ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ
Αθήνα 1967,
σελ. 60 (;)
Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Το μαχαίρι
του αγγέλου στο τραπέζι
κ’ η παρθένα
τρυγόνα γλύφει την πληγή της.
Το αντίο που
έλαμψε στα βλέφαρά σου
στάζει τώρα
στο ρούχο μου
και τα
μεγάλα μάτια ανάστρεψαν τον ουρανό.
Όταν
ξαναμιλήσουμε θάχεις θαμπώσει σαν πετράδι:
ο λόφος που
γυμνός με τη ρόκα του φεγγαριού
σε
παραμόνευε να λύνεις τη νύχτα απ’ τα άλογά της
θάχει
γεμίσει έλατα.
Λοιπόν να
πάρεις όχι μόνο όσα χάρισα, αλλά κι αν
ανασαίνει
κάτι κρυφά απ’ όλους, κι από σένα,
στο χιόνι.
Κι όταν κλείνεις τα μάτια
στη σιγανή
βροχή του ύπνου σου που θα σε φθάνει
σαν
πορτοκαλάνθη συννεφιάς, θα ματώσει
με πολλά
πυράκανθα το περήφανο περιστέρι που όρκισες. Σελ. 5
ΒΑΘΥΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΓΚΡΕΜΟΣ
Βαθύς και
σκοτεινός γκρεμός το λούλουδο,
πέταλα, η
θλίψη, ο ύπερος και φύλλα
κι’ εσένα
στις άσπρες λεμονιές ο ύπνος έφερε
που καθαρό
το δάχτυλο του Θεού ταγίζει τα σκουλήκια. Σελ.7
Ο ΜΕΝΕΞΕΣ
(Στον Οδυσσέα Ελύτη)
Θα ξαναζήσω;
ο μενεξές αναρωτήθηκε
και δάκρυσε
στην πολιτεία του.
Ο κηπουρός,
το βραδινό αεράκι του περβολιού
τα
σχολιαρόπαιδα που με ζωγραφίζουν
τάχατες
κόκκινο τάχατες στο στόμα
του ήλιου σα
γαρίφαλο
σιγά-σιγά
όλα γίνονται φωνές
πληθαίνουν
στο στοχασμό μου οι πεταλούδες’
(οι φίλοι
της αλησμονιάς επίκραναν τον ουρανό
κι
αλλοίμονο, δε θα γλυτώσεις τις κακές βροχές). Σελ.9
Ο ΦΡΑΧΤΗΣ
Φύτρωσε ένα
χειμωνιάτικο τριαντάφυλλο στα δάχτυλά σου.
Έπαψε το
χιόνι, τι μαγεμένο δάσος από σταλαγμένους
αγγέλους
βουβούς στο κοιμητήρι τίναξαν οι νεκροί
την πάχνη
απ’ τα βλέφαρά τους’ ώρα των άστρων.
Οι ξυλοκόποι
και τα ξεσκλίδια των δέντρων
στις φλόγες
των προσώπων τους, ένας χειμώνας
ακόμα πιο
κοντά στο θάνατο: τί θα μείνει;
Το χιόνι
κρυστάλλωσε σε φώς στα μάτια σου. σελ.11
ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
Μεγάλη
εβδομάδα των παθών. Ο άγγελός μου
λυπημένος
κρατάει κερί κι αναλογίζεται
τον κύρη μας
πούναι θαμμένος στο περβόλι.
Ο
αποσπερίτης καρφωμένος στο μέτωπό του
σβήνει, δε
σβήνει’ μυρουδιά πεύκου. Σελ.13
ΝΑΝΑΡΙΣΜΑ
Ανάσα
καμέλιας και θρυμμένο κυπαρίσσι ο ύπνος σου
καθώς σε
παίρνει το νερό με τ’ ανθοβόλημα του φεγγαρόφωτου,
νάνι, ο
αϊτός, ο σταυραϊτός, το πριγκιπόπουλο.
Ύπνε, με τις
πολλές πυγολαμπίδες, θάνατε βιγλάτορα,
λύπη από
τόπους ανεπίγνωστους στο χείλι του άς στεγνώσει
να μάθει
αργά να συλλαβίζει το τραγούδι των απελπισμένων. Σελ.15
Ο ΛΟΡΚΑ
Αίμα από
γαλάζιο γιασεμί
πλημμύρισε
το πουκάμισο του φίλου του’
στις βρύσες
με τις νεροφίδες κατόπι σαν τον έπλεναν
τον
ξαναφίλησε κρυφά καθώς καβάλα σε φοράδα
πέρναγε το
φεγγάρι ένα κεφάλι ταυρομάχου λιώνοντας
μετ’
ασημένια γκέμια του λύκου και το άχ
της
ντροπιασμένης στο βυζί της μεγαλόχαρης.
Και πάλι’ το
γιασεμί στο στόμα του
άπλωνε κ’
είχαν μείνει μπλεγμένα τα χέρια τους
καθώς το φώς
σφάζει στον έρωτά τους τα περιστέρια.
Και πάλι’
στο πανταλόνι του η ζώνη αντιφεγγίζει
τα δόντια
του θανάτου με το στάχυ σφιχτό και το τριαντάφυλλο. Σελ.17
ΣΤΟ ΠΕΡΒΟΛΙ ΠΗΔΗΞΕ Η ΒΡΟΧΗ
Στο περβόλι
πήδηξε η βροχή
κόβοντας
ανεμώνες’
ποιός είναι;
ρώτησε,
και τα
δάχτυλα του φεγγαριού
φάνηκαν
φλογισμένα στην πόρτα’
(λίγο νερό
και δίψασαν
στη ρεματιά
οι φίλοι μου, κυρία) σελ. 19
Η ΧΕΛΙΔΟΝΟΦΩΛΙΑ ΑΝΥΨΩΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Η
χελιδονοφωλιά ανυψώθηκε στον ουρανό
σαν
κοριτσίστικο λευκό πουκάμισο
κι έτσι το
δώρο της Κυράς του δειλινού
μετεωρίστηκε
το μισό φεγγάρι στο χείλι του ποιητή. Σελ.21
ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ
Πέφτοντας
στο κρεβάτι του μετακαλούσε
ό,τι δικό
του: συλλογισμούς σαν βρύσες
τεφρωμένων
άστρων όταν η τρυφερότητα
τον έλιωνε
κορφολογώντας τον’ μιά διάθλαση
άξαφνα στο
νερό που την είπε αστόχαστα έρωτα’
τη βροχή που
ημέρεψε τις πέτρες διαβάζοντας
τα
φυλλοκάρδια των νεκρών και τη μητέρα
που
ψιθύρισε, βράδιασε, στα πουλιά’
ξανάφτιαξε
τη φεγγαροβραδιά με χιόνι. Σελ. 23
ΧΩΡΙΣ ΟΜΩΣ
Χωρίς όμως
ένα πουλί κοκκινολαίμη πώς ο Θεός
θα ελάνθανε
σε κάθε θρόϊσμα φύλλου
ανεβαίνοντας
μέχρι τα χείλη πέφτοντας
πάλι στ’
ανθισμένο αστάχυ χαμογελώντας; Σελ.25
Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ
Λοιπόν όταν
κλείνω τα μάτια μου
είναι που η
ζέστα του ρούχου σου με καίει’
δε σου το
είπα βέβαια ποτέ, αλλά
κ’ η αράχνη
κλώθει το μαγνάδι της καλώντας
τη
σταλαγμένη ροδαριά ν’ αποσκεπάζει τους έρωτές της’
ότι
ονειρεύομαι, ένα γαρούφαλο πές, ποτίζεται
απ’ τον
ίσκιο σου’ τα πνεύματα του δειλινού
φέρνουν λίγο
θρυμμένο φώς, έπειτα εγώ,
εσύ, το
ελάφι, τέλος, του θανάτου μας. σελ. 27
ΓΥΡΙΖΕΙ Ο ΥΠΝΟΣ
Γυρίζει ο
ύπνος στα μαλλιά της αθωότητας τα φύλλα του
στο στήθος
των νεκρών τα κυπαρίσσια
η χλόη
μεγαλώνει ανατριχιάζοντας
στ’ άστρα
πνίγονται οι ψίθυροι των αγαπημένων.
Θυμήσου
αγαπώντας ήρθες ένα σπειρί της άμμου ανοίγοντας
πασχίζοντας
απ’ του γαλάζιου το βάθος να κρατηθείς
αγαπώντας θα
σου δείξουν το γυρισμό οι ροδοδάφνες. Σελ.29
ΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ
Είμαι τόσο
λυπημένος σήμερα
καθώς το
βράδυ σαν αχιβάδα
στάζει
ανοίγοντας τ’ άστρα του
κλείνοντας
στα δακρυσμένα φύλλα του
όσους
εδιάλεξε η μοναξιά.
Στο λόφο με
τ’ ασημένια λιόδεντρα
της γης
άκουσε μόνο τις ανάσες των εντόμων
διωγμένος ‘
λοιπόν ένας Θεός μπορεί νάναι
πολλές φορές
θλιμμένος σαν παιδί που εζήτησε
λίγο ψωμί
για το δείπνο του
ή μια φλούδα
καρυδιάς για το ταξίδι του. σελ. 31
ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ
Ένα πουλί
της πήρε το αντίδωρο.
Έμεινε τότε
μετέωρη μεταξύ ουρανού και γης
για μιά
στιγμή σε βαθειά μενεξεδένια θλίψη:
ένας
άγγελος, συλλογίστηκε τότες,
πυρπόλησε τη
σάρκα του μ’ επιθυμίες
κ’ η
αμαρτωλή του σπάθη δεν εφύτρωσε
γαρούφαλα. Σελ. 33
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑ ΚΛΩΘΟΥΝ
Τριαντάφυλλα
στο γέρμα κλώθουν
τον ύπνο της
ημέρας, ο αποσπερίτης
στα σφυρά
του αγγέλου, ώ άγγελε, ή πώς αλλιώς ακούς,
βαθύς σα
ρόχθο καταρράχτη ο τρόμος της μοναξιάς
σε κάθε λόγο
μας’ λίγο μόνο τη δείλη
αναιρείται ο
τοίχος κι έπειτα πάλι
πνίγει την
τρυφερότητα ο καπνός, εκείνο
το ίδιο
δάκρυ που την γέννησε. Σελ.35
ΑΓΡΟΤΙΚΟ
Να ποτίσεις
το ζώο με τη δροσιά
πριν η νύχτα
μπει στο δωμάτιο’
μη ξεχάσεις
ν’ αλλάξεις πουκάμισο και παρ’ αυτό
το τσαμπί
σταφύλια να βρέξεις το χείλι σου
σαν να
τόφερε τάχατες ο ρεμβασμός του Αυγούστου.
Καθώς
σήκωσες το χέρι σου να σκουπίσεις
τον ίδρωτα η
πλάτη σου μεγάλωσε
σα φεγγάρι
κ’ είδα τόσα πατήματα αλόγων,
τόσο καπνό
οργανωμένης γης,
σχεδόν έναν
ολόκληρο ουρανό από ανεμώνες. Σελ.37
ΤΟ ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ
Το
μεσουράνημα του ρόδου
ένας κόκκος
βασιλεμένου ήλιου
φώς στο
ράμφος του πουλιού κ’ η ανάσα
των φύλλων
με τα άλογα των περιστεριών
καθρέφτισε
στις βρύσες γαλανά τα μάτια σου. σελ. 39
ΥΠΟΘΗΚΗ
‘Ετσι πάντα
ο μυστικός μας λόγος πνέοντας
στον άνεμο
του πάθους φθίνει’ μία τελευταία
ματιά στα
δέντρα που κράτησαν τους ίσκιους μας
πριν τη
γαλάζια ομίχλη του τέλους.
Οι καρέκλες
που διάβαζες των δασών
τον ήχο
σκοτεινιάζουν όπως ο ύπνος απλωτός στα φύλλα.
Ναι
αγαπήσαμε, μιά τόσο μεγάλη αγάπη
που έφθανε
να εγκολπώνεται τα μυστικά
του Θεού,
τον ακούγαμε να πεθαίνει σφυριχτό
σα λουλούδι
του τοίχου.
Οι μυγδαλιές εξόριστες στο φώς τους,
τ’ άλλα
ανήκουν στο δίχτυ του φεγγαριού. Σελ. 41
Η ΑΓΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΙΑ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ
ΛΕΪΜΟΝΙΑ
Η αγνότητα
της καρδιάς μιά χιονισμένη λεϊμονιά
κάθε νιφάδα
στα μαλλιά μας
τ’ άστρα της
συνείδησης του ταπεινού
κ’ η φλόγα
του κίτρινου χειμώνα στα μάτια
των προβάτων
ένα λαούτο για τον οδοιπόρο. Σελ.43
ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Να λοιπόν
όλος εκείνος ο κόσμος
που
ξαστέρωσε στο θάνατό του πασχαλιές’
αίμα γιασεμί
η βαλανιδιά
τρίζει στην
καρδιά ο ανθός μπουμπούκι
κάθε χρόνο
ματώνει κι ανασταίνεται
Τί κι αν
κλείνει τα μάτια, κι αν οι αστραπές
τρώνε τη
σάρκα του; Απρίλη,
κλείσε στον
κόρφο σου το σπόρο
ένα πέρασμα
είναι κι έπειτα
δάση πάχνη η
αιωνιότητα. Σελ.45
ΕΥΡΥΔΙΚΗ
Ένα σουραύλι
στα βουνά της Αττικής ο θάνατος
γαλάζια,
βαθυπράσινα, πάλι γαλάζια
με ίσκιους
των πεύκων στις χαράδρες των σύννεφων
το λευκό
χέρι της Ευρυδίκης στις πέτρες
λυπημένα να
δείχνει το ακατόρθωτο. Σελ. 47
ΒΛΕΦΑΡΟ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΑΝΘΙΣΜΕΝΟ
Βλέφαρο των
δέντρων ανθισμένο
καθώς γνέφει
ο μελισσοκόμος να κουρνιάσει η ώρα
τώρα που οι κόκκινοι
άγγελοι τρέμουν το φιλί του πειρασμού.
Το χέρι
ρίχνει άστρα στο λόφο’ σε βλέπω.
Το τσακάλι
με το ραβδί της μάγισσας
τρέχει στο
ποτάμι, γύρω σου η πάχνη που ανασαίνεις
σχίζεται από
φλόγες, τί ζητάς;
Μέσα μου η
σιωπή γίνεται λόγος κι ωριμάζει
ο καρπός
στους κλώνους καθώς αλλάζουν οι εποχές.
Βαθαίνει ένα
λουλούδι ολόκληρο κι ανοίγεται γκρεμός.
Είναι καλός
ο κόσμος, άχ, αγριοπερίστερα της νύχτας
κι αυτό το
φεγγάρι με το δακρυσμένο μάτι του
μοιάζει να
πούλησε την ψυχή του εκλιπαρώντας
τρυφερότητα. Σελ. 49
ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ
Ξύλο που
ευωδιάζει από βροχές κι ασήμι του
καλοκαιριού
καίει στο δάπεδο
την ευλογία
των προγόνων προσκομίζοντας.
Έτσι και
πριν από χιλιάδες χρόνια οι πάγοι έλιωναν
ετοιμάζοντας
το δρόμο του ταπεινωμένου.
Ασημωμένη
νύχτα, καλή των ζωών
που
αγκαλιάζονται στην πάχνη της βαρυχειμωνιάς
με το
λυχνάρι της λύπης και το ψωμί
προσφέρεις
το κρασί του αιμάτου και του ιδρώτα
σ’ όποιον
χτυπά τη δρύϊνη πόρτα της προσευχής.
Δώδεκα οι
νεκροί του κύκλου, δώδεκα οι φωνές
γύρω απ’ τον
ύπνο του αθώου που τυλίγει
την
καπνισμένη κάμαρη με λίγο πεύκο
συγχωρώντας
όμως τα εγνωσμένα
όπως στον
πόλεμο του σαράντα οι μάνες. Σελ.51
ΧΡΟΝΟΣ ΜΥΣΤΙΚΟΣ
Το κρυμμένο
φώς στα ξόμπλια των πεύκων
σ’
ακολουθούσε στην κάθε σου κίνηση’
σκύβοντας να
πιείς νερό στο μάρμαρο
του φεγγαριού
σου πήρε το μισό μέτωπο.
Έπειτα
ολόκληρη σε τύλιξε σαν άρρωστο ρόδο
κι ακούστηκε
το δάκρυ της πεταλούδας
σα συγνώμη,
στα φύλλα, για τους πλανημένους’
ονειρεύτηκε,
λέει, τον ασημένιο της ιππότη
του έρωτα να
συλλογάται στον ώμο ενός κυπαρισσιού. Σελ.53
Η ΕΛΕΝΗ ΠΑΛΙ
Ακουμπώντας
το χέρι μου στα μαλλιά σου
σε κοιτάζω
λυπημένα γέρνοντας’
τί θα μείνει
από τ’ άγγιγμα των χεριών;
η θάλασσα
φέρνει τα καΐκια της στην εκκλησία,
το χελιδόνι
κρύβει το μαχαίρι του και συσπειρώνεται
στο νερό
φυτρώνουν πρόσωπα τα δέντρα.
Τί μεγάλη η
μοναξιά των πεύκων,
ένα δύο τρία
αστέρια. Όσο η απουσία του Θεού
πυκνώνει
τόσο σφίγγω δυνατώτερα το χέρι σου
τόσο μπροστά
μου η μοναξιά πυκνώνει κι απειλεί. Σελ. 55
--
Ένα σκουλήκι
στο παπούτσι σου
κι ο
ουρανός. Σελ.57
Σημειώσεις
ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ
Κοιτάζοντας
τα φθαρμένα του παπούτσια συλλογίστηκε.
Στην
μελαγχολία αποκαλύπτεται ο θεός’
όλα εκείνα
τα σύννεφα που φεύγουν
ή έρχονται
στα όνειρά μας
ευγενικά
ραντίζοντας τον ύπνο μας
είναι
μηνύματ’ ασφαλή και σπάνια ξεγελούν.
Η θλίψη για
το εύθραυστο των πραγμάτων
τροφοδοτεί
την πίστη μας, ιδίως την νύχτα,
όταν
κουράζονται στις συνδιαλλαγές τους οι άνθρωποι
και μένουν
σκυφτοί, μη περιμένοντας τίποτα.
(από την συλλογή «Ο Πρίγκιπας των
Κρίνων»)
Τα στερνά τιμούν τα πρώτα ή μήπως τα
πρώτα σκεπάστηκαν από τα στερνά; Θα μπορούσαμε παραφράζοντας την λαϊκή παροιμία
να αναρωτηθούμε, έχοντας μπροστά μας το ποιητικό, πεζογραφικό, θεατρικό,
μεταφραστικό, παιδικής λογοτεχνίας, το στιχουργικό και των άλλων πεζών έργων
του Πειραιώτη ποιητή. Διαβάζω εκ νέου αυτό το διάστημα ξανά πειραιώτες λογοτέχνες-σαν
μιά οφειλή στην πνευματική κληρονομιά που μας άφησαν- που σημαίνει ότι όσοι
ασχολούμαστε σοβαρά και ουσιαστικά με την Ελληνική Ποίηση την χαιρόμαστε και
την απολαμβάνουμε, αναφερόμαστε σε αυτήν, να παραβλέπουμε την προσφορά της
Πειραϊκής διαχρονικά των συγγραφέων παράδοση. Τις άξιες περιπτώσεις πειραιωτών
ποιητών όπως του καθηγητή ποιητή, μεταφραστή, συγγραφέα παιδικού-σχολικού
θεάτρου και ακτιβιστή στην εποχή του πολίτη Ανδρέα Αγγελάκη. Μιάς πειραϊκής
φυσιογνωμίας που άφησε τα ίχνη του στα Πειραϊκά χώματα, δίδαξε σαν
εκπαιδευτικός σε σχολεία του Πειραιά, έγραψε θεατρικά μονόπρακτα, πεζά για
παιδιά και εφήβους, μετέφρασε σημαντικούς ξένους ποιητές, νυχτοπερπάτησε στα
καλντερίμια και τα σοκάκια του πρώτου Λιμανιού, ίδρωσε ερωτικά σε πάρκα του, συνομίλησε
με ξέμπαρκους ναυτικούς όλων των φυλών και κατατρεγμένους, υπερασπίστηκε με
σθένος νέους που έχασαν τον προσανατολισμό της ζωής τους από ουσίες.
Κουβέντιασε και συναναστράφηκε με Πειραιώτες και μη λογοτέχνες, και μας άφησε
σαν κληρονομιά της ψυχής του τραύματα, της ζωής του το περιπετειώδες ταξίδι
αυθεντική μαρτυρία της εποχής και της γενιάς του. Η σκιά της βιολογικής
παρουσίας του χάθηκε στον χρόνο, όπως συμβαίνει με κάθε χθόνια ύπαρξη που
φανερώθηκε πάνω σε αυτό το τόπι που ονομάζουμε Γη και γυρίζει γύρω από τον
Ήλιο. Ζωή, Άνθηση, Φθορά, Θάνατος και ο κύκλος ολοκληρώνεται σε αυτόν τον
«Κόσμο τον Μικρό τον Μέγα», απομένει μόνο η Μνήμη ατομική ή συλλογική να
αφηγείται στους επόμενους την μικρή ή μεγάλη ιστορία του καθενός μας.
Β΄ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Άγγελε του θανάτου, όσα λουλούδια
σωπαίνουν στον αφρό της θάλασσας σώζε,
όπως εξαργυρώνει τη θλίψη ο ουρανός.
Σφαλιχτά κρατώ τα μάτια, πότε θάρθεις;
(από τον «Πρίγκιπα των Κρίνων»)
Ο ποιητής
Ανδρέας Αγγελάκης έζησε όπως αυτός θέλησε να ζήσει, πλήρωσε το τίμημα όπως ο
καθένας μας, άφησε όμως πίσω του ένα
σημαντικό πολύπλευρο έργο το οποίο μάλλον, φοβάμαι, ότι καλύφθηκε από την
ομίχλη των περιπετειών του βίου του. Ο φακός με τον οποίον εξετάζουμε την
συγγραφική του περιπέτεια που άφησε σε όλους εμάς- τουλάχιστον σε όσους
ασχολούνται ακόμα σταθερά με την Ελληνική Ποίηση και τα Πειραϊκά Γράμματα-
εστιάστηκε περισσότερο ίσως με την ζωή του φωτογράφησε στιγμές της, παρά με το
ίδιο αυτό καθ’ αυτό ποιητικό γεγονός. Ο ποιητής παραμερίστηκε ή επέστρεψε στις
κουίντες της συγγραφικής δημιουργίας (σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του) για να
έρθει μπροστά ο ακτιβιστής ομοφυλόφιλος και η σημαντική προσφορά του στους
κοινούς αγώνες για την καλυτέρευση των ατομικών και κοινωνικών συνθηκών ζωής
των διαφόρων μειονοτήτων στα χρόνια των σκληρών πολιτικών και κοινωνικών διαπραγματεύσεων
με τα όποια προσωπεία και μορφές των πάσης φύσεως εξουσιών και των άδικων
θεσμών τους, στην κατάκτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ελεύθερων επιλογών
των ζωών μας, της συνταγματικής ισότητας όλων μας από την Ελληνική Πολιτεία το
Ελληνικό Κράτος. Ο ποιητικός του λόγος λανθασμένα εντάχθηκε ή έστω κάπως
βιαστικά περιορίστηκε σε ένα πλαίσιο περιγραφής συμβάντων και καταστάσεων,
εμπειριών, ατομικών περιπτώσεων ιστοριών που αφορούν άτομα του λεγόμενου
περιθωρίου, αγνοώντας τις άλλες πλευρές του. Μια όχι ελπίζω λανθασμένη κατά την
κρίση μου, μονοδιάστατη και μονόχρωμη αντιμετώπιση του έργου του και των όποιων
μηνυμάτων αυτό μεταφέρει μέσα του. Ακόμα και η πάλη του με την ελληνική γλώσσα,
την συμβολιστική δυναμική και ακρίβεια των λέξεων που χρησιμοποίησε, του
προσωπικού του ύφους που δεν είναι το ίδιο από συγγραφική περίοδο σε περίοδο
και κατηγορίας βιβλίων του, της διαμόρφωσης και αλλαγής της εκφραστικής του
αποτύπωσης μετά την δεκαετία του 1970, μάλλον δεν προσέχθηκε όπως εκείνος θα
ήθελε, επεδίωκε, και έλεγε στις διάφορες συνεντεύξεις του. Βλέπε χαρακτηριστικά
μία από αυτές που είχε με την συγγραφέα Έρση Λάγκε στην «Καλλιτεχνική
Επιθεώρηση» τεύχος 2/1979 (;) «Ανδρέα Αγγελάκης: Μια συζήτηση με την Έρση
Λάγκε» κλπ. Σε αυτήν όπως θα δούμε παρακάτω κάνει λόγο από πολύ νωρίς, από τα
πρώτα σχεδόν ποιητικά του βαδίσματα για το γεγονός ότι οι κριτικοί και ίσως και
οι αναγνώστες δεν πρόσεξαν όσο έπρεπε πτυχές της ποίησής του, το πώς επεδίωκε
να διαμορφωθεί το πρόσωπό της και αυτό των ψυχικών του αισθημάτων και
εσωτερικών της συνείδησής του ταραχών και προσκλήσεων. Για την φιλοσοφία της
ζωής και της ταυτότητάς του υπάρχει το εξαιρετικό μελέτημα του πανεπιστημιακού
Βρασίδα Καραλή «Για τον Ανδρέα Αγγελάκη» εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2003.
ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Τα βράδια
καθρεφτίζονται οι πλάτες
των φίλων
στο νερό, το φώς ανασυνθέτει
πάλι και δίνει
το χρώμα τους.
Θεέ μου, το
φώς όμως δεν πλάθει
έν’
ανθισμένο κλαδί.
Ζητάμε
επίμονα τον λόγο των συνανθρώπων μας
μήπως
θυμίσει τη φωνή Σου.
Καίμε τα
δάση να σε γυμνώσουμε από σκέπη.
Στο βάθος
είναι βέβαιο και το ξέρουμε.
Είμαστε
μόνοι, αμήτορες, με λίγη
πατρίδα που
φυσούν τα πνεύματα.
(από τον «Πρίγκιπα των Κρίνων»)
Από την
μεριά μου-σαν ένας απλός αναγνώστης της ποίησής του θέλησα να ξεφύγω από την
μέχρι σήμερα αντίληψη ερμηνείας του, δίχως διάθεση μαχόμενης ερμηνευτικής
αντίθεσης με τις προηγούμενες γνώμες και σημερινές ερμηνευτικές προσεγγίσεις
και ανθολογήσεις σε ηλεκτρονικά περιοδικά, ιστοσελίδες. Θέλω να πω, ή ορθότερα
σε καιρούς πολιτικής ορθότητας και κάπως άκριτων φωνακλάδικων δικαιωμάτων να
θέσω το ερώτημα, είναι ο πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης αποκλειστικός
εκπρόσωπος της ποίησης του περιθωρίου; Και ποιό συγκεκριμένα του ομοφυλόφιλου;
Αν ευσταθεί η απάντηση που έδωσαν οι προγενέστερες κριτικές γραφίδες
διαβάζοντας το έργο του ορμώμενοι από την δεύτερη περίοδο της ποιητικής
συγγραφικής του παραγωγής και των κοινωνικών του παρεμβάσεων, ορισμένων σκληρών
και κυνικών, λυρικών κατά βάσης πεζών και δημοσιευμάτων, τότε τί γίνεται με την
πρώτη περίοδο της ποιητικής του εμφάνισης που είναι κατάσπαρτη από μιας
θρησκευτικής φύσεως και χριστιανικής παράδοσης συμβολισμούς, εικόνες,
περιγραφές, πνευματικές αγωνίες υψηλής θερμοκρασίας, «εμπύρετους»
προβληματισμούς, όπως ο ίδιος μας λέει χαρακτηριστικά προέρχονται από το κλίμα
και την ατμόσφαιρα της Κλωντελικής ποιητικής και θεατρικής παράδοσης; Τον ρωτά
η Έρση Λάγκε:
«Τί επιδιώκεις με την ποίησή σου;
Ποιος είναι ο στόχος σου αν δεν είναι μιά αφηρημένη παρόρμηση;»
Α.Α. «Όλα
είναι τόσο μπερδεμένα. Είναι πάντα και τούτο και τ’ άλλο, χωρίς να αποκλείεται
και κάτι τρίτο σε μιά ερμηνεία. Πάντα υποψιαζόμουνα όσους είχαν, τάχατες,
«ξεκάθαρες θέσεις». Ο καλλιτέχνης συνέχεια ψάχνει μιά κατάσταση, τρώγεται με τα
ρούχα του, αναιρεί, υπαναχωρεί, προδίδει, προσχωρεί, εγκαταλείπει κυρίως. Τί να
απαντήσω σε μιά τέτοια ερώτηση υπαρξιακής σημασίας; Θάναι αστείο. Έστω όμως. Ας
πούμε πώς εκείνη τη στιγμή πιέζομαι να εκφράσω κάτι βαθύτατα αληθινό για μένα.
Αν τώρα κι άλλοι βρούνε την ίδια αντιστοιχία ειλικρίνειας με το γραφτό μου,
τόσο το καλλίτερο’ σημαίνει πως είμαι βιώσιμος. Αλλά θέσεις a priori και τα τέτοια ποτέ μου δεν τα
κατάλαβα.»
Στην
ερώτηση:
«Ποιά είναι η πορεία του έργου σου
από βιβλίο σε βιβλίο; Παρατηρώ μιά διαφορά γραφής στα βιβλία σου μέχρι το 1970
και μετά ν’ αλλάζει το ύφος σου.»
Απαντά
μεταξύ άλλων ο Α.Α.:
«Έχεις δίκιο
εδώ. Και θα προσπαθήσω να το εξηγήσω. Αλλά πρώτα, αν δε σε πειράζει, ας μην
χρησιμοποιούμε τη λέξη «έργο»- συνηθίσαμε να καταναλώνουμε τις λέξεις μ’
ελαφριά συνείδηση….» Και συνεχίζει: «Το πρώτο μου βιβλίο οι «Ομιλίες του Θεού
και της θάλασσας», το 1962 καθώς και όσα κυκλοφόρησα μέχρι το 1970, δηλαδή τον
«Πρίγκηπα των Κρίνων» (1964) και τις «Προτάσεις της Αθωότητας», λίγο πρίν το
πραξικόπημα του 1967 διακατέχονταν από ένα νεοχριστιανικό πνεύμα Κλωντελικής
συγγένειας, ήταν ποτισμένα από έναν αγγελικό και ίσως ανυποψίαστο ανθρωπισμό
απάνθρωπο, όπως τώρα τον κρίνω, μέσα στην κρυστάλλινη μακαριότητα των οραμάτων
του. Νομίζω ακόμα πώς φοβόμουνα τις λέξεις. Θέλω να πώ, τις χώριζα,
υποσυνείδητα βέβαια, σε ποιητικές και αντιποιητικές. Η αντιμετώπιση του
γλωσσικού μου υλικού ήταν σχεδόν εστετίστικη. Θυμάμαι πώς πρώτη η Χρύσα η
Προκοπάκη σ’ ένα σημείωμά της στην τότε «Πανσπουδαστική» το είχε επισημάνει.
Βέβαια, η λεξιλογική μου τελειοθηρία έφτανε στο να μοιάζουν οι στίχοι μου με
Λατινικά, όπως λέγανε, αψεγάδιαστοι, ψιλοδουλεμένοι (εδώ που τα λέμε, σπάνιο τότε να έβρισκες σε
συνομήλικούς μου τέτοια γλωσσική ευσυνειδησία και πάθος) και ψυχροί. Βέβαια,
ένα έμπειρο μάτι μπορούσε να διακρίνει την έξαψη που υπόβοσκε, αλλά τί τα θες,
φορούσα μιά Σολωμική προσωπίδα.
Στα 1971 κυκλοφόρησα τα «Ποιήματα
χαρισμένα στον Ποιητή Κόντε Διονύσιο Σολωμό», όπου βλέπει κανείς τις πρώτες
ρωγμές, αρχίζει και στάζει ιδρώτας, η αποσπασματικότητα που χαρακτηρίζει όλο το
βιβλίο δείχνει μιάν αγωνία, μιάν ανασφάλεια.
Και μετά, το
1973 βγαίνει «Το Πύον». Ο πρώτος του τίτλος ήταν «Το πέος». Αναγκάστηκα ν’
αλλάξω τον τίτλο για τη λογοκρισία. Εδώ κάνω με το μένος του νεοφώτιστου, μιά
ανοιχτή επίθεση κατά των λέξεων. Χρησιμοποιώ λέξεις σχεδόν αποκλεισμένες από το
ποιητικό βιβλίο, όπως: «κώλος», «χέζει» κλπ. κλπ. προσπαθώντας να τις εξευτελίσω.».
Ρωτά η Έρση
Λάγκε:
«Δηλαδή η μορφή δεν σε ενδιαφέρει τόσο
έντονα πιά;»
«Κοίτα εδώ.
Η αγωγή που είχα πάρει δρούσε, λειτουργούσε μέσα μου παρά τα σφυριά που έπαιρνα
για να την χτυπήσω. Ωστόσο, αυτό που μ’ ένοιαζε τότε ήταν να μιλήσω ανοιχτά
χωρίς προφάσεις, προσωπεία και μάσκες. Ήθελα να βγει στο φώς το ερωτευμένο και
ταπεινωμένο μου Εγώ. Νομίζω τελικά ένα ερωτικό πυρπόλημα πού ζούσα εκείνη την
περίοδο και απ’ το οποίο ένας Θεός ξέρει πώς βγήκα ζωντανός, έπαιξε
αποφασιστικό ρόλο στο γράψιμό μου. Φλεγόμουνα. Μ’ ένοιαζε να βρίσω, να ικετέψω,
να βλαστημήσω, να δοθώ αισθηματικά. Το ίδιο και οι «Εφιάλτες» το 1974, το
αγαπημένο μου βιβλίο, που σημαίνει και την κηδεία μιάς περιόδου, τον επιτάφιο
ενός έρωτα. Εδώ είμαι πιά αμείλικτος με τον εαυτόν μου και την εκφραστική μου.
Λέω τα πάντα ανεξέλεγκτα, πράγμα αδιανόητο πρίν δέκα χρόνια. «Οι Εφιάλτες»
είναι υποτιμημένο βιβλίο, δεν γράφτηκε ούτε μιά κριτική της προκοπής, μονάχα
σημειωματάκια, κι είναι κρίμα γιατί πιστεύω πώς είναι απ’ τα πιό παθιασμένα και
αποκαλυπτικά μου ποιήματα.»
Ε.Λ. «Πάνω σ’ όλα έλεγες αναφορικά με
τη λέξη και το περιεχόμενο και την καθημερινότητα, νομίζεις πώς μπορούμε να
κάνουμε ποίηση χωρίς να ηρωοποιούμε ή να ωραιοποιούμε τη ζωή, αλλά ούτε
βυθίζοντάς τη και σε μιά κόλαση που κατά το Χατζή μόνο η σκιά της μας αγγίζει;»
«Αν κατάλαβα
καλά θες να σου πω τη γνώμη μου για τη σχέση της ποίησης με το καθημερινό
ασήμαντο. Μα φυσικά είναι στενότατη. Υπάρχουν ποιητές που στήριξαν όλη τη
γοητεία του έργου τους στο διακριτικό φωτισμό της ζωής από το σεμνό ποιητικό
τους προβολέα. Μ’ αρέσει, λόγου χάρη, γι’ αυτή της τη γλύκα, η Βικτώρια
Θεοδώρου. Αλλά κι αν το καλοσκεφτείς, ο ουσιαστικότερος Ρίτσος είναι αυτός της
τριβής, της φθοράς, του λυκόφωτος και του ξεφτίσματος, όπως στις «Μαρτυρίες»
σειρά πρώτη, στα σύντομά του. Στα ρητορικά του τ’ ατέλειωτα είναι ανυπόφορος.».
Η συνέντευξη με την λογοτέχνιδα Έρση
Λάγκε ολοκληρώνεται με την ερώτηση: «Άκουσα πώς στο «Αυγέρειο» Εντευκτήριο της
Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών διάβασες ποιήματά σου κι αρνήθηκες ν’ απαντήσεις σε
κρίσεις παρευρισκομένων λογοτεχνών,
πράγμα που ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις. Για πές μου, τι ακριβώς συνέβη;». Η
σοβαρή στάση της τήρησης της σιωπής του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη και τα όσα λέει
για το τότε ακροατήριο θεωρώ ότι ανήκουν στις ημέρες της εποχής εκείνης. Μας
δίνει όμως την πληροφορία ότι επρόκειτο το βιβλίο του «Κυοφορία» Απόπειρα
Ποιητικού Θεάτρου, να παρασταθεί από μία ομάδα νέων ηθοποιών παρά τις δυσκολίες
του κειμένου, και ότι προετοιμάζει την έκδοση ενός καινούργιου βιβλίου. Τέλος,
η συνέντευξη τελειώνει με την δημοσίευση τριών ποιημάτων «ΣΑΡΚΟΒΟΡΟΣ
ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ», «ΤΟ ΣΠΕΡΜΑ», «ΤΟ ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ» από το «Πέος» 1973.
ζ
Είναι κάτι
γαλάζια αγρίμια
στίς ακτές της
θάλασσας
που γυρνούν
στη φωλειά τους να πεθάνουν
όταν το άστρο
τους έχει γεράσει,
με σιγανά βήματα,
τυφλά, σκελετωμένα.
(από τα «Ποιήματα χαρισμένα στον ποιητή Κόντε Διονύσιο Σολωμό»)
Θεώρησα όχι άσκοπη την αναδημοσίευση
της μικρής αυτής συνέντευξης του Ανδρέα Αγγελάκη στην Έρση Λάγκε στο παρόν
σημείωμα στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, μετά την αναδημοσίευση της τρίτης κατά σειρά
συλλογής του που κυκλοφόρησε το 1967. Στέκομαι στην πρώτη φάση της ποιητικής
του δημιουργίας, πριν την ποιητική και γλωσσική του στροφή και αναρωτιέμαι
διαβάζοντας τα μικρής συνήθως έκτασης και μορφής ποιήματά του, τον μεταφυσικό
θρησκευτικό στοχασμό του, της μεταφυσικής ατμόσφαιρας ύφους του, τα όσα μας
εξομολογείται περί Τέχνης (του), τις επιρροές του, τις συγγένειές του με άλλες
ξένες και ελληνικές φωνές, την αυστηρή λεκτική του φρασεολογία και επιλογή
λέξεων, στο πώς διαχειρίζεται την ελληνική γλώσσα ως καθρέφτισμα των βιωμένων
του εμπειριών και οραματισμών. Ποιες οι απόψεις του για ομοτέχνους του,
απορρίψεις και αποδοχές του. Στις αφιερώσεις ποιημάτων του σε μεγάλα μεγέθη
όπως ο ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, ο
νομπελίστας Οδυσσέας Ελύτης, ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αγαπημένοι του
συγγραφείς, σε συγγενικά του άτομα (στην μητέρα του την σύζυγό του Γιωργία,
στον γιό του Αργύρη σε φιλικά του πρόσωπα, στον πεζογράφο και φιλόλογο Γιώργο Ιωάννου,
τον πεζογράφο και μεταφραστή Κώστα Ταχτσή), στα κατοπινά παιδικά του σχολικά
θεατρικά και παιδικά βιβλία, στις πολλές μεταφράσεις του. Όσοι είχαν επισκεφθεί
την δεύτερη οικία του (όχι στην Ιωννιδών, αλλά στην Ακτή Θεμιστοκλέους) θα θυμούνται
τους ξενόγλωσσους μικρούς τίτλους των εκδόσεων “Penguin”, τα αγγλικά και γαλλικά κυρίως
ποιητικά βιβλία και ανθολογίες που βρίσκονταν στην Βιβλιοθήκη του, στα ντέξιον
ράφια της, και, θέτουμε και πάλι το ερώτημα, μπορούμε και με πόση σιγουριά να εντάσσουμε
τον Πειραιώτη ποιητή αποκλειστικά στους ποιητές του περιθωρίου; Μην αγνοώντας
την ομοερωτική πλευρά του έργου του αλλά και μην παραγνωρίζοντας τις άλλες
συγγραφικές του δραστηριότητες και την πλευρά της ποίησής του που, το ποιητικό
ερωτικό σύμβολο είναι γυναικείο. Είναι ξεκάθαρο το φύλλο τόσο στην πρώτη του
ποιητική περίοδο όσο και στην δεύτερη. Αν προσπαθήσουμε να βρούμε την εικόνα ή
το γυναικείο ερωτικό σύμβολο της Γυναίκας, δεν θα το συναντήσουμε στην Καβαφική
ποίηση. Οι ηρωίδες του προέρχονται είτε από την Μυθολογία είτε από την αρχαία
ποίηση ή εκείνη της βυζαντινής περιόδου ιστορίας. Το ίδιο και στην ποίηση του
Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Ντίνου Χριστιανόπουλου κ.ά. Και, αν ο Ανδρέας
Αγγελάκης είναι ο ποιητής του περιθωρίου τότε εύλογα θα αναρωτιόμασταν ο
λαογράφος και συγγραφέας Ηλίας Πετρόπουλος, ο ποιητής και εκδότης Λεωνίδας
Χρηστάκης και άλλοι σε ποιά κατηγορία ανήκουν; Ο αμερικανός πεζογράφος Τσαρλ
Μπουκόφσκι, ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, ο ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ, γάλλοι
«καταραμένοι» ποιητές, βάρδοι στιχουργοί και ερμηνευτές των ρεμπέτικων και
τόσες άλλες κατηγορίες καλλιτεχνών σε ποιά κατηγορία θα τους εντάσσαμε; Όσοι
και όσες άκουγαν το «Τρίτο Πρόγραμμα» μετά την μεταπολίτευση που ονειρεύτηκε
και ίδρυσε ο Μελωδός των Ονείρων μας Μάνος Χατζιδάκις, άκουγαν τα Σχόλια του
και τα διάβαζαν κατόπιν σε βιβλίο, τις κοινωνικές αντιλήψεις του στο περιοδικό
«Το Τέταρτο», θα ενέτασσαν ποτέ τον μέγιστο μουσικό στιχουργό και ποιητή Μάνο
Χατζιδάκι στους περιθωριακούς, επειδή έπαιρνε ανοιχτά θέση υπέρ των νεαρών
παιδιών της εποχής του αντισυμβατικών, ενάντια της κρατικής ισχύς και εξουσίας;
Τα παραδείγματα είναι πολλά, αν ευσταθούν από την μεριά μας, τότε η συνολική
ποιητική διαδρομή και καθόλου λογοτεχνική παρουσία του πειραιώτη Ανδρέα
Αγγελάκη υπερβαίνει τις επιμέρους πτυχές της στην αξιολόγησή της και κατάταξή
της. Το γεγονός αυτό φαίνεται και στο ότι Θρησκευτικές Ελληνικές Ποιητικές
Ανθολογίες συμπεριλαμβάνουν στις σελίδες τους ποιητικές θρησκευτικής
ατμόσφαιρας και χριστιανικής σκηνογραφίας ποιήματά του. Η λυρική του
θεματογραφία και εικονογραφία απλώνεται σε λέξεις, φύλα, χρώματα, άνθη, σύμβολα
«Ελένη», «Παναγία», λέξεις ορισμένης ποιητικής ευπρέπειας και μη. Ποιά η βαθειά
του πίστη θα αναρωτιόμασταν που εκφράζει καλύτερα την ποιητική του
προσωπικότητα, την ποιητική του εικόνα στον αναγνωστικό χρόνο, στα μάτια των
σύγχρονων και μελλοντικών αναγνωστών θα πρέπει να δώσουμε τελειωτική αξιολογική
απάντηση; Σε έργο του ο ισπανός φιλόσοφος Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, αγαπημένος
συγγραφέας του δικού μας Νίκου Καζαντζάκη, του προδικτατορικού πολιτικού και
πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου (όσοι έχουν διαβάσει την βιογραφία του Γέρου
της Δημοκρατίας θα καταλάβουν γιατί τον αναφέρω), γράφει λοιπόν ο Ουναμούνο ότι
«Πίστη δίχως αμφιβολία είναι Πίστη νεκρή» αν βγάλουμε την λέξη Πίστη και στην
θέση της θέσουμε την λέξη Ποίηση μήπως θα μας βοηθούσε να ξεκαθαρίσουμε τα
ποιητικά τοπία και να αποφεύγουμε τους αποκλεισμούς και τους κοινότυπους
χαρακτηρισμούς; Να θυμηθούμε από την Πόλη μας τον Πειραιά την εξαιρετική
ποιητική φωνή δημιουργού (ας μην δώσουμε το φύλο) που είχε μπλέξει με ουσίες
και το πλήρωσε; Η Ζωή και το καθρέφτισμα της στην ασπίδα της Μέδουσας της
Ιστορίας και του Χρόνου έχει πολλές αντανακλάσεις και αποχρώσεις ειδώλων.
ΣΑΡΚΟΒΟΡΟΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ
Δεν ωφελεί
που αλλάζεις πρόσωπο,
ψιμμύθια, το
σταχτί του δολοφόνου, το μαβί της απόγνωσης,
που αλλάζει
ο ήχος σου κάθε φορά που με πλησιάζεις,
φίδι σε λάσπη
που χτυπιέται αγωνιώντας για σύντροφο,
ξαφνικά το
αηδόνι που ποτέ δεν άκουσα,
μαύρα της καλικατζούνας
φόρεσες απειλώντας με,
φύτεψες στο
κεφάλι σου πράσινα φτερά σα σαρκοβόρος
παπαγάλος,
στυμφαλίδα ενοχής να με βυζάξεις,
όπου πάω σέρνεσαι
πίσω μου. Τί θέλεις;
βρώμικα και
ιδρωμένα τα κουρέλια σου,
με τα μάτια ενός
μαγνητισμένου γάτου στον ώμο,
απεγνωσμένε,
είμαι εσύ, κ’ η χαρακιά σου στην παλάμη μου.
Σε λίγο οι
βρυκολάκοι θα εκλιπαρήσουν πάσσαλο
και συ με ψάχνεις
με μάτια κόκκινα,
με φωνάζεις
σε μισοσκότεινες εκκλησιές,
ξέχασες τ’ όνομά
μου, στάζεις αίμα,
συφοριασμένε,
ποτέ δεν έφυγα από δίπλα σου.
(από «ΤΟ ΠΕΟΣ»)
Το ποίημα «Ο
σαρκοβόρος παπαγάλος» συμπεριελήφθηκε στην συλλογή με τον τίτλο «ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ», εκδ.
Καστανιώτη 3,1977. Η συλλογή -όπως και άλλες του- περιλαμβάνει 15 Ποιήματα. Ορισμένες
από τις ποιητικές του μονάδες έχουν ανθολογηθεί και συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο
του «ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΩΜΑ», εκδ. Καστανιώτης, 12, 1980.
Η λογοτεχνική αγωγή του Ανδρέα Αγγελάκη παραμένει
ακόμα ίσως ανεξερεύνητη, μια και κατά τον στίχο του η Ποίηση είναι κάτι την κρίση
μας κάτι παραπάνω από «Η ποίηση κομμάτι από σκατωμένη εφημερίδα» όπως ο ίδιος γράφει
στην συλλογή «Το Πύον» 20 ποιήματα, του 1973. Όπως έχω αναφέρει και στο προηγούμενο
σημείωμά μας τις 3 πρώτες του συλλογές τις έχω σε χειρόγραφη μορφή που αντέγραψα
από τα βιβλία του που μου δάνεισε. Μόνο τα ποιήματα δίχως άλλες εκδοτικές
πληροφορίες.
Είναι πολλά
τα ποιήματα από διάφορες περιόδους της γραφής του που θα θέλαμε να αντιγράψουμε
και μας συγκινούν ακόμα, και μόνο τα ποιήματά του που αναφέρονται σε ερωτικές
της ζωής αναμνήσεις γερόντων και η συσχέτισή τους με τις αντίστοιχες Καβαφικές
μνήμες και εμπειρίες θα μας φανέρωνε πολλά. Το ίδιο θα γράφαμε και την
θρησκευτική του εικονοποιία και σύμβολα της αγίας οικογένειας, την
λουλουδιασμένη και πολύοσμη, πολύχρωμη φλέβα της λυρικής ποίησης του Λόρκα που
διαπνέει τον ποιητικό του λόγο, η επιρροές του από το ποιητικό θέατρο της
εποχής του Πωλ Κλωντέλ, η μορφή και το πνεύμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που
ρέει στο έργο του ως αισθητική του βλέμματος. Στις μη καθωσπρέπει λέξεις του θα
σταθούμε τώρα;
Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Έπειτα
μελιχρά αναδυόμενη η σελήνη
υψώθη κατακόρυφα
ακουμπώντας στο μπράτσο της γοργόνας.
Χλιαρό το
νερό κι άσπρα τα πόδια σου
μαδούνε φύλλα
από το μαγεμένο δέντρο της θάλασσας.
Έρχονται αλαφροϊσκιωτοι
ψαράδες
που ανάβουν
σιγανή φωτιά στους βράχους
και τρέχουν
ακίνητοι κυνηγημένοι
απ’ τους τριανταφυλλένιους
ρεμβασμούς
του
δεκαπενταύγουστου.
Η φωνή της Μοσχούλας εξ άλλου
στην πλάτη της
γίδας της να κολυμπά
μ’ ένα άστρο
στη μασχάλη, όνειρο στο ελαφρύ κύμα.
Κλείνει τα χέρια
στο λαιμό της γίδας της
κι ειρηνικά
με συλλογιέται η χιοναστράγαλη.
Σήκωσα ψηλά
τη λάμπα στα νερά
κι ανάμεσα
σε φύκια και καβούρια οκνά
γυάλιζαν
ζωντανά τα μάτια του Παπαδιαμάντη.
Σε κρίση του για τον ποιητή ο
ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικός Μιχάλης Γ. Μερακλής στο περιοδικό
«Διαβάζω» γράφει μεταξύ άλλων:
«Τα βιβλία
του Αγγελάκη, μας θυμίζουν ότι η ποίηση δεν έρχεται, απλώς να τέρψει
καλοβολεμένες ζωές. Αιμοδότες της είναι, ως επί το πλείστον, ατομικά και
ιστορικά δράματα. Το δικό του δράμα-που είναι και ένα εξαιρετικά διαδεδομένο
κοινωνικό δράμα- αποτελεί η «ερημιά της σάρκας».
Και από το
ακροτελεύτιο δύστυχο του ποιήματος «ΑΥΤΑ ΛΟΙΠΟΝ» της συλλογής «ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ. 21
Ποιήματα», που ανακαλεί στην μνήμη στίχο του ποιητή Νίκου Καρούζου.
«Αυτά,
λοιπόν. Κι ο θάνατος ο σκουπιδιάρης μαζεύει κονσερβοκούτια, μάτια για το σάκο
του και λέξεις».
ΥΓ. Δυστυχώς
σε ορισμένες σελίδες του διαδικτύου από λάθος ή παράβλεψη αναφέρουν λανθασμένη
ημερομηνία θανάτου του. Ενώ άλλες, την πρώτη διεύθυνση της οικίας του και όχι της
τελευταίας. Για την αποκατάσταση της πραγματικής χρονολογίας θανάτου του Σάββατο
18/5/1991 βλέπε: -εφ. «Η Φωνή του Πειραιώς» αρ. 13597/ 20-5-1991.- εφ. «Τα Νέα»
20/5/ 1991 «Έφυγε ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης». –εφ. «Η Καθημερινή» 21/5/1991 «Ιχνευτές:
Έφυγε ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης».- εφ. «Ο Αναγνώστης» «Μιχ. Βαλ. «Ταξίδεψε»
στα 51 ο Ανδρέας Αγγελάκης».-εφ. «Η Αυγή» 21/5/1991 «Έφυγε ο ποιητής Α. Αγγελάκης».-
εφ. «Ελευθεροτυπία» Τρίτη 21 Μαϊου 1991 «Κηδεύτηκε ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης».-
εφ. «Ο Ριζοσπάστης» 21/5/1991 «Έσβησε «ο πρίγκιπας των κρίνων»». Κηδεύτηκε χτες
ο ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης.
Η σύζυγός
του Γιωργία Φερλέμη Αγγελάκη, ιατρός το επάγγελμα έφυγε το 2007.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
Δεκέμβριος
2025- 11 Ιανουαρίου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου