Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανόλης Βλάχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μανόλης Βλάχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

Το πανηγύρι των θεών του Μπελίνι και ο Νέος που παίζει λαγούτο του Καραβάτζιο


Δύο μουσεία ανταγωνίζονται
«Το πανηγύρι των θεών» του Μπελίνι και ο «Νέος που παίζει λαγούτο» του Καραβάτζιο είναι ο πυρήνας δύο εκθέσεων σε Ουάσιγκτον- Νέα Υόρκη
του Μανόλη Βλάχου, δόκτορος της Ιστορίας της Τέχνης
Εφημερίδα «Η Καθημερινή» Κυριακή 17 Ιουνίου 1997, σελ. 47

   Η διαπίστωση ότι μεταξύ των δύο μεγαλυτέρων μουσείων της Αμερικής, του Μητροπολιτικού της Νέας Υόρκης, και της Εθνικής Πινακοθήκης της Ουάσινγκτον, υφίσταται ένας ευδιάκριτος ανταγωνισμός δεν έχει τίποτε το παράδοξο. Επιθυμία άλλωστε των μουσείων είναι να αποκτήσουν τη δυνατότητα ανταγωνισμού. Εάν σημειώνεται εδώ, είναι για να τονισθεί ότι τα γεγονότα που τον στοιχειοθετούν (εκθέσεις, αποκαταστάσεις έργων τέχνης, εκπαιδευτικά προγράμματα, εκδόσεις, κ.ά…) αποδεικνύουν ότι είναι σοφά οργανωμένος, ευρηματικός και γόνιμος. Οι εκθέσεις στις οποίες θα εντοπίσω τη σύγκριση είναι δύο από τις λεγόμενες θεαματικές των τελευταίων ημερών, είναι εντούτοις σπουδαιότατες για την προβληματική που ανεκίνησαν και την επιστημονική φροντίδα που επέσυραν. Και οι δύο έχουν ως αφετηρία ένα και μόνο έργο, το οποίο αποτελεί και τον πυρήνα της συγκροτήσεώς του. Η πρώτη της Ε. Π. της Ουάσινγκτον, έχει ως θέμα τον πίνακα του Τζιοβάννι Μπελλίνι (1430/ 14 40-1516). «Το πανηγύρι των θεών» περίπου 1514, ιδιοκτησία της Ε.Π. η δεύτερη του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης, τον πίνακα του Καραβάτζιο (1571-1610). «Νέος που παίζει λαγούτο» 1596- 1597, ιδιωτική συλλογή.
      Ο πίνακας του Μπελλίνι παρουσιάζει τη σύναξη των θεών που με ποικίλες στάσεις αναπτύσσονται σε όλο το πλάτος του πρώτου επιπέδου. Η αυλαία ενός τοπίου με βράχους και δέντρα κλείνει το δεύτερο επίπεδο. Είναι γνωστό ότι τα πρόσωπα έχουν ζωγραφιστεί από τον Μπελλίνι, ενώ το τοπίο από τον Τισιανό (περίπου 1487-1576), επειδή κατά την επικρατούσα έως τώρα γνώμη, το έργο είχε αφεθεί από τον δημιουργό του ατελείωτο. Φαίνεται όμως ότι οι δύο Βενετοί δεν ήταν οι μόνοι φιλοξενούμενοι του πίνακα. Το «Πανηγύρι των θεών», του οποίου αρχικός κάτοχος ήταν ο Δούκας της Φερράρας Αλφόνσος Ντ’ Εστε, παρέμεινε τελευταία επί μακρό διάστημα στα εργαστήρια της Εθνικής Πινακοθήκης προκειμένου να υποβληθεί σε καθαρισμό και ραδιογραφήσεις. Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, όπως συμβαίνει συχνά, αποκάλυψαν κάτι το απροσδόκητο: μεταξύ της ζωγραφικής του Μπελλίνι και εκείνης του Τισιανού έχει παρεμβληθεί ένα άλλο χέρι, που εκάλυψε με μια τοπιογραφική σύνθεση το δεύτερο επίπεδο. Η ενδιάμεση αυτή συμβολή, άγνωστη έως τώρα, αποδίδεται στον Ντόσσο Ντόσσι (περίπου 1490- 1510) και του Τισιανού, ο οποίος το 1517 εγκαθίσταται με τον μεγαλύτερο αδελφό του Μπαττίστα, επίσης ζωγράφο, στην Αυλή της Φεράρας και εργάζεται για τον Δούκα. Το τοπίο του Τισιανού, ζωγραφισμένο εκείνο του Ντόσσο Ντόσσι. Και στις δύο περιπτώσεις τα πρόσωπα του Μπελλίνι παρέμειναν άθικτα. Οι λόγοι που έκαναν τον υψηλό συλλέκτη να επιθυμεί την ολοκλήρωση του πίνακα, έστω από ένα άλλο χέρι, είναι κατανοητοί. Αυτό που δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς είναι η ανάθεση της επέμβασης σε έναν ζωγράφο του αναστήματος του Ντόσσο Ντόσσι. Διότι ο ατέλειωτος πίνακας του Μπελλίνι είναι μεν γεροντικό έργο, αλλά και τεκμήριο της ικανότητας για ανανέωση που διέθετε ο μεγάλος Βενετός και της συμπορεύσεως του με το ρεύμα της εποχής. Να σημειωθεί ακόμη ότι ο Δούκας της Φερράρας έτρεφε για τον διάσημο δάσκαλο απεριόριστη εκτίμηση και θαυμασμό. Όταν ο Μπελλίνι πέθανε, ο Ντόσσο Ντόσσι ήταν ακόμη πολύ νέος και άσημος, ανέτοιμος για την εντολή που έλαβε. Η προσφυγή αργότερα στον Τισιανό δικαιολογείται ευκολότερα ο πίνακας, το τοπίο ιδίως του Ντόσσο Ντόσσι, είτε είχε μαυρίσει-ζημιά που υφίστανται συχνά οι πίνακες του ζωγράφου αυτού, λόγω των υλικών που χρησιμοποιούσε-είτε έδειχνε πεπαλαιωμένος, σε σύγκριση με τα νεώτερα έργα με τα οποία γειτόνευε στα διαμερίσματα του συλλέκτη. Ο Τισιανός, μαθητής του Μπελλίνι, κάλυψε το έργο του προκατόχου του, με ένα τοπίο ρομαντικού ύφους που αναδεικνύει τα πρόσωπα και την παλμικότητα της σύνθεσης.
     Η έκθεση θέλησε να εικονογραφήσει την βιογραφία του πίνακα. Περιέλαβε φωτογραφικά τεκμήρια από όλα τα στάδια της προόδου των εργασιών για τον καθορισμό και την αποκατάστασή του, φωτογραφίες των ραδιογραφιών και-το σπουδαιότερο-ζωγραφικούς πίνακες το αρχικό δηλαδή του Μπελλίνι, εκείνο με την προσθήκη της τοπιογραφίας του Ντόσσο Ντόσσι και τέλος, λαμπρά αποκατεστημένο, τον ίδιο τον πίνακα με το επίπεδο Μπελλίνι- Τισιανού.
     Η ανεύρεση και ταύτιση ενός πίνακα του Καραβάτζιο (1517-1610), καλλιτέχνη βραχύβιου και όχι ιδιαίτερα παραγωγικού, αλλά σπουδαιότατου για την επίδραση που άσκησε στη ζωγραφική του δέκατου έβδομου αιώνα, ήταν επόμενο να προκαλέσει την ευρύτερη προβολή του γεγονότος. Ο πίνακας «Νέος που παίζει λαγούτο» προσωρινό δάνειο του κατόχου στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης αποτελεί τον πυρήνα της έκθεσης, η οποία όμως επεκτείνεται και σε άλλους πίνακες του ζωγράφου και σε έργα συγχρόνων ομοτέχνων του συγγενή κατά θέμα. Γνωστό από την εποχή της δημιουργίας του σχεδόν, το έργο δεν αξιώθηκε προσοχής από τους νεώτερους ερευνητές, διότι θεωρήθηκε αντίγραφο του διάσημου ομότιτλου πίνακα του Καραβάτζιο που βρίσκεται στο Μουσείο Ερμιτάζ του Λένινγκραντ. Εν τούτοις, τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα (συμβόλαια αγοράς), σε συνδυασμό με ειδήσεις που παρέχουν οι παλαιοί βιογράφοι BAGLIONE και BELLORI, αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία, την αυθεντικότητα και την προέλευσή του: είχε φιλοτεχνηθεί για τον καρδινάλιο Φραγκίσκο Μαρία Ντελ Μόντε (1549-1626), συλλέκτη και λάτρη της μουσικής, αυτόν που ανεκάλυψε τον Καραβάτζιο και έγινε κατόπιν ο σημαντικότερος προστάτης του. Ακόμη είναι η πρώτη φορά που εκτίθεται μετά την πώλησή του το 1948 στη Ρώμη από τη Συλλογή Ballerini στην οποία ανήκε. Το όνομα του σημερινού κατόχου δεν ανακοινώθηκε. Νεανικό έργο, ποιητικό, δημιουργία των αρχών της παραμονής του Καραβάτζιο στη Ρώμη, ο πίνακας φέρει τις ενδείξεις της λομβαρδικής και της βενετσιάνικης σχολής που διαμόρφωσαν τον ζωγράφο, την ισχυρή νατουραλιστική διάθεση και την έμφαση στο χρώμα. Ιδιαίτερα άλλα χαρακτηριστικά είναι ο αισθησιασμός και το δυσδιάκριτο φύλο του μοντέλου και η προβολή του ως αλληγορία της μουσικής.
     Τον «Νέο που παίζει λαγούτο» πλαισιώνουν τέσσερις πίνακες του Καραβάτζιο. Είναι: 1) «Η χειρομάντισσα» 1594-1595, Πινακοθήκη του Καπιτωλίου. Πρόκειται για μια θαυμάσια παραλλαγή του ομότιτλου πίνακα του Λούβρου, της οποίας η αυθεντικότητα εξακριβώθηκε μετά τον καθαρισμό του 1984. 2) «Οι χαρτοκλέφτες» 1595, Μουσείο Τέχνης KIM BELL, FORT WORTH Τέξας. Είναι το διασημότερο από τα έργα που παρουσιάζονται, γνωστό κυρίως από τα πάμπολλα αντίγραφά του. Το πρωτότυπο εκτέθηκε μόλις το 1987, όταν αγοράσθηκε από το Μουσείο KIM BELL. Τα δύο έργα έχουν διδακτικούς στόχους και εμπνέονται από το λαϊκό θέατρο και τη γερμανική χαρακτική. 3) «Οι μουσικοί» 1595, Μ.Μ.Τ. της Νέας Υόρκης. Εικονίζει τέσσερις νέους, μεταξύ των οποίων και τον Έρωτα, που ετοιμάζονταν να εκτελέσουν μια μουσική σύνθεση. Πρόκειται για αλληγορία της μουσικής. 4) «Νέος που παίζει λαγούτο»1595-1596, Μουσείο Ερμιτάζ, Λένινγκραντ. Το αριστούργημα ίσως είναι της νεανικής περιόδου του Καραβάτζιο. Είναι ο μόνος από τους τέσσερις πίνακες που δεν ανήκε αρχικά στην συλλογή Ντελ Μόντε, αλλά ήταν ιδιοκτησία του Μαρκησίου Vicenjo Giustiniani. (Αγοράσθηκε το 1808 στο Παρίσι για λογαριασμό του Τσάρου Αλέξανδρου Ι).
     Εκτός από την παρουσίαση «νέων» πινάκων του Καραβάτζιο), η έκθεση απέβλεπε να ανασυνθέσει το πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο έζησε και δημιούργησε ο καλλιτέχνης κατά την παραμονή του στη Ρώμη. Το δεύτερο μέρος διερευνά τη μουσική και τη μουσική εκτέλεση κατά το τέλος του δέκατου έκτου και τις αρχές του δέκατου εβδόμου αιώνα, με την παράθεση ζωγραφικών έργων και χαρακτικών συγχρόνων Ιταλών και ξένων ζωγράφων. Περιλαμβάνει ακόμη μουσικά όργανα της εποχής (βιολιά, λαγούτα, αυλούς, σπινεττίνες) επώνυμων κατασκευαστών που προέρχονται από τις συλλογές του Μ.Μ.Τ. της Νέας Υόρκης.
     Πιθανώς, η σύμπτωση των δύο εκθέσεων με το πλήθος των αναλογιών να είναι τυχαία, μολονότι δεν αποκλείεται και η αντίθετη περίπτωση. Πάντως, και οι δύο εκθέσεις είναι από τις επίζηλες δραστηριότητες που ενισχύουν το κύρος των μουσείων και επιβάλλουν ζωντανή την παρουσία τους στη ζωή της χώρας.
Μανόλης Βλάχος
Δρ. της Ιστορίας της Τέχνης
Κυριακή 17 Ιουνίου 1990 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, σ.47
--
Σημειώσεις:
     Ψάχνοντας παλαιά αποκόμματα εφημερίδων περασμένων δεκαετιών για να βρω πληροφορίες για τις εικαστικές συνθέσεις του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη,-όσα τέλος πάντων έχουν απομείνει στο αρχείο μου-συνάντησα ένα ακόμα κείμενο του πειραιώτη ομότιμου πλέον καθηγητή πανεπιστημίου, ιστορικού της τέχνης, τεχνοκριτικού και συγγραφέα σημαντικών μελετημάτων και μεταφραστή, Μανόλη Βλάχου. Οι γνωριμία μου με τον σημαντικό πειραιώτη, σοβαρό επιστήμονα και άνθρωπο, ανάγεται από την δεκαετία του 1980. Την δεκαετία εκείνη, διέμενε στην πόλη μας η οικογένεια του παλαιού πειραιώτη Φώτη Πετρόπουλου (το οικογενειακό τους μπακάλικο-ταβέρνα, την περίοδο του μεσοπολέμου στον Πειραιά, οδός Χαριλάου Τρικούπη, βρίσκονταν κοντά στην οικία του πειραιώτη λυρικού ποιητή Λάμπρου Πορφύρα, που ο μποέμ ποιητής επισκέπτονταν το μαγαζί που διατηρούσε ο πατέρας του και έτρωγε, όπως θυμάται σαν μικρό παιδί ο Φώτης Πετρόπουλος) και της συζύγου του καθηγήτριας αγγλικών Ιωάννας Βλάχου. Εκτός από την κόρη τους Φωτεινή-καθηγήτρια της πληροφορικής-ζούσε μαζί τους και η μεγάλης ηλικίας μητέρας του Φώτη. Το διαμέρισμά τους στο κέντρο της πόλης, στην Τερψιθέα, ήταν πάντα ανοιχτό για τους αγαπημένους φίλους τους. Παλαιότερους και νεότερους. Φιλόξενη οικογένεια, πάντα σε υποδέχονταν με χαμόγελο και σε φίλευαν ότι είχαν. Είχαν σχηματίσει ένα ζεστό και χαρούμενο περιβάλλον, όπου συναντούσες κοινούς τους φίλους, αξιόλογα άτομα, καθηγητές, συγγραφείς, μεταφραστές, επιστήμονες, άτομα του πειραιά που ενδιαφέρονταν για τις τέχνες και τα γράμματα, φιλότεχνους. Σε αυτό το πειραιώτικο «πολιτιστικό» στέκι, συνάντησα και γνώρισα μεταξύ άλλων τον καθηγητή και μεταφραστή Ηλία Κυζηράκο, τον καθηγητή Μανόλη Βλάχο, και ορισμένα άλλα άτομα λάτρεις των γραμμάτων και των τεχνών. Ο Φώτης Πετρόπουλος, ένας καλοκάγαθος παλαιός πειραιώτης, πάντα φιλόξενος, ήταν φανατικός θεατράνθρωπος και φιλότεχνος, υπήρξε παιδικός φίλος με τα περισσότερα από τα άτομα που συγκεντρώνονταν στο οικογενειακό τους διαμέρισμα. Ήταν σχεδόν συνομήλικοι και παλαιοί αγαπητοί φίλοι πειραιώτες. Σε αυτό το σπίτι μεταξύ άλλων προσώπων, γνώρισα τον Μανόλη Βλάχο. Κατά πολύ νεότερός τους, ο γράφων, ένιωθε μεγάλη τιμή, ικανοποίηση και ίσως κολακεία που ήταν ομοτράπεζος, που συναναστρέφονταν με πειραιώτες που ασχολούνταν και ενδιαφέρονταν με τις τέχνες και τα γράμματα. Το ότι γνώριζα και είχα από τότε μια μικρή γραφομηχανή, μου έδωσε την ευκαιρία να συνεργαστώ με τον Μανόλη Βλάχο. Δηλαδή, είχε την καλοσύνη να μου δίνει χειρόγραφες μελέτες και άρθρα του που δημοσίευε στον τύπο και να τα δακτυλογραφώ. Ακόμα θυμάμαι τι νέα πράγματα διδάχτηκα από αυτόν τον σοβαρό επιστήμονα και μετρημένο-κομμάτι ακριβοθώρητο πειραιώτη, πάνω στις πλαστικές τέχνες. Μου ανοίχτηκαν νέοι ορίζοντες όχι μόνο διαβάζοντας τις μελέτες του, τα βιβλία του αλλά, και από τις συζητήσεις ή ορθότερα τις ερωτήσεις που του έκανα και τις απαντήσεις και επισημάνσεις που μου έκανε σαν εμπειρότερος και καταλληλότερος. Θα τολμούσα να έγραφα μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, και την στενή σχέση που είχε αναπτυχθεί μεταξύ ενός δάσκαλου πειραιώτη και ενός νεαρού φιλότεχνου, ότι τα χρόνια αυτά, ήταν μια μαθητεία μέσα στον πειραϊκό άγνωστό μου περιβάλλον. Οι γνώσεις και η παιδεία αυτού του ανθρώπου ήταν ασύλληπτες. Τα δε κείμενά του, ήταν σχολείο ανάλυσης και σπουδής του θέματος και του ζητήματος που διαπραγματεύονταν και ερευνούσε με προσοχή και επιμέλεια. Και κάτι ας μου επιτραπεί προσωπικό, που ακόμα μένει ζωντανό στην μνήμη μου. Ο Μανόλης Βλάχος, διέθετε μια αρκετά μεγάλη βιβλιοθήκη όσον αφορά τις πλαστικές τέχνες και όχι μόνο, αλλά ο Βλάχος, σε αντίθεση από αυτό που κάνουμε όλοι οι υπόλοιποι αναγνώστες μάλλον, όταν αγοράζουμε βιβλία, δεν σημείωνε πάνω σε αυτά, τα βιβλία του, οι πολυτελείς εκδόσεις τέχνης που είχε αγοράσει, όχι μόνο ήσαν άθικτα, τα πρόσεχε, τα φρόντιζε, αλλά, διατηρούνταν ακόμα πιο άθικτα και μετά την παρέλευση χρόνων από την αγορά τους και την ανάγνωσή τους από εκείνον. Καινουργή. Πράγμα αδιανόητο για μένα που τυραννώ τα βιβλία, τα βασανίζω με σημειώσεις, παραπομπές, σχόλια, υπογραμμίσεις, σκέψεις, αναφορές άλλων στις σελίδες τους, τα περιθώριά τους, στα εσώφυλλά τους. Η Βιβλιοθήκη του Μανόλη Βλάχου όταν την έβλεπες ήταν σαν να έμπαινες στο βιβλιοπωλείο του Κάουφμαν στην Αθήνα, που πωλούσε βιβλία Τέχνης και Λευκώματα. Ασύλληπτο. Άλλες εποχές, άλλης φιλοσοφίας και οραματισμού έλληνες και πειραιώτες.
     Εξακολουθώ να διαβάζω τις επιστημονικές του μελέτες, τα άρθρα και τα δημοσιεύματά του, όπου και όποτε τα συναντώ. Δυστυχώς, αν δεν κάνω λάθος, τα διάφορα σκόρπια κείμενά του και άρθρα του, δεν έχουν συναχθεί, συγκεντρωθεί σε έναν ξεχωριστό τόμο, ώστε να μπορεί ο όποιος ενδιαφερόμενος να τα μελετήσει ή σχολιάσει, να ανατρέξει σε αυτά. Βρίσκονται διάσπαρτα σε εφημερίδες και ειδικά περιοδικά τέχνης του εσωτερικού και νομίζω, και του εξωτερικού. Γιαυτό όταν συναντώ άρθρα του, όπως και άλλων πειραιωτών, τα αντιγράφω στην ιστοσελίδα μου, με την ελπίδα ότι οι πολύ νεότεροι ηλικιακά πειραιώτες φιλότεχνοι και άνθρωποι των γραμμάτων θα γνωρίσουν το έργο των παλαιότερων γενεών αυτών πειραιωτών και ίσως, θα δείξουν τον απαραίτητο ζήλο στην σύνολη συγγραφική και πολιτιστική παρουσία τους. Γιατί ο Μανόλης ο Βλάχος, όπως και άλλοι εργάτες πειραιώτες των πλαστικών τεχνών, όπως ο συγγραφέας Κώστας Θεοφάνους, ο καθηγητής και τεχνοκριτικός Μάνος Στεφανίδης, ο παλαιός γκαλερίστας Παυλόπουλος, ο Αργύρης Κωστέας, ο Βελισσάριος Μουστάκας, και, άλλοι συντελεστές και ιθύνοντες υπεύθυνοι της Δημοτικής Πινακοθήκης του Πειραιά και των υπολοίπων αιθουσών, (Γαλλικό Ινστιτούτο, Νώε…) είναι εκείνοι που συνέβαλαν στην διοργάνωση δημόσιων εκθέσεων και ανάδειξη νέων ταλέντων ζωγραφικής μέσω των Εκθέσεων, σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Είναι η επίσημη εικόνα των πλαστικών τεχνών της πόλης μας. Είναι οι πρωτοπόροι πειραιώτες που έθεσαν τα θεμέλια της εικαστικής εικόνας, διαδρομής και ίσως εξέλιξης της πόλης του Πειραιά.
Οφείλουμε να μην λησμονούμε το έργο και την προσφορά τους, τον ατομικό τους μόχθο και να τους τιμούμε, είτε σαν Δήμος είτε σε ατομικό επίπεδο.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 23 Ιουνίου 2019
ΥΓ.
Εύστοχη η επισήμανση του κυρίου Βαρουφάκη να δημιουργηθούν περιφέρειες των ελλήνων του εξωτερικού, που θα εκλέγονται και θα μπορούν να ψηφίσουν και να εκπροσωπούνται στο ελληνικό κοινοβούλιο. Να δούμε αν το εδώ πελατειακό κοινοβουλευτικό σύστημα θα δεχθεί μια έξυπνη και λειτουργική πρόταση εκπροσώπησης των ελλήνων του εξωτερικού και θα τους επιτρέψει όχι μόνο να ψηφίζουν στις εδώ εκλογές. Δεν μπορείς μόνο να τους θυμάσαι μόνο για να συμπαρασταθούν στην μητέρα πατρίδα όταν έχεις ανάγκη και μετά, να τους ξεχνάς. Οι καιροί άλλαξαν, ας έρθει επιτέλους το τέλος της μεταπολίτευσης με έργα και πρακτικές πολιτικές ενέργειες και όχι μόνο με λόγια, μπλαμπλά και ανέξοδες υποσχέσεις. Αν πετύχει η παρούσα κυβέρνηση θα είναι για το καλό όλων των ελλήνων. Αν φερθεί πολιτικά ώριμα η αξιωματική αντιπολίτευση θα είναι για το καλό όλων των ελλήνων. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα κόμματα. Με γενικολογίες, ιδεολογικά φαντάσματα του παρελθόντος, ανέριστες και ανέξοδες υποσχέσεις, δεν οδηγείται η χώρα πουθενά. Μέτρο, λογική, πρακτική αποτελεσματικότητα. Και προπάντων, εντεύθεν κακείθεν της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, οι κατάλληλοι και αποτελεσματικοί βουλευτές στο κατάλληλο πόστο. Στο κάτω-κάτω, γιαυτό εκλεχτήκατε, γιαυτό πληρώνεστε, έτσι θα οικοδομήσετε την πολιτική σας νεότερη καριέρα. Όλοι Εσείς που θέλετε να μας σώσετε. Ή κάνω λάθος. Πάντως, ακούγοντας τον νέο πρωθυπουργό και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης στις προγραμματικές, θέλω να πιστεύω ότι κάτι άλλαξε. Ο κύριος πρωθυπουργός ας διδαχτεί από την πολιτική πρακτικότητα του πατέρα του επίσης πρωθυπουργού και ο κύριος αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ας διδαχθεί από τα λάθη που έκανε κατά την διάρκεια της θητείας του ως πρωθυπουργός και ας μην κάνει τα ίδια. Μπουχτίσαμε στα πολιτικά ψέματα και υποσχέσεις. Νισάφι. Η έπαρση και η αλαζονεία, η πολιτική φιλαυτία και οι εγωπάθειες και μικροπολιτικοί συμφεροντολογισμοί, δεν αρμόζουν σε νέους πολιτικούς και σύγχρονες εποχές. Ας αφήσει άλλους και άλλες στις ιδεοληπτικές τους φωνές της προηγούμενης χιλιετίας. Ζούμε στο 2019. Το εθνικιστικό ακραίο κόμμα έμεινε εκτός κοινοβουλίου, ας μην υιοθετήσουν οι υπόλοιποι πολιτικοί φορείς τις απόψεις του. Αν θέλετε οι φορολογούμενοι εκλογείς να εμπιστεύονται την πολιτική και τους πολιτικούς. Και ας μην ανοίγουν τις πόρτες σε ένα νέο μεταλλαγμένο αυριανισμό για ίδιον πολιτικό και κομματικό όφελος. Ή κάνω λάθος;                            

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ

«….Δέν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι’ οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού;…..»
Νίκος Εγγονόπουλος, ΠΕΡΙ ΥΨΟΥΣ, ποιήματα τ. Β΄ εκδ. Ίκαρος 1977

     Διαβάζοντας ξανά το ποιητικό έργο τα μελετήματα και τα άρθρα που γνωρίζω για τον σουρεαλιστή ποιητή και ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο, βρήκα μέσα στο φάκελό του, μεταξύ άλλων άρθρων για την εικαστική του περιπέτεια, ένα μικρό μελέτημα για την ζωγραφική του, γραμμένο από τον Πειραιώτη Δρ. της Ιστορίας της Τέχνης Μανόλη Βλάχο. Ο πειραιώτης ιστορικός της τέχνης και κριτικός, μας έχει δώσει μέχρι σήμερα σπουδαίες αυτοτελείς εργασίες και μελέτες που αφορούν κυρίως, πρόσωπα και έργα του εικαστικού χώρου. Όπως είναι το μελέτημά του  για τον Θαλασσογράφο Ιωάννη Κούτση εκδ. Ολκός 1974, τον καραβογράφο Κωνσταντίνο Βολανάκη, μια αξιόλογη συνθετική εργασία για τον πειραιώτη εικαστικό, ιδιωτική έκδοση 1974 και, Ελληνικά Γράμματα 2004, το απαραίτητο και χρήσιμο προσδιοριστικό των κατοπινών εργασιών για το θέμα, έργο του για την Ελληνική Θαλασσογραφία, εκδ. Ολκός 1993, η ογκώδης και πολύμοχθη εργασία του για το σχεδιαστικό και χαρακτικό έργο του Νίκου Γιαλούρη- Σχέδια και Χαρακτικά, ιδιωτική έκδοση, το αξιοσημείωτη σπουδή του,  Η Νεώτερη Ελληνική ζωγραφική στη συλλογή της Τραπέζης Ελλάδος, έκδοση Τράπεζα της Ελλάδας 2007, το εξαιρετικής επιστημονικής και αισθητικής ποιότητας έργο, Louis Dupre-Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη, εκδ. Ολκός 1995 (χορηγία του ιδρύματος Ιωάννη Λάτση), κλπ. Ακόμα, έχει συμμετάσχει με κείμενό του στην έκδοση τόμου για το έργο της αθηναίας γλύπτριας Λουκίας Γεωργαντά, μαζί με τους Δημήτρη Μιχαλόπουλο και Γεώργιο Οικονομόπουλο, και, από όσο γνωρίζω, υπάρχει και η  κατατοπιστική εισαγωγή του για την έκθεση του Θωρηκτού Αβέρωφ στο Ναυτικό Μουσείο Πειραιά κά.  Πάμπολλες εργασίες του που αφορούν τον κόσμο των εικαστικών τεχνών, βρίσκονται δημοσιευμένες σε διάφορα εικαστικά έντυπα και τον ημερήσιο τύπο.  Ο Μανόλης Βλάχος μεταξύ άλλων του ερευνητικών εργασιών, έχει μεταφράσει κείμενα  των τόμων για την σειρά Τόπος και Εικόνα.
     Το παρόν κείμενο για τον ποιητή και ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο, του πειραιώτη καθηγητή Μανόλη Βλάχου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τέχνη και Λόγος», τχ. 3/12,1985, χρονιά του θανάτου του ποιητή, και έχει τίτλο «Η υπερρεαλιστική προσέγγιση της ιστορικής μορφής»(θέσεις Ν. Εγγονόπουλου), σελίδες 16-21. Στο ίδιο τεύχος, υπάρχει και η μελέτη του καθηγητή Νίκου Ζία, «Βυζαντινές καταβολές στη ζωγραφική του Ν. Εγγονόπουλου».

Η ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΗΣ
(ΘΕΣΕΙΣ Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ)
Του κειμένου προηγείται ένα μικρό απόσπασμα από θέση του ζωγράφου
«…………………………………………………….
     Πώς να περιγράψω την αγαλλίασή μου, όταν σας πω, πως εκεί συναντήθηκα και με τον πατέρα μου, που είχα πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια να τον δω, αλλά και με τον Σκεντέρμπεη, την κόμησσα ντε Νοάιγ, τον Εμπεδοκλή τον φιλόσοφο, τον θείο μαρκήσιο ντε Σαντ, τον Μότσαρτ καθήμενο στο κλειδοκύμβαλό του, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Ρήγα τον Βελεστινλή με το μπουζούκι του, και τόσα, και τόσα άλλα προσφιλή μου πρόσωπα»
                    Νίκος Εγγονόπουλος: -«Η πόλις του φωτός»

     Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται η αδρομερής μελέτη ενός προβλήματος της ζωγραφικής του Νίκου Εγγονόπουλου των σχέσεων της πραγματικότητας, όπως αυτή εκπροσωπείται στην ιστορία, και των μη πραγματικών τάσεων της τέχνης του.
     Το γεγονός ότι ο Ν. Εγγονόπουλος εμπνέεται από το μέγιστο χώρο του ελληνισμού, και ιδίως την ιστορία, δεν υπήρξε τελείως ανώδυνο για τη ζωγραφική του, αφού η ιστορική θεματογραφία και ο υπερρεαλισμός, ελάχιστη κοινότητα στόχων παρουσιάζουν. Εάν αίτημα της ιστορίας είναι η αναζήτηση του συγκεκριμένου, η καθαρότητα και η λογική ερμηνεία των γεγονότων, καθόλου τούτο δεν συστοιχείται με το άλογο ή την ονειρική διάσταση των υπερρεαλιστικών προθέσεων. Επίσης, όταν ο Εγγονόπουλος εικονογραφεί ιστορικά θέματα, δεν αναφέρεται σε αθέατες πλευρές των γεγονότων, ούτε σε δυσερμήνευτα σημεία των πράξεων (κάτι που, ενδεχομένως, θα παρείχε πρόσχημα για την παρεμβολή του υπερρεαλισμού, εφόσον το μυστηριώδες και το άγνωστο είναι γι’ αυτόν οικείοι τόποι), αλλά πραγματεύεται γεγονότα και ιστορικές μορφές πασίγνωστες, και προτείνει το υλικό του κατά το συμβατικό τρόπο της παραδόσεως.
    Τα όρια του χρόνου στο οποίο ανάγεται ο ζωγράφος είναι η μινωϊκή Κρήτη και το τέλος, περίπου, του δεκάτου ενάτου αιώνα. Οι περίοδοι, εντούτοις, όπου παραμένει με ιδιαίτερη προσήλωση είναι η αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το Εικοσιένα. Αυτή η προσήλωση και η επιλογή, έστω και αν υπαγορεύονται από λόγους προσωπικής έλξεως, οφείλονται, προπάντων, στην επιθυμία του να τονίσει την ενότητα του ελληνισμού, να εξάρει τη διαχρονικότητα του πνεύματος και των δυνάμεών του, και να προκαλέσει συγκίνηση για την απώλεια του μεγαλείου του. Την ιδέα υλοποιούν οι φιλόσοφοι, οι αγωνιστές, οι πολιτικοί, οι επιστήμονες, τους οποίους προσωπογραφεί, και η σειρά των διαφόρων σκηνών.
     Η θεματογραφία είναι απόρροια του κλίματος της εποχής που έζησε και του πνεύματος με το οποίο αναστρέφονται ο ίδιος και ο κύκλος των δασκάλων και των φίλων του. Νοούνται εδώ τα αιτήματα που διέγραψε για την ελληνική τέχνη ο Κόντογλου.
     Σπουδαίος όρος της λειτουργίας των μορφών, όταν εισάγονται στην εικονογραφία είναι η περιβολή τους από τα διακριτικά του ιστορικού ρόλου τους, η ευκολία με την οποία θα αναγνωριστούν και η φυσικότητα των συνειρμών που θα προκαλέσουν. Οφείλουν, προπάντων, να έχουν την ιδιότητα του πραγματικού και του συγκεκριμένου. Το πρόβλημα, συνεπώς, για τον υπερρεαλιστή ζωγράφο είναι πως θα διαλλάξει την αυστηρά λογική μορφή, που έχει καθορισμένο περιεχόμενο και θέση στην ιστορία, με το χαρακτήρα μιας τέχνης που αρνείται την πραγματικότητα ή έχει την τάση να την υπερβαίνει. Διότι, εάν, προκειμένου να διασωθεί η υπερρεαλιστική διάσταση, μειωθούν η καθαρότητα και η λογική υπόσταση του εικονιζόμενου, η μορφή παύει να λειτουργεί ως ιστορικό φαινόμενο, αλλά και να επιτελεί την ιδιάζουσα αποστολή της να διεγείρει τη μνήμη και το συναίσθημα. Η ενίσχυση, αντιθέτως, των πραγματικών στοιχείων και η λεπτομερής διασφάλιση της ιστορικής πραγματικότητας καταργεί τον ειδικό χαρακτήρα της υπερρεαλιστικής ζωγραφικής.
     Μια παρένθεση δεν είναι αδύνατο να ανιχνευθεί το παράλογο-αγαπητή περιοχή του υπερρεαλισμού-στην πορεία της ιστορίας, το οποίο και θα επέφερε το συμβιβασμό των δύο απόψεων. Τούτο υφίσταται και στις ενέργειες των ανθρώπων και στο τυχαίο των γεγονότων. Το στοιχείο αυτό, που ανευρίσκεται στο περιθώριο του ιστορικώς σημαντικού, συγκρατούν οι χρονογράφοι και σπανιότερα οι ιστορικοί, διότι, ως ανεκδοτολογικό, δεν συναρμόζεται με τη σοβαρότητα της επιστήμης. Ο Εγγονόπουλος δεν ασχολείται με παρόμοιες αναζητήσεις. Τον απασχολούν το τυπικό και το παραδεδεγμένο, κυρίως δε το γνωστό, επειδή τούτο υπηρετεί καλύτερα την πρόθεση της ζωγραφικής του. Αποφεύγει, όταν σκιαγραφεί ιστορικά πρόσωπα ή σκηνές, να εκφέρει απόψεις που διαφεύγουν από τη γενική αντίληψη.
     Θα προσθέσω ότι η ιστορία ποτέ δεν υπήρξε ευνοούμενος χώρος των υπερρεαλιστών, της οποίας, άλλωστε, την αίσθηση δεν οφείλουν να έχουν. Επίσης, εάν ο Εγγονόπουλος προσφεύγει στην ιστορία, τούτο δε σημαίνει, κατ’ ανάγκην, ότι εργάζεται ως ζωγράφος της ιστορίας ή ότι έχει να προτείνει προσωπικές θέσεις ή, ακόμη, ότι είναι υποχρεωμένος να ερευνήσει βαθύτερα ή να προεκτείνει το θέμα του.
     Στο δίλημμα που αντιμετωπίζει ο υπερρεαλιστής όταν εμπλέκεται στην ιστορική θεματογραφία, ο Εγγονόπουλος φαίνεται να κλείνει προς τη δεύτερη λύση, εφόσον εγκαταλείπει, είτε εξ ολοκλήρου είτε κατά το μεγαλύτερο μέρος, τις υπερρεαλιστικές απαιτήσεις. Η ονειρική διάσταση καταργείται, οι παράδοξες μορφές αποσύρονται, τα σύμβολα εξαφανίζονται. Ως παραχώρηση στον υπερρεαλισμό, και τούτο υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα νοηθούν η συμπαράθεση δύο προσώπων που χρονικά απέχουν μεταξύ τους (λ.χ. ο Τζιάκομο Καζανόβα και ο ποιητής Λωτρεαμόν) και η παρεμβολή λεπτομερειών που υπαινίσσονται τη διαχρονικότητα (λ.χ. η υδρόγειος και το σύγχρονο περιβάλλον στον «Οδυσσέα στοχαστή», η ελληνική σημαία στον «Δαίδαλο»).
     Όταν καταργείται η υπερρεαλιστική υπέρβαση απομένει ο πραγματισμός της προσωπογραφίας. Ο καλλιτέχνης εργάζεται ως τυπικός προσωπογράφος και προβάλλει τα ρεαλιστικά στοιχεία: ενδεχομένως το χώρο, την ενδυμασία της εποχής, αντικείμενα που δηλώνουν τις ιδιαίτερες ενασχολήσεις των προσώπων. Συγκρατεί, ακόμη, τη γενική μορφολογία της τέχνης του. Ο Εγγονόπουλος διατηρεί τον τύπο του ανδρείκελου, τον οποίο ανθρωποποιεί, αφού του προσθέτει, ενίοτε, χαρακτηριστικά του προσώπου, στάσεις και κινήσεις φυσικές ή προερχόμενες από την κλασική και βυζαντινή εικονογραφία. Ασφαλώς, τα πρόσωπα αποσπώνται από τον υπερρεαλιστικό κόσμο του καλλιτέχνη, αλλά η ομοιότητα της μορφολογίας και του χρώματος αποκλείουν την εντύπωση ρήγματος στην εικονογραφική ενότητα.
     Τυπικό δείγμα των μεταβολών που αναλαμβάνει η τέχνη του Εγγονόπουλου, όταν μεταφέρει το ενδιαφέρον της από την υπερρεαλιστική παράσταση στην ιστορική μορφή είναι το έργο «Ο Σκεντέρμπεης», 1951. Ο χριστιανός, αλβανός πολέμαρχος εικονίζεται σε προτομή με περικεφαλαία και θώρακα, νεανικό, αγένειο πρόσωπο και μεγάλο μουστάκι. Η μορφή του εξαρτάται έντονα από τα ακρόπρωρα των καραβιών του Αγώνα. Η ελληνική προέλευση του εικονογραφικού τύπου και η εθνικότητα του Σκεντέρμπεη τείνουν να δημιουργήσουν το σύμβολο των βαλκανικών, επαναστατικών κινήσεων εναντίον των Τούρκων. Αλλά εκείνο που ενδιαφέρει, προπάντων, είναι η αυστηρότητα και η ακραία λιτότητα με την οποία έχει πλασθεί το πορτραίτο, και οι οποίες δεν απαντούν σε υπερρεαλιστικές απεικονίσεις.
     Η αντίληψη του πραγματικού επεκτείνεται συχνά και στο χειρισμό των μυθολογικών μορφών. Ο Δαίδαλος, στον σχετικό πίνακα, εικονίζεται ορθός, σε ζωηρή κίνηση, η οποία κατά τη διάταξη του σώματος και των μελών παραπέμπει στην αιγυπτιακή τέχνη. Με το δεξί χέρι κρατά ανοικτό διαβήτη και με το αριστερό χειρόγραφο. Το κτίσμα του βάθους με την ελληνική σημαία δηλώνει τον αρχιτέκτονα. Ο πίνακας με τον Παρμενίδη παριστάνει το φιλόσοφο καθισμένο κάτω από το δέντρο, δίπλα στη θάλασσα. Με το ραβδί του χαράζει σχήματα στην άμμο και έχει κοντά του μια κλεψύδρα. Με τρόπο έμμεσο, αλλά σαφή σε δύο εικόνες επισημαίνουν την απόπειρα της αρχαιότητας να συλλάβει το χώρο και το χρόνο. Στην παράσταση του Βελισσάριου, η γυμνότητα του στρατηγού, το κατεβασμένο κεφάλι, τα ράκη που σκεπάζουν τους ώμους του, ακόμη ο τοίχος, και πίσω του η ανοικτή θάλασσα, υπονοούν τα μεγαλεπήβολα σχέδια της αυτοκρατορίας, τη μεταστροφή της τύχης, την ταπείνωση και τον ψυχικό κάματο.
     Το έργο «Ο Βελισσάριος» και το διπλό πορτραίτο του «Άνθιμου του Τραλλέως και Ισιδώρου του Μιλήσιου» είναι το δίπτυχο όπου συμβολίζεται το κράτος και ο πολιτισμός του Βυζαντίου κατά την εποχή του Ιουστινιανού. Οι αρχιτέκτονες της Αγίας Σοφίας εικονίζονται στο πρώτο επίπεδο, απρόσωποι και ανυπόδητοι, σε μετωπική στάση, σαν βυζαντινοί άγιοι. Κρατούν τα όργανα της τέχνης τους και περγαμηνή στην οποία αναγνωρίζεται η κάτοψη του ναού. Η Αγία Σοφία εικονίζεται και αυτή στο βάθος του πίνακα.
     Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Εγγονόπουλος, προκειμένου να αναγάγει τα πρόσωπα σε σύμβολα, υιοθετεί μια γενικότατη παράσταση, στην οποία αποκλείονται οι λεπτομέρειες, η κίνηση, και η κόσμηση, του χώρου, ώστε να αποφύγει την εντύπωση του ατομικού και να επιστρέψει στο σύμβολο να εκταθεί στη μέγιστη διάσταση. Από τη σύνθεση έχουν αποκλεισθεί, επίσης, ο συναισθηματικός υπαινιγμός, μολονότι στόχος του πίνακα είναι και η πρόκληση νοσταλγίας και συγκινήσεως. Η συναισθηματική αντίδραση θα κερδηθεί, και αυτή, από την εκτίμηση του συμβόλου.
     Αντίθεση προς τη συνοπτικότητα των προηγούμενων πινάκων και εξαίρεση προς το όλο πνεύμα των προσωπογραφιών του Εγγονόπουλου, αποτελεί το έργο «Ο Πλούταρχος» 1948. Τούτο, διότι δεν παριστάνει μία μεμονωμένη μορφή, και διότι ο χώρος κατακλύζεται από αντικείμενα και σύμβολα. Ειδικότερα ο αρχαίος οπλίτης που κατέχει το κέντρο του πίνακα και πλαισιώνεται από δύο γυναίκες, είναι αμφίβολο αν υπονοεί τον Πλούταρχο, αφού δεν δηλώνει την ιδιότητα του ιστορικού συγγραφέα. Η καινοτομία που εισάγει το έργο-και η ερμηνεία του-έγκειται στο ότι δεν προτείνει ένα συγκεκριμένο άτομο, αλλά υποβάλλει την προσωπικότητα του ιστορικού δια μέσου του έργου του. Ο άνδρας, οι δύο γυναίκες και τα σύμβολα παραπέμπουν στο περιεχόμενο της ιστοριογραφίας του Πλουτάρχου, στο πλήθος των βιογραφουμένων και τις ποικίλες ιδιότητές τους, αλλά και σε έννοιες, όπως η επιστήμη, η ιστορία, η πολεμική τέχνη, ο ανθρώπινος χαρακτήρας, οι οποίες όμως δεν είναι δυνατό να διακριθούν με βεβαιότητα και να αποδοθούν αναλόγως στα επιμέρους θεματικά στοιχεία. Η φύση της ιστορίας δικαιολογεί την αινιγματική παράσταση.
     Η επιφύλαξη απέναντι στην εκτροπή προς τον υπερρεαλισμό παύει να υφίσταται, όταν ο ζωγράφος αναφέρεται σε ανθρώπους της τέχνης. Ποιητής ο ίδιος, μεταθέτει τους ήρωές του στον προσωπικό του κόσμο και μεταπλάθει ελεύθερα τη μορφή τους. Ενδεικτική των διαφορών της πραγματεύσεως είναι η συμπαράθεση του Τζιάκομο Καζανόβα και του Ισιδώρου Ducasse, κόμη του Λωτρεαμόν. Ο πρώτος εικονίζεται «πιστά» με ενδυμασία εποχής, ο δεύτερος-ο ποιητής-με πτηνόμορφο πρόσωπο, ριγωτή φόρμα, βιολί και δοξάρι. Επίσης, στο έργο «Στιγμιότυπο από την ζωήν του Διονυσίου Σολωμού» 1966, ο ποιητής φέρει το γνωστό μανδύα και καπέλο, τοποθετείται μπροστά σε τοξοστοιχία της Ζακύνθου, συνοδεύεται όμως από την παράδοξη μορφή με τη λάμπα και σωρεία συμβόλων.
     Η ιστορική σκηνή έχει μάλλον περιορισμένη θέση στη θεματογραφία του Εγγονόπουλου. Περιλαμβάνει και αυτή πρόσωπα γνωστά και εικονογραφεί γεγονότα συγκεκριμένα  με τρόπο εύληπτο και απλό.
     Στον κύκλο των ιστορικών σκηνών είναι επόμενο να προέχει ο Μέγας Αλέξανδρος. Δύο σκηνές-τόσες γνωρίζω εγώ-έχουν ληφθεί από την ιστορία του, τα έργα: «Αλέξανδρος και Βουκεφάλας» 1971, και «Ο Αλέξανδρος και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων» 1963. Το πρώτο εικονογραφεί το επεισόδιο που αφηγείται ο Πλούταρχος (Αλέξανδρος,) το δεύτερο εμπνέεται από το επίγραμμα που συνόδευσε την αποστολή των τριακοσίων ασπίδων στην Αθήνα, λάφυρα των Ελλήνων από τη μάχη του Γρανικού. Πώς πρέπει να ερμηνευτεί το γεγονός ότι από τη ζωή μιας προσωπικότητας μοναδικού κύρους και αίγλης, στην οποία μεγαλειώδες εναλλάσσεται με την περιπέτεια, ο ζωγράφος διαλέγει ένα επεισόδιο, χαρακτηριστικό έστω, της παιδικής ηλικίας; Η επιλογή του Εγγονόπουλου οφείλεται, νομίζω, το πλεονέκτημα ότι τούτο είναι γνωστότατο και επαναφέρει με ασφάλεια στη μνήμη τον Αλέξανδρο.
     Έμμεση και περισσότερο εκλεκτική είναι η παράσταση του δεύτερου έργου-το  θέμα είναι επίσης γνωστότατο. Παρουσιάζει μια ομάδα Ελλήνων στρατιωτών με εντυπωσιακή, μνημειώδη εμφάνιση, κατά τον τύπο του ομαδικού πορτραίτου.
     Έμμεσα επίσης υποβάλλεται, σε άλλους πίνακες, η διαχρονικότητα. Η «Συνωμοσία» δεν τοποθετείται σε συγκεκριμένη περίοδο, ούτε τα πρόσωπα είναι δυνατό να ταυτισθούν. Οι χρονικές βαθμίδες προκύπτουν  από τα κτίσματα, τις στολές, τα όπλα και τα εξαρτήματα, από τα οποία, εξάγεται ότι πρόκειται για Έλληνες. Η παράσταση, που συνδέει σε πυκνό πλέγμα ποικίλες μορφές, παρά τη βίαιη εναλλαγή του χρόνου, τη σύζευξη του επίσημου ενδύματος και της γυμνότητας και, ακόμη, την έλλειψη ατομικών χαρακτηριστικών στα πρόσωπα, έχει συνοχή, ρυθμό και ένταση.
     Η σπουδαία αρετή των πλασμάτων του Εγγονόπουλου είναι ότι διαθέτουν εκπληκτική δύναμη ανακλήσεως, που τους επιτρέπει όχι μόνο την αμεσότητα της επικοινωνίας, αλλά και την ευχέρεια αναγωγής στην περίοδο που εκπροσωπούν καιμε την οποία ταυτίζονται.
                                        Μανόλης Βλάχος
                                       Δρ. της Ιστορίας της Τέχνης

     Αυτό είναι το μεστό, σφιχτό και πυκνογραμμένο κείμενο του Μανόλη Βλάχου, που διαπραγματεύεται το θέμα των ιστορικών μορφών και προσώπων στο έργο του υπερρεαλιστή ποιητή και εικαστικού Νίκου Εγγονόπουλου. Ένα από τα πολλά προβλήματα που μας θέτει η εικαστική δημιουργία του ποιητή και ζωγράφου. Θεωρώ, ότι η πληρότητα των αναφορών-το κείμενο συνοδεύεται και με τους ανάλογης θεματολογίας, πίνακες του ζωγράφου, στο περιοδικό που δημοσιεύεται-η άμεση τεκμηρίωση του εξεταζόμενου θέματος, και η ιστορική κατάρτιση του Μανόλη Βλάχου, προστίθεται στην μακρόχρονη πείρα και εμπειρία που διαθέτει στον χώρο των εικαστικών τεχνών, ο ομότιμος πλέον πανεπιστημιακός.  Με το μελέτημα αυτό, μας προσφέρει μια καθαρή εικόνα των εικαστικών προθέσεων του Νίκου Εγγονόπουλου και των σχεδιαστικών του θέσεων, όσον αφορά τα προβλήματα και τα ζητήματα που αναφύονται σχετικά με τον χώρο της παράδοσης και της ελληνικότητας στην εποχή του. Τα εικαστικού προβληματισμού κείμενα του Μανόλη Βλάχου, διακρίνονται για την αυστηρότητα της έκθεσης των σκέψεων του πάνω στα θέματα που με αγάπη εξετάζει, την αρτιότητα της εξεταστικής τους εξειδίκευσης, την γλωσσική σαφήνεια και καθαρότητα των προθέσεών του συγγραφέα. Το λαμπερό και άκρως επιστημονικό του ύφος, την διακριτική πολλές φορές έκθεση των αισθητικών του αρχών και θέσεων, τον πλούτο του λεξιλογίου του, την γλωσσοπλαστική του ικανότητα, την χρήση ορθών συντακτικών κανόνων.  Είναι κείμενα «κρυστάλλινα» που διαπραγματεύονται ζητήματα και θέματα των εικαστικών τεχνών που, παρότι, δημοσιεύονται στον ημερήσιο τύπο, κάτι που σημαίνει ότι οφείλουν να είναι βατά και κάπως εύπεπτα, μια που απευθύνονται στο ευρύ κοινό-σε όλους εμάς τους αμύητους-κρατούν το ειδικό βάρος της πρωτογενούς αναφοράς της σύνθεσής τους, δεν χάνουν την επιστημονική τους στόχευση, και δεν επαναλαμβάνονται ή ανατρέχουν σε παλαιότερες απόψεις άλλων μελετητών επί του θέματος που ίσως και να έχει εξαντληθεί. Έχουν την ταυτότητά τους, μια αισθητική αρτίωση, που φανερώνουν την ευρυμάθεια και κατοχή του εξεταζόμενου θέματος από τον συγγραφέα τους, καθώς και άριστο χειρισμό της ελληνικής γλώσσας.   
     Κάτω από μια καθόλα προσωπική διαρκή άποψη για την παιδευτική λειτουργία της τέχνης στην ζωή των ανθρώπων, όλων μας, και την έκθεση κριτικών σκέψεων από τους επαΐοντες του εικαστικού χώρου, αντιγράφω για το μπλοκ, το κείμενο αυτό του πειραιώτη ομότιμου καθηγητή Μανόλη Βλάχου, που είναι μία ακόμη αφορμή να αναζητήσει ο όποιος ενδιαφερόμενος τα έργα του ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου, να μελετήσει τα γραπτά και τα ποιήματά του, και να αναζητήσει ν’ ανακαλύψει και πάλι, το σημαντικό ζωγραφικό του έργο. Ένα εικαστικό σύμπαν καθαρά ελληνοκεντρικό, προσφέροντάς μας ταυτόχρονα την ευκαιρία μιας οικουμενικής πρότασης για μια ανοιχτή συνομιλία της ελληνικής τέχνης με τα εικαστικά ρεύματα της εποχής μας, και τους καλλιτέχνες των καιρών μας.
Συμπληρωματικά, για όσους ενδιαφέρονται, καταθέτω έναν ισχνό κατάλογο εργασιών για το ποιητικό και εικαστικό έργο του Νίκου Εγγονόπουλου. Στις επίσημες ιστορίες της ελληνικής ζωγραφικής, τα λεξικά των ελλήνων ζωγράφων, τα βιβλία τέχνης, καθώς και σε πολλές μελέτες που διαπραγματεύονται το ρεύμα του υπερρεαλισμού και των επιγόνων του στον ελλαδικό χώρο, όπου ο αναγνώστης της ποίησής του και ο θιασώτης της ζωγραφικής του, θα συναντήσει πολλά πληροφοριακά και άλλα χρήσιμα στοιχεία. Στο προηγούμενο σημείωμα για τον Εγγονόπουλο, παρέθεσα και πάλι μια εργογραφία και μελέτες για το έργο του.
Σημείωση: Πάρα πολλοί συγγραφείς και δημοσιογράφοι που αναφέρονται στην ημερομηνία γεννήσεώς του, αναφέρουν σαν χρονολογία γέννησής του, το 1910.

ΒΙΒΛΙΑ
• Τώνης Σπητέρης-Αλέξανδρος Αργυρίου, λήμμα στο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, Εκδοτική Αθηνών, τόμος 3ος, σ. 318
• Αλέξανδρος Αργυρίου, λήμμα στην Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ-ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ, τόμος Δ΄ εκδ. Σοκόλη 1990
• Νάνος Βαλαωρίτης, ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ γραφής, εκδ. Εξάντας 1990, (Ο ντελικάτος εραστής της Χίμαιρας, του Πόθου και του Πάθους).[πρώτη δημοσίευση περ. Σχολιαστής τχ. 34/1,1986]
• Νάνος Βαλαωρίτης, ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ, ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΚΑΙ «ΠΑΛΙ». Με γράμματα των ποιητών γύρω από την έκδοση του «Πάλι». Εισαγωγή και Σημειώσεις Ν. Β., εκδ. Καστανιώτη 1997
• Νάνος Βαλαωρίτης, Για μια θεωρία της Γραφής Β΄ (κείμενα για τον Υπερρεαλισμό), εκδ. Ηλέκτρα 2006. (Για τον θερμαστή του Ωραίου στους Κοιτώνες των Ενδόξων Ονομάτων) (Το Παράλογο και το Έλλογο στον Ε.) (Ν. Ε., ο Απόκρυφος και Αναφορικός)
• Φώτος Γιοφύλλης, Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης, 1821-1941, τόμος Β΄, έκδ. Ελληνικό Βιβλίο 1962, σ. 421
• Συμεών Ι. Δεγερμεντζίδης, Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ. Ηθικό-Αρχετυπικό μοντέλο σύγκρισης, εκδ. Σφακιανάκη- Θεσσαλονίκη 2004
• Κ. Θ. Δημαράς, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, εκδ. Γνώση 2000 έκδοση 9η.  (από την Σ΄ έκδοση εκδόσεις Ίκαρος 1975, σ. 481-«Φως και πίστη είναι και η προσπάθεια του υπερρεαλισμού που έχει κύριους εκπροσώπους της τον Ανδρέα Εμπειρίκο(1935), τον Νίκο Εγγονόπουλο(1938): να λυτρωθεί ανεπιφύλακτα ο εσωτερικός κόσμος, να επιτευχθεί απόλυτη επαφή με την πραγματικότητα. Ο Εμπειρίκος έδειξε στα ποιήματά του σπάνια δύναμη οπτικής φαντασίας. Στον Εγγονόπουλο παρά την αναμφισβήτητη ποιητική του ποιότητα η κατασκευή είναι συχνά περισσότερο απ’ όσο επιτρέπεται αντιληπτή»)
• Φώτης Δημητρακόπουλος, Ο Νεοελληνισμός στη Λογοτεχνία. 19ος-20ος Αιώνας, εκδ. Καστανιώτη 1990 (Μπολιβάρ-απόσπασμα)
• Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ημεδαπή εξορία. Κείμενα για την ελληνική λογοτεχνία 1986-1991, εκδ. Opera 1991. (στην σελίδα 319 γράφει: «…Μόνον ένας Καβάφης και ίσως μερικοί από τους υπερρεαλιστές (Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος) μπορούν να θεωρηθούν ποιητές όχι με παγκόσμια αξία(τι σημαίνει αυτό), αλλά με παγκόσμια σημασία. Κατά τ’ άλλα, ο Σεφέρης δεν είναι Έλιοτ, όπως ο Ρίτσος δεν είναι Μαγιακόφσκι και ο Ελύτης δεν είναι Νερούντα ή Καρπεντιέρ».)
• Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς. ΕΝΑΣ ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ, εκδ. Πατάκη 1995
• Γιώργος Λιάνης, Ανταποκρίσεις από τη Λογοτεχνία, εκδ. Λιβάνη 2005
• Δημήτρης Μαρωνίτης, Πίσω Μπρός, εκδ. Στιγμή 1986, (σελίδες 131-, Ανδρέας Εμπειρίκος-Νίκος Εγγονόπουλος)
• Δώρα Μεντή, Μεταπολεμική πολιτική ποίηση-Ιδεολογία και Ποιητική, εκδ. Κέδρος 1995. (αναφορά στις σελίδες 23,47, 65, 122, 124,150) 
• Στέφανος Μπουλανικιάν, Νίκος Εγγονόπουλος, στη σειρά ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ, τόμος 2ος εκδ. Μέλισσα 1976
• Στέφανος Ροζάνης, Ερμηνευτικές Αναγνώσεις, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 1997, (στην σ. 141-το κείμενο «Στα σοκάκια του Ελμπασσάν. Το Αβέβαιο Ποίημα του Ν. Ε.»)
• Πέτρος Σπανδωνίδης, Η νεώτερη ποίηση στην ελλάδα, εκδ.
• Ελπινίκη Νικολουδάκη-Σουρή, ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΕΙΣ. Εμπειρίες από κείμενα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Επικαιρότητα χ.χ. (μνήμη Ν. Ε., πρώτη δημοσίευση Εφημερίδα Φιλολογική αρ. φύλλου 15/1,1986)
• Ανδριέττα Στάθη-Σχωρέλ, ΕΝΑ ΣΤΙΛΒΟΝ ΠΟΔΗΛΑΤΟ. Δεκαέξι συνομιλίες για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Μετάφραση από τα Ολλανδικά Γιάννης Ιωαννίδης, εκδ. Πατάκη 2003 (Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΗΦΑΝΟΥ ΜΑΓΟΥ)
• Έλλη Φιλοκύπρου, Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου, εκδ. Νεφέλη 2009
• Άντεια Φραντζή, ΟΥΤΩΣ Ή ΆΛΛΩΣ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ-ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ-ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ-ΧΑΤΖΗΣ, εκδ. Πολύτυπο 1988
• Κίμων Φράϊερ, Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση,  Από τον Καβάφη στο Βρεττάκο, εκδ. Κέδρος 1982, μετάφραση Θαν. Χατζημιχαηλίδης-Νάσος Βαγενάς
• Αιμίλιος Χουρμούζιος, Ειδωλολάτρες και Ειδωλομάχοι, τ. Θ΄, εκδ. Εκδόσεις των Φίλων 1983 (στο «Δέκα βιβλία στίχων από τη νέα μας ποίηση…») και («Η υπερρεαλιστική ποίηση Δ. Αντωνίου-Ν. Εγγονόπουλος»)
ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Η ΑΥΓΗ
• Τάσος Βουρνάς, 3/11/1985, «… από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου…»
Η ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ
• Κώστας Βούλγαρης, 20/5/2007, Μια διαρκής πρόκληση για την αριστερά ( στο Αφιέρωμα)
• Γιάννης Δάλλας, 20/5/2007, Ξενάγηση σε μια συγχρονική πολυτοπία (στο Αφιέρωμα)
• Αλέξης Ζήρας, 20/5/2007, Ο Εγγονόπουλος και οι ιθαγένειές του (στο Αφιέρωμα)
• Λήδα Καζαντζάκη, 20/5/2007, Οι εικόνες του αφιερώματος (στο Αφιέρωμα)
• Γιώργος Μπλάνας, 20/5/2007, Στη δίνη του Μπολιβάρ (στο Αφιέρωμα)
• Γιώργος Μπλάνας, 20/5/2007, ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΛΙΒΑΡ.- ΤΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΜΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΤΣΙΜΠΟΡΑΣΟ (στο Αφιέρωμα)
• Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, 20/5/2007, Ρηξικέλευθες συζεύξεις (στο Αφιέρωμα)
• Μιχάλης Άνθης, 27/5/2007, Νίκος Εγγονόπουλος-Βλάσης Κανιάρης και το εργατικό ατύχημα στα ορυχεία της Μαρσινέλ του Βελγίου το 1956 (στο Αφιέρωμα)
• Λήδα Καζαντζάκη, 27/5/2007, Η πολιτική μυθολογία του Νίκου Εγγονόπουλου. (Ν. Εγγονόπουλος, Μυθολογία, εκδόσεις Ύψιλον) (στο Αφιέρωμα)
• Φίλιππος Φιλίππου, 5/11/1995, Ο ερωτικός Νίκος Εγγονόπουλος-10 χρόνια από το θάνατό του
ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
• του Πάρη Καπράλου, 9/1/2000, Σουρεαλισμός στο Διαδίκτυο
Η ΒΡΑΔΥΝΗ
• Θανάση Τριαρίδη, 6/11/2004, Ζει ο βασιλιάς Μινώταυρος; Είκοσι μία σημειώσεις για τον Ν. Εγγονόπουλο
ΕΘΝΟΣ
• Ελένη Γκίκα, 5-11/12/1999 ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Μπροστά από την εποχή του. (20ος αιώνας οι κορυφαίοι). Ποιος ήταν.
• Δημήτρης Ιατρόπουλος, 4/11/1985 «ΠΡΙΝ δύο εβδομάδες, γράφοντας για τον αδικοχαμένο μαύρο ποιητή Μπένζαμιν Μαλάιζε αναφέρθηκα σε μια κλασική πια φράση του Νίκου Εγγονόπουλου, το περίφημο: «Είθισται να δολοφονούν τους ποιητές…»»
• Δημήτρης Ιατρόπουλος, 9-15/9/2001, Νικόλαος Εγγονόπουλος: Μια ζωή, «Μπολιβάρ»
• Θύμιος Παπανικολάου, 10/11/1985,  Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ του Υπερρεαλισμού
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
• Β(ασίλης) Κ. Κ(αλαμαράς), 29/6/1995, Για τον δάσκαλο, τον Εγγονόπουλο
• 26/2/1989, Ο Εγγονόπουλος από τη Νέλλη
• Χαρά Τζαναβάρα, 8/3/1997, Λένα Εγγονοπούλου «Η μεγάλη ευθύνη ν’ ασκούμε τον έρωτα σε καθημερινή βάση»
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ
• Νίκη Κοντράρου-Ρασσιά, 12/3/1995, συνέντευξη με την Λένα Εγγονοπούλου. «Ο Νίκος ήταν ο άγιος και ο ποιητής μου…»
• Φίλιππος Φιλίππου, 28-29/10/1995, Εγγονόπουλος ο «κόκκινος» ;
• Ναταλί Χατζηαντωνίου, 19/12/1999,  Ο Άγνωστος Εγγονόπουλος. «Να είστε αυθεντικοί και ελεύθεροι»
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
• Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, 27/7/1997, 90 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου
ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
• Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, 11/3/2007, Διονύσιος Σολωμός και Νίκος Εγγονόπουλος
Η ΕΠΟΧΗ
• Φίλιππος Φιλίππου, 5/11/1995, Νίκος Εγγονόπουλος, εραστής της ελευθερίας
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
• Αλέξανδρος Αργυρίου, 25/5/1997, Περί του ζωγράφου και ποιητού. Η ποίηση και η ζωγραφική στον Εγγονόπουλο παίζουν έναν ταυτόσημο και ισομερή ρόλο (στο Αφιέρωμα)
• Νέλλη Ανδρικοπούλου, 24/12/1996, Μαρτυρίες για τον Εγγονόπουλο
• Κωστής Βατικιώτης, 25/5/1997, Η πολυδιάστατη προσωπικότητα του υπερρεαλιστή Ν. Ε. (στο Αφιέρωμα)
• Ιάκωβος Βούρτσης, 25/5/1997, Χρονολόγιο Νίκου Εγγονόπουλου (στο Αφιέρωμα)
•Ιάκωβος Βούρτσης, 25/5/1997, Το ταξίδι στην ποίηση (στο Αφιέρωμα)
• David Connoly, 25/5/1997, Τα μεταφραστικά προβλήματα (στο Αφιέρωμα)
• Στέφανος Διαλησμάς, 25/5/1997, Το Χιούμορ του Εγγονόπουλου (στο Αφιέρωμα)
• Αντρέας Εμπειρίκος, 25/5/1997, Ο Αντρέας Εμπειρίκος για τον Ν. Ε. [πρώτη δημοσίευση περ. Τετράδιο τχ.3/12,1945] (στο Αφιέρωμα)
• Ερριέττη Εγγονοπούλου, 25/5/1997, Ελευθερία και Πειθαρχία (στο Αφιέρωμα)
• Οδυσσέας Ελύτης, 25/5/1997, Ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Ν. Εγγονόπουλο, από το βιβλίο «Ανοιχτά Χαρτιά» εκδ. Ίκαρος 1982 (στο Αφιέρωμα)
• Ρένα Ζαμάρου, 25/5/1997, Η λαϊκή παράδοση (στο Αφιέρωμα)
• Έκτωρ Κακναβάτος, 25/5/1997, «Άλλωστε είμαι ποιητής» (στο Αφιέρωμα)
• Παντελής Μπουκάλας, 25/5/1997, Καβάφης δια χειρός Εγγονόπουλου (στο Αφιέρωμα)
• Δημήτρης Πικιώνης, 25/5/1997, Ο Δημήτρης Πικιώνης για τον Νίκο Εγγονόπουλο (στο Αφιέρωμα)
• Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος, 25/5/1997, Ένας θαλασσινός χαιρετισμός (στο Αφιέρωμα)
• Δημήτρης Μπαγέρης, 16/2/1997, Ο Ολυμπιονίκης Ιωάννης Μελισσανίδης δρων ως «ο τελευταίος των Ελλήνων» μετά τον Νίκο Εγγονόπουλο. Ένας διάλογος τηλεφωνικός…
• Ελένη Μπίστικα, 29/6/1995, Μόνος με τους δικούς του στη σκιά του Πολυτεχνείου-Νίκος Εγγονόπουλος τ’ αποκαλυπτήρια της προτομής του. (στο Σημειωματάριο)
• Παντελής Μπουκάλας, 12/1/1993, «Να ζης με την καρδιά ορθάνοιχτη» «ΜΗΝ ΠΗΣ ΠΟΤΕ ΠΩΣ ΜΑΣ ΕΓΕΛΑΣΑΝ»: ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
• Παντελής Μπουκάλας, 13/3/2007, «Η λαλούσα ζωγραφιά» του Εγγονόπουλου. Εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και εβδομήντα από την εποχή των εναντίον του λοιδοριών»
• Τήλεφος, 25/6/1995, Μια προτομή για τον Νίκο Εγγονόπουλο, στο Πολυτεχνείο, στη μνήμη του («Ποτέ αρκετά»)
ΤΟ ΒΗΜΑ
• Νάσος Βαγενάς, 21/10/2007, Περισσότερο από υπερρεαλιστής (100 χρόνια από τη γέννησή του)
• Γιώργης Γιατρομανωλάκης, 3/11/1985, Μονάχος, ελεύθερος και γενναίος
• Τάκης Καγιαλής, 8/2/1998, Ποια ήταν η «πολιτική ταυτότητα» του Νίκου Εγγονόπουλου, του Οδυσσέα Ελύτη και του Ανδρέα Εμπειρίκου; Συνέχεια στο επίμαχο θέμα με την απάντηση του Τάκη Καγιαλή στον Γιώργη Γιατρομανωλάκη
• Γιώργης Γιατρομανωλάκης, 1/3/1998, Το χρώμα της κριτικής. Νέος κύκλος διαλόγου για την ιδεολογία του ελληνικού υπερρεαλισμού και των ποιητών Εγγονόπουλου, Εμπειρίκου και Ελύτη. Στον Τάκη Καγιαλή ανταπαντά ο Γ. Γ.
• Νίκη Λοϊζίδη, 21/10/2007, Ο «αυτόχθων» υπερρεαλισμός του (100 χρόνια από τη γέννησή του)
• Ανδρέας Μπελεζίνης, 21/10/2007, Η προκλητικότητα του ποιητή (100 χρόνια από τα γέννησή του)
• Σωτήρης Σόρογκας, 21/10/2007, Χρειαζόταν όλες τις λέξεις(100 χρόνια από τη γέννησή του)
• Μάνος Στεφανίδης, 3/11/1985, Ο Βελισσάριος της ελληνικής ποίησης και ζωγραφικής
ΤΑ ΝΕΑ
• Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου,  Πρόσωπα 21ος Αιώνας τχ. 54/18/3/2000, Νίκος Εγγονόπουλος-Ντροπή σ’ αυτούς που υπόσχονται ευτυχία.(με αφορμή την έκδοση «οι άγγελοι στον Παράδεισο…)
• Κώστας Γεωργουσόπουλος, 1/10/1995, Η διάρκεια ενός ποιητή στη στήλη (Το πνεύμα του χρόνου)
• Γιάννης Κοντός, 6/17-4-1999, Ο ευλογημένος Έλληνας (στο ΠΡΙΣΜΑ)
• Ανδρέας Μπελεζίνης, 22/6/1993, Ο βαθύς πόθος της Αλβανίας
• Κώστας Σταματίου, 2/11/1985, Αποχαιρετισμός στον Νίκο Εγγονόπουλο.-ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ.-Η Ιστορία κι η Κριτική για τον Εγγονόπουλο.-στον ποιητή των ροδώνων.-Μικρό Ανθολόγιο.
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ
• Μαρία Τσιλιμιδού, 19-20/10/2002, Εμπειρίκος προς Εγγονόπουλο: Άκου μέσα σου τη βοώσα καταιγίδα…
Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΤΩΝ
• Ισμήνη Παττα, 17/5/2007, Ένας ποιητής που τάραξε τα νερά της εποχής του
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ
• ΑΝΤΙ
Τάκης Γραμμένος, τχ. 231/13-5-1983, ΣΧΟΛΙΟ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ του ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, στη σελίδα (το ανθολόγιο)
• ΒΗΜΑGAZINO
Σόνια Ζαχαράτου: τχ. 333/4-3-2007, συνέντευξη με την ΛΕΝΑ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ. «Το προσωπικό για το Νίκο σήμαινε οικουμενικό». Και, Ερριέττη Εγγονοπούλου: Ο πατέρας μου.
• ΖΥΓΟΣ
Έφη Φερεντίνου, τχ. 24/12, 1977, Ο Υπερρεαλισμός του Εγγονόπουλου
• ΘΕΜΑΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Μάρθα Κίσκιρα-Soderquist, τχ. 14/3,6,2000, Το Πραγματικό και το Φανταστικό αντικείμενο στην ποίηση του Ν. Ε.
• ΙΝΔΙΚΤΟΣ
Δημήτρης Κοσμόπουλος, τχ. 16/5,2002, «Φαναργιώτης με μια να μεταλλική φλογέρα»
• Η ΛΕΞΗ
Έλλη Ανδρικοπούλου, τχ. 77/9,1988, ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
Αλέξης Σολομός, τχ. 170/7,8,2002, ΠΕΝΤΕ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ (Κούν, Τσαρούχης, Εγγονόπουλος, Ροντήρης, Κατερίνα). Μετάφραση από τα αγγλικά Βασιλική Αλμπάνη
• ΜΕΤΡΟ
Μάνος Λουκάκης, τχ. 54/4, 2000. Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο cd του ΜΕΤΡΟ. «Στρατηγέ τι ζητούσες στη Λάρισα συ ένας Υδραίος;»
• ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ
Δημήτρης Φ. Βλαχοδήμος, τχ. 1758/7,8,2003, Μια ανάγνωση του ποιήματος του Νίκου Εγγονόπουλου «Ποίηση 1948» (και μια παρέκβαση από «Ορφεύς ξενόφοβος»
• ΟΜΠΡΕΛΑ
Μάρθα Κίσκυρα-Soderquist, τχ. 64/3,5, 2004, Κοινές μορφές Παραλόγου στο ζωγραφικό και ποιητικό έργο του Ν. Ε.
Ηλίας Λούτας, τχ. 64/3,5,2004, Εκλεκτικές συγγένειες στη ζωγραφική του
• ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΤΗΣ
Αλέξανδρος Ξύδης, τχ. 3/1995, Νίκος Εγγονόπουλος και Σουρρεαλισμός
• ΠΟΙΗΣΗ
Δημήτρης Φ. Βλαχοδήμος, τόμος 23/Άνοιξη-Καλοκαίρι 2004, Ρυθμικά χαρακτηριστικά στα ένστιχα ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου
Ολυμπία Ταχοπούλου, τόμος 23/Άνοιξη-Καλοκαίρι 2004, Η απόδραση του μοντέρνου Ελληνισμός ή «πρωτογονισμός» στη μυθολογία του Νίκου Εγγονόπουλου
Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, τόμος 5/Άνοιξη 1995, Ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο υποκειμενισμός της ελληνικότητας 
• Ο ΠΟΛΙΤΗΣ
Αθηνά Βογιατζόγλου, τχ. 126/6,7, 1994, Με αφορμή το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου «Περί ύψους»
Ρένα Ζαμάρου, τχ. 31/31-1-1997 και 32/21-2-1997, ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ-ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δρόμοι παράλληλοι και τεμνόμενοι.
• ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ
Δημήτρης Ι. Καραμβάλης, τχ. 15/12,1993, Η μετά είκοσι έτη τελευταία επιστροφή του Νίκου Εγγονόπουλου στην ποίηση…
• ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ανδρέας Μπελεζίνης, τχ. 8/6, 1988, ΠΕΖΑ ΚΕΙΜΕΝΑ Νίκου Εγγονόπουλου
• ΣΦΕΝΔΟΝΗ
Κώστας Βούλγαρης, τχ. 2/1988, Νίκος Εγγονόπουλος και Κώστας Γ. Καρυωτάκης (Κάποια σχόλια που ζητούν το σχολιασμό τους…)
• SYMBOL
 Κείμενα: Κατερίνα Αγγελιδάκη. Φωτογραφία: Γεράσιμος Δομένικος, 15/6/2002, (Όσα μου έμαθε η ζωή) Λένα Εγγονοπούλου
• Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ
Κείμενα Άρης Βασιλειάδης-Φωτογραφία: Γιάννης Μπουρνιάς, τχ. 47/20-1-2001, Συνέντευξη Λένα Εγγονοπούλου, η ζωή μου με τον Νίκο (με αφορμή την Έκθεση «Ζωγραφική για το θέατρο» με έργα του Σπύρου Βασιλείου-Νίκου Εγγονόπουλου-Νίκου Νικολάου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών Γενάρης 2001

Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

1995
• Ανωνύμως, εφ. Κέρδος 30/11/1995
Αφιέρωμα στον Εγγονόπουλο και τον Τσαρούχη.  Αίθουσα Σκουφά.  Τρίτη 5-16/12/1995.
(Τιμώντας τα 10 χρόνια από το θάνατο του Νίκου Εγγονόπουλου,  η Αίθουσα Σκουφά εγκαινιάζει την Τρίτη 5-16/12/1995 έκθεση με ακουαρέλες, λάδια, σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο και το χορόδραμα για πρώτη φορά, σχέδια από τα έργα του με κάρβουνο και μολύβι μεγάλων διαστάσεων. Το ξεχωριστό γεγονός αυτής της έκθεσης είναι η παρουσίαση του τρόπου εργασίας του Ν. Ε. δηλαδή τα διαδοχικά στάδια για τη δημιουργία του έργου του μέσα από το εργαστήρι του. Την παραμονή των εγκαινίων ο καθηγητής Άγγελος Δεληβοριάς, διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, θα μιλήσει για την προσωπικότητα, το ζωγραφικό και ποιητικό του έργο και ο ηθοποιός Μηνάς Χατζησάββας θα διαβάσει ποιήματά του. Σ’ αυτό το αφιέρωμα συμμετέχουν επίσης με έργα τους οι ζωγράφοι Δρούγκας, Καραβούζης, Μακρουλάκης, Μανωλίδης και Παπαδημητρίου.)
• Ανωνύμως, εφ. Ελευθεροτυπία 5/12/1995, Έτσι δούλευε ο Εγγονόπουλος
1997
• Ανωνύμως, εφ. Κέρδος 25/2/1997
Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης Με την υπογραφή του Νίκου Εγγονόπουλου 26/2/-21/3/1995
(Έκθεση έργων του μεγάλου σουρεαλιστή ζωγράφου και ποιητή Νίκου Εγγονόπουλου εγκαινιάζεται αύριο, Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου στις 8.30 μμ στη Δημοτική Πινακοθήκη της Θεσσαλονίκης. Με την έκθεση αυτή…)
• ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΕΧΝΗΣ ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ-ΔΕΞΑΜΕΝΗ, από 16/3-3/4/1999. Νίκος Εγγονόπουλος-ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
-Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ΤΟ ΥΠΕΡΧΡΟΝΙΚΟ ΠΑΝΘΕΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
-Ο ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
-Νίκος Ζίας, Ο «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ» ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
-Ανδρέας Εμπειρίκος, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ή ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΕΛΜΠΑΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ
-Νίκη Λοϊζίδη, Η ΕΠΑΝΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΜΥΘΩΝ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
-ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ 24 ΕΡΓΩΝ που εκτίθενται
-Μικρό Βιογραφικό

• περιοδικό Αθηνόραμα τχ. 1212/31-12-1999, engonopoulos. Gr
• περιοδικό ΔΕΛΦΟΙ τχ. 1/6,1999,  Διά χειρός Εγγονόπουλου
• Ο Κόσμος του Επενδυτή 13/3/1999, Έκθεση Εγγονόπουλου στον «Αστρολάβο»
• Αλέξανδρος Αργυρίου, εφ. Η Καθημερινή 25/5/1997, Περί του ζωγράφου και ποιητού
• Β. Β., εφ. Εβδόμη 22/11/1987, Έκθεση με λάδια και βιβλίο του Ν. Ε. στο Γαλλικό Ινστιτούτο…
• Ελένη Βακαλό, εφ. Η Αυγή 3/11/1985, Σημεία προσέγγισης στη ζωγραφική του Εγγονόπουλου
• Νίκος Βατόπουλος, εφ. Η Καθημερινή 1/12/1996, Σχέδια και χρώματα του Ν. Εγγονόπουλου
• Νίκος Βατόπουλος, Η Καθημερινή 18/12/1999, Οι Άγγελοι μιλούν ελληνικά…
• Κ. Ξ. Γιαννόπουλος, εφ. Η Εποχή 28/3/1999,  «Εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε». ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟΝ «ΑΣΤΡΟΛΑΒΟ»
• Ιωάννα Γκομούζα, περ. Αθηνόραμα τχ. 355/1-3-2007, Μια χρονιά για τον Νίκο Εγγονόπουλο
• Νίκος Ζίας, περ. Τέχνη και Λόγος τχ. 3/12,1985, Βυζαντινές καταβολές στη ζωγραφική του Εγγονόπουλου
• Νίκος ΖΊας, εφ. Το Βήμα 4/4/1999, Ο «βυζαντινός» Νίκος Εγγονόπουλος
• Άντα Καττουλά, περ. Γράμματα και Τέχνες τχ. 17/5,1983, Ν. Εγγονόπουλος
• Παρασκευή Κατημερτζή, εφ. Τα Νέα 30/3/1990, ΕΙΚΟΝΟΣΤΆΣΙ ΗΡΩΩΝ. Πήγαμε στην έκθεση του Νίκου Εγγονόπουλου
• Πέγκυ Κουνενάκη, εφ. Η Καθημερινή 3/12/1995, Έκθεση Νίκου Εγγονόπουλου. Προσχέδια με ακουαρέλες, μελάνι, κάρβουνο και κραγιόνια
• Πέγκυ Κουνενάκη, εφ. Η Καθημερινή 17/3/1999, Ένας ορθόδοξος υπερρεαλιστής. Εγκαινιάστηκε η έκθεση έργων του Νίκου Εγγονόπουλου
• Ματίνα Καλτάκη, εφ. Ο Κόσμος του Επενδυτή 25/11/2000, Βασιλείου-Εγγονόπουλος-Νικολάου. Από τη ζωγραφική στο θέατρο
• Χάρης Καμπουρίδης, εφ. Τα Νέα 20/12/1995, Ελληνικός υπερρεαλισμός; Αφιερώματα στον Ν. Ε. («Γκαλερί Σκουφά») και στον Τζόρτζιο Ντεκίρικο («Αστρολάβος»)
• Νίκη Λοϊζίδη, εφ. Η Καθημερινή 25/5/1997 (στο Αφιέρωμα), «Ο Ερμής εν αναμονή»
Μ. Πολ., εφ. Τα Νέα 2/4/1981, Τιμή στον Εγγονόπουλο
• Πάρη Σπίνου, εφ. Η Καθημερινή 14/7/1993, Έκθεση-φόρος τιμής στον Νίκο Εγγονόπουλο, έργα σύγχρονων ζωγράφων στον Πύργο Μάρκελλου
• Πάρη Σπίνου, εφ. Κυριακάτικη 14/3/1999, Εγγονόπουλος ο επαναστατικός
• Τώνης Σπητέρης, περ. Επίκαιρα τχ. 661/2-4-1981, Ο υπερρεαλισμός και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Αναδρομική έκθεση του γνωστού καλλιτέχνη στην Galerie 3, ως τις 15 Απριλίου
• Βεατρίκη Σπηλιάδη, εφ. Ελευθεροτυπία 3/1/1982, Ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο υπερρεαλισμός
• Μαρία Τσιλιμίδου, εφ. Ο Κόσμος του Επενδυτή 21/3/1999, Έτσι είδε ο Εγγονόπουλος το ‘ 21. (για την έκθεση στην γκαλερί «ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ»)
• Βασιλική Τζεβελέκου, εφ. Ελεύθερος Τύπος 4/3/2007, Νίκος Εγγονόπουλος, ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
• Γιώργος Τσεδάκης, εφ. Ελευθεροτυπία 17/3/1999, Όταν ανθίζουν οι γκαλερί
• Ν. Χατζηαντωνίου, εφ. Ελευθεροτυπία 6/6/1966, Μια συλλογή ανάβει φωτιές
     Στις πληροφορίες αυτές, δεν συμπεριέλαβα βιβλιοκριτικές για τα βιβλία του που γνωρίζω, δημοσιευμένα του κείμενα, ποιήματά του σε ανθολογίες και πολλά άλλα μελετήματα

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, 1 Ιουνίου 2017
Πρώτη γραφή σήμερα.