Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ανθολόγιο Κινέζικης και Ιαπωνικής Ποίησης

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Μετάφραση από τα Αγγλικά-Εισαγωγή στην Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση Ανδρέας Αγγελάκης,

Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 3,1974, σ.44, δραχμές 140. Διαστάσεις 14,5Χ21

[ΤΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ» ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ, ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 1974 ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ», ΡΗΓΑ ΠΑΛΑΜΗΔΟΥ 5, 4ος ΟΡΟΦΟΣ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 39. Υπεύθυνος τυπογραφείου: ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΟΜΠΟΛΑΣ, Φρυγίας 19 Ν. Σεπόλια.

Διεύθυνση μεταφραστού Ιωννιδών 42 Πειραιάς]

*Προσοχή.

Οι διευθύνσεις του εκδοτικού οίκου και  του τυπογραφείου αναφέρονται στις τότε χρονολογικές περιόδους, η διεύθυνση του ποιητή και μεταφραστή Α. Αγγελάκη είναι η παλαιά. Συνήθως οι σημερινοί μεταφέροντες ποιήματα και πληροφορίες για τον Αγγελάκη ανάλογα με την έκδοση του  βιβλίου που κοιτάζουν μεταφέρουν την πρώτη διεύθυνση και όχι την οριστική, την μεταγενέστερη της Ακτής Θεμιστοκλέους πίσω από την Εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Στην σελίδα 2 αναγράφονται 8 τίτλοι βιβλίων που έχει εκδώσει από το 1962 έως το 1973 [-Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας, 1962. /-Ο Πρίγκηπας των Κρίνων, 1964./-Οι Προτάσεις της Αθωότητας, 1967./-Ποιήματα του Γουϊλλιαμ Μπλέϊκ, 1969./-Ποιήματα χαρισμένα στον ποιητή κόντε Διονύσιο Σολωμό, 1971./-Ποιήματα του Φ. Γ. Λόρκα, 1971./- Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης, 1972./- Το Πύον, 1973.].

Τα σχετικά με την έκδοση. Ο ποιητής- μεταφραστής Ανδρέας Αγγελάκης όπως γνωρίζουμε και από τα άλλα βιβλία των μεταφράσεών του δεν συνήθιζε να τα συνοδεύει με φιλολογικές ή βιογραφικές πληροφορίες για τους ποιητές που επιλέγει να μεταφράσει, πέραν ελάχιστων περιπτώσεων και συγκεκριμένων σχολίων. Ακολουθούσε μία άλλη τακτική στις μεταφραστικές του καταθέσεις, ανάλογα με το πνεύμα της εποχής του συγγραφέα και την θεματολογία του. Όπως έχουμε στην περίπτωση του σύγχρονου Ιάπωνα ποιητή και ηθοποιού Mutsuo Takahashi της συλλογής του «Ποιητική Ανθολογία Αποκλίνοντος Ερωτισμού», εκδ. «Γνώση» 1988.  Επέλεγε να δημοσιεύει μία γενική θεώρηση των έργων των ποιητών και γενικά διευκρινιστικά για την τεχνική της μετάφρασης ως Εισαγωγή ή Πρόλογο σε κάθε βιβλίο που επιμελούνταν. Τα μεταφραστικά προβλήματα εμφανίστηκαν στις πρώτες οργανωμένες αστικές κοινότητες των ανθρώπων από την εμφάνιση των πρώτων στάδιων της Γραφής παράτολμα θα ισχυριζόμασταν, από τότε που η προφορική λαλιά αποτυπώθηκε πάνω σε πέτρινες πλάκες, φύλλα παπύρων, ξύλα και χαρτί θέλοντας να διατηρηθεί εσαεί στους αιώνες η συλλογική μνήμη των ανθρώπων. Ο προφορικός λόγος μεταφέρονταν από «αυτί» σε «αυτί», ο γραπτός από «μάτι» σε «μάτι». Όταν η φωνή των πρώτων συγγραφέων, λογίων, έμπλεξαν στα γρανάζια της μητρικής τους γλώσσας, της απόδοσής της, της μεταφοράς της σε μιά άλλη διαφορετικής παράδοσης μέσα στον χρόνο γλώσσας με σκοπό την κοινοποίηση των μηνυμάτων και των μυστικών της στην αναγκαιότητα της ιστορικής επιθυμίας επικοινωνίας διαφορετικών φυλών, εθνοτήτων και λαών της γης. Ας θυμίσουμε- περιοριζόμενοι στα δικά μας γλωσσικά εδάφη- τις δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ελλήνων κλασικών φιλολόγων του Ιωάννη Κακριδή και του Δημήτρη Μαρωνίτη και στο τι μας εκθέτουν σε μελέτες τους, στην διαρκή σπουδή και ενασχόλησή τους με την μετάφραση αρχαίων κειμένων στην νεοελληνική. Από τις συγγραφικές πηγές των νεότερων εποχών να αναφέρουμε τις θέσεις του άγγλου νομπελίστα ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ, δίχως να αγνοούμε και τις θέσεις σύγχρονων Ελλήνων Ποιητών και Μεταφραστών της Γενιάς του 1970 όπως του Χάρη Βλαβιανού, του Νάσου Βαγενά, του Αντώνη Φωστιέρη, του Χριστόφορου Λιοντάκη και προγενέστερων ελλήνων ποιητών των προηγούμενων γενεών όπως του Γιώργου Σεφέρη, του Κωστή Παλαμά, του ελληνοαμερικανού Νίκου Σπάνια, του Κίμων Φράϊερ κ.ά. Το ζήτημα της απόδοσης, μεταφοράς, μετάφρασης όπως καθιερώθηκε ο όρος και των δυσκολιών της, επαναπροσδιορίζεται από εποχή σε εποχή και από λογοτεχνική γενιά σε λογοτεχνική γενιά ίσως και ποιητικό ρεύμα, από μεταφραστή σε μεταφραστή, παραμένει και αυτό όπως και άλλα θέματα της ανθρώπινης έκφρασης και γραφής ανοικτό. Κάτι που ενδεχομένως θα άξιζε να ερευνηθεί, είναι το γεγονός ότι αν εξετάσουμε σφαιρικά και διαχρονικά το γλωσσικό μεταφραστικό μοντέλο των ελλήνων ποιητών- μεταφραστών και αυτό των ελληνίδων ποιητριών μεταφραστριών, και διαβάζαμε τις μεταφραστικές του κρίσεις και θεωρίες να ανοίγονταν ένα άλλο ανεξερεύνητο κεφάλαιο στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων. Ας φέρουμε στην σκέψη μας δύο περιπτώσεις, αυτήν της ποιήτριας και μεταφράστριας Μαρίας Λαϊνάς και εκείνης του ποιητή και μεταφραστή Στρατή Πασχάλη. Όπως θα κάναμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις της αγγλικής λογοτεχνίας συγκρίσεις μεταξύ Βιρτζίνιας Γουλφ και Τ.Σ. Έλιοτ. Όμως ας μην ξεστρατίσουμε από το θέμα μας.

     Στην παρούσα έκδοση που αναρτούμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής Α. Α. μας μιλά για τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν την Κινέζικη και Ιαπωνική ποιητική παράδοση, προφανώς, έχοντας υπόψη του και συμβουλευτεί τις αντίστοιχες ξένες εισαγωγές των αγγλικών ποιητικών ανθολογιών που έχει μπροστά του στις δικές του μεταφραστικές επιλογές στα ελληνικά. Μια μετάφραση της μετάφρασης, κάτι αναγκαίο αν δεν γνωρίζουμε την γλώσσα του πρωτοτύπου. Μας επισημαίνει μάλιστα την εκδοτική αξία των ποιητικών ξενόγλωσσων αυτών Ανθολογιών από τις οποίες άντλησε το ποιητικό του υλικό. Η αγγλική γλώσσα και η βιβλιεκδοτική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών με τις κυκλοφορίες των μικρών βιβλίων τσέπης “penguin”, “pelican” και άλλων μίνι σειρών έφεραν σε επαφή το αγγλόφωνο κοινό της Δύσης με την ποίηση, τα πεζά τα πολιτιστικά επιτεύγματα της Εγγύς και της Άπω Ανατολής. Εξάλλου, η αγγλική γλώσσα αλλά και η γαλλική στο δυτικό ημισφαίριο ήταν το πρεσβευτικό διαβατήριο γνωριμίας του φιλότεχνου κοινού με έργα της Κινέζικης της Ιαπωνικής, της Ινδικής Λογοτεχνίας. Στην γνωριμία μας με τα μεγάλα επικά επιτεύγματα και ιερά αυτά ποιητικά έργα, συνετέλεσε και η αποικιοκρατική στρατιωτική και οικονομική πολιτική της Γηραιάς Αλβιόνος και της μεγαλοαστικής της τάξης που εκπροσωπούσε, στο άνοιγμα των δρόμων του Μεταξιού.

          Η Ανθολογική έκδοση του 1974 που έχουμε μπροστά μας δεν αναφέρει τον καλλιτέχνη του μεγάλου καλαίσθητου σχεδίου που κοσμεί το ανοιχτό πράσινο εξώφυλλο. Μικρά σχέδια φυσιολατρικής έμπνευσης και απεικόνισης πουλιών κοσμούν το άνω μέρος πριν το ποίημα των περισσότερων σελίδων σε χρώμα καφέ ανοιχτό. Η ράχη του βιβλίου είναι γυμνή όπως και το οπισθόφυλλο. Ο τίτλος του εξωφύλλου είναι: «ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ» με μεγάλα γράμματα και  κάτω από το σχέδιο αναγράφεται το όνομα του ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ. Στην πρώτη και τρίτη μέσα σελίδα του βιβλίου που μεταφέρεται ο γενικός τίτλος διαβάζουμε: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ», ΑΘΗΝΑ 1974. Προτάσσεται η «Εισαγωγή στην Κινέζικη και Ιαπωνική ποίηση» του μεταφραστή και το βιβλίο ανοίγει την αυλαία του με πρώτη την «ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ» σελ. 11-20. Τα ποιήματα είναι έντιτλα και παρουσιάζονται κατά χρονολογική σειρά της εμφάνισής τους, ο ποιητής γράφεται με κεφαλαία αγγλικά γράμματα. Συναντάμε και το ποίημα ενός Αγνώστου του 13ου/14ου αιώνα σελ.19. Από την σελίδα 21-40 έχουμε την «ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ». Τα ποιήματα αντλούνται από τις σημαντικότερες Ανθολογίες που έχει υπόψη του ο ποιητής και μεταφραστής όπως αυτά διασώθηκαν από τον 8ο  10ο και 13ο  αιώνα.

Η μεταφραστική γλώσσα του Ανδρέα Αγγελάκη είναι λιτή, διαθέτει την πυκνότητα των ποιημάτων που μεταφράζει, αποδίδει κάπως «τραγουδιστικά» στα ελληνικά. Ακολουθώντας το ποιητικό πνεύμα και την ποιητική τεχνική των ποιητών της Ανατολής διαμορφώνει ανάλογα και το ύφος του. Αποφεύγει τις μακρόπνοες φράσεις, τις σύνθετες ή πολυσύνθετες ελληνικές λέξεις που θα δυσκόλευαν το μετρικό βάδισμά του στην απόδοση των ποιημάτων στα Ελληνικά. Μόνο μία λέξη συναντάμε και αυτή απαραίτητη στην εικονογράφηση της φυσικής εικόνας του Κινέζικου τοπίου: «συννεφοσκεπασμένους» λόφους. Η γλώσσα του έχει στοιχεία και απλούστερης χρήσης της Δημοτικής, βλέπε εκφράσεις όπως «γρηγοράδα», «τσαρδάκι», «φασκιές», ή διπλούς γραμματικούς τύπους «τοίχοι», «τείχη». Οι λέξεις δίνονται στην ασυναίρετη μορφή τους και η ακουστικότητά τους αν δεν λαθεύω επαυξάνεται δίχως να έχουμε χασμωδία. Πρυτανεύει το ρήμα που είναι ή στο πρώτο ή το τρίτο πρόσωπο και σηκώνει το βάρος του ποιητικού νοήματος, της μικρής ιστορίας της ποιητικής αφήγησης. Τα ουσιαστικά είναι πολλά και δίνουν την κομψότητα, τον φρέσκο αέρα στις επιγραμματικές περιγραφές του φυσικού τοπίου στις αλλαγές των εποχών. Δέντρα, Φυτά, Λουλούδια με την ποικιλία της πολυχρωμίας τους και τις εαρινές ανθισμένες μυρωδιές τους, χιονισμένα βουνά, γάργαρα τρεχούμενα νερά περνούν μπροστά στα μάτια μας σαν πίνακες ζωγραφικής ενός φυσιολάτρη τεχνίτη. Φωτεινά χρώματα, χιονισμένα τοπία και βουνοκορφές, γλυκειές ομίχλες, ανθισμένες περιοχές που γεννούν δροσερές αισθήσεις, ξυπνούν ανθρώπινα συναισθήματα, ζωογονούν αναπνοές περιπετειών ζωής και αλλαγών της Φύσης, ή καλλιεργούν εσωτερικά ερωτήματα μελαγχολίας, στοχασμούς ενατένισης ομορφιάς αλλά και ματαιότητας. Κοφτοί διάλογοι, δωρικές εκφράσεις, μεστά νοήματα, συμπύκνωση αισθήσεων και εμπειριών βίου στον αέναο κύκλο των μεταλλαγών του. Ποίηση μιας άλλης αισθητικής θεώρησης και κοινωνικής πρακτικής οργάνωσης και αντιμετώπισης της Φύσης που δρούμε μέσα στα δικά της όρια που μας επιτρέπει. Ανθρώπινη αίσθηση και επαφή, το ανθρώπινο ον αναπόσπαστο μέλος του χώρου, του τοπίου, καθώς θεάται το Φυσικό περιβάλλον από το ανθρώπινο μάτι. Παραστάσεις υγρού χώματος,  μελαγχολικές ενατενίσεις  ξάστερου ουρανού, φεγγαρόλουστης νύχτας, Το μούχρωμα του απογεύματος καθώς δύει ο ήλιος, πλησιάζει η ώρα του δειλινού και η ζωή και τα όνειρά της αρχίζουν να επαναπαύονται σε μια ηδονική θλίψη, μιά νωχέλεια απλώνεται γύρω μας. Ο ποιητής αφουγκράζεται το θρόισμα των φύλλων ανάμεσα στις δενδροστοιχίες, ακούει την ροή των νερών που κυλούν από τις χιονισμένες βουνοκορφές στις πεδιάδες, τα λιβάδια δημιουργώντας συνθήκες καρποφορίας σε ό,τι ανθίζει και καρπίζει. Αφουγκραζόμαστε άμεσα τον ήχο των ανέμων ανάμεσα στα δάση όπως μας τον έχει κληροδοτήσει η πανάρχαια πολιτιστική ανώνυμη και λόγια ποιητική παράδοση της Άπω Ανατολής, της Αυτοκρατορικής Κίνας και Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας. Οικείες, πυρετώδεις πολύχρωμες, λειτουργικές εικόνες της Φύσης μπλεγμένες με τις ανθρώπινες ζωές και ατομικής περιπέτειας εμπειρίες. Το ανθρώπινο βλέμμα παρατηρεί τις αλλαγές των Εποχών μέσα στην Φύση στην φθορά και την άνθησή της ζωής, ενώ η ανθρώπινη φωνή υμνολογεί δοξαστικά ή θρηνητικά κάθε συμβάν. Μιά σημαντική ποιητικής αγωγής παράδοση όπως μας την κληροδότησε (στον Δυτικό Κόσμο) σαν πολιτιστική παρακαταθήκη η Αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση, και η Τέχνη των Επιγραμματοποιών παρατηρητών και πρώτων ερμηνευτών του Σύμπαντος, στην αναζήτηση του Έλληνα Ανθρώπου της αρχικής αιτίας της γενέσεως του Κόσμου. Φύση και Άνθρωπος ένα, Ζωή και Θάνατος το αυτό, μία ζωοποιός πνοή διαπνέει τα πάντα, ένας λυγμός βουβός, ένας ήρεμος θρήνος μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου ενώνει τους δύο κύκλους. Ο άνθρωπος τραγουδά τις ομορφιές της Φύσης σε κάθε στιγμή του βίου του, στοχάζεται παρατηρώντας την σε κάθε στιγμιότυπό της, υφαίνει τους αέναους κύκλους της ζωής της μαζί της, θρηνεί την φθορά της και διαπιστώνει την δική του αδυναμία να την αντιμετωπίσει, αισθάνεται την παρουσία της τόσο έξω από αυτόν όσο και μέσα του. Ο κόσμος του είναι μία μικρογραφία του Κόσμου μέσα στον οποίο ζει, γεννιέται, μεγαλώνει, κάνει οικογένεια, εργάζεται στα κτήματα, τους αμπελώνες του, σπέρνει τους αγρούς του θερίζει τα στάχυα του, υλοτομεί τα δάση του, κυνηγά τα πετεινά της γης και του ουρανού. Δημιουργεί σχέσεις αλληλογνωριμίας με τους διπλανούς του, οικοδομεί τις οικίες του, μαχητικά αγωνίζεται για να επικρατήσει και να κρατήσει ότι κατέχτησε, τα εδάφη που καλλιέργησε τα χώματα που όργωσε και αυτά πού θάφτηκε στο κοινό της ανθρωπότητας Σήμα. Ονειρεύεται, οραματίζεται, στοχάζεται, σχεδιάζει φτιάχνει πλάνα βελτίωσης του βίου του υπερασπίζοντάς τα με πάθος, πείσμα, θυσιαστικό φρόνημα. Όλες με δυό λόγια οι σωματικές και πνευματικές του δραστηριότητες συντελούνται ενταγμένος αρμονικά και ισορροπημένα μέσα στην γενεσιουργό της Ζωής Φύση εμφανίζονται πάνω στην τεράστια τοιχογραφία της Κινέζικης και Ιαπωνικής ποίησης. Η Φύση είναι η θεμελιώδεις αρχή και το τέλος της Ζωής αυτή διαμορφώνει την ύπαρξή μας και τους ρόλους μας μέσα σ΄ αυτήν. Από αυτήν προερχόμαστε και σε αυτήν καταλήγουμε, κάτι που δεν αποδέχεται ο Δυτικός ρασιοναλιστής, λογοκρατούμενος χριστιανός στην πίστη Άνθρωπος σε σχέση με τον Άνθρωπο της Ανατολής των διαφόρων φιλοσοφικών θεωριών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Οι διδαχές του Βουδισμού, του Ινδουισμού, του Σιντοϊσμού, του Ταοισμού και άλλων Μυστικών διδασκαλιών διέπλασαν τις συνειδήσεις των λαών της Ανατολής, διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τους με κέντρο όχι το Ανθρώπινο Όν «ως κορωνίδα» του Φυσικού βασιλείου μέσα στο Ιστορικό διάβα της Ανθρωπότητας αλλά ως ένα αναπόσπαστο λειτουργικό μέλος της Φυσικής δημιουργίας και αναδημιουργίας του Σύμπαντος. Ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος, δεσπότης της Φύσης όπως δέχεται ο Δυτικός Πολιτισμός αλλά λειτουργός και υπηρέτης της όπως τον αποδέχεται ο Πολιτισμός της Ανατολής. Ποιητής ιερέας υμνητής της όπως τον θέλει η παράδοση της Ανατολής ή μύστης-ποιητής όπως τον αναζητούσε ο άνθρωπος της Δύσης. Αυτήν την άλλη θεώρηση του Κόσμου και της Ζωής, του βίου των Ανθρώπων είναι που φιλοτεχνεί η Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση και παράλληλα και των άλλων λαών και εθνών, κρατών της Άπω Ανατολής. Αυτό το άλλο ποιητικό εσωτερικής αίσθησης ρεύμα και αντίληψη είναι που γονιμοποίησε και τους Ευρωπαίους Ρομαντικούς ποιητές όπως ο γερμανός Φρήντριχ Χαίλντερλιν, λαϊκούς τροβαδούρους όπως ο Βιγιόν και δεκάδες εικαστικούς καλλιτέχνες, παιδαγωγούς φιλοσόφους όπως γάλλος Ζαν Ζακ Ρουσώ. Ο άνθρωπος της Δύσης επεδίωξε με την ισχύ των όπλων για αιώνες μέσα στην Ιστορία, της τεχνολογικής και επιστημονικής του υπεροχής, της ανεπτυγμένης οικονομίας των Δυτικών κρατών να καταλάβει, εξουσιάσει μέσω της αποικιοκρατικής πολιτικής του και του «άτυπου» θεσμού της δουλείας που εφάρμοσε να υποτάξει τις άλλες φυλές και έθνη της υφηλίου, να αλλοιώσει τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, να αποδομήσει τις θεμελιώδεις συστατικές αρχές της θρησκευτικότητάς τους, των ουσιωδών ιερών στοιχείων της φιλοσοφίας τους. Ζήτησε με τους μηχανισμούς της λογικής του να παρερμηνεύσει, κοροϊδέψει, εκμεταλλευτεί και υποτιμήσει τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της Ανατολής στο όνομα άλλοτε του Ορθού Λόγου (που λατρεύτηκε μέσα στους Ναούς), άλλοτε του Σταυρού και κυρίως, της δύναμης και αποτελεσματικότητας του Ξίφους, των Όπλων. Τα ιστορικά αποτελέσματα και οι συνέπειες γνωστές και τραυματικές μέχρι σήμερα. Από την άλλη, η πολιτιστική πρόταση της Ανατολής (στην καθολικότητά των μηνυμάτων της και κοσμοθεωρίας της φιλανθρωπίας της) τα πανάρχαια ιερά κείμενα της, η μυστική ανώνυμη και λόγια ποίησή της που άνθισε σε διαφορετικούς αιώνες, η θεατρική τελετουργία του Ιαπωνικού Θεάτρου «ΝΟ», η μεγαλειώδη υπαίθρια γλυπτική της αναπαραστατική παρουσία, η μικροζωγραφική των χειρογράφων της και η ακαδημαϊκή της ζωγραφική, οι λαϊκές μουσικές και χορευτικές της παραδόσεις, η εξωτική της ατμόσφαιρα, οτιδήποτε με δυό λόγια συναπαρτίζει το πολιτιστικό της πρόσωπο, πάντοτε έθελγε τον άνθρωπο της Δύσης. Τον Δυτικό Άνθρωπο με το ισχυρό τουπέ της υπερηφάνειας της παντοδυναμίας του που κυριαρχεί στην συνείδησή του, του έμπορου ταξιδευτή στο άνοιγμα των δρόμων του Μεταξιού, του ερευνητή όλο περιέργεια περιπλανητή Οδυσσέα, που υποκλίνεται μπροστά στην ιεροτελεστία προσφοράς του τσαγιού, των ηδονικών νυχτών στις μισοσκότεινες αίθουσες με τις εταίρες- γκέισες. Αυτός ο Άλλος Πολιτισμός και φιλοσοφία Ζωής, αυτή η Άλλη Εικόνα του Ανθρώπου ως αναπόσπαστο μέρος της Φύσης, κρυσταλλώνεται και καθρεφτίζεται μέσα στον ποιητικό Κινέζικο και Ιαπωνικό ποιητικό λόγο. Η Κινέζικη ποίηση και η συγγενική της Ιαπωνική, περιγράφει, αναπλάθει, εικονοποιεί τις μικρές στιγμές και μεγάλα φτερουγίσματα του νου, τις μυριάδες στο διάβα του βίου εμπειρίες. Σχέσεων επικοινωνίας και αλληλογνωριμίας των ανθρώπων της Άπω και ευρύτερα της Ανατολής μεταξύ τους και με τους άλλους πολιτισμούς της υδρογείου. Κλασικά παραδείγματα της διαφορετικής ψυχοσύνθεσης και ανθρώπινης νοοτροπίας, αντίληψης του ανθρώπου της δύσης από εκείνον της ανατολής μας έδωσε η ποίηση και η λογοτεχνία ευρύτερα. Τα μυθιστορήματα της Περλ Μπακ, της Μαργκερίτ Ντυράς, ο κινηματογραφικός φακός και η ταινία «Χιροσίμα Αγάπη μου», το «Καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς». Από την ελληνική πλευρά της κοσμοπολίτικης πεζογραφίας και ταξιδιωτικής λογοτεχνίας είναι πολλοί αυτοί που ξεχώρισαν με τα βιβλία που έγραψαν από τα ταξίδια και τις επισκέψεις τους στην εξωτική και λάγνα Ανατολή. Ο Νίκος Καζαντζάκης μας έχει αφήσει εξαιρετικές περιγραφές λαών και κρατών από τις ταξιδιωτικές επισκέψεις και συναντήσεις του, περιηγήσεις του.

     Ποιητής πρώτα από όλα ο Ανδρέας Αγγελάκης-έστω και αν κατάγονταν από διαφορετικής πολιτιστικής παράδοσης χώματα- δεν διστάζει να επιλέξει και να αναμετρηθεί με ποιητικές φωνές της Ανατολής άγνωστες στο ευρύ κοινό- τουλάχιστον στο ελληνικό. Ο ίδιος στα ποιητικά του ταξίδια τις γνώρισε, τις αγάπησε και αποφάσισε να μας φέρει σε επαφή μαζί τους. Να μας φέρει σε επαφή με τις μικρές αφηγηματικές καθημερινές ιστορίες του Κινέζου και Ιάπωνα ποιητή. Μιλώ πάντα για τα Πειραϊκά Γράμματα και όχι για την καθόλου ελληνική γραμματεία που τα παραδείγματα μεταφράσεων είναι αρκετά, με προεξάρχοντα τον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο.  Ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής δεν «λεηλατεί» την ποιητική εκφραστική της Κινέζικης και Ιαπωνικής ποίησης, δεν παραχαράσσει την αποτύπωση των ποιητικών τους μηνυμάτων και φιλοσοφία ζωής, δεν ζητά το ελάχιστο από την γνωριμία μας μαζί τους στην ψιθυριστική ανάγνωση των ποιημάτων. Λιτός, δωρικός λόγος εικονοκλαστικός , ποιήματα μια βαθειάς αναπνοής στα ευαίσθητα έγκατα της ύπαρξής μας. Τα Ιαπωνικά ποιήματα σαν φόρμα, τεχνική, έχουν λιγότερους στίχους από αυτά της Κινέζικης ποίησης, η παράδοση των ιαπωνικών Χάϊ- Κου ίσως και να ορίζει από απόσταση τον βηματισμό τους. Κάθε σελίδα περιλαμβάνει και μία ποιητική μονάδα, ένα ποιητικό της ζωής γεγονός ή του εξωτερικού περιβάλλοντος στιγμιότυπο, δίνοντας μια άλλη αίσθηση στον ξένο ευρωπαίο ποιητή αναγνώστη. Το τί και σε πιο βαθμό χάνεται η ποιητική του ποιήματος από μία δεύτερη μετάφραση και επεξεργασία είναι ενός άλλου ποιητή μεταφραστικό «ευαγγέλιο».

Από την μεριά μας θα σημειώναμε μόνο ότι οι κατά διαστήματα Πρόλογοί του σε βιβλία του αρθρώνουν την μεταφραστική του θεωρία, στο τι υιοθετούσε, ακολουθούσε σύμφωνα με τις αρχές της ποιητικής πνευματικής παράδοσης των χωρών που μετέφραζε. Άφηνε όπως ο ίδιος μας εξομολογείται θεωρούσε αποτελεσματικότερο, τα ίδια τα Μεταφρασμένα Ποιήματα να μιλήσουν απευθείας στον αναγνώστη, να αγγίξουν τις χορδές της ψυχής του, την φλέβα της ποιητικότητας της συνείδησής του δίχως την διαμεσολάβηση φιλολογικών υποστηρίξεων και σχολιαστικές σημειώσεις και υποσημειώσεις των διαφόρων «σχόλαρ». Ακόμα, στις εργασίες του δεν μνημόνευε άλλους μεταφραστές ή μεταφράστριες που έχουν προηγηθεί και που σίγουρα θα γνώριζε ως καθηγητής και σπουδαστής σε ελληνικά και ξένα ανώτατα ιδρύματα. Βλέπε ενδεικτικά τις μεταφράσεις του ποιητή Άρη Δικταίου προερχόμενος από τις προηγούμενες γενιές των ελλήνων λογοτεχνών, του Κούλη Αλέπη, την περίπτωση του ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου ο οποίος έμαθε ισπανικά για να μεταφράσει τον ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, κάτι σπάνιο στα ελληνικά γράμματα. Τις μεταφράσεις του Πειραιώτη ποιητή και κριτικού Βαγγέλη Αθανασόπουλου, την εξαιρετική δουλειά- Ανθολογία «Χάϊ- Κου» της ποιήτριας Ζωής Σαββίνας, την μείξη των πρωτογενών ποιητικών μονάδων με ξένες μεταφρασμένες σε βιβλία του ποιητή Νάσου Βαγενά και άλλων.

       Πάντως, το μεταφραστικό πεδίο και το αριθμητικό πλήθος των ποιητών που μεταφράζει ο Αγγελάκης είτε αυτοί προέρχονται από το Δυτικό ημισφαίριο είτε από τα μέρη της Ανατολής δεν είναι μεγάλο, θα γράφαμε σε σχέση με άλλους ποιητές-μεταφραστές της γενιάς του. Το μεταφραστικό του βλέμμα εστιάστηκε κυρίως σε ιδιαίτερου ερωτικού ενδιαφέροντος ποιητές που ενδέχεται να του  πήγαιναν περισσότερο. Όπως και νάχει είτε στην μία περίπτωση είτε στην άλλη, οι ποιητικές φωνές, ο ποιητικός λόγος τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής διαμόρφωσε και το δικό του ποιητικό πρόσωπο, έδωσε στοιχεία στο να υφανθεί η εικόνα της ποίησής του, να εξελιχθεί η ρητορική της δικής του φωνής, να πλασθεί η εκφραστικότητά της. Να σχηματοποιηθεί το Πυκνό του ύφος, να κρυσταλλωθεί η λιτή γραφή του, η ακριβολογία του στα ανοιχτά ερωτήματα και αναπάντητες απαντήσεις τόσο του ξένου ποιητή όσο και του ιδίου. Πώς το εξέφρασε ο Νίκος Καζαντζάκης, «πολλών ανθρώπων λόγια τα έργα μας». Μια διπλή ανθοφορία, ποίηση και μετάφραση που αγγίζει ακόμα και σήμερα τις ανθρώπινες ευαίσθητες χορδές.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

          Η Κινέζικη ποίηση έχει μιά χαρακτηριστική διαφορά από τη Δυτική. Υπερτονίζει το προσωπικό αίσθημα καθιστώντας το ποίημα μιάν αποκλειστική εξομολογητική πράξη αδιαφορώντας για τον βιογραφικό του συσχετισμό με τον ποιητή. Σε αντίθεση, η Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία πάντα πάσχισε να συνδέσει στενά το καλλιτεχνικό δημιούργημα με τις εμπειρικές φάσεις της ζωής του λογοτέχνη, ερμηνεύοντάς το σαν άμεση αντίδραση, πολλές φορές, συγκεκριμένων βιωμάτων και εξωτερικών συνθηκών.

          Στην Κινέζικη Ποίηση, λίγες φορές παρακολουθούμε έναν ποιητή να τολμά μιά καινούργια «θέση»- πολιτική, ας πούμε, ή αισθητική,- αντιδρώντας και συνειδητά μαχόμενος για τις νεωτεριστικές ιδέες του. Ο λόγος είναι η τεράστια ανασταλτική δύναμη της παράδοσης και των αισθητικών απόψεων ως προς την εξωτερική, μορφική όψη των ποιημάτων αφ’ ενός και η υπηρεσιακή του «δέσμευση» αφ’ ετέρου, όσον αφορά τον νεωτερισμό των νοημάτων και των ιδεών, γιατί τις περισσότερες φορές ο ποιητής ανήκει στο γραφειοκρατικό περιβάλλον της αυτοκρατορικής αυλής. Έτσι, αν και διαισθανόμαστε μιάν οξυδέρκεια και ευαισθησία που πάνε πέρα από την αισθητική, -υπαινιγμοί για κοινωνικά προβλήματα ανεπαίσθητοι, πόσο σκληρή είναι η φτώχεια, κλπ.- ωστόσο, ο ποιητής συνεχίζει τις ιστορίες με τ’ ανθάκια το, δεδομένου ότι ο φόβος φυλάει τα έρημα….

          Ο χαρακτήρας, βέβαια, του άχρονου προσδίνει μιά βαθειά υποβολή στην συγκεκριμένη εμπειρία και η κατασταλαγμένη σοφία ενός αρχαιοτάτου έθνους υψώνει σε σύμβολα τις μεταβολές των εποχών, τα ταπεινά αντικείμενα ή τα κοινά δέντρα, ανάγοντάς τα σε φιλοσοφικές- πεσιμιστικές, κυρίως- θεωρήσεις.

          Η αρχαιότερη Κινέζικη Ποιητική Ανθολογία, που μας είναι γνωστή, το «Βιβλίο των Τραγουδιών», ανάγεται στην εποχή του Κομφούκιου (551- 479 π.Χ.), αλλά σίγουρα περιέχει υλικό πολύ παλιότερο, ίσως του τέλους της πρώτης π.Χ. χιλιετηρίδος.

Η Ιαπωνική Ποίηση σε πολλές της περιόδους στάθηκε δίγλωσση κάτω από τη βαρειά κυριαρχία της-κατά πολύ αρχαιότερης- Κινέζικης Λογοτεχνίας. Ωστόσο, κατόρθωσε ν’ αναπτύξει τ’ ατομικά της χαρακτηριστικά προσφέροντας μιά σειρά από ενδιαφέροντες ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς,-όπως τον SAIKAKU, τον BASHO ή τόν CHIKA-MATSU- καθώς και να δημιουργήσει το θέατρο NO. Το θέατρο NO, για το οποίο υπάρχει ένα συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον στον Δυτικό κόσμο, εξωτικό και μυστηριώδες με τα νεκρά πνεύματα που το κατακλύζουν και την εφιαλτικήν αίσθηση της ακατάπαυστης πάλης του Καλού με τις Κακές δυνάμεις, είναι ένα θέατρο σπάνιας δραματικής υποβολής που το κάνει ακόμα συγκλονιστικότερο, η λιτότης των εκφραστικών του μέσων και η αφαιρετική του δραματουργική σύνθεση.

          Τα μεταφρασμένα ποιήματα είναι παρμένα από τρείς σπουδαιότατες Ποιητικές Ανθολογίες, την MANYOSHU, την KOKINSHU και την SHINKOKINSHU, που καλύπτουν το διάστημα της ποιητικής παραγωγής από τα μέσα του ογδόου αιώνος μέχρι το 1205.

          Η Ανθολογία MANYOSHU («Συλλογή δέκα χιλιάδων φύλλων») περιλαμβάνει και παλιότερο υλικό, απροσδιόριστο χρονικά και αποτελεί με την εκφραστική αμεσότητα που την διακρίνει ένα ιδεώδες για τους μεταγενέστερους ποιητές, (μέσα του ογδόου αιώνος.). Η KOKINSHU περιέχει 1.111 ποιήματα, λιγώτερης εκφραστικής πρωτοτυπίας από την πρώτη και οι περισσότεροι περιλαμβανόμενοι ποιητές είναι ανώνυμοι, (αρχές του δεκάτου αιώνος).

      Η SHINKOKINSHU, πού είναι η ογδόη από τις κατ’ αυτοκρατορικήν εντολή συνταγμένες ποιητικές Ανθολογίες είναι η σπουδαιότερη μετά την MANYOSHU Ανθολογία. Περιέχει σημαντικούς ποιητές, όπως τον SAIGYO και επιμελήθηκε στην τακτοποίηση της ύλης ο ίδιος ο αυτοκράτωρ GOTOBA (1205).

          Περισσότερο στυλιζαρισμένη από την Κινέζικη, με τα καθιερωμένα λυρικά της σύμβολα,-το φεγγάρι, τ’ ανθάκια των δέντρων που πέφτουν, την σιωπή του χιονιού, την άχρονη, παράλληλη ζωή του ονείρου που οι άνθρωποι μιλούν άφωνα για ό,τι περνά από την συνείδηση σαν σκιά,- κατορθώνει να δώσει μιάν εντύπωση εσωτερικού, συγκρατημένου κραδασμού και αποπνευματωμένης φυσιολατρικής έμπνευσης.

                               Ανδρέας  Αγγελάκης

          Κ Ι Ν Ε Ζ Ι Κ Η  Π Ο Ι Η Σ Η

CH ‘IN CHIA  (2ος αιών π.Χ.)

          Στη γυναίκα μου

Του ανθρώπου η ζωή είναι σαν πρωϊνή δροσιά:

Σ’ αυτό τον κόσμο έχει πολλές τις στεναχώριες.

Θλίψεις και δυστυχίες συχνά έρχονται νωρίς

και τα καλά ανταμώματα πολύ αργά συχνά φθάνουν.

Ξέροντας πώς έπρεπε να φύγω για τον πόλεμο

και πώς κάθε μέρα μ’ έπαιρνε όλο και πιό μακριά από σένα

έστειλα αμάξι να σε φέρει,

αλλά άδειο πήγε και άδειο γύρισε.

Με ανησυχία το γράμμα σου διαβάζω’

ποτέ μου δεν έχω όρεξη να φάω’

και  μόνος κάθομαι σ’ αυτή την έρημη την κάμαρα.

Ποιός να μου δώσει παρηγοριά και κουράγιο;

Δεν μπορώ να κοιμηθώ τις νύχτες τις μακριές

και μόνος γέρνω στο προσκέφαλό μου,

στον ύπνο μου τινάζομαι και στριφογυρίζω.

Η θλίψη έρχεται σαν κύκλος,

να την τυλίξεις δεν μπορείς σαν ψάθα.

YEN YYN (ά ήμισυ του 9ου αι.)

          Μαράθηκαν τα λουλούδια

Της Άνοιξης η λάμψη σιγά-σιγά χάνεται-που να πηγαίνει;

Ακόμα μιά φορά κοιτάω στα μάτια τα λουλούδια, και

σηκώνω στην υγειά τους το ποτήρι μου.

Όλη τη μέρα τα ρωτώ, τα λουλούδια όμως δεν μου απαντάνε:

Για ποιόν μαραίνετε και πέφτετε;

Για ποιόν ανθίζετε;

SU SHIH (1036-1101)

          Η μηλοκερασιά

Ο Ανατολικός άνεμος κυματίζει στον ωραίο διάδρομο’

γλυκειά ομίχλη υγραίνει τον αέρα,

το φεγγάρι φέρνει κύκλους στη βεράντα.

Μόνος μου φόβος μήπως αποκοιμηθούνε τα λουλούδια τα μεσάνυχτα

κ’ έτσι άναψα ψηλά κερί ασημένιο

τα κόκκινά τους ρούχα να φωτίζει.

YANG WAN- LI (1124- 1206)

          Πάλι περιαυτολογώ

Η αύρα του ποταμού μου είπε να τραγουδήσω’

το φεγγάρι του βουνού μ’ εκάλεσε να πιω μαζί του.

Χαμένα τάχω κι έπεσα πάνω στα λουλούδια,

με ουρανό και γη για πάπλωμα και μαξιλάρι.

CHANG LIANG- CH ‘EN (12ος αιών.)

          Πρόχειροι στίχοι

Τούτο το σπίτι κ’ η λιμνούλα ποιανού νάναι;

Γέρνω στην κόκκινή του πόρτα, μα να χτυπήσω δεν τολμώ.

Όμως ένα κομμάτι γλυκειάς Άνοιξης

δεν μπορεί απ’ το μάτι να κρυφτεί,

καθώς απάνω απ’ τον βαμμένο τοίχο

ξεμύτισε η άκρη ενός κλαδιού βερυκοκιάς.

TAI FU-KU (1167-;)

          Σ’ ένα χωριό του Χουάϊ μετά τη μάχη

Κανένας δεν φροντίζει τις μικρές ροδακινιές

που αδέσποτες ανθίζουν’

Πάνω απ’ τη χέρσα γη με την ομιχλιασμένη χλόη

τραβάνε τα κοράκια για ύπνο.

Εδώ κι εκεί γκρεμισμένοι τοίχοι κυκλώνουν τείχη αρχαία’

Παλιά, καθένας τους ήτανε το τσαρδάκι κάποιου.

LIU YIN (1249- 1293)

          Στις «Μανόλιες»

Πριν ανοίξουν τα λουλούδια κοιτάω συχνά να δω αν άνοιξαν’

και σαν ανοίγουνε φοβάμαι μήπως βρέξει ή άνεμος φυσήξει.

Σαν ανοίξουν τα λουλούδια δε με νοιάζει πιά η βροχή κι ο άνεμος’

μόνη μου έγνοια μήπως και δεν έρθεις,

κάτω απ’ τα λουλούδια να μεθύσεις.

Αυτό το χρόνο σχέδια να μην κάνεις για του χρόνου’

αύριο οι φροντίδες σου δε θάναι ίδιες σαν και σήμερα.

Της Άνοιξης ο άνεμος θέλοντας να μας συμβουλέψει εδώ,

κόκκινο σα στάλα ρίχνει πέταλο στα μάτια μας μπροστά.   

KAO KOKUNG (1248- 1310)

          Περνώντας απ’ το Χσίν- σου

Για δύο χιλιάδες μίλια η γης

είναι όμορφη με λόφους και ρυάκια,

μηλιές αμέτρητες στα πλάγια του μεγάλου δρόμου.

Ο άνεμος μέσα απ’ τα πεσμένα πέταλα φυσάει

και γίνεται ένα με τ’ άλογα που προσπερνάνε.

Αχ, οι Άνεμοι της Άνοιξης, πώς ξεπερνάν

σε γρηγοράδα και τους στρατοκόπους.

ΑΓΝΩΣΤΟΥ (13ος ή 14ος αι.)

          Άνθι της δαμασκηνιάς

Έψαξα παντού να βρω την Άνοιξη,

όμως την Άνοιξη δε βρήκα,

και τα σαντάλια μου τα ψάθινα

πατήσαν τους συννεφοσκεπασμένους λόφους.

 

Γύρισα πίσω στην πατρίδα μου και παιχνιδιάρικα

λιγάκι αγγίζω και μυρίζω τ’ άνθι της δαμασκηνιάς.

και να, που εκεί, στην άκρη του κλαδιού,

η ‘Άνοιξη γλυκά χαμογελάει.

LIU CHI (LIU MENG- HSI) (15ος αί.)

Λόγια του στρατιώτη:

λόγια της γυναίκας του στρατιώτη

 

Είπε στη γυναίκα του ο στρατιώτης:

‘Δεν ξέρω αν ζήσω ή αν πεθάνω’

Παρηγοριά θα νιώσει η ψυχή μου

Στην Κίτρινη την Άνοιξη που  θάναι,

μόνο αν φροντίζεις για το γιό μας

πούναι ακόμα στις φασκιές του’.

 

Είπε τότε του άντρα της εκείνη:

‘Ανάγκη στην Πατρίδα το σώμα σου να δώσεις’

άν όμως σκόνη γίνεις,

εκεί στο μέτωπο που θάσαι,

του τάφου η πλάκα, εγώ, η γυναίκα σου θα γίνω’.

 

 Ι Α Π Ω Ν Ι Κ Η  Π Ο Ι Η Σ Η

         Από την MANYOSHU (Μέσα 8ου αιώνος)

Αντί να λιώνει έτσι η καρδούλα μου για σένα

καλλίτερα πέτρα να γινόμουνα

ή δεντρί

να μη με τρώει το σαράκι της αγάπης πιά.

--//---///---

Το δειλινό που η ανοιξιάτικη ομίχλη

σέρνεται πάνω απ’ την πλατειά θάλασσα

κι είναι θλιμμένη η φωνή των γερανών,

τη μακρινή μου την πατρίδα συλλογιέμαι.

 

Όλο τη σκέφτομαι

και κάθομαι άγρυπνος,

κι οι γερανοί φωνάζουν μέσα από τις καλαμιές της όχθης

χαμένοι στην ανοιξιάτικη ομίχλη.

---//---///---

Καμμιά παρηγοριά δε βρίσκω στην καρδιά μου’

σαν το πουλί πού πίσω από τα σύννεφα πετάει

κλαίω με λυγμούς.

 

Χωρίς βοήθεια και με συντροφιά τον πόνο,

θάτρεχα έξω να χαθώ,

όμως η σκέψη των παιδιών μου με κρατάει.

---//---//---

Αφού είχα κλείσει την αυλόπορτα

και κλείδωσα την πόρτα,

καλέ μου, πούθε μπήκες

να λάμψεις στ’ όνειρό μου;

 

Κι αν την αυλόπορτα έκλεισες

και κλείδωσες την πόρτα,

ίσως να μπήκε στ’ όνειρό σου

από τρυπούλα που άνοιξε ένας κλέφτης.

  ---//---///---

Σε είδα σαν μέσα σε όνειρο,

και νιώθω πώς ψυχή και σώμα λιώνω,

καθώς σκοτεινιάζουν οι ουρανοί. 

      Από την KOKINSHU (Αρχές 10ου αιώνος)

Όπως ο πάγος που λιώνει

σαν η άνοιξη αρχίζει,

χωρίς ν’ αφήνει ίχνη πίσω του,

έτσι η καρδιά σου

ας έλιωνε κυλώντας προς τα μένα.

   --//---///--

Κάτι που μαραίνεται

χωρίς ν’ αφήσει πίσω του σημάδι

είναι το άνθος

της καρδιάς του ανθρώπου

σ’ αυτό τον κόσμο.

   --//---///---

Μπορεί αυτός ο κόσμος

ο παμπάλαιος

νάτανε πάντα του τόσο λυπημένος,

ή γίνηκε έτσι μονάχα

για μένανε;

    --//----///---

Ας ήταν μπορετό, σαν άκουγες

τα γερατειά να πλησιάζουν

να κλειδώνεις την πόρτα

μ’ ένα «κανείς δεν είναι μέσα»

και ν’ αρνιόσουν να τα συναντήσεις.

    --//----///---

Τον στοχαζόμουνα

κι ο ύπνος με πήρε, νάτος όμως

πάλι μπροστά μου-

αν τόξερα πώς ήταν όνειρο

ποτέ μου δε θα ξύπναγα.

        Από την SHINKOKINSHU   (1205)

Πέσαν τ’ ανθάκια.

Κοιτάζω με άδειο βλέμμα

ένα κόσμο άχρωμο:

Μες στον κενό πλατύ ουρανό

πέφτουν οι εαρινές βροχές.

    --//---///---

Σας ξαναλέω

για περασμένα χρόνια

σπαταλημένα σε άδειες υποσχέσεις,

πόσες άνοιξες δεν φύγαν

θρηνώντας με τα ανθάκια.

   --//---///---

Τίποτα πιά

δικός σου δεν απόμεινε σ’ αυτή τη χλόη

πού κάποτε μαζί πατούσαμε:

καιρός που πέρασε από τότε-

μιά ερημιά ο κήπος τώρα.

   --//---//---

Σ’ ένα δεντρί που στέκεται

σε αγρό μοναχικό

ενός περιστεριού η φωνή

που κράζει τους συντρόφους του-

έρημο, απαίσιο δειλινό.

    --//---///---

Και τότε μου υποσχέθηκε

αμέσως πώς θα ερχόταν-

όλα αυτά σε όνειρο μέσα:

κι όμως το φεγγάρι την αυγή

ήταν όπως τη βραδιά που σε συνάντησα.

   --//---///--

Είπες πώς δεν θα με ξεχνούσες-

λόγια ήτανε μόνο’

ό,τι απομένει ακόμα

είναι το φεγγάρι που έλαμπε εκείνη τη βραδιά

και τώρα νάτο πάλι.

    --//---///---

Ακόμα και σε κάποιον

ελεύθερο από πάθη

η θλίψη αυτή θα ήταν φανερή:

δείλι φθινοπωρινό σε βάλτο

πού βλέπεις το κεφάλι μιάς μπεκάτσας.

    --//----///---

Ζώντας ολομόναχος

σ’ αυτό το χωριό ανάμεσα στα βράχια

μακριά απ’ την πόλη,

εδώ, όπου κανένας δε με βλέπει,

στη θλίψη θα δοθώ.

--

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20 Ιανουαρίου 2026

ΥΓ. Η πατρίς ευγνωμονούσα μας υπενθυμίζει τι σημαίνει η λέξη ΠΑΤΡΙΔΑ. (Π-ατάτες από την Αίγυπτο.-Α-γγουράκια από την Τουρκία.-Τ-σάϊ από την Κεϋλάνη.-Ρ-ύζι από την Ινδία.-Ι-ατρικά φάρμακα από την Ευρώπη. –Δ-άφνη από την Αφρική.-Α-σπιρίνες από την Ούσα. Η πατρίς ευγνωμονούσα παιανίζει….  

     

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Μικρό Ανθολόγιο Σύγχρονης Παγκόσμιας Ποίησης

 

ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ   Μετάφραση-Πρόλογος Ανδρέας Αγγελάκης

Εξώφυλλο Νίκος Καψαμπέλης, το βιβλίο τυπώθηκε στο τυπογραφείο Βασίλη Μυρτιλόγλου για τις εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1971, σ.80, διαστάσεις 12,5Χ20, δραχμές 100

          ΠΡΟΛΟΓΟΣ

    Το ότι η ποίηση είναι αμετάφραστη αποτελεί ένα επικίνδυνο δόγμα πουν μπορεί να αποβεί αρνητικά αποφασιστικό για την πνευματική μας ενημέρωση σε παγκόσμια κλίμακα. Ιδίως όταν έχει κανένας να αντιμετωπίσει τέτοιες εξωτικές γλώσσες όπως, λόγου χάρη, η Ιαπωνική, ή δυσπρόσιτες και έξω από την κουλτούρα μας, όπως η Ουγγρική, αντιλαμβάνεται τον ισχυρισμό του αμετάφραστου σαν σοφιστικό εύρημα περισσότερο παρά σαν ουσιαστική πραγματικότητα.

          Κι αν χάνει ίσως το κείμενο την ιδιαίτερη γοητεία του που στηρίζεται στο μαγικό συνδυασμό των φθόγγων που στήριξε μέρος της πεμπτουσίας του ο ποιητής, υπάρχει, θεέ μου, και το νόημα που είναι κάτω απ’ την φλούδα, και τα μηνύματα που υπάρχει ανάγκη ν’ ακουστούν και να μη τα θυσιάσουμε για χάρη μιάς μαλλαρμεϊκής πρόληψης.

          Και είναι τόσα πολλά αυτά που λένε οι σύγχρονοι ποιητές-πολλοί από αυτούς νεαρώτατοι, ο Gregor Strnisa γεννήθηκε το 1930, ο Josef Hruby το 1932, ο Yevtushenko το 1933 και ο Cohen, που μελοποιεί ο ίδιος τα ποιήματά του, είναι το καινούργιο είδωλο στην Πόπ μουσική- οι πρόωρα γέροι κάτω από τις εμπειρίες πολέμων, οι νευρωτικοί από μιά κατάσταση αδημονίας και παγκόσμιας πολιτικής έντασης! Γενικά παρατηρείται μιά τάση επιστροφής σε μιά ποίηση καθαρώτερων νοηματικά σχημάτων ύστερα από την ασωτία στον υπερρεαλισμό, ένα ενδιαφέρον για τα αρχέγονα και βασικά προβλήματα του ανθρώπου και μιά περιφρόνηση ανάλυσης των εγωιστικών παθών και συμπλεγμάτων.

          Ο πόλεμος, η πείνα, ο έρωτας, η φιλία, η επικοινωνία.

          Η καινούργια γενιά των ποιητών δεν έχει καιρό να χάσει σε αισθητικούς προβληματισμούς. Πρέπει πολλά να πει και να διορθώσει, πολύ να διαφωτίσει.

             ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

          ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Τσεχοσλοβακία

Miroslav Holub

          Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ

Παιδιά, πότε γεννήθηκε

ο Ναπολέων Βοναπάρτης;

ρωτάει ο δάσκαλος.

 

Χίλια χρόνια πριν, λεν τα παιδιά.

Εκατό χρόνια πριν, λεν τα παιδιά.

Κανείς δεν ξέρει.

 

Παιδιά, τί έκανε

ο Ναπολέων Βοναπάρτης;

ρωτάει ο δάσκαλος.

 

Κέρδισε ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά,

έχασε ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά,

κανείς δεν ξέρει.

 

Ο χασάπης μας είχε ένα σκύλο,

λέει ο Φράνκι,

και τόνε λέγανε Ναπολέων,

και τον έδερνε ο χασάπης,

 

κι ο σκύλος ψόφησε

από πείνα

πέρσι.

 

Και  τώρα όλα τα παιδιά λυπήθηκαν

τον Ναπολέοντα.

          ΜΑΙΡΙΛΥΝ ΜΟΝΡΟΕ

Τί φοβάμαι,

Φοβάμαι

και δεν θάπρεπε να φοβάμαι

και δεν πρέπει να φοβάμαι.

          ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥ

               Μιλάνο, 30 του Νοέμβρη 1771

Και για να βεβαιωθείτε πώς υγιαίνω

προσθέτω τα ακόλουθα:

Τους είδα

να κρεμάνε τέσσερις στη δημόσια πλατεία

αυτού του τόπου’

τους εκτελούν ακριβώς όπως στη Λυών.

                       W. A. Mozart

          1664*

Πέντε βδομάδες ταξιδεύαμε μ’ έλκηθρα

πάνω στο γυμνό πάγο.

Είχα πάρει δυό φοράδες απ’ τον Πάσκοβ

για τα παιδιά μας και το βιός μας,

αλλά η παπαδιά κ’ εγώ

λαχανιασμένα περπατώντας με τα πόδια

με κόπο βαδίζαμε στον πάγο. Βάρβαρη χώρα

κ’ οι ξένοι εχθρικοί’ δεν πρέπει ν’ απομείνουμε

απ’ τους άλλους

μα πάλι ούτε μπορούμε να προφτάσουμε τ’ αμάξια’

όλοι πεινάνε κι’ αποκάμαν’

η κυρά παπαδιά η φτωχειά με δυσκολία σερνόταν,

σκουντούφλαε κάθε τόσο…

Κάποτε πάλι δεν μπορούσε να συνεχίσει

και κάποιος άλλος έπεσε πάνω της

κ’ οι δυό τους σωριάστηκαν στη γης’

κ’ οι δυό μουγκρίζουν μα δε μπορούν να σηκωθούν’

ο άντρας ξεφωνίζει: Κυρά παπαδιά, κυρά μου!

Συχώρα με!

Κ’ η κυρά παπαδιά: Τί έπεσες πάνω μου τόσο

βαρειά, άνθρωπε;

Πήγα κοντά τους. Η δυστυχισμένη παραπονιέται.

Πόσο θα κρατήσει τούτο το μαρτύριο, πατερούλη;

Κ’ εγώ της λέω: Μάρκοβνα! Μέχρι το θάνατο.

Κι’ αναστενάζει κι’ απαντάει:

Έστω λοιπόν, Πέτροβιτς:

Τότε άς παλέψουμε ακόμα.

*Αναφέρεται στον αρχιεπίσκοπο Αββακούμ (1621-82) που στάθηκε μεγάλος συγγραφέας και πατριώτης.

Vitezslav Nezval

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΚΑΠΟΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

Διάβασα μιά ιστορία

ξεχνώ τον τίτλο της

ό,τι θυμάμαι είναι ένα ξύλινο τραπέζι

στην αυλή

μιά πόλη δίχως όνομα και διακοπές

σήμερα ήρθε στο νου μου πάλι

στη βεράντα του καφενείου

καρότσια με κάρβουνα διαβαίνουν με ήχο υπόκωφο

σε δάσος αγριοφραουλιάς λεβέτι αναποδογυρισμένο

της μάνας μου η φωνή

που δε με φωνάζει για κέϊκ απογευματινό

γυναίκες ιχνηλατούν ευωδιαστό καπνό Αγγλικού

τσιγάρου

πάντα είμαι ‘γω

το αγόρι από την ξεχασμένη ιστορία

που παρατηρεί προσεχτικά

τον επίδεσμο που άναψε απ’ την

τελευταία αχτίνα του ήλιου.

Ουγγαρία

Ferenc Juhasz

          ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Το λουλούδι της σιωπής μαραίνεται

στα τεράστια νεκρώσιμα φύλλα της θλίψης

μη κλαίς μη ξεφωνίζεις μη με ξεσχίζεις

με τα μάτια σου

μη με δένεις στο λυπημένο σταυρό

με ζωντανά σκοινιά αίμα που κλαίει

στεγνώνω τη σάρκα μου τους αδένες μου

ο θάνατος μαρμαρυγή από μύγες

 

Οι κεραίες των νεύρων μου υφαίνουν

μέσα από τα σταλαγμένα αστέρια

στύβοντας και πιπιλώντας το αίμα

από αστέρια μέθυσα

ένα τρελλό είμαι πράσινο μάτι

που στροβιλίζεται στους πόλους της θλίψης του

βόηθα με η σαρκοφάγα μάσκα μου

έφαγε το πρόσωπό μου

 

Πήγαινε πίσω στο δάσος άκουσα αλαφιού τραγούδι

σιωπή είναι το κάθε φύλλο

τα δέντρα μεγαλώνουν δίχως ήχο

η ειρήνη είναι αλαφίνα που πλανιέται

πορφυράνθη τα πουλιά

η καρδιά μου σπόρος της καρδιάς σου

το λουλούδι της σιωπής ανοίγει.     

Sandor Weores

          ΨΙΘΥΡΟΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Από ‘να πηγάδι αναριχιέσαι, καλό μου παιδί.

Το κεφάλι σου μιά νεκρική πυρά,

το μπράτσο σου ρυάκι, το κορμί σου αέρας,

λάσπη τα πόδια σου.

Θα σε δέσω, αλλά μη φοβάσαι, σ’ αγαπάω

και τα δεσμά μου η λευτεριά σου.

 

Στο κεφάλι σου γράφω: Είμαι δυνατός,

αφοσιωμένος, ασφαλής,

το σπίτι μου αγαπώ σαν κάποιος

που θέλει νάναι καλός στις γυναίκες.

 

Στο μπράτσο σου γράφω: Έχω πολύ χρόνο,

δε βιάζομαι. Έχω αιωνιότητα.

 

Στο κορμί σου γράφω: Χύνομαι στα πάντα

σαν ποτάμι

κι όλα σε μένα εκβάλλουν. Δεν είμαι μικρολόγος

μα ποιος να με μολύνει θα μπορούσε;

 

Στα πόδια σου γράφω: Μέτρησα το σκοτάδι

και το χέρι μου ταλαιπωρεί τα βάθη μου

τίποτα δε θα μπορούσε τόσο βαθειά να βυθιστεί

πού να μην πάω βαθύτερα.

 

Χρυσάφι έγινες, παιδί καλό μου.

Γίνε ακόμα ψωμί για τον τυφλό

και ξίφος για όσους βλέπουν. 

Γιουγκοσλαβία

Gregor Strinisa

          ΟΙ ΘΕΟΙ

Τις σκοτεινές νύχτες έρχονται οι θεοί.

Περπατούν ανάμεσα στα σπίτια

σα μαύροι αψηλοί πύργοι

με μάτια σα βέλη.

 

Με χέρια στιβαρά ψαύουν τις σκεπές,

μιλούν τη γλώσσα των ανθρώπων

που έζησαν στη γη πριν από μας

και πέθαναν και πάνε.

 

Το πρωί καμιά φορά

απομένει μιά κοτρώνα μπρός στην πόρτα

κ’ ένας χαλασμένος τοίχος πέτρινος πλάϊ στο δρόμο

και στον αγρό σημάδι από βαρύ ποδάρι

και στον ουρανό η ανταύγεια από άγριες θύελλες. 

Dane Zajc

          ΑΠΟ ΤΑ «ΓΟΤΘΙΚΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ» ΙΙ

Τη νύχτα τα ρουμπίνια αρχίζουνε να λάμπουν

στα στήθη σου, Μαγδαληνή.

Δυό κόκκινα ρουμπίνια κάτω από γκρι μαγνάδι.

Στη σκοτεινιά της εκκλησιάς.

Στον άσπρο καπνό κεριών σβησμένων.

Πέτα το μαγνάδι σου.

 

Πέτα το: το ξερό θρόϊσμα της αμαρτίας

στην ευωδιά των προσευχών.

Μ’ ένα ξερό ήχο τ’ άστρα θα πέσουν

απ’ την κεφαλή σου.

Με μιά εκθαμβωτική τροχιά θα χυθούν

τάστρα από τα μάτια σου

μες το ανοιχτό μου στόμα.

Του σώματός σου τα ρουμπίνια

θα στάξουν μες την αγκαλιά μου.

Το φεγγάρι θα γλύφει τα χείλια σου

με του πάθους την κόκκινη γλώσσα.

 

Πέτα το μαγνάδι σου, Μαγδαληνή.

Αύριο θα σταθείς στο απλωμένο φώς του ήλιου

γυμνή. Ταπεινωμένη.

Δικιά μου. 

          ΑΠΟ ΤΑ «ΓΟΤΘΙΚΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ» ΙΙΙ

Άσπρα μπράτσα στον ουρανό.

Άσπρα πόδια στην πέτρα.

Άγιες στα ψηλά παράθυρα.

Άγιοι στο κοκκινόφωτο.

Σώμα τυλιγμένο σε κόκκινο σάβανο.

 

Είμαι ο μαρμαρένιος άγγελος.

Άγγελος δίχως πίστη.

Άσπρα μπράτσα. Άσπρα πόδια.

Σώμα τυλιγμένο σε γκρι λινάρι.

Άγγελος που αγαπά τους άγιους.

 

Οι άγιοι ξεντύνονται στα παράθυρα.

Ο ήλιος κοιτάει μεσ’ απ’ τις πλάτες τους.

Κίτρινο. Κόκκινο.

Αργά οι άγιοι ξεντύνονται.

Τα σώματά τους εξατμίζονται καπνίζοντας.

Μόνο χέρια απομένουν.

Μόνο πόδια απομένουν.

 

Ένα σημάδι στο γαλάζιο ουρανό.

Μοναξιά στην άσπρη πέτρα.

Ένας μαύρος σταυρός πού αποσυντίθεται

στα γέρικα μάτια της μητρόπολης.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Georg Trakl

          ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Gunnar Ekelof

          Σ Υ Ν Γ Κ*

Φέγγει από άστρα σήμερα η βραδιά.

Ψυχρός και καθαρός ο αέρας.

Κυλά μιά λάμψη απ’ το φεγγάρι

σ’ όλα τα πράματα.

 

Ένα παράθυρο, μιά ανθισμένη κλάρα,

είναι αρκετά.

Κανένα ανθάκι δίχως γη.

Καμιά γη δίχως χώρο.

Κανένας χώρος δίχως άνθος.

*Αναφέρεται στη δυναστεία των Σύνγκ.

Αυστρία

Paul Celan

          ΗΤΑΝΕ ΧΩΜΑ

Ήτανε χώμα μέσα τους και σκάβαν.

 

Σκάβαν και σκάβαν κ’ έτσι πέρναγε

η μέρα γι’ αυτούς, η νύχτα τους.

Και τον θεό ανυμνούσαν

πού, έτσι μαθαίναν, τάθελε όλα αυτά,

πού, έτσι μαθαίναν, τάξερε όλα αυτά.

 

Σκάβαν και δεν ακούγαν τίποτε άλλο,

δε γίνανε σοφώτεροι, δε φτιάξανε τραγούδι

γλώσσα καμιά δε βρήκανε.

Σκάβαν.

 

Κ’ ήρθε μιά ησυχία, κ’ ήρθε θύελλα

κι όλοι οι ωκεανοί ήρθαν.

Σκάβω, σκάβεις, και το σκουλήκι σκάβει

και το τραγούδι από κει πέρα λέει: Σκάβουν.

 

Ώ ένα, ώ κανένα, ώ κανένας, ώ εσύ:

Πού οδηγούσε ο δρόμος

αφού δεν οδηγούσε πουθενά;

 

Ώ σκάβεις και σκάβω

και σκάβω καθώς έρχομαι σε σένα

και το δαχτυλίδι ξυπνάει στο δάχτυλό μας.

         TENEBRAE

Είμαστε κοντά σου, Κύριε,

μπορείς να μας αγγίξεις.

 

Χρησιμοποιημένοι πιά, Κύριε,

γδέρνοντας και γδαρμένοι σαν

το σώμα του καθενός μας νάταν

σώμα σου, Κύριε.

 

Προσευχήσου, Κύριε,

προσευχήσου σε μας,

είμαστε κοντά σου.

 

Ανεμοστρεβλωμένοι πήγαμε,

πήγαμε εκεί να σκύψουμε

στις κουφάλες και στα χαντάκια.

 

Να ποτιστούμε πήγαμε κει, Κύριε.

 

Κ’ ήταν αίμα, ήταν

ό,τι έχυσες εσύ, Κύριε.

 

Άστραφτε.

 

Έριξε την εικόνα σου στα μάτια μας, Κύριε.

 

Τα μάτια και τα στόματά μας

άδεια κι ανοιχτά, Κύριε.

 

Ήπιαμε, Κύριε,

το αίμα και την εικόνα σου

πού ήταν στο αίμα, Κύριε.

 

Προσευχήσου, Κύριε,

είμαστε κοντά.       

Ισπανία

F. G. Lorca

          ΤΩΝ ΓΚΡΙΖΩΝ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝ

Μεσ’ απ’ τα κλαριά της δάφνης

είδα δυό γκρίζα περιστέρια.

Τόνα ήταν ο ήλιος,

τ’ άλλο το φεγγάρι.

Γειτονάκια μου, τους είπα,

πούν’ ο τάφος μου;

Στην ουρά μου, είπε ο ήλιος.

Στο λαρύγγι μου, είπε το φεγγάρι.

Και γω, που περπατούσα

με τη γη στη ζώνη μου

είδα δυό μαρμάρινους αϊτούς

κ’ ένα γυμνό κορίτσι.

Τόνα ήτανε τάλλο

και κανένας το κορίτσι.

Αϊτόπουλα, τους είπα,

πούν’ ο τάφος μου;

Στην ουρά μου, είπε ο ήλιος,

στο λαρύγγι μου, είπε το φεγγάρι.

Μες απ’ τα κλαριά της δάφνης

δυό περιστέρια είδα γυμνά.

Τόνα ήτανε τάλλο

και τα δυό κανένα.

          ΓΑΖΕΛΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Κανείς τους δεν κατάλαβε την ευωδία

της σκοτεινής μανόλιας της κοιλιάς σου,

κανείς ότι βασάνιζες δεν ήξερε

ένα πουλάκι αγάπης μες τα δόντια σου.

 

Χίλια άλογα αποκοιμήθηκαν περσικά

στη φεγγαρόφωτη άπλα του μετώπου σου

ενώ τέσσερις αράδα νύχτες έσφιγγα

τη μέση σου, που εχθρεύεται το χιόνι.

 

Ανάμεσα από γιασεμιά και γύψο η ματιά σου

ήταν ένα χλωμό κλαδί από σπόρους.

Έψαξα στην καρδιά μου να σου δώσω

τα φιλντισένια γράμματα που λένε «πάντα»,

 

«πάντα», «πάντα»: κήπε της αγωνίας μου,

άπιαστο πάντα το κορμί σου,

το αίμα από τις φλέβες σου στο στόμα μου,

άφεγγο για το θάνατό μου πιά το στόμα σου.

          ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΟ

Κοίτα εκείνο το άσπρο παληκάρι,

το λιωμένο σώμα του για δές!

 

Είναι το φεγγάρι που χορεύει

Στην Αυλή των πεθαμένων.

 

Το λιωμένο σώμα του για δες,

μαυρισμένο από σκιές και λύκους.

 

Μάνα, χορεύει το φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

 

Ποιός πληγώνει το μαρμάρινο πουλάρι

εκεί έξω στην αυλόπορτα του ύπνου;

 

Είναι το φεγγάρι! Είναι το φεγγάρι

Στην Αυλή των πεθαμένων!

 

Ποιός κοιτά τα γκρίζα μου γυαλιά

με τα συννεφιασμένα μάτια του;

 

Είναι το φεγγάρι! Είναι το φεγγάρι

Στην Αυλή των πεθαμένων!

 

Άς χαθώ λοιπόν στην κλίνη μου

με όνειρα χρυσαφένιων λουλουδιών.

Μάνα χορεύει το φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

Άϊ, θυγατέρα, με τουρανού τον άνεμο

ασπρίζω ξάφνου!

 

Δεν είναι ο άνεμος, το λυπημένο είναι φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

Ποιός μουγκρίζει μ’ αυτό τον αναστεναγμό

μεγάλου μελαγχολικού βοδιού;

 

Μάνα: Το φεγγάρι, είναι το φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

 

Ναι, το φεγγάρι, το φεγγάρι

στεφανωμένο με πυράκανθα

που χορεύει, χορεύει, χορεύει

στην αυλή των πεθαμένων.          

Ρωσία

Yevgeny Yevtushenko

          ΨΕΜΑΤΑ

Να λες ψέματα στους νέους είναι σφάλμα.

Να τους αποδεικνύεις

πώς τα ψέματα είναι αλήθεια, είναι σφάλμα.

Να τους λες πώς ο θεός είναι στον ουρανό του

κι όλα παν καλά στον κόσμο, είναι σφάλμα.

Οι νέοι ξέρουν που το πάς. Οι νέοι είναι άνθρωποι.

Πες τους πώς είναι αμέτρητες οι δυσκολίες

κι ας τους να δουν όχι μόνο ό,τι θα γίνει,

αλλά να δούνε καθαρά το σήμερα.

Πες πώς τα εμπόδια

που ανάγκη ν’ αντιμετωπίσουνε, υπάρχουν.

 

Υπάρχει θλίψη, η δυστυχία υπάρχει.

Ας πάει στο διάβολο. Ο πού δεν γνώρισε

την τιμή της ευτυχίας

ποτέ του ευτυχισμένος δε θα γίνει.

 

Μη συγχωρέσεις σφάλμα σαν το επισημάνεις,

θα ξαναγίνει, θ’ αυγατίσει,

κ’ ύστερα οι μαθητές μας

δε θα μας συγχωρέσουν αυτό που συγχωρέσαμε εμείς.

N. A. Zabolotsky

          Από τη σύνθεση «ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ»

Έτσι τέλειωσε η δουλειά μας. Μπροστά μας βρί-

σκονται τα λεπτά οστά, οι φλέβες, τα όργανα και

τα νεύρα του περιστεριού σ’ ένα σωρό. Ανατμημέ-

νο με κοφτερό μαχαίρι το περιστέρι έπαψε νάναι

πουλί, και ποτέ του πιά δε θα πετάξει πάνω στη

στέγη με το ταίρι του. Ακόμα κι αν επιθυμούσα-

με όμως πάλι ν’ αναρτήσουμε τα όργανα από τα

οστά και τις φλέβες έτσι να τεντώσουμε που το αί-

μα να έρεε μέσα τους και πάλι, τους μυς ν’ ανα-

συνδέσουμε όπως ήσαν πρίν, ώστε το σώμα το α-

κριβές προτινό σχήμα ν’ αναλάβει και τότε ακόμα

δε θ’ ανακτούσε ζωή το περιστέρι. Ανίκανο, πρά-

γματι, το χέρι του ανθρώπου: ό,τι σκοτώθηκε, δε

μπορεί να το αναστήσει πιά.

          Από τη σύνθεση «ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ»

Ένα ήσυχο ηλιοβασίλεμα κρέμεται πάνω από τη

γή. Κοκκινωπές λουρίδες απλώνουνται από το πα-

ράθυρο στο πάτωμα. Η μυστηριώδης ανάπαψη

της Φύσης πλησιάζει. Άνοιξε την πόρτα, γιέ μου,

και δός μου το βραδινό καπέλο μου απ’ το κρεμα-

στάρι. Γειά και χαρά σας, δειλινό λαμπερό, δειλινό

της ζωής, και γερατειά μου! Πολύ γρήγορα θα

ξαπλώσω κ’ εγώ ν’ αναπαυτώ και πάνω απ’ το

παντοτινό κρεβάτι μου άς κολυμπάνε πιά τα σύν-

συνεφα, και τα πουλιά άς πετάνε, κ’ οι πλανήτες ας

ακλουθούν το δρόμο τους. Πουλιά, όσο η ώρα μου

πλησιάζει, τόσο πιό πολύ σας αγαπώ. Μικροί γιοί

του Σύμπαντος, κομματάκια, σάτυροι του αέρα,

υπήκοοι του ζωικού βασιλείου που σας έκλεψε ο

ουρανός- τί με κοιτάτε τόση ώρα στα μάτια με

βλέμμα ανήσυχο; Δεν απαντάτε; Πάμε μαζί έξω

να δούμε τον ήλιο που βυθίζεται ν’ αναπαυτεί.

          Από τη σύνθεση «ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ»

Παιδιά, ώρα να πηγαίνετε. Πίσω απ’ το μεγάλο

δάσος που σκοτείνιασε, ο λαμπρός ήλιος έδυσε.

Απ’ του κόσμου τα πέρατα οι αχτίνες του ακουμ-

πάνε στις άκρες των συννέφων. Οι κορυφές των

βραδινών δέντρων υψώνονται πάνω στην κόκκινη

ανταύγεια τους. Χρυσές φιγούρες συννέφων κυμα-

τίζουν ευγενικά, και αλλάζοντας σχήμα κάθε τόσο

κυλάνε αργά στον ουρανό. Να κ’ εκεί πέρα η κε-

φαλή ενός γίγαντα, ένα άλογο του αιθέρα. Πίσω

του, τρία σύννεφα δεμένα σ’ ένα παίρνουν του Λαο-

κόοντα τη μορφή. Πιό πέρα. Πλάϊ στο δάσος, πι-

λαλάει ένας καβαλάρης των συννέφων’ ο άνεμος

αποσπάει την κεφαλή απ’ το δεξί μπράτσο, και

την κουβαλάει μαζί του προς τη Δύση.  

Μεξικό

Xavier Villaurutia

NORTH CAROLINA BLUES

Στη Βόρεια Καρολίνα

ο αέρας της νύχτας είναι

από ανθρώπινο δέρμα.

Όταν τον τον τρίβω,

μιά αλατισμένη στάλα νερού

απομένει, μιά στιγμή,

στα δάχτυλά μου.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Λέει ένας νέγρος:

-Κανένας δεν θα καταλάβαινε

άν έλεγα πώς υπάρχουν

άσπρες σκιές το μεσημέρι.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Σώμα και χείλια

μπερδεμένα,

ποτέ δε θα ρισκάριζα

να σταθώ στη σκιά

και να πώ:

αυτό το στόμα είναι δικό μου.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Σε διαφορετικά δωμάτια αναμονής

ο ίδιος θάνατος σαβανώνει

τους μαύρους ταξιδιώτες

και τους λευκούς της πρώτης θέσης.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Ξενοδοχεία της νύχτας:

ζευγάρια αόρατα αρριβάρουν,

σκάλες ανεβαίνουν μόνες τους,

διάδρομοι περιπλανιούνται,

πόρτες ανοίγουν μόνες τους

και παράθυρα κλείνουνε τα μάτια τους.

Ένα ασώματο χέρι

Αδέξια γράφει και σβήνει μαύρα

ονόματα στον πίνακα.  

Αμερική

e. e. Cummings

          (δεντράκι)

δεντράκι

σιωπηλό Χριστουγεννιάτικο δεντράκι

είσαι τόσο μικρούλι

μοιάζεις με λουλούδι πιό πολύ

 

ποιός σε βρήκε στο πράσινο δάσος

και λυπήθηκες πολύ πούφυγες;

κοίτα θα σε παρηγορήσω

γιατί τόσο γλυκά μυρίζεις

 

θα φιλήσω την κρύα σου φλούδα

και θα σ’ αγκαλιάσω σφιχτά και δυνατά

όπως η μάνα σου θα σ’ αγκάλιαζε,

μόνο μη μου φοβάσαι

 

κοίτα τα στολίδια

που κοιμούνται όλο το χρόνο

σ’ ένα σκοτεινό κουτί

και ονειρεύονται να τα βγάλουν έξω

για να λάμψουνε κ’ εκείνα,

οι μπάλες οι αλυσίδες κόκκινες και χρυσαφένιες

οι χνουδωτές κλωστές,

δόσ’ μου τα χεράκια σου

και θα στα δώσω όλα να τα βάλεις

κάθε δάχτυλο με το  δαχτυλίδι του

και πιά δεν θα υπάρχει

ούτε μιά σκοτεινή γωνιά ή δυστυχισμένη

 

και τότες όταν φορέσεις όλα σου τα ρούχα

θα σταθείς στο παραθύρι να σε δούνε όλοι

και πώς θα σε κοιτάνε!

ά μα τί περήφανο που θάσαι

 

κ’ η αδερφούλα μου κι εγώ θα δώσουμε τα χέρια

και κοιτάζοντας ψηλά το ωραίο μας δέντρο

θα χορεύουμε, θα τραγουδάμε

«Χριστούγεννα Χριστούγεννα»

--

          στάσου με την αγάπη σου στης γης την άκρη-

στάσου με την αγάπη σου στης γης την άκρη-

κ’ ενώ μιά (τεράστια που όλο και πιό μεγάλη γίνεται

απ’ το τεράστιο) κάποια θάλασσα

πηδάει πράσινα να εκσφενδονίσει χιόνι

 

υπόθεσε πώς, λέει, καλή μου,

δε θα μπορούσες ν’ αγαπήσεις’ φαντάσου

 

δε τους εαυτούς μας

μήτε νεκρούς και μήτε ζωντανούς αυτές

(ή άπειρες άλλες καρδιές που δεν και όνειρα κάνουν

ή εκατομμύρια σκέψεις

που κοιμούνται και κινούνται) τυφλές άμμους,

στο ανελέητο έλεος του

χρόνου χρόνου χρόνου χρόνου χρόνου

 

-πόσο στ’ αλήθεια τυχεροί είμαστε σύ και γώ,

πού σπίτι μας

είναι το άχρονο: εμείς που πλανηθήκαμε

από ευωδιαστά βουνά με αιώνιο χιόνι

 

μέχρι τη γεύση παιχνιδιών από μυστήρια

τέτοια σα λόγου χάρη η γέννηση

κι ο θάνατος μιά μέρα

(ή κ’ ίσως λιγώτερο ακόμα)

--

              είμαι μιά εκκλησούλα

είμαι μιά εκκλησούλα

(κι όχι μιά μητρόπολη)

μακριά απ’ τη λάμψη

και τη βρώμα των πόλεων που βιάζονται

-δε με νοιάζει αν

σύντομες μέρες γίνονται ακόμα συντομώτερες

και δε λυπάμαι σαν η βροχή και ο ήλιος

φτιάχνουν τον Απρίλη

 

η ζωή μου είναι

η ζωή του θεριστή και του σποριά’

κ’ οι προσευχές μου είναι της γης η αδέξια αγωνία

(να βρεις, να χάσεις, να γελάς, να κλαίς)

των παιδιών

πού όποια χαρά για θλίψη

είναι ευχαρίστηση και πόνος μου

 

γύρω μου ένα θαύμα μεγαλώνει ατέλειωτης

γέννησης και δόξας

και θανάτου και ανάστασης:

πάνω απ’ το κοιμισμένο μου είναι

πλέουν φλεγόμενα σύμβολα

ελπίδας, και ξυπνώ σε μιά τέλεια υπομονή βουνών

 

είμαι μιά εκκλησούλα

(μακριά από τον παράφρονα κόσμο

με τις εκστάσεις και το άγχος του)

εν ειρήνη με τη φύση

-δεν με νοιάζει αν

οι μακριές νύχτες γίνονται μακρύτερες

και δε λυπάμαι σαν η σιωπή τραγούδι γίνεται

 

χειμώνας την άνοιξη

υψώνω τον ελάχιστο οβελίσκο μου στον

ελεήμονα Αυτόν που το μόνο τώρα

είναι το εσαεί:

ορθός στέκοντας

στην αθάνατη αλήθεια της παρουσίας Του

(ταπεινά καλωσορίζοντας το φώς Του

και περήφανα το σκότος Του)

--

          αν υπάρχουν ουρανοί

αν υπάρχουν ουρανοί

η μητέρα μου (κατάδικό της) θάχει ένανε.

Δεν θάναι ένας ουρανός πανσές μήτε

ένας εύθραυστος ουρανός

από κρίνα της κοιλάδας μα

θάναι ένας ουρανός από βυσσινιά τριαντάφυλλα

 

ο πατέρας μου θα (βαθής σα τριαντάφυλλο

ψηλός σα τριαντάφυλλο)

 

στέκεται κοντά στην

 

(γέρνοντας πάνω της

σιωπηλός)

με μάτια πέταλα πραγματικά που βλέπουν

 

τίποτα με το πρόσωπο

ενός ποιητή που αλήθεια είναι

ένας ανθός κι όχι ένα πρόσωπο με

χέρια

πού ψιθυρίζουν

 

Αυτό είναι τ’ αγαπημένο μου το

             (ξαφνικά στο λιόφωτο

θα σκύψει,

και θα σκύψει όλος ο κήπος)

--

          η μάτζι κ’ η μίλλυ κ’ η μόλλυ κ’ η μαίυ

η μάτζι κ’ η μίλλυ κ’ η μόλλυ κ’ η μαίυ

κατέβηκαν στην ακροθαλασσιά

(να παίξουνε μιά μέρα)

 

κ’ η μάτζι βρήκε ένα κοχύλι που τραγούδαγε

τόσο γλυκά που δε θυμόταν πιά τις στενοχώριες της

 

κ’ η μίλλυ φιλενάδα γίνηκε

ενός εξόριστου άστρου

πού πέντε ήταν αδύνατα δάχτυλα οι αχτίνες του’

 

κ’ η μόλλυ κυνηγήθηκε από κάτι φοβερό

που έτρεχε πλάγια ενώ φυσούσε φυσαλίδες: και

η μαίυ γύρισε σπίτι

με μιά απλή στρογγυλή πέτρα

τόσο μικρή σαν ένας κόσμος,

έτσι πλατειά σα μόνος.

 

Γιατί ό,τιδήποτε κι αν χάσουμε

(σαν ένα συ ή ένα εγώ)

πάντα υπάρχει ο εαυτός μας

να τόνε βρούμε μες τη θάλασσα.

--

          Σ’ ευχαριστώ Θέ μου

Σ’ ευχαριστώ Θέ μου

για τούτη την καταπληκτικώτερη μέρα:

για τα πηδηχτά πρασινωπά πνεύματα των δέντρων

κ’ ένα γαλάζιο αληθινό όνειρο ουρανού’

και για κάθε τί που είναι φυσικό

πού είναι άπειρο που είναι ναι

 

(εγώ που έχω πεθάνει ξαναζώ σήμερα,

κι αυτά του ήλιου τα γενέθλια είναι’ είναι γε-

νέθλια ζωής και αγάπης και φτερών:

και της χαρούμενης μεγάλης

υπάρχουσας απεριόριστης γης)

 

πώς η γεύση η αφή η ακοή η όραση

η αναπνοή όποιο- υψωμένο από το όχι

όλου του τίποτε- ανθρώπινο απλώς πλάσμα

ν’ αμφιβάλλει για τον ασύλληπτο Εσένα;

 

(τώρα τ’ αυτιά των αυτιών μου ξύπνησαν και

τώρα τα μάτια των ματιών μου ανοίξαν)

--

    τον καιρό με τους ασφόδελους (που ξέρουν πώς

τον καιρό με τους ασφόδελους (που ξέρουν πώς

ο σκοπός του να ζείς είναι να μεγαλώνεις)

ξεχνώντας το γιατί, θυμήσου πώς

 

τον καιρό με τις πασχαλιές που ισχυρίζονται

ο σκοπός του  ξυπνήματος είναι να ονειρευτείς,

θυμήσου το έτσι (τάχα ότι ξέχασες)

 

τον καιρό με τα τριαντάφυλλα (πού εκπλήττουν

το τώρα και το εδώ μας με παράδεισο)

ξεχνώντας αν, μα ναι, θυμήσου

 

τον καιρό όλων των καλών πραγμάτων πέρα

απ’ ό,τι όποιος νους μπορεί να καταλάβει

θυμήσου ψάξε (βρες ότι ξέχασες)

 

και σ’ ένα μελλοντικό μυστήριο μέσα

(σαν ο χρόνος απ’ τον χρόνο μας ελευθερώσει)

ξεχνώντας με, θυμήσου με

--

      η Άνοιξη είναι σαν ένα ίσως χέρι

η Άνοιξη είναι σαν ένα ίσως χέρι

(που έρχεται προσεκτικά

από Πουθενά) χτίζοντας

ένα παραθύρι που μέσα οι άνθρωποι κοιτούν (ενώ

οι άνθρωποι ατενίζουν

συγυρίζοντας και αλλάζοντας τοποθετώντας

προσεκτικά εκεί ένα παράξενο

αντικείμενο κ’ εδώ κάτι γνωστό) και

 

αλλάζοντας το κάθε τί προσεκτικά

 

η άνοιξη είναι σαν ένα ίσως

Χέρι σ’ ένα παραθύρι

 (προσεχτικά πέρα

δώθε κινώντας Καινούργια και

Παλιά πράγματα, ενώ

ατενίζουν οι άνθρωποι προσεκτικά

κινώντας ένα ίσως

κομματάκι λουλουδιού εδώ τοποθετώντας

λιγουλάκι αέρα εκεί) και

 

χωρίς να σπάζουν τίποτα. 

Καναδάς

Leonard Cohen

          Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ

Ο λόγος που  γράφω

είναι να κάνω κάτι

τόσο ωραίο όπως εσύ.

 

Όταν είμαι μαζί σου

θέλω νάμαι ήρωας τέτοιος

όπως πάσχιζα να γίνω

όταν ήμουνα εφτά χρονώ:

ένας τέλειος άντρας

που σκοτώνει.

          ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΤΡΩΕΙ ΚΡΕΑΣ

Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας

θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι,

ένα πρόσωπο που δεν τρώει κρέας

θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι άλλο.

Αν σ’ ενδιαφέρουν αυτές οι σκέψεις

έστω και για ένα λεπτό,

είσαι χαμένος.

          Η ΣΟΥΖΑΝΑ ΣΕ ΚΑΤΕΒΑΖΕΙ

Η Σουζάνα σε κατεβάζει

στο τσαρδάκι της στην ποταμιά,

μπορείς κι ακούς τις βάρκες που περνάνε

μπορείς να μείνεις τη νύχτα μαζί της

και το ξέρεις ότι είναι μισότρελη

αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι που πήγες

και σε ταϊζει τσάϊ και πορτοκάλια

πού ήρθανε κατ’ ευθείαν από την Κίνα.

Και τότε ακριβώς που θες να της πεις

πώς δώρα δεν έχεις να της δώσεις,

σε μπάζει στη δικιά της γλώσσα

κι αφήνει το ποτάμι ν’ απαντήσει

πώς ήσουνα ο εραστής της πάντα.

Και θες να ταξιδέψεις μαζί της,

τυφλός θες να ταξιδέψεις

και ξέρεις πώς μπορεί να σ’ εμπιστευτεί

γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της

 με το μυαλό σου.

 

Ο Χριστός ήτανε ναύτης

σαν περπατούσε πάνου στο νερό

κι ώρα βιγλίζοντας πολλή περνούσε

από ένα πύργο ξύλινο μοναχικό

κι όταν στα σίγουρα έμαθε

πώς μόνο οι πνιγμένοι να τον δουν μπορούσαν

είπε πάντες ναύτες γενέσθων

έως αν η θάλασσα αυτούς ελευθερώση

αλλά ο ίδιος πολύ πριν ανοίξει

ο ουρανός έγινε κομμάτια

εγκαταλειμμένος, σχεδόν ανθρώπινος,

βυθίστηκε κάτω απ’ τη σοφία σου σαν πέτρα.

          Και θες να ταξιδέψεις μαζί του,

          τυφλός θες να ταξιδέψεις

          και σκέφτεσαι να τον εμπιστευτείς

          γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου

          με το μυαλό του.

 

Η Σουζάνα σε παίρνει απ’ το χέρι

στην ποταμιά κάτω σ’ οδηγεί

φοράει κουρέλια και φτερά

από παλιατζίδικα του Στρατού της Σωτηρίας.

Χύνεται ο ήλιος σαν το μέλι

στην Παναγιά του λιμανιού

και σου δείχνει που να κοιτάξεις

μέσα στα σκουπίδια, μέσα στα λουλούδια

υπάρχουν ήρωες μες τα φύκια

υπάρχουνε το πρωινό παιδιά

που σκύβουνε για αγάπη

θα σκύβουν έτσι πάντα

ενώ κρατά η Σουζάνα τον καθρέφτη.

          Και θες να ταξιδέψεις μαζί της

          και θες τυφλός να ταξιδέψεις

          κ’ είσαι βέβαιος πώς μπορεί να σ’ έβρει

          γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα της

          με το μυαλό της.    

          ΚΑΘΩΣ Η ΟΜΙΧΛΗ ΣΗΜΑΔΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει

στο βαθυπράσινο το λόγο πάνω,

έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου

πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.

 

Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν

μετά τί τους απομένει;

έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,

γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.

Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες

χωρίς φεγγάρι ή άστρο

έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε

αν φύγει ο ένας μας μακριά.

          ΓΡΑΜΜΑ

Πώς δολοφόνησες την οικογένειά σου

δε με νοιάζει

καθώς το στόμα σου γλύφει το σώμα μου

 

Και ξέρω τί ονειρεύεσαι-

πόλεις που πέφτουν σάπιες κι άλογα πιλάλα

ο ήλιος επικίνδυνα να μας πλησιάζει

κ’ η νύχτα ποτέ να μη τελειώνει

 

μα δε με νοιάζουν όλα αυτά

δίπλα στο σώμα σου

 

Ξέρω πώς έξω μαίνεται ένας πόλεμος

πώς βγάζεις διάτες

πώς μωρά ασφυκτιούν

και στρατηγοί αποκεφαλίζονται

 

μα δε με νοιάζει το αίμα

η σάρκα σου δεν παίρνει είδηση

 

το αίμα να γεύομαι στη γλώσσα σου

δεν μ’ ενοχλεί

καθώς τα μπράτσα μου φυτρώνουν στα μαλλιά σου

 

Και μη θαρρείς πώς δεν καταλαβαίνω

τί συμβαίνει

αφού πιά έχουνε σφάξει τους στρατούς

και τις πουτάνες αποκεφαλίσαν

 

και μη θαρρείς πώς

αυτά τα γράφω για να σε ληστέψω

ώστε όταν κάποιο πρωί το κεφάλι μου

κρεμαστεί στάζοντας αίμα

αντάμα με τους άλλους στρατηγούς

απ’ του σπιτιού σου την ξώπορτα

μη θαρρείς

πώς όλα αυτά τα είχαν προβλέψει

κ’ έτσι θα μάθεις πώς δεν μ’ ένοιαζαν καθόλου. 

          ΠΟΙΗΜΑ

Άκουσα για κάποιον

που λέει τις λέξεις τόσο ωραία

που μόνο να προφέρει τ’ όνομά τους

κι αυτόματα οι γυναίκες του  προσφέρουνται.

Δίπλα στο σώμα σου βουβός αν είμαι

ενώ η σιωπή ανθίζει στα χείλη μας σαν οίδημα

είναι γιατί ακούω κάποιον

τις σκάλες ν’ ανεβαίνει

και να καθαρίζει το λαιμό του

έξω απ’ την πόρτα μας.

          ΔΩΡΟ

Μου λες πώς η σιωπή

είναι κοντύτερα στην ειρήνη απ’ τα ποιήματα,

αλλά αν για δώρο μου

σου έφερνα σιωπή

(γιατί την ξέρω την σιωπή)

θάλεγες:

          Μά αυτό δεν είναι σιωπή,

          είναι άλλο ένα ποίημα

και πίσω θα μου τόδινες ξανά. 

Ιαπωνία

Tagaki Kyozo

          ΠΕΤΡΕΣ

Άχ, μπερδεμένο μου μυαλό!

Οι πέτρες απομένουνε βουβές σαν τις πατημασιές.

Αν σώπαινα

θα μπορούσα κ’ εγώ να γίνω πέτρα;

Κι αυτή η ζωή η ναυαγισμένη:

κάτω απ’ τον νεροχύτη

μπορείς να δεις να σέρνουνται σκουλήκια.

Δεν είναι κανένας για να με πετάξει

ψηλά στον ουρανό

σαν πέτρα;

          ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Χτύπησα τη γυναίκα μου

και βγήκα όξω κ’ είδα

το φεγγάρι

σαν δέκα χιλιάδες φαναράκια.

 

Πάνω στο μαλακό χιόνι μετά τη χιονοθύελλα

περπατάω χωρίς να ξέρω που πηγαίνω.

 

-Τί να με κάνει να μισώ τόσο πολύ;

Όταν μισούμε,

σοβαρευόμαστε περισσότερο απ’ όταν αγαπάμε.

Μα έτσι πώς άρχισα να νιώθω

ότι την αγαπάω πάλι;

 

Όλα είναι σαν την χιονοθύελλα.

Όταν τελειώσει, βλέπουμε

το φεγγάρι σα χιλιάδες φαναράκια.    

          ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ

Παιδιά,

βιαστείτε και πάτε για ύπνο.

Τ’ ακούσατε;

Ένας άσπρος λύκος τρέχει

ουρλιάζοντας γύρω απ’ το σπίτι.

Από σκοτεινή γωνιά στο ανώγι

ο μακαρίτης ο παππούς σας κ’ η γιαγιά

σας κοιτούν στα μάτια.

Παιδιά,

βιαστείτε και πάτε για ύπνο.  

          ΑΥΓΗ

Κάποιον ακούω να κατουράει.

Εσύ ‘σαι μάνα;

Μες απ’ την πυκνή ομίχλη

γύρισε ο πατέρας

με λέπια σ’ όλο του το σώμα.

«Καλή ριξιά είχαμε σήμερα!»

          ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ

Βρήκα πώς δεν ήταν

η σκιά κάποιου ξύλου

απ’ την κηδεία, αλλά

ο δικός μου μακρύς, κοκκαλιάρικος ίσκιος.

 

Οι μάσκες του παππού και της γιαγιάς

κάτω απ’ την ταφόπετρα.

Όταν φυσάει ο άνεμος,

ακούς που κουβεντιάζουν

με ξεδοντιασμένα στόματα. 

          ΚΟΡΥΔΑΛΟΣ

Το χρώμα τ’ ουρανού που είδα απ’ την κούνια μου

ήταν το χρώμα μιάς σφυρίχτρας της πεντάρας

που η μάνα μου μού χάρισε.

          ΓΛΑΡΟΙ

Φουρτουνιασμένη η θάλασσα’

δεν μπορούν να βγουν για ψάρεμα.

Πούν’ η μάνα σου;

το παιδί έσκασε απ’ το κλάμα στην κουζίνα.

Γιατί δεν ανάβεις το φώς;

          ΜΑΝΑ

Ξάφνου δίψασα για μιά γουλιά γάλα

κι έτρεξα στο σπίτι.

Η μάνα έπλενε το άσπρο της σώμα

στη μισοσκότεινη κουζίνα.

 

Όταν μάσησα τα στήθια της,

το γάλα της μου φάνηκε παράξενα αρμυρό.

(Πλύθηκες με θαλασσινό νερό, μανούλα,

έτσι δεν είναι;)

 

Μετά από λίγο πέθανε,

λιγάκι ύστερα από τότε

που μούδωσε να πιώ το γάλα τ’ αρμυρό. 

ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Στη σελίδα 25 ο Gunnar  Ekelof εκ παραδρομής αποδόθηκε στη Γερμανία. Είναι Σουηδός.

ΣΧΕΤΙΚΑ

            ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ (ΠΑΛΙ)

Οι γνώμες διχάζονται. Άλλοι λένε πως η ποίηση

είναι ομορφιά που αναλώθηκε σε ιδέα,

μέταλλο πολύτιμο, σμαράγδι στο βυθό του ποταμού,

φεγγοβολή του πνεύματος

που καταυγάζει σολωμικά το σώμα

απαλλάσσοντάς το απ’ τη φυλάκιση και την τιμωρία του πάθους.

Τέτοια διαφορά. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται

πώς όλ’ αυτά είναι τρίχες,

λόγια και σαπουνόφουσκες,

αλλά όταν τους ρωτάνε τί είναι ποίηση, επιτέλους,

αυτοί σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους

και κάτι μουρμουρίζουν μέσ’ στα δόντια τους.

Συνήθως είναι αλκοολικοί,

τους έχουν διώξει προ πολλού οι γυναίκες τους,

γυρνάνε σε σκοτεινές γωνιές σαν γάτοι,

τσακώνονται συχνά χωρίς καμιά αφορμή,

ποιητές που δεν έγραψαν ποτέ τους τίποτα,

κοιτάζοντας ώρες στον καθρέφτη

φιλοσοφώντας κάθε τους ρυτίδα,

κόβουν το πιοτό για μιά βδομάδα- τόσο αντέχουν-

λόγω συκωτιού. Οι ξοφλημένοι.

Αυτά. Και φτου κι απ’ την αρχή το δίλημμα.

            Α. Αγγελάκης, περ. Η Λέξη 72/2,1988

    Στις προηγούμενες αναρτήσεις μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα για τον πειραιώτη ποιητή, πεζογράφο, στιχουργό και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη μιλήσαμε για την ποίησή του, αναρτήσαμε ποιήματά του και την ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ του, ενώ αφήσαμε σαν μελλοντική εκκρεμότητα (;) τις άλλες πλευρές της συγγραφικής του παρουσίας όπως είναι: τα Πεζά του, τα Θεατρικά του Έργα, τα Παιδικά του, οι Στιχουργικές του καταθέσεις οι διάφορες Μεταφραστικές του εργασίες. Από την «κατασκευή» της πειραιώτικης λογοτεχνικής ιστοσελίδας Λογοτεχνικά Πάρεργα το 2013, έχουμε κατά άτακτα διαστήματα αναρτήσει τα έντυπα δημοσιεύματά μας για τον ποιητή (βιβλιοκριτικές, θεατρικές κριτικές, μελέτες για την ποίησή του, ποιήματά του, κείμενα προγενέστερων δεκαετιών, αποδελτιώσεις στο περιοδικό «Αμφί» και σε λογοτεχνικά περιοδικά, κλπ.). Είδη και κατηγορίες της γραφής τις οποίες διακόνησε ο πειραιώτης ποιητής και καθηγητής Ανδρέας Αγγελάκης κατά τα χρόνια της συγγραφικής του παραγωγής πέρα από αυτό της Ποίησης. Οι διάφορες κατηγορίες βιβλίων που εξέδωσε, από Ποιητικά Ανθολόγια έως Σχολικό θέατρο,  από την συγγραφή Θεατρικών Μονόπρακτων έως τις ακτιβιστικές του πολιτικές επιλογές και κοινωνικές πρωτοβουλίες με το ΑΚΟΕ,  από Μεταφράσεις ξένων gay και μη μυστικών ποιητών από διάφορα μέρη του Κόσμου, όλες αυτές οι πνευματικές του ενασχολήσεις που γνωρίζουμε και μας άφησε ως Πειραϊκή κληρονομιά, δεν ήταν κάτι το πάρεργο του κύριου ενδιαφέροντός του που υπήρξε η Ποίηση, αλλά ένας ενιαίος τρόπος και στάση ζωής να βλέπει τα πράγματα, να ερμηνεύει καταστάσεις, να περιγράφει τα συμβάντα γύρω του, να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και αντιξοότητες, στην επιθυμία του να ολοκληρώσει το πορτραίτο της ποιητικής του παρουσίας. Είναι τα διάφορα προσωπικά του στάδια συνομιλίας και απαντήσεών του με τον Κόσμο και τους ανθρώπους της εποχής του και της γενιάς του. Ένα ενδιαφέρον περιπετειώδες ταξίδι επιλογών και θέσεων ενός σύγχρονου πειραιώτη δημιουργού με τις χαρούμενες και τραγικές στιγμές του. Δυστυχώς ο Αγγελάκης έφυγε νωρίς μην προλαβαίνοντας να ολοκληρώσει το ποιητικό πορτραίτο του. Οι αναγνώστες του έργου του-αυτών που ασχολούνται συστηματικά με την ελληνική λογοτεχνία και τα πειραιώτικα γράμματα- εύκολα διαπιστώνουν ότι και οι άλλες πλευρές των συγγραφικών του καταθέσεων δεν είναι αμελητέες. Παραδείγματος χάριν τα παιδικά του πεζά, το εφηβικό- σχολικό του θέατρο, το «κρυφό» ενδιαφέρον του για την στιχουργική έκφραση. Ο ίδιος μας εξομολογείται σε βιβλία του ότι συνθέτει στίχους από νεαρή ηλικία, πειραματίζεται σοβαρά και υπεύθυνα πάνω στην στιχουργική τέχνη αλλά, και φιλοδοξεί, να τραγουδήσουν στο μέλλον τα τραγούδια του σημαντικοί έλληνες τραγουδιστές όπως ο Γιώργος Νταλάρας ή η τραγουδίστρια Χάρης Αλεξίου. Μάλιστα σε ένα του παιδικό, το “Love Story στο Αγκίστρι», Κέδρος 1990 (είναι η διδακτική ιστοριούλα της γατούλας «Ανοητούλας») διαβάζουμε τους διάφορους στιχουργικούς του πειραματισμούς και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όσον αφορά την ομοιοκαταληξία των στίχων, της ισοσύλλαβη μετρική, την εύρεση των κατάλληλων λέξεων που θα δώσει τον ρυθμικό βηματισμό στο τραγούδι. Σίγουρα θα είχε διαβάσει τις απόψεις του Κωστή Παλαμά για τα «Τραγούδια του» μας υπενθυμίζει όμως την περίπτωση του ποιητή Νίκου Γκάτσου. Την σταθερή αυτή παράδοση των ελλήνων ποιητών επάξια και επιβραβευτικά ακολούθησαν ο Μάνος Ελευθερίου, ο Άλκης Αλκαίος, ο Γιώργος Χρονάς, ο Μιχάλης Γκανάς, ο Διονύσης Καρατζάς, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Τάσος Λειβαδίτης και μιά σειρά άλλων σύγχρονων ελλήνων ποιητών και στιχουργών οι οποίοι υπηρέτησαν με ένθερμο ζήλο τόσο την Ποίηση όσο και την Στιχουργία. Αναφέρομαι στους δημιουργούς εκείνους που είχαν δύο ιδιότητες, του ποιητή και στιχουργού- και όχι παραδείγματος χάριν του μαρκόνι πειραιώτη ποιητή Νίκου Καββαδία του οποίου τα ποιήματα έχουν μελοποιηθεί καταπληκτικά και τραγουδηθεί από πλήθος συνθετών. Από την ποιητική αυτή κατηγορία δεν μπορούμε να παραλείψουμε ούτε την ποιητική-στιχουργική παραγωγή του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι ούτε φυσικά του Μίκη Θεοδωράκη. Αλλά ας μην ξεστρατίζουμε.

     Μια άλλη σημαντική πλευρά του έργου του Ανδρέα Αγγελάκη είναι η Μεταφραστική. Φράσεις, λέξεις, αποσπάσματα, στίχοι ξένων ποιητών της ελληνικής και παγκόσμιας ποίησης συναντάμε στα βιβλία του, φανερά και επισημασμένα ή κυλούν σαν υπόγεια ρεύματα της ποιητικής του γραφής. Ποιητικές φωνές που αγαπά και σέβεται ο πειραιώτης ποιητής και δηλώνουν με ειλικρίνεια τις εκλεκτικές του ποιητικές και νοηματικές συγγένειες, τα κοινά υφολογικά του ίχνη, πλάνα των εικόνων τους που μεταφέρει μέσα στα ποιήματά του. Τα ίδια τα επιλεγμένα ποιήματα, οι συλλογές και οι συγγραφείς τους μιλούν από μόνα τους δίχως να χρειάζονται πάντα φιλολογικά υποστυλώματα για να κατανοηθούν. Οι Μεταφράσεις του, σε σχέση με άλλους ποιητές-μεταφραστές της γενιάς του δεν είναι πάρα πολλές, ούτε έχει αποπειραθεί ο Αγγελάκης από την μεριά του, με την ιδιότητα του μεταφραστή να μεταφέρει στα ελληνικά μία ολόκληρη, ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή ενός ευρωπαίου ή αμερικανού ή άλλης ηπείρου ποιητή. Θα γράφαμε ότι τόσο η μεταφραστική του ασχολία με την ποίηση του άγγλου μυστικού ζωγράφου και ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ (William Blake), όσο και του  ισπανού λυρικού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico Garcia Lorca), όσο και οι μεταφράσεις ποιημάτων «Κινέζων και Ιαπώνων ποιητών» εντάσσονται στις επιμέρους κατηγορίες και ποιητικά είδη τα οποία μεταφράζει ο ποιητής Α. Αγγελάκης. Είναι η μία μεταφραστική του πλευρά την οποία μας έδωσε από τις αρχές του 1970 έως των ημερών μας στο περιοδικό «Πλανόδιο» 1988 με την απόδοση «ιστορίες ζωής» του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Τέννεση Ουίλιαμς. Ο Αγγελάκης αν δεν λαθεύω αναγνωστικά, προετοιμάζει μεταφραστικά και ποιητικά για να μας μιλήσει για το θέμα του Έρωτα που τον ενδιαφέρει να επικεντρωθεί περισσότερο και κυρίως τον ομοφυλόφιλο. Οι τρείς μεταφραστικές συλλογές του ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. – « Αμερικάνικη Ομοφυλόφιλη Ποίηση», επιμέλεια-μτφ. Α.Α. εκδ. Οδυσσέας 1982. – «Ερωτική Ποίηση (Αγγλία- Αμερική), επιλογή-μτφ. Α. Α., εκδ. Καστανιώτη 1984.- «Ποιητική Ανθολογία Αποκλίνοντος Ερωτισμού», εκδ. Γνώση 1988. Ένα βιβλίο που προσέχθηκε περισσότερο από άλλα του εξαιτίας τόσο της θεματολογίας του όσο και του τίτλου του. Ο ποιητής Ουίλλιαμ Μπλέηκ αγαπητός όπως φαίνεται στο ελληνικό κοινό μεταφράστηκε αρκετές φορές από διάφορες ελληνικές μεταφραστικές πένες. Η περίπτωση του λυρικού ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, έχει ξεφύγει εδώ και χρόνια από τις θερμές μεταφραστικές φροντίδες του ποιητή Νίκου Γκάτσου που τον καθιέρωσε επίσημα στην χώρα μας. Είναι θα λέγαμε αριθμητικά μεγαλύτερη η μεταφραστική του παρουσία στην χώρα μας σε σχέση με αυτήν άλλων ισπανών ποιητών και δραματουργών. (εδώ παρενθετικά να λεχθεί ότι δεν έχω συναντήσει το βιβλίο του Α. Αγγελάκη. Όσες μεταφράσεις του Λόρκα έχω διαβάσει είναι από περιοδικό ή μεταφορά σε γενική ανθολογία). Η δεύτερη μεταφραστική «ειδική» κατηγορία των εργασιών του Αγγελάκη είναι αυτή που ακούστηκε και συζητήθηκε περισσότερο. Η πρώτη, στην οποία ανήκει και το μικρού μεγέθους «Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης» που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις Καστανιώτη, το 1971 σε μετάφραση Ανδρέα Αγγελάκη, ενδέχεται να μην σχολιάστηκε. Κατ’ αρχάς το «Μικρό Ανθολόγιο» κυκλοφορεί μέσα στην επταετία, ανήκει στην δεύτερη ποιητική περίοδο του Ανδρέα Αγγελάκη, αρχών της δεκαετίας του 1970 που, η ποιητική του  εκφραστική αλλάζει, η καθωσπρέπει ποιητική γλώσσα του φορτίζεται με λέξεις σκληρές, κυνικές, λαϊκής καθημερινής ομιλίας ανθρώπων της πιάτσας και του λιμανιού που, δεν κουβαλούν μέσα τους κανένα ποιητικό φορτίο. Ο Αγγελάκης εντάσσει στο νέο του ποιητικό λεξιλόγιο φράσεις και λέξεις που μπορεί να μην σοκάρουν αλλά ξενίζουν στα αυτιά των ποιητών και των κριτικών. Συγγραφικά αντισυμβατικός ο ίδιος, θέλει να δώσει στις λέξεις αυτές την διάσταση της ποιητικότητας τους, κάτι που ενόχλησε ή ξίνισε στους κριτικούς, με αποτέλεσμα να τον εντάξουν σε μία ειδική για τα ελληνικά ερωτικά δεδομένα ποιητή. Όμως ο Αγγελάκης, απορρίπτει κάθε μύθο, κάθε πνευματικό ή ποιητικό, της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων ταρτουφισμό. Είναι έντονα πραγματιστής θέλει να βλέπει, να αντιμετωπίζει και να βιώνει την ζωή σε όλη της την εμπορική και τραγική πραγματικότητα και αλήθεια της. Η αλλαγή αυτή της ψυχοσύνθεσής του, του εσωτερικού του κόσμου-την δεκαετία του 1970- αλλάζει και την τεχνική και τεχνοτροπία του στιλ της γραφής του. Αν ευσταθούν τα παραπάνω, το «Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης» σαν μεταφραστικό «είδος» και στιλ ύφους προέρχεται από την πρώτη περίοδο της ποιητικής και γλωσσικής παρουσίας που αρχινά την δεκαετία του 1960. Θρησκευτική ατμόσφαιρα, κλίμα μιας ατομικής του πνευματικότητας και προσωπικής αγωνίας, περισσότερος έλεγχος στα εκφραστικά του μέσα. Λέξεις απλές που κινούνται σε ένα κλίμα γαλήνης, καθόλου προκλητικές, σαν να πλέουν σε ένα πέλαγος ελεγχόμενης επιβεβαίωσης της τέχνης της αλήθειας των προθέσεών τους. Κοινά γλωσσικά ίχνη συναντάμε στο καθαρό ποιητικό του έργο και στο μεταφραστικό.

          Τα ποιήματα που μεταφράζει στο «Μικρό Ανθολόγιο» είναι μάλλον συγκριμένα, με τις σχετικές γλωσσικές μεταφραστικές δυσκολίες στην μεταφορά τους στα ελληνικά. Φυσικά η λέξη «Μικρό» μας αποτρέπει να σχολιάσουμε ότι οι ποιητές των διαφόρων κρατών και ηπείρων που μεταφράζει είναι σχετικά μικρός.  Από την μακρινή Ιαπωνία ένας, από την Βόρεια Αμερική δύο (ΗΠΑ- Καναδάς), από την Νότιο Αμερική ένας και οι υπόλοιποι προέρχονται από την ευρωπαϊκή ήπειρο περίοδο διαχωρισμού της σε δυτική και ανατολική. Η μεταφραστική γλώσσα του ας το επαναλάβουμε, αγγίζει τα γλωσσικά κράσπεδα της συλλογής του «Εφιάλτες».

Όσον αφορά τώρα την σύνθεση του «Μικρού» αυτού Ανθολόγιου Παγκόσμιας Ποίησης. Έχουν προηγηθεί οι πολύτομες Ανθολογικές σειρές της Ρίτας Μπούμη και Νίκου Παππά, η πολύτομη των εκδόσεων «Παρθενών». Ο Γιάννης Ρίτσος μας έχει δώσει τις δικές του μεταφράσεις «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων Ποιητών» από το 1966 των εκδόσεων "Θεμέλιο". Ο πεζογράφος Κώστας Ασημακόπουλος έχει μεταφράσει την «Ανθολογία Ούγγρων Ποιητών». Ο Καναδός τραγουδοποιός και ποιητής Λέοναρντ Κοέν (1934-2016) είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό τόσο από το ταξίδι του στην Ελλάδα αλλά κυρίως ως εξαιρετικός μουσικός με μουσικές και στιχουργικές επιτυχίες. Ο αμερικανός ποιητής, ζωγράφος και μουσικός Έντουαρντ Έσλιν Κάμινγκς (1894-1962), μας είναι γνωστός από το αμερικάνικο κίνημα των Beat, έχει μεταφραστεί από ποιητές της γενιάς του 1970. Ο Αγγελάκης του αφιερώνει αρκετές σελίδες, μάλλον από το ίδιο έργο (;). Ο Ρώσος ποιητής Γεβγκένι Γεφτουσένκο (1932-2017) είναι γνωστός και αγαπητός στην Ελλάδα την οποία έχει επισκεφτεί και τιμηθεί. Ο Σοβιετικός ποιητής Νικολάϊ Αλεξέγιεβιτς Ζαμπολόσκυ (1903-1958) ίσως είναι από τις ποιητικές φωνές που μας γνώρισε ο Αγγελάκης, το ίδιο θα προσθέταμε και για τον Μεξικανό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Βιλαουρίτια (1903-1950). Ο Ιάπωνας ποιητής και δημοσιογράφος Κιόζο (1903-1987) μία εξαιρετική φωνή φιλοξενείται με 8 μεταφρασμένες ποιητικές μονάδες. Οι περιπτώσεις του Λόρκα και του γερμανόφωνου ποιητή και μεταφραστή Αυστριακού Πωλ Τσέλαν(1920-1970) μας είναι αρκετά γνωστές και αγαπητές. Ο Σουηδός ακαδημαϊκός και ποιητής Μπένγκιτ Γκούναρ Εκέλοφ (1907-1968) δεν είναι και τόσο γνωστή η ποιητική του παρουσία. Ούτε του Γιουγκοσλάβου Γκρέγκορ Στρνίσα (1930-1987) και των δύο Ούγγρων του βραβευμένου Σάντορ Βέρες και του Φέρενς Γιούχαζ (1928-2015). Από την παλαιά ενωμένη γεωγραφικά κρατική οντότητα της Τσεχοσλοβακίας ο Βιτεζλάβ Νέζβιλ (1900-1958) ενός πρωτοπόρου ποιητή της αβαν γκαρντ, είναι γνωστός ως ένας από τους Τσέχους ποιητές συνιδρυτής του Σουρεαλιστικού κινήματος στην χώρα του. Ο δε Μιροσλάβ Χόλουμπ, ας θυμηθούμε τις μεταφράσεις του Σπύρου Τσακνιά, στο βιβλίο των εκδόσεων «Εγνατία» ίδια χρονική περίοδο με αυτή του Α.Α. Τις μεταφράσεις του Ηλία Κυζηράκου, του Γ. Π. Σαββίδη, του Καρόλου Τσίζεκ και των σύγχρονων Γιώργου Χριστοδουλίδη, Ρενέ Ψυρούκη κ.ά. Όσο για το μεγαλούτσικο ποίημα «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ» του Γερμανού ποιητή Γκέοργκ Τράκλ μεταφέρεται και στο βιβλίο που εξέδωσε από τις εκδώσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1984, σ.39. Βλέπε και ανάρτηση στην ιστοσελίδα μας Καλοκαίρι 2022. «Τρακλ- Έσσε».

          Αυτή είναι η πρώτη μικρή Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία που μας έδωσε το 1971 ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής Ανδρέα Αγγελάκης. Ποιητικές φωνές γνωστές και λιγότερο γνωστές ή και άγνωστες ακόμα και στην εποχή μας. Ορισμένα ποιήματα μας μιλούν ακόμα και σήμερα, άλλα όχι. Ποιήματα έχουν σαν θέμα τους την περίοδο των Χριστουγέννων ενώ άλλα παίζουν σε μια φιλοζωική τους ποιητική πρόταση δίνοντας στο σκυλάκι τους το όνομα του Γάλλου στρατάρχη Μεγάλου Ναπολέοντα, που, ενώ ο αναγνώστης διαβάζοντας το όνομα θα περίμενε να διαβάσει ένα από τα δεκάδες ποιήματα που έχουν γραφεί για τον ένοικο της νήσου Έλβα, αλλιώς εξελίσσεται το στόρι. Το ποίημα που φέρει ως τίτλο Μαίριλυν Μονρόε πασίγνωστης αμερικανίδας ηθοποιού και συζύγου του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ είναι ένα παιχνίδι της λέξης, του ρήματος φοβάμαι. Όσο για την ποίηση του Φ. Γ. Λόρκα, η ποίησή του, λέξεις του, ο χρωματικός καμβάς των λουλουδιών του, ο ποιητικός του λυρισμός ρέει μέσα στην ποίηση του Ανδρέα Αγγελάκη. Οι οφειλές του πειραιώτη ποιητή είναι αρκετές στον ισπανό θεατρικό συγγραφέα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

17/1/2026

ΥΓ. Έφυγε πλήρης ημερών η πειραιώτισσα ηθοποιός, μεταφράστρια και συγγραφέας Μέλπω Ζαρόκωστα (7/5/1933-16/1/2026)