Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Ακίρα Κουροσάβα η ταινία ΡΑΝ

Α Κ Ι Ρ Α  Κ Ο Υ Ρ Ο Σ Α Β Α

        Ρ Α Ν (1984-1985)

   25 Οκτωβρίου 2026. Σάββατο βράδυ, ο καιρός μουντός το πάει για βροχή, σε αγχώνουν οι κλιματικές αλλαγές καθώς η οροφή στάζει έντονα, επικίνδυνα, μουλιάζει σεντόνια και στρώμα, πληθαίνουν οι κιτρινίλες στο ταβάνι που ο σουβάς έχει πέσει. Κάθε φορά που βρέχει μένεις ξάγρυπνος, αναστατωμένος, βάζεις λεκάνες πάνω και δίπλα από το κρεβάτι του ύπνου προσπαθώντας να «σώσεις» ό,τι σώζεται. Κουφόβραση το πρωί κουνούπια και μύγες, με το που σουρουπώνει υγρασία, ψυχρίτσα, σκέφτεσαι ν’ ανάψεις την ηλεκτρική σόμπα, να ζεσταθείς, να σπάσει λίγο η υγρασία που απλώνεται στο δωμάτιο αλλά το αναβάλεις, χρειάζεται προσοχή. Οι τιμές του ρεύματος εξακολουθούν να τραβούν την ανηφόρα όπως και οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, σε βγάζουν δίχως να το υποψιαστείς από τον οικονομικό του μήνα σου προγραμματισμό χωρίς να το καταλάβεις και άντε μετά να συμμαζέψεις της φτώχειας τα ασυμμάζευτα. Μην ξεχάσεις να αλλάξεις την ώρα στα ρολόγια από αύριο θα ισχύσει η χειμερινή. Η στρουμπουλή καλοσυνάτη και πανέξυπνη πάντα φιλική Ήρα δίπλα μου, χορτάτη, ξαπλώνει στο χαλάκι της, με κοιτά νυσταγμένα και έτοιμη σε ένα νεύμα μου να έρθει δίπλα μου να τριφτεί, χασμουριέται, θέλει χαδάκια, όμως έτοιμη να ορμήσει αν αντιληφθεί ή μυρίσει κάποια αλανιάρα γάτα του δρόμου να πηδήξει στον χώρο της αυλής. Τα κανάλια των τηλεοράσεων και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί εδώ και δυό μέρες νυχθημερών, μας «βομβαρδίζουν» με ειδήσεις, εικόνες και ανταποκρίσεις από τις ογκώδεις πολιτικές- εκπαιδευτικές διαδηλώσεις νεαρών φοιτητών και φοιτητριών, σπουδαστών και μαθητών πολυπληθείς συγκεντρώσεις στις κεντρικές πλατείες, στους δρόμους, τις μεγάλες λεωφόρους σε ευρωπαϊκές και βαλκανικές πρωτεύουσες. Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Αλβανία, Σερβία, Ελλάδα, ο Κόσμος στους δρόμους, δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τόση ακρίβεια, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, νεολαία, με τα υψηλά των σπιτιών ενοίκια, την έλλειψη ανεύρεσης στέγης για τους φοιτητές, τους εκπαιδευτικούς, το ιατρικό προσωπικό και άλλες κατηγορίες εργαζόμενων οικογενειών που αναγκάζονται λόγω εργασίας να μετακομίσουν από τους τόπους διαμονής τους. Οι Ευρωπαϊκές Κοινωνίες σε αναβρασμό, το Παρίσι φλέγεται όχι επειδή το λέει ο τίτλος κάποιας κινηματογραφικής ταινίας, αλλά επειδή αποφάσισε η Γαλλική Νεολαία- «Είμαστε τα παιδιά του Βολταίρου» έγραφε και φώναζε σε ένα σύνθημά της να ξεσηκωθεί ενάντια στην κάκιστη και ανάλγητη οικονομική πολιτική που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών και όχι μόνο κρατών. Άλλα τάζουν και υπόσχονται στις προεκλογικές τους εκστρατείες οι πολιτικοί και άλλα πράττουν αφού πάρουν την κυβερνητική εξουσία, και το κυριότερο, μένουν πάντα στο απυρόβλητο δίχως να αναλαμβάνουν καμία ευθύνη για την λανθασμένη οικονομική ή κοινωνική πολιτική που εφαρμόζουν. Αυτοπροστατεύονται ως πολιτικοί μας εκπρόσωποι από τους συνταγματικούς νόμους και άλλες διατάξεις που οι ίδιοι ψηφίζουν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους ή πολιτειακών τους καθηκόντων. Η Ευρωπαϊκή Νεολαία στους δρόμους, λέγεται ότι οι διαδηλώσεις στην Πόλη του Φωτός στο Παρίσι και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Γαλλίας ξεπέρασαν σε όγκο και αγωνιστικό παλμό ακόμα και την περίοδο του Μάη του 1968 επί Σαρλ Ντε Γκωλ και Ζωρζ Πομπιντού. Θυμήθηκα τον υπουργό πολιτισμού Αντρέ Μαλρώ, τον Ζαν Ζενέ και τον Ροζέ Περφίτ, τους έλληνες που έζησαν αυτήν την Γαλλική εξέγερση. Έλληνες ρεπόρτερ και δημοσιογράφοι, συγγραφείς,-όπως ο κύριος Δημοσθένης Δαββέτας- από διάφορες χώρες στέλνουν τις ανταποκρίσεις και σχολιασμούς τους, τις πολιτικές ερμηνείες τους για τα όσα συμβαίνουν διεθνώς. Οι δύο μακροχρόνιοι Πόλεμοι εντός και περιφερειακά της γηραιάς και ανίκανης να πάρει ορθές πρωτοβουλίες Ευρωπαϊκής Ηπείρου και των ηγεσιών τους συνεχίζονται χωρίς να γνωρίζει κανείς πότε θα τερματιστούν, με τι κόστος και ποιες παγκόσμιες επιπτώσεις, ποια πολιτικά, οικονομικά και γεωγραφικά ανταλλάγματα θα «εξαναγκαστούν» να εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις των εμπλεκόμενων μερών και των υποστηρικτών τους. Ο Σύγχρονος Κόσμος και οι Κοινωνίες μας σε κρίση, σε αναβρασμό, τα πάντα αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή. Η μεταφυσική μακαριότητα και ο κοινωνικός εφησυχασμός, πολιτιστική μεγαλομανία της μικρής μαντάμ Σουσού Ελλαδίτσας μας διακόπτεται από τρανταχτά επώνυμα οικονομικά σκάνδαλα που συγκλονίζουν τον ελληνικό λαό στους χώρους του αθλητισμού και του εμπορίου του φαγητού. Και όλοι μαζί σαν κοινωνικό σώμα πέφτουμε από τα σύννεφα στις αγκάλες βυζαντινοπρεπών χλιδάτων τελετουργιών προς δόξα της αγιοτάτης ιστορικής μας παράδοσης και μεταφυσικής- υπαρξιακής ευωχίας του μέλλοντος αιώνος του νυν όμως ιστορικά απατεώνος.

    Ανοίγω την τηλεόραση στο Κανάλι της Βουλής στην εκπομπή «Βιβλιοβούλιο», ακούω την συζήτηση του διοργανωτή με τον πρώην πολιτικό και συγγραφέα οικονομολόγο κύριο Χριστοδουλάκη. Ο ως άνω έλληνας πολιτικός μιλά και αναφέρεται στο καινούργιο βιβλίο του και ειδικότερα στα ελληνικά δάνεια και τις οικονομικές πτωχεύσεις της άμοιρης πατρίδας μας από την χρονική περίοδο των περασμένων δύο αιώνων μετά την επανάσταση του 1821 πριν ακόμα η Ελληνίδα «Πατρίς» αποκτώντας την ανεξαρτησία της από τον Οθωμανικό ζυγό γίνει Κράτος, Ελληνικό Βασίλειο. Όθων, Αντιβασιλεία, Γεώργιος ο Α΄,  περίοδος Χαριλάου Τρικούπη. Ο συγγραφέας μας μίλησε για την στάση των τότε μεγάλων δυνάμεων και κυρίως για την στάση της Μεγάλης Βρετανίας, και φυσικά, των Ελληνικών Κυβερνήσεων και την κατασπατάληση των δανεικών χρημάτων από ημέτερες ελληνικές πολιτικές φυσιογνωμίες και τις οικονομικές επιλογές τους. Η αποπληρωμή αυτών των εξωτερικών δανείων της χώρας μας από τις Μεγάλες Δυνάμεις διήρκησε δύο σχεδόν αιώνες. Μέχρι να επαναπτωχεύσουμε στις ημέρες μας, το 2010 και από το ακριτικό Καστελόριζο εξαγγελθεί το πρωθυπουργικό διάγγελμα της χρεωκοπίας μας και το «κουράγιο Έλληνες», ευτυχώς δεν πάψαμε να χρωστάμε η παράδοση συνεχίζεται. Οι εθνικές ρήτρες της Φυλής.

        Το βράδυ ευτυχώς δεν έβρεξε, δεν μουσκέψαμε, μετά την χθεσινή της Παρασκευής Κινηματογραφική προβολή της παλαιάς ωραίας ταινίας «Ο τρίτος άνθρωπος» με τον Όρσον Ουέλς να τρέχει να κρυφτεί μέσα σε υπόγειες στοές και τούνελ κάτω από την πόλη που τα ποταμίσια νερά της αυστριακής πρωτεύουσας ζητούν διέξοδο, τον φυγάδα ηθοποιό και σκηνοθέτη Όρσον Ουέλς να κρύβεται μέσα σε ερείπια, μισοσκότεινες κάμαρες και να συζητά στοχαστικά πάνω στην «ρόδα» ενός Λούνα Παρκ με τον φίλο και τελικά δολοφόνο του, για να αποφύγει την καταδίωξη και το δραματικό του τέλος. Ωραίες ασπρόμαυρες σκηνές αγωνίας, πλάνα τρόμου και δυνατών συγκινήσεων, άψογη φωτογραφία και ερμηνείες, ήρωες- πρωταγωνιστές σε ένα κλειστοφοβικό παιχνίδι του σκύλου με την γάτα. Μυστήριο και κατασκοπίες, άδειες, έρημες πλατείες, σκιές που προβάλλουν από γωνίες πριν εμφανιστούν τα ίδια τα άτομα να πωλούν λευκά μπαλόνια, εξωτερικοί χώροι και ατμόσφαιρα που θύμιζαν παλαιό βουβό Γερμανικό εξπρεσιονιστικό Σινεμά των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα. Κλίμα έργων του Φράνς Κάφκα. Και ένα φινάλε, που δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό. Η μεγάλη «λεωφόρος» του Νεκροταφείου μετά την κηδεία που οι πρωταγωνιστές δεν συναντώνται σε αυτό το  αστυνομικό ασπρόμαυρο φιλμ νουάρ.

 Και η Κινηματογραφική μαγεία συνεχίζεται στο καθιερωμένο διήμερο (Παρασκευή- Σάββατο) του παγκόσμιου κινηματογράφου του Καναλιού της Βουλής. Τι μας ετοίμασαν οι υπεύθυνοί του, για τους θαυμαστές των σινεφίλμ, μία άλλη Σαββατιάτικη έκπληξη. Την μεγαλειώδη έγχρωμη γαλλο ιαπωνική παραγωγή, την αξεπέραστη ακόμα και σήμερα ταινία, μετά το 1985 που δόθηκε στους Κινηματογράφους και το διεθνές κοινό το αριστούργημα «όλων των εποχών» του ιάπωνα σκηνοθέτη και ποιητή των χρωμάτων, ή ίσως ορθότερα χρωματιστών Ονείρων Ακίρα Κουροσάβα (23/3/1910- 6/9/1998)  «ΡΑΝ» μία επική πολεμική και δραματική ταινία γαλλο ιαπωνικής παραγωγής υψηλού κόστους αλλά και μεγάλης αποδοχής από το διεθνές κοινό όταν προβλήθηκε. Ο ιάπωνας σκηνοθέτης είναι ο πιο δυτικός κινηματογραφιστής της μακρινής και εξωτικής μαγευτικής χώρας του της Ιαπωνίας, γνωστός και αγαπητός στο δυτικό ημισφαίριο και βραβευμένος. Ίνδαλμα για πολλούς δυτικούς σκηνοθέτες. Ο Ακίρα Κουροσάβα για μεγάλο διάστημα της κινηματογραφικής του σταδιοδρομίας ήταν γνωστότερος στο κινηματογραφόφιλο κοινό της Δύσης παρά της Ανατολής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την πρόθεσή του και την επιθυμία του να σπουδάσει και να ερευνήσει με τον κινηματογραφικό του φακό την Δυτική Μεσαιωνική Ιστορία. Άριστος επίσης γνώστης της ευρωπαικής φιλοσοφίας και της φιλολογίας. Το κινηματογραφικό του ενδιαφέρον εστιάστηκε σε έργα του μέγιστου άγγλου δραματουργού Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ, βλέπε «Μάκμπεθ», «Βασιλιάς Λήρ» κλπ. Ας θυμηθούμε και την ανάλογη σκηνοθετική περίπτωση του συναδέλφου του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν παράστησε την τραγωδία σε θεατρική σκηνή που ασχοληθήκαμε πρόσφατα. Ας θυμηθούμε και την γνωριμία του με τα έργα του Λουίτζι Πιραντέλλο. Το έργο "Ρασομόν" και οι τέσσερεις εκδοχές της αλήθειας ενός φόνου που παραπέμπει στην Πιραντελλική διαλεκτική των διαφορετικών μαρτυριών. ή την ταινία του 1980 "Καγκεμούσα" με την έντονη Βουδιστική παραλλαγή στην Άπω Ανατολή του ευρωπαϊκού υπαρξισμού.  Τα Σαιξπηρικά έργα, οι Σαιξπηρικές τραγωδίες εμπεριέχουν αρκετά όμοια κοινά σημεία και φολκλορικά στοιχεία της Ανατολικής παράδοσης, στοιχεία ακριβέστερα της Ιαπωνικής Μεσαιωνικής Ιστορίας, της χώρας του μαγευτικού σκηνοθέτη. 16ος αιώνας. Εξωτική ατμόσφαιρα, κλίμα ομιχλώδες,  μεταφυσικό περιβάλλον, το άλογο σαν αίσθηση, την μαγική διάσταση (Μοίρες και Τελώνια, Μάγισσες και Νεράιδες). Το εξωπραγματικό, το θρησκευτικά τελετουργικό, την προκαθορισμένη ισχύ και επέμβαση της  παντοδυναμίας της Μοίρας στις ζωές και τις πράξεις, ενέργειες των ανθρώπων. Τα φοβερά και συγκλονιστικά ανθρώπινα δολοφονικά πάθη και το στοιχείο της εκδίκησης, της εσωτερικής μέσα στον οικογενειακό βασιλικό οίκο φαγωμάρας και φιλαρχίας για εξουσία και δύναμη, ισχύ. Η εξολόθρευση των κληρονομικών αντιπάλων, οι έντονες αντιζηλίες μεταξύ των μελών του ίδιου βασιλικού οίκου, της ίδιας οικογένειας. Το Σαιξπηρικό δράμα και οι χαρακτήρες του αναδεικνύουν σε πολλές τους περιπτώσεις την αυθεντικότητα της Ιαπωνικής ψυχής την ιδιοσυγκρασία του χαρακτήρα του Ιάπωνα ανθρώπου. Οι τελετουργικές κινήσεις των Σαιξπηρικών ηρώων μεταφέρονται και μεταλαμπαδεύουν την φιλοσοφία της ταυτότητάς τους στο παραδοσιακό Θέατρο ΝΟ της Ιαπωνικής θεατρικής παράδοσης και κληρονομιάς. Ο εξωτερικός χώρος, όπως τα Μεσαιωνικά Κάστρα της Δυτικής ιστορικής επικράτειας μοιάζουν με το βουνίσιο περιβάλλον των μεγάλων κάμπων του εξωτερικού χώρου της Ιαπωνίας. Χώρος και κλίμα που καλλιεργείται και ξεδιπλώνεται ο Μύθος της οικογενειακής ιστορίας, το σκοτεινό στόρι διεκδίκησης της εξουσίας και της βασιλικής κυριαρχίας. Όνειρο, φαντασία, τελετουργία, αινιγματικές φανερές και κρυφές προθέσεις, «αιμομιξίες», γυναικείες φιλοδοξίες και ζήλιες, εγκληματικές και ραδιούργες φυσιογνωμίες, ομιχλώδη, γαλακτερά τοπία και βουνά απάτητα, πανοπλίες στρατιωτών και μεγάλοι μισθοφορικοί στρατοί, θαυμάσιες ενδυματολογικές εμφανίσεις, μυστήριο και παρασκηνιακές ενέργειες, όσα σκοτεινά σημεία κρύβει η ψυχή του ανθρώπου μέσα της και φανερώνει ο χαρακτήρας του και η δημόσια θέση και εξουσία του, όταν ανεβαίνει στον θρόνο. Βασιλικοί αιματοβαμμένοι οίκοι σε ακμή και παρακμή. Γόνοι ανάξιοι και δηλητηριώδους χαρακτήρα. Θρόνοι της εκδίκησης και του μίσους, του συγγενικού αίματος δίχως τελειωμό στην άνοδο και την πτώση της εξουσίας τους. Όλα ένα θεατρικό παιχνίδι πάνω στην σκηνή του Κόσμου της εξουσίας. Ένα λαμπερό της Μοίρας «κρεματόριο» της ανθρώπινης ζωής στις φονικές της διαστάσεις και σκοτεινούς παραμέτρους με την «συγκατάθεση», ανοχή των Θεών που χαμογελώντας και σαρκάζοντας, όπως υβριστικά τους φωνάζει ο γελωτοποιός διασκεδαστής του Ιάπωνα Βασιλιά Λήρ, ο πανίσχυρος φεουδάρχης Χιντετόρα, κουρασμένος και πεισματάρης, "γέρικο αγύριστο κεφάλι" παρακολουθούν τις σκληρές και αδιέξοδες περιπέτειες των ανθρώπων, τον βασανισμό τους και τις αγωνίες τους, το συνεχές δάκρυ τους που ποτίζει τη γη των προγόνων τους, δίχως να μπορούν να επέμβουν, ή μάλλον, δεν θέλουν να επέμβουν προς σωτηρία τους, λύτρωσή τους. Τους αφήνουν στην Μοίρα τους και στα πλέγματα των βασανιστηρίων τους με αδιάφορο βλέμμα αν όχι και με πικρόχολη διάθεση. Η κινηματογραφική μαγεία της τέχνης του ιάπωνα σκηνοθέτη Ακίρα Κουροσάβα, ίσως να μην είναι λανθασμένη η άποψή μας, να γράφαμε ότι είναι τηρουμένων των ιστορικών συνθηκών και αναλογιών η εκδοχή της Άπω Ανατολής των μεγάλων έργων της παράδοσης της Δύσης και συγκεκριμένα των Σαιξπηρικών έργων. Η γέφυρα που ενώνει την μία πολιτιστική παράδοση με την άλλη είναι η έννοια της Μοίρας που καθορίζει τον βίο και τις δράσεις των ανθρώπων. Οι συγγενικές σκηνικές παρουσιάσεις και συνομιλίες μεταξύ του Μεσαιωνικού θεατρικού δράματος και του Θεάτρου Νο. Δυό παραδόσεις που συναντώνται στην τυχαία και πρόσκαιρη ζωή του ανθρώπου. Του ανθρώπου ως παιχνίδι της Μοίρας. «Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή κλαίγοντας και αφού κουραστεί, πλαντάξει στο κλάμα κατά την διάρκεια της ζωής του πεθαίνει» λέει ο υπασπιστής του πεισματάρη Βασιλιά που πεθαίνει αμέσως μετά τον θάνατο του αγαπημένου του γιου, ενώ ο γελωτοποιός σαρκάζει τον Ουρανό και τους Θεούς για την σκοτεινή Μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης.  Ένα παιχνίδι ταξιδιού της ζωής φορτωμένο ένδοξα ανδραγαθήματα, μυθικούς ηρωισμούς, λαϊκές δοξασίες, προθέσεις ερμηνείας των συμβάντων γυμνούς σκοπούς αγώνων ελευθερίας και αυτονομίας, φιλοδοξίες, ιδανικά και δυνατούς έρωτες, πάθη και πένθη.

Για πρώτη φορά παρακολούθησα την αριστουργηματική αυτή ταινία στα τέλη του Νοέμβρη του 1986, για την ακρίβεια στις 24 Νοεμβρίου του ’86 σε Αθηναϊκή Κινηματογραφική Αίθουσα και κυριολεκτικά μαγεύτηκα, όπως και όλοι όσοι παρακολουθήσαμε την φοβερή αυτή ταινία όπως η αμυδρή αίσθηση της μνήμης μου υπενθυμίζει. Η «Αλκυονίδα» την ίδια περίοδο θα πρόβαλλε επίσης κάθε Σάββατο και Κυριακή την ελληνική πρωτοποριακή ταινία «Αλληγορία» του Κώστα Σφήκα. Και αυτή η ελληνική παραγωγή μας έκανε πολύ καλή εντύπωση με τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της.

        Κάνοντας «φόκους» στα κινηματογραφικά μας περασμένα διαβάζουμε από το Πρόγραμμα της ταινίας:

           ΡΑΝ (1984-1985)

Σκηνοθεσία: ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ

Σενάριο: ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ, ΧΙΝΤΕΟ ΟΓΚΟΥΝΙ, ΜΑΣΑΤΟ ΙΝΤΕ

Φωτογραφία: ΤΑΚΑΟ  ΣΕΤΟ

Ντεκόρ: ΓΙΟΣΙΡΟ ΜΟΥΡΑΚΙ, ΣΙΝΟΜΠΟΥ ΜΟΥΡΑΚΙ

Μουσική: ΤΟΡΟΥ  ΤΑΚΕΜΙΤΣΟΥ

Μοντάζ: ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ

Ηθοποιοί: ΤΑΤΣΟΥΤΙΑ ΝΑΓΚΑΤΑΪ, ΑΚΙΡΑ ΤΕΡΑΟ, ΖΕΝ ΠΑΣΙ ΝΕΖΟΥ, ΝΤΑΙΣΟΥΚΕ ΡΙΟΥ, ΜΙΕΚΟ ΧΑΡΑΝΤΑ

Παραγωγή: ΣΕΡΖ ΣΙΛΜΠΕΡΜΑΝ

Διάρκεια 163 λεπτά

  Ο θρύλος προηγείται  της ταινίας:

Ο Κουροσάβα  εγκαταλειμμένος από τους συμπατριώτες του παραγωγούς. Ταπεινωμένος όπως πάντα από τη λογοκρισία. Βοηθούμενος από ένα Γάλλο παραγωγό. Ο Κουροσάβας υπεροπτικός και μοναχικός, ένας Όρσον Ουέλς της Άπω Ανατολής…. Βροχή από παράδοξα, είκοσι εφτά ταινίες στη σειρά. Στο «ΡΑΝ» την τελευταία υπάρχει η ομορφιά, η διάρκεια και η απόλυτα ιαπωνική διάθεση για ιαπωνικότητα.

        Οι τρείς κόρες του βασιλιά Λήρ γίνονται εδώ τρείς γιοί. Ο γέρος άρχοντας του πολέμου θα χάσει το θρόνο του. Με βγαλμένα τα μάτια, με χιόνια στα μαλλιά, θα περιπλανιέται στο τέλος παρέα με έναν τραβεστί κι ένα τυφλό μουσικό. Στο «Καγκεμούσα» ο Κουροσάβα διέστρεψε τον Ντοστογιέφσκι. Στο «ΡΑΝ», τον Σαίξπηρ.

   Ο Κουροσάβα είναι σήμερα 75 χρονών. Μιλάει ελάχιστα. Δεν ανοίγεται ποτέ, εκτός για να εξομολογηθεί την αγάπη του για τον Βαν Γκογκ, τον Σεζάν, τον Τζόν Φόρντ, το μπέηζ- μπολ. Διάβασε τον Μαρξ, συμμετείχε το 1929 στην Ένωση Προλεταρίων Καλλιτεχνών, διέσχισε τον πόλεμο πιστεύοντας στην αρετή των όπλων και της Ιαπωνίας. Σήμερα διασχίζεται από τον πόλεμο. Δεν τον αγαπάει, αλλά ο πόλεμος είναι παρών σε όλες σχεδόν τις ταινίες του. Στην Ιαπωνία, το να πεθαίνεις καλά είναι τέχνη, το ξέρουν και οι μαθητές του δημοτικού.

Ας δούμε πώς μιλάει ο σκηνοθέτης για την ταινία του:

ΕΡ: Αποδίδεται μια ειδική σημασία στον τίτλο της ταινίας σας «ΡΑΝ»;

Απ:  Στα Γιαπωνέζικα, πέρα από ένα περίπλοκο ιδεόγραμμα δεν υπάρχει το αντίστοιχο της λέξης «χάος». Διάλεξα προσωρινά το «ΡΑΝ», σκεπτόμενος να βρω κάτι καλύτερο. Τέλος το συνήθισα.

ΕΡ: Γράφοντας το σενάριο του «ΡΑΝ» είχατε υπόψη σας να κάνετε μιά διασκευή του βασιλιά Ληρ;

ΑΠ: Όχι, στην αρχή μου είχε κινήσει την περιέργεια η προσωπικότητα του Μονοτάρι Μόρι (1497- 1571), άρχοντα του 16ου αιώνα, με λαμπρές ικανότητες που αν είχε γεννηθεί λίγο αργότερα θα ήταν από τις εξέχουσες προσωπικότητες της ιαπωνικής ενότητας. Αναρωτήθηκα λοιπόν ποιό θα μπορούσε να είναι το μέλλον αυτής της οικογένειας, αν οι γιοί του Μόρι είχαν αντιταχθεί στον πατέρα τους. Ξεκινώντας αυτή την υπόθεση άρχισα να σκέφτομαι το σενάριο και σιγά-σιγά μ’ επηρέασε και ο Βασιλιάς Λήρ. Άφησα το σενάριο κατά το γύρισμα του «Καγκεμούσα» και νομίζω ότι αυτή η περίοδος της εγκατάλειψης μ’ ωφέλησε. Τα πράγματα ωρίμασαν μέσα μου και, μετά το ξανάγραψα όλο από την αρχή.

ΕΡ: Λέτε συχνά ότι η κριτική που σας γίνεται για τη δυσκολία που έχετε να βάλετε στο κέντρο των ταινιών σας ένα γυναικείο πρόσωπο, σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Ωστόσο αυτή τη φορά στον «ΡΑΝ» κυριαρχεί μια εκπληκτική γυναίκα η Καεντέ.

ΑΠ: Η ιαπωνική κοινωνία θέλει τη γυναίκα διακριτική και υπάκοη. Αλλά εμένα αυτό δεν μ’ ενδιαφέρει. Προτιμώ τις ανυπάκουες γυναίκες που, εκ των πραγμάτων δεν είναι συνηθισμένες.

        Στα όσα μας λέει το Πρόγραμμα για την επική αυτή δραματική ταινία, ας προσθέσουμε και την εξαιρετική δουλειά της Ενδυματολόγου Έμιλι Γουάντας η οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ. Τα σκηνικά της ταινίας είναι εκπληκτικά, μαγευτικά, ατμοσφαιρικά, δεμένα άρτια με την περιπέτεια και εξέλιξη της ιστορίας και το μυθικό της περίβλημα. Οι ενδυματολογίες των πρωταγωνιστών όπως και το δωρικό ντεκόρ εξαιρετικά λειτουργικό. Ακριβές οι αναπαραστάσεις των στρατιωτών, οι χρωματισμοί των λάβαρων και των άλλων χαρακτηριστικών διακριτικών των αντιμαχόμενων μερών. Τι μπορεί να πει κανείς για την τελευταία σκηνή όπου ο τυφλός νεαρός ραψωδός κρατώντας ως συμπαράσταση και βοήθεια την εικόνα του χαμογελαστού ΒΟΥΔΑ ενώ η αδερφή του τον εγκαταλείπει για να πάει στο παλάτι, ο τυφλός τραγουδιστής φτάνει στο χείλος του γκρεμού και με το μπαστούνι του παραπατώντας επικίνδυνα, τραβιέται πίσω, ενώ πέφτει από τα χέρια του ο ρολός παπύρου με την  Εικόνα του ΒΟΥΔΑ. Και καθώς πέφτει στο γκρεμό ο πάπυρος ξετυλίγεται και μας αποκαλύπτεται η εικόνα του χαμογελαστού Θεού να μας χαμογελά με ειρωνεία και πικρόγλυκη διάθεση να μας ευλογεί. Ενώ, ο τυφλός τραγουδιστής στέκεται πάνω από τον γκρεμό «κοιτώντας» το κενό.

Συγκλονιστική στιγμή και αξέχαστη εικόνα, αλησμόνητο τελευταίο πλάνο στο πώς ολοκληρώνεται αυτή η μεσαιωνική ιαπωνική διασκευή του Βασιλιά Ληρ, που εντυπώνεται στην συνείδηση των θεατών ειρηνικά, αβίαστα και προκαλεί συνθήκες στοχασμού, συλλογισμών και αβέβαιων αποτελεσμάτων στο που οδηγείται η ανθρωπότητα.

  Όσες φορές παρακολουθήσεις αυτήν την αριστουργηματική ταινία, άλλες τόσες θέλεις να την ξαναδείς.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

25/10/2026 

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Αφιερώσεις ποιημάτων του Μήτσου Παπανικολάου στον Ν. Λαπαθιώτη

 

ΔΥΟ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

            ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Α) D O M E S T I C A

        Στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Μία-μία οι καρέκλες άδειασαν γύρω από το τραπέζι’

στις ισκιωμένες κάμαρες ένα παιδί δεν παίζει,

ούτ’ ένα πιάνο, τίποτε- καμιά φωνή με τρίλιες

δε βγαίνει απ’ του παράθυρου τις ισκιωμένες γρίλιες.

Σώπασε κάθε θόρυβος, κάθε συνομιλία,

τρίζουν τα ξύλα απ’ τον καιρό και τη μελαγχολία.

Τα παγωμένα χέρια μας του χαίρε λεν τα χάδια

στίς έρημες τις κάμαρες και στα κρεβάτια τ’ άδεια.

Έχει η χαρά των γυρισμών από καιρό πεθάνει’

κλείσαν οι πόρτες του σταθμού, βράδιασε στο λιμάνι.

 

Είναι λευκές οι νύχτες μας και μαύρες είν’ οι μέρες,

τις πόρτες με τα νύχια τους σκαλίζουν οι φοβέρες.

Από την κλειδαρότρυπα κοιτάζει κάποιο μάτι’

ποιος μένει ακόμα για να δει στο διπλανό κρεβάτι.

 

Μείναμε μόνοι κι ορφανοί. Τ’ αδέρφια μας που να ‘ναι;

Μόνο του φεγγαριού γλυκά τα μάτια μας κοιτάνε.

Κι εκείνου ακόμα τα μαλλιά ξάσπρισαν στους κροτάφους

Γιατί, απ’ την πρώτη νύχτα του, βλέπει τη γη με τάφους’

μ’ ας μη μιλάμε πια γι’ αυτούς, είναι παλιό το θέμα’

πάμε… θα τους ξεχάσουμε… θα πούμε ότι είναι ψέμα…

Φθινόπωρο… φθινόπωρο… Σαλπίζουνε στα δάση

τα βούκανα που, απ’ τον παλιό καιρό, δεν έχουν σπάσει.

Κλαίνε τα δέντρα στην πηγή’ δάκρυ στάζουν τα φύλλα,

ανατριχίλα στο νερό, στο σώμα ανατριχίλα…

Δεν έχει ο γυμνός έρωτας ρούχο για να φορέσει

και περιμένει ζέστη απ’ το φύλλο που θα πέσει.

Ακούμπα το κεφάλι σου στα χέρια και θυμήσου

τώρα που μελαγχολικοί μήνες θα σ’ αποκλείσουν:

Των λουλουδιών η στάχτη απ’ τις ανοίξεις, μες στα χέρια

μας έμεινε, και των καρπών από τα καλοκαίρια.

Στάχτη κι απάνω στα μαλλιά, στάχτη στη γλώσσα μένει.

Οι μπόρες δε μας άρπαξαν. Η μουσική σωπαίνει.

Σωπαίνουν όλα: τα πουλιά, τα χείλη, τα βιβλία,

ο κουρασμένος έρωτας, η γνώση κι η φιλία.

Μείνανε τα φαντάσματα των είκοσι χρονώ μας

μες στον καθρέφτη και γελούν με το παράπονό μας.

Βράδυ, βροχή και ταραχή. Στην εκκλησιά σημάναν’

έστειλε μήνυμα γλυκό και μακρινό η καμπάνα.

Δεν ήταν πια το κάλεσμα που άκουγα πολύ νέος-

ήταν φωνή για προσευχή γαλήνια κι όλο δέος,

που από τα τζάμια πέρασε κι ήρθε στην κάμαρή μου

κι ήταν σα να ‘ναψε ένα φώς στη σκοτεινή ψυχή μου.

 

Κι έμοιαζε σα να μου ‘λεγε πως ίσως, κάποια μέρα

ό,τι δε βρήκαμε στη γη, θα το ‘βρουμε και πέρα.

        ΜΗΤΣΟΣ  ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ σ.95-96

Β) Α Ν Ε Κ Δ Ο Τ Ο Ι   Σ Τ Ι Χ Ο Ι

ΤΟΥ ΜΗΤΣΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

του Γ. Ι. ΦΟΥΣΑΡΑ

περ. ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1947 Χρόνος Τέταρτος. Εκδ. Μαυρίδης, σελ. 162

        Ανάμεσα στα βιβλία του μακαρίτη ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που μετά την αυτοκτονία του πουλήθηκαν απ’ τους κληρονόμους του, βρήκα και το “Aux fontaines du desir” του Hen. De Monterlant χαρισμένο στον Λαπαθιώτη απ’ τον Μήτσο Παπανικολάου, τον ποιητή που τόσο πρόωρα , τον περασμένο χρόνο, τα πάθη του τον φέρανε στον τάφο. Είναι γνωστή η ψυχική συγγένεια που ‘δενε τους δυό τούτους ποιητές, που ‘χανε για ιδανικό τους τον Oscar Wilde και τους Γάλλους  poetes maudits, όπως κι ο θαυμασμός που ‘τρεφε ο Παπανικολάου για τον Λαπαθιώτη, πιότερο σαν άνθρωπο παρά σαν ποιητή, τόσο που να προσπαθεί ν’ αντιγράφει, όσο του βολούσε πιο πιστά, τον τρόπο της ζωής του.

        Το χάρισμα του Παπανικολάου συνοδευότανε κι’ απ’ ένα αυτόγραφο αφιέρωμα σε γαλλικούς στίχους, γραμμένο στο παράφυλλο του βιβλίου τ’ ακόλουθο δεκατετράστιχο.

A MON TRES CHER NAPOLEON

Fontaines du desir,

une jeunesse nue,

le charme de courir

toujours vers l’ inconnu,

 

des roses effeuillees

sur le chemin d’ amour

et des amours mouilles

dans nos larmes, toujours!

 

Des voyageurs traques

Napoleon, nous –sommes?

Oh, nous ne sommes que,

 

tout simplement des hommes,

dont le supreme effort

c’ est l’ amour ou la mort!

4-2-28    MITSO  PAPANIKOLAOU

     Και σε πρόχειρη μετάφρασή μου:

ΣΤΟΝ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ

Του πόθου πηγές,

μιά νιότη γυμνή,

του δρόμου το θέλγητρο

προς τ’ άγνωστο πάντα,

 

μαδημένα τριαντάφυλλα

στης αγάπης το διάβα

κι αγάπες βρεγμένες

σε δάκρυα, πάντα!

 

Είμαστε, Ναπολέων,

ταξιδιώτες κυνηγημένοι;

ώ, τίποτα άλλο δεν είμαστε

 

παρ’ άνθρωποι μόνο,

που προσπάθειά τους υπέρτατη

ο έρωτας είναι ή ο θάνατος!

        ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

   Οι στίχοι τούτοι του Παπανικολάου δεν είναι σίγουρα απ’ τους καλύτερους του ωραιόπαθου και τόσο λιγογράφου ποιητή. Εκφράζουν όμως το προσωπικό του δράμα, το διμέτωπο σ’ ολάκερη τη ζωή του αγώνα για την κατάχτηση της ηδονής, και την κατανίκηση του δαίμονα του θανάτου, που φωλιάζει μέσα του, θρεμμένος απ’ τον ανώμαλο της ζωής του τον τρόπο. Κ’ η εξομολόγηση ενός αληθινού ποιητή έχει πάντα την αξία της για τους κατοπινούς του έργου του μελετητές.

        Γ. Ι. ΦΟΥΣΑΡΑΣ

     ΜΝΗΜΗ  ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

(Ξάνθη 23/10/1925- Αθήνα 15/6/1994)

Α) Το ποίημα με τον λατινικό τίτλο DOMESTICA (εγχώριος) περιλαμβάνεται στον τόμο: α) ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, γ΄ έκδοση, εκδ. Πρόσπερος 1999, σελ. 61-62.  Στην γ΄ έκδοση δεν αναφέρεται η αφιέρωση του Μ. Π. στον φίλο του Ν. Λ. Η πρώτη έκδοση των Ποιημάτων του Μήτσου Παπανικολάου έγινε στην Θεσσαλονίκη από τις εκδόσεις «Διαγώνιος» 1966 του Ντίνου Χριστιανόπουλου με την φροντίδα του Τάσου Κόρφη. Δύο χρόνια αργότερα, 1968 οι ίδιοι συντελεστές, 1968 κυκλοφορούν και τις Μεταφράσεις του. Στα νεότερα χρόνια, οι εκδόσεις Πρόσπερος του Τάσου Κόρφη επανακυκλοφορούν τα δύο βιβλία με τα Ποιήματα και τις Μεταφράσεις.1980, 1987… Στις μέρες μας, οι εκδόσεις «Όγδοο» Φλεβάρης 2023 κυκλοφόρησαν τον τόμο ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ποιητικά Έργα και Αθησαύριστα Πεζά. ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΕΘΕΝΤΑ. Φιλολογική Έκδοση. Εισαγωγή/ Επιμέλεια/ Σημειώσεις ΜΙΧΑΗΛ Χ. ΡΕΜΠΑΣ, εκδόσεις Όγδοο, Αθήνα, Φεβρουάριος 2003, σελ. 300 [Σχεδιασμός εξωφύλλου- Σελιδοποίηση Ελένα Μονογιούδη. Υπεύθυνος Εκδόσεων Βαγγέλης Κορωνάκης. Το ποίημα DOMESTICA δημοσιεύεται στην σελίδα 95-96 με την αφιέρωση «Στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη». Στην ίδια, εξαιρετική έκδοση σε φιλολογική επιμέλεια του κ. Μιχάλη Χ. Ρέμπα των έργων του Μήτσου Παπανικολάου, στην σελίδα 126 περιλαμβάνεται το ποίημα «Σ’ ένα φίλο μου» «Αφιέρωση στον Ν. Δ. Λ. (απαθιώτη). Είναι το πρώτο αυτοβιογραφικό ποίημα του Παπανικολάου που «αφιερώνεται σ’ έναν φίλο του» όπως επισημαίνει και ο φιλολογικός επιμελητής της έκδοσης Μ.Χ. Ρέμπας, σελ.27 των ερευνητικών του σχολίων.

        Σ’ ΕΝΑ ΦΙΛΟ ΜΟΥ

           Αφιέρωση στον Ν.Δ.Λ.

Έρμη και ξένη στην ψυχή μου νιώθω

σε κόσμον άγνωστο να τριγυρνά

κι αδιάκοπα να κλαίει, να ξεφωνά,

ζητώντας τη φιλία σου με πόθο…

 

Μα βλέπω να χωρίζει μας το γρόθο

της Μοίρας, της σκληρής, που κυβερνά’

κι αγανάκτηση στα δάκρυά μου τ’ αγνά,

σμίγει κι ένα άλλο δάκρυο, αλλά νόθο…

 

Μα κάποτε γλυκαίνει μου τη θλίψη,

μι’ αχτίδα ρίχνοντας, ασθενικιά,

η ελπίδα, η αστείρευτη, η γλυκιά…

 

Και σκέφτουμαι: αν τώρα μου ‘χει λείψει

η αγάπη σου, η αγνή, η αδελφικιά,

δεν θα ‘ναι πάντα η Μοίρα μας κακιά!

Ενώ στην επόμενη σελίδα 127 διαβάζουμε το ποίημα «ΜΗΤΕΡΑ» «Χαρισμένο στον ποιητή και κριτικό Τέλλο Άγρα». Στην σελίδα 86 έχουμε το ποίημα «ΏΡΕΣ» Αφιερωμένο «Του φίλου συνθέτη Ιωσήφ Παπαδόπουλου» -Γκρέκα. Της γνωστής οικογένειας μουσικών συνδεδεμένης με τον Πειραιά. Αξίζει να μνημονεύσουμε και ένα από τα Σονέτα του Παπανικολάου (έγραψε πάνω κάτω 15 από το συνολικό αριθμό των 52 ποιημάτων του) με τον ξενόγλωσσο τίτλο “A JEAN COCTEAU”. Υπάρχουν και μερικές ακόμα αφιερώσεις με αρχικά ονομάτων φιλικών προσώπων του Υδραίου ποιητή και μεταφραστή.

         Ο αξιόλογος κριτικός και ποιητής, πεζογράφος με καταγωγή από την Ύδρα (γ. 1900) ο οποίος έζησε για ένα διάστημα στην περιοχή του Πειραιά Μήτσος Παπανικολάου, εμφανίστηκε από την νεαρή του ηλικία στον χώρο της ποίησης μόλις 16 ετών από το περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με ποιήματά του. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο εγγράφεται στη Νομική Σχολή την οποία δεν τελείωσε, το 1920 προτιμώντας να ακολουθήσει την κλήση του και το ενδιαφέρον του προς την Δημοσιογραφία όπου σταδιοδρόμησε με επιτυχία. Το 1923 αναλαμβάνει την αρχισυνταξία του γνωστού λαϊκού οικογενειακού ποικίλης ύλης περιοδικό «Μπουκέτο» μέχρι το 1940. Η θέση αυτή του εξασφάλισε την φήμη και καταξίωση ως ποιητή, ως μεταφραστή και ως κριτικού της νεοελληνικής και ξένης λογοτεχνίας. Το ποιητικό του έργο, δεν είναι μεγάλο αλλά τον έκανε γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους. Περισσότερο ίσως γνωστός ο Μήτσος Παπανικολάου μας έγινε γνωστός από τις εξαιρετικές μεταφράσεις του και τα σημαντικά κριτικά του σημειώματα πάνω σε πρόσωπα και έργα της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι κριτικές του δεν έχουν πάντα θετικό πρόσημο, όμως, ακόμα και αυτές που είναι αρνητικές είναι τεκμηριωμένες και τα κείμενά του έχουν εσωτερική δομή και ποιότητα. Υπήρξε άτομο της γνώσης με ιδιαίτερη προτίμηση στον ποιητικό λόγο δίχως να αγνοήσει και τον πεζό όπου μας άφησε πολύ καλά πεζά του μοντέρνας γραφής και αντίληψης. Δυστυχώς οι άσχημες και δύσκολες συνθήκες της Κατοχής και του Πολέμου, οι οικονομικές συνθήκες εξαθλίωσης που έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ως Ομοφυλόφιλος, η εμπλοκή του στον κόσμο των επικίνδυνων ουσιών, η φτώχεια του κατέστρεψαν την διανοητική και την ψυχική του υγεία. Έφυγε από την ζωή ταλαιπωρημένος και βασανισμένος στο Δρομοκαϊτειο στις 26 Οκτωβρίου 1943. Ή Ελληνική Ποίηση και ο Κριτικός λόγος έχασε έναν ακόμη «καταραμένο» ποιητή της. Λίγους μήνες αργότερα, 7/1/1944 θα τον ακολουθήσει στον τάφο ο φίλος και συνεργάτης του επίσης «καταραμένος» ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης. Από την άλλη, ο σημαντικός οξύνους κριτικός και ποιητής Τέλλος Άγρας, θα φύγει από αδέσποτη σφαίρα  στις 12 Νοεμβρίου του 1944. Η Ελληνική Κριτική Σκέψη και Στοχασμός έχασε ορισμένα από τα πιο εξαιρετικά μέλη της. Αν συναριθμήσουμε και την απώλεια του ποιητή και μεταφραστή Ιωάννη Γρυπάρη Μάρτιο του 1942 και τον θάνατο του Κωστή Παλαμά 27 Φλεβάρη του 1943 τότε πραγματικά μπορούμε να μιλάμε ότι η Ελληνική Ποίηση- Λογοτεχνία έγινε φτωχότερη, την κρίσιμη αυτή ιστορική για την χώρα μας δεκαετία.  

