Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Ο Μουσικολόγος Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

του ΧΡΗΣΤΟΥ  ΛΕΒΑΝΤΑ

περιοδικό ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ 1964.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΤΕΧΝΕΣ

 Έτος Τέταρτο, σ.66-71

Διευθυντής ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΓΙΑΚΗΣ

ΓΡΑΦΕΙΑ: ΚΛΕΙΣΘΕΝΟΥΣ 17 ΑΘΗΝΑ

Εξώφυλλο Σταύρος Μαμινάκης

          Γ Ε Ω Ρ Γ Ι Ο Σ  Χ Α Τ Ζ Ι ΔΑ Κ Ι Σ

     Στις 3 Νοεμβρίου 1963 σε βαθύ γήρας, έσβησε στον Πειραιά, όπου διέμενε από χρόνια μιά μορφή, που με το πνευματικό έργο του και κύρια με την ανεκτίμητη συμβολή του, στην περισυλλογή, την καταγραφή και τη διάσωσι των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής μουσικής παράδοσης, αλλά και με το υπόδειγμα ζωής, που μας προσέφερε, στάθηκε άξιος, κατά πάντα, γόνος της Κρήτης: Ο Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις, πούχε γεννηθή στις 28 του Δεκέμβρη 1871 στο Ηράκλειο. Ήταν, καθώς ξέρουμε και καθώς, έχει βεβαιωθή από αδιάψευστα στοιχεία, που προέκυψαν από σχετικές έρευνες και μελέτες Κρητικών ερευνητών και ιστοριογράφων έγγονος του θρυλικού Γωνιακού ήρωα του ονομαστού «Χαϊνη» που τόσο τον έχει τραγουδήσει η Κρητική δημοτική ποίηση, για τη λεβεντιά και το μαρτυρικό θάνατό του, του Μιχάλη Βλάχου. Πάει καιρός που χάρις εις άοκνη εργασία του κ. Ν. Σταυρινίδη βρέθηκε στο Τούρκικο αρχείο του Ηρακλείου το Σουλτανικό Φερμάνι της καταδίκης του Μιχάλη Βλάχου σε θάνατο, με ημερομηνία 19 Οκτωβρίου 1856. Παιδί της μοναχοκόρης του Χρυσάνθης, που είχε σωθή, ύστερα από τον αποκεφαλισμό του- που έγινε στο Μεϊντάνι στις 18 Φλεβάρη 1857- με τη φροντίδα των δημογερόντων του Ηρακλείου, «Θυγάτριο» μόλις τριών χρόνων τότε, κι’ είχεν υιοθετηθή  κι’ ανατραφή απ’ τον έμπορο Μάρκο Ελευθεράκη, εκ του γάμου του με τον Φοδελιανό Ιωάννη.

          Ο Μιχάλης Βλάχος-που οι Σφακιανοί χάρις εις την αδρειωσύνη του και την ομορφιά του τον είχε ονοματίσει έτσι- ανήκει ιστορικά στην οικογένεια Καλησπέρη, οικογένεια παλιών αγωνιστών πούχαν παράδοση να εξακολουθούν την πάλη κατά του Τούρκου δυνάστη και μετά τις αναγκαστικές «περιόδους ειρήνης» που τα πολυάριθμα πάντα φουσάτα της Πύλης επέβαλαν στον σε αέναο ξεσηκωμό ευρισκόμενο λαό της Κρήτης.

          Ο τελευταίος που έκλεισε τον αριθμό των αγωνιστών υπήρξε ο Μελέτιος Καλησπέρης, ο ηγούμενος της Μονής Ιερουσαλήμ της επαρχίας Μαλεβυζίου, θείος του Μιχάλη Βλάχου, αδελφός του πατέρα του, πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής των δώδεκα επαρχιών της μέσης και ανατολικής Κρήτης στον αγώνα του 1866 που, ύστερα από μακρόχρονη εξορία στην Πόλη, αξιώθηκε υπέργηρος να ξαναδή το χώμα της Κρήτης και που όλη του την στοργή έριχνε, μαζί με την Χαριστή, την γυναίκα του Μιχάλη Βλάχου, στον μόνον από τους εγγονούς του Βλάχου στην Κρήτη διαβιούντα, τον Γιωργή, τότε μικρό παιδί.

          Από την πλευρά μητέρας ο Γεώργιος Χατζιδάκις είχε περίφημη παράδοση προγόνων που αγάπησαν και θυσιάστηκαν για την Κρήτη. Την παράδοση αυτή, της αγάπης για την Κρήτη την μετουσίωσε θαυμάσια στον τομέα της Τέχνης. Δίδει ολόκληρη την ζωή του, μία ζωή σπουδής και μελέτης, για να συλλέξη και να καταγράψη ότι υπάρχει κίνδυνος να χαθή απ’ όσα εκφράζει σ’ άλλους τομείς, εκτός από τον τομέα του πολέμου και των όπλων, η ψυχή του λαού της Κρήτης.

          Πασχίζει να μη χαθή τίποτε από τους «παληούς σκοπούς», τους παληούς χορούς από τη ζωντανή αυτή έκφραση της ψυχής του Κρητικού. Έχει την πίστη πως στους ήχους της κρητικής λύρας, στα τσακίσματα και στη λυγεράδα του χορευτή, στο ωραίο και αγέρωχο της Κρητικής μελωδίας, αποκαλύπτεται όλο το μεγαλείο της Κρήτης από τους παληούς χρόνους ίσαμε τους τωρινούς.

Η συνειδητή ιστορία του Γ.Ι. Χατζιδάκι, του σπουδαίου αυτού Κρητικού, αρχίζει με την μετακίνηση του νεαρού τότε παιδιού από την Κρήτη στο Πειραιά.

          Οι γονιοί του Γ. Χατζιδάκι, μαζί με τα παιδιά τους, για να περισωθούν από τους καταδιωγμούς των Τούρκων, στα χρόνια των Κρητικών Επαναστάσεων και ολοκαυτωμάτων, στο 1889 είχαν καταφύγει στον Πειραιά, όπου εκείνος σπούδαζε αποφοιτήσας απ’ το Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων, εγγραφείς έπειτα και παρακολουθήσας μαθήματα Νομικής, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στο διάστημα των σπουδών του, εκδηλώθηκε η αγάπη του στα πνευματικά έργα και ιδιαίτερα στη Μουσική,- από παιδί αιστάνονταν ακατανίκητη ροπή στη μουσική, σε ηλικία δε 15 χρόνων, ήταν το πρώτο κλαρίνο στη Φιλαρμονική Ηρακλείου-με την ανάμειξή του στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του Πειραιά και στη δημοσιογραφία. Υπήρξε τότε μεταξύ των ιδρυτών του Πειραϊκού Συλλόγου από τον οποίο εξεπήδησεν αργότερα ο και ήδη λειτουργών περίλαμπρος «Πειραϊκός Σύνδεσμος», ο πρωτοστατήσας στην ανασυγκρότηση επί δημαρχίας Τρύφωνος Μουτζόπουλου, της υπό διάλυσι τελούσης Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιώς, με Αρχιμουσικόν τον περίφημον Βαυαρόν Ανδρέαν Σάϊλερ, διευθυντήν της Μουσικής της Φρουράς Αθηνών και μετέπειτα Γεν. Επιθεωρητήν των Στρατιωτικών Μουσικών του Κράτους, συντάξας και το κανονισμόν της το 1898 καθώς και στην υποβοήθησι του Δήμου, με την μουσική του ενημέρωσι αλλά και την γνώσι ξένων γλωσσών- ήταν κάτοχος της Ιταλικής και Γαλλικής- στην μετάκλησι εξαιρέτων και αρτίας συγκροτήσεως μεγάλων Ιταλικών Μελοδραμάτων θιάσων, για να δίνουν παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς.

          Τότε είχε πρωτοπαιχθή από την Δημοτική Φιλαρμονική Πειραιώς, υπό την διεύθυνσιν του Σάϊλερ, που το εναρμόνισε, το πρώτο μουσικό έργο του για πιάνο, η «Πυρρύχη» δηλαδή ο Καστρινός πηδηχτός χορός, που εξεδόθη και από τον Αθηναίο εκδότη Ζ. Βελούδιο. Η παρτιτούρα του, υπάρχει και τώρα στο Αρχείο της Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιώς. Σύγχρονα δίδασκε στη Σχολή της Φιλαρμονικής και σε εργάτες των Πειραϊκών εργοστασίων μουσική και επωφελούμενος της συρροής στον Πειραιά Κρητών προσφύγων, άρχισε να μεταγράφη και να καταρτίζη συλλογές, ακροώμενος φημισμένους Κρητικούς λυράρηδες, λαϊκές μουσικές συνθέσεις της Κρήτης, τραγούδια καθώς και χορούς.

          Τον ίδιο καιρό και συγκεκριμένα από το 1896- νεαρώτατος ακόμα είχε μπη στη δημοσιογραφία και συνεργαζόταν τακτικά στο «Άστυ» του Δ. Κακλαμάνου, στην «Εφημερίδα των Συζητήσεων» του  Β. Δεληγιώργη και στην «Ακρόπολη» του Βλ. Γαβριηλίδη.

          Στα 1899, ένα χρόνο μετά την Αυτονομία της Κρήτης, ο Γεώργιος Χατζιδάκις επανήλθε στην Κρήτη και εγκατεστάθη στο Ηράκλειο όπου ίδρυσε τον Μουσικό Σύλλογο "Απόλλωνα» και τη Φιλαρμονική του Δήμου και μαζί με τον φωτισμένο εκδότη και τυπογράφο Στυλιανό Αλεξίου που τα παιδιά του (1) –η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η Έλλη Αλεξίου, ο Λευτέρης Αλεξίου,- αναδείχθηκαν στα νεοελληνικά γράμματα, κι’ έγιναν απ’ τις πρώτες μορφές τους, τον αλησμόνητο επιστήμονα Ξανθουδίδη, που φρόντισε την έκδοση του «Ερωτόκριτου», τον Καζαντζάκη κι άλλους Ηρακλειώτες λόγιους και φιλότεχνους, προώθησε την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του.

          Στο μεταξύ συνέχιζε ακάματα και μεθοδικά την έρευνα, συλλογή και μελέτη των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής μουσικής, περιερχόμενος την Κρήτη, και καταγράφοντας, ακροώμενος, τους λαϊκούς τραγουδιστές και οργανοπαίχτες, τους μουσικούς τόνους τους.

          Το ήθος, η ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια, αλλά και η νομική του κατάρτισι, έγιναν αφορμή στο διάστημα αυτό, να μην μείνη αχρησιμοποίητος από την νεοσύστατη Κρητική Πολιτεία και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Έτσι κλήθηκε να οργανώση νομοθετικά την Τελωνιακή υπηρεσία, τούτο δε συνετέλεσε να μπη στον τελωνειακό κλάδο, υπηρετήσας αρχικώς σαν τελώνης στον Αγ. Νικόλαο και έπειτα από δέκα χρόνια, όταν επανεγκατεστάθηκε στον Πειραιά, έγγαμος πιά και πατέρας τριών παιδιών-ο δεύτερος είναι διακεκριμένος ήδη παιδίατρος κ. Σοφοκλής Γ. Χατζιδάκις, γνωστός και στους πνευματικούς κύκλους ως τακτικός συνεργάτης στο περιοδικό «Ακτίνες» με το όνομα, που ανήκει στην γενιά του, «Καλησπέρης» (2)-σαν ανώτερος υπάλληλος και στην Τελωνιακή υπηρεσία του πρώτου Ελληνικού λιμανιού.

   Το μεγάλο πάθος του, όμως προς την Κρητική μουσική, ουδέποτε και μέχρι του θανάτου του, έπαυσε να υπηρετή. Έτσι μεγάλη και πολυσήμαντη είναι η εισφορά του: Μελέτες του, δημοσιευμένες κατά το 1909 και το 1911 στο τότε εκδιδόμενο περιοδικό «Κρητική Στοά» (τόμος Β και Γ) για τους Κρητικούς χορούς, με τεχνική ανάλυσι των δύο από τα πιό κύρια ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης, το «Σε ψηλό Βουνό» και το «Πότε θα κάμη ξαστεριά»- προκάλεσαν τόση απήχηση στους μουσικολογικούς κύκλους, ώστε ασχολήθηκε με αυτές και το τότε έγκυρο μουσικό περιοδικό «Η Μουσική», που έβγαινε στην Πόλη από τον Γ. Παχτικό. Σε τεύχος του έγραψε μεταξύ άλλων ότι «ο εξ Ηρακλείου Κρήτης έγκριτος μουσικολόγος κ. Γ. Χατζιδάκις, λύει το ζήτημα της εναρμονίσεως των Ελληνικών δημοτικών ασμάτων διότι υποδεικνύει την δημιουργίαν ειδικών Ελληνικών χαρακτηριστικών συγχορδιών, προς αρμονικήν επένδυσιν της δημοτικής μας μουσικής».

          Πρέπει επίσης να προστεθή, ότι χαρακτηριστική της προκληθείσης εντυπώσεως, είναι ότι από τα πρώτα του αυτά μελετήματα του Γ. Χατζιδάκι, παρακινήθηκαν να κατέβουν τότε στην Κρήτη για να μεταγράψουν ριζίτικα τραγούδια, ο αξέχαστος Ν. Νάζος, διευθυντής στα χρόνια εκείνα του Ωδείου Αθηνών και ο διακεκριμένος καθηγητής της Βυζαντινής Μουσικής Ψάχος.

          Επηκολούθησαν νεώτερα μελετήματά του και επανεκδόσεις του Καστρινού πηδηχτού, για μαντολίνο και βιολί, κατά το 1910, που προκάλεσαν νέα ανεπιφύλαχτα εγκωμιαστικά κριτικά σχόλια των μουσικολόγων.

          Συγκεκριμένα διαβάζουμε στο τότε εκδιδόμενο στην Αθήνα από τον Δ.Ι. Καλογερόπουλο περιοδικό «Πινακοθήκη»- έτος Θ΄ τεύχος 104 Οκτωβρίου 1909- τις ακόλουθες κρίσεις:

          «Σπουδαιοτάτην συμβολήν εις την λαογραφίαν, παρέχει ο εν Ηρακλείω της Κρήτης κ. Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις, δια της εκδόσεως της μουσικής Κρητικών χορών. Πρώτον μουσικόν τεμάχιον εξεδόθη ο Πηδηχτός Μαλεβυζιώτικος και Καστρινός, θα ακολουθήσουν και αι λοιπαί σειραί του Πηδηχτού, ήτοι Κονδυλιές της Μεσσαράς, της Πεδιάδος και του Μεραμβελίου. Ο ρυθμός των Κρητικών χορών, είναι χαρακτηριστικός, διακρινόμενος διά την γοργότητα. Τα μέλη μεταγράφησαν πιστώς εις την εκτέλεσιν παλαιών εγχώριων οργανοπαιχτών απηλλάγησαν δε, από κάθε νεωτέραν προσθήκην ή τροποποίησιν».

          Εξ άλλου, στα «Παναθήναια» του Κιμ. Μηχαηλίδη – Έτος Ι τεύχος 224, 31 Ιανουαρίου 1910- διαβάζουμε κριτικό σημείωμα, με υπογραφή Θ. Κλ…. Για την έκδοση «Κρητικοί χοροί» Α΄ πηδηχτός Μαλεβυζιώτικος και Καστρινός, μεταγραφή δια μανδολίνο ή βιολί υπό Γ. Ι. Χατζιδάκι, στο οποίο εξαιρείται ο μόχθος του για να περισωθούν τα δημοτικά μας τραγούδια και προστίθεται: «Το δημοσιευθέν αυτό δείγμα της επιπόνου, αλλά πολυτίμου Εθνικής εργασίας του κ. Χατζιδάκι, εμπνέει την εμπιστοσύνην την οποίαν πρέπει να έχη τίς είς το έργον του».

          Περνάνε τα χρόνια, οι καιροί, χωρίς να σταματήση ο μόχθος του, η έρευνα, η μελέτη και η διάσωσι των αποθησαυρισμάτων της Κρητικής λαϊκής μουσικής. Και ο Γεώργιος Σκλάβος αναγνωρίζει τούτο στο κατά την μεταπολεμικήν περίοδο εκδοθέν από τον Σπύρο Μελά, στην Αθήνα περιοδικό «Ελληνική Δημιουργία» (τεύχος 60), δημοσιεύοντας σ’ αυτό μελέτη του περί Κρητικής Μουσικής, ότι ο κ. Γ. Χατζιδάκις, «πρώτος εγνώρισε την δημοτικήν Κρητικήν εις τον Ελληνικόν μουσικόν κόσμον». Την αυτήν αναγνώρισιν κάνει το 1954 και ο διάσημος Ελβετός Αρχιμουσικός Σαμουήλ Μπομποβί, που είχε μελετήσει τις εργασίες του Γ. Χατζιδάκι και είχε κατέβει τότε στην Κρήτη για την ηχογράφηση Κρητικών τραγουδιών. Ακόμα και ο εξαίρετος Κρητικός πεζογράφος Παντελής Πρεβελάκης στον «Κρητικό» του, κάνει περιγραφή Κρητικού γλεντιού, βασιζόμενος στην εργασία του για τους Κρητικούς χορούς που είχε δημοσιευθή στην «Κρητική Στοά» του Ηρακλείου του 1910.

          Οι Κρητικοί γνώριζαν και παρακολουθούσαν με αγάπη την εργασία του, πρίν μας δώκη το ογκώδες βιβλίο του για την «Κρητική Μουσική» 1958, που τιμήθηκε και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Έργο, που στάθηκε αποκορύφωμα του πολύχρονου και πολύμοχθου πάθους του, για τον λαϊκό μουσικό πλούτο της πατρίδας του. Σχετικό σημείωμα, δημοσιεύτηκε και στην «Κνωσό» το Μηνιάτικο δελτίο του φερώνυμου Αθηναϊκού Συλλόγου Κρητών- Έτος 2ον Αρ. 11, Αύγουστος 1954, σελ. 26 από τον Ο.Θ. (Οδυσσέα Θαλασσινό) αναφέρονται βιογραφικά στοιχεία του και εξαίρεται το έργο του.

          Ο αξέχαστος μεγάλος μας μουσουργός Ακαδημαϊκός Μανώλης Καλομοίρης, στον πρόλογο της «Κρητικής Μουσικής» (Ιστορία, μουσικά συστήματα, τραγούδια και χοροί), που εξεδόθηκε το 1958 (σ. 240 σχ. 80) αναφέρει ότι «γνώριζε και παρακολουθούσε την πολύτιμη λαογραφική και ιστορική προσφορά του σχετικά με τη λαϊκή μουσική της Κρήτης και ο κύριος Χατζιδάκις, ξάνοιξε πλέρια στα μάτια της ψυχής μου την ασύγκριτη λεβεντιά και ομορφιά της Κρητικής μουσικής» και προσθέτει:

          «Όμως έτσι όπως έχω μπροστά μου τον ογκωδέστατο αυτό τόμο, που πραγματεύεται για το Κρητικό λαϊκό τραγούδι απ’ όλες τις απόψεις, ιστορικές, λαογραφικές, επιστημονικές και με τόσες μεταγραφές τραγουδιών, σε Ευρωπαϊκή παρασημαντική, νοιώθει κανείς μαζί με το σεβασμό και το θαυμασμό στην καταπληκτική απόδοση- έργο ολόκληρης ζωής- και κάποιο δέος για τον άθλο και τον επιδιωκόμενο σκοπό». Ανάλογα ευμενέστατες, ήταν και οι κρίσεις του Ακαδημαϊκού Ορλάνδου, στην εισήγησί του στην Ακαδημία Αθηνών για την απονομή του βραβείου. Αλλά θερμά, εγκωμιαστικά, στάθηκαν και τα κριτικά σημειώματα που δημοσιεύτηκαν από μουσικολόγους και άλλους σχολιαστές στον Αθηναϊκό και Κρητικό τύπο.

          Μέχρι την εσχάτη ώρα, του φθαρτού πεπρωμένου του ανθρώπου, ο σεβαστός και προσφιλέστατός μας, ακάματος αυτός Κρητικός γέροντας, πούχε αναθάλλει στην τόση καρπερή γη του Φόδελε, κάτω από τη σκιά του θρύλου του μεγάλου Γκρέκο, δούλευε πάνω απ’ τους όγκους των πολύτιμων χαρτιών του-μας αφήκε κληρονομιά τέσσαρες ακόμα ογκώδεις πολύτιμες συλλογές καταγραφών του για Κρητικά τραγούδια, χορούς και λαϊκές μελωδίες- μέσα στο σπίτι του, στην οδό Σαχτούρη 68 στον Πειραιά, επανεξετάζοντας και διορθώνοντας αυτές για την τελείωση της προσφοράς του, πούχε σταθή πάθος και αυτοσκοπός του για εξήντα σχεδόν χρόνια…

          Κι’ έσβησε ήσυχα απ’ ανάμεσά μας και σεμνά, όπως γεμάτος πραότητα και σεμνότητα ήταν στη ζωή του, παθαινόμενος να σταθή Άξιος της Κρήτης. «Να μην την ντροπιάση ποτές» καθώς παθαίνονται και μιά άλλη μεγάλη και αυτοδυναστευόμενη στο πνευματικό ιδανικό μορφή της: Ο Νίκος Καζαντζάκης, ο συγγραφέας του «Καπετάν- Μιχάλη». Έσβησε, αφήνοντας όμως πίσω του, στην πατρίδα και στο Έθνος του, αποθησαυρισμένους τους μουσικούς αναπαλμούς της, την ίδια την λυρική φωνή της, το τραγούδι της, πού είναι κάτι πολύ  περισσότερο από ένα τραγούδι: Η ψυχή της, με την πιό φωτεινή  κι’ ανέσπερη λαμπάδα!

            ΧΡΗΣΤΟΣ  ΛΕΒΑΝΤΑΣ

1., Ο Ροδαμάνθυς Αλεξίου, παιδί του Στυλιανού, ασχολούνταν και με το Κρητικό λαϊκό τραγούδι.

2., Καλησπέρηδες, προσωνυμία που δίνονταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας στους κυκλοφορούντας κρυφά αγωνιστές.

Σχετικά:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

(Ηράκλειο 28/12/1871- Πειραιάς 3/11/1963)

 Ο ΔΙΑΠΡΕΠΗΣ  ΚΡΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΛΟΓΟΣ

    «Κατά τους Προϊστορικούς χρόνους η Μουσική δεν ήτο τέχνη αυτοτελής και αυθύπαρκτος. Συνυπήρχε με τον Χορόν και την Ποίησιν, ως ένα σύνολον αδιαίρετον και αδιάσπαστον. Επρώτευον η Ποίησις και ο Χορός, η δε Μουσική εχρησίμευεν ως θεραπαινίς αυτών, και δια των ήχων και του ρυθμού συνετέλει εις την πληρεστέραν ερμηνείαν των στίχων. Την αυτήν υπηρεσίαν παρείχε και η όρχησις, δια της κινήσεως των ποδιών και των μιμήσεων….»

            Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις

           Τις παλαιότερες δεκαετίες-που τα κουράγια άντεχαν και τα πόδια βαστούσαν- κατέβαινα στον Πειραιά και πήγαινα για κολύμπι στην πλαζ της Τερψιχόρης με τα πόδια από το σπίτι μου. Το ίδιο έπραττα όταν επισκεπτόμουν σπίτια γνωστών πειραιωτών λογίων, ποιητών, φίλων που διέμεναν είτε στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου, είτε στην περιοχή της Πηγάδας, είτε στην Καλλίπολη. Στην επιστροφή και πάλι κατέβαινα με τα πόδια μέχρι την στάση επί της Βασιλέως Κωνσταντίνου (νυν Ηρώων Πολυτεχνείου) μπροστά στα παλαιά Γραφεία της ΕΥΔΑΠ δίπλα σε μία εμπορική τράπεζα και παίρνοντας το παλαιό «21» ή σήμερα «904» επέστρεφα. Ανέβαινα λοιπόν την οδό Σαχτούρη και ανάλογα έστριβα ή έφτανα μέχρι την περιοχή που βρίσκεται το κτήριο του «ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟΥ» το γνωστό «ΜΕΤΑΞΑ» (παλαιά θερινή έπαυλη του πολιτικού Σκουλούδη) πίσω από την εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Η πλατεία Πηγάδα με τον ευρύχωρο χώρο της, την παιδική της χαρά και τα παγκάκια της φημίζονταν για τα οικογενειακά φαγάδικά της. Παραδοσιακά εστιατόρια με καλό και φτηνό φαγητό, τα στέκια της για τους λάτρεις των θαλασσινών εδεσμάτων (τα πλοκάμια των ψημένων χταποδιών κρέμονταν μπροστά στα ουζερί), τα ζαχαροπλαστεία της κλπ. Σχεδόν πάντα όμως περνούσα μπροστά από το παλαιό δίπατο ερειπωμένο οίκημα με το καγκελοφραγμένο μπαλκόνι του (με τα σχέδιά του) και τα ξύλινα παράθυρά του στο νούμερο 68 της οδού Σαχτούρη. Μπροστά στην παλαιά πόρτα υπήρχαν «ξεχασμένοι» λογαριασμοί ή διάφορα διαφημιστικά προσπέκτους προϊόντων. Δεν έδινα και πολύ σημασία, εξάλλου δεν ήταν η μοναδική περιοχή, διαμέρισμα του Δήμου που συναντάει κανείς παλαιά, εγκαταλελειμμένα και ερειπωμένα κτήρια. Μονοκατοικίες ή δίπατα σπίτια που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και ομορφιά και διέμεναν στους ευρύχωρους χώρους τους, στα μεγαλοαστικά διαμορφωμένα και στολισμένα δωμάτιά τους γνωστοί γόνοι πλούσιων πειραιώτικων οικογενειών, εφοπλιστές, βιομήχανοι αλλά και ποιητές, καθηγητές, μουσικοί, διανοούμενοι, έμποροι. Από τα «Πειραιώτικα» του ποιητή Νίκου Ι. Χαντζάρα έως τις δημοσιογραφικές αναμνήσεις Πειραιωτών λογίων διαβάζουμε ωραίες απεικονίσεις και ανάγλυφες περιγραφές της περιοχής και των κατοίκων της. Περνώντας μπροστά από την Σαχτούρη 68 πάντα αναρωτιόμουν με μελαγχολία άραγε ποιοί κατοικούσαν σ’ αυτό το σπίτι, τι όνειρα έκαναν, τι στόχους της ζωής τους πέτυχαν, τι αποτυχίες και δράματα παίχτηκαν μέσα στα δωμάτιά τους. Πόσες χαρές και λύπες άκουσαν οι τοίχοι του. Γάμοι, βαφτίσια, αρραβώνες, παιδιά, αρρώστιες, θάνατοι, πένθη, αποτυχίες, οικονομικές καταστροφές ή επιτυχίες, μνήμες ζωής ατελεύτητης ανοιχτές στον χρόνο και τον τόπο. Όλος ο τυχαίος κύκλος της ανθρώπινης περιπέτειας πάνω στη γη που ποτέ κανείς μας δεν γνωρίζει πού θα καταλήξει πότε και πώς. Σε ένα από τα περάσματά μου παρατήρησα μία μεταλλική μικρή πινακίδα που βρίσκονταν στην πόρτα, υπήρχε γραμμένο ένα όνομα «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ». Συλλογίστηκα ότι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού θα ήταν κάποιο άτομο που κατάγεται από την Μεγαλόνησο, το επίθετο παρέπεμπε σε Κρητικό, παραξενεύτηκα λιγάκι μια και γνωρίζουμε ότι η συνοικία των Κρητών βρίσκονταν από την άλλη μεριά της Πόλης στην περιοχή της Καστέλας. Έπειτα προσπάθησαν να θυμηθώ αν είχα συναντήσει ξανά το επίθετο αυτό και μάλιστα με κατάληξη γραμμένη όχι με «η» αλλά «ι» (τριτόκλιτη). Ο χρόνος πέρασε ανέμελα και το όνομα λησμονήθηκε στα κατάστιχα του νου μου. Χρόνια αργότερα, στο υπόγειο παλαιοπωλείο της Αθήνας «Κουλτούρα» του κ. Παύλου, στην οδό Σόλωνος που αγόραζα βιβλία πειραιώτικα για τις εργασίες μου συνάντησα μία ανατύπωση ενός πολυσέλιδου μελετήματος που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1958. Ήτα ένα ειδικό βιβλίο για Μουσικούς,  συγγραφέας του ο Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις και ο τίτλος του «ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ» Ιστορία, Μουσικά Συστήματα, Τραγούδια και Χοροί. Σελίδες 242 με Πρόλογο του Ακαδημαϊκού Μανώλη Καλομοίρη. Ενδιαφερόμουν και άκουγα Μουσική σαν μουσικόφιλος και μουσοτραφής αλλά δεν ασχολιόμουν ιδιαίτερα. Γνώριζα τα χρήσιμα βιβλία Κλασικής Μουσικής που κυκλοφορούσαν οι εκδόσεις «Ζαχαρόπουλος», τα βιβλία των εκδόσεων «Νεφέλη», αγόραζα δίσκους από το Δισκοπωλείο μέσα στην Στοά της Όπερας, από το Δισκάδικο του Νίκου Ξυλούρη (το είχε η γυναίκα του), τον «Θεοφανίδη» και των αδερφών «Γεωργιάδη» στον Πειραιά όπως όλοι οι φιλότεχνοι πειραιώτες των χρόνων εκείνων. Για τον σπουδαίο Κρητικό Μουσικολόγο και συλλέκτη Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι δεν είχα ακούσει τίποτα. Τουλάχιστον η μνήμη μου δεν είχε συγκρατήσει. Έτσι παρά του ότι μου άρεσαν τα Ριζίτικα, τραγουδούσα Κρητικές μαντινάδες και γνωστά τραγούδια, μου άρεσε η Κρητική λύρα και οι πηδηχτοί χοροί, ο στιχουργός και συνθέτης, λυρικός μπαλλαντοποιός Λουδοβίκος των Ανωγείων, δεν ασχολιόμουν ερευνητικά παραπέρα. Ακόμα και όταν συγκέντρωνα υλικό για το «Πειραϊκό Πανόραμα» δεν πέρασε από την σκέψη μου ότι αυτή η σημαντική λησμονημένη μουσική φυσιογνωμία που διέμενε στον Πειραιά είχε συνδεθεί με την Πειραϊκή Μουσική Παράδοση. Ξεφύλλισα το βιβλίο, διάβασα τον Πρόλογο του Μανώλη Καλομοίρη και συνέχισα στην ανεύρεση βιβλίων σχετικών με την φιλολογία, το δοκίμιο, τον ποιητικό και πεζό λόγο, την ιστορία του Πειραιά. Έχοντας κυκλοφορήσει το βιβλίο μου σε σπίτι φίλου πεζογράφου πειραιώτη συνάντησα ξανά το βιβλίο και πληροφορήθηκα-τότε- για την σχέση του συγγραφέα του με την Πόλη μας. Το όνομα του Γεωργίου Ι. Χατζιδάκι επανήλθε εκ νέου στη σκέψη μου όταν άρχισα να ξεφυλλίζω ορισμένους τόμους της «ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ», αναζητούσα παλαιά δημοσιεύματα του δημοσιογράφου και πεζογράφου, κριτικού Χρήστου Λεβάντα. Γνώριζα ότι εκτός από αυτά που είχαμε εντοπίσει σε γενικές γραμμές και έχουμε διαβάσει σε πειραϊκά έντυπα και εφημερίδες και σε λογοτεχνικά περιοδικά της πρωτεύουσας, υπήρχαν αθησαύριστα- ασυγκέντρωτα κείμενά του, Πρόλογοί του σε βιβλία τρίτων δες πχ. Νίκος Ορφανός, «Κρητικά Διηγήματα» Α΄ έκδοση 1967, Β΄ Έκδοση 1987, Γ΄ έκδοση 1990 όπου στην συλλογή αυτή των 252 σελίδων και 50 Κρητικών Διηγημάτων έχουμε ανάμεσα στους τέσσερεις Προλόγους και αυτόν του Πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα. Οι άλλοι είναι: της ποιήτριας Σοφίας Μαυροειδή- Παπαδάκη, του συγγραφέα και μουσουργού Μανώλη Γ. Σκουλούδη (αν θυμάμαι καλά τα κείμενά του τα διαβάζαμε στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία»), της συγγραφέως Άννας Κελεσίδου Γαλανού και του πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα. Τα Κρητικής θεματολογίας καλογραμμένα Διηγήματα συνοδεύονται και από Κρητικό Γλωσσάρι αρκετά χρήσιμο για μη Κρητικούς. Σε τόμους λοιπόν της «ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ» της δεκαετίας του 1960 συναντάμε τα ονόματα Κρητών συγγραφέων που είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στον Πειραιά, όπως ο Χ. Λεβάντας, ο Βελισσάριος Μουστάκας κ.ά.

Στον τόμο του 1964 διάβασα για το λίμπρο ντόρο, την καταγωγή και την ζωή την καλλιτεχνική μουσική παρουσία του Γεωργίου Ι. Χατζιδάκι ο οποίος φοίτησε σε Πειραϊκό Γυμνάσιο και διέμενε μόνιμα στον Πειραιά και υπήρξε ένας από τους κυριότερους συντελεστές της Φιλαρμονικής του Δήμου Πειραιά και Μουσικός δάσκαλος για Πειραιώτες της εποχής του. Από τα λεγόμενα του Χρήστου Λεβάντα ο άοκνος και «ταμένος» στον ιερό Μουσικό σκοπό του της διάσωσης της Κρητικής Μουσικής των Τραγουδιών και των Χορών του τόπου του, Γεώργιος Ι. Χατζιδάκις βλέπουμε ένα άτομο το οποίο αγωνίστηκε να μάθει μουσική τους Πειραιώτες, να αποκτήσουν Μουσικό «αυτί». Από την πολιτιστική ιστορία του Πειραιά γνωρίζουμε, αλλά και της χώρας, η δεκαετία 1960 πριν την επταετία ήταν η πλέον «χρυσή» παραγωγικά σε κάθε πολιτιστικό τομέα και καλλιτεχνική έκφραση. Από τις μεγαλειώδεις συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη έως τις θεατρικές παραστάσεις του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και τις συναυλίες. Την ίδρυση πολιτιστικών κέντρων και Στέκια, τον Πειραϊκό Κινηματογράφο. Τα «Παιδιά του Πειραιά» όπως τα τραγούδησε ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις βίωσαν την πολιτιστική τους άνοιξη που σταμάτησε η επταετία. Λίγη από την τότε ατμόσφαιρα έζησε και η δική μου Πειραϊκή γενιά μετά την μεταπολίτευση.

          Το κείμενο του Χρήστου Λεβάντα είναι καλογραμμένο και μας παράσχει τις πληροφορίες εκείνες που καλύπτουν την ζωή και την μουσική περιπέτεια του Γεωργίου Ι. Χατζιδάκι, τον αδικαίωτο ίσως αγώνα του να ολοκληρώσει και να δημοσιεύσει το μουσικό καταγραφικό του ερευνητικό έργο και να το προσφέρει ως μουσικό κειμήλιο στις επόμενες γενεές που δυστυχώς δεν έτυχε του ενδιαφέροντος η πολύτιμη εργασία του. Μας έμεινε όμως το μελέτημά του «Κρητική Μουσική» που είδε το φως της δημοσιότητας το 1958. Ο τόμος περιλαμβάνει Τον Πρόλογο του Μανώλη Καλομοίρη πού γράφτηκε την Λαμπρή του 1958 στο Παλαιό Φάληρο. Την Εισαγωγή και τις Σημειώσεις του συγγραφέα. Χωρίζεται σε Τρία Μέρη. Στο πρώτο έχουμε τους «προϊστορικούς χρόνους» 5 Κεφάλαια. Στο δεύτερο μέρος «μουσικά συστήματα» 15 Κεφάλαια. Στο μέρος τρίτο «Σύγχρονος Κρητική Δημώδη Μουσική» Κεφάλαια 12. Στο τέταρτο μέρος «Περί Κρητικών Χορών» Κεφάλαια 12. Ο τόμος περιλαμβάνει ακόμα «Πίνακες Τραγουδιών», «Βιβλιογραφία», «Γλωσσάριον». Η επιλογή του Χρήστου Λεβάντα να συντάξει το πληροφοριακό αυτό κείμενο για τον Μουσικολόγο Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι δείχνει και την συνεχή αγάπη του για τον τόπο καταγωγή τους και το ενδιαφέρον του. Σε σημεία του κειμένου του έχουμε την χρήση Κρητικής γλωσσικής διαλέκτου.    
      Δεν θέλησα να προσθέσω περισσότερες πληροφορίες από αυτές που μας δίνει ο Χρήστος Λεβάντας, ας χαρούμε αναγνωστικά το κείμενο και ας μνημονεύσουμε τον Γεώργιο Ι. Χατζιδάκι. Η πόλη του Πειραιά του το οφείλει ή κάνω λάθος;

          Από τον ΠΡΟΛΟΓΟ του Μανώλη Καλομοίρη

          «Μια τόσο σπουδαία και διεξοδική μελέτη για το Κρητικό Τραγούδι του κ. Γ. Χατζιδάκη δεν μπορεί κανείς ελαφρά τη καρδία να την κρίνη και να την αναλύση. Πρόκειται για ένα σοβαρό έργο που πιστεύω θα αποτελέση σταθμό και αφετηρία στη μελέτη του δημοτικού μας τραγουδιού. Την πολύτιμη λαογραφική και ιστορική προσφορά του κ. Χατζιδάκη σχετικά με τη λαϊκή μουσική της Κρήτης τη γνώριζα και την παρακολουθούσα από πολύ καιρό χρόνια και χρόνια. Και μπορώ να πω πως πρώτος ο κύριος Χατζιδάκης ξάνοιξε πλέρια στα μάτια της ψυχής μου την ασύγκριτη λεβεντιά και ομορφιά της Κρητικής Μαντινάδας. Όμως έτσι όπως έχω μπροστά μου τον ογκωδέστατο αυτό τόμο που πραγματεύεται για το Κρητικό λαϊκό  τραγούδι από όλες τις απόψεις, ιστορικές, λαογραφικές, επιστημονικές και με τόσες μεταγραφές τραγουδιών σε Ευρωπαϊκή παρασημαντική, νοιώθει κανείς μαζί με το σεβασμό και το θαυμασμό στην καταπληκτική απόδοση- έργο ολόκληρης ζωής- και κάποιο δέος για τον άθλο και τον επιδιωκόμενο σκοπό. Με το σημείωμα αυτό δεν κρίνω το έργο του κ. Χατζιδάκη γι’ αυτό θα μου χρειαζότανε πολύς χρόνος και πολλή μελέτη που δυστυχώς δεν διαθέτω ούτε επαρκώ. Θέλω μόνο να σφίξω το χέρι του σεβαστού συγγραφέα και να του εκφράσω το θαυμασμό και τη συγκίνηση που  ένοιωσα παρακολουθώντας στις σελίδες του βιβλίου του τα ιστορικά και το ξετύλιγμα της Λαϊκής Κρητικής Μουσικής.».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

26 Φεβρουαρίου 2026

      

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Ε. Γ. ΑΡΒΕΛΕΡ Τί μένει ακόμη να γραφτεί;

 

     ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΑΚΟΜΗ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙ;

Μια συνέντευξη της ΚΙΤΣΑ ΜΠΟΝΤΖΟΥ με την Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ  Παρασκευή 13/11/1998

          ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΑΚΟΜΑ ΝΑ ΓΡΑΦΤΕΙ;

«Και μετά;

-Και τώρα τι άλλο μένει να γραφτεί;

Θα μπορέσετε να γράψετε ακόμα κάτι;

-Γράφει κανείς επειδή έχει κάποια επιθυμία;» ρωτούσε ο Ρολάν Μπαρτ

Κ. Μ. –Και τώρα τι άλλο έχει να γραφτεί;

Ε.Γ.Α.- Το πρόβλημα δεν το έχει βάλει ο Μπάρτ, ήδη ο Αντρέ Ζίντ είχε πει ότι όλα έχουν ειπωθεί ή όλα έχουν γραφτεί. Αλλά, όπως κανείς δεν έχει καταλάβει και κανείς δεν έχει επωφεληθεί απ’ αυτά που έχουν γραφτεί και ειπωθεί, πρέπει όλα να ειπωθούν από την αρχή. Οπότε να μην αγχωνόμαστε, έχουμε να πούμε όλα και για όλους από την αρχή.

Κ.Μ.- Εσείς τι θα είχατε να γράψετε;

Ε.Γ.Α.- Χίλια πράγματα. Πρώτα πρώτα σε λίγο θα γράφω ποιήματα ιστορίας. Γιατί η ιστορία δεν μπορεί να διδαχθεί σαν γεγονός. Πρέπει να διδαχθεί σαν μία συγκίνηση οργανική και εσωστρεφής, ούτως ώστε αυτός που  διαβάζει, να μπορεί να την αφομοιώσει στην  ουσία της και όχι στην επιφάνειά της και την εξωτερική της μορφή μονάχα.

  Δηλαδή το να λέμε ότι ο Βουλγαροκτόνος ήτανε μεγάλος βασιλιάς, δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, το ότι όμως ο Βουλγαροκτόνος εξάλειψε το κράτος της Βουλγαρίας, το οποίο, τότε, είχε βλέψεις επί του Βυζαντίου, είναι μεγάλο γεγονός για την εποχή. Το ότι όμως ο Βουλγαροκτόνος στον θρίαμβό του ετύφλωσε πάνω από εκατό χιλιάδες ανθρώπους, αυτό είναι ένα γεγονός που και στη σημερινή ιστορία μένει ένα πάθημα- μάθημα. Δηλαδή, δεν είναι ένα υποδειγματικό γεγονός, είναι ένα γεγονός το οποίο πρέπει να τοποθετηθεί και για να γίνει καταληπτό μέσα στην ιστορία της εποχής. Και γίνεται καταληπτό, μόνον όταν θυμηθούμε ότι οι Βυζαντινοί ετύφλωναν αυτούς οι οποίοι ήταν σφετεριστές του θρόνου, και ο τότε τσάρος της Βουλγαρίας, πρόκειται για τον Σαμουήλ, υπόβλεπε τον θρόνο του Βυζαντίου. Έτσι και αυτή η ποινή, η απάνθρωπη, η οποία είχε αμαυρώσει την ανθρωπιστική μορφή της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

   Αυτό, λέω, μπορεί να γίνει μόνο ποίημα, δεν μπορεί να δοθεί ως εξήγηση. Η εξήγηση άλλωστε έχει γραφτεί, την διάβασαν οι βυζαντινολόγοι. Ενώ αν το  γράψεις σε μιά ποιητική μορφή, η οποία είναι προσιτή στον καθένα. Θα το διαβάσει ο καθένας. Κι εγώ νομίζω ότι η Ιστορία είναι ακριβώς οργανική βάση, είναι το θεμέλιο, είναι η πρωταρχική γνώση της παράδοσης, όπως και η γλώσσα και πρέπει ν τη μάθεις κατά τρόπο που θα σου μείνει αξέχαστος. Γιατί όπως λέμε στη γλώσσα μας, η αλήθεια είναι αυτό που δεν μπορείς να ξεχάσεις.

Κ.Μ.- Καθώς εκπνέει ο αιώνας, αφήνει εκκρεμή ερωτήματα που ο σκεπτόμενος άνθρωπος καλείται ν’ απαντήσει;

Ε.Γ.Α. –Ευτυχώς, γιατί αν δεν υπήρχαν εκκρεμή ερωτήματα, θα έπρεπε να είναι και το τέλος της Ιστορίας και το τέλος του ανθρώπου. Αλλά τί σημαίνει κλείσιμο του αιώνα; Απλώς μία χρονολογική σημειοδότηση, η οποία άλλωστε δεν είναι ίδια και για όλον τον κόσμο. Το κινέζικο ημερολόγιο δεν είναι το ίδιο, ούτε το ινδιάνικο. Εγώ συνηθίζω να λέω: το ότι όλος ο κόσμος ετοιμάζεται να γιορτάσει το έτος 2000, σημαίνει τη νίκη του δυτικού πολιτισμού επάνω σ’ όλο τον κόσμο, γιατί το 2000 δεν είναι παρά το χριστιανικό έτος. Σημαίνει ότι ο δυτικός κόσμος έχει κυριαρχήσει, τουλάχιστον, αν θέλετε, στα σημεία, τα οποία κάνουνε την κοινωνία στην καθημερινότητά της. Όλο το πνεύμα της Ευρώπης, όλο το πνεύμα του δυτικού πολιτισμού ήτανε η ουτοπία. Να πηγαίνεις πάντα αλλού, να μη σταματάς σ’ αυτό που έχεις. Αυτό που λέμε δηλαδή: να μετατοπίζεις τα όρια του δυνατού. Αυτή η μετατόπιση των ορίων του δυνατού ήταν μέχρι τώρα μιά μετατόπιση μηχανικής δύναμης. Για πρώτη φορά βρήκε ο άνθρωπος την προέκταση της νοητικής του δύναμης, μέσα από τους υπολογιστές και μέσα από την ηλεκτρονική δύναμη. Δηλαδή αυτή τη στιγμή μπορεί να μετρήσεις, όχι με το μυαλό σου (αυτό που μπορούσες, ως τώρα, να κάνεις) ή με το χαρτί, αλλά κατά τρόπον πολλαπλασιαστικό, σαν να ήσουνα περισσότεροι άνθρωποι. Οπότε αυτή η νέα στροφή, ακριβώς δείχνει ότι η ευρύτητα, χώρου, δράσης και σκέψης του ανθρώπου έχει γίνει πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι είχε υποψιαστεί ο άνθρωπος ακόμα και πριν πενήντα χρόνια. Δηλαδή τώρα μπορείς να ενσωματώσεις στη σκέψη σου το Σύμπαν και όχι μόνο ως θρησκευτικό ερώτημα, αλλά ως ερώτημα χώρου και χρόνου (χρόνος των άστρων, γαλαξίες κ.λπ.), αυτά όλα δεν μπορεί παρά να σου δείξουν ότι έφτασες σ’ ένα χώρο όπου τα όρια της σκέψης, της έρευνας και της δράσης των ανθρώπων έχουν γίνει ευρύτερα από ποτέ. Και ότι η μηχανή έχει πολλαπλασιάσει ακριβώς τη δυνατότητα, όχι μόνο τη νοητική αυτού που τη χρησιμοποιεί, αλλά ακόμα και τη δυνατότητα να μπορέσεις να επεμβαίνεις σε περισσότερους χώρους και σε περισσότερα θέματα.

    Βρισκόμαστε οπωσδήποτε σε εποχή μεγάλων αλλαγών και μέσα στην Ιστορία, η οποία παγκοσμιοποιείται, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτό που κάνουμε εδώ δεν είναι επακόλουθο, ή δεν θα είναι και αιτία κάποιου άλλου γεγονότος που θα γίνει αλλού. Όταν ανοίγουμε ένα παράθυρο στο Παρίσι, κρυολογούνε στο Πεκίνο. Αυτό το ρεύμα, που ενώνει τους ανθρώπους, που λέγεται ρεύμα επικοινωνιών, συγκοινωνιών, δείχνει ότι υπάρχει μια παγκοσμιοποίηση του ιστορικού γίγνεσθαι.

    Ποιά είναι η εποχή η οποία έδωσε περισσότερη ευρύτητα χώρου και δράσης από τη δική μας; Καμία. Να σκεφτείτε ότι σ’ αυτήν την εποχή, δηλαδή σήμερα, ζουν περισσότεροι επιστημονικοί ερευνητές απ’ όσοι ζήσανε σε όλη την ανθρωπότητα, αν πάρουμε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Οπότε αυτή η ταχύτητα της τεχνολογικής εξέλιξης αλλάζει και την ψυχολογία και τη στάση του ανθρώπου στη ζωή. Αυτή είναι μία μεγάλη τομή. Πώς ο άνθρωπος θα αντιδράσει σ’ αυτά τα πράγματα, με ποιό τρόπο θα τα υιοθετήσει, αλλά και με ποιόν τρόπο θα αντισταθεί στο να γίνει ευάλωτος από τη μηχανή, χωρίς να μπορεί να τη δαμάσει; Αυτό είναι ένα από τα νέα και μεγάλα προβλήματα, τα οποία οπωσδήποτε πρέπει, άνθρωποι οι οποίοι είναι ηγετικά ή παραδειγματικά στελέχη της κοινωνίας να μπορέσουν κάπως να μεθοδεύσουν, ούτως ώστε να καθοδηγήσουν, με τρόπο όχι μόνο αντικειμενικό αλλά με τρόπο θεμιτό, θα έλεγα και  ηθικά και επιστημονικά, τον κόσμο που τους κοιτάει.

Κ.Μ. –Πιστεύετε ότι σήμερα υπάρχουν ζητήματα για τα οποία στοχαστές, φιλόσοφοι, πολιτικοί θεωρούνται υπόλογοι έναντι της κοινωνίας;

Ε.Γ.Α.- Η ελευθερία του να κάνεις μιά σκέψη είναι απατηλή κι έστω κι αν είναι λανθασμένη εκ των υστέρων, δεν είναι λάθος πορείας πνευματικής. Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει, είναι αν αυτός που έγραψε, έγραψε βάζοντας νου, καρδιά κι ελευθερία γράφοντας. Και δεν υπάρχει αναμάρτητος.

 ΚΙΤΣΑ  ΜΠΟΝΤΖΟΥ, εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/11/1998

          -«Μαρία Καραβία -Ποιά είναι τα σχέδιά σας τώρα;

          -Τ’ όνειρό μου είναι ν’ αλλάξω ζωή. «Εδώ άς σταθώ

          κι άς δω…» όχι τη φύση λίγο αλλά τον ίδιο μου τον

          εαυτό. Θέλω να πω τα πράγματα με άλλη γλώσσα.

          Αν ποτέ κάνω κάτι καινούργιο θα είναι το ποιητικό

          Βυζάντιο. Σκέπτομαι, άλλωστε, κι εγώ η ίδια να

          δημοσιεύσω μια συλλογή ποιημάτων μου με

          βυζαντινά θέματα. Κι αυτά είναι γραμμένα στα

          ελληνικά.

          -Μαρία Καραβία -Γράφεται ποιήματα λοιπόν;

          -Ναι. Γιατί, σας φαίνεται παράξενο;»

Από συνέντευξη της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ στην γνωστή και καταξιωμένη δημοσιογράφο κυρία Μαρία Καραβία στις Σελίδες της εφημερίδας «Η Καθημερινή» 25 Σεπτεμβρίου 1988. Φωτογράφιση Γιάννης Στεργίου. 

      Τον διακαή πόθο της να εκφραστεί ποιητικά η Βυζαντινολόγος ιστορικός μας εκφράζει και σε παλαιότερες συνεντεύξεις της όπως βλέπουμε παραπάνω. Και στην παρούσα συνέντευξή της στην εφ. «Ελευθεροτυπία» της 13/11/1998 στην κυρία Κίτσα Μπόντζου επαναλαμβάνει την επιθυμία της να εκφραστεί μέσω της ποιητικής φόρμας, αιτιολογώντας μάλιστα την απόφασή της. Αναρτώ το τέταρτο σημείωμα Μνήμης σε μία από τις εξέχουσες γυναικείες φυσιογνωμίες της πατρίδας μας, την διαπρεπή Ελληνίδα καθηγήτρια ιστορικό και πρώτη γυναίκα πρύτανη του πανεπιστημίου της Σορβόννης και διευθύντρια του πολιτιστικού κέντρου Ζωρζ Πομπιντού Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ η οποία έφυγε την περασμένη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου από κοντά μας πλήρης ημερών. Τα τηλεοπτικά αφιερώματα εις Μνήμη της εξακολούθησαν και μετά την ταφή της στο κοιμητήριο του Βύρωνα όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και διέμενε με τους γονείς και τα αδέρφια της η με Μικρασιατικές ρίζες σημαντική Ευρωπαία προσωπικότητα. Μεταφέρω μία μάλλον μικρή (σε σχέση με άλλες της) αλλά καίρια και ουσιαστική συνέντευξή της στην γνωστή δημοσιογράφο κυρία Κίτσα Μπόντζου στην παλαιά πολιτική εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 1998. Στα προηγούμενα σημειώματά μας μιλήσαμε για τις τρείς ποιητικές της συλλογές μεταφέροντας ενδεικτικά ποιήματά της που δείχνουν το ιδιοφυές ποιητικό της ταλέντο, την ποιητική της τεχνογνωσία και την γλωσσική διαχειριστική της μαγεία. Η επιθυμία της να αποτυπώσει ιστορικές μεταιχμιακές στιγμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της εξέλιξής της στο χρόνο καθώς και τα ερευνητικά της συμπεράσματα σε ποιητική φόρμα, δεν είναι κάτι που συνηθίζεται στις επιστημονικές κοινότητες ή στους πνευματικούς κύκλους των επίσημων ιστορικών. Ασφαλώς υπάρχουν οι περιπτώσεις εκείνες όπως π.χ. του παλαιού έλληνα ιστορικού του Βυζαντίου καθηγητή Νικόλαου Τωμαδάκη ο οποίος μεταξύ άλλων ασχολιών του έγραφε και ποιήματα και εξέδωσε μία ποιητική του συλλογή. Η επιθυμία όμως της Ε.Γ. Αρβελέρ να συνθέσει κύκλους ποιημάτων της τα οποία κρυσταλλώνουν βυζαντινά μεταιχμιακά συμβάντα, κρίσιμες αποφάσεις βυζαντινών αυτοκρατόρων, ιστορικά και πολιτικά φλέγοντα και ακανθώδη ζητήματα που αφορούν την σύγχρονη ανθρωπότητα, αλλά και την Ελληνική αυτοσυνειδησία, ταυτότητα του Ελληνισμού και της Συνέχειας της Ελληνικότητας μέσα στους αιώνες ερμηνευμένες και σχολιασμένες από γυναικεία ματιά είναι νομίζω κάτι πρωτότυπο. Και αν δεν λαθεύω δεν έχει επαναληφθεί έκτοτε. Έχουμε ασφαλώς τις περιπτώσεις των ελληνίδων πεζογράφων οι οποίες ασχολήθηκαν με την Βυζαντινή ιστορία, ζωή και πολιτισμό, όπως είναι οι περιπτώσεις της Ρόζας Ιμβριώτη, της Σοφίας Μαυροειδή Παπαδάκη, της Πηνελόπης Δέλτα οι οποίες μεταποίησαν τα ιστορικά βυζαντινά γεγονότα και πρόσωπα στην μυθιστορηματική τους πεζογραφία και λόγο με εξαιρετική επιτυχία. Έχουμε τις περιπτώσεις εκείνες των ελλήνων και ελληνίδων λογίων και διανοουμένων ποιητριών οι οποίες αφιέρωσαν ή έγραψαν ποιήματα για Βυζαντινές Μορφές και Αυτοκράτορες ιδιαίτερα του πρώτου και ιδρυτή, του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του τελευταίου, της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους Οθωμανούς, του μαρτυρικού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου του ΙΑ΄. Έχουν δημοσιευθεί ποιητικές συλλογές, γραφεί θεατρικά έργα για τον παρεξηγημένο δολοφονημένο Αυτοκράτορα Ιουλιανό και την ατομική του προσδοκία να αναβιώσει την Αρχαία των Εθνικών Ελλήνων Θρησκεία και Φιλοσοφία, τον Παγανισμό. Γραφτεί πεζά από τον Κοσμά Πολίτη και άλλους για Βυζαντινούς Αυτοκράτορες και Αυτοκρατόρισσες, για την Θεοδώρα, για τον Μυστρά και τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα βλέπε ποιητική συλλογή του πανεπιστημιακού και κριτικού Βρασίδα Καραλή. Το εύστοχο και πετυχημένο όμως αυτό «πείραμα» να συνθέσει σε ποιητική μορφή την εξιστόρηση της Βυζαντινής Ιστορίας είναι κάτι που δεν επιχειρήθηκε από άλλους από όσο γνωρίζω. Τρείς ποιητικές Συλλογές της που αποτελούν ένα ενιαίο καθολικό όλο της σκέψης και του στοχασμού της ιστορικής ερμηνευτικής της ελληνίδας ιστορικού. Πιστεύει και πολύ σωστά η Αρβελέρ ότι ένα ιστορικό συμβάν συγκινεί περισσότερο τους ανθρώπους όταν δίνεται με ποιητικό τρόπο, σε ποιητική μορφή. Ενεργοποιεί ευκολότερα τις ψυχικές δυνάμεις των ανθρώπων, εξάπτει ανετότερα τον κόσμο της φαντασίας τους, φλογίζει εντονότερα τις συνείδησής τους από ένα «ξηρό» καταγραφικό ιστορικό δημοσίευμα. Τι παιδευτικής αγωγής επίδραση θα είχαν παραδείγματος χάριν στον Αρχαίο Κόσμο τα Ομηρικά Έπη αν δεν διασώζονταν στην ραψωδιακή προφορικότητά τους ή γραπτή τους αποτύπωση αλλά σαν μία ιστορική εξιστόρηση; Το «Χρονικό του Μορέως», τι τραγικές εικόνες και σκοτεινές παραστάσεις γενούν τα ποιητικά έργα του Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον Εστί», το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»; Η μαγεία της ποίησης του Νομπελίστα ποιητή εγχαράσσεται στην συνείδηση και την ψυχή του αναγνώστη περισσότερο από ότι αν είχε μπροστά του ένα ιστορικό σύγγραμμα. Το ίδιο κατά την γνώμη μας θα λέγαμε ότι συμβαίνει και με την Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου, τα αγωνιστικά του ποιήματα. Μήπως και ο δάσκαλος Κωστής Παλαμάς τις θέσεις του για την Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων με ποιητικές του συνθέσεις δεν τις εξέφρασε; Εντέλει, αυτό το δύσκολο πραγματάκι που είναι το να γράφει κανείς Ποίηση, ανεξάρτητα το είδος και την εποχή της, ίσως και της ποιότητας του δημιουργού της, είναι ή θεωρείται ελκυστικότερη καλλιτεχνική ενέργεια διάσωσης ανθρώπινων μηνυμάτων και διδασκαλίας από την επίσημη επιστημονική Ιστοριογραφία. Όμως αν η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, αυτός ο πολυμήχανος γυναικείος νους με την περιπετειώδη σκέψη και αντιλήψεων περί ελευθερίας και προόδου της ανθρωπότητας δεν έπαιζε στα δάχτυλα την Βυζαντινή και την Ελληνική Ιστορία, και τις διεθνείς επιδράσεις της μέσα στους αιώνες του δυτικού πολιτισμού δεν θα μπορούσε να υφάνει αυτά τα εξαιρετικά πολύχρωμα ποιητικά της Βυζαντινής ιστορίας υφαντά της. Ποιήματα που η λυρική μαρτυρία τους και αρχιτεκτονική τους, συμπληρώνουν την ιστορική αλήθεια και φέρνουν στην επιφάνεια διλήμματα και αποφάσεις που σε μία αίθουσα διδασκαλίας δεν μπορούν ούτε να κοινοποιηθούν ούτε να ακουστούν σε τόση μεγάλη αναγνωστική πληθυσμιακή ευρύτητα και να προκαλέσουν ερευνητικές ζυμώσεις; Πόσες από τις επιστημονικές της εργασίες και ανακοινώσεις όπως «Έρευνες για τη διοίκηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας τον ένατο- δέκατο αιώνα» (1960), «Το Βυζάντιο και η Θάλασσα» (1966), «Μελέτες για τη διοικητική και κοινωνική διάρθρωση του Βυζαντίου (1971), «Βυζάντιο, η χώρα και τα εδάφη» (1976) για να περιοριστώ σε ενδεικτικές της εργασίες ξεπέρασαν τα κράσπεδα των Πανεπιστημιακών Αιθουσών και έδρανα των Διαλέξεων που έδωσε τις ομιλίες της ανά τον Κόσμο; Πόσοι κράτησαν στα χέρια τους και διάβασαν το βιβλίο της που μεταφράστηκε στα ελληνικά δύο χρόνια (1977) μετά την Γαλλική του έκδοση από την Τούλα Δρακοπούλου «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ» εκδόσεις «ΑΡΓΩ». (Helene Ahrweiler: L’ Ideologie Politique de L’ Empire Byzantin”). (1975) Presses Universitaires de France.

          Η εργασία αυτή είναι αφιερωμένη «Στη μνήμη του Πατέρα Vitalien Laurent» και αρχινά με στίχους από την ποιητική σύνθεση (1927) του άγγλου ποιητή Ουϊλλιαμ Μπάτλερ Γέητς «Ταξιδεύοντας στο Βυζάντιο». Η «ατελής» και με «κενά» αυτή εργασία της όπως η ίδια αναγνωρίζει στην Εισαγωγή της, περιλαμβάνει 7 Κεφάλαια: [-Εισαγωγή.- 1. Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ. - 2. Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ. -3 Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ. -4. Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ. -5. Σ’ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΩΝ ΑΞΙΩΝ. -6. Ο ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ. -7. Η ΕΘΝΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ. –ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΡΕΥΝΑ. –ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΩΝ.]. Κάθε κεφάλαιο χωρίζεται σε δύο ή τρεις μικρές ενότητες. Το βιβλίο διαθέτει ξενόγλωσση βιβλιογραφία πέραν των βιβλίων που αναφέρονται σε κάθε σελίδα. Το βιβλίο έχει 174 σελίδες και κόστιζε τα χρόνια που κυκλοφόρησε και σε δεύτερη έκδοση 160 δραχμές. Πόσες μελέτες της αλήθεια γονιμοποίησαν τις εργασίες ελλήνων βυζαντινολόγων; Ο συγχωρεμένος Χρήστος Γιανναράς την μνημόνευε συχνά στα βιβλία του.

          Αντίθετα η σοβαρή και τεχνικά άρτια ποίησή της ευτυχώς μελοποιήθηκε στις μέρες μας και τραγουδήθηκε από τον πειραιώτη αειθαλή Γιώργο Νταλάρα ενδέχεται και άλλους. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ με τις εργασίες της προσανατόλισε την διεθνή επιστημονική κοινότητα προς την Ιστορία της Βυζαντινής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας και της πολιτικής ιδεολογίας του χώρου που κατελάμβανε και τις έδωσε την ιστορική αξία που της αναλογούσε ως συνέχεια του Ελληνισμού, στην διαμόρφωση του ψηφιδωτού της Ρωμιοσύνης. Γεφύρωσε το κενό μεταξύ των πολιτιστικών κληροδοτημάτων της Αρχαίας Κλασικής Ελλάδας των Εθνικών Ελλήνων με αυτά της Ελεύθερης και Ανεξάρτητης μετά το 1821, και των νεότερων χρόνων. Στα λαϊκά ευρύτερα στρώματα ενδέχεται να ήταν γνωστή περισσότερο από την δημόσια εικόνα της και τις συνεντεύξεις της, φυσικά και στο ότι υπήρξε διευθύντρια του Διεθνούς Κέντρου των Δελφών.

Όπως γράφει σχετικά στην ενότητα «Η γέννηση των Βυζαντινών Ιδεολογιών. Εξάρσεις και Αντιθέσεις».

«… Κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου, ο χριστιανισμός γίνεται η θρησκεία του Κράτους. Εναντίον των ειδωλολατρών εφαρμόσθηκαν μέτρα, που πήραν το χαρακτήρα πραγματικών διώξεων. Το μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Ελευσίνια μυστήρια απαγορεύθηκαν. Τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ειδωλολάτρες ιερείς όπως γράφει με κάποια πίκρα ο Λιβάνιος, υποχρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να αποθάνουν» (1) Βλέπε «Ο Λόγος «Υπέρ των Ιερών» που απηύθυνε ο Λιβάνιος στον Θεοδόσιο αποτελεί την καλύτερη απεικόνιση αυτής της κατάστασης πνευμάτων» σημειώνει η Ε.Γ.Α.  Και συνεχίζει: «Στο εξής ρωμαίος πολίτης είναι, όποιος ασπάζεται την ορθόδοξη πίστη, που καθιερώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους της Νικαίας (325) και της Κωνσταντινούπολης (381). Ντόπιος ή ξένος, ευρωπαίος ή αφρικανός (η Αυτοκρατορία περιλαμβάνει πράγματι, γύρω από τη Μεσόγειο, περιοχές που βρίσκονται σ’ αυτές τις τρείς ηπείρους), αρκεί να είναι χριστιανός για να καταλάβει οποιαδήποτε αυτοκρατορική διοικητική θέση, ν’ ανέβει ακόμα και στο θρόνο. Ο τέταρτος αιώνας, κατά τον οποίο έγινε η σκληρή προσπάθεια που κατέλαβε η Αυτοκρατορία για να διαμορφώσει τη φυσιογνωμία, η οποία θα της επέτρεπε να εγκαινιάσει μια καινούργια ζωή, τελειώνει με το θρίαμβο του χριστιανισμού.

    Η Αρχαιότητα με το ανθρωπιστικό και ανεκτικό της πνεύμα παρήλθε οριστικά. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παραχωρεί τη θέση της στη Βυζαντινή, ενώ ο δυτικός κόσμος μπαίνει σε μιά καινούργια εποχή της ιστορίας του, κατά την οποία, όπως γράφει ο Γίββων, δεσπόζουν «η θρησκεία και η βαρβαρότητα», σελ. 18-19.

          ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιός θα μας πει που να ‘ναι οι λέξεις κι οι φωνές

που μες στις γλώσσες τις νεκρές μείνανε ζωντανές;

Είν’ η ιστορία ήχοι που ξέχασαν τα λόγια,

Στίχοι που από τυφλούς γράφτηκαν ποιητές,

και δάκρυα κεχριμπαρένια που έγιναν κομπολόγια

να παίζουνε οι γέροι στις εθνικές γιορτές. Σελ.35

          Από την συλλογή της «ΕΝΔΟΞΟΣ ΕΛΛΑΣ» εκδόσεις «ΕΡΜΗΣ», Αθήνα 2004.

Τερματίζοντας τον κύκλο μνήμη της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, άραγε ποιός χολιγουντιανός σταρ θα ερμήνευε στην περιοχή του Μυστρά τον τελευταίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και ποιός το φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα;

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24 Φεβρουαρίου 2026

Με το πρόσωπο της Μέδουσας του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα να ατενίζει την ΥΔΡΑ.        

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Ε.Γ. Αρβελέρ, Τίνος εστίν το ελληνίζειν;

 

       Τίνος εστίν το ελληνίζειν;

Μία συνέντευξη της ιστορικού Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ με την δημοσιογράφο και πολιτικό κυρία Λιάνα Κανέλλη

Περιοδικό NEMECIS τχ. 19/6, 1998, σ. 48-54

          «Όταν πτωχεύσουνε οι πλούσιοι,

          δεν θα πλουτίσουν οι φτωχοί.

          Μα όταν κυβερνούν οι ανίκανοι,

          ένοχοι είναι οι ικανοί.

          Και όταν μόνο οι ανάξιοι

          μιλούνε για αξίες,

          τότε η απαξίωση θα είναι γενική

          Ας τα σκεφτεί αυτά

          όποιος στην κάλπη ρίχνει την ψήφο του,

          για όποια και να ‘ναι εκλογή.»

              Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ*

*Ιδιόχειρο σημείωμα της Ε.Γ.Α. προς τον νυν έλληνα πρωθυπουργό κύριο Κυριάκο Μητσοτάκη που διαβάστηκε στην εξόδιο ακολουθία της και αναρτήθηκε στο διαδίκτυο.

«Μία από τις παλιές επιγραφές του 1ου αιώνα λέει: Φαίνεται ότι δεν είναι Έλληνας, όχι μόνον από τη γλώσσα, όχι μόνον από το ένδυμα, αλλά και από το  πώς περπατάει και στέκεται. Ο Συνέσιος όταν στέλνει στον αυτοκράτορα Αρκάδιο ένα γράμμα για να βρίσει τους Γότθους που έχουν καταλάβει τα ανώτατα αξιώματα, του λέει ότι δεν μπορείς να ανακατέψεις σισυροφόρους Γότθους τηβενοφόρους Ρωμαίους. Δηλαδή, οι Ρωμαίοι είναι οι Ρωμιοί, οι Έλληνες, οι ελληνοπρεπείς…».

          Κάπως έτσι αρχίζει η συνέντευξη της Ελένης Γλύκατζη- Αρβελέρ προς τη NEMECIN, για να εξελιχθεί σε μιά απολαυστική συζήτηση για τα ζητούμενα του 21ου αιώνα, σχοινοβατική όμως, καθώς έπρεπε να κρατηθούν ίσες αποστάσεις από το παρελθόν και το μέλλον υπέρ του έτσι κι αλλιώς δύσκολου παρόντος μας.

Λιάνα Κανέλλη: «Είναι πολλοί αυτοί που λένε πώς ο επόμενος αιώνας ανήκει στην ελληνική σκέψη. Οργασμός γύρω από τα Ελληνικά Γράμματα παρατηρείται σε πληθώρα πανεπιστημίων απ’ άκρον εις άκρον του πλανήτη. Σαν να προσπαθούν να βρουν απαντήσεις στα σύγχρονα διλήμματα με τρόπο ελληνικό.

Ε.Γ.Α. Όταν εκείνος ο καημενούλης ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, που είχε μεγαλώσει με τις μυστικές θρησκείες και τα ελληνικά, φώναζε ότι το ελληνίζειν δεν είναι χριστιανικό, του απαντάει ο περίφημος Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο συμμαθητής του στη διατριβή του με τον περίφημο τίτλο «Τίνος εστί το ελληνίζειν», εξηγώντας του ότι ελληνικός τρόπος δεν είναι μόνον η γλώσσα, αλλά και να έχεις την τεχνολογική ικανότητα, την καπατσοσύνη, να αντιμετωπίζεις τις αντιξοοότητες με τον ελληνικό τρόπο. Γιατί το μόνο που βγάζει έξω ο Ναζιανζηνός από τον αρχαίο κόσμο του είναι και του σκέπτεσθαι είναι η παιδεραστία. Για το ελληνίζειν έχουμε ένα σωρό ωραιότατα επιγράμματα. Ο Παλλάδας γράφει: «Τόσο άλλαξε ο κόσμος που δεν ξέρουμε αν εμείς οι Έλληνες είμαστε ζωντανοί…». Όταν ο Νέρων κατεβαίνει στους Δελφούς και αναρωτιέται που είναι οι Έλληνες για να τον υποδεχθούν, κάποιος από τη συνοδεία του απαντά: «Δεν υπάρχουν πιά Έλληνες στους Δελφούς». Και ο Νέρων αναφωνεί: «Μέμφομαι τον αιώνα άνευ Ελλήνων».

Σας θυμίζω αυτό που είπε ο Χριστός όταν είδε τους πρώτους Έλληνες: «Τώρα είμαστε ήσυχοι. Ο χριστιανισμός θα διαδοθεί». Οι Εβδομήκοντα  μετέφρασαν τις γραφές στα ελληνικά πρίν από τον χριστιανισμό. Για ποιόν; Για τους Ελληνόφωνους Ιουδαίους της Αλεξάνδρειας που δεν μιλούν παρά μόνον ελληνικά. Άρα, το ελληνίζειν δεν είναι μόνον ελληνοφωνία, είναι και τρόπος ζωής, τρόπος ενδύματος, ως και κόμμωσης. Είναι η αντίληψη του να είσαι μέσα στη ζωή ο υπεύθυνος της τύχης σου. Ενώ όταν έρχεται ο χριστιανισμός σε κάνει υπεύθυνο της σωτηρίας σου.

Λ.Κ. Το ζητούμενο στην παγκοσμιοποίηση δεν ξέρω αν μπορεί να διαχωρίσει την υπευθυνότητα του πολίτη από τη σωτηρία του ανθρώπου και τούμπαλιν. Ίσως γι’ αυτό ψάχνουμε στον αρχαίο άνθρωπο το μελλούμενο.

Ε.Γ.Α. Ο πολιτικός χώρος των ανθρώπων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως λέει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, είναι κάθε γη βατή και κάθε θάλασσα πλωτή. Και ο υπεύθυνος πολίτης ήταν υπεύθυνος για την πόλη του με οποιοδήποτε καθεστώς. Σ’ αυτήν την παγκοσμιότητα έρχεται ο χριστιανισμός και προσθέτει και τον ουρανό. Οπότε, αυτοδιαλύεται η πολιτική ευθύνη στην καθημερινή ζωή και η υπευθυνότητα του ανθρώπου εκφράζεται μόνο με τη μέριμνα για τη σωτηρία του. Δεν υπάρχει πολιτική ευθύνη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μόνον πολιτιστική. Φτάνει να είσαι ορθόδοξος για να είσαι βυζαντινός πολίτης. Οι ιδεολόγοι της βυζαντινής εποχής όταν μιλούν για το έθνος το βυζαντινό, μιλούν για έθνος χριστιανικό, όπως λέει και ο Λέων ΣΤ΄, ο Σοφός.

Λ.Κ. Τί περιεχόμενο δίνει κανείς στην παγκοσμιοποίηση, ως κοσμοθεωρία αλλά και βιοθεωρία, όταν προφανώς μεγάλο μέρος και των σημερινών συγκρούσεων είναι προϊόν βαθύτερης ιστορικής εμπειρίας και όχι μόνο τεχνοκρατικών συμφερόντων;

Ε.Γ.Α. Μόνο τεχνολογικά και οικονομικά υπάρχει αυτήν την στιγμή μιά πλανητοποίηση, άς πούμε. Που σημαίνει ότι όταν ανοίγουμε εμείς ένα παράθυρο στη Σορβόννη, κρυολογούν στο Πεκίνο. Παίρνουν δηλαδή το σύνθημα οι νέοι και το πηγαίνουν πέρα από την οικονομία και την τεχνολογία. Ίσως το ζητούμενο να είναι η παγκοσμιοποίηση της ψυχής τουλάχιστον για τους νέους. Νέοι βρίσκονται πίσω από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα, τους Δημοσιογράφους χωρίς Σύνορα, τα δικαιώματα του ανθρώπου χωρίς σύνορα, τις υπηρεσίες για τον συνάνθρωπο. Αλλά μόνον στα ελληνικά και σε καμιά άλλη γλώσσα δεν υπάρχει η λέξις συνάνθρωπος. Οι νέοι όταν διαβάζουν και έχουν το στομάχι τους γεμάτο, ενδιαφέρονται για τον συνάνθρωπο που φθάνουν σε μιά παγκοσμιοποίηση της καρδιάς και της ψυχής.

Λ.Κ. Και όμως, κυρία Αρβελέρ, η πλειονότης των νέων στον κόσμο εξαιρείται. Δεν είναι χορτασμένη, αναγκάζεται να πολεμάει, οδηγείται από το σύστημα και γίνεται φορέας ιδεολογιών.

Ε.Γ.Α. Έχετε δίκιο’ μιλώ για τις ομάδες νέων που εμφανίζονται στο προσκήνιο. Αυτοί δηλαδή που εμείς στη Γαλλία λέμε ότι δεν έχουν ανάγκη από –σμούς (σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός, κομμουνισμός) και η μόνη λέξη που δέχονται μ’ αυτήν την κατάληξη είναι η ελληνική λέξη «πρίσμα» (σημ: prisme στα γαλλικά). Το ζητούμενο, όμως παραμένει η Παιδεία’ άλλο αναλφάβητος, άλλο αγράμματος. Το 25% των άνεργων νέων στη Γαλλία είναι αγράμματοι. Το 35% των παιδιών στις φτωχογειτονιές των μεγάλων γαλλικών πόλεων δεν ξέρουν τί σχέση έχουν μ’ αυτούς που συγκατοικούν.

Λ.Κ. Και μιλάτε για την πολιτισμένη Γαλλία, τον λεγόμενο δυτικό πολιτισμό’ που να μιλήσουμε για νέους του προσκηνίου ή του παρασκηνίου στο Αφγανιστάν ή το Πακιστάν; Για ποιά έννοια ψυχή και παγκοσμιοποιημένη καρδιά να μιλήσουμε, της πιστωτικής κάρτας και του Ίντερνετ; Μπορώ να πάρω λεφτά στη Νέα Υόρκη ή στο Πεκίνο από την τράπεζα. Αλλά για να τα πάρω, πρέπει να τα έχω και για να είμαι στο σύστημα, πρέπει να έχω τις απαιτούμενες γνώσεις. Επομένως, πόσο ελληνική μπορεί να είναι η πρόταση για μιά παγκοσμιοποιημένη «ψυχή» ή πιό απλά ένας ανθρωποκεντρικός ελληνικός πολιτισμός με τέτοια δεδομένα αποκλεισμού της πλειονότητας των νέων και μη;

Ε.Γ.Α. Πρέπει να περάσουμε από το μικρό στο μεγαλύτερο και από το μεγαλύτερο στο Μεγάλο. Πάρτε, για παράδειγμα , την  Ευρώπη. Δεν υπάρχει Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα, όπως και, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει Ελλάδα χωρίς την Ευρώπη. Ο Πωλ Βαλερύ έλεγε πώς όπου Αριστοτέλης και Πλάτων, εκεί και η Ευρώπη. Όπου το όνομα Μωυσής και Ιησούς, όπου το όνομα Βιργίλιος λέει κάτι στους ανθρώπους, εκεί και η Ευρώπη. Συνοπτικά και λακωνικά: Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ, αυτή είναι η Ευρώπη.

Λ.Κ. Και η Ιερουσαλήμ; Θα ξενίσει το τρίπτυχο.

Ε.Γ.Α. Όχι, γιατί Ιερουσαλήμ είναι ο χριστιανισμός. Κατάλαβες; Η Ιερουσαλήμ ξενίζει, όταν τα πράγματα τα βλέπεις στενά. Η Αθήνα θα είναι πάντα πρώτη ως ορθολογιστική σκέψη, ως φιλοσοφική σκέψη. Άλλωστε, η λέξη ανθρωπισμός για πρώτη φορά εμφανίζεται στα ρωμαϊκά χρόνια. Η αλληλεγγύη έχει οπωσδήποτε ελληνική καταβολή και αυτό το αναγνωρίζουν όλοι. Αυτό έκανε τον Στάλιν να πει είμαστε όλοι Έλληνες, αυτό έκανε τον Σατομπριάν να αναφωνήσει, όταν έμαθε ότι έπεσε το Μεσολόγγι, εγώ θα ζήσω και θα πεθάνω σαν Έλληνας. Αυτό έκανε τον Γκαίτε να λέει ότι οι μόνοι πολιτισμένοι είναι οι Έλληνες. Από εκεί και πέρα, όμως, άς μη θεωρούμε ότι εμείς γεννιόμαστε πολιτισμένοι και οι άλλοι βάρβαροι. Επιμένω ότι εμείς τους δώσαμε το φώς αλλά εκείνοι μας έδωσαν τον ηλεκτρισμό.

Λ.Κ. Το θέμα, κυρία Αρβελέρ, είναι ποιός θα αλλάξει τα φώτα σε ποιόν… Πού έχει φθάσει δηλαδή ο πολιτισμός και τίνος εστί, στον 20ο και 21ο αιώνα; Είναι πολιτισμός να γίνονται πόλεμοι με θύματα αμάχους κατά χιλιάδες και ελάχιστους στρατιώτες νεκρούς; Είναι πολιτισμός να σου εκδίδει η Έκθεση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσεις περί τρομοκρατίας και περιορισμούς χημικών όπλων ο πλανητάρχης, που είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός χημικών και πυρηνικών όπλων; Μήπως έχουμε φθάσει σε αντιφάσεις που είναι περισσότερο σχιζοφρενικές και καθόλου ελληνότροπες;

Ε.Γ.Α. Έχουμε διάφορα στρώματα αποφάσεων αυτήν τη στιγμή του κόσμου. Δεν λέω ότι όλοι ζούν με τη συνείδηση του ελληνικού τρόπου. Αναφέρομαι σ’ αυτόν ως καταβολή και ρίζα και παραμένει πρόβλημα αν η αρετή και ποιά αρετή διδάσκεται. Από την άλλη πλευρά, όμως, επιμένων πώς η αγωνία των νέων, όταν είναι αλώβητοι από το σύστημα, παραμένει να θέλουν να προχωρήσουν χέρι-χέρι με τον συνάνθρωπό τους. Είναι, θαρρώ, πιά συνείδηση των νέων ότι ο «ξένος» είναι περισσότερο ενδοεθνικός παρά εξωεθνικός.

Λ.Κ. Δηλαδή, τελικά ο εχθρός είναι όπως πάντα εντός;

Ε.Γ.Α. Έχω λανσάρει στη Γαλλία και έχει πιάσει, τον όρο εσωτερικές βαρβαρότητες. Στο πολιτισμικό πεδίο δεν υπάρχει έξωθεν βαρβαρότης, γιατί ο κόσμος έχει εκπαιδευθεί να αναγνωρίζει τον άλλον ως αυταξία. Αν όμως πάμε στο εσωτερικό πρόβλημα του ξένου, του εχθρού, θα δείτε ότι ο φονταμενταλισμός, τα ριζοσπαστικά κινήματα όπως στο Αλγέρι, δεν είναι λύση διαλογική.

Λ.Κ. Οι Κούρδοι δεν είναι εντός, δεν είναι Τούρκοι υπήκοοι’ όταν τους χτυπάνε, είναι τρομοκράτες ή επαναστάτες;

Ε.Γ.Α. Πρόσεχε τί μου λες; Όταν χτυπάνε τους Κούρδους, όχι όταν οι Κούρδοι χτυπούν το καθεστώς. Το βλέπεις το ζήτημα από το ουμανιστικό πρίσμα. Για να αναγνωρίσεις τον άλλον σήμερα, να καλύψεις τις ανάγκες των νέων, πρέπει να υπερβείς νοητικά και πολιτισμικά έννοιες όπως κράτος, σύνορα, έθνος. Έρχεσαι και αναρωτιέσαι ότι η Ευρώπη στο ιδρυτικό της σκεπτικό φανταζόταν τη ζωή της ως συνανθρωπική στο μέλλον. Δεν ήταν μόνο μιά οικονομική και νομισματική ένωση’ πιό απλά είναι τα τέσσερα θεμέλια: δημοκρατία, διάλογος, δικαιώματα του ανθρώπου και ανάπτυξη,

Λ.Κ. Μεγάλη η απόσταση από τη θεωρία στην πράξη. κυρία Αρβελέρ. Θυμάμαι κάποτε να προτείνεται ως λύση του Κυπριακού το υπέροχο μοντέλο Τσεχοσλοβακίας. Και με πρόεδρο έναν Βάτσλαβ Χάβελ να έχει η Ευρώπη μία Τσεχία και μία Σλοβακία.

Ε.Γ.Α. Εδώ υπάρχει μία απάντηση μόνον επιστημονική. Το κράτος και η πολιτική δίνουν απαντήσεις στα μικροπρόθεσμα. Αυτός είναι ο ένας ρυθμός, ο συντομότερος. Ενώ για κάθε τί πολιτισμικό, εκεί που πρέπει να αλλάξουν οι νοοτροπίες, ο ρυθμός είναι άλλος και μακροπρόθεσμος. Είναι θέμα παιδείας και χρόνου για να πεις, όπως ο Βάρναλης, τον εχθρό σου αδέρφι αδικοσκοτωμένο. Από ένα καθεστώς, από μιά μεγάλη δύναμη ας πούμε, σαν την Αμερική, ούτε κράτος ούτε έθνος, τί ζητάς βραχυπρόθεσμα να σου δώσει; Πρώτον, φαϊ στους ανθρώπους και γρήγορα. Σου απαντά, το μεγαλύτερό μου έσοδο είναι να πουλάω όπλα. Από την άλλη μεριά, του ζητάς διαπαιδαγώγηση των νέων του με θεωρίες και αρχές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καθόλου πολέμου. Σ’ αυτήν την αντίφαση που τη συναντάμε πιά σε διανοουμένους, σε δασκάλους, σε πολιτικούς, στους πάντες εντέλει, παίζονται όλα.

Λ.Κ. Σχιζοφρενικά πράγματα.

Ε.Γ.Α. Το πρόβλημα είναι πόσο μπορεί να γίνουν κατανοητά ως σχιζοφρενικά από τους ανθρώπους. Αν εγώ έδινα έναν ορισμό της Ευρώπης, θα έλεγα ότι παραμένει ο μόνος χώρος όπου το κριτικό πνεύμα έχει μιά αυτεξουσιότητα. Η Ευρώπη είναι η μόνη η οποία κατάφερε να ανατρέπει τις βεβαιότητές της για να μπορεί να πάει πιό πέρα, προς μιά ουτοπία. Και ο σοσιαλισμός, ευρωπαϊκός είναι. Και ο φασισμός, ευρωπαϊκός είναι. Δεν είναι ηθικός χώρος η Ευρώπη. Είναι χώρος ο οποίος αναρωτιέται για τη σημασία της έννοιάς του. Ξέρεις τί λέμε εμείς στη Γαλλία για την Ιστορία; Η Ιστορία είναι αυτό που μετατρέπει τη γεωγραφία σε μπορντέλο. Αν αφήσεις μόνη της τη γεωγραφία, έχεις βουνά, λαγκάδια και θάλασσες. Από τη στιγμή που φτιάχνεις τούνελ, δρόμους και αγωγούς, η γεωγραφία γίνεται μπορντέλο. Πρίν από δέκα χρόνια ρωτούσαν εμάς τους μεγάλους και δήθεν έξυπνους πώς βλέπουμε την καινούργια χιλιετία. Με ρωτήσανε κι εμένα, για τα πετρέλαια κ.λπ. Και τους είπα: σταματήστε, παιδιά. Το πρόβλημα, το μεγαλύτερο του κόσμου, θα είναι το νερό. Τίνος εστί λοιπόν το ελληνίζειν σ’ έναν κόσμο πού βαφτίζει πολιτισμό τη βαρβαρότητα και που περνάει πρωτοσέλιδο τον θάνατο ενός κυανόκρανο και στα «ψιλά» εκατό χιλιάδες νεκρούς από πείνα; Τίνος εστί το ανθρωπίζειν;

Λ.Κ. Το ελληνίζειν ως ανθρωπίζειν, γιατί ο Χάντινγκτον…

Ε.Γ.Α. Άσ’ τον αυτόν, εκτός αν θέλεις να μιλήσουμε και για τους βλάκες. Όλη του η θεωρία είναι βλακώδης. Αμερικανικά πράγματα. Δεν μπορώ να σου απαντήσω στο ερώτημα αν υπάρχει πρόοδος. Δεν θα φτάσουμε στο σημείο να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, αλλά μόνο στο ότι υπάρχει ποσοτική πρόοδος’ στον χρόνο της ζωής δηλαδή και στον χρόνο της ημέρας ο άνθρωπος μπορεί να γίνεται κτήνος για μία ώρα μόνο, ενώ προηγουμένως ήταν κτήνος πέντε ώρες. Λιγόστεψε η κτηνωδία, αλλά δεν χάθηκε. Και λιγόστεψε χάρις στην ελληνοπρεπή παιδεία.

Λ.Κ. Ο χριστιανισμός αυτήν την παιδεία την πήγε παραπέρα ή την χαντάκωσε, κυρία Αρβελέρ, όπως λένε πολλοί αρχαιολάτρες;

Ε.Γ.Α. Οπωσδήποτε την πήγε παραπέρα. Στον Πλάτωνα και τον Έρωτά του είσαι παιδαγωγός. Στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη έχεις την ισοτιμία δύο ανθρώπων που είναι μαζί. Όταν ο Χριστός σου λέει όμως «αγαπάτε αλλήλους», δεν σου είπε ποτέ ποιοί είναι αυτοί και ποιοί οι άλλοι. Είναι οι πάντες. Όταν ο Ευσέβιος στον 4ο μ.Χ. αιώνα σου γράφει ούτε εθνικοί, ούτε Εβραίοι, ούτε Έλληνες, ούτε δεσπότες, ούτε άνδρες, ούτε γυναίκες, ούτε δούλοι, βρίσκεσαι σ’ ένα άνοιγμα πανανθρώπινο. Αυτό είναι το άνοιγμα πού κάνει ο χριστιανισμός. Η τεράστια ιστορία στο «αγαπάτε αλλήλους».

Λ.Κ. Και όμως, εισερχόμαστε στον 21ο αιώνα, με διαδίκτυα, λεωφορειοδρόμους της Πληροφορικής, θρησκευτικούς πολέμους και την πλειονότητα των ανθρώπων να εξαιρούνται απ’ αυτό που έχουμε συνηθίσει να λέμε δήθεν πολιτισμένος κόσμος και πρόοδος. Μοιάζουν σαν ιδεολογήματα τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και τα ανθρωπιστικά μηνύματα όταν το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού απέχει δύο ώρες με τα πόδια από το κοντινότερο τηλέφωνο. Μιλάμε για πολιτισμό της πληροφορίας, αλλά, ως γνωστόν, το προϊόν πληροφορία ούτε πίνεται, ούτε εμβόλιο γίνεται, ούτε σταματάει συγκροτήσεις τόξων και διόγκωση του καπιταλισμού. Στο «αγαπάτε αλλήλους» έχουμε να αντιπαρατάξουμε μιά πολιτισμική ομογενοποίηση, έναν πολιτισμό της χαρτοπετσέτας και σχεδόν ξεχάσαμε  πόσο χρόνο χρειάζεται να καταναλώσουμε απλά για να πλύνουμε τα χέρια μας.

Ε.Γ.Α. Μιά μέρα, στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, καθώς τρώγαμε, μου είπε πώς οι μεγαλύτεροι πολιτισμοί είναι αυτοί που τρώνε με τα ξυλαράκια, επειδή οδηγούν την τροφή, ενώ οι ευρωπαϊκοί πολιτισμοί όπου τρώμε με πιρούνι, καρφώνουν την τροφή και αυτό είναι βαρβαρότητα. Και επέμενε ότι αυτοί οι δύο μεγάλοι πολιτισμοί θα συγκρουσθούν μοιραία. Του λέω: Μιά στιγμή, για μένα οι μεγαλύτεροι πολιτισμοί είναι αυτοί που τρώνε με τα χέρια, γιατί εκεί ξέρεις τί πιάνεις και τί δεν πιάνεις και έχεις το σύνολο των αισθήσεων. Με κοιτάει καλά-καλά και επιμένω: Ξεχάσατε την Ελλάδα, ξεχάσατε τη Ρώμη; Το βούλωσε ο Νακασόνι.

Λ.Κ. Η σύνθεση είναι ζήτημα παιδείας. Θα πρέπει να παραδεχθείτε ότι παρ’ ότι ανταλλάσσουμε πληθώρα πληροφοριών στη μεταμοντέρνα κοινωνία, προχωρούμε σε μιά συνεχή διασπαστικότητα.

Ε.Γ.Α. Μά, αυτός είναι ο κίνδυνος. Να περάσουμε σε μιά κοινωνία, χωρίς κριτήρια και παραμέτρους, όπου όλοι είμαστε όλα. Όλοι μιλούν και κανένας δεν κάνει διάλογο, όπως απέδειξε μιά στατιστική τραγική, τελευταία στη Γαλλία. Στόχος του διαλόγου είναι να μπορείς ν’ ακούσεις τον άλλον. Ακόμα και τώρα με ρωτούν τί έγινε τον Μάη του ’68. Τίποτε, απαντώ. Παράλληλοι μονόλογοι. Ο καθένας τότε πήρε το λόγο αλλά δεν μάθαμε να διαλεγόμαστε. Είμαστε σε μιά εποχή όπου όλοι δίνουν απαντήσεις και κανένας δεν θέτει ερωτήσεις. Για μένα, αυτό είναι ο πραγματικός φονταμενταλισμός και  η ριζοσπαστική κίνηση είναι να είσαι ελεύθερος να θέτεις ερωτήσεις χωρίς να φοβάσαι.

Λ.Κ. Μά, η παιδεία συγκροτείται πιά στην αντίληψη των έτοιμων απαντήσεων και παραμένει υπόθεση κρατών. Πώς θα συνεννοηθώ εγώ Ελληνίδα μ’ έναν Τούρκο, όταν έχουμε εκπαιδευθεί επί χρόνια ολόκληρα σε διαφορετική αντίληψη της Ιστορίας; Σε τί κοινό σημείο αναφοράς θα σταθούμε έξω και πέρα από το συμφέρον, για να μιλήσουμε για σύνθεση και παγκοσμιοποίηση ψυχής και καρδιάς;

Ε.Γ.Α. Ένα πράγμα ξέρω ίσως από την Ιστορία, αφού δεν φθάνει να έχεις κοινό πολιτισμό για να μη σκοτώνεσαι, ότι όταν έχεις κοινά συμφέροντα, δεν σκοτώνεσαι. Όταν δηλαδή πρόκειται να βγάλεις το ψωμί σου μαζί με κάποιον άλλον.

 Λ.Κ. Δεν συμφωνώ. Όταν έχεις ένα πιάτο φαγητό και δύο μάνες με τα παιδιά τους, οι μάνες θα σφαχτούν για να το πάρει η κάθε μία για το παιδί της.

Ε.Γ.Α. Αυτή είναι κακή παιδεία. Όταν έχεις ένα πιάτο και έχεις δύο παιδιά και είσαι άνθρωπος πρέπει να το μοιράσεις εξ ίσου.

Λ.Κ. Ποιός θα μου πει τί περιέχει το πιάτο;

Ε.Γ.Α. Αν το πιάτο είναι το Αιγαίο και έχει πετρέλαιο, αντί να έλθουν οι Αμερικανοί ή η “BP”, εγώ διατείνομαι ότι πρέπει να γίνει μιά ελληνοτουρκική εταιρεία που να εκμεταλλευθεί το πετρέλαιο, αυτό θα γίνει. Ή οι Αμερικανοί θα έρθουν ή οι Ευρωπαίοι στο Αιγαίο.

Λ.Κ. Μά, αυτό δεν μας λένε; Τί πειράζει να ανήκει το Αιγαίο στο ΝΑΤΟ, αφού είμαστε σύμμαχοι Έλληνες και Τούρκοι μέσα σ’ αυτό; Για ποιό λόγο χτίστηκε το ΝΑΤΟ, κυρία Αρβελέρ; Για να αντιμετωπίσει την απειλή από την άλλη πλευρά.

Ε.Γ.Α. Ναί, αλλά η απειλή εξέλιπε.

Λ.Κ. Αφού εξέλιπε, γιατί το ΝΑΤΟ διευρύνεται; Οι ειρηνικοί σχηματισμοί με αμυντικό ένδυμα τί ανάγκη έχουν διεύρυνσης και εξοπλισμών; Θα κατασκευάσουμε καινούργιους εχθρούς ή καινούργιους βαρβάρους;

Ε.Γ.Α. Και ποιά είναι η λύση; Μπορεί κανείς σήμερα να ζήσει σα να ήταν μόνος; Όχι, λέω εγώ.

Λ.Κ. Μά, υπάρχουν λύσεις. Δεν εμπιστεύομαι τους Τούρκους ως έχουν σήμερα. Ούτε και τους παράλληλους μονολόγους. Δεν θέλω την Πόλη πίσω, αν αυτό σημαίνει να σκοτώσω και να εκτοπίσω τριάντα εκατομμύρια ανθρώπους πού την κατοικούν σήμερα, 500 χρόνια μετά την πτώση της. Δεν το βρίσκω ούτε ελληνικό ούτε χριστιανικό. Θέλω όμως να μπορώ να πηγαίνω ελεύθερα στην Πόλη, οι εναπομείναντες Έλληνες εκεί να μπορούν να είναι ελεύθεροι, το Πατριαρχείο μου να είναι ελεύθερο και η Αγία Σοφία εκκλησία, με παπά και λειτουργία. Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι δημοκρατικό αίτημα να φτιάξω στην Αθήνα ένα τζαμί και να διαλέγομαι μ’ αυτούς που εκθεμελιώνουν τάφους.

Ε.Γ.Α. Μόνο με παιδεία και έξυπνους ανθρώπους μπορεί να γίνει αυτό. Και ούτε όλοι οι Έλληνες ούτε όλοι οι Τούρκοι είναι έτσι. Στη Γαλλία, το πρόβλημα τώρα είναι οι Άραβες και ο ισλαμισμός, γιατί έφτασαν τα 4,5 εκατομμύρια και οι μισοί Γάλλοι φωνάζουν «έξω».

Λ.Κ. Οι πολιτισμένοι Γάλλοι…

Ε.Γ.Α. Μά, δεν είναι όλοι πολιτισμένοι. Εγώ περιμένω από τους Έλληνες να είναι οι πρώτοι σε σθένος, μεγαλοσύνη και θάρρος. Αυτό είναι ανθρωπισμός. Και μπορούμε να είμαστε πρώτοι, εξαιτίας του μεγάλου ελληνικού πολιτισμού.

Λ.Κ. Πρώτοι, που και πώς; Στον ομογενοποιημένο παγκόσμιο καταναλωτικό πολιτισμό; Στην οικονομία που πλήττει την παιδεία και τους νέους; Στο μεγάλωμα της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών; Στην κατάργηση του κράτους πρόνοιας; Στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της κοινωνίας των 2/3;

Ε.Γ.Α. Αν καταφέρουμε να έχουμε ένα λεπτό μόνο κτηνωδίας την ημέρα, σωθήκαμε. Αλλιώς, δεν γίνεται τίποτα.

Λ.Κ. Όλοι μιλούν για τη δημιουργία καινούργιου πολιτικού αντικειμένου στον 21ο αιώνα, με τις θεμελιώδεις αλλαγές στις γνωστές μας ως τώρα δομές. Ποιό όμως θα είναι και το καινούργιο πολιτικό αντικείμενο και ποιό το ρήμα που θα τα συνδέσει, δηλαδή η σχέση εξουσίας. Στην εποχή των Μαζικών Μέσων Ενημέρωσης είναι πολύ εύκολο να εξισώσεις ενώπιον ανεκπαίδευτου κοινού το μέντιουμ Λίτσα με τον Πλάτωνα. Άσε που την κ. Λίτσα θα την δείξεις, ενώ τον Πλάτωνα όχι, και θα την έχεις να σου λέει πάρε με τηλέφωνο για να σε σώσω. Άρα, η παιδεία ξέρουμε που πρέπει να πάει. Να σε διδάσκει να κρίνεις και να ψάχνεις; Πρέπει να δημιουργεί συνθήκες συνειδητοποίησης και αποκρυπτογράφησης του πολιτισμού ως ευκαιρίες για να μετακινούμε και να διαλέγω.

Ε.Γ.Α. Παιδεία είναι τέσσερα πράγματα: Να ξέρεις καλά τη γλώσσα σου, για να ξέρεις πολύ καλά ποιό είναι το προγονικό κατόρθωμα. Και να έχεις πολιτιστικές αναφορές που να σου επιτρέπουν να επιλέγεις παραδειγματικούς ανθρώπους. Και λέω γλώσσα μητρική, το βιολογικό δεν μετράει. Επιμένω σ’ αυτό. Η Ελλάδα πνεύμα και όχι αίμα. Να ξέρεις τη γλώσσα σου και να ξέρεις καλά μιά  ξένη γλώσσα, για να μπορείς να δεις ότι το κατόρθωμα του άλλου είναι παράλληλο με το δικό σου. Τρίτον, να ξέρεις ποιά είναι η τεχνολογική και επιστημονική γλώσσα, για να μπορείς να χρησιμοποιείς τις μηχανές χωρίς να σε χρησιμοποιούν. Και τέταρτον, να ξέρεις ότι μπορείς να κατανοήσεις τον κόσμο μέσα από την τέχνη, από μιά γλώσσα δηλαδή καλλιτεχνική.

Λ.Κ. Θα πρόσθετα και μιά Πέμπτη παράμετρο, παιδείας. Να διδάσκεται το παιδί ότι όλα αυτά συγκλίνουν στη γλώσσα του σώματος, τη βασική, ότι το σώμα δηλαδή δεν είναι ούτε βάρος ούτε ντροπή.

          Και ενώ η συζήτηση έλαβε τέλος, ουσιαστικώς ανοίγει έναν ατέρμονα κύκλο αναζήτησης του συνθετικού υλικού αντιφατικών ιδεών, αφού στον 21ο αιώνα με όσα διαβάσετε, ο πολιτισμός του πνεύματος θα κατατείνει στην «αρετή του ολιγότερον κτήνους», αλλά θα πρέπει να τρώμε με τα χέρια.

   ΛΙΑΝΑ ΚΑΝΕΛΛΗ, περ. NEMECIS τχ. 19/6,1998.

Σχετικά

             Της Παλιάς Αθήνας

Ήταν για μας γιορτή χαράς, της Άνοιξης η μέρα,

όταν παιδιά, ανεβαίναμε την Καθαρή Δευτέρα

επάνω στον Καρέα, ψηλά στον Υμηττό,

να δούμε στα ουράνια Αγγέλων κουστωδία,

με σύννεφα και με πουλιά να παίζουνε κρυφτό,

και να χορεύουν ύστερα μ’ οργάνων συνοδεία,

τριγύρω απ’ τον πολύχρωμο διπλό χαρταετό,

που ανέβαινε στον ουρανό με τον Προφήτη Ηλία’

έτσι μας λέγαν οι γονείς κι έγραφαν τα βιβλία…

 

Ποιός σήμερα να θυμηθεί τα ωραία εκείνα χρόνια

που γιόρταζαν τα κούλουμα γύρω απ’ το Θησείο,

κι ήταν οι Καρυάτιδες έξω απ’ το Μουσείο,

πού στην Αθήνα πούλαγαν με βούλα τα πεπόνια,

κι έσφαζαν τα καρπούζια με το μαχαίρι, με σουγιά,

κι εμείς μέσα στης γειτονιάς τα υπαίθρια σινεμά

αγάπη ορκιζόμασταν απέραντη κι αιώνια;

 

-Έγινε τώρα χαρτορίχτρα κι αυτή η Παναγιά,

και λέει αυτά που όλοι βλέπουν και δεν πιστεύουν:

Ότι οι Νεράϊδες ξώκειλαν μπροστά στον Πειραιά,

και πώς του κόσμου οι ταγοί παντού ορθοί καθεύδουν.

    Ε.Γ.Α. από την συλλογή «ΕΝΔΟΞΟΣ ΕΛΛΑΣ», Ερμής 2004.    

          Αναρτούμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα το τρίτο Σημείωμα- δεύτερη συνέντευξη- της διάσημης Ελληνίδας Βυζαντινολόγου καθηγήτριας και ποιήτριας Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ που έφυγε από κοντά μας πριν μερικές ημέρες. Η δυναμική Ελληνίδα πέρασε στην απέναντι όχθη στα 99 της χρόνια τιμημένη και βραβευμένη τόσο στην χώρα που την γέννησε, την Ελλάδα, έκανε τα πρώτα της βήματα όσο και στην δεύτερη πατρίδα της την Γαλλία, όπου έφυγε για σπουδές και σταδιοδρόμησε επαγγελματικά ως πανεπιστημιακός. Υπήρξε εξαιρετική Δασκάλα, μία επιστήμων ιστορικός με μεγάλη παιδεία, ανοιχτή σκέψη, γερά και ποικίλα μορφωτικά εφόδια. Πληθωρικός σαν χαρακτήρας και επικοινωνιακή, κέρδιζε αμέσως τον συνομιλητή της και το ακροατήριό της. Κατηρτισμένη προσωπικότητα και σε επιστημονικούς τομείς πέριξ της Ιστορίας που υπήρξε το σταθερό πεδίο των ερευνών και ενασχολήσεών της. Μεγάλο της πάθος η Χριστιανική Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ο Ορθόδοξος Πολιτισμός της που τον θεωρούσε άμεση οργανική συνέχεια της Αρχαίας Ελληνικής Παράδοσης, της παλαιάς Θρησκείας των Εθνικών Ελλήνων Κληρονομιάς. Προσηνής σαν γυναικείος χαρακτήρας με ευφράδεια λόγου και αμεσότητα κέρδιζε από την πρώτη στιγμή τον συνομιλητή της και το διαφόρων ηλικιών ακροατήριό της που πάντοτε έσπευδε να γεμίσει τις αίθουσες που έδινε τις ομιλίες και διαλέξεις της. Προσκαλούσε το κοινό της όχι μόνο να αγαπήσουν και να ασχοληθούν ουσιαστικά με την Ιστορία μελετώντας την, αλλά να μην παραλείπουν να θέτουν ερωτήσεις και να μην παύσουν να αναζητούν τις ελληνικές πολιτιστικές ρίζες της ταυτότητάς τους, την Συνέχεια μέσα στον χρόνο του Ελληνισμού. Την Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία την «έπαιζε» θα γράφαμε στα δάχτυλά της, ιδιαίτερα ότι είχε να κάνει με την Βυζαντινή Ιστορία και Πολιτιστική Ορθόδοξη παράδοσή της. Ερευνητικός νους, δυνατό πνεύμα, σκέψη συνθετική και συνδυαστική. Συσχέτιζε προβλήματα της Βυζαντινής περιόδου με σύγχρονα πολιτικά ζητήματα και καταστάσεις. Το ύφος της είχε σαφήνεια και ο ακριβολόγος λόγος της πάνω στα θέματα που ερευνούσε και εξέταζε δεν επιδέχονταν εύκολα αμφισβήτηση. Ήταν ξεκάθαρος και σταράτος στα συμπεράσματά του. Ό,τι είχε να κάνει με το Βυζάντιο και την χιλιόχρονη αυτοκρατορική του ιστορική κληρονομιά ως η νέα Ρωμιοσύνη υπήρξε η μεγάλη και σταθερή παθιασμένη της αγάπη. Τον ίδιο ένθερμο ζήλο έδειχνε και για την Παιδεία, την Ελληνική Γλώσσα και Ελληνική Γραμματεία με τα διαχρονικά ανθρωπιστικά μηνύματά της τα οποία πίστευε ακράδαντα ότι συνέχιζαν οι χριστιανοί ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί πατέρες και τα συγγράμματά τους, η Εκκλησιαστική λαϊκή λατρεία και λαϊκή τελετουργία. Αφιέρωσε την ζωή της στην διάδοση της Κληρονομιάς του Ελληνικού Πνεύματος σε όλη την υφήλιο. Το συγγραφικό της έργο πλούσιο και πολύπτυχο. Εξέδωσε ιστορικές σημαντικές μελέτες για το Βυζάντιο ισάξιας προσφοράς με αυτές Ευρωπαίων επιφανών Βυζαντινολόγων. Έγραψε εκατοντάδες κείμενα εύρωστη υπήρξε και η αρθρογραφία της πάνω στα πεδία των επιστημονικών της ενδιαφερόντων σε περιοδικά και εφημερίδες της Ελλάδας και του Εξωτερικού. Έργα της μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Τιμήθηκε και βραβεύθηκε από πολλούς πολιτιστικούς φορείς και πνευματικά ιδρύματα. Το συγγραφικό ταλέντο της ελληνίδας πρυτάνεως της Σορβόννης δεν περιορίστηκε μόνο στις ιστορικές της εργασίες, φανερώθηκε αβίαστα και στον χώρο της Ποίησης. Η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ υπήρξε όπως μας δείχνουν οι ποιητικές της συλλογές και μία αξιόλογη ποιήτρια. Σκοπός της ως ποιήτρια ήταν διπλός, από την μία να μας μιλήσει μέσω της άριστης τεχνικής και τεχνογνωσίας του ποιητικού λόγου για ζητήματα και διλήμματα Ιστορικά που δεν μπορούσε να εκφράσει από έδρας ως καθηγήτρια, και από την άλλη να μας δείξει το ποιητικό της τάλαντο την ποιητική της φλέβα που από τα νεανικά της χρόνια χτυπούσε μέσα της. Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στις τρείς συλλογές της που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Ερμής» 1998, 2001 και 2004 αντίστοιχα δεν είναι απλά «Ποιήματα Ιστορίας» όπως αναγράφεται ως υπότιτλος σε κάθε συλλογή, αλλά θα τολμούσαμε να σημειώσουμε σύμφωνα με την αναγνωστική μας επάρκεια και ένα ποιητικό μοντέλο για νέους ποιητές και ποιήτριες. Την τεχνική δηλαδή που οφείλει να ακολουθήσει κανείς αν αποφασίσει να γράψει Ιστορικά Ποιήματα. Στο πώς θέτει ιστορικά ερωτήματα και απορίες, εξετάζει διλημματικές αποφάσεις ηγετικών φυσιογνωμιών κρίσιμες επιλογές μέσω του ποιητικού λόγου και γλώσσας. Ό,τι θαυμάζουμε στον Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, την ιστορική πλευρά της ποίησής του, η γυναικεία γραφίδα της ιστορικού Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ έρχεται αρκετές δεκαετίες αργότερα να το εδραιώσει, και αυτό δεν είναι υπερβολή. Τα Ποιήματά της δεν είναι ένα Μάθημα Ιστορίας για παιδιά αλλά για κάθε φιλίστορα.

     Για την δημοσιογράφο και πολιτικό, εκδότρια περιοδικού κυρία Λιάνα Κανέλλη νομίζω ότι δεν χρειάζονται συστάσεις, ο δημόσιος λόγος της ως βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου και η εικόνα της ως μαχητική δημοσιογραφική παρουσία είναι αναγνωρίσιμη. Αν δεν κάνω λάθος η κυρία Λιάνα Κανέλλη έχει εκδώσει και ποιητικές συλλογές (δίχως να διαθέτω άλλα στοιχεία και πληροφορίες). Στην συνέντευξή της με την φημισμένη Βυζαντινολόγο Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ στο περιοδικό της (που το αγόραζα παλαιότερα και το διάβαζα) σχεδόν πριν τριάντα χρόνια, δεν παρακολουθεί μόνο προσεκτικά τον λόγο της ελληνίδας ιστορικού, την ερμηνευτική της συλλογιστική και τα συμπεράσματά της, όποτε το απαιτούν οι απαντήσεις που δίνει η ιστορικός επεμβαίνει πολιτικά εποικοδομητικά. Προσθέτει τα δικά της σχόλια, εκφράζει τις ενστάσεις της και συμπληρώνει τις απαντήσεις με προσωπικές της πολιτικές επισημάνσεις, κρίσεις και θέσεις, διευρύνοντας τον αρχικό κεντρικό προβληματισμό της ερώτησης. Η συζήτηση διεξάγεται σε ένα σοβαρό και ουσιαστικά πολιτικό επίπεδο, θίγονται ζητήματα που άπτονται του χώρου της κοινωνίας, της οικονομίας, του πολιτικού συστήματος, ευρύτερης κοινωνικής θεώρησης και προβληματικής που αφορούν τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και την ιστορική του πορεία. Ποιός ο νέος ανθρωπιστικός προσανατολισμός στους σύγχρονους καιρούς όπως μας τον δίδαξε η αρχαιοελληνική παιδεία και ο πολιτισμός. Που βαδίζει ο Δυτικός άνθρωπος και ποιες προοπτικές του ανοίγονται στον Νέο Αιώνα που ανατέλλει. Πολιτισμένη συζήτηση, -και οι δύο γυναικείες πλευρές ακούν η μία την άλλη με προσοχή-, δίχως «στημένες» ερωτήσεις και προκάτ απαντήσεις. Μία πολιτική κουβέντα που χαίρεσαι να την διαβάζεις και ας έχουν περάσει πάνω από δύο δεκαετίες από τότε που πραγματοποιήθηκε και δημοσιεύτηκε. Οι ερωτήσεις της δημοσιογράφου σαφείς, οι πολιτικές απαντήσεις που δίνονται από την ιστορικό ανοίγουν την διάθεση για νέα ερωτήματα και αναγκαίες διευκρινίσεις.  Οι ερωτήσεις έχουν έναν άλλον αέρα προβληματισμού, ερμηνευτικής πολιτικής σπουδής που δεν εγκλωβίζεται μέσα στα πλαίσια της χρονικής επικαιρότητας και ίσως και του δημοσιογραφικού εντύπου που παρουσιάζονται. Ανάλογα και ορισμένες από τις απαντήσεις δεν είναι κλισέ εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος και μόνο. Η συνάντηση των δύο ελληνίδων καλλιεργημένων γυναικών και η μεταξύ τους συζήτηση,-η δημοσιογράφος της απευθύνεται στον πληθυντικό- διεξάγεται σε ένα περιβάλλον κόσμιο και πολιτισμένο. Υπάρχουν σημεία έκθεσης των θέσεων και απόψεών της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ που οι απαντήσεις μάλλον δεν είναι ακριβείς, ή μοιάζει σαν να απευθύνεται ο λόγος της σε ακροατήριο αμφιθεάτρου, αυτό δεν είναι προς ψόγο, απλά έρχεται η διαφορετική ερμηνευτική της πολιτικοποιημένης δημοσιογράφου, να συμπληρώσει τα όποια συμπεράσματα. Εκφράζει ευθαρσώς τις ενστάσεις και θέσει της, την δική της οπτική, προεκτείνοντας αν δεν λαθεύω την πολιτική οραματική προς τα πού οφείλει να βαδίσει ο δυτικός πολιτισμός, η ευρωπαϊκή πολυεθνική ήπειρος διατηρώντας τα ανθρωπιστικά της ιδεώδη και κοινωνικών ελευθεριών κατακτήσεις της. Δύο πολιτικές δυναμικές φυσιογνωμίες με γερό πνευματικό εκτόπισμα η κάθε μία. Μαρτυρίες ζωής και κοσμοθεωρήσεων ερμηνευτικής ιδεολογικής και πολιτικής αλήθειας στο που βαδίζει ο Δυτικός Κόσμος παρά την μεγάλη ανθρωπιστική κληρονομιά του αρχαίου κλασικού ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου. Οι απαντήσεις της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ φανερώνουν ένα άτομο, μία ιστορική ματιά η οποία ερμηνεύει τα ιστορικά βαδίσματα του Δυτικού Κόσμου με μεγάλες δόσεις σκεπτικισμού και «κυνικού» ρεαλισμού. Δεν δέχεται την σταθερή διάρκεια του πολιτιστικού προσώπου της Ευρωπαϊκής ηπείρου μέσα στην Ιστορία και πολιτική καθημερινή πραγματικότητα. Η μέχρι σήμερα επιστημονική πρόοδος και εξέλιξη δεν έφερε τα απαιτούμενα ανθρωπιστικά αποτελέσματα και οραματικά ιδεώδη, οι ρυθμοί των ανθρωπιστικών αλλαγών και συμπεριφορών εκ μέρους της επίσημης εξουσίας είναι πολλοί αργοί. Τα ανθρωπιστικά βήματα τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό είναι αργά και με αρκετά πισωγυρίσματα. Η Βυζαντινολόγος δεν τρέφει ψευδαισθήσεις, γι’ αυτό και πιστεύει ότι πρέπει να ελαττωθούν οι προσδοκίες μας, να επανεξετάζουμε και επανερμηνεύουμε τις αποφάσεις μας. Άκριτα δεν μπορούμε πλέον να δαιμονοποιούμαι ούτε να εξιδανικεύουμε τίποτα, το αυτό ισχύει και για τις ερμηνευτικές μας προσεγγίσεις  στο τι στην πραγματικότητα και ποιο το ανθρωπιστικό πρόσωπο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο Βυζαντινός Κόσμος και Πολιτισμός γενικότερα,  συνεχίζοντας την  Ελληνικότητα ως παράδοση και κληρονομιά. Αν φέρουμε στο νου μας τους στίχους της,

«Εμένα η χώρα μου, μια θρηνωδούσα Παναγιά,/

κλαίει ολονυχτίς στου μεγαλείου της τα ερείπια:/

 σπασμένα μάρμαρα, εκκλησιές, ναοί, συντρίμμια,/

που απαντούν τώρα στον χάρτη με ονόματα ραγιά,/

και ζουν, άλλα σαν ξωτικά φυτά σε θερμοκήπια,/

και άλλα μεσ’ στην έρημο με συντροφιά τ’ αγρίμια.», 

θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την βαθειά αγωνία ίσως και απόγνωση στο που και πως πορεύεται ο ευρωπαϊκός και γενικά δυτικός κόσμος. Μια ρέουσα διαρκώς και μεταβαλλόμενη κατάσταση που μας απαγορεύει να κάνουμε σχέδια για το μέλλον. Θα μπορούσαμε να γράψουμε παράτολμα ότι το χθες είναι παρόν το σήμερα μέλλον, κάπως έτσι πορεύεται ο σημερινός Κόσμος.

          Όσο για αυτά που μας λέει για τον Μάη του 1968 αν φέρουμε στη σκέψη μας τις απόψεις Γάλλων πολιτικοποιημένων συγγραφέων όπως ο Ζαν Ζενέ, και θυμηθούμε τι εξομολογούνταν σε ντοκιμαντέρ για την επαναστατική εκείνη περίοδο, θα διαπιστώσουμε ότι συμφωνούν οι κρίσεις του με αυτές της Αρβελέρ. Όσο για τις αρνητικές της θέσεις για την θεωρία του Σ. Χάντιγκντον, δεν υπήρξε η μόνη που τον κατακεραύνωσαν. Το βάρος για την ελληνίδα ιστορικό πέφτει στην Παιδεία και πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου, οι τέσσερεις θέσεις της είναι το δικό της  εκπαιδευτικό αγωγής «μανιφέστο».  Ας κλείσουμε και το παρόν σημείωμα με την ποιητική «προσκομιδή» της ποιητικής φωνής της ποιήτριας Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ. Ποιήματα τα οποία μας αποκαλύπτουν το άλλο Μάθημα διδασκαλίας της Ιστορίας.

          Τειρεσίας ο Νέος

Ο λέγων, ο ορών, ο νίπτων και ο αιρών

του κόσμου και του έθνους τ’ ανομήματα

είναι ένας μάντης, γνώστης από παραστρατήματα,

ένας σεβάσμιος τυφλός δαιμονισμένος γέρων

πού όπως στους Δελφούς έκανε κάποτε ο Νέρων,

αναφωνεί τώρα κι αυτός μέσα στον κυκεώνα:

«Άνευ Ελλήνων, μέμφομαι και κλαίω τον Αιώνα». Σ. 7

          Σε γλώσσα αμερικανική

Με μονοσύλλαβα και μονολεκτικά,

πώς θέλετε να πω τα ουσιώδη;

Έγιναν γλώσσα υβριστική τα αμερικανικά

κι έκαναν και την αγγλική σχεδόν παιδαριώδη,

όταν σαν πολυβόλο στην διεθνή σκηνή ηχεί

για να υπερασπιστεί δίκαιο, ειρήνη κι ανοχή,

μέσα στην νέα παγκόσμια τάξη και ισχύ

που έγινε αποδεκτή, τάχατες συναινετικά,

όμως μετά από χαύνωση σχεδόν πλανητική.

 

Εμπρός σε τέτοια ερωτηματικά γριφώδη,

εμπρός σε τόσα ψέματα χοντρά και θορυβώδη,

άντε να πεις τώρα και συ, σ’ άπταιστο ελληνική,

πώς θλίβεσαι όταν ακούς γλώσσα βαρβαρική

στη γη να υπαγορεύει τα καίρια και τα ιδεώδη. Σ. 14

          Γλώσσα Εικονική

Να επιστρατευθούν αμέσως οι λίγοι ειδικοί

Που ξέρουν να διαβάζουν τα ιερογλυφικά.

Πρέπει να καταθέσουν σε CD-ROM συνοπτικά

τις γνώσεις τους για την γραφή των ιδεογραμμάτων,

στην γλώσσα βέβαια των παιδιών μας, σ’ απλή εικονική.

Ως προς τη σημασία τώρα των ιερών κειμένων,

αυτή απασχολεί μόνο μιά ομάδα ανιάτων,

θύματα ακαδημαϊκών βραβείων και επαίνων,

που ζουν με την ανάμνηση παλιών επιτευγμάτων,

αναμασώντας δόξες καιρών παρωχημένων. Σ. 23

          Νέα Τάξη

Χωρίς καμμιά διαδικασία

την επομένη του μεγάλου μακελειού

σ΄ έντρομα γυναικόπαιδα εμπρός

από μακρυά κι αφ’ υψηλού,

ο υπερφίαλος κι αόρατος εχθρός

την Νέα εξήγγειλε Τάξη κι Εξουσία.

Είπε αμέσως να αστυνομευθεί ο Σταυρός

και να στρατοκρατείται η Εκκλησία.

Όσο για κείνο το ψηλό καμπαναριό,

ν’ ανέβουν πρόσταξε χιλιάδες μισθοφόροι

για να εποπτεύουν κάθε πόλη και χωριό

και να ελέγχουν των πουλιών το σκίρτημα στα όρη. Σ. 17

          Παγκοσμιοποίηση

Έγινε ένα όλη η γη

και η οικουμένη,

ανήμπορη, προσμένει

απ’ την Αμερική διαταγή,

απ’ την Ευρώπη λύση,

κι από την Άπω Ανατολή

το φώς που έσβησε στη Δύση.

Το ένα στ’ άλλο κρίκος και χαλκάς

όπου σταθείς και όπου πας,

όπου η σφαίρα κι αν γυρίσει,

ίδια σε περιμένει απειλή.

 

Σωστά λοιπόν προβλέψαν οι Παλιοί

ότι στις μέρες μας ο Τίβερης τω όντι

απ’ τα νερά θα πλημμυρίσει

του Σύρου ποταμού Ορόντη.  Σ.20

Από την συλλογή ΜΕΜΦΟΜΑΙ ΤΟΝ ΑΙΩΝΑ Ποιήματα Ιστορίας, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 2001, σελ. 64.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Καθαρά Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026