Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ
ΣΥΝΟΜΙΛΕΊ ΜΕ ΤΟΝ ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 18/12/1994, σελ.
Γ12/-Γ21
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
Ο άνθρωπος είναι παιδί της
αβεβαιότητας
ΙΝΓΚΜΑΡ Μπέργκμαν… Ένας
μύθος του παγκόσμιου κινηματογράφου και θεάτρου. Ένας άνθρωπος που προσπάθησε
να κάνει τα όνειρά του ταινίες και εμείς τις βλέπουμε σε κλειστές αίθουσες σαν
«ανθοδέσμες εικόνων» στο σκοτάδι. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν… Η σιωπή του Θεού, ο
σπασμένος καθρέφτης, η ψυχή κομματάκια έτοιμα να συναρμολογηθούν ξανά από την
αρχή για να αντέξει, οι σχέσεις των ανθρώπων σε κοινή θέα, οι συνήθειες που
έγιναν πέτρες και μας πλάκωσαν, η Φάνι στο περβάζι του παλιού παραθύρου και ο
Αλέξανδρος κάτω από το τραπέζι, να προσπαθεί να μαντέψει από τα πόδια τι φρονεί
η κεφαλή. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν … Ένας από τους τρεις-τέσσερις σημαντικότερους
σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου, ένας φανατικός του Στρίντμπεργκ και
του Μπαχ, ένας καταδιωκόμενος στην ίδια του την χώρα, ένας ψηλόλιγνος κύριος
που ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την αχαριστία, την τιμωρία από αυτούς που
ωφέλησε, την αμαρτία και την αχαριστία του ιεραρχικού μας συστήματος. Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν… ο σκηνοθέτης μιας από τις ταινίες που βλέπω και ξαναβλέπω χωρίς να
χορταίνω, μιας ταινίας που δεν τελειώνει, όσες φορές και αν την έχεις δει, όσο
προσοχή κι αν της έχεις δώσει. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ένας κύριος 76 χρόνων που
μοιάζει ακόμη με παιδί, που έζησε παρεμπιπτόντως και μεγαλούργησε γιατί δεν
είχε τίποτε καλύτερο να κάνει… Για μένα, ένα πρόσωπο που ονειρευόμουν να
συναντήσω κι ας πεθάνω… Δεν πέθανα, βέβαια, και γι’ αυτό σας γράφω τώρα, για
ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα, για μια συζήτηση που κράτησε 40 λεπτά, σε
ένα μεγάλο δωμάτιο σαν αυτά που είδαμε στο «Φάνι και Αλέξανδρος» με μεγάλα
παράθυρα, βαριά έπιπλα και ένα μικρό τραπέζι… Ο ένας στο ένα «κεφάλι» του
τραπεζιού σαν αρχηγός της οικογένειας και ο άλλος-δηλαδή εγώ- στο άλλο κεφάλι
σαν συγγενής εξ αποστάσεως, σαν μέλος μιας οικογένειας που ζει στις σκοτεινές
αίθουσες και τρέφεται με εικόνες του Ταρκόφσκι, του Φελίνι, του Μπουνιουέλ, του
Κουστουρίτσα, του Κόπολα και του Μπέργκμαν. Σήμερα, προσκεκλημένος στο σαλόνι
του «Βήματος» ένας κύριος που σπάνια μιλάει δημόσια, αλλά ξέρει ότι κάθε
κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του! Εγώ είμαι πια σίγουρος ότι το δάχτυλο του
Θεού κάνει τα αδύνατα δυνατά και τα δυνατά αδύνατα!
-Σπάνια δίνετε συνεντεύξεις…
«Δεν δίνω
ποτέ πιά… Δεν έχω τίποτε να πω και βαριέμαι!».
-Τώρα τί κάνετε;
«Δίνω
συνέντευξη στο επίθετό σας… (χαμογελάει) Σας είπα… δεν θα σας έδινα ποτέ
συνέντευξη αν δεν λεγόσασταν Λάλας... Χάριν του επιθέτου σας βρίσκεστε εδώ, εδώ
απέναντί μου!»
-Τί σημαίνει η λέξη «Λάλας» για σας;
(χαμογελάει
και σκέφτεται) «Με πάει πίσω στην παιδική μου ηλικία… «Λάλα» φωνάζαμε τη
δεσποινίδα Νίλσον. Η Έλεν Νίλσον έζησε κοντά στη μητέρα μου και δίπλα στη
γιαγιά μου μισόν αιώνα! Μαγείρευε κατάπληκτικά, ήταν αυστηρή, με αρχές και
αφοσιωμένη εκτός από τη γιαγιά και στον Θεό… Όταν πέθανε η γιαγιά, ήρθε στο
σπίτι μας και συνέχισε να ζει μ’ εμάς ώσπου πέθανε! Τα παιδιά την φοβόμασταν
αλλά και την λατρεύαμε… Δεν μας χάλαγε ποτέ χατίρι… Όταν σας άκουσα να μου λέτε
«πόσο σημαντικό είναι για σας να μιλήσετε μαζί μου» σκέφτηκα «άλλος ένας
ενοχλητικός…». Ετοιμαζόμενος να σας πω «ευχαριστώ» και να κλείσουμε το
τηλέφωνο, όταν είπατε τη μαγική φράση… «Σας ευχαριστώ έστω και αν μου αρνείστε… Γιατί τώρα μπορώ να πω στον εαυτό
μου: Λάλα, προσπάθησες, έκανες ό,τι μπορούσες, αλλά ο κύριος Μπέργκμαν δυστυχώς
δεν σου έκανε το χατίρι…»
-Δυστυχώς τα χατίρια είναι σαν τις
χάρες… Κάποια στιγμή γίνονται, αλλά ποτέ δεν απαιτείς να γίνουν…
«Όταν άκουσα αυτή τη φράση από το στόμα σας,
ένιωσα ότι αρνιόμουν στη δεσποινίδα Νίλσον… την αγαπημένη μου ‘Λάλα’… Με
κυρίευσαν οι τύψεις… Αν θυμάστε, βουβάθηκα για λίγο και μετά σας είπα ‘δεν
μπορώ να σας δω τον Ιούλιο, αλλά στις αρχές Σεπτεμβρίου ίσως βρω λίγο χρόνο’…
Θυμάστε».
-Πώς δεν θυμάμαι… αστειεύεστε; Και
μετά βουβάθηκα εγώ… Σιώπησα! (γέλια)
«Η βουβαμάρα διαφέρει από τη σιωπή!»
-Σε τι;
«Στη μία περίπτωση θέλεις να μιλήσεις αλλά
έχει χαθεί η φωνή σου, ενώ στην περίπτωση της σιωπής έχεις φωνή αλλά προτιμάς να
μη μιλήσεις… Η βουβαμάρα είναι ένα άδειο δωμάτιο που σε πλακώνει, ενώ η σιωπή
ένας κήπος όπου ανθούν χιλιάδες συναισθήματα, ταυτόχρονα και η μυρωδιά τους σου
‘σπάει τη μύτη’»! (χαμογελάει)
-Υπάρχουν σιωπές που σας καθόρισαν
στη ζωή σας;
«Η ‘σιωπή’ του Θεού! Υπήρξε για μένα
καθοριστική… γιατί μέσω της ‘σιωπής’ του Θεού αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι ότι
δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα για τίποτα! Ο άνθρωπος είναι παιδί της
αβεβαιότητας, που δεν αντέχει τη φύση του να προσπαθεί ρωτώντας να ανακαλύψει
τις ρίζες του… Και το πιο μυστήριο όλων είναι ότι η τη στιγμή που αγγίζει την
απάντηση στο ερώτημά του αντιλαμβάνεται πώς η απάντηση αυτή δεν είναι μία και
μοναδική! Οι απαντήσεις είναι χιλιάδες, ενώ το ερώτημα παραμένει ένα!»
-Ο Θεός, πού κρύβεται; Στα ερωτήματα
ή τις απαντήσεις;
«Ο Θεός δεν κρύβεται. Φανερός είναι όπου κι
αν στραφείς, αρκεί να θες να τον δεις! Ο Θεός έχει την ευκολία να είναι τα
πάντα, αλλά όταν πας να τον περιορίσεις σε ένα πράγμα δεν χάνει ευκαιρία να σε
βγάλει ψεύτη, να αρνηθεί την παρουσία του… Ο Θεός κατοικεί στη βεβαιότητα πώς
τίποτε δεν είναι βέβαιο!»
-Είναι επινόηση του ανθρώπου ο Θεός;
«Χωρίς την ύπαρξη των ανθρώπων ο Θεός θα ήταν
μια δυνατότητα χωρίς αξία χρήσης… Οι άνθρωποι υπάρχουν για να είναι αναγκαία η
ύπαρξη του Θεού και ο Θεός για να μην πεθαίνουν οι άνθρωποι στη βεβαιότητα!
Ποτέ δεν έχασα τον χρόνο μου σπαζοκεφαλιάζοντας με το αν η κότα έκανε το αβγό ή
το αβγό την κότα… (γέλια). Αυτό που πάντα με ενδιέφερε ήταν ο λόγος ύπαρξης του
αβγού και της κότας!».
-Άρα, ο Θεός είναι αναγκαίος για τον
άνθρωπο και ο άνθρωπος για τον Θεό…
«Ακριβώς… Για να συνεχίζουν οι άνθρωποι να
ανοίγουν πόρτες!»
-Η αναζήτηση του Θεού οδηγεί τον
άνθρωπο στη γνώση;
«Αναζητώντας ο άνθρωπος τον Θεό συστήνετε
στον εαυτό του! Και καταλαβαίνω ότι για να δραπετεύσει από το «τίποτα» και να
αγγίξει το «όλο» πρέπει να βρεθεί με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Προσπαθώντας να
αγγίξει ο άνθρωπος τον Θεό αγγίζει τους γύρω ανθρώπους. Αυτή είναι και η
σωτηρία του ανθρώπου… Η επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους! Ο Θεός είναι η
αφορμή του ανθρώπου να συναντήσει τον άνθρωπο…»
-Ο πατέρας σας ήταν ιερέας;
«Ναι…»
-Σας μιλούσε για τον Θεό;
«Μεγάλωσα με την έννοια της αμαρτίας, με τη
σημασία της τιμωρίας, με την ευχή της συγχώρησης».
-Αποδεχόσασταν αδιαμαρτύρητα αυτές
τις έννοιες; Ιδιαίτερα της τιμωρίας;
«Έζησα από παιδί τον φασισμό που πηγάζει από
ένα αυστηρώς ιεραρχικό σύστημα…»
-Υπήρχαν στιγμές απόδρασης όσο
ήσασταν παιδί από την αυστηρότητα αυτού του ιεραρχικού συστήματος;
«Ήταν αδύνατον να ξεφύγει κανείς… Πιστεύω ότι
ο φασισμός δεν αφήνει περιθώρια για έναν Σπάρτακο…»
-Τι είναι ο φασισμός;
«Ένα ψηλό σπίτι που δεν έχει παράθυρα ούτε
πόρτες… Μπορείς μέσα σ’ αυτό το σπίτι να ονειρεύεσαι μια εκδρομή στον έξω
κόσμο, αλλά το βάσανο είναι ότι δεν υπάρχει διέξοδος… Με νύχια και με δόντια
προσπαθείς να ρίξεις τους τοίχους, αλλά το μόνο που καταφέρνεις είναι να
πληγώνεις τα δάχτυλά σου! Το κακό είναι ότι σου λένε πως το σπίτι το χτίσανε
ψηλό χωρίς παράθυρα και πόρτες για να μην κινδυνεύει η ψυχή σου. Τα ιεραρχικά
συστήματα είναι μεγάλες φυλακές της σωτηρίας της ψυχής μας!» (γέλια)
-Διαφύγατε ποτέ από τον φασισμό του
ιεραρχικού συστήματος μέσα στο οποίο γεννηθήκατε;
«Ευτυχώς κάποια στιγμή ξέφυγα»
-Πώς;
«Μέσα από τη γνώση. Η γνώση σε κάνει περίεργο
και η περιέργεια ενεργητικό, δηλαδή ελεύθερο!»
-Ποιά ήταν η πρώτη πηγή γνώσης για
σας;
«Η φαντασία
μου!»
-Υπάρχει κάτι σήμερα που βλέποντας
τον εαυτό σας στον καθρέφτη σας θυμίζει τους γονείς σας;
«Η έμφυτη τελειομανία που με διακρίνει… Οι
γονείς μου ήταν συγγενείς της τελειότητας!»
-Τι έχετε έντονα στον χαρακτήρα σας
που δεν θυμίζει τους γονείς σας;
«Μιά εξαιρετική ικανότητα στο ψέμα που
περνάει για αλήθεια… Είμαι ψεύτης περιωπής! Το ψέμα-όπως έχω γράψει κιόλας-
υπήρξε για μένα διέξοδος… Λέγοντας ψέματα απέφευγα την τιμωρία!»
-Κάνοντας μια βουτιά στη μνήμη σας,
θυμάστε τη στιγμή που είπατε το πρώτο σας ψέμα;
(χαμογελάει) «Ήταν χειμώνας… Φοβερό κρύο και
χιόνι. Ήμασταν στο πάρκο και παίζαμε χιονοπόλεμο… Εκείνη την ημέρα παίζοντας
σπάσαμε πολλά τζάμια… Όταν το αντιληφθήκαμε ο φύλακας μας πρόδωσε στον πατέρα
μου… Ο πατέρας μου ρώτησε εμένα και τον αδελφό μου ποιος έσπασε τα τζάμια… Μας
απείλησε ότι θα μας τιμωρούσε αν δεν ομολογούσαμε… Εγώ προτίμησα να πω ότι
επειδή κρύωνα έφυγα και δεν ήμουν εκεί όταν έσπασαν τα τζάμια».
-Σας πίστεψε;
«Όχι… Μα κατάλαβε και με τιμώρησε διπλά… Παρ’
όλα αυτά είχα ανακαλύψει το ψέμα… Ήταν ζήτημα χρόνου να εκπαιδευτώ στο ψέμα και
να μη με καταλάβουν».
-Σε τι διαφέρει το ψέμα από το
παραμύθι;
«Τα παραμύθια είναι ο φανταστικός κόσμος που
δίνει μια άλλη διάσταση του πραγματικού… Με τα παραμύθια κατανοούμε πιο εύκολα
την πραγματικότητα. Με το ψέμα γυρίζουμε την πλάτη στη σκληρή πραγματικότητα!
Το παραμύθι θα είναι ένας τρόπος ζωής, ενώ το ψέμα ένας τρόπος αποφυγής!».
-Γιατί στα παιδιά αρέσουν τα
παραμύθια;
«Γιατί δεν
πονάνε… Τα παραμύθια έχουν τα προνόμια της παιδικής ηλικίας…»
-Τι εννοείτε;
«Στα παραμύθια όπως και στην παιδική ηλικία,
δεν υπάρχουν όρια, δεν υπάρχει η αίσθηση του χρόνου, οι απαγορεύσεις… Στα
παραμύθια τα όρια είναι οι σκιές, ο χρόνος ποτάμι... Στα παραμύθια, όπως και
στην παιδική ηλικία, δύσκολα διακρίνει κανείς τη φαντασία από την
πραγματικότητα».
-Ο κινηματογράφος είναι ένα παραμύθι
με κινούμενες εικόνες που πολλοί ξεγελιούνται και το πιστεύουν για
πραγματικότητα;
«Όταν ο κινηματογράφος δεν είναι ντοκουμέντο,
είναι όνειρο».
-Εσείς, τι κινηματογράφο κάνατε;
Ντοκουμέντο ή όνειρο;
«Προσπάθησα να κινηθώ στον χώρο των ονείρων!
Δυστυχώς τα κατάφερα σε ελάχιστες περιπτώσεις…» (χαμογελάει)
-Υπάρχει ένας σκηνοθέτης που τα
κατάφερε ολοκληρωτικά;
«Ο Ταρκόσφκι. Ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης όλων
των εποχών!»
-Τον συναντήσατε ποτέ;
«Τον συνάντησα μερικές φορές… Και ευτυχώς
που τον συνάντησα».
-Γιατί ευτυχώς;
«Αν δεν τον είχα συναντήσει, δεν θα είχα ποτέ
καταλάβει γιατί απέτυχα σε ό,τι εκείνος πέτυχε»
-Θεωρείτε τον εαυτό σας αποτυχημένο;
«Δεν κατάφερα να κάνω απολύτως-εκτός από
ελάχιστες περιπτώσεις-το όνειρό μου»
-Πείτε μου μια περίπτωση όπου το
πετύχατε…
«Στο ‘’Φάνι και Αλέξανδρος’’! Σταμάτησα τον
κινηματογράφο όταν τον άρχισα… Γιατί για μένα η τελευταία μου ταινία ήταν η
πρώτη μου!»
-Γιατί σταματήσατε τον κινηματογράφο;
«Γιατί αντιδρούσε το σώμα μου. Αρνιόταν να
συνεχίσει. Από παιδί υποφέρω από σωματικούς πόνους. Δυστυχώς είμαι από τις
περιπτώσεις που τα πάντα τα βιώνουν και σωματικά. Υποφέρω! Όταν άρχισα να στήνω
την επόμενη ταινία μετά το ‘’Φάνι και Αλέξανδρος’’, έπεσα στο κρεβάτι του
θανάτου. Το σώμα μου αρνιόταν να συνεχίσει. Το δικό μου νευρικό σύστημα,
βλέπετε, είναι εγκατεστημένο στο στομάχι μου. Τα έντερά μου πάντα σαμποτάριζαν
ό,τι και αν προσπαθούσα να κάνω. Αυτή ήταν η τυραννία μου από παιδί… ή μάλλον η
αναπηρία μου. Στο σχολείο έφθανε μόνο η απειλή ‘’να με συλλάβει ο καθηγητής
αδιάβαστο’’ για να τα ‘’κάνω πάνω μου’’! (γέλια).
-Φοβερό βάσανο…
«Μια σχετική λύτρωση ήταν για μένα η συμβουλή
ενός γιατρού πολλά χρόνια αργότερα… Μου είχε πει: ‘’Δεχτείτε την κατάστασή σας
και ζήστε μ’ αυτήν!’’. Τελικά σήμερα λέω ότι το μόνο μου ‘’επίτευγμα’’ στην
καλλιτεχνική μου πορεία είναι που απαιτούσα και είχα σε όλα τα θέατρα του
κόσμου όπου δούλεψα μια δική μου τουαλέτα για τέτοιες ώρες ‘’ανάγκης’’!»
(γέλια).
-Μόνο ο Ταρκόφσκι πέτυχε να κάνει τον
κινηματογράφο όνειρο;
«Και ο Μπουνιουέλ… Στο ίδιο σπίτι με τον
Ταρκόφσκι, για να είμαι ειλικρινής, συγκατοικούν ο Φελίνι, ο Μελιές και ο φίλος
μου Ακίρα Κουροσάβα. Ο Αντονιόνι-όπως έχω ξαναπεί- έζησε μαζί τους για λίγο,
αλλά μετά άνοιξε την πόρτα κι έφυγε από το όνειρό του! Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί!
Ίσως από βαρεμάρα…»
-Γιατί τελικά ασχοληθήκατε με τον
κινηματογράφο;
«Δεν ξέρω… Από μικρός μαγευόμουν μέσα στο
σκοτάδι να σκορπάει εικόνες! Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνησή μου σαν παιδί,
μέσα στο σκοτάδι της κάμαράς μου, να γυρίζει τη χειροκίνητη μανιβέλα και να
βλέπω τη μια εικόνα πίσω από την άλλη να ξεπετάγονται από τη μουβιόλα!».
-Είχατε δική σας μουβιόλα;
«Ναι…
Όχι ακριβώς δική μου…» (γέλια)
-Τι
εννοείτε;
«Η μουβιόλα ήταν δώρο χριστουγεννιάτικο των
γονιών μου στον αδελφό μου! Δεν θα σας πω πώς ένιωσα όταν ο αδελφός μου άνοιξε
το κουτί και είδα τη μουβιόλα! Μίσησα τόσο πολύ τον πατέρα μου… Άρχισα μα στριγκλίζω
μέχρις εξαντλήσεως!» (γέλια)
-Μαύρα Χριστούγεννα…
«Το χειρότερο από την άποψη αυτή… Από μια
άλλη άποψη όμως είχαμε στο σπίτι μια μουβιόλα… Είχα ‘’σπάσει’’ το κεφάλι μου να
βρω τρόπο να την αποκτήσω».
-Τελικά την αποκτήσατε;
«Την επόμενη μέρα…»
-Πώς;
«Την αντάλλαξα με 150 χάλκινα στρατιωτάκια… Ο
αδελφός μου ήταν μεγάλος κατακτητής
διαθέτοντας χιλιάδες στρατιωτάκια και έδινε οτιδήποτε είχε προκειμένου
να αυξήσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις!» (γέλια).
-Θυμάστε τις πρώτες εικόνες που είδατε
να ξεπηδούν μέσα από τη μουβιόλα σας;
«Ήταν μια ταινία 3 μέτρων, 35 χιλιοστών που
λεγόταν ‘’Κυρία Χόλι!’’ (γέλια)
-Τι ήταν η κυρία Χόλι;
(χαμογελάει) «Μια μεσογειακή θεά. Η πρώτη
εικόνα που είδα χωμένος μέσα στην γκαρνταρόμπα της κάμαράς μου ήταν μια γυναίκα
να κοιμάται στην εξοχή.. Φορούσε την εθνική της ενδυμασία… Το φοβερό ήταν ότι
γυρνώντας τη μανιβέλα η γυναίκα ξυπνούσε… Σηκωνόταν όρθια και χτένιζε τα μαλλιά
της… Όσο πιο γρήγορα κινούσα τη μανιβέλα τόσο πιο απότομα ξυπνούσε…»
-Πριν από αυτό είχατε πάει ποτέ στον
κινηματογράφο; προτού πάρετε δηλαδή τη μουβιόλα…
«Λίγους μήνες πριν, αν δεν κάνω λάθος».
-Τι είχατε δει;
«Τον ‘’Ωραίο Μαύρο’’! Έτσι ονομαζόταν το
μαύρο άλογο που πρωταγωνιστούσε! (γέλια) Με τις πρώτες εικόνες που είδα μου
ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι! Αρρώστησα βαριά και παραμένω άρρωστος με τον
κινηματογράφο ως σήμερα…»
-«Αρρώστια» είναι ο κινηματογράφος;
«Για μένα, ναι! Εξαιτίας του δεν μπόρεσα να
ζήσω ποτέ ήσυχα… Μόλις έβγαινα από τα στούντια τελειώνοντας μια ταινία, έπεφτα
του θανατά… Όταν έμπαινα στα στούντιο, τα έντερά μου άρχιζαν συναυλίες!
(γέλια). Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα… Ήταν μια αρρώστια παιδική που ποτέ δεν
ξεπέρασα. Με τα χρόνια κατάλαβα αυτό που έλεγε ο Φελίνι: ‘’Το να κάνεις ταινίες
είναι ένας τρόπος να ζεις!’’. Το ίδιο πιστεύω κι εγώ… Αν δεν έφτιαχνα ταινίες
ίσως να είχα ήδη πεθάνει!».
-Κάθε ταινία που τελειώνει είναι ένας
μικρός θάνατος;
«Την τελευταία μέρα λίγο πριν γυριστεί η
τελευταία σκηνή νιώθεις ότι στέκεις στο χείλος του γκρεμού. Με το που ακούγεται
το τελευταίο ‘’στοπ’’, πέφτεις στο γκρεμό και αρπάζεσαι για να σωθείς απ’ ό,τι
βρεις… κρατιέσαι με όλη σου τη δύναμη για να μην πέσεις και τσακιστείς!».
-Πώς σώζεστε τελικά;
«Κανείς δεν σώζεται, νομίζω… Απλώς ζεις
κουβαλώντας έναν ακόμη θάνατο. Αυτό είναι η ζωή… Ένα φορτηγό που περνάει
διάφορα και στον δρόμο του φορτώνει θανάτους… Ώσπου γεμίζει η καρότσα του
θανάτους και παίρνει δρόμο, για τη μεγάλη χωματερή, όπου χιλιάδες πεθαμένες
στιγμές μας αδειάζονται πάνω σε χιλιάδες χαμένες στιγμές άλλων!».
-Σας φοβίζει ο θάνατος;
«Με φοβίζει η αβεβαιότητα της ζωής όσο και το
αβέβαιον του θανάτου».
-Πιστέψατε ποτέ στον Παράδεισο και την
Κόλαση;
«Εδώ είναι ο Παράδεισος, εδώ και η Κόλαση».
-Πείτε μου μια στιγμή που φιλοξενηθήκατε
στον Παράδεισο…
(χαμογελάει) «Είναι κάθε στιγμή που η κάμερα
κατέγραφε κάτι άπιαστο. Κάτι που γεννήθηκε για μια στιγμή και πέθανε… αλλά
πρόλαβε η κάμερα να το γράψει. Βουτάμε στη ζωή από ψηλά, με σκοπό να
ανακαλύψουμε τον ‘’βυθό’’ της. Όσο αντέχει η ‘’αναπνοή’’ μας ψάχνουμε να
πιάσουμε το ‘’άπιαστο’’… Το ‘’άπιαστο’’ είναι το πιο πολύτιμο ‘’ψάρι’’ της
ζωής. Κάθε φορά που πιάνουμε το ‘’άπιαστο’’, νιώθουμε ‘’μοναδικοί’’ ψαράδες…
Θεοί! Μια φορά, σε μια πρες κόμφερανς με ρώτησε μια νεαρή δημοσιογράφος: ‘’Ποια
είναι η ευτυχία του να είστε σκηνοθέτης’’. Και εγώ της είπα: ‘’Όποια είναι η
ευτυχία του δύτη μαργαριταριών’’!».
-Η επιφάνεια της θάλασσας δεν έχει το
ίδιο ενδιαφέρον με τον βυθό για σας;
(χαμογελάει) «Στην επιφάνεια διασκεδάζει
κανείς, στον βυθό ψυχαγωγείται, μαθαίνει! Και τα δύο είναι απαραίτητα στη
ζωή…».
-Υπάρχει μια συμβουλή κάποιου που δεν θα
ξεχάσετε ποτέ;
«’’Πριν φυτέψεις ένα δέντρο χρειάζεται να
ξέρεις πώς να το κλαδέψεις για να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο! Φυτεύεις επειδή
ξέρεις να κλαδεύεις’’!» (χαμογελάει)
-Ποιος σας το είπε αυτό;
«Ο Καρλ Άντερς Ντούμλινγκ… Ένας από τους
ανθρώπους που με ενθάρρυναν να γίνω σκηνοθέτης!».
-Πώς το χρησιμοποιήσατε αυτό στην τέχνη
σας;
(χαμογελάει) «Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση…
Γιατί σημασία έχει κάθε συμβουλή να επεμβαίνει στη ζωή και να την καθαρίζει…».
-Πόσο μάλλον στο έργο… Πώς
χρησιμοποιήσατε λοιπόν αυτή τη «συμβουλή» στο έργο σας;
(σκέφτεται) «Ήμουν πάντα της άποψης ότι το
μοντάζ γίνεται στο γύρισμα… και ο ρυθμός υπάρχει στο σενάριο! Δηλαδή, πριν
έρθει η ώρα του μοντάζ, το μοντάζ πρέπει να έχει γίνει… Μόνο αν ξέρεις να
‘’κλαδέψεις’’ μια σκηνή, το γύρισμα δεν γίνεται άσκοπο! Πολλοί προσπαθούν στο
τέλος, στο μοντάζ, να δώσουν τον ρυθμό, αλλά μάταια… Ο ρυθμός πρέπει να
περιέχεται στο σενάριο. Ο ρυθμός είναι το παν, είναι η αρχή… Γιατί ο ρυθμός
βοηθάει τα αισθήματα να μπουν ψυχή και τις ιδέες στο μυαλό.»
-Πώς είναι η κάμαρα της ψυχής;
(χαμογελάει) «… Στην ψυχή τα πάντα πετούν
χωρίς να χάνουν το βάρος τους, ενώ στο μυαλό υπολογίζουν το βάρος τους και
σπαζοκεφαλιάζουν να βρουν τον τρόπο να πετάξουν… Το αεροπλάνο είναι έργο του
μυαλού, η μουσική του Μπαχ έργο της ψυχής».
-Όλα τα μεγάλα έργα τέχνης είναι έργα
της ψυχής;
«Όχι απαραίτητα».
-Εσείς μεγαλώσατε με τη διάθεση να
πετάξετε χωρίς να χάσετε το βάρος σας;
(χαμογελάει) «Εγώ γέρασα προσπαθώντας να
γράψω μία φράση ισάξια του Στρίνμπεργκ… Τελικά ο Στρίντμπεργκ για μένα ήταν
οδηγός… Ο Στρίντμπεργκ και ο Μπαχ…».
-Τι σας έμαθε ο Στρίντμπεργκ;
«Ότι αμαρτάνοντας διεκδικείς με αξιώσεις την
αγιοσύνη…» (γέλια).
-Και ο Μπαχ;
«Πόσο σημαντικό είναι Θεέ μου, να μη χάσω τη
χαρά μου! Σε όλη μου τη ζωή κοιμόμουν- ξυπνούσα με αυτό που ο Μπαχ έλεγε ‘’χαρά
του’’! Αυτό με έσωσε. Ό,τι έκανα ως τώρα στη ζωή μου το έκανα για τη ‘’χαρά
μου’’ κι εγώ! Και αν ανησυχούσα με το επερχόμενο γήρας, ήταν μόνο γιατί
φοβόμουν μήπως χάσω τη ‘’χαρά μου’’!.
-Έχετε κλάψει ποτέ από χαρά;
«Κλαίω σπάνια… σχεδόν ποτέ. Όταν κλαίω, κλαίω
μόνο από χαρά… Μικρός, έκλαιγα πολύ και η
μητέρα μου νόμιζε ότι ήταν κόλπο για να πετύχω αυτό που ήθελα… Γι’ αυτό
με τιμωρούσε σκληρά.. Ώσπου έπαψα να κλαίω για να μη με τιμωρεί».
-Γιατί οι άνθρωποι έρχονται στη ζωή
κλαίγοντας και όχι γελώντας;
«Γιατί η ζωή είναι μια μεγάλη σκοτεινή σπηλιά
όπου κυριαρχούν στην αρχή μόνο οι σκιές και φόβοι… Κλαίμε και παίρνουμε δύναμη
από την ηχώ του κλάματός μας!».
-Όταν λέτε ‘’γηρατειά’’ τι εννοείτε; Τι
είναι το γήρας;
(χαμογελάει) «Οι συνέπειες του χρόνου… κάτι
για το οποίο ούτε δυσανασχετώ ούτε χαίρομαι!»
-Ο χρόνος φθείρει μόνο το σώμα ή και το
μυαλό και την ψυχή;
«Σας είπα και στην αρχή της κουβέντας μας…
όλη μου τη ζωή την πέρασα εξαρτημένος από το σώμα μου… Ό,τι κι αν συνέβαινε
στην ψυχή και στο μυαλό μου, είχε συνέπειες στο σώμα μου… Αυτό, θα μου πείτε,
δεν συνεπάγεται πώς ο,τι συμβαίνει στο σώμα πλήττει το μυαλό και την ψυχή μου…
Θα συμφωνήσω με τον συλλογισμό, αλλά η πραγματικότητα έρχεται να επιβεβαιώσει
ότι η σχέση ψυχής και σώματος είναι αμφίδρομη! Δυστυχώς. Όσο περνάει ο καιρός η
λύση των προβλημάτων γίνεται όλο και πιο καθυστερημένα… γενικότερα νομίζω, στα
γηρατειά οι αποφάσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Εξαντλείται εύκολα… Μετά,
οι αισθήσεις προ του επερχόμενου τέλους οξύνονται και βλέπεις πράγματα που δεν
θα τα έβλεπες παλιότερα… Βλέπεις και λάθη περισσότερα και αυτό σε σκοτώνει,
ιδιαίτερα αν είσαι φύση τελειωμένη, όπως εγώ!».
-Υπάρχουν όνειρα που δεν έχετε πραγματοποιήσει;
«Αν και κοιμάμαι πολύ λίγο… σχεδόν μένω
άϋπνος… ονειρεύομαι ακόμη. Ξέρω ότι τώρα όσο περισσότερο ονειρεύομαι τόσο
χειρότερο για μένα…».
-Γιατί;
«Γιατί τα όνειρα υπάρχουν για να κινητοποιούν
την ακινησία της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα είναι ήδη πληκτική. Αν δεν
υπήρχαν τα όνειρα, θα ήταν ανυπόφορη. Μόνο που η σκληρή πραγματικότητα για έναν
κύριο 76 χρόνων είναι ότι δύσκολα πια τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα. Γιατί
η μόνη πραγματικότητα όταν είσαι 76 χρονών είναι πώς αύριο θα ανταλλάξεις ίσως
χειραψία με τον θάνατο».
-Τι είναι, λέτε, ο θάνατος;
«Μια εμπειρία που ποτέ δεν θα μάθεις τίποτε
απ’ αυτήν. Μια άχρηστη εμπειρία… αλλά αναπόφευκτη… Γι’ αυτό λέω, ο θάνατος δεν
αφορά αυτόν που φεύγει, αλλά αυτούς που μένουν. Και τον Θεό…» (γέλια).
-Ποια είναι η βασικότερη διαφορά μεταξύ
θεάτρου και κινηματογράφου;
«Το θέατρο είναι ποτάμι… Άλλοτε ρηχό, άλλοτε
βαθύ, άλλοτε πλατύ και άλλοτε στεγνό… Πολλές φορές αυτό το ποτάμι παρασύρει
σκουπίδια και πιο σπάνια γίνεται δρόμος για να τον διασχίσουν καράβια ψυχές που
θέλουν να πάνε κάπου αλλού. Ο κινηματογράφος είναι ψάρεμα… Σε μια θάλασσα
απέραντη ρίχνεις την μπετονιά σου-με το ανάλογο δόλωμα πάντα- και ελπίζεις να
πιάσεις το ‘άπιαστο’ και να το φυλακίσεις!».
-Εσάς σας ενδιαφέρει περισσότερο το ψάρεμα
ή το ποτάμι;
(χαμογελάει) «Τώρα που έχω κόψει το ψάρεμα…
Το ποτάμι είναι πιο εύκολο για μένα… Ξέρετε, στο θέατρο το πρόβλημα δεν είναι
τόσο μεγάλο όταν περνάνε τα χρόνια… Ελέγχονται οι αδυναμίες και οι ηθοποιοί
μπορούν σε ένα μεγάλο βαθμό να διορθώσουν τα λάθη σου. Στον κινηματογράφο
πρέπει να είσαι συνέχεια σε εγρήγορση. Κανείς δεν μπορεί να σε βοηθήσει. Γι’
αυτό αποτραβήχτηκα, νομίζω, την κατάλληλη ώρα… Δεν θα ήθελα να δω κρυφά
συνεργάτες και ηθοποιούς να λυπούνται το τέρας, να νιώθουν συμπόνια για το
τέρας!».
-Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που λένε ότι
ο σκηνοθέτης πεθαίνει στη σκηνή και στα πλατό…
«Έχω δει βασιλιάδες να σέρνονται στη σκηνή
σαν κουρασμένοι γελωτοποιοί. Χτυπημένοι από τη βαριεμάρα να σέρνονται και να
απολαμβάνουν, αντί χειροκροτήματος, απανωτά σφυρίγματα και, αντί του γέλιου,
μια δολοφονική σιωπή. Το θέατρο δεν είναι τσίρκο… Το θέατρο μπορεί να ζήσει και
χωρίς εμάς. Όταν δεν μπορούμε πια να προσφέρουμε στο θέατρο, δεν χάνει το
θέατρο, χάνουμε εμείς. Γι’ αυτό κι εγώ πήρα το καπέλο μου όσο ακόμη μπορώ να
σηκώσω το χέρι μου να κάνω κι αυτό και βγήκα στον κόσμο των γηρατειών… Άλλωστε
η δημιουργικότητα στα γηρατειά-το έχω γράψει και πει χιλιάδες φορές- δεν είναι
αυταπόδεικτη. Έρχεται όποτε θέλει αυτή και με τους όρους της. Όπως συμβαίνει και
με την σεξουαλικότητα… Μειώνεται σταδιακά και έρχεται όποτε θέλει αυτή!».
(γέλια).
-Ερωτευτήκατε ποτέ τρελά;
«Μόνο τρελά. Ολοκληρωτικά».
-Ποιος ήταν ο πρώτος σας έρωτας;
(χαμογελάει) «Ήταν στο τσίρκο… Μας είχε πάει
η θεία Άννα. Ήταν νέα, ντυμένη στα άσπρα, καβάλα σε ένα μαύρο άλογο. Την
ερωτεύτηκα τρελά από την πρώτη στιγμή… Την λέγανε Εσμεράλδα και για ένα μεγάλο
διάστημα της ζωής μου κυριαρχούσε στα όνειρά μου. Είχα πλάσει μάλιστα και μια
ιστορία που την έλεγα στους φίλους μου».
-Η ιστορία τι έλεγε;
(χαμογελάει) «Ότι οι γονείς μου με είχαν
πουλήσει στο τσίρκο για να γίνω ακροβάτης και να βγαίνω στη σκηνή μαζί με την
Εσμεράλδα… Όταν έφτασαν οι φαντασιώσεις μου στ’ αφτιά της μητέρας μου, με
τιμώρησε… και με πήγε στον γιατρό… Ο γιατρός διέγνωσε τότε: ‘’Το παιδί σας
πρέπει πολύ σύντομα να μάθει να διακρίνει τη φαντασία από την πραγματικότητα…».
Πολύ φοβάμαι ότι ποτέ δεν διέκρινα τα σαφή όρια της φαντασίας από την
πραγματικότητα… Ίσως αυτό είναι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν… Ένα παιδί που μεγάλωσε
χωρίς να μάθει ποτέ τα όρια που διακρίνουν την φαντασία από την
πραγματικότητα».
-Σας ευχαριστώ…
«Όχι εμένα… Τη δεσποινίδα Λάλα των παιδικών
μου χρόνων… που δεν μου χάλαγε χατίρι…»
-Πείτε μου για το τέλος μια φράση που
σας αντιπροσωπεύει;
(χαμογελάει) «Από μωρό υπέφερα από χιλιάδες
ακαθόριστες αρρώστιες… Όλες αυτές οι αρρώστιες αποδεικνύουν ότι τελικά το
σκεφτόμουν πολύ και δεν μπορούσα να αποφασίσω αν ήθελα να πεθάνω ή να ζήσω!».
-Να
είστε καλά!
ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ
Σχετικά των σύγχρονων καιρών
Πέμπτη βράδυ 6 Αυγούστου του 2026,
παλαιότερα στους ραδιοφωνικούς σταθμούς και τους τηλεοπτικούς δέκτες θα
μιλούσαν και θα έδειχναν ντοκιμαντέρ από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την
ρήψη από τον Αμερικανικό Στρατό της πρώτης Ατομικής βόμβας στην Χιροσίμα και
κατόπιν στο Ναγκασάκι, την Συνθήκη παράδοσης της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας η
οποία είχε συνταχθεί με τις δυνάμεις του Άξονα και είχε εισβάλει στην επίσης
Αυτοκρατορική Κίνα. Σίγουρα, κάποιο δημόσιο τηλεοπτικό κανάλι θα επαναπρόβαλε
την εξαιρετική ταινία «Χιροσίμα αγάπη μου» (1959) του Αλέν Ρενέ βασισμένη σε
σενάριο από το μυθιστόρημα της Μαργκερίτ Ντυράς. Ή ακόμη άλλη πολεμική ταινία
της δραματικής εκείνης εποχής στην Παγκόσμιο Ιστορία της Ανθρωπότητας. «Η
Γέφυρα του ποταμού Κβάϊ», «Καλά Χριστούγεννα μίστερ Λώρενς» κλπ. Την Αυτοκρατορική
αίγλη της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου-και της στρατιωτικής της ήττας προσπάθησε
μερικές δεκαετίες αργότερα, με τον «προσωπικό του στρατό» να «ξεπλύνει» ο
ποιητής και πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας Γιούκιο Μισίμα, σκηνοθετώντας την
θεαματική αυτοκτονία του μαζί με τους εραστές συντρόφους- ακολούθους του, έφυγε
από την ζωή μετά από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα. Οι Καιροί είχαν αλλάξει, η
αυστηρή παλαιά παράδοση των Σαμουράϊ δεν συγκινούσε τις νέες Ιαπωνικές γενιές,
η στρατιωτική τελετουργία και τα ήθη τους είχαν γίνει τουριστικό αξιοθέατο για
ξένους επισκέπτες. Η Δυτική και ειδικότερα η Αμερικάνικη επικυριαρχία
στρατιωτική, πολιτική και πολιτιστική είχε αρχίσει να κυριαρχεί και να αποδίδει
οικονομικούς καρπούς και τα περασμένα Αυτοκρατορικά μεγαλεία ανήκαν πλέον στις
σελίδες των ιστορικών βιβλίων και τα ντοκιμαντέρ, ως απόδειξη στο που μπορεί να
οδηγήσει ο παραλογισμός και η αφροσύνη του ανθρώπου με τα γνωστά
αποτελέσματα-χιλιάδων αθώων, αμάχων νεκρών και τραυματιών από την ρήψη της
ατομικής βόμβας.
Τα ελληνικά δημόσια και ιδιωτικά κανάλια
έχουν σαν κύριο θέμα τους ακόμη-εύλογο και φυσικό- τις μεγάλες πυρκαγιές που
κατέκαψαν χιλιάδες στρέμματα δασικών εκτάσεων, κατέστρεψαν σπίτια και
οικογενειακές επιχειρήσεις, στάνες και μαντριά, κάηκαν ζώα σε διάφορες περιοχές
της χώρας. Φυσικές καταστροφές της κλιματικής αλλαγής που άφησαν πίσω τους
«Σεληνιακό τοπίο» θα έλεγαν οι παλαιοί ρεπόρτερ. Σκοπιμότητες, προσωπικές
αμέλειες, ανθρώπινη βλακεία, άλλοι λόγοι απερισκεψίας, πυρομανείς, έλλειψη
κεντρικού και μακροπρόθεσμου κρατικού σχεδιασμού… δεν είμαι αρμόδιος, δεν
γνωρίζω να απαντήσω ούτε έχω στερεότυπες λύσεις, το σίγουρο πάντως είναι ότι
χρόνο με τον χρόνο η ελληνική πανίδα και χλωρίδα στην πατρίδα μας χάνεται,
καταστρέφεται και μαζί της ανθρώπινες ζωές, μνήμες, βάσανα, όνειρα και κόποι
μιάς ζωής και εκατοντάδες οικόσιτα ζώα γίνονται στάχτη αποκαΐδια. Ας μας
επιτραπούν τρείς χαρακτηριστικές εικόνες που δηλώνουν το δράμα της καταστροφής.
Η πρώτη, μία μεγάλης ηλικίας γυναίκα η οποία δήλωσε μπροστά στην κάμερα ότι
«στο τέλος του χρόνου θα εξοφλούσα το δάνειο που είχα πάρει από τις τράπεζες
για να χτίσω το σπίτι που διέμενα εγώ μαζί με τα παιδιά και τα εγγόνια μου.
Τώρα έγιναν όλα στάχτη καταστράφηκαν όλα δεν έχω που να μείνω». Η δεύτερη
εικόνα έδειχνε σε κάποιο μέρος της επαρχίας να γίνεται ένα πανηγύρι και οι
πανηγυριώτες να χορεύουν και να πετάν βεγγαλικά, ενώ ως φόντο στο βάθος,
έδειχνε η Κάμερα το βουνό να καίγεται, οι φλόγες να φαίνονται σαν πολιορκητικός
κλοιός. Ο αγαπημένος τραγουδιστής που βρίσκονταν στην σκηνή ζήτησε να μην
ανάβουν βεγγαλικά. Άραγε ήθελε πολύ σκέψη για να μην το κάνουν οι
παρευρισκόμενοι που διασκέδαζαν; Και η τρίτη εικόνα, τηλεοπτικό πλάνο έδειχνε
κατάκοπους από την κούραση, εξαντλημένους από την προσπάθεια σβησίματος των
δεκάδων φωτιών Πυροσβέστες να στέκονται για λίγο να ξαποστάσουν, να πιούν μια
γουλιά νερό, και να πετάγονται μπροστά τους τηλεοπτικοί ρεπόρτερ με ένα
μαρκούτσι στο χέρι μπροστά στο πρόσωπό τους και να τους ρωτούν ό,τι μπορείς να
φανταστείς για μία είδηση λες και δεν έβλεπαν, δεν γνώριζαν τι γίνεται γύρω
τους εδώ και μέρες. Ας μην αναφέρουμε πώς αντέδρασε ημίγυμνο πιτσιρίκι σε
ανάλογη περίπτωση, μπροστά σε δημοσιογράφο γνωστού «ανοιχτού» τηλεοπτικού
σταθμού και τι λέξη είπε καθώς κατέβαινε από την βάρκα που μετέφερε κατοίκους
σε ασφαλές μέρος μια και καίγονταν ο τόπος που διέμεναν. Δημοσιογραφικές
υπερβολές που δεν ήταν απαραίτητες στην ενημέρωσή μας. Ηπιότερος και
συγκρατημένος ο λόγος του οικογενειάρχη ηθοποιού κυρίου Χαλκιά που έχασε το σπίτι
που αγωνίστηκε εργαζόμενος να αφήσει κάτι στα παιδιά του. Οι κόποι μιας ζωής
στάχτη από την μία στιγμή στην άλλη. Η σύγχρονη σκληρή και άσπλαχνη
πραγματικότητα της Ζωής που κάνουμε ό,τι μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να την
αυξήσουμε.
Με τι διάθεση να συνεχίσεις να ασχοληθείς
με θέματα Ποίησης, Τέχνης, Λογοτεχνίας, Κουλτούρας; Και ποιους αφορούν αυτά
μέσα σε αυτό το κακό, το κλίμα απαισιοδοξίας, την αποπνιχτική ατμόσφαιρα, τις
καταστροφές, τα όσα γράφεις, φλυαρείς, αναρτάς στο μπλοκ σου. Η Ζωή όμως συνεχίζεται….
Με τα εμπόδιά της, τα βάσανά της, τις σκοτούρες της. Οι τηλεοπτικοί δέκτες στις
ειδήσεις έδειχναν τις εκατοντάδες κόσμου με τα μπαγκάζια τους, τα ζωάκια τους,
τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητά τους, τις φιλικές τους παρέες, οικογένειες
χαρούμενες να φεύγουν με «αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους
παλιούς…» που τραγουδούσε η Σωτηρία Μπέλλου. Κατεβαίνουν στο Πρώτο Λιμάνι και
αποπλέουν με γεμάτα τα πλοία, άλλοι από την Ραφήνα και το Λαύριο για τα Νησιά,
για προορισμούς του εξωτερικού ή σε ορεινές περιοχές της Ελλάδος με τα αμάξιά τους,
τα λεωφορεία, τα πούλμαν. Ουρές στα διόδια, η Ζωή συνεχίζεται…..
Άλλαξα κανάλι κάνοντας ζάπινγκ να πάρω μία
ανάσα. Μεταφέρθηκα σε τηλεοπτικά ηρεμότερα νερά, στο Κανάλι της Βουλής. Έπεσα
πάνω σε μία ενδιαφέρουσα παρουσίαση, εξομολόγηση των εργασιακών πεπραγμένων της
πορείας του δημοσιογράφου, συγγραφέα και εικαστικού κυρίου Θανάση Λάλα. Ο
οποίος αν κατανοώ ορθά έχει δημιουργήσει ένα τηλεοπτικό κανάλι (;) και παίρνει
συνεντεύξεις. Παρακολούθησα αυτήν με τον ποιητή και μεταφραστή Τίτο Πατρίκιο.
Εδώ ανοίγοντας μικρή παρένθεση να αναφέρουμε ότι στο «γιου τιουμπ» μπορεί
κανείς να παρακολουθήσει ενδιαφέρουσες εκπομπές πολιτιστικού περιεχομένου, στο
«Πατάρι του Gutenberg» όπως αυτή του ποιητή
και μεταφραστή κύριου Διονύση Καψάλη για την ζωή και τα θεατρικά έργα του
ελισαβετιανού δραματουργού και ποιητή Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ.
Ο κύριος Θανάσης Λάλας είναι ένας
επιτυχημένος δημοσιογράφος, συγγραφέας, εικαστικός, με αρκετά βιβλία στο
ενεργητικό του, δεν χρειάζεται νομίζω βαρύγδουπες συστάσεις. Υπήρξε και
εξακολουθεί να είναι γνωστός και αγαπητός τόσο ως εκδότης περιοδικών και
ραδιοφωνικός παραγωγός στον ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας 9, 84 επί Δημαρχίας
Μιλτιάδη Έβερτ, όσο και στην συνεργασία του με το εκδοτικό συγκρότημα του ΔΟΛ
του αείμνηστου Χρήστου Λαμπράκη και του διευθυντή της εφημερίδας «Το Βήμα»
Σταύρου Π. Ψυχάρη, έχοντας δημιουργήσει το «δικό του» κοινό. Συγκαταλέγεται
στην παλιά φρουρά των ελλήνων δημοσιογράφων όπως ο Γιώργος Βότσης, ο Γιώργος
Λιάνης, ο Γιάννης Δημαράς, ο Γιώργος Μασσαβέτας, η Ελένη Βλάχου, ο Γιάννης
Λάμψας, ο Λέων Καραπαναγιώτης, ο Γεώργιος Μπόμπολας, ο Κίτσος Τεγόπουλος, ο
Σεραφείμ Φυντανίδης, ο Πάνος Κόκκας, η Μαρία Ρεζάν ο Πέτρος Κωστόπουλος, η Άννα
Παναγιωταρέα, η Λιάννα Κανέλλη, ο Νίκος Χατζηνικολάου, η Τέρενς Κουικ, ο
Γιώργος Παπαδάκης, ο Γιάννης Πρετεντέρης, ο Τζώρτζης Αθανασιάδης, ο Γιώργος
Καρατζαφέρης, ο Ηλίας Κανέλλης, ο Σταύρος Π. Ψυχάρης και άλλα δημοσιογραφικά
στελέχη, ονόματα αντρών και γυναικών, εκδότες εφημερίδων και περιοδικών που
οικοδόμησαν το πρόσωπο και την εικόνα, την ποιότητα και το ύφος της σύγχρονης
ελληνικής δημοσιογραφίας μετά την μεταπολίτευση. Ο δημόσιος λόγος και τα γραπτά
τους, τα έντυπα των δημοσιογράφων και οι εκδόσεις διαμόρφωσαν την κοινή γνώμη,
επηρέαζαν κυβερνητικές αποφάσεις, καλλιεργούσαν θετικά ή αρνητικά τις πολιτικές
και ιδεολογικές κρίσεις των ελλήνων ψηφοφόρων, έστρεφαν το ενδιαφέρον του
αναγνωστικού κοινού σε επίκαιρα θέματα και διεθνή φλέγοντα ζητήματα, μετέφεραν
ξένες ανταποκρίσεις που υπερέβαιναν τα σύνορα της χώρας μας, ποδηγετούσαν αν
θέλετε, τις δημόσιες αντιλήψεις και αντιδράσεις του ελληνικού λαού. Η Ελληνική
κοινωνία και η οικογένεια άλλαζε με μεγάλες ταχύτητες μετά την μεταπολίτευση,
και μαζί τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων και σε αυτό συνέτειναν και τα
διαφόρων ιδεολογικών προσεγγίσεων και αποχρώσεων εκδοτικά συγκροτήματα και
δημοσιογραφικές πένες. Άνοιγαν πόρτες ελευθερίας και έκλειναν αυτές του φόβου
και της υποταγής όπως έλεγε στην συνέντευξή του ο κ. Λάλας. Ακόμα και η
εφημερίδα (το ταληράκι) του συγκροτήματος της «Αυριανής» για ένα διάστημα
επηρέαζε τις κυβερνητικές αποφάσεις της τότε «Σοσιαλιστικής Αλλαγής». Τίτλοι
εφημερίδων όπως «Το Βήμα», «Τα Νέα», η «Ελευθεροτυπία», το «Έθνος», ο
«Ελεύθερος Τύπος» ξεπερνούσαν κατά μεγάλα διαστήματα σε τιράζ πωλήσεων τις
300.000 χιλιάδες φύλλα ημερησίως και ακόμα περισσότερα το Σαββατοκύριακο. Οι
ελληνικές εφημερίδες όποια πολιτική παράταξη και ιδεολογία και αν υποστήριζαν
δεν βρίσκονταν μόνο πάνω στα τραπεζάκια των παραδοσιακών καφενείων αλλά έμπαιναν
πλέον δυναμικά σε κάθε ελληνικό σπίτι Οι έλληνες τα πρώτα μετά το 1974 χρόνια
δεν εμπιστεύονταν και τόσο την δημόσια τηλεόραση και τα δύο της κεντρικά
κανάλια, προτιμούσαν τις εφημερίδες. Το αναγνωστικό ενδιαφέρον του ελληνικού
κοινού αυξήθηκε όταν εισήχθησαν στις μέσα σελίδες των εφημερίδων τα λεγόμενα
πολυσέλιδα «Ένθετα». Ο κύριος Λάλας στην συνέντευξή του ανέφερε ότι αυτό ήταν
ιδέα του Σταύρου Π. Ψυχάρη και υιοθετήθηκε πρώτα από την εφημερίδα το «Βήμα».
Ένθετα που αφορούσαν τις Τέχνες και τα Γράμματα, τους Συγγραφείς και τις Νέες
Εκδόσεις, τα Τυπογραφεία, τις Επιστήμες και τις Νέες Ιατρικές Εφευρέσεις, τον
Κινηματογράφο και το Θέατρο, τις παραστάσεις του Αρχαίου Δράματος, τον Χορό,
την Μουσική. Την Αρχιτεκτονική, θέματα της πρόσφατης και παλαιότερης Ιστορίας, τις
Θαλάσσιες εξερευνήσεις, τις Καταδύσεις, το Διάστημα. Την εξέλιξη της Μόδας και
Ένδυσης, Γυναικείων και Αντρικών αξεσουάρ, Οικιακά Είδη, Σχολικά και Παιδείας,
τον κόσμο και τους ανθρώπους της Μαγειρικής και Ζαχαροπλαστικής, της Διαφήμισης
κλπ. Σύγχρονης ποικίλης ύλης ιλουστρασιόν περιοδικά δίδονταν μαζί με το πακέτο
των εφημερίδων. Αν θυμάμαι σωστά το εκδοτικό συγκρότημα του γνωστού Τραπεζίτη
που είχε αγοράσει τις εφημερίδες «Καθημερινή» και «Μεσημβρινή», η εφημερίδα «24
Ώρες» τα Ένθετά της ήταν διαφορετικά ανάλογα με την γεωγραφική περιφέρεια και
Πόλη ή Δήμο που στέλνονταν από τα Πρακτορεία οι εφημερίδες. Ο πολυγραφότατος
Βασίλης Βασιλικός στο βιβλίο του «Κ» διεκτραγωδεί τα του τότε οικονομικού
σκανδάλου. Παλαιοί τίτλοι περιοδικών «υποχωρούσαν» όπως το «Φαντάζιο», το
«Ντόμινο», «Η Γυναίκα», «Το Πάνθεον» τα «Επίκαιρα», «Ο Ταχυδρόμος» και
εμφανίζονταν νέοι όπως το «Κλικ», η “Marry Claire” το “Play boy”,
περιοδικά για την «Αστρονομία», την «Αεροδυναμική», «Τα Ταξίδια στο εξωτερικό»,
την «Αστρολογία». Το «Νάσιοναλ Γκεογκράφικ», το «Γεω..» «Το Σκάκι», τα Διάφορα
«Σταυρόλεξα», μετέπειτα «Τα Ιστορικά», η «Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας»,
περιοδικά για την τέχνη της «Μαγειρικής», τον διεθνή και ντόπιο Τουρισμό και
μία πλειάδα άλλων τηλεοπτικών εντύπων που ασχολούνταν με τα κους-κους των
παρασκηνίων της τηλεόρασης και του θεάματος, των σελέμπριτοι.
Ο κύριος Θανάσης Λάλας όπως ήταν φυσικό
αναφέρθηκε περισσότερο στην συνεργασία του με το Συγκρότημα του κυρού Χρήστου
Λαμπράκη τους συνεργάτες του κατά την περίοδο του 9,84, την συλλογική, ομαδική
προσπάθεια. Ο λόγος του καθαρός, ευθύς, ειλικρινής, δίκαιος, διαλλακτικός,
καθόλου αφοριστικός και προ πάντων μας μίλησε για την δημοσιογραφική του
φιλοσοφία η οποία στηρίζονταν και βασίζεται ακόμα στην σκληρή ασφαλώς δουλειά
αλλά κυρίως την συλλογική δουλειά και προσπάθεια, των κοινών δημοσιογραφικών
στόχων ανεξάρτητα αν συμφωνούσαν όλοι οι νέοι τότε συνεργάτες μεταξύ τους, είχα
την ίδια γνώμη πάνω σε ένα θέμα που αποφάσιζαν να παρουσιάσουν ή να αναδείξουν,
να εκδώσουν ένα περιοδικό. Τα «κακά παιδιά» δεν ήταν και τόσο «κακά» όσο
θεωρούσαμε όταν τους ακούγαμε και παρακολουθούσαμε τω καιρώ εκείνω. Οι θέσεις
και οι κρίσεις που εξέφρασε για άτομα γνωστά του χώρου της δημοσιογραφίας και
εκδότες ήταν δίκαιες, σωστές, μακριά από τα να είναι μεροληπτικές ή εμπαθείς.
Ξεκάθαρος ο λόγος του, καθόλου σοφιστικέ ούτε υμνητικός ούτε αφοριστικός,
καταδικαστικός όπως γνωρίζει ο κ. Θανάσης Λάλας να παίρνει συνεντεύξεις από
άλλους, έμοιαζε με την ίδια τολμηρότητα και ευθυκρισία να συνεντευξιάζεται με
τον εαυτό του, να ακτινογραφεί την δημοσιογραφική του διαδρομή, τις συνεργασίες
του. Δεν μιλούσε από δημοσιογραφικού «άμβωνος» αυτόν τον άχαρο και κλισέ λόγο
τον ξύλινο, που ακούς και διαβάζεις συχνά. Ακούσαμε πράγματα όχι με έναν
θεατρικό έντασης τρόπο που θα άρεσαν ή θα χάϊδευαν τα αυτιά των ακροατών-θεατών
της εκπομπής του Καναλιού της Βουλής, αλλά δίχως να προσβάλλει κανέναν, δίχως
το τουπέ του «ξερόλα» και φτασμένου, μόνο η δική μου «γνώμη-ιδέα είναι η σωστή»
εξέφραζε την άποψή του για δημοσιογραφικές στιγμές, καταστάσεις και περιστατικά
άγνωστα ίσως στους πολλούς έξω από τα δημοσιογραφικά γραφεία, πρόσωπα «μύθους»
της ελληνικής δημοσιογραφίας. Ονόματα ισχυρά που μεσουράνησαν για πολλές
δεκαετίες στην δημόσια πολιτική και κοινωνική σκηνή, που, αν δεν κάνω λάθος,
μια και δεν αγοράζω πλέον καινούργια βιβλία, (η ενημέρωσή μου γίνεται από την
εκπομπή «Βιβλιοβούλιο» και το αναγνωστικό πινκ πονγκ μεταξύ των δύο
παρουσιαστών) ή ηλεκτρονικά περιοδικά, νέες εκδόσεις βιβλίων και κυκλοφορίες
πάνω στην ελληνική σύγχρονη δημοσιογραφία προσπαθούν να αποδομήσουν το Εκδοτικό
Συγκρότημα, πρόσωπά του, τον εκδότη του, πράγματα, συμπεριφορές συνεργατών
εργαζομένων του, καταστάσεις, γεγονότα, αποφάσεις τους. Κύριος άξονας του
«κακού» ο εκδότης του ΔΟΛ και γύρω του οι άλλοι. Μια δημοσιογραφική μεμψιμοιρία
άνευ προηγουμένου και μισοκακιούλες πίσω από το δημοσιογραφικό παραβάν. Τα
έντυπα πάντως του Συγκροτήματος Λαμπράκη που έμπαιναν στο σπίτι μας και
διαβάζονταν άλλη εντύπωση μας έδιναν, όσον αφορά την λεγόμενη προοδευτική παράταξη.
Ο κύριος Θανάσης Λάλας δεν «φτύνει εκεί που
ήπιε νερό» που λέει η παροιμία. Μίλησε για τις δημοσιογραφικές του οφειλές στα
πρώτα του βήματα σε μία γλώσσα καθαρή, αναφέρθηκε στα άτομα που του πρόσφεραν
την ευκαιρία να αναδειχθεί στην νεαρή του ηλικία, να κάνει καριέρα
δημοσιογραφική και να διαπρέψει, με τόλμη, θάρρος και αποφασιστικότητα, και
αρκετές φορές και με πλάκα, χιούμορ, και πέτυχε ή όπως ο ίδιος έλεγε πέτυχαν
ομαδικώς αυτός και οι συνεργάτες του. Αυτό που έκανε θετική εντύπωση είναι ότι μιλούσε
πάντα για συλλογική δουλειά και ομαδικό αποτέλεσμα, δημοσιογράφων, ηχοληπτών,
τεχνικών και άλλων παραγόντων που αποτελούσαν ή μάλλον διαμόρφωναν το ομαδικό
πνεύμα, την συλλογική προσπάθεια. Ότι θετικό, δυναμικό, ανατρεπτικό και
πρωτοποριακό παρήχθη τότε, δεν ήταν αποκλειστικά δικής του προσπάθειας, ιδέας,
έμπνευσης, απόφασης ενός και μόνο ατόμου αλλά συλλογικής.
Ευφυής,
έξυπνος, ετοιμόλογος, καπάτσος, διαβασμένος, ενημερωμένος, καλλιεργημένος, με
φλέβες ευαισθησίας, με άποψη, θέση, γνώριζε να κάνει ερωτήσεις σε έναν
καλλιτέχνη ή πολιτικό, άτομο που είχε δημόσιο λόγο και επηρέαζε τα κοινά της
χώρας του (βλέπε Ανδρέα Παπανδρέου) να παίρνει τις απαντήσεις που ήθελε δίχως
να κουράζει το αναγνωστικό κοινό του ή να προσβάλει τον συνομιλητή του.
Κολυμπούσε μέσα στα νερά του συνομιλητή του με τα δικά του σωσίβια αν στέκει η
παρομοίωση. Άλλοτε ενθουσιώδης άλλοτε απαισιόδοξος όσον αφορά το μέλλον της
δημοσιογραφίας στην χώρα μας αλλά και το επίπεδο αντίληψης των ελλήνων
πολιτικών μας μέχρι σήμερα. Το παράδειγμα που αναφέρθηκε είναι συγκλονιστικό,
στο ότι η εφημερίδα «Το Βήμα» πήρε συνεντεύξεις παλαιότερα από Έλληνες
πολιτικούς όλων των Κομμάτων για το πώς θα είναι τα ευρωπαϊκά πράγματα και στην
πατρίδα μας μετά από δέκα χρόνια,-οι εξελίξεις στην χώρα μας- με τον όρο να
δημοσιευτούν οι απαντήσεις μετά την παρέλευση της δεκαετίας και κανένας έλληνας
πολιτικός δεν έπεσε μέσα, δεν έδωσε εύστοχη, σωστή πολιτική απάντηση, είναι
συνταρακτικό και θλιβερό για το μέλλον αυτού του τόπου, για το που βαδίζει με
τέτοιους πολιτικάντηδες και κομματάρχες. Όπως επίσης και το άλλο παράδειγμά του,
ότι η δημοσιογραφική ύλη των εφημερίδων ήταν κοντά στα προβλήματα της
καθημερινότητας των Ελλήνων, οι δημοσιογράφοι έπρατταν το ίδιο, δεν ακολουθούσαν
κατά πόδας τα κελεύσματα της εργοδοσίας τους. Σήμερα οι πολιτικοί μας
συνομιλούν και συνεντευξιάζονται μόνο με δημοσιογράφους και απαντούν σε όσες
ερωτήσεις ή υποθετικές ερωτήσεις θέλουν εκείνοι. Είναι η πολιτική της
δημοσιογραφίας που καθορίζει τα γεγονότα και όχι οι Πολιτικοί που μιλούν για
την Πολιτική και τα προβλήματα των απλών ανθρώπων. Παρόμοιες θέσεις έχει
εκφράσει από το ίδιο Κανάλι και ο Γιώργος Βότσης και άλλες δημοσιογραφικές
φωνές. Εύστοχες παρατηρήσεις αλλά ποιος τις ακούει, με την τροπή που έχουν
πάρει τα πράγματα, και με τι κριτήρια ψηφίζουμε εμείς οι πολίτες και ποιους ως
εκπροσώπους μας. Η ευθύνη ανήκει σε εμάς τους Έλληνες για να παραφράσουμε ένα
παλαιό σύνθημα. Εδώ κάνουν πολιτικό κουμάντο όχι η αστική ή η εργατική τάξη
αλλά οι γεροντάδες και άλλοι βυζαντινόπληκτοι παρατρεχάμενοι εξουσιολάτρες.
Δέστε και ακούστε τι λέγονται στο διαδίκτυο και σε τι Κόσμο πρεσβεύουν.
Ο κύριος Θανάσης Λάλας υπήρξε ο κατάλληλος
άνθρωπος στην κατάλληλη θέση-ίσως και την κατάλληλη στιγμή- που διείδαν δημοσιογράφοι
όπως ο Λέων Καραπαναγιώτης και ο Σταύρος Π. Ψυχάρης που τον εμπιστεύτηκαν και φυσικά
ο Χρήστος Λαμπράκης, του έδωσαν την δυνατότητα να ανοίξει τα φτερά του και να
δημιουργήσει, να τολμήσει, να ριψοκινδυνεύσει, να «ξεσκουριάσει» κατεστημένες
αντιλήψεις και πρακτικές, να ανοίξει νέες πόρτες να μην φοβάται ο Έλληνας
σύγχρονος άνθρωπος-πολίτης όπως θέλουν οι μηχανισμοί της εκάστοτε εξουσίας.
Ανοιχτό μυαλό και ανοιχτή σκέψη, πως μπορεί να μην είναι αποδεκτά τα
δημοσιογραφικά και συγγραφικά του αποτελέσματα και ό,τι θετικό άφησε πίσω του.
Η στροφή του προς τον χώρο των εικαστικών (μοιάζει κάπως με Ακριθάκη (;))
δηλώνει ένα ακόμα τάλαντό του και τους διαρκείς χτύπους της καλλιτεχνικής του
φλέβας.
Ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα προηγούμενων
δημοσιογραφικών εργασιών του ήταν και η Συνέντευξή του με τον Σουηδό σκηνοθέτη
και σεναριογράφο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν του οποίου την συζήτηση μαζί του μεταφέρω
από σαλόνι της εφημερίδας «Το άλλο Βήμα» της 18 Δεκεμβρίου 1994 στα Λογοτεχνικά
Πάρεργα. Στην Καλοκαιρινή σειρά των Μπεργκμανικών αναρτήσεών μας.
Η ενδιαφέρουσα αυτή Συζήτηση, εντάσσεται σε
μία σειρά συναντήσεων του με αξιοσημείωτα πρόσωπα-καλλιτέχνες, ηθοποιούς,
σκηνοθέτες, συγγραφείς, ποιητές, δημοσιογράφους, εικαστικούς, μουσικοσυνθέτες,
προσωπικότητες ελλήνων και του εξωτερικού της παγκόσμιας διανόησης της εποχής
τους που την σημάδεψαν ευεργετικά και χαρακτηριστικά με το έργο και την
προσφορά τους, τα γραπτά τους, τον λόγο τους, και το όνομά τους συζητήθηκε.
Φυσικά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι είχε πίσω του ένα οργανωμένο με ιστορική
δημοσιογραφική και εκδοτική παράδοση Συγκρότημα με ένα σημαντικό επιτελείο
επιλεγμένων συνεργατών με διεθνή αναγνώριση και μεγάλο τιράζ κυκλοφορίας.
Κανένα πρωϊνό φύλλο και από τα Κυριακάτικα δεν είχε τόση μεγάλη κυκλοφορία,
ακόμα και η σοβαρή παραδοσιακή «Καθημερινή». Ίσως ούτε και το «Έθνος» που όπως
ανέφερε σε άλλη στιγμή της ομιλίας του ο Θ. Λάλας ο εκδότης του έδινε δουλειά
σε πάνω από 18.000 οικογένειες. Ο Θανάσης Λάλας συνομιλεί μαζί τους
εκμαιεύοντας ό,τι καλύτερο φυλάσσουν μέσα στην ψυχή τους και δημιουργικό στην
συνείδησή τους, ως ιδέα και καλλιτεχνική πρόταση, ως καλλιτεχνική δημιουργία με
οικουμενική ταυτότητα. Οι ενδιαφέρουσες αυτές Συνεντεύξεις εντάσσονται σε μία
σειρά με τίτλο «ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΛΑΛΑ» Σειρά Α΄ και
Β΄, και κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το 1996 του Ι. Μπέργκμαν
είναι το ν.1.
Στην
Πρώτη Σειρά, συναντάμε τα ονόματα των: -Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (σκηνοθέτης-
σεναριογράφος).- Χάρολντ Πίντερ (θεατρικός συγγραφέας).- Τάκης (εικαστικός).-
Μποστ (γελοιογράφος- κωμωδιογράφος).- Κλαούντιο Αμπάντο (μουσικός).- Τομ
Ρόμπινς (συγγραφέας).- Λέων
Καραπαναγιώτης (δημοσιογράφος).- Μάνος Χατζιδάκις (Ο Μελωδός των Ονείρων μας).-
Ζυράννα Ζατέλη (Μυθιστοριογράφος). – Άλεν Γκίνσμπεργκ (Μπήτ ποιητής).
Στην
Δεύτερη Σειρά έχουμε:- Ουμπέρτο Έκο (φιλόσοφος- συγγραφέας).- Σλαβα
Ραστροπόβιτς (μουσικός).- Μίλτος Σαχτούρης (ποιητής).-Βαγγέλης (μουσικός/
συνθέτης). – Πέτερ Πρέστον (δημοσιογράφος/ συγγραφέας). – Κενζαμπούρο Όε
(συγγραφέας). – Αλέκος Φασιανός (εικαστικός).- Γούντυ Άλλεν (σκηνοθέτης). –Εμίρ
Κουστορίτσα (σκηνοθέτης),- Σέιμους Χίνυ ( Νομπελίστας ποιητής).
Η σειρά αυτή των εκδόσεων «Καστανιώτη» Το
ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. Συζητήσεις με τον Θανάση Λάλα, είναι μικρού μεγέθους,
διαστάσεων 10 Χ15 έχει 42 σελίδες του Ι. Μπέργκμαν, στοιχεία για τον συνεντευξιαζόμενο
στο τέλος, φωτογραφία του στο εξώφυλλο και ΠΡΟΛΟΓΟ του Σταύρου Π. Ψυχάρη. Οι
υπόλοιπες σελίδες είναι διαφημίσεις των άλλων βιβλίων της σειράς. Η τιμή τους
πάμφθηνη. Μεταφέρονται αυτούσιες οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις. Μπροστά μόνο
από τις απαντήσεις του Σουηδού σκηνοθέτη-στο βιβλίο- έχουμε τα αρχικά του Ι. Μ.
Μια σύγκριση με το περιεχόμενο του φύλλου της εφημερίδας θα μας φανερώσει δύο
μόνο λεξούλες με διαφορετική ορθογραφία. Αμελητέα πράγματα.
Όπως εύκολα μπορεί να παρατηρήσει ο
αναγνώστης, του 1ου στην σειρά βιβλίου με την συνέντευξη του Θανάση
Λάλα με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας πλησιάζει
διστακτικά τον φτασμένο και βραβευμένο Ingmar Bergman, ο
οποίος έχει σταματήσει να δίνει πλέον συνεντεύξεις. Ένα απρόοπτο και τυχαίο
γεγονός, το ότι δηλαδή ο έλληνας δημοσιογράφος φέρει το επίθετο μιάς παιδικής
γκουβερνάντας και οικιακής βοηθού της οικογένειας του Σουηδού σκηνοθέτη, τον
κάνει να αλλάξει γνώμη, και να κλείσουν ραντεβού για την ωραία και
εποικοδομητική συζήτηση, κάτι που χαροποιεί και ποιεί τιμή για τον Έλληνα, που
ήθελε να τον γνωρίσει από κοντά. Αυτόν τον τιτάνα της Έβδομης Τέχνης,
ακριβοθώρητο και κάπως παράξενο και ιδιόρρυθμο απαισιόδοξο σκηνοθέτη του
θεάτρου και του κινηματογράφου. Κατ’ αρχάς μας κάνει εντύπωση ότι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
στην ηλικία πια των 76 ετών και στον απολογισμό του βίου του διαρκώς
χαμογελάει. Δεν είναι κακομούτσουνος ούτε κακόκεφος, πράγμα που διευκολύνει την
συνάντηση και την συνομιλία τους. Ο Θανάσης Λάλας τον ρωτά και ταυτόχρονα ακούγοντας
τις απαντήσεις που του δίνει συμμετέχει στην ροή με νέα ερώτηση που προέρχεται
από την απάντηση και όχι περί υποθετικών πραγμάτων. Η γκάμα των ερωτήσεων
μεγάλη άπτονται ενδεικτικά: των παιδικών του χρόνων, τα του οικογενειακού του
περιβάλλοντος, την σχέση του με τον πάστορα πατέρα του, τις μεταφυσικές του
ανησυχίες, τα θεολογικά του οντολογικά και υπαρξιακά περί Θεού ερωτήματα και
τις απαντήσεις που δίνει ο Μπέργκμαν μέσω των ταινιών του, στα σενάριά του και
στην Αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε με τον χαρακτηριστικό τίτλο κλειδί «Ο
μαγικός κινηματογράφος». Το τι πιστεύει για το φαινόμενο του Θανάτου, τον
Παράδεισο, την Κόλαση. Την στενή και παθιασμένη του σχέση με τον κινηματογράφο,
τα πρώτα του ξεκινήματα και σκηνοθετικά ερεθίσματα, τα έργα και τους σκηνοθέτες
που εκτιμά και επηρεάστηκε από αυτούς, οι δύο μεγάλες του αγάπες ο Αύγουστος
Στρίντμπεργκ θεατρικός συγγραφέας και ο θρησκευτικός συνθέτης Ιωάννης
Σεβαστιανός Μπαχ, και ασφαλώς η επίδραση του υπαρξιστή φιλόσοφου Σιόρεν
Κίργκερκαρντ. Ο Λάλας δεν πιέζει τον συνομιλητή του, δεν προσπαθεί να τον
καπελώσει με δικές του απαντήσεις, να τον αποπροσανατολίσει. Οι ερωτήσεις είναι
εύστοχες, εντός της Μπεργκμανικής θεματικής και προβληματικής και καταλαμβάνει
μεγάλο εύρος της προσωπικής του ζωής και σαν καλλιτέχνης. Στα μεταφυσικά θέματα
δεν επεκτείνεται απλά ακούει και συμπληρώνει- διευρύνοντας τα όρια της
ερώτησης- όποτε χρειάζεται. Η σχέση του ψέματος με το παραμύθι που τον ρωτά
εύστοχη και δίνει αφορμή στον Μπέργκμαν να μιλήσει για την διαφορά και τι ο ίδιος
πιστεύει. Η περίπτωση των Ονείρων πάλι μέσα στις ταινίες του, η διαφορά ονείρων
και πραγματικότητας είναι ένα άλλο ανοιχτό ζήτημα στην εξέταση των ταινιών του
Σουηδού σκηνοθέτη πριν και μετά της ταινίας «Φάνυ και Αλέξανδρος». Σχετικά με
το τι πιστεύει για τον Θάνατο, τι για την Ψυχή, αν ο Κινηματογράφος είναι
αρρώστια οι απαντήσεις δεν είναι πάντα μάλλον ξεκάθαρες ως προς την βεντάλια
των ερμηνειών του και εξηγήσεων. Αν ο βυθός ή η επιφάνεια της Θάλασσας πάλι,
αξίζει περισσότερο προς εξερεύνηση ο Μπέργκμαν καλύπτει την θεωρία του με
γενικό στερεότυπο παράδειγμα. Με δύο λόγια, που βρίσκεται η «κάμαρα της ψυχής»
ποιος αλήθεια γνωρίζει να απαντήσει με σχετική βεβαιότητα!!. Η μεγάλη αγάπη του
Σουηδού σκηνοθέτη είναι το Θέατρο και φυσικά μιλά για την σχέση του μαζί του,
σε κάθε του συνέντευξη το τονίζει διαρκώς. Όσον αφορά το ζήτημα της ύπαρξης ή
μη ύπαρξης του Θεού και του επακόλουθου της πίστης ή της απιστίας που τον
απασχόλησε στην πρώτη περίοδο των ταινιών του, φοβάμαι ότι πολύ αρνητικός
ντόρος έγινε τα παλαιότερα χρόνια με τις ταινίες του, τους συμβολισμούς του,
τις εικόνες και τα σκοτεινά και αινιγματικά πλάνα του. Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
είναι πάντα μπερδεμένος σε αυτά τα φιλοσοφικά και οντολογικής υφής ζητήματα. Οι
θέσεις του είναι επαμφοτερίζουσες, μία κατάσταση που πότε γέρνει προς την
Ερώτηση και πότε προς τις διάφορες εκδοχές των Απαντήσεων που δίνονται κάθε
φορά με άλλη νοηματική βαρύτητα και χροιά επεξεργασίας. Δεν κλείνει το θέμα
τελειωτικά είτε προς την μία πλευρά, της πίστης, είτε προς την άλλη, της
απιστίας. Παρ’ όλα όσα μας εξομολογείται κατά καιρούς. Έμεινε δεσμώτης ενός
πουριτανικού θεολογικού του περιβάλλοντος, και η λύτρωση της Γνώσης που
επικαλείται είναι περισσότερο για να περιπλέξει τα πράγματα παρά να τα λύσει.
Τον οδήγησε σε ορισμένες του ταινίες σε μία εγκεφαλική προσέγγιση
κινηματογραφικής εξιστόρησης ανοιχτών πανάρχαιων ερωτημάτων πάνω στην
χριστιανική μεταφυσική και την ηθική της. Έπειτα, δεν ξεκαθαρίζεται-και πέρα
από την συγκεκριμένη περίπτωση του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν- ένας βασικός όρος. Αθεΐα
και Άθεος είναι αυτός που δεν πιστεύει στην ύπαρξη ενός ανώτατου όντος
δημιουργού του σύμπαντος και της ανθρώπινης ζωής. Δέχεται την φυσική εξέλιξη
του Κόσμου και της Ζωής όπως την όρισε ο Κάρολος Δαρβίνος στις μελέτες και
έρευνές του και άλλοι επιστήμονες και φυσιοδίφες. Ενώ το να μην πιστεύεις στην
ιστορία και προφητολογία των Ιουδαίων και των Χριστιανών και στην ύπαρξη του
Εμμανουήλ, του Υιού του Ανθρώπου που λέγεται κατά την παράδοση ότι ήταν Υιός
του Θεού και δεν πέθανε πάνω στον σταυρό και αναστήθηκε, είναι μία επιμέρους
θρησκευτική άρνηση, μία μη αποδοχή της ιστορίας και μυθολογίας ενός άλλου λαού
με τις δικές του προφητικές παραδόσεις και διδασκαλίες. Ο Κόσμος όπως πρέσβευε
ο Αρχαίος Ελληνισμός και φιλοσοφία υπήρχε από πάντα και είναι αρκετά φιλόδοξο
για το ανθρώπινο ον σαν πιστεύω να θεωρεί ότι κάποιο ανώτατο και αιώνιο Ον θα
ασχοληθεί μαζί του-μας, και θα φροντίσει τα επίγειά μας και τα μεταφυσικά
ουράνιά μας. Αφού ασφαλώς μας έχει δεσμεύσει με εκατοντάδες απαγορεύσεις και
υποταγές σε κελεύσματα άλλων εποχών μέσα στην Ιστορία. Δυστυχώς την περίοδο του
Βυζαντίου διαστρεβλώθηκαν βασικές κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας, του στοχασμού
και των ιδεών του Οικουμενικού Ελληνισμού, και το γεγονός ότι η πατρίδα μας δεν
γνώρισε όπως της άξιζε ήρθε σε επαφή με τα Επιστημονικά επιτεύγματα του
Ευρωπαικού Διαφωτισμού και του Ουμανισμού περιέπλεξε ακόμα περισσότερο τα
πράγματα. Η Ελλάδα δεν αστικοποιήθηκε σαν πολίτευμα διακυβέρνησης μέσα στην
καθόλου Ιστορία της με ελάχιστα χρονικά διαστήματα εξαιρέσεων ακόμα και σήμερα
που είμαστε πλήρες μέλος της Ευρώπης. Μια θολούρα μεταφυσικής ειδωλολατρίας
επικρατεί πέρα από πρόσωπα και βαθμούς πίστης ή αντίστοιχα απιστίας. Ο Σουηδός
σκηνοθέτης προέρχεται από μια άλλη γενιά Ευρωπαίων και έναν Κόσμο και μία
μεταφυσική αντίληψή που ολοκλήρωσε και έκλεισε τον κύκλο της, έμεινε ως
συναισθηματική ανάμνηση ενός «άδειου πουκάμισου» μεγαλοιδεατισμών
αυτοκρατορικών τελετών και τελετουργιών σαν τα πολύχρωμα εφέ και τα ντεκόρ μιας
ταινίας που την επενδύουν για να κάνουν ελκυστική την θεματογραφία της και το «ανιαρό»
επαναληπτικό σενάριό της.
Το αν θα κυοφορήσει και επιβιώσει ο
σύγχρονος Ελληνισμός στο μέλλον ή αν όχι μέσα σε αυτήν την πανσπερμία
αντιλήψεων και μεταφυσικών θεωριών και ιδεών, λαών και παγκοσμιοποιημένων εθνών
δεν γνωρίζω και δεν πιστεύω στους προφήτες και σε προφητείες. Σεβαστές μέσα
στην ροή του χρόνου της Ιστορίας και οι δύο τάσεις. Της πίστης και της απιστίας
ισότιμες, ελεύθερες, συμπλέουσες, δικαιωματικές εξηγήσιμες.
ΥΓ.
Άραγε ποιος είναι καλύτερος σκηνοθέτης, αυτός που ρωτά ή αυτός που απαντά;
Γιώργος
Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
8
Αυγούστου 2026