχει, το ερώτημα της επαναδιαπραγμάτευσης των αρχαίων Συμβόλων, προερχόμενα από την θρησκεία, την κοινωνία, τον ποιητικό λόγο, την ιστορία κλπ., στην καινούργια μοντέρνα ή μεταμοντέρνα εποχή μας είναι ανοιχτό και προς διερεύνηση τουλάχιστον για μια μερίδα σκεπτόμενων ατόμων τόσο στην χώρα μας όσο και παγκοσμίως, που δεν αντικατέστησαν τις απλές χαρές της ζωής και της ανάγνωσης με την εικονική πραγματικότητα των τάμπλετ, των κινητών τηλεφώνων και των μικρών ηλεκτρονικών συσκευών που έχουν αντικαταστήσει την θερμότητα του ήλιου με αυτή του ηλεκτρισμού στις ζωές των σύγχρονων ανθρώπων. Όπως το απλό χειροποίητο κερί με το ηλεκτρικό φωτάκι που αναβοσβήνει μέσα στις βυζαντινές εκκλησίες, σαν τα φωτορυθμικά των παλαιών ντισκοτέκ.
Παραθέτω τα κείμενα και σε επόμενο σημείωμα θα αντιγράψω και την άλλη πλευρά, αυτήν των πιστών, αλλά και τα καθαρώς κινηματογραφικά σχόλια για την ταινία, όσα κατόρθωσα να διαφυλάξω στο αρχείο μου για το έργο και την ταινία Ο Τελευταίος Πειρασμός. Με την κατάθεση αυτή ο αναγνώστης θα έχει μια ενδεικτική συγκεντρωτική πηγή πληροφοριών για το έργο και τις αντιδράσεις της εποχής εκείνης.
Η παράθεση των κειμένων δεν έχει αξιολογική αναφορά, προσπάθησα όμως όπως και στα προηγούμενα να υπάρχει μια λειτουργική αναγνωστική ενότητα και όχι μια αντιπαραθετική. Τα σχόλια, η αποδοχή ή η άρνηση στους αναγνώστες των κειμένων. Δεν αναφέρω πληροφοριακά στοιχεία για τους υπογράφοντες τα άρθρα γιατί θεωρώ ότι όλοι τους μας είναι γνωστοί ακόμα και σήμερα. Ορισμένα πρόσωπα κατάγονται από τον Πειραιά. Η ταινία θυμάμαι ήταν να προβληθεί και στον κινηματογράφο «ΖΕΑ» αλλά αναβλήθηκε για τον φόβο επεισοδίων.
Διατήρησα την ορθογραφία των δημοσιευμάτων.       

Α) Η βία των ιδεολογιών
Του Χρήστου Γιανναρά, εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 23 Οκτωβρίου 1988, σ.41
     Το φαινόμενο είναι καινούργιο στην Ελλάδα: η θρησκευτική πίστη να μετασκευάζεται σε φανατική ιδεολογία. Να κατεβαίνει μαινόμενη στους δρόμους για να κατατροπώσει αντιπάλους.
Ας ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι Η πίστη είναι άθλημα, η ιδεολογία είναι μόνο επιλογή.
Επιλέγουμε ιδεολογία, όπως επιλέγουμε κομματική ένταξη ή ποδοσφαιρική προτίμηση. Επενδύουμε σε έτοιμες ιδέες την ψυχολογική ανάγκη ατομικών «πεποιθήσεων». Δηλαδή καλύπτουμε με την ιδεολογία κάποιο εσωτερικό μας κενό-ίσως την απουσία νοήματος της ύπαρξής μας, τη βαθύτερή μας ανασφάλεια. Στομώνουμε τους φόβους μας, αναπληρώνουμε την ατομική μας ανεπάρκεια, με το να γαντζωθούμε σε κάποιες έτοιμες «αρχές», «αλήθειας» ή «αξίες» που μας προσπορίζουν ατομική εγκυρότητα και ψυχολογική σιγουριά.
      Έτσι γεννιέται ο φανατισμός, η βία. Υπερασπιζόμαστε με νύχια και με δόντια όχι την ίδια την ιδεολογία, αλλά το καμουφλάρισμα του κενού μέσα μας, την ψυχολογική μα ανασφάλεια.
     Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ παράδοση στην Ελλάδα αντιστάθηκε αιώνες ολόκληρους στην μεταποίηση της πίστης σε ιδεολογία. Η λαϊκή ευσέβεια είχε την αμεσότητα του βιώματος, όχι την προαποφασισμένη λογική της ατομικής «πεποίθησης». Η πίστη διατηρούσε την πρώτη σημασία της λέξης: ήταν εμπιστοσύνη προσωπικής σχέσης, και κάτι παραπάνω: Έμπρακτος τρόπος και άθλημα να αντλείς την ύπαρξή σου από τη σχέση, να είναι ζωή ο έρωτας κι όχι η βιολογική επιβίωση. Γι’ αυτό και ήταν η πίστη εμπειρία νίκης της ζωής καταπάνω στο θάνατο.
     Δεν έλειψαν οι παρεκτροπές φανατισμού και στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση-φαινόμενο αλλοτρίωσης της πίστης σε ιδεολογία. Ήταν όμως πάντα παρεκτροπές. Δεν θεσμοποιήθηκαν ποτέ, δεν περιβλήθηκαν το κύρος κάποιας επίσημης αναγνώρισης.
     Αυτό έγινε μόνο στη δυτική χριστιανοσύνη. Και ήταν η αφορμή του «Σχίσματος» με την ελληνική Ανατολή, γιατί στη Δύση η παρεκτροπή θεσμοποιήθηκε, έγινε η επίσημη στάση. Η πίστη μετασκευάστηκε σε νοησιαρχική «επιστήμη», σε sacta scientia. Ο Θεός έγινε αντικείμενο «νόημα» με αποδεικτική κατοχύρωση. Το λαϊκό βίωμα υποτάχθηκε σε σκοπιμότητες κανονιστικών προδιαγραφών.
     ΣΤΟ ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ελλαδικό κρατίδιο που προέκυψε από την επανάσταση του 1821, κυρίαρχο στοιχείο του κοινωνικού βίου στάθηκε ο πιθηκισμός του ευρωπαϊκού προτύπου. Να μιμηθούμε τα «φώτα» της Δύσης, να γίνουμε «κράτος ευρωπαϊκό». Να κοπιάρουμε πολιτικές ιδεολογίες, διοικητικά σχήματα, εκπαιδευτικά συστήματα. Τελικά, και την εξορθολογισμένη πίστη των Ευρωπαίων.
     Αυτή την εξορθολογισμένη πίστη-την αλλοτρίωση της εμπειρικής ευσέβειας σε θρησκευτική ιδεολογία-την εκπροσώπησαν στην Ελλάδα πολλοί «φωτισμένοι» κληρικοί και θεολόγοι. Αλλά την εμπέδωσαν, στις αστικές κυρίως τάξεις και από τις αρχές ήδη του αιώνα μας, κάποιες «θρησκευτικές οργανώσεις». Ιδεολογικά απομεινάρια του έργου των προτεσταντών μισσιονάριων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, οργανώθηκαν σε εξωεκκλησιαστικά «σωματεία», προστατευμένα από το συνταγματικό δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Κοσμικά σωματεία, αποκομμένα από το ζωντανό κύτταρο του εκκλησιαστικού σώματος, την ενορία και επισκοπή.
     Οι εξωεκκλησιαστικές οργανώσεις ιδεολογικοποίησαν την πίστη, κατά το δυτικό πρότυπο. Διαστρέψανε το λαϊκό βίωμα της πίστης σε ιδεολόγημα ατομικών «πεποιθήσεων». Το ιδεολόγημα κηρύχνεται ιδιωτικά, σε σπίτια και αίθουσες, με απολογητική κατοχύρωση και ηθική ωφελιμιστική «πρακτικότητα».
     ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ από αυτές τις οργανώσεις («Ζωή», «Σωτήρ») ήταν μάλλον συνεπείς στο πρότυπο της προτεσταντικής κοσμικής «ευπρέπειας». Απέφευγαν να επενδύσουν στην ιδεολογικοποιημένη πίστη τον φανατισμό της ψυχολογικής ανασφάλειας των οπαδών. Γι’ αυτό και διαφωνούσαν πάντοτε με τα κακέκτυπα των δικών τους «κινήσεων», τις οργανώσεις του κληρικού Καντιώτη και του πολιτευτή Ψαρουδάκη, και καλλιεργούσαν ανενδοίαστα τη φανατισμένη εκτόνωση της ιδεολογικής πίστης. Ο Καντιώτης κατέβαζε στους δρόμους μαινόμενους ροπαλοφόρους οπαδούς να σπάσουν τα τζάμια των ξενοδοχείων όπου οργανώνονταν «καλλιστεία», ή να παρεμποδίσουν τη χειροτονία Επισκόπων που στους «φακέλους» της οργάνωσης ήταν καταχωρημένοι ως κίναιδοι.
     Το καντιωτικό αυτό πρότυπο μοιάζει να είναι σήμερα το κυρίαρχο. Η «Ζωή» και ο «Σωτήρ», με τις φιλοδοξίες της «παραδειγματικής» κοινωνικής παρουσίας, είναι σε παρακμή και διάλυση. Έχουν εμφανιστεί καινούργιες μικρο-οργανώσεις, με απροκάλυπτο τον χαρακτήρα της «σέκτας», και τη φανατισμένη πεποίθηση ότι εκπροσωπούν, μόνον αυτές, τη γνήσια «ορθοδοξία».
     Κυρίως όμως έχουν συγκροτηθεί κάποιοι δραστήριοι παράγοντες συντονισμού συσπείρωσης όλων αυτών των σχισματικών ομάδων. Παράγοντες επιμελέστατα καλυμμένοι πίσω από την ανώνυμη διαχείριση μιας εβδομαδιαίας εφημερίδας «Ο ορθόδοξος τύπος». Δεν υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα πιο μεθοδευμένη και προγραμματική υπονόμευση του εκκλησιαστικού λαϊκού βιώματος, από τη στρατηγική που εφαρμόζει αυτό το έντυπο. Χτυπάει μεθοδικά και υπολογισμένα για να παραλύσει τα ζωτικά κέντρα του ορθόδοξου βίου και ήθους: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την εκπληκτική αναγέννηση του αγιορείτικου μοναχισμού, την όποια παρέμβαση ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας στον χώρο της ελληνικής διανόησης.
     Επίσημες οργανώσεις και ανεπίσημες σέκτες, ψάχνουν πάντοτε να βρίσκουν αφορμές για να κρατούν σε εγρήγορση τον φανατισμό των οπαδών, εξασφαλίζοντας έτσι ην αφοσίωσή τους στα ιδεολογικά καταφύγια. Επιστρατεύουν κάθε τόσο κάποια καινούργια απειλή, κάποιον καινούργιο αντίπαλο της «ορθοδοξίας»: Τη μία είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης που «προδίδει» την πίστη του και «υποτάσσεται στους παπικούς». Την άλλη είναι κάποιο νομοσχέδιο της κυβέρνησης που «διαλύει την οικογένεια». Άλλοτε, μια «βέβηλη» ταινία, κι άλλοτε το «σημείον του Αντίχριστου» στις ταυτότητες.
     Το περίεργο είναι πως όλες αυτές οι οργανώσεις και σέκτες, ενώ επενδύουν όλο τον φανατισμό τους στην προάσπιση της «ορθοδοξίας», δεν ενοχλούνται που οι στόχοι της πολεμικής τους είναι τον τελευταίο καιρό αποκλειστικώς εισαγόμενοι: Ο θόρυβος για τον αριθμό 666 πρωτοεμφανίστηκε στην Αμερική, σε κάποιες περιθωριακές προτεσταντικές σέκτες, κι από κει απλώθηκε σε πάμπολλες χώρες για να φτάσει τελικά και στην Ελλάδα και να ξεσηκώσει σε συναγερμό τους οπαδούς των οργανώσεων. Το ίδιο και η φημολογία για την επικείμενη έλευση του Αντίχριστου, το ίδιο η ακατάσχετη δαιμονολογία, το ίδιο και η διαβόητη ταινία του Σκορτσέζε που έδωκε αφορμή για τις αθλιότητες της βίας στους δρόμους της Αθήνας.
      Βέβαια, κάποιοι «φωταδιστές» διανοούμενοι και σκηνοθέτες έσπευσαν με βαρύγδουπες δηλώσεις να ταυτίσουν τις αθλιότητες της βίας με το σύνολο διαχρονικό ήθος της Εκκλησίας. Μίλησαν-«άλλ’ αντ’ άλλα»-για φανατισμούς θρησκευτικών πολέμων και σφαγές Ουγενότων και πυρπολήσεις αρχαιοελληνικών ναών. Δεν υποψιάζονται, ούτε φρόντισαν ποτέ να πληροφορηθούν, πως η ίδια η βιωματική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, όπου και όταν υπάρχει, είναι ο πιο ασυμβίβαστος φραγμός στη θρησκευτική ιδεοληψία και στον συνακόλουθο φανατισμό και τη βία. Αντίθετα, οι εκδυτικισμένοι «φωταδιστές» είναι που άνοιξαν τον δρόμο για την ιδεολογική αλλοτρίωση, της πολιτικής, της τέχνης και τελικά της πίστης.
     Πίσω από τις σκισμένες οθόνες των κινηματογράφων, όπως και πίσω από τους θρυμματισμένους ζωγραφικούς πίνακες και τα θρυμματισμένα γραφεία του Πολυτεχνείου, υπάρχει η ίδια βία ιδεολογικής «ελευθερίας»-βία ιδεολογικής επιβολής που ενσαρκώνεται απροκάλυπτα και στη μετριότατη ταινία του Σκοτσέζε. Αν το είχαν υποψιαστεί οι «φωταδιστές» θα εκτιμούσαν τουλάχιστον την ορθόδοξη σύνεση του Αρχιεπισκόπου της Αθήνας, που γνωρίζοντας καλά την ψυχοπαθολογία της παρεκτροπής, έκανε έγκαιρα έκκληση στην κυβέρνηση να μη δώσει τροφή στον φανατισμό.
     Και μια τελευταία παρατήρηση: Υπάρχουν οπαδοί, υπάρχουν και θύματα της σύγχυσης που δημιουργεί η ψυχοπαθολογία των οπαδών. Η αγαθή κυρούλα, που μας την έδειξε η τηλεόραση να διαμαρτύρεται γιατί της βρίζουν τον Χριστό, δεν ήξερε με ποιόν άλλο τρόπο να υπερασπιστεί την προσωπική της σχέση και κοινωνία με μια πραγματικότητα που δίνει νόημα και ελπίδα στην καθημερινότητά της. Σίγουρα, κανένας δεν της είπε ποτέ ότι ο τρόπος της ζωής που δεν γνωρίζει θάνατο, είναι να αγαπάς ακόμα και όταν σε μισούν. Μέσα στην διαδρομή των αιώνων το πρόσωπο του Χριστού δέχτηκε αναρίθμητους εμπτυσμούς, κολαφισμούς, ραπίσματα.  Θα ήταν κωμικό να βγούν με ρόπαλα να τον υπερασπιστούν όσοι βρίσκουν σε αυτή την «άκρα ταπείνωση» το μυστικό της ζωής που νικάει τον θάνατο.
Χρήστος Γιανναράς, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 23/10/1988, σ.41
--
Β) Μεσαίωνας….
Από τον Θ. Δ. Φραγκόπουλο, εφημερίδα Έθνος 20/10/1988
     Το έχω ξαναγράψει από τούτη τη στήλη: δίχως να είμαι θρήσκος, έχω μιάν απεριόριστη ευαισθησία απέναντι στην Εκκλησία της Ελλάδας, όχι επειδή είμαι χριστιανός, αλλά επειδή είμαι Έλληνας. Την ίδια μας την υπόσταση είναι που μας έσωσε η Εκκλησία μας στα χρόνια της σκλαβιάς. Αν δεν υπήρχε το Πατριαρχείο, Ελληνισμός δεν θα υπήρχε σήμερα (Γι’ αυτό και είχα δει με δυσαρέσκεια τα όσα, αμετροεπή, ακούστηκαν σε εκφωνηθέντες λόγους κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου φέτος).  Η Εκκλησία μας υπήρξε για το ελληνικό γένος η ηρωική προγιαγιά’ όταν όλοι οι άλλοι προστάτες μας, πατέρας, παππούς, θείος, κείτονταν σφαγμένοι μπροστά μας, αυτή η ηρωική προμάμμη μας περιμάζεψε, σκούπισε τα δάκρυά μας, μας έντυσε και μας έθρεψε. Χάρη σ’ αυτή δεν πεθάναμε. Το χρέος μας σ’ αυτήν είναι, θαρρώ, τόσο μεγάλο, ώστε να μη μας κάνει καρδιά πια, τώρα που εμείς μεγαλώσαμε κι εκείνη παραγέρασε, να την κλείσουμε σ’ ένα γεροκομείο.
      Πρέπει να την έχουμε στο σπίτι μας, ακόμα κι αν μας ενοχλεί. Αυτή η ιδιότυπη σχέση μεταξύ Έθνους και Εκκλησίας είναι που μας οπλίζει με υπομονή-ή τουλάχιστον με οπλίζει με υπομονή εμένα-για να παραβλέπω τα διάφορα γεροντίστικα φερσίματά της, είτε πρόκειται για το «κομπόδεμα» (εκκλησιαστική περιουσία) είτε για τα διάφορα ξεσπάσματά της στο θεολογικό ή εκκλησιαστικό τομέα. Έτσι, νιώθω τον εαυτό μου μπλεγμένο σε μιάν αντίφαση: τιμώ την Εκκλησία κι όταν ακόμα τα φερσίματά της με αγανακτούν. Με τη γριά σου προμάμμη δεν μπορείς μήτε να συζητήσεις με τη λογική, μήτε να προσπαθήσεις να την πείσεις πως έχει άδικο.
     Απλώς και μόνο, με κάποια συστολή προς τρίτους, οφείλεις να εξηγήσεις την κακοτροπιά της πάνω σε ορισμένα ζητήματα. Όπως εδώ, με τα ξεσπάσματά της απέναντι στο φιλμ του Μάρτιν Σκορτσέζε «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Τα έκτροπα της προηγούμενης Πέμπτης μας εξέθεσαν βέβαια διεθνώς και μας βύθισαν στο σκοτάδι του Μεσαίωνα. Αλλά μια στιγμή: η Εκκλησία μας, αυτή η προγιαγιά μας που μας έσωσε από τον Τούρκο, από πού κατάγεται, αν όχι ακριβώς από το Μεσαίωνα αυτόν; Πως είναι δυνατόν να περιμένουμε από μιαν παρήλικα γριά να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη μοντέρνα; Είναι δυνατόν να μην έχει φανατισμούς και συντηρητικές ιδεοληψίες; Είδατε ποτέ μια προγιαγιά να χορεύει σέικ, να της αρέσει η μουσική ρέγγε;
     Η ίδια η δομή της σωτηρίας μας ως Έθνους δια μέσου της Εκκλησίας βασίζεται στη συντήρηση και στην απαρέγκλιτη τήρηση των κανόνων της παράδοσης. Με την πιο ελάχιστη δόση θεολογίας, η Ορθοδοξία είναι υπόθεση εθνική, όχι θρησκευτική, τουλάχιστον για μας τους Έλληνες. Η Εκκλησία δεν διέπρεψε στην παραγωγή φιλοσόφων της θεολογίας. Δεν υπάρχει ανάμεσά μας κανένας χριστιανός διανοούμενος του ύψους ενός Τεγιάρ ντι Σαρντέν, ενός Ζορζ Μπερνανός. Τυπολατρική είναι η θρησκεία μας, όχι φιλοσοφική. Θα έλεγε μάλιστα κανείς πως η Εκκλησία μας με φιλυποψία πάντοτε είδε τους παπάδες της να φιλοσοφούν: ήτανε συνήθως το πρώτο σκαλί μιας ολισθηρής κλίμακας που οδήγησε τους θεολόγους προς την αίρεση και την κακοδοξία.
      Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, και μη προς κακοφανισμόν κανενός, είναι ελάχιστα φιλοσοφική. Έτσι, κάθε νεοτερισμός της’ φανερώνεται σαν μια απαρχή διαχωρισμού και από το δόγμα και από την πίστη… Και το ορατό αποτέλεσμα από αυτή την παρέκκλιση είναι συνήθως ο αφορισμός, πράγμα που έγινε και με τον Καϊρη, και με τον Λασκαράτο, και με τον Ροϊδη, και με τον Καζαντζάκη.
     Διερωτώμαι πάντως, αν είναι προς το συμφέρον της Εκκλησίας το να παρουσιάζει στον κόσμο-και όχι μόνο μέσα στη χώρα μας, γιατί ο αντίκτυπος των επεισοδίων της Πέμπτης ήτανε διεθνής-αυτό το θέαμα μισαλλοδοξίας, πριν καλά καλά  δει την ταινία, πριν να έχει υπόψη της το «αμάρτημα». Αλλά δεν πειράζει. Κάποτε, ο Βιλφρέδο Παρέτο είπε πως η Εκκλησία (αυτός μιλούσε για την Καθολική, αλλά είναι το ίδιο και για τη δική μας) κι όταν ακόμα έχει άδικο, στο τέλος έχει δίκιο. Με αυτό εννοούσε πως μια τόσο μακραίωνη θεσμική οργάνωση όπως η Εκκλησία ξέρει στο τέλος να παρουσιάζει ακόμα και τα λάθη της σαν αναγκαία και σαν… σωστά. Όσοι την αντιστρατεύτηκαν, από τα φιλόσοφο του Δ΄ αιώνα μ. Χ. Πορφύριο μέχρι τον Κάρολο Μαρξ, εδώ είναι για να το μαρτυρήσουν. Γιατί η θρησκεία έχει μέσα της, σαν δυναστικό στοιχείο, την ίδια την μαγεία της επικοινωνίας με μυστικά που δεν τα κατέχουμε αλλιώς.
      Και αυτή η μαγεία είναι δύσκολο να ξεριζωθεί από την ψυχή του ανθρώπου όταν αντιμετωπίζει το θάνατο. Και ποτέ δεν ήταν τόσο δυνατό και τόσο ζωντανό τούτο το συναίσθημα της μαγείας όσο στο Μεσαίωνα, μια που τότε οι κίνδυνοι της ζωής του ανθρώπου ήτανε και μεγαλύτεροι και σκληρότεροι. Είμαι βέβαιος πως, όταν δούμε την Εκκλησία της Ελλάδας με το σεβασμό που αξίζει μια κάπως ξεμωραμένη, αλλά πάντως γενναία προμάμμη θα έχουμε λιγότερη όρεξη να την κατηγορήσουμε για σκοταδισμό.
Θ. Δ. Φραγκόπουλος, εφημερίδα Έθνος 20/10/1988
--
Γ) Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ με τον Χ. ΑΝΤΑΙΟ
ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
(στιχουργός)
Ο «Τελευταίος πειρασμός» στην χώρα των τραυμάτων
Εφημερίδα Η Αυγή 16/10/1988
     «Δύση όχι σαν γεωγραφικός όρος που δηλώνει την αντίθεσή του με την ανατολή, απλά δύση του ηλίου και ανατολή του γελοίου συγχρόνως. Ημέρα Πέμπτη, παρ’ όλα αυτά αποφράδα. Σήμερον, μετά Χριστόν, εν ονόματί του. Το έργο του Σκορτσέζε, με σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, δεν το έχω δει ακόμα. Είδα όμως το άλλο, αυτό που παιζόταν στους δρόμους, έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες, βασισμένο σε κάποιο άλλο σενάριο, άτεχνα διασκευασμένο από την ορθοδοξία ή την ανορθοδοξία αυτού του πνεύματος. Με τους αυτοσχέδιους σταυρούς από σανίδες, με τις γυναίκες της «Ζωής», με τους άντρες του θανάτου αυτής της ζωής και με τους άντρες της Αστυνομίας Πόλεως. Έξω από το «Έμπασσυ», έξω και μακριά που λέει και ο λαός, όταν θέλει να ξορκίσει κάτι κακό. Ποιος λαός όμως; Αυτό που είδα εγώ ήταν η Οπισθοδρομική Κομπανία της πίστης σε παλιές της επιτυχίες.
     Το εν λόγω έργο, λοιπόν, σύμφωνα με τα κριτήρια της δικής μου λογοκρισίας ήταν τελείως ακατάλληλο σαν θέαμα και σαν ακρόαμα, και συνάμα αποπνιχτικό. Όχι μόνο γιατί είχαν πέσει κάποια δακρυγόνα κι έβλεπες τους Χριστιανούς με τις βαζελίνες γύρω από τα μάτια να φωνάζουν εν χορώ «Ο λαός απαιτεί η ταινία να κοπεί» αλλά επειδή σου κοβόταν η ανάσα που έβλεπες όλους αυτούς τους ανθρώπους, που σου θύμιζαν εσένα τον θεατή με τις ασκήμιες τους κάποιες θείες και κάποιους συγγενείς που σου τρώγαν χρόνια τώρα την εφηβεία, των γονιών σου, και κατόπιν την δικιά σου, και τρέχεις τώρα με τα υπόλοιπα να βρεις τον εαυτό σου σαν πολίτης και σαν κράτος. Εν τούτω νίκα, λοιπόν, με τους παπάδες και τους φανατικούς των κυριακάτικων συναυλιών τους, το χειρότερο βίντεο-κλιπ που θα μπορούσα να δω για την σωτηρία της ψυχής που εννοούσα εγώ σε εκείνο το τραγούδι.
