ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ- ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
Στο
παρόν σημείωμα αντιγράφουμε τις αναφορές του πειραιώτη καθηγητή αγγλικών,
ποιητή και μεταφραστή Ανδρέα Αγγελάκη που συνδέονται με τον αθηναίο εστέτ
ποιητή του Μεσοπολέμου, «πεσιμιστικής ιδιοσυγκρασίας» αυτόχειρα Ναπολέων
Λαπαθιώτη. Παράλληλα, δίνουμε τηλεγραφικώς ενδεικτικές πληροφορίες που
γνωρίζουμε για το έργο του μνημονεύοντας ονόματα πειραιωτών λογοτεχνών οι
οποίοι αναφέρθηκαν, έγραψαν ή σχολίασαν την παρουσία και την ποίηση του
συμβολιστή ποιητή- μεταφραστή με το τραγικό τέλος. Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ήταν
γνωστός στους Πειραϊκούς στενούς φιλολογικούς κύκλους της εποχής του από τις
πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα, αν και, δεν ήταν μεγάλη και συχνή η
συγγραφική συμμετοχή του σε πειραϊκά λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα. Η
απώλειά του εν μέσω Πολεμικής περιόδου και Κατοχής πάντως, καταγράφηκε στον
πειραϊκό τύπο και τα περιοδικά. Ο γνωστότατος στο Αθηναϊκό φιλότεχνο κοινό Ν.
Λαπαθιώτης μοναχοπαίδι στρατιωτικού πατέρα και Μεσολογγίτισσας μητέρας επισκέπτονταν
συχνά τον Πειραιά, τις έρημες και βραχώδεις περιοχές του πρώτου Λιμανιού-
Πειραϊκή, Φρεαττύδα κλπ. Τις πειραϊκές του περιπλανήσεις και εμπειρίες, εικόνες
και ιδιαιτερότητες του βίου του μας αναπλάθει σε ένα αξιοπρόσεχτο πεζογράφημά
του «Το Τάμα της Ανθούλας» που κυκλοφόρησε όπως και άλλα πεζά του χρόνια μετά
τον θάνατό του. Πειραιώτες ποιητές όπως
με καταγωγή από την Χίο (πολιτογραφημένος πειραιώτης) Λάμπρος Πορφύρας, ο
υδραίος ποιητής και μεταφραστής Γεώργιος Στρατήγης, ο Φαληριώτης πεζογράφος και
θεατρικός συγγραφέας ιατρός Παύλος Νιρβάνας, ο μεταφραστής Γεώργιος Ζουφρές, ο
δημοσιογράφος και ολιγογράφος ποιητής Νίκος Χατζάρας και άλλοι, υπήρξαν
πνευματικοί συνοδοιπόροι του, συμμετείχαν στην έκδοση λογοτεχνικού περιοδικού
«Ηγησώς», στενοί φίλοι και συνδαιτυμόνες του όπως ο ποιητής και κριτικός,
μεταφραστής διευθυντής του λαϊκού περιοδικού «Μπουκέτο» Μήτσος Παπανικολάου. Η
οικογένειά του εγκαταστάθηκε στον Πειραιά και ο νεαρός Παπανικολάου φοίτησε σε
Πειραϊκό Σχολείο. Στενή φιλική σχέση διατηρούσε ο Ν. Λαπαθιώτης και με τον Νίκο
Χαντζάρα. Βλέπε την σειρά των δημοσιευμάτων του στον πειραϊκό τύπο με τίτλο τα
«Πειραιώτικα». Τα έχουμε ταξινομήσει και αντιγράψει στα Λογοτεχνικά Πάρεργα.
Μάλιστα ο πειραιώτης ποιητής παραβρέθηκε και στην κηδεία του. Από τις νεότερες
γενιές των τελευταίων χρόνων, για το έργο του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη έγραψαν ή
μίλησαν ο κριτικός Ευάγγελος Ν. Μόσχος, ο συγγραφέας και εκδότης Ευάγγελος
Ρόζος, ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς που έχει αφιερώσει αρκετές σελίδες
του στο περιοδικό του «Οδός Πανός», ο μελετητής της λογοτεχνίας Γιώργος Χ.
Μπαλούρδος (έχει δώσει ομιλία, γράψει στα περιοδικά «Πνευματική Ζωή» του Μιχάλη
Σταφυλλά, «Οδός Πανός», στην εφημερίδα «Εξόρμηση», στην ιστοσελίδα του κλπ.), ο
Αλεξανδρινός μελετητής γεννημένος στον Πειραιά Τίμος Μαλάνος στο βιβλίο του «Αναμνήσεις ενός
Αλεξανδρινού». Το 2003 οι εκδόσεις «Οδός Πανός κυκλοφορούν το μοναδικό μέχρι
σήμερα βιβλίο-μελέτημα που κυκλοφόρησε για τον ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη,
συγγραφέας του ο πειραιώτης πανεπιστημιακός Βρασίδας Καραλής, «Για τον Ανδρέα
Αγγελάκη». Σε διάφορες σελίδες του 18, 43, 58, 64, έχουμε αναφορά στον
Λαπαθιώτη. Ο πειραιώτης συγγραφέας και σκηνοθέτης Τάκης Σπετσιώτης ο οποίος
έγραψε το σενάριο και γύρισε την βραβευμένη ταινία βασισμένη στην ζωή του
ποιητή «Μετέωρο και Σκιά», το επεισόδιο της τηλεοπτικής σειράς της ΕΡΤ-1 για
τους Ποιητές μας. Ο φιλόλογος και σκηνοθέτης έχει κυκλοφορήσει και το μελέτημα
«Χαίρε Ναπολέων- Δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, 63 πεζά
ποιήματά του και εικόνες του Άγγελου Παπαδημητρίου», εκδ. Άγρα 1999. Ο Τάκης
Σπετσιώτης συνεχίζοντας τις Βιβλιογραφικές καταγραφές που πρώτος άρχισε ο
ποιητής και εκδότης Τάσος Κόρφης συμπληρώνει τα στοιχεία και τις πληροφορίες.
Πάνω στα ίχνη του πατά και συμπληρώνει την Βιβλιογραφία ο πανεπιστημιακός
Γιάννης Η. Παππάς βλέπε σελ. 506, παράγραφος 84 του βιβλίου του Ναπολέων
Λαπαθιώτης, ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΥΡΕΘΕΝΤΑ Εισαγωγή-φιλολογική επιμέλεια Γιάννης
Η. Παππάς με τη συνεργασία της φιλολόγου Μαρίας Π. Φωτίου, εκδόσεις «Ταξιδευτής»
2015. Τώρα, όσον αφορά την σχέση του Ναπολέων Λαπαθιώτη και του εγκατεστημένου
στην πόλη του Πειραιά ποιητή και κριτικού Μήτσου Παπανικολάου, στοιχεία αντλεί
από δύο χρήσιμες και σημαντικές εκδόσεις που κυκλοφόρησαν την τελευταία διετία.
Αυτή του νέου Καβαλιώτη εκπαιδευτικού Μιχαήλ Χ. Ρέμπα, Μήτσος Παπανικολάου,
Ποιητικά Έργα και Αθησαύριστα Πεζά. Άπαντα τα Ευρεθέντα. Φιλολογική έκδοση,
εισαγωγή, επιμέλεια, σημειώσεις Μ. Χ. Ρέμπας, εκδόσεις «Όγδοο», 2023 και την
δίτομη ερευνητική εργασία του γνωστού μας πειραιώτη πανεπιστημιακού στην
Θεσσαλονίκη Μιχάλη Γ. Μπακογιάννη. Βλέπε Μήτσος Παπανικολάου, Τα ποιήματα
(1916-1942)και Τα πεζογραφήματα (1913- 1943) σε φιλολογική επιμέλεια Μιχ. Γ.
Μπακογιάννη, εκδόσεις Σμίλη 2024, 354+ 390 σελίδες. Τέλος, έχουμε την περίπτωση
του πειραιώτη ποιητή, μεταφραστή και καθηγητή των αγγλικών Ανδρέα Αγγελάκη.
Οι τίτλοι βιβλίων του Ανδρέα Αγγελάκη είναι τέσσερεις οι οποίοι έχουν
άμεση σχέση με ότι αποκαλούμε στους χώρους της Ελληνικής Γραμματείας υπόθεση
Λαπαθιώτη. Δύο ποιητικές συλλογές, ένα με αφηγήματά του και ένα παιδικό του.
Σε δύο Ποιητικές του συλλογές αφιερώνει ποιητικές του μονάδες στον Ν.
Λαπαθιώτη. Στα Αφηγήματά του, συνειρμικά, έρχονται στην σκέψη του ποιητή τα
σχέδια των αντρών που κοσμούν τα ποιήματα της έκδοσης Γεωργίου Φέξη 1964 σε
επιμέλεια Άρη Δικταίου. Στο Παιδικό του, έχουμε στίχους του Λαπαθιώτη.
Οι τίτλοι των βιβλίων είναι οι εξής:
1., Ανδρέας Αγγελάκης, Η
ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ, Φωτογραφίες TRESS, μακέτα εξωφύλλου Μιχάλης Ιερωνυμίδης εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, Αθήνα, Απρίλιος
1982, σελ. 64. Το βιβλίο τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Αιμίλιου Καλιακάτσου
(εκδόσεις Στιγμή). Σε λιγότερο από μία δεκαετία, Σάββατο 18 Μαϊου 1991 θα
έφευγε από τον μάταιο τούτο κόσμο ο πειραιώτης ποιητής. Αφήνοντας πίσω του την
μητέρα του, την σύζυγό του Γιωργία και τον μικρό του γιό τον Αργύρη. Ο θάνατός
του προκάλεσε θλίψη και πόνο στην οικογένειά του και στους θαυμαστές του έργου
του στους μαθητές των δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων όπου δίδαξε. Το
Νεκροταφείο της Ανάστασης δέχτηκε το άψυχο και βασανισμένο κορμί του. [στις
σελίδες 18-23 έχουμε την μακροσκελή ποιητική σύνθεση «ΒΡΟΧΕΡΟ ΒΡΑΔΥ ΕΝΟΣ
ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ»].
ΒΡΟΧΕΡΟ
ΒΡΑΔΥ ΕΝΟΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, ΙΣΩΣ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗ
Ναι, σίγουρα πρέπει. Μας
περιμένουν.
Πίσω απ’ το τζάμι, στητοί και
αξιοπρεπείς,
οι γέροι ποιητές καραδοκούν μήπως
χτυπήσει το κουδούνι.
Τί περιμένουν; ποιόν; Όλους και
κανέναν.
Οι ανθολογίες πολλές φορές τους
παρουσιάζουν νεκρούς,
πώς πέθαναν πρίν πέντε ή δέκα
χρόνια,
κάπου στην Επαρχία.
Εκείνοι στέλνουν επιστολές,
διευκρινίζουν, ειρωνεύονται,
απειλούν τον ανθολόγο,
κατηγορούν για φιλολογική
ανεπάρκεια, κακοήθεια.
Παίρνουν απάντηση ικανοποιητική,
υπόσχεση διόρθωσης μόλις
εξαντληθεί η πρώτη έκδοση
και ησυχάζουν.
Τα διηγούνται πιά κατόπιν σαν ανέκδοτο.
«Και να σκεφτείτε πώς τώρα γράφω
το αριστούργημά μου,
αυτές οι καρακάξες θα πλαντάξουν,
σας βεβαιώνω,
είμαι πιό νέος απ’ αυτούς, μην
τους ακούτε,
μεθαύριο έχω γενέθλια. Μπαίνω
στην εφηβεία μου.
Κλείνω τα δεκαπέντε μου,
Τί δώρα θα μου κάνουν, άραγε;».
Και ξαφνικά, μεταμορφώνονται.
Γίνονται μιά κοπελίτσα με ξανθά
μαλλιά,
στο μπούστο της νταντέλες,
γίνονται ένα άτακτο αγοράκι
που κλέβει το γλυκό και σκαλίζει
τη μύτη του.
«Λοιπόν, θα πάμε καμιά βόλτα;»,
σε ρωτούν.
«Το υποσχεθήκατε».
Πώς, βέβαια, λες. Κι
ετοιμάζονται.
Βάζουν πανάκριβα λουστρίνια,
μεταξωτά πουκάμισα, φορτώνονται
δαχτυλίδια και καδένες.
«Δεν θ’ αργήσουμε», φωνάζουν στην
υπηρέτρια.
«Αν τηλεφωνήσει κανένας, πες να
ξαναπάρει,
θα μια πίσω σε δυό ώρες,
πρόσεχε να σημειώσεις τ’ όνομά
του,
όλο ξεχνάς τώρα τελευταία,
αντίο».
Και σκαρφαλώνουνε στην πλάτη σου.
Τα πόδια σου λυγίζουν.
Ενώ δεν είναι κάν εξήντα κιλά,
σηκώνεις ένα αβάσταχτο φορτίο,
κουβαλάς σ’ ένα σακί το χρόνο,
τρέμεις, λυγάς.
Ένα προπολεμικό τραγούδι βουϊζει
μες στ’ αυτιά σου.
Και- τί περίεργο! Ενώ η δύση δεν
προμηνύει τίποτε,
αρχίζει μιά ψιλή βροχή να πέφτει,
συνοδεύει την κουβέντα και τη
βόλτα σας
διακριτικά, αλλά επίμονα,
διαλύει τα πάντα σ’ έρωτα και
μνήμη,
πρόσωπα διαγράφονται στο μάκρος
της λεωφόρου,
τρέχει ποτίζοντας τα μαλλιά, τη
σάρκα σου.
Ενσωματώνεται στη σκέψη σου.
Ολόκληρος γίνεσαι βροχή.
«Ας σταματήσουμε εδώ, στο
υπόστεγο.
Αυτή η απρόοπτη βροχή μας χάλασε
τα σχέδια.
Τί ατυχία!
Πάντα, όταν βρέχει,
αισθάνομαι σαν να με τιμωρεί ένα
πρόσωπο,
αλλά δεν ξέρω ποιό ή γιατί.
Το ‘χω προσέξει από μικρός».
Σωπαίνουν. Περνάει ώρα. Σε
ξεχνούν.
Μονάχα ακούγεται η βροχή στο
υπόστεγο.
«Δεν επιστρέφουμε;», λένε. «Δεν
πειράζει.
Εξάλλου, εσείς θα μου περιγράψετε
αυτά που επρόκειτο να δούμε,
τα σινεμά, τα θέατρα, οι
φαντάροι,
τ’ αγάλματα στο πάρκο τα
κιτρινισμένα,
οι τυχερές αυτές υπάρξεις
που οι ανόητοι τα θαρρούν χωρίς
ζωή
-τί λεία σάρκα, τί νεανική,
βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα
τους στο χρόνο,
και, κυρίως, είναι άτρωτα,
οι μαχαιριές των αισθημάτων
άσκοπες,
έχουν συναλλαγές με την αιωνιότητα,
γι’ αυτό τα βλέπετε έτσι αυτάρκη,
με γνωρίζουν εμένα, ωστόσο, τα
γνωρίζω,
αλλά τί λέω, ξεχάστηκα,
ώρες είναι να μπλεχτούμε και με
τη μεταφυσική,
αυτό μας έλειπε,
ανέκαθεν μισούσα τις αφηρημένες
έννοιες,
λοιπόν, έτσι,
θέλετε λίγο ούζο, ουίσκι, αναψυκτικό;
ούτε κάν σας ρώτησα.
Βαρέθηκα πιά τα ίδια πρόσωπα,
ποιά πρόσωπα; για τον Καβάφη λέω.
Εφιάλτης μου έγινε. Έχει
προσκολληθεί
σαν βδέλλα πάνω μου.
Όπου πάω, μ’ ακολουθεί. Στο
σαλόνι,
που λιμνάζουν οι οικογενειακές
φωτογραφίες μας,
στο χωλ, στην κουζίνα, όταν ψήνω
κάποιο ζεστό,
στην τουαλέτα ακόμα. Παντού από
πίσω μου.
Μα, καταντάει τυραννία.
Μ’ έχει κάνει νευρασθενικό.
Καταπίνω χάπια με τις φούχτες.
Κάποιος πρέπει να του μιλήσει
πιά,
να φύγει, να φύγει, να φύγει, να
ξεκουμπιστεί.
Να, για ακούστε. Όχι, δεν είναι
αυτός.
Κάποιο ποντίκι θα ‘ναι, έχουμε
και τέτοια,
δεν μας φτάνουν τ’ άλλα.
Και η μνήμη να κρέμεται σαν
βρικόλακας στο τζάμι μου.
Όλα τούτα τα χαρτιά, τα ποιήματα,
προσχέδια,
επιστολές νεκρών λογοτεχνών, κάρτ
ντε βιζίτ,
φωτογραφίες της Λεάντερ, δίσκοι
της,
όλα τούτα μου ‘ρχεται ν’ ανοίξω
το παράθυρο,
να τα πετάξω,
στάχτη και μπούρμπερη να γίνουν,
όλο τούτο τ’ άχρηστο χαρτικό το
ανεπρόκοπο
να γινόταν, λέει, κορμί φαντάρου
ή ναύτη,
-έχω αδυναμία στις στολές,
συγχωρέστε με,
εκείνο το βαθύ τους μπλε με κάνει
σαν να ταξιδεύω-
να γίνει, που λέτε, σάρκα, αίμα
και φλέβες,
αυτά που η ποίησή μου σεμνύνεται
να ομολογήσει,
μπράτσα, πλάτες, μέλη απόκρυφα.
Άχ, να γινόταν ξαφνικά, χωρίς
κουδούνι να χτυπήσει,
χωρίς κανένα τηλεφώνημα,
ν’ ανοίξει η πόρτα του δωματίου
μου
και να εμφανισθεί αυτός. Αυτός.
«Ήρθα, να πει. Τίποτε άλλο. Και
να γδυθεί.
Ν’ αφήσει τον μπερέ του στην
καρέκλα
κι αργά- αργά να βγάλει το
πουκάμισο,
το παντελόνι, τις λασπωμένες
μπότες.
Μετά να πεί, «Είμαι κουρασμένος,
κάναμε ασκήσεις σήμερα,
λίγο να κοιμηθώ, κι ύστερα
βλέπουμε».
Ν’ αρχίσει να ψιλοροχαλίζει.
Εγώ –χά χά, πώς σας την έφερα!-
θα τον αφήσω να κοιμάται,
θα πλησιάσω την καρέκλα στο
κρεβάτι του.
Μυρίζει εκείνη η απροσδιόριστη
μυρουδιά
της νεανικής σάρκας
(ορμόνες, μου ‘πε ένας γιατρός)’
το ‘να χέρι κάτω απ’ το κεφάλι
του,
τ’ άλλο πάνω στην ήβη του.
Περιττό.
Τίποτα δεν προσμένω. Τίποτα.
Τίποτα.
Βαρεθήκατε; Ναι, βέβαια, είναι
αργά.
Και τα ταξί δύσκολα βρίσκονται
τέτοια ώρα.
Του χρόνου πάλι. Σίγουρα.
Τηλεφωνήστε μου.
Ναι, αρκετά καλά τα ποιήματά σας,
θα βρω καιρό να σας γράψω τις
εντυπώσεις μου.
Αντίο. Και να διαβάζετε.
Διαβάζετε τους κλασικούς.
Είναι το άλφα και το ωμέγα.
Κακά τα ψέματα. Χωρίς την κλασική
παιδεία μου
δεν ξέρω αν θα ‘γραφα τέτοια
αριστουργήματα.
Γειά σας, λοιπόν.
Τραβήξτε, καθώς φεύγετε, καλά την
πόρτα.
Ναι. Ναι. Συντόμως ελπίζω να τα
ξαναπούμε.
Η ποιητική συλλογή «Η Μεταφυσική της μιας
Νύχτας» του ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη που κυκλοφόρησε το 1982 από τις εκδόσεις
«ΓΝΩΣΗ» θεωρείται από τις καλύτερες και πιο συγκλονιστικές ποιητικές καταθέσεις
που μας έχει δώσει ο πειραιώτης δημιουργός.
Είναι η 10η χρονολογικά σε μία περίοδο είκοσι χρόνων από το
1962 όταν κυκλοφόρησαν τα ποιήματα «Ομιλίες του Θεού και της Θάλασσας». «Η
Μεταφυσική της μιάς νύχτας» ανοίγει τις σελίδες της με ένα απόσπασμα από το
θεατρικό έργο του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, HAMLET,I,iii, 78-80. Το μότο μεταφέρεται στην πρωτότυπη γλώσσα του: “This above all: to thine own self be true,/ And
must follow as the night the day,/ Thou canst not them false to any man.” Η συλλογή αρχίζει με το ποίημα «Καρτεσιανή Λογική» και κλείνει την
αυλαία της μ το ποίημα «Τελικά». Ενδιάμεσα περιλαμβάνονται 29 μεγάλες ποιητικές
μονάδες. Το ποίημα αφιερωμένο στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη είναι το 8ο
στην σειρά ενώ η ποιητική και αγαπημένη στους Πειραιώτες και όχι μόνο σύνθεσή
του «Ο Χριστός Πειραιάς μου» είναι η 13 στην σειρά. Ένα εκπληκτικό και άρτια
οργανωμένο ποίημα στο οποίο ο Αγγελάκης μας εκφράζει στο πώς η γενέθλια πόλη
του ο Πειραιάς, αισθηματοποιήθηκε μέσα του στην ποίησή του. Ένας βουβός σπαραγμός πλημμυρίζει
τις σελίδες αυτής της συλλογής, ένα σιγαλόφωνο κλάμα για αυτό που χάνεται
καθημερινά στις μεταξύ ερωτικές και συντροφικές σχέσεις των ανθρώπων. Μπορεί το
Σαιξπηρικό μότο να έχει την δική του βαρύτητα στην λειτουργία της ποίησης του
Α. Αγγελάκη αλλά, θεωρούμε εκ νέου όσες φορές και να την διαβάσουμε ότι η φράση
του γάλλου συμβολιστή, καταραμένου ποιητή Αρθούρου Ρεμπώ, «μια μέρα πήρα την
Ομορφιά στα γόνατά μου την βρήκα πικρή και την βλαστήμησα» φωτίζει εκ των έσω
τον ερωτικό και πικρό αυτό λόγο του πειραιώτη ποιητή. Παρά τις σκληρές της
εικόνες, τα άξενα ερωτικά της Καβαφογενή πλάνα της, ένα κλίμα θρησκευτικότητας,
σιγαλόφωνης Παπαδιαμαντικής στωικότητας και εγκαρτέρησης διαχέεται μέσα σε
αυτούς τους μακροσκελείς στίχους. Μία ποίηση χαμηλόφωνων δραματικών τόνων,
ψιθυριστής συγκίνησης, υπόκωφης διάθεσης. Υπερισχύουν τα ουσιαστικά και
κυριαρχεί το ρήμα, ενώ όπου κάνουν την εμφάνισή τους τα επίθετα είναι για να
δώσουν μεγαλύτερη ένταση στην τραγικότητα των ερωτικών περιστάσεων. Σκηνές
μοναξιάς και αποξένωσης που, φορτίζονται συναισθηματικά ακόμα περισσότερο από
τις ασπρόμαυρες ωραίες φωτογραφίες αντρικών υπάρξεων σε μία στάση αμήχανου
ερωτισμού τους. Τα μέσα μας ερείπια ενώνονται με τα εξωτερικά. Η φύση
απουσιάζει. Το ποιητικό ερωτικό υποκείμενο στροβιλίζεται μέσα σε ένα «βαρέλι
θανάτου». Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι εξαιρετικοί, οι χρωματισμοί σκοτεινοί,
μώβ αποχρώσεων. Τα γεγονότα συμβαίνουν συνήθως την νύχτα υπό το φως των άστρων
και του φεγγαριού. Οι ερωτικοί αρχάγγελοι της Νύχτας κυκλοφορούν στα Πάρκα, σε
Σταθμούς τρένων, συχνάζουν σε κινηματογραφικές αίθουσες που μυρίζουν σπέρμα και
βαριές κολόνιες. Ιδρωμένοι φαντάροι,
μπρατσωμένοι οικοδόμοι, λούμπεν εργάτες του λιμανιού, αφρικανοί και αλλοδαποί
ναυτικοί, ρωμαλέοι φορτηγατζήδες και ζαβλακωμένες υπάρξεις από διάφορες ουσίες,
τριγυρνούν στο λιμάνι, στην περιοχή της Τρούμπας με τις μαραγκιασμένες από
ηδονή γυναίκες της νύχτας, που αναζητούν
δουλειά στα γύρω εργοστάσια την ημέρα για να θρέψουν τα παιδιά τους. Νταβατζήδες
της πιάτσας τριγυρνούν στα πειραϊκά αλσάκια, όπως ο Τινάνειος Κήπος, στα πέριξ
στενά και σοκάκια δίνοντας την χαρακτηριστική ατμόσφαιρα στο πρώτο Λιμάνι της
χώρας. Ή πίνουν τον καφέ τους κοκορευόμενοι για τις πράξεις τους στα μικρά
καφενεδάκια ή τα στέκια που συχνάζουν ναυτικοί. Θάνατοι βίαιοι, ερημία, νύχτιο
περιβάλλον ματιές που σπιθίζουν φόβο, λαγνεία κρυφή ηδονή, απελπισία αλλά και
νοσταλγία ερωτική. «Συναλλαγματικές» ερωτικού θανάτου και μία διαρκή απουσία
που «εξανθρωπίζει». Μια ζωή γεμάτη μνήμες και απώλειες, στερήσεις, ανάμεσα σε
ερημωμένα πάρκα, πίσω από κορμούς δέντρων στην προκυμαία που είναι αραγμένα τα
φορτηγά καράβια. Σώματα διαθέσιμα όσο ένα μπάρκο καραβιού, όσο κρατάει η υγρασία
ενός αρμυρού φιλιού, επίκληση για αγκαλιάσματα από «τριχωτά χέρια» που σφίγγουν
«σαν τανάλιες». Ο ποιητής δεν φοβάται να μας εξομολογηθεί ότι «προτιμά τις ύαινες
του δρόμου/ που σου ζητούν ωμά μια χαρτζιλίκι,/ μια που μένεις, μια να τους βρείς
γυναίκα,/ ενώ η τρυφερότητα κωφάλαλη σε πλησιάζει…». Ή πάλι αποφαίνεται: «Εμπιστευθείτε
την ασφάλεια της ωμής συναλλαγής.» βλέπε το ποίημα «Τρυφερότητα». Ενώ στο ποίημα
με τίτλο «Καθήκοντα και υποχρεώσεις» αναλαμβάνει το καθήκον συλλογιζόμενος: «Ποιος,
επιτέλους, θα βρεθεί/ να γράψει το μαρτυρολόγιο τούτο,/ ποια πένα που θα στάζει
αίμα/ θα δικαιώσει όλους εκείνους τους ανώνυμους,/ τις αγιασμένες απ’ τη στέρηση
ζωές τους;». ή «Παλιά, μας καίγαν με τις μάγισσες/ πάνω σε μια καρότσα,/ με μια
τσουγκράνα και με φρύγανα./ Μας αναγνώριζε ο θεός,/ έτσι καβουρνιασμένους,/ να
πούμε, βρε αδερφέ, το τι τραβήξαμε,/ να βρούμε, έστω και μεταφυσικά, το δίκιο μας;/
Ποιος να ξέρει;» η ερώτηση του ποιήματος «Παράπονα» αφήνεται αναπάντητη. Μια σπαρακτική
ερωτική «νεκρολογία» των «κάτι παιδιών
που δεν γίνονται άντρες και δεν ζουν την ζωή την δικιά σου…». Σε έναν Κόσμο άγριο
και δολοφονικό, πώς μπορεί η Ποίηση να είναι τρυφερή, μελιστάλαχτη, και να μιλά
για ανθισμένα λουλουδάκια και νούφαρα που πλέουν πάνω σε ατάραχα λιμνών νερά;
Η ποίηση του Ναπολέων Λαπαθιώτη είναι φυσικά ερωτική αλλά η ποίηση αυτής της ερωτικής ποίησης στο Μέλλον έμελλε να την καθρεφτίσει στις συγκριμένες της παραμέτρους και ομοερωτικές συνιστώσες ο ποιητικός λόγος του πειραιώτη ποιητή Ανδρέα Αγγελάκη, αν και συνταξιδιώτες του ερωτικού καημού και πάθους.
2., Ανδρέας Αγγελάκης, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ
ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ ΜΟΥ. Η συλλογή κοσμείται με ένα σχέδιο του Βασίλη Βασιλειάδη.
Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1986, σ. 56 [ στην σελίδα 40 δημοσιεύεται το ποίημα “MODUS VIVENDI”].
MODUS VIVENDI
Σαν τον Λαπαθιώτη μοιάζει πιά-
αντίγραφό του.
Κι αν άλλαξε ελαφρά το σκηνικό-η
Πειραιώς,
η Βάθης, τα κουτούκια, η
λαχαναγορά,
εκείνο το γαλάζιο τούλι του
μεσοπολέμου,
οι μπερντέδες και τα χαμηλά
κασκέτα
κι άλλα τινά, παραμένουν άλλα,
ωστόσο,
τα πιό μόνιμα:
ο «μπερντές», η νύχτα που δεν
τήρησε ποτέ
καμιά απ’ τις υποσχέσεις της,
το άγχος, η αναμονή, οι ρούνες,
η καταστροφή, τέλος.
Μιά καταστροφή αθόρυβη, άναδρη,
ανειδοποίητη, που σερβίρει το
δηλητήριό της
αργά, με χέρια σίγουρα,
σαν τα χέρια, ξέρετε, που σε
χαιδεύουν τάχατες
και κατεβαίνουν προς τα κάτω
όχι γι’ αυτό που φανταστήκατε,
μα για το πορτοφόλι-
τί άλλο;
Το ποίημα του Ανδρέα Αγγελάκη με
τον λατινικό τίτλο “Modus Vivendi”,
είναι το 16 από τα 19 ποιήματα που αποτελούν την συλλογή με τον σκοτεινό και
απειλητικό τίτλο «Τα ποιήματα του δολοφόνου μου» που εκδόθηκε το 1986 από τον
εκδοτικό οίκο «Νεφέλη». Είναι ποιήματα μοντέρνας τεχνικής και τεχνοτροπίας.
Έχουν μακροσκελείς τίτλους ειδικής ιατρικής ορολογίας, «Η σχιζοφρένεια σύμφωνα
με την αντιψυχιατρική», φέρουν ονόματα τραγικών και αυτοκαταστροφικών στην ζωή
τους σπουδαίων ζωγράφων ή υπαρξιστών φιλοσόφων «Περί Μοντιλιάνι», «Ο
Μελαγχολικός Σαιρεν Κίρκεγκωρ». Έχουν μεγαλογράμματους τίτλους ή γραμμένους με
μικρά γράμματα. «Κατ’ όναρ», «Παραπορτιανή». Είναι ποιήματα μεγάλων σχετικά
συνθέσεων, καταλαμβάνουν συνήθως πάνω από μία σελίδα το καθένα. Βλέπε «Φόβοι
για το Μέλλον» σ. 29-33. Τίτλοι όχι πάντα ποιητικά φορτισμένοι «Οικονομικά ζητήματα»,
«Χαρτάκια» ενώ η λέξη «δολοφόνος» συναντάται ως συνθετικό σε 3 τίτλους. Οι
εκλεκτικές του ποιητικές συγγένειες όπως αυτές του ποιητή Όσκαρ Βλαντισλάβ
Μιλόζ είναι εμφανείς. Ξεκάθαρες είναι και οι απόψεις του για την λειτουργία και
τον σκοπό της Ποιητικής λειτουργίας. «… εμ, βλέπεις, στην ποίηση δεν κρύβεται η
φτώχεια,/ πολύ περισσότερο το ψέμα,/ η ποίηση είναι σκληρό καρύδι,/ ξερνάει την
υποκρισία χωρίς προφάσεις,/ πολλά –πολλά δεν τα σηκώνει,/ σου κλείνει κατάματα
την πόρτα και την έχασες./ Μια για πάντα,/ Όμως η ποίηση είναι αφηρημένη,
χαρτιά και κουραφέξαλα,/ δεν είναι κορμί, δεν είναι στόμα,/ σπάνια, πολύ
σπάνια, την άκουσε να τον παρηγορεί,/ εγωίστρια, τα θέλει όλα δικά της/ χωρίς
αυτή να σου δίνει τίποτα. Σου ‘ρχεται να την πνίξεις.» λέει με χαρακτηριστική
απαισιόδοξη αβεβαιότητα σχετικά με το ανθρώπινο κορμί στο ποίημά του «Φόβοι για
το Μέλλον». Στην σελίδα 23 δημοσιεύει ένα ακόμα ποίημά του που φέρει τον τίτλο
«Ποίηση» το 8ο στην σειρά. Ενώ υπάρχουν και τρία ποιήματα «Για τη
Μύκονο». Και σε αυτήν την συλλογή ο Ανδρέας Αγγελάκης κρυσταλλώνει έντονα το
ερωτικό του άγχος, σκιαγραφεί με μελανά
χρώματα την απαισιοδοξία του, φωτίζει την μελαγχολία του, εικονογραφεί την θλίψη του με κυνικό τρόπο,
σκληρή έκφραση για το ατελέσφορο της ερωτικής ομοερωτικής επαφής σε έναν κόσμο
σκληρό, κυνικό, ανάλγητο, συμφεροντολογικό, γιομάτο κινδύνους και ριψοκίνδυνες
καταστάσεις, όπως είναι ο κόσμος της νύχτας και ιδιαίτερα των υγρών
περιβάλλοντων εκείνων που αναζητά κανείς σεξουαλικούς συντρόφους της στιγμής. Ο
τυχαίος Άλλος που συναντά, δεν είναι ο προσδοκώμενος σύντροφος ζωής, αυτός που
θα έρθεις σε επαφή και θα κοινωνήσετε μαζί τα γλυκάδια της σωματικής ευωχίας,
των αγγιγμάτων την λάμψη, των φιλιών του αληθινού πόθου, την ψαύση της
γυμνότητας των ερεθισμένων σωμάτων αντίθετα, είναι ο εν δυνάμει δολοφόνος σου
αυτός που ήταν και θα παραμείνει και πάλι ο ξένος της Νύχτας, ο άγνωστος της
Ημέρας. Η νύχτια περιπέτεια της σάρκας που δεν κατόρθωσε να ολοκληρωθεί ως
συνάντηση σχέσης. Και σε αυτήν την άγρια και σκοτεινή φιγούρα με τα ακανθώδη
ένστικτα ο ποιητής αφιερώνει τα ποιήματά του, στην ουσία περιγράφει τον
συναισθηματικό του κόσμο, ό,τι κρύβει μέσα του και το εκδηλώνει στις τυχαίες
συνευρέσεις του ως πρόταση-απόρριψη. Η ποίηση του Ανδρέα Αγγελάκη διαφέρει
ριζικά από εκείνη του Ναπολέων Λαπαθιώτη, όχι μόνο γιατί οι δύο ποιητές ανήκουν
σε διαφορετικές γενιές, ο ένας του Μεσοπολέμου και ο άλλος στην Γενιά του 1970-
μεγάλο το χρονολογικό της κοινωνίας χάσμα- αλλά και γιατί τόσο μορφικά όσο και
από τεχνικής είναι διαφορετικές οι αξιακές τιμές τους παρά τις ομόριζες
ερωτικές πηγές και αναφορές τους, τα ερωτικά πρότυπα τους. Ο Λαπαθιώτης είναι
πιο λεπτεπίλεπτος, περισσότερο παθιάρης και λυρικός, η γλώσσα του είναι
«μαλακή» κάπως ρευστή, φορτωμένη με έναν λυρισμό λυδικού ρομαντισμού μιάς άλλης
εποχής. Το ποιητικό του ύφος που εκφράζει συνθήκες και καταστάσεις κοινωνικά
διαφορετικές. Τα ποιητικά του μοντέλα έχουν όμως μία άλλη νοσταλγική χάρη και
αθωότητα αψάδας, παρά την «φαινομενική» σκληράδα τους τα διακρίνει μία λυγρή
διάθεση ένας ερωτικός τονισμός που στον αναγνώστη εγείρει συμπάθειες για την
οικονομική εξαθλίωσή τους από την οποία κάνουν οτιδήποτε για να ξεφύγουν. Να
αποκοπούν από την τάξη από την οποία προέρχονται και τους καθηλώνει σε ένα
επίπεδο ζωής που κατανοεί και ο τυχαίος ερωτικός σύντροφός τους. Δεν αναφέρομαι
στις περιπτώσεις εκείνες που το ερωτικό πρότυπο είναι και χρήστης ουσιών. Τα 10
ασπρόμαυρα σκίτσα που κοσμούν την έκδοση του Γεωργίου Φέξη των Απάντων του το
1964 με την εισαγωγή και τους σχολιασμούς του Άρη Δικταίου, του Δημήτρη Μεζίκη,
οι ολόσωμες αντρικές μορφές, γυμνές ή ντυμένες, ξαπλωμένες με αγαλμάτινη
ηδυπάθεια, καθισμένες ή όρθιες, μοιάζουν να προσθέτουν αρρενωπότητα και ρωμαλεότητα στις φιγούρες που συναντάμε
στα ίδια τα ποιήματά του. Κοινές προθέσεις άλλες μάλλον αποτυπώσεις και αίσθηση
βλέμματος.
3., Ανδρέας Αγγελάκης, αλησμόνητα
σινεμά. Αφηγήματα. Ο Πίνακας εξωφύλλου και το σχέδιο είναι του ζωγράφου Ανδρέα
Καραγιάν. Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 1989, σ.118. Το βιβλίο αφιερώνεται από τον Α.
Αγγελάκη «Στη μνήμη δυο φίλων που χαθήκαν: του Γιώργου Ιωάννου και του Κώστα
Ταχτσή». Περιλαμβάνει πέντε Αφηγήματα. 1., Αλησμόνητα σινεμά. 2., Κάτι παιδιά γλυκά
κι απελπισμένα. 3., Μονόλογοι δραματικοί και κωμικοί. 4., Το Μάινσαφτ. 5., New York, New York.
[στο πρώτο από τα πέντε αφηγήματα με τίτλο «Αλησμόνητα σινεμά» στις σελίδες
22-23 έχουμε την μνημονική αναφορά στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη]
«…. Συνειρμικά, θυμόμαστε τα
δέκα σχέδια του Δ. Μεζίκη στα «Ποιήματα» του Λαπαθιώτη (έκδοση Φέξη), που
εντείνουν το ερωτικό κλίμα του βιβλίου, ολοσέλιδα και άμεσα,
αποκρυπτογραφώντας, πολλές φορές, τους θαμπούς υπαινιγμούς του αγαπημένου
ποιητή. [Τραγιάσκα, φτωχολογιά, καρέκλα και τραπέζι πάνω στο οποίο ο
μελαγχολικός και ταλαιπωρημένος μανάβης (;) άφησε το ποτήρι με το κρασί του, το
κρασί που ελπίζει να του δώσει την παρηγοριά που η ζωή του αρνιέται.
Μεσοπόλεμος- τα σχέδια είναι του 1932-1933-, μελαγχολία και σαράκι,
καταπιεσμένος ερωτισμός και υποσχέσεις. Κοντολογίς ποίηση.] Είμαστε σίγουροι
πως άνθρωποι σαν τον Λαπαθιώτη θα είχαν λατρέψει τους χώρους αυτούς, με το
σωστό τους ένστικτο-και φοβόμαστε πως θα είχαν καταλήξει να γίνουν μανιώδεις
θαμώνες, επί καθημερινής, δυστυχώς, βάσεως.
Έστω. Ένα κλίμα ενοχής και απρέπειας,
κάτι σαν κοινωνικός στιγματισμός, παρακολουθεί τους ανθρώπους των γραμμάτων και
των τεχνών, που ακούνε τη φωνή της καρδιάς τους και με χτυποκάρδι βγάζουν το
εισιτήριο που τους ανοίγει τις θύρες του παραδείσου και χώνονται βιαστικά στα
σκοτάδια, μη τολμώντας να γυρίσουν πίσω τους να δουν μήπως και τρακάρουν κάποιο
γνωστό τους που αμέριμνα έτυχε να περνάει από κει πηγαίνοντας προς την ψαραγορά
ή προς το λεωφορείο του.».
Το Αφήγημα Αλησμόνητα σινεμά
πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Playboy τον Αύγουστο του 1988, τα άλλα
αφηγήματα δημοσιεύονται για πρώτη φορά συγκεντρωμένα σε έναν τόμο. Είναι η
πρώτη πεζογραφική κατάθεση του πειραιώτη ποιητή. Ερωτικές φαντασιώσεις ατόμων, ίχνη
σεξουαλικών περιπετειών με όποιο κόστος, υποσχέσεις επαφών και πονηρών συναντήσεων.
Ύποπτες συναλλαγές αλλά και ένας ποιητικός ρεαλισμός που σε καθηλώνει. Ιδιαίτερες
του ιδιωτικού βίου εξομολογήσεις, προσωπικές αναφορές σε φίλους γνωστούς,
ευυπόληπτα μέλη της κοινωνίας, συγγραφείς και διανοούμενους, άτομα γνωστά μας,
της διπλανής πόρτας και όμως άγνωστά μας στην άλλη πλευρά της ζωής τους. Μία ερωτική
περιπλάνηση σε σκοτεινούς και υγρούς χώρους κινηματογραφικών αιθουσών, χώροι
του «περιθωρίου»- για τους καθωσπρέπει, που στιγμάτισαν την εφηβεία και τα χρόνια
ενηλικίωσης αντρικών υπάρξεων. Μια άλλη κουλτούρα ζωής και αφύπνισης σωματικών
ερεθισμάτων με τους δικούς της κώδικες επικοινωνίας και κανόνες συνύπαρξης στις
μεταξύ τους σχέσεις ατόμων που αναζητούν την ηδονή σε υπάρξεις του ίδιου φύλου.
Αγώνες αγωνίας ερωτικών επιθυμιών, αβεβαιοτήτων βίου που προσπαθούν να γίνουν
κοινωνικές βεβαιότητες μέσα από υπόγειες διαδρομές αναζήτησης της ηδονής που
δεν λέει το όνομά της στο φως της ημέρας. Νοσταλγικές περιπλανήσεις και άγχη σε
περιοχές του Πειραιά, της Αθήνας, ακόμα και της μακρινής Νέας Υόρκης, στο Σαν
Φρανσίσκο την δεκαετία του 1960. Δεκαετίας αρχής της αφύπνισης των διαφόρων
μειονοτήτων και των αγωνιστικών ατομικών δικαιωμάτων τους, αυτοδιάθεσης της
ερωτικής τους επιθυμίας και σωματικών τους επιλογών. Μία εποχή που η μνήμη
διασώζει ό,τι η σωματική αίσθηση άφησε ανεξίτηλα πίσω της στην ωρίμανσή της και
η φλόγα των θερμών συναισθημάτων σιγοκαίει ακόμα. Γίνεται πρώτη ύλη στις
διάφορες μορφές και μοτίβα της τέχνης.
4., Ανδρέας Αγγελάκης, Love Story ΣΤΟ ΑΓΚΙΣΤΡΙ. Εικονογράφηση Σοφία
Μενδράκου. Μακέτα εξωφύλλου Αγγέλα Βορεάδου- Τσαπούλη, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σ. 80.
[στο 8ο Κεφάλαιο με τίτλο «ΛΙΜΕΝΑΡΙΑ» στην σελίδα 66 έχουμε στίχους
του Λαπαθιώτη.].
«Το
Χρυσαφάκη ξαφνικά τον έπιασαν τα ρομαντικά. Άρχισε να ψιθυρίζει στίχους του
Λαπαθιώτη κατάλληλους για την ώρα και την περίσταση.
Και
μεις ένα πρωί είχαμε κινήσει,
μόλις
ο λόφος είχε κοκκινίσει,
με
μάτια που τα φλόγιζε η χαρά.
Όλοι
γεροί και αγέρωχοι σαν Κροίσοι,
μα
τα μεσάνυχτα είχαμε γυρίσει
με
καταματωμένα τα φτερά.».
Το παιδικό έργο του Α. Αγγελάκη αποτελείται από 10 σύντομα Κεφάλαια.
Είναι η περιπέτεια της πανέξυπνης, μορφωμένης και με καλούς τρόπους
«Ανοητούλας» μια ναζιάρα και αριστοκράτισσα γατούλα η οποία παραθερίζει στο
Αγκίστρι και γνωρίζεται με τον κεραμιδόγατο αλανιάρη γάτο Χρυσοφάκη. Ανάμεσά
τους αναπτύσσεται ένα ειδύλλιο, μία αμοιβαία συμπάθεια και έλξη που προσπαθεί
να υπερβεί τις κοινωνικές και ταξικές διαφορές μεταξύ τους. Μία αλληγορική
παιδική διδακτική ιστορία από αυτές που γνωρίζει τόσο όμορφα να στήνει και να
σχεδιάζει ο πειραιώτης ποιητής και καθηγητής αγγλικών. Η παρουσία του γιού του
Αργύρη είναι παρούσα στις διακοπές στην Αίγινα, στην περιοχή το Αγκίστρι.
Τοποθεσία που διατηρούσε το εξοχικό του και ο μεταφραστής και ποιητής Λουκάς
Θεοδωρακόπουλος. Μία τρυφερή και ευαίσθητη χαριτωμένη ιστορία για τις σχέσεις
και τα προβλήματα μεταξύ των ανθρώπων και τα εμπόδια που φέρνει ο κοινωνικός
περίγυρος και οι κατεστημένες συνήθειές και προκαταλήψεις των μεγάλων. Οι
άδολες και αγνές σχέσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων απεικονίζονται στις
μορφές και τις ζωές των γατών. Παρ’ ότι παιδικό το βιβλίο ο ποιητής Ανδρέας
Αγγελάκης φανερώνει το συγγραφικό του ταλέντο τις καλλιτεχνικές και ποιητικές
του αγάπες (του αρέσει και ξέρει απ΄έξω ποιήματα του Ζαχαρία Παπαντωνίου και
όχι μόνο) και μας εξομολογείται ότι θα ήθελε να ασχοληθεί με την στιχουργική τέχνη
(πέρα από την ποίηση) να μελοποιηθούν τραγούδια του από μεγάλους συνθέτες και
να τραγουδηθεί από γνωστούς τραγουδιστές. Ονόματα λαϊκών συνθετών (Απόστολος
Καλδάρας) τραγουδιστών (Γιώργος Νταλάρας, Χ. Αλεξίου) ηθοποιών του ελληνικού
και ξένου κινηματογράφου, βλέπε το 7ο κεφάλαιο με την φημισμένη παλαιά σουηδέζα
σταρ Γκρέτα Γκάρμπο «Σκηνή από ταινία με
την Γκρέτα Γκάρμπο» κλπ. φιγουράρουν μέσα στο γατό-στόρι. Εδώ ο Αγγελάκης δίνει
σκηνικές οδηγίες στο πώς πρέπει να ερμηνευτούν οι ρόλοι του έργου «Η Κυρία με
τας Καμέλιας». Να υπενθυμίσουμε ότι η κόρη (η Λήδα) και ο άντρας της ο Σπύρος,
της παλαιάς στιχουργού, τραγουδίστριας και μεταφράστριας στα ελληνικά του Έπους
του Χιλιανού ποιητή Πάμπλο Νερούδα η αγαπητή και γνωστή Δανάη, έχουν
τραγουδήσει στίχους του πειραιώτη ποιητή. Ο Αγγελάκης εκτός από ποιητής υπήρξε
και μεταφραστής αγγλικής, αμερικάνικης, ευρωπαϊκής και της άπω ανατολής
ποίησης. Βλέπε Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα κλπ. Στα συγγραφικά του
ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται και τίτλοι παιδικών βιβλίων όπως «Ο ερωτευμένος
Τρίτωνας», «Μια αλεπού στην πλατεία Βάθης», «το τελευταίο φάντασμα» κ.ά. Καθώς
και η συγγραφή θεατρικών έργων για Γυμνάσια και Λύκεια. Ανάμεσα στα θεατρικά
του μονόπρακτα υπάρχουν και αυτά με θεματολογία
από τις εθνικές επετείους, όπως η σημερινή της 28ης Οκτωβρίου.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς
28/10/2026.
Οι σταγόνες της βροχής παρελαύνουν
από την οροφή της οικίας μας, μουσκεύοντας τα πάντα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου