Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Δημήτρης Φωτιάδης, ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ

Δημήτρης Φωτιάδης, ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ

     Με τον τίτλο Ενθυμήματα, που κυκλοφόρησαν σε τρείς μεγάλους τόμους από τις εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ» αρχές της δεκαετίας του 1980, ο συγγραφέας και ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, εξιστορεί με ελκυστικό σχεδόν λεπτομερειακό και άκρως ενδιαφέροντα τρόπο, όχι μόνο την ιστορική διαδρομή της οικογένειάς του μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά θα γράφαμε και την ιστορία της Ελλάδας την τελευταία πεντηκονταετία, μετά την εγκατάσταση των προσφύγων της μικράς ασίας σε διάφορα μέρη της κυρίως ελλάδας. Ιστορικά γεγονότα και πολιτικά συμβάντα, πολιτικά πρόσωπα και ιστορικοί ηγέτες, δικτάτορες και κοινοβουλευτικές προσωπικότητες που επηρέασαν την εποχή τους, σημαντικοί συγγραφείς και διανοούμενοι, τοποθεσίες και καλλιτεχνικά γεγονότα, πρόσωπα της οικογένειάς του και φημισμένες προσωπικότητες, έκδοση περιοδικών και κρίσεις για πολιτικά και ιστορικά πρόσωπα, η ελληνική προσφυγιά και η λογοτεχνική γενιά του 1930, το κίνημα του ΕΑΜ και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, το Λονδίνο και η Μέση Ανατολή, η βασιλική οικογένεια και ο στρατηγός Σαράφης με τον ηθοποιό Μάνο Κατράκη, η ήττα του δημοκρατικού στρατού και ο γάλλος συγγραφέας Φρανσουά Μωριάκ, ο άη στράτης-τόπος εξορίας-και ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο-Νίκος Μπελογιάννης, η πολιτική περίοδος των Ιουλιανών και η στρατιωτική χούντα του 1967, ο εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός και ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος, ο Γέρος της Δημοκρατίας-Γεώργιος Παπανδρέου αλλά και ο κινέζος τιμονιέρης πρόεδρος Μάο Τσε Τουνγκ της μακρινής και αχανούς χώρας της μεγάλης Κίνας, τα Μπαλέτα του Λένινγκραντ-της τότε Σοβιετικής Ένωσης αλλά και ο ποιητής Κώστας Βάρναλης(που διετέλεσε δάσκαλος για ένα διάστημα στον Πειραιά) ο πειραιώτης ηθοποιός Αιμίλιος Βεάκης, ο χαράκτης Αναστάσιος Τάσσος και ο αρχαιολόγος που ανακάλυψε τους Βασιλικούς τάφους της Βεργίνας, ο Μανόλης Ανδρόνικος. Τόποι και πρόσωπα, ιστορία και πολιτική, καλλιτέχνες και πολιτικοί ηγέτες που σημάδεψαν την εποχή τους, έλληνες και ξένοι, ιστορικά γεγονότα των ημερών μας αλλά και των αρχών του προηγούμενου αιώνα, ταξίδια στο εξωτερικό και εκδόσεις περιοδικών, θίασοι ηθοποιών και ο αγωνιστής Αλέξανδρος Παναγούλης, ο ηγέτης της αριστεράς Ιωάννης Πασαλίδης και η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, τα δημοτικά τραγούδια και ο Ρήγας Βελεστινλής, η ηθοποιός Αλέκα Κατσέλη και ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Κύπριος συγγραφέας Τεύκρος Ανθίας και ο Στρατής Δούκας, ο ιστορικός ηγέτης της Αλλαγής Ανδρέας Γ. Παπανδρέου και πάρα πολλά άλλα, περιγράφει, σχολιάζει, κρίνει, αποτυπώνει, μας παρουσιάζει με συγγραφικό πάθος αλλά νηφαλιότητα ύφους, με μεράκι και αγάπη για την μακροιστορία αλλά και την μικροιστορία των απλών ανθρώπων της γενιάς του και όχι μόνο. Ένα πανόραμα πληροφοριών και πολιτιστικών στοιχείων που ανοίγει σαν πολύχρωμη βεντάλια μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, από έναν ιστορικό συγγραφέα που όχι μόνο η τετράτομη ιστορία του της ελληνικής επανάστασης είναι αξιομνημόνευτη, αλλά και οι ιστορικές του μονογραφίες για ήρωες του 1821, δες Γεώργιος Καραϊσκάκης, η τριλογία του για τον πρώτο βασιλιά της Ελλάδος τον Όθωνα και άλλα. Με μεράκι και γνώσεις πολλές, αλλά και ένα καθαρό ιστορικό βλέμμα-πέρα φυσικά από τον πολιτικό χρωματισμό της εποχής του που ακολουθούσε, και ορισμένες φορές σκοτεινιάζουν την ιστορική του γραφή-μας προσφέρει έναν πολύτιμο χάρτη με την ιστορία της Ελλάδας, θα λέγαμε σχηματικά, πολιτικό και όχι γεωφυσικό όπως μαθαίναμε στο σχολείο, αλλά πολιτιστικό. Και όλα αυτά, με ύφος απλό, γλώσσα στρωτή και κατανοητή, χωρίς κραυγαλέες ιστορικές εκφράσεις, χωρίς απόλυτους αφορισμούς, ανεξάρτητα των αρνητικών του κρίσεων, Ελλάδα και Κόσμος, βιώματα και ταξιδιωτικές εμπειρίες, επίκαιρα πολιτικά γεγονότα και ιστορικές καταστροφές, ιδεολογικές προθέσεις και πολιτικές μηχανογραφίες, πορτρέτα ατόμων και τόπων, χωρών και πνευματικών γεγονότων, όλα αυτά υφαίνονται στον αργαλειό της γραφής του Δημήτρη Φωτιάδη, ενός συγγραφέα που θεωρώ ότι είναι ακόμα επίκαιρος. Τέρπει και φωτίζει στιγμές ανθρώπων και συμβάντων με μεγάλη ευκολία και ωφέλεια για όσους αγαπούν την ιστορία και τα απομνημονεύματα. Τα ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ του Δημήτρη Φωτιάδη, δεν έχουν τον φιλοσοφικό τόνο και ύφος των προσωπικών Αναμνήσεων του πρώην προέδρου της δημοκρατίας πολιτικού και συγγραφέα Κωνσταντίνου Τσάτσου, της Λογοδοσίας μιας Ζωής(που και η οικογένεια Τσάτσου έμεινε για ένα διάστημα στην περιοχή της Καστέλας του Πειραιά) δεν ακολουθούν την πιο λεπτομερειακή καταγραφή των πολύτομων Ημερολογίων του νομπελίστα ποιητή Γιώργου Σεφέρη, που η γραφή τους θυμίζει λόγιο στοχαστή, σίγουρα, δεν έχουν την σχεδιαστική δομή των Ανοιχτών Χαρτιών του επίσης νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, που μας παράσχει την πολιτιστική του ταυτότητα και τις πνευματικές του αναφορές. Αλλά και ο ποιητής και μεταφραστής Κώστας Βάρναλης(ο οποίος έκανε για ένα διάστημα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα δάσκαλος σε σχολείο του Πειραιά) στέκεται σε άλλα συμβάντα στις δικές του Φιλολογικές Αναμνήσεις, παρατηρεί διαφορετικά τον κόσμο, παρότι είναι ιδεολογικά ομοϊδεάτης του Φωτιάδη, και φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για τον όγκο των στοχασμών και των φιλοσοφικών οραμάτων, αυτόν τον φουρτουνιασμένο εξομολογητικό αναφορικό ποταμό και μεγαλόπνοων σχεδιασμάτων που συναντάμε στην Αναφορά στον Γκρέκο του συγγραφέα και παραμυθά Νίκου Καζαντζάκη,(και αυτός για μικρό διάστημα κατοίκησε στον Πειραιά) για να μείνω ενδεικτικά σε ορισμένες από τις αναμνήσεις ελλήνων συγγραφέων, που μας είναι γνωστές και εξακολουθούν να προκαλούν το ενδιαφέρον και την τέρψη των αναγνωστών. Ο Δημήτρης Φωτιάδης γράφει όπως θα μιλούσε στον διπλανό του στον σύντροφο γείτονά του, εξιστορεί τα γεγονότα σαν να έλεγε παλαιές ιστορίες και συμβάντα στον μικρό του εγγονό, σαν να αφηγούνταν με τον πιο απλό τρόπο τα πράγματα σε μια αίθουσα γεμάτη κόσμο και εκείνος είχε προσκληθεί να δώσει διάλεξη. Απλά λόγια για μεγάλες στιγμές της πορείας του κόσμου των ανθρώπων και της ιστορίας τους.
      Από τους τρείς τόμους που είχα κάποτε στην διάθεσή μου, έμειναν οι δύο, ο δεύτερος και τρίτος τόμος που αναφέρεται και στην πόλη μας, τον Πειραιά, από αυτούς τους τόμους, αντιγράφω τα αποσπάσματα που αφορούν τον Πειραιά, και δίνω ενδεικτικές σημειώσεις και στοιχεία που γνωρίζω και διαφωτίζουν ίσως τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται για αυτά τα θέματα, και την παλαιά ιστορία της πόλης. Μιας πόλης όπως ο Πειραιάς, που κάποτε έσφυζε από πνευματική ζωή και άνθιζαν κάθε είδους καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.     

Στην Καστέλλα
     Η επανάσταση στις 25 του Φλεβάρη 1923 κατάργησε το αναχρονιστικό παλιό ημερολόγιο(το Ιουλιανό) και ασπάσθηκε το «νέο»(το Γρηγοριανό). Η απόφασή της αυτή βρήκε, φυσικά, την αντίδραση των καθυστερημένων στοιχείων του τόπου μας, τους παλαιοημερολογίτες που υπάρχουν ως τώρα.
     Όταν περάσαμε εκείνον τον άραχλο χειμώνα του 1922-1923 στη Θεσσαλονίκη, αποφασίσαμε νάρθουμε στην Αθήνα. Ο Σπύρος Κουμουνδούρος, που η γυναίκα του Πηνελόπη(Πέπα), αδελφή του πατέρα μου είχε πεθάνει λίγο πριν την Μικρασιατική καταστροφή από την γρίπη που θέρισε τότε εκατομμύρια ανθρώπους σ’ όλο τον κόσμο, μας πρόσφερε το θερινό σπίτι που είχε χτίσει ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Βρισκόταν στο ωραιότερο μέρος της τότε Αθήνας. Στη μικρή πάνω από το Τουρκολίμανο χερσόνησο όπου τώρα είναι ο Ναυτικός Όμιλος.
     Όνειρο απίστευτο από εκεί πάνω ο Σαρωνικός. Αντίκρυ ο Υμηττός κι αριστερά η Αθήνα στεφανωμένη από την Ακρόπολη. Στο βάθος αστραφοκόπαγε το πέλαγος. Χαρά των ματιών είταν και τα καΐκια με τα ολάνοιχτα λευκά πανιά τους.
     Πλάι στο λόφο της Καστέλλας το Νέο Φάληρο, αριστερά η σχεδόν ακατοίκητη τότε Φρεατύδα. Το σπίτι δίπατο μ’ ευρύχωρα δωμάτια. Δύο και οι βεράντες του. Η μία προς την Αθήνα και η άλλη προς το Σαρωνικό. Όταν έβγαινες σ’ αυτές έλεγες πως βρισκόσουνα σε πλοίο που ταξίδευε σ’ ακύμαντες θάλασσες. Στις φεγγαρόλουστες νύχτες γέμιζε ασήμι η θάλασσα. Τι μαγεία!
     Το υπόγειο του σπιτιού είχε τρείς κάμαρες που σχημάτιζαν μια τρίτη σκεπαστή βεράντα. Τ’ απογεύματα είταν χαρά θεού να κάθεσαι σ’ αυτή και να βλέπεις, ανάμεσα από τα πεύκα του λοφίσκου, το λιμανάκι του Τουρκολίμανου με τις ψαρόβαρκές του. Δεν υπήρχε μήτε ένα κότερο να το ασκημίσει. Είταν καθαρό και χαρούμενο σα νυφούλα. Τα μόνα που
απολάμβανες στ’ ακρογιάλι του είτανε κάτι ψαράδικα καφενεία και μια ταβερνούλα με ψάρι φρέσκο της ώρας σπαρταριστό. Όλα σ’ αυτό το λιμανάκι είταν τόσο ανθρώπινα.
     Θυμούμαι κάποιο πρωινό που, όταν ετοιμαζόμουνα να βουτήξω στη θάλασσα από τη μεριά που είναι το πέλαγος, είδα ξαφνικά η επιφάνεια της θάλασσας να γεμίζει φυσαλίδες και μια φώκια να ξεπροβάλλει μπροστά μου. Με κοίταξε κάμποσα δευτερόλεπτα, πήρε βαθιά ανάσα κι έπειτα χάθηκε.
     Λίγο πιο πέρα από το σπίτι του Κουμουνδούρου μένανε δυό προσφυγοπούλες όχι από τη Μικρασία, μ’ από τη Ρωσία. Όμορφες γεμάτες νιάτα, ζωντάνια και τόλμη. Εκεί στην αμμουδιά, μπροστά από το σπίτι του Πάλλη, ιδιοκτήτη του τόσο γνωστού χαρτοπωλείου της οδού Ερμού, απέναντι από το νησάκι του Κουμουνδούρου άρχισαν τα πρώτα μπέν-μιξτ. Κάτι αφάνταστα τολμηρό για εκείνη την εποχή. Το παρατράγουδο αυτό δεν ξέφυγε από το άγρυπνο βλέμμα των ηθικολόγων. Το κατάγγειλαν στις εφημερίδες. Που ακούστηκε, λέγανε, άντρες και γυναίκες να κολυμπούνε ο ένας δίπλα στον άλλο. Αρκετές φορές, τις νύχτες με φεγγάρι, πέφταμε στο νερό και φτάναμε κολυμπώντας στο νησάκι. Μία από τις δύο Ρωσίδες προσφυγοπούλες, ας την πούμε Νατάσα, συνεπαρμένη από την τόση ομορφιά, πέταξε τα ρούχα της κι ολόγυμνη βούτηξε στην θάλασσα. Το φεγγάρι την τύλιξε με το ασήμι του. Ξαναζωντάνεψε για μας το «Όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη.
     Νιάτα! Νιάτα!.... Ο Γκαίτε έβαλε τον Φάουστ να πουληθεί στο διάβολο για να σας ξαναποχτήσει. Τώρα, που από τόσο καιρό σας έχω πια χάσει, τι μου απόμεινε; Τούτο εδώ. Λέω πως αν με τα γραφτά μου κάπως σας βοήθησα, η ζωή μου δεν πήγε χαμένη.
ΣΕΡΕΝΑΔΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΟΥ
Σοφέ μου, το τετράσοφο
που σε φωτάει λυχνάρι
νάτανε, λέει, φεγγάρι
και σύ είκοσι χρονώ!
………….
Πολύ την καταφρόνεσες
τη ζωή π’ ανάθεμά τη…
Και τώρα; Είναι φευγάτη
σαν όνειρο πρωινό.
--
Χειλάκια ανθούν στη γειτονιά
γαρούφαλλα στη γλάστρα
και συ διαβάζεις τ’ άστρα
και το βαθύ ουρανό.
          ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
     Στο Νέο Φάληρο άραζαν τότε κάθε Κυριακή σημαιοστολισμένα βαποράκια να πάρουνε εκδρομείς για «μακρινά» μέρη μ’ έξοχες αμμουδιές-Γλυφάδα, Βούλα, Βουλιαγμένη.
     Το ξενοδοχείο «Ακταίο» είταν ακόμα στις δόξες του. Γύρω στο 1925 γίνηκε καζίνο. Το επισκέφτηκα ένα βράδυ με την ελπίδα να λύσω με τη ρουλέτα τα οικονομικά μου προβλήματα.
Φυσικά έφυγα απένταρος.
     Τον ίδιο καιρό άρχισε η ιεροσυλία στο Τουρκολίμανο. Ένα τμήμα του μετατράπηκε σε θαλασσινό γυμναστήριο του «Ολυμπιακού». Τα νερά θόλωσαν και η γαλήνη άρχισε να κάνει πανιά και να φεύγει. Ύστερα ήρθαν τα εστιατόρια και τα κότερα. Στο τέλος του άλλαξαν και τ’ όνομα. Το είπαν Μικρολίμανο. Το πιο σωστό θάταν όπως το κατάντησαν να τόλεγαν Βρωμολίμανο.
     Βέβαια πολλά λείπανε τότε απ’ όσα έχουμε άφθονα τώρα. Και πρώτα-πρώτα το νερό. Το σπίτι είχε στέρνα για τα βρόχινα νερά, μα πώς να φτάσουν; Όμως πάνω στο δρόμο, από κει που βροντολαλούνε τώρα τα τρόλεϋ που κάνουν τώρα το γύρο της Καστέλλας, πέρναγαν τότε κάρα με νεροβάρελο φωνάζοντας: «Νερό από τον Πόρο!». Μόλις ακούγαμε τη γνώριμη φωνή  αρπούσαμε στάμνες και τενεκέδες και τρέχαμε να τις γεμίσουμε. Το κάρο με το πολύτιμο περιεχόμενό του σταματούσε στη στροφή, ακριβώς μπροστά στο μπακάλικο που είχε ανοίξει Μικρασιάτης πρόσφυγας, με τούτη εδώ την επιγραφή: ΚΙ ΑΥΤΟ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ!...
     Μπάνιο βέβαια δεν είχε το σπίτι. Είταν ακόμα η εποχή που λίγα σπίτια της Αθήνας τα είχαν αποκτήσει με την ευχή «αχρείαστο νάναι», όπως μονάχα αν κάποιος αρρώσταινε τον χώνανε σ’ αυτό. Βάζαμε λοιπόν, ανάρια και που, στο πλυσταριό μια σκάφη και πλενόμαστε. Άραχλα είτανε και τα ηλεκτρικά λαμπάκια που απόνα σύρμα κρεμόταν στη μέση κάθε κάμαρας, έφεγγαν κάτι περισσότερο από καντήλι. Το μοναδικό ακόμα ηλεκτρικό εργοστάσιο της Αθήνας και του Πειραιά είτανε εκείνο που βρισκόταν στο Νέο Φάληρο.
     Ο πατέρας μας από ευρήματα που έκανε, είτε σκάβοντας ο ίδιος είτε πλερώνοντας μεροκαματιάρη, υποστήριξε πως πάνω στη μικρή αυτή χερσόνησο βρισκόταν κάστρο στην αρχαιότητα. Οι εφημερίδες ασχολήθηκαν με το ζήτημα και γίνηκε κι ανακοίνωση στην Ακαδημία Αθηνών, που μόλις τότε είχε αποκτήσει «αθανάτους». Ο γονιός μου, εκτός από το αρχαιολογικό ενδιαφέρον του, γύρεψε να χρησιμοποιήσει και για βιοπορισμό το χώρο. Έφτιασε ορνιθοτροφείο. Αγόρασε και μηχανή εκκόλαψης και φουρνιές-φουρνιές βγαίνανε τα ξεπεταρούδια. Για κάμποσους μήνες η επιχείρηση πρόκοβε. Ώσπου έπεσε πανούκλα στις όρνιθες και δεν έμεινε μήτε φτερό.
Υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο στον Πειραιά
     Όταν φύγαμε από την Θεσσαλονίκη κι εγκατασταθήκαμε στο σπίτι του Κουμουνδούρου στο Τουρκολίμανο, δεν μπορούσα να μένω άεργος, γράφοντας μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Βλέπεις υπάρχει η αδυσώπητη λατινική ρήση “Primum vivere, deinde philosophari”. Έκλεισα λοιπόν σ’ ένα φάκελο τα γραφτά μου και μπήκα υπάλληλος στο ναυτικό υποκατάστημα των επιχειρήσεων του Ολλανδού Βαντερζέ, που διευθυντής του είταν μακρινός συγγενής της μητέρας μου. Κρατούσα την ελληνική αλληλογραφία. Έμεινα έξι χρόνια. Τα χειρότερα της ζωής μου. Ένοιωθα μέσα μου κάτι να με πνίγει. Κάτι που πέρα βέβαια από κάθε αναλογία, είχε πάθει και ο Κοραής όταν τον έστειλαν σ’ ένα εμπορικό γραφείο στην Ολλανδία. Για να αντιδράσω στον πνευματικό καταποντισμό μου, προσπάθησα ν’ αλλάξω τον ίδιο τον εαυτό μου. Έλεγα πως αυτή ήταν η μοίρα μου και πως θάπρεπε ν’ αρνηθώ κάθετί που δίψαγε ο νους μου. Έπαψα να διαβάζω, να πηγαίνω στα θέατρα, νάχω την παραμικρή σχέση μ’ ό,τι καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό. Μέσα μου φώλιασε το σκοτάδι και η νέκρα.
     Η μόνη χαρά που είχα νιώσει τότε είταν πως απόκτησα τη μοναδική μου κόρη, την Έφη. Τη θυμάμαι να μπουσουλά με τα τέσσερα στο μεγάλο δωμάτιο που έβλεπε στη βεράντα στο σπίτι του Κουμουνδούρου. Την έπαιρνα, τη σήκωνα απότομα ψηλά και χαχάνιζε. Άστραφτε τότε και για κείνη και για μένα η ζωή.
Ο πρώτος οπαδός του Ανδρέα
     Ο πατέρας μου συνδεόταν φιλικά με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Η γυναίκα του Σοφία είταν κόρη του Πολωνού μηχανικού Σ. Μινέικο, που είχε εγκατασταθεί στα Γιάννενα από την εποχή της Τουρκοκρατίας, φλογερός όμως φιλέλληνας που παντρεύτηκε Ελληνίδα. Έτσι ήρθε με το γιό της Ανδρέα, που ήταν τότε εφτά ίσως χρονών, να περάσουν μαζί μας δύο μήνες το καλοκαίρι του 1926.
     Η Σοφία Παπανδρέου είταν αναμφισβήτητα μια αξιόλογη γυναίκα. Ο Βάρναλης που την είχε συμφοιτήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, γράφει: Ωστόσο μέσα στη Φιλοσοφική Σχολή υπήρχε και γερή παράταξη δημοτικιστών, για να μην πω οπαδών της διγλωσσίας. Ο Λάμπρος, ο Πολίτης, ο Σακελλαρόπουλος, ο Καββαδίας, ο Τσούντας. Μαζί τους ήτανε κι οι φωτισμένοι φοιτητές: ο Γληνός, ο Δελμούζος, ο Τριανταφυλλίδης, ο Λαμπράκης, ο Μπέρτος-κι όλες σχεδόν οι φοιτήτριες, η Μυρσίνη Κλεάνθους, η Ανθίππη Γεωργιάδου, η Ηλιακοπούλου, η Σταματελλάτου, η Αποστολάκη, η Μινέικο(κατόπιν κ. Γεωργίου Παπανδρέου). Μόλις μπαίναμε στην αίθουσα, οι αρσενικοί τους συνάδελφοι, οι θεματοφύλακες των ελληνικών παραδόσεων, οι καθαρευουσιάνοι, τις ποδοκροτούσαν και τις προγκάγανε, γιατί είτανε… γυναίκες. Η θέση τους έπρεπε να είναι στην… κουζίνα κι όχι στο τέμενος των επιστημών.
Ωραίος καιρός!».
     Θυμάμαι τις συζητήσεις που είχε η Σοφία Παπανδρέου με τον πατέρα μου. Τον πλούτο των γνώσεών της, την ευθυκρισία της και την καλοσύνη της.
     Τον ίδιο καιρό ήρθε να περάσει στην Καστέλλα το καλοκαίρι η αδερφή μου Καίτη, που είχε μαζί της και τον γιό της Τάκη, τεσσάρων χρονών. Ένα μεσημέρι ο Ανδρέας κρατώντας κάμποσες κόλλες χαρτιά, πηδά πάνω στο τραπέζι κι αρχίζει-γυρεύοντας να μιμηθεί τον πατέρα του-να εκφωνεί λόγο. Ο Τάκης, καθισμένος χάμω, ενθουσιάζεται κι αρχίζει τα παλαμάκια φωνάζοντας.
-Μπράβοοο, Ανδρέα! Ζήτω, Ανδρέα! Πάλι, Ανδρέα!
     Ασφαλώς είναι ο πρώτος οπαδός του που τον ζητωκραύγαζε βγάζοντας λόγο.
Στην Αθήνα
     Έπειτα από ένα χρόνο πεθαίνει ο Σπύρος Κουμουνδούρος. Στη διαθήκη του όριζε σχεδόν γενικό κληρονόμο του τον γιό της αδερφής του, τον Αλέξανδρο Εμπειρίκο που ο πατέρας του ήταν εφοπλιστής από την Άνδρο. Έβαζε δυό απαραίτητους όρους: 1. Να προσθέσει στο επώνυμό του το Κουμουνδούρος και 2. Να πολιτευτεί στο πολιτικό φέουδο του πρωθυπουργού Κουμουνδούρου, τη Μεσσηνία. Άρχισε την πολιτική καριέρα του το 1926, όταν πρωτοβγήκε βουλευτής. Το 1933, στην πρώτη κυβέρνηση του Τσαλδάρη, γίνηκε υπουργός Γενικός Διοικητής Ηπείρου. Όταν ο Μεταξάς κατάργησε τον κοινοβουλευτισμό, ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος Κουμουνδούρος αποτραβήχτηκε στην Ελβετία όπου έζησε ως το θάνατό του (Απρίλης του 1980).
     Όπως είχε άφθονους οικονομικούς πόρους φιλοδόξησε να γίνει Γάλλος ποιητής, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ζαν Μωρεάς, που δεν έγραψε ούτε ένα στίχο στη μητρική του γλώσσα. Παρ’ όλο που είχε ευνοϊκές κριτικές, ποτέ οι Γάλλοι δεν τον λογάριασαν, όπως είχαν κάνει με το Ζαν Μωρεάς, δικό τους ποιητή.
     Όταν γίνηκε ιδιοκτήτης του σπιτιού της Καστέλλας, αμέσως κοινοποίησε έξωση στον πατέρα μου, γυρεύοντας αναδρομικά μεγάλο ενοίκιο. Τότε τον γνώρισα. Του πρότεινα να μείνουμε στο σπίτι πλερώνοντας λογικό ενοίκιο. Έμεινε άτεγκτος.
      Αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε την Καστέλλα, που αλησμόνητη μου μένει η ομορφιά της, και να νοικιάσουμε σπίτι στου Κυπριάδη, στην κηπούπολη όπως την ονόμαζαν……………….                

Σημειώσεις: Ο Μανιάτης πολιτικός και πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος(1817-26/2/1883) που αναφέρει ο Δημήτρης Φωτιάδης, έκανε τρία παιδιά, τον Κωνσταντίνο, τον Σπύρο και την Όλγα στην οποία περιήλθε η ιδιοκτησία της διώροφης οικίας, όπου είχε παραχωρηθεί στην οικογένεια Φωτιάδη, λόγω συγγενικών δεσμών, ερχόμενη από το Κορδελιό της Μικράς Ασίας μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Η Όλγα Κουμουνδούρου νυμφεύτηκε τον Επαμεινώνδα Εμπειρίκο της γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας, από τον γάμο αυτόν προήλθαν αρκετοί απόγονοι, μεταξύ αυτών και ο ασχολούμενος με την ποίηση Αλέξανδρος Εμπειρίκος. Μετά την οριστική εγκατάσταση της οικογένειας Μπενάκη στην Αθήνα από την Αίγυπτο, ο Έλλην Αλεξανδρινός Αντώνης Μπενάκης(1873-31/5/1954), αυτός ο πατριώτης βιομήχανος, ο εθνικός ευεργέτης, ένας από τους σημαντικότερους στυλοβάτες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές του έθνους, αλλά, και ιδρυτής του ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΕΝΑΚΗ, γύρω στα 1928, πείθεται από φίλους του που εργάζονταν στην Εθνική Τράπεζα, να συμβάλλει οικονομικά στην αγορά οικοπέδου για την ίδρυση και την εγκατάσταση του Ναυτικού Ομίλου στην περιοχή, έτσι αγοράζεται από την οικογένεια του Επαμεινώνδα και της Όλγας Εμπειρίκου-Κουμουνδούρου έναντι 2.000.000 παλαιών ελληνικών δραχμών, ο λόφος και η γύρω έκταση 7,5 περίπου στρεμμάτων στα 1934 για την εγκατάσταση του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος, που περιελάμβανε και την θερινή δίπατη έπαυλη που είχε οικοδομήσει ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, και γκρεμίστηκε το καλοκαίρι του 1935. Ο Ναυτικός Όμιλος ιδρύεται τον Φεβρουάριο του 1934, οι φιλικές διεργασίες της ομάδας για την ίδρυσή του είχαν αρχίσει από την 1 Νοεμβρίου του 1933. Πρώτος πρόεδρος υπήρξε ο ιδρυτής του Αντώνης Μπενάκης, μέχρι τον θάνατό του 31/5/1954, και αντιπρόεδρος ο Ιωάννης Δροσόπουλος της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος. Όλοι μας γνωρίζουμε την οδό Δροσοπούλου στην πρωτεύουσα.
     Ακόμα στον Πειραιά αποκαλούμε την μικρή νησίδα που δεσπόζει έρημη αλλά δοξασμένη στον μικρό κολπίσκο της Μουνυχίας «Νησίδα Κουμουνδούρου», ή «Νησάκι του Παρασκευά», από το όνομα του ιδιοκτήτη ενός πασίγνωστου κέντρου διασκέδασης που υπήρχε στον μεσοπόλεμο στην περιοχή, εκεί που τραγουδούσε ο Νίκος Γούναρης και την είχε επισκεφτεί και η γνωστή ιταλίδα ηθοποιός Σοφία Λόρεν. Το όνομα επίσης που γνωρίζαμε πως αποκαλούσαν την μικρή αυτή νησίδα, ήταν και «Σταλίδα», όμως δεν είχε υιοθετηθεί ούτε από τους Πειραιώτες της γενιάς μου, μετά την δικτατορία του 1967, στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Όταν τα καλοκαίρια κατέβαινες τα σκαλάκια για να κάνεις μπάνιο στην πλαζ του Παρασκευά, όπως λέγαμε οι τότε νέοι, μπορούσες αν ήθελες κολυμπώντας να φτάσεις μέχρι την μικρή αυτή νησίδα. Και με την ευκαιρία, ο Πειραιάς που γνωρίσαμε εμείς οι τότε έφηβοι, είναι ο Πειραιάς όπως μας τον κληροδότησε ο δοτός δήμαρχος της δικτατορίας ο Αριστείδης Σκυλίτσης.
     Το 1965 εκδίδεται το λεύκωμα «Βασιλικός Ναυτικός Όμιλος Ελλάδος» Μια τριακονταετία(1933-1963), Μουνιχία 1965, όπου μπορεί κανείς να αντλήσει στοιχεία για την ιστορία του Ομίλου.
     Η συγγραφέας Πηνελόπη Σ. Δέλτα(Αλεξάνδρεια 1874-Αθήνα 2/5/1941) στο πασίγνωστο παιδικό της μυθιστόρημα, «ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ»-πρώτη έκδοση 1932-έχει κάνει πάνω από είκοσι πέντε εκδόσεις(δες εκδόσεις «Εστία»), αναφερόμενη στα παιδικά χρόνια της οικογένειάς της, μιλά για το διώροφο αυτό σπίτι της Καστέλας,-όπου παραθέριζε και η Βασιλική οικογένεια σε δικό της οίκημα, στην τοποθεσία που ονομάζονταν περιοχή του Ερνέστου Τσίλερ, κοντά στην σημερινή περιοχή που βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, στην στροφή της Καστέλας και το γνωστό σε όλους μας ψηλοτάβανο καφενείο του Σταυριανάκου, με τις παραστάσεις του πειραιώτη δασκάλου και εικαστικού Γιάννη Τσαρούχη-αναφέρονται στο κεφάλαιο «Στο λόφο της Καστέλας» σελίδες 32-,αλλά σποραδικά και σε άλλες σελίδες. Η συγγραφέας ιστορικών παιδικών μυθιστορημάτων Πηνελόπη Σ. Δέλτα μας δίνει μια γενική και κάπως αόριστη ατμόσφαιρα της περιοχής, περιγράφοντας κυρίως, τις αθώες και απονήρευτες σκανδαλιές και τους ηρωισμούς των μικρών παιδιών, των αδελφών της: του Αντώνη, της Αλεξάνδρας, της Πουλουδιάς(η ίδια) και του μικρού Αλέξανδρου, καθώς και άλλων μελών της οικογένειάς της, παρά μια πλήρη απεικόνιση του οικήματος και της γύρω περιοχής που μας περιγράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης, αναφερόμενος στο δικό του οικογενειακό περιβάλλον. Στέκεται στην ηρωική χαρακτηρολογία των μελών της οικογένειας-ιδιαίτερα του μεγάλου της αδερφού του Αντώνη(του ήρωα των μικροτέρων)-και τα ανέμελα και ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια που πέρασε με τα αδέρφια της στο σπίτι αυτό. Ενδιαφέρον είναι και το χωροταξικό στίγμα της οικίας της οικογένειας Πάλλη, που δίνει η συγγραφέας. Ο Αλέξανδρος Πάλλης, δεν ήταν μόνο ένας από τους πασίγνωστους αγωνιστές κάπως ακραίους μαχητές δημοτικιστές συγγραφείς της εποχής του, αλλά και γνωστός πειραιώτης. Οι μεταφράσεις του, του Ομήρου, διδάσκονταν και μέχρι την δική μου γενιά στην μέση εκπαίδευση. Εκτός από την Αθήνα, υπήρχε και στον Πειραιά βιβλιοπωλείο με το όνομα Πάλλης. Όσο για την παλαιά Βασιλική οικογένεια της Ελλάδας, μας είναι ιστορικά γνωστή η παραθεριστική της οικία στον Πειραιά, και από εικαστικές παραστάσεις της εποχής. Το δε όνομά της η Πλατεία Αλεξάνδρας στην Καστέλα, το πήρε εις μνήμη του πρόωρα χαμένου παιδιού της τότε Βασιλικής οικογένειας. Πολλοί κεντρικοί δρόμοι των πέντε διαμερισμάτων του Πειραιά, έφεραν μέχρι σχεδόν αρχές της δεκαετίας του 1980, Βασιλικά ονόματα των μελών της έκπτωτης δυναστείας. Όπως ακόμα και σήμερα, η Βασιλέως Γεωργίου Α΄, η σημερινή Γρηγορίου Λαμπράκη λέγονταν ακόμα και μετά την εφτάχρονη δικτατορία Βασιλίσσης Σοφίας και το παλαιό της Μουνυχία. Η σημερινή Ηρώων του Πολυτεχνείου, ονομάζονταν Βασιλέως Κωνσταντίνου, που είχε αντικαταστήσει την παλαιά ονομασία Σωκράτους, κλπ.
Γράφει μεταξύ άλλων η Πηνελόπη Σ. Δέλτα:
«….Οι γονείς του Αντώνη, που ζούσαν στην Αίγυπτο, δεν μπόρεσαν να ταξιδέψουν εκείνο το καλοκαίρι, κι εκείνος και τ’ αδέλφια του είχαν έλθει στον Πειραιά με τον θείο Ζωρζή και τη θεία Μαριέτα, που δεν είχαν παιδιά, και κάθουνταν σ’ ένα από τα σπίτια του Τσίλερ. Επτά ήταν τα σπίτια του Τσίλερ, όλα στην αράδα, κι ενωμένα’ το πρώτο, το ακριανό, μεγάλο, με τρία πρόσωπα, τ’ άλλα όλα όμοια, με μια βεραντούλα προς τη θάλασσα, και μιαν αυλή στο πίσω μέρος, προς το λόφο. Στο πρώτο, το μεγάλο σπίτι, κάθουνταν ο Βασιλέας’ στο δεύτερο μια Ρωσίδα, Κυρία της Τιμής της Βασίλισσας’ στο τρίτο ο Αντώνης με τ’ αδέλφια του και το θείο και τη θεία, και στ’ άλλα παρακάτω, διάφοροι άλλοι, που, σαν τον Βασιλέα, είχαν κατέβει από τας Αθήνας να περάσουν τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού κοντά στην Πειραιώτικη θάλασσα…» σ. 15-16
     Χαρτογράφηση προσώπων και γεγονότων και τόπων κάνει η συγγραφέας Πηνελόπη Σ. Δέλτα για τα μέλη της οικογένειάς της, και μας προσφέρει επαρκή στοιχεία για τον αδερφό της Αντώνη, και στις γνωστές πολύτομες «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ» της, που εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ερμής» σε επιμέλεια των: Παύλου Α. Ζάννα-Αλέξανδρου Π. Ζάννα.
Η Πηνελόπη Σ. Δέλτα, ήταν το τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Τα άλλα αδέρφια ήσαν η μεγαλύτερη Αλεξάνδρα Μπενάκη, ο Αντώνης Μπενάκης, και οι μικρότεροι Αλέξανδρος Μπενάκης, Αρτινή Μπενάκη και Κωνσταντίνος. Από τον γάμο της με τον Στέφανο Δέλτα, απέκτησε τρία παιδιά, την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, τη Βιργινία Ζάννα και την Σοφία Μαυροκορδάτου. Στα γράμματα, θρυλικό έχει μείνει το ειδύλλιό της με τον συγγραφέα Ίων Δραγούμη, τον γνωστό μας Καζαντζακικό «Ιδα». Η σημαντική αυτή συγγραφέας, έδωσε τέλος στην ζωή της την ημέρα που μπήκαν τα Γερμανικά Ναζιστικά στρατεύματα κατοχής στην Ελλάδα.     
     Ο φίλος και πάντα έγκυρος δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής του Πειραιά Δημήτρης Κρασονικολάκης, δημοσίευσε στην εφημερίδα «Πειραϊκή Πολιτεία» 4/9/1997 το κείμενο «Το ιερό της Αρτέμιδος στη Μουνιχία» και το οποίο στις 27 Οκτωβρίου 2013 μετέφερε στο μπλοκ του, στο ενδιαφέρον αυτό κείμενο μας δίνει και την εξής πληροφορία:
«Το ιερό της Πειραϊκής Αρτέμιδος Μουνιχίας βρέθηκε πάνω στη μικρή χερσόνησο που κλείνει από τα νότια το λιμάνι του Μικρολίμανου, στο σημείο που είναι χτισμένος ο Ναυτικός Όμιλος Ελλάδος.  Στην θέση του υπήρχε μέχρι το 1935 η διώροφη έπαυλη του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου πρώην πρωθυπουργού. Ο κληρονόμος του Επαμεινώνδας Εμπειρίκος-Κουμουνδούρος την πούλησε αντί 2 εκατομμυρίων παλαιών δραχμών μαζί με ολόκληρο το λόφο έκτασης 7,5 στρεμμάτων στις 13/9/1934 στον τότε Ναυτικό Όμιλο Αθηνών(Ναυτικός Όμιλος Ελλάδος ονομάστηκε στις 9/2/1936)».

     Αυτές είναι οι αναμνήσεις της παιδικής και όχι μόνο ηλικίας του ιστορικού Δημήτρη Φωτιάδη, που μας δίνουν μια ζωντανή εικόνα του Πειραιά της εποχής του και των διαφόρων προσώπων. Και σε άλλες σελίδες των Ενθυμημάτων αναφέρεται στην πόλη του Πειραιά ο Φωτιάδης, όπως στην σελίδα 335, στην ενότητα «Στο Τμήμα Μεταγωγών του Πειραιά», δεν το αντιγράφω γιατί, αναφέρεται κατά κύριο λόγο στην πολιτική του δίωξη ως κομμουνιστής, παρά μας δίνει μια εικόνα του χώρου ή του κτηρίου ή της περιοχής. Ο βασικός κορμός της εικόνας του Πειραιά και της χωροταξίας της νησίδας του Κουμουνδούρου είναι ο παραπάνω.
     Στις σημειώσεις, δεν ήθελα να φορτώσω τα κείμενα του Δημήτρη Φωτιάδη και της Πηνελόπης Σ. Δέλτα με υπερβολικές αναφορές, προτιμώ ο όποιος ενδεχόμενος αναγνώστης να ευχαριστηθεί τα ίδια τα κείμενα των συγγραφέων που καταθέτω στο μπλοκ, να αναζητήσει τα έργα τους-βιβλία τους, και να τα μελετήσει όπως έπραξε και ο γράφων.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς, Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016     


Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Μαρσελίν Ντεμπόρντ-Βαλμόρ

Marceline Desbordes-Valmore
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Μετάφραση Ισιδώρας Καμαρινέα
Με εισαγωγικό άρθρο του Τέλλου Άγρα
Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ 2005, σελίδες 30, τιμή 6,50 ευρώ
Α΄ έκδοση 1940
Β΄ έκδοση ΕΚΑΤΗ Δεκέμβριος 2005

     Άραγε, στους ελάχιστους ακόμα λάτρεις της ποίησης στον τόπο μας, έχει να πει τίποτα μια ποιητική φωνή του δέκατου ογδόου αιώνα; Και μάλιστα μια ξένη γυναικεία ποιητική φωνή, που μπορεί στην χώρα της να ήταν και να είναι γνωστή, αλλά στην χώρα μας, είναι σχεδόν άγνωστη και μάλλον λησμονημένη; Ποιος ή ποια μελετά σήμερα ποίηση αυτής της εποχής; Ποιος νέος ή νέα ποιήτρια αφιερώνει χρόνο στην ανεύρεση λησμονημένων ξένων και ελληνικών ποιητικών φωνών; Και αν το πράττει, ποια είναι η επιρροή αυτών των φωνών στο δικό του το έργο; Τους αγγίζει η «ξεπερασμένη χρονικά» θεματολογία τους; Η ποιητική τους ατμόσφαιρα; Το «παλαιομοδίτικο» ύφος τους; Επιστρέφουν σε αυτές και γιατί; Τι αναζητούν; Την ποιητική τέρψη; Την αναφορά σε μια άλλη εποχή; Τους εντυπωσιάζουν οι εικόνες ζωής ενός άλλου χρόνου; Διάβασαν τυχαία έναν στίχο ένα ποίημα σε κάποια παλαιά ανθολογία, και συγκινήθηκαν από μια ποιητική μονάδα, και αναζήτησαν στα αρχεία των βιβλιοθηκών ή στα παλαιοβιβλιοπωλεία τον ή την συγγραφέα; Ή πάλι, οι πιο υποψιασμένοι και ασχολούμενοι πιο συστηματικά αναγνώστες, αναζητούν να αναγνωρίσουν τους λεκτικούς μεταφραστικούς κώδικες εκείνης της εποχής, να ανακαλύψουν τις αντίστοιχες ελληνικές λέξεις, την ποιητική μουσικότητα, την ποιητική ρυθμολογία, την ανάλογη εικονοποιία, το συγγενές ύφος, και γενικά, όλα εκείνα τα δάνεια στοιχεία που γίνονται η αφορμή για να οδηγήσουν τον έλληνα ποιητή ή την ελληνίδα ποιήτρια και μεταφράστρια να πλησιάσουν το έργο των ξένων δημιουργών να το μεταφέρουν στην γλώσσα μας και να το γνωρίσουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό της εποχής τους, και κατ επέκταση, να ανοίξουν έναν δίαυλο ποιητικής εσωτερικής επικοινωνίας με το δικό τους έργο; Ποιους αγγίζει ουσιαστικά πλέον η παραδοσιακή ποίηση, όταν οι ποιητικοί καιροί έχουν αλλάξει τόσο δραματικά και καταλυτικά, από την μεσολάβηση τόσων και τέτοιας έκτασης ιστορικών γεγονότων και πολιτικών συμβάντων, κοινωνικών αλλαγών και ατομικών νοοτροπιών, εξέλιξης της επιστήμης και ανάπτυξη της τεχνολογίας παγκοσμίως; Ποιους αφορά και γιατί, αυτός ο ποιητικός λόγος, αυτές οι ποιητικές σιγαλόφωνες ή μεγαλόφωνες ή και πομπώδεις ποιητικές κραυγές που κάποτε, ήσαν η γέφυρα επικοινωνίας των πνευματικών δημιουργών με τους απλούς ανθρώπους, τους καθημερινούς μεροκαματιάρηδες οικογενειάρχες, τις φτωχές ψυχοκόρες ή τους γόνους της υψηλής αστικής και μεγαλοαστικής κοινωνίας, τα ερωτευμένα κοριτσόπουλα με τα ροζ ημερολόγια γεμάτα στίχους μελιστάλαχτους κάτω από το μουσκεμένο μαξιλάρι τους, τα μυστακοφόρα παλικαράκια με το μαύρο καβουράκι να σκεπάζει την κεφαλή τους και την ομπρέλα στο χέρι, που όφειλαν μαζί με την ανθοδέσμη στην καλή τους, να τις προσφέρουν και ένα ποίημα ένα ερωτικό στίχο που αντέγραψαν στα κλεφτά από τις κιτρινισμένες πια σελίδες μιας εφημερίδας, ενός λαϊκού περιοδικού ενός ημερολογίου, για να μην τους πάρουν χαμπάρι οι φίλοι τους και τους αρχίσουν την καζούρα, αν και γνώριζαν κατά βάθος, ότι και εκείνοι, τις ίδιες μεθόδους θα χρησιμοποιούσαν για να πετύχουν τον ποθούμενο ερωτικό σκοπό τους. Μελιστάλαχτοι στίχοι; Ή ζαχαρένια αισθήματα έκφρασης μιας άλλης κάπως πιο «αθώας εποχής»; Μελοδραματικές ποιητικές φωνές για προδομένα συναισθήματα, ή άλλοι τρόποι επικοινωνίας και έκφρασης άγνωστους σε εμάς τους σημερινούς αναγνώστες;
     Μου κάνει πάντως εντύπωση όταν παρακολουθώ αγγλικές ταινίες με θεματική προβληματική του 17ου, του 18ου και του 19ου αιώνα, ότι ακόμα και οι απλοί οι καθημερινοί άνθρωποι, τα άτομα των πολύ λαϊκών τάξεων, άντρες ή γυναίκες, γνωρίζουν απέξω και αναφέρουν στίχους ή αποσπάσματα ποιητών και δημιουργών εκείνης της εποχής. Σε εμάς, χωρίς να κάνω καμία θετική ή αρνητική κοινωνική ή θρησκευτική αναγωγή, μόνο στον χώρο τον εκκλησιαστικό βλέπει κανείς άτομα να απαγγέλουν ή να μνημονεύουν ή να χρησιμοποιούν αποσπάσματα πανάρχαιων ποιητικών φωνών, και να τα σιγοψέλνουν με μεγάλη ευκολία, μια και κατά την γνώμη μου, πέρα από τον βαθμό πίστης ή απιστίας στο χριστιανικό δόγμα, τα κείμενα ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος αυτών, της ορθόδοξης παράδοσης, είναι θεσπέσια ποιητικά κείμενα, ύμνοι, μελωδίες, ρυθμοί, κοντάκια, τροπάρια, ψαλμοί, ποιήματα, μουσικά μέλη, εικόνες, παραβολές, μικρές αφηγηματικές ιστοριούλες, λαϊκή θυμοσοφία, γνωμικά, θρύλοι, παροιμιακοί λόγοι, εσχατολογικές αναφορές, οδοδείχτες ελπίδας και πίστης, έργα πίστης των απλών ανθρώπων, ζυμωμένα με την ζωή τα βιώματα και τις εμπειρίες μιας άλλης εποχής ενός άλλου ρυθμού ζωής, ιστορικών δεδομένων, μιας διαφορετικής ανθρώπινης εσχατολογίας, ένας ποιητικός λόγος που είναι ακόμα σταθερά επίκαιρος και δημιουργικός, αναζωογονητικός των συνειδήσεων των αγράμματων απλών καθημερινών ανθρώπων. Ο λαϊκός άνθρωπος και ο πτυχιούχος αστός, η παρθένα κόρη και η παστρικιά γυναίκα, ο παραβατικός νέος και ο βιομήχανος οικογενειάρχης, κοινωνούν από την ίδια ποιητική δεξαμενή ζωής χωρίς πρόβλημα, τους διαπερνούν τα ίδια συναισθήματα ζωής και θανάτου, ενστερνίζονται τον ίδιο ποιητικό λόγο αβίαστα και χωρίς δυσκολία, ακόμα και αν δεν τον κατανοούν απόλυτα και ξεκάθαρα, ακόμα και αν δεν τον πιστεύουν, δεν παύουν να συγκινούνται και να τον ψιθυρίζουν. Δεν γνωρίζω αν ο αρχαίος έλληνας, ο έλληνας της θρησκείας του δωδεκάθεου έπραττε παρόμοια, νομίζω, και δεν ξέρω αν λαθεύω, τα κείμενα των τραγικών και των κωμικών δεν μας διασώζουν παρόμοιες στάσεις ζωής και πίστης, αυτό όμως θέλει άλλου είδους έρευνα.
     Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά τα ίσως σε κάποιους «χρήσιμα» ερωτήματα, τα αναφέρω, μια και τον τελευταίο καιρό, καθώς έγραψα και πέρασα στο μπλοκ μου ένα κείμενο για την Πειραιώτισσα ποιήτρια και εκδότρια Ισιδώρα Ρόζενταλ-Καμαρινέα, διάβασα την μετάφραση των «Ποιημάτων» που εξέδωσε το 1940 και αναστυλώθηκε από τις γνωστές μας εκδόσεις «ΕΚΑΤΗ» της φημισμένης στην εποχή της, ηθοποιού και ποιήτριας Μαρσελίν Νεμπόρντ-Βαλμόρ(Marcelin Desbordes-Valmore), Douai 20/7/1786-Paris France 23/7/1859. Μιας γαλλικής γυναικείας ερωτικής φωνής, που την γνώριζα από το άρθρο του κριτικού και ποιητή Τέλλου Άγρα, από αναφορές του κριτικού Κλέων Παράσχου, αλλά πιο διεξοδικά, όταν συγκέντρωνα στοιχεία για να ξαναφέρω στις ημέρες μας στην επιφάνεια την ποιητική δημιουργία της θρυλικής ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑΣ, την ποιήτρια και ηθοποιό Θεώνη Δρακοπούλου, που, όπως και την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, τις είχανε χαρακτηρίσει ελληνίδες Μαρσελίνες Βαλμόρ. Τύχη αγαθή, την περίοδο που συγκέντρωνα στοιχεία για την αναστήλωση της Μυρτιώτισσας, στο παλαιοβιβλιοπωλείο στην Αθήνα που αγόραζα γυναικείες ποιητικές συλλογές και παλαιά περιοδικά, βρήκα στην τιμή των 5 ευρώ, στην σειρά «Μεγάλες Μορφές της Τέχνης» το μελέτημα του αυστριακού συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ, «ΜΑΡΣΕΛΙΝΑ ΝΤΕΜΠΟΡΝΤ ΒΑΛΜΟΡ», σε μετάφραση Πολύβιου Βοβολίνη, εκδοτικός οίκος «Ο Κεραμεύς» Αθήνα χ.χ. σελίδες 85, με την σημείωση ότι: «Το ποιητικό μέρος του βιβλίου έγινε με την ευγενική συνεργασία του κ. Ρήγα Γαρταγάνη. Οι σελίδες 5 έως 73 αναφέρονται στην γαλλίδα ποιήτρια, οι σελίδες 77 έως 85, υπάρχει κείμενο για τον άγγλο ρομαντικό ποιητή Λόρδο Μπάϊρον.
Παρότι αγαπώ την γραφή του Στέφαν Τσβάιχ, όχι μόνο για το τρυφερό του μυθιστόρημα «Σύγχυση αισθημάτων» ένα ευαίσθητο ομοφυλόφιλο μυθιστόρημα με τραγικό τέλος, αλλά και για τα άλλα του μυθιστορήματα όπως η «Ραχήλ», αλλά και τις βιογραφίες του για πρόσωπα αξιοσημείωτα της εποχής του, και το εξαιρετικό «Ο Χθεσινός κόσμος», αλλά ακόμα οφείλω να αναφέρω την βιογραφία που συνέθεσε για τον «ΙΩΣΗΦ ΦΟΥΣΕ»-Ο διασημότερος ραδιούργος πολιτικός, που το μετέφρασε στα ελληνικά ο Κωστής Μεραναίος, πρώτη έκδοση 1945, κατοπινή εκδόσεις «Ο Κόσμος του Βιβλίου» Αθήνα χ.χ., μια δυνατή βιογραφία-ψυχογραφία για τον αρχηγό της γαλλικής αστυνομίας που επεβίωσε σχεδόν από όλους τους ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης, (ένας ραδιούργος τύπος κάτι σαν τον παλαιό αμερικανό αρχηγό του FBI), ένα μελέτημα που θα πρέπει να διαβάζεται εξίσου με τον «Ηγεμόνα» του Νικολό Μακιαβέλι, όχι μόνο από τους επαγγελματίες της πολιτικής, αλλά από όσους ασχολούνται συστηματικά με την πολιτική, θεωρώ παρά την αγάπη που τρέφω για τον Τσβάιχ, το μελέτημα για την Μαρσελίνα Βαλμόρ, δεν είναι από τα πιο επιτυχημένα του, παρά τις πληροφορίες που  μας δίνει. Είναι ένα μάλλον δακρύβρεχτο κείμενο, που πλατειάζει αφόρητα και κουραστικά, και μας δίνει μια εικόνα της ποιήτριας κάτι μεταξύ μιας «Μάρθας κλάψας» και παραγνωρισμένης φιγούρας. Αντίθετα, το κείμενό του για τον ποιητή Λόρδο Βύρωνα, είναι ένα μεστό και δυνατό μελέτημα παρά την αρνητική θέση που εκφράζει για τον Lord Gordon Byron. Όπως και να έχει, το μικρό αυτό μελέτημα του αυστριακού συγγραφέα για την Marceline Desbordes-Valmore, μας δίνει μια εικόνα της πορείας της Γαλλίδας αυτής ποιήτριας του 18 και 19ου αιώνα. Το μελέτημα διανθίζεται με στίχους της ποιήτριας και χωρίζεται κατά κάποιον τρόπο θα σημειώναμε από τις εξής ενότητες:
-Τα χαμένα παιδικά χρόνια
-Η Ηθοποιός (Η Μινιόν που έγινε Οφηλία)
-Η ερωτευμένη
-Τραγωδία
-Ο Κατακτητής
-Η εγκαταλειμένη
-ΒΑΛΜΟΡ
-Η Νομάδα
-Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ
-Η Γυναίκα
-MATER DOLOROSA
-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ
     Ανεξάρτητα αν στο γενικό του σχεδιασμό για την ποιήτρια που «Η ζωή της είναι ένας πελώριος σωρός από συντρίμμια», και που «Δεν είναι ηρωίδα σαν την Γεωργία Σάνδη, σαν την Σαρλόττα Κορνταί, σαν την Ζαν ντ’ ‘Αρκ, ή την Ταρουάν ντε Μερικούρ, αλλά μόνο η γυναίκα με τον ταπεινό καθημερινό ηρωισμό. Δεν είναι η μεγάλη ερωτευμένη σαν την Πομπαντούρ, σαν την Ιουλία ντε Λεσπινάς, ή την Νινόν ντε Λακλό, αλλά μόνον αυτή, αυτή που αγαπάει, και γιαυτό κείνη που θυσιάζεται. Ολόκληρη τη ζωή της, μέσα στο βωμό της καρδιάς της κάνει θυσίες στο Θεό του αισθήματος…», και που «Μια ζωή ολόκληρη δεν κατορθώνει να καταλάβει τι είναι η φιλολογία», ο Τσβάιχ ενστερνίζεται την θέση του κριτικού Σαιντ Μπέβ για την γαλλίδα ποιήτρια ότι «Δεν είναι πιά ποιήτρια είναι η ίδια η ποίηση» ένας χαρακτηρισμός που όλοι όσοι γράφουν θα ήθελαν να τον ακούσουν για τους ίδιους ακόμα και σήμερα, μέσα σε αυτό το διαρκές πανάρχαιο ονειρικό πανηγύρι των ανθρώπινων πνευματικών ποιητικών και συγγραφικών ματαιοτήτων. Και σημειώνει ο Τσβάιχ, «Η τέχνη της Μαρσελίνας Ντεμπόρτ Βαλμόρ, είναι, για να το πούμε έτσι χωρίς, τέχνη. Οι ρίμες της είναι φτωχές, οι εικόνες της είναι μάλλον διαφορετικές από κείνες που βρίσκουμε κοιτάζοντας τις πολύχρωμες κάλτσες. Είναι γλυκούτσικες και ρομαντικές παραβολές του λουλουδιού που γονατίζει, στον άνεμο, του ρόδου που ξεφυλλίζεται, του χελιδονιού που ψάχνει για φωληά ή της αστραπής που ξεπετιέται μέσα σ’ έναν ήρεμο ουρανό. Η φόρμα των στίχων της δεν διαφέρει και πολύ, και γιαυτήν που είναι φτωχειά σε ρίμες το σονέτο είναι κι όλας δύσκολο. Η τέχνη της έχει έλλειψη από μέσα δεν έχει παρά το κοινό μέταλλο της καθημερινής γλώσσας για να ξεχύσει το αίσθημά της που είναι όλο λαμπράδα δεν έχει παρά φτωχές λέξεις, και που καθώς λέει ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε «πονούν μεσ’ στην καθημερινή ζωή», λέξεις μέτριες, απλές και υπέροχες, λέξεις φτωχές αλλά λέξεις θείες που μας κάνουν να κλαίμε». Τα ποιητικά όργανα τα απόκτησε με τα ίδια της τα μέσα. Εκείνο που την κάνει ποιητή δεν είναι η γλώσσα που μεταχειρίζεται, που την έχει δανειστεί απ’ τους ξένους, αλλά είναι εκείνο που βγαίνει απ’ την ίδια της την καρδιά, δηλαδή ένα αίσθημα ατέλειωτο, και τελικά αυτή η υπέρτατη δύναμη της ύπαρξής της: η μουσική». Θεωρώ ότι οι κρίσεις του Στέφαν Τσβάϊχ πληρούν την εικόνα μας για την λυρική ποιήτρια και το έργο της, που κατέχει το δικό της περίοπτο ηρώο στους κήπους του Γαλλικού Παρνασσού.
     Αλλά και ο δικός μας Τέλλος Άγρας, σημειώνει μεταξύ άλλων για την μεταφραστική εργασία της Πειραιώτισσας ποιήτριας Ισιδώρας Καμαρινέας:
«Η ανάγνωση, σήμερα, των ποιημάτων της Μαρσελίν Βαλμόρ-αφού, εννοείται, αφαιρεθή από αυτό ένα κομμάτι αρκετού… βάρους-μας φέρνει ξανά εμπρός σε μια λησμονημένη ποίηση και σ’ ένα σχεδόν λησμονημένο αίσθημα. Αυτή η ποίηση είναι η ποίηση της Αγάπης, και αυτό το αίσθημα είναι πάλι το αίσθημα της Αγάπης. Δεν λέγω καν του έρωτος. Η Αγάπη, στα ποιήματα της Βαλμόρ, είναι κάτι πολύ πιο ανθρώπινο από τον έρωτα.
     Όπως απ’ αυτήν την αγάπη λείπει και το ελάχιστο ίχνος ερωτικής-δηλαδή, κατά βάθος, εγωϊστικής- φιληδονίας, έτσι και από την ουσίαν αυτής της ποιήσεως λείπει και το ελάχιστο ίχνος του αισθητικά ωραίου-δηλαδή, του ηδονιστικά ωραίου-που είναι, εδώ κ’ εξήντα τουλάχιστον χρόνια, το κυριώτερο και το γευστικότερο συστατικό της σύγχρονης τέχνης. Η Βαλμόρ γράφει ποίησην ευγενή-συχνά μάλιστα υπερβολικά ευγενή, συχνά σχολαστικά ευγενή-δεν γράφει όμως ποίησιν ωραία, ούτε ποίηση διαθέσεων….».
     Εύστοχες και οι επισημάνσεις του ποιητή και κριτικού Τέλλου Άγρα που αν διαβάσει κανείς όλο το κείμενο, θα έχει μια επίσης πλήρη εικόνα της ποιήτριας. Ίσως, τόσο ο Άγρας όσο και η ποιήτρια και μεταφράστρια Ισιδώρα Καμαρινέα-Ρόζενταλ, να γνώριζαν την μελέτη του αυστριακού Στέφαν Τσβάιχ, εκτός από εκείνη του Γάλλου ποιητή Πωλ Βερλαίν. Πάντως τον λόγο της μεταφραστικής της προσπάθειας τον εξηγεί η Καμαρινέα γράφοντας τα εξής μεταξύ άλλων στο «Προλογικό της Σημείωμα» που προηγείται όπως και αυτό του Τέλλου Άγρα των ποιημάτων της Βαλμόρ:
     «Η υπογράφουσα ομολογεί, απλά και ειλικρινά, πως καμμιά ανάγκη ξεχωριστή, μήτε προτίμηση «ποιητικής συγγένειας» δεν την ώθησε στο μικρό τούτο έργο. Τα ίχνη που φωσφορίζουν μέσα στο ποιητικό δημιούργημα της M. D. Valmore δεν συμπέφτουν οδηγητικά στον ιδικό της ανάντη της πνευματικής προσπάθειας, πού άλλωστε το ξεκίνημά του, από πολύ πριν αρχινημένο, δεν το είχε προλάβει η μελέτη της γαλλίδας λυρικής. Εντελώς όψιμη δε η απόφαση να επιχειρηθούν αυτές οι μεταφράσεις, έγινε με το σκοπό να δοκιμάση η ίδια τη μεταφραστικήν ικανότητά της και με τον πόθο να γνωρίση σ’ ευρύτερο κοινό μια «εκλογήν» εμπνεύσεων της ξένης ποιήτριας, συγκινημένων και συγκινητικών εμπνεύσεων, άξιων και ωραίων να γνωριστούν…».
     Η θέση αυτή της ποιήτρια Ισιδώρας Καμαρινέας Ρόζενταλ, έρχεται να προστεθεί στα αρχικά ερωτηματικά του γράφοντος αυτό το σημείωμα, σχετικά με τις αιτίες που γενούν την αφορμή ένας σύγχρονος-στην εποχή του-δημιουργός μιας άλλης χώρας, και του γενούν την επιθυμία να μεταφράσει το έργο ή μέρος αυτού, ενός ξένου δημιουργού προηγούμενων γενεών, και την επιθυμία ενός σύγχρονου στις μέρες μας αναγνώστη, να καταφύγει σε αυτό, να το αναζητήσει και να το μελετήσει. Πέρα φυσικά από το στενό κύκλο των ιστορικών της λογοτεχνίας ή των ελληνικών μεταφράσεων ξένων ποιητικών έργων στην χώρα μας, από την άνθηση και το ξεκίνημα της Ελληνικής Φιλολογίας. Πάντως για την ιστορία, η πρώτη γαλλίδα ποιήτρια εμφανίζεται στα γράμματα τον 12 αιώνα, εγκαινιάζοντας μια λυρική ποίηση που συνδέθηκε με το όνομά της το “LAI”, έτσι όπως την συναντάμε την γυναικεία αυτή λυρική φωνή στην συλλογή μύθων “Isopet”. Το σίγουρο πάντως είναι, ότι ο δρόμος της Γυναικείας Γαλλικής Ποίησης, δεν σταμάτησε στην Μαρσελίνα Ντεμπόρτ Βαλμόρ, ας θυμηθούμε μερικές ακόμα γυναικείες φωνές του γαλλικού παρελθόντος όπως είναι η ποιήτρια Κόμισσα Άννα ντε Νοάιγ, η Ζαν Μαρβίγκ που την μνημονεύει η δική μας Αθηνά Ταρσούλη, η σύγχρονη Μαρί Νοέλ, που την απέδωσε στα ελληνικά ο Γ. Δ. Χουμουζιάδης, η Rene Vivien, αλλά και οι παλαιότερες ποιήτριες όπως είναι η Γκιγιέ ντε Περνέτ, σύζυγος του ποιητή Μωρίς Σέβ, η λογία γαλλίδα Μαρί Γκούζ, η Μαντάμ Ωμπρύ, η Εζενί ντε Γκερέν, και πολλές άλλες που ακολούθησαν τον μοναχικό  δρόμο του ποιητικού προσωπικού λόγου, που οι πρώτες εκβολές του, πηγάζουν από τον ποιητικό σαπφείρινο ποταμό της δική μας ποιήτριας της ελληνίδας Σαπφώ, και στην γαλλική ποιητική επικράτεια τα γυναικεία φυλλοβόλα ποιητικά δέντρα αγκαλιάζουν μια σύγχρονή μας σημαντική προσωπικότητα των γραμμάτων την Μαργαρίτα Γιουρσενάρ.
      Ας απολαύσουμε ορισμένες από τις ποιητικές μεταφράσεις των ποιημάτων της Μαρσελίνας Βαλμόρ, έτσι όπως μας τις αποδίδει η ποιήτρια Ισιδώρα Καμαρινέα, σε αυτόν τον μουσικό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που ρέει τόσο χαλαρά και χαμηλότονα, κρατώντας την ορθογραφία και τα όποια λαθάκια συναντούμε τόσο στα ποιήματα όσο και στα κριτικά παραθέματα ακολουθώντας το λεξιλόγιο της εποχής τους. Εξ άλλου, η ομορφιά της ποίησης ίσως να έγκειται και στα λεκτικά της λάθη, μια και με αυτόν τον αρνητικό για τους γλωσσολόγους και τους αυστηρούς φιλολόγους λόγο, μας κάνει να την προσέξουμε έστω και δυσανασχετώντας. Ένα σφάλμα της φύσης το ανθρώπινο είδος όπως λέν οι βιολόγοι και οι σκοτεινοί φιλόσοφοι, ένα μερικό σφάλμα του γενικού σφάλματος η ποίηση. Ένα φωτεινό όνειρο μέσα στο σκοτεινό όνειρο.                        

Η ΣΥΓΓΝΩΜΗ
Σβήνω γέρνοντας στη μοίρα τη βαρειά μου.
Της στερνής ώρας το δέος θες να διαλύσης;
Το ένοχό σου χέρι πάνω στην καρδιά μου
μια φορά, έλα, ν’ ακουμπήσης.
--
Σαν θα πάψει πιά να καίεται, να προσμένη,
δεν θα νοιώσεις τύψη, μάταιη που θα πάει.
«Η καρδιά, που τρυφερή μου ήταν ταγμένη»
θα πης: «πια δεν αγαπάει!»
--
Φεύγει η αγάπη απ’ την αιμάσσουσα ψυχή μου’
κοίτα το έργο σου χωρίς φόβο κανένα:
Με το θάνατο παγώνει το κορμί μου,
μα λιγώτερο από σένα.
--
Την καρδιά μου πάρε! Η λάτρισσα ερωμένη
να σου δώση άλλο δεν είχε δώρο ούτ’ ένα.
Σκίζοντάς τη όμως μπορείς να δης γραμμένη
τη συγγνώμη της για σένα.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ
Να θυμάσαι τη μικρούλα, τότε, φίλη,
με σεμνή και τρυφερή ματιά και γνώση;
και που, μόλις στης ζωής της τον Απρίλη,
την καρδιά για σε τρεμάμενη είχε νοιώσει;
--
Δίχως όρκους, δίχως μάταιη υπόσχεσή της:
Τόσο νέα, που να τα ξέρη ακόμα εκείνη;
Σ’ αγαπούσε φλογερά η αγνή ψυχή της
και σου δίνονταν χωρίς μάχη κι αισχύνη.
--
Ευτυχία γλυκειά, μια μέρα είχε κρατήσει:
Χάθηκε έπειτα για πάντα το ίνδαλμά της!
Της ζωής της πιά την άνοιξη έχει αφήσει,
κι είναι ακόμη εκεί, στον πρώτο έρωτά της.
Η ΚΑΜΑΡΑ ΜΟΥ
Το δώμα μου ψηλά χωρεί
των ουρανών τη θέα που δίνει’
δέχεται ως ξένη τη σελήνη,
ωχρότατη και σοβαρή.
Κάτω όποιοι νάναι που χτυπάνε,
προς τι πιά τώρα να με νοιάζη;
Κανένα ο νους μου πλέον δε βάζει,
όταν αυτός δε μπορεί νάναι!
--
Ανθούς ξομπλιάζω μοναχή,
κι από τους άλλους χωρισμένη’
και δίχως νάμαι πεισμωμένη,
έχω το θρήνο στην ψυχή’
και τ’ αντικρύζω από το δώμα,
δίχως σκεπή, γλαυκά τα αιθέρια’
των ουρανών βλέπω τ’ αστέρια,
μα και την καταιγίδα ακόμα!
--
Κάθισμα, στο δικό μου αυτό,
μένει αντικρύ, θυμητικό σου!
έγινε κάποτε δικός σου,
δικό μας, μόνο ένα λεπτό’
το κάθισμά σου στέκει εδώ
με μια κορδέλλα περασμένη,
κι όλο υπομένει και υπομένει,
να, όπως εγώ!
ΚΟΙΜΗΣΟΥ
Των ημερών σου η θύελλα πέρασε πάνω στη ζωή μου.
Ελύγισα απ’ την τύχη σου, τα δάκρυά μου δικοί σου θρήνοι.
Όπου η ψυχή σου ανέβηκε, την ακολούθησε η δική μου,
κι από τις πίκρες σου έκαμα, ν’ αλαφρωθής, κάθε μου οδύνη.
--
Μα η φιλία τι να μπορή; Η αγάπη την ψυχή όλη παίρνει.
Τίποτα δε συγκράτησα, μήτε ν’ αλλάξη, ούτε να γιάνη:
κλώνους, που ξέρανε η φωτιά, πια το νερό δεν τους χλωραίνει,
και μένει θλιβερή, ψυχρή κι έρμη η καρδιά πούχει πεθάνει.
--
Δεν είμαι πεθαμένη εγώ: θέρμην αγάπης έχω ακόμη’
παραμερίζω σου από μπρος του δρόμου τα ισκιερά τα μέρη.
Όπως χλωμή αντανάκλαση, ριγμένη απ’ της αυγής την κόμη,
εγώ τα μάτια σου φωτάω, εγώ ζεσταίνω σου το χέρι.
--
Ο αποσταμένος άρρωστος μήτε που αισθάνεται την αύρα,
τη ζείδωρην αναπνοή τους ίδρωτές του που στεγνώνει.
Μα τ’ όνειρο αλαφρωτικό ρίχνει του πυρετού τη λαύρα:
Κοιμήσου! Είν’ όνειρο η ζωή, τις λάμψεις του ο Θεός που απλώνει.
--
Όπως στην άσπρη του ωμορφιά μαζεύει τις χλωμές του αχτίδες
καταθλιμμένος άγγελος, που τα φτερά του πιά έχει κλείσει,
κρύψε το φωτοστέφανο, με ζωντανές φωτοβολίδες:
Πλάϊ σου εγώ λύχνος ταπεινός, που τόσο μ’ έχεις συγκινήσει.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Με προσμένει! Κάποια πίκρα είναι, ποιος ξέρει,
στην αγάπη μου που μπλέκει, αυτή την ώρα’
η καρδιά στέκει στ’ αδύναμό μου χέρι’
το εκκρεμές χτυπά’ τ’ ακούω… κι ωστόσο, τώρα
με προσμένει!
--
Με προσμένει! Τι είναι τάχα πως σην κόμη
δε μπορώ τ’ άνθη που θέλει ν’ απιθώσω;
δυό φορές άρχισα κι άντυτη είμαι ακόμη.
Στον καθρέφτη δεν κοιτάχτηκα…. κι ωστόσο
με προσμένει!
--
Με προσμένει! Χαράς δάκρυα μ’ έχουν πάρει;
τι να βρώ χαρά καινούργια να του δώσω;
Τ’ άνθη, οι ευχές μου, μήπως κ’ έχασαν τη χάρη;
Δε μιλά, στενάζει, θλίβεται… κι ωστόσο
με προσμένει!
--
Με προσμένει! Η επιστροφή πιο ευτυχισμένη;
Στο δειλό μου στέρνο νοιώθω φόβον τόσο!
Κι αν με βρή από τρυφερή πιο φοβισμένη!
Κι αν να κλάψω έπρεπε, μάννα μου, έλα… ωστόσο
με προσμένει!
ΘΕΡΙΝΗ ΕΣΠΕΡΑ
Ο ήλιος φλόγιζε τη σκιά κι η γη ξερή
διψούσε δρόσο στο πλανώμενο λυκόφως’
γέρναν οι μίσχοι τον ανθόν, εκεί, βαρύ,
επάνω που χρυσίζει ακόμα ο λόφος.
--
Κ’ ενώ πυρφόρο δύει το άστρο να πνιγή
στης πορφυρής του αναλαμπής το βάθος πέρα,
η προσευχή σε θροούντα δέντρα αναρριγεί
και στις φωληές τους: «καλησπέρα! καλησπέρα!»
--
Δε λέει φύλλο στον αιθέρα ν’ απλωθή’
ένα παιδί στους σκοτεινούς δεν παίζει κήπους’
στους ήχους τους γλυκούς και στη γαλήνη αυτή,
και των φτερών εντόμου ακούς τους χτύπους.
ΟΙ ΧΩΡΙΣΜΕΝΟΙ
Μη γράψεις! Έχω πίκρα, να σβήσω έχω ποθήσει’
χωρίς σου, άφεγγη αγάπη τ’ ώμορφο θέρος μοιάζει.
Τα χέρια που δεν φτάνουν σε σένα πιά έχω κλείσει’
και την καρδιά μου αν κρούση κανείς, τάφο ταράζει.
Μη γράψεις!
--
Μη γράψεις! Τους εαυτούς μας να σβηούμε έχουμε μάθει.
Το Θεόν, αν σ’ αγαπούσα, και σένα με ρωτάς.
Το αν μ’ αγαπάς, στης ίδιας σιγής σου, άκου, τα βάθη,
τον ουρανό θ’ ακούσεις χωρίς σ’ αυτόν να πας.
Μη γράψεις!
--
Μη γράψεις! Σε φοβούμαι κ’ η μνήμη με φοβίζει,
που με καλεί κρατώντας την ίδια σου φωνή.
Νερό σ’ αυτόν μη δείχνεις να πιή πού δεν ορίζει.
Γραφή γλυκειά μας είναι εικόνα ζωντανή.
Μη γράψεις!
--
Μη γράψεις τα δυό λόγια πού πιά να ιδώ διστάζω:
Μοιάζει πως η φωνή σου τ’ απλώνει στην καρδιά μου,
πως στο χαμόγελό σου να φέγγουν τα κοιτάζω’
μοιάζει πως τα σφραγίζει φίλημα στην καρδιά μου.
Μη γράψεις!
Η ΦΙΛΙΚΗ ΦΩΝΗ
Αν την βαθιά και τρυφερή φωνήν έχεις κρατήσει,
που την ψυχήν στων αστραπών το δρόμον ωδηγούσε,
και με τα διάφανα νερά πιο ξάστερα κυλούσε,
ζωντάνεψέ μου τη φωνή που τόσο έχω ποθήσει.
--
Θα με βοηθούσε στη ζωή, που μούλειψε στον πόνο.
Μεσ’ στις μυριάδες των φωνών δεν την ξαναύρα πάλι.
Ονειρική για άλλους καιρούς σαν την ελπίδα. Μι’ άλλη
ανοίγεις ζήση ατέρμονη με τη φωνή σου μόνο.
--
Τη φλόγα αυτή, την ηχηρή, στον έρμο μου, πνεύσε, δώμα,
που ξέρει μόνο στων ματιών τα δάκρυα ν’ απαντήση.
Μάταιος στη γη, στους ουρανούς κοντά να μ’ οδηγήσης.
Αν την πνοή δεν έχασες, να την ακούσω ακόμα.
--
Θα με βοηθούσε στη ζωή, που μούλειψε στον πόνο
Μεσ’ στις μυριάδες των φωνών δεν την ξαναύρα πάλι.
Ονειρική γι’ άλλους καιρούς σαν την ελπίδα. Μι’ άλλη
ανοίγεις ζήση ατέρμονη με τη φωνή σου μόνο.

Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πρώτη γραφή σήμερα, που αρχίζουν τα Νικολοβάρβαρα κατά την παράδοση. Άγια Βαρβάρα βαρβαρώνει, Άγιος Σάββας σαβανώνει και Άγιος Νικόλας παραχώνει.
ΥΓ. Καλά βρε ηγέτες κομαντάτε της τρίτης διεθνούς, ένας φιλέλληνας δεν υπήρξε ανάμεσά σας, ώστε να κρατήσει αυτό το παιδί, αυτόν τον κανακάρη μας με την αναμμένη δάδα της επανάστασης στα χείλη και στα δασιά του στήθη και το ξεκούμπωτο σακάκι, στην Κούβα; Τι μας τον στείλατε πίσω για καλό; Καλά λέω εγώ, άλλο Τσε και άλλο Φιντέλ. Και στα ενθάδε, άραγε, ο πραγματικός πατέρας από την Κρήτη του γιου του τραγουδιστή Τέρρυ Χρυσού, πόσους θα θάψει ακόμα ζωή νάχει, εντός της παράταξής του και εντεύθεν αυτής;