Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Ποιήματα για τον ΟΡΦΕΑ


Ποιητική Καλοκαιρινή ανάπαυλα
Ανθολόγιο Ποιημάτων  
ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ
Αφιερώνεται στον ΠΕΤΡΟ ΧΑΡΗ για τα τριάντα λογοτεχνικά του χρόνια

Πουλιά σε προμηνύσαν και λουλούδια
μ’ όλα τα μύρα τους και τα τραγούδια.
Κι’ ήρθες, Ορφέα, ω Πεμπτουσία
όλων Εσύ… Κι εμπρός στη μελωδία
πού από τα χείλη σου κυματιστή εξεχύθη,
       η Φύση λύγισε, ενικήθη.
Σώπασαν τα πουλιά, τα δέντρα, οι θρόοι,
ώ Ημίθε πρόγονέ μου, ώ γόη!...
ψυχή της Γής της ίδιας κοσμοπλάστρας,
       σπίθα ριγμένη απ’ άστρα,
των Ρυθμών και των Ήχων Βασιλέα,
       Ορφέα, Ορφέα, Ορφέα!...

Όλα σ’ ακούν, σε προσκυνούν γονατισμένα,
       όλα προσεύχονται για Σένα’
Όλα η φωνή Σου τα γεμίζει τώρα
σάν άξαφνο νερό που στέλνει η μπόρα.
Ευωδιασμένος στρόβιλος, τα πάντα
τα ευωδιάζεις με δυόσμο και λεβάντα,
το νόημα στη Ζωή δίνοντας το άλλο,
το νόημα το πλατύ και το μεγάλο!
Ψυχή της Γής της ίδιας κοσμοπλάστρα,
       σπίθα ριγμένη απ’ άστρα,
των Ρυθμών και των Ήχων Βασιλέα,
       Ορφέα, Ορφέα, Ορφέα.

Κι ήπιες απ’ όλα τα κρασιά: Των πρώτων
       και των στερνών Ερώτων:
Της Γυναίκας, της Ποίησης, της Πατρίδας
Και το κρασί της μακρινής Κολχίδας.
Κι όταν σ’ εγύραν οι καημοί κι οι λύπες,
το μνήμα σου ανοιχτό, θωρώντας, είπες:
-Τί θ’ απομείνει απ’ όλ’  αυτά; -Κι η λήθη,
-από ποιά βύθη; -ξάφνου σου αποκρίθη:
-Μόλις τρίτη φορά φορά τ’ ορνίθι κράξει,
καπνός το καθετί: Έργο σου η πράξη!...
Πέτρα μές στο κενό το πέρασμά σου!...
Μ’ αθάνατο θα μείνει τ’ όνομά σου!..
--
ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Αφιερώνονται στο φίλο ΝΙΚΟ ΜΠΕΡΤΟ
POEME MYSTIQUE
Ώ πολυέλαιε μυστικέ, πολύφωτε,
ποιοί νάν’ αυτοί πού ακροπατώντας
γλιστρούν σα σκιές,-σκιές ανήσυχες,-
κι έρχονται να σε σβύσουν;

‘Όμως του κάκου προσπαθούν.
Τά φώτα σου τα λουλουδένια, τ’ άμετρα,
χωμένα μες στα κρύσταλλά σου
σαν αίμα αθώο στις φλέβες παιδιών,

Είν’ αναμμένα απ’ την αχτίδα την ανέσπερη
και φέγγουν και φωτίζουν
πρόσωπα Αγίων πονεμένων
πού απ’ τις γωνιές τους σιωπηλοί, γλυκόθωροι

Κοιτάζουνε, σα φύλακες που γρηγορούν,
την εκκλησιά που κρύβω στην ψυχή μου.
Την εκκλησιά πού τα διπλά θεμέλια της
είναι χτισμένα απάνω στο αίμα

Ελπίδων κι Επιθυμιών ολάκερης
μιάς ζήσης, που οι γυναίκες πανωραίες
πρωτομαστόρων κάποιων τραγουδιών
σφαγήκαν με χρυσό μαχαίρι.

Ώ πολυέλαιε μυστικέ, πολύφωτε,

Ποίηση μαγική, Ποίηση Αγία,
σκόρπα τριγύρα σου άφοβα παντού,
το διαμαντένιο φως σου

Για τους εκστατικούς, τους ταπεινούς
τους άδολους και τους εξαγνισμένους
πού έχουν τα βλέμματά τους προς τον Ουρανό
ανυψωμένα πάντοτε κι ακούν
τις μελωδίες των Αρχαγγέλων.
--
ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Σε περιμένω. Τί αν αργείς; Θα ρθείς και θάναι  βράδυ.
Την πόρτα του έρημου σπιτιού, πνιγμένου στο σκοτάδι
θενά χτυπήσεις. Σα σκιά θα μπείς. Στο εικονοστάσι
το λίγο φως του καντηλιού θενά σου ξεσκεπάσει

Την πονεμένη σου μορφή στα μάτια μου. –Θυμάσαι;-
θενά μου πείς. Και μέσα μου θα πώ:- Ποιά τάχα νάσαι;-
Μά όποια και νάσαι, θάσαι Εσύ!... Το ξέρω!... Σε προσμένω
τόσον καιρό!... Του καντηλιού για σένα έχω αναμμένο

Το λίγο φως!... Ξαπόστασε λιγάκι εδώ σιμά μου!...
Σού έχω για στρώμα σου έτοιμο την πένθιμη αγκαλιά μου
και το τραγούδι το βαθύ πού θα σε νανουρίσει
τον πόνο τον ακοίμητο γλυκά θα σου κοιμήσει.

Κι εσύ το χέρι μου βουβή μου παίρνεις… Τα σκαλιά
μαζί τα κατεβαίνουμε, μαζί τα δρασκελάμε!...
Κι αν τα σκαλιά είν’ αμέτρητα κι η σκοτεινιά βαριά,
στη Βουλιαγμένη Πολιτεία,- τί βιάζεσαι;- θα πάμε!...
--
ΓΥΡΙΣΜΟΣ
Σ’ ένα λιμάνι αλαργινό,
-νάναι βραχνάς; -του Ειρηνικού,
μ’ εσέ Μπρετόνε μου Κορμπιέρ
       κι εσέ δικέ μας Μαραμπού,

Με του άλλου πλοίου τα θρύψαλα,
       -Θιός σχωρέσ’ το! –σκαρώνουμε
τώρα το πλοίο του γυρισμού
       -νισάφι! –να γλυτώνουμε!...

Τί αξίζουν, το είδατε, η Φυγή,
       το Άγνωστο, η Απόδραση γι’ αλλού
κι εσύ, Μπρετόνε μου Κορμπιέρ
       κι εσύ φτωχέ μου Μαραμπού.

Και τώρα, μάϊννα τα πανιά!...
       -Μαίστρος, τραμουντάνα;-
Δρόμο!... Καλύτερα ο πνιμός
       παρά στη νεκρομάνα

Την ξένη γη τα κόλα μας!...
       Ιάσονα κι Οδυσσέα
να λείπει η δόξα σας κι εσάς
       Κολόμπε και Πυθέα!..

Άχ, πότε, πότε τον καπνό
       θα δούμε,-αν θα δούμε,-
του αγαπημένου μας τζακιού;
       Το Παρελθόν να βρούμε

Να μας προσμένει σαν παιδί
       στη μέση εκεί του κατωφλιού,
-τρελέ Μπρετόνε και Κορμπιέρ
       και πιό τρελέ μου Μαραμπού,-

Μ’ ένα κλαδί στο χέρι του
       χιλιανθισμένης πασκαλιάς!..
(Ν’ ανοίγεις τα ρουθούνια σου
       πατρίδας μύρο να ρουφάς!)..
Ρονιάκ. Οκτώβριος-Νοέμβριος 1948
                      ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ
--
ΟΡΦΙΚΟΣ
Ώρες τ’ Αυγούστου αποσπερνές’ πού με προφτάσαν ανθηρές,
-καθώς μιά πλάση βάρυπνη απ’ τον κάματο λυμένη
ζει κι’ ανασαίνει στ’ όνειρο-ποιά να δοξάσει απ’ τις αβρές
θύμησες των παληών καιρών η μνήμη μου η θλιμμένη…
       Του Ορφέα ψυχή, με κάλεσες τη θεία μολπή ν’ αφουγκραστώ
       γλυκόηχη, ως μεσούρανα το πάθος σου ανεβάζει,
       το μύχιο βόγγο ενός ρυθμού ν’ ακούσω, ν’ αποξεχαστώ,
       καθώς μιά αγάπη ανακαλεί, και λυγμικά στενάζει.
Και νάναι ολόγιομο ψηλά, σε μάνας μάτι πού αγρυπνά,
πάνου απ’ τα θεία τα μάρμαρα, μιά νύχτα όπως τα κλείνει,
τέτοιο φεγγάρι εξωτικό, κι’ από ‘ναν θάμνο ν’ αρχινά
το Ευλογητός και τ’ Ωσαννά μές σ’ άφραστη γαλήνη…
       Κι’ από θυμάρι ευωδερό πλάϊ σ’ ολογάργαρο νερό
       αρχαίας πηγής ξεπνέει θυμός στη ρίζα εκεί του βράχου,
       μιά δάφνη πέρα εστοίχιωσε πλέκοντας στέφανο χλωρό
       μ’ άλλα κλωνάρια αγκαλιαστή ενός βάτου απομονάχου.
Μά, ώ πόσο φλόγινη καρδιά, βαρυεστημένη απ’ τους πολλούς
των νικημένων τους δαρμούς και των φτωχών τους πόνους,
πλανιέσαι ακόμα στα βαθιά-μακριά σ’ ορίζοντες θολούς
κι’ όλο ανταριάζεσαι άγρυπνη σ’ απογνωσμένους τόνους.
       Κι’ ούτε σε δάκρυ αμαρτωλό, μήτε σ’ ακύμαντο γυαλό
       συνταραγμένε στοχασμέ, μπορείς να γαληνέψεις,
       αφού άλλο πάθος άναψε στα σπλάχνα σου άνομο-τρελλό,
       κι’ έχεις μιά τόλμη αδύναμη να μπόρειες να παλαίψεις.
Τί λέω; εντός μου ομόθρονη βλασταίνει ελπίδα καρπερή,
ίδιο να πλάσω από ζωή τ’ ανέφταστο όνειρό μου,
-μιάν Ευρυδίκη μπόρεσε στ’ αλήθεια η λύρα σου να βρή
καί μένα-ν-έγνοια απέθαντη στο να γέρνει πλευρό μου…
       Θαρρήσου. Αν στάθη να βρεθείς σε πέλαου πάντοτε θυμούς,
       λες και μιά ζήση ανάλωσες σ’ ατέρμονα χειμώνα,
       πάλι ερωτιάρα μιά Άνοιξη θα φτάσει με γαληνεμούς
       ν’ αράξεις στ’ Όνειρο, ώ καρδιά, βγαλμένη από κυκλώνα…
Του Ορφέα ψυχή, να κρατηθώ την τέτοια δώς ‘μου προσμονή,
κι’ άλλο σκοπό απ’ την έγνοια Της γλυκόηχο να γροικήσω’
νάναι από Μάη το κάλεσμα, σαν κι’ απ’ αγάπη μου στερνή,
κι’ άς ειν’ βραδυά αξημέρωτη, τα μάτια όπως θα κλείσω.
       -Και νάναι ολόγιομο ψηλά κι’ ουρανοδρόμο ως θα κινά
       πάνου απ’ ταρχαία τα μάρμαρα, μιά νύχτα όπως τα δίνει,
       τέτοιο φεγγάρι εξωτικό, κι’ ίδια από θάμνους ν’ αρχινά
       το Ευλογητός και τ’ Ωσαννά μες’ σ’ άφραστη γαλήνη….
                                     ΓΙΩΡΓΟΣ. ΚΟΛΛΙΑΣ
Σημειώση:
-Ύμνος στον Ορφέα, Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 7ος, /1950, σ.16.
-Τρία Ποιήματα, Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 6ος, /1949, σ. 3-4
-Ορφικός, περιοδικό Φιλολογική Πρωτοχρονιά τόμος 6ος, /1949, σ. 239.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Πέμπτη 16/7/2020        

Σάββατο 11 Ιουλίου 2020

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΙΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ


ΒΑΣΙΛΗ  ΠΛΑΤΑΝΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ
(πρώτη σειρά)
Ξυλογραφίες και χαραχτικά  Ράλλη Κοψίδη
Προλόγισμα: ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ
Αθήνα 1963, σελ. 128, δραχμές 100
     Το βιβλίο αυτό οφείλει στον Ακαδημαϊκό Στράτη Μυριβήλη τα «Δυό λόγια», και στην καλλιτέχνη Ράλλη Κοψίδη τη σύνθεση του εξώφυλλου και των εικόνων του κειμένου του.
     Τα «Ελληνικά Λαϊκά Πανηγύρια» (πρώτη σειρά) του Βασίλη Πλάτανου, στοιχειοθετήθηκαν από τον Γιώργο Αργυρόπουλο και τυπώθηκαν στο τυπογραφείο «Κοντού» (Σωκράτους 39-Αθήνα).
     Το βιβλίο ο συγγραφέας το αφιερώνει «στους γονείς μου»
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Δυό λόγια (Στράτη Μυριβήλη)
Μάηδες
Ταύρος κι’ αλόγατα
Άη Γιώργης ο Ραχωβίτης
Παναγιά η Πετρανή
Τσομπάνικα Χριστούγεννα
Στ’ αμπέλια και στα πατητήρια
Αναστενάρηδες
Αστράτ’ γους
Ο χορός της Τράτας
Τσομπάνικες εκλογές
Γλωσσάρι
     Διαβάζω χρόνια και θαυμάζω το άρθρα, τα λαογραφικά κείμενα, τα γραφτά του κυρίου Βασίλη Πλάτανου, που αρκετές δεκαετίες τώρα, δημοσιεύει με μεράκι, αγάπη, φροντίδα, σεβασμό σε ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά, τα οποία έχουν να κάνουν με την Ελληνική Λαογραφία, την ιστορία και την εξέλιξή της. Ο κύριος Βασίλης Πλάτανος όπως και άλλοι λαογράφοι του καιρού μας, ή σωστότερα παθιασμένοι δάσκαλοι του ελληνικού λαογραφικού λόγου και της ελληνικής παράδοσης, μας δίδαξε κυριολεκτικά όλα αυτά τα χρόνια, τι σημαίνει Ελληνική Λαογραφία στο ευρύτερο «σεντούκι» των αναφορών της (Δημοτικά Τραγούδια, Παραδόσεις, Θρύλοι και Έθιμα, Θρησκευτικές Εορτές και Εκκλησιαστικά λαϊκά Δρώμενα, Τελετουργίες, Δημοτική Μουσική, Χορός, Πανηγύρια κλπ). Τα δημοσιεύματά του έφεραν στην αναγνωστική και ερευνητική μας επιφάνεια το πνεύμα και τα λαϊκό στοιχείο της ύπαρξης της φυλής μας, Της ελληνικής ζωής και του πολιτισμού της διαχρονικά. Τις ρίζες και το αρχέγονο λαογραφικό υλικό με το οποίο είναι ζυμωμένη η καθεαυτό ζωή, οι μεταφυσικές δοξασίες των ελλήνων. Τα λαϊκά στοιχεία και οι αξίες με τα οποία οικοδόμησε τον καθημερινό του βίο, δημιούργησε οικογένεια, εργάστηκε και πρόκοψε ο λαϊκός άνθρωπος. Αρχιτεκτόνησε το εξωτερικό του περιβάλλον, του έδωσε το ανθρώπινο μέτρο του και πρόσωπό του. Κυκλωτικά οργάνωσε τις προτεραιότητες της ψυχαγωγίας του, και ενοριακά τις θρησκευτικές του ανάγκες. Κοινοτικές ανάγκες που αλήθευαν τις δραστηριότητες του βίου του. Έμαθε να λειτουργεί τις καθημερινές του δραστηριότητες, να ισορροπεί σταδιακά με τις αντίξοες δυνάμεις της φύσης, να τις δαμάζει χωρίς να εξαντλεί τις ζωογόνες ενέργειές της. Εικόνες και βιώματα ζωής τουλάχιστον, μέχρι πριν μερικές δεκαετίες στην πατρίδα μας, πριν την μεγάλη αστυφιλία και την αναγκαστική ξενητεία. Ο έλληνας άνθρωπος της υπαίθρου, της επαρχίας κράτησε ζωντανή την ελληνική γλώσσα και τα μυστικά της. Τις ροές της αρχαίας της ιστορίας. Την φθογγική της μουσικότητα και την λειτουργική δυναμική της προφορικής της αποτύπωσης. Της ελληνικής λαλιάς. Διατήρησε σχεδόν ακέραιο την ατμόσφαιρα του ηπειρωτικού τοπίου, το κλίμα του νησιώτικου περιβάλλοντος.
Παλαιοί δάσκαλοι μυσταγωγοί, Έλληνες όπως ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαος Πολίτης που άνοιξε πρώτος τον δρόμο, ο Κώστας Ρωμαίος που χάραξε ίχνη, Αλίκη Κυριακίδου-Νέστορος και Μιχάλης Γ. Μερακλής που συστηματοποίησαν και οργάνωσαν επιστημονικά το λαογραφικό πεδίο ερευνών, προσδίδοντάς του κοινωνιολογικές και εθνολογικές προεκτάσεις. Ο Κώστας Λουκάτος που κατέγραψε τον κύκλο των εποχών και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων μέσα σε αυτόν. Η Αγγελική Χατζημιχάλη και το Μουσείο με τα θαυμάσια εκθέματά του. Ο νεότερος Δημήτρης Σταμέλος με τις εξαίρετες εργασίες του. Η ποιήτρια Αθηνά Ταρσούλη που μας κληροδότησε λαογραφικά διαμαντάκια, ο Αλέκο Φλωράκης και οι εργασίες του πάνω στον Τηνιακό πολιτισμό. Ο Βασίλης Πλάτανος που μας μετέφερε ατόφιο το πνεύμα και την ουσία, τα κληροδοτήματα του λαϊκού μας πολιτισμού, όχι μόνο της γενέθλιας νήσου του. Οι Έλληνες και Ελληνίδες αθόρυβοι δάσκαλοι μας δίδαξαν ότι κοινή η αισθητική της λαογραφικής συνείδησης των Ελλήνων. Κοινή η «αισθητική της Ρωμιοσύνης» όπως μας μίλησε ο Γιώργος Διζικιρίκης. Άοκνοι φάροι πολιτισμού των ελλήνων, ερευνητές που δικαιωματικά φέρουν τον τίτλο του έλληνα Λαογράφου. Σιμά στις πρώτες αυτές πυξίδες αναφοράς στους λαβυρίνθους της λαογραφικής επιστήμης και ορισμένοι άλλοι, πρόσωπα που κράτησαν ζωντανή και εναργή την λαϊκή μνήμη, αισθητική και ατμόσφαιρα, ήχους και οσμές, χρωματισμούς και ακούσματα, της εθνικής μας παράδοσης, των Ελλήνων και, μεταλαμπάδευσαν τα νάματα και τις διαχρονικές αξίες του λαϊκού μας πολιτισμού στις νεότερες γενιές των Ελλήνων. Τα βιβλία και οι μελέτες τους, τα άρθρα και οι ερευνητικές τους εργασίες, οι παρεμβάσεις και οι ομιλίες τους, βοήθησαν τις νεότερες γενιές των ελλήνων να μην λησμονήσουν την ιστορία τους, την παράδοσή τους, τα ήθη και τα έθιμά τους, τα παραμύθια και τα τραγούδια του γενέθλιου τόπου τους, τις θρησκευτικές τους τελετές και τα λαϊκά εορταστικά τους πανηγύρια, τους κυκλωτικούς χορούς τους, την ψυχαγωγία του λαϊκού θεάτρου σκιών. Ερευνητές και ανιχνευτές, λάτρεις και σπουδαστές ταυτόχρονα, συμμάζεψαν και οργάνωσαν, διατήρησαν και έφεραν στην επιφάνεια, σχολίασαν και επεξεργάστηκαν το κατά τόπους και γεωγραφική περιφέρεια σκόρπιο λαογραφικό υλικό, το φιλοτέχνησαν με επιμέλεια και μεράκι, αγάπης οίστρο και μας το παρουσίασαν σαν αναπόσπαστο κομμάτι, σημαντικό κομμάτι της ιστορίας και της παράδοσης της φυλής μας. Στάθηκαν ακούραστοι χορηγοί του λαϊκού μας πολιτισμού στις νεότερες γενιές. Όταν η Δόμνα Σαμίου γύριζε με το μικρό μαγνητοφωνάκι της στην ελληνική επαρχία και κατέγραφε φωνές γιαγιάδων, μουσικές και μνήμες απλών γερόντων, δεν φαντάζονταν ίσως τι μας διέσωζε. Όταν ο Ματθαίος Μουντές μας μιλούσε για τα Αιγαίο ρίζα και παράδοση, μας ταξίδευε σε πρωτόγνωρα της παράδοσης λιμάνια. Οταν η Δώρα Στράτου έφτιαχνε την δική της ομάδα για να διδάξει τους παραδοσιακούς λαϊκούς ελληνικούς χορούς στο θέατρό της δεν υποψιάζονταν το εύρος της πολιτιστικής της παρακαταθήκης Όταν οι έλληνες ανώνυμοι ψαλτάδες στέκονταν όρθιοι μπροστά στο αναλόγιό τους συνέχιζαν τις βυζαντινές μουσικές μνήμες ψαλτικής, τα μέλη και τους ήχους των βυζαντινών προγόνων τους. Όταν οι ανώνυμες μανάδες και γιαγιάδες οι ελληνίδες υφάντρες κεντούσαν τα προικιά για τις κόρες τους, ή ύφαιναν στον αργαλειό τις κουβέρτες και τα χράμια, τις πάντες και τα χαλιά των οικογενειών τους, ίσως και να μην κατανοούσαν άμεσα τον πολύτιμο πολιτιστικό θησαυρό που κληρονομούσαν στους μεταγενέστερους. Σίγουρα όμως ένιωθαν ότι άφηναν πίσω ένα κομμάτι της αλήθειας της δικής τους ζωής, των εμπειριών τους, των χαρών και ευτυχισμένων στιγμών τους.  