Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, ΤΟ ΠΥΟΝ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΩΝΤΑΣ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ

      ΤΟ ΠΥΟΝ. 20 ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1973

          Αργά και σταθερά ολοκληρώνουμε τον κύκλο ανάγνωσης της ποίησης, των πεζών, του παιδικού θεάτρου, της εφηβικής λογοτεχνίας και των μεταφράσεων του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη (Πειραιάς 28/3/1940- 18/5/1991). Από τις μικρές μας ιστορίες, παλαιές αφηγήσεις για τον και του Πειραιά, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η πνευματική παρουσία και η συγγραφική περιπέτεια του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, μια και με βεβαιότητα αποτελεί ένα από τα οργανικά πνευματικά μέλη της Πόλης και της καλλιτεχνικής της παράδοσης. Μία από τις δυνατές συγγραφικές παρουσίες της σύγχρονης Λογοτεχνικής Σχολής του Πειραιά. Με τα κείμενα που γράψαμε και αυτά που δημοσιεύσαμε και οτιδήποτε αναρτήσαμε στην πειραιώτικη ιστοσελίδα μας και όσες πληροφορίες δώσαμε και στοιχεία παραθέσαμε, ίσως σκιαγραφήσαμε ένα μεγάλο και επαρκές μέρος του πορτραίτου του Πειραιώτη ποιητή και της εποχής που έζησε και έδρασε σαν βιολογική παρουσία. Με τους μικρούς και σύντομους αυτούς κύκλους διαβάσματος των βιβλίων του, δεν θέλαμε μόνο να τον επαναφέρουμε στην επιφάνεια του χρόνου της ανάγνωσης για τους σημερινούς θιασώτες του ελληνικού ποιητικού λόγου, να αξιολογήσουμε έργα και ημέρες του, θέλαμε περισσότερο να κατανοήσουμε τόσο τα όποια αδιέξοδα της φυσιογνωμίας του-αν και εφόσον αυτά υπήρξαν-όσο και τα ατομικά του ταξίδια σε χώρους των «ανδρείων της ηδονής» όπως θα μας έλεγε ο Αλεξανδρινός. Να διαισθανθούμε με τους εκ των υστέρων φακούς μας πώς ο βίος του με τα ψυχικά και συνειδησιακά του σκαμπανεβάσματα διέπλασαν τον ποιητικό χαρακτήρα του και στις δύο ποιητικές του φάσεις, πριν τα μέσα του 1970 και μεταγενέστερα την υπόλοιπη εικοσαετία της ζωής του, και όλο αυτό το τυχαίο, απρόβλεπτο, κουραστικό και επικίνδυνο παιχνίδι αλλά και ευχάριστο ταυτόχρονα, αισθηματοποιήθηκε μέσα στο έργο του, μεταποιήθηκε σε συγγραφική του ύλη και εικονογραφήθηκε στον ποιητικό, πεζογραφικό και θεατρικό του λόγο. Όσοι έχουν ασχοληθεί συστηματικότερα με το έργο του, διαβάσει τα διάφορα είδη και κατηγορίες των βιβλίων του θα συμφωνούσαν με την άποψη ότι ο πειραιώτης λογοτέχνης και καθηγητής ανάλογα με το είδος του βιβλίου που ασχολούνταν ιχνογραφούσε και πλευρές του εαυτού του και μελών ή φιλικών του προσώπων.  Μας μίλησε για τις ερωτικές του περιπέτειες, τις κοινωνικές του δράσεις και ακτιβιστικές του δημόσιες παρεμβάσεις, για την σχέση του με το άλλο και το ίδιο φύλο, την γυναίκα του, τον γιό του την διαπαιδαγώγησή του (γραμματική και μαθηματικά τον πίεζε να προσέξει), αναφέρθηκε στα ταξίδια του στο Αγκίστρι, τους στενούς φίλους που επισκέπτονταν και έκανε παρέα, τα δωμάτια-ερωτικές φωλίτσες- που πήγαινε με τους ανώνυμους συντρόφους του, την αγάπη του για τον  επάγγελμα του ναυτικού, τα διαβάσματά του, τους έλληνες και ξένους συγγραφείς που αγάπησε, του άρεσαν και σε κάποιο βαθμό τον επηρέασαν στην δική του συγγραφική διαδρομή. Τις θέσεις και δυσκολίες του στην μετάφραση ξένων ποιητών που μετέφερε στην ελληνική γλώσσα, την επιθυμία του να ασχοληθεί συστηματικότερα με το θέατρο και μάλιστα, το παιδικό. Ο Αγγελάκης πίστευε και πολύ σωστά, ότι ένα παιδί είναι καλύτερος ακροατής μίας θεατρικής παράστασης από έναν μεγαλύτερης ηλικίας θεατή. Οι αντιδράσεις του όταν διαβάζει ένα βιβλίο ή παρακολουθεί το ανέβασμα ενός θεατρικού έργου είναι άμεσες, απροσποίητες, αυθεντικές, αχειραγώγητες από τρίτες γνώμες, θα δεχτεί αμέσως με ενθουσιασμό ότι διαβάζει και παρακολουθεί και του κεντρίζει την περιέργεια ή θα το απορρίψει, θα τον αφήσει αδιάφορο. Σε αντίθεση με έναν κατά μόνας αναγνώστη της ποίησης ή της πεζογραφίας που, δεν γνωρίζουμε και ούτε ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ, αν του άρεσε η συλλογή που γράψαμε και έχει μπροστά του ή τι συγκίνηση ένιωσε καθώς παρακολούθησε μία θεατρική παράσταση. Και εδώ, γεννάτε το ερώτημα, παρακολουθώντας μία θεατρική παράσταση τι είναι εκείνο που μας κάνει να αισθανθούμε εντονότερη συγκίνηση, αυτό το εσωτερικό ρίγος που μας διαπερνά, το κείμενο πχ. των αρχαίων τραγικών ποιητών ή η σκηνοθετική οπτική και το σκηνικό στήσιμο του σκηνοθέτη; Είναι η ίδια η ποιητική γλώσσα και η διαχείρισή της που μας θέλγει ή το ατομικό ύφος του ποιητή; Το πώς διαπραγματεύεται την αφήγηση μιάς ιστορίας για μας. Άραγε, δίχως την Τέχνη και τα καρποφόρα δώρα του Πολιτισμού θα ήταν δυνατόν να κατανοήσουμε τα αινιγματικά μυστικά της Φύσης και της Ζωής. Θα μπορούσαμε να θέσουμε ερωτήματα μεταφυσικής φύσεως ή θα δεσμευόμαστε από τα ένστικτά μας (με σημερινές νόρμες, Κληρονομικότητα) όπως τα υπόλοιπα ζώα του Φυσικού Βασιλείου από το οποίο προερχόμαστε; Όποια απάντηση και αν δώσουμε, η Ποίηση αποτελεί πάντως, ένα από τα στηρικτικά ενδιαφέροντα της σύντομης, τυχαίας, απρόβλεπτης και βασανισμένης ζωής μας. Αυτό το μικρό και ανεπαίσθητο κάτι που κάνει κλικ στις χορδές της συγκίνησής μας και ενεργοποιεί τις όποιες δυνάμεις της ευαισθησίας μας. Αυτός ο επαναλαμβανόμενος δοξαστικός Μύθος της Πίστης των Ανθρώπων – από μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων-στην προσπάθεια επιβεβαίωσης της υπαρκτικής τους εδώ τυχαίας και «στιγμιοτυπικής» παρουσίας στην ροή του Χρόνο και της Ιστορίας. Θέλω να πω με την μικρή μου αυτή εμβόλιμη μακρηγορία ότι ο Ανδρέας Αγγελάκης με όσους βαθμούς κυνικότητας και ρεαλισμού και αν έβλεπε και αντιμετώπιζε την ζωή, αν δεν ήταν και ένιωθε πραγματικά ποιητής, θα είχε σιχτιρίσει και την ίδια την Ποίηση και τους Ποιητές της και θα βουτούσε στο χάος των εμπειριών και βιωματικών περιπλανήσεών του, γι’ αυτό εξακολούθησε να γράφει μέχρι τέλους, για να μεταμορφώσει αυτό το σκοτεινό χάος σε φάος.

          Ο αρχικός προκλητικός για την εποχή του τίτλος της μικρής αυτής  ποιητικής συλλογής ήταν  «Το Πέος», όπως ο ίδιος μας έχει δηλώσει σε συνέντευξή του. Ένας ποιητικός τίτλος που θα γίνονταν ανεκτός από τους αμερικανούς κύκλους των Beat ποιητών (Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ κλπ.) και το οικονομικά ανεξάρτητο ποιητικό κοινό των κεντρικών μεγαλουπόλεων της Αμερικής, βλέπε πολυπολιτισμική Νέα Υόρκη, σίγουρα από τις ομάδες των Υπερρεαλιστών αλλά όχι, από την τότε ελληνική κοινωνία και τις ελληνοχριστιανικές αντιλήψεις της και το στρατιωτικό καθεστώς της χώρας μας με τις ηθικοπλαστικές του αρετολογίας αρχές και τους απαγορευτικούς νόμους της λογοκρισίας τους. Μια ανελευθερία που κράτησε επτά χρόνια.  Έτσι, για να περάσει το όποιο μήνυμα πρέσβευε ο ποιητής στην συγκεκριμένη χρονική περίοδο της ζωής του, άλλαξε τον τίτλο είτε από φόβο είτε από προφύλαξη και αποφυγή για τα αστικά περαιτέρω. Η αλγεινή προσωπική εμπειρία του φίλου του ποιητή και μεταφραστή Λουκά Θεοδωρακόπουλου που έζησε, δεν απείχε και πολύ. Ο «Καιάδας» ήταν έτοιμος να δεχθεί κάθε άτομο που θα ξέφευγε από τις παραδοσιακές περί ηθικής νόρμες και αγωγή διδασκαλίες. Κλειστές κοινωνίες, κλειστά μυαλά. Ο τίτλος άλλαξε και αφαιρέθηκαν μερικές πλεονάζουσες αιχμηρές και προκλητικές φράσεις, όπως μου είχε αναφέρει ο ποιητής σε συναντήσεις μας όταν μου επέτρεψε να αντιγράψω στο χέρι σε κόλλες αναφοράς τις πρώτες του δυσεύρετες ποιητικές συλλογές. Δυστυχώς στην τότε αντιγραφή μου δεν σημείωσα τα απαραίτητα στοιχεία της έκδοσης. Αντέγραψα μόνο τα 20 ποιήματα και τα διέσωσα στον φάκελο που κρατούσα για τον ποιητή. Η γλώσσα της είναι απλή το ίδιο και το ύφος του ποιητή. Ωραίες εικόνες, αίσθημα θλίψης, συγκινησιακός λόγος, λέξεις καθημερινής ομιλίας, ένας ποιητικός λόγος δίχως πρωτότυπες συλλήψεις ή υφολογικά τεχνάσματα στην εκδίπλωση της εξομολογητικής του θεματογραφίας. Μιά αισθητική ιδιαίτερου ενδιαφέροντος σε συνάρτηση με τα ερωτικά πιστεύω του δημιουργού της. Σίγουρα έχει ενδιαφέρον η συλλογή αυτή-  από τις πρώιμες καταθέσεις του- αλλά δεν μας εκστασιάζει όσο μεταγενέστερές του. Πρωτοτυπία του μάλλον όχι τόσο οι ελάχιστες λέξεις του ερωτικής «χυδαιότητας» που συναντάμε στα 20 αυτά ποιήματα, σε επαναλαμβανόμενη χρήση από τους λαϊκούς ανθρώπους που θέλουν να ορίζουν οι ίδιοι τα των αστοχιών τους, των ηθικών «παραπατημάτων» τους αλλά η έλλειψη ρητορικής που διακρίνει την φωνή του Ανδρέα Αγγελάκη σε σχέση με άλλους ποιητές της Γενιάς του. Η άρθρωση όχι των εσωτερικών συγκρούσεων με μία πεποιημένης καλλιέπειας γραφή για να αναδειχθεί η ποιότητα και ποιητικότητα της ποίησης ως ανεξάρτητη περιπέτεια αλλά το της ψυχής του απήχημα ως ζώσα μαρτυρία και αυτό, δεν είναι ούτε λίγο ούτε αμελητέο για την εποχή του και την εποχή μας. Σε περιόδους που ο ναρκισσισμός του ποιητή ή της ποιήτριας αντίστοιχα, υποσκελίζει ή αν θέλετε υποσκάπτει τα θεμέλια της ίδιας της ποιητικής κατάθεσης. Γιατί, ας μην κρυβόμαστε όλοι μας, η ποιητική διάσταση μιάς ποιητικής παραγωγής ενδέχεται ή και σίγουρα μπορεί να διαφέρει από την ποιητικότητα του χαρακτήρα του ίδιου του δημιουργού, και αυτό δεν σημαίνει ούτε υποταγή στα κελεύσματα των ενστίκτων της φύσης του ποιητή ούτε από την άλλη υποταγή στους καθωσπρέπει κανόνες της γλώσσας και του ποιητικού αποτελέσματος. Τα πάντα τοις πάσι ή «ού τα πάντα τοις πάσι ρητά»;

            ΤΟ  ΕΝΑ

Ωραίο κεφάλι, μαύρα μαλλιά,

ο ύπνος των ασωμάτων και το ρόδι

Οι χωρίς νόημα λέξεις, η ουσία

που διαποτίζει το πουκάμισο, το χέρι

που μένει μετέωρο μεταξύ ναι ή όχι

Βαρειά η αγάπη, αισθάνεσαι

σα λεπρός που τρώει τις σάρκες του

κι ύστερα γλύφει τις πληγές αφήνοντας

τη βροχούλα να ξεπλύνει το πύο.

            ΤΟ ΤΡΙΑ

Πάλι σκέφτηκα τα έντομα: τις μύγες,

τα κουνούπια, τις πεταλούδες που φυσούν τα κοριτσάκια,

τις σκνίπες, καθώς και τα δυσειδή αμφίβια:

τα βατράχια κυρίως, που πολλά κατά τους παλιότερους

έκρυβαν ευγενικιά καρδιά- πρίγκηπες, να πούμε,

μαγεμένος ή ζώντας σε ασημένιο εφιάλτη,-

έπειτα θυμήθηκα τα ποιητικά πουλιά:

τους σπουργίτες με την έλλειψη στέγης που τους διακρίνει,

τους τσαλαπετεινούς, όσα ντρέπονται να πετάξουν

και ζουν μιά ενδοστρεφή ζωή στα θάμνα,

το βασιλιά τ’ αηδόνι με την αρραβωνιαστικιά του:

πολύ με συγκινεί να τα στοχάζομαι-

αναρωτιέμαι τι λόγια αγάπης λένε μεταξύ τους

όταν η αλλαξοκαιριά τα γονατίζει,

πώς γέρνουν το κεφάλι όταν αισθάνονται μόνα,

τι πίκρα δοκιμάζουν σαν ντουφεκίζονται οι φίλοι τους.

            ΤΟ  ΤΕΣΣΕΡΑ

Τώρα τη Σαρακοστή ν’ αγοράσεις μύδια,

τόσο το κιλό το βλέμμα, τόσο η τρυφερότητα

Τώρα το Πάσχα ν’ αγοράσεις λαμπαδούλα,

μια φτηνή, με κορδελίτσα  ροζ,

και μες στο στρίμωγμα του επιταφίου,

όταν εξαπολύει κεραυνό η Αγία Μαρίνα

στα αιδοία του Σατανά να μετανοήσεις.

            ΤΟ  ΠΕΝΤΕ

Η ώρα της κατσαρίδας:

το βατράχι, η αλεπού, το φίδι,

μιά συφιλιδική καλόγρια

Γλύφουν τα υγρά της νύχτας και προχωρούν

προς το κρεβάτι μου.

 

Η ποίηση κομμάτι από σκοτωμένη εφημερίδα.

            ΤΟ  ΕΞΗ

Ένας νάνος

ερωτεύτηκε το πριγκηπόπουλο

Άπελπις έρωτας, τόσο μάλλον

που ο πρίγκηπας ήταν καθόλου φιλοπερίεργος,

ουδέτερος από παράνομα πάθη

και τα τοιαύτα.

 

Τώρα κρέμουνται τα μαλλιά τους στο νερό,

λύκος τα ιστορεί το βράδυ, κότες το πουρνό,

γιατί τί έρως, τί αντέρως και κουραφέξαλα,

είμαστε τόσο αστείοι, θέ μου,

αξίζουμε τιμωρία.

            ΤΟ  ΕΦΤΑ

Φθινόπωρο στο αμπέλι με το ράγισμα

Βάφεις τα φρύδια σου, μωρή μυγδάλου,

έλα και θα σε πω ένα τραγούδι,

γι’ αγάπες λέει, για βράκες σημαιοστόλιστες,

ροδάκινα, μουστακοφόρους

και για ρυτίδες λέει, της ρεματιάς τ’ αγρίμια.

Έλα, μωρή, κι ο χρόνος, συγχωράει όσους δακρύσουνε,

έλα μωρή, και πόσο ντρέπομαι

πούμαι άνθρωπος μονάχα εγώ το ξέρω.

            ΤΟ  ΟΧΤΩ

Αγριμάκι, μόνο το φιλί μερώνει το χιονιά

Ένα σου κι ένα μου, σφιχταγκαλιασμένους

μας είδε ο χρόνος με τη γενειάδα

και με τ’ άστρα του

Όλη τη νύχτα το χέρι σου

πάνω στην κοιλιά μου ρίζωσε,

ο ίδιος μυστικός χυμός θρέφει τις φλέβες μας

και ξαφνικά γέμισα ανθάκια,

φυλλαράκια σαν κι αυτή του μοσχομπίζελου

Έτσι με δεμένα τα χέρια,

με λόγια ασυνάρτητα, είμαστε σαν

τα πλάσματα πούδοσαν βυζί κι αγάπη

στου Χριστούλη το παχνί

την πρώτη ώρα.

            ΤΟ  ΕΝΝΙΑ

Η Παναγίτσα στην παλιά γκραβούρα

γνέθει κυκλωμένη από υπερκόσμια πνεύματα

Δεξιά ο Χριστούλης χέζει στο γιογιό του

Κάποια γειτόνισσα χώνει το κεφάλι της

απ΄ το παράθυρο προσφέροντας ένα αχλάδι

Τί ωραία, όλα πάνε καλά στον κόσμο,

αντεκδικήσεις, πάθη, πόλεμοι,

λέξεις περίεργες, Φασισμός, πανούκλα

Από κάτω ένα δίστιχο περί αγάπης:

 

Και τον διάβολον αν αγαπήσεις

άγγελον εν τέλει θα ποιήσεις.

            ΤΟ  ΔΕΚΑ

Πώς να σε χαϊδέψω, να σε πω, να σε φιλήσω;

Τη νύχτα μες στη σκοτεινιά το χέρι μου

ψάχνει τον ώμο, τα μαλλιά, την πλάτη σου

Κάτι ψιθυρίζεις μες στον ύπνο σου

κ’ ύστερα ανασαίνεις κοντύτερα στ’ αυτί μου,

μαζί μου πιά, χωρίς πατέρα, μάνα ή αδερφό

Πώς να χωρέσω τόση αγάπη;

            ΤΟ  ΕΝΤΕΚΑ

Έτσι κάποτε, λέει,

η Παναγιά φεύγοντας την κατάρα

έκατσε σε λαδωμένη φοινικιά αποκάτω

κι έβγαλε το βρακάκι του Χριστού

να κατουρήσει το καυμένο

κι όταν τον είδε τόσο ανυπεράσπιστο

θέλησε να τον κρύψει από το μάτι του θεού

Κοίταξε φιλύποπτα τριγύρω της

 

»Καλέ τί παιδί, τί αστρί, τί αμάραντος,

-κούνα παραμάνα πιο σιγά μην το ξυπνήσεις.-

στράφτουνε τα μύγδαλα τα δόντια του

και πες, μωρή γειτόνισσα, πώς είναι αθώο

κι ούτε σταυρό μπορεί να βάλει

την υπογραφή του

σαν έρθουνε να τον ζητήσουν οι χωροφυλάκοι.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ

Έλεγε η Πηνελόπη ένα βραδάκι

στον Άη Γιώργη:

Τί ατυχία κι αυτή περί τα ανθρώπινα!

Οι πασχαλιές μοσκοβολάνε,

τα χέρια μου μαλακώνουν σαν πατσάς,

τα πάντα αποκαθίστανται, εμένα όμως

η εκμηδένιση δεν μ’ έσωσε, καθώς νόμιζα.

 

Κι είπε ο Άη Γιώργης:

Καρδούλα τσίγκινη, δεν ξέρεις πώς

δεν ψοφάει ό,τι κι αν κάνει

ο σκορπιός;

            ΤΟ  ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ

Καλά τα είχα φτιάξει όλα:

είχα τεκμηριώσει την απαισιοδοξία μου,

είχα αφοσιωθεί στο επάγγελμά μου,

έγραφα σουρεαλιστικά ποιήματα

κι οι φίλοι μου ήσαν τα υποκατάστατα

της μοναξιάς, τί ωραίες συζητήσεις,

μ’ αγαπούσαν και τους αγαπούσα,-

και τώρα πώς ξεφύτρωσες Εσύ

δίνοντας μιά κλωτσιά στα κατεστημένα,

βάζοντας, τόση ψυχή κι εμπιστοσύνη

στο φιλί σου

που πάνε περίπατο τα περί ανέφικτου

και τα λοιπά και τα λοιπά που πέρσι πίστευα;

            ΤΟ  ΔΕΚΑΕΞΗ

Τα παιδιά μεγαλώνουν

γίνονται σκληρά σαν καρύδι,

ξεχνάνε όσους αγαπήσανε, εσύ όμως

μου έμεινες, κοριτσάκι

με τα τερτίπια της γυναίκας πιά

 

Μη φύγεις κι εσύ, τα χρόνια περνάνε,

η μοναξιά μου γίνεται όλο και πιό χυδαία,

οι φίλοι μου γερνάνε κι είναι πληγή

να βλέπεις τις ρυτίδες τους, μη μού φύγεις.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Βοήθησε με τώρα που θέλω να καταστρέψω

ό,τι μου ήρθε απροσδόκητα σαν ευλογία Θεού,

να συνθλίψω την αγάπη που μου αναβαίνει

στα χείλη και πολύ την φοβάμαι’

αν είχες κι εσύ χρόνια πολλά δακρύσει

μη πιστεύοντας σε λίγο φώς,

αν είχες κι εσύ αγκαλιάσει το μαξιλάρι σου

ψιθυρίζοντας λόγια

που αλλιώς θα σ’ έπνιγαν,

θα καταλάβαινες

γιατί αρνιέμαι να σε πιστέψω,

γιατί κλωτσάω σαν πουλάρι τώρα που ήρθες.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΟΧΤΩ

Έχετε δει γυμνό κορμί γέρου να πλένεται;

Με την τυμπανισμένη κοιλιά, το πέος

που κρέμεται, άχρηστο πιά, γελοιοποιώντας

τις αναμνήσεις, τα τριχωτά βυζιά;

Και κείνο το βλέμμα το άδειο

όπως αντικρίζει κάθετα το τέλος,

πού ούτε φωνάζει ή επαιτεί, μα περιμένει.

            ΤΟ  ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ

Σταυροπελεκητή, λοιπόν’ λίγο κουράγιο ακόμα

και θ’ αρχίσουν να κατεβαίνουν τα όρνια,

το ένα να πάρει το δεξί μου χέρι το αμαρτωλό,

να πιει το νεροζούμι στο καύκαλό μου,

κάποιο άλλο να ξεριζώσει το πέος μου

με λύσσα κι αφού ρουφήξει ό,τι σπέρμα

απόμεινε, να το πετάξει σε μιά μάντρα

σαν ενοχή που επιμένει να σκοτώνει

και τέλος το πιό βίαιο να χώσει

τα νύχια του στην καρδιά μου,

να ξεφτελίσει τα ψευτο αισθήματα,

να τρέξει το αίμα όλο

και να φανεί η μολυσμένη όπως είναι,

σαν δέρμα σαύρας πατημένης.

            ΤΟ  ΕΙΚΟΣΙ

Ο Άγιος Μαμούνης χτύπησε την καμπάνα

έχεις ακόμα πάχνη στα μάτια σου, σκούπισέ τη,

έξω ψιλοβρέχει κι ο άγιος βγήκε να ψωνίσει

κάτι από το περίπτερο, άνοιξε την ομπρέλα του,

άντε κι έχω σχολείο, θ’ αργήσω’

κάτω από την κουβέρτα

είμαστε μόνο εσύ κι εγώ κι είναι μιά στάνη

με ρόδια και κρομμύδια στα δοκάρια,

η ζέστη από τη φωτιά μας κλώθει

κι όλο το ασήμι της αλεπούς στη μέση καίγεται

η νυσταγμένη τραχήλα δεν κουνιέται

κι όλα είναι ευλογία χωρίς ανθρώπους

στο βράχο της Ακρόπολης τα χιονολούλουδα

δυό-δυό για των ορφανεμένων τα Χριστούγεννα

κι ένα για της αγάπης το εωθινό.

--

          Αυτή είναι η ποιητική οικονομία και νοηματική συμμετρία της ποιητικής συλλογής του ποιητή και καθηγητή, μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη, που, ορισμένες κριτικές και άλλης κατηγορίας γραφίδες της εποχής του, τον ενέταξαν κάπως βιαστικά στους ποιητές του περιθωρίου, νομίζοντας ότι ξεμπερδεύουν με τον χαρακτηρισμό που του προσάψανε με την συγγραφική του εικόνα. Παράβλεψαν ακόμα και το αληθινό και ειλικρινές πάθος του να μας μιλήσει μέσα στην ποίησή του για τα μικρά και ταπεινά της καθημερινότητάς του, καίρια όμως και φλέγοντα ζητήματα, αυτά που ουσιαστικά απασχόλησαν και θα εξακολουθούν να απασχολούν τους ανθρώπους και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Οι ανώνυμοι «ήρωες» που περνάνε ως τρυφερά στιγμιότυπα αγάπης μέσα στα ποιήματά του, πονεμένης νοσταλγίας, τα ερωτικά σώματα και οι χειρονομίες τους δεν έχουν «θεϊκό» ή μεταφυσικό «μεγαλείο», δεν κρύβουν στα σπλάχνα τους κανένα μυθικό στοιχείο που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα τους, δεν προέρχονται από αρχετυπικές μορφές, με τα γνωστά και μη εξαιρετέα ολισθήματά τους όπως τα διέσωσε η Τέχνη της Ποιήσεως. Η δραματικότητα των σκηνών αναδύεται από τις ίδιες τις επαφές των δύο γυμνών σωμάτων στην απαγορευμένη και κρυφή αλληλογνωριμίας τους είτε στην τρυφεράδα τους είτε στην κυνικότητά τους των εκδηλώσεων των αδέξιων χειρονομιών τους. Η μνήμη δρα «υπομνηματικά» καθώς ο ποιητής επισημαίνει το γεγονός και το καθρεφτίζει στον χρόνο. Δεν είναι επίκτητα συμβάντα των φαντασιώσεων της Τέχνης, είναι αληθινά γεγονότα της ζωής των ανθρώπων πέρα από επιλογή φύλου, ηλικίας και καταγωγής ή χρώματος. Η ποιητική σύνθεση υφαντουργείται με ανώνυμες ή υπονοούσες ταπεινές και λαϊκές φιγούρες με σκουρόχρωμα χρώματα αλλά χρώματα αγάπης και τρυφερότητας, ψυχικών ανατάσεων, χειρονομίες ερωτικά στοχευμένες ή κάπως ατσούμπαλες, έτσι η ποιητική σκηνογραφία του αποκτά πρόσωπο αναγνώρισης και καταλαμβάνει χώρο στην ερωτική αίσθηση της μνήμη του, ό,τι έχει συγκρατήσει ως βίωμα ζωής ανιχνεύσιμης από τους αναγνώστες αισθησιακής σωματικότητας μέσα στις κοινωνικές συμβάσεις που επικρατούν στην κοινωνία και στις όποιες συναλλαγές των ανθρώπων. Πιστεύοντας ότι ορίζοντας την συγγραφική διαδρομή του Αγγελάκη ως περιθωριακή δεν «ξέπλεναν» μόνο τις δικές τους ίσως «κρυφές» προτιμήσεις φιλοδοξώντας να καθιερώσουν μία καθοριστική σχέση μέσα στον της κριτικής λειμώνα, αλλά, το κυριότερο, παράβλεπαν την λεκτική και υφολογική αυτοπειθαρχία του συγγραφέα Αγγελάκη. Προσπέρασαν άλλες πλευρές της ψυχοσύνθεσής της προσωπικότητάς του και των διαπραγματεύσεων πτυχών της γραφής του και τον κράτησαν δέσμιο σε ένα χρονικό επεισόδιο του λογοτεχνικού του παραγωγικού χρόνου. Ίσως και ο ίδιος ο δημιουργός, κουρασμένος από τα όσα συνέβαιναν και επικρατούσαν στην δημόσια σκηνή στα τότε χρόνια, δεν θέλησε να υπερασπιστεί το σύνολο του έργου του που διακλαδώνεται δημιουργικά και απλώνει τον στοχασμό και τις ιδέες του. Ο εξομολογητικός του λόγος αδιαμφισβήτητα μετεωρίζεται μεταξύ ουσιαστικών κεντρισμάτων των κρυφών επιθυμιών του και την φιλοδοξία του ανάδειξης της δημόσιας εικόνας του ως συγγραφέας και συμμετοχής του στα πολιτιστικά δρώμενα μιάς περιόδου που άλλαζε με ραγδαίες ταχύτητες βάζοντας την χώρα και την ελληνική κοινωνία στους ρυθμούς του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού μετά από δεκαετίες στασιμότητας, και ανάγκαζε του Έλληνες να δουν με ειλικρίνεια τον εαυτό τους στον καθρέφτη της σύγχρονης ιστορικής τους περιπέτειας. Μιάς σκληρής κοινωνικής και ερωτικής, συντροφικής πραγματικότητας όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι του δυτικού καπιταλιστικού ημισφαιρίου.

          Μια από τις δυνατές και ουσιαστικές κριτικές γυναικείες φωνές της ελληνικής λογοτεχνίας των προηγούμενων δεκαετιών είναι και αυτή της Νόρας Αναγνωστάκη, αδερφής του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, που φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από την γέννησή του. Βλέπε και χορταστικό κριτικό Αφιέρωμα στον γιατρό αντιστασιακό ποιητή και προοδευτικό πολίτη και το έργο του, στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό  περιοδικό “DIASTIXO”, με την συμμετοχή καταξιωμένων αντρών και γυναικών μοντέρνων κριτικών της ελληνικής λογοτεχνίας και σκέψης. Το Αφιέρωμα γίνεται με την φροντίδα του ποιητή, κριτικού και βιβλιογράφου κύριου Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Με την κριτική φωνή και τις σοβαρές επιχειρηματικά απόψεις της Νόρας Αναγνωστάκη ήρθαμε σε επαφή μέσω των μεγάλων ετήσιων τόμων «ΧΡΟΝΙΚΟ» του καλλιτεχνικού κέντρου «ΏΡΑ» στην Αθήνα. Σε μία από τις τότε συμμετοχές της η κριτικός Νόρα Αναγνωστάκη γράφει για τα «Ποιητικά του 1973» ανάμεσα στους νέους και νέες έλληνες ποιητές και ποιήτριες που εξετάζει και μας παρουσιάζει τι κυκλοφόρησαν εκείνη την χρονιά, συναντάμε και τον πειραιώτη Ανδρέα Αγγελάκη. Το εκτενές κείμενό της μεταφέρει μαζί με άλλα κείμενά της και ομιλίες της στον τόμο Νόρα Αναγνωστάκη, «Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ (1970-1975)» εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1977, σελίδες 69-100.  Ευκαιρίας δοθείσης τα άλλα κείμενα της είναι τα εξής: Μιά μαρτυρία, 9.- Ερωτήματα πού (ίσως) απαντούν, 17. – Απολογισμοί και ερωτηματικά, 23.- Το στοιχείο της σάτιρας και του χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά., 41.- Ποιητικά 1973, 69. –Η Κριτική της παντομίμας, 101.

          Η κρίση της για την συλλογή «ΤΟ ΠΥΟΝ» δημοσιεύεται στην σελίδα 92. Η θέση της είναι ερωτηματικά αρνητικών προσδοκιών για τον Α.Α. αν δεν λαθεύω, στην εξέταση διαφορετικών γενεών ελλήνων και ελληνίδων ποιητών. Ας αντιγράψουμε το κείμενό της και την αρχή του που παρουσιάζει στατιστικό- λογιστικό εκδοτικό ενδιαφέρον για τα χρόνια εκείνα.

«Ο Ρίλκε έλεγε πώς «τρακόσοι ποιητές δεν υπάρχουν». Η ψυχρή στατιστική μας δίνει την πληροφορία ότι από το 1970 ως το 1973 κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα 1500 περίπου ποιητικά βιβλία. Φέτος φτάσαμε τα 424. Χαρακτηριστική είναι η προοδευτική αύξηση του αριθμού από χρόνο σε χρόνο, με ρυθμό ανερχόμενου πυρετού. Ο ποιητικός πληθωρισμός είναι ίσως φαινόμενο που ενδιαφέρει περισσότερο την κοινωνιολογία παρά την ποίηση, αλλά δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε γιατί έχει επιπτώσεις στη διαμόρφωση της ποίησης που δεν απλοποιούνται ούτε εξαφανίζονται με τον βάρβαρο διαχωρισμό «ποιητών» απ’ τη μιά, και «παρείσακτων» απ’ την άλλη…».

          Θέσεις που δεν απέχουν και πολύ από τα σημερινά ποιητικά εκδοτικά δεδομένα της εποχής μας 2025.

          «Ο Αντρέας Αγγελάκης με το «Πύον» του μας υποβάλλει στη δοκιμασία της χυδαιότητας. Η αηδία σαν έσχατο στάδιο απόγνωσης για τα τοπικά και παγκόσμια θεάματα δίνει αληθινή μάχη με την αισθητική.

          Ο Αγγελάκης είναι σα να σου λέει: Αν θα δεχτείς την ποίηση σήμερα, πρέπει να δεχτείς και τον ποιητή σαν άνθρωπο τόσο αηδιασμένο που δικαιούται να γράφει και αηδιαστικά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη χυδαιότητα σαν καθαρτήριο πέρασμα προς την ποίησή του. Ο αναγνώστης αν ανθέξει στο χυδαίο θα φτάσει σ’ αυτή τη διϋλισμένη ποίηση διαβαίνοντας τα στάδια που ακολούθησε ο ποιητής και στην περίπτωση του Αγγελάκη θα αμειφθεί επαρκώς, αλλιώς θα μείνει στο προαύλιο του κήπου συντροφιά με τα ρόδα του προηγούμενου αιώνα ή με τα σημερινά πλαστικά.

          Και πρέπει να περάσουμε με θάρρος αυτή τη φάση της ποίησης για να την ξεπεράσουμε κι όχι για να γίνουμε και μείς χυδαίοι, γιατί αν η χυδαιότητα μας καταπιεί τότε γιατί άραγε να γράφουμε και ποιήματα; Για να μας διαβάζουν οι χυδαίοι;».

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

24/1/2026

ΥΓ. Από την σημερινή χρονική πραγματικότητα του Κόσμου μας. Έφυγε σε μεγάλη ηλικία η τελευταία πριγκίπισσα της Ελλάδος η μουσικοτραφής Ειρήνη. Πόσο άδικα χάθηκαν στις πρόσφατες πλημμύρες η καθηγήτρια και μητέρα ενός μικρού παιδιού και ο λιμενικός πατέρας. Μήπως θάπρεπε η Βουλή των Ελλήνων να παίρνει υπό την οικονομική προστασία της όχι μόνο τα ορφανά παιδιά των στρατιωτικών που έφυγαν σε ώρα καθήκοντος αλλά και των άλλων ελλήνων και ελληνίδων που χάνονται από φυσικές καταστροφές και «υπεύθυνο» υπήρξε με την αδιαφορία του το ελληνικό κράτος; Πολιτικό προσωπικό, Δήμοι, Νομαρχίες και άλλες Υπηρεσίες; Έφυγε ο παλαιός δημοσιογράφος Σπύρος Καρατζαφέρης τα  βιβλία του για τα Εκκλησιαστικά σκάνδαλα, που κυκλοφόρησαν μετά την μεταπολίτευση ήσαν ευπώλητα. Η πρωινή εφημερίδα του «Επικαιρότητα» αν θυμάμαι καλά δεν μακροημέρευσε.

Πολύ ωραία η σειρά ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ-3 Καλές Τέχνες και Οικονομία. Το Χρηματιστήριο της Τέχνης σε όλο του το καπιταλιστικό καταναλωτικό εμπορικό μεγαλείο.

Συγκινητική η ιταλική ταινία που προβλήθηκε στο Κανάλι της Βουλής, του συνταξιούχου με το σκυλάκι συντροφιάς του.        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου