Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Ινγκμαρ Μπέργκμαν ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ (HOSTSONATEN 1978)

   23 Ιανουαρίου 1979, μιά φιλική συντροφιά τριών ατόμων από τον Πειραιά, αποφασίζουν να παρακολουθήσουν το νέο έργο του Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Φθινοπωρινή Σονάτα. Τα άτομα αυτά είναι ο γράφων και η καθηγήτρια αγγλικών και γυμνασιάρχης Ιωάννα Βλάχου με τον σύζυγό της Φώτη Πετρόπουλο γηγενή Πειραιώτη. Και οι τρείς αγαπούν τον Μπέργκμαν και τα έργα του. Το Πειραιώτικο ζευγάρι μεγαλύτερης ηλικίας από τον γράφοντα, έχει παρακολουθήσει ταινίες του από την δεκαετία του 1960 όταν άρχισαν να προβάλλονται οι ταινίες του στην χώρα μας και έκτοτε έγιναν φανατικοί θαυμαστές του, το ίδιο και ο γράφων μετά την μεταπολίτευση όταν πρωτοείδε ταινίες του στην μεγάλη οθόνη. Στις φιλικές συγκεντρώσεις στο σπίτι της οικογένειας Βλάχου στο κέντρο του Πειραιά και στις συζητήσεις τους, όταν μιλούσαν για κινηματογράφο πάντα αναφέρονταν και στον Σουηδό σκηνοθέτη με θαυμασμό. Αναφέρονταν σε χαρακτηριστικές σκηνές και πλάνα ταινιών του ιδιαίτερα της «Τριλογίας της Σιωπής». Ο κινηματογράφος ήταν το «ΕΤΟΥΑΛ» στην Καλλιθέα.

Πληροφορούμαστε από το Πρόγραμμα:

ΕΤΟΥΑΛ τηλ. 9592… ΔΙΑΘΕΤΟΜΕΝ ΤΑ ΤΕΛΕΙΟΤΕΡΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΗΧΟΥ.

ΣΗΜΕΡΟΝ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ ( THE AUTUMN SONATA)

Σενάριο- Σκηνοθεσία ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

Φωτογραφία ΣΒΕΝ ΝΥΚΒΙΣΤ

Μουσική ΣΟΠΕΝ Πρέλυντ Νο 2.- ΜΠΑΧ Σουίτα Νο 4. – ΧΑΪΝΤ Σονάτα.

Πρωταγωνιστούν ΙΝΓΚΡΙΝΤ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- ΛΙΒ ΟΥΛΜΑΝ- ΛΕΝΑ ΝΑΫΜΑΝ –ΧΑΛΒΑΡ ΜΠΙΟΡΚ

    ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

   Την πιανίστα Σαρλότ εγκαταλείπει ο εραστής και σύντροφος στις καλλιτεχνικές περιοδείες της, κι’ απογοητευμένη δέχεται την πρόσκληση της κόρης της Εύας να την επισκεφθεί. Δεν είχαν ιδωθεί επτά χρόνια. Η Εύα είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος παντρεμένη μ’ έναν πάστορα που μένει στη Νορβηγία.

   Η συνάντηση όμως αυτή αντί να την γεμίσει χαρά και τις δυό τις πικραίνει περισσότερο. Η Εύα κατηγορεί τη μητέρα της για εγκατάλειψη των παιδιών της.

   Η Σαρλότ είχε βάλει στο νοσοκομείο τη δεύτερη κόρη της που έπασχε από μιά χρόνια ασθένεια των μυώνων αλλά η Εύα είχε πάρει την αδερφή της και την έφερε κοντά της. Μετά από ένα τρομερό διαπληκτισμό ένα βράδυ μεταξύ μητέρας και κόρης η Σαρλότ ξαναφεύγει. Αργότερα η Εύα γράφει στην μητέρα της να ξαναπάει για μιά πιό ώριμη αναθεώρηση των σχέσεών τους….

   Η συνέχεια επί της οθόνης

    Η ταινία Φθινοπωρινή Σονάτα  είναι ίσως, αν δεν κάνω λάθος, η πιο μουσική κινηματογραφική του παραγωγή. Φυσικά δεν εννοούμε κατηγορίας μιούζικαλ, ένα είδος με το οποίο δεν καταπιάστηκε ούτε ήταν μέσα στους κινηματογραφικούς του στόχους. Ο Μπέργκμαν την περίοδο αυτή σκηνοθετεί έργα ή διασκευάζει- προσαρμόζει ταινίες του για την Σουηδική τηλεόραση και επανέρχεται με φρεσκάδα στην κινηματογραφική οθόνη. Και σε αυτήν την καλλιτεχνική του δημιουργία διακρίνουμε τα σταθερά αυτοβιογραφικά του στοιχεία και μοτίβα, αναφορές αλλά με κάπως διακριτικότερο και όχι έντονο τρόπο και διάθεση. Οι Μουσικές πιανιστικές εκτελέσεις και τα έργα κλασικών ευρωπαίων συνθετών δεν επενδύουν μόνο αριστοτεχνικά και αρμονικά την ταινία αλλά της δίνουν και τους τόνους και επιτονισμούς των εσωτερικών της ρυθμών, καθορίζουν ως ύφος την εξέλιξής της, ως ένα από τα κύρια συστατικά της υπόθεσης. Η ατμόσφαιρα πλημμυρίζει μουσική, ακόμα και όταν δεν ακούγονται μουσικοί ήχοι σε πλάνα της υπόθεσής της, χρειάζεται να ακουστεί μόνο η ανθρώπινη φωνή και οι εσωτερικοί χρωματισμοί των πρωταγωνιστών γυναικών. Και πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικό το κινηματογραφικό αποτέλεσμα όταν η κεντρική ηρωίδα γύρω από την οποία ξετυλίγεται το στόρι, η μητέρα  (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) είναι μία πετυχημένη και αναγνωρισμένη σολίστας πιάνου η οποία περνάει την κρίση της ηλικίας της, φόβοι του επερχόμενου θανάτου της, σε μία περίοδο που ο εραστής της την έχει εγκαταλείψει, και έχοντας αρχίσει να αγχώνουν  την καταξιωμένη πιανίστα τα πρώτα στάδια κρίσης για την αξία της καλλιτεχνικής της δημιουργίας. Η μία άρρωστη κατάκοιτη κόρη της βρίσκεται σε ίδρυμα την έχει βάλει η μάνα τους, η άλλη κόρη της η (Λίβ Ούλμαν) προσκαλεί την μητέρα τους να την επισκεφθεί. Έχουν να συναντηθούν πάνω από μία επταετία λόγω επαγγελματικών και άλλων υποχρεώσεων της καλλιτέχνιδος μητέρας. Η μητέρα δεν γνωρίζει ότι η κόρη της έχει πάρει την παράλυτη αδερφή της από το ίδρυμα και την φροντίζει στο δικό της σπίτι που διαμένει όταν την προσκαλεί. Καταξιωμένη πιανίστα η μάνα με μεγάλη εμπειρία αλλά και η κόρη με την σχετική ακόμη απειρία της λατρεύουν την πιανιστική τέχνη και κατά την διάρκεια της συνάντησής τους ερμηνεύουν πιανιστικές εκτελέσεις γνωστών μουσικών κομματιών. Οι θεατές απολαμβάνουν την εμπειρία και την δεξιοτεχνία της διάσημης μητέρας και την απειρία της κόρης. Εξάλλου, όπως διαπιστώνουμε, το δεύτερο μισό του τίτλου της ταινίας έχει άμεση σχέση, προσδιοριστική της θεματογραφίας της. Η ταινία πλημμυρίζει, είναι εμβαπτισμένη μέσα σε ένα μουσικής κλίμα, το κινηματογραφικό δροσερό αεράκι συγχωνεύεται με εκείνο της μουσικής. Η ματιά του σκηνοθέτη δεν είναι διανοουμενίστικη, ενός φανατικού μουσικόφιλου που απευθύνεται αποκλειστικά σε μουσικόφιλους και μουσικομανείς προσωπικότητες μυημένους στη μαγεία της Μουσικής, είναι απλή και κατανοητή για το ευρύ κοινό. Η Μουσική επένδυση μας αποκαλύπτει ότι ο σεναριακός λόγος δηλώνει και η οπτική της κάμερας φανερώνει ως ιχνομύθηση στην σχέση επικοινωνίας ή μη της μάνας με την κόρη, των δύο γυναικών πρωταγωνιστών. Η σταθερή αγάπη για την Μουσική του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δεν μας φανερώνεται μόνο από τις σταθερές μουσικές επενδύσεις των έργων του, τις μουσικές του γέφυρες, στην προσωπική του αυτοβιογραφία που κυκλοφόρησε μας εξομολογείται ότι στο σπίτι που διέμενε μόνιμα στο νησί Φάρος της Βαλτικής, η Μουσική πλημμύριζε τα δωμάτια όλο το εικοσιτετράωρο.

   ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ, μία ακόμη ταινία αριστούργημα με εξαίρετες όπως πάντα ερμηνείες των πρωταγωνιστών- σταθερών συνεργατών του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με την χαρακτηριστική μουσική επένδυση με έργα κλασικών μουσικοσυνθετών που έγραψαν ιστορία στον χώρο της Μουσικής διαχρονικά, μετά το 1979 την παρακολούθησα εκ νέου από την ΕΡΤ-2 στις 5/8/1983, και πάλι στις 26/9/1997 και εκ νέου από το ίδιο κανάλι ως ΝΕΤ στις 21/11/1998 και πραγματικά δεν την «χόρταινα».

   Και το νέο-τότε- αυτό έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διάρκειας 90 λεπτών παραγωγής του 1978 θεωρήθηκε ένα ακόμη αριστούργημά του. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1983 θα μας δώσει το κύκνειο άσματα του το «Φάννυ και Αλέξανδρος». «Φθινοπωρινή Σονάτα» ένα δίχως αμφιβολία καταπληκτικό έργο από αυτά που γνώριζε να μας προσφέρει ο μάγος της Έβδομης Τέχνης καθ’ όλη την διάρκεια της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Με ένα θαυμάσιο καστ γυναικών και αντρών ηθοποιών που έδεναν μεταξύ τους αρμονικά, ισορροπημένα, συμπληρωματικά, στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων και των ταυτοτήτων της ιδιαίτερης ψυχολογίας τους και της ψυχοσύνθεσής τους. Προσφέροντάς μας ένα δυνατό και εντυπωσιακό ρεσιτάλ ερμηνείας τους, σε ένα ψυχόδραμα δωματίου. Οι ηθοποιοί υπηρέτησαν τους ρόλους που υποδύθηκαν κάτω από την σοφή καθοδήγηση και διδασκαλία εκφραστικής ερμηνείας του Μπέργκμαν με τον καλύτερο τρόπο, της μεγάλης εμπειρίας τους, των τεχνικών της ηθοποιίας τους, την ατομική του καθενός δεξιοτεχνία και υποκριτική μαεστρία. Οι φωτισμοί και οι λειτουργικές διαδρομές τους μέσα στην ταινία όπως πάντα ήσαν υποβλητικοί, καθοριστικοί, προερχόμενοι από τον έμπειρο συνεργάτη του Σβεν Νύκβιστ του οποίου οι φωτισμοί είναι προέκταση της φιλοσοφίας και της προβληματικής του σκηνοθέτη. Αποκαλύπτουν τόσο τις εσωτερικές σκέψεις και στόχους του σκηνοθέτη όσο και την αυθεντική εκφραστικότητα των ηθοποιών. Οι γωνίες λήψεων των σωμάτων όπως σοφά τις σχεδίαζε το βλέμμα του Μπέργκμαν μέσα στον χώρο ήσαν εκπληκτικές, οι λιτές γυναικείες χειρονομίες τους, οι εχθρικές ή αντίστοιχα συμφιλιωτικές αντιδράσεις, οι ψυχολογικές τους εντάσεις, η στιγμές τρυφερότητας που δεν χάθηκε παντελώς μεταξύ μάνας και κόρης, το ύφος των προσώπων της κάθε μιάς, οι «σπαρακτικοί» ή οι «εχθρικοί» ήχοι των φωνών τους που θύμιζαν μουσικές μαλακές ή σκληρές νότες αναδεικνύοντας τα συναισθήματά τους που φώλιαζαν μέσα τους. Οι σκιές που δημιουργούσαν οι γυναικείες φιγούρες στο χώρο, οι παλαιές πληγές που «ξύνονταν» κατά τις συνομιλίες τους, οι αρνητικές διαπιστώσεις ακοινωνησίας μεταξύ της ταλαντούχας και διάσημης πιανίστας μάνας και της κόρης της. Μία κόρη που ήθελε να είναι δίπλα της η μάνα της και όχι η φημισμένη καλλιτέχνιδα. Μια κόρη ψυχικά τραυματισμένη που κατηγορεί την μητέρα της για μητρική εγκατάλειψη, αδιαφορία, έλλειψη μητρικού ενδιαφέροντος, οικειοθελή απομάκρυνση από κοντά της. Μία υπεροπτική και εγωπαθής μάνα που την ερμηνεύει η λάμπουσα πάντα Ίνγκριντ Μπέργκμαν και η «προβληματική» και άπειρη ακόμη πιανίστα κόρη της η όμορφη Λίβ Ούλμαν μία από τις συζύγους του σουηδού σκηνοθέτη. Σταθερό μοτίβο της Μπεργκμανικής δημιουργίας οι σχέσεις και αντιπαλότητες μεταξύ γονιών και παιδιών, οι εχθρότητες, οι επαναλαμβανόμενες διαμάχες μεταξύ ηλικιών και γενεών στην διαδικασία γκρεμίσματος των συμβόλων ψυχολογικής και συναισθηματικής βεβαιότητας της ωρίμανσης των παιδιών μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον και της απώλειας της αθωότητας, του θαυμασμού του παιδικού βλέμματος, της φαντασίας, στην σταδιακή αλλαγή προτύπων και στάσεων στην ζωή τους. Οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ μιάς ισχυρής προσωπικότητας αλλά και εγωίστριας μάνας (ή γιαγιάς) και μιάς άβουλης κόρης. Δύο γυναικείες φιγούρες σε έναν πόλεμο νεύρων, συναισθηματικών αψιμαχιών, συνειδησιακών συγκρούσεων προβολών αξιών ζωής πάνω στον καθρέφτη της επικοινωνίας των συναντήσεών τους. Στην σύντομη συγκατοίκησή τους και συνομιλίας τους μετά από επτά χρόνια που είχαν να συναντηθούν μάνα και κόρη, ξυπνούν οι αρνητικές τους μνήμες, ανασκαλεύονται παλαιές πληγές, τσακωμοί και διαφωνίες, φθαρμένες γοητείες, αίσθηση εγκατάλειψης και μοναξιάς, υπαρξιακά κενά, αποτέλεσμα των αρνητικών καταστάσεων. Εμφανίζονται «διεκδικητικές» υικές συμπεριφορές επιβίωσης, αυτόνομες ομιλίες που αντικατοπτρίζουν τις δύο γυναικείες ταυτότητες. Συγκρούσεις που βγαίνουν αβίαστα από την κοινή πρόσκαιρη συγκατοίκηση, καλλιεργούνται γυναικείες ενδοοικογενειακές «εχθροπραξίες», πρακτικές αδιαφορίας και χωρισμοί, παραινέσεις για κατανόηση και επαναπροβληματισμό. Πεποιθήσεις φροντίδας που οφείλουν να γκρεμιστούν, δεν έφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα. Η μαλθακή κόρη κατηγορεί την δυναμική καλλιτέχνιδα μάνα ότι ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την μουσική της καριέρα και αναγνώριση εγκαταλείποντας ουσιαστικά την φροντίδα των κοριτσιών της. Θέτοντας την καριέρα της πάνω από την αγάπη των παιδιών της. Βάζοντας την παράλυτη κόρη της σε ίδρυμα θεωρεί ότι «ξόφλησε» με τις ηθικές και υλικές υποχρεώσεις της απέναντί της. Δεν στάθηκε δίπλα στις δύο κόρες της όσο εκείνες θα ήθελαν, είχαν ανάγκη, προσδοκούσαν. Το δίλημμα που θέτει και σε άλλες του ταινίες ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν μεταξύ της ιδιότητας του Καλλιτέχνη και του ανθρώπου ως βιολογική ύπαρξη και ανάγκη. Του μητρικού ή πατρικού φίλτρου αγάπης και ενδιαφέροντος μέσα στην οικογενειακή σχέση και εστία και οι διαπροσωπικές τους σχέσεις και πόσο αυτός ο ρόλος υποσκελίζεται ή υποσκάπτεται, υποχωρεί η φροντίδα αυτή από τον καλλιτέχνη πατέρα ή καλλιτέχνιδα μάνα. Ποια ιδιότητα νοηματοδοτεί περισσότερο την αλήθεια της ζωής; Τι είναι σημαντικότερο σε αυτή την τυχαία και άγνωστη περιπέτεια που λέγεται ζωή, η καλλιτεχνική δημιουργία και δόξα του καλλιτέχνη δημιουργού ή η καθημερινή στοργική και τρυφερή επαφή με την οικογένειά σου; Το χειροκρότημα και ο θάνατος πάνω στο σανίδι ή στο οικογενειακό κρεβάτι δίπλα σε αγαπημένα σου φιλικά ή συγγενικά άτομα; Ο οικειοθελής εγκλεισμός σου η απομόνωσή σου σε ένα ασκητήριο στο όνομα ενός αναφή και αβέβαιης ύπαρξης Θεού ή ο βασανιστικός αγώνας μέσα στην κοινωνία κοντά στους ανθρώπους; Δύο γυναικείες υπάρξεις σε μία συνομιλία τους ενώπιος ενωπίω. Καταπιεστική η μάνα και μάλλον καλλιτεχνικά «φιλόδοξη» θέτει ως προτεραιότητα της ζωής της την καλλιτεχνική της καριέρα ζώντας μακριά από τα παιδιά της και με μία διαλυμένη ερωτική σχέση, μετά την εγκατάλειψη της από τον εραστή της διαισθανόμενη το τέλος της συναντά την κόρη της έπειτα από πρόσκλησή της. Ποια στέκεται όρθια στα πόδια της και ποια λυγίζει, η ταινία κινείται μεταξύ βεβαιότητας και αβεβαιότητος. Και στην ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ η φωτεινότητα και σκοτεινότητα της οικογενειακής εστίας επαναλαμβάνεται, του χώρου ως γενικό πλαίσιο είναι χαρακτηριστικές, καθρεφτίζοντας τις ψυχές και τις συνειδήσεις των μελών τους. Το σπίτι που δρουν και ενεργούν οι ήρωες- πρωταγωνιστές σταθερό ντεκόρ στην αφήγηση της ιστορίας, ο στολισμός των δωματίων, η φυσική ατμόσφαιρα, το στήσιμο των ηθοποιών μέσα στο κινηματογραφικό κάδρο, οι υποβλητικοί φωτισμοί που ακολουθούν τις εναλλαγές των συναισθημάτων μάνας και κόρης στις ατομικές τους περιπλανήσεις των αναμνήσεων. Οι κόντρες μεταξύ των δύο γυναικών σε οριακές τους στιγμές, οι στιγμές συμφιλίωσης και τελικής αισιόδοξης έκβασης. Οι εκδηλώσεις τρυφερότητας και η πιανιστική διδακτική της μάνας στην κόρη στην εκτέλεση μουσικής σύνθεσης. Το σφιχτό και καλοδουλεμένο, ακριβολόγο Σενάριο που βασίζεται η ταινία είναι για μία ακόμη φορά του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, συγγραφέας ένα, μία ονειρική μαγεία, ένα φανταστικό κινηματογραφικό ταξίδι. Και, όπως συνήθως, έχουμε στην εξομολογητική εξιστόρηση των ιστοριών του Σουηδού καλλιτέχνη μετά την φουρτούνα της ζωής, την θυελλώδη αναταραχή των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών, τις συνειδησιακές διλημματικές σχέσεις, ενοχές, φόβους, της ψυχής τραυματισμούς και ομιχλώδεις αναμνήσεις, την σκληρή διαπάλη ανάμεσα στα δύο φύλα, την συνειδησιακή κατάρρευση, το ψυχικό κουρέλιασμα, τον τρόμο της αίσθησης του κενού, την μεταφυσική αβεβαιότητα μετά τον Θάνατο του Θεού, (η ανθρώπινη ύπαρξη παραγνωρίζει ή δεν αποδέχεται αυτό που κάπου στην «Σούμα» του έλεγε ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης, «Ο Θεός δεν είναι η απάντηση στις ανθρώπινες αναζητήσεις αλλά ένα αναπάντητο ερώτημα», όπως η μνήμη μου έχει συγκρατήσει. Μόνο ο Φρειδερίκος Νίτσε ίσως θα μπορούσε να διαισθανθεί αυτήν την θεολογική πρόταση μέσα στην δημιουργική ομίχλη της σκέψης του. Καλλιεργώντας μία Θεολογία του Αθεϊσμού ως αντιπρόταση στο Θάνατο του Θεού της Ιστορίας και της Μεταφυσικής ελπιδοφορίας) επέρχεται η γαλήνη, η νηνεμία, η ηρεμία, η απόπειρα επαναπροσέγγισης της σχέσης μάνας και κόρης. Την κίνηση κάνει πρώτη η κόρη στην αποκατάσταση της επικοινωνία μεταξύ τους, προσφέροντας μία αισιόδοξη νότα σε εμάς τους θεατές, αχτίδα ελπίδας κοινωνίας και ζωής ως συνέχειας στο χρόνο. Η Ζωή συνεχίζεται και με τα βιολογικά της προτάγματα και τις καλλιτεχνικές της ευαισθησίες και αποτελέσματα- κληροδοτήματα στην απειρότητά της. Και φυσικά, περιττό να δώσουμε περισσότερες ερμηνευτικές επεξηγήσεις για τα εξαιρετικά κομμάτια κλασικών ευρωπαίων μουσικοσυνθετών και την σημασία τους που ακούγονταν και επένδυαν την ταινία και πλημμυρίζουν τον χώρο. Μόνο μετά την προβολή της ταινίας να θελήσουμε να ακούσουμε τα έργα αυτών των κλασικών μουσικοσυνθετών οφείλουμε να πράξουμε αν μας άφησε κάτι η ταινία.

   «Φθινοπωρινή Σονάτα» μία οπτική και μουσική μαγεία από τις λίγες στιγμές της παγκόσμιας κινηματογραφικής τέχνης στην εποχή της προβολής της και όχι μόνο. Ακόμα και στις πλέον σκοτεινές ταινίες του ο Μπέργκμαν, του απαισιόδοξου κλίματος που καλλιεργεί της μεταφυσικής θεματολογίας του και θεματογραφίας προβληματικής του, των ατομικών του αδιεξόδων που βιογραφεί, χαρτογράφησης των εσωτερικών πτυχών της συνείδησης των ηρώων και ηρωίδων του, υπάρχει μία χαραμάδα αισιοδοξίας, μία ακτίνα ελπίδας, μία ανάσα ζωής με τα πάνω και τα κάτω της που συνεχίζεται στον χρόνο και απλώνεται στον τόπο. Ο Θάνατος του Θεού και η Σιωπή του, η απώλεια των ανθρώπινων βεβαιοτήτων μετά την Σιωπή του, την διάλυση των ανθρώπινων σχέσεων και της ακοινωνησίας τους, αναπληρώνεται κατά κάποιον τρόπο το κενό αυτό από την επίκληση της αγάπης, του έρωτα, της απόκτησης απογόνων ως μελλοντική ελπιδοφορία. Με την γέννηση μιάς νέας ζωής μέσα στην οικογένεια είτε με άλλης ελπιδοφόρας έκβασης ολοκλήρωσης της αφήγησης της ιστορίας του. Οι αισιόδοξες αυτές νότες συνέχισης της ζωής ως αναζήτησης ή προσφοράς αγάπης ως έρωτα καρπός προσφέρει και ένα άλλου είδους δημιουργικής συνέχειας στους θιάσους και τα μέλη των υπαίθριων θεατρίνων για τους οποίους τόσο ενδιαφέρθηκε και εμφανίζονται, πρωταγωνιστούν στις ταινίες του και διαμορφώνουν την ρητορική του άλλοτε λάτρη των γυναικών και άλλοτε μισογύνη σκηνοθέτη, όπως μας λέει για το μεγάλο του πρότυπο, τον θεατρικό συγγραφέα Αύγουστο Στρίνμπεργκ.

   Αναφέρω ορισμένες από τις πληροφορίες που είχα διαφυλάξει για την ταινία.

-εφ. Τα Νέα 20/9/1977. ΔΥΟ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ – ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ.

-περ. Επίκαιρα τχ. 486/ 24-11-1977 ΟΙ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ/ LEXPRESS αποκλειστικότης «ΤΑ ΝΕΑ» 18/10/1978. ΙΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ. Μπέργκμαν σύν Μπέργκμαν ίσον «Σονάτα του φθινοπώρου» ΜΙΑ «ΑΙΣΙΟΔΟΞΗ» ΤΑΙΝΙΑ

-εφ. Ελευθεροτυπία 19/11/1978, της Κίτσας Μπόνζου: Κοινή συνεργασία των δυό Μπέργκμαν και της Λήβ Ούλμαν. «Φθινοπωρινή σονάτα» για τρία ιερά τέρατα. Σε μια προσπάθεια να ανακτήσει ο κινηματογράφος το χαμένο του έδαφος, ετοιμάζεται αυτή η υπερπαραγωγή, με τη συνύπαρξη 3 μεγάλων της 7ης τέχνης.

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ 23/1/1979 της Μαρίας Παπαδοπούλου: Γονείς και παιδιά

-εφ. Η Απογευματινή 23/1/1979. ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ

-εφ. Το Βήμα 23/1/1979 Φθινοπωρινή Σονάτα

-εφ. ΤΑ ΝΕΑ 5/8/1993 του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη: ΙΝΓΚΡΙΝΤ ΚΑΙ ΙΓΚΜΑΡ Τους ένωσε η σωστή ώρα.

-εφ. Μεσημβρινή 5/8/1993 Φθινοπωρινή σονάτα

-εφ. Ο Κόσμος του Επενδυτή 21/11/1998 Έντονο μίσος, βαθιά αγάπη.

   ΕΓΡΑΨΑΝ   

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ (HOSTSONATEN, 1978)

Του ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ

Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 23/1/1979

    Ύστερα από μια άτυχη περιπλάνηση στο χώρο της Ιστορίας και του εξπρεσιονισμού (Το αυγό του φιδιού), ο Μπέργκμαν, επιστρέφοντας στην πατρίδα του επιστρέφει και στο γνώριμό του κλίμα του σπαραχτικού «εσωτερικού τοπίου» όπου, για πολλοστή φορά, θα τοποθετήσει μιά ακόμα παραλλαγή του τυπικού στην μπεργκμανική προβληματική μοτίβου της σπαρασσόμενης απ’ τις αντιφάσεις της «καλής συνείδησης». Η διαδικασία της κατασκευής του φιλμ δεν θα είναι παρά η τόσο γνώριμή μας απ’ όλες τις «συνειδησιακές» ταινίες του προσπάθεια αποφλοίωσης των χαρακτήρων, μέχρι που να φτάσει στον γυμνό πυρήνα τους, όπου έχουν σωρευτεί μυριάδες δαίμονες που συνωθούνται για να βγουν τελικά, στο φώς και να πάρουν μέρος σ’ ένα δράμα στο οποίο είναι οι ουσιαστικοί πρωταγωνιστές.

    Η Φθινοπωρινή Σονάτα είναι μία περισσότερο ώριμη, πιο στοχαστική και, κυρίως, πιο συγκαταβατική ανακατασκευή του Πίσω απ’ τον σπασμένο καθρέφτη (1961). Όπως εκεί έτσι κι εδώ έχουμε στον άξονα της δραματουργίας, το πρόβλημα της μη επικοινωνίας, εντοπισμένο στις σχέσεις γονέων-παιδιών. Μόνο που, στην καινούργια ταινία, ο Μπέργκμαν θα είναι πιο δίκαιος αφού η κριτική του θα είναι αμφίστομη και δεν θα αθωώσει τον πιο αδύνατο απ’ τους δυό πόλους της σύγκρουσης, το παιδί. Άλλωστε, ο μανιχαϊσμός της πρώτης ταινίας θα παραμεριστεί εντελώς: Το πρόβλημα πιά δεν είναι να βρει αν το δίκαιο βρίσκεται απ’ τη μεριά της μάνας (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) ή της κόρης (Λίβ Ούλμαν) αλλά να ερευνήσει τη διαλεχτική αυτής της τρομαχτικής σύγκρουσης.

    Στο παιχνίδι της αλήθειας (όπως θα δούμε, δεν πρόκειται για σχήμα λόγου) θα πάρουν μέρος δυό κύρια πρόσωπα και δυό βοηθητικά. Η μητέρα, μιά διάσημη πιανίστα δυναμική και εγωίστρια, που ασχολούνταν πάντα με τις δυό κόρες της, μόνο παρεμπιπτόντως, στο περιθώριο δύο κονσέρτων, μιά κόρη άκρως ευαίσθητη και άβουλη που μεγάλωσε υπό την σκιά της μητέρας, που ισοπεδώθηκε πλήρως απ’ την πανίσχυρη προσωπικότητα της τελευταίας και που δεν διαθέτει κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, ένας παπάς, σύζυγος της πρώτης κόρης, στο πρεσβυτέριο του οποίου θα εκτυλιχθεί το δράμα κεκλεισμένων των θυρών και που αυτός θα το παρακολουθήσει εντελώς ψυχρά και ψύχραιμα, σαν που ταιριάζει σε άνθρωπο τοποθετημένο υπεράνω της ευτέλειας των εγκοσμίων και τέλος, μιά δεύτερη κόρη βουβή κι ανάπηρη που κι αυτή δεν θα πάρει, φυσικά μέρος στη σύγκρουση. Όπως κι ο παπάς, αλλά όχι απ’ την έξοδο κινδύνου της μεταφυσικής, έχει δραπετεύσει στη χώρα των αμέτοχων όπου, βέβαια, οι συγκρούσεις, η αγωνία και το άγχος χάνουν το νόημά τους.

   Η μεγάλη κόρη θα καλέσει τη διάσημη μητέρα στο πρεσβυτέριο για λίγες μέρες και θα φέρει εκεί από το άσυλο ανιάτων και την ανάπηρη αδερφή της. Θα σκηνοθετήσει έτσι το δράμα, ανεβάζοντας όλα τα πρόσωπα επί σκηνής.

    Στην αρχή των δύο εικοσιτετραώρων που κρατά η επίσκεψη της μητέρας (και το δράμα) τίποτα δεν προαλείφει το σπάσιμο των ψυχολογικών υπονόμων. Το λογοκριτικό υπερεγώ, καθοδηγημένο από την άψογη συμβατικότητα της αστικής καλής συμπεριφοράς καλύπτει προς το παρόν καλά τον οχετό του υποσυνείδητου.

   Σε λίγο, η συμβατικότητα του «ευπρεπώς ζην», σήμα κατατεθέν της αστικής υποκρισίας, θα υποστεί τις πρώτες ρωγμές απ’ τη συμπύκνωση του εγωισμού της μητέρας απ’ τη μιά και την πλήρη εξουδετέρωση της κόρης απ’ την άλλη στην εκπληκτική σκηνή του πιάνου, όταν η μητέρα παίζει τέλεια το πρελούδιο του Σοπέν που η κόρη τόπαιξε, πρίν εντελώς αδέξια. Είναι η οριακή στιγμή ανάμεσα στην συμβατική ευπρέπεια της καλής συμπεριφοράς που τυλίγει το δράμα και δεν του επιτρέπει να εκραγεί και της αλήθειας που θα εισβάλλει, με τη μορφή απανωτών εξομολογήσεων, οι οποίες θα προσδέσουν στον ενεστώτα χρόνο του δράματος ολόκληρη την οδυνηρή και απωθημένη προϊστορία του.

   Έχοντας απελευθερώσει τους δαίμονές τους και οι δύο γυναίκες θα μπορέσουν ίσως στο μέλλον να ζήσουν το υπόλοιπο του βίου τους ειρηνικά, ανθρώπινα και, εν πάση περιπτώσει, λιγότερο συμβατικά. Τουλάχιστον, δεν θα ανταλλάσσουν πιά φιλοφρονήσεις. Το πρώτο και δύσκολο βήμα προς την πάντα οδυνηρή αλήθεια έχει γίνει και η διαφαινόμενη στο τέλος αισιοδοξία δεν είναι αδικαίωτη: Η επίκληση της κόρης για φιλία και αλληλεγγύη φαίνεται πως θα βρει απήχηση σε μια μητέρα που τώρα ξέρει πώς η δόξα της ήταν σκοροφαγωμένη απ’ την πίσω, την αόρατη πλευρά.

   Ο σχεδόν γέρος πιά Μπέργκμαν (είναι σήμερα 61 ετών), κηρύσσει εδώ την ειρήνη και την συμφιλίωση. Κι’ αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις προηγούμενες θέσεις τους στις ανάλογες «εσωτερικοποιημένες» ταινίες του, όπου στο τέλος η σύγκρουση έπαιρνε τη μορφή ενός είδους προσωρινής αναστολής, ίσα-ίσα για να κλείσει το δράμα επί σκηνής και να συνεχιστεί πίσω απ’ την αυλαία. Μια τέτοια συμφιλιωτική θέση ίσως δεν αρέσει στους αδιάλλαχτους, που θα βρουν εδώ έναν Μπέργκμαν «αναθεωρητή» του ίδιου του εαυτού του. Τουλάχιστον, άς του αναγνωρίσουν το δικαίωμα να ημερώνει καθώς γερνάει. Ο βιολογικός συντηρητισμός δεν είναι ταυτόσημος με τον κοινωνικοπολιτικό. Άλλωστε πριν φτάσει στην πιθανή συμφιλίωση μητέρας και κόρης τις περνάει και τις δύο μέσα απ’ το καθαρτήριο της αδυσώπητης κριτικής του.

Βλέπε σελίδες 167-168 στο Λεξικό Ταινιών με κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη τόμος 2ος, εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982.

        ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ

«ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΣΟΝΑΤΑ». Σκηνοθεσία: Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγωνιστούν Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Λίβ Ούλμαν. (Παλλάς, Αθηνά, Δαναός, Ετουάλ, Νιρβάνα, Πτί Παλαί)…

Της ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 23/1/1979

   Πάει καιρός που είχαμε προσέξει πόσο ουσιαστικά απόντα είναι τα παιδιά στο έργο του Μπέργκμαν. Πιασμένος στη μέγγενη του υπαρξιακού άγχους, μεταφυσικός, δοσμένος στους προσωπικούς του εφιάλτες, συνεχώς στοχαζόμενος, ο μεγάλος σκηνοθέτης δεν είχε ασχοληθεί μέχρι τώρα παρά μόνο με τον εαυτό του και την προβολή αυτού του εαυτού πάνω στους, κατά περιόδους συνομήλικούς του. Με το «φυσικό» εγωισμό του καλλιτέχνη όχι μονάχα πετάει έξω από το γάμο τα παιδιά, όπως στην ταινία του «Σκηνές από ένα γάμο» αλλά φτάνει στο σημείο να αρνηθεί την πατρότητα στον εφιάλτη με το παιδί- μέδουσα που υπάρχει στην «Ώρα του Λύκου».

   Απλά, φυσικά, ο Μπέργκμαν με τους πέντε γάμους και τα οκτώ παιδιά, αρνείται όπως όλοι οι απόλυτοι δημιουργοί να παίξει το ρόλο του ζωικού πατέρα. Όμως, τα παιδιά- μέδουσες όσο και να τα απωθεί στα υποσυνείδητα βάθη, αναδύονται στην επιφάνεια, και γίνονται οδυνηρά παρόντα, όταν το φθινόπωρο έρχεται και η αυτάρκεια των νεανικών χρόνων του πατέρα έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Αυτή είναι κι η φθινοπωρινή ώρα του Μπέργκμαν, αυτό και το βαθύτατο σπαραχτικό θέμα της ύστατης ταινίας του. Πιστός στην αρχή του να χρησιμοποιεί γυναίκες για να περάσει μέσα από τον ευαίσθητο καθρέφτη της φύσης τους τα δικά του προβλήματα, ο σκηνοθέτης προβάλλει τον εαυτό του πάνω στην ηρωίδα ετούτης της ταινίας. Ανάλογη με εκείνον, η Ίνγκριντ Μπέργκμαν είναι ένας άνθρωπος με φοβερή προσωπικότητα, δοσμένος στην τέχνη του που αρνείται με τη σειρά της την μητρότητα. Πιανίστα επιτυχημένη, έχει δύο παιδιά και καλείται έπειτα από μακρόχρονη απουσία να αναμετρηθεί μαζί τους. Ό,τι ακολουθεί είναι μία εξομολόγηση εκ βαθέων, ένας απολογισμός της ζωής και της στάσης της ηρωίδας και του δημιουργού της ταυτόχρονα καθώς αντιμετωπίζει το αμείλικτο «κατηγορώ» των παιδιών. Η σχέση μάνας-κόρης, γονιού-παιδιού, ανοίγει στην οθόνη σα μια βαθύτερη κρυφή πληγή. Όμως, καθώς, ο πάντοτε αυτοβιογραφούμενος Μπέργκμαν κάνει και την προσωπική του απολογία εδώ, ετούτη η ταινία είναι κατοικημένη από πάμπολλες αναφορές σε προηγούμενα φιλμ του.

   Ωστόσο, αυτή η δύσκολη «σονάτα σκοτεινών αισθημάτων» που απαιτεί μιάν εξ ίσου δύσκολη κινηματογραφικά συνειδησιακή ερμηνεία, κυριαρχείται και ελέγχεται από τον σκηνοθέτη κατά τρόπο μεγαλοφυή. Οι «Κραυγές και ψίθυροι» κόρης και μάνας, η προσπάθεια ταύτισης της πρώτης με τη δεύτερη όπως στην «Περσόνα» η ανάγκη αγάπης, η ερημιά, η αδυναμία επικοινωνίας, ο εφιάλτης της μάνας όπως στην «Ώρα του Λύκου», κι ακόμα η εξομολόγηση της ηλικιωμένης ηρωίδας που συνειδητοποιεί την ανωριμότητά της λέγοντας ότι υπήρξε ένα παιδί που φοβότανε την κόρη της και ζητούσε απ’ αυτή βοήθεια, δίνουν ένα μεγαλειώδες όσο και τρομερό φιλμ. Φιλμ τυπικά Μπεργκμανικό, που χωρίζεται σε δύο φινάλε: Ένα αισιόδοξο με την ελπίδα επικοινωνίας ανάμεσα στη μάνα και την κόρη και ένα απαισιόδοξο με τον αφανισμό του λογικού της άλλης κόρης, που η ανελέητη συμπεριφορά του γονιού την έχει ρίξει σε βρεφική κατάσταση, την έχει μεταβάλει σε ωρυόμενο φυτό, σε ένα τερατώδες μωρό, που ζητάει με άναρθρες κραυγές το μητρικό χάδι.

   Ολόκληρο το έργο κινείται στο ημίφως των εσωτερικών χώρων με μια εκπληκτική φωτογραφία που δίνει τις σκιές του απωθημένου πάθους των σχέσεων έλξης- απώθησης που ορίζουν σε βάθος τους εξωτερικά συμβατικούς «δεσμούς αίματος». Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και η Λιβ Ούλμαν είναι απλούστατα υπέροχες.

   Συνολικά: Μια ταινία τρομακτικού ενδιαφέροντος.

          ΜΑΡΙΑ  ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟΥΣ ΕΝΩΣΕ Η ΣΩΣΤΗ ΩΡΑ

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 5/8/1993

  Ο τολμών νικά, συνηθίζουμε να λέμε στην Ελλάδα και στην περίπτωσή της Σουηδής Ίνγκριντ Μπέργκμαν ταιριάζει απόλυτα. Ένα ραβασάκι στην τσέπη του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και η συνεργασία μαζί του έγινε πραγματικότητα.

    Σήμερα Πέμπτη στις 22.00 η ΕΡΤ-2 μεταδίδει το προϊόν αυτής της συνεργασίας που λέγεται «Φθινοπωρινή σονάτα» και την οποία, βέβαια, είχαμε απολαύσει στους κινηματογράφους το 1979 και σε πολλαπλές επαναλήψεις.

  Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν όμως ήταν που είχε την τόλμη και το θάρρος και έτσι δικαιωματικά ανήκει η υπερηφάνεια του αποτελέσματος. Η Ίνγκριντ ωστόσο, έπαιρνε πάντοτε τέτοιες πρωτοβουλίες και της απέδιδαν. Κάπως έτσι είχε γίνει και το 1948 όταν κάθησε κι έγραψε εκείνο το ενθουσιώδες γράμμα στον Ρομπέρτο Ροσελίνι.

   Βρισκόμαστε όμως στο 1973 στις Κάννες. Η Ίνγκριντ είναι πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ κι ο Ίνγκμαρ συνοδεύει εκτός συναγωνισμού το θανατερό αριστούργημά του «Κραυγές και ψίθυροι». Διθυραμβικές κριτικές, αποθεωτική υποδοχή. Η κινηματογραφική καριέρα της Ίνγκριντ έχει καθήσει. Πλησιάζει τα 60 και πάλι καλά που έχει επιβιώσει εκεί που άλλες έχουν εξαφανιστεί. Δεν ήταν για εξαφάνιση διότι δεν ήταν και τυχαία. Αλλά για κινηματογραφική πρωταγωνίστρια να βρεθούν και ρόλοι σ’ αυτή την ηλικία… Δύσκολο. Ποιος θα γράψει και ποιος θα χρηματοδοτήσει όταν η πελατεία είναι κυρίως νέας ηλικίας.

   Η Ίνγκριντ θέλει κάτι μεγάλο για να δικαιώσει κι αυτή τη φάση της ηλικίας της. Το ’40 θριάμβευσε στο Χόλιγουντ, το ’50 στην Ιταλία με τον Ροσελίνι κι επιστροφή με «Αναστασία», το ’60 θέατρο στην Ευρώπη και Φρανσουά Σαγκάν, το ’70 τι;

   Κάθεται και γράφει ένα σημείωμα στον Μπέργκμαν όπου απλά του ζητάει συνεργασία. Το βράδυ στη σουηδική δεξίωση τον πλησιάζει και του περνά το χαρτάκι.

   Θα μεσολαβήσει ο πρώτος κλονισμός της υγείας της με την αφαίρεση του ενός μαστού αλλά κι ένα τρίτο Όσκαρ για β΄ ρόλο, για τη συμμετοχή της στο «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές». Το Χόλιγουντ της στέλνει το μήνυμα  ότι την υιοθετεί ως καρατερίστα για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Κι ο Μπέργκμαν αργεί. Όμως φαίνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια δουλεύει την ιδέα στο μυαλό του.

   Κι όταν την ειδοποιεί, αυτό που έχει υπόψη του για κείνη δεν θα είναι απλώς μια συνεργασία και ένας καλός ρόλος. Θα είναι το καλωσόρισμα της στην ίδια τη Σουηδία από την οποία νεώτατη κάποτε ξενιτεύτηκε για να κατακτήσει τον κόσμο. Και εντελώς συμπτωματικά θα είναι το κύκνειο άσμα της στη Μεγάλη Οθόνη. Με άλλα λόγια ο Μπέργκμαν της προσφέρει την ολοκλήρωση του κύκλου της.

   Με προβλήματα και ο Μπέργκμαν εκείνο τον καιρό, ζει κατά κάποιον τρόπο εξόριστος στη Γερμανία αφού οι αρχές της χώρας του τον κυνηγούν για φορολογικές εκκρεμότητες. Μέσα από τα προσωπικά του έχει νιώσει την Ίνγκριντ και της έχει φτιάξει μια ηρωίδα, σχεδόν αυτοβιογραφική, που όμως είναι και δική του. Διότι το θέμα είναι να σε εμπνέει κάποιος. Η Σοφία Λόρεν είχε κάνει αλλεπάλληλες προτάσεις στον Μπέργκμαν, είχε ασκήσει πιέσεις προς αυτόν, πότε μόνη της άλλοτε δια του συζύγου της Κάρλο Πόντι… Τίποτα. Το όνειρο της ζωής της ήταν να δουλέψει κάποτε με τον Μπέργκμαν. Όμως ο Ίνγκμαρ δεν μπορούσε να πιάσει το μεσογειακό ταμπεραμέντο της. Ούτε στη Σουηδία μπορούσε να την καλέσει και να δει τη φλογερή Ναπολιτάνα να πάσχει ως εσωστρεφής Σουηδή, ούτε ο ίδιος μπορούσε να κατέβει στην Ιταλία και να πιάσει την ψυχοσύνθεση της μεσογειακής γυναίκας.

   Με την Ίνγκριντ όμως ήταν αλλιώς. Και της έγραψε την ιστορία μιας πιανίστα, που έχει φύγει από τη Σουηδία, έχει γίνει διάσημη ανά τον κόσμο αλλά έχει αφήσει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους ανθρώπους που έμειναν πίσω της. Έχει πληγώσει, χωρίς να της έχει επιστρέψει η αδιαφορία της να το αντιληφθεί. Όμως η ζωή την περιμένει. Και ο Μπέργκμαν, που σε εκείνη τη φάση της μεγάλης καριέρας του έχει προχωρήσει από τα υπαρξιακά αδιέξοδα και τα συζυγικά προβλήματα στις σχέσεις γονέων και παιδιών (με το «Πρόσωπο με πρόσωπο») χάρη στην Ίνγκριντ προχωρά στην καρδιά της νέας θεματολογίας του. Η μάνα με την κόρη συγκρούονται. Η Λίβ Ούλμαν, βασίλισσα για χρόνια στην καρδιά και στην οθόνη του Ίνγκμαρ γίνεται η καταπιεσμένη κόρη, που έζησε στην σκιά της μάνας ισοπεδωμένη από την προσωπικότητα αλλά και την αδιαφορία εκείνης. Ισοπεδωμένη και στην ταινία από την Ίνγκριντ, όπου σε κάποιες δραματικές σκηνές μπορεί να κάνει αγγέλους ως ηθοποιούς αλλά εκείνη που κυριαρχεί και δεσπόζει είναι η Ίνγκριντ μάνα-σταρ Μπέργκμαν, η οποία θα δοξαστεί και στην Αμερική ξανά και θα κερδίσει το βραβείο των Κριτικών Νέας Υόρκης καθώς και της αρχαιότερης ένωσης όλων, του National Board of Review. Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν θα προταθεί και για το Όσκαρ μαζί με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στο σενάριο.

    Όμως στην Αμερική, εκείνη την εποχή, λάμπει μια δική τους μεγάλη και νεώτερη, η Τζέιν Φόντα. Και το πρόβλημα το Βιετνάμ τους καίει περισσότερο από τις σχέσεις γονέων και παιδιών ή από την καριέρα του Μπέργκμαν. Και η Τζέιν Φόντα θα την κερδίσει για το «Γυρισμό», το ίδιο και το σενάριο της δικής της ταινίας (διάρκεια «Φθινοπωρινής σονάτας»: 93).

   ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ  ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 5/8/1993

    Την ίδια χρονική περίοδο που πρωτοπαρακολουθήσαμε 23/1/1979 στο Σινέ ΕΤΟΥΑΛ την «Φθινοπωρινή Σονάτα» η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 5 Αυγούστου 1979 δημοσιεύει συνέντευξη της ηθοποιού Ιζαμπέλλας Ροσελλίνι. Τίτλος «Ήταν και οι δυό υπέροχοι γονείς». Η ΙΖΑΜΠΕΛΛΑ ΡΟΣΕΛΛΙΝΙ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ –ΤΗΝ ΙΝΓΚΡΙΝΤ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ- ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ-ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΙΤΑΛΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ. Το δημοσίευμα υπογράφει η Barbara  Grizzuti –Harrison.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

1 Σεπτεμβρίου 2026

   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου