Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Νόρα Αναγνωστάκη Η Κριτική της Παντομίμας

 

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026

ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

«Τί να τα κάνω τα τραγούδια σας

ποτέ δεν λένε την αλήθεια

ο κόσμος υποφέρει και πονά

και σεις τα ίδια παραμύθια

 

Τί να τα κάνω τα κάνω τα τραγούδια σας

ποτέ δε λένε την αλήθεια

ο κόσμος υποφέρει και πονά

και σεις τα ίδια παραμύθια

 

Τί να τα κάνω τα τραγούδια σας

είναι πολύ ζαχαρωμένα

ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα

μα δεν ταιριάζουνε για μένα.»

 

 

Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας

είναι πολύ ζαχαρωμένα

ταιριάζουν για σοκολατόπαιδα

μα δεν ταιριάζουνε για μένα.»

Στίχοι: Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ερμηνεία: Δόμνα Σαμίου- Διονύσης Σαββόπουλος

Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος

        21 Μαρτίου του 2026 εορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης. Εορτάζεται και αυτή, στην χώρα μας, όπως όλα τα υπόλοιπα υλικά καταναλωτικά προϊόντα του σύγχρονου βίου όλων μας. Κατορθώσαμε με ευστοχία ανάμεσα στις υπερκαταναλωτικές μας συνήθειες και «ανάγκες» να εντάξουμε και αυτό που ονομάζουμε Πνευματικό προϊόν, δηλαδή την Τέχνη. Την Ποίηση, τον Πεζό λόγο, την Υμνολογία των Εκκλησιών, την Βυζαντινή Μουσική, τις Εικαστικές Τέχνες, το Θέατρο, την Έβδομη Τέχνη, τα διάφορα είδη και κατηγορίες της Δυτικής και Ελληνικής Μουσικής. Ακόμα και τα Λαϊκά Πανηγύρια και το παραδοσιακό Δημοτικό Τραγούδι απόκτησαν τους λεγόμενους «φαν» του Διαδικτύου με τα ανάλογα λινκ, βεβαίως- βεβαίως. Ασφαλώς, δεν εξαιρούμε ούτε την παρούσα Λογοτεχνική Ιστοσελίδα από αυτό το σύγχρονο παιχνίδι της καταναλωτικής δημοσιότητας και «σφοδρής» επιθυμίας μας για αναγνώριση, τα της Καλλιτεχνικής δημιουργίας «σερφινγκ» μέχρι την στιγμή που θα μας αντικαταστήσει η Α.Ι. Η Τεχνητή Νοημοσύνη προς δόξα και τιμή του Δυτικού Πολιτισμού και των Επιστημονικών και Καλλιτεχνικών Επιτευγμάτων του σύγχρονων εξελίξεων. Τους διάφορους Πολέμους όμως και Στρατιωτικές επεμβάσεις που διεξάγονται γύρω μας, δίπλα μας, στην Μέση Ανατολή και σε Ευρωπαϊκό έδαφος, τους παρακολουθούμε στις τηλεοράσεις μας απαθείς, ακούμε τους θορύβους των βομβών στις ειδήσεις των ραδιοφώνων μας βαριεστημένα. Αθώοι σκοτώνονται-ακόμα και μέσα στα καταφύγιά τους-, άμαχοι δολοφονούνται χωρίς αιτία ενώ ασκούν τις καθημερινές τους ασχολίες και οικογενειακές τους υποθέσεις από τα ουράνια ντρόουν. Τα σιδερένια πουλιά του ουρανού που λένε οι ιερές γραφές. Παρακολουθούμε τον εξανδραποδισμό χιλιάδων ατόμων από τις πατρογονικές τους εστίες λίγο πριν γκρινιάξουμε για τις νέες αυξήσεις των τιμών στα σούπερ μάρκετ. Οι εξορίες των ανθρώπων από τα χώματά τους συνεχίζονται. Προσφυγιά λαών και ανθρώπων, φτώχεια, πείνα και εξαθλίωση. Οι μανάδες χάνουν τα παιδιά τους, τα παιδιά βλέπουν μπροστά τους να σκοτώνονται οι γονείς τους, να ορφανεύουν, γεμάτα απορία και δάκρυα. Δεν ξέρουν προς τα πού να κοιτάξουν-στραφούν για σωτηρία, προς τα πού να ανοίξουν την χούφτα τους να πάρουν μία φέτα ψωμί. Αθώοι χάνουν τα σωματικά τους μέλη από βόμβες που πέφτουν από τον Ουρανό. Έναν Ουρανό που εξακολουθεί το ανθρώπινο ζώο να τον φορτώνει με Θεούς και Σύμβολα, Μύθους επίγειας παρηγοριάς του. Ο Πόλεμος, η Έρις, το Κακό εξακολουθεί να κυριαρχεί, συνεχίζεται εδώ και αιώνες, στο όνομα πιού αλήθεια Οικονομικού συμφέροντος!!! ποιάς Αστικής Δυτικού τύπου (ή Ανατολικού) Δημοκρατίας!!!, ποιού Δικαίου!!! ποιανού Θεού!!! -του Ιεχωβά, του Χριστού, του Αλλάχ, του Ζωροάστρη, του Δία, του Διονύσου, του Αγνώστου ή όποιας άλλης πνευματικής μεταφυσικής αρχής και εξουσίας. Ποια της Μοίρας μας νομοτέλεια μέσα στην ιστορική διαδρομή και εξέλιξη της Ανθρωπότητας επιβάλει τους Πολέμους μεταξύ των Λαών, των Φυλών, των Κρατών, των Εθνών, τις παγκόσμιες συρράξεις και καταστροφές μεταξύ Ηπείρων; Μπορεί κανείς να δώσει σαφή απάντηση εκτός από τον αρχαίο έλληνα ιστορικό Θουκυδίδη; Μήπως οι πανάρχαιοι Θεοί του Πετρελαίου γνωρίζουν την απάντηση;

        ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ

Σημάδια- τύψεις στα φύλλα

τζίφρες μιάς άλλης θεότητας

του πετρελαίου.

        Για αυτήν την πανάρχαια και ταυτόχρονα επίκαιρη πάντα Θεότητα μας μιλά ο ποιητής Γιώργος Δανιήλ στο τρίστιχό του της συλλογής «Τα αδιέξοδα και τα τερπνά» εκδόσεις Εγνατία- Θεσσαλονίκη 1980.

 Έτσι το παιδί με το Ταμπούρλο-που δεν είναι ηλικιακά παιδί πια, αποφάσισε να εορτάσει την Ημέρα της Ποίησης με τον δοκιμιακό λόγο μιας βραβευμένης αξιόλογης κριτικού, δοκιμιογράφου και μεταφράστριας της νεότερης ελληνικής γραμματείας. Της σημαντικής γυναικείας φωνής συζύγου του ποιητή από την Θεσσαλονίκη Μανόλη Αναγνωστάκη, της Νόρας Αναγνωστάκη (1930-31/12/2013). Μιάς συγγραφέως που υπήρξαμε θαυμαστής του μεταφραστικού και δοκιμιακού της έργου, από όταν πρωτοδιαβάσαμε εδώ και χρόνια την μετάφρασή της, ενός παιδικού βιβλίου του Ουίλλιαμ Σάρογιαν «Με λένε Άραμ», (νομίζω είχε κυκλοφορήσει πρώτα στις εκδόσεις Βίπερ ή Άγκυρα και μετά από τη Νεφέλη όταν το πρωτοδιαβάσαμε) και τις κριτικές της στους ετήσιους τόμους του «ΧΡΟΝΙΚΟΥ» της γνωστής Γκαλερί «ΩΡΑ». Μεταγενέστερα σε παλαιοβιβλιοπωλείο συναντήσαμε και αποκτήσαμε τεύχη του περιοδικού «ΚΡΙΤΙΚΗ» που εξέδιδε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Η Νόρα Αναγνωστάκη είχε την επιμέλεια και την φροντίδα της έκδοσης, τις διορθώσεις και συμμετείχε με κείμενά της. Τις δεκαετίες 1980 και 1990 προμηθευτήκαμε και διαβάσαμε τα βιβλία της:- «Μαγικές Εικόνες» Επτά Δοκίμια 1960-1965 α΄ έκδοση 1973, β’ έκδοση «Νεφέλη» 1980, σελ. 134. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον ποιητή σύντροφό της «στον Μανόλη». Περιλαμβάνει: - Προοίμιο στην ποίηση της Ελένης Βακαλό, 7-20. Το μελέτημα για την υπερρεαλίστρια ποιήτρια και εικαστικό είχε δημοσιευθεί στην «Κρητική» το 1960. –Και το «Οι «Δύσκολοι Καιροί» μέσα από την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», 21-43 πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Κριτική» του 1959.- το «Το παράθυρο προς την ποίηση και ο Δ. Π. Παπαδίτσας», 74-75 και αυτό στην «Κριτική» του 1961.- Το «Ο Σεφέρης της Μνήμης και της Λησμονιάς στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος, ά», 76-90 που αρχινά με τον Καβαφικό στίχο «… Η μυστική βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων», είναι η συμμετοχή της στο αφιέρωμα «Για τον Σεφέρη» 1961. – Ένα ακόμα κείμενο για την ποιήτρια Ελένη Βακαλό, γράφει η Ν. Α. «Η Έννοια των Τυφλών», 91-104. Το σύντομο κείμενο αρχινά με στίχους του Διονυσίου Σολωμού «Το πουλί που βασιλεύει/ πάνου εις τ’ άλλα τα πουλιά,/ γρηγορώτατα αναδεύει/ τα αιθερόλαμνα φτερά.// τρέχει, χάνεται, και πίνει/ τόλμην πίνει ο οφθαλμός/ από τ’ άστρον, οπού χύνει/ κύματα άφθαρτα φωτός.». βλέπε περιοδικό «Διάλογος» 1962. –Η κριτική της για την συλλογή του Θεσσαλονικιού ποιητή Κλείτου Κύρου,  με τίτλο «Μικρή σπουδή για τους «Κλειδάριθμους» του Κλείτου Κύρου», 105-115 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό που εξέδιδε ο συγγραφέας Τηλέμαχος Αλαβέρας «Νέα Πορεία» το 1964.- Για τις «Νεότερες τάσεις στην πεζογραφία», 116-129 μας μιλά στο τελευταίο δοκίμιό της. Είναι διάλεξή της την Άνοιξη του 1964 που δημοσιεύθηκε ένα χρόνο αργότερα το 1965 στο περιοδικό «Ενδοχώρα». Οκτώ χρόνια αργότερα, 1988 οι εκδόσεις «στιγμή» της εκδίδουν το βιβλίο «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ», σελίδες 80. Το βιβλίο περιέχει τρείς μελέτες της. Για τον ποιητή και κριτικό από τον Πύργο Τάκη Σινόπουλο, για τον ποιητή, δοκιμιογράφο και αρθρογράφο, μεταφραστή, θεωρητικό της λογοτεχνίας, ομότιμο πανεπιστημιακό Νάσο Βαγενά και για τον ζωγράφο σύζυγο της Ελένης Βακαλό και ιδρυτή της «Σχολής Βακαλό» Γιώργο Βακαλό. Το βιβλίο είναι αφιέρωμα στον γιό της «Ανέστη». Η έκδοση αρχίζει με το «ΣΗΜΕΙΩΜΑ» της σελίδας 11-12 από το περιοδικό «Κύματα» 1981. «Γίνεσαι επαγγελματίας στο γράψιμο-όχι με την έννοια της κερδοσκοπίας, αλλά της εξειδίκευσης. Είναι φοβερό να μπορείς κάθε στιγμή να γράψεις κάτι που στέκει. Είναι αηδιαστική η ευκολία. Αυτή ακριβώς η ικανότητα μπορεί να λειτουργήσει και σαν αναπηρία στους πολυγραφότατους συγγραφείς. Όσο κι αν πιστεύω πώς η άσκηση στο γράψιμο είναι απαραίτητη, έχω την εντύπωση ότι η δημιουργική δουλειά δεν βγαίνει σωστή χωρίς μεγάλες περιόδους ανάπαυλας (και γιατί όχι και τεμπελιάς). Δεν χρειάζεται και ο νους του δημιουργού την αγρανάπαυσή του; Κάθε τι ζωντανό δεν χρειάζεται για να γεννηθεί ένα στάδιο κυοφόρίας;……».- Το «Μελετώντας Τάκη Σινόπουλο», 13-36, δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα για τον ποιητή στο 51ο τεύχος, τον Νοέμβριο του 1980 του περιοδικού «Εποπτεία». -Ακολουθεί η κριτική της για την «Η Συντεχνία» του ποιητή Νάσου Βαγενά, 37-57, που δημοσιεύτηκε στο «Χρονικό» του 1976. –Τέλος, έχουμε το «Με της ψυχής το φεγγαρίσιο φώς…», 57-77. Το κείμενο για τον «παραμυθά ζωγράφο, με την υπέρκομψη τεχνική….» τον Γιώργο Βακαλό αρχινά με γράμμα της Νόρας Αναγνωστάκη στην ποιήτρια Ελένη Βακαλό. Εξαιρετικό τεχνοκριτικό κείμενο, γραμμένο με ευαισθησία, λυρισμό και αγάπη. Το 1995 η κριτικός και δοκιμιογράφος, μεταφράστρια Νόρα Αναγνωστάκη θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Νεφέλη» το συγκεντρωτικό τόμο «ΔΙΑΔΡΟΜΗ» ΔΟΚΙΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ (1960-1995), σελίδες 280 με μακέτα εξωφύλλου του Αριστείδη Αντονά και διορθώσεις της Αρετής Μπουκάλα. Ο εύρωστος συγκεντρωτικός τόμος είναι αφιερωμένος «στον Μανόλη». Περιλαμβάνει τα παλαιότερά της -«Μαγικές Εικόνες (1960-1965). –την «Κριτική της Παντομίμας (1970-1975)», - τις «Πνευματικές Ασκήσεις» και ακόμα, το δοκίμιο της για τον Σμυρνιό πεζογράφο «ΚΟΣΜΑ ΠΟΛΙΤΗ» ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη. Η εκτενής ανάλυση των βιβλίων του Κοσμά Πολίτη ερανίζεται από τόμο της σειράς «Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία» των εκδόσεων «Παναγιώτη Σοκόλη» 1993.

    Το παρόν κείμενο που αναρτώ σήμερα- Ημέρα της Ποίησης- προέρχεται από το βιβλίο της «Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ (1970-1975)» εκδόσεις Κέδρος 1977, σελίδες 112, δραχμές 350. «Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΜΙΜΑΣ» είναι το δεύτερο βιβλίο της. Ο τόμος περιλαμβάνει τα εξής κείμενα.

-Μια μαρτυρία, 9-16

        Η προσωπική της διλημματική εξομολόγηση ότι «Το πρώτο μου σφάλμα ήταν ότι με τη γλώσσα άλλου καιρού, θέλησα ν’ αρχίσω να μιλά για πράγματα σημερινά…» Είναι ένα ζήτημα που αντιμετωπίζουν όλοι όσοι ασχολούνται με συγγραφείς παλαιότερων γενεών και εποχών θέλοντας να μιλήσουν για προβλήματα του σήμερα. Χωρίς να γνωρίζουν με βεβαιότητα αν εκφράζουν των παλαιών δημιουργών την αλήθεια και των χρόνων τους ή την τωρινή, την δική τους. Ποιητικές χειρονομίες και ήχοι που συναντώνται στον χρόνο και συνοδοιπορούν στο μέλλον ως κοινή παράδοση.

-Ερωτήματα που (ίσως) απαντούν, 17-22

        Εύστοχη η διαπίστωση της αρχής του κειμένου: «Πιστεύω πώς πνευματική ζωή του τόπου μας δεν είναι μόνο τα έργα της λογοτεχνίας, της τέχνης, της διανόησης, αλλά ολόκληρη πάλη κινήσεων που τείνει να συντηρήσει ή να καταστρέψει την πνευματική του υπόσταση».

-Απολογισμοί και ερωτηματικά, 23-40

        «Δουλειά μου δεν είναι να κρίνω, αλλά να ζώ τα πράγματα του καιρού μου και του τόπου μου κάνοντας ό,τι μπορώ.

        Απλώς τυχαίνει να μπορώ να γράφω.

        Το γράψιμο είναι ένας από τους τρόπους που με βοηθάνε να μαθαίνω και να φανερώνω τι άνθρωπος είμαι και πώς βλέπω τους ανθρώπους  και τα έργα τους στην κίνησή τους μες στον κόσμο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ίσως μπορέσω να βοηθήσω και τους άλλους. Οι περισσότεροι δεν γράφουν, βρίσκουν όμως άλλους τρόπους να φανερώνουν ποιοι είναι, να βοηθούν ή να ζημιώνουν.

        Μ’ άλλα λόγια θεωρώ τον τρόπο ζωής του κάθε ανθρώπου σαν την σπουδαιότερη δουλειά που κάνει. Κανένας δεν είναι ανεπάγγελτος ή άνεργος εφόσον είναι ζωντανός.

        Το θέμα είναι ποιός προωθεί τη ζωή και ποιός την πάει πίσω.»

        Εύστοχες παρατηρήσεις ή μάλλον συμβουλές ενός ατόμου με παιδεία, μόρφωση, κατανόηση των ανθρώπινων ορίων και δυνατοτήτων. Μία κριτικός που δεν καβάλησε το καλάμι της βραβευμένης αναγνώρισής της και της αποδοχής της από τους πνευματικούς κύκλους. Καίριος και σεμνός λόγος ενός άξιου δημιουργού. Μιάς κριτικού που ξέρει να διαβάζει, να προβληματίζεται πάνω στα έργα που διαβάζει, να συσχετίζει και να εκφράζει με σεβασμό την γνώμη της και τις προτιμήσεις της, δίχως κριτικές τυμπανοκρουσίες. Δίχως κριτικές ιερεμιάδες ή πατριαρχικές ή παπικές κριτικές αυθεντίες, μοναδικότητας της κριτικής αλήθειας.

-Το στοιχείο της σάτιρας και του χιούμορ στη νεότερη ποιητική γενιά, 41-68

        Ενδιαφέρον και πρωτότυπο για την εποχή του το παραπάνω κείμενο. Υπάρχει μία μεγάλη μερίδα ελλήνων και ελληνίδων ποιητών και ποιητριών που χτυπά δυνατά μέσα τους η χιουμοριστική φλέβα. Από τον Γεώργιο Σουρή έως τον Γιάννη Σκαρίμπα και από τον πεζογράφο Εμμανουήλ Ροϊδη έως την σατιρική και σαρκαστική φλέβα του Κώστα Καρυωτάκη και του Κώστα Βάρναλη είναι κοινή η γραμμή. Περιοριζόμενοι στις νεότερες γενιές του προηγούμενου αιώνα μην παραβλέποντας τους Καθαρευουσιάνους δημιουργούς. Η Νόρα Αναγνωστάκη διασαφηνίζει την διαφορά ανάμεσα στην ποίηση και την γελοιογραφία, την διαφορά ανάμεσα του χιούμορ και της σάτιρας. Μας ζητά να φαντασθούμε, γράφει: «Ας φαντασθούμε λοιπόν το χιούμορ σαν μία ψιλή χρωματιστή ίνα στην ύφανση ενός σκουρόχρωμου υφαντού. Η ποιητική γλώσσα είναι διάστικτη από τους χρωματικούς αυτούς τόνους αλλά η ποικιλία της διάταξής τους, οι ποσοτικές αναλογίες και η τεχνική της ύφανσής τους, δηλαδή η δομή τους, είναι διαφορετική σε κάθε ποιητή. Η τεχνική αυτή της γλώσσας είναι εξαιρετικά λεπτή, δύσκολη και πολύπλοκη γιατί πρέπει να ισοζυγίζει διαρκώς βάρος πραγμάτων και ελαφρότητα έκφρασης σε κείνο το σημείο της ισορροπίας που εξασφαλίζει την ποιητική υπόσταση και σε κείνο το σημείο ψυχισμού που χωρίς να ξεχνάς τί σου συμβαίνει να μπορείς και να το αντέχεις. Διότι η πηγή του χιούμορ και της σάτιρας δεν είναι το ξεχείλισμα του κεφιού από ευδαιμονική ευφορία. Οι καιροί δεν είναι μόνο δύσκολοι αλλά και άσχημοι». Αφουγκραζόμαστε τους ποιητικούς ήχους της ποίησης του Λευτέρη Πούλιου, του Βασίλη Στεργιάδη, του Γιάννη Κοντού, της Τζένης Μαστοράκη, του Γιάννη Πατίλη, του Κώστα Οικονόμου, του Μίμη Σουλιώτη, του Δημήτρη Καλοκύρη, του Μίλτου Σαχτούρη, του Γιώργου Χουλιάρα. Όπως η Ν.Α. μας επισημαίνει, οι Νέοι Ποιητές (των χρόνων εκείνων) κάνουν χρήση του αμφίστομου όπλου που λέγεται χιούμορ και σάτιρα. Από τον χώρο της Πειραιώτικης ποιητικής παράδοσης ο θεατράνθρωπος και ποιητής Αλέκος Χρυσοστομίδης ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την σάτιρα, ενώ σκοτεινή, πικρή και απαισιόδοξη είναι η σατιρική σαρκαστική φωνή του Ανδρέα Αγγελάκη.

-Ποιητικά 1973, 69-100

[Το πιο «πλούσιο» και ίσως πιο ενδιαφέρον σε κρίσεις κείμενο του βιβλίου. Αν και στην κατακλείδα του ποιητικού αυτού καλειδοσκοπίου που κυκλοφόρησαν την κρίσιμη πολιτικά και ιστορικά χρονιά του 1973 αναφέρει: «Νομίζω πώς πρέπει να έγινε αντιληπτό ότι δεν έκανα κριτική καλών ή κακών βιβλίων του 1973, αλλά των βιβλίων που έτυχε να βγούν αυτή τη χρονιά από ποιητές έτσι διαμορφωμένους ώστε να δίνουν στο σύνολό τους ένα μέρος της εικόνας της κοινωνικής και ποιητικής μας πραγματικότητας». Η Νόρα Αναγνωστάκη μας δίνει μια στατιστική παρουσίαση των νέων ποιητικών συλλογών που κυκλοφόρησαν εκείνη την χρονιά όπως συνήθιζε να κάνει στο τέλος κάθε χρονικής περιόδου το «Χρονικό». Αρχινώντας με την διαπίστωση του Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Ο Ρίλκε έλεγε πώς «τρακόσοι ποιητές δεν υπάρχουν». Και συνεχίζει: «Η ψυχρή στατιστική μας δίνει την πληροφορία ότι από το 1970 ως το 1973 κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα 1500 ποιητικά βιβλία. Φέτος φτάσαμε τα 424. Χαρακτηριστική είναι η προοδευτική αύξηση του αριθμού από χρόνο σε χρόνο, με ρυθμό ανερχόμενου πυρετού…..» Από το βλέμμα και την πένα της Νόρας Αναγνωστάκη περνούν οι εξής έλληνες ποιητές και ποιήτριες και οι συλλογές τους. Οι περισσότεροι προέρχονται από την τρίτη μεταπολεμική γενιά. «Η ποίηση έγινε ένα άσυλο φωνής του ρημαγμένου ψυχισμού των Ελλήνων» γράφει ενώ για τους ποιητές αναφέρει «Οι ποιητές είναι οι υπερευαίσθητοι και βασικά υπεύθυνοι φορείς αυτού του λαϊκού αισθήματος. Ίσως γι’ αυτό φτάσαμε και σε μιά λαϊκή χρήση της ποίησης (της τέχνης γενικότερα) κι απ’ την πλευρά της ποίησης κι απ’ την πλευρά του κοινού. (Π,χ, Οι μουσικοί μελοποιούν ποιήματα, οι ποιητές γράφουν τραγούδια, κι όλος ο κόσμος τα τραγουδάει σα να βρίσκει ό,τι έχει χάσει, κι όλα του τα όνειρα). Σ’ αυτή τη μυστική συμφωνία των πολλών με τους λίγους, σ’ αυτή τη διόλου μεταφυσική αλληλεγγύη φτάσανε και οι άνθρωποι και οι τέχνες αυτά τα κρίσιμα χρόνια, σ’ αυτή την κοινοκτημοσύνη των μέσων που μας κρατούν ζωντανούς. Και ο καθένας δίνει, όχι μόνο ποιήματα, μουσική, ζωγραφιές αν είναι καλλιτέχνης, ούτε απλή συμμετοχή αν ανήκει στο κοινό αλλά όση ζωή διαθέτει.». Τα ονόματα που περνούν από μπροστά μας και οι συλλογές τους εν είδη ποιητικού πανοράματος είναι. Οδυσσέας Ελύτης, «Ήλιος ο Ηλιάτορας», τα «Ρω του Έρωτα», το «Άξιον Εστί» «Μονόγραμμα». Ενδιαφέρουσα η θέση της ότι «Ο ηλιάτορας είναι η μετατροπή του «Άξιον Εστί» σε τραγούδι. Η μεταφορά σύψυχης της ουσίας του «Άξιον Εστί» (ακόμα και της δομής του) στην απλούστερη διάρθρωση σύνθεσης και στους απλούς στίχους του ήλιου του ηλιάτορα!». Ο Γιάννης Ρίτσος και οι «Χειρονομίες» του. Μας λέει: «Η λαϊκή χειρονομία του Ρίτσου είχε το μάκρος των χρόνων του βίου του και το άπλωμα της προσφοράς του τεράστιου έργου του στην κοινή χρήση.» ενώ παρακάτω: «Ο Ρίτσος έκανε με την ποίησή του ό,τι έκανε ο Προύστ με την πεζογραφία. Με την αναπλαστική μνήμη μας δημιουργεί συνείδηση υπάρξεως, μέσα στον ελληνικό χώρο». Ακολουθεί ο Θεσσαλονικιός ποιητής και κριτικός Γιώργος Θέμελης και οι συλλογές του «Δενδρόκηπος ΙΙ» και «Περιστροφή». Υποστηρίζει: «Στον Θέμελη σταθερός και αμετακίνητος στόχος ήταν πάντοτε η εξερεύνηση του μυστηρίου της ύπαρξης και του νοήματός της». Ακολουθούν οι ποιήτριες Ζέφη Δαράκη με τον σημαδιακό τίτλο του βιβλίου της «Ο κήπος με τα εγκαύματα» και η Μαρία Καραγιάννη μ την «Η κατάδυση και ο Πυθμένας». «Το πρώτο ποίημα του «Πυθμένα» (1967-1971) νομίζεις πώς είναι σελίδα από την Αποκάλυψη». Επαινετική είναι η κρίση της για τον Δημήτρη Παπαδίτσα. Σημειώνει: «Ήταν γραφτό ν’ αποκτήσει η ποίησή μας τον Ορφέα της και να προστεθεί στην αρχαία αποκρυφιστική μας παράδοση ένας ακόμα μύστης: Ο Δημήτρης