Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΧΡΟΝΟΣ

 

Ο  ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ  ΧΡΟΝΟΣ

Ή τα ΚΑΛΑΝΤΑΡΙΑ της Νέας Χρονιάς

         2 0 2 6

         Ποιήματα «υφαίνειν συντόνως τεθηγμένους εργώδες εστίν….». άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

-Η Ποίηση αναδύεται σαν τις πυγολαμπίδες απ’ τον ωκεανό του Χρόνου.

-Η Ποίηση ρόδα ποδηλάτη που τρέχει στους ρυθμούς του Χρόνου.

-Η Ποίηση κρύβει την Ομορφιά της όπως η Ζωή την Σοφία της.

-Η Ποίηση δεν έχει σύνορα γι’ αυτό μεταφράζεται.

-Η Ποίηση είναι μία αλληλουχία

αισθήσεων και παραισθήσεων

αντανακλάσεων των αισθημάτων

του Χρόνου που ρέει.

-Η Ποίηση φλυαρεί με την Σιωπή της, ο Ποιητής (Άνθρωπος) με τις λέξεις που τον επέλεξαν στην επιλογή του.

-Η Ποίηση είναι η Μοναξιά που γίνεται Τραγούδι.

-Ο Ποιητής «ποιείν μύθους» της «ασώπαστης θλίψης» της ψυχής μας.

«Χτύπα δοξάρι μου και χτίζε,

ο κόσμος γίνεται από μένα

μέσα στα χέρια μου τα δυό…»

                  Κωστής Παλαμάς

-Οι στίχοι μου σκορπίζονται σαν άχυρα

στους πέντε ανέμους

φωσφορίζουν σαν κόκκοι άμμου

σε μιά λάμπουσα έρημο.

        --

-Αφρισμένα κύματα

οι στίχοι μου

εξωτικά πουλιά

στοιχειά κρυμμένα

στα ερείπια

μιάς χαμένης Ουτοπίας

Ήχοι πένθιμοι

μελαγχολικοί

στον αστερισμό της Νεφελοκοκκυγίας

--

Αυγή της Ποίησης

Νύχτα του Χρόνου.

--

Χάραμα της Ποίησης

Καφενείο της Ζωής.

--

Κόψε μιά φέτα ψωμί

Μοίρασέ την

Και να η Ποίηση

του Κόσμου.

--

Ένας καημός η Ποίηση

Ένα Άχ! της γλώσσας.

--

Χαράζει ο Ουρανός

τα χρώματά του

αχνοφαίνεται η Ποίηση

στα ανθάκια των λεμονιών.

--

Στην αμάχη Θεών και Ανθρώπων

διαιτητής ο Ραψωδός Όμηρος.

«…. τον ποιητήν δέοι είπερ μέλλοι Ποιητής είναι, ποιείν μύθους….»

μας λέγει ο θείος Πλάτων

και ο Θεός

καλύφθηκε

από τις Νεφέλες του.  

        γ. χ. μ.

--

     ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ

Έτσι δα οι κύκνοι

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Με σύμφωνον αχό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Ύμνον υφάναν στον Από…

Ύμνον υφάναν στον Απόλλωνα

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Παίζοντας με τα φτερά τους

Καθιστοί στην όχθη του Έβρου

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Πέρασε η βοή το άσπρο σύννεφο

Και φωλιάσαν τα πουλιά

Πέρασε η βοή το άσπρο σύννεφο

Και φωλιάσαν τα πουλιά

Και μερώσανε τ’ αγρίμια

Και φωλιάσαν τα πουλιά

Σμίξανε τα κύματα

Στη γαλήνια νύχτα

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Και θαμπώσαν οι Θεοί

Και τραγούδησαν μαζί

Με τη Μούσα και τις Χάρες

Πάνω σε γλυκό σκοπό

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Τιό τιό τιό τίξ

Τίο τίο τίξ

Από την θρυλική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν 1959, «ΟΡΝΙΘΕΣ», σκηνικά κουστούμια Γιάννη Τσαρούχη σε μουσική του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι και την μελωδική φωνή του Γιώργου Μούτσιου.

--

      ΛΗΘΗ

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονάνε

   Την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήση

   Ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήση,

Μην τους κλαίς, ο καϋμός σου όσος και νάναι!

 

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

   Σ’ της Λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση’

   Μά βούρκος το νεράκι θα μαυρίση,

Ά στάξη γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

 

Κι’ αν πιούν θολό νερό, ξαναθυμούνται,

   Διαβαίνουν λειβάδι’ απ΄ασφοδήλι,

Πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.

            Ά δε μπορής παρά να κλαίς το δείλι,

Τους ζωντανούς τα μάτια σου άς θρηνήσουν’.

Θέλουν –μά δε βολεί να λησμονήσουν.

          ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ  ΜΑΒΙΛΗΣ

--

      ΥΠΑΡΧΕΙΣ  ΕΣΥ       

Κάθε φορά που παίρνει άλλο δρόμο η ανακούφιση

και ξεχνά την καρδιά μου

απλώνω τα χέρια μου και σ’ αγκαλιάζω.

Όταν ο κάμπος που ονειρεύτηκε το βλέμμα μου

δέν έχει χρώμα κι’ ήλιο και χαμόγελο

απλώνω τα χέρια μου και σ’ αγκαλιάζω.

Κι’ όταν τα φώτα που ανάβει στον αφρό της η θάλασσα

βουλιάζουνε μόλις η βάρκα μου σιμώσει

απλώνω τα χέρια μου και σ’ αγκαλιάζω.

 

Ναί, Ποίηση, σ’ αγκαλιάζω.

          ΜΑΤΘΑΙΟΣ  ΜΟΥΝΤΕΣ

--

       ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ

‘Ηρθε απ’ την Πόλη νιός πραματευτής

με διαλεχτή πραμάτεια,

μ’ ασημικά και χρυσικά

και με γλυκά και μαύρα μάτια.

 

Κι οι νιές ποθοπλαντάζουν του χωριού

στις πόρτες και στα παρεθύρια,

κι οι παντρεμένες ξενυχτάν

για τα σμιχτά γραφτά του φρύδια.

 

Τρίζωστη ζώνη ολόχρυση φορεί

σε δαχτυλίδι μέση,

και πιά η ωραία η Χήρα δε βαστά:

-Πραματευτή, πολύ μ’ αρέσει

η ζώνη που φορείς κι ό,τι να πεις

σου τάζω κι άλλα τόσα…

-Δεν την πουλώ με ουδέ φλουριά

με ουδ’ όσα κι άλλα τόσα γρόσα’

έτσι, ωραία, ωραία-πώς να σε πώ,

ρόδο ή κρίνο;

ένα μου κόστισε φιλί

κι όπου εύρω δυό τη δίνω…

-Σύρε ταχιά στην Ώρια τη σπηλιά,

πραματευτή με τα ώρια μάτια,

και κεί σου φέρνω την τιμή

και παίρνω την πραμάτεια.

 

Τραβάει ταχιά στην ‘Ώρια τη σπηλιά

και στου μεσημεριού τη στάλα

φτάνει στην Ώρια τη σπηλιά

σε μούλα χρυσοκάπουλη καβάλλα.

Δένει τη μούλα στην ξυνομηλιά

πού ησκιώνει εμπρός στο σπήλιο,

στα μάτια του που τον πλανάν

βάζει συχνά το χέρι αντήλιο

και τρώει και τρώει τη στράτα του χωριού,

δε φαίνεται κι ουδέ γρικιέται

και μπαίνει μέσα στη σπηλιά

κι αποκοιμιέται…

 

Μέσα στη στοιχειωμένη τη σπηλιά

που αποσταμένος γέρνει,

ύπνος τις φέρνει, ύπνος τις παίρνει:

Νεράϊδες περδικόστηθες στητές

και μαρμαροτραχήλες,

ανήσκιωτα κορμιά, αδειανά

διανέματα κι ανατριχίλες,

στις κομπωτές πλεξούδες των φορούν

νεραϊδογνέματα και πολυτρίχια

κι έχουνε κρίνους δάχτυλα

κι έχουν ροδόφυλλα για νύχια

κι έχουνε χρυσομέταξα μαλλιά

κι ελιόμαυρες λαμπήθρες

-τέτοιες με μέλι σύγκερο μεστές

οι Υβλαίες κερήθρες-

Και μιά, η Εξωτέρα η Παγανή,

παγάνα του θανάτου,

χτυπάει το νιό πραματευτή

και παίρνει τα συλλοϊκά του.

 

Τώρα στη χώρα ο νιός πραματευτής

κλαίει και λέει πάλι εκείνο:

-Ένα μου κόστισε φιλί

κι όπου έυρω δυό τη δίνω

τη ζώνη πόπλεξε η καλή- ώ ένα φιλί,

η αρρεβωνιαστικιά μου,

με πλάνεσε μιά ξωτικιά στην ξενιτειά

και πήρε τα συλλοϊκά μου!

      ΓΙΑΝΝΗΣ  ΓΡΥΠΑΡΗΣ

--

     ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μόνο το χέρι του ποιητή

άν έρθει η ώρα της καρδιάς

καταγράφει ωδίνες τοκετού

τη γέννηση της ομορφιάς.

Οι άλλοι βλέπουν μόνο ένα ποίημα.

     ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ  ΜΑΪΝΑΣ

--

     ΟΙ ΠΟΙΗΤΑΙ

Τον έπαινο του κόσμου δε ζητούμε,

δε γράφουμε για δόξα περιττή,

μέσα στα στήθη μαύρα ηφαίστεια κλειούμε

και στη φωνή μας σειέται, ανάφτει η γη.

 

Στ’ αγκάθια ματωμένοι περπατούμε’

δάση, βουνά περνούμε στη στιγμή’

να πλάσουμε νέον κόσμο επιθυμούμε

γιατί εδώ ζούνε αχάριστοι, δειλοί.

 

Στη λύπη μας κανένας δε δακρύζει

και δεν ξέρουν τί κλειούμε στην καρδιά’

τες πληγές μας μονάχα η γη γνωρίζει.

 

Μεγάλοι βασιλείς στη δυστυχιά,

τη λύπη που σκληρά μας βασανίζει

κάνουμε ευθύς αχτίδες να σκορπά.

     ΣΤΕΦΑΝΟΣ  ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ

--

      ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Στίχοι στεγνοί λοιπόν

χωρίς επίθετα χωρίς στολίδια.

Στεγνοί και σιτεμένοι.

Στο κάτω-κάτω

Ένα δάχτυλο

στο φιλιατρό ή στη σκανδάλη

δεν είναι

παρά ένα δάχτυλο.

 

Στο φιλιατρό ή στη σκανδάλη

το δάχτυλο παραμένει δάχτυλο.

Η εικόνα μόνο

Αλλάζει.

     ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ

--   

      ΚΕΡΙΑ

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας

σα μιά σειρά κεράκια αναμένα-

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

 

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,

μιά θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων’

τα πιό κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

 

Δεν θέλω να τα βλέπω’ με λυπεί η μορφή των,

και με λυπεί το πρώτο φώς των να θυμούμαι.

Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

 

Δεν θέλω να γυρίσω να μή διώ και φρίξω

τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,

τί γρήγορα πού τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

      ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

--

     ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ

Αυτά δεν ήταν κάλαντα.

Σα ν’ ακονίζαν μαχαίρια,

σα ν’ ανοιγοκλείναν ψαλίδια.

Κι οι φωνές των παιδιών

είχανε το λαχάνιασμα και την ανυπο-

    μονησία,

δασκαλεμένες από κηδείες και γάμους,

που τελειώνουν κι αρχίζουνε σε δευτε-

    ρόλεπτα.

 

Κι εμείς, μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά,

προσμέναμε το Χριστό να γεννηθεί

σιγοπεθαίνοντας,

γέρνοντας σε μια λίμνη αίμα.

 

Χρόνια και χρόνια.

 

Κι ακόμα τον προσμένουμε.

    ΚΩΣΤΑΣ  ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ  

--

     ΜΗ ΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΠΙΑ΄

Μου έλεγε: μη γράφεις στίχους πιά.

Να ζήσουμε την ποίηση

στη σιωπή

μάρμαρα από τη νυχτερινή μας πάλη

φαγωμένα

οι λέξεις ανασταίνονται.

Ξέχειλος ο κόσμος στίχους

από πληγιασμένα χείλη

περνούνε τα νερά της ποίησης

μολύνονται.

 

Του χρόνου

την πικρή στάχτη γεννούν

του έρωτα των σωμάτων στρωμνή.

 

Άς βυθιστούμε σιωπηλοί

πλάσματα ξένα του κόσμου

που φθείρεται

στα μέλη μας ανιχνεύοντας

κρυμμένες λέξεις

ώσπου να πήξουν οι φθόγγοι

στην έσχατη κραυγή.

    ΚΩΣΤΑΣ  Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ

--

     ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Μικρός κοχλάδια μάζευα

σ’ ερημικό ακρογιάλι,

γέρος γυρεύω ανάμνησες

για τ’ άδειο μου ανθογυάλι.

          ΤΙΜΟΣ  ΜΑΛΑΝΟΣ

--

     [ΧΙΙ]

Έλα να ξεχαστούμε στα τραγούδια.

Έλα να πούμε ό,τι ελησμονήθη.

Σε αραχνιασμένα χρόνια, που δεν ήρθανε,

έλα να ζήσουμε σαν παραμύθι.

    ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

--

-Κόσμος και Ζωή είναι ένα και το αυτό.

-Δεν έχουμε συνείδηση της απερίγραπτης ποικιλίας των καθημερινών γλωσσικών παιχνιδιών, γιατί τα ρούχα που τους φοράει η γλώσσα τα κάνουν όλα να μοιάζουν μεταξύ τους.

 LUDWIG WITTGENSTEIN μετάφρ: Κωστής Μ. Κωβαίος.

«….Φέρτε μας κρασί να πιούμε και του χρόνου να τα πούμε….».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΥΓ. Ενδιαφέρουσα η σειρά της ΕΡΤ-3 ΣΩΚΡΑΤΗΣ και ΚΟΜΦΟΥΚΙΟΣ και της σχέσης μεταξύ της φιλοσοφίας τους.            

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Το περιοδικό ΚΡΙΤΙΚΗ του Μανόλη Αναγνωστάκη

 

         Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Η

ΔΙΜΗΝΗ ΕΚΔΟΣΗ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Διευθυντής: ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

ΧΡΟΝΟΣ Α΄ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ- ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1959

ΤΕΥΧΟΣ 1ο διαστάσεις 17Χ24. Σελίδες 52

Συνδρομές μόνον ετήσιες δρχ. 60- Εξωτερικού $ 3. – Το τεύχος δρχ. 10. Επιστολές, βιβλία, εμβάσματα κλπ. Καρόλου Ντήλ 15 (Μαν. Αναγνωστάκης).

Τυπογραφείο Ν. Νικολαΐδη- Θεσσαλονίκη

--

CRITIQUE

PUBLICATION BIMENSUELLE DE CRITIQUE ET D’ ETUDES

THESSALONIQUE

Directeur: MANOLIS ANAGNOSTAKIS

Στο οπισθόφυλλο υπάρχει ολοσέλιδη διαφήμιση της γνωστής σοκολατοποιίας. «ΠΡΟΤΙΜΑΤΕ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΤΗΣ ΣΟΚΟΛΑΤΟΠΟΙΪΑΣ ΠΑΥΛΙΔΟΥ»

Στο μέσα του οπισθόφυλλου υπάρχει αναφορά σε «ΤΡΕΙΣ ΕΚΛΕΚΤΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ» των εκδόσεων και βιβλιοπωλείου Α. Ν. ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΥ. Οι τίτλοι είναι: ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ, ΜΑΛΤΕ ΛΑΟΥΡΙΝΤΣ ΜΠΡΙΓΚΕ. Μεταφραστής ΔΗΜ. ΣΤ. ΔΗΜΟΥ.- ΤΖΩΝ ΣΤΑΪΝΜΠΕΚ, ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ. Μεταφραστής ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.- ΒΑΣΙΛΙΕΦ, Ο ΣΠΟΥΤΝΙΚ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ. Με πρόλογο του καθηγητή Ν. ΚΙΤΣΙΚΗ.

Κάτω από το πλαίσιο με τους τρείς τίτλους βιβλίων υπάρχει διαφήμιση ηλεκτρονικών προϊόντων της εταιρείας ΦΙΛΙΠΣ. PHILIPS. ΠΙΣΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΕΩΣ (HI-FI). Ραδιόφωνα- Ραδιογραμμόφωνα- Μαγνητόφωνα- Ηλεκτροακουστικές εγκαταστάσεις.

Στην τελευταία σελίδα 52 του πρώτου τεύχους, διαφημίζονται οι εξής τίτλοι βιβλίων: -ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Θεσσαλονίκη 1958.- ΝΙΚΟΥ ΜΠΑΚΟΛΑ, μην κλαίς αγαπημένη, Θεσσαλονίκη 1958. –ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗ, ΙΛΙΓΓΟΣ, Αθήνα 1958.- ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 21. Επιμελητής Ε. ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ, Δ/ντής Γεν. Αρχείων Κράτους. ΤΟΜΟΙ 20 ΣΕΛ. 6000. ΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΕΘΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ. ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ» Γ. ΤΣΟΥΚΑΛΑ ΚΑΙ ΥΙΟΥ.

Και σε πλαίσιο η διαφήμιση του ανθοπωλείου «ΠΑΝΤΑΖΗ» Τα ωραιότερα και φρεσκότερα άνθη. Τσιμισκή 100 Θεσσαλονίκη. Τηλέφωνο 63…

          Σε σελίδα του τεύχους υπάρχει μικρό φύλλο- σαν αυτά των προγραμμάτων των κινηματογράφων- στο οποίο δημοσιεύονται αποσπάσματα κριτικών (δίχως στοιχεία) για την έκδοση του βιβλίου του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε, «Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» σε μετάφραση Δημ. Σ. Δήμου. Εφημερίδες: «Νέα», «Έθνος» και του Αστέρη Κοββατζή στην «Απογευματινή».

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ,

ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ, 1-10.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΛΑΜΠΡΙΔΗΣ,

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ. ΔΟΚΙΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ. (Ι. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ/ ΙΙ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΜΟΡΦΩΝ ΓΕΝΙΚΑ/ ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ/ IV. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ) 11-24. (Συνεχίζεται).

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ,

ΣΑΡΛΩ ΚΑΙ ΟΥΕΛΛΕΣ- ΠΑΡΑΠΛΗΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ- ΙΔΕΟΓΡΑΦΙΑ Ι, ΙΙ, ΙΙΙ,. 25-34.

ΘΕΜΑΤΑ

Η ΚΡΙΤΙΚΗ είναι μιά έκδοση μελέτης, ελέγχου και κριτικής, 35

          Η ΚΡΙΤΙΚΗ είναι μιά έκδοση μελέτης, ελέγχου και κριτικής.

          Απευθύνεται σ’ ένα κοινό που έχει υπερβή πιά το στάδιο του ανεύθυνου φιλολογικού κουτσομπολιού και της ασημαντολογίας και που έμαθε ν’ αναζητά, πέρα από τις φλύαρες διακοσμήσεις, κάποιον ουσιαστικό Λόγο.

          Απευθύνεται σ’ ένα κοινό, που δεν αρκείται στην εύκολη πνευματική τέρψη, που δεν ζητά την «ξεκούραση» με υποκατάστατα πνευματικότητας, αλλά που διψά μέσα από τις σελίδες ενός περιοδικού να βρη μιάν απάντηση ή τουλάχιστον μιά σοβαρή αντιμετώπιση των προβλημάτων του, των προβλημάτων της εποχής του.

          Απευθύνεται ειδικώτερα στην προοδευτική μερίδα της γενηάς μας, που, μακριά από δογματισμούς και ανιαρές επαναλήψεις ανεδαφικών σχημάτων, νοιώθει επιτακτική την αναγκαιότητα ενός εκφραστικού βήματος, για να δώσει το μέτρο της ωριμότητάς της και να δικαιώσει ή μη, τελικά, την ύπαρξή της και τον προορισμό της.

          Η ΚΡΙΤΙΚΗ διευκρινίζει από την πρώτη στιγμή πώς ξεκινά με βάση ωρισμένες αρχές και πώς θα κινηθή μέσα στα πλαίσια αυτά με όση γίνεται συνέπεια και αδιαλλαξία. Δεν είναι ακόμα όργανο συγκεκριμένης ομάδας- γι’ αυτό στις σελίδες της έχει τη θέση του, κυριώτερα μάλιστα, ο αντίλογος- φιλοδοξεί όμως να συγκεντρώσει γύρω της, μιάν αληθινά πρωτοπορειακή ομάδα, ό,τι καλύτερο είναι σε θέση να δώσει σήμερα η γενιά μας.

   Γι’ αυτό η ΚΡΙΤΙΚΗ ξεκινά σαν μιά π ε ι ρ α μ α τ ι κ ή έκδοση που η τελική της μορφή και η επιβίωσή της θα εξαρτηθούν και μόνο από την απήχηση που θα βρη στο κοινό, προς το οποίο φιλοδοξεί ν’ απευθύνεται και στους συνεργάτες της, αυτούς που ακόμα δεν ξέρει το όνομά τους. Όταν ωρισμένες προϋποθέσεις δεν εκπληρωθούν ή όταν η ΚΡΙΤΙΚΗ στην πορεία της διαπιστώνει, ότι έχει εσφαλμένα εκτιμήσει τις δυνάμεις της και τις δυνάμεις όλων μας, δεν θα διστάσει να διακόψει την έκδοσή της, χωρίς να αναζητήσει υπευθύνους και χωρίς να επιχειρήσει πρόχειρα συμπεράσματα.

          Η ΚΡΙΤΙΚΗ δεν είναι ένα «μαχητικό» περιοδικό, με την έννοια που έχει επικρατήσει στο λογοτεχνικό σινάφι η λέξη αυτή. Δεν στρέφεται κατ’ αρχήν εναντίον προσώπων ούτε θα καταναλώσει τις δυνάμεις της σε επιθέσεις και αντεγκλήσεις με «κλίκες». Η θέση της θα επισημαίνεται πάντοτε, αλλά εκείνο που την ενδιαφέρει αποκλειστικά είναι η δημιουργική δουλειά και η ουσία και όχι η κακόπιστη άρνηση. Περιοδικό πνευματικής ζύμωσης η ΚΡΙΤΙΚΗ θα διαθέσει τις σελίδες της για βασικές συζητήσεις που το επίπεδό τους θα πρέπει οι ίδιοι οι συνεργάτες της να το κρατούν σ’ ένα ύψος υποδειγματικής σοβαρότητας και αλληλοσεβασμού. Είναι αναγκαίο να τονιστή, ότι οποιοδήποτε κείμενο είναι ενυπόγραφο, δεσμεύει αποκλειστικά τον συντάχτη του και δεν εκπροσωπεί, υποχρεωτικά, την άποψη της ΚΡΙΤΙΚΗΣ. Κείμενα τελείως αντίθετα με τις αρχές και τις αντιλήψεις της ΚΡΙΤΙΚΗΣ θα δημοσιεύονται πολύ συχνά, είτε γιατί η ποιότητά τους είναι τέτοια ώστε αξίζει να διαβαστούν, είτε γιατί προσφέρουν γόνιμο έδαφος για περαιτέρω συζήτηση και επεξεργασία.

          Η ΚΡΙΤΙΚΗ δεν ξεκινά με υπέρμετρη αισιοδοξία, ούτε έχει την αυταπάτη ότι θα μπορέσει μόνη της να καλύψει ένα τεράστιο κοινό. Ξεκινά περισσότερο σαν ένας «ανιχνευτής εδάφους» και από τους θορυβώδεις προγραμματισμούς προτιμά τους ψύχραιμους απολογισμούς, που θα δικαιώσουν ή μη την έκδοσή της.

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΣΙΩΠΗΣ, Η αγωνία ενός κόσμου, 36-38

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΗΣΙΩΤΗΣ, Ποίηση και ποιητικισμός, 39-42

ΜΗΝΑΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ, Ηθοποιός και Κοινό, 42-44

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ, Γύρω από ένα βιβλίο, 45-46

(«Τελευταία εξεδόθη και κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του κ. Βασίλη Φράγκου που φέρει τον τίτλο «Διαλεκτικός περσοναλισμός- Κριτική θεμελίωση»,»…)

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Η «Υπόθεση Πάστερνακ», 46-49

ΔΗΜΟΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ, Κάποιες διαπιστώσεις, 49-50

Το πρώτο τεύχος κλείνει την ύλη του σελίδα 51, με τέσσερεις διαπιστώσεις και την αναφορά σε ΕΝΤΥΠΑ ΠΟΥ ΛΑΒΑΜΕ. (ΒΙΒΛΙΑ-ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ).

ΣΧΕΤΙΚΑ

          «Το βιβλίο είναι μια αυστηρή προσωπική υπόθεση: Το περιοδικό διαμορφώνει μια κοινότητα, είναι ένα κατάλυμα ανοιχτό για φίλους και για εχθρούς ακόμα, είναι μια διαδικασία εν διηνεκή πορεία που μαζί με τον κίνδυνο και τη γοητεία του ταξιδιού, έχει και το προνόμιο της αυταπάτης κάποιας «δύναμης», κάποιας προσφοράς που ξεπερνά τις δυνατότητες της ιδιωτικής εμβέλειας.»

            Μανόλης Αναγνωστάκης

     Συμπληρώνονται φέτος εκατό χρόνια από την γέννηση του αγωνιστή της αριστεράς και σημαντικού ποιητή και κριτικού Μανόλη Αναγνωστάκη (10/3/1925- 23/6/2005) και είκοσι από την απώλειά του. Ενός μάχιμου και δημοκράτη έλληνα πολίτη ο οποίος δεν έπαψε να ορθώνει πάντα από την φωτεινή πλευρά της Ιστορίας το ανάστημά του για τα δίκαια και την ελευθερία των ανθρώπων, την πλέρια κοινοβουλευτική δημοκρατία, την αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία των λαών. Πολέμησε από την νεαρή του ηλικία τον φασισμό και τον ξένο κατακτητή που εισέβαλε στην πατρίδα μας και παρ’ ολίγο να το πληρώσει με την ζωή του. Όμως η αγωνιστική πορεία του ποιητή και συγγραφέα Μανόλη Αναγνωστάκη ιατρού του επάγγελμα, δεν έμεινε στις αγωνιστικές- αντιστασιακές  πράξεις της νιότης του, δεν επαναπαύτηκε στις νεανικές και εφηβικές «δάφνες» του, η κατοπινή πολιτική δημόσια διαδρομή του βίου του υπήρξε πάντα δραστήρια και μάχιμη επί των πολιτικών επάλξεων. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν ήταν μόνο ένα πολιτικό ον με την Αριστοτελική έννοια του όρου, ήταν και ένας σημαντικός ποιητής και «διανοούμενος» Έλληνας, με δραστήρια πάντα συμμετοχή στα πολιτιστικά πράγματα και δράσεις τον τελευταίο μισό αιώνα στην χώρα μας από την πλευρά της ανανεωτικής αριστεράς. Ένας από τους κύριους στυλοβάτες και σημαντικούς παράγοντες της Λογοτεχνικής Σχολής της Θεσσαλονίκης, γενέθλιας πόλης του ποιητή. Ο αποκαλούμενος και ο «ψηλός» της ελληνικής ποίησης  ήταν νυμφευμένος με την σημαντική κριτικό της ελληνικής λογοτεχνίας Νόρα Αναγνωστάκη και αδερφός της θεατρικής συγγραφέως Λούλας Αναγνωστάκη συζύγου του πεζογράφου και μεταφραστή Γιώργου Χειμωνά. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν έζησε μόνο και έδρασε σε μία θυελλώδη πολιτικά και εσωτερικών και εξωτερικών κοινωνικών αναταραχών εποχή, και μέσα στο ιστορικό πλαίσιο μιάς καλλιτεχνικής και πνευματικής πολιτιστικής πανδαισίας που κυοφορήθηκε και άνθησε στην Ελλάδα τις δεκαετίες μετά το τέλος του εμφύλιου σπαραγμού, περίοδοι οικονομικής ανοικοδόμησης και τουριστικής ανάπτυξης αρχές του 1950 έως το 1967 που σταμάτησε η άνθηση αυτή από το επτάχρονο στρατιωτικό καθεστώς. Νέες ιστορικές έρευνες και μελέτες, βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα μας μιλούν για την συνέχεια της πολιτιστικής και συγγραφικής παραγωγής κατά την διάρκεια της επταετίας, παρά την δαμόκλειο σπάθα της λογοκρισίας, της καταπίεσης, των διαφόρων απαγορεύσεων και της σιωπής των πρώτων χρόνων του χουντικού καθεστώτος των ελλήνων καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων. Ένα γρήγορο ξεφύλλισμα στις εφημερίδες της εποχής, τα λαϊκά περιοδικά και τους ετήσιους τόμους του «Χρονικού» της γκαλερί «ΏΡΑ» θα συνηγορήσει υπέρ των σύγχρονων ερμηνευτικών θέσεων και απόψεων. Η ζωή, η ψυχαγωγία, η διασκέδαση, η επιθυμία της νέας γενιάς να έρθει σε επαφή με τα ξένα ρεύματα της τέχνης που επικρατούσαν τότε στον δυτικό κόσμο, η ανάγκη των πάσης φύσεως δημιουργών να δημιουργήσουν και να παράγουν τα καλλιτεχνικά τους «προϊόντα» έστω και μέσα σε σκοτεινούς και επικίνδυνους καιρούς συνεχίστηκε μετ’ εμποδίων. Η ζωή όπως και η τέχνη ρέει πάντα υπόγεια ή φανερά τροφοδοτώντας με τα επιτεύγματά της το μέλλον που καλπάζει.

          Ευαίσθητος δέκτης των κοινωνικών και πνευματικών τεκταινόμενων στην χώρα μας αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο ο Μανόλης Αναγνωστάκης συμμετείχε πάντα στις εξελίξεις. Με την ποίησή του, την δημόσια εικόνα και φωνή του, την αρθρογραφία του στον τύπο, τα γραπτά και τα κείμενά του, τις συγγραφικές του επιλογές και ποιητικές ανθολογήσεις δήλωνε πάντα παρών σε ό,τι συνέβαινε. Δεν απέκρυψε ποτέ του την ιδεολογική του ματιά και πολιτική θέση, τον εξομολογητικό τόνο της φωνής του, την σοβαρότητα και ωριμότητα της σκέψης του, την διαλεκτική των συμπερασμάτων του, παρέμβαινε δημόσια όποτε το θεωρούσε απαραίτητο και μας άφησε πέρα από την σπουδαία ποίησή του και τον πλούτο των άρθρων και δημοσιευμάτων του που δημοσίευε στα έντυπα της ανανεωτικής αριστεράς. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν ήταν αυτό που λέμε καθαρόαιμος πολιτικογράφος, ήταν πάντα ένας ενεργός πολίτης ο οποίος συνέδεσε τον ποιητικό του λόγο με την πολιτική πράξη ενώ παράλληλα καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα της ιδεολογίας και της παράταξης που πίστευε και ακολουθούσε. Ευτυχώς ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης δεν έκανε μάλλον-κατά την αναγνωστική κρίση μου-το λάθος που έκαναν άλλοι μεγάλοι αριστεροί και κομμουνιστές ποιητές και συγγραφείς προερχόμενοι από τα δύστοκα και χαλεπά χρόνια του εμφυλίου και των κατοπινών συντηρητικών χρόνων, δηλαδή δεν υπέσκαψε την ποιητική του γραφή για να αναδείξει την πολιτική του πλευρά και μόνο. Ο πολιτικός Αναγνωστάκης δεν υπερτερεί του ποιητή και λόγιου αγωνιστή, η ποίησή του «υπηρετεί» στο μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο μέρος της την ίδια την τέχνη της Ποιήσεως και όχι επικαιρικές ή ιστορικές σκοπιμότητες όπως άλλων ποιητών. Η ποιητική του φωνή δεν είναι κηρυγματική στις ιδεολογικές της διαστάσεις, τα κύρια συστατικά και στοιχεία της αφορούν τους κανόνες και τα «εσωτερικά» πλαίσια κανόνων της ποιητικής γραφής. Είναι δωρικός και λιτός στο ύφος του και όχι «φωνακλάδικος» όπως άλλες σημαντικές ελληνικές φωνές, ας μην αναφέρουμε γνωστά και αγαπητά μας ονόματα. Η ποίηση του Αναγνωστάκη –στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της- αναπλάθει τους κοινωνικούς ανθρωπιστικούς αγώνες της γενιάς του και όχι ως μοναδικό της στόχο είχε να προπαγανδίζει πρεσβευτικά σκληρές και απόλυτες ιδεολογίες που επικράτησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και μεταγενέστερα. Είναι μάλλον συγκεκριμένο το θεωρητικό και ποιητικό πλαίσιο που ο ίδιος κινείται έχοντας πάντα ανοιχτά τα μάτια της ψυχής και των αισθήσεών του. Διαθέτει γερή θεωρητική αρματωσιά –προερχόμενη από την γαλλική συγγραφική παράδοση- αυτό φαίνεται αμέσως αν διαβάσουμε το τι μας λέει στις συμμετοχές του στο περιοδικό «ΚΡΙΤΙΚΗ» που δυστυχώς δεν μακροημέρευσε, στο τι μεταφράζει, τι σχολιάζει, ποια βιβλία που του στέλνουν και έχει μπροστά του Βιβλιοκρίνει, τι αναφέρει στις κριτικές του για βιβλία και συγγραφείς. Η κριτική επεξεργασία που κάνει στα έργα είναι εκπληκτική, μπορεί να μην είναι πάντα θετική για τον συγγραφέα και το βιβλίο του, είναι όμως δίκαιη και ενταγμένη μέσα στους θεωρητικούς ποιητικούς και πεζογραφικούς ορίζοντες τους οποίους πρεσβεύει και ακολουθεί. Εκείνο που μας αρέσει στην ανάγνωση των δημοσιευμάτων του και των κριτικών άρθρων και σχολιασμών του είναι ότι ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε ένα ακόμα όνομα, αυτό του Τάσου Λειβαδίτη, είναι ότι ο λόγος τους δεν διακρίνεται για αυτό που θα αποκαλούσαμε, ελπίζω όχι λανθασμένα, ιδεολογικός εκλεκτισμός. Μια αφ’ υψηλού κριτική επεξεργασία και αντίληψη για ποιητικά και πεζογραφικά έργα της ελληνικής παραγωγής και παράδοσης. Θεμελιώνει τα συμπεράσματά του και ταυτόχρονα αυτοαναλύεται και μιλά για τα αδιέξοδα των διαφόρων ερμηνευτικών μοντέλων προσέγγισης ενός έργου, αυτόνομου και μοναχικού να πλέει μέσα στο φουρτουνιασμένο πέλαγος της μαρξιστικής ιδεολογίας και των ερμηνειών της ή των παραχαράξεών της, ανάλογα την οπτική με την οποία την αντιμετωπίζουμε και την χρονική στιγμή ερμηνείας της που την εξετάζουμε. Ο Αναγνωστάκης δεν προχειρολογεί αν και υπάρχουν περίοδοι- και αυτό είναι φυσικό-που είναι επικαιρικός ο λόγος του και ενδέχεται αδιάφορος στον σημερινό αναγνώστη που δεν έζησε, βίωσε και έπαθε πράγματα. Βλέπει από μια κάποια απόσταση τα τραύματα της χώρας και του λαού της. Η φωνή του αν και αντιρρητική είναι ευπρεπής και κόσμια παρακολουθεί τα πνευματικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής που του έλαχε να μεγαλώσει και ανδρωθεί και με την θεωρητική του πανοπλία και κατάρτιση γράφει και δημοσιοποιεί τις θέσεις και απόψεις του. Σίγουρα ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι ένας στρατευμένος ποιητής, ένας μάχιμος εργάτης του πνεύματος όμως αν προσέξουμε τα διάφορα στάδια της σκέψης του και στο τι κάθε φορά μας λέει στα δημοσιεύματά του, θα διαπιστώσουμε ότι η φωνή του ποιητική, κριτική ή δημοσιογραφική δεν έχει την «αγριάδα» και την σκληράδα, την απολυτότητα των στρατευμένων ποιητών των πρώτων χρόνων του προηγούμενου αιώνα που πίστεψαν στην μαρξιστική ιδεολογία, βούτηξαν μέχρι τα «μπούνια» μέσα στα επαναστατικά νερά της και αρνήθηκαν ή άργησαν να αποδεχτούν ότι διαψεύσθησαν στα μαξιμαλιστικά οράματά της- τους. Φωνές όπως του Κώστα Βάρναλη, του Νίκου Παππά, της Γαλάτειας Καζαντζάκη, της Ρίτας Μπούμη Παππά, του Γιάννη Ρίτσου και άλλων δεν ήταν εύκολο να αποδεχτούν την ιστορική πραγματικότητα που μεγάλωσαν και τις αλλαγές της. Όπως και η Γενιά του 1930 επέλεξε τον πνευματικό της δρόμο και τον υποστήριξε μέχρι τέλους το ίδιο και η αντίθετη η Μαρξιστική Γενιά ακολούθησε την ιστορική της μοίρα αλλά διασπώμενη εκ του πολιτικού αποτελέσματος. Αν κάτι δεν αληθεύει στις ζωές των ανθρώπων όσο ισχυρό και τροπαιοφόρο και αν φαίνεται, απορρίπτεται, προσπερνάτε, λησμονιέται. Μπαίνει στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας όπως θα έλεγε σύγχρονος έλληνας πολιτικός. Τί μένει να κοινωνήσει στις επόμενες Γενιές η προσωπική μαρτυρία και ατομική αφήγηση της ιδιαίτερης περιπέτειας του καθενός και κάθε μίας που έζησε και βίωσε ό,τι ονομάζουμε κατάσταση στον χρόνο και την ιστορία, ποιός το γνωρίζει; Ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν είναι στοχαστής είναι ποιητής και αυτόν τον ρόλο θέλησε να ερμηνεύσει και υπηρετήσει σαν ενεργός πολίτης. Τα δικά του και των άλλων συνεργατών του κείμενα και άρθρα, κριτικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, εικαστικές και αισθητικές θέσεις και προτάσεις όπως εκφράζονται μέσα από τον λόγο της υπερρεαλίστριας ποιήτριας και τεχνοκριτικού Ελένης Βακαλό, δείχνουν το τι ήθελε καινούργιο να κομίσει, σύγχρονο οραματισμό να φέρει στα εκδοτικά και πνευματικά πράγματα με την κυκλοφορία της «ΚΡΙΤΙΚΗΣ». Εξάλλου, δεν παραλείπει να μας το τονίζει αυτό σε διάφορα τεύχη, επισημαίνοντάς μας μάλιστα ότι θα σταματήσει την έκδοσή της αν καταλάβει ότι ένα τέτοιας κριτικής ποιότητας θεωρητικών θέσεων περιοδικό δεν βρίσκει ανταπόκριση από το κοινό της εποχής του. Το δίμηνο περιοδικό «ΚΡΙΤΙΚΗ» δεν αποτελεί αυτοσκοπό για τον Αναγνωστάκη, αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δεν δημοσιεύονται αυτόνομα ποιήματα ή διηγήματα, πεζά, ό,τι παρουσιάζεται μέσα στις σελίδες των μονών ή διπλών τευχών της δεν είναι παρά μία περιπέτεια του κριτικού πνεύματος της εποχής του, των μοντέρνων θεωρητικών ιδεών για την λογοτεχνία, τον στοχασμό και πάνω απ’ όλα τον δοκιμιακό λόγο όχι ως αντιπρόταση στον λογοτεχνικό λόγο, αντιπαράθεση, αλλά ως καλύτερη και πληρέστερη κατανόησή του και ανάλυσή του. Η κριτική σκέψη που πρέπει να γεννάται καθώς διαβάζουμε ένα έργο, ερχόμαστε σε επαφή μαζί του, τι ερωτήματα μας γεννά, μας θέτει, τι μας προτείνει και τι μας απαντά στην αυτόνομη διαδρομή του. Ο δοκιμιακός λόγος όπως γνωρίζουμε, αν δεν λαθεύω παρακινδυνευμένα, δεν είναι τόσο ανεπτυγμένος στον τόπο μας, τουλάχιστον τον προηγούμενο αιώνα. Η γραφή και η φωνή του ποιητή Κωστή Παλαμά όπως μας κληροδοτήθηκε αποτελεί ίσως την μοναδική, διδακτική και κανονιστική εξαίρεση για τους νεότερους συγγραφείς. Ένα άλλο θεωρητικό ρεύμα-πέρα από το ποιητικό είναι αυτό των Επτανήσιων ποιητών. Οι θεωρητικές απόψεις του Διονυσίου Σολωμού σε έργο του, οι κριτικές θέσεις του Γεράσιμου Μαρκορά, του Ιάκωβου Πολυλά, του Ανδρέα Λασκαράτου κλπ. δεν γονιμοποίησαν τόσο έντονα το ελληνικό αναγνωστικό κοινό όσο ο καθ’ αυτός ποιητικός λόγος των Επτανήσιων δημιουργών για μεγάλο διάστημα. Δεκαετίες μεταγενέστερα η τρίτομη Κριτική Ανθολογία του Γιάννη Γουδέλη, το βιβλίο ανθολόγιο του Κώστα Τσιρόπουλου και ένα δύο άλλες δοκιμιακές εργασίες συνέβαλαν στην «κωδικοποίηση» και ανετότερης γνωριμίας μας με τον  Κριτικό λόγο, την Θεωρητική σκέψη στην πατρίδα μας. Εδώ να προσθέσουμε και την προσφορά του πανεπιστημιακού και ποιητή Νάσου Βαγενά που για δεκαετίες δίδαξε, έγραψε και οικοδόμησε θεωρητικά λογοτεχνικά μοντέλα ερμηνείας της ποίησης και της πεζογραφίας. Το ίδιο θα ισχυριζόμαστε συμβαίνει στον χώρο των Ιδεών μιλώντας πάντοτε, και στην περίπτωση του πανεπιστημιακού και κριτικού της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου Βρασίδα Καραλή των μελετών και των βιβλίων του. Φυσικά, δεν πρέπει να λησμονούμε και τις περιπτώσεις του ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας Αλέξανδρου Αργυρίου, του καθηγητή Δημήτρη Μαρωνίτη, κριτικών φωνών όπως του Κώστα Βούλγαρη, του Παντελή Μπουκάλα, του Ευγένιου Αρανίτση, του Δημήτρη Ραυτόπουλου, του Βύρων Λεοντάρη και νεότερων κριτικών γραφίδων- αντρικές και γυναικείες- οι οποίες αρθρώνουν έναν κριτικό και θεωρητικό λόγο σύγχρονων αντιλήψεων και θέσεων ανάλυσης της ποίησης και της πεζογραφίας απόψεων, καλλιεργώντας τα επεξεργασμένα «δικά» τους μοντέλα ερμηνείας. Από τις παλαιότερες γενιές αξίζει να μνημονεύσουμε και τον ποιητή και κριτικό Θ. Φραγκόπουλο ο οποίος συμμετέχει με «σκληρά» κείμενά του στην «ΚΡΙΤΙΚΗ». Αξίζει να διαβάσουμε το τι μας λέει στην γενική επισκόπηση της ποίησης, του θεάτρου, της φιλοσοφίας, του ιστορικού μυθιστορήματος, του εγκυκλοπαιδιστή διανοούμενου και πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου, τεύχος3/1959. Η ματιά του είναι σκληρή και επηρεασμένη από την πολιτική ιδιότητα του αντρός συγγραφέως. Το τί διαβάζουμε στα θεωρητικά κείμενα που εξετάζουν την Ποίηση, την Πεζογραφία, την Επιστήμη, το Μυθιστόρημα. Βλέπε τεύχος 15/1961 και τα κείμενα του Michel Butor, «Το Μυθιστόρημα και η Ποίηση», του Korneli Zelinski, «Επιστήμη και Λογοτεχνία», την γνωριμία μας με το κείμενο «Ο Βαθμός Μηδέν της Γραφής» του Roland Barthes τχ. 11-12/1960, ή το κείμενο για τις «Ρίζες της διαλεχτικής σκέψης» του E. Germain τχ. 9/1960 κλπ. Ο κύριος όγκος των δημοσιευμάτων της «ΚΡΙΤΙΚΗΣ» αναφέρεται σε θεωρητικά ζητήματα που αφορούν την Ποίηση και το Μυθιστόρημα. Ξεχωρίζουμε τις κριτικές και δοκιμιακές φωνές του ποιητή και δοκιμιογράφου Γιάννη Δάλλα, της Νόρας Αναγνωστάκη, του ποιητή και κριτικού Τάκη Σινόπουλου, του Βασίλη Φράγκου, του Μανόλη Λαμπρίδη, του Κλείτου Κύρου, του Παύλου Παπασιώπη, του Βασίλη Νησιώτη, του ελληνοαμερικανού ποιητή και μεταφραστή Νίκου Σπάνια τχ. 16/1981, στο τεύχος διαβάζουμε και το κείμενο «Ο Λούκατς και τα θεμέλια μιας διαλεκτικής αισθητικής» του Bernard Teyssedre. Με μεγάλο ενδιαφέρον διαβάζονται τα κείμενα για την ελληνική μουσική, το δημοτικό τραγούδι και την μουσική στην αρχαία τραγωδία του Μίκη Θεοδωράκη. Απόψεις που εκφράστηκαν περίοδο της πολιτικής ίδρυσης των Λαμπράκηδων από τον μεγάλο Μίκη και που δυστυχώς μάλλον, αν δούμε την πορεία της ελληνικής μουσικής τις μεταγενέστερες δεκαετίες δεν μπορούμε να γράψουμε με βεβαιότητα πόσους συνθέτες και μουσικούς γονιμοποίησε ο λόγος του. Στο διπλό τελευταίο τεύχος 17-18/1961 εκτός από το κείμενο «Το Νεώτερο Μυθιστόρημα και η καλλιέργεια του μεγάλου κοινού που διαβάζουμε» του Jean Blohc Michel, και την πολυσέλιδη ανάλυση  του Δημήτρη Μαρωνίτη «Η Αντίληψη του τραγικού στον Καζαντζάκη» (αναφέρεται στην τραγωδία του «Μέλισσα») υπάρχει μέσα στις σελίδες του τεύχους ένα δίφυλλο με τα περιεχόμενα του Γ΄ τόμου της «ΚΡΙΤΙΚΗΣ», Θεσσαλονίκη 1961. Στο ίδιο τεύχος διαβάζουμε και έναν αρνητικό κριτικό σχολιασμό υπογεγραμμένο από τον συνεργάτη του περιοδικού παλαιού καθηγητή Παναγιώτη Μουλλά για το βιβλίο του Πειραιώτη Χρήστου Λεβάντα και τις «Ιστορίες του Πόρτο Λεόνε». Αρνητική είναι και η κρίση του Π. Μουλλά για το ένατο στη σειρά βιβλίο του Γ. Μ. Πολιτάρχη, «Άνθρωποι και λιμάνια». Ενώ ο Μανόλης Αναγνωστάκης γράφει για την «Ποιητική Ανθολογία» των Αυγέρη- Παπαϊωάννου- Ρώτα- Σταύρου. Στο 10/1960 επίσης τεύχος έχουμε το κείμενο του Δημητρίου Καπετανάκη για την ποίηση  του Στέφαν Γκέοργκ, και την άποψη του Θ. Φραγκόπουλου, την ανάλυση της Νόρας Αναγνωστάκη για την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη «Οι δύσκολοι καιροί» και τις κριτικές για τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Γιώργο Βαφόπουλο από συνεργάτες του περιοδικού. Από τις σελίδες του περιοδικού δεν απουσιάζουν τα άρθρα για το Θέατρο και τον Κινηματογράφο.

          Το περιοδικό χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο έχουμε τα Θεωρητικά Κείμενα και στο δεύτερο τα ΘΕΜΑΤΑ, παρουσιάζονται οι κριτικές για βιβλία, δημοσιεύονται κείμενα για το θέατρο και στο τι λάβαινε σε βιβλία και περιοδικά η «ΚΡΙΤΙΚΗ». Το περιοδικό είχα την τύχη να το συναντήσω σε δύο εκδοχές παλαιότερα σε παλαιοπωλείο της Αθήνας. Η μία ήταν δεμένα και τα 18 τεύχη του περιοδικού, αλλά η τιμή που πωλούνταν είταν απαγορευτική για το δικό μου βαλάντιο. Επέλεξα την δεύτερη επιλογή των μεμονωμένων τευχών και ας έλειπε ένα τεύχος.

          Και μόνο την έκδοση αυτού του διμηνιαίου περιοδικού μελέτης και κριτικής να μας είχε κληροδοτήσει ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης  άξιζε να τον κατατάξουμε στις σημαντικές φυσιογνωμίες της Ελληνικής Ποίησης και Ελληνικής Γραμματείας. Το εκδοτικό περιοδικό «πείραμα» της «ΚΡΙΤΙΚΗΣ» με την μορφή και τον οραματισμό που την ονειρεύτηκε ο Μανόλης Αναγνωστάκης δεν συνεχίστηκε και ούτε και είχε πρόδρομο. Το κλασικό αριστερής ατμόσφαιρας περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» σκόπευε σε άλλο αναγνωστικό κοινό και η ύλη του είναι πιο διευρυμένη σε λογοτεχνικά είδη και κατηγορίες, αποσκοπούσε αλλού ως αριστερή πνευματική αντιπρόταση, το ίδιο και η «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου που φέρει έντονα την σφραγίδα του Θεσσαλονικιού ποιητή και εκδότη. Ενδέχεται να συγκλίνει ως προς την δοκιμιακή του ύλη, με το κατοπινό περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» που εξέδωσε το δημοσιογραφικό συγκρότημα του Χρήστου Λαμπράκη, ένα περιοδικό το οποίο ήταν ένα από τα περιοδικά της Γενιάς του 1930.

Όπως και νάχει το περιοδικό του Μανόλη Αναγνωστάκη «ΚΡΙΤΙΚΗ» Δίμηνη Έκδοση Μελέτης και Κριτικής, υπήρξε μία κατάθεση ψυχής και νου, οραματισμού του Θεσσαλονικιού ποιητή απέναντι στην φιλότεχνη γενιά των χρόνων του, στην ελληνική τότε μορφωμένη μερίδα του ελληνικού λαού, ένα άνοιγμα της λογοτεχνικής σκέψης και δοκιμιακής θεώρησης με την Γαλλική κυρίως σκέψη και συνομιλία μας, όχι απλής γνωριμίας μας όπως βλέπουμε και από τις γαλλικές μεταφράσεις του ίδιου του εκδότη. Η προγραμματική του εξάλλου δήλωση σελ. 35 και οι διευκρινιστικές κατόπιν θέσεις του σε άλλες σελίδες των τευχών μας προϊδεάζουν για την φιλοσοφία και την ποιότητα της ύλης και των επιμέρους περιεχομένων της, καθώς και της ταυτότητάς της. Η δημοσίευση ακόμα επιστολών συγγραφέων όπως του Χρ. Μηλιώνη και άλλων που διαφωνούσαν είτε με τα κριτικά λεγόμενα του Αναγνωστάκη είτε σε κείμενα θέσεων των συνεργατών του (βλέπε ποιητικός ερμητισμός…) δείχνει τα όρια «αντοχής» τόσο του περιοδικού όσο και των αναγνωστών του.

          Σίγουρα η «ΚΡΙΤΙΚΗ» όπως προαναφέραμε δεν απευθύνονταν στο μεγάλο ευρύ αναγνωστικό κοινό της ποίησης και της πεζογραφίας είχε όμως άποψη, εξέφραζε ανοιχτά την θέση της, τις προτιμήσεις της, τις «αντιπάθειες» της σε βιβλία, την αυστηρή κριτική ματιά της, ίσως και τις επιλογές της που διέφεραν από άλλα περιοδικά του αριστερού χώρου.

          Ο πειρασμός να μεταφέρουμε κείμενα της «ΚΡΙΤΙΚΗΣ» στην ιστοσελίδα μας Λογοτεχνικά Πάρεργα ήταν μεγάλος, παρά τις σποραδικές αναφορές μας σε αυτήν. Υπήρχε και συνεχίζει όμως κάτι ακόμα να μας σταματά και να προβληματίζει, και αυτό είναι το γεγονός ότι το περιοδικό και τα τεύχη του έχουν φωτοτυπηθεί και αναρτηθεί στην προσωπική ιστοσελίδα των «Φίλων του Μανόλη Αναγνωστάκη» και όποιος θέλει μπορεί να το μελετήσει. Ίσως την επόμενη χρονιά να επιλέξουμε ορισμένα κείμενά της που ερέθισαν την σκέψη μας περισσότερο και άγγιξαν το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον.

          Αναφερόμενοι στο περιοδικό «ΚΡΙΤΙΚΗ» δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε σε δύο σημαντικά και χρήσιμα μελετήματα, δύο βιβλία που συνέγραψε ο Πειραιώτης Μιχάλης Γ. Μπακογιάννης. Τα δύο αυτά βιβλία κυκλοφόρησαν από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press της Θεσσαλονίκης το 2004. Τα βιβλία είναι ενταγμένα στο πρόγραμμα «Ευρετηρίασης Περιοδικών Λόγου και Τέχνης» με υπεύθυνο τον Χ. Λ. Καράογλου. Το με νούμερο 6 έχει τίτλο «Η Κριτική (1959-1961) του Μανόλη Αναγνωστάκη, σελίδες 126, τιμή 8 ευρώ. Το δεύτερο μελέτημα με νούμερο 4 εντάσσεται στην ίδια σειρά και στη «Νέα Ελληνική Φιλολογία», με τίτλο «Το περιοδικό Κριτική (1959-1961) Μια δοκιμή ανανέωσης του κριτικού λόγου, σελίδες 424, τιμή 18 ευρώ. Τα τέσσερα αναλυτικά μέρη του πολυσέλιδου βιβλίου έρχονται να συμπληρώσουν το προηγούμενο και να μας δώσουν τα εφόδια και τα κλειδιά ανάγνωσής μας. Η ερευνητική και αποδελτιωτική δουλειά του πειραιώτη κυρίου Μιχάλη Γ. Μπακογιάννη και δικαίως, έχει εκτιμηθεί και προσεχθεί ιδιαίτερα και προσμετρούνται και οι δύο τόμοι στα συν της γενικής βιβλιογραφίας για τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη. Ένα προσεκτικό κοίταγμα στα βιβλία και τα περιοδικά που λάμβανε η «ΚΡΙΤΙΚΗ» θα μας φανέρωνε τίτλους βιβλίων και περιοδικού από τον Πειραιά. Από όσο γνωρίζω και έχω διαβάσει, στα κείμενα και τα δημοσιεύματα Πειραιωτών και του ευρύτερου Πειραϊκού χώρου συγγραφέων και λογίων δεν υπάρχει αναφορά στο περιοδικό, ούτε έχω εντοπίσει κριτική παρουσίαση για αυτό.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2025

ΥΓ. Εξαιρετικές οι παλαιές κινηματογραφικές ταινίες που προβλήθηκαν από την δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση. Στην Βουλή Τηλεόραση είδαμε για μία ακόμη φορά με ευχαρίστηση το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του ιταλού ποιητή και σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, και την ταινία «Ο Λόγος» του δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιεφ. Δύο κλασικά ποιητικά αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου που βλέπονται κάθε φορά με ενδιαφέρον. Ενώ από τον τηλεοπτικό σταθμό OPPEN παρακολουθήσαμε την κινηματογραφική ταινία για την ζωή, την σχέση του με την οικογένειά του και την συγγραφή του πασίγνωστου και δημοφιλούς παγκοσμίως έργου του Καρόλου Ντίκενς, «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες». Μια κινηματογραφική εκδοχή που ο άγγλος ταλαντούχος πεζογράφος ερχόμενος σε επαφή με τους Ήρωές του και συνομιλώντας μαζί τους έγραψε το βιβλίο του. Ο συγκεκριμένος τηλεοπτικός σταθμός συνηθίζει στις βραδινές του κινηματογραφικές ζώνες να παρουσιάζει κινηματογραφικές παραγωγές που βασίζονται σε ξένους συγγραφείς και καλλιτέχνες.

Έφυγε διανύοντας τις 9 δεκαετίες της ζωής της η πανέμορφη «ΜΠΕΜΠΕ» μία πραγματικά φιλόζωη καλλιτέχνιδα που αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής της στην διάσωση και φροντίδα των ζώων.    

 

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΥΜΝΟΙ ΤΟΥ

 

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ

ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΥΜΝΟΙ ΤΟΥ

Του ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ

          Ο Μεγάλος Βυζαντινός υμνογράφος Ρωμανός ο μελωδός εγεννήθη περί τα τέλη του 5ου αιώνος εις την Έμεσαν της Κοίλης Συρίας (σημερινόν Χόμς) από αγνώστους γονείς, τους οποίους ανώνυμος ύμνος αναφέρει Εβραίους. Τούτο όμως δεν γίνεται δεκτόν σήμερον, αλλ’ αντιθέτως εξαίρεται η ελληνομάθεια και βαθεία γνώσις της λογίας και της κοινής ελληνικής γλώσσης υπό του ποιητού. ‘Ώστε αναμφιβόλως ο Ρωμανός υπήρξεν Έλλην και εσπούδασεν εις την Συρίαν, όπου και εγένετο διάκονος εις τον ναόν της Αναστάσεως της Βηρυτού. Αβέβαιον είναι επίσης ότι ο Ρωμανός έγινε και πρεσβύτερος και εκκλησιαστικός κήρυξ με την σημερινήν σημασίαν. Υπήρξε όμως αναμφιβόλως ο μέγιστος των ποιητών και μελωδών της χριστιανικής Εκκλησίας και της Ελλάδος, ονομασθείς δια τούτο Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποιήσεως και ισοστάσιος προς τον  βασιλέα ψαλμωδόν Δαυϊδ.

          Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας Αναστασίου του Α΄ (491-518) ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και υπηρέτησεν ως διάκονος εις τον ναόν της Θεοτόκου, Μονήν της Θεοτόκου εν τοίς Κύρου. Είς τον ναόν αυτόν έλαβε το χάρισμα της ποιήσεως, συνθέσεως δηλ. ύμνων και μουσικής αυτών, κατά θαυμαστόν τρόπο. Ούτω, κατά παλαιόν συναξάριον, ενεφανίσθη εις τον ύπνον του η Θεοτόκος και του έδωκε τόμον χάρτου, διατάξασα αυτόν να τον καταφάγη, αφού δε κατέπιε τον χάρτην, εγερθείς- ήτο τότε η εορτή του Χριστού γεννήσεως- ανέβη εις τον άμβωνα του ναού, τον τότε τόπον των ψαλτών, και ήρχισε να ψάλλη το κοντάκιον: «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει…», το οποίον ολόκληρον με τους 24 οίκους του κατέγραψεν.

          Κατά μεταγενέστερον και σύντομον συναξαριστήν του εις την Μονήν αυτήν της μετανοίας του διεφυλάχθησαν τα πλείστα εκ των ποιημάτων του, τα οποία αναβιβάζει εις χίλια, εκ των οποίων ούτε το εν δέκατον διεσώθη.

          Από την Κωνσταντινούπολιν ο Ρωμανός δεν μετεκινήθη, πλήν ενός ταξιδιού του εις την Θεσσαλονίκην, κατά το οποίον έγραφε ύμνους εις τον μεγαλομάρτυρα Δημήτριον, πολιούχον της Θεσσαλονίκης. Εκτός αυτού έγραψεν ύμνους και δι’ άλλους αγίους, μή υπάρχοντος δε τότε διά τάς ακολουθίας ενιαίου τυπικού, ο Ρωμανός έγραψεν ύμνους κατά παραγγελίαν δια Μοναστήρια και δια πολιούχους αγίους διαφόρων εκκλησιών. Από την συγγραφήν των ύμνων του ο Ρωμανός απέκτησε χρήματα και φήμην, από την οποίαν έγινε και αυλικός ποιητής επί Ιουστινιανού του Α΄, έζησε δε επί της βασιλείας του Ιουστινιανού και είδε τα γεγονότα της εποχής εκείνης, την στάσιν του Νίκα (532 μ.Χ.) και την μετ’ αυτήν ανέγερσιν και τα εγκαίνια του νέου ναού της του Θεού Σοφίας. Είς την στάσιν αυτήν του Νίκα αναφέρεται ο ύμνος του «Είς έκαστον σεισμόν και εμπρησμόν». Απέθανεν εις Κωνσταντινούπολιν πρό του θανάτου του Ιουστινιανού του μεγάλου (565 μ.Χ.), περί το 560 μ.Χ. Η φήμη του ως μελωδού υπήρξε μεγάλη και από αυτήν, ως και από την ταπείνωσιν και αγιότητα του βίου του η Εκκλησία τον κατέταξεν εις τους αγίους και η μνήμη του τελείται την 1η Οκτωβρίου, εις δε την Αρμενικήν εκκλησίαν την 9ην Οκτωβρίου. Κανόνα εις την ακολουθίαν του όρθρου της εορτής του έκαμεν ο Θεοφάνης ο υμνογράφος (778-845 μ.Χ.). Εσώθη δε και ανώνυμος ύμνος, ο οποίος αναφέρει την απίθανον υπόθεσιν ότι αυτός ήτο Εβραίος, ως είπομεν ανωτέρω, μη παραδεκτήν σήμερον.

          ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΡΩΜΑΝΟΥ

Τα ποιήματα του Ρωμανού ανήκουν εις το είδος αυτό των ύμνων της Εκκλησίας μας, που καλείται κοντάκιον, διότι το χειρόγραφον, το περιέχον αυτό ήτο τυλιγμένον εις κοντόν ξύλον, ή κατ’ άλλους διότι περιείχεν εν κοντώ την υπόθεσιν της εορτής. Απετελείτο δε ο ύμνος αυτός από το προοίμιον ή κουκούλιον εν αρχή, σύντομον τροπάριον καταλήγον εις επωδόν ή εφύμνιον και από πολλάς άλλας στροφάς, τους οίκους, που και αυτοί καταλήγουν έκαστος εις την ιδίαν επωδόν του προοιμίου. Συνδέονται δε μεταξύ των, το μέν προοίμιον και οι οίκοι δια του ανακλώμενου, που είναι αυτή η κατάληξις προοιμίου και οίκων, δηλ. το εφύμνιον, οι δε οίκοι συνδέονται μεταξύ των διά της αρκοστιχίδος, η οποία δύναται να είναι σπανίως μεν αλφαβητική, όπως εις τον Ακάθιστον ύμνον, συνήθως δε με τον σχηματισμόν προτάσεως εκ του πρώτου γράμματος εκάστου οίκου, όπως εις το κοντάκιον των Χριστουγέννων, εις το οποίον η ακροστιχίς σχηματίζει την πρότασιν: «Του ταπεινού Ρωμανού ύμνος», εκ του πρώτου γράμματος εκάστου των 24 οίκων, δηλούσα το όνομα του υμνογράφου.

          Τα κοντάκια ανήκουν εις την δευτέραν περίοδον της εκκλησιαστικής υμνογραφίας (4ος-6ος μ. Χ. αιώνες) και δημιουργοί αυτών είναι άγνωστοι υμνογράφοι προ του Ρωμανού, ο οποίος δεν υπήρξεν ο δημιουργός του είδους αυτών των ύμνων, διότι έχομεν σήμερον κοντάκια σωζόμενα πρό της εποχής του Ρωμανού. Αλλ’ ο Ρωμανός διεμόρφωσε το είδος αυτό της εκκλησιαστικής ποιήσεως εις τοιούτον βαθμόν, ώστε τα κοντάκια του Ρωμανού έχουν μεγάλην αξίαν και δεν συγκρίνονται με αυτά, που έγιναν πρό και μετά από αυτόν, διότι κανείς δεν έγραψεν εφάμιλλα προς τα κοντάκια του Ρωμανού. Εις τα ποιήματά του ο Ρωμανός είχεν ως πρότυπα και έργα άλλων αγνώστων ποιητών προγενεστέρων αυτού, προπάντων δε τα ποιήματα Εφραίμ του Σύρου (373 μ.Χ.), από τα οποία πολλά από την Συριακήν γλώσσαν μεταφράσθησαν εις την ελληνικήν από μαθητάς του Εφραίμ, ο οποίος έζησε τότε ακόμα και ταύτα ήσαν διαδεδομένα εις όλην την Ανατολήν κατά τον 5ον μ.Χ. αιώνα. Αν δε και εμιμήθη πολλά από τα ποιήματα του Εφραίμ, εν τούτοις ο Ρωμανός παρουσιάζει εις τα ποιήματά του ιδικήν του πρωτοτυπίαν.

          Τους ύμνους του ο Ρωμανός εμελοποίησεν, διό και μελωδός εκλήθη, είτε συγγράφων το κείμενον και δίδων ταυτοχρόνως και το μέλος εις αυτό, διά τους ιδιομέλους ύμνους, είτε συγγράφων το κείμενον επί τη βάσει μουσικής και μέλους προγενεστέρας συνθέσεως, των καλουμένων προσομοίων ύμνων. Είς αμφοτέρας τας περιπτώσεις ο μεν ήχος της μουσικής είναι ο αυτός δι’ όλον τον ύμνον, εις δε τον ρυθμόν των οίκων ισχύει ο νόμος της ισοσυλλαβίας  και ομοτονίας (ίσαι συλλαβαί και ίδιος τονισμός). Εν τέλει δε ο Ρωμανός δεν προσέχει τόσον το περιεχόμενον και την ουσίαν του θέματος του ποιήματός του, όσον εις την μορφήν και την γλωσσικήν εμφάνισιν αυτού.

          Η μετρική των ύμνων του Ρωμανού παρουσιάζει ποικιλίαν. Εις αυτούς μεταχειρίζεται την τονικήν μετρικήν, εις την οποίαν λαμβάνεται υπ’ όψιν ο τόνος των λέξεων και ο αριθμός των συλλαβών του στίχου, κατά την Συριακήν μετρικήν και όχι ο χρόνος αυτών, κατά την αρχαίαν ελληνικήν προσωδιακήν μετρικήν, η οποία στηρίζεται εις τον χρόνον (μακρόν-βραχύ) των λέξεων και συλλαβών, ως εις τον Όμηρον και τα αρχαία δράματα.

Τα θέματα της ποιήσεως του Ρωμανού είναι ανεξάντλητα. Έγραψε κοντάκια δια τον Χριστόν, την Θεοτόκον, τους Αποστόλους, τους αγίους, εξύμνησε θαύματα και παραβολάς του Κυρίου καθώς και γεγονότα της εποχής του. Έχων σ’ υπ’ όψιν του, ότι ως ψάλτης αντιπροσωπεύει τον λαόν εις την λατρείαν και την προσευχήν, ακολουθεί εις τους ύμνους του την ιεράν παράδοσιν, μη επιτρέπων ελευθερίαν εις την φαντασίαν του. Είς στιγμάς εμπνεύσεως αναβαίνουν από την ψυχήν του υψηλά συναισθήματα, τα οποία εκφράζει με σεμνήν μεγαληγορίαν, όπως αρμόζει εις σεμνά και άγια πρόσωπα, που εξυμνεί εις τα ποιήματά του. Εις ταύτα υπάρχουν πλούσιαι μεταφοραί και ωραίαι εικόνες, με τας οποίας ευχαριστείται η καρδιά του προσευχομένου και εξυψούται ο νους και η ψυχή του εκ των ταπεινών και πρόσκαιρων εις τα υψηλά αξιώματα και τα αιώνια.

          Είς την αφήγησιν, που παραθέτει εις τον ύμνον του, παρεμβάλλει διαλόγους των προσώπων, οι οποίοι αναπαύουν τον ακροατήν και ζωντανεύουν την αφήγησιν.

          Έκ των διασωθέντων ύμνων του Ρωμανού εις την λειτουργικήν χρήσιν της Εκκλησίας μας, μετά την δημιουργίαν των κανόνων (7ος μ.Χ. αιών), υπάρχουν μόνον τμήματα αυτών, δηλ. το προοίμιον του ύμνου (κοντάκιον) και η πρώτη στροφή (1ος οίκος) Δεσποτικών, Θεομητορικών και εορτών αγίων, αναγιγνωσκόμενα μετά την 6ην ωδήν του κανόνος του όρθρου της εορτής.

          Έκ των διασωθέντων και εν χρήσει εις την λατρείαν αποσπασμάτων αυτών σήμερον, παραθέτομεν δύο, το γνωστόν κοντάκιον «Η Παρθένος σήμερον…» και τον 1ον οίκον «Την Βηθλεέμ ήνοιξε…» της εορτής των Χριστουγέννων και το επίσης γνωστόν κοντάκιον «Τον δι’ ημάς σταυρωθέντα…» και τον 1ον οίκον «Τον ίδιον άρνα αμνάς θεωρούσα…» του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής.

          Το κοντάκιον της εορτής των Χριστουγέννων σωζόμενον, αποτελείται ολόκληρον από το προοίμιον: «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει. Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι. Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι’ δι’ ημάς γάρ εγγενήθη παιδίον νέον, ο πρό αιώνων Θεός» και από 24 στροφάς ή οίκους, εκ των οποίων μόνον ο 1ος οίκος αναγιγνώσκεται: «Την Βηθλεέμ Εδέμ ήνοιξεν, δεύτε ίδωμεν’ την τρυφήν εν κρυφή ηύρομεν, δεύτε λάβωμεν τα του Παραδείσου, εντός του σπηλαίου’ εκεί εφάνη ρίζα απότιστος βλαστάνουσα άφεσιν’ εκεί ευρέθη φρέαρ ανόρυκτον, ού πιείν Δαυίδ πρίν επεθύμησεν’ εκεί παρθένος τεκούσα βρέφος, την δίψαν έπαυσεν ευθύς την του Αδάμ και του Δαυϊδ δια τούτο προς τούτο επειχθώμεν, που ετέχθη παιδίον νέον, ο πρό αιώνων Θεός». Εκ του πρώτου γράμματος, του Τ του οίκου αυτού και των πρώτων γραμμάτων των λοιπών 23 οίκων σχηματίζεται η ακροστιχίς: «Του ταπεινού Ρωμανού ο ύμνος», που συνδέει μεταξύ των τους 24 οίκους. Με την ίδιαν επωδόν δε του προοιμίου «παιδίον νέον…» καταλήγουν και οι 24 οίκοι-το ανακλώμενον, που συνδέει τους οίκους με το προοίμιον. Είς τους οίκους γίνεται διάλογος μεταξύ των προσώπων, που αναφέρονται εις τον ύμνον, της Μαριάμ και τους Μάγους και εξυμνείται το μυστήριον της γεννήσεως του Χριστού, που ήλθεν εις τον κόσμον, ίνα σώση, όπως καταλήγει ο τελευταίος (24ος) οίκος, με αποστροφήν του ποιητού προς τον Χριστόν: «Σώσον κόσμον, σώτερ, τούτου χάριν ήλυθας… τούτου γάρ χάριν έλαμψας εμοί και τοις Μάγοις και πάση τη κτίσει…».

          Το κοντάκιον του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής αποτελείται από το προοίμιον: «Τον δι’ ημάς σταυρωθέντα δεύτε πάντες υμνήσωμεν. Αυτόν γάρ κατείδε Μαρία επί ξύλου και έλεγεν’ ει και σταυρόν υπομένεις, σύ υπάρχεις ο υιός και Θεός μου» και από τους 17 οίκους, εκ των οποίων μόνον ο 1ος αναγιγνώσκεται: «Τον ίδιον άρνα αμνάς θεωρούσα προς σφαγήν ελκόμενην, ηκολούθει Μαρία τρυχομένη, μεθ’ ετέρων γυναικών, ταύτα βοώσα: που πορεύη τέκνον; Τίνος χάριν τον ταχύν τελείς νύν δρόμον; Μή έτερος γάμος πάλιν εστίν εν Κανά, κακεί νυνί σπεύδεις, ίν εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης; συνέλθω σοι τέκνον, ή μείνω σε μάλλον; δός μοι  λόγον, Λόγε, μή σιγών παρέλθης με, ο αγνήν τηρήσας με, ο υιός και Θεός μου», ακολουθούν δε άλλοι 16 οίκοι, μη αναγιγνωσκόμενοι σήμερον εις την ακολουθίαν.

          Έκ του πρώτου γράμματος Τ του οίκου αυτού και των πρώτων γραμμάτων των λοιπών 16 οίκων σχηματίζεται η ακροστιχίς: «Του ταπεινού Ρωμανού», που συνδέει τους 17 οίκους. Με την ιδίαν δε επωδόν του προοιμίου: «Ο υιός και Θεός μου» καταλήγουν και οι 17 οίκοι- το ανακλώμενον- που συνδέει τους οίκους με το προοίμιον. Είς τους οίκους γίνεται διάλογος της μητρός Μαρίας και του  Ιησού, ο οποίος λέγει: «Απόθου ούν, Μήτερ, την λύπην, και πορεύου εν χαρά, εγώ δι’ ό κατήλθον εκτελέσαι την βουλήν του πέμψαντός με». Είς δε τον 17ον οίκον καταλήγει ο υμνογράφος με αποστροφήν προς τον Ιησούν: «Υιέ, της Παρθένου… Σύ, παθείν εθέλων, κατηξίωσας ελθείν θέλων του σώζειν, συ τάς αμαρτίας ημών ήρας ως αμνός… Σύ ως Σωτήρ, σώσον τους πάντας».

          Είς παλαιοτέρους χρόνους και πρό της δημιουργίας των ύμνων, που λέγονται κανόνες (πρό του 7ου μ.Χ. αιώνος) εψάλλοντο ολόκληροι οι ύμνοι, κατά την ημέραν της εορτής, όπως τους είχε μελοποιήσει ο Ρωμανός, ενώ σήμερον αναγιγνώσκεται μόνον το κοντάκιον και ο πρώτος οίκος, ως ελέχθη ήδη.

          Έκ των ανωτέρω παραταθέντων δύο αποσπασμάτων των ύμνων του Ρωμανού, αλλά και εξ ολοκλήρων των δύο ύμνων καταφαίνεται η μεγάλη αξία του υπερόχου τούτου υμνογράφου, ο οποίος θαυμάζεται σήμερον και κατά την ομολογίαν των νεώτερων Βυζαντινολόγων θεωρείται ο Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποιήσεως και ο μεγαλύτερος των χριστιανών ποιητών όλου του κόσμου, όλων των αιώνων.

ΣΠΥΡΙΔΩΝ Γ. ΜΑΚΡΗΣ

Περιοδικό ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΕΓΗ χρόνος 17ος, τόμος Ε΄, τεύχος 29/ Φθινόπωρο 1982.

Σχετικά

          Υπάρχει ένα ιστορικό οκτάστιχο ποίημα του ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, που με άρεσε όπως θα μας έλεγε και ο ίδιος ο Αλεξανδρινός ποιητής από τότε που το πρωτοδιάβασα. Είναι το ποίημα «Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ», για την ακρίβεια, πάντα στεκόμουν στον έβδομο στίχο του, και το πρώτο ημιστίχιο «Η πόλις η διδάσκαλος,….». Οι ασχολούμενοι ερευνητές Καβαφολόγοι, μελετητές του έργου του, οι εραστές της Καβαφικής ποιητικής κλασικής μεγαλουργίας, η λέξη κλασικός με την βαρύτητα της λέξης (έννοιας) που θα μας έδινε στο «Περί Ύψους» ο αρχαίος ανώνυμος συγγραφέας του βιβλίου, δηλαδή κάτι διαχρονικό και αιώνιο. Κλασική ποίηση όπως είναι τα Έπη του Ομήρου, η ερωτική ποίηση της Σαπφούς, οι Ύμνοι του Πινδάρου, τα Κείμενα των Αρχαίων Ελλήνων Τραγωδών. Του ποιητή των Ειδυλλίων Θεόκριτου, των Ορφικών Ύμνων, των Επιτάφιων Επιγραμμάτων και άλλα έργα των Αρχαίων Εθνικών Ελλήνων Ποιητών της προ Χριστιανικής περιόδου της Ελληνικής κληρονομιάς και παράδοσης. Εδώ ανοίγοντας προσθετικά μικρή παρένθεση, ξεστρατίζοντας λίγο, να αναφέρουμε ότι στην γενιά μου το σημαντικό κλασικό αυτό βιβλίο «Περί Ύψους» μας το γνώρισε στην καλή για την εποχή της μετάφραση ο αξιόλογος Έλληνας Εθνολόγος και πάντα επίκαιρος Παναγής Λεκατσάς. Επανερχόμενος, κατόπιν όταν αρχίσαμε κάπως να εμβαθύνουμε στα της Χριστιανικής Γραμματείας, να γευόμαστε και να ερχόμαστε σε επαφή με την Εκκλησιαστική ποίηση αυτήν που ακούγαμε και σιγοψέλναμε από τα παιδικά μας χρόνια μέσα στους ιερούς ναούς και την διαβάζαμε κατόπιν κατ’ ιδίαν, διαπιστώναμε κοινά μέλη, ομόηχων μελωδιών βαδίσματα, παρόμοια ποιητικά μέτρα, παραπλήσιες τεχνικές της ποίησης φόρμες, εικόνες κοινές, μεταφορές και παρομοιώσεις, λέξεις της κοινής γλωσσικής λαλιάς σε χρήση ακόμα, ουσιαστικά και επίθετα με τα οποία προσφωνούσαν τους Αρχαίους Έλληνες Εθνικούς Θεούς και Θεές, με αντίστοιχες ανά νοηματοδοτήσεις της νέας μονοθεϊστικής πίστης από τους χριστιανούς εκκλησιαστικούς πατέρες και υμνογράφους. Μυστικές προφητικές ευχές, υμνολογικές σωτηριολογικές επικλήσεις, ικετήριες ατομικές ή συλλογικές προσευχές και δοξαστικοί ύμνοι, προσφωνήσεις για τον αναφή Θεό, τον Χριστό, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, την Παναγία, τους Αγίους και Οσίους, τους Μάρτυρες και Νεομάρτυρες, της φιλοτέχνισης της χριστιανικής σκηνογραφικής θεματογραφίας, της Αγίας Οικογένειας, με απαράμιλλης γλωσσικής ποιητικής ομορφιάς, λαμπερές εκφράσεις και αρχαίες λέξεις μεγάλης ποιητικής βαρύτητας, πανάρχαιας τυπολογίας της ελληνικής λαλιάς και γραφής με τις οποίες ο αρχαίος Έλληνας Άνθρωπος κοσμούσε και τιμούσε τους δικούς του λαϊκούς, Ολύμπιους και χθόνιους Θεούς. Τους στόλιζε και τους προσφωνούσε με το πολύχρωμο και αιθέριο υφαντό της ελληνικής γλώσσας. Μια γλώσσα πίστης που αλήθευε στον τότε βίο τους και ως μεταφυσική προσδοκία, όπως στις μεταγενέστερες βυζαντινές περιόδους της ελληνικής ιστορίας, η χριστιανική εμπιστοσύνη πίστης και η αγιογράφησή του σκηνικού με χρώματα και λέξεις έφερναν πλησιέστερα τον βυζαντινό έλληνα και ελληνίδα με την αποκεκαλυμμένη εκκλησία του Χριστού και όσων ιστορικών προσώπων σπονδυλώνουν την Χριστιανική Θρησκεία τα δόγματα και τις δοξασίες της εμπεδώνοντας και οικοδομώντας διαχρονικά την συνέχεια της Ελληνικής παράδοσης και Ελληνικότητας. Μπορεί να άλλαξαν τα κεντρικά και κύρια ονόματα της αρχαίας πίστης, να απαγορεύτηκε η λατρεία της, να γκρεμίστηκαν τα αγάλματα των αρχαίων Θεών, να κάηκαν και καταστράφηκαν πολλά από τα ιερά της προφητικά βιβλία όμως ένα υπόγειο ρεύμα συνείδησης ζωής του αρχαίου έλληνα ανθρώπου και έκφρασης διασώθηκε στην νέα πίστη. Ήταν το κοινό φύραμα της παράδοσης της ελληνικής καθόλου κληρονομιάς απέναντι στον Κόσμο ανά τους Αιώνες. Αυτό που αρδεύει ακόμα και σήμερα- εποχές έντονα διασπαστικές, θυελλώδεις και σκοτεινές, ψυχρές και παγωμένες, κομματιαστές- το Ελληνικό Έθνος ως Σώμα προσφοράς στην Ανθρώπινη ύπαρξη, μιάς πανάρχαιας διπλής και αλληλοσυμπληρούμενης κληρονομιάς (Εθνικής και Χριστιανικής) στο άγνωστο μέλλον, του Δυτικού τουλάχιστον Ανθρώπου και Πολιτισμού. Ο αρχαίος Εθνικός Έλληνας Άνθρωπος «χριστιάνεψε» για να χρησιμοποιήσω και πάλι τον λόγο του Αλεξανδρινού στο ποίημά του «Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΚΛΕΙΤΟΥ» και ο νέος μετέπειτα Χριστιανός Έλλην δεν απεκδύθηκε παντελώς την Εθνική εσθήτα και την λαϊκή των αντιλήψεών του φορεσιά.

Την αίσθηση αυτήν της συνέχειας της Εθνικής μας Ελληνικής παράδοσης, είναι εύκολο να την αντιληφθεί κανείς, να υποψιαστεί την αμάχη που έγινε στο χρόνο μεταξύ των όχι μόνο δύο κεντρικών θρησκευτικών ρευμάτων αλλά και του κόσμου της φιλοσοφίας και των ιδεών, των κατά καιρούς παλαιότερων και σύγχρονων στοχαστών. Ένα πολύχρονο διαρκές τραμπάλισμα μεταξύ του παλαιού και του νέου κόσμου, που σε ευτυχισμένες για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό ιστορικές περιόδους η σύζευξη αυτή επιτυγχάνονταν αρμονικά και ισορροπημένα καταλαγιάζοντας τους ισχυρούς κραδασμούς και διχαστικές δονήσεις που, πάντα κουφοβράζουν σε Κοινωνίες όπως η Ελληνική, Κράτη με το όχι και τόσο ομοιογενές πάντα μωσαϊκό. Που σημαίνει, αν δεν λαθεύουμε στις εκτιμήσεις μας ότι κάθε πληθυσμιακή ομάδα μέσα στο διαμορφωθέν στους ιστορικούς σύγχρονους αιώνες Έθνος και κρατική επικράτεια προσέλαβε την Νέα Θρησκεία και Πίστη με τους δικούς της ρυθμούς και προσαρμοστικές αντιλήψεις. Ολοκληρωτικής αποδοχής ή Άρνησης, ή μερικής επικράτησης, και θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε ενδέχεται παρακινδυνευμένα ότι όσο επικρατούσε γίνονταν αποδεχτή η λαϊκή παράδοση στις συνειδήσεις των ανθρώπων, τόσο λειαίνονταν οι κόχες και οι αιχμές των δογμάτων και απαγορεύσεων της πίστης, που προσπαθούσαν να «επιβάλλουν» οι διάφοροι φανατικοί ιεροκήρυκες και «προύχοντες» της εκκλησιαστικής εξουσίας. Η προαιώνια λυχνία της πίστης δεν σβήνει μέσα στις καρδιές των Ανθρώπων επειδή το θέλουν Επιστήμονες ή οι Τεχνοκράτες, οι ισχυροί Οικονομικοί και Θρησκευτικοί παράγοντες, η λυχνία της μεταφυσικής ελπίδας ίσως είναι κάτι έμφυτο μέσα στην ανθρώπινη ψυχή. Αργοσβήνει από την αδιαφορία των Ανθρώπων και τα καίρια λάθη αυτών που πρεσβευτικά θεωρούν τους εαυτούς τους μοναδικούς εκπρόσωπους μιάς Ανωτάτης Αρχής με πολλές αποκαλυπτικές παραδόσεις μέσα στην Ιστορία και τον Χρόνο. Το ίδιο θα υποστηρίζαμε πλέον και για τις ελάχιστες τρείς-τέσσερεις περιπτώσεις των Εθνικών Ελλήνων που θέλησαν να επαναφέρουν τους Βωμούς και την λατρεία των Αρχαίων Θεών. Φρούδες ανιστόρητες ελπίδες όπως του νεαρού ορφανού Αυτοκράτορα Ιουλιανού-φοβερά ηθικολόγου- πολιτικού ηγέτη. Πέντε ποιήματα του αφιερώνει ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης. Η άλλη φωνή του φιλοσόφου Απολλώνιου του Τυανέα, ούτε αυτόν λησμονεί στο έργο του ο Αλεξανδρινός, και ο επονομαζόμενος πρώτος σύγχρονος Έλλην, ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων. Πού ο δικός του οραματισμός μιάς Ελληνικής Αυτοκρατορίας υπήρξε ανεφάρμοστος ακόμα και με τα δεδομένα της εποχής του πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, της τελευταίας Βυζαντινής περιόδου των Παλαιολόγων.

Ο Νέος Ελληνισμός οικοδομήθηκε από ένα κράμα παλαιών θρησκευτικών πίστεων, φιλοσοφικών δοξασιών, αρχαίων μυστικών θεωριών, στοχασμών και ιδεών που διασώθηκαν στον χρόνο και σε ιερά κείμενα, προφητειών και λαϊκών πρακτικών. Ομορφιάς και πάθους, παθών και χαρμολύπης, κοινής λατρείας των νεκρών με τους ζωντανούς, δοξασίες με τις οποίες ήταν ζυμωμένο το Ελληνικό Σώμα ως Έκφραση δημόσιας παρουσίας, Οικουμενική Φανέρωση μέσα στην Ιστορία και τον υπόλοιπο Κόσμο. Αυτό που είναι τόσο αινιγματικά άφατο ως Ανώτατο Ον, (η φανέρωση του Φάνη) και μόνο η Ποίηση, η Ποιητική Γραφή ως Σαρκομένος Λόγος μπορεί να μας αποκαλύψει. Και αυτό κάνει ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, αυτός ο μάγος της Ποιητικής Υμνογραφίας Σύρος επαγγελματίας ποιητής και υμνωδός όπως μας τον σκιαγραφεί η γραφίδα του πειραιώτη Σπύρου Γ. Μακρή. Ο πολυγραφότατος νεαρός που δεν μας διασώθηκε παρά ένα μικρό μέρος του έργου του και δεν είναι ξεκαθαρισμένη η καταγωγή του, από πού κρατά η σκούφια του, αλλά, τι σημασία έχει όταν απολαμβάνουμε και χαιρόμαστε τα εξαιρετικής ποιότητας και ύφους ποιήματά του και χριστιανικές του αφιερωματικές συνθέσεις. Η Ποίηση και η Μελωδία ως πρόταση πρόσκληση για την αλήθεια της Πίστης. Είναι τέτοια η ομορφιά των ύμνων του που σε βάζουν σε πειρασμό να αναρωτηθείς, αλήθεια ποιός δημιουργεί το Θεϊκό κουκούλι της Πίστης, σχεδιάζει τις μικρές συμπλεκόμενες ιστορίες της επίγειας περιπέτειας του Ιησού οι ιεροί Ευαγγελιστές, φανερώνει την Θεϊκή αποκαλυπτική εν σάρκα σκηνογραφία οι Προφήτες ή οι αρχαίοι Ποιητές, ο προφητάναξ Δαυίδ, ο Ρωμανός ο Μελωδός και οι άλλοι Ποιητές της Εβραϊκής και Χριστιανικής παράδοσης, ή μήπως η επιστολική γραφή του Αποστόλου Παύλου προς τις τότε Εκκλησίες;

     Το ποιος υπήρξε στην πραγματικότητα ο Ρωμανός ο Μελωδός, αυτό το καλλικέλαδο αηδόνι της Χριστιανικής ποίησης, η αξία και σημασία του Έργου του, η προσφορά του στην χριστιανική γραμματεία και ευρύτερα στον ελληνικό πολιτισμό είναι γνωστά σε όλους μας. Αναμμένη αιώνια λαμπάδα στον παραδείσιο λειμώνα της ελληνικής γλώσσας. Ο Κωνσταντίνος Τρυπάνης, ο Νικόλαος Τωμαδάκης κυρίως, και άλλοι Βυζαντινολόγοι έχουν κατά καιρούς ασχοληθεί με την παρουσία και το έργο του. Στο έργο και την ποιητική συμβολή του στάθηκε μεταξύ άλλων ο νομπελίστας μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, άλλοι όπως ο Κύπριος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης μετέφρασαν Ύμνους του. Πάντοτε μέσα στην διαδρομή της ελληνικής ποιητικής γραμματείας συναντούσαμε συγγραφείς οι οποίοι στράφηκαν και μας φώτισαν πλευρές και πτυχές της ποίησής του. Πέτυχε ο Σύρος Χριστιανός ποιητής ο Ρωμανός ο Μελωδός τον συγκερασμό μεταξύ λέξης και μέλους, ηχητικής μελωδίας και στιχουργικού συλλαβισμού, κάτι αξεπέραστο ακόμα και σήμερα, δίχως να αλλοιώνεται η συνολική εικόνα της φόρμας. Ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός ήταν τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών ένας εξαίρετος μουσικός συνθέτης ο οποίος αν και βασίστηκε σε προγενέστερους εκκλησιαστικούς επώνυμους ή ανώνυμους ποιητές όπως μας επισημαίνει και στο εμπεριστατωμένο και καλογραμμένο άρθρο του ο πειραιώτης θεολόγος Σπύρος Γ. Μακρής, δημιούργησε και καλλιέργησε το προσωπικό αυστηρά ύφος και στιλ γραφής δουλεύοντας την τέχνη και τεχνική του κοντακίου. Η φιλολογική και εκκλησιαστική κατάρτιση του Σπυρίδωνος Γ. Μακρή –προερχόμενος από παλαιά ιερατική πειραιώτικη οικογένεια- είναι εμφανής, τα δημοσιεύματά του στο περιοδικό «Φιλολογική Στέγη» και σε άλλα πειραιώτικα έντυπα και εφημερίδες μας φανερώνουν τι συγγραφικής ποιότητας παιδιά του Πειραιά γέννησε αυτή η Πόλη. Αυτή «Η Πόλις η διδάσκαλος» όπως θα μας έλεγε ο ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης. Αυτή η αργή και σταθερή διαμορφωμένη πίστη μου στα λογοτεχνικά και  καλλιτεχνικά μέλη, τους διανοούμενους και λογίους που συναπαρτίζουν τον «κανόνα» της Πειραϊκής Γραμματείας, της Πειραιώτικης Λογοτεχνικής Σχολής όπως μας κληροδοτήθηκε στον χρόνο μετά την ίδρυση του Δήμου το 1835, σε εμάς τις νεότερες γενιές, που έζησαν εντός των γεωγραφικών ορίων της Πόλης και αυτών που έγιναν ταξιδιάρικα γλαρόνια μεταφέροντας την Πειραϊκή αίσθηση και ατμόσφαιρα στα πέρατα της οικουμένης, και ο Πειραιάς αισθηματοποιήθηκε στο έργο και την φυσική τους παρουσία με έκανε όχι θεωρώ λανθασμένα να θεωρήσω το Καβαφικό ημιστίχιο ως κέντρο των σημειωμάτων και αναρτήσεων στα Λογοτεχνικά Πάρεργα. Τόσο για τον Ρωμανό τον Μελωδό όσο και για τον Σπύρο Γ. Μακρή (1899- 9/8/1989) έχουμε αναφερθεί και γράψει αρκετές φορές στην ιστοσελίδα μας, για όσους και όσες ενδιαφέρονται να βρούνε και να διαβάσουν πληροφορίες.

Από την μεριά μας πέρα από την αντιγραφή του τεκμηριωμένου και ενδιαφέροντος κειμένου του Μακρή αντιγράφουμε και το Καβαφικό ποίημα το οποίο συγκαταλέγεται στον κύκλο των ιστορικών του ποιημάτων. Το ποίημα προέρχεται από την έκδοση των εκδόσεων «Ίκαρος», Αθήνα 1972, σελίδα 28 σε φιλολογική επιμέλεια και σχόλια του κυρού Γιώργου Π. Σαββίδη.

          Η ΔΟΞΑ ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ

Είμ’ ο Λαγίδης βασιλεύς. Ο κάτοχος τελείως

(με την ισχύ μου  και τον πλούτο μου) της ηδονής.

Ή Μακεδών, ή βάρβαρος δεν βρίσκεται κανείς

ίσος μου, ή να με πλησιάζει κάν. Είναι γελοίος

ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή.

Αν όμως σεις άλλα ζητείτε, ιδού κι αυτά σαφή.

Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή,

εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιό σοφή.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Σάββατο 27/12/2025

ΥΓ. Και δύο Πειραϊκές ειδήσεις: Ο ευρωβουλευτής και συγγραφέας Νίκος Παπανδρέου, γιός του Ανδρέα τέλεσε το μνημόσυνο του πατέρα του την ημέρα του Αγίου Ανδρέα σε εκκλησία της Πόλης μας. Και, ο Δήμαρχος του Πειραιά ο επιτυχημένος πράγματι και εκλεγόμενος εδώ και χρόνια κύριος Γιάννης Μώραλης ζήτησε την αύξηση των Δημοτικών Εσόδων στο 12% για τα Νοικοκυριά, η πρότασή του πέρασε από το Δημοτικό Συμβούλιο παμψηφεί όπως είπαν στις ειδήσεις.

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