ΦΑΝΝΥ
ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ή
«Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ»
του ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
Πέρασαν σαράντα δύο χρόνια από τότε που
προβλήθηκε για πρώτη φορά 19/1/1984 στην Ελλάδα, το κορυφαίο έργο της ζωής του
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στον κινηματογράφο «ΕΛΛΗ» στην Αθήνα και
προβλήθηκε στις 22 Αυγούστου 2026 από το Κανάλι της Βουλής στην κινηματογραφική
της Σαββατιάτικη νυχτερινή ζώνη. Χρησιμοποιώ την χρονολογία που το είδα για
πρώτη φορά και ως υπότιτλο της έγχρωμης, τρίωρης ταινίας δανείζομαι αυτόν που
έδωσε στο δικό του τότε δημοσίευμα στην πρωινή εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 1/11/1984 «Η
ποίηση της εφηβείας» ο Stefano Reggiani. Άγνωστων σε εμένα λοιπόν στοιχείων.
Συνεχίζω να βλέπω τα κινηματογραφικά αριστουργήματα του Σουηδού σκηνοθέτη και
σεναριογράφου να διαβάζω τις κριτικές για τις ταινίες του τα διάφορα αποκόμματα
από τις εφημερίδες που είχα παλαιότερα διαφυλάξει, τα σχόλια και τις άτακτες
σημειώσεις που είχα κάνει όταν πρωτοείδα τις βραβευμένες ταινίες του.
Σαββατόβραδο εχθές, 29 Αυγούστου στο Κανάλι της Βουλής έδειξε ένα ωραίο,
καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ για την ζωή και το έργο του, τους τρόπους που γύριζε
τις ταινίες του, τα σχεδιαστικά του πλάνα, την φιλοσοφία του, στο πως εκπαίδευε
τους συνεργάτες του, τους κατά καιρούς τόπους και σπίτια διαμονής του, τα
συγγενικά του πρόσωπα –γυναίκες του, παιδιά του- και πολλά άλλα γύρω από την
επίγεια καλλιτεχνική διαδρομή του με ξεναγό την Μ. φον Τρότα σκηνοθέτιδα και
νεότερους δημιουργούς. Θαύμαζες στο πώς αυτός ο απαισιόδοξος και εμμονικός
σκηνοθέτης εργάζονταν τόσο σχολαστικά, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή
λεπτομέρεια, προσκαλούσε για να μην πούμε «απαιτούσε» από τους ηθοποιούς
συνεργάτες του να ακολουθήσουν τις οδηγίες του ενώ, παράλληλα δέχονταν τις
όποιες αντιρρήσεις του πάνω σε ατάκες των σεναρίων του. Όλα ήσαν τόσο
καλοκουρδισμένα επαναλαμβανόμενα μοτίβα σε μία φόρμα σταθερή που συνένωνε το
ακριβολόγο, λιτό και δωρικό σενάριο με το σκηνοθετικό του βλέμμα, την πάντα
περίεργη και εξερευνητική ψυχών, συνειδήσεων και ανθρώπινων σωμάτων κάμερά του.
Ένας ρυθμός, μία σταθερή αφήγηση είτε των απαισιόδοξων στιγμών του είτε των
αισιόδοξων, των χαρών της ζωής. Το πένθιμο εναλλάσσεται με το χαροποιό το
στοιχείο της διασκέδασης, της κωμωδίας όπως στα έργα του Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ, ή
στην παρούσα κινηματογραφική πολυπρόσωπη τοιχογραφία της πολυμελούς οικογένειας
της ταινίας Φάννυ και Αλέξανδρος. Ο Φάρος, το προσωπικό του νησί- ασκητήριο.
Πώς να μην θαυμάσεις αυτόν τον μαγευτικό μάγο της Έβδομης Τέχνης έστω και με τα
επαναλαμβανόμενα μοτίβα του. Αξεπέραστος, λυρικός, τρυφερός, ονειρικός,
οραματικός, αιώνιος.
Άλλα νεανικά χρόνια, όταν
πρωτοπαρακολουθήσαμε την εκπληκτική αυτή ταινία ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, άλλες
εμπειρίες ζωής, επιλογές ενός κινηματογραφόφιλου που εξακολουθεί ακόμα να
μαγεύεται και να απολαμβάνει τα έργα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, να ονειροπολεί μαζί
τους ή να θλίβεται για το πόσο λίγο έχουν αλλάξει ίσως οι συνθήκες του Κόσμου
και η μεταφυσική και υλική «ειδωλολατρία» του. Αν και για να είμαστε
ειλικρινείς όπως μας έλεγε το χθεσινό ντοκιμαντέρ και ο ίδιος ο Μπέργκμαν ήταν
προληπτικός και μάλλον πίστευε σε δεισιδαιμονίες και φαντάσματα.
Αυτήν
λοιπόν, την Καλοκαιρινή περίοδο με την ανεξέλεγκτη καλοκαιρινή λαύρα και τις
καταστροφικές πυρκαγιές, τις φονικές κατολισθήσεις στο μακρινό Νεπάλ και το
Θιβέτ, στην ερημία της πειραϊκής επικράτειας που τα σήμαντρα των εκκλησιών
χτυπούν για πιστούς και απίστους, μεταφυσικά άστεγους ή αγνωστικιστές και τους
εκδρομείς να δίνουν μίνι συνεντεύξεις στα κανάλια, έτσι σαν να τρώγω μία φέτα
δροσερό καρπούζι, ένα τσαμπί σταφύλι ή να έχω την γλυκειά γεύση ενός ροδάκινου
στα χείλη το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε ιδιαίτερα σε μία από τις κορυφαίες
μορφές της Έβδομης Τέχνης τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, θέλοντας να «ξεκαθαρίσω»
παλιές μου οφειλές με ταινίες του και ατομικές του προβληματικές και στοχαστικά
διλήμματα και αναπάντητα ακόμα ερωτήματα. Γιατί η ορατότητα των αποτελεσμάτων
και των διαφόρων κατηγοριών και ειδών της Τέχνης του κάθε καλλιτέχνη δεν είναι
παρά ένα μέσο μύησής μας στον Κόσμο, μιά ανοιχτή, επαναλαμβανόμενη, έστω και
κουραστική συνομιλία μας ημών των θεατών- αναγνωστών με τα μυστήρια και τα
αινίγματα της Φύσης στην ρέουσα διαδρομή του Χρόνου. Όπου Ζωή και Θάνατος,
Χρόνος και Τόπος, Παρόν και Μέλλον, Παρελθόν Ένα. Αυτός ο «Κόσμος ο μικρός ο
μέγας» όπως σοφά μας λάλησε ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Το σεναριακό και
κινηματογραφικό έργο του με απασχολεί το τελευταίο διάστημα, επαναφέροντας στην
σκέψη μου μνήμες και εικόνες παλαιές, εμπειριών παραστάσεις, πρώτων μου επαφών
με έναν δημιουργό που επηρέασε την γενιά μου/ μας θέλω να πιστεύω θετικά,
επιδραστικά, σαν αντίληψη ζωής, άλυτων μεταφυσικών ερωτημάτων και διλήμματα,
αλλά όχι μόνο τους νεολαίους των πρώτων δεκαετιών μετά την Μεταπολίτευση του
1974 αλλά και τις προηγούμενες από εμάς γενιές αν φέρουμε στο νου μας το τι
σχόλια και δημοσιεύματα γράφτηκαν από την στιγμή που άρχισαν να προβάλλονται
