Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Πέτρος Τατσόπουλος, Το παιδί του Διαβόλου

 

«Όρθρου βαθέος»

       ή

πέφτει η βροχή

    Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026, εθνική εορτή. Ξημερώματα, 4.30 έξω πίσσα σκοτάδι. Με ξυπνά ξαφνικά ο θόρυβος της δυνατής βροχής, ο ήχος των σταγόνων από το ταβάνι που στάζει πάνω στο κρεβάτι και σε μία λεκάνη δίπλα στο κρεβάτι στο πάτωμα. Μεγάλο και έντονο το πρόβλημα, πέρα από την υγρασία που περονιάζει τα κόκαλα, σε σκεβρώνει. Ξυπνώ αγχωμένος και πικραμένος με το σοβαρό πρόβλημα που έχει η ταράτσα του σπιτιού. Το νερό της βροχής πέφτει πάνω στα κλινοσκεπάσματα και μουσκεύει σεντόνια και στρώμα, στάζει σε διάφορα σημεία της οροφής. Ο σουβάς του ταβανιού που έχει πέσει από μέσα εδώ και μερικά χρόνια, δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η ταράτσα χρειάζεται σωστή μόνωση όσο πάει και γίνεται πιο επικίνδυνη η κατάσταση και οι συνθήκες μέσα στο δωμάτιο ιδιαίτερα όταν βρέχει. Σηκώνομαι, βάζω ένα μεγάλο χοντρό νάιλον πάνω στο κρεβάτι και απλώνω πάνω του μεγάλες πετσέτες. Μία συγχορδία ήχων των σταγόνων της βροχής «όρθρου βαθέος» όπως έγραψε σε ποίημά του ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος. Που να με πάρει ο ύπνος ξανά. Παίρνω το τελευταίο βιβλίο του πεζογράφου και κριτικού λογοτεχνίας κυρίου Πέτρου Τατσόπουλου, «ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ» Μια αληθινή ιστορία. Επιμέλεια έκδοσης Ελένη Μπούρα, διόρθωση τυπογραφικών δοκιμίων Κατερίνα Λελούδη, σχεδιασμός εξωφύλλου Σαβίνα Χριστοπούλου σελ.362 εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 10,2024. 16.60 ευρώ που έχω αρχίσει να διαβάζω και το απομακρύνω από το κομοδίνο δίπλα μου μην βραχεί. Το Μυθιστόρημα του προβεβλημένου και καταξιωμένου συγγραφέα είναι αφιερωμένο στην «Ελένη» και αποτελείται από 31 κεφάλαια. Είναι το 23 βιβλίο που κυκλοφορεί του γνωστότατου πεζογράφου και κριτικού, παρουσιαστή ιστορικών εκπομπών από το 1980 όταν έκανε την επίσημη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα «Οι Ανήλικοι». Ο πολυγραφότατος κύριος Πέτρος Τατσόπουλος έχει εκδόσεις εκτός από μυθιστορήματα, διηγήματα, βιβλίο με κριτικά του σημειώματα, πολιτικά κείμενα και μία σειρά άλλων βιβλίων που περιλαμβάνουν τις δημόσιες συγγραφικές και δημοσιογραφικές του παρουσίες και συνεργασίες σε έντυπα και εφημερίδες, καθώς και την συμμετοχή του σε συλλογικές εκδόσεις. Βλέπε το σπονδυλωτό μυθιστόρημα «Το παιχνίδι των τεσσάρων» 1998 (σε συνεργασία με τον πειραιώτη Κώστα Μουρσελά τον θεατρικό δημιουργό Γιώργο Σκούρτη, τον Αντώνη Σουρούνη). Μια έκδοση που ανακαλεί στην μνήμη μία ανάλογη των εκδόσεων «Εστία» «Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων», ακόμα και ένα έργο της αγγλίδας συγγραφέως αστυνομικών βιβλίων Άγκαθα Κρίστι βλέπε τις περιπέτειες του Βέλγου Ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό.

Το ίδιο κάνω και με δύο παλαιότερες εκδόσεις με τα Ποιήματα και τις Κριτικές του Μήτσου Παπανικολάου των εκδόσεων «Πρόσπερος» του Τάσου Κόρφη μην μουσκέψουν και αυτές. Το φως του πορτατίφ ανοιχτό, κάθισα σε μία καρέκλα και προσπάθησα μισονυσταγμένα να ξεφυλλίσω τα βιβλία να αποσπάσω την σκέψη μου από το πρόβλημα της οροφής. Έτσι κύλησε η βροχερή μέρα-όπως και τις υπόλοιπες που έβρεχε και εξακολουθεί να βρέχει καταρρακτωδώς, ανοίγοντας ελάχιστα την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο. Τι να δεις και τι να ακούσεις, τα κούφια τετριμμένα λόγια των πολιτικών, τις κορώνες των επισήμων ή τις βυζαντινές μεγαλαυχίες και μεταφυσικές υποσχέσεις των ιερωμένων. «αποτείχισης» όπως άκουσα για πρώτη φορά την λέξη σε ένα βιντεάκι στο «γιου τιουμπ» από έναν ιερωμένο να κάνει σε μητροπολίτη της κεντρικής ελλάδας γιατί είναι λέει οικουμενιστής. Με λίγη επιμονή και πείσμα έπιασα στα χέρια μου το Μυθιστόρημα του Πέτρου Τατσόπουλου ο οποίος σύμφωνα με την φιλοσοφία του περί Ζωής ως λογοτέχνης και διανοούμενος, αγωνίζεται να ξεσκεπάσει πρόσωπα και θρησκευτικές πρακτικές που αντιβαίνουν την ειλικρινή πίστη των απλών ελλήνων πιστών. Οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι είναι φοβερά ενήμερος με ότι καταπιάνεται, βιβλιοκρίνει ή συζητά δημόσια στα διάφορα τηλεοπτικά πάνελ, βλέπε και ραδιοφωνικές του εκπομπές για τα νέα βιβλία. Ο κύριος Πέτρος Τατσόπουλος-σύμφωνα με τα λεγόμενά του- φιλοδοξεί να κάνει το χριστεπώνυμο ποίμνιο της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας και το μεγάλο πληθυσμιακά θρησκευόμενο κομμάτι του Ελληνικού Λαού που τον ακούει ή διαβάζει τα γραπτά του όχι να καταργήσει την όποια μεταφυσική του πίστη και πατροπαράδοτη ευσέβεια, την χριστιανική του δομημένη στην ψυχοσύνθεσή του ελπιδοφορία και ψυχολογικό αποκούμπι μιας μακραίωνης ιστορικής παράδοσής του, εθνικό-φολκλορικής και επιδεικτικής βυζαντινής αυτοκρατορικής μεγαλοπρέπειας στην ουσία της τυπολογικής της εκφραστικής και εικόνας, αλλά να το κάνει λιγότερο εύπιστο και υποψιασμένο, δύσπιστο σε ό,τι γράφεται και λέγεται από εκκλησιαστικού άμβωνος (ναών ή μοναστηριών) να μην παραμυθιάζεται με ό,τι ακούγεται από χείλη και περιβάλλοντα άκριτα μια και άλλος είναι ο ρόλος των ρασοφόρων και όχι η εμπλοκή τους με την εκάστοτε κρατική εξουσία και η ατομική τους δημόσια προβολή, ή σύμπλευσή τους με οικονομικών παραγόντων δοσοληψίες και εμπορικές πρωτοβουλίες ή περιφορές ιερών λειψάνων και μαρτύρων της πίστης. Να προβληματιστεί ο αγνός και άδολος πιστός με τα έργα και τις ημέρες εκκλησιαστικών ανδρών ιδιαίτερα μοναχών και να πάψει να πιστεύει σε ότι του σερβίρουν ως θρησκευτικό θέσφατο και ορθό- ως θαύματος παρέμβαση του Θείου εν έτη 2026 όντας ισότιμο μέλος η πατρίδα μας της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης, όπως το οραματίστηκε ο αστός και συντηρητικός πολιτικός Κωνσταντίνος Καραμανλής και άλλες πολιτικές δυνάμεις της τότε εποχής της ένταξής μας. Να μην ασπάζεται a priori οποία Θεία εμφάνιση ή λαϊκό θαύμα- δάκρυα εικόνων- του προτείνουν, το οποίο αντιβαίνει τους βασικούς κανόνες της λογικής συλλογιστικής και ερμηνείας, επιστημονικής έρευνας και εξήγησης . Μια και η θρησκοληψία και ο φανατισμός πρυτανεύουν στους οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά καιρούς μας. Χρονικές ιστορικά περίοδοι ανατροπής και αλλαγής των πάντων κάθε μέχρι σήμερα πνευματικής, θρησκευτικής και φιλοσοφικής ή ψυχολογικής βεβαιότητάς μας. Ο Πολιτισμός μας καταρρέει από μέσα λόγω αδιαφορίας και έλλειψη πλέον εμπιστοσύνης σε παλαιών ιερών συμβόλων αναφορές. Και μέσα σε αυτήν την διαρκή ρευστότητα και τον πολιτιστικό χυλό βρίσκουν βήμα επιρροής οι επιτήδειοι θρησκόληπτοι και πνευματικοί «αγύρτες» έτοιμοι να ξεγελάσουν την αθωότητα και αφέλεια του απλού πιστού και στρωμάτων του ελληνικού λαού ευρύτερα σε διάφορους τομείς της Κοινωνίας. Και αυτό φάνηκε έντονα την περίοδο της πανδημίας, του κόβιντ, που είτε το πλήρωμα της εκκλησίας είτε μεγάλα στρώματα του ελληνικού λαού διχάστηκαν σε εμβολιαστές και αντί εμβολιαστές με εχθρικές μεταξύ τους προθέσεις και στάσεις απέναντι στις οδηγίες της Ιατρικής Επιστήμης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Πέτρος Τατσόπουλος μεταφέροντας τις εύλογες ενστάσεις εναντίον των αντι εμβολιαστών του Μητροπολίτη Δωδώνης. Ακόμα και σήμερα, που τα ιατρικά πράγματα σχετικά με την πανδημία έχουνε μπει σε μία ιατρική και της ελληνικής κοινωνίας σειρά, και έχει υποχωρήσει το πρόβλημα, υπάρχουν ρασοφόροι οι οποίοι σε μικρά τηλεοπτικά σποτάκια καταφέρονται εναντίον της ιατρικής επιστήμης, θυμούνται ακόμη το ζήτημα με τις ταυτότητες 666 και αρνούνται να τις παραλάβουν όπως δηλώνουν, καταριούνται τους αντίθετους με αυτούς έχοντας απόψεις, ακόμα και τους ζωόφιλους και άλλα φαιδρά ομνύοντας σε κάτι τερατώδεις προφητολογίες και γεροντολαγνείες που είτε πιστεύεις είτε δεν πιστεύεις στην χριστιανική πίστη λες ότι δεν είναι δυνατόν να λέγονται τέτοια πράγματα, τέτοιος πνευματικός και κοινωνικός παραλογισμός και αχταρμάς, και να υπάρχει κόσμος που τα πιστεύει,  τα υιοθετεί, και μάλιστα αυτά τα μαυροφορεμένα άτομα να έχουν τόσους ακολούθους όσους δεν θα είχε ο Νοστράδαμος αν ζούσε σήμερα. Στην δεδομένη περίπτωση ισχύει μία διαπίστωση ενός ιερωμένου ο οποίος σε κήρυγμά του αναφέρει ότι «Οι Έλληνες ζουν σαν ειδωλολάτρες και πιστεύουν σαν ορθόδοξοι χριστιανοί». Κάτι που κατά την κρίση μας σαν απλοί πολίτες που ζούμε σε αυτήν την χώρα, δηλώνει και την μεγάλη προσωπική μας ευθύνη για το τι ψηφίζουμε, ποιους ψηφίζουμε να μας εκπροσωπήσουν και ποιους ασπαζόμαστε ως πολιτικούς και πνευματικούς ηγέτες μας. Μία Ελλάδα σε διαρκή και παρατεταμένη κρίση-που προσπαθεί να ξεφύγει αλλά δεν μπορεί μια και η διαφθορά είναι τεράστια, η διαπλοκή επίσης μεταξύ των θεσμών- όπως είπε στην σοβαρή, ουσιαστική και πολύ ωραία και κατανοητή συζήτηση ο ελληνοαμερικανός επιστήμονας καθηγητής Ιατρικής κύριος Γιάννης Ιωαννίδης σε συνέντευξή του στο κανάλι “Open” στην εκπομπή «Καθαρές κουβέντες» του δημοσιογράφου κύριου Σπύρου Χαριτάτου. «Η Ελλάδα πάσχει από μία αχρηστοκρατία σε όλους τους θεσμούς… ευθύνη έχουν οι πολιτικοί και οι έχοντες εξουσία. Ένα κηφηναριό που εμποδίζει τους ικανούς να εξελιχθούν. Η πτώση μας είναι ραγδαία». Στο βαθμό που ασπαζόμαστε όλοι μας, αισθανόμαστε σαν εκλογικό σώμα αυτά που μας συμβαίνουν, την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και την τελμάτωση της κοινωνίας μας, τότε δεν μπορούμε να βγάλουμε απέξω τους 10.000 περίπου εκκλησιαστικό προσωπικό, ιερωμένους μοναχούς, αρχιμανδρίτες, μητροπολίτες, ηγούμενους κλπ από αυτήν την γενική παρακμή και κοινωνική, πνευματική παθογένεια και σκανδαλοεπικράτεια. Ίσως εδώ είναι που σαν αναγνώστες κατά την κρίση μας λαθεύει ο Πέτρος Τατσόπουλος, δεν λαμβάνει ως ιστορικό δεδομένο ότι βιώνουμε όλοι μας μία πολιτιστική «σήψη», πολιτική, πνευματική, μεταφυσική και οι ηγετικές δυνάμεις που μας κυβερνούν είναι σάρξ εκ της σαρκός μας. Πόσες φορές δεν μίλησαν και έγραψαν, δημοσίευσαν άρθρα και εξέδωσαν βιβλία τους για το τέλος του Ελληνισμού και της Ελλάδος Έλληνες στοχαστές και διανοούμενοι, φιλόσοφοι και συγγραφείς ακόμα και ιερωμένοι του προηγούμενου αιώνα για το αργόσυρτο και επιθανάτιο αυτό τέλος που όλοι μας ζούμε; Να αναφέρω μόνο ένα τρανταχτό όνομα του προηγούμενου αιώνα, αυτό του συγχωρεμένου Χρήστου Γιανναρά, ενός ορθόδοξου στοχαστή που δεν μπορείς να του προσάψεις ότι ήταν ενάντια στην Ορθοδοξία και την Εκκλησία, και άλλες περιπτώσεις ελλήνων καλλιεργημένων και αξιόλογων προσωπικοτήτων όπως ο φιλόσοφος Στέλιος Ράμφος, που θα χαμογελούσε με όλα αυτά τα πνευματικά και κοινωνικά παράδοξα γύρω μας. Τα ιερά μαντζούνια που γιατρεύουν ανίατες ασθένειες, τα τηλεοπτικά πολύ εισπρακτικά σε εισιτήρια σήριαλ μεγάλης ακροαματικότητας, τις θρησκευτικές ταινίες με βίους αγίων, τις σαύρες που δίνουν απάντηση αν υπάρχει Θεός. Τις πρόωρες χρονολογικά σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο αγιοποιήσεις. Τίτλους εφημερίδων που γράφουν ότι έρχεται οσονούπω η Δευτέρα παρουσία και ότι είμαστε «τυφλοί» όσοι δεν βλέπουμε να πλησιάζουν οι Ιππότες της Αποκάλυψης. Δυστυχώς, αυτά τα «χαβαλεδιάρικα» αντί να τα προσπερνάμε μειδιώντας τα πιστεύουμε όπως τα πίστευαν οι πρόγονοί μας την περίοδο της Τουρκοκρατίας όπως γράφει στα βιβλία του ο Κυριάκος Σιμόπουλος στην σειρά βιβλίων του «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα». Πάντως, αν θέλουμε να κοκορευόμαστε ότι είμαστε «παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη» που λέει το λαϊκό άσμα, απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων δεν μας αξίζει να πιστεύουμε σε τέτοιες ακατανόητες προλήψεις, δεισιδαιμονίες, κουφιολογίες που μας παρασύρουν σε δρόμους όχι αυτογνωσίας μας ως χώρα αλλά και άτομα ξεχωριστά αλλά σε αδιέξοδο. Αυτός ο διασυρμός της δημόσιας κοινής λογικής μας από όσους έχουν οποιοδήποτε είδος και μορφή εξουσία και προβολή. Μια τέτοια Ιστορική Παράδοση όσο μακραίωνη και αν είναι, όσο σκληρό και αν ακούγεται, οφείλουμε να την προσπερνάμε ή να την καταργήσουμε στην πράξη, στον καθημερινό βίο μας και στις αναμεταξύ μας σχέσεις μιας και έχει χάσει την αυθεντικότητά της ή μπορεί και να μην είχε ποτέ αυθεντικότητα η όποια αλήθεια της. Ήταν γεμάτη αυταπάτες θαυμάτων.

  Οι σταγόνες της βροχής συνόδευαν το τέμπο του ρυθμού των παλαιών ποιημάτων του Μήτσου Παπανικολάου στο υπόλοιπο της ημέρας. Το βιβλίο του κυρίου Πέτρου Τατσόπουλου θα περίμενε την συνέχεια της ανάγνωσής του για ηρεμότερες αναγνωστικές καταστάσεις και καιρικές συνθήκες. Εξάλλου οι πρώτες εκατό σελίδες του μου φανέρωσαν ότι ήμουν παντελώς άσχετος με τα στοιχεία και τις πληροφορίες των ρεπορτάζ που βήμα το βήμα εκθέτει τις απόψεις και την προσωπική περιπέτειά του συγγραφέα και την ενδεχόμενη εμπλοκή του σε νομικά ζητήματα. Ο ίδιος κρατά μία ισορροπία στα λεγόμενα των όσων λέγονται εναντίον του και των απόψεών του, τεκμηριώνει με χρονολογίες και στοιχεία τα γεγονότα, παραθέτει γνώμες και πρακτικές τρίτων, προσπαθεί να εντοπίσει «το κλειδί» των διαφόρων κατά την κρίση του οικονομικών σκανδάλων και όσων εμπλέκονται σε αυτά. Το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου δεν είναι μυθοπλασία, αποτέλεσμα δηλαδή της σχεδιαστικής του φαντασίας και συγγραφικής εμπειρίας τόσων δεκαετιών, μιάς έμπνευσης με αρχή μέση και τέλος, αλλά ένα καλογραμμένο περιπετειώδες ταξίδι αληθινών γεγονότων, πραγματικών συμβάντων, υπαρκτών προσώπων, ξεκάθαρων εχθρικών αντιδράσεων προς τον ίδιο τον συγγραφέα, ρίσκων κριτικής και ερωτημάτων ως διάγνωση καταστάσεων, εμπλοκή πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας που ο ίδιος συμμετέχει ως ένα «είδος» Σερλοκ Χολμς, που ξιφουλκεί με τα κακώς συμβαίνοντα μετά από μία περιπέτεια με την υγεία του. Και μία συνειδητή απιστία του απέναντι στην πίστη των πολλών για ένα προσωπικό ενδιαφέρον ενός Θεού που επεμβαίνει στις ζωές και τις αντιλήψεις των ανθρώπων που τον πιστεύουν. Αντίθετα στέκεται εχθρικός σε όσους τον αμφισβητούν και τον αρνούνται.  Βλέπει επίσης στο δικό του αφήγημα  την εμπλοκή ξένων ομόδοξων δυνάμεων του Βορρά στα ελληνικά πράγματα, την εμπλοκή της πολιτικής με την εκκλησιαστική εξουσία και την φανερή ή κρυφή προπαγάνδα σε σφαίρες επιρροών. Ηγούμενοι Μονών που ασχολούνται με το «ριαλ εστέιτ» και τις μπίζνες παρά με τα μοναστικά τους καθήκοντα γενόμενοι οικονομικοί χορηγοί ταινιών για βίους αγίων. Φιγούρες μοναχών λες και βγαίνουν από τις σελίδες του βιβλίου «Το Όνομα του Ρόδου» του ιταλού συγγραφέα και φιλόσοφου Ουμπέρτο Έκο στην ελληνικότερη του εκδοχή μεταφυσική και πολιτική πραγματικότητα και διαστάσεις της σήμερον. Σαν πρώτη αναγνωστική εντύπωση των 11 πρώτων κεφαλαίων του, θα μπορούσε κανείς να το προσεγγίσει ας το επαναλάβουμε ως αστυνομικό ανάγνωσμα, ένα πολιτικό και οικονομικό θρίλερ των σύγχρονων ημερών μας με πολλούς μα πάρα πολλούς διαπλεκόμενους ήρωες από διάφορα κοινωνικά στρώματα και θέσεις εξουσίας της ελληνικής πολιτείας. Πολιτικά πρόσωπα, πρώην πρωθυπουργοί, τηλεοπτικές περσόνες, τικ τόκερ, αγιορείτες μοναχοί και μητροπολίτες της ελλαδικής ορθόδοξης εκκλησίας, εφοπλιστές, δημοσιογράφοι και διευθυντές- ιδιοκτήτες εφημερίδων, μία σειρά δημόσιων παραγόντων της κοινωνίας εμπλέκονται σε έναν ασφυκτικό ιστό που δυσκολεύεσαι να βρεις την αρχή και πιο το τέλος, αν θα υπάρξει ποτέ ξεκαθάρισμα αυτής της στενής διαπλοκής στο μέλλον. Στις αρετές του βιβλίου είναι ο αυτοσαρκασμός του εαυτού του, ο οποίος έχει την δική του σημασία, ενός κριτικού συγγραφέα «λούστρου» που απολύθηκε από τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας που εργάζονταν για μία παρεξηγημένη πρωτιάς συνέντευξη. Αλλά όπως λέει και ο ίδιος, πλησιάζει τα 66 και για λίγο ακόμα θα τον ανέχεται το κατεστημένο. Αυτό που δεν ανατρέπεται ούτε με την Σισύφεια αγωνιώδη προσπάθεια. Η διάρθρωση του βιβλίου είναι κινηματογραφική θα μπορούσε να γίνει σήριαλ σημειώνω στο περιθώριο των σελίδων. Όσο για την γλώσσα του, είναι στρωτή, λαγαρή, με αρκετές αν δεν λαθεύω αγγλικές σύγχρονες λέξεις εκφράσεις ορολογίας, κάτι που δεν «συνάδει» (;) με τις πρώτες πεζογραφικές του εργασίες, αλλά έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τότε που ο νεαρός πεζογράφος Π. Τατσόπουλος ξιφουλκούσε με τον συγγραφέα του «Τρίτου Στεφανιού» δημόσια, ενώ σήμερα δίνει συχνότατες συνεντεύξεις και τυγχάνει δημόσιας προβολής περισσότερο από κάθε άλλον έλληνα πεζογράφο προσπαθώντας να δικαιολογήσει και αιτιολογήσει τις θέσεις και τις επιχειρηματολογικές του κρίσεις των κακώς κειμένων, των οικονομικών ατασθαλιών, σοβαρών ζητημάτων της Ελλαδικής Εκκλησίας και Κοινωνίας. Το βιβλίο είναι μάλλον μέρος μίας τριλογίας, «Η καλοσύνη των ξένων» μια αληθινή ιστορία και «το όπιο του λαού» μια ανορθόδοξη προσέγγιση. Ή τουλάχιστον κινείται σε αυτήν την ρεπορτάζ εξομολογητική του προβληματική και παρατήρηση των γεγονότων, στα οποία εμπλέκονται όλα τα πραγματικά πρόσωπα και ο ίδιος. Από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ονόματα εκκλησιαστικών ηγετών, πρόσωπα οικονομικών παραγόντων, άτομα της τηλεόρασης και της κυβερνητικής εξουσίας των τελευταίων χρόνων. Μία συχνή παρέλαση κάθε είδους και κατηγορίας σωτήρων μας οι οποίοι κυκλοφορούν γύρω μας, ανάμεσά μας τα τελευταία χρόνια, επίγειοι και επουράνιοι που προσπαθούν να χειραγωγήσουν τις ζωές μας με οικονομικό τίμημα βεβαίως- βεβαίως.

Γιατί, όπως θα μας έλεγε με συγκατάβαση για τα προβλήματά μας Κερδώος Ερμής άνευ χρημάτων ούτε αγιοποιήσεις πραγματοποιούνται ούτε στεγανοποιήσεις ταρατσών γίνονται, συμφωνώντας με τον αρχαίο ρήτορα Δημοσθένη.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

31/10/2026

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Μνήμη ποιητή Τάσου Λειβαδίτη

 

 ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

(Αθήνα 20/4/1922- Αθήνα 30/10/1988)

         ΔΑΦΝΕΣ ΓΙΑ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥΣ

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ

   Ήταν νύχτα κι είχα πάρει τη μεγαλύτερη απόφαση του αιώνα: θα έσωζα την ανθρωπότητα, αλλά πώς; χίλιες σκέψεις με τυραννούσαν όταν άκουσα βήματα, άνοιξα την πόρτα και είδα τον τυφλό της αντικρινής κάμαρας να προχωράει στο διάδρομο κρατώντας έναν λύχνο, ήταν έτοιμος να κατέβει τη σκάλα, «τί τον θέλει τον λύχνο;» αναρωτήθηκα κι άξαφνα άστραψε μέσα μου η ιδέα, είχα βρει τη λύση, «αδερφέ μου, του λέω, ο Θεός σ’ έστειλε»

        και βαλθήκαμε με ζέση κι οι δυό επί τω έργω… σ. 9

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Και τώρα που ξεμπερδέψαμε πιά με τα μεγάλα

λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας-αλλά μάταια, το σχέδιο της πόλης άλλαξε, κατά που πέφτει ο δρόμος που αγαπηθήκαμε παιδιά, που πήγε ο άνεμος που σκόρπισε τόσους συντρόφους, υπάρχει ακόμα ο κόσμος,- τώρα στη γλώσσα μας μπερδεύονται παλιά τραγούδια, κανείς δεν μας καταλαβαίνει και μόνο τα παιδιά μαντεύουν πιο πολλά, μα μεγαλώνουν γρήγορα και τα πουλιά πετάνε για να μη θυμούνται-ένα τέτοιο παρελθόν και δεν απομένει παρά λίγη στάχτη, όπου σκυμμένοι τα βράδια σχεδιάζουμε σημαίες, άστρα, λόφους, άλογα κι ανάμεσά τους την τύψη ότι δεν τα δώσαμε όλα

        ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τις πιό ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος. σ.14

ΠΡΟΛΟΓΟΣ  ΣΤΗΝ  ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Κάποτε θα ξανάρθω. Είμαι ο μόνος κληρονόμος.

Κι’ η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ. σ.16

ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Λησμονημένοι κι άγνωστοι ζήσαμε, σπόνδυλοι από

   ναούς ερειπωμένους, μαύρες στοές,

παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο

   υποσχόταν-

κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών που πιάνουν

   από νωρίς φιλίες με το χώμα. σ.18

ΜΑΘΗΜΑ  ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Αξιοθρήνητοι είμαστε, παλεύοντας τη νύχτα

με τα όνειρα, τη μέρα με τους θρύλους, κι ύστερα η παράκρουση, η καταφρόνια, τα σφαγμένα ζώα, ο πυρετός. Κι άραγε κατά που κοιτάζουν τ’ ανεστραμμένα των νεκρών;

        Έτσι είχαμε πάντα έναν δρόμο να ξεφύγουμε… σ.19

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

        Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιάν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή και τώρα πιά τα ‘χω μπερδέψει- δεν ξέρω αν βρίσκομαι στο τέλος ή στην αρχή, αν πρέπει να φύγω ή να ξαναγυρίσω, και ποιό δρόμο να πάρω και να πάω πού;- εξάλλου σκοτείνιασε

        και τα σκυλιά γαβγίζουν, σταματώντας τους περαστικούς στα σύνορα του ανείπωτου. σ. 26

ΤΑ ΨΕΥΔΗ  ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

        Ποτέ δε φανταζόμουν ότι τόσες πολλές μέρες κάνουν μιά τόσο λίγη ζωή. σ.28

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ  ΑΙΤΙΕΣ

Κι αυτοί που μαζεύουν τ’ αποφόρια του κόσμου

   δεν είναι για να τα φορέσουν,

απλώς σκεπάζουν το βράδυ τη λάμπα, για να

    μπορούν να συγχωρούν. σ. 29

        ΕΙΣ  ΜΝΗΜΗΝ

        Κάποτε θα πάρουμε ένα γράμμα, θα ‘ναι από

μιάν άλλη εποχή, θα το ακουμπήσουμε στο τραπέζι αμήχανοι, θα σκεφτούμε πόσο είμαστε ακόμα ξένοι, οι λέξεις θα ‘χουν γίνει φαντάσματα, στο δρόμο θα βρίσκεις καμιά φορά ένα επισκεπτήριο, αλλά δε θα ‘χουμε μνήμη, τα καφενεία άδεια σαν τοπία του υπερπέραν- και μόνον εγώ, τότε, ο τρελός θα σηκωθώ και θα φωνάξω: «σύντροφοι», σαν ν’ απαντάω στην ατέλειωτη αυτή σιωπή…

                Το ημερολόγιο θα δείχνει Οκτώβριο- με τα μαραμένα φύλλα και τις εξεγέρσεις. σ.34

ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ

        Η ζωή δεν έχει έλεος σαν τα παιδιά, ούτε φιλίες

σαν την ποίηση. Κι ο κόσμος μοιάζει της μητέρας

μου: αγαπημένος

    και χαμένος για πάντα. σ. 37

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

        Είμαστε αυτοί που αιώνια πηγαίνουν, δεν είχαμε ποτέ έναν τόπο δικό μας, που πάμε; Από πού ερχόμαστε; Καμιά φορά κατοικούμε για λίγο κάπου, αλλά  γρήγορα μας ξαναθυμάται η Μοίρα και φεύγουμε.

        Και μόνο καμιά φορά την ώρα που βραδιάζει κι ανατριχιάζουν οι λίγες βιολέτες στους φράχτες, ένα παράξενο θάμπος μας πλημμυρίζει, μιά αίσθηση σαν να ξαναγυρίζουμε εκεί απ’ όπου μας είχαν για πάντα διώξει.

        Ή μήπως το λυκόφως είναι η μόνη μας πατρίδα…. σ.44

          ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

2

Κύριε, μόνο με τη σιωπή σε νιώθουμε. Κάθε ομιλία

   σε πληγώνει.

Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απ’ όπου,

    μαζί με το αίμα σου,

στάζει και λίγη απεραντοσύνη. σ.48

4

Κύριε, είσαι κρυμμένος πίσω από τόσα αινίγματα,

   ίσκιους, σκοτεινές παραβολές-πώς να σε βρώ;

Όμως είναι στιγμές που σ’ αναγνωρίζω: μιά

   ξαφνική αφθονία στην καρδιά μου σε προδίνει. σ. 50

7

    Η γέννηση της ομιλίας

Κύριε, είσαι το μέγα άπειρο που ανασαίνουμε, ο

   απέραντος δρόμος που πηγαίνουμε.

Είσαι η απερίγραπτη σιωπή που την ακούμε μέσα μας

   και μιλάμε- για να μην πεθάνουμε από τρόμο.  σ.53

         Ο  ΑΔΕΛΦΟΣ  ΙΗΣΟΥΣ

                Η ταφή

   Πέθανε ύστερα από λίγες μέρες. Τον θάψαμε

στην άκρη ενός παλιού κοιμητηρίου, δυό άνθρωποι όλοι κι όλοι κι ένα περαστικό αδέσποτο σκυλί που είχε σταθεί και μας κοιτούσε. Έβρεχε.

        Έτσι, κάθε που βλέπω τώρα ένα σκυλί, ξέρω κατά που πέφτει η Παράδεισος.  σ.65

              ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ

        ΑΓΙΟΤΗΤΑ

   Ημερολόγιο ήσυχο στον τοίχο, μιά ημερομηνία

κι οι άγιοι σιωπηλοί, χλωμοί κι αναμάρτητοι,

σημειωμένοι μόνο με το μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους.

 

   Κύριε, κανείς δεν ήθελε να μεγαλώσει. σ. 69

        ΠΑΛΙΕΣ  ΦΙΛΙΕΣ

   Και μή σας ανησυχεί- είναι απλό: σταυρώνετε

τα χέρια πάνω στο τραπέζι κι εκείνο θα έρθει μόνο

του.

    Το μυστήριο σας γνωρίζει κι άς μην το θυμόσαστε. σ.75

        ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΡΙΣΜΟΙ

  Κι όταν πιά δε θα ‘χω με τί άλλο να ζήσω, θα

πάρω έναν μεγάλο καθρέφτη και θα στέκομαι στις

γωνίες, όπως αυτοί με τις ζυγαριές ή τους βίους των αγίων, κι εκεί για λίγες δεκάρες θ’ αφήνω να

καθρεφτίζονται οι περαστικοί, βλέποντας για μιά στιγμή μέσα στο βάθος του καθρέφτη

   όλη την έρημο που μας ακολουθεί… σ.85

        ΒΙΟΣ

Η μέρα έφυγε τυλιγμένη στην εφήμερη βουή,

Αλλά το βράδυ ο ονειροπόλος ρίχνει λίγο αλάτι

   πάνω στην πέτρα

και προσκαλεί τον Θεό του. σ.96

   Τάσος Λειβαδίτης ο σημαντικότερος και μελωδικότερος, λυρικός ποιητής της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς. Σεμνός αγωνιστής της αριστεράς, ελεήμων προσωπικότητα, τίμιος και άδολος χαρακτήρας. Φωνή αληθινή και ειλικρινή. Σήκωσε στωικά και καρτερικά τον αγωνιστικό σταυρό της ζωής του και έζησε αθόρυβα και διακριτικά. Η ποιητική του ανάσα μεταξύ άλλων σημαντικών ανθρωπιστικών και αγωνιστικών προβολών του διακρίνεται από μία χριστιανική θρησκευτικότητα στην σκηνογραφία της και τους συμβολισμούς της, μεταποιημένη σε αγωνιστική ενατένιση και εγκαρτέρηση ως καθημερινή πράξη και εμπειρία συναδέλφωσης των λαών. Τα βάσανα και οι καημοί του Κόσμου γίνονται πρώτη ύλη της ποίησής του σε μία πανανθρώπινη Θεική αίσθηση και διάσταση στην απεραντοσύνη ενός σιωπηλού ουρανού. Εύοσμο ρόδο η ποίησή του όπως και του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη γιατί όπως μας είπε ο Τάσος Λειβαδίτης: «Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μιά φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό». Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα σαν ΣΗΜΕΡΑ 30 Οκτωβρίου 1988. Ο έλληνας ποιητής που όπως λέει σε στίχους του, «Έζησα μες στη ματαιότητα/ και πάνω στον Ωκεανό…» και « πεθαίνουμε στερημένοι σ’ έναν παράδεισο από λέξεις», από την συλλογή του «Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα». Τα ποιήματα που αντιγράφω προέρχονται από την συλλογή του «Ο ΤΥΦΛΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΛΥΧΝΟ» εκδόσεις «Κέδρος» Αθήνα 1983, σελίδες 120, δραχμές 300. Η λυρική και συγκινητική συλλογή του χωρίζεται στις εξής ενότητες: -Δάφνες για νικημένους 36 ποιήματα- Συνομιλίες 12 ποιήματα- Ο αδελφός Ιησούς 4 ποιήματα – Διανυκτέρευση. 44 ποιήματα. Ποιητικός λόγος δωρικός, ακριβής, μουσικός πυκνών ανθρωπιστικών νοημάτων. Ο καλύτερος της γενιάς του. Μεταξύ άλλων ασχολήθηκε με την κριτική βιβλίου παρουσιάζοντας έργα ελλήνων και ξένων συγγραφέων, με την μετάφραση, την αρθρογραφία,  ενώ έγραψε διηγήματα μοντέρνου ρυθμού και φόρμας «Το Εκκρεμές» και στίχους τραγουδιών που άγγιξαν τις καρδιές και τις ψυχές του ελληνικού λαού που μελοποιήθηκαν από σημαντικούς συνθέτες. Τα λαϊκά και τρυφερά τραγούδια του βρίσκονται στα χείλη κάθε ευαίσθητου και ονειροπόλου πολίτη και ας μην γνωρίζει ποιος είναι ο στιχουργός τους. Τάσος Λειβαδίτης μία σπάνια ποιητική πολύχυμη παρουσία που το όνομά του και η γραφή του κοσμούν τα ελληνικά γράμματα και ας έζησε κάτω από την σκιά του πολύκλαδου και πολύριζου δέντρου της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

30 Οκτωβρίου 2026

Με την σκέψη στην τραγωδία που περνά αυτές τις μέρες η πατρίδα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, του Θερβάντες, του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα του Πικάσο και του Μπουνουέλ.   

  

 

  

 

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Ανδρέας Αγγελάκης- Ναπολέων Λαπαθιώτης

 

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ- ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

        Στο παρόν σημείωμα αντιγράφουμε τις αναφορές του πειραιώτη καθηγητή αγγλικών, ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη που συνδέονται με τον αθηναίο εστέτ ποιητή του Μεσοπολέμου, «πεσιμιστικής ιδιοσυγκρασίας» αυτόχειρα Ναπολέων Λαπαθιώτη. Παράλληλα, δίνουμε τηλεγραφικώς ενδεικτικές πληροφορίες που γνωρίζουμε για το έργο του μνημονεύοντας ονόματα πειραιωτών λογοτεχνών οι οποίοι αναφέρθηκαν, έγραψαν ή σχολίασαν την παρουσία και την ποίηση του συμβολιστή ποιητή- μεταφραστή με το τραγικό τέλος. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ήταν γνωστός στους Πειραϊκούς στενούς φιλολογικούς κύκλους της εποχής του από τις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, αν και, δεν ήταν μεγάλη και συχνή η συγγραφική συμμετοχή του σε πειραϊκά λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα. Η απώλειά του εν μέσω Πολεμικής περιόδου και Κατοχής πάντως, καταγράφηκε στον πειραϊκό τύπο και τα περιοδικά. Ο γνωστότατος στο Αθηναϊκό φιλότεχνο κοινό Ν. Λαπαθιώτης μοναχοπαίδι στρατιωτικού πατέρα και Μεσολογγίτισσας μητέρας επισκέπτονταν συχνά τον Πειραιά, τις έρημες και βραχώδεις περιοχές του πρώτου Λιμανιού- Πειραϊκή, Φρεαττύδα κλπ. Τις πειραϊκές του περιπλανήσεις και εμπειρίες, εικόνες και ιδιαιτερότητες του βίου του μας αναπλάθει σε ένα αξιοπρόσεχτο πεζογράφημά του «Το Τάμα της Ανθούλας» που κυκλοφόρησε όπως και άλλα πεζά του χρόνια μετά τον θάνατό του.  Πειραιώτες ποιητές όπως με καταγωγή από την Χίο (πολιτογραφημένος πειραιώτης) Λάμπρος Πορφύρας, ο υδραίος ποιητής και μεταφραστής Γεώργιος Στρατήγης, ο Φαληριώτης πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας ιατρός Παύλος Νιρβάνας, ο μεταφραστής Γεώργιος Ζουφρές, ο δημοσιογράφος και ολιγογράφος ποιητής Νίκος Χατζάρας και άλλοι, υπήρξαν πνευματικοί συνοδοιπόροι του, συμμετείχαν στην έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού «Ηγησώς», στενοί φίλοι και συνδαιτυμόνες του όπως ο ποιητής και κριτικός, μεταφραστής διευθυντής του λαϊκού περιοδικού «Μπουκέτο» Μήτσος Παπανικολάου. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και ο νεαρός Παπανικολάου φοίτησε σε Πειραϊκό Σχολείο. Στενή φιλική σχέση διατηρούσε ο Ν. Λαπαθιώτης και με τον Νίκο Χαντζάρα. Βλέπε την σειρά των δημοσιευμάτων του στον πειραϊκό τύπο με τίτλο τα «Πειραιώτικα». Τα έχουμε ταξινομήσει και αντιγράψει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Μάλιστα ο πειραιώτης ποιητής παραβρέθηκε και στην κηδεία του. Από τις νεότερες γενιές των τελευταίων χρόνων, για το έργο του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη έγραψαν ή μίλησαν ο κριτικός Ευάγγελος Ν. Μόσχος, ο συγγραφέας και εκδότης Ευάγγελος Ρόζος, ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς που έχει αφιερώσει αρκετές σελίδες του στο περιοδικό του «Οδός Πανός», ο μελετητής της λογοτεχνίας Γιώργος Χ. Μπαλούρδος (έχει δώσει ομιλία, γράψει στα περιοδικά «Πνευματική Ζωή» του Μιχάλη Σταφυλλά, «Οδός Πανός», στην εφημερίδα «Εξόρμηση», στην ιστοσελίδα του κλπ.), ο Αλεξανδρινός μελετητής γεννημένος στον Πειραιά Τίμος Μαλάνος  στο βιβλίο του «Αναμνήσεις ενός Αλεξανδρινού». Το 2003 οι εκδόσεις «Οδός Πανός κυκλοφορούν το μοναδικό μέχρι σήμερα βιβλίο-μελέτημα που κυκλοφόρησε για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, συγγραφέας του ο πειραιώτης πανεπιστημιακός Βρασίδας Καραλής, «Για τον Ανδρέα Αγγελάκη». Σε διάφορες σελίδες του 18, 43, 58, 64, έχουμε αναφορά στον Λαπαθιώτη. Ο πειραιώτης συγγραφέας και σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης ο οποίος έγραψε το σενάριο και γύρισε την βραβευμένη ταινία βασισμένη στην ζωή του ποιητή «Μετέωρο και Σκιά», το επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς της ΕΡΤ-1 για τους Ποιητές μας. Ο φιλόλογος και σκηνοθέτης έχει κυκλοφορήσει και το μελέτημα «Χαίρε Ναπολέων- Δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, 63 πεζά ποιήματά του και εικόνες του Άγγελου Παπαδημητρίου», εκδ. Άγρα 1999. Ο Τάκης Σπετσιώτης συνεχίζοντας τις Βιβλιογραφικές καταγραφές που πρώτος άρχισε ο ποιητής και εκδότης Τάσος Κόρφης συμπληρώνει τα στοιχεία και τις πληροφορίες. Πάνω στα ίχνη του πατά και συμπληρώνει την Βιβλιογραφία ο πανεπιστημιακός Γιάννης Η. Παππάς βλέπε σελ. 506, παράγραφος 84 του βιβλίου του Ναπολέων Λαπαθιώτης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΕΘΕΝΤΑ Εισαγωγή-φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Η. Παππάς με τη συνεργασία της φιλολόγου Μαρίας Π. Φωτίου, εκδόσεις «Ταξιδευτής» 2015. Τώρα, όσον αφορά την σχέση του Ναπολέων Λαπαθιώτη και του εγκατεστημένου στην πόλη του Πειραιά ποιητή και κριτικού Μήτσου Παπανικολάου, στοιχεία αντλεί από δύο χρήσιμες και σημαντικές εκδόσεις που κυκλοφόρησαν την τελευταία διετία. Αυτή του νέου Καβαλιώτη εκπαιδευτικού Μιχαήλ Χ. Ρέμπα, Μήτσος Παπανικολάου, Ποιητικά Έργα και Αθησαύριστα Πεζά. Άπαντα τα Ευρεθέντα. Φιλολογική έκδοση, εισαγωγή, επιμέλεια, σημειώσεις Μ. Χ. Ρέμπας, εκδόσεις «Όγδοο», 2023 και την δίτομη ερευνητική εργασία του γνωστού μας πειραιώτη πανεπιστημιακού στην Θεσσαλονίκη Μιχάλη Γ. Μπακογιάννη. Βλέπε Μήτσος Παπανικολάου, Τα ποιήματα (1916-1942)και Τα πεζογραφήματα (1913- 1943) σε φιλολογική επιμέλεια Μιχ. Γ. Μπακογιάννη, εκδόσεις Σμίλη 2024, 354+ 390 σελίδες. Τέλος, έχουμε την περίπτωση του πειραιώτη ποιητή, μεταφραστή και καθηγητή των αγγλικών Ανδρέα Αγγελάκη.

  Οι τίτλοι βιβλίων του Ανδρέα Αγγελάκη είναι τέσσερεις οι οποίοι έχουν άμεση σχέση με ότι αποκαλούμε στους χώρους της Ελληνικής Γραμματείας υπόθεση Λαπαθιώτη. Δύο ποιητικές συλλογές, ένα με αφηγήματά του και ένα παιδικό του.

   Σε δύο Ποιητικές του συλλογές αφιερώνει ποιητικές του μονάδες στον Ν. Λαπαθιώτη. Στα Αφηγήματά του, συνειρμικά, έρχονται στην σκέψη του ποιητή τα σχέδια των αντρών που κοσμούν τα ποιήματα της έκδοσης Γεωργίου Φέξη 1964 σε επιμέλεια Άρη Δικταίου. Στο Παιδικό του, έχουμε στίχους του Λαπαθιώτη.

    Οι τίτλοι των βιβλίων είναι οι εξής:

1., Ανδρέας Αγγελάκης, Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Φωτογραφίες TRESS, μακέτα εξωφύλλου Μιχάλης Ιερωνυμίδης εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, Αθήνα, Απρίλιος 1982, σελ. 64. Το βιβλίο τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Αιμίλιου Καλιακάτσου (εκδόσεις Στιγμή). Σε λιγότερο από μία δεκαετία, Σάββατο 18 Μαϊου 1991 θα έφευγε από τον μάταιο τούτο κόσμο ο πειραιώτης ποιητής. Αφήνοντας πίσω του την μητέρα του, την σύζυγό του Γιωργία και τον μικρό του γιό τον Αργύρη. Ο θάνατός του προκάλεσε θλίψη και πόνο στην οικογένειά του και στους θαυμαστές του έργου του στους μαθητές των δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων όπου δίδαξε. Το Νεκροταφείο της Ανάστασης δέχτηκε το άψυχο και βασανισμένο κορμί του. [στις σελίδες 18-23 έχουμε την μακροσκελή ποιητική σύνθεση «ΒΡΟΧΕΡΟ ΒΡΑΔΥ ΕΝΟΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ»].

        ΒΡΟΧΕΡΟ ΒΡΑΔΥ ΕΝΟΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ

Ναι, σίγουρα πρέπει. Μας περιμένουν.

Πίσω απ’ το τζάμι, στητοί και αξιοπρεπείς,

οι γέροι ποιητές καραδοκούν μήπως χτυπήσει το κουδούνι.

Τί περιμένουν; ποιόν; Όλους και κανέναν.

Οι ανθολογίες πολλές φορές τους παρουσιάζουν νεκρούς,

πώς πέθαναν πρίν πέντε ή δέκα χρόνια,

κάπου στην Επαρχία.

Εκείνοι στέλνουν επιστολές,

διευκρινίζουν, ειρωνεύονται, απειλούν τον ανθολόγο,

κατηγορούν για φιλολογική ανεπάρκεια, κακοήθεια.

Παίρνουν απάντηση ικανοποιητική,

υπόσχεση διόρθωσης μόλις εξαντληθεί η πρώτη έκδοση

και ησυχάζουν.

Τα διηγούνται πιά κατόπιν σαν ανέκδοτο.

 

«Και να σκεφτείτε πώς τώρα γράφω το αριστούργημά μου,

αυτές οι καρακάξες θα πλαντάξουν,

σας βεβαιώνω,

είμαι πιό νέος απ’ αυτούς, μην τους ακούτε,

μεθαύριο έχω γενέθλια. Μπαίνω στην εφηβεία μου.

Κλείνω τα δεκαπέντε μου,

Τί δώρα θα μου κάνουν, άραγε;».

 

Και ξαφνικά, μεταμορφώνονται.

Γίνονται μιά κοπελίτσα με ξανθά μαλλιά,

στο μπούστο της νταντέλες,

γίνονται ένα άτακτο αγοράκι

που κλέβει το γλυκό και σκαλίζει τη μύτη του.

«Λοιπόν, θα πάμε καμιά βόλτα;», σε ρωτούν.

«Το υποσχεθήκατε».

 

Πώς, βέβαια, λες. Κι ετοιμάζονται.

Βάζουν πανάκριβα λουστρίνια,

μεταξωτά πουκάμισα, φορτώνονται δαχτυλίδια και καδένες.

 

«Δεν θ’ αργήσουμε», φωνάζουν στην υπηρέτρια.

«Αν τηλεφωνήσει κανένας, πες να ξαναπάρει,

θα μια πίσω σε δυό ώρες,

πρόσεχε να σημειώσεις τ’ όνομά του,

όλο ξεχνάς τώρα τελευταία, αντίο».

 

Και σκαρφαλώνουνε στην πλάτη σου.

Τα πόδια σου λυγίζουν.

Ενώ δεν είναι κάν εξήντα κιλά,

σηκώνεις ένα αβάσταχτο φορτίο,

κουβαλάς σ’ ένα σακί το χρόνο,

τρέμεις, λυγάς.

 

Ένα προπολεμικό τραγούδι βουϊζει μες στ’ αυτιά σου.

Και- τί περίεργο! Ενώ η δύση δεν προμηνύει τίποτε,

αρχίζει μιά ψιλή βροχή να πέφτει,

συνοδεύει την κουβέντα και τη βόλτα σας

διακριτικά, αλλά επίμονα,

διαλύει τα πάντα σ’ έρωτα και μνήμη,

πρόσωπα διαγράφονται στο μάκρος της λεωφόρου,

τρέχει ποτίζοντας τα μαλλιά, τη σάρκα σου.

Ενσωματώνεται στη σκέψη σου.

Ολόκληρος γίνεσαι βροχή.

 

«Ας σταματήσουμε εδώ, στο υπόστεγο.

Αυτή η απρόοπτη βροχή μας χάλασε τα σχέδια.

Τί ατυχία!

Πάντα, όταν βρέχει,

αισθάνομαι σαν να με τιμωρεί ένα πρόσωπο,

αλλά δεν ξέρω ποιό ή γιατί.

Το ‘χω προσέξει από μικρός».

 

Σωπαίνουν. Περνάει ώρα. Σε ξεχνούν.

Μονάχα ακούγεται η βροχή στο υπόστεγο.

 

«Δεν επιστρέφουμε;», λένε. «Δεν πειράζει.

Εξάλλου, εσείς θα μου περιγράψετε

αυτά που επρόκειτο να δούμε,

τα σινεμά, τα θέατρα, οι φαντάροι,

τ’ αγάλματα στο πάρκο τα κιτρινισμένα,

οι τυχερές αυτές υπάρξεις

που οι ανόητοι τα θαρρούν χωρίς ζωή

-τί λεία σάρκα, τί νεανική,

βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα τους στο χρόνο,

και, κυρίως, είναι άτρωτα,

οι μαχαιριές των αισθημάτων άσκοπες,

έχουν συναλλαγές με την αιωνιότητα,

γι’ αυτό τα βλέπετε έτσι αυτάρκη,

με γνωρίζουν εμένα, ωστόσο, τα γνωρίζω,

 

αλλά τί λέω, ξεχάστηκα,

ώρες είναι να μπλεχτούμε και με τη μεταφυσική,

αυτό μας έλειπε,

ανέκαθεν μισούσα τις αφηρημένες έννοιες,

λοιπόν, έτσι,

θέλετε λίγο ούζο, ουίσκι, αναψυκτικό;

ούτε κάν σας ρώτησα.

 

Βαρέθηκα πιά τα ίδια πρόσωπα,

ποιά πρόσωπα; για τον Καβάφη λέω.

Εφιάλτης μου έγινε. Έχει προσκολληθεί

σαν βδέλλα πάνω μου.

Όπου πάω, μ’ ακολουθεί. Στο σαλόνι,

που λιμνάζουν οι οικογενειακές φωτογραφίες μας,

στο χωλ, στην κουζίνα, όταν ψήνω κάποιο ζεστό,

στην τουαλέτα ακόμα. Παντού από πίσω μου.

Μα, καταντάει τυραννία.

Μ’ έχει κάνει νευρασθενικό.

Καταπίνω χάπια με τις φούχτες.

Κάποιος πρέπει να του μιλήσει πιά,

να φύγει, να φύγει, να φύγει, να ξεκουμπιστεί.

Να, για ακούστε. Όχι, δεν είναι αυτός.

Κάποιο ποντίκι θα ‘ναι, έχουμε και τέτοια,

δεν μας φτάνουν τ’ άλλα.

Και η μνήμη να κρέμεται σαν βρικόλακας στο  τζάμι μου.

 

Όλα τούτα τα χαρτιά, τα ποιήματα, προσχέδια,

επιστολές νεκρών λογοτεχνών, κάρτ ντε βιζίτ,

φωτογραφίες της Λεάντερ, δίσκοι της,

όλα τούτα μου ‘ρχεται ν’ ανοίξω το παράθυρο,

να τα πετάξω,

στάχτη και μπούρμπερη να γίνουν,

όλο τούτο τ’ άχρηστο χαρτικό το ανεπρόκοπο

να γινόταν, λέει, κορμί φαντάρου ή ναύτη,

-έχω αδυναμία στις στολές, συγχωρέστε με,

εκείνο το βαθύ τους μπλε με κάνει

σαν να ταξιδεύω-

να γίνει, που λέτε, σάρκα, αίμα και φλέβες,

αυτά που η ποίησή μου σεμνύνεται

να ομολογήσει,

μπράτσα, πλάτες, μέλη απόκρυφα.

 

Άχ, να γινόταν ξαφνικά, χωρίς κουδούνι να χτυπήσει,

χωρίς κανένα τηλεφώνημα,

ν’ ανοίξει η πόρτα του δωματίου μου

και να εμφανισθεί αυτός. Αυτός.

 

«Ήρθα, να πει. Τίποτε άλλο. Και να γδυθεί.

Ν’ αφήσει τον μπερέ του στην καρέκλα

κι αργά- αργά να βγάλει το πουκάμισο,

το παντελόνι, τις λασπωμένες μπότες.

Μετά να πεί, «Είμαι κουρασμένος,

κάναμε ασκήσεις σήμερα,

λίγο να κοιμηθώ, κι ύστερα βλέπουμε».

Ν’ αρχίσει να ψιλοροχαλίζει.

 

Εγώ –χά χά, πώς σας την έφερα!-

θα τον αφήσω να κοιμάται,

θα πλησιάσω την καρέκλα στο κρεβάτι του.

Μυρίζει εκείνη η απροσδιόριστη μυρουδιά

της νεανικής σάρκας

(ορμόνες, μου ‘πε ένας γιατρός)’

το ‘να χέρι κάτω απ’ το κεφάλι του,

τ’ άλλο πάνω στην ήβη του. Περιττό.

Τίποτα δεν προσμένω. Τίποτα. Τίποτα.

Βαρεθήκατε; Ναι, βέβαια, είναι αργά.

Και τα ταξί δύσκολα βρίσκονται τέτοια ώρα.

Του χρόνου πάλι. Σίγουρα. Τηλεφωνήστε μου.

Ναι, αρκετά καλά τα ποιήματά σας,

θα βρω καιρό να σας γράψω τις εντυπώσεις μου.

Αντίο. Και να διαβάζετε. Διαβάζετε τους κλασικούς.

Είναι το άλφα και το ωμέγα.

Κακά τα ψέματα. Χωρίς την κλασική παιδεία μου

δεν ξέρω αν θα ‘γραφα τέτοια αριστουργήματα.

Γειά σας, λοιπόν.

Τραβήξτε, καθώς φεύγετε, καλά την πόρτα.

Ναι. Ναι. Συντόμως ελπίζω να τα ξαναπούμε.

    Η ποιητική συλλογή «Η Μεταφυσική της μιας Νύχτας» του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη που κυκλοφόρησε το 1982 από τις εκδόσεις «ΓΝΩΣΗ» θεωρείται από τις καλύτερες και πιο συγκλονιστικές ποιητικές καταθέσεις που μας έχει δώσει ο πειραιώτης δημιουργός.  Είναι η 10η χρονολογικά σε μία περίοδο είκοσι χρόνων από το 1962 όταν κυκλοφόρησαν τα ποιήματα «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας». «Η Μεταφυσική της μιάς νύχτας» ανοίγει τις σελίδες της με ένα απόσπασμα από το θεατρικό έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, HAMLET,I,iii, 78-80. Το μότο μεταφέρεται στην πρωτότυπη γλώσσα του: “This above all: to thine own self be true,/ And must follow as the night the day,/ Thou canst not them false to any man.” Η συλλογή αρχίζει με το ποίημα «Καρτεσιανή Λογική» και κλείνει την αυλαία της μ το ποίημα «Τελικά». Ενδιάμεσα περιλαμβάνονται 29 μεγάλες ποιητικές μονάδες. Το ποίημα αφιερωμένο στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη είναι το 8ο στην σειρά ενώ η ποιητική και αγαπημένη στους Πειραιώτες και όχι μόνο σύνθεσή του «Ο Χριστός Πειραιάς μου» είναι η 13 στην σειρά. Ένα εκπληκτικό και άρτια οργανωμένο ποίημα στο οποίο ο Αγγελάκης μας εκφράζει στο πώς η γενέθλια πόλη του ο Πειραιάς, αισθηματοποιήθηκε μέσα του στην ποίησή του. Ένας βουβός σπαραγμός πλημμυρίζει τις σελίδες αυτής της συλλογής, ένα σιγαλόφωνο κλάμα για αυτό που χάνεται καθημερινά στις μεταξύ ερωτικές και συντροφικές σχέσεις των ανθρώπων. Μπορεί το Σαιξπηρικό μότο να έχει την δική του βαρύτητα στην λειτουργία της ποίησης του Α. Αγγελάκη αλλά, θεωρούμε εκ νέου όσες φορές και να την διαβάσουμε ότι η φράση του γάλλου συμβολιστή, καταραμένου ποιητή Αρθούρου Ρεμπώ, «μια μέρα πήρα την Ομορφιά στα γόνατά μου την βρήκα πικρή και την βλαστήμησα» φωτίζει εκ των έσω τον ερωτικό και πικρό αυτό λόγο του πειραιώτη ποιητή. Παρά τις σκληρές της εικόνες, τα άξενα ερωτικά της Καβαφογενή πλάνα της, ένα κλίμα θρησκευτικότητας, σιγαλόφωνης Παπαδιαμαντικής στωικότητας και εγκαρτέρησης διαχέεται μέσα σε αυτούς τους μακροσκελείς στίχους. Μία ποίηση χαμηλόφωνων δραματικών τόνων, ψιθυριστής συγκίνησης, υπόκωφης διάθεσης. Υπερισχύουν τα ουσιαστικά και κυριαρχεί το ρήμα, ενώ όπου κάνουν την εμφάνισή τους τα επίθετα είναι για να δώσουν μεγαλύτερη ένταση στην τραγικότητα των ερωτικών περιστάσεων. Σκηνές μοναξιάς και αποξένωσης που, φορτίζονται συναισθηματικά ακόμα περισσότερο από τις ασπρόμαυρες ωραίες φωτογραφίες αντρικών υπάρξεων σε μία στάση αμήχανου ερωτισμού τους. Τα μέσα μας ερείπια ενώνονται με τα εξωτερικά. Η φύση απουσιάζει. Το ποιητικό ερωτικό υποκείμενο στροβιλίζεται μέσα σε ένα «βαρέλι θανάτου». Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι εξαιρετικοί, οι χρωματισμοί σκοτεινοί, μώβ αποχρώσεων. Τα γεγονότα συμβαίνουν συνήθως την νύχτα υπό το φως των άστρων και του φεγγαριού. Οι ερωτικοί αρχάγγελοι της Νύχτας κυκλοφορούν στα Πάρκα, σε Σταθμούς τρένων, συχνάζουν σε κινηματογραφικές αίθουσες που μυρίζουν σπέρμα και βαριές κολόνιες.  Ιδρωμένοι φαντάροι, μπρατσωμένοι οικοδόμοι, λούμπεν εργάτες του λιμανιού, αφρικανοί και αλλοδαποί ναυτικοί, ρωμαλέοι φορτηγατζήδες και ζαβλακωμένες υπάρξεις από διάφορες ουσίες, τριγυρνούν στο λιμάνι, στην περιοχή της Τρούμπας με τις μαραγκιασμένες από ηδονή  γυναίκες της νύχτας, που αναζητούν δουλειά στα γύρω εργοστάσια την ημέρα για να θρέψουν τα παιδιά τους. Νταβατζήδες της πιάτσας τριγυρνούν στα πειραϊκά αλσάκια, όπως ο Τινάνειος Κήπος, στα πέριξ στενά και σοκάκια δίνοντας την χαρακτηριστική ατμόσφαιρα στο πρώτο Λιμάνι της χώρας. Ή πίνουν τον καφέ τους κοκορευόμενοι για τις πράξεις τους στα μικρά καφενεδάκια ή τα στέκια που συχνάζουν ναυτικοί. Θάνατοι βίαιοι, ερημία, νύχτιο περιβάλλον ματιές που σπιθίζουν φόβο, λαγνεία κρυφή ηδονή, απελπισία αλλά και νοσταλγία ερωτική. «Συναλλαγματικές» ερωτικού θανάτου και μία διαρκή απουσία που «εξανθρωπίζει». Μια ζωή γεμάτη μνήμες και απώλειες, στερήσεις, ανάμεσα σε ερημωμένα πάρκα, πίσω από κορμούς δέντρων στην προκυμαία που είναι αραγμένα τα φορτηγά καράβια. Σώματα διαθέσιμα όσο ένα μπάρκο καραβιού, όσο κρατάει η υγρασία ενός αρμυρού φιλιού, επίκληση για αγκαλιάσματα από «τριχωτά χέρια» που σφίγγουν «σαν τανάλιες». Ο ποιητής δεν φοβάται να μας εξομολογηθεί ότι «προτιμά τις ύαινες του δρόμου/ που σου ζητούν ωμά μια χαρτζιλίκι,/ μια που μένεις, μια να τους βρείς γυναίκα,/ ενώ η τρυφερότητα κωφάλαλη σε πλησιάζει…». Ή πάλι αποφαίνεται: «Εμπιστευθείτε την ασφάλεια της ωμής συναλλαγής.» βλέπε το ποίημα «Τρυφερότητα». Ενώ στο ποίημα με τίτλο «Καθήκοντα και υποχρεώσεις» αναλαμβάνει το καθήκον συλλογιζόμενος: «Ποιος, επιτέλους, θα βρεθεί/ να γράψει το μαρτυρολόγιο τούτο,/ ποια πένα που θα στάζει αίμα/ θα δικαιώσει όλους εκείνους τους ανώνυμους,/ τις αγιασμένες απ’ τη στέρηση ζωές τους;». ή «Παλιά, μας καίγαν με τις μάγισσες/ πάνω σε μια καρότσα,/ με μια τσουγκράνα και με φρύγανα./ Μας αναγνώριζε ο θεός,/ έτσι καβουρνιασμένους,/ να πούμε, βρε αδερφέ, το τι τραβήξαμε,/ να βρούμε, έστω και μεταφυσικά, το δίκιο μας;/ Ποιος να ξέρει;» η ερώτηση του ποιήματος «Παράπονα» αφήνεται αναπάντητη. Μια σπαρακτική ερωτική «νεκρολογία»  των «κάτι παιδιών που δεν γίνονται άντρες και δεν ζουν την ζωή την δικιά σου…». Σε έναν Κόσμο άγριο και δολοφονικό, πώς μπορεί η Ποίηση να είναι τρυφερή, μελιστάλαχτη, και να μιλά για ανθισμένα λουλουδάκια και νούφαρα που πλέουν πάνω σε ατάραχα λιμνών νερά;

   Η ποίηση του Ναπολέων Λαπαθιώτη είναι φυσικά ερωτική αλλά η ποίηση αυτής της ερωτικής ποίησης στο Μέλλον έμελλε να την καθρεφτίσει στις συγκριμένες της παραμέτρους και ομοερωτικές συνιστώσες ο ποιητικός λόγος του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, αν και συνταξιδιώτες του ερωτικού καημού και πάθους. 

2., Ανδρέας Αγγελάκης, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ ΜΟΥ. Η συλλογή κοσμείται με ένα σχέδιο του Βασίλη Βασιλειάδη. Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1986, σ. 56 [ στην σελίδα 40 δημοσιεύεται το ποίημα “MODUS VIVENDI”].

        MODUS  VIVENDI

Σαν τον Λαπαθιώτη μοιάζει πιά- αντίγραφό του.

Κι αν άλλαξε ελαφρά το σκηνικό-η Πειραιώς,

η Βάθης, τα κουτούκια, η λαχαναγορά,

εκείνο το γαλάζιο τούλι του μεσοπολέμου,

οι μπερντέδες και τα χαμηλά κασκέτα

κι άλλα τινά, παραμένουν άλλα, ωστόσο,

τα πιό μόνιμα:

ο «μπερντές», η νύχτα που δεν τήρησε ποτέ

καμιά απ’ τις υποσχέσεις της,

το άγχος, η αναμονή, οι ρούνες,

η καταστροφή, τέλος.

Μιά καταστροφή αθόρυβη, άναδρη,

ανειδοποίητη, που σερβίρει το δηλητήριό της

αργά, με χέρια σίγουρα,

σαν τα χέρια, ξέρετε, που σε χαιδεύουν τάχατες

και κατεβαίνουν προς τα κάτω

όχι γι’ αυτό που φανταστήκατε,

μα για το πορτοφόλι-

τί άλλο;

Το ποίημα του Ανδρέα Αγγελάκη με τον λατινικό τίτλο “Modus Vivendi”, είναι το 16 από τα 19 ποιήματα που αποτελούν την συλλογή με τον σκοτεινό και απειλητικό τίτλο «Τα ποιήματα του δολοφόνου μου» που εκδόθηκε το 1986 από τον εκδοτικό οίκο «Νεφέλη». Είναι ποιήματα μοντέρνας τεχνικής και τεχνοτροπίας. Έχουν μακροσκελείς τίτλους ειδικής ιατρικής ορολογίας, «Η σχιζοφρένεια σύμφωνα με την αντιψυχιατρική», φέρουν ονόματα τραγικών και αυτοκαταστροφικών στην ζωή τους σπουδαίων ζωγράφων ή υπαρξιστών φιλοσόφων «Περί Μοντιλιάνι», «Ο Μελαγχολικός Σαιρεν Κίρκεγκωρ». Έχουν μεγαλογράμματους τίτλους ή γραμμένους με μικρά γράμματα. «Κατ’ όναρ», «Παραπορτιανή». Είναι ποιήματα μεγάλων σχετικά συνθέσεων, καταλαμβάνουν συνήθως πάνω από μία σελίδα το καθένα. Βλέπε «Φόβοι για το Μέλλον» σ. 29-33. Τίτλοι όχι πάντα ποιητικά φορτισμένοι «Οικονομικά ζητήματα», «Χαρτάκια» ενώ η λέξη «δολοφόνος» συναντάται ως συνθετικό σε 3 τίτλους. Οι εκλεκτικές του ποιητικές συγγένειες όπως αυτές του ποιητή Όσκαρ Βλαντισλάβ Μιλόζ είναι εμφανείς. Ξεκάθαρες είναι και οι απόψεις του για την λειτουργία και τον σκοπό της Ποιητικής λειτουργίας. «… εμ, βλέπεις, στην ποίηση δεν κρύβεται η φτώχεια,/ πολύ περισσότερο το ψέμα,/ η ποίηση είναι σκληρό καρύδι,/ ξερνάει την υποκρισία χωρίς προφάσεις,/ πολλά –πολλά δεν τα σηκώνει,/ σου κλείνει κατάματα την πόρτα και την έχασες./ Μια για πάντα,/ Όμως η ποίηση είναι αφηρημένη, χαρτιά και κουραφέξαλα,/ δεν είναι κορμί, δεν είναι στόμα,/ σπάνια, πολύ σπάνια, την άκουσε να τον παρηγορεί,/ εγωίστρια, τα θέλει όλα δικά της/ χωρίς αυτή να σου δίνει τίποτα. Σου ‘ρχεται να την πνίξεις.» λέει με χαρακτηριστική απαισιόδοξη αβεβαιότητα σχετικά με το ανθρώπινο κορμί στο ποίημά του «Φόβοι για το Μέλλον». Στην σελίδα 23 δημοσιεύει ένα ακόμα ποίημά του που φέρει τον τίτλο «Ποίηση» το 8ο στην σειρά. Ενώ υπάρχουν και τρία ποιήματα «Για τη Μύκονο». Και σε αυτήν την συλλογή ο Ανδρέας Αγγελάκης κρυσταλλώνει έντονα το ερωτικό του άγχος,  σκιαγραφεί με μελανά χρώματα την απαισιοδοξία του, φωτίζει την μελαγχολία του,  εικονογραφεί την θλίψη του με κυνικό τρόπο, σκληρή έκφραση για το ατελέσφορο της ερωτικής ομοερωτικής επαφής σε έναν κόσμο σκληρό, κυνικό, ανάλγητο, συμφεροντολογικό, γιομάτο κινδύνους και ριψοκίνδυνες καταστάσεις, όπως είναι ο κόσμος της νύχτας και ιδιαίτερα των υγρών περιβάλλοντων εκείνων που αναζητά κανείς σεξουαλικούς συντρόφους της στιγμής. Ο τυχαίος Άλλος που συναντά, δεν είναι ο προσδοκώμενος σύντροφος ζωής, αυτός που θα έρθεις σε επαφή και θα κοινωνήσετε μαζί τα γλυκάδια της σωματικής ευωχίας, των αγγιγμάτων την λάμψη, των φιλιών του αληθινού πόθου, την ψαύση της γυμνότητας των ερεθισμένων σωμάτων αντίθετα, είναι ο εν δυνάμει δολοφόνος σου αυτός που ήταν και θα παραμείνει και πάλι ο ξένος της Νύχτας, ο άγνωστος της Ημέρας. Η νύχτια περιπέτεια της σάρκας που δεν κατόρθωσε να ολοκληρωθεί ως συνάντηση σχέσης. Και σε αυτήν την άγρια και σκοτεινή φιγούρα με τα ακανθώδη ένστικτα ο ποιητής αφιερώνει τα ποιήματά του, στην ουσία περιγράφει τον συναισθηματικό του κόσμο, ό,τι κρύβει μέσα του και το εκδηλώνει στις τυχαίες συνευρέσεις του ως πρόταση-απόρριψη. Η ποίηση του Ανδρέα Αγγελάκη διαφέρει ριζικά από εκείνη του Ναπολέων Λαπαθιώτη, όχι μόνο γιατί οι δύο ποιητές ανήκουν σε διαφορετικές γενιές, ο ένας του Μεσοπολέμου και ο άλλος στην Γενιά του 1970- μεγάλο το χρονολογικό της κοινωνίας χάσμα- αλλά και γιατί τόσο μορφικά όσο και από τεχνικής είναι διαφορετικές οι αξιακές τιμές τους παρά τις ομόριζες ερωτικές πηγές και αναφορές τους, τα ερωτικά πρότυπα τους. Ο Λαπαθιώτης είναι πιο λεπτεπίλεπτος, περισσότερο παθιάρης και λυρικός, η γλώσσα του είναι «μαλακή» κάπως ρευστή, φορτωμένη με έναν λυρισμό λυδικού ρομαντισμού μιάς άλλης εποχής. Το ποιητικό του ύφος που εκφράζει συνθήκες και καταστάσεις κοινωνικά διαφορετικές. Τα ποιητικά του μοντέλα έχουν όμως μία άλλη νοσταλγική χάρη και αθωότητα αψάδας, παρά την «φαινομενική» σκληράδα τους τα διακρίνει μία λυγρή διάθεση ένας ερωτικός τονισμός που στον αναγνώστη εγείρει συμπάθειες για την οικονομική εξαθλίωσή τους από την οποία κάνουν οτιδήποτε για να ξεφύγουν. Να αποκοπούν από την τάξη από την οποία προέρχονται και τους καθηλώνει σε ένα επίπεδο ζωής που κατανοεί και ο τυχαίος ερωτικός σύντροφός τους. Δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις εκείνες που το ερωτικό πρότυπο είναι και χρήστης ουσιών. Τα 10 ασπρόμαυρα σκίτσα που κοσμούν την έκδοση του Γεωργίου Φέξη των Απάντων του το 1964 με την εισαγωγή και τους σχολιασμούς του Άρη Δικταίου, του Δημήτρη Μεζίκη, οι ολόσωμες αντρικές μορφές, γυμνές ή ντυμένες, ξαπλωμένες με αγαλμάτινη ηδυπάθεια, καθισμένες ή όρθιες, μοιάζουν να προσθέτουν αρρενωπότητα  και ρωμαλεότητα στις φιγούρες που συναντάμε στα ίδια τα ποιήματά του. Κοινές προθέσεις άλλες μάλλον αποτυπώσεις και αίσθηση βλέμματος.

3., Ανδρέας Αγγελάκης, αλησμόνητα σινεμά. Αφηγήματα. Ο Πίνακας εξωφύλλου και το σχέδιο είναι του ζωγράφου Ανδρέα Καραγιάν. Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 1989, σ.118. Το βιβλίο αφιερώνεται από τον Α. Αγγελάκη «Στη μνήμη δυο φίλων που χαθήκαν: του Γιώργου Ιωάννου και του Κώστα Ταχτσή». Περιλαμβάνει πέντε Αφηγήματα.  1., Αλησμόνητα σινεμά. 2., Κάτι παιδιά γλυκά κι απελπισμένα. 3., Μονόλογοι δραματικοί και κωμικοί. 4., Το Μάινσαφτ. 5., New York, New York. [στο πρώτο από τα πέντε αφηγήματα με τίτλο «Αλησμόνητα σινεμά» στις σελίδες 22-23 έχουμε την μνημονική αναφορά στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη]

        «…. Συνειρμικά, θυμόμαστε τα δέκα σχέδια του Δ. Μεζίκη στα «Ποιήματα» του Λαπαθιώτη (έκδοση Φέξη), που εντείνουν το ερωτικό κλίμα του βιβλίου, ολοσέλιδα και άμεσα, αποκρυπτογραφώντας, πολλές φορές, τους θαμπούς υπαινιγμούς του αγαπημένου ποιητή. [Τραγιάσκα, φτωχολογιά, καρέκλα και τραπέζι πάνω στο οποίο ο μελαγχολικός και ταλαιπωρημένος μανάβης (;) άφησε το ποτήρι με το κρασί του, το κρασί που ελπίζει να του δώσει την παρηγοριά που η ζωή του αρνιέται. Μεσοπόλεμος- τα σχέδια είναι του 1932-1933-, μελαγχολία και σαράκι, καταπιεσμένος ερωτισμός και υποσχέσεις. Κοντολογίς ποίηση.] Είμαστε σίγουροι πως άνθρωποι σαν τον Λαπαθιώτη θα είχαν λατρέψει τους χώρους αυτούς, με το σωστό τους ένστικτο-και φοβόμαστε πως θα είχαν καταλήξει να γίνουν μανιώδεις θαμώνες, επί καθημερινής, δυστυχώς, βάσεως.

        Έστω. Ένα κλίμα ενοχής και απρέπειας, κάτι σαν κοινωνικός στιγματισμός, παρακολουθεί τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, που ακούνε τη φωνή της καρδιάς τους και με χτυποκάρδι βγάζουν το εισιτήριο που τους ανοίγει τις θύρες του παραδείσου και χώνονται βιαστικά στα σκοτάδια, μη τολμώντας να γυρίσουν πίσω τους να δουν μήπως και τρακάρουν κάποιο γνωστό τους που αμέριμνα έτυχε να περνάει από κει πηγαίνοντας προς την ψαραγορά ή προς το λεωφορείο του.».  

    Το Αφήγημα Αλησμόνητα σινεμά πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Playboy τον Αύγουστο του 1988, τα άλλα αφηγήματα δημοσιεύονται για πρώτη φορά συγκεντρωμένα σε έναν τόμο. Είναι η πρώτη πεζογραφική κατάθεση του πειραιώτη ποιητή. Ερωτικές φαντασιώσεις ατόμων, ίχνη σεξουαλικών περιπετειών με όποιο κόστος, υποσχέσεις επαφών και πονηρών συναντήσεων. Ύποπτες συναλλαγές αλλά και ένας ποιητικός ρεαλισμός που σε καθηλώνει. Ιδιαίτερες του ιδιωτικού βίου εξομολογήσεις, προσωπικές αναφορές σε φίλους γνωστούς, ευυπόληπτα μέλη της κοινωνίας, συγγραφείς και διανοούμενους, άτομα γνωστά μας, της διπλανής πόρτας και όμως άγνωστά μας στην άλλη πλευρά της ζωής τους. Μία ερωτική περιπλάνηση σε σκοτεινούς και υγρούς χώρους κινηματογραφικών αιθουσών, χώροι του «περιθωρίου»- για τους καθωσπρέπει, που στιγμάτισαν την εφηβεία και τα χρόνια ενηλικίωσης αντρικών υπάρξεων. Μια άλλη κουλτούρα ζωής και αφύπνισης σωματικών ερεθισμάτων με τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και κανόνες συνύπαρξης στις μεταξύ τους σχέσεις ατόμων που αναζητούν την ηδονή σε υπάρξεις του ίδιου φύλου. Αγώνες αγωνίας ερωτικών επιθυμιών, αβεβαιοτήτων βίου που προσπαθούν να γίνουν κοινωνικές βεβαιότητες μέσα από υπόγειες διαδρομές αναζήτησης της ηδονής που δεν λέει το όνομά της στο φως της ημέρας. Νοσταλγικές περιπλανήσεις και άγχη σε περιοχές του Πειραιά, της Αθήνας, ακόμα και της μακρινής Νέας Υόρκης, στο Σαν Φρανσίσκο την δεκαετία του 1960. Δεκαετίας αρχής της αφύπνισης των διαφόρων μειονοτήτων και των αγωνιστικών ατομικών δικαιωμάτων τους, αυτοδιάθεσης της ερωτικής τους επιθυμίας και σωματικών τους επιλογών. Μία εποχή που η μνήμη διασώζει ό,τι η σωματική αίσθηση άφησε ανεξίτηλα πίσω της στην ωρίμανσή της και η φλόγα των θερμών συναισθημάτων σιγοκαίει ακόμα. Γίνεται πρώτη ύλη στις διάφορες μορφές και μοτίβα της τέχνης.

4., Ανδρέας Αγγελάκης, Love Story ΣΤΟ ΑΓΚΙΣΤΡΙ. Εικονογράφηση Σοφία Μενδράκου. Μακέτα εξωφύλλου Αγγέλα Βορεάδου- Τσαπούλη, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σ. 80. [στο 8ο Κεφάλαιο με τίτλο «ΛΙΜΕΝΑΡΙΑ» στην σελίδα 66 έχουμε στίχους του Λαπαθιώτη.].

        «Το Χρυσαφάκη ξαφνικά τον έπιασαν τα ρομαντικά. Άρχισε να ψιθυρίζει στίχους του Λαπαθιώτη κατάλληλους για την ώρα και την περίσταση.

        Και μεις ένα πρωί είχαμε κινήσει,

        μόλις ο λόφος είχε κοκκινίσει,

        με μάτια που τα φλόγιζε η χαρά.

        Όλοι γεροί και αγέρωχοι σαν Κροίσοι,

        μα τα μεσάνυχτα είχαμε γυρίσει

        με καταματωμένα τα φτερά.».

   Το παιδικό έργο του Α. Αγγελάκη αποτελείται από 10 σύντομα Κεφάλαια. Είναι η περιπέτεια της πανέξυπνης, μορφωμένης και με καλούς τρόπους «Ανοητούλας» μια ναζιάρα και αριστοκράτισσα γατούλα η οποία παραθερίζει στο Αγκίστρι και γνωρίζεται με τον κεραμιδόγατο αλανιάρη γάτο Χρυσοφάκη. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένα ειδύλλιο, μία αμοιβαία συμπάθεια και έλξη που προσπαθεί να υπερβεί τις κοινωνικές και ταξικές διαφορές μεταξύ τους. Μία αλληγορική παιδική διδακτική ιστορία από αυτές που γνωρίζει τόσο όμορφα να στήνει και να σχεδιάζει ο πειραιώτης ποιητής και καθηγητής αγγλικών. Η παρουσία του γιού του Αργύρη είναι παρούσα στις διακοπές στην Αίγινα, στην περιοχή το Αγκίστρι. Τοποθεσία που διατηρούσε το εξοχικό του και ο μεταφραστής και ποιητής Λουκάς Θεοδωρακόπουλος. Μία τρυφερή και ευαίσθητη χαριτωμένη ιστορία για τις σχέσεις και τα προβλήματα μεταξύ των ανθρώπων και τα εμπόδια που φέρνει ο κοινωνικός περίγυρος και οι κατεστημένες συνήθειές και προκαταλήψεις των μεγάλων. Οι άδολες και αγνές σχέσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων απεικονίζονται στις μορφές και τις ζωές των γατών. Παρ’ ότι παιδικό το βιβλίο ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης φανερώνει το συγγραφικό του ταλέντο τις καλλιτεχνικές και ποιητικές του αγάπες (του αρέσει και ξέρει απ΄έξω ποιήματα του Ζαχαρία Παπαντωνίου και όχι μόνο) και μας εξομολογείται ότι θα ήθελε να ασχοληθεί με την στιχουργική τέχνη (πέρα από την ποίηση) να μελοποιηθούν τραγούδια του από μεγάλους συνθέτες και να τραγουδηθεί από γνωστούς τραγουδιστές. Ονόματα λαϊκών συνθετών (Απόστολος Καλδάρας) τραγουδιστών (Γιώργος Νταλάρας, Χ. Αλεξίου) ηθοποιών του ελληνικού και ξένου κινηματογράφου, βλέπε το 7ο κεφάλαιο με την φημισμένη παλαιά σουηδέζα σταρ Γκρέτα Γκάρμπο  «Σκηνή από ταινία με την Γκρέτα Γκάρμπο» κλπ. φιγουράρουν μέσα στο γατό-στόρι. Εδώ ο Αγγελάκης δίνει σκηνικές οδηγίες στο πώς πρέπει να ερμηνευτούν οι ρόλοι του έργου «Η Κυρία με τας Καμέλιας». Να υπενθυμίσουμε ότι η κόρη (η Λήδα) και ο άντρας της ο Σπύρος, της παλαιάς στιχουργού, τραγουδίστριας και μεταφράστριας στα ελληνικά του Έπους του Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα η αγαπητή και γνωστή Δανάη, έχουν τραγουδήσει στίχους του πειραιώτη ποιητή. Ο Αγγελάκης εκτός από ποιητής υπήρξε και μεταφραστής αγγλικής, αμερικάνικης, ευρωπαϊκής και της άπω ανατολής ποίησης. Βλέπε Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα κλπ. Στα συγγραφικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται και τίτλοι παιδικών βιβλίων όπως «Ο ερωτευμένος Τρίτωνας», «Μια αλεπού στην πλατεία Βάθης», «το τελευταίο φάντασμα» κ.ά. Καθώς και η συγγραφή θεατρικών έργων για Γυμνάσια και Λύκεια. Ανάμεσα στα θεατρικά του μονόπρακτα υπάρχουν και αυτά με θεματολογία  από τις εθνικές επετείους, όπως η σημερινή της 28ης Οκτωβρίου.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

28/10/2026.

Οι σταγόνες της βροχής παρελαύνουν από την οροφή της οικίας μας, μουσκεύοντας τα πάντα.