Παπαδίτσας. Ήδη από τις «Ουσίες» του διαγραφόταν αυτή η στροφή και με τα τέσσερα επόμενα βιβλία του (το τελευταίο είναι η «Διάρκεια και ενδέκατη παραλλαγή») ο ποιητής μας στέλνει συνεχώς σήματα της αρχαίας πηγής πού τον δροσίζει: Θαλής ο Μιλήσιος, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Απολλώνιος ο Ρόδιος (γιατί όχι και ο Απολλώνιος ο Τυανεύς πούκανε θαύματα σαν το Χριστό;) Ο Πυθαγόρας και ο Πλάτωνας που μαθήτευσαν στα ιερατεία της Αιγύπτου, ο Ιωάννης της Πάτμου. Αν μπεις σ’ αυτόν τον κύκλο της σαγήνης και αφεθείς στη μαγνητική του περιδίνηση, δεν επιστρέφεις πιά στα εγκόσμια πάθη». Ακολουθούν οι Δημήτρης Χριστοδούλου με τη «Μετοικεσία», ο Δημήτρης Λευκορείτης με τις «Τυραννίες» και η Μαρία Κυρτζάκη με τις «Λέξεις». Η Χρύσα Προκοπάκη με τις «Αποστάσεις» Για την βιβλιογράφο του ποιητή της Ρωμιοσύνης γράφει: «Τα καλλίτερα ποιήματα του βιβλίου είναι τα λυρικά του, αυτά που δύσκολα τους παραδίδεται, κι έχουν ροή και μαλακή αναδίπλωση του στίχου, αρμονικά ταιριάζοντας κοιτάσματα βιωμάτων και ειλικρίνεια έκφρασης.» Ενώ για την ποιήτρια και διορθώτρια κειμένων και βιβλίων βλέπε (Λούντβιχ Βιτγκενστάιν) άμεση είναι η αποδοχή του ποιητικού της λόγου: «Η Μαρία Κυρτζάκη είναι μία εξαιρετικά ευπαθής και λεπτής υφής ποιήτρια χωρίς να της λείπει το θάρρος των κοφτών περιγραμμάτων και η σταθερότητα του βλέμματος. Το λάθος της είναι ότι υποκύπτει συχνά στη μουσική επωδό των επαναλαμβανόμενων λέξεων, στην ευκολία της γοητείας τους όπως ηχούν και ξαναηχούν τα τονισμένα νοήματά τους.». έπεται ο ποιητής Γ. Ξ. Στογιαννίδης και το έβδομο βιβλίο του με τον αυτοσατιρικό τίτλο «Περίπτερο», την «Ενοχή της αθωότητας» (1966) και την πρώτη του συλλογή «Περιστέρια στο φώς» (1949). Η κυνηγημένη ποιήτρια και πεζογράφος Βικτώρια Θεοδώρου με την «Η εκδρομή» «Αφιερώνεται «σ’ αυτές που έζησαν στο ερημονήσι», στις συνεξόριστές της.». Από την Κύπρο μας έρχεται «μία σπουδαία έκπληξη» το βιβλίο «Το αγγείο με τα σχήματα» του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη. Η κοινωνική  ποίηση ακούγεται με την συλλογή «Αγωγή» του Δημήτρη Σεκέρη. Από τον Πειραιά μας έρχεται η ποιητική φωνή του Ανδρέα Αγγελάκη με το «Πύον». Οι θηλυκές φωνές της ποίησης και του δοκιμίου Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και η Γιολάντα Πέγκλη εμφανίζονται με την συλλογή «Οίκος» και «Αγκάθι το αμάραντο» αντίστοιχα. Από τους νεότερους ποιητές της Γενιάς του 1970 έχουμε τον Λευτέρη Πούλιο και την «Ποίηση ΙΙ» βλέπε για τον ποιητή μελέτη της φιλολόγου και δοκιμιογράφου Μορφίας Μάλλη, και του ποιητή, κριτικού και εκδότη του περιοδικού «Πλανόδιο» Γιάννη Πατίλη και το βιβλίο του «Αλλά τώρα προσέχτε!...». Ο ποιητής και συγγραφέας Γιάννης Κοντός εμφανίζεται με «Το Χρονόμετρο» ενώ με το πρώτο της βιβλίο εμφανίζεται η πεζογράφος Λία Μεγάλου (Σεφεριάδη;) με το «Ο δραπέτης στο δέντρο». Αρκετά τα σχόλια για την σκληρή ποίηση της καλής ποιήτριας Ρούλα Αλαβέρα από την Θεσσαλονίκη με τον «άγριο» τίτλο «Το κρανιοτρύπανο». Γράφει με ειλικρίνεια, δηλώνοντας την «αδυναμία της;»: «Θα χρειαζόταν μία συστηματική κριτική για ν’ αναλυθεί σωστά και δίκαια αυτό το δύσκολο και ωραίο ποίημα, από κάποιον που θα είχε ένα άλλοθι αντικειμενικότητας- ποιόν άραγε;-πού εγώ, νομίζω- δεν διαθέτω.». Τέλος, κλείνει την περιδιάβασή της με «Τρείς παλιοί ποιητές, με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα…» Τον Κωνσταντινουπολίτη Πέτρο Χρονά και το βιβλίο του «Ανάμεσα στα φίδια και στ’ αηδόνια», τον Στέργιο Βαλιούλη από την Θεσσαλονίκη και το βιβλίο του «Παρένθεση» και τον ποιητή και ανθολόγο Σπύρο Κοκκίνη και το βιβλίο του με τον απαισιόδοξο τίτλο «Στόμα Θανάτου».  Ενώ ο ποιητικός λόγος του Βασίλη Καραβίτη, ηχεί στα αυτιά μας με το βιβλίο του «Το παιχνίδι της επαφής».

        Πλούσιος ο ποιητικός ανθώνας που μας παρουσιάζει η κριτικός Νόρα Αναγνωστάκη. Το πλήθος των ονομάτων αντρών και γυναικών ποιητών μας είναι γνωστά εκτός από δύο μάλλον ονόματα που ενδέχεται να μην συνέχισαν την ποιητική τους πορεία μετά την Μεταπολίτευση.

-Η Κριτική της παντομίμας, 101-108.

        Τα κείμενα προέρχονται είτε από παλαιότερα δημοσιεύματα της συγγραφέως είτε από διαλέξεις της. Την αυλαία των Κειμένων ανοίγει με τον λόγο της Νόρας Αναγνωστάκη.

Διαβάζουμε:

«Αυτά τα λίγα που έγραψα στη διάρκεια της δικτατορίας δεν χρειάζονται κανένα πρόλογο. Φτάνει ο αναγνώστης να ξαναθυμηθεί (ή να φαντασθεί, αν είναι τόσο νέος) πώς ζούσαμε κι εκδηλωνόμαστε τότε. Και τον παρακαλώ (έχει κάποια σημασία) να τα διαβάσει με τη σειρά του βιβλίου, δηλαδή με τη σειρά που γράφτηκαν.».

        Τα ελάχιστα αυτά διευκρινιστικά που μας λέει η κριτικός, δεν δεσμεύουν καθοδηγητικά την ανάγνωσή μας ή την σκέψη μας, αλλά είναι επιβοηθητικές συμβουλευτικές προτροπές στην ανάγνωση των κειμένων έτσι ώστε να κατανοήσουμε ανετότερα την συλλογιστική της σκέψης της, την εξέλιξη της κριτικής της ματιάς και την αναγνωστική- κριτική της μέθοδο. Δύο από τα αναδημοσιευμένα Κείμενα έχουν ως μότο, το «Μιά μαρτυρία» λόγια του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, «…. Τί λές; Ως πότε θα πηγαίνη ομπρός αυτή η υπόθεση; Ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλή ‘ς έναν τρόπον, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλή μίαν γλώσσαν δική τους;». Το Κείμενο είναι αναδημοσίευση από την έκδοση «Δεκαοχτώ Κείμενα», Α΄ έκδοση, Ιούλιος 1970. Η δεύτερη ρήση προέρχεται από τον άγγλο ποιητή και κριτικό Τόμας Στερν Έλιοτ, “To do the useful thing, to say the courageous thing, to contemplate the beautiful thing that is enough for one man’s life”. Το Κείμενο είναι από τον τόμο του «Χρονικού» 1971. Το τρίτο κατά σειρά κείμενο προέρχεται από το περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Εξάντας» τεύχος 1ο /1972. Το εκτενέστερο που αναφέρεται «στο στοιχείο της σάτιρας…» είναι Κείμενο διάλεξης που δόθηκε στην «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης 9/5/1973 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Αθήνας «Η Συνέχεια» τχ.4/ 6, 1973. «Τα Ποιητικά 1973» παρουσιάστηκαν στο «Χρονικό 73» 1973 με την εξής διευκρίνιση της Ν.Α.: [«Η κατάσταση μετά τα δραματικά γεγονότα του Νοέμβρη επέβαλε τη διαγραφή ωρισμένων φράσεων που θα καθιστούσαν αδύνατη τη δημοσίευση του κειμένου. Δημοσιεύεται εδώ στη μορφή που είχε παραδοθεί τότε στον εκδότη»]. Τέλος, «Η Κριτική της παντομίμας» που δίνει και τον συγκεντρωτικό τίτλο του βιβλίου όπως σημειώνει η κριτικός είναι «Κείμενο ειδικά γραμμένο για ξένο κοινό» βλέπε “The times Literary Supplement” 3844 (1975) 1368-9., και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Κώδικας», τχ.2/1976.

        Η Κριτική της Παντομίμας

  « Άς κάνουμε ένα μικρό πείραμα, για να δούμε πόσο αντέχει στη δοκιμασία της αποτελεσματικής λειτουργίας του αυτό το όργανο, που λέγεται γλώσσα. Θα σας δώσω ένα μικρό κείμενο κριτικής μου, που δημοσιεύτηκε το 1973, έκτο χρόνο της δικτατορίας στην Ελλάδα. Σημασία έχει όχι τί μπορεί να γραφτεί τώρα, με δημοκρατική ασυδοσία και πλήρη ασφάλεια, αλλά τί γραφόταν τότε που η πνευματική έκφραση τυραννίστηκε, και επέζησε όπως και οι άνθρωποι, εφευρίσκοντας μέσα και τρόπους ζωής. Τώρα θα γίνει ο έλεγχος, αν ωρίμασε κάποια γλώσσα ή κάποιοι άνθρωποι που θα γίνουν και το στήριγμα αυτού του- διόλου ανάλαφρου- σταυρού, που λέγεται ελληνική δημοκρατία του έτους 1975. Ιδού το κείμενο:

        Ιδιαίτερα πρέπει να προσέξουμε το βιβλίο του Γιάννη Πατίλη «Αλλά τώρα προσέχτε…» Τί υγεία και τί νιάτα έχει αυτό το παιδί των εικοσιέξη χρονώ, που δεν είναι λιγότερο πικραμένο απ’ τον καθένα μας! Αν επιτρέπεται η έκφραση, έχει την υγεία της δυστυχίας, δηλαδή σκληρή διαύγεια της σκέψης που διώχνει τη θολούρα και τους ομιχλώδεις ατμούς του μυαλού, θλίψη που έγινε ψυχρό κρύσταλλο κι όχι ρυάκια δακρύων, ευαισθησία που είναι συναίσθηση χαμού κι όχι φτερουγίσματα καρδιάς, γλώσσα στιλέτο κι όχι περικοκλάδα, αθλητικό πάθος για τη ζωή κι όχι ερωτοτροπίες με σκιές θανάτου, κυκλική ματιά που ρίχνει ηλιακό, αττικό φώς, παντού, κι όχι μισοφέγγαρο μιάς ατέλειωτης νύχτας, χέρια που μπορούν να ξεπαστρέψουν τη διάλυση όπου υπάρχει σα διάχυτη λέπρα σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους, ακατάβλητο χιούμορ και χαμόγελο σαν ασπίδα, για την αντοχή της τραγωδίας.

        Από τον Πατίλη και μερικούς άλλους νέους ποιητές, έρχεται στην ποίησή μας το πρώτο, θετικά επιθετικό κύμα ζωής, δηλαδή αυτό που χτυπάει αλύπητα το κακό, όπου το βρίσκει, όποιον ευθύνεται, για όποια καταστροφή, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, καταργώντας τα «αιώνια» θύματα και τους «αιώνιους» θύτες, τοποθετώντας στη σωστή του βάση ένα παγκόσμιο κι όχι μόνο τοπικό πρόβλημα. Ποιητής Αθηναίος κι όχι Δωριεύς. Σε τέτοιους νέους θα έπρεπε να εμπιστευτούμε το μέλλον.

        Ποιά είναι η σημασία αυτού του κειμένου που μπορεί και σήμερα να τη συλλάβει ακόμα και ο απαθής ξένος αναγνώστης, που δεν έχει ιδέα τί γίνεται στην Ελλάδα; Με τις ίδιες περίπου λέξεις του κειμένου θα δώσω τη ρηχή και άχρωμη περιγραφή των γεγονότων, που επισημαίνονται, για να δω αν λειτουργεί τουλάχιστο σαν πληροφορία η γλώσσα. «Το ελληνικό πρόβλημα είναι μιά τραγωδία καταπίεσης του λαού, που έχει την ψυχολογία του «αιώνιου θύματος»’ ότι κάθε έλληνας είναι πικραμένος και δυστυχής αλλά υπάρχουν δυό όψεις δυστυχίας (πού προβάλλονται αντιστοίχως στην ποίηση), η νοσηρή, πού είναι αδρανής, και η υγιής, που έχει τα ανθρώπινα μέσα (σκέψη, αισθήματα, ευαισθησία, γλώσσα, μάτια, χέρια) να εξαπολύσει ένα επιθετικό κύμα ζωής (η νέκρα εξυπακούεται) στη διάλυση, που οφείλεται όχι μόνο στους καταπιεστές, αλλά και στους καταπιεζόμενους’ ότι το τοπικό αυτό πρόβλημα καταπίεσης είναι σύστοιχο με το παγκόσμιο πρόβλημα πού υπάρχει είτε μεταξύ κρατών είτε μέσα σε κάθε κοινωνία. Και η πρόταση της ελπίδας; Να εμπιστευτεί ο κόσμος το μέλλον στο πνεύμα της Αθήνας κι όχι της Σπάρτης!».

        Έτσι θλιβερά γυμνό μένει το δέντρο, όταν του ρίξεις όλα τα φύλλα. Ελπίζω να υπάρξουν αναγνώστες που θα το δουν ολόκληρο και, με λίγη φαντασία, θ’ ακούσουν και τα πουλιά του.

        Ο Έλιοτ μου έμαθε τον κανόνα ότι A critic must have a very highly developed sense of fact- και η ζωή του τόπου μου δε μ’ άφησε ούτε στιγμή να τον ξεχάσω.

        Αυτή λοιπόν ήταν τότε η πραγματικότητα, αλλά και τα ανοίγματα της ψυχής που ισορροπούσαν την αντοχή μας στην πίεσή της, ήταν κι αυτά πραγματικότητα.

        Μά, θα ρωτήσει ο επαρκής ξένος αναγνώστης, τί είδους κριτική είν’ αυτή, που δεν αναλύει τη λειτουργία της ποιητικής γλώσσας και δεν ανακαλύπτει την αισθητική εγκυρότητα των σημασιών της;

        Του απαντώ ότι αυτή είναι η κριτική της παντομίμας.

        Τα χρόνια εκείνα στην Ελλάδα ο λόγος ήταν απαγορευμένος. Δεν μιλούσαμε.. Κάθε πνευματική έκφραση, κάθε πράξη, ακόμα και η γραφή πέρα από τα λόγια της, ήταν μία εμφατική χειρονομία με διπλή σημασία: Δήλωση άρνησης της τυραννίας και πράξη επικοινωνίας μ’ αυτόν το ρημαγμένο, βουβό κι αβοήθητο κόσμο των ελλήνων ανθρώπων. Όσο ωρίμαζε η τυραννία, τόσο ωρίμαζε και η τεχνική της χειρονομίας, πλήθαιναν οι κατευθύνσεις των κινήσεών της, βάθαιναν τα μηνύματά της και γίνονταν φορέας αγωγής και κουλτούρας. Ο στόχος ήταν ένας:  Να κρατηθούμε ζωντανοί, δηλαδή να καταπολεμήσουμε την αδράνεια στο κακό, αλλά και στο καλό. Η μίμηση των κινήσεων της ζωής σ’ ένα φιμωμένο κι ακινητοποιημένο τόπο είναι απ’ τις πιό επικίνδυνες, γιατί μπορεί να καταλήξει σε αδέξιες καρικατούρες. Αυτό δεν το αποφύγαμε. Η παντομίμα είναι μία σπουδαία τέχνη, κι όσοι πέτυχαν στο στόχο τους ήταν συνήθως γεροί τεχνίτες στη δουλειά τους κι είχαν συνείδηση της χειρονομίας τους. Διανοούμενοι, μουσικοί, ζωγράφοι, ποιητές, πεζογράφοι, γελοιογράφοι και όλοι εκείνοι που οι συνειδητές τους πράξεις τους οδήγησαν στις φυλακές και στις εξορίες.

        Θα σας φέρω ένα παράδειγμα μιάς ώριμης χειρονομίας της ποιητικής γλώσσας των νέων μας ποιητών. Ένα από τα μέσα, που χρησιμοποίησαν σαν εκφραστικό εργαλείο, ήταν η σάτιρα και το χιούμορ. Σας παραθέτω ένα απόσπασμα από μιά μελέτη μου, γραμμένη κι αυτή το 1973, γι’ αυτό ακριβώς το θέμα:

        Οι ίδιοι οι ποιητές δεν μπορούν να καταλήξουν σ’ ένα χαμόγελο ολοστρόγγυλο, που μπορεί να κατρακυλήσει σε γέλιο. Καγχάζουν αλλά δεν γελούν. Δεν έχουν αυταπάτες. Έχουν όμως κουράγιο. Μας προτείνουν να κρατήσουμε, να μην ξεχάσουμε τουλάχιστον τα βασικά στοιχεία των εκδηλώσεων της χαράς. Μας διδάσκουν μιάν υγιεινή μοντέρνα γυμναστική των μυών στις κινήσεις του χαμόγελου και του γέλιου. Μας διδάσκουν τη μίμηση μιάς πράξεως σπουδαίας και τελείας. Είναι μιά γενιά που σιχάθηκε την κατά κόρον δραματοποίηση του τραγικού, δηλαδή τελικά την ωραιοποίηση του μέσω της τέχνης, και πέρασε ενσυνείδητα και αποφασιστικά στη διακωμώδηση όχι του δραματικού, αλλά του δραματοποιημένου ύφους, ίσως για να περισώσει την αξιοπρέπεια του τραγικού απ’ την ασεβή πολυχρησία, για να το αναδείξει θα έλεγα, κρατώντας μιάν απόσταση σεβασμού. Ίσως επιχειρούν την κάθαρση της ιλαροτραγωδίας.

        Όποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη γλώσσα των άλαλων, δεν θα καταλάβει τίποτα κι απ΄ την κριτική της παντομίμας.

        Και βέβαια δεν πλουτίζει έτσι ένας λαός, όσο κι αν κουβαλάει στα κόκαλά του ένα παρανοϊκό ζωικό πείσμα.

        Όμως, μέσα σ’ αυτόν τον φουρτουνιασμένο χρόνο της δημοκρατίας, μετρώντας τις αμέτρητες συμφορές της δικτατορίας που χάσκουν μπροστά μας κι όχι πίσω μας, δε βρίσκω άλλο κέρδος απ’ τη δραματική συντήρηση αυτού του ζωικού πείσματος μ’ αυτά τα παράλογα και μαγικά μέσα.

        «Αν επιδιώκεις ένα αποτέλεσμα, μιμήσου το». Αυτό είναι ένα από τα βασικά αξιώματα της άλλης πανάρχαιας τέχνης, της μαγείας. Πώς λειτουργεί λοιπόν η ζωντανή γλώσσα της μαγικής χειρονομίας, που έχει και πάλι για μοναδικά εργαλεία τις λέξεις και θέλει να μεταφέρει όχι μόνο έννοιες και σημασίες, αλλά κι έναν παλμό που είναι η τρίτη διάσταση των λέξεων, που μπορεί ν’ αγγίξει τις καρδιές των ανθρώπων;

        Υπάρχουν λέξεις συγγενικές στο νόημα και στον ήχο, που κρατούν μεταξύ τους πολύ φρόνιμες αποστάσεις’ πχ. πόνος- συμπόνια, ελευθερία- φιλελευθερισμός. Υπάρχουν όμως και άλλες λέξεις, που είναι εντελώς ερημικές κι ακατοίκητες για τον περισσότερο κόσμο’ πχ, εξορία, φυλακή, προσφυγιά. Η μοναξιά των λέξεων είναι τόσο μεγάλη, όσο και η μοναξιά των λαών.

        Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι, σ’ αυτόν τον καταραμένο κόσμο, που αγαπούν την Ισπανία επειδή αγάπησαν το Λόρκα, ενώ είναι μάλλον απίθανο να υπάρχουν άνθρωποι που αγάπησαν την Αμερική επειδή τους αρέσει ο Γκίνσμπεργκ.

        Υπάρχουν κάτι χώρες, που σε μιά ρομαντική εποχή τις ερωτεύονταν κι οι ξένοι ποιητές: Η Ελλάδα του Μπάυρον. Φαίνεται πώς κι οι λαοί έχουν ψυχή κι οι ποιητές τους είναι κάτι σαν άγγελοι ή δαίμονες, που την κρατούν και μας τη δείχνουν. Αλλά ποιοί τη βλέπουν; Πόσοι και πού σκορπισμένοι; Και με ποιά εξουσία για την εφαρμογή του ανθρώπινου μέτρου;

        Αυτοί που εκτοξεύουν τα διαστημόπλοια είναι εκείνοι-οι ίδιοι- που αλυσοδένουν τα μικρά καράβια- λαούς, ποιητές, ανθρώπους.

        Πόσο αντέχει λοιπόν στη δοκιμασία αποτελεσματικά η ανθρώπινη γλώσσα;

        Τώρα θα βάλω ν’ ακούσω μουσική.».

    Είναι αρκετοί οι έλληνες κριτικοί που έγραψαν για τα βιβλία που κυκλοφόρησε και μίλησαν για την δουλειά της. Το σύνολο των κριτικών γνωμών που δημοσιεύτηκαν στον τύπο- εφημερίδες και περιοδικά-για τα βιβλία και την κριτική της φωνή και σκέψη είναι όλα επαινετικά. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες σύγχρονες ελληνίδες δοκιμιογράφους.

Αναφέρουμε ενδεικτικά ονόματα των κριτικών της:

-Βενετία Αποστολίδου, περ. «Ποίηση» τχ. 7/ Ανοιξη- Καλοκαίρι 1996, σ.257-261 «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΡΙΤΙΚΟΥ: ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ».

-Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εφ. «Τα Νέα» 23/1/1996. «Χωρίς παντομίμες» (β/κη)

-Αλέξης Ζήρας, Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκη 2007, σ. 89-90

-Ελισάβετ Κοτζιά, εφ. «Η Καθημερινή» 25/2/ 1990. «Πνευματικές ασκήσεις» (β/κη).

-Γιώργος Κοροπούλης, εφ. «Η Καθημερινή» Κυριακή 28/1/1996. «Μια «Διαδρομή» 35 χρόνων. Η συναγωγή κριτικών δοκιμίων της Νόρας Αναγνωστάκη, απόρροια γούστου, παιδείας, στοχασμού. (β/κη).

-Γιάννης Κουβαράς, περ. «Σχεδία» τχ. 9-10/ 11,12, 1989. «Πνευματικές Ασκήσεις» (β/κη). Βλέπε και το βιβλίο του «Επί πτερύγων Βιβλίων» τόμος Β΄ εκδ. Σοκόλη 1995

-Γιάννης Κουβαράς, εφ. «Η Καθημερινή» 9/7/1996. «Τα δοκίμια κριτικής της Νόρας Αναγνωστάκη» Ένα βιβλίο απεριόριστων διαδρομών. (β/κη για «Διαδρομή»)

-Π. Κρ. (ημνιώτη), εφ. «Η Αυγή» Κυριακή 11/2/ 1996. «Μια σεμνή «Διαδρομή»». Στις προσθήκες των βιβλιοπωλείων ένας τόμος με το δοκιμιακό έργο της Νόρας Αναγνωστάκη. σ.33.

-ΜΑΤΖ, εφ. «Η  Αυγή» 5/3/1989. «Πνευματικές Ασκήσεις»

-Δώρα Μεντή, περ. «Μαντατοφόρος» τχ.41/ 1996, σ.166-170. (β/κη)

--Τίμος Μαλάνος, Η Δύναμη των Αισθήσεων», «Πρόσπερος» 1984

-Χ.Ν. περιοδικό «Αντί» τχ. 648/21-11.1997 «Η κριτική της υποψίας».

-Δήμητρα Παυλάκου, εφ. «Η Αυγή» 3/3/1996. «Δοκίμια ευαισθησίας και γνώσης» (β/κη)

-Σπύρος Τσακνιάς, περ. «Αντί» τχ. 607/7-6-1996. «Η διαδρομή της Νόρας Αναγνωστάκη». Δοκίμια ένζυμα στις πνευματικές ζυμώσεις της Εποχής. (β/κη). Βλέπε και το βιβλίο του «Δακτυλικά αποτυπώματα».

-Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, εφ. «Ελευθεροτυπία» Τετάρτη 13/3/1996. «Τα «τι» και τα «πώς» της κριτικής». (β/κη)

-Σοφιανός Χρυσοστομίδης, εφ. «Η Αυγή» 28/4/1996. «Επτά βιβλία».

Και σχετικά: -εφ. «Η Εποχή» 25/3/1989.

- εφ. «Το Βήμα» 26/11/1995. (για «Διαδρομή»)

–εφ. «Η Αυγή» 28/4/1996 στην στήλη «ελεύθερα και απροκατάληπτα».

- Ο Χαρτοκόπτης, περιοδικό «Αντί» τχ. 603/ 12-4-1996. Σ.65.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς,

21 Μαρτίου 2026

ΥΓ. Ακούστε τα παλαιά μαθήματα Ζωγραφικής του πειραιώτη Γιάννη Τσαρούχη με το γνωστό χιουμοριστικό ύφος στο ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ του Ελληνικού Ραδιοφώνου. Διαλέξεις σοφίας, γνώσης και βιωματικής εμπειρίας. Για το τί είναι πραγματικά Ελληνικό στην Νεοελληνική Αρχιτεκτονική, τί είναι ουσιαστικά Κλασικό και τί αυθεντικά Λαϊκό. Ποιά τα σφάλματά μας και ποιες οι αρετές ημών των Νεοελλήνων. Ποιά τα στοιχεία της Ελληνικότητάς μας. Ευγνωμοσύνη οφείλουμε στον Μελωδό των Ονείρων μας Μάνο Χατζιδάκι που ηχογράφησε τα 10 αυτά μαθήματα και τα άφησε πολιτιστική κληρονομιά στο χρόνο.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου