Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Μικρό Ανθολόγιο Σύγχρονης Παγκόσμιας Ποίησης

 

ΜΙΚΡΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ   Μετάφραση-Πρόλογος Ανδρέας Αγγελάκης

Εξώφυλλο Νίκος Καψαμπέλης, το βιβλίο τυπώθηκε στο τυπογραφείο Βασίλη Μυρτιλόγλου για τις εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1971, σ.80, διαστάσεις 12,5Χ20, δραχμές 100

          ΠΡΟΛΟΓΟΣ

    Το ότι η ποίηση είναι αμετάφραστη αποτελεί ένα επικίνδυνο δόγμα πουν μπορεί να αποβεί αρνητικά αποφασιστικό για την πνευματική μας ενημέρωση σε παγκόσμια κλίμακα. Ιδίως όταν έχει κανένας να αντιμετωπίσει τέτοιες εξωτικές γλώσσες όπως, λόγου χάρη, η Ιαπωνική, ή δυσπρόσιτες και έξω από την κουλτούρα μας, όπως η Ουγγρική, αντιλαμβάνεται τον ισχυρισμό του αμετάφραστου σαν σοφιστικό εύρημα περισσότερο παρά σαν ουσιαστική πραγματικότητα.

          Κι αν χάνει ίσως το κείμενο την ιδιαίτερη γοητεία του που στηρίζεται στο μαγικό συνδυασμό των φθόγγων που στήριξε μέρος της πεμπτουσίας του ο ποιητής, υπάρχει, θεέ μου, και το νόημα που είναι κάτω απ’ την φλούδα, και τα μηνύματα που υπάρχει ανάγκη ν’ ακουστούν και να μη τα θυσιάσουμε για χάρη μιάς μαλλαρμεϊκής πρόληψης.

          Και είναι τόσα πολλά αυτά που λένε οι σύγχρονοι ποιητές-πολλοί από αυτούς νεαρώτατοι, ο Gregor Strnisa γεννήθηκε το 1930, ο Josef Hruby το 1932, ο Yevtushenko το 1933 και ο Cohen, που μελοποιεί ο ίδιος τα ποιήματά του, είναι το καινούργιο είδωλο στην Πόπ μουσική- οι πρόωρα γέροι κάτω από τις εμπειρίες πολέμων, οι νευρωτικοί από μιά κατάσταση αδημονίας και παγκόσμιας πολιτικής έντασης! Γενικά παρατηρείται μιά τάση επιστροφής σε μιά ποίηση καθαρώτερων νοηματικά σχημάτων ύστερα από την ασωτία στον υπερρεαλισμό, ένα ενδιαφέρον για τα αρχέγονα και βασικά προβλήματα του ανθρώπου και μιά περιφρόνηση ανάλυσης των εγωιστικών παθών και συμπλεγμάτων.

          Ο πόλεμος, η πείνα, ο έρωτας, η φιλία, η επικοινωνία.

          Η καινούργια γενιά των ποιητών δεν έχει καιρό να χάσει σε αισθητικούς προβληματισμούς. Πρέπει πολλά να πει και να διορθώσει, πολύ να διαφωτίσει.

             ΑΝΔΡΕΑΣ  ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ

          ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Τσεχοσλοβακία

Miroslav Holub

          Ο ΝΑΠΟΛΕΩΝ

Παιδιά, πότε γεννήθηκε

ο Ναπολέων Βοναπάρτης;

ρωτάει ο δάσκαλος.

 

Χίλια χρόνια πριν, λεν τα παιδιά.

Εκατό χρόνια πριν, λεν τα παιδιά.

Κανείς δεν ξέρει.

 

Παιδιά, τί έκανε

ο Ναπολέων Βοναπάρτης;

ρωτάει ο δάσκαλος.

 

Κέρδισε ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά,

έχασε ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά,

κανείς δεν ξέρει.

 

Ο χασάπης μας είχε ένα σκύλο,

λέει ο Φράνκι,

και τόνε λέγανε Ναπολέων,

και τον έδερνε ο χασάπης,

 

κι ο σκύλος ψόφησε

από πείνα

πέρσι.

 

Και  τώρα όλα τα παιδιά λυπήθηκαν

τον Ναπολέοντα.

          ΜΑΙΡΙΛΥΝ ΜΟΝΡΟΕ

Τί φοβάμαι,

Φοβάμαι

και δεν θάπρεπε να φοβάμαι

και δεν πρέπει να φοβάμαι.

          ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥ

               Μιλάνο, 30 του Νοέμβρη 1771

Και για να βεβαιωθείτε πώς υγιαίνω

προσθέτω τα ακόλουθα:

Τους είδα

να κρεμάνε τέσσερις στη δημόσια πλατεία

αυτού του τόπου’

τους εκτελούν ακριβώς όπως στη Λυών.

                       W. A. Mozart

          1664*

Πέντε βδομάδες ταξιδεύαμε μ’ έλκηθρα

πάνω στο γυμνό πάγο.

Είχα πάρει δυό φοράδες απ’ τον Πάσκοβ

για τα παιδιά μας και το βιός μας,

αλλά η παπαδιά κ’ εγώ

λαχανιασμένα περπατώντας με τα πόδια

με κόπο βαδίζαμε στον πάγο. Βάρβαρη χώρα

κ’ οι ξένοι εχθρικοί’ δεν πρέπει ν’ απομείνουμε

απ’ τους άλλους

μα πάλι ούτε μπορούμε να προφτάσουμε τ’ αμάξια’

όλοι πεινάνε κι’ αποκάμαν’

η κυρά παπαδιά η φτωχειά με δυσκολία σερνόταν,

σκουντούφλαε κάθε τόσο…

Κάποτε πάλι δεν μπορούσε να συνεχίσει

και κάποιος άλλος έπεσε πάνω της

κ’ οι δυό τους σωριάστηκαν στη γης’

κ’ οι δυό μουγκρίζουν μα δε μπορούν να σηκωθούν’

ο άντρας ξεφωνίζει: Κυρά παπαδιά, κυρά μου!

Συχώρα με!

Κ’ η κυρά παπαδιά: Τί έπεσες πάνω μου τόσο

βαρειά, άνθρωπε;

Πήγα κοντά τους. Η δυστυχισμένη παραπονιέται.

Πόσο θα κρατήσει τούτο το μαρτύριο, πατερούλη;

Κ’ εγώ της λέω: Μάρκοβνα! Μέχρι το θάνατο.

Κι’ αναστενάζει κι’ απαντάει:

Έστω λοιπόν, Πέτροβιτς:

Τότε άς παλέψουμε ακόμα.

*Αναφέρεται στον αρχιεπίσκοπο Αββακούμ (1621-82) που στάθηκε μεγάλος συγγραφέας και πατριώτης.

Vitezslav Nezval

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΚΑΠΟΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΜΕΡΑ

Διάβασα μιά ιστορία

ξεχνώ τον τίτλο της

ό,τι θυμάμαι είναι ένα ξύλινο τραπέζι

στην αυλή

μιά πόλη δίχως όνομα και διακοπές

σήμερα ήρθε στο νου μου πάλι

στη βεράντα του καφενείου

καρότσια με κάρβουνα διαβαίνουν με ήχο υπόκωφο

σε δάσος αγριοφραουλιάς λεβέτι αναποδογυρισμένο

της μάνας μου η φωνή

που δε με φωνάζει για κέϊκ απογευματινό

γυναίκες ιχνηλατούν ευωδιαστό καπνό Αγγλικού

τσιγάρου

πάντα είμαι ‘γω

το αγόρι από την ξεχασμένη ιστορία

που παρατηρεί προσεχτικά

τον επίδεσμο που άναψε απ’ την

τελευταία αχτίνα του ήλιου.

Ουγγαρία

Ferenc Juhasz

          ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Το λουλούδι της σιωπής μαραίνεται

στα τεράστια νεκρώσιμα φύλλα της θλίψης

μη κλαίς μη ξεφωνίζεις μη με ξεσχίζεις

με τα μάτια σου

μη με δένεις στο λυπημένο σταυρό

με ζωντανά σκοινιά αίμα που κλαίει

στεγνώνω τη σάρκα μου τους αδένες μου

ο θάνατος μαρμαρυγή από μύγες

 

Οι κεραίες των νεύρων μου υφαίνουν

μέσα από τα σταλαγμένα αστέρια

στύβοντας και πιπιλώντας το αίμα

από αστέρια μέθυσα

ένα τρελλό είμαι πράσινο μάτι

που στροβιλίζεται στους πόλους της θλίψης του

βόηθα με η σαρκοφάγα μάσκα μου

έφαγε το πρόσωπό μου

 

Πήγαινε πίσω στο δάσος άκουσα αλαφιού τραγούδι

σιωπή είναι το κάθε φύλλο

τα δέντρα μεγαλώνουν δίχως ήχο

η ειρήνη είναι αλαφίνα που πλανιέται

πορφυράνθη τα πουλιά

η καρδιά μου σπόρος της καρδιάς σου

το λουλούδι της σιωπής ανοίγει.     

Sandor Weores

          ΨΙΘΥΡΟΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Από ‘να πηγάδι αναριχιέσαι, καλό μου παιδί.

Το κεφάλι σου μιά νεκρική πυρά,

το μπράτσο σου ρυάκι, το κορμί σου αέρας,

λάσπη τα πόδια σου.

Θα σε δέσω, αλλά μη φοβάσαι, σ’ αγαπάω

και τα δεσμά μου η λευτεριά σου.

 

Στο κεφάλι σου γράφω: Είμαι δυνατός,

αφοσιωμένος, ασφαλής,

το σπίτι μου αγαπώ σαν κάποιος

που θέλει νάναι καλός στις γυναίκες.

 

Στο μπράτσο σου γράφω: Έχω πολύ χρόνο,

δε βιάζομαι. Έχω αιωνιότητα.

 

Στο κορμί σου γράφω: Χύνομαι στα πάντα

σαν ποτάμι

κι όλα σε μένα εκβάλλουν. Δεν είμαι μικρολόγος

μα ποιος να με μολύνει θα μπορούσε;

 

Στα πόδια σου γράφω: Μέτρησα το σκοτάδι

και το χέρι μου ταλαιπωρεί τα βάθη μου

τίποτα δε θα μπορούσε τόσο βαθειά να βυθιστεί

πού να μην πάω βαθύτερα.

 

Χρυσάφι έγινες, παιδί καλό μου.

Γίνε ακόμα ψωμί για τον τυφλό

και ξίφος για όσους βλέπουν. 

Γιουγκοσλαβία

Gregor Strinisa

          ΟΙ ΘΕΟΙ

Τις σκοτεινές νύχτες έρχονται οι θεοί.

Περπατούν ανάμεσα στα σπίτια

σα μαύροι αψηλοί πύργοι

με μάτια σα βέλη.

 

Με χέρια στιβαρά ψαύουν τις σκεπές,

μιλούν τη γλώσσα των ανθρώπων

που έζησαν στη γη πριν από μας

και πέθαναν και πάνε.

 

Το πρωί καμιά φορά

απομένει μιά κοτρώνα μπρός στην πόρτα

κ’ ένας χαλασμένος τοίχος πέτρινος πλάϊ στο δρόμο

και στον αγρό σημάδι από βαρύ ποδάρι

και στον ουρανό η ανταύγεια από άγριες θύελλες. 

Dane Zajc

          ΑΠΟ ΤΑ «ΓΟΤΘΙΚΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ» ΙΙ

Τη νύχτα τα ρουμπίνια αρχίζουνε να λάμπουν

στα στήθη σου, Μαγδαληνή.

Δυό κόκκινα ρουμπίνια κάτω από γκρι μαγνάδι.

Στη σκοτεινιά της εκκλησιάς.

Στον άσπρο καπνό κεριών σβησμένων.

Πέτα το μαγνάδι σου.

 

Πέτα το: το ξερό θρόϊσμα της αμαρτίας

στην ευωδιά των προσευχών.

Μ’ ένα ξερό ήχο τ’ άστρα θα πέσουν

απ’ την κεφαλή σου.

Με μιά εκθαμβωτική τροχιά θα χυθούν

τάστρα από τα μάτια σου

μες το ανοιχτό μου στόμα.

Του σώματός σου τα ρουμπίνια

θα στάξουν μες την αγκαλιά μου.

Το φεγγάρι θα γλύφει τα χείλια σου

με του πάθους την κόκκινη γλώσσα.

 

Πέτα το μαγνάδι σου, Μαγδαληνή.

Αύριο θα σταθείς στο απλωμένο φώς του ήλιου

γυμνή. Ταπεινωμένη.

Δικιά μου. 

          ΑΠΟ ΤΑ «ΓΟΤΘΙΚΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ» ΙΙΙ

Άσπρα μπράτσα στον ουρανό.

Άσπρα πόδια στην πέτρα.

Άγιες στα ψηλά παράθυρα.

Άγιοι στο κοκκινόφωτο.

Σώμα τυλιγμένο σε κόκκινο σάβανο.

 

Είμαι ο μαρμαρένιος άγγελος.

Άγγελος δίχως πίστη.

Άσπρα μπράτσα. Άσπρα πόδια.

Σώμα τυλιγμένο σε γκρι λινάρι.

Άγγελος που αγαπά τους άγιους.

 

Οι άγιοι ξεντύνονται στα παράθυρα.

Ο ήλιος κοιτάει μεσ’ απ’ τις πλάτες τους.

Κίτρινο. Κόκκινο.

Αργά οι άγιοι ξεντύνονται.

Τα σώματά τους εξατμίζονται καπνίζοντας.

Μόνο χέρια απομένουν.

Μόνο πόδια απομένουν.

 

Ένα σημάδι στο γαλάζιο ουρανό.

Μοναξιά στην άσπρη πέτρα.

Ένας μαύρος σταυρός πού αποσυντίθεται

στα γέρικα μάτια της μητρόπολης.

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Georg Trakl

          ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Gunnar Ekelof

          Σ Υ Ν Γ Κ*

Φέγγει από άστρα σήμερα η βραδιά.

Ψυχρός και καθαρός ο αέρας.

Κυλά μιά λάμψη απ’ το φεγγάρι

σ’ όλα τα πράματα.

 

Ένα παράθυρο, μιά ανθισμένη κλάρα,

είναι αρκετά.

Κανένα ανθάκι δίχως γη.

Καμιά γη δίχως χώρο.

Κανένας χώρος δίχως άνθος.

*Αναφέρεται στη δυναστεία των Σύνγκ.

Αυστρία

Paul Celan

          ΗΤΑΝΕ ΧΩΜΑ

Ήτανε χώμα μέσα τους και σκάβαν.

 

Σκάβαν και σκάβαν κ’ έτσι πέρναγε

η μέρα γι’ αυτούς, η νύχτα τους.

Και τον θεό ανυμνούσαν

πού, έτσι μαθαίναν, τάθελε όλα αυτά,

πού, έτσι μαθαίναν, τάξερε όλα αυτά.

 

Σκάβαν και δεν ακούγαν τίποτε άλλο,

δε γίνανε σοφώτεροι, δε φτιάξανε τραγούδι

γλώσσα καμιά δε βρήκανε.

Σκάβαν.

 

Κ’ ήρθε μιά ησυχία, κ’ ήρθε θύελλα

κι όλοι οι ωκεανοί ήρθαν.

Σκάβω, σκάβεις, και το σκουλήκι σκάβει

και το τραγούδι από κει πέρα λέει: Σκάβουν.

 

Ώ ένα, ώ κανένα, ώ κανένας, ώ εσύ:

Πού οδηγούσε ο δρόμος

αφού δεν οδηγούσε πουθενά;

 

Ώ σκάβεις και σκάβω

και σκάβω καθώς έρχομαι σε σένα

και το δαχτυλίδι ξυπνάει στο δάχτυλό μας.

         TENEBRAE

Είμαστε κοντά σου, Κύριε,

μπορείς να μας αγγίξεις.

 

Χρησιμοποιημένοι πιά, Κύριε,

γδέρνοντας και γδαρμένοι σαν

το σώμα του καθενός μας νάταν

σώμα σου, Κύριε.

 

Προσευχήσου, Κύριε,

προσευχήσου σε μας,

είμαστε κοντά σου.

 

Ανεμοστρεβλωμένοι πήγαμε,

πήγαμε εκεί να σκύψουμε

στις κουφάλες και στα χαντάκια.

 

Να ποτιστούμε πήγαμε κει, Κύριε.

 

Κ’ ήταν αίμα, ήταν

ό,τι έχυσες εσύ, Κύριε.

 

Άστραφτε.

 

Έριξε την εικόνα σου στα μάτια μας, Κύριε.

 

Τα μάτια και τα στόματά μας

άδεια κι ανοιχτά, Κύριε.

 

Ήπιαμε, Κύριε,

το αίμα και την εικόνα σου

πού ήταν στο αίμα, Κύριε.

 

Προσευχήσου, Κύριε,

είμαστε κοντά.       

Ισπανία

F. G. Lorca

          ΤΩΝ ΓΚΡΙΖΩΝ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝ

Μεσ’ απ’ τα κλαριά της δάφνης

είδα δυό γκρίζα περιστέρια.

Τόνα ήταν ο ήλιος,

τ’ άλλο το φεγγάρι.

Γειτονάκια μου, τους είπα,

πούν’ ο τάφος μου;

Στην ουρά μου, είπε ο ήλιος.

Στο λαρύγγι μου, είπε το φεγγάρι.

Και γω, που περπατούσα

με τη γη στη ζώνη μου

είδα δυό μαρμάρινους αϊτούς

κ’ ένα γυμνό κορίτσι.

Τόνα ήτανε τάλλο

και κανένας το κορίτσι.

Αϊτόπουλα, τους είπα,

πούν’ ο τάφος μου;

Στην ουρά μου, είπε ο ήλιος,

στο λαρύγγι μου, είπε το φεγγάρι.

Μες απ’ τα κλαριά της δάφνης

δυό περιστέρια είδα γυμνά.

Τόνα ήτανε τάλλο

και τα δυό κανένα.

          ΓΑΖΕΛΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Κανείς τους δεν κατάλαβε την ευωδία

της σκοτεινής μανόλιας της κοιλιάς σου,

κανείς ότι βασάνιζες δεν ήξερε

ένα πουλάκι αγάπης μες τα δόντια σου.

 

Χίλια άλογα αποκοιμήθηκαν περσικά

στη φεγγαρόφωτη άπλα του μετώπου σου

ενώ τέσσερις αράδα νύχτες έσφιγγα

τη μέση σου, που εχθρεύεται το χιόνι.

 

Ανάμεσα από γιασεμιά και γύψο η ματιά σου

ήταν ένα χλωμό κλαδί από σπόρους.

Έψαξα στην καρδιά μου να σου δώσω

τα φιλντισένια γράμματα που λένε «πάντα»,

 

«πάντα», «πάντα»: κήπε της αγωνίας μου,

άπιαστο πάντα το κορμί σου,

το αίμα από τις φλέβες σου στο στόμα μου,

άφεγγο για το θάνατό μου πιά το στόμα σου.

          ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΣΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΟ

Κοίτα εκείνο το άσπρο παληκάρι,

το λιωμένο σώμα του για δές!

 

Είναι το φεγγάρι που χορεύει

Στην Αυλή των πεθαμένων.

 

Το λιωμένο σώμα του για δες,

μαυρισμένο από σκιές και λύκους.

 

Μάνα, χορεύει το φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

 

Ποιός πληγώνει το μαρμάρινο πουλάρι

εκεί έξω στην αυλόπορτα του ύπνου;

 

Είναι το φεγγάρι! Είναι το φεγγάρι

Στην Αυλή των πεθαμένων!

 

Ποιός κοιτά τα γκρίζα μου γυαλιά

με τα συννεφιασμένα μάτια του;

 

Είναι το φεγγάρι! Είναι το φεγγάρι

Στην Αυλή των πεθαμένων!

 

Άς χαθώ λοιπόν στην κλίνη μου

με όνειρα χρυσαφένιων λουλουδιών.

Μάνα χορεύει το φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

Άϊ, θυγατέρα, με τουρανού τον άνεμο

ασπρίζω ξάφνου!

 

Δεν είναι ο άνεμος, το λυπημένο είναι φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

Ποιός μουγκρίζει μ’ αυτό τον αναστεναγμό

μεγάλου μελαγχολικού βοδιού;

 

Μάνα: Το φεγγάρι, είναι το φεγγάρι

στην Αυλή των πεθαμένων.

 

Ναι, το φεγγάρι, το φεγγάρι

στεφανωμένο με πυράκανθα

που χορεύει, χορεύει, χορεύει

στην αυλή των πεθαμένων.          

Ρωσία

Yevgeny Yevtushenko

          ΨΕΜΑΤΑ

Να λες ψέματα στους νέους είναι σφάλμα.

Να τους αποδεικνύεις

πώς τα ψέματα είναι αλήθεια, είναι σφάλμα.

Να τους λες πώς ο θεός είναι στον ουρανό του

κι όλα παν καλά στον κόσμο, είναι σφάλμα.

Οι νέοι ξέρουν που το πάς. Οι νέοι είναι άνθρωποι.

Πες τους πώς είναι αμέτρητες οι δυσκολίες

κι ας τους να δουν όχι μόνο ό,τι θα γίνει,

αλλά να δούνε καθαρά το σήμερα.

Πες πώς τα εμπόδια

που ανάγκη ν’ αντιμετωπίσουνε, υπάρχουν.

 

Υπάρχει θλίψη, η δυστυχία υπάρχει.

Ας πάει στο διάβολο. Ο πού δεν γνώρισε

την τιμή της ευτυχίας

ποτέ του ευτυχισμένος δε θα γίνει.

 

Μη συγχωρέσεις σφάλμα σαν το επισημάνεις,

θα ξαναγίνει, θ’ αυγατίσει,

κ’ ύστερα οι μαθητές μας

δε θα μας συγχωρέσουν αυτό που συγχωρέσαμε εμείς.

N. A. Zabolotsky

          Από τη σύνθεση «ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ»

Έτσι τέλειωσε η δουλειά μας. Μπροστά μας βρί-

σκονται τα λεπτά οστά, οι φλέβες, τα όργανα και

τα νεύρα του περιστεριού σ’ ένα σωρό. Ανατμημέ-

νο με κοφτερό μαχαίρι το περιστέρι έπαψε νάναι

πουλί, και ποτέ του πιά δε θα πετάξει πάνω στη

στέγη με το ταίρι του. Ακόμα κι αν επιθυμούσα-

με όμως πάλι ν’ αναρτήσουμε τα όργανα από τα

οστά και τις φλέβες έτσι να τεντώσουμε που το αί-

μα να έρεε μέσα τους και πάλι, τους μυς ν’ ανα-

συνδέσουμε όπως ήσαν πρίν, ώστε το σώμα το α-

κριβές προτινό σχήμα ν’ αναλάβει και τότε ακόμα

δε θ’ ανακτούσε ζωή το περιστέρι. Ανίκανο, πρά-

γματι, το χέρι του ανθρώπου: ό,τι σκοτώθηκε, δε

μπορεί να το αναστήσει πιά.

          Από τη σύνθεση «ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ»

Ένα ήσυχο ηλιοβασίλεμα κρέμεται πάνω από τη

γή. Κοκκινωπές λουρίδες απλώνουνται από το πα-

ράθυρο στο πάτωμα. Η μυστηριώδης ανάπαψη

της Φύσης πλησιάζει. Άνοιξε την πόρτα, γιέ μου,

και δός μου το βραδινό καπέλο μου απ’ το κρεμα-

στάρι. Γειά και χαρά σας, δειλινό λαμπερό, δειλινό

της ζωής, και γερατειά μου! Πολύ γρήγορα θα

ξαπλώσω κ’ εγώ ν’ αναπαυτώ και πάνω απ’ το

παντοτινό κρεβάτι μου άς κολυμπάνε πιά τα σύν-

συνεφα, και τα πουλιά άς πετάνε, κ’ οι πλανήτες ας

ακλουθούν το δρόμο τους. Πουλιά, όσο η ώρα μου

πλησιάζει, τόσο πιό πολύ σας αγαπώ. Μικροί γιοί

του Σύμπαντος, κομματάκια, σάτυροι του αέρα,

υπήκοοι του ζωικού βασιλείου που σας έκλεψε ο

ουρανός- τί με κοιτάτε τόση ώρα στα μάτια με

βλέμμα ανήσυχο; Δεν απαντάτε; Πάμε μαζί έξω

να δούμε τον ήλιο που βυθίζεται ν’ αναπαυτεί.

          Από τη σύνθεση «ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ»

Παιδιά, ώρα να πηγαίνετε. Πίσω απ’ το μεγάλο

δάσος που σκοτείνιασε, ο λαμπρός ήλιος έδυσε.

Απ’ του κόσμου τα πέρατα οι αχτίνες του ακουμ-

πάνε στις άκρες των συννέφων. Οι κορυφές των

βραδινών δέντρων υψώνονται πάνω στην κόκκινη

ανταύγεια τους. Χρυσές φιγούρες συννέφων κυμα-

τίζουν ευγενικά, και αλλάζοντας σχήμα κάθε τόσο

κυλάνε αργά στον ουρανό. Να κ’ εκεί πέρα η κε-

φαλή ενός γίγαντα, ένα άλογο του αιθέρα. Πίσω

του, τρία σύννεφα δεμένα σ’ ένα παίρνουν του Λαο-

κόοντα τη μορφή. Πιό πέρα. Πλάϊ στο δάσος, πι-

λαλάει ένας καβαλάρης των συννέφων’ ο άνεμος

αποσπάει την κεφαλή απ’ το δεξί μπράτσο, και

την κουβαλάει μαζί του προς τη Δύση.  

Μεξικό

Xavier Villaurutia

NORTH CAROLINA BLUES

Στη Βόρεια Καρολίνα

ο αέρας της νύχτας είναι

από ανθρώπινο δέρμα.

