Ο
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΧΡΟΝΟΣ
Ή τα ΚΑΛΑΝΤΑΡΙΑ της Νέας Χρονιάς
2 0 2 6
Ποιήματα «υφαίνειν
συντόνως τεθηγμένους εργώδες εστίν….». άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
-Η Ποίηση
αναδύεται σαν τις πυγολαμπίδες απ’ τον ωκεανό του Χρόνου.
-Η Ποίηση ρόδα
ποδηλάτη που τρέχει στους ρυθμούς του Χρόνου.
-Η Ποίηση
κρύβει την Ομορφιά της όπως η Ζωή την Σοφία της.
-Η Ποίηση
δεν έχει σύνορα γι’ αυτό μεταφράζεται.
-Η Ποίηση
είναι μία αλληλουχία
αισθήσεων
και παραισθήσεων
αντανακλάσεων
των αισθημάτων
του Χρόνου που
ρέει.
-Η Ποίηση
φλυαρεί με την Σιωπή της, ο Ποιητής (Άνθρωπος) με τις λέξεις που τον επέλεξαν
στην επιλογή του.
-Η Ποίηση
είναι η Μοναξιά που γίνεται Τραγούδι.
-Ο Ποιητής
«ποιείν μύθους» της «ασώπαστης θλίψης» της ψυχής μας.
«Χτύπα δοξάρι μου και
χτίζε,
ο κόσμος γίνεται από
μένα
μέσα στα χέρια μου τα
δυό…»
Κωστής Παλαμάς
-Οι στίχοι
μου σκορπίζονται σαν άχυρα
στους πέντε
ανέμους
φωσφορίζουν
σαν κόκκοι άμμου
σε μιά
λάμπουσα έρημο.
--
-Αφρισμένα
κύματα
οι στίχοι
μου
εξωτικά
πουλιά
στοιχειά
κρυμμένα
στα ερείπια
μιάς χαμένης
Ουτοπίας
Ήχοι
πένθιμοι
μελαγχολικοί
στον
αστερισμό της Νεφελοκοκκυγίας
--
Αυγή της Ποίησης
Νύχτα του Χρόνου.
--
Χάραμα της Ποίησης
Καφενείο της
Ζωής.
--
Κόψε μιά φέτα
ψωμί
Μοίρασέ την
Και να η Ποίηση
του Κόσμου.
--
Ένας καημός
η Ποίηση
Ένα Άχ! της γλώσσας.
--
Χαράζει ο Ουρανός
τα χρώματά
του
αχνοφαίνεται
η Ποίηση
στα ανθάκια
των λεμονιών.
--
Στην αμάχη Θεών
και Ανθρώπων
διαιτητής ο Ραψωδός
Όμηρος.
«…. τον ποιητήν δέοι είπερ μέλλοι Ποιητής
είναι, ποιείν μύθους….»
μας λέγει ο
θείος Πλάτων
και ο Θεός
καλύφθηκε
από τις Νεφέλες
του.
γ. χ. μ.
--
ΟΙ
ΚΥΚΝΟΙ
Έτσι δα οι
κύκνοι
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Με σύμφωνον
αχό τιό τίξ
Τίο τίο τίξ
Ύμνον υφάναν
στον Από…
Ύμνον υφάναν
στον Απόλλωνα
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Παίζοντας με
τα φτερά τους
Καθιστοί
στην όχθη του Έβρου
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Πέρασε η βοή
το άσπρο σύννεφο
Και φωλιάσαν
τα πουλιά
Πέρασε η βοή
το άσπρο σύννεφο
Και φωλιάσαν
τα πουλιά
Και μερώσανε
τ’ αγρίμια
Και φωλιάσαν
τα πουλιά
Σμίξανε τα
κύματα
Στη γαλήνια
νύχτα
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Και θαμπώσαν
οι Θεοί
Και
τραγούδησαν μαζί
Με τη Μούσα
και τις Χάρες
Πάνω σε
γλυκό σκοπό
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Τιό τιό τιό
τίξ
Τίο τίο τίξ
Από την
θρυλική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν 1959, «ΟΡΝΙΘΕΣ», σκηνικά
κουστούμια Γιάννη Τσαρούχη σε μουσική του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι
και την μελωδική φωνή του Γιώργου Μούτσιου.
--
ΛΗΘΗ
Καλότυχοι οι
νεκροί, που λησμονάνε
Την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση
Ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,
Μην τους
κλαίς, ο καϋμός σου όσος και νάναι!
Τέτοιαν ώρα
οι ψυχές διψούν και πάνε
Σ’ της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση’
Μά βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,
Ά στάξη γι’
αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.
Κι’ αν πιούν
θολό νερό, ξαναθυμούνται,
Διαβαίνουν λειβάδι’ απ΄ασφοδήλι,
Πόνους
παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.
Ά δε μπορής παρά να κλαίς το δείλι,
Τους
ζωντανούς τα μάτια σου άς θρηνήσουν’.
Θέλουν –μά
δε βολεί να λησμονήσουν.
ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ
--
ΥΠΑΡΧΕΙΣ
ΕΣΥ
Κάθε φορά
που παίρνει άλλο δρόμο η ανακούφιση
και ξεχνά
την καρδιά μου
απλώνω τα
χέρια μου και σ’ αγκαλιάζω.
Όταν ο
κάμπος που ονειρεύτηκε το βλέμμα μου
δέν έχει
χρώμα κι’ ήλιο και χαμόγελο
απλώνω τα
χέρια μου και σ’ αγκαλιάζω.
Κι’ όταν τα
φώτα που ανάβει στον αφρό της η θάλασσα
βουλιάζουνε
μόλις η βάρκα μου σιμώσει
απλώνω τα
χέρια μου και σ’ αγκαλιάζω.
Ναί, Ποίηση,
σ’ αγκαλιάζω.
ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ
--
ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ
‘Ηρθε απ’
την Πόλη νιός πραματευτής
με διαλεχτή
πραμάτεια,
μ’ ασημικά
και χρυσικά
και με γλυκά
και μαύρα μάτια.
Κι οι νιές
ποθοπλαντάζουν του χωριού
στις πόρτες
και στα παρεθύρια,
κι οι παντρεμένες
ξενυχτάν
για τα
σμιχτά γραφτά του φρύδια.
Τρίζωστη
ζώνη ολόχρυση φορεί
σε δαχτυλίδι
μέση,
και πιά η
ωραία η Χήρα δε βαστά:
-Πραματευτή,
πολύ μ’ αρέσει
η ζώνη που
φορείς κι ό,τι να πεις
σου τάζω κι
άλλα τόσα…
-Δεν την
πουλώ με ουδέ φλουριά
με ουδ’ όσα
κι άλλα τόσα γρόσα’
έτσι, ωραία,
ωραία-πώς να σε πώ,
ρόδο ή
κρίνο;
ένα μου
κόστισε φιλί
κι όπου εύρω
δυό τη δίνω…
-Σύρε ταχιά
στην Ώρια τη σπηλιά,
πραματευτή
με τα ώρια μάτια,
και κεί σου
φέρνω την τιμή
και παίρνω
την πραμάτεια.
Τραβάει
ταχιά στην ‘Ώρια τη σπηλιά
και στου
μεσημεριού τη στάλα
φτάνει στην
Ώρια τη σπηλιά
σε μούλα
χρυσοκάπουλη καβάλλα.
Δένει τη
μούλα στην ξυνομηλιά
πού ησκιώνει
εμπρός στο σπήλιο,
στα μάτια
του που τον πλανάν
βάζει συχνά
το χέρι αντήλιο
και τρώει
και τρώει τη στράτα του χωριού,
δε φαίνεται
κι ουδέ γρικιέται
και μπαίνει
μέσα στη σπηλιά
κι
αποκοιμιέται…
Μέσα στη
στοιχειωμένη τη σπηλιά
που
αποσταμένος γέρνει,
ύπνος τις
φέρνει, ύπνος τις παίρνει:
Νεράϊδες
περδικόστηθες στητές
και
μαρμαροτραχήλες,
ανήσκιωτα
κορμιά, αδειανά
διανέματα κι
ανατριχίλες,
στις
κομπωτές πλεξούδες των φορούν
νεραϊδογνέματα
και πολυτρίχια
κι έχουνε
κρίνους δάχτυλα
κι έχουν
ροδόφυλλα για νύχια
κι έχουνε
χρυσομέταξα μαλλιά
κι
ελιόμαυρες λαμπήθρες
-τέτοιες με
μέλι σύγκερο μεστές
οι Υβλαίες
κερήθρες-
Και μιά, η
Εξωτέρα η Παγανή,
παγάνα του
θανάτου,
χτυπάει το
νιό πραματευτή
και παίρνει
τα συλλοϊκά του.
Τώρα στη
χώρα ο νιός πραματευτής
κλαίει και
λέει πάλι εκείνο:
-Ένα μου
κόστισε φιλί
κι όπου έυρω
δυό τη δίνω
τη ζώνη
πόπλεξε η καλή- ώ ένα φιλί,
η αρρεβωνιαστικιά
μου,
με πλάνεσε
μιά ξωτικιά στην ξενιτειά
και πήρε τα
συλλοϊκά μου!
ΓΙΑΝΝΗΣ
ΓΡΥΠΑΡΗΣ
--
ΤΟ
ΠΟΙΗΜΑ
Μόνο το χέρι
του ποιητή
άν έρθει η
ώρα της καρδιάς
καταγράφει
ωδίνες τοκετού
τη γέννηση
της ομορφιάς.
Οι άλλοι
βλέπουν μόνο ένα ποίημα.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ
ΜΑΪΝΑΣ
--
ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ
Τον έπαινο
του κόσμου δε ζητούμε,
δε γράφουμε
για δόξα περιττή,
μέσα στα
στήθη μαύρα ηφαίστεια κλειούμε
και στη φωνή
μας σειέται, ανάφτει η γη.
Στ’ αγκάθια
ματωμένοι περπατούμε’
δάση, βουνά
περνούμε στη στιγμή’
να πλάσουμε
νέον κόσμο επιθυμούμε
γιατί εδώ
ζούνε αχάριστοι, δειλοί.
Στη λύπη μας
κανένας δε δακρύζει
και δεν
ξέρουν τί κλειούμε στην καρδιά’
τες πληγές
μας μονάχα η γη γνωρίζει.
Μεγάλοι
βασιλείς στη δυστυχιά,
τη λύπη που
σκληρά μας βασανίζει
κάνουμε
ευθύς αχτίδες να σκορπά.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ
ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ
--
ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Στίχοι
στεγνοί λοιπόν
χωρίς
επίθετα χωρίς στολίδια.
Στεγνοί και
σιτεμένοι.
Στο
κάτω-κάτω
Ένα δάχτυλο
στο φιλιατρό
ή στη σκανδάλη
δεν είναι
παρά ένα
δάχτυλο.
Στο φιλιατρό
ή στη σκανδάλη
το δάχτυλο
παραμένει δάχτυλο.
Η εικόνα
μόνο
Αλλάζει.
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ
--
ΚΕΡΙΑ
Του
μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μιά σειρά
κεράκια αναμένα-
χρυσά,
ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες
μέρες πίσω μένουν,
μιά θλιβερή
γραμμή κεριών σβυσμένων’
τα πιό κοντά
βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά,
λυωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να
τα βλέπω’ με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί
το πρώτο φώς των να θυμούμαι.
Εμπρός
κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να
γυρίσω να μή διώ και φρίξω
τί γρήγορα
που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα
πού τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
--
ΤΑ
ΚΑΛΑΝΤΑ
Αυτά δεν
ήταν κάλαντα.
Σα ν’
ακονίζαν μαχαίρια,
σα ν’
ανοιγοκλείναν ψαλίδια.
Κι οι φωνές
των παιδιών
είχανε το
λαχάνιασμα και την ανυπο-
μονησία,
δασκαλεμένες
από κηδείες και γάμους,
που
τελειώνουν κι αρχίζουνε σε δευτε-
ρόλεπτα.
Κι εμείς, μ’
ένα μαχαίρι στην καρδιά,
προσμέναμε
το Χριστό να γεννηθεί
σιγοπεθαίνοντας,
γέρνοντας σε
μια λίμνη αίμα.
Χρόνια και
χρόνια.
Κι ακόμα τον
προσμένουμε.
ΚΩΣΤΑΣ
ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ
--
ΜΗ ΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΠΙΑ΄
Μου έλεγε:
μη γράφεις στίχους πιά.
Να ζήσουμε
την ποίηση
στη σιωπή
μάρμαρα από
τη νυχτερινή μας πάλη
φαγωμένα
οι λέξεις
ανασταίνονται.
Ξέχειλος ο
κόσμος στίχους
από
πληγιασμένα χείλη
περνούνε τα
νερά της ποίησης
μολύνονται.
Του χρόνου
την πικρή
στάχτη γεννούν
του έρωτα
των σωμάτων στρωμνή.
Άς
βυθιστούμε σιωπηλοί
πλάσματα
ξένα του κόσμου
που
φθείρεται
στα μέλη μας
ανιχνεύοντας
κρυμμένες
λέξεις
ώσπου να
πήξουν οι φθόγγοι
στην έσχατη
κραυγή.
ΚΩΣΤΑΣ
Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ
--
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ
Μικρός
κοχλάδια μάζευα
σ’ ερημικό
ακρογιάλι,
γέρος γυρεύω
ανάμνησες
για τ’ άδειο
μου ανθογυάλι.
ΤΙΜΟΣ
ΜΑΛΑΝΟΣ
--
[ΧΙΙ]
Έλα να
ξεχαστούμε στα τραγούδια.
Έλα να πούμε
ό,τι ελησμονήθη.
Σε
αραχνιασμένα χρόνια, που δεν ήρθανε,
έλα να
ζήσουμε σαν παραμύθι.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ
--
-Κόσμος και
Ζωή είναι ένα και το αυτό.
-Δεν έχουμε
συνείδηση της απερίγραπτης ποικιλίας των καθημερινών γλωσσικών παιχνιδιών,
γιατί τα ρούχα που τους φοράει η γλώσσα τα κάνουν όλα να μοιάζουν μεταξύ τους.
LUDWIG WITTGENSTEIN μετάφρ: Κωστής Μ. Κωβαίος.
«….Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να τα πούμε….».
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026
ΥΓ. Ενδιαφέρουσα η σειρά της ΕΡΤ-3 ΣΩΚΡΑΤΗΣ και ΚΟΜΦΟΥΚΙΟΣ και της σχέσης μεταξύ της φιλοσοφίας τους.