Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Α. Αγγελάκης Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας

 

Η πρώτη ποιητική συλλογή

«Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας»,

εκδ. Δίφρος 1962, σελίδες 32 (;)

του  ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ

          Στην αμέσως προηγούμενη ανάρτησή μας διαβάζοντας την περίοδο αυτή Πειραιώτες και Πειραιώτισσες συγγραφείς και αποδελτιώνοντας τους σε περιοδικά και εφημερίδες, αναρτήσαμε ένα ακόμα σημείωμα για τον πειραιώτη ποιητή, μεταφραστή, στιχουργό και καθηγητή Ανδρέα Αγγελάκη. Για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη έχουμε δημοσιεύσει μία σειρά κριτικών κειμένων εδώ και χρόνια σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες από τότε που ήρθαμε σε επαφή με το έργο του, είχαμε μία ραδιοφωνική συνέντευξη και όταν δημιουργήσαμε την ηλεκτρονική πειραιώτικη ιστοσελίδα μας αναρτήσαμε τα παλαιότερα και νέα κριτικά μας σημειώματα διαβάζοντας εκ νέου την ποίησή του και τις μεταφράσεις του μεταφέροντας δικά του ποιήματα και μεταφράσεις από τα βιβλία του. Τονίζοντας από την μεριά μας ως αναγνώστες την αξιόλογη παρουσία και συμβολή του στα Ελληνικά Γράμματα ως ένας από τους σημαντικούς και καλούς πειραιώτες ποιητές της γενιάς του, ένας αξιοπρόσεχτος δημιουργός της Πειραϊκής Λογοτεχνικής Σχολής που η ποιητική του φωνή εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να (μας) συγκινεί και να προκαλεί το ενδιαφέρον στο φιλότεχνο κοινό παρά τις διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές και κοινωνικές καταστάσεις που βιώνουμε από εκείνες που έζησε στον χώρο της ποίησης και της ζωής σαν ποιητής και σαν πολίτης. Ένα γρήγορο ξεφύλλισμα σε περιοδικά και εφημερίδες των αρχών της δεκαετίας του 1960, και συγκεκριμένα το 1962, όταν πρωτοεμφανίζεται στην Ελληνική Ποίηση με την συλλογή του «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» εκδόσεις «Δίφρος» ( Είναι ο Αθηναϊκός εκδοτικός οίκος του λογοτέχνη Γιάννη Γουδέλη εκδότη και υποστηρικτών πολλών συγγραφέων μεταξύ άλλων και του Νίκου Καζαντζάκη και ιδιοκτήτη του τριμηνιαίου περιοδικού «Καινούργια Εποχή»), θα διαπιστώσουμε ότι σημαντικοί άντρες και γυναίκες κριτικοί και συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας ασχολήθηκαν και έγραψαν θετικά για το έργο του, πρόσεξαν την φωνή του, παρά την όποια ιδιαιτερότητα της γραφής του, την ακτιβιστική του δημόσια εικόνα ως έλληνα πολίτη και ποιητή που ενοχλούσε, τα ειδικής ερωτικής βαρύτητας κείμενα που δημοσίευσε κατά καιρούς. Εν τάχει να μνημονεύσουμε το έγκυρο και γνωστό περιοδικό «Διαβάζω» 246/19-9-1990 και το κείμενό του για την «Ομοφυλοφιλία και νεοελληνική ποίηση», τα δραματικά εξομολογητικά αφηγήματά του για τα «Αλησμόνητα Σινεμά» στο περιοδικό “Playboy” τχ.41/8,1988,-τα αφηγήματα κυκλοφόρησαν μετά από ένα χρόνο από τις εκδόσεις «Εξάντας» 1989. Τα πεζά, τους θεατρικούς μονολόγους και τις μεταφράσεις που δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Ανδρέας Μουσουράκης στο περιοδικό «Αμφί» περιοδικό της πολιτικής και κοινωνικής επαναστατικής στην εποχή της κίνηση του «ΑΚΟΕ». Ο Ανδρέας Αγγελάκης μαζί με τον ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλο, τον σκηνοθέτη Ανδρέα Βελισσαρόπουλο, τον πειραιώτη συγγραφέα και σκηνοθέτη Τάκη Σπετσιώτη, τον μουσικό παραγωγό Νίκο Μουρατίδη και ορισμένα άλλα πρωτοπόρα την περίοδο εκείνη-μετά την Μεταπολίτευση-άτομα, πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του επαναστατικού για τα χρόνια εκείνα κοινωνικού κινήματος για την απελευθέρωση των αντρών και γυναικών ομοφυλόφιλων και την έκδοση του σοβαρού και πλούσιου σε ύλη περιοδικού «Αμφί». Ή πάλι τον βλέπουμε να δημοσιεύει την πολιτική του διαμαρτυρία στην εφημερίδα της ανανεωτικής αριστεράς «Αυγή» 15/1/1989, δες το μονόστηλό του «Φρενοκομείο;» στον «Τρίτο Άνθρωπο» με τον Χ. Ανταίο. Ενώ την ίδια χρονιά, δύο χρόνια πριν φύγει από την ζωή γράφει τον Πρόλογο του βιβλίου του «Φλάς» «Ανδρέα Μιχελιουδάκη, (αυτοβιογραφικό πεζογράφημα ενός νέου πρόωρα χαμένου από τα ναρκωτικά) εκδόσεις «Δωδώνη» 1989. Έχουμε έναν πειραιώτη λογοτέχνη συνεπή με τις όποιες ιδιαίτερες ερωτικές προσωπικές του επιλογές, τις αντισυμβατικές ιδέες του, τις ακτιβιστικές απόψεις του για την ερωτική αυτοδιάθεση των ατόμων, πλέρια ελευθερία έκφρασης των ανθρωπίνων σωματικών αισθήσεων και ιδιαίτερα, των πιο περιθωριοποιημένων, των απόκληρων της Κοινωνίας, αποκλεισμένους από τους θεσμικούς αρμούς της εξουσίας του αστικού μας πολιτικού συστήματος. Παράλληλα, έχοντας κάνει τον πνευματικό του κύκλο, τα τελευταία χρόνια-όταν πια η Ελληνική Δημοκρατία έχει βρει τον βηματισμό της πριν φύγει από κοντά μας διαβάζουμε το όνομά του μαζί με άλλων γνωστών ελλήνων ποιητών και συγγραφέων στην ίδρυση νέου πολιτικού φορέα που διεκδικεί την εξουσία. Όπως προαναφέραμε σημαντικές κριτικές γραφίδες της ελληνικής λογοτεχνίας όπως η Νόρα Αναγνωστάκη, ο Ανδρέας Καραντώνης, ο Κώστας Σταματίου, η Ελισάβετ Κοτζιά, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Αλέξης Ζήρας, ο Βρασίδας Καραλής, ο Μιχάλης Γ. Μερακλής, ο Κώστας Γουλιάμος, ο Δημήτρης Πλάκας, ο Γιώργος Βέης, ο Ηλίας Κεφαλάς, η Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, ο Γιάννης Κοντός από την Πόλη μας ο Γιάννης Χατζημανωλάκης και άλλοι, πρόσεξαν το έργο του αφουγκράστηκαν την αγωνία και τον πόνο της ποιητικής «κραυγής» που αυτό εκπέμπει, ιδιαίτερα μετά το 1970, δεύτερη περίοδο του ποιητικού του λόγου. Είναι η περίοδος που τα εκφραστικά στοιχεία της ποίησής του απελευθερώνονται, αποδεσμεύεται η φωνή του από την προγενέστερη θρησκευτική ατμόσφαιρά της, την περισσότερο «παρακλητική» μεταφυσικά και αποκτά μία σκληρή υπαρξιακή δυναμική, έντονων σκοτεινών συμβολισμών και ακραίων ερωτικών καταστάσεων όπως τις βιώνει στις ερωτικές του περιπλανήσεις, τις αποδέχεται ως επιλογή τα χρόνια των ερωτικά «δολοφονικών καιρών» της σύγχρονης κοινωνίας μας. Φίλος και συνάδερφος του λογοτέχνη καθηγητή Γιώργου Ιωάννου ο Ανδρέας Αγγελάκης από την πόλη του Πειραιά μας δηλώνει τα αδιέξοδα και την επικινδυνότητα των ομοερωτικών σχέσεων, των αναζητήσεων της ερωτικής πλήρωσης επι ματαίω. Οι εποχές της ερωτικής αθωότητας των ερωτικών ποιητών του Μεσοπολέμου-αν υπήρξε ποτέ-δεν υπάρχουν πια. Εξάλλου, ούτε η Καβαφική γεροντική ερωτική φωνή και μνήμη ούτε ο μελιστάλαχτος ποιητικός λόγος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ούτε η τραχιά και με κόχες κυνική ομολογία της φωνής του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τις φετιχιστικές της διαστάσεις, ούτε φυσικά και η έξω από κάθε κοινωνικό αστικό ή μικροαστικό πλαίσιο παρουσία και ζωή του πεζογράφου Κώστα Ταχτσή συνηγορούν υπέρ μιάς ομοφυλόφιλης αίσθησης ελευθερίας βιωμένων εμπειριών, ήρεμης και άνευ κινδύνων ερωτικής ζωής σε μέτρα ανθρώπινης αποδοχής και ευτυχίας. Τα Πλατωνικά έργα και η Ομηρική ερωτική συντροφικότητα και ιδανικό δέσιμο μεταξύ των πολεμιστών ηρώων, δεν είναι προς παράδειγμα μίμησης στους νέους χριστιανικούς βυζαντινούς αιώνες που ακολούθησαν μετά την κατάρρευση της κλασικής παγανιστικής αρχαιότητας και το γκρέμισμα των αγαλμάτων των αρχαίων Θεών. Οι ρομαντικοί ποιητές και οι διάφοροι φανεροί ή αφανείς ελάχιστοι Βίνκελμαν θιασώτες ενός άλλου αναγεννησιακού τρόπου θέασης του Κόσμου μας, των αρχαίων πολιτιστικών εποχών ιδεώδους ζωής και έρωτος δεν είχαν αντίκρισμα στους σύγχρονους μετά ρομαντικούς,  βιομηχανικούς και μοντέρνους καιρούς μας, τα πρότυπα αυτά ανήκαν στις εκπαιδευτικές αναζητήσεις μάθησης των πλούσιων κολεγιόπαιδων όπως μας έδειξε η ταινία «Μορίς» και άλλες κινηματογραφικές ταινίες και επιστημονικά συγγράμματα που ωραιοποιούν και εξιδανικεύουν ερωτικές καταστάσεις παραβλέποντας ακόμα και την σατιρική ματιά και λόγο του αρχαίου κωμωδού Αριστοφάνη ή άλλες ποιητικές εικόνες των διασωθέντων επιγραμμάτων της Παλατινής Ανθολογίας.  Ο Κόσμος μετά την Βιομηχανική Επανάσταση τουλάχιστον στην Δύση άλλαξε ανεπιστρεπτί, δεν τον κυβερνούσαν Πάπες και Μαικήνες με πλούσιο αισθητικό κριτήριο και των τεχνών αναζητήσεις. Μήπως όμως και οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης του κλασικού ιδεώδους της αρχαίας ομορφιάς δεν ήσαν υπηρέτες των τότε οικονομικά ισχυρών; Δεν δημιουργούσαν κατά παραγγελία των οικονομικά πατρώνων τους; Ο άνθρωπος της Μοντέρνας εποχής μας μετατράπηκε σε φτηνό καταναλωτικό εμπόρευμα ακόμα και τις μία χρήσης, το ίδιο και η ζωή του και οι όποιες ερωτικές επιλογές του, (ανεξαρτήτου φύλου και προτίμησης) οι αναφορές ορισμένων ευαίσθητων και καλλιεργημένων σχολιαστών στους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους και ποιητές οι παραπομπές σε σελίδες των έργων τους όταν ήθελαν να καλύψουν με ένα της αισθητικής μανδύα τις ερωτικές τους σωματικές επιλογές έπεφταν στο κενό από την ίδια την σκληρή πραγματικότητα της ζωής του δυτικού ανθρώπου τους αιώνες των πολεμικών επιχειρήσεων και ιδεολογικών ανακατατάξεων. Το Πλατωνικό ερωτικό αισθητικό ιδεώδες γκρεμίζονταν μπροστά στην κυνική σύγχρονη της ζωής περιγραφή της νέας γενιάς από τον ιταλό ποιητή και σκηνοθέτη Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο αχός από το «Ουρλιαχτό» του αμερικανού ποιητή Άλεν Γκίνσμπεργκ αφήνει πίσω του την ερωτικά ομοφυλόφιλη ποιητική φωνή του αμερικανού πατριάρχη της ποίησης Ουώλτ Ουϊτμαν, και το κυριότερο, η άνθηση της καπιταλιστικής οικονομικής απληστίας σε όλες τις πτυχές του ανθρώπινου βίου των νέων αμερικανικών κοινωνικών και ερωτικών ηθών είχε αφήσει πίσω της τις όποιες εκπαιδευτικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις των παλαιών ευρωπαϊκών κοινωνιών, κρατών και εθνοτήτων με διαφορετικές αισθητικές και κοινωνικές προσλαμβάνουσες σε τέτοιου ενδιαφέροντος θέματα και την ωραιοποιημένη ατμόσφαιρα που καλλιεργούσαν σε μορφωμένη μερίδα κατοίκων με διαφορετικές ευαισθησίες. Ο σχολιαστικός λόγος του κλασικού φιλόλογου Ιωάννη Συκουτρή χάνεται μέσα στην σκοτεινή αίθουσα όταν παρακολουθεί κανείς ταινίες του γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Ο μυθιστορηματικός «Τάτζιο» που στήνει μπροστά μας ο γερμανός μυθιστοριογράφος Τόμας Μαν για να μας μιλήσει για τον θάνατο, την παρακμή, τα γηρατειά, την σωματική αισθητική φθορά δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα ερωτικό σώμα του Θάνου Βελούδιου που μας εμφανίζει στις γνωστές φωτογραφίες του. Θέλω να πω ότι ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης, επέλεξε να βιώσει μία ερωτική ζωή με πολλές επικίνδυνες στροφές και μεγάλες σωματικές του και συναισθηματικές του ταχύτητες επιλογής και αυτό είχε το τίμημά του. Ο μεγάλος γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ ως προσωπικότητα της σύγχρονης παγκόσμιας διανόησης, καταξιωμένος παγκοσμίως και τιμημένος στοχαστής και ασχολούμενος με την ιστορία της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, δεν είναι ο ίδιος με τον Μισέλ Φουκώ και την αληθινή ερωτική ζωή που αναζητούσε και έζησε στον πραγματικό του βίο στις ακραίες της διαστάσεις όπως μας λεν οι βιογράφοι του. Άλλο να γράφεις για τον Έρωτα και άλλο να ζεις Ερωτικά με τις επιλογές σου στα ανθρώπινα μέτρα και όρια. Ο πραγματικός ερωτικός άνθρωπος θέτει όρια στις επιλογές του, ο έρωτας σε όποια μορφή και είδος του και αν εκφράζεται και εκδηλώνεται δεν είναι ένα παιχνίδι μέσα σ’ ένα βαρέλι του θανάτου στο τσίρκο αυτό που ονομάζουμε Ζωή. Η ερωτική «απληστία» όπως και κάθε άλλη μέσα στην Κοινωνία και τον πολιτισμό που κάθε φορά αυτή καλλιεργεί και ανανεώνει (πολιτική, θρησκευτική, μεταφυσική, οικονομική, σε ζητήματα διασκέδασης, εστίασης κλπ.) πληρώνεται με το ανάλογο τίμημα. Η ύβρις δεν είναι οι όποιες επιλογές μας και ανάγκες του σώματός μας αλλά οι άπληστες επιλογές μας αυτές που ξεπερνούν το ανθρώπινο μέτρο και ανάγκη, η πομπώδης υπερβολή και χλιδή του σύγχρονου πλουτισμού διαφέρει μήπως από τις ερωτικές επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου ως προβολή επιβεβαίωσης της οντότητάς του; Ο Ανδρέας Αγγελάκης ρισκάρισε την ιδιωτική του ζωή και μάλλον έχασε, ο χρόνος τον πρόλαβε σε μία στροφή της ζωής του και πλήρωσε πολύ νωρίς, πρόωρα το τίμημα ενώ είχε τόσα ακόμα συγγραφικά να μας προσφέρει. Στο σύντομο όμως από την Ζωή πέρασμά του μας άφησε ένα μεγάλο και ποικίλο έργο, πάνω από 30 τίτλους βιβλίων διαφόρων ειδών και κατηγοριών της γραφής, ένα έργο που όπως και για κάθε συγγραφέα, την εξέτασή του, την αποδοχή και την απόλαυση του θεωρούμε ότι πρέπει να την κάνουμε με καθαρά φιλολογικά κριτήρια και κανόνες, πέρα από τον ατομικό βίο του δημιουργού του και τις όποιες επιλογές του. Σίγουρα δεν υπάρχει πλήρης ανεξαρτησία ενός έργου τέχνης από την ποιότητα και το ύφος ζωής του δημιουργού του, ένα έργο είναι ένα παιδί με απορίες και ερωτήματα της εποχής που γεννήθηκε, συναντάμε όμως τους βαθμούς αυτονομίας του, τάσεις ανεξαρτησίας του, ότι το καθιστούν κλασικό, δηλαδή, κερδίζει στον χρόνο, ξεφεύγει από την επικαιρότητα της εποχής του και τα συμβαίνοντα στην καθημερινή ατομική ζωή του συγγραφέα. Το έργο, στην δεδομένη περίπτωση η ποιητική και πεζογραφική γραφή του Ανδρέα Αγγελάκη είναι μία ανθρώπινη μαρτυρία και σαν τέτοια οφείλουμε να την δούμε, μόνο που δεν είναι η μοναδική μαρτυρία του που συνθέτει το ψηφιδωτό της προσωπικότητάς του σαν οντότητα. Και αυτό δηλώνεται από το γεγονός ότι κάποιος τυχαίος αναγνώστης από τον Πειραιά αυτήν την στιγμή έχει μπροστά του το Σώμα των βιβλίων του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη το διαβάζει, το χαίρεται, το ψαύει, ανοίγει συνομιλία μαζί του, συμφωνεί ή διαφωνεί με τον λόγο του, του θέτει ερωτήματα ίσως και να επεμβαίνει στην τεχνική και τεχνογνωσία με το οποίο συντάχθηκε, οικοδομήθηκε, όμως είναι παρών σε ενεστώτα χρόνο ενώ το βιολογικό Σώμα που το δημιούργησε δεν υπάρχει πια ούτε ως χώμα. Αυτή είναι η θαυμαστή ισχύς της παρουσίας της Τέχνης, η αθανασία όχι του δημιουργού αλλά του δημιουργήματος, και κάτω από αυτήν την ερμηνευτική το έργο του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη κέρδισε στο χρόνο και στις συνειδήσεις των αναγνωστών, κατέχει την δική του θέση στην ελληνική γραμματεία όχι ως ένα έργο του περιθωρίου, μία ποιητική φωνή που ακροβατεί στα απώτατα όρια της περιφέρειας του κύκλου της ελληνικής ποίησης αλλά ως ένα ισότιμο μέλος της σιμά με εκείνα του κέντρου άλλων της γενιάς του ποιητών. Ένα οργανικό μέλος αναπόσπαστο της Πειραιώτικης Σχολής της Λογοτεχνίας μας. Η ομίχλη του προσωπικού του βίου και όποιων επιλογών έχει φύγει πια, το συγγραφικό του τοπίο έχει ξεκαθαριστεί φαίνεται πλέον η καλή και ωραία καλογραμμένη ποίησή του, η ευρύτητα των θεμάτων που διαπραγματεύεται, αυτά που ερέθισαν και άγγιξαν την ευαισθησία του στο πειραιώτικο και όχι μόνο πέρασμά του.

    Η έφεση του Ανδρέα Αγγελάκη στα γράμματα και το συγγραφικό του ταλέντο εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, από τα γυμνασιακά του χρόνια ως αριστούχος μαθητής της Ιδιωτικής Σχολής «Ο ΠΛΑΤΩΝ» του Περικλή Παπαϊωάννου ένα από τα καλύτερα και φημισμένα Σχολεία του Πειραιά, σε αυτό σπούδασε ως υπότροφος σε όλες τις τάξεις του τότε Γυμνασίου. Τελειώνοντας φοιτά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών λαμβάνοντας το δίπλωμα της Φιλολογίας, συνεχίζει τις σπουδές του στην Αγγλική Φιλολογία. Το διψασμένο για γράμματα και ζωή αυτό νεαρό μοναχοπαίδι από το πρώτο λιμάνι φεύγει για την Αγγλία όπου συνεχίζει τις σπουδές του πάνω στην Ιστορία της Τέχνης. Οι εμπειρίες του από το Λονδίνο είναι σημαντικές όχι μόνο στην κατοπινή εξέλιξη της γραφής του αλλά ενδέχεται και του βίου του. Το Λονδίνο και ευρύτερα το Μεγάλο Βασίλειο είναι μία ευρωπαϊκή χώρα πολυπολιτισμική με σημαντικές επιλογές στους χώρους της παιδείας και του πολιτισμού. Μετά το πέρας των σπουδών του ο Αγγελάκης αφού εργαστεί ως καθηγητής για ένα διάστημα στο Λονδίνο επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάστηκε σαν καθηγητής στο Λύκειο που του πρόσφερε τα μορφωτικά και άλλα εφόδια της δικής του κατοπινής εκπαιδευτικής εξέλιξης. Διδάσκει στο Λύκειο «Ο Πλάτων» και κατόπιν διορίζεται στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση ενώ παράλληλα διδάσκει Δραματολογία στην Δραματική Σχολή Αθηνών. Θα φύγει νωρίς ο γεννημένος στις 28 Μαρτίου του 1940 αυτός που σαν μικρό παιδί έζησε τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής και τα δύστοκα χρόνια του εμφυλίου, θα φύγει πρόωρα μόλις στα 51 του στις 18 Μαϊου του 1991, έχοντας κάνει έναν γάμο και αποκτήσει ένα παιδί. Αφήνοντας πίσω του τους μελοποιημένους στίχους του, από τον πειραιώτη συνθέτη Γιώργο Μούτση, το ζεύγος Λήδα και Σπύρο (η Λήδα ήταν κόρη της παλαιάς στιχουργού, μεταφράστριας και τραγουδίστριας Δανάης) τις δεκάδες ποιητικές του συλλογές, τις μεταφράσεις του, τα πεζά και τις νουβέλες του για εφήβους, τα βιβλία του με το Σχολικό Θέατρο, τα πεζά του για μικρά παιδιά,  τις ανθολογίες ποιημάτων, τις Gay του καθαρά εργασίες και δημοσιεύσεις. Το συγγραφικό ταλέντο του Αγγελάκη εκδηλώθηκε από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια, τον συναντάμε με κείμενά του στο ομώνυμο περιοδικό της Σχολής, σε αυτό δημοσιεύονται τα πρώτα του κείμενα και κάνουν αίσθηση. Σε ηλικία 20 ετών, το 1960, τον βλέπουμε να ανήκει στον κύκλο του Πειραιώτικου περιοδικού «Αύριο», ένα περιοδικό που δεν μακροημέρευσε όπως και άλλα των χρόνων εκείνων, δες το «Περιοδικόν μας» των Βελιώτη, Γεράνη, Λεβάντα. Δύο χρόνια αργότερα, 1962 ο Ανδρέας Αγγελάκης αυτός ο πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής από τον Πειραιά θα κάνει την επίσημη εμφάνισή του στον χώρο της ποίησης με την πρώτη του συλλογή «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» την οποία αφιερώνει στην μητέρα του. Έκτοτε, η συγγραφική του πορεία θα είναι ανοδική και σημαντική, κάθε νέο βιβλίο που εκδίδει προκαλεί το ενδιαφέρον των ανθρώπων του πνεύματος. Τα βιβλία του θα κυκλοφορήσουν από διάφορους εκδοτικούς οίκους και αρκετά είναι αφιερωμένα στον μοναχογιό του Αργύρη και θα τύχουν επανεκδόσεις, ενώ σημαντικοί εικαστικοί θα τα κοσμήσουν. Έξι χρόνια μετά την απώλειά του, αρχές Μαρτίου του 1997 διοργανώνεται εις μνήμη του μεγάλη εκδήλωση σε μία κατάμεστη από κόσμο αίθουσα στο «ΑΣΣΟΣ-Καφέ Παράσταση». Στην εκδήλωση αυτή ο ποιητής και μεταφραστής Λουκάς Θεοδωρακόπουλος μίλησε για το έργο του Ανδρέα Αγγελάκη και την συμβολή του στην ίδρυση του «ΑΚΟΕ» και το περιοδικό «Αμφί» από τα χρόνια της επταετίας. Η ηθοποιός και σκηνοθέτιδα Εύα Κοταμανίδου διάβασε ποιήματά του ενώ η τραγουδίστρια Λήδα ερμήνευσε μουσικές συνθέσεις της σε στίχους του Α. Αγγελάκη. Στην ωραία αυτή εκδήλωση ο μουσικός Γιώργος Κουρουπός φίλος του Αγγελάκη έπαιξε στο πιάνο ποίημα του που ερμήνευσαν τραγουδιστές ενώ ακούστηκε και ηχητικό ντοκουμέντο του 1965 όπου ο ερμηνευτής και ηθοποιός Γιώργος Μούτσιος ερμήνευσε στίχους του πειραιώτη ποιητή. Να αναφέρουμε δύο ακόμα καλλιτεχνικά συμβάντα που έχουν άμεση σχέση με τον Α.Α. και στα οποία παρευρεθήκαμε. Η πρώτη ήταν η πρόσκληση που μου είχε δώσει ο Αγγελάκης Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 1989 να παρακολουθήσω στο Θέατρο της Σχολής «Ο ΠΛΑΤΩΝ» την διάλεξη που έδωσε για την «Άγνωστη περίπτωση του Ανδρέα Μιχελιδάκη» με την συμμετοχή της ηθοποιού Άννυς Λούλου. (Είναι ο Πρόλογος στο βιβλίο «Φλάς» που προαναφέραμε). Ενώ, 10 χρόνια από την εκδημία του παρακολουθήσαμε δύο φορές την θεατρική παράσταση του «ΘΕΑΤΡΟΝ ΕΝΑΣΤΡΟ- ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟΥ» 3 Φεβρουαρίου- 8 Απριλίου 2001, με το έργο «Καβάφης καθ’ Οδόν» από την θεατρική ομάδα “AMON RA”, σε σκηνοθεσία του αιγυπτιώτη σκηνοθέτη MILLAS με τους Γιώργο Λιβανό που είχε και την δραματουργική επεξεργασία και την Βαρβάρα Κυρίτση. Το έργο βασίζονταν στο ομώνυμο βιβλίο του Ανδρέα Αγγελάκη με τις δέκα ποιητικές Καβαφικές φαντασιώσεις.  Βλέπε και αρνητική κριτική μας στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» Παρασκευή 9/3/2001, σελ 6-7. Και φυσικά αφήνουμε σε άλλο σημείωμά μας την παρακολούθηση μαζί του, του έργου «Ερωτική Τριλογία που μετέφρασε του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Χάρβεϋ Φιέρσταιν που παραστάθηκε σε αθηναϊκή σκηνή. Το έργο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Γνώση» εκδοτικός οίκος που εξέδωσε αρκετούς τίτλους βιβλίων του.       Ολοκληρώνοντας  το παρόν σημείωμα για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, να γράψουμε ότι δημοσιεύσαμε στο προηγούμενο σημείωμά μας ένα μεγάλο μέρος των ποιημάτων του από την συλλογή «Ποιήματα από την Ελληνική Μυθολογία» που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1987 από τις «Εκδόσεις Μαθητικής Βιβλιοθήκης Εκπαιδευτικού Οργανισμού «Ο ΠΛΑΤΩΝ» ΑΕ». Το βιβλίο ήταν το πέμπτο στην σειρά των εκδόσεων του Ιδιωτικού Σχολείου την οποία επιμέλεια είχε ο μαθητής και καθηγητής της Σχολής Ανδρέας Αγγελάκης. Παράλληλα, αντιγράφουμε την πρώτη του ποιητική συλλογή του 1962 από το βιβλίο που μας είχε δανείσει ο Ανδρέας Αγγελάκης (μαζί με άλλες δύο) τις οποίες από την μεριά μας αντιγράψαμε με το χέρι σε φύλλα τετραδίου. Είναι οι τρείς πρώτες του ποιητικές συλλογές. «Οι προτάσεις της αθωότητας» 1967 και «Το Πύον- 20 Ποιήματα» του 1973. Συλλογές της πρώτης του περιόδου άλλης προβληματικής. Δυστυχώς τότε που τις αντιγράψαμε μεταφέραμε μόνο τα Ποιήματα  και όχι άλλα στοιχεία του βιβλίου ή σελίδες.

     Από την μεριά μου, δεν έχω συναντήσει στα διαβάσματά μου ολόκληρη την πρώτη του ποιητική συλλογή όπως και τις άλλες δύο που ακολούθησαν. Σαν Πειραιώτες ας μας επιτραπεί να προσκαλέσουμε τους όποιους ενδιαφερόμενους για τους Πειραιώτες ποιητές και την ελληνική ποίηση να γνωρίσουν τα πρώτα αυτά ποιητικά βαδίσματα του Ανδρέα Αγγελάκη, να τα απολαύσουμε μακριά από «σκανδαλώδεις» αγκυλώσεις που περιορίζουν το ποιητικό του πρόσωπο και φωνή σε Καβαφικά μόνο «Τείχη».

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Εκδόσεις Δίφρος 1962

     Στη μητέρα μου

Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

     ΕΛΕΝΗ

Στα νέα σου μάτια μιά νέα ημέρα, Ελένη.

Για σε προμήθεψ’ ο Θεός το φώς Του σήμερα

τίς χωματένιες στέρνες να ευλογήσει

που τυραννούν τα δάχτυλα της χλόης.

 

Καλό το χρώμα της αυγής στην άνοιξη της νειότης.

 

Πένθιμες συνοδείες νυχτερινές θα φύγουν

μόλις φορέσεις την πρωϊνή ποδιά σου,

για να ταΐσεις τα πουλιά με χάδι,

ν’ ακροαστείς τον πόνο του πλατάνου

έτσι που ν’ αλαφρύνουνε τα φύλλα από τη σκόνη.

 

Στα νέα σου μάτια μιά νέα ημέρα, Ελένη.

Τρέμει η καρδιά στην καλωσύνη του νερού,

που μαλακώνει και το μέτωπο της πέτρας

κι οι άγριες παλάμες των χωμάτων άνοιξαν

παραδομένες στη γλυκειά ευδοκία του κόσμου.

 

Σήκω στα φώτα και στον άνεμο, Ελένη.

 

Με κιμωλία γράφει κύκλους ο ήλιος

συνθέτοντας αδρά ωραία υπόσχεση. Σελ.9

--

(άτιτλο)

Ούτε σε βλέπω ούτε σ’ ακούω, Ελένη.

 

Τη νύχτα μόνο που η μελωδία της θάλασσας πυκνώνει

και τυραννάει τα χέρια μου η αφή

δυό χεριών άλλων νοιώθω το σχήμα σου

να σβήσει στα νερά και να γεννιέται πάλι

 

στα έια μόλα του ανοιχτού πελάγου και

στον κόσμο που αναδύεται απ’ τη σιωπή.

 

(η μοναξιά με δίδαξε να περιμένω.) Σελ. 10

--

     ΕΣΥ ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Είπες θα κοιμηθώ κοντά σου και πάλι

είπες ποτέ δεν ξέρουμ’ αν

μοίρα μας θάναι πάντοτε τα κύματα,

γιατί μπορεί τον Μάη στις δεκαπέντε

να μας ζαλίζει έτσι πολύ του δέντρου ο τζίτζικας

κι έτσι πολύ η αναπνοή του Μάη

που να νικήσει ο κάμπος και να μείνουμε.

Γι αυτό ας κρατάς στον ύπνο σου ένα βότσαλο

κι ένα κομμάτι δίχτυ στόνα χέρι

και γύμνωσε τα στήθια σου και δέσε τα

με τρείς κορδέλες φύκι απανωτά

που πιά να μη μπορείς να πλανευτείς

κι ούτε του κάμπου να φοράς καπέλο.

Μόνο μ’ αφήνεις να φυλάω τα σαντάλια σου

σ’ όστρακα κυανά, που ανοιγοκλείνουν

τα βράχια όταν πηδάς κι αποθεώνεσαι.

Όλο μ’ αρνιέσαι πώς σε γέννησαν τα κύματα

κι όλο σε λεν θαλασσογέννητη οι άνεμοι. Σελ. 11

--

     ΨΙΧΙΑ ΜΝΗΜΗΣ

Όταν το μήνυμα έλαβε η Ονειροτόκος

κόψαμε τα μαλλιά της λεμονιάς κι ακόμα

καλάθια από ψυχές ανθών γι’ αυτούς

που λίγο πρίν το πρωί γεννήθηκαν.

Κι αν πάλι, βράδυ ο ουρανός ξεφύλλιζε

τα πεπρωμένα μας στα χέρια του

τότε γεννιώνταν τα παιδιά σ΄όστρακα

που στάζαν θάλασσα και φώς

και βύθιζαν στη γαλανή τους πορσελάνη

τους δρόμους που περπάτησαν αυτοί

που δέντρα φύτεψαν ή που αγαπήσαν.

 

Γενηθήτω το έλεος

             Τουφεκίστε

 

τα πουλιά με τη σκιά τους κι αφήστε μας

να ζούμε όπως μας ώρισε ο Θεός. Σελ.12

--

          Η ΜΟΝΑΞΙΑ

                    του Αντώνη Σαμαράκη

Η μοναξιά δεν είν’ αναίτια τιμωρία

Ή αμφορέας κενός σε χέρι μαρμάρινο

που αναζητεί χαμένους ίσκιους αίγλης

στην πόα που πνίγει το σπασμένο γείσο του.

Βέβαια η πρώτη εντολή του Θεού χάρισε

κλήρο στον άνθρωπο έρημος να μένει

κι ύμνος ποτέ να μην βαραίνει τα μάτια του,

γιατί άγνωστο αν θάρθει στο σχήμα

του αμφορέα αυτού

ή σαν επαίτης πάλι και πολλά αγαπήσας.

 

Γι αυτό κι η μοναξιά χαράζεται σαν τοίχος

που πάνω του ακουμπώ τα δάχτυλά μου

και νοιώθω στην πέτρα μιά ψυχή ξένη

σιγά να με φωνάζει κι είναι σαν

δυό είδωλα καθρέφτη που δίνουν τα χέρια

κι αδελφώνονται μόνο με τα μάτια.

Κι είναι τα μάτια η μοναξιά του ονείρου. Σελ.13

--

          ΔΙΑΘΕΣΗ

Συγγνώμη που είσ’ έτσι καλή

χωρίς ανάμνηση σκιάς στη χτένα σου

ή ρυτίδα μοίρας στις παλάμες.

Μοιάζεις με πεπρωμένο θεού

που περπατάει αργά σ’ ένα ποτάμι

κι οι πελαργοί στοχάζονται ήρεμα.

Διστάζω να σ’ αγγίζουν οι άνθρωποι:

 

το ρέμα είναι βαθύ από γαλάζια πέτρα

κι η μοναξιά έχει ασημένια δάχτυλα

που πλέκουν άσκοπους ιστούς κι ακούν

η μιά φωνή στην άλλη έλεος να κράζει,

τα πόδια ελάφια γυάλινα να μαρμαρώνουν

και να πλανιέσαι η ηχώ σε δάσος από βροχή.

 

Συγγνώμη που η ψυχή μου κορυφώνεται

στους γαλάζιους φθόγγους του προσώπου σου

και μυστικά σκιρτά φυλακισμένη.

 

Είσαι καλή, συγγνώμη. Σελ. 14

--

          ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΤΕΛΟΣ

Είχες λυμένα τα μαλλιά στο φώς

κι ήσουν καβάλα σε χρυσό φαρί

και κυνηγούσες παραμύθια με μακρύ κοντάρι,

ενώ η βροχή μας τύλιγε στα δάχτυλά της.

Λευκή η εσθήτα σου αποσκέπαζε τον κόσμο

καθώς τραβούσες πέρ’ απ’ τα βουνά.

Τα πετεινά των ουρανών μαζί μας ώδευαν

και μας προσφέραν απ’ το ράμφος τους τροφή

και κάλυκες ανθών νερό να πιούμε.

 

Και το φαρί πετώντας με κλειστά τα βλέφαρα

βύθιζε το κεφάλι στους αφρούς τον ορίζοντα

και φθάναμ’ όπου δέσποζε πιά ο ήλιος

κι άνοιγε σαν λουλούδι η βασιλεία των ουρανών. Σελ.15

--//--

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

          Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

             1

Δυνατά που φυσά η αναπνοή σου,

όταν μιλάς γι’ αγάπη. Θυμίζει άνεμο

πού κολυμπά στα στερνά των δρυμών

ή, όταν σταθούν τα σύννεφ’ αντιφεγγίζουν

τα χέρια των αγγέλων στο ποτάμι.

             2

Ποιόν ν’ αγαπήσω; Σφίγγω στον κόρφο μου

το χάϊδι της Αγίας Αικατερίνης και

έχω σγουρό βασιλικό στο στήθος μου

κι’ ακούω να μου φωνάζει βγαίνοντας

απ’ τα νερά του ποταμού η φωνή της

λυμένη σ’ άφθαρτο φώς: αγάπη.

            3

Αν ίσως ο ήλιος μας ζεσταίνει πάλι και

στα κλαριά φυτρώσουν τα πουλιά αναπάντεχα

κι αν ίσως πάλι ακούς την πάσ’ αυγή

να θυμιατίζει η μάνα: Ελέησε Κύριε

τα σπαρτά.

Κι αν ίσως πάλι το νερό βαρύ

ευφράνει τη φούχτα σου,

τότε θα πεις. Στη γη μου ζω. Αγαπάω. Σελ.19

--

          Ο ΑΓΙΟΣ  ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

Θα σφίγγει η Ασίζη με τα χέρια της το σώμα σου,

γιατί στις πρώτες πνοές της άνοιξης γεμίζουν

τόσο πολύ και των νεκρών τ’ αυτιά από μουσική

που γιούλια γίνονται οι ίσκιοι των τάφων.

 

Γλυκεία, γλυκειά η ζωή στης άνοιξης τον κόρφο.

 

Τρίζουν, όταν διαβαίνουν σύννεφα, τα κόκαλά σου

και τα παιδιά ελαφοπατούν στο στήθος σου

με τα πουλιά που αγάπαγες στους ώμους

και παίζουν γύρω απ’ της καρδιάς τον τόπο.

 

Χαμογελάς; Άγιε της γης Φραγκίσκε.

 

Δεν είναι δόντια αυτά που λάμπουν στο σκοτάδι:

τριανταδυό λευκάνθη κερασιάς, τέτοια πού

οι ντόνες στα μαλλιά φυτεύουνε το σούρουπο.

 

Σκουλήκι η μνήμη δεν τολμά να σε ξυπνήσει.

 

Στέλνει μία ρίζα λεϊμονιάς με δάχτυλα τ’ ακρόρριζα

στις ίνες της νεράκι του Θεού κρατώντας

το κρανίο σου σαν χάϊδι μάννας ν’ ακραγγίζει.

Ανοίγεις τα πλατειά σου μάτια. Τί φώς

εκπέμπουν οι κενές τους κόχες, τί μουσική

αναδίνεται απ’ τους ίσκιους του μετώπου.

 

Άγιε Φραγκίσκε, άλας της γης, πικρό-πικρό

πού είναι στη γεύση το ψωμί μας.

Σαν να μην είναι σάρκα του Θεού,

να μη το ξεπροβαδίσ’ ο ουρανός

σα νάναι μοναχά νερό και στάρι.

Πιστεύω, Άγιε Φραγκίσκε. Τώρα προπάντων,

όταν κατρακυλούνε μεθυσμένα οι χείμαρροι,

τώρα πού στην Ασίζη έχουν ανθίσει  οι μουσμουλιές.

--

          Η  ΒΡΟΧΗ

Βαθειά στη φούχτα μου έκλεισα νερό

γλυφό και διάφανο σαν αγιασμός του δωδεκαήμερου

κι έκλεισ’ η βροχή τα μάτια μου. Τότε ήταν

που με κατακλύσαν τα πνεύματα του δάσους

κι αυτά πού η βροχή γεννά και τ’ άλλα

όσα βαθαίνει ο ουρανός το μίλημά τους

και φύσηξε να πάνε πέρα τα βουνά κι οι πέτρες,

όταν ακούστηκ’ η φωνή:

 

Ανάγλυφα τώρα να βλέπεις πάντοτε τα κύματα

κι όταν στα στήθη σου αναβλύζει μουσική εγώ θάμαι.

Το άλφα του δρόμου θα στ’ ορίσει η κερασιά,

γιατί τα δέντρα είναι αποφθέγματα σοφίας

κι ό,τι κρατούν στην πλάτη τους είναι

περγαμηνές που εύκολα ο σοφός διαβάζει.

 

Όλα θα τ’ ασημώσει η μοναξιά.

Ένα περβόλι που αντηχούνε σάνδαλα

σαν ζαρκαδιού περπατησιά στα φρύγανα.

Όμως καλόδεχτα τα βήματα, γιατί θα με θυμίζουν’

κι αν από τώρα αναγνωρίζεις στους ανθρώπους

μιάν ίδια εικόνα όπως στο μέτωπό μου καθρεπτίζεται

θα πει ότι άκουσες και πιά αγαπάς.

 

Αφού το χώμα είναι ο αγαπημένος υιός του

θα πει ότι βλέποντας την γη ν’ αναθυμόμαστε ουρανό.

Έτσι από τότε μέσα μου δεν μένει

παρά η φωνή και μιά βροχή γαλάζια. Σελ. 22

--

          ΟΡΘΡΟΣ

Σταλάζει αργά η σιωπή απ’ το μεγάλο χέρι

του Παντοκράτορος στον θόλο. Ένα

κερί την ύπαρξή του κορυφώνει σε φλόγα

ενώ παγώσαν οι ξύλινοι άγγελοι του τέμπλου.

 

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης κουβεντιάζει με τα ζώα.

 

Οι ακρίδες του ρουφούν

και τον οτρύνουν να υψωθεί σαν

αχαμνό βούκινο να δοξάσει τον πατέρα.

Στη μέση εγώ με το δεξί μου χέρι

στο στήθος, μόνος κι υπόλογος, διακρίνω

στο τόξο κύματι θαλάσσης ψηφιδωτός

ένας Χριστός να τίκτεται.

Τον όλβο της θεώσεως φέροντας

ανοίγει την παρθενική μήτρα κι η Μαρία

γέρνει από τρόμο μίσχος

που ολούθε πέταξε κλαριά και λάμπει.

 

Ο όρθρος αργά γυρίζει στο αναλόγιο

τα φύλλα του Πεντηκοσταρίου.

--

           ΗΩΣ

Ρόδι να σκάει το χείλι ο ουρανός

και στα βουνά να ξαγρυπνά η αυγούλα

και νάναι κρίνο η προσευχή στο χέρι,

σαν σταλαχτίτης της καρδιάς μας νάναι.

 

Μάγεμα η δρόσο στα λυγρά μας μέτωπα.

 

Αδελφοί μας, μετά τριήμερον ο Θεός ανέστη,

έκοψε πασχαλιά ανθισμένη απ’ το περβόλι

και στο πρωϊνό παράθυρό Του την εφύτεψε

να του χαϊδεύει ολημερίς την μνήμη,

όταν βαριά κλείνει τα βλέφαρά Του η μουσική.

--

          ΧΑΪ- ΚΑΪ

Ο Άγιος Φραγκίσκος άπλωσε

τα χέρια του: γέμισαν

αχούς και χελιδόνια.

-//-

Η ΟΡΘΡΙΝΗ ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΟΛΟΥ

              ΕΛΕΓΕΙΟ

Σήμερα πείσθηκα ότι λευτεριάς πουλί είν’ ο αετός

ότι η οδός του Θεού είναι σπαρμένη φίδια,

και πώς στο βάθος του γκρεμού χαμογελά

αθώος βολβός ανθού που τρέφεται από την πέτρα.

--

            ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ

Ζούμε μ’ εικόνες καραβιών δεμένων

σε τόπο σαπισμένο από τα φύκια

πού, όταν περνάνε τα γυμνά μας πόδια πάνω τους

χαράζουν κουρασμένη γραμμή από πέλματα.

 

Η θάλασσα ακουμπά τα χέρια της στον κόρφο μας.

 

Ψαύει, τ’ αδύνατά μας μέλη, τα στερνά

πού ο ντελής βοριάς χτυπούσε το τσιμπούκι του

και τώρα σαν κομμένα δέντρα στοιχειωμέν’ ακινητούν

ή ανάβει λάμπες πυροφάνι των ψυχών

να καθρεφτίσει στα νερά τα μέτωπά μας

ίσκιοι που αναζητούν τα σώματά τους.

Μας φθείρει η ώρα που χτυπάει τα δάχτυλά μας,

ύπουλο ζώο σε λόχμης γυάλινη,

να προσδιορίζει ο αστερισμός της το σκοτάδι,

να ρίχνει στάχτη λήθης του πελάου και των σημάντρων.

Μόνοι στα βότσαλα αισθανόμαστε τα χέρια

βαρειά να υψώνοντ’ ιδρωμένα

και να παγώνουν σταλαχτίτες προσευχής,

αγάλματα που σκάλισαν σε αλιρρόθιους βράχους.

--

            Τ’ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΧΕΡΙΑ

Την δείλη το φώς διαλύεται σε

πραότητα και το εκκλησιδάκι βαφτίζεται

ολόκληρο σε πάχνη και ύδωρ εκ πέτρας.

Μόλις που βλέπω τον αρχάγγελο Γαβριήλ

να σφραγίζει την πόρτα με την σπάθα του

μη τύχει και παγώσει ο ίσκιος

της δροσοβόλου στην εικόνα. Τότε

δυό χέρια με σηκώνουν στις παλάμες τους

και νοιώθω την τρυφερή τους σάρκα

να θυμιατίζει μυστικά το μάγουλό μου,

γκρεμοί να λάμπουν οι γραμμές τους

ασημωμένες απ’ αχνισμένο φώς. Όλα

ακουμπούν σε μένα. Οι δυό παλάμες

μου δείχνουν τον κόσμο όπως τον άκουσα και,

κύμα το κύμα εφθάσαν τα καράβια:

όλοι οι θνητοί διαβάσαν το πεπρωμένο τους

σ΄ όστρακο θάλασσας

και περιμένουν στη λίμνη Γεννησαρέτ να φύγουν.

--

            (FRAGMENTUM)

Γιατί ο στερνός λόγος, αυτός που

πέφτει σαν το διαμάντι στο βυθό

και βλέπουμε ν’ ανοίγει κύκλους και να χάνεται

ανείπωτος μέσα μας θα μένει,

μόνο που θα γεννά δέντρα

μαργαριταρόρριζας και,

θα πληθαίνουν καρπεροί ουρανοί και θάλασσες.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Σάββατο 9/1/2026                                

 

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Α. Αγγελάκης Ποιήματα από την Ελληνική Μυθολογία

 

ΠΕΙΡΑΙΩΤΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Α Ν Δ Ρ Ε Α Σ  Α Γ Γ Ε Λ Α Κ Η Σ

(Πειραιάς 28/3/1940-Πειραιάς, Σάββατο 18/5/1991).

          «….Παραφράζοντας, όμως, τον Νίκο Εγγονόπουλο, θα λέγαμε ότι «δεν μπορεί να είναι κανείς χριστιανός και να φαντάζεται τον Αγγελάκη πεθαμένο. Ο Αγγελάκης μας βοηθάει να ζήσουμε. Η ποίησή του δίνει εκείνες τις μαύρες στιγμές της αλλόκοτης έκστασης που δεν ψηλώνουν το νου αλλά τον συνθλίβουν σαν άθυρμα και σκύβαλο. Μέσα της βρίσκουμε το τραύμα της γέννησης, την συντριβή της ευαισθησίας, σε έναν κόσμο που του έδωσε περισσότερα απ’ όσα περίμενε.

          Ο Πειραιάς θα είναι για πάντα το μνημείο του, εκεί θα βρίσκεται ο μύθος του, διάχυτος στα πάθη των ανθρώπων που ψάχνουν να συντάξουν ένα καινούργιο αλφάβητο των αισθήσεων. Χρειαζόταν περισσότερο χρόνο’ η αγωνία του διαλύθηκε σε πανικό που δεν φυλακίστηκε στην γλώσσα».

Βρασίδας Καραλής, σ.79. «Για τον Ανδρέα Αγγελάκη, εκδ. Οδός Πανός 2003

          Παραμένουμε σταθεροί σ’ ένα χρέος που ίσως και να μην μας αναλογεί σε αυτόν τον έντονο βαθμό και εξακολουθητική επιμονή από την μεριά μας μετά από τόσες δεκαετίες διακονίας, δηλαδή της «διάσωσης» στο χρόνο έργων και πνευματικών επιτευγμάτων των παλαιότερων γενεών πειραιωτών αντρών και γυναικών δημιουργών από τον προηγούμενο αιώνα που άνθησαν και καρποφόρησαν τα πειραϊκά γράμματα. Ποιητών, πεζογράφων, διηγηματογράφων, δοκιμιογράφων, λογίων και διανοουμένων, καλλιτεχνών, καθηγητών, αρχαιολόγων, μεταφραστών, χρονογράφων κλπ. Σε δημιουργούς κάθε κατηγορίας και είδος γραφής που υπηρέτησαν την Ελληνική Γραμματεία και ειδικότερα την Πειραϊκή λογοτεχνική προσφορά στις καθολικότερες διαστάσεις της στον χρόνο, την τοπική ιστορία και πειραϊκή παράδοση. Στα πρόσωπα εκείνα- αντρών και γυναικών- που θεωρούμε ερευνητικά τεκμηριωμένα ότι οικοδόμησαν αυτό που ονομάζουμε και αποδεχόμαστε (ελπίζοντας όχι μόνο από την μεριά μας) Πειραϊκή Λογοτεχνική Σχολή σε όλες της τις πνευματικές και καλλιτεχνικές παραμέτρους και διαστάσεις, πολυμορφία της καλλιτεχνικής έκφρασης. Ένας πνευματικός πλούτος, αξιέπαινος άθλος, καλλιτεχνικά μεγαλουργήματα γηγενών φτωχών δημοτών πολιτών και μετοίκων προερχόμενων από τα διάφορα μέρη της πατρίδας μας που ερχόμενοι στα Πειραϊκά χώματα ρίζωσαν και καλλιέργησαν τα ελληνικά-πειραϊκά γράμματα δημιουργώντας την δική τους Σχολή και παράδοση, πρόταση ήθους ζωής και καλλιτεχνίας. Το ογκώδες και πολύμορφο, πολύπτυχο και διαχρονικό αυτό της συγγραφικής παραγωγής υλικό αποτελείται από εκδόσεις βιβλίων πεζογραφημάτων, διηγημάτων, ποιητικές συλλογές πανελλαδικά και αγαπητά στο αναγνωστικό κοινό, συγγράμματα πολιτικών και δημάρχων του Δήμου, ιστορικές και αρχαιολογικές μελέτες, κοινωνιολογικού περιεχομένου εργασίες, ετήσια λευκώματα. Άρθρα και δημοσιεύματα, χρονογραφήματα και ημερήσιες επιφυλλίδες στον πειραϊκό τύπο, εκδόσεις περιοδικών και ημερολογίων, ατομικές αναμνήσεις, ακόμα και καλλιέργεια της παράδοσης του Πειραιώτικου Θεάτρου Σκιών (κλασική η φιγούρα του πειραιώτη μάγκα- κουτσαβάκη- Σταύρακα) της παλαιάς εποχής. Εικαστικές και φωτογραφικές αναπαραστάσεις, απεικονίσεις της Πόλης και του Λιμανιού, καταγραφή των μουσικών ήχων και μελωδιών, ρεμπετών δημιουργών της πειραϊκής γης, εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες και ίδρυση ιδιωτικών γενικής και τεχνικής παιδείας και μόρφωσης Ιδιωτικών Σχολών, έκδοση βιβλίων για την Ναοδομία της Πόλης και των αρχιτεκτονικών Νεοκλασικών οικημάτων της, της αστικής και της εργατικής τάξης αποτυπώματα στην διαδρομή και ανάπτυξη της εμπορικής και βιομηχανικής κίνησης της Πόλης, ίδρυση μεγάλων ευαγών ιδρυμάτων περίθαλψης του πειραιώτικου πληθυσμού, ανάπτυξη των ναυτιλιακών επιχειρήσεων και πάσης φύσεως γύρω από αυτές εργασιών και δραστηριοτήτων, όλα αυτά με δυό λόγια τα απαραίτητα, χρήσιμα και πολύτιμα τεκμήρια που κληροδότησαν οι παλαιές γενιές των Πειραιωτών στις επόμενες γενιές μέχρι σήμερα. Πάνδημης επιθυμίας και προσφοράς του ανθρώπινου πειραϊκού δυναμικού που με πίστη, θέληση, σταθερή επιμονή, εργασιακό μόχθο, ατομική παραγωγικότητα, σκληρό κάθε φορά αγώνα και επιλογές και προπάντων, οραματισμό, φαντασία και θέληση σχεδίασαν και φιλοτέχνησαν είτε με φωτεινά χρώματα είτε με σκουρόχρωμα την πολιτιστική εικόνα και το ιστορικό πρόσωπο-ψηφιδωτό του Πειραιά, την κοινή μας συλλογική μνήμη καθολική ταυτότητα της «Μικρής μας Πόλης» για να θυμηθούμε και τον τίτλο ενός παλαιού θεατρικού έργου. Ας επαναλάβουμε κάτι κοινότυπο, ένας συγγραφέας, καλλιτέχνης, δημιουργός δεν γράφει ξεκομμένος από τον τόπο και την εποχή του, το όποιο έργο του μικρό ή μεγάλο, σπουδαίο ή λιγότερο σημαντικό αποτελεί μία απάντηση, μία αντί πρόταση, ένα ερωτηματικό ή και μιά απορία σε όσα ιστορικά συμβαίνουν γύρω του καθώς οι ανθρώπινες Κοινωνίες αλλάζουν ραγδαία ή αργόσυρτα και ζητούν τις προσαρμογές μας στα καινούργια κοινωνικά και ιστορικά δεδομένα που αναφύονται. Ο Πειραιάς μετά την ίδρυσή του σε αυτόνομο Δήμο το 1835 δεν έπαψε ούτε στιγμή που να μην αναζητεί τις αλλαγές προς το καλύτερο, δεν φοβήθηκε τις καινοτόμες παντοειδείς εξελίξεις, με την ευελιξία που του πρόσφερε το ανθρώπινο δυναμικό του και η παράδοση της ναυτοσύνης του, μιάς ανοιχτής Πόλης στον Κόσμο, τις προσάρμοσε στις δικές του ανάγκες, δίνοντάς τους όμως το μέτρο του ανθρώπου. Ο Πειραιάς, παρά τις κατά καιρούς ιστορικές πτώσεις του δεν έχασε ποτέ την ανθρώπινη λαϊκότητά του, την αυθεντικότητα της φωνής της ανθρωπογεωγραφίας των κατοίκων του.   Πειραιώτες δημιουργοί κάθε κατηγορίας μας άφησαν τις προσωπικές τους Μαρτυρίες, τις μικρές και μεγάλες ιστορίες της ζωής τους και των οικογενειών τους μνήμες διαμορφώνοντας στην αργόσυρτη διαδρομή του χρόνου της τοπικής μας ιστορίας την κοινή μας συνείδηση, την συλλογική πνευματική και καλλιτεχνική μνήμη που αποτελεί και μνήμη της παράδοση της Πόλης μας. Ενός Πειραιά που ταξιδεύει από τους προϊστορικούς καιρούς μέσα στους λαβυρίνθους του ρέοντος Χρόνου διαγράφοντας τα δικά του ιστορικά ίχνη πέρα από εκείνα της πρωτεύουσας και των άλλων μεγάλων εμπορικών λιμανιών της πατρίδας μας. Τα Λιμάνια της Θεσσαλονίκης του Βόλου της Σύρου κλπ.

     Γράφουμε και αναρτούμε με χαρά ένα ακόμα σημείωμα για τον Πειραιώτη ποιητή, μεταφραστή, συγγραφέα παιδικού θεάτρου, αρθρογράφο, καθηγητή της αγγλικής γλώσσας Ανδρέα Αγγελάκη (28/3/1940- 18/5/ 1991) μην λησμονώντας τον. Πώς πέρασαν 35 χρόνια από την εκδημία του, εκείνος έφυγε πρώτος ή εμείς που τον γνωρίσαμε μεγαλώσαμε άραγε, φαίνεται σαν να ήταν χθες, που όχι μόνο έγραφα και δημοσίευα μελέτες και βιβλιοκριτικές για το έργο του αλλά και συνομιλούσα μαζί του. Επισκεπτόμουν το σπίτι του πίσω από τον ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου στην Ακτή Θεμιστοκλέους…, άκουγα τους δίσκους με τους στίχους του που είχαν μελοποιήσει και ερμηνεύσει η Λήδα και ο Σπύρος, η γνωστή ερμηνεύτρια κόρη της ποιήτριας, μεταφράστριας, στιχουργού παλαιάς και αγαπητής στο μουσικόφιλο κοινό τραγουδίστριας Δανάης. Με τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη παρακολουθήσαμε μαζί κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές παραστάσεις έργων αμερικανών συγγραφέων που είχε μεταφράσει, μου παραχώρησε μία συνέντευξη που μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο του Πειραιά στην εκπομπή «Μακρά Τείχη» (δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό που εκδίδει ο πειραιώτης ποιητής, στιχουργός και εκδότης Γιώργος Χρονάς). Υπήρξα μάλλον από τους πρώτους της γενιάς μου που στον Πειραιά των θυελλωδών πολιτικά και πολιτιστικά χρόνων μετά την μεταπολίτευση συνομίλησα δημόσια μαζί του, έγραψα για το έργο του και μίλησα σε ένα πειραιώτικο κοινό που, όπως και ο ίδιος μελαγχολικά και διαμαρτυρόμενος έλεγε, τον είχαν ξεχάσει ή απέφευγαν να αναφερθούν στο έργο του στο άτομό του, λόγω των ερωτικών ιδιαίτερών του επιλογών, παραβλέποντας τις πολύ καλές σπουδές του τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως καθηγητή σε δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Το ποιητικό του έργο, οι μεταφράσεις του και οι άλλες κοινωνικές ακτιβιστικές του δραστηριότητες και παρεμβάσεις ξεπερνούσαν τα στενά όρια της Πόλης, άφηναν πίσω τους τα πνευματικά της κράσπεδα και κοινωνικές αντιλήψεις περί ηθικής και ερωτικών επιλογών του καθενός μας, σωματικής μας αυτοδιάθεσης. Η ποιητική του φωνή και ο λόγος του είχε γίνει επάξια αποδεκτός τόσο από το αναγνωστικό κοινό της πρωτεύουσας αλλά και ευρύτερα. Παρακολούθησα ομιλίες του, διαφώνησα σε κουβέντες μας για θέματα και αξιολογήσεις ποιητικών έργων και λογοτεχνών, αγόραζα τα βιβλία του και σύναζα ότι γράφονταν για αυτά, μα το κυριότερο, αγάπησα την ποίησή του. Είδα για τελευταία φορά τη μορφή του μέσα στο κιβούρι την ημέρα της κηδείας του στην Ανάσταση που τον συνοδεύσαμε. Ας μην αναφέρουμε πόσοι δεν παρευρίσκονταν από την γενέθλια πόλη του. Ασχολήθηκα και μετά την απώλειά του με την ποιητική του δημιουργία. Διάβασα και χάρηκα όταν ο πειραιώτης πανεπιστημιακός καθηγητής, μεταφραστής και κριτικός λογοτεχνίας και του ελληνικού κινηματογράφου Βρασίδας Καραλής εξέδωσε την μελέτη του «Για τον Ανδρέα Αγγελάκη» εκδόσεις «Οδός Πανός», 11,2003, σ. 80, τιμή 8 ευρώ. Το μελέτημα είναι το μοναδικό μέχρι σήμερα που εκδόθηκε από όσο γνωρίζω για τον Α.Α., και είναι αφιερωμένο από τον συγγραφέα του «Είς μνήμην Αντώνη Σταυροπιεράκου (1960-1996)». Παλαιός εφηβικός φίλος από την Αγία Σοφία με σπουδές στην αρχαία κλασική και λατινική παιδεία που εγκαταστάθηκε στον Καναδά και έφυγε πολύ νωρίς από κοντά μας. Το μελέτημα αυτό του Βρασίδα Καραλή εξετάζει την πορεία του ποιητικού του έργου, τις μεταλλάξεις της στις δύο περιόδους της εμφάνισής της ποίησής του, αναφέρεται στην φιλοσοφία ζωής του Ανδρέα Αγγελάκη ως ενεργός πολίτης και κοινωνική οντότητα. Η Πόλη του Πειραιά τον υποδέχτηκε και τον αποχαιρέτησε με το παραπάνω βιβλίο.

          «Ο Αγγελάκης ήθελε να ζει σε έναν κόσμο αδιάπτωτης έντασης, συνεχούς ερεθισμού και πίεσης των αισθήσεων, σε έναν κόσμο όπου η αστική πλήξη και η μικροαστική αυτοικανοποίηση δεν θα υφίσταντο και δεν θα καθήλωναν την ανθρώπινη δημιουργία. Ίσως εκεί να έβρισκε την ελευθερία του. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι δεν την βρήκε ούτε και εκεί. Αυτό είναι άλλωστε και το αδιέξοδο κάθε αισθησιοκράτη. Η τεχνολογία του εαυτού μας, όπως έλεγε και ο ύστερος Φουκώ, είναι πλασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε η απολύτρωση του σώματος από την ψυχή, να μην καταλήγει στην ελευθερία και την αγιότητα που οραματιζόμαστε……» Β. Καραλής σελ. 37  

Μέχρι το 2025 δεν έχει γραφεί άλλη μελέτη για το έργο του-από όσο γνωρίζω- μόνο σε διάφορες ιστοσελίδες του διαδικτύου έχουν αναρτηθεί ελάχιστα συγκριμένης θεματολογίας ποιητικές του μονάδες και αναφέρεται το όνομά του στους πρωτεργάτες της παλαιάς «επαναστατικής» κίνησης-για την εποχή του- «ΑΚΟΕ» και του περιοδικού «Αμφί» και την ποιητική του συμμετοχή σε ένα προάγγελο μοναδικό τεύχος την «Καμπύλη». Από την μεριά μας στην πειραιώτικη ιστοσελίδα μας έχουμε αποδελτιώσει την παρουσία του και στα δύο περιοδικά είτε με το όνομά του είτε με το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε σε δημοσιεύματά του ή βιβλίο του, το Ανδρέας Μουσουράκης και φυσικά, τον έχουμε συμπεριλάβει στα βιβλία μας.

   Ας το επαναλάβουμε για την ιστορία των Πειραϊκών Γραμμάτων, από την πόλη μας άτομα γνωστά και μη εξαιρετέα τον απέκλειαν από κάθε δημόσια πνευματική παρουσία και πρόσκληση σε πνευματικές εκδηλώσεις, συμμετοχές του σε ομιλίες, συζητήσεις, διαλέξεις, δεν μιλούσαν για το έργο του ή αναφέρονταν αρνητικά για τις ατομικές του ιδιωτικές επιλογές. Δέσμιοι οι άνθρωποι του Πειραιά (όπως και άλλων πόλεων) μιάς κοινωνικής νοοτροπίας άλλων εποχών και ηθών ζωής, θρησκευτικών απαγορεύσεων που επικρατούσαν στην χώρα μας, ποδηγετούμενες αντιλήψεις από την περίοδο του επτάχρονου στρατιωτικού καθεστώτος, ακόμα και για μεγάλη περίοδο μετά την ένταξή μας ως Ελληνικό κράτος στην τότε ΕΟΚ επί κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου. Οι πνευματικοί παράγοντες της Πόλης δεν τον είχαν προσκαλέσει μέχρι την χρονική στιγμή που του ζήτησα και του πήρα την γνωστή συνέντευξη να μιλήσει στον Πειραιά. Παρ’ όλα αυτά για να είμαστε έντιμοι στην πολιτιστική μας αποτίμηση μετά από τόσες δεκαετίες, στα πρώτα του ποιητικά βήματα, όταν το 1962 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή 32 σελίδων «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας» εκδ. Δίφρος 1962 (Την συλλογή ο ποιητής την αφιερώνει «Στην μητέρα μου») υπήρξαν πειραϊκές γραφίδες που έγραψαν έστω και εν συντομία, για την πρώτη αυτή εκδοτική ποιητική του εμφάνιση. Φαίνεται αυτό από τις σχετικές αποδελτιώσεις, μιλώ πάντα για εντός των πειραϊκών ορίων. Δυσεύρετες οι πρώτες του αυτές συλλογές από τότε, σε μία από τις συναντήσεις μας ο ποιητής Α. Αγγελάκης μου τις δάνεισε και τις αντέγραψα με το χέρι όπως τις έχω διαφυλάξει σε φάκελο με στοιχεία και πληροφορίες για το έργο του. Οι συλλογές αυτές που συγκαταλέγονται στην πρώτη περίοδο της ποιητικής του δημιουργίας είναι οι -«Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας», Δίφρος 1962. – «Οι προτάσεις της αθωότητας», Αθήνα 1967, σ. 58 και η συλλογή «Το Πύον», 20 Ποιήματα, Αθήνα 1973. Αυτό το εκδοτικό συγγραφικό υλικό, μαζί με τα βιβλία του που είχα αγοράσει και εκείνα που μου δώρισε, αποτέλεσε την μαγιά που χρησιμοποίησα στις δικές μου κατοπινές έντυπες και ηλεκτρονικές εργασίες.

    Ο πειραιώτης Ανδρέας Αγγελάκης ήταν γνωστός και αγαπητός στους μαθητές του κυρίως ως καθηγητής της αγγλικής γλώσσας διδάσκοντας μεταξύ άλλων-πριν διοριστεί σε Δημόσιο Σχολείο- και στον γνωστό στην πόλη μας Ιδιωτικό Εκπαιδευτικό Οργανισμό «Ο ΠΛΑΤΩΝ» του Περικλή Π. Παπαϊωάννου στην οδό Γλάδστωνος στους Κήπους της Τερψιθέας. Τα Εκπαιδευτήρια «Ο ΠΛΑΤΩΝ» υπήρξαν φυτώριο υψηλής παιδείας και αγωγής για πολλά επιφανή και γνωστά ονόματα του Πειραιά προερχόμενα από τους χώρους της Επιστήμης, της Εκπαίδευσης, της Εκκλησίας, της Βιομηχανίας, του Πολιτισμού. Τα Σχολεία λειτούργησαν από το 1887 μέχρι την χρονιά της αναστολής των λειτουργιών τους στο πρώτο Λιμάνι και την «μεταφορά τους» στην Αθήνα. Βλέπε και «Λεύκωμα» με τους συνεργάτες-καθηγητές της Σχολής. Ο Ιδιωτικός αυτός Εκπαιδευτικός Οργανισμός μάλιστα, υπό την διεύθυνση του Περικλή Π. Παπαϊωάννου δημιούργησε και τις «Εκδόσεις Μαθητικής Βιβλιοθήκης του Εκπαιδευτικού Οργανισμού». Στην σειρά ενέταξε και πέντε τίτλους βιβλίων του συνεργάτη του καθηγητή και συγγραφέα Ανδρέα Αγγελάκη. Τα βιβλία αυτά είναι τρείς μεταφράσεις του και δύο ποιητικές του συλλογές: -Μεταφράσεις ποιημάτων του άγγλου μυστικού ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ.- Μεταφράσεις ποιημάτων του ισπανού λυρικού ποιητή και θεατρικού δραματουργού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.- Μετάφραση Παραμυθιών του Ρώσου συγγραφέα Λέοντα Τολστόϊ.-Την συλλογή «Ο πρίγκιπας των κρίνων» και τα – «Ποιήματα από την Ελληνική Μυθολογία».

      Τα πρόσωπα που γνώριζαν και αγαπούσαν σταθερά το έργο του και εκτιμούσαν τον ίδιο ως ποιητική παρουσία από τα πνευματικά περιβάλλοντα και σωματεία της Πόλης μας θα θέλαμε να τα μνημονεύσουμε και είναι τα εξής. Ο συγγραφέας και δοκιμιογράφος Χρήστος Αδαμόπουλος, ένα δραστήριο στον χώρο του πειραϊκού πολιτισμού καλοκάγαθο άτομο που εκτιμούσε την ποίησή του και τον είχε προσκαλέσει να μιλήσει στις πολιτιστικές εκδηλώσεις του Δήμου που διοργάνωνε. Η καλή πειραιώτισσα ποιήτρια και καθηγήτρια αγγλικών Ειρήνη Αλιφέρη, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις από τα πρώτα τους νεανικά χρόνια. Ο μεταφραστής και καθηγητής της αγγλικής γλώσσας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Ηλίας Κυζηράκος μιλούσε θετικά για τις μεταφράσεις του και ο πανεπιστημιακός καθηγητής στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας κριτικός της ελληνικής λογοτεχνίας, μεταφραστής και συγγραφέας  μιάς σύγχρονης ιστορίας του Ελληνικού Σινεμά Βρασίδας Καραλής, ο οποίος κυκλοφόρησε το μοναδικό-ας το επαναλάβουμε μέχρι σήμερα- μελέτημα για τον ποιητή, το βιβλίο εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο του πειραιώτη ποιητή Γιώργου Χρονά. Να αναφέρουμε και τέσσερα ακόμα ονόματα φιλότεχνων της πόλης. Την Χαρούλα Κούτση που υπήρξε μαθήτριά του ως καθηγήτρια μετέπειτα των αγγλικών (για μεγάλο διάστημα βοηθούσε στην διεκπεραίωση εργασιών του Σωματείου της «Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς»), το ζεύγος των πειραιωτών Βιβλιοπωλών της «Κιβωτού» Δημήτρη και Ευαγγελίας Σολωμού (η Βαγγελίτσα έχει δημοσιεύσει ποιήματά της και έχει μεταφράσει μυθιστόρημα του αμερικανού πεζογράφου Τζακ Λόντον) και την Αγγελική Μαυροειδή εργαζόμενη στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς». Ο φιλικός κύκλος και τα πνευματικά περιβάλλοντα που κινούνταν ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης με την ιδιαίτερη θερμοκρασία της ερωτικής του φωνής προέρχονταν από την Αθήνα, ήταν μέλος της ΕΕΛ και της Εταιρίας Συγγραφέων. Τα σποραδικά δημοσιεύματά του, ποιήματά και μεταφράσεις του τα διαβάζουμε σε λογοτεχνικά και ποικίλης ύλης περιοδικά της πρωτεύουσας. Ο μεγαλύτερος αριθμός των βιβλίων που εξέδωσε ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής εκδόθηκαν από εκδοτικούς οίκους της Αθήνας.

    Από την μεριά μας έχουμε γράψει και δημοσιεύσει κατά διαστήματα μικρές μελέτες για το έργο του, κρίσεις για ανέβασμα θεατρικών του παραστάσεων, βιβλιοκριτικές για ποιητικές του συλλογές και βιβλία με Σχολικού ενδιαφέροντος θέματα σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Διαβάζω», ο «Πόρφυρας» και στον τοπικό ημερήσιο τύπο «Η Φωνή του Πειραιώς». Μετά το 2013 όταν δημιουργήσαμε την ηλεκτρονική ιστοσελίδα Λογοτεχνικά Πάρεργα δημοσιεύσαμε νέες κρίσεις μας για το έργο του, αναρτήσαμε ποιήματά του και μεταφράσεις του, τον αποδελτιώσαμε στις ποιητικές ανθολογίες και τον συμπεριλάβαμε- όπως οφείλαμε-στις δικές μας εκδοτικές εργασίες στις καταγραφές μας. Οι ημερομηνίες της ηλεκτρονικής μας λογοτεχνικής πειραιώτικης ιστοσελίδας που συναντάτε η παρουσία του μεταξύ άλλων είναι:-19/4/2013 «Πειραιώτες ποιητές και ποιήτριες στις Ελληνικές Ανθολογίες».- 29/9/2013 βιβλιοκριτική για «Τα ποιήματα του δολοφόνου μου» (Φ.τ.Π. 13/7/1987) Και -29/9/2013 βιβλιοκριτική για το βιβλίο του «Σχολικό Θέατρο για Γυμνάσια και Λύκεια» (Φ.τ.Π.9/8/1988).- 2/11/2013 «Ο Ποιητής και η Ποίηση του Ανδρέα Αγγελάκη» (Πόρφυρας 47/1988).- 6/11/2013 Μελέτη για τον Α. Αγγελάκη δημοσιευμένη στο επτανησιακό λογοτεχνικό περιοδικό «Ο Πόρφυρας» 79/1996, και το ποίημα «Αυτογνωσία» από την συλλογή «Η Μεταφυσική της Μιάς Νύχτας». - 9/4/2016, Ποιήματά του από τις συλλογές του «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας», «Οι προτάσεις της Αθωότητας», «Το Πύον».- 22/4/2018 «Α. Αγγελάκης, Μια Επιστολή στο περιοδικό «Το Τέταρτο» σχετικά με το μυθιστόρημα «Το Δωμάτιο του Τζιοβάνι» του Μπόλντουϊν. Βλέπε και λεγόμενα Κώστα Ταχτσή. -19/7/2021 «Ο θάνατος του Ανδρέα Αγγελάκη» (Πειραιάς 28/3/1940-Σάββατο 18/5/1991).-22/6/2022 ανάρτηση των ποιημάτων που μετέφρασε του Γερμανού πεζογράφου Χέρμαν Έσσε.- 18/9/2022 ανάρτηση των ποιημάτων που μετέφρασε του Γερμανού ποιητή Γκέοργκ Τρακλ. -20/7/2025 το κείμενό του «Οι Μεταφράσεις της ποιήτριας Μελισσάνθης» μελέτη δημοσιευμένη στον αφιερωματικό τόμο για την σπουδαία ποιήτρια.- 23/11/2025 ανάρτηση του κειμένου του «Ο Χρόνος, Εκδοχή Αιωνιότητας» στο περιοδικό «Ευθύνη» του 1962. Στο δημοσίευμα για τον πειραιώτη κλασικό φιλόλογο Αντώνη Σταυροπιεράκο (13/4/1960-12/7/1996) που πέθανε στον Καναδά. Τέλος, ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Ανδρέας Μουσουράκης στις συμμετοχές του στο περιοδικό «Αμφί» του «ΑΚΟΕ» και στην ίδρυση της απελευθερωτικής ερωτικής αυτής κίνησης μετά την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος του 1967 στην πατρίδα μας, η συμβολή του πειραιώτη λογοτέχνη ήταν σημαντική. Βλέπε τις αναρτήσεις μας στα Λ. Πάρεργα του τελευταίου τριμήνου του 2023 στις οποίες αποδελτιώσαμε τις συμμετοχές γνωστών λογίων και λογοτεχνών στο περιοδικό «Αμφί» και των άρθρων, κειμένων και ποιημάτων στις σελίδες του.

     Το ποιητικό έργο του Ανδρέα Αγγελάκη κατέχει ξεχωριστή θέση στα ελληνικά γράμματα, για δε τον πειραϊκό χώρο αποτελεί μία ιδιαίτερη και ιδιάζουσα περίπτωση ποιητή του προηγούμενου αιώνα ο οποίος παρά τις επιβραβεύσεις και αναγνωρίσεις του έργου του, τις μεταφράσεις ποιημάτων του σε γνωστές Ευρωπαϊκές γλώσσες και ανθολόγησή του σε Ελληνικές και Ξένες Ανθολογίες παραμένει μάλλον στο σύνολό των διαστάσεών του αδιάβαστο από τους ποιητές και λογίους του σύγχρονου Πειραιά και δεν βρήκε όπως φαίνεται συνεχιστές η ποιητική του φωνή. Αναξιοποίητη ποιητική φυσιογνωμία ο Αγγελάκης, είναι ένας από τους σημαντικούς και καλούς εκπροσώπους της Λογοτεχνικής Πειραϊκής παράδοσης και Σχολής. Κάποιος ή κάποια σημερινός ποιητής ή ποιήτρια, αναγνώστης της ποιητικής παράδοσης θα μπορούσε να μας αντιτείνει ότι δεν είναι η μοναδική περίπτωση πειραιώτη ποιητή ή πεζογράφου που ξεχάστηκαν τα ίχνη του, φωνές προερχόμενες από τον προηγούμενο αιώνα, οι σημερινές νεότερες ηλικιακά γενιές των πειραιωτών συγγραφέων ακολουθούν διαφορετική πορεία από τους παλαιότερους, η σπουδή του λόγου των ενδιαφερόντων τους ακολουθούν άλλα μονοπάτια. Διαπραγματεύονται στην γραφή τους άλλα θέματα και γεγονότα, εύλογο μια και βιώνουν άλλες πρωτόγνωρες παραστάσεις, ζουν και βιώνουν άλλες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις με διαφορετικές εικόνες και προσλαμβάνουσες. Ο ιστορικός χρόνος κυλά αφήνοντας πίσω του έργα και ονόματα. Όσον αφορά την άλλη του ιδιότητα, αυτή του ακτιβιστή δημιουργού στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων ερωτικών δικαιωμάτων, της ομοφυλόφιλης ελληνικής κοινότητας, θα αποτολμούσαμε να σημειώναμε το εξής συμπερασματικά. Κάθε επαναστατικό πρωτοπόρο κίνημα είτε αυτό αφορά την κοινωνία είτε χώρους της ανθρώπινης τέχνης, είτε της ερωτικής μας σωματικής αυτοδιάθεσης στους χρόνους των πρώτων ανθήσεών τους και κυοφορίας τους όσο βρίσκεται στην «αντιπολίτευση» δηλαδή στοχοποιείται αρνητικά και ενοχοποιείται από τους αρμούς της πολιτικής και κοινωνικής θεσμικής εξουσίας παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τις νέες προτάσεις ζωής που κομίζουν, από την στιγμή όμως που θα γίνουν εξουσία, θεσμοθετηθεί η παρουσία τους από την Κοινωνία και την κρατική αρχή και γίνουν κατεστημένο, χάνεται κατά την άποψή μου η όποια παρεμβατική δυναμική τους, ο λόγος τους αποψιλώνεται από μία ελευθερία αναζητούμενη στην σπαργανική τους εμφάνιση. Εξάλλου, το όποιο κατεστημένο (πολιτικό, θρησκευτικό, νομικό, κοινωνικό, ερωτικό, καλλιτεχνικό, της εθνικής παράδοσης) διαθέτει πολλά είδωλα εμφάνισής του στον καθρέφτη της Ιστορίας.

   Πέρα όμως από τα πνευματικά σύνορα του Πειραιά οφείλουμε να επισημάνουμε και το εξής ουσιαστικό, ότι αρκετές κριτικές γραφίδες από διάφορους πνευματικούς Αθηναϊκούς κύκλους, θέλησαν στις ερμηνευτικές τους προσεγγίσεις να περιορίσουν την εμβέλεια της ποιητικής του φωνής και γραφής-στις κρίσεις και σχολιασμούς τους-, σε ένα στενό, στενάχωρο πλαίσιο μιας ομοερωτικής διάθεσης μόνο και θεματολογίας του εκφραστική, και, κατοχύρωσαν το όνομα του  πειραιώτη ποιητή σαν ποιητικό εκπρόσωπο ποιητών του περιθωρίου, μία ποίηση ανήκουσα αποκλειστικά στου λεγόμενου αποκλίνοντος ερωτισμού. Αν διαβάσουμε τα διάφορα που έχουν γραφεί για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη θα διαπιστώσουμε ότι εντάσσεται αποκλειστικά σε αυτό της ελληνικής ποίησης κάδρο. Ποιητής του περιθωρίου, αλλά τι σημαίνει αυτό, που κατά την κρίση μας αδικεί το σύνολο του έργου του, όταν στα πνευματικά του ενδιαφέρονταν αναγνωρίζουμε και δημοσιεύματά του που αφορούν το εφηβικό σχολικό θέατρο, το παιδικό παραμύθι, την συγγραφή ποιητικών συλλογών για τον Διονύσιο Σολωμό, την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, τον Λόρδο Μπάϊρον, μεταφράσεις ευρωπαίων ποιητών άλλης ιδιοσυγκρασιακής ερωτικής θερμοκρασίας και προθέσεων. Η ομοερωτική διάσταση της ζωής του δεν είναι το όλον της γραφής του, εξάλλου, στον ιδιωτικό του βίο συμπεριλαμβάνεται και ένας γάμος και η γέννηση ενός παιδιού που έχει τραγουδήσει σε στίχους του. Αλλά και η ανάγνωση της πρώτης κυρίως περιόδου της ποιητικής του δημιουργίας μέχρι περίπου την δεκαετία του 1970 την διακρίνει μιάς άλλης ατμόσφαιρας ποιητικός λόγος, με εξακτινώσεις υπαρξιακής προβληματικής και αγωνίας, θρησκευτικής εμπύρετης διάθεσης, στοχασμού που, ίσως, και να μην προμηνύουν ξεκάθαρα την μετέπειτα ποιητική διαδρομή του και την διάθεση της ζωής του όπου ο ίδιος ο ποιητής σαν ανθρώπινο υποκείμενο μέσα στην εποχή του και τον χώρο του θεωρούσε ότι τον ικανοποιούσε καλύτερα και πίστευε ότι θα έβρισκε την ερωτική του ισορροπία. Το αν αυτό επιτεύχθηκε ή όχι και σε πιό βαθμό είναι κάτι που αφορούσε τον ίδιο τον δημιουργό και τις επιλογές του. Κατά την αναγνωστική κρίση μας και πάλι ένα συγγραφικό ή καλλιτεχνικό έργο διαθέτει την απαιτούμενη ελευθερία σε σχέση με εκείνη του δημιουργού του, τα της προσωπικής μας ζωής και του ιδιωτικού μας βίου αφορόντα το άμεσο περιβάλλον μας είναι τα υποστυλώματα της σύνθεσης μιάς δημιουργίας, καθώς το έργο ολοκληρώνεται τα υποστηρικτικά στηρίγματα πέφτουν και μένει καθαρή η απόλαυσή του, η χαρά προσέγγισής του, η απόλαυση του διαβάσματός του, η προαγωγή της αισθητικής μας. Το βλέμμα μας και οι ψυχικές και διανοητικές μας αναζητήσεις δεν εστιάζονται μόνο σε ένα θεματικό σημείο ή αναφορά δημιουργίας ενός έργου, χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Π. Καβάφης. Ο ερωτικός Καβάφης μας διηγείται στας δυσμάς του βίου του προγενέστερες ερωτικές του ιστορίες και καταστάσεις που έζησε και διαμόρφωσαν την τέχνη της Ποιήσεώς του. Υπάρχει όμως και ο διδαχτικός- σχολικός Καβάφης, ο πολιτικός, ο φιλοσοφικός, ο θρησκευτικός- εθνικός ή βυζαντινός- ο ιστορικός, η αισθητική φλέβα που χτυπά ασταμάτητα μέσα στο έργο του. Πολλές φορές κάνουμε το ερμηνευτικό λάθος που έκανε ένας από τους πλέον ακραιφνείς επικριτές του που γεννήθηκε στην πόλη μας τον Πειραιά, αλλά πολιτογραφήθηκε Αλεξανδρινός και έζησε στην Ευρώπη, ο κριτικός αυτός που έζησε από κοντά και συνομίλησε με τον Κ. Π. Καβάφη είναι ο Τίμος Μαλάνος. Ο Αιγυπτιώτης ποιητής και δοκιμιογράφος Τίμος Μαλάνος σε όλες του σχεδόν τις εκτενείς εργασίες μιλά αρνητικά, σκληρά και απορριπτικά, απαξιωτικά για τον άνθρωπο Καβάφη. Είναι τόσες πολλές οι αρνητικές του κρίσεις και τα κοσμικά προσβλητικά επίθετα με τα οποία στολίζει τον χαρακτήρα του ατόμου Καβάφη που θα μπορούσαν με άνεση οι Καβαφικές του εργασίες και τα βιβλία να βραβευθούν με το βραβείο Γκίνες. Ποιός θυμάται σήμερα και μνημονεύει τον Τίμο Μαλάνο και πόσοι αγαπούν και διαβάζουν τον αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, έναν έλληνα ποιητή του Μέλλοντος. Οι μικρές ερωτικές του ιστορίες που μας αφηγείται είναι τόσο οικείες και γίνονται κατανοητές από πρόσωπα αμφοτέρων των φύλων και των ερωτικών τους επιλογών. Το ίδιο θα σημειώναμε και για μη ομοφυλόφιλους ποιητές και πεζογράφους των οποίων η ματιά και η αισθητική είναι αμιγώς προσανατολισμένη προς την γυναικεία παρουσία, το θηλυκό σώμα και τον ερωτισμό του, το ατομικό τους παιχνίδι του έρωτα πραγματοποιείται αποκλειστικά από την ετεροφυλόφιλη διάθεση και πρόθεση. Μπορούμε να απορρίψουμε την φωνή του κυρ Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη επειδή ορά εξ αποστάσεως παιδίσκες; Ο υπερρεαλιστής ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος περιορίζεται μόνο στον «Μεγάλο Ανατολικό;» αυτό το ερωτικό ταξίδι λέξεων και εκφράσεων; Ας δούμε την ερωτική ματιά του νομπελίστα μας ποιητή Οδυσσέα Ελύτη τι αλήθεια αισθητικό εύρος ομορφιάς περιλαμβάνει η ερωτική του διάθεση προς την γυναικεία παρουσία. Ο ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος πόσα εσωτερικά ρεύματα θεματικής ποικιλίας δεν συναντάμε στο κολοσσιαίο έργο του. Τα αναβρύσματα των ποιητικών του συλλήψεων είναι άπειρα, δεν προέρχονται μόνο από τις πηγές της κόκκινης αγωνιστικής ιδεολογίας την οποία ακολούθησε σε όλη του την ζωή και υποστήριξε. Ένα εν τάχει κοίταγμα των ποιητικών του συλλογών θα μας φανερώσει τις διάσπαρτες λέξεις και φράσεις, όρους της Μουσικής που τις πλημμυρίζουν. Το ίδιο θα γράφαμε και για άλλους έλληνες ποιητές και ποιήτριες οι οποίες δεν εγκλώβισαν τον λόγο τους στην ιστορική κατοχική επικαιρότητα και εμφυλιακή ατμόσφαιρα που βίωσαν. Πιστεύω ότι το ίδιο πάνω κάτω συμβαίνει και με την ποιητική φωνή του πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη. Η ποιότητα της ποίησής του είναι πάνω και πέρα από τις ερωτικές τραγικές και δραματικές καταστάσεις και περιστατικά που μας αφηγείται, το ποιητικό του ισοζύγιο ή αν θέλετε η ομοερωτική πλευρά της ταυτότητας της ποίησής του, δεν περιορίζεται στις ατομικές του ιδιαίτερες περιπτώσεις, αγκαλιάζει και μιλά για το όλο ερωτικό σώμα και ότι αυτό αφήνει πίσω του καθώς εκτίθεται στο άλλο σώμα στην περιπέτεια αλληλογνωριμίας τους και εύρεσης της ετερότητάς του. Αν είναι «τεμαχισμένο» το ερωτικό σώμα, αν φαίνεται θρυμματισμένη η προβολή του μπροστά στον καθρέφτη των ερωτικών επιθυμιών μας είναι γιατί οι εποχές άλλαξαν έχουν μία σκληρότητα και επικινδυνότητα πρωτόγνωρη για τις ανθρώπινες ερωτικές και ψυχικές αντοχές. Το ερωτικό σώμα ως ύλη και κατάσταση και ως πρόθεση επαφής και αναζήτησης διαμορφώνει το ποιητικό του σκηνικό που στήνει μπροστά μας όχι οι μηχανισμοί της φαντασίας του και η ποιητική του τεχνογνωσία αλλά η ίδια η Ζωή στην εποχή του και μάλιστα όπως «καταλήγει» πρακτικά η ερωτική επαφή στις άξενες και άφιλες μεγαλουπόλεις του δυτικού καπιταλιστικού πολιτισμού. Ενός καταναλωτικού πολιτισμού με πάμπολλες σύγχρονες ατομικές ελευθερίες αλλά ελάχιστες προσωπικές επιλογές εκπλήρωσης σωματικής και ψυχικής μας πληρότητας. Το ανθρώπινο σώμα και οι ανάγκες του δεν υποφέρει περισσότερο ή λιγότερο επειδή επιλέγει το φύλο επιλογής του, ακολουθεί νόρμες της ηθικής και απαγορευτικούς εθιμικούς και θρησκευτικούς κανόνες, βασανίζεται και τραυματίζεται εξίσου σε άντρες και γυναίκες, σε ερωτικά διαθέσιμους προς το ένα ή άλλο φύλο δίχως διάκριση. Το ζητούμενο είναι πώς διαχειρίζεται κανείς το δικό του ερωτικό ταξίδι και τι «ηδονικά μυρωδικά» κομίζει στις αναμνήσεις του και μεταφέρει στο όποιο πνευματικό και καλλιτεχνικό του έργο και αποτύπωμα. Ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης με τον μοντέρνο τραγικό λόγο του τραβά στα απώτατα άκρα την ερωτική του διάθεση και φωνή, γνωρίζοντας ότι αυτή η κραυγή απόγνωσης, αυτή η οιμωγή της σωματικής του ερωτικής ιδιαιτερότητας θα ενοχλήσει τους τα «φαιά φορούντες» ακόμα και της ποιητικής τέχνης. Όμως το έργο του Καραβάτζιο δεν μας είναι λιγότερο αγαπητό επειδή ο ζωγράφος ήταν παραβατικός σαν φυσιογνωμία στην εποχή του. Τα γυναικεία πορτραίτα του Μοντιλιάνι δεν χάνουν κάτι από την αισθητική ομορφιά τους επειδή ο καλλιτέχνης ήταν αυτοκαταστροφικός σαν χαρακτήρας. Ούτε μειώνεται η ζωγραφική μαγεία ορισμένων πινάκων του Γιάννη Τσαρούχη επειδή φορτώνονται με υπερβολική αντρική εσατσίδικη βαρβατίλα, και ο ίδιος δεν θέλησε ίσως να σταματήσει την δημόσια υπερβολική έκθεσή του στα μεγαλοαστικά σαλόνια περιφερόμενος ως άλλος «Ελ Σιντ». Και φυσικά, ούτε θα πάψει να είναι ένας καλός κριτικός και ποιητής ο Μήτσος Παπανικολάου ο οποίος έφυγε πάμφτωχος και εξαθλιωμένος στην Κατοχή από την χρήση ουσιών. Θέλω με δυό λόγια να πω με τα παραπάνω ενδέχεται με τα όχι τόσο εύστοχα παραδείγματα, ότι η σωματική οντότητα του Ανδρέα Αγγελάκη ανήκει στα πειραϊκά χώματα που το γέννησαν, το ποιητικό του όμως έργο δεν περικλείεται σε ιδιαιτερότητες και προθέσεις περιθωριοποιημένης αξιολόγησης αλλά στον ποιητικό χρόνο που το επιβράβευσε και στην συλλογική ποιητική μνήμη των σύγχρονων Πειραιωτών αναγνωστών και της πόλης του Πειραιά, με ή όχι εκ των υστέρων επιβραβεύσεις.

          Εκείνο που θα μπορούσαμε να θέσουμε ως ερώτημα-θέλοντας να ικανοποιήσουμε την ενδεχόμενη φιλάρεσκη επιθυμία μας για αθανασία μέσω της Τέχνης, (όπως άλλοι κάνουν μέσω της μεταφυσικής ή των θρησκειών) είναι αν το Σώμα της Ποίησης ενός Ποιητή γερνάει παράλληλα ή γρηγορότερα από το φθαρτό του Σώμα, ή εμβαπτίζεται και αυτό στη ροή της λήθης του χρόνου.

          Ας κλείσουμε το παρόν σημείωμα για τον πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη με ορισμένα από τις ποιητικές του συνθέσεις του βιβλίου του «ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ» που κυκλοφόρησε από τον «Εκπαιδευτικό Οργανισμό ‘Ο ΠΛΑΤΩΝ’» το 1987.

Γράφει ο διευθυντής της Σχολής Περικλής Π. Παπαϊωάννου:

«Αγαπημένοι μου μαθητές και μαθήτριες.

          Με μεγάλη μου χαρά και πολύ αγάπη σας προσφέρω με την ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του καινούργιου χρόνου 1988, το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο από τις εκδόσεις της ΜΑΘΗΤΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ του σχολείου μας με τίτλο: ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ.

Το βιβλίο αυτό έγραψε ο καθηγητής και λογοτέχνης Ανδρέας Αγγελάκης, απόφοιτος του Λυκείου μας και άριστος συνεργάτης μου, στον οποίο έχει ανατεθεί η γενική ευθύνη της εκδοτικής μας αυτής δραστηριότητας.

          Ελπίζω να σας αρέσει κι αυτό το βιβλίο, όπως και τα προηγούμενα και έχοντάς το μαζί με τα παλιά βιβλία καθώς και τ’ άλλα που θα ακολουθήσουν, στη βιβλιοθήκη σας, να θυμόσαστε το ιστορικό σχολείο σας, που εφέτος συμπληρώνει ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ, ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, στο χώρο της Πειραϊκής παιδείας.».

          Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

«Ο Ανδρέας Αγγελάκης, που γεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε ελληνική και αγγλική φιλολογία, καθώς και ιστορία της τέχνης, στα πανεπιστήμια της Αθήνας και του Λονδίνου. Ασχολήθηκε με την ποίηση, το θέατρο και τη μετάφραση.

          Έγραψε θέατρο για παιδιά: «Ανεβάζουμε ένα έργο;» (πρόλογος Κώστα Γεωργουσόπουλου) και «Σχολικό θέατρο για Γυμνάσια και Λύκεια» (πρόλογος Δημήτρη Καρβέλη).

          Επίσης, τις εξής νουβέλες για παιδιά: «Ο Ερωτευμένος Τρίτωνας», «Μιά αλεπού στην πλατεία Βάθης», «Το τελευταίο φάντασμα».

          Τα «Ποιήματα απ’ την ελληνική Μυθολογία» είναι το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα για παιδιά. Οι μυθολογικοί ήρωες παίρνουν μιάν ανθρώπινη ζεστασιά και τονίζεται η ανθρώπινη και συναισθηματική διάστασή τους.».

          Το βιβλίο έχει 48 σελίδες, διαστάσεις 17Χ24, Αθήνα 11,1987. Το χρώμα του είναι κρεμ, στο εξώφυλλο υπάρχει αρχαίο ανάγλυφο μέσα σε ωοειδές πλαίσιο. Στο οπισθόφυλλο υπάρχει φωτογραφία του Α.Α. Ενώ σε σελίδες του υπάρχουν μικρά ασπρόμαυρα σχέδια. Το βιβλίο μου χαρίστηκε με αφιέρωση από τον ποιητή τον Απρίλη του 1988. Περιλαμβάνει 8 μικρές ιστορίες από την αρχαία ελληνική Μυθολογία εξιστορούμενες με ποιητικό τρόπο. Πριν από κάθε ποιητική αφήγηση του Μυθολογικού συμβάντος προηγείται μικρή πεζή ανάλυση της ιστορίας. Τα ποιήματα είναι τετράστροφα, και αποτελούνται συνήθως από 4 τετράστροφα έως 8. Η τελευταία ιστορία δίνεται σε διαλογική μορφή.

Έχουμε:

-Η ΣΕΛΗΝΗ ΚΙ Ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ

-Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΕΡΜΗΣ

-Η ΜΑΝΑ ΝΙΟΒΗ

-Ο ΝΑΡΚΙΣΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ

-ΟΙ ΝΥΜΦΕΣ

-Η ΛΗΤΩ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ

-ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ

-ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΙΔΙΚΗ

          1.

Η Σελήνη, παιδιά, έχει να κάνει με τη λέξη «σέλας», που σημαίνει «φώς» και με το γλυκό, μελένιο της πρόσωπο, το διάφανο κορμί της και τα φωτεινά της χέρια είχαν να λένε πώς ήτανε η αγαπημένη αδερφή του Ήλιου. Ο Ενδυμίων πάλι, άλλοι λένε πώς ήταν απλός βοσκός ή κυνηγός, άλλοι όμως, πώς ήταν βασιλόπουλο της Ηλείας, της χώρας των Ολυμπιακών αγώνων.

          Η ΣΕΛΗΝΗ ΚΙ Ο ΕΝΔΥΜΙΩΝ

Σώπασαν τώρα τα βουνά,

τώρα σωπαίνει η κρήνη

και βγαίνει αλαφροπόδαρη

να πιει νερό η Σελήνη.

 

Ξύπνησαν τα κυκλάμινα

και την αναγνωρίσαν,

τ’ αγρίμια ξύπνησαν κι αυτά

και σιγανά μιλήσαν.

 

Εκεί που έπινε νερό

ακούγεται τραγούδι,

του Ενδυμίονα η φωνή

σαν βελουδένιο χνούδι.

 

Οι δυό τους κοιταχτήκανε

και ξάφνου θαμπωθήκαν.

Γέμισε ο κόσμος μουσική

λες θησαυρό πώς βρήκαν.

 

«Κυρά μου, σε παντρεύομαι

ετούτη δα την ώρα.

Εγώ είμαι αρχοντόπουλο

και κυβερνώ τη χώρα».

 

«Καλέ μου, τούτη τη στιγμή

που ευωδιά η λεβάντα

στ’ ορκίζομαι, μά τους θεούς:

θα σ’ αγαπώ για πάντα».

 

Πενήντα κόρες κάνανε,

πενήντα θυγατέρες,

που σαν αστέρια του βοριά

γυρίζαν στους αιθέρες.

 

Κι ο Δίας αποφάσισε

Σαν δώρο στη Σελήνη

ο Ενδυμίων σε μιά σπηλιά

αιώνια νέος να μείνει.

 

Και με τα μάτια του κλειστά

με τη Σελήνη αγκαλιά

και το φιλί στο στόμα,

στη μαγική του τη σπηλιά

κάπου στα δάση, στα βουνά,

κοιμάται ο νέος ακόμα.

          2

Ήτανε κάποτε μιά ντροπαλή Νύμφη, η Μαία, μα τόσο ντροπαλή που κοκκίνιζε με το παραμικρό. Κι αυτήνε διάλεξε ο Δίας από καπρίτσιο για να κάνει τον Ερμή, τον αγγελιοφόρο, τον άταχτο και πονηρό θεό. Καλέ, δεν είχε προφτάσει η μάνα του καλά-καλά να τον φασκιώσει κι αυτός πετάχτηκε σαν βέλος απ’ τη θεϊκή του κούνια, άρπαξε μιά χελώνα που περπάταγε μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς του και μαστόρεψε τη λύρα. Κι άρχισε να παίζει. Αλλά ήθελε να κάνει κι άλλα. Ησυχασμό πιά δεν είχε. Και μιά μέρα είδε στα Πιέρια, στο βουνό των θεών, τα θρεμμένα βόδια του Απόλλωνα και τα λιμπίστηκε. Θέλησε να τα κλέψει. Και με την πρώτη του αυτή κλοπή ανακηρύχτηκε ο μικρότερος κλέφτης στο βασίλειο των θεών και των ανθρώπων.

 Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΕΡΜΗΣ

Κλέφτης, κλέφτης στο μαντρί,

κυνηγείστε τον Ερμή,

τσάφ και τσούφ αρπάζει βόδια,

βάζει μπρός τα πίσω πόδια,

 

αμολιέται στην Κυλλήνη

και δεκάρα πιά δεν δίνει,

κλέβει το λαμπρό τον Ήλιο,

μα και του Άδη το βασίλειο.

 

Κλέβει κότες και λουλούδια

φτιάχνει όμορφα τραγούδια

κλέβει μέλι και κερήθρα

κι από τους βοσκούς μυτζήθρα.

 

Πώ-πώ-πώ, κακό, θεοί

κυνηγείστε τον Ερμή,

πιάστε τον παρακαλώ σας,

σας το λέω για το καλό σας.

          3

Αυτό το λιθάρι εκεί πάνω, παιδιά, στην οροσειρά Σίπυλο, ήταν κάποτε η Νιόβη, η βασίλισσα της Λυδίας, κόρη του Τάνταλου.

Πολύ- πολύ παλιά, τότε που οι θεοί ήταν αξεχώριστοι απ’ τους ανθρώπους, η Νιόβη έκανε καθημερινά παρέα με τη Λητώ, τη μάνα του Απόλλωνα και της Άρτεμης.

Κάθονταν σαν δυό καλές φιλενάδες κι έγνεθαν μαλλί και τα λέγανε.

Τί το ‘θελε η Νιόβη να περηφανευτεί πώς γέννησε δώδεκα παιδιά, όλα ένα κι ένα, ενώ η Λητώ μονάχα δύο; Τη βρήκε συμφορά. Η Λητώ θυμωμένη παρακίνησε το γιό της τον Απόλλωνα και της τα σκότωσε όλα. Κι οι θεοί τη δέκατη μέρα θάψαν οι ίδιοι τα σκοτωμένα παιδιά, γιατί κανείς θνητός δεν τόλμαγε.

          Η ΜΑΝΑ ΝΙΟΒΗ

Μάνα μανούλα εσύ γλυκειά

βασιλοπούλα Νιόβη

που ‘μοιάζεις με τριαντάφυλλο

και με κομμένο ρόδι.

 

Θα πω την ιστορία σου

τώρα που πέφτει δείλι,

τώρα πού ησύχασε ο γιαλός

και φύγανε οι φίλοι.

 

Περήφανοι ήταν η Λητώ

για τ’ άξια δυό παιδιά της,

το Φοίβο και την Άρτεμη

και πάνω στην ποδιά της

 

είχε κεντήσει με χρυσή

κλωστή: «Δεν είχε άλλα

ο κόσμος πιό άξια παιδιά

πιό ωραία, πιό μεγάλα».

 

Κι η Νιόβη είπε πικρόχολα:

«Εσύ έχεις δυό, γλυκειά μου,

μα εγώ έχω δεκατέσσερα

παιδιά καταδικά μου.

 

Πάψε να κοκορεύεσαι

και κοίταχτα λιγάκι

καθώς περνάν αστράφτοντας

απ’ το στενό δρομάκι».

 

Θύμωσε τότες η Λητώ

κι οργή ένιωσε τόση

πού είπε στον Απόλλωνα

τη Νιόβη να σκοτώσει.

 

Κι αυτός τη Νιόβη σκότωσε

μα κι όλα τα παιδιά της

σαν τιμωρία.

Κι η Νιόβη πέτρα έγινε

κι η πέτρα δάκρυ στάζει

στην ησυχία.

          4

Στον Ελικώνα, εκεί στη Βοιωτία, τρέχουνε γάργαρα νερά παντού. Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα. Κι ολόγυρα χτισμένοι ναοί του Θεού Έρωτα. Έσκυψε ένα δειλινό ο Νάρκισσος σε μιά πηγή να πιεί νερό και τότε πρωτοπρόσεξε το πρόσωπό του. Τρελάθηκε από έρωτα για τον εαυτό του και  πνίγηκε προσπαθώντας ν’ αγκαλιάσει τον εαυτό του μεσ’ στο νερό. Τότε βγήκε τούτο το λουλούδι το πανέμορφο να τον θυμίζει…

          Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ

Θα ‘τανε γύρω στα δεκάξι

αμούστακο παλικαράκι.

Δεν είχε δει το πρόσωπό του

ποτέ μέσα σε καθρεφτάκι,

ποτέ σε γάργαρο ρυάκι.

 

«Νάρκισε», λέγαν τα πουλιά

«είναι κατάρα η ομορφιά,

είσαι ο πιό όμορφος του κόσμου.

Μοιάζεις μ’ ένα κλωνάρι δυόσμου

όμως φυλάξου απ’ το νερό,

μη γίνει κάτι φοβερό».

 

Έσκαγε στα βουνά η αυγούλα

κι αυτός εβγήκε σε κυνήγι.

Μοίρα κακιά τον κυνηγούσε

κι όρισε τη ζωή του λίγη:

έπεσε στο νερό κι επνίγη.

 

Όλοι ρωτάγαν πώς εγίνη

πώς έχασε ο ουρανός το γιό του.

Η Ηχώ όμως ξέρει την αλήθεια:

ερωτεύτηκε τον εαυτό του,

ερωτεύτηκε το πρόσωπό του!

 

«Νάρκισε», κλαίγαν τα πουλιά

«ήταν κατάρα η ομορφιά.

Ήσουν ο πιό όμορφος στη χώρα,

ένα λουλούδι είσαι πιά τώρα

πού μοσχομύρισε η γη

και που θυμίζει χαραυγή».

          5

Οι Νύμφες δεν είναι ούτε άνθρωποι ούτε αθάνατες. Ζούνε πολύ, τρώνε αμβροσία και μέλι και σέρνουν το χορό με τους θεούς.

Κάνουν πολλές φορές τις παραμάνες στα παιδιά που κάνουν οι θεοί με τους ανθρώπους, τα βυζαίνουν, τα νταντεύουν, τα μεγαλώνουν σα μάνες τους πρίν τα στείλουνε στον κόσμο των θνητών. Και κατοικούν πολλές φορές στα δέντρα που απ’ τη γλύκα και τις φωνές τους αντηχούνε σα μελίσσια.

          ΟΙ ΝΥΜΦΕΣ

Παραμερίστε ανθρώποι, κάντε πέρα,

Νύμφες περνάν μεσ’ στον αγέρα,

τίς λέν Ναϊδες ή Ναϊάδες

ή τις φωνάζουν Αμαδρυάδες.

 

Κυκλάμινα κρατούν απ’ τα βουνά τους,

μοσχομυρίζουν τα μαλλιά τους,

έχουνε κατοικιά τα δάση

κι έχουνε προίκα τους την πλάση.

 

Ούτε θεές δεν είναι ούτε ανθρώποι,

περνάν κι ανθίζουνε οι τόποι,

πεθαίνουν όμως σαν τα δέντρα

και τότε κλαίει η κάθε πέτρα.

 

Χαμογελάνε στην ανεμοζάλη,

νά τες πού βγήκαν βόλτα πάλι,

ο Ερμής μπροστά κρατάει καλάμι

και πάν για μπάνιο στο ποτάμι.

          7

Οι Μοίρες, γκριζόμαλλες γριές, κατοικούσαν σε μιά λίμνη κάποιας σπηλιάς τ’ ουρανού. Ήταν οι τρείς κόρες της Νύχτας που κι ο ίδιος ο Δίας σεβόταν και φοβότανε. Η πρώτη Μοίρα, η Κλωθώ, έκλωθε το νήμα της ζωής. Η δεύτερη Μοίρα, η Λάχεσις, όριζε τί θα τύχει στη ζωή του καθενός. Κι η τρίτη, η Άτροπος, έκοβε με το ψαλίδι της τη ζωή των θνητών. Είχαν το μάτι πάντα ξάγρυπνο- μονάχα μιά φορά μπόρεσε ο Απόλλωνας και τις μέθυσε για να σώσει το φίλο του Άδμητο απ’ την ημέρα του θανάτου του. Κανένας άλλος δεν τις εξαπάτησε ποτέ.

          ΜΟΙΡΕΣ

Θα σας πω μιάν ιστορία

να την κόψετε στα τρία,

να την κάνετε ψωμάκι,

εληά και φέτα και κρασάκι.

 

Φέρτε πιό κοντά την πολυθρόνα

κι ακούω το βήμα του χειμώνα,

με γουόκμαν περπατάν οι μαθητές

και μουσικές αμερικανικές.

(Πάλι τα ίδια στην τηλεόραση

γι’ αυτό κι οι μύθοι που σας λέω

είναι μιά λύση κι είναι μια όαση).

 

Λοιπόν οι Μοίρες ήταν τρείς:

η Λάχεσις, η Ατραπός και η Κλωθώ,

γριές ξεδοντιασμένες μα σοφές

πού όταν τις βλέπω στ’ όνειρό μου

αδύνατο να κοιμηθώ.

 

Πούθε κρατάει η σκούφια τους;

του Ορφέα τραγούδι, του λυράρη,

λέει ένα ολόχρυσο φεγγάρι.

 

Ο κόσμος όλος τις φοβότανε

κι όταν τις ένιωθε, κρυβότανε.

Λένε πώς ντάντεψαν κι αυτόν τον Δία

μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

 

Κανείς δεν ξέρει τίποτα,

πού μέναν, πού κοιμόνταν.

Λένε πώς η Σελήνη τις προστάτευε

και στ’ όνομά τους οι άνθρωποι ορκιζόνταν.

 

Η Λάχεσις, η Ατραπός και η Κλωθώ

ξέρανε της αλήθειας το βυθό,

τα μυστικά της ζωής και του θανάτου

κι ό,τι γινότανε στον Όλυμπο ή εδώ κάτου.

 

Η Κλωθώ έκλωθε το νήμα της ζωής,

η Λάχεσις έδινε κι από κάτι στον καθένα,

μα η Άτροπος έκοβε τη χρυσή κλωστή

χωρίς ν’ ακούει παρακάλια από κανένα.

 

Γι’ αυτό μυρίστε γιασεμί πρίν κοιμηθείτε

και στ’ όνειρό σας πιά δεν θα τις δείτε.

--

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

6 Ιανουαρίου 2026