ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΕΙΣ
ΜΝΗΜΗ
ΤΩΝ 57
ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ
Ο ΕΧΘΡΟΣ
Τα Νιάτα μου
ήταν μιά καταιγίδα σκοτεινή,
Εδώ κι εκεί
από λαμπρές αχτίδες φωτισμένη’
Τόσο μου τον
ερήμαξαν βροχές και κεραυνοί,
Πού δροσερός
στον κήπο μου καρπός δεν απομένει.
Βαθιά μου το
φθινόπωρο έχει κιόλας απλωθεί,
Και θα
χρειαστεί και το τσαπί ν’ αδράξω και το φτυάρι,
Κι αυτή μου
πού η νεροποντή την έχει συνεπάρει
Κι ανοίξαν
λάκκοι μνήματα, να ξανασιάξω γη.
Μά ποιος θα
πει αν τα λουλούδια τα νέα μου που λαχταρώ
Σ’ αυτό το χώμα
το πλυμένο ωσάν ακρογιαλιά,
Θε να ‘βρουν
την τροφή για ν’ αυξηθούν, τη μυστικιά;
-Ώ πόνε! Ώ
πόνε! Μας την τρώει τη ζωή μας ο Καιρός,
Κι ο
σκοτεινός Εχθρός που την καρδιά μου ροκανίζει
Απ’ το αίμα
εμείς που χάνουμε, σφρίγος κι αλκή αυξαίνει χλοΐζει.
--//--
Η ΖΩΝΤΑΝΗ
ΛΑΜΠΑΔΑ
Προβαίνουν
τα Μάτια αυτά τα ολόφωτα μπροστά μου,
Οπού θα τα
μαγνήτισε ένας Άγγελος σοφός’
Τα θεία τ’
αδέλφια προχωρούν, που αδέλφια είναι δικά μου,
Τινάζοντας
στα μάτια μου ένα διαμαντένιο φώς.
Το βήμα μου
στης Ομορφιάς το δρόμο τ’ οδηγούνε,
Κάθε παγίδα
διώχνοντας κι αμάρτημα βαρύ’
Σκλάβο τους
μ’ έχουνε κι αυτά πιστά με υπηρετούνε’
Όλος
υπάκουος στη ζωντανή λαμπάδα είμαι αυτή.
Μάτια
μαγευτικά λάμπετε, καθώς εν πλήρει ημέρα
Τα
νεκροκέρια, με μιά μυστική φεγγοβολή’
Τους
κοκκινίζει ο ήλιος το φώς, αλλ’ όμως δεν το σβήνει’
Το Θάνατο
εκείνα, εσείς τη Ζωή δοξολογάτε’
Προβαίνετε
και την ανάστασή μου τραγουδάτε,
Αστέρια που
τη φλόγα σας ήλιος κανείς δε σβήνει!
--//--
Η ΡΑΓΙΣΜΕΝΗ
ΚΑΜΠΑΝΑ
Γλυκόπικρο
ν’ ακούς, τις νύχτες τις χειμερινές,
Δίπλα στο
τζάκι που σπιθοβολάει και που καπνίζει,
Οι
αναμνήσεις να ‘ρχονται αγάλια οι μακρινές,
Τους ήχους
της στην καταχνιά η καμπάνα ενώ σκορπίζει.
Μακάριο
σήμαντρο, με τα γλωσσίδια τα γερά,
Καλοστεκούμενο,
ζωηρό, μ’ όλα τα γερατειά σου,
Πού ίδιος γεροσκοπός,
μπρός στη σκηνή του π’ αγρυπνά,
Πιστά
αναδίνεις τα θρησκευτικά ανακράσματά σου!
Εμέ η ψυχή
μου εράγισε, κι αν κάποτε θελήσει,
Όταν πονά,
τον κρύον αέρα, το νυχτερινό,
Με τα
τραγούδια της τα θλιβερά να τον γεμίσει,
Μοιάζ’ η
φωνή της με ρόγχο πληρωμένου, εκεί κάτου,
Πλάει σε
λάκκο αιματερό, μες σε νεκρούς σωρό,
Ασάλευτου,
στον φριχτό αγώνα του θανάτου!
--//--
ΑΝΑΡΧΙΚΟ
Στο αυτόφωρο
να προσαχθεί
και άνευ
δίκης να καταδικασθεί
ο εχθρός του
αρχηγού ή του λαού,
του κράτους
ή της πολιτείας,
του Έθνους ή
της Εκκλησίας,
του νόμου ή
του στρατού,
ή όποιας
άλλης επίσημης αρχής
που δεν
ανέχεται οξυδερκείς
παρατηρήσεις
κριτικής,
πού κλείνει
στα σίδερα της φυλακής,
ή μέσα σε
οίκους ενοχής,
τους οπαδούς
της ανοχής
των Μαύρων,
των Μιγάδων,
των ράπ και
των ροκάδων,
των άσεμνων
ντυμένων νέων
και των
ανήθικα γενναίων.
Έτσι θ’
αποκατασταθεί η τάξη
πού έχει ο
νεόκοσμος ταράξει’
κι άς
μείνουν ανοιχτά μονάχα τα σκυλάδικα
να
τραγουδούν ελεύθερα τα άδικα
που έχουν
ατιμωρητί οι άρχοντες διαπράξει.
--//--
ΕΘΝΙΚΟΦΡΟΣΥΝΗ
Παλιόπαιδα,
και έσυραν τον ποιητή
στο
δικαστήριο της εθνικοφροσύνης’
απήτησαν
ευθύς εκεί να δώσει λόγο
γιατί το
έργο του τάχα τροφοδοτεί
το μίσος,
την λοιδωρία και το ψόγο,
που
τελευταία φούντωσαν κατά της Ρωμιοσύνης.
Αιτία
τέτοιας και τόσης κομπορρημοσύνης
το ποίημα
εκείνο που ξενίζει
γιατί μιλά
για μιάν Ελλάδα που πληγώνει,
γιά μία χώρα
που στο πέλαγο αρμενίζει
βάρκα
ακυβέρνητη στα κύματα, και μόνη.
--//--
ΔΡΟΜΟΔΕΙΚΤΗΣ
Ιστορικό
τεκμήριο, ασφαλώς,
ο
Δρομοδείκτης σας αυτός.
Μιλάει για
καρόδρομους με χώματα
μετρά τις
αποστάσεις με ώρες και μ’ οργιές
και
σημειώνει πόλεις και χωριά με ονόματα
που αγνοούν
οι χάρτες (επίσημοι ή τοπικοί)
και
μνημονεύουν μόνο κάτι παράξενες γριές,
αυτές που
ορφάνεψαν μικρές και μείναν χήρες νιές,
Ο
Δρομοδείκτης, παρωχημένης σίγουρα εποχής,
είναι
άχρηστος για μας τους νέους εισβολείς,
που με το
ευαγγέλιο και τον σταυρό στο χέρι
παντού, σ’
όλου του κόσμου εξάγουμε τα μέρη
(βέβαια
πρώτα εκεί που μας συμφέρει)
το δίκαιο
και τα δικαιώματα του Ανθρώπου,
άσχετα από
το κόστος της βίας και του κόπου.
--//--
Η ΛΗΘΗ
Καλότυχοι οι
νεκροί που λησμονάνε
την πικρία
της ζωής. Όντας βυθήσει
ο ήλιος και
το σούρουπο ακλουθήσει,
μην τους
κλαίς, ο καημός σου όσος και νάναι.
Τέτοιαν ώρα
οι ψυχές διψούν και πάνε
στης
λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση’
μα βούρκος
το νεράκι θα μαυρίσει
ά στάξει γι’
αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιούν
θολό νερό, ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας
λιβάδια από ασφοδείλι,
πόνους
παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.
Ά δε μπορείς
παρά να κλαίς το δείλι,
τους
ζωντανούς τα μάτια σου άς θρηνήσουν.
Θέλουν, μα
δε βολεί να λησμονήσουν.
Το ποίημα «Ο Εχθρός», «Η Ζωντανή
λαμπάδα», και «Η Ραγισμένη καμπάνα» είναι από τα «εικοσιοχτώ ποιήματα του Charles
Baudelaire σε Επιλογή- Μετάφραση Κλέων Παράσχος, επιμέλεια Αλέξης Ζήρας, εκδόσεις
Πλέθρον, Αθήνα 1981. Τα ποιήματα «Αναρχικό», «Εθνικοφροσύνη» και «Δρομοδείκτης»
είναι από την συλλογή «Μέμφομαι τον Αιώνα» της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ,
εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 2001. Το Σονέτο «Λήθη» του επτανήσιου ποιητή και ήρωα του
Δρίσκου Λορέντζου Μαβίλη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο «Έργα» του, Αλεξάνδρεια
1922.
Συμπληρώθηκαν
τρία χρόνια από την Εθνική Τραγωδία των ΤΕΜΠΩΝ και ο Ελληνικός Λαός δεν ξέχασε
την απώλεια των 57 Νέων αγοριών και κοριτσιών σπουδαστών που χάθηκαν τόσο άδικα
και με φρικτό τρόπο, και τους 150 τραυματισμένους. Μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις
και πορείες διοργανώθηκαν σε όλη την χώρα και το εξωτερικό. Όλη η Ελλάδα μια φωνή
ζητώντας Δικαιοσύνη και την Αλήθεια. Το δάκρυ των Νέων και ο πόνος των συγγενών
και των Φίλων τους λίπασμα θρήνου αγάπης, οργής και απόγνωσης για τα παιδιά και
τους μεγαλύτερους που δεν πρόλαβαν να ΖΗΣΟΥΝ.
Ας μας
επιτραπεί από τα Λογοτεχνικά Πάρεργα να εκφράσουμε μία προσωπική μας ανθρωπιστική
θέση, σαν Έλληνες πολίτες ταλαίπωροι αυτής της χώρας. Η Τέχνη της Ποιήσεως ποτέ
δεν έμεινε αμέτοχη στις Τραγωδίες του Έθνους μας. Μια και ο παλμός των συγκεντρώσεων
συμπαράστασης απλώθηκε σε όλη την υφήλιο όπου υπάρχει Ελληνισμός. Αν είμασταν πιστοί ενός οποιουδήποτε
χριστιανικού-εκκλησιαστικού δόγματος και παράδοσης, θα παρακαλούσαμε τους Εκκλησιαστικούς
άρχοντες της Ορθοδόξου Εκκλησίας να Αγιοποιήσουν τα 57 Σώματα και τις Ψυχές τους.
Έλληνες και Αλλοδαποί, αγόρια και κορίτσια και μεγαλύτερης ηλικίας άτομα που
χάθηκαν τόσο άδικα, φρικτά και τραγικά στο Σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.
Και μετά από τρία χρόνια προσπαθούν οι πονεμένοι και βασανισμένοι Γονείς και
Συγγενείς, οι φίλοι και συμμαθητές τους να βεβαιωθούν τι περιέχεται μέσα στα
ξύλινα φέρετρα που έθαψαν άρον-άρον οι αρχές, χωρίς να τους επιτραπεί να
θρηνήσουν τα σπλάχνα τους οι οικείοι τους σε ένα κοιμητήριο. Τρία χρόνια αδιάκοπων
αγώνων και πόνου ζητούν το αυτονόητο, Δικαιοσύνη και τιμωρία των πραγματικών
ενόχων. Αλλά, τι συλλογίζομαι ο ανόητος, ο «μωρός» θα με χαρακτηρίσουν οι
σοφολογιότατοι της ορθόδοξης θεολογικής καθαρότητας και αυθεντικής δογματικής των βεβαιοτήτων της πίστης τους (τα πουκάμισα έξω τους ενοχλούν μόνο). Αλλά μήπως η Βυζαντινή Μεγαλοπρέπεια
των Χριστιανών-Ορθόδοξων ταγών μας θα τους επέτρεπε να Αγιοποιήσουν τους 120
Έλληνες που χάθηκαν στην μεγάλη πυρκαγιά στο Μάτι πριν λίγα χρόνια, τους 26
στις πλημμύρες στην Μάνδρα, τους πάνω από 3000 Έλληνες όπως έγραψαν οι
εφημερίδες ότι αυτοκτόνησαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των τριών
μνημονίων που επιβλήθηκαν στην πατρίδα μας; Κατά τα άλλα «πατρίς, θρησκεία-εκκλησία…»
και η εξέδρα με τους επισήμους μπροστά-μπροστά. Τρίτη Ρώμη να μην υπάρξει. Τα
Πρωτεία.
Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος
Πειραιάς
28 Φεβρουαρίου
2026 ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ
ΥΓ. Ένα από
τα συνθήματα που είχαν αναρτηθεί στην συγκέντρωση, το συλλαλητήριο στο Σύνταγμα
για την τραγωδία των Τεμπών και κρατούσε ένα νεαρό κορίτσι, ήταν ένα μαύρο
Κοράκι που πάνω έγραφε με άσπρα γράμματα «ΑΥΤΗ Η ΧΩΡΑ ΜΥΡΙΖΕΙ ΘΑΝΑΤΟ».
Ήταν το
Κοράκι του Έντγκαρ Άλαν Πόε που έκρωζε «ΠΟΤΕ ΠΙΑ» μαζί με τους συγκεντρωμένους
στα 160 σημεία σε όλη την χώρα. Αυτοί οι σύγχρονοι ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ πλημμυρισμένοι
στο ΠΕΝΘΟΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου