Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Αφιέρωμα στον Ιάκωβο Καμπανέλλη

 

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ

Μηνιαία Επιθεώρηση Βιβλίου

τεύχος 518/5, 2011

Επιμέλεια Αφιερώματος: Γιάννης Ν. Μπασκόζος

Γράφουν:

Κική Δημουλά, Απελευθερωμένος πια…,80-82

          «Δε σίγασε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, απλώς κόπασε κάπως η παρουσία του. Η αίγλη της, έχοντας πιά ξεφύγει από την εγκόσμια τρικυμία, ευχερώς πλέει και εισέρχεται στον απάνεμο, ασφαλή κόλπο της μνήμης, με σταμάτημα κάθε τόσο, σε γραφικούς ορμίσκους φωτογραφιών.

Η απομάκρυνσή του από  την ορατότητα αφήνει επάνω στη ρευστή μας υφή χαρακιές βαθιάς λύπης. Είναι βαρύθυμα λυπημένος αυτός ο αποχαιρετισμός που του απευθύνω τώρα, δεν ξέρω αν θα τον λάβει, δεν ξέρω τι ακουστική έχει αυτό το έρμο «απέναντι» στο οποίο ήδη εγκαταστάθηκε ο Καμπανέλλης…

Απερίσπαστος τώρα, απελευθερωμένος από την ελκυστική βαρύτητα της ζωής, φαντάζομαι ότι θα οργανώνει εκεί, στην πάρα-πάρα-πάρα κάτω γειτονιά, το χώρο όπου θα παιχτεί το καινούργιο του μονόπρακτο, με πρωταγωνίστρια την αιωνιότητα, την τόσο προικισμένη να είναι ατελεύτητη. Ατελεύτητος και ο μονόλογός της, και δεν τον διακόπτει ούτε λύπη, ούτε σπαραγμός, ούτε χαρά. Πολιτισμένη ανυπαρξία επικρατεί.

Έρχονται τώρα, σα για να διαψεύσουν τα όσα ζοφερά φαντάζομαι, οι στίχοι του Μαβίλη «Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε την πίκρια της ζωής…» Που σημαίνει τι, οι νεκροί συνειδητοποιούν τη λύτρωσή τους από τη μνήμη, νιώθουν καλότυχοι που μπορούν να λησμονάνε και μπορούν να χαίρονται γι’ αυτό; Επομένως εν μέρει πεθαίνουμε; Μακάρι να αληθεύει αυτό και να μην είναι μόνο άποψη της ελπίδας, και ανάγκη του σονέτου. Πάντως εγώ, αν μερικώς πεθάνω, χρήση της δυνατότητας να μπορώ να ξεχνώ με τη θέλησή μου δεν θα κάνω. Δε θέλω να ξεχάσω το είναι μου. Εκτός αυτού, όλα τα σημαντικά και τα σπουδαία στις πίκριες τις αλησμόνητες οφείλονται. Εκείνες τα οδήγησαν να γίνουν λόγος, τέχνες, θέατρο. Αν το καλοσκεφτούμε, αυτές οι πικρίες θυσιάζονται να είναι μισητές, ανεπιθύμητες, για να βρούν οι μικρές χαρές, έτοιμη, στρωμένη τη μεγαλοποίησή τους.

Ιάκωβε, σε παρακαλώ, εσύ που έχεις τα μέσα στα θαύματα, ζήτα από κάποιο θαύμα να σου επιστρέψει να έρθεις κλεφτά και εμπιστευτικά να μου πεις, τι γίνεται εκεί κάτω, ισχύουν οι στίχοι του Μαβίλη; Δηλαδή εσύ ξέχασες τις συγκινήσεις που μας έδωσες, ξέχασες τις πικρίες που σου ενέπνευσαν τη συγκίνηση;

Δε θέλω να πιστέψω ότι κατετάγης και συ, πιστός, αφοσιωμένος, στην τρομερή μυστικότητα, την εκ δεξιών των μυστηρίων. Ασπάστηκες κι εσύ την αποσιώπηση;

Καλά προβλέπω ότι αυτή θα είναι η σκηνοθέτης των αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων τις οποίες θα υποδύεται η ηρωϊδα σιωπή σου;

Συνάντησα τον Καμπανέλλη πριν περίπου 20 χρόνια σε κάποια τιμητική εκδήλωση στο δημαρχείο. Δε θυμάμαι ποιον αφορούσε η τιμή. Χαιρέτισα τον Κώστα Γεωργουσόπουλο που καθόταν δίπλα του. Άκουσε ο Ιάκωβος το όνομά μου και είπε: Α, επιτέλους, να γνωρίσω κι εγώ ποια είναι αυτή η ποιήτρια που ακούω…

Μια απλή ευγένεια, που όμως βάρυνε, θυμάμαι, σα διάκριση που έλαβα. Ένα από τα πρώτα, ευσυγκίνητα συμπτώματα της αδιαμόρφωτης ακόμα τότε… αρπακτικής φιλοδοξίας μου…

Και γνώρισα χορταστικά τον Καμπανέλλη, το 2002, όταν έγινα μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αφέθηκε δε να έχω την εντύπωση ότι δεν με ψήφισε, χωρίς ποτέ να ερευνήσω αν ήταν σωστή ή λάθος αυτή η εντύπωσή μου. Είχα, από τότε, εν ενεργεία την αρετή να γνωρίζω ότι από ζυγαριά σε ζυγαριά αλλάζει το βάρος μου, και ότι η κάθε αλλαγή του, σωστό το δείχνει. Έτσι, καθόλου εμποδισμένο δεν ήταν να χαίρομαι επί καθημερινής σχεδόν και τόσο εποικοδομητικής βάσεως τη συναναστροφή του. Σα γείτονες που είμαστε, Κυψέλη εγώ και κείνος στην κοντινή οδό Κύπρου, φιλοξενούσε και τη δική μου μεταφορά στην Ακαδημία με το αυτοκίνητο που, ως πρόεδρος του Ιδρύματος Ουράνη, δικαιωματικά χρησιμοποιούσε. Τα πρώτα χρόνια τον θυμάμαι να βγαίνει από την πόρτα του σπιτιού του, με την ακμαία και άκρως διακριτική κομψότητά του, φροντισμένη από τους πιο έμπειρους συνδυασμούς απαλών χρωμάτων. Τόσο επιμελώς ταιριασμένα, γιλέκα, κασκόλ, γραβάτες, πουκάμισα, που λογάριαζα πως ώρες θα αφιέρωνε για να πετύχει αρμονική τη σύνθεσή τους.

Τον ρώτησα: η Νίκη φροντίζει να είναι το ντύσιμό σου τόσο ίδιο με το ύφος σου; Όχι, μου απάντησε, ανοίγω την ντουλάπα μου κι έχω έτοιμο, κρεμασμένο το ταίριασμα των διαφορετικών. Η σύνθετη σχέση μου με τον Ιάκωβο, υπηρεσιακή και αγαπητική μαζί, έδρασε απρόσκοπτα όλ’ αυτά τα χρόνια, σε στενό πάντα χώρο και χρόνο. Μέσα στα αυτοκίνητο κατά τη διαδρομή προς και από την Ακαδημία, με ψιθυριστές συνεννοήσεις την ώρα των συνεδριάσεων- καθόμουν δίπλα του στο ίδιο… θρανίο-και όσα υπολείπονταν, στο τηλέφωνο πια. Σχέση που δεν εξαπλώθηκε σε ευρύτερες και πιο ελεύθερες επαφές, κι ωστόσο πήρε διάσταση φιλίας, με ασφαλιστική δικλείδα, τη στενή και πολύ ειρηνική συνεργασία. Ως και οι διαφωνίες και διαφορετικές εκτιμήσεις σε θέματα που κρίνονταν είχαν τον υποχωρητικό χαρακτήρα του κόσμιου συμβιβασμού. Η αξέχαστη επίσης Γαλάτεια Σαράντη, ο Ιάκωβος και ‘γω, ως επιτροπή κρίσεως των Λογοτεχνικών, κυρίως, Βραβείων, μοιραζόμαστε την ευθύνη για τις λανθασμένες εκτιμήσεις ή την ικανοποίηση για τις ορθές, συνυπογράφοντας τις αποφάσεις.

Θα προσθέσω, με πόση θέρμη ο Ιάκωβος πρότεινε για βράβευση κύπριους λογοτέχνες, πόσο νοιαζόταν να διακριθούν πρόσωπα που είχαν προσφέρει πολλά στις έννοιες: ήθος, πατρίδα, ηρωϊσμός.

Είδα στην κηδεία του Ιάκωβου συγκινημένο τον Μανώλη Γλέζο και αναδύθηκε στη μνήμη μου ότι ο Καμπανέλλης πρωτοστάτησε στην πρόταση να απονεμηθεί το 2006 στον Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα το χρυσό μετάλλιο, για την ηρωική πράξη τους τη νύχτα της 30ης -31ης Μαϊου 1941. Τιμή εν ολίγοις στην Εθνική Αντίσταση.

Τα δύο τελευταία χρόνια, η γκαρνταρόμπα του Ιάκωβου, κάπως σα να εξασθένιζε, σα να αποχρωματιζόταν, η έντασή της μόνον. Το σώμα του, σα να έχανε το πείσμα του να γεμίζει στητό τα ρούχα. Στο πίσω κάθισμα εγώ, στο αυτοκίνητο, παρακολουθούσα πώς σιγά-σιγά αραίωνε η δύναμη της φωνής του, αραίωναν τα μαλλιά του, τόσο παράλληλο και συνδετικό γνώρισμα και των δικών μου άλλωστε εξασθενήσεων. Πότε-πότε παραδινόταν σε κάποιες εκμυστηρεύσεις, για το πόσο νοσταλγούσε την παλιά του ταξιδευτική του ευχέρεια με τις ένδοξες πάντα προϋποθέσεις που τον υποδέχονταν. Και όλο και πιο αυξανόμενη η ευαισθησία του απέναντι στη Νίκη, την όμορφη Νίκη, τη μειλίχια και αθόρυβη σύντροφό του. Με εντυπωσίαζε, όταν αργούσαμε λίγο παραπάνω στην Ακαδημία, πώς της τηλεφωνούσε από το κινητό του οδηγού, ή το δικό μου, να μην ανησυχεί. Έρχομαι, τις έλεγε.

Δεν ξεχνώ με πόση αξιοπρεπή συγκρατημένη θλίψη μου εκμυστηρεύθηκε ότι κάποιο έργο του θα παιζόταν στο τάδε μεγάλο θέατρο στην Ιαπωνία, ήταν καλεσμένος, πόσο θα ήθελε να πάει μα πώς να πάει χωρίς τη Νίκη- είχε και κείνη κάποια προβλήματα υγείας- και πώς να πάει στο Ισραήλ και κει καλεσμένος, να τιμηθεί για τη συμπαράστασή του στην τραγωδία αυτού του λαού. Υγιής μεν, ανθεκτική και πρόθυμη η επιθυμία του, αλλά πρόθυμη, άτολμη πια η αντοχή του- άλλωστε χωρίς τη Νίκη ούτε στον Παράδεισο καλεσμένος να ήταν, δεν θα πήγαινε. Απόδειξη που το συμφώνησαν να φύγουν και οι δυο κοντά-κοντά.

Για τον Παράδεισο άραγε;

Είναι περίεργο, πως ενώ τόσο συχνά ξεγελιόμουν από μια πλάνη, που όταν την ανακάλυπτα, συνήθιζα να αναφωνώ αυτοσαρκαστικά: Η ζωή μας είναι θέατρο, πώς και γιατί είδα τόσο λίγο θέατρο. Μα δεν είναι ώρα να το σχολιάσω εδώ. Λέω μόνο, ότι αυτή η στέρησή μου έγινε βασανιστικά αισθητή, με το να βρίσκομαι επί τόσα χρόνια τόσο κοντά στον Καμπανέλη. Μένει ολοζώντανο, πόσο, σαν από θαύμα θεραπεύτηκε αυτή η στέρηση, τη βραδιά που ο Ιάκωβος με κάλεσε να πάω μαζί του στο θέατρο του Βουτέρη, στα Εξάρχεια, να δω τις Δύσκολες νύχτες του κυρίου Θωμά, δικό του έργο. Διατηρώ ανέπαφη την δυσκολία που ένιωθα, να βολέψω στο κάθισμά μου τη διπλή ευδαιμονία που με κατέκλυζε: μία για το έξοχο, σπαρακτικά αληθινό έργο που έβλεπα, και μία ότι ήμουν καθισμένη δίπλα στο συγγραφέα του έργου και μάλιστα καλεσμένη του.

Ιάκωβε, εύχομαι να μην παίζονται και κει που είσαι, με τόση επιτυχία, οι «δύσκολές σου νύχτες…».».

Βάλτερ Πούχνερ, Ιάκωβος Καμπανέλλης: Ο φίλος, ο πολίτης, ο συγγραφέας, 83-85

Αλέξης Ζήρας, Με τον Ιάκωβο, στη ραδιοφωνία, 86-87

 «Την άνοιξη του ’82 δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από τον ποιητή Γιάννη Κοντό. Με ρωτούσε αν μ’ ενδιέφερε να αναλάβω τη θέση του συμβούλου στη διεύθυνση της ραδιοφωνίας, όπου ήδη είχε τοποθετηθεί ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Του ζήτησα μερικές μέρες να το σκεφτώ, καθώς τότε συζητούσα με τον αρχισυντάκτη μιας εφημερίδας το ενδεχόμενο να οργανώσω μια σελίδα για το βιβλίο και η προοπτική της ραδιοφωνίας δεν μου φαινόταν και πολύ ελκυστική. Ο Κοντός, φίλος του Καμπανέλλη από την περίοδο της δικτατορίας, μου μετέφερε μέσες άκρες τι περίπου ήθελε, αλλά ακόμα κα αν ζύγιζα τα πράγματα και έπαιρνα την απόφαση, θα απέμενε μία αποφασιστική, κρίσιμη συνάντηση μ’ έναν άνθρωπο που δεν ήξερα σχεδόν τίποτε γι’ αυτόν. Θέλω να πω, δεν ήξερα σχεδόν τίποτε πέρα από τη μακρόχρονη θητεία του στο θέατρο και στον κινηματογράφο και πέρα από το ότι είχε ενισχύσει τις γραμμές όσων καλλιτεχνών και διανοουμένων ήρθαν σε ανοιχτή σύγκρουση με το καθεστώς των συνταγματαρχών. Οι παραστάσεις από Το μεγάλο μας τσίρκο, ωσότου απαγορευτούν, ήταν μία μορφή καθημερινού λαϊκού συλλαλητηρίου, μια ανοιχτή, συλλογική πράξη αντίστασης για τα μέτρα της εποχής. Πράγματα που δεν έπαιζαν μικρό ρόλο στο θυμικό μας και στις αξιολογήσεις που κάναμε. Τελικά, λίγο μετά το Πάσχα του ’82 είδα τα χρονικά όρια είχαν στενέψει, ο ορίζοντας της εφημερίδας απομακρυνόταν και το μόνο που απέμενε ήταν να ανεβώ στην Αγία Παρασκευή, περιμένοντας μάλλον να μην είμαι αυτό που ο Καμπανέλλης προσδοκούσε.

Απόγευμα. Περίμενα ένα τέταρτο στον προθάλαμο του γραφείου του, έπειτα άνοιξε ο ίδιος την πόρτα, με κάλεσε να περάσω, μ’ έβαλε να καθίσω. Εκείνος έμεινε όρθιος. Ήταν ένας λεπτοκόκαλος και μάλλον μικρόσωμος άντρας. Θυμάμαι ότι φορούσε ένα κοτλέ καφέ καστανό κοστούμι, με ένα πιο ανοιχτόχρωμο ζιβάγκο που τότε ήταν του συρμού. Καθώς βάδιζε πάνω-κάτω στο γραφείο του, κάνοντάς μου ερωτήσεις, κάπνιζε διαρκώς. Το ένα πίσω από τ’ άλλο. Σ’ ένα τραπεζάκι, δίπλα στην πολυθρόνα του, ένα μεγάλο φλιτζάνι με καφέ. Τα τασάκια ξεχείλιζαν από τα σβησμένα τσιγάρα. Πρόσωπο εύπλαστο, ηθοποιού, μαλακό, χωρίς γωνίες, πάνω στο οποίο δημιουργούσαν αντίθεση τα αεικίνητα μάτια του. Νεανικό παρουσιαστικό. Παρότι χαμογελούσε με εγκάρδιο τρόπο το βλέμμα του παρέμεινε εξεταστικό και διαπεραστικό σε όλη τη διάρκεια της συνομιλίας μας. Προσεκτικός, αγόραζε, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι. Προτιμούσε, όπως μου είπε, να μην κάθεται πίσω από το γραφείο του. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι εμπιστευόταν περισσότερο ό,τι έβλεπε από ό,τι άκουγε, χαρακτηριστικό αρκετών μεσήλικων που είχα γνωρίσει και που συνήθως είχαν περάσει δύσκολα χρόνια, κάτω από δύσκολους όρους. Στα εξήντα του τότε, ήταν νευρώδης, με κινήσεις γρήγορες, με φωνή νεανική και επίσης γρήγορη, την οποία προσπαθούσε να κάνει πιο σταθερή, μιλώντας με σχετικά σύντομες και στρογγυλεμένες φράσεις και περιμένοντας πάντα με ένα σταθερό, φιλικό χαμόγελο την απάντηση του άλλου. Δεν αφηνόταν όμως, δεν ανοιγόταν εύκολα- κι αυτό το διαπίστωσα πολλές φορές στα επόμενα χρόνια της συνεργασίας μας- λες και παρέμενε, παρά το ότι βρισκόταν σ’ ένα οικείο γι’ αυτόν περιβάλλον, σε μιά κατάσταση διαρκούς εντιμότητας. Σαν να ήθελε να αποφύγει κάποιον αιφνιδιασμό. Επιφυλακτικότητα; Ίσως. Αλλά ήταν εύλογο κάτι τέτοιο για έναν άνθρωπο που είχε περάσει στη δεκαετία του ’40 από συνθήκες όπου η ζωή και ο θάνατος ήταν πολύ κοντά. Ομηρεία, στρατοπεδική ζωή στη χιτλερική Γερμανία, εμφύλιος στην επιστροφή του. Σε κάποιο σημείο της κουβέντας μας κατάλαβα ότι τον απασχολούσε κάτι άλλο. Αισθάνθηκα αμήχανα. Σηκώθηκα. Μου είπε να δώσω χαιρετισμούς σε κοινούς γνωστούς μας. Στον Αλέξανδρο Ζάννα, στον Τίτο Πατρίκιο, στον Αλέξανδρο Αργυρίου. Με ρώτησε για την υπό ίδρυση Εταιρεία Συγγραφέων και με συνόδευσε ως έξω. Ετοιμαζόμουν τώρα να φύγω, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, όταν μου φώναξε με κάπως περιπαιχτική και ευδιάθετη φωνή: «Μπορείς να αρχίσεις από αύριο;».».    

Θανάσης Παπαγεωργίου, Με τα παιδιά του Ιάκωβου, 88-89

Μάριος Ποντίκας, Αθάνατος, 89

Γιώργος Π. Πεφάνης, Ένα αδιόρατο χαμόγελο, 90-91

Γιώργος Μιχαηλίδης, Αποχαιρετισμός, 92-93

Κώστας Καζάκος, Σκόρπιες αναμνήσεις, 94-95

          «Γνώρισα τον Ιάκωβο το 1953, όταν πρωτομπήκα στη Σχολή Σταυράκου, αυτός ήταν τότε νεαρός καθηγητής. Η Σχολή είχε αποφασίσει να κάνει εκείνο το χρόνο μια παραγωγή/ ταινία σε σενάριο του Καμπανέλλη. Ήταν μία μεταφορά του μύθου του Πλούτωνα και της Περσεφόνης στα καθ’ ημάς. Σε κείνη την ταινία πήρε μέρος σχεδόν όλο το ελληνικό θέατρο: ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Ορέστης Μακρής, ο Λαυρέντης Διανέλλος, η Αλέκα Κατσέλη. Ο Ιάκωβος με επέλεξε να κάνω τον Πλούτωνα, έναν νεαρό γεωπόνο. Έτσι άρχισε η γνωριμία και η φιλία μας. Κομψός πάντα, με στυλ, ερωτύλος, ήταν συνεχώς ερωτευμένος, ήταν στο DNA του να είναι ερωτευμένος, έπαιρνε δύναμη από αυτό.

Ο Καμπανέλλης, θυμάμαι, μου έλεγε ότι είχε εμπνευστεί να γράψει θέατρο από ένα έργο του Τζακ Κίρκλαντ, το Για ένα κομμάτι γης. Από τότε έλεγε ότι άρχισε να σκέφτεται με εικόνες θεατρικές, ρεαλιστικές. Ήρθε, λοιπόν, στο γραφειάκι του Κουν και του έφερε την πρώτη πράξη από ένα θεατρικό του για να του το διαβάσει. Ο Κουν συνήθως δεν καθόταν να του διαβάζουν τα έργα, προτιμούσε να του τα αφήνουν και να τα διαβάζει μόνος του. Κάτι είδε στον Καμπανέλλη, και άφησε να του διαβάσει την πρώτη πράξη. Ο δάσκαλος ενθουσιάστηκε, του πρότεινε να γράψει και το υπόλοιπο. Ήταν Η Αυλή των θαυμάτων. Ο Ιάκωβος έγραφε και έφερνε, σχεδόν ένα κομμάτι του το έγραφε μέσα στο Υπόγειο του Κουν. Το ανεβάσαμε το φθινόπωρο του ’57. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα με άδεια. Η παράσταση πήγε πολύ καλά και άρχισε να έρχεται κόσμος στο Υπόγειο, μέχρι τότε οι θεατές μας ήταν λίγοι.

Ο Ιάκωβος ήταν ο άνθρωπος που έγραφε τα θεατρικά του στις κουϊντες του θεάτρου. Καθόταν στις κουϊντες, παρακολουθούσε τις πρόβες, τις πρώτες παραστάσεις και παρατηρούσε πώς κυλάει το έργο και αμέσως μετά έκανε αλλαγές. Δεν είχε καλό ηθοποιό; - του μίκραινε τον ρόλο, τράβαγε ο ηθοποιός; -έδινε έκταση στο ρόλο του. Πίστευε ότι το θέατρο είναι πρακτική δουλειά που την μαθαίνεις μαζί με την κομπανία, τους ηθοποιούς. Νομίζω ότι έτσι ήταν όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς. Το Τσίρκο γράφτηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στο θέατρο.

Ο Ιάκωβος, ενώ ήταν θρήσκος και μάλλον προς το συντηρητικός, όταν έπιανε την πέννα γινόταν επαναστάτης. Από την αρχή της χούντας ψάχναμε να φτιάξουμε ένα έργο που να μιλάει για τα προβλήματα της εποχής. Έγραψε πρώτα την Ασπασία, ένα ατελές έργο αλλά το έγραψε μόνο και μόνο για να ακουστεί από τη σκηνή ο «Επιτάφιος» του Περικλή. Ο Ιάκωβος είχε κάνει διάφορες προσπάθειες να γράψει κάτι μεγάλο, αλλά μόλις το 1973, μετά από ατέλειωτα ξενύχτια, φαίνεται ότι βγήκε από μέσα του Το μεγάλο μας τσίρκο. Είχαμε ωριμάσει και εμείς, και η εποχή ήταν ώριμη για να εμπνεύσει τον Ιάκωβο. Φυσικά είχαμε το εμπόδιο της λογοκρισίας. Πηγαίναμε δέκα επεισόδια, μας εγκρίνανε ένα, ενάμισι.

Αλλά είχαμε πεισμώσει, ο Ιάκωβος είχε βρει τον ιστό και συνεχώς δημιουργούσε νέες σκηνές. Θυμάμαι τη Τζένη να του λέει: «Βρε παιδί μου, που τα βρίσκεις, στο περίπτερο πας και τα αγοράζεις;». Η συνεργασία μας ήταν τόσο πολύ σφικτή που ο Ιάκωβος μας αφιέρωσε το Τσίρκο γράφοντάς μας: «Ο ένας στους άλλους δύο». Το έργο δέθηκε με τα γεγονότα, ξέφυγε από τα χέρια μας. Αστυνομία, Ασφάλεια, Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών, η ΚΥΠ, κάθε τρεις και λίγο μας καλούσαν «για υπόθεσή μας». Μας ζητούσαν να κόψουμε φράσεις που προκαλούσαν χειροκροτήματα. Ο Ιάκωβος δεν χαμπάριζε, ούτε εμείς. Στο γραφείο τύπου της χούντας μας κάλεσε κάποτε ένας απαίσιος τύπος με μπριγιαντίνη και μουστακάκι ονόματι Καρακώστας και απείλησε τον Ιάκωβο να μην ασχολείται με την ιστορία γιατί δεν ξέρει. Ο Καμπανέλλης κόντεψε να πάθει, αρρώστησε…

Με τον Ιάκωβο συνεχίσαμε να είμαστε  κολλητοί φίλοι. Ευγενής, τρυφερός, εξαιρετικό πλάσμα. Βαθιά ανθρώπινος, στα γραπτά του δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τα λαϊκά προβλήματα. Αυτά είχε πάντα κατά νου. Επεξεργαζόταν ό,τι συνέβαινε στο λαό, ήταν κοινωνικά στρατευμένος.»».

Γιώργος Γαλάντης, Ο Καμπανέλλης και το Διαβάζω 96-97

          «Στις αρχές του ’71 ο Καμπανέλλης επιστρέφει στην Ελλάδα και στο ελληνικό θέατρο, μετά από διάστημα απουσίας του στο εξωτερικό. Επιστρέφει και, εκτός των άλλων δραστηριοτήτων του, ετοιμάζει τη θεατρική μεταφορά του διηγήματος του Φράντς Κάφκα «Η αποικία των τιμωρημένων», για το ανέβασμα της οποίας αναλαμβάνει και τη σκηνοθεσία.

Ήταν μια θεατρική παραγωγή του «Πειραματικού Θεάτρου» της Μαριέττας Ριάλδη, που εκείνη τη δύσκολη εποχή έδινε αγώνα για την προβολή του σύγχρονου ελληνικού έργου και των νέων ερμηνευτικών προσεγγίσεων. Έχοντας συνεργαστεί με τη Ριάλδη και την προηγούμενη θεατρική περίοδο, βρέθηκα ανάμεσα στους νέους ηθοποιούς που συγκρότησαν το θίασο της Αποικίας. Ο Καμπανέλλης είχε ολοκληρώσει την πρώτη γραφή του έργου, όμως στις πρόβες το εμπλούτιζε με διαλόγους, σκηνές, ευρήματα που τα αντλούσε από τις αντιδράσεις και της εκφράσεις των ηθοποιών, όταν αυτοί αυτοσχεδίαζαν.

Με νεανικό ενθουσιασμό, οίστρο, χιούμορ και σιγουριά έπλαθε ταυτόχρονα έργο και παράσταση. Και εμείς-το σύνολο των ηθοποιών- γοητευμένοι τον ακολουθούσαμε σ’ αυτό το δημιουργικό ταξίδι. Ένα ταξίδι που προκαλούσε αβίαστα την αυτοέκφραση και τη δημιουργικότητά μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο βιώναμε μια διαφορετική προσέγγιση της θεατρικής πράξης, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα εξέλιξή μας και την επαφή μας με την τέχνη.

Κατά την διάρκεια των δοκιμών, μια ομάδα πανεπιστημιακών φοιτητών που είχε ιδρύσει τον εκδοτικό οίκο «ΑΒΓ» ερχόταν στο θέατρο σε καθημερινή βάση. Τα μέλη της είχαν επανεκδώσει το Μαουτχάουζεν του Καμπανέλλη, έργο που είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία στις αρχές της δικτατορίας. Είχαν ήδη στοιχειοθετήσει την πρώτη γραφή της Αποικίας των τιμωρημένων, για να την εκδώσουν σε βιβλίο και προσπαθούσαν να εντάξουν τις προσθήκες και αλλαγές που γίνονταν στις πρόβες. Ανάμεσά τους ήταν ο Περικλής Αθανασόπουλος και ο Λάμπρος Κουλελής, οι οποίοι με σχολαστικότητα πρόσθεταν τις διορθώσεις, αναμένοντας το τελικό «τυπωθήτω». Όμως αυτή η εντολή μετατίθετο από μέρα σε μέρα. Στην αναμονή τους αυτή συνεργαζόμασταν για να διευκρινίσουμε τις προσθήκες και αλλαγές που είχαν γίνει και στο ρόλο του Α΄ Επισκέπτη που μου είχε ανατεθεί στην παράσταση.

Από κείνες τις «διορθωτικές» συναντήσεις προέκυψε η φιλία μας, στους κόλπους της οποίας γαλουχήθηκε η ιδέα ενός περιοδικού για το βιβλίο. Όνειρο που υλοποιήθηκε μετά από 5 χρόνια, 1976-1977, όταν καρποφόρησε το Διαβάζω.

Από το ανέβασμα της Αποικίας των τιμωρημένων έχουν περάσει πολλά χρόνια και το Διαβάζω, πιστεύω, διέγραψε μια γόνιμη πορεία 33 ετών. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Καμπανέλλης στάθηκε ένας πολύτιμος φίλος, τόσο για το περιοδικό όσο και για μένα τον ίδιο. Θυμάμαι τώρα πόσες φορές με παρότρυνε να συμμετάσχω σε διάφορες δραστηριότητες, θεατρικές, ραδιοφωνικές, λογοτεχνικές και κάθε φορά με απασχολούσε το ερώτημα: Πώς ένας πολυάσχολος, ταλαντούχος και με ευρύ κύκλο φίλων δημιουργός εύρισκε το χρόνο και τη διάθεση να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για έναν παλιό συνεργάτη του. Τον συναντούσα σε επιτροπές, σε συλλόγους, σε συνέδρια και πάντα από τη στάση του και τις θέσεις του αποκόμιζα την ίδια εικόνα: του μεγάλου συγγραφέα, του σπουδαίου ανθρώπου και του μοναδικού και διακριτικού δασκάλου.

Τελευταία φορά που τον είδα ήταν στον εορτασμό της απονομής των λογοτεχνικών βραβείων του Διαβάζω και, ενώ ο χρόνος είχε καταγράψει πάνω του το πέρασμά του, διατηρούσε όλη τη ζεστασιά και τη φροντίδα που εξέπεμπε πάντα η παρουσία του για το συνάνθρωπό του.

Πολλές φορές αναλογίζομαι ότι αν δεν είχαμε συναντήσει εκείνη τη δημιουργική εποχή τον Καμπανέλλη, ίσως… να μην υπήρχε το Διαβάζω.»».

Κάτια Λεμπέση, Ένα σημείωμα 97

Ι. Καμπανέλλης συνέντευξη στον Στέλιο Λουκα, Ιάκωβος Καμπανέλλης «Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του έναν Οδυσσέα», 98-101

          «Τον Ιανουάριο του 1999 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αναγόρευσε τον Ιάκωβο Καμπανέλλη επίτιμο διδάκτορα, ενώ εκείνη την περίοδο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίαζε το έργο του Παραμύθι χωρίς όνομα. Μια πικρή σάτιρα για τη ροπή του λαού και της ηγεσίας του στον εφησυχασμό και τη μετάθεση ευθυνών. Μέσα από το έργο αναδύεται έντονα η ανάγκη να επανακτήσει ο λαός συνείδηση και αξιοπρέπεια.

Εκείνο τον Ιανουάριο του 1999 συναντηθήκαμε και συνομιλήσαμε για το θέατρο, τη ζωή του, την οδυνηρή εμπειρία στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, τα θεατρικά του έργα, την έμπνευση, τον φαρισαϊσμό και την ευτέλεια. Θυμάμαι έντονα την ευγένεια του λόγου του, τη φιλικότητα και τη ζεστασιά της συμπεριφοράς του. Τμήμα εκείνης της συζήτησής μας παρουσιάζουμε στις σελίδες του «Δ».

          -Πού βρίσκεται η ομορφιά σ’ αυτό που ονομάζουμε θέατρο;

Το θέατρο, όπως και οι άλλες τέχνες, η μουσική, η ποίηση, το μυθιστόρημα, η ζωγραφική και λοιπές, δεν έβλαψαν ποτέ τον άνθρωπο. Τον αγαπούσαν και τον αγαπούν πάντα. Αντίθετα με άλλες επινοήσεις του ανθρώπου, όπως λόγου χάρη είναι οι θρησκείες, μηδεμιάς εξαιρουμένης, που ξέπεσαν σε αφορμές για ποταμούς αίματος. Από τις τέχνες που πρόσφεραν στον άνθρωπο πάρα πολλά χωρίς να του πάρουν τίποτα είναι το θέατρο.

          -Η ζωή «παίζει» με το θέατρο ή το θέατρο με τη ζωή;

Το θέατρο «παίζει» με τη ζωή. Το θέατρο ανέκαθεν προσπαθούσε να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τα φαινόμενα του περίγυρού του. Όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος μυθοποιούσε τα φυσικά φαινόμενα για να τα κάνει οικεία, έτσι και ο συγγραφέας μυθοποιεί τα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής του. Με την αναζήτηση αυτήν προσπαθεί να εξηγήσει και να συμφιλιώσει το συγκεχυμένο και άγνωστο με το μελλοντικό θεατή. Με τελικό στόχο φυσικά την αυτογνωσία.

          -Γράψατε περισσότερα από τριάντα θεατρικά έργα. Ποιες ήταν οι πηγές της έμπνευσής σας;

Άρχισα να γράφω στην πολύ ταραγμένη μεταπολεμική εποχή. Ένιωθα πως η μοίρα του περίγυρού μου-τοπικού και παγκόσμιου- γινόταν και προσωπική μου μοίρα. Κανένα έργο δεν γράφεται και δεν έχει κάτι να πει αν ο προβληματισμός του δεν απορρέει από συνθήκες κοινωνικές και πολιτικές που, είτε το θέλεις είτε όχι, καθορίζουν τον προσωπικό σου βίο. Πηγές λοιπόν των ιδεών μου ήταν τα ερεθίσματα που με βομβάρδιζαν από έξω και η ανάγκη να αντιδράσω.

          -Τι είναι για σας έμπνευση;

Δεν πιστεύω στη λέξη έμπνευση. Αυτά που μας παρακινούν να γράψουμε είναι η παρατήρηση αυτών που συμβαίνουν γύρω μας, ο τρόπος που μας ευαισθητοποιούν και η ανάγκη να τα διαπραγματευτούμε με το συνάνθρωπό μας, είτε είναι φίλος μας είτε όχι, είτε είναι θεατής μας. Τη λέξη έμπνευση τη βρίσκω να πάσχει από αφέλεια. Μοιάζει σαν να είναι κάτι που πέφτει απ’ το φεγγάρι, ενώ τα ερεθίσματα για να γραφτεί ένα έργο βρίσκονται στους δρόμους που περπατάμε κάθε μέρα και στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε.

          -Ποια στοιχεία υπάρχουν ακλόνητα απ’ την Έβδομη μέρα της Δημιουργίας ώς το Μια κωμωδία;

Το στοιχείο του πολυπρόσωπου έργου. Αυτό το στοιχείο υπάρχει σχεδόν σε όλα μου τα έργα. Επαναλαμβάνω κάτι που έχω πει πολλές φορές, δυστυχώς. Παραμένει κάτι που το κουβαλώ από την εμπειρία του Μάουτχαουζεν. Πολλοί άνθρωποι με κοινή μοίρα, πολλά κατ’ άτομον δράματα που συνθέτουν τελικά μια δραματική ενότητα. Δεύτερο στοιχείο είναι μια «υπόκρουση κωμωδίας». Ακόμη και στην κόλαση εκείνου του στρατοπέδου συγκέντρωσης και εξόντωσης υπήρχαν καταστάσεις που μας έκαναν να γελάμε. Δε μ’ ενδιαφέρει ποτέ να γράψω για περιπτώσεις ανθρώπων που το ιδιωτικό τους δράμα δεν άνοιγε ως τα όρια μιάς δημόσιας περιπέτειας.

          -Κάποτε ο μεγάλος θεατράνθρωπος Κάρολος Κουν είχε πει: «Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας». Σήμερα εσείς τι λέτε;

Ο Κάρολος Κουν, λέγοντάς το αυτό, ήταν ειλικρινέστατος. Άλλοι έλεγαν πώς κάνουν θέατρο για το λαό, λόγου χάρη, θέλοντας να παραστήσουν πώς ένοιωθαν σαν απόστολοι. Νομίζω πώς ο συγγραφέας γράφει καταρχήν για τον εαυτόν του. Αν βρίσκεται σε αρμονία με το κοινό αίσθημα, τότε το έργο του παύει ν’ ανήκει  μόνο σ’ αυτόν και γίνεται κοινό κτήμα.

          -Είναι ο συγγραφέας σαν τον Οδυσσέα, ένα περιπλανώμενος που αναζητεί κάπου ν’ ακουμπήσει με ασφάλεια την ψυχή του;

Αν λάβουμε υπόψη μας πώς ο συγγραφέας γράφει δέκα, είκοσι ή τριάντα έργα ή και περισσότερα και πώς αφανώς μεν αλλά στην πραγματικότητα επαναλαμβάνεται σε κάθε του έργο, αυτό σημαίνει συνεχή περιπλάνηση. Αν με ρωτήσετε πόσα έργα έχω γράψει, θα σας απαντήσω: προσπαθώ να γράψω «ένα». Εννοώντας φυσικά πως τα «πολλά» δεν είναι παρά επεισόδια μόνον ενός ταξιδιού που δεν τελειώνει.

Αναφέρατε τον Οδυσσέα, μήπως το κάνατε επίτηδες; Συμβαίνει να έχω γράψει το έργο Οδυσσέα γύρισε σπίτι, το έργο Ο αόρατος θίασος, που και πάλι έχει κεντρικό ήρωα έναν Οδυσσέα, κάτι που μόνον εγώ το ξέρω, και επίσης το έργο «Η τελευταία πράξη, πάλι με ήρωα τον Οδυσσέα, εμφανώς αυτή την φορά. Το παράδοξο, αν θέλετε, είναι πώς ξανά με απασχολεί ένα άλλο έργο με τα γνωρίσματα του Οδυσσέα.

Ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο. Πιστεύω όμως πώς κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του έναν Οδυσσέα κι ίσως γι’ αυτό επί χιλιάδες χρόνια το συγκεκριμένο πρόσωπο- σύμβολο να μας απασχολεί τόσο συχνά και τόσο έντονα. Ας ξαναγυρίσουμε στο συγγραφέα: Ο συγγραφέας είναι περιπλανώμενος και με την περιπλάνησή του από έργο σε έργο αναζητά πριν απ’ όλα τον εαυτόν του. Δηλαδή την ψυχή του.

          -Σήμερα που η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός, η ευτέλεια και η βαρβαρότητα μας κυκλώνουν τόσο πολύ, πώς μπορεί ο άνθρωπος να σώσει την αξιοπρέπειά του, να μη χαθείς τη χοάνη της παγκοσμιοποίησης;

Θ’ αρχίσω την απάντησή μου από την τελευταία λέξη. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι καινούργιο. Όταν πριν από χιλιάδες χρόνια για τους ανθρώπους της Μεσογείου η θάλασσα αυτή ήταν όλος ο κόσμος, ταξίδευαν με κίνδυνο της ζωής τους από την μιαν άκρη στην άλλη για ν’ ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Μαζί αυτόματα αντάλλασσαν τη νοοτροπία και τον πολιτισμό τους. Ήταν ήδη μια μορφή παγκοσμιοποίησης. Τέτοιες μορφές παγκοσμιοποίησης συντελέστηκαν με τη μεγάλη έξοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Pax Romana, το δρόμο του μεταξιού, την ανακάλυψη της Αμερικής κ.λπ. Το πρόβλημα με την παγκοσμιοποίηση σήμερα είναι τι είδους χρήση κάνουμε αυτής της πρωτοφανούς δυνατότητας επικοινωνίας των λαών. Αν αυτό, αντί να είναι για το καλό όλων, γίνεται εργαλείο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, τότε φυσικά η παγκοσμιοποίηση γίνεται κατάρα. Ποια είναι η σωτηρία; Να πάψουμε να χρησιμοποιούμε την παγκοσμιοποίηση για δημιουργία ανισότητας και έχθρας ανάμεσα στους δυνατούς και τους αδύνατους.

Οι πολύ ταραγμένες ημέρες που περνάμε αυτόν τον καιρό είναι η  έκρηξη αυτού του ηφαιστείου που έχουμε δημιουργήσει από την ανικανότητά μας να αντιληφθούμε πως μια τέτοια χρήση της παγκοσμιοποίησης οδηγεί σε μια παγκόσμια αυτοκτονία.

          -Αν είχατε τη δυνατότητα να εκπληρωθεί μία επιθυμία σας από μια μυστική, ανώτερη δύναμη, τι θα ζητούσατε;

Είμαι πατέρας και παππούς. Θα ζητούσα ένα μέλλον του κόσμου που τα παιδιά μου, η εγγονή μου και όλοι οι δικοί μου, και φυσικά όλοι οι συνάνθρωποί μου, να ζήσουν ειρηνικά και καλά. Είναι αυτό που θα ζητούσα και είναι ό,τι περισσότερο και πολυτιμότερο.

      Σας ευχαριστώ.

Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ τεύχος 518/Μάϊος 2011. Ιάκωβος Καμπανέλλης Ο άνθρωπος.

Ελάχιστα σχετικά

          Συμπληρώθηκαν δεκαπέντε χρόνια από την απώλεια του σημαντικότερου νεοέλληνα θεατρικού συγγραφέα του σύγχρονου, μεταπολεμικού Ελληνικού Θεάτρου, του Ιάκωβου Καμπανέλλη (Νάξος 2/12/1921- Αθήνα 29/3/2011). Στην μνήμη του αφιερώνουμε ένα ακόμα σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Ξαναπιάνοντας στα χέρια μας τόμους των Θεατρικών του Απάντων και διαβάζοντάς τους, ενθυμούμενοι παραστάσεις θεατρικών του έργων που είχαμε παρακολουθήσει τις προηγούμενες δεκαετίες. Σαν μία ευχάριστη ανάπαυλα από τους σχολιασμούς μας στις εργασίες του Πλατωνιστή έλληνα φιλόσοφου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου και τα σχετικά βιβλία του που το διάστημα αυτό μας απασχολούσαν. Στην δεύτερη αυτή ανάρτηση, δεν αντιγράφουμε ένα από τα δεκάδες αξιόλογα μονόπρακτά του που παραστάθηκαν στις ελληνικές δραματικές σκηνές, κρατικές ή ερασιτεχνικές από διάφορους θιάσους από τα χρόνια μετά την μεταπολίτευση που σαν έφηβοι έχουμε παρακολουθήσει. Επιλέξαμε κείμενα προσωπικού εξομολογητικού, άμεσου ενδιαφέροντος που ψυχογραφούν και σκιαγραφούν το άτομο και την προσωπικότητα, την χαρακτηριστική ιδιοσυγκρασία και ποιότητα του σημαντικού αυτού δασκάλου της θεατρικής τέχνης. Του ανθρωπιστή αγωνιστή έλληνα θεατράνθρωπου που έζησε στο «κορμί του» την βαρβαρότητα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, μια και όπως γνωρίζουμε υπήρξε κρατούμενος στο στρατόπεδο εξόντωσης αιχμαλώτων το Μάουτχάουζεν. Κείμενα προσωπικής επαφής του χρήσιμου αφιερώματος, τα οποία μας μιλούν για την θετική και σημαντική επίδραση που είχε η συναναστροφή των συγγραφέων τους μαζί του. Αυτών που άκουσαν άμεσα τις παραινέσεις και συμβουλές του, τους συνεργάτες τους, σε όσους διαισθάνθηκαν την θερμοκρασία των λόγων του, την ποιότητα και το ήθος του σεμνού και διακριτικού αυτού ανδρός. Ηθοποιοί, κριτικοί της λογοτεχνίας, ποιήτριες, διευθυντές περιοδικών, εκδότριες, ιστορικοί και κριτικοί του Ελληνικού Θεάτρου, γράφουν και θυμούνται. Καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι του τόπου που τον γνώρισαν από κοντά, τον συναναστράφηκαν, συνεργάστηκαν στο ανέβασμα μίας παράστασης, τον έζησαν στις «ιδιωτικές» φιλικές τους στιγμές ως ακαδημαϊκό, άκουσαν τα λόγια του ως δάσκαλο σε θεατρικές σχολές, ως σκηνοθέτη και σεναριογράφο. Συνεργάτες του στο θεατρικό σανίδι, στην ελληνική ραδιοφωνία, σε διάφορες καλλιτεχνικές επιτροπές. Μέσα από τις προσωπικές αυτές αναμνήσεις των συμμετεχόντων στο Αφιέρωμα του «ΔΙΑΒΑΖΩ» που επιμελήθηκε ο διευθυντής του κύριος Γιάννης Ν. Μπασκόζος ανακαλύπτουμε μία εξαιρετική πνευματική προσωπικότητα του καιρού μας, την πατρική και στοργική του συμπεριφορά απέναντι στις νεότερες γενιές των καλλιτεχνών και λογίων. Φανερώνεται η πλούσια και ταλαντούχα θεατρική του κατάρτιση, ο θεατρικός παλμός της αναπνοής του, η ειλικρινή του ευαισθησία, το αμέριστο και ειλικρινές ενδιαφέρον του για τα πολιτικά και κοινωνικά κοινά όχι μόνο της πατρίδας του αλλά και διεθνώς. Το άσβηστο ενδιαφέρον του για το καλό της ανθρωπότητας, τα δίκαια των λαών, την ειρήνη, την ευημερία, την πρόοδο, την εξάλειψη των οικονομικών ανισοτήτων, τους διαρκείς αγώνες και καθημερινές θυσίες των απλών ανθρώπων, των φτωχών και μεροκαματιάρηδων, των εργαζομένων στις φάμπρικες στην προσπάθεια τους να καλυτερεύσουν τις ζωές τους, να θρέψουν τις οικογένειές τους, να οικοδομήσουν ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Να υπερβούν τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους κάθε στιγμή, συναντούν στο διάβα του βίου τους, και ταυτόχρονα στους ατομικούς ηρωικούς και συλλογικούς τους αγώνες και προσπάθειες. Βλέπουμε έναν θεατρικό συγγραφέα άμεσο, αυθεντικό, ειλικρινή, απροσποίητο, ανθρωπιστή, έμπειρο και ευφυή, ταλαντούχο και διαμορφωτή της σκηνικής πράξης και λόγου κάθε φορά αλλιώς ανάλογα με τις ανάγκες της παράστασης και τις απαιτήσεις της σκηνικής παρουσίας. Έναν άνθρωπο με μεγάλα αποθέματα ευαισθησίας, τρυφερότητας, συγκατάβασης, κατανόησης προς τους γύρω. Τα κείμενα του αφιερώματος και η συνέντευξη που παραχωρεί στο συνεργάτη του περιοδικού κύριο Στέλιο Λουκά, μας αποκαλύπτουν στο πώς έβλεπε, αντιμετώπιζε ο δημιουργός αυτός την ίδια την λειτουργία του Θεάτρου εν τη γεννέση της θεατρικής πράξης, την δράση την στιγμή που γράφεται το κείμενο, κατά την διάρκεια προετοιμασίας της πρόβας, την αποδοχή από τους ηθοποιούς ερμηνευτές. Πώς συμπλήρωνε ή τροποποιούσε τα θεατρικά κείμενα που έγραφε ο ταλαντούχος Ιάκωβος Καμπανέλλης, τι αφαιρούσε, ανάλογα με τις σκηνικές αντοχές του ηθοποιού, τις ερμηνευτικές ικανότητες των συντελεστών της παράστασης, την ευχέρεια του λόγου τους, ακόμα και των πρώτων άμεσων αντιδράσεων του θεατρόφιλου κοινού που παρακολουθούσε δικό του έργο, δική του σκηνοθετική ερμηνευτική. Μια θεατρική αντίληψη σπουδαία, μία δημιουργική σύλληψη λειτουργίας μιάς παράστασης που κρατά το πολύ δύο με τρείς ώρες και κατόπιν ίσως και να λησμονιέται, να χάνεται στον χρόνο, και να μένει μόνο ως αίσθηση στην μνήμη του θεατή μιάς απογευματινής ή βραδινής εξόδου ψυχαγωγίας του. Έχουμε τα χαρακτηριστικά της σύνθεσης της προσωπικότητας ενός θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη που φέρνει στην σκέψη μας αβίαστα τον μεγάλο Ελισαβετιανό δραματουργό Ουίλλιαμ Σαίξπηρ που ήταν ο ίδιος συγγραφέας και σκηνοθέτης, ηθοποιός των έργων του που παίζονταν στις πλατείες ή ανεβάζονταν σε θεατρικές αίθουσες. Μία θεατρική κλασική παράδοση που πάει ακόμα πιο πίσω στο χρόνο, στους αρχαίους έλληνες ποιητές δραματουργούς της αρχαίας τραγωδίας με τον έναν υποκριτή και τα ανάλογα προσωπεία του. Στην συνέντευξή του δίνει μία εύστοχη απάντηση στην ερώτηση στο πόσα έργα γράφει ένας συγγραφέας. Ένα είναι το έργο στην ουσία του που σε χρονικά στάδια γράφει εν εξελίξει μας λέει. Ένα Κείμενο (σε πολλά επεισόδια) γράφει ο δημιουργός που επανεπεξεργάζοντάς το, φωτίζει την προσωπικότητά του, πτυχές και στιγμές της ζωής του, τις διακυμάνσεις της ψυχής του, το πνεύμα του, τις ιδέες, τις θέσεις του, τις αντιλήψεις και τα πιστεύω του. Ο συγγραφέας είναι ένας πολυήρωας που κάθε φορά συγκεφαλαιώνεται στο τελευταίο βιβλίο του δημιουργού, και ο Κόσμος, ας μου επιτραπεί ο άστοχος παραλληλισμός, ένα «πολύμπριζο εμπειριών και καταστάσεων» που ο συγγραφέας κάθε φορά επιλέγει την ανάλογη υποδοχή συγγραφικής ενέργειας. Το ζεύγος Κώστας Καζάκος και Τζένη Καρέζη είναι οι ηθοποιοί που με τον θίασό τους ανέβασαν τα μεγάλα πολιτικά αντιστασιακά έργα του δημοκράτη Ιάκωβου Καμπανέλλη. Αντιχουντικά έργα και παραστάσεις τα οποία έκαναν πάταγο όταν παραστάθηκαν πριν και κατά την διάρκεια της δικτατορίας, σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, έγιναν αφορμή να εκδηλώσουν τα αντιδικτατορικά τους αισθήματα οι Έλληνες, όπως η παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο». Είναι μάλλον το πλέον αγαπητό έργο του θεατρόφιλου κοινού μετά την «Αυλή των Θαυμάτων» που παρουσιάστηκε από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το 1957. Σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν, σκηνικά και κοστούμια του πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Μια θεατρική παράσταση που έρχεται να επιβραβεύσει και συνεχίσει την επαινετική θεατρική του πορεία στον κινηματογράφο με το έργο «Η Στέλλα με τα κίτρινα γάντια» που μετέφερε στην κινηματογραφική οθόνη ο Μιχάλης Κακογιάννης, την γνωστή μας θρυλική «Στέλλα» με την Μελίνα Μερκούρη. Ενώ ακόμα και σήμερα εκφράζει τον θαυμασμό του ο έλληνας κινηματογραφόφιλος βλέποντας την ταινία «Ο Δράκος» σε σενάριο δικό του, σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου, με πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο. Οι κινηματογραφικές του επιτυχίες τον φέρνουν να διδάσκει το μάθημα του κινηματογραφικού σεναρίου και της δραματικής ανάλυσης στη Σχολή Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου, ενώ επιτυχημένες είναι οι μεταφράσεις του και διασκευές των ξένων έργων στις εκπομπές του στη δημόσια ραδιοφωνία. Συνεργάζεται με τον θίασο της Κοτοπούλη, τον σκηνοθέτη Κώστα Μουσούρη, τον Αδαμάντιο Λαιμό, τον πειραιώτη Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Ντίνο Δημόπουλο, τον Κώστα Μιχαηλίδη και πολλούς άλλους καταξιωμένους σκηνοθέτες και παράγοντες της θεατρικής σκηνής που καθιστούν το θεατρικό φαινόμενο Ιάκωβο Καμπανέλλη αναμορφωτή της νεοελληνικής δραματουργίας, συνεχιστή της παράδοσης του Γρηγορίου Ξενόπουλου, του Παντελή Χορν κλπ. Ανοδική είναι και η αναγνώρισή του όταν προσκαλείται και μεταβαίνει στην Μεγαλόνησο. Μια προσπάθειά του να γυρίσει ταινία με τη ζωή του Εθνάρχη Αρχιεπισκόπου Προέδρου Μακαρίου δεν τελεσφορεί. Η θεατρική και σεναριογραφική του παραγωγή βρίσκεται σε άνθηση και το έργο του μεταφράζεται και παρουσιάζεται σε σκηνές του εξωτερικού. Γράφει τραγούδια και στίχους για τις θεατρικές του παραστάσεις που επενδύουν μουσικά οι σημαντικότεροι έλληνες μουσικοσυνθέτες. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιάννης Σπανός, Σταμάτης Κραουνάκης, Γιάννης Μαρκόπουλος και άλλοι. Γράφει ποιήματα και τα αφιερώνει στον Μίκη Θεοδωράκη «Απόψε» «Στον Μίκη και τους φίλους του με συγκίνηση». Και ποιος δεν τραγούδησε και εξακολουθεί να τραγουδά το «Άσμα Ασμάτων» από τον δίσκο «Μάουτχάουζεν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη με την φωνή της Μαρίας Φαραντούρη. Ο τραγουδιστής Σταμάτης Κόκοτας ερμηνεύει το τραγούδι του «Αφιέρωμα στον Μάνο» τον φίλο και συνεργάτη του Μάνο Χατζιδάκι που μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟ

Το κυπαρίσσι το ψηλό

το χάρτινο φεγγάρι

κι ο κυρ Αντώνης μοναχός,

δική σου η ζωγραφιά.

 

Τραγούδια πήρε η γειτονιά

κι οι δρόμοι τα όνειρά του,

κοπέλες μ’ άσπρα σεργιανούν

κι αγόρια με φτερά.

 

Το φίδι στην κρυφή σπηλιά

κι η Τρώισσα στο μπαλκόνι,

λευκή αχιβάδα στο γιαλό,

σημάδια μυστικά.

 

Ποια παραμύθια περπατάς,

ποια μάνα σε ταϊζει

αλάτι, μέλι και ψωμί

κι αθάνατο νερό;

          Να υπενθυμίσουμε ότι στον δίσκο του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι «Το Παραμύθι χωρίς Όνομα» τους στίχους έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ενώ την ερμηνεία είχε ο Λάκης Παππάς με την αισθαντική φωνή. Πόσες φορές δεν σιγοψιθυρίζουμε ακόμα το «Τραγούδι της Ντροπής (Μανούλα μου), τους στίχους «Του Γέρου Ναύτη» (Ναύτη, Γέρο- Ναύτη). Το «Ερωτικό» (Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι)

Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι

να γενεί νερό να ξεδιψάσεις.

Σπέρνω την καρδιά μου στο λιβάνι

να γενεί ψωμάκι να χορτάσεις.

Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου

τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις,

Στον αγέρα δίνω την καρδιά μου

να γενεί δροσούλα ν’ ανασάνεις.

Ή το χιλιοτραγουδισμένο «Ο Έκτορας και η Ανδρομάχη». Στίχοι ερωτικοί που τους συνοδεύουν στα ουράνια φωνές αγγέλων, ερωτευμένων ψυχών που φτερουγίζουν μέσα στα όνειρα, ουράνιες ευαισθησίες και συναισθήματα άσπιλα.  Φωταγωγά Οράματα ποιητών μιάς άλλης εποχής και ατμόσφαιρας.

     Ο γνωστός μας ηθοποιός και πρώην βουλευτής Κώστας Καζάκος στο δικό του κείμενο προβαίνει σε μία παρατήρηση που στεριώνει τις θέσεις μας για τον θρησκευτικό, χριστιανικό παλμό που χτυπά στα έργα του Νάξιου δραματουργού. Γράφει ότι ο Καμπανέλλης ήταν θρήσκος και μάλιστα κάπως «συντηρητικός» αν και όταν ασχολιόταν με το Θέατρο γίνονταν επαναστατική η φωνή του. Και πραγματικά, δεν είναι απλά πλούσια σε ανθρωπιστικά στοιχεία η γλαφυρή γραφή του, τα πλεονάζοντα φιλολαϊκά ερεθίσματα που υπερτερούν σε κάθε σχεδόν θεατρικό του έργο. Πολυπρόσωπες σκηνές, οι κοινωνικών προσανατολισμών φωτισμοί του και τα μηνύματα που πηγάζουν από αυτούς, τα εμφανή σημάδια των πολιτικών του αναφορών και υποδηλώσεων. Σε αρκετά από τα έργα του-τα θαυμάσια δομημένα μονόπρακτά του-, αναγνωρίζουμε ψυχογραφικά σημεία και καταστάσεις χριστιανικών αντιλήψεων. Ένας λόγος περί ανθρώπινης κοινωνικοποίησης μέσα από ενεργές κοινότητες ανθρώπων και τις ποικίλες δράσεις τους στο πεδίο της ζωής, όχι του θρησκευτικού πιστεύω της παράδοσης, αλλά με την ευρύτερη έννοια του όρου «αριστερής τους» συνείδησης και κοινωνικής αγωνιστικότητας. Είναι οι εξαιρετικές περιπτώσεις που το άτομο λειτουργεί για το καλό και την σωτηρία της ομάδας, γίνεται θυσιαστικό σύμβολο, αγωνιστικό παράδειγμα, πρότυπο ηρωισμού για το σύνολο της κοινωνίας, λειτουργεί και πράττει ηρωικά για το καλό του λαού του της πατρίδας του της ανθρωπότητας. Κάπου στις απαντήσεις του μιλά ότι τον ενδιαφέρει θεατρικά όχι η περίπτωση, το μεμονωμένο πρόβλημα του ενός αλλά του συνόλου. Ένα είδος θεατρικής μετοχής ολόκληρης της κοινότητας που συνδιαμορφώνει την παράσταση και το κείμενό της και συνδιαμορφώνεται από αυτήν, την ίδια στιγμή που παρασταίνονται τα τραγικά γεγονότα. Μετοχή ηρώων, ηθοποιών, συγγραφέα, κειμένου και θεατών μαζί σαν λαός του Θεού Διονύσου. Η ανθρωπότητα όχι ως άτομο, όχι ως μάζα αλλά ως κοινωνία ελεύθερων ισότιμων μεταξύ τους ανθρώπων μέσα στην Ιστορία την ώρα που συντελείται η πολιτική πράξη πάνω στο σανίδι. Γιατί το Θέατρο του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι πολιτικό θέατρο έτσι όπως το όρισε η θεωρητική Μπρεχτική θεώρηση πέρα από τους επιμέρους θεατρικούς πειραματισμούς και προθέσεις των διαφόρων θεατρικών συγγραφέων της παγκόσμιας σκηνικής περιπέτειας. Όποιος έτυχε να παρακολουθήσει τουλάχιστον πάνω από δύο-τρία έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη έμεινε ευχαριστημένος, δεν μετάνιωσε ακόμα και αν η σκηνοθετική εκδοχή δεν αντιπροσώπευε ως όφειλε τις θεατρικές σκηνοθετικές οδηγίες του Καμπανέλλη. Αν έχει διαβάσει έστω και έναν τόμο των θεατρικών του Απάντων, θα κλείσει το βιβλίο με θετικές σκέψεις και προβληματισμούς και ας μην έχει ιδέα πώς δομείται ένα θεατρικό έργο, πώς γράφεται και που αποσκοπεί. Το Θέατρο του Ιάκωβου Καμπανέλλη έχει μία αμεσότητα, σε κεντρίζει αμέσως είτε το παρακολουθείς πάνω στην θεατρική σκηνή είτε το ακούς στο ραδιόφωνο είτε το βαστάς στα χέρια σου και το διαβάζεις και σκηνοθετείς τις πράξεις του με την φαντασία σου.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έχει αφομοιώσει ως δραματουργός τα πλέον εύκαρπα στοιχεία της παράδοσης, τα πλέον γόνιμα συστατικά του ελληνικού θεάτρου από την αρχαιότητα μέχρι των ημερών μας και παράλληλα της θεατρικής παράδοσης της ευρωπαϊκής δραματουργίας. Αξιοπρόσεκτη και πρωτότυπη, πρωτοποριακή η πολυστρωματική γραφή του, σε αρμονική αλληλουχία προβάλλουν οι διακειμενικοί του κόμβοι και τα στιγμιότυπα, οι εκλεκτικές του συγγένειες και αναφορές στην ελληνική και παγκόσμια δραματουργία. Η μαγεία της θεατρικής του τέχνης φαίνεται στην ευστοχία και την ωριμότητα της μετάπλασης όχι μόνο των αρχαίων μύθων αλλά και της νεότερης ιστορίας, γεγονότων και πώς υφαίνει τα μυθολογικά ή σύγχρονων εποχών δεδομένα και καταστάσεις με συμβάντα της παρούσης στιγμής, μοτίβα των σύγχρονων πολιτικών καιρών μας. Αυτές οι καταπληκτικές συζεύξεις του παρελθόντος και παρόντος, της κοινής Μοίρας των ανθρώπων και της φιλάνθρωπης προστασίας μίας όχι μεταφυσικής δύναμης αλλά μιάς ανθρώπινης αγωνιστικότητας για ένα καλύτερο αύριο. Μιάς δύναμης όμως που δεν ποδηγετεί τις ανθρώπινες δυνατότητες αλλά βασίζεται στα ανθρώπινα μέτρα και αντοχές.

Γράφει:

[ΚΥΡΙΕ, ΚΥΡΙΕ]

Κύριε, Κύριε,

αν υπάρχεις

έλα κοντά μου

αυτή την ώρα

ώρα της κρίσης

ώρα των όλων

άγγελοι περπατούν στη στέγη

ο αρχάγγελος

πίσω απ' την πόρτα

μετρά τούς χτύπους

της καρδιάς μου.

Κύριε της μνήμης

και της λήθης,

ταμία της πλάνης, της μετάνοιας

του γελοίου,

του πόνου που γελάει,

της χαράς που κλαίει,

ήλιε επί δικαίους και αδίκους

[έλα κοντά μου].

Από το βιβλίο Ιάκωβος Καμπανέλλης, Άκουσε τη φωνή μου κι έλα. τραγούδια και ποιήματα. φροντίδα Θάνος Φωσκαρίνης- Κατερίνα Ι. Καμπανέλλης, εκδ. Κέδρος 2020, σ.226

Το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι ίσως το μόνο μέσα στην ιστορία της ελληνικής δραματουργίας που κυοφορείται έντονα και ξεκάθαρα με τα συμπλεκτικά συστατικά της Ελληνικότητας στην διαδρομή της ελληνικής παράδοσης και ιστορίας. Ο Ελληνισμός, όχι ως εθνικισμός έναντι της «βαρβαρότητας» των αλλόδοξων άλλων λαών, αλλά ως πανανθρώπινη αξία και πολιτιστική προσφορά στις οικουμενικές του διαστάσεις, εξακτινώσεις, αναμετρήσεις και έργα δημιουργικής του παραγωγής. Ο Ελληνισμός ως διαρκή μεσιτεία μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος ως παρών, και αυτό μας το υπενθυμίζει διαρκώς ο λόγος του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ακόμα και στα τραυματικά του στιγμιότυπα που προέρχονται από τις δύστοκες και άγριες περιπέτειες του βίου του ως έγκλειστου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα εφηβικά του χρόνια δεν χάνει το θάρρος του. Στέκεται ορθός και ατενίζει το μέλλον με αγωνιστικό κουράγιο. Οι χαραμάδες σαρκασμού και διακωμώδησης διακρίνονται στην γραφή του, στα σκετς του, στα σενάρια των ταινιών του. Γιατί το φριχτό και σκοτεινό παράδοξο που λέγεται ζωή και η κάθε φορά διαφορετικών προδιαγραφών περιπέτειά της συνδιαμορφώνεται από τον συγγραφέα, το κείμενο και τους ηθοποιούς που το ερμηνεύουν και εμάς τους θεατές.

    Και μία προσωπική εκτίμηση για το περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ». Το λογοτεχνικό αυτό περιοδικό υπήρξε για τους φιλαναγνώστες και βιβλιοφάγους της μεταπολίτευσης, τους συγγραφείς και κριτικούς, ότι υπήρξε η «Διάπλαση των Παίδων» για τις προπολεμικές γενιές. Αν είχαμε την τύχη και την χαρά να συναντήσουμε έναν μεγάλης ηλικίας συγγραφέα αυτών των γενεών, μας έλεγαν πάντα με καμάρι ότι «είμαστε Διαπλασόπουλα». Το ίδιο θα τολμούσα να έγραφα και για τις νεότερες μεταπολιτευτικές γενιές μετά το 1974, των νέων ηλικιών αγοριών και κοριτσιών που ασχολούνταν με την λογοτεχνία και τα γράμματα. Είμαστε και εμείς «Διαβαζόπουλα». Ας ακούγεται κακόηχα η λέξη, είμαστε παιδιά του «Διαβάζω» και δεν είναι ντροπή να το λέμε. Και είναι ευχάριστο να μαθαίνεις ότι στην ιδέα ενός περιοδικού για βιβλία όπως το «ΔΙΑΒΑΖΩ» συνέβαλε με τις παροτρύνσεις του και τις συμβουλές του ο Ιάκωβος Καμπανέλλης όπως μας λέει στο συμμετοχικό του κείμενο ένας από τους διευθυντές του περιοδικού, ο ηθοποιός κύριος Γιώργος Γαλάντης.

Ας κλείσουμε το δεύτερο μακροσκελές αυτό σημείωμα στη μνήμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη με μερικά τραγούδια και στίχους του όπως τους μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.

ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΗ

(ΝΑΥΤΗ, ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΗ)

Άσπρο περιστέρι,

πάρε τα όνειρά μου

κι άμε στην ευχή.

Ναύτη, γέρο ναύτη,

σάπιο είμαι καράβι

με μισό κουπί.

 

Άσπρο περιστέρι,

μ’ ασημένιο ξάρτι

και χρυσό κουπί,

τις ελπίδες μου όλες

φόρτωσα σε σένα

κι ώρα σου καλή,

κι άμε στην ευχή.

Μουσική Μάνος Χατζιδάκις, Ερμηνεία Λάκης Παππάς, Στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης.

ΕΡΓΑΤΙΚΟ

(ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ)

Απ’ το πρωί μες στη βροχή

και μέσα στο λιοπύρι

για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι

και δόξα τω Θεώ.

 

Πέτρα στην πέτρα ολημερίς

χτίζω και δε σε φτάνω.

Ήλιε μου, πόσο είσαι πάνω

και δόξα τω Θεώ.

 

Παράθυρο για τ’ όνειρο

κι αυλή για το σεργιάνι

ο ίσκιο σου να μη σε χάνει

και δόξα τω Θεώ.

 

Κάνω τη στέγη από γυαλί

με τ’ άστρα να κοιμάσαι,

αφέντη μου, να με θυμάσαι

και δόξα τω Θεώ.

Μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Ερμηνευτής Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης.

Και ένα ακόμη από «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και ερμηνεία Νίκου Ξυλούρη

ΟΙ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΙΑΝΟΙ

Τι σιρόπιον ο έρως

τι φυτόν αειθαλές

είθε κι όταν είμαι γέρος

να μου είναι προσφιλές.     

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

(Νοέμβριος 2025- Μάρτιος 2026)

29 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Ανακοινώθηκε στις ειδήσεις των 7.45 η είδηση του θανάτου της μεγάλης Κυρίας του ελληνικού τραγουδιού της ΜΑΡΙΝΕΛΛΑΣ. Στην μελλοντική πάντα παρούσα μνήμη της το ποίημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Ο χρόνος

στης ψυχής σου

το άυλο χέρι

ας αποθέσει

της Εδώμ

το κρίνο

ολόφεγγο

της ευτυχίας

τ’ αστέρι.   

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Γράμμα στον Ορέστη

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ

Στο ρόλο της Κλυταιμνήστρας πρώτη διδάξασα ηθοποιός, η Μαρία Κεχαγιόγλου

Του Ιάκωβου Καμπανέλλη

Κάθε παράσταση, όπως όλοι ξέρουμε, είναι ένα πειστικό «υποτίθεται».

          Νομίζω πώς σε μιά παρουσίαση αυτού του μονολόγου αυτό το «υποτίθεται», και  μάλιστα επαυξημένο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση.

          Γι αυτό προτείνω η σκηνή να είναι σε συνθήκες πρόβας. Τα ελάχιστα πράγματα που χρειάζονται να είναι τα πρόχειρα και άσχετα που χρησιμοποιούμε στις δοκιμές. Μόνο η πόρτα στο βάθος θα χρειαστεί να είναι πιό συγκεκριμένη.

          Έρχεται στη σκηνή η ηθοποιός που θα υποδυθεί την Κλυταιμνήστρα. Κρατά καφέ, τσιγάρο και πλησιάζει ένα μεγάλο ξύλινο κιβώτιο που θα το χρησιμοποιήσει για τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι ένα κηροπήγιο, ένα τασάκι, μολύβια, αρκετά χαρτιά γραμμένα, λευκά, τσαλακωμένα, άλλα όχι. Παίρνει μερικά χαρτιά και τα τοποθετεί σαν «δήθεν» σκόρπια μπροστά και πλάι απ’ το τραπέζι, στο πάτωμα. Ανάβει το κερί, κάθεται σε σκαμνί και σβήνει το τσιγάρο της. Παίρνει ένα απ’ τα τσαλακωμένα χαρτιά και αρχίζει να διαβάζει αργά και καθαρά σαν για να επιβεβαιώσει ότι αυτά που έχει γράψει είναι καλά διατυπωμένα.

        Ορέστη, αγαπημένη μου γιέ

ξέρω πώς οι μέρες μου είναι μετρημένες και τρέμω που δε σε βλέπω να ‘ρχεσαι.

    Δεν είναι μόνο η λαχτάρα μου να σε δω, έστω και για τελευταία φορά, που μ’ έχει κάμει να στοιχειώσω στο παράθυρο που βλέπει στο δρόμο. Πιό πολύ είν’ ο φόβος μου ότι μπορεί να ‘ρθεις όταν θα ‘ναι αργά πιά. Ότι μπορείς ν’ ακούσεις μόνο από τους άλλους πώς έγιναν όσα έγιναν, και ποτέ από μένα. Όμως ποιός άλλος μπορεί να ξέρει για μένα πιό πολλά από εμένα την ίδια; Εγώ έκαμα αυτό που δε θα μπορούσε ποτέ κανείς να φανταστεί, εγώ αναγκάστηκα να σκοτώσω…

   (Σταματά να διαβάζει, πιάνει ένα μολύβι και γράφει.)

Πόσο εύκολο είναι για τους άλλους να θέλουν… (σταματά να γράφει και συνεχίζει λέγοντας αυτά που έχει να πει παρασυρόμενη όλο και πιό πολύ απ’ αυτά που νιώθει)

να πιστέψεις μόνο αυτά που θα σου πουν εκείνοι. Και πόσο πιό εύκολο θα είναι όταν εγώ δε θα μπορώ πιά να μιλήσω. Τί δύσκολη που είν’ η θέση μου, Ορέστη. Εγώ είμαι μάνα σας. Δεν πρέπει, ούτε στιγμή, να σου περάσει από το νου ότι επιδιώκω να σε παρασύρω προς το μέρος μου. Είστε και οι δυό παιδιά μου, είσαι ο Ορέστης μου! και η  αδελφή σου, ό,τι κι αν έχει κάνει, είναι η Ηλέκτρα μου!

        Πού γυρίζεις, Ορέστη, γιατί αργείς….; Αν ερχόσουνα γρήγορα, θα την προλάβαινες, εσένα θα σ’ άκουγε…. Θα την έπαιρνες απ’ τους παλιανθρώπους που την έχουνε περικυκλώσει και εκμεταλλεύονται το πάθος της για τον πατέρα της. Ξέρεις τί της είπε την ημέρα που  ξεκινούσε για την Τροία, έξω στην αυλή, μπροστά στον κόσμο, φορώντας τη μεγάλη του στολή, καβάλα στο άλογό του: «Τί κρίμα, αν ήσουν άντρας, θ’ άφηνα εσένα να μου προσέχεις τις Μυκήνες»… κι από την ώρα εκείνη βάλθηκε να του αποδείξει πώς είναι ικανή να το κάμει…! μίσησε θανάσιμα τον Αίγισθο πρίν ακόμη τον δει… οργάνωσε την απαγωγή σου στη Φωκίδα, γιατί λέει ο Αίγισθος κι εγώ είχαμε σκοπό να ξεκάνουμε κι εσένα… τρέχει από πλατεία σε πλατεία, μιλά για εκδίκηση, με καταγγέλλει σαν διεφθαρμένη, διεστραμμένη, αρχομανή, αιμοχαρή…

        Δε με νοιάζει για τη ζωή μου, Ορέστη. Δεν παρακαλώ να ‘ρθεις γρήγορα για να μη με σκοτώσει. Για την Ηλέκτρα με νοιάζει. Ξέρω τί σημαίνει να λερώσεις τα χέρια σου με αίμα, μου έμελλε κι αυτό στη ζωή μου. Αν λερώσει τα χέρια της με το αίμα της μάνας της, θα ρημάξει την ψυχή της για πάντα.

(Νομίζει πώς άκουσε κάποιο θόρυβο. Ανησυχεί, σβήνει το κερί, στρέφει προς την πόρτα, αφουγκράζεται. Δεν ακούει τίποτα αλλά σαν λαχανιασμένη απ’ την ανησυχία ανάβει το κερί και συνεχίζει.)

Γι’ αυτό και μόνο με τρομάζει κάθε ψίθυρος που ακούω στο διάδρομο, όχι για να φυλαχτώ. Τρείς φορές την παρακάλεσα να ‘ρθει να μιλήσουμε. Δεν ήρθε. Της έγραψα. Έστειλε πίσω το γράμμα χωρίς να το ανοίξει. Τώρα παρακαλώ να με σκοτώσει ένας άλλος, όχι η ίδια. Το γράμμα που θέλω να διαβάσεις θα το τελειώσω απόψε;. Θα ρθει κατά τις τρείς η παραμάνα σου να της το δώσω κρυφά απ’ το παράθυρο, ή θα το κρύψω κάτω από ένα σανίδι, στο πάτωμα, να το βρει εκεί…

        Έχω πολύ αγάπη ακόμα μέσα μου, Ορέστη, κι είναι παράλογο να μη νε νοιάζει καθόλου για τη ζωή μου. Αγαπώ εσάς, αγαπώ τον Αίγισθο, θα ‘θελα να ζήσω για να σας αγαπώ, αλλά δεν θα μ’ αφήσουν. Αλλά πότε με άφησαν; Ουσιαστικά τη ζωή μου την αποχαιρέτησα απ’ την πρώτη μέρα που ήρθα στις Μυκήνες, μα αυτό  κανείς άλλος δεν το ήξερε, γιατί δεν άφησα κανέναν να το καταλάβει, ήταν το μοιραίο μου μυστικό. Το ίδιο καλά ξέρω και τώρα ότι ήρθε το τέλος. Φάνηκε άλλωστε απ’ την ώρα που ο πατέρας σου γύρισε απ’ την Τροία ίδιος κι απαράλλαχτος, όπως όταν έφυγε. Ο ίδιος άνθρωπος που λήστεψε ως και τη μητρότητά μου….!

        Πού είσαι, Ορέστη; Γιατί να σου τα γράψω αντί να σου τα λέω! Έστειλα ως τώρα εφτά ανθρώπους να σε βρούνε. Πού έχεις πάει;

(Προσπαθεί να τακτοποιήσει τα σκόρπια πάνω στο κιβώτιο χαρτιά.)

        Πρέπει όμως να τα γράψω, και να βιαστώ μάλιστα. Και δεν είν’ εύκολο όπως φαίνεται… να, ορίστε, λέω, λέω, κι ακόμη δε σου ‘χω πει τίποτα. Πελαγοδρομώ, ενώ πρέπει να σου διηγηθώ γεγονότα. Αυτό θα κάμω από δώ και κάτω, σου το υπόσχομαι. Όμως σε παρακαλώ, αγοράκι μου, πρίν τα διαβάσεις, σκέψου- όχι για να είσαι επιεικής αλλά για να κρίνεις πιό σωστά- σκέψου πώς αυτά τα μαρτυρά κάποιος που είναι πιά πέρα από αυταπάτες, εγωπάθειες και ματαιότητες. Ειδικά απόψε νιώθω πολύ μακριά, σκέφτομαι όσα γίνανε και μου φαίνεται σαν ψέμα ότι χωράνε τόσα πολλά σε μιά μηδαμινότητα, όπως η ανθρώπινη ζωή…

(Ξαναπιάνει μολύβι και γράφει προσφέροντας με έξαψη την κάθε λέξη.)

Τον πατέρα σου, Ορέστη, δεν τον διάλεξα εγώ για άντρα μου.

(Αφήνει πάλι το μολύβι.)

Εμάς τις γυναίκες μας αφήνουν να διαλέγουμε μόνο το νυφικό μας, όχι και τη ζωή μας. Με δώσανε στον Αγαμέμνονα. Κι αφού αυτός θα ήταν ο άντρας μου, έκανα με το μικρό μου το μυαλό τα πάντα για ν’ αγαπηθούμε, να είναι το σπίτι μας ωραίο, χαρούμενο, ήθελα να τον θαυμάζω. Αλλά ο πατέρας σου ήταν ένας άνθρωπος απρόσιτος, χαμένος μέσα σ’ έναν άπληστο, σ’ έναν θεοσκότεινο εγωισμό. Ό,τι και να έκανα για να τον ευχαριστήσω δεν άκουγα ποτέ έναν καλό λόγο. Μ’ έβλεπε σαν οφειλέτη που του δίνει αυτά που του χρωστά. Όταν δεν έβλεπα να γίνεται αυτό πού ήθελε, ακόμη κι αν ήταν κάτι φύσει αδύνατον, φρένιαζε, έδερνε, υποπτευόταν ότι πάνε να τον ταπεινώσουν. Επειδή το πρώτο μας παιδί ήταν κορίτσι, κι όχι αγόρι όπως περίμενε, έφυγε απ’ τις Μυκήνες για να μην το βλέπει και γύρισε ύστερ’ από μήνες. Όταν ανταμώσαμε, εντελώς τυχαία, στον κήπο, εγώ είχα το παιδί στην αγκαλιά, πλησίασε, το κοίταξε σα να ΄ταν περίεργο φαινόμενο και είπε «με απογοητεύσατε κι εσύ κι αυτό»…

        Έτσι σημαδιακά άρχισε η ζωή της Ηλέκτρας. Όταν άρχισε να μεγαλώνει και να καταλαβαίνει πιά, η μόνη τρυφερή κουβέντα που άκουγε απ’ το στόμα του ήταν το «πόσο θα την αγαπούσε αν ήταν αγόρι». Η Ηλέκτρα τριβόταν στα πόδια του, τον κοίταζε παρακλητικά, λαχταρούσε να την πάρει στα χέρια του, να σφιχτεί απάνω του. Αυτός τίποτα…, και ενώ το κοριτσάκι μου ζητιάνευε την αγάπη του, αυτός λες και ευχαριστιόταν να το διώχνει από κοντά του, να το βλέπει να κρύβεται πίσω απ’ τις πόρτες και να κλαίει. Έτσι, σιγά σιγά, μέσα στο παιδικό της μυαλό ζυμώθηκε η  ιδέα ότι εγώ που τη γέννησα κορίτσι της φταίω. Άρχισε να με αποφεύγει. Ύστερα να με κοιτάζει εξεταστικά, σαν να ψάχνει να καταλάβει ποιά είμαι, τί είμαι. Άπλωνα τα χέρια να την πάρω κοντά μου, να τη χαϊδέψω, κι αυτή τραβιότανε πίσω τρομαγμένη, λες και πήγαινα να τη χτυπήσω. Κι ενώ εγώ με τη λατρεία που της έδειχνα μέρα με τη μέρα την έχανα, εκείνος με την αντιπάθεια του την κέρδιζε. Στο τέλος έγινε πάθος και στους δυό, ο πατέρας να φανερώνει όλο και πιό πολύ την απέχθειά του και η  κόρη τη λατρεία της. Ένιωθα τόσο μονάχη, τόσο ξένη…

        Ο πατέρας σου, σ’ αυτό δεν τον αδικώ, γυρεύοντας το γιό που δεν του γέννησα, ξαναήρθε. Όλους τους εννιά μήνες που ήμουν έγκυος, προσευχόμουν να ‘ναι αγόρι. Όταν και πάλι γέννησα κορίτσι, βλαστήμησα την ώρα και τη στιγμή που έπιασε μέσα μου ο σπόρος που  το ‘καμε. Είμαι μάνα και δε θα ‘πρεπε ν’ αμαρτήσω έτσι βαριά. Μετάνιωσα πικρά, έκλαψα, και ούτε έχω πάψει να κλαίω. Και νιώθω και ένοχη, Ορέστη. Μπορεί για την κακοτυχία της Ιφιγένειας να φταίει η βλαστήμια μου εκείνη. Ποιός ξέρει… Αλλά πάντως δεν τη θυσίασα εγώ την Ιφιγένειά μας έτσι άσπλαχνα, έτσι παγερά…

        Η ζωή στο σπίτι έγινε ακόμα χειρότερη. Ο πατέρας σου ξέκοψε εντελώς από μας. Αν δεν άκουγα τη φωνή του απ’ έξω, δε θα ‘χα άλλο σημάδι ότι υπάρχει. Και ασφαλώς θα σκεφτόταν πώς να με ξεφορτωθεί, να παντρευτεί με άλλην- και μακάρι να το είχε κάμει. Αλλά δυστυχώς δεν τόλμησε γιατί θα σκέφτηκε πώς η ρήξη με την οικογένειά μου θα αποδυνάμωνε τη θέση του στη συμμαχία. Οι κοπέλες, Ορέστη, παντρεύονται για ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, να γίνουν σύντροφοι, μητέρες.

Οι άντρες παντρεύονται για να κυριαρχούν…

        Την Ιφιγένειά μου τη μεγάλωσα σε τέτοια μοναξιά που ο Θεός ούτε σε αγρίμι του βουνού να μην τη δώσει. Ούτε κι η Ηλέκτρα, αντιγράφοντας φυσικά τον πατέρα της, ερχόταν να δει την αδελφή της. Και μιά μέρα που είδε το μωρό αφύλαχτο στην αυλή, του γέμισε το στόμα με χώμα. Αν δεν ήταν η παραμάνα εκεί κοντά να τρέξει, θα το είχαμε βρει πνιγμένο…

        Ορέστη αγάπη μου, μην πάρεις στραβά όσα λέω για την Ηλέκτρα. Μην πάει ο νους σου ότι πάω να τη βγάλω τέρας και μάλιστα από παιδί. Το δράμα μας είναι πώς ενώ κανείς μας δε γεννήθηκε τέρας, κάνουμε τερατώδεις πράξεις. Κι αυτό πού θέλω να καταλάβεις καλά είναι πώς δεν έχασα μόνο την Ιφιγένεια εξαιτίας του, έχασα και την Ηλέκτρα. Αυτός την έκαμε να ντρέπεται που είναι κορίτσι, να μισήσει και τον εαυτό της και μένα. Ξέρεις ότι δεν έχυσε ούτ’ ένα δάκρυ για τη θυσία της ιφιγένειας…; και ασφαλώς για να μη φανεί ότι πάει κόντρα στον πατέρα της… Ούτε και τώρα θα είχε κάμει σκοπό της ζωής της το θάνατό μου αν ήταν άντρας. Γιά το γυναικείο της φύλο θέλει να πάρει εκδίκηση, όχι για τον πατέρα της…

(Νομίζει και πάλι ότι άκουσε θόρυβο απ’ τη μεριά της πόρτας. Πάει ως εκεί, αφουγκράζεται, κάτι άλλο της περνά απ’ το νου και ρωτά με πνιχτή φωνή.)

Ορέστη…. Ορέστη…;;

(Διαπιστώνει πώς κανείς δεν είναι έξω. Στρέφει και αρχίζει να μιλά ερχόμενη αργά προς τα μπρός όπου υποτίθεται υπάρχει ένα παράθυρο.)

Ώ Θεέ μου, ας άνοιγες την πόρτα να φανείς, να προλάβεις το λάθος που πάει να κάνει, να της πεις ότι εσύ δε θα το ‘κανες ποτέ… ποτέ… είναι τόσο ωραία έξω, έχει ένα φεγγάρι τεράστιο… Είχαμε πάει με τον Αίγισθο και κλέψαμε σταφύλια… πέρυσι ήταν…;

(Πηγαίνει βιαστικά στο τραπέζι και ξαναδιαβάζει.)

        Και ύστερα ήρθε η ώρα μου για σένα, Ορέστη. Άχ, γιόκα μου, δε μου πάει να μιλήσω έτσι, δεν το ‘χω ξανακάμει, αλλά πρέπει, πρέπει να σου πω ακριβώς πώς έγινε χωρίς να κρύψω ή ν’ αλλάξω τίποτα… είχε μεθύσει όπως το συνήθιζε, αλλ’ αυτή τη φορά… δεν ήξερε ούτε που είναι ούτε με ποιάν είναι. Τον ένιωσα μες στον ύπνο μου να σέρνεται πάνω μου, να μουρμουρίζει τ’ όνομα μιάς Χαριτούλας, μαζί με διάφορες χυδαιολογίες. Τα χνώτα του βρωμούσαν αφόρητα, κρασιά, φαγιά, μου ‘ρθε να ξεράσω. Τον έσπρωξα να γλιτώσω, να φύγω, αλλά πρόλαβε και με άρπαξε. Άρχισε να λέει βρωμιές ανήκουστες, να με δέρνει. Μ’ έριξε στο κρεβάτι κι έπεσε σαν βουβάλι απάνω μου. Έμπηξα τα νύχια μου στο λαιμό του, αν είχα τη δύναμη, θα τον έπνιγα. Μάνιασε, με χτύπησε τόσο δυνατά που έμεινα αναίστητη. Άμα συνήλθα, είχε φύγει, αφού πρώτα με βίασε, και κατ’ αυτόν όχι εμένα, τη Χαριτούλα, πού νόμιζε πώς είμαι. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ήρθε. Κι η αποφορά απ’ την κρασίλα και την ιδρωτίλα του η τελευταία ανάμνηση απ’ το γάμο μας. Την άλλη μέρα πήγα και του  τα είπα για να τα ξέρει. Αλλιώς, αν έπιανα παιδί, θα ήταν ικανός να πει ότι το ‘κανα με άλλον. Είπε απλώς πώς θα το ‘χει υπόψη του.

        Έτσι περίεργα ήρθες στον κόσμο, αγόρι μου, μοναδική μου χαρά. Δεν είναι ασυνάρτητη η ζωή; Να ορίστε, ακόμη κι αυτή τη στιγμή, σε λέω «μοναδική μου χαρά», κι όμως μπορεί να ‘καμα κάτι που καμιά άλλη μάνα να μην το έχει κάμει στο παιδί της. Μπορεί με όσα αηδιαστικά κι ανατριχιαστικά σου είπα να δηλητηρίασα αγιάτρευτα την παιδική σου ψυχή. Μπορεί να τα ‘παιξα όλα για όλα, και να τα ‘χασα όλα, να σιχαθείς και κείνον και μένα. Αλλά είμαι σε απόγνωση. Δεν έχω άλλον τρόπο να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, κι αυτό μόνο και μόνο για να μη χάσω και σένα. Θα σε χάσω, Ορέστη αν δε σου πώ όλη την αλήθεια, αν δε μάθεις πώς γίνεται ένα παιδί, τί έδωσε εκείνος, τί έδωσα εγώ. Εμένα είσαι αίμα μου, γάλα μου, πόνος μου, χαρά μου, ξενύχτια, νανουρίσματα, άγγιγμα τ’ ουρανού…

        Δεν θα τα ‘λεγα αυτά, που  άλλωστε κάθε μάνα τα ζει και τα νιώθει- κι είναι φυσικό και θείο να ‘ναι έτσι-αν δεν μου είχε αρπάξει τα πάντα ο αρσενικός του εγωισμό. Κι όχι μονάχα ο δικός του! Ξέρεις τί άκουγα να λένε οι άνθρωποί του όταν κάλεσα τον Αίγισθο στις Μυκήνες…; «σώστε το γιό του, πάρτε της τον Ορέστη, αυτή η μέγαιρα θα τον σκοτώσει.»

        «Τον γιό του.» Και σε πήρανε, με πρωτεργάτη την Ηλέκτρα, για να μην σε σκοτώσω, εγώ… Έχω κι εγώ ευθύνες, Ορέστη, έκαμα κι εγώ λάθη. Άργησα πολύ να καταλάβω πώς ήταν ολέθριο να κρύβω την αλήθεια. Μην το κάμεις ποτέ. Νομίζουμε πώς άμα την αφήνουμε ήσυχη, μας αφήνει και κείνη… τί λάθος…! Αν είχα τη γνώση να μην παίζω μπροστά στους άλλους την ευτυχισμένη σύζυγο και μητέρα, για να μή σπιλωθεί ο άντρας, ο αρχηγός, ο οίκος, το σόι, αν είχα την τόλμη να φύγω, δε θα είχαμε γίνει ένα σπίτι που σφάζει ο ένας τον άλλον. Δεν ήξερα τί αποταμιεύω με το να κρύβω την αλήθεια, και την άφησα να γεννοβολά όσα γίνανε ύστερα. Γι’ αυτό σου τα λέω όλα, αγόρι μου, και ορισμένα έτσι ωμά! συγχώρεσέ με… Μα αν το ξανακάμω, θα ‘ναι σαν να σου αφήνω κληρονομιά μιά σιωπή που ταϊζει φίδια…

        Νύχτα γεννήθηκες…! Έβρεχε μάλιστα του καλού καιρού κι όλοι λέγανε πώς το παιδί θα ‘ναι γούρικο… πανευτυχής που απέκτησε γιό-ποτέ όμως όσο εγώ-άλλαξε λίγο, μου φερόταν πιό ανθρωπινά. Όταν ήθελε να σε δει, παράγγελνε να σε πάω η ίδια στο δωμάτιό του. Όταν ερχόταν εκείνος σε μας, έσκυβε πάνω απ’ την κούνια σου κι έλεγε «μπράβο της έ; Επιτέλους, τα κατάφερε». Εμένα, έστω κι αυτά, ειρωνικά και διφορούμενα, μου φτάνανε για να ‘μια ευχαριστημένη. Τόσο συγκαταβατική είχα γίνει. Με ενδιέφερε μόνο το ότι επιτέλους ήταν σωστός πατέρας, έστω για ένα μας παιδί.

        Οι αδελφές σου είχαν πιά αρχίσει μαθήματα, η Ηλέκτρα μάλιστα έκανε τους δασκάλους της να τα χάσουνε. Μάθαινε σε μιά μέρα όσα άλλα παιδιά μαθαίνανε σε δέκα. Όταν φτιάχνανε την καινούρια πύλη, πήγαινε συνέχεια να βλέπει, ζήταγε απ’ τους τεχνίτες σμίλη και σφυρί, ήθελε να σκαλίζει και κείνη. Στο τέλος της δώσανε. Μιά άλλη φορά έφτιαξε μόνη της με μιά σειρά καλάμια ένα ρολόι του ήλιου. Και δεν ήταν ακόμη δέκα χρονώ. Ναι… Η Ιφιγένεια ήταν βέβαια τρία χρόνια πιό μικρή, το χρυσό μου μόνο στη μουσική ήταν καλή. Και οι δύο, Ορέστη, σ’ αγαπούσαν πολύ, κάνανε σαν τρελές. Ωστόσο αυτό που έδειχνε να νιώθει η Ηλέκτρα, όταν σ’ έπαιρνε αγκαλιά, ήταν κάτι παραπάνω από αγάπη. Μαντεύεις τί; Μόλις μεγάλωσες τόσο που να μπορεί να σε πάρει απ’ το χέρι να σε πάει περίπατο, έψαχνε να βρεί που ειν’ ο πατέρας σας για να περάσετε από κοντά να σας δει. Ήταν σαν να του λέει «να, ορίστε, τώρα έχεις γιό, μή θυμώνεις πιά επειδή εγώ είμαι κορίτσι». Αμφιβάλλω αν ο πατέρας σου το κατάλαβε ποτέ… Πάντως περάσαμε τότε λίγα ήρεμα χρόνια, τα καλύτερα μάλλον, γι’ αυτό και λίγα. Όταν έκλεισες τα πέντε-το θυμάσαι;- ανέλαβε ο ίδιος την ανατροφή σου. Είπε ότι ήθελε ο ίδιος να διαπαιδαγωγήσει το γιό του. Ξέρεις πιό καλά από μένα ότι πολύ λίγο ασχολήθηκε. Απλώς έδινε οδηγίες στους παιδαγωγούς σου. Εσύ όμως, αγόρι μου, το ‘σκαγες κρυφά κι ερχόσουν να μου πεις ότι πονά η κοιλίτσα σου για να μην κάνεις μάθημα ή να μου φέρεις το δόντι που σου ‘πεσε να το δώσουμε στον ποντικό να το φάει και να μας φέρει το άλλο… Είχα βέβαια και την Ιφιγένεια. Ορέστη όλους σας αγαπώ το ίδιο, αλλά έτσι ήρθαν τα πράγματα πού μόνο με την Ιφιγένεια ευχαριστήθηκα, χόρτασα παιδί. Με την Ιφιγένεια! για σκέψου… Τί γλυκιά που ήταν, τί όμορφη, και τί ψεύτρα, Θεέ μου… τί ψέματα κατέβαζε για να με κάνει να τα βλέπω όλα μιά χαρά…

        Και ύστερα ήρθε ο πόλεμος. Αμέσως μόλις βρέθηκε το πρόσχημα να τον αρχίσουν. Το πόσο αχρείαστος και άδικος ήταν δεν το λέω πιά μόνο εγώ, το λέει πρώτα-πρώτα το κακό τέλος που είχαν όλοι αυτοί που τον θέλανε… Είχα την ελπίδα ότι μπορεί να γυρίσει άλλος άνθρωπος. Ότι τουλάχιστο για όσους γλιτώσουνε η Τροία θα είναι ένα καλό μάθημα. Εσχάτη πλάνη. Ο Αγαμέμνονας γύρισε με μυαλό θριαμβευτή. Πήγε στην Τροία, είδε, έφυγε, χωρίς ούτε και εκεί επί δέκα χρόνια να καταλάβει τίποτα.

        Στην αρχή αναρωτήθηκα, «μήπως έπαιζε θέατρο; μήπως χρειάζεται κάποια βοήθεια για να βγει από τη σπηλιά του με τα λάθη και τις αυταπάτες του… Αλλά όταν τόλμησα να τον ρωτήσω με τρόπο αν άξιζαν τόσες θυσίες, έγινε θηρίο, ούρλιαξε πώς μου απαγορεύει να ξαναθίξω αυτό το θέμα, πώς «σε τέτοια ζητήματα μιά γυναίκα δεν είναι σε θέση να ‘χει γνώμη». Καταλαβαίνεις, Ορέστη; Μου απαγόρεψε  να ‘χω γνώμη για έναν πόλεμο που τον πλήρωσα με την Ιφιγένειά μου. Μα όσο πιό πολύ σου την απαγορεύουνε, τόσο πιό ανάγκη την έχεις… Άλλοτε δεν είχα γνώμη σε τίποτα. Ο ίδιος μ’ έκανε να ‘χω για όλα. Άκου λοιπόν κι άλλα γι’ αυτόν τον ένδοξό τους πόλεμο. Τόση ήταν η υστερία τους που ως και η φτωχολογιά του Άργους, η πιό δαρμένη και πεινασμένη στον κόσμο, οπλίστηκε πρώτη και καλύτερη και ξεφώνιζε μέρα νύχτα «στην Τροία, στην Τροία». Λες και τους χρωστούσαν οι Τρωαδίτες όσα τους είχαν στερήσει οι Αργίτες.

        Για μένα όμως το πιό θλιβερό απ’ όλα, ήταν οι μανάδες από τη Σπάρτη που συνόδεψαν τα παιδιά τους ως εδώ με την ευχή «ή τάν ή επί τάς»… Για ποιό λόγο νεκρά τα παιδιά τους, παρά ηττημένα; Για ποιόν εχθρό; Που τον είδαν τον εχθρό;

        Αν ήξερα τότε όσα ξέρω τώρα, θα ‘βγαινα να τους έλεγα «γυναίκες, ψάξτε τον εχθρό σας μέσα στην Σπάρτη, εγώ τον βρήκα μέσα στις Μυκήνες»… Τί να λένε τώρα…; μη σου πάει ο νους ότι τα λέω αυτά για να σου παραστήσω την τόσο μεγαλόψυχη που πονά ακόμα και τους ξένους… όχι, Ορέστη… τα λέω μόνο και μόνο για να ξαναπώ ότι εγώ δεν έβαλα ποτέ τίποτα πιό πάνω απ’ τη ζωή των παιδιών μου. Τί σχέση είχε η μήτρα μου, ο ομφάλιος λώρος μου με τα συμφέροντά τους στην Τροία;  Να γιατί ως την τελευταία μου ανάσα δεν πρόκειται να χωρέσει στο μυαλό μου η θυσία της Ιφιγένειας, ούτε να του το συγχωρήσω ποτέ κι άς είναι πιά νεκρός κι απόνεκρος.

(Τινάζεται όρθια φράζοντας με το χέρι το στόμα φοβισμένη κι η ίδια απ’ αυτό που ξεστόμισε, κάνει δυό τρία άσκοπα βήματα, γονατίζει ανάμεσα στα σκόρπια χαρτιά, πιάνει ένα αφηρημένη και λέει…)

        Ορέστη, θυμάσαι τίποτα;… μιά μαμά τρέμει άμα το παιδί της αργεί να γυρίσει απ’ το παιχνίδι, τρέμει γιατί του πρήστηκαν οι αμυγδαλές του, επειδή έχει πυρετό… Για τέτοιους αστείους λόγους την πιάνει τρόμος. Καταλαβαίνεις τί σημαίνει να της πάρουν το παιδί για να το… φτάνει… Έτσι κι αλλιώς ο πόνος μου για την Ιφιγένεια δε χωράει πουθενά… Όμως κάτι άλλο ήθελα να πώ…

(Πάει στο τραπέζι, ψαχουλεύει στα χαρτιά για να βρει κάποιο φύλλο. Το βρίσκει και διαβάζει.)

Ναι, αυτό, ότι επειδή πονώ για λογαριασμό μου, γι’ αυτό πονώ και για τους άλλους. Αλλά και για έναν άλλο λόγο, Ορέστη, επειδή γνώρισα τον Αίγισθο… αυτός μ’ έμαθε να καταλαβαίνω τους άλλους.

        Ας έρθω λοιπόν στην ενοχή μου για τον Αίγισθο… Θα βρεις χίλιους ανθρώπους στο Άργος που θα σε βεβαιώσουν ότι δεν τον έφερα εγώ στις Μυκήνες. Ο λαός τον ήθελε, Ορέστη, κι ο λαός τον έφερε. Αλλά για να μην νομίζεις ότι αρχίζω με δικαιολογίες, σου λέω αμέσως-αμέσως ότι πιό πολύ απ’ όλους ήθελα εγώ να ‘ρθει. Από τότε που τον είχε εξορίσει ο πατέρας σου, ζούσε αποτραβηγμένος σε μιά ερημιά στον Πάρνωνα. Όσοι τον είχαν συναντήσει μιλούσαν για ένα σοφό, μοναχικό άνθρωπο. Όταν τον ρώτησαν τί προμηνάει η κατάσταση που δημιούργησε ο πόλεμος, είπε: «η Τροία θα είναι το τέλος του Άργους».

   Και ήταν καιρός πιά να το πει κάποιος καθαρά, ο πόλεμος που δεν έλεγε να τελειώσει ξεζούμιζε τη χώρα. Σε ποιόν άλλον θα ΄στρεφαν οι Αργίτες τα μάτια τώρα πού καταριόντουσαν και τον πόλεμο και τον Αγαμέμνονα; Έστειλα ανθρώπους που τον ήξεραν από παλιά και του ζήτησαν να ‘ρθει. Άφησε την ακίνδυνη ζωή στο βουνό και ήρθε στις Μυκήνες. Μόνος, άοπλος, με μόνη ακολουθία τις ιδέες του, το θάρρος του και τη μεγάλη του καρδιά. Η πρώτη απόφασή του ήταν να σταματήσουν οι αποστολές στην Τροία. Και η πρώτη δήλωση στη συνέλευση, πώς θα ξέφευγε στον Πάρνωνα μόλις έφτιαχνε πάλι η ζωή στο Άργος και άμα εσύ, Ορέστη, έμπαινες στα δεκαοχτώ.

(Χουφτιάζει και με τα δυό χέρια μάτσο τα χαρτιά απ’ το τραπέζι, σηκώνεται… βηματίζει μπροστά, κάπου-κάπου της πέφτουν χαρτιά απ’ τα χέρια).

Γιέ μου, δύσκολα λέγονται τα πάντα από μια γυναίκα, και πιό πολύ από μιά μάνα στο παιδί της, αλλά πρέπει να τα ξέρεις κι αυτά από μένα την ίδια. Γιατί ενώ ο έρωτας για τη γυναίκα είναι ό,τι πιό ιερό, είναι κι ο πιό εύκολος τρόπος να τη διασύρουν. Τη χρονιά που ήρθε ο Αίγισθος στις Μυκήνες, ήμουν τριάντα έξι χρονών. Στην ηλικία που ο ποιητής τη λέει απόγεμα. Αν με ρωτούσε κανείς τότε «τί είναι η ζωή…;» θα του απαντούσα «μιά τιμωρία πού όλοι την ζουν και όλοι την κρατούν μυστική, που από την αρχή του κόσμου οι γονείς δεν τη φανερώνουν στα παιδιά τους, τα παιδιά τους στα δικά τους παιδιά, και η τιμωρία με το ψευδώνυμο ζωή συνεχίζεται». Τόσα ήξερα, τόσα έλεγα. Ο Αίγισθος μ’ έκανε ν’ αλλάξω ιδέα. Να δω πώς η ζωή δεν είναι βέβαια  ανθόσπαρτη όλες τις μέρες, αλλά ούτε σώνει και καλά μιά ισόβια θλίψη, ότι δεν είναι πάντα η μοίρα που μας κακομεταχειρίζεται… κάνουμε κι εμείς οι άνθρωποι κακή χρήση της μοίρας μας…

        Πρώτη η Ηλέκτρα έκαμε ό,τι μπορούσε για να φτάσουμε ως εδώ…! η Ηλέκτρα, αυτό το αιώνιο θύμα του πατέρα της.

        Έτσι προετοιμάστηκαν από μέρους τους αυτά που έμελλε να γίνουν μόλις θα γύριζε ο Αγαμέμνων. Αλλά και από μας. Γιατί ήρθαν πολλοί που πρότειναν στον Αίγισθο να φύγει πριν γυρίσει ο πατέρας σου. Είπε: «αν φύγω σαν τον κλέφτη, θα ‘χουνε δίκιο να με πούνε κλέφτη». Και ήταν αμετάπειστος. Τόσο αθώα ψυχή έχει, Ορέστη. Μοιραία συμφώνησα με ό,τι αποφάσισε, παρ’ όλο που έβλεπα πώς έκανε λάθος. Το ‘βλεπα πεντακάθαρα ποιο θα ήταν το τέλος. Θα γλίτωνε όποιος χτυπούσε πρώτος.

        Την απόφαση την πήρα εγώ, όχι ο Αίγισθος. Αναγκάστηκα να την πάρω. Θα ‘δινα και τη ζωή μου για να σώσω το δάσκαλό μου, τον έρωτά μου, τον άντρα μου. Που  εγώ τον κάλεσα στις Μυκήνες κι ήμουν υπεύθυνη για τη ζωή του. Δεν του είπα τί απόφαση πήρα, όλα εγώ τα έκαμα με τους δικούς μου έμπιστους. Ο Αίγισθος τα έμαθε όταν πιά είχαν όλα τελειώσει. Αλλά τελειώσει μόνο για τον Αγαμέμνονα, όχι και για μας. Στις Μυκήνες οι άλλοι είναι πάντα πιό δυνατοί…

(Βηματίζει αφηρημένη προς το προσκήνιο, τα χαρτιά που κρατούσε της γλιστρούν λίγα-λίγα απ’ τα χέρια, σκορπάνε στο πάτωμα.)

        Τώρα είναι στο δωμάτιό του, το ακριανό που βλέπει προς τη θάλασσα. Μπορεί να μην έχει κοιμηθεί ακόμα, κάθεται και διαβάζει μέχρι αργά, ξεχνάει να φάει. Πρίν αρχίσω να σου γράφω, του πήγα ζεστό κρασί, τυρί, καρύδια και παξιμάδια, κάτι τέτοια του αρέσουν. Από κείνον πήρα το χαρτί για το γράμμα… και δεν μείναμε και πολλά φύλλα… λες να μή μου φτάσουνε; Ήταν περιττό να σου γράψω και τί του αρέσει να τρώει, αλλά τώρα πάει, αν τα σβήσω, θα μουντζουρώσω τη σελίδα και θα αναρωτιέσαι κιόλας τί ήταν αυτά που έσβησα. Και εκτός αυτού, ποιός ο λόγος…; Ναι, γιέ μου, αγαπώ τον Αίγισθο, αν τον είχες γνωρίσει, θα καταλάβαινες… να γιατί λέω ότι αυτός με γέννησε, μου ‘δωσε φως, αν τον αφήνανε ανεμπόδιστο, θα μπορούσε να γεννήσει ένα ολόκληρο άλλο Άργος, να σου παραδώσει άλλες Μυκήνες, καθαρές επιτέλους και ήσυχες… Δεν έγινε, κι ούτε μπορεί πιά να γίνει. Είχαμε κάνει τάμα να μη χυθεί πιά σταγόνα αίμα. Δεν το ξεφύγαμε. Τώρα μας έχουν κυκλώσει από παντού. Αποχαιρετήσαμε το όνειρο να φύγουμε και να ζήσουμε ήσυχα στον Πάρνωνα. Και περιμένουμε…

(Ξανάρχεται στο τραπέζι και γράφει. Ταυτόχρονα ανοίγει αθόρυβα η πόρτα και εμφανίζεται η ΗΛΕΚΤΡΑ που παραμερίζει για να περάσει ο ΟΡΕΣΤΗΣ. Ή ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ συνεχίζει ανύποπτη.)

        Τελειώνω, Ορέστη, έγραψα ό,τι είχα να σου πω. Όμως… προς Θεού, μην παρασυρθείς κι εσύ απ’ τα καμώματα του παππού σου και του  πατέρα σου! ελευθερώσου, Ορέστη. Και ακόμη, γιέ μου, σώσε την Ηλέκτρα μας, δε φταίει η αδελφή σου. Ό,τι κι αν έχει κάμει, συγχώρησέ την. Διάβασέ της το γράμμα μου και εξήγησέ της ότι ποτέ, μα ποτέ…

   (Ο ΟΡΕΣΤΗΣ την έχει πλησιάσει και σαν να κρατά με τα δυό χέρια μαχαίρι ετοιμάζεται να τη χτυπήσει. Τα φώτα σβήνουν στην τελική κίνησή του.)

            ΤΕΛΟΣ

ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ, ΘΕΑΤΡΟ. ΤΟΜΟΣ ΣΤ΄ ΣΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ. Εκδόσεις Κέδρος, 4, 1994, σελίδες 240. «ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ», σελ. 23-36.

Σχετικά

        ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ

    (Νάξος 2/12/1921-Αθήνα 29/3/2011)

     Δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατό του.

     Ο ΣΤ΄ τόμος των Θεατρικών Απάντων του σημαντικότερου Νεοέλληνα Θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη (Νάξος 2/12/1921- Αθήνα 29/3/ 2011) αφιερώνεται όπως μας λέει ο ίδιος: « Ο τόμος αυτός αφιερώνεται στον Κάρολο Κούν, στον φίλο, στον συνεργάτη, στον δάσκαλο». Ο τόμος Περιλαμβάνει:

-ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Ο μύθος των Ατρειδών στο νεότερο θέατρο (*), σ.11-18

[*Το εισαγωγικό κείμενο «Ο μύθος των Ατρειδών» του Θεατρολόγου καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης κυρίου Νικηφόρου Παπανδρέου αναδημοσιεύεται από το Πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου για την παράσταση του τρίπτυχου «Ο Δείπνος». Τα τρία μονόπρακτα τα οποία αποτελούν την σύγχρονη εκδοχή του Αρχαίου Μύθου των Ατρειδών είναι: -ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ, - Ο ΔΕΙΠΝΟΣ, - ΠΑΡΟΔΟΣ ΘΗΒΩΝ. Το θεατρικό αυτό τρίπτυχο παραστάθηκε  για πρώτη φορά στη ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ του ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ κατά την χειμερινή περίοδο 1992-1993. Το δεύτερο στη σειρά μονόπρακτο Ο ΔΕΙΠΝΟΣ δανείζει τον τίτλο στην παράσταση. Την επίβλεψη, την διδασκαλία και την σκηνοθεσία του έργου είχε ο ίδιος ο έμπειρος θεατρικός  συγγραφέας. Βοηθός σκηνοθέτης ήταν η Μαρία Κωνσταντάρου. Τα Σκηνικά και τα Κουστούμια ήταν της Ντόρας Λελούδα και την Μουσική συνέθεσε η Ολυμπία Κυριακάκη.]

-Σημείωμα του συγγραφέα για την παράσταση του τρίπτυχου «Ο Δείπνος», σελ. 19-20

    «Όταν το θέατρο γίνει ζωή σου, σκέψη σου, μοίρα σου, μοίρα σου, τα όρια ανάμεσα στον κόσμο της καθημερινής σου ζωής και στον κόσμο που ζούν η Κλυταιμνήστρα, ο Άμλετ, η κυρία Άλβινγκ, παύουν να υπάρχουν. Ζείς ταυτόχρονα και μέσα στην ανθρωπότητα αυτή του Θεάτρου και τη νιώθεις το ίδιο υπαρκτή όσο και την άλλη. Συχνά μάλιστα οι εμπειρίες και οι γνώσεις σου από αυτήν διαφωτίζουν και ξεδιαλύνουν διφορούμενες παρατηρήσεις σου, καταστάσεις και προβληματισμούς που έχεις βιώσει. Η σχέση σου με τα θεατρικά πρόσωπα δεν είναι λόγια, γίνεται ανθρώπινη σχέση. Αυτή άλλωστε η διαρκώς ανανεούμενη ζωντανή σχέση μαζί τους είναι η απόδειξη της αιωνιότητάς τους. Και αυτός είναι και ο λόγος που η χρήση καταστάσεων και χαρακτήρων, παρμένων από τραγικούς μύθους, μπορεί να κάμει αμέσως οικεία και σαφή στο θεατή τα τωρινά που επιχειρείς να πεις.

        Μια τέτοια ανθρώπινη σχέση, τωρινή σχέση μαζί τους, έκαμα χρήση των θεατρικών προσώπων που θα δείτε σ’ αυτή την παράσταση. Και-περιττό ίσως να το λέω-ούτε κατά διάνοια ή αφελής σκέψη να αναπαραγάγω «τραγωδία». Ο μονόλογος και τα δύο μονόπρακτα που με γενικό τίτλο Ο Δείπνος παρουσιάζονται στη Νέα Σκηνή, ανήκουν σε μιά σειρά οκτώ μικρού μήκους έργων που  έγραψα τα τελευταία δύο χρόνια. Σε όλα αυτά θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός «σπουδές και απόπειρες», χαρακτηρισμός που εξηγεί και την πρόθεσή μου.

        Όπως συμβαίνει πάντα, το ερέθισμα γι’ αυτά που γράφουμε προϋπάρχει, συχνά και δεκαετίες, την ώρα που πιάνουμε χαρτί και μολύβι για να τα δουλέψουμε. Ο μονόλογος Γράμμα στον Ορέστη βούιζε πολλά χρόνια μέσα μου. Και αφορμή ήταν το ότι κάθε φορά πού έβλεπα παραστάσεις της Ορέστειας, της Ηλέκτρας, ήμουνα πάντα με το μέρος της Κλυταιμνήστρας. Αυτήν κατανοούσα, αυτήν εδικαίωνα, την ένιωθα σαν τη μεγάλη αδικημένη, έγινε ένα απ’ τα πιό αγαπημένα μου και κοντινά «θεατρικά» πρόσωπα. Η λατρεία που είχα για τους γονιούς μου, το πιστεύω μου για το πατρικό σπίτι, η ψυχροπολεμική εποχή στην οποία ζήσαμε, σίγουρα αιμοδότησαν με προσωπικά μου συναισθήματα αυτά που η Κλυταιμνήστρα νιώθει και προσπαθεί να γράψει στον Ορέστη.

        Το μονόπρακτο Ο Δείπνος γράφτηκε μετά το Γράμμα στον Ορέστη και είναι γέννημά του, σαν ιδέα. Λέει σε κάποια στιγμή ο Αίγισθος «ζούμε για να κάνουμε, πεθαίνουμε για να σκεφτόμαστε». Η φράση αυτή μου ήρθε στο νου όταν τέλειωνα το μονόλογο της Κλυταιμνήστρας. Στη συνέχεια σκέφτηκα πώς θα ταίριαζε στο στόμα του Αίγισθου… Θα μπορούσε να το λέει νεκρός στο νεκρό Αγαμέμνονα…. Πότε και πού;… κάπου που ανταμώνουν όλοι οι Ατρείδες, νεκροί και ζωντανοί, όταν πιά όλα έχουν γίνει και, αντί να τους χωρίζει, τους ενώνει το τίποτα που τους απόμεινε.

        Και το μονόπρακτο Πάροδος Θηβών βούιζε πολλά χρόνια μέσα μου. Ξεκίνησε απ’ τη σκέψη πώς στις τωρινές παραστάσεις τραγωδίας λείπει ένας δεύτερο χορός. Ο χορός της φτωχολογιάς, των μεροκαματιάρηδων. Εκείνων πού, με μόνη ενοχή την ανελέητη ανάγκη του μεροκάματου, βρίσκονται να έχουν κοινή μοίρα με τους αφέντες τους. Κοινή, και έως καταστροφής και αυτοί. Αλλά αυτοί για ένα κομμάτι ψωμί.

        Η παράσταση του Δείπνου στη Νέα Σκηνή είναι δική μου επιλογή-και με επιμονή. Την οικειότητα σκηνής και πλατείας που δημιουργείται στη μικρή της αίθουσα την είδα σαν ένα ουσιαστικό συντελεστή σ’ αυτήν ειδικά την παράσταση.»

          ΙΑΚΩΒΟΣ  ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ  

Ακολουθούν τα Έργα

-ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΟΡΕΣΤΗ, σελ.23-36

-Ο ΔΕΙΠΝΟΣ, σελ. 37-68

Πρόσωπα του έργου και πρώτοι διδάξαντες ηθοποιοί:

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Τάκης Βουλαλάς

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ: Μαρία Κεχαγιόγλου

ΑΙΓΙΣΘΟΣ: Χαράλαμπος Χατζηδάκης

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ: Όλγα Αλεξανδροπούλου

στην ηλικία που θανατώθηκαν αλλά χωρίς τίποτα το νεκρικό στην όψη

ΟΡΕΣΤΗΣ: Δημήτρης Λιγνάδης

ΗΛΕΚΤΡΑ: Ελισάβετ Γιαννοπούλου

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ: Ελένη Παναγιώτου

Και οι τρείς νέοι ακόμα, δείχνουν εντούτοις πρόωρα γερασμένοι και πιο φθαρμένοι απ’ τους νεκρούς ψυχικά.

ΦΟΛΟΣ: Ιάκωβος Ψαρράς

ένας μεσήλικας αγρότης, ο κατά Ευριπίδην  συμβατικός σύζυγος της Ηλέκτρας  

-ΠΑΡΟΔΟΣ ΘΗΒΩΝ, σελ. 69-90

Πρόσωπα του έργου και πρώτοι διδάξαντες ηθοποιοί:

ΗΘΟΠΟΙΟΣ και

ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ:  Ντίνος Δουλγεράκης

ΦΥΛΑΚΑΣ:  Ιάκωβος Ψαρράς

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ:  Μαρία Κωνσταντάρου

ΚΟΡΗ ΤΟΥΣ:   Βίκυ Πρωτογεράκη

ΘΕΡΑΠΩΝ:  Σπύρος Κωνσταντόπουλος

-ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΙΨΕΝ, σελ. 93-139

-Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ μια συνομιλία και μη συνομιλία ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, σελ. 141-156

-ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ…; σελ. 157-174

-Ο ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΚΛΩΠΕΣ Ή Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ μιά σύντομη και αφελής νυχτερινή κωμωδία, σελ. 175-202.

Ο τόμος συνοδεύεται με κείμενα των:

-ΘΟΔΩΡΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Μύθος και διακειμενικότητα στη δραματουργία του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σελ.203-226

Και

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ «Ο ΔΕΙΠΝΟΣ» σελ. 227-240.

[1., ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ, «ΤΑ ΝΕΑ», Απρίλιος 1993, σελ. 229-230.

2., ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», Απρίλιος 1993.

3., ΔΗΩ ΚΑΓΓΕΛΑΡΗ, «ΕΘΝΟΣ», Απρίλιος 1993, σελ. 233-234.

4., ΠΕΡΣΕΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ, «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ», Απρίλιος 1993, σελ. 234-236

5., ΒΑΪΟΣ ΠΑΓΚΟΥΡΕΛΗΣ, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ» Μάρτιος 1993, σελ. 236-238

6., ΘΥΜΕΛΗ, «Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», Μάρτιος 1993, σελ. 238-240.].

Μεταξύ των σελίδων 82-83 δημοσιεύονται 16 ασπρόμαυρες (ένθετες) φωτογραφίες από την παράσταση των τριών μονόπρακτων. (Οι φωτογραφίες από την παράσταση του τρίπτυχου «Ο Δείπνος» είναι του Στούντιου ΔΕΛΤΑ.

Σημειώνουμε:

-Κάθε τόμος των Θεατρικών Απάντων του Ιάκωβου Καμπανέλλη που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Κέδρος» συνοδεύεται και από ενδεικτικές κριτικές για τις παραστάσεις ή κείμενα που ψηλαφούν τις διακειμενικές του συγγένειες, τις αναφορές του, τις επιρροές του και τα εξελικτικά στάδια της θεατρικής του δραματουργίας. Όπως στην δεδομένη περίπτωση των τριών μονόπρακτων στην σύγχρονη και μοντέρνα διαπραγμάτευση του «Μύθου των Ατρειδών». Ο κύκλος της αρχαίας ιστορικής αφήγησης του «Μύθου των Ατρειδών» και των Οικογενειακών Προσώπων που την αποτελούν και τις διάφορες καταστάσεις και γεγονότα που απορρέουν από αυτόν, έχει επηρεάσει και επιδράσει σε συγγραφείς έλληνες και ξένους, πέρα από τον καθαυτό Θεατρικό χώρο και θεατρικούς συγγραφείς. Η μνήμη τους όπως και του έτερου μεγάλου κύκλου της Αρχαίας Τραγωδίας του «Κύκλου των Λαβδακιδών» επέδρασε και απασχόλησε ποιητές και πεζογράφους, διηγηματογράφους, εικαστικούς κλπ. Είναι δεκάδες τα έργα των συγγραφέων από την Αναγέννηση και δώθε στον ευρωπαϊκό θεατρικό χώρο που έχουν σαν θέμα τους δύο αυτούς αρχαίους θρησκευτικούς κύκλους της αρχαίας τραγωδίας. Από φιλοσόφους όπως ο Βολταίρος μέχρι θεατρικούς συγγραφείς όπως ο Ρακίνας, και από τους θεατρικούς δραματουργούς του 20ου αιώνα όπως ο Αμερικανός δραματουργός Ευγένιος Ο. Νηλ και το έργο του «Το Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (Ο γυρισμός- οι κυνηγημένοι-οι στοιχειωμένοι» μετάφραση στα ελληνικά από την πειραιώτισσα ηθοποιό Δέσπω Διαμαντίδου, εκδ. Δωδώνη 1986 νούμερο 90/91 έως το θεατρικό έργο του υπαρξιστή φιλοσόφου Ζαν Πωλ Σαρτρ «Οι Μύγες» σε εισαγωγή και μετάφραση Γιώργου Πρωτόπαπα, εκδ. Δωδώνη 1987 νούμερο 89 η θεατρική παράδοση είναι ενιαία στην μεταφορά στα καθ’ ημάς των αρχαίων τραγωδιών στην πάντα σύγχρονη και καινοτόμα ανάπλασή τους. Στην σύντομη αυτή αναδρομή να μνημονεύσουμε από την Κλυταιμνήστρα από τις "Φωτιές" της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ και το έργο του Ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα και το "Δέντρο των Τροπικών" δίχως να λησμονούμε τον Τόμας Στερν Έλιοτ και την "Οικογενειακή Συγκέντρωση". Από την πλευρά των ελλήνων δραματουργών να υπενθυμίσουμε δύο ενδεικτικές περιπτώσεις ελλήνων θεατρικών συγγραφέων (που έχω διαβάσει) δίχως να περιοριζόμαστε μόνο σε αυτά τα δύο ονόματα και έργα. Την τριμερή τραγωδία «ΚΛΥΤΑΙΜΗΣΤΡΑ» του Κώστα Μαρίνη, Αθήνα 1939 (η τραγωδία όπως μας λέει ο Μεσήνιος καθηγητή Κώστας Μαρίνης γράφτηκε όταν υπηρετούσε στρατιώτης στην Μικρά Ασία και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καλαματιανή εφημερίδα «Λαϊκή Φωνή» σε τριάντα εφτά συνέχειες). Η δεύτερη περίπτωση είναι του γνωστού διπλωμάτη και ποιητή Αλέξανδρου Μάτσα. Ο Αλέξανδρος Μάτσας διαπραγματεύεται τον αρχαίο μύθο το 1945 και συνθέτει την τρίπρακτη «Κλυταιμνήστρα» του. Το 1959 γράφει το έργο «Κροίσος» και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Γαλαξία» της Ελένης Βλάχου σε έναν τόμο νούμερο 49 «Αλέξανδρου Μάτσα, Θέατρο» Αθήνα 1962. Όπως γράφει το Μάτσας «Η Κλυταιμνήστρα εδιδάχθη εις το Βασιλικόν Θέατρον Αθηνών κατά την χειμερινήν περίοδον 1956-1957. Αμφότερα τα έργα μεταδόθησαν από τα θεατρικά προγράμματα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών». Και στην ελληνική θεατρική παραγωγή των σύγχρονων χρόνων είναι σημαντική η επαναδιαπραγμάτευση σε σύγχρονους προβληματισμούς και θεματικές. Αξιοσημείωτη επίσης είναι και η ανάπλαση του αρχαίου μύθου «Ορέστεια» ή μεμονωμένων ηρώων όπως ο Ορέστης, η Κλυταιμνήστρα, ο Αγαμέμνων, η Ηλέκτρα, η Χρυσόθεμις κλπ. από έλληνες πεζογράφους και κυρίως ποιητές με την προεξάρχουσα περίπτωση του αγωνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσου και την εξαιρετική του «Τέταρτη Διάσταση» που, δεν προκάλεσε και προκαλεί ακόμα αίσθηση και συγκίνηση είτε όταν διαβάζονται τα ποιητικά αυτά θεατρόμορφα έργα μεμονωμένα, είτε όταν παρουσιάζονται σε θεατρικές σκηνές. Ας μας επιτραπεί να μνημονεύσουμε ενδεικτικά ένα ακόμα όνομα από τα δεκάδες των ελλήνων ποιητών που υιοθέτησαν ως ποιητικό τους θέμα σε συλλογές τους την Κλυταιμνήστρα τον φιλόλογο και καθηγητή Σταύρο Βαβούρη ο οποίος-σε συζητήσεις του δεν έπαυε να αναφέρεται στον «Μύθο των Ατρειδών» και τα πρόσωπά του που επέδρασαν και στην δική του ποιητική φωνή. Είναι γνωστό όχι μόνο στους σταθερούς ή «φανατικούς» θεατρόφιλους ότι κυκλοφορούν δεκάδες μελέτες που εξετάζουν το θέμα μέχρι σήμερα. Στο διαδίκτυο μάλιστα συναντά ο όποιος ενδιαφερόμενος αρκετές ιστοσελίδες που έχουν διαμερισματοποιήσει ανάλογα τον αρχαίο ήρωα ή ηρωίδα (Ορέστης, Κλυταιμνήστρα, Ηλέκτρα) και αντιγράψει απόσπασμα ή το σχετικό ποίημα παλαιότερων και νεότερων δημιουργών. Συναντά κανείς και τις δύο διδακτορικές διατριβές της κυρίας Μαριάνθης Καλύβας, «Οι Μεταμορφώσεις του Μύθου των Ατρειδών στο Νεοελληνικό Μεταπολεμικό Θέατρο» Πάτρα 2022 και της κυρίας Ευσεβίας Χασάπη- Χριστοδούλου, «Η Αρχαιοελληνική Μυθολογία στο Νεοελληνικό Δράμα» Αθήνα 1997. Πολλές άλλες μελέτες και έρευνες πάνω στην Αρχαία Τραγωδία και τους τρείς αρχαίους τραγικούς (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) συναντά κανείς στις προσθήκες των βιβλιοπωλείων ή σε παλαιοπωλεία μια και η ελληνική και διεθνής Βιβλιογραφία και Αρθρογραφία συνεχίζεται ακάθεκτη και πλουτίζει τις νέες οπτικές της ερμηνείας τους και έρευνες.

Μνημονεύω τα παραπάνω για να δηλώσω ότι τα ερευνητικά, βιβλιογραφικά εργαλεία που διαθέτουμε στις μέρες μας είναι χιλιάδες, αυτό σημαίνει ότι θα είναι μάλλον αντιγραφικός πλεονασμός εκ μέρους μου να επεκταθώ στο θέμα, αφού, όταν παρακολούθησα τον «Δείπνο» σε ελληνικές σκηνές, δεν ασχολήθηκα περαιτέρω ούτε έγραψα θεατρική κριτική που θα δήλωνε την αίσθηση που μου έκανε η παράσταση και μάλιστα του δεύτερου μονόπρακτου του «Δείπνου», όπου κυριαρχεί σε δύο επίπεδα η συνομιλία των ηρώων τόσο των ζωντανών όσο και των νεκρών σε αυτό της εμπνευσμένης σύλληψης σύγχρονο Νεκρόδειπνο ή διπλού Μυστικού Δείπνου. Θα περιοριστούμε λοιπόν σε σημειώσεις μας στο περιθώριο των σελίδων του μονόπρακτου «Γράμμα στον Ορέστη» και σε άτακτες σε φύλλο με εκφράσεις, προτάσεις, λόγια, σκέψεις, απόψεις θέσεις, του ανθρωπιστή και φεμινιστή Ιάκωβου Καμπανέλλη που μας άρεσαν, τις βρήκαμε ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες και άξιες μνημόνευσης σε αυτό το Θέατρο μέσα στο Θέατρο που οικοδομεί αυτός ο ανεξάντλητος σε θεατρική μαγεία και ταλέντο όχι μόνο θεατρικός συγγραφέας αλλά και στιχουργός, ποιητής και πεζογράφος. Ο έλληνας αγωνιστής πατριώτης που κρατήθηκε ως αιχμάλωτος την περίοδο του Πολέμου και της Κατοχής και στάλθηκε ως κατάδικος πρώτα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Inzersdorf της Βιέννης και κατόπιν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και εξόντωσης αιχμαλώτων Mauthausen. Ο έλληνας πατριώτης απελευθερώθηκε από τα αμερικανικά στρατεύματα στις 5 Μαϊου του 1945. Τις φριχτές αυτές βιωματικές του εμπειρίες τις κατέγραψε κατόπιν στο πεζό του «Μάουτχάουζεν» και στους εξαιρετικούς στίχους που έγραψε και κυκλοφόρησαν σε δίσκο το 1966 σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη. Το 2020 από τις εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφόρησε ένας ενδιαφέρον τόμος σε φροντίδα και επιμέλεια του συγγραφέα Θάνου Φωσκαρίνη με την συνεργασία της κόρης του ποιητή Κατερίνας Ι. Καμπανέλλη. Ο τόμος που έχει τίτλο Ιάκωβος Καμπανέλλης, «ΑΚΟΥΣΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΚΙ ΕΛΑ» τραγούδια και ποιήματα, συγκεντρώνει τον δημοσιευμένο και αδημοσίευτο έμμετρο λόγο και τους στίχους των τραγουδιών του Ιάκωβου Καμπανέλλη καθώς και από αδημοσίευτα χειρόγραφά του που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του μετά την απώλειά του. Η δουλειά είναι εξαιρετική και ο έπαινος στους συντελεστές της είναι αυτονόητος. Όπως γνωρίζουμε, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης που μας δίδαξε καλό ελληνικό θέατρο ζητώντας παράλληλα την συμμετοχή μας και τις απόψεις ημών των θεατών σε ό,τι νέο θεατρικά μας πρότεινε και παρακολουθούσαμε στις ελληνικές σκηνές, έγραψε και σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, διασκεύασε έργα και έγραψε στίχους των τραγουδιών των θεατρικών και κινηματογραφικών παραστάσεων καθώς και αυτοτελώς ποιήματα. Ο Νάξιος δραματουργός δεν είναι μόνο γνωστός από την κλασική «Αυλή των Θαυμάτων», το θρυλικό «Το Παραμύθι χωρίς Όνομα» ή το αντιστασιακό του έργο που παίχτηκε από τον Θίασο της Τζένης Καρέζης και του Κώστα Καζάκου την τελευταία περίοδο της χούντας «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» με την αντρίκια φωνή του Νίκου Ξυλούρη να ερμηνεύει στίχους του σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου αλλά και από την πασίγνωστη αγαπητή μας «Στέλλα» με την ελληνίδα τελευταία θεά Μελίνα Μερκούρη, τον Γιώργο Φούντα, την Βούλα Ζουμπουλάκη, τον Κώστα Κακαβά, τον Διονύση Παπαγιανόπουλο και άλλους εκλεκτούς συντελεστές. Ο ελληνικός λαός από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 δεν έρχεται σε επαφή μόνο με τον ηθοποιό πρώτα και κατόπιν θεατρικό συγγραφέα Ιάκωβο Καμπανέλλη γιό μιας πολύτεκνης οικογένειας της Νάξου, του Στέφανου Καμπανέλλη, από τα 9 παιδιά της οικογένειας ο Ιάκωβος είναι το 6 στην σειρά και της Αικατερίνης Λάσκαρη. Οι πρόγονοι της οικογένειάς του κατάγονται από το Αϊβαλί Μικράς Ασίας και ο προπάππους του είχε το επίθετο Θαλασσινός και επειδή ήταν κωδωνοκρούστης πήρε το επίθετο Καμπανέλλης, η δε μητέρα του κατάγονταν από παλαιά αρχοντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Με τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένειά του, κλείνει το φαρμακείο του πατέρα του, εγκαθίσταται οικογενειακώς στην Αθήνα περιοχή του Μεταξουργείου και σπουδάζει στη Σιβιτανίδειο Οικοδόμος Σχεδιαστής. Μετά την αποφοίτησή του από την σχολή εργάζεται ως σχεδιαστής 1938-1942 στην Εταιρεία ΓΕΤΕ Αφοί Αργυρόπουλοι ΑΕ. Το μεγάλο πάθος του για το Θέατρο τον κερδίζει και έτσι αυτό το «παιδί φανατικό για Θέατρο» που δεν κατόρθωσε να πάρει απολυτήριο Γυμνασίου στρέφεται προς την συγγραφή Θεατρικών Έργων παρακολουθεί εκατοντάδες θεατρικές παραστάσεις της εποχής του και γίνεται ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς θεατρικούς συγγραφείς της Ελλάδας και αναγνωρισμένος, καταξιωμένος διεθνώς. Και μόνο το «ΕΠΙΜΕΤΡΟ» ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ 1921-2011 ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ» σελίδες 275-308 να διαβάσουμε που ύφανε με εξαιρετική επιμέλεια και αγάπη ο συγγραφέας Θάνος Φωσκαρίνης Μάρτιος 2019- Ιανουάριος 2020 βασιζόμενος σε 11 Βιβλιογραφικές πηγές και στο Προσωπικό Αρχείο του Καμπανέλλη που του παραχώρησε η κόρη του, και ανιχνεύσουμε τα χρονολογικά ίχνη της καλλιτεχνικής και συγγραφικής του πορείας θα θαυμάσουμε το φτωχόπαιδο από τη Νάξο, τον έλληνα πατριώτη και εξόριστο και φυσικά τον μάγο θεατρικό συγγραφέα και στιχουργό, του οποίου αρκετά τραγούδια έχουμε τραγουδήσει ίσως δίχως να γνωρίζουμε ότι είναι δικά του. Όπως και νάχει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης είναι μία ζώσα πολιτιστική παρουσία της χώρας μας, και είναι ακόμα λίγα αυτά που έχουν γραφεί για τον ίδιο και το πολύπλευρο έργο του που ενδέχεται να υπερβαίνει ακόμα και τον ογκώδη τόμο που έγραψε και εξέδωσε για τον Ι. Κ. ο ιστορικός του Θεάτρου και ποιητής Βάλτερ Πούχνερ.

        Ας αντιγράψουμε ορισμένες από τις φράσεις και προτάσεις του που φανερώνουν την ανθρωπιστική διάθεση της γραφής του, την χριστιανικών αποχρώσεων φωνή του, την λαϊκή του φόρμα και την παρουσία του ισότιμα όλων των θεατρικών του ηρώων, ελλήνων προερχόμενων από τις προλεταριακές τάξεις, τις ανάγκες, τα όνειρα, τα οράματα και τις προσδοκίες τους. Παράλληλα, έχουμε τον φωτισμό της θέσης της γυναίκας και των δικαιωμάτων της, που της στερούνται, την ανάδειξη των κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει στον χρόνο μέσα στην Κοινωνία και την Οικογενειακή της Εστία. Τις πανάρχαιες εθιμικές αντιλήψεις περί διαφοράς του άντρα από την γυναίκα, την ανωτερότητα του αρσενικού έναντι της κατωτερότητας του θηλυκού. Αυτήν την εθιμική και κοινωνική κρούστα και αντιλήψεις προσπαθεί να θραύσει με την φωνή της Κλυταιμνήστρας ο Καμπανέλλης στα μονόπρακτα αυτά. Η δικαιολόγηση της Κλυταιμνήστρας, της γυναίκα και μάνας, ερωμένης προέρχεται από την ίδια την εξομολόγησή της και τα όσα γράφει στον γιό της Ορέστης που προετοιμάζεται να την σκοτώσει εκδικούμενος τον θάνατο του πατέρα του με την παρότρυνση της αδερφής του Ηλέκτρας. Η εξομολογητική φωνή, η απολογητική της Βασίλισσας Μητέρας Κλυταιμνήστρας ανατρέπει τις αντιλήψεις μας για την εικόνα που τις έδωσαν οι αρχαίοι τραγικοί και η μυθολογική της περιβολή. Ο Αγαμέμνων παρουσιάζεται σαν ένας σκληρός και αυταρχικός στρατιωτικός ο οποίος το μόνο που έμαθε να πράττει είναι να διεξάγει πολέμους και να απατά την γυναίκα του, όντας μέθυσος και μπερμπάντης. Η πατρική του αντίληψη και επιθυμία να γεννοβολά η γυναίκα του μόνο αρσενικά παιδιά- κάτι που σαν κοινωνική αντίληψη είναι ακόμα παρούσα μέσα στην ελληνική κοινωνία και πατριαρχικές οικογένειες-κυρίως της επαρχίας-τον καθιστά ακόμα πιο βίαιο και με «αποκρουστικό» πρόσωπο και συμπεριφορά. Από την άλλη, ο Αίγισθος είναι η αφορμή για να ελευθερωθούν οι προσωπικής της χειραφέτησης δυνάμεις της μάνας και ερωμένης Κλυταιμνήστρας η οποία αναλαμβάνει και την ευθύνη για όσα έχουν συμβεί και εκφράζει ανοιχτά την αντίθεσή της στην εκστρατεία των Ελλήνων και τον Πόλεμο στην Τροία. Το μητρικό της ένστικτο δεν περιορίζεται μόνο στην άκαιρη θυσία της δικής της κόρης της Ιφιγένειας αλλά και των γυναικών μανάδων της Τροίας. Ο φόβος της ακόμα μην τυχόν καταδικαστεί η κόρη της Ηλέκτρα για τον δικό της φόνο ανατρέπει τα μέχρι σήμερα δεδομένα δικαιολόγησης της πεισματικής και άκαρδης συμπεριφοράς της ηρωίδας Ηλέκτρας. Το ταμπλό της ψυχογραφίας των Ηρώων του Ιάκωβου Καμπανέλλη παραπέμπει στις εργασίες του Σίγκμουντ Φρόϋντ και τις εργασίες του πάνω στην Αρχαία Τραγωδία που ενστερνίστηκαν μεγάλο  μέρος των σύγχρονων ερμηνευτών και δείχνει την ευρεία παιδεία όχι μόνο θεατρική του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ο θεατρικός του λόγος μοιάζει σαν να προαναγγέλλει κοινωνικές και άλλες παθογένειες που αντιμετωπίζουν στις μέρες μας αρκετές ελληνικές οικογένειες και ξεχωριστά το γυναικείο φύλο. Που θεωρείται ως κοινωνική αξία υπόδουλη και κτήμα του άντρα της. Αυτά τα πανάρχαια δεσμά προσπαθεί να σπάσει η θεατρική φωνή του Ιάκωβου Καμπανέλλη και να μας καταστήσει απολογούμενους στο πραιτόριο της συνείδησης του καθενός μας. Το Γράμμα στον Ορέστη έρχεται ως σύγχρονη απάντηση στον αρχαίο τραγικό λόγο να «ξεπλύνει» την σπίλωση του ονόματος Κλυταιμνήστρα μέσα στον χρόνο όπως μας τον κληροδότησαν οι αρχαίοι. Αυθεντικός λαϊκός ο λόγος του Καμπανέλλη, γνήσιος, πηγαίος, φιλεύσπλαχνος, δίχως στασίδια αντικοινωνικών συμπεριφορών και καταστάσεων να αμαυρώνουν την αντρική θεώρηση της ματιάς και γραφής του. Δεν ισοπεδώνει χαρακτήρες ο λόγος του, προσπαθεί να κατανοήσει και να φέρει στην σύγχρονη επιφάνεια την θετική όψη της ψυχής των ανθρώπων πέρα από τις εξωτερικές αντιδράσεις και ενέργειές τους. Τους δημόσιους ρόλους τους που τους επέβαλαν το πολιτικό, θρησκευτικό, οικονομικό σύστημα διαπαιδαγώγησής τους. Η αγωγή συμπεριφοράς του φύλου τους. Έχουμε την αίσθηση διαβάζοντας τα έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη ότι έχουμε αν στέκει ο όρος, μία «Θεατρική Ποιμαντική» δανείζομαι τον όρο «Ποιμαντική» από την εκκλησιαστική προβληματική και τα συνακόλουθα αποτελέσματά της στις συνειδήσεις των πιστών. Υπάρχει μία φράση στο έργο του θεατρικού συγγραφέα Γιώργου Σκούρτη, τους «Μουσικούς» όπως η μνήμη έχει συγκρατήσει. Λέει ο άντρας ήρωας: «Είναι γυναίκα μου και την κάνω οτιδήποτε θέλω». Μια θέση και μία φράση που ποτέ δεν θα διανοείτο να εκφέρει ή να υποστηρίξει η θεατρική φωνή του Καμπανέλλη, ο Καμπανέλλης δεν φλερτάρει με την εξουσία δεν χαϊδεύει τα αυτιά της, είναι ενάντια της. Έζησε στο πετσί του τις σκληρές της πλευρές πάνω στους ώμους του λαού του, βίωσε την σκληρότερη και περισσότερη απάνθρωπη όψη της, την στρατιωτική σαν κρατούμενος στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως.  Είναι ένας έλληνας πολίτης του κόσμου που μάχεται με τον λόγο και την γραφή του, την ικμάδα της σκέψης του και το θεατρικό του ταλέντο για πανανθρώπινα ιδανικά, της αλληλεγγύης, της φιλίας, της ισότητας των ανθρώπων και των φύλων, την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής μας, την ειρήνη. Τις ίδιες ευκαιρίες κοινωνικής εξέλιξης για τους άντρες και τις γυναίκες. Αυτή η αισιόδοξη αν και πονεμένη ματιά του είναι που πλάθει τον ορίζοντα τόσο των δικών του όσο και των δικών μας προσδοκιών για έναν άλλο δικαιότερο και ελεύθερο κόσμο. Όχι ως μία ρομαντική αναπόληση του μέλλοντος μέσα στην Ιστορία, μια αναστάσιμη προσδοκία σε κάτι που θα απολαύσουμε μετά την εδώ επίγεια παρουσία μας ως εγγύηση στα μεταφυσικά πιστεύω μας και στις αναφορές μας σε θρησκευτικά παλαιών προσδοκιών αρχέτυπα και σύμβολα. Αλλά στην πίστη σε μία σκληρή κοινωνική πραγματικότητα και αντίξοες συνθήκες όπου οι κοινωνικοί μας αγώνες και οι καθημερινές μας στάσεις απέναντι στις παθογένειες και στα πισωγυρίσματα της εκάστοτε εξουσίας θα αλλάξει το σκηνικό των ζωών μας και των επιλογών μας. Θα τις καταστήσει πιο ανθρώπινες, στα πραγματικά και όχι ιδεατά μέτρα του ανθρώπου και των αναγκών του. Αυτόν τον ορίζοντα προσδοκιών προσκομίζει η γραφή του, μέσα από τους διάφορους θεατρικούς κώδικες που χρησιμοποιεί, σκηνοθετικές τεχνικές και μεθοδολογικές προτάσεις στους ηθοποιούς που ερμηνεύουν τους ρόλους των ηρώων και ηρωίδων του. Συγγραφέας, κείμενο, γλώσσα, θέατρο, κοινωνία, πολιτικό σύστημα, θεατής και παράσταση κάθε φορά μιάς νέας προσέγγισης και ερμηνευτικού πλησιάσματος είναι η επαφή με το θέατρο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Πέρα από γνωστά στερεότυπα, αναπαραστατικά ερμηνευτικά προσωπεία είτε της πολιτικής είτε της θρησκευτικής εξουσίας. Όχι στα παρασκήνια αλλά πάνω στο σανίδι γινόμαστε συμμέτοχοι στο θέατρό του. Ο θεατής όπως και ο συγγραφέας, ακόμα και ο ερμηνευτής είναι ένας από τους πολλούς ρυθμιστές- διαμορφωτές της αντικειμενικότητας των όσων συμβαίνουν και των πραγμάτων και όχι της όποιας θεατρικής «καθαρμένης» αλήθειας της παράστασης που διαρκώς επαναγράφεται σε κάθε της παρουσία.

Γράφει:

«Το δράμα μας είναι πώς ενώ κανείς μας δε γεννήθηκε τέρας, κάνουμε τερατώδεις πράξεις».

«Ουσιαστικά την ζωή μου την αποχαιρέτησα απ’ την πρώτη μέρα που ήρθα στις Μυκήνες, μα αυτό κανείς άλλος δεν το ήξερε, γιατί δεν άφησα κανέναν να το καταλάβει, ήταν το μοιραίο μου μυστικό».

«Μου απαγόρεψε να ‘χω γνώμη για έναν πόλεμο που τον πλήρωσα με την Ιφιγένειά μου. Μα όσο πιο πολύ σου την απαγορεύουνε, τόσο πιο ανάγκη την έχεις… Άλλοτε δεν είχα γνώμη για τίποτα.»

«Για ποιό λόγο νεκρά τα παιδιά τους, παρά ηττημένα; Για ποιόν εχθρό; Που τον είδαν τον εχθρό;».

«…επειδή πονώ για λογαριασμό μου, γι’ αυτό πονώ και για τους άλλους».

«τι είναι η ζωή…;» θα του απαντούσα «μια τιμωρία που όλοι την ζουν και όλοι την κρατούν μυστική, που από την αρχή του κόσμου οι γονείς δεν την φανερώνουν στα παιδιά τους, τα παιδιά τους στα δικά τους παιδιά, και η τιμωρία με το ψευδώνυμο ζωή συνεχίζεται».

«Γιέ μου, δύσκολα λέγονται τα πάντα από μια γυναίκα, και πιο πολύ από μια μάνα στο παιδί της, αλλά πρέπει να τα ξέρεις και αυτά από μένα την ίδια. Γιατί ενώ ο έρωτας για την γυναίκα είναι ό,τι πιο ιερό, είναι κι ο πιο εύκολος τρόπος να τη διασύρουν.».

«Οι κοπέλες, Ορέστη, παντρεύονται για ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, να γίνουν σύντροφοι, μητέρες. Οι άντρες παντρεύονται για να κυριαρχούν».                        

        Η γραφή του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι στο παλαιό πολυτονικό σύστημα. Στην αντιγραφή των κειμένων-όπως συμβαίνει και με άλλες αναρτήσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή- μεταφέρεται στο μονοτονικό. Κράτησα την ορθογραφία της έκδοσης του βιβλίου ακόμα και αν ελάχιστες φορές συνάντησα λαθάκια. Δεν άλλαξα διπλούς τύπους λέξεων, όπως το χρονικό επίρρημα «ακόμη- ακόμα».

-Είναι ευδιάκριτη η τεχνική το «Θέατρο μέσα στο Θέατρο» που υιοθετεί ο πολύπειρος και ταλαντούχος θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης. Και εξαιτίας του ότι την τραγική Βασίλισσα Μητέρα Κλυταιμνήστρα την βάζει να χρησιμοποιεί δύο τεχνικές στο μονόπρακτό του ο συγγραφέας, δηλαδή από την μία τον προφορικό λόγο, φαίνεται ότι απευθύνεται άμεσα στον αγαπημένο της γιό και δολοφόνο της Ορέστη, και από την άλλη σταματάει την ροή και του γράφει το Γράμμα σε διάφορα χρονικά στάδια μέσα στο δωμάτιό της, διαχώρισα την τυπογραφική μορφή, τις επεξηγηματικές προτάσεις και τις σκούρυνα. Κατά την αντιγραφή πρόσεξα να μεταφέρω τις τρείς τελείες (…) που έχουμε σε πολλές προτάσεις του έργου κάτι που σημαίνει ότι ο λόγος-γραφή συνεχίζεται στο χρόνο σύμφωνα με την θεατρική γραφή και σκηνοθετική σύλληψη του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Οι αναγνώστες των θεατρικών αυτών Μονόπρακτων-αλλά και άλλων του έργων-θα διαπιστώσουν ότι το Θέατρο του Καμπανέλλη εισάγει αρμονικά και ισορροπημένα ένα επιπλέον θεατρικό στοιχείο στην αρχιτεκτονική δομή των έργων του, την λαϊκή παρουσία και ζωή, τον λόγο και το αξιακό ανθρωπιστικό σύστημα αγωγής και δημόσιας συμπεριφοράς ατόμων προερχόμενα από τις λαϊκές τάξεις. Επώνυμα άτομα ή ανώνυμα συνήθως υπηρέτες που δεν διαφέρει η περιπέτεια της ζωής τους από τα άλλα μέλη και ήρωες που σπονδυλώνουν το έργο εμπλουτίζοντας τα υλικά του από διάφορες τάξεις στην οικοδόμηση των έργων του και στην διαμόρφωση του χαρακτήρα των μικρών και μεγάλων ηρώων του. Κάτι που αξίζει να προσεχθεί επίσης είναι ότι τα έργα και η γραφή του Καμπανέλλη δεν είναι μόνο έμπλεα ανθρωπιστικών μηνυμάτων και ελεήμονος συμπεριφοράς καθώς επαναδιαπραγματεύονται είτε αρχαίους μύθους είτε μοτίβα άλλων κοινωνικών σύγχρονων καταστάσεων, αλλά αν δεν λαθεύω, η ατμόσφαιρα που αποπνέει ο λόγος του είναι θα λέγαμε χριστιανικός. Δίχως να συγκαταλέγεται το Θέατρό του στο είδος του «Χριστιανικού Θεάτρου»  αναγνωρίζουμε συχνά στοιχεία του και του κλίματος του. Όπως στο τρίπτυχο «Γράμμα στον Ορέστη» που συνενώνει την έννοια της αρχαιοελληνικής Μοίρας με την έννοια της Αμαρτίας όπως προσδιορίζεται από την χριστιανική φιλοσοφία-θεολογική διδασκαλία στις ζωές των ανθρώπων τις ενέργειες και τις πράξεις τους. Τα ονόματα των αρχαίων Θεών ελάχιστα αναφέρονται (κυρίως στα ποιήματά του) ενώ το όνομα Χριστός και Παναγία συχνότερα. Αλλά αυτό το ζήτημα χρειάζεται άλλου είδους συνολική των έργων του έρευνα και εξέταση.

-Το φεμινιστικό στοιχείο στις ευρύτερες του κοινωνικές και ιστορικές διαστάσεις πρυτανεύει στα έργα του. Η Γυναίκα και οι ανάγκες της, ο ρόλος της μέσα στην κοινωνία, η ενεργητική της συμμετοχή στα κοινά ως μητέρα και ερωμένη ως τροφός φαίνεται ξεκάθαρα όπως και ο λόγος της Κλυταιμνήστρας που αγωνιά ενώ αγαπά υπερβολικά τον γιό της για τις κόρες της και τις ενέργειές τους και τις επιπτώσεις στις ζωές και τον χαρακτήρα τους.     

Ο σεμνός έλληνας πατριώτης αγωνιστής-Ιάκωβος Καμπανέλλης υπήρξε κρατούμενος πρώτα στο στρατόπεδο Inzersdorf στο γερμανικό ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης Mauthausen, από την εισβολή των κατακτητών έως την απελευθέρωσή του 5/5/1945 από τον αμερικάνικο στρατό, ας μην λησμονούμε να το αναφέρουμε.

-Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ανανέωσε και εμπλούτισε το Νεοελληνικό Θέατρο όχι μόνο με την σύγχρονη διαπραγμάτευση του κύκλου του Μύθου των Ατρειδών αλλά και με τις υπόλοιπες λειτουργίες της δραματουργίας του και έδωσε νέα πνοή στο σύγχρονο μεταπολεμικό θέατρο ενσωματώνοντας στην διαδρομή του ότι πιο ουσιαστικό, αληθινό και απαραίτητο είχε να προσφέρει η ελληνική και παγκόσμια πραγματικότητα και οι τεχνικές της παγκόσμιας θεατρικής σκηνής.

        Τέλος, η απολογητική της εξομολογητικής φωνής της Κλυταιμνήστρας αξίζει να παραλληλισθεί με τις αντρικές και γυναικείες φωνές της ποιητικής σύνθεσης του Γιάννη Ρίτσου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026