Η πρώτη
ποιητική συλλογή
«Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας»,
εκδ. Δίφρος
1962, σελίδες 32 (;)
του ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ
Στην αμέσως προηγούμενη ανάρτησή μας
διαβάζοντας την περίοδο αυτή Πειραιώτες και Πειραιώτισσες συγγραφείς και
αποδελτιώνοντας τους σε περιοδικά και εφημερίδες, αναρτήσαμε ένα ακόμα σημείωμα
για τον πειραιώτη ποιητή, μεταφραστή, στιχουργό και καθηγητή Ανδρέα Αγγελάκη.
Για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη έχουμε δημοσιεύσει μία σειρά κριτικών κειμένων
εδώ και χρόνια σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες από τότε που ήρθαμε σε
επαφή με το έργο του, είχαμε μία ραδιοφωνική συνέντευξη και όταν δημιουργήσαμε
την ηλεκτρονική πειραιώτικη ιστοσελίδα μας αναρτήσαμε τα παλαιότερα και νέα
κριτικά μας σημειώματα διαβάζοντας εκ νέου την ποίησή του και τις μεταφράσεις
του μεταφέροντας δικά του ποιήματα και μεταφράσεις από τα βιβλία του. Τονίζοντας
από την μεριά μας ως αναγνώστες την αξιόλογη παρουσία και συμβολή του στα Ελληνικά
Γράμματα ως ένας από τους σημαντικούς και καλούς πειραιώτες ποιητές της γενιάς
του, ένας αξιοπρόσεχτος δημιουργός της Πειραϊκής Λογοτεχνικής Σχολής που η
ποιητική του φωνή εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να (μας) συγκινεί και να
προκαλεί το ενδιαφέρον στο φιλότεχνο κοινό παρά τις διαφορετικές ιστορικές και
πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις που βιώνουμε από εκείνες που έζησε στον
χώρο της ποίησης και της ζωής σαν ποιητής και σαν πολίτης. Ένα γρήγορο
ξεφύλλισμα σε περιοδικά και εφημερίδες των αρχών της δεκαετίας του 1960, και
συγκεκριμένα το 1962, όταν πρωτοεμφανίζεται στην Ελληνική Ποίηση με την συλλογή
του «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» εκδόσεις «Δίφρος» ( Είναι ο Αθηναϊκός
εκδοτικός οίκος του λογοτέχνη Γιάννη Γουδέλη εκδότη και υποστηρικτών πολλών
συγγραφέων μεταξύ άλλων και του Νίκου Καζαντζάκη και ιδιοκτήτη του τριμηνιαίου
περιοδικού «Καινούργια Εποχή»), θα διαπιστώσουμε ότι σημαντικοί άντρες και
γυναίκες κριτικοί και συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας ασχολήθηκαν και
έγραψαν θετικά για το έργο του, πρόσεξαν την φωνή του, παρά την όποια
ιδιαιτερότητα της γραφής του, την ακτιβιστική του δημόσια εικόνα ως έλληνα
πολίτη και ποιητή που ενοχλούσε, τα ειδικής ερωτικής βαρύτητας κείμενα που
δημοσίευσε κατά καιρούς. Εν τάχει να μνημονεύσουμε το έγκυρο και γνωστό
περιοδικό «Διαβάζω» 246/19-9-1990 και το κείμενό του για την «Ομοφυλοφιλία και
νεοελληνική ποίηση», τα δραματικά εξομολογητικά αφηγήματά του για τα
«Αλησμόνητα Σινεμά» στο περιοδικό “Playboy” τχ.41/8,1988,-τα αφηγήματα
κυκλοφόρησαν μετά από ένα χρόνο από τις εκδόσεις «Εξάντας» 1989. Τα πεζά, τους
θεατρικούς μονολόγους και τις μεταφράσεις που δημοσίευσε με το ψευδώνυμο
Ανδρέας Μουσουράκης στο περιοδικό «Αμφί» περιοδικό της πολιτικής και κοινωνικής
επαναστατικής στην εποχή της κίνηση του «ΑΚΟΕ». Ο Ανδρέας Αγγελάκης μαζί με τον
ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλο, τον σκηνοθέτη Ανδρέα Βελισσαρόπουλο,
τον πειραιώτη συγγραφέα και σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη, τον μουσικό παραγωγό Νίκο
Μουρατίδη και ορισμένα άλλα πρωτοπόρα την περίοδο εκείνη-μετά την
Μεταπολίτευση-άτομα, πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του επαναστατικού για τα χρόνια
εκείνα κοινωνικού κινήματος για την απελευθέρωση των αντρών και γυναικών ομοφυλόφιλων
και την έκδοση του σοβαρού και πλούσιου σε ύλη περιοδικού «Αμφί». Ή πάλι τον
βλέπουμε να δημοσιεύει την πολιτική του διαμαρτυρία στην εφημερίδα της
ανανεωτικής αριστεράς «Αυγή» 15/1/1989, δες το μονόστηλό του «Φρενοκομείο;»
στον «Τρίτο Άνθρωπο» με τον Χ. Ανταίο. Ενώ την ίδια χρονιά, δύο χρόνια πριν
φύγει από την ζωή γράφει τον Πρόλογο του βιβλίου του «Φλάς» «Ανδρέα
Μιχελιουδάκη, (αυτοβιογραφικό πεζογράφημα ενός νέου πρόωρα χαμένου από τα
ναρκωτικά) εκδόσεις «Δωδώνη» 1989. Έχουμε έναν πειραιώτη λογοτέχνη συνεπή με
τις όποιες ιδιαίτερες ερωτικές προσωπικές του επιλογές, τις αντισυμβατικές ιδέες
του, τις ακτιβιστικές απόψεις του για την ερωτική αυτοδιάθεση των ατόμων, πλέρια
ελευθερία έκφρασης των ανθρωπίνων σωματικών αισθήσεων και ιδιαίτερα, των πιο
περιθωριοποιημένων, των απόκληρων της Κοινωνίας, αποκλεισμένους από τους
θεσμικούς αρμούς της εξουσίας του αστικού μας πολιτικού συστήματος. Παράλληλα,
έχοντας κάνει τον πνευματικό του κύκλο, τα τελευταία χρόνια-όταν πια η Ελληνική
Δημοκρατία έχει βρει τον βηματισμό της πριν φύγει από κοντά μας διαβάζουμε το όνομά
του μαζί με άλλων γνωστών ελλήνων ποιητών και συγγραφέων στην ίδρυση νέου
πολιτικού φορέα που διεκδικεί την εξουσία. Όπως προαναφέραμε σημαντικές
κριτικές γραφίδες της ελληνικής λογοτεχνίας όπως η Νόρα Αναγνωστάκη, ο Ανδρέας
Καραντώνης, ο Κώστας Σταματίου, η Ελισάβετ Κοτζιά, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αλέξης
Ζήρας, ο Βρασίδας Καραλής, ο Μιχάλης Γ. Μερακλής, ο Κώστας Γουλιάμος, ο
Δημήτρης Πλάκας, ο Γιώργος Βέης, ο Ηλίας Κεφαλάς, η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, ο
Γιάννης Κοντός από την Πόλη μας ο Γιάννης Χατζημανωλάκης και άλλοι, πρόσεξαν το
έργο του αφουγκράστηκαν την αγωνία και τον πόνο της ποιητικής «κραυγής» που αυτό
εκπέμπει, ιδιαίτερα μετά το 1970, δεύτερη περίοδο του ποιητικού του λόγου. Είναι
η περίοδος που τα εκφραστικά στοιχεία της ποίησής του απελευθερώνονται,
αποδεσμεύεται η φωνή του από την προγενέστερη θρησκευτική ατμόσφαιρά της, την
περισσότερο «παρακλητική» μεταφυσικά και αποκτά μία σκληρή υπαρξιακή δυναμική,
έντονων σκοτεινών συμβολισμών και ακραίων ερωτικών καταστάσεων όπως τις βιώνει
στις ερωτικές του περιπλανήσεις, τις αποδέχεται ως επιλογή τα χρόνια των
ερωτικά «δολοφονικών καιρών» της σύγχρονης κοινωνίας μας. Φίλος και συνάδερφος
του λογοτέχνη καθηγητή Γιώργου Ιωάννου ο Ανδρέας Αγγελάκης από την πόλη του
Πειραιά μας δηλώνει τα αδιέξοδα και την επικινδυνότητα των ομοερωτικών σχέσεων,
των αναζητήσεων της ερωτικής πλήρωσης επι ματαίω. Οι εποχές της ερωτικής
αθωότητας των ερωτικών ποιητών του Μεσοπολέμου-αν υπήρξε ποτέ-δεν υπάρχουν πια.
Εξάλλου, ούτε η Καβαφική γεροντική ερωτική φωνή και μνήμη ούτε ο μελιστάλαχτος
ποιητικός λόγος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ούτε η τραχιά και με κόχες κυνική
ομολογία της φωνής του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τις φετιχιστικές της διαστάσεις,
ούτε φυσικά και η έξω από κάθε κοινωνικό αστικό ή μικροαστικό πλαίσιο παρουσία
και ζωή του πεζογράφου Κώστα Ταχτσή συνηγορούν υπέρ μιάς ομοφυλόφιλης αίσθησης
ελευθερίας βιωμένων εμπειριών, ήρεμης και άνευ κινδύνων ερωτικής ζωής σε μέτρα
ανθρώπινης αποδοχής και ευτυχίας. Τα Πλατωνικά έργα και η Ομηρική ερωτική συντροφικότητα
και ιδανικό δέσιμο μεταξύ των πολεμιστών ηρώων, δεν είναι προς παράδειγμα
μίμησης στους νέους χριστιανικούς βυζαντινούς αιώνες που ακολούθησαν μετά την
κατάρρευση της κλασικής παγανιστικής αρχαιότητας και το γκρέμισμα των αγαλμάτων
των αρχαίων Θεών. Οι ρομαντικοί ποιητές και οι διάφοροι φανεροί ή αφανείς
ελάχιστοι Βίνκελμαν θιασώτες ενός άλλου αναγεννησιακού τρόπου θέασης του Κόσμου
μας, των αρχαίων πολιτιστικών εποχών ιδεώδους ζωής και έρωτος δεν είχαν αντίκρισμα
στους σύγχρονους μετά ρομαντικούς,
βιομηχανικούς και μοντέρνους καιρούς μας, τα πρότυπα αυτά ανήκαν στις εκπαιδευτικές
αναζητήσεις μάθησης των πλούσιων κολεγιόπαιδων όπως μας έδειξε η ταινία «Μορίς»
και άλλες κινηματογραφικές ταινίες και επιστημονικά συγγράμματα που ωραιοποιούν
και εξιδανικεύουν ερωτικές καταστάσεις παραβλέποντας ακόμα και την σατιρική
ματιά και λόγο του αρχαίου κωμωδού Αριστοφάνη ή άλλες ποιητικές εικόνες των
διασωθέντων επιγραμμάτων της Παλατινής Ανθολογίας. Ο Κόσμος μετά την Βιομηχανική Επανάσταση τουλάχιστον
στην Δύση άλλαξε ανεπιστρεπτί, δεν τον κυβερνούσαν Πάπες και Μαικήνες με πλούσιο
αισθητικό κριτήριο και των τεχνών αναζητήσεις. Μήπως όμως και οι καλλιτέχνες της
Αναγέννησης του κλασικού ιδεώδους της αρχαίας ομορφιάς δεν ήσαν υπηρέτες των τότε
οικονομικά ισχυρών; Δεν δημιουργούσαν κατά παραγγελία των οικονομικά πατρώνων τους;
Ο άνθρωπος της Μοντέρνας εποχής μας μετατράπηκε σε φτηνό καταναλωτικό εμπόρευμα
ακόμα και τις μία χρήσης, το ίδιο και η ζωή του και οι όποιες ερωτικές επιλογές
του, (ανεξαρτήτου φύλου και προτίμησης) οι αναφορές ορισμένων ευαίσθητων και
καλλιεργημένων σχολιαστών στους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και ποιητές οι
παραπομπές σε σελίδες των έργων τους όταν ήθελαν να καλύψουν με ένα της
αισθητικής μανδύα τις ερωτικές τους σωματικές επιλογές έπεφταν στο κενό από την
ίδια την σκληρή πραγματικότητα της ζωής του δυτικού ανθρώπου τους αιώνες των
πολεμικών επιχειρήσεων και ιδεολογικών ανακατατάξεων. Το Πλατωνικό ερωτικό αισθητικό
ιδεώδες γκρεμίζονταν μπροστά στην κυνική σύγχρονη της ζωής περιγραφή της νέας
γενιάς από τον ιταλό ποιητή και σκηνοθέτη Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο αχός από το
«Ουρλιαχτό» του αμερικανού ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ αφήνει πίσω του την ερωτικά
ομοφυλόφιλη ποιητική φωνή του αμερικανού πατριάρχη της ποίησης Ουώλτ Ουϊτμαν,
και το κυριότερο, η άνθηση της καπιταλιστικής οικονομικής απληστίας σε όλες τις
πτυχές του ανθρώπινου βίου των νέων αμερικανικών κοινωνικών και ερωτικών ηθών
είχε αφήσει πίσω της τις όποιες εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις των
παλαιών ευρωπαϊκών κοινωνιών, κρατών και εθνοτήτων με διαφορετικές αισθητικές
και κοινωνικές προσλαμβάνουσες σε τέτοιου ενδιαφέροντος θέματα και την
ωραιοποιημένη ατμόσφαιρα που καλλιεργούσαν σε μορφωμένη μερίδα κατοίκων με
διαφορετικές ευαισθησίες. Ο σχολιαστικός λόγος του κλασικού φιλόλογου Ιωάννη
Συκουτρή χάνεται μέσα στην σκοτεινή αίθουσα όταν παρακολουθεί κανείς ταινίες
του γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Ο μυθιστορηματικός «Τάτζιο»
που στήνει μπροστά μας ο γερμανός μυθιστοριογράφος Τόμας Μαν για να μας μιλήσει
για τον θάνατο, την παρακμή, τα γηρατειά, την σωματική αισθητική φθορά δεν
μπορεί να συγκριθεί με ένα ερωτικό σώμα του Θάνου Βελούδιου που μας εμφανίζει
στις γνωστές φωτογραφίες του. Θέλω να πω ότι ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας
Αγγελάκης, επέλεξε να βιώσει μία ερωτική ζωή με πολλές επικίνδυνες στροφές και
μεγάλες σωματικές του και συναισθηματικές του ταχύτητες επιλογής και αυτό είχε
το τίμημά του. Ο μεγάλος γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ ως προσωπικότητα της σύγχρονης
παγκόσμιας διανόησης, καταξιωμένος παγκοσμίως και τιμημένος στοχαστής και
ασχολούμενος με την ιστορία της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, δεν είναι ο ίδιος
με τον Μισέλ Φουκώ και την αληθινή ερωτική ζωή που αναζητούσε και έζησε στον
πραγματικό του βίο στις ακραίες της διαστάσεις όπως μας λεν οι βιογράφοι του. Άλλο
να γράφεις για τον Έρωτα και άλλο να ζεις Ερωτικά με τις επιλογές σου στα ανθρώπινα
μέτρα και όρια. Ο πραγματικός ερωτικός άνθρωπος θέτει όρια στις επιλογές του, ο
έρωτας σε όποια μορφή και είδος του και αν εκφράζεται και εκδηλώνεται δεν είναι
ένα παιχνίδι μέσα σ’ ένα βαρέλι του θανάτου στο τσίρκο αυτό που ονομάζουμε Ζωή.
Η ερωτική «απληστία» όπως και κάθε άλλη μέσα στην Κοινωνία και τον πολιτισμό
που κάθε φορά αυτή καλλιεργεί και ανανεώνει (πολιτική, θρησκευτική, μεταφυσική,
οικονομική, σε ζητήματα διασκέδασης, εστίασης κλπ.) πληρώνεται με το ανάλογο
τίμημα. Η ύβρις δεν είναι οι όποιες επιλογές μας και ανάγκες του σώματός μας
αλλά οι άπληστες επιλογές μας αυτές που ξεπερνούν το ανθρώπινο μέτρο και ανάγκη,
η πομπώδης υπερβολή και χλιδή του σύγχρονου πλουτισμού διαφέρει μήπως από τις ερωτικές
επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου ως προβολή επιβεβαίωσης της οντότητάς του; Ο
Ανδρέας Αγγελάκης ρισκάρισε την ιδιωτική του ζωή και μάλλον έχασε, ο χρόνος τον
πρόλαβε σε μία στροφή της ζωής του και πλήρωσε πολύ νωρίς, πρόωρα το τίμημα ενώ
είχε τόσα ακόμα συγγραφικά να μας προσφέρει. Στο σύντομο όμως από την Ζωή
πέρασμά του μας άφησε ένα μεγάλο και ποικίλο έργο, πάνω από 30 τίτλους βιβλίων
διαφόρων ειδών και κατηγοριών της γραφής, ένα έργο που όπως και για κάθε συγγραφέα,
την εξέτασή του, την αποδοχή και την απόλαυση του θεωρούμε ότι πρέπει να την
κάνουμε με καθαρά φιλολογικά κριτήρια και κανόνες, πέρα από τον ατομικό βίο του
δημιουργού του και τις όποιες επιλογές του. Σίγουρα δεν υπάρχει πλήρης
ανεξαρτησία ενός έργου τέχνης από την ποιότητα και το ύφος ζωής του δημιουργού
του, ένα έργο είναι ένα παιδί με απορίες και ερωτήματα της εποχής που γεννήθηκε,
συναντάμε όμως τους βαθμούς αυτονομίας του, τάσεις ανεξαρτησίας του, ότι το
καθιστούν κλασικό, δηλαδή, κερδίζει στον χρόνο, ξεφεύγει από την επικαιρότητα
της εποχής του και τα συμβαίνοντα στην καθημερινή ατομική ζωή του συγγραφέα. Το
έργο, στην δεδομένη περίπτωση η ποιητική και πεζογραφική γραφή του Ανδρέα
Αγγελάκη είναι μία ανθρώπινη μαρτυρία και σαν τέτοια οφείλουμε να την δούμε, μόνο
που δεν είναι η μοναδική μαρτυρία του που συνθέτει το ψηφιδωτό της
προσωπικότητάς του σαν οντότητα. Και αυτό δηλώνεται από το γεγονός ότι κάποιος
τυχαίος αναγνώστης από τον Πειραιά αυτήν την στιγμή έχει μπροστά του το Σώμα
των βιβλίων του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη το διαβάζει, το χαίρεται, το ψαύει,
ανοίγει συνομιλία μαζί του, συμφωνεί ή διαφωνεί με τον λόγο του, του θέτει
ερωτήματα ίσως και να επεμβαίνει στην τεχνική και τεχνογνωσία με το οποίο
συντάχθηκε, οικοδομήθηκε, όμως είναι παρών σε ενεστώτα χρόνο ενώ το βιολογικό
Σώμα που το δημιούργησε δεν υπάρχει πια ούτε ως χώμα. Αυτή είναι η θαυμαστή
ισχύς της παρουσίας της Τέχνης, η αθανασία όχι του δημιουργού αλλά του
δημιουργήματος, και κάτω από αυτήν την ερμηνευτική το έργο του πειραιώτη ποιητή
Ανδρέα Αγγελάκη κέρδισε στο χρόνο και στις συνειδήσεις των αναγνωστών, κατέχει
την δική του θέση στην ελληνική γραμματεία όχι ως ένα έργο του περιθωρίου, μία
ποιητική φωνή που ακροβατεί στα απώτατα όρια της περιφέρειας του κύκλου της
ελληνικής ποίησης αλλά ως ένα ισότιμο μέλος της σιμά με εκείνα του κέντρου άλλων
της γενιάς του ποιητών. Ένα οργανικό μέλος αναπόσπαστο της Πειραιώτικης Σχολής
της Λογοτεχνίας μας. Η ομίχλη του προσωπικού του βίου και όποιων επιλογών έχει
φύγει πια, το συγγραφικό του τοπίο έχει ξεκαθαριστεί φαίνεται πλέον η καλή και
ωραία καλογραμμένη ποίησή του, η ευρύτητα των θεμάτων που διαπραγματεύεται, αυτά
που ερέθισαν και άγγιξαν την ευαισθησία του στο πειραιώτικο και όχι μόνο πέρασμά
του.
Η έφεση του Ανδρέα Αγγελάκη στα γράμματα
και το συγγραφικό του ταλέντο εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, από τα γυμνασιακά του
χρόνια ως αριστούχος μαθητής της Ιδιωτικής Σχολής «Ο ΠΛΑΤΩΝ» του Περικλή
Παπαϊωάννου ένα από τα καλύτερα και φημισμένα Σχολεία του Πειραιά, σε αυτό
σπούδασε ως υπότροφος σε όλες τις τάξεις του τότε Γυμνασίου. Τελειώνοντας φοιτά
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών λαμβάνοντας το δίπλωμα της Φιλολογίας, συνεχίζει τις
σπουδές του στην Αγγλική Φιλολογία. Το διψασμένο για γράμματα και ζωή αυτό
νεαρό μοναχοπαίδι από το πρώτο λιμάνι φεύγει για την Αγγλία όπου συνεχίζει τις
σπουδές του πάνω στην Ιστορία της Τέχνης. Οι εμπειρίες του από το Λονδίνο είναι
σημαντικές όχι μόνο στην κατοπινή εξέλιξη της γραφής του αλλά ενδέχεται και του
βίου του. Το Λονδίνο και ευρύτερα το Μεγάλο Βασίλειο είναι μία ευρωπαϊκή χώρα
πολυπολιτισμική με σημαντικές επιλογές στους χώρους της παιδείας και του πολιτισμού.
Μετά το πέρας των σπουδών του ο Αγγελάκης αφού εργαστεί ως καθηγητής για ένα
διάστημα στο Λονδίνο επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάστηκε σαν καθηγητής στο
Λύκειο που του πρόσφερε τα μορφωτικά και άλλα εφόδια της δικής του κατοπινής
εκπαιδευτικής εξέλιξης. Διδάσκει στο Λύκειο «Ο Πλάτων» και κατόπιν διορίζεται
στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση ενώ παράλληλα διδάσκει Δραματολογία στην Δραματική
Σχολή Αθηνών. Θα φύγει νωρίς ο γεννημένος στις 28 Μαρτίου του 1940 αυτός που
σαν μικρό παιδί έζησε τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής και τα δύστοκα
χρόνια του εμφυλίου, θα φύγει πρόωρα μόλις στα 51 του στις 18 Μαϊου του 1991,
έχοντας κάνει έναν γάμο και αποκτήσει ένα παιδί. Αφήνοντας πίσω του τους
μελοποιημένους στίχους του, από τον πειραιώτη συνθέτη Γιώργο Μούτση, το ζεύγος
Λήδα και Σπύρο (η Λήδα ήταν κόρη της παλαιάς στιχουργού, μεταφράστριας και
τραγουδίστριας Δανάης) τις δεκάδες ποιητικές του συλλογές, τις μεταφράσεις του,
τα πεζά και τις νουβέλες του για εφήβους, τα βιβλία του με το Σχολικό Θέατρο,
τα πεζά του για μικρά παιδιά, τις
ανθολογίες ποιημάτων, τις Gay του καθαρά εργασίες και δημοσιεύσεις. Το συγγραφικό ταλέντο
του Αγγελάκη εκδηλώθηκε από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια, τον συναντάμε με
κείμενά του στο ομώνυμο περιοδικό της Σχολής, σε αυτό δημοσιεύονται τα πρώτα
του κείμενα και κάνουν αίσθηση. Σε ηλικία 20 ετών, το 1960, τον βλέπουμε να
ανήκει στον κύκλο του Πειραιώτικου περιοδικού «Αύριο», ένα περιοδικό που δεν
μακροημέρευσε όπως και άλλα των χρόνων εκείνων, δες το «Περιοδικόν μας» των
Βελιώτη, Γεράνη, Λεβάντα. Δύο χρόνια αργότερα, 1962 ο Ανδρέας Αγγελάκης αυτός ο
πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής από τον Πειραιά θα κάνει την επίσημη εμφάνισή
του στον χώρο της ποίησης με την πρώτη του συλλογή «Ομιλίες του Θεού και της
Θάλασσας» την οποία αφιερώνει στην μητέρα του. Έκτοτε, η συγγραφική του πορεία
θα είναι ανοδική και σημαντική, κάθε νέο βιβλίο που εκδίδει προκαλεί το ενδιαφέρον
των ανθρώπων του πνεύματος. Τα βιβλία του θα κυκλοφορήσουν από διάφορους
εκδοτικούς οίκους και αρκετά είναι αφιερωμένα στον μοναχογιό του Αργύρη και θα
τύχουν επανεκδόσεις, ενώ σημαντικοί εικαστικοί θα τα κοσμήσουν. Έξι χρόνια μετά
την απώλειά του, αρχές Μαρτίου του 1997 διοργανώνεται εις μνήμη του μεγάλη
εκδήλωση σε μία κατάμεστη από κόσμο αίθουσα στο «ΑΣΣΟΣ-Καφέ Παράσταση». Στην
εκδήλωση αυτή ο ποιητής και μεταφραστής Λουκάς Θεοδωρακόπουλος μίλησε για το
έργο του Ανδρέα Αγγελάκη και την συμβολή του στην ίδρυση του «ΑΚΟΕ» και το
περιοδικό «Αμφί» από τα χρόνια της επταετίας. Η ηθοποιός και σκηνοθέτιδα Εύα
Κοταμανίδου διάβασε ποιήματά του ενώ η τραγουδίστρια Λήδα ερμήνευσε μουσικές
συνθέσεις της σε στίχους του Α. Αγγελάκη. Στην ωραία αυτή εκδήλωση ο μουσικός
Γιώργος Κουρουπός φίλος του Αγγελάκη έπαιξε στο πιάνο ποίημα του που ερμήνευσαν
τραγουδιστές ενώ ακούστηκε και ηχητικό ντοκουμέντο του 1965 όπου ο ερμηνευτής
και ηθοποιός Γιώργος Μούτσιος ερμήνευσε στίχους του πειραιώτη ποιητή. Να
αναφέρουμε δύο ακόμα καλλιτεχνικά συμβάντα που έχουν άμεση σχέση με τον Α.Α.
και στα οποία παρευρεθήκαμε. Η πρώτη ήταν η πρόσκληση που μου είχε δώσει ο Αγγελάκης
Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 1989 να παρακολουθήσω στο Θέατρο της Σχολής «Ο ΠΛΑΤΩΝ»
την διάλεξη που έδωσε για την «Άγνωστη περίπτωση του Ανδρέα Μιχελιδάκη» με την
συμμετοχή της ηθοποιού Άννυς Λούλου. (Είναι ο Πρόλογος στο βιβλίο «Φλάς» που
προαναφέραμε). Ενώ, 10 χρόνια από την εκδημία του παρακολουθήσαμε δύο φορές την
θεατρική παράσταση του «ΘΕΑΤΡΟΝ ΕΝΑΣΤΡΟ- ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ» 3 Φεβρουαρίου- 8
Απριλίου 2001, με το έργο «Καβάφης καθ’ Οδόν» από την θεατρική ομάδα “AMON RA”, σε σκηνοθεσία του αιγυπτιώτη
σκηνοθέτη MILLAS με τους Γιώργο Λιβανό που είχε και την δραματουργική επεξεργασία και την
Βαρβάρα Κυρίτση. Το έργο βασίζονταν στο ομώνυμο βιβλίο του Ανδρέα Αγγελάκη με
τις δέκα ποιητικές Καβαφικές φαντασιώσεις.
Βλέπε και αρνητική κριτική μας στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς»
Παρασκευή 9/3/2001, σελ 6-7. Και φυσικά αφήνουμε σε άλλο σημείωμά μας την
παρακολούθηση μαζί του, του έργου «Ερωτική Τριλογία που μετέφρασε του αμερικανού
θεατρικού συγγραφέα Χάρβεϋ Φιέρσταιν που παραστάθηκε σε αθηναϊκή σκηνή. Το έργο
κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Γνώση» εκδοτικός οίκος που εξέδωσε αρκετούς τίτλους
βιβλίων του. Ολοκληρώνοντας το παρόν σημείωμα για τον ποιητή Ανδρέα
Αγγελάκη, να γράψουμε ότι δημοσιεύσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας ένα μεγάλο
μέρος των ποιημάτων του από την συλλογή «Ποιήματα από την Ελληνική Μυθολογία»
που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1987 από τις «Εκδόσεις Μαθητικής Βιβλιοθήκης
Εκπαιδευτικού Οργανισμού «Ο ΠΛΑΤΩΝ» ΑΕ». Το βιβλίο ήταν το πέμπτο στην σειρά
των εκδόσεων του Ιδιωτικού Σχολείου την οποία επιμέλεια είχε ο μαθητής και
καθηγητής της Σχολής Ανδρέας Αγγελάκης. Παράλληλα, αντιγράφουμε την πρώτη του
ποιητική συλλογή του 1962 από το βιβλίο που μας είχε δανείσει ο Ανδρέας
Αγγελάκης (μαζί με άλλες δύο) τις οποίες από την μεριά μας αντιγράψαμε με το
χέρι σε φύλλα τετραδίου. Είναι οι τρείς πρώτες του ποιητικές συλλογές. «Οι προτάσεις
της αθωότητας» 1967 και «Το Πύον- 20 Ποιήματα» του 1973. Συλλογές της πρώτης
του περιόδου άλλης προβληματικής. Δυστυχώς τότε που τις αντιγράψαμε μεταφέραμε
μόνο τα Ποιήματα και όχι άλλα στοιχεία
του βιβλίου ή σελίδες.
Από την μεριά μου, δεν έχω συναντήσει στα
διαβάσματά μου ολόκληρη την πρώτη του ποιητική συλλογή όπως και τις άλλες δύο
που ακολούθησαν. Σαν Πειραιώτες ας μας επιτραπεί να προσκαλέσουμε τους όποιους
ενδιαφερόμενους για τους Πειραιώτες ποιητές και την ελληνική ποίηση να γνωρίσουν
τα πρώτα αυτά ποιητικά βαδίσματα του Ανδρέα Αγγελάκη, να τα απολαύσουμε μακριά
από «σκανδαλώδεις» αγκυλώσεις που περιορίζουν το ποιητικό του πρόσωπο και φωνή
σε Καβαφικά μόνο «Τείχη».
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ
ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Εκδόσεις Δίφρος 1962
Στη
μητέρα μου
Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ
ΕΛΕΝΗΣ
ΕΛΕΝΗ
Στα νέα σου
μάτια μιά νέα ημέρα, Ελένη.
Για σε
προμήθεψ’ ο Θεός το φώς Του σήμερα
τίς
χωματένιες στέρνες να ευλογήσει
που
τυραννούν τα δάχτυλα της χλόης.
Καλό το
χρώμα της αυγής στην άνοιξη της νειότης.
Πένθιμες
συνοδείες νυχτερινές θα φύγουν
μόλις
φορέσεις την πρωϊνή ποδιά σου,
για να
ταΐσεις τα πουλιά με χάδι,
ν’
ακροαστείς τον πόνο του πλατάνου
έτσι που ν’
αλαφρύνουνε τα φύλλα από τη σκόνη.
Στα νέα σου
μάτια μιά νέα ημέρα, Ελένη.
Τρέμει η
καρδιά στην καλωσύνη του νερού,
που
μαλακώνει και το μέτωπο της πέτρας
κι οι άγριες
παλάμες των χωμάτων άνοιξαν
παραδομένες
στη γλυκειά ευδοκία του κόσμου.
Σήκω στα
φώτα και στον άνεμο, Ελένη.
Με κιμωλία γράφει
κύκλους ο ήλιος
συνθέτοντας
αδρά ωραία υπόσχεση. Σελ.9
--
(άτιτλο)
Ούτε σε
βλέπω ούτε σ’ ακούω, Ελένη.
Τη νύχτα
μόνο που η μελωδία της θάλασσας πυκνώνει
και
τυραννάει τα χέρια μου η αφή
δυό χεριών
άλλων νοιώθω το σχήμα σου
να σβήσει
στα νερά και να γεννιέται πάλι
στα έια μόλα
του ανοιχτού πελάγου και
στον κόσμο
που αναδύεται απ’ τη σιωπή.
(η μοναξιά
με δίδαξε να περιμένω.) Σελ. 10
--
ΕΣΥ ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Είπες θα
κοιμηθώ κοντά σου και πάλι
είπες ποτέ
δεν ξέρουμ’ αν
μοίρα μας
θάναι πάντοτε τα κύματα,
γιατί μπορεί
τον Μάη στις δεκαπέντε
να μας
ζαλίζει έτσι πολύ του δέντρου ο τζίτζικας
κι έτσι πολύ
η αναπνοή του Μάη
που να
νικήσει ο κάμπος και να μείνουμε.
Γι αυτό ας
κρατάς στον ύπνο σου ένα βότσαλο
κι ένα
κομμάτι δίχτυ στόνα χέρι
και γύμνωσε
τα στήθια σου και δέσε τα
με τρείς
κορδέλες φύκι απανωτά
που πιά να
μη μπορείς να πλανευτείς
κι ούτε του
κάμπου να φοράς καπέλο.
Μόνο μ’
αφήνεις να φυλάω τα σαντάλια σου
σ’ όστρακα
κυανά, που ανοιγοκλείνουν
τα βράχια
όταν πηδάς κι αποθεώνεσαι.
Όλο μ’
αρνιέσαι πώς σε γέννησαν τα κύματα
κι όλο σε
λεν θαλασσογέννητη οι άνεμοι. Σελ. 11
--
ΨΙΧΙΑ ΜΝΗΜΗΣ
Όταν το
μήνυμα έλαβε η Ονειροτόκος
κόψαμε τα
μαλλιά της λεμονιάς κι ακόμα
καλάθια από
ψυχές ανθών γι’ αυτούς
που λίγο
πρίν το πρωί γεννήθηκαν.
Κι αν πάλι,
βράδυ ο ουρανός ξεφύλλιζε
τα πεπρωμένα
μας στα χέρια του
τότε
γεννιώνταν τα παιδιά σ΄όστρακα
που στάζαν
θάλασσα και φώς
και βύθιζαν
στη γαλανή τους πορσελάνη
τους δρόμους
που περπάτησαν αυτοί
που δέντρα
φύτεψαν ή που αγαπήσαν.
Γενηθήτω το
έλεος
Τουφεκίστε
τα πουλιά με
τη σκιά τους κι αφήστε μας
να ζούμε
όπως μας ώρισε ο Θεός. Σελ.12
--
Η ΜΟΝΑΞΙΑ
του Αντώνη Σαμαράκη
Η μοναξιά
δεν είν’ αναίτια τιμωρία
Ή αμφορέας
κενός σε χέρι μαρμάρινο
που αναζητεί
χαμένους ίσκιους αίγλης
στην πόα που
πνίγει το σπασμένο γείσο του.
Βέβαια η
πρώτη εντολή του Θεού χάρισε
κλήρο στον
άνθρωπο έρημος να μένει
κι ύμνος
ποτέ να μην βαραίνει τα μάτια του,
γιατί
άγνωστο αν θάρθει στο σχήμα
του αμφορέα
αυτού
ή σαν
επαίτης πάλι και πολλά αγαπήσας.
Γι αυτό κι η
μοναξιά χαράζεται σαν τοίχος
που πάνω του
ακουμπώ τα δάχτυλά μου
και νοιώθω
στην πέτρα μιά ψυχή ξένη
σιγά να με
φωνάζει κι είναι σαν
δυό είδωλα
καθρέφτη που δίνουν τα χέρια
κι
αδελφώνονται μόνο με τα μάτια.
Κι είναι τα
μάτια η μοναξιά του ονείρου. Σελ.13
--
ΔΙΑΘΕΣΗ
Συγγνώμη που
είσ’ έτσι καλή
χωρίς
ανάμνηση σκιάς στη χτένα σου
ή ρυτίδα
μοίρας στις παλάμες.
Μοιάζεις με
πεπρωμένο θεού
που
περπατάει αργά σ’ ένα ποτάμι
κι οι
πελαργοί στοχάζονται ήρεμα.
Διστάζω να
σ’ αγγίζουν οι άνθρωποι:
το ρέμα
είναι βαθύ από γαλάζια πέτρα
κι η μοναξιά
έχει ασημένια δάχτυλα
που πλέκουν
άσκοπους ιστούς κι ακούν
η μιά φωνή
στην άλλη έλεος να κράζει,
τα πόδια
ελάφια γυάλινα να μαρμαρώνουν
και να
πλανιέσαι η ηχώ σε δάσος από βροχή.
Συγγνώμη που
η ψυχή μου κορυφώνεται
στους
γαλάζιους φθόγγους του προσώπου σου
και μυστικά
σκιρτά φυλακισμένη.
Είσαι καλή,
συγγνώμη. Σελ. 14
--
ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΤΕΛΟΣ
Είχες λυμένα
τα μαλλιά στο φώς
κι ήσουν
καβάλα σε χρυσό φαρί
και
κυνηγούσες παραμύθια με μακρύ κοντάρι,
ενώ η βροχή
μας τύλιγε στα δάχτυλά της.
Λευκή η
εσθήτα σου αποσκέπαζε τον κόσμο
καθώς
τραβούσες πέρ’ απ’ τα βουνά.
Τα πετεινά
των ουρανών μαζί μας ώδευαν
και μας
προσφέραν απ’ το ράμφος τους τροφή
και κάλυκες
ανθών νερό να πιούμε.
Και το φαρί
πετώντας με κλειστά τα βλέφαρα
βύθιζε το
κεφάλι στους αφρούς τον ορίζοντα
και φθάναμ’
όπου δέσποζε πιά ο ήλιος
κι άνοιγε
σαν λουλούδι η βασιλεία των ουρανών. Σελ.15
--//--
Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ
Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ
Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
1
Δυνατά που φυσά
η αναπνοή σου,
όταν μιλάς
γι’ αγάπη. Θυμίζει άνεμο
πού κολυμπά
στα στερνά των δρυμών
ή, όταν
σταθούν τα σύννεφ’ αντιφεγγίζουν
τα χέρια των
αγγέλων στο ποτάμι.
2
Ποιόν ν’
αγαπήσω; Σφίγγω στον κόρφο μου
το χάϊδι της
Αγίας Αικατερίνης και
έχω σγουρό βασιλικό
στο στήθος μου
κι’ ακούω να
μου φωνάζει βγαίνοντας
απ’ τα νερά
του ποταμού η φωνή της
λυμένη σ’
άφθαρτο φώς: αγάπη.
3
Αν ίσως ο
ήλιος μας ζεσταίνει πάλι και
στα κλαριά
φυτρώσουν τα πουλιά αναπάντεχα
κι αν ίσως
πάλι ακούς την πάσ’ αυγή
να θυμιατίζει
η μάνα: Ελέησε Κύριε
τα σπαρτά.
Κι αν ίσως
πάλι το νερό βαρύ
ευφράνει τη
φούχτα σου,
τότε θα
πεις. Στη γη μου ζω. Αγαπάω. Σελ.19
--
Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ
Θα σφίγγει η
Ασίζη με τα χέρια της το σώμα σου,
γιατί στις
πρώτες πνοές της άνοιξης γεμίζουν
τόσο πολύ
και των νεκρών τ’ αυτιά από μουσική
που γιούλια
γίνονται οι ίσκιοι των τάφων.
Γλυκεία,
γλυκειά η ζωή στης άνοιξης τον κόρφο.
Τρίζουν,
όταν διαβαίνουν σύννεφα, τα κόκαλά σου
και τα
παιδιά ελαφοπατούν στο στήθος σου
με τα πουλιά
που αγάπαγες στους ώμους
και παίζουν
γύρω απ’ της καρδιάς τον τόπο.
Χαμογελάς;
Άγιε της γης Φραγκίσκε.
Δεν είναι
δόντια αυτά που λάμπουν στο σκοτάδι:
τριανταδυό
λευκάνθη κερασιάς, τέτοια πού
οι ντόνες
στα μαλλιά φυτεύουνε το σούρουπο.
Σκουλήκι η
μνήμη δεν τολμά να σε ξυπνήσει.
Στέλνει μία
ρίζα λεϊμονιάς με δάχτυλα τ’ ακρόρριζα
στις ίνες
της νεράκι του Θεού κρατώντας
το κρανίο
σου σαν χάϊδι μάννας ν’ ακραγγίζει.
Ανοίγεις τα
πλατειά σου μάτια. Τί φώς
εκπέμπουν οι
κενές τους κόχες, τί μουσική
αναδίνεται
απ’ τους ίσκιους του μετώπου.
Άγιε
Φραγκίσκε, άλας της γης, πικρό-πικρό
πού είναι
στη γεύση το ψωμί μας.
Σαν να μην
είναι σάρκα του Θεού,
να μη το
ξεπροβαδίσ’ ο ουρανός
σα νάναι
μοναχά νερό και στάρι.
Πιστεύω,
Άγιε Φραγκίσκε. Τώρα προπάντων,
όταν
κατρακυλούνε μεθυσμένα οι χείμαρροι,
τώρα πού
στην Ασίζη έχουν ανθίσει οι μουσμουλιές.
--
Η
ΒΡΟΧΗ
Βαθειά στη
φούχτα μου έκλεισα νερό
γλυφό και
διάφανο σαν αγιασμός του δωδεκαήμερου
κι έκλεισ’ η
βροχή τα μάτια μου. Τότε ήταν
που με
κατακλύσαν τα πνεύματα του δάσους
κι αυτά πού
η βροχή γεννά και τ’ άλλα
όσα βαθαίνει
ο ουρανός το μίλημά τους
και φύσηξε
να πάνε πέρα τα βουνά κι οι πέτρες,
όταν
ακούστηκ’ η φωνή:
Ανάγλυφα
τώρα να βλέπεις πάντοτε τα κύματα
κι όταν στα
στήθη σου αναβλύζει μουσική εγώ θάμαι.
Το άλφα του
δρόμου θα στ’ ορίσει η κερασιά,
γιατί τα
δέντρα είναι αποφθέγματα σοφίας
κι ό,τι
κρατούν στην πλάτη τους είναι
περγαμηνές
που εύκολα ο σοφός διαβάζει.
Όλα θα τ’
ασημώσει η μοναξιά.
Ένα περβόλι
που αντηχούνε σάνδαλα
σαν
ζαρκαδιού περπατησιά στα φρύγανα.
Όμως
καλόδεχτα τα βήματα, γιατί θα με θυμίζουν’
κι αν από
τώρα αναγνωρίζεις στους ανθρώπους
μιάν ίδια
εικόνα όπως στο μέτωπό μου καθρεπτίζεται
θα πει ότι
άκουσες και πιά αγαπάς.
Αφού το χώμα
είναι ο αγαπημένος υιός του
θα πει ότι
βλέποντας την γη ν’ αναθυμόμαστε ουρανό.
Έτσι από
τότε μέσα μου δεν μένει
παρά η φωνή
και μιά βροχή γαλάζια. Σελ. 22
--
ΟΡΘΡΟΣ
Σταλάζει
αργά η σιωπή απ’ το μεγάλο χέρι
του
Παντοκράτορος στον θόλο. Ένα
κερί την
ύπαρξή του κορυφώνει σε φλόγα
ενώ παγώσαν
οι ξύλινοι άγγελοι του τέμπλου.
Ο Άγιος
Ιωάννης ο Ερημίτης κουβεντιάζει με τα ζώα.
Οι ακρίδες
του ρουφούν
και τον
οτρύνουν να υψωθεί σαν
αχαμνό
βούκινο να δοξάσει τον πατέρα.
Στη μέση εγώ
με το δεξί μου χέρι
στο στήθος,
μόνος κι υπόλογος, διακρίνω
στο τόξο
κύματι θαλάσσης ψηφιδωτός
ένας Χριστός
να τίκτεται.
Τον όλβο της
θεώσεως φέροντας
ανοίγει την
παρθενική μήτρα κι η Μαρία
γέρνει από
τρόμο μίσχος
που ολούθε
πέταξε κλαριά και λάμπει.
Ο όρθρος
αργά γυρίζει στο αναλόγιο
τα φύλλα του
Πεντηκοσταρίου.
--
ΗΩΣ
Ρόδι να
σκάει το χείλι ο ουρανός
και στα
βουνά να ξαγρυπνά η αυγούλα
και νάναι
κρίνο η προσευχή στο χέρι,
σαν
σταλαχτίτης της καρδιάς μας νάναι.
Μάγεμα η
δρόσο στα λυγρά μας μέτωπα.
Αδελφοί μας,
μετά τριήμερον ο Θεός ανέστη,
έκοψε
πασχαλιά ανθισμένη απ’ το περβόλι
και στο
πρωϊνό παράθυρό Του την εφύτεψε
να του
χαϊδεύει ολημερίς την μνήμη,
όταν βαριά
κλείνει τα βλέφαρά Του η μουσική.
--
ΧΑΪ- ΚΑΪ
Ο Άγιος
Φραγκίσκος άπλωσε
τα χέρια
του: γέμισαν
αχούς και
χελιδόνια.
-//-
Η ΟΡΘΡΙΝΗ
ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΟΛΟΥ
ΕΛΕΓΕΙΟ
Σήμερα
πείσθηκα ότι λευτεριάς πουλί είν’ ο αετός
ότι η οδός
του Θεού είναι σπαρμένη φίδια,
και πώς στο
βάθος του γκρεμού χαμογελά
αθώος βολβός
ανθού που τρέφεται από την πέτρα.
--
ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ
Ζούμε μ’
εικόνες καραβιών δεμένων
σε τόπο
σαπισμένο από τα φύκια
πού, όταν
περνάνε τα γυμνά μας πόδια πάνω τους
χαράζουν
κουρασμένη γραμμή από πέλματα.
Η θάλασσα
ακουμπά τα χέρια της στον κόρφο μας.
Ψαύει, τ’
αδύνατά μας μέλη, τα στερνά
πού ο ντελής
βοριάς χτυπούσε το τσιμπούκι του
και τώρα σαν
κομμένα δέντρα στοιχειωμέν’ ακινητούν
ή ανάβει
λάμπες πυροφάνι των ψυχών
να
καθρεφτίσει στα νερά τα μέτωπά μας
ίσκιοι που
αναζητούν τα σώματά τους.
Μας φθείρει
η ώρα που χτυπάει τα δάχτυλά μας,
ύπουλο ζώο
σε λόχμης γυάλινη,
να
προσδιορίζει ο αστερισμός της το σκοτάδι,
να ρίχνει
στάχτη λήθης του πελάου και των σημάντρων.
Μόνοι στα
βότσαλα αισθανόμαστε τα χέρια
βαρειά να
υψώνοντ’ ιδρωμένα
και να
παγώνουν σταλαχτίτες προσευχής,
αγάλματα που
σκάλισαν σε αλιρρόθιους βράχους.
--
Τ’ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΧΕΡΙΑ
Την δείλη το
φώς διαλύεται σε
πραότητα και
το εκκλησιδάκι βαφτίζεται
ολόκληρο σε
πάχνη και ύδωρ εκ πέτρας.
Μόλις που
βλέπω τον αρχάγγελο Γαβριήλ
να σφραγίζει
την πόρτα με την σπάθα του
μη τύχει και
παγώσει ο ίσκιος
της
δροσοβόλου στην εικόνα. Τότε
δυό χέρια με
σηκώνουν στις παλάμες τους
και νοιώθω
την τρυφερή τους σάρκα
να
θυμιατίζει μυστικά το μάγουλό μου,
γκρεμοί να
λάμπουν οι γραμμές τους
ασημωμένες
απ’ αχνισμένο φώς. Όλα
ακουμπούν σε
μένα. Οι δυό παλάμες
μου δείχνουν
τον κόσμο όπως τον άκουσα και,
κύμα το κύμα
εφθάσαν τα καράβια:
όλοι οι
θνητοί διαβάσαν το πεπρωμένο τους
σ΄ όστρακο
θάλασσας
και
περιμένουν στη λίμνη Γεννησαρέτ να φύγουν.
--
(FRAGMENTUM)
Γιατί ο
στερνός λόγος, αυτός που
πέφτει σαν
το διαμάντι στο βυθό
και βλέπουμε
ν’ ανοίγει κύκλους και να χάνεται
ανείπωτος
μέσα μας θα μένει,
μόνο που θα
γεννά δέντρα
μαργαριταρόρριζας
και,
θα
πληθαίνουν καρπεροί ουρανοί και θάλασσες.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
Σάββατο 9/1/2026