στην πατρίδα μας οι ταινίες του και να μεταφράζονται τα σενάριά του από την
Ροζίτα Σώκου και τον Ανδρέα Ρικάκη και τις κινηματογραφικές και αναγνωστικές
επόμενες δεκαετίες. Γράφοντας η κάθε γενιά το δικό της ημερολόγιο ιστορίας
ζωής, εξιστορώντας αυτά που βίωνε και αυτά που οραματίζονταν να ζήσει. Αναρτώ
στα Λογοτεχνικά Πάρεργα ό,τι στοιχείο και πληροφορία κατόρθωσα να διασώσω στον
χρόνο γύρω από τον ίδιο και τις ταινίες του, δίχως φυσικά να εξαντλώ την
καταγραφή, αυτό θα ακούγονταν ως αστείο. Αναρτώ τις κριτικές και τα σχόλια
κυρίως ανά τίτλο ταινίας του ή κατά περίοδο της δημιουργίας του. Διαβάζω τα
Σενάριά του και τα μεταφρασμένα στα ελληνικά Βιβλία του παρακολουθώντας ταινίες
του όχι φυσικά ως ειδικός κριτικός του Σινεμά, ως μέλος ομάδας κριτικών, και
μάλιστα ετεροχρονισμένος, αλλά σαν ένας σταθερός θεατής των ταινιών του από
παλαιά όποτε του δίνονταν η ευκαιρία του χρόνου και της ζωής του. Απολαμβάνω τα
έργα του έστω και αν τα έχω δει αρκετές φορές και έχουν περάσει τόσες δεκαετίες
από τις πρώτες τους δημόσιες προβολές. Δεν κουράζομαι να τα βλέπω και κάθε φορά
διαπιστώνω και κάτι καινούργιο, έναν προβληματισμό, μία χειρονομία ένα πλάνο
που δεν το είχα προσέξει ή δεν του είχα δώσει την πρέπουσα σημασία. Κρατώ νέες
σημειώσεις προσπαθώντας να μην συμπέσουν-όσο αυτό είναι εφικτό- με τα κριτικά
σχόλια που αντιγράφω στις Μπεργκμανικές αναρτήσεις μου. Οι κινηματογραφικές του
παραγωγές εξάλλου αποτελούν σταθμός στην παγκόσμιο ιστορία της Έβδομης Τέχνης,
τι να πει ένας «ψευτοκουλτουριάρης» σταθερός θεατής εκ Πόλεως Πειραιώς, παρά
μόνον την δική του κινηματογραφική αλήθεια και αίσθηση, εντυπώσεις. Ομολογώ,
ότι τα Σενάρια και τα Κείμενά του, τα αντιμετωπίζω κάτω από ένα φιλολογικό
πρίσμα, βλέπω δηλαδή τον Σκηνοθέτη Μπέργκμαν σαν έναν καταξιωμένο βραβευμένο
Σουηδό συγγραφέα που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του αποκτώντας διεθνή φήμη
και αναγνώριση, αγαπήθηκε φανατικά και άκουσε τα θετικά αλλά και αρνητικά
σχολιανά του. Δεν έχω παρακολουθήσει το σύνολο των ταινιών του οι οποίες
υπερβαίνουν τις έξη δεκάδες, δεν έχουν προβληθεί όλες στην Ελλάδα αν δεν κάνω
λάθος. Αλλά, και με όσες έχω δει (αρκετές φορές την κάθε μία μπορώ να πω ότι
έχω μυηθεί στην προβληματική της σκέψης του, χαρτογραφήσει την θεματολογία του,
τις δεκάδες ιδέες και οραματισμούς του, τα καλλιτεχνικά του όνειρα, αναγνωρίζω
τον κόσμο της ψυχοσύνθεσής του και βαθμών της συνείδησής του, ακόμα και όταν
μας περιπαίζει εμάς τους θεατές μέσω του φακού του αφηγούμενος ιστορίες και
εφιάλτες που, ίσως και να μην έζησε περισσότερο από τις στιγμές και τους
χρόνους της χαράς του και των ερωτικών γυναικείων απολαύσεών του. 5 γάμοι δεν
είναι και λίγοι, χώρια τις άλλες ερωτικές του περιπέτειες. Θέλω να πιστεύω τώρα
που το καντράν ταχύτητας του χρόνου της ζωής μου πλησιάζει την τελευταία στροφή
των προσωπικών μου Ονείρων, έχω αρχίσει να καταλαβαίνω καλύτερα την τεχνική του
με την οποία χειρίστηκε την Κάμερά του, και, επικέντρωσε την προβληματική του
βλέμματός του. Τώρα, κατά πόσο το παιδικό και γεμάτο απορίες και ερωτήσεις
βλέμμα των παιδιών, των δύο μικρών αδερφών, της Φαννύς και του Αλεξάνδρου
έλαβαν τις απαντήσεις που περίμεναν ή λυτρώθηκαν από εγκιβωτισμένες μέσα στην
προσωπικότητά τους φόβους και ενοχές ή η τρομερή του ειδώλου εμφάνιση του
δυνάστη και τρομαχτικού και αυταρχικού Επισκόπου πατριού κηδεμόνα
τους-παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την μητέρα των παιδιών- αν και είχε πεθάνει σε
μία πυρκαγιά, εξακολουθεί να ταλαιπωρεί την ζωή και τα όνειρα του Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα. Πάντως η φράση, η σημαδιακή φράση που
λέει στον μικρό Αλέξανδρο σε ένα στιγμιαίο πέρασμά του μετά τον θάνατό του ο
πουριτανός και απαίσιος σαν χαρακτήρας Επίσκοπος: «Και μην νομίζεις ότι θα
ξεφύγεις, θα απαλλαγείς από εμένα….», όταν οικοδομεί και σκιαγραφεί το
οικογενειακό του «Χορόδραμα» βίου ο Σουηδός σκηνοθέτης στο Φάννυ και
Αλέξανδρος, αυτό το Αμλετικό φάντασμα, δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι έφερε
την λύτρωση στα δύο μικρά αδέρφια. Η γέννηση των δύο νέων μελών της πολυμελούς
οικογένειας από την μητέρα τους ίσως είναι η αισιόδοξη χαραμάδα που αφήνει για
το τέλος ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Τα επερχόμενα νέα μέλη είναι σπορά του
Επισκόπου ας μην το λησμονούμε.
Ευτύχησα να παρακολουθήσω θεατρικά του έργα
εξαιρετικά παιγμένα σε ελληνικές σκηνές, με τον Γιώργο Μιχαηλίδη, τον Μηνά
Χατζησάββα, την Άννα Βαγενά που θα αναφερθούμε σε άλλες αναρτήσεις μας. Πέρα
όμως από τους θετικούς και επαινετικούς σχολιασμούς των έργων του στέκομαι και
σε ορισμένες αρνητικές κρίσεις που έχω διαβάσει ανοίγοντας συζήτηση με όλο το
κριτικό φάσμα ανεξαρτήτου πρόσημου. Σαν να ερευνώ και εξετάζω το έργο ενός
συγγραφέα. Σαν να έχω μπροστά μου το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα αφηγούμενος την
ζωή του, των θεατρίνων συνεργατών του, του προσωπικού του θιάσου ενός θιάσου
από Μαριονέτες όπου ο Σουηδός δραματουργός κρατά τα νήματα των κινήσεών τους
και των αντιδράσεών τους. Σε μία στιγμή στο ντοκιμαντέρ για το έργο του,
ακούγεται να λέγεται από μία πρώην σύζυγό του και ηθοποιό των ταινιών του ότι
«τα προσωπεία των χαρακτήρων του αλλάζουν αλλά τα αυτοβιογραφούμενα πρόσωπα
είναι τα ίδια». Μια τεράστια τοιχογραφία εκφράσεων και αντιδράσεων με κοινούς
παρανομαστές αναφορών.
Ταινία
την ταινία διαβάζω τις παλαιές σημειώσεις μου και τα στοιχεία εκείνα από
τρίτους θεωρώντας τα χρήσιμα να τα αντιγράψω για τον σημερινό κινηματογραφόφιλο,
δίνοντας ξεχωριστή έμφαση στις έγκυρες, έμπειρες και πολύπειρες γνώσεις ελλήνων
κριτικών του κινηματογράφου, ώστε ο όποιος ενδιαφερόμενος θελήσει να ανοίξει
συζήτηση με τις ταινίες του. Αρχινώντας εκ νέου μία σημερινή, Καλοκαίρι του
2026, εξερεύνηση στις ταινίες του, στην προβληματική της σκέψης του στο σταθερά
εστιασμένο πάντα βλέμμα του σε εμμονές του, στις «παγιωμένες» ιδέες του, ακλόνητες απόψεις του για την Τέχνη, την Κινηματογραφική
δημιουργία, το Θέατρο, του ρόλου και την διδασκαλία των ηθοποιών, το ανέβασμα
και την παράσταση πάνω στην λευκή οθόνη ή το θεατρικό σανίδι μιας
αυτοβιογραφικής του ιστορίας από εκείνες που γνωρίζει τόσο αριστοτεχνικά να μας
αφηγείται αυτός ο μάγος της Κάμερας. Ας μην ξεχνάμε ότι τα μέλη της Οικογένειας
της Φαννύς και του Αλέξανδρου είναι ηθοποιοί, θιασάρχες και ότι ο πατέρας του
πεθαίνει πάνω στην οικογενειακή σκηνή απαγγέλλοντας Άμλετ, η δε γιαγιά των
παιδιών υπήρξε φημισμένη ηθοποιός που της ζητούν να επανέλθει στην θεατρική
δράση και η ταινία τελειώνει με την μητριαρχική φιγούρα της γιαγιάς να διαβάζει
το τελευταίο θεατρικό του Αύγουστου Στρίνμπεργκ, το «Ονειρόδραμα» αυτού του
μισογύνη. Φωτογραφίζοντας ενδέχεται τον ίδιο το Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Σταθερά
μοτίβα των ταινιών του, η διαπραγμάτευση ζητημάτων μεταφυσικής και ανθρώπινης
οντολογίας. Ανοιχτά ερωτήματα περί Θρησκείας, Πίστης ή Απιστίας, ύπαρξης ή μη
του Θεού, ενός Βιβλικού Θεού αυστηρού, πουριτανού, δυνάστη, κυρίαρχου,
αποτρόπαιου ως επεμβατική παρουσία. Αρνητικές όμως παραμένουν οι αντιδράσεις,
οι συμπεριφορές και οι σχέσεις στις ζωές των ανθρώπων, στις διαπροσωπικές τους
επαφές και μετά τον Θάνατό του, το Κενό που αφήνει η τελεσίδικη Σιωπή του. Αυτή
η έλλειψη οντολογικών και κοινωνικών Βεβαιοτήτων μετά τον Θάνατο του Θεού ή την
πλήρη Σιωπή του μέσα στην Ιστορική εξέλιξη και πολιτιστική διαδρομή του
ανθρώπινου όντος που απασχόλησε τον Μπέργκμαν. Το φάντασμα της κατοπινής
παρουσίας του ως σκοτεινό είδωλο, επαναλαμβανόμενη τελετουργία και απεικονίσεων
της τέχνης της ζωγραφικής και της μαρμαρογλυπτικής ή ξυλογλυπτικής, των
αγιογραφιών στις ναοδομίες. Αυτοβιογραφικών στιγμών οι ταινίες του η
θεματογραφία τους εικονογραφεί συγγενικών μελών σχέσεις, την σχέση μεταξύ των
δύο φύλων, τις δυσκολίες του έγγαμου βίου, της διάλυσης των γάμων, της
ανατροφής των παιδιών από νταντάδες ερωμένες των συζύγων, τις οικογενειακές
συγκεντρώσεις σε ετήσιες θρησκευτικές εορτές. Την θέση της γυναίκας σε σχέση με
αυτή του άντρα και τα ανεκτά τσιλημπουρδήματα του αλλά και τις κρυφές όχι και
τόσο ερωτοδουλειές της γιαγιάς με τον παλαιό Εβραίο φίλο της. Η παρουσία του
δίφυλου ή μάλλον άφυλου Ισμαήλ ως προέκταση, άλτερ έγκο του ίδιου του μικρού
Αλέξανδρου. Ο σκηνοθετικός φακός του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν όπως και όσων
καταπιάνονται με την τέχνη και την μαγεία του κινηματογράφου, γνωρίζει να σταματά
τον χρόνο με τα κοντινά πλάνα, τις ανάγλυφες εικόνες, τα μουντά καρέ, τις
πολύχρωμες ονειρικές ή εφιαλτικές σκοτεινών χρωμάτων καταστάσεις που μας
παρουσιάζει, τις γωνίες λήψεις των προσώπων, τον σωστό φωτισμό, την ανάλογη
μουσική επένδυση, το στήσιμο των ηθοποιών μέσα στο κάδρο, το γενικό πλαίσιο που
κινούνται, τις ακριβείς χειρονομίες τους και τα βλέμματά τους, με ότι τεχνικά
μέσα διαθέτει ο σκηνοθέτης, δίχως να τον περιορίζει στις στιγμές και τα
στιγμιότυπα που μας εμφανίζει πάνω στην λευκή οθόνη η φωτεινή δέσμη των σκιών
σχηματίζοντας μία άλλη αιωνιότητα στην ανθρώπινη φαντασία και ταξίδι απόλαυσης
στην διάρκεια του χρόνου. Ο κινηματογραφικός χρόνος κατορθώνει να ενώνει το
παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σε μία αλληλένδετη διαδρομή αλληλοσυσχετισμών,
συγκινήσεων, εμπειριών, καταστάσεων και συναισθημάτων, μνημών και αναμνήσεων
κρατώντας κάθε χρονική περίοδος την υπαρξιακή της αυτοτέλεια και αυτονομία. Ως
καλλιτεχνική πρόταση παροντικής απόλαυσης. Και οι ταινίες του Μπέργκμαν μας
δείχνουν όχι μόνο ότι ανήκουν στην αβάντ γκάρντ της ελίτ του Σινεμά, αλλά ότι
είναι μία καλλιτεχνική δημιουργία συλλογικής προσπάθειας, φιλικής ομαδικής
παρέας και αποτελέσματος, αποδεκτής για το ευρύ κοινό. Και όχι μόνο η
πρωτοποριακή ή εμπορικών κερδών δουλειά ενός μόνο καλλιτέχνη.
Πολλά τα ζητήματα που απασχόλησαν την
προβληματική του Σουηδού Σκηνοθέτη είτε αυτά ήσαν γήινα, της καθημερινότητας
της ζωής θέματα και καταστάσεις, περιπλανήσεις της φαντασίας, επιλογές
οικογενειακές ή ατομικές είτε αφορούσαν την σφαίρα της μεταφυσικής και των
πεδίων που ανοίγονταν προς εξέταση, της πίστης ή άρνησής της, το φαινόμενο του
Θανάτου, της αρρώστιας και της αντιμετώπισής της, τις διαπροσωπικές ερωτικές
σχέσεις των αντρών της οικογένειας με το υπηρετικό προσωπικό κ.ά., που με το
χάρισμα των Μουσών που διέθεται, του αναμφισβήτητου ταλέντου του, της
ευρηματικής του ευφυΐας, των γνώσεών του, οπτικοποίησε πάνω στην λευκή οθόνη ως
Όνειρο για εμάς τους θαυμαστές και θεατές του, ότι τον στοίχειωνε ως ενοχικό
βίωμα, ταλάντευμα σκέψης, σκοτεινός εφιάλτης, παιδική φοβία και μνήμη αλλά και
χαρούμενων στιγμών διασκέδασης. Βλέποντας και παρατηρώντας πάντα μέσα από ένα
Φανό τον Κόσμο γύρω του, προέκταση της όρασής του. Μία σύγχρονη εικονογραφία
ψυχογράφησης του ανθρώπινου προσώπου, αποτυποτική ταυτότητά του, σημαδιακή
καταβύθιση στην ανθρώπινη συνείδηση. Ένας κινηματογραφικός ακροβατισμός στον
χρόνο μαγευτικός, ονειρικός, λυρικός, αισιόδοξος και απαισιόδοξος,
τρυφερότητας, ανεπανάληπτος. Απεικόνιση της ρευστότητας που κρύβει μέσα της η
ανθρώπινη ψυχή στην πτυχοποιία της και της συνείδησης στεναγμός, κραυγή
απελπισίας. Οι ήρωες ανθρώπινοι πρωταγωνιστές του Μπέργκμαν γνωρίζονται τόσο
από τις εξομολογούμενες εμφανίσεις τους όσο και από τους συμβολισμούς τους μέσα
στην ροή του χρόνου ως ζωντανές υπάρξεις, εμφανίσεως είδωλα, προσκλητήρια
μίσους, αγάπης, συντροφικότητας, θερμών νοσταλγικών επαφών σχέσεων που
παραμένουν ανοιχτές οι πληγές και οι τραυματισμοί τους οι αμφιβολίες τους.
Αναζητούν την αγάπη και τρόπους να την προσφέρουν μέσα σε έναν Κόσμο χωρίς
πνευματικές σταθερές και άλλες βεβαιότητες, πέρα από την βαρύτητα των υλικών
αγαθών μέσα στα οποία κινούνται. Μοναχικά φτερουγίσματα δεσμευτικής
αυτοσυνειδησίας μέσα στην ανορθογραφία του οικογενειακού τους περιβάλλοντος. Οι
πρωταγωνιστές του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν διαρκώς ταξιδεύουν είναι κάπως «ανέστιοι»,
περιφέρονται στους δρόμους, κοιμούνται στα λιβάδια, σε εξωτερικούς χώρους σε
έρημα δωμάτια ξενοδοχείων, επιστρέφουν από μεγάλα ταξίδια, με άμαξες, αμάξια,
τρένα. Σταματούν και διανυκτερεύουν σε σταθμούς που δεν έχουν όνομα, τα τοπία
είναι ερημικά, άνυδρα. Ή πάλι οι ταινίες του είναι έργα δωματίου, οι δράσεις
εκτυλίσσονται μέσα σε μεγάλα αρχοντικά, αριστοκρατικά σπίτια και αίθουσες με
πλούσια διακόσμηση και ατμόσφαιρα. Οι ήρωες και ηρωίδες του Μπέργκμαν είναι
πλάνητες, σαν τους θιάσους των τσίρκων, των θεατρικών μπουλουκιών, βρίσκονται
διαρκώς σε κίνηση, σε συναισθηματική και εκφραστική ρευστότητα. Διαθέτουν
«μεγαλοαστική συμπεριφορά», «πατριαρχική» αντίληψη αγωγής ακόμη και οι
γυναίκες. Ο Σουηδός σκηνοθέτης ξεφυλλίζει το «άλμπουμ» της οικογενειακής του
ζωής προσθέτοντας από ταινία σε ταινία νέες φωτογραφίες αναμνήσεων. Τίποτα το
εφήμερο ως προσωπικής του ιστορίας εξιστόρηση όλα έχουν την αφετηρία τους και
την αιτία τους σε μία εξέλιξη καταστάσεων- φωτεινών ή σκοτεινών- πολλαπλών
ταχυτήτων.
Ο οικουμενικός καλλιτέχνης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
είναι αξεπέραστος είτε την πρώτη περίοδο κατασκευής των ταινιών του είτε στις
επόμενες, μέχρι την τελευταία του κινηματογραφική παραγωγή όπως είχε δηλώσει ο
ίδιος, το ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, λέγοντάς μας στις συνεντεύξεις του ότι θα
σταματήσει πλέον να κάνει ταινίες. Θα ασχοληθεί αποκλειστικά με το Θέατρο. Ο
Μπέργκμαν με την καλλιτεχνική δημιουργική σοφία που απόκτησε και διαθέτει
απευθύνεται πάντα στις ταινίες του διπλά. Επιθυμεί να ανοίξει συζήτηση πρώτα με
τους συνεργάτες του και κατόπιν, μετά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, με εμάς τους
θεατές διαχρονικά και το πετυχαίνει
άριστα και εύστοχα. Ο κέρδισε το στοίχημα με την φήμη και την ιστορία
της κινηματογραφικής τέχνης.
Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιές
σημειώσεις μου της χρονιάς που προβλήθηκε η ταινία, το 1984, γνωρίζω τα εξής
ονόματα που υπογράφουν σε εφημερίδες και περιοδικά τις κρίσεις τους για την
αυτοβιογραφική έγχρωμη ταινία του ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. 1) Ανδρέας Τύρος, «Το
μεγαλείο του Μπέργκμαν» εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 22/1/1984. 2) Stefano Reggiani, «Η ποίηση της εφηβείας» εφ. «ΤΟ
ΒΗΜΑ» 1/1/1984. 3) Μαρία Παπαδοπούλου, «Η φωτεινή πλευρά ενός μεγάλου» εφ. «ΤΑ
ΝΕΑ» 21/1/1984. 4) Νίκος Φωκάς, «Ο κόσμος του Μπέργκμαν» εφ. «Εξόρμηση»
21/1/1984. 5) Νίκος Κολοβός, περιοδικό «Η ΛΕΞΗ» τχ. 33/ 3, 4, 1984, στις
σελίδες του περιοδικού «η κρίση του κινηματογράφου» Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Φαννύ
και Αλέξανδρος» ή «Το Ονειρόδραμα». «Η
ταινία αρχίζει με μιά θεατρική παράσταση και τελειώνει με την προετοιμασία μίας
άλλης…. Ο Αλέξανδρος είναι ένας ονειροπαρμένος μικρός Άμλετ. Συγχέει την αλήθεια
με το ψέμα….» Τα 100 πρώτα τεύχη του περιοδικού «Η Λέξη» από όσο γνωρίζω έχουν
ψηφιοποιηθεί και αναρτηθεί στο διαδίκτυο για όσους θέλουν να διαβάσουν το καλογραμμένο κείμενο. Και όπως
εύστοχα τελειώνει ο έμπειρος κριτικός Νίκος Κολοβός την κινηματογραφική κρίση
του:
««Ξεκινώντας
από μια ρεαλιστική, ασήμαντη βάση, ο δημιουργός αφήνει ελεύθερη τη φαντασία του…».
Να προπορεύεται και να συμπληρώνει το πραγματικό. Αυτά διαβάζει η γιαγιά Έλενα Έκνταλ
στο νεαρό Αλέξανδρο που έγειρε στα γόνατά της.
Τα γράφει ο Στρίντμπεργκ στο «Ονειρόδραμά»
του. Τα δείχνει ο Μπέργκμαν στο κινηματογραφικό του «Ονειρόδραμα»».
Επίσης, έχω διαφυλάξει ορισμένα μικρά
ανώνυμα αποκόμματα εφημερίδων άμεσης σχέσης με την ταινία, τα: -εφ. «ΤΑ ΝΕΑ»
της 27/4/ 1982, Στοκχόλμη , Απρίλιος, «Αυτό θάναι το «κύκνειο άσμα» του
Μπέργκμαν ;» προαναγγέλλουν την ταινία. – εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» 5/3/1981, «Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ
ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ ΦΙΛΜ», μιλούν για την προετοιμασία του έργου:
*Ο
ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΦΙΛΜ:
Στα
62 του χρόνια σήμερα ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και με ενθουσιασμό εφήβου ετοιμάζει να
γυρίσει ένα ακόμα φιλμ μεγάλου μήκους: το ‘’Φάννυ και Αλέξανδρος’’, με κεφαλαία
του Σουηδικού Κινηματογραφικού Ινστιτούτου, που διευθύνεται από τον επίσης
διακεκριμένο σκηνοθέτη Γέρν Ντόννεφ. Θα είναι μία ταινία που θα στοιχίσει πολύ
και σε χρήμα (γύρω στα εφτάμισι εκατομμύρια δολλάρια) αλλά και σε χρόνο, αφού ο
ίδιος ο Μπέργκμαν εδήλωσε ότι το γύρισμα θα του πάρει 130 μέρες, απ’ την 1η
Σεπτεμβρίου 1981 ως το Μάρτη του ’82.
Στην ταινία θα παίξουν πολλοί γνωστοί
ηθοποιοί, σε πρώτους ρόλους, 140 άλλοι σε δευτερεύοντες χαρακτήρες και γύρω
στους 1000, κομπάρσοι, πολλοί απ’ τους οποίους θα χρησιμοποιηθούν σε μικρούς
ρόλους. «Κάπου δημοσιεύτηκε ότι το «Φάννυ και Αλέξανδρος»- είπε ο ίδιος ο
Μπέργκμαν- θα είναι μιά ταινία αυτοβιογραφική, πάνω στα παιδικά κι εφηβικά μου
χρόνια κι ότι ο Αλέξανδρος είναι το άλτερ έγκο του. Αλλά δεν είναι ακριβώς η
αλήθεια. Το φιλμ θ’ αφηγείται το χρονικό μιάς μεσοαστικής οικογένειας που ζει
σε μιά κωμόπολη, στα 1910. Αρχηγός της οικογένειας είναι μιά… πατριαρχική
γιαγιά με τρείς παντρεμένους γιούς, και τα παιδιά τους. Το φιλμ δείχνει ένα
χρόνο από τη ζωή τους. Και θα είναι, όπως το βλέπω από τώρα εγώ, μιά μεγάλη
ταπισσερί υφασμένη με πολύ χρώμα και κόσμο, σπίτια και δάση, μυστηριώδη υπόγεια
και σπήλαια, μυστικά και νυχτερινούς ουρανούς. Ίσως είναι λίγο ρομαντικός. Η
Φάννυ είναι δέκα ετών κι ο Αλέξανδρος 12 κι έχουν μιά μεγαλύτερη αδερφή, 14
ετών την Αμάντα, που θα παίζει η Λιν Ούλλμαν (σ.σ. κόρη του Μπέργκμαν απ’ το
γάμο του με την Λιβ Ούλλμαν). Είναι ένας ρόλος που της έρχεται γάντι…». Σε
ερώτηση αν το φιλμ αυτό θα είναι συνέχεια στη «Φθινοπωρινή Σονάτα» και «Απ’ τη
ζωή των μαριονεττών», ο Μπέργκμαν διευκρίνισε. «Εκεί, ο γάμος ήταν νεκρόος και
πααγερός, ενώ στο «Φάννυ και Αλέξανδρος» υπάρχει μέσα απ’ τη ζεστασιά της
οικογένειας».
Και ακόμη μία είδηση, που διαβάζουμε στην
εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» της 30/1/1984 που, ακόμα και σήμερα, το 2026 προκαλεί
αλγεινή εντύπωση και απορία, την ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ και τα άτομα που την υποστηρίζουν
υπογράφοντας. Δέκα χρόνια μετά την Μεταπολίτευση και Τρία χρόνια μετά την ανάληψη
της εξουσίας από τον Ανδρέα, όταν μάλιστα το «κύκνειο αυτό άσμα» δεν
περιλαμβάνει ούτε σκηνές πορνό ούτε άλλου είδους βωμολοχίες, πέρα από μία οξεία
κριτική στην στάση και την αυταρχική συμπεριφορά αγωγής απέναντι στα δύο μικρά
αδέρφια, της Φάννυ και του Αλεξάνδρου από τον Λουθηρανό πάστορα Επίσκοπο πατριό
τους και την αδερφή του. Ο χρόνος όμως η κινηματογραφική τέχνη και οι ανά την
υφήλιο θεατές δικαίωσαν τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και το τρυφερό, ευαίσθητο, σκληρό
μεν, ωραίο αυτό οικογενειακό κινηματογραφικό «παραμύθι» που βλέπετε κάθε φορά
με εξαιρετικό ενδιαφέρον και απόλαυση.
Και τα σκυλιά δεμένα
«Τα
μάθατε; ‘’Εξάπτει, τη φαντασία των νέων κάτω των 17 ετών και τους
αποπροσανατολίζει με τα ηθικά διδάγματα, τους διαλόγους και την εν γένει
αντιμετώπιση του θέματος, που πραγματεύεται τρόπους ξένους και καινούργιους για
την ελληνική πραγματικότητα’’.
Ποιό;
Το αριστούργημα του Μπέργκμαν «Φάννυ και Αλέξανδρος», ύμνοι στη Ζωή (με
κεφαλαίο Ζ) στην αγάπη, στην αισιοδοξία, στον Άνθρωπο. Και κατόπιν αυτού,
απαγορεύεται από τούδε και στο εξής να το ζουν (το δούν;) οι κάτω των 17 ετών
νέοι.
Και μη χειρότερα…
Όπως μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου της
Πανομ- φιλμς, έτσι αποφάσισαν οι Κώστας Γιαννέλος, (δικηγόρος, Γεώργιος
Χαρτοκάλης (δημοσιογράφος), Μάγειρα Κωνσταντίνα (υπάλληλος της Γραμματείας
Τύπου), Κάστορας Σταύρος (σκηνοθέτης) και Γεώργιος Νικολουδάκης, το επάγγελμα
του οποίου δεν μας δηλώνεται.
Ο Θεός, ή κάποιος τέλος πάντων, ας βάλει το
χέρι του.»
ΑΥΤΟ ΘΑΝΑΙ ΤΟ «ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ» ΤΟΥ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ;
ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ, Απρίλιος
Πρίν από λίγες μέρες, γυρίστηκε και η
τελευταία σκηνή της σουηδικής ταινίας «Φαννύ και Αλέξανδρος»- της «πιο μεγάλης,
μακριάς και ακριβής ταινίας» της καρριέρας του, όπως είπε ο ίδιος ο Μπέργκμαν,
ήδη το 1979, όταν τέλειωσε το γράψιμο του σεναρίου, στο ήσυχο νησί των
Κατσικιών.
Ο Μπέργκμαν είχε πει τότε: «Έχω την εντύπωση πως τα παιδιά διαθέτουν ένα
φανταστικό ραντάρ, στραμμένο προς όλα όσα συζητούν οι ενήλικες. Πιστεύω,
ωστόσο, ότι τα παιδιά αναγκάστηκαν να υποστούν μια κατάσταση πνευματικής στέρησης,
με την ένοχη επίγνωση των ενηλίκων. Έτσι, ευνουχίζεται τελείως η φαντασία που
διαθέτουν, η ευαισθησία τους για ό,τι πνευματικό και μαζί η τεράστια δυνατότητά
τους να μπορούν αργότερα να το πραγματοποιήσουν».
Θα
γράψει ιστορία
Ο Μπέργκμαν τέλειωσε ένα έργο που φαίνεται ότι θα γράψει ιστορία, όχι
μόνο στα πλαίσια της φιλμογραφίας του, αλλά-όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα- και
στα πλαίσια του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Για πρώτη φορά, ύστερα από 45 ταινίες
που σκηνοθέτησε, έχει για πρωταγωνιστές δύο παιδιά: τη Φάννυ που την υποδύεται
η 11χρονη Περνίλλα Άλβιν, και τον Αλέξανδρο, που τον ερμηνεύει ο 12χρονος
Μπέρτιλ Γιούβε. Η απουσία των παιδιών από το «πρώτο πλάνο» των προηγούμενων
ταινιών του, παρά την έμμεση και συχνά αποφασιστική σημασία τους στα οικογενειακά
δράματα πού μας έχει αφηγηθεί, οφείλεται στο ότι ο σκηνοθέτης θεωρούσε δύσκολο
και κοπιαστικό να έχει στο σετ, παιδιά, και στο ότι φοβόταν πώς «δεν θα είχε
την ικανότητα να τα περιγράψει σωστά.»
Ο Μπέργκμαν έχει κλείσει πια τα 64 χρόνια του.
«Φαίνεται πώς γέρασα τόσο λέει- που μπορώ πιά να συναλλάσσομαι με
παιδιά. Μου έφυγε όλος ο εκνευρισμός που ένιωθα παλιά απέναντί τους. Τώρα τα
βρίσκω διασκεδαστικά και μάλιστα συγκινητικά. Στην ταινία, άλλωστε, όλοι οι
ενήλικες έχουν λίγο-πολύ, παιδιάστικη συμπεριφορά.».
Ο Μπέργκμαν αρνείται ότι το φιλμ
αποτελεί ένα είδος αυτοβιογραφίας του και ότι ο Αλέξανδρος είναι ο ίδιος όταν
ήταν παιδί. «Πρόκειται για το χρονικό μιάς μεγαλοαστικής οικογένειας ανάμεσα
στα Χριστούγεννα του 1910 και την άνοιξη του 1912». Είναι μία πολυμελής
οικογένεια, που προσπαθεί να διατηρήσει την ενότητά της. Με μια «μάτερ
φαμίλιας» τη γιαγιά Ελένα Εκνταλ. (Γκουντ Βώλγκρεν, τους τρείς γιούς της, Όσκαρ
(Άλαν Έντβαλ, πατέρα των δύο παιδιών), Καρλ (Μπαίργκε Άλσεν) και Γκούσταβ
Άντολφ (Γιάρλ Κούλλε), τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους, συγγενείς και φίλους.
Διάρκεια: 3 ώρες
Όλα συμβαίνουν σε μια μικρή πόλη, με
επισκοπή, θέατρο και πανεπιστήμιο. (Τα εξωτερικά γυρίστηκαν στην Ουπσάλα, όπου
έζησε και ο ίδιος ο Μπέργκμαν όταν ήταν έφηβος στο σπίτι της γιαγιάς του).
«Θα
μπορούσε να πει κανείς ότι η ταινία είναι ρομαντική-λέει ο σκηνοθέτης-αλλά όχι
σε βαθμό που να μην μπορείς να την ανεχτείς».
Η ταινία θα διαρκεί τρείς ώρες. Είναι η πιο ακριβή που γυρίστηκε ποτέ
στη Σουηδία (πάνω από 300 εκατομμύρια δραχμές), αλλά και αυτή με το μεγαλύτερο
αριθμό ερμηνευτών: παίζουν πράγματι 60 ηθοποιοί (οι 20 έχουν πρώτους ρόλους),
πάνω από 1000 κομπάρσοι και συμμετέχει ο αχώριστος συνεργάτης του Μπέργκμαν, ο
οπερατέρ Σβέν Νύκβιστ, που θεωρείται ειδικός «στην ανάλυση των παιχνιδιών του
φωτός».
Θα είναι αυτή η τελευταία ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη; Ναι, απαντάει
κατηγορηματικά ο ίδιος. Και ετοιμάζεται να επιστρέψει στο νησί του των
Κατσικιών, που το βρέχει η Βαλτική, για να «διαβάσει όσα βιβλία δεν έχει
διαβάσει», για να «ξεκουραστεί από μιά μακριά καριέρα και για ν’ αναζωογονηθεί
ψυχικά και σωματικά μέσα σε μία φύση ακόμη αμόλυντη».
Η
ποίηση της εφηβείας
Stefano Reggiani, ΤΟ ΒΗΜΑ 1/11/1984
Η τελευταία ταινία του Μπέργκμαν «Φανή και Αλέξανδρος» αποδεικνύει την
ποιητική ποιότητα του σουηδού σκηνοθέτη.
ΡΩΜΗ, Ιανουάριος.
Ο ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ λέει ότι αυτή είναι η
τελευταία του ταινία, ότι με το «Φανή και Αλέξανδρος» αποχαιρετά τον
κινηματογράφο. Μακάρι να μην είναι αλήθεια, αλλά βλέποντας την ταινία αυτή
καταλαβαίνει κανείς ότι ο μεγάλος σουηδός σκηνοθέτης την διηύθηνε με την έντονη
συγκίνηση και το ελεγχόμενο πάθος ενός ανθρώπου που ανακεφαλαιώνει τα έργα και
τα όνειρα μιάς ολόκληρης ζωής. Είναι μια υπέροχη άθροιση των μπεργκμανιανών
μοτίβων, η πίστη και η μαγεία, ο φόβος και το μυστήριο, η δυσκολία της ζωής και
η λύτρωση που έρχεται με το θάνατο.
Υπήρξε μία περίοδος που ο Μπέργκμαν θεωρείτο ένα είδος κινηματογραφικού
φιλοσόφου που απευθυνόταν σε θεατές μέσης κουλτούρας, αλλά πολύ φιλόδοξους: Το
έργο «Φανή και Αλέξανδρος» αποδεικνύει πάνω απ’ όλα την ποιητική ποιότητα του
Μπέργκμαν.
Είναι η ιστορία μιας οικογένειας ηθοποιών στις αρχές του αιώνα. Δύο
αδερφάκια, ο μικρός Αλέξανδρος και η μικρή Φανή, ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα
από την φαντασία της τέχνης και την σκληρότητα της εμπειρίας.
Ο Μπέργκμαν δεν απαρνιέται κανένα από τους αυτοβιογραφικούς του φόβους,
αλλά προσθέτει και μια χαρούμενη νότα (όπως στα «Χαμόγελα μιας καλοκαιρινής
νύχτας»), καθώς και μία νέα φιλοσοφία που νικά τις αμφιβολίες και τις υπαρξιακές
αγωνίες: οι άνθρωποι είναι μόνοι, δεν υπάρχει πραγματικότητα έξω από τον κόσμο,
η ευτυχία συνίσταται στον συμβιβασμό με την πραγματικότητα, η ευτυχία είναι το
μικρό ή μεγάλο πανηγύρι του έρωτα και των αισθήσεων.
Η βάση του έργου είναι ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δείπνο της
οικογένειας Έκνταλ. Η γιαγιά είναι μία πρώην θεατρίνα που δεν έχει εγκαταλείψει
τον πόθο για τη σκηνή ούτε και για τον εραστή της. Από τους τρείς γιούς μόνο ο
ένας, ο πατέρας της Φανής και του Αλέξανδρου, κάνει τον σαιξπηρικό ηθοποιό στο
οικογενειακό θεατράκι. Οι άλλοι δύο εκπροσωπούν δύο διαφορετικές οικογενειακές
καταστάσεις. Τη δυστυχία του καθηγητή που ξεσπάει τα νεύρα του πάνω στην
υποτακτική γυναίκα του και τον ζωηρό έμπορο που απατάει με την καμαριέρα μία
σύζυγο πολύ εκλεπτυσμένη για τα γούστα του.
Μέσα στο κλίμα αυτό της πλούσιας και ανικανοποίητης αστικής τάξης, η
φαντασία του Αλέξανδρου και οι αναμνήσεις του Μπέργκμαν ανακατατάσσονται σ’ ένα
ανήσυχο και εκδικητικό όραμα: μετά το θάνατο του πατέρα στη σκηνή, την ώρα που
ερμηνεύει το φάντασμα του Άμλετ, η φαντασία εξηγεί την πραγματικότητα, ο νέος
γάμος της μητέρας του Αλέξανδρου δεν είναι παρά μιά προδοσία του πατρικού
φαντάσματος. Ο πατριός του Αλέξανδρου, ο επίσκοπος Βέργερος, δεν είναι παρά η
προέκταση της μεγάλης υποκρισίας των μεγάλων.
Από δω και μπρος τα γεγονότα της ταινίας, είναι «ηθελημένα» από τον
Αλέξανδρο, όπως η πυρκαγιά, όπου βρίσκει τον θάνατο ο Βέργερος, όπως η
συνάντηση με την εβραϊκή παράδοση και τον εκδικητικό θεό της, όπως η αποδοχή
της τύψης σαν υπόσχεση για την ωριμότητα.
Λέει το φάντασμα του Βέργερου στον Αλέξανδρο: θα σε κυνηγάω παντού. Γύρω
όμως από το παιδί Μπέργκμαν η λαϊκή πραγματικότητα προετοιμάζει τα μικρά
πρότυπα της ευτυχίας της. Δύο καινούργια αδερφάκια γεννιούνται και η γιαγιά αρχίζει
να απαγγέλλει Στρίνμπεργκ, «αυτός ο μισογύνης».
Η φωτεινή πλευρά ενός μεγάλου
ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ
Κριτική παρουσίαση ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,
«ΤΑ ΝΕΑ» 21/1/1984
«ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ» Σκηνοθεσία:
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Πρωταγωνιστές: Μπέρτιλ Γκούβε, Έρλαντ Γιόζεφσον, Χάριετ
Άντερσον.
(Παλλάς, Έλλη, Δαναός, Αλκυονίς,
Ιλίσια, Μπρόντγουαίη).
ΟΠΟΙΟΣ μιλάει, όπως ο Μπέργκμαν, για τη ζωή, μέσα από φιλοσοφικούς
μύθους και ιστορίες που δείχνουν την αέναη, παράλογη πορεία του Σίσυφου, την
υπαρξιακή αγωνία, το πεπερασμένο του ανθρώπου και τον καραδοκούντα θάνατο σ’
αυτόν τον μάταιο κόσμο, δεν σημαίνει πώς δεν την αγαπάει και πώς αποστρέφεται
τις χαρές που προσφέρει.
Το αντίθετο μάλιστα. Σ’ όλα του τα έργα αυτός ο σκοτεινός ποιητής της
υπερβόρειας απελπισίας έχει σκηνές-κλειδιά που φανερώνουν μιαν απροκάλυπτη
λατρεία για τη ζωή. Ακόμη και στα πιο «μαύρα» του φιλμ όπως η «Έβδομη σφραγίδα»
ή το «Κραυγές και ψίθυροι» υπάρχει ένας έντονος υγιής ερωτισμός πότε με την
αισθησιακή επίθεση του γιατρού στη Λιβ Ούλμαν όταν δίπλα πεθαίνει η αδερφή της
κι άλλοτε, στην παλαιότερη «Σφραγίδα» σ’ εκείνη τη λατρευτική εικόνα της Μπίμπι
Άντερσον με το μωρό στην αγκαλιά, εικόνα που συμπληρώνεται από το διάλογο
ιππότη και υπηρέτη. «Μα τι υπάρχει επιτέλους;», ερωτά ο πρώτος. Και ο άλλος
απαντά: «Ο θρίαμβος του να είσαι ζωντανός».
Το «Φαννύ και Αλέξανδρος» είναι μία απέραντη χυμώδης εικονογράφηση αυτής
της απάντησης.
Μια τοιχογραφία, όπως λέει ο ίδιος ο Μπέργκμαν της χαράς του υπάρχειν,
μια ερωτική εξομολόγηση προς τη ζωή.
Ταυτόχρονα, καθώς ο δημιουργός της δηλώνει ότι αποσύρεται πια από τον
κινηματογράφο, η ταινία αυτή είναι επίσης και μία σύνοψη του έργου του.
Το φιλμ περιέχει όλα τα μοτίβα της προβληματικής του Μπέργκμαν από τα
μεταφυσικά ερωτήματα περί Θεού και θανάτου μέχρι το ακανθώδες θέμα της
χρησιμότητας της τέχνης. Όμως όλα αυτά σε τούτο το ύστατο όπως θέλει ο ίδιος
έργο του, εντάσσονται σε μιάν απλή ανακεφαλαίωση, χωρίς να είναι φορτισμένα με
άγχος και σκοτεινές αγωνίες. Εδώ, κυριαρχεί το τραγούδι της ζωής, η συμφιλίωση
μαζί της, η χαρούμενη διάθεση και η αγάπη για τον άνθρωπο.
Για να δώσει αυτή την πιο φιλοσοφική για μας ταινία του, ο Μπέργκμαν
εμπνέεται από τον Επίκουρο και χρησιμοποιεί τους τρόπους των κωμωδιών του
Σαίξπηρ. Εικόνες σαν όνειρο όχι καλοκαιρινής, αλλά χειμωνιάτικης νύχτας,
ερωτικά ξεφαντώματα, κωμικά τερτίπια, μιά ξαφνική τρικυμία που προκαλεί ένας
θάνατος και ένας στεγνός ιερέας, μαγικά παιχνίδια και πάλι νηνεμία, έρωτας και
χαρά.
Η τοιχογραφία θα μπορούσε να εκληφθεί και σα μια εικονογράφηση του ναού
της ζωής που περιγράφει το πέρασμα από την παγανιστική βακχεία στην αυστηρή
στεγνή εποχή του χριστιανισμού απ’ όπου ο άνθρωπος βγαίνει και πάλι στο φώς της
χαράς και του καλού.
Ταινία κατά βάση αυτοβιογραφική το «Φαννύ και Αλέξανδρος» έχει πλαίσιο
ένα πλούσιο αστικό σπίτι των αρχών του αιώνα, που γεμίζει η πολυμελής
μητριαρχική οικογένεια με κεφαλή τη θεατρίνα γιαγιά. Σ’ αυτό το εκπληκτικό
σπίτι- ντεκόρ ο μικρός Αλέξανδρος με την αδελφούλα του Φαννύ παρακολουθούν το
θίασο- οικογένεια να παίζει τους ρόλους της ζωής. Ο θάνατος του πατέρα θα φέρει
τη σκοτεινιά με την εισβολή ενός επισκόπου στη σκηνή που θα παντρευτεί τη
μητέρα και θα σκοτώσει με τον πουριτανισμό του κάθε ομορφιά. Στην πάλη του
καλού με το κακό που ο Μπέργκμαν που κάτι ξέρει σα γιος πάστορα, δίνει το ρόλο
του κακού στον εκπρόσωπο της Εκκλησίας. Όμως, η εξιλαστήρια φωτιά θα
αφανίσει το μισητό επίσκοπο και όλα θα
ξαναγίνουν φωτεινά και ωραία μέσα σε μια αποθέωση γλυκών χρωμάτων, δανεισμένων
από τη φλαμανδική ζωγραφική.
Μια γοητευτική συμφωνία της χαράς σε τρία μέρη με εκατοντάδες ηθοποιούς
και απίστευτη εικαστική τελειότητα είναι αυτό το τρίωρο «αντίο» του μεγάλου
Σουηδού σκηνοθέτη στον κινηματογράφο. Πρώτη και τελευταία μεγαλειώδης
υπερπαραγωγή του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν το «Φαννύ και Αλέξανδρος» είναι όχι μόνο η
σύνοψη έργου μιας ολόκληρης ζωής αλλά και μήνυμα αισιοδοξίας και προέρχεται από
έναν κορυφαίο στοχαστή της Έβδομης Τέχνης.
Το μεγαλείο του Μπέργκμαν
του ΑΝΔΡΕΑ ΤΥΡΟΥ, εφ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 22/1/1984
ΦΑΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (1983) του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ένας χρόνος απ’ τη ζωή
μιάς πολυμελούς μεγαλοαστικής οικογένειας στη Σουηδία των αρχών του αιώνα.
Θέατρο, θρησκεία, ζωή και θάνατος περνούν μέσα από τα παιδικά μάτια δύο
αδελφών. Το φιλμ, που μοιάζει μ’ ανακεφαλαίωση της μπεργκμανικής δημιουργίας,
είναι το επικρατέστερο για το φετινό όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Τη φωτογραφία
έκανε ο Σβεν Νύκβιστ και παίζουν οι Μπέρτιλ Γούβε, Γκουν Βάλγκρεν, Έρλαντ
Τζόζεφσον, Χάριετ Άντερσον κ.α.
(Παλλάς, Έλλη, Δαναός, Αλκυονίς,
Ιλίσια, Μπρόντγουέη).
Αν ο Σουηδός δημιουργός μείνει
πιστός στην πρόθεσή του να μην κάνει άλλη ταινία, αυτή η τελευταία του φαντάζει
σίγουρα σαν η ιδανική καλλιτεχνική και πνευματική του υποθήκη. Ο περιορισμένος
χώρος δεν επιτρέπει ν’ αναφερθούμε διεξοδικά στις πολύμορφες πτυχές αυτού του
σύνθετου κομψοτεχνήματος.
Εύκολα αναγνωρίζει κανείς την παρουσία όλων σχεδόν των βασικών θεμάτων
του: Μόνο που για πρώτη φορά αντικρίζονται από την οπτική γωνία τεσσάρων
παιδικών ματιών, βλέμματα που εναλλάσσονται με περισσότερο αντικειμενικά, της
μηχανής, του αφηγητή, των άλλων προσώπων, της ίδιας της ζωής.
Κι αυτή η τελευταία δεν είναι αποκλειστικά ο κλειστός χώρος του
εσωτερικού δράματος. Τα χρώματά της περνούν από το ψυχρό γκρι στο βαθύ, ζεστό
κόκκινο, όπως τα συναισθήματα, οι προσδοκίες, οι ανεξίτηλες μνήμες, τα
μεταφυσικά οράματα, οι ερωτικές εξομολογήσεις, το φάντασμα του Άμλετ.
Η ματιά μας βυθίζεται στο παρελθόν που ζωντανεύει οικείο, καθημερινό σαν
τους χαρακτήρες του Μπαλζάκ, όπου το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι κι η
αγωνία στον ύμνο της ζωής. Περισσότερο από αυτοβιογραφικό χρονικό ή
τοιχογραφία, τούτο το αριστούργημα είναι μία σύνοψη αλλά και μιά συμφιλίωση μ’
ό,τι ταλάνισε χρόνια το νου και την καρδιά του Μπέργκμαν- καλλιτέχνη.
Μετά που χάθηκε ο θεός, ο Μπέργκμαν ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς μαζί
του στο όνομα της Απόλυτης Τέχνης, εκεί που το καθετί είναι πιθανό, καθώς πάνω
στην εύθραυστη πραγματικότητα η φαντασία όλο και υφαίνει τα καινούργια σχέδια.
Ο
κόσμος του Μπέργκμαν
του ΝΙΚΟΥ ΦΩΚΑ, εφ. «ΕΞΟΡΜΗΣΗ»
21/1/1984
Από
τις πρώτες ταινίες του («Το λιμάνι», «Η φυλακή», «Καλοκαίρι με τη Μόνικα»),
μέχρι τις τελευταίες του («Σκηνές από ένα γάμο», «Φθινοπωρινή σονάτα»,
«Μαριονέτες»), ο Σουηδός σκηνοθέτης, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν κατάφερε να φτιάξει ένα
ιδιότυπο, προσωπικό κόσμο, κατοικημένο από τις εμπειρίες και τις έμμονες ιδέες
του δημιουργού του: το πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, τις σχέσεις του
ζευγαριού και το θέμα της δυσκολίας της συνεννόησης, ο κόσμος του θεάτρου και
γενικά του θεάματος.
Αυτός ο κόσμος είναι και το επίκεντρο της τελευταίας, μεγάλης διάρκειας
(τρίωρης για τις κινηματογραφικές αίθουσες και σχεδόν έξι ώρες για την
τηλεόραση) ταινίας δημιουργίας του Μπέργκμαν , «Φάνυ και Αλέξανδρος». Η ιστορία
της εκτυλίσσεται στην πόλη Ουψάλα (γενέτειρα του ίδιου του Μπέργκμαν), στη
διάρκεια μιας χρονιάς, αρχίζοντας από τα Χριστούγεννα του 1907 και τελειώνοντας
τα επόμενα Χριστούγεννα. Ο δεκάχρονος Αλέξανδρος, κι οχτάχρονη αδερφή του,
Φάνυ, μεγαλώνουν σε μια μεγαλοαστική οικογένεια, που το διευθύνει η ηλικιωμένη
Έλενα Έκνταλ, πρώην ιδιοκτήτρια και ηθοποιός του θεάτρου της πόλης, που τώρα
διευθύνει ο γιός της, Όσκαρ. Ο Όσκαρ είναι παντρεμένος με την Έμιλυ και η Φάνυ
και ο Αλέξανδρος είναι παιδιά τους.
Στην πολυμελή αυτή οικογένεια βρίσκουμε ακόμη τον Καρλ, δεύτερο γιό της
Έλενας, και τη Γερμανίδα γυναίκα του, Λύδια, και τέλος, τον Γκούσταβ Άντολφ,
που δεν σταματά ν’ απατά τη γυναίκα του Άλμα.
Όταν ο Όσκαρ πεθαίνει από συγκοπή της καρδιάς, η χήρα του θα ερωτευθεί
και θα παντρευτεί τον επίσκοπο, Έντβαρντ Βέργκερους, που θα αποδειχθεί ένας απολυταρχικός
και αυστηρών ηθών άνθρωπος, που θα κάνει τη ζωή της Έμιλυ και των δύο παιδιών
αφόρητη.
Με την εξέλιξη της ιστορίας και των καταστάσεων που έχουν ν’ αντιμετωπίσουν
τα δύο παιδιά αλλά και οι μεγάλοι, αρχίζουν να διαφαίνονται και ν’ αναπτύσσονται
τα γνωστά θέματα του μπεργκμανικού έργου: η Φάνυ και ο Αλέξανδρος μεγαλώνουν σε
έναν κόσμο του θεάματος αλλά και θρησκευτικής καταπίεσης (έναν κόσμο αντίστοιχο
μ’ εκείνον στον οποίο μεγάλωσε κι ο ίδιος ο Μπέργκμαν), φέροντας στο νου ταινίες
όπως «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας» και «Χειμωνιάτικο φως», οι σχέσεις ανάμεσα
στον Γκούσταβ Άντολφ και την Άλμα, οδηγούν σε αδιέξοδο, άγχος αλλά και συμφιλίωση,
όπως σε τόσες ταινίες του Μπέργκμαν, το μυστήριο και η μαγεία που δημιουργούνται
γύρω από τα παιδιά, ιδιαίτερα μέσα από τις σχέσεις τους με τον Εβραίο φίλο της οικογένειας,
Ισαάκ Γιακόμπ και του ανηψιού του, Ισμαήλ, φέρνουν στο νου τη μαγεία και το
μυστικισμό που κυριαρχούν σε ταινίες όπως «Το πρόσωπο», κ. ά.
Βέβαια, πάνω και ίσως απ’ όλα τ’ άλλα, κυριαρχεί το θέμα της γυναίκας
και του κόσμου της, είτε αυτή είναι ηλικιωμένη όπως η Έλενα, που ζει με τις αναμνήσεις
της είτε ώριμη γυναίκα που αναζητά την ευτυχία, όπως η Έμιλυ, είτε γυναίκα
βασανισμένη όπως η Λυδία είτε γυναίκα που έχει συμφιλιωθεί με τη μοίρα της, όπως
η Άλμα, είτε ακόμη γυναίκα που ζει μόνο για την ηδονή, όπως η γκουβερνάντα Μάι.
Αυτό τον κόσμο, ο σκηνοθέτης της «Νύχτας των σαλτιμπάγκων» και του «Κραυγές και
Ψίθυροι» ξέρει να δίνει με τρόπο ανεπανάληπτο, διεισδύοντας στις πιο ενδόμυχες
σχέσεις των ηρωίδων του, σκιτσάροντας το χαρακτήρα τους στα πιο ουσιαστικά και
ενδιαφέροντα στοιχεία τους.
Και βέβαια, όπως και στο προηγούμενο έργο του, ο Μπέργκμαν καταφέρνει ν’
αποσπάσει απ’ όλες (αλλά και από τους άντρες ηθοποιούς του), θαυμάσιες ερμηνείες:
τη Γκουν Βάλγκρεν (Έλενα), την Εύα Φρέλινγκ (Έμιλυ), τη Μαριάν Αμίνοφ (Μπλέντα Βέργκερους-
μητέρα του Επισκόπου), τη Χάριετ Άντερσον (Γιουστίνα, μαγείρισσα στο σπίτι του Βέργκερους),
τον Γιαν Μάλμσγιε (Επίσκοπο Βέργκερους), τον Γκιούναρ Μπγιέρνστραντ (Φίλιπ Λάνταλ),
τον Έρλαντ Γιόζεφσον (Ισαάκ Γιακόμπι), τον Μπέρτιλ Γκούβε (Αλέξανδρο), την Περνίλα
Άλβιν (Φάνυ) και όλους τους άλλους.».
Μια ωραία περιδιάβαση σε εξαιρετικά χρήσιμα κινηματογραφικά σημειώματα
παρελθόντων ετών για όσους αγαπούν τον Κινηματογράφο και ιδιαίτερα τις ταινίες
του Ingmar Bergman. Στην αντιγραφή διατήρησα την ορθογραφία των
εφημερίδων της εποχής και δεν ομογενοποίησα τα κύρια ονόματα των δύο μικρών
αδερφών ΦΑΝΝΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.
Τέλος αν το άτομο και ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά του Λουθηρανού
χριστιανού Επισκόπου Βέργκερους, τα λόγια του, ανακαλούν στην μνήμη σας ανάλογες
περιπτώσεις Ελλήνων ας μείνει ο προβληματισμός ανοιχτός….
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
30 Αυγούστου 2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου