ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ
ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ (Μεσολόγγι
21/1/1882- Αθήνα 1/1/1958)
Ένας μετά Παλαμικός μαθητής του Γιάννη Ψυχάρη
«Η υπερτίμηση της
χρησιμοθηρικής Επιστήμης έναντι της Τέχνης.
Και όμως ο βαθμός του
πολιτισμού ενός Λαού βγαίνει από την φιλολογία του, τας παραδόσεις, τους
μύθους, τα τραγούδια… Η περιωπή εις την
οποίαν το δουλωμένον Γένος ανήγαγε το δημοτικό τραγούδι.
-Ο βαθμός πολιτισμού
ενός λαού, μας λέγει, φαίνεται από τη
φιλολογία του. Αυτή περισσότερο από κάθε άλλη εκδήλωση αποτελεί το ασφαλέστερο
κριτήριο ζωής και ζωντάνια του. Για τούτο και Λαός χωρίς φιλολογία είναι
νεκρός. Η μεγάλη αυτή αξία της φιλολογίας και ο σπουδαίος, ο κύριος ρόλος της
στην ανάπτυξη, στη δύναμη, στην υγεία ενός λαού δε βρίσκει σήμερα στην κοινή
συνείδηση των ανθρώπων την ανάλογη εκτίμηση.
-Πού οφείλεται τούτο;
-Το βάρος της ευθύνης
δεν το ρίχνω στον κόσμο. Όχι. Ο κόσμος γενικά είνε σήμερα μορφωμένος
περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η εποχή μας όμως αντέστρεψε τους όρους Επιστήμης
και Τέχνης και ανέβασε πάνω την Επιστήμη. Την παρουσίασε και την επέβαλε ως
πρώτο και κύριο συντελεστή των αγαθών και του καλού της ζωής. Κ’ έτσι, ως πιο
χρήσιμη, για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών, εξετόπισε το ενδιαφέρον
προς την λογοτεχνία. Κι’ όμως αυτή, όπως τα μαθηματικά, τροχίζει το μυαλό, αλλά
αναπτύσσει ακόμη και εξευγενίζει την ψυχή, ανεβάζει τον άνθρωπο σε μια
υψηλότερη και αξιώτερη αντίληψη ζωής….» σ.29-30
Ρήγας Γκόλφης: «Το
μεγάλο δίδαγμα απ’ τους χρόνους της σκλαβιάς», σ.29-32. Στο Λουκάς Δαράκης,
«ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ» Απαντούν 34 προσωπικότητες. Πρόλογος Νικηφόρου
Βρεττάκου. Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα, 1987, σ.166
Μαχητικός Δημοτικιστής, λυρικός ποιητής,
κριτικός λογοτεχνίας και θεατρικός συγγραφέας ο Ρουμελιώτης Ρήγας Γκόλφης
σπούδασε νομικά και σταδιοδρόμησε εργασιακά ως συμβολαιογράφος έπειτα από επιθυμία
και πίεση του πατέρα του που ήταν ήδη γνωστός και καταξιωμένος Συμβολαιογράφος.
Ρήγας Γκόλφης λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη, γεννήθηκε στο
Μεσολόγγι στις 21 Ιανουαρίου 1882 και έφυγε από την ζωή την Πρωτοχρονιά 1
Ιανουαρίου 1958. Με τον ερχομό του στην Αθήνα για σπουδές και μετά την
αποφοίτησή του από τη Νομική διαμένει μόνιμα στην πρωτεύουσα, από νεαρή ηλικία εκδηλώνεται
η ποιητική του φλέβα, το ποιητικό του ταλέντο, αρχίζει την συνεργασία του με
διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής όπως η «Ηγησώ», ο «Πυρσός», η «Δάφνη»,
το «Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος» και σε άλλα. Ποιήματά του συναντάμε τα
μεταγενέστερα χρόνια και στο πειραιώτικο περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα» κατόπιν
«Γράμματα», σε τόμους της «Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς», σε τεύχη της «Νέας Εστίας»
από το 1928. Κυρίως όμως, υπήρξε σταθερός συνεργάτης και συμπαραστάτης από τις
αρχές του προηγούμενου αιώνα στην έκδοση του περιοδικού, την «ναυαρχίδα» των Δημοτικιστών
ο «Νουμάς». Συγκαταλέγεται στην
ομάδα των «Νουμαδιστών» όπως γράφει στην «Ιστορία της Λογοτεχνίας» του ο Γιάννης Κορδάτος. Ο «Νουμάς», υπήρξε το
περιοδικό που καθρέφτιζε και κρυστάλλωνε όλες τις γλωσσικές τάσεις και
επιμέρους ιδέες και θέσεις των λογίων, των λογοτεχνών του προοδευτικού
κινήματος των Δημοτικιστών. Μεγάλα ονόματα ποιητών, ποιητριών και πεζογράφων αναγνωρίζουμε
στις σελίδες του. Σημαντικό φυτώριο του ελληνικού ποιητικού και πεζογραφικού
λόγου και απόψεων για την χρήση, ομιλία, εκφορά και γραφή της Δημοτικής γλώσσας.
Το 1925 ο Γκόλφης νυμφεύεται και αποκτά μία κόρη την Ανδρομάχη. Διέμενε μέχρι
το τέλος του βίου του στην οδό Κιθαιρώνος στο Παλαιό Ψυχικό όπου και το
Συμβολαιογραφικό του Γραφείο. Γονείς του ο Περικλής Δημητριάδης από το
Καρπενήσι και η Ανδρομάχη Δροσίνη από το Μεσολόγγι. Οι ιστορικοί πρόγονοι του
πατέρα του έχαιραν μεγάλου σεβασμού και εκτίμησης θεωρούνταν Λόγιοι. Η μητέρα
του ήταν ξαδέρφη του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη. Παρ’ ότι υπήρξε ένας επαρκέστατος
και καταρτισμένος Συμβολαιογράφος ο Ρήγας Γκόλφης, ποτέ δεν αγάπησε το
επάγγελμά του πραγματικά (αυτό που του επέβαλε ο πατέρας του να ακολουθήσει
στην εργασιακή του σταδιοδρομία) το θεωρούσε αναγκαίο πάρεργο για να κερδίσει
τα προς το ζην για την οικογένειά του. Μεγάλη, άσβεστη και μοναδική του αγάπη η
Ποίηση, η Στιχουργική Τέχνη, το Δημοτικό Τραγούδι, την διακονία της έκανε σκοπό
της ζωής του, αυτήν θεωρούσε ως κανονική του απασχόληση, ήταν η σταθερή
απάντησή του όταν τον ρωτούσαν στις συνεντεύξεις του. Προοδευτικός και από τους
θιασώτες της Σοσιαλιστικής ιδέας και πολιτικής, αγωνίστηκε με τα πιστεύω του
στην αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών καλυτέρευση της ζωής των ανθρώπων
παγκοσμίως. Μίλησε για τα δικαιώματα των εργαζομένων, υπερασπίστηκε την αγροτική
και εργατική τάξη με το έργο του. Αντιμιλιταριστής, ενάντια σε κάθε πόλεμο,
φιλειρηνιστής στο φρόνημα αγωνίζονταν για την παγκόσμια Ειρήνη. Εκφράστηκε στον
δημόσιο λόγο και την γραφή του διττά. Με την ιδιότητα του πολίτη ως
συμβολαιογράφος το επάγγελμα, και ως Λυρικός Ποιητής δραστήριος λόγιος με την
γραφή του. Επηρεασμένος από την πολιτική «μπροσούρα» του Γ. Σκληρού «Το
κοινωνικό μας ζήτημα» σύνθεσε αρκετά ποιήματά του με έντονο αγωνιστικό
χρωματισμό, όχι κομματικό, πάνω στον καμβά των Σοσιαλιστικών ιδεών. Ποιήματα
που στην θεματολογία τους διαπραγματεύονται ζητήματα και προβλήματα που
αντιμετωπίζει η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα, οι αγροτικές κοινωνίες. Από
τις συλλογές του δεν απουσιάζουν και τα αντιπολεμικής εμπνεύσεως τραγούδια του.
Ουσιαστικός ανθρωπιστής αλλά και ένθερμος πατριώτης, ποιητής με επαναστατική
φλόγα λέγεται ότι μετέφρασε στα ελληνικά τον «Ύμνο της Διεθνούς» του ισπανού
αγωνιστή Ποτιέ, ενώ αφιέρωσε ποιήματά του στην Εργατική Πρωτομαγιά, την
Απεργία, τον Εργάτη κλπ. πέρα από τον έντονο πολιτικό και κοινωνικό προσανατολισμό
της ποίησής του, παράλληλα, δεν σταμάτησε να γράφει και ερωτική ποίηση, να
θυμάται με νοσταλγία τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα προς το άλλο φύλο, να
εκθειάζει τα κάλλη της γυναίκας, να αναφέρεται στους παιδικούς του φίλους, να
υφαίνει πολύστιχες ποιητικές μονάδες αυτοβιογραφούμενος. Κατά τα χρόνια της
συγγραφικής του διαδρομής ο Ρήγας
Γκόλφης ήταν «δίγλωσσος» δηλαδή, σαν νομικός επιστήμονας και εργαζόμενος
συμβολαιογράφος έγραψε τις Νομικές του
μελέτες σε γλώσσα καθαρεύουσα, μια και είναι δύσκολο να μεταφερθούν όροι
της Νομολογίας, της Νομικής Επιστήμης στην Δημοτική γλώσσα. Οι πρώτες του εργασίες
των ετών 1904-1905 που είχαν σα θέματα ζητήματα της Νομικής του Επιστήμης όπως:
«Η παρ’ ημίν σύγχυσις των Εξουσιών», «Το Σύνταγμα και ο θεσμός της
επικηρύξεως», «Το αδίκημα του Φόνου», «Η ελευθερία του ατόμου ως παρ’ ημίν
νομοθετείται» γράφτηκαν σε γλώσσα καθαρεύουσα. Οι καθαρευουσιάνικης γλώσσας
Νομικές αυτές εργασίες του αναφέρονται από
τους μελετητές χωρίς να δίνονται περαιτέρω πληροφορίες. Η σε δημοτική γλώσσα
μετάφραση του, του «Ύμνου της Διεθνούς» ενώ καταγράφεται σκεπάζεται με πέπλο
σιωπής μια και μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί αντίγραφο της δημοσίευσή της και
πού; Αντίθετα από τις πρώτες καθαρευουσιάνικες εργασίες του, το υπόλοιπο
ποιητικό, πεζογραφικό, κριτικό και θεατρικό έργο του Ρήγα Γκόλφη είναι γραμμένο
στην Δημοτική γλώσσα με δάνειες λέξεις και φράσεις από την Δημοτική μας
ποιητική παράδοση, το Τραγούδι και λαλιά. Μια γλώσσα έμφορτη με δημοτικά
στοιχεία καθημερινής ομιλίας των ανθρώπων που φέρνει στο νου τον ποιητικό λόγο
του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη και άλλων Δημοτικιστών, και όχι φυσικά των Παρισινών
Γραφείων μιάς λαϊκής αμίλητης προφορικότητας, όπως ήταν π.χ. η γλώσσα της
ποίησης του Αλέξανδρου Πάλλη και του πεζογράφου δασκάλου του Γιάννη Ψυχάρη των
κύριων πρωτεργατών της κίνησης των ελλήνων Δημοτικιστών. Αν δεν λαθεύω ποτέ η
Δημοτική γλώσσα του Ψυχάρη δεν μιλήθηκε από τα μεγάλα στρώματα του ελληνικού
λαού, και ίσως, ούτε η γλώσσα που χρησιμοποίησε στα πεζά του γονιμοποίησε
άλλους συγγραφείς, όπως και του Πέτρου Βλαστού, περισσότερο μάλλον η γλώσσα της
μερίδας αυτών των Δημοτικιστών λειτούργησε ως λάβαρο για τους κοινωνικούς και
ιδεολογικούς αγώνες της εποχής. Όπως αντίστοιχα και η Καθαρεύουσα
χρησιμοποιήθηκε ως μέσο προπαγάνδας επιβολής των συντηρητικών ιδεών μερίδας του
ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η λογοτεχνική γλώσσα του Ρουμελιώτη ποιητή
είναι στρωτή, το ύφος του καθαρό, η φωνή του ακούγεται ευχάριστα, τα νοήματά
του είναι εμφανή, τα ποιήματά του έχουν μιά εσωτερική μουσικότητα, ο ρυθμός
τους βασίζεται στις αρχές της ομοιοκαταληξίας ενώ η μετρική τους δεν είναι
πάντα η ίδια, όπως και η μορφή τους. Η θεματική τους σκηνογραφία είναι
ρεαλιστική χωρίς ιδεαλιστικές αποχρώσεις, βασίζεται στην απεικόνιση της σκληρής
καθημερινής πραγματικότητας των λαϊκών ανθρώπων, σε κοινωνίες δομημένες πάνω σε
μηχανισμούς της σκληρής οικονομίας, Οι ανθρώπινες φιγούρες του Γκόλφη
προέρχονται από την πινακοθήκη αληθινών ανθρώπων της σκληρής ζωής και όχι
πλασμάτων της ποιητικής του φαντασίας. Ο ποιητικός του λόγος δεν έχει
μεταφυσικά ανοίγματα, δεν την διαπνέουν ρεύματα του ιδεαλισμού, δεν φορτίζεται
με εθνικιστικές θεωρίες αν και στους συναισθηματικούς του κραδασμούς συναντάμε
ρομαντικά στοιχεία ενώ δε αρδεύεται από θρησκευτικά ρυάκια. Αναπνέει ελεύθερα
και με ειλικρίνεια αβίαστη, σε ποιήματά του μας μιλά για την Ποιητική του, ή ξετυλίγει
το κουβάρι της ερωτικής του διάθεσης με δόσεις νοσταλγίας και αναπόλησης.
Συναντάμε και ποιήματά του που αφιερώνει σε ποιητές που θεωρεί δασκάλους του
και συναγωνιστές του. Άλλοτε βουτά την πέννα του με θάρρος στα κοινωνικά
προβλήματα και τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι. Η ποίηση
του Ρήγα Γκόλφη στο βάθος και το πλάτος των διαθέσεών της, στους τονισμούς και
επιτονισμούς των προσδοκιών της είναι αναμφισβήτητα Λυρική, είναι Χαμηλόφωνη
ναι, σιγαλόφωνη με μία ηρεμία δεν είναι υψηλόφρονη και μεγαλόφωνη όπως είναι ο
ποιητικός λόγος του Άγγελου Σικελιανού, ο Γκόλφης σαν δημιουργός δεν λογίζεται
στους «μύστες- προφήτες» όπως ο Ορφικός ποιητής και αναβιωτής της Δελφικής
Ιδέας μαζί με την γυναίκα του Εύα Πάλμερ Σικελιανού. Ο Γκόλφης παρά την
στιχουργική του ευχέρεια, την καλή αρχιτεκτονική οργάνωση της γραφής του δεν
διαθέτει τον μεγαλόπνοο εμπνευσμένο σχεδιασμό του έργου ενός «Δωδεκάλογου του
Γύφτου» του Μεσολογγίτη δασκάλου και ποιητή Κωστή Παλαμά, δεν έχει αυτήν την
αισθησιακή διάθεση της ποιήτριας Μυρτιώτισσας, το ιδεολογικό και κομματικό
πάθος ενός Κώστα Βάρναλη ή την αστείρευτη επαναστατική φλόγα του Γιάννη Ρίτσου,
αγωνιστών και υμνητών των κοινωνικών αγώνων του λαού. Ο λόγος του δεν απλώνει
αν και πειραματίζεται στα μέτρα του, υιοθετώντας διαφορετικά είδη γραφής.
Γράφει σονέτα, επιγράμματα, ολιγόστροφα ή εκτενής μορφής ποιήματα, δεν
πεζολογεί, προτιμά να εκφραστεί άμεσα με τον πεζό λόγο, τον θεατρικό, τον
κριτικό, παραμένοντας πάντα μέσα στα πλαίσια του Λυρισμού των χρόνων του, των
δορυφόρων ποιητών γύρο από το λαμπρό και φωτεινό άστρο του Κωστή Παλαμά. Το
διάγραμμα του ποιητικού του σχεδιασμού ακολουθεί συνήθως ευθύγραμμη πορεία. Τα
θέματά του δεν τα δανείζεται ούτε από την αρχαία Ελλάδα, ούτε από την ιστορική
περίοδο του 1821, την Ρωμαϊκή, ή Βυζαντινή ιστορική περίοδο. Ευδιάκριτη είναι η
Φυσιολατρία του, οι ανοιχτοί χώροι.
Η φωνή του
Ρήγα Γκόλφη είναι ένα σάλπισμα της εποχής του, της γενιάς των ομηλίκων του ποιητών
που έζησαν σε μια ταραγμένη ιστορικά περίοδο και οι συνθήκες της οικογενειακής
ζωής και κοινωνικής αγωγής τους απέτρεψαν να ξεδιπλώσουν τα φτερά της φαντασίας
τους, να πραγματοποιήσουν όσα ονειρεύονταν σαν Γενιά και σαν ξεχωριστά άτομα. Η
ποίηση ήταν μία διέξοδος, έστω και χαμηλών οριζόντων, μουντών χρωματισμών και
μοναχικών περιπλανήσεων. Ο ίδιος μας υπενθυμίζει αρκετές φορές ότι η σκληρή και
πολύωρη καθημερινή βιοποριστική εργασία που άσκησε σε όλη του την ζωή του
στέρησε την δυνατότητα να ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με την Ποίηση, μιά
και αυτόν τον σκοπό είχε τάξει ως κύρια αποστολή της ζωής του. Αποσύρθηκε νωρίς
από τα φώτα της πνευματικής δημοσιότητας αν και εξακολούθησε να γράφει και να
δημοσιεύει. Δεν θέλησε όσο ζούσε ούτε να συγκεντρώσει το διάσπαρτο σε διάφορα
περιοδικά ποιητικό υλικό του ούτε ενδιαφέρθηκε για την υστεροφημία του. Οι
μεταγενέστεροί του ερευνητές τον αναφέρουν και τον κατηγοριοποιούν ανάλογα με
το ποιητικό αξιακό τους σύστημα και τις ανθολογικές τους ανάγκες. Ίσως φαντάζει
«μονόηχη» η Φωνή του αλλά σίγουρα είναι βαθειά Λυρική.
Υπάρχει μία
παρατήρηση που κάνει ο κριτικός Μ. Μ.
Παπαϊωάννου για τον Ρήγα Γκόλφη ορθή και καίρια. Η πηγή από τον Γ. Κορδάτο.
Αντιγράφουμε:
«… Αφέθηκε να τυλιχτεί στη μοναξιά,
αποτραβήχτηκε στο περιθώριο. Η σεμνότητά του ήταν η αδυναμία του που τον
εμπόδισε να παλαίψει με την κατεργαριά, με την απάτη σώμα με σώμα. Του έλειψε η
τόλμη να υψώσει τη φωνή του. Και εκεί τον αφήνει η ιστορία. Ένα σεμνό
πρωτοπόρο, ένα θαυμάσιο σιγανόφωνο τραγουδιστή. Κι’ αυτό δεν είναι μικρή τιμή
για Έλληνα πνευματικό άνθρωπο των χρόνων του Γκόλφη. Για την Ελλάδα δεν είναι
μικρή η προσφορά του. Μπαίνει μέσα στις παραδόσεις τις εθνικές, τις λαϊκές και
διδάσκει.».
Αυτή είναι η ρεαλιστική και αυθεντική
προσωπογραφία της ταυτότητάς του και του χαρακτήρα του σαν άτομο και σαν
ποιητής. Περισσότερο ουσιαστικός από όσους ομοτέχνους του τον αγνοούν.
Όσον αφορά τώρα το πρόβλημα της ακριβής χρονολογίας
γεννήσεώς του (και θανάτου του) είναι ένα άλλο ζήτημα που μεταφέρεται
λανθασμένα εδώ και χρόνια σε κάθε αναφορά του έργου του. Συναντάμε μελετητές
του που αναφέρουν ως ημερομηνία γέννησής του το 1886, καταβιβάζουν τα χρόνια
κατά τέσσερα, αντί του 1882. Βλέπε: Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιάννης Κορδάτος, Κωνσταντίνος
Θ. Δημαράς στις Ιστορίες τους της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ο Κ.Θ. Δημαράς
μάλιστα που θεωρεί τον Γκόλφη ως «τεχνίτης του στίχου αξιόλογος» δίνει και
λανθασμένη ημερομηνία θανάτου του, το 1957 λόγω του θανάτου του στην αλλαγή της
χρονιάς φαίνεται. Άλλοι δίνουν ως ημερομηνία γέννησής του το 1888, βλέπε τον
ιστορικό της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικό Μιχάλη Γ. Μερακλή, στο «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» των
εκδόσεων «Πατάκη» 2007 και σε άλλα του βιβλία. Ίδια χρονολογία αναφέρει και ο ποιητής,
δοκιμιογράφος, θεατρικός συγγραφέας Μήτσος
Λυγίζος στην ενδιαφέρουσα πολυσέλιδη μελέτη του για τον Γκόλφη στο βιβλίο
του «Θέματα και Ποιητές. Δοκίμια και Μελέτες» εκδ. Δωδώνη 1977, από την άλλη ο
μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος που του αφιερώνει επτά εγκωμιαστικές σελίδες στην
«Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας» του δίνει λανθασμένη ημερομηνία όπως και
άλλοι. Από την μεριά μας σαν αναγνώστες,
αποδεχόμαστε την ακριβή πληροφορία που μας δίνει ο κριτικός, παλαιός
πανεπιστημιακός Κώστας Στεργιόπουλος
ο οποίος ερεύνησε και στηρίχτηκε στο προσωπικό Αρχείο του ποιητή που
διαφυλάχθηκε με την βοήθεια της κόρης του και άλλων συγγενικών και φιλικών
ατόμων του Ρουμελιώτη ποιητή, όπως αναφέρει στο βιβλίο Ρήγας Γκόλφης, «ΠΟΙΗΜΑΤΑ»
Συγκεντρωτική έκδοση, επιμέλεια, εισαγωγή, σχόλια Κώστας Στεργιόπουλος,
εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα, 9, 2002, σελ. 626, τιμή 22 ευρώ.
Βλέπε την Εισαγωγή του: «Ο Ρήγας Γκόλφης και η Ποίησή του» στην πρώτη
υποσημείωσή του σ. 11, που μας διευκρινίζει τα της χρονολογίας γέννησής του.
Ο ποιητής Ρήγας Γκόλφης υπήρξε ένα από τα
γνησιότερα και αγαπητά παιδιά της «Ρουμελιώτικης Σχολής Λογοτεχνίας» υποστηρίζει
ο κριτικός και συγγραφέας Δημήτρης
Γιάκος σε μελέτη του για την ποίησή του. Δες «Λυρικοί της Ρούμελης» 1958.
Παρενθετικά να σημειώσουμε ότι βλέπουμε ότι και άλλοι έλληνες ερευνητές
συγγραφείς και δοκιμιογράφοι, κριτικοί βρίσκουν αφορμή όταν αναφέρονται σε
συμπατριώτες τους δημιουργούς να μιλούν για «Λογοτεχνική Σχολή» του γενέθλιου
τόπου τους. Πόσο μάλλον όταν εμείς αναφερόμαστε στον Πειραιά με την μακραίωνη
λογοτεχνική και καλλιτεχνική διαδρομή του, σαν «Πειραϊκή Λογοτεχνική Σχολή».
Ο Ρήγας Γκόλφης παρά του ότι ήταν φανατικός
υποστηριχτής των αγώνων των Δημοτικιστών για την διάδοση και επικράτηση της
Δημοτικής γλώσσας και σταθερός μαθητής του Γιάννη Ψυχάρη δεν έκανε ποτέ του τον
αγώνα του υπέρ του Δημοτικισμού πολιτική σημαία κοινωνικής αντίστασης, ούτε έδωσε
στην ένθερμη προσπάθειά του κομματικό πρόσημο. Υιοθέτησε και ακολούθησε πιο
ήρεμα νερά, ίσως μεγαλώνοντας κάπως «συντηριτοκοποιήθηκε» όπως μας λένε
ορισμένοι, διατηρούσε πάντως πάντα αλληλογραφία με τους πιο σημαντικούς
Δημοτικιστές όπως ο Ψυχάρης, ο Πάλλης, ο Εφταλιώτη… Η γραφή του Γκόλφης και
ευτυχώς, δεν ακολούθησε την ακραία γλωσσική εκφραστική Αλέξανδρου Πάλλη την
άτονη δίχως σημεία στίξεως, ούτε του «δασκάλου» του μυθιστοριογράφου Γιάννη
Ψυχάρη όπως προαναφέραμε, αλλά αξίζει να το υπενθυμίζουμε. Όπως και νάχει ο
Ρουμελιώτης ποιητής μένοντας σταθερός στις πνευματικές του πρώτες αγάπες που
συγκαταλέγεται μέσα σε αυτές και ο Κωστής Παλαμάς δεν τις λησμονεί στις Συλλογές
του τους αφιερώνει ποιήματα. Ορισμένες φορές και στους δύο μαζί, (Ψυχάρης-
Παλαμάς) όπως αυτό της σελίδας 138 με τον εύγλωττο τίτλο «Πολεμιστής» μια σειρά
από τετράστιχες και εξάστιχες είκοσι στροφές.
Ποιήματά του αφιερώνει στους εργάτες του πνεύματος όπως στον Ταγκόπουλο,
τον Τέλλο Άγρα, τον Μιλτιάδη Μαλακάση, την ποιήτρια Μελισσάνθη, τον Κλεάνθη
Καρθαίο, τον Γιάγκο Αργυρόπουλο, τον Αθανάσιο Κυριαζή παλαιούς γλωσσικούς του
συναγωνιστές, ενώ συνθέτει και «Ωδή» στον Ψυχάρη. Η στατιστική θα λέγαμε
λογιστική του ξεδιπλώνεται σε μία σειρά από ποιητικές του μονάδες με τίτλους
όπως Λογοτέχνης, Συγγραφέας, Παλιός και
Νέος Ποιητής, Ζωή και Ποίηση, Στίχοι, η Ελληνική Μούσα κλπ. Στο «εις εαυτόν»
σελ.323 και στην «αυτοβιογραφία» σελ 541 προσωπογραφείται με γλαφυρότητα.
Γράφει ποιήματα για την «Θεατρίνα» σελ. 250, 410, το «Μουσείο της Ακρόπολης»
σελ. 289, την «Ελλάδα» σελ. 491. Η Μουσική του κλήση εμφανίζεται στο «Βιολί»,
σελ. 258 και 410, στο ποίημά του «Για την παθητική συμφωνία του Τσαϊκόφσκη»
σελ. 209. Προοδευτική φυσιογνωμία ο Γκόλφης υπήρξε υποστηριχτής των
Σοσιαλιστικών Ιδεών δεν θα μπορούσε να λησμονήσει την μεγάλη εορτή της
εργατικής τάξης, την Πρωτομαγιά σελ. 206, τους Σκλάβους της Γης, σελ. 178, τον
Ιμπεριαλισμό, σελ. 185, την Απεργία, σ. 188 κλπ. Ο Ρήγας Γκόλφης, αυτός ο
χαμηλών τόνων ερωτικός ποιητής ανήκει στην Β’ Μεταπαλαμική Γενιά, στους ποιητές
εκείνους που εμφανίστηκαν στην πρώτη εικοσαετία του 1900- 1920 που ερχόντουσαν
μετά την Γενιά του 1880 και του Παλαμικού κύκλου. Ήσαν οι ακμαιότεροι Γιάννης
Γρυπάρης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο πειραιώτης Λάμπρος
Πορφύρας και άλλοι νεότεροι Λυρικοί που κόμισαν τον νέο αέρα ανανέωσης της
Ελληνικής Ποίησης, παράλληλα με τους Κλεάνθη Καρθαίο, τον Όμηρο Μπεκέ, τον
Γεώργιο Αθάνα, τον Αθανάσιο Κυριαζή, την ποιήτρια Μυρτιώτισσα και άλλες
ποιητικές φωνές που συμπληρώνουν το κάδρο της Β’ Μεταπαλαμικής Γενιάς, και από
κοντά ο Στέφανος και η Αιμιλία Δάφνη, ο πειραιώτης ολιγογράφος Νίκος Χαντζάρας,
ο κοσμοπολίτης Σωτήρης Σκίπης, και εκείνοι της Α΄ δεκαετίας ο Απόστολος
Μελαχρινός, ο Ρώμος Φιλύρας, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Τα περισσότερα από τα
ονόματα αυτά τα συναντήσαμε πρόσφατα καθώς αναρτούσαμε την προσωπική Ανθολογία
«Χαμηλή Φωνή» του Μανόλη Αναγνωστάκη. των εκδόσεων «Νεφέλη» 1990.
Στα
ελληνικά γράμματα ο Ρήγας Γκόλφης εμφανίστηκε από το πρώτο μισό της πρώτης
δεκαετίας του 20ου αιώνα, 1905 στο «Νουμά» με το Σονέτο του «Θείος
παλμός», έκτοτε η συνεργασία του παρέμεινε μόνιμη στις σελίδες του περιοδικού και
θεωρείται ένας από τους βασικότερους και σταθερότερους συμπαραστάτες του Δημητρίου Ταγκόπουλου - πατέρα- και
μετά τον θάνατό του, του υιού του Πάνου-
στην προετοιμασία και στην φροντίδα της έκδοσης του «Νουμά» κύριο όργανο των
Δημοτικιστών. Παρέμεινε συνεργάτης και υποστηρικτής του περιοδικού μέχρι την
χρονιά που τερμάτισε την κυκλοφορία του το 1931. Ο «Νουμάς» ήταν το δεύτερο σπίτι του όπως ο
ίδιος έλεγε, δεν υπολόγιζε ούτε οικονομικά έξοδα ούτε το ξόδεμα του ατομικού
του χρόνου. Υπήρξε η δεύτερη ψυχή του περιοδικού μετά τον ιδρυτή του. Γράφει
χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων σελ. 14-16 ο Κώστας Στεργιόπουλος:
«Στη λογοτεχνία είχε πρωτοεμφανιστεί
το 1905 απ’ τον «Νουμά» με το σονέτο «Θείος παλμός» ένα από τα πολύ λίγα
δημοσιευμένα ποιήματά του που άφησε απέξω απ’ την πρώτη του συλλογή, κι από
τότε, δεν έπαψε να δίνει ποιήματα, πεζά και κριτικά κείμενα και σ’ άλλα
περιοδικά: στην «Ηγησώ», στη «Δάφνη» του Σπύρου Τρικούπη, αργότερα στον «Πυρσό»
κι αλλού, ενώ από το 1925 έως το 1936, χωρίς διακοπή, στο «Ημερολόγιον της
Μεγάλης Ελλάδος» του Δροσίνη. «Ο Νουμάς», ωστόσο, απ’ το τεύχος εκείνο του 1905
ίσαμε το 1931, οπότε διέκοψε την έκδοσή του, υπήρξε το κύριο όργανο απ’ όπου
διοχέτευε συστηματικά την συγγραφική και την αγωνιστική δραστηριότητά του.
Συνεργάτης στην αρχή και σύντομα απ’ τα βασικά στελέχη, στάθηκε πιστός στο
πλευρό του Δημήτρη Ταγκόπουλου και στη συνέχεια του γιου του Πάνου,
συμπαραστάτης και βοηθός για όλες τις δουλειές, από τη σύνταξη, τον γλωσσικό
αγώνα και τα σατιρικά επιγράμματα ως το δίπλωμα και την ταχυδρόμηση των φύλλων
του περιοδικού τα Σαββατόβραδα. Λέγεται μάλιστα, ότι «ενίσχυσε και οικονομικά»
την έκδοση, «όταν υπήρχαν ανάγκες». Ο Φώτος Γιοφύλλης διηγείται, πώς κάποτε που
χρειάστηκε να λείψει ο Ταγκόπουλος απ’ την Αθήνα, περνώντας ένα βράδυ απ’ το
γραφείο του «Νουμά», βρήκε μονάχο του τον Γκόλφη. Και στην ερώτηση του ποιός θα
βγάλει το περιοδικό, ο Γκόλφης «αποκρίθηκε απλά και ξερά»: «Εγώ».».
Ο ίδιος ο Ταγκόπουλος στα «Φιλολογικά Πορτραίτα» του της περιόδου 1886-1922 μιλώντας
μας για το περιοδικό αναφέρει: «Οι πιστοί
αφοσιωμένοι φίλοι και συνεργάτες του «Νουμά», οι βετεράνοι του δημοτικιστικού
αγώνα, ο Ρήγας Γκόλφης κι ο Κώστας Παρορίτης, και λίγο πιο ύστερα ο Κ.
Καρθαίος….» και συνεχίζει: «Ο
Παρορίτης κι ο Γκόλφης είναι από τους
πρώτους, από τους αρχαιότερους συνεργάτες και φίλους του «Νουμά», ενώ μιλώντας
μας για την γνωριμία τους μας λέει: «Κι ο Γκόλφης τα πρώτα χρόνια, στα 1905,
ήρθε στο «Νουμά» μ’ ένα τραγουδάκι του που το υπόγραφε με ταληθινό του τόνομα.
Τούγραψα στα «Χωρίς γραμματόσημο» πώς μου άρεσε και πώς θα τυπωθεί, και ύστερ’
από λίγες μέρες, ένα Σαββατόβραδο ήρθε στο γραφείο του «Νουμά» και
γνωριστήκαμε, και μου είπε πώς θα υπογράφεται Ρήγας Γκόλφης, που θα γράφει, αν
το θέλω, ταχτικά στο «Νουμά». Είτανε ένα παιδί ευγενικό δειλό, με ήμερη
φυσιογνωμία, μα που δεν άργησα να δω πώς όλ’ αυτά σκεπάζανε μιά θέληση
σιδερένια, μιά κρίση τετράγωνη, ένα χαρακτήρα ολοκάθαρο. Δόθηκε ολόψυχα στο
«Νουμά», ως ποιητής, ως κριτικός- σε σημείο που να μου ζητάει την άδεια, σα να είναι μισθωτός, για
να δώσει κανένα τραγούδι του αλλού, όταν τον παραφορτώνουνται.», βλέπε σελ.
142 Δημήτρης Π. Ταγκόπουλος, «Φιλολογικά Πορτραίτα 1886- 1922», εκδ. Παϊρίδης,
Αθήνα 1988. Β΄ έκδοση.
Σχετικά με
τον «Νουμά» την εποχή και την προσφορά του βλέπε και εξιστορήσεις του στη «Νέα
Εστία» τχ. 524/1-5-1949. Όσο για την οικονομική υποστήριξη του περιοδικού από
τον Γκόλφη δες και εκτενέστατη μελέτη του Μήτσου Λυγίζου. Ο Λυγίζος ανοίγει την αυλαία της κριτικής
μελέτης του με τα εξής: «Ο Ρήγας Γκόλφης
είναι ένας λυρικός ποιητής που κινήθηκε μέσα στα δεσμά της μετρικής και της
ομοιοκαταληξίας. Εχτός από το ποιητικό του έργο άφησε γόνιμες σελίδες κριτικής
κι έναν τόμο με αφηγήματα. Γεννήθηκε στα 1886 στο Μεσολόγγι. Το πραγματικό του
όνομα ήταν Δημήτρης Δημητριάδης. Για τους δικούς του και τους στενούς του
φίλους ήταν ο Τάκης…. Στην Ευρυτανία οι πρόγονοι του ποιητή ήγαν γνωστοί σαν
«λογιωταταίοι…». Ενώ στην σελίδα 169 αναλύοντάς μας την ποιητική του παρουσία
εκφράζει μία αρνητική άποψη: «Ο Ρήγας Γκόλφης είναι ποιητής μορφολάτρης. Η
μορφική εντέλεια, όχι σπάνια, απορροφάει κι εξαντλεί το άπαντο της ποιητικής
του έμπνευσης. Η επιμονή του στη μορφική δεξιοτεχνία καταπνίγει κι άλλοτε
παραμορφώνει την αρχέγονη αλλά αποκαλυπτική ουσία της έμπνευσης. Όμως πόσο
γρήγορα γίνονται κουραστικά όλ’ αυτά στην ανθρώπινη αίσθηση.
Πόση λίγη ικανοποίηση προσφέρουν στη σημερινή δεκτικότητα τα διάφορα
μέτρα του στίχου, οι ομοιοκαταληξίες, οι ρυθμοί και οι φόρμες που τόσο μόχθο
απαιτούσαν άλλοτε από τους τεχνίτες του λυρισμού. Σήμερα δίνουν την εντύπωση
σαν μονότονη επανάληψη της ίδιας νότας. Κι όμως, για κείνη την εποχή της
μορφολατρίας, η αποκρυστάλλωση σε διαφανείς, τρυφερούς στίχους των
μορφοτεχνικών αυτών στοιχείων δημιουργούσε την αίσθηση του καινούργιου….».
Θα
προσπεράσουμε τις απόψεις του Μήτσου Λυγίζου, ανταπαντώντας από την μεριά μας
σαν σημερινοί αναγνώστες της παλαιάς παράδοσης των ελλήνων λυρικών ποιητών με
το ευχόμενοι όχι και τόσο άστοχο παράδειγμα, ότι η ερωτική και κοινωνική φωνή
του Ρήγα Γκόλφη, για εμάς τουλάχιστον, διαθέτουν μία εσωτερική ρυθμική ισοτονία
εξελισσόμενη όπως όταν ακούμε την εκτέλεση του «Μπολερό» του Μωρίς Ραβέλ.
Μπορεί το ηχητικό κρεσέντο του έλληνα ποιητή να κρατείται σε χαμηλότερες
«νότες» και επαναλήψεις όμως υπάρχει μία εξελικτική ρυθμική απόλαυση ακόμα και
όταν αλλάζει τα ποιητικά του μέτρα. Μία άλλη σκιαγράφηση της ποιητικής του
φύσης, του παθιασμένου για την ποιητική τέχνη
χαρακτήρα του, μας δίνει ο κριτικός Νάσος
Δετζώρτζης σε άρθρο κείμενό του στην «Νέα Εστία» του 1936 με τίτλο «Οι
Ερασιτεχνικές Ασχολίες των Λογίων μας». Βλέπε σελίδα 211-212 του βιβλίου του
Νάσος Δετζώρτζης, Άπαντα τα Ελάχιστα Ευρισκόμενα. «Συνεντεύξεις και Έρευνες»,
εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1994.
«Βρίσκω
τον κ. Ρήγα Γκόλφη στο γραφείο του, στην οδόν Αριστείδου,- όπου μόνο ο
μεμυημένος θα μπορούσε να τον βρεί. Θυμούμαι πάντα την εντύπωση που μου είχε
κάνει, όταν πρωτοπήγα να τον δώ, το απροσδόκητο ασυμβίβαστο: ο ποιητής, ο
λόγιος, και το συμβολαιογραφικό γραφείο του, -ο συμβολαιογράφος να υπογράφει
συμβόλαια, και κάτω από τους μεγάλους φακέλους τους να τραβά ένα φύλλο με
στίχους…
Ο
ποιητής, όταν τον ρωτώ, μου δείχνει γύρω του:
-Η ερασιτεχνική μου εργασία βλέπετε
ποιά είναι, μου απαντά. Διευθύνω γραφείο νομικό, και αν ήτανε μόνο αυτό, θα
‘ρχόταν τουλάχιστον σε λογαριασμό. Μα το κράτος, τα τελευταία χρόνια, δεν το
ενδιαφέρει τίποτ’ άλλο, παρά πώς να μαζεύει χρήματα, φόρους, κι’ έτσι και το
δικό μου γραφείο, αν και «ελεύθερο», μα και όλες οι δημόσιες υπηρεσίες, φύγανε
από τον προορισμό τους, να υπηρετούνε τους πολίτες στις πολλαπλές ανάγκες της
δημόσιας και ιδιωτικής τους ζωής, κι’ έγιναν υπηρεσίες φορολογικές. Κι’ εμένα,
λοιπόν, η ερασιτεχνική μου δουλειά δεν είναι άλλη παρά να εφαρμόζω τις
πολύπλοκες αντιφατικές, ασαφείς και συγκρουόμενες. Δαιδαλώδεις και
λαβυρινθώδεις φορολογικές διατάξεις απείρων νόμων, διαταγμάτων, εγκυκλίων, ερμηνειών,
διαταγών, παραγγελιών, υπηρεσιακών σημειωμάτων, γνωμών και συστάσεων, ών ούκ
έστι τέλος.
-Και
η καθαυτό εργασία σας;
-Είν’ αυτή που σας κάνει να ρθείτε σε
μένα και να μου υποβάλετε την ερώτησή σας.
-Δηλαδή;
-Η ασχολία μου με τα Γράμματα και με
το στίχο. Και πρέπει να ξέρετε πώς η ερασιτεχνική μου νομική εργασία μου
απορροφά τον πιό πολύ καιρό, ενώ η καθαυτό λογοτεχνική μου ασχολία μου χαρίζει
τον πιό λίγο.
-Επιτρέπετε
να σας ρωτήσω, σε ποιά από τις δυό είστε καλύτερος, δυνατότερος;
-Ώ, βέβαια, στην ερασιτεχνία μου.
Όλοι αναγνωρίζουν πως τα συμβόλαιά μου είναι πρότυπα του είδους. Ενώ για τα
φιλολογικά μου έργα, δηλαδή την καθαυτό δουλειά μου, κι’ εγώ ο ίδιος, με τους
κριτικούς μου μαζί, αμφιβάλλουμε για την ώρα.»
Άμεση και σαφής η μαρτυρία και απάντηση του
ποιητή, τόσο γιατί θεωρεί κανονική του εργασία όσο και για την χρόνια
Γραφειοκρατία και δαιδαλώδη πολυνομία αρμοδιοτήτων της Κρατικής μηχανής στην
εκτέλεση των υπηρεσιών της απέναντι στον ανυπεράσπιστο και αβοήθητο πολίτη και
την καθημερινότητά του. Τις απόψεις του Ρήγα Γκόλφη για την Λογοτεχνία και την
Τέχνη μέσα στην Κοινωνία και τον Πολιτισμό τις διαβάζουμε στις απαντήσεις που
δίνει σε συνέντευξή του το 1935. Βλέπε Λουκάς
Δαράκης, «Για την Τέχνη και τη ζωή» Απαντούν 34 προσωπικότητες. Πρόλογος
Νικηφόρος Βρεττάκος, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα, 1987, «Ρήγας Γκόλφης, Το μεγάλο
δίδαγμα απ’ τους χρόνους της σκλαβιάς», σελ. 29-32.
Οι συμμετοχές του Ρήγα Γκόλφη στη «Νέα
Εστία» είναι αρκετές και σταθεροποιήθηκαν μετά τον τερματισμό της κυκλοφορίας του
«Νουμά». Όσοι από το συγγραφικό επιτελείο της «Νέας Εστίας» έγραψαν για τον
Γκόλφη μίλησαν θετικά και νοσταλγικά για την γνωριμία τους μαζί του. Ο Κώστας
Στεργιόπουλος μας λέει στην αναστύλωσή του ότι υπάρχουν ακόμα ποιήματά του που
δεν έχουν εντοπιστεί σε διάφορα περιοδικά είτε με το όνομά του είτε με τα
ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε. Όπως Αγαλιάνος, Γνωστός Άγνωστος, Επιθεωρητής, ο
Κριτικός κλπ. Βλέπε και το χρήσιμο και χρηστικό βιβλίο με την συλλογή των
ελληνικών ψευδωνύμων των συγγραφέων του Κυριάκου
Ντελόπουλου από τις εκδόσεις «Εστία», σε μία πρώτη μορφή ασυμπλήρωτη βγήκε
από το «ΕΛΙΑ». Το θεατρικό του «Γήταυρος»
1921 παραστάθηκε και σχολιάσθηκε από θεατρική ομάδα του Βόλου. Τέσσερα
χρόνια πριν φύγει από την ζωή εκδίδει το βιβλίο Διηγημάτων του με τίτλο «Επιφάνεια και το βάθος» 1954. Ένα χρόνο νωρίτερα συγκέντρωσε σε έναν τόμο
με τίτλο «Φαντασία και Ποίηση» 1953
μια επιλογή από τα κριτικά και θεατρικά του σημειώματα. Οι πέντε ποιητικές του
συλλογές με τις οποίες καθιερώθηκε στο ελληνικό ποιητικό λυρικό στερέωμα είναι:
- «Τα Τραγούδια του Απρίλη»1909. [
Βουκολικής αυτής εμπνεύσεως συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη: Α. ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΚΑΜΠΟΙ
και Β’ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ]. Ανάμεσα στα άλλα ξεχωρίζει το ποίημα
«ΛΕΥΤΕΡΙΑ» σ. 91 με το απόσπασμα του Κωστή Παλαμά ως μότο από το έργο του
«Δωδεκάλογος του Γύφτου». Η άποψη του Κωστή Παλαμά για την ποίηση του Ρήγα
Γκόλφη υπήρξε θετική από τα πρώτα ποιητικά βαδίσματα του ποιητή. Βλέπε και
κριτική του στο «Νουμά» στα «Άπαντα» του Παλαμά των εκδόσεων Γκοβόστη- Μπίρης.
Πολύ ευχάριστα διαβάζονται και οι 23 τετράστιχες «ΖΟΥΓΡΑΦΙΕΣ» σ. 114. Στα
ποιήματά του «ΙΩΒ», «ΗΛΙΟΣ ΒΓΑΙΝΕΙ» και «ΑΓΑΠΗ» έχουμε ως μότο αποσπάσματα από
την Παλαιά Διαθήκη και το αρχαίο βουκόλο ποιητή Θεόκριτο.
ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Τραγούδι, δε
σ’ αγρίκησα γύρα μου να πλανιέσαι,
δίχως εντός
μου ν’ απλωθεί το μαγικό μεθήσι
και δίχως να
χαδέψει μου τον πόνο ο γλυκαχός σου.
Για σε
λαλάει ομορφονιός, για λυγερή, για γέρος,
το ξύπνημά
μου εσύ ανακρούς, κι ο πόθος μου με σέρνει
προσκυνητή
βλαβητικό σιμά σου για να γείρω.
Τραγούδι
Ρουμελιώτικο, πάρε με στα φτερά σου
και πήγαινέ
με πέρα εκεί που κάποια αυγή ροδίζει.
Και από το ποίημά του αφιέρωση στον
«ΤΕΛΛΟ ΑΓΡΑ» η πρώτη στροφή.
Τα νιάτα σου
αρματώθηκες και ζώστηκες το θάρρος.
Αστροπελέκι
μέσα σου ο πόθος σου ο κρυφός,
κι’ ά σ’ έγειρε,
παλλήκαρε, στο πανηγύρι ο Χάρος,
τώρα η ζωή
σου είν’ όνειρο, μα ο θάνατός σου φώς.
Για «ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ» έγραψαν
ο Πέτρος Βλαστός (Κώστας Χατζόπουλος) στο «Νουμά», ο Απόστολος Μελαχρινός στο
περιοδικό «Ζωή» κ.ά.
– «Ύμνοι» 1921. [Όπως συνηθίζει ο Γκόλφης ανοίγει την
αυλαία των συλλογών του με ένα προπομπό ποίημά του. Στην ομώνυμη συλλογή με το
τεσσάρων στίχο πεντάστροφο ΥΜΝΟΙ
Φέγγει εντός
μου μιά ρηχή
κυματούσα
λίμνη.
Στην απλή
μου έρμη ψυχή
αναβρύζουν
οι Ύμνοι.
Γύρα, ο
κόσμος αφορμή
για να
ζευγαρώνει
με της
θλίψης την ορμή
της χαράς τ’
αηδόνι.
Νοσταλγός
του γυρισμού
ψάχνω για
πατρίδα.
Γολγοθά του
λυρισμού,
σ’ έκραξα
και σ’ είδα!
Ώ τραγούδι
μου, σταυρός
μαρτυρίου
και τρόμος.
Κι όμως,
πλάϊ σου αλαφρός
τρέχω
αεροδρόμος.
Κι αν απ’
τάστρα πιό ψηλά
πάει του
πάθους ο ήχος,-
για πετάματα
τρελά
μηχανή μου ο
στίχος.
Η Συλλογή περιλαμβάνει τέσσερεις
ενότητες: «ΚΥΜΑΤΟΥΣΑ ΛΙΜΝΗ» - «ΥΜΝΟΙ» -«ΤΟΥ ΠΆΘΟΥΣ Ο ΗΧΟΣ» -«ΤΡΕΛΑ ΠΕΤΑΜΑΤΑ».
Από το πρώτο τετράστιχο του ποιήματος ΤΕΧΝΗ
Παντού σε
ζήτησα
ξένη κ’ εξόριστη,
ώ τέχνη,
αλήτισα,
δυσκολογνώριστη.
Όμορφο και το ποίημα «ΑΝΕΜΟΣΚΟΡΠΙΣΜΑΤΑ» ΤΟ
«ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ» "Ώ τον αγώνα της ζωής το μαύρο./ πώς τονέ νιώθω
αργά να με συντρίβει!.../ Τη νύχτ’ αποσταμένος, στο καλύβι/ σα γέρνω, λίγη
ανάπαψη για νάβρω,/ ξυπνά βαθιά μου ο πόνος, που τον κρύβει……»
- «Στο γύρισμα της ρίμας» 1925. [Η Συλλογή χωρίζεται σε τρία μέρη:
ΒΙΒΛΙΟ Α΄.- ΒΙΒΛΙΟ Β’. –ΒΙΒΛΙΟ Γ΄. Τα ποιήματα σχολιάστηκαν θετικά από τον
Κωστή Παλαμά, τον Τέλλο Άγρα βλέπε «Η Εικονογραφημένη της Ελλάδος» και «Άπαντα»
του Τ.Α.
Ξεχωρίζουν
το αισθησιακό «ΕΝΩ ΡΙΓΟΥΝ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΑ» σ. 264 το Σονέτο «ΥΠΟΓΡΑΦΗ», Το δισέλιδο
«ΝΕΚΡΙΚΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ» και το σαν ωραία στιχάκια πίσω από σελίδα Ημερολογίου «ΤΗΣ
ΘΛΙΨΗΣ ΤΟ ΔΟΞΑΡΙ» «Απόψε αν το φεγγάρι/ στα σύνεφα κυλά,/ της θλίψης το δοξάρι/
μ’ αγγίζει πιό απαλά.// Κι ο στίχος ο αλαφρός μου/ που πάει με το βοριά,/ -σα
μίλημ’ άλλου κόσμου,/ και σαν παρηγοριά.».
ΥΠΟΓΡΑΦΗ
Κάτου από
στίχο ή γράμμ’ αγπαημένο,
του πόνου ή
της χαράς χλωρό στεφάνι,
τ’ όνομά μου
απ’ το χέρι μου γραμμένο,
είν’ όλο μ’
αίμα, κι όχι μελάνι.
Στης μοίρας
μου τη νύχτα, πυροφάνι
της αρετής,
με πνέμα οδηγημένο,
δε μ’ αφήνει
στα βράχια να πηγαίνω.
Μου
ξεδιαλυεί, σα γλυκαυγή, την πλάνη.
Άντρα με
κάνει. Λέω, και δεν ξαναγράφω.
Χρυσό πάντα
κλειδί για ζωή και τάφο.
Σφραγίδα της
ψυχής, πίστη γεμάτη.
Του πιό
ψηλού μου πόθου άγρυπνο μάτι.
Τ’ όνομά
μου, απ’ το χέρι μου γραμμένο,
μ’ όλο το
φώς του εγώ μου αγνά θερμαίνω.
– «Λυρικά Χρώματα» 1931. [Και η Συλλογή αυτή χωρίζεται σε
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ, σ.327/ ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ, σ.357/ ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ σ. 401. Για τα «ΛΥΡΙΚΑ
ΧΡΩΜΑΤΑ» εκτός από τον Τέλλο Άγρα έγραψε και ένας από τους αξιολογότερους
έλληνες κριτικούς της ελληνικής λογοτεχνίας ο Κλέων Παράσχος στο περιοδικό «Νέα
Εστία» που ήταν συνεργάτης της για χρόνια. Στο Βιβλίο Α και Γ τα ποιήματα είναι
έντιτλα και μεγαλύτερης στιχουργικής έκτασης πολλά από αυτά. Στο ΒΙΒΛΙΟ Γ΄ τα
ποιήματα είναι όλα άτιτλα. Και τα 42 αποτελούνται από δύο τετράστιχες στροφές
εκτός από το νούμερο 41 που η δεύτερη στροφή είναι τρίστιχη.
41
Με της
αγάπης το κλειδί, στο μάντεμα του κλήδωνα,
τα
καρδιομυστικά σου εγώ μονάχος μου ξεκλείδωνα
και νέο
φιλάκι μου έταζες αντί για δυό αφροκύδωνα…
Άχ, τάχα αν
στάθηκαν γλυκά τα νιάτα κι ανωρίμαντα
-γιατί τα
πάθη του έρωτα μας σέρναν πολυκύμαντα,
όσο που
αγάλια σβήσανε σαν περασμένα ασήμαντα;
Σε πολλά του ποιήματα ο Ρήγας Γκόλφης
αυτός ο σεμνός και διακριτικός και εργαζόμενος κάπως αθόρυβος ποιητής ξαναγυρνά
στα παιδικά του χρόνια, στις πρώτες του παιδικές αναμνήσεις, στα ερωτικά του
σκιρτήματα, στην βουκολική του ματιά. Βλέπε τίτλους με το «ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ» κλπ.
Ωραίο μεταξύ άλλων και η σύνθεση «ΣΕ ΠΕΘΑΜΕΝΟ ΓΛΥΠΤΗ», σελ, 423,
– «Τετράμετρα» 1935. [ Με τα «ΤΕΤΡΑΣΤΙΧΑ», σελ. 435-547
ολοκληρώνεται η «επίσημη» ποιητική παρουσία του Ρήγα Γκόλφη. Ο τίτλος της
θυμίζει τον αντίστοιχο τίτλο συλλογής του Κωστή Παλαμά. Χωρίζεται σε ΒΙΒΛΙΟ Α΄
και ΒΙΒΛΙΟ Β’. και σε δύο ποιητικές ενότητες με τίτλο «ΑΚΙΔΕΣ» και
«ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ». Οι «ΑΚΙΔΕΣ» αποτελούνται από 19 άτιτλες ποιητικές μονάδες
αριθμημένες με την σειρά. Η τρισέλιδη μιάς ανάσας «ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ» είναι θα
γράφαμε όχι ελπίζοντας λανθασμένα είναι το «ΥΓ» της ζωής και της πορείας του
σαν ποιητικός απολογισμός.
Μου πρέπει
να γεννήθηκα ένα βράδι γεναριάτικο
μες σε
καλύβι φτωχικό, χωριάτικο,
πέρα, σε μιά
πλαγιά βουνού δυσκολοπάτητου,
που αγέρηδες
φυσομανούν στην πλάτη του,
στα
Καρπενήσια, πιό ψηλά, στα κορφοκέφαλα,
που
αγγίζουνε τον ουρανό τα μαύρα νέφαλα.
Γύρω
ρουμάνια αράθυμα το χιόνι νότιζε,
πλήθιο
φεγγάρι λαγαρό τα πάντα φώτιζε.
Και μες στη
σκάφη, βρέφος καθώς μ’ είχανε,
οι Μοίρες να
περνούν εκείθε τύχανε
και κάθε μιά
ξεχωριστά με μοίρανε.
Λίγα μου
δώσαν και πολλά μου πήρανε…
Ά, να
μεγάλωνα στον τόπο μου το ρουμελιώτικο
κι απ’ όλα
τ’ άλλα τα παιδιά νάμουν αγόρι αλιώτικο…
Μούπρεπ’ ένα
γερό κορμί και μια ψυχή λεβέντισσα
και να μην
άφηνα γυμνή χαρά κι αποθυμιά που να μην έντυσα.
……………………………..
Ενώ τελειώνει την
σύνθεση της «ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΑΦΙΑΣ» με την πικρή διαπίστωση των χρόνων του βίου του,
που θυμίζει μία ανάλογη περίπτωση ενός δημόσιου υπαλλήλου ποιητή, τον σαρκαστή
ποιητή Κώστα Καρυωτάκη:
Της
φαντασίας το πέλαγο με το πανί δε σκίζω,
μα τη νοερή
μου δύναμη ολοένα φυλακίζω
-χρόνια
φευγάτα μου πικρά-
μες σε
φτασίματα μικρά,
που αρχίζουν
από ξεκινήματα μεγάλα.
Κλωνάρι
απόμεινα άνανθο μέσα στα τόσα τ’ άλλα…
Και σκλάβος
της ανημποριάς μαζί και θύμα,
φταίστης εγώ
στο κρίμα,
γραφιάς και
δούλος της ψευτιάς συναλλαγής,
δίχως ελπίδα
ανάσας ή αλλαγής,
στεριώνω
γύρω μου άχαρα της ζήσης μου τα ορόσημα
σκυμένος στα
κιτρινισμένα ατέλειωτα χαρτόσημα.
Στην Συλλογή υπάρχουν τα ποιήματα «Η ΨΥΧΗ
Κ’ ΕΓΩ», «ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΑΣ» ΤΟ «ΩΡΑ ΔΕΙΛΙΝΗ», «Η ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ» με τις εύστοχες
διαπιστώσεις του, ο 3 και ο τελευταίος 5 στίχος:
«Σύχναζες
πάντα με ποιητές, με θεατρίνους,
κ’ έφερνες
στις κουβέντες τους τη ζαλιστή σου φούρια,
περιγελούσες
φωνές, σχήματα κ’ έμμετρους θρήνους
κι άφηνες,
στρίβοντας, χρησμούς τα καλαμπούρια.
Τώρα, σαν
ήρωας τραγικός, προς τ’ άϋλο πας ταξίδι.
Μα να
μαρμαρωμένη η ίδια ειρωνική γκριμάτσα,
κάτου απ’ το
σφαλιστό σου ματοφρύδι,
στης όψης
σου απλωμένη τη μπουνάτσα.»
Και ασφαλώς από την σύνθεση αυτή δεν
θα μπορούσε να απουσιάζει η μεγαλόπνοη ποιητική μνήμη της παρουσίας του
δεύτερου δασκάλου του Κωστή Παλαμά.
Γράφει το «ΕΓΚΩΜΙΟ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ» (Όταν πέθανε) σελ. 483-487. Ένα από τα καλύτερα ποιήματα αποτίμησης της
ποιητικής παρουσίας που έχουν γραφεί για τον Κωστή Παλαμά. Πώς να μην μας
συγκινούν και να χαιρόμαστε στίχους σαν αυτούς:
Πέρασες τη
σκέψη
μεσ’ απ’ την
καρδιά.
Χάρηκες την
κρύα
Καθαρή πηγή.
Τη θολή
Ιστορία
φώτισες,
αυγή.
Γράμματα
παλιά
με τη νέα
λαλιά.
Στών καιρών
τα βάθη
βρήκες νέα
ζωή.
Ή πάλι:
Κύλισες την
πέτρα
Κι’ όλα
αναστημένα
τα
παραδομένα
θεία του
Λόγου δώρα.
Μάκρυνες το
βήμα
απ’ την άϋλη
χώρα
του
φανταστικού.
Πλάτυνες τα
μέτρα.
Στέριωσες τη
ρίμα.
Χτύπησες το
κρίμα
του
σκολαστικού.
Γκρέμισες
την πλάνη,
πάντ’
αντρειωμένος
στην
ανεμοζάλη.
Ή πάλι:
Κράτησες τη
λύρα
της ζωής σου
μοίρα
στ’ άξια σου
τα χέρια,
κ’ έπαιξες
με θέρμη
κι άστραψες
μ’ αυτή
στην καρδιά
την έρμη
την ελπίδα
ακέρια,
τον αιώνιο
πόνο,
πάθος και
αρετή.
Μέθησες το
χρόνο
τον καταλυτή
με τον
παιχνιδιάρη
λόγο
πειρασμό,
κ’ έφερες
στο πνέμα
μάγο
λυρισμό,
κι απ’ τα
παραμύθια
την κρυμένη
χάρη,
ξαναγυρισμό
περ’ από το
ψέμα
κι από την
αλήθεια.
Και ολοκληρώνεται η Εγκωμιαστική αυτή
σύνθεση με τα εξής λόγια:
Στ’
απροσμόνητα δεινά
παρηγόρια ο
Στίχος.
Εκεί μέσα θα
σαλεύει,
δρόμους άλλους θ’ αγναντεύει,
πάντα αδρή
και μοναχή
μες σε αγώνων
ταραχή,
πότε πότε θα
θερειεύει
κι όλο θα
χαροπαλεύει
των Ελλήνων
η ψυχή.
Τέλος, ακολουθούν τα αδέσποτα τα «Ασυγκέντρωτα»
τα «ΜΟΝΟΧΟΡΔΑ», σ. 545-587 με τις αφιερώσεις ποιημάτων στους Αθανάσιο Κυριαζή «ΟΝΕΙΡΑ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ», Στον Κλεάνθη Καρθαίο «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ», στον Γιάγκο Αργυρόπουλο
«ΦΩΝΗ». Γράφει το συγκινητικό και νοσταλγικό ποίημά του για τη Μητέρα του, «ΜΑΝΑ»
σελ. 570 – αντιγράψαμε στην αμέσως προηγούμενη ανάρτηση στα Λ. Π. Για τοποθεσίες
της καταγωγής του «ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ», «ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ» σελ.576 και 577
Ο Κώστας Στεργιόπουλος μετά την
χρονολογική ταξινόμηση και παρουσίαση των συλλογών του στις σελίδες 545-587 μας
παρουσιάζει και τα «ΜΟΝΟΧΟΡΔΑ»
(Ασυγκέντρωτα) μια σειρά ποιημάτων σκόρπιων που δεν συμπεριλαμβάνονται στις
5 κύριες συλλογές του. Στις σελίδες 589-612 μας δίνει τις Σημειώσεις του όπου
«ο αναγνώστης θα βρει όλα τα σχετικά με τον τίτλο, τη σύνθεση και τη διαίρεση
σε ενότητες της ανέκδοτης κι ασυμπλήρωτης συλλογής «Μονόχορδα», καθώς και το
«ιστορικό» των περιλαμβανομένων σ’ αυτήν ποιημάτων: που και πότε δημοσιεύτηκαν
ή ξαναδημοσιεύτηκαν, ποιών βρέθηκαν ή δεν βρέθηκαν τα χειρόγραφα και ποιες
διορθώσεις και παραλλαγές υπήρχαν. Ως προς τις άλλες συλλογές όμως, μόνο τα
κυριότερα για την έκδοσή τους πληροφοριακά στοιχεία σημειώνονται εδώ.».. σελ.
593. Από τα λεγόμενα του Κώστα Στεργιόπουλου βλέπουμε την επιστημονική του
μεθοδολογία και ειλικρινής ερευνητικές του προθέσεις, το πώς διαχειρίστηκε το
χειρόγραφο Αρχειακό υλικό που του παραχωρήθηκε προς εξέταση και έρευνα και το
τελικό αίσιο αποτέλεσμα. Το αν έμειναν και ποιήματά του αθησαύριστα νομίζουμε
ως σημερινοί αναγνώστες αν και όποτε ανακαλυφθούν δεν θα αλλάξουν την ποιητική
του εικόνα ούτε δυστυχώς την θέση του στην Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας.
Ρομαντικός αισθηματολόγος ή μη, είναι άψογα δομημένη και φροντισμένη η
αρχιτεκτονική φιλοτέχνηση των ποιημάτων του. Ένας λόγος που ρέει με όμορφες
εκφράσεις, λυρικές λέξεις που, ορισμένες σήμερα χρειάζονται λεξικό για να
κατανοηθούν στην σύγχρονη και μοντέρνα αστικοποίησή μας και λεξιπενία μας.
Στην μεταφορά των ποιημάτων διατήρησα την
ορθογραφία όπως την συναντάμε είτε στα λογοτεχνικά περιοδικά που συνεργάζονταν
ο ποιητής είτε στην συγκεντρωτική έκδοση «Ποιήματα» που επιμελήθηκε ο Κώστας
Στεργιόπουλος των εκδόσεων «Εστία». Ακόμα και όταν αναγνωρίζαμε αυτές του Ρήγα Γκόλφη
«ορθογραφικές ιδιορρυθμίες» που γράφει αιτιολογώντας τις δικές του επιλογές και
ο Κ. Στεργιόπουλος.
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΤΟΥ
Η
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΑ
Είμαι η νέα
ελληνική
παρθένα
μούσα.
Φωνή ορθή,
νοσταλγική,
γλυκολαλούσα.
Απ’ τα
χρόνια τα παλιά
της Ιωνίας,
ίσα
στη λαϊκή
φτάνω λαλιά
και ζω
περίσσια.
Οι καιροί
του αφανισμού
με είχαν
κρύψει.
Σπίθα μες
στου ηρωϊσμού
την πλατειά
θλίψη.
Τραγουδούσα
τη βαρειά
της σκλαβιάς
μπόρα
ως που η
μάνα λευτεριά,
του ριζικού
ώρα,
αέρισέ μου
την ψυχή
με δροσιάς
μαϊστρο,
κόβοντάς μου
τον τραχύ
παθιάρο μου
οίστρο.
Βαθύς τώρα
λυρισμός
μ’ έχει
αναστήσει.
Στην καρδιά
η ζωή χρησμός
και γύρω η
κρίση.
Των ερώτων
τη σταλιά
κι αν
γλυκοπίνω,
στη χορδή
μου ανεμελιά
τον πόθο
σβήνω.
Μέσα στο
θαυματουργό
της πλάσης
σχήμα,
νόηση μέθης
πλαστουργώ
σε ακέραια
ρίμα.
Τρέμει εντός
μου εκστατική
του ανθρώπου
η μοίρα.
Είμαι η νέα
ελληνική
μαγεύτρα
λύρα,
πού αν δεν
σμίγω τη χαρά,
τον πόνο
σπέρνω,
τα ορατά και
τα νοερά
τα πάθη
παίρνω,
και,
πετώντας, πιό ψηλά
το νου
ανεβάζω,
περ’ από τ’
απατηλά,
τα αιώνια
τάζω.
Είμαι η νέα
ελληνική
πρόσχαρη
μούσα.
Όπου πάθος αδικεί,
εγώ ελεούσα.
Όπου κρίσιμη
στιγμή,
θυσία τα
λύτρα.
Όπου
απέραστοι φραγμοί
παρηγορήτρα.
Όπου οι
ουρανοί κλειστοί,
το φώς
γυρεύω.
Όπου η αγάπη
έχει σβηστεί
καρδιοπαλεύω.
Και
πολύτροπη και απλή
και
παιχνιδιάρα,
όπου πνεύμα
ανθοβολεί
και πνέει
λαχτάρα.
Κι αν η
ελπίδα ανατολή
καημός για
μένα,
αξεδιάλυτη
βουλή
τα
πεπρωμένα.
Είμαι η νέα
ελληνική
σεβάσμια
μούσα.
Των αγώνων η
επική
φωνή
παρούσα.
Των πατρίδων
αντηχώ
το
καρδιοχτύπι.
Ιερή πολέμου
ηχώ
δε μου
απολείπει.
Όπου
ανήμποροι καιροί
κι’ ανίερα
πάθη,
της Ιδέας
την κοφτερή
ταιριάζω
σπάθη.
Όπου τα
όνειρα πικρά,
μουντά στο
χρώμα,
τ’ αλαργεύω,
άνθη νεκρά
γυρτά στο
χώμα.
Του λαού μου
αναζητώ
δόξες και
πόνους.
Τα
διαστήματα κρατώ,
μετρώ τους
χρόνους.
Είμαι η
αιώνια ελληνική
της μούσας
λύρα.
Μιά για με,
ώ θεοί, η ευκή:
μη μείνω
στείρα.
--//---
ΜΟΥΣΑ
Έλα να σου
χαρίσω,
σε μιά ώρα
τρυφερή μας,
ό,τι μπορώ
να κλείσω
στο γύρισμα
της ρίμας.
Στο γύρισμα
της ρίμας
άσε να
τραγουδήσω,
πώς οι
παλιοί καιροί μας
ξαναγυρίζουν
πίσω.
Και πριν,
σαν ίσκιος, σβήσω,
έλα,- στιγμή
ιερή μας-,
θερμά να σε
αναστήσω
στο γύρισμα
της ρίμας. Σελ. 236
--//----
ΕΓΝΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΑΣ
Λοιπόν για
πάντα δουλευτής, σκολαστικός γραφιάς,
με την τυφλή
κ’ επίσημη, ψυχρή κι άκαρδη πένα.
Μοναχικός,
αταίριαστος, εχτρός της συντροφιάς….
Ά, τί με κάνει
και πονώ, τί με λυγίζει εμένα;
Βαθειά φωνή,
κρυφή αίστηση, μιάς ανταρσίας σεισμός,
πάνου απ’ τα
μαύρ’ ανθρώπινα, πίσω από κάθε ιδέα…
Έγνια της
μούσας, το φιλί σου εντός μου χαλασμός,
όπου σταθώ
κι όπου απλωθώ κι αγγίξω τα χυδαία.
Έγνια της
μούσας, αδερφή, μάνα, αγαπητικιά,
που με τα
μάτια ολάνοιχτα γοργά με ταξιδεύεις.
Στο πικρό
δάκρι της ζωής σταλαματιά γλυκειά,
πού όσο
ακριβά κι αν πληρωθείς παντοτινά γυρεύεις.
Απλός δεν
είσαι στοχασμός, μα ενέργεια πιό πολύ.
Το νόημα σου
δύναμη και ιδρώτας του μετώπου.
Κι αν φέγγει
ακόμ’ αλαργινά η αχτίδα σου δειλή,
είναι γιατί
τη λαχταρώ σα χάϊδεμα του κόπου.
Έγνια της
μούσας, όλα μου τα μυστικά αν κρατάς,
άλλη αγαθή
παρηγοριά δεν έχω, άλλη συμπόνια.
Πράξη,
βουλή, νου και καρδιά, τα σέρνεις, τα πατάς
και με το χέρι
σου οδηγείς τ’ αθώα σκληρά μου χρόνια.
Κ’ έτσι για
πάντα δουλευτής, σκολαστικός γραφιάς,
νιώθω του
κόσμου τ’ αγαθά για πάντα μου χαμένα.
Έγνια της
μούσας, ώ έκσταση της μέσα μου ομορφιάς,
τα μάτια
κλείσε μου, όνειρα να ιδώ ζωντανεμένα.
Σελ.329
--//----
Το εισαγωγικό ποίημα
από τα «ΤΕΤΡΑΜΕΤΡΑ»
Ανάπαιστοι,
τροχαίοι και δάκτυλοι, ίαμβοι,
του λυρισμού
τη σκέψη μου οδηγήστε
όπου αναζούν
αγνοί του Λόγου οι θριάμβοι.
Της ρίμας τ’
άνθια εσείς στολίστε.
Καρποί του
πάθους και του ελέους ας είστε. Σελ. 433.
--//---
ΠΟΙΗΤΗΣ
Εγώ είμαι
αυτός ο στίχος…
Σκύβεις να
με διαβάσεις…
Να
συμπονέσεις δίχως,
το ξέρω, θα
περάσεις.
Ώ, κράτα με
πρίν φύγω,
και γέλα μου
και μίλει,
και σκύψε
ακόμα λίγο
και φέρε μου
τα χείλη.
Κι απ’ το
χαρτί μου ορμώντας,
με τις
στροφές μου, χέρια,
σ’ αποζητώ
διψώντας
κ’ υψώνομαι
ως στ’ αστέρια. σελ. 282
--//---
ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ
Δίψα μέσα
μου κλείνω
για χαρά και
για θρήνο.
Της ζωής μου
το κρίνο
θέλει κήπο
ν’ ανθίσει.
Έχω αγάπες
και μίση
για το
φρόντισμα. Βρύση
φαντασία μου
και γνώση,
μόνο η έκφραση
άς σώσει
ό,τι ακέριο
έχω νιώσει.
Το λαό
πασπατεύω,
για τη φράση
δουλεύω,
την εντέλεια
γυρεύω,
κι όποια
λέξη ταιριάζω
την πονώ, τη
ζυγιάζω
και του
Λόγου μαλάζω
το χρυσάφι,
ζυμάρι,
φώς ποθώντας
και χάρη
-μαθητής του
Ψυχάρη. Σελ.430
--//----
ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Το σπίτι σου
στην άκρη απ’ την πλατεία,
στρατιώτες
όλη κι άρματα γεμάτη.
Κομπασμένη
αλαλάζει η πολιτεία,
γυρεύοντας
μ’ ορμή μιά δόξα ακράτη.
Ήχοι
βάρβαροι σπούν την ηρεμία
που
απλώνεται πουρνό σε ονείρων πλάτη,
και συ, με
μιάς αρρώστιας αγωνία,
ξεψυχάς στο
θλιμένο σου κρεβάτι…
Ώ τη φωνή
σου! αφόρεσμα στη χώρα
που ορέγεται
τρελό μεθήσι μ’ αίμα.
Κατάρα η
Νίκη, ανάδωμα του ιχώρα.
Με τα βιβλία
δε σάρωσες το ψέμα…
Και να, ενώ
σβηούν του νου σου τα διαμάντια,
στριγγά
λαλούν οι σάλπιγγες αγνάντια. Σελ.197.
--//---
ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΑΛΙΟ ΠΟΙΗΤΗ
Σεβαστέ
ποιητή μου, αν σ’ αγαπούσα
μ’ όλη μου
την αγνή, θερμή καρδιά μου,
στην αδρή
σου φωνή, βαθιολαλούσα,
τα πιό γλυκά
συνταίριασα όνειρά μου.
Πατέρα μου
αγαθέ, στα βήματά μου
συ πρώτος
οδηγός… Και σαν πετούσα
πλάϊ σου
ψηλά, διπλή χαρά η χαρά μου,
διπλή η ζωή,
ανοιχτή, φεγγγοβολούσα…
Δε σε ξεχνώ.
Κι αν άλλον κόσμο πλάθω,
μιάν
αγκαλιά, μιά δύναμη, μια ιδέα,
που να
πλατύνει ό,τι έκαμες να μάθω
και να
στηρίξει μι’ άλικη σημαία,-
ώ άς είναι
βολετό μου να κρατούσα
μιάν αστραπή
από σε, φιλί. Τη Μούσα. Σελ. 198
--//----
ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ
Χρυσό παιδί,
στον αλαφρό σου στίχο,
μ’ όση
δείλια η ζωή κι αν ανασαίνει,
μιάς άγνωρης
φωνής γρικώ τον ήχο,
που από
κορφές απάτητες διαβαίνει.
Το θερμό
λογισμό σου όπου συντύχω,
μιά τέχνη
απλή και νέα, συγκρατημένη
μέσα στο
νόμο του λιτού, στο στίχο
που
κυματίζει και πετά, μ’ ευφραίνει.
Η αθώα
καρδιά σου τίποτα δεν ξέρει…
Ψάχνεις,
ορμάς τα πάντα να γνωρίσεις.
Πρώτη φορά
στο πέλαγος της ζήσης
τον εαυτόν
σου νιώθεις να υποφέρει.
Με τον καημό
σου το κοντύλι βάφεις…
Γι’ αυτό και
συμπονώ γλυκά ό,τι γράφεις. Σελ. 199
--//----
ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ
Ποίηση βαθιά
και θεία σε συνταράζει,
πού απ’
άλλους κόσμους ξένους κι άλλες σφαίρες
ανάμεσό σου
αθέλητα φωλιάζει
και
συντονίζει τις γλυκές σου μέρες.
Κι αν το
γέλιο σου αφρόντιστα πηγάζει
και ποτίζει
το νου μου τις χιμαίρες,
μα στα
βράχια του βίου μου και τις ξέρεις
κύμα βογγά
το φιδωτό σου νάζι.
Κύμα θολό
και γέλιο ηλιολουσμένο,
νύχτα βαθιά
και θεία της αγκαλιάς σου,
το μυστήριο
του κόσμου διαλυμένο
στην ξάστερη
ματιά, στο μίλημά σου,
στην κάθε
σου γραμμή και κρύφια χάρη,
που η ποίηση
κ’ η ζωή πάνε ζευγάρι. Σελ. 205
--//---
ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ
Η φαντασία
μου ξεπλανά τη ζήση και την ώρα.
Γλυκό που
είναι το παίδεμα, πικρή κ’ η χάρη…
Για νέα
μεσουρανήματα με παίρνει η φόρα,
μ’ όση πνοή
μπορεί για να με πάρει.
Κ’ εσύ ‘σαι
ποίηση που μετράς των ρεμβασμών το βήμα.
Τρέμεις μη
στέρεα δε σταθείς στ’ ανάγλυφο της φράσης.
Πηγή με
φλέβα ανάδιπλη, πάθος και ρίμα,
που γάργαρη
γυρεύεις να ξεσπάσεις.
Κι όπως τα
πάντα γύρω μου του ήλιου το φώς χρυσώνει
και τ’
αναζεί πολύψυχα του αγέρα ο ήχος,
έτσι στης
πλάσης το ρυθμό πρωτόφαντα όλα υψώνει
και τα
πλαταίνει ο διαμαντένιος στίχος. Σελ. 495
--//---
«ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ»
Γκόλφη, με
τα μέτρα
τη ζωή σου
μέτρα…
Στον απλό σου
στίχο
ταίριαζε
κάθε ήχο.
Γλύκανε στη
ρίμα
κάθε αγνό
σου κρίμα.
Με το πνέμα
μίλα
στ’ άνθη και
στα φύλλα.
Για ό,τι
φεύγει κλάψε…
Με το δάκρι
γράψε.
Άναψε και
σβήσου.
Μιά φωτιά η
ψυχή σου.
Το αίμα σου
όλο στάζει
φλόγα και
μαράζι.
Το γλυκό σου
πόνο,
περ’ από το
χρόνο,
στο τραγούδι
κλείσε.
Λυρικός εσ’
είσαι.
Πέτα με τη
ρίμα
σα φτερό στο
κύμα.
Πάνω απ’ το
ρυθμό σου,
μ’ ένα νέο
σκοπό σου
μες στην
πλάση απλώσου… σελ. 323
Το μακροσκελές ποίημα (22 τετράστιχες στροφές)
«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΑ», δημοσιεύεται το πρώτο δεκαπενθήμερο μετά τον θάνατο του
ποιητή, με τον επίτιτλο Ανέκδοτοι Στίχοι, σ. 72, στη «Νέα Εστία» τόμος 63ος,
έτος ΛΒ΄, τεύχος 733/ 15- 1- 1958. Το τεύχος
είναι Σελίδες Αφιερωμένες στον ΡΗΓΑ ΓΚΟΛΦΗ. Γράφουν: -Πέτρος Χάρης, ΡΗΓΑΣ ΓΚΟΛΦΗΣ,
71-72. – Ρήγας Γκόλφης, Ανέκδοτοι Στίχοι Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΑ», 72-73.- Ι. Μ.
Παναγιωτόπουλος, Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΓΚΟΛΦΗ, 74-75. –Χρήστος Λεβάντας, ΤΟ
«ΣΤΕΡΝΟ» ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΓΚΟΛΦΗ, 76-77.- Δημήτρης Γιάκος, ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟΜΑΧΟΣ,
78-79. Όλα τα άλλα ποιήματα του Δημοτικιστή
ποιητή, Ψυχαριστή και ένθερμου υποστηρικτή συνεργάτη του περιοδικού «Ο Νουμάς»
προέρχονται από τον τόμο Ρήγας Γκόλφης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Συγκεντρωτική Έκδοση.
Επιμέλεια, Εισαγωγή, Σχόλια: Κώστας Στεργιόπουλος, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της
«ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 2002, σελ. 626, τιμή
21,50 ευρώ.».
Κλείνοντας το αφιερωματικό άρθρο του στη «ΝΕΑ
ΕΣΤΙΑ» ο Δημήτρης Γιάκος για τον φιλέρημο Γκόλφη, μας λέει: «Μεγάλος εξάλλου γνώστης
της τεχνικής του στίχου, θα παίξη ο Γκόλφης- παράλληλα προς τους τόνους των
ψυχικών του κυματισμών- και με τους χίλιους τρόπους, που του παρέχουν οι δυνατότητες
της ελληνικής Μετρικής. Ο λιγοσύλλαβος στίχος του και οι παροξύτονες ρίμες του
δεν είναι κρύες «σπουδές» ποιητικών φροντιστηρίων. Συχνά πυκνά, δεν περιπλέουν,
παρά και ζούνε κιόλας το νόημα και την αίσθηση της αληθινής ποίησης της παράδοσης,
δίπλα στην απαλή μελωδία που αναδίνουν.»
Και αυτές τις ποιητικές του «δυνατότητες»
προσπάθησα να αναδείξω στο σημείωμα αυτό για τον ποιητή Ρήγα Γκόλφη, έναν από τους
ξεχασμένους Λυρικούς της ποιητικής μας παράδοσης
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
1 Φεβρουαρίου
2026
ΥΓ. Ενδέχεται
να γίνονταν πιστευτώ το της συγκίνησής του δάκρυ πάνω στα κόκκινα τριαντάφυλλα
που κατέθεσε εις Μνήμη…. αν κάποιοι είχαν φροντίσει να τον πληροφορήσουν και
για το εργατικό ατύχημα των Τρικάλων που χάθηκαν τόσο άδικα και άδοξα οι 5
εργαζόμενες Μητέρες και Γιαγιάδες. Ίσως θα αποφεύγονταν τα δικαιολογημένα
ραδιοφωνικά αρνητικά σχόλια που ακούστηκαν. Αλλά, όταν κρατήθηκε σιγή ιχθύος
και δεν επισκέφτηκε τους χώρους στα Τέμπη, στο Μάτι, στην Μάντρα και άλλα…. Τι να
πιστέψεις από την τηλεοπτική εικόνα. Ποιος κρατούσε την ουρά του πολύχρωμου…….