Διαισθάνονταν οι λαϊκοί μαραγκομάστορες ότι το ξυλόγλυπτο τέμπλο που με ευλάβεια σκάλιζαν οι ξυλογλύπτες τεχνίτες στα ξωκλήσια, το κοπίδι που κρατούσαν με προσοχή και με το οποίο πελεκούσαν το μάρμαρο οι λαϊκοί μαρμαράδες, οι πέτρες που επέλεγαν για να χτίσουν το σπίτι και τα αρχοντικά του χωριού τους οι ανώνυμοι χτίστες, ήσαν η πολιτιστική δική τους προσφορά σιρμαγιάς στον χρόνο. Στην αιωνιότητα του ελληνικού χρόνου που την διάρκειά της την αγιογραφούσαν μέσα στο δικό τους κουκούλι πίστης και παράδοσης οι ανώνυμοι κυρίως αγιογράφοι, στους τρούλους των ναών και τους τοίχους των μοναχικών λευκοντυμένων εκκλησιών στο άγνωστο του θαλασσινού πελάγους.. Μαϊστορες της πέτρας κα του μαρμάρου που ξόρκιζαν τη σκοτεινιά του θανάτου με τα μικρά ηρώα και αγάλματα, μαρμάρινα κενοτάφια των ελληνικών νεκροταφείων. Εκεί που η μνήμη συναντά την ζωή και η χαρά τον πόνο. Ενώ το μικρό καντήλι φωτίζει αχνά τις σκιές που δε λεν να ξεχάσουν.
Αν τα κοιμητήρια είναι ο τελευταίος χορός των ζωντανών, τα πανηγύρια είναι το ανάχωμά τους. Ο κυκλωτικός χορός και οι ήχοι μουσικής που διώχνουν μακριά τον θάνατο. Τον κρατούν σε αναστολή επίσκεψης. Του αφαιρούν την εξουσία της παρουσίας μέσα στις ζωές των ανθρώπων. Τα πανηγύρια, είναι τα τραταμέντα της χαράς και του κεφιού. Τα κουρνέλια της ξενοιασιάς και του γλεντιού. Το ξεπαράβγαλμα του χάρου. Στα πανηγύρια, σε αυτές της κοινότητας και όχι μόνο λαϊκές συναθροίσεις χωριανών, φίλων και γνωστών, μελών της οικογένειας και κοντοχωριανών, ξενομεριτών και οργανοπαικτών είναι οι πανάρχαιες εορταστικές θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις των Ελλήνων. Είναι η συνάθροιση επι τω αυτώ σε ένα σκοπό. Στην χαρά και το κέφι, το τραγούδι και τον χορό, την γνωριμία και το πιοτό, το φαγητό και την αλληλογνωριμία των Ελλήνων. Εχθροί και φίλοι, ξένοι και γνωστοί, μικροί και μεγάλοι, επισκέπτες και χωριανοί όλοι γίνονται ένα. Ισότιμα, ελεύθερα, χαροποιά, ευλαβικά, πολιτισμένα. Φοράνε τα καλά τους, ανταλλάσσουν δώρα, γίνονται γνωριμίες, ακούγονται υποσχέσεις, κλείνονται συμφωνίες, προαναγγέλλονται αρραβώνες ή γαμήλιες τελετές. Εμποροπανήγυρη ανθρώπινων γνωριμιών και σύναψη μελλοντικών σχέσεων. Το κρασί ρέει, τα κεφάλια ζαλίζονται, ο χορός πρήζει τα πόδια, τα βλέμματα κουράζονται να κοιτούν, τα χέρια αγγίζουν διακριτικά, τα μαντήλια κρατούν την συνέχεια των χορευτικών στροφών. Η μουσική ξεσηκώνει και προκαλεί ρίγη συγκίνησης και ευεξίας. Χαρά και γλέντι, κέφι και δάκρυα ευτυχίας ανθρώπων ενωμένων χωρίς ταμπού, λησμονώντας τις καθημερινές τους διαφορές, επιδεικνύοντας τις φορεσιές τους, τις χορευτικές τους ικανότητες, τις μουσικές τους επιδεξιότητες. Τα κορμιά λυγίζουν από κρυφή ηδονή, τα σώματα βαραίνουν από την γλυκειά κόπωση, τα γόνατα αντέχουν το βάρος της χαράς και της σπινθηροβόλας διάθεσης. Κανείς δεν νιώθει ξένος σε ένα πανηγύρι, κανείς δεν είναι ξένος σε αυτήν την πανηγυριώτικη ομήγυρη. Λαϊκά ξεφαντώματα ελλήνων, εικόνες ζωής και χαράς που μας εικονογραφεί με τόση μαεστρία εδώ και αιώνες ο παππούς μας Αριστοφάνης, ο δάσκαλος του νεότερου θεάτρου Κάρολος Κουν. Αχαρνής, Ειρήνη, Όρνιθες, όλες οι Αριστοφανικές Κωμωδίες μας δίνουν το έναυσμα για το ποιο είναι το ήθος και η αλήθεια του βίου μας, των παραδόσεών μας, των λατρευτικών μας δοξασιών, των χορευτικών μας μνημών, των μουσικών ήχων της ελληνικής φυλής, των γεύσεων των εδεσμάτων και της κρεατοκρεπάλης, του κεφιού που δίνει ο θεός Διόνυσος. Όποιος ή όποια έλληνας ή ελληνίδα έχει παρευρεθεί σε λαϊκό πανηγύρι σε εκκλησιαστικό αυλόγυρο, δεν θα ξεχάσει όχι μόνο τις παρουσίες και τα χαρούμενα και χαμογελαστά πρόσωπα των ανθρώπων που παρευρίσκονται αλλά, και τα κεφάτα και χαμογελαστά πρόσωπα των αγίων, που, ζηλεύοντας τις μοναδικές στιγμές των ανθρώπων κατεβαίνουν από το τέμπλο, βγαίνουν από τα εικονίσματα, και έρχονται σιμά σου, χορεύουν μαζί σου, γίνονται οι κορυφαίοι των ελληνικών χορών, πρώτοι αυτοί στα τσακίσματα και στις στροφές ισότιμα με τους απλούς θνητούς και θνητές. Κατά την διάρκεια του πανηγυριού στην μνήμη, την εορταστική μνήμη ενός αγίου, οι άγιοι δεν είναι σκυθρωποί, μελαγχολικοί, αυστηροί. Το σώμα τους συγκλονίζεται από συγκίνηση όπως και των πιστών. Χαμογελούν δυνατά όπως οι πιστοί στο προαύλιο ψέλνουν τα τροπάρια στην μνήμη τους. Ένα ζωντανοί έλληνες και κεκοιμημένοι. Ένα ο θάνατος και η ζωή. Μία η αίσθηση της ιερής συγκίνησης, του ρίγους της χαρμολυπικής διάθεσης. Οι άγιοι των εικόνων κρατούν το χέρι του ανθρώπου που γεύεται τον οίνο και μαζί ρίχνουν την σπονδή στο χώμα τραγουδώντας «αίμα να μας γίνει». Ο οίνος γίνεται αίμα  και ζωντανεύει ξανά τις βασανισμένες και θυσιασμένες ζωές των μαρτύρων της πίστης. Η παλαιά φλόγα της πίστης μετατρέπεται έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, σε φλόγα ζωής και ξενοιασιάς. Το χώμα που χορεύει πάνω του ο έλληνας άνθρωπος στα πανηγύρια είναι η παλαίστρα του Διγενή. Το καμίνι της ανάτασης της λύτρωσης. Η Ανάσταση μέσα στον σύντομο κύκλο της ζωής και του θανάτου. Τα κορμιά είναι καμαρωτά, καταστολισμένα, καλοχτενισμένα, ροδαλίζουν από το κρασί και την χαρά. Τραγουδούν λεβέντικους της παράδοσης σκοπούς, κλαρίνα και ζουρνάδες, πίπιζες και τύμπανα, οργανάκια και νταούλια, λατέρνες και ακορντεόν, μπουζουκάκια και μπαγλαμαδάκια, δίνουν τον ρυθμό και τον τόνο. Οι άγιοι χορεύουν με τους ανθρώπους κατά ζυγιές, οι νέοι και οι κοπελιές στροβιλίζονται αντάμα, και οι γεροντότεροι κρατούν το τέμπο με τα πόδια και τις παλάμες τους. τεντωμένες καρδιές, τεντωμένα σώματα φλέβες ζωής και χαράς των ανθρώπων, που χτυπούν χωρίς σταματημό. Τρανές εμπειρίες, κλεφτά φιλιά, σιγαλά χάδια, τρυφερότητα στο βλέμμα και ερωτάδας τσαχπινιά, ζωής αληθινής ανόθευτης, αυθεντικής, πηγαίας, επαφές σωμάτων και ψυχών στους χτύπους των ρυθμών της καρδιάς και του κεφιού. Οι άγιοι σηκώνουν στους ώμους τους την «απιστία» των ανθρώπων και οι άνθρωποι μεταφέρουν στις ζωές τους την «πίστη» των αγίων. Πλουμίσματα του χρόνου της ζωής των ελλήνων, ανοιξιάτικες ευχές που σκορπίζουν τις μυρωδιές τους σε πλατείες και προαύλια εκκλησιών. Σε βουνοκορφές και πλαγιές που συντροφεύουν γιορταστικά τους κύκλους της φύσης και των εποχών. Έρωτες που γεννιούνται στο χρώμα της παπαρούνας. Φιλίες που ανθίζουν στην μυρουδιά του γιασεμιού. Πάθη που κρεμνιούνται τσαμπιά σταφύλια πριν τον τρύγο. Προστάτες άγιοι που προσεύχονται κρατώντας το χέρι των χαροκαμένων μανάδων των ναυτικών. Γλεντοκόπια που δεν τελειώνουν με το γύρισμα της σούβλας. Σφυρίγματα προσκαλέσματα χαράς από άγνωστο προς άγνωστο. Νύχτες που γίνονται μέρα και μέρα που δεν λέει να σκοτεινιάσει. Ποιος κακομούτσουνος μπορεί να απαγορεύσει αυτούς τους λαϊκούς ελληνικούς ομαδικούς πίδακες χαράς και κεφιού των ελλήνων; Που σταματάει το κυμάτισμα ζωής των ανθρώπων και που αρχινά η σκοτεινή γραμμή του θανάτου τους; Ελληνικές πατροπαράδοτες εκδηλώσεις μέσα στο κληρονομικό ντι εν έι του πολιτισμού του Έλληνα, της πίστης του, για ζωή, συνεύρεση, συνύπαρξη, αιωνιότητα. Η χαρά μοιράζεται, προσφέρεται, η λύπη, η αρρώστια, ο θάνατος όχι.
Αν απαγορεύσουν αυτές τις φανερές ιεροτελεστίες ζωής και χαράς, είναι σαν να σβήνουν ένα μέρος της ταυτότητας του έθνους μας. Λατρείες και κοινωνικές εκδηλώσεις αιώνων δεν απαγορεύονται από τηλεοράσεις. Και μάλιστα από καθέδρας και έχοντας εξασφαλισμένο τον δικό τους του δημοσίου μισθό. Γιατί τότε, δεν θα γνωρίζουμε ποιοι είναι οι αυθεντικοί αναστενάρηδες του ελληνικού πολιτισμού και της ζωής και ποιοι οι νεκροθάφτες του εξευρωπαϊσμένου ανιαρού και αδιάφορου καταναλωτισμού μας. θα είμαστε όλοι παιδιά των Mall και των Τηλεμάρκετινγκ. Αν αυτό θέλουμε, σαν λαός, τότε ας μην χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα για την αγία σοφία.
     Ερεθίσματα χαράς, σκοπούς μεθυστικούς, μυρωδιές της φύσης, χρώματα του ουρανού και ξαφνικά φτερουγίσματα αγίων από ξωκλήσια, μοσκοβολιές λουλουδιών, αγκαλιάσματα ζεστασιάς, καλοκαιρινά μεθύσια, βλαστάρια ευλογίας πανηγυριώτικης ατμόσφαιρας, ψυχές ζωντανών υπάρξεων σκοπούς και ήχοι που θεριεύουν σε κάθε νότα, σε κάθε ακομπανιάρισμα, σε κάθε παλμό χορδής και μουσικής αναπνοής. Βουίσματα χαράς ανθρώπων στην κοινή θεία κοινωνία της χαράς της ζωής και της πίστης. Χρυσαφένια φεγγαροβλέμματα ανθρώπων που ξενυχτούν μέχρι να χαράξει η αυγή. Ποια πολιτική αταξία και ιατρική «ευταξία» μπορεί να απαγορεύσει τις πολλαπλές συνάξεις της εορτής του Πάσχα του Καλοκαιριού. Μα ο φόβος έχει νικηθεί έχει καταργηθεί από την στιγμή που συμμετέχεις στα καλοκαιρινά αυτά της ζωής και της παράδοσης πανηγύρια. Πύρρειος νίκη της ιατρικής ή αμείλιχτο ποδοβολητό θανάτου έξω από τις εκατοντάδες άδειες κλίνες που διατηρούνται με τα χρήματα των φορολογουμένων ελλήνων.
Αν αυτή η χώρα που λέγεται Ελλάδα, πεθαίνει ή πέθανε με τον πολιτισμό της και την ιστορία της, την παράδοσή της, αυτό συμβαίνει γιατί από μέσα είναι τα βέλη που εκτοξεύονται. Και όλοι μας συμβάλλουμε σε αυτό εδώ και πολλές δεκαετίες, ο καθένας και η κάθε μία με τον τρόπο του/της, και την αντοχή και την δύναμη που εκτοξεύει τα βέλη του. Εκτός αν άλλαξε η ταυτότητά μας και δεν μας ενημέρωσαν.
        Το βιβλίο αυτό για τα «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ» του Λέσβιου λογοτέχνη Βασίλη Πλάτανου, αυτού του έλληνα «ταμένου» στην λαϊκή μας παράδοση, είναι πραγματικά ένας θησαυρός της ελληνικής όχι μόνο λαογραφίας αλλά και γραμματείας. Είθε να ενδιαφερθεί εκδοτικός οίκος και να ξανά τυπωθεί, να επανεκδοθεί με την ίδια καλλιτεχνική επιμέλεια και φροντίδα. Είναι ένα βιβλίο που όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο μικρασιάτης πεζογράφος Στράτης Μυριβήλης:
« Ο νέος Λέσβιος λογοτέχνης Βασίλης Πλάτανος είναι ένας «ταμένος» στην παράδοσή μας. Η συστηματική και λεπτομερής περιγραφή των Ελληνικών Λαϊκών Πανηγυριών, έγινε για τον Β. Πλάτανο έργο ζωής. Έτσι βγήκε και τούτο το βιβλίο που είναι γραμμένο από έναν μερακλή. Ο έρωτας και η ευσυνειδησία έσπρωξαν τον νέο λογοτέχνη Βασίλη Πλάτανο να ζήσει αυτά τα πανηγύρια και να μας τα δώσει όπως μας τα έδωσε. Αυτό το στοιχείο της γνησιότητας είναι που θέλω να εξάρω στο βιβλίο του Βασίλη, γιατί λείπει πάρα πολύ αυτά τα μεταπολεμικά χρόνια από την πνευματική ζωή του τόπου. Πολύ κατακάθι ζωής ανακατεύτηκε από τον κοινωνικό σάλο και από τον σεισμικό δονισμό των συνειδήσεων και των αξιών. Και η τρικυμία των θολωμένων νερών έδωσε την ευκαιρία σε πολλά στοιχεία δημοσκοπικά, θορυβομανή και αρριβιστικά, να ανεβούν στην επιφάνεια και να πλέουν στο γιαλό μαζί με τα μήλα της γνωστής λαϊκής παροιμίας. Γέμισαν τ’ αυτιά μας από τον χυδαίο πάταγο των αδειανών τενεκέδων πού μας ξεκουφαίνουν με τη φασαρία τους. Γι’ αυτό μιά σεμνή εργασία γνήσια καλλιτεχνική, σαν τούτη εδώ που εκτελείται μέσα στην ιερότητα της μοναξιάς και με ήρεμη αξιοπρέπεια, μας συγκινεί περισσότερο σήμερα, όπου παρά πολλή «τζάζ» ακούγεται στο τέμενος της Τέχνης». Σελ. 13-14.
Πριν τα «δυό λόγια» του Στράτη Μυριβήλη διαβάζουμε:
«Ας τραγουδήσου τσ’ ας χαρώ,
του χρόνου ποιος του ξέρει,
για θ’ απουθάνω, για θα ζώ,
για θάμι σ’ άλλα μέρη.
                          (Τσάκισμα)
Τούτ’ η γη μί τα χουρτάρια,
τρώγει νιές τσί παλληκάρια.».
                              (Λεσβιακό)
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Σάββατο 11 Ιουλίου 2020.                               


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Ανθολόγιο Ποιημάτων της Ποιήτριας Καίτης Χιωτέλλη


Ανθολόγιο ποιημάτων της ποιήτριας Καίτης Χιωτέλλη

ΚΥΠΡΟΣ
Κύπρος
λέω τ’ όνομά σου στον ορίζοντα τον αττικό
και μου αποκρίνονται οι ανατολές της Λευκωσίας
το ηλιόγερμα από το θρονί
της Παναγιάς του Κύκκου.

Σκαλίζω τ’ όνομά σου στη σιωπή
και στην πανάρχαια πέτρα
κι αντιβουίζουν οι κολόνες σμιλευτές
της Σαλαμίνας και του Υλάτη Απόλλωνα.

Η μνήμη σου λιβανωτό
σ’ εσπερινό βυζαντινό προσκύνημα
και ζωντανεύουν οι μεγαλομάτες Παναγιές
κι ο Παντοκράτορας τ’ άγιου-Νικόλαου της Στέγης.

Νείρεται η Παναγιά η Χρυσορωιάτισσα
στον ύπνο τον απομεσήμερο του κάμπου.
Ανήσυχος βιγλίζει ο γερο-Τρόοδος
του Πενταδάχτυλου τα κάστρα
τις γλυκοκυματούσες ακροθαλασσιές που γέννησαν
την ομορφιά στον κόσμο.

Γλυκός σου ο τόπος κι η ζωή
πικρότατός σου ο κλήρος
να το πατούν τυραννικά τ’ ωραίο σου πρόσωπο
ξένες φυλές, κυρίαρχες.
Κι εσύ ν’ αντέχεις.

Την πέτρα σου να δίνεις και το χώμα σου
να γράφουνε την Ιστορία τους.
Το αίμα των παιδιών σου και τη φλόγα τους
να γράφουνε την Ιστορία τη δική σου.

Κύπρος
το χώμα σου κρουστό κι όλο πληγές
αγίασμα απ’ των αγίων τα σκηνώματα.
Το σώμα σου ζεστό κι όλο πληγές
να ζωγραφίζουνε αιμάτινο το οικόσημο
της θείας καταγωγής σου.

Μάζεψες την ψυχή σου
όλη στις βορειοδυτικές σου ακτές.
Να λες: Ελλάδα
και ν’ αναρριγά το πέλαγος
να παίρνει και να κλώθει αψιές τις θύμησες
να τις πηγαίνει δάκρυα.

Και πίσω να γυρίζει όλο χαμόγελα
και προσδοκίας μηνύματα
κι ένα τραγούδι
τ’ όνομά σου:
Κύπρος. (σ. 62-63/2018)          
ΜΥΣΤΡΑΣ
Ο γάμος ήταν έγκυρος;
Ο ίδιος τον ευλόγησε ο Παντοκράτορας
χιλιόχρονος ψηφιδωτός στον τρούλο.
Τα χελιδόνια ψάλαν την ακολουθία
μαυροντυμένοι φτερωτοί καλόγεροι.
Στέφανα γίναν του εναγκαλισμού οι βραχίονες
και δαχτυλίδια εκείνα που στα χείλη
ζωγράφισαν τη συγκατάθεση μ’ ένα φιλί.
Των αγριολούλουδων το νέκταρ ήταν το κρασί
και τα πλυμένα απ’ τη βροχή πετράδια τα κουφέτα.
Τί έλειψε; Οι μάρτυρες.
Ίσως γιατί οι άγιοι
είχαν στα εργαστήρια μεταφερθεί
ίσως γιατί κι ο φύλακας
είχε διακριτικά αποσυρθεί
κι έτσι κανείς δεν είναι για να μαρτυρήσει
γι’ αυτόν το γάμο τον αμφισβητούμενο
αν έγινε στ’ αλήθεια ή αν δεν έγινε
κι αν η ευλογία του Παντοκράτορα
ήταν αυθεντική. (σ.81/2018)
ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ
                    Μνήμη
Κι οι γίγαντες ακόμα
πέφτουν
κι οι αστραφτεροί αστέρες στο στερέωμα
συντρίβονται σε μια στιγμή.

Χωρίς τελεία το μεγάλο ποίημα
τέλειωσε.
Άφησε το πλατύ ποτάμι
την κοίτη αδειανή.

Ποιός με τον ίδιο τρόπο θα κοιτάξει
ποιος με την ίδια κίνηση του νου
θα στοχαστεί
ποιος θα μετρήσει όπως εκείνος
ακριβώς
το βάρος κάθε λέξης
των ήχων το συνταίριασμα
να λάμψει
κι από τον ήλιο η φράση του
πιο λαμπερή…

Φωνές δε θα στραφούνε πίσω
γράμματα δε θα πάψουν
να κυλούνε
στο χαρτί
έστω για ενός λεπτού
συνειδητή σιγή
για μια συναίσθηση
αμυδρή
για ένα δάκρυ
για ένα Χαίρε
για όση σου άρμοζε
τιμή. (σ. 57/2018)
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΚΙΆ ΜΑΣ
Κάποιες φορές αφήνουμε τη σκιά μας
να τρέχει πίσω μας
κι άλλοτε την αφήνουμε να περιμένει
στην άκρη του δρόμου. (σ. 44/2018)
ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ
Το βραδινό αεράκι μόλις φυσούσε
το κύμα την ακρογιαλιά γλυκοφιλούσε
και το φεγγάρι στο γιαλό μ’ ακολουθούσε
σαν φωτεινή μακρόσυρτη σκιά. (σ. 101/2018)
ΠΟΙΗΤΗΣ
Μνήμη δικαίου η μνήμη του ποιητή
πού βίωσε την ποίηση ως την παραφροσύνη
και δίχως φρόνηση-την κατά κόσμον-περιφρόνησε
τις ματαιότητες του κόσμου των φρονίμων. (σ.103/2018)
ΑΝ ΕΙΜΑΙ…
Αν είμαι ποιητής
δεν είμαι, φυσικά, γι’ αυτά που γράφω.
Τέτοια ο καθένας τώρα πιά
μπορεί να γράψη
σαν έχη λίγη υπομονή.

Αν είμαι ποιητής
είμαι για κείνα πού ποτές δεν έγραψα
για κείνα που ποτές ίσως δεν είπα
για κείνα πού αν τ’ άκουγες θα γέλαγες
κι αν τα ‘βλεπες θα μ’ έλεγες χαζό.

Για το μυρμήγκι, ας πούμε, πού δε σκότωσα
για το μικρό λουλούδι πού δεν έκοψα…
Για κάτι τέτοια τιποτένια ασήμαντα
είμαι-στ’ αλήθεια αν είμαι-ποιητής. (σ. 92/1961)     
Η ΣΚΕΨΗ ΣΟΥ
Τόσο πολύ η σκέψη σου
μου ‘γινε προσευχή
που οδηγήθηκα δι’ άλλης οδού
στο «αδιαλείπτως». (σ. 100/2018)
ΠΡΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ
Καταργείστε τις μεγάλες αίθουσες
τις απέραντες, παγωμένες αίθουσες
με τους ατέλειωτους υπεροπτικούς τοίχους.
Εκεί μέσα χανόμαστε
χάνει ο ένας τον άλλον
κι ο καθένας τον εαυτό του,
γινόμαστε τελίτσες, σημεία ασήμαντα
όπως μές στον ατέλειωτο
χάρτη του κόσμου.

Όμως μέσα στο σπίτι
θέλουμε ζεστασιά και θαλπωρή
θέλουμε μιά γωνίτσα στοργική
σα μητρική αγκαλιά.
Να μαζευτούμε
σά δαρμένα, κλαμένα παιδιά
να μερώσουμε.

Καταργείστε λοιπόν τις απέραντες
τίς παγωμένες αίθουσες.
Μικρά σπιτάκια
όσο μπορείτε πιό μικρά.
Όσο πού να χωράει
σα σε κλουβί να κελαηδή η καρδιά. (σ.25/1961)
ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ
Ένα θεόρατο καράβι
επήγαινε στεριά-στεριά.
Ήταν μεγάλο το καράβι
κι ήτανε τ’ άρμενα γερά,
σκαρί καλό, γεροδεμένο
κι εκείνο επήγαινε θλιμμένο
στεριά-στεριά…

Πέρα το κράζανε τα πλατιά
το γύρευαν οι ωκεανοί.
Της θάλασσας λευκόχαιτα άτια,
κυκλώνες, πάγοι μακρινοί,
το κράζαν να τους κατακτήση,
να τους οργώση, να νικήση,
να νοιώση πώς στ’ αλήθεια ζή!

Και το μεγάλο το καράβι
επήγαινε στεριά-στεριά…
Και το χαιρόντανε οι κάβοι,
αυτοί μονάχα, κι η αμμουδιά.
Κι αυτό θλιμμένο επροχωρούσε
κι έπνιγε εντός του, ως να μισούσε,
τον πόθο του για τα’ ανοιχτά.

Τά συμπονέσανε οι γλάροι
κι έδειχναν όλο στ’ ανοιχτά.
Και τα δελφίνια είπαν να πάρη
ρότα για υα βαθιά νερά.
Και κάναν δέηση ως κι οι κάβοι
για το μεγάλο το καράβι
που σπαταλιέται στα ρηχά… (σ. 54-55/1961)
ΤΡΙΛΟΓΙΑ
(β)
Κάποιες ώρες η ψυχή ξαστερώνει
κι ακούει από πέρα μηνύματα
των άστρων το κάλεσμα
των κυμάτων την άρμη
του φωτός τις παλίρροιες
των φτερών την ορμή.
Κάποιες ώρες
η ψυχή ξαστερώνει
κι η ψυχή λαχταρά
σαν πουλί. (σ. 32/1961)                 

Σημειώσεις
Το ποιητικό ανθολόγιο της ποιήτριας Καίτης Χιωτέλλη, (5/10/1928-1/7/2020) που έφυγε από τον μάταιο και εχθρικό αυτόν κόσμο μας πριν λίγες μέρες (Τετάρτη 1/7/2020) βλέπε σχετικό κείμενο στην ιστοσελίδα 5/7/2020, αντλείται από τις δύο ποιητικές της συλλογές. Ποιήματά της, διάσπαρτα και κατά διαστήματα συναντάμε σε διάφορα θρησκευτικά περιοδικά της εποχής της από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, και σε ορισμένες ποιητικές σύγχρονες αμιγώς θρησκευτικές ανθολογίες. Με το δεύτερο αυτό σημείωμα στην μνήμη της, δεν αποσκοπώ στο να συγκρίνω την ποιητική της φωνή με αυτές γυναικών ή αντρών, θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών ποιητών, που το έργο τους βασίζεται κυρίως και πρωτίστως και μοναδικά στην ορθόδοξη χριστιανική γραμματεία και παράδοση. (Ποιητικές μονάδες που δηλώνουν την αμεσότητα της πίστης των ίδιων των ποιητών, το σύντομο ή το διαρκές πέρασμά τους από τον ποιητικό χώρο της εκκλησιαστικής ποίησης. Ένα διακριτικό ή φανερό φλερτ ελλήνων ποιητών και ποιητριών με τα πολιτιστικά νάματα της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Πολιτιστικές και ιστορικές ροές αναφοράς διάσπαρτες στο διάβα της ελληνικής διαδρομής του έθνους των ελλήνων ανεξαρτήτως του βαθμών ή την αυθεντικότητα της υφής της πίστης των ίδιων των ατόμων, δημιουργών, συγγραφέων, ποιητών. Ακόμα και μέσα στο πλούσιο και ανθοφόρο πεδίο της Δημοτικής μας Ποίησης, ανώνυμης ποίησης, λαϊκής τροφοδότριας του βίου και των εθίμων του λαού μας, παρά του ότι, η πλειονότητα των Τραγουδιών αυτών, από τα Δημοτικά μας Τραγούδια, είναι μεταφυσικά και θρησκευτικά και θεολογικά άστεγα, («Χορεύετε, χορεύετε τα νιάτα να χαρείτε…/ Τούτη γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε…») ένα άλλο εξίσου σημαντικό και μεγάλο μέρος της Δημοτικής Ποίησης, υιοθετούν και χρησιμοποιούν θρησκευτικά μοτίβα και εικόνες, σύμβολα και συμβολισμούς, μεταφορές θρησκευτικές και περιστατικά, λέξεις και εκφράσεις που δηλώνουν την βαθειά πίστη των απλών ανθρώπων, διαβάζουμε στίχους και τραγούδια πίστης και παρηγοριάς, πανηγυρικής διάθεσης ή παραπόνων ζωής, ελπίδας και καταφυγής από το χριστιανικό ορθόδοξο σύμπαν της μακραίωνης ελληνικής ιστορίας και παράδοσης. Τραγούδια που προέρχονται και απεικονίζουν την χριστιανική δραματουργία και τα πρόσωπα του θείου δράματος. Φωτογραφίζουν και μοιρολογούν σκηνές ιστορικές, θρησκευτικά επεισόδια, μυθικά στιγμιότυπα ζυμωμένα μέσα στην αχλύ της θρησκευτικής δραματουργίας, θρύλων εξωπραγματικών και γεγονότα ακατάληπτα στον κοινό καθημερινό νου, που προέρχονται και έχουν σαν ιστορική βάση τους την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και τον κόσμο της σε όλες τους τις υλικές και μεταφυσικές παραμέτρους και συνδηλώσεις έκφρασης βίου. Τοιχογραφίες της Ποίησης και της Τέχνης που διατηρούν ζωντανό το φύραμα της μνήμης ατομικής ή συλλογικής μέσα στο κοινωνικό σώμα. Ίσως γιατί δεν συμβαίνει από μόνο του, στις παλαιές προ επιστημονικές αγροτικές κοινωνίες. Ο μαγευτικός λειμώνας, ο κόσμος της λαϊκής παράδοσης, των θρησκευτικών τελετουργιών και δρώμενων, αντικαθρέφτιζε τις μεταφυσικές, πνευματικές και της ζωής ανησυχίες των ανθρώπων. Εκφράζει των εκείνων ζωές και ελπίδες. Όταν ακόμα οι άνθρωποι σαν μονάδα και εν συνόλω, ακολουθούσαν τον της ζωής κύκλο της φύσης με ότι θετικό και αρνητικό συνεπάγονταν αυτό. Ποιήματα και ποιητικές συνθέσεις, τραγούδια και συλλογές, στίχοι και επιγραμματικές εκφράσεις, ελεγείες και τραγούδια της τάβλας, θρήνοι και μοιρολόγια προερχόμενος όλος αυτός ο ανθοφόρος κόσμος της ποίησης από τις πανάρχαιες ιστορικές πηγές αναφοράς της θρησκευτικής και εκκλησιαστικής χριστιανικής δραματουργίας των βιωμάτων ζωής και παραμυθίας εκδηλώσεων του ελληνικού λαού, σχεδόν, από πάντα. Και που κατά την αναγνωστική μου κρίση, προέρχονται από μια θρησκευτική παράδοση που δεν είναι αμιγώς χριστιανική, της δεύτερης φάσης της μεταφυσικής ιστορίας των Ελλήνων αλλά, εμπεριέχει και συμπεριλαμβάνει και την πρώτη ιστορική της περίοδο που είναι η αρχαία πολυθεϊστική θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, τα μυστήριά της, τις τελετουργίες της, τις εορταστικές τελετές της, τα ήθη και έθιμά της, τις απαγορεύσεις της και την αδογμάτιστη ελπιδοφορία της. Έτσι όπως βιώνεται και ερμηνεύεται από την πλειοψηφία των Ελλήνων. Το κοινωνικό σώμα αυτής της πατρίδας, το διαρκώς εμπλουτιζόμενο πεδίο των μεταφυσικών αναγκών των ανθρώπων, της μορφοποίησης των άρρητων αινιγματικών δυνάμεων, των οραματικών τους πιστεύω, των καταπραϋντικών του βίου τους αναγκών. Ο των αρχαίων χρόνων θρησκευτικός πολυθεϊσμός των αρχαίων ελλήνων διοχετεύτηκε μέσα στην ελληνική ιστορία άλλοτε με μικρότερους και άλλοτε με σφοδρότερους αρνητικούς κραδασμούς, στο νέο βυζαντινό σύμπαν του χριστιανικού μονοθεϊσμού και κοσμοείδωλό του που προέρχονταν από την προφητική και μεταφυσική και των νόμων παράδοση του Ιουδαϊσμού, δημιουργώντας ένα πλέγμα σχέσεων και συμβολισμών, ένα θρησκευτικό και εκκλησιαστικό κράμα, άλλοτε γαλήνιο και άλλοτε φουρτουνιασμένο τροφοδοτώντας δημιουργικά και σχηματίζοντας το πρόσωπο της ελληνικής ιστορίας και παράδοσης. Να το επαναλάβουμε, Εικόνες και Σύμβολα, συμβολισμοί και μυθικές απεικονίσεις, διδάγματα και παραδείγματα, λογικές προσεγγίσεις και δεισιδαιμονικές ερμηνείες, προλήψεις και ιστορίες, μιμήσεις και παραδείγματα πίστης και αγώνων, θυσιών, γραπτός και προφορικός ποιητικός λόγος, θρησκευτικά δραματικά «σκετσάκια» παλαιές των ανθρώπων παραβολές και συνθήκες, μαρτυρολόγια βίων αγίων και φρικτοί θάνατοι νεομαρτύρων, υπερήφανες στάσεις προσωπικής θρησκευτικής αντίστασης απέναντι σε αλλόπιστους, όλα αυτά και μύρια άλλα περνούν μέσα στον ποιητικό λόγο εμποτίζουν και πλουτίζουν τον θρησκευτικό και εκκλησιαστικό λόγο και γραμματεία. Ποιήματα που εστιάζεται το θεματικό τους ενδιαφέρον, η εικονοποιία τους στα κεντρικά, μα και περιφερειακά πρόσωπα, γεγονότα και συμβάντα, τραγικές καταστάσεις της αγίας οικογένειας, σε ατομικές επιλογές βίου και πίστης, μαρτυρίες. Ποιητικά μαρτυρολόγια εμπιστοσύνης ζωής που δηλώνουν άμεσα ή έμμεσα, οικοδομούν και υποστυλώνουν την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και τα εκκλησιαστικά γράμματα.Τα ιερά πρόσωπα της ορθόδοξης χριστιανικής δραματουργίας γίνονται η πρώτη ύλη της Τέχνης, της Ποίησης.  Ο ποιητικός λόγος εκφράζει και μορφοποιεί τις μεταφυσικές διδαχές και αγωνίες, τα οντολογικά ερωτήματα και ανησυχίες, τους φόβους των ανθρώπων. Είναι η απτή οικεία πραγματικότητα ελπίδας και εμπιστοσύνης των ανθρώπων σε ένα άγνωστο ακόμα για τους πολλούς, ακατανόητο, αινιγματικό, αχαρτογράφητο στο σύνολό του σύμπαν. Τα βίαια ένστικτα του ανθρώπινου ζώου, κάπως «μαλακώνουν», μέσα από τα ρουμάνια της Τέχνης και της Παιδείας, του Θρησκευτικού φαινομένου. Όχι ότι εξαλείφονται εντελώς, όχι, κάπως κοινωνικά χειραγωγούνται, ελέγχονται και ορισμένες φορές παράγουν μια ειρηνοποιό κοινωνική ελπιδοφορία. Μια ανθρώπινη αλληλεγγύη, ένα κλίμα συνύπαρξης μέσα στα σύνορα μιας κρατικής ή εθνικής οντότητας που κάτω από άλλες ιστορικές παραμέτρους δυσκολεύονται να παράσχουν οι κατεστημένοι θεσμοί μιας πολιτείας. Η Δικαιοσύνη, η Θρησκεία, η Εκκλησία, η Πολιτική, οι Ιδεολογίες, οι Θεσμοί, διαμερισματοποιούν τις ανθρώπινες επιθυμίες και ανάγκες. Εμείς και οι Άλλοι. Αντίθετα η Τέχνη και ίσως ιδιαίτερα ο Ποιητικός λόγος μάλλον κατορθώνει μέσα από αργόσυρτους ρυθμούς να κατασιγάσει την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης συνείδησης. Σίγουρα όχι πάντα και σε μεγάλο βαθμό, για τις μεγάλες μάζες, πάντως παράσχει, μια υποφερτή προ των πυλών του θανάτου ηρεμία. («Ή η ταπετσαρία θα φύγει από αυτό το δωμάτιο ή εγώ» έγραψε ένας μεγάλος ιρλανδός εστέτ δημιουργός τον προηγούμενο αιώνα» Ο Όσκαρ Ουάιλντ).
Ακόμα και οι πλέον ακραιφνείς «άθεοι», οι δηλωμένοι αγνωστικιστές ποιητές ή ποιήτριες, οικοδομούν με ποιητικό τρόπο ένα άλλο θεολογικό σύστημα μέσα στο έργο τους. Ενώ ο Διονύσιος Σολωμός και ο Οδυσσέας Ελύτης ψαλμωδούν την ορθόδοξη παράδοση μέσα από δρόμους μιας σύγχρονης ποιητικής υμνογραφίας. Ο αλεξανδρινός ηδονιστής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης γράφει ποιήματα αισθησιακής ομορφιάς για σχεδόν εφήβους χριστιανούς που πέθαναν νέοι. Ο σκοτεινός και άθεος Νίκος Καρούζος, πλάθει ένα ποιητικό σύμπαν πλημμυρισμένο από ιερό φως. Ο μελιστάλαχτος Ναπολέων Λαπαθιώτης, γράφει ποιητικές ικεσίες στον Θεό ενώ ο υπαρξιακός λόγος της ποιήτριας Όλγας Βότσης πλημμυρίζει με χαροποιό διάθεση το ποιητικό της σύμπαν. Από εδώ ο σπαρακτικός θρησκευτικός λόγος του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη από εκεί οι θρησκευτικοί και «εκκλησιαστικοί» αναβαθμοί της ποιήτριας Ζωής Καρέλλη. Ο εξομολογητικός λόγος του ιερού Αυγουστίνου έχει στραμμένο το βλέμμα του προς τους σπαρακτικούς τόνους και την εκκλησιαστική χριστιανική δραματουργία του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου. Ίσως πλέον, στις ημέρες μας, να μην υπάρχει κόκκινη διαχωριστική γραμμή μεταξύ χριστιανικού ποιητικού λόγου και της θύραθεν ποίησης. Ο Καζαντζακικός σπαραγμός είναι κοινός στα χείλη των ανθρώπων, πέρα από δόγματα. Το ποιητικό υποκείμενο είναι αυτό και μόνον αυτό που προσδιορίζει τουλάχιστον, την ποιητική συγγραφή, και της συνείδησης και ψυχής του ίχνη. Οι ορθοτομούντες τον λόγο της ποιητικής αληθείας,-όπως πιστεύουν και διαλαλούν- φοβάμαι ότι δεν γνωρίζουν ίσως ούτε τα της συνειδήσεώς τους ψεύδη. Αυτά τα κατά συνθήκη ψεύδη όχι μόνο της κοινωνίας μα και της θρησκείας, και μπορεί και της ίδιας της Ποίησης.
     Τα ποιήματα της Καίτης Χιωτέλλη προέρχονται από μια άλλη εποχή, μια άλλη ατμόσφαιρα. Την ατμόσφαιρα της αθωότητας του μεσοπολέμου. Ένας ποιητικός λόγος απλός παράλληλα και ουσιαστικός, εξομολογητικός αλλά όχι απορριπτικός, νοσταλγικός μα και τρυφερός ταυτόχρονα. Ερωτηματικός στον πυρήνα του. Καθόλου αποφατικός στην πίστη μάλλον διερευνητικός στην αποδοχή της. Παραδοσιακή φόρμα, εσωτερική μουσικότητα, ομοιοκαταληξία αλλά και ψήγματα ελεύθερου στίχου, κάπως χαλαρός στην δομή του. Ένας ποιητικός λόγος συναισθηματικός στα όριά του, που, εκφράζει την δική της αλήθεια και εμπιστοσύνη στο χώρο της πίστης της. Στοχαστικός κατά βάση, δεν χρειάζεται να καταφύγει σε επαναλήψεις αναφορών στα ιερά πρόσωπα της ορθόδοξης πίστης της. Το σύνολο πλαίσιο και η ποιητική σκηνογραφία που μας δίνει, αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο την προσωπική της αλήθεια και την ειλικρίνεια της ψυχής της.
     Οι δύο λοιπόν ποιητικές συλλογές της ποιήτριας Καίτης Χιωτέλλη είναι οι «ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ» που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1961σε επιμέλεια των εκδόσεων «Δίφρος» και η δεύτερη συλλογή της που κυκλοφόρησε 57 χρόνια αργότερα «ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ» ποιήματα, από τις εκδόσεις «Εν Πλω, Ιούνιος 2018 σε επιμέλεια του Δημήτρη Μαυρόπουλου. Στοιχειοθεσία και μορφοποίηση: Τυπογραφικό εργαστήρι «Δόμος». Παραγωγή: Εκδόσεις «Εν Πλω», σελίδες 124, τιμή περίπου 10 ευρώ.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 10 Ιουλίου 2020
Με μια Ελλάδα βουτηγμένη μέσα στην απόγνωσή από τις εξακολουθητικές δημόσιες κρατικές και δημοσιογραφικές απαγορεύσεις.