Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Ανδρέας Αγγελάκης ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Αθήνα 1967, σελ. 60 (;)

          Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Το μαχαίρι του αγγέλου στο τραπέζι

κ’ η παρθένα τρυγόνα γλύφει την πληγή της.

Το αντίο που έλαμψε στα βλέφαρά σου

στάζει τώρα στο ρούχο μου

και τα μεγάλα μάτια ανάστρεψαν τον ουρανό.

Όταν ξαναμιλήσουμε θάχεις θαμπώσει σαν πετράδι:

ο λόφος που γυμνός με τη ρόκα του φεγγαριού

σε παραμόνευε να λύνεις τη νύχτα απ’ τα άλογά της

θάχει γεμίσει έλατα.

Λοιπόν να πάρεις όχι μόνο όσα χάρισα, αλλά κι αν

ανασαίνει κάτι κρυφά απ’ όλους, κι από σένα,

στο χιόνι. Κι όταν κλείνεις τα μάτια

στη σιγανή βροχή του ύπνου σου που θα σε φθάνει

σαν πορτοκαλάνθη συννεφιάς, θα ματώσει

με πολλά πυράκανθα το περήφανο περιστέρι που όρκισες. Σελ. 5

          ΒΑΘΥΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΓΚΡΕΜΟΣ

Βαθύς και σκοτεινός γκρεμός το λούλουδο,

πέταλα, η θλίψη, ο ύπερος και φύλλα

κι’ εσένα στις άσπρες λεμονιές ο ύπνος έφερε

που καθαρό το δάχτυλο του Θεού ταγίζει τα σκουλήκια. Σελ.7

          Ο ΜΕΝΕΞΕΣ

             (Στον Οδυσσέα Ελύτη)

Θα ξαναζήσω; ο μενεξές αναρωτήθηκε

και δάκρυσε στην πολιτεία του.

Ο κηπουρός, το βραδινό αεράκι του περβολιού

τα σχολιαρόπαιδα που με ζωγραφίζουν

τάχατες κόκκινο τάχατες στο στόμα

του ήλιου σα γαρίφαλο

σιγά-σιγά όλα γίνονται φωνές

πληθαίνουν στο στοχασμό μου οι πεταλούδες’

(οι φίλοι της αλησμονιάς επίκραναν τον ουρανό

κι αλλοίμονο, δε θα γλυτώσεις τις κακές βροχές). Σελ.9

          Ο ΦΡΑΧΤΗΣ

Φύτρωσε ένα χειμωνιάτικο τριαντάφυλλο στα δάχτυλά σου.

Έπαψε το χιόνι, τι μαγεμένο δάσος από σταλαγμένους

αγγέλους βουβούς στο κοιμητήρι τίναξαν οι νεκροί

την πάχνη απ’ τα βλέφαρά τους’ ώρα των άστρων.

Οι ξυλοκόποι και τα ξεσκλίδια των δέντρων

στις φλόγες των προσώπων τους, ένας χειμώνας

ακόμα πιο κοντά στο θάνατο: τί θα μείνει;

 

Το χιόνι κρυστάλλωσε σε φώς στα μάτια σου. σελ.11

          ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

Μεγάλη εβδομάδα των παθών. Ο άγγελός μου

λυπημένος κρατάει κερί κι αναλογίζεται

τον κύρη μας πούναι θαμμένος στο περβόλι.

Ο αποσπερίτης καρφωμένος στο μέτωπό του

σβήνει, δε σβήνει’  μυρουδιά πεύκου. Σελ.13

          ΝΑΝΑΡΙΣΜΑ

Ανάσα καμέλιας και θρυμμένο κυπαρίσσι ο ύπνος σου

καθώς σε παίρνει το νερό με τ’ ανθοβόλημα του φεγγαρόφωτου,

νάνι, ο αϊτός, ο σταυραϊτός, το πριγκιπόπουλο.

Ύπνε, με τις πολλές πυγολαμπίδες, θάνατε βιγλάτορα,

λύπη από τόπους ανεπίγνωστους στο χείλι του άς στεγνώσει

να μάθει αργά να συλλαβίζει το τραγούδι των απελπισμένων. Σελ.15

          Ο ΛΟΡΚΑ

Αίμα από γαλάζιο γιασεμί

πλημμύρισε το πουκάμισο του φίλου του’

στις βρύσες με τις νεροφίδες κατόπι σαν τον έπλεναν

τον ξαναφίλησε κρυφά καθώς καβάλα σε φοράδα

πέρναγε το φεγγάρι ένα κεφάλι ταυρομάχου λιώνοντας

μετ’ ασημένια γκέμια του λύκου και το άχ

της ντροπιασμένης στο βυζί της μεγαλόχαρης.

Και πάλι’ το γιασεμί στο στόμα του

άπλωνε κ’ είχαν μείνει μπλεγμένα τα χέρια τους

καθώς το φώς σφάζει στον έρωτά τους τα περιστέρια.

Και πάλι’ στο πανταλόνι του η ζώνη αντιφεγγίζει

τα δόντια του θανάτου με το στάχυ σφιχτό και το τριαντάφυλλο. Σελ.17

          ΣΤΟ ΠΕΡΒΟΛΙ ΠΗΔΗΞΕ Η ΒΡΟΧΗ

Στο περβόλι πήδηξε η βροχή

κόβοντας ανεμώνες’

ποιός είναι; ρώτησε,

και τα δάχτυλα του φεγγαριού

φάνηκαν φλογισμένα στην πόρτα’

(λίγο νερό και δίψασαν

στη ρεματιά οι φίλοι μου, κυρία) σελ. 19

   Η ΧΕΛΙΔΟΝΟΦΩΛΙΑ ΑΝΥΨΩΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

  Η χελιδονοφωλιά ανυψώθηκε στον ουρανό

σαν κοριτσίστικο λευκό πουκάμισο

κι έτσι το δώρο της Κυράς του δειλινού

μετεωρίστηκε το μισό φεγγάρι στο χείλι του ποιητή. Σελ.21

          ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ

Πέφτοντας στο κρεβάτι του μετακαλούσε

ό,τι δικό του: συλλογισμούς σαν βρύσες

τεφρωμένων άστρων όταν η τρυφερότητα

τον έλιωνε κορφολογώντας τον’ μιά διάθλαση

άξαφνα στο νερό που την είπε αστόχαστα έρωτα’

τη βροχή που ημέρεψε τις πέτρες διαβάζοντας

τα φυλλοκάρδια των νεκρών και τη μητέρα

που ψιθύρισε, βράδιασε, στα πουλιά’

ξανάφτιαξε τη φεγγαροβραδιά με χιόνι. Σελ. 23

          ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ

Χωρίς όμως ένα πουλί κοκκινολαίμη πώς ο Θεός

θα ελάνθανε σε κάθε θρόϊσμα φύλλου

ανεβαίνοντας μέχρι τα χείλη πέφτοντας

πάλι στ’ ανθισμένο αστάχυ χαμογελώντας; Σελ.25

          Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ

Λοιπόν όταν κλείνω τα μάτια μου

είναι που η ζέστα του ρούχου σου με καίει’

δε σου το είπα βέβαια ποτέ, αλλά

κ’ η αράχνη κλώθει το μαγνάδι της καλώντας

τη σταλαγμένη ροδαριά ν’ αποσκεπάζει τους έρωτές της’

ότι ονειρεύομαι, ένα γαρούφαλο πές, ποτίζεται

απ’ τον ίσκιο σου’ τα πνεύματα του δειλινού

φέρνουν λίγο θρυμμένο φώς, έπειτα εγώ,

εσύ, το ελάφι, τέλος, του θανάτου μας. σελ. 27

          ΓΥΡΙΖΕΙ Ο ΥΠΝΟΣ

Γυρίζει ο ύπνος στα μαλλιά της αθωότητας τα φύλλα του

στο στήθος των νεκρών τα κυπαρίσσια

η χλόη μεγαλώνει ανατριχιάζοντας

στ’ άστρα πνίγονται οι ψίθυροι των αγαπημένων.

Θυμήσου αγαπώντας ήρθες ένα σπειρί της άμμου ανοίγοντας

πασχίζοντας απ’ του γαλάζιου το βάθος να κρατηθείς

αγαπώντας θα σου δείξουν το γυρισμό οι ροδοδάφνες. Σελ.29

          ΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ

Είμαι τόσο λυπημένος σήμερα

καθώς το βράδυ σαν αχιβάδα

στάζει ανοίγοντας τ’ άστρα του

κλείνοντας στα δακρυσμένα φύλλα του

όσους εδιάλεξε η μοναξιά.

Στο λόφο με τ’ ασημένια λιόδεντρα

της γης άκουσε μόνο τις ανάσες των εντόμων

διωγμένος ‘ λοιπόν ένας Θεός μπορεί νάναι

πολλές φορές θλιμμένος σαν παιδί που εζήτησε

λίγο ψωμί για το δείπνο του

ή μια φλούδα καρυδιάς για το ταξίδι του. σελ. 31

          ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Ένα πουλί της πήρε το αντίδωρο.

Έμεινε τότε μετέωρη μεταξύ ουρανού και γης

για μιά στιγμή σε βαθειά μενεξεδένια θλίψη:

ένας άγγελος, συλλογίστηκε τότες,

πυρπόλησε τη σάρκα του μ’ επιθυμίες

κ’ η αμαρτωλή του σπάθη δεν εφύτρωσε

        γαρούφαλα. Σελ. 33

          ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑ ΚΛΩΘΟΥΝ

Τριαντάφυλλα στο γέρμα κλώθουν

τον ύπνο της ημέρας, ο αποσπερίτης

στα σφυρά του αγγέλου, ώ άγγελε, ή πώς αλλιώς ακούς,

βαθύς σα ρόχθο καταρράχτη ο τρόμος της μοναξιάς

σε κάθε λόγο μας’ λίγο μόνο τη δείλη

αναιρείται ο τοίχος κι έπειτα πάλι

πνίγει την τρυφερότητα ο καπνός, εκείνο

το ίδιο δάκρυ που την γέννησε. Σελ.35

          ΑΓΡΟΤΙΚΟ

Να ποτίσεις το ζώο με τη δροσιά

πριν η νύχτα μπει στο δωμάτιο’

μη ξεχάσεις ν’ αλλάξεις πουκάμισο και παρ’ αυτό

το τσαμπί σταφύλια να βρέξεις το χείλι σου

σαν να τόφερε τάχατες ο ρεμβασμός του Αυγούστου.

Καθώς σήκωσες το χέρι σου να σκουπίσεις

τον ίδρωτα η πλάτη σου μεγάλωσε

σα φεγγάρι κ’ είδα τόσα πατήματα αλόγων,

τόσο καπνό οργανωμένης γης,

σχεδόν έναν ολόκληρο ουρανό από ανεμώνες. Σελ.37

          ΤΟ ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

Το μεσουράνημα του ρόδου

ένας κόκκος βασιλεμένου ήλιου

φώς στο ράμφος του πουλιού κ’ η ανάσα

των φύλλων με τα άλογα των περιστεριών

καθρέφτισε στις βρύσες γαλανά τα μάτια σου. σελ. 39

          ΥΠΟΘΗΚΗ

‘Ετσι πάντα ο μυστικός μας λόγος πνέοντας

στον άνεμο του πάθους φθίνει’ μία τελευταία

ματιά στα δέντρα που κράτησαν τους ίσκιους μας

πριν τη γαλάζια ομίχλη του τέλους.

Οι καρέκλες που διάβαζες των δασών

τον ήχο σκοτεινιάζουν όπως ο ύπνος απλωτός στα φύλλα.

Ναι αγαπήσαμε, μιά τόσο μεγάλη αγάπη

που έφθανε να εγκολπώνεται τα μυστικά

του Θεού, τον ακούγαμε να πεθαίνει σφυριχτό

σα λουλούδι του τοίχου.

Οι  μυγδαλιές εξόριστες στο φώς τους,

τ’ άλλα ανήκουν στο δίχτυ του φεγγαριού. Σελ. 41

          Η ΑΓΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΙΑ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ ΛΕΪΜΟΝΙΑ

Η αγνότητα της καρδιάς μιά χιονισμένη λεϊμονιά

κάθε νιφάδα στα μαλλιά μας

τ’ άστρα της συνείδησης του ταπεινού

κ’ η φλόγα του κίτρινου χειμώνα στα μάτια

των προβάτων ένα λαούτο για τον οδοιπόρο. Σελ.43

          ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Να λοιπόν όλος εκείνος ο κόσμος

που ξαστέρωσε στο θάνατό του πασχαλιές’

αίμα γιασεμί η βαλανιδιά

τρίζει στην καρδιά ο ανθός μπουμπούκι

κάθε χρόνο ματώνει κι ανασταίνεται

Τί κι αν κλείνει τα μάτια, κι αν οι αστραπές

τρώνε τη σάρκα του; Απρίλη,

κλείσε στον κόρφο σου το σπόρο

ένα πέρασμα είναι κι έπειτα

δάση πάχνη η αιωνιότητα. Σελ.45

          ΕΥΡΥΔΙΚΗ

Ένα σουραύλι στα βουνά της Αττικής ο θάνατος

γαλάζια, βαθυπράσινα, πάλι γαλάζια

με ίσκιους των πεύκων στις χαράδρες των σύννεφων

το λευκό χέρι της Ευρυδίκης στις πέτρες

λυπημένα να δείχνει το ακατόρθωτο. Σελ. 47

          ΒΛΕΦΑΡΟ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΑΝΘΙΣΜΕΝΟ

Βλέφαρο των δέντρων ανθισμένο

καθώς γνέφει ο μελισσοκόμος να κουρνιάσει η ώρα

τώρα που οι κόκκινοι άγγελοι τρέμουν το φιλί του πειρασμού.

Το χέρι ρίχνει άστρα στο λόφο’ σε βλέπω.

Το τσακάλι με το ραβδί της μάγισσας

τρέχει στο ποτάμι, γύρω σου η πάχνη που ανασαίνεις

σχίζεται από φλόγες, τί ζητάς;

Μέσα μου η σιωπή γίνεται λόγος κι ωριμάζει

ο καρπός στους κλώνους καθώς αλλάζουν οι εποχές.

Βαθαίνει ένα λουλούδι ολόκληρο κι ανοίγεται γκρεμός.

Είναι καλός ο κόσμος, άχ, αγριοπερίστερα της νύχτας

κι αυτό το φεγγάρι με το δακρυσμένο μάτι του

μοιάζει να πούλησε την ψυχή του εκλιπαρώντας

      τρυφερότητα. Σελ. 49

          ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ

Ξύλο που ευωδιάζει από βροχές κι ασήμι του

καλοκαιριού καίει στο δάπεδο

την ευλογία των προγόνων προσκομίζοντας.

Έτσι και πριν από χιλιάδες χρόνια οι πάγοι έλιωναν

ετοιμάζοντας το δρόμο του ταπεινωμένου.

Ασημωμένη νύχτα, καλή των ζωών

που αγκαλιάζονται στην πάχνη της βαρυχειμωνιάς

με το λυχνάρι της λύπης και το ψωμί

προσφέρεις το κρασί του αιμάτου και του ιδρώτα

σ’ όποιον χτυπά τη δρύϊνη πόρτα της προσευχής.

Δώδεκα οι νεκροί του κύκλου, δώδεκα οι φωνές

γύρω απ’ τον ύπνο του αθώου που τυλίγει

την καπνισμένη κάμαρη με λίγο πεύκο

συγχωρώντας όμως τα εγνωσμένα

όπως στον πόλεμο του σαράντα οι μάνες. Σελ.51

          ΧΡΟΝΟΣ ΜΥΣΤΙΚΟΣ

Το κρυμμένο φώς στα ξόμπλια των πεύκων

σ’ ακολουθούσε στην κάθε σου κίνηση’

σκύβοντας να πιείς νερό στο μάρμαρο

του φεγγαριού σου πήρε το μισό μέτωπο.

Έπειτα ολόκληρη σε τύλιξε σαν άρρωστο ρόδο

κι ακούστηκε το δάκρυ της πεταλούδας

σα συγνώμη, στα φύλλα, για τους πλανημένους’

ονειρεύτηκε, λέει, τον ασημένιο της ιππότη

του έρωτα να συλλογάται στον ώμο ενός κυπαρισσιού. Σελ.53

          Η ΕΛΕΝΗ ΠΑΛΙ

Ακουμπώντας το χέρι μου στα μαλλιά σου

σε κοιτάζω λυπημένα γέρνοντας’

τί θα μείνει από τ’ άγγιγμα των χεριών;

η θάλασσα φέρνει τα καΐκια της στην εκκλησία,

το χελιδόνι κρύβει το μαχαίρι του και συσπειρώνεται

στο νερό φυτρώνουν πρόσωπα τα δέντρα.

Τί μεγάλη η μοναξιά των πεύκων,

ένα δύο τρία αστέρια. Όσο η απουσία του  Θεού

πυκνώνει τόσο σφίγγω δυνατώτερα το χέρι σου

τόσο μπροστά μου η μοναξιά πυκνώνει κι απειλεί. Σελ. 55

--

Ένα σκουλήκι στο παπούτσι σου

κι ο ουρανός. Σελ.57

Σημειώσεις

          ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

Κοιτάζοντας τα φθαρμένα του παπούτσια συλλογίστηκε.

Στην μελαγχολία αποκαλύπτεται ο θεός’

όλα εκείνα τα σύννεφα που φεύγουν

ή έρχονται στα όνειρά μας

ευγενικά ραντίζοντας τον ύπνο μας

είναι μηνύματ’ ασφαλή και σπάνια ξεγελούν.

 

Η θλίψη για το εύθραυστο των πραγμάτων

τροφοδοτεί την πίστη μας, ιδίως την νύχτα,

όταν κουράζονται στις συνδιαλλαγές τους οι άνθρωποι

και μένουν σκυφτοί, μη περιμένοντας τίποτα.

          (από την συλλογή «Ο Πρίγκιπας των Κρίνων»)  

          Τα στερνά τιμούν τα πρώτα ή μήπως τα πρώτα σκεπάστηκαν από τα στερνά; Θα μπορούσαμε παραφράζοντας την λαϊκή παροιμία να αναρωτηθούμε, έχοντας μπροστά μας το ποιητικό, πεζογραφικό, θεατρικό, μεταφραστικό, παιδικής λογοτεχνίας, το στιχουργικό και των άλλων πεζών έργων του Πειραιώτη ποιητή. Διαβάζω εκ νέου αυτό το διάστημα ξανά πειραιώτες λογοτέχνες-σαν μιά οφειλή στην πνευματική κληρονομιά που μας άφησαν- που σημαίνει ότι όσοι ασχολούμαστε σοβαρά και ουσιαστικά με την Ελληνική Ποίηση την χαιρόμαστε και την απολαμβάνουμε, αναφερόμαστε σε αυτήν, να παραβλέπουμε την προσφορά της Πειραϊκής διαχρονικά των συγγραφέων παράδοση. Τις άξιες περιπτώσεις πειραιωτών ποιητών όπως του καθηγητή ποιητή, μεταφραστή, συγγραφέα παιδικού-σχολικού θεάτρου και ακτιβιστή στην εποχή του πολίτη Ανδρέα Αγγελάκη. Μιάς πειραϊκής φυσιογνωμίας που άφησε τα ίχνη του στα Πειραϊκά χώματα, δίδαξε σαν εκπαιδευτικός σε σχολεία του Πειραιά, έγραψε θεατρικά μονόπρακτα, πεζά για παιδιά και εφήβους, μετέφρασε σημαντικούς ξένους ποιητές, νυχτοπερπάτησε στα καλντερίμια και τα σοκάκια του πρώτου Λιμανιού, ίδρωσε ερωτικά σε πάρκα του, συνομίλησε με ξέμπαρκους ναυτικούς όλων των φυλών και κατατρεγμένους, υπερασπίστηκε με σθένος νέους που έχασαν τον προσανατολισμό της ζωής τους από ουσίες. Κουβέντιασε και συναναστράφηκε με Πειραιώτες και μη λογοτέχνες, και μας άφησε σαν κληρονομιά της ψυχής του τραύματα, της ζωής του το περιπετειώδες ταξίδι αυθεντική μαρτυρία της εποχής και της γενιάς του. Η σκιά της βιολογικής παρουσίας του χάθηκε στον χρόνο, όπως συμβαίνει με κάθε χθόνια ύπαρξη που φανερώθηκε πάνω σε αυτό το τόπι που ονομάζουμε Γη και γυρίζει γύρω από τον Ήλιο. Ζωή, Άνθηση, Φθορά, Θάνατος και ο κύκλος ολοκληρώνεται σε αυτόν τον «Κόσμο τον Μικρό τον Μέγα», απομένει μόνο η Μνήμη ατομική ή συλλογική να αφηγείται στους επόμενους την μικρή ή μεγάλη ιστορία του καθενός μας.

                    Β΄ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

          Άγγελε του θανάτου, όσα λουλούδια

          σωπαίνουν στον αφρό της θάλασσας σώζε,

          όπως εξαργυρώνει τη θλίψη ο ουρανός.

          Σφαλιχτά κρατώ τα μάτια, πότε θάρθεις;

              (από τον «Πρίγκιπα των Κρίνων»)

Ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης έζησε όπως αυτός θέλησε να ζήσει, πλήρωσε το τίμημα όπως ο καθένας μας,  άφησε όμως πίσω του ένα σημαντικό πολύπλευρο έργο το οποίο μάλλον, φοβάμαι, ότι καλύφθηκε από την ομίχλη των περιπετειών του βίου του. Ο φακός με τον οποίον εξετάζουμε την συγγραφική του περιπέτεια που άφησε σε όλους εμάς- τουλάχιστον σε όσους ασχολούνται ακόμα σταθερά με την Ελληνική Ποίηση και τα Πειραϊκά Γράμματα- εστιάστηκε περισσότερο ίσως με την ζωή του φωτογράφησε στιγμές της, παρά με το ίδιο αυτό καθ’ αυτό ποιητικό γεγονός. Ο ποιητής παραμερίστηκε ή επέστρεψε στις κουίντες της συγγραφικής δημιουργίας (σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του) για να έρθει μπροστά ο ακτιβιστής ομοφυλόφιλος και η σημαντική προσφορά του στους κοινούς αγώνες για την καλυτέρευση των ατομικών και κοινωνικών συνθηκών ζωής των διαφόρων μειονοτήτων στα χρόνια των σκληρών πολιτικών και κοινωνικών διαπραγματεύσεων με τα όποια προσωπεία και μορφές των πάσης φύσεως εξουσιών και των άδικων θεσμών τους, στην κατάκτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ελεύθερων επιλογών των ζωών μας, της συνταγματικής ισότητας όλων μας από την Ελληνική Πολιτεία το Ελληνικό Κράτος. Ο ποιητικός του λόγος λανθασμένα εντάχθηκε ή έστω κάπως βιαστικά περιορίστηκε σε ένα πλαίσιο περιγραφής συμβάντων και καταστάσεων, εμπειριών, ατομικών περιπτώσεων ιστοριών που αφορούν άτομα του λεγόμενου περιθωρίου, αγνοώντας τις άλλες πλευρές του. Μια όχι ελπίζω λανθασμένη κατά την κρίση μου, μονοδιάστατη και μονόχρωμη αντιμετώπιση του έργου του και των όποιων μηνυμάτων αυτό μεταφέρει μέσα του. Ακόμα και η πάλη του με την ελληνική γλώσσα, την συμβολιστική δυναμική και ακρίβεια των λέξεων που χρησιμοποίησε, του προσωπικού του ύφους που δεν είναι το ίδιο από συγγραφική περίοδο σε περίοδο και κατηγορίας βιβλίων του, της διαμόρφωσης και αλλαγής της εκφραστικής του αποτύπωσης μετά την δεκαετία του 1970, μάλλον δεν προσέχθηκε όπως εκείνος θα ήθελε, επεδίωκε, και έλεγε στις διάφορες συνεντεύξεις του. Βλέπε χαρακτηριστικά μία από αυτές που είχε με την συγγραφέα Έρση Λάγκε στην «Καλλιτεχνική Επιθεώρηση» τεύχος 2/1979 (;) «Ανδρέα Αγγελάκης: Μια συζήτηση με την Έρση Λάγκε» κλπ. Σε αυτήν όπως θα δούμε παρακάτω κάνει λόγο από πολύ νωρίς, από τα πρώτα σχεδόν ποιητικά του βαδίσματα για το γεγονός ότι οι κριτικοί και ίσως και οι αναγνώστες δεν πρόσεξαν όσο έπρεπε πτυχές της ποίησής του, το πώς επεδίωκε να διαμορφωθεί το πρόσωπό της και αυτό των ψυχικών του αισθημάτων και εσωτερικών της συνείδησής του ταραχών και προσκλήσεων. Για την φιλοσοφία της ζωής και της ταυτότητάς του υπάρχει το εξαιρετικό μελέτημα του πανεπιστημιακού Βρασίδα Καραλή «Για τον Ανδρέα Αγγελάκη» εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003.

          ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Τα βράδια καθρεφτίζονται οι πλάτες

των φίλων στο νερό, το φώς ανασυνθέτει

πάλι και δίνει το χρώμα τους.

 

Θεέ μου, το φώς όμως δεν πλάθει

έν’ ανθισμένο κλαδί.

Ζητάμε επίμονα τον λόγο των συνανθρώπων μας

μήπως θυμίσει τη φωνή Σου.

Καίμε τα δάση να σε γυμνώσουμε από σκέπη.

Στο βάθος είναι βέβαιο και το ξέρουμε.

Είμαστε μόνοι, αμήτορες, με λίγη

πατρίδα που φυσούν τα πνεύματα.

          (από τον «Πρίγκιπα των Κρίνων»)  

Από την μεριά μου-σαν ένας απλός αναγνώστης της ποίησής του θέλησα να ξεφύγω από την μέχρι σήμερα αντίληψη ερμηνείας του, δίχως διάθεση μαχόμενης ερμηνευτικής αντίθεσης με τις προηγούμενες γνώμες και σημερινές ερμηνευτικές προσεγγίσεις και ανθολογήσεις σε ηλεκτρονικά περιοδικά, ιστοσελίδες. Θέλω να πω, ή ορθότερα σε καιρούς πολιτικής ορθότητας και κάπως άκριτων φωνακλάδικων δικαιωμάτων να θέσω το ερώτημα, είναι ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης αποκλειστικός εκπρόσωπος της ποίησης του περιθωρίου; Και ποιό συγκεκριμένα του ομοφυλόφιλου; Αν ευσταθεί η απάντηση που έδωσαν οι προγενέστερες κριτικές γραφίδες διαβάζοντας το έργο του ορμώμενοι από την δεύτερη περίοδο της ποιητικής συγγραφικής του παραγωγής και των κοινωνικών του παρεμβάσεων, ορισμένων σκληρών και κυνικών, λυρικών κατά βάσης πεζών και δημοσιευμάτων, τότε τί γίνεται με την πρώτη περίοδο της ποιητικής του εμφάνισης που είναι κατάσπαρτη από μιας θρησκευτικής φύσεως και χριστιανικής παράδοσης συμβολισμούς, εικόνες, περιγραφές, πνευματικές αγωνίες υψηλής θερμοκρασίας, «εμπύρετους» προβληματισμούς, όπως ο ίδιος μας λέει χαρακτηριστικά προέρχονται από το κλίμα και την ατμόσφαιρα της Κλωντελικής ποιητικής και θεατρικής παράδοσης; Τον ρωτά η Έρση Λάγκε:

«Τί επιδιώκεις με την ποίησή σου; Ποιος είναι ο στόχος σου αν δεν είναι μιά αφηρημένη παρόρμηση;»

Α.Α. «Όλα είναι τόσο μπερδεμένα. Είναι πάντα και τούτο και τ’ άλλο, χωρίς να αποκλείεται και κάτι τρίτο σε μιά ερμηνεία. Πάντα υποψιαζόμουνα όσους είχαν, τάχατες, «ξεκάθαρες θέσεις». Ο καλλιτέχνης συνέχεια ψάχνει μιά κατάσταση, τρώγεται με τα ρούχα του, αναιρεί, υπαναχωρεί, προδίδει, προσχωρεί, εγκαταλείπει κυρίως. Τί να απαντήσω σε μιά τέτοια ερώτηση υπαρξιακής σημασίας; Θάναι αστείο. Έστω όμως. Ας πούμε πώς εκείνη τη στιγμή πιέζομαι να εκφράσω κάτι βαθύτατα αληθινό για μένα. Αν τώρα κι άλλοι βρούνε την ίδια αντιστοιχία ειλικρίνειας με το γραφτό μου, τόσο το καλλίτερο’ σημαίνει πως είμαι βιώσιμος. Αλλά θέσεις a priori και τα τέτοια ποτέ μου δεν τα κατάλαβα.»

Στην ερώτηση:

«Ποιά είναι η πορεία του έργου σου από βιβλίο σε βιβλίο; Παρατηρώ μιά διαφορά γραφής στα βιβλία σου μέχρι το 1970 και μετά ν’ αλλάζει το ύφος σου.»

Απαντά μεταξύ άλλων ο Α.Α.:

«Έχεις δίκιο εδώ. Και θα προσπαθήσω να το εξηγήσω. Αλλά πρώτα, αν δε σε πειράζει, ας μην χρησιμοποιούμε τη λέξη «έργο»- συνηθίσαμε να καταναλώνουμε τις λέξεις μ’ ελαφριά συνείδηση….» Και συνεχίζει: «Το πρώτο μου βιβλίο οι «Ομιλίες του Θεού και της θάλασσας», το 1962 καθώς και όσα κυκλοφόρησα μέχρι το 1970, δηλαδή τον «Πρίγκηπα των Κρίνων» (1964) και τις «Προτάσεις της Αθωότητας», λίγο πρίν το πραξικόπημα του 1967 διακατέχονταν από ένα νεοχριστιανικό πνεύμα Κλωντελικής συγγένειας, ήταν ποτισμένα από έναν αγγελικό και ίσως ανυποψίαστο ανθρωπισμό απάνθρωπο, όπως τώρα τον κρίνω, μέσα στην κρυστάλλινη μακαριότητα των οραμάτων του. Νομίζω ακόμα πώς φοβόμουνα τις λέξεις. Θέλω να πώ, τις χώριζα, υποσυνείδητα βέβαια, σε ποιητικές και αντιποιητικές. Η αντιμετώπιση του γλωσσικού μου υλικού ήταν σχεδόν εστετίστικη. Θυμάμαι πώς πρώτη η Χρύσα η Προκοπάκη σ’ ένα σημείωμά της στην τότε «Πανσπουδαστική» το είχε επισημάνει. Βέβαια, η λεξιλογική μου τελειοθηρία έφτανε στο να μοιάζουν οι στίχοι μου με Λατινικά, όπως λέγανε, αψεγάδιαστοι, ψιλοδουλεμένοι  (εδώ που τα λέμε, σπάνιο τότε να έβρισκες σε συνομήλικούς μου τέτοια γλωσσική ευσυνειδησία και πάθος) και ψυχροί. Βέβαια, ένα έμπειρο μάτι μπορούσε να διακρίνει την έξαψη που υπόβοσκε, αλλά τί τα θες, φορούσα μιά Σολωμική προσωπίδα.

          Στα 1971 κυκλοφόρησα τα «Ποιήματα χαρισμένα στον Ποιητή Κόντε Διονύσιο Σολωμό», όπου βλέπει κανείς τις πρώτες ρωγμές, αρχίζει και στάζει ιδρώτας, η αποσπασματικότητα που χαρακτηρίζει όλο το βιβλίο δείχνει μιάν αγωνία, μιάν ανασφάλεια.

Και μετά, το 1973 βγαίνει «Το Πύον». Ο πρώτος του τίτλος ήταν «Το πέος». Αναγκάστηκα ν’ αλλάξω τον τίτλο για τη λογοκρισία. Εδώ κάνω με το μένος του νεοφώτιστου, μιά ανοιχτή επίθεση κατά των λέξεων. Χρησιμοποιώ λέξεις σχεδόν αποκλεισμένες από το ποιητικό βιβλίο, όπως: «κώλος», «χέζει» κλπ. κλπ. προσπαθώντας να τις εξευτελίσω.».

Ρωτά η Έρση Λάγκε:
«Δηλαδή η μορφή δεν σε ενδιαφέρει τόσο έντονα πιά;»

«Κοίτα εδώ. Η αγωγή που είχα πάρει δρούσε, λειτουργούσε μέσα μου παρά τα σφυριά που έπαιρνα για να την χτυπήσω. Ωστόσο, αυτό που μ’ ένοιαζε τότε ήταν να μιλήσω ανοιχτά χωρίς προφάσεις, προσωπεία και μάσκες. Ήθελα να βγει στο φώς το ερωτευμένο και ταπεινωμένο μου Εγώ. Νομίζω τελικά ένα ερωτικό πυρπόλημα πού ζούσα εκείνη την περίοδο και απ’ το οποίο ένας Θεός ξέρει πώς βγήκα ζωντανός, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στο γράψιμό μου. Φλεγόμουνα. Μ’ ένοιαζε να βρίσω, να ικετέψω, να βλαστημήσω, να δοθώ αισθηματικά. Το ίδιο και οι «Εφιάλτες» το 1974, το αγαπημένο μου βιβλίο, που σημαίνει και την κηδεία μιάς περιόδου, τον επιτάφιο ενός έρωτα. Εδώ είμαι πιά αμείλικτος με τον εαυτόν μου και την εκφραστική μου. Λέω τα πάντα ανεξέλεγκτα, πράγμα αδιανόητο πρίν δέκα χρόνια. «Οι Εφιάλτες» είναι υποτιμημένο βιβλίο, δεν γράφτηκε ούτε μιά κριτική της προκοπής, μονάχα σημειωματάκια, κι είναι κρίμα γιατί πιστεύω πώς είναι απ’ τα πιό παθιασμένα και αποκαλυπτικά μου ποιήματα.»

Ε.Λ. «Πάνω σ’ όλα έλεγες αναφορικά με τη λέξη και το περιεχόμενο και την καθημερινότητα, νομίζεις πώς μπορούμε να κάνουμε ποίηση χωρίς να ηρωοποιούμε ή να ωραιοποιούμε τη ζωή, αλλά ούτε βυθίζοντάς τη και σε μιά κόλαση που κατά το Χατζή μόνο η σκιά της μας αγγίζει;»

«Αν κατάλαβα καλά θες να σου πω τη γνώμη μου για τη σχέση της ποίησης με το καθημερινό ασήμαντο. Μα φυσικά είναι στενότατη. Υπάρχουν ποιητές που στήριξαν όλη τη γοητεία του έργου τους στο διακριτικό φωτισμό της ζωής από το σεμνό ποιητικό τους προβολέα. Μ’ αρέσει, λόγου χάρη, γι’ αυτή της τη γλύκα, η Βικτώρια Θεοδώρου. Αλλά κι αν το καλοσκεφτείς, ο ουσιαστικότερος Ρίτσος είναι αυτός της τριβής, της φθοράς, του λυκόφωτος και του ξεφτίσματος, όπως στις «Μαρτυρίες» σειρά πρώτη, στα σύντομά του. Στα ρητορικά του τ’ ατέλειωτα είναι ανυπόφορος.».

          Η συνέντευξη με την λογοτέχνιδα Έρση Λάγκε ολοκληρώνεται με την ερώτηση: «Άκουσα πώς στο «Αυγέρειο» Εντευκτήριο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών διάβασες ποιήματά σου κι αρνήθηκες ν’ απαντήσεις σε κρίσεις παρευρισκομένων  λογοτεχνών, πράγμα που ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις. Για πές μου, τι ακριβώς συνέβη;». Η σοβαρή στάση της τήρησης της σιωπής του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη και τα όσα λέει για το τότε ακροατήριο θεωρώ ότι ανήκουν στις ημέρες της εποχής εκείνης. Μας δίνει όμως την πληροφορία ότι επρόκειτο το βιβλίο του «Κυοφορία» Απόπειρα Ποιητικού Θεάτρου, να παρασταθεί από μία ομάδα νέων ηθοποιών παρά τις δυσκολίες του κειμένου, και ότι προετοιμάζει την έκδοση ενός καινούργιου βιβλίου. Τέλος, η συνέντευξη τελειώνει με την δημοσίευση τριών ποιημάτων «ΣΑΡΚΟΒΟΡΟΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ», «ΤΟ ΣΠΕΡΜΑ», «ΤΟ ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ» από το «Πέος» 1973.

              ζ

Είναι κάτι γαλάζια αγρίμια

στίς ακτές της θάλασσας

που γυρνούν στη φωλειά τους να πεθάνουν

όταν το άστρο τους έχει γεράσει,

με σιγανά βήματα, τυφλά, σκελετωμένα.

(από τα «Ποιήματα χαρισμένα στον ποιητή Κόντε Διονύσιο Σολωμό»)

          Θεώρησα όχι άσκοπη την αναδημοσίευση της μικρής αυτής συνέντευξης του Ανδρέα Αγγελάκη στην Έρση Λάγκε στο παρόν σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, μετά την αναδημοσίευση της τρίτης κατά σειρά συλλογής του που κυκλοφόρησε το 1967. Στέκομαι στην πρώτη φάση της ποιητικής του δημιουργίας, πριν την ποιητική και γλωσσική του στροφή και αναρωτιέμαι διαβάζοντας τα μικρής συνήθως έκτασης και μορφής ποιήματά του, τον μεταφυσικό θρησκευτικό στοχασμό του, της μεταφυσικής ατμόσφαιρας ύφους του, τα όσα μας εξομολογείται περί Τέχνης (του), τις επιρροές του, τις συγγένειές του με άλλες ξένες και ελληνικές φωνές, την αυστηρή λεκτική του φρασεολογία και επιλογή λέξεων, στο πώς διαχειρίζεται την ελληνική γλώσσα ως καθρέφτισμα των βιωμένων του εμπειριών και οραματισμών. Ποιες οι απόψεις του για ομοτέχνους του, απορρίψεις και αποδοχές του. Στις αφιερώσεις ποιημάτων του σε μεγάλα μεγέθη όπως ο ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης, ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αγαπημένοι του συγγραφείς, σε συγγενικά του άτομα (στην μητέρα του την σύζυγό του Γιωργία, στον γιό του Αργύρη σε φιλικά του πρόσωπα, στον πεζογράφο και φιλόλογο Γιώργο Ιωάννου, τον πεζογράφο και μεταφραστή Κώστα Ταχτσή), στα κατοπινά παιδικά του σχολικά θεατρικά και παιδικά βιβλία, στις πολλές μεταφράσεις του. Όσοι είχαν επισκεφθεί την δεύτερη οικία του (όχι στην Ιωννιδών, αλλά στην Ακτή Θεμιστοκλέους) θα θυμούνται τους ξενόγλωσσους μικρούς τίτλους των εκδόσεων “Penguin”, τα αγγλικά και γαλλικά κυρίως ποιητικά βιβλία και ανθολογίες που βρίσκονταν στην Βιβλιοθήκη του, στα ντέξιον ράφια της, και, θέτουμε και πάλι το ερώτημα, μπορούμε και με πόση σιγουριά να εντάσσουμε τον Πειραιώτη ποιητή αποκλειστικά στους ποιητές του περιθωρίου; Μην αγνοώντας την ομοερωτική πλευρά του έργου του αλλά και μην παραγνωρίζοντας τις άλλες συγγραφικές του δραστηριότητες και την πλευρά της ποίησής του που, το ποιητικό ερωτικό σύμβολο είναι γυναικείο. Είναι ξεκάθαρο το φύλλο τόσο στην πρώτη του ποιητική περίοδο όσο και στην δεύτερη. Αν προσπαθήσουμε να βρούμε την εικόνα ή το γυναικείο ερωτικό σύμβολο της Γυναίκας, δεν θα το συναντήσουμε στην Καβαφική ποίηση. Οι ηρωίδες του προέρχονται είτε από την Μυθολογία είτε από την αρχαία ποίηση ή εκείνη της βυζαντινής περιόδου ιστορίας. Το ίδιο και στην ποίηση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Ντίνου Χριστιανόπουλου κ.ά. Και, αν ο Ανδρέας Αγγελάκης είναι ο ποιητής του περιθωρίου τότε εύλογα θα αναρωτιόμασταν ο λαογράφος και συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος, ο ποιητής και εκδότης Λεωνίδας Χρηστάκης και άλλοι σε ποιά κατηγορία ανήκουν; Ο αμερικανός πεζογράφος Τσαρλ Μπουκόφσκι, ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, ο ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ, γάλλοι «καταραμένοι» ποιητές, βάρδοι στιχουργοί και ερμηνευτές των ρεμπέτικων και τόσες άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών σε ποιά κατηγορία θα τους εντάσσαμε; Όσοι και όσες άκουγαν το «Τρίτο Πρόγραμμα» μετά την μεταπολίτευση που ονειρεύτηκε και ίδρυσε ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις, άκουγαν τα Σχόλια του και τα διάβαζαν κατόπιν σε βιβλίο, τις κοινωνικές αντιλήψεις του στο περιοδικό «Το Τέταρτο», θα ενέτασσαν ποτέ τον μέγιστο μουσικό στιχουργό και ποιητή Μάνο Χατζιδάκι στους περιθωριακούς, επειδή έπαιρνε ανοιχτά θέση υπέρ των νεαρών παιδιών της εποχής του αντισυμβατικών, ενάντια της κρατικής ισχύς και εξουσίας; Τα παραδείγματα είναι πολλά, αν ευσταθούν από την μεριά μας, τότε η συνολική ποιητική διαδρομή και καθόλου λογοτεχνική παρουσία του πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη υπερβαίνει τις επιμέρους πτυχές της στην αξιολόγησή της και κατάταξή της. Το γεγονός αυτό φαίνεται και στο ότι Θρησκευτικές Ελληνικές Ποιητικές Ανθολογίες συμπεριλαμβάνουν στις σελίδες τους ποιητικές θρησκευτικής ατμόσφαιρας και χριστιανικής σκηνογραφίας ποιήματά του. Η λυρική του θεματογραφία και εικονογραφία απλώνεται σε λέξεις, φύλα, χρώματα, άνθη, σύμβολα «Ελένη», «Παναγία», λέξεις ορισμένης ποιητικής ευπρέπειας και μη. Ποιά η βαθειά του πίστη θα αναρωτιόμασταν που εκφράζει καλύτερα την ποιητική του προσωπικότητα, την ποιητική του εικόνα στον αναγνωστικό χρόνο, στα μάτια των σύγχρονων και μελλοντικών αναγνωστών θα πρέπει να δώσουμε τελειωτική αξιολογική απάντηση; Σε έργο του ο ισπανός φιλόσοφος Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, αγαπημένος συγγραφέας του δικού μας Νίκου Καζαντζάκη, του προδικτατορικού πολιτικού και πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου (όσοι έχουν διαβάσει την βιογραφία του Γέρου της Δημοκρατίας θα καταλάβουν γιατί τον αναφέρω), γράφει λοιπόν ο Ουναμούνο ότι «Πίστη δίχως αμφιβολία είναι Πίστη νεκρή» αν βγάλουμε την λέξη Πίστη και στην θέση της θέσουμε την λέξη Ποίηση μήπως θα μας βοηθούσε να ξεκαθαρίσουμε τα ποιητικά τοπία και να αποφεύγουμε τους αποκλεισμούς και τους κοινότυπους χαρακτηρισμούς; Να θυμηθούμε από την Πόλη μας τον Πειραιά την εξαιρετική ποιητική φωνή δημιουργού (ας μην δώσουμε το φύλο) που είχε μπλέξει με ουσίες και το πλήρωσε; Η Ζωή και το καθρέφτισμα της στην ασπίδα της Μέδουσας της Ιστορίας και του Χρόνου έχει πολλές αντανακλάσεις και αποχρώσεις ειδώλων.

          ΣΑΡΚΟΒΟΡΟΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ

Δεν ωφελεί που αλλάζεις πρόσωπο,

ψιμμύθια, το σταχτί του δολοφόνου, το  μαβί της απόγνωσης,

που αλλάζει ο ήχος σου κάθε φορά που με πλησιάζεις,

φίδι σε λάσπη που χτυπιέται αγωνιώντας για σύντροφο,

ξαφνικά το αηδόνι που ποτέ δεν άκουσα,

μαύρα της καλικατζούνας φόρεσες απειλώντας με,

φύτεψες στο κεφάλι σου πράσινα φτερά σα σαρκοβόρος

παπαγάλος, στυμφαλίδα ενοχής να με βυζάξεις,

όπου πάω σέρνεσαι πίσω μου. Τί θέλεις;

βρώμικα και ιδρωμένα τα κουρέλια σου,

με τα μάτια ενός μαγνητισμένου γάτου στον ώμο,

απεγνωσμένε, είμαι εσύ, κ’ η χαρακιά σου στην παλάμη μου.

Σε λίγο οι βρυκολάκοι θα εκλιπαρήσουν πάσσαλο

και συ με ψάχνεις με μάτια κόκκινα,

με φωνάζεις σε μισοσκότεινες εκκλησιές,

ξέχασες τ’ όνομά μου, στάζεις αίμα,

συφοριασμένε, ποτέ δεν έφυγα από δίπλα σου.

          (από «ΤΟ ΠΕΟΣ»)

Το ποίημα «Ο σαρκοβόρος παπαγάλος» συμπεριελήφθηκε στην συλλογή με τον τίτλο «ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ», εκδ. Καστανιώτη 3,1977. Η συλλογή -όπως και άλλες του- περιλαμβάνει 15 Ποιήματα. Ορισμένες από τις ποιητικές του μονάδες έχουν ανθολογηθεί και συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του «ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΩΜΑ», εκδ. Καστανιώτης, 12, 1980.  

     Η λογοτεχνική αγωγή του Ανδρέα Αγγελάκη παραμένει ακόμα ίσως ανεξερεύνητη, μια και κατά τον στίχο του η Ποίηση είναι κάτι την κρίση μας κάτι παραπάνω από «Η ποίηση κομμάτι από σκατωμένη εφημερίδα» όπως ο ίδιος γράφει στην συλλογή «Το Πύον» 20 ποιήματα, του 1973. Όπως έχω αναφέρει και στο προηγούμενο σημείωμά μας τις 3 πρώτες του συλλογές τις έχω σε χειρόγραφη μορφή που αντέγραψα από τα βιβλία του που μου δάνεισε. Μόνο τα ποιήματα δίχως άλλες εκδοτικές πληροφορίες.

Είναι πολλά τα ποιήματα από διάφορες περιόδους της γραφής του που θα θέλαμε να αντιγράψουμε και μας συγκινούν ακόμα, και μόνο τα ποιήματά του που αναφέρονται σε ερωτικές της ζωής αναμνήσεις γερόντων και η συσχέτισή τους με τις αντίστοιχες Καβαφικές μνήμες και εμπειρίες θα μας φανέρωνε πολλά. Το ίδιο θα γράφαμε και την θρησκευτική του εικονοποιία και σύμβολα της αγίας οικογένειας, την λουλουδιασμένη και πολύοσμη, πολύχρωμη φλέβα της λυρικής ποίησης του Λόρκα που διαπνέει τον ποιητικό του λόγο, η επιρροές του από το ποιητικό θέατρο της εποχής του Πωλ Κλωντέλ, η μορφή και το πνεύμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που ρέει στο έργο του ως αισθητική του βλέμματος. Στις μη καθωσπρέπει λέξεις του θα σταθούμε τώρα;

          Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Έπειτα μελιχρά αναδυόμενη η σελήνη

υψώθη κατακόρυφα ακουμπώντας στο μπράτσο της γοργόνας.

Χλιαρό το νερό κι άσπρα τα πόδια σου

μαδούνε φύλλα από το μαγεμένο δέντρο της θάλασσας.

Έρχονται αλαφροϊσκιωτοι ψαράδες

που ανάβουν σιγανή φωτιά στους βράχους

και τρέχουν ακίνητοι κυνηγημένοι

απ’ τους τριανταφυλλένιους ρεμβασμούς

του δεκαπενταύγουστου.

  Η φωνή της Μοσχούλας εξ άλλου

στην πλάτη της γίδας της να κολυμπά

μ’ ένα άστρο στη μασχάλη, όνειρο στο ελαφρύ κύμα.

Κλείνει τα χέρια στο λαιμό της γίδας της

κι ειρηνικά με συλλογιέται η χιοναστράγαλη.

Σήκωσα ψηλά τη λάμπα στα νερά

κι ανάμεσα σε φύκια και καβούρια οκνά

γυάλιζαν ζωντανά τα μάτια του Παπαδιαμάντη.    

          Σε κρίση του για τον ποιητή ο ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικός Μιχάλης Γ. Μερακλής στο περιοδικό «Διαβάζω» γράφει μεταξύ άλλων:

«Τα βιβλία του Αγγελάκη, μας θυμίζουν ότι η ποίηση δεν έρχεται, απλώς να τέρψει καλοβολεμένες ζωές. Αιμοδότες της είναι, ως επί το πλείστον, ατομικά και ιστορικά δράματα. Το δικό του δράμα-που είναι και ένα εξαιρετικά διαδεδομένο κοινωνικό δράμα- αποτελεί η «ερημιά της σάρκας».

Και από το ακροτελεύτιο δύστυχο του ποιήματος «ΑΥΤΑ ΛΟΙΠΟΝ» της συλλογής «ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ. 21 Ποιήματα», που ανακαλεί στην μνήμη στίχο του ποιητή Νίκου Καρούζου.

«Αυτά, λοιπόν. Κι ο θάνατος ο σκουπιδιάρης μαζεύει κονσερβοκούτια, μάτια για το σάκο του και λέξεις».

ΥΓ. Δυστυχώς σε ορισμένες σελίδες του διαδικτύου από λάθος ή παράβλεψη αναφέρουν λανθασμένη ημερομηνία θανάτου του. Ενώ άλλες, την πρώτη διεύθυνση της οικίας του και όχι της τελευταίας. Για την αποκατάσταση της πραγματικής χρονολογίας θανάτου του Σάββατο 18/5/1991 βλέπε: -εφ. «Η Φωνή του Πειραιώς» αρ. 13597/ 20-5-1991.- εφ. «Τα Νέα» 20/5/ 1991 «Έφυγε ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης». –εφ. «Η Καθημερινή» 21/5/1991 «Ιχνευτές: Έφυγε ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης».- εφ. «Ο Αναγνώστης» «Μιχ. Βαλ. «Ταξίδεψε» στα 51 ο Ανδρέας Αγγελάκης».-εφ. «Η Αυγή» 21/5/1991 «Έφυγε ο ποιητής Α. Αγγελάκης».- εφ. «Ελευθεροτυπία» Τρίτη 21 Μαϊου 1991 «Κηδεύτηκε ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης».- εφ. «Ο Ριζοσπάστης» 21/5/1991 «Έσβησε «ο πρίγκιπας των κρίνων»». Κηδεύτηκε χτες ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης.

Η σύζυγός του Γιωργία Φερλέμη Αγγελάκη, ιατρός το επάγγελμα έφυγε το 2007.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Δεκέμβριος 2025- 11 Ιανουαρίου 2026

   

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Α. Αγγελάκης Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας

 

Η πρώτη ποιητική συλλογή

«Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας»,

εκδ. Δίφρος 1962, σελίδες 32 (;)

του  ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ

          Στην αμέσως προηγούμενη ανάρτησή μας διαβάζοντας την περίοδο αυτή Πειραιώτες και Πειραιώτισσες συγγραφείς και αποδελτιώνοντας τους σε περιοδικά και εφημερίδες, αναρτήσαμε ένα ακόμα σημείωμα για τον πειραιώτη ποιητή, μεταφραστή, στιχουργό και καθηγητή Ανδρέα Αγγελάκη. Για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη έχουμε δημοσιεύσει μία σειρά κριτικών κειμένων εδώ και χρόνια σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες από τότε που ήρθαμε σε επαφή με το έργο του, είχαμε μία ραδιοφωνική συνέντευξη και όταν δημιουργήσαμε την ηλεκτρονική πειραιώτικη ιστοσελίδα μας αναρτήσαμε τα παλαιότερα και νέα κριτικά μας σημειώματα διαβάζοντας εκ νέου την ποίησή του και τις μεταφράσεις του μεταφέροντας δικά του ποιήματα και μεταφράσεις από τα βιβλία του. Τονίζοντας από την μεριά μας ως αναγνώστες την αξιόλογη παρουσία και συμβολή του στα Ελληνικά Γράμματα ως ένας από τους σημαντικούς και καλούς πειραιώτες ποιητές της γενιάς του, ένας αξιοπρόσεχτος δημιουργός της Πειραϊκής Λογοτεχνικής Σχολής που η ποιητική του φωνή εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να (μας) συγκινεί και να προκαλεί το ενδιαφέρον στο φιλότεχνο κοινό παρά τις διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις που βιώνουμε από εκείνες που έζησε στον χώρο της ποίησης και της ζωής σαν ποιητής και σαν πολίτης. Ένα γρήγορο ξεφύλλισμα σε περιοδικά και εφημερίδες των αρχών της δεκαετίας του 1960, και συγκεκριμένα το 1962, όταν πρωτοεμφανίζεται στην Ελληνική Ποίηση με την συλλογή του «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» εκδόσεις «Δίφρος» ( Είναι ο Αθηναϊκός εκδοτικός οίκος του λογοτέχνη Γιάννη Γουδέλη εκδότη και υποστηρικτών πολλών συγγραφέων μεταξύ άλλων και του Νίκου Καζαντζάκη και ιδιοκτήτη του τριμηνιαίου περιοδικού «Καινούργια Εποχή»), θα διαπιστώσουμε ότι σημαντικοί άντρες και γυναίκες κριτικοί και συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας ασχολήθηκαν και έγραψαν θετικά για το έργο του, πρόσεξαν την φωνή του, παρά την όποια ιδιαιτερότητα της γραφής του, την ακτιβιστική του δημόσια εικόνα ως έλληνα πολίτη και ποιητή που ενοχλούσε, τα ειδικής ερωτικής βαρύτητας κείμενα που δημοσίευσε κατά καιρούς. Εν τάχει να μνημονεύσουμε το έγκυρο και γνωστό περιοδικό «Διαβάζω» 246/19-9-1990 και το κείμενό του για την «Ομοφυλοφιλία και νεοελληνική ποίηση», τα δραματικά εξομολογητικά αφηγήματά του για τα «Αλησμόνητα Σινεμά» στο περιοδικό “Playboy” τχ.41/8,1988,-τα αφηγήματα κυκλοφόρησαν μετά από ένα χρόνο από τις εκδόσεις «Εξάντας» 1989. Τα πεζά, τους θεατρικούς μονολόγους και τις μεταφράσεις που δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Ανδρέας Μουσουράκης στο περιοδικό «Αμφί» περιοδικό της πολιτικής και κοινωνικής επαναστατικής στην εποχή της κίνηση του «ΑΚΟΕ». Ο Ανδρέας Αγγελάκης μαζί με τον ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλο, τον σκηνοθέτη Ανδρέα Βελισσαρόπουλο, τον πειραιώτη συγγραφέα και σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη, τον μουσικό παραγωγό Νίκο Μουρατίδη και ορισμένα άλλα πρωτοπόρα την περίοδο εκείνη-μετά την Μεταπολίτευση-άτομα, πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του επαναστατικού για τα χρόνια εκείνα κοινωνικού κινήματος για την απελευθέρωση των αντρών και γυναικών ομοφυλόφιλων και την έκδοση του σοβαρού και πλούσιου σε ύλη περιοδικού «Αμφί». Ή πάλι τον βλέπουμε να δημοσιεύει την πολιτική του διαμαρτυρία στην εφημερίδα της ανανεωτικής αριστεράς «Αυγή» 15/1/1989, δες το μονόστηλό του «Φρενοκομείο;» στον «Τρίτο Άνθρωπο» με τον Χ. Ανταίο. Ενώ την ίδια χρονιά, δύο χρόνια πριν φύγει από την ζωή γράφει τον Πρόλογο του βιβλίου του «Φλάς» «Ανδρέα Μιχελιουδάκη, (αυτοβιογραφικό πεζογράφημα ενός νέου πρόωρα χαμένου από τα ναρκωτικά) εκδόσεις «Δωδώνη» 1989. Έχουμε έναν πειραιώτη λογοτέχνη συνεπή με τις όποιες ιδιαίτερες ερωτικές προσωπικές του επιλογές, τις αντισυμβατικές ιδέες του, τις ακτιβιστικές απόψεις του για την ερωτική αυτοδιάθεση των ατόμων, πλέρια ελευθερία έκφρασης των ανθρωπίνων σωματικών αισθήσεων και ιδιαίτερα, των πιο περιθωριοποιημένων, των απόκληρων της Κοινωνίας, αποκλεισμένους από τους θεσμικούς αρμούς της εξουσίας του αστικού μας πολιτικού συστήματος. Παράλληλα, έχοντας κάνει τον πνευματικό του κύκλο, τα τελευταία χρόνια-όταν πια η Ελληνική Δημοκρατία έχει βρει τον βηματισμό της πριν φύγει από κοντά μας διαβάζουμε το όνομά του μαζί με άλλων γνωστών ελλήνων ποιητών και συγγραφέων στην ίδρυση νέου πολιτικού φορέα που διεκδικεί την εξουσία. Όπως προαναφέραμε σημαντικές κριτικές γραφίδες της ελληνικής λογοτεχνίας όπως η Νόρα Αναγνωστάκη, ο Ανδρέας Καραντώνης, ο Κώστας Σταματίου, η Ελισάβετ Κοτζιά, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αλέξης Ζήρας, ο Βρασίδας Καραλής, ο Μιχάλης Γ. Μερακλής, ο Κώστας Γουλιάμος, ο Δημήτρης Πλάκας, ο Γιώργος Βέης, ο Ηλίας Κεφαλάς, η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, ο Γιάννης Κοντός από την Πόλη μας ο Γιάννης Χατζημανωλάκης και άλλοι, πρόσεξαν το έργο του αφουγκράστηκαν την αγωνία και τον πόνο της ποιητικής «κραυγής» που αυτό εκπέμπει, ιδιαίτερα μετά το 1970, δεύτερη περίοδο του ποιητικού του λόγου. Είναι η περίοδος που τα εκφραστικά στοιχεία της ποίησής του απελευθερώνονται, αποδεσμεύεται η φωνή του από την προγενέστερη θρησκευτική ατμόσφαιρά της, την περισσότερο «παρακλητική» μεταφυσικά και αποκτά μία σκληρή υπαρξιακή δυναμική, έντονων σκοτεινών συμβολισμών και ακραίων ερωτικών καταστάσεων όπως τις βιώνει στις ερωτικές του περιπλανήσεις, τις αποδέχεται ως επιλογή τα χρόνια των ερωτικά «δολοφονικών καιρών» της σύγχρονης κοινωνίας μας. Φίλος και συνάδερφος του λογοτέχνη καθηγητή Γιώργου Ιωάννου ο Ανδρέας Αγγελάκης από την πόλη του Πειραιά μας δηλώνει τα αδιέξοδα και την επικινδυνότητα των ομοερωτικών σχέσεων, των αναζητήσεων της ερωτικής πλήρωσης επι ματαίω. Οι εποχές της ερωτικής αθωότητας των ερωτικών ποιητών του Μεσοπολέμου-αν υπήρξε ποτέ-δεν υπάρχουν πια. Εξάλλου, ούτε η Καβαφική γεροντική ερωτική φωνή και μνήμη ούτε ο μελιστάλαχτος ποιητικός λόγος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ούτε η τραχιά και με κόχες κυνική ομολογία της φωνής του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τις φετιχιστικές της διαστάσεις, ούτε φυσικά και η έξω από κάθε κοινωνικό αστικό ή μικροαστικό πλαίσιο παρουσία και ζωή του πεζογράφου Κώστα Ταχτσή συνηγορούν υπέρ μιάς ομοφυλόφιλης αίσθησης ελευθερίας βιωμένων εμπειριών, ήρεμης και άνευ κινδύνων ερωτικής ζωής σε μέτρα ανθρώπινης αποδοχής και ευτυχίας. Τα Πλατωνικά έργα και η Ομηρική ερωτική συντροφικότητα και ιδανικό δέσιμο μεταξύ των πολεμιστών ηρώων, δεν είναι προς παράδειγμα μίμησης στους νέους χριστιανικούς βυζαντινούς αιώνες που ακολούθησαν μετά την κατάρρευση της κλασικής παγανιστικής αρχαιότητας και το γκρέμισμα των αγαλμάτων των αρχαίων Θεών. Οι ρομαντικοί ποιητές και οι διάφοροι φανεροί ή αφανείς ελάχιστοι Βίνκελμαν θιασώτες ενός άλλου αναγεννησιακού τρόπου θέασης του Κόσμου μας, των αρχαίων πολιτιστικών εποχών ιδεώδους ζωής και έρωτος δεν είχαν αντίκρισμα στους σύγχρονους μετά ρομαντικούς,  βιομηχανικούς και μοντέρνους καιρούς μας, τα πρότυπα αυτά ανήκαν στις εκπαιδευτικές αναζητήσεις μάθησης των πλούσιων κολεγιόπαιδων όπως μας έδειξε η ταινία «Μορίς» και άλλες κινηματογραφικές ταινίες και επιστημονικά συγγράμματα που ωραιοποιούν και εξιδανικεύουν ερωτικές καταστάσεις παραβλέποντας ακόμα και την σατιρική ματιά και λόγο του αρχαίου κωμωδού Αριστοφάνη ή άλλες ποιητικές εικόνες των διασωθέντων επιγραμμάτων της Παλατινής Ανθολογίας.  Ο Κόσμος μετά την Βιομηχανική Επανάσταση τουλάχιστον στην Δύση άλλαξε ανεπιστρεπτί, δεν τον κυβερνούσαν Πάπες και Μαικήνες με πλούσιο αισθητικό κριτήριο και των τεχνών αναζητήσεις. Μήπως όμως και οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης του κλασικού ιδεώδους της αρχαίας ομορφιάς δεν ήσαν υπηρέτες των τότε οικονομικά ισχυρών; Δεν δημιουργούσαν κατά παραγγελία των οικονομικά πατρώνων τους; Ο άνθρωπος της Μοντέρνας εποχής μας μετατράπηκε σε φτηνό καταναλωτικό εμπόρευμα ακόμα και τις μία χρήσης, το ίδιο και η ζωή του και οι όποιες ερωτικές επιλογές του, (ανεξαρτήτου φύλου και προτίμησης) οι αναφορές ορισμένων ευαίσθητων και καλλιεργημένων σχολιαστών στους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και ποιητές οι παραπομπές σε σελίδες των έργων τους όταν ήθελαν να καλύψουν με ένα της αισθητικής μανδύα τις ερωτικές τους σωματικές επιλογές έπεφταν στο κενό από την ίδια την σκληρή πραγματικότητα της ζωής του δυτικού ανθρώπου τους αιώνες των πολεμικών επιχειρήσεων και ιδεολογικών ανακατατάξεων. Το Πλατωνικό ερωτικό αισθητικό ιδεώδες γκρεμίζονταν μπροστά στην κυνική σύγχρονη της ζωής περιγραφή της νέας γενιάς από τον ιταλό ποιητή και σκηνοθέτη Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο αχός από το «Ουρλιαχτό» του αμερικανού ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ αφήνει πίσω του την ερωτικά ομοφυλόφιλη ποιητική φωνή του αμερικανού πατριάρχη της ποίησης Ουώλτ Ουϊτμαν, και το κυριότερο, η άνθηση της καπιταλιστικής οικονομικής απληστίας σε όλες τις πτυχές του ανθρώπινου βίου των νέων αμερικανικών κοινωνικών και ερωτικών ηθών είχε αφήσει πίσω της τις όποιες εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις των παλαιών ευρωπαϊκών κοινωνιών, κρατών και εθνοτήτων με διαφορετικές αισθητικές και κοινωνικές προσλαμβάνουσες σε τέτοιου ενδιαφέροντος θέματα και την ωραιοποιημένη ατμόσφαιρα που καλλιεργούσαν σε μορφωμένη μερίδα κατοίκων με διαφορετικές ευαισθησίες. Ο σχολιαστικός λόγος του κλασικού φιλόλογου Ιωάννη Συκουτρή χάνεται μέσα στην σκοτεινή αίθουσα όταν παρακολουθεί κανείς ταινίες του γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Ο μυθιστορηματικός «Τάτζιο» που στήνει μπροστά μας ο γερμανός μυθιστοριογράφος Τόμας Μαν για να μας μιλήσει για τον θάνατο, την παρακμή, τα γηρατειά, την σωματική αισθητική φθορά δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα ερωτικό σώμα του Θάνου Βελούδιου που μας εμφανίζει στις γνωστές φωτογραφίες του. Θέλω να πω ότι ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης, επέλεξε να βιώσει μία ερωτική ζωή με πολλές επικίνδυνες στροφές και μεγάλες σωματικές του και συναισθηματικές του ταχύτητες επιλογής και αυτό είχε το τίμημά του. Ο μεγάλος γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ ως προσωπικότητα της σύγχρονης παγκόσμιας διανόησης, καταξιωμένος παγκοσμίως και τιμημένος στοχαστής και ασχολούμενος με την ιστορία της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, δεν είναι ο ίδιος με τον Μισέλ Φουκώ και την αληθινή ερωτική ζωή που αναζητούσε και έζησε στον πραγματικό του βίο στις ακραίες της διαστάσεις όπως μας λεν οι βιογράφοι του. Άλλο να γράφεις για τον Έρωτα και άλλο να ζεις Ερωτικά με τις επιλογές σου στα ανθρώπινα μέτρα και όρια. Ο πραγματικός ερωτικός άνθρωπος θέτει όρια στις επιλογές του, ο έρωτας σε όποια μορφή και είδος του και αν εκφράζεται και εκδηλώνεται δεν είναι ένα παιχνίδι μέσα σ’ ένα βαρέλι του θανάτου στο τσίρκο αυτό που ονομάζουμε Ζωή. Η ερωτική «απληστία» όπως και κάθε άλλη μέσα στην Κοινωνία και τον πολιτισμό που κάθε φορά αυτή καλλιεργεί και ανανεώνει (πολιτική, θρησκευτική, μεταφυσική, οικονομική, σε ζητήματα διασκέδασης, εστίασης κλπ.) πληρώνεται με το ανάλογο τίμημα. Η ύβρις δεν είναι οι όποιες επιλογές μας και ανάγκες του σώματός μας αλλά οι άπληστες επιλογές μας αυτές που ξεπερνούν το ανθρώπινο μέτρο και ανάγκη, η πομπώδης υπερβολή και χλιδή του σύγχρονου πλουτισμού διαφέρει μήπως από τις ερωτικές επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου ως προβολή επιβεβαίωσης της οντότητάς του; Ο Ανδρέας Αγγελάκης ρισκάρισε την ιδιωτική του ζωή και μάλλον έχασε, ο χρόνος τον πρόλαβε σε μία στροφή της ζωής του και πλήρωσε πολύ νωρίς, πρόωρα το τίμημα ενώ είχε τόσα ακόμα συγγραφικά να μας προσφέρει. Στο σύντομο όμως από την Ζωή πέρασμά του μας άφησε ένα μεγάλο και ποικίλο έργο, πάνω από 30 τίτλους βιβλίων διαφόρων ειδών και κατηγοριών της γραφής, ένα έργο που όπως και για κάθε συγγραφέα, την εξέτασή του, την αποδοχή και την απόλαυση του θεωρούμε ότι πρέπει να την κάνουμε με καθαρά φιλολογικά κριτήρια και κανόνες, πέρα από τον ατομικό βίο του δημιουργού του και τις όποιες επιλογές του. Σίγουρα δεν υπάρχει πλήρης ανεξαρτησία ενός έργου τέχνης από την ποιότητα και το ύφος ζωής του δημιουργού του, ένα έργο είναι ένα παιδί με απορίες και ερωτήματα της εποχής που γεννήθηκε, συναντάμε όμως τους βαθμούς αυτονομίας του, τάσεις ανεξαρτησίας του, ότι το καθιστούν κλασικό, δηλαδή, κερδίζει στον χρόνο, ξεφεύγει από την επικαιρότητα της εποχής του και τα συμβαίνοντα στην καθημερινή ατομική ζωή του συγγραφέα. Το έργο, στην δεδομένη περίπτωση η ποιητική και πεζογραφική γραφή του Ανδρέα Αγγελάκη είναι μία ανθρώπινη μαρτυρία και σαν τέτοια οφείλουμε να την δούμε, μόνο που δεν είναι η μοναδική μαρτυρία του που συνθέτει το ψηφιδωτό της προσωπικότητάς του σαν οντότητα. Και αυτό δηλώνεται από το γεγονός ότι κάποιος τυχαίος αναγνώστης από τον Πειραιά αυτήν την στιγμή έχει μπροστά του το Σώμα των βιβλίων του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη το διαβάζει, το χαίρεται, το ψαύει, ανοίγει συνομιλία μαζί του, συμφωνεί ή διαφωνεί με τον λόγο του, του θέτει ερωτήματα ίσως και να επεμβαίνει στην τεχνική και τεχνογνωσία με το οποίο συντάχθηκε, οικοδομήθηκε, όμως είναι παρών σε ενεστώτα χρόνο ενώ το βιολογικό Σώμα που το δημιούργησε δεν υπάρχει πια ούτε ως χώμα. Αυτή είναι η θαυμαστή ισχύς της παρουσίας της Τέχνης, η αθανασία όχι του δημιουργού αλλά του δημιουργήματος, και κάτω από αυτήν την ερμηνευτική το έργο του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη κέρδισε στο χρόνο και στις συνειδήσεις των αναγνωστών, κατέχει την δική του θέση στην ελληνική γραμματεία όχι ως ένα έργο του περιθωρίου, μία ποιητική φωνή που ακροβατεί στα απώτατα όρια της περιφέρειας του κύκλου της ελληνικής ποίησης αλλά ως ένα ισότιμο μέλος της σιμά με εκείνα του κέντρου άλλων της γενιάς του ποιητών. Ένα οργανικό μέλος αναπόσπαστο της Πειραιώτικης Σχολής της Λογοτεχνίας μας. Η ομίχλη του προσωπικού του βίου και όποιων επιλογών έχει φύγει πια, το συγγραφικό του τοπίο έχει ξεκαθαριστεί φαίνεται πλέον η καλή και ωραία καλογραμμένη ποίησή του, η ευρύτητα των θεμάτων που διαπραγματεύεται, αυτά που ερέθισαν και άγγιξαν την ευαισθησία του στο πειραιώτικο και όχι μόνο πέρασμά του.

    Η έφεση του Ανδρέα Αγγελάκη στα γράμματα και το συγγραφικό του ταλέντο εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, από τα γυμνασιακά του χρόνια ως αριστούχος μαθητής της Ιδιωτικής Σχολής «Ο ΠΛΑΤΩΝ» του Περικλή Παπαϊωάννου ένα από τα καλύτερα και φημισμένα Σχολεία του Πειραιά, σε αυτό σπούδασε ως υπότροφος σε όλες τις τάξεις του τότε Γυμνασίου. Τελειώνοντας φοιτά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών λαμβάνοντας το δίπλωμα της Φιλολογίας, συνεχίζει τις σπουδές του στην Αγγλική Φιλολογία. Το διψασμένο για γράμματα και ζωή αυτό νεαρό μοναχοπαίδι από το πρώτο λιμάνι φεύγει για την Αγγλία όπου συνεχίζει τις σπουδές του πάνω στην Ιστορία της Τέχνης. Οι εμπειρίες του από το Λονδίνο είναι σημαντικές όχι μόνο στην κατοπινή εξέλιξη της γραφής του αλλά ενδέχεται και του βίου του. Το Λονδίνο και ευρύτερα το Μεγάλο Βασίλειο είναι μία ευρωπαϊκή χώρα πολυπολιτισμική με σημαντικές επιλογές στους χώρους της παιδείας και του πολιτισμού. Μετά το πέρας των σπουδών του ο Αγγελάκης αφού εργαστεί ως καθηγητής για ένα διάστημα στο Λονδίνο επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάστηκε σαν καθηγητής στο Λύκειο που του πρόσφερε τα μορφωτικά και άλλα εφόδια της δικής του κατοπινής εκπαιδευτικής εξέλιξης. Διδάσκει στο Λύκειο «Ο Πλάτων» και κατόπιν διορίζεται στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση ενώ παράλληλα διδάσκει Δραματολογία στην Δραματική Σχολή Αθηνών. Θα φύγει νωρίς ο γεννημένος στις 28 Μαρτίου του 1940 αυτός που σαν μικρό παιδί έζησε τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής και τα δύστοκα χρόνια του εμφυλίου, θα φύγει πρόωρα μόλις στα 51 του στις 18 Μαϊου του 1991, έχοντας κάνει έναν γάμο και αποκτήσει ένα παιδί. Αφήνοντας πίσω του τους μελοποιημένους στίχους του, από τον πειραιώτη συνθέτη Γιώργο Μούτση, το ζεύγος Λήδα και Σπύρο (η Λήδα ήταν κόρη της παλαιάς στιχουργού, μεταφράστριας και τραγουδίστριας Δανάης) τις δεκάδες ποιητικές του συλλογές, τις μεταφράσεις του, τα πεζά και τις νουβέλες του για εφήβους, τα βιβλία του με το Σχολικό Θέατρο, τα πεζά του για μικρά παιδιά,  τις ανθολογίες ποιημάτων, τις Gay του καθαρά εργασίες και δημοσιεύσεις. Το συγγραφικό ταλέντο του Αγγελάκη εκδηλώθηκε από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια, τον συναντάμε με κείμενά του στο ομώνυμο περιοδικό της Σχολής, σε αυτό δημοσιεύονται τα πρώτα του κείμενα και κάνουν αίσθηση. Σε ηλικία 20 ετών, το 1960, τον βλέπουμε να ανήκει στον κύκλο του Πειραιώτικου περιοδικού «Αύριο», ένα περιοδικό που δεν μακροημέρευσε όπως και άλλα των χρόνων εκείνων, δες το «Περιοδικόν μας» των Βελιώτη, Γεράνη, Λεβάντα. Δύο χρόνια αργότερα, 1962 ο Ανδρέας Αγγελάκης αυτός ο πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής από τον Πειραιά θα κάνει την επίσημη εμφάνισή του στον χώρο της ποίησης με την πρώτη του συλλογή «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» την οποία αφιερώνει στην μητέρα του. Έκτοτε, η συγγραφική του πορεία θα είναι ανοδική και σημαντική, κάθε νέο βιβλίο που εκδίδει προκαλεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων του πνεύματος. Τα βιβλία του θα κυκλοφορήσουν από διάφορους εκδοτικούς οίκους και αρκετά είναι αφιερωμένα στον μοναχογιό του Αργύρη και θα τύχουν επανεκδόσεις, ενώ σημαντικοί εικαστικοί θα τα κοσμήσουν. Έξι χρόνια μετά την απώλειά του, αρχές Μαρτίου του 1997 διοργανώνεται εις μνήμη του μεγάλη εκδήλωση σε μία κατάμεστη από κόσμο αίθουσα στο «ΑΣΣΟΣ-Καφέ Παράσταση». Στην εκδήλωση αυτή ο ποιητής και μεταφραστής Λουκάς Θεοδωρακόπουλος μίλησε για το έργο του Ανδρέα Αγγελάκη και την συμβολή του στην ίδρυση του «ΑΚΟΕ» και το περιοδικό «Αμφί» από τα χρόνια της επταετίας. Η ηθοποιός και σκηνοθέτιδα Εύα Κοταμανίδου διάβασε ποιήματά του ενώ η τραγουδίστρια Λήδα ερμήνευσε μουσικές συνθέσεις της σε στίχους του Α. Αγγελάκη. Στην ωραία αυτή εκδήλωση ο μουσικός Γιώργος Κουρουπός φίλος του Αγγελάκη έπαιξε στο πιάνο ποίημα του που ερμήνευσαν τραγουδιστές ενώ ακούστηκε και ηχητικό ντοκουμέντο του 1965 όπου ο ερμηνευτής και ηθοποιός Γιώργος Μούτσιος ερμήνευσε στίχους του πειραιώτη ποιητή. Να αναφέρουμε δύο ακόμα καλλιτεχνικά συμβάντα που έχουν άμεση σχέση με τον Α.Α. και στα οποία παρευρεθήκαμε. Η πρώτη ήταν η πρόσκληση που μου είχε δώσει ο Αγγελάκης Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 1989 να παρακολουθήσω στο Θέατρο της Σχολής «Ο ΠΛΑΤΩΝ» την διάλεξη που έδωσε για την «Άγνωστη περίπτωση του Ανδρέα Μιχελιδάκη» με την συμμετοχή της ηθοποιού Άννυς Λούλου. (Είναι ο Πρόλογος στο βιβλίο «Φλάς» που προαναφέραμε). Ενώ, 10 χρόνια από την εκδημία του παρακολουθήσαμε δύο φορές την θεατρική παράσταση του «ΘΕΑΤΡΟΝ ΕΝΑΣΤΡΟ- ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ» 3 Φεβρουαρίου- 8 Απριλίου 2001, με το έργο «Καβάφης καθ’ Οδόν» από την θεατρική ομάδα “AMON RA”, σε σκηνοθεσία του αιγυπτιώτη σκηνοθέτη MILLAS με τους Γιώργο Λιβανό που είχε και την δραματουργική επεξεργασία και την Βαρβάρα Κυρίτση. Το έργο βασίζονταν στο ομώνυμο βιβλίο του Ανδρέα Αγγελάκη με τις δέκα ποιητικές Καβαφικές φαντασιώσεις.  Βλέπε και αρνητική κριτική μας στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» Παρασκευή 9/3/2001, σελ 6-7. Και φυσικά αφήνουμε σε άλλο σημείωμά μας την παρακολούθηση μαζί του, του έργου «Ερωτική Τριλογία που μετέφρασε του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Χάρβεϋ Φιέρσταιν που παραστάθηκε σε αθηναϊκή σκηνή. Το έργο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Γνώση» εκδοτικός οίκος που εξέδωσε αρκετούς τίτλους βιβλίων του.       Ολοκληρώνοντας  το παρόν σημείωμα για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, να γράψουμε ότι δημοσιεύσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας ένα μεγάλο μέρος των ποιημάτων του από την συλλογή «Ποιήματα από την Ελληνική Μυθολογία» που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1987 από τις «Εκδόσεις Μαθητικής Βιβλιοθήκης Εκπαιδευτικού Οργανισμού «Ο ΠΛΑΤΩΝ» ΑΕ». Το βιβλίο ήταν το πέμπτο στην σειρά των εκδόσεων του Ιδιωτικού Σχολείου την οποία επιμέλεια είχε ο μαθητής και καθηγητής της Σχολής Ανδρέας Αγγελάκης. Παράλληλα, αντιγράφουμε την πρώτη του ποιητική συλλογή του 1962 από το βιβλίο που μας είχε δανείσει ο Ανδρέας Αγγελάκης (μαζί με άλλες δύο) τις οποίες από την μεριά μας αντιγράψαμε με το χέρι σε φύλλα τετραδίου. Είναι οι τρείς πρώτες του ποιητικές συλλογές. «Οι προτάσεις της αθωότητας» 1967 και «Το Πύον- 20 Ποιήματα» του 1973. Συλλογές της πρώτης του περιόδου άλλης προβληματικής. Δυστυχώς τότε που τις αντιγράψαμε μεταφέραμε μόνο τα Ποιήματα  και όχι άλλα στοιχεία του βιβλίου ή σελίδες.

     Από την μεριά μου, δεν έχω συναντήσει στα διαβάσματά μου ολόκληρη την πρώτη του ποιητική συλλογή όπως και τις άλλες δύο που ακολούθησαν. Σαν Πειραιώτες ας μας επιτραπεί να προσκαλέσουμε τους όποιους ενδιαφερόμενους για τους Πειραιώτες ποιητές και την ελληνική ποίηση να γνωρίσουν τα πρώτα αυτά ποιητικά βαδίσματα του Ανδρέα Αγγελάκη, να τα απολαύσουμε μακριά από «σκανδαλώδεις» αγκυλώσεις που περιορίζουν το ποιητικό του πρόσωπο και φωνή σε Καβαφικά μόνο «Τείχη».

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Εκδόσεις Δίφρος 1962

     Στη μητέρα μου

Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

     ΕΛΕΝΗ

Στα νέα σου μάτια μιά νέα ημέρα, Ελένη.

Για σε προμήθεψ’ ο Θεός το φώς Του σήμερα

τίς χωματένιες στέρνες να ευλογήσει

που τυραννούν τα δάχτυλα της χλόης.

 

Καλό το χρώμα της αυγής στην άνοιξη της νειότης.

 

Πένθιμες συνοδείες νυχτερινές θα φύγουν

μόλις φορέσεις την πρωϊνή ποδιά σου,

για να ταΐσεις τα πουλιά με χάδι,

ν’ ακροαστείς τον πόνο του πλατάνου

έτσι που ν’ αλαφρύνουνε τα φύλλα από τη σκόνη.

 

Στα νέα σου μάτια μιά νέα ημέρα, Ελένη.

Τρέμει η καρδιά στην καλωσύνη του νερού,

που μαλακώνει και το μέτωπο της πέτρας

κι οι άγριες παλάμες των χωμάτων άνοιξαν

παραδομένες στη γλυκειά ευδοκία του κόσμου.

 

Σήκω στα φώτα και στον άνεμο, Ελένη.

 

Με κιμωλία γράφει κύκλους ο ήλιος

συνθέτοντας αδρά ωραία υπόσχεση. Σελ.9

--

(άτιτλο)

Ούτε σε βλέπω ούτε σ’ ακούω, Ελένη.

 

Τη νύχτα μόνο που η μελωδία της θάλασσας πυκνώνει

και τυραννάει τα χέρια μου η αφή

δυό χεριών άλλων νοιώθω το σχήμα σου

να σβήσει στα νερά και να γεννιέται πάλι

 

στα έια μόλα του ανοιχτού πελάγου και

στον κόσμο που αναδύεται απ’ τη σιωπή.

 

(η μοναξιά με δίδαξε να περιμένω.) Σελ. 10

--

     ΕΣΥ ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Είπες θα κοιμηθώ κοντά σου και πάλι

είπες ποτέ δεν ξέρουμ’ αν

μοίρα μας θάναι πάντοτε τα κύματα,

γιατί μπορεί τον Μάη στις δεκαπέντε

να μας ζαλίζει έτσι πολύ του δέντρου ο τζίτζικας

κι έτσι πολύ η αναπνοή του Μάη

που να νικήσει ο κάμπος και να μείνουμε.

Γι αυτό ας κρατάς στον ύπνο σου ένα βότσαλο

κι ένα κομμάτι δίχτυ στόνα χέρι

και γύμνωσε τα στήθια σου και δέσε τα

με τρείς κορδέλες φύκι απανωτά

που πιά να μη μπορείς να πλανευτείς

κι ούτε του κάμπου να φοράς καπέλο.

Μόνο μ’ αφήνεις να φυλάω τα σαντάλια σου

σ’ όστρακα κυανά, που ανοιγοκλείνουν

τα βράχια όταν πηδάς κι αποθεώνεσαι.

Όλο μ’ αρνιέσαι πώς σε γέννησαν τα κύματα

κι όλο σε λεν θαλασσογέννητη οι άνεμοι. Σελ. 11

--

     ΨΙΧΙΑ ΜΝΗΜΗΣ

Όταν το μήνυμα έλαβε η Ονειροτόκος

κόψαμε τα μαλλιά της λεμονιάς κι ακόμα

καλάθια από ψυχές ανθών γι’ αυτούς

που λίγο πρίν το πρωί γεννήθηκαν.

Κι αν πάλι, βράδυ ο ουρανός ξεφύλλιζε

τα πεπρωμένα μας στα χέρια του

τότε γεννιώνταν τα παιδιά σ΄όστρακα

που στάζαν θάλασσα και φώς

και βύθιζαν στη γαλανή τους πορσελάνη

τους δρόμους που περπάτησαν αυτοί

που δέντρα φύτεψαν ή που αγαπήσαν.

 

Γενηθήτω το έλεος

             Τουφεκίστε

 

τα πουλιά με τη σκιά τους κι αφήστε μας

να ζούμε όπως μας ώρισε ο Θεός. Σελ.12

--

          Η ΜΟΝΑΞΙΑ

                    του Αντώνη Σαμαράκη

Η μοναξιά δεν είν’ αναίτια τιμωρία

Ή αμφορέας κενός σε χέρι μαρμάρινο

που αναζητεί χαμένους ίσκιους αίγλης

στην πόα που πνίγει το σπασμένο γείσο του.

Βέβαια η πρώτη εντολή του Θεού χάρισε

κλήρο στον άνθρωπο έρημος να μένει

κι ύμνος ποτέ να μην βαραίνει τα μάτια του,

γιατί άγνωστο αν θάρθει στο σχήμα

του αμφορέα αυτού

ή σαν επαίτης πάλι και πολλά αγαπήσας.

 

Γι αυτό κι η μοναξιά χαράζεται σαν τοίχος

που πάνω του ακουμπώ τα δάχτυλά μου

και νοιώθω στην πέτρα μιά ψυχή ξένη

σιγά να με φωνάζει κι είναι σαν

δυό είδωλα καθρέφτη που δίνουν τα χέρια

κι αδελφώνονται μόνο με τα μάτια.

Κι είναι τα μάτια η μοναξιά του ονείρου. Σελ.13

--

          ΔΙΑΘΕΣΗ

Συγγνώμη που είσ’ έτσι καλή

χωρίς ανάμνηση σκιάς στη χτένα σου

ή ρυτίδα μοίρας στις παλάμες.

Μοιάζεις με πεπρωμένο θεού

που περπατάει αργά σ’ ένα ποτάμι

κι οι πελαργοί στοχάζονται ήρεμα.

Διστάζω να σ’ αγγίζουν οι άνθρωποι:

 

το ρέμα είναι βαθύ από γαλάζια πέτρα

κι η μοναξιά έχει ασημένια δάχτυλα

που πλέκουν άσκοπους ιστούς κι ακούν

η μιά φωνή στην άλλη έλεος να κράζει,

τα πόδια ελάφια γυάλινα να μαρμαρώνουν

και να πλανιέσαι η ηχώ σε δάσος από βροχή.

 

Συγγνώμη που η ψυχή μου κορυφώνεται

στους γαλάζιους φθόγγους του προσώπου σου

και μυστικά σκιρτά φυλακισμένη.

 

Είσαι καλή, συγγνώμη. Σελ. 14

--

          ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΤΕΛΟΣ

Είχες λυμένα τα μαλλιά στο φώς

κι ήσουν καβάλα σε χρυσό φαρί

και κυνηγούσες παραμύθια με μακρύ κοντάρι,

ενώ η βροχή μας τύλιγε στα δάχτυλά της.

Λευκή η εσθήτα σου αποσκέπαζε τον κόσμο

καθώς τραβούσες πέρ’ απ’ τα βουνά.

Τα πετεινά των ουρανών μαζί μας ώδευαν

και μας προσφέραν απ’ το ράμφος τους τροφή

και κάλυκες ανθών νερό να πιούμε.

 

Και το φαρί πετώντας με κλειστά τα βλέφαρα

βύθιζε το κεφάλι στους αφρούς τον ορίζοντα

και φθάναμ’ όπου δέσποζε πιά ο ήλιος

κι άνοιγε σαν λουλούδι η βασιλεία των ουρανών. Σελ.15

--//--

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

          Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

             1

Δυνατά που φυσά η αναπνοή σου,

όταν μιλάς γι’ αγάπη. Θυμίζει άνεμο

πού κολυμπά στα στερνά των δρυμών

ή, όταν σταθούν τα σύννεφ’ αντιφεγγίζουν

τα χέρια των αγγέλων στο ποτάμι.

             2

Ποιόν ν’ αγαπήσω; Σφίγγω στον κόρφο μου

το χάϊδι της Αγίας Αικατερίνης και

έχω σγουρό βασιλικό στο στήθος μου

κι’ ακούω να μου φωνάζει βγαίνοντας

απ’ τα νερά του ποταμού η φωνή της

λυμένη σ’ άφθαρτο φώς: αγάπη.

            3

Αν ίσως ο ήλιος μας ζεσταίνει πάλι και

στα κλαριά φυτρώσουν τα πουλιά αναπάντεχα

κι αν ίσως πάλι ακούς την πάσ’ αυγή

να θυμιατίζει η μάνα: Ελέησε Κύριε

τα σπαρτά.

Κι αν ίσως πάλι το νερό βαρύ

ευφράνει τη φούχτα σου,

τότε θα πεις. Στη γη μου ζω. Αγαπάω. Σελ.19

--

          Ο ΑΓΙΟΣ  ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

Θα σφίγγει η Ασίζη με τα χέρια της το σώμα σου,

γιατί στις πρώτες πνοές της άνοιξης γεμίζουν

τόσο πολύ και των νεκρών τ’ αυτιά από μουσική

που γιούλια γίνονται οι ίσκιοι των τάφων.

 

Γλυκεία, γλυκειά η ζωή στης άνοιξης τον κόρφο.

 

Τρίζουν, όταν διαβαίνουν σύννεφα, τα κόκαλά σου

και τα παιδιά ελαφοπατούν στο στήθος σου

με τα πουλιά που αγάπαγες στους ώμους

και παίζουν γύρω απ’ της καρδιάς τον τόπο.

 

Χαμογελάς; Άγιε της γης Φραγκίσκε.

 

Δεν είναι δόντια αυτά που λάμπουν στο σκοτάδι:

τριανταδυό λευκάνθη κερασιάς, τέτοια πού

οι ντόνες στα μαλλιά φυτεύουνε το σούρουπο.

 

Σκουλήκι η μνήμη δεν τολμά να σε ξυπνήσει.

 

Στέλνει μία ρίζα λεϊμονιάς με δάχτυλα τ’ ακρόρριζα

στις ίνες της νεράκι του Θεού κρατώντας

το κρανίο σου σαν χάϊδι μάννας ν’ ακραγγίζει.

Ανοίγεις τα πλατειά σου μάτια. Τί φώς

εκπέμπουν οι κενές τους κόχες, τί μουσική

αναδίνεται απ’ τους ίσκιους του μετώπου.

 

Άγιε Φραγκίσκε, άλας της γης, πικρό-πικρό

πού είναι στη γεύση το ψωμί μας.

Σαν να μην είναι σάρκα του Θεού,

να μη το ξεπροβαδίσ’ ο ουρανός

σα νάναι μοναχά νερό και στάρι.

Πιστεύω, Άγιε Φραγκίσκε. Τώρα προπάντων,

όταν κατρακυλούνε μεθυσμένα οι χείμαρροι,

τώρα πού στην Ασίζη έχουν ανθίσει  οι μουσμουλιές.

--

          Η  ΒΡΟΧΗ

Βαθειά στη φούχτα μου έκλεισα νερό

γλυφό και διάφανο σαν αγιασμός του δωδεκαήμερου

κι έκλεισ’ η βροχή τα μάτια μου. Τότε ήταν

που με κατακλύσαν τα πνεύματα του δάσους

κι αυτά πού η βροχή γεννά και τ’ άλλα

όσα βαθαίνει ο ουρανός το μίλημά τους

και φύσηξε να πάνε πέρα τα βουνά κι οι πέτρες,

όταν ακούστηκ’ η φωνή:

 

Ανάγλυφα τώρα να βλέπεις πάντοτε τα κύματα

κι όταν στα στήθη σου αναβλύζει μουσική εγώ θάμαι.

Το άλφα του δρόμου θα στ’ ορίσει η κερασιά,

γιατί τα δέντρα είναι αποφθέγματα σοφίας

κι ό,τι κρατούν στην πλάτη τους είναι

περγαμηνές που εύκολα ο σοφός διαβάζει.

 

Όλα θα τ’ ασημώσει η μοναξιά.

Ένα περβόλι που αντηχούνε σάνδαλα

σαν ζαρκαδιού περπατησιά στα φρύγανα.

Όμως καλόδεχτα τα βήματα, γιατί θα με θυμίζουν’

κι αν από τώρα αναγνωρίζεις στους ανθρώπους

μιάν ίδια εικόνα όπως στο μέτωπό μου καθρεπτίζεται

θα πει ότι άκουσες και πιά αγαπάς.

 

Αφού το χώμα είναι ο αγαπημένος υιός του

θα πει ότι βλέποντας την γη ν’ αναθυμόμαστε ουρανό.

Έτσι από τότε μέσα μου δεν μένει

παρά η φωνή και μιά βροχή γαλάζια. Σελ. 22

--

          ΟΡΘΡΟΣ

Σταλάζει αργά η σιωπή απ’ το μεγάλο χέρι

του Παντοκράτορος στον θόλο. Ένα

κερί την ύπαρξή του κορυφώνει σε φλόγα

ενώ παγώσαν οι ξύλινοι άγγελοι του τέμπλου.

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης κουβεντιάζει με τα ζώα.

 

Οι ακρίδες του ρουφούν

και τον οτρύνουν να υψωθεί σαν

αχαμνό βούκινο να δοξάσει τον πατέρα.

Στη μέση εγώ με το δεξί μου χέρι

στο στήθος, μόνος κι υπόλογος, διακρίνω

στο τόξο κύματι θαλάσσης ψηφιδωτός

ένας Χριστός να τίκτεται.

Τον όλβο της θεώσεως φέροντας

ανοίγει την παρθενική μήτρα κι η Μαρία

γέρνει από τρόμο μίσχος

που ολούθε πέταξε κλαριά και λάμπει.

 

Ο όρθρος αργά γυρίζει στο αναλόγιο

τα φύλλα του Πεντηκοσταρίου.

--

           ΗΩΣ

Ρόδι να σκάει το χείλι ο ουρανός

και στα βουνά να ξαγρυπνά η αυγούλα

και νάναι κρίνο η προσευχή στο χέρι,

σαν σταλαχτίτης της καρδιάς μας νάναι.

 

Μάγεμα η δρόσο στα λυγρά μας μέτωπα.

 

Αδελφοί μας, μετά τριήμερον ο Θεός ανέστη,

έκοψε πασχαλιά ανθισμένη απ’ το περβόλι

και στο πρωϊνό παράθυρό Του την εφύτεψε

να του χαϊδεύει ολημερίς την μνήμη,

όταν βαριά κλείνει τα βλέφαρά Του η μουσική.

--

          ΧΑΪ- ΚΑΪ

Ο Άγιος Φραγκίσκος άπλωσε

τα χέρια του: γέμισαν

αχούς και χελιδόνια.

-//-

Η ΟΡΘΡΙΝΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΟΛΟΥ

              ΕΛΕΓΕΙΟ

Σήμερα πείσθηκα ότι λευτεριάς πουλί είν’ ο αετός

ότι η οδός του Θεού είναι σπαρμένη φίδια,

και πώς στο βάθος του γκρεμού χαμογελά

αθώος βολβός ανθού που τρέφεται από την πέτρα.

--

            ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ

Ζούμε μ’ εικόνες καραβιών δεμένων

σε τόπο σαπισμένο από τα φύκια

πού, όταν περνάνε τα γυμνά μας πόδια πάνω τους

χαράζουν κουρασμένη γραμμή από πέλματα.

 

Η θάλασσα ακουμπά τα χέρια της στον κόρφο μας.

 

Ψαύει, τ’ αδύνατά μας μέλη, τα στερνά

πού ο ντελής βοριάς χτυπούσε το τσιμπούκι του

και τώρα σαν κομμένα δέντρα στοιχειωμέν’ ακινητούν

ή ανάβει λάμπες πυροφάνι των ψυχών

να καθρεφτίσει στα νερά τα μέτωπά μας

ίσκιοι που αναζητούν τα σώματά τους.

Μας φθείρει η ώρα που χτυπάει τα δάχτυλά μας,

ύπουλο ζώο σε λόχμης γυάλινη,

να προσδιορίζει ο αστερισμός της το σκοτάδι,

να ρίχνει στάχτη λήθης του πελάου και των σημάντρων.

Μόνοι στα βότσαλα αισθανόμαστε τα χέρια

βαρειά να υψώνοντ’ ιδρωμένα

και να παγώνουν σταλαχτίτες προσευχής,

αγάλματα που σκάλισαν σε αλιρρόθιους βράχους.

--

            Τ’ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΧΕΡΙΑ

Την δείλη το φώς διαλύεται σε

πραότητα και το εκκλησιδάκι βαφτίζεται

ολόκληρο σε πάχνη και ύδωρ εκ πέτρας.

Μόλις που βλέπω τον αρχάγγελο Γαβριήλ

να σφραγίζει την πόρτα με την σπάθα του

μη τύχει και παγώσει ο ίσκιος

της δροσοβόλου στην εικόνα. Τότε

δυό χέρια με σηκώνουν στις παλάμες τους

και νοιώθω την τρυφερή τους σάρκα

να θυμιατίζει μυστικά το μάγουλό μου,

γκρεμοί να λάμπουν οι γραμμές τους

ασημωμένες απ’ αχνισμένο φώς. Όλα

ακουμπούν σε μένα. Οι δυό παλάμες

μου δείχνουν τον κόσμο όπως τον άκουσα και,

κύμα το κύμα εφθάσαν τα καράβια:

όλοι οι θνητοί διαβάσαν το πεπρωμένο τους

σ΄ όστρακο θάλασσας

και περιμένουν στη λίμνη Γεννησαρέτ να φύγουν.

--

            (FRAGMENTUM)

Γιατί ο στερνός λόγος, αυτός που

πέφτει σαν το διαμάντι στο βυθό

και βλέπουμε ν’ ανοίγει κύκλους και να χάνεται

ανείπωτος μέσα μας θα μένει,

μόνο που θα γεννά δέντρα

μαργαριταρόρριζας και,

θα πληθαίνουν καρπεροί ουρανοί και θάλασσες.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Σάββατο 9/1/2026