   Στις αναρτήσεις μας το τελευταίο διάστημα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα για την ζωή και την ποίηση του αγαπημένου μας ποιητή του Μεσοπολέμου Αθηναίου εστέτ Ναπολέων Λαπαθιώτη (31/10/ 1888- 7/1/1944), δημοσιεύσαμε έναν ενδεικτικό αριθμό ποιημάτων αφιερωμένων στον αυτόχειρα ποιητή από ομοτέχνους του και συνθέσαμε και ένα προσωπικό μας ποίημα στην μνήμη του. Τις προηγούμενες δεκαετίες στις έντυπες κριτικές εργασίες μας και σε ομιλίες μας σε πολιτιστικούς χώρους-για τον ποιητή- (τρέφοντας ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους έλληνες ποιητές του Μεσοπολέμου) είχαμε αποδελτιώσει κρίσεις, άρθρα, μελετήματα, σχόλια σε διάφορα έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά για τον δανδή ποιητή. Ο πρώτος που μας έδωσε μία ικανοποιητική βάση εργογραφίας και βιβλιογραφίας για τον Λαπαθιώτη, υπήρξε ο εκδότης, ποιητής και αναστηλωτής ποιητών του Μεσοπολέμου ο Τάσος Κόρφης. Ο Τάσος Κόρφης, όχι μόνο με τον εκδοτικό οίκο που ίδρυσε τον «Πρόσπερο», τις καλές εκδοτικές του προτάσεις, το ολιγοσέλιδο λογοτεχνικό περιοδικό Ανακύκληση που εξέδιδε και τις ετήσιες Ποιητικές του Ανθολογικές Φωνές, αλλά και τις δοκιμιακές του μελέτες «Ματιές σε Ποιητές του Μεσοπολέμου» (1978), «Ματιές στη Λογοτεχνία του Μεσοπολέμου» (1991), «Καταθέσεις Όψεως» (1982), κλπ. από τις εκδόσεις «Πρόσπερος» -  έρευνες και γραπτά του γνώρισε στην μεταπολιτευτική γενιά μας-1974 και εδώθε- ποιητές των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα αλλά κυριότερα της Μεσοπολεμικής περιόδου. Μπορεί ο ποιητής και μεταφραστής Άρης Δικταίος να εξέδωσε πρώτος την ποίηση του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη στην γνωστή έκδοση του Γεωργίου Φέξη, -με την κατατοπιστική εισαγωγή του-, ο Τάσος Κόρφης όμως ασχολούμενος ειδικότερα με τους ποιητές αυτών των δύσκολων χρόνων ( που μεγάλωσαν και έζησαν ανάμεσα σε Δύο Παγκόσμιους Καταστροφικούς Πολέμους, Μικρασιατική Καταστροφή) Ποιητών της παράδοσης, ρομαντικών, νεορομαντικών, συμβολιστών, νεοσυμβολιστών, παρνασσιστών και άλλων λογοτεχνικών σχολών, Λογοτεχνών πριν την έλευση και καθιέρωση του μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού στην Ποίηση, στην Πεζογραφία κλπ., μας έφερε σε επαφή με τις μελέτες, τα γραπτά και τις αναστηλώσεις του με φωνές της ελληνικής ποιητικής παράδοσης και όχι μόνο. Θα σημειώναμε δίχως να γενικεύουμε και εξειδικεύουμε Ελλήνων Ποιητών της Ρίμας, της παραδοσιακής στιχουργικής και μουσικής ρυθμολογίας. Φυσικά με τις ανάλογες αποκλίσεις και τα ανοίγματα προς τον Μοντέρνο ποιητικό λόγο και τα νέα ρεύματα γραφής, τα οποία μεταλαμπαδεύτηκαν από τον ευρωπαϊκό χώρο. Οι εργασίες του πάνω στην συγγραφική παρουσία του Ναπολέων Λαπαθιώτη και του ομότεχνου φίλου και συνοδοιπόρου του για μεγάλο διάστημα της ζωής του Μήτσο Παπανικολάου, άνοιξαν το δρόμο των νεότερων ερευνών για το έργο τους. Ο Τάσος Κόρφης μας έδωσε έναν οδοδείχτη βιβλιογραφικών δεδομένων τόσο του Ν. Λαπαθιώτη όσο και του Μήτσου Παπανικολάου. Δύο τραγικές αυτοκαταστροφικές μορφές του ελληνικού ποιητικού και μεταφραστικού Παρνασσού οι οποίες άφησαν έντονα τα συγγραφικά τους ίχνη στα ελληνικά γράμματα και οι πρωτογενείς ή δευτερογενείς εργασίες τους απασχόλησαν και εξακολουθούν να απασχολούν τους θαυμαστές της γραφής τους και τόσο ο ποιητικός, πεζογραφικός, κριτικός λόγος τους όσο και οι μεταφράσεις τους συνεχίζουν να συζητιούνται. Δεν θα σημείωνα με αρκετή βεβαιότητα και μελανά χρώματα την άποψη του Τέλλου Άγρα ότι οι ποιητικές αυτές φωνές δεν ζήτησαν τόσο την αλήθεια της ζωής και της ποίησης, της ομορφιάς, όσο την ηδονή, μια και η ηδονή σωματική, ψυχική, διανοητική, της γνώσης, της όποιας μεταφυσικής πίστης δεν είναι παρά μία διαρκής ηδονή αναζήτησης, και ιδιαίτερα, αυτή των ιδανικών οραμάτων για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και ανεπανάληπτα. Το κατά πόσο και σε πιο βαθμό μας κάνει η κατάσταση αυτή «καταραμένους» δηλαδή διαφορετικούς από την καθημερινή «μετριότητα» που ζούνε και βιώνουν οι μεγάλες ανθρωπομάζες, αυτή η ευαγγελική «χλιαρή» στάση μας, ανήκει στην προβληματική άλλης έρευνας και μελέτης.

  Σχετικά πρόσφατα, μετά τις εκδοτικές πρωτοβουλίες του Τάσου Κόρφη, εξέδωσε από τον εκδοτικό του οίκο τρείς τόμους με τα Ποιήματα, τις Μεταφράσεις και τα Κριτικά του Μ. Παπανικολάου, του ποιητή που συνέδεσε το όνομά του με την πόλη του Πειραιά. Ο αξιόλογος ποιητής και μεταφραστής και σημαντικός κριτικός Μήτσος Παπανικολάου (Ύδρα 1900/1899- Δρομοκαϊτειο 26/10/ 1943) έτυχε ξεχωριστού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, ο νέος (γενν. 1980) καθηγητής και πολιτικός επιστήμονας από την Καβάλα Μιχαήλ Χ. Ρέμπας, ζει και διδάσκει στην Θεσσαλονίκη, πέρα από την ενασχόλησή του με την Ποίηση, κυκλοφόρησε μία εξαιρετική και θαυμάσια ερευνητική εργασία. Μήτσος Παπανικολάου, Ποιητικά Έργα και Αθησαύριστα Πεζά. ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΕΘΕΝΤΑ. Φιλολογική έκδοση Εισαγωγή- Επιμέλεια- Σημειώσεις ΜΙΧΑΗΛ Χ. ΡΕΜΠΑΣ, εκδόσεις «Όγδοο», 2, 2003, σελ. 304. [Σχεδιασμός εξωφύλλου, Σελιδοποίηση Ελένα Μονογιούδη. Υπεύθυνος Έκδοσης Βαγγέλης Κορωνάκης]. Ένα χρόνο κατόπιν, ο Πειραιώτης φιλόλογος και ερευνητής Μιχάλης Γ. Μπακογιάννης επιμελήθηκε φιλολογικά το δίτομο έργο, Μήτσος Παπανικολάου, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1916- 1947) και ΤΑ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ (1913-1943), εκδόσεις Σμίλη 2024, σελ. 356 και 390 αντίστοιχα. Δύο σύγχρονες και μοντέρνες ερευνητικές εργασίες οι οποίες επαναδιαπραγματεύονται κάτω από το φως νέων δεδομένων, άγνωστων ποιημάτων και πεζών του, μεταφράσεών του Μήτσου Παπανικολάου (ιδιαίτερη αδυναμία οι Γάλλοι ποιητές. Μετέφρασε από Σαρλ Μπωντλαίρ και Ζαν Μορεάς, Πωλ Βερλαίν και Γκιγιώμ Απολλιναίρ, μέχρι Εντγκαρ Άλαν Πόε και Μιλόζ αλλά και Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα) την περίπτωση του καταραμένου ποιητή του Μεσοπολέμου και την επιρροή του στους μεταγενέστερους δημιουργούς και αναγνώστες της ελληνικής ποιητικής παράδοσης.

   Το Σονέτο γραμμένο στα γαλλικά το αντιγράφω από τον τόμο της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς του 1947. Όπως σε προηγούμενο σημείωμά μας είχαμε αντιγράψει την μικρή μελέτη του Γιάγκου Πιερίδη για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Οι εύρωστοι σε σελίδες και ύλη τόμοι της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς από την αρχή της κυκλοφορίας της το 1943 και για πολλές δεκαετίες έχουν φιλοξενήσει κείμενα για τους Έλληνες Poet Maudit. Για τους Καταραμένους Ποιητές χρήσιμες είναι μεταξύ άλλων οι εργασίες και οι απόψεις του δοκιμιογράφου και ποιητή Κώστα Στεργιόπουλου, σε τόμο του Συμποσίου της Ποίησης. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα μελετήματα και άλλα δημοσιεύματα του τόμου 1947 της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς, στεκόμαστε στις «Προϋποθέσεις και Δοκιμές του Ελληνικού Ρομαντισμού» σ. 46-84 που υπογράφει ο Κ. Θ. Δημαράς, οι «Τάσεις Επιστροφής-Ξενικές Επιδράσεις» στο Ελληνικό Θέατρο του Πέλου Κατσέλη, σ.33-36. Το κείμενο του Φώτη Γιοφύλλη για τον εικαστικό Κώστα Παρθένη, σ.28-32. «Το περιοδικό «Εβδομάς» του Δ. Γρ. Καμπούρογλου, του Δημήτρη Μάργαρη, σ.147-151, το απόσπασμα μελέτης για τα νεανικά χρόνια του «Ανδρέα Κάλβου, του» Κωνσταντίνου Ε. Σολδάτου, σ.251-257, το «Λαός και Τέχνη» του Κώστα Βάρναλη σ. 7-9 και αρκετή ποίηση και διηγήματα. Καθώς και ένα περιηγητικό άρθρο για την Μανιάτισσα στον 18 αιώνα, του Σταύρου Χ. Σκοπετέα. Τόμοι της «Φ. Π.» διακοσμούνται και φιλοτεχνούνται από τον ηθοποιό και ζωγράφο Μιχάλη Νικολινάκο.

        Το γαλλικό Sonnet του Μήτσου Παπανικολάου, σύμφωνα με τον εκδότη, ποιητή και κριτικό της ποίησης του Μεσοπολέμου Τάσο Κόρφη- αναστηλωτή του έργου του ποιητή: «γράφτηκε στις «4.2.28» σαν αφιέρωση (“A mon tres cher Napoleon”)  Henry de Monterlant «Aux fontaines du desir”, που χάρισε ο Παπανικολάου στον Λαπαθιώτη. Το ανακοίνωσε ο Γ. Ι. Φουσάρας στην Φιλολογική Πρωτοχρονιά (1947), σ. 162. Αναδημοσιεύουμε εδώ την ελληνική απόδοση του Γ. Ι. Φουσάρα», βλέπε Σημείωση σελ. 83. Το Γαλλικό Σονέτο (αμετάφραστο) περιλαμβάνεται και στην σελίδα 46 (χωρίς να αναγράφεται η αφιέρωση) του Μήτσος Παπανικολάου, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, γ΄ έκδοση 1999 (ά έκδ. 10/ 1979), εκδόσεις «Πρόσπερος», Αθήνα 1999. Το συναντάμε και στην σελίδα 84 της έκδοσης του ποιητή και φιλόλογου Μιχαήλ Χ. Ρέμπα. Στην σελίδα 273-274 των Σημειώσεων της έκδοσης «Όγδοο» μεταφέρεται η απόδοση του Γ. Ι. Φουσάρα.

        Πρώτο σημείωμα για τον ποιητή Μήτσο Παπανικολάου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Παρασκευή 23/10/2016

        «Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της Γης στου Κόσμου το Μπαλκόνι ποτέ μην ξαναβγείς…»      

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Ο Μάριος Βαϊάνος για τον Λαπαθιώτη

 ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΚΑΙ ΘΛΙΒΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Μάριου Βαϊάνου

        Διασκεδάζει κανείς αληθινά, όταν παρακολουθεί περιοδικά κι εφημερίδες, όπου κάνουν αποκαλύψεις μερικοί ανίδεοι, παρουσιάζοντας μεγαλόσχημα την ιδιωτική ζωή και άλλα ιδιαίτερα μερικών, από τους παληούς μας λογοτέχνες και συγγραφείς, τους οποίους νομίζουν ότι εγνώρισαν, με τις δυό-τρείς φορές που είδαν στο δρόμο κι άλλες τόσες στα σπίτια τους, σε στιγμές άφαντης καλωσύνης, κεφιού ή εκγκαρδιότητος, πράγμα που τους κάμνει κι όλας, να προβαίνουν σε αποκαλύψεις κι επισημάνσεις, νομίζοντας ότι έμαθαν κι όλα τα μυστικά τους κι έτσι είναι σε θέση να φέρουν στο φώς όλα τα αινίγματα και το μυστήριο που τους περιέβαλε στη ζωή και το οποίον ζητούν να διαλευκάνουν και να ξεχύσουν μετά θάνατο οι αυτοσχέδιοι αυτοί βιογράφοι τους…

        Κι εν προκειμένω ο Λόγος είναι για τον Ν α π ο λ έ ο ν τ α Λ α π α θ ι ώ τ η που το περιοδικό τούτο θέλει κάπως ν’ αναστήσει, και να φέρει στην επιφάνεια εξ αφορμής της επιτυχίας του, να εξασφαλίσει λίγα άγνωστα και ανέκδοτα ντοκουμέντα της ζωής του, τα οποία, αληθινά, έχουν μια κάποια ιστορική αξία.

        Πολλές φορές είδα και διάβασα γραφτά που αφορούσαν την επίγεια ζωή του ποιητικού αυτού, που ένα απονενοημένο του διάβημα, τον έφερε αλογάριαστα στον άλλο Κόσμο, τον οποίον, φυσικά ο Ναπολέων δεν περίμενε να επισκεφτεί και να γνωρίσει τόσο απροετοίμαστα κι απροσδόκητα. Φυσικά πολλές φορές, αναγκαστικά ο αγαπητός κι αξέχαστος φίλος τον μελέτησε στις κουβέντες και τις συζητήσεις του με πολλούς για την ύπαρξή του, άγγισε τα σύνορά του και τον καλολόγισε με το θάνατο της μητέρας του, που του ήταν το πιό αγαπημένο του πράγμα στη ζωή, αλλά, είμαι βέβαιος απ’ τη στενότατη γνωριμία που είχα μαζί του, πώς ποτέ δεν περίμενε να βρεθεί στους πράσινους του λειμώνες και στα Ηλύσια Πεδία του, αν η τύχη με την οποίαν τόσο χαριτωμένα έπαιζε συχνά και τον συμπαθούσε κι αυτή τόσο, δεν βρίσκονταν τη στιγμή του τραγικού πεπρωμένου του, αληθινά τυφλή και τον άφησε να της ξεφύγει…

        Ο ποιητής δεν συμπαθούσε βέβαια το θάνατο, αλλά έπαιζε πάντα μαζί του. Κι αν δεν τον ανέφερε στα ποιήματά του ήταν, γιατί κατά βάθος, τον εφόβιζε η παρουσία του, περί τούτου όμως συχνά συζητούσε, φιλολογώντας όπως όλοι μας. Αντίθετα με τον ευτυχισμένο βίο του έκαμνε και την τύχη που πάντα τον ευνόησε και τον ευνοούσε σε όλα ήταν πανευτυχής μη νοιαζόμενος για τίποτα, αφού όλα τα είχε, από την αγάπη των δικών του, μέσα στο σπίτι όπου όλα ανθούσαν γι’ αυτόν και τα πάντα ήσαν ρόδινα, ως τον γύρω του κόσμο που τον περιέβαλε με το θαυμασμό εκτίμηση και αγάπη όπως ήταν ο πιό λυρικός, ο πιό αισθαντικός και ο πιό εντυπωσιακός ποιητής του καιρού του. Κι ο ίδιος το ήξερε και χαιρόταν γι’ αυτό τυλιγμένος μέσα στα πέπλα της ευφροσύνης και της ευτυχίας. Αλλά, για να αρχίσουμε τις αναμνήσεις μας και τις εντυπώσεις μας, από τον άγνωστο στους πολλούς Λ α π α θ ι ώ τ η, είχε σε μεγάλο βαθμό ανεπτυγμένη, μέσα του, τη διάθεση του ναρκισσισμού, και δεν θεωρούσε ευτυχία, αυτά τα οποία είχε: φήμη, ομορφιά, πλούτη, υγεία και ότι άλλο. Και η μοναξιά που τον συντρόφευεν, ολοένα και στενότερα, και περισσότερο τον έκανε να υποφέρει. Και σα διέξοδο είχε ανάγκη όλο και περισσότερα,- τάθελε όλα δικά του’ κι άλλη φήμη, κι άλλην ευτυχία, κι άλλες επίγειες και απερίσπαστες ηδονές, ό,τι και αυτές νάναι: πλατωνικές, αισθησιακές, υλικές κλπ. Με πρότυπο το Όσκαρ Ουάϊλδ που την ίδια εποχή μεσουρανούσε κι απασχολούσε την υφήλιο με τις σχέσεις του, τα καπρίτσια του και τα καμώματά του, ο Λαπαθιώτης οικοδομούσε μιάν ζωήν, όμοια μ’ εκείνου και υπέφερε που δεν ήταν οι συνθήκες όμοιες, εδώ στην Ελλάδα, για να την πραγματοποιήσει και να την προσαρμόζει στον εαυτό του…

        Δεν υπάρχουν π ι ά σύγχρονοί του και στενοί φίλοι του για να βεβαιώσουν αυτά που γράφω, αλλά και αν υπήρχαν είναι αδύνατο να γνώριζαν τόσο καλά τον Ναπολέοντα, που από καπρίτσιο, μερικές μέρες ήταν αχώριστος στην παρέα με μερικούς κι είχε μαζί τους «κοινά μυστικά» της ζωής του, κι έξαφνα από ιδιοτροπία, αδιαφορία, βαρεμάρα, ή άλλο τί, τους παρατούσε και τον έχαναν για καιρό, ως που να τούρθει πάλιν η επιθυμία να τους αναζητήσει, να τους κάμει για λίγο διάστημα συντροφιά με πολλές αποκαλύψεις, κι ύστερα πάλι να χαθεί, μέσα στη νύχτα της ιδιότροπης ζωής του και της Αθήνας. Τον ρωτούσα πολλές φορές όταν τον συντρόφευα πειθήνια και  πιστά, τις νυχτερινές και μεταμεσονύχτιες ώρες στους δρόμους της μικρής και μοναχικής, τότε, Αθήνας, στα ξεφτισμένα πάρκα του Μουσείου και του Ζαππείου, και στους άδειους από ζωή και κίνηση, δρόμους του Παγκρατίου, του Κλαθμώνα και αλλού που πεζοπορούσαμε: γιατί, φίλους που τόσο ταλαιπωρήθησαν για να τον  συναντήσουν και τούχαν τόσην εκτίμηση και αγάπη, για το έργο του και τον ανθρωπισμό του, τους αποφεύγει, τους αποκαρδιώνει και τους απομακρύνει με την αδιαφορία του’ κι εκείνος με την μόνιμη απάθειά του που κρεμόταν από τα χείλη του και το ψυχρό χαμόγελο που ανθούσε στο πρόσωπό του και τώκαμνε ψυχρότερο, το νυχτερινό φώς, μου απαντούσε: -Όλοι τους με κουράζουν με τα πράγματα που με ρωτούν. Όλο ερωτήματα μου κάμνουν και τους βαριέμαι… Μη με ρωτάς και συ γιατί θα με χάσεις… Και πραγματικά. Έτσι, ή αλλοιώς, αργά, ή, γρήγορα τον έχανα. Όχι γιατί με βαριόταν-αλλά γιατί βαριόταν τους θαυμαστάς που του πήγαινα…

        ….Αλλά απομακρυνθήκαμε από τη συνέχεια της αφήγησής μας, σχετικά με το θέμα του θανάτου. Ο Λαπαθιώτης λοιπόν θαυμαστής και συνοδοιπόρος του Ουάιλδ, ακολουθώντας πιστά και τ υ φ λ ά τις θεωρίες του βάδιζε πάνω στα ίχνη της μοναδικής ευφυϊας του μεγάλου άγγλου συγγραφέα, χωρίς όμως να μπορεί και να κάμνει ό,τι εκείνος έκαμνε. Γιατί εκείνος πολεμούσε με πράξεις και με την ίδια του τη ζωή την πουριτανική Κοινωνία του Λονδίνου, μόνος κι απογυμνωμένος από το οικογενειακό του περιβάλλον, και με πλήρη ωριμότητα για μιά τέτοια ζωή, ενώ, εδώ, ο Ναπολέων, υπόκειτο στις δεσμεύσεις του οικογενειακού βίου, που τον κατεύθυναν, με πολλήν βέβαια μαλακότητα μητέρα συντηρητική και πατέρας, το ίδιο. Και είναι βέβαιο, αλήθεια πως οι δυό γέροι τον αγαπούσαν υπερβαλλόντως (και είναι γνωστό το τί απάντησεν ο πατέρας του στρατηγός Λεωνίδας Λαπαθιώτης, στο Σπύρο Μελά, όταν αυτός, την επαύριον ενός φιλολογικού αισθητικού σκανδάλου, όπου είχαν αναμιχθεί σ’ αυτό με τη δημοσίευση ελευθεριαζόντων ποιημάτων όλοι οι νέοι ποιηταί της σχολής των αισθητικών, τότε, που έβγαζαν μάλιστα και το περιοδικό «Ανεμώνη», είπε στον στρατηγό, πατέρα του ποιητή: «Έναν έκαμες…». Μα τον διέκοψε ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης για να του συμπληρώσει… «Αλλά Ναπολέοντα!...». Αλλ’ όπως και νάναι υπήρχε και η κοινωνία, που ο πατέρας υπήρξεν επίλεκτο μέλος της: πρίν λίγο Υπουργός, προσωπάρχης παλαιότερα του Υπ. Στρατιωτικών, μέλος της επανάστασης του Γουδί, στρατηγός και άλλα. Έτσι ο Ναπολέων, ήταν συμμαζωμένος κοινωνικά και μόνο φιλολογικά ήταν ελεύθερος να κάμνει ό,τι θέλει.

        (Πολλές φορές η μητέρα του-Μεσολογγίτισσα και δεύτερη ανεψιά του Χαρίλαου Τρικούπη- κουβεντιάζοντας μαζί μου, ενώ τον περίμενα να ντυθεί για να βγούμε έξω, νυχτερινή ώρα, με ρωτούσε: «βλέπετε σεις κ. Β. τίποτε το απαγορευτικό και το άτυπο στη ζωή του Ναπολέοντα; Κάνει τίποτα, που να στεναχωρεί πολλούς της αθηναϊκής κοινωνίας; Γιατί εμείς δεν βλέπουμε να θίγει ουδένα ή να πειράζει επίσης τον κόσμο που γνωρίζει…»

        Η σκανδαλώδης λοιπόν ζωή του Ουάιλδ σε μεταφορές της στον ελληνικό τύπο και στα ξένα έντυπα, γαργαλούσε και ερέθιζε τον Ναπολέοντα που διψούσε ακόμα μεγαλύτερη φήμη στις λιγοστές εκκεντρικότητες που κυκλοφορούσαν γι’ αυτόν, κυριώτερες των οποίων ήσαν ότι είχε αντιστρέψει τη ζωή του εμφανιζόμενος μόνο τη Νύχτα και κοιμώμενος την Ημέρα, ότι απέφευγε συστηματικά το γυναικόκοσμο και δεν έκαμνε παρέα ούτε με γράφουσες, αλλά ούτε και με άλλες γυναίκες, ότι τα ποιήματά του είχαν σπέρματα κακού μέσα τους διαβάζονταν κρυφά, ότι η εκκεντρική νυχτερινή του ζωή ήταν αντικείμενο σχολίων και τέλος ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ήταν ο πρώτος πού- μαζί με τον Τ. Παπατζώνη, όπως ο ίδιος μου είχεν εμπιστευθεί- έβαλε πουκάμισο Μπάυρον (δηλ. ανοιχτό και κοντομάνικο), και κάτι άλλα ακόμα τέτοια. Η φήμη όμως αυτή δεν τον ικανοποιούσε. Διψούσε για μεγαλύτερη, γιατί τη  θεωρούσε παλαιωμένη, κι έψαχνε να βρει νέους τρόπους για να την επαυξήσει, να την κάμει πιό εντυπωσιακή, πιό καταφανή, πιό σκανδαλώδη ιδίως την εποχή της κατοχής, λίγο και πριν από την μοιραία αυτοκτονία του.

        (Πόσες φορές στις νυχτερινές περιπλανήσεις μας μέσα στους έρημους χώρους της Αθήνας, ανάμεσα στο πλάτος των δρόμων και της μοναξιάς δεν μου εμπιστεύθηκε σχέδια για να τα βάλωμε σ’ ενέργεια κι έτσι να δημιουργηθεί θόρυβος γύρω απ’ τ’ όνομά του… Κάποτε μου απεκάλυψε επιθυμία του να αναγγελθεί αυτοκτονία του και μάλιστα μου γνώρισε σχέδιό του,- με το ν ύ και με το σ ί γ μ α- μονταρισμένο και αρχιτεκτονισμένο από τον ίδιο, περίφημα και ζητούσε μόνο τη συμπαράστασή μου. Κατ’ αυτό, θα κρυβόταν για μερικές ημέρες στο Μενίδι, σε σπίτι φίλου του, κι εγώ θα πήγαινα στις εφημερίδες και θα πληροφορούσα υπόνοιές μου, δήθεν, γι’ αυτοκτονία του, αφού τον έχω χάσει μέρες και δεν τον βρίσκω, θα έγραφα εγώ τα σχετικά, πολύ διαφημιστικά, όπως ήξερα πώς τα ήθελε, κι αφού δημοσιευόταν και περνούσαν λίγες ημέρες θα εμφανιζόταν και θα διαψεύδονταν. Και ο θόρυβος θα κρατούσε κάμποσο, με τούτο και με κείνο. Βέβαια εγώ δεν του αρνιόμουν την συμπαράστασιν αυτήν, αλλά με την υπόθεση να το σκεφθώ και να το ετοιμάσω, περνούσε κάποιος καιρός και τα πράγματα ξεχνιόταν ως πού όταν τον έβλεπα, άλλα τον απασχολούσαν και σ’ άλλα ριχνόμαστε και οι δυό μας για την επιτυχία τους).

        Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ Λαπαθιώτης παρουσιαζόταν ως ανθρωπιστής και ζωόφιλος, ούτε όμως το ένα ήταν, ούτε το άλλο. Ικανοποιούσε και τη μία φορά, όπως και την άλλη ένα του προσφιλές βίτσιο: να είναι μόνο αυτός, κάτι, που στους άλλους, εύκολα δεν το αναγνώριζε. Ως ζωόφιλος φυσικά μετά το θάνατο της μητέρας του γιατί πρίν, δεν ξέρω τί γινόταν σπίτι του με την υπόθεση αυτή, είχε κι έτρεφε πλέον από 10 ή 12 γάτες, τις οποίες, το βράδυ, τις επισκεπτόμαστε μαζί, μετά το κοινό, λιτό κατοχικό δείπνο που κάμναμε σε κάποιο εστιατόριο της Ομονοίας, ή κάποια ταβέρνα, γύρω από το σπίτι του- στα Εξάρχεια. Καθόταν γωνία Κουντουριώτου και Οικονόμου, σ’ ένα παλαιό, αρχοντικό σπίτι, πού ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά είχε τα χάλια του, χωρίς περιποίηση μ’ ένα κατάξερο κήπο, πλάι στη σκάλα που ανέβαζε σ’ αυτό, πίσω από την πόρτα της εισόδου. Τις επισκεπτόμαστε μαζί, για να ξαναβγούμε και πάλι σε πολύωρη περιοδεία, φορτωμένοι στα πακέτα με χαρτιά τυλιγμένα και ντενεκεδάκια με υπολείμματα κατοχικών φαγιών: αποφάγια μακαρόνια, υγρές σάλτσες, νερόπηχτες, κόκκαλα από απίθανο ψαροφάγι και κρέατα…

        Μόλις άνοιγε τρίζοντας η παμπάλαια ξύλινη πόρτα, ένα πλήθος γατιών λυσσασμένων από την πείνα κι’ αποστεωμένων από την κακοπέραση και από την κακομοιριά, καταλερωμένων από την ακαθαρσία του χώρου της ζωής των, ωρμούσε πάνω μας με νιαουρητά και κλαυθηρισμούς αλλά και με άγριες διαθέσεις να φάνε, να τα φάνε όλα, όσα τους πηγαίναμε-και μαζί μ’ αυτά κι εμάς ακόμα… και μαζί με την επίθεση που δεχόμαστε ασυνήθη για ένα νέο επισκέπτη, συνηθισμένη για εμένα που πήγαινα συχνά- από μέρος των, μία άλλη επίθεση, φοβερή και τρομερή συμπλήρωνε την πρώτη: ένα κύμα πνιχτής βρώμας από τη μόνιμη ζωή των ζώων που κανείς δεν τα καθάριζε, δεν τους άνοιγε να κυκλοφορήσουν έξω, δεν αέριζε το σπίτι να πάρει τη μπόχα των πάντων εκεί, πού, βρώμα στη βρώμα συσσωρευόταν στο πάτωμα και όπου αλλού, στο διάδρομο, ή στη γωνιά της κάμαρης που χρησίμευε σαν κοιτώνας όλων αυτών των τετράποδων, αναμίξ πού αποτελούσαν (τώρα) την οικογένεια, και την συντροφιά του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, αλλά και τους κατοίκους του σπιτιού του. Τις περισσότερες φορές σταματούσα στην είσοδο, δεν έμπαινα μέσα κι απόθετα στα αρπάγματα των εξαγριωμένων γατιών το… γεύμα των, που μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού (δεν άναβε ο Ναπολέων καθόλου φώς και ό,τι έκαμνε από γνωριμία του χώρου, των κατατόπιων και συνήθεια) σκορπιζόταν και δεν ακουγόταν τίποτε άλλο, παρά το κατρακύλισμα των τενεκεδικών και το θρόϊσμα των χάρτινων περιτυλιγμάτων. Σε λίγο ο Ναπολέων αφού… νοικοκύρευε με τον τρόπο του τα τρόφιμα- μου είχε πει πολλές φορές ότι αγαπούσε όλες τις γάτες του, τις οποίες μάζευε από το δρόμο, συναντώντας τες εδώ κι εκεί, αλλά ότι είχε ιδιαίτερη συμπάθεια σε κάποιες απ’ αυτές, που τις φρόντιζε κατάλληλα-φαινόταν μέσα στο ημίφως του διαδρόμου, να τις ταχτοποιεί και να τους μιλεί με τη γλώσσα που τις είχε συνηθίσει κι ύστερα, έβγαινε έκλεινε την πόρτα- πράγμα που το χαιρόμουν ιδιαίτερα, γιατί έβγαζα από τη μύτη το μαντήλι, κι άφηνα πάλι τα ρουθούνια μου να εισπνεύσουν τον καθαρό κι ελεύθερο αέρα του υπαίθρου.

        Του είχα κάμει πολλές παρατηρήσεις, κι είχαμε θορυβωδώς πολλές φορές συζητήσει το θέμα της βρωμιάς αυτής πού τον τύλιγε εκεί, τόσο για τη μοναξιά στην οποία ζούσε, όσο και στο ζήτημα του να έχει μιά γυναίκα να του καθαρίζει καμμιά φορά, και να αισθάνεται σαν άνθρωπος, αλλά πάντα έφερνε στη μέση το ζήτημα πώς ήταν κατοχή, ή πώς ο Χριστοδούλου- ο μέλλων κληρονόμος του- τον οποίον ήδη, είχεν εγκαθιδρύσει στο σπίτι, δεν τα προλάβαινε όλα… (γιατί ετούτος, για να γίνει κληρονόμος και να υιοθετηθεί, είχε την υποχρέωση, να τον φροντίζει για ναρκωτικά, που τα προμηθευόταν εκτός από την Αθήνα κι απ’ τον Πειραιά, κι όλο έτρεχε. Ναρκωτικά, του προμήθευεν επίσης κι ο ηθοποιός Μάριος Ροτζάϊρον, ένας φτωχός διάβολος της πρωτεύουσας, που τον θυμούνται οι παλαιότεροι Αθηναίοι, από τις παραστάσεις Αριστοφανείων έργων, όπως η «Λυσιστράτη» κτλ. όπου, ο φτωχός, έπαιζε γυναικείους ρόλους, με πολύ επιτυχία και μπρίο. Αυτός την εποχή τούτην για την οποία μιλούμε, παρ’ όλον ότι ήταν άρρωστος και τον έκαιγε μόνιμα ο πυρετός, πήγαινε ποδαρόδρομο στο Πειραιά, για να του προμηθέψει τα «καλλυντικά» του, όπως τα έλεγε, χαριεντιζόμενος, με ανταμοιβή, όταν του έφερνε ότι εύρισκε και μας συναντούσε να τον περιμένουμε στο Ζυθεστιατόριο της Ομονοίας «Ελλάς» να του προσφέρει ένα πιάτο μακαρόνια της εποχής, χωρίς φυσικά βούτυρο και τέτοια, αλλά νερόβραστα…)…

        Και το βράδυ περνούσε σ’ αναζήτηση τροφίμων απ’ οπουδήποτε, πολλές φορές και περιπετειών ανεπάντεχων, ως τις 11, που τελείωνε η  ώρα της κυκλοφορίας…

        ΠΟΛΛΟΙ με ρωτούν και ζητούν να μάθουν, πώς συνέβη το «μοιραίο». Πώς δηλαδή, συνέβη ο θάνατος. Βέβαια δεν είναι ώρα να παρουσιάσει κανείς, εδώ, την εκδοχή που πιστεύω, αλλά για να συμπληρώσω τα όσα έγραψα στην αρχή, για την τάση του να είναι πάντα στην επικαιρότητα και να γίνεται λόγος για κείνον, στην εποχή μάλιστα τούτην, της κατοχής, που όλοι τον αγαπούσαν ή τον είχαν ξεχάσει, κι ούτε λόγος γινόταν στις εφημερίδες για το έργο του και τη ζωή του, κι ούτε δημοσιευόταν ποτέ ποίημα του, λόγω της ζωής που κάναμε… οφείλω να πω ότι ο Ναπολέων αποπειράθη ν’ αυτοκτονήσει, μισοπεθαμένος από ναρκωτικά και άλλα, που δόσεις των ποικίλλες επήρε, ευθύς μόλις γύρισε σπίτι του τη νύχτα εκείνη της 8 Ιανουαρίου 1943 και σε κατάσταση μισοαναισθησίας από τις ενέσεις που κάρφωνε στα μπράτσα του, με τη βεβαιότητα πώς θ’ απασχολούσε η απόπειρά του αυτή, με το άκουσμα του πυροβολισμού οι σύνοικοί του και τρέχοντας στην κάμαρά του, με όλα τα ιατρικά, και φαρμακευτικά μέσα της εποχής, ευθύς ως θα έβλεπαν το απονενοημένο του διάβημα! Αλλά, το βράδυ εκείνο, αυτοί όλοι έλλειπαν από το σπίτι. Ήταν του Αγιού Γιαννιού κι είχαν πάει σε συγγενή τους Γιάννη….

        Και όταν γύρισαν το πρωί όλα ήταν διαφορετικά: ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, αβοήθητος είχε υποκύψει τη νύχτα, από το τραύμα, από το δηλητήριο των ναρκωτικών και από την αδυσώπητη επιταγή της Μοίρας που του είχεν ωρίσει ζωή, μόνο μέχρι το βράδυ εκείνο- και τίποτε περισσότερο!

        ΜΑΡΙΟΣ  ΒΑΪΑΝΟΣ

Περιοδικό ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ, Λογοτεχνικό περιοδικό. τεύχος 7/7,8,9, 1970. Αφιέρωμα Ναπολέων Λαπαθιώτης. Μέρος Β’ σελίδες 88-92.

     Η κόλαση των τεχνητών παραδείσων

 Μεταφέρω μία δεύτερη άποψη για την τραγική απώλεια του εστέτ ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη και των προσωπικών του πιστεύω, ή και την προετοιμασία- σχεδιασμό της αυτοχειρίας του από τον στενό φίλο και συνεργάτη του Καβαφιστή και συμπαραστάτη των λογοτεχνών Μάριο Βαϊάνο. Ένας θάνατος- όπως αυτός του Λαπαθιώτη- που αναστάτωσε την Αθηναϊκή Κοινωνία της εποχής του και μάλιστα, εν μέσω της σκοτεινής και θυελλώδους περιόδου της Κατοχής. Ας μην ξεχνάμε και την απώλεια του εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά (πρώτη παλλαϊκή αντίσταση του ελληνικού λαού ενάντια στην γερμανική κατοχή) ηγετική ποιητική μορφή της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής. Οι πνευματικοί κύκλοι της πρωτεύουσας όπως δείχνουν τα διάφορα δημοσιεύματα των περιοδικών και των εφημερίδων των ημερών εκείνων, με την είδηση του θανάτου του ρομαντικού, εστέτ, «καταραμένου» ποιητή έγραψαν και σχολίασαν τον τρόπο της απώλειάς του δημοσιεύοντας θετικές αλλά και αρνητικές κρίσεις για το τραγικό συμβάν. Η αγάπη πάντως και η έγνοια τους για τον αυτόχειρα ποιητή εκδηλώθηκε στο γεγονός ότι διεξήγαγαν έρανο για να τον κηδέψουν-φορείς, σωματεία, συγγραφείς- όπως είδαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας αντιγράφοντας ορισμένα γνωστά ονόματα Ελλήνων Λογοτεχνών, Εκδοτών περιοδικών κλπ. που συμμετείχαν οικονομικά στον έρανο ώστε να τελεστεί το ξόδι και η ταφή του άπορου ποιητή όπως διαβάσαμε στο περιοδικό «Νέα Εστία» τον μήνα της απώλειάς του. 

Εδώ παρενθετικά να σημειώσουμε κάτι ανάλογο που συνέβει είκοσι χρόνια σχεδόν αργότερα, και κάτω από άλλες πολιτικές συνθήκες με τον θάνατο της ποιήτριας και ηθοποιού Μυρτιώτισσας, ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου. Η πολύ καλή ερωτική ποιήτρια η οποία μετά τον θάνατο του μοναχογιού της ηθοποιού Γιώργου Παππά είχε αποτραβηχτεί από την καλλιτεχνική δημοσιότητα και τα οικονομικά της δεν ήταν αυτά που χρειάζονταν για να ζήσει, μετά τον θάνατό της με την ιδιότητα της απόρου κηδεύτηκε με χρήματα της τότε στρατιωτικής δικτατορικής κυβέρνησης του 1967. Στην μακρά διαδρομή της ελληνικής γραμματείας συναντάμε και άλλες ανάλογες περιπτώσεις ελλήνων και ελληνίδων ποιητών και ποιητριών- συγγραφέων, που στην κυριολεξία πέθαναν στην ψάθα, μόνοι, άκληροι, φτωχοί, «αδόξαστοι» και αγνοημένοι. Φυσικά, δεν συσχετίζουμε περιπτώσεις, απλά μιλάμε για άθλιες κοινωνικές συνθήκες, για δραματικές προσωπικές στιγμές και τραγικά συμβάντα ποιητών, πεζογράφων, λογίων, πνευματικών δημιουργών και καλλιτεχνών οι οποίοι έφυγαν εγκαταλειμμένοι και λησμονημένοι από την επίσημη ελληνική πολιτεία, ή έδωσαν οι ίδιοι τέλος στην ζωή τους. Θα μας αντιτείνει κανείς, και δικαίως, τι νόημα έχει η μνημόνευση στο πώς έφυγε ένας ποιητής και κάτω από ποιες σκληρές και αντίξοες καταστάσεις, όταν χιλιάδες άλλα ανώνυμα άτομα πολίτες αυτής της χώρας-τα οποία δεν ανήκαν σε πνευματικούς κύκλους, δεν υπήρξαν ποιητές, δεν είχαν ποιητική φλέβα, δεν ένιωσαν την ανάγκη να δημοσιεύσουν κάτι στην ζωή τους εγκατέλειψαν τα εγκόσμια με τραγικό τρόπο και συνεχίζουν να φεύγουν κάτω από παρόμοιες δύσκολες συνθήκες. Από την μεριά μας καταγράφουμε ένα φρικτό περιστατικό-δεδομένης της ενασχόλησής μας με την περίπτωση του ποιητή του Μεσοπολέμου Ναπολέων Λαπαθιώτη- μία θλιβερή κατάσταση ενός έλληνα δημιουργού που μίλησε κάποτε στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ελλήνων με το έργο του, την ποιότητα της γραφής του, την ευαισθησία της φωνής του, φιλοδόξησε να αλλάξει τα λογοτεχνικά πράγματα στην εποχή του, τόλμησε να αμφισβητήσει το κατεστημένο του καιρού του και ανήκει δικαιωματικά στην ποιητική μας παράδοση. Ο αστός ποιητής (ενδέχεται και κάπως μαλθακός σαν χαρακτήρας) επέλεξε να ζήσει-παρά του ότι αποτελούσε ποιητικό σύμβολο για αρκετούς νέους και εκκολαπτόμενους ποιητές της εποχής του- και να συναναστρέφεται με λαϊκά άτομα ενός άλλου επιπέδου και καλλιέργειας, κουλτούρα ζωής, άτομα του «περιθωρίου» αταξικής προέλευσης που ζούσαν στα όρια της κοινωνικής νομιμότητας και αποδοχής των γύρων τους και ικανοποιούσαν την «ομιχλώδη» πλευρά του εαυτού τους μέσω των τεχνητών παραδείσων, εκφράζοντας τις προσωπικές τους ανάγκες και επιλογές. Η πλευρά αυτή του βίου του, δεν τον εμπόδισε να διακόψει τους δεσμούς και τις επαφές του με τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο της Αθηναϊκής Κοινωνίας που ανήκε η οικογένειά από την οποία προέρχονταν επίλεκτο μέλος της, και τα μέλη της κινούνταν και δραστηριοποιούνταν στο φως της ημέρας, και όλα όσα ο ποιητής επέλεξε να βιώσει τους ήταν ξένα, ή απλά αποτελούσαν μέρος μιας αισθητικής πόζας ενός νεαρού δανδή κομμάτι τοιχογραφίας της ποίησής του που σόκαρε μεν αλλά δεν απασχολούσε τους ίδιους ως ποιητική προβληματική και στάση ζωής.

Στο φαινόμενο Λαπαθιώτη έχουμε από την μία τον αναγνωρισμένο επαναστάτη ποιητή που δημοσιεύει Μανιφέστα ενάντια στο ποιητικό κατεστημένο των παλαιότερων γενεών (αλήθεια, και ποια νέα γενιά λογοτεχνών δεν «θάβει» την προγενέστερή της και  επιθυμεί να πάρει την θέση της!)- τον κομψό νέο που φορά ανοιχτό πουκάμισο στις εξόδους του όπως ο Λόρδος Βύρων. Την ατίθαση προσωπικότητα που μιλάει για αυτήν η καλή αθηναϊκή κοινωνία και οι επίσημοι κύκλοι της- και από την άλλη, το ασυμβίβαστο και «ακαπίστρωτο» στα ήθη της εποχής ερωτικό- ομοφυλόφιλο άτομο που θέλησε να ζήσει την ζωή του ριψοκίνδυνα, ανυπόκριτα, πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, με ρίσκα και ακραία στον ιδιωτικό του βίο, υπερβαίνοντας τα όρια των σωματικών και ψυχικών αντοχών του, ίσως και των διανοητικών του συλλήψεων. Επέλεξε να ζει το αισθητικώς ζην και παράλληλα να ασχολείται με την ομορφιά της τέχνης όπως ο δάσκαλός του Όσκαρ Ουάϊλντ με το δραματικό όμως τέλος του (έφυγε ο ίδιος και όχι η ταπετσαρία του δωματίου του ξενοδοχείου που διέμενε στη Γαλλία όπως έλεγε). Ο καθημερινός βίος του Λαπαθιώτη μετά τον θάνατο των γονιών του και το προστατευτικό οικογενειακό του περιβάλλον που του παρείχαν, είχε αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα δίχως επιστροφή. Ο ίδιος το διαισθάνονταν και το εκμυστηρεύονταν κατά διαστήματα στους στενούς του φίλους και θαυμαστές του έργου του. Ο ελληνικός λαός όμως ζούσε κάτω από την ξένη στρατιωτική κατοχή, τις υλικές καταστροφές, την πείνα, την φτώχεια, τις χιλιάδες στερήσεις και κακουχίες, τους καθημερινούς θανάτους αγωνιστών και εκτελέσεις νεαρών ηρώων από τα λαϊκά στρώματα, ανώνυμων θυσιασθέντων που πάλευαν για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας τους. Δεν «είχε» χρόνο ή αντοχές να σταθεί σε ιδιωτικές εκκεντρικές επιλογές ενός ομοφυλόφιλου ποιητή ο οποίος είχε μπλέξει και στα δίχτυα των επικίνδυνων ουσιών. Εξάλλου, πέρα από τον αξιοθαύμαστο πνευματικό και καλλιτεχνικό οργασμό των χρόνων του Πολέμου και της Κατοχής στην χώρα μας, την συνεχιζόμενη συγγραφική παραγωγή κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες έλληνες και ελληνίδες δημιουργοί το διάστημα αυτό της πρώτης πενταετίας του 1940 και άλλοι έφυγαν από την ζωή.

  Στο σημείο αυτό, ας μας επιτραπεί να προβούμε σε μία προσωπική μας υπόθεση ή έστω εικασία για την περίπτωση του Λαπαθιώτη εκ των υστέρων, σήμερα που τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα είναι αλλιώς και τα δικαιώματα των ανθρώπων και οι όποιες επιλογές τους έχουν κατοχυρωθεί συνταγματικά (έστω στα χαρτιά), στα νέα κοινωνικά συμβόλαια του παγκοσμιοποιημένου Κόσμου μας. Ίσως, λοιπόν, για την ιστορία των ελληνικών γραμμάτων και των αληθειών της, να είχε κάποιο ενδιαφέρον να γνωρίζαμε τι είπαν και ποιες ήταν οι ατομικές κρίσεις των ερωτικών του από τα λαϊκά στρώματα προερχόμενων συντρόφων του με την αναγγελία του θανάτου του. Όλα αυτά τα ανώνυμα λαϊκά και ενδέχεται και επικίνδυνα αντράκια που σημάδεψαν την ποίησή του κατά τις ερωτικές του νύκτιες περιπλανήσεις και φιγουράρουν στο έργο του ως ανώνυμοι ήρωες μιάς άλλης σκοτεινής ερωτικά εποχής. Φιγούρες λαϊκές, μόρτικες, μάγκικες, σερέτικες, άντρες της πιάτσας και των λιμανιών που ξάπλωσε μαζί τους στα κρεβάτια της ηδονής πίσω από κόκκινους μπερντέδες, φίλησε τα άλικά τους χείλη σε σκοτεινά σοκάκια, έψαυσε τη ρωμαλεότητα του κορμιού τους πίσω από συστάδες δέντρων στο Ζάππειο και σε άλλα απόμερα και σκοτεινά μέρη που σύχναζε. Ατομικές του εμπειρίες, τυχαίων στιγμών συναντήσεις ηδονής, αναμνήσεις σωματικών του ευχαριστήσεων προβολών στον αργαλειό της ποιητικής του δημιουργίας. Ένα αντισυμβατικό και ριψοκίνδυνο παιχνίδι του έρωτα με μεγάλο κόστος για τόση ελάχιστη χαρά που έγινε πρώτη ύλη των έργων του, τροφοδότησε την φαντασία του και τις νοσταλγικές αναμνήσεις του, όπως κάτω από άλλες εξωτερικών του ερωτικών εξόδων προδιαγραφές είναι και ένα μέρος της ποίησης του φίλου του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Εξομολογητικές καταθέσεις, ικετήριες δεήσεις και προσδοκίες για αγάπη και παρηγοριά να αγαπηθεί και να αγαπήσει φανερά, για συντροφικότητα, αφορμές για μεταγενέστερες συγκινήσεις, αναπολήσεις, στοχασμούς όταν οι σωματικές και ψυχικές δυνάμεις ήσαν ακόμα ανθηρές και ποθητές και έγιναν καταθέσεις μέσα στους στίχους του, τα ποιήματά του, τα πεζά του στην  προβληματική της σκέψης του. Μία σπουδή πάνω στους χαμένους καταραμένους παραδείσους του ομοφυλόφιλου έρωτα, της αέναης αναζήτησης της άπιαστης ιδανικής ομορφιάς που έχει σώμα αντρικό. 

Η ποιητική γλώσσα του Λαπαθιώτη προσεκτικά και ιδιαίτερα επιλεγμένη, μεταφέρει αυτούσιο το λυρικό φορτίο συγκίνησης όπως το αισθάνθηκε ο ίδιος σαν άτομο στην εκδήλωση των όχι και τόσο κρυφών του ενδόμυχων επιθυμιών και εκ των υστέρων συλλογισμών του. Τα ποιητικά του μοτίβα δεν έχουν μεγάλο εύρος, κινείται στα ρεύματα του νεορομαντισμού και των νεοσυμβολιστών, με αυτήν την ρέουσα κατάσταση και ατμόσφαιρα που γεννά η ποίησή τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λαπαθιώτης σταθερά ακολούθησε τον παραδοσιακό στίχο και ρυθμική και αρνήθηκε την μοντέρνα ποίηση παρά τους ελάχιστους ποιητικούς και στιχουργικούς πειραματισμούς του περισσότερο μάλλον για να διακωμωδήσει ποιητές και παρωδήσει έργα τους και όχι να αλλάξει την δική του ποιητική ρότα. Είναι μονοπολική αν δεν λαθεύω η προβληματική του η οποία φαίνεται και στα πεζά του, τα τελευταία χρόνια συγκεντρώθηκαν αυτόνομα και κυκλοφόρησαν στο εμπόριο από τις εκδόσεις "Λιβάνη" και "Ερατώ". Η προσκόλλησή του στο άρμα του ρομαντισμού διακρίνεται και στους στοχασμούς του, τις κριτικές του μικρές μελέτες ακόμα και στους αφορισμούς του, μιμήσεις ξένων συγγραφέων στα καθ’ ημάς. Η ερωτική του σπουδή και το ενδιαφέρον διοχετεύεται αποκλειστικά(;) ανοιχτά μέσα στην ποίησή του, ενώ στον ιδιωτικό του βίο έπαιζε ένα είδος «κρυφτούλι». Το άρωμα και το χρώμα της ποίησής του έχει αντρική οσμή και σκουρόχρωμες σκιές, η γυναικεία παρουσία απουσιάζει, και μάλιστα ίσως είναι και αρνητική η θέση του απέναντι στις γυναίκες. Η μόνη θηλυκή παρουσία αναφοράς του είναι η εικόνα και η παρουσία της Μητέρας του που της αφιερώνει αρκετές ποιητικές του μονάδες σε σχέση με το συνολικό αριθμό των ποιημάτων του, και τα θηλυκά ονόματα ορισμένων γατών του, σαν σταθερός γατόφιλος. Και κάτι ακόμα, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης κατά την κρίση μου υπήρξε ατόφιος και αυθεντικός στα όποια πάθη του επέλεξε να ικανοποιήσει, δεν χρησιμοποιεί προσωπεία για να σχεδιάσει τον κόσμο της ποίησής του, να σχηματίσει τα ποιητικά του μοτίβα, τα σωματικά πορτραίτα των ερωτικών του συντρόφων, να εκφραστεί όπως ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης που κρύβεται και  παρακολουθεί πίσω από τις σκιές που ρίχνουν στο χώρο τα κεριά των κηροπήγιών του ή τα καφασωτά. Ο Λαπαθιώτης δεν καταφεύγει στην χρήση της ελληνικής ιστορίας, σε πρόσωπα βυζαντινών δυναστειών ή αυτοκρατορικών ελληνιστικών περιόδων πρόσωπα φτασμένα και κυρίαρχα στις συνειδήσεις των Ελλήνων. Παρελθοντολογικές ιστορικές αναφορές δεν υπάρχουν στα ποιήματά του. Ούτε πάλι ενδύει τα ερωτικά του προσωπεία με την λάμψη των εξωτερικών στολισμών και ενδυμασιών, σε αυτό το θολού κλίματος ανατολίτικης ερωτικής αποχαύνωσης και τολμηρότητας εκφραστικής εικονογραφία που έχουν πχ. "Οι νυχτερινές ιστορίες των παραμυθιών της Χαλιμάς. Δεν υιοθετεί θηλυκά προσωπεία όπως ο ποιητής και διπλωμάτης Αλέξανδρος Μπάρας για να κρύψει την πραγματική προς το αντρικό φύλο επιθυμία του. Τον δρόμο τον άνοιξε ο Γάλλος πεζογράφος Μαρσέλ Προυστ, στο πολύτομο έργο του "Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο". Ο ερωτικός του λόγος είναι ξεκάθαρος, λυρικός, αισθησιακός, λίγο «δακρύβρεχτος», επαναληπτικός. Δεν έχει την αντρική αψάδα και την σκληρή ρεαλιστικότητα και φετιχιστική διάθεση του ποιητή από την Θεσσαλονίκη Ντίνου Χριστιανόπουλου, ούτε συγγενεύει με την κυνικότητα και την σκληράδα των περιγραφών των συναισθηματικών καταστάσεων του Πειραιώτη ποιητή αλησμόνητου Ανδρέα Αγγελάκη (ο οποίος βίωσε ασφαλώς άλλες δραματικές καταστάσεις στις ερωτικές του εξορμήσεις). Η γραφή του Εξαρχειώτη ντελικάτου ποιητή δηλώνει τις θετικές ωσμώσεις και αρνητικές των επιλογών του και των συναισθημάτων του βιώσεις με μία "θηλυκή" χάρη και ένα είδους ναρκισσισμού. Οι ερωτικές στάσεις του σε ορισμένα σημεία του αντρικού προσώπου, όπως τα χείλη, επιθυμεί διακαώς να φιλήσει και να φιληθεί από τον εραστή του δηλώνει μία θηλυκή νότα της ψυχοσύνθεσής του που κυριαρχεί ως ταύτιση του με την αναζήτηση της μητρικής παρουσίας. Όμως τα παιχνίδια της Μοίρας ποτέ δεν μπορείς να τα ελέγξεις στην ολότητά τους και ο «ντελικανής» ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης αφέθηκε στα δίχτυα της δίχως επιστροφή. Απόλαυσε και απογοητεύτηκε εξίσου. Ας μην εθελοτυφλούμε, ο ομοφυλόφιλος έρωτας σε σχέση με τον ετεροφυλόφιλο έχει πολλές δυσκολίες και εμπόδια στο διάβα του, δεν στηρίζεται σε φιλοσοφικά στερεότυπα και ιδεαλιστικές ιδέες περί αιωνιότητας των ποιητών και των καλλιτεχνών, των φιλοσόφων, όπως ο Θείος Πλάτων. Η ζωή άλλα ορίζει και για τους επιλέγοντας τον ομοφυλόφιλο και για κείνους που έχουν ετεροφυλόφιλη ζωή. Τα ερωτικά σύννεφα είναι για τα λαϊκά ρομάντζα και για τους γυάλινους πύργους υπερευαίσθητων ποιητών μιάς ρομαντικής ανεκπλήρωτης ατμόσφαιρας. Όσον αφορά την εμπλοκή του με τους τεχνητούς παραδείσους, μία ματιά να ρίξουμε στις ανθολογήσεις των ρεμπέτικων τραγουδιών, στα τραγούδια ρεμπετών και λαϊκών τραγουδιστών θα διαπιστώσουμε ότι είναι γεμάτα από αναφορές, περιγράφουν καταστάσεις τεχνητών παραδείσων. Δεν είναι μόνο οι περιπτώσεις του Σάρλ Μπωντλαίρ ή του Ναπολέων Λαπαθιώτη από το χώρο της Λογοτεχνίας. Βλέπε περιπτώσεις των Αμερικανών Μπήτ ποιητών. Όσο για τον Πειραϊκό χώρο την περίοδο του Μεσοπολέμου, το μυθιστόρημα του Λαπαθιώτη «Το τάμα της Ανθούλας» και άλλων πεζογράφων εικονογραφούν το τι γίνονταν στα βράχια και τις σπηλιές της Πειραϊκής, και φυσικά η καλή και χιλιοτραγουδισμένη ποίηση του Νίκου Καββαδία, ή η ρεμπέτικη θρυλική τετράς του Μάρκου Βαμβακάρη. Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε μια και είμαστε παντελώς άσχετοι με τέτοιου είδους επιλογές και επιθυμίες. Πάντως γνωρίζουμε ότι η εμπλοκή του Ναπολέων Λαπαθιώτη με τις ουσίες έγινε κατά την περίοδο που ακολούθησε ως γραμματέας και μεταφραστής γαλλικών του στρατιωτικού πατέρα του στην Αίγυπτο. Από εκείνη την περίοδο χρονολογείται και η γνωριμία του με τον Κ. Π. Καβάφη διατηρώντας θερμές αναμνήσεις και σχετική αλληλογραφία.

   Οι Λογοτεχνικές γραφίδες και αρθρογράφοι των ημερών του θανάτου του πάντως, δεν αμέλησαν να μιλήσουν για την ποιητική, πεζογραφική, δοκιμιακή και μεταφραστική σημαντική προσφορά του αυτόχειρα ποιητή, ο οποίος απασχόλησε τα φώτα της πνευματικής δημοσιότητας την περίοδο του Μεσοπολέμου έως των αρχών του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου περίπου. Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης όπως και ο δάσκαλος της ποίησης Κωστής Παλαμάς πρόλαβε εν ζωή να δει το ποιητικό άστρο του να αργοσβήνει και αυτό τον τρόμαζε. Δεν αποδέχονταν εύκολα ούτε την σωματική του φθορά ούτε την έλλειψη ενδιαφέροντος για το έργο του. Η ελληνική λογοτεχνική ιστορία όμως στην εξελικτική διαδρομή της είχε άλλη άποψη και δεν τον «λησμόνησε» στα αζήτητα της ποίησης όπως τόσους άλλους έλληνες ποιητές και ποιήτριες της εποχής του με μη όμορα πάθη και βίο. Και ευτυχώς το σύγχρονο ιστορικό αφήγημα των σύγχρονων και μοντέρνων ημερών μας, μας δίδαξε ότι Μεσσιανικός λόγος λύσεων για τα πάθη και τις αρετές του έρωτα δεν υπάρχουν, δεν υφίστανται. Ο ερωτικός άνθρωπος όποια επιλογή και αν ακολουθήσει είναι δυστυχώς πάντα ευάλωτος και ίσως υποχείριος.

 Το ολοφάνερης προσωπικής οπτικής θα γράφαμε ιδιοσυγκρασιακής άποψης κείμενο του συγγραφέα, εκδότη περιοδικών και ένθερμου Καβαφιστή Μάριου Βαϊάνου (Κάϊρο 1905- Θεσσαλονίκη 25/11/1975), το δανείζομαι από το διπλό αφιέρωμα του τριμηνιαίου λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Σύνορα» τχ. 7/7,8,9, 1970 Μέρος Β΄, σ.88- 92 το οποίο εξέδιδε και ήταν διευθυντής του ο Δημήτρης Βαλασκαντζής με βοηθό σύνταξης τον Μανόλη Καλυκάκη. Η έδρα του ήταν στην οδό Κρέσνας 24-26 Πολύγωνο, Αθήνα. Υπεύθυνος τυπογραφείου «ΧΑΡΤΟΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ» ΠΑΠΠΑ. Νικηταρά 10, δρχ. 15 Το προηγούμενο τεύχος 6/ 4,5,6, 1970 περιλαμβάνει το Α΄ Μέρος Αφιέρωμα στο Ναπολέων Λαπαθιώτη και περιλαμβάνει Ανέκδοτα, Σχέδια, Ποιήματα και Διηγήματα του Ποιητή καθώς και Προλεγόμενα του πεζογράφου Φαίδρου Μπαρλά και ένα κείμενο Μνήμη Ναπ. Λαπαθιώτη.-« Ένας λεπταίσθητος ποιητής και μία τυμβωρυχία στ’ Άπαντά του» του συγγραφέα Πάνου Π. Παναγιωτούνη.

Το κείμενο του Μάριου Βαϊάνου μας δίνει μία γενική αίσθηση ζωής και ιδιωτικότητας εικόνα και ορισμένες ιδιορρυθμίες και κοινωνικές θέσεις του δανδή ποιητή την τελευταία περίοδο του βίου του. Ο πολύς Μάριος Βαϊάνος γνώρισε από κοντά τον ποιητή, ήταν θιασώτης της ποίησής του, ανήκε στον στενό συντροφικό κύκλο των γνωριμιών του και συνεργάτης του στο περιοδικό «Ορίζοντες» που εξέδιδε. Στις αποδελτιώσεις των λογοτεχνικών περιοδικών και εντύπων της περιόδου του Μεσοπολέμου και της Κατοχικής στα περιοδικά που εξέδωσε ο Μάριος Βαϊάνος, «Αλεξανδρινή Τέχνη», «Ορίζοντες» κλπ., συναντάμε την συγγραφική παρουσία του Λαπαθιώτη.

Με την περίπτωση του Έλληνο- Αιγυπτιώτη εκδότη Μάριου Βαϊάνου, ο οποίος συνδέθηκε με την πόλη μας τον Πειραιά στενά μέχρι τους τελευταίους χρόνους της ζωής του και ήσαν ζωντανές οι αναμνήσεις του από τα σχολικά του χρόνια έχουμε ασχοληθεί στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, βλέπε ημερομηνία 29/3/2015 και σε άλλα σημειώματά μας. (Όπως φυσικά και για τον Ναπολέων Λαπαθιώτη). Καταθέτοντας σχετικά στοιχεία για τον ίδιο και τις πάμπολλες καλλιτεχνικές και πνευματικές του δραστηριότητες, την καλλιτεχνική διαδρομή ενός ακούραστου ρέκτη των ελληνικών γραμμάτων. Στο διαδίκτυο αντλούμε την πληροφορία ότι η ερευνήτρια κ. Δέσποινα Γεμέλου κυκλοφόρησε την διδακτορική της διατριβή, Χίος 2026 με τίτλο: «Ο Μάριος Βαϊάνος και η συμβολή του στην πνευματική ζωή της Ελλάδας κατά τους μεσοπολεμικούς και μεταπολεμικούς χρόνους (1924-1975)».

   Θέλουμε να πιστεύουμε ότι η διδακτορική εργασία της κυρίας Γεμέλου θα καλύπτει τα όποια κενά πληροφοριών έχουμε για τον Μάριο Βαϊάνο και θα μας προσφέρει ένα καλλιτεχνικό και πνευματικό πορτραίτο του, ένα χρονολογικό διάγραμμα της πορείας και των δραστηριοτήτων του μέσω του Πρακτορείου Πνευματικής Συνεργασίας που διατηρούσε. Προώθηση βιβλίων και παλαιότερων και νεότερων ηλικιακά λογοτεχνών, κυκλοφορία περιοδικών, διοργάνωση Εκθέσεων Εικαστικών δημιουργών, φιλικές συγκεντρώσεις και ομιλίες στο σπίτι του στην οδό Ακομινάτου, παρουσιάσεις νέων συλλογών και πολλά άλλα. Ο Μάριος Βαϊάνος στάθηκε πάντα υποστηρικτικός απέναντι σε ποιητές, πεζογράφους, ζωγράφους, εκδότες περιοδικών και όσων με δύο λόγια ασχολούνταν με τις τέχνες και τα γράμματα και είχαν πνευματικές ανησυχίες, δίχως να κάνει διακρίσεις σε πρώτης ή δεύτερης ή τρίτης κλπ. κατηγορίας δημιουργούς και των έργων τους. Υπήρξε πάντα φιλικός απέναντι στους νέους σε ηλικία συγγραφείς και έτρεχε πάντα πρόθυμα να διαδώσει το έργο τους, να το μοιράσει με δικά του έξοδα, να το ταχυδρομήσει, να το αποστείλει σε φίλους του βιβλιοκριτικούς στις εφημερίδες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Βρέθηκαν δυστυχώς άτομα που καυτηρίασαν αυτήν την δημόσια πρακτική του στήριξης των νέων συγγραφικών δυνάμεων, τον κατηγόρησαν για αυτές του τις ενέργειες και περί τέχνης πεποιθήσεις και απόψεις, ότι δεν είχε διάκριση και αισθητική, δεν ήταν εκλεκτικός, εξομοίωνε συγγραφικές φωνές και έργα αρκετές φορές ανόμοια, πράγμα που θα μπορούσε να μπερδέψει τον αναγνώστη για την πραγματική αξία κάθε καινούργιας δημιουργίας. Η συνολική όμως προσφορά του Μάριου Βαϊάνου ήταν μεγάλη, θετική, ειλικρινέστατη και άδολη, γιατί, εκεί όπου έκλειναν την πόρτα για δημοσίευση ή παρουσίαση στο έργο ενός νέου λογοτέχνη πρωτοεμφανιζόμενου, τον αποθάρρυναν, έρχονταν ο Μάριος Βαϊάνος να τον και τους εμψυχώσει, να ενθαρρύνει τους νεοσσούς συγγραφείς στα εκδοτικά και συγγραφικά οράματα, στεκόμενος δίπλα τους, υποστηρικτικός και βοηθός τους στα πρώτα τους βήματα και αυτό δεν είναι ούτε λίγο και καθόλου αμελητέο στην συνεισφορά του στην ελληνική λογοτεχνία. Καθόλου αλαζόνας ή δήθεν, υπήρξε ένας λαϊκής πάστας άτομο, φιλότεχνος και φιλόξενος πάντα στο «σινάφι» των πνευματικών δημιουργών και εικαστικών καλλιτεχνών. Εξάλλου, έχουμε αναφέρει και παλαιότερα, η 12η τομη Εγκυκλοπαίδεια της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση περιλαμβάνει πάνω κάτω περίπου 6.000 ονόματα αντρών και γυναικών συγγραφέων (σε μία μικρή και εν τάχει πρόχειρη αποδελτίωσή μου) πόσους αλήθεια θυμούνται οι έλληνες αναγνώστες και βιβλιόφιλοι; Πόσους δεν αναφέρει το σύγχρονο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας των εκδόσεων Πατάκη, πόσα ονόματα απουσιάζουν από την πολύτομη Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Αλέξανδρου Αργυρίου; Το ίδιο δεν συμβαίνει και με τις Ελληνικές Ποιητικές Ανθολογίες; Στην πόλη μας τον Πειραιά, ας δούμε πόσο γρήγορα μάλλον λησμονήθηκαν οι προηγούμενες γενιές των λογοτεχνών από τις σύγχρονες των ημερών μας πνευματικές δυνάμεις και συγγραφείς. Κάνω λάθος στις εκτιμήσεις μου;

  Ας δώσουμε τα Περιεχόμενα του Αφιερωματικού τεύχους, 7, Δεύτερο Μέρος του περιοδικού Νέα Σύνορα.

   Το τεύχος ανοίγει τις σελίδες του με το ποίημα «ΕΛΕΓΕΙΟ» του πεζογράφου Αντώνη Σαμαράκη-  είχε πρωτοδημοσιευθεί στο αφιέρωμα της «Νέας Εστίας» τχ. 398/399, 1 και 15/1, 1944. Το σονέτο το αντιγράψαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας αφιερωμένων ποιημάτων στον Ν. Λαπαθιώτη.

  Ακολουθούν τέσσερεις ποιητικές παρωδίες του Ν. Λαπαθιώτη σελ. 76-77 που τις υπογράφει με το ψευδώνυμο ΠΛΑΤΩΝ ΧΑΡΜΙΔΗΣ. Τρείς παρωδίες A LA MANIERE DE… των ποιητών Καβάφη, Σικελιανού και Εμπειρίκου και μία του εαυτού του, της ποίησής του.

 Στις σελίδες 78-85 παρουσιάζονται 20 Σκίτσα του Λαπαθιώτη αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς. Τα ασπρόμαυρα μικρών διαστάσεων σκίτσα αντιπροσωπεύουν διάφορες ανθρώπινες φιγούρες και συνοδεύονται με μικρές λεζάντες.

  Ο Μάριος Βαϊάνος υπογράφει το κείμενο «ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΚΑΙ ΘΛΙΒΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», σ. 88-92.

  Στις σελίδες 93-97  έχουμε λίγα ακόμα Λαπαθιώτικα Σκιτσαρίσματα- σιλουέτες με λεζάντες.

  Στις σελίδες 98-99 διαβάζουμε ιδιόχειρη επιστολή του ποιητή με ημερομηνία 7/2/1938.

  Ακολουθούν 3 φωτογραφίες του ποιητή σε φυσικό μέγεθος, σ. 100-102

  Το Αφιέρωμα κλείνει με τα ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ, σ. 103.

Στην σελίδα 104 έχουμε τίτλους Βιβλίων, Περιοδικών και Εφημερίδων που στάλθηκαν στο περιοδικό. Ξεχωρίζουμε και ονόματα Πειραιωτών συγγραφέων.

Στο εξώφυλλο του περιοδικού υπάρχει σκίτσο του ποιητή ενώ στο οπισθόφυλλο δημοσιεύεται παλαιός χάρτης της νήσου Σάμος. Οι διαστάσεις του περιοδικού είναι 17Χ 24,5. Υπάρχουν και δύο διαφημίσεις, της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και των Φωτο- Οπτικά Ν. Δ. Καπώλης. Ανάμεσα στα ονόματα των συνδρομητών αναγνωρίζουμε και τα: Ιατρόπουλος Δημήτριος, Κυριαζόπουλος Σπύρος, Στέλιος Γεράνης, Μελισσινός Σταύρος, Ελευθέριος Μάϊνας, Κώστας Πηγαδιώτης, Άγγελος Σούλης, Τάσος Πορφύρης, Αθανάσιος Χατζόπουλος, Πάρης Τακόπουλος, Αλίκη Τόμπρου και άλλων.

        Στα ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ, διαβάζουμε σχετικά για την ύλη και των δύο αφιερωματικών τευχών:

«Το σημείωμα του Σικελιανού και τα 27 σκίτσα, βρίσκονται στην κατοχή του φίλου ποιητή Γιώργη Πισκάρεφ. Το σκίτσο του Λαπαθιώτη, οι φωτογραφίες και η επιστολή, στα χέρια του φίλου Μάριου Βαϊάνου, και τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος μας τα πρόσφεραν προς δημοσίευση τελείως αφιλόκερδα.

   Αφιλόκερδα ακόμα μας έστειλε ο κ. Μελής Νικολαϊδης το σημείωμά του, με τα τέσσερα ποιήματα του Λαπαθιώτη, που υπόγραφε τότε ως Πλάτων Χαρμίδης και τις αναμνήσεις του ο φίλος Μάριος Βαϊάνος. Τους ευχαριστούμε.».

A LA MANIERE DE…ΚΑΒΑΦΗΣ

Τύριε ζωγράφε, αβρέ και περισπούδαστε,

την βαθυτάτη τέχνην σου εκτιμώ.

Έχεις μοιράσει τα ηδυπαθή σου χρώματα,

επάνω στον λεπτόν αυτόν σου πίνακα,

μ’ ακρίβειαν και μ’ ευσυνειδησίαν,

που τέρπει και την σκέψιν και την όρασιν.

 

Όμως εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,

εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,

που για να τα εκφράση ο νούς αγνωνιά,

να δυνηθής να εκφράσης μην το στοχασθής…

 

Παιγνίδια της σαρκός, επιθυμίες,

και μεγαλόπνοες τάσεις ηρωϊκές,

εφηβικές ηδονικές κορμοστασιές,

αυτά, ο χρωστήρ σου πιθανόν απεικονίση.

 

Όμως  εκείνα τ’ άρρητα, τ’ ανέκαθεν,

εκείνα τα μεγάλα και τ’ αθάνατα,

αυτά είναι θαμμένα μεσ’ στη σκέψιν,

μύχια πανωραία και παράβυστα’

αυτά δεν είναι να ειπωθούν ποτέ,

μήτε από χέρι να εκφρασθούν ανθρώπινο…   

A LA MANIERE DE… ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

        ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Τ’ αχνά, τα οκνά τα δειλινά, πώς καθώς πέφτουνε, και να

Προβάλλουν μαύρα τα βουνά, κι αρχίζει να βραδιάζη,

καθένα της, μεσ’ στην ψυχή, σαν ένας θάνατος ηχεί,

και σε δακρύων θερμή βροχή τη θλίψη μας αδειάζει…

 

Κι έτσι όπως γέρνει να χαθή, σ’ ένα παράπονο βαθύ,

πρίν κατεβή να κοιμηθή, θανάσιμα δοσμένο,

μου φέρνει, πάντα στο μυαλό, κάτι απαλό, κάτι καλό,

πού τόζησα, τ’ αναπολώ- και πάλι το προσμένω…

A LA MANIERE DE… ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

          ΧΑΡΜΟΣΥΝΟ

Έτσι ως ρουθούνισμα βωδιού, με την αψάν ανάσα

που σύγκορμα και σύψυχα νιώθει τη δύναμή του

να ξεχειλάη ακράτητα, και το ζεστό κορμί του

να βγαίνη φλόγα, σαν πηγή, και σπίθος από μέσα,

κι ανοίγοντας τις κόρες του, σαν κρύσταλλα καθάρια,

ρουφάει της μέρας τ’ αδρό φώς, που θρέφει την αλκή του,

όμοια η ψυχή μου σείσθηκε, δική μου και δική του,

τυπώνοντας στην ίδια γη τα ίδια βαρβάτα αχνάρια!

 

Κι ως άστραψε αναπάντεχα του γήλιου το γιορτάσι,

καθρεφτισμένο ξάστερα μεσ’ στ’ αρμυρά πελάη,

κι ο πόθος μου ασυγκράτητος μου γιγαντώθη πλάϊ,

ζητώντας μεσ’ στ πλέριο φώς να πιή και να χορτάση,

κι απαρατώντας του ασκητή τα μαύρα βαρειά ράσα,

διαμάντι πεντακάθαρο, μεσ’ στα διαμάντια τ’ άστρα,

σύφλογα και πασίχαρα, σα μέλισσα βυζάστρα,

χιούμηξεν, όμοια αβάσταχτο, να σμίξη τη γη πάσα!...

A LA MANIERE DE… ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

        (Ο ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΗΣ)

          ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ

Η παρονυχίδα των ενώσεων εμπαίζει τους κονίκλους των κροτ-

άφων, υπόδημα και τελετή- ζουμπούλι. Δεν αποβλέπει τόσο

στον ασπάλακα, πλήν ελλοχεύει με κουφούς θυστάνους, φωταγωγός

ανώφελων υπερθεματιστών, ακροβατικής αυθαιρεσίας. Σμήνος ευθέτων

εξυπηρετήσεων –ανέφελος και πάνδημος Ηρώδης, εκκωφαντικών απομονώ-

σεων και περιστροφικών εξιλαμισμών. Εκκρίσεις αφιλοκερδείς, ευνοϊκοί

λαμπτήρες. Πυροσβέστης εθελοτυφλών προς τα βελουδένια περιθώρεια,

και καταστρατηγών την υποτεινούσαν, μεταξύ λιθίνων παραδείσων. Συλ-

λήψεις ενδομύχων αναιρέσεων, παρεμφερών με Καναρίους νήσους- τρία

πουλάκια κάθουνται, κατάπλασμα, λεκάνη…

        ΠΛΑΤΩΝ  ΧΑΡΜΙΔΗΣ

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20/10/2026

ΥΓ. Την πρώτη φορά που άκουσα την είδηση δεν έδωσα την σημασία που έπρεπε. Κάτι όμως με ξένιζε, την ακούω και δεύτερη και τρίτη φορά. Ποια είδηση; Ο Υπέρ Ηλεκτρονικός Υπολογιστής ΔΑΙΔΑΛΟΣ μπορεί να κάνει σε κλάσμα δευτερολέπτου τόσες πράξεις όσες μπορεί να κάνει το ανθρώπινο μυαλό σε 2.ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. Μάλιστα σωστά το ακούσαμε 2 δισεκατομμύρια χρόνια. Η αρχή της νέας του Ανθρώπου ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΑΣ.