Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Έφυγε ο πειραιώτης γλύπτης Ε. Μουστάκας

        Ευάγγελος  Μουστάκας

(Πειραιάς 14/2/1930- 28/11/2025)

          Έφυγε πλήρης ημερών, στα 95, ο γεννημένος στον Πειραιά καταξιωμένος διεθνώς, επιφανής Γλύπτης, χαράκτης, «χαλκοχυτευτής» μνημειακός καλλιτέχνης Ευάγγελος Μουστάκας. Ο πολυτάλαντος Ευάγγελος Μουστάκας γεννήθηκε στην πόλη μας, τον Πειραιά 14 Φεβρουαρίου 1930 και ήταν ένα από τα παιδιά της οικογένειας Μουστάκα. Λόγω της εργασίας του πατέρα του η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Πελοπόννησο. Ο πατέρας του ήταν Σιδηροδρομικός υπάλληλος, παιδικές του παραστάσεις έγιναν τις κατοπινές δεκαετίες θεματική ύλη της σιδερένιας κατασκευαστικής του σφυρήλατης δημιουργίας. Βλέπε την μεγάλη σύνθεσή του «Το τραίνο» από την σειρά του «Σαρκοφάγος». Το 1947 η οικογένειά του εγκαθίσταται και πάλι στην πρωτεύουσα, ο νεαρός Ευάγγελος Μουστάκας αποπερατώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του, το ταλέντο και η κλίση του μα πάνω από όλα η αγάπη και το πάθος του για την Γλυπτική Τέχνη τον οδηγούν στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1950-1954) σπουδάζει κοντά στον πρωτοπόρο δάσκαλο της Γλυπτικής της εποχή του, τον Ανδριώτη Μιχάλη Τόμπρο (12/11/ 1889- 28/5/1974) την μαθητεία του κοντά στον δάσκαλό του δεν παραλείπει να μνημονεύει στις συνεντεύξεις του. Με υποτροφία του Ι.Κ.Υ. συνεχίζει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Φοιτά (1960-1963) στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας (Accademia di Belle Arti), παράλληλα διευρύνει τις γνώσεις του πάνω στην χαρακτική και την χαλκοχυτική, ενώ σπουδάζει και μελετά τα γλυπτικά αριστουργήματα του παγκόσμιου πολιτισμού, της Αναγέννησης και των μεγάλων γλυπτών και ζωγράφων της. Η Φλωρεντία σαν αστικός χώρος-όπως και άλλες πόλεις της Ιταλίας- είναι ένα ανοιχτό Μουσείο για σπουδαστές, καλλιτέχνες, φιλότεχνους και φυσικά ταξιδευτές. Απαραίτητο πέρασμα και εμπειρία, αισθητική απόλαυση και στοχασμός για όσους υπηρετούν και σπουδάζουν τις πλαστικές τέχνες. Τα Αναγεννησιακά γλυπτά της-των φημισμένων καλλιτεχνών της, είναι μοντέλα και πρότυπα για νέους σπουδαστές και σπουδάστριες από όλα τα μέρη της υφηλίου, διαχρονικά πολιτισμικά κληροδοτήματα της παράδοσης της ευρωπαϊκής ηπείρου. Όμως ο πειραιώτης Ευάγγελος Μουστάκας δεν αρκέστηκε μόνο στα της Φλωρεντινής αισθητικής αγωγής και παιδείας του, για μεγάλα διαστήματα του καλλιτεχνικού του βίου ταξίδεψε και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, επισκέφτηκε την Αμερικάνικη ήπειρο, την Άπω Ανατολή, την Ιαπωνία ερχόμενος σε επαφή με τα νέα κινήματα, τις καινούργιες τάσεις, τις σύγχρονες αντιλήψεις της μοντέρνα τέχνης και των πρωτοποριών. Εμπλούτισε τα δικά του έργα- κατασκευές και την μεγαλόπνοη τεχνική του με μοντέρνα στοιχεία και φόρμες δίχως να ξεχνά τις αφετηριακές του ρίζες που είναι η μνημειακή Ελληνικότητα, η υπερ-ιστορική τάση Ελληνολατρίας του, σε ποια πολιτιστική παράδοση ανήκει και οδηγεί σταθερά το βλέμμα του.

Ο Ευάγγελος Μουστάκας εκδήλωσε από την νεαρή του ηλικία την αγάπη του για την γλυπτική, από τα πρώτα του εργασιακά του βιοπορισμού του χρόνια στην εταιρεία «Κεραμεικός» έδειξε το έμφυτο, το πηγαίο ταλέντο του σχεδιάζοντας πιάτα και φλιτζάνια, κάτι που τον γέμιζε χαρά και υπερηφάνεια. Αυτή η πρώτη του άμεση επαφή με την άμορφη και ακατέργαστη ύλη που κατόρθωνε να μεταπλάσει, να διαμορφώσει, να της δίνει σχήμα, μορφή, να την σχεδιάζει όπως η πλούσια φαντασία του επιθυμούσε. Τα γλυπτά και οι μεγάλες «τεράστιες» πολύμορφες κατασκευές του διακρίνονται για την μνημειακή τους μεγαλοπρέπεια, την σαφήνεια των ιστορικών τους προθέσεων και εκφραστικών αποτυπώσεων συνθέσεις του, την ανθρωποκεντρική του ματιά, τις αισθητικές του αντιλήψεις, την φιλοσοφία των οραμάτων του, την έμπειρη κατοχή των τεχνικών του, της διαχείρισης των όποιων μέσων και υλικών χρησιμοποιεί στις κατασκευές του. Τα μεγαλοπρεπή έργα του δονούνται από μιά καθαρότητα λυρισμού στις δωρικές γραμμές τους, στην στάση τους απέναντι στο φως και τις σκιές τους. Οι όγκοι του διαθέτουν πλαστική ευαισθησία αλλά και στιβαρότητα μορφής, έχουν μία μορφή ευλυγισίας στην κλασική δομή τους με μοντέρνο κοινωνικό περιεχόμενο, ιστορικό προβληματισμό, πρόθεση φιλοτέχνισης βιωμάτων της προσωπικής του ζωής και της εποχής του. Ό,τι απασχολούν τους σύγχρονους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα. Η φρίκη και τα αποτελέσματα του πολέμου και της κατοχής, οι άγριες συνθήκες διαβίωσης, ο απρόσμενος τραγικός θάνατος του αδερφού του κατά την πτώση του μαχητικού του αεροπλάνου, θα ανοίξουν βαθιές πληγές μέσα του, θα χαραχθούν ανεξίτηλα στην συνείδησή του, ιστορικά συμβάντα και γεγονότα που για να κατορθώσει να διαχειριστεί στα μετέπειτα χρόνια, θα γίνουν το χαρακτηριστικό υλικό της μνήμης του ώστε να κατασκευάσει μιά σειρά έργων του από «την οιμωγή της πτώσης του Ίκαρου μέχρι και τις περήφανες λάμψεις των αστραφτερών ελίκων των αεροπλάνων» όπως γράφει χαρακτηριστικά ένας από τους σοβαρότερους τεχνοκριτικούς και ιστορικός της τέχνης ο Νίκος Ζίας, στο λήμμα για τον πειραιώτη καλλιτέχνη σελίδα 166, τόμος τρίτος του «Λεξικού Ελλήνων Καλλιτεχνών», των εκδόσεων «Μέλισσα» Αθήνα 1999.

    Ο Ευάγγελος Μουστάκας κατορθώνει να συνδυάζει στα έργα του το αρχαίο ένδοξο παρελθόν της χώρας με την σημερινή ελληνική ιστορική πραγματικότητα, ενώ δεν παύει να πειραματίζεται και να ανοίγει τα φτερά του σε καινούργιους καλλιτεχνικούς ορίζοντες όπως είναι η αφηρημένη τέχνη. Οι παραστατικές του συνθέσεις σου δίνουν την αίσθηση ότι ενώ το βάρος της ογκώδους μορφής τους και οι διαστάσεις τους τις κρατούν δέσμιες στη γη, ταυτόχρονα, απογειώνονται με χάρη, τολμηρότητα, αφηγηματική διάθεση, πνεύμα ελευθερίας, εγείρουν ονειρική διέγερση, σύγχρονο οραματισμό. Έχουν ελληνοκεντρικό πρόσημο δίχως να απεμπολούν την οικουμενικότητα της έμπνευσής τους. Ανάμεσα στα μνημειώδη γνωστά έργα του Ευάγγελου Μουστάκα συγκαταλέγονται ο χάλκινος ανδριάντας του έφιππου στρατηλάτη Μεγάλου Αλεξάνδρου (1974), ένας υπερήφανος ηρωικός καλπασμός της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στο μέλλον. Την υπογραφή της κατασκευαστικής του χάλκινης δημιουργίας φέρει και το Μνημείο της Εθνικής Αντίστασης στην Πλατεία της παραλιακής λεωφόρου στην Θεσσαλονίκη (1986). Έργα του –ανδριάντες του- κυρίως από χαλκό κοσμούν ανοιχτούς δημόσιους χώρους σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ενθυμήματα ιστορικής μνήμης και ηρωισμού. Στην Σάμη Κεφαλονιάς, στο Καρπενήσι, στο Ηράκλειο Κρήτης, στην Τρίπολη, στο Μοσχάτο, στην Καισαριανή, στην περιοχή της Παλλήνης, στην Τανάγρα. Ξεχωριστή και όμορφη δουλειά του είναι ο «Σκεπτόμενος νέος» (1981) από μάρμαρο στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών κλπ. Έργα που μας φανερώνουν το έμφυτο ταλέντο του, την καλλιτεχνική του φύση και καλλιέργεια την αφοσίωσή του στις πλαστικές τέχνες. Έργα του αξιόλογου και σημαντικού πειραιώτη δημιουργού βρίσκονται σε Μουσεία και δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Κύπρο, το Ισραήλ, την Αφρική, την Ευρώπη, την Αμερική, την μακρινή Ιαπωνία και φυσικά στην Ελλάδα.  Πινακοθήκη Ευάγγελου Αβέρωφ στο Μέτσοβο, Μουσείο Βορρέ κλπ. Έλαβε μέρος σε διάφορες Μπιενάλε και ομαδικές Εκθέσεις και συνέδρια για την Γλυπτική στην Γιουγκοσλαβία, την Ρωσία, την Αμερική, την Βραζιλία, την Κύπρο, την Αγγλία, την Γαλλία, την Ιταλία πάντα με επιτυχία. Ασχολήθηκε ακόμα με την φιλοτέχνηση εθνικών μεταλλείων όπως πχ. για τους εορτασμούς των 2300 χρόνων του έλληνα φιλόσοφου Αριστοτέλη (1978). Για τα σαράντα χρόνια (1979) της ΕΜΣ. Δικής του εμπνεύσεως και σύνθεσης είναι το μετάλλιο για το Παγκόσμιο Συνέδριο Υγείας (1973) κ. ά. Στην σταδιοδρομία του εργάστηκε ως συντηρητής τέχνης, δούλεψε για ένα διάστημα στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έδωσε διαλέξεις σε διάφορα μέρη του εσωτερικού και του εξωτερικού. Τιμήθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Εξωτερικό. Με το χάλκινο μετάλλιο το 1963 του “Grupo Donatello” όπως αναφέρει ο πειραιώτης τεχνοκριτικός Κώστας Θεοφάνους στην μελέτη του «Οι Εικαστικές Τέχνες στον Πειραιά (1884- 2004)», Πειραιώτες Ζωγράφοι και Γλύπτες, έκδοση «Νομαρχία Πειραιά», Πειραιάς 2006. Και ο γράφων το παρόν σημείωμα τον έχει συμπεριλάβει στο βιβλίο του «Πειραϊκό Πανόραμα», Πειραιάς 2006, ενώ πληροφοριακά στοιχεία για την πορεία του, μου πρόσφερε παλαιότερα και η σύζυγός του εξαιρετική ποιήτρια και ανθολόγος της Ανθολογίας του «Χάϊ- Κου», Ζωή Σαββίνα, της οποίας ποιητικές συλλογές φιλοτέχνησε ο Ευάγγελος Μουστάκας. Έλαβε επίσης, το Α΄ Βραβείο και Χρυσό Μετάλλιο στην Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1968). Το Α΄ Βραβείο διαγωνισμού για την σύνθεσή του για το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη (1959) στο Μοσχάτο. Το Α΄ Βραβείο για τους «Νέους Γλύπτες» της Ελληνοαμερικάνικης Ένωσης (1966) και άλλα. Υπήρξε μέλος του «Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας» από το 1955.

          Εμπνευσμένος, δραστήριος, πολυτάλαντη καλλιτεχνική φυσιογνωμία, πολυσύνθετη προσωπικότητα ο πειραιώτης Ευάγγελος Μουστάκας, υπήρξε μία σημαίνουσα μορφή της ελληνικής γλυπτικής και χαρακτικής τέχνης στην μακροβιότητα της ζωής του. Έβγαλε την ελληνική γλυπτική έξω από τα σύνορα της πατρίδας μας, της πρόσφερε έναν άλλον οικουμενικό αέρα και σύγχρονη διεθνή προβολή. Διεύρυνε τις νοηματικές και συμβολιστικές προεκτάσεις της, αξίες και αρχές της. Προήγαγε την ιστορική της παράδοση με σεβασμό, την εξέθεσε παγκοσμίως με επιτυχία και για αυτό η καλλιτεχνική του δουλειά προσέχθηκε και βραβεύθηκε.

Κρίμα μόνο που η πόλη του Πειραιά (και οι διάφοροι φορείς πολιτισμού) δεν φρόντισε όσο βρίσκονταν εν ζωή να τον γνωρίσει από κοντά και να τον τιμήσει.

          Είναι δεκάδες τα άρθρα και τα σημειώματα που δημοσιεύθηκαν από την εμφάνισή του έως σήμερα, για τις ατομικές και ομαδικές εκθέσεις που συμμετείχε, την ποιότητα και αξία, πρωτοπορία των έργων του. Αρκετοί κατάλογοι εκθέσεών του εξετάζουν εξονυχιστικά την καλλιτεχνική του παρουσία και διαδρομή. Τεχνοκριτικές φωνές όπως της ποιήτριας Ελένης Βακαλό, του καθηγητή Στέλιου Λυδάκη, του πανεπιστημιακού Νίκου Ζία, του Κωστή Μεραναίου, του Νίκου Αλεξίου, του Χρύσανθου Χρήστου, της Ντόρας Ηλιοπούλου- Ρογκάν, του Νίκου Μουτσόπουλου και πολλών άλλων μίλησαν επαινετικά, επιβραβευτικά για δουλειές του. Το 1993 κυκλοφόρησε και ένας τόμος με έργα του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

ΥΓ. Επιτέλους μετά την εμβληματική μορφή του πατριάρχη Αθηναγόρα, που ήρε το ανάθεμα και του πάπα Παύλου του 6ου, η φωτισμένη παρουσία του οικουμενικού πατριάρχη Βαρθολομαίου να προσκαλέσει σε Διάλογο τον νέο πάπα Λέοντα ΙΔ΄ στην Πόλη, βγάζει την Ορθοδοξία από τον χωριάτικο επαρχιωτισμό της. Θλίψη για όσες φωνές βγαίνουν στους ραδιοφωνικούς σταθμούς και λένε τα όσα δογματικά αρνητικά λένε. Αν πραγματικά κατανοούσαν τα καινούργια μηνύματα της Ιστορίας για Οικουμενικό Διάλογο και Συμφιλίωση- σε έναν Κόσμο και Κοινωνίες που οι κάτοικοί τους δεν θρησκεύονται, γίνονται όλο και περισσότερο μεταχριστιανοί, κοσμικοί πολίτες ή ακολουθούν την «επέλαση» του μουσουλμανισμού- δεν θα περίμεναν πάνω από 1700 χρόνια για να έρθουν σε μία ουσιαστική επαφή οι δύο Εκκλησίες. Ας κρατήσουν τις σωτηριολογικές τους αρές για τα κρατικοδίαιτα άτομά τους, ο Ελληνισμός δεν κρέμεται από τις παιδαριώδεις απόψεις τους.   

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ο πεζογράφος Στέλιος Ξεφλούδας

 

     ΣΤΕΛΙΟΣ  ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ

(Άμφισσα 1901/1902- Αθήνα 27/11/1984)

Ο Εισηγητής του εσωτερικού μονολόγου στην Ελλάδα

  Σημαντικός έλληνας πεζογράφος, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος δραστήριο μέλος της Λογοτεχνικής Σχολής της Θεσσαλονίκης, εισηγητής του εσωτερικού μονολόγου στα ελληνικά γράμματα. Γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1901 κατ’ άλλους το 1902 με καταγωγή από το χωριό Καστέλλια του Νομού Φωκίδος. Γύρω στα 1913 η οικογένειά του εγκαθίσταται στην συμπρωτεύουσα, την Θεσσαλονίκη. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο σπουδάζει νεοελληνική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1924-1927). Μετά το πέρας των σπουδών του μεταβαίνει στην Γαλλία (1928) παρακολουθεί μαθήματα Φιλοσοφίας και Αισθητικής στην Σορβόννη. Κατά την διαμονή του στην Πόλη των Φώτων ο Στέλιος Ξεφλούδας έρχεται σε επαφή με τα νέα κινήματα της τέχνης, των μοντερνιστικών ρευμάτων, των πρωτοποριακών κινημάτων στους χώρους της λογοτεχνίας, της γραφής. Ακούει και διαβάζει τις επαναστατικές διακηρύξεις των νέων ευρωπαίων διανοουμένων, τις αντιπολεμικές μπροσούρες και τα ειρηνόφιλα κείμενα των καλλιτεχνών, των συγγραφέων που στρατεύονται ενάντια στον πόλεμο και υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης. Έρχεται σε επαφή με τα ανατρεπτικά πολιτικά συνθήματα, μανιφέστα των Υπερρεαλιστών ποιητών, πεζογράφων, καλλιτεχνών, τις αντισυμβατικές και αναρχίζουσες σκέψεις τους, τις ανατρεπτικές ιδέες τους, των θεωριών τους για την αποδόμηση των παραδοσιακών-κλασικών μοντέλων γραφής της πεζογραφίας, του μυθιστορήματος, του ποιητικού λόγου. Καινούργιες, ρηξικέλευθες ανατρεπτικές φωνές λογίων, διακηρύξεις συγγραφέων από τα πολεμικά χαρακώματα που συγκλονίζουν και αναταράσσουν τα «λιμνάζοντα» παρισινά πνευματικά και καλλιτεχνικά σαλόνια, τους συγγραφείς και καλλιτέχνες με το αψέντι. Ο νεαρός έλληνας έρχεται σε επαφή με τα έργα μοντέρνων πεζογράφων και ποιητών με παγκόσμια προβολή. Διαβάζει ευρωπαίους και αμερικανούς μοντερνιστές λογοτέχνες που πειραματίζονται στις γραφές τους, όπως ο Αντρέ Ζίντ, ο Μαρσέλ Προύστ, ο Φρανς Κάφκα, ο Ουϊλλιαμ Φώκνερ, ο Τζέημς Τζόϋς, η στυλίστα πεζογράφος Βιρτζίνια Γουλφ και νεότερους οι οποίοι καλλιέργησαν και ενέταξαν οργανικά στην μυθιστορηματική τους γραφή, στον πεζογραφικό τους λόγο το νέο ρεύμα που γεννήθηκε την περίοδο των απαρχών του προηγούμενου αιώνα (1900) και άνθησε τα χρόνια του Μεσοπολέμου στην Ευρωπαϊκή ήπειρο και τον Δυτικό Κόσμο, του ρεύματος του εσωτερικού μονολόγου, της καινούργιας αφηγηματικής τεχνικής και μεθόδου στον χώρο της πεζογραφίας της συνειδησιακής ροής. Μία καινούργια προσπάθεια ανανέωσης της πεζογραφίας, του παραδοσιακού μυθιστορήματος που υιοθετήθηκε από σπουδαίους στιλίστες της γραφής, διαμορφωτές και ανανεωτές της. Βιβλία σαν τον «Οδυσσέα» του ιρλανδού Τζέημς Τζόϋς-μία σύγχρονη περιπλάνηση στους λαβυρίνθους των σκοτεινών μονοπατιών της συνείδησης, της ψυχής του νέου ανθρώπου, που έγιναν καθοριστικά σύμβολα και πρότυπα στους μεταγενέστερους δημιουργούς. Μία νέα τεχνογνωσία της μυθιστορηματικής αφήγησης προτείνονταν και υιοθετούνταν όπως την επεξεργάστηκε και μας την έδωσε στα βιβλία της η καλλιεργημένη και εκλεπτυσμένη συνείδηση της Βιρτζίνιας Γουλφ, ο απειλητικός και σκοτεινός κόσμος του Φράνς Κάφκα. Ας διαβάσουμε τι μας λέει στο ουσιαστικό και εξαιρετικό σημείωμά του στο παλαιό περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» μηνιαία έκδοση πνευματικού προβληματισμού και γενικής παιδείας (με διευθυντή τον Άγγελο Τερζάκη) για την «Πεζογραφία του Στέλιου Ξεφλούδα κι’ ο εσωτερικός μονόλογος», ο ποιητής και κριτικός, παλαιός πανεπιστημιακός Κώστας Στεργιόπουλος τεύχος 43/ Νοέμβριος 1966 σελ. 427-431. Ο Κώστας Στεργιόπουλος ορθότατα διαπιστώνει και αρχινά την ανάλυσή του με τα εξής:

«Δε θα ήταν εύκολο να μιλήσει κανείς για την πεζογραφία του Στέλιου Ξεφλούδα, χωρίς να μιλήσει πρώτα για τον εσωτερικό μονόλογο. Αν, προκειμένου για άλλους συγγραφείς, μπορούμε να προχωρήσουμε στην εξέταση του έργου τους και να τους εντάξουμε ύστερα σε κάποιο είδος, στην περίπτωση του συγγραφέα της «Εσωτερικής συμφωνίας» είμαστε υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε απ’ το είδος, για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε το έργο. Κι’ όχι μόνο γιατί είναι ο πρώτος, που καλλιέργησε συστηματικά στον τόπο μας τον εσωτερικό μονόλογο, αλλά και γιατί τόσο πολύ έχει συνδέσει μαζί του τη συγγραφική του μοίρα, με τέτοια αποκλειστικότητα του αφοσιώθηκε, ώστε, εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά του είδους είναι σαν να μιλάμε ταυτόχρονα και για το έργο του». Και συνεχίζει ο έγκριτος δοκιμιογράφος και κριτικός στις εύστοχες παρατηρήσεις του μιλώντας μας για την «προϊστορία» του λογοτεχνικού αυτού είδους στον ευρωπαϊκό και ελληνικό χώρο:

«Ο εσωτερικός μονόλογος προυπήρχε σποραδικά σε κείμενα ξένων συγγραφέων του 19ου αιώνα, δίχως να γίνεται αισθητή η παρουσία του. Γυρίζοντας σήμερα εκατό χρόνια πίσω, εφοδιασμένοι με τη γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, τον συναντάμε ακόμα και στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι. Ειδικότερα όμως καλλιεργήθηκε από κάποιους Ευρωπαίους συγγραφείς κατά τα τέλη του περασμένου αιώνα και τις τρείς- τέσσερις πρώτες δεκαετίες του δικού μας, όπως από τον Andre Gide και τον Marcel Proust στη Γαλλία- για να περιοριστούμε ενδεικτικά σε μερικά ονόματα-και στην Αγγλία από τη Virginia Woolf, την Katherine Mansfield και τον James Joyse, που φιλοδόξησε με τον «Οδυσσέα» του να δώσει την Οδύσσεια του εσωτερικού ανθρώπινου χώρου. Αλλά ο πρώτος που τον εισήγαγε σαν «είδος», καθώς παραδέχεται κι’ ο Joyce, ήταν ο Edouard Dujardin με το βιβλίο του «Οι δάφνες κόπηκαν». Φυσικά, εσωτερικός μονόλογος υπάρχει και στον Rilke, και στον Kafka, και στον Faulkner, και σε άλλους. Θάπρεπε ν’ αναφέρουμε και τον Claude Simon, που το μυθιστόρημά του «Ο δρόμος της Φλάντρας» αποτελεί μιά ανανεωτική προσπάθεια στα μεταπολεμικά χρόνια. Γιατί το είδος τούτο, αν και προγενέστερο, περισσότερο αντιπροσωπεύει  την ανησυχία του μεσοπολέμου. Γι’ αυτό και τη μεγαλύτερη απήχηση την είχε στο διάστημα μεταξύ των δύο πολέμων.

          Στην Ελλάδα ο εσωτερικός μονόλογος εμφανίζεται με τη λεγόμενη σχολή της Θεσσαλονίκης, δηλαδή τους τρείς πεζογράφους Στέλιο Ξεφλούδα, Γιώργο Δέλιο και Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο. Και οι τρείς έκαναν την εμφάνισή τους ανάμεσα στα 1930 και το 1934, ο ένας μετά τον άλλον, και πρωτοστάτησαν στην πνευματική ζωή της Μακεδονικής πρωτεύουσας κατά την τελευταία μεσοπολεμική δεκαετία (1930-1940).», σελ.427. Ενώ στην πρώτη από τις 7 σημειώσεις του που υποστηρίζουν το καλογραμμένο κείμενό του αναφέρει ο Κώστας Στεργιόπουλος σελ. 431: «Για να ολοκληρωθεί ο κατάλογος των αφηγητών πεζογράφων της μεσοπολεμικής σχολής της Θεσσαλονίκης, θάπρεπε να προστεθούν και οι: Αρκάδιος Λευκός (Αρκάδιο), Βάσος Βασιλείου, Ιρσίμ (Σ. Μαξίμου) και Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, που το 1935 κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Σταυράκιος Κοσμάς το μυθιστόρημα «Αντρέας Δημακούδης», αλλά το κυριότερο μέρος του έργου του το έδωσε μετά τον πόλεμο, δημιουργώντας μιά άλλη περίπτωση εσωτερικού μονολόγου, ιδιότυπη κι’ απομακρυσμένη απ’ το είδος».

          Επιπρόσθετα να αναφέρουμε ότι σημαντικές πληροφορίες για την τέχνη του Μυθιστορήματος την εξέλιξή του και ειδικότερα για την λογοτεχνική περίπτωση του εσωτερικού μονολόγου αντλούμε από την μελέτη του καθηγητή και ιστορικού της ελληνικής λογοτεχνίας Mario Vitti, «Η Γενιά του Τριάντα. Ιδεολογία και Μορφή» εκδόσεις «Ερμής», Αθήνα 1977 και ειδικότερα στις σελίδες 272 και κατόπιν της ενότητας «Ο ελληνικός εσωτερικός μονόλογος». Ο Μάριο Βίττι στους συγγραφείς της Γενιάς του 1930 που υιοθέτησαν την αφηγηματική τέχνη και τα στοιχεία του εσωτερικού μονολόγου συγκαταλέγει και έργα της πεζογράφου Μέλπως Αξιώτη, των Άγγελου Τερζάκη, Γιώργου Θεοτοκά και Πολίτη οι οποίοι «εφαρμόζουν τον εσωτερικό μονόλογο στα έργα τους σαν μέρος μονάχα της αφηγηματικής μεθόδου που ακολουθούν και εντελώς ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις της «σχολής της Θεσσαλονίκης»», σελ. 278.

          Αντίθετα διλημματική και όπως την κατανοώ αμφίσημη είναι η κρίση του Άρη Μπερλή στην παρουσίαση και ανθολόγηση του Στέλιου Ξεφλούδα στις σελίδες 268-315 του Στ΄ τόμου «Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία» Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), των εκδόσεων «Σοκόλη», Αθήνα 1996.

Όπως και νάχει, η πεζογραφική φυσιογνωμία και μυθιστορηματική καινοτομία που έφερε στην ελληνική πεζογραφία ο Στέλιος Ξεφλούδας δεν πέρασε απαρατήρητη ούτε ασχολίαστη. Και το κυριότερο, οι ερευνητές των δύο περιόδων της συγγραφικής του παραγωγής στάθηκαν τυχεροί διότι ο Ξεφλούδας άμεσα στην αρθρογραφία του είτε μέσα στα βιβλία του μας μιλά για την τεχνική της χρήσης του εσωτερικού μονολόγου, μας δίνει δηλαδή τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία της συγγραφικής του ταυτότητας.

    Ο Στέλιος Ξεφλούδας, ο πρώτος μάλλον της Σχολής της Θεσσαλονίκης δεν έμεινε αμέτοχος από τα πνευματικά και καλλιτεχνικά τεκταινόμενα της εποχής του και των χρόνων διαμονής του στο εξωτερικό, και μάλιστα σε μία χώρα γεννήτρα πολλών πολιτισμικών κινημάτων όπως η Γαλλία. Περιπλανήθηκε στους νέους δρόμους της σκέψης, τα μονοπάτια των ιδεών, αποδέχτηκε την κοσμοπολιτική διάθεση και ατμόσφαιρα των νέων συγγραφέων, τις ταξιδιωτικές περιπλανήσεις τους (διακρίνεται και από το γεγονός ότι ο αξιωματικός που υπηρέτησε στα ελληνικά βουνά στον Ελληνο Ιταλικό Πόλεμο πεζογράφος, στα χρόνια της ειρήνης υπήρξε πολυταξιδευτής). Διάβασε- τα χρόνια της παραμονής του στη Γαλλία- ότι παρήγαγε η πρωτοποριακή πέννα και γραφή των ευρωπαίων συγγραφέων, και με γεμάτο το δισάκι της συγγραφικής του μνήμης, των αναγνωστικών εμπειριών του, των κριτικών αντιλήψεών του, της οργάνωσης της σκέψης του, όντας βέβαιος προς τα πού έπρεπε να στρέψει το βλέμμα και την πορεία της μυθιστορηματικής του σύλληψης και δημιουργίας, αλλαγής της πεζογραφικής τεχνογνωσίας του, του νέου ρόλου που όφειλε να διαδραματίσει στην εξέλιξη της η μυθιστορηματική γραφή και φυσικά ο σύγχρονος δημιουργός της κόμισε έναν άλλον μοντέρνο και πρωτοποριακό αέρα, ανανέωσης του αφηγηματικού λόγου στα ελληνικά γράμματα. Με ότι πιο ρηξικέλευθο χαρακτηριστικά επικρατούσε εκείνα τα χρόνια στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους και ομάδες στον Δυτικό Κόσμο. Και αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κίνησή του αυτή αν συλλογιστούμε ότι ο πρώτος διδάξας ή αν θέλετε οι πρώτοι δάσκαλοι του ρεύματος του εσωτερικού μονολόγου στην χώρα μας, της συνειδησιακής ροής στην αφηγηματική μέθοδο της πεζογραφικής γραφής προήλθε όχι από τους πνευματικούς κύκλους της πρωτεύουσας, της κλασικοτραφούς Αθήνας αλλά, από την Βυζαντινή και πολυσυλλεκτική πληθυσμιακά Θεσσαλονίκη. 

Σε έναν Κόσμο και μία Εποχή που άλλαζε ραγδαία, απότομα μέσα σε εκκωφαντικούς και τρομακτικούς κραδασμούς και αιματοχυσίες, επαναστατικές και πολεμικές ιαχές και τυμπανοκρουσίες, πρωτόγνωρα γεγονότα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, της κατάρρευσης των παλαιών αυτοκρατοριών και βασιλικών δυναστειών, η Τέχνη και ειδικότερα η Λογοτεχνία, ο ποιητικός και ο πεζογραφικός λόγος, οι καλλιτέχνες και δημιουργοί δεν μπορούσαν να παραμείνουν απαθείς, αδιάφοροι, αποξενωμένοι, βαλτωμένοι σε κατεστημένες παραδοσιακές φόρμες, λογοτεχνικές θεωρήσεις και μεθόδους γραφής. Οι νέες θυελλώδεις ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις και συνθήκες του κόσμου μας και των ευρωπαϊκών κοινωνιών πρόβαλλαν μπροστά τους δυναμικά, κυρίαρχα, προκλητικά. Απαιτούσαν την ανατροπή το γκρέμισμα των μέχρι τότε καθιερωμένων θεωριών και αξιών συνθηκών ζωής. Όφειλαν οι νεότερες ηλικιακά γενιές των συγγραφέων-όποιους καλλιτεχνικούς χώρους και αν υπηρετούσαν και είδος γραφής- να πάρουν θέση στα όσα συνέβαιναν γύρω τους, δίπλα τους, στην χώρα τους, στην ήπειρό τους, να συμβάλλον από την μεριά τους με τις μοντέρνες ιδέες, πρωτοποριακές σκέψεις, σύγχρονες αντιλήψεις τους, την ελευθερία του αέρα των στοχασμών και προβληματισμών τους, στις επερχόμενες αλλαγές, να ανοίξουν τους νέους ορίζοντες της ζωής και του πνεύματος, να χαράξουν τα καινούργια πολιτιστικά βαδίσματά τους. Οι μυθιστορηματικές εποχές του έντονου ρεαλισμού και κοινωνικής κριτικής του εξωτερικού περιβάλλοντος, της ανάγλυφης εικονογράφησης της Φύσης, των αριστοκρατικών ιδεών (ορισμένων συγγραφέων), των ιπποτικών χειρονομιών, των ευγενικών ηθών των πλούσιων τζακιών, των σωματοφυλάκων ηρώων και πρότυπων παραδειγμάτων ζωής που προέρχονταν από τους παλαιότερους αιώνες της ευρωπαϊκής ιστορικής περιπέτειας και μυθιστορηματικής τους ανάπλασης προς παιδαγωγία και τέρψη των αναγνωστών, ο κοινωνικός ρεαλισμός της κριτικής ματιάς όπως μας τον απεικονίζουν στα μεγαλόπνοα και πολυσέλιδα μυθιστορήματά τους ο Ονόρε ντε Μπαλζάκ, ο Βίκτωρ Ουγκώ, οι Δουμά, ο Σταντάλ εποχές ατομικών ηρωικών πράξεων, μεγάλων ιδανικών ερώτων, δεν αρκούσαν πιά για να καλύψουν τις αναγνωστικές ανάγκες των κατοίκων της γηραιάς ηπείρου, των ευρωπαϊκών οικογενειών που ο ανθός της νιότης των παιδιών τους, τα ευρωπαϊκά νιάτα σαν στρατιώτες χάνονταν ή ακρωτηριάζονταν μέσα στα πολεμικά χαρακώματα εν ονόματι του έθνους ή του αυτοκράτορα. Από την άλλη, τα επιτεύγματα της Επιστήμης βασιζόμενης στην αυστηρότητα των κανόνων και των αρχών της λογικής παγίδευαν τα άτομα σε μία περιπέτεια βίου δίχως μεταφυσικά ερείσματα, θρησκευτικές παραμυθίες παρηγοριάς που κουβαλούσαν ως παράδοση και ως κληρονομιά. Το μεσοδιάστημα μεταξύ του μεσοπολέμου και των χρόνων του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου (της εποχής της Μπελ Επόκ) ο πολιτισμός της Ευρώπης και οι πολίτες των δυτικών κοινωνιών ταλανίζονταν από ρεύματα κάθε κατηγορίας άρνησης και γκρεμίσματος κάθε παλαιάς μεταφυσικής θεωρίας και κοινωνικής- πολιτικής βεβαιότητας. Ο μοντέρνος άνθρωπος αντίκριζε το πρόσωπό του στον καθρέφτη της Ιστορίας ως μεταφυσικά άστεγος, πολιτικά αρνητής της κυβερνητικής εξουσίας, και αυτό το χάσμα που πρόβαλλε μπροστά του, αυτό το πρωτόγνωρο γεγονός έπρεπε να το αποδεχθεί όσο σκληρό και αν φάνταζε στις συνειδησιακές και ψυχικές του αντοχές. Ο άνθρωπος σύμφωνα με τις καινούργιες αντιλήψεις των ευρωπαίων θεωρητικών, των μοντέρνων φιλοσόφων και της ηθικής στοχαστών ήταν ένα Όν όχι προερχόμενο από τις παλαιές ουτοπικές φιλοσοφίες της ανθρωπότητας και καταβολές, αλλά ένα ακόμα τυχαίο φαινόμενο ζωής του Φυσικού περιβάλλοντος στην διαδικασία της εξέλιξης. Ένα κουκλάκι- ανδρείκελο- που το κινούν και το διαχειρίζονται οι κλωστές της Μοίρας στην κάθε φορά νέα παράσταση του κουκλοθέατρου της Ιστορίας, καλλιεργώντας του τα σκοτεινά ένστικτα της συνείδησής του και διαμόρφωσης της ψυχοσύνθεσης του χαρακτήρα του. Δεσμώτης ο άνθρωπος παγιδευμένος είτε από την μεταφυσική είτε από την κληρονομικότητα. Απελεύθερος κατά διαστήματα μέσα στην Ιστορία αλλά ποτέ οριστικά Ελεύθερος. Η επιστήμη της Ψυχανάλυσης από την άλλη, έστρεψε το ενδιαφέρον του κουρασμένου ανθρώπου προς το «ένδον σκάπτε» του Μάρκου Αυρηλίου. Ομάδες και κινήματα αναχωρητισμού, θεοσοφιστών, σέχτες αναζήτησης του εσωτερικού φωτισμού στους νέους δρόμους εξερεύνησης της μυστικής ανατολής. Το πνεύμα του εξωτισμού και του κοσμοπολιτισμού που γεννήθηκε ως απαλλαγή από παλαιά δεσμά, των ανευρέσεων κρυμμένων δρόμων ουτοπίας, ατομικής ευτυχίας, εμπειριών ανεύρεσης της ανθρώπινης αυτογνωσίας πέρα από τα καγκελόφραχτα όρια της Λογικής οδήγησε την ανθρώπινη φύση σε αδιέξοδο. Η απομάγευση του Κόσμου έφερε και την απομάγευση της Τέχνης, της Γραφής, το φαινόμενο του ανεικονισμού, της αμορφίας, της λατρείας των σκοτεινών ορμέμφυτων που καιροφυλακτούν να προβάλλουν από τις ανθρώπινες συνειδήσεις. Ο άνθρωπος του 20ου αιώνα αναζητούσε την ετερότητά του χωρίς πυξίδα οδήγησης, την πραγματικά δική του φωνή μέσα στην πολυβουϊα της εποχής του, την αυτονόμηση της ταυτότητας της παρουσίας του μέσα στο Νέο Κόσμο που γεννιόταν. Οικοδομούσε την μοντέρνα εαυτότητά του ως υπαρκτικό γεγονός, καλλιεργούσε την περιπέτεια της καινούργιας οντολογίας του. Αναδείκνυε αποκλειστικά τα δικά όνειρα και οράματα αυτά που πήγαζαν από μέσα του, φιλοδοξούσε να τα φανερώσει στους γύρω του, και αυτούς τους αχαρτογράφητους ακόμα δρόμους τους άνοιγε η επιστήμη της ψυχολογίας, το πομπώδες και θορυβώδες κίνημα των Υπερρεαλιστών και των διαφόρων διακλαδώσεών του στους χώρους της Τέχνης, της Γραφής. Το βλέμμα του ανθρώπου άλλαζε και μαζί και οι πολιτιστικές του εκδηλώσεις και φανερώματα, οι καταγραφές της συνείδησής του πάνω στην λευκή σελίδα ή στην βουβή οθόνη του κινηματογράφου, την σκηνή του θεάτρου. Ο εσωτερικός μονόλογος από τα πρώτα βήματα της εμφάνισής του στους χώρους της πεζογραφίας δεν ήταν παρά μία πορεία εσωτερικής περιπλάνησης στον θρυμματισμένο εσωτερικό ψυχισμό του ανθρώπου. Μία κατακερματισμένη της πραγματικότητας όψης ανεύρεσης της ανθρώπινης αυτογνωσίας πέρα από τη λογική και την ευθύγραμμη ροή του χρόνου. Στον εσωτερικό μονόλογο δεν υπάρχει αιτία και αιτιατό, άσφαλτη ιδεολογία της γραφής. Οι εικόνες δεν έχουν συνέχεια στην καινούργια τεχνική της μυθοπλασίας, οι λέξεις των πεζογραφημάτων δεν αφηγούνται ευθύγραμμα την αίσθηση των συμβάντων, τις σχέσεις και αλληλοεπιδράσεις των ανθρώπων, η σύνθεσή τους γίνεται τυχαία ή συνειρμικά. Το πεζογράφημα είναι ένα είδος εξομολόγησης δίχως εξομολογητή, τον ρόλο αυτόν δεν τον παίζει ούτε ο αναγνώστης. Συνήθως τα επεισόδια μπερδεύονται αν και αποτελούν σταθερό μέρος κέντρο προσοχής του κάδρου της σύνθεσης. Άλλα λειτουργούν αυτόνομα αλλά όχι εντελώς ξεκομμένα από το ευρύτερο πλάνο της σύλληψης. Τα πεζογραφήματα που καλλιεργούν τον εσωτερικό μονόλογο φέρουν μέσα τους μια άλλη ιδιοτυπία γραφής, έναν «παραληρηματικό» μελαγχολικό ενθουσιασμό, μιά κατακερματισμένη απαισιόδοξη περιπέτεια της μνήμης του συγγραφέα και το κυριότερο, η αίσθηση ότι η αποτυχία δεν βρίσκεται έξω από εμάς αλλά μέσα μας, μια συναίσθηση με απρόβλεπτα αποτελέσματα που η τέχνη και η τεχνογνωσία της γραφής το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να φωτογραφήσει το μη ορατό και αψηλάφητο, σαν τις ακτίνες Χ αν κατανοώ σωστά.

     Επιστρέφοντας λοιπόν στην Ελλάδα ο Στέλιος Ξεφλούδας διδάσκει στο Ιταλικό Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης και σε άλλα Σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Τα πρώτα χρόνια της Κατοχής (1941), μετατέθηκε στην Αθήνα στο Υπουργείο Παιδείας. Στην διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας ανέλαβε διάφορες διευθυντικές θέσεις. Απεβίωσε στις 27 Νοεμβρίου 1984 έχοντας κερδίσει την καταξίωση από τους συγγραφικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους της Θεσσαλονίκης και των Ελληνικών Γραμμάτων. Ο πεζογράφος Στέλιος Ξεφλούδας αποτελεί όπως προαναφέραμε δραστήριο μέλος της Σχολής της Θεσσαλονίκης και θεωρείται ο εισηγητής σε λογοτεχνικό και θεωρητικό επίπεδο του εσωτερικού μονολόγου στην χώρα μας. Σημαντικοί έλληνες δοκιμιογράφοι και κριτικοί όπως ο Κώστας Στεργιόπουλος, ο Δημήτρης Νικολαρεϊζης, ο Άρης Μπερλής, ο Αλέξης Ζήρας, ο ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας Μάριο Βίττι κ.ά., (1). Ακτινογραφώντας και εξετάζοντας την πεζογραφική εξέλιξη-τα βιβλία- του μυθιστοριογράφου Στέλιου Ξεφλούδα μας επισημαίνουν με έμφαση μας τονίζουν ότι πριν αρχίσουμε να εκθέτουμε τις θέσεις και τις κρίσεις μας για την πεζογραφία του οφείλουμε πρώτα να μιλήσουμε για τον εσωτερικό μονόλογο και την επίδραση του ρεύματος αυτού στην ελληνική Μυθιστοριογραφία. Ιδιαίτερα στην ελληνική λογοτεχνική επικράτεια που ταυτίστηκε το ρεύμα αυτό με το έργο του. (2).

    Στο χρονικό διάστημα που διέμενε στην Θεσσαλονίκη και δραστηριοποιήθηκε εργασιακά και πνευματικά, συνδέθηκε με μία μικρή φιλική παρέα νεαρών Θεσσαλονικιών διανοουμένων, λογίων, λογοτεχνών και ίδρυσαν το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό (1932) τις «Μακεδονικές Ημέρες» στο οποίο υπήρξε συνεργάτης και διευθυντής την Γ΄ και Δ΄ χρονιά της έκδοσης του σημαντικού αυτού περιοδικού. (3). Ακόμα, υπήρξε συν-διευθυντής του περιοδικού «Olimpo» που δημοσίευσε αρκετές από τις μεταφράσεις του. Μετά την Απελευθέρωση, τα Μεταπολεμικά χρόνια, συνεργάστηκε με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά γράφοντας κείμενα για την λογοτεχνία και το μυθιστόρημα, όπως: η «Ευθύνη», η «Καινούργια Εποχή», η «Νέα Εστία», «Τα Νέα Γράμματα», τα «Νεοελληνικά Γράμματα», οι «Μακεδονικές Ημέρες», η «Νέα Πορεία» και σε άλλα, όπως μας αποκαλύπτει η εύρωστη βιβλιογραφία του.

    Ο Στέλιος Ξεφλούδας ήταν μέλος της Ομάδας των Δώδεκα. Τιμήθηκε για την συγγραφική του προσφορά στα Ελληνικά Γράμματα τρείς φορές. Με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το (1958). Με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1961) και με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1982). Στο λογοτεχνικό στίβο εμφανίστηκε σχετικά νέος, πριν κλείσει τα 30 του χρόνια, το (1927) δημοσιεύει στο «Μακεδονικόν Ημερολόγιον» το Οδοιπορικό του «Στα Μοναστήρια του Άθωνα». Έκτοτε και μέχρι τα μέσα του 1980 θα κυκλοφορήσει 15 πεζογραφήματα, 2 μελέτες για το σύγχρονο μυθιστόρημα (η μία στα γαλλικά) και θα επιμεληθεί και θα γράψει την εισαγωγή σε δύο τόμους της Βασικής Βιβλιοθήκης.

Πεζογραφήματα

1., -Τα τετράδια του Παύλου Φωτεινού, εκδόθηκαν στην Θεσσαλονίκη το 1930 (από το τυπογραφείο «Ανατολή»)

2., -Εσωτερική συμφωνία, Θεσσαλονίκη 1932

3., -Εύα, Θεσσαλονίκη 1934

4., -Στο φώς του λευκού αγγέλου, εκδ. «Κασταλία», Αθήνα 1936

5., -Κύκλος, εκδ. «Αετός», Αθήνα 1944

6., -Άνθρωποι του μύθου, εκδ. Μιχαήλ Σαλίβερος, Αθήνα 1946

7., -Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη, εκδ. «Δίφρος», Αθήνα 1957

8., -Εσύ, ο κύριος Χ κι ένας μικρός πρίγκηπας, Αθήνα 1960

9., -Δον Κιχώτης, εκδ. Γεωργίου Φέξη, Αθήνα 1962

10.,-Ο δικτάτορας, εκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1964

11., -Οδυσσέας, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1974

12., -Ο Δον Κιχώτης στον Παράδεισο, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1975

13., -Ο άνθρωπος και ο πόλεμος χωρίς μύθο, εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1977

14., -Μέρες μέσα στο σκοτάδι, εκδ. Στρ. Φιλιππότη, Αθήνα 1981

15., -Εσωτερική βιογραφία, εκδ. Στ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983

Μελέτες

1., -Le roman neohellenique, 1953

2., -Το σύγχρονο μυθιστόρημα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1955

3., -ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΑ: Επιμέλεια- Εισαγωγή ΣΤΕΛΙΟΥ ΞΕΦΛΟΥΔΑ. Βασική Βιβλιοθήκη Ν. 22. (Επανέκδοση Ι. Ζαχαρόπουλος), Αθήνα χ.χ.

4., -ΝΙΡΒΑΝΑΣ, ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΠΟΥΛΟΣ, ΡΟΔΟΚΑΝΑΚΗΣ, ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Επιμέλεια- Εισαγωγή: ΣΤΕΛΙΟΥ ΞΕΦΛΟΥΔΑ. Βασική Βιβλιοθήκη Ν. 30. (Επανέκδοση Ι. Ζαχαρόπουλος), Αθήνα χ.χ.

          Με την γραφή και το έργο του ασχολήθηκαν μεταξύ άλλων ο κριτικός και ποιητής Τέλλος Άγρας, ο ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας Αλέξανδρος Αργυρίου, ο κριτικός Βάσος Βαρίκας, ο συγγραφέας Βασίλης Δεδούσης, ο κριτικός και δοκιμιογράφος Αλέξης Ζήρας,  ο κριτικός Άλκης Θρύλος, ο δοκιμιογράφος Τόλης Καζαντζής, ο πανεπιστημιακός κριτικός και ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας Μιχάλης Γ. Μερακλής, ο δοκιμιογράφος Άρης Μπερλής, ο πεζογράφος Νίκος Μπακόλας, ο δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Κώστας Μ. Προυσής, ο Δημήτρης Νικολαρεϊτζης, ο κριτικός Απόστολος Σαχίνης, ο δοκιμιογράφος Πέτρος Σπανδωνίδης (που έχει δημοσιεύσει μελέτη για τον εσωτερικό μονόλογο), ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Στεριόπουλος, ο ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας Δημήτρης Τσάκωνας, ο κριτικός και πεζογράφος Πέτρος Χάρης, ο κριτικός Γιάννης Χατζίνης και άλλοι μελετητές που ασχολούνται και χαρτογραφούν την Λογοτεχνική Σχολή της Θεσσαλονίκης.

(1)., Αντιγράφουμε από το μελέτημα του Mario Vitti, «Η ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑ» ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΜΟΡΦΗ, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1977, σ. 278-282,«Η αμφισβήτηση του εξωτερικού. Σ. Ξεφλούδας»:

«Περνώντας από τις κατατοπιστικές γενικές απόψεις στην ειδική περίπτωση, το πλησίασμα του Στέλιου Ξεφλούδα βρίσκω να εξυπηρετεί αρκετά τη μελέτη μας, μιά και ο συγγραφέας αυτός που θεωρείται ένας από τους τυπικούς εκπροσώπους του εσωτερικού μονολόγου στην Ελλάδα, μας παρέχει και μιά πλούσια αρθρογραφική δραστηριότητα, πού βοηθεί την κατανόηση των επιδιώξεών του".

(2)., Διαβάζουμε ανάμεσα στα όσα ουσιαστικά γράφει στο λήμμα για τον Ξεφλούδα στο «Λογοτεχνικό Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των εκδόσεων Πατάκη 2007, ο Αλέξης Ζήρας:

«Παρά τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους ως προς την αφηγηματική τεχνική και παρά τις θεματικές μετατοπίσεις, τα πεζά του Ξ. διακρίνονται σε δύο κύκλους. Στον πρώτο συμπεριλαμβάνονται τα μεσοπολεμικά. Τετράδια του Παύλου Φωτεινού (εμπνευσμένα από τα Τετράδια του Αντρέ Βαλτέρ του Andre Gide). Εσωτερική συμφωνία, Εύα, Στο φως του λευκού αγγέλου, καθώς και ο Κύκλος, που, αν και δημοσιεύθηκε στο τέλος της κατοχικής περιόδου, στην ουσία αποτελεί προέκταση των πρώτων βιβλίων του. Ο δεύτερος κύκλος αρχίζει ουσιαστικά με τους Ανθρώπους του μύθου, ένα αφήγημα όπου παριστάνεται η εποχή του πρόσφατου πολέμου και των δοκιμασιών του, με βάση τα βιώματα του στρατευμένου στο μέτωπο Ξ. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι μάχες του 1940 και ο ηρωισμός των μαχομένων επέδρασαν βαθιά στο συναισθηματικό κόσμο του συγγραφέα. Αν και γενικά διατήρησε την τεχνική που εγκαινίασε στα Τετράδια- ο Ξ. θεωρήθηκε ο αντιπροσωπευτικότερος από τη γενιά του 1930 που εφάρμοσε τον γαλλικό εσωτερικό μονόλογο- το αφαιρετικό βλέμμα κατόπτευσης των κυμαινόμενων εντυπώσεων των πρώτων του βιβλίων έδωσε τη θέση του σε μια πιο αναπαραστατική περιγραφή του περιβάλλοντος και της εποχής…..», σ. 1605

(3), Οι «Μακεδονικές Ημέρες» ήταν ένα από τα σοβαρότερα λογοτεχνικά περιοδικά της Θεσσαλονίκης. Το περιοδικό ήταν μηνιαίο αρχικά, αλλά τελικά κυκλοφόρησε σε ακανόνιστα χρονικά διαστήματα και με αρκετές διακοπές στην κυκλοφορία του. Από τον Μάρτιο του 1932 έως τον Απρίλιο του 1953 σε δύο περιόδους. Την πρώτη, πιο μακροχρόνια και παραγωγική σε συνεργασίες και ύλη, από τον Μάρτιο του 1932 έως τον Σεπτέμβριο του 1939 (επτά τόμοι, 53 μονά και διπλά τεύχη) και την δεύτερη, την επτάμηνη, Σεπτέμβριος 1952 έως τον Απρίλιο του 1953 (συνολικά 6 τεύχη). Το περιοδικό έφερε υπότιτλο «μηνιαίο περιοδικό μελέτης, κριτικής και σχολίων». Οι «Μακεδονικές Μέρες» στην διάρκεια της κυκλοφορίας τους διαδοχικά είχαν τους εξής διευθυντές: Πέτρος Σπανδωνίδης, Γιώργος Θέμελης, Στέλιος Ξεφλούδας, Γεώργιος Δέλιος, Βάσος Βασιλείου και ο Γιώργος Βαφόπουλος. Για την σύλληψη της ιδέας της έκδοσης του πρωτοποριακού, ευρωπαϊκών προδιαγραφών περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες» μας εξομολογείται ο Στέλιος Ξεφλούδας:

     «Όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη κι έκανα πάλι τον καθηγητή, ήταν εδώ τότε ο Τατάκης. Ζούσε ακόμα ο μακαρίτης ο Σπανδωνίδης’ σκεφτήκαμε λοιπόν ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι στα γράμματα. Η Μακεδονία δεν είχε τίποτα’ εκτός από τις εφημερίδες που έβγαιναν, δεν υπήρχε κανένα λογοτεχνικό έντυπο, δεν έβγαινε κανένα έντυπο. Σκεφτήκαμε λοιπόν να βγάλουμε ένα περιοδικό. Την έμπνευση την αρχική της είχε ο Σπανδωνίδης ο οποίος ήταν και ο πρεσβύτερος γυμνασιάρχης αν δεν γελιέμαι τότε, και προθυμοποιήθηκε μάλιστα αυτός να αναλάβει τη διεύθυνση. Το περιοδικό αυτό βγήκε με δικά μας έξοδα και δεν είχε και κέρδη καθόλου. Ήταν τότε εδώ κι ένας άλλος λογοτέχνης, αξιόλογος σήμερα, δοκιμιογράφος, ο Αλκιβιάδης ο Γιαννόπουλος’ ήταν ο Τατάκης, ήταν ο Πεντζίκης, ο Βαρβιτσιώτης και άλλοι νεότεροι και όλοι αυτοί ήρθαν και κύκλωσαν εκεί, εκάναμε μιαν ομάδα και ξεκινήσαμε να βγάλουμε αυτό το περιοδικό. Το περιοδικό αυτό υπήρξε η αφορμή και ακόμη σήμερα να είναι παραδεκτό και να αναγράφεται κάθε φορά στις εφημερίδες που μιλούν για την πνευματική Θεσσαλονίκη και για την πνευματική κίνηση της Θεσσαλονίκης, να λεν για τη «Σχολή της Θεσσαλονίκης». Είμαστε εμείς, δεν περιαυτολογώ ούτε το λέω για να επιδείξω ότι κάναμε κάτι το σημαντικό, ότι εμείς πρώτοι φέραμε τα καινούργια ρεύματα στην λογοτεχνία μας, δηλαδή δώσαμε κείμενα που ήταν άγνωστε έως τότε, Κάφκα, Προύστ, από τους συγγραφείς που την εποχή εκείνη ήταν στην πρωτοποριακή γραμμή, στην πρώτη γραμμή της πρωτοπορίας. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκαν οι Μακεδονικές Ημέρες και παράλληλα με τους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης ήταν ο Θέμελης, ήταν ο Βαφόπουλος, ήταν ο Δέλιος, ό Τατάκης, όλοι αυτοί ήταν συνεργάτες και γράφαν στις Μακεδονικές Ημέρες. Με τον Τατάκη, σας είπα είμαστε στο Παρίσι μαζί, γυρίσαμε κι εκείνος κι εγώ φορτωμένοι με τα ρεύματα της Ευρώπης, με την πνευματικότητα την Ευρωπαϊκή και έτσι δημιουργήθηκε η κίνηση αυτή. Στο περιοδικό σιγά-σιγά πήραν μέρος, έσπευσαν να συνεργασθούν και οι αθηναίοι λογοτέχνες…….» σελ. 39-40.

Την προσωπική μαρτυρία του Σ. Ξεφλούδα την αντλώ από την μελέτη της κ. Αγλαϊας Κεχαγιά- Λυπουρλή, «Το Πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό της Θεσσαλονίκης Μακεδονικές Ημέρες (1932-1939) στα πρακτικά του Συνεδρίου «Φυτώριο Λογοτεχνίας στη Θεσσαλονίκη» Τα λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης στον 20ο αιώνα. Επιμέλεια: Περικλής Σφυρίδης, έκδοση Δήμος Θεσσαλονίκης, Αντιδημαρχία Πολιτισμού Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2006.

     Τ Ο   Μ Υ Θ Ι Σ Τ Ο Ρ Η Μ Α

          Το μυθιστόρημα απ’ την πρώτη εμφάνισή του ως σήμερα, συνεχώς ανανεώνεται ζητώντας να ευρύνει σε πλάτος και βάθος τα όριά του. Δημιούργησε ανθρώπους που ζουν και συναναστρέφονται μαζί μας, τους αγαπάμε και τους θαυμάζουμε, θέλουμε να τους μιμηθούμε, να επαναλάβουμε τις πράξεις τους, τον τρόπο ζωής τους, την συμπεριφορά τους, άλλοτε τους μισούμε, μας εξοργίζουν, τους περιφρονούμε, τους καταδικάζουμε- δεν είναι πάντα άγγελοι τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων αφού είναι πρίν απ’ όλα άνθρωποι- μας έδωσε κάτω απ’ την όψη της αιωνιότητας, ήρωες που δεν γνώρισαν καμιά φθορά και κανένα θάνατο, όπως είναι οι ήρωες του Ντίκενς, του Μπαλζάκ, του Τολστόϊ, του Ντοστογιέβσκυ, κι’ όλων των μεγάλων μυθιστοριογράφων.

          Βυθισμένοι στις σελίδες των παλαιότερων μυθιστορημάτων, ζούμε ιστορίες, περιπέτειες, δράματα, μύθους ταυτιζόμαστε με τους ήρωές τους επαναλαμβάνοντας τη ζωή τους σα νάτανε δική μας, συμμεριζόμαστε τις χαρές και τις λύπες τους, την ευτυχία και τη δυστυχία τους, κλαίμε το κλάμα τους, γελούμε το γέλιο τους, πλουτίζουμε την ευαισθησία μας δημιουργώντας μέσα μας καταστάσεις συναισθηματικές, υφιστάμεθα μιά ψυχική κάθαρση, μιά μεταμόρφωση. Παρακολουθώντας μιά περιπέτεια γοητευτική με την περιέργεια να φτάσουμε στο τέλος της- τα ταξίδια κι’ οι περιπέτειες μαγνητίζουν τα βήματά μας- περνούμε στον κόσμο της φαντασίας πέρα απ’ τη μονότονη επανάληψη της κάθε μέρας μας, κάποτε φτάνουμε στην περιοχή του ονείρου και γινόμαστε οι μόνοι της κάτοικοι.

          Το σημερινό μυθιστόρημα που δεν ακολουθεί την παράδοση, εκφράζει προβλήματα, ανησυχίες, αγωνίες του καιρού μας, περιέχει υπόστρωμα πνευματικό, μιά φιλοσοφική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου, δεν αγνοεί την ανάγκη για μιά μεταφυσική θεμελίωση των αρχών της ζωής. Όπως ζούμε σ’ ένα αδιέξοδο, στην αγωνία και την αβεβαιότητα για την αύριο, το μυθιστόρημα καθρεφτίζει αυτήν την βεβαιότητα και την αγωνία που είναι κοινωνική, ηθική, μεταφυσική. Πέρα απ’ την αφήγηση μιάς ιστορίας, ενός μύθου, την δημιουργία ηρώων, όπως γινόταν με το παλαιότερο μυθιστόρημα, θέλει να είναι μία μαρτυρία για τον άνθρωπο πού τον αποκαλύπτει στην πιό βαθειά πραγματικότητα, στην πιό παγκόσμια, ενσαρκώνοντας μιάν εικόνα του κι’ ένα όραμα του κόσμου πού προπάντων ο μυθιστοριογράφος σκέπτεται.

          Δεν υπάρχουν πιά τύποι, ήρωες, περιθώρια για μιά πλαστική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου, οι μυθιστοριογράφοι δεν ξέρουν πιά να μας πουν ιστορίες γεμάτες ενδιαφέρον, ν’ αφηγηθούν μύθους γοητευτικούς’ εξομολογούνται, στοχάζονται, καταγράφουν, καταθέτουν την μαρτυρία τους ζώντας κάθε μέρα τρομαχτικά γεγονότα μέσα σ’ έναν κόσμο που έχασε την ισορροπία του, αφού ο άνθρωπος κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τα ίδια του τα δημιουργήματα, από την αλαζονεία του να γίνει Θεός. Έτσι το μυθιστόρημα φεύγοντας απ’ την παλιά του κοίτη αναζήτησε καινούργιους εαυτούς του και τους αναζητάει για να ξαναβρεί τον άνθρωπο που δεν του έμεινε παρά το φοβερό ανακάτωμα από τα γεγονότα μισού τραγικού αιώνα που συνεχίζεται.

          Γενικά τα μυθιστορήματα παλιά ή σύγχρονα, όπως όλα τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας: η πιό τέλεια έκφραση της μεγαλοφυϊας μας, επηρεάζουν τον άνθρωπο και τη ζωή, χωρίς να το επιδιώκουν εκ των προτέρων, διδάσκουν. Κι’ ο μυθιστοριογράφος, όσο κι’ αν χρειάζεται να μένει ένας καλλιτέχνης, δεν μπορεί να μην είναι ο ποιητής ενός κόσμου καλύτερου όπου όλοι οι άνθρωποι, πλάσματα του Θεού, θα έχουν την δυνατότητα να ζουν ευτυχισμένοι.

Περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ φυλλάδιον προβληματισμού της νεότητος, Έτος Γ΄ φυλλάδιον 31/ 11, 1963, σ. 66.

Ο  ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΣ  ΚΑΙ  ΤΟ  ΜΗΝΥΜΑ  ΤΟΥ

          Τα μεγάλα μυθιστορήματα, όπως και τα μεγάλα έργα της τέχνης, περικλείουν, χωρίς αυτό να το επιζητούν από πριν, το δικό τους μήνυμα. Ο μυθιστοριογράφος, πέρα από το καθαρά καλλιτεχνικό αντίκρισμα της ζωής και του ανθρώπου, την απεικόνιση και την ανάπλαση της πραγματικότητας, την αφήγηση των γεγονότων, τη δημιουργία αυθύπαρκτων προσώπων, την εφεύρεση ενός μύθου ή μιάς υπόθεσης, την αποκάλυψη του ανεξάντλητου εγώ του, έχει το ηθικό του πιστεύω, βασανίζεται από μεταφυσικές και συναισθηματικές αγωνίες, ακόμα και από προβλήματα κοινωνικά και πολιτικά, παρατηρεί ό,τι συμβαίνει γύρω του σαν κάτοικος του κόσμου τούτου, παίρνει μιά στάση απέναντι στα γεγονότα, μας δίνει τη μαρτυρία του γι’ αυτά.

           Ο μυθιστοριογράφος όσο κι αν μένει με το δικό του τρόπο ο ιστορικός μιάς εποχής και μιάς κοινωνίας, (ο Ντίκενς, ο Σταντάλ, ο Μπαλζάκ, ο Τολστόι, ο Προύστ ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία των δημιουργών) προχωρεί πάντα πέρα απ’ την ιστορία, επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει, κρίνει, στοχάζεται, εκφράζει, ανάλογα με τη στάση του, το μήνυμά του. Ακόμα δημιουργεί πρόσωπα προεκτείνοντας σ’ αυτόν τον εαυτό του ή αφήνοντάς τα να κινηθούν και να ολοκληρωθούν μόνα τους, αποκαλύπτει τον εσωτερικό του κόσμο χρησιμοποιώντας την εξομολόγηση, απεικονίζει το άγχος και την αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου, μας δίνει τον κόσμο και τον άνθρωπο μέσα στην εποχή τους και πέρα απ’ την εποχή τους, όπως είναι, τις πιό πολλές φορές, γεμάτους αθλιότητα, μίση, πάθη, παραλογισμό, αφήνοντας ν’ ακουστεί η τραγική κραυγή διαμαρτυρίας και της άρνησής του ή όπως ονειρεύεται να είναι στην ιδανική τους μορφή γιατί δεν μπορεί να μη σκέπτεται την αλλαγή της μοίρας του ανθρώπου, τη δημιουργία ενός κόσμου καλύτερου όπου όλα τα πλάσματα του ίδιου Θεού θα μπορούν να ζουν ευτυχισμένα.

          Ο μυθιστοριογράφος λοιπόν πέρα απ’ την απεικόνιση και την ανάπλαση μιάς εποχής ή μιάς κοινωνίας, τη δημιουργία αυθύπαρκτων προσώπων, την αποκάλυψη του εσωτερικού του σύμπαντος είτε χρησιμοποιεί το διάλογο είτε το μονόλογο, το πρώτο ή το τρίτο πρόσωπο, τον ενεστώτα ή τον αόριστο, είτε δίνει πλαστικά τον άνθρωπο, χαρακτήρες ολοκληρωμένους, είτε μέσα στον παραλογισμό και τις αντιφάσεις του, είτε εξομολογείται προβάλλοντας το δικό του σύμπαν και τον κόσμο του είτε αφηγείται μιά ιστορία ή ένα μύθο, μένει στην ουσία πάντα ένας ανθρωπιστής και το μήνυμα κάθε δημιουργού, κάθε μεγάλης τέχνης είναι η ανθρώπινη αιωνιότητα.

ΕΥΘΥΝΗ. Έτος Δ΄ φυλλάδιον 38/ 6,7, 1964, σελ. 44-45

          Η ΑΙΩΝΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ

     Ο αληθινός δημιουργός τείνει πάντα προς το απόλυτο. Στο έργο του ζητάει να μας δώσει την πιό τέλεια, την απόλυτη μορφή του κόσμου και του ανθρώπου, να βρει «τη βαθύτερη αλήθεια της ύπαρξης των πραγμάτων». Αγκαλιάζοντας μ’ όλες τις αισθήσεις του το αινιγματικό θέαμα του κόσμου επιστρέφει στον εαυτό του και μονήρης μέσα στην εσωτερική προσπάθεια και πάλη αγωνίζεται να δώσει την αιώνια μορφή της πραγματικότητας. Το να μη καταλήγει κανείς αυτό κάνει το μεγαλείο του λέγει ο Γκαίτε θέλοντας να απεικονίσει την πιό ιδανικά πλαστική και υψηλή μορφή του κόσμου και του ανθρώπου, ενώ ο Ντοστογιέφσκι ζητώντας να αποκαλύψει τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής, τον άγγελο και τον δαίμονα που μας βασανίζει στην τραγική σύγκρουση με τον εαυτό μας ομολογεί ότι σ’ όλη του τη ζωή δεν έκανε άλλο παρά να ξεπερνά τα όρια καταποντιζόμενος στο εσωτερικό χάος του ανθρώπου. Κι ο Βαλερύ, ο φανατικός λάτρης του διανοητικού, μας βεβαιώνει πώς ό,τι του ήταν εύκολο του ήταν αδιάφορο και σχεδόν εχθρικό. Μιά μοίρα τραγική βαρύνει το δημιουργό στην αδιάκοπη προσπάθειά του για την κατάκτηση του απόλυτου. Αυτό είναι εκείνο που κάνει το μεγαλείο του, καταξιώνει την αποστολή του, διαγράφει το δύσκολο και τραχύ δρόμο του.

          Η εποχή μας, εποχή της ταχύτητος, των διαπλανητικών ταξιδιών, της εικόνας, του αδιέξοδου και της αβεβαιότητας ίσως δεν παρέχει το χρόνο για την εξαντλητική και επίμονη προσπάθεια κατάκτησης του απόλυτου. Όμως η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί καθολικό φαινόμενο και αλάθητο συμπέρασμα γιατί σε κάθε εποχή θα υπάρχουν αυτοί που θα θέλουν να ξεπεράσουν τα όρια.

ΕΥΘΥΝΗ Έτος Β΄ φυλλάδιον 17/, 5, 1962, σ. 36

          ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑΣ

Η λογοτεχνία, όπως και κάθε τέχνη, προχωρεί, δεν οπισθοχωρεί. Είναι το δημιούργημα του τελειωμένου ανθρώπου. Εκφράζει την εποχή της, την ξεπερνά, μεταφέρνει το παρελθόν στο παρόν και το ζωντανεύει. Γι’ αυτό ο αληθινός δημιουργός έχει πάντα το πάθος της πρωτοτυπίας. Προχωρεί απ’ αυτό που υπάρχει σ’ αυτό που ο ίδιος δημιουργεί και που δε μοιάζει μ’ αυτό που υπήρχε. Ούτε αντιγράφει ούτε μιμείται. Τα μεγάλα έργα κάθε εποχής φέρνουν τη σφραγίδα της πρωτοτυπίας. Μένουν μοναδικά, δεν επαναλαμβάνονται. Σημειώνουν ένα σταθμό. Είναι οι κορυφές της πνευματικής δημιουργίας. Συνεχίζουν την ύπαρξή τους «εσαεί» γιατί φέρνουν μέσα τους την αιωνιότητα.

          Όμως η λογοτεχνία είναι στη γενική της μορφή έκφραση του συνόλου των δημιουργών της, ανάλογα με την ικανότητα του καθενός. Είναι μία δημιουργία αυθόρμητη, ιδιόμορφη. Εκφράζει την ζωή και τον άνθρωπο, το σύνολο ή το άτομο. Πηγάζει από μιά απόλυτη εσωτερική ελευθερία του δημιουργού που ζει και κινείται μέσα στο χώρο και το χρόνο, αναγκαστικά σαν άνθρωπος δεμένος μαζί τους. Έχει μιά συνέχεια χωρίς διακοπή με διακυμάνσεις, αλλαγές, ανανεωτικές προσπάθειες, αρνήσεις, καταφάσεις, προτιμήσεις, δεν μένει ξένη ούτε αδιάφορη στις παράλληλες πνευματικές αναζητήσεις και προβλήματα μεταφυσικά, ηθικά και κοινωνικά, στα γεγονότα, τις ανησυχίες, της αγωνίας του «παρόντος». Δεν επιστρέφει στο παρελθόν ούτε ζωντανέβει μορφές ξεπερασμένες. Υπάρχουν πάντα δημιουργοί που ζητούν να προχωρήσουν πέρα από την παράδοση, να ανανεώσουν ένα λογοτεχνικό είδος, να πρωτοτυπήσουν από μιάν ανάγκη εσωτερική, από μιάν αλλαγή συνθηκών, σύμφωνα πάντα με τον εαυτό τους. Ζητούν να ξεπεράσουν τα όρια, ανικανοποίητοι απ’ αυτό που έχουν στα χέρια τους, κυνηγοί χωρίς ελπίδα του απόλυτου.

          Το πάθος της πρωτοτυπίας στη λογοτεχνία δεν είχε στην εποχή μας ούτε την έκταση ούτε την ένταση που είχε στην περίοδο του μεσοπολέμου. Σ’ άλλες μορφές της τέχνης και της τεχνικής ίσως αυτό το πάθος να έφτασε σε εκρήξεις καταστροφικές επιδιώκοντας μόνο την πρωτοτυπία σε βάρος της ποιότητας. Ανανεωτικές προσπάθειες τολμηρές έγιναν στο μυθιστόρημα και στο θέατρο που συνεχίζονται και θα συνεχίζονται και τα έργα που βγήκαν απ’ αυτές αναντίρρητα είναι αξιόλογα. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο. Σε κάθε εποχή υπάρχει σε μικρότερη ή μεγαλύτερη έκταση και ένταση το πάθος της πρωτοτυπίας που δεν είναι παρά η ανάγκη της αλλαγής και της ανανέωσης απαραίτητες για την ίδια την ύπαρξη της λογοτεχνίας.

ΕΥΘΥΝΗ Έτος ΣΤ΄ φυλλάδιον 49/ 3,4,1966, σ. 58

Η παρουσία του Στέλιου Ξεφλούδα ολοκληρώνεται με δύο ακόμα δημοσιεύματά του:- «ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ», Έτος Β΄ φυλλάδιον 22/12, 1962, σ.77.- «ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ» Έτος Ε΄ φυλλάδιον 44/ 3,4,1965, σ. 15.

          ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

του ΠΕΤΡΟΥ ΧΑΡΗ της Ακαδημίας Αθηνών

     Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του δοκιμίου του Στέλιου Ξεφλούδα γίνεται φανερό ότι πρόκειται να παρακολουθήσουμε την ερμηνεία και προπάντων την υπεράσπιση ενός λογοτεχνικού είδους, που στάθηκε τολμηρή ανταρσία και, μολονότι εκέρδισε αρκετό χώρο κ’ έφερε μιάν αναμφισβήτητα ανανέωση στον πεζό λόγο, κρατάει ακόμα σε κάποια απόσταση το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, τουλάχιστον σε τόπους που βραδυπορούν στην παρακολούθηση των πνευματικών ρευμάτων και των λογοτεχνικών ή των καλλιτεχνικών αναζητήσεων. Και την υπεράσπιση αυτή δεν ξέρω ποιος άλλος από τη γενεά μας θα μπορούσε να την κάμει με τόση εμπιστοσύνη στην αξία της προσφοράς του σύγχρονου μυθιστορήματος, με συγκρατημένο και γι’ αυτό πειστικό ενθουσιασμό και με κριτικό λόγο, που να πληροφορεί και να κατατοπίζει χωρίς να κουράζει.

          Ο Ξεφλούδας, ο πεζογράφος του μεσοπολέμου που καλλιέργησε περισσότερο από κάθε άλλον διηγηματογράφο ή μυθιστοριογράφο μας τον εσωτερικό μονόλογο, δηλαδή εν’ από τα κυριότερα στοιχεία του μυθιστορήματος των τελευταίων πενήντα χρόνων, είχε και την προετοιμασία (γνωριμία με τα ξένα κείμενα) και την ψυχική διάθεση (ολόκληρος στο κλίμα των αναζητήσεων και των πειραματισμών που έγιναν σε διεθνή κλίμακα, από το 1900 κ’ έπειτα) να πλησιάσει τα μυστικά του σύγχρονου μυθιστορήματος, να μην ξαφνιαστεί από τον άγνωστο και ανώμαλο δρόμο του και καλά να μετρήσει την πορεία του περ’ από τα τελευταία ορόσημα της παράδοσης.

          Μολονότι δε γράφει ιστορία της λογοτεχνίας, αλλά δοκίμιο, δηλαδή είδος κριτικού λόγου που επιτρέπει πολλές ελευθερίες, ο Ξεφλούδας πειθαρχεί στους νόμους της καλής κατανομής της ύλης και πρίν περάσει στο ειδικό θέμα του, επιμένει όσο χρειάζεται σε ό,τι θα αποτελεί τη βάση των αναζητήσεων και των συμπερασμάτων του. Προσπαθεί να καθορίσει τί είναι το μυθιστόρημα και τί ο μυθιστοριογράφος. Και δίνει σελίδες, που έχουν και το περιεχόμενο και τη μορφή του αξιόλογου κριτικού κειμένου. Αφού σημειώσει ότι «αναντίρρητα είναι στον 19ο αιώνα που το μυθιστόρημα παρουσιάζει μιάν άνθιση ξεχωριστή και ξετυλίγεται προς όλες τις κατευθύνσεις» και ότι «περιγράφει τις συγκρούσεις των ιδεών, τις κοινωνικές συγκρούσεις, γνωρίζει όχι μόνο τις συναισθηματικές, ηθικές και θρησκευτικές, μα ακόμα τις πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις», υπογραμμίζει τη μεγάλη και αποφασιστική προσφορά του Ντοστογιέφσκι, που μετατόπισε το μυθιστόρημα από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο και φτάνει σ’ ένα πρώτο συμπέρασμα που θα το ενισχύσει με όσες σελίδες ακολουθούν. «Συνεχίζοντας το δρόμο του, το μυθιστόρημα επεκτείνει συνεχώς τα όριά του και γίνεται ένα είδος συνόλου της λογοτεχνικής έκφρασης». Έχει όμως φροντίσει ο Ξεφλούδας να μας πει πόσο ελεύθερος είναι στις κινήσεις του ο μυθιστοριογράφος κ’ έτσι καλύτερα καταλαβαίνουμε τί σημαίνει η φράση του «το μυθιστόρημα επεκτείνει συνεχώς τα όριά του κ.λπ.». Ο μυθιστοριογράφος λοιπόν «μόνος απ’ όλους τους ανθρώπους έχει το προνόμιο να κινήται ελεύθερα μέσα στο χώρο και στο χρόνο, να δίνη στην πραγματικότητα την πιό πραγματική της έκφραση και μορφή περιγράφοντας τίς άγνωστες λεπτομέρειες της εσωτερικής και της εξωτερικής ζωής. Δε μένει αδιάφορος και ξένος σ’ ό,τι τον τριγυρίζει, δεν αγνοεί τον άνθρωπο, τις αγωνίες και τις ανησυχίες του καιρού του, την κοινωνική κωμωδία ή τραγωδία, που παίζεται γύρω του. Άλλοτε γεμάτος απαισιοδοξία, χρωματίζει με σκοτεινά χρώματα τον κόσμο γιατί πιστεύει ότι η ευτυχία είναι ανέφικτη, ειρωνεύεται τραγικά τον άνθρωπο που θέλησε να γίνει Θεός ξεπερνώντας το Θεό αντικρίζει τον άνθρωπο σαν ένα νευρόσπαστο στα χέρια της μοίρας του, σα μιά σκιά που κυνηγάει τον εαυτό της ή που τον παρασέρνει ο άνεμος από τα πάθη του, κι’ άλλοτε γεμάτος αισιοδοξία και ελπίδα ζωγραφίζει τον κόσμο με χρώματα χαρούμενα, πιστεύει στην ανθρώπινη τελειότητα και αξία της ζωής. Στην ουσία αγαπάει τον άνθρωπο, θέλει να τον δώση κάτου από την όψη της αιωνιότητας, να δημιουργήση τον άνθρωπο χωρίς καμμιά φθορά και κανένα θάνατο σ’ όλη την άπειρη έκταση και το απροσμέτρητο βάθος του. Βρίσκεται μέσα στο σώμα και την ψυχή του ανθρώπου που πλαισιώνεται από ένα χώρο, τοπίο, πολιτεία, συγκεκριμένο ή φανταστικό και κινείται μέσα σ’ ένα χρόνο συνεχή ή διασπασμένο».

          Από το απόσπασμα αυτό καταλαβαίνει ο αναγνώστης σε τί έρευνα απλώνεται ο συγγραφέας του δοκιμίου. Δεν περνάει, βέβαια, σε λεπτομέρειες, αλλά με αφετηρία τη διαφορά παλαιού και νέου μυθιστορήματος όχι μόνο στη μορφή και στην τεχνική, αλλά και στο αντίκρισμα του κόσμου και του ανθρώπου, εξηγεί τί έδωσαν οι σημαντικότεροι αντιπρόσωποι της σύγχρονης πεζογραφίας στην Ευρώπη και στην Αμερική τα τελευταία πενήντα χρόνια, πώς προσπάθησαν να επιτύχουν μιάν ουσιαστική ανανέωση του αφηγηματικού λόγου, αλλά και γιατί επροκάλεσαν μιά κάποια αποχή του κοινού, την «κρίση» στη λογοτεχνία και ειδικότερα στο μυθιστόρημα. Έτσι, έχουμε, σε πυκνούς χαρακτηρισμούς, σκιαγραφίες των σπουδαίων πρωτοπόρων μυθιστοριογράφων, του Προύστ, του Ζίντ, του Κάφκα, του Μαλρώ, του Σάρτρ, του Φώκνερ, του Τζόϋς, της Γούλφ, του Λώρενς, του Ντος Πάσσος, του Φιτζέραλντ, και  βλέπουμε σε μιά μεγάλη εικόνα πνευματικής δραστηριότητας τους ποικίλους μα και συγγενικούς τρόπους αναζητήσεων των αφηγητών του καιρού μας, που ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους αλλά για να προχωρήσουν όλοι από την επιφάνεια στην ουσία και να βοηθήσουν τον άνθρωπο να γνωρίσει τον εαυτό του. Ο Ξεφλούδας απόλυτα πιστεύει ότι «η τέχνη αρχίζει ακριβώς από κει που τελειώνει η πραγματικότητα», ότι «όταν ο μύθος έρχεται στο πρώτο επίπεδο ως αυτοδύναμη αξία, το μυθιστόρημα μας δίνει μιά απλή περιπέτεια» και φυσικά, επιμένει στους μυθιστοριογράφους, που μ’ αυτές τις βασικές πεποιθήσεις επεδίωξαν την ανανέωση του μυθιστορήματος.

          Αφιερώνει ο Ξεφλούδας τέσσερις μόνο σελίδες και στο ελληνικό μυθιστόρημα και κυρίως, στους πεζογράφους της γενεάς του 1930 που «που βασανίζονται από τις ίδιες ανησυχίες και τα προβλήματα με τους μυθιστοριογράφους των άλλων χωρών της Ευρώπης», αλλά δε σχολιάζει ατομικές προσπάθειες γιατί «είναι πρόωρο να ζητήσουμε να βγάλουμε τελειωτικά συμπεράσματα και ν’ αξιολογήσουμε τους νέους συγγραφείς, αφού εξακολουθούν να παράγουν ακόμα». Περισσότερο, επίσης, θα θέλαμε να σταθεί ο Ξεφλούδας στο ύφος, πού μέσα σε οποιαδήποτε τεχνική και σε οποιαδήποτε προσπάθεια ανανέωσης είναι πάντα από τα κύρια στοιχεία του λογοτεχνήματος, και όταν ακόμη δεν προβάλλει πολλές αξιώσεις και όταν νομίζεις (λ.χ. στον Σταντάλ) ότι απουσιάζει. Το ύφος δε δίνει μόνο «μιάν αισθητική συγκίνηση». Το αληθινό ύφος, όχι η εξωτερική ωρολογία, είναι η ασπίδα που προστατεύει το λογοτέχνημα απέναντι στο χρόνο και εξασφαλίζει τη διάρκεια. Άλλωστε, το ύφος αυτό, δηλαδή η προσωπική έκφραση που δεν είναι κομψογραφία, αλλά συμπύκνωση και αποκρυστάλλωση, μιάς ισχυρής ατομικότητας, υπάρχει και στη σύγχρονη πεζογραφία, που τόσο ζήτησε την ανανέωση του μυθιστορήματος.

          Θα θέλαμε κι άλλες απόψεις του Ξεφλούδα να συζητήσουμε (λ.χ. το πώς βλέπει τη σημερινή «κρίση» της λογοτεχνίας), μα πρίν μας λείψει ο χώρος, πρέπει να πούμε ότι με το δοκίμιό του επρόσφερε μιά πολύ αξιόλογη υπηρεσία. Στις σελίδες του ο αναγνώστης, που δεν έχει τον καιρό ή δεν ξέρει ξένες γλώσσες, βρίσκει τις πληροφορίες και τις κρίσεις πού του χρειάζονται. Ενημερώνεται στην πορεία μιάς μεγάλης και ομαδικής προσπάθειας, που είναι από τις πιό χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της εποχής μας.

ΠΕΤΡΟΥ ΧΑΡΗ, ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ, τόμος 8ος, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1993, σ. 169-173.

          Αναγκαία διευκρίνιση, στην παρούσα ανάρτηση μνήμης του πεζογράφου Στέλιου Ξεφλούδα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα συνένωσα δύο παλαιότερα κείμενά μου και σημειώσεις που είχα κρατήσει καθώς διάβαζα τα βιβλία του.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

27 Νοεμβρίου 2025

ΥΓ. Πολύ κακό και πολιτικό «ξεκατίνιασμα» για μια «αριστερή» «Ιθάκη» που δεν άξιζε σε πολιτικό επίπεδο να ταξιδέψουμε ως έλληνες πολίτες πριν μερικά χρόνια. Πάντως το οικονομικό κέρδος όλων των παραγόντων της έκδοσης του βιβλίου είναι μεγάλο, αν αληθεύουν τα νούμερα της πωλήσεώς της.

   

 

   

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Ο Σπύρος Πλασκοβίτης γράφει για τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

 

     ΦΙΟΝΤΟΡ  ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΥ

 Δ Α Ι Μ Ο Ν Ι Σ Μ Ε Ν Ο Ι

του Σπύρου Πλασκοβίτη     

      «Ύστερα από τη δαντική κόλαση, οι «Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκυ πραγματώνουν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα την Κόλαση των Ιδεών. Το καταπληκτικό αυτό μυθιστόρημα, ανεξάρτητα από τα επικαιρικά και ειδικώτερα ρωσικά στοιχεία που εμπνεύσανε τη σύλληψή του, παραμένει ένα μοναδικό μνημείο και για το λόγο ότι εμφανίζεται σαν προάγγελος της φοβερής ιδεολογικής σύγχυσης που έμελλε να ταλαιπωρήσει τον αιώνα μας.

          Μόλις δυό χρόνια ενωρίτερα, το 1869, ο Ντ. Είχε τελειώσει τον «Ηλίθιο». Στο πρόσωπο του πρίγκηπα Μίσκιν είχε προφτάσει να οραματισθεί το «Θεοφόρο» άνθρωπο. Τον τέλειο αθώο, τον οργανικά αγγελικό τύπο, που η παρουσία του θα μπορούσε ίσως να κατασιγάσει τα πάθη και να οδηγήσει το μέγιστο, το καίριο πρόβλημα του ανθρώπου στη λύση του- το ηθικό του δηλαδή πρόβλημα- προσφέροντας «εν βλαστήσει» όλους τους σπόρους της Χριστιανοσύνης.

          Αλλά τα οράματα δεν έχουν ποτέ διάρκεια μεγαλύτερη από την αστραπή που τ’ αποκαλύπτει. Και σ’ ένα πνεύμα «εναγώνιο», όπως ο Ντοστογιέφσκι το αποκαλυπτικό φώς μιάς ευδαιμονικής στιγμής δίνει τρομακτικότερες προεκτάσεις στα σκοτεινά βάραθρα. Έτσι η δολοφονία ενός νεαρού φοιτητού της Γεωπονικής Ακαδημίας της Μόσχας, που αποδείχτηκε ότι ήταν μέλος επαναστατικής οργάνωσης και είχε τιμωρηθεί από τους συντρόφους του για την ιδεολογική του αποστασία, γίνεται αφορμή να ξεσηκωθεί μέσα στην τρικυμισμένη ψυχή του Ντ. καινούργια θύελλα οργής και πόνου. Για μιά ακόμη φορά βλέπει τη διχασμένη συνείδησή του να διαψεύδεται, τους οραματικούς πόθους του να αιωρούνται επικίνδυνα στο κενό. Το κακό αποδεικνύεται βαθειά ριζωμένο- και μάλιστα, όχι σα μιά τυφλή, πρωτόγονη, ιστορική ατέλεια, αλλά και σαν προγραμματισμένη, ψυχρά υπολογισμένη από τον εγκέφαλο ενέργεια.

          Αν όχι ο Μίσκιν λοιπόν, ο «Ηλίθιος», τότε… ποιός τάχα; Αν όχι η ταπεινοφροσύνη της χριστιανικής ψυχής, τότε ποιοί; Οι ιδεοκράτες, οι βακχευμένοι από τη λογική τους, που αγνοούν το ανθρώπινο μέτρο και ασεβούν στη θεία ουσία της Ύπαρξης, αυτοί θα δώσουν  τη λύση;

          Γράφει στους «Δαιμονισμένους» του, για ν’ αντιμετωπίσει και να καταδείξει την αντίθετη όψη του νομίσματος. Είναι ένα βιβλίο φανατικού, τέτοια κι’ η Κόλαση του Δάντη. Ποτέ, σε κανένα άλλο μυθιστόρημά του ο Ντ. δε θα προκαλέσει παρόμοιο συνωστισμό προσώπων ικανών να πραγματοποιούν το Κακό, να ενσαρκώνουν το καθένα τους και μιάν άλλη όψη της καταστροφικής δεσποτείας του Δαίμονα!

          Τον μεγάλο Αμαρτωλό της Ιδέας επεχείρησε, βέβαια, να μας τον δώσει κι’ αργότερα στο πρόσωπο του Ιβάν Καραμάζωφ. «Υπεροψίαν και μέθην», είχε ο Ιβάν. Είν’ εκείνος που επειδή υπερτίμησε τη λογική του αυτοβασανίζεται, αυτοδιαλύεται τελικά μέσα στην αμφιβολία και την τρέλλα. Όμως ο Ιβάν έχει ένα ανώτερο ήθος. Δεν είναι κακοποιός. Υπερτιμώντας την αξία της λογικής του, υπερβάλλει και σε συναίσθημα προσωπικής ευθύνης. Με το «Μεγάλο Ιεροεξεταστή» εξ άλλου έχουμε την απάνθρωπη επικράτηση του δόγματος, την κατοχυρωμένη ιδέα. Τη- λογική κατασκευή που μπόρεσε να κερδίσει το καθεστικό επίχρισμα. Η απανθρωπιά της κατατείνει ωστόσο στο να διατηρηθεί στερεά συγκροτημένη η κοινωνική ομάδα, να κυβερνηθεί και να υπάρξει μιά συνολική κατάσταση βίου.

          Αντίθετα οι «Δαιμονισμένοι» εκφράζουν την ιδεοκρατική βακχεία, που εξωθεί στη διάλυση κάθε μορφής κοινωνικότητας. Εσωτερικά αποτυχημένοι άνθρωποι, ανίκανοι να οικοδομήσουν τον εαυτό τους, αυτοαπαλλάσονται από κάθε αίσθημα ευθύνης με το πρόσχημα της Ιδέας. Μη έχοντας τη δύναμη να κατανοήσουν το συνάνθρωπό τους, είν’ έτοιμοι να τον παραβιάσουν. Η επαναστατικότητα τους απομένει η μόνη ευγενική λύση, για να καλύψουν μιά φύση «αγενή». Οι ιδέες είναι σχετικές, και η αντινομία τους εύκολα οδηγεί στο αδιέξοδο. Αυτοί όμως είναι απόλυτοι και ουσιαστικά «άσκεπτοι». Δοκιμάζουν με ηδονή στους συνανθρώπους των τη δυστυχία, προσφέροντάς τους σαρκαστικά την υπεροχή των ευτυχισμένων ιδεών. Άλλοι συνειδητά, άλλοι ασυνείδητα, επιδιώκουν κατά βάθος ν’ απαλλαγούν από τον εφιάλτη του εαυτού τους. Να μεταθέσουν σε ξένους ώμους τη βαθύτερη δυστυχία τους. Προγραμματίζουν θύματα επειδή κάποια δική τους εσωτερική καταδίκη τους έχει κιόλας ξεγράψει. Έτσι, από μιάν άλλην άποψη, το μυθιστόρημα αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και σαν η τραγωδία της Ηθικής αποτυχίας.

          Δύο οι κυριότεροι ήρωές της. Ο Πέτρος Βερχοβένσκη και ο Νικολάϊ Σταυρόγκιν. Ο πρώτος είναι γιός ενός ναρκισσευόμενου, άγονου κατά βάθος και δηλού διανοουμένου, που αυτοκολλακεύεται πιστεύοντας τον εαυτό του ευρωπαίο νεωτεριστή και ιδεολόγο, δήθεν διωκόμενο για πράξεις και προθέσεις, που ποτέ τους δεν επεχείρησε σοβαρά, να πραγματοποιήσει. Ο Πετρ. Βερχοβένσκη είναι αντίθετα ένας αδίσταχτος μαζοχιστής και πραγματιστής, στερημένος από αυταπάτες. Ψυχρός ανατροπέας και υπολογιστικός δεξιοτέχνης στη χρησιμοποίηση αδύνατων χαρακτήρων, αντιπροσωπεύει τον αποκρουστικότερο τύπο κακοποιού, που επινόησε ο Ντ., όχι μονάχα γιατί κανένα συναισθηματικό κίνητρο δε φαίνεται να τον σπρώχνει στις πράξεις του και να συντονίζει στη συνείδησή του τις συνέπειές τους, αλλά κυρίως γιατί στερείται μεγαλείου. Εμφορείται μόνο από μιά άρρωστη, εκφυλισμένη περιέργεια για το κακό, για να θέτει σε κίνηση το μηχανισμό του κακού και να θεάται κατόπιν τη λειτουργία του. Σα να αισθάνεται ωστόσο πώς ένας τέτοιος ερασιτεχνισμός υπολείπεται σε πληρότητα και δε μπορεί να αποδώσει χωρίς μιάν υψηλότερη θερμοκρασία, επιδιώκει με κάθε τρόπο να προσεταιρισθεί τον από ιδιοσυγκρασία και πάθος αμοραλιστή Νικολάϊ Σταυρόγκιν.

Ο Σταυρόγκιν δεν είναι μικροαστός, ούτε ψευτοδιανοούμενος. Αριστοκράτης στην καταγωγή του, άσωτος, αχόρταγος, πνεύμα οξύ, βιαστής ψυχών και πνευμάτων, ικανός να περηφανεύεται για την υπεροχή του μπροστά στις ταπεινές καρδιές και τις μέτριες υπάρξεις, πάσχει άπ’ ένα ανικανοποίητο πάθος ζωής, γιατί μη έχοντας καμιά πίστη ούτε για τη δική του σωτηρία, ούτε για τη σωτηρία των άλλων, δοκιμάζει απλώς τη δύναμή του κατά τις τυφλές διαταγές του ορμέμφυτου του. Το γεγονός όμως ότι κατορθώνει κάπως να φτάσει στην πιό συντριπτική εξομολόγηση πού διανοήθηκε ανθρώπινο όν μέσα στο κελλί του Τύχωνα, και ότι ο Ντ. με τις εξομολογητικές αυτές σελίδες ορθώνει τη μεγαλοφυΐα του σε μιά από τις σπανιότερες κορυφώσεις της, είναι αρκετό για να καταδείξει το Εωσφορικό μεγαλείο αυτού του «χαμένου κορμιού», πού προκαλεί τελικά «έλεος και φόβον».

          Γύρω από τους δύο αυτούς βασικούς ήρωες κινείται έπειτα ένα πλήθος προσώπων. Το θύμα της ευπιστίας του, ο κατά βάθος αγνός Σάτοβ που παρασύρεται, διστάζει, αναθεωρεί, επιστρέφει κάθε τόσο στον άνθρωπο, για να πληρώσει με τη ζωή του τις ιδεολογικές του ανησυχίες. Ο φανατικός Κυρίλωβ που εξωθείται στην αυτοκτονία για να μπορέσει ν’ αρνηθεί το Θεό και την ύπαρξη. Φοιτητές, αλήτες, αριστοκράτισσες κυρίες-διοικητικοί υπάλληλοι, κι’ ακόμα ένας πρώην διάσημος συγγραφέας- όλοι αυτοί χορεύουν είτε από μίμηση, είτε αφιονισμένοι από τη γοητεία του καινούργιου, του μη καθιερωμένου, τον τραγικό, όσο και γελοίο χορό της ανατροπής.

          Το τελικό κυρίαρχο αίσθημα που καταφέρνει να δημιουργήσει ο Ντ. είναι εκείνο πού επεδίωξε: Μην εμπιστεύεσθε παρά μόνο την καρδιά σας. Μη μετράτε παρά μόνο με το ανάστημα του ανθρώπου. Ο παραλογισμός μπορεί θαυμάσια να μην είναι άλλο τίποτα, παρά μιά δεύτερη όψη της Λογικής.

ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΕΥΘΥΝΗ» έτος Γ΄. τόμος Γ΄. φυλ. 23/ 1, 1963, σ. 183-184.

ΣΠΥΡΟΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ Κέρκυρα 13/6/1917- 7/10/2000

     Νομικός και συγγραφέας από τους πλέον σημαντικούς και αναγνωρισμένους της γενιάς του, των ελληνικών γραμμάτων. Μετά το πέρας των σπουδών του στη Νομική Σχολή Αθηνών μετεκπαιδεύτηκε στην Επιστήμη του για δύο χρόνια στο Παρίσι. Επιστρέφοντας από την Γαλλία εργάστηκε για ένα διάστημα στο Υπουργείο Συγκοινωνιών. Για μία περίπου εικοσιπενταετία 1951-1977 υπηρέτησε ως δικαστής στο Συμβούλιο Επικρατείας. Πολιτικοποιημένος, αντιστασιακός με περγαμηνές, ο Κερκυραίος Σπύρος Πλασκοβίτης ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση την περίοδο της χούντας (1967-1974) ως μέλος της «Δημοκρατικής Άμυνας». Με την επιβολή του επτάχρονου στρατιωτικού καθεστώτος ο δημοκράτης πολιτικός εκδιώκεται από την δικαστική του υπηρεσία, φυλακίζεται, καταδικάζεται και εξορίζεται για πέντε χρόνια για αντιστασιακές δράσεις και ενέργειες. Μετά την μεταπολίτευση επανέρχεται στην θέση του και προάγεται σε σύμβουλο Επικρατείας, παρέμεινε μέχρι το 1977 όπου με την «Αλλαγή» ο Ανδρέας Παπανδρέου τον συμπεριλαμβάνει στα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ. Εκλέγεται βουλευτής Επικρατείας στο Ελληνικό Κοινοβούλιο 1981 και μέχρι το 1989 Ευρωβουλευτής. Διετέλεσε την διετία 1984-1986 αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική ασχολήθηκε αποκλειστικά με την συγγραφή, γράφοντας και δημοσιεύοντας σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες διηγήματα, νουβέλες, πεζογραφήματα, δοκίμια και μελέτες. Έλαβε μέρος σε λογοτεχνικά συνέδρια, έδωσε ομιλίες και συνεντεύξεις, συμμετείχε σε συλλογικούς τόμους όπως τα κλασικά «Δεκαοχτώ Κείμενα», Κέδρος 1994, «Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2013, πεζό του συμπεριλαμβάνεται στην «Ανθολογία Ελληνικού Διηγήματος του 20ου αιώνα» εκδόσεις Καστανιώτη κλπ. Πεζά του και βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες ενώ το μυθιστόρημά του «Το Φράγμα" έχει μεταφερθεί στην μεγάλη οθόνη με επιτυχία. Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων (1994-1997) και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου. Οι εγκυρότεροι κριτικοί και γραμματολόγοι της ελληνικής λογοτεχνίας έχουν ασχοληθεί και έχουν μιλήσει επαινετικά για τα βιβλία, την σύνολη συγγραφική του παρουσία. Για το βιβλίο του «Η Θύελλα και το Φανάρι» «Εστία» (1955) /β΄(1978) βραβεύεται με Β΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1956). Το Μυθιστόρημά του «Το Φράγμα» «Εστία» (1960)/ έκανε πάνω από τέσσερεις επανεκδόσεις έλαβε το «Βραβείο των Δώδεκα» (1961), ενώ το Μυθιστόρημά του «Η Πόλη» «Κέδρος» (1979)/ επίσης αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό και τους κριτικούς κάνοντας πολλές επανεκδόσεις, πήρε το (1980) το «Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος». Παρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα στο περιοδικό «Νέα Εστία» (1948), το όνομά του, ακριβέστερα το ψευδώνυμό του «Λευκάτας» το συναντάμε δύο δεκαετίες νωρίτερα στο περιοδικό του Γρηγορίου Ξενόπουλου «Διάπλασις των Παίδων». Οι τίτλοι των βιβλίων του γεννημένου στο νησί των Φαιάκων Σπύρου Πλασκοβίτη αλλά μεγαλωμένου και εγκατεστημένου στην Αθήνα, ξεπερνούν τους 10. Το (1952) κυκλοφορεί από το τυπογραφείο και τις εκδόσεις «Μαυρίδη» το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα, «Το Γυμνό Δέντρο» έχει κάνει πάνω από τέσσερεις επανεκδόσεις. Τρία χρόνια μετά (1955) κυκλοφορούν τα διηγήματά του «Η Θύελλα και το Φανάρι». Το (1960) κυκλοφορεί «Το Φράγμα», ακολουθούν η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Οι Γονατισμένοι», «Πλειάς» (1975) με τέσσερεις επανεκδόσεις. Τα διηγήματα με τίτλο «Συρματόπλεγμα», «Πλειάς» (1974) με αρκετές επανεκδόσεις. Το (1979) εκδίδεται από τον «Κέδρο» το βραβευμένο του Μυθιστόρημα «Η Πόλη» με επανεκδόσεις. Από τις εκδόσεις «Κέδρος» (1984)/ β΄ (1985) κυκλοφορούν τα Διηγήματά του με τίτλο «Το Τρελό Επεισόδιο». Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφορούν επίσης σε πολλές επανεκδόσεις και τα εξής: το Μυθιστόρημά του «Η Κυρία της Βιτρίνας» (1990), τα Διηγήματα «Το Πουκάμισο του Καθηγητή» (1993), το μυθιστόρημα «Η Άλλη Καρδιά» (1995) και τέλος το (1995) «Το Μοντέλο». Πέρα από  την πεζογραφία ο Σπύρος Πλασκοβίτης εξέδωσε και δύο τόμους με δημοσιευμένες συγκεντρωμένες κριτικές και δοκίμιά του- ομιλίες και διαλέξεις του για θέματα και ζητήματα που αφορούν τον πεζό λόγο, την νεοελληνική παράδοση, την σχέση Πολιτικής εξουσίας και Τέχνης, το Διήγημα, την φθορά του Μοντέρνου, πρόσωπα, ποιητές και πεζογράφους της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, όπως ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο Φρανς Κάφκα, ο Αλμπέρ Καμύ. Τον τόμο «Η ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΗΘΟΥΣ» ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΔΟΚΙΜΙΑ, «Κέδρος» (1986) Τόμος Α΄, σελίδες 170 και «ΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ» Δοκίμια και άλλα, εκδ. «Καστανιώτη» (1998), σελίδες 334. Ο τόμος μετά από τον Πρόλογο χωρίζεται σε 3 μέρη: «ΓΡΑΦΕΣ», «ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ» Α΄ΠΟΙΗΤΕΣ και Β΄ ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΙ. Ανάμεσα στα ονόματα αναγνωρίζουμε και αυτά του αρχηγέτη της Ελληνικής Ποίησης Διονυσίου Σολωμού, (εξετάζει την παρουσία του στο Σήμερα), του κλασικοτραφή δασκάλου Ανδρέα Κάλβου και οι «Ωδές του», «Ο «δίκαιος λόγος» του νομπελίστα μας Γιώργου Σεφέρη, «Οι σε τρείς εποχές» ποίηση του νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη και της Θεσσαλονικιάς Ζωή Καρέλλη και η «ποίησή της στη δεκαετία 1950-1960». Από τον χώρο της πεζογραφίας έχουμε το «ειρηνικό ραφτόπουλο» τον Θρακιώτη Γεώργιο Βιζυηνό, τον επτανήσιο διηγηματογράφο του κοινωνικού μυθιστορήματος Κωνσταντίνου Θεοτόκη, τον «Νεοέλληνα Διαφωτιστή» Γιώργο Θεοτοκά, τον μυθιστοριογράφο Στρατή Τσίρκα και τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του, τον Ανδρέα Φραγκιά και το έργο του «Λοιμός», την Ομιλία του για τον Ρόδη Ρούφο, τα δύο κείμενά του για τον διηγηματογράφο Παύλο Παπασιώπη, τον Μένη Κουμανταρέα και τα «Μηχανάκια του», τον Μάριο Χάκκα "δέκα χρόνια από τον θάνατό του", το γράμμα του για το «Πλατύ Ποτάμι» του Γιάννη Μπεράτη. Κείμενα δουλεμένα, καλογραμμένα, χτενισμένα για συγκαιρινούς και παλαιότερους συγγραφείς που ο Σπύρος Πλασκοβίτης αγάπησε, ερεύνησε και ακολούθησε τα ίχνη τους, έστρεψε το αναγνωστικό βλέμμα του με ενδιαφέρον.

Οι συνεργασίες του Σπύρου Πλασκοβίτη σε γνωστά μας λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες είναι συχνές και σταθερές. Μεταξύ άλλων δημοσιεύματά του έχουμε, σε πολλά τεύχη της προδικτατορικής «Ευθύνης», στο περιοδικό «Εποχές», στη «Νέα Εστία». Στο περιοδικό «Συνέχεια», στο «Γράμματα και Τέχνες», στην «Λέξη», στο περιοδικό «Διαβάζω», ακόμα, στο Κερκυραϊκό περιοδικό «Πόρφυρας», στο περιοδικό «Το Δέντρο», στο «Ελιμειακά», στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος», στην εφημερίδα «Τα Νέα» κλπ.

Στο διαδίκτυο είναι αναρτημένη και μπορεί ο όποιος ενδιαφερόμενος ελεύθερα να την διαβάσει η Διδακτορική Διατριβή που εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων [Σχολή Επιστημών Αγωγής. Παιδαγωγικό τμήμα Νηπιαγωγών] της κυρίας Αθανασίας Ι. Μεϊντάση, «Η Ζωή και το έργο του Σπύρου Πλασκοβίτη», Ιωάννινα 2016.

          Στο «φυλλάδιον προβληματισμού της νεότητος» «ΕΥΘΥΝΗ» του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου της περιόδου 1961-1966, συναντάμε την παρουσία του στις εξής σελίδες: -52 (ΤΟ «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑ»).-83 («ΟΙ «ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙΡΟΙ» ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ»),-106 («ΑΣ ΟΝΕΙΡΕΥΘΟΥΜΕ ΤΟΝ «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ»»),-146 («Ο ΑΣΥΜΦΙΛΙΩΤΟΣ ΒΙΟΣ»),- 184 «ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΈΝΟΙ»). -366 («Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ «ΜΕΘΟΔΟΣ» ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ»). Τέλος σελ. 422 («ΤΟ ΕΚΔΟΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ»).

          Αυτή είναι η παρουσία του αντιστασιακού, πολύ καλού πεζογράφου και νομικού Σπύρου Πλασκοβίτη στο παλαιό περιοδικό πριν την επταετία «ΕΥΘΥΝΗ». Εκείνο που με την πρώτη ματιά αναγνωρίζουμε είναι ότι ο Σπύρος Πλασκοβίτης δεν ήταν μία σημαντική μόνο πέννα της ελληνικής λογοτεχνίας αλλά και ένας θεωρητικός του Μυθιστορηματικού λόγου, δίχως να αγνοεί και τον ελληνικό ποιητικό λόγο. Και μόνο το γεγονός της συμμετοχής του στα «Δεκαοχτώ Κείμενα» και στα «Νέα Κείμενα» και η εξορία του από το στρατιωτικό καθεστώς δηλώνει το πολιτικό φρόνημα του ανδρός και την ποιότητα της γραφής του Κερκυραίου πεζογράφου. Ο Σπύρος Πλασκοβίτης υπήρξε ένας σοβαρός και μετρημένος «πολιτικός» συγγραφέας ο οποίος δεν αντιμετωπίστηκε αρνητικά από συγγραφείς, λογοτέχνες και κριτικούς αντίπαλων του ΠΑΣΟΚ ιδεολογικών παρατάξεων. Αυτό το βλέπουμε στα δεκάδες κριτικά σημειώματα που δημοσιεύτηκαν για τα βιβλία του. Το ποιός ή ποιοί σύγχρονοι αναγνώστες τον διαβάζουν σήμερα και ανατρέχουν στις σκέψεις και θέσεις που εκφράζει για την τέχνη του Μυθιστορήματος, του Διηγήματος, και την Τέχνη της Πολιτικής Εξουσίας με την Τέχνη και τον Πολιτισμό, είναι ένα ακόμα ανοιχτό κεφάλαιο στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων. Σίγουρα μία εξέταση αποκλειστικά των θεωρητικών του κειμένων, των μελετών του ξεχωριστά από αυτά των πεζογραφημάτων του θα μας έδειχνε τα ίχνη της θεωρητικής του κατάρτισης, τα διαβάσματά του και τι πρέσβευε για την γραφή.

          Επιβάλλεται να σημειώσουμε μόνο το εξής. Οι Σελίδες που αναφέρω είναι από την δική μου αρίθμηση 1-426 του τόμου της "Ευθύνης". Κάθε φυλλάδιο έχει την δική του σελιδαρίθμηση. Σε παλαιότερη ανάρτηση έχω αποδελτιώσει και αναρτήσει τον τόμο με τα Περιεχόμενα και τους συνεργάτες των τευχών.

          Και, αναγκαίο ΥΓ. Στο προηγούμενο σημείωμά μου μνήμης του παλαιού φίλου Αντώνη Σταυροπιεράκου με ένα κείμενο και ένα ποίημα του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη από δική μου παρανόηση ανέφερα ότι ο άγγλος καθηγητής της μουσικής Ρόμπερτ σύντροφος του καθηγητή Βρασίδα Καραλή έφυγε από την ζωή από τον Ιό. Ο Ρόμπερτ έφυγε από κληρονομική λευχαιμία που είχαν αρκετά μέλη της οικογένειάς του και όχι από την κακιά αρρώστια που έφυγε ο Αντώνης. Διόρθωσα ορισμένες φράσεις στην σύνολη ανάρτηση για την αλήθεια της μαρτυρίας.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

25 Νοεμβρίου 2025              

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ΧΡΟΝΟΣ, ΕΚΔΟΧΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ

 

ΧΡΟΝΟΣ, ΕΚΔΟΧΗ  ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

Περιοδικό «ΕΥΘΥΝΗ» φυλλάδιον προβληματισμού της νεότητος αριθμός φύλλου 13, Ιανουάριος 1962, σ. 6. Έτος Β΄.

          Η αιωνιότητα είναι έννοια φιλόξενη και πολύ ανθρώπινη, θυμίζει την μεγάλη παρεξήγηση αυτών που ερευνούσαν ν’ ανακαλύψουν την ουράνια βασιλεία στις καταστάσεις και τα βιβλία και τον λογισμό, την στιγμή που ήταν μέσα τους δροσερή και παρθένα περιμένοντας ν’ αυτοαποκαλυφθή στη συνείδηση του ανθρώπου. Η αιωνιότητα δεν είναι αποκλειστικότητα της μεταφυσικής επιβίωσης του ατόμου ούτε στείρα θεολογική έννοια. Η αιωνιότητα είναι χρονική δυνατότητα απ’ τις πιο βέβαιες, φθάνει η ψυχή ν’ αλλάξη την χρονωμένη της απόσταση και να εμφυσήση στα γεγονότα την πνοή που της δώρισαν και ο καπνός της κάθε ημέρας έπνιξε. Ιδού γαρ η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστί. Με την αποφασιστική αυτή φράση μετατίθεται τώρα το έργο της ψυχής σε έντονη εσωτερική έρευνα, σε χώρους απίθανα βαθείς και ουσιαστικούς, εισάγεται η έννοια της καθημερινής προσπάθειας να μεταβάλλωμε το κάθε κομμάτι του φθαρτού εαυτού μας σε στίλβοντα χρυσό. Έτσι παίρνει μιάν άλλη αξία ο χρόνος σαν πρώτο απαραίτητο στοιχείο για την γεύση της μεταφυσικής ευφροσύνης και από δείκτης και υπενθύμιση του χώματος μεταβάλλεται σε υπόσχεση και δυνατότητα θεία. Γιατί αιωνιότητα δεν είναι ποσοτική διαφορά του χρόνου, μιά χρονική επέκταση δηλαδή άπειρη, αλλά μιά ποιοτική διάκριση. Ο καλόγερος που γέρος πιά γεύθηκε την υφή της αιωνιότητας ακούγοντας ένα συνηθισμένο πουλάκι του Θεού να τραγουδά, -σημασία δεν έχει η αφορμή, -το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτόν είχε φθάσει- ο καλόγερος αυτός δεν είχε βέβαια την εντύπωση ότι ζούσε μιά στιγμή έστω περιβεβλημένη με αίγλη, ούτε ότι κατακτούσε μιάν ιδιαίτερη ευτυχία τοποθετημένη με ασφάλεια στη σειρά των γεγονότων του βίου και προσδιορισμένη ανάλογα με την αξιολογία που δημιούργησε η συνείδηση, αλλά ότι μετετίθετο, ότι βρισκόταν κυριολεκτικά σε έκσταση.

          Μια υγιής ψυχή θα τοποθετήση ορθά μέσα της αυτήν την μετάθεση από την χρονωμένη και βροτή υπόσταση στην κατάσταση της αιωνιότητας και θα κάνη αυστηρή διάκριση από νοθευμένες περιπτώσεις νάρκωσης του πνεύματος ή ψευδαίσθησης.

          Πώς όμως θα επιτευχθή η θεία αυτή αλχημεία, η μεταβολή του χρόνου σε εκδοχή αιωνιότητας, πώς θ’ ανταλλάξωμε τον υπάρχοντα συνειδησιακό μας κόσμο με τα πεπερασμένα του περιεχόμενα σε απόλυτη ευφροσύνη θείας ουσίας; Η ενδοσκόπηση κι η προσπάθεια να γνωρίσουμε και να συλλάβουμε ό,τι φτεροκοπά μέσα μας δοσμένο άνωθεν’ η στροφή προς τα μέσα θα μας δώση την ευκαιρία της ανώτερης αυτής ανθρώπινης δυνατότητας. Έπειτα είναι και το άλλο: Η διαβεβαίωση ότι είναι δυνατή η πραγμάτωση τούτη αφού εντός ημών εστιν η βασιλεία. Η προσευχή μας θα εξαναγκάση με την έντασή της να επιτραπή αυτή η χαρά; Τότε το θέμα του ανθρώπου ορώμενο από τέτοιο πρίσμα αποκτά και το ίδιο και οι επιμέρους ανθρώπινες ενέργειες άλλην αξία: η πράξη, ο λόγος, η προσπάθεια. Η αγωνία του πνεύματος στους ποικίλους προβληματισμούς του γίνεται αγώνας να κερδηθή η χαμένη Εδέμ και το ζην γίνεται υπάρχειν στην πλέον απογυμνωμένη από φθαρτά στοιχεία έννοιά του.

          Το φάσμα του θανάτου δεν θ’ αποτελή την φοβερή δοκιμασία της ζωής και το τέλος της περιόδου του χρόνου, στην οποία κληθήκαμε ν’ αξιοποιήσουμε την υπόστασή μας και ν’ αφήσουμε τη σφραγίδα μας, αλλά γίνεται ορόσημο πέραν των εδώ, σημείο, από το οποίο αρχίζει η κατάσταση που αξιωθήκαμε να ζήσουμε στις πιό εξαίσιες στιγμές του βίου μας ταυτισμένοι και ενσωματωμένοι με την ουσία του Θείου. Η μορφή του θανάτου παίρνει την θέση του συντελεστή στο να αξιωθούμε ό,τι πασχίσαμε να πραγματώσουμε με μόχθο επί γης.

       ΑΝΤΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

     Στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας LIFO  εχθές, 22 Νοεμβρίου 2025 διάβασα το συγκινητικό και ουσιαστικό κείμενο του ομότιμου πανεπιστημιακού στο Σύδνεϊ της Αυστραλίας κ. Βρασίδα Καραλή. Ένας θρηνητικός επικήδειος μνήμης στον εφηβικό του φίλο πειραιώτη Αντώνη Σταυροπιεράκο (13/4/1960- 12/7/1996) που έφυγε μόλις στα 36 του χρόνια στον μακρινό και παγωμένο Καναδά. Αφορμή των προσωπικών του αναμνήσεων στάθηκε η Αλληλογραφία που διατηρούσε ο πειραιώτης κλασικός φιλόλογος Αντώνης Σταυροπιεράκος με τον νεοελληνιστή καθηγητή Βρασίδα Καραλή μέχρι να τον υποδεχτεί η θεά Δήμητρα στους νύκτιους Κήπους της. Ο έφηβος πειραιώτης Αντώνης Σταυροπιεράκος τελειώνοντας το 4 Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιά επί της Θερμοπυλών, φοιτά στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και μετά σε αυτό της Θεσσαλονίκης παρακολουθώντας μαθήματα κοντά στον κλασικό φιλόλογο και κριτικό κυρό Δημήτρη Μαρωνίτη. Στις 29 Μαϊου του 1984 ακολουθώντας- με την τολμηρότητα και τα οράματα που του παράσχουν η φρεσκάδα των νιάτων του, «υποτάσσεται» στην σκοτεινή της πορείας του ατομική Μοίρα και μεταναστεύει στον Καναδά. Σταδιοδρομεί στο εκεί πανεπιστήμιο του Τορόντο έχοντας κοντά του τον σύντροφό του, που έφυγε πρώτος. Ο Αντώνης πριν προλάβει να μας δώσει τα συγγραφικά και πνευματικά του άνθη, να ολοκληρώσει το ψηφιδωτό του προσώπου του και την προσωπογραφία της ταυτότητας της ζωής του, μετά από δύο χρόνια θα εγκαταλείψει και εκείνος τις χαροποιές ματαιότητες του Κόσμου τούτου, τις ιερές μαγγανείες της Ζωής και τις πλάνες περί αθανασίας θεωρίες της Ελληνικής Γλώσσας. Έφυγε όπως μας εξιστορεί ο Β. Καραλής-παραθέτοντας ορισμένες επιστολές του- μόνος, σχεδόν τυφλός, φαγωμένος από πνευμονία που συνήθως συνέβαινε -με όσους είχαν τότε, έφεραν μέσα τους τον ιό-, την κακιά αρρώστια, δίχως μνήμα, έχοντας ασπασθεί τον Καθολικισμό καταλήγοντας στην χοάνη με τα αζήτητα οστά, δίχως να δει ξανά τα πειραιώτικα χώματα που πρωτοείδε το φως του ήλιου με την γέννησή του και τυλίχτηκε η πυρετώδης ύπαρξή του από την αρμύρα του Λιμανιού.

 Με το διάβασμα της προσωπικής ελεγείας του Βρασίδα Καραλή, συνεργάτη της εφημερίδας LIFO, η βελόνα της πυξίδας της μνήμης μου γύρισε τρελά πίσω στον χρόνο της δικής μου εφηβείας, των θερμών γνωριμιών, των συντροφικών σχέσεων, των φιλικών συναναστροφών των κοινών ταξιδιών στους κόσμους των ονείρων και της ποίησης. Κοινά βαδίσματα φτωχών παιδιών της πόλης του Πειραιά που άνοιγαν τα φτερά τους παλεύοντας με πρωτόγνωρους κινδύνους και καταστάσεις, ευκαιρίες, αδιέξοδα και στόχους. Και τους δύο εφηβικούς μου φίλους τους θυμάμαι από την παλαιά και όχι και τόσο ανέμελη περίοδο του Πειραιά, που η θυελλώδη και φουριόζικη φτωχή σε υλικά αγαθά αλλά όχι σε οράματα νιότη μας φώτιζε τα μονοπάτια των μελλοντικών φιλοδοξιών μας. Ο καθένας και οι ψυχικές και οι σωματικές αντοχές του πλήρωσε τις επιλογές του, τα λάθη και τις αστοχίες του σ’ έναν κόσμο άγριο σε φιλικό και συντροφικό επίπεδο, σκοτεινό ερωτικά, ανελέητο οικονομικά, σκληρό και ανάλγητο στα ανταλλάγματα που σου ζητούσε αν επιθυμούσες να ενταχθείς και να γίνεις αποδεκτός από το σύνολο. Η όποια και σε όποιο βαθμό «διαφορετικότητα» πάντα πληρώνεται, δεν εξαργυρώνεται δίχως το ανάλογο πρόσκαιρο ή μόνιμο τίμημα. Καμμιά τελευταία επίκληση στα ιδιόμελα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού ή στους ιερούς Ορφικούς Ύμνους δεν βοηθούν τελικά στην οριστική και τελεσίδικη απόληξη της ανθρώπινης φυσικής παρουσίας. Ο ανθρώπινος πηλός στο χώμα καταλήγει μέχρι να λησμονηθούν τα χνάρια της ατομικής μνήμης του καθενός. Να κλείσει ο κύκλος της χίμαιρας που γεννά η ποίηση των λέξεων. 

Ο Βρασίδας Καραλής όπως έπραξε και στο βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στον Ρόμπερτ»- μιά σύγχρονη συγκλονιστική ελεγεία για τον αγαπημένο του μακροχρόνιο σύντροφο καθηγητή της μουσικής που έφυγε κουρασμένος από κληρονομική (του οικογενειακού του δέντρου) λευχαιμία, με την καλλιτεχνική σκιαγράφηση των δύο κοντινών του φιλικών προσώπων, συνοδοιπόρων στο τυχαίο και πρόσκαιρο ταξίδι του βίου του, μας προσκαλεί με τα ευγενικά του αισθήματα, τις αγνές του προθέσεις-και φυσικά με την χρήση μιας ελληνικής γλώσσας στην αρχοντική της σπανιότητα, θερμότητα και συγκινητική της ενδυμασία στην ιστορική της διαχρονία και γεύσεις λεκτικών και φραστικών αρωμάτων, ένα ποιητικό ύφος εξαιρετικής ποιότητας και καθαρότητας, μας προτείνει την δική του μαρτυρία περί ζωής και απώλειας, και πώς τα δύο οριακά αυτά φαινόμενα της φυσικής ύπαρξης, ο κόσμος στην χρωματική του συμπεριληπτικότητα και ποικιλία θα σημειώναμε, περικλείεται στα αισθήματα, τις ιδέες, τα όνειρα, τις σκέψεις, τις συγκινήσεις, τις ερωτικές επιλογές ενός και μόνο ανθρώπου. Ο Κόσμος υπάρχει μέσα από τις εντυπώσεις του άλλου, ως πρόταση σχέσης και επικοινωνίας πολλές φορές και μέσα από ανόμοια πράγματα και καταστάσεις, βιωμάτων. Το δίλημμα παρελθόν ή παρόν είναι ψευτοδίλημμα μια και το παρελθόν είναι πάντα μπροστά μας και μας αναμένει μας ερεθίζει, μας προκαλεί ως νέα συμφωνία παρεξηγήσεων ή και παρανοήσεων, και ελάχιστες φορές, ως καθαρτήρια τελεσιδικία. Μιλώντας μας για τα φιλικά του πρόσωπα ο Βρασίδας Καραλής μας μιλά για τον εαυτό του, ψυχογραφεί τον εαυτό του και τις συνειδησιακές του περιπέτειες, τις διαψεύσεις των στοχασμών και των πρώτων ιδεών του. Σε μία παράγραφο μας λέει ότι ως νέος ήταν άκεντρος, ανεμοδούρας αλλά, τι σημαίνει αυτό, μία μομφή όχι προς Θεού, παρά μία αποδοχή της τραγικότητας της ζωής σε κάθε πτυχή και περιπτωσιολογία της. Η ίδια η Ζωή είναι άκεντρη, μόνο ο Θάνατος έχει κέντρο και γύρω του στροβιλίζεται το γαϊτανάκι των ανθρώπων αγωνιζόμενο κάθε φορά να ξεφύγει- επί ματαίω- από τα δεσμά του. Ορισμένες φορές ο Καραλής μονολογεί, δεν γνωρίζεις αν «εξομολογείται» στον αναγνώστη τα του πρότερου βίου του που τον διαμόρφωσαν σαν συνείδηση και τον διέπλασαν σαν χαρακτήρα ή στο είδωλο των νεκρών του φίλων που στέκεται μπροστά του. Εξάλλου, το φάντασμα του Αμλετικού πατέρα είναι πάντα εκεί, στο ψηλότερο σημείο του πύργου της ζωής μας και μας θωπεύει και παρατηρεί αγέρωχα, σαρκαστικά, τρίβοντας τα χέρια του με τις στάχτες μας.

          Θυμάμαι λοιπόν τον Αντώνη Σταυροπιεράκο, δεν έφυγε ποτέ από την σκέψη μου έστω και αν δεν είμασταν τόσο στενά δεμένοι όπως με τον Βρασίδα. Τον θυμάμαι σε επισκέψεις στο σπίτι μου, σε κοινούς μας περιπάτους, στις συζητήσεις μας, στα κοινά μας διαβάσματα στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Πειραιά, στα μετρημένα κάποτε στα δάχτυλα του ενός χεριού γράμματά του. Θυμάμαι αυτήν ας μου επιτραπεί η φράση «τρώγλη» που έμενε. Θυμάμαι την έκπληξη που ένιωσα καθώς γνώρισα από κοντά την όμορφη μαυρούλα υιοθετημένη αδερφή του. Αλήθεια, που τελειώνει ο Μύθος της ζωής μας που αναπλάθει στο χρόνο η μνήμη και που αρχίζει η πραγματικότητα;

          Χρόνια της νιότης, της φτώχειας και της ανθρωπιάς, χρόνια που η Πόλη σε φώτιζε με τα ερωτικά χρώματά της, τις ζήλειες και τα πάθη της αλλά και το ισχυρό πάθος για Ζωή.

          Όταν πληροφορήθηκα τον θάνατό του πριν χρόνια, δημοσίευσα ένα κείμενο στην τοπική εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» δίχως συγκεκριμένες λεπτομέρειες, το σημείωμα αυτό το ανάρτησα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, σαν ένα Πειραιώτικο κομποσκοίνι θανάτου. Σήμερα που διαβάζω την θρηνητική «εξόδιο» μνήμη του Βρασίδα Καραλή και ο λυγμός της ζωής με πνίγει πένθιμα, δανείζομαι και αντιγράφω ορισμένες πρακτικές πληροφορίες για τον Αντώνη Σταυροπιεράκο.

          Το ποίημα «Ο Χριστός Πειραιάς μου» του πειραιώτη καθηγητή και ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη είναι το αποχαιρετιστήριο της δικής μου ατομικής μνήμης.

          Ο ΧΡΙΣΤΟΣ  ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΜΟΥ       

Πάει ο Πειραιάς με το ρολόι του,

ο Πειραιάς που μας ανέθρεψε, που μας κανάκεψε,

ο Πειραιάς με το μουστάκι το παχύ, τους λούστρους, το χασίσι.

Άχ, πάει σαν τη μοτοσυκλέτα ενός νεκρού,

Της πήρανε τα λάστιχα, το καθρεφτάκι, τα εξαρτήματα,

έμεινε μόνο ο σκελετός της,

κάποιος τη σπρώχνει στο νερό,

τρίζει λίγο παραπονεμένα

και αργά, βυθίζεται μετά, στο βούρκο.

Βρώμικο το νερό και σταχοπράσινο

Την καταπίνει ηδονικά. Θα την ξεράσει στου Τζελέπη.

Τα βράδια είναι σκέτη θλίψη η Τρούμπα.

Πού τα φτερά της τα παλιά, τα κόκκινα, τα κίτρινα,

Οι σαραντάρες που ανεβαίναν τα σκαλιά

Με ψωμωμένους ναύτες που μαγέψαν τον Τσαρούχη,

Φαντάρους λιποτάκτες με σουγιά κρυμμένο στην αρβύλα,

αλισβερίσι με τους ξένους άγγελους,

Σουηδοί, Αμερικανάκια, θηριώδεις Γερμανοί,

μάτια μικρού παιδιού αθώα

που κάποιος φόνος όμως, πλέει μες στο βυθό τους,

τα λεμονάδικα με σκοτεινές φωλιές

για όσους τολμηρούς δεκαπεντάχρονους,

σάμαλι και φτωχολογιά,

πούλιες, ξώπλατα και ψηλό τακούνι.

Πάει πιά, μοιρολογείστε τον.

Μετά τις δέκα, νέκρα κι ερημιά.

Μονάχα, βέβαια, το πρωί

-να λέμε την αλήθεια’

πιάνεις στα βλέμματα των ναυτικών

που τριγυρνούν από γραφείο σε γραφείο

αμέσως τη συνωμοσία, τη φλόγα που σιγοκαίει βαθιά τους,

καθυστερούν λίγο στο περίπτερο

τάχατες για να ψωνίσουν τσιγάρα

και πιά, θα πάρει η ιστορία το δρόμο της.

μα, τί τα θές, αυτές είναι εξαιρέσεις.

Είναι γεμάτη η Τρούμπα από μαύρους.

Καλόβολους, πάντοτε μαζί, δυό-δυό, τρείς- τρείς,

με μάγουλα χαρακωμένα απ’ τα έθιμά τους,

λιάζονται στο παρκάκι ώρες, γελώντας με το παραμικρό,

φορώντας παρδαλά πουκάμισα και τζην,

αρχάγγελοι απ’ την Γκάνα, το Σουδάν, τη Ζέντα.

 

Η αστυνομία κι οι δήμαρχοι αποστείρωσαν τα πάντα

Στα δάχτυλα μετριούνται οι τολμηροί

που θα θυμίζουν παλιές δόξες,

πού θα στηθούν μετά τις δέκα στο καθήκον.

Συνήθως, πεντέξι επαναστάτριες αδερφές

σεινάμενες- κουνάμενες με το τσαντάκι τους,

με μία γλώσσα να, για την καταπίεση της αστυνομίας,

τίποτα γέροι ξέμπαρκοι

τρυφεροί και σιτεμένοι,

κάθε μισάωρο περατζάδα της Ασφάλειας

και τίποτ’ άλλο πιά,

τίποτ’ άλλο.

 

Κι η φεγγαράδα τούτη- άχ, που’ σαι νιότη,

αθωότητα, Άγιος Νείλος και Κατηχητικό

τυλίγει αργά και τελετουργικά,

με χέρια τραχιά,

χέρια με ματωμένη ευαισθησία,

γιατί θυμούνται,

γιατί γνώρισαν τον έρωτα παλιά,

τυλίγει, λοιπόν, τον πεθαμένο Πειραιά μου,

στα λιγδιασμένα σάβανά της.

     Ανδρέας Αγγελάκης, «Η Μεταφυσική της μιάς νύχτας», Αθήνα 1982.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025