Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Ελληνικός Ανθολογικός Ρεφενές

 Α Ν Θ Ο Λ Ο Γ Ι Κ Ο Σ   Ρ Ε Φ Ε Ν Ε Σ

Από την ποιητική ανθολογία 1650-1964

του ΚΩΣΤΑ ΠΟΡΦΥΡΗ

εκδόσεις «ΩΚΕΑΝΙΣ» (Τ. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ)

Σταδίου 48 ΑΘΗΝΑΙ 1964, σελ.640

    Σε προηγούμενο σημείωμά μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα 14/5/2026 αναρτήσαμε εκτενές, μακροσκελές σημείωμα για τον Κώστα Πορφύρη και την Ανθολογία του, αντιγράφοντας ορισμένα από τα ποιήματά της. Τους συμμετέχοντες ποιητές και ποιήτριες τους ταξινομήσαμε κατά τόπο καταγωγής και όχι με αλφαβητική σειρά όπως έπραξε ο Ανθολόγος και μας εξέθεσε στο προλογικό κείμενό του «Λίγα Λόγια του Ανθολόγου» σελ. 13-15. Προσθέσαμε επίσης μερικά ακόμα στοιχεία για τους συμμετέχοντες για τους σημερινούς αναγνώστες. Στην παρούσα ανάρτηση μεταφέρουμε ορισμένες ακόμη ποιητικές φωνές και επιλογές ποιημάτων τους καταγράφοντας τους τίτλους των υπολοίπων όπως τους διαβάζουμε στα ελάχιστα στοιχεία που μας παράσχει στην «ποιητική ανθολογία 1650-1964» ο Κώστας Πορφύρης και μαζί τον ΠΡΟΛΟΓΟ σελ. 7-12 του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου.

   Ας μην μας διαφεύγει η κρίσιμη ιστορικά και πολιτικά δεκαετία που κυκλοφορεί η Ανθολογία. Έχουμε την πολιτιστική και πνευματική άνθηση της δεκαετίας 1960- 1970 που διέκοψε απότομα το δικτατορικό καθεστώς της επταετίας 1967-1974, ανατρέποντας την υπηρεσιακή κυβέρνηση του Πατρινού λόγιου και καθηγητή Κοινωνιολογίας Παναγιώτη Κανελλόπουλου και τις εκλογές που θα διεξάγονταν. Είχε προηγηθεί η ανατροπή της Κυβέρνησης της Ενώσεως Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου από τα τότε Ανάκτορα. Η χώρα βρίσκονταν σε πολιτικό αναβρασμό και διάφορες υπηρεσιακές κυβερνήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Στον πολιτιστικό χώρο, στα ελληνικά γράμματα επικρατούσε μια απίστευτη ανθοφορία. Ο διπλωμάτης Μικρασιάτης ποιητής Γιώργος Σεφέρης είχε τιμηθεί με το πρώτο Βραβείο Νομπέλ της Ελληνικής Λογοτεχνίας, το επικό έργο του λυρικού ποιητή Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον Εστί» είχε μελοποιηθεί εξαιρετικά από τον Μίκη Θεοδωράκη και ακούγονταν ενθουσιαστικά και εμψυχωτικά από τα χείλη των Ελλήνων και των Ελληνίδων, όπως και άλλων ελλήνων ποιητών που ο διεθνούς φήμης έλληνας μουσικοσυνθέτης και πολιτικός (είχε ιδρύσει τους Λαμπράκηδες) μελοποιήσει όπως: ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Μανώλης Αναγνωστάκης κ.ά. Ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις ανέβαζε σε θεατρικές και μουσικές αίθουσες τις μουσικοθεατρικές παραστάσεις του με γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής, ενώ το βραβευμένο με Όσκαρ έργο του με την φωνή της Μελίνας Μερκούρη, «Τα παιδιά του Πειραιά» ακούγονταν και διασκευάζονταν μουσικά σε όλη την υφήλιο. Η Γενιά της Εθνικής Αντίστασης του Πολέμου και της Κατοχής, του Εμφυλίου, οραματίζονταν τον καινούργιο δικαιότερο Κόσμο, με περισσότερες κοινωνικές και πολιτικές, ατομικές ελευθερίες, ανεξάρτητη Ελλάδα ακηδεμόνευτη από τις ισχυρές στρατιωτικές και οικονομικές δυνάμεις του τότε διπολικού Κόσμου. Δίχως φυλακίσεις, εκτελέσεις, εξορίες και αποκλεισμούς της αριστερής πολιτικής μερίδας του ελληνικού λαού που βγήκε ηττημένη μετά το πέρας του εμφύλιου σπαραγμού. Η δεκαετία αυτή που ο Κόσμος μας ήταν διπολικός, ψυχροπολεμικών χαρακωμάτων, χωρισμένος σε δυτικό και ανατολικό στρατιωτικό μπλοκ μετά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, σημαδεύτηκε από απειράριθμες μικρές και μεγάλες ισχυρές τοπικές εθνικές και των κρατών επαναστάσεις και εξεγέρσεις λαών ενάντια στην επικρατούσα αποικιοκρατία των παλαιών αυτοκρατοριών των προηγούμενων περιόδων της ιστορίας της ανθρωπότητας. Γαλλικός Μάης του 1968, Άνοιξη της Πράγας, πόλεμος στο Βιετνάμ και εξέγερση της αμερικάνικης νεολαίας ενάντια στις επεμβάσεις των ΗΠΑ σε ξένες ηπείρους. Δολοφονία του δημοκρατικού αμερικανού προέδρου Τζων Κένεντι, του αδελφού του γερουσιαστή Ρόμπερτ, του ηγέτη των μαύρων πάστορα Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, Κουβανική επανάσταση, εκτέλεση του επαναστάτη Τσε Γκεβάρα, επαναστατικά κινήματα στη Νότιο Αμερική, πολιτιστική επανάσταση στην αχανή μακρινή χώρα του Μάο την Κίνα, εξεγέρσεις των μαύρων κατοίκων στη Νότιο Αφρική ενάντια στην αποικιοκρατία και την διοίκηση των λευκών. Πολεμικές συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή, αγώνας των Κυπρίων αγωνιστών ενάντια στην αγγλική διοίκηση. Ο Νέος Μεταπολεμικός Κόσμος άλλαξε με μεγάλες ταχύτητες και ρυθμούς πρωτόγνωρους μέσα στην σύγχρονη περίοδο της Ιστορίας. Στα καθ’ ημάς, ο παλαιός ηγέτης της συντηρητικής παράταξης Κωνσταντίνος Καραμανλής ζούσε αυτοεξόριστος στο Παρίσι οραματιζόμενος να εντάξει την Ελλάδα στην τότε μικρή ακόμα ΕΟΚ, κάτι που επιτεύχθηκε μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974. Το στρατιωτικό καθεστώς της περιόδου 1967-1974 ανέτρεψε τον πολιτικό χάρτη των σχεδιασμών των τότε ελληνικών πολιτικών δυνάμεων αναστέλλοντας τις πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες του ελληνικού λαού, φυλακίζοντας, εξορίζοντας και βασανίζοντας όσους αντιστέκονταν. Τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας οι έλληνες λογοτέχνες και λόγιοι σε μία άτυπη, σιωπηλή συμφωνία δεν εξέδιδαν τα βιβλία τους, δεν έγραφαν. Η δημόσια Δήλωση ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς του νομπελίστα μας ποιητή Γιώργου Σεφέρη τάραξε τα λιμνάζοντα νερά, λαθραία και κρυφά άρχισαν να κυκλοφορούν μικρά έντυπα και περιοδικά από χέρι σε χέρι με αντιστασιακά κείμενα νεότερων σε ηλικία και παλαιότερων γενεών συγγραφέων που τόνωναν το αγωνιστικό και αντιστασιακό φρόνημα του δημοκρατικού λαού. Μικροί πολιτικοί και πολιτιστικοί πυρήνες ελληνικής αντίστασης δρούσαν στο εξωτερικό και με τις δράσεις και εκδηλώσεις τους ενεργοποιούσαν τον δυτικό κόσμο και τις ηγεσίες του ενάντια στην δικτατορία και την καταδίκη της με ψηφίσματα από τις κυβερνήσεις τους και τους διεθνείς οργανισμούς.

   Ο αριστερός φρονημάτων, μανιάτης ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, όπως είναι γνωστό είχε συνδεθεί σε πολιτικό επίπεδο με την πόλη του Πειραιά, διετέλεσε για διάστημα εκλεγμένος εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Δημοτικής Αρχής και διέμενε στην οδό Καραϊσκου στο κέντρο του Πειραιά, συνδεόμενος φιλικά και πνευματικά με τις τότε φιλολογικές πειραιώτικες παρέες και συγγραφείς. Ο Πρόλογός του ανοίγει την αυλαία της Ανθολογίας του Κώστα Πορφύρη, πριν τα λεγόμενα του ανθολόγου. Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος ασχολήθηκε με διάφορα είδη του γραπτού λόγου, έγραψε ποίηση, «ποιητικό θέατρο» που παραστάθηκε στο Ηρώδειο, δοκίμιο, ασχολήθηκε με την συγγραφή μελετών για σημαντικούς έλληνες λογοτέχνες όπως ο Κρητικός ποιητής και μυθιστοριογράφος Νίκος Καζαντζάκης. Αρθρογράφησε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, ποιος δεν θυμάται την συχνότατη αρθρογραφία του στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» και σε άλλα έντυπα. Έγραψε βιβλία για την Παγκόσμια Ειρήνη, ενώ υπήρξε και ο ίδιος Ανθολόγος. Βλέπε την Ανθολογία του για παιδιά και για νέους από τις εκδόσεις Κέδρος. Τα ποιητικά του Άπαντα που κυκλοφόρησαν παλαιότερα είναι ακόμα εξαντλημένα όπως και ο αφιερωματικός τόμος με κείμενα ελλήνων λογοτεχνών και κριτικών για το έργο του. Γιός του ήταν ο σκηνοθέτης Κώστας Βρεττάκος.

   Ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος μας μιλά στον Πρόλογό του για την σημασία της Ποίησης στις ζωές των ανθρώπων, το τι ήταν εκείνο που άναψε την ποιητική φλόγα στην ψυχή του και τον έκανε να αγαπήσει και να ασχοληθεί με την Ποίηση. Στο κείμενό του μας δίνει ένα γενικό- συνοπτικό σχεδιάγραμμα της χρονικής διαδρομής του ελληνικού ποιητικού λόγου των σταθμών και εκφραστών του. Ένα χρονικό πλαίσιο ευρύτερου ιστορικού διανύσματος μέσα στο οποίο μπορούμε να εντάξουμε τις ποιητικές φωνές που ανθολογεί ο Κώστας Πορφύρης και των τριών αιώνων ορίων τους. Το Προλογικό κείμενο του Νικηφόρου Βρεττάκου διαβάζεται- «στέκει» και αυτόνομο, η ανθολογική εργασία του Κώστα Πορφύρη όπως φαίνεται, ήταν μάλλον η αφορμή μέσα στο πλαίσιο των πνευματικών και άλλων συγγραφικών συνεργασιών και φιλικών σχέσεων που αναπτύσσονταν, είχαν δημιουργηθεί γύρω από το σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό της αριστεράς «Επιθεώρηση Τέχνης» αν δεν λαθεύω. Ένα ξεφύλλισμα των τευχών του αξιόλογου αυτού αριστερής οπτικής, πρωτοποριακού περιοδικού της εποχής του, θα μας φανέρωνε ονόματα δημιουργών και ποιήματα γνωστά μας, αγαπημένα, τουλάχιστον των προερχομένων από τις γεωγραφικές περιοχές και πόλεις της επαρχίας, πέρα από τα κυρίαρχα αστικά κέντρα της εποχής. Φυσικά όλοι μας γνωρίζουμε, ότι η συγγραφική και καλλιτεχνική ύλη της «Επιθεώρησης Τέχνης» δεν αποτελείται μόνο από Ποιήματα, αλλά διαθέτει και πλήθος θεωρητικών για την λογοτεχνία, την τέχνη και την πολιτική κείμενα, ιδεολογικά φορτισμένα ξένα δημοσιεύματα συγγραφέων και στοχαστών φέρνοντας σε επαφή το ελληνικό αναγνωστικό κοινό με τα σύγχρονα ρεύματα της λογοτεχνίας, των ιδεών και της κριτικής ευρωπαϊκής σκέψης. Τα κείμενα μετέφραζαν ή απέδιδαν στα ελληνικά γνωστοί έλληνες ποιητές και πεζογράφοι. Αντίστοιχης πνευματικής προσφοράς, θεωρητικών και φιλοσοφικών προβληματισμών, δοκιμιακών ρευμάτων μοντέρνας ύλης και επικαιρότητας, έχουμε στο εξίσου σημαντικό περιοδικό «Εποχές», το μεγαλύτερου μεγέθους έκδοσης περιοδικό, εξέφρασε με τους συνεργάτες και τα κείμενά του, την άλλη ιδεολογική άποψη, την λεγόμενη αστική διανόηση και λογιοσύνη. Οι «Εποχές» κυκλοφόρησαν- ως πνευματικό «αντίβαρο» μερικά χρόνια αργότερα της έκδοσης της «Επιθεώρησης Τέχνης». Οι «Εποχές» διέθεταν πλούσια και σύγχρονη ύλη, θεωρητικά, κριτικά, δοκιμιακά κείμενα πάνω στην λογοτεχνία, την φιλοσοφία, βιβλιοκριτικές, παιδαγωγικά και ιστορικά θέματα μα σχεδόν καθόλου ποιήματα. Το ευχάριστο πάντως ήταν- έχοντας την ιστορική εποπτεία εξέτασης πλέον- ότι η Δεκαετία του 1960 στο σύνολο σχεδόν των χρόνων της και παρά τους πολιτικούς της κραδασμούς και πισωγυρίσματα, υπήρξε ανθηρή και καρποφόρα για τα ελληνικά γράμματα, τα καλλιτεχνικά γεγονότα και εκδηλώσεις, τον ελληνικό πολιτισμό που, ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε, έγινε εξαγόμενο τουριστικό προϊόν γνωριμίας των ξένων επισκεπτών στην χώρα μας. Αυτήν την περίοδο τέθηκαν και οι βάσεις προβληματισμού για το τι είναι η Ελληνικότητα, τι Ελληνικό, ποιες οι ρίζες του Ελληνισμού, η ταυτότητά του, η πραγματική αυθεντικότητά του, από ποια στοιχεία συντίθεται ο λαϊκός μας πολιτισμός και η παράδοση, η μουσική. Τέθηκε το ερώτημα, ο προβληματισμός, αν η Ορθοδοξία ως Εκκλησιαστική παράδοση διέσωσε τον ιστορικό Ελληνισμό στην μακρόχρονη πορεία του και περιπέτειά του ή ο πανάρχαιος Εθνικός των Ελλήνων Ελληνισμός διασώζει την Ορθοδοξία. Γιατί, το γνωστό ερώτημα «περί χαμένου κέντρου» εδώ εστιάζεται, αν ο Εθνικός φιλοσοφικός και των στοχασμών Ελληνισμός ως Λόγος οικουμενικός διασώζει την χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία και εκκλησία στην παγκοσμιότητά της ή αν η Βυζαντινή εκκλησιαστική εκδοχή του χριστιανισμού της καθ’ ημάς ανατολής διασώζει στα σπλάχνα του τον Ελληνισμό στην ιστορική του ολότητα και οικουμενική πληρότητα. Προβληματισμοί και ζητήματα, ερωτήματα που πρώτη έθεσε η αστική διανόηση στην πατρίδα μας, και συγκεκριμένα η Γενιά του 1930 με τους διάφορους εκπροσώπους της. Η μερίδα αυτή των ελλήνων λογίων και διανοουμένων, συγγραφείς έθεσε τις βάσεις τέτοιας υφής και ποιότητας, σοβαρότητας ζητήματα, επαναξιολογώντας παλαιούς λογοτέχνες και τα έργα τους, καλλιτεχνικά δημιουργήματα της ελληνικής παράδοσης που ήσαν μέχρι τότε παραμελημένοι ή μην δίνοντάς τους την σημασία που τους αναλογούσε. Έβγαιναν από την αφάνεια ονόματα και ένας λαϊκός πολιτισμός που διατήρησε τον Ελληνισμό τα δύσκολα χρόνια της Οθωμανικής σκλαβιάς. Το λαϊκό στοιχείο μέσω της αστικής ερμηνείας και επαναξιολόγησής του απέκτησε (;) την χαμένη του «αριστοκρατικότητά», καθώς η Ελλάδα εκβιομηχανίζονταν και έχανε σταδιακά την αγροτική της όψη. Τα μεγάλα αστικά κέντρα ήσαν πλέον τα φυτώρια του Νέου Ελληνισμού και όχι τα απομακρυσμένα χωριά της σχεδόν απάτητης και άγνωστης Ελληνικής Επαρχίας. Ας μην μας διαφεύγει και το ιστορικό γεγονός ότι η Ελλάδα ως Κράτος απελευθερώθηκε σταδιακά και αύξανε κομμάτι- κομμάτι τα γεωγραφικά της σύνορα με πολεμικές συγκρούσεις,- νίκες και ήττες- διπλωματικές συμμαχίες και προσφυγικούς ελληνικούς πληθυσμούς που ξεριζώθηκαν από τα πανάρχαια ελληνικά εδάφη της Ιωνίας και άλλων της Μεσογειακής λεκάνης περιοχών. Όσο και αν στις μέρες μας η Γενιά του 1930 και οι εκπρόσωποί της βάλλονται από διάφορες πνευματικές και πολιτικές ή θρησκευτικές δυνάμεις ήταν αυτή που στον ιστορικό χρόνο που εμφανίστηκε και έδρασε πνευματικά και καλλιτεχνικά και ότι θετικό παρήγαγε στον χώρο του πνεύματος και της τέχνης ήταν αυτή που έθεσε τις βάσεις της Ελληνικής αυτοσυνειδησίας. Έθεσε τους σπόρους των ερωτημάτων στο τι είναι η Ελληνικότητα, ποια τα διαχρονικά αμετάβλητα ή ρευστά στοιχεία του Ελληνισμού. Πέρα από πολιτικές εσωτερικής κατανάλωσης σκοπιμότητες ή ακραίες δογματικές δοξασίες θρησκευτικής χριστιανικής εθνικοφροσύνης. Ελληνισμός μία προ-Ομηρική ναύς που ταξιδεύει στον χρόνο και την ιστορία.

   Από την μεριά μας, στο παρόν δεύτερο σημείωμα, εργαζόμενοι πάνω στην «Ποιητική Ανθολογία 1650-1964» του Κώστα Πορφύρη προσπερνώντας τις όποιες χρονολογικές και πληροφοριακές ελλείψεις, τις οποίες δεν μας παράσχει ο ανθολόγος, αντιγράφουμε ενδεικτικά ποιήματα ώστε να έχουμε μία ευρύτερη εικόνα της Ποιητικής των ελλήνων ποιητών και ποιητριών που συνέταξε- επέλεξε ο Ζακυνθινός Κώστας Πορφύρης. Ένα είδος αν μπορούμε να το ορίσουμε ορθά ανθολόγηση της ανθολόγησης.

Εδώ να σημειώσουμε ότι η αριθμητική επιλογή ποιημάτων- συγκεκριμένων ποιητικών ονομάτων από τον ανθολόγο Κ. Πορφύρη σε σχέση με τον συνολικό αριθμό τους που διαβάζουμε, δηλώνει όπως φαίνεται και τις προσωπικές ποιητικές αγάπες και προτιμήσεις του. Κάτι σύνηθες φυσικά σε γενικούς ανθολόγους, δεν προτείνεις ποιητές και ποιήματα που δεν σε συγκινούν, δεν ερεθίζουν την φαντασία σου, δεν βρίσκεις ελκυστικές τις ποιητικές φωνές που επιλέγεις να παρουσιάσεις. Στο πώς τώρα θα διαχειριστείς την ποιητική ύλη που έχεις μπροστά σου είναι ένα άλλο ζητούμενο, όπως και το πρόβλημα ποιους ποιητές θα αφήσεις απέξω και ποια ποιήματά τους ώστε να αποφευχθούν οι συχνές γνωστές επαναλήψεις και να μειωθούν οι πικρίες του αποκλεισμού. Το βέβαιο πάντως είναι ότι η ανθολογική πρόταση του οποιουδήποτε ανθολόγου θα δεχθεί τα θετικά και τα αρνητικά πυρά της κριτικής και των πνευματικών κύκλων της εποχής του. Τα παραδείγματα είναι αρκετά μέσα στην ιστορία της εξέλιξης της ελληνικής γραμματείας και από τις δύο πλευρές των κριτικών τειχών. Η ευθύνη πάντως του ανθολόγου είναι τεράστια όχι μόνο απέναντι στο αναγνωστικό κοινό της εποχής του αλλά και στους μελλοντικούς αναγνώστες, και όπως κάθε εκδοτική πρωτοβουλία θα έχει και αυτή ένα χρονικό όριο αποδοχής της, όσες επανεκδόσεις και αν ευτυχήσει να έχει και εμπορική επιτυχία. Οι Ανθολογικές προτάσεις όπως και οι ποιητικές συλλογές κλείνουν και αυτές τον αναγνωστικό τους κύκλο και ενδιαφέρον.

   Γενικότερα αναφερόμενοι, μία πιο ενδελεχή στατιστικών προδιαγραφών εργασιακή έρευνα και εξέταση, δηλαδή ποιοί ποιητές ή ποιήτριες επιλέγονται συνήθως να συμπεριληφθούν στις κατά καιρούς Ελληνικές Ανθολογίες μέχρι σήμερα, ποιες ποιητικές τους μονάδες, από ποιες συλλογές, σε ποιές λογοτεχνικές σχολές υπάγονται οι ποιητές, σε ποιές περιόδους εμφανίστηκαν, τι κόμισαν στην ποίηση ή αν πέρασαν αδιάφοροι πολλοί από αυτούς σαν διάττοντες αστέρες, ποιοι είναι αυτόφωτοι ποιητικά και ποιοι ετερόφωτοι, ίσως θα παρουσίαζε ένα κάποιο ενδιαφέρον. Σε όσους είναι πιο «σχολαστικοί» όπως ο γράφων, θα εντοπίζαμε τις επαναλήψεις ποιημάτων που συναντάμε, θα ξεχωρίζαμε τις προτιμήσεις ονομάτων, θα βλέπαμε τις γεωγραφικές περιοχές από όπου προέρχονται οι δημιουργοί, θα μαθαίναμε τις αισθητικές αντιλήψεις των ποιητών, τις εκλεκτικές τους συγγένειες, τους ατομικούς προβληματισμούς και φιλοσοφία ζωής των λογοτεχνών. Τις γλωσσικές τους συνήθειες,  εκφραστικές επιρροές, το προσωπικό τους ύφος τις τεχνικές της γραφής τους, την θεματολογία τους. Ποιές ποιητικές φόρμες υιοθετήθηκαν, τα ποιητικά είδη που προτιμήθηκαν στην εποχή τους, τις ιδέες τους, τα ερωτήματα και τα διλήμματά τους. Ποιους τρόπους επιλέγουν να εκφραστούν οι ποιητές και οι ποιήτριες ανάλογα την εποχή και την γενιά που ανήκουν και τις συνθήκες που γράφουν και δημοσιεύουν. Τι ερωτήματα μας θέτουν, ποιους προβληματισμούς, τι κοινωνικά διλήμματα αντιμετωπίζουν, τι υπαρξιακά ζητήματα αναδεικνύουν, ποιοι οι κοινωνικοί τους οραματισμοί, τα ιδιωτικά τους όνειρα, προσωπικές αγάπες. Έχουν επίγνωση από ποια παράδοση προέρχονται, ποιές οι πνευματικές τους ρίζες ή ακολουθούν την πρωτοπορία των χρόνων τους αποκόπτοντας ό,τι τους συνδέει με το δικό τους παρελθόν. Σε ποιους ομοτέχνους τους απαντούν μέσω των ποιημάτων τους. Ποια η ιδεολογία τους και πώς διοχετεύεται μέσα στα ποιήματά τους. Ταυτίζεται η πολιτική τους ιδεολογία και τα πιστεύω με εκείνη της ποίησής τους; όπως έχουμε στις περιπτώσεις των αριστερών και κομμουνιστών ποιητών; Κλασικό και προβεβλημένο παράδειγμα το έργο και η αγωνιστική ζωή του ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου, του Κώστα Βάρναλη, του Τάσου Λειβαδίτη, του Τίτου Πατρίκιου και πολλών άλλων. Η ανθρωπιστική διάσταση της ποίησής τους μέχρι που απλώνεται, οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και χριστιανικές περί ζωής αντιλήψεις τους των οικογενειακών τους παραδόσεων. Είναι θρησκευτικός ποιητής ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ή ένας χριστιανός πιστός που γράφει χριστιανικά ποιήματα υμνολογώντας τα θρησκευτικά σύμβολα που σέβεται και ασπάζεται της παράδοσής του; Λαμβάνουν άραγε υπόψη τους οι ποιητές ή οι πεζογράφοι όταν γράφουν ένα πεζό ή δημοσιεύουν ένα ποίημα εκδίδουν μία ποιητική συλλογή τις όποιες μελλοντικές προθέσεις και ποιητικά γούστα του ανθολόγου τους; Συνεργάζονται μαζί του ή του προτείνουν πια από τα ποιήματά τους θα προτιμούσαν να ανθολογηθούν και πια όχι;

Ενδέχεται ένας γραμματολόγος ή ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας να μας αντιτείνει ότι η δουλειά, δηλαδή τα κριτήρια ενός ανθολόγου δεν είναι να επιλέγει τους ποιητές ανάλογα σε πιά Λογοτεχνική Σχολή ανήκουν, το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που έδρασαν συγγραφικά, στο πότε και που εμφανίστηκαν στο ποιητικό προσκήνιο, σε πιά έντυπα ή αυτόνομες συλλογές, αλλά η καθ’ εαυτό ποιητική που πληροί ένα ποίημα, ένα κείμενο, αυτόνομο, ολοκληρωμένο μέσα στην ατμόσφαιρα της ποιητικής του καθαρότητας και τεχνικές αντοχές σύνθεσής του στον χρόνο που το καθιστούν κλασικό και ίσως νάχουν δίκιο. Το ποίημα- το πεζό, αυτονομείται από τον δημιουργό του και ακολουθεί την δική του πορεία και αν διαθέτει τα εχέγγυα του κλασικού αντέχει στον χρόνο, διαφορετικά νομίζω κανένας ανθολόγος δεν μπορεί να του δώσει τα ανθολογικά του «σωσίβια». Συνήθως οι συγγραφείς πρωτοεμφανίζονται με ποιήματά τους σε λογοτεχνικά περιοδικά ή ακόμα παλαιότερα και εφημερίδες, και κατόπιν συνάζοντας τις σκόρπιες δημοσιεύσεις τους εκδίδουν τις συλλογές τους. Συγκεντρώνοντας κατόπιν το δημοσιευμένο υλικό τους επιλέγουν από την ποιητική τους ύλη, σταχυολογούν μέρος της ενώ ενδέχεται να έχουν κυκλοφορήσει στην βιβλιοαγορά συλλογές τους και από αυτές να επιλέξει ο μελλοντικός ανθολόγος να αντλήσει τα ποιήματα για την δική του πρόταση.

   Η ανάγνωση μιάς Ανθολογίας μας φανερώνει ακόμη τις αναγνωστικές προτιμήσεις και άλλες συγγένειες των Ανθολόγων σε σχέση με το μεγάλο κοινό της φιλαναγνωσίας, τα προσωπικά του αισθητικά κριτήρια, επιλογές και διαβάσματά του. Ο ανθολόγος είναι παράλληλα και ο ίδιος σταθερός αναγνώστης της ποίησης και με τις δύο του ιδιότητες επιλέγει για εμάς (;) και προτείνει. Κάθε Ανθολογική πρόταση, μικρή ή μεγάλη, πολύτομη ή όχι, ατομική ή συλλογική, μεταφέρει στους μεταγενέστερους το πνεύμα και το ποιητικό άρωμα όχι μόνο μιάς εποχής αλλά και όσων έχουν προηγηθεί. Μας προτρέπει να έρθουμε σε επαφή με το κλίμα της ποιητικότητά της, των κυριότερων λογοτεχνών εκφραστών της, να ανοίξουμε συνομιλία μαζί τους, να γνωρίσουμε τις γλωσσικές τους συνήθειες τις γλωσσικές αλλαγές τους μέσα στον ιστορικό χρόνο, τόσο του προφορικού όσο και του γραπτού λόγου τους. Αρχαϊζουσα, Καθαρεύουσα, Μεικτή, Δημοτική, Μαλλιαρή. Μας αποκαλύπτει τι η ποιητική μνήμη ενός συγγραφέα αποφασίζει να διασώσει, τι εκείνος θέλει στην πραγματικότητα και όχι ο κατοπινός ανθολόγος του εφόσον υπάρξει. Αρκετοί δημιουργοί αν και συμπεριλαμβάνονται σε γενικές ανθολογίες παραμένουν δέσμιοι της γεωγραφικής εντοπιότητας της καταγωγής τους. Άλλοι, όπως οι Φαναριώτες, θεωρήθηκαν αποκλειστικοί ποιητικοί εκφραστές μιάς προνεωτερικής εποχής της ελληνικής ιστορίας, των χρόνων πριν και κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1821. Στις Ανθολογίες συναντάμε πολλά υπόγεια ή φανερά ποιητικά ρεύματα που εκβάλουν έως εμάς, αναγνωρίζουμε ποιητικούς κανόνες και τεχνικές, θεματογραφικές ενότητες, κοινές ποιητικές τοιχογραφήσεις και αποτυπώσεις, περιγραφές καταστάσεων που διασώθηκαν στον χρόνο. Καθρεφτίσματα ανθρώπινων βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων ανακαλύπτουμε σε κάθε ανάγνωση ποιημάτων. Στις Ανθολογίες έχουμε συνήθως τις νέες ποιητικές φωνές που κυοφορούνται σιμά σε αυτές των παλαιότερων καιρών που πλεονάζουν συνήθως αρμονικά. Σημαίνονται ονόματα ποιητών και ποιητριών που βρίσκονται στην δεδομένη ιστορική στιγμή στην επιφάνεια του χρόνου και του αναγνωστικού ενδιαφέροντος του ευρύτερου κοινού της φιλαναγνωσίας και των σταθερών φίλων της ποίησης. Μία Ανθολογία με το συγκεκριμένο πανόραμα των ποιητικών της προτάσεων και προθέσεων του ανθολόγου, πάντα υπερβαίνει τον χρόνο που είδε το φως της τυπογραφικής της εκτύπωσης και τον τόπο που κυκλοφόρησε. Προσφέρει την ευκαιρία στον αναγνώστη, δηλαδή σε όλους εμάς, να έχει αναγνωστική πρόσβαση όχι μόνο σε έναν αποκλειστικά δημιουργό αλλά σε περισσότερους διαχρονικά. Αυτό δεν αποκλείει τις ξεχωριστές ανθολογήσεις του συνολικού έργου ποιητών. Τα παραδείγματα είναι πολλά, πχ. Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ρίτσος, η σειρά του ανθολόγου «Ερμή», των εκδόσεων «Γαβριηλίδης», των επετειακών «Σχολικών Εκδόσεων» κλπ. Μιά Ανθολογία είναι μία ποιητική πρόσκληση- πρόταση εποπτείας μας στο χρόνο στο χώρο την ιστορία ακόμα ίσως και των συνθηκών που επικρατούν στην κοινωνία την δεδομένη στιγμή. Ο ανθολόγος είναι αν δεν λαθεύω στο παράδειγμα, ένα είδος «μαθητή- αποστόλου» των λόγων και των ποιητικών αντιλήψεων και ιδεών των δημιουργών, είτε αυτοί έχουν φύγει από την ζωή και έχει συντελεστεί η δημιουργία τους είτε όχι και συνεχίζεται. Τώρα, αν η έκδοση μιάς Ανθολογίας- ατομικής ή συλλογικής- υπάγεται στις εμπορικές προθέσεις και συνθήκες μόνο, είναι δηλαδή μία αποκλειστικά «εμπορική» υπόθεση των όποιων εκδοτικών σχεδιασμών ενός εκδοτικού οίκου ή προσμετράτε στις ποιητικές και άλλες «φιλοδοξίες» ενός συγγραφέα και μόνο, το προσωπικό μεράκι ενός λογοτέχνη ανθολόγου, είναι ένα ζήτημα προς διερεύνηση. Και ποιες σειρές ανθολογιών υπάγονται σε αυτήν την εμπορική κατηγορία και μόνο. Πάντως η Ανθολόγηση ενός συγγραφέα βοηθά το ευρύ κοινό στην γνωριμία με το έργο του. Σχετικό το παράδειγμα του πασίγνωστου κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Δύσκολα ο σημερινός νέος σε ηλικία αναγνώστης της ελληνικής γραμματείας θα κάτσει να διαβάσει τους ογκώδεις τόμους των Παπαδιαμαντικών Απάντων είτε στην έκδοση του «Δόμου» είτε στην έκδοση του «Γιοβάνη», το ίδιο θα συμπληρώναμε και για τα πολύτομα Άπαντα του ποιητή Κωστή Παλαμά των εκδόσεων «Μπίρη», για να μην μιλήσουμε για την ωκεάνεια ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Πάνω από εκατό συλλογές του αναμένουν την έκδοσή τους σύμφωνα με τα λόγια της κόρης του συγγραφέως. Στην Ανθολογική εκδοτική «πιάτσα» πάντως στην χώρα μας συναντάμε και τις δύο περιπτώσεις. Συνήθως οι πολύτομες ανθολογίες επιλέγονται ως «δώρο» να στολίσουν τα ράφια εμπορικών και άλλων εργασιακών επιχειρήσεων αν δεν κάνω λάθος, ίσως ακόμα και Σχολικών Βιβλιοθηκών. Δεν θα ξεχάσω την εντύπωση που μου προξένησε όταν είδα σε επιπλοποιείο πάνω σε άδειο ράφι σχολικής βιβλιοθήκης προς πώληση τον τόμο της «Ελληνικής Νομαρχίας» του 1956 των εκδόσεων «Πηγή» να στέκεται μόνος και έρημος. Ο αγαθός έμπορας δεν είχε ιδέα τι ήταν αυτό το βιβλίο. Στις μέρες μας με τις πάμπολλες ψηφιοποιήσεις, τις χιλιάδες ερευνητικές ασχολίες που διεξάγονται από πανεπιστημιακούς και άλλους της φιλολογίας κύκλους και πνευματικά περιβάλλοντα και ιδρύματα, μπορούμε με περισσότερη άνεση και ανάλογη ασφάλεια να έχουμε πρόσβαση στο τι ανθολογικά έχει παραχθεί μέχρι το 2026. Αν και θεωρώ ότι δεν υπάρχει ένας γενικός σύγχρονος και μοντέρνος κατάλογος των μέχρι σήμερα ποιητικών ανθολογιών που κυκλοφόρησαν πέρα από την πρώτη γνωστή εργασία που κυκλοφόρησε εδώ και χρόνια από τις εκδόσεις «Μήνυμα» της Χαλκιοπούλου, τα Πρακτικά του Ποιητικού Συνεδρίου στην Πάτρα και ορισμένες συγκεφαλαιωτικές μελέτες. Έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερες εργασίες μας.

Με τις σύγχρονες ψηφιοποιήσεις μπορούμε να διεξάγουμε τις έρευνές μας ανετότερα (φυσικά εφόσον υπάρχουν οι κατάλληλες οικονομικές και άλλες προϋποθέσεις), να συγκεντρώσουμε το υλικό, να το μελετήσουμε, να το ταξινομήσουμε, να το αποδελτιώσουμε να διαμερισματοποιήσουμε συγγραφείς και έργα, να ιχνομυθίσουμε ακόμα και την εσωτερική ποιητική διαδρομή και εξέλιξη του λογοτέχνη ή λογοτέχνιδος. Εξάλλου, το μεγαλύτερο ανθολογημένο υλικό των συγγραφέων είναι τετελεσμένο, είτε γιατί οι συγγραφείς ηλικιακά έχουν φύγει από την ζωή είτε διότι πολλοί από αυτούς σταμάτησαν να γράφουν και να δημοσιεύουν ποιήματά τους ή να εκδίδουν συλλογές τους ή στράφηκαν σε άλλα είδη της γραφής. Οι νεότερες ηλικιακά γενιές των ελλήνων και ελληνίδων ποιητών αν δεν λαθεύω, πχ. οι εικοσάρηδες, κάνουν χρήση των ηλεκτρονικών μέσων του διαδικτύου και δημοσιεύουν τα ποιήματά τους, τα πεζά και τα άλλα κείμενά τους σε ηλεκτρονικές ποιητικές σελίδες και ηλεκτρονικά περιοδικά, όχι εντύπως. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι έχει πάψει η έντυπη εκδοτική παραγωγή, αν ανατρέξουμε σε ηλεκτρονικά περιοδικά και έντυπα και διαβάσουμε τις βιβλιοκριτικές και παρουσιάσεις των νέων ποιητικών συλλογών που κυκλοφορούν θα συνομολογήσουμε ότι η εκδοτική ποιητική παραγωγή συνεχίζεται κανονικά. Σήμερα πάντως όσοι ενδιαφέρονται για την Ποίηση ή τα άλλα είδη του γραπτού λόγου μπορούν με μεγάλη ευκολία να βρουν ανθολογικά αυτό που αναζητούν-έστω και όχι στην πληρέστερη μορφή του. Στο διαδίκτυο υπάρχουν αναρίθμητες ποιητικές ηλεκτρονικές σελίδες και ιστολόγια είτε από μεμονωμένα άτομα είτε από διάφορες των λογοτεχνών συλλογικότητες και περιοδικά όπου αναρτώνται τα πάντα, άξιες λόγου και μνημόνευσης. Ό,τι τέλος πάντων μπορεί να σηκώσει στους ώμους της η ανθρώπινη συνείδηση και να μεταφέρει η γλώσσα, το ατομικό αλφάβητο του καθενός μας. Από την Βαβέλ των παλαιών γλωσσών όπως μας εξιστόρησε ο παλαιός θεολογικός μύθος της ανθρωπότητας στην Βαβέλ του διαδικτύου και στις αφηγήσεις και μικρές εξιστορήσεις βίου της προσωπικής ιστορίας των σύγχρονων ανθρώπων περιπέτειας, ιδανικές φωνές και αγαπημένες αλλά όχι λησμονημένες.

          Ο Ι  Λ Ο Γ Ι Ω Τ Α Τ Ο Ι

Παιδιά ηλικιωμένα είν’ τα λεγόμενα

Έλληνες, με δυό λάμβδα και δασεία,

Ορθογραφία, και σύναξη, κ’ επόμενα,

Κάνουν όλη τους τώρα την αξία.

   Μα σε λίγον καιρόν αναστενόμενα,

Και φθάνοντας σε νόμιμη ηλικία,

Θα αφίσουν τούτα τα παιδαριευόμενα,

Για άλλη ανθρωπιά, για διάφορη πορεία.

   Θα αφίσουν τις ψιλές και τις δασείες

Τές οξείες, βαρείες, περισπωμένες,

Τές μακρές συλλαβές, και τές βραχείες,

   Και άλλες παιδιαροσύνες ‘περασμένες,

Και θε να στρέφουν ‘τότε τα μυαλά του,

Εκεί που τους καλεί η ανθρωπιά τους.

   ΑΝΔΡΕΑΣ  ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901)

   Και στην δεύτερη αυτή ανάρτηση της ανθολογικής δουλειάς του Επτανήσιου συγγραφέα και δοκιμιογράφου Κώστα Πορφύρη διατήρησα την ορθογραφία της δημοσίευσης, εκτός αν (μου κοκκίνιζαν υπερβολικά οι λέξεις κατά την μεταφορά τους στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή) οπότε διακριτικά, διόρθωνα τα κοκκινάδια της γλώσσας. Πέρα από τις άλλες εργασίες του Κώστα Πορφύρη οφείλουμε να αναφέρουμε ότι οι παλαιές, πρώτες έρευνες και μελέτες του για τον συμπατριώτη του ποιητή Ανδρέα Κάλβο ακόμα και σήμερα- που έχουν συμπληρωθεί με πλείστα ερευνητικά και φιλολογικά στοιχεία τα περισσότερα κενά των Καλβικών σπουδών, κυκλοφορούν στο εμπόριο καινούργιες επιμελημένες επανεκδόσεις των έργων του και η περί του Ανδρέα Κάλβου αρθρογραφία και βιβλιογραφία έχει ανοδική πορεία-, οι μελέτες και τα βιβλία του Κώστα Πορφύρη είναι απαραίτητα στην κατανόηση της προσωπικότητας και της ψυχοσύνθεσης, της πνευματικής φυσιογνωμίας του Καρμπονάρου ποιητή Ανδρέα Κάλβου. Αν και ορισμένες φορές ενδέχεται συλλογίζομαι, ότι όσο γνωστός μας είναι ο άλλος φάρος της ελληνικής ποιητικής περιφέρειας του Ελληνισμού ο Αλεξανδρινός Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, άλλο τόσο παραμένει άγνωστος ο Ζακύνθιος Ανδρέας Κάλβος. Ή τουλάχιστον όσα πληροφοριακά «κτερίσματα» ανακαλύπτουμε για τη ζωή και το έργο του, άλλα τόσα μένουν ακόμα να ανακαλυφθούν.

         Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

   «Η ποίηση αποτελεί ασφαλώς τον πιό βαθύ και τον πιό ψυχικό λόγο. Είναι, ταυτόχρονα, από τη φύση της, ο πιό περιεχτικός, ο πιό ουσιαστικός, είναι λόγος που μέσα στο ελάχιστό του, περικλείνει μιάν εσωτερική ευρύτητα μοναδική. Κι’ αυτό το παράξενο πράγμα, το βαρύ, το ακατάλυτο, το διαιωνιζόμενο που λέγεται Π ο ί η σ η θα ήτανε δύσκολο να το ορίσει κανείς. Δεν υπάρχει κανείς επιστημονικός όρος για τον οποίο να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι είναι πλήρης, και δεν υπάρχει ορισμός τέτοιος που να μπορεί, επίσης, να δίνει μιά εξήγηση, στο φαινόμενο του ποιητικού λόγου. Η  δυσκολία βρίσκεται στο απροσπέλαστο του μυστικού της εσωτερικής λειτουργίας που γεννά το λόγο αυτό μέσα σ’ έναν ποιητή. Θυμάμαι πώς στα νεανικά μου χρόνια μ’ είχε μαγέψει ο ποιητικός ορισμός του Άγγλου ποιητή Ουόρντσουαρθ που έλεγε: «Η ποίηση είναι βάρος αθανασίας στην καρδιά». Ο ορισμός αυτός που δεν έλεγε τίποτα το συγκεκριμένο, μούδινε την εντύπωση πώς έλεγε πολλά. Αυτό που λέμε άφθαρτο ή ακατάλυτο μέσα στην ποίηση, έχει κάποια σχέση μ’ αυτό που λέμε «αθανασία», αποκτά κάποια υπερβατική χάρη πλημμυρίζοντας με τη μαγεία του τη φθαρτή μας καρδιά.

   Κάνω αυτή την εισαγωγική παρέκβαση θέλοντας να τονίσω την αξία του ποιητικού λόγου που συνδέεται με τον ανθρώπινο πολιτισμό και με τις εξελίξεις του, από το λίκνο του κιόλας, και που αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα γνωρίσματα της ενάρετης ανθρώπινης δραστηριότητας. Αποτελεί τον βαθύτερο λόγο που μπορεί ν’ ακούσει κανείς πάνω σε τούτη τη γη, ένα λόγο που αναδύεται από τα άδυτα του ενός ανθρώπου και αναζητεί τα άδυτα του άλλου ανθρώπου χωρίς να χάνει ποτέ την αξία του γιατί παρά τα εξωτερικά φαινόμενα, τα ανθρώπινα ποτέ δεν αλλάζουν. Οι αναζητήσεις, οι αγώνες, αλλάζουν μορφή, αλλά τα κίνητρά τους είναι πάντοτε τα ίδια κι’ αυτό που λέμε πόνος, αυτό πού λέμε χαρά, ή αυτό που λέμε έρωτας, δεν υπήρξε, δεν είναι και δεν θα είναι ποτέ διαφορετικό για το ανθρώπινο γένος.

   Έτσι, από τον Όμηρο ως τα σήμερα η ποιητική γλώσσα είναι ενιαία κι’ ένας είναι ο στόχος της. Γράφεται για τον κάθε άνθρωπο, κι΄ ο κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από την ανώτερη αυτή φωνή, όταν ανακαλύψει αυτή την ανάγκη, όταν μάθει πώς υπάρχει η ανώτερη αυτή φωνή.

   Στη χώρα μας που διακρίνεται για την έλλειψη ουσιαστικής Παιδείας, που το κράτος έχει σχέσεις με οτιδήποτε άλλο, όχι όμως και με τον πολιτισμό του τόπου αυτού, γιατί δεν γνωρίζει ή γιατί κάνει πώς δεν γνωρίζει ή γιατί το κράτος έχει ένα δικό του αυτόνομο συμφέρον και καταπολεμά αυτό που αληθινά συμφέρει το έθνος, τα Γράμματα και οι Καλές Τέχνες θα είχαν υποστεί ανεπανόρθωτη καθίζηση αν έλειπε η ατομική πρωτοβουλία που αγωνίζεται παράλληλα με την αυτοθυσία των δημιουργών, να διατηρήσει ορισμένες εστίες φωτός αναμμένες. Από την άποψη αυτή ο θεσμός των ανθολογιών βοήθησε πολύ για τη γνωριμία του κοινού με την Ποίηση και με τους ποιητές μας. Βγήκαν βέβαια πολύ καλές ανθολογίες και βγήκαν και δευτερώτερες εμπορικές ή συνθεμένες με άστοχα κριτήρια, σε όλες όμως τις περιπτώσεις οι ανθολογίες αυτές βοήθησαν την ποίηση να περάσει πολλές κλειστές πόρτες και ν’ αποτελέσει ακόμα ένα καλά διακινούμενο εμπορικό είδος.

   Το τελευταίο αυτό το σημειώνω θέλοντας να τονίσω την ανάγκη που νοιώθει ο αναγνώστης να διαβάσει, να καταλάβει, να ενημερωθεί, και να ανεβάσει την πνευματική του στάθμη, να «εξελληνισθεί» όπως θα έλεγε ο Καβάφης αφού ο όρος εξελληνίζομαι είχε μια έννοια άμεσα συνδεμένη με την παράδοση ενός λεπτοφυούς και ανεπανάληπτου πολιτισμού. Κι’ αν υπάρχει μιά πρόοδο  προς αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να την αποδώσουμε κατά κύριο λόγο στις ανθολογίες, γιατί μέσα στις ανθολογίες αυτές το μεγαλύτερο κοινό ανακαλύπτει τους ποιητές που «του πάνε», που τους αγαπά από τα λίγα ποιήματά τους που διαβάζει εκεί, για να ζητήσει έπειτα ν’ αποχτήσει και τα βιβλία τους κι’ακόμη να ρθει σε μια στενώτερη επαφή, γενικά με την ποίηση.

   Μίλησα για μια πρόοδο  και χρωστώ να υπογραμμίσω την π ρ ό ο δ ο αυτή, αν σκεφτεί κανείς πώς για μια μακρυά περίοδο του έθνους μας, στα χρόνια που ακολούθησαν την Ελληνική Επανάσταση- ύστερα από τα δύο μας μετέωρα το Σολωμό και τον Κάλβο- ώς τα 1880, για να βάλουμε ένα σχετικό όριο, η ποίηση έχει βουλιάξει σχεδόν μέσα στη γενική παρακμή και τελματική ακινησία της χώρας μας, όπου, μακρυά από κάθε προοδευτική ενεργητικότητα, οι άνθρωποι έκαναν ανεδαφικά, κούφια όνειρα, καλύπτοντας με μεγάλα λόγια τη γύμνια τους. «Υπήρξε μια μακρυά περίοδο πού, όπως ο πομπώδης πατριωτισμός δεν είχε καμμιά σχέση με τον αληθινό πατριωτισμό, το ίδιο και η πομπώδη ποίηση δεν είχε καμμιά σχέση με την αληθινή ποίηση. Έτσι, όταν παρουσιάστηκε ο Παλαμάς και οι πρώτοι πρωτοπόροι της γλώσσας και του λόγου, ο ελληνικός λαός δεν ήξερε κάν τι είναι ποίηση, συγχύζοντας το λόγο της με τα φούμαρα των καθαρευουσιάνων, που είχαν επιβληθεί, έχοντας απωθήσει σ’ ένα ταπεινωτικό περιθώριο κάθε παληότερη αληθινή ποιητική φωνή. Χρειάστηκαν μαχητές πρώτου αναστήματος για να γκρεμίσουν τα είδωλα από τα βάθρα των πραγματικών αξιών. Ύστερα το έθνος μας δεν είχε παρά διαλείμματα ησυχίας, διαλείμματα που κι’ αυτά πέρασαν σχεδόν κάτω από την εποπτεία της άγνοιας στην καλλίτερη περίπτωση και του τέλειου σκοταδισμού στη χειρότερη. Και σε όλες τις περιπτώσεις, επαναλαμβάνω, οι ατομικές πρωτοβουλίες- στις οποίες πρέπει να περιλάβει κανείς και τις ανθολογίες- βοήθησαν το ελληνικό πνευματικό πεδίο, να γλυτώσει από την τέλειά του ερήμωση.

   Οφείλω για τον αναγνώστη της ανθολογίας αυτής, υπολογίζοντας περισσότερο τον νέο αναγνώστη που με το μέσο της θα κερδηθεί, να κάνω ένα σύντομο κατατοπιστικό διάγραμμα της νεώτερης ιστορίας του ποιητικού μας λόγου. Θα πρέπει να του ειπώ πρώτα- πρώτα πώς η ποιητική μας γλώσσα δεν είναι νέα, πώς είναι το αποτέλεσμα μιάς μακραίωνης γλωσσικής εξέλιξης που πιάνει από τους αρχαίους χρόνους, περνάει από τους βυζαντινούς και καταλήγει να είναι αυτό που είναι στις ημέρες μας. Η γλώσσα μας, όπως είναι σήμερα, είχε στις γενικότητές της διαμορφωθεί στο στόμα του λαού από τη βυζαντινή κιόλας εποχή και συγκεκριμένα από τον 10ο ως τον 12ο αιώνα, όπως βγαίνει από πολλές πεζές και έμμετρες μαρτυρίες. Θα πρέπει ακόμη να ειπώ πώς στην ίδια την ποίησή μας ένας προσεκτικός μελετητής θα ανακαλύψει πανάρχαιες μνήμες. Θα ανακαλύψει πρώτα-πρώτα μιάν ενότητα ψυχής και παρακολουθώντας ιστορικά την εξέλιξή της, θα μπορέσει να την συγκρίνει αξιόλογα με ένα ποτάμι που βυθίζεται ξαφνικά, αναφαίνεται και ξαναβυθίζεται, ακολουθώντας κι’ αυτό τη γενική πορεία και τα γενικά γνωρίσματα του έθνους αυτού. Ύστερα από τα γενναία και γιομάτα ένταση τραγούδια του ακριτικού κύκλου, ξαναβρίσκουμε την ανάδυση αυτή στη λεγόμενη Κρητική Αναγέννηση που σημειώθηκε στον 17ο αιώνα με τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, την «Ερωφίλη» του Χορτάτζη, τη «Θυσία του Αβραάμ», το λεπτότατο ποιμενικό ειδύλλιο «Βοσκοπούλα» κ.ά. Αυτό το ανεξάντλητο ρεύμα, θα αναφανεί αργότερα στον 18ο αιώνα στα ελληνικά βουνά με τα Κλέφτικα Τραγούδια, πνευματικό μνημείο που το έστησε η  ανωνυμία της λαϊκής μας ψυχής και δεσπόζει σαν είδος στην ιστορία της ποιητικής μας εξέλιξης.

   Τα πρώτα αξιόλογα δείγματα της ατομικής ποίησης, τα βρίσκουμε στη συλλογή «Άνθη Ευλαβείας» (1708) γραμμένα από διάφορους Έλληνες σπουδαστές του Φλαγγινιαίου σχολείου της Βενετίας, που μερικά απ’ αυτά διακρίνονται για την εκφραστική τους αρτιότητα και την εσωτερική τους ζεστασιά και μελωδικότητα. Είναι η εποχή που η ιδέα της ελευθερίας τολμά να μονολογεί μέσα στους ολοένα και περισσότερους αφυπνιζόμενους Έλληνες και που οι σπορείς της εθνικής ιδέας θ’ αρχίσουν να προβάλλουν τα έντονα χαρακτηριστικά των προσώπων τους από την ανωνυμία του πλήθους.

   Ο επαναστατικός γαλλικός διαφωτισμός θ’ αποτελέσει ένα γερό σκούντημα και θα κάνει να φανούν αργότερα οι πρόδρομοι ποιητές όπως ο Ρήγας ο Βελενστινλής (1757- 1798) με τα ατημέλητα βέβαια από τεχνική άποψη θούριά του αλλά τα γιομάτα παλμό και ψυχή που τους προσδίδουν ανυπολόγιστη ιστορική εθνική αξία. Ο Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772- 1847) που με τα γιομάτα ανακρεόντεια διάθεση ποιήματά του έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προπαρασκευή της γλώσσας, ο Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823), Γιαννιώτης γιατρός σπουδασμένος στην Ιταλία, ευρύτατα καλλιεργημένος, πού, εκτός των άλλων, και χωρίς καμμιά γλωσσική παραχώρηση στην καθαρεύουσα, δίνει δείγματα λυρικής ποιότητας, παίζοντας έτσι ευεργετικό ρόλο όχι μόνο γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στη διαμόρφωση της ποιητικής του Σολωμού.

   Η Ελληνική Επανάσταση, αυτό το μέγα ξέσπασμα της ελληνικής ψυχής, δεν έρχεται φυσικά μόνη της. Ανεβάζει στα φτερά της μεγάλης της έξαρσης, τους δύο κορυφαίους ποιητές μας: Το Διονύσιο Σολωμό (1798-1857) και τον Ανδρέα Κάλβο (1792-1869). Και οι δύο αυτοί ποιητές μπορούν να ονομαστούν τέκνα της Ελληνικής Επανάστασης και στολίσματα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας. Απ’ τα χείλη τους ακούγεται υψηλή και λαμπρή η φωνή του έθνους, που συμπίπτει να είναι και τελειωμένος ποιητικός λόγος. Κι’ οι δυό τους Ζακύνθιοι, αμιλλούνται στις υψιπετείς αναβάσεις τους. Ο Σολωμός γνωρίζει πώς το μυστικό της δημιουργίας είναι η αφαίρεση και η μορφική τελείωση του καθαρά ποιητικού υλικού και κάνει έναν υπέρτατον αγώνα να μην απομακρυνθεί από τις προϋποθέσεις που δημιουργούν το τέλειο έργο. Δεν κάνει τον πατριώτη για να βιαστεί ν’ ακουστεί η φωνή του από το μαχόμενο έθνος. Έχει την πατρίδα μέσα του και τη σέβεται με τον  ίδιο τρόπο που σέβεται και την ποίησή του. Οι ιδέες του καθαρές, οι παραστάσεις του καθαρές ολοκληρώνουν τα ιδανικά περιγράμματα των κόσμων και των ηρώων του. Η φύση στην ποίησή του είναι καθαρή και αγνή σαν την Ελλάδα που ξαναγεννιέται.

   Ο Ανδρέας Κάλβος, ξενοθρεμμένος από τα μικρά του, ένας πλάνητας σχεδόν (Ιταλία, Ελβετία, Αγγλία) προσπαθεί να συνθέσει τις αρχαϊκές γλωσσικές γνώσεις και τους απόηχους της σύγχρονής του μητρικής γλώσσας για να ψάλλει, όχι τόσο καυτά όσο ο Σολωμός αλλά περί ιπτάμενος μεγαλοπρεπώς των πραγμάτων, τις ωδές του στην ελευθερία, στην εθνική αξιοπρέπεια, στον ηρωισμό και γενικώτερα στην αρετή, που βλέπει να λάμπουν στην υψηλότερή τους μεταρσίωση πάνω απ’ την Ελλάδα. Πινδαρικός, επιγραμματικός, κοφτός, κατορθώνει να ξεπεράσει τη δυσκολία της γλώσσας και να πλάσει μια δική του μορφή, καλύπτοντας τις αδυναμίες του με τη μουσικότητα και με τη λάμψη που εκτινάσσονται από μέσα του.

   Κι’ ενώ ο Κάλβος έμεινε για χρόνια ξεκομμένος και μόνος, χωρίς να ασκήσει καμμιά επιρροή ούτε στους συγχρόνους του, ούτε στους αμέσως μεταγενέστερούς του, ο Σολωμός εξέθρεψε κάτω από τον αστερισμό του ένα πλήθος μικροτέρων ποιητών, τους ποιητές της «Επτανησιακής Σχολής» που ανάμεσά τους διακρίνονται περισσότερο ο Γεράσιμος Μαρκοράς, ο Ιάκωβος Πολυλάς, ο Ιούλιος Τυπάλδος, ο Στέφανος Μαρτζώκης και άλλοι.

   Αλλά όπως είπαμε και πιό πάνω, όταν οι «Ελεύθεροι πολιορκημένοι» του έθνους ολοκλήρωσαν την ελευθερία τους, έχασαν ξαφνικά το δρόμο του έθνους. Οι ποιητές της Αθηναϊκής λεγομένης Σχολής κατέκλυσαν το ποιητικό πεδίο με την ψεύτικη γλώσσα τους, τον ψευτορωμαντισμό τους και τον ψευτοπατριωτισμό τους. Αρκεί να αναφέρει κανείς τον Παναγ. Σούτσο, τον Αχιλλέα Παράσχο, τον Θεόδωρο Ορφανίδη κ.ά. που δεν αποτελούν πιά παρά μιά περιορισμένη υπόθεση της ελληνικής γραμματολογίας, όσο κι’ αν μερικοί την ίδια αυτή περίοδο έδωσαν μερικούς τόνους που παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον (Γεωργ. Ζαλοκώστας, Αλεξ. Ραγκαβής, Δημ. Βαλαβάνης, Σπ. Βασιλειάδης κ.ά.). Και οι τόνοι αυτοί δεν μπορούν να σημειωθούν στο ενεργητικό της προόδου.

   Ποιητής που θα μπορούσε να αναφερθεί στην ίδια αυτή εποχή, αλλά που θα πρέπει να τοποθετηθεί ύστερα από το Σολωμό και τον Κάλβο, είναι ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) που ανοίγει δικό του δρόμο με τον μεγαλήγορο και διαρκώς κραδαινόμενο πατριωτισμό του, που μεγαλοποιεί τους ήρωες, προσπαθώντας να τους επαναφέρει και να τους επιβάλει με την ποίησή του στη συνείδηση του έθνους.

   Η γενιά του 1880, αποτέλεσε ένα σωστό επαναστατικό κίνημα. Ένα πολύπλευρο προοδευτικό κίνημα, έρχεται να βάλει φραγμό στην παρακμή, αρχίζοντας από την ποίηση και φτάνοντας ως τη δημοσιογραφία, που επάξια την αντιπροσωπεύει ο Βλάσης Γαβριηλίδης. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της γενιάς που διαμορφώνεται, ο Παλαμάς, ο Ψυχάρης, ο Ροϊδης, ο Εφταλιώτης, ο Βλαχογιάννης, ο Καρκαβίτσας, ο Χατζόπουλος, ο Δροσίνης, ο Αλέξανδρος Πάλλης, ο Μαβίλης. Το θέμα της δημοτικής γλώσσας μπαίνει με παρρησία, ο αγώνας κορυφώνεται. Πρωτοπόρος φυσικά η ποίηση, με κορυφαίο τον Παλαμά (1859-1943). Είναι τεράστια η ιστορική θέση που ο Παλαμάς κατέχει στα νεοελληνικά γράμματα. Δημοτικιστής, νεωτεριστής ποιητής, φέρνει ένα άλλο, ένα ευρωπαϊκό ρίγος στην ποίηση. Η ποίησή του επιβάλλεται, επιβάλλοντας ταυτόχρονα και τη γλώσσα. Πολυγράφος, άνισος, γνήσια λυρικός όμως σ’ ένα μεγάλο αριθμό μικρών ποιημάτων του, αφυπνισμένη συνείδηση, που παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της αγωνιστικής αλλά και άστατης εποχής του, θα μείνει σαν ο κυριώτερος ποιητικός εκπρόσωπος του καιρού του, περιστοιχισμένος από άλλες, πολύ χαμηλώτερες λυρικές φωνές της ίδιας εποχής (Δροσίνης, Πολέμης κλπ.).

    Οι αμέσως μεταγενέστεροι ποιητές έρχονται να πλουτίσουν την ελληνική ποίηση και να την ανανεώσουν κι’ αυτοί με τη σειρά τους, ανοίγοντας πόρτες στη Δύση κι’ επικοινωνώντας με το σύγχρονό τους ευρωπαϊκό ποιητικό πνεύμα. – Λορ. Μαβίλης (1860-1912), Κώστας Χατζόπουλος (1868-1920), Μιλτ. Μαλακάσης (1869-1943), Ιωάννης Γρυπάρης (1870-1942), Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877- 1940), Λάμπρος Πορφύρας (1879- 1932). Ξεχωρίζω τους ποιητές αυτούς γιατί αποτελούν ξεχωριστές ολοκληρωμένες ποιητικές φυσιογνωμίες, από τις πιο αυθεντικές, που η επιβίωσή τους στην ιστορία μας, αποτελεί πλέον τετελεσμένο γεγονός.

   Η αμέσως επομένη γενιά θα φέρει στο προσκήνιο δυό από τους πιό αξιόλογους ποιητές μας. Τον Άγγελο Σικελιανό (1884- 1951) και τον Κώστα Βάρναλη (1884-) πρίν απ’ αυτούς όμως, θα πρέπει να τοποθετηθεί ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1862-1933), όχι μόνο για λόγους χρονικούς, αλλά και για την ιδιοτυπία του που τον ξεχωρίζει μέσα σε ολόκληρη τη νεώτερη ποίησή μας. Οι ειδικές συνθήκες της ζωής του, η αίσθηση της μόνωσης και της ερήμωσης, η ιδέα μιάς πατρίδας που υπάρχει και δεν υπάρχει, που τα σύνορά της είναι ρευστά μέσα στο παρελθόν, τον βοήθησαν να γίνει ο ποιητής μιάς εποχής που παρακμάζει. Η ποίησή του, με τη φαινομενικά άτονη και πεζολογική έκφραση, έχει την απόχρωση του λυκόφωτος πάνω από έναν κόσμο που  φθίνοντας γίνεται ολοένα και περισσότερο θλιβερός. Ο Άγγελος Σικελιανός, αντίθετα, αποτελεί μιά δυνατή επιβίωση ελληνικής υγείας και ευφορίας. Τον συγκλονίζει το ελληνικό φώς, το ελληνικό τοπίο, το ελληνικό όνειρο. Ο πανθεϊσμός του τον μεταρσιώνει πάνω από τα σύγχρονά του γεγονότα, οδηγώντας τον πολλές φορές σε μιά ποιητικά ατιθάσευτη, λαμπρή πάντως μεγαληγορία. Ο Κώστας Βάρναλης, είναι ο πρώτος ποιητής του ελληνικού εργατικού κινήματος, ο σαρκαστής, ο αρνητής του αστικού κόσμου και των αξιών του. Η ποίησή του λυρική και σατυρική, έχει και στις δυό περιπτώσεις να επιδείξει λαμπρά επιτεύγματα.

   Είναι μιά εποχή που κλείνει αν αναφερθούν ο Απόστολος Μελαχρινός, ο Ρήγας Γκόλφης, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Κώστας Καρθαίος, ο Βασίλης Ρώτας. Η γενιά του μεσοπολέμου, παρουσιάζει μιά ποικιλία χαμηλών τόνων, πικρών στο σύνολό τους σχεδόν. Οι ποιητές της γενιάς αυτής δεν οραματίζονται. Μοιάζουν όλοι τους σχεδόν να στέκονται μπροστά σ’ ένα δρόμο που έχει χαθεί. Κορυφαίος τους ο Καρυωτάκης, εκφράζει το αδιέξοδο, την απελπισία και τον πόνο αυτής της εποχής, ανήμπορος να τα ξεπεράσει και να τα επιζήσει όχι μόνο σαν πνευματικός άνθρωπος, αλλά και σαν άνθρωπος απλός. Η αυτοκτονία του επεσφράγισε την πνευματική του αυθεντικότητα. Από την ίδια αυτή γενιά έχουν ξεκινήσει και μερικοί ποιητές που δρασκέλισαν το "κύμα» της εποχής και συνεχίζουν την πνευματική τους πορεία με αξιόλογες επιδόσεις, όπως είναι ο Τάκης Παπατζώνης, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, κι άλλοι, που τώρα έχουν πεθάνει πιά και πού οι νοσταλγικοί, λεπτοί, οπωσδήποτε πικροί πάντως, λυρικοί τους τόνοι, μπορούν να διανθίζουν εποικοδομητικά μιάν ανθολογία της νεοελληνικής ποίησης (Ουράνης, Φιλύρας κ.λ.π.).

   Κοντά στην καθαρά λυρική ποίηση αναπτύχθηκαν και η επική, ως ένα σημείο, και η σατυρική. Ένα επικό έργο που κατ’ εξαίρεση πρέπει να σημειωθεί είναι η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη. Από τους σατυρικούς ποιητές πρέπει να αναφέρουμε το Λασκαράτο (1811-1901) με τον ανθρώπινο ριζοσπαστισμό του που σατύρισε εύστοχα τα κοινωνικά ήθη της εποχής του και τον Γεώργιο Σουρή που με το «Ρωμιό» του εξέφρασε το χιούμορ της καθημερινότητας. Στον ίδιο τομέα όμως δεν θα μπορούσαν να μην αναφερθούν ο δηχτικός Καβάφης και ο σαρκαστής Καρυωτάκης.

   Ακολουθεί η λεγόμενη γενιά του ’30, η γενιά δηλαδή των ποιητών που έκαμε την εμφάνισή της κατά την δεκαετία 1930- 1940, μια γενιά που άλλαξε τις παραδεδεγμένες μορφές και τους παραδεδεγμένους τόνους, και διεκδικεί τον τίτλο της ανανεώτριας, όχι μόνο μορφικά, αλλά και ποιοτικά, του ποιητικού μας λόγου. Σ’ αυτή τη γενιά ανήκει και ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης που στο πρόσωπό του τιμήθηκε η Ελλάδα με το Νόμπελ και σ’ αυτή τη γενιά ανήκει μιά σειρά ακόμη λαμπρών εκπροσώπων με διεθνή προβολή. Η συσχέτιση της γενιάς αυτής με την εποχή που έζησε και εξακολουθεί να ζει, θα αποτελούσε αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης και δεν θα είχε θέση μέσα στα στενά πλαίσια της σύντομης αυτής εισαγωγής. Οι ποιητές της γενιάς αυτής είναι εκείνοι που κυριαρχούν ως τα σήμερα.

   Οι μεταγενέστεροι απ’ αυτούς, οι νεώτεροι, σηκώνουν στους ώμους τους τον κλονισμό που τους προξένησε η επίθεση μιάς δραματικής εποχής στα τρυφερώτερα χρόνια τους. Θα μπορούσε να τους χωρίσει κανείς σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους που φιλοσοφούν- το «φιλοσοφείν» δεν είναι εδώ τυχαίο- πάνω στο τεράστιο φαινόμενο της σύγχρονης ζωής συμμετέχοντας με όλο το βάρος του νου, της καρδιάς και των συναισθημάτων τους και σε κείνους που φιλοσοφούν με το «είδωλο» αυτής της ζωής. Ποιητές οι πρώτοι της ουσιαστικής οδύνης, διαθέτουν αξιόλογους εκπροσώπους. Ποιητές οι δεύτεροι μιάς πλασματικής οδύνης, ακολουθούν έναν εσωτερικό μαιανδρικό δρόμο χωρίς έξοδο, προσπαθώντας να πείσουν τους άλλους για ό,τι δεν έχουν ούτε οι ίδιοι πεισθεί. Πώς το δοκιμιακό δηλαδή αυτό πράγμα που κάνουν είναι ποίηση.

   Το πράγμα το περισσότερο συνδεδεμένο με τη ζωή και με την ιστορία της, είναι η ποίηση. Μες απ’ την ποίηση συλλαβαίνει κανείς την ιστορία, στις πιό απτές της γραμμές. Έτσι μιά ανθολογία προσεγμένη και υπεύθυνη, δίνει στον αναγνώστη της κάτι περισσότερο από έναν τόμο ποίησης. Δίνει τον κόσμο μιάς ή και περισσότερων εποχών, με μια σειρά αδιάψευστων μαρτυριών, σ’ ότι αφορά τα συναισθήματα που έζησαν οι άνθρωποι τις εποχές αυτές, σε ό,τι αφορά τις ευαίσθητες αντιδράσεις τους που κατοπτρίζουν μέσα τους και τα ίδια τα γεγονότα.

            ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΑΓΡΙΝΙΟ

1., Αθαν. Κυριαζής (1883-1950) ΑΓΡΙΝΙΟ, σ.295-299

   Από το Αγρίνιο. Ποιητικά έργα: Εκατόμβη (1920). Στιγμές που ζω (1921). Τα ρουμελιώτικα (1928). Ονόματα για τρείς σταυρούς (1929). Τα τραγούδια της νύχτας (1929). Αιγινίτικα ακρογιάλια (1936). Κοχύλια και πετράδια (1949).

          ΤΑΦΕ ΠΟΙΟΝ ΚΡΥΒΕΙΣ

Τάφε, ποιόν κρύβεις πέσμου το, τραγούδι να του γράψω.

Κι αν είναι νιός να λυπηθώ κι αν είναι νιά παρθένα.

Κι αν είναι ξένος κι άγνωρος από καρδιά να κλάψω,

για να μην πει η μανούλα του- άκλαφτος πάει στα ξένα.

          Κ Ο Χ Υ Λ Ι Α  Κ Α Ι  Π Ε Τ Ρ Α Δ Ι Α

1

Χιόνι κι απάνω του άπλωνε μιά μυγδαλιά τα κλώνια’

η αμυγδαλιά, λες, χιόνιζε κι ανθίζανε τα χιόνια.

2

Μικρή καρδιά, δεν πίστευα, ποτέ πώς θα μπορέσει

μιά τέτοια αγάπη, θάλασσα πλατειά, να τη χωρέσει.

3

Σε τούτη τη γαλήνη μου κανείς δεν απεικάζει

πόσες φορτούνες κρύβονται και ποιός βοριάς ρεκάζει!

4

Τούτη η φωτιά, που φούντωσε, να σβύσει πιά δεν είναι’

πάρε, καρδιά, μιά σπίθα της και συ και φλόγα γίνε.

6

Ο πειρασμός με νίκησε, Κύριε, μη με κολάσεις’

λάθος δικό σου, έτσι γλυκειά την αμαρτία να πλάσεις.

10

Εγώ τη γη την όργωσα κι η Μοίρα πιά ας ορίσει

τη μέρα, που θαρθεί ο σποριάς κι’ αυτός που θα θερίσει.

[-ΟΥΤΕ Τ’ ΑΗΤΟΥ- ΤΑΦΕ ΠΟΙΟΝ ΚΡΥΒΕΙΣ- ΣΤ’ ΑΛΩΝΙ ΑΧΟΥΝΕ Τ’ ΑΡΓΑΝΑ- ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ Κ’ Η ΘΥΜΗΣΗ- ΣΑ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΝ ΧΑΣΑΜΕ-ΚΑΤΟΥ ΑΠ’ ΤΟΝ ΓΕΡΟ ΠΛΑΤΑΝΟ –Τ’ ΑΡΜΑΤΑ, ΤΑ ΧΡΥΣΑΡΜΑΤΑ- ΤΗ ΝΥΦΗ ΘΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝΕ- ΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΚΑΚΟΡΙΖΙΚΟ- ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΗΔΟΝΙΑ . ΤΑ ΜΠΙΡΜΠΙΛΙΑ- ΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥ ΠΕΛΑΟΥ- ΣΕ ΚΑΡΤΕΡΟΥΣΑ- ΚΟΧΥΛΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΑΔΙΑ (1,2, 3, 4,5,6,7,8,9,10)]

2., Κώστας Χατζόπουλος (1868-1920) ΑΓΡΙΝΙ, σ. 607-615

   Από το Αγρίνιο. Δημοσίευσε: Τα τραγούδια της ερημιάς (1898). Τα ελεγεία και τα ειδύλλια (1898). Απλοί τρόποι, Βραδυνοί θρύλοι. Στα 1955 βγήκαν τα άπαντά του.

          ΔΕ ΓΥΡΕΥΩ ΞΕΝΟ

Δε γυρεύω ξένο, δε ρωτώ κρυφό,

   δε γυρεύω χάρη’

κάτι μου έχουν πάρει, μες απ’ την ψυχή

   κάτι μου έχουν πάρει.

 

Και δεν ήταν ξωτικά

   και δεν ήταν χέρια,

και ήταν ένα βράδυ που έπαιζαν θολά

   στο γιαλό τ’ αστέρια.

 

Κι ήρθε ένας αέρας κι’ ήρθε ένας βοριάς

   κ’ ήρθε ένα σκοτάδι-

ώ αδερφοί, χαμένο κάποιο μυστικό,

   που θρηνούμε ομάδι,

 

μες στο κύμα ανοίγει δρόμο μυστικό,

   δείχνει το φεγγάρι-

κάτι μου έχουν πάρει, μες απ’ την ψυχή

   κάτι μου έχουν πάρει.

[ΣΤΑ ΡΟΔΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ- ΠΑΡ’ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ- ΚΑΤΙ ΑΧΝΟΤΡΕΜΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ- ΔΕ ΓΥΡΕΥΩ ΞΕΝΟ- ΕΓΩ ΤΑ ΜΑΡΑΝΑ ΤΑ ΡΟΔΑ-ΔΕΣΕ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ-ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΟΥ-ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ- ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ- ΘΥΜΟΥΜΑΙ ΠΩΣ ΜΕ ΑΝΤΙΚΡΥΣΕΣ-ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ- ΜΟΝΑΧΗ-ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ- ΕΤΡΕΜΕ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ- ΠΕΡΑΣΕΣ- ΚΙ’ ΕΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΠΑΣ- ΚΙ ΟΤΑΝ ΦΤΑΣΕΙ Η  ΑΝΟΙΞΗ-ΑΣ’ ΤΗ ΒΑΡΚΑ]

ΑΙΤΩΛΙΚΟ

1., Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-) ΑΙΤΩΛΙΚΟ, σ.417-420

   Από το Αιτωλικό. Δημοσίευσε: Το βιβλίο της Μιράντας (1924). Λυρικά Σχέδια (1933). Αλκυόνη (1949) κ.ά.

          ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Το ηλιόγερμα το βυσσινί τριαντάφυλλο γυμνώνει:

φλόγα όλη δόξα η ταπεινή γλαστρούλα στο μπαλκόνι.

 

Το παραθύρι είναι κλειστό: κατεβασμένο στόρι

λείπει το χέρι, που άλλοτε με ονείρατα δε ιστορεί-

 

-που άνοιγε απάνω σου κλαδί πολύφυλλο κι αντίκρα

νιόν στρατοκόπο ανέμελο, γεμάτον φώς και πίκρα.

 

Το παραθύρι είναι κλειστό κι άφωνη η πόρτα, η ράχη

του σάπιου τοίχου ανάπιασε με τον αγέρα αμάχη-

 

Όλα πεθαίνουν: το ηλιόφως, το ρόδο, η μοναξιά μου,

που καρτερούσε κ’ έλπιζε περίλυπη εδώ χάμου,

 

σαν τη φωνή την άρρωστη και παραπονεμένη,

που ίσκιος στους ίσκιους γίνεται κι αθόρυβα πεθαίνει.   

[-ΤΟ ΧΕΡΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΝΩΡΙΜΟ-ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ-ΑΣΤΡΟ ΑΥΓΙΝΟ- ΤΟ ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ V- ΗΡΘΕ ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ-ΜΙΑ ΦΟΥΧΤΑ ΗΛΙΟΦΩΤΟ]

ΑΙΤΩΛΙΑ

1., Μ. Ζώτος (1905-1932) ΑΙΤΩΛΙΑ, σ.181-182

 Από την Αιτωλία. Εδημοσίευσε: Βήματα (1929). Αφιέρωμα (1930) κ.ά.

[Ο ΙΠΠΟΤΗΣ]

          Ο  Ι Π Π Ο Τ Η Σ

Ήταν ιππότης κάτι έπρεπε να ναι

κι ήταν ιππότης’ ελαμποκοπούσε

χρυσό σπαθί στο πλάϊ του κ’ εφορούσε

λευκό στο καπελίνο του φτερό.

 

Αμίλητος καβάλα στ’ άλογό του

χώρες περνούσε κ’ άφινε, ζητώντας

τον κίνδυνο, που αντίκρυζε γελώντας

ο ιππότης, μιά φορά κι έναν καιρό.

 

Κάτι ζητούσε μέσα του η ψυχή του,

κι αν άσκοπα τον κόσμο ετριγυρνούσε,

ο πόθος του τον κόσμο ξεπερνούσε,

πλατύτερος, να πάει στον ουρανό…

 

Ωστόσο ευγενικά κι αντρειωμένα

με το ληστή παλεύοντας, που εκράτει

στον πύργο την κυρία την ντελικάτη

ή την αρχοντοπούλα την μικρή,

 

αυτός ανυστερόβουλα, με πίστη

την ένδοξη παράδοση ετιμούσε

κι εγύμνωνε το ξίφος κι εχτυπούσε

και λευτεριά τους χάριζε ιερή…

 

Μα εκείνες που δεν ήξεραν του εκαίγαν

θυμίαμα θαυμασμού τον έρωτά τους

κι ετάζαν την αχρείαστη ομορφιά τους

στην τόλμη του για δώρο προσφερτή…

 

Δεν το χωρούσε ο νούς των, δεν μπορούσαν

να νιώσουν μιά θυσία τόσον ωραία

για της ευγένειας μόνο την ιδέα

και για της ιπποσύνης την τιμή.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ

1., Κώστας Θρακιώτης (ΘΑΛΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ, 1910-) ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ, σ.192-196

   Από την Αλεξανδρούπολη. Δημοσίευσε: Στον ελεύθερο δρόμο (1932). Εμείς δε θα βαδίσουμε (1933). Μοναξιά με φώς και δίχως παράθυρα (1939). Ανεμίζουμε σημαία μας την Άνοιξη. Συμφωνία του Ορφικού ρόδου. Το τραγούδι της Νέας Ζωής κ.ά.

[ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΡΦΙΚΟΥ ΡΟΔΟΥ- Ο ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ ΠΟΥ ΜΙΛΟΥΣΕ ΜΕ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ- Ο ΑΠΡΙΛΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ]

          Ο ΑΠΡΙΛΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ο Απρίλης με την Άνοιξη σου έστρωσε λουλούδια

«Κοιμάσαι ανέσπερο πουλί στου γήλιου τα φτερούγια;»

Με μυγδαλάνθια στόλισα το χλωμό μέτωπό σου,

ουρανοφίλητος, γλυκός να φέγγει ο στοχασμός σου.

Κι’ έτσι στον ήλιο ξάστερος, και πλάϊ σου το τραγούδι,

ν’ ανοίγει ασίγητο σκοπό, φεγγάρι το λουλούδι.

Πλήθος στη γης εσκόρπισα, σπυριά γλυκά από ρόδι,

θανατερό μνημόσυνο, στο πένθιμό σου ξόδι.

Νερά, και λούλουδα της γης, τ’ ολόγιομο φεγγάρι,

εστεφανώθηκαν σεμνά με τη δικιά σου χάρη’

Σε ποιά πηγήν ολόδροση ήρθες να ξαποστάσεις;

Σε ποιάν ανέλπιδη χαρά τον ύπνο να χορτάσεις;

Ποιό αστέρι να δέχτηκε; Και ποιά αστραπή σε πήρε;

Πώς να σε δει η φτωχή καρδιά, πανέμνοστέ μου κρίνε;

«Μείνε μαζί μας» μιά φωνή, σου λέει, πικραμένη,

στον έρωτά μου κλείστηκεν, ανέμη τυλιγμένη.

 

Σε καρτερώ για να σε δω καβάλα στ’ άσπρο σου άτι

να σαλαγάς τα πρόβατα, να σφίγγεις το δεμάτι,

την κάψα του καλοκαιριού που ανάβουνε κ’ οι σκλήθρες.

Θ’ αχολογάει στη ρεματιά ερωτικά τ’ αηδόνι,

κι’ ανύπνωτο θα χαίρεται τις νύχτες το τριζόνι.

Συχνά, μ’ ακοίμητη καρδιά, σ’ έβλεπα στο παρτέρι

σαν το πουλί ν’ αναφτεράς στο γλυκοχαραμέρι.

Και λέω: κάποτες θα ‘ρθεις μες στην  αυλή μιά στάλα,

ν’ αμολύσεις τα περίστερα, ν’ αρμέξεις γιδίσιο γάλα.

Ώ λεβεντιά περήφανη, έλα, από μπρός μας πέρνα

μ’ ανάλαφρο περπάτημα, γερή πατώντας φτέρνα. 

ΑΝΔΡΟΣ

1., Ανδρέας Καραντώνης (1910-) ΑΝΔΡΟ, σ.237-239

   Από την Άνδρο. Δημοσίευσε: Ωροσκόπιο, Βίος και Αέτωμα, Το τρίτο στερέωμα κ.ά.

          ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΤΗΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑΣ

Αν είχες μόνο τα φιλιά της ώ παράνομο

της γης μας φύτρο Προμηθέα τα φιλιά της μόνο άν είχες

με γοερές κραυγές θα σήκωνες τα σύννεφα

να βρέξουν κεραυνούς σ’ όλους που σου τα στέρησαν

αν είχες τα φιλιά της

αν ακουμπούσες μιά φορά μες απ’ τα σύννεφα

το χέρι σου

στα μαλλιά της…

[ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ,-ΠΙΝΔΟΣ,-ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΤΗΣ ΩΚΕΑΝΙΔΑΣ,- ΜΙΚΡΑ ΦΩΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ,- ΣΤΕΛΛΑ-ΜΑΡΙΝΑ]

ΑΡΤΑ

1., Τέλλος Άγρας (ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, 1899- 1944), ΆΡΤΑ, σ. 24-27

   Από την Άρτα. Δημοσίευσε τα ποιήματά του σε περιοδικά και εφημερίδες.

          ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΕΣ

Φτωχογειτονιές, έρημες, γωνιές,

έρημες καρδιές, ψυχρές, παγωνιές,

πού, σε μουδιασμένη Κυριακή,

στέκει και σας κλαίει θλιμένη μουσική!

 

Προσωπάκια που έφεξαν, δειλά

στόματα που η πίκρα τα σφαλά,

που δεν ξέρουνε ποτές φιλί θερμό

άλλο από τον ύστατο ασπασμό,

 

χέρια κέρινα, παρακαλεστικά

ζητιανεύοντας ανάξια ψυχικά

και κομένα μάτια κ’ ισκιερά-

ώ σκουντήματα ως θανάτου θλιβερά!

 

Θάνατο κ’ εσύ ζωσμένο, μοναχό,

άμοιρο, αψηλό τριαντάφυλλο, φτωχό,

που αντίς να ‘ φέγγεις τη ρόδινη χαρά,

μοιάζει ν’ άγιασες από τη συμφορά,

γέρνει η όψη σου, γέρνει και προσκυνά

τα Επιτάφια τα καθημερινά…

 

φτωχογειτονιές, έρημες, γωνιές,

καμωμένες για τις μαύρες παγωνιές

καμωμένες για τις άταφες ψυχές,

καθημερινές ψυχές και μοναχές,

για τα λείψανα και για τις Κυριακές

-της ψυχής μου, εσείς πατρίδες μυστικές!

της ψυχής μου που είναι κρύα, και μοιάζει σα

δίσκος με σταυρό και κόλυβα χρυσά,

και στη μέση ένα αγιοκέρι, ταπεινά,

στης Αγάπης τα μνημόσυνα αγρυπνά.

[ΑΜΑΞΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ-ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ-ΦΤΩΧΟΓΕΙΤΟΝΙΕΣ- ΣΤΗΝ ΑΝΑΡΡΩΣΗ]

2., Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956) ΠΛΑΤΑΝΟΥΣΑ, ΑΡΤΑ, σ.268-273

   Από την Πλατανούσα της Άρτας. Δημοσίευσε: Εφήμερα (1932). Σιγανή φωτιά (1938), Η δεύτερη ζωή (1938), Ο Γρίφος (1938) κ.ά. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν τα Άπαντά του.

          ΕΦΥΓΑΝ  ΟΛΟΙ

Έφυγαν όλοι κι έμεινα μονάχος εδωπέρα

καθώς βαθιά στη συλλογή του ένα βιβλίο κλειστό,

έμεινα εδώ να καρτερώ την κουρασμένη εσπέρα

κι ύστερα πάλι της αυγής το φώς ν’ αποζητώ.

 

Χίλιες εικόνες μες στο νου πλάθω και ξαναπλάθω

χωρίς να ξέρω τ’ είν’ αυτό που τόσο λαχταρώ,

κι αν κάποτε ανεπάντεχα μου τύχει να το μάθω,

τότε πιά θα ‘χεις φύγει εσύ, νιότη μου, από καιρό.

[ΕΦΥΓΑΝ ΟΛΟΙ- ΒΡΑΔΙΝΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ- ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ- ΚΥΡΙΑΚΗ- ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ- Ο ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΧΕ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΑ-ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ-Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ- ΤΟ ΝΕΡΑΪΔΟΠΙΑΣΜΑ-ΒΛΑΧΙΚΟ- ΜΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑ ΝΑ ΒΡΩ…- ΤΑΞΙΔΙ-ΕΞΟΧΙΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ]

ΓΙΑΝΝΕΝΑ

1., Μάρκος Αυγέρης (ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, 1884-), ΓΙΑΝΝΕΝΑ, σ.44-46

Δημοσίευσε ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες.

   Μ Ο Ρ Σ Ι Μ Ο Ν  Η Μ Α Ρ

         Για το θάνατο της Γαλάτειας

Σ’ αναζητούν οι γνώριμοί σου δρόμοι

Μ’ από καμιά γωνιά η μορφή σου δε θα ξεπροβάλει

Αχόρταστη πάντα για ζωή και την αγάπη των ανθρώπων.

 

Μάταια του σπιτιού μας οι μικροί Θεοί σε περιμένουν

Μήτε στη γη και μήτε στο άπειρο διάστημα

Δε θα σε βρουν να σε ζητήσουν.

 

Έφυγες και πήρες μαζί σου τη χαρά μας

Πήρες μαζί σου και όλα τα όνειρα της ζωής

Τώρα βουνά σιωπής και πάγοι απανωτοί τον ύπνο σου σκεπάζουν.

 

Καημένε Γιόρικ,

Πού ‘ναι το πνεύμα σου το ζωηρό

Κι εκείνη η ευφορία του λόγου που μεθούσε.

 

Τ’ αστραποβόλημα των ημερών αιώνιο θα ‘ναι

Και η φωταψία η γιορτινή των αστεριών τη νύχτα

Αιώνια θα ‘ναι κι η χαρούμενη βουή του κόσμου.

 

Μα εμείς θα ‘μαστε πιά νεκροί, νεκροί, νεκροί

Κι όλες οι σάλπιγγες των αγγέλων τ’ ουρανού

Δε θα μπορούν να μας ξυπνήσουν.

[-Η ΒΑΒΩ Η ΤΑΣΙΑ- ΜΟΡΣΙΜΟΝ ΗΜΑΡ]

 2., Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823) ΓΙΑΝΝΕΝΑ, σ.85-86

   Από τα Γιάννενα. Εκδόθηκαν επανειλημμένα τα Άπαντά του.

          ΦΕΓΓΑΡΙ  ΜΟΥ

Φεγγάρι μου παραλαμπρό,

Πού πάς στ’ αμάξι τ’ αργυρό

   Και σιγανά κινιέσαι.

Σε ποια μεριά χασομεράς

Και κάθε βράδυ αργοποράς;

   Στον Ενδυμίωνά σου,

    Στον τρυφερό έρωτά σου;

Αγάπης τάχα τη φωτιά

Και σύ τη νιώθεις σαϊτιά;

   Οχ της αγάπης τον καϋμό

   Και σύ δεν ηύρες γλυτρωμό;

[ΠΟΥΛΑΚΙ- ΑΠΟ ΤΑ ΔΥΟ ΣΟΥ ΑΧΕΙΛΙΑ- ΣΤΗ ΧΛΟΗ- ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ- ΚΑΤΑ ΚΑΛΟΓΗΡΩΝ- ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΟΥ- ΑΝΟΙΞΙΣ]

3., Ζοζέφ Ελιγιά (1892-1931) ΓΙΑΝΝΕΝΑ, σ.155

   Εβραίος από τα Γιάννενα. Μετά τον θάνατό του συγκεντρώθηκαν τα ποιήματά του σ’ έναν τόμο (1938).

          ΘΑΨΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΒΟΥΒΑ…

Θάψε τον έρωτα βουβά μεσ’ της καρδιάς τα βάθη

Κι έλα να σμίξουμε κι οι δυό θλιμμένο μοιρολόϊ

Κι ας ειν’ το δάκρυ σιγανό, γαλήνιο σαν τη Λήθη

     Πικρό σαν την αλόη.

 

Κόψε λουλούδια ένα σωρό μεσ’ απ τ’ ανθοκήπι

Του κρύφιου παλιού καημού που εμάρανε στους δυό

Κι αφού διαβούν οι στεναγμοί και προσπεράσει η λύπη

     Με τα λουλούδια ράνε το Νεκρό.

[ΘΑΨΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΒΟΥΒΑ…]

ΕΛΕΥΣΙΝΑ

1., Τάσος Παπάς (1921-) ΕΛΕΥΣΙΝΑ, σ.433-434

Δημοσίευσε: Φώτα μέσα στη θύελλα (1946). Τα τραγούδια του Παθανάρες (1949) κ.ά.

[ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΤΟΥ ΠΕΤΑΛΟΥ]

Παίζει το αλογάκι μου με τα πέταλά του

και χορεύουν στο αίμα του τα βουνά κι οι τόποι.

Πάνω σ’ ένα πέταλο, κι άλογα κι ανθρώποι

   τη ζωή μας παίζουμε εδώ κάτου.

   Διασκεδάζουν ώρες τα παιδιά

   ρίχνοντας το πέταλο- ούτε λέξη

   για το σύντροφό μας που ‘χε παίξει

   κι έχασε, την ίδια του καρδιά.

 

   Μέσα σε μιά μέθη ερωτική

   μάτωσε ο Κεντέκυ τ’ όνομά του’

   το παιχνίδι ετούτο του θανάτου

   σ’ όλους μας πρωτάρχισε από κεί.

 

   Κι έτσι με μιάν άπιστη καρδιά

   κάτου απ’ το σπιρούνι, και την τρέλα

   του όρθια απά στου αλόγου του τη σέλλα

   βγήκε έξω απ’ το νόμο μια βραδιά.

 

Παίζει το αλογάκι μου με τα πέταλά του

και κοπάδια αλλόφρονα φεύγουν γύρω οι τόποι.

Πίσω από ένα πέταλο, κι άλογα κι ανθρώποι,

    κυνηγούνε το άστρο μας δώ κάτου.

 

   Της Σελήνης γύρω ο πυρετός

   καβαλάρη κι άλογο εμεθούσε,

   κι όμοια η Πολιτεία τον κυνηγούσε

   όπως το άλογό του ο κουρνιαχτός.

 

   Τον ξεχάσαν κιόλας τα παιδιά

   ρίχνοντας το πέταλο- μονάχο

   τον αφήκαν κάτου από ένα βράχο

   μ’ ένα γύπα επάνω στην καρδιά.

 

   Πίσω από τα γέλια ενός νεκρού

   πέρνα το άλογό σου, έτσι μοιραία

   κάποτε θα σμίξει όλη η παρέα

   στα φαράγγια εκεί του φεγγαριού.

 

Παίζει το άλογό μου ορθό και τα πέταλά του

σκάνε απά στου φεγγαριού το ασημένιο φρύδι.

Μ’ ένα μισοφέγγαρο τούτο το παιγνίδι

   παίζει ο Παθανάρες στα βουνά του…     

ΗΠΕΙΡΟΣ

1., Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858), ΣΥΡΡΑΚΟ της Ηπείρου, σ.175-177

   Από το Συρράκο της Ηπείρου. Έγραψε λυρικά και πατριωτικά. Επανειλημμένα βγήκαν τα Άπαντά του.

           Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ

Ξυπνώ και μου είπαν, έφυγεν η κόρη που αγαπούσα

   Και κατεβαίνω στο γιαλό,

   τη θάλασσα παρακαλώ

   την πικροκυματούσα.

 

-Εγώ τα πρωτοδέχτηκα τ’ αφράτα της τα κάλλη,

   μου είπε ένα κύμα, και γι’ αυτό

   με πόθο και με γογγυτό

   φιλώ το περιγιάλι.

 

-Τα μάτια της, ερώτησα, μην είταν δακρυσμένα;

    ένα άλλο κύμα μου μιλεί:

   -Σαν το χαρούμενο πουλί

    επήγαινε στα ξένα.

 

-Το τρίτο κύμα ερώτησα: -Εμέ γιατί να αφήσει

   να κλαίω και να λαχταρώ;

    Περνάει το κύμα το σκληρό

    χωρίς να μου μιλήση.

[ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ-Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ- ΤΟΥ ΓΕΡΟΜΟΥΡΤΟΥ Η ΚΟΡΗ]

2., Κώστας Κρυστάλλης (1868-1893) ΣΥΡΑΚΟ της Ηπείρου, σ.288-294

   Γεννήθηκε στο Συράκο της Ηπείρου. Έργα του: Αι Σκιαί του Άδου (1886), Αγροτικά (1891), Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης (1893) κ.ά.

          ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ  ΔΙΣΤΙΧΑ

Ανάθεμα τα μάτια μου, πώς είναι μαθημένα,

σαν δεν σε βλέπουνε συχνά να κλαίνε τα καημένα.

--

Στους κάμπους αναστέναξα κ’ είπα δυό τραγουδάκια,

κι’ όλα τα δένδρα εμάρανα κι’ όλα τα λουλουδάκια.

--

Σαν βγαίνει ο ήλιος την αυγή μαραίνει τα χορτάρια,

σαν βγαίνει κι’ η αγάπη μου μαραίνει παλληκάρια.

--

Ήθελα νάμουνα πουλί, να στήσω τη φωλιά μου,

μες στης αυλής σου το δεντρί, ν’ ακούεις τη λαλιά μου.

--

Όποιος μ’ ακούει να τραγουδώ, λέει πώς δεν έχω πόνο,

κι’ εγώ με τα τραγούδια μου τον πόνο ξελαφρώνω.

[-ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ- ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΔΙΣΤΙΧΑ- ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ- ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ- ΤΟ ΚΕΝΤΗΜΑ ΤΟΥ ΜΑΝΤΗΛΙΟΥ- ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟ- ΗΘΕΛΑ ΝΑΜΟΥΝ ΤΣΕΛΙΓΓΑΣ]

ΗΡΑΚΛΕΙΑ

1., Γιώργος Καφταντζής (1920-) ΗΡΑΚΛΕΙΑ, σ.261-262

    Δ Ι Λ Η Μ Μ Α

Έτσι χωρίς προμήνυμα, ολωσδιόλου ξαφνικά

έμεινε το φεγγάρι ασάλευτο, κολλημένος ο άνεμος

πετρωμένο το ποτάμι, ακίνητος ο καπνός

καρφωμένες οι ανάσες και τα έντομα

και γω δεν ξέρω τί να υποθέτω

και τι να κάνω για την πόλη μου.

[ΜΟΛΙΣ ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ ΕΠΕΣΑΝ- ΔΙΛΗΜΜΑ- ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΥ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΑΝΟΙΞΗΣ- ΒΑΘΕΙΑ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ]

ΘΡΑΚΗ

1., Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) ΒΙΖΩ, ΘΡΑΚΗΣ. Στα 1955 εκδόθηκαν τα Άπαντά του, σ.89-91

   ΕΒΓΑ Ν’ ΑΚΟΥΣΕΙΣ

Έβγα ν’ ακούσεις το πουλί

που μεσ’ στον κήπο κλαίει:

Την απιστία σου λαλεί,

την συμφορά μου λέγει.

 

Και το ακούνε τα κλαδιά,

τα λούλουδα τ’ ακούνε,

και τους μαραίνετ’ η καρδιά.

και πλέον δεν ανθούνε!

--

 ΑΦΕΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΛΑΛΕΙ

Άφες τον κόσμο να λαλεί

και τον Κοσμά να λέγει

πώς τ’ ασυγχώρητο φιλί

είναι φωτιά που καίγει.

 

Γω λέγω, πώς είν’ άγιο φώς,

πώς όποιος το εγγίσει,

γίνεται φίλος κι’ αδελφός

μ’ εκείνον που φιλήσει.

--

    ΑΦΙΝΩ ‘ΓΩ ΤΑ ‘ΛΛΗΝΙΚΑ

Αφήνω ‘γώ τα ‘λληνικά

και τα περιγραμμάτου

στον ποιητή, που δε γροικά

την γλώσσα του μπαμπά του

και γράφω το πώς σ’ αγαπώ

με ζωντανό κονδύλι,

και το λαλώ μ’ ένα σκοπό

απ’ της καρδιάς τα χείλη.

 

Και τραγουδώ με τη γλωσσή

π’ ο Πλάστης μάσε δίνει

που τήνε νοιώθω γώ και σύ

και όλ’ η Ρωμιοσύνη.

Οι νιές τον έπαινο σ’ ακούν

και σε καλοτυχούνε,

οι νιοί το τί τραβώ γροικούν

και λέν «κουτός οπούναι!»

--

   ΜΕΣ ΣΤΑ ΣΤΗΘΙΑ Η ΣΥΜΦΟΡΑ

Μες στα στήθια η συμφορά

σαν το κύμα πλημμυρά,

σέρνω το βαρύ μου βήμα

    σ’ ένα μνήμα…

 

Σαν μ’ αρπάχτηκε η χαρά

που εχαιρόμουν μιά φορά

έτσι, σε μιάν ώρα,

μες σ’ αυτήν την χώρα

   όλ’ αλλάξαν τώρα!

 

Και από τότε που θρηνώ

το ξανθό και γαλανό

και ουράνιο φώς μου,

μετεβλήθη εντός μου

και ο ρυθμός του κόσμου.

 

Μες στα στήθια η συμφορά

σαν το κύμα πλημμυρά

σέρνω το βαρύ μου βήμα

   σ’ ένα μνήμα…

 

Τον σταυρό τον αψηλό

αγκαλιά γλυκοφιλώ,

το μυριάκριβο όνομά της…

    κι’ απ’ τα χώματά της

η φωνή της η χρυσή

με καλεί:

 

    «Έλα και σύ

δίπλα στο ξανθό παιδί σου

    και κοιμήσου!»

--

    ΤΟ  ΟΝΕΙΡΟΝ

Εψές είδα στον ύπνο μου

  ένα βαθύ ποτάμι,

 -Θεός να μην το κάμει

   να γίν’ αληθινό!

Στην όχθη του στεκόντανε

   γνωστό μου παλληκάρι

   χλωμό σαν το φεγγάρι,

   σαν νύχτα σιγανό.

 

Αγέρας το παράσπρωχνε

   με δύναμη μεγάλη,

   σαν νάθε να το βγάλει

   απ’ της ζωής τη μέση.

Και το νερό, π’ αχόρταγα

   τα πόδια του φιλούσε,

   θαρρείς το προσκαλούσε

   στ’ αγκάλια του να πέσει.

 

Δεν είν’ αγέρας, σκέφτηκα,

   και σένα που σε δέρνει.

   Η απελπισιά σε παίρνει

   κ’ η απονιά του κόσμου!

Κ’ εχύθηκ’ απ’ τον θάνατο

   τον δύστυχο ν’ αρπάξω!...

   Ωϊμέ! πρίν ή προφθάξω

   Εχάθηκ’ απ’ εμπρός μου!

 

Στα ρέματα παράσκυψα,

   να τον ευρώ γυρεύω.

   Στα ρέματ’ αγναντεύω

   τ’ λείψανό μ’ αχνό!...

Εψές είδα στον ύπνο μου

   ένα βαθύ ποτάμι,

  -Θεός να μην το κάμει

   να γίν’ αληθινό!          

[ΕΒΓΑ Ν’ ΑΚΟΥΣΕΙΣ- Τ’ ΑΝΘΗ ΠΟΥ Μ’ ΕΧΕΙΣ ΧΑΡΙΣΜΕΝΑ- ΑΦΕΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΝΑ ΛΑΛΕΙ-ΑΦΙΝΩ ΤΩ ΤΑ ‘ΛΛΗΝΙΚΑ- ΤΟ ΔΟΛΩΜΑ- ΜΕΣ ΣΤΑ ΣΤΗΘΙΑ Η ΣΥΜΦΟΡΑ- ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ]

ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ

1., Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ. Δημοσίευσε Τα Θεία Δώρα, σ. 428-433

     Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.

Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ τη δική μου.

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.

Την πίκρα μου την βάστηξα- μου δίνεις και την ξένη.

 

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω

Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.

Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.

Στην πόρτα μου άλλος δε χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.

 

Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.

Άκουσα τη γλυκειά βροχή, τη δύση έχω κοιτάξει,

έδωκα στα παιδιά χαρές, στους σκύλους λίγο χάδι,

ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδι…

 

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.

Δεν περιμένω ανταμοιβή- πολύ ‘ναι τέτοια ελπίδα!

Ευδόκησε ν’ αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω…

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

--

    ΣΕΡΕΝΑΔΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ

Σοφέ μου, το τετράσοφο

που σε φωτάει λυχνάρι

νάτανε, λέει, φεγγάρι

και σύ είκοσι χρονώ.

 

Νάτανε, τάχα, η γνώση σου

με τον αγέρα αμάχη,

για δασωμένη ράχη

ξεκίνημα πρωινό…

 

Νάτανε, τάχα, η σκέψη σου

συρτού χορού τραγούδια,

μιάν αγκαλιά λουλούδια,

μιάν ιστορία τρελλή!

 

Τα μύρια που δεν γνώρισες

νερό θάν τα είχες μάθει,

με δάσκαλο τα πάθη,

μ’ ένα κλεφτό φιλί.

 

Πολύ την καταφρόνεσες

τη ζωή, π’ ανάθεμά τη…

Και τώρα είναι φευγάτη

σαν όνειρο πρωινό.

 

Χειλάκια ανθούν στη γειτονιά,

γαρούφαλλα στη γλάστρα,

και σύ διαβάζεις τ’ άστρα

και το βαθύ ουρανό.

--

    ΑΓΡΟΤΙΚΟ

Στο στάβλο απόψε το φεγγάρι…

Εκοίταξεν απ’ το παράθυρό του,

είδε την αγελάδα, το μοσκάρι,

το βόδι πού μασσούσε το σανό του…

 

Στον κήπο μας ανήσυχα γλιστρούσε,

ανέβηκεν απάνω στη συκιά μας,

εμέτρησε τα λίγα πρόβατά μας,

είδε το γάιδαρό μας και γελούσε…

 

Πήγε στ’ αμπέλι, πήγε στο λιοστάσι,

άκουσε τα κουδούνια απ’ το κοπάδι,

χωρίς κουβά κατέβη στο πηγάδι

κ’ ήπιε νερό πολύ να ξεδιψάσει…

 

Στης λεύκας μας τα φύλλα παιχνιδίζει,

στον ουρανό τον καθαρό ανεβαίνει…

Μιά χήνα το κοιτάζει σαστισμένη

κι ο σκύλος μας ακόμα το γαυγίζει…      

[Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ- Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ- ΛΥΠΗΜΕΝΑ  ΔΕΙΛΙΝΑ- ΣΕΡΕΝΑΔΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ- Ο ΓΕΡΟ ΒΟΣΚΟΣ- ΕΙΔΥΛΛΙΟ- ΑΓΡΟΤΙΚΟ- Η ΜΑΡΙΓΩ- Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ]

ΚΑΣΟΣ

1., Δ. Αντωνίου (1906-), ΚΑΣΟΣ, Δημοσίευσε: Ποιήματα (1939) σ.41-42

     ΟΙ  ΚΑΚΟΙ  ΕΜΠΟΡΟΙ

Κύριε- άνθρωποι απλοί,

πουλούσαμε υφάσματα

(κι’ η ψυχή μας

ήταν το ύφασμα που δεν τ’ αγόρασε κανείς).

Την τιμή δεν κανονίζαμε απ΄ την ούγια,

η πήχη και τα ρούπια ήταν σωστά’

τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ

-η αμαρτία μας!

Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτια.

Έφτανε στη ζωή μας μιά στενή γωνιά

-πιάνουνε στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα-.

Τώρα, με την ίδια πήχη που μετρήσαμε

μέτρησέ μας’ δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας

Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!

[ΟΙ ΚΑΚΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ]

ΚΑΣΤΟΡΙΑ

1., Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847) ΚΑΣΤΟΡΙΑ, σ.624

     ΑΜΙΛΛΑ

   Δυό νέες εφιλιούνταν

Και μαζύ φιλοτιμιούνταν

   Στα φιλήματα να φθάση,

Μιά την άλλη να περάση.

   Άκουσε, με λέγ’ η μία,

Πώς φιλώ με μελωδία’

   Άκουσέ, με λέγ’ η άλλη,

Πώς το φίλημά μου ψάλλει.

 

   Καλέ, λέγω φιλενάδες,

Τ’ είναι τούτ’ οι χωρατάδες;

   Με το «άκουσε» θα μείνω,

Τα φιλήματα να κρίνω.

   Φέρτ’ εδώ να τα γευθούμε,

Κ’ έτσι τότε να ιδούμε,

   Ποιό έχει στην αράδα

Περισσότερη γλυκάδα!

[Ο ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ- ΑΛΥΣΟΣ- ΠΟΘΟΣ- ΛΥΣΣΑ- ΑΜΙΛΛΑ]

ΚΥΘΗΡΑ

1., Γεώργιος Σουρής, ΚΥΘΗΡΑ σ.562-566

      Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ

Μπόϊ δυό πήχες,

   κόψι κακή,

γένια με τρίχες

   εδώ κι’ εκεί.

 

Κούτελο θείο,

   λίγο πλατύ,

τρανό σημείο

    του ποιητή.

 

Δυό μάτια μαύρα,

   χωρίς κακία,

γεμάτα λαύρα,

   μα και βλακεία.

 

Μακρύ ρουθούνι,

   πολύ σχιστό,

κι ένα πηγούνι

   σαν το Χριστό.

 

Πηγάδι στόμα,

   μαλλιά χυτά…

γεμίζεις στρώμα

    μόνο μ’ αυτά.

 

Μούρη αγρία

   και ζαρωμένη,

χλωμή και κρύα

   σαν πεθαμένη.

 

Κανένα χρώμα

   δεν της ταιριάζει

και τώρ’ ακόμα

   βαφές αλλάζει.

 

Δόντια φαφούτη,

   όλο σχισμάδες,

ύφος τσιφούτη

    για μαστραπάδες.

--

      ΤΙΝΟΣ  ΜΟΙΑΖΕΙ

Ενός μπαμπά ταρσενικό παιδί

τον κόσμο σε σκοτούρες πάντα βάζει

και όποιος ευτυχίσει να το δη

θα εύρη πώς με κάποιον λίγο μοιάζει.

 

Τη μία μοιάζει κάποιου με φτερά,

την άλλη μοιάζει κάπως τη μητέρα,

αλλά κανείς δεν είπε μιά φορά

πώς μοιάζει και λιγάκι του πατέρα.

 

Και του μπαμπά του κόλλησε μαράζι

να εύρη το παιδί του τίνος μοιάζει.

--

   Η ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ

Μιά μητέρα ζωντοχήρα

είχε την καλή τη μοίρα

να παντρέψη με σπαθάτο

το κορίτσι της τ’ αφράτο.

 

Μά την ίδια την ημέρα,

που εγέννησε η κόρη,

έτυχε και η μητέρα

να γεννήση έν’ αγόρι.

--

     ΑΝΑΘΕΜΑ  ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ

Ανάθεμα τα γηρατειά κι’ εκείνον οπού τάχει!...

το ένα κι άλλο μάτι μου τρεμόσβυστο καντίλλι,

γουργούρες, ξεφυσήματα, κι αδιάκοπο συνάχι,

που κάθε δευτερόλεπτο αλλάζω και μαντήλι.

 

Ανάθεμα τα γηρατειά!... βογγώ λαχανισαμένος

και τίποτα δε βρίσκεται για να με ξεκουράση…

άς είναι δεκατέσσαρες φορές αφορισμένος

εκείνος οπού εύχεται ανθρώπου να γεράση.

--

        Δ Α Ν Α Η      

Την Δανάη την γνωστή

χρόνια την κρατούν κλειστή

σ’ έναν πύργο σκαλισμένο

μέρα νύχτ’ αμπαρωμένο,

για να μην την πλησιάση

κανενός ανθρώπου χνώτο,

και την παρθενιά της χάση

με το φύσημα το πρώτο.

 

Αλλ’ ο Ζεύς ο μακαρίτης,

γυναικάς των τότε χρόνων,

και συμμέτοχος της κοίτης

στρατηγών Αμφιτρυόνων,

ελυπήθη τη φτωχή

σαν πατέρας, σαν προστάτης,

κι έγινε χρυσή βροχή

κι έβρεξε την παρθενιά της.

 

Τώρα τούτο τι δηλοί

της χρυσής βροχής ο μύθος

είν’ ευνόητον πολύ

και στους λίγους και στο πλήθος.   

[-ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ- Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ- Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ- ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΪΟΝ- ΗΛΘΑ ΜΕ ΦΙΛΟΠΑΤΡΙΑ- Η ΠΑΠΑΔΙΑ- ΤΙΝΟΣ ΜΟΙΑΖΕΙ- Η ΕΝΑΡΕΤΟΣ- Η ΖΩΝΤΟΧΗΡΑ- ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ- ΗΜΟΥΝ ΠΡΩΤΑ ΠΑΠΠΑΔΙΑ- ΚΑΠΟΙΑ ΝΟΣΤΙΜΗ- ΔΑΝΑΗ- ΟΣΤΡΑΚΟΝ ΕΙΔΑ…]

ΚΩ

1., Μανώλης Φουρτούνης (1926-) ΚΩ, σ.593-595

       Μ Α  Κ Α Π Ο Τ Ε

Μα κάποτε θα πρέπει να μπει μιά τάξη

Στην αναρχία των λέξεων.

 

Σημάδεψε ημερομηνίες κι ονόματα

και τώρα ξαναγράφει τους στίχους του

ξέροντας πώς κάποτε θα γεράσει

ενώ θα μένουν ακόμα αγέραστα κι ανθηρά

τα μεγάλα καταστήματα νεωτερισμών και δίσκων.

 

Μιά άλλη γενιά θάρθει

γράφοντας κι αυτή ημερομηνίες και στίχους

σελίδες ιστορίας,

σίγουρη πιά αυτή πώς θα γκρεμίσει

την παντοδυναμία των τράστ

της ρεκλάμας

του αίματος σε τιμή ευκαιρίας.

 

Οπωσδήποτε έτσι θα είναι.

Αυτός το μόνο που ξέρει

πώς διευρύνει την όραση και το χώρο της.  

[-ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΠΕΙ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ-ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ…- ΑΠΛΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΣ- ΜΑ ΚΑΠΟΤΕ- ΑΥΤΟΣ ΕΚΕΙ]

ΛΑΜΙΑ

1., Μάρκος Τσιριμώκος (1872-1939) ΛΑΜΙΑ, σ.588-589

Δημοσίευσε: Εκ βαθέων (1927). Ώρες του Δειλινού (1930). Σονέττα (1931). Δεκάστιχα και βιλανέλες (1933)

     ΕΝΑ  ΠΡΩΤΟ

Ένα πρώτο! Για χατήρι

της αγάπης μου ως τον πάτο!

Και το δεύτερο ποτήρι,

το γεμάτο ρετσινάτο,

στην υγειά της! Μια και κάτω!

 

Έτοιμος να το τριτώσω

και να ξεφαντώσω- ωστόσο

δεν το μαρτυρώ για ποια

θέλω βάρκα ν’ αρματώσω

με σαράντα δυό κουπιά!

[ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ- ΑΘΗΝΑ- Η ΓΙΑΓΙΑ]

ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ

1., Ρήγας Γκόλφης (ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, 1886- 1957) ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, σ.119-121

      ΘΟΥΡΙΟΣ

Δειλινό του χειμώνα

στης Αθήνας τη γλύκα.

Η αγκαλιά του ελαιώνα

η Ακρόπολη, η Πνύκα.

 

Ένα φώς, ένα θάμπος,

χρυσορόδινα κρίνα,

ο χλωρόσπαρτος κάμπος,

Τα νερά, η Σαλαμίνα.

 

Μα η ψυχή μου γερμένη

μες στην πίκρα του αιώνα

τέτοια γλύκα προσμένει

μ’ έναν άγριο χεμώνα.   

[-ΜΕΤΑΝΟΙΑ- ΣΚΥΜΜΕΝΗ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΗ ΜΗΧΑΝΗ- ΣΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ- ΣΑ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ- ΘΟΥΡΙΟΣ]

2., Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951) ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, σ. 147-149

      ΔΙΣΤΙΧΑ

Μια τέχνη ξέρω: ν’ αγαπώ-Κι αν θέλεις το καλό σου

σύ, που δεν ξέρεις ν’ αγαπάς, πάρε με δάσκαλό σου.

 

Τα μάτια σου είναι θάλασσες κι αγέρας δεν τις πιάνει’

χαρά στο ναύτη που θα βρει στα μάτια σου λιμάνι.

 

Σφαλίσανε τα μάτια σου κι εμένα δε θυμούνται’

Όλα τ’ αστέρια ξαγρυπνούν και μον’ αυτά κοιμούνται.

 

Τα δυό τ’ αστέρια π’ αγαπώ απόψε είναι σβησμένα

για όλους είναι ξαστεριά και συννεφιά για μένα.

-ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ (Στον Κ. Παλαμά)- Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ- ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΑ ΝΕΡΟΥ- ΔΙΣΤΙΧΑ- ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ- ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ- ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ]

3., Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869-1943) ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, σ.340-349

[ΤΟ ΛΕΝΕ Τ’ ΑΗΔΟΝΑΚΙΑ- Ο ΜΠΑΤΑΡΙΑΣ- Ο ΤΑΚΗΣ-ΠΛΟΥΜΑΣ- ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΣΤΙΧΟΥΣ (1,2,3,4,5)- ΦΕΓΓΑΡΙ- ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ- ΕΛΕΓΕΙΟ ΣΕ ΚΟΡΗ- ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΚΟ- ΑΕΡΟΠΟΡΟΣ- ΤΗ ΝΥΧΤΑ, ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ- ΤΟ ΔΑΣΟΣ- ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ- ΖΩΓΡΑΦΙΑ- ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑ- ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ- ΒΡΟΧΗ- ΑΝΤΙΦΩΝΟ- ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΣΤΟ ΜΠΑΪΡΟΝ- ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ- Σ’ ΕΝΑΝ ΤΑΦΟ- ΒΑΡΥΘΥΜΙΕΣ ΙΙ, -ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ]

4., Κωστής Παλαμάς (1859-1943) ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, σ.394-416

[-ΤΑΦΟΣ- ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ (Ο Ερχομός/ Το πανηγύρι της Κακάβας/ Προφητικός/ Η φλογέρα του Βασιλιά)- ΑΝΑΤΟΛΗ- ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ-ΑΓΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ- ΠΑΕΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ- ΕΙΝ’ ΟΛΑ ΑΝΥΠΟΨΙΑΣΤΑ- ΒΡΥΣΟΥΛΑ ΣΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΜΑΣ ΤΗΝ ΑΥΛΗ- ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΡΦΕΣ- ΡΟΔΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΛΗΜΑ- ΣΤΟ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΠΡΩΪ- ΓΛΥΚΑ ΑΘΗΝΑΙΑ- ΗΓΗΣΩ- ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ (ΣΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ)- ΑΝΑΞΙΟΣ- Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΩΝ 32,37,48,60,63, 113, 117. –ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ- ΝΑΜΟΥΝ Τ’ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ –Ο ΣΑΤΥΡΟΣ Ή ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ- Ο ΔΙΓΕΝΗΣ- ΑΚΟΜΑ ΣΕΙΕΤΕ Η ΛΙΓΑΡΙΑ- ΔΕΚΑΕΞΗ  ΧΡΟΝΩΝ ΗΜΟΥΝΑ- ΣΤ’ ΑΚΑΘΑΡΤΑ ΚΥΛΕΙΣΤΕ ΜΑΣ- ΧΑΛΚΟΠΛΑΣΤΟΣ- Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΩΝ (Οι Νάρκισσοι/ Τα Γιασεμιά/Τα Ρόδα)]

ΜΥΤΙΛΗΝΗ

1., ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (ΑΛΕΠΟΥΔΕΛΗΣ, 1912-), ΜΥΤΙΛΗΝΗ, σ.155-169

2., Αργύρης Εφταλιώτης (ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, 1849-1923), ΜΟΛΥΒΟΣ, ΜΥΤΙΛΗΝΗ, σ.173-175

3., Πάνος Θασίτης (1923-) ΜΥΤΙΛΗΝΗ, σ.182-185

Δημοσίευσε: Δίχως Κιβωτό (1951), Πράγματα κ.ά.

     Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεξιά το Σεράϊ αριστερά το καλύβι

στη μέση ο δρόμος

στο δρόμο το φανάρι

απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του

 

πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.

Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα’ στο δρόμο

τα λεωφορεία η τροχαία

οι άνεργοι.

 

Ανάβει το φώς’

ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες το κουτί του

βγαίνει

ακουμπά στο φανάρι

βγάζει το καρφί σπάνει τα ξύλο

ξεκολλά το κεφάλι του

τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του

ένα-ένα.

Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους

με χέρια και πόδια που κλαίνε.

Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα

το Σεράϊ βουλιάζει

το καλύβι πλέει.

 

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.

Σβήνει το φώς

κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια

κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο

ξεθάβει το Σεράϊ

κατεβάζει το καλύβι

πλένει τα αίματα

ανάβει πάλι το φώς

«Άρχοντές μου!...».  

[ΜΟΝΑΞΙΑ, ΥΠΗΡΕΤΕΣ, Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ, Ο ΣΟΒΑΣ, ΑΡΙΘΜΟΙ]

4., Ασημάκης Πανσέληνος (1905-) ΜΥΤΙΛΗΝΗ, σ. 423-424

5., Νικήτας Ράντος (ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ, (1907-)) ΜΥΤΙΛΗΝΗ, σ.465-466

       ΧΤΕΣ  ΣΟΦΟΣ

Χτές σοφός- διδάχτορας πολλών σχολών

τώρα γέρος και πορτάρης

στη μονή Διονυσίου.

 

Τί υπερηφάνεια

πόση τόλμη

αυτή η κεφαλή που δεν καταδέχεται να περπατάει ψηλά.

[ΦΩΤΙΑ, ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ VII, ΧΤΕΣ ΣΟΦΟΣ]

6., Θρασύβουλος Σταύρου (1886-) ΜΥΤΙΛΗΝΗ, σ.574

ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ

1., Γ. Αθάνας (ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ- ΝΟΒΑΣ, 1893-) ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ, σ.26-27

2., Γιάννης Βλαχογιάννης (Επαχτίτης, 1867-1945) ΝΑΥΠΑΚΤΟΣ, σ.93-94

ΝΑΥΠΛΙΟ

1., Νίκος Καρούζος (1926-) ΝΑΥΠΛΙΟ, σ.246-250

2., Αχιλλεύς Παράσχος (1838-1895) ΝΑΥΠΛΙΟ, σ. 441

ΠΥΛΟΣ

1., Τάσος Σπυρόπουλος (1930-) ΠΥΛΟΣ, σ.569-572

ΣΑΜΟΣ

1., Βύρωνας Λεοντάρης (1932-) ΣΑΜΟΣ, σ.333- 334

ΣΙΦΝΟΣ

1., Ιωάννης Γρυπάρης (1870-1942) ΣΙΦΝΟΣ, σ.121-127

2., Συμεών Κουρήτης (ΑΝΤ. ΠΡΟΚΟΣ, 1913-) ΣΙΦΝΟΣ, σ.285-287

3., Αριστομένης Προβελέγγιος (1850-1936), σ.461-462

ΣΚΙΑΘΟΣ

1., Ζ. Οικονόμου (1911-) ΣΚΙΑΘΟΣ, σ.384-385

Από τη Σκιάθο. Δημοσίευσε: Εποποιϊα των αγενών μετάλλων, Ωκεάνεια, Ο κόσμος στη δύση του και πολλές άλλες συλλογές.

[-ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ- ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ]

2., Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) ΣΚΙΑΘΟΣ, σ.425-426

Από τη Σκιάθο. Έγραψε λίγα ποιήματα που δημοσιεύθηκαν όλα στα Άπαντά του (Τ. Ε΄. 1954). [ΑΓΑΠΕΣ ΤΑΞΙΔΙΑΡΕΣ- ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ ΣΤΟ ΠΥΡΓΙ]

ΣΠΑΡΤΗ

1., Σπήλιος Πασαγιάννης (1874-1910) ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗΣ, σ.441-442

Γεννήθηκε στην Καστανιά Σπάρτης. Δημοσίευσε: Αντίλαλοι (1899)

[-ΑΓΑΠΗ- ΔΑΚΡΙΝΗ]

ΣΠΕΤΣΕΣ

1., Γεώργ. Στρατήγης (1859-1938) ΣΠΕΤΣΕΣ, σ.576

Από τις Σπέτσες. Δημοσίευσε: Τραγούδια του σπιτιού (1901), Τι λέν τα κύματα (1918) κ.ά.

[ΑΓΑΠΗΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΙΚΡΑ…]

ΣΥΡΟΣ

1., Λέων Κουκούλας (1894) ΣΥΡΑ, σ.276-280

Από τη Σύρα. Δημοσίευσε: ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες.

[ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟΝ ΑΓΡΟ- ΤΡΕΙΣ ΔΡΟΜΟΙ- PRATER- ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ- ΕΙΔΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ…]

ΤΡΙΚΑΛΑ

1., Νίκος Παππάς (1906-) ΤΡΙΚΑΛΑ, σ.437-439)

Από τα Τρίκαλα. Δημοσίευσε: Μάταια λόγια (1930), Το αίμα των αθώων (1945).

         ΘΥΜΑΜΑΙ  ΔΥΟ  ΠΑΙΔΙΑ

Θυμάμαι δυό παιδιά, δυό Ζηλανδούς

την ώρα που δεκάξη Γερμανοί ρίχναν τις μπόμπες

απ’ τα δεκάξη αεροπλάνα τους…

Δυό Ζηλανδοί, σαν δυό παιδιά,

ανοίξαν την εξώθυρά μας

και τρυφερά σα να μιλούσαν σ’ άλλον κόσμο,

δυό Ζηλανδοί, σαν δυό παιδιά.

την ώρα που οι καπνοί τα Τρίκαλα ερημώναν,

μας ζήτησαν να κόψουν δυό τριαντάφυλλα…

[-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ-ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΔΩΔΕΚΑΕΤΟΥΣ  ΣΤΑ 1933- ΤΟΠΙΟ ΤΟΥ ΜΑΪΟΥ- ΘΥΜΑΜΑΙ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ- Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ]

ΥΔΡΑ

1., Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943) ΥΔΡΑ, σ.427-428

Από την Ύδρα. Δημοσίευσε ποιήματα σε περιοδικά κι’ εφημερίδες.

          ΤΟΠΙΟ

Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει

βρέχει στις ελιές τις γκρίζες,

το νερό σα ρίγος τρέχει

από τα κλαδιά στις ρίζες.

 

Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα

σκοτεινά κάτω κι απάνω:

Ξεχωρίζουν μες στη μπόρα

τα τσαντήρια των τσιγγάνων…

 

Απ’ την άσφαλτο τα κάρρα

κατεβαίνουν, κατεβαίνουν…

Λάμπουν μερικά τσιγάρα

στα παράθυρα του τραίνου.

 

Ένα σκιάχτρο απελπισμένο,

στη νεροποντή, στο κρύο,

άδικα γνέφει στο τραίνο

κ’ εμψυχώνει το τοπίο.

 

Ανυπόφορη είναι η θλίψη

των αγρών αυτό το μήνα!

Η βροχή μας έχει κρύψει

απ’ το φόντο την Αθήνα.

 

…Και το βράδυ κατεβαίνει

μες στη νέκρα, μες στη γύμνια…

Πούναι οι βάτραχοι κρυμμένοι;

Γιατί σώπασαν τ’ αγρίμια;

 

Μές στον κάμπο τώρα μόνο

τα βαριά περνούνε τραίνα,

λες και φέρνουν το χειμώνα

και τη νύχτα από τα ξένα…    

[-ΤΟΠΙΟ-ΧΕΙΜΩΝΑΣ]

2., Στάθης Πρωταίος (1924-) ΥΔΡΑ, σ. 463-464

Από την Ύδρα. Δημοσίευσε: Οι ναύτες του Κολόμβου (1951), Ο Χρόνος έξω από το φώς κ.ά.

[ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΙ Ο ΠΙΚΡΟΣ ΑΝΕΜΟΣ]

3., Μίλτος Σαχτούρης (1919-) ΥΔΡΑ, σ.498-500

Από την Ύδρα. Δημοσίευσε: Η λησμονημένη (1945), Παραλογές (1948), Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952) κ.ά.

        Η  ΠΗΓΗ

Φεγγάρι πεθαμένο μου

Για ξαναβγές και πάλι,

θέλω να δω το αίμα σου’

δεν έκαιγες λυχνάρι,

φώτιζες

το φωτισμένο πρόσωπο

 

θέλω να δω

το φωτισμένο πρόσωπο

τώρα

πάλι και πάλι’

τότε

όλο το σώμα μου ήταν

 

μια πληγή

φεγγάρι

μιά πηγή

και φωτίζει

της νύχτας το σκοτάδι.

 

Φεγγάρι πεθαμένο μου,

θέλω να δω το αίμα σου

τώρα

πάλι και πάλι.

[-Η ΠΗΓΗ- Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ- Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ- Η ΜΑΧΗ]

4., Ν. Ι. Χαντζάρας (1884-1949) ΥΔΡΑ, σ.607

Από την Ύδρα. Δημοσίευσε: Ειδύλλια (1931).

[ΕΝΑΣ ΞΑΝΘΟΣ ΛΕΒΕΝΤΟΝΙΟΣ]

ΧΑΛΚΙΔΑ

1., Σπύρος Κοκκίνης ΧΑΛΚΙΔΑ, σ.262-263

Από τη Χαλκίδα. Δημοσίευσε: Η πολιτεία ενός ανθρώπου κ.ά.

          ΕΚ  ΒΑΘΕΩΝ

Πώς να συμβιβάσω τους ανέμους

που λυγίζουν τα τόξα τους στις λεύκες;

Πώς να συμβιβάσω το θαύμα της Δημιουργίας

με τις χοντρές σταγόνες των δακρύων μου;

Αγωνίζομαι σ’ ένα απέραντο κόσμο

να καταλάβω τον κλήρο του ανθρώπου.

Μετράω τις ζητωκραυγές των κορυδαλλών

με το παράπονο ενός παιδιού,

προσπαθώ να διαβάσω τον κόσμο

με τις τρείς συλλαβές της αγάπης.

Κι έτσι απόμεινα βαρκάρης

-ένας βαρκάρης ποιητής με χοντροπάπουτσα-

για να μπαλώνω τα σκισμένα δίχτυα

ξεφτίζοντας κλωστές απ’ το φεγγάρι…

          ΖΩΓΡΑΦΙΑ

Στό πιο ζεστό μου όνειρο θα ζωγραφίσω μιά γοργόνα,

στα δαχτυλίδια, των κυμάτων μιά παιδική αγάπη

κι’ ένα ναυτόπουλο- έγια μόλα έγια λέσα

όλο καημό και ξενιτειά.

[ΕΥΒΟΪΚΟΣ- ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ- ΖΩΓΡΑΦΙΑ- ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ…]

ΧΙΟΣ

1., Χρ. Γιάνναρης (1894-) ΧΙΟΣ, σ.110-112.

Από τη Χίο. Δημοσίευσε: Ευφημία (1946), Καλλιμασιώτικα (1949).

          Σ Υ Γ Κ Λ Η Τ Ι Κ Η

Η μάνα μου-ώρα της καλή!-

με μιάν ευχή, μ’ ένα φιλί

και μ’ ένα κούνημα χεριού,

στο μοναστήρι του χωριού

μ’ έστειλε κάποια Κυριακή

στην καλογριά Συγκλητική

για να με μάθει γράμματα

και του Θεού τα πράματα.

 

Κ΄ εκείνη-ώρα της καλή!-

άρχισε πρώτα από φιλί

ύστερα χάδια στα μαλλιά

και σε λιγάκι κι’ αγκαλιά’

κι’ όταν μιάν άλλη Κυριακή

γυρνούσα απ’ τη Συγκλητική,

ήξερα λίγα γράμματα

και του Θεού τα πράματα.

[-ΕΥΦΗΜΙΑ- ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗ- ΜΑΛΑΜΑΤΩ]

2., Λάμπρος Πορφύρας (ΔΗΜΗΤΡ. ΣΥΨΩΜΟΣ, 1879-1932) ΧΙΟΣ, σ.457-461.

Από τη Χίο. Δημοσίευσε: Σκιές, Μουσικές Φωνές (1934, μεταθανάτια).

          Ε Π Ι Γ Ρ Α Μ Μ Α

Εδώ στην έρημη πηγή,

πού ο ήσκιος επλανήθη

μιάς ομορφιάς ανέγγιχτης

στα κρουσταλλένια βύθη,

 

για τις νυφούλες του νερού

και στής ιτιάς τον κλώνο,

στεφάνι από αγριολούλουδα

κρεμώ κι αφιερώνω.

 

Παρακαλώ τις καλαμιές

με τους αυλούς θλιμμένα

να κελαϊδούν τ’ αμίλητα

λογάκια τα σβησμένα.

 

Και την πηγήν στο κοίλωμα

του βράχου, εκεί στην άκρηα,

να χύνει σα σε λήκυθο

τα μουσικά της δάκρυα.

[-ΓΙΑ ΟΣΑ ΣΒΗΝΟΥΝ-ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ- ΠΑΛΙΑ ΑΥΛΗ-LACRIMAE RERUM-ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ-ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΔΕΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ- ΚΑΛΩΣ ΤΟ- ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ-ΤΟ ΤΑΞΕΙΔΙ]

3., Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929) ΧΙΟΣ, σ. 625.

Από τη Χίο. Έγραψε λίγα ποιήματα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά.  [ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΙΑΤΟΠΟΥΛΑ]

    ΣΕ ΜΙΑ  ΧΩΡΙΑΤΟΠΟΥΛΑ

Κάποια με μάγεψε Ραλλού

   εξαδερφούλα μου.

Όχι πώς έχασα το νου

   ή την καρδούλα μου.

 

Είναι το αίστημα γλυκό

   γαληνεμένο.

Δεν έχει τίποτα κακό

   μήτε κρυμμένο.

 

Να, πέστο αγέρι που λαλεί,

  πέστο τραγούδι,

πέστο κουβέντα φιλική

   μ’ ένα λουλούδι.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Μάϊος- Ιούνιος 2026

ΥΓ. Τώρα που πήρατε την αύξηση αγαπητοί μας δεσποτάδες ελπίζω να αρχίσετε και τις κυβερνητικές αφισοκολλήσεις που με υπερηφάνεια υποστηρίζετε.

   Το ερώτημα πάντως καλέ μας Κύριε- Κύριε παραμένει πάντα επίκαιρο, η Ορθοδοξία διέσωσε τον Ελληνισμό ή ο Ελληνισμός την Ορθοδοξία;