Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Ακίρα Κουροσάβα η ταινία ΡΑΝ

Α Κ Ι Ρ Α  Κ Ο Υ Ρ Ο Σ Α Β Α

        Ρ Α Ν (1984-1985)

   25 Οκτωβρίου 2026. Σάββατο βράδυ, ο καιρός μουντός το πάει για βροχή, σε αγχώνουν οι κλιματικές αλλαγές καθώς η οροφή στάζει έντονα, επικίνδυνα, μουλιάζει σεντόνια και στρώμα, πληθαίνουν οι κιτρινίλες στο ταβάνι που ο σουβάς έχει πέσει. Κάθε φορά που βρέχει μένεις ξάγρυπνος, αναστατωμένος, βάζεις λεκάνες πάνω και δίπλα από το κρεβάτι του ύπνου προσπαθώντας να «σώσεις» ό,τι σώζεται. Κουφόβραση το πρωί κουνούπια και μύγες, με το που σουρουπώνει υγρασία, ψυχρίτσα, σκέφτεσαι ν’ ανάψεις την ηλεκτρική σόμπα, να ζεσταθείς, να σπάσει λίγο η υγρασία που απλώνεται στο δωμάτιο αλλά το αναβάλεις, χρειάζεται προσοχή. Οι τιμές του ρεύματος εξακολουθούν να τραβούν την ανηφόρα όπως και οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ, σε βγάζουν δίχως να το υποψιαστείς από τον οικονομικό του μήνα σου προγραμματισμό χωρίς να το καταλάβεις και άντε μετά να συμμαζέψεις της φτώχειας τα ασυμμάζευτα. Μην ξεχάσεις να αλλάξεις την ώρα στα ρολόγια από αύριο θα ισχύσει η χειμερινή. Η στρουμπουλή καλοσυνάτη και πανέξυπνη πάντα φιλική Ήρα δίπλα μου, χορτάτη, ξαπλώνει στο χαλάκι της, με κοιτά νυσταγμένα και έτοιμη σε ένα νεύμα μου να έρθει δίπλα μου να τριφτεί, χασμουριέται, θέλει χαδάκια, όμως έτοιμη να ορμήσει αν αντιληφθεί ή μυρίσει κάποια αλανιάρα γάτα του δρόμου να πηδήξει στον χώρο της αυλής. Τα κανάλια των τηλεοράσεων και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί εδώ και δυό μέρες νυχθημερών, μας «βομβαρδίζουν» με ειδήσεις, εικόνες και ανταποκρίσεις από τις ογκώδεις πολιτικές- εκπαιδευτικές διαδηλώσεις νεαρών φοιτητών και φοιτητριών, σπουδαστών και μαθητών πολυπληθείς συγκεντρώσεις στις κεντρικές πλατείες, στους δρόμους, τις μεγάλες λεωφόρους σε ευρωπαϊκές και βαλκανικές πρωτεύουσες. Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Αλβανία, Σερβία, Ελλάδα, ο Κόσμος στους δρόμους, δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τόση ακρίβεια, εργαζόμενοι, συνταξιούχοι, νεολαία, με τα υψηλά των σπιτιών ενοίκια, την έλλειψη ανεύρεσης στέγης για τους φοιτητές, τους εκπαιδευτικούς, το ιατρικό προσωπικό και άλλες κατηγορίες εργαζόμενων οικογενειών που αναγκάζονται λόγω εργασίας να μετακομίσουν από τους τόπους διαμονής τους. Οι Ευρωπαϊκές Κοινωνίες σε αναβρασμό, το Παρίσι φλέγεται όχι επειδή το λέει ο τίτλος κάποιας κινηματογραφικής ταινίας, αλλά επειδή αποφάσισε η Γαλλική Νεολαία- «Είμαστε τα παιδιά του Βολταίρου» έγραφε και φώναζε σε ένα σύνθημά της να ξεσηκωθεί ενάντια στην κάκιστη και ανάλγητη οικονομική πολιτική που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών και όχι μόνο κρατών. Άλλα τάζουν και υπόσχονται στις προεκλογικές τους εκστρατείες οι πολιτικοί και άλλα πράττουν αφού πάρουν την κυβερνητική εξουσία, και το κυριότερο, μένουν πάντα στο απυρόβλητο δίχως να αναλαμβάνουν καμία ευθύνη για την λανθασμένη οικονομική ή κοινωνική πολιτική που εφαρμόζουν. Αυτοπροστατεύονται ως πολιτικοί μας εκπρόσωποι από τους συνταγματικούς νόμους και άλλες διατάξεις που οι ίδιοι ψηφίζουν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους ή πολιτειακών τους καθηκόντων. Η Ευρωπαϊκή Νεολαία στους δρόμους, λέγεται ότι οι διαδηλώσεις στην Πόλη του Φωτός στο Παρίσι και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Γαλλίας ξεπέρασαν σε όγκο και αγωνιστικό παλμό ακόμα και την περίοδο του Μάη του 1968 επί Σαρλ Ντε Γκωλ και Ζωρζ Πομπιντού. Θυμήθηκα τον υπουργό πολιτισμού Αντρέ Μαλρώ, τον Ζαν Ζενέ και τον Ροζέ Περφίτ, τους έλληνες που έζησαν αυτήν την Γαλλική εξέγερση. Έλληνες ρεπόρτερ και δημοσιογράφοι, συγγραφείς,-όπως ο κύριος Δημοσθένης Δαβέτας- από διάφορες χώρες στέλνουν τις ανταποκρίσεις και σχολιασμούς τους, τις πολιτικές ερμηνείες τους για τα όσα συμβαίνουν διεθνώς. Οι δύο μακροχρόνιοι Πόλεμοι εντός και περιφερειακά της γηραιάς και ανίκανης να πάρει ορθές πρωτοβουλίες Ευρωπαϊκής Ηπείρου και των ηγεσιών τους συνεχίζονται χωρίς να γνωρίζει κανείς πότε θα τερματιστούν, με τι κόστος και ποιες παγκόσμιες επιπτώσεις, ποια πολιτικά, οικονομικά και γεωγραφικά ανταλλάγματα θα «εξαναγκαστούν» να εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις των εμπλεκόμενων μερών και των υποστηρικτών τους. Ο Σύγχρονος Κόσμος και οι Κοινωνίες μας σε κρίση, σε αναβρασμό, τα πάντα αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή. Η μεταφυσική μακαριότητα και κοινωνικός εφησυχασμός, πολιτιστική μεγαλομανία της μικρής μαντάμ Σουσού Ελλαδίτσας μας διακόπτεται από τρανταχτά επώνυμα οικονομικά σκάνδαλα που συγκλονίζουν τον ελληνικό λαό στους χώρους του αθλητισμού και του εμπορίου του φαγητού. Και όλοι μαζί σαν κοινωνικό σώμα πέφτουμε από τα σύννεφα στις αγκάλες βυζαντινοπρεπών χλιδάτων τελετουργιών προς δόξα της αγιοτάτης ιστορικής μας παράδοσης και μεταφυσικής- υπαρξιακής ευωχίας του μέλλοντος αιώνος του νυν όμως ιστορικά απατεώνος.

    Ανοίγω την τηλεόραση στο Κανάλι της Βουλής στην εκπομπή «Βιβλιοβούλιο», ακούω την συζήτηση του διοργανωτή με τον πρώην πολιτικό και συγγραφέα οικονομολόγο κύριο Χριστοδουλάκη. Ο ως άνω έλληνας πολιτικός μιλά και αναφέρεται στο καινούργιο βιβλίο του και ειδικότερα στα ελληνικά δάνεια και τις οικονομικές πτωχεύσεις της άμοιρης πατρίδας μας από την χρονική περίοδο των περασμένων δύο αιώνων μετά την επανάσταση του 1821 πριν ακόμα η Ελληνίδα «Πατρίς» αποκτώντας την ανεξαρτησία της από τον Οθωμανικό ζυγό γίνει Κράτος, Ελληνικό Βασίλειο. Όθων, Αντιβασιλεία, Γεώργιος ο Α΄,  περίοδος Χαριλάου Τρικούπη. Ο συγγραφέας μας μίλησε για την στάση των τότε μεγάλων δυνάμεων και κυρίως για την στάση της Μεγάλης Βρετανίας, και φυσικά, των Ελληνικών Κυβερνήσεων και την κατασπατάληση των δανεικών χρημάτων από ημέτερες ελληνικές πολιτικές φυσιογνωμίες και τις οικονομικές επιλογές τους. Η αποπληρωμή αυτών των εξωτερικών δανείων της χώρας μας από τις Μεγάλες Δυνάμεις διήρκησε δύο σχεδόν αιώνες. Μέχρι να επαναπτωχεύσουμε στις ημέρες μας, το 2010 και από το ακριτικό Καστελόριζο εξαγγελθεί το πρωθυπουργικό διάγγελμα της χρεωκοπίας μας και το «κουράγιο Έλληνες», ευτυχώς δεν πάψαμε να χρωστάμε η παράδοση συνεχίζεται. Οι εθνικές ρήτρες της Φυλής.

        Το βράδυ ευτυχώς δεν έβρεξε, δεν μουσκέψαμε, μετά την χθεσινή της Παρασκευής Κινηματογραφική προβολή της παλαιάς ωραίας ταινίας «Ο τρίτος άνθρωπος» με τον Όρσον Ουέλς να τρέχει να κρυφτεί μέσα σε υπόγειες στοές και τούνελ κάτω από την πόλη που τα ποταμίσια νερά της αυστριακής πρωτεύουσας ζητούν διέξοδο, τον φυγάδα ηθοποιό και σκηνοθέτη Όρσον Ουέλς να κρύβεται μέσα σε ερείπια, μισοσκότεινες κάμαρες και να συζητά στοχαστικά πάνω στην «ρόδα» ενός Λούνα Παρκ με τον φίλο και τελικά δολοφόνο του, για να αποφύγει την καταδίωξη και το δραματικό του τέλος. Ωραίες ασπρόμαυρες σκηνές αγωνίας, πλάνα τρόμου και δυνατών συγκινήσεων, άψογη φωτογραφία και ερμηνείες, ήρωες- πρωταγωνιστές σε ένα κλειστοφοβικό παιχνίδι του σκύλου με την γάτα. Μυστήριο και κατασκοπίες, άδειες, έρημες πλατείες, σκιές που προβάλλουν από γωνίες πριν εμφανιστούν τα ίδια τα άτομα να πωλούν λευκά μπαλόνια, εξωτερικοί χώροι και ατμόσφαιρα που θύμιζαν παλαιό βουβό Γερμανικό εξπρεσιονιστικό Σινεμά των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα. Κλίμα έργων του Φράνς Κάφκα. Και ένα φινάλε, που δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό. Η μεγάλη «λεωφόρος» του Νεκροταφείου μετά την κηδεία που οι πρωταγωνιστές δεν συναντώνται σε αυτό το  αστυνομικό ασπρόμαυρο φιλμ νουάρ.

 Και η Κινηματογραφική μαγεία συνεχίζεται στο καθιερωμένο διήμερο (Παρασκευή- Σάββατο) του παγκόσμιου κινηματογράφου του Καναλιού της Βουλής. Τι μας ετοίμασαν οι υπεύθυνοί του, για τους θαυμαστές των σινεφίλμ, μία άλλη Σαββατιάτικη έκπληξη. Την μεγαλειώδη έγχρωμη γαλλο ιαπωνική παραγωγή, την αξεπέραστη ακόμα και σήμερα ταινία, μετά το 1985 που δόθηκε στους Κινηματογράφους και το διεθνές κοινό το αριστούργημα «όλων των εποχών» του ιάπωνα σκηνοθέτη και ποιητή των χρωμάτων, ή ίσως ορθότερα χρωματιστών Ονείρων Ακίρα Κουροσάβα (23/3/1910- 6/9/1998)  «ΡΑΝ» μία επική πολεμική και δραματική ταινία γαλλο ιαπωνικής παραγωγής υψηλού κόστους αλλά και μεγάλης αποδοχής από το διεθνές κοινό όταν προβλήθηκε. Ο ιάπωνας σκηνοθέτης είναι ο πιο δυτικός κινηματογραφιστής της μακρινής και εξωτικής μαγευτικής χώρας του της Ιαπωνίας, γνωστός και αγαπητός στο δυτικό ημισφαίριο και βραβευμένος. Ίνδαλμα για πολλούς δυτικούς σκηνοθέτες. Ο Ακίρα Κουροσάβα για μεγάλο διάστημα της κινηματογραφικής του σταδιοδρομίας ήταν γνωστότερος στο κινηματογραφόφιλο κοινό της Δύσης παρά της Ανατολής. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την πρόθεσή του και την επιθυμία του να σπουδάσει και να ερευνήσει με τον κινηματογραφικό του φακό την Δυτική Μεσαιωνική Ιστορία. Το κινηματογραφικό του ενδιαφέρον εστιάστηκε σε έργα του μέγιστου άγγλου δραματουργού Ουϊλλιαμ Σαίξπηρ, βλέπε «Μάκμπεθ», «Βασιλιάς Λήρ» κλπ. Ας θυμηθούμε και την ανάλογη σκηνοθετική περίπτωση του συναδέλφου του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν παράστησε την τραγωδία σε θεατρική σκηνή που ασχοληθήκαμε πρόσφατα. Τα Σαιξπηρικά έργα, οι Σαιξπηρικές τραγωδίες εμπεριέχουν αρκετά όμοια κοινά σημεία και φολκλορικά στοιχεία της Ανατολικής παράδοσης, στοιχεία ακριβέστερα της Ιαπωνικής Μεσαιωνικής Ιστορίας, της χώρας του μαγευτικού σκηνοθέτη. Εξωτική ατμόσφαιρα, κλίμα ομιχλώδες,  μεταφυσικό περιβάλλον, το άλογο σαν αίσθηση, την μαγική διάσταση (Μοίρες και Τελώνια, Μάγισσες και Νεράϊδες). Το εξωπραγματικό, το θρησκευτικά τελετουργικό, την προκαθορισμένη ισχύ και επέμβαση της  παντοδυναμίας της Μοίρας στις ζωές και τις πράξεις, ενέργειες των ανθρώπων. Τα φοβερά και συγκλονιστικά ανθρώπινα δολοφονικά πάθη και το στοιχείο της εκδίκησης, της εσωτερικής μέσα στον οικογενειακό βασιλικό οίκο φαγωμάρας και φιλαρχίας για εξουσία και δύναμη, ισχύ. Η εξολόθρευση των κληρονομικών αντιπάλων, οι έντονες αντιζηλίες μεταξύ των μελών του ίδιου βασιλικού οίκου, της ίδιας οικογένειας. Το Σαιξπηρικό δράμα και οι χαρακτήρες του αναδεικνύουν σε πολλές τους περιπτώσεις την αυθεντικότητα της Ιαπωνικής ψυχής την ιδιοσυγκρασία του χαρακτήρα του Ιάπωνα ανθρώπου. Οι τελετουργικές κινήσεις των Σαιξπηρικών ηρώων μεταφέρονται και μεταλαμπαδεύουν την φιλοσοφία της ταυτότητάς τους στο παραδοσιακό Θέατρο ΝΟ της Ιαπωνικής θεατρικής παράδοσης και κληρονομιάς. Ο εξωτερικός χώρος, όπως τα Μεσαιωνικά Κάστρα της Δυτικής ιστορικής επικράτειας μοιάζουν με το βουνίσιο περιβάλλον των μεγάλων κάμπων του εξωτερικού χώρου της Ιαπωνίας. Χώρος και κλίμα που καλλιεργείται και ξεδιπλώνεται ο Μύθος της οικογενειακής ιστορίας, το σκοτεινό στόρι διεκδίκησης της εξουσίας και της βασιλικής κυριαρχίας. Όνειρο, φαντασία, τελετουργία, αινιγματικές φανερές και κρυφές προθέσεις, «αιμομιξίες», γυναικείες φιλοδοξίες και ζήλιες, εγκληματικές και ραδιούργες φυσιογνωμίες ομιχλώδη, γαλακτερά τοπία και βουνά απάτητα, πανοπλίες στρατιωτών και μεγάλοι μισθοφορικοί στρατοί, θαυμάσιες ενδυματολογικές εμφανίσεις, μυστήριο και παρασκηνιακές ενέργειες, όσα σκοτεινά σημεία κρύβει η ψυχή του ανθρώπου μέσα της και φανερώνει ο χαρακτήρας του και η δημόσια θέση και εξουσία του, όταν ανεβαίνει στον θρόνο. Βασιλικοί αιματοβαμμένοι οίκοι σε ακμή και παρακμή. Θρόνοι της εκδίκησης και του μίσους, του συγγενικού αίματος δίχως τελειωμό στην άνοδο και την πτώση της εξουσίας τους. Όλα ένα θεατρικό παιχνίδι πάνω στην σκηνή του Κόσμου της εξουσίας. Ένα λαμπερό της Μοίρας «κρεματόριο» της ανθρώπινης ζωής στις φονικές της διαστάσεις και σκοτεινούς παραμέτρους με την «συγκατάθεση», ανοχή των Θεών που χαμογελώντας και σαρκάζοντας, όπως υβριστικά τους φωνάζει ο γελωτοποιός διασκεδαστής του Ιάπωνα Βασιλιά Λήρ, παρακολουθούν τις σκληρές και αδιέξοδες περιπέτειες των ανθρώπων, τον βασανισμό τους και τις αγωνίες τους, το συνεχές δάκρυ τους που ποτίζει τη γη των προγόνων τους, δίχως να μπορούν να επέμβουν, ή μάλλον, δεν θέλουν να επέμβουν προς σωτηρία τους, λύτρωσή τους. Τους αφήνουν στην Μοίρα τους και στα πλέγματα των βασανιστηρίων τους με αδιάφορο βλέμμα αν όχι και με πικρόχολη διάθεση. Η κινηματογραφική μαγεία της τέχνης του ιάπωνα σκηνοθέτη Ακίρα Κουροσάβα, ίσως να μην είναι λανθασμένη η άποψή μας, να γράφαμε ότι είναι τηρουμένων των ιστορικών συνθηκών και αναλογιών η εκδοχή της Άπω Ανατολής των μεγάλων έργων της παράδοσης της Δύσης και συγκεκριμένα των Σαιξπηρικών έργων. Η γέφυρα που ενώνει την μία πολιτιστική παράδοση με την άλλη είναι η έννοια της Μοίρας που καθορίζει τον βίο και τις δράσεις των ανθρώπων. Οι συγγενικές σκηνικές παρουσιάσεις και συνομιλίες μεταξύ του Μεσαιωνικού θεατρικού δράματος και του Θεάτρου Νο. Δυό παραδόσεις που συναντώνται στην τυχαία και πρόσκαιρη ζωή του ανθρώπου. Του ανθρώπου ως παιχνίδι της Μοίρας. «Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή κλαίγοντας και αφού κουραστεί, πλαντάξει στο κλάμα κατά την διάρκεια της ζωής του πεθαίνει» λέει ο υπασπιστής του πεισματάρη Βασιλιά που πεθαίνει αμέσως μετά τον θάνατο του αγαπημένου του γιου, ενώ ο γελωτοποιός σαρκάζει τον Ουρανό και τους Θεούς για την σκοτεινή Μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης.  Ένα παιχνίδι ταξιδιού της ζωής φορτωμένο ένδοξα ανδραγαθήματα, μυθικούς ηρωισμούς, λαϊκές δοξασίες, προθέσεις ερμηνείας των συμβάντων γυμνούς σκοπούς αγώνων ελευθερίας και αυτονομίας, φιλοδοξίες, ιδανικά και δυνατούς έρωτες, πάθη και πένθη.

Για πρώτη φορά παρακολούθησα την αριστουργηματική αυτή ταινία στα τέλη του Νοέμβρη του 1986, για την ακρίβεια στις 24 Νοεμβρίου του ’86 σε Αθηναϊκή Κινηματογραφική Αίθουσα και κυριολεκτικά μαγεύτηκα, όπως και όλοι όσοι παρακολουθήσαμε την φοβερή αυτή ταινία όπως η αμυδρή αίσθηση της μνήμης μου υπενθυμίζει. Η «Αλκυονίδα» την ίδια περίοδο θα πρόβαλλε επίσης κάθε Σάββατο και Κυριακή την ελληνική πρωτοποριακή ταινία «Αλληγορία» του Κώστα Σφήκα. Και αυτή η ελληνική παραγωγή μας έκανε πολύ καλή εντύπωση με τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της.

        Κάνοντας «φόκους» στα κινηματογραφικά μας περασμένα διαβάζουμε από το Πρόγραμμα της ταινίας:

           ΡΑΝ (1984-1985)

Σκηνοθεσία: ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ

Σενάριο: ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ, ΧΙΝΤΕΟ ΟΓΚΟΥΝΙ, ΜΑΣΑΤΟ ΙΝΤΕ

Φωτογραφία: ΤΑΚΑΟ  ΣΕΤΟ

Ντεκόρ: ΓΙΟΣΙΡΟ ΜΟΥΡΑΚΙ, ΣΙΝΟΜΠΟΥ ΜΟΥΡΑΚΙ

Μουσική: ΤΟΡΟΥ  ΤΑΚΕΜΙΤΣΟΥ

Μοντάζ: ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ

Ηθοποιοί: ΤΑΤΣΟΥΤΙΑ ΝΑΓΚΑΤΑΪ, ΑΚΙΡΑ ΤΕΡΑΟ, ΖΕΝ ΠΑΣΙ ΝΕΖΟΥ, ΝΤΑΙΣΟΥΚΕ ΡΙΟΥ, ΜΙΕΚΟ ΧΑΡΑΝΤΑ

Παραγωγή: ΣΕΡΖ ΣΙΛΜΠΕΡΜΑΝ

Διάρκεια 163 λεπτά

  Ο θρύλος προηγείται  της ταινίας:

Ο Κουροσάβα  εγκαταλειμμένος από τους συμπατριώτες του παραγωγούς. Ταπεινωμένος όπως πάντα από τη λογοκρισία. Βοηθούμενος από ένα Γάλλο παραγωγό. Ο Κουροσάβας υπεροπτικός και μοναχικός, ένας Όρσον Ουέλς της Άπω Ανατολής…. Βροχή από παράδοξα, είκοσι εφτά ταινίες στη σειρά. Στο «ΡΑΝ» την τελευταία υπάρχει η ομορφιά, η διάρκεια και η απόλυτα ιαπωνική διάθεση για ιαπωνικότητα.

        Οι τρείς κόρες του βασιλιά Λήρ γίνονται εδώ τρείς γιοί. Ο γέρος άρχοντας του πολέμου θα χάσει το θρόνο του. Με βγαλμένα τα μάτια, με χιόνια στα μαλλιά, θα περιπλανιέται στο τέλος παρέα με έναν τραβεστί κι ένα τυφλό μουσικό. Στο «Καγκεμούσα» ο Κουροσάβα διέστρεψε τον Ντοστογιέφσκι. Στο «ΡΑΝ», τον Σαίξπηρ.

   Ο Κουροσάβα είναι σήμερα 75 χρονών. Μιλάει ελάχιστα. Δεν ανοίγεται ποτέ, εκτός για να εξομολογηθεί την αγάπη του για τον Βαν Γκογκ, τον Σεζάν, τον Τζόν Φόρντ, το μπέηζ- μπολ. Διάβασε τον Μαρξ, συμμετείχε το 1929 στην Ένωση Προλεταρίων Καλλιτεχνών, διέσχισε τον πόλεμο πιστεύοντας στην αρετή των όπλων και της Ιαπωνίας. Σήμερα διασχίζεται από τον πόλεμο. Δεν τον αγαπάει, αλλά ο πόλεμος είναι παρών σε όλες σχεδόν τις ταινίες του. Στην Ιαπωνία, το να πεθαίνεις καλά είναι τέχνη, το ξέρουν και οι μαθητές του δημοτικού.

Ας δούμε πώς μιλάει ο σκηνοθέτης για την ταινία του:

ΕΡ: Αποδίδεται μια ειδική σημασία στον τίτλο της ταινίας σας «ΡΑΝ»;

Απ:  Στα Γιαπωνέζικα, πέρα από ένα περίπλοκο ιδεόγραμμα δεν υπάρχει το αντίστοιχο της λέξης «χάος». Διάλεξα προσωρινά το «ΡΑΝ», σκεπτόμενος να βρω κάτι καλύτερο. Τέλος το συνήθισα.

ΕΡ: Γράφοντας το σενάριο του «ΡΑΝ» είχατε υπόψη σας να κάνετε μιά διασκευή του βασιλιά Ληρ;

ΑΠ: Όχι, στην αρχή μου είχε κινήσει την περιέργεια η προσωπικότητα του Μονοτάρι Μόρι (1497- 1571), άρχοντα του 16ου αιώνα, με λαμπρές ικανότητες που αν είχε γεννηθεί λίγο αργότερα θα ήταν από τις εξέχουσες προσωπικότητες της ιαπωνικής ενότητας. Αναρωτήθηκα λοιπόν ποιό θα μπορούσε να είναι το μέλλον αυτής της οικογένειας, αν οι γιοί του Μόρι είχαν αντιταχθεί στον πατέρα τους. Ξεκινώντας αυτή την υπόθεση άρχισα να σκέφτομαι το σενάριο και σιγά-σιγά μ’ επηρέασε και ο Βασιλιάς Λήρ. Άφησα το σενάριο κατά το γύρισμα του «Καγκεμούσα» και νομίζω ότι αυτή η περίοδος της εγκατάλειψης μ’ ωφέλησε. Τα πράγματα ωρίμασαν μέσα μου και, μετά το ξανάγραψα όλο από την αρχή.

ΕΡ: Λέτε συχνά ότι η κριτική που σας γίνεται για τη δυσκολία που έχετε να βάλετε στο κέντρο των ταινιών σας ένα γυναικείο πρόσωπο, σας φέρνει σε δύσκολη θέση. Ωστόσο αυτή τη φορά στον «ΡΑΝ» κυριαρχεί μια εκπληκτική γυναίκα η Καεντέ.

ΑΠ: Η ιαπωνική κοινωνία θέλει τη γυναίκα διακριτική και υπάκοη. Αλλά εμένα αυτό δεν μ’ ενδιαφέρει. Προτιμώ τις ανυπάκουες γυναίκες που, εκ των πραγμάτων δεν είναι συνηθισμένες.

        Στα όσα μας λέει το Πρόγραμμα για την επική αυτή δραματική ταινία, ας προσθέσουμε και την εξαιρετική δουλειά της Ενδυματολόγου Έμιλι Γουάντας η οποία βραβεύτηκε με Όσκαρ. Τα σκηνικά της ταινίας είναι εκπληκτικά, μαγευτικά, ατμοσφαιρικά, δεμένα άρτια με την περιπέτεια και εξέλιξη της ιστορίας και το μυθικό της περίβλημα. Οι ενδυματολογίες των πρωταγωνιστών όπως και το δωρικό ντεκόρ εξαιρετικά λειτουργικό. Ακριβές οι αναπαραστάσεις των στρατιωτών, οι χρωματισμοί των λάβαρων και των άλλων χαρακτηριστικών διακριτικών των αντιμαχόμενων μερών. Τι μπορεί να πει κανείς για την τελευταία σκηνή όπου ο τυφλός νεαρός ραψωδός κρατώντας ως συμπαράσταση και βοήθεια την εικόνα του χαμογελαστού ΒΟΥΔΑ ενώ η αδερφή του τον εγκαταλείπει για να πάει στο παλάτι, ο τυφλός τραγουδιστής φτάνει στο χείλος του γκρεμού και με το μπαστούνι του παραπατώντας επικίνδυνα, τραβιέται πίσω, ενώ πέφτει από τα χέρια του ο ρολός παπύρου με την  Εικόνα του ΒΟΥΔΑ. Και καθώς πέφτει στο γκρεμό ο πάπυρος ξετυλίγεται και μας αποκαλύπτεται η εικόνα του χαμογελαστού Θεού να μας χαμογελά με ειρωνεία και πικρόγλυκη διάθεση να μας ευλογεί. Ενώ, ο τυφλός τραγουδιστής στέκεται πάνω από τον γκρεμό «κοιτώντας» το κενό.

Συγκλονιστική στιγμή και αξέχαστη εικόνα, αλησμόνητο τελευταίο πλάνο στο πώς ολοκληρώνεται αυτή η μεσαιωνική ιαπωνική διασκευή του Βασιλιά Ληρ, που εντυπώνεται στην συνείδηση των θεατών ειρηνικά, αβίαστα και προκαλεί συνθήκες στοχασμού, συλλογισμών και αβέβαιων αποτελεσμάτων στο που οδηγείται η ανθρωπότητα.

  Όσες φορές παρακολουθήσεις αυτήν την αριστουργηματική ταινία, άλλες τόσες θέλεις να την ξαναδείς.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος

Πειραιάς

25/10/2026 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου