Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Κλέων Β. Παράσχος, Ζωή ή Τέχνη

 

ΛΟΓΟΚΟΠΙΑ  ΚΑΙ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

του Κλέων Παράσχου

          Για να σκιτσάρω τη λογοτεχνική επισκόπηση του 1947, ξεφύλλισα βιβλία, ξεφύλλισα περιοδικά. Δεν υπάρχει πιό θλιβερό πράμα από κάτι που ξεκίνησε για να γίνει λογοτέχνημα και που έμεινε ορμαθός από λέξεις. Διάβασα φράσεις, λέξεις, μου ανακοινώθηκαν γεγονότα, αισθήματα, σκέψεις, μαγεία δεν αισθάνθηκα. Και όμως αυτό- η μαγεία- είναι το μοναδικό νόημα του λογοτεχνήματος, άλλη δικαίωση δεν έχει το λογοτέχνημα. Η τέχνη δεν είναι επανάληψη, δεν είναι ένα μέσα στα τόσα άλλα συστατικά της ζωής. Είναι κάτι που στέκεται ισοδύναμα δίπλα στη ζωή, κάτι πραγματικά νέο. Κι άς ξεκινά, κι ας είναι συμπύκνωμα, κι άς παίρνει όλο το υλικό της απ’ τη ζωή. Με τούτο το νόημα λέμε την τέχνη δημιουργία, με τούτο το νόημα έλεγε ο Φραγκίσκος Βάκων ότι τέχνη είναι η φύση μ’ επιπλέον τον άνθρωπο. Η ιστορία του “Le Rouge et le Noir” του Στεντάλ θα ήταν πολύ πιό ενδιαφέρουσα στην πραγματικότητα, παρότι είναι στο μυθιστόρημα. Αλλά όλο το μυθιστόρημα του Στεντάλ μαζί με την ιστορία, ή καλύτερα, η ιστορία μες στο μυθιστόρημα, είναι κάτι άπειρα πιό ενδιαφέρον. Στο μυθιστόρημα υπάρχει η ευαισθησία, η πείρα, η προσωπικότητα, η μορφοποιητική ικανότητα του Στεντάλ. Το μεμονωμένο μοτίβο, το ερωτικό έγκλημα, όμοιο ή παραπλήσιο με χιλιάδες άλλα, που το πήρε από την Gazette des Tribunaux  ο Στεντάλ, πλουτίστηκε, ορχηστρώθηκε, έγινε συμφωνία.

          Γεγονότα, σκέψεις, αισθήματα, πρόσωπα μου προσφέρει άπειρα η ζωή και πολύ πιό ενδιαφέροντα απ’ εκείνα πού μου προσφέρει η «φιλολογία». Ο μεγάλος νόμος, η μεγάλη επιταγή, το μεγάλο «δέον» της τέχνης είναι το ύφος. Από το διήγημα, από το ποίημα, από το μυθιστόρημα, ακόμα και από το δοκίμιο, δεν περιμένω ν’ αντλήσω γνώσεις, ν’ ακούσω γεγονότα, να μάθω αισθήματα, σκέψεις’ περιμένω να μαγευτώ. Όσο δεν υπάρχει μαγεία, όσο ο λογοτέχνης, με τα γεγονότα, με τα αισθήματα-και με τις λέξεις, όπου όλα μετουσιώνονται και αξιοποιούνται, αποχτούν ύπαρξη-δεν κάνει μαγεία, δεν έκανε μαγεία, αυτό που έγραφε είναι «αδιάφορο» για την τέχνη. Το περιστατικό που θα μου διηγηθεί ο γείτονάς μου στο δρόμο, τις σκέψεις, τα αισθήματα που θα μου εκμυστηρευθεί ένας φίλος, το έγκλημα που θα διαβάσω σε μιά εφημερίδα, έχουν την ίδια απολύτως αξία. Μόνο που ο καλαμαράς πήρε πέννα και χαρτί και ξόδεψε και ώρα για να τα γράψει. Μάλιστα αυτά τα γραμμένα έχουν λιγότερη αξία από τα προφορικά. Γιατί στα προφορικά όταν τ’ ακούω μου έρχεται κάτι από τη ζέστα του ζωντανού ανθρώπου που μου τα ιστορεί’ ενώ στα άλλα, τα γραμμένα, δε βλέπω παρά λεφούσια πού μου φέρνουν πλάκωση στην ψυχή από μαύρα ψηφία.

          Τις φοβερές αυτές κοινοτοπίες, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, βαρέθηκα χρόνια τώρα να τις λέω και να τις ξαναλέω. Όταν τις γράφεις, στον τόπο μας, (και αλλού’ το κακό είναι γενικό), σε βαφτίζουν esthete, και σήμερα, πιό «επιστημονικά» σε λένε μορφολάτρη. Δε δίνεις σημασία στο περιεχόμενο, προσέχεις τη μορφή του λογοτεχνήματος, εκείνο το παιχνίδι των λεκτικών τόνων και φθόγγων, τον γλυκασμό που σου δίνει η «ωραία» μορφή, ενώ αν πρόσεχες, τις σκέψεις, τις ιδέες, τα αισθήματα- ανεξάρτητα από τη μορφή οπού πήραν- θα ξάνοιγες ίσως εκεί μέσα, πλούτη ανείκαστα, λαχτάρες και ταραχές της ψυχής, που μπορεί να δουλεύουν για τη γενική-την ηθική, την κοινωνική- προκοπή του ανθρώπου, όσο δε δούλευε ποτέ και δε θα δουλέψει καμιά «ωραία» μορφή.

          Δεν πρόκειται όμως για τους λογής κατεργάρηδες που επειδή φορέσανε του λόγου τους ράσο ή θέλουν να δείχνουν ότι φορέσανε, προσπαθούν σώνει και καλά να μας το φορέσουν κ’ εμάς, προσπαθούν να κάνουν σκλαβάκι της όποιας τους «ηθικής» ή «ιδέας» την τέχνη. Πρόκειται για κείνους πού καθόλου δεν σκέφτονται να γίνουν Βδελλόπουλοι, που έχουν ίσα-ίσα όλη την καλή θέληση να γράφουν λογοτεχνήματα. Τους ξεγελούν τα πρώτα συστατικά του λογοτεχνήματος, η εξωτερική του μορφή, και μένουν σ’ αυτά. Αραδιάζω ρίμες, μέτρα, εικόνες’ αυτά είναι ποίηση’ γράφω λοιπόν ποίηση. Σκαρώνω μιά ιστορία, τη μπλέκω, ονοματίζω- ο Αβρούχης, ο Κράπερος-και κινώ μερικά πρόσωπα’ αυτό είναι το μυθιστόρημα’ έγραψα λοιπόν μυθιστόρημα. Ο μηχανισμός είναι ίδιος και απαράλλαχτος σε όλα τα «είδη». Χάρις στον μηχανισμό αυτόν, πού δουλεύει στο κενό και που μπορεί να δουλεύει επ’ άπειρον, σωρεύονται τα βουνά εκείνα το χαρτί, που είναι το πιό μελαγχολικό ίσως πράμα του κόσμου.

          Θα μπορούσα εδώ να βάλω στίχους, να βάλω πεζά, και να δείξω, αρκετά πειστικά φαντάζομαι, γιατί οι στίχοι και τα πεζά που θάβαζα είναι «φιλολογία» και δεν είναι «λογοτεχνία». Δεν το κάνω. Θα πίκραινα ίσως ανθρώπους που τους κόλλησε η μανία να γράφουν και που μπορεί να είναι σαν άνθρωποι συμπαθέστατοι Και θα είτανε όμοια μάταιο να αραδιάσω ποιήματά και πεζά που είναι «μαγεία». Ας σκεφτούμε τους συγγραφείς που βρίσκονται όχι καταγραμμένοι στα λεξικά μήτε κοιμούνται στις βιβλιοθήκες, παρά που πραγματικά ζούν, που τους παίρνουμε και τους ξαναπαίρνουμε κάθε τόσο στα χέρια μας- αυτό είναι το μοναδικό κριτήριο της αξίας τους, τα άλλα ας τα χαίρονται οι δάσκαλοι και οι γραμματικοί-και θα νιώσουμε τι θέλω να πω με τη λέξη μαγεία. Μαγεία είναι το ύφος, ένας προσωπικός τρόπος να βλέπω, να αισθάνομαι και να λέω τα πράγματα και που εγώ μόνο τον έχω και άλλος  κανείς. Ο Θουκυδίδης έχει τέτοιο ύφος’ έχει και ο Παπαδιαμάντης.

          Πρέπει ωστόσο να ξεκαθαρίσω το πράμα. Μιλώντας για το μυθιστόρημα ειδικά, ο Julien Green, εδώ και κάμποσα χρόνια, είπε σε μιά συνέντευξη ότι πρέπει να έχει το δικό του το ύφος. «Το ύφος όπου «σκαλώνει» το μάτι δεν αξίζει τίποτε νομίζω προκειμένου για το αντικειμενικό μυθιστόρημα, γιατί το ύφος είναι ο συγγραφέας και δεν πρέπει να σκέφτεται κανείς το συγγραφέα σ’ ένα τέτοιο είδος βιβλίο. Πρέπει λοιπόν να ταπεινώσουμε το ύφος και να κάνουμε έτσι ώστε το θέμα να υπάρχει και να ζει από μόνο του. Άς βρίσκεται λοιπόν πάντα μπροστά σ’ ένα γεγονός και όχι μπροστά σε μιά φράση ο αναγνώστης». Την ίδια επάνω κάτω γνώμη- τη θυμίζει στο Γκρήν ο συνομιλητής του Φρειδερίκος Λεφέβρ- διατύπωνε, τον ίδιο καιρό, και ένας άλλος Γάλλος συγγραφέας, ο Ζαν Ζιροντού, που είχε ωστόσο τόσο την έγνοια του ύφους και που έχει ύφος τόσο προσωπικό. «Η τέχνη του μυθιστορήματος έγκειται προ πάντως στο να στήνει κανείς ζωντανά πρόσωπα (1)). Κάθε ερμηνεία (των πραγμάτων) πάρα πολύ ιδιότυπη, κάθε ποιότητα ύφους πάρα πολύ εμφανής (2)) μπορεί να μπει ανάμεσα στη μυθιστορία και στον αναγνώστη, να διακόψει την προσκόλληση τούτου σ’ εκείνην, να ζημιώσει την αληθοφάνεια».

          Το μυθιστορηματικό ύφος, λένε επάνω κάτω ο Ζιροντού και ο Γκρήν, χωρίς να είναι μαγικό, χωρίς κάθεαυτά τα λεκτικά στοιχεία του να μαγεύουν, έχουν ένα δυναμισμό, ένα παλμό, κάτι ανάμεσα και κάτω από τις λέξεις- που διαπερνά όμως τις λέξεις-το οποίον μας συνεπαίρνει. Πρόζα «καθαρή» δεν είναι η πρόζα του Μπαλζάκ,  ίσια-ίσια είναι πολύ «ακάθαρτη», το ίδιο και η πρόζα του Δοστογιέφσκι. Όταν όμως ανοίξεις ένα μυθιστόρημα (από τα «καλά») του Γάλλου ή του Ρώσου μυθιστοριογράφου, και διαβάσεις λίγες σελίδες, κάτι, δεν ξέρεις τι, από τη διήγηση από τα πρόσωπα, από το ζωγράφισμα του υλικού κόσμου, ξεπηδά, ηλεκτρικό, δαιμονικό, και κυριεύει όλο το είναι σου. Και διαβάζεις το βιβλίο, αιχμάλωτος αυτού του δαιμονικού ρεύματος, πού δεν καταφέρνεις να πεις, κι ας το νιώθεις να περνά στο είναι σου τόσο έντονα, πούθε έρχεται και ποιά ακριβώς συστατικά το απαρτίζουν.

          Και η κρίση τούτη ως ένα σημείο μόνο είναι σωστή, και η κρίση τούτη δε μπορεί να ρίξει το νόμο της μαγείας. Τα καλύτερα μυθιστορήματα, ακόμα και του Μπαλζάκ, είναι τα πιό «καλογραμμένα», εκείνα όπου το όραμα του καλλιτέχνη, το θέμα, τα πρόσωπα που επυράκτωσαν τη φαντασία του, εκείνα όπου η προσωπική του αίσθηση του κόσμου και της ζωής (η “interpretation”, όπως τη λέει ο Ζιροντού) βρήκαν και τις πιό «προσωπικές» λέξεις-τις πιό υποβλητικές, τις πιό μαγικές- για να εκφραστούν. Θυμηθείτε την αρχή του “Pere Goriot”, εκείνο το παρισινό μαιανδρικό παληοσόκκακο, και ύστερα, τη φριχτή εκείνη πανσιόν Βωκέ, και ύστερα, τους οικοτρόφους της πανσιόν, που προβάλλουν ένας-ένας σαν εφιαλτικές φιγούρες του Ντωμιέ. Είναι αλλεπάλληλοι «Ρέμπραντ», που μιά όταν τους αντικρίσεις, όσα χρόνια και αν περάσουν, δεν τους ξεχνάς. Και θυμηθείτε και στον Δοστογιέφσκι, εκείνα τα σπίτια που στάζουνε παλιοσύνη, και τους δρόμους και τα καταγώγια, και όλα τα μέρη όπου στις δραματικές ιδίως στιγμές (δεν υπάρχουν δα και άλλες στον Δοστογιέφσκι) περιφέρει τα πρόσωπά του. Το όραμα, οι εικόνες των υλικών αντικειμένων έχουν τέτοια δύναμη γιατί βρήκε ο συγγραφέας και λέξεις μαγικές για να τις αποτυπώσει. Άλλωστε, λέξεις και εικόνες κ’ αισθήματα, όλ’ αυτά δεν χωρίζονται. Το ζήτημα είναι η εντύπωση που μου δίνει το λογοτέχνημα, ό,τι κι αν τη γεννά, απ’ όπου κι αν βγαίνει, να ενεργεί, μαγικά, απάνω μου, να είναι μαγεία.

     Πολύ επιγραμματικά ξεκαθάρισε το πράμα ο Τ. Σ. Έλιοτ:Une emotion pure est un pur neant”. Και το ίδιο και μιά σκέψη σαν σκέψη απλή, κι’ ένα αίσθημα σαν αίσθημα απλό, και το κάθε τι που δε μετουσιώνεται σ’ αισθητικό «αντικείμενο» δε γίνεται μαγεία, για την τέχνη δεν έχει ύπαρξη. Ο Μπωντλαίρ έλεγε ότι η ποίηση πρέπει να είναι μιά “magie suggestive” μιά “sorcellerie evucatoire”. Και θα μπορούσε να το πει αυτό όχι μονάχα για την ποίηση παρά και για κάθε λογοτέχνημα. Και ακόμα παλιότερα, το σωστό νόημα του λογοτεχνήματος, το τί πρέπει να είναι το λογοτέχνημα και το τί πρέπει να μας προσφέρει το όριζε ο Montaigne, όταν έγραφε στο τέλος του δοκιμίου του για τις «Τρείς Συναναστροφές»,  (“De Trois Commerces”): «Αν κανένας μου πει ότι εξευτελίζουμε τις Μούσες, όταν τις μεταχειριζόμαστε για παιχνίδι μόνο και πασατέμπο’ δεν ξέρει, όπως εγώ, πόσο αξίζει η ηδονή, το παιχνίδι και το πασατέμπο: μόλις που δε λέω ότι κάθε άλλος σκοπός είναι γελοίος».

          Οι λογάδες, οι φαρισαίοι, οι ψευτοϊεροκήρυκες, οι αποτυχημένοι λογοτέχνες που τόριξαν στις ηθικολογικές και ιδεολογικές φαφλαταρίες και που βάλθηκαν να κάνουν τον τιμητή και τον κριτή, γιατί τα άλλα έρχονται σαν πιό δύσκολα και τίποτε πιό εύκολο δε γίνεται απ’ αυτό, όλα τα πρασινοκίτρινα ζούδια που βράζουν στο νεροζούμι τους, νύχτα μέρα, σα δαιμονισμένα δουλεύουν για να νοθέψουν το νόημα του λογοτεχνήματος.

          Έτσι βλέπουμε οι έννοιες του ύφους, της μορφής, της μαγείας, να γίνονται έννοιες παρακατιανές, ολότελα ασήμαντες, να σβήνουν. Να σκαρώσεις το «ποίημα», το διήγημα, το ρομάντσο, να γράψεις «βιβλίο», κι άς είναι ό,τι είναι. Οι πιό απρόσωποι, οι πιό ουδέτεροι, οι πιό άχρωμοι άνθρωποι, εκείνοι που δεν έχουν τίποτε μέσα τους και δεν μπορούν τίποτε δικό τους να πούν, καταφεύγουν στη λογοτεχνία. Και νομίζουν ότι κάνουν «λογοτεχνία». Ενώ δεν κάνουν παρά να σωρεύουν στις αρμαθιές το τυπωμένο χαρτί και άλλες αρμαθιές τυπωμένο χαρτί, και άσκοπα και μάταια- τόσο μάταια!- να ξοδεύουν χρήμα και χρόνο.

(1)., Το ίδιο πίστευε και η Βιρτζίνια Γούλφ.

(2)., Η ποιότητα του ύφους του Φλωμπέρ λ.χ. που, κατά τον Ζιροντού (δεν το λέει, το υπονοεί) ζημιώνει την αληθοφάνεια της «Κυρίας Μποβαρύ» ή της «Αισθηματικής Ανατροφής».

     ΚΛΕΩΝ  ΠΑΡΑΣΧΟΣ

Περιοδικό Νέα Εστία, έτος ΚΒ΄, τόμος 43ος, τχ. 493/ 15-1-1948, σ. 100-102.

Σχετικά

        ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΡΑ ΠΕΡΑΣΕ

Σήμερα η μέρα πέρασε γεμάτη πρόσχαρους θορύβους’

της γειτονιάς μου παίζοντας εύθυμα εκράξαν τα παιδιά,

και προς το βράδυ απ’ το βουνό μιά συντροφιά κατέβηκε

κι ώρα με γέλιο και φωνή επλημμύρισε το δρόμο.

Χειμερινός ήλιος γλυκός την καμάρα μου εζέστανε,

παντού απλωμένος μαλακά, στους τοίχους, στα βιβλία.

Τυραννικά, απ’ τα τωρινά κι’ απ’ τα παλιά δεν ήρθανε,

καθημερινές συντρόφισσες, οι Λύπες να με ζώσουν.

Μόνο χαρές, τρελές χαρές, μες στην ψυχή μου ξύπνησαν,

και γέλασαν και κράξανε και μ’ όλους κελαϊδήσαν

της μέρας όπου πέρασε, τους εύθυμους αχούς.

         Κλέων Β. Παράσχος 

   Κλέων Β. Παράσχος (Πύργος Βόρειας Θράκης 1894- Φιλοθέη 3/7/1964). Γεννήθηκε όπως και άλλοι Έλληνες εκτός ελληνικών γεωγραφικών κρατικών συνόρων των χρόνων εκείνων, στο Μπουργκάς της Βουλγαρίας και έφυγε ξαφνικά στο σπίτι του στην Φιλοθέη στις 3 Ιουλίου 1964. Η κηδεία του έγινε την επομένη στον Ναό της Αγίας Φιλοθέης, ο συγγραφέας, κριτικός και διευθυντής της «Νέας Εστίας» Πέτρος Χάρης τον αποχαιρέτησε εκ μέρος της Ελληνικής Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών δίχως να αποπερατώσει τις σπουδές του. Εργάστηκε περιστασιακά ως καθηγητής της γαλλικής γλώσσας, και κυρίως ως δημοσιογράφος σε διάφορες ημερήσιες δημοκρατικές εφημερίδες της εποχής και περιοδικά. Όπως το «Ελεύθερον Βήμα», η «Ακρόπολις», η «Καθημερινή», η «Πρωϊα» και άλλες. Συνεργάστηκε επίσης με το περιοδικό που εξέδιδε ο συγγραφέας και ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας που συνδέθηκε στενά με την πόλη του Πειραιά, ο Άριστος Καμπάνης, το «Νέον Κράτος» κατά την διάρκεια της 4ης Αυγούστου, και το περιοδικό που εξέδιδε η Ιταλική προπαγάνδα κατά τους χρόνους της Κατοχής, «Κουαδρίβιο». Για τις συνεργασίες του αυτές και ορισμένες του άλλες δραστηριότητες, στο ότι εργάστηκε στο Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών, του πρόσαψαν την μομφή ότι εμφορείτο από εθνικιστικές ιδέες. Μετά την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής κατακρίθηκε και πολεμήθηκε από μερίδα (αριστερών κυρίως) διανοουμένων και συγγραφέων. Οφείλουμε όμως εδώ να σημειώσουμε μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών, ότι τα ονόματα των ελλήνων ποιητών και πεζογράφων που φιγουράρουν στα συγκεκριμένα περιοδικά και σε άλλα έντυπα της ίδιας ιδεολογικής οπτικής,-της ανασύστασης του Γ΄ ελληνοχριστιανικού πολιτισμού που πρέσβευε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και ο εμπνευστής της στρατιωτικός πρωθυπουργός- δεν είναι και λίγα και είναι αρκετά γνωστά μας, μια και συνέχισαν στα μεταγενέστερα ιστορικά χρόνια να γράφουν και να εκδίδουν συλλογές και πεζογραφήματά τους, να αποτελούν σημαίνοντα μέλη της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας. Να θυμίσουμε εξάλλου, ότι μπορεί ο Κλέων Β. Παράσχος να βραβεύτηκε με το πρώτο κρατικό βραβείο κριτικής του Υπουργείου Παιδείας το 1939, αλλά και ότι ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, βραβεύτηκε μαζί με μία ισπανίδα χορεύτρια από τον τότε δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο, και επί των σύγχρονων ημερών μας, την πολιτική υποστήριξη του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο κόμμα της Πολιτικής Άνοιξης του Καλαματιανού συντηρητικού πολιτικού. Ο κριτικός Κλέων Β. Παράσχος τιμήθηκε εκ νέου το 1956 με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου. Υπήρξε ακόμα μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, δραστήριο μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του τότε Βασιλικού Θεάτρου έως τον ξαφνικό θάνατό του.

   Ο πολυγραφότατος και ακούραστος Κλέων Β. Παράσχος εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με τα φιλολογικά ψευδώνυμα «Λεύκος Ιτιώτης», «Μαρσύας» κλπ, δημοσιεύοντας ποιήματά του στα περιοδικά «Ελλάς» και «Ποιητική Έκδοσις» στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα. (1913). Στο δεύτερο περιοδικό υπήρξε και μέλος της Συντακτικής Ομάδος που το εξέδιδαν. Οι τίτλοι των περιοδικών που κατά διαστήματα συνεργάστηκε είναι αρκετοί, αναφέρουμε ορισμένους: «Γράμματα της Αλεξάνδρειας», «Κριτική και Τέχνη», «Βωμός», «Αναγέννηση», «Λόγος», «Εβδομάς», «Μούσα», «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», «Νέα Εστία» κλπ. Την κρίσιμη ιστορικά και δραματική χρονιά για τον Ελληνισμό της Μικρασιατικής Καταστροφής, το 1922, ο κριτικός και ποιητής εκδίδει την ποιητική του συλλογή «Εικοσιοχτώ ποιήματα του Κ. Β. Παράσχου και Είκοσι δύο του Μπωντλαίρ». Ασχολήθηκε με διάφορα είδη του γραπτού λόγου: Χρονικά, Αυτοβιογραφικά κείμενα, Ταξιδιωτικά, Χρονογραφήματα, Ποίηση, Πεζό, Δοκίμιο, Μελέτες, Θεωρητικά Κείμενα Κριτικής και Λογοτεχνίας, Βιβλιοκριτικές, Αρθρογραφία, Ημερολογιακές σημειώσεις, Μεταφράσεις κλπ. Ταλαντούχος και εμπνευσμένος διέθετε μεγάλη ευρωπαϊκή παιδεία και κατάρτιση πάνω στην ελληνική και την γαλλική λογοτεχνία. Επηρεάστηκε κυρίως από τον γαλλικό συμβολισμό, το ρεύμα του νεορομαντισμού και το κίνημα του αισθητισμού. Άφησε πίσω του ένα σχετικά μεγάλο και σημαντικό κριτικό και δοκιμιακό έργο, θεωρητικές του θέσεις πάνω στην λειτουργία της γραφής και την αξία της λογοτεχνίας. Αρκετά γνωστά μας ονόματα της ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας κέντρισαν την προσοχή του και έγραψε για αυτά, ενώ αρκετά πλούσια είναι και η κριτικογραφία του. Η ποιητική του παρουσία δεν είναι και τόσο γνωστή, γνωστότερες είναι οι μελέτες του, τα δοκίμιά του και οι θεωρητικές του κριτικές θέσεις πάνω σε ζητήματα και προβλήματα της λογοτεχνίας.

   Ο Κλέων Β. Παράσχος υπήρξε κατά κοινή ομολογία ένας από τους σημαντικότερους έλληνες κριτικούς και δοκιμιογράφους, θεωρητικός της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Ένα καλλιεργημένο άτομο με στέρεα παιδεία, ανοιχτό μυαλό και εποπτεία του καλλιτεχνικού χώρου, το οποίο ασχολήθηκε-και με τι δεν ασχολήθηκε αλήθεια, με τον πεζό και τον έμμετρο λόγο, το δοκίμιο, την βιογραφία, ως γαλλομαθής με την μετάφραση γαλλικών ποιημάτων, υπήρξε πολύ καλός ανθολόγος, κριτικός λογοτεχνίας από τους λίγους και ξεχωριστούς που ανέδειξε ο ελληνικός κριτικός λόγος και η ελληνική κριτική σκέψη. Σημαντικός Βιβλιοκριτικός. Ένας άνθρωπος της τέχνης πλασμένος από την υψηλή στόφα του καλλιτέχνη που υπερβαίνει την γενέθλια γλώσσα του τόπου καταγωγής του που γράφει και τα λογοτεχνικά πεδία της χώρας του από τα οποία προέρχεται. Τον χαρακτήρισαν στην εποχή του «εθνικιστή» για τις συνεργασίες και συμμετοχές του σε περιοδικά των δύσκολων εκείνων χρόνων. Αν κάνουμε όμως τον κόπο να διαβάσουμε τα βιβλία που εξέδωσε, ό,τι μετέφρασε, τα δοκίμια που έγραψε, τις εκατοντάδες βιβλιοκριτικές που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες (έστω και μόνο αυτές που σταθερά δημοσίευε στο παραδοσιακό περιοδικό «Νέα Εστία»), στην εφημερίδα «Καθημερινή», θα δούμε ένα πνεύμα ανήσυχο, τολμηρό, μια σκέψη συγκροτημένη και συνεχώς εμπλουτιζόμενη, έναν νου στοχαστικό, μία ανθρώπινη ύπαρξη φιλοσοφημένη με μεγάλη παιδεία και ποικίλο εύρος γνώσεων. Ορισμένοι εξέφρασαν την άποψη ότι η σκέψη του είναι μονομερής, θέλοντας να τον μειώσουν, λέγοντάς μας ότι η παιδεία του είναι «αποκλειστικά» προσανατολισμένη προς την Γαλλική λογοτεχνική παράδοση και πολιτισμό, αλλά θα τους υπενθυμίσουμε την αντίστοιχη περίπτωση του εθνικού μας ποιητή και δασκάλου της κριτικής σκέψης Κωστή Παλαμά και τον όποιο μεγαλοιδεατισμό του έργου του και την μεγάλη του γαλλική παιδεία. Ο προσανατολισμός της ερμηνευτικής της σκέψης του Κλέωνος Β. Παράσχου είναι σίγουρα γαλλικός, όμως γνωρίζουμε ότι οι πλείστοι των λογίων και των λογοτεχνών στην χώρα μας τους δύο προηγούμενους αιώνες, η γενική τους παιδεία και η μόρφωσή τους ήταν γαλλική, ταξίδευαν συχνά και σπούδασαν στην Πόλη του Φωτός. Δεν υπήρξαν μόνο γαλλομαθείς αλλά και γνώστες της γαλλικής κουλτούρας, του πολιτισμού και των γαλλικών γραμμάτων. Ταξίδευαν συχνά στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας για να ενημερωθούν για τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα, να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις, να δουν από κοντά διεθνείς εκθέσεις ζωγραφικής, επισκέπτονταν Μουσεία, συμμετείχαν ως ακροατές σε επιστημονικά και τεχνολογικά εφευρέσεων παγκόσμια συνέδρια, άκουγαν και συνομιλούσαν με επιφανείς γάλλους και άλλων εθνοτήτων λογοτέχνες. Ερχόντουσαν σε άμεση επαφή με τα σύγχρονα μοντέρνα ρεύματα της ποίησης, της πεζογραφίας, της κριτικής σκέψης, των φιλοσοφικών θεωριών, της τέχνης ευρύτερα. Και τις πολύπτυχες αυτές εμπειρίες τους και πολλαπλών προδιαγραφών σύγχρονες γνώσεις και πνευματικές ζυμώσεις μετέφεραν κατόπιν στην χώρα μας, τις γνώριζαν στο ελληνικό κοινό των περιοδικών και των εφημερίδων που δημοσίευαν τις εντυπώσεις τους. Σε μία Ελλάδα που αγωνίζονταν να βρει τους δικούς της καλλιτεχνικούς βηματισμούς ακολουθώντας ασθμαίνοντας τις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες και πνευματικά επιτεύγματα, μια και δεν ευτύχησαν οι Έλληνες των πνευματικών και άλλων αγαθών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Πέρα από τον πολιτικό στίβο στην Ιστορία της η πατρίδα μας, είχε αναπτύξει παλαιόθεν, διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, φιλικές σχέσεις και συνεργασίες στους πολιτιστικούς τομείς και χώρους με την φίλη χώρα Γαλλία. Όχι μόνο ο Χιώτης διαφωτιστής δάσκαλος Αδαμάντιος Κοραής, ως ο κυριότερος έλληνας της διασποράς, αλλά και πλήθος άλλων ελλήνων λογίων, διανοουμένων, συγγραφέων και προσωπικοτήτων κατέφυγαν στην μεγάλη και κέντρο του Πολιτισμού Γαλλία και σταδιοδρόμησαν, ορθοπόδησαν εργασιακά και μορφωτικά. Σημαντική η συμβολή και η βοήθεια του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών και των υπευθύνων του σε κρίσιμες ιστορικά και πολιτικά περιόδους στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες όπως γνωρίζουμε, βοήθησαν οικονομικά με τις υποτροφίες και συμπαραστάθηκαν σε χιλιάδες Έλληνες να βρουν καταφύγιο στην Γαλλία, να προστατευθούν από τις διώξεις των εδώ συντηρητικών κυβερνόντων, να σπουδάσουν στα Γαλλικά Πανεπιστήμια να κάνουν διεθνή καριέρα, να γνωρίσουν το ελληνικό πνεύμα και τους έλληνες συγγραφείς στο γαλλικό και μέσο της Ευρωπαϊκής αυτής χώρας στο διεθνές κοινό.

Βλέποντας από την εύλογη ιστορική απόσταση τα λογοτεχνικά μας πράγματα, σήμερα, όσον αφορά τον Κλέωνα Β. Παράσχο θα υποστηρίζαμε ότι οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί που του πρόσαψαν είτε ως «εθνικιστή» είτε ως μονομερή «γαλλοτραφή» δεν ισχύουν, ήσαν άδικοι, ή τουλάχιστον υπερβολικοί ακόμα και για τα χρόνια που εκείνος έδρασε και κοινοποιούσε τις ιδέες και τις απόψεις του με τα γραπτά και τα βιβλία του. Όπως φουριόζικοι και επιπόλαιοι-ας το υπενθυμίσουμε- ήσαν και οι ελάχιστοι χαρακτηρισμοί ενάντια στον νομπελίστα μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη που τον είδαν σαν «μία κακή απομίμηση του άγγλου ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ» και ακόμη και στις μέρες μας δημοσιεύονται στο διαδίκτυο και γράφονται αρνητικά σχόλια για τον Σεφέρη ως διπλωμάτη στην περίπτωση του Κυπριακού και την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά. Αλλά ακόμη, και το δεύτερο ελληνικό ποιητικό νόμπελ μας, ο Οδυσσέας Ελύτης, δεν ξέφυγε από τα «χολερικά» βέλη της κριτικής ορισμένων, θεωρώντας ότι η Ευρωπαϊκή ποιητική παράδοση διαθέτει τους δικούς της Λυρικούς δημιουργούς, όπως ο Πωλ Ελυάρ, ο Φρήντριχ Χέλντερλιν, ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο Σέλλεϋ κλπ. ώστε να δεχθεί την συμβολή ενός έλληνα λυρικού ποιητή της σύγχρονης Ελλάδας. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε σε άλλα μονοπάτια.

   Η ίδια η εμπειρία της Ζωής λοιπόν έχει σημασία μας λέει η σοφή και σοβαρή φωνή του Κ. Β. Παράσχου και όχι η τέχνη της Γραφής, και ποιος θα αμφισβητούσε μια τέτοια ώριμη και κατασταλαγμένη διαπίστωση ενός πολύπειρου γραφιά, όμως το «μικρόβιο» της γραφής είναι κάτι που δεν καταπολεμήθηκε μέχρι σήμερα στην περιπέτεια της ανθρώπινης ιστορίας και πολιτισμού από κανένα «εμβόλιο» πριν και μετά τον Γουτεμβέργιο.

  Κατά την μικρή και ταπεινή μας κρίση, ο Κλέων Β. Παράσχος και ο δοκιμιογράφος Γιάννης Χατζίνης είναι δύο από τις σημαντικότερες μορφές της Ελληνικής λογοτεχνίας που καθόρισαν το κριτικό βλέμμα αρκετών ελληνικών γενεών της φιλαναγνωσίας, των φίλων της ποίησης και της πεζογραφίας, της δοκιμιακής γραφής, της θεωρητικής σκέψης. Άνοιξαν δρόμους νέας θεώρησης και εξέτασης των Λογοτεχνικών μας πραγμάτων. Ιδιαίτερα ο Κλέων Β. Παράσχος υπήρξε ακούραστος και πολυγραφότατος και τα δοκίμιά του και οι κριτικές του όπως και του Γιάννη Χατζίνη έχουν άρωμα Ελλάδας, ελληνικής κριτικής σκέψης και προβληματικής, ανασύνθεσης των όσων ευρωπαϊκών θεωριών έχουν γνωρίσει και σπουδάσει. Ελληνικός Κριτικός λόγος που «λάμπει», καθόλου σκοτεινός και ομιχλώδης, (ασιατικής μεταφυσικής θολούρας) όπως άλλων ακόμα και στις μέρες μας. Αν δεν λαθεύω, τα κατά καιρούς δημοσιεύματα του Κλέωνος Β. Παράσχου βρίσκονται ακόμα διάσπαρτα σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και εφημερίδες, δεν έχουν συγκεντρωθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί. Οι μελέτες που έχει εκδώσει αυτόνομες σε βιβλία δεν έχουν ανατυπωθεί και σχολιαστεί όπως τους αξίζει από όσο γνωρίζω, ούτε και τα Ποιήματά του, τα όποια Πεζά του, οι Ημερολογιακές του σελίδες, που δεν έχουν και πολλά να ζηλέψουν από εκείνες του Αντρέ Ζίντ. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένες από τις μεταφράσεις του και η Ανθολογία του.

    Τα Λογοτεχνικά Πάρεργα θυμούνται συχνά την περίπτωση του Κλέωνος Β. Παράσχου και μεταφέρουν κρίσεις και θέσεις του. Η κριτική του φωνή και σκέψη θεωρεί ο γράφων ότι δεν είναι μία παλαιά παραδοσιακή, «παλαιομοδίτικη» φωνή των προηγούμενων αιώνων της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης που την σκέπασε η λήθη του χρόνου και η αναγνωστική λησμονιά των συγχρόνων φιλαναγνωστών και κριτικών. Η κριτική σκέψη του Κλέωνος Β. Παράσχουν έχει ακόμη αρκετά να μας μάθει, ορισμένες πλευρές της οπτικής της παραμένουν και σήμερα σύγχρονες, μεθοδικά αποτελεσματικές στην εξέταση ελληνικών λογοτεχνικών ζητημάτων και φωτισμού των έργων και της παρουσίας και συμβολής λογοτεχνών μέσα στο ελληνικό και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Ο Κλέων Β. Παράσχος δεν ανήκει μόνο στην εποχή του όπως την καθρέφτισε στα έργα του και αποτύπωσε στη γραφή του αλλά και στην δική μας και αυτό, δεν είναι υπερβολή.

ΕΓΡΑΨΕ (*)

 Β Ι Β Λ Ι Α

- Κλέων Β. Παράσχος, Εικοσιοχτώ ποιήματα και είκοσι δύο του Σάρλ Μπωντλαίρ (Charles Baudelaire). Εκδ. Ζηκάκη, (1922). [Ποίηση-Μεταφράσεις]

-Εκλογή από τα ωραιότερα νεοελληνικά ποιήματα, εκδ. Φλάμμα, Αθήνα 1931. [Ποιητική Ανθολογία με την συνεργασία του Ξενοφώντα Λευκοπαρίδη].

- Ίων Δραγούμης, Αθήναι 1936. Β΄ έκδοση: Ίων Δραγούμης- Δέκα Άρθρα στο Νουμά, εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψη χ.χ. (Ιστορικό αφήγημα)

-Δέκα Έλληνες Λυρικοί, Αθήναι 1937. Β’  έκδοση Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη, Αθήνα 1962 (Δοκίμια)

-Μορφές και Ιδέες, Πρώτος κύκλος 1938 (Πεζό)

- Μακρυνή Μουσική, εκδ. Τυπογραφείο-Εκδόσεις Μαυρίδη 1940. Β΄ έκδοση Τυπογραφείο Προμηθεύς, Αθήνα 1961. [Ποίηση]

-Κύκλοι. Εκδόσεις Ροδάκη, Αθήναι 1939/1940 [(Ποιήματα(;)/ (Μελέτη(;)]

-Εισαγωγή στη Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση, εκδόσεις Γκοβόστη χ.χ. (1941) (Δοκίμιο)

-Η Καλλιτεχνική Δημιουργία. Δοκίμιο. Εκδόσεις Ίκαρος χ.χ. (1944) (Δοκίμιο)

-Χρονικό. Κύκλος Πρώτος. εκδόσεις περιοδικού Φιλολογικά Χρονικά 1945 (Πεζό)

-Παραμύθι, εκδ. Άλφα 1949 [πεζό]

-Εμμανουήλ Ροΐδης, Η ζωή, το έργο, η εποχή του. Δύο τόμοι. τόμος Α΄ Αθήνα 1942. Τόμος Β΄ 1951 εκδόσεις Αετός.// Βασική Βιβλιοθήκη

-Βιογραφία, «… Μετοπωρινόν ομβρήσαντος Ζηνός ερισθενέος…», εκδόσεις Τύποις Πυρσού, Αθήναι 1951. (Αυτοβιογραφικό Ημερολόγιο/ Πεζό)

-Έλληνες Λυρικοί από τον Σολωμό έως Σήμερα. Και Τρία Δοκίμια. (Τι είναι η Ποίηση // Ησίοδος// Σαπφώ). Εκδόσεις Σ. Σπυρόπουλος, Αθήναι 1953

-Ευρωπαϊκή Πεζογραφία και Ποίηση, εκδόσεις Δίφρος 1956 (Δοκίμια)

-Μορφές και Ιδέες (Κύκλος νέος), Αθήναι 1956 (Δοκίμιο)

-Βιογραφία. Νέες σελίδες, Αθήναι 1957 (Πεζό)

-Πρόσωπα και Ιδέες, 1955 (μελέτες)

-Μεσόγειος, Αθήναι 1961 (Διήγημα)

-Ανθολογία της Ευρωπαϊκής και Αμερικάνικης Ποιήσεως, εκδ. Σίμος Σιμεωνίδης, 1962. / Β΄ έκδοση, εκδόσεις Αρμός [Ανθολόγιο]

-Προβλήματα Λογοτεχνίας, εκδόσεις Ζάρβανος 1964 (Δοκίμιο)

ΜΕΤΕΦΡΑΣΕ

-• Richard Dehmel, Λυτρωμός, 1915. (Ποίηση) Η μετάφραση έγινε σε συνεργασία με τον Άγγελο Βαρβαγιάννη

-Γκυ ντε Μωπασάν, Ο Φιλαράκος (Μυθιστόρημα) τόμος β΄(;), εκδόσεις  Ζηκάκη 1925

- Henri d’ Almeras, Άντρες που αγαπήθηκαν. (πεζό) εκδόσεις Οι φίλοι του Βιβλίου 1945

-Οκτώ Δοκίμια του Montaigne. Γαλλικό Κείμενο. Μετάφραση. Πρόλογος. Σημειώσεις Κλέωνος Β. Παράσχου. εκδ. Collection De LInstitut DAthenes, 1957. Το βιβλίο αφιερώνεται: «Στο Θείο μου ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΗ που ήταν το πάθος του ο MONTAIGNE».

- Ζάν Μωρεάς, Στροφές  (Ποίηση). Περιλαμβάνει μελέτη για το έργο του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου  και σημείωμα για την μετάφραση από τον Κ.Β. Παράσχο. Αθήνα 1964.

-CHARLES  BAUDELAIRE, Είκοσιοχτώ Ποιήματα. Επιλογή-Μετάφραση Κλέων Παράσχος, εκδ. Πλέθρον 1981. Περιλαμβάνει την «Τοποθέτηση του BAUDELAIRE» από τον Paul Valery σε απόδοση του Ανδρέα Καραντώνη. «Η Ζωή και το έργο του Baudelaire» του Κ. Β. Παράσχου από το περιοδικό «Μούσα» (Μάϊος 1922). «Σημείωμα του επιμελητή» Αλέξη Ζήρα καθώς και το κείμενο για τον γάλλο ποιητή του άγγλου νομπελίστα ποιητή Τόμας Στέρν Έλιοτ (Tomas Stern Eliot).

- Γουέλς, Στη χώρα των τυφλών και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Γ. Βασιλείου, Αθήνα χ.χ.

Επίσης, έχει μεταφράσει Το βιβλίο «Τόνιο Κρέγκερ» του Τόμας Μανν. Αποσπάσματα από τους «Στοχασμούς» του Μπλαζέ Πασκάλ, τα «Ιταλικά Χρονικά» του Σταντάλ, κείμενα του Αντρέ Ζίντ, του Μαρσέλ Προυστ, του Σατωμπριάν, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε κλπ. Έγραψε ακόμη την Βιογραφία του ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, δύο τόμους Ημερολογίου με τίτλο «Ανθρώπινη Μέρα» και Θεατρικά σημειώματα, όπως ο ίδιος αναφέρει.

(*) Σημείωση: Η κατάθεση της Εργογραφίας του Κλέωνος Β. Παράσχου γίνεται με την σχετική προσοχή και επιφύλαξη εκ μέρους μας, και ενδέχεται να υπάρχουν κενά ή άλλα προβλήματα στην σύνταξή της, μια και δεν έχουμε συναντήσει ούτε διαβάσει όλα του τα έργα, Πρωτότυπα και Μεταφραστικά. Χρήσιμη βοήθεια μας στάθηκε το Ημερολογιακό του βιβλίο «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ» -η εξιστόρηση της πνευματικής και καλλιτεχνικής του πορείας- καθώς και οι σχετικοί τίτλοι εργασιών του που αναφέρονται στις μέσα αριστερές σελίδες των βιβλίων του. όπως:- «Η Καλλιτεχνική Δημιουργία», σελ.4. -«Έλληνες Λυρικοί» σελ. 4, -«Δέκα Έλληνες Λυρικοί» σελ. 4. κ.ά.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ Π Η Γ Ε Σ

1., περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Έτος ΛΗ΄- Τόμος 76ος – Τεύχος 894/ Αθήναι, 1 Οκτωβρίου 1964.  Αφιέρωμα στον ΚΛΕΩΝΑ Β. ΠΑΡΑΣΧΟ

-Φωτογραφία του ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΥ, σ.1352

-ΠΕΤΡΟΣ ΧΑΡΗΣ, ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, σ.1353

-ΑΛΚΗΣ ΘΡΥΛΟΣ, Ο ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ [Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΣ’ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ], σελ. 1354-1356

-ΠΑΝΟΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ, Ο ΚΛΕΩΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΘΕΣΗ, σ. 1357-1361

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΙΝΗΣ, Η ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΑΘΛΟ, σ.1362-1364

-ΠΕΤΡΟΣ ΓΛΕΖΟΣ, ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ, σ.1364

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΑΤΣΙΚΑΣ, Η «ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ» ΤΟΥ ΚΛΕΩΝΟΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥ, σ. 1365-1369

-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΑΣ, σ. 1370- 1373

-ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, σ. 1374-1379

Α) ΑΠΟ ΤΑ «ΕΞΗ ΛΥΡΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ», 1374 (ποίημα)

Β) ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΝΥΧΤΩΔΙΑ, 1374-1375 (ποίημα)

Γ) ΒΑΡΚΕΣ ΕΠΕΡΑΣΑΝ, 1375 (ποίημα)

Δ) MADRIGAL  TRISTE «Στον Πάνο Καραβία», σ.1375 (ποίημα)

Ε) ΑΝΑΜΟΝΗ, σ. 1375-1376 (ποίημα)

    ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

1., CHARLES  BAUDELAIRE, -ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ, 1376-1377. – Η ΚΟΜΗ, 1377-1378.

2., JEAN  MOREAS, (Απ’ τις «ΣΤΡΟΦΕΣ»).- ΒΙΒΛΙΟ Χ, 1378. –ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ ΧΙΙ, 1379.- ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ ΙΙ, 1379

-ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ  ΣΕΛΙΔΕΣ. ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ, 1380-1384.  [Το κείμενο αυτό το υπαγόρευσε ο Παράσχος στην κυρία Βάσω Κλ. Παράσχου λίγο πρίν πεθάνει].

-ΚΛΕΩΝ Β. ΠΑΡΑΣΧΟΣ, ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ*, σ.1385-1386

*Σημ. τ. «Νέας Εστίας»- «Είναι οι τελευταίες σελίδες του ημερολογίου του, που τις έγραψε ο Κλέων Β. Παράσχος μετά την επιστροφή του από το ταξίδι του, μία εβδομάδα πρίν από το θάνατό του.

ΠΡΩΤΕΣ  ΚΡΙΣΕΙΣ*, σ.1387-1393

*Τα κείμενα που ακολουθούν αναδημοσιεύονται από Αθηναϊκές εφημερίδες και δείχνουν πόση αίσθηση έκαμε ο απροσδόκητος θάνατος του Κλ. Β. Παράσχου. Προηγήθηκε το άρθρο του κ. Πέτρου Χάρη «Ένας ευαίσθητος δέκτης», που αναδημοσιεύτηκε κι αυτό από την «Ελευθερία» της 9 Ιουλίου στο τεύχος μας (889) της 15 Ιουλίου. Η «ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ».

-Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑΣ, («Το Βήμα», 10 Ιουλίου 1964), ΚΛΕΩΝ ΠΑΡΑΣΧΟΣ, σ.1387-1388

-Ι. Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, («Ελευθερία», 12 Ιουλίου 1964), ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΜΟΛΥΒΙ, σ.1388-1390

-ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ, («Το Βήμα», 15 Ιουλίου 1964) ΣΤΗΝ ΑΠΟΒΑΘΡΑ ΤΩΝ ΙΣΚΙΩΝ, σ. 1390-1391

-ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, («Το Βήμα», 22 Σεπτεμβρίου 1964) ΘΥΜΗΣΗ ΚΛ. ΠΑΡΑΣΧΟΥ, σ. 1392-1393.

-2., Μιχάλης Γ. Μερακλής- Ευδοκία Παραδείση, Λήμμα στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 1733-1734, των εκδόσεων Πατάκη 2007.

3., Μανώλης Γιαλουράκης, Λήμμα στην Λογοτεχνία των Ελλήνων, των εκδόσεων Χάρη Πάτση, τόμος 11ος, σελ. 390-394. Περιλαμβάνει δύο ποιήματά του και απόσπασμα από κείμενό του για την γνωριμία του με τον ποιητή Μιλτιάδη Μαλακάση.

     ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Σε κάποια πολιτεία, καιρό φτασμένος,

μόνος γυρίζω, όλη τη μέρα μόνος’

πόθος ούτ’ ένας μέσα μου, ουδέ πόνος,

κ’ είμαι απ’ το κάθε τι ο ξεδιψασμένος.

 

Ποτέ, από πού έχω ερθεί, δεν το λογιάζω

να μου το ειπούν’ μιλώ, δε μου μιλάνε’

πικροχαμογελάνε, αντιπερνάνε,

σαν να μην είμαι, σα να μην τους μοιάζω.

 

Κι όταν μεσημερνός ο ήλιος κεντρώσει

και περ’ ως περ’ η χώρ’ όλη ερημώνει,

κι ουδέ σε θύρα ουδέ σε παραθύρι

 

γροικάς ποτέ, θωρείς ποτέ κανένα,

κάτασπρη πολιτεία φαντάζει ως ένα

παλιό λησμονημένο κοιμητήρι.

        Κ. Β. Παράσχος

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20 Ιουνίου 2026

ΥΓ1.. Δεν μας έφταναν οι μηνιαίες αυξήσεις που έδωσε η Νουδούλα στους Μητροπολίτες, έχουμε και τους Λαγοκέφαλους. «Γι’ αυτό σου λέω πάμε, πάμε να φύγουμε από εδώ και μην ρωτάς που πάμε, Πάμε….»

ΥΓ. 2. Περίπου 100.000 είναι οι σύγχρονοι Έλληνες Δωδεκαθεϊστές στην Ελλάδα ακούσαμε σε μεσημεριανή εκπομπή. Δίας- Γιαχβέ σημειώσατε !!!!!!    

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

 Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

του Δημήτρη Δασκαλόπουλου

   «Νομίζω ότι αν οι γενεές όσες μπόρεσαν να εργασθούν μετά την έκδοση της Ελληνικής Βιβλιογραφίας εξεδήλωσαν μεγαλύτερη ροπή από τις παλαιότερες, προς την μέτρηση, προς την στάθμιση, απέβαλαν, μερικά, την ρητορικότητα, τούτο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ερευνητικές δυνατότητες τις οποίες άνοιξε η βιβλιογραφία αυτή. Από τις αιτίες που έφεραν την ελληνική λογιοσύνη πιο κοντά προς την πραγματικότητα, η εγγύτερη,  εκείνη, δηλαδή, που έχει άμεση σχέση με τα γράμματα, είναι χωρίς αμφιβολία, η ύπαρξη της Ελληνικής Βιβλιογραφίας. Βεβαίως δουλεύει πάντοτε η πολύπλοκη αλληλενέργεια ανάμεσα στο αίτιο και το αιτιατό, ανάμεσα στο όργανο και την λειτουργία, στην προσφορά και την ζήτηση’ το γεγονός όμως είναι ότι αυτό το έργο ήρθε στην ώρα του και απέδωσε το μέγιστο από όσο μπορούσε κανείς να ευχηθεί» (1).

   Μιά και αφιερώνουμε το πρώτο τούτο Συνέδριο Ελληνικής Βιβλιογραφίας στον Κ. Θ. Δημαρά, τιμώντας έτσι τη γονιμότατη και πολυδύναμη παρουσία του στον χώρο της νεοελληνικής παιδείας, θεώρησα σκόπιμο να ξεκινήσω τη σύντομη εισήγησή μου με δικά του λόγια. Ειπωμένα τούτα τα λόγια για τον αείμνηστο Δημήτριο Σ. Γκίνη και την ευεργετική προσφορά του στον τομέα της εθνικής μας βιβλιογραφίας, μπορούν κάλλιστα να σηματοδοτήσουν την ωφελιμότητα της βιβλιογραφικής έρευνας και σε μικρότερους ή ειδικότερους τομείς, όπως είναι η περιοχή της λογοτεχνίας.

   Αν η αναδρομική εθνική βιβλιογραφία μας διαθέτει ένα μάλλον συστηματικά μελετημένο παρελθόν, τουλάχιστον για την περίοδο μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, είναι γνωστό ότι δε συμβαίνει το ίδιο με τη βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αναζητώντας ένα όχι και τόσο αβίαστο άλλοθι προκειμένου να δικαιολογήσουμε τα πράγματα, μπορούμε να αναλογιστούμε την καθυστέρηση και τη βραδύτητα με την οποία αυτονομήθηκαν οι νεοελληνικές σπουδές, όχι μόνον σε διεθνές αλλά, κυρίως, σε εθνικό επίπεδο. Κάπως διαγραμματικά θα μπορούσα να πω ότι μέχρι το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου η βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας διέρχεται τη νηπιακή της φάση, η οποία σημαδεύεται από δύο αξιομνημόνευτα γεγονότα. Το πρώτο είναι η απροσδόκητη εμφάνιση του Γ. Κ. Κατσίμπαλη στον βιβλιογραφικό χώρο. Ο δεύτερο είναι ότι γράφονται, με αφορμή την πρώτη βιβλιογραφία του Κατσίμπαλη, δύο βαρυσήμαντα κείμενα που παρόμοιά τους δεν αξιώθηκε έκτοτε άλλος βιβλιογράφος ως σχολιασμό της εργασίας του. Πρόκειται για τις εκτενείς βιβλιοκρισίες που γράφτηκαν για τον πρώτο-όπως απεδείχθη εκ των υστέρων-τόμο της παλαμικής βιβλιογραφίας του Κατσίμπαλη. Η μία προέρχεται από τον Βασίλη Λαούρδα, και η δεύτερη, μεθοδολογικώς αξεπέραστη μέχρι σήμερα, από τον Ιωάννη Συκουτρή (2).

   Η βαρειά σκιά του Κατσίμπαλη, ο οποίος σχεδόν μονοπωλεί την εποχή εκείνη τις επιδόσεις στη βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας, και η συχνά παρεξηγημένη και παρεξηγήσιμη συμπεριφορά του φαίνεται να δημιουργούν δυσμενές και υποτιμητικό κλίμα για τη σημασία και τη σπουδαιότητα της βιβλιογραφικής έρευνας. Αν διαβάζω σωστά, εναντίον του Κατσίμπαλη στοχεύει η πετριά που ρίχνει το 1938 ο Πέτρος Χάρης, δίνοντας συνέντευξη στον Γ. Περαστικό: «Αλλά, για κοιτάξτε! Πάρα λίγο να ξεχάσω τους πιο παράδοξους τύπους-της πνευματικής μας κινήσεως. Είναι οι «βιβλιογράφοι». Σε όλον τον κόσμο την δουλειά τους, απλή, μηχανική εργασία, άσχετη εντελώς με την κριτική, την κάνουν υπάλληλοι βιβλιοθηκών, κατώτεροι συνήθως, που δεν έχουν αξιώσεις και δεν αποκτούν οι δυστυχισμένοι ποτέ όνομα. Εδώ οι βιβλιογράφοι θέλουν να γίνουν πνευματικοί οδηγοί. Και μη χειρότερα!»

   Μετά τον πόλεμο, όταν η λογοτεχνία μας αρχίζει να διασχίζει τα σύνορα και να μεταφράζεται σε ξένες γλώσσες, θερμαίνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τη σύγχρονη πνευματική ζωή και είναι φυσικό να αναζητούνται σταθερότερα από άλλοτε και περισσότερο αξιόπιστα ερείσματα για τη μελέτη προσώπων και έργων. Έως το τέλος της δεκαετίας του 1960 ο Κατσίμπαλης θα δώσει το ωριμότερο και συστηματικότερο μέρος του βιβλιογραφικού του έργου, ενώ παράλληλα εμφανίζονται καινούργια ονόματα, καθώς και άλλης μορφής έργα, όπως είναι οι πίνακες λέξεων και οι ευρετηριάσεις περιοδικών. Η βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας διατηρεί, πάντως, μέχρι τις μέρες μας έναν προσωποκεντρικό, θα έλεγα, χαρακτήρα. Το μέγιστο μέρος των βιβλιογραφικών εργασιών που συντάσσονται έχουν ως θέμα τους το έργο λογοτεχνών και τη γύρω από το έργο φιλολογία. Η αριθμητική αύξηση βιβλιογραφικών εργασιών κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει ποσοτική και όχι ειδολογική διαφορά από το παρελθόν. Μια πρόχειρη καταμέτρηση που επιχείρησα, με βάση τα στοιχεία που μας παρέχει ο Γ. Ι. Φουσάρας στο έργο του Βιβλιογραφία των Ελληνικών Βιβλιογραφιών, απέδωσε 30 τίτλους για το χρονικό διάστημα που καλύπτει το έργο αυτό. Αντιθέτως, σύμφωνα με στοιχεία που άντλησα από το βιβλίο του Π.Δ. Μαστροδημήτρη Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία, για τις τελευταίες τέσσερεις δεκαετίες έχουν καταγραφεί περισσότερες από 80 συναφείς εργασίες. Τα στοιχεία αυτά αφορούν, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, βιβλιογραφικές εργασίες για πρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (3).

   Τα έργα των Φουσάρα και Μαστροδημήτρη, που ανέφερα ήδη, συνιστούν (παρά την αυτονόητη ευρύτερη εμβέλειά τους) δείγματα εργασιών από εκείνες που δεν είναι συχνές στον χώρο της μελέτης της λογοτεχνίας μας. Κατά γενικό κανόνα, λιγοστές και μετρημένες στα δάχτυλα είναι οι εργασίες που δεν προσανατολίζονται σε πρόσωπα της νεότερης γραμματείας μας. Αισθάνομαι έτσι την ανάγκη να μνημονεύσω εδώ ενδεικτικά ορισμένα έργα διαφορετικής βιβλιογραφικής πνοής, που ξεφεύγουν από τον συνήθη κανόνα. Αρχίζω με την ανεπανάληπτη και χωρίς ταίρι ίσαμε σήμερα Κριτική βιβλιογραφία του «Κρητικού Θεάτρου» του Μ. Ι. Μανούσακα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη λογοτεχνία μας παρουσιάζει η συνθετική απόπειρα των Κ. Θ. Δημαρά- Αικατερίνης Κουμαριανού- Λουκίας Δρούλια, Modern Greek Culture. A. Selected Bibliography. (In English, French, German, Italian), εργασία που θα ήταν ωφέλιμο για όλους μας να εκσυγχρονίζεται κάθε τόσο. Μοναδική στο είδος της, στο θέμα και τη μεθοδολογία της παραμένει η εργασία του Γ. Π. Σαββίδη Οι Καβαφικές εκδόσεις (1891-1932). Περιγραφή και Σχόλιο. Πολλές ευκολίες παρέχει στον μελετητή η βιβλιογραφική καταγραφή του Γιώργου Α. Παναγιώτου Ελεύθερον Βήμα. Δημοσιεύματα 1922-1944. Με εμπιστοσύνη καταφεύγουμε συχνά στα Αφιερώματα περιοδικών. Συμβολή στην καταγραφή τους (1880- 1980) της Μάρθας Καρπόζηλου. Τώρα που πλησιάζει η συμπλήρωση δεκαετίας από την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού, και μετά την επιδημία των αφιερωμάτων που μαστίζει τα περισσότερα λογοτεχνικά περιοδικά, καιρός είναι να σκεφτεί η κυρία Καρπόζηλου τη συμπληρωμένη επανέκδοση της εργασίας της. Από τον Κυρ. Ντελόπουλο προέρχονται τρεις αξιοσημείωτες συμβολές. Νεοελληνικά Φιλολογικά Ψευδώνυμα (1800-1981), που συμπληρώθηκαν από τις παρατηρήσεις και προσθήκες και άλλων ερευνητών. Καβάφη ιστορικά και άλλα πρόσωπα και Καβάφη Γεωγραφικά (σε συνεργασία με την Μαρία Μ. Καϊρη). Καινοφανής, τέλος, από μεθοδολογική άποψη, είναι ο Βιβλιογραφικός Οδηγός στα 154 Ποιήματα του Καβάφη που συνέταξαν η Diana Haas και ο Μιχάλης Πιερής.

   Η λέξη «μεθοδολογία», την οποία χρησιμοποίησα ήδη αρκετές φορές, αγγίζει ένα θέμα που, όπως φάνηκε και από σχετική παρέμβαση ακροατή στη χθεσινή μέρα του Συνεδρίου μας, χρειάζεται να συζητηθεί και να σχολιαστεί. Το μεθοδολογικό πρόβλημα δεν έχει βεβαίως τον χαρακτήρα ζητούμενου μόνον στις βιβλιογραφίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Χωρίς να θέλω να παρασύρω το ακροατήριο σε περιπτωσιολογικές παρατηρήσεις, βλέπω να αναφύονται εν προκειμένω κυρίως δύο ζητήματα μεθόδου. Το πρώτο είναι η μορφή του βιβλιογραφικού λήμματος. Το δεύτερο, η δομή της βιβλιογραφικής εργασίας. Θα σταθώ για λίγο και στα δύο.

   Η μορφή του λήμματος. Υποθέτω πώς όλοι συμφωνούμε ότι κάθε βιβλιογραφικό λήμμα έχει τρία στοιχεία: όνομα συγγραφέα, τίτλο εργασίας, παραπεμπτικές ενδείξεις. Υποβάλλω ενδεικτικώς στην κρίση σας τα ακόλουθα ερωτήματα:

-Πώς γράφουμε το όνομα του συγγραφέα ενός βιβλίου ή ενός άρθρου; Κώστας Στεργιόπουλος, ή Στεργιόπουλος Κώστας;

-Πώς ταυτίζουμε το ψευδώνυμο συγγραφέα και το πραγματικό του όνομα: μέσα σε παρένθεση ή μέσα σε αγκύλη;

-Αν το άρθρο είναι ανώνυμο ή ανυπόγραφο, θέτουμε στη θέση του ονόματος την ένδειξη: «ανωνύμως», ή απλά τοποθετούμε μια παύλα;

-Μετά το όνομα του συγγραφέα βάζουμε κόμμα ή άνω και κάτω τελεία;

-Συμφωνούμε όλοι ότι πρέπει να ξεχωρίζει τυπογραφικά ο τίτλος ενός βιβλίου από τον τίτλο ενός άρθρου;

-Πρέπει οι τίτλοι μεμονωμένων άρθρων να μπαίνουν σε εισαγωγικά;

-Ο υπότιτλος ενός βιβλίου πρέπει να γράφεται και αυτός με πλάγια στοιχεία, αν δεχτούμε αυτή τη λύση και για τον κυρίως τίτλο;

-Οσάκις δεν υπάρχει ένδειξη χρονολόγησης ενός βιβλίου (πρακτική συνήθης, ακόμη και σε βιβλία μεγάλων εκδοτικών μας οίκων), συμφωνούμε όλοι πώς θέτουμε σε αγκύλη τη χρονολόγηση που γνωρίζουμε από άλλες πηγές, ενώ χρησιμοποιούμε γωνιώδη παρένθεση για τη χρονολόγηση που προέρχεται από κάποια σελίδα του ίδιου του βιβλίου, αλλά όχι από τι σελίδα τίτλου;

-Στις παραπεμπτικές ενδείξεις του λήμματος πώς διακρίνουμε τα περιοδικά από τις εφημερίδες: Προτάσσουμε κάθε φορά (και αναλόγως) συντομογραφία των λέξεων «περιοδικό» ή «εφημερίδα», ή, μήπως, γράφουμε τα περιοδικά με πλάγια στοιχεία και τις εφημερίδες μέσα σε εισαγωγικά;

-Πώς διακρίνουμε αν ένας αριθμός στην παραπομπή αφορά τόμο ή τεύχος περιοδικού;

-Οι τυχόν διευκρινιστικές πληροφορίες του βιβλιογράφου για το συγκεκριμένο λήμμα πρέπει να μπαίνουν εκεί που τελειώνει το λήμμα (μέσα σε παρένθεση ή αγκύλη) ή μήπως θα πρέπει να τις μεταφέρουμε κάτω από το λήμμα;

    Θα παρακαλούσα να μην προσπαθήσουμε να δώσουμε αμέσως τώρα ικανοποιητικές απαντήσεις σε όλα τούτα τα ερωτήματα. Απλώς ας προβληματιστούμε κατ’ ιδίαν, για να καταλήξουμε κάποτε σε γενικώς αποδεκτές απαντήσεις.

   Η δομή της εργασίας. Έχω την εντύπωση ότι η δομή κάθε βιβλιογραφίας υπαγορεύεται από τις ιδιαιτερότητες του δεδομένου θέματος. Ο βιβλιογράφος, κατανέμοντας σε επιμέρους τμήματα και ενότητες το συγκεντρωμένο υλικό, θα πρέπει επιπλέον να λάβει υπόψη του τις ανάγκες και τη διευκόλυνση του χρήστη της βιβλιογραφίας, χωρίς να απιστεί στην ιδιομορφία του θέματός του. Το υλικό είναι προτιμότερο, αν όχι πάντοτε επιβεβλημένο, να παρατίθεται κατά χρονολογική σειρά, και όχι κατά αλφαβητική σειρά των ονομάτων των συγγραφέων κάθε λήμματος. Στις βιβλιογραφίες προσώπων, που όπως είδαμε αποτελούν τον κύριο όγκο στη βιβλιογραφία της λογοτεχνίας μας, έχει περίπου καθιερωθεί η διάκριση του υλικού σε δύο βασικές κατηγορίες: την εργογραφία του βιβλιογραφούμενου και τη φιλολογία γύρω από τα έργα του, πάντα σε χρονολογική ακολουθία. Ριζοσπαστική είναι η δομή που προτείνει ο Φίλιππος Ηλιού στην Εργογραφία Κ.Θ. Δημαρά, όπου με διαφορετικά τυπογραφικά στοιχεία ξεχωρίζουν, πάντοτε μέσα στη χρονολογική τους ακολουθία, τα απλά δημοσιεύματα, οι αυτοτελείς εκδόσεις έργων, τα ανάτυπα κ.ο.κ. Μια άλλη, πολύ σημαντική μεθοδολογική πρόταση, είναι εκείνη που εφάρμοσε ο Εμμ. Ι. Μοσχονάς στη Βιβλιογραφία Γιώργου Θεοτοκά. Κάτω από κάθε αυτοτελή έκδοση έργου του Θεοτοκά παρατίθενται οι πρώτες δημοσιεύσεις του έργου (ή αποσπασμάτων), οι τυχόν αναδημοσιεύσεις, οι μεταφράσεις, οι κρίσεις και πληροφορίες για το έργο, καθώς και άλλα συναφή στοιχεία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επιμέρους «σύνολα φιλολογικού και κριτικού υπομνηματισμού, πολύτιμα για τη σφαιρικότερη μελέτη των συγκεκριμένων έργων», όπως είχε παρατηρήσει για ανάλογη περίπτωση ο Γιώργος Κεχαγιόγλου. Ας μου συγχωρηθεί, τέλος, η αναφορά και σε προσωπική μου εργασία (αν δεν παινέσουμε το σπίτι μας, θα πέσει να μας πλακώσει!): Στηριγμένος στη δομή της εργασίας του Μοσχονά για τον Θεοτοκά, προσπάθησα με την Εργογραφία Σεφέρη να δώσω μιαν απάντηση σ’ ένα άλλο σημαντικό και πάντοτε αιωρούμενο ερώτημα: πώς μπορεί να γίνει περισσότερο αναγνώσιμη μια βιβλιογραφική εργασία. Κι ακόμη, πώς μπορεί να προσεταιριστεί, και κατά πόσο μπορεί να προσεταιριστεί έναν δοκιμιακό χαρακτήρα, με υπομνήματα και οπωσδήποτε όχι αυθαίρετα κριτικά σχόλια. (4)

    Όποιος καταπιάνεται σήμερα με βιβλιογραφικές εργασίες νεοελληνικής λογοτεχνίας, καταπιάνεται με μια περιπέτεια. Το γιατί, το ξέρουμε όλοι. Δε θα διεκτραγωδήσω την κατάσταση των δημόσιων βιβλιοθηκών μας ή τις γενικότερες δυσκολίες για τη συγκέντρωση και τεκμηρίωση του υλικού. Περιορίζομαι να τονίσω την πληθώρα των εντύπων που πρέπει να διεξέλθει ο βιβλιογράφος για να φτάσει σε ικανοποιητικά αποτελέσματα. Πρίν από μια δεκαετία ο Γιώργος Ζεβελάκης είχε υπολογίσει σε άρθρο του πώς κυκλοφορούσαν περί τα 120 περιοδικά, από αυτά που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως περιοδικά «γενικής παιδείας» (5). Αν προσθέσουμε στον αριθμό αυτόν τις ετήσιες εκδόσεις, τις επετηρίδες, τους σύμμεικτους τόμους, τα επιστημονικά έντυπα, τα περιοδικά του εξωτερικού που ασχολούνται με τη νεοελληνική λογοτεχνία, καθώς και άλλα μη αμιγώς λογοτεχνικά ή φιλολογικά περιοδικά, τις εφημερίδες και τα χιλιάδες βιβλία κάθε χρονιάς, καταλαβαίνουμε για ποιον όγκο υλικού μιλάμε.

    Χωρίς πρόθεση να ιεραρχήσω τις ανάγκες μας, θα έβλεπα ως προτεραιότητες τη συμπλήρωση ή σύνταξη ορισμένων βιβλιογραφικών εργασιών. Έχω και άλλοτε σημειώσει ως επείγουσα ανάγκη τη συμπλήρωση του έργου του Φουσάρα, για το μετά το 1947 διάστημα. Τη συμπλήρωση, επίσης, της εργασίας του Παν. Μουλλά Βιβλιογραφία Ελληνικών Συμμείκτων, καθώς και τη σύνταξη μιας βιβλιογραφίας λογοτεχνικών συμμείκτων. Πρέπει, επίσης, να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη βιβλιογράφηση των λογοτεχνικών περιοδικών. Επιτακτικότερη παραμένει η κάλυψη του κενού που υπάρχει σε εργασίες- εργαλεία: Δε διαθέτουμε ακόμη ένα λεξικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ούτε λεξικών έργων, ούτε κατάλογο περιοδικών. Σε όλα αυτά τα έργα θα μπορούσε να ανατρέξει κανείς με εμπιστοσύνη, ακόμη και για πρωτοβάθμιες, χρηστικές πληροφορίες, που φαίνεται να μην είναι πάντα προσιτές σε πρώτη ζήτηση. Η κυρία Ντία Φιλιππίδη, με την οποία είχαμε μακρά συνεργασία για τα μεθοδολογικά προβλήματα της υπό έκδοσης πλέον βιβλιογραφίας της των μεταφράσεων ελληνικής λογοτεχνίας σε αγγλική γλώσσα (6) μπορεί να μαρτυρήσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε για να εξακριβώσουμε αξιόπιστα ληξιαρχικά στοιχεία συγχρόνων και παλαιότερων λογοτεχνών, καθώς και για χρονολογίες έκδοσης έργων. Τούτες οι φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες δίνουν το μέτρο των δυσχερειών που εξακολουθούν να υπάρχουν από την έλλειψη βασικών εγχειριδίων.

   Η βιβλιογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι μέσο πληροφόρησης και μελέτης των έργων, των κειμένων και των συγγραφέων μας. Είναι το σκαλοπάτι για να φτάσουμε κάπου αλλού. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Μια και ξεκίνησα την εισήγησή μου με ένα παράθεμα του τιμώμενου από το Συνέδριό μας Κ. Θ. Δημαρά, ταιριάζει, νομίζω να κλείσω μ’ έναν ακόμη δικό του, σοφό λόγο. Η Βιβλιογραφία «είναι ένας απαραίτητος ενδιάμεσος σταθμός, οπωσδήποτε, μάλιστα, τοποθετημένος πολύ κοντά στην αρχή’ με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί τέρμα» (7).

1., Κ. Θ. Δημαράς: Δημήτριος Σ. Γκίνης, περ. Ερανιστής, τ. ΙΕ΄, 1979, σελ. 330-335 (το παράθεμα στη σελ. 334).

2., Για τη βιβλιογραφική, αλλά και τη συνολικότερη προσφορά του Γ.Κ. Κατσίμπαλη στη νεότερη λογοτεχνία μας, βλ. το βιβλίο μου Γ.Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα. Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 1980. Πρβλ. επίσης, το συναφές μελέτημά μου. Βιβλιογραφικά της νεότερης λογοτεχνίας μας, περ. Διαβάζω τ.44, Ιούλ.1981, σελ.27-33 [= Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Τα Βήματα του Χρόνου. Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Διάττων 1987, σελ. 111-130].

3., Η ολοένα ενημερούμενη εργασία του Π. Δ. Μαστροδημήτρη καταγράφει περισσότερες από 100 συναφείς βιβλιογραφίες, στην πρόσφατη, νέα έκδοσή της (6η έκδοση, 1996).

4., Πολυτιμότατο εγκόλπιο, που συστηματοποιεί όλα τα σχετικά βιβλιογραφικά προβλήματα και προτείνει λύσεις, συνιστά το μελέτημα του Χ.Λ. Καράογλου: Βιβλιογραφίες λογοτεχνών. Θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα, περ. Μολυβδο-κονδυλοπελεκητής, τ.5, 1995/96, σελ. 73-118 (και ανάτυπο)

5., Γιώργος Ζεβελάκης: Η ζωή των περιοδικών το 1980, περ. Διαβάζω, τ. 40, Μάρτ. 1981, σελ. 24-32

6., Βλ. το επόμενο κείμενο του παρόντος τόμου, τιτλοφορούμενο «Το βιος μας στην ξενιτιά»

7., Κ. Θ. Δημαράς, ό.π., σελ.333.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ  ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

Από τον τόμο: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Συμπαθητική Μελάνη. ΘΕΜΑΤΑ- ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ- ΕΡΓΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1999, σελίδες 175-181.

Διευκρινιστικά:

    Όπως όλοι οι ερευνητές ή συγγραφείς, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες βιβλιογράφοι φαντάζομαι, ασχολούνται με κάθε μορφής και είδος βιβλιογραφίες, συγκέντρωση λημμάτων για την σύνταξη μιάς βιο-εργογραφίας ενός λογοτέχνη, θα ανατρέχουν τουλάχιστον στις βιβλιογραφικές και θεωρητικές περί των Βιβλιογραφιών εργασίες του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Είναι ο πλέον κατάλληλος για τέτοιας φύσεως λογοτεχνικά ζητήματα των νεότερων γενεών και χρόνων. Θα τολμούσαμε να γράφαμε-ως μη ειδικοί ή βιβλιοθηκονόμοι, ότι «συγκεφαλαιώνει» θεωρίες και μεθόδους που εφαρμόστηκαν από προηγούμενων γενεών ελλήνων βιβλιογράφων στους χώρους της Βιβλιογραφίας και ειδικότερα των πεδίων της Λογοτεχνίας. Ας μου επιτραπεί μόνο εμπειρικά να σημειώσω εν τάχει, ότι στις παλαιότερες χρονολογικά περιόδους ενασχολήσεών μου συγκέντρωσης στοιχείων και πληροφοριών για λογοτεχνικές μου εργασίες και συντάξεις καταλόγων, αποδελτιώσεων, επισκεπτόμενος δημόσιες βιβλιοθήκες και αρχεία, και αντιμετωπίζοντας διάφορους σκοπέλους και δυσκολίες, δεν ανέτρεχα μόνο σε εργασίες προηγούμενων βιβλιογράφων για να δω πώς λύνουν τα συναφή δικά τους προβλήματα, αλλά αποκτώντας μια σχετική οικειότητα με τα άτομα που εργάζονταν σε βιβλιοθήκες τα ρωτούσα πώς είναι οργανωμένο το δικό τους σύστημα βιβλιογράφησης. Άκουγα σε καθαρά πρακτικό επίπεδο αναζήτησης ενός βιβλίου ή πληροφοριακού στοιχείου, την άποψή τους, τι μου έλεγαν. Έβλεπα σε εργαζόμενα πρόσωπα που έδειχναν ένα κάποιο μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα λογοτεχνικά μας πράγματα τι λύσεις έδιναν, πέρα από την κλασική και βαρετή απάντηση «δεν το έχουμε» ή «δεν έχουμε προσωπικό να σας εξυπηρετήσουμε». Ορισμένα προβλήματα λύνονταν πάλι, όταν στεκόσουν τυχερός και πρόσεχες μία παραπομπή σε μία σημείωση ενός άλλου συγγραφέα στο δικό του άρθρο ή συγκεντρωτική εργασία. Όφειλες όμως να ανατρέξεις και να διασταυρώσεις τις πηγές όσο αυτό ήταν δυνατόν. Μία φορά την πάτησα και έκτοτε μου έγινε μάθημα και αναφέρω σχεδόν τα πάντα, φυσικά κάτι θα ξεφύγει στο τελικό αποτέλεσμα είτε στο μάτι ή στο τυπογραφείο. Τα βιβλιογραφικά ζητήματα δεν εξαλείφονται τελείως, τουλάχιστον όμως ελαχιστοποιούνται, περιορίζονται, και μία Βιβλιογραφία είναι πάντα ανοιχτή στο χρόνο έχει αρχή αλλά όχι τέλος. Και ακόμα, το προβληματικό της υπόθεσης είναι όταν έχεις συντάξει, μαζέψεις ένα αρκετά μεγάλο βιβλιογραφικό υλικό για έναν συγγραφέα ή το έργο του, ανακαλύπτεις ότι τυχαία ή καθυστερημένα κάποιος άλλος ερευνητής βιβλιογράφος έχει προηγηθεί και έχει δημοσιεύσει ή εκδώσει την εργασία του. Σε αυτές τις άτυχες περιπτώσεις είσαι υποχρεωμένος να καταστρέψεις το δικό σου υλικό, να το πετάξεις, που με τόσο προσωπικό μόχθο και έξοδα συγκέντρωσες. Αλλά ίσως, όπως μας λέει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος η βιβλιογραφική περιπέτεια δεν είναι αυτοσκοπός, και εντέλει να μην ήταν τόσο άγονο το περιπετειώδες ταξίδι.

      Στην δική μου αντιγραφή του κειμένου του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, μαύρισα τα αναφερόμενα ονόματα και υπογράμμισα με γραμμή τα ουσιαστικότερα σημεία του κειμένου. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος δεν αποφαίνεται εκ καθέδρας, δεν απολυτοποιεί την βιβλιογραφική έρευνα και τα προβλήματα που γεννιούνται, κατά την διαδικασία της συγκέντρωσης του υλικού και την μεθοδολογία παράθεσής του. Τα ερωτήματα που αναφύονται θέτονται με διαλλακτικό τρόπο, περισσότερο ως στοχασμό από τον βιβλιογράφο και όχι αναγκαστική επιταγή μιας «ντιρεκτίβας» βιβλιογραφικών οδηγιών που οφείλει να ακολουθήσει ο συντάκτης της εργασίας. Νηφάλιος, διαλλακτικός, ήρεμος και μάλλον συγκαταβατικός ο λόγος του Δημήτρη Δασκαλόπουλου αντιμετωπίζει τα θέματα όχι ως ανυπέρβλητα εμπόδια, μη λύσης αλλά, ως εσωτερικά ζητήματα της λογοτεχνίας που ίσως και από «μόνα» τους προσφέρουν όποτε παρίσταται η ανάγκη την δεδομένη απάντηση. Και είναι εύλογο και φυσικό να συμβαίνει αυτό για έναν βιβλιογράφο ο οποίος κατόρθωσε στην διάρκεια των βιβλιογραφικών του εργασιών και ερευνών να ανατρέξει, να δει, να ξεφυλλίσει, να πιάσει στα χέρια του το σύνολο σχεδόν των τίτλων των λογοτεχνικών περιοδικών του προηγούμενου αιώνα όπως μας έχει δηλώσει ο ίδιος σε γραπτά του και δηλώσεις του. Η πλούσια και καρποφόρα αυτή ατομική του περιπέτεια, τον γέμισε σοφία, γνώση, εμπειρία, ευρύτητα παιδείας, την απόλαυση μιάς γενικής εποπτείας της ελληνικής γραμματείας, των συγγραφέων και των έργων τους, των δημοσιευμάτων τους όπως καθρεπτίζονται και αποτυπώνονται μέσα στις σελίδες των διαφόρων λογοτεχνικών περιοδικών και συναφών εντύπων. Και, ασφαλώς, το κέρδος δεν είναι μόνο λογοτεχνικό ξεφυλλίζοντας και ανατρέχοντας σε παλαιούς τίτλους λογοτεχνικών περιοδικών είναι και καλλιτεχνικό. Αναγνωρίζουμε εικαστικούς καλλιτέχνες που φιλοτεχνούν τα εξώφυλλα και τις μέσα σελίδες. Τις αισθητικές ποιότητες και τεχνικές διαβαθμίσεις των τυπογραφείων, τις μεθόδους των βιβλιοδετών. Τα δεσίματα των τευχών, τα στοιχεία και τις γραμματοσειρές, τις ένθετες φωτογραφίες, ακόμα και την ποιότητα του μελανιού. Η ανάγνωση ενός τίτλου λογοτεχνικού περιοδικού ή άλλου εντύπου, δεν είναι χρήσιμη μόνο στους βιβλιογράφους και τους ιστορικούς και ερευνητές της ελληνικής ή ξένης γραμματείας αλλά και σε εμάς τους αναγνώστες, στο ευρύ κοινό. Ο ρόλος και η συμβολή λοιπόν των βιβλιογράφων είναι πολύτιμος, χρήσιμος και αναγκαίος, όσο και η πρωτογενής συγγραφική παραγωγή των συγγραφέων.

    Τα ονόματα που αναφέρονται στο παλαιό κείμενο «Βιβλιογραφικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, μας είναι γνωστά, και ορισμένοι τίτλοι βιβλίων έχουν εκδοθεί μεταγενέστερα όπως το ογκωδέστατο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων «Πατάκη», η Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 1000 μ.χ.- 2000 μ.χ. των εκδόσεων «Σταφυλίδη», η πολύτομη σειρά ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας των εκδόσεων «Σοκόλη», η επίσης πολύτομη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Αργυρίου των εκδόσεων «Καστανιώτη», η εμπλουτισμένη ανατύπωση της ελληνικής λογοτεχνίας των εκδόσεων «Χάρη Πάτση» για να περιοριστώ σε ενδεικτικούς τίτλους. Και φυσικά έχουν εμπλουτιστεί τα άρθρα και τα δημοσιεύματα σχετικά με την Βιβλιογραφία και έχουν αποδελτιωθεί σε αυτόνομες εκδόσεις τίτλοι ελληνικών λογοτεχνικών περιοδικών. Σημαντική εδώ να τονίσουμε η συμβολή του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου σε κάθε ενδιαφερόμενο βιβλιογράφο, όπως και άλλων Δημόσιων Βιβλιοθηκών και Ιδιωτικών Αρχείων, όπως και του ΕΚΕΒΙ.

    Δεν γνωρίζω αν ακόμα διοργανώνονται Συνέδρια Βιβλιογραφίας από το Κολλέγιο Αθηνών ή άλλες Σχολικές Ιδιωτικές μονάδες, στις Ελληνικές Πανεπιστημιακές Σχολές και τι νέες ιδέες, απόψεις, θέσεις, μεθόδους και πληροφορίες κατατίθενται στις Ημερίδες αυτές σε καιρούς ψηφιοποίησης των πάντων και με μεγάλη ταχύτητα, διεθνών Σχολικών και Εκπαιδευτικών Συναλλαγών, Συνεργασιών και Ανταλλαγών. Τι επίδραση θα έχει πάνω στα πεδία της Βιβλιογραφίας και των Ερευνών η Τεχνική Νοημοσύνη, το Α.Ι. όπου τα πάντα ανατρέπονται, αποκτούν άλλες ανεξέλεγκτες διαστάσεις πρωτόγνωρες, καταργούνται επαγγελματικές ειδικότητες στο άμεσο μέλλον όπως του εκπαιδευτικού, όπως λέγεται στις ειδήσεις που μας έρχονται από άλλες προηγμένες χώρες της Δύσης. Το κατά πόσο θα αποφορτιστεί το ενδιαφέρον των Βιβλιοκριτικών και πόσο θα αλλάξουν οι παραδοσιακοί μέθοδοι σύνταξης μιάς Βιβλιογραφίας και οργάνωσής της, τουλάχιστον ο γράφων δεν γνωρίζει.

Αν όμως ακούσουμε τι μας είπαν στην παρουσίαση της έκδοσης ενός πρόσφατου βιβλίου πάνω στην Τεχνητή Νοημοσύνη και ο ίδιος ο συγγραφέας του κύριος Θεόδωρος Σκυλακάκης για τις επερχόμενες ραγδαίες αλλαγές και εξελίξεις που θα επέλθουν στις κρατικές εργασιακές σχέσεις και τις οικονομικές και προγράμματα διοίκησης της ελληνικής πολιτείας, τότε μάλλον, τα όποια σύγχρονα Βιβλιογραφικά ζητήματα-αν υφίστανται- θα έχουν άλλες διαστάσεις όπως και η σχέση μας ημών των αναγνωστών με την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία και οικουμενικότητα του ανθρώπινου πολιτισμού και των επιτευγμάτων της παράδοσής του.

    Θα ήθελα να κλείσω την σημερινή ανάρτηση στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, με αφορμή την παλαιά ομιλία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, με την κατακλείδα της απάντησης του καθηγητή πολιτικής και κοινωνικής φιλοσοφίας κυρίου Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου σε συνέντευξή του στον κύριο Απόστολο Αποστόλου. Η συζήτηση δημοσιεύτηκε στο γνωστό και καλαίσθητο και με εύρωστη πάντα ενδιαφέρουσα ύλη περιοδικό «το κοράλλι» γράμματα-τέχνες- επιστήμες- ζωή. Τεύχος 47-48/10, 2025. Το περιοδικό είναι τριμηνιαίο, ιδιοκτήτης και εκδότης του είναι ο κ. Γιώργος Γκέλμπεσης και διευθυντής σύνταξης ο κ. Κώστας Χατζηαντωνίου, ενώ τον σχεδιασμό του περιοδικού έχει ο κ. Νίκος Σουπιωνάς. Η συνέντευξη δημοσιεύεται στις σελίδες 97-106. Η προτελευταία ερώτηση είναι:

«Α. Α.-Μπορούμε να φέρουμε τους ανθρώπους πίσω, στην αγάπη και στη ζεστασιά του βιβλίου και της ανάγνωσης; Να τους απομακρύνουμε- έστω και για λίγο- από την ψυχρή οθόνη και την παθητικότητα της (τηλε-) θέασης;

- Κ.Κ. Είναι δύσκολο και αυτό γιατί στην πραγματικότητα γίναμε ένα σύστημα χωρίς αντιθέσεις- μας λείπει η εσωτερική αρνητική και δίνουμε κάθε μέρα διαγωνισμούς στην επίδραση του αφρού των πραγμάτων της ασημαντότητας. Είμαστε σε ένα ανάδρομο πεπρωμένο με παρωδικά προσχήματα. Σήμερα είμαστε σαν να έχουμε πεταχτεί μέσα από τις σελίδες του Borges στο βιβλίο του «Λαχείο της Βαβυλώνας», όπου όλα αποτελούν μιά προσποίηση που αναγκάζουν τον άνθρωπο να κινηθεί στην απάτη και το δόλο, δηλαδή στους προκαθορισμούς της απομίμησης, η οποία (απομίμηση) αποτελεί μιά επιχείρηση ή ένα πρόσημο του τελετουργικού θεάτρου της ζωής μας. Εκεί λοιπόν ο άνθρωπος καθίσταται αδιάφορος και αδιαφοροποίητος, χωρίς αναζητήσεις άλλων εποχών, γιατί όλα κινούνται στη δίνη της ταχύτητας που μας πάει εμπρός χωρίς να ενδιαφερόμαστε για τίποτα από το παρελθόν. Σήμερα έχουμε επενδύσει σ’ ένα μέλλον δίχως όρια. Έχουμε χωνέψει το αδιαφοροποίητο, έχουμε απορρίψει τη νοσταλγία, φοράμε απλώς μιά μάσκα και συναιρούμαστε στη διάθλαση του πραγματικού.

-Είστε αισιόδοξος για το μέλλον;

-Κ.Κ. Θα έλεγα ότι είμαι απαισιόδοξος εν πλήρει αισιοδοξία…».

--

   Όσο για το μέλλον της Βιβλιογραφίας; θεωρώ ότι θα έχει την ίδια τύχη που θα έχει και η ανθρώπινη γραφή μετά από χρόνια, μια και είναι δρόμοι παράλληλοι.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

13 Ιουνίου 2026

        
 

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

Μνήμη Γιώργου Π. Σαββίδη

 Μνήμη Γιώργου Π. Σαββίδη

11 Μαρτίου 1929- 11 Ιουνίου 1995

    Τα χρόνια θα δείξουν αν κρατήθηκε

     μέσα στην τόση λάσπη ο σπόρος

                    Δημήτρης Δασκαλόπουλος

    Συμπληρώθηκαν 31 χρόνια από τον ξαφνικό και αδόκητο θάνατο του πανεπιστημιακού, επιστήμονα, φιλόλογου, επιμελητή εκδόσεων, αρθρογράφου και κριτικού Γιώργου Π. Σαββίδη. Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος υπήρξε σταθερός συνεργάτης των εφημερίδων «Το Βήμα», «Τα Νέα» καθώς και άλλων εντύπων του Δημοσιογραφικού Συγκροτήματος Λαμπράκη. Ήταν σύζυγος της αδερφής του Χρήστου Λαμπράκη, της φιλολόγου Λένας Λαμπράκη και πατέρας του συγγραφέα και εκδότη Μανόλη Σαββίδη. Από τις δικές του επιμελημένες και φροντισμένες επανεκδόσεις των ποιητικών Απάντων- από τις εκδόσεις «Ίκαρος» των ποιητών Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, του Γιώργου Σεφέρη, του Κώστα Καρυωτάκη, του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, του Άγγελου Σικελιανού και άλλων σημαντικών δημιουργών ήρθε η δική μας γενιά (1980) μετά την μεταπολίτευση σε επαφή, γνώρισε το ποιητικό τους έργο. Διαβάζαμε τα τακτικά βιβλιοκριτικά του εβδομαδιαία και άλλα σημειώματα, τις μικρές του μελέτες και λογοτεχνικές παρεμβάσεις, τα άρθρα και τα σχόλιά του, τις επισημάνσεις του στον τύπο. Το όνομά του και οι φιλολογικές του εργασίες ήσαν γνωστές από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, βλέπε περιοδικό «Εποχές» κλπ. όταν σαν νεαρός φοιτητής έκανε τις πρώτες του εμφανίσεις στα ελληνικά γράμματα. Ο Γιώργος Π. Σαββίδης έχαιρε σεβασμού και θαυμασμού τόσο από τους πνευματικούς και πανεπιστημιακούς κύκλους της χώρας και του εξωτερικού όσο και από τους νέους φιλαναγνώστες και λάτρεις της ελληνικής ποίησης μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος. Η επταετία τον είχε παύσει από τα Πανεπιστημιακά του καθήκοντα από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Διέσωσε τα παλαιά αρχεία και χειρόγραφα ελλήνων ποιητών και μας τα παρουσίασε επιμελώντας τα με αγάπη εκ νέου σχολιασμένα, με ορθές και καίριες επιστημονικές παρατηρήσεις και φιλολογικές «παρεμβάσεις» ή σωστότερα συμπληρώσεις στα κενά τους και ιστορικές- χρονολογικές διευκρινήσεις. Όταν τον Αύγουστο του 2024 στα Λογοτεχνικά Πάρεργα αποδελτιώσαμε το περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» αντιγράψαμε πρώτες νεανικές του πρωτόλειες μεταφράσεις που συναντήσαμε στις σελίδες τευχών του περιοδικού. Η πόλη του Πειραιά ευτύχησε να έχει το Αρχείο του. Το Αρχείο του Γιώργου Π. Σαββίδη βρίσκεται στην κατοχή και την φύλαξη του Ιδρύματος της Βιβλιοθήκης Αικατερίνης Λασκαρίδη για όσους ενδιαφερόμενους.

          ΙΗ

Πολλοί ταπεινοί απόντες.

Κανένας

δεν τους χρειάζεται πια.

    Με την συμπλήρωση 31 χρόνων από την απώλειά του αντιγράφουμε το κείμενο «Αποχαιρετισμού» του κριτικού και συγγραφέα που έφυγε πρόσφατα Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ο οποίος μνημονεύει συχνά την φιλική του σχέση με τον Γ. Π. Σαββίδη με ευγνωμοσύνη, μια και στην δική του πρόσκληση και επιθυμία, παρέμβαση στον διευθυντή της εφημερίδα «Τα Νέα» Λέοντα Καραπαναγιώτη για μία περίπου τριετία/ εξαετία συνολικά από τις 13 Μαρτίου 1993 έως το 1996, οφείλεται η επαγγελματική του συνεργασία με το Δημοσιογραφικό Συγκρότημα γράφοντας βιβλιοκριτικές και παρουσιάσεις. Βλέπε τον τόμο των εκδόσεων «Πατάκη" 1999, Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ανισόπεδες Διαβάσεις. Βιβλιοκριτικές στα «ΝΕΑ» 1993-1996». Σελ. 366. Οι εν «θερμώ» αυτές παρουσιάσεις και σχολιασμοί του Δ. Δ., πάνω από 120 τίτλοι, αναφέρονται κυρίως στην σύγχρονη ελληνική πεζογραφία δίχως να παραμελείται και η υπόλοιπη εκδοτική παραγωγή, τα άλλα είδη του γραπτού λόγου, όπως η ποίηση, το δοκίμιο, οι μεταφράσεις.

Το 2016 πάλι από τις εκδόσεις «Πατάκη» ο βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος κυκλοφορεί το Χρονικό της Ζωής και της Εποχής του με τίτλο «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου». Ο τόμος αποτελείται από τρείς εύρωστες και μεστές ενότητες, επίλογο και ένθετο φωτογραφικό υλικό. [-Ο τόπος- Οι άνθρωποι/ Νέοι ορίζοντες/ Προς τον καινούργιο αιώνα, σελ. 259-,/ Επίλογος/ Φωτογραφίες]. Στην τρίτη ενότητα του Χρονικού, σ. 259-322 το οποίο έχει μότο το Σεφερικό «Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.» επισκόπηση τόπων, γεγονότων, ανθρώπων, καταστάσεων, νέων βιβλίων και καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων και εκδόσεων, και συγκεκριμένα στις σελίδες 265 και κατόπιν ο βιβλιοκριτικός μας εξιστορεί τα της πρόσκλησης επαγγελματικής συνεργασίας του στο Συγκρότημα Λαμπράκη με την μεσολάβηση του Γιώργου Π. Σαββίδη ο οποίος εκτιμούσε τις συγγραφικές και εκδοτικές του δραστηριότητες. Η δεύτερη περίοδος συνεργασίας του με το Δημοσιογραφικό Συγκρότημα έγινε κάτω από τον τίτλο «Ο Βιβλιογράφος» που έκανε την εμφάνισή του τον Οκτώβριο του 1993. Εδώ, παρενθετικά, να σημειώσουμε κάτι που συμβαίνει και στις «καλύτερες εκδοτικές οικογένειες» στην σελίδα 272 του Χρονικού υπάρχει χρονολογικό λαθάκι του θανάτου του Γ. Π. Σαββίδη. Διαβάζουμε: «Όλα κυλούσαν ομαλά ως εκείνο το βράδυ της Κυριακής, 11 Ιουνίου του 1996, όταν μας ήρθε το αναπάντεχο μήνυμα του θανάτου του Γ. Π. Σαββίδη στον Λόγγο του Αιγίου, καθώς επέστρεφε από τη Λευκάδα όπου τον είχαν ανακηρύξει επίτιμο δημότη…..».

    Ξέρεις, απ’ όλα τα μέσα συγκοινωνίας

     τα πιο σαράβαλα είναι οι λέξεις

   Το κείμενο «Αποχαιρετισμός» στον Γιώργο Π. Σαββίδη, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 13 Ιουνίου 1995, και μεταφέρθηκε κατόπιν στο βιβλίο του Δ. Δασκαλόπουλος, «Συμπαθητική μελάνη» Θέματα, συγγραφείς, έργα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδόσεις «Ερμής», Αθήνα 1999, σελίδες 113-114.  Στον ίδιο τόμο και στην τρίτη ενότητα, δημοσιεύονται δύο ακόμα εργασίες του Δ. Δασκαλόπουλου για τον Γ. Π. Σαββίδη. -«Ο Γ. Σεφέρης, ο Γ. Π. Σαββίδης και η Κύπρος» και -«Η λειτουργία του θαύματος: Γ. Π. Σαββίδης και Κύπρος». Συμπληρωματικά να αναφέρουμε ότι ο Δ.Δ. έγραψε για εργασίες του Γ. Π. Σαββίδη: - Από τα «Ανέκδοτα» στα «Κρυμμένα». Κ. Π. Καβάφης: Κρυμμένα Ποιήματα. 1877;-1933. Φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης. Εκδόσεις Ίκαρος, 1923,σ. 210.  Βλέπε σ. 73-74/29-1-1994. Και -Μνήμη Γ.Π. Σαββίδη. Κωνσταντίνος (Καισάριος) Δαπόντες: Κήπος Χαρίτων. τρίτη έκδοση, ενημερωμένη και αυξημένη με άγνωστα κείμενα από τον Καθρέπτη γυναικών (1776), τη Γεωγραφικήν ιστορία (1782) κτλ. Φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη. Ερμής 1995, σελ. 444. Σελ. 316-318/ 11 Ιουνίου 1996. Στον τόμο «Ανισόπεδες Διαβάσεις» Βιβλιοκριτικές. Αρκετές αναφορές στο όνομα και τις εργασίες του Γιώργου Π. Σαββίδη συναντάμε και στα βιβλία του Δημήτρη Δασκαλόπουλου: -«Τα Βήματα του Χρόνου» Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Διάττων 1987. –«Σχόλια στον Σεφέρη», εκδ. Σμίλη και –«Ιχνογραφία Κριτικά Σχόλια», εκδ. Γαβριηλίδης 2007, από όσο γνωρίζω, δίχως να αποκλείω και άλλες αναφορές του στα εκτός εμπορίου βιβλία του.

   ΣΧΟΛΙΟ

Κι αν δεν μπορώ παρά να μιλώ

για πράγματα που δεν αρέσουν

είναι γιατί δεν έχω άλλη φωνή.

Κι από το στόμα μου

-τον φράχτη που έλεγε ο Τυφλός-

ξεφεύγουν μονάχα ρίζες’ οι ρίζες

που θρέφουν τριαντάφυλλα

τυλιγμένες χώμα υγρό νεύρα ζωντανά

που σπαρταράνε σβόλοι μιας καρδιάς

που μόλις

ακούγεται

λίγην ώρα

πριν

σπάσει.

          Αποχαιρετισμός

   Στην ώρα της οδύνης είναι δύσκολο να βάλεις σε τάξη τη σκέψη σου. Δυσκολότερο να ελέγξεις τον τόνο αυτών που θα πεις, μια και η σκιά του ανθρώπου για τον οποίο γράφεις γίνεται εντονότερη τώρα με την απουσία του. Όσα φέρνει στην επιφάνεια η πλημμύρα της μνήμης είναι προσωπικά, αμετάδοτα και, τελικώς, ιδιωτικά. Δεν είναι ο τόνος που θα ταίριαζε για την περίπτωση του Γ. Π. Σαββίδη-πάντα τον ενοχλούσαν οι υπερθετικές εκδηλώσεις αγάπης και θαυμασμού, ακόμη κι αν ήταν άδολες και ανυπόκριτες.

   Συναντηθήκαμε για τελευταία φορά την Τρίτη 6 Ιουνίου, λίγες μέρες πριν φύγει για την τιμητική εκδήλωση που του είχε ετοιμάσει ο Δήμος Λευκάδας. Σ’ έναν δροσερό κήπο στο Χαλάνδρι. Μαζί μας, η Λένα, η Μαρία, ο Μίμης από τη Φλώρινα. «Η πρώτη φορά που κατάλαβα πως η δουλειά μου έπιασε τόπο», είχε πει χαριτολογώντας, «ήταν πρίν από πάρα πολλά χρόνια. Γυρίζαμε από ταξίδι στην Ευρώπη, μ’ ένα αυτοκίνητο γεμάτο βιβλία, δίσκους και αγορές. Ο τελωνειακός υπάλληλος στην Πάτρα, μόλις είδε το διαβατήριο, με ρώτησε: «Είσθε ο Γ. Π. Σαββίδης, ο εκδότης του Καβάφη;», και μας άφησε να περάσουμε, χωρίς να ελέγξει τις αποσκευές μας!». Πόσο τόπο έπιασε η δουλειά του το λένε και θα το λένε οι στρατιές των φιλολόγων που τον είχαν δάσκαλο στη Θεσσαλονίκη, την Κρήτη, την Κύπρο. Θα το λένε όλοι εκείνοι που σκύβουν με αγάπη πάνω στο συνολικό έργο του ή σε μεμονωμένα βιβλία του Καβάφη, του Σεφέρη, του Βαλαωρίτη, του Θεοτοκά, του Βάρναλη, του Βρισιμιτζάκη, του Δαπόντε, του Καρυωτάκη, του Σικελιανού, του Μόντη.

   Θα το λένε, ακόμη, οι νεοελληνιστές της Ευρώπης και της Αμερικής οι οποίοι προσέφυγαν στη βοήθειά του και λογάριαζαν τη φιλολογική του γνώμη. Και το αγγλόφωνο κοινό που γνώρισε μέσα από τις δικές του συνεργασίες και μεταφράσεις την ποίηση του Καβάφη, του Σεφέρη και του Ελύτη.

   Ο Γ. Π. Σαββίδης έδωσε νόημα και περιεχόμενο σε ό,τι αποκαλούμε «Νεοελληνικές Σπουδές». Έδωσε, πλέον, έμπρακτο παράδειγμα για το πώς πρέπει να προσεγγίζουμε και να εκδίδουμε τα νεοελληνικά κείμενα. Γιατί είχε όλον τον γνωστικό οπλισμό για κάτι τέτοιο. Στα γραπτά του, από τα απλά σχόλια έως τις συνθετικές εργασίες, διέβλεπες τη βαθύτατη παιδεία του, τη γλωσσομάθεια, την ακόρεστη φιλομάθεια, αλλά και την αυστηρότητα που δεν ήξερε να χαρίζεται, ακόμη κι αν επρόκειτο για στενούς φίλους ή για συνεργάτες του.

   Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά τα προβλήματα υγείας, δούλευε νυχθημερόν με ζήλο νεοφώτιστου, ανιχνεύοντας περιοχές της λογοτεχνίας μας και έργα που δεν τον είχαν απασχολήσει συστηματικά κατά τα προηγούμενα χρόνια. Το φθινόπωρο θα κρατήσουμε στα χέρια μας τις ανθολογήσεις νεοελλήνων ποιητών που είχε κιόλας παραδώσει για τη νέα σειρά του «Ερμή». Θα δούμε, επίσης, τον Κήπο Χαρίτων του Καισάριου Δαπόντε. Και, όσο, γίνεται συντομότερα, την ξεκινημένη από τον ίδιον «Αλληλογραφία Σεφέρη- Κατσίμπαλη» που με παρακάλεσε, στην τελευταία μας συνάντηση, να ολοκληρώσω.

   Το κενό που αφήνει δεν πρόκειται να καλυφθεί. Πάνω απ’ όλα χάσαμε «το πιό τίμιο, τη μορφή του» Τον άνθρωπο με τα λεπτά γούστα στην καθημερινή του ζωή, που ήθελε πάντα να κρατιέται μακριά από τη μιζέρια και την τσαπατσουλιά, μακριά από τις συμβατικότητες και τον εύκολο λόγο. Ως «συγκάτοικος» στη σελίδα βιβλίου των Νέων, αποχαιρετώ με πραγματική οδύνη τον ακριβότερο φίλο που μου χάρισε η ζωή στα τελευταία είκοσι χρόνια.

   Καλό ταξίδι, Γιώργο!

    Τα βιβλία που μας αναφέρει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, έχουν κυκλοφορήσει.

   Ας κλείσουμε το σημείωμα Μνήμης στον Γιώργο Π. Σαββίδη (μάλλον διπλής Μνήμης) με ποίηση του ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλου από την συλλογή Τα χρόνια που θα ‘ρθουν. Ποιήματα 1958- 2018, εκδόσεις «Πατάκη» 2022.

Ώρα λοιπόν να πηγαίνω.

Σειρά έχουν άλλοι στη σκηνή

ν’ απαγγείλουν τα λόγια τους.

Πλαγιάζω κατά κει που αφουγκράζεται η μνήμη.

Απόψε κιόλας γεμίζω τα πανέρια μου

με νέα κολλυβογράμματα.

 

Ίσως ξανάρθω.

      Προσκυνώ σας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

12 Ιουνίου 2026.