-Θα μπορούσε κανείς να πει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιες νέες σταυροφορίες, όπου η ορθοδοξία κατεβαίνει στους δρόμους χρησιμοποιώντας τους σταυρούς σαν αιμοβόρα εργαλεία; Θέλω να πω , εκφράζουν αυτά τα πράγματα κάποια γενικότερη τάση, ή πρόκειται απλώς για μια παλιομοδίτικη, περιθωριακή παράτα;
     «Όχι, πιστεύω ότι οι άνθρωποι που μαζεύτηκαν πέρσι στη Μητρόπολη με την εικόνα του Άξιον Εστί δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς εδώ. Η μία κατάσταση ήταν διαφορετική από την άλλη. Πριν αναφέρθηκα στο τραγούδι. «Η σωτηρία της ψυχής». Θυμάστε τα λόγια;
Η σωτηρία της ψυχής
είναι πολύ μεγάλο πράγμα
σαν ταξιδάκι αναψυχής
μ’ ένα κρυμμένο τραύμα».
Εδώ το τραύμα είναι φανερό και, το χειρότερο απ’ όλα, κανείς τους δεν το άφησε να κλείσει. Έτσι, από παράδοση τουριστικής εκμετάλλευσης του λόγου του Θεού και του φόβου του ανθρώπου. Μια κινηματογραφική αφορμή και μια γραφική αιτία σε α΄ προβολή. Και, όσοι πιστοί, προσέχετε!».
Λίνα Νικολακοπούλου, εφημερίδα Η Αυγή 16/10/1988
--
Δ) ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ
Από την Κωστούλα Μητροπούλου, εφημερίδα Έθνος 22/10/1988
Ο Πειρασμός!
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ, για το Θεάνθρωπο που σίγουρα από κάποια γωνιά γελάει πολύ με τα αναχρονιστικά, ηθικοπλαστικά και κακόγουστα των φανατικών «της ηθικής», με πολλά ερωτηματικά. Αφορίσανε τον Καζαντζάκη ζωντανό, τον «εξορίσανε» (και των σώσανε από τη μιζέρια του τόπου τούτου), τον χειροκρότησαν νεκρό στην Ευρώπη, Αμερική, στον κόσμο όλο, και μετά πολύ, κυκλοφόρησαν και εδώ, στον τόπο του, όλα του τα γραφτά «με δόξα και τιμή», που λέει και ο στίχος ο κρητικός για το δικό του συγγραφέα, τον κατατρεγμένο και διάσημο μαζί!
     Αυτά τα δύο φαίνεται πως πάνε μαζί στον τόπο «που ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα» οπότε σπάνε οθόνες οι φανατικοί διώκτες του «Τελευταίου Πειρασμού», γίνονται best sellers τα βιβλία του μοναχικού ερημίτη, που σ’ όλη του τη ζωή λαχταρούσε να γινόταν ο Ζορμπάς, άδικα! Και ξαφνικά έγινε… αναρχικός. Και… άθεος και… εγκληματική φυσιογνωμία (πλην όμως νεκρός, άρα επικίνδυνος μεν, καταργήσιμος σε, κατά το ρηθέν!) Και χούμηξαν οι… πιστοί του παλαιού και του νέου ημερολογίου και τα έκαναν όλα λίμπα! Μπράβο παιδιά, παρντόν «χριστιανοί» ήθελα να πω, κάτι θεούσες με μουστάκια και γένια (λέγονται γυναίκες!).
Και κάτι παπαδαριά με λυσσασμένη από σεξουαλική πείνα φαντασία και να ρημάζουν τους κινηματογράφους που «θα προβάλανε» τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Μάρτιν Σκορσέζε, βοήθειά μας, και να ουρλιάζουν υστερικά… εφ όλης της ύλης των… πειρασμών που μας περιβάλλουν! Μεσαίωνας και βάλε, και επί θύρας το 2000 μ.Χ. και ο Χριστός ακόμα δεν έπεισε τον όχλο πως ήταν Θεάνθρωπος, άρα γνήσιος ήρωας ενός Καζαντζάκη, άρα το πρότυπο της επαναστατημένης προσωπικότητας, που λατρεύει την Αλήθεια, την Ελευθερία, την ίδια τη ζωή. Γέλια που θα ‘κανε ο Καζαντζάκης αν ζούσε και τους έβλεπε να παθιάζονται και να ξεσκίζουν τα ρούχα τους, και να γίνονται θηρία λυσσασμένα, επειδή (λέει) το έργο του Σκορσέζε, άρα και ο Καζαντζάκης, είναι… η αισχρή εικόνα που αλλοιώνει τα σύμβολα της Θρησκείας μας! Μα για ποια θρησκεία μιλάνε αυτοί οι μανιακοί Φαρισαίοι; Τη δική τους υποκρισία με κλασικά συμπτώματα υστερίας ή μήπως αυτή που κήρυξε «κατά τας γραφάς» ο Θεάνθρωπος και αυτοί την έκαναν… σίριαλ, που σημαίνει «της άλλαξαν τα φώτα» και την έκαναν «τσόντα» και σταυροκοπιούνται πριν και μετά την… προβολή της, από τους «οίκους ενοχής» που εκπέμπονται τα «πύρινα μηνύματά» τους;
Να μου το θυμηθείτε, θα κοπάσει ο θόρυβος και θα μας μείνει μόνο αυτή η πικρή στιφή γεύση από τη μανία του Εγκέλαδου, που κάθε τόσο μας θυμίζει, ότι το τέλος του κόσμου, αυτό που οι θεολόγοι λένε «συντέλεια», δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να γίνει, 6 Ρίχτερ και βουλιάξαμε όλοι μαζί, «αμαρτωλοί» και «αθώοι», οπαδοί των «πειρασμών» και εχθροί του κακόγουστου αυτού «αστείου» που λέγεται θρησκοληψία. Αρκετά λοιπόν ως εδώ, γιατί μόνο… ο διάκος έμεινε ουδέτερος και μη ενημερωμένος! Αυτός που τον συλλάβανε επ’ αυτοφώρω, να εργάζεται σαν… υπηρέτρια σε οίκο ανοχής, και «δεν εγκρίνει τις βίαιες αντιδράσεις» των ομοίων του! Που δεν συνελήφθησαν βέβαια να δουλεύουν σε οίκο ανοχής στο Μεταξουργείο, αλλά κανιβάλιζαν εκτός και εντός σινεμά κατά τρόπο που θα ζήλευε και η ζούγκλα.
……………………..
Κωστούλα Μητροπούλου, εφημερίδα Έθνος 22/10/1988
--
Ε) Ο ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ
Της Νινέτας Κοντράρου-Ρασσιά
Εφημερίδα Έθνος 28/8/1988
      Ας δούμε όμως πως είδαν το θέμα οι άνθρωποι των Γραμμάτων και της Τέχνης:
«Αφήστε το λαό να κρίνει μόνος του»
-ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ, συγγραφέας:
«Άναψαν και βρόντηξαν οι σεβασμιότατοι για τον «Τελευταίο πειρασμό» των Καζαντζάκη-Σκορτσέζε. Αλλά, οι δίχως τελειωμό πειρασμοί-βάσανα που κατακαίνε το λαό μας, δεν τους συγκινούν ούτε τόσο  δα: Ανεργία, ακρίβεια, πληθωρισμός, περίθαλψη άθλια, που να βάλει το χέρι του ο Άγιος Παντελεήμονας, μόλυνση του περιβάλλοντος, πολιτιστική αναιμία, τα χάλια της παιδείας, η σήψη της πολιτικής ζωής, το σχίσμα μεταξύ της ηγεσίας της Εκκλησίας και του λαού, με συνέπεια την αποξένωση της, όλα αυτά τα αγκάθια, τα παλούκια, τα αδιέξοδα, σας είναι λοιπόν κύριοι αρχιερείς εντελώς αδιάφορο.
Δεν κατεβαίνετε για λίγο και σε κανένα πεζοδρόμιο να ακούσετε τον κοσμάκη πως βαρυγκομάει και πως εξεγείρετε και πως μουντζώνει και λέει «μα δεν υπάρχει επιτέλους Θεός!».
     Άς έρθω τώρα στο προκείμενο.
Είπαμε να σταματήσει πια κάθε μορφή λογοκρισίας. Αλίμονο αν επιστρέψουμε στο σκοτεινό παρελθόν. Αν η ταινία  αυτή προσβάλει το κοινό αίσθημα, θα την τιμωρήσουν με την αποχή τους οι απλοί άνθρωποι. Το ίδιο θα κάνουν αν είναι σκέτη βλακεία, αμερικάνικη δηλαδή σαπουνοτραγωδία, πράγμα, που δεν μπορεί βέβαια να αποκλειστεί εκ των προτέρων. Ας εκτεθεί λοιπόν η ταινία σε δημόσια κριτική».
-ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ, ευρωβουλευτής:
«Ο Τελευταίος πειρασμός» αποτελεί θα έλεγα μια τρομακτική προσπάθεια να εξηγηθεί η θεϊκή φύση μέσα από την ανθρώπινη υπόσταση, η δραματική έλξη του δαίμονα της ζωής μέσα από τον αγώνα για την υπέρβασή της. Χωρίς το Όρος των Ελεών, χωρίς τη Μαγδαληνή, χωρίς τον Ιούδα, δεν θα υπήρχε κατ’ εμέ σταύρωση, δηλαδή ανθρώπινος Χριστός. Θα υπήρχε μονάχα δόγμα, μονάχα ένας φασματικός κόσμος, όπως εξακολουθεί δυστυχώς να τον θέλει πάντα η Εκκλησία.
     Όμως, οι θεοί δικαιούνται να έχουν κι αυτοί την ερμηνεία τους, να έχουν ακόμα και την κριτική τους. Αν δεν υπήρχε ο κριτής άνθρωπος πώς θα υπήρχε και ο κριτής Θεός; Λογαριάζω, γι’ αυτό το μυθιστόρημα «Ο Τελευταίος πειρασμός» σαν βαθύτατα θρησκευτικό κείμενο, γεμάτο πάθος και αγωνία και από την άποψη αυτή δεν θα έπρεπε να ενοχλεί κανένα. Αντίθετα μάλιστα… ποιος δεν έχει σήμερα μέσα του μια σταύρωση;
     Φυσικά δεν είμαι σε θέση να ξέρω πως πραγματώνεται αισθητικά το μυθιστόρημα στο φιλμ του Σκορτσέζε. Αν έχει πετύχει σαν καλλιτεχνική δημιουργία θα είναι μια θετική προσφορά σε μια εποχή που ευτυχώς τα δόγματα και οι παγιωμένες θέσεις διατηρούν απλώς ένα «μουσειακό» κύρος και το Σύνταγμα-ευτυχώς πάλι-δεν επιτρέπει απαγορεύσεις στην αμφισβήτηση των θεμάτων».
-ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, τέως πρόεδρος Δημοκρατίας:
«Εκτιμώ τις μαρτυρίες σχετικά με το περιεχόμενο του φιλμ, αλλά θα μπορούσα να μιλήσω γι’ αυτό μονάχα αφού το δω. Όσο για το Σύνταγμα προστατεύει τον Τύπο από τα προληπτικά μέτρα, δηλαδή δεν δίνει περιθώρια λογοκρισίας, αλλά εξαιρεί τους κινηματογράφους. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να απαγορευτεί η προβολή μιας ταινίας αν κριθεί ότι μας προσβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο».
-ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΜΙΡΗΣ, ακαδημαϊκός:
«Δεν επιτρέπετε κατά την άποψή μου σε μας που ανήκουμε στην ορθόδοξη Εκκλησία και ιδιαίτερα στην Ελλάδα που είναι κοιτίδα της Ορθοδοξίας, να προβάλλονται εικόνες που την προσβάλλουν. Βέβαια, ο Καζαντζάκης υπήρξε μεγάλος συγγραφέας με διεθνή προβολή… Δεν είναι σωστό να θίξουμε το έργο του, αλλά μην ξεχνάτε ότι σήμερα η Ορθοδοξία βάλλεται από παντού. Πρέπει να αντιδράσουμε. Πρέπει να παρακαλέσουμε την κυβέρνηση να δείξει ευαισθησία. Πρέπει να υποστηρίξουμε δημόσια, με άρθρα και τεκμηριωμένες απόψεις, το γιατί δεν πρέπει να προβληθεί η ταινία στην Ελλάδα».
-ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΝΩΤΗΣ, ηθοποιός:
«Η δική μας εξουσία πρέπει να επιτρέψει την προβολή της ταινίας μόνο και μόνο για το μεγαλείο του Καζαντζάκη. Ξέρω πολύ καλά το έργο. Δεν υπάρχει σ’ αυτό καμιά ταπεινωτική πράξη του Χριστού. Είμαι υπέρ της προβολής της ταινίας. Άλλωστε η δημοκρατία προϋποθέτει ελευθερία. Χωρίς ελευθερία, δημοκρατία δεν υπάρχει».
-ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ, συγγραφέας:
«Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι μεγάλος γραφιάς. Τη δύναμη της ασκημένης σκέψης του άλλος μου φαίνεται δεν έχει. Υπήρξε και παραμένει ο καλύτερος πνευματικός πρεσβευτής της Ελλάδας στον κόσμο. Επειδή όμως η χώρα τούτη δεν κατοικείται μόνο από Έλληνες αλλά και Γραικύλους, αρκετοί σήκωσαν το μικρό τους ανάστημα και προσπάθησαν να χαμηλώσουν το δικό του. Οι συγγραφείς της γειτονιάς, που κακαρίζοντας περιγράφουν τα γυναικεία κουτσομπολιά, φαντάστηκαν οι άμοιροι ότι είναι μεγαλοφυείς του λόγου σμιλευτές και ότι έχουν το προνόμιο να κρίνουν και μάλιστα να κατηγορούν-ως τη γελοιοποίησή τους.
«Ο τελευταίος πειρασμός» είναι ένα έργο γραμμένο με κέφι και δύναμη.
      Ωστόσο θα έλεγα πως υπάρχουν σελίδες που τραυματίζουν τους πιστούς ή αυτούς που σέβονται την παράδοση.
     Στην πρωτοέκδοση του βιβλίου, είχα γράψει του Καζαντζάκη, ότι μ’ ένα μυστρί καθάρισε την ψυχή μου από πολλούς καλογερίστικες βυζαντινές στενοκεφαλιές και δοξασίες, αλλά ταυτόχρονα την τραυμάτισε και τη μάτωσε. Μου απάντησε ότι ήθελε να παρουσιάσει το Χριστό-Άνθρωπο με τους αγώνες του, τη δύναμή του, τις αδυναμίες του, που τελικά ακόμα και πάνω στο σταυρό πάλεψε και νίκησε.
     Δεν ξέρω πως το έχουν δώσει οι Αμερικανοί στο φιλμ. Αλλά ό,τι και να είναι, με κανένα τρόπο δεν πρέπει να γίνει λογοκρισία.
     Οι εκκλησιαστικοί παράγοντες, συντηρητικοί Χριστιανοί, εάν διαφωνούν-το σέβομαι αυτό-ας διαμαρτυρηθούν από τις εφημερίδες και τα άλλα μέσα επικοινωνίας, ας διαφωτίσουν τους δικούς τους, ας τους συστήσουν να μην πάνε να δουν το έργο, όταν θα προβληθεί στην Ελλάδα. Με τη λογική, τα επιχειρήματα, την πειθώ, ας φροντίσουν να τους πείσουν. Όχι βία, που γεννά αντιβία».
-ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ, σκηνοθέτης:
«Είμαι εναντίον κάθε μορφής λογοκρισίας στην τέχνη. Κάθε πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να κρίνει καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Άλλωστε, δεν πιστεύω ότι υπάρχει τρόπος να σταματήσεις κανείς στις μέρες μας την προβολή μιας ταινίας.
      Το τραγικό είναι ότι ο Καζαντζάκης απειλείται και μετά θάνατο με αφορισμό. Είναι φαίνεται η μοίρα του, κάθε φορά που ζωντανεύουν τα έργα του να καταδιώκεται».
-ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΕΜΟΓΙΑΝΝΗΣ, σκηνογράφος:
«Σταματώ στη δήλωση του Σκορτσέζε ότι «δεν είχα πρόθεση να προσβάλω την πίστη του κόσμου». Και καθώς είναι από τους σημαντικούς σκηνοθέτες του κινηματογράφου της εποχής μας, φαντάζομαι η ταινία του δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τις επιδιώξεις του. Αφού πιστεύει, όπως διαβάζω στη δύναμη του κινήματος του Ιησού, η ταινία του δεν θα πρέπει να αποτελεί πρόκληση.
     Διατυπώνω φυσικά υποθέσεις, αφού δεν έχω δει την ταινία. Σταματώ όμως και σε κάτι άλλο. Οι θρησκευτικές οργανώσεις της Αμερικής άρχισαν πορείες και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας πριν από την προβολή της ταινίας, αλλά λίγα χρόνια πριν, κανείς μα κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε όταν έγινε γνωστό ότι, στην Αμερική, πάλι, θα παιζόταν «Ο τελευταίος πειρασμός» σε μορφή όπερας.
     Διασκευασμένο το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη από το συνθέτη Ηρακλή Θεοφανίδη και σε δική του μουσική, το 1984 γνώρισε σαν όπερα μεγάλη επιτυχία όταν παίχτηκε στο Μιλγουόκι και μάλιστα μέσα στον καθεδρικό ναό, που ένα τμήμα του είχε μεταβληθεί σε σκηνή θεάτρου.
--
ΣΤ) Οι ρίζες της βίας
Χ., εφημερίδα Η Καθημερινή 16/10/1988
     Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν σε κεντρικές κινηματογραφικές αίθουσες την περασμένη Πέμπτη, με σημείο τριβής τον «Τελευταίο πειρασμό», δεν εμβάλλουν απλώς σε ανησυχίες, ούτε είναι δυνατόν να εξορκιστούν με εύκολους χαρακτηρισμούς («σκοταδισμός», «μεσαίωνας», «φασιστικές ομάδες»), οι οποίοι πάντοτε επικρατούν-ως οι πλέον εύκαιροι-σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι βιαιοπραγίες του υστερικού πλήθους που εισέβαλε στους κινηματογράφους καταστρέφονται οθόνες και καθίσματα με τους σταυρούς ανά χείρας, προδίδουν καταστάσεις οι οποίες δείχνουν αρκετά περίπλοκες για να χωρέσουν κάτω από απλουστευτικές ετικέττες και απορριπτικά σλόγκαν.
     Θα πρέπει, κατ’ αρχήν, να σημειωθεί ότι τα πρόσφατα συμβάντα έλαβαν χώρα ερήμην τόσο του βιβλίου του Καζαντζάκη όσο και της ταινίας του Σκορτσέζε. Τα δογματικά και φιλοσοφικά θέματα που θίγονται στον «Τελευταίο πειρασμό» δεν απασχόλησαν τους εισβολείς. Η ιερή οργή τους προϋπήρχε. Η ταινία λειτούργησε μόνον ως σύμβολο του κακού εναντίον του οποίου εστράφη όχι η σκανδαλισμένη συνείδηση των «διαδηλωτών», αλλά η προκαθορισμένη βία της μειοψηφίας τους: η οθόνη έμεινε λευκή-άδεια από εικόνες, κατάστικτη από τις τυφλές βολές των «εξεγερμένων».
     Οι άνθρωποι που παραμέρισαν τις αστυνομικές δυνάμεις και χρησιμοποίησαν τις βοηθητικές δυνάμεις και χρησιμοποίησαν τις βοηθητικές εισόδους, προκειμένου να εμποδίσουν την προβολή της ταινίας, δεν προέρχονται από υπερσυντηρητικές πολιτικές ομάδες (αρκεί να υπενθυμίσουμε τα συνθήματα που ακούστηκαν στους αθηναϊκούς δρόμους το βράδυ της Πέμπτης-τη γλώσσα και το ύφος τους) και, φυσικά, δεν ανήκουν σε άλλον αιώνα είναι σημερινοί, ζουν ανάμεσά μας και, ακόμη πιο σημαντικό, δεν εκπροσωπούν μιαν άλλη εποχή (έστω εκείνη των επίσημων αφορισμών του Καζαντζάκη) αλλά, με έμφαση, τη δική μας. Επίσης, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι πρεσβεύουν (κατά ένα μέρος τουλάχιστον, ίσως το σκληροπυρηνικό) τη χριστιανική πίστη. Τέλος, οι έξαλλοι καταστροφείς φαίνεται ότι (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο έκθυμο των πραγμάτων), δεν είναι μόνο στην ιδέα που έχουν για τον «Τελευταίο πειρασμό» (κάτι μπορεί να μας πληροφορήσουν σχετική η ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου και οι δηλώσεις γνωστού «νεορθόδοξου» πανεπιστημιακού)
     Ιδού, λοιπόν, που ένα ολόκληρο τμήμα του σύγχρονου ελληνικού χριστιανικού κόσμου επιζητεί-διά των λόγων ή διά των πράξεων-ανοιχτά την απαγόρευση ενός έργου τέχνης, αρνούμενο να συζητήσει ή και διαλεκτικά να απορρίψει το μήνυμα του δημιουργού του. Ωστόσο, τα γεγονότα αυτής της εβδομάδας μας πηγαίνουν ακόμη πιο μακριά: στην ελευθερία της τέχνης και της συνείδησης. Και εδώ το πράγμα είναι βαρύτερο. Διότι η απαγόρευση φέρνει την απαγόρευση και η όλη αντίληψη του τι πρέπει και τι δεν πρέπει να παρακολουθεί το κοινό (στο σύνολο πλέον της έκφρασης) ανοίγει τον δρόμο σε απρόβλεπτες επεμβάσεις και πραγματικούς κινδύνους. Λόγια χιλιοειπωμένα και επισημάνσεις αυτονόητες. Πόσο, όμως, αυτονόητες, μετά τα τελευταία γεγονότα;
Χ. εφημερίδα Η Καθημερινή 16/10/1988
--
Ζ) Ο τελευταίος Πειρασμός της συνείδησής μας
Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, περιοδικό Πολιτική Εποπτεία τχ. 139/Νοέμβριος 1988, σ.85-
     Ο ΜΑΡΤΙΝ ΣΚΟΡΤΣΕΖΕ είναι ένας επιτυχημένος σκηνοθέτης «ελαφρολαϊκών» ταινιών. Τα έργα του έχουν όλα την ίδια συνταγή: δύο άντρες έχουν μια σκοτεινή σχέση μίσους και έρωτος μεταξύ τους (αν και η φιλομοφυλία τους δεν βγαίνει από το ντουλαπάκι του υποσυνείδητου)’ ο ένας προσπαθεί να εξοντώσει τον άλλον (στα πλαίσια πάντοτε μιας «αποστολής») μολονότι διαισθάνεται πως η καταστροφή δεν μπορεί παρά να είναι αμοιβαία.
     Σας φαίνεται αυτό το μοντέλο ικανό να περιγράψει τη σχέση Ιησού-Ιούδα; Αν ναι, κάνατε ένα γερό βήμα κατανόησης του «Τελευταίου Πειρασμού».
     Το επόμενο βήμα, είναι να συμφωνήσετε πως ο Ιησούς Χριστός, ήταν ένας άνθρωπος. Εάν δεν έχετε αντιρρήσεις, τότε οι Καζαντζάκης και Σκορτσέζε μπορούν να προχωρήσουν και από την ψυχανάλυση να περάσουν στην λογική:
Ο Ιησούς Χριστός ήταν άνθρωπος
εγώ είμαι άνθρωπος
εμένα με βασανίζει το θέμα του σεξ
ergo: ο Ιησούς Χριστός βασανιζόταν
          από το θέμα του σεξ.
Με την λογική αυτή δεν θα καταπλήξετε τον Καρτέσιο, τα καταφέρνετε όμως πολύ καλά με κάθε σεξοβασανισμένο-κι επειδή αυτό το είδος ανθοφορεί, έχετε εξασφαλίσει ένα επαρκή αριθμό φανατικών οπαδών. Δεν είναι και λίγο αυτό, έ;
      Βέβαια,  η επιτυχία δεν είναι απολύτως εξασφαλισμένη. Υπάρχουν πάρα πολλοί που δεν θα θεωρούσαν Πειρασμό-και μάλιστα Έσχατο-το νάχουν σεξ με μία μόνο γυναίκα και νάναι και πολύτεκνοι από πάνω. Ένας αμερικανός κριτικός παρετήρησε ότι μόνον ένας παράφρων θα εξελάμβανε αυτόν τον εφιάλτη ως πειρασμό. Μπορείτε να προσθέσετε ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι λόγος να αισθανθήτε Μεσσίας επειδή δεν πήγατε με γυναίκα!
     ΠΟΛΛΟΙ ΚΡΙΤΙΚΟΙ χτύπησαν την ταινία. Την χαρακτήρισαν «σαχλαμάρα», «λάθος», «εκκεντρικά κακόγουστη», «βαρετή» «γκάφα» και πάει λέγοντας. Ο Σκοτσέζε απαντά απολαμβάνοντας την εισπρακτική επιτυχία και τη δημοσιότητα που ξεσήκωσαν οι διαμαρτυρίες των χριστιανών. Ίσως αισθάνεται πως έκανε το καλύτερο δυνατόν: Οι παραγωγοί δεν ήθελαν μιαν επανάληψη του Σεσίλ Ντε Μίλλ, και ο ίδιος δεν έχει τη δυνατότητα να ξεπεράσει τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι.   Τι λοιπόν περιμέναμε από την Αυτού Μετριότητά του; Ένα Άρλεκιν, ναι’ τη Θεία Κωμωδία, όχι.
     ΚΑΙ Ο ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ σάλαγος; Αυτός δεν μετράει; Και δεν μας μετράει;
       Ο Σκορτσέζε επικαλείται εμάς, όλους όσους υποστηρίζουμε την ελευθερία έκφρασης και διακίνησης των ιδεών. Θα επιτρέψουμε, εμείς οι φιλελεύθεροι, σε μια ομάδα φανατικών και δογματικών να επιβάλλει τις απόψεις της; Θα ανεχθούμε λογοκρισία; Θα αφήσουμε να φιμωθεί ένας άνθρωπος που τόλμησε νάχει έστω διαφορετική άποψη από τη δική μας; Δεν έχει λοιπόν αυτός, ο σκηνοθέτης Μάρτιν Σκορτσέζε, το δικαίωμα να έχει όποιαν άποψη θέλει για τον Ιησού;
Πρέπει οπωσδήποτε και διά της βίας να συμφωνεί με όσα λένε οι μητροπολίτες; Δεν είμαστε άραγε εμείς αυτοί που λέμε πως δεν έχει κανείς το δικαίωμα να φιμώνει έναν άνθρωπο; Εμπρός λοιπόν, ας τον υποστηρίξουμε!
      Κι έτσι, ο «Τελευταίος Πειρασμός», πειράζει τη συνείδηση των φιλελευθέρων.
      ΑΣ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ, λοιπόν, τη θέση μας. Πρώτα απ’ όλα, ασφαλώς πρόκειται για κακής ποιότητας ταινία. Δεν χρειάζεται να τη δει κανείς για να μορφώσει έγκυρη γνώμη, όπως αξιώνουν ο Σκορτσέζε και οι παραγωγοί.  Εάν επρόκειτο για ταινία στηριγμένη σ’ ένα οποιοδήποτε μπέστ σέλλερ, θάπρεπε πράγματι να δούμε πριν κρίνουμε. Αλλά πρόκειται για τον «Τελευταίο Πειρασμό» έργο στηριγμένο στη  νουβέλα του Καζαντζάκη και σκηνοθετημένο από τον Σκορτσέζε. Και μας είναι γνωστά, μέχρι πλήξεως, τα επίπεδα και του ενός και του άλλου. Όταν γύριζε ο Παζολίνι το «Κατά Ματθαίον» περιμέναμε να δούμε το αποτέλεσμα. Αλλά ποιος από μας περιμένει, στα σοβαρά, να δει αν στην επόμενη ταινία του ο Θανάσης Βέγγος θα τρέχει ή θα παίξει κάποιον παραλυτικό; Ποιος μπορεί ακόμη να υποθέτει ότι για τον Γιάννη Δαλιανίδη οι «Αδελφοί Καραμαζώφ» είναι κάτι βαθύτερο από μια ιστορία με «περιπέτεια-αγωνία-μίσος-έρωτα-μυστήριο;»
     Είναι σίγουρο λοιπόν ότι η ταινία του Σκορτσέζε είναι κακής ποιότητας. Όμως, η κακή ποιότητα έχει δύο αντιπάλους: την καλή ποιότητα, και μια άλλη κακή. Και όσοι απορρίπτουμε την κακή ταινία, είμαστε υποχρεωμένοι ν’ απορρίψουμε και τις κακές αντιδράσεις. Και υπήρξαν πολλές τέτοιες, ή αναγγέλλονται άλλες, που  βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με την ταινία που καταδικάζουν όλο πάθος…
     ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ είναι αυτός που δεν σέβεται μόνο την καλή, αλλά και την κακή ποιότητα. Από την στιγμή που θεωρούμε τη δεύτερη ποιότητα κάτι άνομο, κάτι άξιο να απαγορευθεί, τότε δεν μπορούμε να ανεχόμαστε τη δημοκρατία. Γιατί, βέβαια, δεν ψηφίζουν μόνον οι έχοντες βαθειά γνώση της πολιτικής, της ιστορίας και των πεπρωμένων’ ψηφίζουν και οι αγράμματοι, κι αυτοί που «πηγαίνουν μ’ όποιον πάει το ρεύμα», και οι ταπεινοί συμφεροντολόγοι, κι άλλοι πολλοί. Η Δημοκρατία είναι η απόλυτος παράνοια, αν δεν πιστεύουμε ότι τελικά, μεσ’ απ’ όλες τις αντιφάσεις, και παρά το γεγονός ότι οι σοβαροί και υπεύθυνοι είναι ελάχιστοι, προκύπτει μια σωστή κρίση-αυτή που λέμε “common sense”. Αν το common sense δεν υπάρχει, ή αν δεν είναι σε γενικές γραμμές εύλογο, τότε η Δημοκρατία είναι πολίτευμα για ψυχοπαθείς, και ο φιλελευθερισμός προϊόν σχιζοφρενείας.
     Θ’ αγωνιστούμε λοιπόν πάντοτε, όσοι πιστεύουμε πως δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει μια «φωτεινή μειοψηφία» υπέρτερη του common sense, για τα δικαιώματα της κακής ποιότητος. Θ’ αγωνιζόμαστε για το δικαίωμα να εκφραστεί ελεύθερα αυτός που είμαστε βέβαιοι ότι σφάλλει, αυτός που δεν έχει ποιότητες και κριτήρια και αρχές.
     ΑΛΛ’ ΑΚΡΙΒΩΣ αυτό το common sense, η ουσία της Δημοκρατίας, έχει θεσπίσει κάποια πλαίσια εντός των οποίων η έκφραση μπορεί να αναπτύσσεται ελεύθερα. Τα πλαίσια αυτά καθορίζονται όχι μόνο και όχι πάντοτε από το δικαιϊκό πλαίσιο της κοινωνίας’ καθορίζονται επίσης και από ορισμένες αξίες, αξίες που βρίσκονται επέκεινα και υπεράνω ρητών κανόνων. Πρόκειται για αξίες που θα μπορούσαμε να τις πούμε αυθαίρετες, αλλά που δεν είναι ως εξ αυτού και μη σεβαστές.
     Ήδη, ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος, σε πρόσφατο οργίλο άρθρο του-και πρέπει να προσέξουμε την οργή του διότι πρόκειται για Επίσκοπο που σκύβει πάντοτε με προσοχή και λεπτότητα σε αυτόν που (εμείς) θα λέγαμε «αντίπαλό» του- παρατηρεί:
     «Το κράτος, υποκριτικά φερόμενο, επικαλείται την ελευθερία του λόγου και του στοχασμού, ενώ όταν θίγεται ο αρχηγός του ή ο πρωθυπουργός του ή τα εθνικά του συμφέροντα, επιστρατεύει εισαγγελείς και δικαστάς, για να χειριστούν αυστηρά τον πέλεκυ του νόμου».
      Πως μπορεί, λοιπόν μια κοινωνία να προστατεύει όχι μόνο Προέδρους και υπουργούς, αλλά και απλούς πολίτες από εξύβριση ή συκοφαντία κ.τ.ό., και να επιτρέπει τον εξευτελισμό της βαθύτατης πίστης κάποιου ανθρώπου, της πιο μύχιας και συγκροτητικής του, της πιο απόλυτα καθοριστικής του προσώπου του και δεσμευτικής της υπόστασής του;
     ΄Αν και οι φιλελεύθεροι δεν μπορούν να πουν στον Σκορτσέζε «σταμάτα!», τότε δεν θάχουν το δικαίωμα να το πουν σε κανέναν, ούτε σ’ εκείνον που ανατινάζει τη Δημοκρατία. Στην περίπτωση αυτή, ο φιλελευθερισμός βυθίζεται μέσα στον μηδενισμό, εγκαταλείπει τις αρχές του, και βυθίζεται στο «Όλα επιτρέπονται!».
     Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ, σέβεται την επιβολή ελέγχου ή και απαγόρευσης, όταν δεν γίνεται αλλοιώς. Η απαγόρευση είναι φάρμακο επικίνδυνο, γιατί είναι η άλλη όψη της επιβολής, και ξέρουμε πως οι κοινωνίες που απαγορεύουν είναι και κοινωνίες που επιβάλλουν. Και γι’ αυτό ακριβώς, πρέπει να προσέχουμε: δεν πρέπει να καταφεύγουμε στην απαγόρευση αν έχουμε ενδείξεις ή έστω υποψίες ότι αυτή η απαγόρευση θάναι μάταια «αρχή» κάτινος-μιας «εκστρατείας κάθαρσης» ή άλλων τέτοιων εφιαλτικών. Η απαγόρευση πρέπει να γίνεται μόνον εφ’ όσον είναι συμπτωματική, ασυνεχής, και με έκδηλη πρόθεση τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου’ ποτέ στα πλαίσια «σταυροφόρων» διόρθωσης της κοινωνίας σύμφωνα με τις αρχές μιάς έστω στ’ αλήθεια «φωτισμένης» μειοψηφίας, που ξέρει αυτή πως πρέπει νάμαστε όλοι εμείς…
Δ. Παναγιώτου, περιοδικό Πολιτική Εποπτεία τχ. 139/11,1988, σ.85-
      Αυτά είναι τα κείμενα που εκφράζουν τις απόψεις και τις θέσεις γνωστών μας ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης και εφημερίδων και περιοδικών. Θέσεις που μας δηλώνουν ότι η Τέχνη, δημιουργεί και πολιτικές ζυμώσεις μεταξύ των ανθρώπων. Δεν είναι μια χλιαρή ασχολία για αργόσχολους συνταξιούχους ή μαθητές και φοιτητές που ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις. Η Τέχνη παράγεται από την Ζωή, είναι μέσα στην Ζωή και μιλά για την Ζωή. Το ότι διίστανται οι απόψεις, διαφοροποιούνται, είναι γόνιμο και χρηστικό για την κοινωνία και τους ανθρώπους. Τίποτα δεν πάει χαμένο σε αυτήν την Ζωή, όλα έχουν την σημασία τους και την αποτελεσματικότητά τους. Εξαρτάται μόνο να μην απαγορεύεις την γνώμη του άλλου αν δεν συμφωνεί με την δική σου. Αυτό είναι η ρίζα του κακού. Η τέχνη έχει αντικαταστήσει ένα μέρος του ρόλου της θρησκείας εδώ και αιώνες μέσα στην Ιστορία, όσες απαγορεύσεις και αν επέβαλλαν οι κρατικοί ή θρησκευτικοί άρχοντες, αυτό θα γινόταν μέσα στην ροή του χρόνου της Ιστορίας και του πολιτισμού. Και αυτό φάνηκε και με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, όσες απαγορεύσεις, αφορισμούς, ξόρκια και λάσπες αν του πρόσαψαν κατά καιρούς διάφοροι εκκλησιαστικοί ή άλλοι φορείς, το έργο του εξακολουθεί να συγκινεί, να διδάσκει, να αγαπιέται και να διαβάζεται παγκοσμίως. Το πρόβλημα της αξίας του έργου του, δεν έγκειται στο βαθμό θρησκευτικότητας ή αντιθρησκευτικότητας που εμπεριέχει αλλά στο κατά πόσο προάγει την τέχνη της πεζογραφίας, της ποίησης, ή και τις λαϊκής φιλοσοφίας που γεννά με τις μικρές και μεγάλες ιστορίες του που μας αφηγείται. Εξάλλου, αρέσει ένα έργο όχι γιατί συμφωνούμε μόνο μαζί του αλλά και γιατί μας ανοίγει νέους δρόμους κατανόησης των προβλημάτων της ζωής και της προσωπικής μας αυτοσυνειδησίας. Αν κάποιος επιθυμεί να διαβάσει τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα και το έργο του, ενώ άλλος τον Νίκο Καζαντζάκη και το δικό του είναι μια καθαρά προσωπική επιλογή. Όπως και το να τα διαβάσει και τα δύο. Αρκεί να αποφασίσει να μελετήσει τα κείμενα της θύραθεν και της εκκλησιαστικής γραμματείας που ανήκουν στην ελληνική μας παράδοση και ιστορία. Το να τα προσπεράσεις είναι το πρόβλημα. Να τα αγνοήσεις θεωρώντας ότι δεν σου λένε τίποτα.
Ένα ακόμα ζήτημα που θίγουν τα κείμενα αυτά καθώς και άλλα που έχω υπόψη μου, είναι το ζήτημα της Δημοκρατίας και των πάσης φύσεως λογοκρισιών. Δεν υπάρχει λογοκρισία μόνο στον χώρο της τέχνης αλλά υπάρχει και στην πολιτική, την δικαιοσύνη, την θρησκεία, την κοινωνία, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, στις ερωτικές μας επιλογές. Χωρίς να γίνομαι και πάλι κουραστικός, στα ίδια τα φαινόμενα της προληπτικής λογοκρισίας εμπίπτουν και οι σύγχρονοι των ημερών μας κοινωνικοί χαρακτηρισμοί και πολιτικοί στιγματισμοί εντεύθεν κακείθεν των πολιτικών τειχών. Δεν μπορείς να τσουβαλιάζεις όσους διαφωνούν μαζί σου «για ακροδεξιούς», «φασίστες», «ρατσιστές», «ξενοφοβικούς» και άλλες ορολογίες επειδή δεν συμφωνούν ή δεν έχουν κατανοήσει την υπογραφή με τα Σκόπια της συμφωνίας των Πρεσπών. Όταν μάλιστα η σημερινή κυβέρνηση, δεν έχει αφήσει κανένα μνημονιακό μέτρο που να μην το έχει ψηφίσει και περάσει από την Ελληνική Βουλή. Αποδείχτηκαν οι σε όλα «γιες μεν» που έλεγε ο συγχωρεμένος ο Αντρέας. Και όταν αρνείσαι αυτήν την κυβερνητική ή κοινωνική πολιτική αμέσως σε χαρακτηρίζουν με μεγάλη ευκολία όπως σε χαρακτηρίζουν. Νομίζω ότι είναι πολιτικά επικίνδυνο γιατί έτσι απαξιώνεις όλο το πολιτικό προσωπικό και την πολιτική εν γένει. Δεν είναι σημεία των καιρών ότι οι Έλληνες γυρίζουν την πλάτη στους πολιτικούς και την πολιτική και στρέφονται σε περισσότερο ακραίες και αντιδημοκρατικές λύσεις ενδιαφερόμενοι μόνον για την πάρτη τους; Ποιος εξηγεί με πολιτική φρόνηση και πολιτική σκέψη, γιατί θα οφείλει η χώρα μας να βοηθά και να ελευθερώνει τούρκους πραξικοπηματίες και όχι να τους ανταλλάσσει με τους δύο έλληνες φυλακισμένους στρατιωτικούς; Δεν μπορεί όλοι όσοι ψήφισαν στην Τουρκία για να αναδειχθεί στο ύπατο αξίωμα της Δημοκρατίας τους να είναι αντιδημοκράτες, φασίστες, συντηρητικοί, ακροδεξιοί, ψηφίστηκε ο κύριος Ερντογκάν, δεν αναδείχθηκε στο ύπατο αξίωμα από κομματικές συναλλαγές όπως ο δικός μας που μας κάνει συνεχώς υποδείξεις. Στην Τουρκία έγιναν εκλογές. Έχουν μια Δημοκρατία όπως οι τούρκοι πολίτες την κατανοούν και την πιστεύουν. Το ίδιο και στην Αυστρία, την Ιταλία, την Ουγγαρία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν γίνεται να λες ότι είσαι ο μοναδικός θεματοφύλακας των αξιακών αρχών της Ευρώπης όταν δεν μπορείς να διαφυλάξεις ούτε τα σύνορά σου. Δεν μπορεί να αποκαλείς ακροδεξιούς αυτούς που ακούν στις ειδήσεις ότι οι γυναίκες στην Σαουδική Αραβία, εν έτει 2018 τους επετράπη να οδηγούν; Θα ήθελε κανένας δημοκράτης, η γυναίκα του, η κόρη του η αδερφή του, η φιλενάδα του, η μητέρα του να βρίσκεται στην θέση που έχουν οι γυναίκες σε πλείστες μουσουλμανικές χώρες; Αν ναι, τότε δεν έχουν παρά να πάνε να ζήσουν εκεί. Αν όχι, δεν μπορείς να πετροβολάς συνεχώς το ευρωπαικό οικοδόμημα αξιών. Αυτό που κινείται μεταξύ αποικιοκρατίας και καπιταλισμού. Θρησκευτικής ανοχής και λαϊκού κράτους. Η αριστερά, ή τουλάχιστον ότι έμεινε από αυτήν σαν ανάμνηση παλαιών επαναστατικών εποχών, δεν μπορεί να επιβουλεύεται την όποια αστική δημοκρατία την στιγμή που καρπούται τα πολιτικά και οικονομικά της οφέλη. Ή μένεις απέξω από το παιχνίδι των πολιτικών καιρών ή μετέχεις και λες πολύ μα πολύ λιγότερα από όσα λένε οι σημερινοί συγκυβερνώντες και ο κύριος πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ούτως η άλλως η γενικότερη πολιτική τους είναι συντηρητική και συνέχεια των προηγούμενων πολιτικών των δεξιών κυβερνήσεων, άρα τι μιλάνε;
Μέσα στην Ευρώπη. Οι αγορές, δεν θάρθουν από τις ερήμους, αλλά από τα ισχυρά καπιταλιστικά κέντρα της δύσης σύντροφοι και συντρόφισσες, που θέλατε να κάνατε την χώρα Ολλανδία της Μεσογείου. Τα άκουσες πατέρα!
Η Κύπρος είναι ακόμα σκλαβωμένη και υποδουλωμένη. Και ο φάκελος της Κυπριακής Τραγωδίας κλειστός.
Για τον «Τελευταίο πειρασμό» του Νίκου Καζαντζάκη θα μιλάμε τώρα;
Γιώργος       Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 15 Ιουλίου 2018
Σκόρπιον ή Σταύρος Ξαρχάκος, ιδού το δίλημμα κύριοι και κυρίες.