Όταν τον τον τρίβω,

μιά αλατισμένη στάλα νερού

απομένει, μιά στιγμή,

στα δάχτυλά μου.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Λέει ένας νέγρος:

-Κανένας δεν θα καταλάβαινε

άν έλεγα πώς υπάρχουν

άσπρες σκιές το μεσημέρι.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Σώμα και χείλια

μπερδεμένα,

ποτέ δε θα ρισκάριζα

να σταθώ στη σκιά

και να πώ:

αυτό το στόμα είναι δικό μου.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Σε διαφορετικά δωμάτια αναμονής

ο ίδιος θάνατος σαβανώνει

τους μαύρους ταξιδιώτες

και τους λευκούς της πρώτης θέσης.

          ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΚΑΡΟΛΙΝΑ

Ξενοδοχεία της νύχτας:

ζευγάρια αόρατα αρριβάρουν,

σκάλες ανεβαίνουν μόνες τους,

διάδρομοι περιπλανιούνται,

πόρτες ανοίγουν μόνες τους

και παράθυρα κλείνουνε τα μάτια τους.

Ένα ασώματο χέρι

Αδέξια γράφει και σβήνει μαύρα

ονόματα στον πίνακα.  

Αμερική

e. e. Cummings

          (δεντράκι)

δεντράκι

σιωπηλό Χριστουγεννιάτικο δεντράκι

είσαι τόσο μικρούλι

μοιάζεις με λουλούδι πιό πολύ

 

ποιός σε βρήκε στο πράσινο δάσος

και λυπήθηκες πολύ πούφυγες;

κοίτα θα σε παρηγορήσω

γιατί τόσο γλυκά μυρίζεις

 

θα φιλήσω την κρύα σου φλούδα

και θα σ’ αγκαλιάσω σφιχτά και δυνατά

όπως η μάνα σου θα σ’ αγκάλιαζε,

μόνο μη μου φοβάσαι

 

κοίτα τα στολίδια

που κοιμούνται όλο το χρόνο

σ’ ένα σκοτεινό κουτί

και ονειρεύονται να τα βγάλουν έξω

για να λάμψουνε κ’ εκείνα,

οι μπάλες οι αλυσίδες κόκκινες και χρυσαφένιες

οι χνουδωτές κλωστές,

δόσ’ μου τα χεράκια σου

και θα στα δώσω όλα να τα βάλεις

κάθε δάχτυλο με το  δαχτυλίδι του

και πιά δεν θα υπάρχει

ούτε μιά σκοτεινή γωνιά ή δυστυχισμένη

 

και τότες όταν φορέσεις όλα σου τα ρούχα

θα σταθείς στο παραθύρι να σε δούνε όλοι

και πώς θα σε κοιτάνε!

ά μα τί περήφανο που θάσαι

 

κ’ η αδερφούλα μου κι εγώ θα δώσουμε τα χέρια

και κοιτάζοντας ψηλά το ωραίο μας δέντρο

θα χορεύουμε, θα τραγουδάμε

«Χριστούγεννα Χριστούγεννα»

--

          στάσου με την αγάπη σου στης γης την άκρη-

στάσου με την αγάπη σου στης γης την άκρη-

κ’ ενώ μιά (τεράστια που όλο και πιό μεγάλη γίνεται

απ’ το τεράστιο) κάποια θάλασσα

πηδάει πράσινα να εκσφενδονίσει χιόνι

 

υπόθεσε πώς, λέει, καλή μου,

δε θα μπορούσες ν’ αγαπήσεις’ φαντάσου

 

δε τους εαυτούς μας

μήτε νεκρούς και μήτε ζωντανούς αυτές

(ή άπειρες άλλες καρδιές που δεν και όνειρα κάνουν

ή εκατομμύρια σκέψεις

που κοιμούνται και κινούνται) τυφλές άμμους,

στο ανελέητο έλεος του

χρόνου χρόνου χρόνου χρόνου χρόνου

 

-πόσο στ’ αλήθεια τυχεροί είμαστε σύ και γώ,

πού σπίτι μας

είναι το άχρονο: εμείς που πλανηθήκαμε

από ευωδιαστά βουνά με αιώνιο χιόνι

 

μέχρι τη γεύση παιχνιδιών από μυστήρια

τέτοια σα λόγου χάρη η γέννηση

κι ο θάνατος μιά μέρα

(ή κ’ ίσως λιγώτερο ακόμα)

--

              είμαι μιά εκκλησούλα

είμαι μιά εκκλησούλα

(κι όχι μιά μητρόπολη)

μακριά απ’ τη λάμψη

και τη βρώμα των πόλεων που βιάζονται

-δε με νοιάζει αν

σύντομες μέρες γίνονται ακόμα συντομώτερες

και δε λυπάμαι σαν η βροχή και ο ήλιος

φτιάχνουν τον Απρίλη

 

η ζωή μου είναι

η ζωή του θεριστή και του σποριά’

κ’ οι προσευχές μου είναι της γης η αδέξια αγωνία

(να βρεις, να χάσεις, να γελάς, να κλαίς)

των παιδιών

πού όποια χαρά για θλίψη

είναι ευχαρίστηση και πόνος μου

 

γύρω μου ένα θαύμα μεγαλώνει ατέλειωτης

γέννησης και δόξας

και θανάτου και ανάστασης:

πάνω απ’ το κοιμισμένο μου είναι

πλέουν φλεγόμενα σύμβολα

ελπίδας, και ξυπνώ σε μιά τέλεια υπομονή βουνών

 

είμαι μιά εκκλησούλα

(μακριά από τον παράφρονα κόσμο

με τις εκστάσεις και το άγχος του)

εν ειρήνη με τη φύση

-δεν με νοιάζει αν

οι μακριές νύχτες γίνονται μακρύτερες

και δε λυπάμαι σαν η σιωπή τραγούδι γίνεται

 

χειμώνας την άνοιξη

υψώνω τον ελάχιστο οβελίσκο μου στον

ελεήμονα Αυτόν που το μόνο τώρα

είναι το εσαεί:

ορθός στέκοντας

στην αθάνατη αλήθεια της παρουσίας Του

(ταπεινά καλωσορίζοντας το φώς Του

και περήφανα το σκότος Του)

--

          αν υπάρχουν ουρανοί

αν υπάρχουν ουρανοί

η μητέρα μου (κατάδικό της) θάχει ένανε.

Δεν θάναι ένας ουρανός πανσές μήτε

ένας εύθραυστος ουρανός

από κρίνα της κοιλάδας μα

θάναι ένας ουρανός από βυσσινιά τριαντάφυλλα

 

ο πατέρας μου θα (βαθής σα τριαντάφυλλο

ψηλός σα τριαντάφυλλο)

 

στέκεται κοντά στην

 

(γέρνοντας πάνω της

σιωπηλός)

με μάτια πέταλα πραγματικά που βλέπουν

 

τίποτα με το πρόσωπο

ενός ποιητή που αλήθεια είναι

ένας ανθός κι όχι ένα πρόσωπο με

χέρια

πού ψιθυρίζουν

 

Αυτό είναι τ’ αγαπημένο μου το

             (ξαφνικά στο λιόφωτο

θα σκύψει,

και θα σκύψει όλος ο κήπος)

--

          η μάτζι κ’ η μίλλυ κ’ η μόλλυ κ’ η μαίυ

η μάτζι κ’ η μίλλυ κ’ η μόλλυ κ’ η μαίυ

κατέβηκαν στην ακροθαλασσιά

(να παίξουνε μιά μέρα)

 

κ’ η μάτζι βρήκε ένα κοχύλι που τραγούδαγε

τόσο γλυκά που δε θυμόταν πιά τις στενοχώριες της

 

κ’ η μίλλυ φιλενάδα γίνηκε

ενός εξόριστου άστρου

πού πέντε ήταν αδύνατα δάχτυλα οι αχτίνες του’

 

κ’ η μόλλυ κυνηγήθηκε από κάτι φοβερό

που έτρεχε πλάγια ενώ φυσούσε φυσαλίδες: και

η μαίυ γύρισε σπίτι

με μιά απλή στρογγυλή πέτρα

τόσο μικρή σαν ένας κόσμος,

έτσι πλατειά σα μόνος.

 

Γιατί ό,τιδήποτε κι αν χάσουμε

(σαν ένα συ ή ένα εγώ)

πάντα υπάρχει ο εαυτός μας

να τόνε βρούμε μες τη θάλασσα.

--

          Σ’ ευχαριστώ Θέ μου

Σ’ ευχαριστώ Θέ μου

για τούτη την καταπληκτικώτερη μέρα:

για τα πηδηχτά πρασινωπά πνεύματα των δέντρων

κ’ ένα γαλάζιο αληθινό όνειρο ουρανού’

και για κάθε τί που είναι φυσικό

πού είναι άπειρο που είναι ναι

 

(εγώ που έχω πεθάνει ξαναζώ σήμερα,

κι αυτά του ήλιου τα γενέθλια είναι’ είναι γε-

νέθλια ζωής και αγάπης και φτερών:

και της χαρούμενης μεγάλης

υπάρχουσας απεριόριστης γης)

 

πώς η γεύση η αφή η ακοή η όραση

η αναπνοή όποιο- υψωμένο από το όχι

όλου του τίποτε- ανθρώπινο απλώς πλάσμα

ν’ αμφιβάλλει για τον ασύλληπτο Εσένα;

 

(τώρα τ’ αυτιά των αυτιών μου ξύπνησαν και

τώρα τα μάτια των ματιών μου ανοίξαν)

--

    τον καιρό με τους ασφόδελους (που ξέρουν πώς

τον καιρό με τους ασφόδελους (που ξέρουν πώς

ο σκοπός του να ζείς είναι να μεγαλώνεις)

ξεχνώντας το γιατί, θυμήσου πώς

 

τον καιρό με τις πασχαλιές που ισχυρίζονται

ο σκοπός του  ξυπνήματος είναι να ονειρευτείς,

θυμήσου το έτσι (τάχα ότι ξέχασες)

 

τον καιρό με τα τριαντάφυλλα (πού εκπλήττουν

το τώρα και το εδώ μας με παράδεισο)

ξεχνώντας αν, μα ναι, θυμήσου

 

τον καιρό όλων των καλών πραγμάτων πέρα

απ’ ό,τι όποιος νους μπορεί να καταλάβει

θυμήσου ψάξε (βρες ότι ξέχασες)

 

και σ’ ένα μελλοντικό μυστήριο μέσα

(σαν ο χρόνος απ’ τον χρόνο μας ελευθερώσει)

ξεχνώντας με, θυμήσου με

--

      η Άνοιξη είναι σαν ένα ίσως χέρι

η Άνοιξη είναι σαν ένα ίσως χέρι

(που έρχεται προσεκτικά

από Πουθενά) χτίζοντας

ένα παραθύρι που μέσα οι άνθρωποι κοιτούν (ενώ

οι άνθρωποι ατενίζουν

συγυρίζοντας και αλλάζοντας τοποθετώντας

προσεκτικά εκεί ένα παράξενο

αντικείμενο κ’ εδώ κάτι γνωστό) και

 

αλλάζοντας το κάθε τί προσεκτικά

 

η άνοιξη είναι σαν ένα ίσως

Χέρι σ’ ένα παραθύρι

 (προσεχτικά πέρα

δώθε κινώντας Καινούργια και

Παλιά πράγματα, ενώ

ατενίζουν οι άνθρωποι προσεκτικά

κινώντας ένα ίσως

κομματάκι λουλουδιού εδώ τοποθετώντας

λιγουλάκι αέρα εκεί) και

 

χωρίς να σπάζουν τίποτα. 

Καναδάς

Leonard Cohen

          Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ

Ο λόγος που  γράφω

είναι να κάνω κάτι

τόσο ωραίο όπως εσύ.

 

Όταν είμαι μαζί σου

θέλω νάμαι ήρωας τέτοιος

όπως πάσχιζα να γίνω

όταν ήμουνα εφτά χρονώ:

ένας τέλειος άντρας

που σκοτώνει.

          ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΤΡΩΕΙ ΚΡΕΑΣ

Ένα πρόσωπο που τρώει κρέας

θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι,

ένα πρόσωπο που δεν τρώει κρέας

θέλει να χώσει τα δόντια του σε κάτι άλλο.

Αν σ’ ενδιαφέρουν αυτές οι σκέψεις

έστω και για ένα λεπτό,

είσαι χαμένος.

          Η ΣΟΥΖΑΝΑ ΣΕ ΚΑΤΕΒΑΖΕΙ

Η Σουζάνα σε κατεβάζει

στο τσαρδάκι της στην ποταμιά,

μπορείς κι ακούς τις βάρκες που περνάνε

μπορείς να μείνεις τη νύχτα μαζί της

και το ξέρεις ότι είναι μισότρελη

αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι που πήγες

και σε ταϊζει τσάϊ και πορτοκάλια

πού ήρθανε κατ’ ευθείαν από την Κίνα.

Και τότε ακριβώς που θες να της πεις

πώς δώρα δεν έχεις να της δώσεις,

σε μπάζει στη δικιά της γλώσσα

κι αφήνει το ποτάμι ν’ απαντήσει

πώς ήσουνα ο εραστής της πάντα.

Και θες να ταξιδέψεις μαζί της,

τυφλός θες να ταξιδέψεις

και ξέρεις πώς μπορεί να σ’ εμπιστευτεί

γιατί άγγιξες το τέλειο σώμα της

 με το μυαλό σου.

 

Ο Χριστός ήτανε ναύτης

σαν περπατούσε πάνου στο νερό

κι ώρα βιγλίζοντας πολλή περνούσε

από ένα πύργο ξύλινο μοναχικό

κι όταν στα σίγουρα έμαθε

πώς μόνο οι πνιγμένοι να τον δουν μπορούσαν

είπε πάντες ναύτες γενέσθων

έως αν η θάλασσα αυτούς ελευθερώση

αλλά ο ίδιος πολύ πριν ανοίξει

ο ουρανός έγινε κομμάτια

εγκαταλειμμένος, σχεδόν ανθρώπινος,

βυθίστηκε κάτω απ’ τη σοφία σου σαν πέτρα.

          Και θες να ταξιδέψεις μαζί του,

          τυφλός θες να ταξιδέψεις

          και σκέφτεσαι να τον εμπιστευτείς

          γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα σου

          με το μυαλό του.

 

Η Σουζάνα σε παίρνει απ’ το χέρι

στην ποταμιά κάτω σ’ οδηγεί

φοράει κουρέλια και φτερά

από παλιατζίδικα του Στρατού της Σωτηρίας.

Χύνεται ο ήλιος σαν το μέλι

στην Παναγιά του λιμανιού

και σου δείχνει που να κοιτάξεις

μέσα στα σκουπίδια, μέσα στα λουλούδια

υπάρχουν ήρωες μες τα φύκια

υπάρχουνε το πρωινό παιδιά

που σκύβουνε για αγάπη

θα σκύβουν έτσι πάντα

ενώ κρατά η Σουζάνα τον καθρέφτη.

          Και θες να ταξιδέψεις μαζί της

          και θες τυφλός να ταξιδέψεις

          κ’ είσαι βέβαιος πώς μπορεί να σ’ έβρει

          γιατί άγγιξε το τέλειο σώμα της

          με το μυαλό της.    

          ΚΑΘΩΣ Η ΟΜΙΧΛΗ ΣΗΜΑΔΙΑ ΔΕΝ ΑΦΗΝΕΙ

Καθώς η ομίχλη σημάδια δεν αφήνει

στο βαθυπράσινο το λόγο πάνω,

έτσι σημάδια δεν αφήνει και το σώμα μου

πάνω σου, ούτε ποτέ θ’ αφήσει.

 

Όταν γεράκι κι άνεμος συναντηθούν

μετά τί τους απομένει;

έτσι εσύ κ’ εγώ συναντιόμαστε,

γυρίζουμε ύστερα, αποκοιμιόμαστε μετά.

Καθώς αντέχουν πολλές νύχτες

χωρίς φεγγάρι ή άστρο

έτσι κ’ εμείς θα το υπομείνουμε

αν φύγει ο ένας μας μακριά.

          ΓΡΑΜΜΑ

Πώς δολοφόνησες την οικογένειά σου

δε με νοιάζει

καθώς το στόμα σου γλύφει το σώμα μου

 

Και ξέρω τί ονειρεύεσαι-

πόλεις που πέφτουν σάπιες κι άλογα πιλάλα

ο ήλιος επικίνδυνα να μας πλησιάζει

κ’ η νύχτα ποτέ να μη τελειώνει

 

μα δε με νοιάζουν όλα αυτά

δίπλα στο σώμα σου

 

Ξέρω πώς έξω μαίνεται ένας πόλεμος

πώς βγάζεις διάτες

πώς μωρά ασφυκτιούν

και στρατηγοί αποκεφαλίζονται

 

μα δε με νοιάζει το αίμα

η σάρκα σου δεν παίρνει είδηση

 

το αίμα να γεύομαι στη γλώσσα σου

δεν μ’ ενοχλεί

καθώς τα μπράτσα μου φυτρώνουν στα μαλλιά σου

 

Και μη θαρρείς πώς δεν καταλαβαίνω

τί συμβαίνει

αφού πιά έχουνε σφάξει τους στρατούς

και τις πουτάνες αποκεφαλίσαν

 

και μη θαρρείς πώς

αυτά τα γράφω για να σε ληστέψω

ώστε όταν κάποιο πρωί το κεφάλι μου

κρεμαστεί στάζοντας αίμα

αντάμα με τους άλλους στρατηγούς

απ’ του σπιτιού σου την ξώπορτα

μη θαρρείς

πώς όλα αυτά τα είχαν προβλέψει

κ’ έτσι θα μάθεις πώς δεν μ’ ένοιαζαν καθόλου. 

          ΠΟΙΗΜΑ

Άκουσα για κάποιον

που λέει τις λέξεις τόσο ωραία

που μόνο να προφέρει τ’ όνομά τους

κι αυτόματα οι γυναίκες του  προσφέρουνται.

Δίπλα στο σώμα σου βουβός αν είμαι

ενώ η σιωπή ανθίζει στα χείλη μας σαν οίδημα

είναι γιατί ακούω κάποιον

τις σκάλες ν’ ανεβαίνει

και να καθαρίζει το λαιμό του

έξω απ’ την πόρτα μας.

          ΔΩΡΟ

Μου λες πώς η σιωπή

είναι κοντύτερα στην ειρήνη απ’ τα ποιήματα,

αλλά αν για δώρο μου

σου έφερνα σιωπή

(γιατί την ξέρω την σιωπή)

θάλεγες:

          Μά αυτό δεν είναι σιωπή,

          είναι άλλο ένα ποίημα

και πίσω θα μου τόδινες ξανά. 

Ιαπωνία

Tagaki Kyozo

          ΠΕΤΡΕΣ

Άχ, μπερδεμένο μου μυαλό!

Οι πέτρες απομένουνε βουβές σαν τις πατημασιές.

Αν σώπαινα

θα μπορούσα κ’ εγώ να γίνω πέτρα;

Κι αυτή η ζωή η ναυαγισμένη:

κάτω απ’ τον νεροχύτη

μπορείς να δεις να σέρνουνται σκουλήκια.

Δεν είναι κανένας για να με πετάξει

ψηλά στον ουρανό

σαν πέτρα;

          ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Χτύπησα τη γυναίκα μου

και βγήκα όξω κ’ είδα

το φεγγάρι

σαν δέκα χιλιάδες φαναράκια.

 

Πάνω στο μαλακό χιόνι μετά τη χιονοθύελλα

περπατάω χωρίς να ξέρω που πηγαίνω.

 

-Τί να με κάνει να μισώ τόσο πολύ;

Όταν μισούμε,

σοβαρευόμαστε περισσότερο απ’ όταν αγαπάμε.

Μα έτσι πώς άρχισα να νιώθω

ότι την αγαπάω πάλι;

 

Όλα είναι σαν την χιονοθύελλα.

Όταν τελειώσει, βλέπουμε

το φεγγάρι σα χιλιάδες φαναράκια.    

          ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ

Παιδιά,

βιαστείτε και πάτε για ύπνο.

Τ’ ακούσατε;

Ένας άσπρος λύκος τρέχει

ουρλιάζοντας γύρω απ’ το σπίτι.

Από σκοτεινή γωνιά στο ανώγι

ο μακαρίτης ο παππούς σας κ’ η γιαγιά

σας κοιτούν στα μάτια.

Παιδιά,

βιαστείτε και πάτε για ύπνο.  

          ΑΥΓΗ

Κάποιον ακούω να κατουράει.

Εσύ ‘σαι μάνα;

Μες απ’ την πυκνή ομίχλη

γύρισε ο πατέρας

με λέπια σ’ όλο του το σώμα.

«Καλή ριξιά είχαμε σήμερα!»

          ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ

Βρήκα πώς δεν ήταν

η σκιά κάποιου ξύλου

απ’ την κηδεία, αλλά

ο δικός μου μακρύς, κοκκαλιάρικος ίσκιος.

 

Οι μάσκες του παππού και της γιαγιάς

κάτω απ’ την ταφόπετρα.

Όταν φυσάει ο άνεμος,

ακούς που κουβεντιάζουν

με ξεδοντιασμένα στόματα. 

          ΚΟΡΥΔΑΛΟΣ

Το χρώμα τ’ ουρανού που είδα απ’ την κούνια μου

ήταν το χρώμα μιάς σφυρίχτρας της πεντάρας

που η μάνα μου μού χάρισε.

          ΓΛΑΡΟΙ

Φουρτουνιασμένη η θάλασσα’

δεν μπορούν να βγουν για ψάρεμα.

Πούν’ η μάνα σου;

το παιδί έσκασε απ’ το κλάμα στην κουζίνα.

Γιατί δεν ανάβεις το φώς;

          ΜΑΝΑ

Ξάφνου δίψασα για μιά γουλιά γάλα

κι έτρεξα στο σπίτι.

Η μάνα έπλενε το άσπρο της σώμα

στη μισοσκότεινη κουζίνα.

 

Όταν μάσησα τα στήθια της,

το γάλα της μου φάνηκε παράξενα αρμυρό.

(Πλύθηκες με θαλασσινό νερό, μανούλα,

έτσι δεν είναι;)

 

Μετά από λίγο πέθανε,

λιγάκι ύστερα από τότε

που μούδωσε να πιώ το γάλα τ’ αρμυρό. 

ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Στη σελίδα 25 ο Gunnar  Ekelof εκ παραδρομής αποδόθηκε στη Γερμανία. Είναι Σουηδός.

ΣΧΕΤΙΚΑ

            ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ (ΠΑΛΙ)

Οι γνώμες διχάζονται. Άλλοι λένε πως η ποίηση

είναι ομορφιά που αναλώθηκε σε ιδέα,

μέταλλο πολύτιμο, σμαράγδι στο βυθό του ποταμού,

φεγγοβολή του πνεύματος

που καταυγάζει σολωμικά το σώμα

απαλλάσσοντάς το απ’ τη φυλάκιση και την τιμωρία του πάθους.

Τέτοια διαφορά. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται

πώς όλ’ αυτά είναι τρίχες,

λόγια και σαπουνόφουσκες,

αλλά όταν τους ρωτάνε τί είναι ποίηση, επιτέλους,

αυτοί σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους

και κάτι μουρμουρίζουν μέσ’ στα δόντια τους.

Συνήθως είναι αλκοολικοί,

τους έχουν διώξει προ πολλού οι γυναίκες τους,

γυρνάνε σε σκοτεινές γωνιές σαν γάτοι,

τσακώνονται συχνά χωρίς καμιά αφορμή,

ποιητές που δεν έγραψαν ποτέ τους τίποτα,

κοιτάζοντας ώρες στον καθρέφτη

φιλοσοφώντας κάθε τους ρυτίδα,

κόβουν το πιοτό για μιά βδομάδα- τόσο αντέχουν-

λόγω συκωτιού. Οι ξοφλημένοι.

Αυτά. Και φτου κι απ’ την αρχή το δίλημμα.

            Α. Αγγελάκης, περ. Η Λέξη 72/2,1988

    Στις προηγούμενες αναρτήσεις μας στα Λογοτεχνικά Πάρεργα για τον πειραιώτη ποιητή, πεζογράφο, στιχουργό και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη μιλήσαμε για την ποίησή του, αναρτήσαμε ποιήματά του και την ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ του, ενώ αφήσαμε σαν μελλοντική εκκρεμότητα (;) τις άλλες πλευρές της συγγραφικής του παρουσίας όπως είναι: τα Πεζά του, τα Θεατρικά του Έργα, τα Παιδικά του, οι Στιχουργικές του καταθέσεις οι διάφορες Μεταφραστικές του εργασίες. Από την «κατασκευή» της πειραιώτικης λογοτεχνικής ιστοσελίδας Λογοτεχνικά Πάρεργα το 2013, έχουμε κατά άτακτα διαστήματα αναρτήσει τα έντυπα δημοσιεύματά μας για τον ποιητή (βιβλιοκριτικές, θεατρικές κριτικές, μελέτες για την ποίησή του, ποιήματά του, κείμενα προγενέστερων δεκαετιών, αποδελτιώσεις στο περιοδικό «Αμφί» και σε λογοτεχνικά περιοδικά, κλπ.). Είδη και κατηγορίες της γραφής τις οποίες διακόνησε ο πειραιώτης ποιητής και καθηγητής Ανδρέας Αγγελάκης κατά τα χρόνια της συγγραφικής του παραγωγής πέρα από αυτό της Ποίησης. Οι διάφορες κατηγορίες βιβλίων που εξέδωσε, από Ποιητικά Ανθολόγια έως Σχολικό θέατρο,  από την συγγραφή Θεατρικών Μονόπρακτων έως τις ακτιβιστικές του πολιτικές επιλογές και κοινωνικές πρωτοβουλίες με το ΑΚΟΕ,  από Μεταφράσεις ξένων gay και μη μυστικών ποιητών από διάφορα μέρη του Κόσμου, όλες αυτές οι πνευματικές του ενασχολήσεις που γνωρίζουμε και μας άφησε ως Πειραϊκή κληρονομιά, δεν ήταν κάτι το πάρεργο του κύριου ενδιαφέροντός του που υπήρξε η Ποίηση, αλλά ένας ενιαίος τρόπος και στάση ζωής να βλέπει τα πράγματα, να ερμηνεύει καταστάσεις, να περιγράφει τα συμβάντα γύρω του, να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και αντιξοότητες, στην επιθυμία του να ολοκληρώσει το πορτραίτο της ποιητικής του παρουσίας. Είναι τα διάφορα προσωπικά του στάδια συνομιλίας και απαντήσεών του με τον Κόσμο και τους ανθρώπους της εποχής του και της γενιάς του. Ένα ενδιαφέρον περιπετειώδες ταξίδι επιλογών και θέσεων ενός σύγχρονου πειραιώτη δημιουργού με τις χαρούμενες και τραγικές στιγμές του. Δυστυχώς ο Αγγελάκης έφυγε νωρίς μην προλαβαίνοντας να ολοκληρώσει το ποιητικό πορτραίτο του. Οι αναγνώστες του έργου του-αυτών που ασχολούνται συστηματικά με την ελληνική λογοτεχνία και τα πειραιώτικα γράμματα- εύκολα διαπιστώνουν ότι και οι άλλες πλευρές των συγγραφικών του καταθέσεων δεν είναι αμελητέες. Παραδείγματος χάριν τα παιδικά του πεζά, το εφηβικό- σχολικό του θέατρο, το «κρυφό» ενδιαφέρον του για την στιχουργική έκφραση. Ο ίδιος μας εξομολογείται σε βιβλία του ότι συνθέτει στίχους από νεαρή ηλικία, πειραματίζεται σοβαρά και υπεύθυνα πάνω στην στιχουργική τέχνη αλλά, και φιλοδοξεί, να τραγουδήσουν στο μέλλον τα τραγούδια του σημαντικοί έλληνες τραγουδιστές όπως ο Γιώργος Νταλάρας ή η τραγουδίστρια Χάρης Αλεξίου. Μάλιστα σε ένα του παιδικό, το “Love Story στο Αγκίστρι», Κέδρος 1990 (είναι η διδακτική ιστοριούλα της γατούλας «Ανοητούλας») διαβάζουμε τους διάφορους στιχουργικούς του πειραματισμούς και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει όσον αφορά την ομοιοκαταληξία των στίχων, της ισοσύλλαβη μετρική, την εύρεση των κατάλληλων λέξεων που θα δώσει τον ρυθμικό βηματισμό στο τραγούδι. Σίγουρα θα είχε διαβάσει τις απόψεις του Κωστή Παλαμά για τα «Τραγούδια του» μας υπενθυμίζει όμως την περίπτωση του ποιητή Νίκου Γκάτσου. Την σταθερή αυτή παράδοση των ελλήνων ποιητών επάξια και επιβραβευτικά ακολούθησαν ο Μάνος Ελευθερίου, ο Άλκης Αλκαίος, ο Γιώργος Χρονάς, ο Μιχάλης Γκανάς, ο Διονύσης Καρατζάς, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Τάσος Λειβαδίτης και μιά σειρά άλλων σύγχρονων ελλήνων ποιητών και στιχουργών οι οποίοι υπηρέτησαν με ένθερμο ζήλο τόσο την Ποίηση όσο και την Στιχουργία. Αναφέρομαι στους δημιουργούς εκείνους που είχαν δύο ιδιότητες, του ποιητή και στιχουργού- και όχι παραδείγματος χάριν του μαρκόνι πειραιώτη ποιητή Νίκου Καββαδία του οποίου τα ποιήματα έχουν μελοποιηθεί καταπληκτικά και τραγουδηθεί από πλήθος συνθετών. Από την ποιητική αυτή κατηγορία δεν μπορούμε να παραλείψουμε ούτε την ποιητική-στιχουργική παραγωγή του Μελωδού των Ονείρων μας Μάνου Χατζιδάκι ούτε φυσικά του Μίκη Θεοδωράκη. Αλλά ας μην ξεστρατίζουμε.

     Μια άλλη σημαντική πλευρά του έργου του Ανδρέα Αγγελάκη είναι η Μεταφραστική. Φράσεις, λέξεις, αποσπάσματα, στίχοι ξένων ποιητών της ελληνικής και παγκόσμιας ποίησης συναντάμε στα βιβλία του, φανερά και επισημασμένα ή κυλούν σαν υπόγεια ρεύματα της ποιητικής του γραφής. Ποιητικές φωνές που αγαπά και σέβεται ο πειραιώτης ποιητής και δηλώνουν με ειλικρίνεια τις εκλεκτικές του ποιητικές και νοηματικές συγγένειες, τα κοινά υφολογικά του ίχνη, πλάνα των εικόνων τους που μεταφέρει μέσα στα ποιήματά του. Τα ίδια τα επιλεγμένα ποιήματα, οι συλλογές και οι συγγραφείς τους μιλούν από μόνα τους δίχως να χρειάζονται πάντα φιλολογικά υποστυλώματα για να κατανοηθούν. Οι Μεταφράσεις του, σε σχέση με άλλους ποιητές-μεταφραστές της γενιάς του δεν είναι πάρα πολλές, ούτε έχει αποπειραθεί ο Αγγελάκης από την μεριά του, με την ιδιότητα του μεταφραστή να μεταφέρει στα ελληνικά μία ολόκληρη, ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή ενός ευρωπαίου ή αμερικανού ή άλλης ηπείρου ποιητή. Θα γράφαμε ότι τόσο η μεταφραστική του ασχολία με την ποίηση του άγγλου μυστικού ζωγράφου και ποιητή Ουίλλιαμ Μπλέηκ (William Blake), όσο και του  ισπανού λυρικού ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico Garcia Lorca), όσο και οι μεταφράσεις ποιημάτων «Κινέζων και Ιαπώνων ποιητών» εντάσσονται στις επιμέρους κατηγορίες και ποιητικά είδη τα οποία μεταφράζει ο ποιητής Α. Αγγελάκης. Είναι η μία μεταφραστική του πλευρά την οποία μας έδωσε από τις αρχές του 1970 έως των ημερών μας στο περιοδικό «Πλανόδιο» 1988 με την απόδοση «ιστορίες ζωής» του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Τέννεση Ουίλιαμς. Ο Αγγελάκης αν δεν λαθεύω αναγνωστικά, προετοιμάζει μεταφραστικά και ποιητικά για να μας μιλήσει για το θέμα του Έρωτα που τον ενδιαφέρει να επικεντρωθεί περισσότερο και κυρίως τον ομοφυλόφιλο. Οι τρείς μεταφραστικές συλλογές του ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. – « Αμερικάνικη Ομοφυλόφιλη Ποίηση», επιμέλεια-μτφ. Α.Α. εκδ. Οδυσσέας 1982. – «Ερωτική Ποίηση (Αγγλία- Αμερική), επιλογή-μτφ. Α. Α., εκδ. Καστανιώτη 1984.- «Ποιητική Ανθολογία Αποκλίνοντος Ερωτισμού», εκδ. Γνώση 1988. Ένα βιβλίο που προσέχθηκε περισσότερο από άλλα του εξαιτίας τόσο της θεματολογίας του όσο και του τίτλου του. Ο ποιητής Ουίλλιαμ Μπλέηκ αγαπητός όπως φαίνεται στο ελληνικό κοινό μεταφράστηκε αρκετές φορές από διάφορες ελληνικές μεταφραστικές πένες. Η περίπτωση του λυρικού ισπανού ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, έχει ξεφύγει εδώ και χρόνια από τις θερμές μεταφραστικές φροντίδες του ποιητή Νίκου Γκάτσου που τον καθιέρωσε επίσημα στην χώρα μας. Είναι θα λέγαμε αριθμητικά μεγαλύτερη η μεταφραστική του παρουσία στην χώρα μας σε σχέση με αυτήν άλλων ισπανών ποιητών και δραματουργών. (εδώ παρενθετικά να λεχθεί ότι δεν έχω συναντήσει το βιβλίο του Α. Αγγελάκη. Όσες μεταφράσεις του Λόρκα έχω διαβάσει είναι από περιοδικό ή μεταφορά σε γενική ανθολογία). Η δεύτερη μεταφραστική «ειδική» κατηγορία των εργασιών του Αγγελάκη είναι αυτή που ακούστηκε και συζητήθηκε περισσότερο. Η πρώτη, στην οποία ανήκει και το μικρού μεγέθους «Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης» που κυκλοφόρησαν οι εκδόσεις Καστανιώτη, το 1971 σε μετάφραση Ανδρέα Αγγελάκη, ενδέχεται να μην σχολιάστηκε. Κατ’ αρχάς το «Μικρό Ανθολόγιο» κυκλοφορεί μέσα στην επταετία, ανήκει στην δεύτερη ποιητική περίοδο του Ανδρέα Αγγελάκη, αρχών της δεκαετίας του 1970 που, η ποιητική του  εκφραστική αλλάζει, η καθωσπρέπει ποιητική γλώσσα του φορτίζεται με λέξεις σκληρές, κυνικές, λαϊκής καθημερινής ομιλίας ανθρώπων της πιάτσας και του λιμανιού που, δεν κουβαλούν μέσα τους κανένα ποιητικό φορτίο. Ο Αγγελάκης εντάσσει στο νέο του ποιητικό λεξιλόγιο φράσεις και λέξεις που μπορεί να μην σοκάρουν αλλά ξενίζουν στα αυτιά των ποιητών και των κριτικών. Συγγραφικά αντισυμβατικός ο ίδιος, θέλει να δώσει στις λέξεις αυτές την διάσταση της ποιητικότητας τους, κάτι που ενόχλησε ή ξίνισε στους κριτικούς, με αποτέλεσμα να τον εντάξουν σε μία ειδική για τα ελληνικά ερωτικά δεδομένα ποιητή. Όμως ο Αγγελάκης, απορρίπτει κάθε μύθο, κάθε πνευματικό ή ποιητικό, της ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων ταρτουφισμό. Είναι έντονα πραγματιστής θέλει να βλέπει, να αντιμετωπίζει και να βιώνει την ζωή σε όλη της την εμπορική και τραγική πραγματικότητα και αλήθεια της. Η αλλαγή αυτή της ψυχοσύνθεσής του, του εσωτερικού του κόσμου-την δεκαετία του 1970- αλλάζει και την τεχνική και τεχνοτροπία του στιλ της γραφής του. Αν ευσταθούν τα παραπάνω, το «Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης» σαν μεταφραστικό «είδος» και στιλ ύφους προέρχεται από την πρώτη περίοδο της ποιητικής και γλωσσικής παρουσίας που αρχινά την δεκαετία του 1960. Θρησκευτική ατμόσφαιρα, κλίμα μιας ατομικής του πνευματικότητας και προσωπικής αγωνίας, περισσότερος έλεγχος στα εκφραστικά του μέσα. Λέξεις απλές που κινούνται σε ένα κλίμα γαλήνης, καθόλου προκλητικές, σαν να πλέουν σε ένα πέλαγος ελεγχόμενης επιβεβαίωσης της τέχνης της αλήθειας των προθέσεών τους. Κοινά γλωσσικά ίχνη συναντάμε στο καθαρό ποιητικό του έργο και στο μεταφραστικό.

          Τα ποιήματα που μεταφράζει στο «Μικρό Ανθολόγιο» είναι μάλλον συγκριμένα, με τις σχετικές γλωσσικές μεταφραστικές δυσκολίες στην μεταφορά τους στα ελληνικά. Φυσικά η λέξη «Μικρό» μας αποτρέπει να σχολιάσουμε ότι οι ποιητές των διαφόρων κρατών και ηπείρων που μεταφράζει είναι σχετικά μικρός.  Από την μακρινή Ιαπωνία ένας, από την Βόρεια Αμερική δύο (ΗΠΑ- Καναδάς), από την Νότιο Αμερική ένας και οι υπόλοιποι προέρχονται από την ευρωπαϊκή ήπειρο περίοδο διαχωρισμού της σε δυτική και ανατολική. Η μεταφραστική γλώσσα του ας το επαναλάβουμε, αγγίζει τα γλωσσικά κράσπεδα της συλλογής του «Εφιάλτες».

Όσον αφορά τώρα την σύνθεση του «Μικρού» αυτού Ανθολόγιου Παγκόσμιας Ποίησης. Έχουν προηγηθεί οι πολύτομες Ανθολογικές σειρές της Ρίτας Μπούμη και Νίκου Παππά, η πολύτομη των εκδόσεων «Παρθενών». Ο Γιάννης Ρίτσος μας έχει δώσει τις δικές του μεταφράσεις «Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων Ποιητών» από το 1966 των εκδόσεων Θεμέλιο. Ο πεζογράφος Κώστας Ασημακόπουλος έχει μεταφράσει την «Ανθολογία Ούγγρων Ποιητών». Ο Καναδός τραγουδοποιός και ποιητής Λέοναρντ Κοέν (1934-2016) είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό τόσο από το ταξίδι του στην Ελλάδα αλλά κυρίως ως εξαιρετικός μουσικός με μουσικές και στιχουργικές επιτυχίες. Ο αμερικανός ποιητής, ζωγράφος και μουσικός Έντουαρντ Έσλιν Κάμινγκς (1894-1962), μας είναι γνωστός από το αμερικάνικο κίνημα των Beat, έχει μεταφραστεί από ποιητές της γενιάς του 1970. Ο Αγγελάκης του αφιερώνει αρκετές σελίδες, μάλλον από το ίδιο έργο (;). Ο Ρώσος ποιητής Γεβγκένι Γεφτουσένκο (1932-2017) είναι γνωστός και αγαπητός στην Ελλάδα την οποία έχει επισκεφτεί και τιμηθεί. Ο Σοβιετικός ποιητής Νικολάϊ Αλεξέγιεβιτς Ζαμπολόσκυ (1903-1958) ίσως είναι από τις ποιητικές φωνές που μας γνώρισε ο Αγγελάκης, το ίδιο θα προσθέταμε και για τον Μεξικανό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Βιλαουρίτια (1903-1950). Ο Ιάπωνας ποιητής και δημοσιογράφος Κιόζο (1903-1987) μία εξαιρετική φωνή φιλοξενείται με 8 μεταφρασμένες ποιητικές μονάδες. Οι περιπτώσεις του Λόρκα και του γερμανόφωνου ποιητή και μεταφραστή Αυστριακού Πωλ Τσέλαν(1920-1970) μας είναι αρκετά γνωστές και αγαπητές. Ο Σουηδός ακαδημαϊκός και ποιητής Μπένγκιτ Γκούναρ Εκέλοφ (1907-1968) δεν είναι και τόσο γνωστή η ποιητική του παρουσία. Ούτε του Γιουγκοσλάβου Γκρέγκορ Στρνίσα (1930-1987) και των δύο Ούγγρων του βραβευμένου Σάντορ Βέρες και του Φέρενς Γιούχαζ (1928-2015). Από την παλαιά ενωμένη γεωγραφικά κρατική οντότητα της Τσεχοσλοβακίας ο Βιτεζλάβ Νέζβιλ (1900-1958) ένα πρωτοπόρος ποιητής της αβαν γκαρντ είναι γνωστός ως ένας από τους Τσέχους ποιητές συνιδρυτής του Σουρεαλιστικού κινήματος στην χώρα του. Ο δε Μιροσλάβ Χόλουμπ, ας θυμηθούμε τις μεταφράσεις του Σπύρου Τσακνιά, στο βιβλίο των εκδόσεων «Εγνατία» ίδια χρονική περίοδο με αυτή του Α.Α. Τις μεταφράσεις του Ηλία Κυζηράκου, του Γ. Π. Σαββίδη, του Καρόλου Τσίζεκ και των σύγχρονων Γιώργου Χριστοδουλίδη, Ρενέ Ψυρούκη κ.ά. Όσο για το μεγαλούτσικο ποίημα «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ» του Γερμανού ποιητή Γκέοργκ Τράκλ μεταφέρεται και στο βιβλίο που εξέδωσε από τις εκδώσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1984, σ.39. Βλέπε και ανάρτηση στην ιστοσελίδα μας Καλοκαίρι 2022. «Τρακλ- Έσσε».

          Αυτή είναι η πρώτη μικρή Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία που μας έδωσε το 1971 ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής Ανδρέα Αγγελάκης. Ποιητικές φωνές γνωστές και λιγότερο γνωστές ή και άγνωστες ακόμα και στην εποχή μας. Ορισμένα ποιήματα μας μιλούν ακόμα και σήμερα, άλλα όχι. Ποιήματα έχουν σαν θέμα τους την περίοδο των Χριστουγέννων ενώ άλλα παίζουν σε μια φιλοζωική τους ποιητική πρόταση δίνοντας στο σκυλάκι τους το όνομα του Γάλλου στρατάρχη Μεγάλου Ναπολέοντα, που, ενώ ο αναγνώστης διαβάζοντας το όνομα θα περίμενε να διαβάσει ένα από τα δεκάδες ποιήματα που έχουν γραφεί για τον ένοικο της νήσου Έλβα, αλλιώς εξελίσσεται το στόρι. Το ποίημα που φέρει ως τίτλο Μαίριλυν Μονρόε πασίγνωστης αμερικανίδας ηθοποιού και συζύγου του αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ είναι ένα παιχνίδι της λέξης, του ρήματος φοβάμαι. Όσο για την ποίηση του Φ. Γ. Λόρκα, η ποίησή του, λέξεις του, ο χρωματικός καμβάς των λουλουδιών του, ο ποιητικός του λυρισμός ρέει μέσα στην ποίηση του Ανδρέα Αγγελάκη. Οι οφειλές του πειραιώτη ποιητή είναι αρκετές στον ισπανό θεατρικό συγγραφέα.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

17/1/2026 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου