Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

ΑΝΝΑ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ

ΑΝΝΑ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ

     «Η Άννα ζούσε μια ζωή που είχε επιλέξει, και αν τη ρώταγε κανείς ξανά κάποιο αθώο άβγαλτο στη ζωή κορίτσι αν ήτανε ευτυχισμένη, θα απαντούσε σχεδόν αδίσταχτα ναι.
     Όμως η ζωή στήνει παγίδες, σαν έμπειρος κυνηγός σε ανυποψίαστα θηράματα, όταν και εκεί που δεν το περιμένουν. Για να ταράξει τις ψυχές, να τους θέσει τα μεγάλα διλήμματα, τις μεγάλες επιλογές, να τους δοκιμάσει, να διαπιστώσει, θαρρείς περίεργη, αν αξίζουν πραγματικά την ευτυχία, αν είναι πρόθυμες να πληρώσουν το τίμημα, όποιο και αν είναι. Όλοι οι άνθρωποι έρχονται κάποιες φορές αντιμέτωποι με επιλογές, όμως δεν έχουν όλες το ίδιο βάρος, την ίδια πρόκληση. Ίσως οι μεγάλες προκλήσεις έρχονται σε εκείνους που μπορούν να τις δεχτούν, για το καλό ή το κακό, κάνοντάς τους να ξεχωρίσουν. Εκείνοι γίνονται οι διαλεχτοί της μοίρας, ξεπερνούν το συνηθισμένο, κάνουν κάτι ξεχωριστό που τους σηκώνει ψηλά, ψηλότερα από το μέσο, να φτάσουν στη δική τους αλήθεια, και ας είναι διαφορετική από των περισσότερων, να αγγίξουν τον δικό τους ουρανό, να πετάξουν με το όνειρό τους απελευθερωμένοι σε δικούς τους κόσμους…..», σ. 122-123  

     Το βιβλίο των Κωνσταντίνου Ι. Γουργουλιάνη και Νίκου Κ. Κυριαζή, «Άννα Σικελιανού-Ο Έρωτας και το όνειρο, Η Ζωή σαν Μυθιστόρημα», εκδ. Καστανιώτης 2012 είναι ένα τρυφερό, ευαίσθητο, ρομαντικό, καλογραμμένο οδοιπορικό στην μνήμη τριών ανθρώπων που θήτευσαν σε όλο τους τον βίο, κοντά στο ελληνικό φυσικό τοπίο, έγραψαν σελίδες ιστορικής δόξας στον χώρο της ιατρικής επιστήμης, διατήρησαν σε όλη τους την ζωή αυτό που ονομάζουμε, Ελληνική αυτοσυνειδησία και Ελληνικός Πολιτισμός. Τον οραματιστή, ανιδιοτελή και δραστήριο γιατρό Γιώργο Καραμάνη (Δράκεια Πηλίου 23 Απριλίου 1873-1964) που δημιούργησε και διατήρησε χάρις στις δικές του άοκνες πολύμοχθες οραματικές προσπάθειες και σωματικές-ψυχικές δυνάμεις, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα στον απόηχο του Μεγάλου Πολέμου, το πρώτο ελληνικό σανατόριο στο Πήλιο,-ισάξιο και εφάμιλλο των Ευρωπαϊκών-στο βασίλειο του αρχαίου Κενταύρου, του Χείρωνα, με τον πλούτο και την ποικιλία των φυσικών του καλλονών. Ένας επιστήμονας, που αν δεν είναι υπερβολή, επιτέλεσε ένα τιτάνιο ιατρικό θαύμα στην εποχή του-σαν τον «Άλμπερ Σβάιτσερ»-ένας γιατρός, που έκανε σκοπό της ζωής του την ίδρυση και την διατήρηση ενός καταφύγιου-θεραπευτηρίου, για τα άτομα που έπασχαν την εποχή εκείνη από φυματίωση, εποχή που παρότι ο Κοχ είχε ανακαλύψει τον βάκιλο, δεν υπήρχε ακόμα θεραπεία. Ένας Έλληνας επιστήμονας και δραστήριο άτομο, που πρόσφερε όλες του τις σωματικές και ψυχικές δυνάμεις, στην ίδρυση του κέντρου αποκατάστασης των αρρώστων από φυματίωση, το σανατόριο αυτό, υπήρξε το προσωπικό του οραματικό «Μαγικό Βουνό», για την θεραπεία, την ίαση, την καλύτερη υγιεινή, την βελτίωση των συνθηκών ζωής και την αποδοχή από την κοινωνία και το άμεσο περιβάλλον τους, των ασθενών που έπασχαν από φυματίωση, σε όλα τα στάδια της εξέλιξης της αρρώστιας, την περίοδο πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ακόμα το εμβόλιο της θεραπείας της λοιμώδους αυτής νόσου, δεν είχε ανακαλυφθεί. Η λοιμώδης αυτή πανδημία της εποχής εκείνης, είχε πλήξει πρώτα και κύρια, τις κατώτατες οικονομικά τάξεις, τους φτωχούς ανθρώπους που ζούσαν σε άσχημες συνθήκες υγιεινής αυτοί και τα παιδιά τους, αλλά και τους ποιο εύπορους οικονομικά, που είχαν όπως ήταν φυσικό τις οικονομικές επιλογές της δύσκολης θεραπείας τους.  Ας μην ξεχνάμε, και την ανθρώπινη τραγική περίπτωση της Μαρίας Πολυδούρη, του ποιητή της Ρωμιοσύνης, του Κώστα Κρυστάλλη και πολλών άλλων συγγραφέων της εποχής του Μεσοπολέμου, αλλά και του πριν από αυτόν αιώνα.
     Ο Γιώργος Καραμάνης, έτσι όπως μας τον σκιαγραφούν οι δύο συγγραφείς του βιβλίου, ο Κωνσταντίνος Ι. Γουργουλιάνης καθηγητής Πνευμονολογίας και πρύτανης του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας και, ο Νίκος Κ. Κυριαζής διδάκτωρ στα Οικονομικά του Πανεπιστημίου της Βόννης και συγγραφέας βιβλίων και δεκάδων επιστημονικών άρθρων, υπήρξε μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου και επιστήμονα, γιαυτό και η γραφίδα των συγγραφέων δεν τσιγκουνεύεται την χρήση χρωμάτων κάπως αγιοποιητικών.
Ανιδιοτελής, δυναμικός, συγχωρητικός, στωικός, ήρεμος, αφοσιωμένος, προστατευτικός, κοινωνικά δραστήριος, οραματιστής, εσωστρεφής, μοναχικός, άφοβος, κάπως διστακτικός, όχι και τόσο εκδηλωτικός στα αισθήματά του, άτομο με ανεξάντλητες ψυχικές και σωματικές δυνάμεις, ακούραστος και παρηγορητικός, πρωτοπόρος στην επιστήμη του, μπροστά από την εποχή του, συνεργάσιμος, διαλλακτικός, μια ισχυρή προσωπικότητα, που οι δύο συγγραφείς του έργου, τον κοσμούν και επάξια, με ένα φωτοστέφανο «αγιότητας», τόσο σαν επιστήμονα όσο και σαν άτομο.
    Η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του, όπως αδρά μας την περιγράφουν οι συγγραφείς, δεν έχει ψεγάδια, δεν έχει σκοτεινές σκιές, δεν παρουσιάζει μελανώματα ανθρώπινων παθών, δεν έχει ηθικές καταρρεύσεις, είναι ανεξίκακος, κάπως παράτολμος, όχι ισχυρογνώμων στην προβολή των απόψεών του, υπερβολικά ανεκτικός, διακριτικός και κάπως σιωπηλός με εσωστρεφή διάθεση, όταν η νεαρή σύζυγός του, Άννα Καμπανάρη, η κυρία Καραμάνη η γυναίκα του Βουνού, ερωτεύεται έναν άλλον άντρα,-εξίσου μεγαλύτερης ηλικίας από την ίδια, όπως υπήρξε και ο ίδιος-, πλούσιος σε θετικά συναισθήματα απέναντί της, ακόμα και όταν η σύντροφος και βοηθός του στο σανατόριο,-η νεαρή Άννα, μετέπειτα Σικελιανού-, αποφασίζει να τον εγκαταλείψει για τον μυθικό και πανέμορφο ποιητή Άγγελο Σικελιανό, που στο πρόσωπό του ανακάλυψε σαν γυναίκα τον έρωτα. Στάθηκε διακριτικός και φιλικός και με τους δύο, μέχρι τέλους. Εξαιρετικά ευγενικός απέναντι στον ερωτικό του αντίζηλο, απέναντι σε αυτόν που του άλλαξε το συζυγικό ριζικό, χωρίς διάθεση αντρικών εσωτερικών ενοχών, διατήρησε μαζί του στα κατοπινά χρόνια, μια ζεστή, οικεία, ανθρώπινη σχέση και επαφή που δεν συναντάς εύκολα, ούτε στην ζωή ούτε στα μυθιστορήματα. Ζηλωτής στον οραματικό του σκοπό, δεν άφησε όπως διακρίνουμε από τα γραφόμενα, να ανατρέψει τον οραματικό του στόχο, η διάλυση της συντροφικής του σχέσης με την κατά πολύ νεώτερη βοηθό και συνεργάτη του στο θεραπευτήριο, σε αυτό το βουνίσιο ξενοδοχείο με την χαλαρή και ευδιάθετη ατμόσφαιρά του. Με υπερηφάνεια και δυναμισμό, αξιοπρέπεια και ήθος, λύγισε τον αντρικό του εγωισμό για χάρη της γυναίκας που αγάπησε και της στάθηκε πνευματικός καθοδηγητής και μέντορας στην ανακάλυψη του κόσμου του Ελληνικού Βουνού-με τα εκατοντάδες φανερά και μυστικά θαύματά της πανίδας και της χλωρίδας του. Ενός περιβάλλοντος μαγευτικού και θείου. Ίσως ενδόμυχα σαν άτομο, να αισθάνονταν ότι σαν επιστήμονας και θεραπευτής εκατοντάδων ασθενών, ήταν περισσότερο ολοκληρωμένος και χρήσιμος στην κοινωνία και τους ασθενείς του, παρά σαν σύζυγος της νεαρής και όμορφης Συριανής νησιωτοπούλας. Ίσως, να γνώριζε μέσα του, ότι η μοίρα τον έταξε γιαυτόν τον μοναχικό σκοπό, την υπηρέτηση, συμπαράσταση, παρηγοριά και ίαση των ασθενών του. Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πάντως, ότι υπήρξε ένα συνειδητοποιημένο κοινωνικά άτομο, μία γαλήνια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, ένας επιστήμονας αυθεντικός ιερέας του Θεού Ασκληπιού, από αυτούς τους αθόρυβους μικρούς επαναστάτες του χώρου τους, που διαπνέονται όχι μόνο από χριστιανικά αισθήματα θυσιαστικής προσφοράς προς τον συνάνθρωπό τους, αλλά και από έναν βαθύ ουμανιστικό αλτρουϊσμό. Με μια φιλάνθρωπη διάθεση και δύναμη, που αντλούσε και από τις μυστικές δυνάμεις του τοπίου που επέλεξε να οικοδομήσει το θεραπευτήριό του. Μια μυθική πορεία ιστορίας, ιατρικής, έρωτα, αγάπης, ιδεαλισμού, ισχυρής θέλησης, ελεγχόμενων παθών, σοφίας ζωής που καλπάζει πέρα και πάνω από τις δυνάμεις μας και την θέλησή μας.
     Εύστοχες είναι ακόμα οι περιγραφές του τοπίου-του Βουνού του Πηλίου από τους συγγραφείς και οι πληροφορίες που μας δίνονται για τα διάφορα φυτά που ευδοκιμούν στον χώρο αυτό, που πληθυσμιακά υπερτερούν από άλλα μέρη της χώρας. Αξίζει να επισημανθούν και οι δύο αφηγηματικές ιστορικές παρεμβάσεις που παρεμβάλουν οι συγγραφείς, την η διήγηση του λοχαγού Νικηφόρου και την διήγηση της νεαρής γυναίκας Αριάδνη, καθώς και η τρίτη ενδοκειμενική διήγηση που αφορά τα γεγονότα και την δραματική περιπέτεια της Μικρασιατικής Καταστροφής. Διηγήσεις που τονώνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη για τα ιστορικά διαδραματιζόμενα της εποχής και χαλαρώνουν κάπως την ένταση των ερωτικών παθών των προσώπων χωρίς να στερούν τίποτα από τις βιογραφικές αφηγήσεις.   
    Το δεύτερο πρόσωπο, είναι η Άννα Καμπανάρη-Καραμάνη,(1904-26/5/2006) μετέπειτα Σικελιανού, που συνδέθηκε με τον ηρωικό αυτόν Έλληνα επιστήμονα στα πρώτα χρόνια της ζωής της,-παντρεύτηκε τον γιατρό το 1922 μόλις στα δεκαεννιά της χρόνια και έζησε μαζί του σχεδόν μέχρι το διαζύγιό τους-μετά την γνωριμία της με τον Άγγελο Σικελιανό το 1938 και τον γάμο τους, με τον μεγαλόπνοο ποιητή της Θεϊκής Ελληνικής ανάσας Άγγελο Σικελιανό, που τυχαία και απρόσμενα εισβάλει ως Κένταυρος στην ζωή της Άννας Καραμάνη και μεθώντας την ερωτικά με το ποιητικό κρασί του και τον ενθουσιώδη του οραματισμό, της ζητά να γίνει σύντροφος του υπόλοιπου του βίου του και ερωτική Μούσα του έργου του.
     «Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και με σιγανή φωνή, σαν ψίθυρο που ανακατευόταν με τον ψίθυρο των κυμάτων της θάλασσας που έγλειφαν την παραλία, της διηγήθηκε την ιστορία του Σίμωνα του Μάγου που δέχθηκε να πεθάνει για να αναστηθεί για χάρη της φιλόδοξης γυναίκας του.
     Η Άννα άκουγε και δεν άκουγε, τουλάχιστον όχι με τα αυτιά. Άκουγε τους χτύπους της καρδιάς της, πιο δυνατούς από κάθε τωρινό ήχο. Ένιωθε την παρουσία του, κοντινή και παντοδύναμη, σαν να βάδιζε δίπλα της ένας ημίθεος, ένα στοιχειό της φύσης, σοφός και αλάνθαστος οδηγός, ένας Κένταυρος που μόνο εκείνος μπορούσε να την οδηγήσει στα μυστικά μονοπάτια του κόσμου της ψυχής. Και η φύση γύρω, στο ημίφως, στις σκιές και τα παιχνιδίσματα φωτός του πρώιμου φεγγαριού, έπαιρνε παράξενα σχήματα, εντείνοντας την αίσθηση της διαφορετικότητας, του μυστηρίου.
    Την πλημμύριζε η ζεστασιά της αγάπης του, που την ένιωθε να ξεχύνεται σε όλους τους αρμούς και τις αισθήσεις, σαν να βυθιζόταν σε ένα χλιαρό ποτάμι ζωής, που οδηγούσε σε καινούργιους κόσμους, ένα φωτεινό ποτάμι που έσμιγε στο φως της ψυχής.
    Δεν είχε μιλήσει για αγάπη. Ούτε για έρωτα.
Για ποιόν λόγο να το κάνει;
    Ο αληθινός έρωτας και η αγάπη δε χρειάζεται λόγια. Είναι πέρα από εκείνα, πιο δυνατός, μιλά με τη δική του παντοδύναμη γλώσσα….»
σελίδες 129-130
    Η Άννα Σικελιανού, υπήρξε μια πολύ τυχερή γυναίκα στην ζωή της,-θυμάμαι όταν την πρωτοσυνάντησα, και της μίλησα για το άσπρο σπιτάκι τους στην Σαλαμίνα, στην περιοχή της Φανερωμένης, που τόσες φορές σαν παιδί είχα επισκεφτεί-, με πολύ ευγένεια και διακριτικότητα αναφέρθηκα στην μεγάλη της τύχη, να συναντήσει τον έρωτα και να λοκληρωθεί σαν γυναίκα, στο πρόσωπο ενός ποιητή Μύθου και Θρύλου μαζί και στην αμέριστη αγάπη και συντροφικότητα ενός ανιδιοτελούς επιστήμονα. Η απάντησή της ήταν καταφατική. Αυτό το βιογραφικό παραμύθι ζωής των τριών υπάρξεων και η μαγγανεία του περιβάλλοντος που εξελίσσονται τα γεγονότα ζωής και ονείρου, δεν έφυγε ποτέ από την σκέψη της, δεν λησμονήθηκε στο σεντούκι των προσωπικών της αναμνήσεών, έγινε ένα λυχνικό εικονοστάσι που η Άννα Καμπανάρη-Καραμάνου, η Άννα Άγγελου Σικελιανού διατήρησε άσβεστο σε όλη την διάρκεια του επίγειου βίου της. Η ίδια, χρήστηκε από την Μοίρα, να γίνει συμμέτοχος και κοινωνός ενός κόσμου πλούσιων εμπειριών και προσωπικών επιλογών που ολοκληρώνουν του καθενός την μυστική πορεία, ανεπανάληπτα και ανεξίτηλα. Τρυφερή και πρόσχαρη, κυρία και αρχόντισσα, θερμή και φιλική, κοκέτα και υπέρμαχος της ομορφιάς όπου την συναντούσε, είτε σε ένα πρόσωπο, είτε σε μια γλάστρα με βασιλικό, είτε σε μια πασχαλίτσα, είτε σε ένα υφαντό είτε ακόμα σε ένα απλό καθημερινό υπέροχο μεζέ-που με τόση αγάπη έφτιαχνε-είχε το χάρισμα της δωρεάς και της απύθμενης ευαισθησίας, της αποδοχής της ζωής σαν όνειρο, γιαυτό την βίωσε και της δόθηκε σαν μυθιστόρημα .
    Όταν μου ‘δωσε για πρώτη φορά τ’ όνομά του, μια γλυκιά ζάλη από περηφάνια για ότι μου εμπιστευότανε γέμισε όλη μου την ύπαρξη και φοβήθηκα για τ’ αποτελέσματα , μα τώρα που μου το ξανάδωσε και πήρε κι εκείνος το δικό μου από μένα, σαν φόρεσα μιαν αρματωσιά που με προστάτεψε για πάντα από κάθε άλλη φιλοδοξία και προχώρησα άφοβα προς το θαύμα της ζωής που ετάξαμε στον εαυτό μας με πίστη, ευλάβεια κι αλήθεια!
     Ξαναγύρισα στην Αθήνα, θα χρειαστεί σε λίγο να τον ακολουθήσω κι εγώ για τις διατυπώσεις του διαζυγίου μου.
    Η ζωή, που μου χάρισε έναν Άγγελο, μου ζήτησε απαράδεκτη πληρωμή όταν έπρεπε να καταθέσω πως ο Γιώργος μου φερνότανε άπρεπα. Πίστευα πως δεν θα μιλούσα ποτέ γι’ αυτόν παρά την καλοσύνη του, την ευγένειά του, την τιμιότητά του, τις γλυκές φροντίδες του και για το φαρμάκι που άθελά μας τον ποτίσαμε. Αλλά όχι, ένας γάμος δεν λύνεται με παινάδια, πρέπει να μπεις στο ψέμα, στις δικολαβίες, για να πάρεις το συχωροχάρτι, κι ο Έρωτας κι ο Πόνος μπλέχτηκαν τότε σε μια ρίζα αξεχώριστη.
    Αμέσως έπειτα, ο Άγγελος απάντησε σ’ ένα γράμμα του Γιώργου, που του είχε γράψει καιρό πριν, μ’ αυτά περίπου τα λόγια: «Θέλω να πλησιάσω την ψυχή σας με θρησκευτική αγωνία και να κριθώ ουσιαστικά, γιατί όσο κι αν έχω εγκληματήσει κατά την ανθρώπινη δικαιοσύνη, έχω το δικαίωμα να στραφώ μ’ ελπίδα στη σφαίρα της ανώτερης αγάπης και να σας εξομολογηθώ πως στο πρόσωπο της Άννας αντίκρισα τη μόνη γυναικεία Ύπαρξη που διατήρησε αλώβητο το αίσθημα της ζωής στην πιο υψηλή Ενότητά του και με τη βοήθειά της θα ολοκληρώσω τα υπέρτατα ιδανικά της ψυχής μου».
Ο Γιώργος του μήνυσε με μένα πως πίστευε στην ευτυχία μας και τον ευλογούσε και πως θα του έγραφε ο ίδιος έπειτα από το γάμο μας…..
Άννα Σικελιανού, Η ζωή μου με τον Άγγελο, εκδ. Εστίας χ.χ., σ. 109-111     

Ενδεικτική Βιβλιογραφία και Βιβλία της Άννας Σικελιανού
• Άννα Σικελιανού, Η ζωή μου με τον Άγγελο, Εστία χ.χ.
• Άννα Σικελιανού, Ένα τραπέζι θυμάται, Αθήνα 1995
• Άννα Σικελιανού, Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, Ίκαρος 2002
• Άννα Σικελιανού, Mary Webb, «Το ακριβό φαρμάκι», Νεφέλη 1986.
  Πρόλογος Άγγελος Σικελιανός
• Άννα Σικελιανού, μετάφραση, Μ. Γ. «Η αλεπουδίτσα», Νεφέλη 1988
• Άννα Σικελιανού, μετάφραση, Ισιδώρα Ντάνκαν, «Η ζωή μου», Νεφέλη 1990
• Άγγελος Σικελιανός, Γράμματα στην Άννα, Ίκαρος 1980, πρόλογος Α. Σικελιανού
• Άννα Άγγελου Σικελιανού, περ. η λέξη τχ. 136/11,12,1996
  Μια φωτογραφία ανοίγει τον Παράδεισο
------
• Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, «Στο άρρητο υφάδι της ζωής τους». Άγγελος Σικελιανός-Άννα Άγγελου Σικελιανού, εκδ. Γρηγόρη 2002.
Προλογίζει η Άννα Σικελιανού.
(Στο 126 σελίδων αυτό βιβλίο, εκτός από το μελέτημα της συγγραφέως, υπάρχουν ασπρόμαυρες φωτογραφίες της Άννας και του Άγγελου Σικελιανού, που κοσμούν την έκδοση, και όπως η συγγραφέας γράφει, στο Επίμετρο, αναδημοσίευση των κειμένων για την Άννα Σικελιανού, που δημοσιεύτηκαν στο Αφιέρωμα του περιοδικού Συριανά Γράμματα:
Άννα Σικελιανού, Αυτοβιογραφικό
Άννα Άγγελου Σικελιανού, Με την αγάπη μου για τα «Συριανά γράμματα»
Άννα Άγγελου Σικελιανού, Και φοβάμαι και ελπίζω
Ελένη Καζαντζάκη, Για την Άννα Σικελιανού
Κική Ν. Ακριτίδη, Άννα Σικελιανού
Γεωργία Κακούρου-Χρόνη, Η αγάπη βλέπει σωστά
Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Αννούλα, όμορφη και σοφή φιλενάδα μου
Άγγελος Δεληβοριάς, Άννα Σικελιανού
• Κατερίνα Λαμπρινού, «Έλλη Αλεξίου/Λιλή Ζωγράφου/Άννα Σικελιανού». Τρεις Δρόμοι, εκδ. Αυτογνωσία 1989.
(Στις σελίδες 67-78, αναδημοσιεύεται η συνέντευξη της Άννας Σικελιανού, στην εφημερίδα «ΡΕΘΕΜΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ» 6 Φεβρουαρίου 1988, στην συγγραφέα, με τίτλο: «Άννα Άγγελου Σικελιανού, Άγγελος Άννας Σικελιανού, κρατώ το χέρι σου στην πιο ψηλή κορφή και βλέπω»  
• περιοδικό Ευθύνη τχ. 109/1,1981
  Γράμματα στην Άννα (βιβλ/κη)
• Μάνος Χωριανόπουλος, Ακρόπολη 1/3/1981
  Η Άννα Σικελιανού μιλάει για τον ποιητή του Αλαφροϊσκιωτου
• Λείας Παπαευστρατίου, περιοδικό Γυναίκα τχ. 814/25-3-1981
  Ο Άγγελος της Άννας Σικελιανού. Μια συζήτηση…
• Ελένη Κυπραίου, Ελευθεροτυπία 23/4/1990
  Η Άννα Σικελιανού μιλάει για την Ισιδώρα Ντάνκαν.
• Γεωργία Καρρά, Δημοσιογράφος 17/6/1990
  Συνέντευξη με την Άννα Σικελιανού. Τα Βάθη μιας ζωής.
• Πάρι Επιτροπάκη, Η Αυγή 17/2/1991
  Συνέντευξη με την Άννα Σικελιανού. 40 χρόνια από το θάνατο του ποιητή.
  Τατιάνα και Ροζέ Μιλλιέξ, «Μέσα στην Κατοχή, μας δώρισε τη φιλία του»
• περιοδικό Συριανά Γράμματα τχ. 20/10,1992
• περιοδικό Εικόνες τχ. 362/9-10-1991
• Άννα Γριμάνη, περιοδικό Ένα τχ. 25/17-6-1992
  Άννα Άγγελου Σικελιανού, Μια ζωή ένα «Συμπόσιο»
  Άννα Σικελιανού. Υπό το φως του Απόλλωνα
• Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, περ. Ρόπτρο τχ. 2/3,1993
  Ανναβδοκιά. Της Άννας Σικελιανού-της Βδοκιάς
• Γεωργία Καρρά, Ελεύθερος Τύπος 14/2/1993
  Άννα Σικελιανού-Δεκατρία χρόνια με τον Άγγελο της ζωής μου
• Ζαχαρίας Καραταράκης, Εξόρμηση 15/5/1994
  Μια συνάντηση με την Άννα Σικελιανού. Ο Μύθος και η ζωή με τον Σικελιανό.
• Ζαχαρίας Καραταράκης, Εξόρμηση 29/5/1994
  Κουβεντιάζοντας με την Άννα Σικελιανού (20/8/1990)
• Γεωργία Καρρά, Ελεύθερος Τύπος 16/4/1995
  Άννα Σικελιανού: Τα αναποδογύρισα όλα για έναν ποιητή, αλλά δεν το μετάνιωσα.
• Γιώργος Δ. Σαρηγιάννης, Τα Νέα 5/7/1996
  Συνέντευξη της Άννας Σικελιανού. «Συζώ ακόμη με τον Άγγελο»
• Ναταλί Χατζηαντωνίου, Ελευθεροτυπία 21/7/1997
  Απών-μα πανταχού παρών-ο Σικελιανός
• Βαγγέλης Ψυρράκης, Απογευματινή της Κυριακής 13/7/1997
  Η Άννα Σικελιανού θυμάται τον Άγγελο Σικελιανό. Βάρδο του Ελληνισμού και
  Κήρυκα της παγκόσμιας συναδέλφωσης.
• Γεωργία Καρρά, Ριλάξ Κυριακή 13/4/1997
  Άννα Σικελιανού, «Ο Μεγάλος έρωτας επιβιώνει»
• Κώστας Ρεσβάνης, Τα Νέα 8/7/2000. Τα Πρόσωπα τχ.20
  Συνέντευξη: Ζω για να θυμάμαι τον Άγγελο.
  Κώστας Μπουρναζάκης, «Ο μαραθώνιος για να συγκεντρωθούν οι 600 επιστολές.
• Δημήτρης Κονιδάρης, περιοδικό Πόρφυρας τχ. 107/4,6,2003
  (βιβλι/κη) για το βιβλίο της Παρασκευής Κοψιδά Βρεττού
• Χαρίκλεια Δημακοπούλου, εφημερίδα Εστία 6/10/2012
  Άννα Σικελιανού, η ζωή σαν μυθιστόρημα (βιβ/κη)
• Γιώργος Παπαδάκης, περιοδικό Πνευματική Ζωή τχ. 209/3,4,2012
• Κατερίνα Λυμπεροπούλου, εφημερίδα Το Βήμα 30/9/2012
  Έρωτας στο σανατόριο
• Ελένη Χωρεάνθη, στο μπλοκ της-στο διαδίκτυο, Πέμπτη 3/1/2013
 Δοκίμια: Με την κυρία Άννα Άγγελου Σικελιανού
• και από την ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ,
-Γιώργος Λεονάρδος, www. Oanagnostis. gr 8/4/2013
-Πάνος Τουρλής, ww.captainbook. gr, 11/12/2012
     Την ίδια εκείνη εποχή είχαμε την ελπίδα του νέου καρπού που περιμέναμε, όμως δεν ωρίμασε από τις σκληρές συνέπειες της ζωής που άφηνα στο Πήλιο. Μια οδυνηρή δοκιμασία που με οδήγησε σε σκληρές και ακραίες αποφάσεις, να φτάσω στο στην ολοκληρωτική στέρηση της ζωής μου με τον Άγγελο. Όμως η στοργή και η αβρότητα στα λόγια του, το χάδι της φωνής του ξανάφεραν τη ζεστασιά στην Ψυχή μου. Ακολούθησαν οι αγαπημένες μέρες της μοναξιάς και της δουλειάς που είχε αναλάβει ο καθένας. Εκείνος με την Ποίηση κι εγώ με το σπιτικό και πίστευα στη σπουδαιότητα του έργου και των δυό μας, γιατί ο Άγγελος έδινε μεγάλη σημασία στο πάθος του αντικρίσματος της ζωής.
    Τον Απρίλη ήρθε ο άντρας μου από το Πήλιο να μάθει την απόφασή μου. όταν είδα την οδύνη στα θολωμένα μάτια του, δεν είχα παρά να γονατίσω μπροστά του αμίλητη.
    Μερικές εικόνες της ζωής αρπάζονται απ’ τα σπλάχνα μας και μας συντρίβουν, χωρίς να ξέρουμε από πού θα βρούμε συγχώρεση. Το δίβουλο αίμα μας, φιλιώνει με τη ζωή μας διαπαντός.
    Έτσι έφυγα από την Αθήνα και γύρισα πάλι στο βουνό με τον άνθρωπό μου, γιατί δεν άντεχα να τον βλέπω με ταραγμένο μυαλό κι αβοήθητο. Άρχισε τότε μια αλληλογραφία με τον Άγγελο που κράτησε πέντε μήνες, ωστόσο τα γράμματα δεν φέρνουνε φως παρά φλόγες πύρινες. Θυμήθηκα τους καημένους τους θεούς, ανήμπορους μπροστά στη Μοίρα, τίποτε δεν αλλάζει, απ’ ότι έχει γίνει με τη βούλησή μας. Μα υπάρχει ποτέ δική μας βούληση;
    Σ’ αυτή την περίοδο ο Άγγελος μου έστειλε το δαχτυλίδι του-σφραγίδα των Δελφών-και μου μήνυσε πως δεν θα γράψει ούτε μια λέξη χωρίς αυτό. Τί κουράγιο μου έδωσε τότε μια σφραγίδα-την φορώ ακόμη στις επίσημες ημέρες και πάλι μου δίνει κουράγιο.
     Ωστόσο ήρθε η ώρα να φύγω οριστικά απ’ τον Ουράνιο Θόλο του βουνού με αγκουσεμένη καρδιά, και πήραμε πάλι τη βάρκα μας και κατευθείαν στο άσπρο σπιτάκι του «Ονείρου» με την ίδια ζωή, όπως στο μεσοδιάστημα της αιωνιότητας όπου είχαμε πρωτοσυναντηθεί….
Άννα Σικελιανού, Ο Ποιητής Άγγελος Σικελιανός, εκδ. Ίκαρος 2002, σ.25-26
    Το βιβλίο των Κωνσταντίνου Ι. Γουργουλιάνη και Νίκου Κ. Κυριαζή, είναι ένα εξαίρετο μυθιστόρημα που κινείται σε πολλαπλούς συνδεδεμένους μεταξύ τους κύκλους, του μύθου της ιστορίας του έρωτα, του ιδεαλιστή επιστήμονα της γυναίκας όνειρο και του μύστη ποιητή, όλα κάτω από την σοφή και αρχέγονη καθοδήγηση του Κένταυρου Χείρωνα και τις φωτεινές σκιές της ζωοδότρας ζωής του Βουνού του Πηλίου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015
Πειραιάς, 25/10/2015     
Υ. Γ.
Παιδιά σηκωθείτε
να βγούμε στους δρόμους
γυναίκες και άντρες με τον ΕΝΦΙΑ
στα χέρια
στην τίμια της πατρίδος μας φορολογία
πάντα πιστοί
στην κυβερνητική πεπατημένη φορολογική εισπρακτική παράδοση
που από την κούνια μας ακολουθεί
να δημιουργήσουμε
τα νέα μνημονιακά αριστερά τζάκια της καινούργιας εποχής,
στα τούρκικα σήριαλ πάντα πιστοί ακροατές
Κόψτε συντάξεις, κόψτε επιδόματα
κόψτε από τα κομμένα
των προηγούμενων κυβερνητών
φορολογήστε χήρες,
φορολογήστε χήρους και χηρόπουλα
φορολογήστε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη
που η θειά Χαδούλα του
βοήθησε στην υπογεννητικότητα της χώρας
αφού το γύναιο αυτό, τα έπνιγε
φορολογήστε τον Αντρέα Καρκαβίτσα
που δείχνει στο έργο του την αφορολόγητη επαρχία
φορολογήστε τον Νίκο Καζαντζάκη
που τόλμησε ο αθεόφοβος ,ο αντίχριστος
να αποκαλέσει την ιδεολογία του Κομμουνισμού, η ψώρα του καιρού μας
(από τότε).
Φορολογήστε
εργαζόμενους και εργαζόμενες
ανέργους και άνεργες
την αρχαία γραία ψωροκώσταινα
μην λησμονήσετε
η χώρα αντέχει,
η πατρίς πορεύεται με την συμπαράσταση του Ολανδρέου
κανείς της γενιάς μου δεν θα βγει σε σύνταξη
Τάδε Έφη.
Κορίτσια, ο Μπάρκουλης
ξεχάστε φορολογία και ΕΝΦΙΑ
Τεκνάκια, ο Γιαννακάς
στηθείτε στην ουρά της ανεργίας.
Συνέλληνες ψηφοφόροι, ο Κούρκουλος
Η Τασώ(η γειά σου κοκάλο),
καταστρώνει τον νέο φορολογικό χάρτη
για όλους αυτούς, που ξέχασαν να δηλώσουν τα εκατομμύριά τους
Αλήθεια,
ποιος πρώτος έλλην άνθρωπος
-μια και εμείς τα είπαμε όλα και τα ξέρουμε όλα-
δημιούργησε την λέξη Φόρος;
Ο αρχαίος Σόλων,
οι Φοίνικες,
ή μήπως είναι λέξη Σανσκριτική
Πληρώστε, πληρώστε, πληρώστε
τρείς
κάτι θα μείνει στα Ταμεία
Απολύεστε εν Ειρήνη.
Δεν γράφω ποιος το λέει αυτό

για να μην φορολογηθεί και αυτός.           

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

 ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

     Υπάρχουν βιβλία, που ξυπνούν μνήμες, που ενεργοποιούν συναισθήματα, που φέρνουν στον νου παραστάσεις και εικόνες παιδικές, όνειρα λιγώματα ζωής περασμένης, που ενώ νόμιζες ότι έχουν χαθεί στα βάθη του προσωπικού σου χρόνου, ξαφνικά αναδύονται μπροστά σου και σου υπενθυμίζουν την δική τους καθοριστική συμβολή στην ιστορία του παρόντος χρόνου σου, μνήμες που ζητούν να επανέλθουν στην επιφάνεια της τωρινής σου ζωής, γιατί «κουράστηκαν» να βρίσκονται καταχωνιασμένες μέσα στο μικρό και στενάχωρο σεντούκι του μυαλού σου. Εκεί που κάθε άνθρωπος ξεχωριστά και ανεπανάληπτα κρατά τα κλειδιά του δικού του παραδείσου, φυλάει αναμμένη τη δάδα της δικής του πύρινης μνημονικής κόλασης. Μια που όλοι μας πλέον κατανοούμε, ότι αν υπάρχει παράδεισος σε αυτήν την σκοροφαγωμένη ζωή του καθενός μας, αυτός είναι τα πρώτα ανέμελα, ξέγνοιαστα, μισό τρυφερά, μισό αθώα, ανεπαίσθητα ενοχικά χρόνια των πρώτων παιδικών μας χρόνων, τότε που ο καρπός της γνώσης και η επίγνωση των επιπτώσεων των πράξεών μας, ήταν κάτι εντελώς άγνωστο, κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί η τρελή, πολύχρωμη σαν πεταλούδα μικρή φαντασία μας. Τα παιδικά μας χρόνια, είναι το σκαρί-σχεδία της μνήμης που πάνω της μετέπειτα ναυαγοί της ζωής πορευόμαστε.
    Τα γράφω αυτά για να πω, ότι μνήμες των παιδικών μου χρόνων-των χρόνων του δημοτικού σχολείου της δεκαετίας του 1960 παραθερισμού μου στην Φανερωμένη, μου έφερε στον νου το βιβλίο των Κωνσταντίνου Ι. Γουργουλιάνη και Νίκου Κ. Κυριαζή «Άννα Σικελιανού-Ο έρωτας και το όνειρο», Η ζωή της σαν μυθιστόρημα, που διάβασα πρόσφατα.
    Οι φτωχές και λαϊκές οικογένειες, των μεροκαματιάρηδων ανθρώπων της δεκαετίας του 1960, συνήθιζαν να παραθερίζουν σχεδόν κάθε καλοκαίρι στην περιοχή της Φανερωμένης, στην Σαλαμίνα. Όταν τα θαλάσσια νερά της ήταν ακόμα πεντακάθαρα και το φυσικό της περιβάλλον μαγευτικό και φιλόξενο. Η Μονή της Φανερωμένης της Σαλαμίνας, ενοικίαζε τον πριν και μετά αυτής χώρο, σε οικογένειες που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν πολύμηνες διακοπές σε άλλα μέρη της Ελλάδας ή του εξωτερικού. Η περιοχή πριν και μετά το Μοναστήρι και από τις δύο πλευρές της λεωφόρου, έσφυζε από άσπρα μικρά τσαντίρια φτωχών οικογενειών, που παραθέριζαν από τις αρχές σχεδόν του καλοκαιριού μέχρι της εορτής του Τιμίου Σταυρού, και, οι πιο τυχεροί, και μετά τις 15 Σεπτεμβρίου, όταν οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Κάθε οικογένεια, μπορούσε να νοικιάσει ένα «οικόπεδο» που τα όριά του ορίζονταν για το συγκεκριμένο διάστημα από το Μοναστήρι. Καθόριζε τα σχετικά όρια που θα έστηνε το τσαντίρι της, βάφοντας με ασβέστη τόσο τα πεύκα που βρίσκονταν μέσα στην μικρή περιοχή της, όσο και με μικρές ασβεστωμένες πέτρες που κύκλωναν τον χώρο μέσα στον οποίο οι οικογένειες έστηναν την μικρή τους πραμάτεια που θα περνούσαν το τρίμηνο περίπου των διακοπών τους. Το ίδιο πράτταμε και εμείς, για αρκετά χρόνια αρχές του καλοκαιριού, καλούσαμε ένα μεγάλο αμάξι, και φορτώναμε τα δικά μας φτωχικά συμπράγκαλα, σαν άλλος οικογενειακός θίασος, πριν την κατοπινή ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, και όταν φτάναμε στο Πέραμα, περνούσαμε με το φέρρυ μποτ απέναντι στα Παλούκια,-όπου ο παππούς Αντώνης ήταν φύλακας, σε δυό παλαιά ελλιμενισμένα μεγάλα πολεμικά καράβια-και από εκεί, διασχίζοντας την περιοχή της Κούλουρης, ταξιδεύαμε για την Φανερωμένη και το μικρό «οικόπεδο» που νοικιάζαμε.
    Τα υπάρχοντα του οικογενειακού μας παραθερισμού ήταν: μια μεγάλη λευκή σκηνή φτιαγμένη από χοντρό καραβόπανο, με τα σχετικά της εξαρτήματά (πασσάλους, σχοινιά, μεταλλικοί κρίκοι) που την στήναμε στο χώμα, και την δέναμε στα δέντρα για να κρατιέται σταθερή σε ενδεχόμενες ξαφνικές άσχημες καιρικές συνθήκες. Η σκηνή αυτή, χωρούσε δύο το πολύ ράντζα και μια πλαστική ντουλάπα για τα ρούχα μας, κάτω στο χώμα, στρώναμε κουρελούδες ή μικρά χραμάκια, αφού πρώτα είχαμε καθαρίσει τον μικρό μας ενοικιαζόμενο χώρο, από πέτρες και τσουκνίδες που είχαν σωρευτεί την χειμερινή περίοδο. Μια παράγκα, που ο κυρ Μπάμπης είχε φτιάξει κομμάτι-κομμάτι από καδρόνια και κόντρα πλακέ, βαμμένα θαλασσί και τα ανάλογα ελενίτ που θα μας χρησίμευαν για σκεπή, (η γνωστή γκουμούτσα) και ήταν έτοιμη η μικρή παραθαλάσσια κουζινίτσα μας, που χώραγε ένα μικρό δίπορτο ψυγείο πάγου, μια γκαζέρια και ένα πετρογκάζ,  ένα μικρό ντουλαπάκι για τα τρόφιμα και τα άλλα καθημερινά χρειαζούμενα που θα χρησίμευαν στο καθημερινό νοικοκυριό της κυρά Βάσως. Έξω, δίπλα στην κουζίνα μας, υπήρχε ένα τραπέζι με το σχετικό λευκό τραπεζομάντιλο και την γλάστρα μέσα σε ένα πιάτο με τον ανθισμένο βασιλικό στην μέση, πάνω στο τραπέζι τα τασάκια για τα τσιγάρα ήταν τοποθετημένα σε μικρά δαντελένια χειροποίητα σεμεδάκια, μερικές καρέκλες ξύλινες με τα πολύχρωμα μαξιλαράκια τους, και φυσικά, ένα μεγάλο σιδερένιο βαρέλι τοποθετημένο πάνω σε σκαμπό με μια μικρή βρύση στο κάτω μέρος του, που το γεμίζαμε με νερό, από τα ειδικά αμάξια-υδροφόρες που έρχονταν από τα παλούκια δύο με τρείς φορές την εβδομάδα και εφοδίαζαν τους κατασκηνωτές με πόσιμο νερό, αλλά και για τις άλλες οικογενειακές τους λάτρες. Το νερό το πληρώναμε θυμάμαι δυό δεκάρες τον ντενεκέ,-αυτές τις τρύπιες στην μέση ασημένιες δεκάρες, πόσο μας κόστιζε το γέμισμα του βαρελιού; η μνήμη έχει κενά. Ηλεκτρικό δεν είχε η περιοχή, χρησιμοποιούσαμε το περιβόητο Λουξ με μπουκάλες υγραερίου ή λάμπες πετρελαίου που το γυαλί τους ήταν τόσο εύθραυστο, που συνεχώς μου έσπαζε όταν προσπαθούσα να το καθαρίσω από την κάπνα,-και όπως ήταν επακόλουθο τις έτρωγα από την κυρία Βάσω, την μοδίστρα. Όταν την ανάβαμε-την μικρή μας λάμπα-βάζαμε ένα τσιμπιδάκι στο χείλος του γυαλιού της, για να μην υπερθερμανθεί και σπάσει. Φτιαχνόταν επίσης και μια μικρή τετράγωνη παράγκα που αφού σκάβαμε έναν λάκκο κοντά στην λευκή σκηνή, την χρησιμοποιούσαμε για τουαλέτα. Μπροστά στην σκηνή, η μητέρα, τοποθετούσε ένα κρεβάτι με κουνουπιέρα για τον μεσημεριανό ύπνο, την καθημερινή σιέστα, πριν το απογευματινό κολύμπι, αν μας άφηναν να κοιμηθούμε οι καλλίφωνοι λιτοδίαιτοι τέττιγες, που τόσο αγαπά ο παππούς μας ο Αίσωπος. Οι ασβεστωμένες πέτρες μπροστά στην σκηνή, που χρησίμευαν ως πόρτα, σχημάτιζαν δυό μεγάλους κύκλους, που μέσα τους φυτεύαμε καλαμπόκια ή τοποθετούσαμε δύο μεγάλες βαμμένες πήλινες γλάστρες με τριανταφυλλιές που μοσχομύριζαν και που το άλικο χρώμα τους ήταν χάρμα οφθαλμών. Αν άγγιζες τα μικρά κόκκινα πέταλά τους, και δεν σε τρυπούσαν τα αγκάθια τους, νόμιζες ότι άγγιζες βελούδο. Ο μικρός κόκκινος ροδώνας του καλοκαιριού. Οι πευκοβελόνες πάλι των θεόρατων πεύκων, μας χρησίμευαν για να σχηματίζουμε μικρά σχήματα στο χώμα, καθώς προσπαθούσαμε να σχεδιάσουμε διάφορα σχήματα στο έδαφος για να ομορφύνουμε τον χώρο, και κάθε φορά, για μία ακόμη φορά, μας χαλούσαν τα υποτυπώδη σχέδια ο ατέλειωτος στρατός των μυρμηγκιών που τις κουβαλούσαν με γρηγοράδα σε άλλα μέρος χαλώντας μας τα υποτυπώδη σχέδια. Πολλοί δένανε σχοινιά στους κορμούς των πεύκων και απλώνανε την λεγόμενη τέντα για ίσκιο, άλλοι κρεμούσαν μια αιώρα που ξάπλωναν τα μεσημέρια για να χαλαρώσουν από τις ασκήσεις των θαλάσσιων μπάνιων. Ορισμένοι, οι ποιο τολμηροί, περιέφραζαν τον χώρο τους με χοντρά σχοινιά για να αποτρέπουν την ανεπιθύμητη πρόσβαση των γειτόνων, ή των διαφόρων οικόσιτων ζώων. Η αγωνία και το άγχος των προετοιμασιών για τις επερχόμενες διακοπές μεγάλωνε των τότε μικρών μαθητών, όταν έκλειναν τα δημοτικά σχολεία, και ο έλεγχος είχε λάμβαναν για την προαγωγή στην επόμενη τάξη ήταν με καλό βαθμό, ώστε να μην χρειάζεται να κάνουν καλοκαιριάτικα επαναλήψεις μαθημάτων της προηγούμενης χρονιάς. Πέρα από το γεγονός ότι ο προβιβασμός στην επόμενη τάξη δήλωνε στο οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον ότι δεν είσαι κουμπούρας, το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα συνήθως την προσφορά ενός δώρου, μέσα στα εθιμικά πλαίσια της επιβράβευσης των καλών βαθμών. Ποτέ μου δεν πήρα δέκα, μια και ήμουν και εξακολουθώ να είμαι κακογράφος, με κάτι ορνιθοσκαλίσματα γράμματα. Ο γράφων τις αναμνήσεις αυτές, έβαζε σε μαύρη ασήκωτη σχολική σάκα, που κλείδωνε με μικρό κλειδάκι, τις πολύχρωμες ξύλινες νερομπογιές του και τα μεγάλα μπλοκ ιχνογραφίας με το τσιγαρόχαρτο που τα φυλούσε ως κόρη οφθαλμού με μεγάλη προσοχή κατά την διάρκεια του ταξιδιού, μια που συνήθιζε να ζωγραφίζει ότι έβλεπε μπροστά του, όχι σαν παιδί θαύμα των εικαστικών τεχνών,-μακριά από εμέ η ύβρις αυτή-αλλά για να εξασκείται στην καλλιγραφία για την επόμενη τάξη μπας και ανεβάσει τον βαθμό του. Σε  μια άλλη δερμάτινη τσάντα με αρκετές θήκες τοποθετούσε με απεριόριστη χαρά και ικανοποίηση τα σχετικά για όλους τους μπόμπιρες της εποχής εκείνης, παιδικά βοηθήματα της εξωσχολικής μας αγωγής, που έτρεφαν την άπλαστη ακόμα φαντασία μας και μας έκαναν να ξεχνάμε έστω και για λίγες εβδομάδες τους αριθμούς με τους πολύπλοκους συνδυασμούς τους που μας βασάνιζαν στο σχολείο, τα σύμφωνα και τα φωνήεντα της γραμματικής, με τις δασείες, τις ψηλές και τις περισπωμένες που σκέπαζαν τα ωμέγα και τα ήτα σαν μικρά καπέλα, και τις ακατανόητες σε εμάς υπογεγραμμένες των υπέροχων δοτικών, (τω καιρώ εκείνω…) της απελθούσας χρονιάς του δημοτικού, περιοδικά όπως ο μικρός σερίφης, ο μικρός καουμπόι, ο Μπλέηκ με τον καθηγητή μυστήριο, τα μικρά έγχρωμα εικονογραφημένα κλασσικά, ο περιβόητος Λούκι Λουκ, ο Τιραμόλα, ο Αστερίξ και ο Οβελίξ, και δεκάδες τεύχη με μικρά ή μεγάλα Μίκυ Μάους. Όλα τα  πολύτιμα για την ηλικία μας παιδικά περιοδικά που μας έκαναν να ταξιδεύουμε σε κόσμους ονειρικούς και μαγεμένους, τα καλοκαιρινά ξάστερα βράδια όταν κοιμόμασταν έχοντας στέγη τον ουράνιο θόλο και που πάντοτε μετρούσαμε τα αστέρια της μικρής και μεγάλης Άρκτου με μεγάλη περιέργεια, και πάντα κάτι τύχαινε και μπερδευόμαστε στο μέτρημα, καθώς μας νανούριζαν τα εκατοντάδες τζιτζίκια, και μας παρακολουθούσε με τα μεγάλα φωτεινά μάτια της μια μικρή κουκουβάγια, που κούρνιαζε σε πεύκο μέσα στα δικά μας περιφραγμένα με τις ασβεστωμένες πέτρες μας όρια. Τα πρωινά, μας ξυπνούσε ο κόκορας της γειτόνισσας ή η μυρουδιά του γάλα με το κακάο που ετοίμαζε η μητέρα, μπορεί και ο κτύπος του κουταλιού μέσα στην κούπα, καθώς η μητέρα χτυπούσε τον κρόκο του αυγού μέσα σε τρις κουταλιές ζάχαρη και μια κουταλιά κακάο για να κόψει την μυρωδιά της αυγουλίλας, ή συνήθως, η φωνή του μανάβη με την σούστα γεμάτη φρούτα, λαχανικά και άλλα είδη της εποχής, στοιβαγμένα μέσα σε μεγάλα ψάθινα καλάθια και έναν καταϊδρωμένο από την καλοκαιρινή ζέστη και το βάρος κυρ Κλημέντιο που κουβαλούσε και τραβούσε αγόγγυστα και σιωπηλά την άμαξα, στολισμένος με πολύχρωμες χάντρες, πάντοτε ήρεμος, πάντοτε σκυφτός, θέλοντας ο καημενούλης γαϊδαράκος να μας προετοιμάσει με το παράδειγμά του, για τα δικά μας βάρη της κατοπινής ζωής μας. Τα μικρά και πειραχτήρια πιτσιρίκια, αυτόν τον συγκεκριμένο γαϊδαράκο του κυρ Κώστα του μανάβη, τον είχαμε ονομάσει ο μικρός Κοκός, ποιος ξέρει που είχαμε ακούσει αυτό το όνομα και τον φωνάζαμε έτσι όποτε μας ξύπναγε.
    Σιμά μας τότε όπως θυμάμαι, παραθέριζε και η κυρία Μαριάνθη, με τα δυό της μικρά αγόρια,-τον Γιάννη και τον Μπούλη-που κάναμε παρέα όλο το καλοκαίρι, και των οποίων ο παππούς, ο κυρ Γιάννης, έστηνε ξόβεργες και έπιανε μικρά πουλιά που περνούσαν πάνω από την περιοχή. Πότε μου μέχρι σήμερα δεν κατάλαβα πως άντεχε αυτός ο καλοκάγαθος άνθρωπος να τσακώνει με τα δίχτυα του τόσο μικρά πουλάκια, να τα σκοτώνει και να τα ξεπουπουλιάζει για μεζέ ή φαγητό. Τον μισούσα γιαυτό που έβλεπα ότι έκανε(αλλά βλέπεις, η ηλικία δεν μου επέτρεπε να τον πιάσω και εκείνον μέσα στα ίδια του τα δίχτυα που έστηνε), από τότε, ποτέ μου δεν δέχτηκα να φάω μεζέ ή φαγητό με τόσο μικρά πουλιά. Ακριβώς πίσω μας, έστηνε την σκηνή της η αδερφή της γνωστής λαίκής τραγουδίστριας Πόλυ Πάνου, η γειτνίαση με εμάς για ένα διάστημα, μας έδωσε την δυνατότητα να γνωρίσουμε τόσο στην Φανερωμένη όσο και στην Αθήνα, στο σπίτι της, την γνωστή και καλή λαϊκή αυτή τραγουδίστρια. Κοντά σε εμάς-τότε-παραθέριζε και μια γνωστή όπως έμαθα κατόπιν συγγραφέας, η μητέρα της οποίας, είχε μεγάλες κλούβες με κουνέλια, μεγάλο πειραχτήρι εγώ, συνήθιζα τα μεσημέρια που κοιμόντουσαν να πηγαίνω και να ανοίγω την μικρή πορτούλα του κλουβιού και να βγάζω έξω τα μικρά κουνελάκια με τα τεράστια αυτιά. Το τι επακολουθούσε όταν το έπαιρναν χαμπάρι και τι κυνηγητό για να πιάσουν τα κουνέλια, δεν περιγράφεται, αλλά και το τι ξύλο έτρωγα κατόπιν με την παντόφλα, επίσης δεν περιγράφεται. Αλλά μπρος στην παιχνιδιάρικη αυτή μεσημεριανή συνήθεια, δεν μετρούσαν οι κοκκινίλες στα μπούτια και το τσούξιμο από τις παντοφλιές. Τα βράδια, πολλές φορές, συνηθίζαμε να βγαίνουμε πυροφάνι και να μαζεύουμε καβούρια ή κοκοβιούς στην άκρη της παραλίας, ή να ρίχνουμε τους λεγόμενους κιούρτους με δόλωμα, τους οποίους μαζεύαμε το πρωί, άδειους ή με κανέναν ξεχασιάρη σπάρο που μπήκε μέσα στο συρμάτινο αυτό κλουβί. Υπήρχαν και οι μικροί νυχτερινοί περίπατοι στην λεωφόρο Φανερωμένης είτε προς την μεριά του Μοναστηριού είτε προς την αντίθετη πλευρά που υπήρχε μικρό φέρυ μποτ και σε πήγαινε σε ταβέρνες απέναντι στην Πελοπόννησο, προς την μεριά των Μεγάρων.   Στην πανήγυρι του Μοναστηριού, τον Δεκαπενταύγουστο, πλήθος παραθεριστών και μη προσκυνητών έρχονταν να προσκυνήσουν στην χάρη της όπως έλεγαν, την περίοδο αυτή, στήνονταν Λούνα Πάρκ,-μικρές βαρκούλες-κούνιες, το βαρέλι του θανάτου με τον μοτοσικλετιστή, το γύρω-γύρω όλοι κλπ., και, διάφορα μικρά υπαίθρια μαγαζάκια που πωλούσαν ότι μπορείς να φανταστείς, που έκαναν το παιδικό μας μυαλουδάκι να σβουρίζει ανεξέλεγκτα. Από μικρά ξύλινα σταυρουδάκια, εικονίσματα και λιβάνι που μύριζε λεβάντα, μέχρι μαλλί της γριάς, μηλαράκια φιρίκια καραμελωμένα, καραμέλες τσάρλεστον, σοκολάτες γκοφρέτες, βόλους, άσπρους μεγάλους γαλατάδες και γυαλένια κάθε μεγέθους, και από διάφορα μπιχλιμπιδάκια για το πέτο των γυναικών και των αντρών, μέχρι τσατσάρες, τσιμπιδάκια, σεντόνια και προσόψια με την καλλιγραφικά γραμμένη λέξη «Καλημέρα σας», και από μικρά κουρδιστά παιδικά παιχνίδια μέχρι βίους αγίων, ιερές επιστολές, και πολλά μαντζούνια του βουνού για την βασκανία και τις στέρφες γυναίκες. Στις μικρές, πρόχειρες καλαμοσκεπασμένες ταβέρνες που στήνονταν υπαίθρια κατά μήκος της λεωφόρου Σαλαμίνος, έρχονταν διάφοροι λαϊκοί τραγουδιστές και τραγουδίστριες της εποχής με τις ορχήστρες τους, και το γλέντι, η ελληνική λαϊκή μουσική, ο χορός, το φαγοπότι κρατούσε μέχρι πρωίας, πάνω στις πρόχειρα κατασκευασμένες εξέδρες με τις πολύχρωμες γιρλάντες και τους βαμμένους μικρούς γλόμπους, που μια γεννήτρια τους έδινε φως. Κανείς δεν ήθελε να κοιμηθεί, όταν γίνονταν δίπλα του τέτοιο τρικούβερτο ξεφάντωμα, και ποιος δεν ήθελε να συμμετάσχει σε αυτό το μεγάλο ανθρωπογλέντι, μικροί ή μεγάλοι, άντρες ή γυναίκες, γνωστοί και άγνωστοι επισκέπτες, όλοι ομού, όταν μάλιστα, το μπουζούκι και η φωνή του λαϊκού συνθέτη και ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου σε κρατούσε καθηλωμένο πάνω στην καρέκλα αλλά και κατάχαμα. Εμείς τα πιτσιρίκια, παρακολουθούσαμε ξάγρυπνα με γουρλωμένα κόκκινα μάτια, τα ξένα ή γνωστά μας άτομα, να χορεύουν και να τραγουδούν, να τα τσούζουν και να τρώνε, κοιτάζαμε τις κυκλικές παρέες που διασκέδαζαν, και αν είμασταν τυχερά, πίναμε καμιά γουλιά κόκκινο κρασάκι ή ένα μικρό ποτηράκι ρετσίνα Κουρτάκη που μας έκανε να ξινίζουμε την μύτη μας, τσιρίζοντας μπλιάχ, καθώς έσκαζαν στα γέλια οι μεγάλοι.  Βλέπεις, δεν είχαμε ακούσει ακόμα τίποτα, για τον Αρχαίο Θεό Διόνυσο και τους Σελινούς του, μια και η θεία Λένα-η εθνική μας παιδαγωγός- με την φωνή της, φρόντιζε να μας ξυπνά τα πρωινά με άλλου είδους παραμύθια από το μικρό ραδιοφωνάκι μας. Τα πρωινά, αλωνίζαμε ξένοιαστοι, ξυπόλητοι και διψασμένοι για νέες εμπειρίες και παιδικές περιπέτειες. Εμείς οι τρελομπόμπιρες νέοι κουρσάροι της εποχής, εξερευνούσαμε σπιθαμή προς σπιθαμή, την νήσο ταύτην, είτε πεζοί, είτε με το μικρό μας ποδήλατο, τοποθετώντας ανάμεσα στις ακτίνες της μπροστινής ρόδας το τετράγωνο πάνω μέρος του κουτιού των τσιγάρων ΆΣΣΟΣ για να κάνει θόρυβο καθώς εντείναμε τις ορθοπεταλιές μας. Ένα μικρό τρανζίστορ με μπαταρίες, μας κρατούσε συντροφιά και σε επαφή με τους ανθρώπους, οι ειδήσεις που ακούγαμε, ήταν η γέφυρα με τους άλλους τα καλοκαίρια, μια και δεν υπήρχαν τηλέφωνα. Κάθε μεσημέρι, τότε, οι νοικοκυρές στήνονταν μπροστά στα ραδιόφωνά τους για να ακούσουν τον Λαμπίρη, στα ραδιοφωνικά επεισόδια της «Μικρής, Πικρής μου Αγάπης», αν θυμάμαι σωστά, με τον ηθοποιό Βύρων Πάλλη και την Αφροδίτη Γρηγοριάδου. Ο Ιταλός τραγουδιστής Αλμπάνο και η σύζυγός του Ρομίνα Πάουερ, με το τραγούδι τους Io di notte, και ο Γάλλος Adamo, μεσουρανούσαν στο μουσικό στερέωμα και ακούγονταν από εμάς με μεγάλη μουσική ικανοποίηση, αλλά και η δική μας τραγουδίστρια Τάμμυ με το «Σαν βγήκε απόψε το φεγγάρι, ήταν θλιμμένο και χλωμό», ή τον Πασχάλη Αρβανιτίδη να τραγουδά τον περίφημο «Αλέξη του».  Συνηθίζαμε ακόμα, ανάμεσα στα άλλα παιδικά μας αυτοσχέδια παιχνίδια, να κατασκευάζουμε μόνοι μας, από χαρτόνι και μικρές κόπιτσες, φιγούρες του Καραγκιόζη, και να στήνουμε πρόχειρες νυχτερινές παραστάσεις,-μέχρι πρόσφατα, μέσα σε κούτα της ΝΟΥΝΟΥ κρατούσα τις χάρτινες αυτές φιγούρες του Θεάτρου Σκιών. Τον μπάρμπα Γιώργο και τον Σορ Διονύσιο, τον Χατζιαβάτη και τον  Βεζύρη, τα Κολλητήρια και τον ίδιο τον καμπούρη παιδικό μας ήρωα και λαϊκό διασκεδαστή. Άλλοι, οι πιο μυημένοι, έκαναν συλλογή γραμματοσήμων, προσέχοντας να μην κοπούν τα μικρά δοντάκια στις άκρες των μικρών αυτών τετράγωνων θησαυρών και χαθεί η πολύτιμη αξία τους, άλλα παιδιά, έκαναν συλλογή από σπιρτόκουτα ή μολυβένια στρατιωτάκια που σχημάτιζαν ολόκληρο στρατό παραταγμένο απέναντι στον αντίπαλο, ατέλειωτες μάχες δίνονταν με έπαθλο νίκης τα παιδικά μας περιοδικά που αγοράζαμε με το πενιχρό χαρτζιλίκι μας, ή μας έφερναν ως δώρο. Επισκεπτόμασταν αρκετές φορές το Μοναστήρι της Φανερωμένης, μια θαυμάσια μονή μέσα σε ένα ακόμα ποιό θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον. Στην δεξιά πλευρά του εντός της Μονής δρόμου καθώς ανεβαίνεις, υπήρχε τότες, όπως θυμάμαι, ένας χώρος με μεγάλα συρμάτινα κλουβιά που ήταν γεμάτα με παγώνια, φασιανούς, μπεκάτσες και διάφορα άλλα μικρά ζώα, ήταν κάτι σαν μικρός ζωολογικός κήπος, χωρίς άγρια θα λέγαμε θηρία. Το Μοναστήρι, διαθέτει μικρό αξιόλογο μουσείο με εκθέματα, που βρίσκεται μέσα στο προαύλιο της αυλής, μιας καταπληκτικής αυλής σκεπασμένης και περικυκλωμένης από δεκάδες λουλούδια, που οι μυρωδιές τους σου έκοβαν την ανάσα, και έναν Εσταυρωμένο κρυμμένο μέσα στα άνθη για να σου θυμίζει το αναμενόμενο θαύμα της ατομικής σου πίστης. Την Μονή φρόντιζαν με μεγάλη επιμέλεια και ευλάβεια οι μοναχές της εποχής, υπό την καθοδήγηση της ηγουμένης τους, της περιβόητης Μακρίνας. Μια καλοκάγαθη γυναικεία ύπαρξη, μεγάλων σωματικών διαστάσεων που πάντα είχε κάτι να σε φιλέψει όταν σε συναντούσε. Η ηγουμένη ήταν ο κέρβερος της Μονής, σε αυτήν πληρώναμε το νοίκι, σε αυτήν απευθυνόμασταν όταν είχαμε προβλήματα στην περιοχή, αυτή καθόριζε τα οικόπεδα προς ενοικίαση. Πάνω από την Μονή, σε μεγάλο ύψος στο βουνό, υπήρχε το μικρό κελλί του Αγίου Λαυρεντίου, που είχαμε σαν παιδιά, επισκεφτεί αρκετές φορές, τότε που άντεχαν ακόμα τα πόδια μας, και η πεζοπορία ήταν στην ημερήσια διάταξη για την εξερεύνηση του κόσμου.
    Το Μοναστήρι της Φανερωμένης, βρίσκεται στην πάνω μεριά του δρόμου, ακριβώς από την κάτω πλευρά του, υπάρχει λιμενοβραχίονας που έδεναν οι υδροφόρες που τροφοδοτούσαν με νερό την Μονή. Εκεί, στο κάτω μέρος στην παραλία, απέναντι από την Μονή, βρίσκεται το σπίτι του ποιητή Άγγελου Σικελιανού. Ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι με σκάλα. Καθώς ανέβαινες την ξύλινη και φθαρμένη σκάλα βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά, δυό μικρά δωμάτια σχεδόν άδεια, με μερικές καρέκλες ξεχαρβαλωμένες, ένα σπασμένο τραπέζι, και ένα άδειο κασόνι. Τα παραθυρόφυλλα ήταν επίσης κατεστραμμένα, η πόρτα του ήταν πάντοτε ανοιχτή. Νομίζω ότι στον περίβολο υπήρχε τότε, η προτομή του ποιητή. Από επισκέπτες ακούγαμε για τον μεγάλο και φημισμένο αυτόν Έλληνα ποιητή, τον αναβιωτή των Δελφικών Εορτών, χωρίς να γνωρίζουμε ή να κατανοούμε για ποιόν μας μιλούσαν. Το σπιτάκι αυτό, αρκετές φορές το επισκεπτόμασταν σαν μικρά παιδιά γιατί ήταν ένας θαυμάσιος χώρος για παιχνίδι, κρυψώνα των μελλοντικών εμπειριών του άγνωστου βίου μας, και κρυφά ανομολόγητα όνειρα, που δεν ξεχώριζαν από την παιδική μας σαν παιχνίδι παιδική πραγματικότητα ζωής.
    Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν μεγάλος πιά, γνώρισα από κοντά την δεύτερη γυναίκα του ποιητή, την Άννα Σικελιανού, σε επίσκεψη μου στο σπίτι της, της  εξομολογήθηκα τις παιδικές μου επισκέψεις στο μικρό αυτό σπιτάκι τους, και ακόμα θυμάμαι την συγκίνησή της, και το πώς άλλαζε το ηχόχρωμα της φωνής της καθώς με ρωτούσε γιαυτό, Θυμάμαι τους σπασμούς του γαλήνιου προσώπου της, τις ασυναίσθητες ελαφριές κινήσεις των χεριών της, την λυγράδα των όμορφων ματιών της. Ήταν μεγάλη ευτυχία, για όσους αγαπούν τον ποιητικό λόγο του Άγγελου Σικελιανού, να συναντήσουν έστω και για μία φορά, την γιομάτη αξιοπρέπεια αυτή γυναικεία ύπαρξη. Που η παρουσία της και μόνο σε έβαζε σε έναν άλλο κόσμο, σε έναν κόσμο τόσο ονειρικό όσο η ίδια η πραγματικότητα που εκείνη εδώ και δεκαετίες ζούσε.
    Φυσικά, ήμουν αρκετά διακριτικός και ευγενικός, και ευτυχώς άτολμος, όπως αρμόζει να είναι κανείς μπροστά σε μια πανέμορφη και λεπτοκαμωμένη αρχόντισσα, μια κυρία των γραμμάτων και του ελληνικού πολιτισμού, που δεν συναντάς πια στις μέρες μας. Η φιλοξενία και η ζεστασιά της ύπαρξής της ήταν κάτι το αλησμόνητο, όταν σου μιλούσε για Εκείνον, η φωνή της αποκτούσε τα ηχοχρώματα του ουρανίου τόξου, γινόσουνα μέτοχος των δικών του οραμάτων με οδηγό το δικό της μαγικό βλέμμα, τις δικές της μυστικές φωνές, τα δικά της μελωδικά ακούσματα. Η ατμόσφαιρα της συνάντησης ήταν τόσο μαγευτική, που με έκανε να μην αναφερθώ καθόλου, στην γυναίκα που οργάνωσε μαζί με Εκείνον τις πρώτες Δελφικές Εορτές, τη γυναίκα θρύλο που έτρεφε την φαντασία μου, την πρώτη σύντροφο του Άγγελου Σικελιανού, την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ Σικελιανού. Οι συναντήσεις μου μαζί της-αυτές τις ελάχιστες φορές που την είδα, την Άννα Σικελιανού, σε αυτό το σπίτι «λαϊκό μουσείο», όχι μόνο εξαιτίας του μικρού της αργαλειού, των διαφόρων υφαντών και άλλων λαϊκών ομορφιών που ήταν στολισμένο, αλλά και λόγω των λουλουδιών, και των διαφόρων μυρουδιών από τα εδέσματα τόσο εκείνων που έφτιαχνε η ίδια, όσο και αυτών που συν κρατούσε η μνήμη της αξιολάτρευτης αυτής ύπαρξης, της Άννας Σικελιανού, της συγγραφέως, της μεταφράστριας, της γλυκιάς νεράιδας που αυγάτιζε με το προσωπικό της ήθος και στάση ζωής, τα ζώπυρα της εθνικής μας παράδοσης, σημάδια πορείας από την ζωή της με τον Άγγελο, αλλά και, την δική της σημαντική πνευματική διαδρομή.
    Ένα ταξίδι ζωής σαν σιγαλό ονειρικό παραμύθι, που δεν γνωρίζεις ποιος σου το αφηγείται, η λεπτοκαμωμένη πανέμορφη ύπαρξη που έχεις δίπλα σου, ή κάποια αρχαία θεά που φτερουγίζει κρυμμένη μέσα στην ομίχλη του χρόνου και της ιστορίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015
Πειραιάς 22/10/2015









Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΡΟΖΙΤΑ ΣΩΚΟΥ

ΡΟΖΙΤΑ ΣΩΚΟΥ
(Πλάκα 9 Σεπτεμβρίου 1923-

ΤΑ ΠΙΚΑΝΤΙΚΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
(για να θυμούνται οι παλαιοί των ημερών και να γνωρίζουν οι νέοι των φυντανιών)

    Πάνε αρκετές δεκαετίες, που ένας καλός παλαιός φίλος, ο δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου και ποιητής («Στιγμές άγχους» 1970, «Οράματα πέντε» 1971, και τα δύο από τις εκδόσεις Επτάλοφος), ο Τώνης Τσιρμπίνος, μου μίλησε για την πολυτάλαντη Αθηναία συγγραφέα, δημοσιογράφο, μεταφράστρια και κριτικό κινηματογράφου Ροζίτα-Μαρία-Ζωή Σώκου(Πλάκα 9 Σεπτεμβρίου 1923-). Ο Τώνης έγραφε κριτική κινηματογράφου σε διάφορες εφημερίδες της εποχής του, έτσι, γνωρίζοντας την αγάπη μου για τον κινηματογράφο και το θέατρο, ανοίγαμε αρκετές φορές συζητήσεις-ή σωστότερα τον ρωτούσα-για θέματα και πρόσωπα της ελληνικής και παγκόσμιας έβδομης τέχνης. Σε μια από τις συζητήσεις στο σπίτι του,-σε αυτό το πλούσιο σε βιβλία ζεστό χώρο-ήρθε η κουβέντα για την Ροζίτα Σώκου.
Ήταν η χρονική περίοδος (1977-1980) αν θυμάμαι καλά-ανήλικος έφηβος τότε-που η πολύ καλλιεργημένη αυτή γυναίκα δημοσιογράφος έγραφε διάφορα κείμενα κοινωνικού περιεχομένου-εκτός από τις κριτικές κινηματογράφου- στην εφημερίδα «Απογευματινή». Θυμάμαι, μια και ήμουν αναγνώστης των εφημερίδων «Ελευθεροτυπία» και «Τα Νέα», και άλλων δημοκρατικών λεγόμενων εντύπων της εποχής, αγόραζα την εφημερίδα «Απογευματινή» για να διαβάσω τα κείμενα της Ροζίτας Σώκου(όπως πολύ αργότερα, για να διαβάζω τα κείμενα του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού), μια και η εφημερίδα αυτή, ανήκε στον τότε λεγόμενο δεξιό χώρο. Μια φορά έτυχε μόνο να συναντήσω την εξαίρετη αυτή δημοσιογράφο, και η ζεστασιά της, η πολυμάθειά της, η ουσιαστική της πνευματική καλλιέργεια, η αμεσότητα της επαφής της, η θερμή της πάντα συμπαράσταση σε άτομα και καλλιτέχνες με ιδιαίτερη ευαισθησία, η αμέριστη συμπάθειά της για τους ομοφυλόφιλους και ομοφυλόφιλες, η εκ των έσω εξέταση των ανθρώπινων προβλημάτων των ανθρώπων του κινηματογράφου, αλλά, και το δημοσιογραφικό της ταλέντο, με έκαναν να εκτιμήσω και να σέβομαι τη γυναίκα αυτή, και να διαβάζω τα κείμενά της όπου και όποτε τα συναντούσα, ανεξάρτητα φυσικά, αν συμφωνούσα πάντα με τις απόψεις της, και ιδιαίτερα σε θέματα που αφορούν το κοινωνικό φαινόμενο της ομοφυλοφιλίας, που με αφορούσε και άμεσα.
     Πολλοί έλληνες, γνώριζαν την Ροζίτα Σώκου, από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή της εποχής εκείνης «Να η Ευκαιρία»(1977-1983), που μαζί με τον μουσικοσυνθέτη Γιώργο Κατσαρό, τον σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, τον στιχουργό και συγγραφέα Λευτέρη Παπαδόπουλο και την Σάσα Ντάριο, αναδείκνυαν νέα καλλιτεχνικά ταλέντα. Οι παλιότεροι ασφαλώς, γνώριζαν την δημοσιογραφική της πορεία, μια και είτε με το πραγματικό της όνομα είτε χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Ειρήνη Σταύρου, δημοσίευε κείμενα που αφορούν την τέχνη του κινηματογράφου και όχι μόνο, στις εφημερίδες «Οι καιροί», «Ανεξαρτησία», «Βραδυνή», «Καθημερινή», «Έθνος της Κυριακής», «Απογευματινή», «Ο Κόσμος του Επενδυτή», την αγγλόφωνη εφημερίδα
“Athens News”, και σε αρκετά περιοδικά ποικίλης ύλης, όπως «Οι Εικόνες», το « ΔιπλόΤηλέραμα», τα «Επίκαιρα», η «Εκλογή», «Το παιδί και Νέοι Γονείς» και σε αρκετά άλλα της εποχής της. Η Ροζίτα Σώκου, δεν είναι μόνο μια αξιόλογη δημοσιογράφος, μια καλή συγγραφέας και μεταφράστρια, και, διασκευαστής θεατρικών έργων. Δική της η διασκευή του έργου του Ιρλανδού συγγραφέα Όσκαρ Ουάιλντ, «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ»(Oscar Wild, “The portrait of Dorian Grey”), που όσοι τυχεροί, είχαν παρακολουθήσει από το Θέατρο Έρευνας του ποιητή, σκηνοθέτη και ηθοποιού Δημήτρη Ποταμίτη. Δική της η ογκώδης «βιογραφία» «Νουρέγεφ»-Όπως τον γνώρισα, από τις εκδόσεις Κάκτος 2003, επίσης τυχεροί οι παλαιότεροι της γενιάς μου, που έχουν απολαύσει τον Κύκνο αυτό της χορευτικής μαγείας στο Ηρώδειο. Αλλά, και δικές της οι μεταφράσεις των σεναριακών έργων του μεγάλου υπαρξιστή «θεολόγου» σκηνοθέτη της έβδομης τέχνης του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν στις πολύτιμες και «συλλεκτικές» εκδόσεις «Γαλαξία»-Κεραμεικός, της εφημερίδας «Η Καθημερινή» της Ελένης Βλάχου. Το νούμερο 44/Δεκέμβρης 1970, Ingmar Bergman, Wild Strawberies, The Seventh Seal, (Σενάρια του Ίνγκμαρ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, «Η Έβδομη Σφραγίδα/ Άγριοφράουλες», και το νούμερο 249/Ιανουάριος 1971, ΄Ινγκμαρ Μπέργκμαν, «Η Τριλογία της Σιωπής» -Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη/ Οι Μεταλαμβάνοντες/ Η Σιωπή-μετάφραση: Ροζίτας Σώκου-Αντρέα Ρικάκη, όπου υπάρχει και πρόλογος της Ροζίτας Σώκου, αλλά μας γνώρισε και τον Άλντους Χάξλεϋ, τον Ισαάκ Ασίμωφ τον συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας, τον Στανισλάφ Λέμ και άλλους.
    Όπως βλέπουμε, η Ροζίτα Σώκου, δεν υπήρξε μόνο μια μαχητική δημοσιογράφος, ένα τολμηρό και δραστήριο κοινωνικά άτομο, μια γυναίκα με στέρεες πνευματικές γνώσεις και ευρύτατη καλλιτεχνική παιδεία, αλλά και κρατήθηκε στην επιφάνεια της καλλιτεχνικής ελληνικής πραγματικότητας, για πάνω από μισό αιώνα και επάξια.
    Την περίοδο αυτή, που άρχισα να γνωρίζω τα δημοσιεύματά της και να διαβάζω τα κείμενά της, η Ροζίτα Σώκου, ως καταξιωμένη δημοσιογράφος, έγραφε κείμενα λαϊκά, εύπεπτα, γλαφυρά, χωρίς όμως να χάνουν την ιστορική τους εγκυρότητα, που αφορούσαν τον έρωτα, την ερωτική ζωή των διαφόρων πνευματικών ανθρώπων ξένων κυρίως καλλιτεχνών, την ομοφυλοφιλία, για το ποιοι ήσαν ή δεν ήσαν ομοφυλόφιλοι, για τις σχέσεις τους, τα προβλήματά τους, τις όποιες ερωτικές τους «ιδιορρυθμίες», το έργο τους την κοινωνική τους παρουσία γενικά, στην εφημερίδα «Απογευματινή».
    Είχε ιδρυθεί ήδη, το Απελευθερωτικό Κίνημα Ομοφυλοφίλων Ελλάδας, είχε εκδοθεί το περιοδικό «Αμφί» και «λ», κυκλοφορούσαν διάφορα έντυπα που αφορούσαν την απελευθέρωση της ερωτικής αυτοδιάθεσης των Ελλήνων και Ελληνίδων, έγιναν συνέδρια, διαδηλώσεις, πορείες, εκδόθηκαν βιβλία ξένων μελετητών που αφορούσε το θέμα, ανεβάζονταν θεατρικά έργα, παρακολουθούσαμε κινηματογραφικές Gay ταινίες, διαβάζαμε μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές με ομοφυλόφιλη θεματολογία, ακούγαμε συζητήσεις, συμμετείχαμε σε διάφορα χάπενινγκ που αφορούσε την προσωπική μας ερωτική και κοινωνική αυτοδιάθεση και διαχείριση των σωματικών μας αναγκών και επιθυμιών.
    Μέσα σε αυτό το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, πρέπει να εντάξουμε και τα κείμενα της δημοσιογράφου Ροζίτας Σώκου, που πάντα στέκονταν θετικά στο πλάι των ατόμων με ομοφυλόφιλη διάθεση και επιλογές.
Τα κείμενα αυτά της Ροζίτας Σώκου, που αφορούσαν αμιγώς το θέμα της ομοφυλοφιλίας ξένων αντρών και γυναικών,-παλαιότερων και νεότερων καλλιτεχνών, ποιητών ή συγγραφέων-δημοσιεύτηκαν την ίδια περίοδο στην ίδια εφημερίδα που η δημοσιογράφος έγραφε διάφορα κείμενα «Τα Ξεστρατίσματα στον Έρωτα και στο Σεξ», που αφορούσαν τον έρωτα γενικότερα, την ερωτική ζωή των οικογενειών και τα προβλήματά της, και με δυό λόγια, ήσαν κείμενα εκλαϊκευμένα που άπτονταν των εσωτερικών οικογενειακών θεμάτων της ελληνικής σύγχρονης κοινωνίας, κάτι σαν δημοσιογραφική σεξουαλική αγωγή της εποχής εκείνης μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας «Απογευματινή», ασφαλώς, χωρίς να λείπουν και τα σκανδαλοθηρικά κείμενα, ή τα κείμενα εκείνα, που ξεπερνούσαν τα όρια της επιστημονικής ή ερμηνευτικής εγκυρότητας, παρόλα αυτά, τα κείμενα αυτά που συγκέντρωσα της Ροζίτας Σώκου, είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα για τα θέματα αυτά της εποχής εκείνης, και δεν μπορεί κανείς να τα παραγνωρίσει αν ασχοληθεί με την ιστορία του ομοφυλόφιλου κινήματος στην Ελλάδα, αλλά και των διαφόρων προσωπικών χειραφετήσεων από διάφορες μειονότητες της εποχής εκείνης, και φυσικά της εν γένει πολιτικής εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής σκηνής.
Τα κείμενα τα χωρίζω σε δύο μεγάλες κατηγορίες, αυτά που αφορούν άμεσα τους ομοφυλόφιλους και τα προβλήματά τους, και αυτά που αναφέρονται γενικά στο θέμα αυτό, αλλά και στα ερωτικά προβλήματα της προσωπικής ζωής, των οικογενειών, των κοινωνικών και εργασιακών συνθηκών των καθημερινών αλλά και διάσημων ανθρώπων της υφηλίου.
Θυμάμαι, ένα τραγούδι που τραγουδούσε η αλησμόνητη ρεμπέτισσα Σωτηρία Μπέλλου, το αντράκι ο Σωτήρης όπως την αποκαλούσαν.
«Δεν λες κουβέντα, κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα…».
Αυτά λοιπόν τα παλαιά και ξεχασμένα  όχι μυστικά ντοκουμέντα της σύγχρονης ιστορίας των ελλήνων και ελληνικής κοινωνίας, θέλησα να μεταφέρω εδώ σαν βιβλιογραφικά τεκμήρια, για όσους μελλοντικούς ενδιαφερόμενους για την ιστορία των κοινωνικών κινημάτων στην ελλάδα μετά την μεταπολίτευση του 1974, ντοκουμέντα και στοιχεία από όλους τους χώρους του καλλιτεχνικού και πνευματικού επιστητού, τα οποία σπονδυλώνουν την συνολική εικόνα της πολιτιστικής και κοινωνικής εικόνας της γενιάς μου-γενιά του 1980-και φανερώνουν τα ενδιαφέροντα, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς, τις ανάγκες κοινωνικές και ατομικές, τα διαβάσματα, τις πολιτικές επιλογές, με δυό λόγια, όλα αυτά τα κρυφά ή φανερά μυστικά της ζωής του καθενός μας και της χώρας μας. Πάντοτε προσέχοντας, από πεποίθηση και ατομικές αξίες, να μην θίξω κανέναν, νεκρό ή ζωντανό, να μην προβάλλω μυστικά ανθρώπων που δεν θέλουν να κοινοποιηθούν, να μην καταφύγω στην σκανδαλολογία των τότε ημερών ή των σημερινών. Αν ανατρέξει κανείς τα φύλλα των εφημερίδων εκείνης της εποχής, θα  ανακαλύψει μια πληθώρα δημοσιογραφικών κειμένων της κλειδαρότρυπας και του κοινωνικού κεκαλυμμένου ή μη ξεφωνίσματος, για να μην νομίζουμε ότι, κίτρινη δημοσιογραφία υπάρχει και κυριαρχεί μόνο στις μέρες μας. Απλώς αυξήθηκε το δημοσιογραφικό κοινό, για μη σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά θέματα.
    Σίγουρα στις μέρες μας, οι όποιοι ενδιαφερόμενοι, μπορούν να βρουν στο εμπόριο βιβλία ή μελέτες που αφορούν τα θέματα αυτά, σίγουρα, μπορεί η σεξουαλική αγωγή να μην διδάσκεται ακόμα στα σχολεία, όμως η ελληνική οικογένεια και οι νεότερες εμού γενιές, μπορούν να ενημερωθούν πολύ καλύτερα και πιο αποτελεσματικότερα από την δική μου γενιά, σίγουρα οι ομοφυλόφιλοι και ομοφυλόφιλες στην ελλάδα πλέον-πέρα από τα ανάλογα κοινωνικά προβλήματα-απολαμβάνουν την ζωή τους, διαθέτουν το σώμα τους όπως εκείνοι και εκείνες θέλουν, εκδίδουν το πνευματικό τους έργο χωρίς φόβο και με την σχετική προβολή. Τα χρόνια που ο ακτιβιστής συγγραφέας, μεταφραστής και δραστήριο ιδρυτικό μέλλος του ΑΚΟΕ, εξέδιδε το βιβλίο του «ΚΑΙΑΔΑΣ», και γιαυτό καταδικάζονταν από τα ελληνικά δικαστήρια, ή παλιότερα το περιοδικό «Εικόνες» του δημοσιογράφου Γιάννη Λάμψα, δημοσίευε το θέμα του για τον Έρωτα στην Αρχαία Ελλάδα, και απαγορεύονταν η έκδοσή του, ή απαγόρευαν θεατρικές παραστάσεις του σκηνοθέτη Δημήτρη Κολλάτου, και άλλων, ως παραστάσεις άσεμνες, πέρασε ανεπιστρεπτί. Από το αντιδραστικά κοινωνικό νομοσχέδιο Δοξιάδη, περάσαμε στο Υπουργείο της Νέας Γενιάς και το φυλλάδιο για τον έρωτα και την ομοφυλόφιλη επιθυμία, και την βράβευση στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης της ταινίας «Άγγελος» του σκηνοθέτη Κατακουζηνού. Από τις διαφημίσεις  για θεραπεία των ομοφυλόφιλων και τα αντιομοφυλόφιλα κείμενα του σεξολόγου γιατρού Νίκου Ζακόπουλου στην εφημερίδα «Αθηναϊκή», την δεκαετία του τέλους του 1970, φτάσαμε στα βιβλία και τις ανοικτές απόψεις του ειδικού σεξολόγου Θάνου Ασκητή. Και από τα κατάπτυστα κείμενα της εφημερίδας του ταλίρου «Αυριανή», στα ειδικά και εμπεριστατωμένα κείμενα για το θέμα, στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία». Από την δογματικά αρνητική στάση των Κομμουνιστικών κομμάτων απέναντι στην ομοφυλοφιλία(ακόμα και σήμερα), στην μισοκρυφή μισοφανερή αποδοχή του φαινομένου από την Ανανεωτική Αριστερά. Θρησκεία και Κομμουνισμός, χεράκι-χεράκι προς την δόξα για την διαιώνιση του είδους. «Γαμάτε γιατί χανόμαστε…», τραγουδούσε κάποτε ο τραγουδοποιός Τζίμης Πανούσης, για να προετοιμάσει το συγκρότημα Άγαμοι Θήτες. Και από τα πολιτιστικά κέντρα-με τις λουσμενογαρδένιες καλλίγραμμες υπάρξεις του τέως ανατολικού μπλοκ-στα διάσπαρτα gay μπαράκια της Αθήνας, του Πειραιά, αλλά, και της Θεσσαλονίκης. Λέγε με μπανάλ αν θυμάμαι σωστά. 
Και από την γυναίκα «Ευνούχος» στην Κοντσίτα της γιουροβίζιον. 
Και από τον μαθητικό κρυμμένο Αλέξη, του Πασχάλη Αρβανιτίδη, στους θεσπέσιους ερωτικούς συντρόφους τον  Αχιλλέα από το Κάιρο και τον Μηνά, του ευαίσθητου και τρυφερού μπαλλαντοποιού Κώστα Τουρνά.  
Και από τα δημόσια ερωτήματα αν μπορεί ο ομοφυλόφιλος να  θεραπευτεί, στις ημέρες Ομοφυλόφιλης Υπερηφάνειας, και στην ταινία Pride.
«Θάνατος στην Βενετία» του Έρωτα; ή «Ας ξεχάσουμε την Βενετία» του Έρωτα»
Ερωτικός Fiver άνευ ορίων.   
Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Η σχετικότητα της ζωής, συμβαδίζει με την σχετικότητα των νόμων, των δικαστικών αποφάσεων, των συνταγματικών διατάξεων και εθιμικών απαγορεύσεων, και, των δημοσιογραφικών κειμένων.
     Η ίδια η Ζωή και οι επιθυμίες της, οι ανάγκες και οι μικροχαρές της, τα πάθη και τα αδιέξοδά της, τα πένθη και οι μικρές αναστάσεις της, τα συνεχόμενα σκαμπανεβάσματά της, είναι αυτά όλα και άλλα τόσα, που μας καθορίζουν, μας προσδιορίζουν μας οδηγούν στην προσωπική του καθενός μας κόλαση ή παράδεισο, πέρα από τα συμβατικά κοινωνικά όρια και νομικές διατάξεις του όποιου κοινωνικού περιβάλλοντος.                                                              

Τα κείμενά της, για τον Ομοφυλόφιλο Έρωτα,
Κατάλογος Κειμένων στην εφημερίδα «Απογευματινή»
• 9/12/1978
  Τα… Ξεστρατίσματα στο κλασικό μπαλλέτο. Ο άνδρας ο αληθινός, από το βλέμμα φαίνεται…
•  16/12/1978
   Με ρόλους για το «Σπάρτακο» και το «Δάφνις και Χλόης». Μπαλέτο δεν γίνεται χωρίς άνδρες αληθινούς. Μιλάει στη Ροζίτα Σώκου ο χορευτής Χρ. Παπίδης.
• 24/3/1979
ΜΕΓΑΛΟΙ της Ιστορίας που δεν ήσαν και… τόσο ΑΝΔΡΕΣ
• 31/3/1979
Ο άτυχος έρωτας του Έρασμου ήταν ο μαθητής του με τα χρυσά μαλλιά
• 7/4/1979
Ο ντα Βίντσι αγάπησε δύο μητέρες και… αρκετούς νεαρούς
(Δεν του άρεσε ο σαρκικός έρωτας)
• 14/4/1979
Η κρυφή ερωτική ζωή του Μιχαήλ Άγγελου
(ψυχρός στις γυναίκες, θερμός στους νέους)
• 5/5/1979
ΕΡΡΙΚΟΣ Γ΄ ο προστάτης των «μινιόν» και της καθαρότητας
• 9/6/1979
Νέο φως στην ερωτική ζωή του Σαίξπηρ-φανερή και μυστική
(ουδέποτε υπήρξε ομοφυλόφιλος)
• 16/6/1979
Ο κόμης-προστάτης του (του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) δεν ήθελε ν’ ακούσει για γυναίκα και γάμο
• 7/7/1979
Άδολη και αρρενωπή η αγάπη του Σαίξπηρ προς το νεαρό προστάτη του
• 14/7/1979
Το πάθος του για τη μελαχρινή Κυρία των Σονέτων «απαλλάσσει», το Σαίξπηρ
• 21/7/1979
Πεινασμένος για λίγη αγάπη μεγάλωσε ο Ιάκωβος ο Α΄
(Αλλά ένιωθε έλξη μόνο για τους άντρες κι αυτοί τον εκμεταλλεύτηκαν)
• 28/7/1979
Έπρεπε να είχες γαλλική κουλτούρα για να γίνεις άρχοντας της κρεβατοκάμαρας του Ιακώβου
• 18/8/1979
Πέντε ευνοούμενους είχε ο αχόρταγος Λουδοβίκος ΙΓ΄
(Όλοι τους όμως καβάλησαν το καλάμι τα ‘βαλαν με τον Ρισελιέ και έσβησαν)  
• 25/8/1979
Οι ερωτικές αδυναμίες του Παντοδύναμου Φρειδερίκου
(παραλίγο να χάσει το θρόνο του χάριν των εραστών του)
• 1/9/1979
Ο πανίσχυρος ευνοούμενος που άρεσε και στα δύο φύλα
(ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΑΛΓΚΑΡΟΤΙ: Ο «Κύκνος της Πάδοβας»
• 15/9/1979
Ο Μπάυρον είχε ερωτευτεί παράφορα την αδελφή του
(Μαζί της έκανε μια κόρη που κατέληξε σε μοναστήρι)
• 22/9/1979
Τρελαινόταν να σκανδαλίζει τους αστούς ο Μπάυρον
(Ήταν ρομαντικός και πληθωρικός σε αισθήματα, αλλ’ όχι ομοφυλόφιλος)
• 29/9/1979
Αγόρια ήταν όλοι οι φίλοι του Μπάυρον, αλλά ελληνικά του έμαθε η Χάιδω
• 11/10/1979
Η άνοδος του Μπάκιγχαμ και η πτώση του Μπαίηκον
• 13/10/1979
Ο Μπάυρον ήταν μεγάλος γυναικάς αλλά δεν είχε τίποτα με τη Θηρεσία Μακρή  
• 15/12/1979
Για… στάχτη στα μάτια, ο Τσαϊκόφσκυ έκανε ένα λευκό γάμο στα 37 χρόνια του…
• 8/12/1979
Ο Τσαϊκόφσκυ απέφευγε την κοινωνία για να μη γίνει γνωστή η «διαφορά»του
• 29/12/1979
Το ωραίο φύλο είναι τ’ αγόρια πίστευε ο ΝΤΙΑΓΚΙΛΕΦ
• 5/1/1980
Ο ρόλος του «εραστή» τρέλανε τον Νιζίνσκυ
• 12/1/1980
Μια συνθήκη υπογράφηκε γιατί δύο υπουργοί είχαν τα ίδια «γούστα»
• 19/1/1980
Η «αγγλική υποκρισία» στα θέματα ηθικής
(Πως φτάσαμε στον Όσκαρ Ουάιλντ)
• 26/1/1980
Ο Ουάιλντ καταστράφηκε όταν αγάπησε το νεαρό λόρδο…
(Είχε βάλει όλη τη μεγαλοψυχία του στη ζωή, ενώ στα βιβλία του μόνο το ταλέντο)
• 2/2/1980
Πόσο αμαρτωλός ήταν ο θρυλικός Ντόριαν Γκραίη;
(Τι σχέσεις είχε με τον Όσκαρ Ουάιλντ)
• 16/2/1980
Ο δεσμός του Βερλαίν με τον Ρεμπώ, πηγή εμπνεύσεως των ποιημάτων τους
• 23/2/1980
Ανεκτίμητα κείμενα γεννήθηκαν από τις σχέσεις Ρεμπώ και Βερλαίν
• 1/3/1980
Ο Βερλαίν αγάπησε τον Λετινουά γιατί έμοιαζε του Ρεμπώ
• 15/3/1980
Οι απόγονοι του Ντ Αρτανιάν δεν ήταν και τόσο φανατικοί
• 22/3/1980
Ο Προυστ γεννήθηκε με μια έντονη θηλυκή φύση
(Ποτέ δεν μίσησε τις γυναίκες και είχε φίλες, παθιασμένες μαζί του…)
• 29/3/1980
Ο Προύστ έκανε Αλμπερτίν τον Αλμπέρτο για να… «καλυφθεί…»
• 12/4/1980
Ο Τζέημς Ντην έπαιξε στο θέατρο τον πρώτο έρωτα του Αντρέ Ζιντ
(ανήκε και αυτός στο τρίτο φύλο)
• 19/4/1980
Ο Ζιντ μισούσε τον Κοκτώ: Αιτία η… καρδιά του Μαρκ Αλλεγκρέ!
(Ο Κοκτώ, όμως, τον θαύμαζε και τον λάτρευε)
• 26/4/1980
Ζαν Κοκτώ: Γλυκός, νόστιμος, κατακτούσε όποιον ήθελε στα κοσμικά σαλόνια
• 17/5/1980
Ο Ζαν Μαραί ήταν ατάλαντος, αλλά στο τέλος τα κατάφερε
(Και σήμερα ζει σαν άρχοντας)
• 21/6/1980
Οι Ναζί θέρισαν τους εραστές του Κοκτώ
• 19/7/1980
Ο Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας λάτρευε τον Βάγκνερ, αλλά αυτός προτιμούσε τις γυναίκες.
• 2/8/1980
Ο Χέλμουτ Μπέργκερ έπαιξε τον Λουδοβίκο Β΄ σε ταινία του Βισκόντι
• 6/9/1980
Ο Κάιζερ είχε 100 ομοφυλόφιλους στην Αυλή του
(Απαρνήθηκε τον πιστό του φίλο Ωυλενμπουργκ, γιατί είχε σχέσεις με στρατιώτες)
• 20/9/1980
Στους «Στουρμ Τρούπεν» οι νέοι πίστευαν στην «αντρίκια» ομοφυλοφιλία
• 10/1/1981
Η προδοσία ή τα ερωτικά σκάνδαλα έστειλαν το λόρδο στην αγχόνη;
(Από το Λωρενς της Αραβίας στο σερ Ροτζερ Καίηζμεντ)
• 17/1/1981
Οξφόρδη και Καίμπριτζ: Σχολές όπου θαυμάζεται το αντρικό σώμα
• 24/1/1981
Από το δικό του… δασοφύλακα εμπνεύστηκε ο Λώρενς τον «Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ»
• 31/1/1981
Η μυστική ιδιωτική ζωή τριών μεγάλων Αμερικανών συγγραφέων
(ΟΥΩΛΤ ΧΟΥΙΤΜΑΝ: Ελκυστική προσωπικότητα και καθόλου ανίκανος)
• 7/2/1981
ΤΟΜ ΣΩΓΙΕΡ: Η μεγάλη αγάπη του Χουίτμαν
(Και δυό λόγια για το κοσμαγάπητο «ΜΟΜΠΥ ΝΤΙΚ»)
• 21/2/1981
Ιδιοτροπίες και τερτίπια δύο διάσημων Άγγλων συγγραφέων…
• 28/2/1981
Στα 56 χρόνια του ο Χένρυ Τζαίημς γνώρισε τον καλλιτέχνη της ζωής του
• 14/3/1981
Ανρί ντε Μοντερλάν: Ο ευαίσθητος συγγραφέας που ύμνησε και τη γυναίκα…
• 1979 ή 1980 ;
Μάρλοου και Σαίξπηρ είχαν ριζικές διαφορές στο θέμα του σεξ.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΡΟΖΙΤΑΣ ΣΩΚΟΥ, που γράφηκαν παράλληλα με τα άλλα κείμενα
• ;
  Όταν ο Ομοφυλόφιλος δεν συγκρατεί το πάθος του. Παζάρι στα μπάρ για αγορά «εκλεκτού σώματος»
• 30/9/1978
  Το καυτό θέμα στην ελληνική οικογένεια. Η μάνα φτιάχνει το γιό «γυναικά» ή θηλυπρεπή.
•  7/10/1978
   Τα ξεστρατίσματα στον Έρωτα και στο Σεξ. Όταν λέμε ομοφυλόφιλοι εννοούμε εγκληματίες ; Που μας οδηγεί η ρατσιστική νοοτροπία
• 21/10/1978
   Τι αποκάλυψε η έρευνα Κίνσεϋ σε 82 κέντρα ομοφυλοφίλων. Τραγικές σελίδες, ενός βιβλίου «βόμβα»
• 23/10/1978
   Ο τρόμος των θυμάτων του ηδονίζει τον επιδειξία. Μια άκακη αλλά αηδής   διαστροφή
•  Φάλτσα στον Έρωτα και στο Σεξ. Ξεστρατισμένοι με πολλά συμπλέγματα ενοχής.
• 11/11/1978
   Ας μιλήσουμε κι εμείς οι «Ρατσιστές»…
•  18/11/1978
    Η εξομολόγηση μιας τραγικής γυναίκας. Ερωτεύτηκα παράφορα έναν
    Ομοφυλόφιλο, και παντρεύτηκα έναν «βιτσιόζο»
•  2/12/1978
Κουτσομπολιό για γνωστούς και… άγνωστους του τρίτου φύλου
•  23/12/1978
   Μπορεί ο ξεστρατισμένος να πάρει τον ίσιο δρόμο στο σεξ; Πως θεραπεύονται οι ομοφυλόφιλοι
•  30/12/1978
   Κρυφές, αθεράπευτες ορμές ξεσπάνε συνήθως σε ηλικιωμένους
•   13/1/1979
   Κανένας διεστραμμένος δεν διαλέγει το πάθος του
•   27/1/1979
    Δύσκολο να θεραπευτεί ο ομοφυλόφιλος, αν ο ίδιος δεν το θέλει. Απογοητευτικές οι στατιστικές.
•   2/6/1979
   Οι ξεστρατισμένοι του σεξ απαραίτητοι ήρωες στο σύγχρονο θέαμα.
•   3/2/1979
   Με «τέλειες γυναίκες» κάνουν σεξοθεραπεία σε ανίκανους νέους
•   10/2/1979
   Εθελόντρια του ΣΕΞ κάνει θεραπεία σε ανίκανο νέο
•  17/2/1979
   Νεαρός ασθενής, ερωτεύεται τη δασκάλα του ΣΕΞ και… θεραπεύεται
•   24/2/1979
   Αντί να τον θεραπεύσει τον έκανε κι αυτόν ομοφυλόφιλο
•   3/3/1979
   Ώριμες γυναίκες εξασκούν ξεστρατισμένους νέους στην τέχνη του έρωτα
•   26/5/1979
   Η γυναίκα είναι τώρα το θύμα του «καταναλωτικού σεξ». Η ηδονή έγινε «καθήκον» και η τεκνοποιία «ταμπού»
•   8/3/1980
   Όταν ο άντρας χάσει τα χαλινάρια του σπιτιού του… Παρένθεση-Απάντηση της Ροζίτας Σώκου σε επιστολή καταπιεζόμενου συζύγου
•   10/3/1980
   Αν ο ομοφυλόφιλος το θέλει μπορεί να γίνει φυσιολογικός. Αν όμως δεν θέλει, δεν θεραπεύεται ποτέ.
•  31/5/1980
   Μεγάλες πρωταγωνίστριες σε σκηνές σκληρού πορνό. Ως που θα φτάσουν τον κινηματογράφο οι διάσημοι σκηνοθέτες;
     Αυτά είναι τα κείμενα της δημοσιογράφου και συγγραφέως Ροζίτας Σώκου, που κατόρθωσα να διασώσω στο αρχείο μου. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα κείμενα, ίσως όχι, αυτοί που θα ασχοληθούν αν δεν το έχουνε κάνει ήδη με την εργογραφία της πολυμαθέστατης αυτής δημοσιογράφου, θα συγκεντρώσουν το διάσπαρτο διαχρονικά υλικό και θα ξεχωρίσουν τι πρέπει να διασωθεί. Εδώ να υπενθυμίσουμε, ότι αρκετές γυναίκες συγγραφείς και δημοσιογράφοι ασχολήθηκαν με το θέμα στα βιβλία τους, όπως η Φρίντα Μπιούμπι, με το «Δεκατρία φεγγάρια μετά», εκδ. Εξάντας 1987, η συγγραφέας Αμαλία Μεγαπάνου(πρώην σύζυγος του Εθνάρχη Κωνσταντίνου Καραμανλή),στο «Έκτωρ», εκδ. Libro 1989, η Βέρα Ρόδη, στην γνωστή μελέτη της «Ομοφυλοφιλία», εκδ. Γ. Λαδιά  χ.χ., η μυθιστοριογράφος Μαριάννα Σταθούλη, στην «Κραυγή στον Έρωτα», εκδ. Καστανιώτης 1999, ο δημοσιογράφος-βιογράφος του τεχνοκριτικού και συλλέκτη Ιόλα, ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαρουχάς, με την «Άλκηστις» και πολλοί άλλοι και άλλες δημοσιογράφοι και συγγραφείς, για να σταθώ ενδεικτικά σε ορισμένα βιβλία, που, ο έρωτας προς τους άντρες, είναι το primum vivere για πολλούς, ή αντίστοιχα προς τις γυναίκες το «joie de vivre” για πολλές.
    Ας κλείσουμε με ένα ακόμα πικάντικο κείμενο της ζωής, από αυτά που έγραφε η Ροζίτα Σώκου στην σελίδα με τον τίτλο «να η ευκαιρία» που κρατούσε στο περιοδικό Διπλό Τηλέραμα τχ. 862/11-9-1993.
     Δεν είναι πια και τόσο σπάνιο το να είναι κάποιος σήμερα ομοφυλόφιλος και η κοινωνία, ιδιαίτερα στην Αθήνα, είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί αυτή την ιδιαιτερότητα.
Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΥΣΗ
    Σίγουρα αφορά πολλούς το πρόβλημα του νέου από την Αθήνα, που μου γράφει:
«Το πρόβλημά μου είναι ότι είμαι ομοφυλόφιλος. Είμαι όμως άτομο σοβαρό και όχι θηλυπρεπής, γι’ αυτό και δε δίνω στόχο στους γύρω μου. Από την άλλη πλευρά ποτέ δεν είχα δυσκολία να βρω παρτενέρ γιατί είμαι αρκετά ωραίος. Το πρόβλημα όμως παραμένει πρόβλημα. Να υποκρίνεσαι απέναντι σε γνωστούς και φίλους είναι πολύ δύσκολο και επίφοβο. Νομίζετε ότι ο κόσμος δέχεται σήμερα αυτή την «ιδιαιτερότητα» με ευκολία; Έχουμε ξεπεράσει ορισμένα ταμπού; Θα με συμβουλεύατε να το πω στους δικούς μου; Με ποιο τρόπο;
Ευχαριστώ που με ακούσατε.
Α.Β.Θ. Αθήνα
     Το να υποκρίνεσαι δεν είναι απλώς δύσκολο αλλά και επίφοβο, είναι σχιζοφρενικό, καθώς πρέπει να παρουσιάζεις έναν άλλο εαυτό, και καμιά σχέση αγάπης, φιλίας κλπ. δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα ψέμα.
Για έναν Αθηναίο ομοφυλόφιλο η ζωή είναι σίγουρα πιο εύκολη απ’ ότι για έναν που ζει σε ένα ορεινό χωριουδάκι. Υπάρχουν οργανώσεις, στέκια, περιοδικά, τρόποι να γνωρίσει άτομα που σκέφτονται και αισθάνονται σαν κι αυτόν. Και, αν δεν θέλει να είναι μέρος του «γκέτο» που πολλοί ομοφυλόφιλοι χτίζουν γύρω τους υπάρχουν πολλές μερίδες της κοινωνίας που αποδέχονται με ανοιχτό μυαλό την όποια σεξουαλική ιδιαιτερότητα. Το κόλπο είναι να βρεις αυτούς τους κύκλους και να κινείσαι εκεί όπου μπορείς να αντιμετωπίζεσαι χωρίς προκατάληψη, να εκτιμάσαι ανάλογα με τα προσόντα σου και όχι ανάλογα με τις προτιμήσεις σου στο κρεβάτι.
    Διότι αν πάρουμε την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, παρ’ όλο που σίγουρα έχει προχωρήσει από τη νοοτροπία περασμένων δεκαετιών, τελευταίως με το θέμα του Aids, έχουν γίνει βήματα πίσω, και παρατηρείται ένα κύμα ομοφυλοφιλοφοβίας. Όσο για τους δικούς σου, αυτό είναι ένα ακανθώδες θέμα, και είναι δύσκολο να δώσει κανένας μια γενική συμβουλή. Κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Αν ο πατέρας σου δηλαδή είναι πχ. στρατηγός εν αποστρατεία και ξέρεις το μίσος του για τους ομοφυλόφιλους, η περιφρόνηση που θα νιώσει για σένα και η ντροπή που θα νιώσει ο ίδιος απέναντι στον κόσμο είναι τόση, που θα τον ωθήσει σε έμφραγμα ή σε αυτοκτονία, τότε απόφυγέ το, από συμπόνια για κείνον περισσότερο. Αν ξέρεις ότι έχεις μια μάνα σαν τις περισσότερες μάνες των ομοφυλόφιλων, που λατρεύουν το αγόρι τους και θα σταθούν στο πλευρό του να το υποστηρίξουν ό,τι και αν συμβεί, τότε άνοιξε την καρδιά σου: αυτό θα είναι για σένα μεγάλη ανακούφιση. Ίσως-ίσως και για κείνη, στην περίπτωση που το υποπτευόταν, αλλά δεν τολμούσε να σε ρωτήσει. Μην περιμένεις βέβαια να πηδήξει από την χαρά της. Όμως τουλάχιστον θα γλιτώσεις την συνεχή γκρίνια-γιατί δεν παντρεύεσαι, τι περιμένεις για να μας δώσεις ένα εγγονάκι και μάλιστα θα σε υπερασπίζεται σε όποιον τα λέει αυτά. Μην ξεχνάς, μια μάνα αγαπάει άνευ όρων, σε κανένα άλλο άτομο στον κόσμο δεν πρόκειται ποτέ να το βρεις αυτό.
     Από την απάντηση αυτή, της Ροζίτας Σώκου, κατανοούμε πως σκεφτόταν  η γυναίκα, σύζυγος και μάνα Ροζίτα  Σώκου και αποτύπωνε στα δεκάδες κείμενά της που έγραφε στα δημοσιογραφικά έντυπα που συνεργαζόταν. Υπήρξε μια πρωτοπόρος δημοσιογράφος στον καιρό της, ένα ανοιχτό μυαλό, ένα ευαίσθητο ηχείο των κοινωνικών προβλημάτων της εποχής της, με τεράστιες γνώσεις, και εύστοχες παρατηρήσεις όσον αφορά τα θέματα του κινηματογράφου. Όπως φαίνεται από τον κειμενικό της λόγο, λειτουργούσε με το αλάνθαστο ένστικτό της, πολλές φορές έκρινε και ερμήνευε ιδιοσυγκρασιακά τα θέματα που την ενδιέφεραν, αλλά ποτέ άδικα. Τώρα, αν είχε και τις προσωπικές της μονομέρειες για πρόσωπα της τέχνης ή της πολιτικής, όπως φαίνεται από ορισμένες συνεντεύξεις της, αυτό συμβαίνει σε όλους μας. Όλοι μας έχουμε συμπάθειες και αντιπάθειες από την στιγμή που κοινοποιούμε δημόσια τον γραπτό ή προφορικό μας λόγο. Ζωή χλιαρή ή γραπτό χλιαρό μας αφήνει αδιάφορους.
     Τέλος, εύχομαι να μακροημερεύσει μαζί με την κόρη της και τα εγγόνια της, και να ξεπεράσει σε ηλικία τα χρόνια του εκ Κρήτης πολιτικού, μια και έχει και τα γενέθλιά του σήμερα.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2015
Πειραιάς, 18/10/2015
Υ. Γ.
Στην Πρέβεζα αδερφές μου, στην Πρέβεζα, στην κερδοφόρο νήσο, εκεί που την επισκέφτηκε ο υιός ο γουρλής, ο εις των διεκδικητών της αρχηγίας, του γκαντέμη πατρός, που κοντεύει να θάψει και τον χρόνο(να είναι καλά ο άνθρωπος), και κερδίζουν το τζόκερ για να πληρώσουν τον ΕΝΦΙΑ.
ΜΕΛΙΝΑ, η τελευταία Ελληνίδα Θεά.