Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Γιάγκου Πιερίδη, Τα τελευταία χρόνια του Λαπαθιώτη

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ  ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

     ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

του ΓΙΑΓΚΟΥ ΠΙΕΡΙΔΗ

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1947, σελ. 93-98

ΧΡΟΝΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, εκδόσεις ΜΑΥΡΙΔΗΣ

    Τρία χρόνια πέρασαν κιόλας- 8 του Γενάρη του 44- από την ημέρα της αυτοκτονίας του. Η «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» στον πρώτο τόμο της οποίας ο ποιητής δημοσίεψε τη συμφωνία του «Μιά Νύχτα με το Φεγγάρι», τιμώντας τη μνήμη του, μου ανέθεσε να μιλήσω εδώ για τα τελευταία χρόνια της ζωής του που δεν είν’ άλλα παρά τα ταραγμένα χρόνια του πολέμου και της κατοχής. Το κάνω μ’ ευχαρίστηση γιατί είμαι ένας από τους τρείς- τέσσερεις που τον έβλεπαν τότε, σχεδόν ξεχασμένο, και τον αναζητούσαν τις λίγες ώρες πού έβγαινε από το σπίτι του.

        Ένας προπολεμικός ξενύχτης.

   Είναι ένας από τους χαρακτηρισμούς που θα μπορούσε κανείς να του δώσει, ακριβέστερα, ένας αθηναίος ξενύχτης που μολαταύτα δεν ξενυχτούσε μέσα στην Αθήνα. Τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, οι συντροφιές της νύχτας τον είχαν χάσει, ποτέ όμως δεν πίστεψαν πώς η απουσία του είταν οριστική. Τόσο τον νόμιζαν δικό τους. Κι’ όμως! Η Αθήνα που τον χάιδεψε παιδί, που τον θαύμασε έφηβο, που τον κολάκεψε άντρα, οι ταβέρνες που λάμπρυνε με την παρουσία του, δεν είχαν πιά γι’ αυτόν κανένα θέλγητρο. Κατάντησαν, σχεδόν όλες, κοσμικές κ’ οι άνθρωποι που τις σύχναζαν, τον άφηναν αδιάφορο.

        Περαίας. Μενίδι, Μέγαρα, Ελευσίνα, να οι τόποι που του πρόσφεραν μπορεί τη διασκέδαση, μπορεί τη νύχτια φυγή από τη σκοτεινή πραγματικότητα.

        Την ημέρα κανένας δεν τον έβλεπε γιατί κοιμόταν, εργαζόταν ή έπαιζε πιάνο. Κι’ ενώ δεν υπήρχε περιοδικό μικρό ή μεγάλο που να μη φιγουράριζε ποίημα ή πεζογράφημά του, γιατί έδινε πρόθυμα ενώ δεν αντάμωνε κανείς στα κιόσκια, έντυπο φιλολογικό, χωρίς την υπογραφή του, σπάνια ν’ ανταμώσει τον ίδιο, και να τον δει όπως διαμορφωνόταν με το πέρασμα του χρόνου.

        Άλλοι μιλούσαν γι’ αυτόν όπως τον γνώρισαν πρίν από δεκαπέντε, από είκοσι, από τριάντα ακόμα κι από σαράντα χρόνια, σαν είταν μαθητής. Έμεινε στάσιμος στην μνήμη τους. Ένας νέος άνθρωπος με φιλντισένια επιδερμίδα, με γαλανά μάτια, όλο τρυφεράδα, με ασαφές χαμόγελο και μ’ ένα κίτρινο μακρουλό πρόσωπο που ο ήλιος ποτέ δε ρόδισε.

        Τέτοιος πάνω- κάτω ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ως τις παραμονές του τελευταίου πολέμου. Κι αυτοί ακόμα που δεν αξιώθηκαν να τον γνωρίσουν, τέτοιο πάνω κάτω τον φαντάστηκαν είτε έπειτα από τις διηγήσεις των παλιών του φίλων, είτε έπειτα από το διάβασμα ποιημάτων του.

        Ο ίδιος άνθρωπος στα χρόνια του πολέμου μα τόσο διαφορετικός!

   Μόλις ανάψουν τα φώτα, ένας πολύ αδύνατος άντρας, με παλιά ρεπούμπλικα και με σηκωμένο το γιακά της λερής καμπαρντίνας του, κατεβαίνει αργά τα πέτρινα σκαλοπάτια μιας υπόγειας ταβέρνας στα Εξάρχεια. Από τον ώμο του κρέμεται ένας σάκος με κρόσσια και μακρυά λουριά. Καθώς κατεβαίνει αργά με το κεφάλι χαμηλωμένο, οι θαμώνες τον παίρνουν για κυνηγό ή ταξιδιώτη πούρχεται από κάπου μακρυά κι είναι βυθισμένος στο δικό του κόσμο. Είναι ο ποιητής μας που βγαίνει τώρα μόλις από το σπίτι του, λίγα μέτρα μακρύτερα, κι έρχεται ίσα στην ταβέρνα να δειπνήσει. Ο σάκος με τα κρόσσια που του δίνει τον ξενικόν αέρα, ούτε του κυνηγιού, ούτε του ταξιδιού είναι αλλά το δικό μας δίχτυ της αγοράς.

        Σταματά λίγα λεπτά στο προτελευταίο σκαλί σεργιανίζει το βλέμμα στις κατσαρόλες, διστάζει για μιά στιγμή κι έπειτα παραγγέλνει με το δάχτυλο. Μετά διευθύνεται δεξιά, σ’ ένα μικρό, μισοφωτισμένο τραπεζάκι χωρίς να ενδιαφερθεί για τους γύρω του.

        Όταν βγάλει τη ρεπούμπλικα, βλέπει κανείς πώς τα άλλοτε πυκνά του μαλλιά αραίωσαν μα δεν άσπρισαν. Το φιλντισένιο πρόσωπο-παλιό τώρα φίλντισι-πιό μακρουλό, πιό αδύνατο και σχεδόν πάντα αξούριστο. Κάτι κόκκινα και μαβιά στίγματα γύρω στο στόμα, δίνουν την εντύπωση πληγής που πηγαίνει ν’ ανοίξει ή και τ’ αντίθετο: που πηγαίνει να κλείσει. Γύρω στα ματόφυλα, ένα λεπτό κόκκινο φιδάκι φανερώνει την κούραση απ’ την πολλή προσήλωση. Τα γαλανά του μάτια έχουν χάσει τα παιχνιδίσματά τους και μολονότι κανένας ήλιος δεν τα ταλαιπώρησε, είναι τώρα πιά ξεθωριασμένα.

    Σπάνια βγάζει την καμπαρντίνα του. Αν όμως τ’ αποφασίσει, ο περίεργος παρατηρητής, ξαφνιάζεται. Ένα σκούρο μάλλινο σπορ σακάκι (το φορούσε και το καλοκαίρι) προβάλει σχεδόν καινούργιο σα νάρχεται ίσα από κάποιο μοντέρνο ραφτάδικο του 1914! Το κόψιμο, ακόμα και τα σχέδια του υφάσματος, βρίσκονται μέσα σε φιγουρίνια της τελευταίας, νομίζω, χρονιάς, πριν από τον περασμένο πόλεμο. Εποχή ακμής ή εποχή- σύμβολο για κείνον που το φορούσε; Ποιός ξέρει.

        Οπωσδήποτε το καντριγιέ αυτό σπορ σακάκι, προδίδει πόσο παλιός είναι ο άνθρωπος με την αβέβαιη ηλικία πούναι σκυμμένος στο πιάτο του και δεν προσέχει κανένα.

Στην υπόγεια τούτη ταβέρνα, τρώει σχεδόν πάντα, μόνος. Πού και πού συντροφεύεται από κάποιο παλιό φίλο ή θαυμαστή ώσπου να καπνίσει το τσιγάρο του. Ποτήρια κρασιού δεν υπάρχουν στο τραπέζι ή αν υπάρχουν πίνει μόνο ο θαυμαστής ή ο φίλος. Ο ίδιος… έπαψε να πίνει… Το κρασί δεν του δίνει πιά καμιά ευχαρίστηση.

        Αμέσως μετά το κάπνισμα του τσιγάρου αρχίζει να τοιμάζει το φαϊ των γάτων του. Είχε τρείς τον τελευταίο καιρό, τρείς μόνο, κι είταν πολύ λυπημένος γι’ αυτό, γιατί στην αρχή του πολέμου είταν δεκατρείς. Αδειάζει ότι έχει μέσα σ’ ένα μεγάλο κουτί κονσέρβας και το κρύβει μέσα στο σάκο του. Σηκώνεται βιαστικός, καληνυχτίζει και σα σκουντημένος από μιά επιταχτική ανάγκη, φεύγει να πάει κατ’ ευθείαν να κλειστεί στο σπίτι του. «Οι γάτες μου πεινούν και περιμένουν» λέει στο σύντροφο, όταν υπάρχει, για να δικαιολογηθεί. Δεν είναι πέρα ως πέρα σωστό.- Οι γάτες μπορούν να περιμένουν ακόμα. Είναι όμως η ώρα, η αμείλιχτη ώρα του ναρκωτικού και τίποτα στον κόσμο δεν έχει πιά σημασία γι’ αυτόν, όξω από το ναρκωτικό του. Κοινός φίλος που αντίκρισε το νεκρό του γυμνό, (εγώ απόφυγα) είδε το στήθος του κατατρυπημένο από τις ενέσεις.

        Λίγους, πολύ λίγους δεχόταν την ημέρα, στο σπίτι του, οδός Κουντουριώτη. Ποιούς; Εκείνους που είχαν προσόντα πολιορκητή, πού επέμεναν και δεν απογοητεύονταν. Κι’ είταν τις περισσότερες φορές νέοι θαυμαστές του έργου του που ήθελαν να τον γνωρίσουν από κοντά και να του εκφράσουν το θαυμασμό τους. Πετύχαιναν μόνο αν είχαν τα προσόντα που ανέφερα. Αλλιώς έπαιρναν πίσω τον κατήφορο της οδού Κουντουριώτη κρατώντας το πρώτο βιβλίο τους που ήρθαν να του προσφέρουν.

        Η άρνησή του να τους δεχθεί ενώ ήξεραν πώς βρισκόταν μέσα, ψύχραινε πολλούς θαυμαστές και φίλους. Δεν παραδέχονταν πώς έπεφταν σε ακατάλληλη ώρα. Νόμιζαν πώς τόκανε από ιδιοτροπία ή κοκεταρία ενώ στην πραγματικότητα η κατάλληλη ώρα για όλο τον κόσμο είταν ακατάλληλη γι’ αυτόν.

        Δεν ήταν παρουσιάσιμος. Ούτε στην περιβολή, ούτε ψυχικά. Χρειαζόταν κάποια προετοιμασία και στα δύο και γι’ αυτό αναγκαζόταν, ώσπου να δύσει ο ήλιος, να κρατάει κλειστή την αυλαία.

        Την άνοιγε όταν άρχιζε να πέφτει το σκοτάδι το τρομερό σκοτάδι, όξω και μέσα μας, της κατοχής. Τότε μόνο δεχόταν τον επίμονο επισκέπτη και κουβέντιαζε μαζί τους. Με φώς ή και στα σκοτεινά. Έπειτα από δυό παραβάσεις, η Ηλεκτρική Εταιρεία, τούχε κόψει την παροχή ρεύματος. Δεν ξέρω αν στενοχωρήθηκε. Μάλλον ευχαριστήθηκε γιατί απόφευγε έτσι τ’ αδιάκριτα κι’ ερευνητικά βλέμματα.

        Ένα αφέγγαρο βράδυ χτύπησα την πόρτα του. κάποιος άγνωστος μου άνοιξε και μ’ οδήγησε στη βιβλιοθήκη του ποιητή. Ούτε υποψία φωτός. Ανάμεσα σε σκιές που μιλούσαν, ξεχώρισα τη φωνή του μα δεν τον έβλεπα. Αυτό όμως δεν το εμπόδισε να εκτελέσει το χρέος τους σαν οικοδεσπότης: Με παρουσίασε και μου σύστησε τους άγνωστους που μπορεί αργότερα ν’ αντάμωσα και να κουβέντιασα μαζί τους μα που εξακολουθούν ως σήμερα να μου είναι άγνωστοι.

        Κάποιο άλλο βράδυ, του ’43, αφού κάναμε ένα μικρό, πολύ μικρό περίπατο, πήγαμε και φάγαμε μαζί στην ταβέρνα. Ψωμί δελτίου εγώ, φραντζόλα αγοραστή εκείνος.

-Ευχάριστο σημείο, του είπα χαμογελώντας. Για ν’ αγοράζεις απ’ όξω ψωμί, σημαίνει πώς τρως όλο το δικό σου, το μεσημέρι.

        Κατέβασε τα μάτια και χαμογέλασε κι αυτός αλλά πόσο διαφορετικά!

   -Πρώτον δεν τρώω το μεσημέρι, τσιμπώ μόνο… Έπειτα δεν μου δίνουν ψωμί από το φούρνο γιατί δεν έχω δελτίο. (*)

  -Δεν έχεις δελτίο!

  -Αμέλησα να περάσω από τον έλεγχο και τώρα που να τρέχω. Χρειάζονται χασομέρια, αστυνομία, διατυπώσεις… Ποιός ο λόγος…

   Ποιός ο λόγος! Ξαφνιάστηκα. Ν’ αμελήσει κανείς το δελτίο του ψωμιού του είνε σα ν’ αμελεί την ίδια του ζωή. Το μόνο που δε σκέφτηκα τότε είναι ότι θεληματικά δεν το ανανέωσε. Ήμουν πολύ μακρυά ακόμα από την ιδέα της αυτοκτονίας που καλλιεργούσε από χρόνια.

        Τον τελευταίο καιρό, ένα χρόνο σχεδόν πριν από το τέλος του, δεν ήταν πιά μόνος. Στο σπίτι και στην υπόγεια ταβέρνα τον συνόδευε ένας καινούργιος φίλος, ο παλαιοβιβλιοπώλης Κ. Χρ. Ο οποίος τον φρόντιζε και τον περιποιόταν σαν αδερφός. Άρχισε να του πουλάει βιβλία από την πολύτιμη βιβλιοθήκη του κι’ έκανε ότι μπορούσε για να μην τον αφήσει να νιώσει τη στέρηση. Δύσκολες μέρες ίσως να πέρασε όχι όμως κι απελπιστικές όπως έγραψαν κι όπως άκουσα να λένε τότε. Τα σπάνια βιβλία του, τα ταμπλό του, τα πολύτιμα αντικείμενα ακόμα κ’ η πλούσια συλλογή αυτογράφων μεγάλων αντρών, θα μπορούσαν να τον συντηρήσουν ένα ή με ενάμιση ακόμα χρόνο. Δεν ήταν λοιπόν οικονομικοί οι λόγοι που τον σκούντησαν στην αυτοκτονία.

        Μου έμενε όμως η απορία: γιατί έτρωγε μιά φορά μόνο την ημέρα; Ξόδευε πολλά και τόκανε για οικονομία; Όχι, τούλειπεν η όρεξη! Η χρήση των ναρκωτικών, μέσα στα τόσα άλλα ολέθρια αποτελέσματα, έχει την ιδιότητα να κλείνει την όρεξη. Οι λίγοι μυημένοι καταλάβαιναν και σώπαιναν. Οι άλλοι, οι πολλοί που τα μάθαιναν από τρίτους, έμεναν με την πρώτη εντύπωση. Το ένιωθε και στενοχωριόταν. Μα πώς να τους εξηγήσει, πώς να τους ξεσκεπάσει τις πραγματικές αφορμές. Ευτυχώς που είχε πάψει να τους βλέπει. Αλλιώς, ο οίκτος του μπορούσε νωρίτερα να τον σκότωνε.

        Η φήμη πώς ο Λαπαθιώτης θ’ αυτοκτονήσει, άρχισε να γίνεται βεβαιότητα. Ο ίδιος μιλούσε γι’ αυτήν σαν ένα γεγονός. Σχετικά μάλιστα έγραψε κάμποσες φορές στον παιδικό του φίλο, τον ποιητή Παπατζώνη. Ο καινούργιος του φίλος ανησύχησε. Τόσο που άφηνε την δουλειά του και πεταγόταν στο σπίτι, δυό τρείς φορές στο διάστημα της ημέρας για να τον παρακολουθεί και προλάβει καμιά τρέλα του.

        Αυτή η φροντίδα, αυτό το ενδιαφέρον, στενοχωρούσε τον ποιητή. Για να του δείξει την ευγνωμοσύνη του αποφάσισε να τον υιοθετήσει. Ο Κ. Χρ. Τον ευχαρίστησε μα όλο και ανάβαλε να πάνε για τις διατυπώσεις. Έβρισκε πώς η αργοπορία είταν ο μόνος τρόπος να τον συγκρατεί στη ζωή. Είταν, επί τέλους, ένας σκοπός.

        Κι’ όμως, ένα μεσημέρι, μπαίνοντας στο δωμάτιό του, μιά βδομάδα πριν από το τέλος, τον είδε ν’ ανακατώνει κάτι χαπάκια στο ποτήρι. Είταν βερονάλ. Όρμησε πάνω του, του τ’ άρπαξε και το πέταξε. «Σου τόπα κι άλλοτε. Το 1944 δεν πρέπει να με βρει ζωντανό» του είπε με κάποια νευρικότητα για την αποτυχία του.

        Στον κ. Μπουντούρη που έβγαζε τότε τη «Φιλολογική Κυριακή» ξανοιγόταν συχνά και του μιλούσε ανεπιφύλακτα. Ένα βροχερό βράδυ πούχαν αποκλειστεί σε κάποιο εστιατόριο στα Εξάρχεια, του ανάπτυξεν, αρκετήν ώρα, τη γνώμη του για τον θάνατο, ψυχρά κι επιστημονικά και με τέτοιες λεπτομέρειες που τον έκανε να σαστίσει και ν’ ανησυχήσει.

        Μεγάλη η έγνοια του μην επιζήσει. Η σκέψη αυτή πολύ τον φόβιζε. Άλλωστε ολάκερη η μελέτη του προβλήματος έγινε για να μη συμβεί κι αποτύχει. Τον τρόμαζε η αποτυχία μα περισσότερο κι απ’ την αποτυχία, η νεκροφάνεια. Στο τελευταίο του γράμμα στον κληρονόμο του, του παράγγειλε «να μην επιτρέψει την ταφή του αν δεν βεβαιωθεί με όλους τους επιστημονικούς όρους ότι δεν πρόκειται περί νεκροφάνειας».

        Αλλά ποιά η αφορμή της αυτοκτονίας του;

        Μήπως επειδή τίποτα πιά δεν τον ενδιέφερε; Μήπως επειδή πολύ έζησε; Μήπως επειδή διόλου δεν έζησε, έκανε όμως επιδειχτικά όσα έκανε για να μας ξεγελάσει για το αντίθετο; Μήπως από μιά βαθειά πίκρα επειδή το έργο του δεν πήρε μεταξύ των συγχρόνων του τη θέση που αυτός νόμιζε πώς έπρεπε νάχει πάρει; Ή μήπως επειδή τα ναρκωτικά τον είχαν τόσο πολύ κυριέψει ώστε έτρεμε και στη σκέψη μόνο ότι μπορούσε να καταλήξει μιά μέρα σε ψυχιατρείο ή σε κάτι χειρότερο: στο δρόμο-να ζητιανεύει;

        Δεν ξέρω ποιά ακριβώς είναι η  αφορμή. Μπορεί όλες μαζί περισσότερο όμως η έμφυτη κλίση του προς την αυτοκτονία. Νέος, παιδί ακόμα, είχε κρύψει από τον πατέρα του, το στρατηγό, ένα ή δύο, δε θυμάμαι καλά, όπλα για να τα μεταχειριστεί… στην κατάλληλη ώρα.

Μου διηγήθηκαν μάλιστα πώς ένα βράδυ δοκίμασε ή πήγε να δοκιμάσει αλλά τον ανακάλυψαν χωρίς όμως να κατορθώσουν να του πάρουν πίσω τα παιχνίδια αυτά της Έντας Γκάμπλερ.

        Αν πιστέψουμε παλιούς του φίλους, την εποχή που μεσουρανούσε στα γράμματα και στις ταβέρνες, έγινε κι άλλη απόπειρα. Μα η αποτυχία, αυτή τη φορά, (κι’ όλες τις άλλες νομίζω), οφείλεται, όχι τόσο σε δειλία ή σε αδεξιότητα, όσο στη σκέψη ότι θα βύθιζε σε απόγνωση τη λατρευτή του μητέρα.

        Νομίζω πώς τίποτα στον κόσμο δεν αγάπησε πραγματικά, όξω από την μητέρα του. Όταν, στα 1937, πέθανε, την έκλαψε σαν μικρό παιδί και έπειτα κλείστηκε και βυθίστηκε στη σιωπή. Έτσι μπορούσε να κουβεντιάζει μαζί της. Να κουβεντιάζει περισσότερο παρά όταν την είχε ζωντανή- γιατί τότε δεν είχε καιρό. Δείγματα της αγάπης του φαντάζομαι να υπάρχουν πολλά μέσα στο ανέκδοτο έργο του, της εποχή εκείνης.

        Λίγους μήνες αργότερα, φάνηκαν στη «Νέα Εστία» (τεύχος 1 Ιουνίου του 37) δυό ποιήματα αφιερωμένα σε κείνην, στα οποία ξεχειλίζει το τρυφερό του αίσθημα. Παραθέτω το δεύτερο με τον τίτλο «Δάκρυα».

        Δεν είναι τίποτα στο σπίτι Μάνα μου,

        να μη σε φέρνη ολάκερη στη σκέψη,

        -Και μήτε τίποτα στη ζωή μου Μάνα μου

        που να μην τόχης κάπως σημαδέψει.

 

        Κι’ ούτε που κάνω βήμα, τώρα, Μάνα μου,

        χωρίς οι λογισμοί σου να με ζώσουν,

        καθώς αγγίζω ή αντικρίζω Μάνα μου

        το κάθε τι που μεταχειριζόσουν…

 

        Κι’ όχι το καθετί, μονάχα. Μάνα μου,

        δικό σου είναι μονάκριβο για μένα,

        μα ως και τα μέρη, που περνούσες, Μάνα μου

        κι’ εκείνα, τα θαρρώ σαν αγιασμένα…

 

        Κι’ όχι τα μέρη εκείνα μόνο, Μάνα μου,

        κάτι, για μένα, έχουν του παραδείσου,

        - μα ως και τον ίδιο τον εαυτό μου, Μάνα μου

        τον αγαπώ, γιατί ήταν παιδί Σου…

              Μένουν οι δοξασίες του.

   Τί πίστευε; Φαίνεται πώς στα τελευταία του χρόνια, βασανιζόταν πολύ από το πρόβλημα της πιο πέρα ζωής. Όπως κάθε άνθρωπος που τοιμάζεται ν’ αφήσει τον κόσμο τούτο, δαγκωμένος από την αμφιβολία, μαχόταν να γνωρίσει πού θα πήγαινε. Φαντάζομαι πώς σε στιγμές παραφοράς, θα κάλεσε τ’ αγαπημένα μεγάλα πνεύματα να του δώσουν ένα σημάδι, ένα πολύ μικρό σημάδι, αν πίσω από την αυλαία υπάρχει κάτι- έστω και διαφορετικό από κείνο που φανταζόμαστε.

  Μά τ’ αγαπημένα πνεύματα, όπως και τ’ άλλα δεν απαντούν. Κ’ η παραφορά του φτάνει σε παροξυσμό.

        Σ’ ένα από τα γράμματα που βρέθηκαν στα χαρτιά του, εξορκίζει την πεθαμένη μητέρα του να του απαντήσει για το μεγάλο ζήτημα της επιβιώσεώς του. Της τοίμασε ένα χαρτάκι κι εκείνη δεν είχε παρά να χαράξει μιά λέξη, μιά μόνη λεξούλα: «Ναί ή όχι».

        Αν ο Καβάφης για τον έναν ή τον άλλον λόγο υποχρεώθηκε να γυρνά και να γερνά μαζί με τους ανθρώπους που τον γνώρισαν νέο, ο Λαπαθιώτης ούτε γυρνούσε μαζί τους. Η διαρκής αλλαγή κέντρων στην αρχή, η διαρκής ανανέωση γνωριμιών κι έπειτα, στα ταραγμένα πολεμικά χρόνια, το μισοσκόταδο της ταβέρνας και το κλείσιμο στο σπίτι του, τον έσωσαν απ’ αυτή την αισθητική συφορά. Έτσι στη μνήμη των παλιών αλλά και των καινούργιων του φίλων, μένει η εικόνα του νέου ανθρώπου με τη φιλντισένια επιδερμίδα, τα γαλανά του μάτια, όλο τρυφεράδα και το ασαφές του χαμόγελο. Για τους πολλούς, μπορώ να πω, πώς πέρασε από τη ζωή στο θάνατο, νέος ακόμα- όπως επιθυμούσε. Κι από την άποψη αυτή, στάθηκε τυχερός.

(*). Ο κληρονόμος του πολύ δυσκολεύτηκε να εκδόσει χωρίς δελτίο, άδεια ταφής, μετά το θάνατό του. Τ’ αστυνομικά τμήματα, καθώς ξέρετε, δεν εκδίδουν τη σχετική άδεια αν δεν καταθέσετε πρώτα το δελτίο ψωμιού.

   ΓΙΑΓΚΟΣ  ΠΙΕΡΙΔΗΣ

Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1947, σελ. 93-98.

Σημειώσεις

-Ανατρέχοντας στην ακόμη εν εξελίξει εργογραφία και βιβλιογραφία του εστέτ ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέοντος Λαπαθιώτη, θα διαπιστώσουμε ότι και στις μέρες μας το έργο του είναι παρόν και επίκαιρο. Διαβάζεται και εξακολουθεί να απασχολεί το αναγνωστικό κοινό και τους νεότερους φιλολόγους άντρες και γυναίκες ερευνητές αλλά, και τους έλληνες μουσουργούς. Τα μελωδικότατα γεμάτα ευαισθησία και μουσικό ρυθμό Ποιήματά του συνεχίζονται να μελοποιούνται ακόμη. Ίσως και επειδή ακολουθούν την παραδοσιακή μετρική και μουσική ρυθμολογία. Υπολογίζεται ότι έχουμε έως τώρα πάνω από 40 μουσικές εκτελέσεις ποιημάτων του συμβολιστή ποιητή τα οποία έχουν ερμηνεύσει θαυμάσια σπουδαίοι έλληνες και ελληνίδες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες. Ο τηλεοπτικός και κινηματογραφικός φακός έχει ασχοληθεί μαζί του. Βλέπε την εκπομπή «Εποχές και Συγγραφείς» που προβλήθηκε από την δημόσια τηλεόραση, και την μεγάλου μήκους βραβευμένη ταινία «Μετέωρο και Σκιά» του πειραιώτη σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη η οποία βρήκε απήχηση στο μεγάλο κινηματογραφόφιλο κοινό. Επίσης, μιλώ για εν εξελίξει εργοβιογραφία του, μια και τα ποιητικά του Άπαντα και τα Πεζά του, στις μέρες μας, επανεκδίδονται από διάφορους εκδοτικούς οίκους συμπληρωμένα με σύγχρονες εισαγωγές, σχολιασμούς και επιμέλειες. Φέρνοντας στο φώς νέα άγνωστα δημοσιεύματα και κρίσεις του ποιητή Λαπαθιώτη ενός από τους αξιολογότερους έλληνας ποιητές του Μεσοπολέμου. Μπορεί να μην είναι ο αντιπροσωπευτικότερος όπως είναι ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης αλλά, δεν παύει να σημάδεψε εποικοδομητικά τα ελληνικά γράμματα το λογοτεχνικό- ποιητικό πέρασμά του. Μία τραγική περίπτωση ποιητή ο οποίος έκανε το αισθητικώς ζην πράξη και συμπεριφορά του βίου του σαν ένας έλληνας Όσκαρ Ουάϊλντ των χρόνων του. Εξάλλου, είχε μεταφράσει μεταξύ άλλων και την μελέτη του γάλλου συγγραφέα Αντρέ Ζιντ για το μεγάλο ίνδαλμά του. Συνειδητός αισθητιστής ο Λαπαθιώτης από την νεαρή του ηλικία,- λέγεται από τους βιογράφους του ότι υπήρξε ένας πολύ ωραίος νέος, ένας μπον- βιβέρ κοκέτης πάντα, καλοντυμένος προσεχτικά, πολύγλωσσος και από στρατιωτική και ευκατάστατη γνωστή πολιτική οικογένεια. Ο πατέρας του διετέλεσε στρατιωτικός και υπουργός του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν χρειάστηκε να εργαστεί ποτέ του, αν και είταν υπέρ των δικαιωμάτων των εργαζομένων στα δημοσιεύματά του, είχε ασπαστεί την κομμουνιστική ιδεολογία, (τουλάχιστον θεωρητικά), προκλητικός συνήθως στις δημόσιες συγγραφικές παρεμβάσεις και θέσεις του, δες το γνωστό «Μανιφέστο» του ενάντια στην παλαιότερη γενιά των αθηναίων λογοτεχνών. Επιδίωκε είτε να προκαλέσει με την εκκεντρικότητά του, τις ενδυματολογικές του επιλογές και δημόσιες δηλώσεις του, αψηφώντας όλα τα κοινωνικά στερεότυπα και ηθικά και κοινωνικά πρέπει της Αθηναϊκής κοινωνίας στην εποχή του. Ασφαλώς, ότι προέρχονταν από ευκατάστατη οικογένεια και δεν χρειάστηκε να εργαστεί του πρόσφερε μεγάλες ευκαιρίες και δυνατότητες που δεν είχαν άλλοι Νέοι φιλότεχνοι, κοσμικοί ή των λαϊκών τάξεων Ομοφυλόφιλοι. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης είχε θα λέγαμε όλα τα συν για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, όμως στην διαχείρισή τους και στις επιλογές του επέλεξε να μπλέξει με ουσίες και άλλες βλαπτικές συνήθειες για την υγεία και την ψυχική και σωματική του ισορροπία που τελικά τον οδήγησαν στην επιλογή της αυτοχειρίας του. Όπως ο ίδιος την επέλεξε ή από μία άτυχη όχι και τόσο καλά σχεδιασμένη απόπειρα όπως γράφει σε άρθρο του ένας άλλος στενός φίλος και θαυμαστής του ο Μάριος Βαϊάνος. Το πορτραίτο πάντως που μας σχεδιάζει στο περιοδικό «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» ο Κύπριος συγγραφέας και διαπρύσιος κήρυκας της Καβαφικής ποίησης Γιάγκος Πιερίδης (1897-1970), τρία χρόνια μετά την απώλειά του εν μέσω εμφύλιου σπαραγμού, είναι συγκλονιστικό και τραγικό συνάμα τέλος και τις προσωπικές ιδιορρυθμίες του ατόμου και ποιητή, γατόφιλου Ναπολέων Λαπαθιώτη.

Μάλιστα, εδώ, θα μας επιτραπεί να κάνουμε μία μικρή αλλά μάλλον αναγκαία παρένθεση. Είναι λάθος να συνδέουμε το φαινόμενο της Ομοφυλοφιλίας που συναντάτε σε μία μερίδα αντρών και γυναικών παγκοσμίως στις ερωτικές τους προτιμήσεις και επιλογές με την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Είναι δύο ανεξάρτητες του ανθρώπου καταστάσεις και επιλογές. Το λάθος κατά την γνώμη μου-αν έχει καμία σημασία- είναι ότι ο Λαπαθιώτης παρά του ότι είχε «όλες» τις οικογενειακές ευκαιρίες- υπερβολική λατρεία των γονιών του ως μοναχοπαίδι, δεν χρειάστηκε να εργαστεί κάτι που του έδινε την δυνατότητα να διαχειριστεί τον χρόνο του όπως εκείνος ήθελε, ήταν μορφωμένος και καλλιεργημένος σε σχέση με άλλους διανοούμενους της εποχής του, με την παρουσία του ως ποιητής και συγγραφέας είχε αποκτήσει μία καλή φήμη και αρκετούς θαυμαστές που υπήρξε σύμβολο για αυτούς, έχαιρε τις εκτίμησης λογίων και πνευματικών κύκλων όπως ο φίλος του ποιητής Τάκης Παπατσώνης,  όπως γράφει και ο φίλος του Γιάγκος Πιερίδης, Η πρόσκληση να τον επισκέπτεται ήταν ανοιχτή από τον γεραρό Κωστή Παλαμά, ενώ ο ποιητής δημοσίευε σε έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά εκείνων των χρόνων αλλά και σε λαϊκά ή λαϊκότερα, όπως το «Μπουκέτο» που ήταν περιοδικό για όλη την οικογένεια. Είχε με δύο λόγια σχηματιστεί ένα καλό πνευματικό κλίμα γύρω από το όνομά του, ήταν από στόφα συγγραφέα, και γνώριζε να ξεχωρίσει την καλή από την μη καλή ποίηση και τέχνη, και το κυριότερο να γράφει, όμως δυστυχώς δεν κατόρθωσε να ελέγξει μία αυτοκαταστροφική του τάση, την χρήση ουσιών, που τελικά τον οδήγησαν στον θάνατο. Αυτό όμως, δεν πρέπει να συσχετίζεται με το ότι υπήρξε και ομοφυλόφιλος, τουλάχιστον δεν πρέπει-από τις μέχρι σήμερα πηγές που γνωρίζουμε για τον βίο του-ότι υπήρξε ο καθοριστικός παράγον. Τώρα το ζήτημα της αισθητικής είναι ένα άλλο πρόβλημα. Κατά πόσο δηλαδή και σε ποιο βαθμό η ανθρώπινη ύπαρξη έχει διδαχτεί μέσα στην ιστορική της διαδρομή να γερνάει ομαλά και αποδεκτά. Το παγιδευτικό παράδειγμα μίμησης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, του Νάρκισσου, και το μεταγενέστερο λογοτεχνικό του άγγλου- ιρλανδού συγγραφέα Όσκαρ Ουάϊλντ και του διάσημου μυθιστορήματός του «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϋ» δεν μπορεί να είναι παράδειγμα μίμησης για να υπερβούμε τους φυσικούς νόμους, την φυσική νομοτέλεια, που είναι η σωματική φθορά και κόπωση για κάθε ζωντανή ύπαρξη πάνω στη γη, η εξάντληση των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων κάθε έμβυου όντος. Ο άνθρωπος γερνάει-και ευτυχώς-, δεν θα χρειαστεί να πει γυρνώντας στην παραλία το της ερωμένης του Θεού Απόλλωνος «αποθανείν θέλω» που του ζητούσε να την κάνει αθάνατη. Κάθε ηλικία έχει την ομορφιά της και τις δυνάμεις της, τις αντοχές της χρήζει της ανάλογης φροντίδας. Αυτή την απλή της Φύσεως φιλοσοφία διδαχή και εμπειρία ζωής δεν κατανόησε ο ποιητής Ναπολέων  Λαπαθιώτης και όσοι ακολούθησαν το ρεύμα του Αισθητισμού παγκοσμίως και στην χώρα μας, αν δεν λαθεύω. Είτε αυτοί ήταν καλλιτέχνες, συγγραφείς, διανοούμενοι ήσαν ομοφυλόφιλοι είτε ετεροφυλόφιλοι, είτε άντρες είτε γυναίκες δημιουργοί. Είτε άτομα διαφόρων άλλων κοινωνικών και οικονομικών τάξεων. Ακόμα και η Αισθητική έχει τα χρονικά όριά της και ας βασάνισε διαχρονικά μέσα στην Ιστορία τους ανθρώπους, ας προβλημάτισε φιλοσόφους και στοχαστές. Η Αισθητική είναι μία σπουδή πάνω στην αθανασία της Τέχνης και όχι της Ζωής που είναι φθαρτή και στιγμιαία, απειροελάχιστη στην απεραντοσύνη του Χρόνου-Κρόνου.

    Παρόν λοιπόν το έργο του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, παρούσα και η τραγική μορφή του. Σχετικό παράδειγμα οι εξαιρετικές εργασίες του συγγραφέα και ιστολόγου κύριου Νίκου Σαραντάκου, ο οποίος από τις εκδόσεις «Ερατώ» επιμελήθηκε τρείς καλαίσθητους τόμους με πεζά του Λαπαθιώτη τα οποία παρέμεναν γνωστά αλλά λησμονημένα εκδοτικά. Ο συγγραφέας και επιμελητής Ν. Σαραντάκος ανάμεσα στις άλλες γλωσσολογικές και αρθρογραφικές της επικαιρότητας ασχολίες του, καταπιάνεται ιδιαίτερα με την συγγραφική παρουσία του Ναπολέων Λαπαθιώτη στο προσωπικό του Ιστολόγιο. Σε μπλοκ του διαδικτύου-και άλλα ηλεκτρονικά μέσα- μπορεί να συναντήσει  ο όποιος ενδιαφερόμενος της ποίησης του αυτοκαταστροφικού στον ιδιωτικό του βίο αλλά καλού ποιητή Λαπαθιώτη τις νέες κυκλοφορίες των ποιητικών του επανεκδόσεων με σχετικούς θετικούς αλλά και αρνητικούς σχολιασμούς όσον αφορά την αξία και την εγκυρότητα της καινούργιας εκδοτικής πρωτοβουλίας και των παραλείψεών τους. Ας προσπεράσουμε την γνωστή κριτική διαμάχη μια και δεν έχουμε στην κατοχή μας νεότερες Λαπαθιωτικές εκδόσεις.

   Πιστός στις παλαιές μας αναγνωστικές αγάπες των νεανικών μας χρόνων, από την μεριά μας στεκόμαστε (μια και δεν έχουμε ούτε φέις- μπουκ, τουίτερ, ίνσταγκραμ κλπ.) ούτε έχουμε προμηθευτεί τις σύγχρονες επανεκδόσεις των βιβλίων του, σε αυτές και αυτούς πού πρώτοι μας πρωτογνώρισαν, μας έφεραν σε επαφή με την ποίησή του, τα πεζά του και τα άτακτα και ίσως αθησαύριστα ακόμη ορισμένα κριτικά του σημειώματα, λογοτεχνικά και κριτικά δημοσιεύματά του, που δηλώνουν την παρουσία του όχι μόνο ως ποιητή αλλά ως κριτικό, σατιρολόγο και καγχαστή κειμένων, συγγραφέων, καταστάσεων και πρακτικών. Εύστοχα έχει επισημανθεί ότι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης για μία μεγάλη περίοδο της ζωής του, ως άτομο και ως δανδής ποιητής, είχε απασχολήσει την δημόσια κοινή γνώμη και τους φιλολογικούς Αθηναϊκούς κύκλους, και δεν υπήρχε φιλολογικό έντυπο και λαϊκής ποικίλης ύλης περιοδικό που στις σελίδες του να μην δημοσιεύονταν κάτι του Ναπολέων Λαπαθιώτη. Ο Λαπαθιώτης διαβάζονταν ευρέως στην εποχή του. Απόμακρος ο ίδιος αλλά όχι τα κείμενά του και οι συνεντεύξεις του. Αντάλλασσε αλληλογραφία τόσο με σημαίνοντα πρόσωπα της ελληνικής ποίησης βλέπε Κ. Π. Καβάφη όσο και με άτομα της πιάτσας, των λαϊκών και φτωχών τάξεων που συνέτρωγε μαζί τους σε λαϊκές ταβέρνες και εστιατόρια. Βλέπε σχετικά την χρήσιμη ερευνητική εργασία της φιλολόγου Κ. Μπουφέα, «Τα Λογοτεχνικά Περιοδικά της Κατοχής», εκδόσεις «Σοκόλη» Αθήνα 2006, με τους τίτλους των περιοδικών, μιας συγκεκριμένης μόνο χρονικής περιόδου της Κατοχής. Στις πληροφορίες που μας δίνει η Μπουφέα είναι και δημοσιεύματα στον τύπο την περίοδο της αυτοχειρίας του. Την παρουσίαση του ποιητή στον Γ΄ τόμο «Η Ανανεωμένη Παράδοση» της Ελληνικής Ποίησης Ανθολογία- Γραμματολογία που επιμελήθηκε ο ποιητής και έγκριτος κριτικός Κώστας Στεριόπουλος. Στο κεφάλαιο «Η Νεορρομαντική και Νεοσυμβολιστική Σχολή», σελίδες 264-275. Ο Κώστας Στεριόπουλος που μας έχει προσφέρει θαυμάσιες εργασίες πάνω στον Τέλλο Άγρα και όχι μόνο συγκαταλέγει τον Λαπαθιώτη μαζί με τους Ρώμο Φιλύρα, Φώτο Γιοφύλλη, Κώστα Ουράνη, Κλέων Β. Παράσχο, Κ.Γ. Καρυωτάκη, Ν. Χάγκερ Μπουφίδη, Τέλλο Άγρα, Μήτσο Παπανικολάου. Ο Λαπαθιώτης μας λέει στην σελίδα 265: «πρωτοεμφανίστηκε το 1901 με το έμμετρο δράμα «Νέρων ο Τύραννος», αλλά την πιο επίσημη εμφάνισή του έκανε από τον «Νουμά» τον Φεβρουάριο του 1905, κι από τότε συνεργάστηκε με ποιήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιητικές πρόζες, κριτικά άρθρα, βιβλιοκρισίες και μεταφράσεις και στα περιοδικά:» (φιλολογικά ή λαίκά ή λαϊκότερα και εφημερίδες)…. Αν προσμετρήσουμε τους τίτλους των κατά καιρούς εντύπων που συναντάμε την παρουσία του ποιητή Λαπαθιώτη είτε με την υπογραφή του είτε με το ψευδώνυμο Πλάτων Χαρμίδης κ.ά. είναι πάνω από 30. Όχι μικρός αριθμός για έναν ποιητή που τον κατατάσσουν στους ελάσσονες, στις χαμηλές φωνές. Και με τέτοια ριψοκίνδυνη ή επικίνδυνη περιπέτεια βίου;

   Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αρχίσει να επαναπροσεγγίζουμε τους ποιητές αυτούς του Μεσοπολέμου, που άφησαν τα ίχνη τους όχι μόνο στον καιρό τους αλλά είναι ζωντανή ακόμη και σήμερα η μνήμη τους, στις συνειδήσεις και την ποίηση των νεότερων γενεών της ελληνικής λογοτεχνίας. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά παραδείγματα δίχως να εξαντλούμε το ζήτημα. Βλέπε Ναπολέων Λαπαθιώτη από τον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο στην γνωστή κλασική έκδοση του «Γεωργίου Φέξη», Αθήνα 1964. Τις αναστυλώσεις του εκδότη και δοκιμιογράφου Τάσου Κόρφη και τις μελέτες του από τις εκδόσεις «Πρόσπερος». Ακόμα, την αναστύλωση των «Ποιητικών Έργων» και Αθησαύριστα Πεζά, του σημαντικού κριτικού και ποιητή Μήτσου Παπανικολάου, μία εξαιρετική και σημαντική φιλολογική έκδοση σε εισαγωγή- επιμέλεια και σημειώσεις του εκπαιδευτικού και ποιητή Μιχαήλ Χ. Ρέμπα, από τις εκδόσεις «Όγδο», 2023. Την πρόσφατη έκδοση πάνω στο έργο του ποιητή Κώστα Ουράνη του καθηγητή και δοκιμιογράφου Γιώργου Ανδρειωμένου, και άλλων. Σύγχρονες πανεπιστημιακές –εκδοτικές φιλολογικές προσπάθειες που φανερώνουν το διαρκές ενδιαφέρον του ελληνικού αναγνωστικού κοινού για τις παλαιότερες ποιητικές ελληνικές γενιές. Η φωνή και το έργο τους δεν σιώπησε με την φυσική τους απώλεια και το έργο τους δεν βασίλεψε αλλά κοσμεί τον ουράνιο ποιητικό θόλο της ελληνικής ποιητικής μας παράδοσης και κληρονομιάς.

   Κλείνοντας, δεν θα μπορούσαμε να μην μνημονεύσουμε και τον πεζογράφο και φιλόλογο Γιώργο Ιωάννου ο οποίος σαν γείτονας του Λαπαθιώτη δημοσίευσε άρθρο για την οικία του στο αφιέρωμα του περιοδικού «Η Λέξη». Για το ζήτημα του κατερειπωμένου αρχοντικού της οικογένειας Λαπαθιώτη και της διάσωσής του υπάρχει και το «Ο.., άλλος θάνατος του ποιητή» Διατηρητέο κρίθηκε το σπίτι του Ν. Λαπαθιώτη πριν από δέκα χρόνια κι όμως καταρρέει! Το υπογράφει ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» Κυριακή 30/1/1994. Ενώ η καθηγήτρια Αθηνά Βογιατζόγλου υπογράφει το άρθρο «Οι παρωδίες του Λαπαθιώτη», βλέπε εφημερίδα «Η Αυγή» Κυριακή 24/10/2010 στις «Αναγνώσεις».

Πειραιάς

18/10/2026

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου