Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ΤΟ ΠΥΟΝ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΩΝΤΑΣ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

      ΤΟ ΠΥΟΝ. 20 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1973

          Αργά και σταθερά ολοκληρώνουμε τον κύκλο ανάγνωσης της ποίησης, των πεζών, του παιδικού θεάτρου, της εφηβικής λογοτεχνίας και των μεταφράσεων του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη (Πειραιάς 28/3/1940- 18/5/1991). Από τις μικρές μας ιστορίες, παλαιές αφηγήσεις για τον και του Πειραιά, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η πνευματική παρουσία και η συγγραφική περιπέτεια του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, μια και με βεβαιότητα αποτελεί ένα από τα οργανικά πνευματικά μέλη της Πόλης και της καλλιτεχνικής της παράδοσης. Μία από τις δυνατές συγγραφικές παρουσίες της σύγχρονης Λογοτεχνικής Σχολής του Πειραιά. Με τα κείμενα που γράψαμε και αυτά που δημοσιεύσαμε και οτιδήποτε αναρτήσαμε στην πειραιώτικη ιστοσελίδα μας και όσες πληροφορίες δώσαμε και στοιχεία παραθέσαμε, ίσως σκιαγραφήσαμε ένα μεγάλο και επαρκές μέρος του πορτραίτου του Πειραιώτη ποιητή και της εποχής που έζησε και έδρασε σαν βιολογική παρουσία. Με τους μικρούς και σύντομους αυτούς κύκλους διαβάσματος των βιβλίων του, δεν θέλαμε μόνο να τον επαναφέρουμε στην επιφάνεια του χρόνου της ανάγνωσης για τους σημερινούς θιασώτες του ελληνικού ποιητικού λόγου, να αξιολογήσουμε έργα και ημέρες του, θέλαμε περισσότερο να κατανοήσουμε τόσο τα όποια αδιέξοδα της φυσιογνωμίας του-αν και εφόσον αυτά υπήρξαν-όσο και τα ατομικά του ταξίδια σε χώρους των «ανδρείων της ηδονής» όπως θα μας έλεγε ο Αλεξανδρινός. Να διαισθανθούμε με τους εκ των υστέρων φακούς μας πώς ο βίος του με τα ψυχικά και συνειδησιακά του σκαμπανεβάσματα διέπλασαν τον ποιητικό χαρακτήρα του και στις δύο ποιητικές του φάσεις, πριν τα μέσα του 1970 και μεταγενέστερα την υπόλοιπη εικοσαετία της ζωής του, και όλο αυτό το τυχαίο, απρόβλεπτο, κουραστικό και επικίνδυνο παιχνίδι αλλά και ευχάριστο ταυτόχρονα, αισθηματοποιήθηκε μέσα στο έργο του, μεταποιήθηκε σε συγγραφική του ύλη και εικονογραφήθηκε στον ποιητικό, πεζογραφικό και θεατρικό του λόγο. Όσοι έχουν ασχοληθεί συστηματικότερα με το έργο του, διαβάσει τα διάφορα είδη και κατηγορίες των βιβλίων του θα συμφωνούσαν με την άποψη ότι ο πειραιώτης λογοτέχνης και καθηγητής ανάλογα με το είδος του βιβλίου που ασχολούνταν ιχνογραφούσε και πλευρές του εαυτού του και μελών ή φιλικών του προσώπων.  Μας μίλησε για τις ερωτικές του περιπέτειες, τις κοινωνικές του δράσεις και ακτιβιστικές του δημόσιες παρεμβάσεις, για την σχέση του με το άλλο και το ίδιο φύλο, την γυναίκα του, τον γιό του την διαπαιδαγώγησή του (γραμματική και μαθηματικά τον πίεζε να προσέξει), αναφέρθηκε στα ταξίδια του στο Αγκίστρι, τους στενούς φίλους που επισκέπτονταν και έκανε παρέα, τα δωμάτια-ερωτικές φωλίτσες- που πήγαινε με τους ανώνυμους συντρόφους του, την αγάπη του για τον  επάγγελμα του ναυτικού, τα διαβάσματά του, τους έλληνες και ξένους συγγραφείς που αγάπησε, του άρεσαν και σε κάποιο βαθμό τον επηρέασαν στην δική του συγγραφική διαδρομή. Τις θέσεις και δυσκολίες του στην μετάφραση ξένων ποιητών που μετέφερε στην ελληνική γλώσσα, την επιθυμία του να ασχοληθεί συστηματικότερα με το θέατρο και μάλιστα, το παιδικό. Ο Αγγελάκης πίστευε και πολύ σωστά, ότι ένα παιδί είναι καλύτερος ακροατής μίας θεατρικής παράστασης από έναν μεγαλύτερης ηλικίας θεατή. Οι αντιδράσεις του όταν διαβάζει ένα βιβλίο ή παρακολουθεί το ανέβασμα ενός θεατρικού έργου είναι άμεσες, απροσποίητες, αυθεντικές, αχειραγώγητες από τρίτες γνώμες, θα δεχτεί αμέσως με ενθουσιασμό ότι διαβάζει και παρακολουθεί και του κεντρίζει την περιέργεια ή θα το απορρίψει, θα τον αφήσει αδιάφορο. Σε αντίθεση με έναν κατά μόνας αναγνώστη της ποίησης ή της πεζογραφίας που, δεν γνωρίζουμε και ούτε ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ, αν του άρεσε η συλλογή που γράψαμε και έχει μπροστά του ή τι συγκίνηση ένιωσε καθώς παρακολούθησε μία θεατρική παράσταση. Και εδώ, γεννάτε το ερώτημα, παρακολουθώντας μία θεατρική παράσταση τι είναι εκείνο που μας κάνει να αισθανθούμε εντονότερη συγκίνηση, αυτό το εσωτερικό ρίγος που μας διαπερνά, το κείμενο πχ. των αρχαίων τραγικών ποιητών ή η σκηνοθετική οπτική και το σκηνικό στήσιμο του σκηνοθέτη; Είναι η ίδια η ποιητική γλώσσα και η διαχείρισή της που μας θέλγει ή το ατομικό ύφος του ποιητή; Το πώς διαπραγματεύεται την αφήγηση μιάς ιστορίας για μας. Άραγε, δίχως την Τέχνη και τα καρποφόρα δώρα του Πολιτισμού θα ήταν δυνατόν να κατανοήσουμε τα αινιγματικά μυστικά της Φύσης και της Ζωής. Θα μπορούσαμε να θέσουμε ερωτήματα μεταφυσικής φύσεως ή θα δεσμευόμαστε από τα ένστικτά μας (με σημερινές νόρμες, Κληρονομικότητα) όπως τα υπόλοιπα ζώα του Φυσικού Βασιλείου από το οποίο προερχόμαστε; Όποια απάντηση και αν δώσουμε, η Ποίηση αποτελεί πάντως, ένα από τα στηρικτικά ενδιαφέροντα της σύντομης, τυχαίας, απρόβλεπτης και βασανισμένης ζωής μας. Αυτό το μικρό και ανεπαίσθητο κάτι που κάνει κλικ στις χορδές της συγκίνησής μας και ενεργοποιεί τις όποιες δυνάμεις της ευαισθησίας μας. Αυτός ο επαναλαμβανόμενος δοξαστικός Μύθος της Πίστης των Ανθρώπων – από μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων-στην προσπάθεια επιβεβαίωσης της υπαρκτικής τους εδώ τυχαίας και «στιγμιοτυπικής» παρουσίας στην ροή του Χρόνο και της Ιστορίας. Θέλω να πω με την μικρή μου αυτή εμβόλιμη μακρηγορία ότι ο Ανδρέας Αγγελάκης με όσους βαθμούς κυνικότητας και ρεαλισμού και αν έβλεπε και αντιμετώπιζε την ζωή, αν δεν ήταν και ένιωθε πραγματικά ποιητής, θα είχε σιχτιρίσει και την ίδια την Ποίηση και τους Ποιητές της και θα βουτούσε στο χάος των εμπειριών και βιωματικών περιπλανήσεών του, γι’ αυτό εξακολούθησε να γράφει μέχρι τέλους, για να μεταμορφώσει αυτό το σκοτεινό χάος σε φάος.

          Ο αρχικός προκλητικός για την εποχή του τίτλος της μικρής αυτής  ποιητικής συλλογής ήταν  «Το Πέος», όπως ο ίδιος μας έχει δηλώσει σε συνέντευξή του. Ένας ποιητικός τίτλος που θα γίνονταν ανεκτός από τους αμερικανούς κύκλους των Beat ποιητών (Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ κλπ.) και το οικονομικά ανεξάρτητο ποιητικό κοινό των κεντρικών μεγαλουπόλεων της Αμερικής, βλέπε πολυπολιτισμική Νέα Υόρκη, σίγουρα από τις ομάδες των Υπερρεαλιστών αλλά όχι, από την τότε ελληνική κοινωνία και τις ελληνοχριστιανικές αντιλήψεις της και το στρατιωτικό καθεστώς της χώρας μας με τις ηθικοπλαστικές του αρετολογίας αρχές και τους απαγορευτικούς νόμους της λογοκρισίας τους. Μια ανελευθερία που κράτησε επτά χρόνια.  Έτσι, για να περάσει το όποιο μήνυμα πρέσβευε ο ποιητής στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο της ζωής του, άλλαξε τον τίτλο είτε από φόβο είτε από προφύλαξη και αποφυγή για τα αστικά περαιτέρω. Η αλγεινή προσωπική εμπειρία του φίλου του ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλου που έζησε, δεν απείχε και πολύ. Ο «Καιάδας» ήταν έτοιμος να δεχθεί κάθε άτομο που θα ξέφευγε από τις παραδοσιακές περί ηθικής νόρμες και αγωγή διδασκαλίες. Κλειστές κοινωνίες, κλειστά μυαλά. Ο τίτλος άλλαξε και αφαιρέθηκαν μερικές πλεονάζουσες αιχμηρές και προκλητικές φράσεις, όπως μου είχε αναφέρει ο ποιητής σε συναντήσεις μας όταν μου επέτρεψε να αντιγράψω στο χέρι σε κόλλες αναφοράς τις πρώτες του δυσεύρετες ποιητικές συλλογές. Δυστυχώς στην τότε αντιγραφή μου δεν σημείωσα τα απαραίτητα στοιχεία της έκδοσης. Αντέγραψα μόνο τα 20 ποιήματα και τα διέσωσα στον φάκελο που κρατούσα για τον ποιητή. Η γλώσσα της είναι απλή το ίδιο και το ύφος του ποιητή. Ωραίες εικόνες, αίσθημα θλίψης, συγκινησιακός λόγος, λέξεις καθημερινής ομιλίας, ένας ποιητικός λόγος δίχως πρωτότυπες συλλήψεις ή υφολογικά τεχνάσματα στην εκδίπλωση της εξομολογητικής του θεματογραφίας. Μιά αισθητική ιδιαίτερου ενδιαφέροντος σε συνάρτηση με τα ερωτικά πιστεύω του δημιουργού της. Σίγουρα έχει ενδιαφέρον η συλλογή αυτή-  από τις πρώιμες καταθέσεις του- αλλά δεν μας εκστασιάζει όσο μεταγενέστερές του. Πρωτοτυπία του μάλλον όχι τόσο οι ελάχιστες λέξεις του ερωτικής «χυδαιότητας» που συναντάμε στα 20 αυτά ποιήματα, σε επαναλαμβανόμενη χρήση από τους λαϊκούς ανθρώπους που θέλουν να ορίζουν οι ίδιοι τα των αστοχιών τους, των ηθικών «παραπατημάτων» τους αλλά η έλλειψη ρητορικής που διακρίνει την φωνή του Ανδρέα Αγγελάκη σε σχέση με άλλους ποιητές της Γενιάς του. Η άρθρωση όχι των εσωτερικών συγκρούσεων με μία πεποιημένης καλλιέπειας γραφή για να αναδειχθεί η ποιότητα και ποιητικότητα της ποίησης ως ανεξάρτητη περιπέτεια αλλά το της ψυχής του απήχημα ως ζώσα μαρτυρία και αυτό, δεν είναι ούτε λίγο ούτε αμελητέο για την εποχή του και την εποχή μας. Σε περιόδους που ο ναρκισσισμός του ποιητή ή της ποιήτριας αντίστοιχα, υποσκελίζει ή αν θέλετε υποσκάπτει τα θεμέλια της ίδιας της ποιητικής κατάθεσης. Γιατί, ας μην κρυβόμαστε όλοι μας, η ποιητική διάσταση μιάς ποιητικής παραγωγής ενδέχεται ή και σίγουρα μπορεί να διαφέρει από την ποιητικότητα του χαρακτήρα του ίδιου του δημιουργού, και αυτό δεν σημαίνει ούτε υποταγή στα κελεύσματα των ενστίκτων της φύσης του ποιητή ούτε από την άλλη υποταγή στους καθωσπρέπει κανόνες της γλώσσας και του ποιητικού αποτελέσματος. Τα πάντα τοις πάσι ή «ού τα πάντα τοις πάσι ρητά»;

            ΤΟ  ΕΝΑ

Ωραίο κεφάλι, μαύρα μαλλιά,

ο ύπνος των ασωμάτων και το ρόδι

Οι χωρίς νόημα λέξεις, η ουσία

που διαποτίζει το πουκάμισο, το χέρι

που μένει μετέωρο μεταξύ ναι ή όχι

Βαρειά η αγάπη, αισθάνεσαι

σα λεπρός που τρώει τις σάρκες του

κι ύστερα γλύφει τις πληγές αφήνοντας

τη βροχούλα να ξεπλύνει το πύο.

            ΤΟ ΤΡΙΑ

Πάλι σκέφτηκα τα έντομα: τις μύγες,

τα κουνούπια, τις πεταλούδες που φυσούν τα κοριτσάκια,

τις σκνίπες, καθώς και τα δυσειδή αμφίβια:

τα βατράχια κυρίως, που πολλά κατά τους παλιότερους

έκρυβαν ευγενικιά καρδιά- πρίγκηπες, να πούμε,

μαγεμένος ή ζώντας σε ασημένιο εφιάλτη,-

έπειτα θυμήθηκα τα ποιητικά πουλιά:

τους σπουργίτες με την έλλειψη στέγης που τους διακρίνει,

τους τσαλαπετεινούς, όσα ντρέπονται να πετάξουν

και ζουν μιά ενδοστρεφή ζωή στα θάμνα,

το βασιλιά τ’ αηδόνι με την αρραβωνιαστικιά του:

πολύ με συγκινεί να τα στοχάζομαι-

αναρωτιέμαι τι λόγια αγάπης λένε μεταξύ τους

όταν η αλλαξοκαιριά τα γονατίζει,

πώς γέρνουν το κεφάλι όταν αισθάνονται μόνα,

τι πίκρα δοκιμάζουν σαν ντουφεκίζονται οι φίλοι τους.

            ΤΟ  ΤΕΣΣΕΡΑ

Τώρα τη Σαρακοστή ν’ αγοράσεις μύδια,

τόσο το κιλό το βλέμμα, τόσο η τρυφερότητα

Τώρα το Πάσχα ν’ αγοράσεις λαμπαδούλα,

μια φτηνή, με κορδελίτσα  ροζ,

και μες στο στρίμωγμα του επιταφίου,

όταν εξαπολύει κεραυνό η Αγία Μαρίνα

στα αιδοία του Σατανά να μετανοήσεις.

            ΤΟ  ΠΕΝΤΕ

Η ώρα της κατσαρίδας:

το βατράχι, η αλεπού, το φίδι,

μιά συφιλιδική καλόγρια

Γλύφουν τα υγρά της νύχτας και προχωρούν

προς το κρεβάτι μου.

 

Η ποίηση κομμάτι από σκοτωμένη εφημερίδα.

            ΤΟ  ΕΞΗ

Ένας νάνος

ερωτεύτηκε το πριγκηπόπουλο

Άπελπις έρωτας, τόσο μάλλον

που ο πρίγκηπας ήταν καθόλου φιλοπερίεργος,

ουδέτερος από παράνομα πάθη

και τα τοιαύτα.

 

Τώρα κρέμουνται τα μαλλιά τους στο νερό,

λύκος τα ιστορεί το βράδυ, κότες το πουρνό,

γιατί τί έρως, τί αντέρως και κουραφέξαλα,

είμαστε τόσο αστείοι, θέ μου,

αξίζουμε τιμωρία.

            ΤΟ  ΕΦΤΑ

Φθινόπωρο στο αμπέλι με το ράγισμα

Βάφεις τα φρύδια σου, μωρή μυγδάλου,

έλα και θα σε πω ένα τραγούδι,

γι’ αγάπες λέει, για βράκες σημαιοστόλιστες,

ροδάκινα, μουστακοφόρους

και για ρυτίδες λέει, της ρεματιάς τ’ αγρίμια.

Έλα, μωρή, κι ο χρόνος, συγχωράει όσους δακρύσουνε,

έλα μωρή, και πόσο ντρέπομαι

πούμαι άνθρωπος μονάχα εγώ το ξέρω.

            ΤΟ  ΟΧΤΩ

Αγριμάκι, μόνο το φιλί μερώνει το χιονιά

Ένα σου κι ένα μου, σφιχταγκαλιασμένους

μας είδε ο χρόνος με τη γενειάδα

και με τ’ άστρα του

Όλη τη νύχτα το χέρι σου

πάνω στην κοιλιά μου ρίζωσε,

ο ίδιος μυστικός χυμός θρέφει τις φλέβες μας

και ξαφνικά γέμισα ανθάκια,

φυλλαράκια σαν κι αυτή του μοσχομπίζελου

Έτσι με δεμένα τα χέρια,

με λόγια ασυνάρτητα, είμαστε σαν

τα πλάσματα πούδοσαν βυζί κι αγάπη

στου Χριστούλη το παχνί

την πρώτη ώρα.

            ΤΟ  ΕΝΝΙΑ

Η Παναγίτσα στην παλιά γκραβούρα

γνέθει κυκλωμένη από υπερκόσμια πνεύματα

Δεξιά ο Χριστούλης χέζει στο γιογιό του

Κάποια γειτόνισσα χώνει το κεφάλι της

απ΄ το παράθυρο προσφέροντας ένα αχλάδι

Τί ωραία, όλα πάνε καλά στον κόσμο,

αντεκδικήσεις, πάθη, πόλεμοι,

λέξεις περίεργες, Φασισμός, πανούκλα

Από κάτω ένα δίστιχο περί αγάπης:

 

Και τον διάβολον αν αγαπήσεις

άγγελον εν τέλει θα ποιήσεις.

            ΤΟ  ΔΕΚΑ

Πώς να σε χαϊδέψω, να σε πω, να σε φιλήσω;

Τη νύχτα μες στη σκοτεινιά το χέρι μου

ψάχνει τον ώμο, τα μαλλιά, την πλάτη σου

Κάτι ψιθυρίζεις μες στον ύπνο σου

κ’ ύστερα ανασαίνεις κοντύτερα στ’ αυτί μου,

μαζί μου πιά, χωρίς πατέρα, μάνα ή αδερφό

Πώς να χωρέσω τόση αγάπη;

            ΤΟ  ΕΝΤΕΚΑ

Έτσι κάποτε, λέει,

η Παναγιά φεύγοντας την κατάρα

έκατσε σε λαδωμένη φοινικιά αποκάτω

κι έβγαλε το βρακάκι του Χριστού

να κατουρήσει το καυμένο

κι όταν τον είδε τόσο ανυπεράσπιστο

θέλησε να τον κρύψει από το μάτι του θεού

Κοίταξε φιλύποπτα τριγύρω της

 

»Καλέ τί παιδί, τί αστρί, τί αμάραντος,

-κούνα παραμάνα πιο σιγά μην το ξυπνήσεις.-

στράφτουνε τα μύγδαλα τα δόντια του

και πες, μωρή γειτόνισσα, πώς είναι αθώο

κι ούτε σταυρό μπορεί να βάλει

την υπογραφή του

σαν έρθουνε να τον ζητήσουν οι χωροφυλάκοι.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ

Έλεγε η Πηνελόπη ένα βραδάκι

στον Άη Γιώργη:

Τί ατυχία κι αυτή περί τα ανθρώπινα!

Οι πασχαλιές μοσκοβολάνε,

τα χέρια μου μαλακώνουν σαν πατσάς,

τα πάντα αποκαθίστανται, εμένα όμως

η εκμηδένιση δεν μ’ έσωσε, καθώς νόμιζα.

 

Κι είπε ο Άη Γιώργης:

Καρδούλα τσίγκινη, δεν ξέρεις πώς

δεν ψοφάει ό,τι κι αν κάνει

ο σκορπιός;

            ΤΟ  ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ

Καλά τα είχα φτιάξει όλα:

είχα τεκμηριώσει την απαισιοδοξία μου,

είχα αφοσιωθεί στο επάγγελμά μου,

έγραφα σουρεαλιστικά ποιήματα

κι οι φίλοι μου ήσαν τα υποκατάστατα

της μοναξιάς, τί ωραίες συζητήσεις,

μ’ αγαπούσαν και τους αγαπούσα,-

και τώρα πώς ξεφύτρωσες Εσύ

δίνοντας μιά κλωτσιά στα κατεστημένα,

βάζοντας, τόση ψυχή κι εμπιστοσύνη

στο φιλί σου

που πάνε περίπατο τα περί ανέφικτου

και τα λοιπά και τα λοιπά που πέρσι πίστευα;

            ΤΟ  ΔΕΚΑΕΞΗ

Τα παιδιά μεγαλώνουν

γίνονται σκληρά σαν καρύδι,

ξεχνάνε όσους αγαπήσανε, εσύ όμως

μου έμεινες, κοριτσάκι

με τα τερτίπια της γυναίκας πιά

 

Μη φύγεις κι εσύ, τα χρόνια περνάνε,

η μοναξιά μου γίνεται όλο και πιό χυδαία,

οι φίλοι μου γερνάνε κι είναι πληγή

να βλέπεις τις ρυτίδες τους, μη μού φύγεις.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Βοήθησε με τώρα που θέλω να καταστρέψω

ό,τι μου ήρθε απροσδόκητα σαν ευλογία Θεού,

να συνθλίψω την αγάπη που μου αναβαίνει

στα χείλη και πολύ την φοβάμαι’

αν είχες κι εσύ χρόνια πολλά δακρύσει

μη πιστεύοντας σε λίγο φώς,

αν είχες κι εσύ αγκαλιάσει το μαξιλάρι σου

ψιθυρίζοντας λόγια

που αλλιώς θα σ’ έπνιγαν,

θα καταλάβαινες

γιατί αρνιέμαι να σε πιστέψω,

γιατί κλωτσάω σαν πουλάρι τώρα που ήρθες.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΟΧΤΩ

Έχετε δει γυμνό κορμί γέρου να πλένεται;

Με την τυμπανισμένη κοιλιά, το πέος

που κρέμεται, άχρηστο πιά, γελοιοποιώντας

τις αναμνήσεις, τα τριχωτά βυζιά;

Και κείνο το βλέμμα το άδειο

όπως αντικρίζει κάθετα το τέλος,

πού ούτε φωνάζει ή επαιτεί, μα περιμένει.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ

Σταυροπελεκητή, λοιπόν’ λίγο κουράγιο ακόμα

και θ’ αρχίσουν να κατεβαίνουν τα όρνια,

το ένα να πάρει το δεξί μου χέρι το αμαρτωλό,

να πιει το νεροζούμι στο καύκαλό μου,

κάποιο άλλο να ξεριζώσει το πέος μου

με λύσσα κι αφού ρουφήξει ό,τι σπέρμα

απόμεινε, να το πετάξει σε μιά μάντρα

σαν ενοχή που επιμένει να σκοτώνει

και τέλος το πιό βίαιο να χώσει

τα νύχια του στην καρδιά μου,

να ξεφτελίσει τα ψευτο αισθήματα,

να τρέξει το αίμα όλο

και να φανεί η μολυσμένη όπως είναι,

σαν δέρμα σαύρας πατημένης.

            ΤΟ  ΕΙΚΟΣΙ

Ο Άγιος Μαμούνης χτύπησε την καμπάνα

έχεις ακόμα πάχνη στα μάτια σου, σκούπισέ τη,

έξω ψιλοβρέχει κι ο άγιος βγήκε να ψωνίσει

κάτι από το περίπτερο, άνοιξε την ομπρέλα του,

άντε κι έχω σχολείο, θ’ αργήσω’

κάτω από την κουβέρτα

είμαστε μόνο εσύ κι εγώ κι είναι μιά στάνη

με ρόδια και κρομμύδια στα δοκάρια,

η ζέστη από τη φωτιά μας κλώθει

κι όλο το ασήμι της αλεπούς στη μέση καίγεται

η νυσταγμένη τραχήλα δεν κουνιέται

κι όλα είναι ευλογία χωρίς ανθρώπους

στο βράχο της Ακρόπολης τα χιονολούλουδα

δυό-δυό για των ορφανεμένων τα Χριστούγεννα

κι ένα για της αγάπης το εωθινό.

--

          Αυτή είναι η ποιητική οικονομία και νοηματική συμμετρία της ποιητικής συλλογής του ποιητή και καθηγητή, μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη, που, ορισμένες κριτικές και άλλης κατηγορίας γραφίδες της εποχής του, τον ενέταξαν κάπως βιαστικά στους ποιητές του περιθωρίου, νομίζοντας ότι ξεμπερδεύουν με τον χαρακτηρισμό που του προσάψανε με την συγγραφική του εικόνα. Παράβλεψαν ακόμα και το αληθινό και ειλικρινές πάθος του να μας μιλήσει μέσα στην ποίησή του για τα μικρά και ταπεινά της καθημερινότητάς του, καίρια όμως και φλέγοντα ζητήματα, αυτά που ουσιαστικά απασχόλησαν και θα εξακολουθούν να απασχολούν τους ανθρώπους και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Οι ανώνυμοι «ήρωες» που περνάνε ως τρυφερά στιγμιότυπα αγάπης μέσα στα ποιήματά του, πονεμένης νοσταλγίας, τα ερωτικά σώματα και οι χειρονομίες τους δεν έχουν «θεϊκό» ή μεταφυσικό «μεγαλείο», δεν κρύβουν στα σπλάχνα τους κανένα μυθικό στοιχείο που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα τους, δεν προέρχονται από αρχετυπικές μορφές, με τα γνωστά και μη εξαιρετέα ολισθήματά τους όπως τα διέσωσε η Τέχνη της Ποιήσεως. Η δραματικότητα των σκηνών αναδύεται από τις ίδιες τις επαφές των δύο γυμνών σωμάτων στην απαγορευμένη και κρυφή αλληλογνωριμίας τους είτε στην τρυφεράδα τους είτε στην κυνικότητά τους των εκδηλώσεων των αδέξιων χειρονομιών τους. Η μνήμη δρα «υπομνηματικά» καθώς ο ποιητής επισημαίνει το γεγονός και το καθρεφτίζει στον χρόνο. Δεν είναι επίκτητα συμβάντα των φαντασιώσεων της Τέχνης, είναι αληθινά γεγονότα της ζωής των ανθρώπων πέρα από επιλογή φύλου, ηλικίας και καταγωγής ή χρώματος. Η ποιητική σύνθεση υφαντουργείται με ανώνυμες ή υπονοούσες ταπεινές και λαϊκές φιγούρες με σκουρόχρωμα χρώματα αλλά χρώματα αγάπης και τρυφερότητας, ψυχικών ανατάσεων, χειρονομίες ερωτικά στοχευμένες ή κάπως ατσούμπαλες, έτσι η ποιητική σκηνογραφία του αποκτά πρόσωπο αναγνώρισης και καταλαμβάνει χώρο στην ερωτική αίσθηση της μνήμη του, ό,τι έχει συγκρατήσει ως βίωμα ζωής ανιχνεύσιμης από τους αναγνώστες αισθησιακής σωματικότητας μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις που επικρατούν στην κοινωνία και στις όποιες συναλλαγές των ανθρώπων. Πιστεύοντας ότι ορίζοντας την συγγραφική διαδρομή του Αγγελάκη ως περιθωριακή δεν «ξέπλεναν» μόνο τις δικές τους ίσως «κρυφές» προτιμήσεις φιλοδοξώντας να καθιερώσουν μία καθοριστική σχέση μέσα στον της κριτικής λειμώνα, αλλά, το κυριότερο, παράβλεπαν την λεκτική και υφολογική αυτοπειθαρχία του συγγραφέα Αγγελάκη. Προσπέρασαν άλλες πλευρές της ψυχοσύνθεσής της προσωπικότητάς του και των διαπραγματεύσεων πτυχών της γραφής του και τον κράτησαν δέσμιο σε ένα χρονικό επεισόδιο του λογοτεχνικού του παραγωγικού χρόνου. Ίσως και ο ίδιος ο δημιουργός, κουρασμένος από τα όσα συνέβαιναν και επικρατούσαν στην δημόσια σκηνή στα τότε χρόνια, δεν θέλησε να υπερασπιστεί το σύνολο του έργου του που διακλαδώνεται δημιουργικά και απλώνει τον στοχασμό και τις ιδέες του. Ο εξομολογητικός του λόγος αδιαμφισβήτητα μετεωρίζεται μεταξύ ουσιαστικών κεντρισμάτων των κρυφών επιθυμιών του και την φιλοδοξία του ανάδειξης της δημόσιας εικόνας του ως συγγραφέας και συμμετοχής του στα πολιτιστικά δρώμενα μιάς περιόδου που άλλαζε με ραγδαίες ταχύτητες βάζοντας την χώρα και την ελληνική κοινωνία στους ρυθμούς του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού μετά από δεκαετίες στασιμότητας, και ανάγκαζε του Έλληνες να δουν με ειλικρίνεια τον εαυτό τους στον καθρέφτη της σύγχρονης ιστορικής τους περιπέτειας. Μιάς σκληρής κοινωνικής και ερωτικής, συντροφικής πραγματικότητας όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι του δυτικού καπιταλιστικού ημισφαιρίου.

          Μια από τις δυνατές και ουσιαστικές κριτικές γυναικείες φωνές της ελληνικής λογοτεχνίας των προηγούμενων δεκαετιών είναι και αυτή της Νόρας Αναγνωστάκη, αδερφής του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από την γέννησή του. Βλέπε και χορταστικό κριτικό Αφιέρωμα στον γιατρό αντιστασιακό ποιητή και προοδευτικό πολίτη και το έργο του, στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό  περιοδικό “DIASTIXO”, με την συμμετοχή καταξιωμένων αντρών και γυναικών μοντέρνων κριτικών της ελληνικής λογοτεχνίας και σκέψης. Το Αφιέρωμα γίνεται με την φροντίδα του ποιητή, κριτικού και βιβλιογράφου κύριου Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Με την κριτική φωνή και τις σοβαρές επιχειρηματικά απόψεις της Νόρας Αναγνωστάκη ήρθαμε σε επαφή μέσω των μεγάλων ετήσιων τόμων «ΧΡΟΝΙΚΟ» του καλλιτεχνικού κέντρου «ΏΡΑ» στην Αθήνα. Σε μία από τις τότε συμμετοχές της η κριτικός Νόρα Αναγνωστάκη γράφει για τα «Ποιητικά του 1973» ανάμεσα στους νέους και νέες έλληνες ποιητές και ποιήτριες που εξετάζει και μας παρουσιάζει τι κυκλοφόρησαν εκείνη την χρονιά, συναντάμε και τον πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη. Το εκτενές κείμενό της μεταφέρει μαζί με άλλα κείμενά της και ομιλίες της στον τόμο Νόρα Αναγνωστάκη, «Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ (1970-1975)» εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1977, σελίδες 69-100.  Ευκαιρίας δοθείσης τα άλλα κείμενα της είναι τα εξής: Μιά μαρτυρία, 9.- Ερωτήματα πού (ίσως) απαντούν, 17. – Απολογισμοί και ερωτηματικά, 23.- Το στοιχείο της σάτιρας και του χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά., 41.- Ποιητικά 1973, 69. –Η Κριτική της παντομίμας, 101.

          Η κρίση της για την συλλογή «ΤΟ ΠΥΟΝ» δημοσιεύεται στην σελίδα 92. Η θέση της είναι ερωτηματικά αρνητικών προσδοκιών για τον Α.Α. αν δεν λαθεύω, στην εξέταση διαφορετικών γενεών ελλήνων και ελληνίδων ποιητών. Ας αντιγράψουμε το κείμενό της και την αρχή του που παρουσιάζει στατιστικό- λογιστικό εκδοτικό ενδιαφέρον για τα χρόνια εκείνα.

«Ο Ρίλκε έλεγε πώς «τρακόσοι ποιητές δεν υπάρχουν». Η ψυχρή στατιστική μας δίνει την πληροφορία ότι από το 1970 ως το 1973 κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα 1500 περίπου ποιητικά βιβλία. Φέτος φτάσαμε τα 424. Χαρακτηριστική είναι η προοδευτική αύξηση του αριθμού από χρόνο σε χρόνο, με ρυθμό ανερχόμενου πυρετού. Ο ποιητικός πληθωρισμός είναι ίσως φαινόμενο που ενδιαφέρει περισσότερο την κοινωνιολογία παρά την ποίηση, αλλά δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε γιατί έχει επιπτώσεις στη διαμόρφωση της ποίησης που δεν απλοποιούνται ούτε εξαφανίζονται με τον βάρβαρο διαχωρισμό «ποιητών» απ’ τη μιά, και «παρείσακτων» απ’ την άλλη…».

          Θέσεις που δεν απέχουν και πολύ από τα σημερινά ποιητικά εκδοτικά δεδομένα της εποχής μας 2025.

          «Ο Αντρέας Αγγελάκης με το «Πύον» του μας υποβάλλει στη δοκιμασία της χυδαιότητας. Η αηδία σαν έσχατο στάδιο απόγνωσης για τα τοπικά και παγκόσμια θεάματα δίνει αληθινή μάχη με την αισθητική.

          Ο Αγγελάκης είναι σα να σου λέει: Αν θα δεχτείς την ποίηση σήμερα, πρέπει να δεχτείς και τον ποιητή σαν άνθρωπο τόσο αηδιασμένο που δικαιούται να γράφει και αηδιαστικά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη χυδαιότητα σαν καθαρτήριο πέρασμα προς την ποίησή του. Ο αναγνώστης αν ανθέξει στο χυδαίο θα φτάσει σ’ αυτή τη διϋλισμένη ποίηση διαβαίνοντας τα στάδια που ακολούθησε ο ποιητής και στην περίπτωση του Αγγελάκη θα αμειφθεί επαρκώς, αλλιώς θα μείνει στο προαύλιο του κήπου συντροφιά με τα ρόδα του προηγούμενου αιώνα ή με τα σημερινά πλαστικά.

          Και πρέπει να περάσουμε με θάρρος αυτή τη φάση της ποίησης για να την ξεπεράσουμε κι όχι για να γίνουμε και μείς χυδαίοι, γιατί αν η χυδαιότητα μας καταπιεί τότε γιατί άραγε να γράφουμε και ποιήματα; Για να μας διαβάζουν οι χυδαίοι;».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24/1/2026

ΥΓ. Από την σημερινή χρονική πραγματικότητα του Κόσμου μας. Έφυγε σε μεγάλη ηλικία η τελευταία πριγκίπισσα της Ελλάδος η μουσικοτραφής Ειρήνη. Πόσο άδικα χάθηκαν στις πρόσφατες πλημμύρες η καθηγήτρια και μητέρα ενός μικρού παιδιού και ο λιμενικός πατέρας. Μήπως θάπρεπε η Βουλή των Ελλήνων να παίρνει υπό την οικονομική προστασία της όχι μόνο τα ορφανά παιδιά των στρατιωτικών που έφυγαν σε ώρα καθήκοντος αλλά και των άλλων ελλήνων και ελληνίδων που χάνονται από φυσικές καταστροφές και «υπεύθυνο» υπήρξε με την αδιαφορία του το ελληνικό κράτος; Πολιτικό προσωπικό, Δήμοι, Νομαρχίες και άλλες Υπηρεσίες; Έφυγε ο παλαιός δημοσιογράφος Σπύρος Καρατζαφέρης τα  βιβλία του για τα Εκκλησιαστικά σκάνδαλα, που κυκλοφόρησαν μετά την μεταπολίτευση ήσαν ευπώλητα. Η πρωινή εφημερίδα του «Επικαιρότητα» αν θυμάμαι καλά δεν μακροημέρευσε.

Πολύ ωραία η σειρά ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ-3 Καλές Τέχνες και Οικονομία. Το Χρηματιστήριο της Τέχνης σε όλο του το καπιταλιστικό καταναλωτικό εμπορικό μεγαλείο.

Συγκινητική η ιταλική ταινία που προβλήθηκε στο Κανάλι της Βουλής, του συνταξιούχου με το σκυλάκι συντροφιάς του.        

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ανθολόγιο Κινέζικης και Ιαπωνικής Ποίησης

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Μετάφραση από τα Αγγλικά-Εισαγωγή στην Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση Ανδρέας Αγγελάκης,

Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 3,1974, σ.44, δραχμές 140. Διαστάσεις 14,5Χ21

[ΤΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ» ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ, ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 1974 ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ», ΡΗΓΑ ΠΑΛΑΜΗΔΟΥ 5, 4ος ΟΡΟΦΟΣ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 39. Υπεύθυνος τυπογραφείου: ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΟΜΠΟΛΑΣ, Φρυγίας 19 Ν. Σεπόλια.

Διεύθυνση μεταφραστού Ιωννιδών 42 Πειραιάς]

*Προσοχή.

Οι διευθύνσεις του εκδοτικού οίκου και  του τυπογραφείου αναφέρονται στις τότε χρονολογικές περιόδους, η διεύθυνση του ποιητή και μεταφραστή Α. Αγγελάκη είναι η παλαιά. Συνήθως οι σημερινοί μεταφέροντες ποιήματα και πληροφορίες για τον Αγγελάκη ανάλογα με την έκδοση του  βιβλίου που κοιτάζουν μεταφέρουν την πρώτη διεύθυνση και όχι την οριστική, την μεταγενέστερη της Ακτής Θεμιστοκλέους πίσω από την Εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Στην σελίδα 2 αναγράφονται 8 τίτλοι βιβλίων που έχει εκδώσει από το 1962 έως το 1973 [-Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας, 1962. /-Ο Πρίγκηπας των Κρίνων, 1964./-Οι Προτάσεις της Αθωότητας, 1967./-Ποιήματα του Γουϊλλιαμ Μπλέϊκ, 1969./-Ποιήματα χαρισμένα στον ποιητή κόντε Διονύσιο Σολωμό, 1971./-Ποιήματα του Φ. Γ. Λόρκα, 1971./- Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης, 1972./- Το Πύον, 1973.].

Τα σχετικά με την έκδοση. Ο ποιητής- μεταφραστής Ανδρέας Αγγελάκης όπως γνωρίζουμε και από τα άλλα βιβλία των μεταφράσεών του δεν συνήθιζε να τα συνοδεύει με φιλολογικές ή βιογραφικές πληροφορίες για τους ποιητές που επιλέγει να μεταφράσει, πέραν ελάχιστων περιπτώσεων και συγκεκριμένων σχολίων. Ακολουθούσε μία άλλη τακτική στις μεταφραστικές του καταθέσεις, ανάλογα με το πνεύμα της εποχής του συγγραφέα και την θεματολογία του. Όπως έχουμε στην περίπτωση του σύγχρονου Ιάπωνα ποιητή και ηθοποιού Mutsuo Takahashi της συλλογής του «Ποιητική Ανθολογία Αποκλίνοντος Ερωτισμού», εκδ. «Γνώση» 1988.  Επέλεγε να δημοσιεύει μία γενική θεώρηση των έργων των ποιητών και γενικά διευκρινιστικά για την τεχνική της μετάφρασης ως Εισαγωγή ή Πρόλογο σε κάθε βιβλίο που επιμελούνταν. Τα μεταφραστικά προβλήματα εμφανίστηκαν στις πρώτες οργανωμένες αστικές κοινότητες των ανθρώπων από την εμφάνιση των πρώτων στάδιων της Γραφής παράτολμα θα ισχυριζόμασταν, από τότε που η προφορική λαλιά αποτυπώθηκε πάνω σε πέτρινες πλάκες, φύλλα παπύρων, ξύλα και χαρτί θέλοντας να διατηρηθεί εσαεί στους αιώνες η συλλογική μνήμη των ανθρώπων. Ο προφορικός λόγος μεταφέρονταν από «αυτί» σε «αυτί», ο γραπτός από «μάτι» σε «μάτι». Όταν η φωνή των πρώτων συγγραφέων, λογίων, έμπλεξαν στα γρανάζια της μητρικής τους γλώσσας, της απόδοσής της, της μεταφοράς της σε μιά άλλη διαφορετικής παράδοσης μέσα στον χρόνο γλώσσας με σκοπό την κοινοποίηση των μηνυμάτων και των μυστικών της στην αναγκαιότητα της ιστορικής επιθυμίας επικοινωνίας διαφορετικών φυλών, εθνοτήτων και λαών της γης. Ας θυμίσουμε- περιοριζόμενοι στα δικά μας γλωσσικά εδάφη- τις δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ελλήνων κλασικών φιλολόγων του Ιωάννη Κακριδή και του Δημήτρη Μαρωνίτη και στο τι μας εκθέτουν σε μελέτες τους, στην διαρκή σπουδή και ενασχόλησή τους με την μετάφραση αρχαίων κειμένων στην νεοελληνική. Από τις συγγραφικές πηγές των νεότερων εποχών να αναφέρουμε τις θέσεις του άγγλου νομπελίστα ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ, δίχως να αγνοούμε και τις θέσεις σύγχρονων Ελλήνων Ποιητών και Μεταφραστών της Γενιάς του 1970 όπως του Χάρη Βλαβιανού, του Νάσου Βαγενά, του Αντώνη Φωστιέρη, του Χριστόφορου Λιοντάκη και προγενέστερων ελλήνων ποιητών των προηγούμενων γενεών όπως του Γιώργου Σεφέρη, του Κωστή Παλαμά, του ελληνοαμερικανού Νίκου Σπάνια, του Κίμων Φράϊερ κ.ά. Το ζήτημα της απόδοσης, μεταφοράς, μετάφρασης όπως καθιερώθηκε ο όρος και των δυσκολιών της, επαναπροσδιορίζεται από εποχή σε εποχή και από λογοτεχνική γενιά σε λογοτεχνική γενιά ίσως και ποιητικό ρεύμα, από μεταφραστή σε μεταφραστή, παραμένει και αυτό όπως και άλλα θέματα της ανθρώπινης έκφρασης και γραφής ανοικτό. Κάτι που ενδεχομένως θα άξιζε να ερευνηθεί, είναι το γεγονός ότι αν εξετάσουμε σφαιρικά και διαχρονικά το γλωσσικό μεταφραστικό μοντέλο των ελλήνων ποιητών- μεταφραστών και αυτό των ελληνίδων ποιητριών μεταφραστριών, και διαβάζαμε τις μεταφραστικές του κρίσεις και θεωρίες να ανοίγονταν ένα άλλο ανεξερεύνητο κεφάλαιο στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων. Ας φέρουμε στην σκέψη μας δύο περιπτώσεις, αυτήν της ποιήτριας και μεταφράστριας Μαρίας Λαϊνάς και εκείνης του ποιητή και μεταφραστή Στρατή Πασχάλη. Όπως θα κάναμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις της αγγλικής λογοτεχνίας συγκρίσεις μεταξύ Βιρτζίνιας Γουλφ και Τ.Σ. Έλιοτ. Όμως ας μην ξεστρατίσουμε από το θέμα μας.

     Στην παρούσα έκδοση που αναρτούμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής Α. Α. μας μιλά για τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν την Κινέζικη και Ιαπωνική ποιητική παράδοση, προφανώς, έχοντας υπόψη του και συμβουλευτεί τις αντίστοιχες ξένες εισαγωγές των αγγλικών ποιητικών ανθολογιών που έχει μπροστά του στις δικές του μεταφραστικές επιλογές στα ελληνικά. Μια μετάφραση της μετάφρασης, κάτι αναγκαίο αν δεν γνωρίζουμε την γλώσσα του πρωτοτύπου. Μας επισημαίνει μάλιστα την εκδοτική αξία των ποιητικών ξενόγλωσσων αυτών Ανθολογιών από τις οποίες άντλησε το ποιητικό του υλικό. Η αγγλική γλώσσα και η βιβλιεκδοτική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών με τις κυκλοφορίες των μικρών βιβλίων τσέπης “penguin”, “pelican” και άλλων μίνι σειρών έφεραν σε επαφή το αγγλόφωνο κοινό της Δύσης με την ποίηση, τα πεζά τα πολιτιστικά επιτεύγματα της Εγγύς και της Άπω Ανατολής. Εξάλλου, η αγγλική γλώσσα αλλά και η γαλλική στο δυτικό ημισφαίριο ήταν το πρεσβευτικό διαβατήριο γνωριμίας του φιλότεχνου κοινού με έργα της Κινέζικης της Ιαπωνικής, της Ινδικής Λογοτεχνίας. Στην γνωριμία μας με τα μεγάλα επικά επιτεύγματα και ιερά αυτά ποιητικά έργα, συνετέλεσε και η αποικιοκρατική στρατιωτική και οικονομική πολιτική της Γηραιάς Αλβιόνος και της μεγαλοαστικής της τάξης που εκπροσωπούσε, στο άνοιγμα των δρόμων του Μεταξιού.

          Η Ανθολογική έκδοση του 1974 που έχουμε μπροστά μας δεν αναφέρει τον καλλιτέχνη του μεγάλου καλαίσθητου σχεδίου που κοσμεί το ανοιχτό πράσινο εξώφυλλο. Μικρά σχέδια φυσιολατρικής έμπνευσης και απεικόνισης πουλιών κοσμούν το άνω μέρος πριν το ποίημα των περισσότερων σελίδων σε χρώμα καφέ ανοιχτό. Η ράχη του βιβλίου είναι γυμνή όπως και το οπισθόφυλλο. Ο τίτλος του εξωφύλλου είναι: «ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ» με μεγάλα γράμματα και  κάτω από το σχέδιο αναγράφεται το όνομα του ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ. Στην πρώτη και τρίτη μέσα σελίδα του βιβλίου που μεταφέρεται ο γενικός τίτλος διαβάζουμε: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ», ΑΘΗΝΑ 1974. Προτάσσεται η «Εισαγωγή στην Κινέζικη και Ιαπωνική ποίηση» του μεταφραστή και το βιβλίο ανοίγει την αυλαία του με πρώτη την «ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ» σελ. 11-20. Τα ποιήματα είναι έντιτλα και παρουσιάζονται κατά χρονολογική σειρά της εμφάνισής τους, ο ποιητής γράφεται με κεφαλαία αγγλικά γράμματα. Συναντάμε και το ποίημα ενός Αγνώστου του 13ου/14ου αιώνα σελ.19. Από την σελίδα 21-40 έχουμε την «ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ». Τα ποιήματα αντλούνται από τις σημαντικότερες Ανθολογίες που έχει υπόψη του ο ποιητής και μεταφραστής όπως αυτά διασώθηκαν από τον 8ο  10ο και 13ο  αιώνα.

Η μεταφραστική γλώσσα του Ανδρέα Αγγελάκη είναι λιτή, διαθέτει την πυκνότητα των ποιημάτων που μεταφράζει, αποδίδει κάπως «τραγουδιστικά» στα ελληνικά. Ακολουθώντας το ποιητικό πνεύμα και την ποιητική τεχνική των ποιητών της Ανατολής διαμορφώνει ανάλογα και το ύφος του. Αποφεύγει τις μακρόπνοες φράσεις, τις σύνθετες ή πολυσύνθετες ελληνικές λέξεις που θα δυσκόλευαν το μετρικό βάδισμά του στην απόδοση των ποιημάτων στα Ελληνικά. Μόνο μία λέξη συναντάμε και αυτή απαραίτητη στην εικονογράφηση της φυσικής εικόνας του Κινέζικου τοπίου: «συννεφοσκεπασμένους» λόφους. Η γλώσσα του έχει στοιχεία και απλούστερης χρήσης της Δημοτικής, βλέπε εκφράσεις όπως «γρηγοράδα», «τσαρδάκι», «φασκιές», ή διπλούς γραμματικούς τύπους «τοίχοι», «τείχη». Οι λέξεις δίνονται στην ασυναίρετη μορφή τους και η ακουστικότητά τους αν δεν λαθεύω επαυξάνεται δίχως να έχουμε χασμωδία. Πρυτανεύει το ρήμα που είναι ή στο πρώτο ή το τρίτο πρόσωπο και σηκώνει το βάρος του ποιητικού νοήματος, της μικρής ιστορίας της ποιητικής αφήγησης. Τα ουσιαστικά είναι πολλά και δίνουν την κομψότητα, τον φρέσκο αέρα στις επιγραμματικές περιγραφές του φυσικού τοπίου στις αλλαγές των εποχών. Δέντρα, Φυτά, Λουλούδια με την ποικιλία της πολυχρωμίας τους και τις εαρινές ανθισμένες μυρωδιές τους, χιονισμένα βουνά, γάργαρα τρεχούμενα νερά περνούν μπροστά στα μάτια μας σαν πίνακες ζωγραφικής ενός φυσιολάτρη τεχνίτη. Φωτεινά χρώματα, χιονισμένα τοπία και βουνοκορφές, γλυκειές ομίχλες, ανθισμένες περιοχές που γεννούν δροσερές αισθήσεις, ξυπνούν ανθρώπινα συναισθήματα, ζωογονούν αναπνοές περιπετειών ζωής και αλλαγών της Φύσης, ή καλλιεργούν εσωτερικά ερωτήματα μελαγχολίας, στοχασμούς ενατένισης ομορφιάς αλλά και ματαιότητας. Κοφτοί διάλογοι, δωρικές εκφράσεις, μεστά νοήματα, συμπύκνωση αισθήσεων και εμπειριών βίου στον αέναο κύκλο των μεταλλαγών του. Ποίηση μιας άλλης αισθητικής θεώρησης και κοινωνικής πρακτικής οργάνωσης και αντιμετώπισης της Φύσης που δρούμε μέσα στα δικά της όρια που μας επιτρέπει. Ανθρώπινη αίσθηση και επαφή, το ανθρώπινο ον αναπόσπαστο μέλος του χώρου, του τοπίου, καθώς θεάται το Φυσικό περιβάλλον από το ανθρώπινο μάτι. Παραστάσεις υγρού χώματος,  μελαγχολικές ενατενίσεις  ξάστερου ουρανού, φεγγαρόλουστης νύχτας, Το μούχρωμα του απογεύματος καθώς δύει ο ήλιος, πλησιάζει η ώρα του δειλινού και η ζωή και τα όνειρά της αρχίζουν να επαναπαύονται σε μια ηδονική θλίψη, μιά νωχέλεια απλώνεται γύρω μας. Ο ποιητής αφουγκράζεται το θρόισμα των φύλλων ανάμεσα στις δενδροστοιχίες, ακούει την ροή των νερών που κυλούν από τις χιονισμένες βουνοκορφές στις πεδιάδες, τα λιβάδια δημιουργώντας συνθήκες καρποφορίας σε ό,τι ανθίζει και καρπίζει. Αφουγκραζόμαστε άμεσα τον ήχο των ανέμων ανάμεσα στα δάση όπως μας τον έχει κληροδοτήσει η πανάρχαια πολιτιστική ανώνυμη και λόγια ποιητική παράδοση της Άπω Ανατολής, της Αυτοκρατορικής Κίνας και Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας. Οικείες, πυρετώδεις πολύχρωμες, λειτουργικές εικόνες της Φύσης μπλεγμένες με τις ανθρώπινες ζωές και ατομικής περιπέτειας εμπειρίες. Το ανθρώπινο βλέμμα παρατηρεί τις αλλαγές των Εποχών μέσα στην Φύση στην φθορά και την άνθησή της ζωής, ενώ η ανθρώπινη φωνή υμνολογεί δοξαστικά ή θρηνητικά κάθε συμβάν. Μιά σημαντική ποιητικής αγωγής παράδοση όπως μας την κληροδότησε (στον Δυτικό Κόσμο) σαν πολιτιστική παρακαταθήκη η Αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση, και η Τέχνη των Επιγραμματοποιών παρατηρητών και πρώτων ερμηνευτών του Σύμπαντος, στην αναζήτηση του Έλληνα Ανθρώπου της αρχικής αιτίας της γενέσεως του Κόσμου. Φύση και Άνθρωπος ένα, Ζωή και Θάνατος το αυτό, μία ζωοποιός πνοή διαπνέει τα πάντα, ένας λυγμός βουβός, ένας ήρεμος θρήνος μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου ενώνει τους δύο κύκλους. Ο άνθρωπος τραγουδά τις ομορφιές της Φύσης σε κάθε στιγμή του βίου του, στοχάζεται παρατηρώντας την σε κάθε στιγμιότυπό της, υφαίνει τους αέναους κύκλους της ζωής της μαζί της, θρηνεί την φθορά της και διαπιστώνει την δική του αδυναμία να την αντιμετωπίσει, αισθάνεται την παρουσία της τόσο έξω από αυτόν όσο και μέσα του. Ο κόσμος του είναι μία μικρογραφία του Κόσμου μέσα στον οποίο ζει, γεννιέται, μεγαλώνει, κάνει οικογένεια, εργάζεται στα κτήματα, τους αμπελώνες του, σπέρνει τους αγρούς του θερίζει τα στάχυα του, υλοτομεί τα δάση του, κυνηγά τα πετεινά της γης και του ουρανού. Δημιουργεί σχέσεις αλληλογνωριμίας με τους διπλανούς του, οικοδομεί τις οικίες του, μαχητικά αγωνίζεται για να επικρατήσει και να κρατήσει ότι κατέχτησε, τα εδάφη που καλλιέργησε τα χώματα που όργωσε και αυτά πού θάφτηκε στο κοινό της ανθρωπότητας Σήμα. Ονειρεύεται, οραματίζεται, στοχάζεται, σχεδιάζει φτιάχνει πλάνα βελτίωσης του βίου του υπερασπίζοντάς τα με πάθος, πείσμα, θυσιαστικό φρόνημα. Όλες με δυό λόγια οι σωματικές και πνευματικές του δραστηριότητες συντελούνται ενταγμένος αρμονικά και ισορροπημένα μέσα στην γενεσιουργό της Ζωής Φύση εμφανίζονται πάνω στην τεράστια τοιχογραφία της Κινέζικης και Ιαπωνικής ποίησης. Η Φύση είναι η θεμελιώδεις αρχή και το τέλος της Ζωής αυτή διαμορφώνει την ύπαρξή μας και τους ρόλους μας μέσα σ΄ αυτήν. Από αυτήν προερχόμαστε και σε αυτήν καταλήγουμε, κάτι που δεν αποδέχεται ο Δυτικός ρασιοναλιστής, λογοκρατούμενος χριστιανός στην πίστη Άνθρωπος σε σχέση με τον Άνθρωπο της Ανατολής των διαφόρων φιλοσοφικών θεωριών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Οι διδαχές του Βουδισμού, του Ινδουισμού, του Σιντοϊσμού, του Ταοισμού και άλλων Μυστικών διδασκαλιών διέπλασαν τις συνειδήσεις των λαών της Ανατολής, διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τους με κέντρο όχι το Ανθρώπινο Όν «ως κορωνίδα» του Φυσικού βασιλείου μέσα στο Ιστορικό διάβα της Ανθρωπότητας αλλά ως ένα αναπόσπαστο λειτουργικό μέλος της Φυσικής δημιουργίας και αναδημιουργίας του Σύμπαντος. Ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος, δεσπότης της Φύσης όπως δέχεται ο Δυτικός Πολιτισμός αλλά λειτουργός και υπηρέτης της όπως τον αποδέχεται ο Πολιτισμός της Ανατολής. Ποιητής ιερέας υμνητής της όπως τον θέλει η παράδοση της Ανατολής ή μύστης-ποιητής όπως τον αναζητούσε ο άνθρωπος της Δύσης. Αυτήν την άλλη θεώρηση του Κόσμου και της Ζωής, του βίου των Ανθρώπων είναι που φιλοτεχνεί η Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση και παράλληλα και των άλλων λαών και εθνών, κρατών της Άπω Ανατολής. Αυτό το άλλο ποιητικό εσωτερικής αίσθησης ρεύμα και αντίληψη είναι που γονιμοποίησε και τους Ευρωπαίους Ρομαντικούς ποιητές όπως ο γερμανός Φρήντριχ Χαίλντερλιν, λαϊκούς τροβαδούρους όπως ο Βιγιόν και δεκάδες εικαστικούς καλλιτέχνες, παιδαγωγούς φιλοσόφους όπως γάλλος Ζαν Ζακ Ρουσώ. Ο άνθρωπος της Δύσης επεδίωξε με την ισχύ των όπλων για αιώνες μέσα στην Ιστορία, της τεχνολογικής και επιστημονικής του υπεροχής, της ανεπτυγμένης οικονομίας των Δυτικών κρατών να καταλάβει, εξουσιάσει μέσω της αποικιοκρατικής πολιτικής του και του «άτυπου» θεσμού της δουλείας που εφάρμοσε να υποτάξει τις άλλες φυλές και έθνη της υφηλίου, να αλλοιώσει τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, να αποδομήσει τις θεμελιώδεις συστατικές αρχές της θρησκευτικότητάς τους, των ουσιωδών ιερών στοιχείων της φιλοσοφίας τους. Ζήτησε με τους μηχανισμούς της λογικής του να παρερμηνεύσει, κοροϊδέψει, εκμεταλλευτεί και υποτιμήσει τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της Ανατολής στο όνομα άλλοτε του Ορθού Λόγου (που λατρεύτηκε μέσα στους Ναούς), άλλοτε του Σταυρού και κυρίως, της δύναμης και αποτελεσματικότητας του Ξίφους, των Όπλων. Τα ιστορικά αποτελέσματα και οι συνέπειες γνωστές και τραυματικές μέχρι σήμερα. Από την άλλη, η πολιτιστική πρόταση της Ανατολής (στην καθολικότητά των μηνυμάτων της και κοσμοθεωρίας της φιλανθρωπίας της) τα πανάρχαια ιερά κείμενα της, η μυστική ανώνυμη και λόγια ποίησή της που άνθισε σε διαφορετικούς αιώνες, η θεατρική τελετουργία του Ιαπωνικού Θεάτρου «ΝΟ», η μεγαλειώδη υπαίθρια γλυπτική της αναπαραστατική παρουσία, η μικροζωγραφική των χειρογράφων της και η ακαδημαϊκή της ζωγραφική, οι λαϊκές μουσικές και χορευτικές της παραδόσεις, η εξωτική της ατμόσφαιρα, οτιδήποτε με δυό λόγια συναπαρτίζει το πολιτιστικό της πρόσωπο, πάντοτε έθελγε τον άνθρωπο της Δύσης. Τον Δυτικό Άνθρωπο με το ισχυρό τουπέ της υπερηφάνειας της παντοδυναμίας του που κυριαρχεί στην συνείδησή του, του έμπορου ταξιδευτή στο άνοιγμα των δρόμων του Μεταξιού, του ερευνητή όλο περιέργεια περιπλανητή Οδυσσέα, που υποκλίνεται μπροστά στην ιεροτελεστία προσφοράς του τσαγιού, των ηδονικών νυχτών στις μισοσκότεινες αίθουσες με τις εταίρες- γκέισες. Αυτός ο Άλλος Πολιτισμός και φιλοσοφία Ζωής, αυτή η Άλλη Εικόνα του Ανθρώπου ως αναπόσπαστο μέρος της Φύσης, κρυσταλλώνεται και καθρεφτίζεται μέσα στον ποιητικό Κινέζικο και Ιαπωνικό ποιητικό λόγο. Η Κινέζικη ποίηση και η συγγενική της Ιαπωνική, περιγράφει, αναπλάθει, εικονοποιεί τις μικρές στιγμές και μεγάλα φτερουγίσματα του νου, τις μυριάδες στο διάβα του βίου εμπειρίες. Σχέσεων επικοινωνίας και αλληλογνωριμίας των ανθρώπων της Άπω και ευρύτερα της Ανατολής μεταξύ τους και με τους άλλους πολιτισμούς της υδρογείου. Κλασικά παραδείγματα της διαφορετικής ψυχοσύνθεσης και ανθρώπινης νοοτροπίας, αντίληψης του ανθρώπου της δύσης από εκείνον της ανατολής μας έδωσε η ποίηση και η λογοτεχνία ευρύτερα. Τα μυθιστορήματα της Περλ Μπακ, της Μαργκερίτ Ντυράς, ο κινηματογραφικός φακός και η ταινία «Χιροσίμα Αγάπη μου», το «Καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς». Από την ελληνική πλευρά της κοσμοπολίτικης πεζογραφίας και ταξιδιωτικής λογοτεχνίας είναι πολλοί αυτοί που ξεχώρισαν με τα βιβλία που έγραψαν από τα ταξίδια και τις επισκέψεις τους στην εξωτική και λάγνα Ανατολή. Ο Νίκος Καζαντζάκης μας έχει αφήσει εξαιρετικές περιγραφές λαών και κρατών από τις ταξιδιωτικές επισκέψεις και συναντήσεις του, περιηγήσεις του.

     Ποιητής πρώτα από όλα ο Ανδρέας Αγγελάκης-έστω και αν κατάγονταν από διαφορετικής πολιτιστικής παράδοσης χώματα- δεν διστάζει να επιλέξει και να αναμετρηθεί με ποιητικές φωνές της Ανατολής άγνωστες στο ευρύ κοινό- τουλάχιστον στο ελληνικό. Ο ίδιος στα ποιητικά του ταξίδια τις γνώρισε, τις αγάπησε και αποφάσισε να μας φέρει σε επαφή μαζί τους. Να μας φέρει σε επαφή με τις μικρές αφηγηματικές καθημερινές ιστορίες του Κινέζου και Ιάπωνα ποιητή. Μιλώ πάντα για τα Πειραϊκά Γράμματα και όχι για την καθόλου ελληνική γραμματεία που τα παραδείγματα μεταφράσεων είναι αρκετά, με προεξάρχοντα τον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο.  Ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής δεν «λεηλατεί» την ποιητική εκφραστική της Κινέζικης και Ιαπωνικής ποίησης, δεν παραχαράσσει την αποτύπωση των ποιητικών τους μηνυμάτων και φιλοσοφία ζωής, δεν ζητά το ελάχιστο από την γνωριμία μας μαζί τους στην ψιθυριστική ανάγνωση των ποιημάτων. Λιτός, δωρικός λόγος εικονοκλαστικός , ποιήματα μια βαθειάς αναπνοής στα ευαίσθητα έγκατα της ύπαρξής μας. Τα Ιαπωνικά ποιήματα σαν φόρμα, τεχνική, έχουν λιγότερους στίχους από αυτά της Κινέζικης ποίησης, η παράδοση των ιαπωνικών Χάϊ- Κου ίσως και να ορίζει από απόσταση τον βηματισμό τους. Κάθε σελίδα περιλαμβάνει και μία ποιητική μονάδα, ένα ποιητικό της ζωής γεγονός ή του εξωτερικού περιβάλλοντος στιγμιότυπο, δίνοντας μια άλλη αίσθηση στον ξένο ευρωπαίο ποιητή αναγνώστη. Το τί και σε πιο βαθμό χάνεται η ποιητική του ποιήματος από μία δεύτερη μετάφραση και επεξεργασία είναι ενός άλλου ποιητή μεταφραστικό «ευαγγέλιο».

Από την μεριά μας θα σημειώναμε μόνο ότι οι κατά διαστήματα Πρόλογοί του σε βιβλία του αρθρώνουν την μεταφραστική του θεωρία, στο τι υιοθετούσε, ακολουθούσε σύμφωνα με τις αρχές της ποιητικής πνευματικής παράδοσης των χωρών που μετέφραζε. Άφηνε όπως ο ίδιος μας εξομολογείται θεωρούσε αποτελεσματικότερο, τα ίδια τα Μεταφρασμένα Ποιήματα να μιλήσουν απευθείας στον αναγνώστη, να αγγίξουν τις χορδές της ψυχής του, την φλέβα της ποιητικότητας της συνείδησής του δίχως την διαμεσολάβηση φιλολογικών υποστηρίξεων και σχολιαστικές σημειώσεις και υποσημειώσεις των διαφόρων «σχόλαρ». Ακόμα, στις εργασίες του δεν μνημόνευε άλλους μεταφραστές ή μεταφράστριες που έχουν προηγηθεί και που σίγουρα θα γνώριζε ως καθηγητής και σπουδαστής σε ελληνικά και ξένα ανώτατα ιδρύματα. Βλέπε ενδεικτικά τις μεταφράσεις του ποιητή Άρη Δικταίου προερχόμενος από τις προηγούμενες γενιές των ελλήνων λογοτεχνών, του Κούλη Αλέπη, την περίπτωση του ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου ο οποίος έμαθε ισπανικά για να μεταφράσει τον ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, κάτι σπάνιο στα ελληνικά γράμματα. Τις μεταφράσεις του Πειραιώτη ποιητή και κριτικού Βαγγέλη Αθανασόπουλου, την εξαιρετική δουλειά- Ανθολογία «Χάϊ- Κου» της ποιήτριας Ζωής Σαββίνας, την μείξη των πρωτογενών ποιητικών μονάδων με ξένες μεταφρασμένες σε βιβλία του ποιητή Νάσου Βαγενά και άλλων.

       Πάντως, το μεταφραστικό πεδίο και το αριθμητικό πλήθος των ποιητών που μεταφράζει ο Αγγελάκης είτε αυτοί προέρχονται από το Δυτικό ημισφαίριο είτε από τα μέρη της Ανατολής δεν είναι μεγάλο, θα γράφαμε σε σχέση με άλλους ποιητές-μεταφραστές της γενιάς του. Το μεταφραστικό του βλέμμα εστιάστηκε κυρίως σε ιδιαίτερου ερωτικού ενδιαφέροντος ποιητές που ενδέχεται να του  πήγαιναν περισσότερο. Όπως και νάχει είτε στην μία περίπτωση είτε στην άλλη, οι ποιητικές φωνές, ο ποιητικός λόγος τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής διαμόρφωσε και το δικό του ποιητικό πρόσωπο, έδωσε στοιχεία στο να υφανθεί η εικόνα της ποίησής του, να εξελιχθεί η ρητορική της δικής του φωνής, να πλασθεί η εκφραστικότητά της. Να σχηματοποιηθεί το Πυκνό του ύφος, να κρυσταλλωθεί η λιτή γραφή του, η ακριβολογία του στα ανοιχτά ερωτήματα και αναπάντητες απαντήσεις τόσο του ξένου ποιητή όσο και του ιδίου. Πώς το εξέφρασε ο Νίκος Καζαντζάκης, «πολλών ανθρώπων λόγια τα έργα μας». Μια διπλή ανθοφορία, ποίηση και μετάφραση που αγγίζει ακόμα και σήμερα τις ανθρώπινες ευαίσθητες χορδές.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

          Η Κινέζικη ποίηση έχει μιά χαρακτηριστική διαφορά από τη Δυτική. Υπερτονίζει το προσωπικό αίσθημα καθιστώντας το ποίημα μιάν αποκλειστική εξομολογητική πράξη αδιαφορώντας για τον βιογραφικό του συσχετισμό με τον ποιητή. Σε αντίθεση, η Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία πάντα πάσχισε να συνδέσει στενά το καλλιτεχνικό δημιούργημα με τις εμπειρικές φάσεις της ζωής του λογοτέχνη, ερμηνεύοντάς το σαν άμεση αντίδραση, πολλές φορές, συγκεκριμένων βιωμάτων και εξωτερικών συνθηκών.

          Στην Κινέζικη Ποίηση, λίγες φορές παρακολουθούμε έναν ποιητή να τολμά μιά καινούργια «θέση»- πολιτική, ας πούμε, ή αισθητική,- αντιδρώντας και συνειδητά μαχόμενος για τις νεωτεριστικές ιδέες του. Ο λόγος είναι η τεράστια ανασταλτική δύναμη της παράδοσης και των αισθητικών απόψεων ως προς την εξωτερική, μορφική όψη των ποιημάτων αφ’ ενός και η υπηρεσιακή του «δέσμευση» αφ’ ετέρου, όσον αφορά τον νεωτερισμό των νοημάτων και των ιδεών, γιατί τις περισσότερες φορές ο ποιητής ανήκει στο γραφειοκρατικό περιβάλλον της αυτοκρατορικής αυλής. Έτσι, αν και διαισθανόμαστε μιάν οξυδέρκεια και ευαισθησία που πάνε πέρα από την αισθητική, -υπαινιγμοί για κοινωνικά προβλήματα ανεπαίσθητοι, πόσο σκληρή είναι η φτώχεια, κλπ.- ωστόσο, ο ποιητής συνεχίζει τις ιστορίες με τ’ ανθάκια το, δεδομένου ότι ο φόβος φυλάει τα έρημα….

          Ο χαρακτήρας, βέβαια, του άχρονου προσδίνει μιά βαθειά υποβολή στην συγκεκριμένη εμπειρία και η κατασταλαγμένη σοφία ενός αρχαιοτάτου έθνους υψώνει σε σύμβολα τις μεταβολές των εποχών, τα ταπεινά αντικείμενα ή τα κοινά δέντρα, ανάγοντάς τα σε φιλοσοφικές- πεσιμιστικές, κυρίως- θεωρήσεις.

          Η αρχαιότερη Κινέζικη Ποιητική Ανθολογία, που μας είναι γνωστή, το «Βιβλίο των Τραγουδιών», ανάγεται στην εποχή του Κομφούκιου (551- 479 π.Χ.), αλλά σίγουρα περιέχει υλικό πολύ παλιότερο, ίσως του τέλους της πρώτης π.Χ. χιλιετηρίδος.

Η Ιαπωνική Ποίηση σε πολλές της περιόδους στάθηκε δίγλωσση κάτω από τη βαρειά κυριαρχία της-κατά πολύ αρχαιότερης- Κινέζικης Λογοτεχνίας. Ωστόσο, κατόρθωσε ν’ αναπτύξει τ’ ατομικά της χαρακτηριστικά προσφέροντας μιά σειρά από ενδιαφέροντες ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς,-όπως τον SAIKAKU, τον BASHO ή τόν CHIKA-MATSU- καθώς και να δημιουργήσει το θέατρο NO. Το θέατρο NO, για το οποίο υπάρχει ένα συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον στον Δυτικό κόσμο, εξωτικό και μυστηριώδες με τα νεκρά πνεύματα που το κατακλύζουν και την εφιαλτικήν αίσθηση της ακατάπαυστης πάλης του Καλού με τις Κακές δυνάμεις, είναι ένα θέατρο σπάνιας δραματικής υποβολής που το κάνει ακόμα συγκλονιστικότερο, η λιτότης των εκφραστικών του μέσων και η αφαιρετική του δραματουργική σύνθεση.

          Τα μεταφρασμένα ποιήματα είναι παρμένα από τρείς σπουδαιότατες Ποιητικές Ανθολογίες, την MANYOSHU, την KOKINSHU και την SHINKOKINSHU, που καλύπτουν το διάστημα της ποιητικής παραγωγής από τα μέσα του ογδόου αιώνος μέχρι το 1205.

          Η Ανθολογία MANYOSHU («Συλλογή δέκα χιλιάδων φύλλων») περιλαμβάνει και παλιότερο υλικό, απροσδιόριστο χρονικά και αποτελεί με την εκφραστική αμεσότητα που την διακρίνει ένα ιδεώδες για τους μεταγενέστερους ποιητές, (μέσα του ογδόου αιώνος.). Η KOKINSHU περιέχει 1.111 ποιήματα, λιγώτερης εκφραστικής πρωτοτυπίας από την πρώτη και οι περισσότεροι περιλαμβανόμενοι ποιητές είναι ανώνυμοι, (αρχές του δεκάτου αιώνος).

      Η SHINKOKINSHU, πού είναι η ογδόη από τις κατ’ αυτοκρατορικήν εντολή συνταγμένες ποιητικές Ανθολογίες είναι η σπουδαιότερη μετά την MANYOSHU Ανθολογία. Περιέχει σημαντικούς ποιητές, όπως τον SAIGYO και επιμελήθηκε στην τακτοποίηση της ύλης ο ίδιος ο αυτοκράτωρ GOTOBA (1205).

          Περισσότερο στυλιζαρισμένη από την Κινέζικη, με τα καθιερωμένα λυρικά της σύμβολα,-το φεγγάρι, τ’ ανθάκια των δέντρων που πέφτουν, την σιωπή του χιονιού, την άχρονη, παράλληλη ζωή του ονείρου που οι άνθρωποι μιλούν άφωνα για ό,τι περνά από την συνείδηση σαν σκιά,- κατορθώνει να δώσει μιάν εντύπωση εσωτερικού, συγκρατημένου κραδασμού και αποπνευματωμένης φυσιολατρικής έμπνευσης.

                               Ανδρέας  Αγγελάκης

          Κ Ι Ν Ε Ζ Ι Κ Η  Π Ο Ι Η Σ Η

CH ‘IN CHIA  (2ος αιών π.Χ.)

          Στη γυναίκα μου

Του ανθρώπου η ζωή είναι σαν πρωϊνή δροσιά:

Σ’ αυτό τον κόσμο έχει πολλές τις στεναχώριες.

Θλίψεις και δυστυχίες συχνά έρχονται νωρίς

και τα καλά ανταμώματα πολύ αργά συχνά φθάνουν.

Ξέροντας πώς έπρεπε να φύγω για τον πόλεμο

και πώς κάθε μέρα μ’ έπαιρνε όλο και πιό μακριά από σένα

έστειλα αμάξι να σε φέρει,

αλλά άδειο πήγε και άδειο γύρισε.

Με ανησυχία το γράμμα σου διαβάζω’

ποτέ μου δεν έχω όρεξη να φάω’

και  μόνος κάθομαι σ’ αυτή την έρημη την κάμαρα.

Ποιός να μου δώσει παρηγοριά και κουράγιο;

Δεν μπορώ να κοιμηθώ τις νύχτες τις μακριές

και μόνος γέρνω στο προσκέφαλό μου,

στον ύπνο μου τινάζομαι και στριφογυρίζω.

Η θλίψη έρχεται σαν κύκλος,

να την τυλίξεις δεν μπορείς σαν ψάθα.

YEN YYN (ά ήμισυ του 9ου αι.)

          Μαράθηκαν τα λουλούδια

Της Άνοιξης η λάμψη σιγά-σιγά χάνεται-που να πηγαίνει;

Ακόμα μιά φορά κοιτάω στα μάτια τα λουλούδια, και

σηκώνω στην υγειά τους το ποτήρι μου.

Όλη τη μέρα τα ρωτώ, τα λουλούδια όμως δεν μου απαντάνε:

Για ποιόν μαραίνετε και πέφτετε;

Για ποιόν ανθίζετε;

SU SHIH (1036-1101)

          Η μηλοκερασιά

Ο Ανατολικός άνεμος κυματίζει στον ωραίο διάδρομο’

γλυκειά ομίχλη υγραίνει τον αέρα,

το φεγγάρι φέρνει κύκλους στη βεράντα.

Μόνος μου φόβος μήπως αποκοιμηθούνε τα λουλούδια τα μεσάνυχτα

κ’ έτσι άναψα ψηλά κερί ασημένιο

τα κόκκινά τους ρούχα να φωτίζει.

YANG WAN- LI (1124- 1206)

          Πάλι περιαυτολογώ

Η αύρα του ποταμού μου είπε να τραγουδήσω’

το φεγγάρι του βουνού μ’ εκάλεσε να πιω μαζί του.

Χαμένα τάχω κι έπεσα πάνω στα λουλούδια,

με ουρανό και γη για πάπλωμα και μαξιλάρι.

CHANG LIANG- CH ‘EN (12ος αιών.)

          Πρόχειροι στίχοι

Τούτο το σπίτι κ’ η λιμνούλα ποιανού νάναι;

Γέρνω στην κόκκινή του πόρτα, μα να χτυπήσω δεν τολμώ.

Όμως ένα κομμάτι γλυκειάς Άνοιξης

δεν μπορεί απ’ το μάτι να κρυφτεί,

καθώς απάνω απ’ τον βαμμένο τοίχο

ξεμύτισε η άκρη ενός κλαδιού βερυκοκιάς.

TAI FU-KU (1167-;)

          Σ’ ένα χωριό του Χουάϊ μετά τη μάχη

Κανένας δεν φροντίζει τις μικρές ροδακινιές

που αδέσποτες ανθίζουν’

Πάνω απ’ τη χέρσα γη με την ομιχλιασμένη χλόη

τραβάνε τα κοράκια για ύπνο.

Εδώ κι εκεί γκρεμισμένοι τοίχοι κυκλώνουν τείχη αρχαία’

Παλιά, καθένας τους ήτανε το τσαρδάκι κάποιου.

LIU YIN (1249- 1293)

          Στις «Μανόλιες»

Πριν ανοίξουν τα λουλούδια κοιτάω συχνά να δω αν άνοιξαν’

και σαν ανοίγουνε φοβάμαι μήπως βρέξει ή άνεμος φυσήξει.

Σαν ανοίξουν τα λουλούδια δε με νοιάζει πιά η βροχή κι ο άνεμος’

μόνη μου έγνοια μήπως και δεν έρθεις,

κάτω απ’ τα λουλούδια να μεθύσεις.

Αυτό το χρόνο σχέδια να μην κάνεις για του χρόνου’

αύριο οι φροντίδες σου δε θάναι ίδιες σαν και σήμερα.

Της Άνοιξης ο άνεμος θέλοντας να μας συμβουλέψει εδώ,

κόκκινο σα στάλα ρίχνει πέταλο στα μάτια μας μπροστά.   

KAO KOKUNG (1248- 1310)

          Περνώντας απ’ το Χσίν- σου

Για δύο χιλιάδες μίλια η γης

είναι όμορφη με λόφους και ρυάκια,

μηλιές αμέτρητες στα πλάγια του μεγάλου δρόμου.

Ο άνεμος μέσα απ’ τα πεσμένα πέταλα φυσάει

και γίνεται ένα με τ’ άλογα που προσπερνάνε.

Αχ, οι Άνεμοι της Άνοιξης, πώς ξεπερνάν

σε γρηγοράδα και τους στρατοκόπους.

ΑΓΝΩΣΤΟΥ (13ος ή 14ος αι.)

          Άνθι της δαμασκηνιάς

Έψαξα παντού να βρω την Άνοιξη,

όμως την Άνοιξη δε βρήκα,

και τα σαντάλια μου τα ψάθινα

πατήσαν τους συννεφοσκεπασμένους λόφους.

 

Γύρισα πίσω στην πατρίδα μου και παιχνιδιάρικα

λιγάκι αγγίζω και μυρίζω τ’ άνθι της δαμασκηνιάς.

και να, που εκεί, στην άκρη του κλαδιού,

η ‘Άνοιξη γλυκά χαμογελάει.

LIU CHI (LIU MENG- HSI) (15ος αί.)

Λόγια του στρατιώτη:

λόγια της γυναίκας του στρατιώτη

 

Είπε στη γυναίκα του ο στρατιώτης:

‘Δεν ξέρω αν ζήσω ή αν πεθάνω’

Παρηγοριά θα νιώσει η ψυχή μου

Στην Κίτρινη την Άνοιξη που  θάναι,

μόνο αν φροντίζεις για το γιό μας

πούναι ακόμα στις φασκιές του’.

 

Είπε τότε του άντρα της εκείνη:

‘Ανάγκη στην Πατρίδα το σώμα σου να δώσεις’

άν όμως σκόνη γίνεις,

εκεί στο μέτωπο που θάσαι,

του τάφου η πλάκα, εγώ, η γυναίκα σου θα γίνω’.

 

 Ι Α Π Ω Ν Ι Κ Η  Π Ο Ι Η Σ Η

         Από την MANYOSHU (Μέσα 8ου αιώνος)

Αντί να λιώνει έτσι η καρδούλα μου για σένα

καλλίτερα πέτρα να γινόμουνα

ή δεντρί

να μη με τρώει το σαράκι της αγάπης πιά.

--//---///---

Το δειλινό που η ανοιξιάτικη ομίχλη

σέρνεται πάνω απ’ την πλατειά θάλασσα

κι είναι θλιμμένη η φωνή των γερανών,

τη μακρινή μου την πατρίδα συλλογιέμαι.

 

Όλο τη σκέφτομαι

και κάθομαι άγρυπνος,

κι οι γερανοί φωνάζουν μέσα από τις καλαμιές της όχθης

χαμένοι στην ανοιξιάτικη ομίχλη.

---//---///---

Καμμιά παρηγοριά δε βρίσκω στην καρδιά μου’

σαν το πουλί πού πίσω από τα σύννεφα πετάει

κλαίω με λυγμούς.

 

Χωρίς βοήθεια και με συντροφιά τον πόνο,

θάτρεχα έξω να χαθώ,

όμως η σκέψη των παιδιών μου με κρατάει.

---//---//---

Αφού είχα κλείσει την αυλόπορτα

και κλείδωσα την πόρτα,

καλέ μου, πούθε μπήκες

να λάμψεις στ’ όνειρό μου;

 

Κι αν την αυλόπορτα έκλεισες

και κλείδωσες την πόρτα,

ίσως να μπήκε στ’ όνειρό σου

από τρυπούλα που άνοιξε ένας κλέφτης.

  ---//---///---

Σε είδα σαν μέσα σε όνειρο,

και νιώθω πώς ψυχή και σώμα λιώνω,

καθώς σκοτεινιάζουν οι ουρανοί. 

      Από την KOKINSHU (Αρχές 10ου αιώνος)

Όπως ο πάγος που λιώνει

σαν η άνοιξη αρχίζει,

χωρίς ν’ αφήνει ίχνη πίσω του,

έτσι η καρδιά σου

ας έλιωνε κυλώντας προς τα μένα.

   --//---///--

Κάτι που μαραίνεται

χωρίς ν’ αφήσει πίσω του σημάδι

είναι το άνθος

της καρδιάς του ανθρώπου

σ’ αυτό τον κόσμο.

   --//---///---

Μπορεί αυτός ο κόσμος

ο παμπάλαιος

νάτανε πάντα του τόσο λυπημένος,

ή γίνηκε έτσι μονάχα

για μένανε;

    --//----///---

Ας ήταν μπορετό, σαν άκουγες

τα γερατειά να πλησιάζουν

να κλειδώνεις την πόρτα

μ’ ένα «κανείς δεν είναι μέσα»

και ν’ αρνιόσουν να τα συναντήσεις.

    --//----///---

Τον στοχαζόμουνα

κι ο ύπνος με πήρε, νάτος όμως

πάλι μπροστά μου-

αν τόξερα πώς ήταν όνειρο

ποτέ μου δε θα ξύπναγα.

        Από την SHINKOKINSHU   (1205)

Πέσαν τ’ ανθάκια.

Κοιτάζω με άδειο βλέμμα

ένα κόσμο άχρωμο:

Μες στον κενό πλατύ ουρανό

πέφτουν οι εαρινές βροχές.

    --//---///---

Σας ξαναλέω

για περασμένα χρόνια

σπαταλημένα σε άδειες υποσχέσεις,

πόσες άνοιξες δεν φύγαν

θρηνώντας με τα ανθάκια.

   --//---///---

Τίποτα πιά

δικός σου δεν απόμεινε σ’ αυτή τη χλόη

πού κάποτε μαζί πατούσαμε:

καιρός που πέρασε από τότε-

μιά ερημιά ο κήπος τώρα.

   --//---//---

Σ’ ένα δεντρί που στέκεται

σε αγρό μοναχικό

ενός περιστεριού η φωνή

που κράζει τους συντρόφους του-

έρημο, απαίσιο δειλινό.

    --//---///---

Και τότε μου υποσχέθηκε

αμέσως πώς θα ερχόταν-

όλα αυτά σε όνειρο μέσα:

κι όμως το φεγγάρι την αυγή

ήταν όπως τη βραδιά που σε συνάντησα.

   --//---///--

Είπες πώς δεν θα με ξεχνούσες-

λόγια ήτανε μόνο’

ό,τι απομένει ακόμα

είναι το φεγγάρι που έλαμπε εκείνη τη βραδιά

και τώρα νάτο πάλι.

    --//---///---

Ακόμα και σε κάποιον

ελεύθερο από πάθη

η θλίψη αυτή θα ήταν φανερή:

δείλι φθινοπωρινό σε βάλτο

πού βλέπεις το κεφάλι μιάς μπεκάτσας.

    --//----///---

Ζώντας ολομόναχος

σ’ αυτό το χωριό ανάμεσα στα βράχια

μακριά απ’ την πόλη,

εδώ, όπου κανένας δε με βλέπει,

στη θλίψη θα δοθώ.

--

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20 Ιανουαρίου 2026

ΥΓ. Η πατρίς ευγνωμονούσα μας υπενθυμίζει τι σημαίνει η λέξη ΠΑΤΡΙΔΑ. (Π-ατάτες από την Αίγυπτο.-Α-γγουράκια από την Τουρκία.-Τ-σάϊ από την Κεϋλάνη.-Ρ-ύζι από την Ινδία.-Ι-ατρικά φάρμακα από την Ευρώπη. –Δ-άφνη από την Αφρική.-Α-σπιρίνες από την Ούσα. Η πατρίς ευγνωμονούσα παιανίζει….