Σχετικά με τον Γιάννη Καρατζόγλου
ή
ένας ποιητικός ισολογισμός της φωνής του
Είχα
διαβάσει και μου άρεσε η ποίηση του Γιάννη Καρατζόγλου (Θεσσαλονίκη 1946-)
δίχως να ασχοληθώ ιδιαίτερα μαζί της μιά και δεν είχα στην κατοχή μου ποιητικές
του συλλογές κάτι που ανακάλυψα πριν μερικούς μήνες σε παλαιοπωλείο. Τον
συμπεριελάμβανα στην Λογοτεχνική Σχολή της Θεσσαλονίκης στους νεότερους
εκπροσώπους της. Κέντριζε το ενδιαφέρον μου ο συσχετισμός της ποίησής του με
εκείνη του σημαντικού ποιητή Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου όπως ορισμένοι από τους
κριτικούς του σημειώνουν.
Στάθηκα
τυχερός και προμηθεύτηκα τις πρώτες του ποιητικές συλλογές με τις οποίες έκανε
την εμφάνισή του στα Ελληνικά Γράμματα πριν δύο χρόνια σε γνωστό παλαιοπωλείο
στο Μοναστηράκι ενώ παράλληλα, διαπίστωσα ότι υπήρχε και μία ιστοσελίδα του που
είχε αναρτήσει μεγάλο μέρος της ποιητικής του παραγωγής. Συναρίθμησα τις πρώτες
του με τις τελευταίες, σχετικά πρόσφατες, που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις
«Ρώμη» και «Ίκαρος» αποκτώντας έτσι μια γενική εποπτεία της μέχρι σήμερα
ποιητικής του παρουσίας και παραγωγής. Στο διαδίκτυο διάφορες ποιητικές
ιστοσελίδες εδώ και αρκετό καιρό έχουν αναρτήσει μια αρκετά μεγάλη μαγιά
ποιημάτων του από διάφορες συλλογές του καθιστώντας την ποιητική του παραγωγή
γνωστότερη, φανερώνοντας την αποδοχή του από το κοινό της Ποίησης ως ενός καλού
ποιητή της Γενιάς του ανάμεσα στους άλλους ομοτέχνους του της Ελληνικής Ποίησης
και φυσικά της Λογοτεχνικής Σχολής της Θεσσαλονίκης. Έτσι, ενώ μου άρεσαν τα
ποιήματά του δεν αποφάσιζα να αναρτήσω τίποτα δικό του μια και όποιοι
ενδιαφέρονταν μπορούσαν να τα διαβάσουν στην ιστοσελίδα του ή σε άλλα φιλικά
προς εκείνον μπλοκ. Να συμπληρώσουμε μόνο κάτι γνωστό στους αναγνώστες του
ποιητικού λόγου ότι Ποιήματα για το Καλοκαίρι και για τις υπόλοιπες Εποχές του
χρόνου έχουν συνθέσει και δημοσιεύσει δεκάδες Έλληνες ποιητές και Ελληνίδες
ποιήτριες όπως ο Γιάννης Καρατζόγλου. Μέσα σε αυτήν την ειδική ποιητική
θεματολογία των Καλοκαιρινών ποιημάτων σημαντική είναι η προσφορά των ποιημάτων
του ποιητή από την Θεσσαλονίκη από την δική μας αναγνωστική σκοπιά.
Αναφέρουμε
με χρονολογική σειρά τις μέχρι σήμερα ποιητικές του συλλογές που έχουν εκδοθεί
δίχως να αγνοούμε τους τομείς των ιστορικών μελετών του που ερευνούν και
εξετάζουν, σχολιάζουν την Λογοτεχνία και την Ιστορία της Θεσσαλονίκης. Μια
σειρά 12 ελληνόγλωσσων και ξενόγλωσσων βιβλίων και δημοσιευμάτων του που
κυκλοφόρησαν από το 1988 και δημοσιεύτηκαν σε τεύχη του περιοδικού
«Θεσσαλονικέων Πόλις» και άλλα έντυπα έως το 2009. Με συγγενικότερη εργασία
του- προς την ποιητική του παρουσία την μελέτη του: -«Η λογοτεχνία της
Θεσσαλονίκης, σχέδιο μελέτης» βλέπε περιοδικό «Νέα Εποχή» Λευκωσία 1988 και την
-«Ιστορική μνήμη στην ποίηση της Θεσσαλονίκης κατά τον 20ο αιώνα». Ανάτυπο από
τα Πρακτικά Συνεδρίου αφιερωμένο στον ποιητή Γ. Θ. Βαφόπουλο. Δήμος
Θεσσαλονίκης 2003. Διάγραμμα της Λογοτεχνικής πορείας της Θεσσαλονίκης που
έρχεται να προστεθεί στα παλαιότερα όπως αυτά του κριτικού και ιστορικού
Αλέξανδρου Αργυρίου, του ποιητή και κριτικού Τέλλου Άγρα, του Γιώργου
Κιτσόπουλου και αρκετών άλλων. Ανάμεσα στις εργασίες του συμπεριλαμβάνεται και
η απόδοση στα ελληνικά (1980) των «Ποιημάτων» του Βούλγαρου ποιητή Νικόλα
Βαπτσάρωφ, ενώ μεταφράσεις ποιημάτων Άγγλων και Γερμανών ποιητών προστίθενται
στις μέχρι σήμερα εργασίες του. Κριτικά του κείμενα, θέσεις και απόψεις έχουμε
διαβάσει σποραδικά στα λογοτεχνικά περιοδικά «Διαβάζω», «Νέα Εστία», στο
πολιτικό περιοδικό «Αντί» στη «Νέα Εποχή» της Λευκωσίας, στο «Εντευκτήριο», στο
«Τέχνη και Πολιτισμός», στο «Θεσσαλονικέων Πόλις» (σταθερός συνεργάτης) και στο
διαδίκτυο. Σε δημοσιεύματά του χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Γιάννης Μακεδονίτης, ποιήματά
του έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό.
Ο Γιάννης
Καρατζόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946, αποφοίτησε από το Τμήμα
Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και είναι κάτοχος
μεταπτυχιακού τίτλου (Μ.Β.Α.) από το Brunel University της Μεγάλης Βρετανίας.
Υπήρξε συνιδρυτής και μέλος του προεδρείου της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών
Βορείου Ελλάδος (1975). Έχει λάβει ειδικό βραβείο μελέτης για την Οικονομική
Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο πλαίσιο του διαγωνισμού της Ottoman
Bank σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Τραπεζικής Ιστορίας (2001) και είναι
μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
Συγκαταλέγεται στους ποιητές της Γενιάς του 1970 αν
και ο ίδιος, κρατά αποστάσεις και εκφράζει τις ενστάσεις του. Μας λέει στο
περιοδικό «Τέχνη και Πολιτισμός» τχ. 6-7/ 10,11,12, 1980, σ.15.
«-Κατ’
αρχή, η χρήση του όρου «Γενιά του ‘70»- πάνω στο πρότυπο της «Γενιάς του
‘30»-δε με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Άλλα πολιτικά ιδεολογικά και κοινωνικά
σχήματα καθόρισαν το πρότυπο, δίνοντάς του τη δυνατότητα ανάμεσα από μιά κοινή
στάση να επικαλείται ακόμα-ακόμα και τη δημιουργία λογοτεχνικής Σχολής. Σ’ αυτό
συνέτειναν και οι περίπου όμοιες «σπουδές» τους-λογοτεχνικές ή
πανεπιστημιακές-, η γνωριμία μεταξύ τους, οι κοινοί λογοτεχνικοί και πολιτικοί
τους αγώνες. Αντίθετα, οι νέοι ποιητές- πεζογράφοι που πρωτοεμφανίστηκαν γύρω
στο ’70, άγνωστοι και ασύνδετοι μεταξύ τους, μιλώντας πολλές και διαφορετικές
ποιητικές-πεζογραφικές γλώσσες, μόνο με τη βιολογική και λογοτεχνική τους
ηλικία μπορούν να χωρέσουν στο καλούπι του χαρακτηρισμού σαν «Γενιάς».
Τα παραπάνω είναι χρήσιμα για τον εξής ισχυρισμό μου: ότι υπάρχουν νέοι
λογοτέχνες, που δεν τους πολυάγγιξαν κοινωνικοπολιτικοί παράγοντες και τέτοια,
αλλά απ’ τη Δεκαετία- Φωτιά 1965-1975 κράτησαν μες στην τέχνη τους μόνο τους
απόλυτα ατομικούς τους καημούς. Για τους άλλους, όσους δε βλέπουν την τεχνική σαν
προσωπική ιστορία μονάχα, υπάρχουν πολλοί καθοριστικοί παράγοντες: η πτώση του
Παπανδρέου το 65, η χούντα του ’67, ο Μάης του ’68, το Βιετνάμ, το πείραμα του
Αλλιέντε, η πορεία του Τσε, το Πολυτεχνείο, το πραξικόπημα κατά Μακαρίου κι η
Τούρκικη εισβολή, η φύση της «αλλαγής» το ’74, η διάσπαση του ΚΚΕ, είναι μερικά
από τα ιστορικά γεγονότα που συντρόφεψαν το κρασί στις ταβέρνες μας και
μεταγγίστηκαν στις μυστικές μας ώρες στην τέχνη μας.».
Ορθές οι ιστορικές καταγραφές και οι επισημάνσεις
του όσον αφορά το ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικό και πολιτικό στο οποίο κινήθηκε
και έδρασε ποιητικά και ατομικά η πασίγνωστη πλέον Γενιά του 1970. Μια Γενιά
που έδρασε και κυριάρχησε στα ποιητικά μας πράγματα-εύλογα- μετά την πολιτική
μεταπολίτευση του 1974 και δηλώνει ακόμα και σήμερα την παρουσία της στον
πνευματικό και καλλιτεχνικό στίβο εκδίδοντας βιβλία ή γράφοντας βιβλία,
δημοσιεύοντας ποιήματά της, άρθρα και μελέτες της κάνοντας τον απολογισμό των χρόνων
της, συγκεντρώνοντας την συγγραφική παραγωγή της και εκδίδοντάς την. Τα
τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί το ερευνητικό, συγγραφικό και εκδοτικό ενδιαφέρον
για την Γενιά του 1970 και τους εκπροσώπους της, τα ρεύματά της, τις ξένες
επιρροές της, τα διάφορα ποιητικά ρεύματά της και ποιητικά είδη που ακολούθησε
και υιοθέτησε στην δική της διαδρομή, σε μεγαλύτερο μάλλον βαθμό από όσο
γνωρίζουμε σε σχέση με τις προηγούμενες Γενιές. Δίχως να παραβλέπουμε την
περιβόητη Γενιά του 1930 που έχει δεχθεί και εξακολουθεί να δέχεται έντονη
αρνητική κριτική. Μία μερίδα των φωνών επίσημων κριτικών μας -και των δύο
φύλων- προερχόμενες και από τα πανεπιστημιακά περιβάλλοντα, θέλοντας να
«χτυπήσουν» τον νομπελίστα μας ποιητή Γιώργο Σεφέρη για τις πολιτικές του
θέσεις, για την στάση του ως διπλωμάτης στην ακόμα άλυτη υπόθεση του Κυπριακού,
για τις απόψεις του για την Γλώσσα την Ελληνική παράδοση, τις κρίσεις του για
άλλους ομοτέχνους του, αρθρογραφούν ενάντια και στην παρουσία της Γενιάς του
1930 και τούμπαλιν. Μέχρι αν δεν λαθεύω αναγνωστικά διάβασα την περίεργη στάση
του διπλωμάτη ποιητή την περίοδο του Μεταξά. Όπως και νάχει, οφείλουμε να
επαναλάβουμε από την μεριά μας, σαν η επόμενη ποιητική Γενιά μετά από αυτήν του
1970, σαν η Γενιά του 1980, αν φυσικά καταδεχθούν οι ειδικοί να μας
συναριθμήσουν στους χώρους της, ότι ο ποιητής και δοκιμιογράφος Γιώργος Σεφέρης
επηρέασε τους νέους και τις νέες της Γενιάς μου περισσότερο από όσο
φανταστήκαμε και δηλώσαμε στις επίσημες καταθέσεις μας. Όχι μόνο ο ποιητικός
του λόγος αλλά και τα Ημερολόγιά του και οι Δοκιμές του ήσαν στα άμεσα
ενδιαφέροντά μας στα νεανικά μας χρόνια, δίχως να παραβλέπουμε τις λογοτεχνικές
περιπτώσεις του Νίκου Καζαντζάκη, του Γιάννη Ρίτσου, του Τάσου Λειβαδίτη του
Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και φυσικά του Οδυσσέα Ελύτη στις πρώτες γραμμές ενώ χωρίς
διαχωρισμούς ακολουθούσαν οι φωνές του Νίκου Εγγονόπουλου, του Τάκη Παπατσώνη,
της Μυρτιώτισσας και ορισμένων άλλων. Τότε, ηχούσε ακόμα μέσα στα αυτιά μας και
πρυτάνευε στις συνειδήσεις μας η αντιστασιακή και αντιχουντική δήλωση, η σοβαρή
φωνή του Γιώργου Σεφέρη και δεν υποψιαζόμασταν καν ότι είτε από την μεριά μας
είτε από άλλες πλευρές θα επιχειρείτο να τον αποκαθηλώσουν. Ας είναι, στο
κάτω-κάτω η ανάγνωση της Ποίησης είναι μία όπως αποδείχτηκε καθαρά ιδιωτική
υπόθεση, μία κατά μόνας απόλαυση περιπέτειας, τα ποιητικά πράγματα αλλάζουν ή
παίρνουν άλλη τροπή όταν μπλέκονται και άλλες μορφές της καλλιτεχνικής
δημιουργίας και δυνάμεις έξω ποιητικές. Όπως φαίνεται, η πανάρχαια διχαστική
τάση της ελληνικής μας ταυτότητας του χαρακτήρα μας έχει εισχωρήσει και στα
πνευματικά μας πράγμα τα από την εποχή του Λογγίνου αν δεν παρανοούμε μία και
το τελευταίο διάστημα ανάμεσα στα άλλα παλαιότερων εποχών βιβλία διαβάζουμε εκ
νέου το «Περί Ύψους» του Λογγίνου με τους δικούς μας αργούς ρυθμούς, που μας
τον πρωτογνώρισε ο σπουδαίος έλληνας εθνογράφος και μεταφραστής Παναγής
Λεκατσάς από τις εκδόσεις «Ι. Ζαχαρόπουλος» βλέπε νούμερο 85 χωρίς χρονολογία
έκδοσης μαζί με του «λόγους» του Αθηναίου Ανδοκίδη. Ενώ λίγα χρόνια μετέπειτα,
το 1990, ήρθε να συμπληρώσει τις γνώσεις μας η ερμηνευτική έκδοση της
«Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης» του μοναδικού μέχρι σήμερα διασωθέντος
συγγράμματος Θεωρίας της Κριτικής της Λογοτεχνίας της αρχαιότητας, σε μετάφραση
και φροντισμένη επιμέλεια του καθηγητή Μ. Ζ. Κοπιδάκη, μια εξαιρετική δουλειά
για ένα κάπως στριφνό και δύσκολο έργο με πολλά συγγραφικά χάσματα.
Συμπληρωματικά ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε για την λογοτεχνική ιστορία της
δικής μας Γενιάς, 1980 (;) ένα όνομα, του πανεπιστημιακού καθηγητή και
θεωρητικού κριτικού στον χώρο των Ιδεών σταθερού Πλατωνιστή, την αγάπη του για
το αρχαίο αυτό κλασικό κείμενο που δεν έχει ξεκαθαριστεί η πατρότητά του (αν
και χρεώνεται στον Λογγίνο) κυρίου Βρασίδα Καραλή που αν διαβάσει κανείς τις
διάφορες ηλεκτρονικές αναρτήσεις του σε φιλικά του πρόσωπα εν ήδη Επιστολών,
διαπιστώνει την μεθοδολογική συγγένεια γραφής του τόσο με Πλατωνικά κείμενα
βλέπε Ζ΄ Επιστολή του Πλάτωνα όσο και το «Περί Ύψους», κλασικά και αιώνια
ελληνικά κείμενα που φωτίζουν τα ερμηνευτικά της σκέψης του μονοπάτια. Πρόπερσι
αν δεν κάνω λάθος, είδε το φως της εκδοτικής και μεταφραστικής δημοσιότητας μία
ακόμα μετάφραση και σχολιασμός του «Περί Ύψους» από την εξαιρετική κριτικό
Λογοτεχνίας, πολυτάλαντη φιλόλογο κυρία Ελευθερία Δήμου. Βλέπε κριτική της
έκδοσης στα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά «Περί Ου» και «Διάστιχο». Κάτι
που μας φανερώνει ότι υπάρχει ακόμα ένα σχετικό (;) ενδιαφέρον στην χώρα μας
για την αρχαία ελληνική αλλά και ρωμαϊκή γραμματεία σε περιόδους όπου έχουν
υποχωρήσει διεθνώς οι Κλασικές Σπουδές και στο όνομα της πολιτικής ορθότητας (political correct), λογοκρίνονται σε
Πανεπιστημιακές Σχολές της μεγάλης υπερδύναμης πέραν του Ατλαντικού φίλης χώρας
τα Πλατωνικά Έργα.
Επανερχόμενοι, παρόμοιες πάνω κάτω θέσεις με
αυτές του Γιάννη Καρατζόγλου έχουν εκφράσει και άλλες φωνές της ποιητικής
Γενιάς του 1970 στην επιχειρηματική τους ιστορική- ολιστική-προσωπογραφία τους.
Αν και πλέον ο όρος Γενιά του 1970 έχει κατοχυρωθεί στην Νεότερη Ιστορία της
Ελληνικής Λογοτεχνίας όπως και των άλλων παλαιότερων και νεότερων Γενεών πέρα
από τις σχετικές διαδικαστικές ενστάσεις. Οι ποιητές και οι ποιήτριες και
ευρύτερα οι συγγραφείς που συγκαταλέγονται στην τρίτη μεταπολεμική γενιά έχουν
σχηματίσει επιβραβευτικά το πνευματικό τους πορτραίτο στην καθολικότητα της
ποιητικής τους παρουσίας, ενδέχεται να μην έχουν να προσθέσουν κάτι το
ρηγματικά ουσιαστικό στον ποιητικό λόγο, κάτι το ανατρεπτικό πλέον, δίχως να
μειώνω ή να μην εκτιμώ σαν αναγνώστης την μέχρι σήμερα προσφορά τους. Η Ζωή όπως
και η Ποίηση συνεχίζεται και αρδεύει τα ρυάκια του Χρόνου και των Εποχών της
Ιστορίας όλων μας. Τί ποιητικό λίπασμα θα χρειαστούν οι επόμενες Γενιές
τουλάχιστον ο γράφων μην διαθέτοντας μαντικές ικανότητες δεν γνωρίζει.
Οι
Ποιητικές Συλλογές του Γ. Καρατζόγλου είναι:
1., ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Θεσσαλονίκη Μάρτιος
1970, σελ. 32, τυπώθηκε σε 300 αντίτυπα στα τυπογραφεία Ν. Νικολαϊδη.
Διαστάσεις 15Χ22, 27 ευρώ. Η συλλογή αφιερώνεται «της Έλλης μιά απάντηση».
2., Δ Ξ Θ ποιήματα του Γιάννη Καρατζόγλου.
Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 40. Διαστάσεις 15Χ22, 24 ευρώ. Στον κολοφώνα διαβάζουμε:
«Τα ποιήματα του Γιάννη Καρατζόγλου Δ Ξ Θ γράφτηκαν από το 1968 ως το 1974 και
τυπώθηκαν στα τυπογραφεία Ν. Νικολαϊδη τα Χριστούγεννα του 1974 σε 500
αντίτυπα. Σχέδιο εξωφύλλου Παύλου Βασιλειάδη.»
3., Πρατήριο Καυσίμων ποιήματα. Εκδ. Μπαρμπουνάκης-
Θεσσαλονίκη χ.χ. (1982) σελ.40 Διαστάσεις 19,5Χ19,5, 30 ευρώ. Το εξώφυλλο και
οι εσωτερικές μακέτες είναι του ζωγράφου Παύλου Βασιλειάδη.
4., ΑΠΟΣΒΕΣΕΙΣ Ποιήματα 1965-1986. Εκδόσεις
Διαγωνίου Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1987 Αριθμός 55. Σελ. 104. Τυπώθηκε στα
τυπογραφεία Ε. Ν. Νικολαϊδη, σε 1200 αντίτυπα με σχέδιο επιφύλλου και επιμέλεια
του Καρόλου Τσίζεκ. Υπεύθυνος Ντίνος Χριστιανόπουλος. Πρώτη τιμή 400 δραχμές.
Νέα 17 ευρώ.
5., ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
ΧΡΗΣΕΩΣ, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία Αθήνα, Ιανουάριος 2006, σελ. 70.Επιμέλεια
έκδοσης Άννα Περιστέρη. Τιμή 11.10 ευρώ.
6., Πηγαίος Κώδικας, ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ 1964-2009,
εκδ. Ίκαρος, Αθήνα Σεπτέμβριος 2009, σελ. 146. Επιμέλεια Ηλίας Καφάογλου, σχέδιο
εξωφύλλου Παύλος Βασιλειάδης. Τιμή 14.20 ευρώ.
7., ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Εκδόσεις
Ρώμη-Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 44. Τιμή 10 ευρώ
Σημείωση:
Να διευκρινίσουμε το εξής: η δεύτερη συλλογή του
έχει τίτλο τρία κεφαλαιογράμματα της ελληνικής αλφαβήτου. «ΔΞΘ». Ο τίτλος αυτός
που χρησιμοποιεί ο Γιάννης Καρατζόγλου δεν είναι τυχαίος. Είναι ο αριθμός ενός
Νόμου του 1912 περί Καταστάσεως Πολιορκίας της χώρας. Όποτε τίθεται σε ισχύ
αυτός ο Νόμος από την πολιτεία ή έλληνες κυβερνήτες, έχουμε την επιβολή
στρατιωτικού νόμου με τις γνωστές απαγορευτικές και περιοριστικές διατάξεις του
στα δημοκρατικά και συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες των ελλήνων πολιτών.
Απαγόρευση συγκεντρώσεων, κυκλοφορίας των πολιτών, διακίνησης των ιδεών,
απαγόρευση των κομμάτων, κλείσιμο της Βουλής, αναστολή άρθρων του Συντάγματος.
Συνήθως ο σκληρός, απαγορευτικός αυτός Νόμος επιβάλλεται, εφαρμόζεται σε
περίπτωση πολέμου. Δυστυχώς μέσα στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας εφαρμόστηκε
και σε περιόδους Ειρήνης για να εξυπηρετήσει άλλους στόχους.
Το «ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ» Ποιήματα, Θεσσαλονίκη
Μάρτιος 1970 σελ. 32 είναι η πρώτη του δημόσια εκδοτική εμφάνιση στα ποιητικά
μας πράγματα. Την επιμέλεια της ιδιωτικής αυτής έκδοσης είχε ο ποιητής και
εκδότης Ντίνος Χριστιανόπουλος. Η δεύτερη συλλογή του φέρει τον τίτλο «Δ Ξ Θ»
ποιήματα του Γιάννη Καρατζόγλου, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 40, την επιμέλεια είχε
ο σταθερός συνεργάτης της «Διαγωνίου» εικαστικός και ποιητής, μεταφραστής
Κάρολος Τσίζεκ και τυπώθηκε στα τυπογραφεία Ν. Νικολαϊδη τα Χριστούγεννα του
1974 σε 500 αντίτυπα με διαστάσεις 15Χ22 και σχέδια εξωφύλλου Παύλου
Βασιλειάδη.
Το πρώτο του ποιητικό
βιβλίο με το οποίο έκανε την είσοδό του στον ελληνικό ανθώνα της ποίησης είναι
αφιερωμένο «της Έλλης μιά απάντηση»
και η αυλαία του ανοίγει με μότο στίχους του άγγλου μοντερνιστή και νομπελίστα
ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ «Ω
μακριά,-μακριά, μακριά στα περασμένα/ και πλανιέμαι σε μιά χώρα γεμάτη άκαρπα
κλωνάρια/ αν τα σπάσω ματώνουν’/ σε μιά χώρα πλανιέμαι γεμάτη ξερολίθια/ αν τα
αγγίξω ματώνουν’/Πώς, πώς μπορώ ποτέ να ξαναγυρίσω στις απαλές, ήσυχες εποχές;»
και συμπληρωματικά με του αλεξανδρινού
ποιητή της ελληνικής περιφέρειας του Ελληνισμού Κωνσταντίνου Π. Καβάφη: «Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πω…».
Η συλλογή περιλαμβάνει 23 ποιητικές μονάδες: -1. ΓΙ’
ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ -2. ΟΙ ΘΕΟΙ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ- 3. ΚΥΚΛΑΔΕΣ- 4. ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ-5. ΑΠΡΟΣΙΤΟ ΣΩΜΑ- 6.ΑΝΕΓΓΙΧΤΗ ΕΦΗΒΕΙΑ- 7.ΕΛΛΗ-8. ΣΕ ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΑ- 9.Η
ΣΥΓΝΩΜΗ-10. ΦΑΡΜΑΚΙ-11. ΧΝΟΥΔΙ- 12. Ο ΚΟΣΜΟΣ- 13. ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ- 14. ΓΑΛΑΖΙΕΣ
ΠΕΤΡΕΣ- 15. ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ- 16. ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ- 17. ΑΠΟΜΕΙΝΕ- 18. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ- 19. ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ- 20. ΕΣΣΕΤΑΙ
ΗΜΑΡ- 21. ΠΑΡΑΠΑΝΩ- 22. ΑΝ- 23. ΕΝΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ. Τα ποιήματα ακολουθούν την
παραδοσιακή φόρμα και είναι μιάς, δύο, τριών ή τεσσάρων στροφών. Οι στίχοι του
κυμαίνεται από 6,7,8,9,10,11,12,13 τον αριθμό. Εξάστιχα είναι τα 1,6,12,13,17.
Επτάστιχα είναι τα 5,7,8,15,21. Οκτάστιχα είναι τα 2,4,11,18. Εννιάστιχα τα
9,16, 19. Δεκάστιχα τα 3 και 9. Εντεκάστιχα τα 20 και 22. Τέλος έχουμε ένα Δωδεκάστιχο
το 23 και το μεγαλύτερο σε έκταση Δεκατριάστιχο, το τρίστροφο νούμερο 14
«Γαλάζιες πέτρες». Από την πρώτη του εμφάνιση ο ποιητής Γιάννης Καρατζόγλου μας
δείχνει ότι γνωρίζει να τιμά τον ρόλο του ποιητή και να διακονεί με υπευθυνότητα
τον ποιητικό λόγο αν και οι κύριες ασχολίες του δεν προέρχονται από τους
στενούς χώρους της ποίησης και της φιλολογίας.
Ας πάρουμε
τα πράγματα με την σειρά. Ο ποιητής Γιάννης Καρατζόγλου γεννήθηκε στην
συμπρωτεύουσα την προσφυγομάνα πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη το 1946, σπούδασε
Διοίκηση των Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας (1973) και συνέχισε
τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Brunel University της
Αγγλίας (1982), υπήρξε ακόμα, υποψήφιος διδάκτωρ της Ιστορίας στο τμήμα
Πολιτικών Επιστημών της ΝΟΕ του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
(2017). Σταδιοδρόμησε εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα για πάνω από τριάντα
χρόνια ως διευθυντικό στέλεχος σε Βιομηχανικές κυρίως εταιρίες και εταιρίες
παροχής υπηρεσιών. Τερμάτισε τον εργασιακό του βίο το 2008 και είναι
γλωσσομαθής, Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά και Γερμανικά όπως μας λέει το
σύντομο βιογραφικό του. Επαναλαμβάνοντας, εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με
την λιλιπούτεια ποιητική του συλλογή από την Θεσσαλονίκη «ΈΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ», πέντε
χρόνια αργότερα, 1975, εκδίδεται η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο τρία
γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου «Δ Ξ Θ». Το 1982 ακολουθεί η τρίτη του συλλογή
από τις γνωστές εκδόσεις της Θεσσαλονίκης και Βιβλιοπωλείο «Μπαρμπουνάκη»
«ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΩΝ» σε εξώφυλλο του Παύλου Βασιλειάδη. Το 1987 και πάλι από τις
εκδόσεις της «Διαγωνίου» σε επιμέλεια του Ντίνου Χριστιανόπουλου και εξώφυλλο
Κάρολου Τσίζεκ εκδίδεται η τέταρτη συλλογή του «Αποσβέσεις». Η τέταρτη αυτή
συλλογή του είναι μία επιλογή ποιημάτων από τις προηγούμενες ποιητικές του
καταθέσεις- αναθεωρημένες-και συμπεριλαμβάνει και την ανέκδοτή του «Κομματική
Εποχή». Δημιουργώντας στην αυγή του νέου αιώνα, το 2001 την δική του ιστοσελίδα
στο διαδίκτυο αναρτά ηλεκτρονικά την ποιητική του συλλογή «Διαβατήρια», την
οποία ενσωματώνει πέντε χρόνια αργότερα 2006 στην συλλογή «Αποτελέσματα
Χρήσεως» η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ίκαρος» μαζί με ανέκδοτα ποιήματά
του από τις συλλογές «Διαβατήριος έρωτας» και «Καταθέσεις προθεσμίας». Το 2009
κυκλοφορεί από τον «Ίκαρο» η συλλογή του ο «Πηγαίος κώδικας, ποιητική διαδρομή
1964-2009», η οποία συμπεριλαμβάνει επιλογή ποιημάτων του 1970-2006 και
καινούργια ανέκδοτα ποιήματά του της περιόδου 2005-2009. Τέλος, από τον
εκδοτικό οίκο της Θεσσαλονίκης «Ρώμη» Δεκέμβρης 2017 εκδίδεται η συλλογή του
«Εγγραφές κλεισίματος». Από όσο μπορώ να γνωρίζω αυτή είναι η ποιητική διαδρομή
του Γιάννη Καρατζόγλου. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά,
ποιητικές ανθολογίες και ηλεκτρονικές ιστοσελίδες που μας φανερώνουν κατά την
αναγνωστική μου κρίση τον κεντρικό πυρήνα και την γραμμή περιφέρειας των ορίων
που κινείται η πολύ καλή ποιητική του φωνή και γραφή. Ενώ παράλληλα,
διαπιστώνουμε ότι ο Θεσσαλονικιός ποιητής εξακολουθεί να δουλεύει πάνω στα
ποιήματά του, να τα επεξεργάζεται, να τα αναθεωρεί, να αλληλοσυμπληρώνει τις
συλλογές του, να αφαιρεί ποιήματα ή να προσθέτει. Αυτό ίσως μας δείχνει ότι σαν
καλός και ωραίος ποιητής ο Γιάννης Καρατζόγλου να μην έχει πει τον τελειωτικό του
λόγο πάνω στην ποίηση, κάτι που δεν δείχνει ποιητική ανωριμότητα αλλά
υπευθυνότητα και σεβασμό στην λειτουργία της γραφής και του τελικού
αποτελέσματος, που ενδέχεται, να είναι διαφορετικού γούστου από αυτό του
τυχαίου και άγνωστού του αναγνώστη. Ή ίσως ορθότερα μας αποκαλύπτει ότι τελικά
όπως και στη Ζωή έτσι και στην Τέχνη, στη δεδομένη περίπτωση Τέχνη της
Ποιήσεως, τα πάντα είναι ανοιχτά στο χρόνο, τίποτα δεν τερματίζεται άμα την
έκδοσή του ή την δημοσίευσή του.
Το δικό
μας αναγνωστικό ενδιαφέρον συν τοις άλλοις κέντριζαν μια σειρά (;) Καλοκαιρινών
του ποιημάτων, η ποιητική του προσκόλληση (;) «εμμονή!» στην Καλοκαιρινή περίοδο
και φυσική ατμόσφαιρα και κλίμα στα πρώτα του ποιητικά βαδίσματα, στο
κοσμολάλητο «Ελληνικό Φως» και τις σκιές του καθώς πέφτει πάνω μας δίχως να
απουσιάζουν από τα ποιητικά του μοτίβα και οι άλλες εποχές του χρόνου. Αμυδρά η
ποιητική του Εποχική Επιλογή δεν παραπέμπει μόνο στην Αρχαία Ελληνική Ποίηση αλλά και σε ποιητές
της Άπω Ανατολής. Φυσικά η ποιητική τεχνική και τεχνογνωσία είναι διαφορετική.
Η ευχάριστη αυτή επαναληπτική επιμονή του σε Καλοκαιρινά μοτίβα και εικόνες,
στιγμιότυπα και προσωπικές καταστάσεις, χαρακτηριστικές αναφορές της ταυτότητας
των Ποιημάτων του, των εμπνεύσεών του όπως μας δείχνει η λογιστική αφηγηματική
της ποίησής του διαρκεί μέχρι των ημερών μας. Ο Γιάννης Καρατζόγλου θα
σημειώναμε όχι με δόσεις υπερβολής, ότι εμφανίστηκε από τα πρώτα του βήματα σαν
ένας ώριμος και σοβαρός ποιητής, ένας σωστός διαχειριστής της ποιητικής
γλώσσας, με το προσωπικό του ποιητικό ύφος, καλλιεργητής μιάς ποιητικής φωνής
δυνατής, ιδιαίτερης, πολύχρωμης, λυρικής, ευαίσθητης. Οι εκφραστικές του
προθέσεις ήταν από το ξεκίνημά του ξεκάθαρες, το ίδιο και οι ατομικές του αντιλήψεις
για τον ρόλο του παιχνιδιού των λέξεων, των κανόνων τους, των συνδυασμών τους,
που οφείλει να ακολουθήσει ένας ποιητής αν θέλει να κομίσει ένα θεμιτό και
αρεστό ποιητικό αποτέλεσμα αποδοχής των προθέσεών του. Και τον στόχο αυτόν τον
πέτυχε κυκλοφορώντας ο ποιητής από την Θεσσαλονίκη επτά ποιητικές συλλογές από
το1970 «ΈΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ» μέχρι την τελευταία συλλογή του «ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ»
Θεσσαλονίκη 2017. Σε διάστημα μισού σχεδόν αιώνα ο Γιάννης Καρατζόγλου μας
πρόσφερε μία εξαιρετικής ποιότητας ποιητική δουλειά που θα την «ζήλευαν»
αρκετοί νέοι ποιητές και ποιήτριες τόσο για την τεχνική της όσο και για το
πνεύμα και την ατμόσφαιρα της θεματολογίας της, την αβίαστη ποιητική αίσθηση
που δημιουργεί στον αναγνώστη. Ο Καρατζόγλου από συλλογή σε συλλογή χτενίζει,
εμπλουτίζει και συμπληρώνει το ποιητικό υλικό του ώστε να εκφράζει στην πάροδο
του χρόνου της ζωής του και των καινούργιων καταστάσεων και περιπετειών που ζει
και βιώνει, να δημιουργεί το νέο ταμπλό της εικονογραφίας του δίχως να
επαναλαμβάνεται και να γίνεται κουραστικός. Τα ποιήματά του αποτελούν τους
κρίκους μιας στοχαστικής σκέψης και βιοθεωρίας, στάσεων ζωής απέναντι στον
Χρόνο που κυλά ασταμάτητα αλλάζοντας ή τροποποιώντας αντιλήψεις καθώς το
ανθρώπινο σώμα υπόκειται στην αργή και σταδιακή φθορά και αλλοίωση των
συστατικών του. Καθώς το ανθρώπινο σώμα αλλάζει μέσα στην συνεχή ροή του Χρόνου
(την Ηρακλείτια) όχι πάντα ευχάριστα και αποδεκτά από το ποιητικό υποκείμενο,
αλλάζει και το ποίημα σε μια κοινή συναίσθηση της φθοράς του Χρόνου. Το υλικό
του Γιάννη Καρατζόγλου δεν είναι πάντοτε ποιητικό, γίνεται ποιητικό στα χέρια
του και στην τεχνική της χρήσης της γλώσσας του που μας το παραδίδει ως τελικό
αποτέλεσμα και αυτό κάνει την ποίησή του μαγευτική, άξια μνημόνευσης ίσως και
μίμησης. Είναι ξεχωριστή η φωνή του σε σχέση με τις άλλες ποιητικές φωνές της
Θεσσαλονίκης, έχει ένα ιδιαίτερο στίγμα αυτό το κρυφτούλι με τον Χρόνο που
παίζει, στο πώς μας παρουσιάζει την πτώση της ανθρώπινης σωματικής κατάστασης
καθώς ο Χρόνος παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά του. Όπως και νάχει, το φώς και
η ατμόσφαιρα του Καλοκαιριού- εδώ ίσως να μην είναι άστοχο αν γράφαμε ότι
φέρνει στο νου την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη και ίσως τις μακρινές και «κρυφές»
τους συγγένειες, και στο πώς σπουδάζει το Φώς και τις παρενέργειές του στην ζωή
του ανθρώπου, την αίσθηση του ποιητή.
Αυτές
είναι σε γενικές γραμμές οι σκέψεις που ήρθαν στο μυαλό μου καθώς
αναγνωστικά περιοδικά ρίχνω κλεφτές
ματιές και διαβάζω ποιήματα του Γιάννη Καρατζόγλου. Αυτά πάνω κάτω θα ανέφερα
αν έγραφα ένα λήμμα για την ποίησή του, ίσως αφαιρώντας ορισμένες ενδιάμεσες
θέσεις μου για τις Γενιές.
Μιά και
τα Λογοτεχνικά Πάρεργα δεν διαθέτουν την εικαστική και φωτογραφική υποστήριξη
όπως άλλες πληρέστερες και αρτιότερες αισθητικά καλαίσθητες λογοτεχνικές
ιστοσελίδες, προσπαθώ από την μεριά μου να ξεπεράσω τις όποιες λουστραρισμένες
δημόσιες καταθέσεις του φαίνεσθε και να πειραματίζομαι άλλοτε -θέλω να πιστεύω-
επιτυχώς άλλοτε όχι στην εμφάνιση κάθε νέας ανάρτησης και το κυριότερο να
χαίρομαι όταν διαβάζω κάτι ωραίο σε άλλα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά μπλοκ και να
μην τα «σνομπάρω» όπως γίνεται με τα Λογοτεχνικά Πάρεργα αλλά να τα μνημονεύω
όπως και τους συνεργάτες τους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Πειραϊκή αυτή
λογοτεχνική ιστοσελίδα κάνει μόνο αναδημοσιεύσεις και αντιγραφές σύγχρονων
άλλων λογοτεχνικών φωνών. Κάτω από αυτό το σκεπτικό δεν αναδημοσιεύω ποιήματα
του Γιάννη Καρατζόγλου που μου άρεσαν και δεν είναι και λίγα, μια και μπορεί να
τα διαβάσει κανείς στο διαδίκτυο όπου προτρέπω να κοιτάξουν οι σύγχρονοι ακόμα
εραστές της Ελληνικής και Παγκόσμιας Ποίησης.
Τελικά,
η κάθε Ποιητική μαρτυρία δεν είναι παρά η δική μας μικρή ή μεγάλη εξιστόρηση
του βίου της ζωής μας, των πεταγμάτων των ονείρων μας, του φτερουγίσματος της
φαντασίας μας αυτό το Επικό των παλαιότερων χρόνων ή Λυρικό άνοιγμα στον Άλλο
και τον Κόσμο που τόση ανάγκη είχε και εξακολουθεί να έχει το ανθρώπινο είδος
από τότε που θέλησε να ξεφύγει από την βιολογική του κληρονομιά από την οποία
προέρχεται και κατάγεται.
Ποίηση,
μία μεγαλοπρέπεια των Λέξεων, μία Ονειρική περιπέτεια της Γλώσσας στην
προσπάθειά της να αντιμετωπίσει την Γλώσσα της Φύσης και να κατανοήσει την
Γλώσσα του Σώματος και τον Λόγο του Πνεύματος.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
3 Φεβρουαρίου 2026
Καθώς η χώρα μας «καρναβαλίζεται» όπως λέει μία διαφήμιση
και οι πολιτικοί μας εκπρόσωποι
αρέσκονται κομπάζοντας να τσακώνονται στα διάφορα πάνελ περί όνου σκιάς. Και ο
υποφαινόμενος πάντα χαμογελάει και χαίρεται την γλώσσα που μιλάει και
αντιλαμβάνεται επεξηγηματικά ο αγαπητός και ερωτύλος, λαμόγιο καφετζής ο
Φατσέας, που τρέμει στην ιδέα μην τον πούνε «ντιντί» στο τηλεοπτικό σήριαλ το
«Καφέ της Χαράς» της «μωρή Κατακουζίνα» που θα έλεγε η καλή ηθοποιός Ελένη
Ράντου.
Τελικά που βρίσκεται η αλήθεια της Ποίησης στο «κτηματολόγιο» της γλώσσας των ποιητών ή στις «αυθαιρεσίες» των αναγνωστών της;