ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ
(Πειραιάς
28/3/1940-Πειραιάς Σάββατο 18/5/1991)
Ε Ρ Γ Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α
ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
1., ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1962, σ.32. Η συλλογή είναι
αφιερωμένη «Στη μητέρα μου»
2., ΟΙ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ, Αθήνα 1967, σ. 58(;)
3., ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΧΑΡΙΣΜΕΝΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΟΝΤΕ ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, Γενάρης του 1971, φύλλα 20.
Εξώφυλλο Νίκου Καψαμπέλη, Το σχέδιο του 3 φύλλου είναι του Hans- Joachim Burgert «Η Ίαση του Τυφλού». Τα Ποιήματα
τυπώθηκαν στο τυπογραφείο Μυτιληναίου. [Κάθε
φύλλο περιέχει και ένα ποίημα, τα ποιήματα φέρουν ως τίτλο-αρίθμησης από ένα
γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου (α-ξ), το φύλλο 18 περιλαμβάνει το Επιμύθιο της
συλλογής]
β
Ένα ζαρκάδι
σκύβει και με γλύφει’
»της
Γενοβέφας ανηψιέ, που σ’ εγκατέλειψαν
χρόνια τώρα
οι φίλοι σου, κ’ οι εχθροί σου
γυρίζουν με
το πικραμύγδαλο
της μοναξιάς
τα φύλλα.
η
Κάποιος μου
άγγιξε τον ώμο,
λίγο χιόνι
αγάπης στον ουρανό.
Άργησες, σε
περίμενα κάθε βράδι
στις ίδιες
λέξεις, στα ίδια βλέμματα
των
περαστικών, σε ξέρω. Φύλλα σιωπής.
Ο θάνατος
είναι η ρίζα μας και το τέλος.
ν
Κάθε
καινούργιο στήθος μου θυμίζει μεσάνυχτα
με βυθίζει
σε αράχνες
4., ΤΟ ΠΥΟΝ
20 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1973
*Η συλλογή
αποτελείται από είκοσι ποιήματα που φέρουν ως τίτλο αριθμούς. «Το Ένα», «Το
Δύο». Πρώτος τίτλος του ήταν «Το Πέος» όπως μας είπε στην συνέντευξή του στην
Έρση Λάγκε, βλέπε προηγούμενη ανάρτηση. Από την χρονική αυτή περίοδο η ποιητική
εκφραστική του Αγγελάκη αλλάζει. Η αστική γλωσσική του και εκπαιδευτική αγωγή
παραμερίζεται, η γλώσσα και οι λέξεις του είναι πλέον προκλητικές, άγριες,
λέξεις κοινής χρήσης του δρόμου, του λιμανιού, που η ποιητική τους βαρύτητα
χάνεται δεν αναγνωρίζεται ανοιχτά όπως στις προηγούμενες συλλογές τους. Η φωνή
του όμως διατηρεί τον σπαρακτικό τόνο της, ο λόγος του είναι παρακλητικός,
ικετήριος, αναζητά την αναγκαία της ζωής βεβαιότητα. Οι προκλητικές λέξεις και
φράσεις είναι ελάχιστες στο σύνολο των 21 ποιημάτων, ο κυνισμός της φράσης του
σηκώνει το βάρος της ρήξης με το παρόν, το ποίημα ακόμα κρατά τα λυρικά του
στοιχεία, το κλίμα της παλαιάς θρησκευτικότητάς του. Η συλλογή «Εφιάλτες» είναι
η ποιητική του τομή που προαναγγέλλεται. Ο φόβος, η ερήμωση, η αγωνία, η
απελπισία, η ανία το ξεγύμνωμα της ψυχής και των αναγκών του σώματος φωτίζονται
μέσα από λέξεις άλλης ποιητικής προβληματικής. Το σπέρμα και η αντρική
εκσπερμάτωση που συνεχώς αναφέρεται από τον Αγγελάκη, φέρνει στην σκέψη μου το
ύφος και το έργο του υπερρεαλιστή ποιητή και ψυχιάτρου Ανδρέα Εμπειρίκου, «Ο
Μεγάλος Ανατολικός» όπως σκόρπια κείμενο του είχε δημοσιευθεί σε περιοδικά της
εποχής. Ο Αγγελάκης σαρκάζει, ειρωνεύεται κάθε ερωτική μας βεβαιότητα κάθε
ψυχική μας ικανοποίηση, κάθε εκδήλωση των συναισθημάτων μας με σκοπό την
ερωτική πλήρωση στην πρώτη τυχαία γνωριμία μας που έχουμε μπροστά μας. Τα
ερωτικά του αντρικά πρόσωπα κρατούν την ανωνυμία τους στο ταμπλό της ποίησής
του, δεν αναφέρονται πληροφορίες γύρω από το άτομό τους, φωτίζεται μόνο η
σωματική τους διάπλαση και ρώμη, η ερωτική ορμή και η εμπορική χρήση της.
ΤΟ ΔΩΔΕΚΑ
Θεέ μου,
βοήθα τους ιδαλγούς, όσους
πλήττουν στα
πολιτικά στρατόπεδα,
αυτούς που
λιώνει η σύφιλη κρυφά,
όσους κάνουν
ρυτίδες από την πολλή
την
περιπλάνηση
και κείνους
τους άλλους, τους θρασύδειλους,
που
υποκαθιστούν τα πάθη με φιλίες,
ή γράφοντας
ποιήματα περί ανέμων και υδάτων.
Τόνοι πολιτικοί ενώνονται με
στιγματισμένους σωματικά, με ερωτικούς αναζητητές της νύχτας με τις ροζ
πεταλούδες και δηλητηριώδη ερπετά. Και μία ποίηση που δεν έχει να μας
μαρτυρήσει τίποτα από την αλήθεια της ίδιας της ζωής.
ΤΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ
Σε κοιτάζω
σαν δαρμένο σκυλί,
κάτι σκυλιά
που φεύγουν μόλις απλώσεις
το χέρι σου,
νομίζοντας πώς θα τα προγκήξεις
Κάποτε
πρέπει να στο πω,
η αγάπη αν
μείνει μέσα μου μόνο
γίνεται
σκουλήκια που μου τρώνε τα σπλάχνα,
κατσαρόλα
χωρίς την άχνα της νοικοκυράς,
θα με
πνίξει.
Το γλωσσικό υλικό του είναι απλό,
καθημερινό, καθαρό προέρχεται από τις ανάγκες της ίδιας της ζωής και όχι από
την φανταστική εικόνα της. Η λέξη αγάπη επανέρχεται στα ποιήματά του
καιροφυλαχτεί ακόμα και από «χωρίς νόημα» λέξεις, από λέξεις όπως η εικόνα της
αρχής του ποιήματος «Το Δύο». «Η πουτάνα κοίταξε των κώλο της,/ σταφιδιασμένο
από δαγκωνιές ή/ χτυπήματα μπλάβα – ο Ναπολέων/ χωρίς χέρι και καπέλο/ Κοίταξε
μπροστά της ύστερα/ Τόσες λεκανίτσες, σαπούνι και σεντόνια/ Ά, ρε πούστη
κόσμε-/Πρέπει να μαζέψει τις τρίχες με το φαράσι» Εικόνες οικείες λες και
προέρχονται από το άλμπουμ των αναμνήσεων της Τρούμπας του Πειραιά. Το παραμύθι
του έρωτα της ζωής ολοκλήρωσε τον κύκλο του-αν υπήρξε ποτέ- τώρα αρχίζουν να
κάνουν την παρουσία του εντονότερα «Οι Εφιάλτες» και οι «Κατ’ όναρ» προκλήσεις.
5., ΟΙ
ΕΦΙΑΛΤΕΣ 21 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Επιμέλεια: Λεωνίδα Χρηστάκη, εκδ. Θανάση Καστανιώτη,
Αθήνα 1974, σ.32, δρχ. 280 Η συλλογή είναι αφιερωμένη «Στην Riet van der Zandt».
ΜΗ ΜΕ ΔΙΩΧΝΕΙΣ
Μη με
διώχνεις τώρα που βρήκα βυζί και γάλα,
κοιλιά ζεστή
ν’ ακουμπήσω το κεφάλι μου,
ιδρώτα που
απορροφιέται απ’ τους πόρους μου
και γίνεται
ανάσα, αίμα και γέννηση.
Ήμουνα
χρόνια αυτοεξόριστος χωρίς γυναίκα,
έχω
ξεσυνηθίσει την τρυφερότητα,
σβήσε το
αστράκι και κοιτάζοντάς με μόνο στα μάτια
πες μου για
όσους κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες στον Τάμεση
με πόδια
πρησμένα από τις ενέσεις, με μιάν
άδεια
μποτίλια ουϊσκι κι ένα σάλι,
για τους
απελπισμένους που πετάνε πέτρες στους χωροφυλάκους
νομίζοντας
πώς έτσι θ’ αλλάξει το ριζικό,
για όλους,
τέλος πάντων, που σα μπιζέλια
φυτρώνουν
στα ριζά των τοίχων κομμένοι με τσεκούρι
απ’ την εληά
τους, απολωλότες μετανιωμένοι,
σκέπασέ μου
τ’ αυτιά και θυμήσου τους όλους.
πόσο ένοχος
νιώθω θεέ μου,
βαραίνουν
πολύ οι άλλοι μέσα μου.
ΙΣΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΡΑ
Ίσως
καλλίτερα να με είχες αφήσει
στη
σκοτεινιά μου, να μη μου έδειχνες
την αγάπη σε
όλο της το άφατο βάθος,
θα μπορούσα
ν’ άντεχα το τέλος.
Τώρα
που να βρω το κουράγιο, που να βρω
νόημα σε
ό,τι γίνεται γύρω μου;
οι λέξεις
που ακούω σα να με πετροβολάνε,
ό,τι χέρια
αγγίζω κλείνω τα μάτια μου
και νομίζω
πώς τα δικά σου
μου λένε «μη φοβάσαι, θάμαι πάντα κοντά»’
τί θα τις
κάνω όλες αυτές
τις μέρες
που θάρθουν με σάβανα,
καρκινωμένες
απ’ το βλέμμα σου;
ΜΠΗΚΕ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Μπήκε
χειμώνας’ τώρα είναι που λιώνουν
τα κρινάκια
του πάγου, τώρα που συνειδητοποιούμε
με τρόμο
αυτό που χάνουμε, τώρα που τα χέρια
αν σμίξουν,
δε χωρίζουνε παρά μένουν
δεμένα σαν
τανάλιες, όπως η αλεπού στο δόκανο.
Περπάτα
σιγανά, λοιπόν’ αριστερά τα δέντρα,
πίσω το
ποτάμι και το ασήμι που πέφτει
πάνω στα
ρούχα μας. Οι λέξεις έχουνε
χάσει το
βάρος τους, γίνανε νερό και φύλλα,
τίποτα δεν
απομένει άλλο απ’ την αφή.
6., ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ, εκδ. Καστανιώτη 3,1977 σ.24, δρχ.
150 (τυπώθηκε στο Τυπογραφείο Β. Μυτιληναίου, Αλκιβιάδου 211 στον Πειραιά για
λογαριασμό των εκδόσεων Καστανιώτη σε 500 αντίτυπα). [Η συλλογή με τα 15
ποιήματα είναι αφιερωμένη «Εις μνήμην»]
ΑΡΓΑ
Πιστή μου
φίλη, κάτι άλλο περίμενες από μένα
και σε
ξεγέλασα’ τώρα γεράσαμε κ’ οι δυό,
είναι αργά
να μου ζητήσεις ευθύνες,
με
περιμένουν τα δαιμόνια στο σκοτάδι,
αν αφεθείς
λίγο θα τ’ ακούσεις
να
τραγανίζουν τα κόκαλά μου.
ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ
Κι αυτά τα
σημάδια στο λαιμό μου
μπλάβα,
μακρινά και ξένα, από κάποιον
που
αγκιστρώθηκε πάνω μου από μοναξιά μεγάλη
και θέλησε
να ενωθεί μαζί μου
με ψέματα,
όνειρα κι απελπισία.
ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ
Άσε λοιπόν
το χέρι σου να με χαϊδέψει
σα νάμουνα,
λέει, αθώος,
σα νάχα
δικαίωμα ν’ απαιτήσω ό,τι μου δίνει
η άγνοιά σου
κι ενώ σε φιλάω στο λαιμό
όπως κάνει ο
καταδικασμένος,
πες πώς
γεννηθήκαμε την ίδια ώρα,
από την ίδια
μήτρα και πώς τα χρυσαφιά σου μάτια
που φιλάω
στη σκοτεινιά αποχαιρετώντας τα
βλέπουν έναν
έρωτα-μην το φοβάσαι-
σαν τις
παλιές γκραβούρες να παίζει αθώα
με τους
μενεξέδες του στα πόδια μας.
7., ΚΥΟΦΟΡΙΑ
ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ, εκδ. Καστανιώτη 10, 1977 σ. 28 σε 800 αντίτυπα. Τυπώθηκε
στο Τυπογραφείο Βασίλη Νοταρά, οδός Φιλελλήνων 40 Πειραιάς. Το βιβλίο είναι
αφιερωμένο «Στη Γιωργία». [Περιλαμβάνει 7 Σκηνές. Τα πρόσωπα είναι τρία: ο
Ορέστης, η Μαρία, ο Γιάννης. Οι κοφτοί διάλογοι που διεξάγονται μεταξύ των
προσώπων δεν γίνονται με το όνομά τους αλλά τα αρχικά Α, Β, Γ. Υπερρεαλιστικό
κλίμα, θέατρο του παραλόγου, ελλειπτικός λόγος, κοφτές φράσεις, κείμενο
συνεχούς ροής δίχως σημεία στίξεως. Στοιχεία από Ελύτη, πλούσιο λεξιλόγιο,
λέξεις της κλινικής ψυχιατρικής, ορισμένες εξεζητημένες, εσωτερικοί μονόλογοι
του Α, της Β, του Γ, του Δ, που δεν δηλώνεται το όνομά του. Μία γραφή δίφυλη,
ερμαφρόδιτη μέσα σε μια ποιητική ατμόσφαιρα, μια εσωτερική λυρικότητα όπως σε
έργα του Μπέκετ. Ο Αγγελάκης αναζητά την σεξουαλική του ταυτότητα μπλεγμένος πότε
στα δίχτυα του ενός φύλου πότε του άλλου. Ένα παιχνίδι εσωτερικών της ψυχής του
δηλώσεων αλλά και της γλώσσας. Οι λέξεις συνεπικουρούν τις ενδόμυχες σκέψεις
του αναζητώντας ένα σημείο ερωτικής αναφοράς που διαρκώς ρέει και συμπλέκει το
ένα φύλο με το άλλο. Η πειραματική αυτή γραφή για την εποχή της είναι
πρωτοποριακή, υπάρχει μόνο ο παραληρηματικός λόγος του πεζογράφου και ψυχίατρου
Γιώργου Χειμωνά. Ο λόγος του Δημήτρη Δημητριάδη δεν έχει κατοχυρωθεί ακόμα στις
συνειδήσεις των αναγνωστών. Η «Έβδομη Σκηνή» είναι μία καταγραφή κλασικών
συμβόλων και κειμένων του Παγκόσμιου Πολιτισμού. Επιρροές από τον μηδενιστικό
υπαρξισμό του Ζαν Πωλ Σάρτρ και του Σιόρεν Κίρκεγκαρντ. Στην σελίδα 27 στο
«ΚΑΤΑΤΟΠΙΣΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ» διαβάζουμε σχετικές σκηνοθετικές οδηγίες του συγγραφέα:
«Τελικά το κείμενο αφέθηκε έκθετο στην οποιανδήποτε ερμηνεία του σχετικά με τα
πρόσωπα, τη δράση και το σκηνικό του χώρο. Η διάταξη των σκηνών μπορεί ν’
αλλάξει αν σκηνοθετικά βρεθεί ότι η τροποποίηση εξυπηρετεί καλλίτερα τη
θεατρική του παρουσίαση».]
-«Δ. Και
ξαφνικά κατάλαβα πώς είχαν κερδίσει την ψυχή μου οι άλλοι τόσο, που δεν
εξουσιάζω πιά τον εαυτό μου».
-«Α. Να είχα
βυζιά βαριά, μακριά μαλλιά, να έβαφα τα νύχια μου, να έλεγα «μη», να μην
φοβόμουν τον ευνουχισμό, να ήμουνα παθητικιά παρθένα
Β.
Ενεργητικός άντρας
Δ. Είσαι
ό,τι είμαι»
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Β. Χωρίς το
φόνο δε θα γεννιόσουνα. Αίμα σε γέννησε,
αίμα θα σε
ξεπροβοδίσει. Όλα όσα έκανε ο άνθρωπος,
μηδέν. Πρώτα
το αγρίμι ζωγράφισε στις σπηλιές, μετά
τη Τζοκόντα.
Και τα δυό μηδέν. Η πολιτική, ο έρωτας, η ιστορία, η αρχιτεκτονική, η ποίηση,
τα άχ και τα βαχ, ο Καραγκιόζης, ο Άμλετ, ο Φάουστ, ο Βενιζέλος, οι διαστροφές,
τα αιδοία, η φυσιολογικότης, η θρησκεία, το σύστημα, οι δικτατορίες, η σιωπή
και ο λόγος, το σκοτάδι και το φώς, το πετραδάκι και ο εγκέφαλος, η φιλοσοφία
και ο καλοπερασάκιας, ο Πλάτων και ο Χαρμίδης, ο Πλωτίνος πλέων τα πλέοντα, η
πένα, το χαρτί, ο λόγος, μηδέν μηδέν τετράγωνον μηδέν στον κύβο, μηδέν στο
άπειρον
Α. Μένει το ενδεχόμενο
Β. Μηδέν
μηδέν μηδέν
Γ. Μένει το
αίμα, το πάθος, η άρνηση
Β. Μηδέν
μηδέν μηδέν
Α. Το
ενδεχόμενο
Β. Μηδέν
μηδέν
Α. Μηδέν
ενδεχόμενον
Γ. Το αίμα,
το πάθος, η άρνηση, η πιθανότητα
Α.Β.Γ. Δεν
δεν δεν
8., Ο
ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΩΝ ΚΡΙΝΩΝ, εκδ. Β΄ Αθήνα 1980, σ.32. Η φωτοστοιχειοθεσία της
συλλογής έγινε από τον ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟ, Αλκιβιάδου 211 Πειραιάς. Συνοδεύεται με ένα Σχέδιο του Βασίλη
Βασιλειάδη και είναι αφιερωμένη «Της Γιωργίας, που το αγάπησε». Η Α΄ έκδοση της συλλογής έγινε το 1964,
συναριθμείτε στην πρώτη περίοδο της ποιητικής του κατάθεσης. [Η συλλογή περιλαμβάνει
22 τίτλους ποιημάτων. Το ποίημα με τίτλο «ΠΑΙΔΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ» είναι αφιερωμένο
στον φίλο του μουσικό «Στο Γιώργο Κουρουπό». Ενώ της σελίδας 21 είναι για τον
Σκιαθίτη διηγηματογράφο «Ο
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ»]. Έντονη δραματικότητα, το ρήμα είναι στο τρίτο πρόσωπο τα
επίθετα λιγοστά.
Δείγμα:
«Ο άνθρωπος
κι ο άγγελος αυτού, τί μόνοι στη μεγάλη νύχτα!»
ΟΡΦΕΑΣ
Άχνιζαν οι
ελιές, ο μανδύας του
έφεγγε μόλις
στα νερά και τα λυτά της
μαλλιά
ζητούσαν συγνώμη στον ώμο του.
Ο
κοιμισμένος σκύλος λούφαζε με τεντωμένες
τις φλέβες.
Κρατώντας την κάτω απ’ τις στάλες περίμενε.
Οι μαύρες
άβρες της καιροφυλακτούσαν
σάν ύδρες
στις καλαμιές μέλισσα, μέλισσα της ψιθύριζαν’
μακριά
ακουγόταν κάτι σαν αυλός βοσκού.
Όρνις, η
σποδός της Ευριδίκης στον πόντο
ομίχλη παρά
πετρίνας δειράδας.
--
«Βυθίζει τα
όνειρά του στον εαυτό τους/
κι η μοναξιά
με τη ομπρέλα της τον σκέπει.»
--
«Εκεί οδεύει
η ψυχή μας, είτε ακούει
εκστατική
τον δρόμο της, είτε καθυστερεί
πεισματικά
στην τύρβη των ανθρώπων.»
--
«…Ξάρτια και
καϊκάκια του Πειραιά και μικρές ψυχές
στη μουσική
που σήκωσαν τα κύματ’ αγαπήθηκαν.»
ΠΑΙΔΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Στον Γιώργο Κουρουπό
Ξέφυγα από
τον έλεγχο της μητέρας μου.
Θεέ μου, το
ανοιχτό ρυάκι
πώς
καθρεφτίζει τις πορτοκαλιές στο πρόσωπό μου.
Βρέχω τα
χέρια στο νερό
και λάμπει η
ποδιά μου από καλοσύνη.
Έπειτα φυσάς
με στεναγμό αλαφρύ
και
κοιμούνται τα πεινασμένα πουλιά.
Αν έτσι
νιώθουν το θάνατο
τα
λουλούδια, δε φοβάμαι.
9., ΕΡΩΤΙΚΟ
ΣΩΜΑ, Αυτό- Ανθολόγηση εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 12, 1980, σ.58. Σχέδια εξωφύλλου
και κειμένων Γιώργου Σταθόπουλου. Δραχμές 100.
[Ανθολογούνται
οι συλλογές «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» (1962). –Από τον «Πρίγκιπα των
Κρίνων» (1964).- Από τις «Προτάσεις της Αθωότητας» (1967) (Στην σελίδα 16
διαβάζουμε το ποίημα για τον ισπανό ποιητή «Ο Λόρκα»).- Από τα «Ποιήματα
χαρισμένα στον Ποιητή Κόντε Διονύσιο Σολωμό» (1971).- Από το «Πύον» (1973).-
Από τους «Εφιάλτες» (1974).- Από το «Δωμάτιο» (1977). Και από την –«Οδό
Θρασυβούλου» (1979),]
10., Η
ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1982, σ. 64. Φωτογραφίες TRESS. Η Μακέτα του εξωφύλλου είναι του
Μιχάλη Ιερωνυμίδη. Τιμή 200 δραχμές. Τυπώθηκε σε 2000 αντίτυπα στο Τυπογραφείο
του Αιμίλιου Καλιακάτσου στην οδό Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.
[Η Συλλογή
ανοίγει τις σελίδες της με απόσπασμα από το Σαιξπηρικό θεατρικό έργο HAMLET, I, iii, 78-80. Περιλαμβάνει την γνωστή και
αγαπητή ποιητική του σύνθεση «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΜΟΥ» ένα ποίημα που δηλώνει
πώς η Πόλη του Πειραιά αισθηματοποιήθηκε στην συνείδησή και στην ποίησή του
σελ.32. Στην σελ. 18 διαβάζουμε το ποίημα με τον μακροσκελή τίτλο «ΒΡΟΧΕΡΟ
ΒΡΑΔΥ ΕΝΟΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ». Οι Σκιές του ποιητή του μεσοπολέμου Ναπολέοντα
Λαπαθιώτη και του Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη υπάρχουν σε
αρκετές ποιητικές του συλλογές.]
*Κάτι που θα
άξιζε για την έρευνα του συγγραφικού του έργου να σημειώσουμε είναι, ότι η
περίοδος των Χριστουγέννων υπάρχει σαν συμβολισμός περισσότερο από αυτήν της
εορταστικής περιόδου του Πάσχα. Ποιήματά του φέρουν τον τίτλο ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ,
καθώς και στο παιδικό του Θέατρο. Οι αφιερώσεις που συναντάμε Γιωργία και
Αργύρης είναι η σύζυγός του και ο γιός του.
-«Προτιμώ
τις ύαινες του δρόμου»
-«Εμπιστευθείτε
την ασφάλεια της ωμής συναλλαγής».
-«Κάποτε.
Όλα αλλάζουν, άλλαξαν/
τώρα η
βραδιά ζεστή, μοτοσακό τη διαπερνάνε/
κι εκείνος ο
κόμπος στο λαιμό, ο μόνιμος./
Ό,τι κι αν
γίνει, όσα χρόνια κι αν περάσουν/
μ’
εκδικείται για κάτι που δεν έφταιξα.»
Την συλλογή «Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ
ΝΥΧΤΑΣ» θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίζαμε το κύκνειο της ζωής άσμα του Ανδρέα
Αγγελάκη, διαθέτει όλα τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά μεγάλου μέρους της Gay κοινότητας τον καιρό της ερωτικής
τους πρώτα «ανάστασης» και κατόπιν της «σταύρωσης» εποχή της επάρατης ασθένειας
που αποδεκάτισε πλήθος αντρών και γυναικών πριν προλάβει να μπουμπουκιάσει η
ζωή τους ξέρανε και τους έκοψε το δρεπάνι του θανάτου. Τίμημα του έρωτα,
θάνατος. Τίμημα της σεξουαλικής ελευθερίας θάνατος. Τίμημα της σωματικής
αυτοδιάθεσης θάνατος. Τίμημα ξύπνημα των αισθήσεων θάνατος. Τίμημα της αγάπης
θάνατος. Η μαβιά σκιά του σκέπασε ότι όνειρο και όραμα των ανθρώπων εκείνης της
εποχής. Πιστοί του έρωτα και πιστοί της πίστης, άπιστοι του έρωτα και άθεοι,
νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες, τίμημα θάνατος. Το άνοιγμα στον Άλλον το
τίμημα ήταν θάνατος. Μία μερίδα της ανθρωπότητας μαυροφορέθηκε θρηνώντας τόσο
τους χαμένους δικούς τους όσο και την ίδια της την ύπαρξη. Για άλλη μία φορά η
ανθρωπότητα αντίκρυζε το πραγματικό πρόσωπο του Θεού που εδώ και αιώνες
ονειρεύονταν και αυτό ήταν το παγερό, σκληρό, σκοτεινό πρόσωπο του Θανάτου. Το
Καζαντζακικό μηδέν της Ασκητικής του ερωτικού παιχνιδιού οδηγούσε στον θάνατο,
μέχρι και πάλι η Ιατρική Επιστήμη να κάνει το Θαύμα της και να βρει το κοκτέιλ
φαρμάκων και παρατείνει μερικά χρόνια ακόμα τα φαρμάκια του βίου. Η ποίηση της
«Μεταφυσικής της μιάς νύχτας» είναι ποίηση χαμηλόφωνη, σχεδόν ψιθυριστή βγαίνει
η κραυγή της. Η δραματικότητά της απορρέει από το ρήμα και το ουσιαστικό στην
αλληλέγγυα εμπλοκή τους της έκφρασης του πένθους. Τα επίθετα είναι ελάχιστα όσα
υπάρχουν επιτείνουν την ένταση της μνήμης. Κάθε ποίημα στηρίζεται στην κεντρική
ιδέα μιάς κατάστασης ή μιάς βιωμένης εμπειρίας και γύρω από αυτή πλέκεται ο
ιστός του της άριας του ερωτικού θανάτου. Οι λέξεις στροβιλίζονται γύρω από το
βέβαιο του αποτελέσματος της ερωτικής συνάντησης που είναι ο θάνατος δηλαδή η
διάσπαση των ερωτικών μορφών. Η φύση απουσιάζει, και όπου εμφανίζεται είναι σαν
κήπος κοιμητηρίου. Γραφή ταραγμένη, φουρτουνιασμένη πένθος, διάλυση, φθορά.
Χρόνος η φεγγαρόφωτη νύχτα, το φως των άστρων ασημίζει το μωβ του θανάτου. Χώρος,
ο κήπος, τα ουρητήρια, οι κινηματογραφικές αίθουσες, οι σταθμοί. Τα πρόσωπα,
άγγελοι της νύχτας στις γραμμές των τρένων, φαντάροι, οικοδόμοι, ναυτικοί,
λούμπεν εργάτες, ξέμπαρκες μεθυσμένες φιγούρες που αναζητούν συντροφιά για μία
νύχτα. πανύψηλοι αφρικανοί, νταβατζήδες της νύχτας, παρκόβιοι, φορτηγατζήδες,
μαχαιροβγάλτες, χαπάκηδες, τύποι της κολασμένης ερωτικής εμπειρίας, το άλλο
πρόσωπο της ημέρας που όλα γαληνεύουν γίνονται καθωσπρέπει, τυλίγεται το μαύρο
των πράξεών τους μέσα στην ανωνυμία της ημέρας. Χέρια, μάτια, μπράτσα, σκέλη,
σπέρμα, βαριές ανάσες, ιδρώτας, φιγούρες άγνωστης ταυτότητας γνωστής
σεξουαλικής αποτελεσματικότητας Φόβος, βίαιος θάνατος, ανωνυμία, ερημιά,
υγρασία και μια νύχτα που συνεχίζεται και την ημέρα. Η ερωτική ζωή μία «Τρούμπα»
με θέα τον θάνατο. Τα μάτια κλειστά, Φασμπιντερική ατμόσφαιρα, Παζολινικό
κλίμα, πειραιώτικα αγγίγματα. Μια άλλη φυλή ανθρώπων με τους δικούς τους θεούς
και όσιους του έρωτα και του θανάτου, τους δικούς τους κήπους του παράδεισου.
«Ψάξτε με
στο λιμάνι, σ’ έρημες μαούνες,
σε τίποτα
θάμνα εξοχικά,
σε ύποπτα,
παγωμένα ξενοδοχεία,
αναζητείστε
με μ’ επιμονή στις ερημιές,
ρωτήστε
πρόσωπα στα πάρκα,
κυρίως,
διαβάστε για τις έρευνές σας
προσεκτικά τα
ποιήματά μου.
Περιγράφω
λεπτομερώς τους υποψήφιους δολοφόνους μου,
τι μάρκα
τσιγάρα καπνίζουν,
το βλέμμα,
τις συνήθειες,
τη βραχνάδα
τους.».
Η ψύχωση των ερωτικών ανθρώπων εκείνων
των δεκαετιών που οδηγήθηκαν στον θάνατο. Η απάρνηση της ζωής για να την ζήσεις
σε όλη της την φωτεινή σκοτεινότητα. Σωματική ή ψυχική σύγχυση ποιος μπορεί εκ
των υστέρων να αποτιμήσει πράξεις, συμπεριφορές, γεγονότα, επαφές, κινδύνους,
απροσεξίες, ανεμελιές, παράτολμες ενέργειες, ρίσκα, φόβοι, ερημιά, πόνος,
θλίψη, πένθος. Η ζωή την δεκαετία του 1980 ακούγονταν σαν μοιρολόι όχι των
ζωντανών προς τους νεκρούς αλλά των πεθαμένων προς τους ζωντανούς. Το ρολόι της
μνήμης σταμάτησε, αιχμαλωτίστηκε, ο χρόνος συμπυκνώθηκε σε ένα δευτερόλεπτο ροής
των ερωτικών νύχτιων υγρών των σωμάτων. Ο λόγος ενός δουλέμπορα καταραμένου
ποιητή του Αρθούρου Ρεμπώ έρχεται στην σκέψη μου: «Μια μέρα πήρα την ομορφιά
στα γόνατά μου και την βλαστήμησα». Η συλλογή αυτή του Ανδρέα Αγγελάκη είναι η
ατομική του μεταφυσική δικαίωσης των επιλογών της ζωής του. Τι έμεινε από όλον
αυτόν τον βανδαλισμό του έρωτα και της ζωής, το έργο του, τα ποιήματά του, ότι
κάποτε από αυτά τα πειραϊκά χώματα πέρασε ένας ποιητής που πολύ αγάπησε τον
κατατρεγμένο και κυνηγημένο άνθρωπο αναζητώντας την ταυτότητα του προσώπου του.
Την βρήκε άραγε, την ολοκλήρωσε, κανείς δεν θα μας πει. Το ταμείο των Λέξεων
που άφησε πίσω του έκρυψε καλά τα μυστικά του.
11., Η ΟΔΟΣ
ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1984, σ. 40, Β΄ έκδοση. Η συλλογή
εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1979.
*Η συλλογή
περιέχει 28 ποιήματα, το δεύτερο και μακροσκελέστατο δανείζει τον τίτλο σε όλο
το βιβλίο.
ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ
Κι ύστερα
πάλι σε θυμάμαι
κι η μνήμη
κλείνει τα μάτια σαν το Χριστό
όταν έπινε
νερό και πίσω του
οι
αγκαλιασμένοι μαθητές φωτίζονταν,
όπως τώρα,
καληώρα- κοίτα: η ρεματιά,
το χόρτο το
γαϊδούρι και το γιασεμί
και μετά:
ίσως υπάρχεις πάλι μόνο εσύ,
μιά σοβαρή
στοχαστική φωτογραφία
σαν απ’
αυτές στο κοιμητήρι του χωριού
τις
σκονισμένες, τις απελπισμένες και τις σίγουρες
μεσ’ στην
ασφάλεια της ερημιάς και του θανάτου.
Ενώ στο ποίημα «ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ» μας
λέει: «Ο θάνατος δεν είναι παρά λέξη,/ ένα τραπουλόχαρτο, ένας έρωτας που δεν
πρόλαβε/να πει τ’ όνομά του,/ ν’ ανοίξει τις φλέβες του,/ να δαμάσει τον τρόμο
του……»
Από το ποίημα «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»,
«…. Είμαι τόσο μόνος/ μ’ ακολουθεί στο υπόγειο/ η κλειδαριά το φωτάκι η κουβέρτα,/
δε λέμε άλλη λέξη γδυνόμαστε/ εγώ ξέρω πώς τον λένε εκείνος όχι/ θα ‘μαστε λιγότερο μόνοι μαζί/
ίσως μ’ αφήσει το τηλέφωνό του.».
ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ
Χάιδεψέ μου
το χέρι, κλείσε τα μάτια σου
και φαντάσου
όποιον θέλεις, το φίλο σου,
το κορίτσι
σου, πες ένα λόγο τρυφερό
απ’ αυτά που
λέμε πάνω στην έξαψη
και μετά δεν
θυμόμαστε.
Και μη με
ρωτήσεις ονόματα
και που
δουλεύω και τούτο και κείνο.
Άσε τη σιωπή
που θα ‘ρθει μετά το τέταρτο
να μας
κατακλύσει και να νιώσουμε ντροπή για το χρόνο
ντροπή για
τον πηλό μας,
να γεμίσει η
κάμαρη νοσταλγία.
Και ένα ακόμα
ΗΘΟΠΟΙΟΙ
Μοιάζουμε
με
συμπλέγματα γερασμένων ηθοποιών
που πήραν
μιά μικρή σύνταξη
αποσύρθηκαν
και μένουν
μιά στιγμή στη ράμπα
να
στοχαστούνε το χρόνο
πρίν
κλειδώσει ο θυρωρός το θέατρο,
ευτυχισμένοι
στο μισοσκόταδο της άδειας αίθουσας
που τρίζει
ωστόσο από συμπονετικά φαντάσματα
ανάβουμε
κερί μήπως σκοντάψουμε σε τελάρα,
χτυπάμε το
πόδι μας στο σανίδι
για να
τρομάξουμε τα ποντίκια,
βήχουμε και
βγάζουμε τέλος απ’ την τσέπη
τον
τελευταίο μας ρόλο,
περί θανάτου
και κενού, απελπισίας και τα λοιπά
και
απαγγέλουμε
πριν σβήσει
το κερί που κρατάμε
κι αρχίσει ο
πορτιέρης να βλαστημάει
«άντε,
τελειώνετε, νυχτώσαμε».
12., ΚΑΒΑΦΗΣ
ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ Δέκα φαντασιώσεις πάνω στον
Καβάφη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 12, 1984, σ.48. Η επιμέλεια ήταν της Άννας
Σταματοπούλου.
[Οι 10
ποιητικές φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη, είναι οι Καβαφικές περιπλανήσεις του
ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, όπως εκείνος ενσωμάτωσε στις δικές του εργασίες τα
μηνύματα της Καβαφικής ποίησης. Ας θυμίσουμε ότι αρκετοί έλληνες ποιητές
συνέθεσαν ποιήματα για τον Αλεξανδρινό και την ζωή του, είναι τα λεγόμενα
Καβαφογενή, και την περίπτωση του ποιητή Γιάννη Ρίτσου που κυκλοφόρησε συλλογή
του για τον Κ.Π. Καβάφη. Ο Αγγελάκης συνθέτει ποιήματα βασισμένα σε
χρονολογικές στιγμές και καταστάσεις του βίου του και της οικογένειας Καβάφη,
τα ταξίδια και περιπλανήσεις του. Οι φαντασιώσεις είναι: 1. Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΗΝ
ΠΟΛΗ, συναντάμε τα ονόματα του ξαδέρφου του Γιώργου Ψυλλιάρη, του κριτικού
Τίμου Μαλάνου του αρχαίου ποιητή Μελέαγρου. Αναρωτιέται αν έπινε και μιλά για
το άτομο που τον μύησε στα ερωτικά αντρικά παιχνίδια. Γράφει για τα ποιήματά
του: «…Ο εξάδελφός του ελπίζω να τον φίλησε./Αμφιβάλλω, όμως. Όπως χιλιάδες
άλλες περιπτώσεις/ τον χρησιμοποίησε αντί γυναίκας/ ο ίδιος αποστρέφοντας το
πρόσωπό του,/ ύπουλα μόνο ξεκουμπώνοντας τα ρούχα του ξαδέλφου. Γιαυτό κι η
ποίησή του είναι στο βάθος τόσο στερημένη/ από έρωτα, από αγάπη, αν δεν
φοβόμαστε τις λέξεις,/ γεμάτη άγχος. Έτσι την βλέπω./ Όμως μπορεί και πάλι να
υπερβάλλω…..». 2. ΒΑΣΙΜΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ, μας μιλά για το ταξίδι του Καβάφη 1901
στην Αθήνα και για την επίσκεψή του 26 Ιουλίου στον Πειραιά και τις ερωτικές
συναντήσεις του, προβολές των δικών του επιλογών. Γράφει: «.. Ώ, ναυτικός κι
εσείς. Τίποτε, κάτι θυμήθηκα. /Έχω μια αδυναμία προς αυτό το επάγγελμα./ Ωραίοι
άντρες, δυνατοί- ερωτικά εννοώ./ Πώς το ξέρω; Από πρώτο χέρι,….». 3. ΠΡΟ ΤΩΝ
ΔΕΚΑ μπροστά στο γραφείο του σπιτιού του ο Αλεξανδρινός συλλογίζεται, γράφει
ποιήματα, εκθέτει τις απόψεις του για την τέχνη. Γράφει: «Ο νεαρός Μαλάνος
(ωραίο παιδί, αρρενωπό, σφιχτοδεμένο, μελαγχρινό, όπως τον αρέσει).» «ο θάνατος
παίρνει πονηρά τη μορφή της τέχνης/ να τόνε φάει μια ώρα αρχύτερα./ Δε σφάξανε.
Τα περί υστεροφημίας για το θεαθήναι./ Η ζωή είναι αυτή που ούτε λεπτό δεν
περιμένει,/ δεν είναι τόσο βλάξ»……..» «Στην ηλικία του πρέπει να το προσέχει
όλα,/ ξέρει πως αν εγκαταλείψει τον εαυτό του,/αυτό το ελάχιστο που βρίσκει θα
το χάσει,/ δεν έχει ψευδαισθήσεις./ «Οι ψευδαισθήσεις μου καλές για τα
ποιήματα./Καλές όσον αφορά στην θέση μου/μέσα στη νεοελληνική λογοτεχνία και τα
τοιαύτα…». 4. ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΑΘ’ ΟΔΟΝ, «Αλεξάνδρεια ιδρωμένη, πασπαλισμένη
καρβουνόσκονη,/ λασπωμένος ουρανός του μπλε, του μαύρου,/ μπράτσα και μέλη
τυλιγμένα σ’ ένα βρώμικο άσπρο…», «Σοκάκια βουτηγμένα μες στη μαγγανεία των
δώδεκα.», «Το φεγγάρι το άφησε μες στη λύσσα του σημάδια,…» Η παρουσία του
αδερφού του Παύλου. Αναζητήσεις τεχνικής να μας δώσει την ατομική ερωτική του
αλήθεια ως ποιητική μαρτυρία. «Πρέπει να γράψω την αλήθεια,/ πρέπει να γράψω
την αλήθεια,/ η ποίησίς μου θα μ’ εκδικηθεί,/φθάνουν τα ψέματα,/φθάνει το
θέατρον,/ όχι άλλο.»». 5. ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΥΠΟΘΕΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΟΥ:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1984. Στο ποίημα αυτό σκιαγραφεί τον ίδιο του τον
εαυτό, τις περιπέτειές του, σιχτιρίζοντας τον Αλεξανδρινό. Χρόνος η 15 Ιουλίου
πρωί και βράδυ. Ξαγρυπνώντας γράφει «… άι στο διάολο, τέρμα η φιλολογία,/
βαρέθηκα να ψάχνω τις σκιές του Γέρου,/ όλο σκιές, ερωτηματικά, ενοχές και
μνήμες,/ θέλω ένα κορμί που να μην μου θυμίζει τίποτα,/ ούτ’ έθνος, ούτε
ποίηση, ούτε τη λιωμένη ζωή μου./ τίποτα.». 6. Ο ΚΑΒΑΦΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Τ,
Γράφει αναρωτώμενος: « Μεγάλο πρόβλημα. Ποιος κρύβεται, εννοώ, και ποιος δεν
δεν/ κρύβεται/κάτω απ’ το Τ., τα συντημένα Αλε. Μαν, το Μπρα, Α.ΜΑ., ή το Σουλ.
(γοητευτικό)…». «Οι έρωτες είναι δύσκολοι, κοινωνικά επικίνδυνοι,/ τα σκάνδαλο
τον τρόμαζε, γιατί να το ρισκάρει;» Η ερωτική πιάτσα δεν άλλαξε μας λέει από
την εποχή του Μελέαγρου, του Στράτωνα «και νόμος αδήριτος της πιάτσας είναι,
καθώς ξέρετε,/ ο συμβιβασμός- και σίγουρα ο Καβάφης/ δεν είχε ψευδαισθήσεις. Μα
καθόλου.». 7. Η ΕΞΟΥΘΕΝΩΣΗ, Γράφει για τον Καβάφη: «Παρακάμπτω τη δυσκολία του
ν’ αποφασίσουμε/ αν εννοείται σαν αιτία ο αλκολισμός,/ ο αυνανισμός ή ο
ομοσεξουαλισμός του- μετά από κάποια κραιπάλη του σ’ ένα maison de passé (Rue Mosquee Attarine…)». Μνεία σε διάφορες απόψεις που
έχουν εκφραστεί για τον Αλεξανδρινό, όπως του Στρατή Τσίρκα, του Ι. Χατζηφώτη
και άλλων. Ο Α. Αγγελάκης στην ουσία σκιαγραφεί τον εαυτό του και τις δικές του
ερωτικές εμπειρίες μέσα από την εξέταση της διαδρομής τη ζωής του Καβάφη και
κλείνει την έβδομη φαντασίωσή του με στίχους που, αντιπροσωπεύουν το δικό του
ποιητικό γεγονός: «Εκείνο που κρατάμε ωστόσο είναι η κραυγή/ η ακατέργαστη,
αφτιασίδωτη απελπισία,/ ένα πρόσωπο που αρχίζει να ρυτιδιάζει/λίγο πριν βάλει
τα ψιμύθια της παράστασής του,/η κραυγή του μαδημένου παγονιού/ που εκλιπαρεί
βοήθεια, ξέροντας πολύ καλά πώς δεν υπάρχει/ πουθενά./ Αυτή η κραυγή στ’ αυτιά μας, ίδια πάντα….».
8. ΤΙ ΘΑ ‘ΚΑΝΕ ΑΝ ΖΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΣΗΜΕΡΑ, είναι το πιο χαρακτηριστικό ποίημα
της συλλογής και της ζωής του Ανδρέα Αγγελάκη, η προσαρμογή του στην ερωτική
εμπορική πραγματικότητα της εποχής του δίχως ωραιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις
των ερωτικών υποκειμένων και των πράξεών τους, των λεγόμενων «τάξι-μποις».
Αντιγράφουμε: «Θα ‘δινε πολύ δύσκολα συνεργασία σ’ έντυπα,/ θα προτιμούσε,
είναι αλήθεια, συνεντεύξεις,/ κι ασμένως θα έδινε κάποια νεανική φωτογραφία
του/ να δημοσιευτεί στη μέση του κειμένου./ Θα ‘τανε τακτικός θαμώνας ορισμένων
σινεμά.». Συνεχίζει για τον ρόλο των κριτικών: «Θα εξαφανιζόταν στο μέσον μιας
συζήτησης απότομα/ αν ερχόταν η κουβέντα στη σημειολογία/ ή στον Blanchot ή στον Barthes,/ποτέ του λοιπόν δεν τους κατάλαβε,/
ο κριτικός πρέπει να ‘ναι σαφής κυρίως,/ όχι να σπαζοκεφαλιάζεις με τους
γρίφους του,/ πια το παράκαναν,/ ιδίως η νεολαία, οι ξιπασμένοι αυτοί
πολιτικοποιημένοι νέοι,/ διαδηλώσεις μονάχα κι αφίσες/ κι αδιάβαστοι στους
κλασικούς.». Δεν χαρίζεται σε κανέναν στηλιτεύει πρακτικές και κοινωνικές
συμπεριφορές ακόμα και της ομοφυλόφιλης κοινότητας, δίνει «συμβουλές» και
παραινέσεις, γράφει: «Θα ‘χε καταδικάσει ομοφυλόφιλες οργανώσεις και περιοδικά/
«ναι, τις μπομπές μας τώρα θα τις κάνουμε παντιέρα,/ είναι ιδιωτική υπόθεσις το
κρεβάτι,/ καλύτερα ήσυχα να κάνεις το κομμάτι σου/ χωρίς να προκαλείς,/ σίγουρα
τα μεγάλα κεφάλια έχουν κατανόηση,/ μήπως κι οι ίδιοι (τα ξέρουμε πολύ καλά…)/
τα ίδια και χειρότερα δεν κάνουν;/ Χρειάζεται μεγαλύτερη διακριτικότης,/ τι
βγαίνει με πορείες και διαμαρτυρίες/ ή υπομνήματα;/ Ο αστός θα παραμείνει πάντα
αστός…». Το κοινωνικής κριτικής αυτό ποίημα είναι το μακροσκελέστατο της
σύνθεσης. Η προβολή των σκέψεών του πάνω στο άτομο Καβάφη και των συμπεριφορών
του είναι η δική του εξαγνιστική κατάθεση. Στην όλη σύνθεση αξίζει να προσεχθεί
και η γλώσσα που χρησιμοποιεί η οποία χωρίς να Καβαφίζει γλωσσικά αλλά και ούτε
να «Ψυχαρίζει» απλώνει το γλωσσικό του
δίχτυ και αλιεύει λέξεις και συντακτικές εκφράσεις όχι μόνο από τις πηγές της
καθαρής Δημοτικής, Ένα γλωσσικό ύφος όμως ενιαίο, 9. ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ; Μιλά για την
γυναικεία παρουσία κοντά σε έναν ομοφυλόφιλο άντρα συμπαραστατικά, όπως στην
περίπτωση του ιρλανδού ποιητή και συγγραφέα Όσκαρ Ουάιλντ, γράφει: «… οι
γυναίκες διαθέτουν περίεργες κεραίες,/ είναι διαισθητικότερες από τους
άντρες.». Τέλος, στο 10. ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΕΣ ποιητικά ανακαλεί τα τελευταία
χρόνια της ζωής και της αρρώστιας του Καβάφη και αναρωτιέται αν άξιζε να αφήσει
κληρονόμο του το ζεύγος Αλέκο και Ρίτα Σεγκοπούλου. Μιλά για τις τελευταίες
σκέψεις του Αλεξανδρινού Κ.Π.Κ. «Χειμώνας του 1931. Και πώς φοβάται τους
γιατρούς,/ τις εγχειρήσεις, τα νοσοκομεία./ Κάτι του λέει πώς είναι αργά,/ ό,τι
και να κάνει…/ Αλλά πάλι. Δε βαριέσαι. Έτσι ή αλλιώς,/ τι σημασία έχει. Ας το
αποφασίσει./ Αύριο με το καλό ας συζητήσει πάλι με τη Ρίκα/ (αυτή ‘ναι
πρακτικότερη)/ το πώς και τι. Ναι, ας τον προκαλέσει./ Το θάνατο, το διάβολο,
το θεό, ποιόν, τέλος πάντων,/ θα τον προκαλέσει. Αύριο κιόλας». Οι απόψεις και
οι θέσεις του ατόμου και ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη για τους Ομοφυλόφιλους και την
δημόσια εικόνα τους, δεν φανερώνουν συντηρητισμό καθώς μεγαλώνει, βολεύεται και
λησμονεί τις ακτιβιστικές του ενέργειες των δεκαετιών μετά την μεταπολίτευση
και την ίδρυση του «ΑΚΟΕ» και του περιοδικού «Αμφί». Ο Αγγελάκης είναι άτομο
της «πιάτσας» είναι πραγματιστής, αποφεύγει να ωραιοποιεί καταστάσεις βλέπει
τις αλλαγές που συντελούνται γύρω του, μέσα στην Κοινωνία, το σπάσιμο των
ανθρωπιστικών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, την εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων
και των ερωτικών σχέσεων κάτι που δεν είναι ένα καινοφανές φαινόμενο στην
ιστορία της ανθρωπότητας. Συμφωνώντας με την αξιοπρεπή δημόσια εικόνα που
οφείλει να έχει ένας ερωτικά διαφορετικός άντρας ή γυναίκα συμπληρώνουμε ότι το
Σώμα της Ποίησης είναι ενιαίο όπως και της ίδιας της Ζωής, έτσι οφείλουμε να το
αντιμετωπίζουμε και όχι διαμερισματοποιημένο εντάσσοντάς το στο περιθώριο. Η
κυνική του ερωτική ματιά δεν αναιρεί την ευαισθησία και τον λυρισμό του. Και
μόνο η αίσθηση των χειλιών και του ερωτικού φιλί- που παραπέμπει στον Λαπαθιώτη
και η πληθώρα των μυρωδιών και των χρωμάτων των λουλουδιών που έχουμε στην
ποίησή του και παραπέμπουν στον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, υποδηλώνουν την
ευαισθησία και τον θερμό και άμεσο λυρισμό του. Εξάλλου, ο πειραματισμός του σε
διάφορα είδη γραφής και η σοβαρή ενασχόλησή του με το Θέατρο και ο θεατρικός
τρόπος που δομεί και οργανώνει τα ποιήματά του δεν είναι απόδειξη της
πολυθεματικότητας των ενδιαφερόντων του.
*Η ποιητική
συλλογή παραστάθηκε όχι κατά την κρίση μας με επιτυχία από το «ΘΕΑΤΡΟ ΕΝΑΣΤΡΟΝ-
ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ» 3/2/-8/4/2001 από την Θεατρική Ομάδα «AMON RA» σε σκηνοθεσία του γεννημένου στο Κάϊρο
MILLAS και
ερμηνευτές τον Γιώργο Λιβανό και την Βαρβάρα Κυρίτση. Την παράσταση την
παρακολούθησα δύο φορές εκφράζοντας τις επιφυλάξεις μου σε συζήτηση με τον
σκηνοθέτη. Έγραψα για αυτήν στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς». Υπάρχουν και
άλλα δύο σχόλια σε εφημερίδες της εποχής που γνωρίζω. Στην εφημερίδα
«Ελευθεροτυπία» και στην «Αυριανή της Κυριακής». Τώρα, για το πώς υποδέχτηκε η
κριτική το ποιητικό βιβλίο, αυτοβιογράφησης της Καβαφικής προσωπικότητας και
του ίδιου του Αγγελάκη βλέπε και τον τόμο με την Συγκεντρωτική Βιβλιογραφία του
Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και τα ανάλογα λήμματα.
13., ΤΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ ΜΟΥ, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 6, 1986, σ.56. Με ένα Σχέδιο
του Βασίλη Βασιλειάδη. Οι Τυπογραφικές διορθώσεις ήταν της Δέσποινας Τσούμα.
[Το βιβλίο περιλαμβάνει
τίτλους των έργων του Α. Α. που έχουν εκδοθεί και μικρό βιογραφικό. (Σε αρκετά
βιβλία του συναντάμε τίτλους του και επαναλαμβάνεται το μικρό βιογραφικό του.
Το βιβλίο έχει 18 +1 ποιήματα. Δηλαδή 18 αυτόνομες ποιητικές μονάδες και μία
ενότητα 3, τα ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΥΚΟΝΟ (Ι. Το τοιχαλάκι ΙΙ Παραπορτιανή ΙΙΙ/
Κατ’ όναρ). Η προβληματική του συνεχίζεται κατά κάποιον τρόπο επαναλαμβάνεται,
επανέρχεται και στην νέα του συλλογή, η κυνική και ρεαλιστική του ματιά πάνω
στα ερωτικά πράγματα και τις σωματικές ερωτικές ανάγκες. Η εμπορευματοποίηση,
λες και μέρος της ποιητικής του θεματολογίας και διαπραγμάτευσης δεν
ολοκληρώνεται σε προηγούμενες καταθέσεις του, αφήνονται ανοιχτές, συνεχίζονται
και στις επόμενες ποιητικές του καταθέσεις. Πικρή του διαπίστωση; «Κακά τα
ψέματα- το κορμί πληρώνεται» γράφει στο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ καταλήγοντας «το
κορμί πληρώνεται,/ τα περί σχέσεων,/ αισθημάτων/ και τ’ αποδέλοιπα/ είναι/
τρίχες.». Τι χρεία αναγωγών και ψυχολογικών αναλύσεων έχουμε θα υποστήριζε
κάποιος που κατέταξε τον ποιητή και την ποίησή του εκεί που η υπόλοιπη Κοινωνία
τον συμπεριέλαβε και συμφώνησε καθώς διαβάζει το ποίημά του με τίτλο ΧΑΡΤΑΚΙΑ
και αυτά και πάλι μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ο ποιητής: «Καλλίτερα έτσι.
Μια άμορφη μάζα, ένας πολτός/από ιδρώτα, λόγια, σπέρμα και φιλί (όπου δινόταν)/
ανώνυμος, δίχως απαιτήσεις μνήμης,/ δίχως δικαιώματα έρωτα,/ ένας βούρκος από
επιθυμίες σαρκοβόρες/ που μας τραβάει ολοένα και πιο κάτω/ εκεί, προς τη φωλιά
του φιδιού/ χωρίς να φταίει σε τίποτα κανένας/χωρίς να είναι υπόλογος
κανένας.». Γυμνός ο ποιητής μπροστά στην τράπεζα του έρωτα, δίχως την πανοπλία
της μνήμης την αρνείται, τον εμποδίζει να αντικρίσει κατάματα τον ρεαλισμό και
σκληρότητα της ζωής, των επαφών, των σχέσεων. Ο έρωτας είναι μνήμη, εμπειρίες
μνήμης και ο Αγγελάκης, αποφεύγει ή δεν στάθηκε τυχερός να γευτεί την κατάσταση
αυτή, τουλάχιστον στο σύνολο του χρόνου του βίου του. Τα ερωτικά του πρόσωπα
προέρχονται από τα χαμηλά οικονομικά στρώματα της κοινωνίας, είναι μπρούτα και
ειλικρινή στις απαιτήσεις τους ξέρουν τι τους ζητά ο άλλος και, περισσότερο
γνωρίζουν τι μπορούν τα ίδια σωματικά να του προσφέρουν στην επωνυμία ή
ανωνυμία των τυχαίων στιγμιαίων επαφών τους. Σώμα με Σώμα ολοκληρώνεται η
γνωριμία τους και κατόπιν ο καθείς τραβά το δρόμο του μέσα στην ανωνυμία του
πλήθους. Τρία από τα ποιήματά του φέρουν τίτλο με την λέξη «Δολοφόνος» σαν ένα
είδος υπενθύμισης το τι μας αναμένει δίπλα μας. Το «φίδι» σαν ποιητικό σύμβολο
ίσως και Βιβλικό επανέρχεται στο έργο του. Το ποίημα της σελίδας 36 φέρει τον τίτλο
«Ο ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΣΑΙΡΕΝ ΚΙΡΚΕΓΚΩΡ» Δανού φιλοσόφου του υπαρξισμού, ενώ αυτό της
σελ. 41 είναι «ΠΕΡΙ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ». Ο γνωστός αντισυμβατικός και «καταραμένος»
ιταλός ζωγράφος και γλύπτης Αμαντέο Μοντιλιάνι (1884-1920) από τους
σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα που έφυγε νεότατος στα 36
του υπήρξε από τους αγαπημένους εικαστικούς του ποιητή. Πάντοτε ανέφερε το
όνομά του. Στην οικία του είχε επίσης τα σχέδια των βιβλίων του φιλοτεχνημένα
από τον Γιώργο Σταθόπουλο.
ΠΕΡΙ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ
Ο
Μοντιλιάνι, λοιπόν, πουλούσε το αίμα του
για πέντε
φράγκα, όσο-όσο, για ν’ αγοράσει κρασί ή
σκόνη/
μήπως κι
αντέξει λίγο ακόμα, μήπως μπορέσει/
και κρατηθεί
για χάρη των φαντασμάτων του/
που μεσ’ απ’
τ’ άδεια μάτια τους/
τρομοκρατούσαν
κι έξυναν το κάρκαδο της ύπαρξης./
Φιλότιμη
προσπάθεια. Άντεξε όσο άντεξε/
αφού
κατέβηκε σκαλί-σκαλί το ακατόρθωτο,/
παρέα με τις
νεκρές του, τα ποντίκια,/
τα σαπισμένα
δόντια των κυρίων του,/
τη βουβαμάρα
του τίποτα μεσ’ απ’ το ειρωνικό γαλάζιο/
φόντο του./
Δικός μας
άνθρωπος. Κι αυτός. Και τόσοι άλλοι./
Είναι –πώς
να το κάνουμε;- μιά παρηγοριά/
πώς κι
άλλοι, εκτός ημών, επιβιώνουν περιέργως,/
χωρίς να
‘χουν κάν μιάν ημέρα υποφερτή ν’ ανακαλέ-/
σουν/
όταν ο
πειρασμός τους σπρώχνει στο μπαλκόνι,/
όταν η βούλα
καίει στο μέτωπό τους,/
άχ, πόσο
καίει, θέ μου, πάνω απ’ τις δυνάμεις τους./
Έτσι τους
νιώθω. Σαν και μένα.
Μιά ζωή.
Στην σελίδα 23 διαβάζουμε την Ποιητική
του, που η ατμόσφαιρά της θυμίζει το ποιητικό κλίμα του ελληνοαμερικανού ποιητή
και μεταφραστή Νίκου Σπάνια.
Η ΠΟΙΗΣΗ
Η ποίηση δεν
έρχεται από πουθενά.
Είτε το
θέλεις, είτε όχι υπάρχει
χωρίς όμως
και να ‘σαι σίγουρος για την παρουσία της.
Ίσως μοιάζει
με κομμένο χέρι. Σύρριζα.
Ή ίσως ακόμα
καλλίτερα, με την αφή,
με την αφή
πολλών κορμιών
εκεί στις
αποθήκες στο λιμάνι του Μανχάταν:
τίποτα δε
μένει μετά την εκσπερμάτωση
κι όμως δεν
είσαι πιά ο ίδιος,
έχεις
αλλάξει, παραμορφωθεί.
Η ποίηση
μοιάζει με το έρεβος του Μάινσαφτ,
σβησμένος
χρόνος, πρόσωπα κι ανάσες.
Η ποίηση
έρχεται καταπάνω μου
τα πλοκάμια
της με τραβάνε προς τα κάτω
βυθίζομαι,
βυθίζομαι.
14., ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, έκδοση της «Μαθητικής Βιβλιοθήκης Εκπαιδευτικού
Οργανισμού «Ο ΠΛΑΤΩΝ»» Πειραιάς 12, 1987, σελ. 48 Νούμερο 5 στην σειρά των
Σχολικών εκδόσεων. Στο εξώφυλλο αναγράφεται Αθήνα 1987.
15., Ο
ΜΑΚΡΥΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ. Ποιήματα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989,
σ. 32.
[Η ποιητική
αυτή σύνθεση για την Καλαματιανή γνωστή ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, φίλη του
ποιητή Κώστα Καρυωτάκη η οποία έφυγε χτυπημένη από την αρρώστεια της εποχής-την
φυματίωση-, αρχινά το χρονικό διάστημα της Νοσηλείας της στο Νοσοκομείον
Νοσημάτων Θώρακος «Η ΣΩΤΗΡΙΑ» 8 Οκτωβρίου 19.... Ο ποιητής την επισκέπτεται και
συνομιλεί μαζί της για την ίδια, την αρρώστια, τον μεγάλο της έρωτα ποιητή
Κώστα Καρυωτάκη για την ποίηση του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και για θέματα
ποιητικής φύσεως. Είναι η δεύτερη φορά που την επισκέπτεται, αυτή την φορά
συνοδεύεται από την σύζυγό του ιατρό το επάγγελμα Γεωργία. Στο εξώφυλλο του
βιβλίου υπάρχει φωτογραφία της άτυχης ποιήτριας. Μετά το τέλος της ποιητικής σύνθεσης
στην σ. 28 ο Αγγελάκης γράφει: «Ευχαριστώ ιδιαίτερα τη Λιλή Ζωγράφου για τις
πολύτιμες συζητήσεις μας πάνω στην Πολυδούρη. Το βιβλίο της, Καρυωτάκης-
Πολυδούρη, μου στάθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο, όταν έγραφα το κείμενό μου». Να
σημειώσουμε ότι στην αναστήλωση των ποιητικών Απάντων της Μαρίας Πολυδούρη από
την φεμινίστρια πεζογράφο Λιλή Ζωγράφου, με δεξιοτεχνία η γυναικεία κριτικής της
ματιά εξετάζει την γυναίκα Μαρία Πολυδούρη αλλά όχι την Ποίησή της. Ας
θυμηθούμε κάτι γνωστό ότι την περίοδο της νοσηλείας της την επισκέπτονταν κατά
διαστήματα έλληνες ποιητές, όπως ο Ορφικός Άγγελος Σικελιανός, ο ποιητής της
Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος που και ο ίδιος ταλαιπωρήθηκε από την επιδημία της
εποχής κ.ά. Η επιλογή του Ανδρέα Αγγελάκη δεν ήταν τυχαία, να επιλέξει δηλαδή
να υφάνει έναν μακρύ μονόλογο της ζωής της ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη
εκθέτοντάς μας παράλληλα τις σκέψεις και τις απόψεις της για το άτομο και την
ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη, την αντρική δειλή ιδιοσυγκρασία του, την εμφάνισή
του (δεν ήταν όμορφος, ελκυστικός ο σατιρολόγος αυτόχειρας της Πρέβεζας),
«άλλωστε, πολλοί εύρισκαν τον Κώστα δυσειδή αλλά η αδεξιότητά του…» λέει στους
κάπως παραληρηματικούς μονολόγους της η ποιήτρια, σ. 11. Αφήνει ένα ίχνος
υπόνοιας ότι Καρυωτάκης ενδέχεται να της «έδωσε το παράσημο της αρρώστιας) ενώ
δεν εκφράζει και τόσο θετική κρίση για τα ποιήματά του. Μαζί και μέσα από τα
λόγια της Μαρίας Πολυδούρη ο πειραιώτης ποιητής βρίσκει την αφορμή να μας
μιλήσει και εκθέσει και τις δικές του απόψεις και θέσεις για πρόσωπα της
ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, πχ. Κ.Π. Καβάφης, Κωστής Παλαμάς, να
συσχετίσει τις ποιητικές τους εμφανίσεις. «Ώστε έτσι γράφουν σήμερα οι νέοι
ποιηταί,/ μα είναι ποίηση αυτό; Πεζολογία, σχεδόν πρόζα,/ ωμός ρεαλισμός,
φορές-φορές αβάσταχτος.» Και συνεχίζει παρακάτω σελ. 17: «Διέφεραν τόσο από του
γέρο Παλαμά τις συλλήψεις/ (ξέρετε τώρα, μονοτονία, λυρικές υπερβολές,/όλη η
κουραστική παλαμική ευγλωττία εν δράσει) ενώ ο άλλος-διέθετε μια περίεργη
πυκνότητα,/ το ποίημα λειτουργούσε με αναίδεια, ακατάδεχτα,/ σαν να
προσβαλλόταν με την ανάγνωσή του./ Είχα ανάμεικτα αισθήματα, αντιδράσεις.». Και
οι δύο ποιητικές φωνές ακούγονται με επιφύλαξη όταν αναφέρονται στον Κώστα
Καρυωτάκη, αν και η σκιά του, όπως και του Καβάφη πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα
της αίθουσας του Νοσοκομείου. Αφορμή της
κουβέντας τους για τους ποιητές στάθηκε η αποστολή του προηγούμενου βιβλίου του
Αγγελάκη προς την Μαρία Πολυδούρη, το γνωστό «Καβάφης καθ’ οδόν. Δέκα
φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη», όπως και ο ίδιος παραδέχεται η άρρωστη και
εξασθενημένη ποιήτρια δεν πρέπει να βρήκε χρόνο να ασχοληθεί με την αποστολή
της συλλογής του, υπήρξε όμως αφορμή για συζήτηση. Η παρουσία της συζύγου του
Α. Αγγελάκη είναι διακρική και βουβή, ίσως και «διακοσμητική». Η νοσοκόμα που
την φροντίζει με το όνομα Νίνα γίνεται επίσης η αφορμή να αναφερθεί ο Αγγελάκης
στην αγάπη του για τον ρώσο ιατρό και θεατρικό συγγραφέα Άντον Τσέχωφ, (το έργο του «Ο Γλάρος»), και
να ανακαλέσει την παράσταση του που είχε παρακολουθήσει η Πολυδούρη την περίοδο
που βρίσκονταν στο Παρίσι. Διαβάζουμε: «Φέρνει στο νου τον «Γλάρο»,/ Νίνα δε
λέγεται η λεπτοκαμωμένη ύπαρξις στο έργο,/ εύθραυστο σύμβολο αποτυχίας;/ Είχα
δει την παράσταση το 1928 θαρρώ, στο Παρίσι,/ εκτυλίσσεται κάπου σ’ ένα εξοχικό
της Μόσχας,/ τι εξαίσια ποίησις ο Τσέχοφ,/ η βαλεριάνα, οι άρρωστοί του, οι
ερωτευμένοι του/ και γύρω λευκά λουλούδια κερασιάς,/ αθόρυβες πατημασιές,/
παλιοί θάνατοι,/ παύσεις,/ παύσεις μεγάλες,/ θανατηφόρες-». Οι γνώμες τους για
τον πρόωρα χαμένο ρώσο δραματουργό και πεζογράφο είναι μία μικρή ζωογόνα
ποιητική ανάσα μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του Νοσοκομείου. Και κάτι σαν
μικρή γλωσσική επισήμανση, ο Α.Α. συνηθίζει όταν γράφει την λέξη Ποίηση να την
γράφει ως τριτόκλιτο Ποίησις. Η χρονική περίοδος που την επισκέπτεται είναι
Φθινοπωρινή κάτι που παραπέμπει στο «Φθινόπωρο» του ποιητή και πεζογράφου Κώστα
Χατζόπουλου. Ο αντισυμβατικός γυναικείος χαρακτήρας της Μαρίας Πολυδούρη,
πεισματικά ενάντια του Γάμου-φέρνει το παράδειγμα της ποιήτριας Αμαλίας και του
Στέφανου Δάφνη στην επικαιρότητα της συζήτησής τους-που η φωνή της παλαιάς
καλής ποιήτριας σκεπάστηκε από την συγγραφική παρουσία του συζύγου της,-όπως
άλλωστε και η δική της αντίστοιχα από αυτήν του Τριπολιτσιώτη Καρυωτάκη.
Επεκτείνοντας τις σκέψεις της κάνει μνεία στις ισχυρές προσωπικότητες της
Καλλιρρόης Παρέν, της Αύρας (Θεοδωροπούλου) τον ρόλο και τον στόχο ζωής ενός
πραγματικού Καλλιτέχνη, αφιερωμένου στην Τέχνη (του). Από τις σελίδες περνά ακροθιγώς
και το όνομα του πειραιώτη Λάμπρου Πορφύρα, μάλλον καταχρηστικά. Η Πολυδούρη,
ακριβέστερα ο Αγγελάκης, συμπλέκει τις κρίσεις του με τις δικές της και μας
μιλά, για το υγειονομικό σύστημα της εποχής, το κτηριακό συγκρότημα και τα
προβλήματά του, την πρώτη που χρηματοδότησε στην ίδρυση των Νοσοκομειακών
συγκροτημάτων, την Μαρία Schliemann, τα φάρμακα που έδιναν στους
ασθενείς, αυτά με τα γαλλικά ονόματα που «Μοιάζουν με ονόματα ποιητών
μεταρομαντικής σχολής» “Pentrexyl, Amoxil, Bactrimel, Septrin", σελ. 13 για την κατάσταση των
ασθενών καθώς τα αντρικά ημίγυμνα κορμιά τους φωτίζονται πάνω στα κρεβάτια από
το Αττικό φεγγάρι έλκοντας με την σωματική νεανική ερωτική τους ρώμη και
χαύνωση την φαντασία του ποιητή σελ.19. Δύο φορές συμπληρώνει την αρνητική
άποψη της Μαρίας Πολυδούρη για τις υπερβολικές διαγνώσεις και εντολές των
γιατρών, «Μιλούσαμε για γιατρούς. Προσέξτε. Ποτέ μου δεν τους πήρα στα σοβαρά.
Ανοησίες. Προσπαθούν να κλείσουν τη ζωή σε μιά γνωμάτευση, σ’ ένα αστείο
μικροβιολογικό αποτέλεσμα», σ.12. Οι απόψεις τους συγκλίνουν παρά το γεγονός
ότι ο γιατρός που την φροντίζει είναι «τσιμπημένος» μαζί της και του αρέσει η
ποίησή της. Από την άλλη, αν δεν λαθεύω,
και ο Αγγελάκης είχε την εμπειρία της νοσηλείας στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Το
ποιητικό έργο της Μαρίας Πολυδούρη συνηθίζεται πάντα να ερμηνεύεται με τον φακό
της σχέσης της με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη και τα αντίστοιχα ποιητικά τους
βαδίσματα. Ας μην παραβλέπουμε ότι σημαντικός ιστορικός της ελληνικής
λογοτεχνίας αναφέρεται περισσότερο στην διαμονή της στην Γαλλική πρωτεύουσα για
να μάθει την τέχνη της μοδιστρικής παρά για την αξία της ποίησής της. Ας μην
μακρηγορήσουμε ακόμα περισσότερα με άλλα διπλά συγγενικά παραδείγματα. Ο
Αγγελάκης ευτυχώς, δεν «εξαθλιώνει» την φυσιογνωμία της Πολυδούρη παρά το
γεγονός ότι της αναγνωρίζει ότι είναι: «Εντελώς γυμνή. Σεμνή. Μισή χωρίς
Εκείνον/ αλλά πλήρης από την απουσία Του, συντομεύοντας όσο μπορούσα τα Σάββατα
και τις καμπάνες τους…». Ενώ ελάχιστους στίχους συναντάμε στο βιβλίο.
Περισσότερο μιλά για τον θάνατο που καραδοκεί να αφαιρέσει άρρωστες υπάρξεις
και την νοσοκομειακή ατμόσφαιρα ενώ η ζωή με τις ανεμώνες και τα άλλα λουλούδια
της στέκεται αποκλεισμένη έξω από το κλειστό παράθυρο που την ωθεί ο πειραιώτης
φίλος της να κοιτάξει η άρρωστη ποιήτρια, παίρνοντας ανάσες παράτασης ελπίδας.
Λέει η ίδια η Πολυδούρη λίγο πριν ολοκληρωθεί ο μακρύς Μονόλογος της συλλογής,
που είναι ένας αντίστροφος διάλογος- εκδοχή του αρχαίου μύθου και συμβόλου της
Ευρυδίκης. (Η Ευρυδίκη και ο συμβολισμός της συναντάτε και σε άλλα βιβλία του Αγγελάκη:
«Τώρα πια, όπως άλλοτε,
δε θέλω
εύοσμα άνθη απ’ τα
νεανικά σου χέρια.
Είμαι σεμνή. Με κάθαρεν
η αγάπη
απ’ τα στολίδια, δες,
μ’ έγδυσε πλέρια.
Εντελώς γυμνή.
Σεμνή. Μισή χωρίς Εκείνον/
αλλά πλήρης
από την απουσία Του,
συντομεύοντας
όσο μπορούσα τα Σάββατα και τις καμπάνες τους.
Κι έτσι αποφάσισα. Είναι τόσο κοντά όλα:
ο Ύπνος, η Ζωή,
ο Θάνατος, ο Μορφέας, η μορφίνη.
Δεν άφησα
τον εαυτό μου να εξαθλιωθεί
(ήδη η Βιργινία
απόστρεφε το πρόσωπό της
κάθε που μ’
επισκεπτόταν),
προς τι; για
να με σχολιάζει η κοσμική Αθήνα περισσότερο;
λοιπόν με τα
ψηλά τακούνια μου,
το καθρεφτάκι
μου,
τα μαύρα, λάβρα
μάτια μου (που υμνήθηκαν αρκούντως),
τα τσιγάρα,
τα ελάχιστα χειρόγραφά μου
και το βιβλίο
Του,
παραδόθηκα
στη μορφίνη. Στη Μορφίνη.
Δεν έχει
σημασία ποιος μου την έκανε.
Τη φύλαγα
στο κομοδίνο κάτω κάτω
ως κόρην
οφθαλμού.
Κι ήταν ωραία.
Αθόρυβα.
Και τέλη Απρίλη
(όπως λέγαν
οι παλιότεροι ποιηταί)
συν τοις άλλοις.
[Η Νίνα με
βλέπει από μακριά κι έρχεται προς το μέρος μου. Μου κουνάει το χέρι. Ώρα φαγητού.
Η Μαρία ακίνητη. Δε βήχει πια].
Με την
σύνθεση αυτή κληρονομεί στους μελλοντικούς αναγνώστες την παρουσία της και το
έργο της όπως και αυτό του Κώστα Καρυωτάκη, κάτι που μάλλον δεν το επιχείρησαν
αρκετοί ομότεχνοί του ποιητές της γενιάς του, δίνει την προσωπικότητα της εκ
των έσω, δίχως να μας κουράζει με φιλολογικούς σχολιασμούς και ακαδημαϊκές
παρατηρήσεις. Από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία του πειραιώτη ποιητή στην ανατομία
της ζωής και της ποίησής της. Η ποιητική ταυτότητα του βιβλίου διαφέρει τόσο από
εκείνο που έχει κυκλοφορήσει για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη όσο και το παλαιότερό
του για τον Κόντε ποιητής Διονύσιο Σολωμό που έχει και εκδοτικά αποσπασματική
παρουσία.
ΘΕΑΤΡΙΚΑ
1., ΑΝΔΡΕΑΣ
ΜΟΥΣΟΥΡΑΚΗΣ, ΤΡΙΑ GAY ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ,
εκδ. «Γνώση», Αθήνα 1981, σ. 40. Επιμέλεια, Κολάζ, Εξώφυλλο ΜΑΝΟΣ ΤΑΞΙΔΗΣ.
Τυπώθηκαν 2000 αντίτυπα, τιμή 130 δραχμές.
[ Τα
Θεατρικά Μονόπρακτα δημοσιεύονται όχι με το όνομα του ποιητή αλλά με το
ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε στις συμμετοχές στο περιοδικό «Αμφί» του «ΑΚΟΕ».
Αυτά είναι: (Η ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ- ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ- ΤΟ ΜΠΑΡ «ΣΟΥΖΑΝΝΑ»). Τα μονόπρακτα Η
ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ και το ΠΑΓΚΑΚΙ πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΑΜΦΙ (τεύχος 2/,1979
και τεύχος 3-4/1979). Το τρίτο ήταν ανέκδοτο]. Βλέπε και αποδελτιώσεις μας του
περιοδικού «Αμφί» καθώς και της «Καμπύλης» στα Λ.Π.
2., ΑΝΔΡΕΑ
ΑΓΓΕΛΑΚΗ, ΤΑΧΥΔΡΑΜΑΤΑ. ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ. Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 1,1986, σ. 64, δραχμές
300
[Περιλαμβάνει
τα ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΑ: - ΤΟ ΠΙΣΤΟΛΙ/ ΣΤΟ ΤΡΙΧΩΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ/ Η ΜΗΤΡΑ ΕΝΑ
ΣΑΡΚΟΒΟΡΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ/ ΛΙΓΟ ΑΙΜΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ/ ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ/
ΤΟ ΙΝΤΕΡΜΕΔΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ].
*Τα Θεατρικά
του Αγγελάκη είναι Μονόπρακτα με συγκεκριμένη, μικρή φόρμα, λίγες σκηνές και
ολιγοπρόσωπα. Είναι μικροί διάλογοι ή μονόλογοι ατόμων τα οποία ξεδιπλώνουν τον
ψυχισμό τους, τις ανησυχίες, τους φόβους τους, τις αναστολές τους την
αντισυμβατική ηθική τους και τον κρυφό ερωτισμό και επιθυμίες τους. Τα Σχολικά
του συνοδεύονται με σκηνικές του οδηγίες στους μαθητές για την καλύτερη
δραματουργική παράστασή τους στην σκηνή. Στις θεατρικές του παιδικές
ενασχολήσεις υπάγονται και τα αμιγώς Επετειακά του, τα Ιστορικά του, αυτά που
έχουν σχέση με φοιτητικούς αγώνες και αγωνιστικές περιόδους της ελληνικής
ανεξαρτησίας. Κομβικές ιστορικές περίοδοι του Ελληνισμού και Φιλελληνισμού. Η
προβληματική της θεατρικής του φωνής και θεματικής του με άνεση εντάσσει τα
έργα του στην σειρά των Ελλήνων και Ελληνίδων Λογοτεχνών που ασχολήθηκαν με το
Παιδικό και Εφηβικό, Σχολικό Θέατρο. Σε συζητήσεις μας και στην συνέντευξή του
πάντα ο Αγγελάκης μνημόνευε την ιδιαίτερη αξία του Παιδικού Θεάτρου,
επισημαίνοντας συνεχώς ότι η αντίδραση του νεανικού κοινού που παρακολουθεί μία
θεατρική παράσταση είναι άμεση, αυθόρμητη, αυθεντική-είτε αποδοχής είτε
απόρριψης του έργου και της παράστασης, τα παιδιά σαν θεατές αντιδρούν
ενστικτωδώς- σε αντίθεση με το αναγνωστικό κοινό της ποίησης που ποτέ δεν
γνωρίζει ο ποιητής σε ποια χέρια θα πέσει η ποιητική του συλλογή και πότε και
ποια θα είναι η αντίδραση στην κατά μόνας ανάγνωση των ποιημάτων. Το
παρακινδυνευμένο μόνο του θεατρικού εγχειρήματος είναι στο κατά πόσο
επιτρέπεται στον συγγραφέα όταν απευθύνεται σε νεανικό και ιδιαίτερα σχολικό
ακροατήριο να αναφερθεί σε προσωπικά ερωτικά ζητήματα και επιλογές του ήρωα με
τον οποίον ασχολείται. Ποιά είναι τα όρια της Τέχνης-της ελευθερίας της
έκφρασης όταν θίγει ζητήματα του ιδιωτικού χώρου, της ιδιωτικής ζωής πχ. του
άγγλου φιλέλληνα ποιητή Λόρδου Βύρωνα κλπ.
ΣΧΟΛΙΚΟ-
ΠΑΙΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
1., ΑΝΕΒΑΖΟΥΜΕ
ΕΝΑ ΕΡΓΟ; Τρία μονόπρακτα για εφήβους. Κλειστές Πόρτες (Κοινωνική μονόπρακτη
σάτιρα σε δύο μέρη).// Χριστουγεννιάτικο Κολάζ (Μονόπρακτη σάτιρα).// Εργαζόταν
τα Χριστούγεννα ο Μπρέχτ; (Μια κουτή αλληγορία). Πρόλογος ΚΩΣΤΑΣ
ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ: ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΕΜΠΡΟΣ. Σκηνογραφικές Ιδέες- Εικονογράφηση ΝΤΟΡΑ
ΛΕΛΟΥΔΑ. Εκδ. «ΓΝΩΣΗ», Αθήνα, 10,1985, σ.104. Διορθώσεις Δοκιμίων: ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ. Επιμέλεια Έκδοσης: ΝΤΟΡΑΣ ΛΕΛΟΥΔΑ- ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΖΥΓΟΥΡΑΚΗΣ. Το βιβλίο
είναι αφιερωμένο «Στο γιο μου Αργύρη».
Σημειώσεις: Ο ποιητής και καθηγητής, θεατρικός
συγγραφέας Ανδρέας Αγγελάκης δίνει ο ίδιος σκηνικές οδηγίες για το ανέβασμα της
παράστασης. Στην σελίδα 101 προσθέτει «Μερικά διευκρινιστικά σχόλια για την
εικονογράφηση του βιβλίου». Ενώ στην αρχή σελ. 6 του τόμου με τα Μονόπρακτα για
Εφήβους μας δίνει τις εξής πληροφορίες: Οι «Κλειστές Πόρτες» ανεβάστηκαν για
πρώτη φορά στις 24 Δεκεμβρίου 1981, στο Λύκειο ο «Πλάτων» Π.Π. Παπαϊωάννου στον
Πειραιά. –«Το χριστουγεννιάτικο κολάζ» ανεβάστηκε για πρώτη φορά από μαθητές
και μαθήτριες του Λυκείου ο «Πλάτων», στον Πειραιά, στις 24 Δεκεμβρίου 1980.-
Το «Εργαζόταν τα Χριστούγεννα ο Μπρέχτ;» ανεβάστηκε για πρώτη φορά από τους
μαθητές και τις μαθήτριες του 7ου Λυκείου στον Πειραιά (συμμετείχαν
μόνο παιδιά της Γ΄ τάξης), με σκηνοθετικές συμβουλές του συγγραφέα στις 24
Δεκεμβρίου 1983. Επιπρόσθετα να σημειώσουμε τα εξής. Α. Η Χριστίνα Γιατζόγλου
είναι η γνωστή ποιήτρια. Β. Το κείμενο του δασκάλου Θεατρολόγου Κώστα
Γεωργουσόπουλου είναι μεστό και θέτει το κείμενο στις σωστές του βάσεις, στην
εξέταση της θεατρικής παιδικής παρουσίας του. Το ίδιο θα γράφαμε και για τον
φιλόλογο και δοκιμιογράφο Τάκη Καρβέλη που με την σειρά του προλογίζει βιβλίο
του Α.Α.
Δίχως να
διαθέτω τις απαραίτητες γνώσεις και πηγές ενός ακαδημαϊκού Θεατρολόγου θα
τολμούσαμε-ενδέχεται παρακινδυνευμένα- να δηλώσουμε το εξής. Το ανέβασμα του
παιδικού θεάτρου του Α. Αγγελάκη από Σχολικά περιβάλλοντα στην Πόλη μας, είναι
κάτι ιδιαίτερο και τιμητικό για τον Πειραιώτη εκπαιδευτικό και συγγραφέα. Από
την ίδρυση του Δήμου μας το 1835 δεν συναντάμε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις
είτε «επίσημες» είτε ακόμα και «ερασιτεχνικές». Η φωνή και ο λόγος του Αγγελάκη
είναι από τις λίγες που γίνηκαν αποδεχτές από το πειραϊκό σχολικό και νεανικό
κοινό. Δεν μιλάμε για θεατρικές παραστάσεις και έργα για το θεατρόφιλο κοινό
που έγραψαν άντρες και γυναίκες λογοτέχνες της Πόλης και παραστάθηκαν είτε στο
Δημοτικό Θέατρο είτε σε ιδιωτικές σκηνές ή και από την θεατρική ομάδα της
«Φιλολογικής Στέγης» στην αίθουσα του Γαλλικού Ινστιτούτου, μιλάμε για αμιγώς
παιδικό θέατρο ποιότητας και ύφους που απευθύνεται στο νεανικό κοινό της Πόλης
των σύγχρονων καιρών μας. Κάτι που σημαίνει, όπως και μέρος των ποιητικών του
συλλογών, συγγραφικές του εργασίες μας φανερώνουν ότι το έργο του ποιητή Ανδρέα
Αγγελάκη οφείλουμε να μην το περιορίζουμε στον χώρο του περιθωρίου και μόνο.
Ασφαλώς μία πλευρά του έργου του ασχολείται με «καταραμένες» ερωτικές σχέσεις
καταστάσεις και ατομικές εμπειρίες, υπάρχει όμως και η άλλη του πλευρά, η παιδαγωγική
συγγραφικά εξίσου σημαντική και αποδεκτή. Δεν είναι τυχαίο ότι επτά τίτλοι
βιβλίων του είναι πεζά κείμενα και μονόπρακτα για νέους. Ίσως είναι καιρός να
επανεξετάσουμε το σύνολο του έργο του, να το διαβάσουμε εκ νέου, να ξεχωρίσουμε
τα είδη της γραφής του και τις κατηγορίες τους, και να τον απεγκλωβίσουμε από
την ατομική ερωτική επικαιρότητα της εποχής του και καθοριστικά τον έκριναν και
κατάταξαν ποιητικές και θεατρολογικές γραφίδες Αθηναϊκών κύκλων.
2., ΣΧΟΛΙΚΟ
ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΑ ΚΑΙ ΛΥΚΕΙΑ. Πρόλογος: ΤΑΚΗΣ ΚΑΡΒΕΛΗΣ, Εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα
1986, σ. 126. Ο Α.Α «Το βιβλίο χαρίζεται στη μνήμη του αξέχαστου φίλου μου
Γιώργου Ιωάννου, που αγάπησε Τα τριαντάφυλλα της Φλώρινας».
[Περιλαμβάνει:
-Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ (Για την 28η Οκτωβρίου).- ΧΡΟΝΙΑΡΑ ΜΕΡΑ (Για την 28η
Οκτωβρίου). –ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΠΑΝΙ (Για τη γιορτή της Σημαίας). –ΑΠΡΙΛΙΑΝΟ
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ (Για το Πολυτεχνείο). –ΟΤΑΝ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (Για τα Χριστούγεννα). –ΤΑ
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ (Για το Μακεδονικό Αγώνα).- Ο ΑΛΛΟΣ ΜΠΑΪΡΟΝ (Για την
25η Μαρτίου).]
*Η μετάφραση
των σελίδων του Ημερολογίου του Μπάϋρον είναι της Ε. Βρης.
Το έργο του
Α. Α. «Ο ΑΛΛΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ» παραστάθηκε για πρώτη φορά στις 25 Νοεμβρίου 1985 στο
θέατρο ΑΝ, από τον Θίασο για νέους σε σκηνοθεσία Στέλιου Στυλιανού, κοστούμια-
σκηνικά Ντόρας Λελούδα και μουσική Σταμάτη Αθανασούλα για τη σεζόν 1985-1986.
*Να
συμπληρώσουμε εν τάχει ότι ο Α.Α. δεν έπαυε διαρκώς να μνημονεύει το όνομα του
σημαντικού πεζογράφου και εκπαιδευτικού από την Θεσσαλονίκη Γιώργου Ιωάννου.
Πάντα μιλούσε θετικά για τα βιβλία και την παρουσία του, αντίθετα δεν μνημόνευε
άλλους σημαντικούς ποιητές της συμπροτεύουσας, αυτό όμως είναι ένα άλλο
κεφάλαιο προς διερεύνηση δηλαδή ποιους λογοτέχνες-ποιητές και πεζογράφους-
καλλιτέχνες αναφέρει στο έργο του. Τέλος υπάρχουν δύο ακόμα πτυχές του προς
διερεύνηση, η πρώτη είναι η μεταφραστική,
ποιους ποιητές και ποιήτριες και από ποιες ηπείρους μεταφράζει -από την αγγλική
κυρίως γλώσσα ποιήματά τους, ποιες ξενόγλωσσες εκδόσεις έχει υπόψη του (βλέπε
εκδόσεις τσέπης penguin, και τους αντίστοιχους σχολιασμούς τους), και η δεύτερη
πτυχή της λογοτεχνικής του παρουσίας είναι αυτή η στιχουργική. Μπορεί η πλευρά
αυτή να μην είναι μεγάλη, διαρκής και σταθερή αλλά άφησε το αποτύπωμά της
τουλάχιστον στα χρόνια του, αν φέρουμε στην μνήμη μας άλλους Πειραιώτες ποιητές
που μελοποιήθηκαν οι στίχοι τους έγιναν τραγούδια, μια και δεν είναι τόσοι
πολλοί αν δεν λαθεύω, με εξαίρεση ίσως τον μαρκόνι ποιητή Νίκο Καββαδία. Ο ποιητής
Στέλιος Γεράνης έχει μελοποιηθεί με ένα του γνωστό τραγούδι «πάρε ναυτάκι….»
που τραγούδησε ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Διονύσης Σαββόπουλος κ.ά, έχουν
μελοποιηθεί ακόμα στίχοι του Νίκου Χαντζάρα, του Λάμπρου Πορφύρα και νομίζω και
του Γεωργίου Στρατήγη και φυσικά υπάρχει η πολυμελοποιημένη στιχουργική και
ποιητική παρουσία του Γιώργου Χρονά.
ΠΑΙΔΙΚΑ
1., Η
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥ ΤΡΙΤΩΝΑ, Εικονογράφηση και Εξώφυλλο: Γιώργος
Σταθόπουλος. Επιμέλεια: Άννα Σταματοπούλου. Διόρθωση: Εμμανουήλ Μοσχονάς- Άννας
Σταματοπούλου. Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1985, σ. 76. (Το παιδικό μυθιστόρημα
αποτελείται από Τρία Κεφάλαια και Δύο Διαλόγους).
Στο
οπισθόφυλλο διαβάζουμε: «Ο Ερωτευμένος Τρίτωνας είναι το πρώτο παιδικό
μυθιστόρημα του ποιητή Α.Α. επιχειρεί μία ανανέωση στο χώρο του παιδικού
μυθιστορήματος. Αποτελείται από στοιχεία έντονης προσωπικής αφήγησης, θεατρικό
διάλογο, παραμυθένια μαγική ατμόσφαιρα, αλλά το χαρακτηρίζει μια ταυτόχρονη
απόσταση από το μύθο που επιτρέπει τον εκσυγχρονισμό και την αναθεώρησή του.
Χρησιμοποιεί σαν πρώτο ερέθισμα ένα κλασικό παραμύθι του Άντερσεν, αλλά
ανατοποθετημένο στην αυγουστιάτικη φεγγαρόλουστη Μύκονο θίγει ουσιαστικά
σύγχρονα ερωτηματικά και προβλήματα που αναφέρονται στην ψυχολογία και στην συμπεριφορά του
γονιού και του παιδιού της εποχής μας».
2., ΜΙΑ
ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΑΘΗΣ, Γ΄ έκδοση. Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1988, σ 80. στην
(συλλογή Χελιδόνια). Εικονογράφηση: Αγγελική Μακρή. Τυπογραφικές διορθώσεις
Κώστας Σταμάτης. Α΄ έκδοση 11, 1986. Η δεύτερη αυτή νουβέλα για παιδιά του Α.
Α. είναι αφιερωμένη «Του Αργύρη πάλι».
[Η νουβέλα
είναι η ιστορία μιας φιλίας που λυτρώνει από τις δυσκολίες και τα βάσανα]
3., ΤΟ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ, Εξώφυλλο-Εικονογράφηση: Μελίτα Αντωνιάδου. Επιμέλεια:
Κώστας Σταμάτης. Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1988, σ.78. Στην σειρά (Μικρά Χελιδόνια).
Το πεζό είναι αφιερωμένο «Πάλι για σένα, Αργύρη, για να θυμάσαι τη Μύκονο».
[Το παιδικό
βιβλίο αποτελείται από 5 Κεφάλαια. Στις σελίδες 75-76 δίνονται Ονόματα, στίχοι,
πληροφορίες από Μουσικά έργα Ξένων και Ελλήνων Συνθετών].
4., LOVE STORY ΣΤΟ ΑΓΚΙΣΤΡΙ. Εικονογράφηση- Εικόνα
Εξωφύλλου: Σοφία Μενδράκου. Μακέτα Εξωφύλλου: Αγγέλα Βορεάδου-Τσαπούλη. Εκδ.
Κέδρος, Αθήνα 1990, σ. 80.
[Περιλαμβάνει:
1. Τα πριν το Αγκίστρι. -2. Αγκίστρι.- 3. Πλήξη κι άγιος ο Θεός. -4. Το
τετράδιο με τους στίχους. -5. Μια μοιραία συνάντηση. -6. Η περιπέτεια. -7.
Σκηνή από ταινία με την Γκρέτα Γκάρμπο. -8. Λιμενάρια. -9. Ένα απρόσμενο
γράμμα. -10. Η απάντηση. –Λέξεις,
ονόματα, στίχοι]
ΠΕΖΑ
1., ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΑ ΣΙΝΕΜΑ αφηγήματα, Πίνακας εξωφύλλου και
σχέδιο του ζωγράφου Ανδρέα Καραγιάν εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 8, 1989, σ.118. Το
βιβλίο είναι αφιερωμένο «Στη μνήμη δυο φίλων που χάθηκαν: του Γιώργου Ιωάννου
και του Κώστα Ταχτσή». [Περιλαμβάνει: 1. Αλησμόνητα σινεμά. 2. Κάτι παιδιά
γλυκά κι απελπισμένα. 3. Μονόλογοι δραματικοί και κωμικοί. 4. Το Μάινσαφτ. 5. New York, New York.]
*Από τα
πέντε αφηγήματα τα τέσσερα δημοσιεύονται για πρώτη φορά. Το «Αλησμόνητα σινεμά»
πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Playboy” τον Αύγουστο του 1988.
Διαβάζουμε
από την Σημείωση της σελίδας 118:
«1., Για το
πεζογράφημα Μονόλογοι δραματικοί και κωμικοί χρησιμοποιήθηκαν αυτούσια κομμάτια
από ελληνικές εφημερίδες και την γαλλική Liberation καθώς κι αποσπάσματα άρθρων του
περιοδικού Αμφί.
Θέλησα να εναλλάσσονται οι μονόλογοι
κάποιων χαρακτηριστικών τύπων της gay κουλτούρας με ορισμένα στοιχεία και ιστορικές πληροφορίες που
δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να ξεχνάμε. Οι καιροί πονηροί, πονηρότατοι, κι ο
ρατσισμός στις μέρες μας αναβιώνει, καραδοκεί κι οργανώνεται εμπλουτισμένος με
νέους επιστημονικούς όρους, θέσεις και καινοφανή ονόματα. Ας φρεσκάρουμε
λοιπόν, τη μνήμη μας (γιατί ο χρόνος σβήνει, αλλά ο συνεχής κατατρεγμός
ανανεώνει) με τη βοήθεια της δημοσιογραφίας που εκθέτει ωμά και ψυχρά ένα
απειροελάχιστο από τις περιπέτειες μιας ομάδας «διαφορετικών».
*Τα πεζά και
τις θέσεις του Α. Αγγελάκη μπορούμε κατά κάποιον τρόπο να τις δούμε και ως ένα
είδος πολιτικού και κοινωνικού «μανιφέστου» όχι μόνο της ομοφυλόφιλης κοινότητας.
Πέρα από ποιητής ο Αγγελάκης υπήρξε και ένας ενεργός πάντα δημοκρατικός και αντισυμβατικός
μαχητικός πολίτης, ένα άτομο που εξαιτίας της δημόσιας εργασιακής του θέσης
μπορεί να απέφευγε να εκφράσει καθαρά και πάντα επώνυμα τις θέσεις του για την
ομοφυλοφιλία, εξ ου και το ψευδώνυμο, όμως δεν έπαυε σε δημόσιες συζητήσεις και
δηλώσεις να εκφράζει τις απόψεις του για την αστική ταρτούφικη ηθική της
πολιτικής εξουσίας των αρμών και θεσμών της, της ίδιας της Κοινωνίας. Το
«Κράτος» όπως μας είπε ο Χέρμπερτ Μαρκούζε πάντοτε είναι ενάντια στην μονάδα
σκεπτόμενο άνθρωπο και τον έρωτα. Ιδιαίτερα η Ελληνική Κοινωνία που δεν έζησε
τα επιτεύγματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και άλλες πνευματικές και κοινωνικές
κατακτήσεις παρέμεινε δέσμια για πολλούς αιώνες σε Οθωμανικές και Βυζαντινές
Κυβερνητικές και Νομοθετικές αντιλήψεις και Θρησκευτικές απαγορευτικές αρχές. Το
Κράτος και η Βία είναι αυτά που σταύρωσαν στον Καύκασο τον Προμηθέα, ας μην
λησμονούμε τον θείο λόγο του Αισχύλου.
ΜΕΛΕΤΗ
1., ΚΩΣΤΑΣ
ΤΑΧΤΣΗΣ: Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1989,
σ.80
2., ΚΩΣΤΑΣ
ΤΑΧΤΣΗΣ των ΚΑΙΗ ΤΣΙΤΣΕΛΗ- ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ, εκδ. Εταιρεία Συγγραφέων, Αθήνα
1990
ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
1., ΜΙΚΡΟ
ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, Μτφ-Πρόλογος Α.Α., εξώφυλλο Νίκος
Καψαμπέλης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1971, σ.80 [Περιλαμβάνει ποιητές και
ποιήματα από την Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Γιουγκοσλαβία, Γερμανία, Σουηδία,
Αυστρία, Ισπανία, Ρωσία, Μεξικό, Αμερική, Καναδάς, Ιαπωνία.]
2., ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ
ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1/1/1971, σ.96. Β΄ έκδοση 1974
επαυξημένη.
3., ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, Μετάφραση από τα Αγγλικά-Εισαγωγή στην
Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση Α.Α., εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 3,1974, σ. 44.
[Περιλαμβάνει
δέκα ποιητές από την Κινέζικη ποίηση και τρείς από την Ιαπωνική]
4., ΧΑΡΒΕΫ
ΦΙΕΡΣΤΑΙΝ, ΕΡΩΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ, εκδ. Γνώση 1/6/1976, σ.
5., ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟΚΛΙΝΟΝΤΟΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΥ, Εκδόσεις «ΓΝΩΣΗ», 4, 1988, σ.80. (Ξένη Ποίηση
αρ. 10). [Περιλαμβάνει –ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΑΡΑΒΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ/ ΑΡΑΒΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ
ΑΝΔΑΛΟΥΣΙΑΣ (11ος-13ος αι.) // ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ/
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ]
*Στην σελίδα
71 των «Βιογραφικών Σημειωμάτων» αναφέρονται τα εξής: «Ως βασικές πηγές για την
Ανθολογία αυτή, εκτός από άλλες, χρησιμοποιήθηκαν οι εκδόσεις του Gay Sunshine Press: Orgasms of Light. The Gay
Sunshine Anthology, Σαν Φραντσίσκο 1977, και Now the Volcano.
An Anthology of Latin American Gay Literature, Σαν Φραντσίσκο 1979.
6., ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΗ ΠΟΙΗΣΗ, Επιμέλεια-Μετάφραση Α.Α. εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1982, σ. 72. [Περιλαμβάνει «Μια σύντομη αναδρομή» και δέκα
επτά ποιητές]
7., WILLIAM BLAKE, ΠΟΙΗΜΑΤΑ. Πρόλογος- Μετάφραση Α.Α.
ΠΙΝΑΚΕΣ ΤΟΥ WILLIAM BLAKE. Β΄ έκδοση συμπληρωμένη. Επιμέλεια Άννα
Σταματοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 10, 1983, σ.76. (Α Έκδοση 1969) [Περιλαμβάνει:
-ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑ (1769-1778)- ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ (1789) –ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ
ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (1789-1794) –ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ (γύρω στο 1793) –Ο ΓΑΜΟΣ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ
ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ (1790-1793) –ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ (1800-1803)]
8., ΕΡΩΤΙΚΗ
ΠΟΙΗΣΗ (ΑΓΓΛΙΑ- ΑΜΕΡΙΚΗ). Επιλογή- Μτφ. Α.Α., Επιμέλεια Άννα Σταματοπούλου,
εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 12,1984, σ.74. Στην σελίδα 5-6 διαβάζουμε «Σημείωμα του
μεταφραστή»
9., ΓΚΕΟΡΓΚ
ΤΡΑΚΛ- ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 12, 1984, σ.74
10., ΛΕΩΝ
ΤΟΛΣΤΟΪ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1987.
ΠΡΟΛΟΓΟΙ
-ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΙΧΕΛΙΟΥΔΑΚΗΣ, "ΦΛΑΣ" (αυτοβιογραφικό Πεζογράφημα ενός νέου πρόωρα χαμένου από τα ναρκωτικά). Πρόλογος: ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 1989, σ. 106
ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ
ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ, Γιά τον Ανδρέα Αγγελάκη, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα , 11, 2003, σ.80. τιμή 8 ευρώ. τυπώθηκαν 1000 αντίτυπα. Την μελέτη ο συγγραφέας την αφιερώνει:"Είς μνήμην Αντώνη Σταυροπιεράκου (1960-1996).
Από το οπισθόφυλλο
"Ο Βρασίδας Καραλής γεννήθηκε στα Κρέστενα του νομού Ηλείας το 1960 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1990 διδάσκει ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ της Αυστραλίας. Ο Καραλής έχει τυπώσει μεταφράσεις έργων βυζαντινής ιστοριογραφίας και μελέτες πάνω στο έργο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Νίκου Καζαντζάκη και του Διονυσίου Σολωμού. Έχει τυπώσει ένα μεγάλο αριθμό άρθρων πάνω σε έργα και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ έχει μεταφράσει στα ελληνικά μυθιστορήματα του Αυστραλού συγγραφέα Patrick White. Αυτή την εποχή εργάζεται πάνω σε μιά κριτική έκδοση της Ομολογίας Πίστεως του πατριάρχη Κύριλλου Λουκάρεως.
Η παρούσα μελέτη είναι μιά, εκ των ένδον, ανάγνωση του έργου του πρόωρα χαμένου ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, που αποσκοπεί στην υποτύπωση και την σκιαγράφηση των βασικών θεματικών πυρήνων του ποιητικού του έργου. Επιπλέον επιχειρείται η διαλεκτική ερμηνεία έργου και ζωής και η διασύνδεση των ποιητικών του κρυσταλλώσεων με τα ευρύτερα διακείμενα της νεοελληνικής κοινωνίας μετά το 1950.
Ο Αγγελάκης, και το έργο του, λαμβάνονται, από τον μελετητή, ως συμβολικές απεικονίσεις των δυνατοτήτων, των επιθυμιών και τών αδιεξόδων μιάς ολόκληρης γενεάς και της υπαρξιακής του περιπέτειας στην ιστορία κατά την διάλυση των μεγάλων κωδίκων νοήματος, πού πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο των τελευταίων δεκαετιών της ζωής του Αγγελάκη.
Η μελέτη αποσκοπεί να αναδείξει το έργο του ποιητή ως σημείο τομής και ρήξεως με μιά κοινωνική νομιμότητα που δεν έθεσε ανακαινιστικά προτάγματα στην καλλιτεχνική της προσφορά. Το έργο του Αγγελάκη αποτελεί, για τον μελετητή, τον τόπο, όπου η σύγκρουση της ποιητικής της οντολογικής επιφάνειας με την απουσία νοήματος, έλαβε την τραγικότερη έκφρασή της κατά την μεταπολεμική περίοδο- και ως τόπος τραγικού μαρτυρίου, η ποίηση του θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μιά μοναδική μαρτυρία για την μοίρα του ποιητικού υποκειμένου στον σύγχρονο ελληνικό λόγο.".
Η εκτενής αυτή εργασία, συλλογή την
συλλογή της Ποίησης του πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη που παρουσιάζουμε σήμερα στο παρόν σημείωμα προετοιμαζόταν εδώ και αρκετό
διάστημα, προσπαθώντας να συγκεντρώσω τα στοιχεία και τις πληροφορίες που γνώριζα
και είχα διαβάσει. Βιβλιοκριτικές για τα βιβλία του μικρές μελέτες για τον ίδιο
όπως του Δημήτρη Πλάκα και του Γιάννη Βαρβέρη, εισαγωγές σε θεατρικά του έργα και θεατρικές κριτικές, την μελέτη του πειραιώτη πανεπιστημιακού Βρασίδα Καραλή και ότι στην πάροδο του
χρόνου κατόρθωσα να συγκεντρώσω στις προσωπικές μου έρευνες, αγορές και αποδελτιώσεις. Δεν θέλησα
να τα αναρτήσω ως επετειακά του θανάτου του της πειραιώτικης μνήμης αφιερώματα,
δεν νομίζω ότι το έργο του και η εν γένει συγγραφική του παρουσία εξαντλείται
σε εκ των υστέρων σημερινές αναφορές ημών των σύγχρονων αναγνωστών της ελληνική
ποίησης και της πειραιώτικης λογοτεχνικής σχολής και παράδοσης. Η μακρηγορία
του κειμένου καταγραφής της βιβλιακής του Εργογραφίας-δίχως συγκεντρωτικές καταγραφές
δημοσιευμάτων του, απόψεων και κρίσεών του-μας απέτρεψε στο να σχολιάσουμε τα Πεζά,
τα Θεατρικά και τα Παιδικά του και φυσικά τις Μεταφράσεις του. Οι συγγραφικοί
αυτοί τομείς των ενασχολήσεών του χρήζουν άλλης ξεχωριστής εξέτασης σημείωμα, μείναμε
σταθεροί στην ποιητική του παρουσία. Θέλω όμως να πιστεύω ότι έχουμε την πρώτη
μαγιά των βιβλίων που εξέδωσε και αν προσθέσουμε την μετάφρασή του σε ξένες γλώσσες, ανθολογίες και βιβλία,
περιοδικά θα έχουμε μπροστά μας την σύνολη εικόνα του πειραιώτη ποιητή και
δημιουργού. Ούτως ώστε να περιορίσουμε κάπως το κριτικό βλέμμα και τις γραφίδες
εκείνες που θεωρούν τον πειραιώτη ποιητή αποκλειστικά και μόνο έναν λογοτέχνη
του περιθωρίου. Αν το κατορθώσαμε με τις ισχνές κριτικές μας δυνάμεις και απόψεις
ο χρόνος θα δείξει.
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
13 Ιανουαρίου
2026.
ΥΓ. Πέρα από
τις «λινκουαφόν» δηλώσεις, απαντήσεις και ερωτήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων και
πολιτειακών παραγόντων σημερινές παρουσίες, παρακολουθήσαμε στην ΕΡΤ-3 το
ενδιαφέρον Ντοκιμαντέρ για το αν υπάρχουν Εξωγήινοι στο Σύμπαν και τις ανατροπές
που θα φέρει η συνάντηση μαζί τους στο μέλλον. Και κάτι ακόμα από το ίδιο Κανάλι.
Είδαμε και ακούσαμε την συνέντευξη του άγγλου επιστήμονα και συγγραφέα
επιστημονικής φαντασίας Ισαάκ Ασίμωφ. Ανάμεσα στα άξια προσοχής που έλεγε για
την εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού και της επιστήμης, της τεχνολογίας, σε ερώτηση
αν θα ήθελε να ζει στην εποχή της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας και να συνομιλεί
με τον Σωκράτη, έδωσε μία εύστοχη απάντηση. Είπε: «Δεν θα ήθελα να ζω σε αυτήν
την εποχή ούτε σε άλλη προγενέστερή μου, γιατί η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν των λίγων
και οικονομικά ευκατάστατων και στρατιωτικά ισχυρών πολιτών και εγώ θα ήμουνα σκλάβος».
Και συνεχίζει ο Ασίμωφ: «Φανταστείτε να θέλατε να βγάλετε ένα δόντι σας, να κάνατε
μία άλλη επέμβαση πόσες δυσκολίες θα αντιμετωπίζατε. Προτιμώ να ζήσω στο Σήμερα
που υπάρχουν τόσες ανέσεις αποτέλεσμα των επιτευγμάτων της Επιστήμης και της Τεχνολογίας,
της Ιατρικής και της Αστρονομίας παρά στο χθες, και ας κινδυνεύω από μία
πυρηνική καταστροφή». Σημαντικά ήταν και αυτά που είπε για το πώς φαντάζεται
την ανθρωπότητα μετά από 300 χρόνια και τι οφείλει να πράξη η ανθρωπότητα για
να μην καταστραφεί.