ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ
Μηνιαία Επιθεώρηση Βιβλίου
τεύχος 518/5, 2011
Επιμέλεια Αφιερώματος: Γιάννης Ν. Μπασκόζος
Γράφουν:
Κική Δημουλά, Απελευθερωμένος πια…,80-82
«Δε
σίγασε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, απλώς κόπασε κάπως η παρουσία του. Η αίγλη της,
έχοντας πιά ξεφύγει από την εγκόσμια τρικυμία, ευχερώς πλέει και εισέρχεται
στον απάνεμο, ασφαλή κόλπο της μνήμης, με σταμάτημα κάθε τόσο, σε γραφικούς
ορμίσκους φωτογραφιών.
Η απομάκρυνσή του από την ορατότητα αφήνει επάνω στη ρευστή μας υφή
χαρακιές βαθιάς λύπης. Είναι βαρύθυμα λυπημένος αυτός ο αποχαιρετισμός που του
απευθύνω τώρα, δεν ξέρω αν θα τον λάβει, δεν ξέρω τι ακουστική έχει αυτό το
έρμο «απέναντι» στο οποίο ήδη εγκαταστάθηκε ο Καμπανέλλης…
Απερίσπαστος τώρα, απελευθερωμένος από
την ελκυστική βαρύτητα της ζωής, φαντάζομαι ότι θα οργανώνει εκεί, στην
πάρα-πάρα-πάρα κάτω γειτονιά, το χώρο όπου θα παιχτεί το καινούργιο του
μονόπρακτο, με πρωταγωνίστρια την αιωνιότητα, την τόσο προικισμένη να είναι
ατελεύτητη. Ατελεύτητος και ο μονόλογός της, και δεν τον διακόπτει ούτε λύπη,
ούτε σπαραγμός, ούτε χαρά. Πολιτισμένη ανυπαρξία επικρατεί.
Έρχονται τώρα, σα για να διαψεύσουν τα
όσα ζοφερά φαντάζομαι, οι στίχοι του Μαβίλη «Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής…» Που σημαίνει τι, οι νεκροί συνειδητοποιούν τη λύτρωσή
τους από τη μνήμη, νιώθουν καλότυχοι που μπορούν να λησμονάνε και μπορούν να
χαίρονται γι’ αυτό; Επομένως εν μέρει πεθαίνουμε; Μακάρι να αληθεύει αυτό και
να μην είναι μόνο άποψη της ελπίδας, και ανάγκη του σονέτου. Πάντως εγώ, αν
μερικώς πεθάνω, χρήση της δυνατότητας να μπορώ να ξεχνώ με τη θέλησή μου δεν θα
κάνω. Δε θέλω να ξεχάσω το είναι μου. Εκτός αυτού, όλα τα σημαντικά και τα
σπουδαία στις πίκριες τις αλησμόνητες οφείλονται. Εκείνες τα οδήγησαν να γίνουν
λόγος, τέχνες, θέατρο. Αν το καλοσκεφτούμε, αυτές οι πικρίες θυσιάζονται να
είναι μισητές, ανεπιθύμητες, για να βρούν οι μικρές χαρές, έτοιμη, στρωμένη τη
μεγαλοποίησή τους.
Ιάκωβε, σε παρακαλώ, εσύ που έχεις τα
μέσα στα θαύματα, ζήτα από κάποιο θαύμα να σου επιστρέψει να έρθεις κλεφτά και
εμπιστευτικά να μου πεις, τι γίνεται εκεί κάτω, ισχύουν οι στίχοι του Μαβίλη;
Δηλαδή εσύ ξέχασες τις συγκινήσεις που μας έδωσες, ξέχασες τις πικρίες που σου
ενέπνευσαν τη συγκίνηση;
Δε θέλω να πιστέψω ότι κατετάγης και
συ, πιστός, αφοσιωμένος, στην τρομερή μυστικότητα, την εκ δεξιών των μυστηρίων.
Ασπάστηκες κι εσύ την αποσιώπηση;
Καλά προβλέπω ότι αυτή θα είναι η
σκηνοθέτης των αλλεπάλληλων μεταμορφώσεων τις οποίες θα υποδύεται η ηρωϊδα
σιωπή σου;
Συνάντησα τον Καμπανέλλη πριν περίπου
20 χρόνια σε κάποια τιμητική εκδήλωση στο δημαρχείο. Δε θυμάμαι ποιον αφορούσε
η τιμή. Χαιρέτισα τον Κώστα Γεωργουσόπουλο που καθόταν δίπλα του. Άκουσε ο
Ιάκωβος το όνομά μου και είπε: Α, επιτέλους, να γνωρίσω κι εγώ ποια είναι αυτή η
ποιήτρια που ακούω…
Μια απλή ευγένεια, που όμως βάρυνε,
θυμάμαι, σα διάκριση που έλαβα. Ένα από τα πρώτα, ευσυγκίνητα συμπτώματα της
αδιαμόρφωτης ακόμα τότε… αρπακτικής φιλοδοξίας μου…
Και γνώρισα χορταστικά τον Καμπανέλλη,
το 2002, όταν έγινα μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Αφέθηκε δε να έχω την εντύπωση
ότι δεν με ψήφισε, χωρίς ποτέ να ερευνήσω αν ήταν σωστή ή λάθος αυτή η εντύπωσή
μου. Είχα, από τότε, εν ενεργεία την αρετή να γνωρίζω ότι από ζυγαριά σε
ζυγαριά αλλάζει το βάρος μου, και ότι η κάθε αλλαγή του, σωστό το δείχνει.
Έτσι, καθόλου εμποδισμένο δεν ήταν να χαίρομαι επί καθημερινής σχεδόν και τόσο
εποικοδομητικής βάσεως τη συναναστροφή του. Σα γείτονες που είμαστε, Κυψέλη εγώ
και κείνος στην κοντινή οδό Κύπρου, φιλοξενούσε και τη δική μου μεταφορά στην
Ακαδημία με το αυτοκίνητο που, ως πρόεδρος του Ιδρύματος Ουράνη, δικαιωματικά
χρησιμοποιούσε. Τα πρώτα χρόνια τον θυμάμαι να βγαίνει από την πόρτα του
σπιτιού του, με την ακμαία και άκρως διακριτική κομψότητά του, φροντισμένη από
τους πιο έμπειρους συνδυασμούς απαλών χρωμάτων. Τόσο επιμελώς ταιριασμένα,
γιλέκα, κασκόλ, γραβάτες, πουκάμισα, που λογάριαζα πως ώρες θα αφιέρωνε για να
πετύχει αρμονική τη σύνθεσή τους.
Τον ρώτησα: η Νίκη φροντίζει να είναι
το ντύσιμό σου τόσο ίδιο με το ύφος σου; Όχι, μου απάντησε, ανοίγω την ντουλάπα
μου κι έχω έτοιμο, κρεμασμένο το ταίριασμα των διαφορετικών. Η σύνθετη σχέση
μου με τον Ιάκωβο, υπηρεσιακή και αγαπητική μαζί, έδρασε απρόσκοπτα όλ’ αυτά τα
χρόνια, σε στενό πάντα χώρο και χρόνο. Μέσα στα αυτοκίνητο κατά τη διαδρομή
προς και από την Ακαδημία, με ψιθυριστές συνεννοήσεις την ώρα των συνεδριάσεων-
καθόμουν δίπλα του στο ίδιο… θρανίο-και όσα υπολείπονταν, στο τηλέφωνο πια.
Σχέση που δεν εξαπλώθηκε σε ευρύτερες και πιο ελεύθερες επαφές, κι ωστόσο πήρε
διάσταση φιλίας, με ασφαλιστική δικλείδα, τη στενή και πολύ ειρηνική
συνεργασία. Ως και οι διαφωνίες και διαφορετικές εκτιμήσεις σε θέματα που
κρίνονταν είχαν τον υποχωρητικό χαρακτήρα του κόσμιου συμβιβασμού. Η αξέχαστη
επίσης Γαλάτεια Σαράντη, ο Ιάκωβος και ‘γω, ως επιτροπή κρίσεως των
Λογοτεχνικών, κυρίως, Βραβείων, μοιραζόμαστε την ευθύνη για τις λανθασμένες
εκτιμήσεις ή την ικανοποίηση για τις ορθές, συνυπογράφοντας τις αποφάσεις.
Θα προσθέσω, με πόση θέρμη ο Ιάκωβος
πρότεινε για βράβευση κύπριους λογοτέχνες, πόσο νοιαζόταν να διακριθούν πρόσωπα
που είχαν προσφέρει πολλά στις έννοιες: ήθος, πατρίδα, ηρωϊσμός.
Είδα στην κηδεία του Ιάκωβου
συγκινημένο τον Μανώλη Γλέζο και αναδύθηκε στη μνήμη μου ότι ο Καμπανέλλης
πρωτοστάτησε στην πρόταση να απονεμηθεί το 2006 στον Μανώλη Γλέζο και τον
Απόστολο Σάντα το χρυσό μετάλλιο, για την ηρωική πράξη τους τη νύχτα της 30ης
-31ης Μαϊου 1941. Τιμή εν ολίγοις στην Εθνική Αντίσταση.
Τα δύο τελευταία χρόνια, η
γκαρνταρόμπα του Ιάκωβου, κάπως σα να εξασθένιζε, σα να αποχρωματιζόταν, η
έντασή της μόνον. Το σώμα του, σα να έχανε το πείσμα του να γεμίζει στητό τα
ρούχα. Στο πίσω κάθισμα εγώ, στο αυτοκίνητο, παρακολουθούσα πώς σιγά-σιγά αραίωνε
η δύναμη της φωνής του, αραίωναν τα μαλλιά του, τόσο παράλληλο και συνδετικό
γνώρισμα και των δικών μου άλλωστε εξασθενήσεων. Πότε-πότε παραδινόταν σε
κάποιες εκμυστηρεύσεις, για το πόσο νοσταλγούσε την παλιά του ταξιδευτική του
ευχέρεια με τις ένδοξες πάντα προϋποθέσεις που τον υποδέχονταν. Και όλο και πιο
αυξανόμενη η ευαισθησία του απέναντι στη Νίκη, την όμορφη Νίκη, τη μειλίχια και
αθόρυβη σύντροφό του. Με εντυπωσίαζε, όταν αργούσαμε λίγο παραπάνω στην
Ακαδημία, πώς της τηλεφωνούσε από το κινητό του οδηγού, ή το δικό μου, να μην
ανησυχεί. Έρχομαι, τις έλεγε.
Δεν ξεχνώ με πόση αξιοπρεπή
συγκρατημένη θλίψη μου εκμυστηρεύθηκε ότι κάποιο έργο του θα παιζόταν στο τάδε
μεγάλο θέατρο στην Ιαπωνία, ήταν καλεσμένος, πόσο θα ήθελε να πάει μα πώς να
πάει χωρίς τη Νίκη- είχε και κείνη κάποια προβλήματα υγείας- και πώς να πάει
στο Ισραήλ και κει καλεσμένος, να τιμηθεί για τη συμπαράστασή του στην τραγωδία
αυτού του λαού. Υγιής μεν, ανθεκτική και πρόθυμη η επιθυμία του, αλλά πρόθυμη,
άτολμη πια η αντοχή του- άλλωστε χωρίς τη Νίκη ούτε στον Παράδεισο καλεσμένος
να ήταν, δεν θα πήγαινε. Απόδειξη που το συμφώνησαν να φύγουν και οι δυο
κοντά-κοντά.
Για τον Παράδεισο άραγε;
Είναι περίεργο, πως ενώ τόσο συχνά
ξεγελιόμουν από μια πλάνη, που όταν την ανακάλυπτα, συνήθιζα να αναφωνώ
αυτοσαρκαστικά: Η ζωή μας είναι θέατρο, πώς και γιατί είδα τόσο λίγο θέατρο. Μα
δεν είναι ώρα να το σχολιάσω εδώ. Λέω μόνο, ότι αυτή η στέρησή μου έγινε
βασανιστικά αισθητή, με το να βρίσκομαι επί τόσα χρόνια τόσο κοντά στον
Καμπανέλη. Μένει ολοζώντανο, πόσο, σαν από θαύμα θεραπεύτηκε αυτή η στέρηση, τη
βραδιά που ο Ιάκωβος με κάλεσε να πάω μαζί του στο θέατρο του Βουτέρη, στα
Εξάρχεια, να δω τις Δύσκολες νύχτες του
κυρίου Θωμά, δικό του έργο. Διατηρώ ανέπαφη την δυσκολία που ένιωθα, να
βολέψω στο κάθισμά μου τη διπλή ευδαιμονία που με κατέκλυζε: μία για το έξοχο,
σπαρακτικά αληθινό έργο που έβλεπα, και μία ότι ήμουν καθισμένη δίπλα στο
συγγραφέα του έργου και μάλιστα καλεσμένη του.
Ιάκωβε, εύχομαι να μην παίζονται και
κει που είσαι, με τόση επιτυχία, οι «δύσκολές σου νύχτες…».».
Βάλτερ Πούχνερ, Ιάκωβος Καμπανέλλης: Ο
φίλος, ο πολίτης, ο συγγραφέας, 83-85
Αλέξης Ζήρας, Με τον Ιάκωβο, στη ραδιοφωνία,
86-87
«Την άνοιξη του ’82 δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από
τον ποιητή Γιάννη Κοντό. Με ρωτούσε αν μ’ ενδιέφερε να αναλάβω τη θέση του
συμβούλου στη διεύθυνση της ραδιοφωνίας, όπου ήδη είχε τοποθετηθεί ο Ιάκωβος
Καμπανέλλης. Του ζήτησα μερικές μέρες να το σκεφτώ, καθώς τότε συζητούσα με τον
αρχισυντάκτη μιας εφημερίδας το ενδεχόμενο να οργανώσω μια σελίδα για το βιβλίο
και η προοπτική της ραδιοφωνίας δεν μου φαινόταν και πολύ ελκυστική. Ο Κοντός,
φίλος του Καμπανέλλη από την περίοδο της δικτατορίας, μου μετέφερε μέσες άκρες
τι περίπου ήθελε, αλλά ακόμα κα αν ζύγιζα τα πράγματα και έπαιρνα την απόφαση,
θα απέμενε μία αποφασιστική, κρίσιμη συνάντηση μ’ έναν άνθρωπο που δεν ήξερα
σχεδόν τίποτε γι’ αυτόν. Θέλω να πω, δεν ήξερα σχεδόν τίποτε πέρα από τη
μακρόχρονη θητεία του στο θέατρο και στον κινηματογράφο και πέρα από το ότι
είχε ενισχύσει τις γραμμές όσων καλλιτεχνών και διανοουμένων ήρθαν σε ανοιχτή
σύγκρουση με το καθεστώς των συνταγματαρχών. Οι παραστάσεις από Το μεγάλο μας
τσίρκο, ωσότου απαγορευτούν, ήταν μία μορφή καθημερινού λαϊκού συλλαλητηρίου,
μια ανοιχτή, συλλογική πράξη αντίστασης για τα μέτρα της εποχής. Πράγματα που
δεν έπαιζαν μικρό ρόλο στο θυμικό μας και στις αξιολογήσεις που κάναμε. Τελικά,
λίγο μετά το Πάσχα του ’82 είδα τα χρονικά όρια είχαν στενέψει, ο ορίζοντας της
εφημερίδας απομακρυνόταν και το μόνο που απέμενε ήταν να ανεβώ στην Αγία
Παρασκευή, περιμένοντας μάλλον να μην είμαι αυτό που ο Καμπανέλλης προσδοκούσε.
Απόγευμα. Περίμενα ένα τέταρτο στον
προθάλαμο του γραφείου του, έπειτα άνοιξε ο ίδιος την πόρτα, με κάλεσε να
περάσω, μ’ έβαλε να καθίσω. Εκείνος έμεινε όρθιος. Ήταν ένας λεπτοκόκαλος και
μάλλον μικρόσωμος άντρας. Θυμάμαι ότι φορούσε ένα κοτλέ καφέ καστανό κοστούμι,
με ένα πιο ανοιχτόχρωμο ζιβάγκο που τότε ήταν του συρμού. Καθώς βάδιζε
πάνω-κάτω στο γραφείο του, κάνοντάς μου ερωτήσεις, κάπνιζε διαρκώς. Το ένα πίσω
από τ’ άλλο. Σ’ ένα τραπεζάκι, δίπλα στην πολυθρόνα του, ένα μεγάλο φλιτζάνι με
καφέ. Τα τασάκια ξεχείλιζαν από τα σβησμένα τσιγάρα. Πρόσωπο εύπλαστο,
ηθοποιού, μαλακό, χωρίς γωνίες, πάνω στο οποίο δημιουργούσαν αντίθεση τα
αεικίνητα μάτια του. Νεανικό παρουσιαστικό. Παρότι χαμογελούσε με εγκάρδιο
τρόπο το βλέμμα του παρέμεινε εξεταστικό και διαπεραστικό σε όλη τη διάρκεια
της συνομιλίας μας. Προσεκτικός, αγόραζε, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι.
Προτιμούσε, όπως μου είπε, να μην κάθεται πίσω από το γραφείο του. Η πρώτη μου
εντύπωση ήταν ότι εμπιστευόταν περισσότερο ό,τι έβλεπε από ό,τι άκουγε,
χαρακτηριστικό αρκετών μεσήλικων που είχα γνωρίσει και που συνήθως είχαν
περάσει δύσκολα χρόνια, κάτω από δύσκολους όρους. Στα εξήντα του τότε, ήταν
νευρώδης, με κινήσεις γρήγορες, με φωνή νεανική και επίσης γρήγορη, την οποία
προσπαθούσε να κάνει πιο σταθερή, μιλώντας με σχετικά σύντομες και
στρογγυλεμένες φράσεις και περιμένοντας πάντα με ένα σταθερό, φιλικό χαμόγελο
την απάντηση του άλλου. Δεν αφηνόταν όμως, δεν ανοιγόταν εύκολα- κι αυτό το
διαπίστωσα πολλές φορές στα επόμενα χρόνια της συνεργασίας μας- λες και
παρέμενε, παρά το ότι βρισκόταν σ’ ένα οικείο γι’ αυτόν περιβάλλον, σε μιά
κατάσταση διαρκούς εντιμότητας. Σαν να ήθελε να αποφύγει κάποιον αιφνιδιασμό.
Επιφυλακτικότητα; Ίσως. Αλλά ήταν εύλογο κάτι τέτοιο για έναν άνθρωπο που είχε
περάσει στη δεκαετία του ’40 από συνθήκες όπου η ζωή και ο θάνατος ήταν πολύ
κοντά. Ομηρεία, στρατοπεδική ζωή στη χιτλερική Γερμανία, εμφύλιος στην
επιστροφή του. Σε κάποιο σημείο της κουβέντας μας κατάλαβα ότι τον απασχολούσε
κάτι άλλο. Αισθάνθηκα αμήχανα. Σηκώθηκα. Μου είπε να δώσω χαιρετισμούς σε
κοινούς γνωστούς μας. Στον Αλέξανδρο Ζάννα, στον Τίτο Πατρίκιο, στον Αλέξανδρο
Αργυρίου. Με ρώτησε για την υπό ίδρυση Εταιρεία Συγγραφέων και με συνόδευσε ως
έξω. Ετοιμαζόμουν τώρα να φύγω, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, όταν μου φώναξε
με κάπως περιπαιχτική και ευδιάθετη φωνή: «Μπορείς να αρχίσεις από αύριο;».».
Θανάσης Παπαγεωργίου, Με τα παιδιά του
Ιάκωβου, 88-89
Μάριος Ποντίκας, Αθάνατος, 89
Γιώργος Π. Πεφάνης, Ένα αδιόρατο
χαμόγελο, 90-91
Γιώργος Μιχαηλίδης, Αποχαιρετισμός,
92-93
Κώστας Καζάκος, Σκόρπιες αναμνήσεις, 94-95
«Γνώρισα
τον Ιάκωβο το 1953, όταν πρωτομπήκα στη Σχολή Σταυράκου, αυτός ήταν τότε νεαρός
καθηγητής. Η Σχολή είχε αποφασίσει να κάνει εκείνο το χρόνο μια παραγωγή/
ταινία σε σενάριο του Καμπανέλλη. Ήταν μία μεταφορά του μύθου του Πλούτωνα και
της Περσεφόνης στα καθ’ ημάς. Σε κείνη την ταινία πήρε μέρος σχεδόν όλο το
ελληνικό θέατρο: ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Ορέστης Μακρής, ο Λαυρέντης
Διανέλλος, η Αλέκα Κατσέλη. Ο Ιάκωβος με επέλεξε να κάνω τον Πλούτωνα, έναν
νεαρό γεωπόνο. Έτσι άρχισε η γνωριμία και η φιλία μας. Κομψός πάντα, με στυλ,
ερωτύλος, ήταν συνεχώς ερωτευμένος, ήταν στο DNA του να είναι ερωτευμένος, έπαιρνε δύναμη από
αυτό.
Ο Καμπανέλλης, θυμάμαι, μου έλεγε ότι
είχε εμπνευστεί να γράψει θέατρο από ένα έργο του Τζακ Κίρκλαντ, το Για ένα κομμάτι γης. Από τότε έλεγε ότι
άρχισε να σκέφτεται με εικόνες θεατρικές, ρεαλιστικές. Ήρθε, λοιπόν, στο
γραφειάκι του Κουν και του έφερε την πρώτη πράξη από ένα θεατρικό του για να
του το διαβάσει. Ο Κουν συνήθως δεν καθόταν να του διαβάζουν τα έργα,
προτιμούσε να του τα αφήνουν και να τα διαβάζει μόνος του. Κάτι είδε στον
Καμπανέλλη, και άφησε να του διαβάσει την πρώτη πράξη. Ο δάσκαλος
ενθουσιάστηκε, του πρότεινε να γράψει και το υπόλοιπο. Ήταν Η Αυλή των θαυμάτων. Ο Ιάκωβος έγραφε
και έφερνε, σχεδόν ένα κομμάτι του το έγραφε μέσα στο Υπόγειο του Κουν. Το
ανεβάσαμε το φθινόπωρο του ’57. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα με άδεια. Η
παράσταση πήγε πολύ καλά και άρχισε να έρχεται κόσμος στο Υπόγειο, μέχρι τότε
οι θεατές μας ήταν λίγοι.
Ο Ιάκωβος ήταν ο άνθρωπος που έγραφε
τα θεατρικά του στις κουϊντες του θεάτρου. Καθόταν στις κουϊντες,
παρακολουθούσε τις πρόβες, τις πρώτες παραστάσεις και παρατηρούσε πώς κυλάει το
έργο και αμέσως μετά έκανε αλλαγές. Δεν είχε καλό ηθοποιό; - του μίκραινε τον
ρόλο, τράβαγε ο ηθοποιός; -έδινε έκταση στο ρόλο του. Πίστευε ότι το θέατρο
είναι πρακτική δουλειά που την μαθαίνεις μαζί με την κομπανία, τους ηθοποιούς.
Νομίζω ότι έτσι ήταν όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς. Το Τσίρκο γράφτηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στο θέατρο.
Ο Ιάκωβος, ενώ ήταν θρήσκος και μάλλον
προς το συντηρητικός, όταν έπιανε την πέννα γινόταν επαναστάτης. Από την αρχή
της χούντας ψάχναμε να φτιάξουμε ένα έργο που να μιλάει για τα προβλήματα της
εποχής. Έγραψε πρώτα την Ασπασία, ένα
ατελές έργο αλλά το έγραψε μόνο και μόνο για να ακουστεί από τη σκηνή ο
«Επιτάφιος» του Περικλή. Ο Ιάκωβος είχε κάνει διάφορες προσπάθειες να γράψει
κάτι μεγάλο, αλλά μόλις το 1973, μετά από ατέλειωτα ξενύχτια, φαίνεται ότι
βγήκε από μέσα του Το μεγάλο μας τσίρκο.
Είχαμε ωριμάσει και εμείς, και η εποχή ήταν ώριμη για να εμπνεύσει τον Ιάκωβο.
Φυσικά είχαμε το εμπόδιο της λογοκρισίας. Πηγαίναμε δέκα επεισόδια, μας
εγκρίνανε ένα, ενάμισι.
Αλλά είχαμε πεισμώσει, ο Ιάκωβος είχε
βρει τον ιστό και συνεχώς δημιουργούσε νέες σκηνές. Θυμάμαι τη Τζένη να του
λέει: «Βρε παιδί μου, που τα βρίσκεις, στο περίπτερο πας και τα αγοράζεις;». Η
συνεργασία μας ήταν τόσο πολύ σφικτή που ο Ιάκωβος μας αφιέρωσε το Τσίρκο γράφοντάς μας: «Ο ένας στους
άλλους δύο». Το έργο δέθηκε με τα γεγονότα, ξέφυγε από τα χέρια μας. Αστυνομία,
Ασφάλεια, Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών, η ΚΥΠ, κάθε τρεις και λίγο μας καλούσαν
«για υπόθεσή μας». Μας ζητούσαν να κόψουμε φράσεις που προκαλούσαν
χειροκροτήματα. Ο Ιάκωβος δεν χαμπάριζε, ούτε εμείς. Στο γραφείο τύπου της
χούντας μας κάλεσε κάποτε ένας απαίσιος τύπος με μπριγιαντίνη και μουστακάκι
ονόματι Καρακώστας και απείλησε τον Ιάκωβο να μην ασχολείται με την ιστορία
γιατί δεν ξέρει. Ο Καμπανέλλης κόντεψε να πάθει, αρρώστησε…
Με τον Ιάκωβο συνεχίσαμε να
είμαστε κολλητοί φίλοι. Ευγενής,
τρυφερός, εξαιρετικό πλάσμα. Βαθιά ανθρώπινος, στα γραπτά του δεν απομακρύνθηκε
ποτέ από τα λαϊκά προβλήματα. Αυτά είχε πάντα κατά νου. Επεξεργαζόταν ό,τι
συνέβαινε στο λαό, ήταν κοινωνικά στρατευμένος.»».
Γιώργος Γαλάντης, Ο Καμπανέλλης και το Διαβάζω
96-97
«Στις
αρχές του ’71 ο Καμπανέλλης επιστρέφει στην Ελλάδα και στο ελληνικό θέατρο,
μετά από διάστημα απουσίας του στο εξωτερικό. Επιστρέφει και, εκτός των άλλων
δραστηριοτήτων του, ετοιμάζει τη θεατρική μεταφορά του διηγήματος του Φράντς
Κάφκα «Η αποικία των τιμωρημένων», για το ανέβασμα της οποίας αναλαμβάνει και
τη σκηνοθεσία.
Ήταν μια θεατρική παραγωγή του
«Πειραματικού Θεάτρου» της Μαριέττας Ριάλδη, που εκείνη τη δύσκολη εποχή έδινε
αγώνα για την προβολή του σύγχρονου ελληνικού έργου και των νέων ερμηνευτικών
προσεγγίσεων. Έχοντας συνεργαστεί με τη Ριάλδη και την προηγούμενη θεατρική
περίοδο, βρέθηκα ανάμεσα στους νέους ηθοποιούς που συγκρότησαν το θίασο της
Αποικίας. Ο Καμπανέλλης είχε ολοκληρώσει την πρώτη γραφή του έργου, όμως στις
πρόβες το εμπλούτιζε με διαλόγους, σκηνές, ευρήματα που τα αντλούσε από τις
αντιδράσεις και της εκφράσεις των ηθοποιών, όταν αυτοί αυτοσχεδίαζαν.
Με νεανικό ενθουσιασμό, οίστρο,
χιούμορ και σιγουριά έπλαθε ταυτόχρονα έργο και παράσταση. Και εμείς-το σύνολο
των ηθοποιών- γοητευμένοι τον ακολουθούσαμε σ’ αυτό το δημιουργικό ταξίδι. Ένα
ταξίδι που προκαλούσε αβίαστα την αυτοέκφραση και τη δημιουργικότητά μας. Μ’
αυτόν τον τρόπο βιώναμε μια διαφορετική προσέγγιση της θεατρικής πράξης,
γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα εξέλιξή μας και την επαφή μας με
την τέχνη.
Κατά την διάρκεια των δοκιμών, μια
ομάδα πανεπιστημιακών φοιτητών που είχε ιδρύσει τον εκδοτικό οίκο «ΑΒΓ» ερχόταν
στο θέατρο σε καθημερινή βάση. Τα μέλη της είχαν επανεκδώσει το Μαουτχάουζεν του
Καμπανέλλη, έργο που είχε αποσυρθεί από την κυκλοφορία στις αρχές της
δικτατορίας. Είχαν ήδη στοιχειοθετήσει την πρώτη γραφή της Αποικίας των
τιμωρημένων, για να την εκδώσουν σε βιβλίο και προσπαθούσαν να εντάξουν τις
προσθήκες και αλλαγές που γίνονταν στις πρόβες. Ανάμεσά τους ήταν ο Περικλής
Αθανασόπουλος και ο Λάμπρος Κουλελής, οι οποίοι με σχολαστικότητα πρόσθεταν τις
διορθώσεις, αναμένοντας το τελικό «τυπωθήτω». Όμως αυτή η εντολή μετατίθετο από
μέρα σε μέρα. Στην αναμονή τους αυτή συνεργαζόμασταν για να διευκρινίσουμε τις
προσθήκες και αλλαγές που είχαν γίνει και στο ρόλο του Α΄ Επισκέπτη που μου
είχε ανατεθεί στην παράσταση.
Από κείνες τις «διορθωτικές»
συναντήσεις προέκυψε η φιλία μας, στους κόλπους της οποίας γαλουχήθηκε η ιδέα
ενός περιοδικού για το βιβλίο. Όνειρο που υλοποιήθηκε μετά από 5 χρόνια,
1976-1977, όταν καρποφόρησε το Διαβάζω.
Από το ανέβασμα της Αποικίας των τιμωρημένων
έχουν περάσει πολλά χρόνια και το Διαβάζω,
πιστεύω, διέγραψε μια γόνιμη πορεία 33 ετών. Σε όλο αυτό το διάστημα ο
Καμπανέλλης στάθηκε ένας πολύτιμος φίλος, τόσο για το περιοδικό όσο και για
μένα τον ίδιο. Θυμάμαι τώρα πόσες φορές με παρότρυνε να συμμετάσχω σε διάφορες
δραστηριότητες, θεατρικές, ραδιοφωνικές, λογοτεχνικές και κάθε φορά με
απασχολούσε το ερώτημα: Πώς ένας πολυάσχολος, ταλαντούχος και με ευρύ κύκλο
φίλων δημιουργός εύρισκε το χρόνο και τη διάθεση να εκδηλώνει το ενδιαφέρον του
για έναν παλιό συνεργάτη του. Τον συναντούσα σε επιτροπές, σε συλλόγους, σε
συνέδρια και πάντα από τη στάση του και τις θέσεις του αποκόμιζα την ίδια
εικόνα: του μεγάλου συγγραφέα, του σπουδαίου ανθρώπου και του μοναδικού και
διακριτικού δασκάλου.
Τελευταία φορά που τον είδα ήταν στον
εορτασμό της απονομής των λογοτεχνικών βραβείων του Διαβάζω και, ενώ ο χρόνος
είχε καταγράψει πάνω του το πέρασμά του, διατηρούσε όλη τη ζεστασιά και τη
φροντίδα που εξέπεμπε πάντα η παρουσία του για το συνάνθρωπό του.
Πολλές φορές αναλογίζομαι ότι αν δεν
είχαμε συναντήσει εκείνη τη δημιουργική εποχή τον Καμπανέλλη, ίσως… να μην
υπήρχε το Διαβάζω.»».
Κάτια Λεμπέση, Ένα σημείωμα 97
Ι. Καμπανέλλης συνέντευξη στον Στέλιο Λουκα, Ιάκωβος Καμπανέλλης «Κάθε άνθρωπος κρύβει
μέσα του έναν Οδυσσέα», 98-101
«Τον Ιανουάριο του 1999 το Αριστοτέλειο
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αναγόρευσε τον Ιάκωβο Καμπανέλλη επίτιμο διδάκτορα,
ενώ εκείνη την περίοδο το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίαζε το έργο του
Παραμύθι χωρίς όνομα. Μια πικρή σάτιρα για τη ροπή του λαού και της ηγεσίας του
στον εφησυχασμό και τη μετάθεση ευθυνών. Μέσα από το έργο αναδύεται έντονα η
ανάγκη να επανακτήσει ο λαός συνείδηση και αξιοπρέπεια.
Εκείνο τον Ιανουάριο του 1999 συναντηθήκαμε
και συνομιλήσαμε για το θέατρο, τη ζωή του, την οδυνηρή εμπειρία στο στρατόπεδο
συγκέντρωσης, τα θεατρικά του έργα, την έμπνευση, τον φαρισαϊσμό και την
ευτέλεια. Θυμάμαι έντονα την ευγένεια του λόγου του, τη φιλικότητα και τη
ζεστασιά της συμπεριφοράς του. Τμήμα εκείνης της συζήτησής μας παρουσιάζουμε
στις σελίδες του «Δ».
-Πού βρίσκεται η ομορφιά σ’ αυτό που
ονομάζουμε θέατρο;
Το θέατρο, όπως και οι άλλες τέχνες, η
μουσική, η ποίηση, το μυθιστόρημα, η ζωγραφική και λοιπές, δεν έβλαψαν ποτέ τον
άνθρωπο. Τον αγαπούσαν και τον αγαπούν πάντα. Αντίθετα με άλλες επινοήσεις του
ανθρώπου, όπως λόγου χάρη είναι οι θρησκείες, μηδεμιάς εξαιρουμένης, που
ξέπεσαν σε αφορμές για ποταμούς αίματος. Από τις τέχνες που πρόσφεραν στον
άνθρωπο πάρα πολλά χωρίς να του πάρουν τίποτα είναι το θέατρο.
-Η ζωή «παίζει» με το θέατρο ή το θέατρο
με τη ζωή;
Το θέατρο «παίζει» με τη ζωή. Το
θέατρο ανέκαθεν προσπαθούσε να συμφιλιώσει τον άνθρωπο με τα φαινόμενα του
περίγυρού του. Όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος μυθοποιούσε τα φυσικά φαινόμενα για
να τα κάνει οικεία, έτσι και ο συγγραφέας μυθοποιεί τα κοινωνικά φαινόμενα της
εποχής του. Με την αναζήτηση αυτήν προσπαθεί να εξηγήσει και να συμφιλιώσει το
συγκεχυμένο και άγνωστο με το μελλοντικό θεατή. Με τελικό στόχο φυσικά την
αυτογνωσία.
-Γράψατε περισσότερα από τριάντα
θεατρικά έργα. Ποιες ήταν οι πηγές της έμπνευσής σας;
Άρχισα να γράφω στην πολύ ταραγμένη
μεταπολεμική εποχή. Ένιωθα πως η μοίρα του περίγυρού μου-τοπικού και
παγκόσμιου- γινόταν και προσωπική μου μοίρα. Κανένα έργο δεν γράφεται και δεν
έχει κάτι να πει αν ο προβληματισμός του δεν απορρέει από συνθήκες κοινωνικές
και πολιτικές που, είτε το θέλεις είτε όχι, καθορίζουν τον προσωπικό σου βίο.
Πηγές λοιπόν των ιδεών μου ήταν τα ερεθίσματα που με βομβάρδιζαν από έξω και η
ανάγκη να αντιδράσω.
-Τι είναι για σας έμπνευση;
Δεν πιστεύω στη λέξη έμπνευση. Αυτά
που μας παρακινούν να γράψουμε είναι η παρατήρηση αυτών που συμβαίνουν γύρω
μας, ο τρόπος που μας ευαισθητοποιούν και η ανάγκη να τα διαπραγματευτούμε με
το συνάνθρωπό μας, είτε είναι φίλος μας είτε όχι, είτε είναι θεατής μας. Τη
λέξη έμπνευση τη βρίσκω να πάσχει από αφέλεια. Μοιάζει σαν να είναι κάτι που πέφτει
απ’ το φεγγάρι, ενώ τα ερεθίσματα για να γραφτεί ένα έργο βρίσκονται στους
δρόμους που περπατάμε κάθε μέρα και στους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε.
-Ποια στοιχεία υπάρχουν ακλόνητα απ’ την
Έβδομη μέρα της Δημιουργίας ώς το Μια κωμωδία;
Το στοιχείο του πολυπρόσωπου έργου.
Αυτό το στοιχείο υπάρχει σχεδόν σε όλα μου τα έργα. Επαναλαμβάνω κάτι που έχω
πει πολλές φορές, δυστυχώς. Παραμένει κάτι που το κουβαλώ από την εμπειρία του
Μάουτχαουζεν. Πολλοί άνθρωποι με κοινή μοίρα, πολλά κατ’ άτομον δράματα που
συνθέτουν τελικά μια δραματική ενότητα. Δεύτερο στοιχείο είναι μια «υπόκρουση
κωμωδίας». Ακόμη και στην κόλαση εκείνου του στρατοπέδου συγκέντρωσης και
εξόντωσης υπήρχαν καταστάσεις που μας έκαναν να γελάμε. Δε μ’ ενδιαφέρει ποτέ
να γράψω για περιπτώσεις ανθρώπων που το ιδιωτικό τους δράμα δεν άνοιγε ως τα
όρια μιάς δημόσιας περιπέτειας.
-Κάποτε ο μεγάλος θεατράνθρωπος Κάρολος
Κουν είχε πει: «Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας». Σήμερα εσείς τι λέτε;
Ο Κάρολος Κουν, λέγοντάς το αυτό, ήταν
ειλικρινέστατος. Άλλοι έλεγαν πώς κάνουν θέατρο για το λαό, λόγου χάρη,
θέλοντας να παραστήσουν πώς ένοιωθαν σαν απόστολοι. Νομίζω πώς ο συγγραφέας
γράφει καταρχήν για τον εαυτόν του. Αν βρίσκεται σε αρμονία με το κοινό
αίσθημα, τότε το έργο του παύει ν’ ανήκει
μόνο σ’ αυτόν και γίνεται κοινό κτήμα.
-Είναι ο συγγραφέας σαν τον Οδυσσέα, ένα
περιπλανώμενος που αναζητεί κάπου ν’ ακουμπήσει με ασφάλεια την ψυχή του;
Αν λάβουμε υπόψη μας πώς ο συγγραφέας
γράφει δέκα, είκοσι ή τριάντα έργα ή και περισσότερα και πώς αφανώς μεν αλλά
στην πραγματικότητα επαναλαμβάνεται σε κάθε του έργο, αυτό σημαίνει συνεχή
περιπλάνηση. Αν με ρωτήσετε πόσα έργα έχω γράψει, θα σας απαντήσω: προσπαθώ να
γράψω «ένα». Εννοώντας φυσικά πως τα «πολλά» δεν είναι παρά επεισόδια μόνον
ενός ταξιδιού που δεν τελειώνει.
Αναφέρατε τον Οδυσσέα, μήπως το κάνατε
επίτηδες; Συμβαίνει να έχω γράψει το έργο Οδυσσέα γύρισε σπίτι, το έργο Ο
αόρατος θίασος, που και πάλι έχει κεντρικό ήρωα έναν Οδυσσέα, κάτι που μόνον
εγώ το ξέρω, και επίσης το έργο «Η τελευταία πράξη, πάλι με ήρωα τον Οδυσσέα,
εμφανώς αυτή την φορά. Το παράδοξο, αν θέλετε, είναι πώς ξανά με απασχολεί ένα
άλλο έργο με τα γνωρίσματα του Οδυσσέα.
Ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο. Πιστεύω
όμως πώς κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του έναν Οδυσσέα κι ίσως γι’ αυτό επί
χιλιάδες χρόνια το συγκεκριμένο πρόσωπο- σύμβολο να μας απασχολεί τόσο συχνά
και τόσο έντονα. Ας ξαναγυρίσουμε στο συγγραφέα: Ο συγγραφέας είναι
περιπλανώμενος και με την περιπλάνησή του από έργο σε έργο αναζητά πριν απ’ όλα
τον εαυτόν του. Δηλαδή την ψυχή του.
-Σήμερα που η υποκρισία και ο
φαρισαϊσμός, η ευτέλεια και η βαρβαρότητα μας κυκλώνουν τόσο πολύ, πώς μπορεί ο
άνθρωπος να σώσει την αξιοπρέπειά του, να μη χαθείς τη χοάνη της
παγκοσμιοποίησης;
Θ’ αρχίσω την απάντησή μου από την
τελευταία λέξη. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι καινούργιο. Όταν πριν από
χιλιάδες χρόνια για τους ανθρώπους της Μεσογείου η θάλασσα αυτή ήταν όλος ο
κόσμος, ταξίδευαν με κίνδυνο της ζωής τους από την μιαν άκρη στην άλλη για ν’
ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Μαζί αυτόματα αντάλλασσαν τη νοοτροπία και τον
πολιτισμό τους. Ήταν ήδη μια μορφή παγκοσμιοποίησης. Τέτοιες μορφές
παγκοσμιοποίησης συντελέστηκαν με τη μεγάλη έξοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, με τη
Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Pax
Romana, το δρόμο του μεταξιού, την ανακάλυψη της
Αμερικής κ.λπ. Το πρόβλημα με την παγκοσμιοποίηση σήμερα είναι τι είδους χρήση
κάνουμε αυτής της πρωτοφανούς δυνατότητας επικοινωνίας των λαών. Αν αυτό, αντί
να είναι για το καλό όλων, γίνεται εργαλείο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, τότε
φυσικά η παγκοσμιοποίηση γίνεται κατάρα. Ποια είναι η σωτηρία; Να πάψουμε να
χρησιμοποιούμε την παγκοσμιοποίηση για δημιουργία ανισότητας και έχθρας ανάμεσα
στους δυνατούς και τους αδύνατους.
Οι πολύ ταραγμένες ημέρες που περνάμε
αυτόν τον καιρό είναι η έκρηξη αυτού του
ηφαιστείου που έχουμε δημιουργήσει από την ανικανότητά μας να αντιληφθούμε πως
μια τέτοια χρήση της παγκοσμιοποίησης οδηγεί σε μια παγκόσμια αυτοκτονία.
-Αν είχατε τη δυνατότητα να εκπληρωθεί
μία επιθυμία σας από μια μυστική, ανώτερη δύναμη, τι θα ζητούσατε;
Είμαι πατέρας και παππούς. Θα ζητούσα
ένα μέλλον του κόσμου που τα παιδιά μου, η εγγονή μου και όλοι οι δικοί μου,
και φυσικά όλοι οι συνάνθρωποί μου, να ζήσουν ειρηνικά και καλά. Είναι αυτό που
θα ζητούσα και είναι ό,τι περισσότερο και πολυτιμότερο.
Σας ευχαριστώ.
Περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ τεύχος 518/Μάϊος 2011.
Ιάκωβος Καμπανέλλης Ο άνθρωπος.
Ελάχιστα σχετικά
Συμπληρώθηκαν
δεκαπέντε χρόνια από την απώλεια του σημαντικότερου νεοέλληνα θεατρικού
συγγραφέα του σύγχρονου, μεταπολεμικού Ελληνικού Θεάτρου, του Ιάκωβου
Καμπανέλλη (Νάξος 2/12/1921- Αθήνα 29/3/2011). Στην μνήμη του αφιερώνουμε ένα
ακόμα σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Ξαναπιάνοντας στα χέρια μας τόμους των
Θεατρικών του Απάντων και διαβάζοντάς τους, ενθυμούμενοι παραστάσεις θεατρικών
του έργων που είχαμε παρακολουθήσει τις προηγούμενες δεκαετίες. Σαν μία
ευχάριστη ανάπαυλα από τους σχολιασμούς μας στις εργασίες του Πλατωνιστή έλληνα
φιλόσοφου Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου και τα σχετικά βιβλία του που το διάστημα
αυτό μας απασχολούσαν. Στην δεύτερη αυτή ανάρτηση, δεν αντιγράφουμε ένα από τα
δεκάδες αξιόλογα μονόπρακτά του που παραστάθηκαν στις ελληνικές δραματικές
σκηνές, κρατικές ή ερασιτεχνικές από διάφορους θιάσους από τα χρόνια μετά την
μεταπολίτευση που σαν έφηβοι έχουμε παρακολουθήσει. Επιλέξαμε κείμενα
προσωπικού εξομολογητικού, άμεσου ενδιαφέροντος που ψυχογραφούν και σκιαγραφούν
το άτομο και την προσωπικότητα, την χαρακτηριστική ιδιοσυγκρασία και ποιότητα
του σημαντικού αυτού δασκάλου της θεατρικής τέχνης. Του ανθρωπιστή αγωνιστή
έλληνα θεατράνθρωπου που έζησε στο «κορμί του» την βαρβαρότητα των ναζιστικών
στρατοπέδων συγκέντρωσης, μια και όπως γνωρίζουμε υπήρξε κρατούμενος στο
στρατόπεδο εξόντωσης αιχμαλώτων το Μάουτχάουζεν. Κείμενα προσωπικής επαφής του
χρήσιμου αφιερώματος, τα οποία μας μιλούν για την θετική και σημαντική επίδραση
που είχε η συναναστροφή των συγγραφέων τους μαζί του. Αυτών που άκουσαν άμεσα
τις παραινέσεις και συμβουλές του, τους συνεργάτες τους, σε όσους διαισθάνθηκαν
την θερμοκρασία των λόγων του, την ποιότητα και το ήθος του σεμνού και
διακριτικού αυτού ανδρός. Ηθοποιοί, κριτικοί της λογοτεχνίας, ποιήτριες,
διευθυντές περιοδικών, εκδότριες, ιστορικοί και κριτικοί του Ελληνικού Θεάτρου,
γράφουν και θυμούνται. Καλλιτέχνες και πνευματικοί άνθρωποι του τόπου που τον
γνώρισαν από κοντά, τον συναναστράφηκαν, συνεργάστηκαν στο ανέβασμα μίας
παράστασης, τον έζησαν στις «ιδιωτικές» φιλικές τους στιγμές ως ακαδημαϊκό,
άκουσαν τα λόγια του ως δάσκαλο σε θεατρικές σχολές, ως σκηνοθέτη και
σεναριογράφο. Συνεργάτες του στο θεατρικό σανίδι, στην ελληνική ραδιοφωνία, σε
διάφορες καλλιτεχνικές επιτροπές. Μέσα από τις προσωπικές αυτές αναμνήσεις των
συμμετεχόντων στο Αφιέρωμα του «ΔΙΑΒΑΖΩ» που επιμελήθηκε ο διευθυντής του
κύριος Γιάννης Ν. Μπασκόζος ανακαλύπτουμε μία εξαιρετική πνευματική
προσωπικότητα του καιρού μας, την πατρική και στοργική του συμπεριφορά απέναντι
στις νεότερες γενιές των καλλιτεχνών και λογίων. Φανερώνεται η πλούσια και
ταλαντούχα θεατρική του κατάρτιση, ο θεατρικός παλμός της αναπνοής του, η
ειλικρινή του ευαισθησία, το αμέριστο και ειλικρινές ενδιαφέρον του για τα
πολιτικά και κοινωνικά κοινά όχι μόνο της πατρίδας του αλλά και διεθνώς. Το
άσβηστο ενδιαφέρον του για το καλό της ανθρωπότητας, τα δίκαια των λαών, την
ειρήνη, την ευημερία, την πρόοδο, την εξάλειψη των οικονομικών ανισοτήτων, τους
διαρκείς αγώνες και καθημερινές θυσίες των απλών ανθρώπων, των φτωχών και
μεροκαματιάρηδων, των εργαζομένων στις φάμπρικες στην προσπάθεια τους να
καλυτερεύσουν τις ζωές τους, να θρέψουν τις οικογένειές τους, να οικοδομήσουν
ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους. Να
υπερβούν τα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά τους κάθε στιγμή, συναντούν στο
διάβα του βίου τους, και ταυτόχρονα στους ατομικούς ηρωικούς και συλλογικούς
τους αγώνες και προσπάθειες. Βλέπουμε έναν θεατρικό συγγραφέα άμεσο, αυθεντικό,
ειλικρινή, απροσποίητο, ανθρωπιστή, έμπειρο και ευφυή, ταλαντούχο και
διαμορφωτή της σκηνικής πράξης και λόγου κάθε φορά αλλιώς ανάλογα με τις
ανάγκες της παράστασης και τις απαιτήσεις της σκηνικής παρουσίας. Έναν άνθρωπο
με μεγάλα αποθέματα ευαισθησίας, τρυφερότητας, συγκατάβασης, κατανόησης προς
τους γύρω. Τα κείμενα του αφιερώματος και η συνέντευξη που παραχωρεί στο
συνεργάτη του περιοδικού κύριο Στέλιο Λουκά, μας αποκαλύπτουν στο πώς έβλεπε,
αντιμετώπιζε ο δημιουργός αυτός την ίδια την λειτουργία του Θεάτρου εν τη
γεννέση της θεατρικής πράξης, την δράση την στιγμή που γράφεται το κείμενο, κατά
την διάρκεια προετοιμασίας της πρόβας, την αποδοχή από τους ηθοποιούς
ερμηνευτές. Πώς συμπλήρωνε ή τροποποιούσε τα θεατρικά κείμενα που έγραφε ο
ταλαντούχος Ιάκωβος Καμπανέλλης, τι αφαιρούσε, ανάλογα με τις σκηνικές αντοχές
του ηθοποιού, τις ερμηνευτικές ικανότητες των συντελεστών της παράστασης, την
ευχέρεια του λόγου τους, ακόμα και των πρώτων άμεσων αντιδράσεων του
θεατρόφιλου κοινού που παρακολουθούσε δικό του έργο, δική του σκηνοθετική
ερμηνευτική. Μια θεατρική αντίληψη σπουδαία, μία δημιουργική σύλληψη
λειτουργίας μιάς παράστασης που κρατά το πολύ δύο με τρείς ώρες και κατόπιν
ίσως και να λησμονιέται, να χάνεται στον χρόνο, και να μένει μόνο ως αίσθηση
στην μνήμη του θεατή μιάς απογευματινής ή βραδινής εξόδου ψυχαγωγίας του.
Έχουμε τα χαρακτηριστικά της σύνθεσης της προσωπικότητας ενός θεατρικού
συγγραφέα και σκηνοθέτη που φέρνει στην σκέψη μας αβίαστα τον μεγάλο
Ελισαβετιανό δραματουργό Ουίλλιαμ Σαίξπηρ που ήταν ο ίδιος συγγραφέας και
σκηνοθέτης, ηθοποιός των έργων του που παίζονταν στις πλατείες ή ανεβάζονταν σε
θεατρικές αίθουσες. Μία θεατρική κλασική παράδοση που πάει ακόμα πιο πίσω στο
χρόνο, στους αρχαίους έλληνες ποιητές δραματουργούς της αρχαίας τραγωδίας με
τον έναν υποκριτή και τα ανάλογα προσωπεία του. Στην συνέντευξή του δίνει μία
εύστοχη απάντηση στην ερώτηση στο πόσα έργα γράφει ένας συγγραφέας. Ένα είναι
το έργο στην ουσία του που σε χρονικά στάδια γράφει εν εξελίξει μας λέει. Ένα
Κείμενο (σε πολλά επεισόδια) γράφει ο δημιουργός που επανεπεξεργάζοντάς το,
φωτίζει την προσωπικότητά του, πτυχές και στιγμές της ζωής του, τις
διακυμάνσεις της ψυχής του, το πνεύμα του, τις ιδέες, τις θέσεις του, τις
αντιλήψεις και τα πιστεύω του. Ο συγγραφέας είναι ένας πολυήρωας που κάθε φορά
συγκεφαλαιώνεται στο τελευταίο βιβλίο του δημιουργού, και ο Κόσμος, ας μου
επιτραπεί ο άστοχος παραλληλισμός, ένα «πολύμπριζο εμπειριών και καταστάσεων»
που ο συγγραφέας κάθε φορά επιλέγει την ανάλογη υποδοχή συγγραφικής ενέργειας.
Το ζεύγος Κώστας Καζάκος και Τζένη Καρέζη είναι οι ηθοποιοί που με τον θίασό
τους ανέβασαν τα μεγάλα πολιτικά αντιστασιακά έργα του δημοκράτη Ιάκωβου
Καμπανέλλη. Αντιχουντικά έργα και παραστάσεις τα οποία έκαναν πάταγο όταν
παραστάθηκαν πριν και κατά την διάρκεια της δικτατορίας, σημείωσαν μεγάλη
επιτυχία, έγιναν αφορμή να εκδηλώσουν τα αντιδικτατορικά τους αισθήματα οι
Έλληνες, όπως η παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο». Είναι μάλλον το πλέον αγαπητό
έργο του θεατρόφιλου κοινού μετά την «Αυλή των Θαυμάτων» που παρουσιάστηκε από
το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το 1957. Σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν,
σκηνικά και κοστούμια του πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη και μουσική Μάνου
Χατζιδάκι. Μια θεατρική παράσταση που έρχεται να επιβραβεύσει και συνεχίσει την
επαινετική θεατρική του πορεία στον κινηματογράφο με το έργο «Η Στέλλα με τα
κίτρινα γάντια» που μετέφερε στην κινηματογραφική οθόνη ο Μιχάλης Κακογιάννης,
την γνωστή μας θρυλική «Στέλλα» με την Μελίνα Μερκούρη. Ενώ ακόμα και σήμερα
εκφράζει τον θαυμασμό του ο έλληνας κινηματογραφόφιλος βλέποντας την ταινία «Ο Δράκος»
σε σενάριο δικό του, σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου, με πρωταγωνιστή τον Ντίνο
Ηλιόπουλο. Οι κινηματογραφικές του επιτυχίες τον φέρνουν να διδάσκει το μάθημα
του κινηματογραφικού σεναρίου και της δραματικής ανάλυσης στη Σχολή
Κινηματογράφου του Λυκούργου Σταυράκου, ενώ επιτυχημένες είναι οι μεταφράσεις
του και διασκευές των ξένων έργων στις εκπομπές του στη δημόσια ραδιοφωνία.
Συνεργάζεται με τον θίασο της Κοτοπούλη, τον σκηνοθέτη Κώστα Μουσούρη, τον
Αδαμάντιο Λαιμό, τον πειραιώτη Βασίλη Διαμαντόπουλο, τον Ντίνο Δημόπουλο, τον
Κώστα Μιχαηλίδη και πολλούς άλλους καταξιωμένους σκηνοθέτες και παράγοντες της
θεατρικής σκηνής που καθιστούν το θεατρικό φαινόμενο Ιάκωβο Καμπανέλλη
αναμορφωτή της νεοελληνικής δραματουργίας, συνεχιστή της παράδοσης του
Γρηγορίου Ξενόπουλου, του Παντελή Χορν κλπ. Ανοδική είναι και η αναγνώρισή του
όταν προσκαλείται και μεταβαίνει στην Μεγαλόνησο. Μια προσπάθειά του να γυρίσει
ταινία με τη ζωή του Εθνάρχη Αρχιεπισκόπου Προέδρου Μακαρίου δεν τελεσφορεί. Η
θεατρική και σεναριογραφική του παραγωγή βρίσκεται σε άνθηση και το έργο του
μεταφράζεται και παρουσιάζεται σε σκηνές του εξωτερικού. Γράφει τραγούδια και
στίχους για τις θεατρικές του παραστάσεις που επενδύουν μουσικά οι
σημαντικότεροι έλληνες μουσικοσυνθέτες. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις,
Σταύρος Ξαρχάκος, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιάννης Σπανός, Σταμάτης Κραουνάκης,
Γιάννης Μαρκόπουλος και άλλοι. Γράφει ποιήματα και τα αφιερώνει στον Μίκη
Θεοδωράκη «Απόψε» «Στον Μίκη και τους φίλους του με συγκίνηση». Και ποιος δεν
τραγούδησε και εξακολουθεί να τραγουδά το «Άσμα Ασμάτων» από τον δίσκο
«Μάουτχάουζεν» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη με την φωνή της Μαρίας Φαραντούρη. Ο
τραγουδιστής Σταμάτης Κόκοτας ερμηνεύει το τραγούδι του «Αφιέρωμα στον Μάνο»
τον φίλο και συνεργάτη του Μάνο Χατζιδάκι που μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος.
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟ
Το κυπαρίσσι το ψηλό
το χάρτινο φεγγάρι
κι ο κυρ Αντώνης μοναχός,
δική σου η ζωγραφιά.
Τραγούδια πήρε η γειτονιά
κι οι δρόμοι τα όνειρά του,
κοπέλες μ’ άσπρα σεργιανούν
κι αγόρια με φτερά.
Το φίδι στην κρυφή σπηλιά
κι η Τρώισσα στο μπαλκόνι,
λευκή αχιβάδα στο γιαλό,
σημάδια μυστικά.
Ποια παραμύθια περπατάς,
ποια μάνα σε ταϊζει
αλάτι, μέλι και ψωμί
κι αθάνατο νερό;
Να
υπενθυμίσουμε ότι στον δίσκο του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι «Το
Παραμύθι χωρίς Όνομα» τους στίχους έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, ενώ την
ερμηνεία είχε ο Λάκης Παππάς με την αισθαντική φωνή. Πόσες φορές δεν σιγοψιθυρίζουμε
ακόμα το «Τραγούδι της Ντροπής (Μανούλα μου), τους στίχους «Του Γέρου Ναύτη»
(Ναύτη, Γέρο- Ναύτη). Το «Ερωτικό» (Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι)
Ρίχνω την καρδιά μου στο πηγάδι
να γενεί νερό να ξεδιψάσεις.
Σπέρνω την καρδιά μου στο λιβάνι
να γενεί ψωμάκι να χορτάσεις.
Στη φωτιά τη ρίχνω την καρδιά μου
τα χεράκια σου έλα να ζεστάνεις,
Στον αγέρα δίνω την καρδιά μου
να γενεί δροσούλα ν’ ανασάνεις.
Ή το χιλιοτραγουδισμένο «Ο Έκτορας και
η Ανδρομάχη». Στίχοι ερωτικοί που τους συνοδεύουν στα ουράνια φωνές αγγέλων,
ερωτευμένων ψυχών που φτερουγίζουν μέσα στα όνειρα, ουράνιες ευαισθησίες και
συναισθήματα άσπιλα. Φωταγωγά Οράματα
ποιητών μιάς άλλης εποχής και ατμόσφαιρας.
Ο γνωστός μας ηθοποιός και πρώην βουλευτής Κώστας Καζάκος στο δικό του
κείμενο προβαίνει σε μία παρατήρηση που στεριώνει τις θέσεις μας για τον
θρησκευτικό, χριστιανικό παλμό που χτυπά στα έργα του Νάξιου δραματουργού.
Γράφει ότι ο Καμπανέλλης ήταν θρήσκος και μάλιστα κάπως «συντηρητικός» αν και
όταν ασχολιόταν με το Θέατρο γίνονταν επαναστατική η φωνή του. Και πραγματικά,
δεν είναι απλά πλούσια σε ανθρωπιστικά στοιχεία η γλαφυρή γραφή του, τα πλεονάζοντα
φιλολαϊκά ερεθίσματα που υπερτερούν σε κάθε σχεδόν θεατρικό του έργο. Πολυπρόσωπες
σκηνές, οι κοινωνικών προσανατολισμών φωτισμοί του και τα μηνύματα που πηγάζουν
από αυτούς, τα εμφανή σημάδια των πολιτικών του αναφορών και υποδηλώσεων. Σε
αρκετά από τα έργα του-τα θαυμάσια δομημένα μονόπρακτά του-, αναγνωρίζουμε
ψυχογραφικά σημεία και καταστάσεις χριστιανικών αντιλήψεων. Ένας λόγος περί
ανθρώπινης κοινωνικοποίησης μέσα από ενεργές κοινότητες ανθρώπων και τις
ποικίλες δράσεις τους στο πεδίο της ζωής, όχι του θρησκευτικού πιστεύω της
παράδοσης, αλλά με την ευρύτερη έννοια του όρου «αριστερής τους» συνείδησης και
κοινωνικής αγωνιστικότητας. Είναι οι εξαιρετικές περιπτώσεις που το άτομο
λειτουργεί για το καλό και την σωτηρία της ομάδας, γίνεται θυσιαστικό σύμβολο,
αγωνιστικό παράδειγμα, πρότυπο ηρωισμού για το σύνολο της κοινωνίας, λειτουργεί
και πράττει ηρωικά για το καλό του λαού του της πατρίδας του της ανθρωπότητας.
Κάπου στις απαντήσεις του μιλά ότι τον ενδιαφέρει θεατρικά όχι η περίπτωση, το
μεμονωμένο πρόβλημα του ενός αλλά του συνόλου. Ένα είδος θεατρικής μετοχής
ολόκληρης της κοινότητας που συνδιαμορφώνει την παράσταση και το κείμενό της
και συνδιαμορφώνεται από αυτήν, την ίδια στιγμή που παρασταίνονται τα τραγικά
γεγονότα. Μετοχή ηρώων, ηθοποιών, συγγραφέα, κειμένου και θεατών μαζί σαν λαός
του Θεού Διονύσου. Η ανθρωπότητα όχι ως άτομο, όχι ως μάζα αλλά ως κοινωνία
ελεύθερων ισότιμων μεταξύ τους ανθρώπων μέσα στην Ιστορία την ώρα που
συντελείται η πολιτική πράξη πάνω στο σανίδι. Γιατί το Θέατρο του Ιάκωβου
Καμπανέλλη είναι πολιτικό θέατρο έτσι όπως το όρισε η θεωρητική Μπρεχτική
θεώρηση πέρα από τους επιμέρους θεατρικούς πειραματισμούς και προθέσεις των
διαφόρων θεατρικών συγγραφέων της παγκόσμιας σκηνικής περιπέτειας. Όποιος έτυχε
να παρακολουθήσει τουλάχιστον πάνω από δύο-τρία έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη
έμεινε ευχαριστημένος, δεν μετάνιωσε ακόμα και αν η σκηνοθετική εκδοχή δεν
αντιπροσώπευε ως όφειλε τις θεατρικές σκηνοθετικές οδηγίες του Καμπανέλλη. Αν
έχει διαβάσει έστω και έναν τόμο των θεατρικών του Απάντων, θα κλείσει το
βιβλίο με θετικές σκέψεις και προβληματισμούς και ας μην έχει ιδέα πώς δομείται
ένα θεατρικό έργο, πώς γράφεται και που αποσκοπεί. Το Θέατρο του Ιάκωβου
Καμπανέλλη έχει μία αμεσότητα, σε κεντρίζει αμέσως είτε το παρακολουθείς πάνω
στην θεατρική σκηνή είτε το ακούς στο ραδιόφωνο είτε το βαστάς στα χέρια σου
και το διαβάζεις και σκηνοθετείς τις πράξεις του με την φαντασία σου.
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έχει αφομοιώσει
ως δραματουργός τα πλέον εύκαρπα στοιχεία της παράδοσης, τα πλέον γόνιμα
συστατικά του ελληνικού θεάτρου από την αρχαιότητα μέχρι των ημερών μας και
παράλληλα της θεατρικής παράδοσης της ευρωπαϊκής δραματουργίας. Αξιοπρόσεκτη
και πρωτότυπη, πρωτοποριακή η πολυστρωματική γραφή του, σε αρμονική αλληλουχία
προβάλλουν οι διακειμενικοί του κόμβοι και τα στιγμιότυπα, οι εκλεκτικές του
συγγένειες και αναφορές στην ελληνική και παγκόσμια δραματουργία. Η μαγεία της
θεατρικής του τέχνης φαίνεται στην ευστοχία και την ωριμότητα της μετάπλασης
όχι μόνο των αρχαίων μύθων αλλά και της νεότερης ιστορίας, γεγονότων και πώς
υφαίνει τα μυθολογικά ή σύγχρονων εποχών δεδομένα και καταστάσεις με συμβάντα
της παρούσης στιγμής, μοτίβα των σύγχρονων πολιτικών καιρών μας. Αυτές οι
καταπληκτικές συζεύξεις του παρελθόντος και παρόντος, της κοινής Μοίρας των
ανθρώπων και της φιλάνθρωπης προστασίας μίας όχι μεταφυσικής δύναμης αλλά μιάς
ανθρώπινης αγωνιστικότητας για ένα καλύτερο αύριο. Μιάς δύναμης όμως που δεν
ποδηγετεί τις ανθρώπινες δυνατότητες αλλά βασίζεται στα ανθρώπινα μέτρα και αντοχές.
Γράφει:
[ΚΥΡΙΕ, ΚΥΡΙΕ]
Κύριε, Κύριε,
αν υπάρχεις
έλα κοντά μου
αυτή την ώρα
ώρα της κρίσης
ώρα των όλων
άγγελοι περπατούν στη στέγη
ο αρχάγγελος
πίσω απ' την πόρτα
μετρά τούς χτύπους
της καρδιάς μου.
Κύριε της μνήμης
και της λήθης,
ταμία της πλάνης, της μετάνοιας
του γελοίου,
του πόνου που γελάει,
της χαράς που κλαίει,
ήλιε επί δικαίους και αδίκους
[έλα κοντά μου].
Από το βιβλίο Ιάκωβος Καμπανέλλης, Άκουσε τη φωνή μου κι έλα. τραγούδια και ποιήματα. φροντίδα Θάνος Φωσκαρίνης- Κατερίνα Ι. Καμπανέλλης, εκδ. Κέδρος 2020, σ.226
Το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι
ίσως το μόνο μέσα στην ιστορία της ελληνικής δραματουργίας που κυοφορείται
έντονα και ξεκάθαρα με τα συμπλεκτικά συστατικά της Ελληνικότητας στην διαδρομή
της ελληνικής παράδοσης και ιστορίας. Ο Ελληνισμός, όχι ως εθνικισμός έναντι
της «βαρβαρότητας» των αλλόδοξων άλλων λαών, αλλά ως πανανθρώπινη αξία και
πολιτιστική προσφορά στις οικουμενικές του διαστάσεις, εξακτινώσεις,
αναμετρήσεις και έργα δημιουργικής του παραγωγής. Ο Ελληνισμός ως διαρκή
μεσιτεία μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος ως παρών, και αυτό μας το
υπενθυμίζει διαρκώς ο λόγος του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ακόμα και στα τραυματικά
του στιγμιότυπα που προέρχονται από τις δύστοκες και άγριες περιπέτειες του
βίου του ως έγκλειστου στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα εφηβικά του χρόνια δεν
χάνει το θάρρος του. Στέκεται ορθός και ατενίζει το μέλλον με αγωνιστικό
κουράγιο. Οι χαραμάδες σαρκασμού και διακωμώδησης διακρίνονται στην γραφή του,
στα σκετς του, στα σενάρια των ταινιών του. Γιατί το φριχτό και σκοτεινό
παράδοξο που λέγεται ζωή και η κάθε φορά διαφορετικών προδιαγραφών περιπέτειά
της συνδιαμορφώνεται από τον συγγραφέα, το κείμενο και τους ηθοποιούς που το
ερμηνεύουν και εμάς τους θεατές.
Και μία προσωπική εκτίμηση για το περιοδικό «ΔΙΑΒΑΖΩ». Το λογοτεχνικό
αυτό περιοδικό υπήρξε για τους φιλαναγνώστες και βιβλιοφάγους της
μεταπολίτευσης, τους συγγραφείς και κριτικούς, ότι υπήρξε η «Διάπλαση των
Παίδων» για τις προπολεμικές γενιές. Αν είχαμε την τύχη και την χαρά να
συναντήσουμε έναν μεγάλης ηλικίας συγγραφέα αυτών των γενεών, μας έλεγαν πάντα
με καμάρι ότι «είμαστε Διαπλασόπουλα». Το ίδιο θα τολμούσα να έγραφα και για
τις νεότερες μεταπολιτευτικές γενιές μετά το 1974, των νέων ηλικιών αγοριών και
κοριτσιών που ασχολούνταν με την λογοτεχνία και τα γράμματα. Είμαστε και εμείς
«Διαβαζόπουλα». Ας ακούγεται κακόηχα η λέξη, είμαστε παιδιά του «Διαβάζω» και
δεν είναι ντροπή να το λέμε. Και είναι ευχάριστο να μαθαίνεις ότι στην ιδέα
ενός περιοδικού για βιβλία όπως το «ΔΙΑΒΑΖΩ» συνέβαλε με τις παροτρύνσεις του
και τις συμβουλές του ο Ιάκωβος Καμπανέλλης όπως μας λέει στο συμμετοχικό του
κείμενο ένας από τους διευθυντές του περιοδικού, ο ηθοποιός κύριος Γιώργος
Γαλάντης.
Ας
κλείσουμε το δεύτερο μακροσκελές αυτό σημείωμα στη μνήμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη
με μερικά τραγούδια και στίχους του όπως τους μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και
ο Μάνος Χατζιδάκις.
ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΗ
(ΝΑΥΤΗ, ΓΕΡΟ ΝΑΥΤΗ)
Άσπρο περιστέρι,
πάρε τα όνειρά μου
κι άμε στην ευχή.
Ναύτη, γέρο ναύτη,
σάπιο είμαι καράβι
με μισό κουπί.
Άσπρο περιστέρι,
μ’ ασημένιο ξάρτι
και χρυσό κουπί,
τις ελπίδες μου όλες
φόρτωσα σε σένα
κι ώρα σου καλή,
κι άμε στην ευχή.
Μουσική Μάνος Χατζιδάκις, Ερμηνεία
Λάκης Παππάς, Στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης.
ΕΡΓΑΤΙΚΟ
(ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ)
Απ’ το πρωί μες στη βροχή
και μέσα στο λιοπύρι
για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι
και δόξα τω Θεώ.
Πέτρα στην πέτρα ολημερίς
χτίζω και δε σε φτάνω.
Ήλιε μου, πόσο είσαι πάνω
και δόξα τω Θεώ.
Παράθυρο για τ’ όνειρο
κι αυλή για το σεργιάνι
ο ίσκιο σου να μη σε χάνει
και δόξα τω Θεώ.
Κάνω τη στέγη από γυαλί
με τ’ άστρα να κοιμάσαι,
αφέντη μου, να με θυμάσαι
και δόξα τω Θεώ.
Μουσική Μίκης Θεοδωράκης, Ερμηνευτής
Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Στίχοι Ιάκωβος Καμπανέλλης.
Και ένα ακόμη από «Το Μεγάλο μας
Τσίρκο» σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και ερμηνεία Νίκου Ξυλούρη
ΟΙ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΙΑΝΟΙ
Τι σιρόπιον ο έρως
τι φυτόν αειθαλές
είθε κι όταν είμαι γέρος
να μου είναι προσφιλές.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
(Νοέμβριος 2025- Μάρτιος 2026)
29 Μαρτίου 2026
ΥΓ. Ανακοινώθηκε στις ειδήσεις των
7.45 η είδηση του θανάτου της μεγάλης Κυρίας του ελληνικού τραγουδιού της
ΜΑΡΙΝΕΛΛΑΣ. Στην μελλοντική πάντα παρούσα μνήμη της το ποίημα του Ιάκωβου
Καμπανέλλη
Ο χρόνος
στης ψυχής σου
το άυλο χέρι
ας αποθέσει
της Εδώμ
το κρίνο
ολόφεγγο
της ευτυχίας
τ’ αστέρι.