Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ανθολόγιο Κινέζικης και Ιαπωνικής Ποίησης

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Μετάφραση από τα Αγγλικά-Εισαγωγή στην Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση Ανδρέας Αγγελάκης,

Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 3,1974, σ.44, δραχμές 140. Διαστάσεις 14,5Χ21

[ΤΟ «ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ» ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ, ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 1974 ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ», ΡΗΓΑ ΠΑΛΑΜΗΔΟΥ 5, 4ος ΟΡΟΦΟΣ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 39. Υπεύθυνος τυπογραφείου: ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΟΜΠΟΛΑΣ, Φρυγίας 19 Ν. Σεπόλια.

Διεύθυνση μεταφραστού Ιωννιδών 42 Πειραιάς]

*Προσοχή.

Οι διευθύνσεις του εκδοτικού οίκου και  του τυπογραφείου αναφέρονται στις τότε χρονολογικές περιόδους, η διεύθυνση του ποιητή και μεταφραστή Α. Αγγελάκη είναι η παλαιά. Συνήθως οι σημερινοί μεταφέροντες ποιήματα και πληροφορίες για τον Αγγελάκη ανάλογα με την έκδοση του  βιβλίου που κοιτάζουν μεταφέρουν την πρώτη διεύθυνση και όχι την οριστική, την μεταγενέστερη της Ακτής Θεμιστοκλέους πίσω από την Εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Στην σελίδα 2 αναγράφονται 8 τίτλοι βιβλίων που έχει εκδώσει από το 1962 έως το 1973 [-Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας, 1962. /-Ο Πρίγκηπας των Κρίνων, 1964./-Οι Προτάσεις της Αθωότητας, 1967./-Ποιήματα του Γουϊλλιαμ Μπλέϊκ, 1969./-Ποιήματα χαρισμένα στον ποιητή κόντε Διονύσιο Σολωμό, 1971./-Ποιήματα του Φ. Γ. Λόρκα, 1971./- Μικρό Ανθολόγιο Παγκόσμιας Ποίησης, 1972./- Το Πύον, 1973.].

Τα σχετικά με την έκδοση. Ο ποιητής- μεταφραστής Ανδρέας Αγγελάκης όπως γνωρίζουμε και από τα άλλα βιβλία των μεταφράσεών του δεν συνήθιζε να τα συνοδεύει με φιλολογικές ή βιογραφικές πληροφορίες για τους ποιητές που επιλέγει να μεταφράσει, πέραν ελάχιστων περιπτώσεων και συγκεκριμένων σχολίων. Ακολουθούσε μία άλλη τακτική στις μεταφραστικές του καταθέσεις, ανάλογα με το πνεύμα της εποχής του συγγραφέα και την θεματολογία του. Όπως έχουμε στην περίπτωση του σύγχρονου Ιάπωνα ποιητή και ηθοποιού Mutsuo Takahashi της συλλογής του «Ποιητική Ανθολογία Αποκλίνοντος Ερωτισμού», εκδ. «Γνώση» 1988.  Επέλεγε να δημοσιεύει μία γενική θεώρηση των έργων των ποιητών και γενικά διευκρινιστικά για την τεχνική της μετάφρασης ως Εισαγωγή ή Πρόλογο σε κάθε βιβλίο που επιμελούνταν. Τα μεταφραστικά προβλήματα εμφανίστηκαν στις πρώτες οργανωμένες αστικές κοινότητες των ανθρώπων από την εμφάνιση των πρώτων στάδιων της Γραφής παράτολμα θα ισχυριζόμασταν, από τότε που η προφορική λαλιά αποτυπώθηκε πάνω σε πέτρινες πλάκες, φύλλα παπύρων, ξύλα και χαρτί θέλοντας να διατηρηθεί εσαεί στους αιώνες η συλλογική μνήμη των ανθρώπων. Ο προφορικός λόγος μεταφέρονταν από «αυτί» σε «αυτί», ο γραπτός από «μάτι» σε «μάτι». Όταν η φωνή των πρώτων συγγραφέων, λογίων, έμπλεξαν στα γρανάζια της μητρικής τους γλώσσας, της απόδοσής της, της μεταφοράς της σε μιά άλλη διαφορετικής παράδοσης μέσα στον χρόνο γλώσσας με σκοπό την κοινοποίηση των μηνυμάτων και των μυστικών της στην αναγκαιότητα της ιστορικής επιθυμίας επικοινωνίας διαφορετικών φυλών, εθνοτήτων και λαών της γης. Ας θυμίσουμε- περιοριζόμενοι στα δικά μας γλωσσικά εδάφη- τις δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις ελλήνων κλασικών φιλολόγων του Ιωάννη Κακριδή και του Δημήτρη Μαρωνίτη και στο τι μας εκθέτουν σε μελέτες τους, στην διαρκή σπουδή και ενασχόλησή τους με την μετάφραση αρχαίων κειμένων στην νεοελληνική. Από τις συγγραφικές πηγές των νεότερων εποχών να αναφέρουμε τις θέσεις του άγγλου νομπελίστα ποιητή Τόμας Στερν Έλιοτ, δίχως να αγνοούμε και τις θέσεις σύγχρονων Ελλήνων Ποιητών και Μεταφραστών της Γενιάς του 1970 όπως του Χάρη Βλαβιανού, του Νάσου Βαγενά, του Αντώνη Φωστιέρη, του Χριστόφορου Λιοντάκη και προγενέστερων ελλήνων ποιητών των προηγούμενων γενεών όπως του Γιώργου Σεφέρη, του Κωστή Παλαμά, του ελληνοαμερικανού Νίκου Σπάνια, του Κίμων Φράϊερ κ.ά. Το ζήτημα της απόδοσης, μεταφοράς, μετάφρασης όπως καθιερώθηκε ο όρος και των δυσκολιών της, επαναπροσδιορίζεται από εποχή σε εποχή και από λογοτεχνική γενιά σε λογοτεχνική γενιά ίσως και ποιητικό ρεύμα, από μεταφραστή σε μεταφραστή, παραμένει και αυτό όπως και άλλα θέματα της ανθρώπινης έκφρασης και γραφής ανοικτό. Κάτι που ενδεχομένως θα άξιζε να ερευνηθεί, είναι το γεγονός ότι αν εξετάσουμε σφαιρικά και διαχρονικά το γλωσσικό μεταφραστικό μοντέλο των ελλήνων ποιητών- μεταφραστών και αυτό των ελληνίδων ποιητριών μεταφραστριών, και διαβάζαμε τις μεταφραστικές του κρίσεις και θεωρίες να ανοίγονταν ένα άλλο ανεξερεύνητο κεφάλαιο στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων. Ας φέρουμε στην σκέψη μας δύο περιπτώσεις, αυτήν της ποιήτριας και μεταφράστριας Μαρίας Λαϊνάς και εκείνης του ποιητή και μεταφραστή Στρατή Πασχάλη. Όπως θα κάναμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις της αγγλικής λογοτεχνίας συγκρίσεις μεταξύ Βιρτζίνιας Γουλφ και Τ.Σ. Έλιοτ. Όμως ας μην ξεστρατίσουμε από το θέμα μας.

     Στην παρούσα έκδοση που αναρτούμε στα Λογοτεχνικά Πάρεργα, ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής Α. Α. μας μιλά για τις αρχές και τους κανόνες που διέπουν την Κινέζικη και Ιαπωνική ποιητική παράδοση, προφανώς, έχοντας υπόψη του και συμβουλευτεί τις αντίστοιχες ξένες εισαγωγές των αγγλικών ποιητικών ανθολογιών που έχει μπροστά του στις δικές του μεταφραστικές επιλογές στα ελληνικά. Μια μετάφραση της μετάφρασης, κάτι αναγκαίο αν δεν γνωρίζουμε την γλώσσα του πρωτοτύπου. Μας επισημαίνει μάλιστα την εκδοτική αξία των ποιητικών ξενόγλωσσων αυτών Ανθολογιών από τις οποίες άντλησε το ποιητικό του υλικό. Η αγγλική γλώσσα και η βιβλιεκδοτική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών με τις κυκλοφορίες των μικρών βιβλίων τσέπης “penguin”, “pelican” και άλλων μίνι σειρών έφεραν σε επαφή το αγγλόφωνο κοινό της Δύσης με την ποίηση, τα πεζά τα πολιτιστικά επιτεύγματα της Εγγύς και της Άπω Ανατολής. Εξάλλου, η αγγλική γλώσσα αλλά και η γαλλική στο δυτικό ημισφαίριο ήταν το πρεσβευτικό διαβατήριο γνωριμίας του φιλότεχνου κοινού με έργα της Κινέζικης της Ιαπωνικής, της Ινδικής Λογοτεχνίας. Στην γνωριμία μας με τα μεγάλα επικά επιτεύγματα και ιερά αυτά ποιητικά έργα, συνετέλεσε και η αποικιοκρατική στρατιωτική και οικονομική πολιτική της Γηραιάς Αλβιόνος και της μεγαλοαστικής της τάξης που εκπροσωπούσε, στο άνοιγμα των δρόμων του Μεταξιού.

          Η Ανθολογική έκδοση του 1974 που έχουμε μπροστά μας δεν αναφέρει τον καλλιτέχνη του μεγάλου καλαίσθητου σχεδίου που κοσμεί το ανοιχτό πράσινο εξώφυλλο. Μικρά σχέδια φυσιολατρικής έμπνευσης και απεικόνισης πουλιών κοσμούν το άνω μέρος πριν το ποίημα των περισσότερων σελίδων σε χρώμα καφέ ανοιχτό. Η ράχη του βιβλίου είναι γυμνή όπως και το οπισθόφυλλο. Ο τίτλος του εξωφύλλου είναι: «ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ» με μεγάλα γράμματα και  κάτω από το σχέδιο αναγράφεται το όνομα του ΑΝΔΡΕΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ. Στην πρώτη και τρίτη μέσα σελίδα του βιβλίου που μεταφέρεται ο γενικός τίτλος διαβάζουμε: ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ», ΑΘΗΝΑ 1974. Προτάσσεται η «Εισαγωγή στην Κινέζικη και Ιαπωνική ποίηση» του μεταφραστή και το βιβλίο ανοίγει την αυλαία του με πρώτη την «ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ» σελ. 11-20. Τα ποιήματα είναι έντιτλα και παρουσιάζονται κατά χρονολογική σειρά της εμφάνισής τους, ο ποιητής γράφεται με κεφαλαία αγγλικά γράμματα. Συναντάμε και το ποίημα ενός Αγνώστου του 13ου/14ου αιώνα σελ.19. Από την σελίδα 21-40 έχουμε την «ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ». Τα ποιήματα αντλούνται από τις σημαντικότερες Ανθολογίες που έχει υπόψη του ο ποιητής και μεταφραστής όπως αυτά διασώθηκαν από τον 8ο  10ο και 13ο  αιώνα.

Η μεταφραστική γλώσσα του Ανδρέα Αγγελάκη είναι λιτή, διαθέτει την πυκνότητα των ποιημάτων που μεταφράζει, αποδίδει κάπως «τραγουδιστικά» στα ελληνικά. Ακολουθώντας το ποιητικό πνεύμα και την ποιητική τεχνική των ποιητών της Ανατολής διαμορφώνει ανάλογα και το ύφος του. Αποφεύγει τις μακρόπνοες φράσεις, τις σύνθετες ή πολυσύνθετες ελληνικές λέξεις που θα δυσκόλευαν το μετρικό βάδισμά του στην απόδοση των ποιημάτων στα Ελληνικά. Μόνο μία λέξη συναντάμε και αυτή απαραίτητη στην εικονογράφηση της φυσικής εικόνας του Κινέζικου τοπίου: «συννεφοσκεπασμένους» λόφους. Η γλώσσα του έχει στοιχεία και απλούστερης χρήσης της Δημοτικής, βλέπε εκφράσεις όπως «γρηγοράδα», «τσαρδάκι», «φασκιές», ή διπλούς γραμματικούς τύπους «τοίχοι», «τείχη». Οι λέξεις δίνονται στην ασυναίρετη μορφή τους και η ακουστικότητά τους αν δεν λαθεύω επαυξάνεται δίχως να έχουμε χασμωδία. Πρυτανεύει το ρήμα που είναι ή στο πρώτο ή το τρίτο πρόσωπο και σηκώνει το βάρος του ποιητικού νοήματος, της μικρής ιστορίας της ποιητικής αφήγησης. Τα ουσιαστικά είναι πολλά και δίνουν την κομψότητα, τον φρέσκο αέρα στις επιγραμματικές περιγραφές του φυσικού τοπίου στις αλλαγές των εποχών. Δέντρα, Φυτά, Λουλούδια με την ποικιλία της πολυχρωμίας τους και τις εαρινές ανθισμένες μυρωδιές τους, χιονισμένα βουνά, γάργαρα τρεχούμενα νερά περνούν μπροστά στα μάτια μας σαν πίνακες ζωγραφικής ενός φυσιολάτρη τεχνίτη. Φωτεινά χρώματα, χιονισμένα τοπία και βουνοκορφές, γλυκειές ομίχλες, ανθισμένες περιοχές που γεννούν δροσερές αισθήσεις, ξυπνούν ανθρώπινα συναισθήματα, ζωογονούν αναπνοές περιπετειών ζωής και αλλαγών της Φύσης, ή καλλιεργούν εσωτερικά ερωτήματα μελαγχολίας, στοχασμούς ενατένισης ομορφιάς αλλά και ματαιότητας. Κοφτοί διάλογοι, δωρικές εκφράσεις, μεστά νοήματα, συμπύκνωση αισθήσεων και εμπειριών βίου στον αέναο κύκλο των μεταλλαγών του. Ποίηση μιας άλλης αισθητικής θεώρησης και κοινωνικής πρακτικής οργάνωσης και αντιμετώπισης της Φύσης που δρούμε μέσα στα δικά της όρια που μας επιτρέπει. Ανθρώπινη αίσθηση και επαφή, το ανθρώπινο ον αναπόσπαστο μέλος του χώρου, του τοπίου, καθώς θεάται το Φυσικό περιβάλλον από το ανθρώπινο μάτι. Παραστάσεις υγρού χώματος,  μελαγχολικές ενατενίσεις  ξάστερου ουρανού, φεγγαρόλουστης νύχτας, Το μούχρωμα του απογεύματος καθώς δύει ο ήλιος, πλησιάζει η ώρα του δειλινού και η ζωή και τα όνειρά της αρχίζουν να επαναπαύονται σε μια ηδονική θλίψη, μιά νωχέλεια απλώνεται γύρω μας. Ο ποιητής αφουγκράζεται το θρόισμα των φύλλων ανάμεσα στις δενδροστοιχίες, ακούει την ροή των νερών που κυλούν από τις χιονισμένες βουνοκορφές στις πεδιάδες, τα λιβάδια δημιουργώντας συνθήκες καρποφορίας σε ό,τι ανθίζει και καρπίζει. Αφουγκραζόμαστε άμεσα τον ήχο των ανέμων ανάμεσα στα δάση όπως μας τον έχει κληροδοτήσει η πανάρχαια πολιτιστική ανώνυμη και λόγια ποιητική παράδοση της Άπω Ανατολής, της Αυτοκρατορικής Κίνας και Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας. Οικείες, πυρετώδεις πολύχρωμες, λειτουργικές εικόνες της Φύσης μπλεγμένες με τις ανθρώπινες ζωές και ατομικής περιπέτειας εμπειρίες. Το ανθρώπινο βλέμμα παρατηρεί τις αλλαγές των Εποχών μέσα στην Φύση στην φθορά και την άνθησή της ζωής, ενώ η ανθρώπινη φωνή υμνολογεί δοξαστικά ή θρηνητικά κάθε συμβάν. Μιά σημαντική ποιητικής αγωγής παράδοση όπως μας την κληροδότησε (στον Δυτικό Κόσμο) σαν πολιτιστική παρακαταθήκη η Αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση, και η Τέχνη των Επιγραμματοποιών παρατηρητών και πρώτων ερμηνευτών του Σύμπαντος, στην αναζήτηση του Έλληνα Ανθρώπου της αρχικής αιτίας της γενέσεως του Κόσμου. Φύση και Άνθρωπος ένα, Ζωή και Θάνατος το αυτό, μία ζωοποιός πνοή διαπνέει τα πάντα, ένας λυγμός βουβός, ένας ήρεμος θρήνος μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου ενώνει τους δύο κύκλους. Ο άνθρωπος τραγουδά τις ομορφιές της Φύσης σε κάθε στιγμή του βίου του, στοχάζεται παρατηρώντας την σε κάθε στιγμιότυπό της, υφαίνει τους αέναους κύκλους της ζωής της μαζί της, θρηνεί την φθορά της και διαπιστώνει την δική του αδυναμία να την αντιμετωπίσει, αισθάνεται την παρουσία της τόσο έξω από αυτόν όσο και μέσα του. Ο κόσμος του είναι μία μικρογραφία του Κόσμου μέσα στον οποίο ζει, γεννιέται, μεγαλώνει, κάνει οικογένεια, εργάζεται στα κτήματα, τους αμπελώνες του, σπέρνει τους αγρούς του θερίζει τα στάχυα του, υλοτομεί τα δάση του, κυνηγά τα πετεινά της γης και του ουρανού. Δημιουργεί σχέσεις αλληλογνωριμίας με τους διπλανούς του, οικοδομεί τις οικίες του, μαχητικά αγωνίζεται για να επικρατήσει και να κρατήσει ότι κατέχτησε, τα εδάφη που καλλιέργησε τα χώματα που όργωσε και αυτά πού θάφτηκε στο κοινό της ανθρωπότητας Σήμα. Ονειρεύεται, οραματίζεται, στοχάζεται, σχεδιάζει φτιάχνει πλάνα βελτίωσης του βίου του υπερασπίζοντάς τα με πάθος, πείσμα, θυσιαστικό φρόνημα. Όλες με δυό λόγια οι σωματικές και πνευματικές του δραστηριότητες συντελούνται ενταγμένος αρμονικά και ισορροπημένα μέσα στην γενεσιουργό της Ζωής Φύση εμφανίζονται πάνω στην τεράστια τοιχογραφία της Κινέζικης και Ιαπωνικής ποίησης. Η Φύση είναι η θεμελιώδεις αρχή και το τέλος της Ζωής αυτή διαμορφώνει την ύπαρξή μας και τους ρόλους μας μέσα σ΄ αυτήν. Από αυτήν προερχόμαστε και σε αυτήν καταλήγουμε, κάτι που δεν αποδέχεται ο Δυτικός ρασιοναλιστής, λογοκρατούμενος χριστιανός στην πίστη Άνθρωπος σε σχέση με τον Άνθρωπο της Ανατολής των διαφόρων φιλοσοφικών θεωριών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Οι διδαχές του Βουδισμού, του Ινδουισμού, του Σιντοϊσμού, του Ταοισμού και άλλων Μυστικών διδασκαλιών διέπλασαν τις συνειδήσεις των λαών της Ανατολής, διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τους με κέντρο όχι το Ανθρώπινο Όν «ως κορωνίδα» του Φυσικού βασιλείου μέσα στο Ιστορικό διάβα της Ανθρωπότητας αλλά ως ένα αναπόσπαστο λειτουργικό μέλος της Φυσικής δημιουργίας και αναδημιουργίας του Σύμπαντος. Ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος, δεσπότης της Φύσης όπως δέχεται ο Δυτικός Πολιτισμός αλλά λειτουργός και υπηρέτης της όπως τον αποδέχεται ο Πολιτισμός της Ανατολής. Ποιητής ιερέας υμνητής της όπως τον θέλει η παράδοση της Ανατολής ή μύστης-ποιητής όπως τον αναζητούσε ο άνθρωπος της Δύσης. Αυτήν την άλλη θεώρηση του Κόσμου και της Ζωής, του βίου των Ανθρώπων είναι που φιλοτεχνεί η Κινέζικη και Ιαπωνική Ποίηση και παράλληλα και των άλλων λαών και εθνών, κρατών της Άπω Ανατολής. Αυτό το άλλο ποιητικό εσωτερικής αίσθησης ρεύμα και αντίληψη είναι που γονιμοποίησε και τους Ευρωπαίους Ρομαντικούς ποιητές όπως ο γερμανός Φρήντριχ Χαίλντερλιν, λαϊκούς τροβαδούρους όπως ο Βιγιόν και δεκάδες εικαστικούς καλλιτέχνες, παιδαγωγούς φιλοσόφους όπως γάλλος Ζαν Ζακ Ρουσώ. Ο άνθρωπος της Δύσης επεδίωξε με την ισχύ των όπλων για αιώνες μέσα στην Ιστορία, της τεχνολογικής και επιστημονικής του υπεροχής, της ανεπτυγμένης οικονομίας των Δυτικών κρατών να καταλάβει, εξουσιάσει μέσω της αποικιοκρατικής πολιτικής του και του «άτυπου» θεσμού της δουλείας που εφάρμοσε να υποτάξει τις άλλες φυλές και έθνη της υφηλίου, να αλλοιώσει τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, να αποδομήσει τις θεμελιώδεις συστατικές αρχές της θρησκευτικότητάς τους, των ουσιωδών ιερών στοιχείων της φιλοσοφίας τους. Ζήτησε με τους μηχανισμούς της λογικής του να παρερμηνεύσει, κοροϊδέψει, εκμεταλλευτεί και υποτιμήσει τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της Ανατολής στο όνομα άλλοτε του Ορθού Λόγου (που λατρεύτηκε μέσα στους Ναούς), άλλοτε του Σταυρού και κυρίως, της δύναμης και αποτελεσματικότητας του Ξίφους, των Όπλων. Τα ιστορικά αποτελέσματα και οι συνέπειες γνωστές και τραυματικές μέχρι σήμερα. Από την άλλη, η πολιτιστική πρόταση της Ανατολής (στην καθολικότητά των μηνυμάτων της και κοσμοθεωρίας της φιλανθρωπίας της) τα πανάρχαια ιερά κείμενα της, η μυστική ανώνυμη και λόγια ποίησή της που άνθισε σε διαφορετικούς αιώνες, η θεατρική τελετουργία του Ιαπωνικού Θεάτρου «ΝΟ», η μεγαλειώδη υπαίθρια γλυπτική της αναπαραστατική παρουσία, η μικροζωγραφική των χειρογράφων της και η ακαδημαϊκή της ζωγραφική, οι λαϊκές μουσικές και χορευτικές της παραδόσεις, η εξωτική της ατμόσφαιρα, οτιδήποτε με δυό λόγια συναπαρτίζει το πολιτιστικό της πρόσωπο, πάντοτε έθελγε τον άνθρωπο της Δύσης. Τον Δυτικό Άνθρωπο με το ισχυρό τουπέ της υπερηφάνειας της παντοδυναμίας του που κυριαρχεί στην συνείδησή του, του έμπορου ταξιδευτή στο άνοιγμα των δρόμων του Μεταξιού, του ερευνητή όλο περιέργεια περιπλανητή Οδυσσέα, που υποκλίνεται μπροστά στην ιεροτελεστία προσφοράς του τσαγιού, των ηδονικών νυχτών στις μισοσκότεινες αίθουσες με τις εταίρες- γκέισες. Αυτός ο Άλλος Πολιτισμός και φιλοσοφία Ζωής, αυτή η Άλλη Εικόνα του Ανθρώπου ως αναπόσπαστο μέρος της Φύσης, κρυσταλλώνεται και καθρεφτίζεται μέσα στον ποιητικό Κινέζικο και Ιαπωνικό ποιητικό λόγο. Η Κινέζικη ποίηση και η συγγενική της Ιαπωνική, περιγράφει, αναπλάθει, εικονοποιεί τις μικρές στιγμές και μεγάλα φτερουγίσματα του νου, τις μυριάδες στο διάβα του βίου εμπειρίες. Σχέσεων επικοινωνίας και αλληλογνωριμίας των ανθρώπων της Άπω και ευρύτερα της Ανατολής μεταξύ τους και με τους άλλους πολιτισμούς της υδρογείου. Κλασικά παραδείγματα της διαφορετικής ψυχοσύνθεσης και ανθρώπινης νοοτροπίας, αντίληψης του ανθρώπου της δύσης από εκείνον της ανατολής μας έδωσε η ποίηση και η λογοτεχνία ευρύτερα. Τα μυθιστορήματα της Περλ Μπακ, της Μαργκερίτ Ντυράς, ο κινηματογραφικός φακός και η ταινία «Χιροσίμα Αγάπη μου», το «Καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς». Από την ελληνική πλευρά της κοσμοπολίτικης πεζογραφίας και ταξιδιωτικής λογοτεχνίας είναι πολλοί αυτοί που ξεχώρισαν με τα βιβλία που έγραψαν από τα ταξίδια και τις επισκέψεις τους στην εξωτική και λάγνα Ανατολή. Ο Νίκος Καζαντζάκης μας έχει αφήσει εξαιρετικές περιγραφές λαών και κρατών από τις ταξιδιωτικές επισκέψεις και συναντήσεις του, περιηγήσεις του.

     Ποιητής πρώτα από όλα ο Ανδρέας Αγγελάκης-έστω και αν κατάγονταν από διαφορετικής πολιτιστικής παράδοσης χώματα- δεν διστάζει να επιλέξει και να αναμετρηθεί με ποιητικές φωνές της Ανατολής άγνωστες στο ευρύ κοινό- τουλάχιστον στο ελληνικό. Ο ίδιος στα ποιητικά του ταξίδια τις γνώρισε, τις αγάπησε και αποφάσισε να μας φέρει σε επαφή μαζί τους. Να μας φέρει σε επαφή με τις μικρές αφηγηματικές καθημερινές ιστορίες του Κινέζου και Ιάπωνα ποιητή. Μιλώ πάντα για τα Πειραϊκά Γράμματα και όχι για την καθόλου ελληνική γραμματεία που τα παραδείγματα μεταφράσεων είναι αρκετά, με προεξάρχοντα τον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο.  Ο πειραιώτης ποιητής και μεταφραστής δεν «λεηλατεί» την ποιητική εκφραστική της Κινέζικης και Ιαπωνικής ποίησης, δεν παραχαράσσει την αποτύπωση των ποιητικών τους μηνυμάτων και φιλοσοφία ζωής, δεν ζητά το ελάχιστο από την γνωριμία μας μαζί τους στην ψιθυριστική ανάγνωση των ποιημάτων. Λιτός, δωρικός λόγος εικονοκλαστικός , ποιήματα μια βαθειάς αναπνοής στα ευαίσθητα έγκατα της ύπαρξής μας. Τα Ιαπωνικά ποιήματα σαν φόρμα, τεχνική, έχουν λιγότερους στίχους από αυτά της Κινέζικης ποίησης, η παράδοση των ιαπωνικών Χάϊ- Κου ίσως και να ορίζει από απόσταση τον βηματισμό τους. Κάθε σελίδα περιλαμβάνει και μία ποιητική μονάδα, ένα ποιητικό της ζωής γεγονός ή του εξωτερικού περιβάλλοντος στιγμιότυπο, δίνοντας μια άλλη αίσθηση στον ξένο ευρωπαίο ποιητή αναγνώστη. Το τί και σε πιο βαθμό χάνεται η ποιητική του ποιήματος από μία δεύτερη μετάφραση και επεξεργασία είναι ενός άλλου ποιητή μεταφραστικό «ευαγγέλιο».

Από την μεριά μας θα σημειώναμε μόνο ότι οι κατά διαστήματα Πρόλογοί του σε βιβλία του αρθρώνουν την μεταφραστική του θεωρία, στο τι υιοθετούσε, ακολουθούσε σύμφωνα με τις αρχές της ποιητικής πνευματικής παράδοσης των χωρών που μετέφραζε. Άφηνε όπως ο ίδιος μας εξομολογείται θεωρούσε αποτελεσματικότερο, τα ίδια τα Μεταφρασμένα Ποιήματα να μιλήσουν απευθείας στον αναγνώστη, να αγγίξουν τις χορδές της ψυχής του, την φλέβα της ποιητικότητας της συνείδησής του δίχως την διαμεσολάβηση φιλολογικών υποστηρίξεων και σχολιαστικές σημειώσεις και υποσημειώσεις των διαφόρων «σχόλαρ». Ακόμα, στις εργασίες του δεν μνημόνευε άλλους μεταφραστές ή μεταφράστριες που έχουν προηγηθεί και που σίγουρα θα γνώριζε ως καθηγητής και σπουδαστής σε ελληνικά και ξένα ανώτατα ιδρύματα. Βλέπε ενδεικτικά τις μεταφράσεις του ποιητή Άρη Δικταίου προερχόμενος από τις προηγούμενες γενιές των ελλήνων λογοτεχνών, του Κούλη Αλέπη, την περίπτωση του ποιητή και στιχουργού Νίκου Γκάτσου ο οποίος έμαθε ισπανικά για να μεταφράσει τον ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, κάτι σπάνιο στα ελληνικά γράμματα. Τις μεταφράσεις του Πειραιώτη ποιητή και κριτικού Βαγγέλη Αθανασόπουλου, την εξαιρετική δουλειά- Ανθολογία «Χάϊ- Κου» της ποιήτριας Ζωής Σαββίνας, την μείξη των πρωτογενών ποιητικών μονάδων με ξένες μεταφρασμένες σε βιβλία του ποιητή Νάσου Βαγενά και άλλων.

       Πάντως, το μεταφραστικό πεδίο και το αριθμητικό πλήθος των ποιητών που μεταφράζει ο Αγγελάκης είτε αυτοί προέρχονται από το Δυτικό ημισφαίριο είτε από τα μέρη της Ανατολής δεν είναι μεγάλο, θα γράφαμε σε σχέση με άλλους ποιητές-μεταφραστές της γενιάς του. Το μεταφραστικό του βλέμμα εστιάστηκε κυρίως σε ιδιαίτερου ερωτικού ενδιαφέροντος ποιητές που ενδέχεται να του  πήγαιναν περισσότερο. Όπως και νάχει είτε στην μία περίπτωση είτε στην άλλη, οι ποιητικές φωνές, ο ποιητικός λόγος τόσο της Δύσης όσο και της Ανατολής διαμόρφωσε και το δικό του ποιητικό πρόσωπο, έδωσε στοιχεία στο να υφανθεί η εικόνα της ποίησής του, να εξελιχθεί η ρητορική της δικής του φωνής, να πλασθεί η εκφραστικότητά της. Να σχηματοποιηθεί το Πυκνό του ύφος, να κρυσταλλωθεί η λιτή γραφή του, η ακριβολογία του στα ανοιχτά ερωτήματα και αναπάντητες απαντήσεις τόσο του ξένου ποιητή όσο και του ιδίου. Πώς το εξέφρασε ο Νίκος Καζαντζάκης, «πολλών ανθρώπων λόγια τα έργα μας». Μια διπλή ανθοφορία, ποίηση και μετάφραση που αγγίζει ακόμα και σήμερα τις ανθρώπινες ευαίσθητες χορδές.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΚΑΙ ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

          Η Κινέζικη ποίηση έχει μιά χαρακτηριστική διαφορά από τη Δυτική. Υπερτονίζει το προσωπικό αίσθημα καθιστώντας το ποίημα μιάν αποκλειστική εξομολογητική πράξη αδιαφορώντας για τον βιογραφικό του συσχετισμό με τον ποιητή. Σε αντίθεση, η Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία πάντα πάσχισε να συνδέσει στενά το καλλιτεχνικό δημιούργημα με τις εμπειρικές φάσεις της ζωής του λογοτέχνη, ερμηνεύοντάς το σαν άμεση αντίδραση, πολλές φορές, συγκεκριμένων βιωμάτων και εξωτερικών συνθηκών.

          Στην Κινέζικη Ποίηση, λίγες φορές παρακολουθούμε έναν ποιητή να τολμά μιά καινούργια «θέση»- πολιτική, ας πούμε, ή αισθητική,- αντιδρώντας και συνειδητά μαχόμενος για τις νεωτεριστικές ιδέες του. Ο λόγος είναι η τεράστια ανασταλτική δύναμη της παράδοσης και των αισθητικών απόψεων ως προς την εξωτερική, μορφική όψη των ποιημάτων αφ’ ενός και η υπηρεσιακή του «δέσμευση» αφ’ ετέρου, όσον αφορά τον νεωτερισμό των νοημάτων και των ιδεών, γιατί τις περισσότερες φορές ο ποιητής ανήκει στο γραφειοκρατικό περιβάλλον της αυτοκρατορικής αυλής. Έτσι, αν και διαισθανόμαστε μιάν οξυδέρκεια και ευαισθησία που πάνε πέρα από την αισθητική, -υπαινιγμοί για κοινωνικά προβλήματα ανεπαίσθητοι, πόσο σκληρή είναι η φτώχεια, κλπ.- ωστόσο, ο ποιητής συνεχίζει τις ιστορίες με τ’ ανθάκια το, δεδομένου ότι ο φόβος φυλάει τα έρημα….

          Ο χαρακτήρας, βέβαια, του άχρονου προσδίνει μιά βαθειά υποβολή στην συγκεκριμένη εμπειρία και η κατασταλαγμένη σοφία ενός αρχαιοτάτου έθνους υψώνει σε σύμβολα τις μεταβολές των εποχών, τα ταπεινά αντικείμενα ή τα κοινά δέντρα, ανάγοντάς τα σε φιλοσοφικές- πεσιμιστικές, κυρίως- θεωρήσεις.

          Η αρχαιότερη Κινέζικη Ποιητική Ανθολογία, που μας είναι γνωστή, το «Βιβλίο των Τραγουδιών», ανάγεται στην εποχή του Κομφούκιου (551- 479 π.Χ.), αλλά σίγουρα περιέχει υλικό πολύ παλιότερο, ίσως του τέλους της πρώτης π.Χ. χιλιετηρίδος.

Η Ιαπωνική Ποίηση σε πολλές της περιόδους στάθηκε δίγλωσση κάτω από τη βαρειά κυριαρχία της-κατά πολύ αρχαιότερης- Κινέζικης Λογοτεχνίας. Ωστόσο, κατόρθωσε ν’ αναπτύξει τ’ ατομικά της χαρακτηριστικά προσφέροντας μιά σειρά από ενδιαφέροντες ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς,-όπως τον SAIKAKU, τον BASHO ή τόν CHIKA-MATSU- καθώς και να δημιουργήσει το θέατρο NO. Το θέατρο NO, για το οποίο υπάρχει ένα συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον στον Δυτικό κόσμο, εξωτικό και μυστηριώδες με τα νεκρά πνεύματα που το κατακλύζουν και την εφιαλτικήν αίσθηση της ακατάπαυστης πάλης του Καλού με τις Κακές δυνάμεις, είναι ένα θέατρο σπάνιας δραματικής υποβολής που το κάνει ακόμα συγκλονιστικότερο, η λιτότης των εκφραστικών του μέσων και η αφαιρετική του δραματουργική σύνθεση.

          Τα μεταφρασμένα ποιήματα είναι παρμένα από τρείς σπουδαιότατες Ποιητικές Ανθολογίες, την MANYOSHU, την KOKINSHU και την SHINKOKINSHU, που καλύπτουν το διάστημα της ποιητικής παραγωγής από τα μέσα του ογδόου αιώνος μέχρι το 1205.

          Η Ανθολογία MANYOSHU («Συλλογή δέκα χιλιάδων φύλλων») περιλαμβάνει και παλιότερο υλικό, απροσδιόριστο χρονικά και αποτελεί με την εκφραστική αμεσότητα που την διακρίνει ένα ιδεώδες για τους μεταγενέστερους ποιητές, (μέσα του ογδόου αιώνος.). Η KOKINSHU περιέχει 1.111 ποιήματα, λιγώτερης εκφραστικής πρωτοτυπίας από την πρώτη και οι περισσότεροι περιλαμβανόμενοι ποιητές είναι ανώνυμοι, (αρχές του δεκάτου αιώνος).

      Η SHINKOKINSHU, πού είναι η ογδόη από τις κατ’ αυτοκρατορικήν εντολή συνταγμένες ποιητικές Ανθολογίες είναι η σπουδαιότερη μετά την MANYOSHU Ανθολογία. Περιέχει σημαντικούς ποιητές, όπως τον SAIGYO και επιμελήθηκε στην τακτοποίηση της ύλης ο ίδιος ο αυτοκράτωρ GOTOBA (1205).

          Περισσότερο στυλιζαρισμένη από την Κινέζικη, με τα καθιερωμένα λυρικά της σύμβολα,-το φεγγάρι, τ’ ανθάκια των δέντρων που πέφτουν, την σιωπή του χιονιού, την άχρονη, παράλληλη ζωή του ονείρου που οι άνθρωποι μιλούν άφωνα για ό,τι περνά από την συνείδηση σαν σκιά,- κατορθώνει να δώσει μιάν εντύπωση εσωτερικού, συγκρατημένου κραδασμού και αποπνευματωμένης φυσιολατρικής έμπνευσης.

                               Ανδρέας  Αγγελάκης

          Κ Ι Ν Ε Ζ Ι Κ Η  Π Ο Ι Η Σ Η

CH ‘IN CHIA  (2ος αιών π.Χ.)

          Στη γυναίκα μου

Του ανθρώπου η ζωή είναι σαν πρωϊνή δροσιά:

Σ’ αυτό τον κόσμο έχει πολλές τις στεναχώριες.

Θλίψεις και δυστυχίες συχνά έρχονται νωρίς

και τα καλά ανταμώματα πολύ αργά συχνά φθάνουν.

Ξέροντας πώς έπρεπε να φύγω για τον πόλεμο

και πώς κάθε μέρα μ’ έπαιρνε όλο και πιό μακριά από σένα

έστειλα αμάξι να σε φέρει,

αλλά άδειο πήγε και άδειο γύρισε.

Με ανησυχία το γράμμα σου διαβάζω’

ποτέ μου δεν έχω όρεξη να φάω’

και  μόνος κάθομαι σ’ αυτή την έρημη την κάμαρα.

Ποιός να μου δώσει παρηγοριά και κουράγιο;

Δεν μπορώ να κοιμηθώ τις νύχτες τις μακριές

και μόνος γέρνω στο προσκέφαλό μου,

στον ύπνο μου τινάζομαι και στριφογυρίζω.

Η θλίψη έρχεται σαν κύκλος,

να την τυλίξεις δεν μπορείς σαν ψάθα.

YEN YYN (ά ήμισυ του 9ου αι.)

          Μαράθηκαν τα λουλούδια

Της Άνοιξης η λάμψη σιγά-σιγά χάνεται-που να πηγαίνει;

Ακόμα μιά φορά κοιτάω στα μάτια τα λουλούδια, και

σηκώνω στην υγειά τους το ποτήρι μου.

Όλη τη μέρα τα ρωτώ, τα λουλούδια όμως δεν μου απαντάνε:

Για ποιόν μαραίνετε και πέφτετε;

Για ποιόν ανθίζετε;

SU SHIH (1036-1101)

          Η μηλοκερασιά

Ο Ανατολικός άνεμος κυματίζει στον ωραίο διάδρομο’

γλυκειά ομίχλη υγραίνει τον αέρα,

το φεγγάρι φέρνει κύκλους στη βεράντα.

Μόνος μου φόβος μήπως αποκοιμηθούνε τα λουλούδια τα μεσάνυχτα

κ’ έτσι άναψα ψηλά κερί ασημένιο

τα κόκκινά τους ρούχα να φωτίζει.

YANG WAN- LI (1124- 1206)

          Πάλι περιαυτολογώ

Η αύρα του ποταμού μου είπε να τραγουδήσω’

το φεγγάρι του βουνού μ’ εκάλεσε να πιω μαζί του.

Χαμένα τάχω κι έπεσα πάνω στα λουλούδια,

με ουρανό και γη για πάπλωμα και μαξιλάρι.

CHANG LIANG- CH ‘EN (12ος αιών.)

          Πρόχειροι στίχοι

Τούτο το σπίτι κ’ η λιμνούλα ποιανού νάναι;

Γέρνω στην κόκκινή του πόρτα, μα να χτυπήσω δεν τολμώ.

Όμως ένα κομμάτι γλυκειάς Άνοιξης

δεν μπορεί απ’ το μάτι να κρυφτεί,

καθώς απάνω απ’ τον βαμμένο τοίχο

ξεμύτισε η άκρη ενός κλαδιού βερυκοκιάς.

TAI FU-KU (1167-;)

          Σ’ ένα χωριό του Χουάϊ μετά τη μάχη

Κανένας δεν φροντίζει τις μικρές ροδακινιές

που αδέσποτες ανθίζουν’

Πάνω απ’ τη χέρσα γη με την ομιχλιασμένη χλόη

τραβάνε τα κοράκια για ύπνο.

Εδώ κι εκεί γκρεμισμένοι τοίχοι κυκλώνουν τείχη αρχαία’

Παλιά, καθένας τους ήτανε το τσαρδάκι κάποιου.

LIU YIN (1249- 1293)

          Στις «Μανόλιες»

Πριν ανοίξουν τα λουλούδια κοιτάω συχνά να δω αν άνοιξαν’

και σαν ανοίγουνε φοβάμαι μήπως βρέξει ή άνεμος φυσήξει.

Σαν ανοίξουν τα λουλούδια δε με νοιάζει πιά η βροχή κι ο άνεμος’

μόνη μου έγνοια μήπως και δεν έρθεις,

κάτω απ’ τα λουλούδια να μεθύσεις.

Αυτό το χρόνο σχέδια να μην κάνεις για του χρόνου’

αύριο οι φροντίδες σου δε θάναι ίδιες σαν και σήμερα.

Της Άνοιξης ο άνεμος θέλοντας να μας συμβουλέψει εδώ,

κόκκινο σα στάλα ρίχνει πέταλο στα μάτια μας μπροστά.   

KAO KOKUNG (1248- 1310)

          Περνώντας απ’ το Χσίν- σου

Για δύο χιλιάδες μίλια η γης

είναι όμορφη με λόφους και ρυάκια,

μηλιές αμέτρητες στα πλάγια του μεγάλου δρόμου.

Ο άνεμος μέσα απ’ τα πεσμένα πέταλα φυσάει

και γίνεται ένα με τ’ άλογα που προσπερνάνε.

Αχ, οι Άνεμοι της Άνοιξης, πώς ξεπερνάν

σε γρηγοράδα και τους στρατοκόπους.

ΑΓΝΩΣΤΟΥ (13ος ή 14ος αι.)

          Άνθι της δαμασκηνιάς

Έψαξα παντού να βρω την Άνοιξη,

όμως την Άνοιξη δε βρήκα,

και τα σαντάλια μου τα ψάθινα

πατήσαν τους συννεφοσκεπασμένους λόφους.

 

Γύρισα πίσω στην πατρίδα μου και παιχνιδιάρικα

λιγάκι αγγίζω και μυρίζω τ’ άνθι της δαμασκηνιάς.

και να, που εκεί, στην άκρη του κλαδιού,

η ‘Άνοιξη γλυκά χαμογελάει.

LIU CHI (LIU MENG- HSI) (15ος αί.)

Λόγια του στρατιώτη:

λόγια της γυναίκας του στρατιώτη

 

Είπε στη γυναίκα του ο στρατιώτης:

‘Δεν ξέρω αν ζήσω ή αν πεθάνω’

Παρηγοριά θα νιώσει η ψυχή μου

Στην Κίτρινη την Άνοιξη που  θάναι,

μόνο αν φροντίζεις για το γιό μας

πούναι ακόμα στις φασκιές του’.

 

Είπε τότε του άντρα της εκείνη:

‘Ανάγκη στην Πατρίδα το σώμα σου να δώσεις’

άν όμως σκόνη γίνεις,

εκεί στο μέτωπο που θάσαι,

του τάφου η πλάκα, εγώ, η γυναίκα σου θα γίνω’.

 

 Ι Α Π Ω Ν Ι Κ Η  Π Ο Ι Η Σ Η

         Από την MANYOSHU (Μέσα 8ου αιώνος)

Αντί να λιώνει έτσι η καρδούλα μου για σένα

καλλίτερα πέτρα να γινόμουνα

ή δεντρί

να μη με τρώει το σαράκι της αγάπης πιά.

--//---///---

Το δειλινό που η ανοιξιάτικη ομίχλη

σέρνεται πάνω απ’ την πλατειά θάλασσα

κι είναι θλιμμένη η φωνή των γερανών,

τη μακρινή μου την πατρίδα συλλογιέμαι.

 

Όλο τη σκέφτομαι

και κάθομαι άγρυπνος,

κι οι γερανοί φωνάζουν μέσα από τις καλαμιές της όχθης

χαμένοι στην ανοιξιάτικη ομίχλη.

---//---///---

Καμμιά παρηγοριά δε βρίσκω στην καρδιά μου’

σαν το πουλί πού πίσω από τα σύννεφα πετάει

κλαίω με λυγμούς.

 

Χωρίς βοήθεια και με συντροφιά τον πόνο,

θάτρεχα έξω να χαθώ,

όμως η σκέψη των παιδιών μου με κρατάει.

---//---//---

Αφού είχα κλείσει την αυλόπορτα

και κλείδωσα την πόρτα,

καλέ μου, πούθε μπήκες

να λάμψεις στ’ όνειρό μου;

 

Κι αν την αυλόπορτα έκλεισες

και κλείδωσες την πόρτα,

ίσως να μπήκε στ’ όνειρό σου

από τρυπούλα που άνοιξε ένας κλέφτης.

  ---//---///---

Σε είδα σαν μέσα σε όνειρο,

και νιώθω πώς ψυχή και σώμα λιώνω,

καθώς σκοτεινιάζουν οι ουρανοί. 

      Από την KOKINSHU (Αρχές 10ου αιώνος)

Όπως ο πάγος που λιώνει

σαν η άνοιξη αρχίζει,

χωρίς ν’ αφήνει ίχνη πίσω του,

έτσι η καρδιά σου

ας έλιωνε κυλώντας προς τα μένα.

   --//---///--

Κάτι που μαραίνεται

χωρίς ν’ αφήσει πίσω του σημάδι

είναι το άνθος

της καρδιάς του ανθρώπου

σ’ αυτό τον κόσμο.

   --//---///---

Μπορεί αυτός ο κόσμος

ο παμπάλαιος

νάτανε πάντα του τόσο λυπημένος,

ή γίνηκε έτσι μονάχα

για μένανε;

    --//----///---

Ας ήταν μπορετό, σαν άκουγες

τα γερατειά να πλησιάζουν

να κλειδώνεις την πόρτα

μ’ ένα «κανείς δεν είναι μέσα»

και ν’ αρνιόσουν να τα συναντήσεις.

    --//----///---

Τον στοχαζόμουνα

κι ο ύπνος με πήρε, νάτος όμως

πάλι μπροστά μου-

αν τόξερα πώς ήταν όνειρο

ποτέ μου δε θα ξύπναγα.

        Από την SHINKOKINSHU   (1205)

Πέσαν τ’ ανθάκια.

Κοιτάζω με άδειο βλέμμα

ένα κόσμο άχρωμο:

Μες στον κενό πλατύ ουρανό

πέφτουν οι εαρινές βροχές.

    --//---///---

Σας ξαναλέω

για περασμένα χρόνια

σπαταλημένα σε άδειες υποσχέσεις,

πόσες άνοιξες δεν φύγαν

θρηνώντας με τα ανθάκια.

   --//---///---

Τίποτα πιά

δικός σου δεν απόμεινε σ’ αυτή τη χλόη

πού κάποτε μαζί πατούσαμε:

καιρός που πέρασε από τότε-

μιά ερημιά ο κήπος τώρα.

   --//---//---

Σ’ ένα δεντρί που στέκεται

σε αγρό μοναχικό

ενός περιστεριού η φωνή

που κράζει τους συντρόφους του-

έρημο, απαίσιο δειλινό.

    --//---///---

Και τότε μου υποσχέθηκε

αμέσως πώς θα ερχόταν-

όλα αυτά σε όνειρο μέσα:

κι όμως το φεγγάρι την αυγή

ήταν όπως τη βραδιά που σε συνάντησα.

   --//---///--

Είπες πώς δεν θα με ξεχνούσες-

λόγια ήτανε μόνο’

ό,τι απομένει ακόμα

είναι το φεγγάρι που έλαμπε εκείνη τη βραδιά

και τώρα νάτο πάλι.

    --//---///---

Ακόμα και σε κάποιον

ελεύθερο από πάθη

η θλίψη αυτή θα ήταν φανερή:

δείλι φθινοπωρινό σε βάλτο

πού βλέπεις το κεφάλι μιάς μπεκάτσας.

    --//----///---

Ζώντας ολομόναχος

σ’ αυτό το χωριό ανάμεσα στα βράχια

μακριά απ’ την πόλη,

εδώ, όπου κανένας δε με βλέπει,

στη θλίψη θα δοθώ.

--

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

20 Ιανουαρίου 2026

ΥΓ. Η πατρίς ευγνωμονούσα μας υπενθυμίζει τι σημαίνει η λέξη ΠΑΤΡΙΔΑ. (Π-ατάτες από την Αίγυπτο.-Α-γγουράκια από την Τουρκία.-Τ-σάϊ από την Κεϋλάνη.-Ρ-ύζι από την Ινδία.-Ι-ατρικά φάρμακα από την Ευρώπη. –Δ-άφνη από την Αφρική.-Α-σπιρίνες από την Ούσα. Η πατρίς ευγνωμονούσα παιανίζει….  

     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου